Skip to main content

Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου, Νομική Αθηνών (Applications of Public Law, Law School of Athens), 2019

Page 31

Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Σύνθεση Δημοσίού Δίκαίού Εαρίνο Εξαμηνο 2019

Κλίμακίο: Γεραπετρίτης, Γίαννακοπούλος, Δροσος

Το εν λόγω αρχείο αποτελεί καταγραφή σημειώσεων από τις παραδόσεις των μαθημάτων, διανθισμένες σε ορισμένα σημεία από εδάφια σχετικών συγγραμμάτων είτε περαιτέρω προσωπικής αναζήτησης. Ιδιαίτερα χρήσιμο βρήκα το σύγγραμμα του κ. Γιαννακόπουλου («Οι επιδράσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων») καθότι βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τις αναλύσεις του κατά τις παραδόσεις και διευκολύνει το διάβασμα. Το αρχείο περιλαμβάνει αρκετές αποφάσεις που είναι εκτός ύλης, εντούτοις έγινε μνεία σε αυτές από τους καθηγητές για την πληρότητα του μαθήματος. Οι αποφάσεις που είναι εντός ύλης βρίσκονται στον πίνακα των περιεχομένων. Τέλος, θερμές ευχαριστίες προς την Μαρία Βλάχου για τα κομμάτια των παραδόσεων που ανέπτυξε όσες ημέρες δεν μπόρεσα να παρευρεθώ.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Περιεχόμενα ΕΙΣΑΓΩΓΗ .................................................................................................................................... 4 ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ .......................................................................................... 11 ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ .................................................................................... 31 ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ............................................................................ 42 ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ .......................................................................... 47 ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ............................................................................................................ 47 ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΨΗΦΟ ΤΩΝ ΕΚΤΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (Σιταρόπουλος, Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδος) ................................................................................................................................... 55 ΣτΕ Ολ1901/2014: .................................................................................................................... 63 ΣτΕ 95/2017 .............................................................................................................................. 64 ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ........................................................................................................ 69 ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ- ΚΟΜΜΑΤΑ ........................................................... 69 ΣτΕ 1906/2014 .......................................................................................................................... 73 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ............................................................................................................... 76 ΣτΕ 518/2015 ............................................................................................................................ 79 ΣτΕ141/2010 ............................................................................................................................. 83 ΣτΕ 3919/2010 .......................................................................................................................... 87 ΣτΕ 674/2018: ........................................................................................................................... 90 ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ .......................................................................................................................... 101 ΣτΕ 2334/2016 ........................................................................................................................ 103 ΣτΕ 2003/2018 ........................................................................................................................ 103 ΣτΕ660/2019 ........................................................................................................................... 108 ΣτΕ 686/2018 .......................................................................................................................... 113 ΣτΕ 470/2018 .......................................................................................................................... 122 ΣτΕ 1501/2014 ........................................................................................................................ 124 ΣτΕ 2568/2018 ........................................................................................................................ 128 ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ....................................................................................... 130 ΣτΕ 38/2018 ............................................................................................................................ 134 ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ........................................................................................................ 137 ΥΠΟΘΕΣΗ PRINGLE, C-370/2012 ........................................................................................... 141 ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ «ΒΑΣΙΚΟΥ ΜΕΤΟΧΟΥ» (C-213/07): .................................................... 150 ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ .................................................................................. 167 2ο ΣΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ....................................................... 172

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ................................................................................. 173 ΣτΕ 1993/2016 ........................................................................................................................ 177 ΣτΕ 2194/2006 ........................................................................................................................ 179 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ .............................................................................................. 182 ΘΕΜΑΤΑ ΙΟΥΝΙΟΥ 2019.......................................................................................................... 194

Συντομογραφίες Α(Δ)Α ΑΔΠ ΑΕΔ ΑΕΠΟ ΑντιΣ ΑΠ Βλ. Δ ΔΕφ ΔτΠ ΕΕ ΕΔΔΑ ΕΚ ΕΚΤ EP ΕΣ ΕΣΔΑ ΕΣΡ ΚΠΔ ΚτΒ ΜΠΕ Ν.Π. Πδ ΠΔΠ ΠΝΠ Πρβλ ΠτΒ ΠτΔ Σ ΣτΕ Σ.Υπ. Φ.Π.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

Ανεξάρτητες (Διοικητικές) Αρχές Ατομική Διοικητική Πράξη Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων Αντισυνταγματικό/Αντισυνταγματικότητα Άρειος Πάγος Βλέπε Διοίκηση Διοικητικό Εφετείο Διάσκεψη των Προέδρων Ευρωπαϊκή Ένωση Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα European Parliament Ελεγκτικό Συνέδριο Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης Κανονιστική Πράξη της Διοίκησης Κανονισμός της Βουλής Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Νομικό Πρόσωπο Προεδρικό Διάταγμα Προσωρινή Δικαστική Προστασία Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου Παράβαλε Πρόεδρος της Βουλής Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σύνταγμα Συμβούλιο της Επικτρατείας Συμβούλιο Υπουργών (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) Φυσικό Πρόσωπο


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

1η Εβδομαδα ΕΙΣΑΓΩΓΗ Τρίτη

1ο Μάθημα

26/2/2019

Γεραπετρίτης – Δρόσος Τι είναι πηγές του δικαίου; Οι πηγές του δικαίου έχουν να κάνουν με τους κανόνες δικαίου οι οποίοι ισχύουν σε μία έννομη τάξη. Πρωτίστως όμως, έχουν να κάνουν με τη ΔΟΜΗ της έννομης τάξης, δηλαδή με τη δομή των κανόνων δικαίου που ισχύουν μέσα σε μία έννομη τάξη. Η δομή αυτή έχει έναν χαρακτήρα ιεραρχικό. Ο θεμελιώδης κανόνας στη μέθοδο των πηγών είναι ο εξής : κάθε κανόνας δικαίου έλκει την ισχύ του από έναν ιεραρχικά ανώτερο κανόνα. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια δομημένη ιεραρχία των πηγών του δικαίου. Από αυτόν τον βασικό μεθοδολογικό θεμελιώδη κανόνα συνάγεται εν τέλει μία λογική ακολουθία : κάποια στιγμή φτάνουμε σε ένα ανώτερο επίπεδο κανόνα , ο οποίος δεν έλκει την ισχύ του από κανένα άλλο συγκείμενο , κανέναν άλλο κανόνα , αλλά έλκει την ισχύ του κατά βάση από μία κυρίαρχη επιβολή. Είναι ο ανώτερος κανόνας σε μια ιεραρχικά δομημένη έννομη τάξη και αυτός στη δική μας πρόσληψη είναι το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα είναι το προϊόν της κυριαρχίας , η οποία [κυριαρχία] εκφράζεται μέσω μιας νομικά αδέσμευτης επιβολής. Αυτό που ονομάζουμε συντακτική εξουσία, δηλαδή μία πρωτογενής εξουσία παραγωγής κανόνων, είναι στην πραγματικότητα κυρίαρχη, διότι δεν έχει κανέναν απολύτως νομικό περιορισμό. Το ίδιον της συντακτικής εξουσίας είναι ακριβώς αυτό , το νομικά αδέσμευτο της παραγωγής. Στη συνέχεια, όταν πλέον έχουμε ένα δομημένο Σύνταγμα το οποίο έχει περιβληθεί τυπική ισχύ , βεβαίως υπάρχει μία ακολουθία στο Σύνταγμα αυτό (αναθεώρηση του Συντάγματος).

Το Σύνταγμα αναθεωρείται. Στο μέτρο όμως που η αναθεώρηση αυτή υπόκειται σε ήδη υπάρχοντες κανόνες, γιατί το ίδιο το Σύνταγμα καθορίζει αφενός τη διαδικασία παραγωγής του και αφετέρου καθορίζει και ορισμένους ουσιαστικούς περιορισμούς (τι δηλαδή δεν υπόκειται ή υπόκειται περιορισμένα σε αναθεώρηση), όταν πλέον βρισκόμαστε στη φάση αναθεώρησης/τροποποίησης του Συντάγματος , δεν υφίσταται τεχνικά κυριαρχία. Δεν έχουμε μία νομικά αδέσμευτη ισχύ , μέσω της οποίας παράγεται η αναθεώρηση. Η λειτουργία της αναθεώρησης είναι κατά τούτο συντεταγμένη. Εξ ου και κάνουμε λόγο για συντακτική εξουσία, αλλά αναθεωρητική λειτουργία, διότι η αναθεώρηση υπόκειται σε κανόνες μεθοδολογικούς και ουσιαστικούς. Άρα ουσιαστικά η στιγμή της σύνταξης είναι εκείνη η οποία αποτυπώνει την κυριαρχία του κανόνα. Οι πηγές του δικαίου , και για λόγους διδακτικούς, υπόκεινται σε ορισμένες διαιρέσεις. Έχουμε ένα πρώτο θεμελιώδες επίπεδο , το οποίο είναι το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα έχει δύο μεγάλα χαρακτηριστικά. Έχει το χαρακτηριστικό της αυστηρότητας , πράγμα το οποίο σημαίνει ότι το Σύνταγμα δεν υπόκειται σε τροποποίηση με την κοινή διαδικασία. Για να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, θα πρέπει να ακολουθηθεί μία διαδικασία η οποία είναι δυσχερέστερη. Είναι πιο σύνθετη, δεν μπορούμε να έχουμε ένα Σύνταγμα το οποίο θα αναθεωρείται με τη συνήθη διαδικασία. Διότι με τη λογική αυτή θα αναιρείτο το δεύτερο μεγάλο χαρακτηριστικό του Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Συντάγματος, το οποίο είναι η υπεροχή. Το Σύνταγμα υπερέχει έναντι όλων των υπόλοιπων πηγών του δικαίου. Υπό αυτή την έννοια, δηλαδή της υπεροχής και της αυστηρότητας , το Σύνταγμα κοσμοθεωρητικά διαφέρει σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον κοινό νόμο. Πρώτα απ’όλα, είναι σχεδιασμένο για να λειτουργεί μακροσκοπικά. Δεν είναι ένας κανόνας της στιγμής, αλλά είναι δομημένος κατά τρόπο έτσι ώστε να λειτουργεί σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου. Επιπλέον, ενέχει ένα στοιχείο γενικότητας , έναν αφηρημένο σχετικά χαρακτήρα, έναν λιτό χαρακτήρα. Το Σύνταγμα εξ ορισμού εμπεριέχει διατάξεις που δεν είναι προσδιορισμένες σε μεγάλη τεχνική λεπτομέρεια, αλλά παράγουν στην ουσία ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινείται η οργάνωση του Κράτους και να αναπτύσσονται οι σχέσεις μεταξύ Κράτους και κοινωνίας. Αυτή η γενική σύλληψη συνήθως αποτυπώνεται σε κανόνες οι οποίοι έχουν και έναν χαρακτήρα αφηρημένο, ο οποίος προσδιορίζεται στη συνέχεια από τις υπόλοιπες, κατώτερες πηγές του δικαίου. Άρα το Σύνταγμα, εν τέλει, λειτουργεί με έναν τρόπο νομικό, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, και στο μέτρο που έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, εισάγει πρωτίστως περιορισμούς στην άσκηση της κρατικής εξουσίας , και βεβαίως έχει έναν χαρακτήρα πολύ υψηλά συμβολικό. Ο συμβολισμός αυτός έγκειται στο ότι μέσω του Συντάγματος συνοψίζεται το αίτημα για περιορισμένη διακυβέρνηση. Το Σύνταγμα είναι θεσμικά η απάντηση στην όποια τάση προς αυθαιρεσία εκ μέρους της κρατικής εξουσίας.

Από την αυστηρότητα και την υπεροχή του Συντάγματος παράγεται μία εξαιρετικά σημαντική βάση του πολιτεύματος. Στο μέτρο που το Σύνταγμα υπερέχει των υπολοίπων κανόνων δικαίου, θεωρείται ότι θα πρέπει να υπάρχει ένας έλεγχος του κατά πόσον οι κανόνες δικαίου ήσσονος τάξεως (νόμοι, πράξεις της Διοίκησης, διεθνές δίκαιο) είναι συμβατοί με το Σύνταγμα. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει ένας έλεγχος κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η ακεραιότητα της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου και κατεξοχήν του θεμελιώδους κανόνα. Αυτό , στο επίπεδο των διοικητικών πράξεων είναι σχετικά απλούστερο, διότι εκεί παρεισφρέει και ένα ολόκληρο πλέγμα ελέγχου που ανάγεται περισσότερο στο διοικητικό δίκαιο. Εκεί όμως που αποκτά μια εξαιρετικά μεγάλη σημασία και έχει και τον ιστορικό συμβολισμό διαχρονικά είναι όταν ελέγχεται ο νόμος έναντι του Συντάγματος. Ο νόμος έχει επίσης, όπως και το Σύνταγμα, έναν εξαιρετικά υψηλό συμβολισμό. Αποτελεί την έκφραση της γενικής βούλησης (που ήταν ένα από τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης) , εγκολπώνει τη βούληση του έθνους , διότι παράγεται από το όργανο εκείνο το οποίο έχει την πλέον (ή τη μόνη) άμεση νομιμοποίηση. Σε ένα αντιπροσωπευτικό πολίτευμα (σε ένα πολίτευμα, δηλαδή, όπου η νομιμοποίηση παρέχεται από τον Λαό, μέσω ενός αντιπροσωπευτικού σώματος) ο νόμος είναι το μόνο παραγόμενο προϊόν το οποίο απολαύει άμεσης νομιμοποίησης. Στο μέτρο που ο νόμος είναι εξοπλισμένος με αυτού του τύπου τη νομιμοποίηση , αμέσως αποκτά έναν πολύ υψηλό συμβολισμό. Η έννομη τάξη κάνει μία θεμελιώδη επιλογή, η οποία είναι η εξής : μολονότι ο νόμος έχει αυτή την υψηλή νομιμοποίηση μέσα στη συνταγματική τάξη, εντούτοις , για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα στην ιεραρχία των πηγών του δικαίου, έρχεται ένα άλλο κρατικό όργανο , μία άλλη κρατική δομή, η οποία σε κάθε περίπτωση θα ελέγχει τη συμβατότητα του νόμου με τον ιεραρχικά ανώτερο κανόνα που είναι το Σύνταγμα. Εκεί ξεκινάει η προβληματική του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

Γιατί εμείς δεσμευόμαστε από το Σύνταγμα του 1975, ενώ έχουν αλλάξει τόσα πράγματα από τότε;

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Δεν είναι δυνατόν να δοθεί αμιγώς νομική απάντηση σε αυτό. Έχει να κάνει με το χαρακτηριστικό της αυξημένης τυπικής ισχύος του Συντάγματος και τη σχέση που αυτό έχει με τον κυρίαρχο, με εκείνον ο οποίος άρχει χωρίς νομικές δεσμεύσεις. Παράδειγμα από την Οδύσσεια : περιστατικό του Οδυσσέα με τις Σειρήνες. Ο Οδυσσέας βρίσκεται με τους εταίρους του , την κοινωνία του πλοίου του, και είναι αυτός ο κυρίαρχος. Τους λέει λοιπόν (δίνει την εντολή) : « θα βουλώσετε τα αυτιά σας με κερί, αλλά τα δικά μου δεν θα τα βουλώσετε, και θα με δέσετε. Όταν περνάμε από εκεί κι εγώ κοπανιέμαι για να με λύσετε, θα με δέσετε ακόμη σφιχτότερα» (1η εντολή). Όταν το πλοίο περνάει από εκεί (ο Οδυσσέας είναι πάντα ο αρχηγός τους) δίνει μία 2η εντολή , και λέει «λύστε με» , αλλά δεν τον λύνουν. Ποιος είναι ο κυρίαρχος; Είναι ο Οδυσσέας; Αν ναι, γιατί παράκουσαν τη 2η εντολή του; Το παράδειγμα χρησιμοποιείται προς κατανόηση του συνταγματικού δικαίου. Πρόκειται για έναν νόμο , ο οποίος προσπαθεί να καθυποτάξει μία ύλη που δεν είναι νομική. Δεσμευόμαστε από το Σύνταγμα του 1975 (το οποίο δημιουργήθηκε από ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια) , διότι πηγάζει ως ανάγκη , ως πραγματικό γεγονός , το να λειτουργεί το κρατικά οργανωμένο πολιτειακό σύνολο (εμείς δηλαδή) με έναν κάποιο κανόνα , ο οποίος να μας διασφαλίζει τη συνύπαρξή μας και την ασφάλειά μας μέσα σε αυτή τη συνύπαρξη. Αυτός δεν είναι νομικός λόγος, αλλά είναι μία πραγματική/κοινωνική/ιστορική ανάγκη με βάση την οποία και λειτουργούμε. Στη συνταγματική ιστορία, έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε τα πολιτικά γεγονότα με τις νομικές συνέπειες που αυτά έχουν. Ωστόσο (κατά τον κ. Δρόσο) μία πολύ σημαντική στιγμή στη συνταγματική ιστορία, δεν γράφτηκε από πολιτικούς αλλά από δικαστές : Όλο τον 19 ο αιώνα, μέχρι την τελευταία δεκαετία του ουσιαστικά, το Σύνταγμα εθεωρείτο μη δεσμευτικό, γι’αυτό και δεν έχουμε νομολογία. Έχουμε 3-4 δικαστικές αποφάσεις, όπου οι δικαστές έλεγαν ότι τα δικαστήρια οφείλουν να κρίνουν κατά τους νόμους (σύμφωνα με τους νόμους) και όχι τους νόμους. Ώσπου συνέβη το εξής περιστατικό (1892) : υπήρχε Σύνταγμα , το οποίο στο άρθρο 19 προέβλεπε ό,τι και το σημερινό – το απόρρητο των ανταποκρίσεων. Στο πτώμα ενός ληστή βρέθηκε μία σφραγισμένη επιστολή , την οποία άνοιξαν οι Αρχές Ασφαλείας και το δικαστικό σύστημα καταδίκασε κάποιον , ο οποίος στην επιστολή φαινόταν ως συνεργός στο έγκλημα της ληστείας. Αυτός πήγε στο Δικαστήριο , όπου επικαλέστηκε το απόρρητο των ανταποκρίσεων. Και ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν δικαίωμα να ανοίξουν την επιστολή , αλλά εφόσον την άνοιξαν , δεν είχαν το δικαίωμα να συνάγουν έννομα αποτελέσματα από τη γνώση που απέκτησαν μέσω αυτής. Το θέμα έφτασε στον ΑΠ. Στον ΑΠ, τα νομικά δεδομένα ήταν τα εξής : το επιχείρημα του φερομένου ως ληστή και η συνταγματική διάταξη. Ο εισαγγελέας του ΑΠ εξέφρασε με την εισήγησή του την πεμπτουσία της συνταγματικής θεωρίας μέχρι σήμερα. Ετίθεντο προς επίλυση δύο ζητήματα. Έπρεπε αρχικά να απαντηθεί το ζήτημα , αν έχει αρμοδιότητα ο ΑΠ , να εξετάσει την ένσταση αντισυνταγματικότητας, όταν ο τότε ΚΠΔ δεν προέβλεπε αρμοδιότητα (δεν προβλεπόταν ως λόγος αναίρεσης η παραβίαση του Συντάγματος). Και εφόσον έκρινε ότι έχει αρμοδιότητα , να αποφασίσει εάν θα εφαρμόσει τη συνταγματική διάταξη ως νόμο , και μάλιστα ως νόμο υπερέχοντα. Το άρθρο 110 του τότε Συντάγματος (114 αργότερα, 120 σήμερα) προέβλεπε το δικαίωμα αντίστασης/εξέγερσης (δικαίωμα αν παραβιασθεί το Σύνταγμα να βγουν στους δρόμους με τα όπλα και να το επαναφέρουν). Κάνει λοιπόν ο Εισαγγελέας τον εξής συλλογισμό : Το ίδιο το Σύνταγμα θέλει να προστατεύεται, και μάλιστα επιτρέπει προς τούτο την εξέγερση του Έθνους. Δεν είναι όμως λογικό να χρησιμοποιεί το ακροσφαλές (το ακραίο) μέτρο της εξέγερσης, όταν υπάρχουν ηπιότερα μέτρα με τα οποία μπορεί να επανέλθει η συνταγματική τάξη. Και τι θα ήταν ηπιότερο, αν όχι τα δικαστήρια; Έτσι τεκμηρίωσε την αρμοδιότητα. Έπρεπε όμως να Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος τεκμηριώσει ακόμη την υπεροχή. Προς τούτο εισήλθε στη φύση του Συντάγματος. Και είπε : το Σύνταγμα δεν είναι συνήθης νόμος , αλλά διαφέρει από τους συνήθεις νόμους κατά δύο πολύ θεμελιώδη χαρακτηριστικά, το περιεχόμενο και την πηγή. Ως προς το περιεχόμενο είναι ο νόμος επί του οποίου θεμελιώνεται όλο το νομικό οικοδόμημα του Κράτους. Θα έπρεπε να θεωρήσουμε τον νομοθέτη πάρα πολύ αφελή, αν προστάτευε όλο το οικοδόμημα αλλά άφηνε εντελώς απροστάτευτο το θεμέλιο, το οποίο είναι το Σύνταγμα. Δεν μπορεί αυτό το οποίο τα θεμελιώνει όλα, να μην στηρίζεται πουθενά. Το δεύτερο επιχείρημα αφορούσε στην πηγή. Το Σύνταγμα δεν προέρχεται από οποιαδήποτε στιγμή έκφρασης της λαϊκής βούλησης ( ο Λαός ψήφισε και υπάρχει Βουλή , υπάρχει νωπή η έκφραση της λαϊκής βούλησης που είπε αυτό). Το Σύνταγμα μπορεί να ψηφίστηκε από ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια. Διαφοροποιεί ουσιαστικά τη λαϊκή βούληση ως προς την ποιότητά της. Η μία είναι η κυρίαρχη βούληση η οποία είναι «η βούληση να χαράξω τους κανόνες του παιχνιδιού» και η άλλη είναι η βούληση «να διεξαγάγω το παιχνίδι μέσα στους ήδη χαραγμένους κανόνες». Έχει λοιπόν άλλη πηγή και άλλο περιεχόμενο. Για τον λόγο αυτό το Σύνταγμα υπερέχει. Αυτό είναι μία ελληνική απόδοση της αμερικανικής απόφασης Marbury vs. Madison.

Θεμελιώνουμε την τυπική υπεροχή του Συντάγματος και εξ αυτού θεμελιώνουμε τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Ο έλεγχος αυτός , στην ιστορική του διαδρομή, έχει λάβει δύο διαφορετικές οδούς. Η μία οδός είναι η οδός αυτού που εμείς ονομάζουμε διάχυτου ελέγχου. Ο διάχυτος έλεγχος στηρίζεται στην βασική παραδοχή της τυπικής υπεροχής του Συντάγματος. Εάν το Σύνταγμα είναι ισχυρό , τότε θα πρέπει να υπερισχύει απέναντι στον νόμο και κάθε όργανο του Κράτους οφείλει να ελέγχει εάν πράγματι διατηρείται η ακεραιότητα αυτής της ιεραρχίας. Ένας νόμος (όπως αναφέρθηκε και στην παραπάνω μνημονευομένη απόφαση) είτε είναι συμβατός με το Σύνταγμα ή δεν είναι νόμος καθόλου. Κατά τούτο, κάθε δικαστής είναι υποχρεωμένος να μην εφαρμόζει έναν νόμο που δεν συνάδει με το Σύνταγμα (άρθρα 93 παρ. 4 και 87 παρ.2). Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων έχει δύο περαιτέρω διαστάσεις : είναι συγκεκριμένος και παρεμπίπτων. Συγκεκριμένος έλεγχος είναι ο έλεγχος εκείνος ο οποίος γίνεται επί τη βάσει πραγματικών περιστατικών (έχει ένα οντολογικό περιβάλλον) – π.χ. ο Γεραπετρίτης επιχείρησε να αγοράσει ένα σπίτι το οποίο ήταν υποθηκευμένο , αλλά η αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν είχε ποτέ συντελεσθεί , εξ αυτού του λόγου ο νόμος ήταν αντισυνταγματικός κατά την επίκλησή του (πραγματικά περιστατικά). Απέναντι σε αυτόν τον συγκεκριμένο έλεγχο , τίθεται ένας έλεγχος ο οποίος είναι αφηρημένος, άρα και αποξενωμένος από πραγματικά περιστατικά – π.χ. είναι δυνατόν να δεσμεύονται επί μακρόν περιουσίες για την εξυπηρέτηση αρχαιολογικών σκοπών ( λέει ο νόμος) , και το Σύνταγμα λέει «η ιδιοκτησία προστατεύεται». Αυτή η δυναμική που αναπτύσσεται μεταξύ του υπερέχοντος κανόνα (του συνταγματικού για την προστασία της ιδιοκτησίας) και του ήσσονος τυπικής σημασίας νομοθετικού κανόνα (της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης) δεν έχει πραγματικά περιστατικά. Έχει μείζονα πρόταση που είναι ο κανόνας , αλλά έχει ένα κενό στην ελάσσονα πρόταση. Σε εμάς ο έλεγχος είναι συγκεκριμένος. Παρεμπίπτων είναι ο έλεγχος εκείνος ο οποίος γίνεται σχετικά με τη συμβατότητα του νόμου έναντι του Συντάγματος, όχι όμως εξ αφορμής προσβολής του ίδιου του νόμου , αλλά μόνον εξ αφορμής προσβολής μίας πράξεως η οποία έχει ως έρεισμα τον νόμο αυτό. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, δεν νοείται να στραφούμε ευθέως κατά του νόμου, ακόμη και αν πλήττονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντά μας, αλλά θα πρέπει να αναζητήσουμε μία πράξη εφαρμογής του νόμου, μία διοικητική πράξη η οποία εκδίδεται με έρεισμα τον νόμο αυτό, και έτσι να δημιουργηθεί μία κάθετη ιεραρχία και ένα αντίστοιχο επίπεδο ελέγχου. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ : το άρθρο 24 Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος προστατεύει το περιβάλλον. Έρχεται λοιπόν ο νομοθέτης και λέει «είναι δυνατόν να χτίζονται πολυκατοικίες απεριόριστου ύψους περιμετρικά της Ακροπόλεως». Εγώ που είμαι περιβαλλοντική οργάνωση ή είμαι ένας ευαίσθητος περιβαλλοντικά πολίτης ή είμαι ιδιοκτήτης ακινήτου πέριξ της Ακροπόλεως , έχω έννομο συμφέρον να προσβάλλω τον νόμο, πλην όμως αυτός δεν προσβάλλεται ευθέως. Τι θα κάνω; Θα περιμένω την έκδοση μίας πράξεως από τη Διοίκηση, η οποία θα έχει έρεισμα αυτόν τον νόμο , για να προσβάλω εκείνη. Τι μορφή μπορεί να πάρει αυτή η διοικητική πράξη; Δύο μορφές. Η πρώτη είναι μία κανονιστική διοικητική πράξη. Να λέει ο νόμος π.χ ότι οι λεπτομέρειες για την αδειοδότηση αυτών των οικοδομών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας ή ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, και αυτή η κανονιστική πράξη, όταν εκδοθεί , μπορεί να προσβληθεί. Ο δεύτερος τρόπος είναι να προσβάλλω μία πράξη ατομικού χαρακτήρα, η οποία έχει ως έρεισμα τον νόμο ( η κάθε επιμέρους οικοδομική άδεια η οποία εκδίδεται επί τη βάσει του νόμου αυτού). Άρα , είτε προσβάλλω την κανονιστική είτε την ατομική , εξ αφορμής αυτής της δικαστικής προσβολής, προσβάλλω ουσιαστικά και ένα ανώτερο επίπεδο συμβατότητας μεταξύ κανόνων δικαίου. Δημιουργείται εδώ μια τριχοτομημένη ιεραρχία : Σύνταγμα – νόμος – διοικητική πράξη. Ευθέως προσβάλλω τη διοικητική πράξη, η οποία μπορεί να μην έχει πρόβλημα απέναντι στον νόμο (να εκδόθηκε πράγματι νομίμως, με βάση το γράμμα και το πνεύμα του νόμου). Προσβάλλω όμως παρεμπιπτόντως και το νόμιμο έρεισμα της διοικητικής πράξης , που είναι ο νόμος, σε σχέση με τον ανώτερό του κανόνα, που είναι το Σύνταγμα. Ενόσω δηλαδή ευθέως προσβάλλω μια απλή οικοδομική άδεια , το ουσιαστικό μου αίτημα, όπως αυτό ενσωματώνεται μέσα στην αγώγιμη αξίωσή μου είναι ότι «ο νόμος που αποτελεί το έρεισμα της προσβαλλόμενης πράξεως είναι αντίθετος στον ιεραρχικά ανώτερο κανόνα, στο συνταγματικό του έρεισμα». Άρα έχω ευθεία προσβολή της διοικητικής πράξεως και παρεμπίπτουσα προσβολή του νόμου. Αυτό είναι μία θεμελιακή επιλογή του συντακτικού νομοθέτη (να μην μπορεί να προσβληθεί ευθέως ο νόμος) λόγω της διάκρισης των εξουσιών. Δεν μπορώ να προσβάλω ευθέως έναν νόμο , επειδή ακριβώς έχει μια βαριά σημασιολογία στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως («χτυπάει» στην πηγή του αντιπροσωπευτικού συστήματος) και γι’ αυτό οι μεγάλες αποφάσεις ελέγχου συνταγματικότητας πάντοτε χαρακτηρίζονται από μία φειδώ. Αυτή η θεμελιακή επιλογή μπορεί να δημιουργήσει τεχνικά προβλήματα, με την έννοια ότι θα πρέπει να αναζητήσω μία διοικητική πράξη για να προσβάλω. Και υπάρχουν περιπτώσεις , όπου ο νομοθέτης λειτουργεί και λίγο πονηρά. Θα έρθει δηλαδή , και αντίθετα με τη γενική πρόσληψη του φαινομένου «νόμος = γενικός και αφηρημένος κανόνας» , θα κάνει μία υπέρβαση και θα έχει μία διάταξη η οποία θα είναι αρκετά γενική και συγκεκριμένη. Θα έχουμε δηλαδή μία περίπτωση ατομικού νόμου. Π.χ. δίδω άδεια οικοδομής στον Ιωάννη Δρόσο για να χτίσει το σπίτι του στην Πεντέλη/ δίδω οικοδομική άδεια για να χτιστεί το γήπεδο της ΑΕΚ/του Παναθηναϊκού/ του Ολυμπιακού ή για να χτιστεί ένα μεγάλο πολυκατάστημα (περίπτωση του MALL) ή για να γίνει ένα μεγάλο έργο (εκτροπή του Αχελώου). Ο νομοθέτης ενσωματώνει στο κείμενο του νόμου όλα εκείνα τα νομικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή του, έτσι ώστε να μη χρειάζεται η έκδοση καμίας διοικητικής πράξης, και άρα χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότητα προσβολής. Άρα βρισκόμαστε στη διελκυστίνδα είτε να διασώσουμε την ακεραιότητα του συστήματος , το οποίο δεν επιτρέπει την ευθεία προσβολή του νόμου, οπότε όμως έχουμε μία σοβαρή ρωγμή σε σχέση με το συνταγματικό αγαθό της δικαστικής προστασίας , είτε να κάνουμε μία αβαρία σε σχέση με το σύστημα αξιών του συνταγματικού ελέγχου και να πούμε ότι «στο μέτρο που δεν υπάρχει πράξη, ας προσβάλλουμε τον νόμο». Η νομολογία έχει δώσει περιπτωσιολογικές απαντήσεις.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Πέρα από τη νομική τεχνολογία την οποία αναπτύξαμε, υπάρχει και το πολιτικό βάρος του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Έρχεται κάποιος , μη δημοκρατικά νομιμοποιημένος ( ο δικαστής ) και λέει στον νομοθέτη «όχι». Μπορεί κανείς να δει το πολιτικό και πολιτειακό βάρος του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στις πολιτικά φορτισμένες υποθέσεις ( π.χ. στην απόφαση 668/2012 για το Μνημόνιο ή την έντονη συζήτηση για τις ραδιοτηλεοπτικές άδειες). Πέρα από τις παραχωρήσεις που γίνονται σε σχέση με τον παρεμπίπτοντα έλεγχο, υπάρχουν και ορισμένες παραχωρήσεις σε σχέση με το «διάχυτο» του ελέγχου, οι οποίες προκύπτουν από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πρώτη παραχώρηση είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος , όπου ορίζεται ότι όταν ένα τμήμα ανωτάτου δικαστηρίου κρίνει ένα νόμο αντισυνταγματικό , τότε υποχρεωτικώς παραπέμπει το ζήτημα στην Ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου. Άρα , εάν ένα τμήμα του ΣτΕ κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ορθός ο λόγος αντισυνταγματικότητας που προβάλλεται, δεν θα εκδώσει οριστική απόφαση, αλλά θα παραπέμψει το ζήτημα στην Ολομέλεια του ΣτΕ , για να κρίνει αυτή εν τέλει εάν είναι ή όχι αντισυνταγματική η σχετική ρύθμιση. Η απόκλιση αυτή από το «διάχυτο» δικαιολογείται με το σκεπτικό ότι και το Τμήμα και η Ολομέλεια ανήκουν στον ίδιο εν τέλει σχηματισμό , δηλαδή στο ίδιο δικαστήριο και επίσης με το λογικό επιχείρημα ότι «καλύτερα να υπάρχουν 20-30 ζευγάρια μάτια σε σχέση με 5 ή 7». Αυτό είναι η ιδεολογική τοποθέτηση, διότι στην πραγματικότητα αυτό που συνέβη είναι ότι η διάταξη προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001 και τότε το μεγάλο ζητούμενο ήταν πώς θα περιορισθεί η εξαιρετικά παρεμβατική για ορισμένους νομολογία του Ε’ Τμήματος του ΣτΕ ( το Τμήμα που ασχολείται με υποθέσεις προστασίας του περιβάλλοντος). Η δεύτερη παραχώρηση σχετικά με τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας είναι η προβλεπόμενη αρμοδιότητα του ΑΕΔ (άρθρο 100) να κρίνει σε σχέση με τη συνταγματικότητα ενός νόμου, εάν έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων. Εάν δηλαδή έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις για το ίδιο ζήτημα μεταξύ ΣτΕ – ΑΠ ή μεταξύ ΑΠ – Ελεγκτικού Συνεδρίου ή μεταξύ Ελεγκτικού Συνεδρίου – ΣτΕ , τότε το ζήτημα είτε με πρωτοβουλία του δικαστηρίου είτε με πρωτοβουλία και του διαδίκου παραπέμπεται στο ΑΕΔ για οριστική διευθέτηση. Ο μηχανισμός αυτός ουσιαστικά είναι ένας μηχανισμός εξομάλυνσης της νομολογίας , διότι ένα από τα σοβαρά ζητήματα που θέτει ο διάχυτος έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων είναι ο κίνδυνος να υπάρχει μία κατακερματισμένη νομολογία. Μάλιστα ,ειδικά σε αυτή την περίπτωση ελέγχου συνταγματικότητας από το ΑΕΔ, προβλέπεται ότι στη σύνθεση του Δικαστηρίου συμμετέχουν και δύο πρωτοβάθμιοι καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών της χώρας, έτσι ώστε να υπάρχει και μία μεγαλύτερη επιστημονικότητα. Όταν έχουμε απόφαση του ΑΕΔ για την περίπτωση αντισυνταγματικότητας νόμου, έχουμε και μία διαφορετική φυσιολογία της απόφασης που εκδίδεται. Διότι, κάθε φορά που ένα Δικαστήριο (από το Ειρηνοδικείο Αθηνών μέχρι τον ΑΠ και το ΣτΕ) κρίνει μία διάταξη νόμου ως αντισυνταγματική, το αποτέλεσμα είναι η διάταξη αυτή να μην εφαρμόζεται για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο νόμος , και κατά το μέρος που προσεβλήθη και εκρίθη αντισυνταγματικός ,δεν εξοβελίζεται από την έννομη τάξη , αλλά παραμένει απολύτως ισχυρός. Και μάλιστα, κάθε δικαστήριο (και ακόμη ακόμη το ίδιο που έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη) μπορεί μελλοντικά να κρίνει αντίθετα. Το αποτέλεσμα της αντισυνταγματικότητας ισχύει μόνο μεταξύ των διαδίκων και μόνο για τη διακύβευση της συγκεκριμένης δίκης. ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, εάν φτάσουμε στο ΑΕΔ, εκεί πλέον έχουμε έναν έλεγχο ο οποίος καθίσταται συγκεντρωμένος (είναι ένα το Δικαστήριο που κρίνει), αφηρημένος (διότι στο ΑΕΔ δεν παραπέμπεται η εκάστοτε υπόθεση, αλλά το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας) , και , επίσης, δεν ισχύει πλέον μόνον έναντι των διαδίκων , αλλά ισχύει έναντι πάντων. Αυτό είναι μία θεμελιώδης διαφορά, διότι, χωρίς να ακυρώνεται ο νόμος Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος (τυπικά δεν παύει να υφίσταται) , ουσιαστικά, ο νόμος αυτός που κρίθηκε από το ΑΕΔ , περιέρχεται σε μία λειτουργική αχρησία (δεν εφαρμόζεται στο εξής). Γι’αυτό και οι αποφάσεις του ΑΕΔ κατά κανόνα δημοσιεύονται.

Λειτουργία του δικαστικού ελέγχου : το αποτέλεσμα της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας (όπως και το αποτέλεσμα γενικά μιας ακυρωτικής δίκης επί διοικητικής πράξεως) έχει λογική αναδρομής στο χρόνο έκδοσης της πράξης. Αν προσβληθεί δηλαδή μία διοικητική πράξη και κριθεί ότι αυτή στηρίζεται σε νόμο αντισυνταγματικό , το ακυρωτικό αποτέλεσμα ανατρέχει στο παρελθόν, στον χρόνο έκδοσης της πράξης. Αυτός είναι ο κανόνας της ακυρωτικής δίκης. Προβλέπεται η δυνατότητα εκ του Συντάγματος, πάλι από το άρθρο 100, και από τη νομοθεσία που έχει διευρύνει κατά πολύ αυτή τη δυνατότητα, ότι το Δικαστήριο με δική του κρίση μπορεί να περιορίσει τα ακυρωτικά αποτελέσματα μόνον για το μέλλον. Να μην ανατρέξουν δηλαδή τα αποτελέσματα στο παρελθόν ,αλλά να έχουμε ένα προοπτικό ακυρωτικό αποτέλεσμα. Εκεί υπάρχει και μία στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος. Είναι μία περίπτωση περισσότερο πολιτικού ωφελιμισμού. Κάθε φορά που κρίνεται μία απόφαση η οποία έχει ένα κόστος (δημοσιονομικό/ κοινωνικό/πολιτικό) δίνουμε ένα πολύ μεγάλο και ισχυρό εργαλείο στον δικαστή να μπορέσει να περιορίσει τις «ανεπιεικείς» συνέπειες της αναδρομής της ακύρωσης. Οι αποφάσεις αυτές αναφέρουν την έννοια του «δημοσίου συμφέροντος» προκειμένου να δικαιολογήσουν την απόκλιση από την αναδρομική ακύρωση της διοικητικής πράξης. Η δυνατότητα αυτή προοπτικής απόφασης (με ακυρωτικό αποτέλεσμα που να ισχύει μόνο για το μέλλον) εντάσσεται ακριβώς σε μία ευρύτερη φιλοσοφία να ενισχύσουμε τον ρόλο του δικαστή περισσότερο ως διαιτητή στα πράγματα, εκείνου δηλαδή ο οποίος θα εκφέρει μία ωφέλιμη, δίκαιη κρίση , υποχωρώντας λιγάκι σε σχέση με την αρτιότητα του νομικού συλλογισμού. Διότι, πράγματι, ένας νόμος είτε είναι είτε δεν είναι συνταγματικός. Ολίγον αντισυνταγματικός ή κατά χρόνο αντισυνταγματικός νόμος δεν νοείται. Είναι, όμως, μια λογική του να έχουμε μια περισσότερο εύπλαστη λειτουργία του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Ένα επιπλέον εργαλείο που καταλαμβάνεται από τη Δικονομία είναι το εξής : διαγιγνώσκει ο δικαστής ότι υπάρχει ένα σφάλμα στον νόμο που κρίνεται στην ενώπιόν του περίπτωση , αλλά δεν ακυρώνει ούτε ακυρώνει για το μέλλον , παρά θέτει ένα χρονικό περιθώριο για να προσαρμοσθεί το Κράτος στο διατακτικό της απόφασης. Π.χ βλέπω ότι μία διοικητική πράξη είναι πράγματι παράνομη, αλλά αντί να την ακυρώσω ,έρχομαι και λέω (ως δικαστής) «δίνω 6 μήνες περιθώριο στη Διοίκηση να αποκαταστήσει τη νομιμότητα» , τουτέστιν να συμπληρώσει το ελάττωμα στην προσβαλλόμενη πράξη (αλλά όχι να εκδώσει νέα πράξη) . Σχολικό παράδειγμα : για να υπάρξει μία επένδυση χρειάζεται Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η ΜΠΕ , στη συγκεκριμένη περιοχή , εκδίδεται έπειτα από γνωμοδότηση των οργάνων 1, 2, 3 και 4 (απλή γνώμη). Και ο Οργανισμός 3 δεν έστειλε εγκαίρως τη γνώμη του, άρα η πράξη της Διοίκησης πάσχει. Η πράξη όμως κατά τ’άλλα είναι πλήρης, αποτελεί ένα οργανωμένο αναπτυξιακό σχέδιο. Σε αυτή την περίπτωση, η Δικονομία μας επιτρέπει στο ΣτΕ να πει «σου δίνω ένα διάστημα -μικρό- να συμπληρώσεις αυτό το ελάττωμα , δηλαδή πήγαινε στο Οργανισμό Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας και πάρε τη γνώμη του, και αν καλύψεις το ελάττωμα έχει καλώς, διαφορετικά ακυρώνω την πράξη».

Στην ευρωπαϊκή παράδοση (την οποία κατά βάση ακολουθούμε και εμείς) , οι αποφάσεις είναι πολύ τεχνικές, έχουν έντονη μέθοδο (μείζων πρόταση – ελάσσων πρόταση – συμπέρασμα που βασίζεται στις δύο προτάσεις) , σε αντίθεση με το αγγλοσαξωνικό δίκαιο , όπου οι αποφάσεις Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος είναι πιο περιπτωσιολογικές – πραγματιστικές, λίγο πιο άτακτες ως προς το στοιχείο της μεθόδου. Παρά ταύτα, βλέπουμε μια διαχρονική τάση όλο και περισσότερο, όταν ομιλούμε για τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, να προσπαθούμε να εξοπλίσουμε τον δικαστή με περισσότερα εργαλεία και γενικά προσπαθούμε να βρούμε στη δικαστική απόφαση ένα περισσότερο ωφέλιμο αποτέλεσμα, να έχουμε μία εν τέλει δίκαιη κρίση. Και η δίκαιη αυτή κρίση πολλές φορές είναι μία σύνθετη κρίση ( ο δικαστής μπορεί να «παίξει» στο επίπεδο της έντασης του δικαστικού ελέγχου / η ένταση του ελέγχου είναι εξαιρετικά διαβαθμισμένο μέγεθος). Π.χ. όταν ελέγχονται οι οικονομικές επιλογές του νομοθέτη, ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να είναι παρά οριακός. Η πραγματικότητα είναι ότι όταν ο δικαστής βρίσκεται απέναντι σε περιπτώσεις που έχουν χαρακτήρα έντονα τεχνικό (π.χ οικονομικά ή χωροταξία) ή ακόμη έχουν έναν χαρακτήρα πολιτικό (π.χ το Δημοψήφισμα / οι Πρέσπες ) , δημιουργείται αμέσως αμέσως ένα περιβάλλον όπου ο δικαστής θα θελήσει ο ίδιος με κάποιον τρόπο να περιορίσει την έντονη παρέμβασή του στις επιλογές αυτές (φαινόμενο του δικαστικού ακτιβισμού ή του δικαστικού αυτοπεριορισμού).

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ Πέμπτη

2ο Μάθημα

28/2/2019

ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ Ιεραρχία των πηγών του δικαίου Στο πρώτο επίπεδο πηγών βρίσκεται το Σύνταγμα. Μαζί με το Σύνταγμα υπάρχει , στο ίδιο επίπεδο τυπικής ισχύος, και ένα «μπλοκ» άλλων πηγών του δικαίου. Το ότι είναι στο ίδιο επίπεδο τυπικής ισχύος με το Σύνταγμα, έχει μια πολύ μεγάλη και σοβαρή συνέπεια, ότι, εάν σε αυτό το επίπεδο υπάρχουν διατάξεις οι οποίες είναι μεταξύ τους αντικρουόμενες, δεν υφίσταται θέμα τυπικής ιεράρχησης, δεν υπάρχει δηλαδή θέμα υπεροχής, αλλά θα πρέπει οι όποιες ερμηνευτικές αμφισημίες, δηλαδή κυρίως τα κενά ή οι αντιφάσεις, να επιλύονται επί τη βάσει της μεθόδου. Και η βασική μέθοδος στη βάση της οποίας επιλύονται αυτού του τύπου οι αμφισημίες είναι η αρχή ότι ο ειδικότερος κανόνας υπερισχύει του γενικότερου. Άρα , εάν υπάρχει μία διάταξη σε μία συντακτική πράξη ή σε ένα ψήφισμα ή ακόμη ακόμη εάν υπάρχει ένα συνταγματικό έθιμο ή εάν υπάρχει ένας εφάπαξ εκδιδόμενος νόμος ή ένας νόμος αυξημένης τυπικής ισχύος , η οποία διάταξη να ρυθμίζει το «Α» , ακόμη και αν το κείμενο του Συντάγματος προβλέπει «-Α» , το ειδικό θα υπερισχύσει του γενικού, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται μέσα σε αυτό το «μπλοκ». Αυτή είναι η έννοια της ίσης τυπικής ισχύος. Με μία μόνον επιφύλαξη : το συνταγματικό έθιμο ισχύει μόνον κατά το μέτρο που συμπληρώνει διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος ή του «μπλοκ» συνταγματικής ισχύος , και δεν μπορεί να καταργεί τέτοιου τύπου διάταξη. Αυτό είναι μία σοβαρή μεθοδολογική παραχώρηση υπό την εξής έννοια : όταν υπάρχει «Α» στο Σύνταγμα και «-Α» συνταγματικό έθιμο , το «-Α» δεν θα εφαρμοστεί. Μόνο εάν έχουμε ένα γνήσιο κενό στο Σύνταγμα, μπορεί το έθιμο να συμπληρώσει αυτόν τον αρρύθμιστο χώρο. Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, εάν έχουμε ρητή σύγκρουση μεταξύ του εθίμου και διατάξεως του Συντάγματος, υπερισχύει το Σύνταγμα (όπου «Σύνταγμα» = όλο το «μπλοκ» συνταγματικότητας). Κλασικό παράδειγμα παιδαγωγικού τύπου : σχετικά με την αρμοδιότητα του ΠτΔ να αναπέμπει ψηφισμένο Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος νομοσχέδιο για λόγους αντισυνταγματικότητας ( «έκδοση» του νόμου). Είναι μία ρητά απονεμημένη αρμοδιότητα στον ΠτΔ, η οποία όμως ουδέποτε έχει ασκηθεί στη Μεταπολίτευση. Αυτό ανάγεται περισσότερο στη θεσμική αυτοσυνειδησία του ΠτΔ, ο οποίος αντιλαμβάνεται ποια είναι η θέση του στο πολίτευμα, δεν θέλει να δημιουργεί ένταση με τη νομιμοποιημένη πολιτική εξουσία , και γι’αυτό τον λόγο απέχει κάπως, με αποτέλεσμα να έχει πολιτικά αδρανήσει η αρμοδιότητα αυτή. Η πολιτική όμως αυτή αδράνεια δεν σημαίνει και συνταγματική κατάργηση. Αντίθετα, η αρμοδιότητα υφίσταται και μπορεί ανά πάσα στιγμή να ασκηθεί. Υπάρχει μία τάση στη θεωρία, η οποία λέγεται κάπως ακροθιγώς και στο πλαίσιο της πολιτικής διάστασης του ζητήματος , ότι έχει υπάρξει ένα συνταγματικό έθιμο προς την κατεύθυνση ότι ο ΠτΔ πλέον δεν μπορεί να αναπέμψει ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο , μολονότι προβλέπεται ρητά. Νομικά, η άποψη αυτή είναι προφανώς εσφαλμένη, διότι δεν νοείται έθιμο , το οποίο να καταργεί διάταξη του Συντάγματος. Στο μέτρο που στο Σύνταγμα υπάρχει σαφής και αναντίλεκτη ρύθμιση επί του θέματος , δεν καταλείπεται χώρος , για να υπάρχει έθιμο τέτοιου τύπου. Ο ΠτΔ εξακολουθεί να φέρει την αρμοδιότητα που συνταγματικά του απονέμεται ρητά → άλλο το ζήτημα ότι αυτοπεριορίζεται και δεν την ασκεί.

Στο δεύτερο επίπεδο βρίσκεται το διεθνές δίκαιο. Και βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο , διότι, κατά τη ρητή πρόβλεψη του Συντάγματος (άρθρο 28) , το διεθνές δίκαιο υπερισχύει του τυπικού νόμου → εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν υπερισχύει του Συντάγματος / είναι ζήτημα εν τέλει ερμηνείας ότι το διεθνές δίκαιο υπόκειται του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση , αυτό που παγίως δέχεται η συνταγματική θεωρία είναι ότι, διάταξη του διεθνούς δικαίου (τυπική ή άτυπη) υπερισχύει του οποιουδήποτε τυπικού νόμου. Ως διεθνές δίκαιο νοούνται δύο πυλώνες : ο πυλώνας διεθνές συμβατικό δίκαιο και ο πυλώνας διεθνές εθιμικό δίκαιο. Για τις συμβάσεις , ισχύει κατά το Σύνταγμά μας αυτό που ονομάζουμε δυϊσμός : οι διεθνείς συνθήκες υπογράφονται από την Κυβέρνηση και δημιουργούν ένα καταρχήν καθεστώς διεθνούς υποχρέωσης , εντούτοις, δεν ισχύουν στην εσωτερική έννομη τάξη , παρά μόνο εάν και εφόσον κυρωθούν με τυπικό νόμο. Για να καταστούν λοιπόν οι συνθήκες μέρος των πηγών στην εσωτερική έννομη τάξη , απαιτείται η κύρωση από το εθνικό Κοινοβούλιο. Το Σύνταγμα χρησιμοποιεί τον όρο επικύρωση. Γιατί; → η κύρωση είναι μία διαδικασία στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης, υπάρχει ένα στάδιο , το οποίο χαρακτηρίζεται ως κύρωση (ratification) , και συνίσταται στην υποβολή των εγχειριδίων (εγγράφων) εκείνων που αποδεικνύουν ότι πράγματι έχει συντελεστεί η υπογραφή. Γι’αυτό κατά το Σύνταγμα χρησιμοποιείται ο όρος «επικύρωση». Στο άρθρο 28 προβλέπονται διαφορετικές πλειοψηφίες για την επικύρωση. Προβλέπει , στην παρ.1 , μία απλή πλειοψηφία (δηλαδή τη συνήθη πλειοψηφία στη Βουλή , η οποία είναι η πλειοψηφία του άρθρου 67 , και όχι 151!). Προβλέπονται επιπλέον δύο επιμέρους ειδικές πλειοψηφίες : η περίπτωση της παραχώρησης κυριαρχίας (πλειοψηφία των 151 βουλευτών) , και η περίπτωση της παραχώρησης αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών (πλειοψηφία των 180 βουλευτών). Άρα ουσιαστικά έχουμε μία τριχοτόμηση στη διαδικασία κύρωσης της διεθνούς συνθήκης αναλόγως του περιεχομένου της. Γι’αυτό προέκυψε προσφάτως και το ζήτημα σχετικά με την κύρωση της Συνθήκης των Πρεσπών , η οποία κυρώθηκε με σχετικώς οριακή πλειοψηφία (151, ενώ κατά Γεραπετρίτη η πλειοψηφία ήταν απλή-του άρθρου 67- και δεν χρειαζόταν 151 ψήφους για να κυρωθεί). Ερωτάται : εάν υπάρξει δικαστικός έλεγχος του κυρωτικού της συνθήκης νόμου, μπορεί να ελεγχθεί εάν τηρήθηκε η ειδική πλειοψηφία των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 28; Καταρχήν πρόκειται για μια διαδικαστική προϋπόθεση, δηλαδή μία κοινοβουλευτική διαδικασία, ενώ κατά τα άρθρα 87 και 93 Σ. ο Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος δικαστικός έλεγχος είναι κατά βάση έλεγχος περιεχομένου. Άρα οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες βρίσκονται εκτός του πεδίου ελέγχου συνταγματικότητας (internacorporisτης Βουλής). Ωστόσο, η περίπτωση των ειδικών πλειοψηφιών κατεξοχήν του 28 παρ. 2 και 3 είναι από τις πολύ λίγες εξαιρέσεις που έχει εισαγάγει η νομολογία σε σχέση με τον τυπικό έλεγχο (ΣτΕ 668/2012, απόφαση για το Μνημόνιο). Δηλαδή , στην περίπτωση της συνθήκης των Πρεσπών , θα μπορούσε ένα Δικαστήριο να έρθει και να πει «κακώς ψηφίστηκε με την πλειοψηφία του 28 παρ. 1 , ενώ θα έπρεπε να έχει επιλεγεί η περίπτωση του 28 παρ.2 ή του 28 παρ. 3». Είναι από τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου ελέγχεται και η διαδικασία παραγωγής ενός νόμου (δικαστικώς ανέλεγκτο των interna corporis). Φυσιογνωμία του άρθρου 28 στις παρ. 2 και 3 : → παραχώρηση κυριαρχίας , 151 ψήφοι → παραχώρηση αρμοδιοτήτων σε διεθνείς οργανισμούς , 180 ψήφοι Υπό μία έννοια αυτή η διαφοροποίηση ενέχει μία ιδεολογική αντίφαση : είναι δυνατόν η παραχώρηση κυριαρχίας να απαιτεί μικρότερη πλειοψηφία σε σχέση με την παραχώρηση αρμοδιότητας; Υπάρχει ένα σφάλμα , το οποίο είναι διττό : καταρχήν λογικό σφάλμα. Πράγματι, η κυριαρχία είναι «βαρύ πράγμα». Πέρα από αυτό, υπάρχει και το ζήτημα : είναι δυνατόν να παραχωρείται η κυριαρχία; Και ποιος έχει την κυριαρχία, για να την παραχωρήσει; Υπάρχει δηλ. αρμοδιότητα παραχώρησης οποιασδήποτε μορφής κυριαρχίας στα πράγματα; Είναι πάρα πολύ αμφίβολο αν σήμερα, σε καθεστώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και με δεδομένο το Σύνταγμα , είναι δυνατόν να υπάρξει κυριαρχία. Η δεύτερη διάσταση του σφάλματος είναι το εξής ζήτημα : Η κυριαρχία, εξ ορισμού, αν θεωρήσουμε ότι υφίσταται, δεν ενέχει ένα στοιχείο παραχώρησης αρμοδιότητας; Ή , αντίστροφα : η παραχώρηση αρμοδιότητας , υπό την έννοια αυτή, δεν συνιστά και παραχώρηση κυριαρχίας; Στην πραγματικότητα, το ένα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το άλλο. Κλασικό παράδειγμα : προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΕ και η κύρωση όλων των μεταγενέστερων συνθηκών ( Συνθήκη της Νίκαιας/του Μάαστριχτ/του Άμστερνταμ/της Λισαβόνας). Όλες αυτές κυρώθηκαν με βάση το 28. Εκεί , που μεταφέρεται ένα μεγάλο κομμάτι αρμοδιότητας ύλης (νομοθετικής αρμοδιότητας) στα όργανα της ΕΕ , μιλάμε για παραχώρηση κυριαρχίας ή για παραχώρηση αρμοδιότητας σε όργανα διεθνών οργανισμών; Είναι σίγουρα παραχώρηση αρμοδιότητας αλλά, υπό την έννοια αυτή, δεν συνιστά και παραχώρηση κυριαρχίας; Το ζήτημα δεν ετέθη ποτέ , ούτε στην προσχώρηση στην ΕΕ ούτε στις μεταγενέστερες κυρώσεις των νέων συνθηκών. Και δεν ετέθη διότι δεν χρειάστηκε να τεθεί, επειδή υπήρχε πολύ μεγάλη πλειοψηφία, η οποία υπερκάλυπτε τη μείζονα πλειοψηφία των 180, οπότε και θα ήταν αλυσιτελής η θέση του ζητήματος. Στην πραγματικότητα όμως ισχύει ότι η μηχανική του άρθρου 28 είναι ατελής , αν όχι εντελώς εσφαλμένη. Παραχώρηση αρμοδιότητας και κυριαρχία είναι ζητήματα τα οποία είναι απολύτως συναφή και δυσδιάκριτα , δημιουργείται δε και ερμηνευτικό πρόβλημα διότι άλλες είναι οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση κυριαρχίας και άλλες για την παραχώρηση αρμοδιότητας. Η εσφαλμένη αυτή μηχανική θα δημιουργήσει σίγουρα προβλήματα κάποια στιγμή.

Δεύτερος πυλώνας του διεθνούς δικαίου είναι οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου (το διεθνές έθιμο). Εξ ορισμού πρόκειται για κανόνα άτυπο. Βεβαίως οι προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός διεθνούς εθίμου διαφέρουν σε σχέση με την αποδοχή ενός εσωτερικού Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος δικαιϊκού εθίμου. Σε εμάς , ισχύει το σχήμα «μακρά και ομοιόμορφη χρήση και πεποίθηση δικαίου». Σε διεθνές επίπεδο, είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα , διότι το διεθνές δίκαιο εξ ορισμού λειτουργεί σε ένα εντελώς άλλο δικαιοπαραγωγικό περιβάλλον, πολύ πιο ρευστό, στο οποίο υπάρχει μεν μία πολύ γενική εικόνα περί αρμοδιότητας, αλλά αναδεικνύεται ιδιαίτερης σημασίας η ισχύς περί τα πράγματα. Π.χ. στην ανάδειξη διεθνούς εθίμου, κρίσιμη συνιστώσα (όχι πάντως και μοναδική) είναι ο αριθμός των χωρών που συμφωνούν και εφαρμόζουν έναν κανόνα. Ή ακόμη ακόμη από τα κράτη εκείνα τα οποία εφαρμόζουν αυτόν τον διεθνή κανόνα, ποια είναι η σχετική τους δύναμη στο διεθνές περιβάλλον. Εάν δηλαδή , τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ εφαρμόζουν αυτόν τον εθιμικό κανόνα , από μόνο του αυτό αποκτά μία τεράστια ισχύ. Δεν χρειάζεται να πάμε σε μία λογική πλειοψηφίας των 200 κρατών του ΟΗΕ. Άρα , έχει σημασία και το ποσοτικό στοιχείο, αλλά και το στοιχείο της ισχύος για τη διαμόρφωση του κανόνα. Στην πράξη , αυτό που γίνεται στο διεθνές έθιμο είναι περίπου το εξής : έχουμε μία πολυμερή διεθνή συνθήκη, όπως π.χ η Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ. Εκεί έχουν υπογράψει σχεδόν όλες οι χώρες του Οργανισμού. Εκ του γεγονότος ότι υπάρχει τέτοιου τύπου ομοιόμορφη και σε μεγάλη έκταση εφαρμογή της συνθήκης, δημιουργείται κατ’έθιμο δέσμευση και για εκείνους οι οποίοι δεν υπέγραψαν. Άρα ,το τυπικό διεθνές δίκαιο μπορεί να έχει και μία παρεπόμενη εφαρμογή , ακόμη και για εκείνους που δεν έχουν συμβληθεί. Αυτό το πλαίσιο έχει πολύ μεγάλη σημασία κυρίως για τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και αφορούν πολύ εμάς. Το αν π.χ η Τουρκία κυρώνει ή δεν κυρώνει τη Συνθήκη για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας έχει ναι μεν μία μεγάλη αξία, μπορεί όμως εν τέλει να δεσμεύεται ακόμη και αν δεν έχει υπογράψει. Ποιος είναι εκείνος που καθορίζει, στην ελληνική έννομη τάξη, τι είναι διεθνές έθιμο ; → Υπάρχει ρητή διάταξη του Συντάγματος, οποία αναφέρει ότι είναι αρμοδιότητα του ΑΕΔ (άρθρο 100 παρ. 1 στ. στ’).

Υπάρχουν και άλλες συμφωνίες διεθνούς δικαίου οι οποίες δεν περιβάλλονται τον τύπο του νόμου («συμφωνίες απλοποιημένης μορφής»). Είναι μικρής εμβέλειας συνθήκες μεταξύ των κρατών οι οποίες λογίζεται ότι, επειδή έχουν έναν χαρακτήρα διαχειριστικό και επαναλαμβανόμενο, δεν χρειάζεται να περνούν από τη Βουλή. Π.χ οι περιπτώσεις δανεισμού του Κράτους, που υπογράφονται από τον ΥπΟικ δεν έρχονται στη Βουλή. Θα μπορούσε μία Κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τις συνθήκες απλοποιημένης μορφής έτσι ώστε να παρακάμψει την ανάγκη κύρωσης από τη Βουλή; → ΟΧΙ , εάν δεν πρόκειται για γνήσιες απλοποιημένης μορφής συμφωνίες, με βάση τα κριτήρια τα οποία έχει θέσει η ίδια η νομολογία, τότε θα θεωρηθεί ότι , στο μέτρο που η συνθήκη δεν έχει περάσει από τη Βουλή, πρόκειται για έναν ανυπόστατο κανόνα, έναν κανόνα που δεν υφίσταται καν στην εθνική έννομη τάξη διότι δεν έχει περιβληθεί τον αναγκαίο συνταγματικό τύπο. Άρα , εν τέλει, το τι συνιστά «συμφωνία απλοποιημένης μορφής» και το τι συνιστά «κοινή τυπική συνθήκη» είναι κάτι που θα κριθεί από το Δικαστήριο.

Στο τρίτο (και τελευταίο) επίπεδο των πηγών του δικαίου βρίσκεται ο νόμος. Η έννοια είναι συνεκδοχική, διότι καταλαμβάνει πολλά πράγματα, τα οποία μεταξύ τους είναι ετερόκλητα. Έχουν ωστόσο μία σχετική συνάφεια, διότι, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, όλοι αυτοί οι κανόνες βρίσκονται σε αυτό το επίπεδο παραγωγής. Το επίπεδο «νόμος» περιλαμβάνει τρία Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος υποσύνολα : το υποσύνολο «τυπικός νόμος και άλλες διατάξεις» , το υποσύνολο «διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα» και το υποσύνολο «Κανονισμός της Βουλής». Τυπικός νόμος → ο νόμος ο οποίος περιβάλλεται τη νομική μορφή που προβλέπεται από το Σύνταγμα , δηλαδή συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή (άρθρα 73-77) , έκδοση και δημοσίευση από τον ΠτΔ (άρθρο 42 παρ. 1). Στο ίδιο υποσύνολο με τον τυπικό νόμο ανήκουν επίσης και οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (άρθρο 44 παρ. 1). Σε εξαιρετικά επείγουσες και απρόβλεπτες περιπτώσεις, έχουμε την παραγωγή κανόνων δικαίου όχι από το νομοθετικό όργανο (Βουλή και ΠτΔ) , αλλά από ένα άλλο σύνθετο όργανο, το οποίο αποτελείται από το Υπουργικό Συμβούλιο και τον ΠτΔ. Το Σύνταγμα , λοιπόν, προβλέπει κάποιες περιστάσεις, όπου λόγω της σπουδαιότητας της ανάγκης να ληφθεί ταχέως μία απόφαση, θα πρέπει να υπάρχει μία ευελιξία, μία «ρήτρα διαφυγής». Στην περίπτωση του 44 παρ. 1 1 , προτείνει το Υπουργικό Συμβούλιο και εκδίδει ο ΠτΔ2. Κατά την ορθή ανάγνωση του άρθρου, ο ΠτΔ δεσμεύεται από την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι δηλαδή υποχρεωμένος να εκδώσει την ΠΝΠ. Τα χαρακτηριστικά της ΠΝΠ είναι τα εξής : → πρώτο και βασικό : πρόκειται για τυπικό νόμο, έχει δηλαδή τυπική ισχύ νόμου. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καταργεί/τροποποιεί (είτε ρητά είτε ερμηνευτικά) προγενέστερο νόμο. Εφόσον βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον τυπικό νόμο , ισχύει ο μεθοδολογικός κανόνας ότι ο νεότερος νόμος υπερισχύει του παλαιότερου. Π.χ. προβλέπει ένας νόμος ότι τα τέλη κυκλοφορίας θα πρέπει να πληρώνονται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους. Και φτάνει η 30η Δεκεμβρίου και δεν έχει πληρώσει κανείς. Έρχεται λοιπόν μία ΠΝΠ και λέει «παρατείνεται η προθεσμία μέχρι 28 Φεβρουαρίου». Θα υπερισχύσει η νεότερη ρύθμιση έναντι της παλαιότερης , διότι βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο τυπικής ισχύος. → δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό : ΔΕΝ ΜΕΣΟΛΑΒΕΙ Η ΒΟΥΛΗ. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με τον τυπικό νόμο. Εδώ έχουμε μια ειδική διάταξη του Συντάγματος , η οποία υπερισχύει της γενικής του άρθρου 26 παρ. 1, σύμφωνα με την οποία κανόνες δικαίου θέτει η Βουλή και ο ΠτΔ. Ο νομοθέτης έρχεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι προφανές ότι κανόνες δικαίου δεν είναι δυνατόν επί της αρχής να τίθενται, χωρίς σε κάποια φάση της δικαιοπαραγωγικής διαδικασίας να έχει αποφανθεί ο νομοθέτης. Η ιδιαιτερότητα της ΠΝΠ είναι ότι εδώ ο νομοθέτης (δηλαδή το αντιπροσωπευτικό σώμα) ομιλεί μεν, εκ των υστέρων δε. Έρχεται δηλαδή expost να κυρώσει ή να μην κυρώσει την ΠΝΠ (διακριτική ευχέρεια Ολομέλειας της Βουλής). Δηλαδή, 30 Δεκεμβρίου που εκδίδεται η προαναφερόμενη πράξη , εκείνη τη μέρα που θα εκδοθεί από τον ΠτΔ , λογίζεται ως τυπικός νόμος. Θα πρέπει, όμως, κατά το Σύνταγμα, μέσα σε 40 ημέρες από την έκδοση της πράξης, να έρθει στη Βουλή προς κύρωση. Και από την ημέρα που θα κατατεθεί προς κύρωση, δίδεται ένα διαδικαστικό περιθώριο στη Βουλή της τάξεως των τριών μηνών , να κυρώσει την πράξη. Εάν στο διάστημα αυτό η ΠΝΠ δεν κυρωθεί (ή εάν η Βουλή αδρανήσει – παρέλθει δηλαδή το προβλεπόμενο εκ του άρθρου 44 παρ.1 τρίμηνο) , τότε λογίζεται ότι παύει να ισχύει για το μέλλον. Όσο ίσχυσε, ίσχυσε. Άρα, έχουμε στην πραγματικότητα μία παρέμβαση της Βουλής , η οποία όμως είναι

1Και

γιατις ΠΝΠ του άρθρου 48 παρ.5, οι οποίες θεσπίζουν μέτρα με δεκαπενθήμερη διάρκεια στο πλαίσιο καταστάσεως πολέμου ή άλλων επειγουσών περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παρ.1 του εν λόγω άρθρου (κατάσταση πολιορκίας), ισχύουν τα στο συγκεκριμένο σημείο αναφερόμενα, απλώς οι εν λόγω ΠΝΠ εξυπυρετούν διαφορετικό σκοπό. Σημαντικός ο διαχωρισμός που γίνεται στις επόμενες σελίδες. 2Κατά τονΦ. Σπυρόπουλο (Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ.116, παρ.76 επ.) η πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι δεσμευτική για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος συμπράττει στην έκδοση των ΠΝΠ. Αντίθετη η άποψη του Γεραπετρίτη κατά την οποία ο όρος «πρόταση» εντός του Συντάγματος ταυτίζεται με την ευχέρεια και όχι με την δέσμευση, με εξαίρεση το άρθρο 41 παρ.2.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ύστερη σε σχέση με τη θέση σε ισχύ του κανόνα και έχει και μία σχετική αξία, διότι στον ενδιάμεσο χρόνο η Πράξη εφαρμόστηκε. → τρίτο βασικό χαρακτηριστικό , το οποίο συνέχεται με το πρώτο : επειδή ακριβώς είναι τυπικός νόμος, δεν προσβάλλεται ευθέως στο Δικαστήριο. Άρα, αν θέλουμε να προσβάλουμε την ΠΝΠ, θα πρέπει να κάνουμε ό,τι κάνουμε και επί τυπικού νόμου. Να περιμένουμε δηλαδή να εκδοθεί μία διοικητική πράξη, να προσβάλουμε αυτή, και παρεμπιπτόντως να προσβάλουμε και την ΠΝΠ. Η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση ΠΝΠ (η εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη) δεν ελέγχεται δικαστικά (ούτε καν παρεμπιπτόντως), διότι θεωρείται ότι ανάγεται στην πολιτική εκτίμηση του οργάνου που παράγει την Πράξη, ότι δηλαδή εκφεύγει των ορίων του δικαστικού ελέγχου. Άρα, ακόμη και αν πρόκειται αυτοδήλως για μία περίπτωση όπου δεν υπήρχε καμία απολύτως ανάγκη (και επομένως πρακτικά θα μπορούσαμε να είχαμε καταφύγει στην κοινή νομοθετική διαδικασία), ο δικαστής δεν θα φτάσει μέχρι του σημείου να μην εφαρμόσει την ΠΝΠ επειδή δεν συνέτρεχαν αυτές οι πραγματολογικές συνθήκες, αλλά θα την εφαρμόσει κανονικά, θεωρώντας ότι η κρίση αυτή ανήκει στην ανέλεγκτη εκτίμηση της πολιτικής εξουσίας.

Από πού προκύπτει ο παρεμπίπτων έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων; Προκύπτει από το άρθρο 95 παρ. 1 α’ (αρμοδιότητες του ΣτΕ), όπου ορίζεται ότι αίτηση ακύρωσης χωρεί κατά εκτελεστών διοικητικών πράξεων → εξ αντιδιαστολής, δεν χωρεί κατά τυπικού νόμου ούτε κατά διεθνούς συνθήκης.

Μπορώ να κάνω αγωγή αποζημίωσης κατά ενός αντισυνταγματικού νόμου, εάν θίγομαι από αυτόν (ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΝΟΜΟ); Π.χ. ένας νόμος ο οποίος ορίζει «όλες οι ατομικές ιδιοκτησίες, οι οποίες ανήκουν στα όρια του Δήμου Αχαρνών, απαλλοτριώνονται, για να δημιουργηθούν υποδομές αποκομιδής σκουπιδιών». Η παραδοσιακή πρόσληψη είναι ότι δεν χωρεί αποζημίωση κατά του νόμου, επειδή κατά μία πολύ κλασική εκδοχή συνταγματισμού «ο νομοθέτης δεν νοείται να ζημιώνει/ο νομοθέτης δεν αδικεί». Πρόκειται για την πολύ παλιά θεώρηση του αγγλοσαξωνικού δικαίου «ο Βασιλιάς δεν σφάλλει/theKingcandonowrong». Άρα, υπό αυτή την έννοια δεν μπορούμε να ζητήσουμε αποζημίωση από το Δημόσιο σε περίπτωση που έχουμε έναν αντισυνταγματικό νόμο. Βεβαίως, με την εξέλιξη των πραγμάτων έχει διαφοροποιηθεί το ζήτημα, διότι πράγματι σήμερα θεωρούμε ότι, στο μέτρο που θίγονται θεμελιώδη δικαιώματα (όταν η διακύβευση είναι τόσο μείζων), εκεί θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την αξίωση που μπορεί να έχει ο κάθε θιγόμενος απέναντι στο Δημόσιο για αντισυνταγματικό νόμο (και αυτό πάντως με φειδώ). Έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία κυρίως όταν υπάρχει παραβίαση της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 παρ.1), και πάντως μόνο υπό την προϋπόθεση ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία περίπτωση πρόδηλης αντισυνταγματικότητας. Βέβαια, στο πεδίο της αγωγής αποζημίωσης (άρθρο 105 ΕισΝΑΚ), είναι δύσκολο να θεμελιώσει κανείς την αγώγιμη αξίωσή του, διότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν δεν είναι εύκολα αποδείξιμες (κυρίως η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παρανομίας του Δημοσίου και ζημίας). Άρα → καταρχήν δεν επιτρέπεται αγωγή αποζημίωσης κατά αντισυνταγματικού νόμου, κατ’εξαίρεση επιτρέπεται

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος όταν βάλλονται θεμελιώδη δικαιώματα όπως η ιδιοκτησία, και σε κάθε περίπτωση είναι ένα ζήτημα το οποίο αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολα.

Προβλέπει το Σύνταγμα ευθέως περιπτώσεις όπου μπορούμε να έχουμε αξίωση αποζημίωσης ακόμη και από νόμο; → στην περίπτωση της απαλλοτρίωσης (άρθρο 17 παρ.2), εάν αυτή προβλέπεται από νόμο → στην περίπτωση που κάποιος έχει αδίκως καταδικασθεί, μπορεί, κατά το Σύνταγμα, να ζητήσει αποζημίωση για την άδικη προφυλάκιση/φυλάκισή του (άρθρο 6 παρ. 3)

Η αγώγιμη αξίωση κατά του Κράτους (αυτό που ονομάζουμε αστική ευθύνη του Δημοσίου) έχει συνταγματική κατοχύρωση; Θα μπορούσε να ενταχθεί στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας υπό ευρεία έννοια (άρθρο 20 παρ.1) , ότι δηλαδή για να έχω αποτελεσματική δικαστική προστασία, θα πρέπει ο νόμος να μου αναγνωρίζει το δικαίωμα να αξιώσω αποζημίωση από το Δημόσιο. Δηλαδή «καλό είναι να ακυρώνεις, αλλά η ακύρωση δεν καταλαμβάνει και ένα κεφάλαιο που έχει να κάνει με την πραγματική ζημιά που έχεις υποστεί από την εφαρμογή μέχρι την ακύρωση». Βέβαια, η άσκηση αγωγής αποζημίωσης δεν προβλέπεται στο άρθρο 95, όπως η αίτηση ακυρώσεως, θα μπορούσαμε ωστόσο να την εξαγάγουμε ερμηνευτικά από το άρθρο 20 παρ. 1. Η θεωρία, όμως, ανάγει σε συνταγματικό θεμέλιο της αστικής ευθύνης του Δημοσίου το άρθρο 4 παρ. 5 (ισότητα των πολιτών στα δημόσια βάρη). Αιτιολογία: ανατρέπεται το ισοζύγιο αναλογίας στα βάρη, διότι, αν όλοι εισφέρουμε κατ’αναλογία των δυνάμεών μας όπως ορίζει το άρθρο 4 παρ.5, εγώ, εάν αναγκαστώ, εξαιτίας παράνομης πράξης του Δημοσίου, να υποστώ μία απομείωση περιουσίας (η ζημία που μου έχει προκληθεί ελαττώνει την περιουσία μου) , η ελάττωση αυτή είναι , στην αρνητική της μορφή , προσθήκη στην περιουσία του Δημοσίου, πράγμα που σημαίνει ότι το Δημόσιο, πλέον, δεν παίρνει αναλογικά απ’όλους τους πολίτες, παίρνει αναλογικά απ’όλους τους υπόλοιπους εκτός από εμένα (εξαιτίας της ζημίας που υπέστην , έχω μια δυσανάλογη συνεισφορά στα δημόσια έσοδα).

Εφόσον το Σύνταγμα φαίνεται να δέχεται το «δίκαιο της ανάγκης» , γιατί στην περίπτωση του άρθρου 48 παρ.1 έχουμε εμπλοκή της Βουλής , που δεν υπάρχει στο άρθρο 44 παρ.1 ; Η κατάσταση πολιορκίας σημαίνει και πολύ σοβαρή καταστολή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος περιέρχονται σε παροδική αδράνεια και μπορούν να δημιουργούνται και νέες δομές (π.χ Στρατοδικεία). Συνολικά , δηλαδή , έχουμε μία απομείωση του Κράτους δικαίου. Επειδή λοιπόν εξ ορισμού υπάρχει αυτή η αναστολή δικαιωμάτων, θα πρέπει να παρέχεται πολύ μεγαλύτερη εγγύηση, η οποία στο αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι κατά βάση η Βουλή. Αυτή είναι η θεσμική απάντηση. Η ιστορική διάσταση του προβλήματος έχει να κάνει με την πηγή του άρθρου 48 του Συντάγματος. Το άρθρο αυτό (που υπάρχει και σε άλλες νομοθεσίες) , έχει αποτελέσει την «κερκόπορτα» σημαντικών καταστροφών. Το αντίστοιχο άρθρο του Γερμανικού Συντάγματος της Βαϊμάρης του 1919 ήταν εκείνο που χρησιμοποίησε ο Χίτλερ για να μπορέσει να επιβάλει Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος τον ολοκληρωτισμό της Γερμανίας που οδήγησε στον Β’ ΠΠ, παρακάμπτοντας εντελώς τη Βουλή. Το άρθρο αυτό τότε προέβλεπε ότι μόνο με συμφωνία του Προέδρου του Ράιχ, είναι δυνατόν ο Καγκελάριος (τότε ο Χίτλερ),να λαμβάνει αποφάσεις εκτός Βουλής. Ο Χίτλερ είχε εξασφαλίσει τότε τη συμφωνία επί της αρχής του Προέδρου , με αποτέλεσμα με προεδρικά διατάγματα και ερήμην της Βουλής , ουσιαστικά να περιέλθουμε στο καθεστώς του 1939. Για να αποφευχθούν όλα αυτά , ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 προέβλεψε την ουσιαστική παρέμβαση της Βουλής στην κατάσταση πολιορκίας.

Κανονιστικές Πράξεις της Διοικήσεως → γιατί βρίσκονται στο ίδιο τυπικό επίπεδο με τον νόμο, και όχι υπό του νόμου; Διότι ο κανόνας δικαίου που παράγεται από τη Διοίκηση (η κανονιστική πράξη) , εάν βρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης, τότε έχει ίση τυπική δύναμη με τον νόμο (έχει ισχύ νόμου). Εντός των ορίων της εξουσιοδότησης (άρθρο 43 παρ.2 & 4)→ π.χ εξουσιοδοτείται ο ΠτΔ να καθορίσει ποιες Κυριακές του χρόνου θα λειτουργούν τα καταστήματα. Ο ΠτΔ ορίζει ότι «τα καταστήματα θα είναι ανοιχτά τις συγκεκριμένες 7 Κυριακές, αλλά θα ανοίγουν μόνο τα καταστήματα που έχουν από 10 υπαλλήλους και άνω». Η ρύθμιση αυτή είναι εκτός των ορίων της εξουσιοδότησης. Η τελευταία δόθηκε προς ορισμό μόνον του ποιες Κυριακές θα λειτουργούν τα καταστήματα. Είναι σύνηθες το φαινόμενο να έχουμε τέτοιες υπερβάσεις, γι’αυτό και η εξουσιοδότηση είναι το πρώτο πράγμα που ελέγχουμε όταν έχουμε να κάνουμε με μία ΚΠΔ. Το εντός της εξουσιοδότησης μέρος της ΚΠΔ (ο κανόνας που τίθεται για τις 7 Κυριακές) είναι τυπικός νόμος, και άρα μπορεί να καταργεί/τροποποιεί τυπικό νόμο. Εάν λοιπόν μία ΚΠΔ βρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης και είναι αντίθετη με προγενέστερο τυπικό νόμο, θα ισχύσει η νεότερη ΚΠΔ. Διαφαίνεται λοιπόν απολύτως ότι βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο , διότι , αν η ΚΠΔ ήταν υποδεέστερη του νόμου, δεν θα ίσχυε ο κανόνας ότι ο νεότερος υπερισχύει του παλαιότερου, αλλά θα ίσχυε ο κανόνας ότι ο ανώτερος υπερισχύει του κατώτερου. Το κρίσιμο εδώ είναι οπωσδήποτε το εξής : πότε μια ΚΠΔ βρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης;3Διότι και αυτό είναι μία διανοητική εργασία που είναι εξαιρετικά δύσκολη. Για παράδειγμα, στο θέμα των 7 εβδομάδων που τα καταστήματα είναι ανοιχτά την Κυριακή, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει προγενέστερος νόμος , ο οποίος ορίζει ότι «τα καταστήματα δεν ανοίγουν ποτέ την Κυριακή», και με έναν εξουσιοδοτικό νόμο ο ΠτΔ μπορεί να καθορίζει ποιες Κυριακές τα καταστήματα θα είναι ανοιχτά, είναι εντός της εξουσιοδότησης το να τροποποιηθεί ο προηγούμενος νόμος; Η απάντηση είναι καταφατική, διότι στο μέτρο που ένας νεότερος νόμος λέει ότι «μεταφέρομαι σε ένα νέο επίπεδο που πλέον μπορεί με διοικητική απόφαση να ανοίγουν τα καταστήματα τις Κυριακές» , ουσιαστικά δίδεται η εξουσιοδότηση να ανατραπεί ο προηγούμενος νόμος. Άρα , όταν έχουμε με ΚΠΔ τροποποίηση προηγούμενου νόμου, πρέπει να δούμε εάν ο εξουσιοδοτικός νόμος με κάποιον τρόπο επιτρέπει αυτού του τύπου την αλλαγή του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος. Με άλλα λόγια, το αν μπορεί με ΚΠΔ να τροποποιηθεί/καταργηθεί ένας προηγούμενος τυπικός νόμος , εξαρτάται από το εάν η εξουσιοδότηση που χορηγείται ρητά ή ερμηνευτικά δίδει τέτοιου τύπου ευχέρεια. Κλασικό παράδειγμα που συναντάμε συχνά στο νόμο : νόμος ορίζει ότι τα όρια ρύπων υπεράνω των οποίων λαμβάνονται μέτρα , είναι 1mg/τετραγωνικό εκατοστό. Με απόφαση του 3Η

νομοθετική εξουσιοδότηση καλύπτει μόνο τα θέματα για τα οποία παρεσχέθη κανονιστική αρμοδιότητα και, αφετέρου, ότι βρίσκονται σε αρμονία με τους κανόνες του εξουσιοδοτικού νόμου. Σε περίπτωση παράβασης της πρώτης υποχρέωσης συντρέχει υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΥΠΕΚΑ μπορεί αυτό το όριο να τροποποιείται. → Η εξουσιοδότηση ρητά καταλαμβάνει και την τροποποίηση του νόμου. Άρα σε αυτή την περίπτωση βρισκόμαστε αναμφίβολα εντός των ορίων της εξουσιοδότησης. Σε άλλες περιπτώσεις δεν είναι τόσο προφανές, αλλά είναι ζήτημα ερμηνείας το αν στην εξουσιοδότηση περιλαμβάνεται η δυνατότητα να ανατρέπεται προγενέστερος νόμος. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η ΚΠΔ βρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης , παράγει έννομα αποτελέσματα σε επίπεδο νόμου (ουσιαστικός νόμος). Σημείωση: Όπου το Σύνταγμα αναφέρεται σε νόμο , εννοεί και τυπικό και ουσιαστικό νόμο, εκτός εάν ρητά προβλέπεται ότι απαιτείται τυπικός νόμος.

Κανονισμός της Βουλής → Περιλαμβάνεται στη γενική έννοια του «νόμου» καταχρηστικά, διότι τεχνικά δεν είναι στο ίδιο επίπεδο με τον τυπικό και ουσιαστικό νόμο. Τα δύο ερμηνευτικά εργαλεία ( «ο νεότερος νόμος υπερισχύει του παλαιότερου» και «ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου» ) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση του ΚτΒ. Εάν έχουμε μία πρόβλεψη τυπικού νόμου (ή μιας ΚΠΔ) «Α» και μία πρόβλεψη του ΚτΒ «-Α» , αντί για τα δύο προαναφερόμενα ερμηνευτικά εργαλεία, εφαρμόζουμε το κριτήριο της αρμοδιότητας , δηλαδή: το κρίσιμο στην περίπτωση αυτή είναι , εάν υπάρχει αρμοδιότητα του Κανονισμού να ρυθμίζει τη συγκεκριμένη ύλη. Η λειτουργία του ΚτΒ προβλέπεται στο πλαίσιο της αυτονομίας της Βουλής στο άρθρο 65 του Συντάγματος. Στο άρθρο 65 παρ.1 γίνεται ακριβώς και προσδιορισμός της ύλης του Κανονισμού («ο τρόπος λειτουργίας της Βουλής»). Εικονοπλαστικά : εάν έχουμε μία μεγάλη δεξαμενή , στην οποία πετάμε μέσα όλη τη ρυθμιστική ύλη που απαιτείται να υπάρχει μέσα σε μία οργανωμένη κοινωνία, αυτή η ύλη κανονιστική ανήκει στη Βουλή. Η Βουλή μπορεί να τη μεταφέρει στον ΠτΔ, στον Υπουργό, στον Δήμαρχο, οπουδήποτε. Από αυτή τη μεγάλη δεξαμενή , εξάγουμε ένα μέρος και το τοποθετούμε σε μία μικρότερη δεξαμενή. Η μικρότερη αυτή δεξαμενή είναι η ύλη η οποία προσιδιάζει στον τρόπο λειτουργίας της Βουλής και η οποία αποδίδεται στον Κανονισμό. Είναι δηλαδή στην πραγματικότητα μία εξαγωγή από τη γενική ρυθμιστική ύλη. Ο ΚτΒ παράγεται με μία διαδικασία που αποκλείει οποιοδήποτε άλλο όργανο, εκτός από τη Βουλή. Δηλαδή, δεν έχει νομοθετική πρωτοβουλία στον ΚτΒ η Κυβέρνηση, δεν εκδίδει ο ΠτΔ , αλλά απλώς δημοσιεύει ο ΠτΒ , και δεν υπάρχει καν δικαστικός έλεγχος.

Παρασκευή

3ο Μάθημα

1/3/2019

Γεραπετρίτης Λόγοι διάλυσης της Βουλής •

• •

Εάν δεν έχει καταφέρει να εκλέξει ΠτΔ-αρ.32§4(Αν δεν συγκεντρωθεί πλειοψηφία 180 Βουλευτών κατά την τρίτη ψηφοφορίατότε πάνε σε διάλυση της Βουλής-εκλογές- νέα Βουλή με σειρά ψηφοφοριών η οποία καταλήγει στην πλειοψηφία) Αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης-αρ.37 Διάλυση της Βουλής από τον ΠτΔ με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης για κρίσιμο εθνικό θέμα-αρ.41§2 (Το Σ αναφέρει ότι δεν μπορείς να

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

• •

επικαλεστείς τον ίδιο λόγο για δεύτερη φορά για διάλυση της νέας Βουλής-πρέπει να υπάρχει εναλλαγή) Διάλυση της Βουλής από τον ΠτΔ μετά από παραίτηση ή καταψήφιση από αυτή δύο Κυβερνήσεων (ή μία παραίτηση + μία καταψήφιση) -αρ.41§1 Λήξη θητείας της Βουλής(Ασυνήθιστη-Μόνο μια φορά όλη κι όλη ολοκληρώθηκεθητεία Βουλής)

Τι συμβαίνει όταν παραιτείται η Κυβέρνηση; ΔΕΝ διαλύεται η Βουλή-Εξ αντιδιαστολής από το αρ.41§1 που απαιτεί δύο Κυβερνήσεις. Πάμε στο άρ.37 και τις διερευνητικές εντολές. Αρ.32§4: Προβλέπει την εκλογή ΠτΔ και τη διάλυση Βουλής εξαιτίας της αδυναμίας αυτής της εκλογής. Είναι μια διάταξη η οποία έχει ταλαιπωρήσει αρκετά την πολιτική τάξη διότι έχει αξιοποιηθεί η διαδικασία αυτή προσχηματικά κατά τρόπον ώστε να διαλύεται η Βουλή όχι επειδή υπάρχει μια γνήσια αδυναμία να υπάρξει συναίνεση στη πρόσωπο του ΠτΔ αλλά για λόγους που ανάγονται στην πολιτική διάθεση των κομμάτων ουσιαστικά. Δηλαδή έτσι όπως είναι σχηματισμένο το αρ.32 δίνει μια προνομία στην Αντιπολίτευση να διαλύσει τη Βουλή. ( Παράδειγμα 2009-ΠτΔ Κάρολος Παπούλιας και εκλογές έχουμε με τη λήξη της θητείας του Παπούλια το 2010 και ήταν η 1η του θητεία-ο ΠτΔ έχει μόνο 2 θητείες. Όλο το πολιτικό φάσμα συμφωνεί στην επανεκλογή του Παπούλια στη θέση του ΠτΔ για μια 2η θητεία πλην όμως η Αντιπολίτευση τότε δήλωσε ότι ΔΕΝ πρόκειται να ψηφίσει τον Παπούλια στην 1η φάση δηλαδή στη Βουλή 2007-2009 για να προκαλέσει εκλογές και στη νέα Βουλή που θα προκύψει θα ψηφίσει τότε τον Παπούλια. Άρα ενόσω υπήρχε μια πραγματική πλειοψηφία στο πρόσωπο του Παπούλια, παρά ταύτα χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά το αρ.32 από την Αντιπολίτευση για να προκαλέσει εκλογές. Και τελικά βεβαίως έγιναν οι εκλογές,η Αντιπολίτευση έγινε κυβερνητική πλειοψηφία και βεβαίως υπερψηφίστηκε ο Παπούλιας με μεγάλη διαφορά. Αλλά ο σκοπός είχε επιτευχθεί, άρα βλέπετε πόσο λάθος είναι.)Γι’αυτό το λόγο το αρ.32 προτάθηκε για αναθεώρηση τώρα, στην τρέχουσα αναθεώρηση και είναι από τα πολύ λίγα άρθρα τα οποία έχουν προταθεί και από τα 2 μεγάλα κόμματα για να αναθεωρηθούν. Η φιλοσοφία είναιυπάρχει διαφορά στο πως σκέφτεται ο καθένας, δηλαδή η πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας σήμερα για την αναθεώρηση του αρ.32 είναι να εκλέγεται ο ΠτΔ απευθείας από το Λαό ,εάν δεν καταφέρει να τον εκλέξει η Βουλή με μεγάλη πλειοψηφία. Άρα άμεση εκλογή του ΠτΔ. Η πρόταση της Αντιπολίτευσης είναι να εκλέγεται ο ΠτΔ από τη Βουλή με σχετική πλειοψηφία. Δηλαδή να πέσουμε πρακτικά από τους 200-180 στους 151. Είναι άλλη φιλοσοφία. Η μεν φιλοσοφία της εκλογής απευθείας από το λαό στηρίζεται περισσότερο στο να δημιουργήσει ένα μείγμα κάπως ισχυρού και νομιμοποιημένου Προέδρου, πάλι δεν θα διαλύεται η Βουλή όμως-το κρίσιμο και στις 2 περιπτώσεις είναι ότι δεν θα διαλύεται η Βουλή. Στη δε πρόταση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης αυτό που υπερισχύει είναι πρωτίστως το σκεπτικό «ε δεν έγινε και τίποτα φοβερό εάν δεν καταφέρουμε να εκλέξουμε ΠτΔ, διότι υπό το ισχύον καθεστώς ο ΠτΔ δεν έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες» . Καμία δε από τις προτάσεις , ούτε της Κυβέρνησης ούτε της Αντιπολίτευσης ενισχύει σημαντικά τις αρμοδιότητες του ΠτΔ. Είναι δυνατόν ο ΠτΔ να εκλέγεται από το λαό,ή αυτό κάπου χτυπάει; Πέραν του Σ30παρ1 («εκλέγεται από τη Βουλή») θα πρέπει να έχουμε ως σημείο αναφοράς το αρ.110§1(περιορισμός). Δηλαδή το αρ.110 είναι το κρίσιμο άρθρο που αναφέρεται στα όρια της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Χτυπάει ίσως στη μορφή του Πολιτεύματος –στο στοιχείο Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος της ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ. Εδώ φαίνεται να κτυπάει λιγάκι, είναι ακριβές; Το κρίσιμο είναι τι σημαίνει ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗ. Ο όρος «Προεδρευόμενη» έχει 2 βασικά χαρακτηριστικά τα οποία ενσωματώνει. Το 1ο είναι ότι έχουμε μια Αβασίλευτη Δημοκρατία.Αρχηγός του Κράτους είναι ο ΠτΔ-Ρεπουμπλικανισμός. Το 2ο είναι η έκταση των αρμοδιοτήτων του αρχηγού του Κράτους. Δεν έχει εκτεταμένες πολιτικές αρμοδιότητες.Είναι ο αρχηγός του Κράτους αλλά δεν είναι ο ουσιαστικός αρχηγός της πολιτικής εξουσίας (Περιορισμένες Συνταγματικές Αρμοδιότητες). Εδώ τώρα μας λείπει το θέμα της εκλογής του ΠτΔ. Μας είναι ΝΟΜΙΚΑ ΑΔΙΑΦΟΡΟ το πώς εκλέγεται ο ΠτΔ, εφόσον παραμένει αρχηγός του Κράτους. Είναι συνταγματικά αδιάφορο αλλά πολιτικά έχει τη σχετική του σημασία. Διότι εκλεγόμενος άμεσα από το λαό ο ΠτΔ αποκτά κάτι που υπό τις σημερινές συνταγματικές συνθήκες δεν έχει,ένα επίπεδο ουσιαστικής νομιμοποίησης. Ενισχύεται έτσι πολύ η πολιτική του θέση. Έτσι ενώ δεν αλλοιώνεται το συνταγματικό ισοζύγιο των αρμοδιοτήτων,πολιτικά το ισοζύγιο μεταξύ πολιτικής εξουσίας και ΠτΔ απόλλυται, καθώς ο ΠτΔ ως άμεσα νομιμοποιούμενος θα διεκδικήσει και άλλες αρμοδιότητες. Άρα έχουμε μια πολιτική τροπή του πολιτεύματος. Αλλά επειδή κάνουμε Συνταγματικό Δίκαιο και όχι πολιτική επιστήμη αρκεί να πούμε στο πλαίσιο της παρούσας αξιολόγησης ότι δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα στο αρ.32 να έχουμε εκλογή του ΠτΔ άμεσα από το λαό ΕΦΟΣΟΝ δεν υπάρχει και Συνταγματική μετατόπιση των αρμοδιοτήτων υπέρ του ΠτΔ. Δηλαδή διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του. Κι αυτό διότι ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως «Προεδρευόμενη» ή «Προεδρική Δημοκρατία» δεν αφορά στον τρόπο εκλογής αλλά στο εύρος των αρμοδιοτήτων. Εάν λοιπόν παραμείνει με τις υφιστάμενες αρμοδιότητες ή αποκτήσει κάποιες άλλες που δεν αλλοιώνουν όμως την ήσσονα πολιτική αξία του ΠτΔ στο Πολίτευμα. Προεδρευόμενη Δημοκρατία σύμφωνα με το αρ.1§1 έχουμε όταν ο ΠτΔ είναι ο αρχηγός του κράτους αλλά με περιορισμένες αρμοδιότητες. Αυτό έχει μεγάλη ιστορική αξία γιατί στην αρχική του εκδοχή το Σύνταγμα του 1975 προόριζε έναν πάρα πολύ ισχυρό ΠτΔ Πριν την 3 η αναθεώρηση του 1986, ο ΠτΔ μπορούσε να διορίσει όποιον θέλει κατά συνταγματικό έθιμο,μπορούσε να διαλύει τη Βουλή εφόσον υφίστατο λαϊκή δυσαρμονία,μπορούσε να κυρώνει τους νόμους,όχι με απλό έλεγχο της Συνταγματικότητας που συμβαίνει σήμερα, αλλά με έλεγχο σκοπιμότητας-επί της ουσίας. Έτσι ο ΠτΔ ήταν ισότιμος παίκτης της νομοθετικής λειτουργίας. Σε επίπεδο αφηρημένο υπήρχε μια σοβαρότατη ένταση στο Σύνταγμα, μια εγγενής αντίφαση στο κείμενο του Συντάγματος. Ναι μεν στο αρ 1§1 είχαμε Προεδρευόμενη, αλλά ουσιαστικά η πανηγυρική διατύπωση της μορφής του πολιτεύματος δεν είχε καμία αντιστοίχιση με τις πραγματικές αρμοδιότητες που απέδιδε το Σύνταγμα στα επιμέρους του κεφάλαια. Είχαμε μια τύποις Προεδρευόμενη, κατ’ουσίαν Προεδρική Δημοκρατία. Με την αναθεώρηση του 1986 για λόγους απολύτως πολιτικής συγκυρίας, είχαμε μια μονοθεματική αναθεώρηση,μόνο για τον ΠτΔ δηλαδή. Έχουμε μια εννοιολογική αποκατάσταση του πολιτεύματος → Προεδρευόμενη στο άρ. 1 , και Προεδρευόμενη σε όλα τα επιμέρους κεφάλαια (άρθρα 30-50 Σ). Θα μπορούσαν σήμερα να επανέλθουν οι αρμοδιότητες του ΠτΔ με σημερινή αναθεώρηση; Υπάρχει κάποιος τρόπος να αποκατασταθεί η ισορροπία αυτή; Υπάρχει μία συζήτηση, η οποία έχει έναν χαρακτήρα θεσμικό, αλλά είναι και πολιτική : ότι ελλείπουν σήμερα τα γνήσια πολιτικά αντίβαρα απέναντι στην εξαιρετικά ισχυρή κυβερνητική λειτουργία (αυτό που συνεκδοχικά ονομάζουμε το «πρωθυπουργοκεντρικό» Κράτος). Έχουμε μία πάρα πολύ ισχυρή Κυβέρνηση, η οποία ουσιαστικά έχει ανατρέψει τη λογική του Κοινοβουλευτισμού (στο κοινοβουλευτικό σύστημα η Βουλή ελέγχει την Κυβέρνηση, πλην Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος όμως , σήμερα , η πραγματική πολιτική συνθήκη είναι ότι η Κυβέρνηση ελέγχει τη Βουλή , εφόσον υπάρχει κυβερνητική πλειοψηφία). Απέναντι σε αυτή την Κυβέρνηση, ο ΠτΔ είναι σχετικώς -έως πολύ- αδύναμος, ενώ η δικαστική λειτουργία διατηρεί ναι μεν μέσω της ανεξαρτησίας της μία μεγάλη ισχύ, αλλά πολλές φορές και αυτή ουσιαστικά αυτοσυγκρατείται όταν έχει να κάνει με πολιτικές επιλογές. Η συζήτηση λοιπόν γίνεται επί του πώς μπορεί να αποκατασταθεί η ισορροπία αυτή και επ’αυτού υπάρχει η άποψη περί ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ (να έχει λόγο και να μπορεί να σταθεί «απέναντι» στην Κυβέρνηση ή ακόμη ακόμη η Κυβέρνηση να έχει στο μυαλό της ότι οι πολιτικές της επιλογές μπορούν ανά πάσα στιγμή να τεθούν στην κρίση κάποιου άλλου-να υπάρχει δηλαδή ένας ετεροέλεγχος). Η ενίσχυση αυτή μπορεί να είναι σύμμετρη (π.χ ο ΠτΔ να ορίζει τους δικαστές των ανωτάτων δικαστηρίων ή τα μέλη των ΑΔΑ ή να προκηρύσσει δημοψήφισμα μόνος του), αλλά μπορεί να φτάνει και μέχρι του σημείου να επανερχόμαστε στο καθεστώς του 1975. Μπορεί όμως να συμβεί κάτι τέτοιο; Πρέπει κάπου να βάλουμε μια κόκκινη γραμμή την οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί πολύ συγκεκριμένα. Το κρίσιμο πού θα βάλεις στην κόκκινη γραμμή έχει να κάνει με την ποιότητα και την ένταση της αρμοδιότητας . Το κρίσιμο είναι να μην αλλοιώνεται κατ’αποτέλεσμα ο πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων, ο οποίος οφείλει να ταυτίζεται με την υπεροχή του πολιτικού συστήματος (να μην φτάσει ο ΠτΔ να είναι ισότιμος πολιτικός συνομιλητής με την Κυβέρνηση). Είναι λάθος αρχή να σκεφτόμαστε ότι η αποκατάσταση του πολιτεύματος θα είναι σε μια ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ γιατί όχι μόνο αυτός έχει περιορισμένες αρμοδιότητες αλλά έχει και το αρνητικό τεκμήριο της αρμοδιότητας. Ο Πρωθυπουργοκεντρισμός υποβαθμίζει ουσιαστικά τη Βουλή, η οποία έχει τεκμήριο αρμοδιότητας. Άρα η ανατροπή του ισοζυγίου εξουσιών εντοπίζεται μεταξύ Κυβέρνησης και Βουλής. Πρέπει να ενισχύσουμε τον ρόλο της Βουλής- κυρίως τα δικαιώματα των Βουλευτών και ιδίως των μειοψηφιών ή ίσως και του δικαστή. Τώρα αντί να έχουμε έναν εξεταστικό έλεγχο της Βουλής προς την Κυβέρνηση, στην πραγματικότητα οι εξεταστικές επιτροπές χρησιμοποιούνται μόνο από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να ελέγχεται η προηγούμενη πλειοψηφία.Έτσι ώστε να αποδειχθεί πόσο χάλια τα έκαναν οι προηγούμενοι.Εδώ υπάρχει μεγάλη αλλοίωση. Τώρα όσον αφορά την ενίσχυση του δικαστή,αυτός να μπορεί να ελέγχει τα ουσιαστικά της Βουλής και να διορίζει ο ίδιος τους ανώτατους δικαστές και όχι η Κυβέρνηση. Ιστορικά, το 1975, ο Καραμανλής ήθελε τον ενισχυμένο ρόλο του ΠτΔ λόγω της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, δηλαδή ενόψει αυτής της συγκυρίας, διότι θα μπορούσε να έχει και κάποιος άλλος ουσιαστικό λόγο απέναντι στον πολύ ισχυρό Πρωθυπουργό. Στο Σύνταγμα του 1975 δεν υπήρχε ερμηνευτική ένταση. Είχαμε μια γενική διάταξη και περισσότερες ειδικές, οπότε εφαρμοζόταν το ειδικότερο (διατάξεις ίσης τυπικής ισχύος). Οι αρμοδιότητες του ΠτΔ ήταν πολύ πιο ισχυρές και πιο ευρείες. Ήταν ισότιμος με την Κυβέρνηση, δημιουργώντας ένα σύστημα πολιτικού καισαρισμού - δικεφαλισμού. Κατά 1η άποψη στην έννοια της προεδρευόμενης δημοκρατίας συμπεριλαμβάνονται όλες οι αρμοδιότητες του ΠτΔ. Οπότε θα ήταν συμβατό να υπάρχουν γενικά. Κατά δεύτερη άποψη πλέον, θα αποτελούσε υπέρβαση και δεν θα ήταν εφικτή η επέκταση των αρμοδιοτήτων . Το 1980 όταν πλέον διαφαινόταν η πολιτική ήττα της ΝΔ, ο Καραμανλής μετακινείται από Πρωθυπουργός στη θέση του ΠτΔ. Το 1981 έρχεται στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ με το βαρύ σύνθημα «έξω από την ΕΟΚ, έξω από το ΝΑΤΟ» (ενώ η υπογραφή για την προσχώρηση είχε συντελεσθεί ήδη το 1979). Το γεγονός λοιπόν ότι ο Καραμανλής είχε εκλεγεί ΠτΔ με πολύ ισχυρή πλειοψηφία , εξισορροπούσε κάπως την πολιτική κατάσταση. Το 1986 έχουμε πλέον ένα νέο συνταγματικό κείμενο. Σήμερα η Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ενίσχυση των αρμοδιοτήτων χτυπάει ευθέως στο 110§1 → δεν γίνεται οι αρμοδιότητες του ΠτΔ να ενισχυθούν μέχρι του σημείου να μεταβάλλεται η μορφή του πολιτεύματος. Ελέγχεται δικαστικά η αναθεώρηση/τα όριά της, στο πλαίσιο της ερμηνείας του Σ; Η φιλοσοφία του 110 είναι να αποκλείσει κάθε άλλο όργανο. Στην αναθεώρηση αποκλείονται όλες οι τακτικές λειτουργίες εκτός από τη Βουλή. Την πρόταση αναθεώρησης την κάνουν βουλευτές. Την απόφαση την παίρνει η Βουλή. Το νέο κείμενο του Συντάγματος δημοσιεύει ο πρόεδρος της Βουλής -αποκλείεται και ο ΠτΔ και η Κυβέρνηση. Μήπως η φιλοσοφία λοιπόν είναι να αποκλειστεί και ο δικαστικός έλεγχος (όπως και στον Κανονισμό της Βουλής); Το κείμενο του Συντάγματος λέει (93 παρ.4) , ελέγχω το περιεχόμενο, εξ αντιδιαστολής δεν ελέγχω τη διαδικασία. Άρα το Σ παρέχει έναν ερμηνευτικό οδηγό για τον αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου της κοινοβουλευτικής διαδικασίας της παραγωγής του νόμου. Ωστόσο, το 93 παρ. 4 αναφέρεται σε τυπικό νόμο, ενώ αντίστοιχη διάταξη για την αναθεώρηση δεν υπάρχει. Με αποτέλεσμα να υπάρχει μία θέση στη θεωρία ότι ελέγχεται και η διαδικασία παραγωγής του νέου Συντάγματος . Με αυτό φάνηκε να συμφωνεί και η νομολογία σε μια μεμονωμένη απόφαση την 11/2003 (Υπόθεση Λυκουρέζου) η οποία αφορούσε τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα. Διατύπωσε βέβαια την άποψη αυτή με έναν τρόπο μάλλον ασαφή και όχι κρίσιμο. Ήταν μια περιφερειακή σκέψη και όχι μια από τις σκέψεις που οδήγησαν στο διατακτικό (obiter dictum). Από αυτόν τον περιφερειακό λόγο έχει ξεκινήσει αυτή η τεράστια ακαδημαϊκή συζήτηση σήμερα η οποία ξεκίνησε ως πολιτική, και έχει να κάνει με το αν η Βουλή που θα προτείνει την αναθεώρηση αν μπορεί να δεσμεύσει σε ότι αφορά το περιεχόμενό της και την επόμενη Βουλή, δηλαδή την αναθεωρητική. Η παραδοσιακή βάση της αναθεώρησης είναι η εξής : 3 φάσεις αναθεώρησης 1) Η προτείνουσα Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης και προτείνει άρθρα προς αναθεώρηση, 2)Εκλογές στις οποίες ο λαός αποφαίνεται και επί των αναθεωρητικών προτάσεων-δεν το βρίσκεις σε πολλά Σ να μεσολαβεί υποχρεωτικά η λαϊκή βούληση, 3) Η νέα Βουλή που συγκροτείται στην επόμενη σύνοδό της αποφασίζει για τις διατάξεις που έχουν προταθεί. Έχουμε μια κατά στάδια αρμοδιότηταδιαδοχική άσκηση αρμοδιότητας από 3 διαφορετικά όργανα κατά χρόνο. Μπορεί η προτείνουσα Βουλή να προτείνει την αναθεώρηση Συντάγματος αλλά να ορίζει να εκλέγεται ο ΠτΔ από το λαό; Ό,τι πει αυτή ως προτείνουσα αυτό θα δεσμεύσει την αναθεωρητική Βουλή και ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων; Αυτό είναι ένα ζήτημα τεράστιας σημασίας γιατί αν η προτείνουσα Βουλή δεσμεύει και την αναθεωρητική, ουσιαστικά μετατοπίζεται το κέντρο βάρους-ισχύος από την αναθεωρητική στην προτείνουσα. Έρχεται η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία και σου λέει να αναθεωρηθεί το αρ.54 και να καθιερωθεί ως πάγιο εκλογικό σύστημα η απλή αναλογική-ενίσχυση του αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα. Ενώ ,αντίθετα, η Αντιπολίτευση προτείνει να καθιερωθεί ως πάγιο σύστημα η ενισχυμένη αναλογική- ενίσχυση κυβερνησιμότητας. Έρχεται ο λαός στη 2 η φάση (εκλογές) να κρίνει και, αν υπάρχει δέσμευση , πρακτικά δεν κρίνει τίποτα. Αν δεν υπάρχει δέσμευση, αποκτά γνήσια αξία ο λόγος του εκλογικού σώματος (θα επιλέξει ανάμεσα στα δύο). Στην 3η φάση έρχεται η αναθεωρητική Βουλή, εάν υπάρχει δέσμευση , δεν έχει αντικείμενο , αφού τα έχει αποφασίσει όλα η προτείνουσα, το μόνο που μπορεί να κάνει η νέα Βουλή είναι να μην αναθεωρήσει καθόλου4. Ενόσω δεν υπάρχει νομική δέσμευση, υπάρχει Η προτείνουσα Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη της αναθεώρησης και καθορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις. Η αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει για το περιεχόμενο των ρυθμίσεων που τροποποιούν, αντικαθιστούν, καταργούν, ερμηνεύουν ή προσθέτουν συνταγματικές διατάξεις. (Φ.Σπυρόπουλος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ.94-95 & πρβλ. Μάθημα 31/05/2019 για την αναθεώρηση του Συντάγματος) 4

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ωστόσο ένα δημοκρατικό τίμημα. Διότι, εάν λόγου χάρη η νέα Βουλή που θα προκύψει αποφασίσει να ματαιώσει την αναθεώρηση, αφίσταται της λογικής ότι «ο Λαός μίλησε» (δεν έχουν αξία οι εκλογές που μεσολάβησαν). Πρακτική σημασία σήμερα: Η Κυβέρνηση βάζει σε πρόταση αναθεώρησης το αρ.30 και το αρ.32§4. Καταψηφίστηκε το αρ.30 αλλά υπερψηφίστηκε το αρ.32. Η Κυβερνητική πλειοψηφία «έκλεισε από την πίσω πόρτα» την πρόταση για εκλογή από τον Λαό. Διότι, το άρθρο 30 ορίζει ότι ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Βουλή. Δεν γίνεται λοιπόν να αναθεωρηθεί το 32 (προς την κατεύθυνση της άμεσης εκλογής από το Λαό) χωρίς ταυτόχρονα να αναθεωρηθεί και το 30 (και να γίνει «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Βουλή ή από το Λαό») . Για να τεθούν διατάξεις προς αναθεώρηση πρέπει να υπερψηφιστούν και στις 2 συνεδριάσεις. Θα πρέπει αυτές που υπερψηφίστηκαν την πρώτη φορά να υπερψηφιστούν και τώρα. Εκείνες που δεν υπερψηφίστηκαν την πρώτη φορά όπως το αρ.30 δεν μπορούν να τεθούν δεύτερη φορά.

2η Εβδομαδα Τρίτη

4ο Μάθημα

05/03/2019

ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ Με ποιο νομικό τρόπο διαλύεται η Βουλή και προκηρύσσονται εκλογές; (με ποιο νομικό ένδυμα) → με προεδρικό διάταγμα, το οποίο είναι ρυθμιστικού χαρακτήρα , δηλαδή δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα – δεν θεσπίζει κάποιον κανόνα δικαίου (η ωφέλιμη πρακτική συνέπεια σε αυτό είναι ότι το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Βουλής δεν διέρχεται από την επεξεργασία του ΣτΕ). Ερώτηση εξετάσεων : Τι είναι πιο ταχύ να έχουμε ως ρύθμιση; Μία υπουργική απόφαση ή ένα προεδρικό διάταγμα; → η απάντηση εδώ είναι Υπουργική Απόφαση, διότι το προεδρικό (κανονιστικό) διάταγμα πρέπει να διέλθει από μία πρόσθετη διοικητική διαδικασία , που είναι η επεξεργασία από το ΣτΕ. Επεξεργασία έχουμε μόνο για τα κανονιστικού τύπου διατάγματα, αυτά δηλ. που ενσωματώνουν κανόνα δικαίου (άρθρο 95§1 στ. δ Σ.). Τι περιλαμβάνει το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Βουλής (τρία στοιχεία): → Διακηρύσσει τη διάλυση της Βουλής (για όποιον λόγο και αν πραγματοποιείται αυτή, είτε πρόκειται για πρόωρη διάλυση είτε για λήξη της θητείας της) → Προκηρύσσει εκλογές , δηλ προσδιορίζει την ημέρα , η οποία σύμφωνα με την Εκλογική Νομοθεσία είναι πάντα Κυριακή και δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από 30 ημέρες από τη διάλυση της Βουλής. Άρα, εάν σήμερα (5.3.2019) έχουμε το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Βουλής, εκλογές μπορούμε να έχουμε μόνον μέχρι 5.4.2019. Συνήθως εξαντλείται το όριο , είναι δηλ η τελευταία Κυριακή εντός του περιθωρίου των 30 ημερών, ώστε να υπάρχει και ένα περιθώριο προεκλογικής περιόδου. → Συγκαλεί τη νέα Βουλή σε Σύνοδο , σε δήλη ημέρα. Η ημέρα αυτή επίσης δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από 30 ημέρες από τη διενέργεια των εκλογών (άρθρο 41§3 & ερμηνευτική δήλωση του ίδιου άρθρου) Το δεύτερο 30ήμερο δεν μπορεί να εξαντληθεί, όπως το πρώτο. Αντιθέτως, το προεδρικό διάταγμα συνήθως προβλέπει ένα μικρό περιθώριο για τη σύγκληση της νέας Βουλής, της τάξεως των 7-10 ημερών. Γιατί δεν θέλουμε να εξαντλήσουμε αυτό το περιθώριο; Ποιος είναι ο θεσμικός λόγος; [ Προσοχή ! Η απάντηση εδώ δεν είναι ότι «η Χώρα είναι ακυβέρνητη» , διότι η προηγούμενη Κυβέρνηση εξακολουθεί υφισταμένη καθ’όλο τον χρόνο μέχρι τη σύγκληση νέας Βουλής. Η Κυβέρνηση λοιπόν είναι ένα όργανο διαρκές, τεχνικά δεν υφίσταται κανένα νομικό κενό μεταξύ της μίας και της άλλης Κυβέρνησης. Η στιγμή κατά την οποία μεταβιβάζεται η πολιτική εξουσία από μία διακυβέρνηση σε μία άλλη είναι η στιγμή της παράδοσης και της παραλαβής. Η Βουλή λοιπόν μπορεί να μην υφίσταται σε αυτό το χρονικό διάστημα, Κυβέρνηση όμως υπάρχει, και είναι μάλιστα Κυβέρνηση πλήρους πολιτικής αξίας, δηλ μπορεί να λαμβάνει όποια απόφαση θέλει , ανεξαρτήτως του ότι βρισκόμαστε σε μία φάση πολιτικής μετάβασης. Βέβαια, για λόγους πολιτικής ευθυκρισίας, μία τέτοιου είδους Κυβέρνηση θα φροντίσει να είναι κυρίως διεκπεραιωτική, και όχι να δεσμεύει τη Χώρα για το μέλλον (αν και το έχουμε δει και αυτό).] Επανερχόμενοι στην ερώτηση : Θεσμικά, το δεύτερο 30ήμερο δεν μπορεί να εξαντληθεί , διότι αντίκειται ευθέως στο 84§1 Σ. , το οποίο ορίζει ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης εντός 15 ημερών από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού. Η ημέρα συζήτησης προσδιορίζεται από τον ΠτΒ σε συνεννόηση με την Κυβέρνηση κατά το άρ.141ΚτΒ. Εδώ υπάρχει λοιπόν μία εγγενής αντίφαση μεταξύ των δύο προθεσμιών , και για τον λόγο αυτό δεν έχει υπάρξει ποτέ Βουλή που να συγκλήθηκε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο. Συνήθως προβλέπεται σε 10 ημέρες, δηλ. τη μεθεπόμενη των εκλογών Τρίτη. Με τη ψήφο εμπιστοσύνης ολοκληρώνεται η ανάδειξη της Κυβέρνησης.

→ άρθρο 37 Σ. : Προβλέπει με σχεδόν εξαντλητική λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύεται η Κυβέρνηση. Εάν έχουμε απόλυτη μονοκομματική πλειοψηφία, έχουμε διορισμό του Πρωθυπουργού και διορισμό της Κυβέρνησης. Στο άρθρο 37 λειτουργεί ένας πολύ βασικός κανόνας, ο οποίος αποτελεί τη «συναίρεση» της κομματικής δημοκρατίας και του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο κανόνας αυτός είναι ότι τεκμαίρεται ότι οι Βουλευτές, οι οποίοι εξελέγησαν με ένα κόμμα, ανήκουν στο κόμμα αυτό/τεκμήριο ένταξης των Βουλευτών στον πολιτικό σχηματισμό με τον οποίο εξελέγησαν (και επομένως θα παρέχουν την εμπιστοσύνη τους στο κόμμα αυτό). Βεβαίως το τεκμήριο είναι μαχητό. (Π.χ εκλέγεται μία μονοκομματική πλειοψηφία, η οποία έχει 152 Βουλευτές → άρα ο ΠτΔ θα διορίσει Πρωθυπουργό τον αρχηγό του κόμματος. Εάν, μέχρι την προθεσμία του άρθρου 84§1, δύο μέλη του κόμματος έχουν για οποιοδήποτε λόγο αποχωρήσει, δεν θα πάρει ψήφο εμπιστοσύνης η Κυβέρνηση. Αυτό πολιτικά βέβαια είναι εξαιρετικά δύσκολο, διότι είναι πολύ νωπή η λαϊκή εντολή, δυνητικά όμως δεν αποκλείεται η αποχώρηση αυτή, οπότε πλέον και ανατρέπεται το τεκμήριο του 37.) Το ίδιο ισχύει καθ’όλη τη διάρκεια του βίου της Βουλής. Εκείνος ο Βουλευτής που έχει εκλεγεί με ένα κόμμα, παραμένει σε αυτό, και στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος, έως ότου με ρητή του δήλωση αποχωρήσει είτε οικειοθελώς είτε βιαίως. Σήμερα βέβαια τα όρια αυτά είναι λίγο πιο ρευστά. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο του άρθρου 37, εάν έχουμε μονοκομματική πλειοψηφία, αυτό που συμβαίνει πρακτικά είναι : « Κυριακή έχουμε εκλογές, Δευτέρα καλεί ο ΠτΔ τον αρχηγό του κόμματος που έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, τον διορίζει Πρωθυπουργό, και την επόμενη ή μεθεπόμενη ημέρα (Τρίτη ή Τετάρτη) ορκίζεται και η νέα Κυβέρνηση». Ποιο είναι το νομικό ένδυμα με το οποίο διορίζονται ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί; → προεδρικό διάταγμα (για την ακρίβεια, ένα προεδρικό διάταγμα με το οποίο διορίζεται ο Πρωθυπουργός και ένα άλλο με το οποίο διορίζονται οι Υπουργοί = 2 διατάγματα5). Βεβαίως, σε πολλές περιπτώσεις, όταν εκλέγεται μία νέα πολιτική εξουσία (δηλαδή όταν έχουμε έναν νέο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων), η νέα Κυβέρνηση επιθυμεί να αλλάξει και την κυβερνητική δομή (π.χ να συγχωνεύσει κάποια Υπουργεία, να διασπάσει κάποια ή να δημιουργήσει κάποια νέα). Επομένως, στην πραγματικότητα εδώ θα έχουμε 1) προεδρικό διάταγμα με το οποίο διορίζεται ο Πρωθυπουργός, 2) προεδρικό διάταγμα με το οποίο μετατρέπονται οι κυβερνητικές δομές, 3) προεδρικό διάταγμα με το οποίο διορίζονται οι Υπουργοί , έπειτα από πρόταση του Πρωθυπουργού. Τα προεδρικά αυτά διατάγματα διέρχονται από τον προληπτικό έλεγχο του ΣτΕ (άρ. 95§1δ’ Σ.), μολονότι είναι πάρα πολύ αμφίβολο αν είναι κανονιστικού χαρακτήρα (μάλλον ρυθμιστικού είναι). Έτσι κλείνει ο κύκλος διορισμού της Κυβέρνησης, στην περίπτωση που έχουμε μονοκομματική πλειοψηφία. Όταν έχουμε μόνο σχετική πλειοψηφία ενός κόμματος, έχουμε ανάθεση διερευνητικής εντολής. Πρέπει δηλαδή να διερευνηθεί , εάν είναι δυνατόν να υπάρξει πλειοψηφία που να πληροί τις συνταγματικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση Κυβέρνησης. Οι διερευνητικές εντολές αποδίδονται στους αρχηγούς των κομμάτων (άρθρο 37§2Σ.) και είναι συνήθως τρεις, αλλά μπορεί να γίνουν και τέσσερεις, εάν το 3ο και το 4ο κόμμα εξέλεξαν τον ίδιο αριθμό βουλευτών (πάντως τέσσερεις είναι ο ανώτατος αριθμός διερευνητικών εντολών που γίνεται να δοθούν). Στις διερευνητικές αυτές εντολές, θεσμικά έχουμε ένα περιθώριο τριών ημερών (§3), στο οποίο ο φέρων την εντολή θα πρέπει να κάνει ένα «tour» στους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς για να δει κατά πόσο κάποιος από αυτούς ενδιαφέρεται για την πολιτική του πρόταση, ώστε να σχηματισθεί μία συμμαχική Κυβέρνηση και να έχουμε την απαιτούμενη πλειοψηφία. Συνήθως βεβαίως αυτό το 3ήμερο δεν εξαντλείται, διότι ορισμένα κόμματα είτε δεν θέλουν έτσι κι αλλιώς λόγω της φιλοσοφίας τους να κυβερνήσουν (π.χ. το ΚΚΕ) είτε δεν θέλουν να έρθουν σε συζήτηση με τον φέροντα τη διερευνητική εντολή (όπως συνέβη με τη ΧΑ) είτε έχουν βρει τους «πολιτικούς εταίρους» σε ένα προγενέστερο προεκλογικό στάδιο. Μολονότι κατά το Σύνταγμα όλες οι πράξεις του ΠτΔ περιβάλλονται τον τύπο του διατάγματος, η ανάθεση της διερευνητικής εντολής γίνεται με έναν τρόπο εντελώς άτυπο. Πρακτικά, ο ΠτΔ παίρνει τηλέφωνο/καλεί στο Προεδρικό Μέγαρο τον αρχηγό του κόμματος και του λέει «σου δίνω την εντολή». Εάν αποτύχουν οι διερευνητικές εντολές , περνάμε στη δεύτερη φάση συγκρότησης Κυβέρνησης , που είναι η σύσκεψη υπό τον ΠτΔ. Ο ΠτΔ καλεί τους αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων (όχι λοιπόν όλων των κομμάτων που συμμετείχαν στις εκλογές, αλλά μόνον εκείνων που μπορούν να επιδράσουν στη συγκρότηση της Κυβέρνησης) και κατά τη σύσκεψη κάνει διαδοχικώς τρία πράγματα: → Επιχειρεί να διαπιστώσει κατά πόσον μπορεί να υπάρξει μία συναίνεση, έτσι ώστε να υπάρξει βιώσιμη πολιτικά Κυβέρνηση πλήρους θητείας. Εξαντλεί δηλαδή τη δυνατότητα 5

Υποχρεωτική έκδοση και των δύο διαταγμάτων, δεν επιτρέπεται συγχώνευση σε ένα.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος σχηματισμού κανονικής πολιτικής Κυβέρνησης. Αυτό το σημείο είναι και το βασικότερο, διότι δεν είναι το πρώτον επιθυμητή η διαφυγή σε εκλογές. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς: εφόσον δεν ευδοκίμησαν οι διερευνητικές εντολές, γιατί να ευδοκιμήσει η σύσκεψη; Διότι όταν είναι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι, και τίθεται ο καθένας προ των ευθυνών του , λειτουργεί και ένα ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης. Επιπλέον , η σύσκεψη έχει μεγαλύτερες δυνατότητες σε σχέση με τις διερευνητικές εντολές (βλ. σελ. 5 στην ανάλυση του 37§4). → Εάν εξαντληθεί η παραπάνω δυνατότητα, ο ΠτΔ διαλύει τη Βουλή και προκηρύσσει εκλογές. Και εδώ υπάρχουν δύο (διαδοχικά) σενάρια: 1) Θα πάμε σε εκλογές με μία πολιτική Κυβέρνηση , η οποία όμως θα είναι υπηρεσιακή, δηλαδή θα είναι Κυβέρνηση ειδικού σκοπού(άρ.37§3 τελευταίο εδάφιο). Επ’αυτής προΐσταται ένα πολιτικό πρόσωπο. Ο ΠτΔ επιδιώκει τη συναίνεση όλων των κομμάτων της Βουλής για το σχηματισμό της υπηρεσιακής Κυβέρνησης. 2) Εάν όμως δεν συμφωνούν όλα τα κόμματα (ούτε καν τα περισσότερα) , τότε θα οδηγηθούμε σε εκλογές με μία δικαστική Κυβέρνηση (δικαστική, διότι αυτής προΐσταται ένας από τους Προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων). Και στην περίπτωση αυτή ,επιδιώκεται τόσο από τον ΠτΔ όσο και από τον δικαστή – Πρωθυπουργό να υπάρχει ένας πολιτικός πλουραλισμός στη σύνθεση της Κυβέρνησης. Η εκλογική Κυβέρνηση (είτε πολιτική είτε δικαστική) θεσμικά είναι Κυβέρνηση πλήρους θητείας. Έτσι, εάν και στην πραγματικότητα έχει μικρό χρόνο ζωής (το πολύ 30 ημέρες, αφού αυτό είναι το ανώτατο χρονικό περιθώριο από τη διάλυση της Βουλής μέχρι τη διενέργεια εκλογών) , καλείται να αντιμετωπίσει όποια τυχόν ζητήματα προκύψουν μέσα σε αυτό το διάστημα. Π.χ. η υπηρεσιακή Κυβέρνηση Πικραμμένου έπρεπε το 2012 να διαχειριστεί μια μεγάλη κρίση, διότι συνέπεσε χρονικά με την ανάγκη εκπροσώπησης της Χώρας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ενώ ταυτόχρονα βρισκόμασταν σε μεγάλη οικονομική ύφεση. Υπάρχει ωστόσο μία πολιτική δέσμευση, η Κυβέρνηση ειδικού σκοπού να μην προβαίνει σε πράξεις ,οι οποίες δεσμεύουν τη Χώρα.

Τρία επιμέρους θέματα που πρέπει να δούμε: → Ποια είναι η απαιτούμενη πλειοψηφία για να συγκροτηθεί μία Κυβέρνηση; Η παραδοσιακή λογική , επάνω στην οποία έχει στηριχθεί αυτό που ονομάζουμε «αρχή της δεδηλωμένης» , θέλει 151 βουλευτές. Εντούτοις, υπάρχει η διάταξη του άρθρου 84§6 Σ., η οποία φαίνεται να ρυθμίζει τα πράγματα με τρόπο διαφορετικό. Εκεί ορίζεται ότι αρκεί απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 2/5 (120 βουλευτές). Είναι μία διπλή πλειοψηφία: πρέπει να είναι η πλειοψηφία των παρόντων οπωσδήποτε, και αυτή η πλειοψηφία να μην είναι κάτω από 120. Πολιτικά αυτό σημαίνει ότι συγκροτείται μία Κυβέρνηση «ανοχής», διότι εν τοις πράγμασι στηρίζεται στην αποχή ορισμένων πολιτικών δυνάμεων από το Κοινοβούλιο. Π.χ το κόμμα Α έχει 140 , το κόμμα Β έχει 120 και το κόμμα Γ έχει 40 [Βουλευτές/έδρες]. Ρυθμιστής εδώ είναι το κόμμα Γ, διότι με όποιον συνταχθεί , σχηματίζει Κυβέρνηση, πλην όμως αυτό είναι ιδεολογικά αντίθετο σε τέτοιου τύπου πολιτικές συμμαχίες. Από την άλλη πλευρά, επειδή και η μη συμμετοχή στην Κυβέρνηση ενέχει ένα πολιτικό κόστος, δηλαδή εξαιτίας αυτής της αρνήσεως πλήττεται η κυβερνησιμότητα της Χώρας, σκέπτεται το κόμμα Γ : «δεν θα συνταχθώ με κανέναν, αλλά δεν θα εμποδίσω κιόλας να συγκροτηθεί Κυβέρνηση» και άρα απέχει από τη Βουλή κατά την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. Παρόντες εν τέλει θα είναι 260 βουλευτές. Στους 260, εάν θεωρήσουμε ότι όλοι οι Βουλευτές «πάνε πακέτο» με το κόμμα τους, και άρα οι 140 του κόμματος Α υπερψηφίζουν, ενώ οι 120 του κόμματος Β καταψηφίζουν , έχουμε την Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος πλειοψηφία που απαιτείται από το 84§6, δηλαδή πάνω από 120 και ταυτόχρονα απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων. Η Κυβέρνηση αυτή λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης με 140, και άρα μπορεί να σταθεί ως πλήρης Κυβέρνηση , δεν παύει όμως να είναι πολιτικά ευάλωτη, διότι ανά πάσα στιγμή θα εξαρτάται από την ήσσονα Αντιπολίτευση (το κόμμα Γ), η οποία με τις 40 έδρες που διαθέτει θα μπορεί να ασκεί βέτο σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία της Κυβέρνησης. Γιατί προβλέπεται κάτι τέτοιο από το Σύνταγμα; Διότι είναι το τελευταίο δίχτυ ασφαλείας κυβερνησιμότητας της Χώρας. Δίδεται δηλ στο πολιτικό σύστημα ακόμη μία δυνατότητα να μπορέσει να κυβερνηθεί η Χώρα. Κατ’άλλη άποψη αποτελεί αναγνώριση της πολιτικής επιφυλακτικότητας των Βουλευτών, αφού διευκολύνεται η απουσία τους κατά την ψηφοφορία ανάδειξης Κυβέρνησης. Έχει υπάρξει στο παρελθόν μία θέση της συνταγματικής θεωρίας ότι το 84§6 δεν ισχύει στη συγκρότηση της Κυβέρνησης (δηλαδή στην πρώτη ψήφο εμπιστοσύνης μετά τις εκλογές) αλλά μόνο στη διατήρηση (δηλαδή εάν η Κυβέρνηση, στη διάρκεια του βίου της, ζητήσει εκ νέου την εμπιστοσύνη της Βουλής). Ωστόσο , σήμερα παγίως γίνεται δεκτό ότι το 84§6 εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ψήφου εμπιστοσύνης, διότι όταν προκύπτει στο Σύνταγμα τέτοια αμφισημία, και βρισκόμαστε ανάμεσα σε περισσότερες ερμηνευτικές λύσεις, επιλέγουμε την ερμηνευτική εκδοχή που είναι πιο ευνοϊκή για το πολίτευμα. → Μπορούμε να έχουμε έναν εξωκοινοβουλευτικό Πρωθυπουργό, δηλ. έναν Πρωθυπουργό που να μην είναι ταυτόχρονα και Βουλευτής; Άρθρο 37§4 : σε περίπτωση που ο αρχηγός του κόμματος δεν έχει εκλεγεί ή δεν υπάρχει αρχηγός, τότε θα πρέπει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος να μας υποδείξει κάποιον, ο οποίος θα λάβει την εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης / τη διερευνητική εντολή. Από αυτό συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης καταρχήν ήθελε, εκείνος ο οποίος θα λάβει την εντολή, να είναι βουλευτής, διότι καταφεύγουμε στην κοινοβουλευτική ομάδα μόνον εάν ελλείπει ο αρχηγός του κόμματος. Τότε, όμως , πώς είχαμε στην Ελλάδα παραδείγματα εξωκοινοβουλευτικών Πρωθυπουργών (Ζολώτας, Παπαδήμος) ; → διότι αυτοί προέκυψαν στη δεύτερη φάση (της σύσκεψης υπό τον ΠτΔ). Άλλο το ζήτημα του ποιος λαμβάνει την εντολή (1η φάση – αυτός πρέπει να είναι Βουλευτής) και άλλο το ζήτημα της συσκέψεως (2 η φάση) , όπου μπορεί να συμφωνηθεί από τους πολιτικούς αρχηγούς ο οποιοσδήποτε για Πρωθυπουργός. Η δυνατότητα αυτή βρίσκεται στο πλαίσιο του ότι ο ΠτΔ εξαντλεί όλες τις δυνατότητες που έχει να υπάρξει μία βιώσιμη πολιτικά Κυβέρνηση. Γι’αυτό και στη φάση της σύσκεψης υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα απ’ό,τι στις διερευνητικές εντολές , διότι οι αρχηγοί των κοινοβουλευτικών ομάδων μπορούν να συμφωνήσουν και σε ένα τρίτο πρόσωπο, έναν τεχνοκράτη (όπως ο Παπαδήμος). Αυτό δεν είναι πολιτικά παράλογο, διότι, εάν λάβουμε υπόψη ότι μεταξύ του αρχηγού του κόμματος Α και του αρχηγού του κόμματος Β συνήθως υπάρχει έριδα, είναι αναμενόμενο να μην ανεχθεί ο ένας τον άλλον για Πρωθυπουργό. Μπορούν όμως να συμφωνήσουν ότι θα ανεχθούν και οι δύο ένα τρίτο πρόσωπο, εξωκοινοβουλευτικό. → Στην περίπτωση της διερευνητικής εντολής , ποιά πρέπει να είναι η έκταση της απόδειξης ότι υφίσταται πλειοψηφία που μπορεί να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης; Εάν δηλ. υποθέσουμε ότι λαμβάνει διερευνητική εντολή ο αρχηγός ενός κόμματος σχετικής πλειοψηφίας (π.χ. 145-όπως η σημερινή πλειοψηφία), και επιστρέψει στον ΠτΔ και του πει ότι «έχω βρει και 6 βουλευτές ακόμη που θα με στηρίξουν» , τι θα πρέπει να απαιτήσει – αν πρέπει να απαιτήσει κάτι – ο ΠτΔ προκειμένου να τρέψει τη διερευνητική εντολή σε εντολή Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος σχηματισμού Κυβέρνησης; Εδώ έχουν διαμορφωθεί δύο απόψεις. Η μία άποψη είναι ότι ο ΠτΔ, στο πλαίσιο του ρυθμιστικού του ρόλου, θα πρέπει να ζητήσει τουλάχιστον αυτό που λέμε «σαφείς ενδείξεις» (πρακτικά αποδείξεις – π.χ να πάρει ο εκάστοτε Βουλευτής τηλέφωνο τον ΠτΔ και να τον διαβεβαιώσει ότι θα υπερψηφίσει την Κυβέρνηση). Το πρόβλημα αναδεικνύεται όταν ο φέρων τη διερευνητική εντολή επικαλείται τη θετική ψήφο μεμονωμένων βουλευτών , και όχι κόμματος, διότι στην περίπτωση του κόμματος υπάρχει ακριβώς αυτό το τεκμήριο ότι οι βουλευτές «πηγαίνουν πακέτο» με το κόμμα σε ό,τι αφορά στις ψηφοφορίες. Η θεωρία για τις σαφείς ενδείξεις είναι η μάλλον κρατούσα. Η δεύτερη άποψη είναι πιο ελαστική και ορίζει ότι αρκεί ο φέρων τη διερευνητική εντολή να επικαλεστεί ότι πράγματι έχει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Ο ΠτΔ δεν έχει την ευχέρεια να ζητήσει κάτι περαιτέρω, αλλά θα πρέπει να αρκεσθεί σε αυτή τη διαβεβαίωση. Η άποψη αυτή στηρίζεται τόσο στη μορφή του Πολιτεύματος , στο οποίο ο ΠτΔ έχει μία σχετικά αδύναμη θέση, όσο και στο άρθρο 37, σύμφωνα με το οποίο σε όλη τη διαδικασία ανάδειξης Κυβέρνησης, ο ΠτΔ δεν έχει σε κάποια φάση διακριτική ευχέρεια, παρά μόνο στην περίπτωση που καλείται να επιλέξει ποιον θα διορίσει επικεφαλής στη δικαστική Κυβέρνηση που θα οδηγήσει τη Χώρα σε εκλογές. Υπάρχει και μία ωφελιμιστική σκέψη , σύμφωνα με την οποία «δεν έγινε και τίποτα σοβαρό, το πολύ πολύ να χάσουμε 15 ημέρες μέχρι να φτάσουμε στη Βουλή και εκεί να δούμε εάν πράγματι υπάρχει η απαιτούμενη πλειοψηφία». → Τι συμβαίνει όταν παραιτείται η Κυβέρνηση; Ακριβής απάντηση είναι ότι «εξαρτάται», διότι εάν η ίδια Κυβέρνηση έχει παραιτηθεί ή καταψηφισθεί στο παρελθόν , τότε διαλύεται η Βουλή ,σύμφωνα με το άρθρο 41§16, όπου βέβαια ο ΠτΔ θα πρέπει να αξιολογήσει και ένα επιπρόσθετο στοιχείο, ότι η υπάρχουσα κοινοβουλευτική σύνθεση δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα7. Εάν δεν έχει παραιτηθεί ή καταψηφισθεί στο παρελθόν, τότε θα ξεκινήσουμε τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 37 και 38. Πρακτική εφαρμογή με τα σημερινά δεδομένα :145 κοινοβουλευτική ομάδα ΣΥ.ΡΙΖ.Α , η οποία έχει ναι μεν λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά αποφασίζει για δικούς της λόγους να παραιτηθεί. Τι γίνεται; → άρθρο 38§1. Καταρχάς, απαλλάσσει την Κυβέρνηση από τα καθήκοντά της. Στη συνέχεια, δίδει διερευνητική εντολή όχι στον Μητσοτάκη, αλλά στον Τσίπρα, διότι σύμφωνα με το άρθρο 37§2 εδ. β’, η πρώτη διερευνητική εντολή δίδεται στον αρχηγό του κόμματος που έχει τη σχετική πλειοψηφία στη Βουλή, και αυτό το κόμμα εξακολουθεί να είναι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Προσοχή! Δεν κάνουμε την πολιτική σκέψη «από τη στιγμή που ο Τσίπρας σήμερα ούτως ή άλλως έχει την Κυβέρνηση, γιατί να παραιτηθεί και να ξαναπάρει διερευνητική εντολή;» ! ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΝΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΤΣΙΠΡΑ, ΔΕΝ ΠΑΡΑΚΑΜΠΤΟΥΜΕ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ Η ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΕΝΕΧΕΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ. Όταν το Σύνταγμα ρητώς επιτάσσει κάτι, δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική αξιολόγηση της διάταξης. Και επίσης, η διερευνητική εντολή στον Τσίπρα ενέχει τη λογική ότι μπορεί αυτός να θέλει να εναλλάξει τον συνεταίρο του, οπότε παραιτείται και ζητεί την εντολή ώστε να δημιουργήσει συμμαχική Κυβέρνηση με κάποιον άλλον. Κρίσιμο μέγεθος σε αυτή τη διαδικασία είναι η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος (δεν μας ενδιαφέρει το αν η Κυβέρνηση Τσίπρα –πριν την παραίτηση - είχε υπερψηφιστεί ακόμη και από 200 βουλευτές, αλλά μας ενδιαφέρει ποια 6Πάντως,

η ερώτηση «τι συμβαίνει όταν παραιτείται ΜΙΑ Κυβέρνηση», αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για τις εξετάσεις, και είναι λάθος να απαντήσουμε άνευ ετέρου ότι διαλύεται η Βουλή , διότι το 41§1 απαιτεί την παραίτηση/καταψήφιση ΔΥΟ Κυβερνήσεων. Ωστόσο , επειδή η παραιτούμενη Κυβέρνηση μπορεί να έχει παραιτηθεί ξανά ή να έχει καταψηφιστεί στο παρελθόν , και άρα υπάρχει στην πραγματικότητα πιθανότητα διάλυσης της Βουλής, η ορθότερη λύση είναι να καταφύγουμε στο «εξαρτάται». 7 Αποτελεί από τις λίγες περιπτώσεις στο Σ που ο ΠτΔ έχει τέτοια ευχέρεια και δεν δεσμεύεται σε διάλυση.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος είναι γνησίως η δύναμη της κοινοβουλευτικής ομάδας! - πρακτικά οι 145). Είναι διαφορετικό το ζήτημα της ψήφου εμπιστοσύνης από τις διαδικασίες που κινούνται σύμφωνα με το άρθρο 37. Η «σχετική πλειοψηφία» του άρθρου 37 κρίνεται λοιπόν με βάση αυτό το μέγεθος → ποια είναι η δύναμη του κόμματος μέσα στη Βουλή. → Εάν είχαμε μία Κυβέρνηση απόλυτης πλειοψηφίας (π.χ έστω ότι η κοινοβουλευτική ομάδα ΣΥ.ΡΙΖ.Α είχε 151 βουλευτές) θα άλλαζε κάτι στην απάντηση, τι γίνεται σε περίπτωση παραίτησης; → άρθρο 37§3 εδ. γ’. Παρακάμπτουμε όλες τις διερευνητικές εντολές και πηγαίνουμε κατευθείαν στη φάση της σύσκεψης. Υπακούει φυσικά σε πολιτική λογική. Εάν η παραιτούμενη Κυβέρνηση έχει 151 έδρες, πρακτικά αυτό σημαίνει πως ούτως ή άλλως δεν ευδοκιμεί καμία διερευνητική εντολή. Η απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή σημαίνει πρακτικά ότι έχει όχι απλώς την πρωτοβουλία, αλλά το αποκλειστικό προνόμιο να συγκροτεί την Κυβέρνηση ή τέλος πάντων να θέτει βέτο σε οποιαδήποτε άλλη Κυβέρνηση. Στη δε σύσκεψη , μπορεί να βρεθεί μία λύση η οποία θα έχει ως εξής : Έστω ότι η Κυβέρνηση θέλει να παραιτηθεί , μολονότι έχει την απόλυτη πλειοψηφία, διότι δεν μπορεί να διαχειρισθεί πολιτικά το θέμα της οικονομίας. Και θέλει να μπει επικεφαλής της Κυβέρνησης τεχνοκράτης (Παπαδήμος). Παραιτείται λοιπόν η Κυβέρνηση, και έρχεται στη φάση της συσκέψεως η πρόταση από την πλειοψηφία να διορισθεί Πρωθυπουργός εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο (όπως και πράγματι συνέβη στην περίπτωση Παπαδήμου). Εκεί μπορεί να έχει νόημα η παραίτηση, ενόσω κάποιος διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Όταν παραιτείται μία Κυβέρνηση και διορίζεται νέα, το αμέσως επόμενο βήμα είναι η παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. → Τι συμβαίνει στην περίπτωση που δεν παραιτείται η Κυβέρνηση, αλλά παραιτείται μόνο ο Πρωθυπουργός; (πάλι με τα σημερινά δεδομένα, ΣΥ.ΡΙΖ.Α σχετική πλειοψηφία) → άρθρο 38§2εδ. γ’: θα συνέλθει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος και θα αποφασίσει για ένα πρόσωπο μεταξύ των βουλευτών, στο οποίο ο ΠτΔ θα αναθέσει διερευνητική εντολή. Και ξεκινάει εκ νέου η διαδικασία του 37. → Ποια είναι τα εκλογικά συστήματα που ισχύουν στις εθνικές εκλογές, στις ευρωεκλογές και στις εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης ; Εθνικές εκλογές : αυτή τη στιγμή υπάρχουν δημοσιευμένα δύο εκλογικά συστήματα. Το ένα σύστημα είναι αυτό που θα εφαρμοσθεί τώρα, στις εκλογές του ’19, ενώ το δεύτερο εκλογικό σύστημα θα εφαρμοσθεί στις μεθεπόμενες εκλογές, διότι το άρθρο 54§1 Σ. αναφέρει ρητά ότι κάθε νέο εκλογικό σύστημα έχει ισχύ από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός εάν υπερψηφιστεί με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών , οπότε και έχει άμεση ισχύ από τις επόμενες εκλογές (κάτι που δεν συνέβη με το εκλογικό σύστημα που ψηφίστηκε το 2016). Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα γίνουν λοιπόν με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής (το οποίο σημαίνει ότι οι 250 έδρες μοιράζονται αναλογικώς στα κόμματα, σύμφωνα με το ποσοστό που έχει συγκεντρώσει το καθένα στην Επικράτεια και με όριο εισόδου στη Βουλή το 3%, και «πακέτο» 50 έδρες πηγαίνουν στο πρώτο κόμμα). Στις μεθεπόμενες εκλογές θα ισχύσει ένα σύστημα απλής αναλογικής (δηλαδή , αντί για 250, και οι 300 έδρες θα κατανεμηθούν με βάση το ποσοστό του κάθε κόμματος). Π.χ. εάν κάποιο κόμμα συγκεντρώσει ποσοστό 40% , με το μεν σύστημα στις επόμενες εκλογές θα λάβει 150 έδρες (ενισχυμένη αναλογική) , με το δε σύστημα στις μεθεπόμενες εκλογές θα λάβει 120 έδρες (απλή αναλογική). Ο αρχηγός κάθε κόμματος μπορεί να είναι υποψήφιος σε τρεις εκλογικές περιφέρειες, και δεν χρειάζεται σταυρό προτίμησης. Σταυρό προτίμησης επίσης δεν Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος χρειάζονται οι βουλευτές Επικρατείας (εκλέγονται με βάση κατάλογο που φτιάχνει το κόμμα). Τέλος, σταυρό προτίμησης δεν χρειάζονται οι πρώην Πρωθυπουργοί. Αυτοί κατέρχονται σε μία εκλογική περιφέρεια και τεκμαίρεται ότι έχουν πάρει τους σταυρούς όλου του κόμματος. Ευρωεκλογές : απλή αναλογική με όριο 3%, δηλαδή πρακτικά ό,τι ισχύει στις μεθεπόμενες εθνικές. Με μία μεγάλη διαφορά : στις εθνικές εκλογές, οι ψήφοι μετατρέπονται σε έδρες και κατανέμονται σε εκλογικές περιφέρειες, ενώ στις Ευρωεκλογές, όλη η Επικράτεια ορίζεται ως μία εκλογική περιφέρεια. Το όριο του 3% ωστόσο παρέλκει στις Ευρωεκλογές, διότι εκεί δεν τίθεται θέμα κυβερνησιμότητας , όπως στις εθνικές. (Δηλαδή, στις εθνικές εκλογές τίθεται το όριο του 3%, όπως και το «μπόνους» των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, ώστε να είναι πιο εύκολη η ανάδειξη Κυβέρνησης. Στις Ευρωεκλογές όμως δεν υφίσταται τέτοια ανάγκη , οπότε το όριο του 3% έχει εκεί σοβαρό πρόβλημα αντισυνταγματικότητας). Περιφερειακές και δημοτικές εκλογές : Διαστρωμάτωση → πολλές εκλογές σε πολλά επίπεδα. Στον Δήμο έχουμε τον Δήμαρχο, το Δημοτικό Συμβούλιο, και τις Δημοτικές Κοινότητες. Στην πρώτη Κυριακή, με απλή αναλογική , εκλέγονται τα δημοτικά συμβούλια, δηλαδή το εκάστοτε δημοτικό συμβούλιο προκύπτει επί τη βάσει των ψήφων που έλαβαν οι συνδυασμοί. Εάν π.χ στις εκλογές για την Αθήνα 1ος βγαίνει ο Γερουλάνος (30%) , 2ος βγαίνει ο Ηλιόπουλος (20%) και 3ος ο Μπακογιάννης (10%), αυτή η αναλογία 30-20-10 θα απηχεί στον συσχετισμό στο δημοτικό συμβούλιο. Ο Γερουλάνος θα έχει το 30% των δημοτικών συμβούλων κ.ο.κ. Ο Δήμαρχος, εάν δεν εκλεγεί από την πρώτη Κυριακή με 50% +1 , εκλέγεται στη δεύτερη Κυριακή, όπου κι εκεί χρειάζεται 50%+1. Άρα εν τέλει θα έχουμε έναν δήμαρχο ο οποίος θα έχει την απόλυτη πλειοψηφία (εφόσον στη δεύτερη Κυριακή είναι έτσι κι αλλιώς 2 οι υποψήφιοι-οι 2 επικρατέστεροι της προηγούμενης εκλογής), που όμως δεν θα ελέγχει το δημοτικό συμβούλιο, διότι αυτό θα έχει καθορισθεί ήδη από την πρώτη Κυριακή. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης, τις Περιφέρειες.

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Πέμπτη

5ο Μάθημα

07/3/2019

Γιαννακόπουλος Οι κρατικές λειτουργίες υπό το πρίσμα της θεωρίας των νομικών πράξεων Σκοπός είναι στο πλαίσιο μιας αναλυτικής προσέγγισης του κράτους δικαίου να δούμε τις 3 βασικές κρατικές λειτουργίες όπως αυτές που μνημονεύονται στο αρ.26Σ., ήτοι την νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική μέσα από την ανάλυση των πιο βασικών νομικών πράξεων που αντιστοιχούν σε αυτές τις λειτουργίες δηλαδή του τυπικού νόμου, της εκτελεστής διοικητικής πράξης και της δικαστικής απόφασης. Η ανάλυση θα είναι και θεωρητική και πρακτική. Δεν είμαστε ακόμα στον νομικό κόσμο, είμαστε σε αυτόν που αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικότητα και διάφοροι μελετητές-κυρίως φιλόσοφοι, μας έχουν πει πολλά πράγματα μεταξύ των οποίων ένα είναι ενδιαφέρον: η πραγματικότητα αποτελείται από γεγονότα, δηλαδή από πράγματα που συμβαίνουν. Ορισμένα από αυτά τα γεγονότα συνιστούν πράξεις υπό την έννοια ότι είναι συνειδητές δηλώσεις της βούλησης ενός η περισσοτέρων προσώπων. Άλλα Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος από τα γεγονότα δεν είναι πράξεις. Πράξη λοιπόν μπορεί να οριστεί μια συνειδητή δήλωση της βούλησης ενός ή περισσοτέρων προσώπων. Αυτό που είναι σημαντικό, είναι να αντιληφθούμε την πράξη και να την αναλύσουμε στα επιμέρους στοιχεία. Πράξη είναι η ομιλία, η παρακολούθηση, η οδήγηση, να γράφω μια επιστολή, ένα μήνυμα, να αντιλαμβάνομαι επίσης. Κρίσιμο είναι να δούμε τα επιμέρους στοιχεία των πράξεων αυτών. Το 1ο στοιχείο είναι το πρόσωπο, το υποκείμενο της πράξης, αυτός/ αυτή που δρα, που δηλώνει συνειδητά τη βούλησή του. 2ο στοιχείο κάθε πράξης, είναι η διαδικασία παραγωγής της βούλησης του προσώπουμιλάμε για μια λογική διαδικασία, άρα δεν μας αφορούν πράξεις που εκδηλώνονται από πρόσωπα που δεν έχουν καταλογισμό. 3ο στοιχείο το περιεχόμενο της, το αντικείμενό της-είναι μια αιτιολογία, ένα σκεπτικό που διαμορφώνει τη βούληση. Παράλληλα, κάθε πράξη έχει ένα τύπο, ο τρόπος με τον οποίο η πράξη γίνεται αντιληπτή κυρίως από τρίτα πρόσωπα. Μια πράξη μπορεί να είναι προφορική, η δήλωση της βούλησης του προσώπου μπορεί να γίνεται μέσα από ένα γραπτό κείμενο, μπορεί να γίνεται με κινήσεις των χεριών , με νοήματα ή με διάφορους άλλους τρόπους, χρησιμοποιώντας κάποια μηχανή. Υπάρχουν πολλοί τύποι που αντιστοιχούν στις διάφορες πράξεις. Κάθε πράξη έχει επίσης ένα πεδίο εφαρμογής στο οποίο μπορούμε να εντάξουμε τα πρόσωπα, τα πράγματα, τις καταστάσεις, στα οποία αναφέρεται η συγκεκριμένη πράξη. Τέλος, κάθε πράξη έχει ένα σκοπό, την αιτία για την οποία παράγεται- το ποιητικό αίτιο. Έτσι λοιπόν κάθε πράξη μπορούμε να την αναλύσουμε με αυτά τα στοιχεία. Πχ. Ο Οδυσσέας στέλνει ένα μήνυμα στην Πηνελόπη και θέλει να της ζητήσει ένα ραντεβού με sms. Ο Οδυσσέας είναι το πρόσωπο που δηλώνει τη βούλησή του. Υπάρχει μια λογική διαδικασία παραγωγής αυτής της βούλησης- σκέφτεται, αναλύει τη σχέση του με την Π, αποφασίζει ότι θέλει να της ζητήσει ένα ραντεβού. Και το περιεχόμενο είναι αυτό το αίτημα. Το πεδίο εφαρμογής είναι η Πηνελόπη, ενδεχομένως και ο τόπος του ραντεβού ή οτιδήποτε, ανάλογα με το ακριβές περιεχόμενο του μηνύματος. Σκοπός είναι να συναντήσει την Π. Αυτό που συνήθως μας συμβαίνει στην πράξη είναι ότι ταυτίζουμε την κάθε πράξη κάθε δήλωση βούλησης με το αποτέλεσμά της. Συρρικνώνουμε πολλές φορές τη σημασία της πράξης στο αποτέλεσμά της. Εκείνο που είναι σημαντικό το κάνουμε συνήθως αυτόματα-εμπειρικά αλλά δεν το αναλύουμε πάντοτε λογικά, είναι να αντιληφθούμε την πράξη όχι μόνο ως προς το αποτέλεσμά της αλλά ως τη δυναμική αλληλουχία όλων αυτών των επιμέρους στοιχείων. Βλέποντας δηλαδή ένα κείμενο πχ. Μια κλήση στο αυτοκίνητό μας που το είχαμε παρκάρει στραβά, να μην λέμε απλά ένα α! ένα κείμενο- μια κλήση. Αλλά να λέμε ότι κάποιο πρόσωπο, ένας δημόσιος φορέας ακολουθώντας μια διαδικασία, μας επέβαλε ένα πρόστιμο, έγγραφο που αφορά εμάς, τη δυνατότητα να κινείται το αυτοκίνητό μας ή οτιδήποτε άλλο, με σκοπό να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον ή να υπάρχει μια ειδική ή γενική πρόληψη σε σχέση με τη δική μας συμπεριφορά. Ξαφνικά, αναδεικνύοντας από το αποτέλεσμα της πράξης που συνήθως είναι ένα κείμενο ή δύο στα νομικά, τη δυναμική αλληλουχία των επιμέρους στοιχείων ερμηνεύουμε την πράξη και μπορούμε να ελέγξουμε το κύρος της που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κύρος ως γνωστόν των επιμέρους στοιχείων. Ξέρετε αυτό θέλει ένα κύρος γιατί είναι κάτι το οποίο πρέπει να μας απελευθερώσει από τους αυτοματισμούς της εμπειρίας. Ζούμε ουσιαστικά ως αποδέκτες τέτοιων πράξεων και ως ερμηνευτές των πράξεων αλλά το κάνουμε εμπειρικά, ποτέ κανείς δεν κάνει ένα τέτοιο σχήμα για να καταλάβει ένα μήνυμα που δέχεται με sms στο κινητό αλλά αυτή ακριβώς την ερμηνευτική εργασία κάνει έστω και όχι απολύτως συνειδητά, έστω και αυτόματα έστω όχι πολύ σχηματικά- α! οπ! Μήνυμα!Ποιός να στέλνει;Τι θέλει; Τώρα γιατί μου το λέει αυτό και γιατί το έστειλε με μήνυμα και δε με πήρε τηλέφωνο;Κάποιο σκοπό θα έχει! Όλα αυτά έρχονται στο μυαλό μας αλλά ενδεχομένως όχι τόσο σχηματικά. Είναι πολύ σημαντικό αυτά να τα βάλουμε σε μια τάξη γιατί όταν έχουμε νομικές πράξεις δεν επαρκεί η κοινή λογική και η αντίληψή μας με βάση τις κλασσικές αισθήσεις και την κοινωνική εμπειρία. Πρέπει να γνωρίζουμε και ορισμένους κανόνες. Είναι κρίσιμο λοιπόν να περάσουμε Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος από την ταύτιση της πράξης με το αποτέλεσμά της στην αντίληψη της πράξης ως μιας δυναμικής αληθείας αυτών των στοιχείων, δηλαδή να συστηματοποιήσουμε και να αντιληφθούμε το διακύβευμα της ερμηνείας κάθε πράξης. Δεύτερο ζήτημα: Η έννοια της νομικής πράξης. Μπαίνουμε τώρα στον νομικό κόσμο, μας ενδιαφέρουν οι νομικές πράξεις. Οι νομικές πράξεις είναι και αυτές πράξεις όπως όλες οι άλλες, ισχύουν δηλαδή και για αυτές ό,τι είπαμε μέχρι τώρα. Είναι συνειδητές δηλώσεις της βούλησης ενός ή περισσοτέρων προσώπων που αναλύονται σε αυτά τα επιμέρους στοιχεία. Οι νομικές πράξεις έχουν 2 επιμέρους στοιχεία που τις διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες απλές πράξεις- η ειδοποιός διαφορά των νομικών πράξεων: 1) Οι νομικές πράξεις δεν αφορούν μόνο φυσικά πρόσωπα αλλά αφορούν και νομικά πρόσωπα. Νομικό πρόσωπο είναι ένα σύνολο προσώπων ή μια ομάδα περιουσιακών στοιχείων που έρχεται το δίκαιο και τα εκλαμβάνει ως αυτοτελείς οντότητες και τους προσδίδει τη δυνατότητα να είναι φορείς δικαιωμάτων, υποχρεώσεων αλλά και βούλησης, διακριτή από τα επιμέρους πρόσωπα ή τα περιουσιακά στοιχεία που τα αποτελούν. Το νομικό πρόσωπο είναι δηλαδή μια νομική κατασκευή, μια λογική κατασκευή, ένα είδος πλάσματος. Δεν μπορούμε να το βρούμε στη φυσική πραγματικότητα και να το πιάσουμε όπως ένα φυσικό πρόσωπο. Το πιο γνωστό νομικό πρόσωπο που μας αφορά είναι το ίδιο το Κράτος. Δεν μπορείτε να το αντιληφθείτε με τις αισθήσεις σας όπως ένα φ.π αλλά το ξέρετε ως μια λογική-πραγματική κατασκευή. Πώς δηλώνει ένα ν.π τη βούλησή του ώστε να πούμε ότι είναι ένα υποκείμενο μιας πράξης; Εν τέλει κανένας δεν μπορεί να δηλώσει τη βούλησή του αν δεν είναι φ.π. Ακόμα και τα ν.π δηλαδή θα πρέπει τελικώς να ζητήσουν τη βοήθεια κάποιου φ.π για να δηλωθεί μια βούληση. Αυτό δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε, χρειάζεται ένας ενανθρωπισμός, μια ενανθρώπιση. Ακριβώς αυτή είναι η περίφημη οργανική θεωρία. Αναπτύχθηκε στην Γερμανία το 19ο αιώνα και βρίσκεται στην καρδιά ακόμα και της γενικής θεωρίας του Κράτους Δικαίου, βρίσκεται στην καρδιά της σχετικής θεωρίας του κράτους του ν.π. Τα ν.π ως τεχνητές κατασκευές δεν μπορούν να δηλώσουν τη βούλησή τους αλλά έχουν την ανάγκη από ένα ή περισσότερα φ.π τα οποία θα βρίσκονται σε μια ιδιαίτερη σχέση με το ν.π που ονομάζεται οργανική, και τους δίδει τη δυνατότητα- αρμοδιότητα με όρους δημοσίου δικαίου( η εξουσία είναι περισσότερο με όρους ιδιωτικού δικαίου) να δηλώνουν αυτά τη βούληση του ν.π. Αυτή η οργανική θεωρία που είναι και αυτή μια τεχνητή κατασκευή της επιστήμης έχει μέσα της αν θέλετε κάτι το μαγικό. Ξαφνικά κάποιος που είναι φ.π γίνεται ο φορέας της βούλησης μιας άλλης κατασκευής ενός νομικού οργάνου και το πότε λειτουργεί ως αμιγώς φ.π-πότε λειτουργεί ως όργανο κάποιου ν.π δεν είναι εύκολο να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας γι’ αυτό και πολλές φορές έρχεται η έννομη τάξη και του λέει: Ξέρεις, όταν λειτουργείς ως όργανο, θα φοράς μια στολή για να σε καταλαβαίνουν και αν είσαι σε ένα μπαρ με τα ρούχα σου δεν είσαι τίποτα και αν φοράς τη στολή σου είσαι αστυνομικός και όταν την φοράς είσαι εντός υπηρεσίας, κρατάς και όπλο αλλιώς είσαι εκτός υπηρεσίας. Του προσθέτει δηλαδή στοιχεία/διακριτικά γνωρίσματα που τον διαχωρίζουν από το κοινό φ.π.. Διαφορετικά μπορεί να υπάρχει σύγχυση. 2) Τα επιμέρους στοιχεία τους γίνονται αντιληπτά με βάση κανόνες δικαίου και διέπονται από κανόνες δικαίου σε ότι αφορά την εγκυρότητα της συγκρότησης. Τα επιμέρους στοιχεία μιας νομικής πράξης γίνονται αντιληπτά από κανόνες δικαίου. Το ποιος δρα δεν θα μας το πει μόνο μια από τις 5 αισθήσεις μας, θα μας πει ένας κανόνας δικαίου ότι είναι το τάδε πρόσωπο που έχει την αρμοδιότητα- εξουσία να δρα με αυτόν τον τρόπο ή όχι. Σε τελική ανάλυση, αυτό που είπαμε πριν, η στολή του αστυνομικού δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο παρά ένα κανόνα δικαίου ο οποίος μας λέει ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες, το συγκεκριμένο φ.π. λειτουργεί πια ως ένα όργανο και όχι ως κάποιο φ.π. Και δεν αρκεί τελικά η στολή, απαιτείται κανόνας Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος δικαίου για να γίνει αντιληπτό αυτό το στοιχείο στη νομική πράξη γιατί μπορεί να ήμασταν και σε ένα μασκέ πάρτυ που κάποιος είχε ντυθεί αστυνομικός,αυτό δεν τον κάνει όργανο της Ελληνικής Αστυνομίας. Ένας κανόνας δικαίου τον κάνει όργανο που ορίζει πότε θα φορά στολή. Το ίδιο συμβαίνει με όλα τα επιμέρους στοιχεία. Άρα όταν αναλύουμε-ερμηνεύουμε, ελέγχουμε το κύρος ενός επιμέρους στοιχείου μιας νομικής πράξης πρέπει να επικαλούμαστε πάντοτε τον κανόνα δικαίου- κανόνες δικαίου, βάσει των οποίων αυτό το στοιχείο γίνεται αντιληπτό και ελέγχεται ως προς το κύρος του. Αυτό λέγεται υπαγωγή στο νομικό πλαίσιο της ερμηνείας της νομικής πράξης. Αν ερωτηθείτε: Ποιός είναι ο τύπος της συγκεκριμένης νομικής πράξης; Θα πρέπει να απαντήσετε όπως σε κάθε νομική ερώτηση- ο τάδε κανόνας δικαίου προβλέπει αυτό, εν προκειμένω συμβαίνει εκείνο, άρα ο τύπος είναι ο τάδε. Το αρ.93Σ προβλέπει ότι οι δικαστικές αποφάσεις δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση, εν προκειμένω έχω μια δικαστική απόφαση, άρα πρέπει να δημοσιευτεί σε δημόσια συνεδρίαση. Πάντοτε ένας κανόνας δικαίου θα δίνει την απάντηση, κάτι που δε συμβαίνει στις απλές πράξεις. Σκεφτείτε πάλι με τον ίδιο τρόπο, έχετε ένα σιδερένιο κουτί το οποίο έχει 3 φώτα, ένα κόκκινο, ένα πορτοκαλί και ένα πράσινο τα οποία αναβοσβήνουνε με ένα συγκεκριμένο ρυθμό. Στο πλαίσιο γενικά μιας πράξης, αυτό κάλλιστα μπορεί να είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας ως ένα φωτορυθμικό μηχάνημα σε ένα πάρτυ, που αυτός που συντονίζει τη μουσική, βάζει και τα χρώματα να αλλάζουν με ένα συγκεκριμένο ρυθμό, πετυχημένο ή αποτυχημένο. Είναι μια πράξη,δηλώνει τη βούληση αυτού που οργανώνει το πάρτυ, τα φώτα και τη μουσική να εκφράσει κάτι καλλιτεχνικό, κάτι που αφορά τη διασκέδαση με πεδίο εφαρμογής εμάς που είμαστε στο πάρτυ. Το ίδιο ακριβώς μηχάνημα, Σόλωνος και Σίνα, κάνοντας τυπικά την ίδια λειτουργία, επειδή υπάρχει ένας κανόνας δικαίου αποτελεί μια αυτοματοποιημένη διοικητική πράξη, με ρύθμιση της κυκλοφορίας που εντάσσεται στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας και είναι αποτέλεσμα μιας διοικητικής διαδικασίας. Τελικά το φωτορυθμικό από το φανάρι που ρυθμίζει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων δεν διακρίνεται παρά από το γεγονός ότι ως νομική πράξη, ως ρύθμιση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων,ως διοικητική πράξη, γίνεται αντιληπτή και διέπεται από κανόνες δικαίου. Συνοψίζοντας,η νομική πράξη είναι ότι είναι κάθε άλλη πράξη και έχει δύο ιδιαιτερότητες,δεν αφορά μόνο τα φυσικά πρόσωπα, αφορά και νομικά πρόσωπα,δεύτερον κάθε επιμέρους στοιχείο της γίνεται αντιληπτό και διέπεται από κανόνες δικαίου(Ένας κανόνας δικαίου είναι και αυτός μία νομική πράξη όπως ένας τυπικός νόμος όπως μία κανονιστική διοικητική πράξη. Ο κανόνας λοιπόν δικαίου που έχουμε μάθει ότι είναι μία πρόταση που διέπει αναγκαστικά και ετερόνομα την συμπεριφορά των προσώπων αφορά όχι μόνο φυσικά αλλά και νομικά πρόσωπα και γίνεται αντιληπτός και διέπεται από κανόνες δικαίου. Κοιτάξτε αυτήν την λογική πρόταση,αυτό λέγεται αυτοαναφορικότητα του δικαίου, και έχει γίνει αντικείμενο κριτικής θετικής αρνητικής ανάπτυξης τεράστιας ανάλυσης στην θεωρία και στην φιλοσοφία του δικαίου). Παραδείγματα χαρακτηριστικών μονομερών νομικών πράξεων που αφορούν το μάθημα μας. Πριν όμως πάμε σε αυτά, πρέπει λίγο να διευκρινίσουμε το «μονομερών νομικών πράξεων». Αυτό είναι πολύ χρήσιμο στις νομικές πράξεις αλλά ισχύει και για τις πράξεις γενικά. Μπορούν να διακριθούν σε μονομερείς και συμβατικές. Είναι μία διάκριση που στα νομικά και στο Ιδιωτικό δίκαιο και στο Δημόσιο αναγνωρίζεται, είναι κρίσιμη ειδικά στο Δημόσιο δίκαιο. Το κριτήριο για να διακρίνουμε μία πράξη ως μονομερή ή ως συμβατική δεν είναι απλό. Από την μελέτη που έχει κάνει ο κ. Γιαννακόπουλος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κριτήριο είναι μάλλον το ακόλουθο: σε μια μονομερή πράξη έχω τη βούληση ενός ή περισσοτέρων προσώπων Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος που καταρχήν διέπει τρίτα πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις, κατ’εξαίρεσην μπορεί να διέπει και το ίδιο το νομικό πρόσωπο αλλά δεν είναι ο βασικός στόχος. Ο βασικός στόχος είναι να ρυθμιστούν τρίτα πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις. Ένας νόμος που εκδίδει το ν.π του κράτους ορίζει με ποιόν τρόπο 2 Υπουργοί μπορούν να αποφασίσουν από κοινού τη μετάταξη ενός δημοσίου υπαλλήλου. Κατά βάση το ν.π του Κράτους καταρχήν θέλει να ρυθμίσει την κατάσταση του δημοσίου υπαλλήλου. Κατ’ εξαίρεσην, παρεμπιπτόντως, ρυθμίζει και κάτι που αφορά το ίδιο το ν.π του Κράτους, δηλαδή αρμοδιότητες κάποιων Υπουργών, αλλά το βασικό είναι να ρυθμιστούν καταρχήν τρίτα πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις. Στη σύμβασησυμφωνία πρέπει να έχουμε τουλάχιστον τη σύμπτωση της βούλησης 2 προσώπων τουλάχιστον, με σκοπό καταρχήν να ρυθμίσουν την μεταξύ τους σχέση. Παρεμπιπτόντως, κατ’εξαίρεσην αυτό μπορεί να ρυθμίζει τρίτα πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις. Το Ελληνικό Δημόσιο συμβάλλεται με μια εταιρεία Αττική Οδός Α.Ε ρυθμίζοντας τη μεταξύ τους σχέση στο πλαίσιο αυτού που λέμε παραχώρηση του αυτοκινητοδρόμου της Αττικής Οδού και όλως παρεμπιπτόντως μπορούν να ρυθμίζουν και τρίτα πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις πχ. Το ύψος των διοδίων που πληρώνουμε όλοι εμείς οι χρήστες. Όταν έχω σύμβαση, πρέπει το π1 και το π2 εξ ορισμού να βρίσκονται και εδώ. Οι συμβαλλόμενοι πρέπει να ανήκουν στο πεδίο εφαρμογής της πράξης. Γιατί έτσι ρυθμίζεται η μεταξύ τους σχέση. Νομικό πρόσωπο του Κράτους δεν είναι κάτι αντιληπτό με τις αισθήσεις μας, είναι κάτι που δημιουργείται λογικά και αυτό με ένα κανόνα δικαίου, σε μια μαγική στιγμή και αυτή η μαγική στιγμή λέγεται συντακτική εξουσία και Σύνταγμα. Αυτός είναι ο κανόνας δικαίου που δημιουργεί νομικά το Κράτος, όχι κοινωνικά ή πολιτικά αλλά νομικά και τουλάχιστον στη νεωτερικότητα, εκεί όπου το Σ ταυτίζεται με το κράτους δικαίου-το κράτος πρέπει να είναι και κράτος δικαίου όπου η εξουσία γίνεται αρμοδιότητα που περιορίζεται πρωτίστως από θεμελιώδη δικαιώματα που πρέπει να προστατεύονται και οικοδομική μιας ανεξάρτητης δικαστικής αρχής σε αυτό το περίφημο δικαιοκρατικό big bang, το Κράτος διαμορφώνεται ως άθροισμα 3 τουλάχιστον επιμέρους κρατικών λειτουργιών. Έχουμε συνηθίσει να δίνουμε έμφαση στη διάκρισή τους, αλλά για να υπάρχει κρατική ενότητα και Κράτος δικαίου, πρέπει να δούμε και ποιές είναι οι διαδικασίες συνέργειάς τους και όλο αυτό είναι το δημόσιο δίκαιο. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάλυση και η σύνθεση των στοιχείων του Κράτους Δικαίου, και ταυτόχρονα μια διαρκής προσπάθεια αυτό που είναι η αξιακή αφετηρία μας, να υφίσταται και στην πράξη. Δηλαδή το κράτος να είναι κράτος δικαίου. Αυτό έρχεται το Σ και το διακηρύσσει, δεν πάει να πει ότι ισχύει και στην πραγματικότητα, το να υπόκειται σε έλεγχο η κρατική εξουσία, να γίνονται σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι διεθνείς διαδικασίες που προβλέπει το Σ. Όλα αυτά να λειτουργούν αποτελεσματικά υπό την εγγύηση ενός ανεξάρτητου δικαστή είναι το ζητούμενο αλλά δεν είναι πάντοτε το δεδομένο. Και όπως έχετε εμπειρία ήδη, πάντοτε υπάρχουν αντίρροπες δυνάμεις, πολύ ισχυρές, που αρνούνται και την αρχή της νομιμότητας και της συνταγματικότητας, δηλαδή τον περιορισμό της δημόσιας εξουσίας ή και τη δυνατότητα του δικαστικού ελέγχου της δράσης της δημόσιας εξουσίας. Άρα είμαστε σε ένα συνεχή αγώνα να εδραιώσουμε αυτό που διακηρύσσει το Σ. Αρ.26Σ- διάκριση των κρατικών εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαιοδοτική), και σε κάθε μια από αυτές τις κρατικές λειτουργίες του ίδιου ν.π του κράτους, μπορούμε να εντάξουμε μια σειρά από νομικές πράξεις,τον τυπικό νόμο, την απλή διοικητική πράξη και την δικαστική απόφαση κυρίως απόφαση των διοικητικών δικαστηρίων. Τυπικός νόμος Η πράξη του νομοθετικού οργάνου. Το νομοθετικό όργανο εκδίδει πολλές πράξεις- μπορεί να εκλέγει ΠτΔ, μπορεί να αναθεωρεί το Σ. Εμάς μας ενδιαφέρει μια συγκεκριμένη νομοθετική Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος πράξη που είναι ο τυπικός νόμος. Τυπικός είναι ο νόμος που ψηφίζει η Βουλή. Είναι μια δήλωση βούλησης προσώπου που εμφανίζει όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία. Πρόσωπο που δρα είναι το Ελληνικό Δημόσιο δια του οργάνου του που λέγεται Βουλή-αποφασιστικό όργανο (σημαντικό το αρ.73). Ο ΠτΔ δεν μπαίνει εδώ ώστε να είναι διαμορφωτής της βούλησης του ν.π του κράτους γιατί σύμφωνα με το αρ.42 παρ.1 δεν κυρώνει, αλλά μόνο δημοσιεύει πλέον τους νόμους (και αυτό μάλλον εντάσσεται στον τύπο της πράξης). Οι αρμοδιότητες του είναι μέχρι τον τύπο του νόμου. Όλο αυτό λέγεται νομοπαραγωγή, εδώ βάζουμε όλους τους κανόνες και τις αρχές που την αφορούν και βρίσκονται στο Σ και στον κανονισμό της Βουλής.

*S.O.S Έχουν αιτιολογία οι τυπικοί νόμοι; Έχουμε ένα κανόνα δικαίου που εισάγει την προβληματική της αιτιολογίας των νόμων. Άρα πρέπει να είναι αιτιολογημένη με βάση αυτόν τον κανόνα δικαίου. Αν αυτός ο κανόνας οδηγεί σε πλήρη δικαστικό έλεγχο ή αν συνιστά internum της Βουλής που δεν ελέγχεται, δικαστικά είναι ένα άλλο ζήτημα. Αυτή την αιτιολογία πού την βρίσκουμε; Άρ.74§1Σ. Βρίσκω την αιτιολογία στην αιτιολογική έκθεση και στα πρακτικά της Βουλής. Είναι υποχρεωμένος ο νομοθέτης να αιτιολογεί τους νόμους υπό την έννοια ότι αν δεν το κάνει αυτό συνιστά αυτοτελή λόγο αντισυνταγματικότητας; Πρέπει ο νομοθέτης αν η αιτιολογία του νόμου δεν προκύπτει σαφώς από τη λογική και την κοινή πείρα, να μας έχει πει κάτι στο κείμενο του νόμου ή στην αιτιολογική έκθεση που να συνιστά αιτιολογία της απόφασής του. Αν δεν το έχει κάνει είναι αντισυνταγματικός και δεν προχωράω σε κανέναν έλεγχο. Δεν είναι δική μου δουλειά λέει ο δικαστής να ψάχνω να βρω γιατί ο νομοθέτης αποφάσισε το τάδε. Έτσι πυκνώνει λοιπόν κανονιστικότητα της υποχρέωσης αιτιολογίας των τυπικών νόμων σε ορισμένους τόπους, δεν είναι σίγουρο ότι έχουμε φτάσει σε μια ένταση αυτής της κανονιστικής πύκνωσης ώστε να μιλάμε για γενική αρχή υποχρέωσης του νομοθέτη να αιτιολογεί τις πράξεις όπως αντίστοιχα ισχύει στις διοικητικές πράξεις (εξασθενούν στη διάκριση τυπικού και ουσιαστικού νόμου). Περιεχόμενο τυπικού νόμου Να επιβάλλει φόρο, να αναγνωρίζει δικαιώματα, να συγκροτεί διοικητικά όργανα, να είναι στην κατασταλτική διοίκηση, να οργανώνει διοικητικώς την παροχή δικαστικής προστασίας. Ο τύπος του νόμου είναι ένα γραπτό κείμενο που δημοσιεύεται στην ΦΕΚ και το εκδίδει και το δημοσιεύει ο ΠτΔ (άρ.42§1Σ.). Το πεδίο εφαρμογής του νόμου μπορεί να έχει ποικίλο περιεχόμενο- να αφορά πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, φ.π., ν.π., αντίστοιχα πλούσιο με το περιεχόμενο του. Ποιός είναι ο σκοπός του τυπικού νόμου; Ποιός τον καθορίζει; Καθορίζεται από τον ίδιο τον νομοθέτη ο οποίος μπορεί να κάνει ό,τι δεν απαγορεύει το Σ, δηλαδή ο νομοθέτης πρέπει να υλοποιεί συνταγματικούς σκοπούς ( Παραδοσιακή αντίληψη)/ Υπερτονισμός λαϊκής κυριαρχίας. Καταρχήν ελευθερία, κατ’εξαίρεσην περιορισμό από Σ. Θεωρεί ότι περίπου ο νομοθέτης έχει ένα είδος ελευθερίας παρόμοιο με την ελευθερία του Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος δικαίου που έχουν τα φ.π. Τα διοικητικά όργανα, τα κρατικά, το δημόσιο κάνουν μόνο όσα ο νόμος έχει εκ των προτέρων προβλέψει. Δεν υπάρχει ελευθερία, υπάρχει απλά αρμοδιότητα. Στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, όλα τα κρατικά όργανα, και ο νομοθέτης, και ο αναθεωρητικός νομοθέτης, είναι συντεταγμένα όργανα που έχουν αρμοδιότητες, δεν έχουν εξουσία. Άρα κάνουν αυτό που τους επιβάλλει ένας προγενέστερος κανόνας, το Σ. Κατά κανόνα η αρμοδιότητα του νομοθέτη είναι διακριτική ευχέρεια. Το ίδιο το Σ δεν δεσμεύει καταρχήν τον νομοθέτη. Όμως υπάρχουν και διατάξεις του Σ που δεν επιτρέπουν να πούμε ότι πάντοτε υφίσταται ελευθερία. Υπάρχει μάλιστα και δέσμια αρμοδιότητα-κατ’εξαίρεσην. Πχ. Ο νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να ψηφίζει τους οργανωτικούς νόμους για να μπορούν να λειτουργήσουν όργανα που θεσπίζει το Σ/ Δέσμια βάση κανόνων ευρωπαϊκού δικαίου -άμεση εφαρμογή Κανονισμών Ευρωπαϊκής Ένωσης λ.χ.- που καθιστά τους εθνικούς νομοθέτες σχεδόν διοικητικά όργανα. Η προσπάθεια να υπαχθούν και οι πράξεις του νομοθέτη που είναι φορέας λαϊκής κυριαρχίας ή ακόμα και το αναθεωρητικού νομοθέτη στους κανόνες του Σ δεν είναι δεδομένη. Υπάρχει ακόμα αντίρρηση, δεν έχουμε καταλήξει σε μια ενιαία άποψη. Διοικητική Πράξη Εκτελεστική λειτουργία λέγεται γιατί εκτελεί τη βούληση του ν.π. που έχει διατυπωθεί με τον τυπικό νόμο. Στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας εκδίδονται πάρα πολλές μονομερείς πράξεις. Η πιο χαρακτηριστική αυτή με την οποία ένα διοικητικό όργανο δηλώνει τη βούληση του προσώπου κατά τρόπο ώστε να θεσπίζεται νομικός ή απρόσωπος δεσμευτικός κανόνας δικαίου είναι η λεγόμενη εκτελεστή διοικητική πράξη (εν στενή έννοια). Εδώ δρα ένα ν.π. που έχει την αρμοδιότητα να εκδίδει δ.π., το ν.π. του κράτους και έχουμε όργανα αρμόδια για την εκτελεστική λειτουργία (άρ.26Σ), ΠτΔ, Κυβέρνηση. Το κράτος οργανώνεται με βάση τη αποκεντρωτικό σύστημα (άρ.101Σ) και σημαίνει ότι εκτός από τα κεντρικά όργανα υπάρχουν και όργανα περιφερειακά με τουλάχιστον κάποια αποφασιστική και γνωμοδοτική αρμοδιότητα. Όργανα με αρμοδιότητα που εκτείνεται σε όλη την επικράτεια λέγονται κεντρικά. Όργανα που έχουν αρμοδιότητα που εκτείνεται σε τμήμα της επικράτειαςπεριφέρεια λέγονται περιφερειακά. Δεν υπάρχει ν.π. χωρίς κεντρικά όργανα γιατί κάποιος πρέπει να συντονίζει τα περιφερειακά αλλά και επειδή υπάρχουν όργανα που εξ’ορισμού ανήκουν σε όλη την επικράτεια π.χ. εθνική άμυνα. Αν υπάρχουν περιφερειακά όργανα με κάποια αποφασιστική αρμοδιότητα έχουμε αποκεντρωτικό σύστημα. Αυτό διαβαθμίζεται ανάλογα με την κατανομή των αρμοδιοτήτων σε περιφερειακά ή κεντρικά, έχουμε έντονη ή λιγότερο έντονη αποκέντρωση. Όποια αποκέντρωση και να έχουμε, πάλι πρέπει να έχουμε κεντρικά όργανα. Στην κεντρική διοίκηση τα όργανα του κράτους είναι αυτά που συνδέονται με τον ΠτΔ ή την Κυβέρνηση. Με τον ΠτΔ δεν συνδέονται άλλα όργανα, αλλά με την Κυβέρνηση συνδέονται τα Υπουργεία και είναι οι κλάδοι της διοίκησης. Κάθε Υπουργείο έχει μια συγκεκριμένη ιεραρχική δομή. Όλα αυτά τα όργανα συνδέονται μεταξύ τους με μια ιεραρχική δομή και υπάρχει ο ιεραρχικός έλεγχος-ο καθένας να δίνει εντολή στον κατώτερο και δεν επιτρέπεται υποκατάσταση. Κάποιες φορές αποφασίζεται να δημιουργηθούν κάποιες υπηρεσίες με μια σχετική αυτοτέλεια οργανωτική, διοικητική (αυτοτέλεια προς τους υπαλλήλους που ανήκουν στην υπηρεσία και δημοσιονομικούς προς τον προϋπολογισμό) . Έτσι δημιουργούνται αυτοτελείς υπηρεσίες υπαγόμενες σε αυτό το μοντέλο αλλά λίγο διακριτές π.χ.ΦΕΚ αλλά ανήκουν πάντοτε στο ν.π. του κράτους. Μια άλλη διαβάθμιση της αυτοτέλειας είναι όταν καταργείται ο ιεραρχικός έλεγχος και τότε έχουμε ανεξάρτητη αρχή η οποία εντάσσεται στο ν.π του κράτους, οι πράξεις καταλογίζονται σε αυτό και ελέγχονται από τα αρμόδια δικαστήρια. Αν τώρα ένα κομμάτι της διοικητικής ύλης έχει τέτοιον βαθμό αυτοτέλειας που κρίνεται ότι πρέπει να οργανωθεί από τον νομοθέτη ως διακριτό ν.π περνάμε Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος στην αυτοδιοίκηση της οποίας βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι είναι άλλο ν.π. Ενώ η αποκέντρωση είναι στο ίδιο ν.π, και δημιουργούνται δορυφόροι αποκεντρωμένων ν.π που συνιστούν την δημόσια διοίκηση και μπορούν να οργανώνονται ως ν.π δημοσίου δικαίου (πανεπιστήμια, άρ.16§5Σ) ή ιδιωτικού δικαίου είτε σε Ο.Τ.Α (αρ.102Σ) είτε καθ’ύλην – απόσπαση διοικητικής ύλης και δημιουργία ενός μορφώματος- π.χ. Κοινωνική ασφάλιση και Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Και έχουμε την υπό ευρεία έννοια δημόσια διοίκηση που περιλαμβάνει κράτος και ν.π.δ.δ ή τον ευρύτερο τομέα ν.π.ι.δ. Όλος αυτός ο γαλαξίας του κράτους με γύρω γύρω τους δορυφόρους αποκτά ενότητα(συγκρατεί τα αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα με το κράτος με δεσμούς που λέγονται εποπτεία). Εποπτεία ενός εσωτερικού ιεραρχικού ελέγχου σε σχέση με την αυτοδιοίκηση- προληπτική, κατασταλτική σε πρόσωπα, σε πράξεις, της νομιμότητας και της σκοπιμότητας. Έκταση εποπτείας κειμενώμενη. Σύμφωνα με το Σ τα αυτοδιοικούμενα ν.π που υπάγονται στη χαλαρότερη μορφή εποπτείας- πληρέστερη γραμμή αυτοδιοίκησης, ελεύθερη πρωτοβουλία είναι τα Πανεπιστήμια (άρ.16§5Σ, κατασταλτική εποπτεία νομιμότητας).

Παρασκευή

6ο Μάθημα

08/3/2019

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ- Εκτελεστή διοικητική πράξη – εκτελεστική λειτουργία Υποκείμενο που δρα : το Κράτος ή οποιοδήποτε άλλο αυτοδιοικούμενο ν.π που ανήκει στη Δημόσια Διοίκηση εφόσον έχει την αρμοδιότητα έκδοσης διοικητικών πράξεων. Εδώ μπορούμε να εντάξουμε όλους τους κανόνες δικαίου που διέπουν την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης Διαδικασία παραγωγής της βούλησης : εδώ εντάσσονται οι διάφορες μορφές συνεργασίας διοικητικών οργάνων , καθώς και οι μορφές συμμετοχής του διοικουμένου ( προηγούμενη ακρόαση, διαβούλευση , άσκηση διοικητικών προσφυγών ) . Τελικό στάδιο της διαδικασίας παραγωγής της βούλησης είναι η αιτιολογία, η οποία έχει τη συγκρότηση δικανικού συλλογισμού. Περιεχόμενο : Εδώ εντάσσονται οι διακρίσεις των διοικητικών πράξεων (κανονιστικές – ατομικές , ευμενείς – δυσμενείς , θετικές – αρνητικές κλπ) . Υπάρχουν, ωστόσο , και πράξεις που δεν ανήκουν σαφώς στη μία ή στην άλλη κατηγορία. Σε αυτή τη «γκρίζα ζώνη» ελέγχουμε τη σκοπιμότητα της πράξης . Τύπος : συνήθως η διοικητική πράξη είναι ένα κείμενο ( άλλοτε δημοσιευτέο και άλλοτε όχι ) , μπορεί όμως να είναι και προφορική ή ακόμη και αυτοματοποιημένη (π.χ το φανάρι που ρυθμίζει την κυκλοφορία). Πεδίο εφαρμογής : Πρόσωπα, πράγματα (πραγματοπαγής διοικητική πράξη –η πράξη κατεδάφισης ενός ακινήτου) , καταστάσεις / έννομες σχέσεις Σκοπός : είναι πάντοτε γενικού (δημοσίου) συμφέροντος και εξειδικεύεται από τον εξουσιοδοτικό νόμο. Εάν ένα διοικητικό όργανο δρα παρά τις επιταγές του νόμου, έχουμε κατάχρηση εξουσίας. Τα παραπάνω συνοψίζουν τα περιεχόμενα ενός εγχειριδίου Γενικού Διοικητικού Δικαίου. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Εκτελεστή διοικητική πράξη → παράγει άμεσα τα αποτελέσματά της, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο άλλο όργανο / κάποια άλλη πράξη Τεκμήριο νομιμότητας → η διοικητική πράξη παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της , μέχρι να ανακληθεί από το όργανο που την εξέδωσε ή να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Διαφορά γνώμης και πρότασης: η πρόταση υποβάλλεται με πρωτοβουλία του προτείνοντος οργάνου, ενώ η γνώμη διατιπώνεται ύστερα από ερώτημα του αποφασίζοντος οργάνου. Αν η πρόταση δεν υποβληθεί, το προτείνον όργανο δεν μπορεί να εκδώσει την διοικητική πράξη. Μπορεί να αποκρούσει την πρόταση με ειδική αιτιολογία, οπότε απέχει από την έκδοση της πράξης χωρίς τούτο να αποτελεί παράλειψη ή άρνηση οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Δεν μπορεί να τροποποιήσει, δηλαδή να εκδώσει πράξη με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που ορίζει η πρόταση. Αν η γνώμη είναι απλή, τότε δεν δεσμεύει το αποφασίζον όργανο. Δέσμευση υπάρχει μόνο στην περίπτωση που απαιτείται σύμφωνη γνώμη. Τί συμβαίνει αν εκδοθεί ΚΔΠ με σκοπό διαφορετικό από αυτόν που προβλέπεται στο νόμο ή για σκοπό ιδιωτικό; Το όργανο που εκδίδει μια τέτοια ΚΔΠ προβαίνει σε κατάχρηση εξουσίας και θεμελιώνεται λόγος ακύρωσης κατά το άρθρο 48 ΠΔ 18/1989. Δεν μπορούμε άνευ ετέρου να αποφανθούμε ότι μία πράξη είναι διοικητική ,με μόνο κριτήριο το ότι προέρχεται από όργανο της Δημόσιας Διοίκησης, διότι πλέον παρατηρείται μία τάση ιδιωτικοποίησης της δράσης της Διοίκησης, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ξεφεύγουμε από την αρχή της νομιμότητας. Πώς λοιπόν καταλαβαίνουμε αν μία πράξη είναι διοικητική /ποιά είναι τα κριτήρια για να χαρακτηρίσουμε μία πράξη ως διοικητική; •

•

•

Το οργανικό κριτήριο, το οποίο μάλιστα έχει και συνταγματική κατοχύρωση στο άρθρο 95§1 στ. α΄ Σ. (ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών). Η πράξη δηλ. θα πρέπει να προέργεται από το κράτος, από ΝΠΔΔ, από διφυές ν.π., κλπ. Κατ’ ουσίαν ,όμως, το κριτήριο χαρακτηρισμού μίας πράξης ως διοικητικής μόνον συνεκδοχικά είναι οργανικό ,διότι στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετο και ενέχει και άλλες παραμέτρους ( τα ερωτήματα → Ποιός εξέδωσε την πράξη; Πώς (με τί μέσα) ; Για ποιόν σκοπό; ) Κριτήριο της νομολογίας : Πρέπει να ισχύει και το τυπικό κριτήριο, που συνδέεται με τα μέσα δράσης. Εδώ υπάρχει η έννοια της άσκησης δημόσιας εξουσίας ( όπου εξουσία → η κυριαρχία της βούλησης ενός προσώπου στη βούληση κάποιου άλλου , άρα δημόσια εξουσία → η κυριαρχία της βούλησης του δημοσίου προσώπου που δρα , στη βούληση των αποδεκτών της πράξης ) . Ο διοικούμενος δεν συμπράττει στη διαμόρφωση της βούλησης της Διοίκησης, αλλά το πολύ πολύ να συμμετέχει (π.χ προηγούμενη ακρόαση). Πρέπει να ισχύει και ένα τρίτο κριτήριο , το λειτουργικό. Συνδέεται με το περιεχόμενο, αλλά πρωτίστως με τον σκοπό της πράξης. Όλες οι πράξεις της Διοίκησης εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και άμεσο δημόσιο σκοπό. Ο άμεσος δημόσιος σκοπός, πρακτικά είναι : α) σε ένα αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο, ο σκοπός για τον οποίο ιδρύθηκε ( δηλ. αν ο ΕΦΚΑ εκδίδει μία πράξη, σχετική με τον λόγο για τον οποίο ιδρύθηκε ,που είναι η κοινωνική ασφάλιση, τότε αυτή η πράξη εξυπηρετεί άμεσο δημόσιο σκοπό εξ ορισμού). Εάν δεν έχουμε μία τέτοια περίπτωση , βρισκόμαστε είτε β) στην περίπτωση του νομικού προσώπου του Κράτους, που δεν έχει συγκεκριμένο σκοπό είτε γ) σε κάποιον άλλο σκοπό, που θα πρέπει να προκύπτει από την ειδική διάταξη που προβλέπει την έκδοση της κάθε πράξης.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Για να είναι διοικητική μία πράξη, θα πρέπει τα κριτήρια να υπάρχουν σωρευτικά. Ωστόσο , υπάρχουν και οριακές περιπτώσεις , όπου δεν είναι εύκολος ο διαχωρισμός (οι λεγόμενες «δύσκολες υποθέσεις»). Π.χ έχω μία σύμβαση ενός δημόσιου ψυχιατρείου (ΝΠΔΔ) ,που εφαρμόζει τον Κώδικα Προμηθειών (δηλαδή ισχύει το τυπικό κριτήριο) , για την αγορά κλινοσκεπασμάτων και εξοπλισμού για την τραπεζαρία. Εξυπηρετείται άμεσος δημόσιος σκοπός; Το ΣτΕ σε αυτή την απόφαση διχάστηκε, διότι οι μεν είπαν ότι δεν υπάρχει άμεσος δημόσιος σκοπός, διότι ο «σκληρός πυρήνας» της δημόσιας υγείας είναι π.χ ακτινογράφοι, ενέσεις , φάρμακα και όχι το ξενοδοχειακό υλικό, η δε μειοψηφία απεφάνθη ότι η ύπαρξη τέτοιου υλικού, ιδίως σε ένα ψυχιατρείο , είναι εξίσου σημαντική ( ότι δηλ. και το ψυχολογικό κομμάτι αποτελεί στοιχείο της Δημόσιας Υγείας ). Πρόσωπο που δρα : το Κράτος, δια των αρμοδίων κατά το Σύνταγμα οργάνων, δηλ. τα Δικαστήρια. Διαδικασία παραγωγής της βούλησης : δικαστική απόφαση. Εδώ εντάσσονται οι κανόνες του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ,το π.δ. 18/1989 για τη διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, αλλά και τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος. Η διαδικασία εκκινεί μόνο με αίτηση του διοικουμένου (αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας) – δεν επεμβαίνει αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο. Είναι ένδικο βοήθημα, αν αφορά κάποια διοικητική πράξη ή ένδικο μέσο, αν αφορά προηγούμενη δικαστική απόφαση. Έχει τη μορφή δικανικού συλλογισμού [μείζων πρόταση – ελάσσων πρόταση (τι έπραξε η Διοίκηση, διότι αυτή είναι εδώ ελεγχόμενη) – υπαγωγή/συμπέρασμα]. Διακρίσεις των ενδίκων βοηθημάτων (ανάλογα με το περιεχόμενό τους) : → αναγνωριστικά : αναγνωριστική αγωγή (μόνο για χρηματικές αξιώσεις). Ωστόσο , έχει διαπλαστεί στη νομολογία και η εξής εξαιρετική περίπτωση : επί αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά ανυπόστατης διοικητικής πράξης, η οποία είναι καταρχήν απαράδεκτη (διότι η ανυπόστατη πράξη δεν υφίσταται καν στο νομικό κόσμο) , το Δικαστήριο μπορεί να την ακυρώσει, υπό την έννοια της αναγνώρισης του μη υποστατού της, στο μέτρο που έχει εφαρμοστεί , για λόγους ασφάλειας δικαίου. → καταψηφιστικά : καταψηφιστική αγωγή (μόνο για χρηματικές αξιώσεις) → διαπλαστικά : αίτηση ακυρώσεως, προσφυγή ουσίας (άρθρα 63 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), ανακοπή ( π.χ στην περίπτωση των διαφορών του ΚΕΔΕ), ένσταση (π.χ. στην περίπτωση των εκλογών ΟΤΑ), και η υπαλληλική προσφυγή ενώπιον του ΣτΕ (άρ.103§4Σ.-κατά πράξεων συλλογικών οργάνων≠πράξεις μονομελών πάνε στο ΔΕφ βάσει του Ν.702/77). Περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης: κατ΄αντιστοιχία με το είδος του ενδίκου βοηθήματος που ασκείται, οι δικαστικές αποφάσεις είναι αναγνωριστικές / καταψηφιστικές / διαπλαστικές. Τύπος : 93§3 Σ. Απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Πεδίο εφαρμογής : Πρόσωπα / πράγματα / καταστάσεις. Σκοπός : Τήρηση της αρχής της νομιμότητας και της συνταγματικότητας ( άρθρο 20§1 Σ.) .

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Τα παραπάνω συνοψίζουν την ύλη της Διοικητικής Δικονομίας. Προσωρινή δικαστική προστασία : το σύνολο των κανόνων, που διασφαλίζουν ότι, ενόσω διαρκεί η δίκη, δεν θα επέλθει ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη στα επίδικα δικαιώματα και συμφέροντα. Ποιο σκεπτικό ακολουθούμε για να διαπιστώσουμε σε ποιο Δικαστήριο και με ποιο ένδικο βοήθημα πρέπει να ζητήσουμε οριστική δικαστική προστασία (άρα και προσωρινή); → 1ο στάδιο : ελέγχουμε εάν υπάρχει διαφορά (διατάραξη μίας έννομης σχέσης / κατάστασης) . → 2ο στάδιο : ενδέχεται η απάντηση στο ερώτημα σε ποιο δικαστήριο πρέπει να υπαχθεί η διαφορά, να προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα. Ελέγχουμε δηλαδή εάν υπάρχει ειδική δικονομική διάταξη (π.χ υπαλληλική προσφυγή στο ΣτΕ, δημοψήφισμα στο ΑΕΔ, διαφορά ως προς τη φορολογία ή τους μισθούς δικαστικών λειτουργών με ευρύτερες συνέπειες σε μεγάλο κύκλο προσώπων στο Μισθοδικείο). → 3ο στάδιο : εάν δεν προκύπτει απευθείας από κάποια ειδική διάταξη του Συντάγματος. Άρθρο 94. Οι διοικητικές διαφορές στα διοικητικά Δικαστήρια και οι ιδιωτικές στα πολιτικά, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Το κρίσιμο είναι ποιος προκάλεσε τη διαφορά. Εάν την προκάλεσε το Δημόσιο (ΝΠΔΔ, διφυές ν.π.) με μέσα άσκησης δημόσιας εξουσίας και για άμεσο δημόσιο σκοπό , η διαφορά είναι διοικητική. Εδώ υπάρχει και ένα δευτερεύον (νομολογιακό) κριτήριο, αυτό της «υποκείμενης αιτίας». Αν η υποκείμενη αιτία είναι δημόσια σχέση (π.χ ο διοικούμενος οφείλει χρήματα στην Εφορία) και άρα τίθεται σε εφαρμογή η διαδικασία του ΚΕΔΕ, η διαφορά είναι διοικητική. Αν, όμως, ο διοικούμενος οφείλει χρήματα στο Δημόσιο από τη διαχείριση της ιδιωτικής του περιουσίας (π.χ οφείλει μισθώματα για ακίνητο του Δημοσίου), η διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου. → 4ο στάδιο : εάν θα αχθεί η διαφορά ενώπιον του ΣτΕ ή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Διάκριση των διοικητικών διαφορών σε ακυρωτικές και ουσίας. Στις ακυρωτικές διαφορές ελέγχεται η νομιμότητα της πράξης, όχι όμως και η ουσία (δηλ. η συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων). Η διάκριση προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα, στα άρθρα 94 και 95. Για να καταλάβουμε όμως για ποιο λόγο υφίσταται η διάκριση , είναι χρήσιμη μια ιστορική αναδρομή. Εμείς έχουμε μιμηθεί ένα σύστημα γαλλικό, όπου όλα ξεκίνησαν από την προσπάθεια να ελεγχθεί ο μονάρχης. Ο πρώτος λοιπόν έλεγχος ο οποίος ήταν νοητός, ήταν έλεγχος περιορισμένης νομιμότητας και ήταν αυτός της κατάχρησης εξουσίας ( « κάνε ό,τι θέλεις, αλλά για τον σκοπό που έστω κι εσύ ο ίδιος έχεις πει ότι πρέπει να δρας » ) . Σιγά σιγά, όταν είτε ο μονάρχης παραχωρεί Σύνταγμα είτε αυτό επιβάλλεται από τη Δημοκρατία , υπήρχε μία προώθηση του ακυρωτικού ελέγχου ( με την έννοια ότι ήταν αδιανόητο ο δικαστής να ελέγξει τη δημόσια εξουσία στην ουσία της ) . Με την εγκαθίδρυση της συνταγματικής δημοκρατίας , οι αντιπρόσωποι του Λαού αποφασίζουν ότι ο δικαστής θα ελέγχει και την ουσία, όσον αφορά στο σημαντικότερο ζήτημα στη Βουλή,που είναι ο προσδιορισμός των φόρων (θα υπολογίζει δηλαδή από την αρχή εάν η κατανομή των φόρων έγινε σωστά → έλεγχος ουσίας). Στη συνέχεια οι διαφορές ουσίας έγιναν περισσότερες, διότι η νομοθετική εξουσία θέλησε να ελέγχονται και άλλα ζητήματα κατ’αυτόν τον τρόπο, εξ ου και τα διοικητικά δικαστήρια μετονομάστηκαν από «φορολογικά» σε «τακτικά». Κατ’αυτόν τον Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος τρόπο προέκυψε και το κριτήριο πως «όλες οι διαφορές είναι ακυρωτικές, εκτός εάν ο νομοθέτης τις έχει καταστήσει ουσίας». Πώς εξηγείται το γεγονός ότι το ΣτΕ (που είναι ανώτατο Δικαστήριο) έχει κατά τεκμήριο αρμοδιότητα για τις ακυρωτικές διαφορές σε πρώτο βαθμό; → έχουμε ανάγκη από έναν δικαστή με ιδιαίτερο θεσμικό βάρος να αντιταχθεί το πρώτον απέναντι στη Δημόσια εξουσία. Θέλουμε ο ανώτατος δικαστής να διενεργεί τον έλεγχο, διότι αλλιώς μπορεί να μην είναι εφικτός στην πράξη [ο έλεγχος], καθώς οι διάφορες πιέσεις που ασκούνται ποικιλοτρόπως θα μπορούσαν να καταρρίψουν θεσμικά τον οποιονδήποτε δικαστή. Ωστόσο, αυτό δεν είναι ορθολογικό οργανωτικά ( ο δικαστής «θα πνιγεί από τη δουλειά» ). Άρα, θα πρέπει να έχουμε διαδικασίες αποκέντρωσης των διαφορών. → 5ο στάδιο : εάν το αρμόδιο δικαστήριο είναι το ΣτΕ, ο συλλογισμός τελειώνει στο προηγούμενο στάδιο. Εάν αρμόδια είναι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια , πρέπει να εντοπίσουμε ποιό απ’όλα είναι καθ’ύλην (άρθρο 6 ΚΔΔικ) και κατά τόπον (άρθρο 7 ΚΔΔικ) αρμόδιο.

3η Εβδομαδα ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ 7ο Μάθημα

Τρίτη

12/3/2019

Μελέτη φυλλαδίου Γιαννακόπουλου ΕΥΠ: Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (αυτοτελής υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών- υπάγεται στο νομικό πρόσωπο του κράτους, αλλά όχι σε ξεχωριστό Υπουργείο- έχει δικό της προσωπικό) Μετάταξη: απόλυση από την 1η θέση και πρόσληψη σε νέα θέση (συνήθως ομοιόβαθμη) Γίνεται με γνωμοδότηση Πότε; Όταν δεν εξυπηρετεί πλέον το συμφέρον της υπηρεσίας Τυπικός Νόμος: ν.2738/1999 (ΠΡΑΞΗ βάσει αυτού) Πρόσωπο που δρα: Κράτος (Ελληνική Δημοκρατία) Όργανο: Βουλή + ( Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας) ΔΠΒ (Διαδικασία Παραγωγής της Βούλησης) : Ψηφίζει η Βουλή

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Τύπος: παραγγελία ΠτΔ + υπογραφές Υπουργών + Προσυπογραφή ΠτΔ + Δημοσίευση από ΠτΔ Αιτιολογία: δεν αναγράφεται- δεν είναι υποχρεωτική Περιεχόμενο: όλο το άρθρο 27 του ν. 2738/1999 (για μετάταξη υπαλλήλων της ΕΥΠ) Πεδίο Εφαρμογής: υπάλληλοι της ΕΥΠ + αρμόδιοι Υπουργοί + Υπηρεσιακό Συμβούλιο (γνωμοδοτική αρμοδιότητα) + η ίδια η ΕΥΠ Σκοπός: η καλή λειτουργία της ΕΥΠ και της δημόσιας διοίκησης εν γένει Αρ. Φύλλου: 9 Σεπτεμβρίου 1999 Κρίσιμος χρόνος: η ημερομηνία πραγματικής κυκλοφορίας Συνήθης τρόπος δημοσίευσης: ανάρτηση στο ίντερνετ 6 Σεπτεμβρίου 1999: έναρξη ισχύος του νόμου (περιεχόμενο) •

Γιατί υπογράφει στο τέλος ο Υπουργός Δικαιοσύνης (Ευ. Γιαννόπουλος); (ΤΥΠΟΣ) Εάν θέλω να αναζητήσω τον νόμο →et.gr / Parliament.gr(έγκριτη βάση δεδομένων) ή πάω στο Εθνικό Τυπογραφείο. Εκεί βρίσκω τα αντίγραφα του νόμου (ΦΕΚ). Το πρωτότυπο που βρίσκεται; Κι αν έχει γίνει κάποιο λάθος στο αντίγραφο του νόμου; Πώς ξέρω ότι είναι το ορθό; Που μπορώ να συγκρίνω με το πρωτότυπο; (Πρβ. Το παράδειγμα με το αγορασμένο μέτρο ή με το κιλό στη ζυγαριά vsτο πρωτότυπο μέτρο και το πρωτότυπο κιλό). Ο πρωτότυπος νόμος είναι στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (ο Υπουργός Δικαιοσύνης είναι ο «σφραγιδοφύλακας», εγγυάται πως αυτό που δημοσιεύτηκε ταυτίζεται με αυτό που ψηφίστηκε). Καλό είναι να γίνεται έλεγχος της συμβατότητας με το αυθεντικό κείμενο γιατί οι Υπουργοί μπορεί να προσθέσουν κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες στο πλαίσιο νομοτεχνικής βελτίωσης μετά την ψήφιση του νόμου αλλά να αλλάζει το περιεχόμενο του.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2: ΠΡΆΞΗ- ΑΔΠ: Μετάταξη της υπαλλήλου της ΕΥΠ (βάσει εξουσιοδοτικού νόμουπαράρτημα 1) Πρόσωπο: Κράτος (Ελληνική Δημοκρατία) Όργανο: Υπουργός Εσωτερικών και Υπουργός Εθνικής Άμυνας (διοικητικοί ιεραρχικοί σχηματισμοί και συγκεκριμένος κλάδος). Προσοχή! Το ότι υπογράφουν οι δύο Υπουργοί δεν καθιστά την πράξη διοικητική σύμβαση. Δεν πρόκειται για Κοινή Υπουργική Απόφαση γιατί πάνω στη διοικητική πράξη γίνεται αναφορά μόνο στον Υπουργό Εσωτερικών και όχι στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Και οι δύο είναι αρμόδιοι, αλλά ένας είναι ο επισπεύδων. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Περιεχόμενο: αρ. Πρωτοκόλλου- πράξη μετάταξης ΔΠΒ (Διαδικασία Παραγωγής Βούλησης): Διοικητική Διαδικασία (Βήματα) Παρ.3 του παραρτήματος 2 1. Αρχή της διοικητικής διαδικασίας: → ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ με Εισήγηση (# πρόταση -είναι διαφορετικά, πρβλ. ανωτέρω σελ.31). Η εισήγηση είναι μια απλή αναφορά, ενώ πρόταση ή γνωμοδότηση (η τελευταία ταυτίζεται με τη σύμφωνη γνώμη) αναφέρονται ρητώς στον ΚΔΔιαδ βάσει των οποίων δίνεται ορισμένη αρμοδιότητα συγκεκριμένου περιεχομένου και δεσμευτικότητας. Γιατί ξεκινάει τη διαδικασία ο διοικητής της ΕΥΠ; Επισπεύδων Υπουργός είναι ο Εσωτερικών. Ο διοικητής είναι αυτός που θα κρίνει ποιοι υπάλληλοι είναι χρήσιμοι. Ο διοικητής έχει εικόνα της Υπηρεσίας και όχι ο Υπουργός. 2. Ο Υπουργός Εσωτερικών τι κάνει; Θα ζητήσει τη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της ΕΥΠ (το λέει ο νόμος) 3. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο είπε να ΜΗΝ γίνει μετάταξη Αιτιολογία: Δικανικός Συλλογισμός (ΜΠ:1,2,3 / ΕΠ:4 / Σ: Μετατάσσουμε/ Αποφασίζουμε) Περιεχόμενο: Μετάταξη Τύπος: Μη δημοσιευτέα (5) Γιατί το αναγράφει αρνητικά; Γιατί ο κανόνας είναι η δημοσίευση για λόγους διαφάνειας και αξιοκρατίας. Επειδηή όμως η ΕΥΠ από την φύση της συνδέεται με μυστικούς πράκτορες κρατικών υπηρεσιών και δημοσιεύονται οι διοικητικές πράξεις των οργάνων της. Για τον λόγο αυτόν πάνω ψηλά αναγράφει «εμπιστευτική». Εδώ έχουμε ΔΙΑΦΟΡΑ γιατί διαταράσσεται μια κατάσταση→προκύπτει ανάγκη δικαστικής προστασίας Σ20παρ1

έννομη

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3: Δπ παράνομη (πλημμέλεια σε κάποιο από τα κουτάκια) Αιτιολογία: αιτήθηκε την γνώμη (απλή) αλλά έπρεπε να αιτιολογήσει ειδικώς σε περίπτωση που δεν την ακολουθήσει. Εδώ επαναλαμβάνει απλώς τον νόμο και δεν εξειδικεύει adhocτα πραγματικά περιστατικά (πχ πειθαρχικές ποινές/ αξιολογήσεις) που να αποδεικνύουν ότι η περίπτωση είναι διαφορετική και χρήζει ειδικής μεταχείρισης ΠΡΑΞΗ= Δικαστική απόφαση: αίτηση ακυρώσεως στο διοικητικό Εφετείο Αθηνών βάσει ν.702/1977 Κριτήρια (Διοικητική είναι η πράξη που εκδίδεται: )

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

• • •

Οργανικό: από το δημόσιο, δηλ. όργανο του κράτους ή ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ (που είναι όμως διφυές καθότι ασκεί δημόσια εξουσία) Τυπικό: κατ’ ενάσκησιν δημόσιας κυριαρχικής εξουσίας Λειτουργικό: που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση άμεσου δημόσιου σκοπού στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος

Στάδια: 1) 2) 3) 4) 5) 6)

Εύρεση Διαφοράς Ειδική ρύθμιση αυτής στο Σ Γενική ρύθμιση στο Σ94 Όχι ρήτρα ενιαίας δικαιοδοσίας στο Σ94 παρ3 Σ95 (ακυρωτική ή ουσίας) Κατά τόπον αρμοδιότητα

Ανάλυση: • •

•

•

Διαφορά διοικητική ή ιδιωτική; 3 κριτήρια: ➢ Οργανικό: 2 Υπουργοί ➢ Τυπικό: κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας (χωρίς να ληφθεί υπόψη η βούληση της υπαλλήλου) ➢ Λειτουργικό: εξυπηρέτηση άμεσου δημόσιου σκοπού (ο νόμος λέει: εύρυθμη λειτουργία της ΕΥΠ) Ακυρωτική ή Ουσίας Σ95; Εδώ Σ95παρ3 (ακυρωτική μεν αλλά όχι στο ΣτΕ→ μηχανισμοί αποκέντρωσης ακυρωτικών διαφορών απ το ΣτΕ) βάσει αρ.1 παρ.1α ν.702/1977 (ακυρωτική στα διοικητικά Εφετεία) Κατά τόπον αρμοδιότητα: αρ.1 παρ.5 ν.702/1977

ΠΡΟΣΟΧΗ! Οι Υπουργοί έχουν έδρα, λέμε ότι «κατοικοεδρεύουν» στην περιφέρεια του Δήμου όπου υπάγονται. Π.χ. Υπουργείο Εθνικής Άμυνας→ Δήμος Χολαργού – Παπάγου ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ: 60ημερών από την κοινοποίηση Υποθέτουμε ότι η κοινοποίηση: 1 Μαΐου- προσοχή στις διακοπές όπου δεν υπολογίζεται η προθεσμία ΔΠΒ: «συνεδρίασε δημόσια» Αιτιολογία: ΜΠ: 2 παράγραφοι (ειδικός νόμος του 1999 + 20παρ2ΚΔΔιαδ) ΕΠ: 3η παράγραφος «εν προκειμένω» Σ: ακύρωση της διοικητικής πράξης Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

+ Προσωρινή Δικαστική Προστασία: άρ.52παρ2 του πδ.18/1989 • •

•

•

Αναστολή εκτέλεσης Δεν υπάρχει προθεσμία: πρακτικά μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως αλλά αρκεί να μην έχει ασκηθεί η δπ στο μεγαλύτερο μέρος της ούτως ώστε η ΠΔΠ να έχει νόημα Ειδικοί λόγοι: κίνδυνος γένεσης βλάβης ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης κατά το χρονικό διάστημα που εμφιλοχωρεί από την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης Εδώ: άρ.52παρ7 πδ18/1989→ προδήλως βάσιμη η αίτηση ακυρώσεως (παράνομη η δπ)

Πέμπτη

8ο Μάθημα

14/3/2019

Γεραπετρίτης- Γιαννακόπουλος Σύγκριση με Brexit : Πρόσφατη Ψηφοφορία στην Βουλή των Κοινοτήτων →312 vs308 για μία τροπολογία (διαφορά 4 ψήφων) Αρ.50 Συνθήκης Ε.Ε. λέει προθεσμία 2 ετών που λήγει στις 29 Μαρτίου για συμφωνία «διαζυγίου» μεταξύ Αγγλίας- ΕΕ →Θα γίνει αίτηση παράτασης της προθεσμίας Χαρακτηριστικό του πολιτεύματος Αγγλίας→ Εγγενής απέχθεια της έννομης τάξης του Ηνωμένου Βασιλείου στα δημοψηφίσματα → θεωρείται ότι αποξυλώνει τον θεμελιώδη θεσμό του ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ → Εδώ και 3 αιώνες περίπου δεν είχε γίνει ποτέ δημοψήφισμα ΠΡΟΣΟΧΗ! Αλλαγή στην τελευταία δεκαετία έγιναν 3 δημοψηφίσματα: • • •

Απόσχιση Σκωτίας Αλλαγή εκλογικού νόμου (σε σκληρό πλειοψηφικό) Δημοψήφισμα 2016 για Brexit (συμβουλευτικό)

Πρακτικά, το δημοψήφισμα δεν είναι δεσμευτικό. Γιατί ταλανίστηκε το πολίτευμα;Πώς λύνεται το αδιέξοδο; ΛΑΟΣ: υπέρBrexit (σύνθημα: Get control back→στην κοινοβουλευτική κουλτούρα των Άγγλων «χτυπούσε» η αρχή της υπεροχής της Ε.Ε. Ήθελαν την απόλυτη υπεροχή να απολαύει το εθνικό Κοινοβούλιο. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ: κατά Brexit

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Ό,τι κι αν αποφασίσουν όμως πρέπει να το εγκρίνει ομόφωνα η Ε.Ε.!! Βρίσκονται έτσι στις συμπληγάδες υπερνομοθετικής ισχύος θεσμών. Στο αγγλικό Κοινοβούλιο υπάρχουν τρείς υποομάδες: • • •

Όσοι δεν θέλουν Brexit, αλλά θα ψηφίσουν υπέρ λόγω δημοψηφίσματος (θέλουν ήπιο Brexit) Όσοι θέλουν σκληρό Brexit(ψηφίζουν υπέρ κατά συνείδηση) Όσοι δεν θέλουν Brexit

Ο νόμος τους λέει ότι για να ληφθεί υπόψη ένα δημοψήφισμα πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο ποσοστό συμμετοχής (αν είναι πολλές οι αποχές δεν λαμβάνεται υπόψη, έστω και συμβουλευτικά). Το ενωσιακό δίκαιο έχει παρεισφρήσει σε ουσιώδεις συνταγματικές δομές προκαλώντας εν προκειμένω κλυδωνισμούς (βλ. στις 26 Μαΐου στις Ευρωεκλογές να ψηφίσουν;). Η Ε.Ε. ξεκίνησε ως εργαλείο και κατέληξε να επικυριαρχεί των κρατών.

Α΄ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ Ι. ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ 3 Επίπεδα εκλογών: Εθνικές Εκλογές (βουλευτικές) Δημοτικές και Περιφερειακές Εκλογές (των ΟΤΑ) Ευρωεκλογές Α) ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ: ➢ ➢ ➢ ➢ •

Σ51-54 + εκλογικός νόμος :

ν.3231/2004 (Νόμος Σκανδαλίδη), ν.3636/2008 (Νόμος Παυλόπουλου), π.δ.26/2012, ν.4406/2016 (αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών κομμάτων) Χαρακτηριστικά: άμεση, μυστική, ισότιμη ψηφοφορία

Σ54 (με αναθεώρηση 2001) → σημαντικό που ισχύει για τις μεθεπόμενες εκλογές και όχι για τις αμέσως επόμενες! Αποτελεί παραδοχή της πολιτικής μας ανωριμότητας και δείγμα αυτοπεριορισμού των κομμάτων Εκλογικό νόμος→ διατάξεις οιονεί δικονομικές, δευτερευόντως του Σ

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

3 ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΚΟ Η Ελλάδα έχει παράδοση πλειοψηφικών συστημάτων. Όποιο κόμμα έχει τις περισσότερες ψήφους κερδίζει όλες τις έδρες (μπορεί έστω και για μία ψήφο). Το κυβερνών κόμμα έχει όλες τις έδρες ανά την επικράτεια. (+) : στόχος η κυβερνησιμότητα, δηλαδή η δημιουργία σταθερών, βιώσιμων κυβερνήσεων. Να υπάρχουν συμπαγείς πολιτικές δομές και να αποφεύγεται ο κατακερματισμός των κομμάτων. (-) : παντοδυναμία κυβέρνησης στο κοινοβούλιο, πόλωση και αίσθημα χαμένης ψήφου

ΑΝΑΛΟΓΙΚΟ Οι έδρες κατανέμονται αναλογικά με τα ποσοστά των ψήφων. Διανέμονται και οι 300 έδρες. Έχουμε συμμετοχή πλειόνων κομμάτων στην εκπροσώπηση. Έτσι, το κυβερνών κόμμα έχει τις περισσότερες έδρες αλλά οι λοιπές διανέμονται στα λοιπά κόμματα ανάλογα το ποσοστό των ψήφων που έλαβε το καθένα στις εκλογές (+) : στόχος η αναλογικότητα στην εκπροσώπηση. Το κοινοβούλιο αποτελεί μια μικρή εικόνα όλων των τάσεων στην κοινωνία (-) : αστάθεια και πολυκομματισμός

ΜΙΚΤΟ (Α)ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΗ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗ Διζωνικό : απλή αναλογική (ως κορμός) + 50 έδρες στο πρώτο κόμμα+ ελάχιστο ποσοστό 3% ( για να μην μπαίνουν οι μειονοτικοί της Θράκης).Διανέμονται 250 έδρες γιατί οι 50 ως bonus έχουν αφαιρεθεί. Είναι το σύστημα που ισχύει τώρα. Έχει κριθει συνταγματικό βάσει ΑΕΔ1/1994 εφόσον δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας του εκλογικού συστήματος. Βάσει Σ54 παρ. 1 ο νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει περιορισμούς

Π.χ. Με βάση την ενισχυμένη αναλογική ένα κόμμα που έχει σε επίπεδο επικρατείας 40% των ψήφων αποκτά 150 έδρες γιατί (υπό την προϋπόθεση ότι βγαίνει πρώτο κόμμα): Εφόσον υπάρχει το bonusτων 50 εδρών, θα αφαιρεθεί από τις 300 έδρες εξ υπαρχής: 300-50=250 (το εκλογικό μέτρο). Άρα, (λαμβάνοντας υπόψη και τον περιορισμό του 3%) 40

* 250 = 100 έδρες , αλλά ως πρώτο κόμμα θα πάρει +50 έδρες ως bonus

100

Σύνολο: 150 έδρες Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Γιαννακόπουλος: Οι εκλογές είναι η πιο χαρακτηριστική έκφανση του πολιτικού ανταγωνισμού και το Σ54 αποβλέπει στην προστασία από αυτόν. Πρόκειται για σύστημα κλειστό, στο οποίο οι «κυρίαρχοι» και πιο ανταγωνιστικοί παίχτες δεν αφήνουν νέους ανταγωνιστές να εισέλθουν, οι οποίοι [οι νέοι] ενδέχεται να αμφισβητήσουν τις θέσεις των «κυρίαρχων». Υφίσταται και ένα στοιχείο νόθευσης εντός του συστήματος, καθώς τα ήδη υπάρχοντα κόμματα διατηρούν τις θέσεις τους, μολονότι υπάρχει επιθυμία και άλλων για «είσοδο στην αγορά». Περιορισμένες ρυθμίσεις προσπαθούν να αναστρέψουν αυτό το παγειωμένο σύστημα: Π.χ.1Κατανομή ραδιοτηλεοπτικού χρόνου στα ΜΜΕ κατ’ αναλογία του ποσοστού ψήφων στις προηγούμενες εκλογές, δηλαδή αναλογικά προς την δύναμη κάθε κόμματος (πρβλ.ΣτΕ Ολ 3427/2010). Έτσι, μεγαλύτερο χρόνο έχει πάντα το πρώτο κόμμα, ενώ ίσως θα ήταν ορθότερο να έχει ένα νέο-μικρότερο κόμμα, το οποίο έχει ανάγκη να συστηθεί στο εκλογικό σώμα και να προβάλει με πληρότητα τις θέσεις του (σε αντίθεση προς το NBAόπου τον δυνατότερο παίκτη μπορεί να διεκδικήσει η νεότερη ομάδα). Παρέχεται έτσι primetimeδωρεάν χρόνου σε όλα τα κόμματα (άρ.15§2Σ.) και δεν επιτρέπεται να αγοράσουν extraπχ. ένα μικρό κόμμα. Αυτό οδηγεί πάλι στο «κλείσιμο της πολιτικής αγοράς». Π.χ.2.Χρηματοδότηση των κομμάτων από το κράτος : ν.3023/2002+πρβλ. νομολογία: ➢ ΣτΕ Ολ (3869/2011) ➢ SUPREMECOURTOFUSA (2013) McCUTCHEONETAL. vFEDERALELECTIONCOMMISSION (ιδιωτικήχρηματοδότησηκομμάτων) ➢ ΣτΕ 518/2015 (αναστολή χρηματοδότησης της Χρυσής Αυγής) Το ΣτΕ δεν εφάρμοσε την αρχή της αναλογικής ισότητας, όπως νομολογιακά έχει κάνει στην κατανομή του ραδιοτηλεοπτικού χρόνου. Το κόμμα θα λαμβάνει χρηματοδότηση από το κράτος, όταν έχει υψηλή συμμετοχή και άρα πολιτική υπόσταση. ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: 60 ΑΤΤΙΚΗ: 8 Α Πειραιά

Β Πειραιά

Α Αθηνών

Βόρειος Τομέας

Νότιος Τομέας

Δυτικός Τομέας

(Β΄ Αθηνών)

(Β΄Αθηνών)

(Β΄Αθηνών)

Ανατολική Δυτική Αττική Αττική

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: 2 Α΄ Θεσσαλονίκης

Β΄ Θεσσαλονίκης

ΛΟΙΠΕΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ: 50 (αντιστοιχούν σε κάθε νομό) Το άρ.54Σ. αναφέρεται στο εκλογικό σύστημα και στις εκλογικές περιφέρειες. Β) ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ

ν.4255/2014

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

❖ Βάσει της ευρωπαϊκής ιθαγένειας- πολιτότητας μπορούν να ψηφίζουν από τον τόπο κατοικίας τους οι ευρωπαίοι πολίτες (άρ.20 ΣΛΕΕ) ❖ Έλληνες Ευρωβουλευτές: 21 ❖ Κατεβαίνουν μεμονωμένα ή με εθνικό κόμμα ή σε ευρωομάδες ❖ Απλή Αναλογική ❖ Με όριο 3% και εδώ * ❖ Ψήφος με σταυρό προτίμησης (όπως και στις εθνικές) ❖ Έχουμε μια ενιαία εκλογική περιφέρεια που ισχύει για όλη την Επικράτεια ❖ Εκλογικό μέτρο =

αριθμός έγκυρων ψηφοδελτίων 21

Σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο (πολλές επιμέρους περιφέρειες για ευρωεκλογές/ ψηφίζεις τον Βουλευτή της περιφέρειας σου/ δικαιοπολιτικά υπάρχει μια σχέση ψήφου- περιφέρειας), στην Ελλάδα υπάρχει μια αποδέσμευση της εντοπιότητας της εντολής (απομείωση της τοπικότητας). Γιατί να υπάρχει σχέση τοπικής κοινωνίας- ευρωβουλευτή αφού αυτός εκπροσωπεί το έθνος (άρ.51§2Σ) και όχι την περιφέρεια του; Επιθυμία αποφυγής ενός υφέρποντος συστήματος διασυνδέσεων μεταξύ ψηφοφόρων και εκλογέων (αλισιβερίσι με τον λαό-πελατειακές σχέσεις). Υπάρχει μια λογική αποπροσωποποίησης της εκλογής. Το 3% ισχύει και στις Ευρωεκλογές. Γ) ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ Ο.Τ.Α.

νέος ν.4555/2018

Για αρχή να πούμε ότι έχουμε δύο βαθμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης: Α΄ Βαθμός: ΔΗΜΟΙ→ Με όργανα: 1) Δήμαρχος (μονοπρόσωπο) →Προτείνει 2) Δημοτικό Συμβούλιο (συλλογικό) →Αποφασίζει ΠΡΟΣΟΧΗ! Τα τοπικά διαμερίσματα (όπου υπήρχαν)μετονομάστηκαν σε κοινότητες, οι οποίες με το παρόν νομοθέτημα εκλέγουν Πρόεδρο κοινότητας, ο οποίος λειτουργεί ως «σύμβουλος γειτονιάς», ενημερώνοντας τον Δήμο για τις ανάγκες κάθε διαμερίσματος, ώστε να υπάρξει άμεση επίλυση των προβλημάτων που υφίστανται. Τα καθήκοντά του αναλυτικά προβλέπονται στο νόμο.

Β΄ Βαθμός: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ→ Με όργανα: 1) Περιφερειάρχης (μονοπρόσωπο) 2) Περιφερειακό Συμβούλιο (συλλογικό) Ο νέος εκλογικός νόμος προβλέπει δύο εκλογικές αναμετρήσεις (φάσεις): •

1η για εκλογή Δημάρχου και Δημοτικών Συμβούλων (απαιτείται για εκλογή δημάρχου η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού και εάν δεν επιτευχθεί(!)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

•

εκλέγονται μόνο οι δημοτικοί σύμβουλοι βάσει ενός καθαρά αναλογικού συστήματος) 2η Επαναληπτική φάση: για την ψήφιση ΜΟΝΟ των δύο πρώτων υποψηφίων στη θέση του Δημάρχου με σχετική πλειοψηφία. (ΠΡΟΣΟΧΗ: Εάν στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση βρεθεί υποψήφιος να πάρει μεγαλύτερο απ το 50% των ψήφων δεν θα ακολουθήσει δεύτερη, σπάνιο βέβαια). Δεν υπάρχει επαναληπτική φάση για τις εκλογές της κοινότητας.

Ποιες είναι οι καινοτομίες του νέου νόμου; Παλιά, υπήρχαν δημοτικά συμβούλια «πλειοψηφιών»: ο Δήμαρχος που έβγαινε «ήλεγχε» το δημοτικό συμβούλιο, αφού το τελευταίο δεν ήταν ευρείας συνθέσεως, αλλά προερχόμενο από τον ίδιο κομματικό σχηματισμό με τον Δήμαρχο. Συνεπώς, ό,τι πρότεινε ο Δήμαρχος ήταν αυτονόητο να ψηφιστεί από το Δημοτικό Συμβούλιο. Πλέον, σε περίπτωση που ο Δήμαρχος εκλεγεί στην δεύτερη επαναληπτική εκλογική διαδικασία, θα έχει να αντιμετωπίσει ένα δημοτικό συμβούλιο ευρείας συνθέσεως αφού να αποτελεί το μείγμα της αναλογικής εκπροσώπησης περισσότερων κομμάτων και κατ’ αποτέλεσμα θα είναι δυσχερέστερη η χειραγώγηση του από τον Δήμαρχο στις διαδικασίες ψηφοφορίας (κόστος). Εξάλλου, ο βασικός του αντίπαλος θα είναι και αυτός στο δημοτικό συμβούλιο *Γιατί δικαιολογείται το 3% στις Ευρωεκλογές; Στις εθνικές εκλογές υπάρχει λόγος → κυβερνησιμότητα +στεγανοποίηση (αποκλεισμός) πολιτικού ανταγωνισμού + αποφυγή εισόδου των μειονοτικών της Θράκης . Βέβαια, δεν είναι απαραίτητο ότι εάν έχω πολλά κόμματα δεν θα έχω κυβερνησιμότητα.

Παρασκευή

9ο Μάθημα

15/3/2019

BREXIT: • • •

Τροποποίηση για παράταση (μέχρι 30 Ιουνίου) Όχι 2ο Δημοψήφισμα Αν έξοδος, όχι συμμετοχή σε ευρωεκλογές

•

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ «Μικρή» αναθεώρηση: ψηφίστηκαν με υψηλή πλειοψηφία οι 6 διατάξεις

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ (Βασικό αντικείμενο του μαθήματος) Σ58 και Σ100: ανακήρυξη υποψηφίων από το Α΄ Τμήμα του ΑΠ Δικαιοδοτική ή διοικητική αρμοδιότητα; Έλεγχος τύπου ή ουσίας; (Σκέψεις) : • • • •

Δεν έχουμε διαφορά Ο ΑΠ δεν μπορεί να ελέγξει την συμβατότητα με τον εκλογικό νόμο Εμείς ξέρουμε ότι το ΣτΕ και το Ε.Σ. μπορούν να ασκούν και διοικητικές αρμοδιότητες. Ο ΑΠ μπορεί; Τί τύπου έλεγχο ασκεί; Π.χ. αν αντιληφθεί κώλυμα εκλογιμότητας ή ασυμβίβαστο τι κάνει; Εμποδίζει την ανακήρυξη; (πρβλ. Υπόθεση Λυκουρέζου και Υπόθεση Φώφης Γεννηματά που ήταν υπερνομάρχης περιφέρειας και απόλυτο κώλυμα της Δούρου). Όλοι οι Περιφερειάρχες έχουν μόνιμο κώλυμα – παντάπασιν αποκλεισμός. Στην Γεννηματά έγινε ουσιαστικός- προληπτικός έλεγχος από ΑΠ για λόγους εκλογικής οικονομίας και όχι expostαπό ΑΕΔ. Άρα, ο ΑΠ είπε υπάρχει κώλυμα θετικό.

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ • • •

Φυσικό Φόρουμ ελέγχου: ΑΕΔ Ο ΑΠ έχει κρίση οιονεί δικαστική που κατά ένα τρόπο εξοβελίζει το ΑΕΔ Βέβαια βάσει γραμματικής ερμηνείας Σ: (α) ΑΠ: Προληπτικός έλεγχος νομιμότητας της εκλογικής διαδικασίας (β) ΑΕΔ: Κατασταλτικός (expost) έλεγχος

Προβληματισμοί: Μπορεί ο νομοθέτης να αναθέσει αρμοδιότητες που δεν αναφέρονται ρητώς, αλλά συνάγονται ερμηνευτικά; Π.χ. Ενστάσεις στο ΑΕΔ πριν τις εκλογές βάσει τυπικού νόμου (ανοίγει το ΑΕΔ τον δρόμο). Αν συνέβαινε αυτό το ΑΕΔ θα ήλεγχε τον ΑΠ. Εξάλλου, το ΑΕΔ έχει adhocσυγκρότηση και δεν είναι διαρκές όργανο. Ως προς την διαδικασία ενεργοποίησης του προληπτικού ελέγχου του ΑΠ, πρέπει να κατατεθεί αίτηση. Γιατί να θέλω να αποδώσω μια διοικητική αρμοδιότητα σε δικαστή; Θέλω ένα ανεξάρτητο όργανο, υψηλού κύρους (διαφάνεια). Θα μπορούσε να δοθεί και σε Ανεξάρτητη Αρχή. Η ανακήρυξη των υποψηφίων ανακοινώνεται 15 ημέρες πριν τις εκλογές. Με βάση το Σ100 το ΑΕΔ είναι αρμόδιο κατασταλτικά να κρίνει επί του κύρους των εκλογών (μεγάλη γκάμα εκλογικών διαφορών): • • • • •

Εκλογική διαδικασία Κωλύματα και ασυμβίβαστα Στοιχεία εκλογικού συστήματος Καταμέτρηση των ψήφων στα ψηφοδέλτια Ανακατάταξη εδρών και Βουλευτών Επικρατείας κλπ.

Κατάθεση ενδίκου βοηθήματος εντός 8 ημερών από την διενέργεια των εκλογών (πολύ σύντομη προθεσμία→ συνειδητή παρέκκλιση από την γενική προθεσμία των 60 ημερών) Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΕΥΡΥ ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ: όχι μόνο οι υποψήφιοι, αλλά κάθε εκλογέας ΤΟ ΑΕΔ ΩΣ ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟ: • •

Έχει εγγενή αυτοσυγκράτηση (διαφορές με αρκετά έντονη πολιτική χροιά) Έχει τη δυνατότητα ακύρωσης διάταξης εκλογικού νόμου (2-3 φορές στην ιστορία έχει συμβεί αυτό) (α) Περίπτωση ξεχωριστής ψηφοφορίας Ισραηλινών στην Θεσσαλονίκη (β) Καταμέτρηση λευκών ψηφοδελτίων κλπ

ΑΕΔ18/2017 →ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕ BONUS +50 ΕΔΡΩΝ Ο Γεραπετρίτης είπε: -Παραβίαση Σ και αρ. 99 παρ.3α και αρ.100 παρ.7 του π.δ. 26/2012 -Απολειπομένου των 50 εδρών πώς θα ήταν το σύστημα (παρουσίασε δύο σενάρια: με 40 έδρες και με 50 έδρες). Το ΑΕΔ απάντησε8: Δεν αρκούν αυτά τα σενάρια. Θα έπρεπε να παρουσιαστεί πώς θα ήταν η σύνθεση της Βουλής σε ΚΑΘΕ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ. Απάντησε επίσης αρνητικά στον ισχυρισμό ότι το +50 αλλοιώνει το εκλογικό αποτέλεσμα, αφού δεν επηρεάζει την βιωσιμότητα των κυβερνήσεων και δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας και του αντιπροσωπευτισμού. Συνεπώς, δε συνιστά δυσανάλογη κατανομή. ΑΕΔ 11/ 1994 - ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕ 3%: Ούτε αυτό είναι δυσανάλογο διότι κόμμα κάτω από 3% δεν έχει ουσιώδη πολιτική υπόσταση για να ασκήσει ουσιώδη επίδραση. Ο στόχος εδώ είναι να δημιουργηθούν συμπαγείς δομές πολιτικής έκφρασης και να αποφευχθεί ο καταθρυμματισμός. Ακόμη δεν τίθεται θέμα δυσμενούς μεταχείρισης των μειονοτικών της Θράκης αφού ο νόμος δεν κάνει σαφή μνεία στις ομάδες αυτές και παντως τα κριτήρια είναι αντικειμενικά και εύλογα. Συνεπώς, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας του εκλογικού δικαιώματος. ΑΕΔ 11/2005 - ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕ 3% στις Ευρωεκλογές: Το ΑΕΔ κρίνει και επί ευρωεκλογών. Τι προέβαλαν οι ενιστάμενοι; Το 3% συνιστά περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος. (1ος ισχυρισμός) Είναι αντισυνταγματική η διάταξη γιατί δεν υπάρχει εδώ η κοινοβουλευτική αρχή και η ανάγκη κυβερνησιμότητας. (2ος ισχυρισμός) Συγκριτική αντιπαράθεση με άλλα κράτη. Π.χ. Γερμανία κράτησε το 3% στις εθνικές εκλογές, αλλά όχι στις Ευρωεκλογές Απάντηση ΑΕΔ: Αρνητική. Και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπάρχουν μεγάλες ομάδες κομμάτων και οι ευρωβουλευτές κείνται υπό την «ομπρέλα» των κομμάτων. Με τον περιορισμό του 3% διευκολύνεται η λειτουργία του ΕΚ. Υπάρχει κίνδυνος οι μειονοτικοί να ασκούν προπαγάνδα στην Ευρωβουλή. Επιπλέον το ΑΕΔ επικαλέστηκε ψήφισμα του ΕΚ βάσει του οποίου επιτρέπεται ο νομοθέτης να θεσπίζει πρόσφορα και αναλογικά όρια στο δικαίωμα εκλογής. ΑΕΔ8/1993 – ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗΣ: Απάντηση ΑΕΔ: Συνταγματική η λίστα

« Οι ενιστάμενοι εντοπίζουν την αντισυνταγματικότητα όχι στην καθ’ εαυτή παραχώρηση των +5ο εδρών αλλά στον αδιαβάθμητο χαρακτήρα της. Επίσης δεν προσδιορίζουν ΠΟΙΑ ΕΠΙΔΡΑΣΗ θα είχε η μη εφαρμογή της διάταξης στο εκλογικό αποτέλεσμα της εκλογικής περιφέρειας ΚΑΘΕ ΕΝΙΣΤΑΜΕΝΟΥ» 8

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

ΑΕΔ 4/ 2008 – ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΕΩΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥΣ: Απάντηση ΑΕΔ: Συνταγματική η εκλογή τους με λίστα και όχι σταυρό προτίμησης

Περιπτώσεις που δεν έχουμε Σταυρό Προτίμησης, αλλά ΛΙΣΤΑ: Βουλευτές Επικρατείας Εκλογές εντός 18μήνου Ο εν ενεργεία αρχηγός κόμματος (ο οποίος μπορεί να είναι υποψήφιος σε 3 εκλογικές περιφέρειες), γιατί σωρεύονται σ’ αυτόν οι ψήφοι του κόμματος του Οι τέως Πρωθυπουργοί επειδή έχουν σωρευμένη εμπειρία και θα είναι οπωσδήποτε χρήσιμοι ΑΕΔ 12/2005 - ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕ ΛΕΥΚΑ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ: Μέχρι το 2014 δεν υπήρχε σχετική πρόβλεψη για τα λευκά. Τα λευκά (όπως και άκυρο ή αποχή) δεν μετρούσαν στην εκλογική διαδικασία, αφού λογιζόταν ότι δεν έχουν αντιπροσώπευση. Προσέβαλε την εκλογική διαδικασία ένας βουλευτής με τα επιχειρήματα: • Παραβίαση αρχής της ισότητας (Σ4 παρ.1) • Παραβίαση του αντιπροσωπευτικού συστήματος • Ότι εάν προσμετρώνταν τα λευκά θα σχηματιζόταν μια «λευκή» έδρα που θα μπορούσε κάπως να αξιοποιηθεί- διαφορετικό domino (αλλάζει το κοινοβουλευτικό μείγμα των εκλογέων έτσι) • Εξάλλου τα λευκά αποτελούν συνειδητή έκφραση της βούλησης του εκλογέα να συμμετάσχει μεν στην εκλογική διαδικασία, πλην όμως να αποθετικά εφόσον δεν τον εκφράζει κανένα πολιτικό κόμμα. Απάντηση: Το ΑΕΔ είπε τα λευκά να μετρώνται και του έδωσε την έδρα Υπόθεση Πασχαλίδης, Κουτμερίδης και λοιποί κατά Ελλάδος: Οι θιγόμενοι εξ αντανακλάσεως προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ επικαλούμενοι την μεταβολή του ρυθμιστικού περιβάλλοντος ανάδειξης εκλογών μεσούσης της εκλογικής διαδικασίας. Διαταράσσεται η ασφάλεια δικαίου, η ασφάλεια εκλογικής διαδικασίας και εν γένει το δικαίωμα ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ (sos) -άρθρο 3 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου. Θα έπρεπε το καθεστώς προσμέτρησης των λευκών να εγκαινιαζόταν με νέο νόμο στις επόμενες εκλογές. Το ΕΔΔΑ τους δικαίωσε. Το δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές, λέει το ΕΔΔΑ, περιλαμβάνει και το εκλέγειν και το εκλέγεσθαι και η αλλαγή των όρων του πολιτικού παιχνιδιού μεσούσης της εκλογικής διαδικασίας παραβιάζει την προβλεψιμότητα του νόμου και δεν είναι επιτρεπτή γιατί μόνο διατάραξη της σταθερότητας μπορεί να επιφέρει. Από το ΕΔΔΑ δεν έχουμε φυσική (in natura) αποκατάσταση, αλλά ηθική ή σε χρήμα. Άρα, το ΕΔΔΑ δεν θα μπορούσε να δώσει στον βουλευτή πίσω την έδρα (innatura) και συνεπώς δεν γίνεται να λαμβάνονται υπόψη τα λευκά. ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ (πολύ σημαντική για τη σχέση υπεροχή Ενωσιακού δικαίου έναντι της Συνταγματικής Αναθεώρησης) : Επαγγελματικό ασυμβίβαστο

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Δεν είναι παρανοϊκό να ζητήσουμε κανονιστική πλαισίωση των εκλογικών διαδικασιών. Π.χ. στην Ιταλία έχει γίνει δύο φορές αναπομπή εκλογικού νόμου από Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας λέγοντας πως είναι αθέμιτο το bonusτων 50 εδρών. Στην Ιταλία το σύστημα είναι διαυγές πριν τις εκλογές. Ελλάδα: Το ΣτΕ αρνήθηκε να ελέγξει το δημοψήφισμα 2015.Υπήρξε σύγχυση με τις αρμοδιότητες του ΑΕΔ. Έχει νόημα να ελεγχθεί το δημοψήφισμα expost; Δεν είναι εύκολο να τεθεί εκποδών. ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ: Κατά τον Γιαννακόπουλο, κατά βάθος δεν θέλουμε την σαφήνεια του προληπτικού ελέγχου. Μας συμφέρει η ασάφεια του πολιτικού συσχετισμού (ανωριμότητα συνταγματικής δημοκρατίας, ομοίως με το ανέλεγκτο των Κυβερνητικών Πράξεων). ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΤΩΝ Ο.Τ.Α. Στο Διοικητικό Πρωτοδικείο του τόπου όπου η αρμόδια εφορευτική επιτροπή εξέδωσε το αποτέλεσμα (α’ βαθμός). Διαφορά ουσίας με ειδική δικονομία (πχ. με εξέταση μαρτύρων). Κατά της απόφασης χωρεί απ’ ευθείας αναίρεση στο ΣτΕ. Η έφεση παρακάμπτεται. Συνήθως πρόκειται για μικρές διαφορές (άκυρα ψηφοδέλτια, ζητήματα ανακαταμέτρησης κλπ). Πώς προκηρύσσονται οι δημοτικές εκλογές; Όχι με πδ όπως στις εθνικές, αλλά με τυπικό νόμο που προβλέπει την δήλη ημέρα.

SOS ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΨΗΦΟ ΤΩΝ ΕΚΤΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (Σιταρόπουλος, Γιακουμόπουλος κατά Ελλάδος) Σ51§4: Ρυθμίζει το καθεστώς ψηφοφορίας. Με την αναθεώρηση του 2001 η διάταξη μετετράπη, δίνοντας το σύνταγμα τη δυνατότητα ειδικότερης ρύθμισης του ζητήματος για παροχή ψήφου εξ αποστάσεως από τους ομογενείς Έλληνες (εκτός Επικρατείας) καθώς και για την παροχή επιστολικής ψήφου με ειδικότερο ΝΟΜΟ που ψηφίζεται από τα 2/3 (!) της Βουλής (ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΥΨΗΛΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ, που δεν συναντάται σε ζητήματα πιο κρίσιμα απ αυτό). Προσοχή: δεν ομιλούμε για τους έλληνες του εξωτερικού που δεν έχουν δικαίωμα ψήφου και ζητούμε να τους δοθεί, αλλά για εκείνους που έχουν μεν δικαίωμα ψήφου, αλλά αιτούνται να μην χρειαστεί να μπουν «στο αεροπλάνο» να έρθουν Ελλάδα να ψηφίσουν, αλλά να τους παρέχεται ΔΙΕΥΚΌΛΥΝΣΗ συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία. ΠΩΣ; • Στα καταστήματα ψηφοφορίας στις Πρεσβείες (με προξενική βεβαίωση μόνιμης διαμονής) • Επιστολική Ψήφος • Ηλεκτρονική Ψήφος (πρωτοπόρος η Εσθονία παραδόξως, είναι πολύ εξελιγμένη σε ζητήματα τεχνολογίας. Σε εμάς υπάρχουν κίνδυνοι νόθευσης εκλογικού αποτελέσματος, απορρήτου της ψήφου κλπ) Στις περιπτώσεις μπορούμε να παρεκκλίνουμε από την αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής Πρβλ. Λεωφορείο επί ΠΑΣΟΚ έπαιρνε τους ψηφοφόρους από το χωριό ως διευκόλυνση για να μεταβούν στην πρωτεύουσα να ψηφίσουν, ενώ η ψήφος δεν ελεγχόταν γιατί είναι μυστική. Πρβλ. σήμερα θεσμός του ετεροδημότη (=μπορεί να ψηφίσει στις Βουλευτικές και Ευρωεκλογές, δεν δύναται όμως στον άλλον δήμο να ψηφίσει για Περιφέρεια, Δήμο και Κοινότητα). Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Όλα τα σοβαρά κράτη προβλέπουν ψηφοφορία εξ αποστάσεωςπάντως. Στο ζήτημα των εκτός Επικρατείας θα πρέπει να θέσουμε ίσως κάποια κριτήρια όπως: • • • •

Η απόσταση της χώρας από την Ελλάδα (άλλο Ιταλία, άλλο Σικάγο) Ο σκοπός απουσίας (απόδημος ελληνισμός ή προγραμματισμένο ταξίδι αναψυχής) Ο χρόνος απουσίας (π.χ. 1 χρόνος ή 5 ή 20 κλπ) Η ύπαρξη στοιχείων που αποδεικνύουν τον δεσμό με την χώρα ή την μελλοντική πρόθεση επιστροφής(λ.χ. περιουσιακά στοιχεία, συγγενείς)

Πάντως, οι συναισθηματικοί και ψυχικοί δεσμοί (animus) είναι αρκετά αφηρημένοι και υποκειμενικοί και δεν ελέγχονται. Γιαννακόπουλος: Η διευκόλυνση είναι δικαίωμα; Γιατί αν απαντήσουμε καταφατικά τότε μπαίνουμε στους περιορισμούς, διερωτώμενοι εάν η μη διευκόλυνση είναι θεμιτός περιορισμός. ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν αναφέρεταιστο δικαίωμα της ψήφου που είναι αδιαμφισβήτητο, αλλά στην διευκόλυνση (!). Και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ορθώς ότι η μη διευκόλυνση συνιστά περιορισμό του δικαιώματος ψήφου, διότι δεν στερείται από τον ομογενή η δυνατότητα και επιλογή να μπει στο αεροπλάνο και να έρθει Ελλάδα να ψηφίσει. Συνεπώς, το βασικό ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε είναι εάν οι εκτός Επικρατείας έχουν ΔΙΚΑΙΩΜΑ στην διευκόλυνση και συνεπώς εάν το κράτος έχει ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να την παράσχει. Ερμηνεύοντας την διάταξη του Συντάγματος θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα πως η επιλογή του συντακτικού νομοθέτη να θέσει την εν λόγω πλειοψηφία δεν είναι τυχαία. Δεν μπορούμε να ομιλούμε για δικαίωμα το οποίο τίθεται υπό την αίρεση της επίτευξης μιας πλειοψηφίας (και μάλιστα μιας εξαιρετικά υψηλής). Το δικαίωμα είτε παρέχεται ολόκληρο και άνευ ετέρου είτε καθόλου. Εξάλλου, εάν υποθέσουμε ότι πρόκειται για δικαίωμα το οποίο δεν παρέχεται από το κράτος στους δικαιούχους του (τους εκτός επικρατείας), τι θα μπορούσε να κάνει το δικαστήριο (ΑΕΔ, ΕΔΔΑ) για να το εξαναγκάσει προς συμμόρφωση; Να εξαναγκάσει την ψήφιση και έκδοση του νόμου; Να εξαναγκάσει την βουλή να σχηματίσει την εν λόγω πλειοψηφία; Δεν είναι εφικτό αυτό. Να επιδικάσει αποζημίωση; Δεν θα είχε νόημα εν προκειμένω γιατί δεν θα ικανοποιούνταν στο αίτημα τους οι προσφεύγοντες. Γεραπετρίτης: Υπάρχει δικαίωμα στην ψήφο, αλλά όχι δικαίωμα στην διευκόλυνση (συμπέρασμα). Όπου στο Σύνταγμα υπάρχει ειδική πλειοψηφία εισάγεται ένας πολιτικός περιορισμός. Εάν δεν υπήρχε το Σ51 παρ.4 (καθόλου) να δίνει τη δυνατότητα παροχής της διευκόλυνσης με τυπικό νόμο, θα είχαμε διευκόλυνση; (προβληματισμός)

4η Εβδομαδα Τρίτη

10ο Μάθημα

19/3/2019

Στο αγγλικό δίκαιο δεν υπάρχει σύνταγμα ούτε ΚτΒ. Τον τελευταίο αντικαθιστά το έργο ενός συγγραφέα, ο οποίος ως υπάλληλος της βουλής τον 19ο αι. κατέγραψε τις εθιμικές παραδόσεις (Erskine May’s guide to parliamentary practice). Στο κείμενο λοιπόν αυτό αναφέρεται ότι δεν μπορεί να επανέλθει νομοθετική πρόταση με το ίδιο περιεχόμενο. Στην Ελλάδα πάντως μπορεί να επανέλθει τροπολογία που καταψηφίστηκε είτε με νέο τν είτε ορθότερα με πνπ (εάν η βουλή Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος διαφωνεί με την ρύθμιση και δεν την προτείνει, η εκτελεστική εξουσία ενδεχομένως να εκδώσει πνπ και ακόμη κι αν expostη βουλή στην κύρωση καταψηφίσει την πνπ, θα έχει περάσει ένα χρονικό διάστημα όπου εφαρμόστηκε). Σε ό τι αφορά το Brexit, είναι ανάγκη να ξεπεραστούν οι ιδιορρυθμίες μεταξύ των κρατών.HMayείχε πει ότι δεν θα επαναφέρει το δημοψήφισμα γιατί καταψηφίστηκε αλλά επανέφερε την πρόταση της περί Brexit, μολονότι κι αυτή καταψηφίστηκε. Διάχυτη η ρευστότητα του αγγλικού κοινοβουλίου. Στην κρίσιμη ψηφοφορία πάντως, στάθηκε το σχετικό κομματικό σύστημα και την καταψήφισαν και οι δικοί της, ενώ στην Ελλάδα υπάρχει έντονη κομματική πειθαρχία. Στον αγγλικό Κοινοβουλευτισμό υπάρχουν δύο βασικοί κομματικοί πυλώνες: • •

Εργατικοί Συντηρητικοί

Εντοπίστηκε κρίση και στα δύο μεγάλα κόμματα και σχηματίστηκαν μεικτά. Στην Ελλάδα, επλήγησαν με κοινοβουλευτική κρίση τα μικρά κόμματα. Περιστατικό με Κουντουρά και Δανέλη: Είναι αδιανόητο και αντίκειται στην ελευθερογνωμία των βουλευτών (Σ60) να στέλνεται από αρχηγό κόμματος σε κάποιον βουλευτή επιστολή ότι δεσμεύεται να ψηφίσει υπέρ κάποιου άλλου κόμματος. Πρωτίστως, θα ήταν αδιανόητο να υπάρχει σχετική δέσμευση επιτακτικής ψήφου και υπέρ του ίδιου του κόμματος του, πόσο μάλλον υπέρ άλλου. Το Σ60 δεν θεσπίζει δικαίωμα του βουλευτή ώστε ο ίδιος να το καταργεί ή να το παύσει εάν το επιθυμεί. Πρόκειται για λειτουργικό δικαίωμα που συνιστά εν είδει μια μορφή υποχρέωσης του βουλευτή να εκφράζεται και να ψηφίζει κατά συνείδηση, οπότε κανείς δεν μπορεί να το περιστέλει (ούτε ο αρχηγός του κόμματος, αλλά ούτε και ο ίδιος ο δικαιούχος!). Συνέχεια προβληματισμού για τους Εκτός Επικρατείας: Παλαιότερα, στο Σ1975 υπήρχε διάταξη που έλεγε ότι το κράτος μεριμνά για τους Έλληνες της διασποράς9. Με την αναθεώρηση του 2001 ετέθη η πλειοψηφία των 2/3 (από Βενιζέλο). Από τότε επιχειρήθηκε κάποτε με νομοσχέδιο του τότε Υπ. Εσωτερικών Παυλόπουλου αλλά δεν μπόρεσε να πετύχει την πλειοψηφία των 2/3 για να περάσει. Το 2007 δυο υπάλληλοι του EuropeanParliament (εφεξής EP), οι Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος υπέβαλαν αίτηση στο Προξενείο στο Στρασβούργο για να ψηφίσουν εκεί και η απάντηση ήταν ότι δεν υπάρχει σχετικός τυπικός νόμος . Προσέφυγαν στον ΕΔΔΑ λοιπόν επίκαλούμενοι την παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της Ελλάδας να εκδώσει σχετικό νόμο και να μεριμνήσει για την παροχή της διευκόλυνσης. Το ΕΔΔΑ εφαρμόζει την Σύμβαση της Ρώμης 1950 βάση της οποίας παρέχεται ατομικό δικαίωμα στον ιδιώτη να προσφύγει στο ΕΔΔΑ. Γιαννακόπουλος: Έχουμε δικαίωμα; Εάν ναι, τότε η μη παροχή αυτού συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Προσοχή: δεν παραβιάζεται η ελευθερία του εκλογικού δικαιώματος, αφού ο ομογενής εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να μπει στο αεροπλάνο και να ψηφίσει στην Ελλάδα. Φυσικά, υπάρχουν λόγοι που συνηγορούν υπέρ της ψήφισης ενός τέτοιου νόμου (πρβ. τι συμβαίνει σε άλλες χώρες/ θεσμός του ετεροδημότη σε ό, τι

Στο άρ.108 του παρόντος Συντάγματος προβλέπεται μέριμνα του κράτους για τη ζωή του απόδημου ελληνισμόυ και για τη διατήρηση των δεσμών του με την μητέρα Πατρίδα. Πρόκειται για δικαίωμα που δεν θεμελιώνει αγώγιμη αξίωση κατά του κράτους. 9

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος αφορά τις εκλογές ΟΤΑ), αλλά μπορεί να εξαναγκαστεί η παροχή διευκόλυνσης χωρίς τυπικό νόμο;

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΟ ΕΔΔΑ: 1. Προθεσμία 6 μηνών από έκδοσης αμετάκλητης απόφασης εθνικού δικαστή 2. Εξάντληση εσωτερικών ένδικων μέσων (***Εξαίρεση: αν εκλείπει το ωφέλιμο αποτέλεσμα, δηλαδή αν ήταν αλυσιτελής η προσφυγή ή αν δεν υπήρχε ένδικο βοήθημα- κριτήριο sos) 3. Σαφής επίκληση παραβίασης της ΕΣΔΑ στο εθνικό δικαστήριο Προσοχή: Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος δεν έκαναν αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ, αλλά κατευθείαν στο ΕΔΔΑ επικαλούμενοι την αλυσιτέλεια της αίτησης ακυρώσεως στο ΣτΕ, γιατί ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΝΌΜΟΣ ΟΥΤΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ για να ελέγξει το ΣτΕ κατ’απαίτηση του άρ.51§4Σ και δεν γινόταν το ΣτΕ να υποκαταστήσει τον νομοθέτη. Το ΕΔΔΑ είναι δημιουργικό στο στάδιο του παραδεκτού και κρίνει κάπως περιπτωσιολογικά. Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος πέρασαν έτσι τον σκόπελο του παραδεκτού. Ως προς το βάσιμο, υπάρχουν δύο επίπεδα στο ΕΔΔΑ: (Α) κρίση στο Τμήμα (7μελούς συνθέσεως, όπου συμμετάσχει και ο δικαστής της χώρας που αφορά το θέμα) και (Β) στο Τμήμα εν ευρεία. Στο ΕΔΔΑ επίκεντρο είναι η προστασία δικαιωμάτων ενός πολίτη. Από την άλλη, στο ΔΕΕ δεν συμμετέχει ο δικαστής κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή, γιατί επίκεντρο είναι η ερμηνεία του ενωσιακού κανόνα δικαίου. ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΕΔΔΑ: Τίθεται στο επίκεντρο η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων (κι εδώ το ΕΔΔΑ διεκδικεί λίγο την αρχή της υπεροχής). Όμως, διαψεύδεται γιατί η ΕΣΔΑ είναι ένας αλυσιτελής κατάλογος δικαιωμάτων (π.χ. δεν περιλαμβάνει κάποια σύγχρονα δικαιώματα: περιβάλλον, οικονομική ελευθερία). Επίσης, η ΕΣΔΑ δεν είναι Σύνταγμα γιατί δεν διαθέτει αυτό το κεφάλαιο διατάξεων για το οργανωτικό κομμάτι. Προσέγγιση σε επίπεδο αξιών και όχι σε επίπεδο κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατικών οργάνων (εκεί κλυδωνίζεται). Δεν απευθύνεται σε μία ενιαία κρατική οντότητα (αμηχανία/ κλυδωνίζεται). Παρατηρούμε λοιπόν τα 3 εξής ως προς την κρίση του ΕΔΔΑ: • • •

Έλλειψη Συντάγματος Αμηχανία στις περιπτώσεις κατανομής πολιτικών αρμοδιοτήτων Ο χαρακτήρας της συγκριτικής επισκόπησης του τι ισχύει στα άλλα κράτη μέλη

Τί ιδιαιτερότητα έχει εδώ η υπόθεση; Ομιλούμε για υπόθεση με έντονη πολιτική χροιά. Πρόκειται για πολιτικό δικαίωμα. Γιατί μας ταράζει αυτό; Το ΕΔΔΑ μπορεί να εφαρμόσει μόνο ΕΣΔΑ (φιλελεύθερη σύμβαση με θεμελιώδη δικαιώματα και επίσης η ΕΣΔΑ δεν αναθεωρείται εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, πρβλ. Πρωτόκολλα→είναι στατικό δομικό κείμενο). Π.χ. το κενό για το δικαίωμα στο περιβάλλον υπήχθη στο άρ.8 για την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή/ κενό για προστασία ζωής στο άρθρο για βασανιστήρια, κλπ. ΕΔΩ: Έγινε επίκληση του δικαιώματος της ΕΣΔΑ για ελεύθερες εκλογές. Τί εννοεί «ελεύθερων» ; Είναι ζήτημα ερμηνείας (σκοπίμως αφηρημένο).

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι εκλογές αποτελούν θεμελιώδες προπύργιο του κράτους. Η διενέργεια εκλογών ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κράτους (ζήτημα κυριαρχίας). Το δικαστήριο δύσκολα μπορεί να αγγίξει τέτοιες υποθέσεις. Διακρίνεται από εγκράτεια και αυτοπεριορισμό σε υποθέσεις με πολιτικό χαρακτήρα. Τίεπικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες; Η μη διευκόλυνση συνιστά άνιση μεταχείριση (Σ4παρ1) ΩΣ ΠΡΟ ΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ: Κάθε κράτος μέλος στέλνει έναν δικαστή για την υπόθεση που στρέφεται κατά αυτού. Εάν ο εθνικός δικαστής επικαλεστεί κώλυμα, το δικαστήριο διορίζει έναν adhocδικαστή. Εδώ έστειλε έναν καθηγητή Νομικής Σχολής. ❖ Το Τμήμα ΔΙΚΑΙΩΣΕ τους προσφεύγοντες με ψήφους 5 έναντι 2 κάνοντας μία συγκριτική μελέτη του τι έχουν εφαρμόσει τα άλλα κράτη. Είπαν, λοιπόν, ότι 37 κράτη έχουν προβλέψει τη ρύθμιση, ενώ μόνο 8 δεν το έχουν (πχ Αλβανία, Ανδόρα, Κύπρος, Αρμενία, Άγιος Μαρίνος κλπ). ❖ Όταν η υπόθεση πήγε στο Τμήμα εν ευρεία σύνθεση, «άδειασε» εντελώς την κρίση του Τμήματος που προηγήθηκε και απέρριψε ομοφώνως την προσφυγή εξηγώντας πως η παροχή ή μη της διευκόλυνσης ανήκει στην ευρεία εκτιμητική ευχέρεια του κράτους και συνεπώς το δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει επ’ αυτού. Τί θα μπορούσε να κάνει το κράτος εξάλλου για να συμμορφωθεί; Να εξαναγκάσει το κοινοβούλιο να πετύχει την πλειοψηφία 2/3; Να οδηγηθεί σε συνταγματική αναθεώρηση; Το Σύνταγμα μάλλον αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει δικαίωμα. Τα δικαίωμα του εκλέγειν έχει ένα ενεργητικό στοιχείο (statusactivus). Πρέπει να παρέμβει ενεργητικά το κράτος με ειδικά μέτρα, λ.χ. να στήσει τις κάλπες σε προξενικές αρχές. Υποστήριξε ακόμη την θέση ότι οι εκτός Επικρατείας δεν είναι στην ίδια πραγματική κατάσταση με τους εντός Επικρατείας γιατί: ➢ Δεν επηρεάζονται άμεσα από τα πολιτικά πράγματα (π.χ. φορολογία) και δεν τα γνωρίζουν ➢ Ασκούν λιγότερη επιρροή στην εκλογή των υποψηφίων, αφού δεν λειτουργούν ως ομάδες πίεσης σχηματισμού προγραμμάτων ➢ Υπάρχει μια θεμιτή πρόνοια που πρέπει να έχει ο εθνικός νομοθέτης και αφορά πρωτίστως τους εντός Επικρατείας Βέβαια, (αντεπιχείρημα) η απόσταση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην έλλειψη ενδιαφέροντος. Ίσα ίσα που οι ομογενείς έχει αποδειχθεί ότι ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας, αφού εξετάζουν και το ενδεχόμενο μελλοντικού επαναπατρισμού τους. Επίσης, μεγάλο μέρος των πολιτικών εκστρατειών γίνεται πλέον μέσω διαδικτύου, οπότε η ταχύτητα μετάδοσης των πολιτικών πραγμάτων που λαμβάνουν χώρα εντός της Επικράτειας είναι η μέγιστη και η ενημέρωση των εκτός Επικρατείας εύκολη. ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΕΔΔΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ 1. Το ΕΔΔΑ στηρίχθηκε στη μείζονα πρόταση του Σ51 παρ.4 (το οποίο θα έπρεπε να είναι αδιάφορο) και δεν ανέλυσε το περιεχόμενο του δικαιώματος σε ελεύθερες εκλογές (ΕΣΔΑ) 2. Στηρίχθηκε και σε μερικές συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που είχε συστήνει να υπάρχει διευκόλυνση 3. Το ΕΔΔΑ αγνόησε την ιστορική διαδρομή του Συντάγματος από το 1975 που υπήρχε σχετική ρύθμιση έως το 2001 που συνειδητά στο άρ.51§4 μπήκε η πλειοψηφία των Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος 2/3. Υπάρχουν πολλές διατάξεις του Σ που δεν έχουν ποτέ ενεργοποιηθεί. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι συνταγματικά αδρανείς. Το δικαίωμα είναι ατομικό και αφορά τον φορέα. Οι εκτός Επικρατείας εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν (δίκαιο του αίματος/iussanguinis για ιθαγένεια στην Ελλάδα). Ήταν επιλογή τους να φύγουν. Δεν έχουν, όμως, δικαίωμα στην διευκόλυνση, γιατί δεν θα ετίθετο υπό την αίρεση της πλειοψηφίας. Είναι άλλο θέμα η βούληση του νομοθέτη και άλλο εάν αυτή κατά τη γνώμη μας δεν είναι ορθή. ΑΡΑ, η μη διευκόλυνση δεν είναι αντισυνταγματική. Δεν ελέγχθηκε ο σκοπός της πλειοψηφίας των 2/3, εάν δηλαδή είναι συνταγματική. Υπάρχει υποχρέωση διευκόλυνσης για τους εκτός επικρατείας στις Ευρωεκλογές; Νομικά όχι. Το μόνο που θα μπορούσε να επικαλεστεί είναι η ευρωπαϊκή πολιτότητα και η αρχή της ισότητας και της υπεροχής των ενωσιακών κανόνων. Εάν δινόταν άλλωστε η διευκόλυνση για τις Ευρωεκλογές θα ετίθετο το ζήτημα γιατί δεν δίνεται για τις εθνικές εκλογές. Γιαννακόπουλος: Εν τέλει για να εμβαθύνουμε αξίζει να προσδώσουμε ορισμένο περιεχόμενο στην έννοια του δικαιώματος και στον τρόπο με τον οποίο το αντιλαμβανόμαστε. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Φυσικοδικαιική αντίληψη

Θετικιστική αντίληψη

(διακαιοπολιτική διελκυστίνδα)

Το ΕΔΔΑ σε ρόλο «αστυνόμου» ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΦΥΣΙΚΟΔΙΚΑΙΙΚΟ: Δικαίωμα που απορρέει από την ίδια την δικαιοσύνη (πρβλ. διακήρυξη Γαλλικού Διαφωτισμού, θεμελιώδη δικαιώματα όπως λ.χ. ελευθερία έκφρασης, θρησκευτικής συνείδησης, δίκαιη δίκη κλπ. Σε αυτές τις περιπτώσεις το ΕΔΔΑ εξαιρετικά αυστηρό.

ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ Όταν έχουμε ένα γνήσιο δικαίωμα συνδεόμενο με τον κορμό και σκληρό πυρήνα του κράτους, το ΕΔΔΑ είναι εξαιρετικά αμήχανο να επιλύσει την διαφορά, απ την στιγμή που αναφύονται και ζητήματα πολιτικής φύσεως που ανάγονται σε κρατικές επιλογές και σταθμίσεις του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη (αυτοπεριορισμός ΕΔΔΑ)

Πρβλ. Πολωνία- Ουγγαρία (πρόσφατη υπόθεση). Δεν νοείται δικαίωμα που προσδιορίζεται στο σύνταγμα με πλειοψηφία. Για να υπήρχε δικαίωμα θα έπρεπε το Σ51§4 να αφορά έναν εκτελεστικό δικαιώματος νόμο («όπως νόμος ορίζει») .

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος SOS: Ζήτημα είναι εάν υπάρξει τυπικός νόμος με συμπλήρωση των 2/3 και εκδοθεί, μετά μπορεί να καταργηθεί; ΟΧΙ, αποτελεί κοινωνικό κεκτημένο (πρβλ δικαίωμα στο περιβάλλον, κατώτατο ηλικιακό όριο στις εκλογές).

Πέμπτη

11ο Μάθημα

21/3/2019

Ανεξάρτητες Αρχές στις ΗΠΑ= ΦΟΡΈΑΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ Αποκόπτουμε κάποια ύλη και την αναθέτουμε σε τεχνοκράτες (αμερόληπτη ρυθμιστική ύλη του Δημοσίου). Ανεξάρτητες Αρχές στην Ευρώπη= Μεταφέρονται με όχημα το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η ανοιχτή και ελεύθερη αγορά προϋποθέτει ότι το κράτος ως ρυθμιστής είναι ανεξάρτητο και παρεμβαίνει μόνο για να ρυθμίσει τους όρους του ανταγωνισμού. Σε ορισμένα πεδία (ύδρευσητηλεπικοινωνίες- βασικές υποδομές) δεν είναι απλός ρυθμιστής, αλλά ισότιμος παίκτης και μάλιστα συχνά μονοπωλιακός. →Σύμπτωση: ρυθμιστής- αγοραίος παίκτης Δεν μπορεί το κράτος να είναι ελεγκτής μιας αγοράς και να είναι και επιχειρηματίας. Γεννήθηκε έτσι η απαίτηση, ώστε ρύθμιση-έλεγχος- κύρωση να ανατίθενται σε έναν αμερόληπτο φορέα, ίσως η μεγαλύτερη επιρροή της Ένωσης. Δεκαετία 1990: ανεξάρτητες αρχές στην Ελλάδα. ΕΣΡ: Ραδιοφωνικές-τηλεοπτικές παραγωγές. Το κράτος διατηρεί τον ρυθμιστικό του ρόλο, αλλά ο έλεγχος ανατίθεται στο ΕΣΡ. Μεμονωμένη συγκρότηση με νόμο κάθε ΑΑ, καθεμία έχει διαφορετικό νομικό καθεστώς, διαφορετικές αρμοδιότητες. Προβλέπεται η ανεξαρτησία, αλλά υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργού.Σήμερα, ίδια ΝΠ (→ ίδια εκπροσώπηση στις δίκες που τις αφορούν) Κοινοβουλευτικός Έλεγχος (→ ένας φορέας εκτελεστικής εξουσίας ελέγχεται από το Κοινοβούλιο). Είναι εκτελεστική κατά φύση υπηρεσία του Δημοσίου που υπάγεται σε απευθείας έλεγχο, χωρίς να εντάσσεται στην οργανωτική δομή του κράτους. (Ένταση νομιμοποίησης- αποτελεσματικότητας). Με την αναθεώρηση του 2001, ιδρύθηκαν 5 Ανεξάρτητες Αρχές: ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

ΕΣΡ (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης) ΑΠΔΠΧ (Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Σ9Α) Συνήγορος του Πολίτη (Σ103παρ9) ΑΣΕΠ (Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, Σ103παρ.7) ΑΠΑΤ (Αρχή Προστασίας Απορρήτου των Τηλεπικοινωνιών, Σ19παρ2)

Επήλθε αναβάθμιση αφού θεσπίστηκαν αρχές για την προστασία των δικαιωμάτων. Σ101Α- Γενικές Αρχές των ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΑΑ: ➢ Αρχή της ανεξαρτησίας (προσωπική και λειτουργική) ➢ Αρχή κοινοβουλευτικού ελέγχου

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ➢ Αρχή του ορισμού από την Βουλή (από ειδικό κοινοβουλευτικό σχηματισμό, την Διάσκεψη (!) των Προέδρων με ομοφωνία ή 4/5). Εσφαλμένη μηχανική: Ως προς το όργανο, η ΔτΠ είναι κακέκτυπο από το Γαλλικό Κοινοβουλευτικό Δίκαιο. Σε μας η ΔτΠ δεν προβλέπεται ως όργανο στο Σ, έχουμε δηλαδή παρεμπίπτουσα εγκατάσταση ειδικού κοινοβουλευτικού οργάνου. Άρα, αφήνουμε έτσι τον ΚτΒ να ρυθμίσει το θέμα. Πρόβλημα: η ΔτΠ είναι ο μοναδικός σχηματισμός στον οποίο δεν μεταφέρεται ο λόγος της Ολομέλειας (απόκλιση από το Σ65). Άρα, τη σύσταση ρυθμίζει ο ΚτΒ (exofficio συγκρότηση). Βασικά, το ζήτημα είναι ότι ανατίθεται συνταγματικά αρμοδιότητα σε όργανο του οποίου η συγκρότηση δεν προβλέπεται (συστημικό σφάλμα). Ως προς την πλειοψηφία, μικρές ομάδες μέσα στη ΔτΠ μπορούν να λειτουργήσουν ως veto-players, να εμποδίσουν τη συγκρότηση. Γιαννακόπουλος: συνδέεται με τη μετάλλαξη του παραδοσιακού κράτους και του φαινομένου κυριαρχίας. Απομάκρυνση από την κεντρική Δημόσια Διοίκηση: -αυτοτελείς υπηρεσίες (σχετική αυτονόμηση- οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια) -καθ’ύλην / κατά τόπον αυτοδιοίκηση ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ Εντάσσονται στο νομικό πρόσωπο του κράτους, αλλά ΔΕΝ υπόκεινται σε διοικητικό έλεγχο. Υπόκεινται σε ελλιπή κοινοβουλευτικό έλεγχο10 και οι πράξεις τους ελέγχονται δικαστικά. • Συρρίκνωση του κράτους • Αποπολιτικοποίηση Διοίκησης: μακριά από πολιτικές εντάσεις της Κυβέρνησης • Αποδοχή της ανάγκης τεχνοκρατικών λύσεων Οι φύλακες ανεξαρτησίας κινούνται σε έναν ενδιάμεσο χώρο. Ασκούν και μία κανονιστική εξουσία, διαφορετικής φύσεως και εκδίδουν ΑΔΠ-ΚΔΠ, λειτουργούν κοινοβουλευτικά, επιβάλλουν κυρώσεις κλπ. Δημιουργείται έτσι χώρος εντός των 3 εξουσιών που σχετικοποιεί την διάκριση. Παρατηρείται διάχυση της πολιτικής ευθύνης: η Κυβέρνηση κρύβεται πίσω από τις επιλογές των ΑΑ και πίσω από ΑΑ κρύβονται τεχνοκράτες. Σε ό, τι αφορά την εξωτερική κυριαρχία, υπάρχει επίδραση από το δίκαιο της Ένωσης. Οι ΑΑ συνδέονται και μέσα σε κόμματα της σκληρής κυριαρχίας του κράτους (πχ κρατική τράπεζα ανήκει στο δίκτυο των κεντρικών τραπεζών της Ένωσης). Δημιουργείται έτσι μια ένταση εθνικών αρχών και Κεντρικής Τράπεζας (ένταση επιρροής ενωσιακού δικαίου και κρίση στη συνοχή του κράτους). Το κράτος έχει την ευθύνη των πράξεων του, χωρίς όμως να έχει κανέναν έλεγχο επί των πράξεων αυτών. Λογική αντιβάρων: ενώ παραδοσιακά ψάχναμε αντίβαρα στα εθνικά όργανα, τώρα μας δίνει αντίβαρα το ενωσιακό δίκαιο. Οι εθνικές αρχές ψάχνουν κάτι μείζον να αντιτάξουν σε ενωσιακής προέλευσης αντίβαρο. Επικαλεστήκαμε το μοντέλο για να καλύψουμε μια άναρχη απελευθέρωση που είχε προηγηθεί. Όταν ο νομοθέτης επιτρέπει την συγκρότηση υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, θέλει άραγε να συγκροτηθούν όντως; Η Βουλή δεν μπορεί να εκφράσει δυσπιστία προς τα μέλη των ΑΑ, απλώς συζητεί επί τη βάσει των ετήσιων εκθέσεων που οι ΑΑ καταθέτουν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. 10

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Υπάρχουν 3 επίπεδα Α.Α.: • Συνταγματικές • Αυτές του δικαίου της Ένωσης • Οι εκ του νόμου ΕΚΤ: είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα Σ80παρ.2: ερμηνευτική δήλωση Συνταγματικά όρια στην συγκρότηση των ΑΑ. Π.χ. μπορεί να υπάρξει ΑΑ από τον νόμο, ενώ δεν προβλέπεται στο Σ; Μήπως το Σ περιλαμβάνει περιοριστικά τις ΑΑ; Σ56§3β:η παρεμπίπτουσα διάταξη, ΑΡΑ, ναι επιτρέπεται να συγκροτηθούν ΑΑ με νόμο. Πιο βιώσιμες είναι οι ευρωπαϊκές ΑΑ. Τεχνικά νομικά είναι οι συνταγματικές, αλλά κατ’ ουσίαν οι ευρωπαϊκές. Μέσω ΑΑ το δίκαιο της Ένωσης διεισδύει στο εθνικό. SOS ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ & ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΑΔΕΙΩΝ ❖ ΣτΕ Ολ 3578/2009: Δεν είναι ανεκτή από τη συνταγματική τάξη η λειτουργία σταθμών ανεπαρκώς αδειοδοτημένων. Οι υφιστάμενοι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούν για μακρό χρονικό διάστημα σε καθεστώς μεταβατικών αδειών και άρα σε ένα περιβάλλον αντισυνταγματικότητας ➢ Παραβίαση κράτους δικαίου (από τις ελάχιστες περιπτώσεις που το κράτους δικαίου ανάγεται σε αυτοτελές ερμηνευτικό εργαλείο για την κρίση περί συνταγματικότητας ➢ Παραβίαση της αρχής της ισότητας: δίνεις αθέμιτο πλεονέκτημα στον «καταληψία» Π.ν.π. κατάργησης και επαναλειτουργίας της ΕΡΤ +2 αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών. Συνταγματικότητα κατάργησης της ΕΡΤ ❖

ΣτΕ Ολ1901/2014:

Επιβάλλεται από το Σ ή όχι να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση; Η πλειοψηφία είπε: ΟΧΙ, δεν είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένη υποχρέωση, αλλά εάν αποφασιστεί πρέπει να τηρηθούν οι εγγυήσεις. Μειοψηφία είπε: έχουμε ζήτημα συνέχειας του κράτους. Άλλο ζήτημα η ανάθεση αρμοδιότητας στο ΕΣΡ για έλεγχο και επιβολή κυρώσεων→ το ΕΣΡ πρέπει να διοργανώσει διαγωνισμό, αλλά δεν μπορεί το ΕΣΡ να συγκροτηθεί. Ο νόμος προβλέπει ότι το ΕΣΡ είναι αρμόδιο για την προκήρυξη του διαγωνισμού, αλλά μεταβατικά εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Τύπου. Ο διαγωνισμός διενεργήθηκε από τον Υπουργό Τύπου και δημιουργήθηκε έντονη αντίδραση. Δεν μπορεί να παρακαμφθεί η συνταγματική ανάθεση αρμοδιότητας στο ΕΣΡ (Γεραπετρίτης). Εν προκειμένω, ένα κανάλι προσέβαλε την πράξη ανάθεσης. Γεννήθηκε βέβαια σοβαρό ζήτημα εννόμου συμφέροντος : μπορείς να προσβάλεις μια εσωτερική πράξη ανάθεσης αρμοδιότητας χωρίς να έχει εκδοθεί η βασική πράξη που σε θίγει;

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Παρασκευή

12ο Μάθημα

22/3/2019

Γεραπετρίτης- Γιαννακόπουλος- Δρόσος

ΣτΕ 95/2017

- SOS ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΣΡ ΓΙΑ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΚΑΝΑΛΙΩΝ: Προσβολή ΚΔΠ που αφορούσε την μεταφορά αρμοδιότητας από τον Υπουργό Επικρατείας στον Γενικό Γραμματέα Ενημέρωσης για την διενέργεια διαγωνιστικής διαδικασίας λόγω αδυναμίας συγκρότησης του ΕΣΡ και συγκεκριμένα λόγω αδυναμίας επίτευξης της αυξημένης πλειοψηφίας των 4/5 από τη Διάσκεψη των Προέδρων βάσει Σ101Α. Το ΕΣΡ προηγουμένως λειτουργούσε αλλά με μειωμένα μέλη. 3 μέλη είχαν αποχωρήσει με νομοθετική παρέμβαση του 2015 και με αυτόν τον τρόπο έπαυσε δια του νόμου η νόμιμη συγκρότηση του οργάνου. Προέκυψε ανάγκη νέας συγκρότησης του μέσως ΔτΠ αλλά απέτυχε. Μπορούσε βάσει του Σ να μεταβιβαστεί η εν λόγω αρμοδιότητα; (Α) Παραδεκτό: •

•

•

Εννομο συμφέρον→ αυτοί που ήταν ενάντια στον διαγωνισμό δεν είχαν νόμιμη άδεια (ΑΝΤ1) . Πρέπει να συντρέχει χρόνος κατάθεσης και συζήτησης. Το επιχείρημα που επικαλέστηκε ο ΑΝΤ1 για να θεμελιώσει έννομο συμφέρον ήταν ότι αναμένεται να αποκτήσει στο άμεσο μέλλον. Η μειοψηφία ήταν σκληροπυρηνική: δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η διαγωνιστική διαδικασία. Άρα δεν έχουν έννομο συμφέρον (δεν είναι ενεστώς). Πλειοψηφία: Ήταν για χρόνια πάροχοι ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων και μετείχαν στο διαγωνισμό. Από την μακρά παραμονή τους στον χώρο τεκμαίρεται το έννομο συμφέρον Εκτελεστότητα διοικητικών πράξεων. Διαγωνισμός: προπαρασκευαστικές πράξεις + πράξεις που επιφέρουν έννομες συνέπειες. Εάν γίνει μεταφορά αρμοδιοτήτων που αφορούν τις προπαρασκευαστικές πράξεις, ΔΕΝ θεωρείται ότι επιφέρουν βλάβη κατά πάγια νομολογία: προσβάλλονται/ ελέγχονται παρεμπιπτόντως. Υπάρχει ευρύ έννομο συμφέρον. Αντιστροφή τάσης→ αυστηρό έννομο συμφέρον π.χ. προσφυγές στο σύμφωνο συμβίωσης που προσεβλήθη από την εκκλησία& στην προσβολή της πράξης οργάνωσης μέσης εκπαίδευσης κατάλληλης για τα προσφυγόπουλα, η οποία προσεβλήθη από γονείς μαθητών του εν λόγω σχολείου. Η νομολογία λοιπόν τον σκόπελο του εννόμου συμφέροντος το ξεπερνά όταν πρόκειται για ατομικό δικαίωμα και όχι πολιτικό ζήτημα (εδώ πολιτικό ζήτημα). Σε περιπτώσεις μείζονος σημασίας υπάρχει ελαστικότητα εννόμου συμφέροντος και ο δικαστής αντιμετωπίζει πολλές φορές τέτοιες υποθέσεις με ωφελιμισμό. Επίπεδα: (α) αφού δεν έχουν άδεια: δεν έχουν έννομο συμφέρον, αλλά είναι οικονομική ελευθερία που ήθελαν να ασκήσουν (β) Προσωρινή προστασία: προσβολή κάθε εγγράφου διοικήσεως π.χ. Επιτροπή για κρίση οικονομικής κατάστασης συμμετεχόντων→ αποδεκτό. Τάσεις ελαστικότητας για έννομο συμφέρον: ΕΕ πχ GauMillerEKT«θα ληφθεί ένα μέτρο», δεν υπάρχει ούτε καν

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος προπαρασκευαστική πράξη. Δήλωση Drog “Whatever to save euro”. Ελαστικότητα δικαστή: δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στην ΕΕ. Σαφές + Ενεστώς + παράγει έννομα αποτελέσματα – μόνο σε αυτά το προδικαστικό ερώτημα (Β) Αρμοδιότητα: Έλεγχος Ραδιοτηλεόρασης γίνεται μόνο από ΑΔΑ (είναι αποκλειστικό). Σ101Α: από ΕΣΡ που συγκροτείται με απόφαση της ΔτΠ (απόλυτη ομοφωνία ή πάντως αυξημένη πλειοψηφία των 4/5). Συνιστά ο διαγωνισμός έλεγχο; ❖ Κομμάτι ρυθμιστικό, κανονιστικό(υπό ποιούς κανόνες θα γίνει): Ποσότητα αδειών + χρήμα ΣτΕ: απαιτείται σύμπραξη κράτους + ΕΣΡ από κοινού (σύνθετο όργανο). ❖ Κομμάτι διεκπεραιωτικό- τεχνικό (ποιός κάνει τον διαγωνισμό): Διενέργεια της διαδικασίας. ΣτΕ: Ανήκει αποκλειστικά στο ΕΣΡ, ανεξαρτήτως εάν απ το ρυθμιστικό πεδίο του νόμου καταλείπεται ευχέρεια του ΕΣΡ ή δέσμια αρμοδιότητα του. Ο αντίλογος ήταν: ο νόμος ρυθμίζει με τόση εξαντλητική λεπτομέρεια τα της διενέργειας του διαγωνισμού που τελικά δεν καταλείπεται διακριτική ευχέρεια στο ΕΣΡ να πράξει κατά το δοκούν. Συνεπώς τι πειράζει αν ένα άλλο όργανο πάλι κατά δέσμια αρμοδιότητα τον διενεργήσει; Απάντηση της πλειοψηφίας: οι αρμοδιότητες ΔΕΝ έχουν χαρακτήρα ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΤΙΚΟ είτε πρόκειται για δέσμια αρμοδιότητα είτε πρόκειται για διακριτική ευχέρεια. Σύμπραξη (νέα έννοια ασαφής, ευέλικτη στην εφαρμογή της, κάλυψη πολλών μορφών συνεργασίας π.χ. γνωμοδοτική, αποφασιστική κλπ)11 = Πώς υποχρεώνω κάποιον; (προβλήματα- κενά).

(Α) Διαγωνισμό αποκλειστικά από το ΕΣΡ: Πώς γίνεται, αφού η Διοίκηση έχει σύμπραξη στην απόφαση; Εξάλλου, δεν δημιουργεί διαφορετική έννομη προστασία όποιος και να διεξάγει τον διαγωνισμό (!) (Β) Διάκριση έμμεση vs άμεση αντί- Σ. Ο νόμος εξεδόθη γιατί δεν υπήρχε το ΕΣΡ. ΣτΕ Μειοψηφία: η μη συγκέντρωση της πλειοψηφίας των 4/5 συνιστά ευθεία αντισυνταγματικότητα ως μια κατά βάθος σκόπιμη ασυμφωνία που αποβλέπει στη μη συγκρότηση του ΕΣΡ (αποδοθηκε στις πολιτικές δυνάμεις της Βουλής των Ελλήνων). Άμεση μομφή ΣτΕ σε Βουλή. Εξάλλου εάν λάβουμε υπόψη την σύνθεση της ΔτΠ (είναι το μόνο κοινοβουλευτικό όργανο που έχοντας μια ιστορική γαλλική παράδοση διαθέτει ααναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων της Ολομέλειας και κατά συνέπεια υπερεκπροσωπείται η κυβερνητική πλειοψηφία) δεν είναι πρακτικά ανέφικτο να βρεθούν οι αναγκαίες συναιρέσεις ώστε να επιτευχθεί η υψηλή πάντως πλειοψηφία των 4/5. Γενικά δεν υπάρχει παραβίαση του Σ όταν ενεργοποιείται ένα δίκαιο ανάγκης. Τότε βάσει δυναμικής

Το ΣτΕ δε μπορεί να ορίσει τί αρμοδιότητα έχει το ΕΣΡ αλλά πρέπει αυτό [το ΕΣΡ] πάντοτε να συμπράττει με άλλα όργανα. Ο νομοθέτης ορίζει σε ποιές περιπτώσεις αυτό γίνεται. 11

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ερμηνείας του Συντάγματος μπορεί να γίνει δεκτή μια ρήτρα διαφυγής. Εν προκειμένω όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι θεμιτώς ενεργοποιήθηκε. ΣτΕ Πλειοψηφία: Σημαντική είναι η σκέψη 19! 1. Η αρμοδιότητα του ΕΣΡ είναι πλήρης όχι μόνο για την επιβολή κυρώσεων αλλά και για την αδειοδότηση, ήτοι και την διενέργεια της διαγωνιστικής διαδικασίας. 2. Προϋπόθεση για διενέργεια: ύπαρξη ενός ρυθμιστικού πεδίου (πχ. αριθμός αδειών, τιμή εκκίνησης). Εκεί δεκτόν να γίνεται σύμπραξη ΕΣΡ με κράτος 3. Μη συμφωνία για ΕΣΡ είναι έμμεση (εκ πλαγίου) αντισυνταγματικότητα + δεν μπορεί να θεραπευτεί με άμεση αντισυνταγματικότητα. Η αναθεώρηση του αρ.101ΑΣ (2001) ήταν συνειδητή! Ο ιστορικός νομοθέτης ήταν να μην υπάρξει εναλλακτικός μηχανισμός (Plan B). Άρα, ή 4/5 ή τίποτα. Το Σ ορίζει σαφώς και απαρεγκλίτως τις απονεμημένες του αρμοδιότητες σε συγκεκριμένα όργανα. Στις περιπτώσεις αυτές ουδέποτε μπορεί να γίνει δεκτή μια ρήτρα διαφυγής στο δίκαιο ανάγκης όταν εβρισκόμεθα σε μια δημοκρατική πολιτεία και συνταγματική ομαλότητα. Είναι συγκεκριμένες οι περιπτώσεις που ενεργοποιείται το δίκαιο της ανάγκης (κήρυξη της χωρας σε κατάσταση πολιορκίας, πόλεμος, επανάσταση, πραξικόπημα, άλλου είδους ανωτέρα βία κλπ). Η αδυναμία επίτευξης ορισμένης πλειοψηφίας ΔΕΝ μπορεί να υπαχθεί στις παραπάνω περιπτώσεις ώστε να δικαιολογηθεί η αντίθετη προς το γράμμα του Σ μεταβίβαση αρμοδιότητας. Εάν το ΣτΕ δεχόταν το σενάριο υπαγωγής σε δίκαιο ανάγκης θα άνοιγε την πόρτα για επίκληση της ίδιας ρήτρας διαφυγής και σε άλλες περιπτώσεις στο μέλλον. Ο διαχωρισμός ήταν περιφερειακή μη κρίσιμη απόφαση (obiter dictum). Η σκέψη περί σύμπραξης ήταν αλυσιτελής. ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ: αυτοτελής λόγος ακυρώσεως . Δεν εξετάζεται η σκοπιμότητα→ αυτός είναι λόγος ουσίας, δεν εξετάζεται από τον ακυρωτικό δικαστή. Η ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ. Σ προβλεπόμενη υποχρέωση η εκλογή του ΕΣΡ, αλλά δεν το λύνει εάν δεν συμφωνήσουν τα 4/5! Αρμοδιότητα δικαστή: εντοπισμός πλημμέλειας πχ. αναρμοδιότητα + μετά ακύρωση. Τελικά, όμως ο δικαστής δίνει και οδηγίες στη Διοίκηση για συμμόρφωση, δεν ακυρώνει απλώς (άρ.50 §3 πδ 18/1989). Η τοπική αρμοδιότητα μπορεί να παραχωρηθεί από το δικαστήριο; Γεραπετρίτης: ΌΧΙ Δρόσος: ΝΑΙ Εδώ ΔΕΝ υπάρχει κενό του Σ! Είναι σαφές ότι υπάρχει Σ αρμοδιότητα. Πρέπει ο νομοθέτης να βρει λύση αλλιώς ο πολίτης με αιτήσεις αποζημίωσης θα βρει το δίκιο του. ΣτΕ: Όταν το ΕΣΡ δεν είχε συγκροτηθεί, η αρμοδιότητα παρέμενε στην κεντρική διοίκηση, ήτοι στον Υπουργό. Είμαστε τόσο μακριά από αυτό το στάδιο; Θα μπορούσε να υπάρχει άλλη διαπλαστική εναλλακτική λύση, όπως η προσωρινή επιστροφή της αρμοδιότητας στον Υπουργό ή η ανάθεση αυτής σε άλλη ΑΔΑ ή ερμηνευτικώς να καταργηθεί η πλειοψηφία των 4/5 και να γίνει 2/5. Δρόσος: κενό που ρυθμίζεται, είναι οκ και συνταγματική η παραχώρηση Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Γιαννακόπουλος: να αλλάξει το Σ101Α Γεραπετρίτης: αντισυνταγματική η παραχώρηση της αρμοδιότητας Ο Ράντος υποστήριξε ότι πρέπει να δοθεί δίμηνη προθεσμία προληπτικά, ώστε να συγκροτηθεί το ΕΣΡ και ελέγχουμε σε μεταγενέστερο χρόνο το διαγωνισμό. Εγείρεται ζήτημα κατά πόσο ο δικαστής μπορεί να υποχρεώσει το νομοθέτη. Τελικώς, συνετάγη με την πλειοψηφία. Έμμεση- Άμεση αντισυνταγματικότητα Έμμεση: π.χ. προσλήψεις με διαγωνισμό στο λιμενικό σώμα- ύψος 1,75m για τις γυναίκες. Αυτό συνιστά έμμεση διάκριση το οποίο κατ’ αποτέλεσμα είναι αντισυνταγματικό (vsτο ΣτΕ είπε ότι είναι αντικειμενικό κριτήριο). Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άμεση αντισυνταγματικότητα. Άμεση: ύψος τουλάχιστον 1,75m, αλλά όλες οι γυναίκες μπορούν κατά τη μέτρηση να φορούν τακούνια 15 πόντων. Πρέπει για την έμμεση να υπάρχει υπέρτερος σκοπός δημοσίου συμφέροντος, ώστε να δικαιολογείται αυτή. Την ημέρα έκδοσης της απόφασης υπήρχε το ΕΣΡ. Βέβαια, μολονότι το ΣτΕ απεφάνθη υπέρ της έμμεσης αντισυνταγματικότητας, δεν επέρχεται κάποια κύρωση κατά κοινοβουλευτικής διαδικασίας (όχι έννομες συνέπειες εδώ) (Γ) ΟΥΣΙΑΣ ΖΗΤΗΜΑΤΑ→ Η συνταγματικότητα του διαγωνισμού: • • •

•

•

Αριθμός Αδειών: 4 Είδος: πλειοδοτικός διαγωνισμός Πόσοι: απαιτείται εξάντληση του φάσματος. Δεν έχει σημασία πόσοι θα πάνε. Το κράτος έχει υποχρέωση εξάντλησης όλων των τεχνικών δυνατοτήτων. Τελικά έγιναν 6-7, άρα στην αρχή δεν υπήρχε εξάντληση . Η εξάντληση γίνεται με την επιφύλαξη δημόσιας ασφάλειας. Το 4 στηρίχθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση περί βιωσιμότητας του φορέα και της διαφημιστικής πίτας-αγοράς. Όταν πρόκειται για μείζονα δημοκρατική διακύβευση, όπως ο πλουραλισμός στην ενημέρωση, θα μπορούσαν να τεθούν περιορισμοί αναφορικά με τη βιωσιμότητα του φορέα. Πρώτα να υπάρχει πλουραλισμός. Βέβαια τα κανάλια ζούσαν με διάπλους γιατί δεν υπήρχαν πολλά διαφημιστικά έσοδα- παράλογο επειδή υπάρχει ρυθμιστικό πλαίσιο. Επειδή δε θέλω ή δεν μπορώ να φτιάξω. Ο πλουραλισμός απαιτεί την αδειοδότηση πλείονων καναλιών. Ρ/Τ: υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος: στάθμισης οικονομικής ελευθερίαςδημοσίου συμφέροντος: δεν μπορώ να κάνω τη ρύθμιση προκαταβάλλοντας το οικονομικό διαφημιστικό αδιέξοδο! Πρέπει να υπάρχει κάποιο σαφές και αντικειμενικό - ποιοτικό κριτήριο12, το οποίο βέβαια είναι; Δύσκολο να καθοριστεί με νόμο. Σ15§2: φιλελεύθερη (οικονομική) vs πατερναλιστική ρύθμιση13.

12Η

ποιότητα είναι έννοια συνταγματική, διάφορη από το αισθητικό κριτήριο! ο έλεγχος θα πρέπει να είναι κατασταλτικός και όχι προληπτικός; Είναι δύσκολο να συναιρεθεί η αγορά με το δημόσιο συμφέρον. Η απόφαση δεν βρίσκεται σε αρμονία με τα μοτίβα του ΣτΕ κατά την κρίση. Είχε αναπτύξει την προβληματική πως αν λήξει η θητεία μελών μιας συνταγματικής ΑΔΑ, για εύλογο χρόνο και εξαιτίας της δυσκολίας συγκρότησής της θα μπορούσε να γίνει ανεκτή μια παράταση. 13Μήπως

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος •

Μνημονιακή υποχρέωση: Το ότι η χώρα έχει αναλάβει διεθνείς ευθύνες δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να εναρμονίσουμε το Σ. Πρέπει να σταματήσει η δικαιολογία αυτή που χρησιμοποιούσε το ΣτΕ για να προβεί σε δυναμική ερμηνεία του Σ. ΣτΕ: Αυτή είναι περιφερειακή κρίση, όχι κρίση ουσίας Γεραπετρίτης: αντισυνταγματική η πλειοδοσία σε τέτοιο αγαθό αφού πρόκειται για πλουραλισμό: δεν μπορεί να ισχύει το κριτήριο να βγάλουμε περισσότερα λεφτά. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: 1. Σ101Α: Συγκρότηση +Σ15§2: κρατικός έλεγχος Δεν λύνεται το θέμα εάν δεν συγκροτηθεί το ΕΣΡ. Ο νομοθέτης ήθελε τα 4/5 + αλλιώς τίποτα; (θα υπήρχε εκβίαση οποιασδήποτε αντιπολίτευσης αν υπήρχε αυξημένη πλειοψηφία). Όταν υπάρχει αδιέξοδο τι κάνω; Πάω στον λαό ή στο δίκαιο της ανάγκης. Αν η κυβέρνηση δεν στήνει τα 4/5(όχι η αντιπολίτευση) τότε θα αναλάβει η ίδια τις αρμοδιότητες; Γιαννακόπουλος: μοιάζει με υπόθεση Σιταρόπουλου Γεραπετρίτης: δεν μοιάζει 2. Αν ανοίξει η πόρτα από το δικαστήριο, μπορεί να γίνει κάθε φορά που δεν συγκροτείται η ΑΔΑ και να την αναλαμβάνει ο εκάστοτε υπουργός. 3. Αριθμός αδειών: συζήτηση αρχικά 2-3 άδειες 4. Ν.4339 είναι αντισυνταγματικός ή όχι λόγω αρμοδιότητας; Σύγκρουση των απολύτων: Δρόσος vsΓεραπετρίτης. Ο δικαστής πρέπει να κάνει ερμηνεία του νόμου σύμφωνα με το Σ → συνταγματικώς ανεκτές λύσεις. Η συνταγματικώς σύμφωνη ερμηνεία προϋποθέτει κανόνα δικαίου→ Αν ο δικαστής κάνει διάπλαση τότε νομοθετεί κατά παράβαση της διάκρισης των λειτουργιών. 5. Κείμενο «Στον παράδεισο των κακών νομικών εννοιών»: ο δικηγόρος συναντά στον ύπνο του νομικές έννοιες οι οποίες του λένε ότι ισχύουν ανεξαρτήτως πραγματικότητας , κάτι που μπορεί να σημαίνει ότι μπορεί να χάσουν την αξία τους. Στρατός άψογος vsαν πολεμήσουν θα λερώσουν τα ρούχα τους.

ΛΥΣΕΙΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗ: 1) Απαιτείται πλήρης αξιοποίηση φάσματος: όχι κρατική απόφαση που να περιορίζει τον αριθμό αδειών που θα δοθούν. Αυτό οδηγεί σε ΟΛΙΓΟΠΩΛΕΙΟ που περιορίζει τους διαύλους της ενημέρωσης 2) Όχι δημοπρατικές διαδικασίες για ένα δημόσιο αγαθό που ααποτελεί σπάνιο πόρο. Είναι εσφαλμένη η λογική να δοθεί η άδεια σε έκείνον που θα δώσει τα περισσότερα χρήματα (πολύ ηψηλό αντίτιμο- αγοραία νοοτροπία). Θα πρέπει το αντίτιμο να είναι αντικειμενικό και ίσο για όλους τους παίκτες . Διαφορετικά ως domino effect οδηγεί σε ΕΞΑΡΤΗΣΗ και ΟΛΙΓΟΦΩΝΙΑ/ ΜΟΝΟΦΩΝΙΑ των μέσων.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

5η Εβδομα δα 13ο Μάθημα

Τρίτη

26/3/2019

Επανάληψη της υπόθεσης για τις Ραδιοτηλεοπτικές άδειες και για τους Εκτός Επικρατείας (απορίες- επισημάνσεις) 1. Το πρότερον είναι η αρμοδιότητα (μείζον) και η εξουσιοδότηση έπεται (έλαττον). Η υπόθεση πήγε εκεί που ήθελε να πάει. Ποιό το μέγιστο διακύβευμα; 2. Διάταξη Ενωσιακού Δικαίου- Οδηγίες Περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (+παροχή ραδιοτηλεοπτικού σήματος) +ΕΣΔΑ (πρβ νομολογία ΕΔΔΑ) : Δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται το δικαίωμα στην πληροφόρηση και στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων βάσει αδειών. Προβληματισμός: Η εξέλιξη της τεχνολογίας καθιστά αλυσιτελή την αδειοδότηση; Διαψεύδεται αυτή η άποψη 3. Στην υπόθεση Σιταρόπουλος κατά Ελλάδος η απόφαση του ΕΔΔΑ δεν περιορίζει και το δικαίωμα ψήφου; Όχι, η απόφαση αφορά μόνο την μη παροχή της διευκόλυνσης. Δεν υπάρχει δικαίωμα στην διευκόλυνση. Το ΕΔΔΑ είπε είναι στη διακριτική ευχέρεια των κρατών να παράσχουν ή όχι την διευκόλυνση. Δεν «χτυπά» στο γενικό δικαίωμα ψήφου. Η μη διευκόλυνση είναι θεμιτός περιορισμός του γενικού δικαιώματος της ψήφου. Το ΕΔΔΑ δεν είναι αρμόδιο να κρίνει την πολιτική επιλογή του κάθε κράτους μέλους. ΠΡΟΣΟΧΗ! Θα ήταν άλλο ζήτημα αν είχε ήδη παρασχεθεί η διευκόλυνση στο παρελθόν και στην πορεία καταργείτο. Τότε θα μιλούσαμε για κεκτημένο οπότε δε θα χωρούσε κατάργηση. Πού αλλού έχουμε δει κοινωνικό κεκτημένο; 1) Προστασία Περιβάλλοντος 2) Κατώτατο ηλικιακό όριο ψήφου

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ- ΚΟΜΜΑΤΑ Προβλέπει το Σύνταγμα τη νομική μορφή των κρατικών οργάνων; (νομικό ένδυμα) Παραδοσιακή θεωρία: το νομικό πρόσωπο (ως έχον νομική προσωπικότητα) είναι υποκείμενο δικαίου, φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ασκεί εξουσίες. Το κράτος είναι νομικό πρόσωπο. Στο Σύνταγμα οι έννοιες κράτος- διοίκηση διαχέονται: Σ101-103 → αποκεντρωμένη διοίκηση→ οι κρατικές εξουσίες δεν ασκούνται όχι από τον κεντρικό κρατικό κορμό αλλά από αποκεντρωμένες κρατικές δομές («βραχίονες γεωγραφικά διεσπαρμένους»)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Σε ορισμένες ειδικές διατάξεις του Σ ορισμένα πρόσωπα (ΝΠΔΔ14) εξάγονται από την βασική κρατική δομή και αναγνωρίζονται από το Σ ως αυτοτελή υποκείμενα δικαίου: ➢ ΟΤΑ: δήμοι, περιφέρειες – δεν ανήκουν στο κρατικό νομικό πρόσωπο/ Μπορούν να ενάγονται και να ενάγουν/ έχουν δικαιώματα (π.χ. περιουσία/ δίκαιη δίκη) ➢ Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα: ΑΕΙ- ΤΕΙ ως ΝΠΔΔ (Σ16§5) ➢ Εκκλησιαστικά ΝΠ (Σ3): πχ ενορίες/ Μόνο τα ορθόδοξα είναι περίπου 1000 εκκλησιαστικά ν.π. στην Ελλάδα. Έχει γίνει επέκταση και στις καθολικές μονές, όχι σε άλλα δόγματα ή θρησκείες. Ερωτήματα: 1. 2. 3. 4. 5.

Τί εν τέλει μπορεί να πράξει το κράτος σε σχέση με τη νομική μορφή των νπ του; Μπορεί να ιδρύσει ΝΠΙΔ; Πως τα χαρακτηρίζουμε; Μόνο η εξωτερική μορφή τους αρκεί για τον αποκλεισμό τους; Τι λέει το Σύνταγμα;

Πρβλ. Ασφαλιστικά Ταμεία ή επαγγελματικοί συνεταιρισμοί (Πχ. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος/ Δικηγορικός Σύλλογος/ Ιατρικός Σύλλογος→ Υποκειμενική σχέση δικαιώματος; Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και στην υγεία→ εποπτικός- ρυθμιστικός χαρακτήρας) Ανάλυση των ΝΠΙΔ (κάθε εταιρικής μορφής15): Περισσότερο ευέλικτη μορφή που να μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς (Ταχύτερη ανταπόκριση). Προβληματισμοί: • •

Από τι δίκαιο θα διέπεται; Από το δημόσιο; Ζητήματα δικαιοδοσίας

Πχ: ΔΕΗ (τομέας ενέργειας) / ΕΥΔΑΠ (τομέας ύδρευσης και αποχέτευσης) → μετοχική κυριαρχία του δημοσίου Είναι επιλογή εκ μέρους του κράτους να οργανώνεται έτσι. Αρχίζουν όμως μετά τα προβλήματα με τον έλεγχο. Πρβλ. Οργανικό κριτήριο – Τί συνέπειες θα έχουμε λόγω της μετάπτωσης από το ιδιωτικό δίκαιο στο δημόσιο; Τα μεικτά - διφυή ΝΠΙΔ ενσωματώνουν δύο λειτουργίες: (α) μια ΔΗΜΟΣΙΑ: τα όργανα της είναι δημόσιοι υπάλληλοι (β) μια ΙΔΩΤΙΚΉ: ανταγωνιστικό περιβάλλον εργασίας

14Τα

ΝΠΔΔ μπορεί να είναι ιδρυματικά (π.χ. νοσοκομεία) ή σωματειακά (π.χ. δικηγορικός σύλλογος Αθηνών). Τα ΝΠΙΔ διακρίνονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, δημόσιες εταιρείες και επιχειρήσεις μεικτής οικονομίας (άρ.106§3). 15

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΈΧΟΥΜΕ ΔΥΟ ΤΆΣΕΙΣ ΑΝΤΙΡΡΟΠΕΣ

ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ16

ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ

Η εξέλιξη της δημόσιας Διοίκησης είναι σύμπραξη και των δύο πόλων και ξεκινά από την αδυναμία του κράτους να καταφέρει τα μέγιστα, οπότε εμπλέκεται και ο ιδιωτικός τομέας για την επίτευξη του τελικού σκοπού. Τί είναι εν τέλει αυτό που δεν μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί ποτέ (κόκκινη γραμμή); Τί αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του κράτους; Σκέψεις: τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, νερό, στρατός, αστυνομία, παιδεία, δικαιοσύνη κλπ; Υπάρχουν γενικά κριτήρια ή πάμε σε λογική περιπτωσιολογίας; ΠΡΟΣΟΧΗ! Δεν μπορώ να πω ότι είναι κριτήριο το να μην παραβιαστούν δικαιώματα δεν είναι κόκκινη γραμμή. Είναι εγγύηση αφότου έχει ήδη γίνει η ιδιωτικοποίηση. Σκέψη: Σ1παρ3 – λαϊκή κυριαρχία σημαίνει ότι διατηρώ ΚΑΤΙ που δεν μπορεί ουδέποτε να αποψιλωθεί ο δημόσιος χαρακτήρας του A contrario: Πώς θα μπορούσε να υφίσταται ενιαία κρατική δομή εάν δεν υπήρχε ένα κεντρικό δημόσιο όργανο (ένα minimum); Οι Σ101-103, Σ16 είναι ειδικές διατάξεις ενώ το Σ1παρ3 παραθέτει την γενική αρχή. Πρέπει ΚΑΤΙ να παραμένει με δημόσιο χαρακτήρα (ως ανήκον στον σκληρό πυρήνα του κράτους που δεν μεταπίπτει στον ιδιωτικόκαι ουδέποτε μπορεί να συρρικνωθεί) και να διασφαλίζεται με όρους συνέχειας αυτός (Σ1παρ3). Π.χ. Για αστυνομία: Το Σ δεν λέει πουθενά ότι η αστυνομία πρέπει να είναι δημόσια- δεν συνιστά κεκτημένο (πρβλ. Ιστορικά στην Αγγλία η αστυνομία επί βασιλείας ήταν ιδιωτική) μπορεί να νοηθεί μια σύμπραξη όπως παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας. Είναι τελικώς επιλογή του νομοθέτη ή συνιστά πίεση εθνικών παραγόντων ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας με την παρείσφρηση των διφυών ΝΠΙΔ; Εμφάνιση του κράτους ως ιδιώτη (fiscus) στο πλαίσιο συναλλακτικής διοίκησης. Το Ενωσιακό Δίκαιο δεν επιβάλλει τίποτα αλλά δείχνει μία προδιάθεση ιδιωτικοοικονομικής και φιλελεύθερης προσέγγισης. Είναι προτιμότερο να έχουμε μια ΔΕΗ με: ΔΗΜΟΣΙΟ

ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΜΕ ΙΔΙΩΤΕΣ

• Γραφειοκρατία • Ταχύτητα • Ελαστικότητα • Αποτελεσματικότητα και έλεγχος • Έλλειψη ανταγωνισμού • Ανταγωνιστικό περιβάλλον • Προσιτές τιμές • Υψηλό κόστος Η παραχώρηση είναι μια μορφή δανεισμού. Το κράτος μπορεί να αδυνατεί να παράσχει πόρους ή να στερείται τεχνογνωσίας και χρειάζεται την βοήθεια ενός τρίτου από τον ιδιωτικό τομέα. 16Ιδιωτικοποίηση

γίνεται με νομοθετική ή κανονιστική πράξη. Ο περιουσιακός έλεγχος με την ευρεία έννοια του όρου και η διοίκησή τους μεταβιβάζεται σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Αποκρατικοποίηση είναι η μερική ή ολική εκποίηση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων σε ιδιώτες.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Ποια θα είναι η διαδικασία (τρόπος) ; Έστω ότι θα υπάρχουν κόκκινες γραμμές ποιές θα είναι αυτές; Ο ιδιώτης θα παράσχει τα χρήματα και μετά θα εισπράττει έσοδα από τους πολίτες (π.χ. κατασκευή της Αττικής Οδού από ιδιωτικές εταιρίες- το ελληνικό δημόσιο δεν είχε τους πόρους για την κατασκευή του εν λόγω δημοσίου έργου- οι εταιρίες τώρα εισπράττουν έσοδα μέσω των διοδίων). Το τι θα επιλέξει ο νομοθέτης σε κάθε κράτος να πράξει εξαρτάται από τις οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες (πχ. Γαλλία- αυτοκινητοβιομηχανία- δημόσια υπηρεσία- εξαιρετικά ανταγωνιστική- επίπεδο Formula1) ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ: Ποιος διαχειρίζεται το «πορτοφόλι» του δημοσίου; ΤΑΙΠΕΔ: Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Δημοσίου Υπάρχει μια Διυπουργική Επιτροπή αναδιαρθρώσεων και αποκρατικοποιήσεων. Γίνεται μεταβίβαση των μετοχών του Δημοσίου στο ΤΑΙΠΕΔ (χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς δυνατότητα επανάκτησης) και από εκεί αγοράζει ο ιδιώτης τις μετοχές. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΉ ΠΡΆΞΗ ΜΕΤΑΦΟΡΆΣ ΜΕΤΟΧΩΝ- είναι ατομική διοικητική (σωρευτική) Έχει κάποια νομική συνέπεια ; Ιδιαίτερο τεκμήριο νομιμότητας • • • •

•

Συγκεκριμένη προθεσμία προσβολής Δεν προσβάλλεται εις το διηνεκές παρεμπιπτόντως όπως οι κδπ Όχι δημοσίευση αλλά κοινοποίηση Εδώ μιλούμε για αποκρατικοποίηση (ένα τμήμα του κεφαλαίου θα πάψει να ανήκει στοκ κράτος μέσω διαγωνισμού ) και συνδέεται με τη λειτουργική ιδιωτικοποίηση SOS: Διαφορά αποκρατικοποίησης- ιδιωτικοποίησης (βλ. υποσημείωση 15) Μεταφορά αριθμού μετοχών στο ΤΑΙΠΕΔ σε διαγωνισμό για μεταβίβαση και εκμετάλλευση

Π.χ.: Αποφασίζεται να μεταφερθούν οι μετοχές του ΟΛΠ σε ιδιώτη. Θέλουν να προσβάλουν τη διαδικασία με το επιχείρημα να μείνουν σε δημόσια χέρια οι μετοχές: -ΟΛΠ (Οργανισμός Λιμένων Πειραιώς) -ένας εργαζόμενος στον ΟΛΠ -ένας επιβάτης Ερώτηση1η- Είδος διαφοράς: Το ΤΑΙΠΕΔ είναι ΑΕ →Αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια βάσει του οργανικού κριτηρίου. Εκτός αν βάσει λειτουργικού κριτηρίου θεωρηθεί πως ασκεί δημόσια λειτουργία το ΤΑΙΠΕΔ ως ΝΠΙΔ θεωρηθεί διφυές και υπαχθεί στα διοικητικά. Όμως, η Διυπουργική Επιτροπή είναι η διοικητικό όργανο→ οργανικό κριτήριο→ αρμόδια τα διοικητικά; Προσβάλλουμε την απόφαση της διυπουργικής επιτροπής με αίτηση ακυρώσεως και όχι την απόφαση του ΤΑΙΠΕΔ.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Ερώτηση2η – Έννομο συμφέρον: Πρέπει να είναι ενεστώς, πραγματικό και άμεσο. Ο ΟΛΠ και εργαζόμενος δεν έχουν έννομο συμφέρον. Για τον δεύτερο εκλείπει, γιατί δεν μεταβάλλεται η σύμβαση εργασίας του με τον ΟΛΠ, δεν μεταβάλλεται το πραγματικό και νομικό καθεστώς. ΠΡΟΣΟΧΗ! Αν άλλαζε η ιδιοκτησία τότε θα προσβάλλαμε την απόφαση του ΤΑΙΠΕΔ και όχι την απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής. Φυσικά, ο επιβάτης δεν έχει έννομο συμφέρον. Όλες οι υποθέσεις σχεδόν κρίθηκαν στο παραδεκτό.

ΣτΕ 1906/2014 Μόνο στην υπόθεση της ΕΥΔΑΠ μπήκε το δικαστήριο στην ουσία Η ΔΕΠΑ (Δημόσια Επιχείρηση Αερίου): δεν έχει άμεσο, ενεστώς έννομο συμφέρον και επίσης ως καταναλωτής μπορείς να πας αλλού (λόγω του ανταγωνιστικού περιβάλλοντος→ δεν αποδεικνυόταν ο άμεσος δεσμός). Αντιθέτως, στην υπόθεση της ΕΥΔΑΠ (δικαίωμα στην υγεία και στα ύδατα) δεν υπήρχε ανταγωνιστικό περιβάλλον, αλλά μονοπώλιο, οπότε μόνο εκεί πέρασε τον σκόπελο του παραδεκτού και η υπόθεση μπήκε στην ουσία. Το παραδεκτό ετεροπροσδιορίζεται από το βάσιμο. Κάποιες φορές λύνει την υπόθεση το δικαστήριο στο παραδεκτό. Άλλες φορές υπάρχουν λόγοι απαραδέκτου και παρακάμπτονται για να μπει ο δικαστής στην ουσία. SOS ΣτΕ2186/2014 για το Ελληνικό: Προσέφυγαν οι κάτοικοι της περιοχής- έθεσαν ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος. Είπε το δικαστήριο ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον γιατί ΔΕΝ είναι ενεστώς. Θα γεννηθεί στο μέλλον οπότε να προσφύγουν τότε! Δύσκολο να προσβάλλεις την οικοδομική άδεια αφότου έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία και επίσης από τη στιγμή που κάθε οικοδομική άδεια θα προσβάλλεται ξεχωριστά (εν συνόλω είναι τόσες πολλές)! ΣτΕ1906/2014: ΕΥΔΑΠ → Πάλι η επενέργεια δεν είναι άμεση SOS ΚΡΙΤΉΡΙΟ ΓΙΑ ΣτΕ: μονοπωλειακό ή ανταγωνιστικό περιβάλλον; Κρίσιμη η σκέψη 22 της απόφασης: δεν εξασφαλίζεται ότι το αγαθό της υγείας θα παρέχεται κατά προσήκοντα και προσιτό σε όλους τρόπο («αβέβαιη η συνέχεια της παροχής προσιτών..») Κατά τη δεκαετία του 80’: Ευνοϊκή πολιτική υπέρ των αποκρατικοποιήσεων επί της ΝΔ (Το ΠΑΣΟΚ ήτο πιο συντηρητικό ως προς αυτό). Σε τομείς ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο(π.χ. το νερό συνδέεται με το δικαίωμα στην υγεία) δεν επιτρέπεται. Κράτησε ένα ποσοστό μετοχής το κράτος. Υπήρξαν εντάσεις με το δίκαιο της Ένωσης. Ιδρύθηκε μια Ρυθμιστική Αρχή Υδάτων για να διασφαλισθεί ο κίνδυνος να μεταπέσει σε ιδιώτες η παροχή των υδάτων («Το νερό είναι πιο ζωτικό κι από τα ζωτικά»).

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Μειοψηφία 6 δικαστών: ήταν υπέρ αποκρατικοποίησης και ιδιωτικοποίησης της παροχής υδάτων/ ΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΤΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

(Α) ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ (Β) ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ Δεν μπορεί να υπάρξει κρατική εποπτεία Δεν πρέπει να μας νοιάζει ποιος θα παρέχει Το νερό είναι τόσο βασικό που το κράτος το νερό (αδιάφορος ο πάροχος), αρκεί να μόνο του δεν μπορεί επαρκώς να το υπάρχει κρατική εποπτεία, να παρέχεται παράσχει. Αλλιώς αποξενώνεται το σε προσιτή τιμή και να έχει καλή ποιότητα. δημόσιο από τη φύση της επιχείρησης. Άρα που διαφωνούν;

Δεν μπορεί να υπάρξει κρατική εποπτεία

Μπορεί να υπάρξει επαρκής κρατικός έλεγχος μέσω της εποπτείας

Γενικά: Τι εννοούν ως έλεγχο; Να έρθει η κρατική εποπτεία προληπτικά ή κατασταλτικά; Για να είμαστε αποτελεσματικοί πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή της προφύλαξης17. Δεν αρκεί ο κατασταλτικός έλεγχος. Τί θα συμβεί εάν υπάρξει καθυστέρηση στην παροχή του νερού; Ο εκ των υστέρων (expost) έλεγχος δεν αρκεί. Η μειοψηφία του ΣτΕ έκανε μία «επιπόλαιη προσέγγιση». Δεν ελήφθησαν υπόψη οι συνέπειες της πλημμελούς παροχής. Ίσως, να υπήρξε αυξημένη εμπιστοσύνη σε ένα χρεωκοπημένο κράτος. Καταχρηστική άσκηση εξουσίας με ιδιωτικοποίηση της αστυνομίας (δίνοντας δηλ. όπλο στον ιδιώτη); Πώς λύνω το πρόβλημα; Τον βάζεις να ορκιστεί και να γίνει κάτι «ιδιαίτερο». Συμβολικό μεν αλλά σημαντικό στην ψυχολογία του υποψηφίου (Γιαννακόπουλος).

Πέμπτη

14ο Μάθημα

28/3/2019

Γεραπετρίτης- Γιαννακόπουλος

BREXIT Το Κοινοβούλιο αναζητά τρόπους να αντιμετωπίσει την κρίση, αναλαμβάνοντας τις διαπραγματευτικές αρμοδιότητες του Brexit, σαν να έχει εκτελεστική εξουσία (στην Ελλάδα τώρα αυτό δεν θα ήταν εφικτό, γιατί αντίκειται στο Σύνταγμα). Το σύστημα αυτό ομοιάζει με εκείνο της «Κυβερνώσας Βουλής»( πρβλ. Ελλάδα 1862-63 όπου έλλειπε το Σύνταγμα ή πρβλ.

Η αρχή της προφύλαξης πηγάζει από το δίκαιο της ΕΕ (άρ.191 ΣΛΕΕ) και αποτελεί θεμελιώδη λίθο για το Δίκαιο του Περιβάλλοντος. Η αρχή αυτή καθιστά δυνατή την ταχεία αντίδραση ενόψει ενδεχομένου κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών ή για την προστασία του περιβάλλοντος. σε περίπτωση στην οποία τα επιστημονικά δεδομένα δεν επιτρέπουν πλήρη αξιολόγηση του κινδύνου, η προσφυγή σε αυτή την αρχή επιτρέπει, π.χ., την απαγόρευση της διανομής ή ακόμη και την απόσυρση από την αγορά προϊόντων που ενδεχομένως είναι επικίνδυνα. 17

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος σύστημα Κύπρου). Βέβαια, στην αγγλική έννομη τάξη, το Κοινοβούλιο είχε ανέκαθεν ισχυρή θέση. ΓΙΑΤΙ; • •

Ανυπαρξία αγγλικού γραπτού Συντάγματος Το κοινοβούλιο χωρίς έξωθεν δεσμεύσεις απένειμε αρμοδιότητες στην Κυβέρνηση (στην Ελλάδα δεν υπάρχει αυτό, η παροχή ψήφου εμπιστοσύνης γίνεται εκ των υστέρων) →ΙΣΧΥΡΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Βέβαια, πέραν της απονομής αρμοδιοτήτων στην Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο δεν διέθετε το «κυβερνητικό προνόμιο» και ιδίως τη δυνατότητα σύναψης διεθνών συνθηκών. Έτσι, αυτή η ανάκτηση αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου από την κυβέρνηση της Μέι σχετικά με την διαχείριση του Brexitείναι θεμιτή, διότι δεν υπάρχει σύνταγμα. Ούτως ή άλλως θα κύρωνε εκ των υστέρων όμως το Κοινοβούλιο. Απλά, τώρα η διαφορά είναι η ανάληψη και του κομματιού της διαπραγμάτευσης πριν την σύναψη εξ ολοκλήρου από το Κοινοβούλιο. Πάντως, αυτό το παραπέρα βήμα της ανάκτησης φαίνεται να ταλανίζει τον αγγλικό κοινοβουλευτισμό. Πώς μπορεί μετά απ αυτό να σταθεί η κυβέρνηση; Δεν συνιστά πολιτική μομφή; Μολονότι, θεσμικά απερρίφθη η πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης, εν τοις πράγμασι φαίνεται να ελλείπει η εμπιστοσύνη. Η Μέι είπε μάλιστα πως αν περάσει η συμφωνία θα παραιτηθεί (πρβλ. παραίτηση Παπανδρέου τον Νοέμβριο του 2011). Ενεκρίθη πάντως η πρόταση για παράταση του Brexitμέχρι 22 Μαϊου (πρβ 26 Μαϊου Ευρωεκλογές). Μέχρι τις 12-14 Απριλίου το κοινοβούλιο οφείλει να έχει τοποθετηθεί και κατ’ επέκταση να έχει δηλωθεί εάν το Ηνωμένο Βασίλειο θα συμμετάσχει στις Ευρωεκλογές ή όχι). Πλέον, η Μέι είναι εντολοδόχος του Κοινοβουλίου. Μέχρι πρότινος ο κανόνας ήταν ότι με βάση τη Σύμβαση της Βιέννης η κυβέρνηση έχει γενική πληρεξουσιότητα διαπραγμάτευσης. Πλέον όμως η Μέι έχει adhocτο θέμα του Brexitειδική εντολή. Εντοπίζεται κατά μια έννοια ρήγμα και σε επίπεδο διεθνούς δικαίου. Αδιαμφισβήτητη είναι πάντως η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. ❖ Απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε προδικαστικό ερώτημα του Δικαστηρίου της Σκωτίας: Γενικά στο δημοψήφισμα του 2016 οι ψήφοι ήταν ως εξής: Λονδίνο- Σκωτία- Ουαλία→ ΥΠΕΡ παραμονής Λοιπό Ηνωμένο Βασίλειο→ ΥΠΕΡ εξόδου Σκωτσέζοι, λοιπόν προσέφυγαν στον Δικαστήριο στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Σκωτίας και ζήτησαν να ανακαλέσει το κράτος μέλος μονομερώς την δήλωση του για έξοδο. Γεννήθηκε, λοιπόν, το ζήτημα εάν αφ ης στιγμής ενεργοποιηθεί το αρ. 50 ΣυνθΕΕ είναι δυνατή η ανάκληση της δήλωσης εξόδου με μονομερή δήλωση του κράτους ή εάν απαιτείται συναίνεση και των λοιπών κρατών μελών της ΕΕ. Το άρθρο 50 που εντάχθηκε με την Συνθήκη της Λισαβόνας, έδωσε τη δυνατότητα σε όποιο κράτος της ΕΕ επιθυμεί να εξέλθει από την Ένωση επισφραγίζοντας έτσι την αποτυχία συνταγματοποίησης της (όπου εάν είχε επιτευχθεί κάτι τέτοιο, η έξοδος από την ενωσιακή έννομη τάξη δεν θα ήταν εφικτή). ➢ Το πρώτο επιχείρημα το οποίο και επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες τάσσεται υπέρ της άποψης ότι αρκεί η μονομερής ανάκληση της πρότερης δήλωσης εξόδου του κράτους: αφού αρκεί η μονομερής δήλωση του κράτους για την ενεργοποίηση του αρ.50 (θετική ενέργεια) και η αρνητική Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ενέργεια (actus contraries) γίνεται με όμοιο τρόπο. Εν τέλει η επιθυμία εξόδου ή μη ανήκει στην κυριαρχική βούληση του κράτους μέλους. ➢ Το δικαστήριο της Σκωτίας απέρριψε το αίτημα κρίνοντας πως για τυχόν ανάκληση απαιτείται και συναίνεση της ΕΕ, αποστέλλοντας προδικαστικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ➢ Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κράτησε μια πρωτοφανή στάση, ιδίως ως προς το παραδεκτό, όπου υποτίθεται ότι δεν ενδείκνυται να απαντά σε προδικαστικό ερώτημα υποθετικό και αφηρημένο («εάν το κράτος ανακαλέσει την ενεργοποίηση του αρ.50»), αλλά οφείλει να αποφαίνεται μόνο επί ερωτήματος συγκεκριμένου και εφαρμοσμένου. Εν προκειμένω εξέφερε μια αυθεντική γνώμη, μία κρίση με πολιτικό αισθητήριο, με βαριά πολιτική σημειολογία. Υποστήριξε, λοιπόν, πως συνιστά δικαίωμα του κράτους μονομερώς να εξέλθει, αλλά από την στιγμή που ενεργοποιείται το άρ.50 εμπλέκονται και τα άλλα κράτη (μεγάλο ερέθισμα για αυτούς που επιθυμούν και δεύτερο δημοψήφισμα. ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ •

Τί ονομάζεται Κομματική Δημοκρατία- Δημοκρατία των κομμάτων;

Η δημοκρατία στην οποία τα κόμματα είναι κυρίαρχος θεσμός στην δράση του κοινοβουλευτισμού, κατοχυρώνονται συνταγματικά και γενικά επέχουν κεντρικό ρόλο στο πολίτευμα, αφού η γνήσια δημοκρατική διαβούλευση επιτυγχάνεται μέσω αυτών. Για παράδειγμα, στο δικό μας Σύνταγμα, η οργάνωση και η λειτουργείατων κομμάτων προβλέπεται στο άρ.29, ενώ στην §1 του ίδιου άρθρου διαφαίνεται ο κομματικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας. Τι είναι κόμμα; Μια σχηματισμένη πολιτική δομή Αποτελούν νομική αναγκαιότητα στην έννομη τάξη μας; Ναι, γιατί κατοχυρώνονται συνταγματικά στο Σ29 (οργανωτική δομή και σχέση τους με το πολίτευμα), ενώ συγχρόνως από το πνεύμα των Σ37-38 φαίνεται πως τα κόμματα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον σχηματισμό κυβέρνησης («ο αρχηγός του κόμματος») •

Ποια είναι η νομική φύση των κομμάτων; Προϊόν ατομικής ελευθερίας (ιδιωτική αυτονομία και δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, όπως λ.χ. ένα σωματείο βάσει του άρ.11) ή όργανο του κράτους (βάσει των άρ.37-38 και άρ.29);

Τα κόμματα αποτελούν απαραίτητη οργανωτική μονάδα για την λειτουργία του πολιτεύματος, αφού εάν αποψιλωθούν εντελώς δεν νοείται πολίτευμα. Δεν αποτελούν όμως όργανο του κράτους. Πρόκειται για sui generis πολιτικό φορέα με στόχο την ανάληψη της εξουσίας (αν και κάποια κόμματα είναι ιδεολογικώς αντίθετα προς αυτήν, αλλά η παραδοσιακή πρόσληψη είναι αυτή). Το πολιτικό κόμμα έχει νομική προσωπικότητα (φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων). Αυτό δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο αφού το σύνταγμα δεν το αναφέρει στο Σ29. Μία υπόθεση όμως περιουσιακής

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος φύσεως το 200218 οδήγησε τον νομοθέτη να θεσπίσει τον ν.3023/2002 (εκτελεστικός νόμος του Σ29). Επίσης, το πολιτικό κόμμα δεν προσιδιάζει στα σωματεία. Είναι μια sui generis οντότητα. Απαιτούνται για την ίδρυση του 200 υπογραφές βάσει του εκτελεστικού νόμου και κατάθεση της ιδρυτικής δήλωσης-καταστατικού στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπου θα γνωστοποιείται το όνομα/η έδρα/το έμβλημα του κόμματος. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για δυσανάλογο αριθμητικό περιορισμό, αφού το Σ29 δεν θέτει κάποιον παρόμοιο περιορισμό. Ως προς τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας, αυτός είναι συνειδητά συνταγματικώς αδιάφορος. Το σύνταγμα δεν θέτει κάποιον κανόνα εσωκομματικής δημοκρατίας, αφήνοντας τα κόμματα να οργανώνονται όπως θέλουν 19. Θα ήταν πάντως θεμιτό να προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος αρκεί να ετίθετο ως όριο η παράβαση πολιτικών δικαιωμάτων (λ.χ. ίδρυση ενός κόμματος μόνο γυναικών/ κόμματος που απαγορεύει στο καταστατικό του τους μαύρους). Αυτό που μόνο απασχολεί του σύνταγμα στο Σ29 είναι η καταστατική λειτουργία του να εξυπηρετεί το πολίτευμα. Μπορεί όμως ο ΑΠ αν διαπιστώσει κάτι τέτοιο κατά τον έλεγχο του καταστατικού την μη εξυπηρέτηση αυτού να μην επιτρέψει την ίδρυση ή να το διαλύσει; ΟΧΙ. Ο ΑΠ το ανακηρύσσει χωρίς να προβαίνει σε ουσιαστικό έλεγχο της εσωτερικής δομής του. Η επιλογή αυτή στην συνταγματική μας τάξη εξηγείται από τον εγγενή ιστορικό φόβο το κράτος να θελήσει να παρέμβει στην εσωτερική δομή των κομμάτων είτε για λόγους παραχάραξης της δημοκρατίας είτε για λόγους πατερναλιστικούς. Άρα, δεν επιτρέπεται να παρεμποδισθεί εξυπαρχής η ίδρυση ενός κόμματος από τον ΑΠ λόγω της νομικής μορφής του. Αν και από τα πρακτικά της Βουλής (1975) το Σ29 λέει «οφείλει να εξυπηρετεί» και δεν λέει «που σκοπό έχει». Κάνοντας μία δυναμική ερμηνεία της διάταξης είναι σαν το σύνταγμα να δίνει την δυνατότητα διάλυσης κόμματος από το κράτος (Γιαννακόπουλος). Αυτό το «οφείλει να εξυπηρετεί» σημαίνει ότι το κράτος μπορεί να ελέγχει το αν εξυπηρετείται όντως, ή όχι; Το ζήτημα ετέθη στην υποθεση ΔΗΚΚΙ- Τσοβόλας όπου ο ΑΠ με την απόφαση ΑΠ 590/2009 έδωσε οριστική απάντηση. Εκρίθη ότι δεν επιτρέπεται δικαστική διάλυση κόμματος, παρα μόνο αυτοδιάλυση (με συμφωνία των μελών). Έτσι, αποφάσεις κόμματος για την εσωτερική του λειτουργία δεν προσβάλλονται δικαστικά γιατί: 1ον: το Σ δεν προβλέπει ρητώς διάλυση! 2ον: ήταν συνειδητή επιλογή του συντακτικού νομοθέτη μετά τη Μεταπολίτευση να μην τοποθετήσει σχετική διαταξη για να αποφευχθεί η εργαλειοποίηση του συστήματος όπως συνέβη στα χρόνια της Χούντας (η κυβέρνηση να ασκεί πιέσεις στην δικαστική εξουσία για να διαλύσουν κόμμα που αντίκειται στα εκάστοτε συμφέροντα της). Τι έχει πει το ΕΔΔΑ; Είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (δικαίωμα για ελεύθερες εκλογές, άρθρο 3 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου) η διάλυση κόμματος εάν το κόμμα αυτό αποτελεί Η υπόθεση αφορούσε κάποιους, οι οποίοι ήθελαν να καταστήσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος κληρονόμο τους, διότι κάτι τέτοιο εναρμονιζόταν με τα πολιτικά τους φρονήματα και πράγματι το επεδίωξαν. Στο πλαίσιο της εξέτασης του ζητήματος αν το ΚΚΕ μπορεί να κληρονομήσει, ετέθη και ο γενικότερος προβληματισμός της φύσεως των πολιτικών κομμάτων. 19 Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Γεραπετρίτη για την πρόβλεψη σε καταστατικό κόμματος κληρονομικής διαδοχής στην αρχηγία αυτού, πρόβλεψη για την οποία δεν τίθεται κανένα πρόβλημα αντίθεσης στο Σύνταγμα. 18

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος απειλή για τη Δημοκρατία με τη δράση του. Εναπόκειται στην διακριτική ευχέρια κάθε κράτους να επιλέξει εάν θα προβλέψει τέτοια δυνατότητα. Η Ελλάδα εν προκειμένω απεφάνθη αρνητικά. Βέβαια, σήμερα στην συνταγματική πρακτική έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο να παρέχεται στα κόμματα ένας ελεύθερος ζωτικός χώρος χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε αντιδημοκρατικές δράσεις των κομμάτων (πρβλ. Χρυσή Αυγή). Γιαννακόπουλος: Υπάρχει και εδώ ένα φαινόμενο σύμπραξης κράτους- κοινωνίας (ιδιωτών). Αυτό είναι όμως που θεμελιώνει και τον sui generis χαρακτήρα των κομμάτων. Ο κρατικός παρεμβατισμός συνιστά πολιτικό αντίβαρο των κομμάτων πάντως αναδιανέμοντας τον πλούτο και αποκαθιστώντας τις ανισότητες. Δεδομένης της ισχυρής θέσης των κομμάτων στο πολιτικό σύστημα, η ελευθερογνωμία (Σ60) και ανεξαρτησία των βουλευτών δεν αντιστρατεύεται την πρώτη; Απεναντίας, η ισχυρή θέση των βουλευτών δρα ως πολιτικό αντίβαρο, ώστε να μην έχουν πλήρη εξάρτηση από ένα πανίσχυρο κόμμα. Για να μην έχουμε υπερδιόγκωση του μείγματος των κομμάτων, δίνουμε ανεξαρτησία στον βουλευτή εάν θελήσει να φύγει. Αν είχαν επιτακτική εντολή οι βουλευτές φανταστείτε πόσο ισχυρό ρόλο θα είχαν τα κόμματα ως συμπαγείς δομές. Έτσι όπως έχει το πολιτικό σύστημα σήμερα καθίσταται εν τέλει ισόρροπο. Ο βουλευτής τεκμαίρεται μεν ότι συντάσσεται με το κόμμα (Σ37), μαχητά δε (Σ84) εφόσον υπάρχει και το ενδεχόμενο καταψήφισης. Τα άρ.60 & 61 πηγάζουν από τη λαϊκή εντολή και κυριαρχία (άρ.52). Δε θεωρείται αντισυνταγματική η κομματική πειθαρχία, γιατί το ζήτημα είναι πολιτικό. Δεν υποχρεώνει το κόμμα σε παραίτηση τον βουλευτή. Η συμπεριφορά του μπορεί να επιφέρει πολιτικές συνέπειες, όπως τη διαγραφή του από το κόμμα. ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ Η ΚΡΑΤΟΥΣΑ ΑΠΟΨΗ ΕΜΜΕΝΕΙ ΣΕ ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ 1. Δεν επιτρέπεται η διάλυση κόμματος από το κράτος, παρά μόνο ως αυτοδιάλυση (ΑΠ590/2009) λαμβάνοντας υπόψη ότι παλαιότερα το Σ1952 προέβλεπε στο Σ29παρ.1 ότι «νόμος καθορίζει τον τρόπο διάλυσης» (σήμερα δεν υπάρχει) 2. Δικαίωμα (κρατικής) χρηματοδότησης – οικονομικής ενίσχυσης των κομμάτων βάσει Σ29παρ 2 («τα κόμματα δικαιούνται») ενώ με νόμο καθορίζεται το όριο της χρηματοδότησης αυτής (ν.3023/2002): Πρόκειται βέβαια για μια πατερναλιστική ratio. Στη δική μας έννομη τάξη επικρατεί η άποψη ότι το κόμμα θα πρέπει να χρηματοδοτείται από το κράτος, ούτως ώστε να δρά απερίσπαστο από έξωθεν πιέσεις και ιδιωτικά συμφέροντα. Στις ΗΠΑ λ.χ. υποστηρίζεται η ιδιωτική χρηματοδότηση δεδομένου ότι εκεί τα κόμματα εξυπηρετούν ad hoc διενέργεια των εκλογών και δεν αποτελούν σταθερό και αδιάκοπο θεσμό που να δρα κατά τρόπο αναπόσπαστο με το πολίτευμα. ΕΙΔΗ: • Τακτική Χρηματοδότηση →κατ’ έτος • Έκτακτη Χρηματοδότηση→ εκλογική Ποιά κόμματα δικαιούνται χρηματοδότησης βάσει του νόμου;

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος • •

Όσα κόμματα έχουν εκλέξει βουλευτή (80%) ή ευρωβουλευτή (10%) Όσα κόμματα έχουν πάνω από το 1,5% σε εθνική κλίμακα (10%)

Αξίζει να γίνει μνεία στη διαφορποίηση των εννοιών: o o

Χρηματοδότηση: πλήρης οικονομική στήριξη Οικονομική στήριξη: στοιχειώδης μερική οικονομική στήριξη (είναι ασθενέστερο)

Επιτρέπεται η αναστολή χρηματοδότησης (γενικά) δεδομένου ότι το Σ29 φαίνεται να απονέμει δικαίωμα; Το ζήτημα ετέθη στην ΣτΕ 3869/2011 όπου το ΣτΕ προέβη σε μια ερμηνεία της βούλησης του αναθεωρητικού νομοθέτη (2001) ως προς το άρθρο Σ29 παρ.2. Απεφάνθη ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης προφανώς δεν επεδίωξε δικαίωμα σε ΟΛΑ τα κόμματα ανεξαιρέτως. Είναι θεμιτοί ορισμένοι εύλογοι περιορισμοί που ορίζει ο νομοθέτης (λχ. τέλεση αξιόποινης πράξης που ανάγεται στο κόμμα), αρκεί τα κριτήρια να είναι αντικειμενικά. Άρα, ΝΑΙ ως προς την δυνατότητα επιβολής ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ως την μοναδική άμυνα του κράτους. Μπορεί να τίθεται ένα όριο – περιορισμοί στην χρηματοδότηση (χρονικοί, ποσοτικοί, υπό αίρεση κλπ), «αρκεί να αναφέρεται σε πολιτικώς υποστατά κόμματα και πρωτίστως να μην εξαλείφεται παντάπασιν ο πυρήνας του δικαιώματος». Τί θα γίνει με Χρυσή Αυγή λόγω εγκληματικών της πράξεων; • •

Όχι διάλυση βέβαια Αναστολή χρηματοδότησης;

ΣτΕ 518/2015 Κατηγορία για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης >Δίωξη αρχηγού ή 1/5 των μελών SOS η αποστροφή της δικαστικής απόφασης: «στο πλαίσιο δράσης του κόμματος ή στο όνομα αυτού» Θα έπρεπε η διάταξη αυτή να έχει περάσει και στον ΚτΒ. Είναι επίσης εξαιρετικά αμφίβολο που τν θέτει ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ (!) μια ειδική πλειοψηφία (151 → απόλυτη πλειοψηφία vsσυνήθης πλειοψηφία Σ67: πλειοψηφία των παρόντων που δεν μπορεί να είναι < ¼ των βουλευτών). Το σύνταγμα περιλαμβάνει περιοριστικά και αποκλειστικά τις ειδικές πλειοψηφίες. Δεν γίνεται νόμος να προσθέσει κι άλλες. Η Βουλή έχει αρμοδιότητα ή έστω ευρεία διακριτική ευχέρεια να πράξει κάτι. Δεν είναι όπως οι ιδιώτες→ «επιτρέπεται ό, τι δεν απαγορεύεται» Οι διαπιστωτικές διοικητικές πράξεις είναι αυτοτελώς προσβαλλόμενες (εκτελεστές) σε αντίθεση προς τις βεβαιωτικές, οι οποίες δεν είναι εξοπλισμένες με εκτελεστότητα. Στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής ετέθη ένα ζήτημα εννόμου συμφέροντος, γιατί όπως υποστηρίχθηκε «κανένα κόμμα δεν δικαιούται παγίως σε χρηματοδότηση». Δικαιούνται μόνο πάνω σε ένα ποσοστό του πλεονάσματος του προϋπολογισμού και πάντως όχι μεσούσης της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στην Ελλάδα (άποψη της μειοψηφίας).

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Γιαννακόπουλος: Θα μπορούσε να θεωρηθεί αλυσιτελής η σκέψη της μειοψηφίας, διότι δεν μπορείς να επικαλείσαι την αδυναμία χρηματοδότησης λόγω οικονομικής κρίσης και να αναστέλλεις την τελευταία μόνο για την ΧΑ (ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας Σ4παρ.1). Γιατί λοιπόν το θεμελίωσαν έτσι; Εκτός εάν εννοεί ότι κατά βάθος κανένα κόμμα δεν δικαιούται χρηματοδότησης και επί όλων θα έπρεπε να ισχύσει η αναστολή (εκτίμηση δικαστών που δεν αποτελούν Διοίκηση όμως για να επιβάλλουν τη σχετική δυσμενή διοικητική πράξη). 3 ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΑΛΕΣΤΗΚΕ Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ: ➢ Α) Φωτογραφική διάταξη: Επιτρέπεται ενόψει του Σ4 §1 και της φύσεως του νόμου (γενικός και αφηρημένος) να «φωτογραφίζει» συγκεκριμένο πρόσωπο; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η θεωρία και η πράξη έχουν δείξει πως (ασχέτως των βαθύτερων κινήτρων) ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να θεσπίσει ατομικό νόμο, που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, εκτός εάν παραβιάζεται κάποιο θεμελιώδες δικαίωμα (λ.χ. δίκαιη δίκη). Στην τελική το κρίσιμο είναι τα κριτήρια να είναι γενικά και αφηρημένα και όχι οι αποδέκτες του νόμου (έστω κι αν πλήττεται ένας μόνο από αυτόν). Τα παραγωγικά αίτια του νομοθέτη εξάλλου δεν αξιολογούνται. Ακόμη επισημάνθηκε ότι η τροπολογία ήταν άσχετη εφόσον ο νόμος αφορούσε τη ρύθμιση θεμάτων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (όμως ανέλεγκτο των interna corporis) ➢ Β) Ετέθη και ένα ζήτημα αναλογικότητας: Βάσει του Σ29§2 προκύπτει δικαίωμα χρηματοδότησης. Στα δικαιώματα θα πρέπει να εφαρμοτεί το αξίωμα in dubio pro libertate όπου οι όποιοι περιορισμοί ερμηνεύονται στενώς. Ακόμη κι αν δεν το θεωρήσουμε ατομικό δικαίωμα είναι σίγουρα κοινωνικό (status positivus). ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δεν είναι αυτονόητο ότι το δικαίωμα είναι αγώγιμο, αλλά αποτελεί μιας μορφής θεσμική εγγύηση. Επίσης, πρόκειται για θεμιτό περιορισμό δικαιώματος εν προκειμένω. Εξάλλου το σύνταγμα λέει «όπως νόμος ορίζει» θέτοντας μια επιφύλαξη υπέρ του νόμου. Δεν θίγεται το άρ.25Σ, γιατί υφίστανται και άλλες πηγές χρηματοδότησης, όπως οι εισφορές των μελών των κομμάτων (έχει θεωρηθεί αλυσιτελής ισχυρισμός). Η αναστολή είναι διοικητικό μέτρο προσωρινού χαρακτήρα (βάζω τα χρήματα στην άκρη αφότου ασκηθεί η ποινική δίωξη και εφόσον αθωωθείς σου τα επιστρέφω→ σαν υπό αναβλητική αίρεση) ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ ΧΑ: Η εν λόγω νομική μεταχείριση αντίκειται στο τεκμήριο αθωότητας αφού με υπολαμβάνει ήδη ως ένοχο και μου στερεί δικαίωμα θεμελιώδες για την βιωσιμότητα μου. Παραβιάζει επίσης το δικαίωμα στην περιουσία του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου (διάταξη πολύ σημαντική αφού διευρύνει κατά πολύ την έννοια της περιουσίας και σε άυλες μορφές: σε μελλοντικές αξιώσεις και σε εύλογες προσδοκίες) Επιπλέον παραβιάσθηκε το αρ. της ΕΣΔΑ για προστασία της περιουσίας Γιαννακόπουλος: Με βάση το ΕΔΔΑ εν τέλει ο νόμος θα πρέπει να είναι : ▪ ▪ ▪

Σαφής: εν προκειμένω πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος (nullum crimen nulla poena sine lege) Προσβάσιμος Προβλέψιμος

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Τα δύο πρώτα στην προκειμένη περίπτωση δεν γεννούν κάποιο πρόβλημα. Ζήτημα γεννάται με την προβλεψιμότητα του νόμου, εφόσον έχουν ήδη διενεργηθεί τα πραγματικά περιστατικά και η εν λόγω συμπεριφορά. Θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος ότι η προβληματική ομοιάζει με την απαγόρευση αναδρομικότητας νέου ποινικού νόμου αλλά κατ’ ουσίαν πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Η έλλειψη προβλεψιμότητας του νόμου δίνει στην ΧΑ την δυνατότητα να πει «αν ήξερα ότι υπάρχει αυτός ο περιορισμός δεν θα έπραττα έτσι. Παραβίασα έναν περιορισμό που δεν ήξερα ότι υπήρχε». Γεραπετρίτης: Παρόμοια περίπτωση όπου το ΕΔΔΑ έδωσε τεράστια σημασία στο γεγονός ότι ο νόμος πρέπει να είναι σαφής και προοπτικόςείναι εκείνη που συνδέεται με το δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές (άρ. 3 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου), από την άποψη ότι «δεν μπορείς μεσούσης της εκλογικής διαδικασίας να ζητάς να αλλαγή του εκλογικού τοπίου κατά τρόπο που παραβιάζει την προβλεψιμότητα του νόμου». ΠΟΙΟ ΗΤΑΝ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΤΟ ΚΕΝΟ ΣΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΉ ΑΠΟΦΑΣΗ; ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ Η ΓΕΦΥΡΑ ΑΙΤΙΩΔΟΥΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑΣ (οι πράξεις να καταλογίζονται/ ανάγονται στο κόμμα και να τελούνται εξ ονόματος αυτού) Από τη μία πλευρά είχαμε το φυσικό πρόσωπο (Κασιδιάρης- αρχηγός του κόμματος) και από την άλλη το κόμμα της Χρυσής Αυγής. Αναντιστοιχία όμως υπήρξε και σε επίπεδο δικαιοδοσιών, από την στιγμή που υπήρξε μια xποινική κατηγορία και η έννομη συνέπεια αυτής ήταν η κάθειρξη και όχι ένα διοικητικό μέτρο (αναστολή χρηματοδότησης).Το τελευταίο συνδέεται με την προβληματική του εν λόγο τυπικού νόμου να θέσει ως προϋπόθεση της αναστολής χρηματοδότησης την προηγούμενη ποινική καταδίκη. Υπήρξε πάντως κρίσιμο γεγονός για τη θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας η κατηγορία για «εγκληματική οργάνωση». Με ένα συλλογιστικό άλμα μπόρεσε έτσι να καταλογιστεί η εγκληματική πράξη στο κόμμα και άρα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για αναστολή χρηματοδότησης. Κατ’ ουσίαν η απόφαση πήγε εκεί που ήθελε να πάει στην προσπάθεια αναζήτησης ενός αντιβάρου απέναντι στην αδυναμία κρατικής διάλυσης ενός κόμματος. Η απάντηση του ΣτΕ εδώ είναι κυκλική (είναι θεμιτό επειδή είναι δίκαιο). Τέλος, μια δεύτερη κρατική παροχή προς τα πολιτικά κόμματα αποτελεί ο ραδιοτηλεοπτικός χρόνος στις εκλογές. Θα ήταν δυνατή και η αναστολή αυτής της παροχής;

Παρασκευή

15ο Μάθημα

29/3/2019

Συζήτηση για τη δυνατότητα αναστολής των ραδιοτηλεοπτικών προβολών (ΣτΕ 3427/2010): Θιγόμενα δικαιώματα: Σ4§1, Σ5§1,Σ5Α, Σ14§1, Σ15§2, Σ29, Σ52 Υποχρέωση κρατικής παροχής→ δωρεάν και υποχρεωτική παροχή ραδιοτηλεοπτικού χρόνου στα κόμματα κατά τη διάρκεια των εκλογών 1. Πρέπει να τεθούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια για τυχόν αναστολή ; (όχι πολύ ορθή σκέψη γιατί υποθέτουμε ότι ο νόμος περί αναστολής εδώ έχει θέσει τα ίδια αντικειμενικά κριτήρια με τον νόμο περί αναστολής χρηματοδότησης)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος 2. Δεν είναι επιτρεπτή εδώ η αναστολή ραδιοτηλεοπτικών προβολών, ενώ ήταν η αναστολή χρηματοδότησης, γιατί εδώ υπάρχει μία ποιοτική διαφορά: εάν δεν αφήνεις τα κόμματα να εκφράσουν τις απόψεις τους προσβάλλεις ΑΜΕΣΑ την δημοκρατική τους υπόσταση και την ουσία της δράσης τους, ενώ εάν αναστείλουμε την κρατική χρηματοδότηση μπορεί να ανευρεθούν άλλοι πόροι για την βιωσιμότητα του. 3. Δεν μπορεί να αγοραστεί περαιτέρω χρόνος ραδιοτηλεοπτικής προβολής(!). Παρέχεται συγκεκριμένος δωρεάν χρόνος υποχρεωτικά. 4. Εξετάζοντας τον σκοπό του δικαιώματος του Σ15§2 που είναι η ενημέρωση το εκλογικού σώματος, η αναστολή των ραδιοτηλεοπτικών προβολών συνιστά ΑΘΕΜΙΤΟ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ του δικαιώματος και όχι αναλογικό, αφού για να περιορίσεις την εγκληματική δράση ενός κόμματος δε συνιστά πρόσφορο και κατάλληλο μέσο να του αποκόψεις κάθε «δίαυλο επικοινωνίας» με τους ψηφοφόρους στην ραδιοτηλεόραση. Εξάλλου, με βάση την ratioτου Σ15παρ2, το κράτος οφείλει να εξασφαλίζει τον πλουραλισμό, ενώ η τελική κρίση ανήκει στον λαό. 5. Στην περίπτωση αναστολής χρηματοδότησης είχε τονιστεί ο «προσωρινός χαρακτήρας» του μέτρου, καθώς ετίθετο υπό την διαλυτική αίρεση της έκδοσης αθωωτικής ποινικής απόφασης. Είχε πει δηλαδή το κράτος ότι δεν σου δίνω τα χρήματα που σου αναλογούν και τα βάζω στην άκρη. Εάν αθωωθείς θα στα γυρίσω πίσω. Στην περίπτωση των ραδιοτηλεοπτικών προβολών δεν μπορεί να γίνει τέτοια κουβέντα, αφού η βλάβη του κόμματος από την στέρηση αυτού του πολύτιμου χρόνου (μη εκλογή), θα είναι μη αναστρέψιμη 6. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ (Γεραπετρίτης→γιατί κάποιος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ότι οι δύο περιπτώσεις χρήζουν όμοιας μεταχείρισης): • Όταν η κρατική χρηματοδότησης είναι 90% και η ιδιωτική 10%, και εδώ θίγεται η υπόσταση και η βιωσιμότητα του κόμματος λαμβάνοντας υπόψη και τον αθέμιτο πολιτικό ανταγωνισμό (η κυβέρνηση θα πολεμήσει τους πολιτικούς αντιπάλους της). Άρα, κατ’ αποτέλεσμα και εδώ δεν μπορεί να σταθεί το κόμμα • Το Σύνταγμα στο Σ29§2 λέει τα κόμματα «δικαιούνται» χρηματοδότησης, ενώ στο Σ15§2 δίνεται περισσότερο έμφαση στην υποχρέωση του κράτους και λιγότερο στο δικαίωμα του κόμματος (περισσότερο θεσμική εγγύηση). • Μία άλλη λύση ίσως ήταν σε περίπτωση ποινικής καταδίκης να δεσμευτεί το κόμμα να μην συμμετάσχει σε συγκεκριμένη εκλογική διαδικασία ή να συμμετάσχει μόνο εάν αποδείξει ότι έλαβε μέτρα «εκκαθάρισης» των κακοποιών στοιχείων του κόμματος (δύσκολο βέβαια να εφαρμοστεί ένας τέτοιος νόμος στην πράξη με επανορθωτικά μέτρα). Γενικά το πνεύμα της διάταξης είναι: ελεύθερες εκλογές, διαφάνεια, ισότητα. Ένας βασικός προβληματισμός είναι σε ποιόν να δώσουμε την αρμοδιότητα να αποφασίζει περί των αναστολών; Στην Βουλή; Η κυβέρνηση θα αυτοπροστατευτεί και θα «κλείσει» την πόρτα στους αντιπάλους. Πρέπει να τηρήσουμε τους κανόνες δικαίου. Ο ραδιοτηλεοπτικός χρόνος είναι υποχρεωτικά δωρεάν για τα κόμματα (Τα κανάλια θα πληρωθούν βέβαια, από το κράτος) επί τη βάση της αναλογικής ισότητας (500΄στο πρώτο κόμμα, 5΄στο τελευταίο) και δεν μπορούν να αγοράσουν άλλο. Συμμετέχουν μόνο τα κόμματα που συμμετείχαν στις προηγούμενες εκλογές και είχαν κοινοβουλευτική παρουσία. Για τα νέα

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος κόμματα η δυνατότητα αρχίζει να υφίσταται από την στιγμή που θα ανακοινωθούν επίσημα οι συνδυασμοί από τον ΑΠ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ (Α) Οργάνωση της Δικαιοσύνης :Σ93§4, Σ95, Σ87§2 (Β) Ένταση και έκταση του δικαστικού ελέγχου (Α) Δύο δικαιοδοσίες (πολιτική + διοικητική) Διάκριση διαφορών σε ακυρωτικές και ουσίας Σ95 Αρμόδιο το ΣτΕ ή τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια ΣτΕ έχει τεκμήριο αρμοδιότητας των ακυρωτικών διαφορών σε α’ βαθμό, εκτός αν ο νομοθέτης υπαγάγει με τυπικό νόμο στα τακτικά διοικητικά (ανατροπή του τεκμηρίου).

6η Εβδομαδα Τρίτη

16ο Μάθημα

2/4/2019

ΣτΕ141/2010 (Επιτ.Αναστολών)- Υπόθεση για εκτροπή του ποταμού Αχελώου Γενικά για τη διενέργεια ενός δημοσίου έργου απαιτούνται: 1) ΠΕΠΟ: Πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων 2) Δημόσια σύμβαση για ανάθεση της εκτέλεσης του έργου (α) Απευθείας ανάθεση (β) Κατόπιν δημοπρασίας Τι συνέβη στην υπόθεση εδώ; Αντίδραση περιβαλλοντικών οργανώσεων (αίτηση αναστολής εκτέλεσης πράξης για την κατασκευή και λειτουργία έργων μερικής εκτροπής του ποταμού Αχελώου) Φιλοπεριβαλλοντική- δημιουργική νομολογία από τα τέλη του 1980 (νομολογιακός ακτιβισμός του Ε’ Τμήματος του ΣτΕ) Νομοθετικά ερείσματα: Σ24 και αντίστοιχο ενωσιακό δίκαιο (η αρχή της αποτελεσματικότητας της ένδικης προστασίας επιβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια να εξασφαλίζουν την ένδικη προστασία δικαιωμάτων εκ του ενωσιακού δικαίου διατάσσοντας τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα). Με βάση το Ενωσιακό Δίκαιο θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής, γιατί η Ελλάδα δεν διέθετε άλλο ένδικο μέσο για να ελεγχθεί η συμβατότητα προς την Οδηγία. Μέχρι το 2006 τι συνέβαινε; Ακύρωση διοικητικής πράξης (συνήθως οικοδομικής άδειας) υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος – αντίδραση της πολιτικής εξουσίας Τι επινόησε ο νομοθέτης το 2006 για να αποφύγει τον ακυρωτικό έλεγχο του δικαστή; Θέσπισε έναν ατομικό νόμο, δηλαδή έναν τυπικό νόμο μεν, που όμως εκφεύγει του άμεσου ακυρωτικού Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ελέγχου, καθότι ελέγχεται μόνο παρεμπιπτόντως. Με βάση την παραδοσιακή θεωρία, ο τυπικός νόμος πρέπει να είναι γενικός και αφηρημένος (βασικά χαρακτηριστικά). Όμως, ο ατομικός νόμος είναι τόσο ειδικός που ρυθμίζει ειδικά και συγκεκριμένα μια περίπτωση, κάνοντας μνεία σε συγκεκριμένα στοιχεία, ούτως ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του μόνο μία κατάσταση που χρήζει ρυθμίσεως (πρβ ατομικός νόμος για την κατασκευή του γηπέδου του Παναθηναϊκού). Επειδή όμως δεν παύει να είναι τυπικός νόμος δεν μπορεί ούτε να ελεγχθεί άμεσα ούτε να ακυρωθεί δικαστικώς. Έτσι, η πολιτική ηγεσία με αυτό το τέχνασμα πετυχαίνει ad hoc τον στόχο της να ξεφύγει το έργο του δικαστικού ελέγχου, αφού ο ατομικός νόμος είναι τόσο ειδικός που εφαρμόζεται δίχως να χρειάζεται περαιτέρω έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης με νομοθετικό έρεισμα τον ατομικό νόμο. Φυσικά αυτό είναι καταχρηστικό και ο δικαστής όποτε έχει να αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα: (α)να ακυρώσει τυπικό νόμο; → αποτελεσματικότητα αλλά ανασφάλεια δικαίου (β)να απορρίψει την αίτηση;→ προσήλωση στο ελληνικό σύστημα συνταγματικότητας των νόμων (ασφάλεια δικαίου), αλλά αναποτελεσματικότητα

ελέγχου

Τι συνέβη την υπόθεση με τον ποταμό Αχελώο; Εξεδόθη ο ατομικός νόμος: ν.3481/2006 (αρ13) για ένα τμήμα του έργου (το φράγμα της Συκιάς) υπό τον μανδύα του ατομικού νόμου για έγκριση της διαχείρισης των υδάτων και για άδεια κατασκευής. Πρόβλημα: δεν υπήρχε εκτελεστή διοικητική πράξη για να προσβάλλουν και υπήρχε ήδη κίνδυνος εάν αρχίσουν τα έργα. Αιτών: WWFHellas (αίτηση ακυρώσεως και προσωρινή δικαστική προστασία) Τι σκέφτηκε ο νομικός παραστάτης; Ευθεία προσβολή τυπικού νόμου (το καταρχήν ακραίο), διότι λειτουργικά ο τυπικός νόμος ισοδυναμούσε εδώ με διοικητική πράξη. Απάντηση ΣτΕ: Εμμονή στην παραδοσιακή νομολογία (φόβος ανασφάλειας δικαίου). Το ΣτΕ δε θα μπορούσε να προβεί σε τέτοια θεμελιακή μεταστροφή, καθώς θα οδηγούσε σε συνταγματική αναθεώρηση. Δεν μπορεί να αντλήσει αρμοδιότητα προς τούτο βάσει του άρ.58 πδ18/1989. ΣτΕ 999/2007 : απόρριψη της αίτησης αναστολής ως απαράδεκτη (σκεπτικό: δεν μπορεί να προσβληθεί τυπικός νόμος ούτε χωρεί προσωρινή δικαστική προστασία) ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ: Πρβλ. Δίκαιο ΕΕ και νομολογία ΔΕΕ. Το ΔΕΕ είχε αρμοδιότητα να κρίνει επί τέτοιων ζητημάτων γιατί τόσο ως προς την έγκριση περιβαλλοντικών όρων όσο και ως προς τη διαχείριση υδάτων υπάρχει παράγωγο δίκαιο της ΕΕ. Αρχή ωφέλιμου αποτελέσματος (effet utile) και αρχή της αποτελεσματικής παροχής δικαστικής προστασίας Πρβλ. Υπόθεση Unibet(C-432/05) - διαδικασία ελέγχου συνταγματικότητας : χαρακτηριστική περίπτωση υπόθεσης όπου το ΔΕΕ απεφάνθη ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος του νόμου δεν συμπορεύεται με την αρχή της αποτελεσματικότητας που πρεσβεύει το Ενωσιακό Δίκαιο και ενόψει της αρχής της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου θα πρέπει ο πρώτος να υποχωρήσει (κι ας «φθαρεί» η ακεραιότητα του συστήματος του ελέγχου αντισυνταγματικότητας των νόμων). + Οδηγία 2000/60/ ΕΚ για την προστασία των υδάτων

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Ελλάδα- Σουηδία μοιάζουν στο σύστημα ελέγχου τους/Ολλανδία- δεν υπάρχει σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας / Γερμανία- Ισπανία: δυνατότητα συνταγματικής προσφυγής

Μπορεί να θεσπιστεί και στην Ελλάδα αντίστοιχο ένδικο βοήθημα; Βάσει ΧΘΔ/ΕΕ 47- ΕΣΔΑ6 –ΕΣΔΑ13→ ενόψει της αποτελεσματικότητας . Βέβαια, θα οδηγούσε σε κλυδωνισμό θεσμών που έχουν αντέξει αιώνες. Καταρχήν, ο ενωσιακός δικαστής δεν επεμβαίνει στον τυχόν έλεγχο συνταγματικότητας (δεν είναι υποχρεωτικό ο εθνικός νομοθέτης να προβλέπει). Ωστόσο, αναφέρει το ΔΕΕ ότι είναι απαραίτητο να εξαντληθούν κι άλλοι τρόποι προκειμένου να ελεγχθεί η συμβατότητα με το Σύνταγμα και όχι να αναζητηθεί η εύρεση ενός ενδίκου βοηθήματος ευθέως ελέγχου.

Με αγωγή αποζημιώσεως; Όχι , διότι προϋποθέτει ήδη επελθούσα βλάβη και δίνεται χρηματική αξίωση που εν προκειμένω εν λύνει το πρόβλημα. Στην Ελλάδα ο έλεγχος συνταγματικότητας μας είναι δομημένος και τυπικός εδώ και 130 χρόνια. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρούμε λύση όπου να υπάρξει παραχώρηση και ως προς το μείζον και ως προς το έλαττον (σημεία της δικονομίας). Θίγεται πάντα ένα κομμάτι ακεραιότητας. ΔΕΕ και ΕΔΔΑ: Στο ΔΕΕ οι ίδιοι οι εθνικοί δικαστές ελέγχουν την συμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο ως περιφερειακά όργανα του μηχανισμού της ΕΕ (και σε κάποιες περιπτώσεις μόνο αποστέλλουν προδικαστικό ερώτημα). Έτσι, τα εθνικά δικαστήρια εκλαμβάνονται συγχρόνως και ως δικαστήρια της ΕΕ. Άρα, το ΔΕΕ έχει λόγο στα εθνικά δικαστήρια κατά το μέρος που αφορά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στις υποθέσεις του. Είναι επιτρεπτή η αγωγή αποζημιώσεως; Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και προσωρινή επιδίκαση απαίτησης → χρηματική αξίωση Δεν επιδιώκω χρηματική ικανοποίηση αλλά αποτροπή της περιβαλλοντικής βλάβης→ άρα δεν έχει νόημα η αγωγή αποζημίωσης. Εκλείπει ως προϋπόθεση η ΖΗΜΙΑ (πρέπει να επέλθει πρώτα για να ασκηθεί). ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΟΙΚΟΥΜΕΝΟΥ: διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις. Παραβιάζω συνειδητά τον νόμο της ΕΕ και μου επιβάλλεται κύρωση (δεν είναι αποτελεσματική λύση όμως). Είναι υπέρμετρα επαχθές να ζητήσω να θυματοποιηθώ για να μπορέσω να επικαλεστώ την παραβίαση του ενωσιακού δικαίου. Το δικαστήριο (Τμήμα του ΣτΕ) δεν πείστηκε να κάνει το μείζον άλμα να προτάξει το δικαίωμα στο περιβάλλον έναντι της παραδοσιακής δικαιοσύνης. ΣτΕ Ολομέλεια: άρχισε να αλλάζει γιατί είδε ότι η τακτική του ατομικού νόμου γίνεται πάγια και έπρεπε να σταματήσει. Έπρεπε να βρει ένα «παραθυράκι» που να και να βάλει φρένο στη θέσπιση τυπικών νόμων και να μην ακυρώσει τυπικό νόμο. Τι λύση βρήκε; Κάνοντας έλεγχο παραδεκτού εντόπισε βέβαια ότι επρόκειτο για τυπικό νόμο και άρα όχι για εκτελεστή διοικητική πράξη (κώλυμα ως προς τη φύση της προσβαλλόμενης πράξης) . Όμως, το ΣτΕ έκανε μια μετάπτωση από μια αυστηρή προς μια πιο λειτουργική εννοιολογική προσέγγιση της διοικητικής πράξης. Χαρακτηριστικά είπε ότι διοικητική πράξη μπορεί να θεωρηθεί και το Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος έγγραφο της ΕΥΔΕ (Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων) με κριτήριο ότι «επάγεται μεταβολή στον νομικό κόσμο» (επέφερε δυσμενείς συνέπειες για τους αιτούντες δυνάμει και των προβλέψεων του νόμου για ΕΠΟ). Έτσι: ➔ Άρνηση προσβολής ατομικού νόμου ➔ Αποδοχή προσβολής (ως διοικητικής πράξεως) ενός εγγράφου που ήταν κατ’ ουσίαν μέτρο εκτέλεσης του νόμου και δεν είχε τα στοιχεία της εκτελεστής διοικητικής πράξης. Το ΣτΕ θεώρησε ωφελιμότερο να κάνει μια διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της διοικητικής πράξης παρά να θίξει το κύρος τυπικού νόμου. Με την εν λόγω αίτηση ακυρώσεως θεωρήθηκε σιωπηρώς ως συμπροσβαλλόμενη και η πράξη του ΥΠΕΧΩΔΕ, ούτως ώστε κατ’ αποτέλεσμα να έχουμε μια επιεική απόφαση που να σταθμίζει όλα τα έννομα συμφέροντα (σχετικοποίηση της αυστηρότητας). Άρα, το ΣτΕ ήθελε θεωρηθεί ότι για κάθε φορά που κάποιος θελήσει να μπλοκάρει την εκτέλεση ενός ατομικού νόμου, αρκεί να αναζητήσει ένα μέτρο εκτέλεσης αυτού, να το θεωρήσει ως διοικητική πράξη και να το προσβάλλει (μολονότι κατ’ ουσίαν δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη). Πλησίασε έτσι αρκετά την απόφαση του ΔΕΕ. Είχαν σταλεί εξάλλου 13 προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ προτού βγει οριστική απόφαση επί του παραδεκτού (μέχρι να απαντηθούν αυτά και να προχωρήσει το δικαστήριο στο βάσιμο ανεστάλη η εκτέλεση του ατομικού νόμου). Το κόστος του εγχειρήματος και η απώλεια τόσων χρημάτων δεν έχουν σημασία; Το ΣτΕ δεν λογαριάζει τα χρήματα που διατέθηκαν για την οικονομική ανάπτυξη σε βάρος του περιβάλλοντος.

• •

• •

• • •

ΣτΕ999/2007: ανατροπή της απόρριψης της αίτησης αναστολής εκτέλεσης ΣτΕ141/2010: Νέα δίκη. Ελήφθησαν υπόψη ότι: 1) Μεγάλο μέρος του έργου ήταν ανεκτέλεστο 2) Συνέχιση εργασιών με δυσμενείς συνέπειες για το περιβάλλον Τι ειπώθηκε εκεί; Αξίωση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας Το αίτημα στην πρώτη αίτηση ήταν να ανασταλούν οι εργασίες για το φράγμα της Συκιάς → το δικαστήριο έκανε ένα άλμα και έκανε λόγο για επανεκκίνηση όλου του έργου (ο νόμος: «και κάθε άλλο μέτρο», το δικαστήριο: «και κάθε άλλη πράξη»). Αντικείμενο της δίκης θεωρήθηκε η νομιμότητα ΟΛΟΥ του έργου (επέκταση του ανασταλτικού αποτελέσματος σε όλο το έργο και όχι μόνο στο φράγμα της συκιάς) Αίτημα: η αποτελεσματικότητας της δικαιοδύνης – ισοστάθμισμα ανάμεσα σε δύο ισοζύγια: (α) ακτιβισμοί δικαστηρίων- (β) αντίδραση πολιτικής εξουσίας (bra de fer ως μεθοδολογία ανάλυσης) Ο αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος αντανακλά στην ίδια την οργάνωση της ελληνικής δικαιοσύνης Σύνθετη διοικητική ενέργεια υπό καθεστώς έγκρισης: προσβάλλουμε την εγκριτική πράξη Το Σύνταγμα μπορεί να ερμηνευτεί με τέτοιο τρόπο που ακόμη και μια κενοφανής ερμηνεία μπορεί να φανεί μετέπειτα ως σύμφωνη με το Σ (π.χ. Αναδρομικότητα της ακύρωσης μιας διοικητικής πράξης, ενώ η παραδοσιακή θεωρία έλεγε exnuncακύρωση).

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος •

Το 2015 υπήρξε λ.χ. Μια αλλαγή στα αυθαίρετα: συνταγματική η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων αρκεί να πηγαίνουν τα έσοδα σε ένα «πράσινο» ταμείο.

Άλλη σημαντική υπόθεση: ΣτΕ 3978/2009: ανάπλαση της Λ. Αλεξάνδρας – Βοτανικού: ερμηνευτική κατασκευή για δυνατότητα προσβολής μιας οποιασδήποτε δπ έστω και μη εκτελεστής υπό στενή έννοια ΕΡΩΤΗΣΗ: Επιτρέπεται ένδικο βοήθημα κατά διοικητικής σύμβασης; (α) Καταρχήν, ισχύει η θεωρία των αποσπαστών πράξεων (δηλ. προσβολή όχι αυτοτελώς της σύμβασης, αλλά αποσπαστών πράξεων που συνδέονται με αυτήν, που εκδίδονται λχ. κατά το προσυμβατικό ή μετασυμβατικό στάδιο) ως νομολογιακή εξέλιξη το 2005. Κι αν δεν υπάρξουν διοικητικές πράξεις κατά το προσυμβατικό στάδιο τι μπορώ να προσβάλω; Ασκώ ένδικο βοήθημα κατά της εικαζόμενης εκτελεστής δπ που θεωρώ ότι υφίσταται (σιωπηρή εικαζόμενη διοικητική πράξη).Επρόκειτο για μια δημιουργική νομολογία που «έχτισε» ένα λειτουργικό, συλλογιστικό οικοδόμημα («προσβάλλω πράξεις που υποκαθιστούν τον προσυμβατικό έλεγχο ακόμη κι αν δεν υπάρχουν»). (β) αρ.8 Ν.3886/2010: προσβάλλονται ευθέως διοικητικές συμβάσεις βάσει της Οδηγίας 66/2007. Ο εν λόγω νόμος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από το ν.4412/2016. Υπό αυτό το καθεστώς αυτό μπορεί να ζητηθεί ακύρωση κατά το άρ.368 του εν λόγω νομοθετήματος στην Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών και για τους λόγους που ορίζεται, όχι ενώπιον δικαστηρίου.

2η Προβληματική της ενότητας ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Καταρχήν, τεκμήριο αρμοδιότητας έχει το ΣτΕ→ Σ95παρ1α (ακυρωτικές στο ΣτΕ) 2 Μηχανισμοί αποκέντρωσης της αρμοδιότητας του ΣτΕ: (α) Ουσιαστικοποίηση των διαφορών με τυπικό νόμο (κυρίως ν.1406/1983) και υπαγωγή στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια: μετατροπή μιας διαφοράς από ακυρωτική →ουσίας και συνακολούθως αλλάζει και η αρμοδιότητα του δικαστηρίου (Μετάπλαση σε ουσίας και αποκέντρωση) (β) Μεταφορά ορισμένων ακυρωτικών διαφορών από το ΣτΕ στα Τριμελή Διοικητικά Εφετεία (λόγω φόρτου υποθέσεων) με ν.702/1977 •

ΣτΕ 3919/2010 : είναι αξιοσημείωτο ότι όταν απειλείται η ίδια η συνταγματική βάση της ύπαρξης του ΣτΕ στις υποθέσεις που αφορούν την αρμοδιότητα του, το ΣτΕ είναι πιο δυναμικό ως προς την υπεράσπιση της υπόστασης του. Λόγω της θέσης του βέβαια έχει την προνομία να αυτοκαθορίζεται (δεν τίθεται εξάλλου σ’ αυτά τα θέματα ζήτημα απόφασης ΑΕΔ αφού ο ΑΠ δεν μπορεί να εκφέρει κρίση για την αρμοδιότητα του ΣτΕ). Έτσι, ανάλογα με τα συμφέροντα του άλλοτε «δίνει» διαφορές στα Τακτικά Διοικητικά (με τους δύο μηχανισμούς που προαναφέρθηκαν) λόγω φόρτου υποθέσεως και άλλοτε βάζει φρένο στην εν λόγω αποκέντρωση. Μπορεί να αποψιλωθεί εντελώς

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

•

•

•

η ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ με συνεχείς ουσιαστικοποιήσεις; Χτυπάει κάπου αυτό; Σίγουρα το ΣτΕ δεν θα το επέτρεπε αυτό. Σίγουρα πρέπει να μείνει κάτι. Είναι θετική η ουσιαστικοποίηση των διαφορών για τον πολίτη; Καταρχήν, ναι γιατί στις διαφορές ουσίας αφενός ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να κάνει έλεγχο ουσίας και όχι μόνο νομιμότητας και αφετέρου μπορεί όχι μόνο να ακυρώσει αλλά και να τροποποιήσει. Για αυτό και λέγεται ως πλήρης δικαιοδοσία. Ως προς το πρώτο ζήτημα: Έλεγχος νομιμότητας: έλεγχος της συμβατότητας με τον νόμο (εάν υπήρχε δέσμια αρμοδιότητα αν ασκήθηκε/ εάν υπήρχε διακριτική ευχέρεια η διοίκηση εάν άσκησε εντός των ορίων αυτής). Δεχόμαστε ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται είναι αληθή. Έλεγχος ουσίας: γίνεται και έλεγχος της αλήθειας των επικαλούμενων περιστατικών (διακρίβωση της συνδρομής αυτών). Καταρχήν, δε είναι αθέμιτη η ουσιαστικοποίηση. Θα πρέπει όμως να υπάρχει ένα όριο. ΟΡΙΑ

Ενδογενή

Εξωγενή

Σ95 παρ.3

Σ26

Όχι πλήρης αποξύλωση ακυρωτικής αρμοδιότητας ΣτΕ

Δε γίνεται μετατροπή σε ουσίας διαφορών όπου υπάρχει πρωτογενής ρυθμιστική αρμοδιότητα (ΚΔΠ)

ΣτΕ3919/2010: προσδιόρισε τα όρια της ευχέρειας του νομοθέτη να αποψιλώνει διαφορές απ το ΣτΕ και να τις κάνει ουσίας. ❖ Ποια τα πραγματικά περιστατικά; Άρθρο 67 ν.3431/2006: Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΑΔΑ) – ουσιαστικοποίηση διαφορών ❖ Τι είπε το ΣτΕ; Κατά τεκμήριο, ακυρωτικέςεκτός εάν ο νομοθέτης τις ουσιαστικοποιήσει «ανάλογα με τη φύση και τη σπουδαιότητα του» (ενν. οι σπουδαιότερες στο ΣτΕ→ ποιοτικό και ποσοτικό κριτήριο ερμηνείας του Σ95§3). Από έναν σκληρό ακυρωτικό πυρήνα δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης αποψίλωση. Το κριτήριο του Σ95§3 αφορά τις ουσιαστικές διαφορές ακόμη κι αν δεν φύγουν απ την αρμοδιότητα του ΣτΕ.

❖ 2ο Βήμα: Οριοθέτηση του τι είναι ουσιαστικοποίηση διαφοράς: Δύο πυλώνες:

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Έλεγχος Ουσίας

❖

❖

❖

❖

❖ ❖

Δυνατότητα και τροποποίησης

SOS Προβληματισμός Γαννακόπουλου: Πρέπει υποχρεωτικά να είναι αυτός ο ορισμός της ουσιαστικοποίησης; Πρόκειται για μια αυστηρή συνταγματική έννοια της ουσιαστικοποίησης (παραδοσιακής και ίσως ξεπερασμένη θεωρία). Π.χ. Λέγεται ότι δεν είναι δυνατόν να ουσιαστικοποιηθούν διαφορές από κανονιστικές διοικητικές πράξεις αφού από τη φύση τους οι διαφορές αυτές είναι ακυρωτικές.Η τροποποίηση κανονιστικής διοικητικής πράξης «χτυπάει» στο Σ26, απ’ την στιγμή που όταν ο δικαστής τροποποιεί μια διοικητική πράξη είναι σαν να υποκαθιστά τη διοίκηση και να εκδίδει νέα διοικητική πράξη. Αυτό για το ΣτΕ που είναι το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο και δικάζει και υποθέσεις μείζονος σημασίας και με έντονη πολιτική χροιά δεν είναι θεμιτό. Μήπως θα αρκούσε ένας έλεγχος ουσίας χωρίς όμως τη δυνατότητα τροποποίησης; Σ43§2: παραγωγή κανονιστικών διοικητικών πράξεων και προεδρικών διαταγμάτων από διοικητικά όργανα. A contrario: όχι από μη διοικητικά όργανα (δικαστήρια). Πρόβλημα σε σχέση με τις ανάγκες στην πράξη: Πρβλ. Τίθενται ζητήματα στην προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού απέναντι στην κρατική εξουσία. Πρακτικά η λύση της ουσιαστικοποίησης και με τις δύο διαστάσεις είναι αλυσιτελής, εφόσον εκλείπει το ωφέλιμο αποτέλεσμα. Π.χ. Παράνομες συμπράξεις παραβιάζουν τις ενωσιακές διατάξεις για τον ελεύθερο ανταγωνισμό και τον νοθεύουν. Πώς θα φρενάρω την παρανομία εάν δεν κάνω έλεγχο ουσίας; Δεν εξυπηρετείται η πληρότητα της παροχής δικαστικής προστασίας. Υπάρχει ανασφάλεια δικαίου. Πρέπει ουσιαστικός έλεγχος να γίνεται και σε κάποιες ακυρωτικές. ΛΥΣΗ Γιαννακόπουλου: Προτείνεται μια διεύρυνση του συνταγματικού ορισμού της ουσιαστικής διαφοράς. Σε κάποιες περιπτώσεις θα πρέπει να καθίσταται επιτρεπτή η ουσιαστικοποίηση διαφοράς που να αφορά μόνο το σκέλος του ελέγχου ουσίας, αλλά όχι τη δυνατότητα τροποποίησης. Το ΣτΕ είπε ότι οι ΚΔΠ δεν μπορούν να ουσιαστικοποιηθούν, ενώ για τις ΑΔΠ θα πρέπει να ελέγχεται inconcretoη κάθε περιπτωση με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Δογματικά: πλήρης απόφαση- ορθή συλλογιστική δικαστηρίου Πρακτικά: δημιουργείται τεράστια ανασφάλεια δικαίου

Γιατί υπάρχει ταύτιση ουσιαστικοποίησης – αποκέντρωσης ; Συνταγματική βάση: Σ87επ. Το Σ δεν λέει τι τύπου έλεγχο να ασκεί το δικαστήριο. Πάντως ο ακυρωτικός έλεγχος έχει και ψήγματα ελέγχου ουσίας: 1) Πλάνη περί τα πράγματα 2) Έλεγχος της stricto sensu αναλογικότητας 3) Μερική ακύρωση δπ → διευρύνθηκε με τροποποίηση αρ. 50 παρ. 3 π.δ. 18/1989.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Άρα, ο ακυρωτικός έλεγχος τελικά είναι πολύ κοντά με τον έλεγχο ουσίας. Διαφέρουν στην ένταση (βάθος και αυστηρότητα) του ελέγχου. 17ο Μάθημα

Πέμπτη

4/4/2019

ΣτΕ 674/2018: Παραδεκτό- τρόπος υπολογισμού προθεσμίας- χρονικό σημείο έναρξης (πλέον και η ανάρτηση στο διαδίκτυο) Πραγματικά περιστατικά: Επένδυση στην Ίο (σύνθετο τουριστικό κατάλυμα) – αναπτυξιακά έργα κατά την τουριστική περίοδο- σειρά εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Ήθελαν να προσβάλλουν ΠΕΠΟ για την προστασία του περιβάλλοντος Προσβαλλόμενη ατομική διοικητική πράξη: Πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΠΕΠΟ) ή αλλιώς Απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) – Πότε εκκινεί η προθεσμία προσβολής; Από ποιο αφετηριακό γεγονός; Από την ανάρτηση στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΧΩΔΕ; (φαίνεται τεχνικό το ζήτημα αλλά ανακύπτουν και σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα- εστάλη και προδικαστικό ερώτημα και στο δικαστήριο της ΕΕ) Ενωσιακό δίκαιο: Σύμβαση του Ώρχους (Aarhus) που ενσωματωθηκε με αρ.6 ν.3422/2005 καθιερώνει δικαίωμα ενημέρωσης σε πρώιμο στάδιο λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων και κατά αποτελεσματικό τρόπο. Έγινε μεταφορά της Σύμβασης στο Ενωσιακό Δίκαιο με την Οδηγία2003/35/ΕΚ. Επίσης, η οδηγία 2011/92 καθιερώνει την ανάγκη έγκαιρης ενημέρωσης και από το διαδίκτυο. Βέβαια, το δίκαιο της ΕΕ δεν έχει καθορίσει συγκεκριμένες προθεσμίες. Εναπόκειται στο κάθε κράτος να καθορίσει εύλογες προθεσμίες αρκεί να διασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου και να μην καθίσταται πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η άσκηση δικαιωμάτων που παρέχει η ενωσιακή έννομη τάξη! ➔ Τι λέει η παραδοσιακή θεωρία στην εθνική έννομη τάξη (αρ46 πδ18/1989) ; Η προθεσμία είναι 60 ημέρες από: • Δημοσίευση των ΚΔΠ • Δημοσίευση των δημοσιευτέων ΑΔΠ • Κοινοποίηση των μη δημοσιευτέων ΑΔΠ • Πλήρη γνώση της δπ (πριν την κοινοποίηση) → όχι απαραίτητα του κειμένου της αλλά αρκούν τα ουσιώδη στοιχεία αυτής (πχ. Απόφαση- αιτιολογία) Τι ισχύει για τις δημοσιευτέες ατομικές διοικητικές πράξεις; Για τον θιγόμενο (ευνοείται) Για τους τρίτους • Από κοινοποίηση • Μόνο από δημοσίευση • Από πλήρη γνώση Άρα, ο θιγόμενος εάν λχ. ελάμβανε γνώση και πριν τη δημοσίευση μπορούσε να προσβάλει την πράξη νωρίτερα απ ότι να μπορούσε να την προσβάλλει κάποιος τρίτος. Γιατί ισχύει αυτό; Η διοίκηση γνωρίζει τους αποδέκτες των πράξεων (είναι συγκεκριμένοι), ενώ δεν μπορεί να γνωρίζει τον αφηρημένο αριθμό τρίτων που τυχόν θελήσουν να προσβάλουν την πράξη (αιτιολογία ΣτΕ στην απόφασηο περιορισμός δεν αντίκειται στο Σ20παρ1 για αυτούς τους λόγους): • Ασφάλεια δικαίου • Σταθερότητα διοικητικών καταστάσεων • Αδυναμία κοινοποίησης στου τρίτο

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Αυτό το καθεστώς ίσχυε και για τις πράξεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων . Ο κύκλος των προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον είναι ευρύς στο περιβαλλοντικό δίκαιο (π.χ. προσβολή από κάτοικο του λεκανοπεδίου). Βάσει Σ24 + Ενωσιακό Δίκαιο→ αντανακλαστικό δικαίωμα Στις μη δημοσιευτέες αδπ, αρκετούς μήνες μετά την έναρξη των εργασιών, εμφανιζόταν κάποιος τρίτος και επιχειρούσε βάσει πλήρους γνώσης να προσβάλει την πράξη. Γεννήθηκε το εξής πρόβλημα, ότι δεν μπορούσαν οι εργασίες να περιβληθούν με οριστικότητα και ασφάλεια δικαίου. Ήταν αλυσιτελές γιατί οι εργασίες ήδη είχαν προχωρήσει αρκετά. Ο νομοθέτης προσπάθησε με τυπικούς νόμους και ΚΥΑ να οριοθετήσει το ζήτημα προσφέροντας τη λύση να δημοσιεύονται οι πράξεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων σε καταστήματα του Δήμου και σε τοπικές εφημερίδες. ΠΡΟΣΟΧΗ! Δεν ήταν όμως επί ποινή ακυρότητας η δημοσίευση αυτή. Δεν αρκούσε αυτή η δημοσίευση για εκκίνηση της προθεσμίας προσβολής. Αποτελούσε απλώς μια «παράμετρο που θα συνεκτιμούσε ο δικαστής στο κομμάτι πλήρους γνώσης μαζί με άλλα στοιχεία του φακέλου». Τι ελάμβανε υπόψη ως παράμετρο για το τεκμήριο υπέρ της πλήρους γνώσης; 1) 2) 3) 4) 5)

Εύλογο ενδιαφέρον αιτούντων και ιδιαίτερες περιστάσεις Έναρξη εργασιών εκτέλεσης του έργου Πρόοδος αυτών έως ότου εμφανίζεται ωε τεχνικό έργο στον εξωτερικό κόσμο Κλίμακα τοπικής κοινωνίας Η τυχόν ευρεία δημοσιότητα που θα ελάμβανε το έργο

Η στάση αυτή του ΣτΕ καταδείκνυε υπερβολική έμφαση στο προληπτικό σκέλος προστασίας του περιβάλλοντος και απουσία κατασταλτικού ελέγχου, ικανού για την τήρηση των εν λόγω όρων. Γι αυτό θεσπίστηκε ο ν.4014/2011, αλλά το ΣτΕ δεν τον εφάρμοζε!Γενικά: Διάστημα

Ονομασία

1980-1985

Υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος

1985-2009

Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΥΠΕΧΩΔΕ) (ypexode.gr)

2009-2015

Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) (ypeka.gr)

2015

Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΠΑΠΕ)

2015σήμερα

Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) (ypeka.gr)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Αρ.19Α ν.4014/2011→ Νέο Σύστημα Δημοσίευσης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων σε ιστοσελίδα του σχετικού Υπουργείου (aepro.ypeka.gr). Άπαξ και γίνει εδώ η δημοσίευση τεκμαίρεται πλήρης γνώση (μαχητό τεκμήριο για να «σωθεί» το παραδεκτό). Τι θα μπορούσε να αντιτάξει ο τρίτος; • Δεν είχαν αναρτηθεί οι επιπτώσεις της ΑΕΠΟ • Δεν αναρτήθηκαν σωστά/ δεν λειτουργούσε η ιστοσελίδα • Ανωτέρα Βία Είναι θεμιτή με βάση το Σύνταγμα η ρύθμιση αυτή; Το ΣτΕ είπε ναι. Η αντίρρηση ήταν σε επίπεδο περιφέρειας και όχι δήμου. Σε κάποια νησιά δεν ήταν εύκολο για τους κατοίκους να φεύγουν από το νησί (εδώ: Ίος) και να μεταβούν στην πρωτεύουσα (εδώ: Σύρος) για να ενημερωθούν. Απάντηση ΣτΕ: Εάν δεν συντρέχουν τα 1,2,3 (βλ. ανωτέρω), εννοείται εκκινεί η προθεσμία χωρίς αναστολή ή διακοπή αφού: -

Πλήρης πρόσβαση σε ΜΠΕ ηλεκτρονικά Θα ήταν προσχηματική η αίτηση ακύρωσης μιας τέτοιας δ.π. μεταγενεστέρως εκδιδόμενης με αξίωση εκ νέου ενημέρωσης για το ακριβές περιεχόμενο Πλήρης ανατροπή συστήματος- αβεβαιότητα- ανασφάλεια δικαίου- έλλειψη προβλεψιμότητας

Τον 21ο αιώνα δεν είναι δυνατόν το ίντερνετ να μην αρκεί για να εκκινήσει την προθεσμία (όλοι έχουν πρόσβαση- δεν πρέπει να εμμένουμε στο ΦΕΚ). Το ΣτΕ έλαβε υπόψη ως παράμετρο και την τοπική εγγύτητα μεταξύ των δύο νήσων («αλλιώς θα ήταν τα νησιά αυτόνομα κράτη»)20→ γενικά ο ισχυρισμός αυτός δεν πείθει αν αναλογιστεί κανείς τις δύσκολες καιρικές συνθήκες τον χειμώνα (Γιαννακόπουλος). Εν τέλει το ΣτΕ έκανε μια δυναμική- «ζωντανή» ερμηνεία συνεκτιμώντας και τις γενικότερες κοινωνικές, οικονομικές, τεχνολογικές και συγκοινωνιακές συνθήκες. 2ο Ζήτημα που τίθεται: Μολονότι είχε ψηφιστεί ο ν.4014/2011, η νομολογία ουδέποτε τον εφάρμοζε. Απλώς τον ελάμβανε ως μια επιπλέον παράμετρο στο κομμάτι της πλήρους γνώσης. Είχε σταλεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Τι απάντησε το δικαστήριο; Υπάρχει κι άλλος τρόπος να αποδειχθεί η πλήρης γνώση πέρα από την ανάρτηση σε ιστοσελίδα (αμηχανία δικαστηρίου για εφαρμογή του νέου νόμου και συμβατότητα αυτού με το ενωσιακό δίκαιο). Συμπερασματικά, επρόκειτο για μια ατελή προσπάθεια αν και αξιόλογη. Η αμηχανία ήταν δικαιολογημένη, όμως ήταν αδικαιολόγητη η μη εφαρμογή του νόμου (από πλευράς του δικαστηρίου) για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο όνομα της ασφάλειας δικαίου. Γενικότερα, στο κομμάτι της δόμησης έργων και των επενδύσεων υπάρχει έντονη ανασφάλεια δικαίου. Έστω ότι πάει ένας υποψήφιος επενδυτής σε δικηγόρο να τον διαφωτίσει ως προς τις απαιτούμενες κινήσεις στις οποίες χρειάζεται να προβεί για να μην ακυρωθεί η επένδυση του για την προστασία του περιβάλλοντος. Δυστυχώς, είναι αδύνατο να δοθεί μια σαφής απάντηση. Οι φορείς ευρύτερου οικονομικού ενδιαφέροντος (stakeholders) το αντιλαμβάνονται αυτό. Και είναι μη πεπερασμένος ο αριθμός τους (πολλοί και άγνωστοι). Με το νέο καθεστώς έχουμε Απαιτείτο να μεταβεί ο ενδιαφερόμενος από την Ίο στη Σύρο, όπου εδρεύει το Πρωτοδικείο και η Περιφέρεια, ώστε να δει την ανηρτημένη ΑΕΠΟ. Πέραν των καιρικών συνθηκών, συνεπάγεται και και οικονομικό κόστος, δεδομένου ότι ο κάτοικος μπορεί να χρειαστεί να κάνει πλείονες επισκέψεις στο νησί για να δει αν όντως αναρτήθηκε η ΑΕΠΟ ή όχι. 20

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος άρση της περιπτωσιολογικής αβεβαιότητας! Το θέμα δεν τίθεται με τέτοια ένταση σε περιπτώσεις όπου οι τρίτοι ή οι θιγόμενοι είναι πεπερασμένοι (πχ σε έναν διαγωνισμό). Τότε θα γίνει η κοινοποίηση προσηκόντως από το δικαστήριο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Η υποχρέωση δημοσίευσης στο ΦΕΚ προκύπτει ρητώς εκ του νόμου. Στις μη δημοσιευτέες αδπ, ο τρίτος μπορεί να προσβάλλει μόνο μέσα από το τεκμήριο της πλήρους γνώσης. ΠΑΛΙΑ: ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Το φέρει η Διοίκηση ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΥΠΕΡ Διοικουμένου Κοσμοθεωρητική πρωταρχία της Δίκαιης Δίκης Ευάλωτο μέρος η Διοίκηση. Πώς θα αποδείξει; Με αριθμό Πρωτοκόλλου κατάθεσης αναφοράς ή με επιστολή. ΝΕΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ: (αντιστροφή βάρους απόδειξης- μαχητό τεκμήριο) ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Το φέρει ο διοικούμενος ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΥΠΕΡ Διοίκησης Είναι δικαιολογημένη; Ναι, διότι έχεις κάτι απτό και όχι αφηρημένο (πλήρης γνώση). Μπορεί όμως το διαδίκτυο να δώσει τη λύση του προβλήματος; Έστω ότι υπάρχει ένας «διαδικτυακός διαγωνισμός», που δεν είναι έγχαρτος (πρβλ. esidis.gr): • •

Δεν μπαίνει ο οποιοσδήποτε παρά μόνο πιστοποιημένα Αποδεικνύεται από το σύστημα πότε μπαίνει και ποιος μπαίνει και τι αναρτά

Γιαννακόπουλος: Η λύση αυτή δεν είναι οριστική. Κατ’ ουσίαν, ΔΕΝ θέλουμε να λυθούν οριστικά τα προβλήματαγιατί συμφέρει περισσότερο το να αιωρείται μια δημιουργική ασάφεια και να υπάρχει η δυνατότητα να τη διαχειριζόμαστε κάθε φορά. Όσοι διαχειρίζονται τα πολιτικά πράγματα θέλουν να αφήνουν τα πράγματα ασαφή για να τα διαχειρίζονται expostμέσω πελατειακών σχέσεων. Δεν γίνεται να μην εφαρμόζονται τα αυτονόητα ΠΡΟΣΟΧΗ: Η απόφασηέγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) δεν δημοσιεύεται στο esidis.gr (πρόβλημα). Εάν σταλεί σχετική αίτηση στην αρμόδια αρχή δεν απαντά στον αιτούντα (πρβλ. σχέσεις με συγκεκριμένους επενδυτές- συμπαιγνίες ως προς τον κύκλο των συμμετεχόντων του διαγωνισμού). Γεννάται έτσι η ανάγκη μετάβασης από το ένα νησί στο άλλο. Τι επικαλούνται; Επικαλούνται την άρνηση της Διοίκησης να παραχωρήσει τον φάκελο (είχαν πλήρη γνώση της πράξης αλλά όχι του φακέλου). Γιαννακόπουλος: Η τεχνολογία έχει πολλά θετικά, αλλά και αρνητικά. Μας εκθέτει (!). Ανάλογα την περίσταση αυτό είναι καλό ή κακό. Βοηθά όμως στο βάρος αποδείξεως. Είναι δυσανάλογο να αξιώνεις από τον κάτοικο Ίου να πάει στη Σύρο για να βρει την ΑΕΠΟ (βλ.υποσημείωση 19). Γεραπετρίτης: Τι έκαναν παλιά οι δικηγόροι; Έβρισκαν έναν κάτοικο της περιοχής που έμενε στο εξωτερικό και του ζητούσαν να προσβάλλει την πράξη με τον ισχυρισμό ότι μόλις έλαβε πλήρη γνώση (βαθιά η υποκρισία του συστήματος). Η μετάπτωση στο απολύτως ορθολογικό Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος δεν είναι εύκολο να γίνει. Οι ηλεκτρονικές εφημερίδες «έσπασαν» το μονοπώλιο της γνώσης (πλουραλισμός). Είναι αδιάφορο εάν κενώθηκαν θέσεις εργασίας στο δημόσιο με την είσοδο της τεχνολογίας. «Μακάρι» η αδράνεια της ηλεκτρονικής εξέλιξης να ήταν για την διατήρηση των εργαζομένων του Δημοσίου. Η καθυστέρηση είναι για άλλους λόγους. Δύο παραδείγματα παρόμοια που το επιβεβαιώνουν αυτό: Στην περίπτωση των ηλικιωμένων: Σχεδόν οι περισσότεροι είναι τεχνολογικά αναλφάβητοι. Δεν θα μπορεί να αναχαιτισθεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας για τον λόγο αυτόν. Αντιθέτως, με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας θα φροντίσω να τους επιμορφώσω. Ομοίως και με τους ανέργους θα φροντίσω με αντίστοιχα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας να τους βρω ως κράτος θέσεις εργασίας. Στην περίπτωση των φορολογουμένων: Υπάρχει η ατομική ηλεκτρονική καρτέλα όπου εγγράφονται όλοι οι φορολογούμενοι (Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδωνaade.gr/TAXISnet) και λαμβάνουν σχετικές βεβαιώσεις για την εκπλήρωση (ή μη) των φορολογικών τους υποχρεώσεων. Ο ίδιος ο φορολογούμενος έχει υποχρέωση να ενημερώνεται και θα πρέπει να έχει τακτική πρόσβαση στην ιστοσελίδα. Ουδέποτε εδώ αμφισβητήθηκε η νομιμότητα του καθεστώτος.

Προβληματισμοί: Θα ήταν αντισυνταγματικό εάν κάθε ΚΔΠ δεν δημοσιευόταν καθόλου στο ΦΕΚ αλλά μόνο στο διαδίκτυο (et.gr) ;Όχι, ίσα ίσα θα ήταν πολύ θετικό για την εξέλιξη του συστήματος εφόσον θα ήταν προσβάσιμο σε όλους. Άλλη υπόθεση: Υπάρχει νομοθετική αμφισημία- ο νόμος προβλέπει δημοσίευση αλλά δεν προβλέπει τον τρόπο δημοσίευσης (ΦΕΚ ή διαδίκτυο). Κατ’ εφαρμογήν του νόμου αυτού, γίνεται επιλογή και δεν δημοσιεύεται η ΚΔΠ στο ΦΕΚ αλλά στο διαδίκτυο μόνο! Γεραπετρίτης: Είναι ζήτημα ερμηνείας. Στο ΦΕΚ δημοσιεύεται μόνο όταν το λέει ρητώς ο νόμος, αλλιώς αρκεί κάτι άλλο. Τι μας νοιάζει που γίνεται η δημοσίευση πρακτικά; 1. Για το κύρος της πράξης (ανυπόστατη) 2. Για εκκίνηση της προθεσμίας (βάσει αρχής της νομιμότητας αν υπάρχει δημοσίευση στο ΦΕΚ η προθεσμία εκκινεί από τότε) Γιαννακόπουλος: Αν ο νόμος δεν λέει τον τρόπο δημοσίευσης το ερμηνεύουμε ως «δημοσίευση με τους προσήκοντες τρόπους, όπως συμβαίνει συνήθως»→ εννοεί στο ΦΕΚ Γενικά, ΚΔΠ που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων είναι καταρχήν δημοσιευτέες. Εξαίρεση: οι εμπιστευτικές πράξεις των Υπαλλήλων της ΕΥΠ ή αυτές που αφορούν την Εθνική Άμυνα της χώρας δεν δημοσιεύονται. 3ο Ζήτημα : Παράβολα και κόστος για παροχή δικαστικής προστασίας Παραδοσιακή θεωρία: Υπάρχει κόστος μόνο για τα δικαιώματα που επιβάλλουν θετικές πράξεις στο δημόσιο (τελούν υπό τον όρο του εφικτού- εάν το δημόσιο δεν έχει χρήματα δεν το κάνει. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Γιαννακόπουλος: Αυτή η θεωρία δε θα έπρεπε να γίνεται δεκτή. Όλα τα δικαιώματα κοστίζουν. Το παράβολο είναι σαν ένα είδος ανταποδοτικού τέλους για την παροχή δικαστικής προστασίας. SOS ΣτΕ 1681/2018: Υπόθεση για παράβολο που ισοδυναμούσε με την προκαταβολή του 20% ενός προστίμου. Νομοθετικό Πλαίσιο: αρ.17 ν.3054/2002 για αγορά πετρελαιοειδών. Για παράβαση της εν λόγω νομοθεσίας επιβάλλεται πρόστιμο από 5.000-1.000.000 ευρώ. Ο καθ’ ου δεν το πληρώνει και επιδιώκει να δικαιωθεί δια της δικαστικής οδού. ΟΜΩΣ, για την άσκηση (και μόνο) του ενδίκου βοηθήματος απαιτείται προκαταβολή του 20% του προστίμου που δεν μπορεί να ξεπερνά τις 75.000 ευρώ (πλαφόν). Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα επαχθές μέτρο που συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (Σ20§1). Βάσει αρ. 66 ν.4055/2012→ πράξεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων→ κατ’ αρχήν διαφορές ουσίας Πραγματικά περιστατικά: Υπόθεση λαθρεμπορίας και νοθείας σε βενζινάδικο. Αρμόδιο το Διοικητικό Πρωτοδικείο. Κατεβλήθη το κλασικό παράβολο των 100 ευρώ και όχι το 20% του προστίμου. Το ένδικο βοήθημα απερρίφθη ως απαράδεκτο. Απεστάλη προδικαστικό ερώτημα στο ΣτΕ με πρωτοβουλία του δικαστή (αρ.1§2 ν.3900/2010→ αντίρροπος μηχανισμός αποκέντρωσης για θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος). Τι απάντησε το ΣτΕ; Ναι μεν περιορίζεται η δυνατότητα δικαστικής προστασίας του Σ20§1, αλλά ο περιορισμός είναι θεμιτός, γιατί η παροχή δικαστικής προστασίας δεν εμποδίζεται. Ο νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να θεσπίζει επιμέρους περιορισμούς του δικαιώματος, αρκεί να μην αποξυλώνεται πλήρως ο πυρήνας του Σ20§1 (strict sensu αναλογικότητα). Το ΣτΕ θα ελέγχει τη συμβατότητα με το Σ και το Ενωσιακό Δίκαιο adhocκαι θα προβαίνει κάθε φορά σε στάθμιση θετικών και αρνητικών συνεπειών βάσει ενδεικτικών κριτηρίων: ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖ ❖

Σκοπός Συνάφεια προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (καταλληλότητα/ προσφορότητα κλπ) Ύψος ποσού Θέσπιση ανώτατου ορίου Χρόνος καταβολής Δυνατότητα αναστολής της υποχρέωσης Περιουσιακή κατάσταση του ασκούντος το ένδικο βοήθημα Σαφήνεια υποχρέωσης Τον βαθμό του δικαστηρίου που εκδικάζει

Προτού ελέγξουμε την αρχή της αναλογικότητας οφείλουμε να ελέγξουμε τον σκοπό του μέτρου (αν είναι θεμιτός, αν προβλέπεται ρητώς ή συνάγεται ερμηνευτικά από το Σ). Θεμιτός είναι ένας σκοπός όταν με αυτόν προστατεύεται μια συνταγματική τάξη ή τα δικαιώματα των άλλων. Περιορισμοί:

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος -

Περιορισμούς μπορεί να θέτει ο νόμος μόνο όταν το Σ πρώτα προβλέπει ρητή επιφύλαξη υπέρ του νόμου («όπως νόμος ορίζει») Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (άσκηση δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό του δικαιώματος) Δημόσιο συμφέρον Δικαιώματα τρίτων

Ποιος είναι εδώ ο σκοπός; Η ταχύτερη και αποτελεσματικότερη δικαστική επίλυση (εδώ: εντός 4 μηνών), διότι η μακροχρόνια εκδίκαση υπονομεύει τη διαδικασία και κατά το ΣτΕ είναι θεμιτός για λόγους δημοσίου συμφέροντος. (πάταξη της λαθρεμπορίας). Εξάλλου, οι εταιρίες πετρελαιοειδών λόγω της λαθρεμπορίας έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν στα ποσά αυτά. ΟΜΩΣ, για μία μικρή επιχείρηση (λ.χ.βενζινάδικο) συνιστά υπέρμετρο περιορισμό. Και πάλι όμως δεν προσκρούει στο Σ20§1. Εξάλλου, βάσει ΚΔΔικ277 οφείλει να το καταβάλει έως τη συζήτηση και όχι έως την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος. Πολύ σημαντικό χρονικό σημείο, όχι μόνο διότι θα έχει περάσει καιρός και θα έχει μαζευτεί το ποσό, αλλά και γιατί θα έχει «ωριμάσει» η υπόθεση, οπότε θα μπορεί να κρίνει ο διοικούμενος εάν πιθανολογείται να χάσει, οπότε θα μπορέσει να παραιτηθεί από το ένδικο βοήθημα. Δεν μπορείς να επιβάλλεις πολύ υψηλό παράβολο που να συνιστά φραγμό στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Εξαίρεση: δημόσιες συμβάσεις για τα ασφαλιστικά μέτρα του ν.3686/2010. Το παράβολο εκεί αντιστοιχεί σε 50.000 ευρώ λόγω μείζονος σημασίας έργου. Εξαίρεση από αυτήν την οικονομική επιβάρυνση εισάγεται με τη προσωρινή δικαστική προστασία (ΚΔΔικ202) – στάθμιση κόστους οφέλους.

Παρασκευή

18ο Μάθημα

5/4/2019

Αρχή της αναλογικότητας (οριο στους περιορισμούς): τεχνικό εργαλείο που χρησιμεύει σε δύο περιπτώσεις -

Σύγκρουσης Δικαιωμάτων Περιορισμός δικαιωμάτων

Δεν είναι ηθικολογικό κριτήριο. Είναι πολύ τεχνική αρχή. Το Σ25§1 εισήχθη το 2001 με την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Πιο πριν το εφάρμοζε η νομολογία ως αρχή που απέρρεε απ το κράτος δικαίου δίχως να εντοπίζεται ρητή συνταγματική βάση. Υπάρχει ένα προκριματικό στάδιο, προτού ελεγχθεί η αρχή της αναλογικότητας όπου γίνεται η αξιολόγηση του σκοπού που έθεσε ο νομοθέτης ή η Διοίκηση: είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα; Εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ή συνιστά αθέμιτο περιορισμό; Πρακτικά γιατί είναι σημαντικός αυτός ο προκριματικός έλεγχος; Γιατί εάν ο σκοπός δεν είναι επαρκής → (κατευθείαν) αντισυνταγματικός ο περιορισμός και τίθεται εκποδών χωρίς να χρειαστεί καν να μπούμε στην αρχή της αναλογικότητας. Πού βρίσκω τον σκοπό; •

Για νόμο: στην Εισηγητική/ Αιτιολογική Έκθεση (πρβλ. ιστορική ερμηνεία- τί ήθελε ο νομοθέτης)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος •

Για διοικητική πράξη: στην αιτιολογία

Εξετάζω δύο μεγέθη: (α) επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος μέσω του μέτρου: το μέτρο να είναι τέτοιας ποιότητας ούτως ώστε να εκπληρώνει σκοπό δημοσίου συμφέροντος (β) μέτρο που προσβάλλει δικαίωμα 3 ΣΤΑΔΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

❖ Αρχή της καταλληλότητας (προσφορότητας): να εκπληρώνει τον σκοπό για τον οποίο έχει τεθεί. Ερώτημα: επιτυγχάνεται ο σκοπός; Π.χ. Βάσει Σ17 το κράτος αφαιρεί οικόπεδο σε επικλινή έκταση για απαλλοτρίωση προκειμένου να χτίσει σχολείο. Είναι κατάλληλο; Όχι, λόγω του επικλινούς εδάφους. Μας νοιάζει να είναι κατάλληλο και όχι περισσότερο κατάλληλο από άλλα. Ή πληροί τις προϋποθέσεις της προσφορότητας ή δεν τις πληροί καθόλου.

❖ Αρχή της αναγκαιότητας (του ολιγότερου επαχθούς): ένα μέτρο είναι μεν κατάλληλο, δεν είναι όμως αναγκαίο απ την στιγμή που υπάρχουν κι άλλα εξίσου κατάλληλα και λιγότερο επαχθή μέτρα. Ερώτημα: είναι ο περιορισμός αυτός ο κατ’ ελάχιστον αναγκαίος για να επιτευχθεί ο σκοπός; Μεταξύ περισσοτέρων εξίσου πρόσφορων μέτρων, το αναγκαίο είναι το ηπιότερο (που περιορίζει λιγότερο το δικαίωμα) Π.χ. (συνέχεια): Δίπλα στο ιδιωτικό ακίνητο υπάρχει και ένα ακίνητο του δημοσίου. Είναι ιδιαίτερα επαχθές (και συνεπώς μη αναγκαίο) να απαλλοτριώσω το ιδιωτικό απ’ τη στιγμή που υπάρχει το δημόσιο και είναι εξίσου κατάλληλο. Εφόσον υπάρχει εναλλακτική, το να θυσιάσω το δικαίωμα στην ιδιοκτησία παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας

❖ Αρχή της εν στενή εννοία (strictο sensu) αναλογικότητας (στάθμιση κόστους- οφέλους) Π.χ.1. Από το ιδιωτικό ακίνητο παίρνω ως κράτος 30 τ.μ. και απομένουν 3τ.μ.. Εντούτοις και πάλι αποψιλώνεται πλήρως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία εφόσον η απομείνασα έκταση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί. Π.χ.2. Σε μια πορεία συγκρούονται το δικαίωμα του συνέρχεσθαι (των διαδηλωτών) και το δικαίωμα διέλευσης πεζών και εποχούμενων. Ανάγκη εξατομίκευσης (in concreto στάθμιση)→ να διατηρηθεί το μέγιστο επίπεδο ωφελιμότητας (αρχή του ωφελιμισμού). Λύση: αν έχω μικρή πορεία την περιορίζω σε ορισμένα μέρη/ αν έχω μεγάλη πορεία ανοίγω διόδους.Πάντως, ΔΕΝ επιτρέπεται να εκμηδενίζεται ο πυρήνας του δικαιώματος, Δεν πρέπει ο περιορισμός να εξισώνεται τελικώς με στέρηση του δικαιώματος. Σε ό,τι αφορά το δικαστήριο ποια θα είναι η ένταση του ελέγχου; Μπορεί το ΣτΕ να ελέγξει εάν έχει γίνει ορθή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας; Στην Γαλλία: έντονος έλεγχος αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων. Είχε διακριτική ευχέρεια η Διοίκηση; Εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας; Στην Ελλάδα: γίνεται συχνά έλεγχος της αρχής της αναλογικότητας στα περιβαλλοντικά (στην ΜΠΕ: Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων). Πολλές φορές όμως σε άλλης φύσεως υποθέσεις ο έλεγχος είναι οριακός. Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τότε τις εκφράσεις «καταφανώς»/ «προδήλως» για να είναι εντός των Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ορίων του ελέγχου (εντοπίζεται ένας περισσότερο ουδέτερος και τεχνικός χαρακτήρας του ελέγχου). Στο δίπολο

Εθνικό εσωτερικό δίκαιο (Σύνταγμα)

Δίκαιο της ΕΕ (Συνθήκες/Κανονισμοί/Οδηγίες)

Μπορεί και οι δύο έννομες τάξεις να έχουν εν προκειμένω τα ίδια δικαιώματα αλλά να τα ιεραρχούν διαφορετικά γιατί είναι διαφορετικά τα συμφέροντα και διαφορετική η ένταση του δικαστικού ελέγχου. Π.χ.1. Δίκαιο ΕΕ Ελλάδα- Εθνικό Δίκαιο Πχ2. Δίκαιο ΕΕ (ΕΔΔΑ)

Ελλάδα- Εθνικό Δίκαιο (ΣτΕ)

Υπέρ οικονομικής ελευθερίας (προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού) Υπέρ προστασίας περιβάλλοντος Στην ανάθεση δημοσίων συμβάσεων προτάσσεται η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, η προστασία της διαφάνειας και η τήρηση της αρχής της ισότητας με την δημοσιοποίηση των υποψηφίων μέσω ΜΜΕ ούτως ώστε να διαδοθεί η είδηση και να συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότεροι (σκοπός κοινή ευρωπαϊκή αγορά).Δεν είναι θεμιτό να προκαθορίζεται το οικονομικό καθεστώς της αγοράς (πρβλ. και υπόθεση για τα κανάλια) Στην ανάθεση δημοσίων συμβάσεωνπροτάσσεται η λήψη μέτρων κατά της διαπλοκής των ΜΜΕ. Υπερτερεί η προστασία της αρχής της διαφάνειας (οπότε θεμιτός ο περιορισμό των ΜΜΕ)

Λέμε παραδοσιακά ότι ο νόμος δεν αιτιολογείται (σε αντίθεση προς την διοικητική πράξη). Αυτό όμως δεν ισχύει (πρβλ. Αιτιολογική Έκθεση του νόμου, Πρακτικά της Βουλής, Μελέτες π.χ. περιβαλλοντικές ή συνταξιοδοτικές μελέτες→ προληπτικά εξηγούν τη ratioτου νόμου). Τι λέει η νομολογία; Πρέπει να υπάρχουν αλλά η έλλειψη τους δε συνιστά αντισυνταγματικότητα. Πρόβλημα: ο δικαστής υποκαθιστούσε τον νομοθέτη. Προσπάθεια να διασωθεί ο νόμος. Όμως, αν εφαρμόσεις την αρχή της αναλογικότητας αυστηρά δεν θα περάσει κανένας νόμος. Πρβλ. διατάξεις που εισήχθησαν στη «νομοτεχνική βελτίωση» (δεν ψηφίστηκαν – πρόκειται για παρατυπία). Για να λειτουργήσουν τα ανωτέρω θα πρέπει να ανέβει το επίπεδο νομοθετήσεως (πρβλ. πρόστιμο για λαθρεμπορία πετρελαιοειδών- καταβολή 20% ως παράβολο (όρος παραδεκτού) με πλαφόν τις 75.000). Ελέγχω: (α) Αν είναι αναλογική η πρόβλεψη του προστίμου επί της αρχής Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος (β)Αν είναι adhocαναλογικό κατ’ εφαρμογήν του νόμου SOS:Έλεγχος συνάφειας του μέσου (μέτρου) προς τον σκοπό (Α’ ΣΤΑΔΙΟ) Σκοπός της επιβολής του προστίμου: ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας (πρβ. πληρωμές δικαστικών υπαλλήλων→ εξωτερικό στοιχείο του δημοσίου συμφέροντος → περιορίζω το Σ20παρ1 για δημοσιονομικούς λόγους→ μετακυλήσεις στον ιδιώτη). Είναι θεμιτός ο περιορισμός; ΟΧΙ, εκλείπει η ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ. Δεν γίνεται επίκληση δημοσίου συμφέροντος – ο περιορισμός οδηγεί σε στρέβλωση του δικαιώματος. Θα μπορούσε να γίνει επίκληση άλλων σκοπών; Ποιοί οι πιθανοί σκοποί; ❖ Ταμειακό συμφέρον Δημοσίου→ Δεν μπορεί να ισχύσει εδώ Να προκαταβληθεί ένα σημαντικό ποσό από το τελικό πρόστιμο ώστε να εξασφαλισθεί ότι σίγουρα θα πληρωθεί εν συνόλω. ❖ Ανταποδοτική δικαιοσύνη→ Δεν μπορεί να ισχύσει εδώ Είναι αναμφίβολο αν θα μπορούσε να λειτουργεί ανταποδοτικά Π.χ. Δίκη στο ΑΕΔ: 5000 ευρώ ενώ δίκη στο Πρωτοδικείο: 100 ευρώ (δεν ισχύει κάτι τέτοιο όμως) . ΜΙΑ ΛΥΣΗ ΘΑ ΗΤΑΝ: Για όποιον επιθυμούσε την δικαστική επίλυση εντός 4 μηνών ταχέως να τίθεται αυτό το υψηλό παράβολο ενώ για όποιον δεν την επιθυμεί ταχέως να ισχύει το σύνηθες στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας (με καθυστέρηση). • Για αποτροπή καταχρηστικών ενδίκων βοηθημάτων(μία πιθανή υπόθεση-ο νόμος όμως δεν επικαλέστηκε τον σκοπό αυτό- εάν επικαλούνταν αυτό θα ήταν θεμιτό): βάζω ως φίλτρο την καταβολή πολύ υψηλού παραβόλου για να αποτρέψω την σώρευση πολλών ενδίκων βοηθημάτων. Στο Ενωσιακό Δίκαιο: σε έναν διαγωνισμό δημοσίων συμβάσεων πρέπει να προσελκύσεις όσο το δυνατόν περισσότερους (έντονος αποτρεπτικός μηχανισμός ούτως ώστε να μη χρειαστεί να ασκήσουν οι συμμετέχοντες το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας. Λόγω των καθυστερήσεων που μετακυλύονται όμως προκύπτει η ανάγκη ορθολογικής δικαιοσύνης. Στην έννοια της ορθολογικότητας ενυπάρχει η αποτροπή καταχρηστικών ενδίκων βοηθημάτων. Έλεγχος αρχής της αναλογικότητας: (α)ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑ/ΠΡΟΣΦΟΡΟΤΗΤΑ Η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής ή αυτονόητη. Η καθυστέρηση οφείλεται σε φόρτο εργασίας και όχι σε έλλειψη χρημάτων Ταχείας εκδίκασης ΆΡΑ: υπάρχει έλλειψη συνάφειας μεταξύ Προκαταβολή εξαιρετικά υψηλού παραβόλου

Δεν σημαίνει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε έλλειψη χρημάτων, ούτε και ότι εάν καταβληθούν περισσότερα χρήματα θα έχουμε ταχεία και ορθολογική δικαιοσύνη. Μήπως εν τέλει δεν ήταν ειλικρινής ο σκοπός; Μήπως ήταν μια υποκρισία; Αληθινός σκοπός: όσο το δυνατόν μεγαλύτερη είσπραξη δημοσίων εσόδων (β) ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Μια ορθή σκέψη θα ήταν να καταβληθεί στο τέλος όλο το πρόστιμο σε περίπτωση που ο ασκών το ένδικο βοήθημα ηττηθεί. Ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο ο διοικούμενος εκβιάζεται να του παρθούν γρήγορα τα χρήματα. ΛΥΣΗ Γεραπετρίτη: Εγγυητική επιστολή→ δέσμευση χρημάτων από τράπεζα για να εγγυηθεί ότι υπάρχουν (εάν όντως ο φόβος έγκειται στην μη καταβολή). (γ) STRICTO SENSU ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ – ΣΤΑΘΜΙΣΗ Το δικαστήριο κάνει διορθωτική ερμηνεία «για όσους δεν μπορούν να πληρώσουν» δίνεται η δυνατότητα στην προσωρινή δικαστική προστασία για μη πληρωμή, εάν αποδείξουν ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη. Όμως, κατ’ αποτέλεσμα το δικαστήριο το αναίρεσε αυτό. ΣτΕ136/2013 (Επιτροπή Αναστολών) Μετά έγινε «σπαστό» το σύστημα - νέος νόμος. Εάν αιτείτο να το πληρώσει κανείς όλο στο τέλος δεν θα το πλήρωνε κανείς. Επίσης, ως προς το επιχείρημα αποτροπής καταχρηστικής άσκησης ενδίκων βοηθημάτων τεκμαίρεται αμάχητα ασκούν όλοι καταχρηστικά (γενική πρόληψη). Άνιση παροχή δικαστικής προστασίας σε βάρος του διοικουμένου (όποιος έχει περισσότερα χρήματα το ασκεί). ❖ ΑΕΠΠ- Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΔΑ): Στάδιο 1ο: ΑΔΑ (π.χ. 100 ευρώ) Στάδιο 2ο: Δικαστήριο (π.χ.5000 ευρώ)→ εάν αμφισβητήσει κανείς την απόφαση της ΑΕΠΠ. Πλέον έχει μειωθεί αρκετά εδώ το παράβολο συγκριτικά με παλαιότερα. Συνιστά αυτή η συμπεριφορά θυματοποίηση του διοικουμένου; Όχι.Τι θα ήταν θυματοποίηση; Π.χ. ΟΠΑΠ σε επίπεδο δικαίου του ανταγωνισμού →νόμος αντισυνταγματικός. Για να πάω κόντρα στον ΟΠΑΠ ανοίγω σχετικό κατάστημα χωρίς άδεια για να με πιάσουν (και αφότου θυματοποιηθώ) να πάω στα ποινικά δικαστήρια και να επικαλεστώ εκεί την αντισυνταγματικότητα του νόμου. Πρέπει να είναι ολιστικός ο συλλογισμός της δικαστικής απόφασης . Προστάδιο ελέγχου του σκοπού: Πάντα θα μπει ο μανδύας δημοσίου σκοπού. Ο δικαστής ελέγχοντας τον σκοπό αυτό θα προβάλει την Διοίκηση σε έλεγχο ειλικρίνειας. Θα πρέπει να ελέγξω αν το επικαλούμενο δημόσιο συμφέρον είναι συστηματικό (SOS) , δηλαδή να επιδιώκεται ο σκοπός αυτός και σε άλλες περιπτώσεις. Διαφορετικά είναι αντιφατικό και ασυνεπές επιδιώκεται ένας σκοπός μεμονωμένα (διαρκής έλεγχος της αρχής της αναλογικότητας). Βέβαια, ο ολιστικός έλεγχος είναι δύσκολος και ρευστός (από ποιο χρονικό σημείο να αρχίσω; ). Ερώτηση: Μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο από 5.000 ευρώ έως 1.000.000 ευρώ αναλόγως την βαρύτητα του εγκλήματος κάθε φορά; Προβληματική του αρ.50§3πδ18/1989 Επανάληψη στα δικαιώματα: Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Συρροή περισσότερων δικαιωμάτων στον ίδιο φορέα→ λύση: αρχή της ειδικότητας Συρροή δικαιωμάτων περισσότερων φορέων→ λύση: πρακτική εναρμόνιση = η συρρίκνωση της άσκησης ενός δικαιώματος κατά τον ηπιότερο τρόπο, ώστε να υπάρχει έδαφος και για την άσκηση άλλου δικαιώματος (η ανεύρεση της χρυσής τομής. Δεν προκρίνω το ένα μονομερώς Δικαίωμα → εξουσία πραγμάτωσης (αυτοδύναμα αλλά και δικα;στικά) Έννομο συμφέρον→ εξουσία πραγμάτωσης μόνο δικαστικά (έλασσον)

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΤΟΜΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Status negatives/ libertatis Δεν μπορεί να υπεισέλθει σε αυτά το κράτος

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Status activus/ politicus

Status positives/ socialis

Δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση κρατικής εξουσίας - εκλογικό δικαίωμα - συμμετοχή σε δημοψήφισμα - δικαίωμα εκλεγεσθαι - δ. διορίζεσθαι - δ. ίδρυσης και συμμετοχής στα κόμματα - δ. συμμετοχής στην δικαστική εξουσία

Το κράτος οφείλει να εξασφαλίσει ένα minimum διασφάλισης, παροχής δημοσίων αγαθών, υπηρεσιών. ΆΡΑ, το κράτος οφείλει να μεριμνά με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας βάσει συντ. διατάξεων που θεσπίζουν σχετική κρατική υποχρέωση. Συγχρόνως όμως δεν θεσπίζουν σχετικό δικαίωμα στον πολίτη να διεκδικήσει την υλοποίηση τους (μη αγώγιμες αξιώσεις). - Υγεία - Παιδεία - Εργασία - Κοιν ασφάλιση - Προστασία αναπήρων,μητρότητας, νεότητας, γήρατος Η προστασία αυτή παρέχεται μόνο με τυπικό νόμο και όχι απευθείας από το Σ!

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΥΠΑΚΟΗΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ Status passives Το Σ120 παρ.2 καθιερώνει την υποχρέωση συμμόρφωσης του πολίτη προς τους νόμους! Το Σ120 παρ. 4 καθιερώνει το δικαίωμα αντίστασης έναντι όποιου παραβιάζει τον νόμο.

7η Εβδομαδα Τρίτη

19ο Μάθημα

9/4/2019

Brexit: Η ΒτΚ αποφάσισε να δώσει εντολή στην κυβέρνηση για να δοθεί παράταση στο Brexit. Απαιτείται σύμφωνη γνώμη και των 27 κρατών μελών της ΕΕ. Μπορεί μόνη η Μ. Βρετανία να ανακαλέσει τη δήλωση εξόδου→ Άτακτο Brexit (χωρίς συμφωνία). Ζήτημα οι εκλογές της ΕΕ.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΣτΕ 2334/2013: Συνέπειες του δικαστικού ελέγχου. Ποιες οι εξουσίες του δικαστή όταν αυτός δικάζει αίτηση ακυρώσεως; Αρ.50πδ18/1989. Η αντίληψη για τα ακυρωτικά αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων δημιουργούσε ζητήματα λόγω της extuncακυρώσεως της πράξης. Σε τί συνίσταται η συμμόρφωση της διοίκησης και η πλήρης εκτέλεση; Βάσει των Σ94 και Σ95 η Διοίκηση μπορεί να επαναλαμβάνει την ίδια πράξη διορθώνοντας της τυπική πλημμέλεια (π.χ. Ακύρωση για πλημμελή αιτιολογία). Η διοίκηση την διορθώνει και επανέρχεται. Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να το πράξει και ο δικαστής; Ενόψει της ασφάλειας δικαίου που επιβάλλουν την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων του διοικουμένου, μήπως είναι ανεπιεικής η πρακτική να ανακαλεί τις συνδεδεμένες ΑΔΠ με την ακυρωθείσα; Το συγκριτικό δίκαιο παρέχει όμοια παραδείγματα. Το 2014 τροποποιήθηκε η §3 του αρ. 50πδ18/1989. Με βάση την §3α, δεν ενδιαφέρει μια φορμαλιστική προστασία, αλλά πρέπει να διορθώνονται και οι ουσιώδεις παραβάσεις. Με βάση την §3β→ άρση νομολογίας πλήρους αναδρομικότητας ακυρωτικού αποτελέσματος. Δεν μπορεί να ακυρώσει σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης της απόφασης. Με βάση την §3γ→π.χ. Οικοδομική άδεια 1960. Η συγκρότηση οργάνου ήταν πλημμελής το 1960 και αυτό μπορεί να προσβληθεί σε κάθε χρονικό σημείο. Αν ακυρωθεί αυτή η πράξη λόγω πλημμελούς συνθέσεως όλες οι εκδοθείσες πράξεις (ΑΔΠ) πρέπει να ακυρωθούν. Η εν λόγω παράγραφος δίνει τη δυνατότητα στον δικαστή να σταθμίσει να συμφέροντα τρίτων που δεν θα είχαν εμπλακεί στις εν λόγω δίκες και όμως η ακύρωση της οικοδομικής άδειας θα οδηγούσε σε κήρυξη αυθαιρέτων και των δικών τους κτιρίων. Δεν είναι αντίθετο στο Σύνταγμα, αλλά σύμφωνο με το Σ94§4. Το ΣτΕ χρησιμοποιούσε το νομοθέτη για να αλλάξει τη νομολογία του→ μοντέλο ενεργού δικαστή. Πλέον τα εργαλεία του δικαστή είναι ελλειπή εξαιτίας της πολυπλοκότητας της κατάστασης. Η κρίση περί αντισυνταγματικού νόμου στο πλαίσιο ακύρωσης της διοικητικής πράξης από πότε ισχύει; Σ100§4→ διάχυτο αποτέλεσμα ergaomnes. Το θέμα της αντισυνταγματικότητας κρίνεται αφηρημένα, αποξενωμένο από τα πραγματικά περιστατικά (μόνο στην περίπτωση αντιφατικών αποφάσεων). Δεν έχει πάντοτε θετικό πρόσημο το ΣτΕ. Ως ανώτατο δικαστήριο δεν μπορεί να ελεγχθεί και η ανασφάλεια δικαίου συνίσταται στο πρόσωπο του δικαστή και στη διαχείριση των εργαλείων του. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΉ ΤΙΜΗ ΑΚΙΝΉΤΩΝ: ΕΝΦΙΑ- αναλογική συνεισφορά λόγω οικονομικής ευμάρειας >αγοραία- πραγματική αξία, πρακτικά δυσχερής → αντικειμενικός προσδιορισμός: συνάγεται συγκεκριμένη τιμή , μη αγοραία βάσει κριτηρίων. Δεν πρέπει να είναι πλασματική, αλλά πραγματική και να μην αποκλίνει ουσιωδώς από την αγοραία. Τα πρώτα χρόνια υπήρχε όφελος φορολογουμένων, διότι οι αντικειμενικές αξίες ήταν σταθερές και οι αγοραίες ήταν υψηλότερες. Τώρα άλλαξαν οι ισορροπίες. ΣτΕ 4003/2014: πρέπει να γίνεται περιοδική αναπροσαρμογή. Αντί να ακυρώσει την παράλειψη της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ανέστειλε κατά το αρ.50§3 για 6 μήνες ώστε να προσαρμοστεί η Διοίκηση. Η διοίκηση δεν ανταποκρίθηκε και επομένως το δικαστήριο ακύρωσε την παράλειψη από ένας σημείο και εξής για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα με τη φορολογία. Κατόπιν αυτής, η διοίκηση δε συμμορφώθηκε και η πράξη του Υπ. Οικονομικών προσβλήθηκε γιατί δεν τηρήθηκε η μεθοδολογία του ΣτΕ. Πρέπει να ακυρώσει αναδρομικά ή όχι; Πάντοτε μπορούσε να κινηθεί ελαστικά (από το Σ95 προκύπτει η δυνατότητα). Υπάρχει κίνδυνος στην αναδρομική ακύρωση. Πάντα όταν παρεμβαίνει ο ανθρώπινος παράγων (ήτοι ο δικαστής) υφίσταται μια ρευστότητα → εμπιστευόμαστε το δικαστή και δυσπιστούμε κατά της Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος διοικητικής εξουσίας (ισοζύγιο νομιμοποίησης- εμπιστοσύνης). Και ο ανεξάρτητος δικαστής δε συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου . Ο έλεγχος συνταγματικότητας είναι διάχυτος → δεν γνωρίζει ο κάθε δικαστής τι θα πει και πότε. Θέλουμε να λέει τι θεωρεί δίκαιο. Η παροχή δικαστικής προστασίας γίνεται πιο ευέλικτη. Λογική διόρθωσης βάσει του δυνατότερου.

ΣτΕ 2334/2016 Πράξη καθορισμού αντικειμενικών αξιών των ακινήτων (ΚΔΠ)→ ακυρωτική διαφορά στο ΣτΕ Σ95). Ο αντικειμενικός προσδιορισμός συνδέεται με την αληθή αξία των ακινήτων βάσει συγκριτικών κριτηρίων (δυνατότητα αναπροσαρμογής). Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης της αξίας του ακινήτου; Ο αιτών! Οφείλει να εισφέρει στοιχεία και έγγραφα μέσω δικογράφου και μέσω του υπομνήματος εντός 6 ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης (αρ.25παρ.2 πδ.18/1989). Παλαιότερα: η προσκόμιση γινόταν 1 ημέρα πριν τη δικάσιμο (αυστηρό μέτρο μη συμβατό με Σ20). Τι είπε το ΣτΕ εδώ; Εφάρμοσε το αρ.50 παρ3β π.δ.18/1989 υπό το πρίσμα του Σ95 προσδιορίζοντας τον χρόνο επέλευσης του ακυρωτικού αποτελέσματος, αφού δεν μπορούσε να διορθώσει την πλημμέλεια (μεταστροφή πάγιας συνταγματικής ερμηνείας και έγινε εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος). Πρωτογενείς εκτιμήσεις του πραγματικού από την Διοίκηση. Η Διοίκηση παρέλειψε να αναπροσαρμόσει τη φορολογία με βάση τη νέα αντικειμενική αξία των ακινήτων. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ: Α. ΣτΕ2003/2008, Γ Τμήμα: Συνταγματική η ρύθμιση για το Σύμφωνο Συμβίωσης μετάξύ ομοφύλων ζευγαριών Β. ΣτΕ660/2018: περιορισμός της διδασκαλίας των θρησκευτικών με ομολογιακό χαρακτήρα μόνο Στις 11/04/2019 -Δεν έγινε μάθημα

Παρασκευή

20ο Μάθημα

12/4/2019

ΣτΕ 2003/2018 (7μελής, Γ’ Τμήμα): απόφαση για τα ομόφυλα Ξεκινά με την αξιολόγηση του βασίμου. Ο ισχυρισμός είναι πως θίγεται ο θεσμός της οικογένειας, όπως προβλέπεται. Κατά της άποψη των αιτούντων, το σύμφωνο υπονομεύει το θεσμό της οικογένειας και του γάμου και λειτουργεί ανταγωνιστικά κατά αυτών. Περιφερειακώς, ετέθη το ζήτημα της επικρατούσας θρησκείας και ότι η μεγάλη πλειοψηφία του λαού είναι αντίθετη στην επέκταση του συμφώνου και στα ομόφυλα ζεύγη. Για το ζήτημα αυτό υπήρξε καταδίκη της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ [ν.2008 απέκλειε τα ομόφυλα. Είχε προβεί σε αξιολόγηση – το σύμφωνο συμβίωσης και ο γάμος αναγνωρίζεται στο σύνολο των μελών του Συμβουλίου της ΕΕ + άρ.8ΕΣΔΑ σε συνδ. με το άρ.14 για την απαγόρευση διακρίσεων (Βαγιανάτος κατά Ελλάδος).

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος (Σε πιο τραβηγμένο επίπεδο ίσως θα μπορούσε να γίνει και a majore ad minus ερμηνεία του Σ5παρ.5) Η εν λόγω απόφαση (2013) ενσωμάτωσε σχεδόν πλήρως το σκεπτικό του ΕΔΔΑ, διότι κάτι τέτοιο ήταν πολύ βολικό. Ξεκινά να κάνει ανάπτυξη συλλογιστικής: 5 §1, 4 §1, 2 §1 και 9Σ (απαραβίαστο ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) – απέναντι το 21 και το 3 Σ. Όλα αυτά δημιουργούν μείγμα υπέρ της επέκτασης του συμφώνου, από τη στιγμή που εισάγεται δυνατότητα στους πολίτες ο αποκλεισμός ορισμένων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού αντιτίθεται σε οποιαδήποτε έννοια μη διάκρισης. Σε ό,τι αφορά το 21Σ είπε (σκ.12) ότι το συγκεκριμένο άρθρο έχει προεχόντως κατευθυντήριο χαρακτήρα υπό την έννοια ότι απευθύνει στο νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη θετικών μέτρων = δε γεννά αγώγιμη αξίωση, δηλ δε γίνεται να επιδιωχθεί η ασφάλιση του δικαιώματος έναντι του κράτους. Το κράτος μπορεί να λάβει μέτρα, όμως δε μπορεί να εξαναγκαστεί προς τούτο, σε αντίθεση με τα ατομικά δικαιώματα. Όταν παρέμβει, πρέπει να παρεμβαίνει με όρους ισότητας.Δε μπορώ να υποχρεώσω το κράτος να φτιάξει σχολείο, νοσοκομείο ή να μου βρει εργασία. Αν το πράξει δε γίνεται να αποκλείσει το άτομο λόγω φυλής ή θρησκείας. •

Αν είναι γενική κατευθυντήρια αρχή, σημαίνει κάτι; Στο Σ δεν υπάρχουν διατάξεις κενές περιεχομένου. Η ερμηνευτική αξία όποιου κοινωνικού δικαιώματος είναι ίση με κάθε ατομικό δικαίωμα. Τί σημαίνει εν τέλει η ερμηνευτική έκταση του 21Σ; Εκτός από κοινωνικό δικαίωμα, ενσαρκώνει μια θεσμική εγγύηση, εξ αντικειμένου. Ο νομοθέτης δεν κωλύεται από το 21Σ να τροποποιεί τις εγγυήσεις περί τον τρόπο σύστασης της οικογένειας ή να αναγνωρίζει άλλες προς τον γάμο μορφές σύστασης οικογένειας. Η οικογένεια δεν αφορά διακριτά ρυθμιζόμενη σχέση. Σε κάθε περίπτωση ο θεσμός της οικογένειας υφίσταται τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου (ΑΠ). Η αναγνώριση δικαιωμάτων των μετεχόντων σε σύμφωνο συμβίωσης ομοίων με όσα υφίστανται μεταξύ συζύγων (όπως το συζυγικό) που δικαιολογείται από τη φροντίδα και την τρυφερότητα χαρακτηρίζουσες και τις εν λόγω σχέσεις, δεν θίγει ό,τι συμβαίνει στην οικογένεια, ούτε το θεσμό του γάμου. Αν δεν υπάρχει ανταγωνιστική σχέση μεταξύ θρησκευτικού γάμου και συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ομοφύλων, δεν υφίσταται «σχετική αγορά» και άρα τίθεται ζήτημα εννόμου συμφέροντος. Η Εκκλησία δε μπορεί να βάλει κατά του συμφώνου γιατί δεν εμπίπτει στο δικό της κομμάτι ενδιαφέροντος (ισχυρός συμβολισμός που υπονοεί ότι δεν αφορά- το έληξε στο παραδεκτό). Δεν υφίσταται βλάβη στο θεσμό του γάμου.

Το επιχείρημα ότι οι περισσότεροι αντιτίθενται στο σύμφωνο συμβίωσης δεν μπορεί να σταθεί. Το δικαίωμα αναγνωρίζεται στον ΕΝΑΝ, κατ’ουσίαν είναι αντιπλειοψηφικό. Εκ της φύσεώς του λειτουργεί ως άμυνα κατά της πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία θέλει να έχει το μονοπώλειο και παράγεται ουσιαστική καταδυνάστευση των μειοψηφούντων που επιθυμούν το σύμφωνο συμβίωσης. Η δημοκρατία χωρίς τα δικαιώματα δε μπορεί να λειτουργήσει, γιατί τότε θα μιλούσαμε για ολοκληρωτισμό: π.χ. 10 λύκοι και 1 πρόβατο συζητούν τί θα φάνε. Δε μπορεί να επιλέξει αυτός που έχει το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, γιατί θα επιλέξει το ωφέλιμο για τον ίδιο. Τα δικαιώματα προστατεύουν τη μειοψηφία (αδιάφορο το ποσοτικό κριτήριο σε μια δημοκρατία).

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Λάθος μηχανική της επίκλησης της πλειοψηφίας. Το ΣτΕ δεν είναι σίγουρο πως η πλειοψηφία δε θέλει το σύμφωνο και σε κάθε περίπτωση ο νομοθέτης δε μπορεί να περιορίζεται από την κοινωνική ηθική και να θίγεται έτσι το δικαίωμα της μειοψηφίας. Χρηστά ήθη: Η Χριστιανική Θρησκεία απορρίπτει την ομοφυλική σχέση αλλά αυτό δε με νοιάζει γιατί αφορά το υποσύνολο της θρησκευτικής κοινότητας. Αν δεν έχει σημασία τί πιστεύει η πλειοψηφία, τί σημασία έχουν τα χρηστά ήθη (=κοινωνική παραδοχή που υιοθετείται από την πλειοψηφία κατ’ανάγκη); Μας νοιάζει τί πιστεύει ο μέσος άνθρωπος όταν έχουμε περιορισμό ελευθερίας; Η συμπερίληψη των χρηστών ηθών στο 5§1Σ είναι ατυχής και πρέπει να καταργηθεί. Έχουν χαρακτήρα δεοντικό, αυτό δηλαδή που πρέπει να ακολουθείται. Παραμένει εκεί όμως γιατί δεν αναθεωρείται και θα το υπομένουμε μέχρι την θραύση του συνταγματικού πλαισίου και την αλλαγή του πολιτεύματος. Κάθε φορά που έρχεται ένα ζήτημα χρηστών ηθών, το δικαστήριο απαντάει. Τα χρηστά ήθη τα αντιλαμβάνεται αλλιώς η κοινωνία και αλλιώς η εκκλησία. Αυτό που εσύ αντιλαμβάνεσαι ως χρηστά ήθη, αφορά την οικεία σου κοινότητα, το δικό σου υποσύνολο. Είναι η δική σου μερική πρόσληψη. Είναι διάφορο του συζητηθέντος ζητήματος το θέμα της αντίθεσης της ρυθμίσεως του Νόμου με τις αντιλήψεις της Χριστιανικής Θρησκείας, διότι αυτές αφορούν μόνο τις αντιλήψεις και τη λατρεία των μελών που επιλέγουν ελευθέρως τη συμμόρφωσή τους στην Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλεία. Εκφράζουν τις αντιλήψεις κοινωνικής ηθικής εντός του νομικού πολιτισμού (υποβάθμιση χρηστών ηθών – ποιά η αξία τους ως όριο του 5§1Σ;) οι οποίες υπόκεινται σε εξέλιξη βάσει των επιδράσεων του περιβάλλοντος. Πάντως, τα εκάστοτε κρατούντα χρηστά ήθη, ως εκ του μεταβλητού χαρακτήρα τους δεν είναι δυνατό να ταυτίζονται με τους θρησκευτικούς κανόνες. Από τεχνική ερμηνευτική άποψη, δεν υφίστανται χρηστά ήθη (=γνήσια συνταγματικά αδρανής λέξη)!! Απόφαση ΣτΕ φιλελεύθερη και υπέρ των ομοφύλων: Όλα τα άνω κατέληξαν πως δεν υπάρχει έννομο συμφέρον!! Έτσι, η αίτηση ακυρώσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Μένουν ως περιφεριακές κρίσεις (obiter dicta). «Επειδή η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη αλλά και ως αβάσιμη» = Επιθυμεί να στείλει μήνυμα ότι είναι απαράδεκτη, αλλά να μην επανέλθει με νέα διορθωμένη αίτηση για να αξιολογήσει την ουσία.

Κρυφές κάμερες ΣτΕ(Ολ)1213/2010 Παντοκρατορία Μάκη Τριανταφυλλόπουλου Ποια είναι η έκταση προστασίας του ανθρώπου στο πλαίσιο της κοινωνίας της πληροφορίας; 1η συνιστώσα: Φορέας μετάδοσης

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

• • •

Ραδιοτηλεόραση: η πρόσβαση ανήκει στους ιθύνοντες Ίντερνετ: πρόσβαση έχει ο καθένας (αδύνατος ο περιορισμός)Πχ. δημιουργία προφίλ cookies (ολοκληρωτισμός στο πλαίσιο της αγοράς) Εφημερίδα: περιορισμένο κοινό(επίδραση με προσωποπαγή χαρακτήρα. 2η συνιστώσα: Αποδέκτης της πληροφορίας

Όσο πιο δημόσιο το πρόσωπο, τόσο πιο επιτακτική η ανάγκη του κοινού για πληροφορία και αυτομάτως υποχωρεί η ιδιωτικότητα. Το Δημόσιο Πρόσωπο αναλαμβάνει την ευθύνη αποψίλωσης της ιδιωτικότητας του, εφόσον συνειδητά εκτίθεται (!) και καθιστά τον εαυτό του στοιχείο δημοσίου ενδιαφέροντος. Ακόμη και στοιχεία που ανάγονται στον σκληρό πυρήνα της ιδωτικής ζωής (λ.χ. σεξουαλική ζωή) ίσως να υποχωρήσουν κατά περίπτωση έναντι της πληροφορίας. Γενικά πάντως είναι συχνά δυσχερές να προσδιορίσει κανείς ποιος είναι δημόσιο πρόσωπο. Ενδέχεται ένα πρόσωπο της επικαιρότητας άλλοτε να κριθεί ως δημόσιο και άλλοτε όχι (ad hoc κρίσεις) Προστασία Ενωσιακού Δικαίου: υπέρ πλουραλισμού και της ελευθερίας έκφρασης Πραγματικά περιστατικά υπόθεσης: Έπαιρναν συνεργάτες του κάμερα και μαγνητοσκοπούσαν διάφορα. Ετέθη το ζήτημα κατάπόσον είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί το προϊόν αυτής της κάμερας. Τότε βουλευτής Αχαϊας έπαιξε σε κάτι παράνομα φρουτάκια (τυχερά παίγνια). Ήταν πρόεδρος της διαρκούς επιτροπής με θέμα τα φρουτάκια. Τον τράβηξαν με την κάμερα. Του τηλεφώνησαν. Τον κάλεσε στο γραφείο και του έδειξε το βίντεο. Και αυτή η συνάντηση μαγνητοσκοπήθηκε. Ο βουλευτής άρχισε να δικαιολογείται. Στην επερχόμενη εκπομπή τα έδειξε όλα. Το ΕΣΡ επιβάλει κύρωση στον σταθμό (100.000 περίπου). Κατά της ηθικής κύρωσης και προστήμου προσφεύγει ο σταθμός. Αλληλεπιδρούν οι εξής διατάξεις: άρ.5Σ (ιδιαίτερη μορφή προστασίας προσώπου). Προσφυγή στο ΣτΕ: 1) Υπαρξη δημοσίου προσώπου- εύλογη ενημέρωση- ανοχή έκθεσης 2) Μεταφορά βίντεο στην τηλεόραση Δικαίωμα στην πληροφόρηση (άρ.5Α & 9ΑΣ). Η απόφαση κατέληξε ότι περιορισμοί στο δικαίωμα του πληροφορείν και πληροφορείσθαι χάριν της προστασίας δικαιώματος τρίτου στην ιδιωτική ζωή συνιστά η εικόνα του προσώπου. Η καταγραφή με κρυφά μέσα είδησης αποτελεί προσβολή του προσώπου. Είναι, όμως, δυνατόν να κριθεί πως είναι θεμιτό κάτι τέτοιο λόγω της συμβολής της είδησης σε θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος. Πρέπει το ΕΣΡ να θεωρήσει αιτιολογημένα πως η μετάδοση σχετικής είδησης είναι αδύνατη ή απολύτως δυσχερής χωρίς τα κρυφά μέσα. Κρίσιμο είναι το απολύτως αναγκαίο. Ρευστό κριτήριο. Η πλειοψηφία θεώρησε πως αυτό θα αρκούσε. Λήφθηκε υπόψη και η δύναμη του μέσου. Η πληροφορία δεν είναι κάτι στατικό, αλλά κάτι εξαιρετικά δυναμικό. Δεν ήταν κάποιος ανώνυμος, ήταν δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή βουλευτής. Ο κόσμος έχει έντονο ενδιαφέρον να πληροφορηθεί. Δε γίνεται υποκριτικά να λέει πως είναι άσχημο παιχνίδι τα φρουτάκια και μετά να πηγαίνει να παίζει. Κριτήρια ΕΔΔΑ για δικαίωμα έκφρασης: 1. Δημόσιο πρόσωπο 2. Δημόσιο ενδιαφέρον (αιτιότητα πληροφορίας) 3. Πραγματικό περιστατικό ή αξιολογική κρίση. Το πραγματικό μπορώ να το πω μόνον αν μπορώ να το αποδείξω. Η αξιολογική κρίση προστατεύεται απολύτως (πρβλ. Υπόθεση Βασιλάκης κατά Ελλάδας). Έχει σημασία το πως τα Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος αντιλαμβανόμαστε. Και η τροχαία παράβαση αφορά το (2). Εδώ ο βουλευτής ήταν άμεσα συνδεόμενος με την πληφοροφία γιατί αναδείχθηκε η υποκρισία του πράγματος. Ένταση υπήρχε στην αιτιότητα. 4 Δικανικές κρίσεις: Πλειοψηφία 15 δικαστών και 1 παρέδρου: απόλυτη προστασία ιδιωτικής ζωής, εκτός αν δεν μπορούσε να γίνει με άλλον τρόπο. Εδώ μπορούσε να γίνει με άλλο τρόπο και για αυτό είναι ορθή η κύρωση που επεβλήθη. ΆΡΑ, ναι να επιβληθεί διοικητική κύρωση από ΕΣΡ λόγω δικαιωμάτων που αντλεί και από ΕΣΔΑ το εκάστοτε πρόσωπο (δικαίωμα στην εικόνα, ιδιωτική ζωή). Εξάλλου, το δικαίωμα του πληροφορείν μπορούσε να ασκήθεί και με λιγότερο επαχθή τρόπο (όχι με βίντεο). Πλειοψηφία 7 δικαστών (κατ’αποτέλεσμα συντάχθηκαν με την πλειοψηφία): Ανήγαγαν την συνταγματική προστασία στο άρ.2Σ (προστασία του ανθρώπου). Η νομική σημασία της μετατόπισης από το άρ.9 στο άρ.2 είναι η εξής: η αξία είναι αδιαβάθμητη. Δε χωρεί αναλογικότητα σε αυτή, διότι κείται εκτός δικαιωμάτων. Αποτελεί αρχή του πολιτεύματος. Καμία χρήση παντάπασι κρυφής κάμερας με πρόσωπο ποτέ. Μειοψηφία 5 δικαστών: ήταν ιδιαιτέρως δυσχερές να μεταβιβάσεις την πληροφορία χωρίς να δείξεις το πρόσωπο. Είναι σύμφυτο της τηλεόρασης. Το πρόσωπο είναι η είδηση. (απάντηση στην πλειοψηφία). Μειοψηφία 3 δικαστών: το δημόσιο πρόσωπο θα πρέπει το δικαίωμα στην πληροφόρηση να εκτοξεύεται. Όταν οικειοθελώς επιλέγει να έχει μεγαλύτερο επίπεδο έκθεσης απέναντι στην κοινωνία, μετακινείται η έκθεση και στο κομμάτι της πληροφόρησης. Οφείλει να ανέχεται περισσότερο την έκθεση, την κριτική και την προσβολή της προσωπικής του ζωής.Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο βουλευτής έπαιξε, ότι τον τράβηξαν ή ότι το έδειξαν. Το θεμιτό του μέσου αμφισβητήθηκε. Το αναγκαίο του μέτρου είναι δύσκολο να εφαρμοστεί όταν υφίσταται σύγκρουση δύο αντιτιθεμένων δικαιωμάτων. Υπάρχει δυσανεξία. Πρέπει να βάλεις τελεία. Στον περιορισμό ενός μόνο δικαιώματος εφαρμόζεται πολύ το α’ και β’ τεστ αναλογικότητας, δηλαδή η καταλληλότητα και η αναγκαιότητα. Όταν έχουμε δύο δικαιώματα που αλληλεπιδρούν πάμε στο γ’ τεστ, δηλαδή στην στάθμιση. Και εκεί χωρεί το υποκειμενικό στοιχείο. Η ελευθερία έκφρασης και η πληροφόρηση αποτελούν προαπαιτούμενα της Δημοκρατίας. Από εκεί ξεκινά η συζήτηση πώς μπορούμε να τα εντάξουμε εντός αυτής ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα του πολιτεύματος. Συμπερασματικά: ναι μεν αυστηρή η προστασία της εικόνας του εκτεθειμένου έναντι της δημοσιογραφικής ελευθερίας, αλλά όχι απόλυτη η προστασία! Μολονότι, στην τότε υπόθεση το ΣτΕ απεφάνθη υπέρ της συνταγματικότητας του προστίμου του ΕΣΡ (υπέρ προστασίας ιδιωτικής ζωής δημοσίων προσώπων), αργότερα το 2018 το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ΕΣΔΑ στην υπόθεση Άλφα Δορυφορικής κατά Ελλάδος (υπέρ ελευθερίας έκφρασης)

8η Εβδομαδα Τρίτη

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

21ο Μάθημα

16/4/2019


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

ΣτΕ660/2019 για το μάθημα των Θρησκευτικών. ΔΡΟΣΟΣ: η θρησκεία συνδέεται με το θρησκευτικό συναίσθημα & τις βαθύτατες πτυχές της ζωής μας όπως το φαινόμενο του θανάτου και ο σκοπός ύπαρξης (πρβλ. Καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων & Τσακυράκης: θρησκεία κατά τέχνης). Η θρησκεία ΔΕΝ είναι μιας οιασδήποτε μορφής γνώμη (ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο – ιδιαίτερη νομική μεταχείριση) Π.χ. τί είναι γνωστή θρησκεία; Μια πτυχή της είναι η διδασκαλία των θρησκευτικών. Η απόφαση είναι ενδιαφέρουσα, γιατί περιλαμβάνει δύο αντιτιθέμενους πόλους, οι οποίοι διατυπώθηκαν με άψογους τρόπους. Δεν υπάρχει λάθος ούτε στη μειοψηφία ούτε στην πλειοψηφία. Προερμηνευτική επιλογή του νομοθέτη: εδραιωμένο πλαίσιο αντιλήψεων με βάση το οποίο ερμηνεύεται το Σύνταγμα. Βάσει αυτού κινείται ο δικαστής. Δικονομικά ζητήματα: δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υπάρχει απόκλιση ανάμεσα στον φορέα του δικαιώματος και στον ασκούντα το δικαίωμα. Πχ φορέας της θρησκευτικής ελευθερίας είναι ο μαθητής – ανήλικος, αυτή όμως ασκείται από τους γονείς του. Ποιός προσέφυγε κατά της κανονιστικής πράξης; Αναγνωρίστηκε έννομο συμφέρον στην Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς λόγω του καταστατικού της χάρτη και επειδή κατείχε άδεια λειτουργίας σχολείου στο οποίο διδασκόταν το μάθημα. Ακόμη, προσέφυγε και η Εστία Πατερικών Ιδεών (ΝΠΙΔ).Η κανονιστική πράξη όριζε τί θα διδάσκεται στο μάθημα των θρησκευτικών από τον Υπουργό (ν.1976 προέβλεπε κάποιους σκοπούς). Το μάθημα ήταν ομολογιακό για να μυηθούν οι μαθητές στην αλήθεια του Χριστού και σε αυτό που πρέπει να μάθουν. Όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ, η ορθοδοξία από αντικείμενο μύησης έγινε αντικείμενο παράδοσης. Η προσβαλλόμενη πράξη έχει τελείως διαφορετική φιλοσοφία. Τοποθετεί την ελληνική ορθόδοξη παράδοση στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και τονίζει τον κίνδυνο της απομόνωσης. Η διδασκαλία δεν πρέπει να είναι μονοφωνική αλλά διαθρησκειακή και διαχριστιανική. Η θρησκεία είναι συνδεδεμένη με την παράδοση και όχι τόσο με το υπερφυσικό στοιχείο. Στον κορμό της ορθόδοξης διδασκαλίας τοποθετείται η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, αλλά τονίζεται ο κίνδυνος φανατισμού. Ο νόμος προσεβλήθη με αίτηση ακυρώσεως. Η Πλειοψηφία επικαλέστηκε το προοίμιο του Συντάγματος και τα άρθρα 2§1, 3§1, 5§1, 13, 14§3 (κατάσχεση για προσβολή της χριστιανικής θρησκείας), 16 Σ και 9, 14 ΕΣΔΑ και ΕΣΔΑ αρ.2 του 1ουΠΠΕΣΔΑ. Άρθρα κλειδιά είναι το Σ3 και το Σ16. Το άρθρο 3 που επικαλείται την επικρατούσα θρησκεία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (διαπιστώνει ένα γεγονός) με κανονιστικές απολήξεις, οι οποίες φαίνονται στην αργία και στον θρησκευτικό όρκο. Διαπιστώνει απλώς ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων τάσσεται υπέρ της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστεως. Συνδυαστικά, στο άρ.16§2 γίνεται επίκληση στην διαμόρφωση μέσω της παιδείας της θρησκευτικής συνειδήσεως. Η τελευταία αφορά μόνο τη θρησκευτική συνείδηση των

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ορθοδόξων χριστιανών (αντλεί ακόμη ένα κανονιστικό στοιχείο από το άρ.3). Υιοθετεί τις εξής θέσεις: 1. Απαγορεύεται η επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών. Δεν διαθέτουν επαρκή κριτική αντίληψη και ωριμότητα. Η θρησκευτική συνείδηση αποτελεί στοιχείο της γονικής μέριμνας και αρμόδιοι να κρίνουν επ’αυτού είναι οι γονείς, 2. Δεν επιτρέπεται να δημιουργούνται αμφιβολίες στους μαθητές, γεγονός που επιβάλει τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος. 3. Η αγωγή των Ελλήνων πρέπει να συμβάλλει στην ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης. Αποστολή της παιδείας: ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης μέσω της διδασκαλίας 4. Τι εννοούμε θρησκευτική διδασκαλία; Υπέρ της επικρατούσας. Είναι το αμεσότερα ψηλαφητό συλλογικό θρησκευτικό βίωμα. 5. Μεταβολή ή αλοίωση ης θρησκευτικής συνείδησης = μορφή ομαδικού προσηλυτισμού Σκέψη 19: είναι συμβατός με τη θρησκευτική ελευθερία ο ομολογιακός χαρακτήρας, πρέπει να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους και να θέλει αποκλειστικά τη διαμόρφωση της δικής τους συνείδησης. Δε συνιστά επιβολή πίστεως προς την επικρατούσα, γιατί απευθύνεται μόνο σε ομοδόξους (όχι άθεοι και ετερόδοξοι: έχουν τη δυνατότητα απαλλαγής ή διδασκαλίας του δικού τους δόγματος πχ. Μουσουλμάνοι Θράκης). Η Μειοψηφία επικαλέσθηκε τις ίδιες διατάξεις. Προστατεύεται το ενδιάθετο φρόνημα του καθενός από κάθε κρατική επέμβαση. Το άρ.3 και το προοίμιο δεν επηρεάζουν το άρ.13 που δε μπορεί να αναθεωρηθεί. Τα θρησκευτικά δεν πρέπει να έχουν ομολογιακό χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πλήρη στρέβλωση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ΕΣΔΑ. Θα ήταν μια προσπάθεια επιβολής των πλειοψηφούντων ορθοδόξων στους μειοψηφούντες αλλοδόξους. Θα συνιστούσε απόπειρα ομαδικού προσειλητισμού (φιλελεύθερος πυρήνας). Η μέθοδος είναι προκρούστεια (μοιάζει με απάντηση στην πλειοψηφία) και κυκλική. Δεν έγινε καμία στάθμιση. Γενικά: Δικαίωμα καθενός να απολαύει (ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις του) το σύνολο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει μια έννομη τάξη (ατομικά/ πολιτικά/ κοινωνικά), όπως είναι και το δικαίωμα στην παιδεία. Προέχει η προστασία κάθε ενδιάθετου φρονήματος για το θείο, όπως κάθε κρατική παρέμβαση! ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ένα φιλελεύθερο κράτος η θρησκεία διαχωρίζεται από το κράτος και περιορίζεται μόνο στην ιδιωτική ζωή (forum internum). Δεν αποτελεί πραγματικότητα σε όλες τις χώρες. Στην Ελλάδα υπάρχει συνύπαρξη δύο κέντρων, αφενός του άρ.3Σ που έχει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και αφετέρου του άρ.13Σ που ενσαρκώνει μια φιλελεύθερη αντίληψη. Κάθε πλευρά (Π ή Μ) θεωρεί πως το δικό της κέντρο είναι σημαντικότερο. Ξεκινούν με αυτό τη μείζονα πρότασή τους. Υφίσταται μια γκρίζα ζώνη, κατά την οποία κάθε άποψη υποτιμά το άλλο κέντρο. Κατ’αυτό τον τρόπο απομειώνεται η κανονιστικότητα αυτού (εύκολη η απομείωση του προοιμίου, όχι του άρ.3Σ) – (πρβλ. Άρ.5 με άρ.116Σ, δεν υφίσταται η ίδια εξελικτική σχέση στο άρ.3 και άρ.16). Η Π επικαλείται τα δικαιώματα της επικρατούσας θρησκείας (οξύμωρο). Είναι δικαίωμα των Χριστιανών να έχουν και να απολαμβάνουν τη

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος διδασκαλία ενός ομολογιακού μαθήματος. Άρα, δεν γίνεται να υπάρξει φιλελεύθερος χαρακτήρας. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: υφίσταται ανυπαρξία μεθόδου. Στηρίζει όλη την επιχειρηματολογία όχι στο γεγονός ότι ο χαρακτήρας του μαθήματος πρέπει να είναι ομολογιακός, αλλά στο ότι το Σύνταγμα δεν απαγορεύει κάτι τέτοιο. Απαντά στο εξής ερώτημα: Επιβάλλει το Σ τον ομολογιακό χαρακτήρα; Το ερώτημα πάσχει γιατί άλλο πράγμα είναι η συνταγματική απαγόρευση και άλλο η συνταγματική επιβολή. Βασική αποστολή του κράτους είναι η προάσπιση της θρησκευτικής συνείδησης και όχι η δημιουργία μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής θέσης. Το «επικρατούσα» σημαίνει πως εκ του γεγονότος ότι έχουμε μια θρησκεία που επικρατεί μπορούμε να προβαίνουμε σε ορισμένες αποκλίσεις (π.χ. αργία την Κυριακή και όχι μονοσήμαντες επιβολές από το κράτος υπέρ μίας θρησκείας. Το άρ.3 είναι αντίστοιχο του άρ.116 (αρχή της ισότητας), δηλαδή προβλέπει αποκλίσεις από την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας και όχι χωρίς περιορισμούς. Δεν πρέπει να γίνεται επίκληση της ΕΣΔΑ στα θέματα της θρησκείας. Είναι υποκριτικό. (ΔΡΟΣΟΣ) Εγγενής αντίφαση: χρησιμοποιεί το επιχείρημα του προσηλυτισμού καταχρηστικά για τους μη ορθοδόξους. Δημιουργεί διάκριση σε βάρος των αλλοδόξων. Το να χρειαστεί να δηλώσεις το προσωπικό σου θρησκευτικό συναίσθημα δεν αποτελεί παραβίαση δικαιώματος (μειοψηφία στην απόφαση με τις ταυτότητες). Η Π αποφαίνεται πως το βασικό σχολείο είναι ορθόδοξο και αν η Διοίκηση επιθυμεί μπορεί να φτιάξει και άλλα σχολεία, όπως τα Εβραϊκά σχολεία στη Β. Ελλάδα και τα μουσουλμανικά στη Θράκη.

22ο Μάθημα

Πέμπτη

18/4/2019

ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ- ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέχεια της απόφασης ΣτΕ660/2018: Γιατί η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς είχε έννομο συμφέρον;

(α) είχε σχολείο και δίδασκε

(β) «της έπεφτε λόγος στα ζητήματα που ρυθμίζει η Πολιτεία και την αφορούν (σε αντίθεση με την υπόθεση για τα ομόφυλα ζευγάρια που δεν την αφορούσε και δεν είχε έννομο συμφέρον).Παρατήρηση: Απόφαση για τις ταυτότητες

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

Αρκετά φιλελεύθερη. Το δικαστήριο μπήκε στην ουσία της υπόθεσης και απεφάνθη ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες αντίκειται στο Σύνταγμα.


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΣτΕ 228/2001 Απόφαση για το Σύμφωνο Συμβίωσης ΣτΕ 2003/2018 Απόφαση για το μάθημα των Θρησκευτικών

Πάντως, το δικαστήριο τότε δεν «τόλμησε» να πει ότι εξέλειπε το έννομο συμφέρον. Σταμάτησε στο παραδεκτό! Έντονος ο συμβολισμός της απόφασης. Η εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει ΚΑΝ έννομο συμφέρον να προσβάλει το Σύμφωνο. Το ΣτΕ απεφάνθη υπέρ της Εκκλησίας και ως προς το έννομο συμφέρον (για τους λόγους α+β) και ως προς το βάσιμο.

ΣτΕ 660/2019 Μπορούμε να έχουμε αλλόθρησκο ΠτΔ; • • •

Γραμματική ερμηνεία Συστηματική ερμηνεία Διασταλτική ερμηνεία

Διατάξεις: • • •

Θρησκευτικός όρκος: Τελολογική- ιστορική ερμηνεία του Σ33παρ.2 βάσει Σ59 (δυνατότητα και πολιτικού όρκου για τους Βουλευτές). Προσόντα: Σ31 δεν απαιτείται ως προσόν συγκεκριμένο θρήκευμα Θρησκευτική ελευθερία: υπό το πρίσμα των Σ13 και ΕΣΔΑ 9

Γιαννακόπουλος: Ίσως το Σ3 να έχει μεγαλύτερο κανονιστικό περιεχόμενο απ ότι νομίζουμε τελικά. Προβληματισμός: Είναι σύμφωνος με το Σ3 ο θρησκευτικός γάμος; Το ότι έχει παγιωθεί στην ελληνική κοινωνία δεν σημαίνει κάτι για την συνταγματικότητα. Η θετική απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Παλαιότερα υπήρξαν εντάσεις με την είσοδο του πολιτικού γάμου ως δυνατότητα επιλογής. Πλέον, τα ζητήματα έχουν λυθεί. Καθένα επιλέγει έναν από τα δύο είδη με βάση κριτήρια κοινωνικά, ηθικά , κοσμικά, θρησκευτικά κλπ. Το γεγονός όμως ότι κάποτε ο θρησκευτικός γάμος προϋπήρξε ως η μοναδική επιλογή, ως ο κανόνας που μεταγενέστερα εισήχθη ο πολιτικός ω «εξαίρεση» δεν χτυπά κάπου στο Σύνταγμα; Κατά τη γνώμη του ήταν σοβαρή παραβίαση Σ13. Μήπως θα έπρεπε να συμβαίνει το ανάποδο (κανόνας ο πολιτικός ή μοναδική δυνατότητα ο πολιτικός); Θα ήταν αντισυνταγματικό σήμερα να καταργήσουμε μία από τις δύο επιλογές; Γεραπετρίτης: Κατά τη γνώμη του παλιά η ύπαρξη μόνο του θρησκευτικού γάμου δεν ήταν αντισυνταγματική. Αντιθέτως, αν σήμερα καταργηθεί η διάζευξη και επιβληθεί μόνο ο πολιτικός, αυτό θα είναι αντισυνταγματικό. Δεν υπάρχει υποχρέωση προς θρησκευτικό γάμο. Είναι θεμιτή λοιπόν η κατάργηση της υποχρεωτικότητας του θρησκευτικού γάμου, αλλά μη θεμιτή η κατάργηση της δυνατότητας θρησκευτικού γάμου. Όπως και να χει το ζήτημα θρησκευτικός γάμος είναι διαφορετικό από την διδασκαλία θρησκευτικών. Θα ήταν παρόμοιες υποθέσεις εάν στο μάθημα των θρησκευτικών διδάσκονταν διαζευτικά δύο σχετικά μαθήματα κατόπιν επιλογής των μαθητών και στη συνέχεια το ΣτΕ εκαλείτο να αποφανθεί επί της κατάργησης του ομολογιακού μαθήματος. Γεραπετρίτης: Οι δύο πόλοι (Σ3-Σ13) δεν είναι ισοβαρείς:

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος -

-

Σ3: ναι μεν διαμορφώνει σχέσεις, αλλά δεν επιβάλλει κάποια υποχρέωση (διαμορφώνει μια νομική βάση που είναι όμως επιδεκτική αποκλίσεων). Είναι πρόδηλος ο αρνητικός χαρακτήρας της διάταξης (όχι υποχρέωση του κράτους να δώσει προνόμια υπέρ της επικρατούσας θρησκείας) Σ13: ως δικαιωματικός πόλος θεσπίζει υποχρεώσεις έναντι του κράτους

Γιαννακόπουλος: Συμφωνεί με Γεραπετρίτη ως προς την έλλειψη υποχρεώσεων του κράτους απ το Σ3, αλλά κρίνει πως και μόνο η ύπαρξη του ως νομική βάση δεν αποδεικνύει μικρή κανονιστικότητα. Τα δικαιώματα είναι η άμυνα της μειοψηφίας. Γεραπετρίτης: Το «επικρατούσα» δεν έχει την έννοια δικαιώματος. Μπορεί να νομιμοποιήσει μία απόκλιση, αλλά όχι να την επιβάλει (πρβλ. Ιστορική ερμηνεία στα πρακτικά της βουλής από το 1975 μέχρι το 1982→ το 1983 άλλαξε ο ΑΚ). Γιαννακόπουλος: Είναι έντονη η διασύνδεση της έννοιας γάμος με τη θρησκεία (πρβλ. ΑΠ: προϋπόθεση γάμου στην Ελλάδα να έχουν 2 διαφορετικά φύλα). SOS:Υπόθεση Κομάν (Ρουμανική): Γάμος στο Βέλγιο μεταξύ Ρουμάνου και Αμερικανού το 2018. Το βελγικό δίκαιο επιτρέπει τον γάμο μεταξύ ομοφύλων και μάλιστα παραχωρεί άδεια διαμονής στον σύζυγο. Επιστροφή του ζευγαριού στη Ρουμανία που το δίκαιο της δεν επιτρέπει την τέλεση τέτοιου γάμου. Στη Ρουμανία δεν έγιναν δεκτοί. Τι είπε το ΔΕΕ; (α) Το κάθε κράτος θα καθορίσει τις προϋποθέσεις για γάμο όπως το ίδιο κρίνει (β) Υποχρέωση, όμως, κράτους να παράσχει άδεια διαμονής στο ομόφυλο ζευγάρι (που ετέλεσε γάμο αλλού) που επιθυμεί να διαμείνει στη χώρα, βάσει του δικαίου της Ε.Ε.. Εδώ δεν μπορεί να γίνει επίκληση της εθνικής δημόσιας τάξης. Υπερισχύουν τα δικαιώματα από την Ε.Ε. (πρβλ. κοινωνική ασφάλιση, κατοικία κλπ). Παρατηρείται στις μέρες μας ένας ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ (= το να επικαλούμαι κανόνες μίας άλλης έννομης τάξης στο πλαίσιο όσμωσης των Συνταγμάτων και μιας πολυεπίπεδης προσέγγισης του δικαίου. Μπορούμε να ερμηνεύσουμε όπως στην υπόθεση με τους εκτός επικρατείας; Έχουμε εδώκοινωνικό κεκτημένο; Όχι, και γενικά το κοινωνικό κεκτημένο ως έννοια πρέπει να την ερμηνεύουμε στενώς και με φειδώ. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις κοινωνικού κεκτημένου: περιβάλλον και ηλικιακά όρια στο δικαίωμα ψήφου. Γιαννακόπουλος: Για τους εκτός επικρατείας δεν υπάρχει καν δικαίωμα στην διευκόλυνση, ενώ στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει δικαίωμα βάσει Σ13. Το Σ3 έχει ίση κανονιστική εμβέλεια αλλά δεν επιβάλλει κρατική υποχρέωση γιατί ΔΕΝ λανθάνει δικαίωμα. Πρέπει να διακρίνουμε τις περιπτώσεις όπου σε μία συνταγματική διάταξη απονέμεται ένα ατομικό δικαίωμα και σε αυτές όπου εντάσσονται στο πλαίσιο δημόσιας πολιτικής: θέτουν μια γενική κρατική υποχρέωση (πχ. εκπαίδευση- παιδεία, εργασία κλπ), δεν απονέμουν όμως δικαίωμα. (μονοσήμαντη σχέση- όχι διάκριση μεταξύ φορέα και αποδέκτη). ❖ Πού αλλού υπάρχει ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» στο Σύνταγμα; Άρ.3 & 13§3Σ. Όταν το Σ βάζει κάτι στατιστικό εντός αυτού υπάρχει ο κίνδυνος να ερμηνευτεί ως δεοντικό στοιχείο. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τη συλλογιστική των δικαστών της πλειοψηφίας που απεφάνθησαν για το μάθημα των θρησκευτικών, υποθέτουμε ότι θα έκριναν αντισυνταγματική και την κατάργηση της δέσμευσης του θρησκευτικού γάμου, μολονότι πραγματολογικά είναι άλλο ζήτημα.

2ο ΖΗΤΗΜΑ (σχετικό με τα κοινωνικά δικαιώματα) ❖ ΣτΕ 660/2018: Εάν εξέλιπε η νομική βάση του Σ3 η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Θα ήταν δυσκολότερο να στηριχθεί η πλειοψηφία μόνο σε πραγματολογικά στοιχεία εκτός της συνταγματικής σφαίρας. ❖ ΣτΕ 686/2018 : Αναλύεται παρακάτω ❖ Ανάλυση Σ116: Δημιουργεί δικαίωμα των γυναικών να ληφθούν μέτρα υπέρ αυτών (π.χ. ποσόστωση); Υπάρχει αγώγιμη αξίωση; Όχι, εδώ δεν έχω ατομικό δικαίωμα. Εάν συμβεί αυτό θα είναι απολύτως θεμιτό, αλλά δεν αποτελεί συνταγματική επιβολή και κρατική, διότι πρόκειται για δημόσια πολιτική (πρβλ. δικαιώματα αθλητών και αναπήρων στα πανεπιστήμια, όπου τα σχετικά προνόμια μπορούν να καταργηθούν αφ’ ης στιγμής δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα). ❖ Σύγκριση Σ116 vsΣ5: Γιατί όσα λέει το Σ116 για γυναίκες – αναπήρους δεν λέει και το Σ5; Σ116: κοινωνικό δικαίωμα/ Σ5: ατομικό δικαίωμα

ΣτΕ 686/2018 (3 σκέλη) ➢ (Α) Συνταγματικότητα προϋπόθεσης για εισαωγή σε Ιατρική Σχολή (και κάθε άλλη θετική σχολή) η εξέταση στο μάθημα της Νεοελλήνικής Γλώσσας → Εκρίθη συνταγματικό ➢ (Β) Συνταγματικότητα προφορικής εξέτασης μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες κατά την διαδικασία εισαγωγής σε ΑΕΙ/ΤΕΙ → Εκρίθη συνταγματικό και σύμφωνο προς τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας ➢ (Γ) Συνταγματικότητα πριμοδότησης αθλητών κατά την διαδικασία εισαγωγής σε ΑΕΙ/ΤΕΙ → Εκρίθη αντισυνταγματικό λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ μέσου- σκοπού Από πού συνάγεται (συνταγματικώς) η πριμοδότηση των αθλητών και των αναπήρων στις πανελλαδικές εξετάσεις κατά την είσοδο τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Σ16§9 για αθλητές→ νομική βάση δημόσιας πολιτικής Σ16§4 για αναπήρους → «ανάλογα με τις δυνατότητες τους»21 (πιο σαφής διάταξη) Διαχρονικά η πρόσβαση στα πανεπιστήμια ήταν ανέκαθεν μεγάλο κίνητρο για την ανάπτυξη του αθλητισμού (πολιτική κινήτρων- πελατειακές σχέσεις)→ διάκριση στα αθλήματα για να μπεις στη δεξαμενή των πριμοδοτούμενων. Αρχικά ήταν αυστηρές οι προϋποθέσεις, αλλά μετέπειτα «ξεχειλώθηκε» (αθλήματα αρκετά σπάνια βλ. squash ή ήσσονος σημασίας αγώνες/ παλιά ήταν 1-3%, έπειτα 4,5%). Κατέληξε σε βιομηχανία 21Θα

πρέπει να συνδυαστεί και με την §3 και την §6 του άρ.21Σ.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος (πιέσεις για αυξομείωση κιλών- ο αθλητισμός έχασε την ευγενή του άμιλλα και συνδέθηκε με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο). Όμως, ο αθλητισμός εάν είναι πολιτική επιλογή δεν ενισχύεται με τέτοια πριμ, αλλά εάν με χρήματα φτιαχτούν γήπεδα, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, διοριστούν καθηγητές, ιδρυθούν αθλητικά σχολεία κλπ. Γενικώς, με τη λήψη μέτρων κοινωνικής πρόνοιας που προάγουν ορθώς τον αθλητισμό και δεν τον προάγουν με λανθασμένη μηχανιστική μπορεί να βρεθεί ένα ασφαλές αντιστάθμισμα, αλλά επειδή στην Ελλάδα ελλείπουν τα χρήματα - πόροι προάγεται ο αθλητισμός βάσει των πριμ. • • •

•

•

Στρεβλή αντίληψη πολιτικής επιλογής Μη συναφής/ αναιτιώδης μεταξύ αθλητισμού- εισαγωγής σε ΑΕΙ/ΤΕΙ, διότι το πριμ δίνεται σε όλες τις σχολές και όχι μόνο σε ΤΕΦΑΑ Γιατί ο πρωταθλητισμός θα βοηθήσει κάποιον να γίνει καλύτερος επιστήμονας; Ελλείπει η λογική σύνδεση. Η διάκριση στα αθλήματα δεν θα βοηθήσει π.χ. κάποιον να γίνει καλύτερος δικηγόρος ούτε εκ των προτέρων αποτελεί ένδειξη ότι του αξίζει να εισαχθεί στη νομική σχολή λόγω εξοικείωσης του με το αντικείμενο. Πρόκειται για άσχετα αντικείμενα. Ορθότερο θα ήταν να ισχύει το πριμ μόνο για τα ΤΕΦΑΑ. Γιατί δεν δόθηκε πριμ και στην επιστημονική έρευνα εφόσον υιοθετείται μια πολιτική κινήτρων; (πρβλ. μαθηματικές ολυμπιάδες, διαγωνισμοί λογοτεχνίας, ποίησης, γραπτού δοκιμίου, ρητορικοί αγώνες, διαγωνισμοί αρχιτεκτονικού σχεδίου κλπ) Πάντοτε αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα (λανθασμένα) με την έννοια της κοινωνικής ανταμοιβής (λανθασμένη μηχανική της λογικής της επιβράβευσης).

→Άλλο πράγμα ισότητα και άλλο πράγμα αξιοκρατία o

o

Ισότητα: παρέχω στον καθένα τόσα εφόδια αναλογικά με τις δυνάμεις του, ούτως ώστε μεταγενέστερα να διεκδικούν όλοι από την ίδια αφετηρία, από το ίδιο κατώφλι (ισότητα ευκαιριών) Σ4→απαγορεύεται η αντικειμενικά αδικαιολογήτως διαφορετική μεταχείριση (η δυσμενής). Απαιτείται προκαταρκτική μελέτη ως προς το τι είναι όμοιο και τι ανόμοιο. Αξιοκρατία: παρέχω σε όλους τα ίδια εφόδια, αλλά δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια αφετηρία, από το ίδιο κατώφλι Σ5παρ1 → Εδώ είναι εύκολο να κρίνω αντικειμενικά, αφού δεν αφουγκράζομαι τις εκάστοτε ανάγκες του καθενός, αλλά κρίνω τυφλά με βάση μια κοινή απαίτηση (δεν φτιάχνω υποομάδες με τη λογική της ισότητας). Υπάρχει αιτιότητα δοκιμασίας και αίτησης (αντικειμενική πρόσληψη). Π.χ. Ισότητα ευκαιριών δεν υπήρχε στο Απαρτχάιντ

Η δημιουργία (απολύτως) ισότητας ευκαιριών είναι δύσκολη και αλυσιτελής. Πώς ήταν μέχρι πρόσφατα το σύστημα εισαγωγής; Στα ΤΕΦΑΑ μπαίνουν ελεύθερα ως υπεράριθμοι και στις λοιπές σχολές μπαίνει ένα 4,5% (περίπου 20-22 παιδιά), ενώ πιο παλιά έμπαινε 1% (περίπου 5 παιδιά). Εδώ αξίζει να μπούμε στη λογική της αξιοκρατίας Π.χ. Γεραπετρίτη: Δίνουν για Ιατρική (α) ένας ανάπηρος (β) ένας αθλητής (γ) ένας κοινών κατηγοριών: Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος 1) ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ: Κρίνω αντικειμενικά τι έγραψε ο καθένας με βάση τις δεξιότητες του και εισάγεται αυτός με τη μεγαλύτερη βαθμολογία. 2) ΙΣΟΤΗΤΑ: Κρίνω λαμβάνοντας υπόψη υποομάδες και βρίσκοντας το κριτήριο εκείνο όπου θα τους καταστήσει όλους όμοιους. Διαμορφώνω κατηγορίες για να αντιμετωπιστεί η ανισότητα στην εκκίνηση. Γιαννακόπουλος: Και η ισότητα έχει μια αντικειμενική διάσταση. Τελικά οι δύο έννοιες είναι κάπως κοντά. ΣτΕ 686/2018 : Τέθηκε ζήτημα αντισυνταγματικότητας της πριμοδότησης υπέρ των αθλητών. Πλειοψηφία: συνταγματικό για τα ΤΕΦΑΑ, αλλά αντισυνταγματικό για τις λοιπές σχολές (αναιτιώδες). Το ποσοστό, όμως, είναι δυσανάλογα υψηλό και αυθαίρετο ενόψει του παγίου χαρακτήρα της ρύθμισης, καθώς δεν λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα απορρόφησης της σχολής. Μειοψηφία: Ούτε για τα ΤΕΦΑΑ δεν είναι συνταγματικό.Είναι λάθος το κίνητρο για την ενθάρρυνση του αθλητισμού. Συμπερασματικά: Μολονότι φαίνεται κατ’ αρχήν βάσει Σ4παρ.1, Σ5παρ.1, Σ16 ως συνταγματικό το σύστημα πριμοδότησης για αθλητές για όλες τις σχολές, τελικώς παραβιάζονται οι αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας σε συνδυασμό με παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας μέτρου/ σκοπού. Υπάρχει έμμεσος περιορισμός των λοιπών υποψηφίων και σημαντική υποχώρηση αλαδημαϊκών κριτηρίων εισαγωγής που είναι και τα βασικά! Άρα, οι εν λόγω ρυθμίσεις υπερακοντίζουν τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος! Στους αναπήρους δεν είναι το ίδιο γιατί: (α) ο αθλητισμός αναπτύσσεται ανάλογα με τη βούληση των ανθρώπων, ενώ η κατάσταση των αναπήρων είναι παγιωμένη και δεν αλλάζει (έχουν συγκεκριμένες δεξιότητες και δυνατότητες) (β) Ευαισθησία στο θέμα των αναπήρων (το ζήτημα είναι λεπτό) (γ) Συνταγματική βάση: Σ16§4, Σ21§§3+6 Η διάταξη που κάνει μνεία στους ανάπηρους έχει τεθεί λαμβάνοντας υπόψη την μειονεκτική κατάσταση των ατόμων αυτών. Το Σύνταγμα εκκινεί από την αρχή ότι από την φύση τους αυτά τα άτομα χρειάζονται παραπάνω βοήθεια και τυχόν ευνοϊκή μεταχείριση, ούτως ώστε να επιτευχθεί αξιοκρατία και ισότητα ευκαιριών. Το 2016 καταργήθηκε η νομοθεσία περί εισαγωγής των αναπήρων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και προσέφυγε ένας ανάπηρος για παράλειψητου νομοθέτη να λάβει μέτρα και της διοίκησης να τα εκτελέσει (παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας). Ετέθη το ερώτημα στους δικαστές εάν οι ανωτέρω διατάξεις απονέμουν δικαίωμα και κατά συνέπεια εάν προκύπτει υποχρέωση του κράτους !!!Δηλαδή εάν πρόκειται για ατομικό δικαίωμα ή μία διάταξη δημόσιας πολιτικής. Το ΣτΕ είπε ότι ΔΕΝ υπάρχει κρατική υποχρέωση του νομοθέτη να θεσπίσει μέτρα κοινωνικής πρόνοιας υπέρ των αναπήρων, αλλά εάν το πράξει καλώς θα το πράξει.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Πώς θα εξετάζονται οι ανάπηροι στις πανελλαδικές εξετάσεις; Κοινά θέματα με κοινούς (δεν επιχειρηματολόγησε βάσει Σ21§6 και Σ16§4), αλλά θα εξετάζονται προφορικά (τρόπος εξέτασης)→ Άρση της μυστικότητας των υποψηφίων αναπήρων, ενώ οι κοινοί εξετάζονται ανώνυμα. SOS στην υπόθεση το έννομο συμφέρον: η πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι ο κοινός υποψήφιος EXEI έννομο συμφέρον (σκ.15) να προσβάλει τη θέση του πριμοδοτούμενου λόγω της φέρουσας ικανότητας της σχολής (!) και το ΣτΕ μπήκε στο βάσιμο όπου και απεφάνθη κατά των πριμοδοτήσεων. Τι είναι, όμως,αναλυτικά το επιχείρημα περί φέρουσας ικανότητας της σχολής; Ουσιαστικά το ΣτΕ έκρινε πως είναι επιφανειακό να διαχωρίζει η σχολή την δεξαμενή των υποψηφίων σε επιμέρους περισσότερες και να δέχεται την εισαγωγή πρώτα των κοινών και μεταγενέστερα των πριμοδοτούμενων ως extra θέσεις που δεν επηρεάζουν τους αρχικώς εισαχθέντες. Για παράδειγμα, η κάθε σχολή, καίτοι μπορεί να απορροφήσει 500 εισακτέους, «κρατά» τις 80 θέσεις για τους πριμοδοτούμενους/κοινών κατηγοριών, οπότε και αποφαίνεται πως η δυνατότητά της προς απορρόφηση είναι 420. Το προγενέστερο αυτό στάδιο αξιολόγησης της φέρουσας ικανότητας της σχολής (!) δικαιολογεί το έννομο συμφέρον.Το βασικό ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσουμε είναι «ποιος είναι ο πραγματικός αριθμός εισαχθέντων που μπορεί να διαχειριστεί το πανεπιστήμιο» και αυτό έχει κριθεί από τους ιθύνοντες σε ένα προγενέστερο στάδιο, προτού καν τεμαχιστούν οι θέσεις σε εκείνες των κοινών και σε εκείνες των πριμοδοτούμενων. Υπό αυτό το οπτικό πρίσμα, ο κοινός υποψήφιος που δεν κατάφερε να μπει σε μία σχολή, γιατί οριακά δεν πέρασε τη βάση της σχολής, δυνητικά θα είχε εισαχθεί εάν συναγωνιζόταν με αθλητές και αναπήρους επί ίσοις όροις με βάση τις δεξιότητες τους μόνο.Στερήθηκε, λοιπόν, την εισαγωγή του στην Ιατρική Σχολή, μολονότι υπήρχαν υποψήφιοι μη πριμοδοτούμενοι που είχαν μεγαλύτερη βαθμολογία από αυτόν. Θα έπρεπε να εγγραφεί ως υπεράριθμος στην σχολή βάσει του μηχανογραφικού του χωρίς να θιγούν οι ήδη εισαχθέντες –με λιγότερα αυτού μόρια- αθλητές. Κάτι τέτοιο ΔΕΝ θίγει την αξιοκρατία και την ισότητα. Η μειοψηφία(πιστή στην προγενέστερη νομολογία του ΣτΕ) υποστήριξε πως ΔΕΝ έχει άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον, διότι ο τελευταίος θα εισερχόταν στη σχολή από μια διαφορετική, επιπλέον δεξαμενή υποψηφίων (δεν του έπεφτε λόγος να προσβάλει την πράξη διότι δεν του στερούσε άμεσα θέση). Δηλαδή εάν οι εισακτέοι σε μία σχολή ήταν 420, οι πριμοδοτούμενοι αθλητές και ανάπηροι θα εισέρχονταν μεταγενέστερα και δεν θα συγκαταλέγονταν στους 420. Θα ήταν λ.χ. 80 θέσεις επιπλέον για αυτούς. Επομένως, ο αιτών δεν αντλεί ωφέλεια να προσβάλει την πράξη γιατί είναι αβέβαιο κατά πόσο η κατάργηση της πριμοδότησης θα οδηγούσε σε αύξηση των θέσεων εισακτέων της σχολής και κατ’επέκταση στην εισαγωγή του αιτούντος σε αυτή. Μόνο αν η αρχική προκήρυξη ήταν 500 θέσεις θα μπορούσε να αποδείξει ότι έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Παλιά (σε υπόθεση για τους Μουσουλμάνους της Θράκης): Το ΣτΕ απέρριπτε τις αιτήσεις λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και σταματούσε στο παραδεκτό! Βέβαια, το θέμα των Μουσουλμάνων της Θράκης ήταν και πιο ευαίσθητο. Άλλαξε στάση στην ΣτΕ 686/2018!

Παρασκευή Γεραπετρίτης- Γιαννακόπουλος

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

23ο Μάθημα

19/4/2019


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΣτΕ668/2019: ένα ακόμη μη συναφές ζήτημα →έχουμε υπέρβαση ορίων συνταγματικότητας στην περίπτωση εξέτασης στο μάθημα Νεοελληνικής Γλώσσας για είσοδο στην Ιατρική; Το επιχείρημα ήταν ότι η Έκθεση δεν έχει γνωσιολογική συνάφεια με την Ιατρική. Ο προβληματισμός εδώ δεν είναι αυστηρώς νομικό ζήτημα, αλλά έχει και ιδεολογική πτυχή. Ζητήματα: 1) Ποιος ο κατάλληλος να προσδιορίσει τα μαθήματα; Οριακός έλεγχος- διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη και της Διοίκησης (όχι έλεγχος της επιλογής του νομοθέτη) 2) Θεμιτώς εξετάζεται η Νεοελληνική Γλώσσα πανελλαδικώς ως μάθημα εισαγωγής γιατί είναι χρήσιμη για όλες τις κατευθύνσεις και δεν είχε συντελεστή. Ο έλεγχος γλωσσικής επάρκειας αποτελεί πρόσφορο κριτήριο αξιολόγησης για εισαγωγή σε ΑΕΙ/ΤΕΙ ανεξαρτήτως ειδικότερου αντικειμένου. Εξάλλου, είναι απαραίτητα η διακρίβωση της ικανότητας για αποτελεσματική παρακολούθηση μαθημάτων και ιδαιτέρως με βάση το υψηλό γλωσσικό αισθητήριο που απαιτείται σε κάθε πανεπιστημιακό χώρο. 3) Και πάλι τα Νεοελληνικά είναι χρήσιμα και για την Ιατρική (διατύπωση λόγουδιάγνωση προβλήματος- επεξήγηση στον ασθενή κλπ). Είναι ένα μάθημα στο οποίο οφείλει να εξετάζεται κάθε υποψήφιος επιστήμονας. Η επαρκής γλωσσική κατάρτιση αποτελεί προϋπόθεση για την κατάκτηση κάθε είδους γνώσης, αλλιώς υπάρχει μονομέρεια και λειτουργικός αναλφαβητισμός (σπουδαιότητα και συνάφεια προς όλα τα γνωστικά αντικείμενα). Πόσο μάλλον όταν μιλούμε για ανώτατες σχολες (ΑΕΙ) ανεξαρτήτως θεωρητικής ή θετικής κατεύθυνσης. ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ: Κακώς εξετάζεται διότι είναι αναιτιώδες και δεν συνδέεται άμεσα με την Ιατρική (απρόσφορη ρύθμιση) →4 μαθήματα. Η σχετική αξία κάθε μαθήματος είναι μεγάλη ανεξαρτήτως συντελεστή. Επίσης στο μάθημα αυτό η διόρθωση έχει σχέση σε μεγάλο βαθμό με την υποκειμενική αντίληψη του διορθωτή. Το ΣτΕ δεν είναι εξοικειωμένο με τέτοιες τεχνικές κρίσεις (σκοπιμότητα). Ο Εθνικός Οργανισμός Εξετάσεων παρέθεσε μια γνωμοδότηση, η οποία συμπεριελήφθη στην απόφαση. Είναι κρίσιμη η έλλειψη εξοικείωσης. Υπάρχουν π.χ. τομείς που το ΣτΕ παρεμβαίνει δυναμικά (πρβλ. στα περιβαλλοντικά μολονότι ορίζονται από τεχνικές κρίσεις τις οποίες κάνει το ΣτΕ χωρίς πάντα να θίγει τον πυρήνα/ ο ελεύθερος ανταγωνισμός αποτελεί τομέα μη εξοικείωσης→ η μειοψηφία δρα με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένα όμως που δεν είναι αξιόπιστα). Ουσιαστικός έλεγχος του νομοθέτη: «εύκολη» απόφαση γιατί δεν υπήρχε ένταση δικαιωμάτων. Όσο μπαίνουμε σε επιλογές του νομοθέτη που αγγίζουν δικαιώματα, το ΣτΕ αισθάνεται ότι θα πρέπει να είναι αυστηρότερο απέναντι στον νομοθέτη. Ο δικαστής πρέπει να αξιολογήσει την επέμβαση του νομοθέτη στα δικαιώματα. Έχουμε δύο σχετικές αποφάσεις: •

•

ΣτΕ 18/2019 (Δ’ Τμήμα): Συνταγματικό να είναι ανοικτά τα καταστήματα τις Κυριακές (είχε προηγηθεί η ΣτΕ (Ολ) 100/ 2017→ τότε είχε κριθεί αντισυνταγματικό) ΣτΕ 2287/2015: για περικοπή των συντάξεων (πολιτικό- τεχνικός χαρακτήρας της κρίσης)

Μήπως η πορεία εμβάθυνσης του κρατικού δικαίου ταυτίζεται με την αποχή του δικαστή από τεχνικές κρίσεις; Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Τι επίπεδο τεκμηρίωσης απαιτεί το ΣτΕ από τον νομοθέτη για να κάνει μια ουσιαστική κρίση; Στο μέτρο που εξ ορισμού υφίσταται περιστολή δικαιωμάτων, η αξιολόγηση του νομοθέτη γίνεται μέσω της αναλογικότητας (Σ25); Ο δικαστής όμως δεν μπορεί να κάνει ανασύνθεσηδιάγνωση του σκοπού του νομοθέτη. Η αιτιολογική έκθεση και η συζήτηση της Βουλής δεν αναφέρονται σε εναλλακτικά μέτρα. Λείπει γνήσια έκθεση τεκμηρίωσης (ο νομοθέτης δεν απαιτεί κατ’ αρχήν αιτιολογία). Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται χωρίς εντάσεις. Τώρα ομιλούμε για όρια. Υπάρχει τεκμήριο πως ό τι κάνει ο νομοθέτης είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα (τεκμήριο συνταγματικότητας). Χρειάζεται να βρω σπουδαία πλημμέλεια για να κριθεί κάτι αντισυνταγματικό. Υπάρχει τεκμήριο και ότι ο νομοθέτης εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Το βάρος πέφτει στον δικαστή. (έλεγχος αιτιολογίας υπήρχε πάντοτε αλλά αναζήτηση και ανασύνθεση έκανε ο δικαστής). Η έλλειψη αιτιολογίας του νόμου δεν αποτελεί λόγο αντισυνταγματικότητας αυτού (δικαστικώς ανέλεγκτο των interna corporisαιτιολογικές εκθέσεις) ❖ Α’ ΖΗΤΗΜΑ→ ΣτΕ 18/2019 : «προδήλως απρόσφορη και προδήλως υπερβαίνει τα όρια και είναι καταδήλως εσφαλμένη». Ο δικαστής δε θα πει στον νομοθέτη τι θα κάνει. Απλώς θα καταδείξει πως ό,τι έπραξε αντίκειται στην αναλογικότητα. Ο οριακός έλεγχος ταυτίζεται με το πρόδηλο λάθος! Η αναλογικότητα εμπίπτει στον πλήρη έλεγχο. Στην Ελλάδα έχουμε ΟΡΙΑΚΟ έλεγχο αναλογικότητας! Μπορεί ο δικαστής να φθάσει σε τέτοιο βάθος, ώστε να υπερβαίνει τον ουσιαστικό έλεγχο (π.χ. Ε’ Τμήμα έχει αποδομήσει ΜΠΕ σα να ήταν τεχνοκράτης). - Κατ’ ουσία στις ΣτΕ 100/2017 + ΣτΕ 18/2019: ο νομοθέτης καθορίζει με τυπικό νόμο σε ορισμένες περιοχές τα καταστήματα εκείνα τα οποία θα είναι ανοιχτά τις Κυριακές. Επιτρέπεται βάσει του Συντάγματος να μην υπάρχει έστω μια ημέρα συλλογικής αργίας; Σε ποιόν βαθμό μπορεί ο νομοθέτης να καθορίσει την αργία (συλλογική ανάπαυλα); ΠΡΟΣΟΧΗ! Η αργία τις Κυριακές βασίζεται στις κανονιστικές απολήξεις του Σ3! - Σ5 §1: συμμετοχή στη συλλογική ζωή→Πώς θα συμμετάσχει κανείς σε αυτή; Απαιτείται συλλογική αργία. - Βάσει Σ5§1: πρέπει να υπάρχει αγορά για την οικονομική ζωή, αλλά και κοινωνική αγορά (αργία υπέρ των ατόμων) και ομοίως και στην πολιτική ζωή. Η συλλογική ανάπαυλα είναι υποχρεωτική. Επιτρέπονται εξαιρέσεις μόνο κατά τη δέουσα εκτίμηση: πχ. τουρισμός, νοσοκομεία κλπ. Πρέπει να προσδιορίζονται με επάρκεια τα όρια. Θρησκευτικοί λόγοι συνδέονται με τις αργίες τις Κυριακές (κανονιστικές απολήξεις του Σ3). - Κίνητρο: ανοιχτά τα καταστήματα για προώθηση του τουρισμού - Αιτούντες: μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν να αντέξουν τον ανταγωνισμό. Ένταση μεταξύ οικονομικής ελευθερίας (ελέυθερη- ανοιχτή αγορά) και προσωπικής ελευθερίας (Σ5). Υπάρχει δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο (Σ2,Σ5, Σ21, Σ22, Σ25) για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ατόμου. - Το 2017 το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική την εξουσιοδότηση (δηλαδή ότι ο νόμος εκείτο εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης- είχε υπερβεί τα εν λόγω όρια) → σε μια προσπάθεια να προστατέψει τους εργαζόμενους και να κατοχυρώσει την συλλογική ανάπαυλα (πλειοψηφία κατά των ανοικτών καταστημάτων τις Κυριακές). - Ο νομοθέτης επανήλθε με άλλον τρόπο. Νέος νόμος που προέβλεπε ότι: Μεταξύ Μαΐου- Οκτωβρίου με απόφαση της Περιφέρειας μπορούν να είναι ανοικτά τα καταστήματα τις Κυριακές. Μεταξύ Νοεμβρίου-Απριλίου θα ορίζονται 5-6 Κυριακές πάλι σε 3 περιοχές που είναι οι πιο τουριστικές . Όμως, θίγεται πάλι η συλλογική Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

-

ανάπαυλα. Αν κανείς υιοθετήσει μόνο την οικονομική και εργασιακή, τα μικρά καταστήματα δεν μπορούν να αντέξουν να είναι ανοιχτά 7 ημέρες την εβδομάδα ή 24 ώρες την ημέρα, διότι έτσι απόλλυται η δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή. Το ΣτΕ το 2019 άλλαξε τη μείζονα πρόταση: η πλειοψηφία ήταν οριακά υπέρ της συνταγματικότητας της διάταξης. Η αιτιολόγηση ήταν επαρκής θέτοντας πρόσφορα κριτήρια. Ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος είναι η εξυπηρέτηση του τουρισμού και η ενίσχυση του ανταγωνισμού (ως συντρέχων σκοπός). Ετέθησαν 3 κριτήρια: 1) Τοπική εγγύτητα σε λιμάνι 2) Τουριστικό ενδιαφέρον 3) Ανέλεγκτος ο βαθμός έντασης κοινωνικής- οικονομικής ζωής

Ράμμος: Δε θεωρεί καν ότι υπάρχει ημέρα συλλογικής ανάπαυλας Οι υπόλοιποι (Μειοψηφία 2019): συντάχθηκαν με την πλειοψηφία του 2017. Αμφισβήτησαν την ειλικρίνεια του σκοπού του νομοθέτη (παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας). Η επιδίωξη τόνωσης της αγοράς και των επιχειρήσεων δεν είναι σκοπός συνταγματικής τάξεως. Γενικά, οι αντιλήψεις των δικαστών και των επιστημόνων δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναιρούν την προερμηνευτική επιλογή του Συντάγματος!! Δεν προκύπτει πουθενά από το Σύνταγμα ότι η οικονομική ζωή προτάσσεται κατά της κοινωνικής. Μπορεί να είναι αυτονόητο σε χρόνια κρίσης, όμως στην πράξη δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα ιεραρχεί έτσι τα ως άνω. Το Σύνταγμα έχει μία σοφία: επιθυμεί και το κράτος και την ιδιωτική αυτονομία βάσει Σ106 (σύστημα μικτής οικονομίας που συνδυάζει κρατικό παρεμβατισμό και αρχές φιλελευθερισμού). Υπάρχει βέβαια δυσκολία συναιρέσεως των δύο πόλων. Γιατί; Πάντα ο ένας πόλος θα κατισχύει έναντι του άλλου. -

-

-

Η Κανονιστική Πράξη όριζε να ανοίγουν τα καταστήματα τις Κυριακές «προαιρετικά»: Αυτό όμως ευνοεί τα μεγάλα καταστήματα που θα είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν αυτήν τη δυνατότητα και έτσι οδηγεί σε συστολή του ανταγωνισμού. Ποιος ο επιδιωκόμενος σκοπός της ΚΔΠ; Το εύκολο ήταν να επικαλεστεί τον τουρισμό. Εάν επικαλούνταν την παροχή θέσεων εργασίας και τόνωση του εργατικού δυναμικού (για άμβλυνση ανεργίας) ή την αύξηση των μισθών θα ήταν δυσκολότερο, αφού θα έπρεπε να τα αποδείξει με στατιστικά δεδομένα πραγματολογικής φύσεως. Αξιώνουμε από τον νομοθέτη να επικαλεστεί έναν θεμιτό σκοπό προς υλοποίηση όλων αυτών των μέτρων. Η έλλειψη μελέτης προ της εκδόσεως του νόμου δείχνει πως κάτι δεν πάει καλά με την διαφάνεια. Προφανώς τα ανοικτά καταστήματα τις Κυριακές αποτέλεσαν τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο (συνήθης πρακτικά ελληνικού κοινοβουλίου). Τι απάντησε ως προς αυτό εδώ το ΣτΕ; Εδώ, το ΣτΕ δεν παρέκλινε από την πάγια νομολογία του σχετικά με το ανέλεγκτο των internacorporisτης Βουλής. Έτσι, δεν προέβη σε σχετικό έλεγχο. Εντούτοις, αυτό είναι εσφαλμένο, διότι οι άσχετες τροπολογίες δεν αποτελούν κομμάτι της διαδικασίας, αλλά περιεχόμενο (το οποίο βάσει Σ93§4 είναι δεκτικό ελέγχου). Δεν γίνεται η περιστολή του δικαστικού ελέγχου να συνεχιστεί, καθόσον το ανέλεγκτο των internacorporisοδηγεί σε αυθαιρεσία. Πρέπει να γίνεται και έλεγχος της διαδικασίας. Αν γίνει επίκληση της παραβίασης της οικονομικής ζωής, θα πρέπει να συναφθεί ανάλυση της αγοράς. Το ΣτΕ κάνει όμως οριακό έλεγχο, δεν μπαίνει στην ουσία. Σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε όλα τα δεδομένα να τεθούν υπόψη της Διοικήσεως είτε με ενδικοφανή προσφυγή είτε με αναφορά.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

❖ Β’ ΖΗΤΗΜΑ → ΣτΕ 2287/2015: το θέμα περικοπής των συντάξεων ετέθη με πολλές αποφάσεις. Στην εν λόγω απόφαση διέλαβε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: 1) Οι αιτούντες άσκησαν αγωγές αποζήμιωσης για να διεκδικήσουν τα παρανόμως περικεκομμένα απ’ το 1ο Μνημόνιο. Δίκη στο Πρωτοδικείο και πιλοτική δίκη στο ΣτΕ! 2) Σ22 παρ.5 δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης: το κράτος μεριμνά ως θεσμική εγγύηση. Εναπόκειται στον νομοθέτη εάν θα προβεί στη θέσπιση των εν λόγω μέτρων. Η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος όμως είναι υποχρέωση του νομοθέτη 3) Δεν υπάρχει κοινωνικό κεκτημένο για μισθούς και συντάξεις (δεν απαγορευέται η επί το δυσμενέστερο μεταβολή) 4) Σε περιόδους κρίσης δε λαμβάνονται μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα, αλλά ο σκοπός διάσωσης της χώρας αναβαθμίζεται. Ως τότε η νομολογία έλεγε ότι η διάσωση της χώρας έχει να κάνει με την αποτροπή της πτώχευσης. Ποιο το σωρευτικό αποτέλεσμα; Περικόπηκαν με 10 νομοθετήματα οι συντάξεις. Θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη έστω και αν μπορεί να είναι κρίσιμο για τη συνταγματικότητα του μέτρου. Αν συνολικώς η μείωση είναι 40%, το ποσοστό 5% μπορεί να είναι κρίσιμο για τη συνταγματικότητα του μέτρου. ΠΡΟΣΟΧΗ! Σε όλοες τις προηγούμενες αποφάσεις το ΣτΕ την ανάγκη δημοσιονομικής σωτηρίας του κράτους. Εδώ (!) για πρώτη φορά προέβαλε την ανάγκη παροχής δικαστικής προστασίας υπέρ της διασφάλισης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ετσι εκρίθησαν αντισυνταγματικές οι περικοπές των κύριων και επικουρικών συντάξεων! Ι) ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ (16 Δικαστές): Βρήκαν στοιχεία αγώγιμης αξίωσης στην παράλειψη του κράτους . Θεωρήθηκε ότι υπάρχει γενική υποχρέωση διασφάλισης αξιοπρεπούς διαβίωσης που να παρομοιάζεται με το πρότερο εργασιακό περιβάλλον. Ο έλεγχος αναλογικότητας πρέπει να αφορά δύο πράγματα. Για να μειωθούν πρέπει να υπάρχει μελέτη (διαδικαστικό) που λαμβάνει υπόψη συνέπειες, βάσει Σ4§5, εάν η διαβίωση καθίσταται κάτω του επιτρεπτού ορίου και πρωτίστως εάν υπήρχαν ηπιότερα μέτρα. Θα έπρεπε να εντάσσεται σε συνολική στρατηγική για τη διάσωση της χώρας (ολισθική μελέτη) που δεν απαιτείται εκ του Συντάγματος, αλλά αποτελεί αιτιολογία του νόμου. Αν υπάρχει αιτιολογημένα δημοσιονομική κρίση (που αποδεικνύεται από στοιχεία, μελέτες κλπ) και συνάγεται η αδυναμία του κράτους να παράσχει τις εν λόγω συντάξεις, τότε μόνο είναι συνταγματική η μείωση, αρκεί βέβαια να μην αποξυλώνεται πλήρως ο πυρήνας του δικαιώματος. Λαμβάνοντας υπόψη και τα Σ5,4,2, μεταφέρει τα διδάγματα του τεχνικού ελέγχου των περιβαλλοντικών υποθέσεων. Δεν είναι αιτιολογημένη εάν δεν συνοδεύεται από κατάλληλη μελέτη. Η τελευταία πρέπει να είναι επιστημονικά άρτια. (πρβλ. ολισθικός/ σφαιρικός χαρακτήρας- εξέταση εναλλακτικής μηδενικής λύσης). Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα ο δικαστής να αξιώνει από τη διοίκηση να κάνει ορθά τη δουλεία της. Δεν είναι σε θέση όμως ούτε αυτή ούτε ο νομοθέτης να κάνουν ορθά την δουλειά τους. ΟΛΑ τα ζητήματα είναι και τεχνικά και πολιτικά. ΑΡΑ, εκρίθη ως συνταγματικη η περικοπή στην 1η φάση της κρίσης (1ο Μνημόνιο), ενώ αντισυνταγματικό στη 2η φάση της κρίσης. ΙΙ) ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ: δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε- δεν μπορεί να γίνει μελέτη. Ο ν.4048/2012 προβλέπει «όλα τα νομοθετήματα πρέπει να συνοδεύονται από έκθεση συνεπειών του νόμου». Συνεπώς, η μελέτη δεν είναι κάτι άγνωστο. Επίσης, δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Αναιρείται ο αναιρετικός χαρακτήρας της ακυρωτικής δίκης, γιατί μετατοπίζεται το βάρος αποδείξεως. Όταν υπάρχει κατ’ επείγουσα ανάγκη αντιμετώπισης της κρίσεως, ο κατ’ επείγων χαρακτήρας δεν ευνοεί την ύπαρξη μελέτης. Όταν παρατείνεται η κατάσταση, δεν δικαιολογείται η απουσία αυτής. Βάσει Σ25§4 και Σ4§4: δεν υφίστανται οι ίδιες κοινωνικές ομάδες τις συνέπειες της κρίσης (πρβλ. απόφαση για τα Μνημόνια-δε διδάχθηκε). Αφού συνεχίζεται η κρίση είναι σαν να παραδεχόμαστε την ανικανότητα.

Ατομιστική προσέγγιση του κοινωνικού δικαιώματος → όχι αγώγιμη αξίωση Η θεωρία αμφισβητεί: υπάρχει αγώγιμη αξίωση με την επιφύλαξη του εφικτού. Συνεπώς αν το κράτος έχει τα μέσα (δημοσιονομικά όρια) υποχρεούται σε δράση. Σύνδεση κοινωνικών δικαιωμάτων με δημοικρατική αρχή: Σ25παρ.4 και Σ4παρ5 (γνήσια αναδιανομή εισοδήματος)

ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: τα κοινωνικά δικαιώματα ΔΕΝ γεννούν αγώγιμη αξίωση. Επιτρεπτές οι περικοπές των συντάξεων διότι ΔΕΝ υπάρχει συνολικό κοινωνικό κεκτημένο. Μόνο εάν ο νομοθέτης εκδώσει τυπικό νόμο, τότε υπάρχει αξίωση. Περιορισμός΅βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Σκοπός: η δημοσιονομική σωτηρία (αναλογική στάθμιση). Η μείωση να ΜΗΝ υπερκεράσει όμως την εξυπηρέτηση του κοινωνικού ελαχίστου (minimum). ΑΡΑ, ναι επιτρέπεται, αλλά με επαρκή τεκμηρίωση. Απαιτούνται πλήρεις και ολιστικές μελέτες και αιτιολογία της Διοίκησης, ώστε να μην ανατρέπεται η εύλογη εμπιστοσύνη του διοικουμένου προς τη Δ.

9η Εβδομαδα 24ο Μάθημα

Τρίτη

Γιαννακόπουλος ΕΝΌΤΗΤΑ: ΈΚΤΑΣΗ 1) 2) 3) 4) 5)

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ:

Έννομο συμφέρον → ΣτΕ 470/2018 Αστική ευθύνη του Δημοσίου→ ΣτΕ 1501/2014 Αίτηση αναίρεσης →ΣτΕ 2568/2018 Προσωρινή Δικαστική Προστασία →ΣτΕ 38/20018 Κυβερνητικές Πράξεις→ ΣτΕ 2615-16/2016

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

07/05/2019


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος 1ο ΖΗΤΗΜΑ: ΈΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΈΡΟΝ

ΣτΕ 470/2018 -Αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού - Ορισμός: όταν ο διοικούμενος υφίσταται κάποια ζημία/ βλάβη, όταν θίγεται κάποιο δικαίωμα του (είναι σχετικό και θα εξεταστεί adhoc) Αν έχω ΑΔΠ: εξαρτάται από την οπτική γωνία από την οποία θα δούμε την πράξη Αν έχω ΚΔΠ: πρόκειται για μια ιδιότητα του διοικουμένου που τον οδηγεί σε σύνδεσμο με την ΚΔΠ (αυτό χρήζει ανάλυσης των πραγματολογικών συνθηκών). Αργότερα η νομολογία ήρθε να προσθέσει κι άλλα στοιχεία στον ορισμό αυτό: • • •

Άμεσο Προσωπικό Ενεστώς (δηλαδή να υφίσταται στο χρόνο και όχι στιγμιαία. Αν απολεσθεί μέχρι τη συζήτηση καταργείται η δίκη βάσει αρ.32§1 πδ18/1989)

ΠΡΟΣΟΧΗ! Το έννομο συμφέρον έχει μία δυναμική (γεννώνται συνεχώς ερωτήματα ύπαρξης του ή όχι). Η νομολογία άλλοτε το διευρύνει (πχ. στο περιβάλλον: και σε κατοίκους λεκανοπεδίου Αττικής- όχι μόνο αποδέκτης της οικοδομικής άδειας ή ο γείτονας) και άλλοτε το συρρικνώνει (όταν γίνει επίκληση της ιδιότητας του πολίτη→ όχι λαϊκή αγωγή). Τι παρατηρείται στην πολιτική του ΣτΕ: -

-

-

Διευρυμένο έννομο συμφέρον έχει αναγνωρίσει στις υποθέσεις που σχετίζονται με βλάβη του περιβάλλοντος, πχ για προσβολή ΑΕΠΟ έργου Αθήνας έχει αναγνωριστεί έννομο συμφέρον σε κάτοικο ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ Αττικής (διαστολή εννόμου συμφέροντος) Σταματά στο παραδεκτό μολονότι υπάρχει έννομο συμφέρον για να αποφύγει να αποφανθεί επί μιας υποθέσεως με έντονη πολιτική χροιά (συστολή εννόμου συμφέροντος) Άλλες φορές μολονότι ελλείπει το έννομο συμφέρον, ξεπερνά το παραδεκτό και μπαίνει στην ουσία της υπόθεσης

SOS:Μερικές φορές για να αποφανθώ επί του εννόμου συμφέροντος μπορεί να χρειαστεί να κάνω μια «βουτιά» στο βάσιμο και να επανέλθω. Χαρακτηριστικές αποφάσεις που συνδέθηκαν με έλεγχο ύπαρξης εννόμου συμφέροντος και το ΣτΕ απάντησε αρνητικά: 1) ΣτΕ 2003/2018 :για τα ομόφυλα ζευγάρια: δεν έχει ΚΑΝ έννομο συμφέρον η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς (BraDeFer στις σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας), ενώ στην απόφαση για τις ταυτότητες το ΣτΕ δεν «τόλμησε» να απορρίψει για έλλειψη εννόμου συμφέροντος μολονότι επρόκειτο πάλι για διοικητικό έγγραφο 2) ΣτΕ 470/ 2018: Για Προσφυγική κρίση: Πραγματικά Περιστατικά: Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος • •

• •

•

Ανάγκη εκπαίδευσης ανήλικων προσφύγων (ιδίως των ασυνόδευτων) Αναποτελεσματικό θα ήταν το εγχείρημα να ενταχθούν στο κοινό ωρολόγιο πρόγραμμα μαζί με μαθητές που γνωρίζουν την ελληνική και είναι σε διαφορετική ψυχοκοινωνική κατάσταση Ανάγκη ειδικού προγράμματος από το Υπουργείο Παιδείας και Μεταναστευτικής Πολιτικής Διδασκαλία όχι στα hotspotsαλλά στις αίθουσες των σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΙΣ ΠΡΩΙΝΕΣ ΩΡΕΣ, αλλά ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΕΣ (δανεισμός αιθουσών για βέλτιστη προσαρμογή) →Μέτρα Οργάνωσης του Εκπαιδευτικού Συστήματος Αντίδραση κοινωνίας και ιδίως των γονέων των ελλήνων μαθητών (ρατσιστικά φαινόμενα- φόβος μετάδοσης ασθενειών).

ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ: πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα με τις οποίες οργανώνεται η εν λόγω εκπαίδευση (συγκεκριμένα η Υπουργική Απόφαση για το έτος 20162017 και άλλες συναφείς) ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ: επικαλέσθηκαν διπλή ιδιότητα για να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον (σε ποια νομική κατάσταση εντάσσονται;) • •

Ως ΚΑΤΟΙΚΟΙ περιοχής όπου βρίσκονται τα σχολεία Ως ΓΟΝΕΙΣ μαθητών (+ Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων)

Τελικώς είχαν έννομο συμφέρον; Προσέβαλαν διοικητικές πράξεις για εφαρμογή διατάξεων που αφορούν την εκπαιδευτική νομοθεσία. Συνήθως αρμόδιο για τέτοια θέματα είναι το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο (βάσει άρ.1§1δ’ ν.702/1977). Ωστόσο, το ΣτΕ κράτησε την υπόθεση, γιατί έκρινε πως αφορούσε την οργάνωσητου κρατικού εκπαιδευτικού συστήματος (θεμελίωσε την αρμοδιότητά του σε ειδικότερο νομοθέτημα και νομολογία του ιδίου). Ποια η συλλογιστική του δικαστηρίου; Τι είπε; ΜΕΙΖΟΝΑ ΠΡΟΤΑΣΗ: Ανάλυση αρ.47 πδ18/1989 + προϋποθέσεις να είναι άμεσο, προσωπικό, ενεστώς (Δεν αρκεί το μελλοντικό- ενδεχόμενο→δεν έχουμε λαϊκή αγωγή). Επί ΚΔΠ πρέπει το έννομο συμφέρον να γεννάται από την έναρξη ισχύος και να υπάρχει ειδικός ΣΥΝΔΕΣΜΟΣμεταξύ της επικαλούμενης ιδιότητας του αιτούντος (συγκεκριμένη νομική κατάσταση) και του περιεχομένου της ΚΔΠ. Στις ΑΔΠ είναι πιο εύκολο γιατί αν είναι κανείς αποδέκτης της πράξης τεκμαίρεται το έννομο συμφέρον. Στις ΚΔΠ είναι πιο δύσκολο. ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΠΡΟΤΑΣΗ: α) Η ιδιότητα του κατοίκου δεν αρκεί (είναι πολύ γενική και δεν φαίνεται να υφίσταται κάποια βλάβη), δεν υπάρχει ο απαιτούμενος ειδικός σύνδεσμος. Κατ’ ουσίαν το ΣτΕ είπε: «Δεν σου πέφτει λόγος, κάτοικε της περιοχής, αν είναι νόμιμη ή όχι η εκπαιδευτική πολιτική»→ξενοφοβική αφετηρία.β) Η ιδιότητα του γονέα επίσης δεν αρκεί. Το ΣτΕ κάνει «βουτιά» στο βάσιμο λέγοντας τα εξής: •

Η διοίκηση δεν χρησιμοποίησε το «κανονικό» σχολείο, δεν ενέταξε τους ανήλικους πρόσφυγες στο «κανονικό» σχολικό πρόγραμμα, γιατί η ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση των προσφύγων δεν ήταν κατάλληλη. Προέκυψε η ανάγκη ξεχωριστής διδασκαλίας για χάριν της παιδικότητας και της ομαλής ένταξης των προσφύγων. Υποστήριξε ότι έχουν ήδη γίνει εμβολιασμοί, επικαλέστηκε την

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος αιτιολογική έκθεση του νόμου. Όλα αυτά είναι κομμάτι του βασίμου το οποίο αξιοποίησε το ΣτΕ για να σταματήσει στο παραδεκτό. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ελλείπει το έννομο συμφέρον διότι οι αιτούντες δεν απέδειξαν τον απαιτούμενο σύνδεσμο. Ουδόλως θίγονται τα δικαιώματα των μαθητών που παρακολουθούν τις πρωινές ώρες, αφού στην πράξη δεν επηρεάζονται (όχι ανατροπή ημερησίου προγράμματος και όχι κίνδυνος για την υγεία. Έτσι, το ΣτΕ έληξε το θέμα στο παραδεκτό, λύνοντας συγχρόνως και το θέμα του βασίμου χωρίς καν να μπει στην ουσία. Θα μπορούσε δυνητικά να δεχθεί το έννομο συμφέρον και να απορρίψει την αίτηση ως ουσία αβάσιμη. Εντούτοις, η τακτική αυτή του ΣτΕ, ως νομολογιακή πολιτική λειτουργεί εδώ ΣΥΜΒΟΛΙΚΑ και ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΑ. Ομοίως και στην ΣτΕ2003/2018. Σημειολογικά έχει την σπουδαιότητα της η κίνηση αυτή, καθότι μαρτυρά αυξημένη αυτοπεποίθηση του δικαστή. Παίζει ρόλο στην απόφαση του ΣτΕ η αλλοδαπότητα των προσφύγων και η προστασία τους από τη Σύμβαση της Γενεύης και του Δικαίου της Ε.Ε. ; Η διεθνής προστασία περιλαμβάνει το διάστημα από την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και την απάντηση λόγω γραφειοκρατίας. Για να είμαστε ρεαλιστές είναι σχεδόν αδύνατο να απαντήσουμε στο έννομο συμφέρον χωρίς να χρειαστεί έστω και λίγο να μπούμε στο βάσιμο (είναι σε συνάφεια με τον έναν λόγο ακυρώσεως- εκ των πραγμάτων υπάρχει μια διασύνδεση). Είναι στρατηγική επιλογή όμως αν θα κλείσω την υπόθεση στο παραδεκτό ή στο βάσιμο. Πρβλ. υποθέσεις συνδεόμενες με το πολεοδομικό δίκαιο. Υπάρχουν δύο συστήματα δόμησης: Α) Το πανταχώθεν ελεύθερο σύστημα δόμησης Β) Το συνεχές σύστημα δόμησης (σε πυκνοκατοικημένες περιοχές τύπου Κυψέλη) Για να έχω έννομο συμφέρον πρέπει να είμαι γείτονας (κάτοικος ομόρου ακινήτου) και να περνώ από τον ενδιάμεσο δρόμο. ΠΑΝΤΟΤΕ το έννομο συμφέρον συνδέεται με το βάσιμο. Ποια η διαφορά να απορριφθεί ένας λόγος ακυρώσεως ως ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ ή ΑΛΥΣΙΤΕΛΗΣ; (α) Απαράδεκτος: επειδή ελλείπει το έννομο συμφέρον (εν προκειμένω) (β) Αλυσιτελής: ενώ κατ’ αρχήν υπάρχει έννομο συμφέρον, δεν έχει να κερδίσει απολύτως τίποτα ο αιτών αν η πράξη ακυρωθεί. Η αλυσιτέλεια όμως δεν οδηγεί και σε έλλειψη εννόμου συμφέροντος πρακτικά; Λειτουργικώς ναι, τεχνικώς όχι (λεπτή η διαφορά- εύκολη η σύγχυση).

2ο ΖΗΤΗΜΑ: ΑΣΤΙΚΉ ΕΥΘΎΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΊΟΥ

ΣτΕ 1501/2014 Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Μεταστροφή της νομολογίας ως προς τις προϋποθέσεις. Επιβεβαιώθηκε η προϋπάρχουσα τάση αλλαγής Ορισμός αστικής ευθύνης του δημοσίου: Είναι η ευθύνη που έχει το Δημόσιο να καταβάλει αποζημίωση στον ιδιώτη για πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του με τις οποίες προξένησαν ζημία στον ιδιώτη στο πλαίσιο εκτέλεσης καθηκόντων τους (π.χ. πυρκαγιές- παράλειψη της πυροσβεστικής- βλάβη χιλιάδων ανθρώπων). Αστική ευθύνη του δημοσίου μπορεί να στοιχειοθετηθεί και από υλικές πράξεις (π.χ. η κατεδάφιση κτιρίου αυτούσια και όχι η πράξη που κηρύσσει το κτίριο κατεδαφιστέο/ χειροδικία ατυνομικού). Στι περιπτώσεις αυτές δεν αρκούν διαπλαστικά ένδικα βοηθήματα. Ποια είναι η συνταγματική βάση της αστικής ευθύνης;Εάν καταργηθεί το αρ.105-106ΕισΝΑΚ, παύει να υπάρχει; -Σ4§5: Αναλογική ισότητα δημοσίων βαρών. Η αναλογική ισότητα στα βάρη αποτελεί θεμέλιο υπό την έννοια ότι ο πολίτις υπέστη ζημία και αυτή προσφέρει στο σύνολο. Επομένως, συνεισέφερε μεγαλύτερο βάρος, το οποίο όμως πρέπει να αποκατασταθεί. Η πράξη της διοίκησης είναι παράνομη, δε δικαιολογείται αντικειμενικά και πρόκειται για δυσμενή διάκριση εις βάρος του. Χρειάζεται να γίνει αναδιανομή, καθώς αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο με έσοδα των φορολογουμένων. Ζημιώνεται ένας ιδιώτης (πχ. Α) και αντλεί ωφέλεια το κράτος. Ένας άλλος ιδιώτης (πχ. Β) δεν ζημιώνεται. Το κράτος επιστρέφει πίσω αυτό που προσέφερε ο ζημιωθείς. Άρα, ο Α προσφέρει φόρο Χ + το κατεδαφισθέν σπίτι του (ζημία), ενώ ο Β προσέφερε μόνο φόρο Χ. Πώς αποκαθίσταται η ανισότητα; Αυτό που εισέφερε παραπάνω ο Α θα του το επιστρέψει το δημόσιο ταμείο με μορφή αποζημίωσης. -Σ20§1:Γενική διάταξη για παροχή δικαστικής προστασίας κατά τρόπο αποτελεσματικό. Αστική ευθύνη του Δημοσίου νοείται μόνο από παράνομες πράξεις ή και από νόμιμες; Από παράνομη: Πχ. Υποχρέωση συντήρησης δομών ενός δήμου (υλική ενέργεια). Πέφτω σε λακούβα από φρεάτιο πλημμελώς επισκευασμένο (ζημία). Από νόμιμη πράξη που όμως γεννά διακινδύνευση: Πχ. εγκατάσταση μονάδας αποθήκευσης πυρομαχικών νομίμως σε μία περιοχή (αναγκαστικά πρέπει κάπου να τοποθετηθεί). Ποια είναι η διακινδύνευση; Αν από κάποιο τυχηρό γεγονός ή ανωτέρα βία γίνει έκρηξη των πυρομαχικών (πχ. σεισμός). Εδώ, μολονότι δεν έχουμε κάποια παράνομη πράξη, υπάρχει διακινδύνευση, την οποία πρέπει οι τριγύρω να μοιραστούν όχι επειδή ευθύνεται ο ιδιώτης (δεν υπάρχει καν ακόμη βλάβη), αλλά επειδή υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης αυτής. Κατά την εξέλιξη της νομολογίας, η αστική ευθύνη του κράτους έχει επεκταθεί σε όλες τις δημόσιες μορφές εξουσίας (όχι μόνο από την Διοίκηση, αλλά και από τον νομοθέτη λόγω π.χ. παράλειψης νομοθέτησης ή από τον δικαστή λόγω πλημμέλειας στην δικαστική απόφαση ή υ πέρβαση του ευλόγου χρόνου έκδοσης αυτής). Η θεωρία άρχισε να εισφέρει ευθύνη της διοίκησης από νόμιμες πράξεις που θέτουν σε δεύτερη μοίρα (υπό επικινδυνότητα) συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, π.χ. χωματερές, αποθήκες πυρομαχικών στρατού κλπ που υποβαθμίζουν την περιοχή. Ομοίως, όσον αφορά τα τυχηρά και την ανωτέρα βία: πέφτει στην αποθήκη σκάφος εξωγήινων ή σε μη σεισμογενή περιοχή έχουμε για πρώτη φορά σεισμό 10 ρίχτερ. Και αυτή η θεωρία οδηγεί στην ευθύνη του δημοσίου βάσει του 4§1Σ.,γιατί η πράξη τελεί σε ειδική σχέση με τον κίνδυνο και η σπουδαία βλάβη, θεμελειώνουν επικινδυνότητα. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Τι είπαν τα ευρωπαϊκά δικαστήρια (ΔΕΕ και ΕΔΔΑ); Δέχθηκαν την αστική ευθύνη και από νόμιμες και από παράνομες πράξεις. Προϋποθέσεις αστικής ευθύνης του Δημοσίου: 1) 2) 3) 4)

Πράξη ή παράλειψη οργάνου της Δ (παράνομη ή νόμιμη) Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του Ζημία διοικουμένου Αιτιώδης συνάφεια πράξης/ παράλειψης και ζημίας

Πέμπτη

25ο Μάθημα

09/05/2019

ΣτΕ 1501/2014→ Πραγματικά περιστατικά: Εμπορικό κατάστημα που εμπορευόταν κάνναβη. Υπήρχε υπόνοια για διακίνηση ναρκωτικών. Τελικώς έκλεισε το κατάστημα και εν τέλει εξεδόθη ποινική απόφαση υπέρ της έλλειψης κινδύνου από το εν λόγω. Ο καταστηματάρχης μεταγενέστερα ζήτησε αποζημίωση από το ελληνικό δημόσιο για βλάβη του (η επιχείρηση επλήγη). Σημαντική απόφαση για την εξέλιξη της νομολογίας. Οι Γάλλοι λένε μικρή υπόθεση μεγάλη απόφαση. Το ΣτΕ βρήκε την αφορμή να αναλύσει τις προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης του δημοσίου. Με βάση την απόφαση στοιχειοθετείται ευθύνη του δημοσίου (105 ΕισΝΑΚ) κατ’ αρχήν για πράξη ή παράλειψη που: (α) ΔΕΝ είναι σύννομη (β) είναι μεν σύννομη, αλλά η βλάβη είναι ιδιαίτερη και σπουδαία (υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια) Σε ό,τι αφορά αστική ευθύνη που απορρέει από πλημμέλειες δικαιοδοτικών οργάνων αξίζει να αναλυθούν δύο ζητήματα: 1) Αν υποθέσουμε ότι στοιχειοθετείται τέτοια ευθύνη θίγεται η ανεξαρτησία του δικαστηρίου. Η σύνδεση της ευθύνης αυτής με τα δικαστήρια είναι δύσκολη κατά την θεωρία. Αντεπιχείρημα: και οι ΑΔΑ δεν θα έπρεπε ομοίως να θεωρήσουν ότι θίγεται η ανεξαρτησία τους; 2) Δυνατότητα ήδη της αγωγής κακοδικίας (Σ99): εδώ δεν στρέφομαι κατά του δημοσίου αλλά κατά του φυσικού προσώπου (συγκεκριμένου δικαστή) που εξέδωσε εσφαλμένη δικαστική απόφαση από δόλο ή βαριά αμέλεια (υποκειμενική ευθύνη). Αντεπιχείρημα: η αγωγή κακοδικίας στρέφεται κατά φ.π. και προϋποθέτει υποκειμενική ευθύνη αυτού, ενώ η αγωγή αποζημίωσης στρέφεται κατά του ελληνικού δημοσίου (για πράξεις ή παραλείψεις του οργάνου του) και προϋποθέτει αντικειμενική ευθύνη. Άρα, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα περί κακοδικίας.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Γιαννακόπουλος: πρακτικά κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν ήταν πειστικό για να καταλήξουμε στη μη κατοχύρωση αστικής ευθύνης για πλημμέλειες δικαστικών οργάνων. Ένα ίσως πιο θεσμικό- συστημικό και συγχρόνως πρακτικό επιχείρημα που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε θα ήταν: «κι αν στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη του δημοσίου από έκδοση πλημμελούς απόφασης του ανωτάτου εθνικού δικαστηρίουποιο θα είναι το ανώτερο δικαστήριο που θα δικάσει;. Κι υπάρχει κάποιο, πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι θα είναι αμερόληπτο και δεν θα προβεί σε περαιτέρω αστική ευθύνη του δημοσίου; Θα ελέγχεται η κρίση του πάλι από κάποιο δικαστήριο ανώτατο;». ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΕ ΔΕΕ: Απαιτείται ένας μηχανισμός απόδοσης αποζημίωσης από το κράτος. Με ενδιαφέρει να υπάρχει, δεν με ενδιαφέρει ο τρόπος απόδοσης. Αρκεί η παρανομία του κράτους να είναι πρόδηλη.Φυσικά το τι συνιστά πρόδηλη παρανομία γέννησε ορισμένα ζητήματα. Σε τελική ανάλυση αν δεν τηρηθεί αυτή η υποχρέωση, θα κρίνει τα εθνικά δικαστήρια το ΔΕΕ. Έτσι, βρέθηκε ένα όργανο εκτός της εθνικής έννομης τάξης που θα κρίνει το οποιοδήποτε εθνικό δικαστήριο εάν πράγματι ζημίωσε. Το συστημικό πρόβλημα καλύφθηκε. ΕΔΔΑ: Έθεσε ανατρεπτικά ζητήματα στα κράτη. Συχνή η παραβίαση ΕΣΔΑ 6 και ΕΣΔΑ 13. Η συνηθέστερη βέβαια έκφανση της παραβίασης της δίκαιης δίκης (αρ. 6) αποτελεί η υπέρβαση ευλόγου χρόνου απονομής της δικαιοσύνης (κυρίως στην Ελλάδα). Ιδιαίτερα σημαντική η απόφαση Αθανασίου κατά Ελλάδος (πιλοτική απόφαση) . Το ΕΔΔΑ βάσει ΕΣΔΑ 46 όχι μόνο επιδίκασε αποζημίωση στην προσφεύγοντα αλλά συγχρόνως υποχρέωσε το ελληνικό κράτος να προβεί σε διορθωτικά μέτρα για την ριζική αντιμετώπιση του χρόνιου προβλήματος καθυστέρησης της έκδοσης δικαστικών αποφάσεων. Πιο συγκεκριμένα, υπέδειξε την πρόβλεψη συγκεκριμένου ενδίκου μέσου ώστε να προσφεύγουν στα εθνικά δικαστήρια οι δυσαρεστημένοι διάδικοι και να μην δημιουργείται σωρεία υποθέσεων στο ΕΔΔΑ. Έτσι, ψηφίστηκε ο Ν.4055/2012, ο οποίος προέβλεψε το ένδικο μέσο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας (ΚΔΔικ 105Α) στο ΣτΕ, κατόπιν καταδικαστικής απόφασης από ΕΔΔΑ. ΣτΕ 1501/2014→ Μειοψηφία Συστημικό επιχείρημα: Όπου το Σύνταγμα ήθελε να δίνεται αστική αποζημίωση από το Δημόσιο θα το προέβλεπε ρητώς. Άρα, το Σ δεν θέλει να διαστείλουμε τις προϋποθέσεις (Σ99 και Σ7§4). Αν λ.χ. το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο έρθει και διαπιστώσει την παράλειψη ενός άλλου δικαστηρίου, εισέρχεται στην ουσία. Με αυτόν τον τρόπο παίρνει ένα τμήμα της αρμοδιότητας ενός άλλου οργάνου. Έτσι, διαταράσσονται οι ισορροπίες, πράγμα που δεν το θέλει το Σύνταγμα. Πρόκειται για αρκετά εκλεπτυσμένη μειοψηφία. Κατ’ ουσίαν επικαλείται τα ίδια επιχειρήματα που ίσχυαν παλιά. Παραβλέπει το γεγονός όμως ότι το Σύνταγμα πλέον έχει υποστεί κανονιστική χαλάρωση κατόπιν επιδράσεων του δικαίου της ΕΕ. Η νομολογία εξελίσσεται και θα πρέπει να είναι αποτελεσματική. Η μειοψηφία τάχθηκε κατά του παρεμπίπτοντος ελέγχου μιας δικαστικής απόφασης από άλλο δικαστήριο (εδώ ΕΔΔΑ) γιατί θα κλονιστεί η νομιμότητα της κρίσης του πρώτου δικαστηρίου. Εδώ, η περίπτωση δεν μοιάζει με το κλασσικό ζήτημα της δέσμευσης ενός δικαστή λόγω δεδικασμένου. Δεν υπάρχει καν υποχρέωση αναστολής της εκδίκασης της υπόθεσης. Τελικώς, η πλειοψηφία είπε: εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίσει ειδικώς κάθε περίπτωση αστικής ευθύνης του Δημοσίου (στις διάφορες εκφάνσεις της). Εδώ, υφέρπει η επίδραση ΕΔΔΑ. Για αυτό το ΕΔΔΑ έχει θέσει το κριτήριο της πρόδηλης Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος παρανομίας (αυτοπεριορισμός δικαστή- συνειδητοποίηση ότι ο νομοθέτης και η διοίκηση έχουν ευρύτερο πεδίο δράσης εδώ). Στην Ελλάδα όμως υπάρχει τέτοια νομοθεσία; Για την αστική ευθύνη λόγω παρανομίας δικαστικού οργάνου όχι. Για αυτό θα πρέπει να εφαρμόσει ο εθνικός δικαστής αναλόγως το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, αλλά διορθώνοντας το «κατώφλι» της παρανομίας σε πρόδηλη παρανομία. Μειοψηφία: δεν είναι ορθή η αναλογική εφαρμογή του αρ. 105 ΕισΝΑΚ μέχρι θα θεσπιστεί ειδικός νόμος που να προβλέπει την εν λόγω ευθύνη. Εδώ, υπάρχει παράλειψη του νομοθέτη (κενό). Ο δικαστής δεν μπορεί να ευθύνεται με τις ίδιες προϋποθέσεις με τη διοίκηση. Γιαννακόπουλος: Θα ήταν δύσκολο να αποδεχθούμε ένα νομοθετικό κενό.Για λόγους ασφάλειας δικαίου είναι σημαντικό να αναγόμαστε στο Σ4§5 πάνω στο οποίο στηρίζεται και το 105 ΕισΝΑΚ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΕ δεν αναγνωρίζει αποζημίωση από αδράνειες ή ζημιογόνες ενέργειες των οργάνων της. Δεν μπορεί να βρεθεί δικαστήριο που να δικάσει αποφάσεις ΔΕΕ και ΕΔΔΑ (ταβάνι). Ούτε θα ήταν θεμιτό να δικάσει το ίδιο τον εαυτό του (είναι ζήτημα εξουσίας). Αναπαράγεται το ίδιο πρόβλημα σε ένα πιο διευρυμένο σύστημα. Πάντως, το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί πως θα έπρεπε να αναγνωρίζεται αποζημίωση αν το ίδιο αργεί να εκδώσει απόφαση παραβιάζοντας το άρ.6ΕΣΔΑ (υπόθεση. Πίσω από αυτό κρύβεται το ζήτημα της ενότητας της έννομης τάξης. Πλειοψηφία: στην τελευταία πρόταση της απόφασης καταδεικνύεται ο τρόπος προσδιορισμού της πρόδηλης παρανομίας. Λέει η πλειοψηφία ότι κρίνεται βάσει των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών λαμβάνοντας υπόψη τυχόν συγγνωστή ή ασύγγνωστη πλάνη (η διαδικασία υποκειμενικοποιείται και κρίνεται adhoc). ΆΡΑ, ναι αστική ευθύνη Δημοσίου και από παράνομες και από νόμιμες πράξεις, αρκεί η ζημία να είναι ιδιαίτερη και σπουδαία και να έχω πρόδηλη παρανομία! Τι γίνεται με τον νομοθέτη; Στοιχειοθετείται αστική ευθύνη του Δημοσίου και για πλημμελή νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθέτησης; Παραδοσιακή θεωρία: Ο νομοθέτης δεν αδικεί (από το αγγλοσαξωνικό: “The king can do no wrong’’) και δεδομένου του δικαστικών ανέλεγκτου των interna corporis της Βουλής υποστηρίζεται η θέση πως ενδεχόμενη δικαστική κρίση που διαπιστώνει τις παραλείψεις του νομοθέτη συνιστά παραβίαση του Σ26. Πλέον, η αρχή αυτή έχει περιπτωσιολογικά υποχωρήσει, ιδίως στις περιπτώσεις που αφορούν το ενωσιακό δίκαιο (παράλειψη μεταφοράς Οδηγίας). Κρίσιμο είναι εάν έχω βλβη δικαιώματος ή συμφέροντος

Υπόθεση για αίτηση αναίρεσης

ΣτΕ 2568/2018 Είναι διαφορετική η φυσιολογία και η διαδικασία της αναίρεσης από την αίτηση ακυρώσεως και την έφεση. Αυτό π.χ. αποτυπώνεται και σε ένα δικόγραφο αναιρέσεως. Είναι οι πιο εκλεπτυσμένες προσπάθειες του νομικού, όταν τα θετικά νομικά συναντούν τη φιλοσοφία δικαίου. Μέσω της αναίρεσης γίνεται έλεγχος όχι επί διοικητικής πράξης της Δ, αλλά επί δικαστικής απόφασης.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Ενώ, την αίτηση ακυρώσεως ασκεί υποχρεωτικά ο ιδιώτης και ποτέ η διοίκηση (αλλιώς, ενδοστρεφής δίκη), την αναίρεση μπορεί να αιτηθεί και η διοίκηση που δυσαρεστήθηκε από το προηγούμενο δικαστικό αποτέλεσμα. Αυτό οδηγεί σε τεράστιο φόρτο υποθέσεων. Πώς μπορεί το δικαστήριο να μειώσει τις αιτήσεις αναιρέσεως; Είναι θεμιτοί αποτρεπτικοί μηχανισμοί; Επιτρέπεται η περιστολή του Σ20§1; Ο ν.3900/2010 τροποποίησε τις προϋποθέσεις άσκησης αναίρεσης. Αποτέλεσμα είναι το άρ.53§3 πδ18/1989. Στο εισαγωγικό δικόγραφο –όχι με πρόσθετους λόγους ούτε με υπόμνηματης αίτησης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων όφειλε να προσδιορίσει επακριβώς με ειδικό ισχυρισμό (παρμένο από την νομολογία) ότι ο λόγος αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενη απόφαση του ΣτΕ σε αναίρεση και δεν αντιτίθεται σε κριθέν ζήτημα ουδέποτε στο παρελθόν. Ανακύπτοντα προβλήματα: -το σύνηθες: εντοπίζεται η πλημμέλεια στην ελάσσονα (π.χ. αιτιολογία) και σπάνια στην ερμηνεία το κανόνος δικαίου, στην μείζονα. - Ο δικηγόρος δεν μπορεί να γνωρίζει όλη την νομολογία περί αναιρέσεων, διότι δεν υπάρχει βάση δεδομένων προς τούτο. - Δεν υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης του δικογράφου ή προσθήκης επιμέρους λόγων (ανεπιείκεια). Δημιουργήθηκαν αντιδράσεις και δόθηκε η δυνατότητα μεταγενέστερα για αίτηση αναίρεσης λόγω ανεπιείκειας έλλειψης πρόσθετων λόγων ή υπομνήματος). ΕΔΔΑ: Παραβιάζεται το ΕΣΔΑ6 λόγω υπερβολικής τυπολατρίας. Βέβαια, η προστασία που παρέχει το ΕΣΔΑ 6 είναι σχετική γιατί βάσει της υπόθεσης Παπαϊωάννου κατά Ελλάδος το ΕΔΔΑ είπε ότι εναπόκειται στην εκτιμητική ευχέρεια του κράτους να επιβάλει δικονομικούς περιορισμούς. Οι περιορισμοί αυτοί δεν πρέπει να περιορίζουν την ελεύθερη πρόσβαση των ατόμων στη δικαιοσύνη κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε να πλήττεται αυτή καθ’εαυτή η ουσία του δικαιώματος. Χρειάζεται να είναι σαφείς, προβλέψιμες και να διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου. Από την απόφαση ΣτΕ 2568/2018, Β’ Τμήματος (υπόθεση λαθρεμπορίας και καταβολής τελών και προστίμων ) αξίζει να δοθεί βάση κυρίως στη σκέψη 3 (!) Προστίθεται μια σημαντική εκτίμηση. Στην έννοια «νομολογία ανωτάτου δικαστηρίου» του άρ.53§3 περιλαμβάνεται και η νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ. Το ΣτΕ είπε ότι η εξάρτηση του παραδεκτού από την επίκληση νομολογίας του είναι σύμφωνη με το Ενωσιακό Δίκαιο. Κανονικά όμως θα έπρεπε να τεθεί προδικαστικό ερώτημα και δεν ετέθη. Πρόταση Γιαννακόπουλου ως ορθολογικότερη λύση: -

Τροποποίηση της προϋπόθεσης της αίτησης αναιρέσεως Να τεθεί μια Επιτροπή (ως φίλτρο σε κάθε ανώτατο δικαστήριο που να διαλέγει κάποιες αιτήσεις αναιρέσεως και όχι να υπάρχει μια γενική αυστηροποίηση των προϋποθέσεων (η νομολογία του ΣτΕ δεν είναι απόλυτα γνωστή)

Προβληματική εικόνα. Λέγεται πως αποτελεί αντίδραση στη δημοσιονομική κρίση. Ίσως όταν ηρεμήσουν τα πράγματα η υπόθεση να διορθωθεί. Πάντως, έτσι όπως έχει τώρα η κατάσταση Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος κάποιες υποθέσεις για την προστασία του πρόβλημα εντοπίζεται στην αιτιολογία.

ανταγωνισμού μένουν χωρίς έλεγχο γιατί το

26ο Μάθημα

Παρασκευή

10/05/2019

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ Ορισμός: Το σύνολο των κανόνων και των αρχών που προβλέπει το διοικητικό δικονομικό δίκαιο για την αποτροπή κινδύνων που ενδέχεται να προξενήσουν βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη στα επίδικα δικαιώματα ή συμφέροντα του ιδιώτη μεταξύ του διαστήματος άσκησης ενδίκου βοηθήματος και έκδοσης της δικαστικής απόφασης. Μια διοικητική πράξη διακρίνεται από: • •

Εκτελεστότητα:παράγει άνευ ετέρου τις έννομες συνέπειες της Τεκμήριο νομιμότητας (το οποίο φέρει):τεκμαίρεται σύννομη

Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι αντίρροπα προς την προσωρινή δικαστική προστασία με την οποία επιτυγχάνεται η «ανάκληση» της πράξης. Παλαιότερα, υπήρχαν προβληματισμοί ως προς το θεμιτό της προωσιρινής δικαστικής προστασίας και ως προς την συνταγματική της κατοχύρωση. Πλέον, έχουν ξεπεραστεί αναγνωρίζοντας ως συνταγματική βάση το Σ20§1 (δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας) και στο Σ95 (ένδικο μέσο αίτησης ακυρώσεως) στην απόφαση ΣτΕ 718/1993. Έτσι, όταν λέμε δικαστική προστασία εννοούμε και οριστική και προσωρινή χάριν της αρχής της αποτελεσματικότητας. Ειδικότερα, στον νόμο κατοχυρώνεται στο αρ.52§2 του πδ.18/1989, όταν έχουμε διαφορές ακυρωτικές (αναλυτικά βλ.κατωτέρω). Πώς επέρχεται η αναστολή εκτέλεσης; Υπάρχουν δύο συστήματα στις διάφορες χώρες: (Α) Αυτόματα- αυτοδίκαια: Θεωρία του αυτόθροου ανασταλτικού αποτελέσματος (Γερμανία) (Β) Με άσκηση ενδίκου βοηθήματος (Ελλάδα)- αλλά με κάποιες εξαιρέσεις

(Α) Θεωρία αυτόθροου ανασταλτικού αποτελέσματος Το ανασταλτικό αποτέλεσμα ισχύει αυτόματα. Η άρση της αναστολής τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της άπρακτης παρέλευσης προθεσμίας για άσκηση ενδίκου βοηθήματος. Στην Ελλάδα που ισχύει αυτό; 1) Υπαλληλική προσφυγή Σ103§4 2) Στις περισσότερες φορολογικές προσφυγές (εκτός των ηλεκτροδοτικών τελών φωτισμού) 3) Σ52Α πδ.18/1989: στις οικοδομικές άδειες Ratioαυτόθροου ανασταλτικού αποτελέσματος: φόβος επέλευσης σοβαρής και ανεπιθύμητης ζημίας που είναι ανάγκη να αποτραπεί.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος (Β) Άσκηση ενδίκου βοηθήματος Το ανασταλτικό αποτέλεσμα επέρχεται με έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης (ΣτΕ Επιτροπή Αναστολών) που κάνει δεκτή την σχετική αίτηση αναστολής. ΕΙΔΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 1) 2) 3) 4)

Αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης Αναστολή εκτέλεσης διοικητικής σύμβασης Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης Προσωρινή επιδίκαση απαίτησης

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ Για ακυρωτική διαφορά

ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ή ανακοπή ή ένσταση (αναλόγως) Για διαφορά ουσίας

ΑΓΩΓΗ Για χρηματική διαφορά

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Αναστολή Αναστολή εκτέλεσης Προσωρινή ρύθμιση Προσωρινή εκτέλεσης διοικητικής πράξης κατάστασης επιδίκαση διοικητικής απαίτησης σύμβασης Πλεόν βάσει ν.4412/2016 αρ.52 & ΚΔΔικ ΚΔΔικ 210 ΚΔΔικ 210 ΚΔΔικ 211 (παλιά 52ΑΠΔ18/ 200επ. διαφορά Αναγνωρισ Καταψηφιστική «ασφαλιστικά 1989 ουσίας τική αγωγή αγωγή μέτρα») *** Όχι ΠΔΠ σε υποθέσεις χρηματικού καταλογισμού στο Δημόσιο (πχ. φορολογικές, ασφαλιστικές κυρώσεις εφόσον αφορούν τα δημοσιονομικά της χώρας, λχ. το εκκαθαριστικό της Εφορίας) **** Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης: «κάθε άλλο πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο». Είναι κάτι διαφορετικό από αναστολή εκτέλεσης. Έχει περισσότερες εξουσίες ο δικαστής. *****Προσωρινή επιδίκαση απαίτησης: ζητώ ένα ποσοστό (μέχρι 50%) της απαίτησης να μου επιδικασθεί πριν την εκδίκαση της διαφοράς για να μπορέσω να επιβιώσω. Ο ρόλος του δικαστή στο πλαίσιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας εξελίχθηκε μέσω του άρ.52 πδ18/1989. Πέρασε από μια στατική αντίληψη κατά την οποία ρόλος του είναι η διακοπή του διοικητικού έργου. Είναι ο φορέας που αναστέλλει το βασικό χαρακτηριστικό της διοικητικής πράξης, ήτοι την εκτελεστότητα. Ποιά τα όρια όμως του δικαστή; Μέχρι που μπορεί να δράσει και ποιο σημείο συνιστά κόκκινη γραμμή, ώστε αν το υπερβεί να υποκαθιστά τον νομοθέτη;

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Ο δικαστής αρνείται να χορηγήσει ΠΔΠ (προσωρινή δικαστική προστασία) κατ’ αρχήν σε γνήσιες αρνητικές πράξεις. Πρόκειται για διοικητικές πράξεις με τις οποίες η Δ απορρίπτει ένα αίτημα του διοικουμένου, χωρίς να έχει ικανοποιήσει ουδέποτε στο παρελθόν σχετικό αίτημα (συνήθως δυσμενείς για τον αιτούντα και ευμενείς για κάποιον άλλο, πχ. άρνηση χορήγησης άδειας που δεν έχει χορηγηθεί ξανά). Η νομολογία είχε πει ότι η παροχή ΠΔΠ σε αρνητικές πράξεις επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα προς την απόρριψη και άρα ισοδυναμεί με χορήγηση θετικής διοικητικής πράξης. Οπότε ο δικαστής υποκαθιστώντας την διοίκηση παραβιάζει το Σ26. Εξαιρούνται οι νόθες αρνητικές πράξεις, βάσει των οποίων η διοίκηση στο παρελθόν είχε ικανοποιήσει το αίτημα του διοικουμένου εκδίδοντας σχετική πράξη, η οποία στην συνέχεια έληξε ή ανακλήθηκε και τώρα η Διοίκηση αρνείται να την εκδώσει εκ νέου. Π.χ.1: χορηγήθηκε πρώτα σχετική άδεια λειτουργίας σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Στην περίπτωση αυτή δε χωρεί αναστολή εκτέλεσης. Αν, όμως, ζητείται η ανανέωση της άδειας αυτής και ο δικαστής δεν τη χορηγεί, επί της ουσίας αρνείται να διατηρήσει την κατάσταση που είχε ήδη διαμορφωθεί. Εδώ, χωρεί ΠΔΠ γιατί ο δικαστής δεν εκδίδει για πρώτη φορά σχετική πράξη, δεν αρπάζει από την Διοίκηση τον πρωτογενή της ρόλο. Απλώς, έρχεται μεταγενέστερα και πιο παθητικά να διατηρήσει την προϋπάρχουσα κατάσταση. Π.χ.2: Πάγια νομολογία για περιπτώσεις αίτησης εγγραφής σε ΑΕΙ από φοιτητή που πέρασε μέσω πανελλαδικών και η σχολή αρνείται. Αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ. Τι είπε το δικαστήριο; Να παρακολουθεί και να δώσει εξετάσεις έως ότου εκδικαστεί η υπόθεση (οριστική δικαστική προστασία) και εάν δικαιωθεί δικαστικά θα επέλθουν αναδρομικώς τα έννομα αποτελέσματα (αναδρομική επικύρωση εγγραφής).Όμως, σε μία υπόθεση ενός φοιτητή Ιωαννίνων όπου τελικώς η αίτηση ακυρώσεως του απορρίφθηκε, καταδείχθηκε η ανάγκη εναλλακτικών μέτρων από δικαστή (βάσει αρ. 50§3 ΠΔ18/1989) διότι ήταν ανεπιεικές να δίνει ο φοιτητής μαθήματα άδικα σε περίπτωση που τελικά η αίτηση ακυρώσεως απορριφθεί. Εδώ ο δικαστής δεν χορήγησε εγγραφή, αλλά εγγραφή υπό αίρεση. Ξεπέρασε τα τυπικά κριτήρια και πέρασε στα λειτουργικά. Στην ΠΔΠ υπάρχει ένα minimum (αποφυγή της ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης) και ένα maximum(πλήρης ικανοποίηση του αιτήματος της αίτησης/προσφυγής/αγωγής). Δεν ξεπέρασε το πάνω όριο, αλλά το πλησίασε έντονα. Έπρεπε, όμως, να πράξει κατ’αυτόν τον τρόπο χάριν της αρχής της αποτελεσματικότητας (υπήρχε πάντως έντονο ρίσκο). ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ Ο Ν.2522/1977 παραπέμπει στο αρ. 52§8 ΠΔ18/1989: «κάθε πρόσφορο μέτρο». Αυτό αφορά την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης όμως. Κατ’ ουσίαν εδώ πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία και αναγκαίο είναι να εντοπισθεί το όριο του δικαστή. Μέχρι τι μπορεί να παράσχει ο δικαστής λαμβάνοντας «κάθε κατάλληλο μέτρο»; ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: 1) ΠΑΝΩ ΟΡΙΟ ΚΑΤΩ ΟΡΙΟ

➔ Όχι πλήρης ικανοποίηση ιδιώτη: να μην ισοδυναμεί με οριστική δικαστική προστασία

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ➔ Όχι, ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη (τελολογία) ~Τελικώς, το ιδανικό είναι να κινηθεί ο δικαστής εντός των δύο αυτών άκρων ορίων, δηλαδή να παγιωθεί μεν το πραγματικό, χωρίς όμως να δημιουργηθεί μια νέα νομική κατάσταση!! 2) Σε ό τι αφορά τη σχέση διοίκηση- δικαστής ή πολύ περισσότερο νομοθέτης- δικαστής, που θα πρέπει να τίθεται μια κόκκινη γραμμή ώστε να μην παραβιάζεται το Σ26 και να οδηγούμαστε σε μια θεμιτή συνέργεια των δύο πόλων; Διότι ακόμη κι αν δεχθούμε θεμιτό «φρένο» την παγίωση μιας κατάστασης, ακόμη κι αυτό είναι μια θετική δράση του δικαστή. SOS Απάντηση: Να δρα ο δικαστής πάντα μεταγενεστέρως, έχοντας έναν δευτερογενή ρόλο σε σχέση προς τον νομοθέτη ή την διοίκηση (Σ94§4)! Να τηρηθεί συνεπώς η σειρά (νομοθέτης- διοίκηση- δικαστής) και να μην υφαρπάξει ο τελευταίος την θέση κάποιου προηγούμενου. Πρβλ. Παράδειγμα με μηχανισμούς φρεναρίσματος στα συστήματα πέδησης των οχημάτων (εδώ: το γκάζι παρομοιάζεται με την διοίκηση και το φρένο με τον δικαστή). Με βάση την παλιά τεχνολογία, το φρενάρισμα ήταν απότομο, ενώ με βάση την νέα τεχνολογία (ABS) το φρενάρισμα είναι σταδιακό (σαν πατάω-αφήνω, πατάω- αφήνω) ένεκα ρυθμισμένων παρεμβάσεων. Όπως το αμάξι δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο με φρένο, έτσι και το διοικητικό «όχημα» δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο με τον δικαστή. Αν ο νομοθέτης και η διοίκηση έχουν λάβει τον πρωτογενή ρόλο πάντως, είναι θεμιτό ο δικαστής δευτερογενώς να ρυθμίσει το νομοθετικό και διοικητικό έργο κατά τρόπο δημιουργικό, προσθέτοντας κάτι νέο. Πρβλ. στα χαρτοπαίγνια ακολουθείται πάντα μια σειρά μεταξύ των παικτών. Κάθε παίκτης δεν μπορεί να παραβιάσει αυτήν την σειρά, μπορεί όμως να προσθέτει δημιουργικά κάθε φορά κάτι στο παιχνίδι με βάση τα φύλλα του. Ομοίως και στις κρατικές λειτουργίες, δεν πρέπει να μείνουμε προσηλωμένοι απολύτως στο δόγμα του Μοντεσκιέ («το στόμα του νομοθέτη»), αλλά μπορεί και ο δικαστής πρωτογενώς να προσθέσει κάτι. 3) Αυτοπεριορισμός του δικαστή: με μια αναλογική προσέγγιση ο δικαστής να παρεμβαίνει με τον λιγότερο δυνατό κάθε φορά τρόπο ΣτΕ 31/2000 (Επιτροπή Αναστολών): Υπόθεση Αλί-Αλί – Συνθήκη της Γενεύης για τα δικαιώματα του Πρόσφυγα (δεν περιλαμβάνεται στο φάκελο των υποθέσεων, διδάχθηκε προς κατανόηση του συστήματος της ΠΔΠ). Η ελληνική διοίκηση είχε αρνηθεί την χορήγηση ασύλου. Ο Αλί αιτήθηκε οριστικής και δικαστικής προστασίας με το επιχείρημα ότι εάν η Ελλάδα δεν του χορηγήσει άσυλο και αναγκαστεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για την ζωή και την ακεραιότητα του (αρχή της μη επαναπροώθησης, non-refoulement). Είναι αυτονόητος ο ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της βλάβης του αιτούντος, ιδίως όταν μιλούμε για το σπουδαιότατο έννομο αγαθό της ζωής. ΠΡΟΣΟΧΗ! Η μη χορήγηση ασύλου δεν είναι νόθος αρνητική διοικητική πράξη. Το ΣτΕ παρ’ όλα αυτά έπρεπε να βρει έναν τρόπο να αποτρέψει την επαναπροώθηση του Αλί και την εξ αυτής συναγόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη. Έτσι, βρήκε διέξοδο βάσει αρ. 52 §8 ΠΔ18/1989 επιφέροντας όχι αναστολή εκτέλεσης αλλά λαμβάνοντας «κάθε πρόσφορο μέτρο». Ποιο ήταν αυτό; Αφαίρεσε από τη Διοίκηση τη δυνατότητα να Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος εκδώσει νέα διοικητική πράξη με έρεισμα την πράξη άρνησης χορήγησης ασύλου που να αφορά τον Αλίκαι χορήγησε σε εκείνον πράσινη κάρτα βάσει της Σύμβασης της Γενεύης και άλλων ειδικών διατάξεων, ώστε να απολαμβάνει οικονομικής βοήθειας και να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπήςτου διαβίωση. Εν προκειμένω, εφόσον δεν χορηγήθηκε άσυλο, επόμενο θα ήταν να εκδοθεί σχετική πράξη υλοποίησης της απομάκρυνσης του από την χώρα (ήτοι πράξη απελάσεως). Πρακτικά, ο Αλί σώθηκε και δεν χρειάστηκε να φύγει πίσω στην χώρα καταγωγής του, χωρίς όμως. Εδώ το πάνω όριο θα ήταν η χορήγηση ασύλου από τον δικαστή και το κάτω όριο θα ήταν η απόρριψης του αιτήματος παροχής ΠΔΠ. Τυπικά δεν χορηγήθηκε ποτέ άσυλο (άρα δεν παραβιάστηκε το Σ26), παγιώθηκε όμως μια κατάσταση και ο Αλί τελικώς σώθηκε.

ΣτΕ 38/2018 (απόφαση φακέλου) – Πραγματικά περιστατικά: Μια εταιρία αιτήθηκε στον Υπουργείο Οικονομικών παράταση της επενδυτικής διαδικασίας λόγω ανωτέρας βίας. Το Υπουργείο Οικονομικών δεν απάντησε και παρήλθε άπρακτη η 3μηνη προθεσμία→ σιωπηρή αρνητική διοικητική πράξη, άρα όχι νόθη αρνητική. Οι σχετικοί νόμοι για το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα προέβλεπαν σταδιακές χρηματοδοτήσεις και περιοδικός έλεγχος με την εκπόνηση έκθεση από την αρμόδια υπηρεσία. Σε περίπτωση μη δυνατής προόδου του επενδυτικού έργου λόγω πλημμέλειας του επενδυτή προβλεπόταν ανάκληση προγράμματος (τεράστιο οικονομικό πλήγμα για επενδυτές, αφού υπήρχε σε τέτοια περίπτωση υποχρέωση επιστροφής της κρατικής χρηματοδότησης) Βέβαια, μόνη η οικονομική βλάβη δεν αρκεί για χορήγηση αναστολής εκτέλεσης. Αν όμως, δεν ήταν δυνατή η πρόοδος του επενδυτικού έργου για λόγους ανωτέρας βίας, υπήρχε η δυνατότητα αίτησης παράτασης. Οι εν λόγω επενδυτές, υπέβαλλαν τέσσερις φορές αίτημα παράτασης του έργου λόγω ανωτέρας βίας στο Υπουργείο Οικονομικών και το τελευταίο απέρριψε σιωπηρώς. Οι επενδυτές αφότου από λάθος έκριναν την διαφορά ουσιαστική, το δικαστήριο που έλαβε το ασκηθέν ένδικο βοήθημα παρέπεμψε στο ΣτΕ και η υπόθεση εκδικάσθηκε ως εξής: Επρόκειτο για γνήσια ή νόθο αρνητική πράξη λαμβάνοντας υπόψη την τετραπλή άρνηση του Υπουργείου Οικονομικών; Το δικαστήριο κατέφυγε πάλι στο αρ. 52§8 πδ.18/1989 διατυπώνοντας το ίδιο σκεπτικό και με υπόθεση Αλί- Αλί μόνο που εδώ δεν διακυβευόταν η ζωή ενός ανθρώπου, αλλά το κλείσιμο μιας εταιρίας. Ποιο ήταν εδώ το «κατάλληλο μέτρο»; (μελέτη απόφασης)Ουσιαστικά, επανέλαβε πως η άρνηση δε μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση πράξεων ανάκλησης άδειας και αναδρομικής διεκδίκησης των χρηματικών ενισχύσεων που δόθηκαν.

➔ Τι ισχύει με τις επιφυλάξεις στις σύνθετες διοικητικές ενέργειες; • Διαγωνισμός για διορισμό στο δημόσιο: είναι δυνατόν να προσβληθεί και χωρίς διατύπωση επιφυλάξεων • Διαγωνισμός για δημόσια έργα: μόνο με προηγούμενη διατύπωση επιφυλάξεων Πρακτικά, όταν εκδίδεται η πράξη της προκήρυξης του διαγωνισμού, συνήθως υπάρχει ρήτρα «οι συμμετέχοντες μετέχουν στο διαγωνισμό ανεπιφυλάκτως».

2ο ΖΗΤΗΜΑ: ΤΟ ΑΝΕΛΕΓΚΤΟ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΟΡΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΘΕΩΡΙΩΝ ❖ Θεωρία του αυτοπεριορισμού του μονάρχη (Γερμανία): δεν διατυπώνει η θεωρία ή οι νόμοι τα απώτατα όρια. Μόνος του ο δικαστής-μονάρχης θα κρίνει και θα αυτοπεριοριστεί αναγνωρίζοντας την τεράστια δύναμη του (Bundesverfassungsgericht-βλ. και εισαγωγικό μάθημα για τον Οδυσσέα και τις σειρήνες). Αυτό συμβαίνει γιατί είναι κυρίαρχος. Το τεκμήριο συνταγματικότητας του νόμου αποτελεί έκφανση αυτής της θεωρίας.Πού αλλού ιστορικά υπήρξε τέτοιος αυτοπεριορισμός; Μονάρχης (εδώ Όθων) παραχώρησε Σύνταγμα. ❖ Θεωρία των πολιτικών ζητημάτων (political questions-ΗΠΑ): ο δικαστής δεν παρεμβαίνει στα πολιτικά ζητήματα. Το SupremeCourtαρνήθηκε να ασκήσει δικαστικό έλεγχο σε ζητήματα πολιτικής φύσης. Δεν υπάρχει κριτήριο. Κρίνεται ad hoc. ❖ Θεωρία των κυβερνητικών πράξεων (Γαλλία – Ελλάδα): Καθεαυτές πράξεις διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας, δηλαδή πράξεις που εκδίδονται στηριζόμενες σε πολιτικά ελατήρια. Ο κυβερνητικός τους χαρακτήρας είναι μη υποκείμενος σε ακυρωτικό έλεγχο βάσει αρ.45 παρ.5 π.δ.18/1989. Πρακτικά δεν υπάρχει πλήρης ορισμός και στην νομολογία επικρατεί περιπτωσιολογία. Όταν ο δικαστής αυτοπεριορίζεται κατά το δοκούν, αυτό συνιστά θεμιτή αρνησιδικία ως έναν βαθμό. Η έλλειψη δικαστικού ελέγχου δε σημαίνει ότι η κυβερνητική πράξη δεν παράγει συνέπειες εξ αντανακλάσεως. Παράγει μεν, απλώς αυτές δεν ελέγχονται δικαστικώς εκ της φύσεως τους. Αυτό δεν αποκλείει άλλου είδους έλεγχο (λ.χ. κοινοβουλευτικό) ή δεν συνεπάγεται αυτοδέσμευση του εκδιδόντος οργάνου να τηρεί το Σύνταγμα και τους νόμους22. Παραδείγματα κυβερνητικών πράξεων: o Απονομή χάριτος από ΠτΔ o Interna corporis Βουλής o Διορισμός κυβέρνησης o Προκήρυξη δημοψηφίσματος o Πράξεις σχετικές με διεθνείς σχέσεις κλπ. Για τις πράξεις αυτές δεν είναι δυνατή η αίτηση ακυρώσεως. Υπάρχει δυνατότητα ελέγχου αυτών με άλλον τρόπο; Πχ. με αγωγή αποζημίωσης;(πρβλ. έλεγχος αποσπαστών πράξεων των κυβερνητικών πράξεων). Γενικότερα, όλη αυτή η ασάφεια και αστάθεια της νομολογίας οδηγεί σε ανασφάλειας δικαίου. Το κράτος δικαίου συνδέεται με την συρρίκνωση των πολιτικών τόπων και των κυβερνητικών πράξεων.Η παρούσα κατάσταση αποτελεί δείγμα ανωριμότητας του κράτους δικαίου. Για το δημοψήφισμα 5ης Ιουλίου του 2015→ ΣτΕ 2781 /2015 (δεν περιλαμβάνεται στον φάκελο) Με την απόφαση αυτή το ΣτΕ έσπασε κάθε ρεκόρ μη καθυστέρησης. Η υπόθεση εκδικάσθηκε σε 3 ημέρες. Γιατί; Είχε ξεσπάσει «εν είδει εμφύλιος εν Ελλάδι». Σε ό, τι αφορά την δικονομία της απόφασης, κατ’ αρχήν δεν υπήρχε δυνατότητα ασκήσεως παρεμβάσεων. Γιατί; Ο νόμος «Οι επιδράσεις του Ενωσιακού Δικαίου στον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων», Κ. Γιαννακόπουλος 22

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος λέει να ασκείται παρέμβαση 6 μέρες πριν την δικάσιμο. Η υπόθεση εκδικάσθηκε σε 3 ημέρες οπότε πρακτικά δεν υπήρχε το χρονικό περιθώριο για άσκηση παρέμβασης. Τελικά, βέβαια είπε το ΣτΕ ότι δεν θα τηρηθεί η προθεσμία των 6 ημερών σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως η εν λόγω. Ποιός ελέγχει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος; Το ΣτΕ; Το ΑΕΔ; Προσβλήθηκε ως διοικητική πράξη η προκήρυξη του δημοψηφίσματος. Θεωρήθηκε κυβερνητική πράξη και δεν ελέγχθηκε ! ΟΜΩΣ, αν κάνουμε μια ακραία υπόθεση ( δημοψήφισμα για κάποια ακραία θεσμική αλλαγή ή για σοβαρή προσβολή δικαιωμάτων, π.χ. να καούν ζωντανοί οι αλλοδαποί μιας χώρας) πάλι το ΣτΕ θα αποφαινόταν υπέρ του ανελέγκτου των κυβερνητικών πράξεων; Έστω ότι απειλείτο η ίδια του η θεσμική υπόσταση (δημοψήφισμα για την κατάργηση του ΣτΕ) θα αποφαινόταν πάλι το ίδιο (έντονη ειρωνεία); Είναι έκδηλος, λοιπόν, ένας έντονος ρεαλισμός του δικαστηρίου. Διαθέτουν ρήτρα διαφυγής; Είναι απλώς ένα δικαιολογητικό άλλοθι το ανέλεγκτο; Μπορεί να γίνει δημοψήφισμα για: -

-

-

Πόλεμο με Τουρκία; Όχι, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και γενικής διαβούλευσης αφού αφορά κυβερνητικά απόρρητα, την εξωτερική πολιτική της χώρας και άλλωστε προϋποθέτει τεχνικές γνώσεις που δεν μπορεί να διαθέτει ο κάθε πολίτης Εξαιρετικά τεχνικό θέμα που απαιτεί επαρκή αντικειμενική πληροφόρηση και εξειδικευμένη γνώση Ομοφυλόφιλους; Όχι, γιατί αφορά σε δικαιώματα τα οποία εκ της φύσεως τους είναι αντιπλειοψηφικά, είναι εκεί έστω και για τον 1 (!) και άρα δεν μπορεί να αποφασίζει το πλήθος για την τύχη των δικαιωμάτων. (εγγυήσεις δικαιωμάτων και ελευθεριών όχι αντικείμενο δημοψηφίσματος) Δημοσιονομικά ζητήματα; Εάν πρόκειται για συμβουλευτικό δημοψήφισμα ναι. Εάν πρόκειται για αποφασιστικό δημοψήφισμα όχι (!) βάσει Σ44παρ.2β

Απόφαση για την Συνθήκη των Πρεσπών → ΣτΕ 2615-2616/2015: -

Έκανε χρήσιμη ιστορική αναδρομή της πορείας της Γιουγκοσλαβίας 1993 ενδιάμεση συμφωνία Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι τίποτα παραπάνω πέρα από υλοποίηση μιας δέσμευσης διαπραγματεύσεων Το ΣτΕ πάλι είπε είναι κυβερνητική πράξη και δεν απεφάνθη. Αφήνει όμως την πόρτα ανοιχτή για να ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης αναλογικά με την απαλλοτρίωση

Αν η βλάβη ήταν αντανακλαστική και όχι άμεση θα μπορούσε να υπάρξει κυβερνητική πράξη; Το ΔΕΕ και το ΕΔΔΑ σε περιπτώσεις που θίγεται κατ’αυτόν τον τρόπο δικαίωμα τείνουν να περιορίζουν τη δυνατότητα του δικαστή να επικαλείται τη θεωρία των κυβερνητικών πράξεων, διότι έτσι διαφεύγει του ελέγχου. Η μειοψηφία των αποφάσεων είπε πως βρισκόμαστε σε μια παιδική ηλικία του δικαστικού ελέγχου. Πρέπει να ωριμάσουμε γιατί θέλοντας και μη όλα έχουν μια πολιτική διάσταση. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Διαφορά κυβερνητικών πράξεων vsμέτρα εσωτερικής οργάνωσης (πχ. αποβολή μαθητή από Διευθυντή του σχολείου): οι κυβερνητικές πράξεις έχουν έντονη πολιτική σημασία, ενώ τα μέτρα εσωτερικής οργάνωσης μολονότι είναι ανέλεγκτα εντούτοις είναι συνήθως ασήμαντα. Εξαίρεση: αποβολή μαθητή και αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος→ εδώ μετατρέπεται σε αίτηση ακυρώσεως. Άρα, τελικώς το κριτήριο είναι η σπουδαιότητα του ζητήματος.

10η Εβδομαδα 27ο Μάθημα

Τρίτη

14/05/2019

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ Η Ε.Ε. ΕΝΑΣ SUI GENERIS ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ

•

Ιστορική αναδρομή (Γεραπετρίτης): Επέκεινα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της λήξης του Ψυχρού Πολέμου (ρήξη ανάμεσα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες και στη Σοβιετική Ένωση), τα ευρωπαϊκά κράτη έχοντας πληγεί βαθιά βρίσκονται πλέον σε φάση ανασυγκρότησης. Περνάμε, λοιπόν, σε ένα στάδιο ανασύνθεσης της ευρωπαϊκής δικαιοταξίας. Έχοντας βιώσει η Ευρώπη τον πλήρη διχασμό, πρωταρχικό αίτημα της ήταν να εμποδιστεί στο εξής οποιαδήποτε εχθροπάθεια στους κόλπους της. Η συζήτηση ξεκίνησε αμέσως μόλις τελείωσε ο πόλεμος, όπου νικητές και ηττημένοι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι. Σηματοδοτήθηκε τότε η έναρξη μιας νέας διεθνούς δικαϊκής τάξης, στην οποία θα συμμετείχαν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Κινήθηκαν γύρω από δύο βασικούς πυλώνες – συνιστώσες που θα έπρεπε να αποτελέσουν τη βάση κάθε πολιτεύματος για ειρηνική κοινωνική συνύπαρξη: 1) Δημοκρατική αρχή 2) Κράτος δικαίου

Έχοντας παρέλθει και η περίοδος του μεσοπολέμου (όπου έκδηλη ήταν η αρχή της κρατικής κυριαρχίας), έγινε εμφανές ότι η αρχή αυτή δεν επαρκεί. Έτσι, αντί να έχουμε διαιρέσεις προέκυψαν συνθέσεις. Πρώτη βασική διαπίστωση (που ήταν έκδηλη στη λογική των κρατών και πριν τους πολέμους- όχι μόνο τώρα) είναι η αναγκαιότητα ισχυρής οικονομίας προκειμένου να επέλθει η ανάπτυξη ενός κράτους (εξάλλου ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έγινε για τον έλεγχο των πηγών ενέργειας και ιδίως του άνθρακα τότε). Προέκυψε, λοιπόν στην φάση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανάγκη δημιουργίας μια κοινής, ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη θα επωφελούνταν από μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά όπου θα

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος κινούνταν τα κεφάλαια. Αυτή η σύζευξη δημοκρατίας και οικονομίας οδήγησε στη δημιουργία της πρώτης μορφής Ένωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 3 Βασικές Συνθήκες: 1) Συνθήκη Άνθρακα και Χάλυβα (υπεγράφη 18 Απριλίου 1951 και ετέθη σε ισχύ 23 Ιουλίου 1952), ως η ιδρυτική συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ένωσης (ΕΟΚ): Συνθήκη των Παρισίων –Δ. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Χώρες Benelux (Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία). Περιορισμένες αρμοδιότητες ενωσιακών οργάνων (ο άνθρακας και ο χάλυβας ήταν οι τότε πηγές ενέργειας). Στόχοι: ενιαία αγορά, άρση φραγμών στην κίνηση κεφαλαίων, άρση οικονομικών συνόρων, άνθιση εμπορίου. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια υπερεθνική δομή, ένα νέο μόρφωμα υπερεθνικού δικαίου το οποίο κατ’ αρχήν είχε οικονομικό χαρακτήρα (δηλαδή τα κράτη απεκδύθηκαν ένα κομμάτι των αρμοδιοτήτων τους και τα παραχώρησαν στην Ένωση). 2) Συνθήκη του Μάαστριχτ (7 Φεβρουαρίου 1992), περισσότερο γνωστή ως Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ): τάση διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Όχι μόνο οικονομικός στόχος.Στην πορεία άρχισε να διευρύνεται ο κύκλος των απονεμημένων αρμοδιοτήτων υπερεθνικού χαρακτήρα και έτσι η Ένωση απέχτησε και θεσμική διάσταση. Κατ’ ουσίαν μετουσίωσε το αρχικό αίτημα των κρατών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να υπάρξει ένας υπερεθνικός θεσμικός εγγυητής που θα αποτελέσει το ανάχωμα μεταξύ των κρατών. 3) Συνθήκη της Λισαβόνας (13 Δεκεμβρίου 2007), περισσότερο γνωστή ως Μεταρρυθμιστική Συνθήκη που επέφερε τροποποιήσει σε ΣΕΕ και ΣΛΕΕ: Πέραν του οικονομικού χαρακτήρα που αναλύθηκε παραπάνω, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε πεδίο κατοχύρωσης μιας νέας μορφής δικαιωμάτων(βάσει των Συνθηκών 2 και 3), τα οποία όλα συνέχονται με την ελευθερία κίνησης (κεφαλαίων, αγαθών και πλέον υπηρεσιών και προσώπων). Η Ένωση απέκτησε νέα δυναμική και πρωτίστως νέο υποκείμενο δικαίου (φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων), που είναι ο Ευρωπαίος Πολίτης. Έτσι, ενώ μέχρι πρότινος τα εθνικά κράτη είχαν εστιάσει σε ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα εντός της εσωτερικής έννομης τάξης, η Ένωση εμπλούτισε τη λίστα και με νέα δικαιώματα του Ευρωπαίου Πολίτη (πχ. οικονομικά δικαιώματα, μεταναστευτικά δικαιώματα, δικαίωμα στο περιβάλλον, δικαιώματα συνδεόμενα με τις νέες τεχνολογίες, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διακρατική αντιμετώπιση ηλεκτρονικού εγκλήματος κλπ). (Στην Ελλάδα έχουμε υιοθετήσει τη θεωρία του Δυισμού ως προς τις σχέσεις διεθνούς και εσωτερικής έννομης τάξης) Κάθε αρμοδιότητα που απολαύει η Ε.Ε. έχει απονεμηθεί από τα κράτη μέλη. Παλιά, υπερίσχυε η αρχή της κρατικής κυριαρχίας. Εφόσον, διαπιστώθηκε ότι αυτό το μοντέλο απέτυχε, το κάθε κράτος οφείλει να μεταφέρει ένα κομμάτι των αρμοδιοτήτων στα υπερεθνικά όργανα. Αυτή λοιπόν η αποκόλληση ενός μέρους της ρυθμιστικής του ύλης από την εθνική μήτρα επιφέρει μια ριζική τομή στα πράγματα, λαμβάνοντας υπόψη ότι μάλιστα οι αρμοδιότητες αυτές τείνουν να αυτονομηθούν και να αποκτήσουν δική τους αυθυπαρξία. Γιαννακόπουλος: Η Σοβιετική Ένωση ήταν πιο πλουραλιστική ως προς τις αξίες και την ιδεολογία της. Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρξε πλήρης κατίσχυση της φιλελεύθερης ιδεολογίας στους κόλπους της Ευρώπης. Την ιδεολογία αυτή υιοθέτησε και η Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Ε.Ε. (πρβ. τα ιδρυτικά κράτη). Το Ιταλικό Σύνταγμα είναι ίσως από τα πολύ λίγα που μπόρεσε να συνδυάσει την φιλελεύθερη δημοκρατία με τα στοιχεία κοινωνικού κράτους. Από το 1950 και έπειτα κυριαρχούν ο ατομοκεντρισμός των οικονομικών φορέων και η προσωπική αυτονομία του ατόμου. Πώς αντιμετώπισαν τα εθνικά κράτη την τάση διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της ΕΕ; Αμύνθηκαν! Η αρχή της υπεροχής πρώτη φορά διατυπώθηκε σε νομολογία του ΔΕΕ γύρω στη δεκαετία του 60’. Τα κράτη δεν ήθελαν να απωλέσουν ένα κομμάτι εθνικής τους κυριαρχίας. Η κατάσταση οξύνθηκε και με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (μετά το 90’), όπου και παγιώθηκε η εν λόγω αρχή. Εντούτοις, ακόμη και σήμερα υπάρχουν εθνικά δικαστήρια που τραβούν τη διελκυστίνδα όλο και πιο πολύ προς το μέρος τους, δίχως να αποδέχονται την ανώτερη ισχύ της ΕΕ (πρβλ. Bundeverfassungsgericht,το Συνταγματικό Δικαστήριο στη Γερμανία). Πάντως, για τα περισσότερα κράτη, η υποχώρηση του εθνικού Συντάγματος είχε ήδη σιγά-σιγά αρχίσει να λαμβάνει χώρα. Για ποιες πηγές δικαίου μιλάμε; 1) Πρωτογενές Δίκαιο ΕΕ, 2) ΕΣΔΑ και 3) μορφώματα διεθνούς δικαίου που διεκδικούν να αυτονομηθούν απ’ το δημόσιο διεθνές και να συνταγματοποιηθούν (βλ. Διεθνείς Συμβάσεις). Δρόσος: Μέχρι τη δεκαετία του 50’-60’ υπήρχε καθαρότητα των εννοιών και τη σχέσης μεταξύ των πηγών δικαίου (κελσενικό μοντέλο ιεραρχίας). Μετά αυτό άλλαξε γιατί το επέτρεψαν οι Συνθήκες. Πχ. πλέον σήμερα δικαίωμα κοπής νομίσματος (κατ’ εξοχήν μορφή άσκησης δημόσιας εξουσίας) δεν έχουν πλέον τα κράτη, αλλά η Ένωση. Ποιο είναι το εν ευρεία συνταγματικό πλαίσιο από το 2010 και μετά και ποιο ο μηχανισμός παραγωγής βούλησης του οργάνου, νομικής της ένδυσης και εκτέλεσης της ως πολιτική απόφαση; Ας ανατρέξουμε στην ελληνική συνταγματική ιστορία. Είσοδος στην ΕΟΚ το 1981. Το 2009 συνέβη η εξής παραδοξότητα: θριαμβευτική νίκη ΠΑΣΟΚ (Γ. Παπανδρέου) στις εκλογές, αλλά μηδαμινά τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους. Έτσι, είχαμε μια Ελλάδα που είχε μεν δημοκρατικό πολίτευμα (όχι χούντα), είχε ένα ΣτΕ που προστάτευε αυστηρά τα δικαιώματα, αλλά συγχρόνως η χώρα ήταν στα όρια της χρεωκοπίας. Ανάγκη δανεισμού: υπάρχει εσωτερικός και εξωτερικός. Δεν αγόραζε κανείς ομόλογα άρα αναγκαστικά επιδιώχθηκε εξωτερικός. Οι οικονομολόγοι λένε ότι μια υγιής οικονομία είναι σε θέση να αποπληρώσει μέχρι δάνεια ύψους 6%. Η Ε.Ε. μπορούσε να χορηγήσει τόσα ποσά ούτως ώστε να λυθεί η οικονομική δυσχέρεια της Ελλάδας, αλλά δεν είχε την θεσμική υποχρέωση να το κάνει αυτό. SOS αρ.125ΣΛΕΕ : Η ΕΕ απαγορεύεται να καλύψει η ίδια τα χρέη των κρατών μελών της (no bail out). Εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρ.122 ΣΛΕΕ (φυσικές καταστροφές, ανωτέρα βία, καταστάσεις εκτός κρατικού ελέγχου), τότε μπορεί να βοηθήσει η ΕΕ (φυσικά η κακή διαχείριση δεν εμπίπτει στις κατηγορίες αυτές). Γιατί; Θεωρία ηθικού κινδύνου (moral hazard). Αποτροπή από παράλογες σπατάλες και εκμετάλλευση της ΕΕ. KarlSchmidt: Κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την εξαίρεση (πότε έχω κανόνα- πότε έχω εξαίρεση). Εδώ τις μείζονες αποφάσεις έλαβε η Γαλλία και η Γερμανία. Υπήρξε μια σοβαρή (!) δομική ασυμμετρία από πλευράς της ΕΕ. Άφησαν χώρες, όπως Πορτογαλία, Ελλάδα με αδύναμη οικονομία να δανείζονται με όρους Γερμανίας, με το πρόσχημα του κοινού νομίσματος και μετά δυσκολεύτηκαν πολύ να τα αποπληρώσουν (Λύση: Θα παίρνετε χρήματα, αλλά σταγόνα-σταγόνα, εφόσον αποδείξετε ότι προχωράτε με ρυθμούς ακμάζουσας οικονομίας). Πρβ. ν.4046/2012 (το κομμάτι του νόμου που είναι στα ελληνικά αποτυπώνει το διαρθρωμένο πρόγραμμα που έχει ορίσει η ΕΕ, το οποίο μέχρι πρότινος ρυθμιζόταν από το κράτος, ως υπαγόμενο σ’αυτό που ορίζει το Σ82 («την γενική πολιτική της χώρας προσδιορίζει η κυβέρνηση»). Πλέον, αυτά προσδιορίζει ο ESM (European Stability Mechanism), ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με σκοπό την χρηματοδότηση της ΕΕ για τα 19 Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος μέλη της Ευρωζώνης (τυπικά δεν ταυτίζεται με τα όργανα της ΕΕ)και ο EFSF(European Financial Stability Facility), ως όργανο ειδικού σκοπού (εδρεύουν και τα δύο στο Λουξεμβούργο), που εγγυώνται ανεκκλήτως ότι εάν δεν πληρωθούν οι δόσεις των δανείων, θα παραχωρηθούν από αμφότερα. Ο ESM ιδρύθηκε με αφορμή την οικονομική κρίση της Ελλάδας, ούτως ώστε ως δανειστής να χρηματοδοτεί το ίδιο τα κράτη που δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση τους χωρίς ωστόσο να παραβιάζεται το “nobailout” που κατά γράμμα απαγορεύει την χρηματοδότηση από όργανα της ΕΕ. Όμως, τα ίδια φυσικά πρόσωπα ίδρυσαν τον ESMκαι χρηματοδότησαν την Ελλάδα. Δεν δημιουργήθηκε θέμα; Πώς ρυθμίστηκε ο τρόπος αποπληρωμής των δανείων; Με συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις μεταξύ ESM, Επιτροπής και ΔΝΤ που όλοι μαζί επιβλέπουν και αξιολογούν την Ελλάδα. Οι Συμβάσεις Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δεν είναι διεθνείς συμβάσεις. Τι απάντηση έδωσε η ΕΕ; Απάντησε με 4 υβριδικές μορφές δ.ο. που δανείζουν χρήματα χάριν της σταθερότητας. Το πιο αξιοσημείωτο απ αυτά είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας (πρβ. Σ58)- διαδικασία ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής- παρατηρήσεις για προϋπολογισμούς. Για να δοθεί μια δόση απαιτείται έγκριση από την Τρόικα (ένα άτυπο όργανο) ασχέτως ότι το όργανο αυτό αποτελούν τα ίδια φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν και στην Ευρώ-ομάδα(Eurogroup) και είναι όργανα του ESM. Ένα άτυπο όργανο όμως δεν μπορεί να εκτελεί αποφάσεις. Ποιο είναι το υποκείμενο που παίρνει την απόφαση; Δεν υπάρχει σαφήνεια κανόνων δικαίου. Τα ίδια φυσικά πρόσωπα που συνεδριάζουν στο άτυπο όργανο (Eurogroup) είναι που διοικούν και αποφασίζουν με διαφορετικές θεσμικές αρμοδιότητες. Ερώτημα: Γιατί επέτρεψαν στην Ελλάδα να δανειστεί με τέτοια ελευθερία γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι έχει αδύναμη οικονομία; Υπήρχε τόσο τυφλή εμπιστοσύνη ότι θα ανακάμψει και θα τα αξιοποιήσει δημιουργικά ή συνειδητά την άφησαν να χρεωκοπήσει; Μπορούσαν να πουν «δεν πληρούνται τις προϋποθέσεις δανεισμού». Φυσικά για την κακοδιαχείριση ευθύνεται η Ελλάδα, αλλά αυτή η συναίνεση παροχής δανείου από την ΕΕ ενέχει ένα ποσοστό ευθύνης. Έγινε από αμέλεια ή από δόλο; («Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται»). Το σίγουρο είναι ότι η ΕΕ δεν είχε έλθει ποτέ πριν την περίπτωση της Ελλάδας στη θέση να χρειαστεί (και για την δική της επιβίωση) να «σώσει» ένα κράτος. Δημιούργησε έναν μηχανισμό διάσωσης που θα αξιοποιηθεί και στο μέλλον σε όποιο άλλος ευρωπαϊκό κράτος πτωχεύσει. Αυτή πάντως η πρωτόγνωρη «αμηχανία» της ΕΕ καταδεικνύει και δικά της λάθη. Γιαννακόπουλος: Η δημοσιονομική κρίση επιτείνει τον εξευρωπαϊσμό των εθνικών εννόμων τάξεων - ανάσχεση και της πορείας συνταγματοποίησης της ΕΕ (σύνθετο μοντέλο παρόμοιο με του εθνικού συντάγματος περιλαμβάνοντας σχετικό κεφάλαιο για τους ρόλους των θεσμικών οργάνων και ισορροπία μεταξύ των εξουσιών τους). Υπήρξε η βάση για μια μελλοντική συνταγματοποίηση, αλλά απέχουμε πολύ από το να δημιουργηθεί μια ενιαία συνταγματική δομή. Ήταν πολύ κοντά να γίνει και πραγματικά, αλλά απέτυχε (δεν ήθελαν η Ολλανδία και η Γαλλία). Δεν κατάφερε να υπερασπιστεί την πορεία συνταγματοποίησης της, ούτε το κοινοτικό κεκτημένο βάσει ΧΘΔ/ΕΕ που διατυπώθηκε το 2000. Θα μπορούσε ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα να υποκαταστήσει το εθνικό; (προβληματισμός) Πάντως και σε δικαιοδοτικό επίπεδο, το ΔΕΕ δεν αποτέλεσε Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δικαστήριο. Ως υποκατάστατο, έμμεινε ο διάλογος εθνικών δικαστών με το ΔΕΕ με τον θεσμό του προδικαστικού ερωτήματος (αρ.267 ΣΛΕΕ: προδικαστική παραπομπή στον ενωσιακό δικαστή) μολονότι ο διάλογος αυτός δεν λειτουργεί πάντοτε ομαλά (εθνικός δικαστής μπορεί να αποφύγει να στείλει για να μην περισταλεί κι άλλο η εξουσία του- ενωσιακός δικαστής

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος πολλές φορές εκφέρει κρίση χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε εθνικής έννομης τάξης). Άρα, γεννάται ανασφάλεια δικαίου. Δρόσος: Υπάρχει άμεση εξάρτηση της χώρας από τους ευρωπαίους εταίρους (αυτοί κατ’ ουσίαν ασκούν την κρατική πολιτική). Αν είναι έτσι γιατί ψηφίζουμε; ➢

Υπόθεση Pringle, C-370/2012: είναι νόμιμη η χρηματοδότηση κράτους

μέλους της ΕΕ από τον ESM ή παραβιάζεται το “no bail out”; Ο κανόνας είναι το άρ.125ΣΛΕΕ περί απαγόρευσης της εξαγοράς χρέους κράτους μέλους από την ΕΕ. Όμως, λόγω της οικονομικής κρίσης άρχισαν οι ενισχύσεις προς κράτη οικονομικά ασθενέστερα για να μην καταρρεύσει τελείως το οικονομικό σύστημα. Η βοήθεια πραγματοποιήθηκε βάει όρων δανειακής σύμβασης (άρ.122ΣΛΕΕ).Επομένως, επιτρέπεται η χρηματοδότηση από τον ESM, υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη εφαρμόζουν υγιή οικονομική-δημοσιονομική πολιτική. Τελικώς, παρακάμπτουμε το 125 ΣΛΕΕ (μόνο αυτή η απόφαση είναι εντός ύλης όσον αφορά το κεφάλαιο της κρίσης) ➢ Υπόθεση Gauweiler, C-62/2014: νομιμότητα των OMT (outright monetary transanctions) που είχε αποφασίσει το συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σχετικά με το 123 ΣΛΕΕ (απαγόρευση στις εθνικές τράπεζες για υπερανάληψη ή κάθε άλλου είδους πιστωτικής διευκόλυνσης από την ΕΚΤ και συγχρόνως απαγόρευση απευθείας αγοράς εθνικών ομολόγων από ΕΚΤ, διότι αυτό θα συνιστούσε μη επιτρεπτή πιστωτική διευκόλυνση). Συμφωνήθηκε από ΕΚΤ και Μάριο Ντράγκι ότι πρώτα θα αγόραζαν τα ομόλογα άλλα κράτη μέλη πρωτογενώς και στη συνέχεια η ΕΚΤ στην δευτερογενή αγορά. Έτσι, ξεπεράστηκε ο νομικός κίνδυνος για αθέμιτες πιστωτικές ενισχύσεις από την ΕΚΤ. Αυτά είπε το ΔΕΕ απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου (το πρώτο που απέστειλε). Γιατί ελήφθησαν αυτές οι αποφάσεις υπέρ της Ελλάδος; Όχι επειδή ΕΕ τρέφει αγάπη για την Ελλάδα αλλά γιατί διακυβευόταν και η νομισματική σταθερότητα της Ένωσης εν συνόλω, όπως αυτό αποτυπώνεται στις αποφάσεις των δικαστηρίων με την φράση “To safeguard the stability of Euro area as a whole”! Η εξυγίανση της οικονομίας μέχρι πόσο μπορεί να θίξει το ατομικό μου δικαίωμα; (Αντοχή συντάγματος) Αφού υπάρχει η αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου, γιατί να έχουμε Σύνταγμα; → προβληματισμός Πλέον τα παραδοσιακά εργαλεία ερμηνείας των πηγών του Δικαίου δεν επαρκούν (κελσενικό μοντέλο). Έχουμε και ευθεία εισαγωγή της οικονομίας στο δίκαιο. Γιαννακόπουλος: Επιτακτικό είναι το αίτημα ασφάλειας δικαίου (τόσο ως προς τη διασφάλιση δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών όσο και σε οικονομικό επίπεδο). Άπαξ και μια χώρα χάραξε τον δρόμο της προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν έχει επιστροφή. Χώρες που επεδίωξαν την έξοδο από την ΕΕ, γίνεται αντιληπτό ότι δεν επετράπη, δεν είναι μια απλή διαδικασία (Grexit, Brexit και οι αντίρροπες τάσεις προς την ΕΕ). Πάντως, η Ελλάδα παραμένει στην ΕΕ χωρίς να μπορεί να ασκήσει το πρωταρχικό δικαίωμα της ΕΕ που είναι η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων (φαντάζει σαν να βρίσκεται κανείς σε κλαμπ γευσιγνωσίας και να μην του επιτρέπεται η δοκιμή φαγητού). Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Τι νόημα λοιπόν έχει το εθνικό Σύνταγμα αφού θα εφαρμοστεί ότι πει η Ένωση; Εάν ένα κράτος, όμως δεν έχει σύνταγμα θα αντιδράσουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί (πρβλ. Πολωνία). Γιατί; Απαιτείται να υπάρχει ένα εθνικό πρόγραμμα που να προβλέπει και τη δυνατότητα επίρριψης ευθυνών στα εθνικά όργανα, για όποια απόφαση ιδίως λαμβάνεται χωρίς την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, αλλά να προβλέπει και έναν μηχανισμό νομιμοποίησης των πράξεων στις οποίες θα προέβαινε και το ίδιο το κράτος ούτως ή άλλως (εάν δεν υπήρχε η ΕΕ) . Απαιτείται το Σύνταγμα επίσης για να αποδώσει και την ιδιαίτερη συνταγματική ταυτότητα του κάθε κράτους. Σε περίπτωση που ένα κράτος εκπέσει οικονομικά, υιοθετείται μια κουλτούρα συμμετοχής στην ευθύνη για να διασωθεί η ύπαρξη του και συγχρόνως για να μην παρασύρει και τις οικονομίες των λοιπών κρατών μελών. Γιατί τα κράτη υποχρεούνται να δεχθούν την διαρκή διεύρυνση της δύναμης της ΕΕ; Όταν μπήκαν στην ΕΕ γνώριζαν περί τίνος πρόκειται και συναίνεσαν να «δεθούν» στα ζητήματα νομισματικής πολιτικής γνωρίζοντας ότι εάν πορευόταν το καθένα μόνο του δεν θα μπορούσε εύκολα να ακμάσει. Σε οτιδήποτε είχαν μεγάλη ένσταση μπορούσαν να διατυπώσουν επιφυλάξεις (πχ. η Βρετανία διατύπωσε τις περισσότερες). Πάνω σε αυτή τη λογική δικαιολογείται η υπεροχή του Ενωσιακού Δικαίου.

Πέμπτη

28ο Μάθημα

16/05/2019

Γεραπετρίτης- Γιαννακόπουλος Ε.Ε.: Νέο μείγμα κανόνων- νέο δικαϊκό προϊόν – έχει και επικαλύψεις και αντιφάσεις προς τα εθνικά. Πλέον έχει ξεπεραστεί η παραδοσιακή, αυστηρή ιεραρχία των πηγών του δικαίου. Το κελσενικό μοντέλο (η κατώτερη πηγή να είναι σύμφωνη προς την ανώτερη) έχει υποστεί μια βαθύτατη πραγματολογική αλλοίωση. →Παλιά: τα κράτη είχαν κυριαρχία (imperium) →Πλέον: αυτή υποχωρεί στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου (τα κράτη παραχωρούν αρμοδιότητες στην ένωση) Η αρχή της υπεροχής διαχέεται σε όλους τους θεσμούς. Όμως, τα ενωσιακά όργανα μπορούν να αποφαίνονται μόνο για ζητήματα ενωσιακού δικαίου. Πάντως, τα τελευταίο τόσο πολύ έχει διεισδύσει στις εθνικές έννομες τάξεις που τείνει να ταυτιστεί με πεδίο άσκησης κρατικής πολιτικής. Παραδείγματα επέκτασης της επίδρασης της ΕΕ: -κοινοτικοί αλλοδαποί έχουν δικαίωμα ψήφου στις ελληνικές δημοτικές-κοινοτικές εκλογές (μπορούν να ψηφίσουν και με ελληνικό ψηφοδέλτιο) - αστική ευθύνη του δημοσίου για έκδοση δικαστικής απόφασης κατά παράβαση του Ενωσιακού δικαίου ή για παράλειψη ενσωμάτωσης οδηγίας της ΕΕ -ευθύνη ΑΔΑ → π.χ. Τράπεζα της Ελλάδος (λογοδοτούν σε ΕΕ, εν προκειμένω στην ΕΚΤ). Τι συνέβη πρόσφατα στην επικαιρότητα; Δήλωσε ο Διοικητής της Τράπεζας Ελλάδος «Φοβάμαι θα υπάρξει δημοσιολογικός εκτροχιασμός». Αντίδραση Τσακαλώτου. Όμως, όπως Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος είναι δομημένο το ευρωσύστημα στην κορυφή βρίσκεται η ΕΚΤ (έδρα στην Φρανκφούρτη) και από κάτω όλες οι άλλες εθνικές τράπεζες. Πρβλ. Σ80 (για κοπή νομίσματος) και ερμηνευτική δήλωση (!) που εισήχθη με την αναθεώρηση του 2001. Το δημοψήφισμα του 2015 είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα; (θεωρία ισορροπίας εξουσιών και αντιβάρων) Πολιτική αντίδραση της ΕΕ ήταν η κίνηση με τα capitalcontrol (σαν μια μορφή εκβιασμού: αν δεν συμμορφωθείς σταματώ τη χρηματοδότηση). Το πρόβλημα που εντοπίζεται στην ελληνική κοινωνία είναι η έλλειψη συνείδησης της έντασης και έκτασης της ενωσιακής διεύρυνσης (σαν κάποιος να είναι 40 χρόνια παντρεμένος και εντούτοις να συμπεριφέρεται ακόμη σαν εργένης).Πρόκειται για έλλειμμα τεχνοκρατικό και συγχρόνως πολιτικό. Από τον λαό συγχωρείται, όμως από πολιτικούς φορείς (πχ. Υπουργούς διαπραγματευτές στην Ευρωζώνη που εισήγαγαν νομοσχέδια μη σύμφωνα προς τις κατευθύνσεις της ΕΕ) δεν συγχωρείται. Από την άλλη και στην ΕΕ εντοπίζεται δημοκρατικό έλλειμμα (απουσία λογικής αντιπροσώπευσης και λογοδοσίας/ απουσιάζουν δομές ανάλογες με εκείνες των εθνικών κρατών). Για αυτό και όταν μιλούμε για την Ένωση δεν μπορούμε να εννοήσουμε ένα ενιαίο κράτος ή τον στενό σύνδεσμο που έχει μια ομοσπονδιακή δομή (π.χ. ΗΠΑ). Ακόμη και σε επίπεδο οργάνων δεν υπάρχει πλήρης αντιστοίχιση των ενωσιακών οργάνων προς τα εθνικά: Το κοινοβουλευτικό σύστημα της ΕΕ διαφέρει από το ελληνικό. Από τα ενωσιακά όργανα μόνο το Ευρωκοινοβούλιο έχει λαϊκή νομιμοποίηση. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (2009) μάλιστα ενισχύθηκε ο ρόλος του (κοινοβουλευτική αρχή- λογοδοσία της Επιτροπής στην Ευρωβουλή). Τα μέλη της Επιτροπής δεν απολαύουν άμεσης λαϊκής νομιμοποίησης. Δεν εκλέγονται, αλλά προτείνονται. Πώς; Δίδεται μια ψήφος εμπιστοσύνης από τα μέλη του EPεπί τη βάση δομών που θα δημιουργηθούν adhocτο Κοινοβούλιο. Στις Ευρωεκλογές οι εκλογείς ψηφίζουν άμεσα ή έμμεσα για την επόμενη Επιτροπή και τον Πρόεδρο της; Είναι αρκετά δύσκολο να λεχθεί αυτό γιατί το εκλογικό σώμα δεν γνωρίζει με σαφήνεια καθένα από τα μέλη του EPπου θα δώσει την ψήφο εμπιστοσύνης (για μελλοντικό σχηματισμό Επιτροπής) ούτως ώστε να ψηφίσει αναλόγως. Ομοιάζει ίσως θα έλεγε κανείς το σύστημα αυτό με εκείνο των εκλεκτόρων, με τη διαφορά ότι τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν συγχρόνως σοβαρότατες αρμοδιότητες επί το νομοθετικό έργο (δεν περιορίζονται μόνο στην ανάδειξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Ενωσιακά Όργανα Ευρωκοινοβούλιο Ψήφιση νόμων (άσκηση νομοθετικής εξουσίας) Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πλήθος αρμοδιοτήτων μεταξύ των οποίων (αποστολή συστάσεων στα κράτη, πρόταση νόμων, επίβλεψη κλπ) Σύνθετο όργανο

? (δεν υπάρχει πλήρης αντιστοιχία στις εθνικές έννομες τάξεις)

Ευρωπαϊκή Επιτροπή→ νομοθετική πρωτοβουλία (άσκηση νομοθετικής εξουσίας)

Κυβέρνηση (+ΠτΔ) νομοθετική πρωτοβουλία (άσκηση νομοθετικής εξουσίας)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

Εθνικά Όργανα Βουλή +ΠτΔ (άσκηση νομοθετικής εξουσίας)


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος άσκηση εποπτικού ελέγχου, επιβολή κυρώσεων (άσκηση εκτελεστικής εξουσίας)

άσκηση γενικής πολιτικής της χώρας και ελέγχου (άσκηση εκτελεστικής εξουσίας)

ΔΕΕ και ΕΔΔΑ Εθνικά Δικαστήρια Υποψήφιοι πρόεδροι της Κομισιόν (παλιά ήταν ο Γιούγκερ) είναι οι: -Μανφρεντ Βέμπερ : ομάδα φιλελευθέρων -Φρανς Τίμερμανς : ομάδα σοσιαλιστών -Μαργκαρέτε Βεστάγκερ (κλπ) Σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουμε ακόμη ένα ατελές κομματικό σύστημα, διότι είναι ακόμη ατελής ο ευρωπαϊκός δήμος. Δεν υπάρχει ομογενοποιημένη πολιτική αντίληψη. Αιωρούνται συγκεχυμένα θεσμικά ζητήματα και συγκεχυμένες θεσμικές καταστάσεις. Υπάρχει έλλειμμα ενωσιακής νομιμότητας στον μηχανισμό διάσωσης κρατών μελών που επτώχευσαν. Η ΕΕ δεν διαθέτει ήδη επαρκείς δομές ώστε να διαχειριστεί την εκάστοτε κρίση (τα «πυροσβεστικά» μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης ελήφθησαν εκτός ΕΕ από τις κυβερνήσεις). Οπότε, η ΕΕ (αρχικά τουλάχιστον) δεν συμμετείχε στην αντιμετώπιση της κρίσης. Επενέβη αργότερα υπερπηδώντας την αρχή “no bail out” (Η ΕΕ δεν σώζει οικονομίες που καταρρέουν). Λαμβάνοντας όμως υπόψη τις συνθήκες αναγκαιότητας που επικρατούσαν και την αρχή effet utile 23 που διέπει εντόνως όλο το Ενωσιακό Δίκαιο, γίνεται αντιληπτό πως δε γινόταν να αφήσουν την Ελλάδα στην δίνη της χρεωκοπίας. Αν υπήρχε γενικό δίχτυ ασφαλείας από ΕΕ όλα τα κράτη θα πτώχευαν για να τα σώσει η Ένωση (θεωρία ηθικού κινδύνου- moral hazard, ως μορφή αποτροπής της κρίσης στις περισσότερες χώρες). Από την άλλη η Ένωση προάγει και την αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών. Τελικώς εντοπίζονται γνήσιες αντιφάσεις στους κόλπους της ΕΕ. Από τη μια κάθε κράτος υιοθετεί διαφορετικές πολιτικές κι από την άλλη η ΕΕ επιδιώκει κοινή νοσμισματική πολιτική. Αλλά και σε επίπεδο διαχείρισης κρίσεων διακρίνεται από αντιφάσεις αφού στόχος της είναι το συνταίριασμα αλληλεγγύης και ηθικού κινδύνου και ακροβατώντας ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο υποπίπτει σε σφάλματα. Στηρίζοντας την Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2010 παραβιάστηκε το “no bail out” (η ίδια η Lagardπαραδέχθηκε ότι η εν λόγω παραβίαση έγινε ως ultimum refugium διαφορετικά δε θα σωζόταν το ευρώ). Υπόθεση Pringle: contra legem ερμηνεία →δικαστής: «και που παραβιάστηκε η αρχή no bail out δεν έγινε και τίποτα». Προσαρμογή των κανόνων (δέον) στην πραγματικότητα (είναι)! Σπάνιο, καθότι αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι το ανάποδο (προσαρμόζονται οι συνθήκες στον κανόνα). ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΣΥΜΜΕΤΡΙΑ ΤΗΣ Ε.Ε. 1) Έλλειμμα έγκαιρης διορθωτικής παρέμβασης 2) Οικονομική πολιτική σε τρία επίπεδα όπου δεν τα ασκεί όλα η ΕΕ αλλά κάποια αποκλειστικώς τα κράτη Η οικονομική πολιτική εν ευρεία έννοια

Εφαρμόζεται με σκοπό την ενιαία, ομοιόμορφη και αποτελεσματική ερμηνεία του δικαίου, ιδίως όταν το δίκαιο της ένωσης συγκρούεται με το εθνικό ή έρχεται να ρυθμίσει τομείς μερικώς εναρμονισμένους, ούτως ώστε οι ενωσιακές διατάξεις να μην καθίστανται κενό γράμμα και να παράγουν το μέγιστο επιθυμητό αποτέλεσμα 23

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Α) Νομισματική Πολιτική

Β) Δημοσιονομική πολιτική

Περιλαμβάνει την κοπή νομίσματος (ζήτημα απλό) και άλλα παρεπόμενα ζητήματα (τερατώδη στη σημασία τους). Τι θα γίνει αν κόψω παραπάνω νόμισμα; Πληθωριστικές τάσειςπροσωρινή ενίσχυση του ανταγωνισμού αλλά μακροπρόθεσμα αυξάνεται το χρέος. Στην Ευρωζώνη τη νομισματική πολιτική δεν την ασκεί το κράτος. Μπαίνοντας στην ΕΟΚ η Ελλάδα έχασε τη δυνατότητα που είχε στο παρελθόν να υποτιμά το νόμισμα της (δραχμή) για να γίνει πιο ανταγωνιστική στην οικονομία.

Γ) Οικονομική πολιτική εν στενή έννοια Το πώς το κράτος κάνει κατανομή εσωτερικών πόρων στη δημόσια πολιτική (πχ. παιδεία, υγεία, δημόσια διοίκηση κλπ). Αυτό μέχρι και σήμερα το ασκεί το κράτος και όχι η ΕΕ.

Σύνταξη προϋπολογισμώνσχέση εσόδων εξόδωνισοζύγια στα έσοδα- στις δαπάνες-στις εξωτερικές πληρωμές (παθητικόενεργητικό) και κυρίως αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το ισοζύγιο δανεισμού (εσωτερικός: με έκδοση ομολόγων) + (εξωτερικός: με δανεισμό από τρίτα κράτη). Η Ελλάδα επέλεξε το δεύτερο. Πριν την κρίση (2008) την δημοσιονομική πολιτική ασκούσαν από κοινού τα κράτη με ΕΕ (δηλαδή το κράτος έπαιρνε τις αποφάσεις και η ΕΕ απλώς ήλεγχε αν το κράτος κινούνταν εντός των ορίων του ΑΕΠ και αν το όριο είχε παραβιασθεί η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις. Το θετικό δανεισμού από ΕΕ ήταν η απουσία επιτοκίου.*** ***Προσοχή! Γαλλία και Γερμανία παραβίασαν το Σύμφωνο Σταθερότητας, εντούτοις επειδή δανείστηκαν για αναπτυξιακές δομές και όχι για καταναλωτισμό (όπως η Ελλάδαμε τόσα τοκοχρεολύσια- προς αποπληρωμή προηγούμενων δανείων) δεν οδήγησαν την οικονομία τους σε τέτοιο ακραίο σημείο ώστε να χρεωκοπήσουν. Πήγαν στο ΔΕΕ χωρίς όμως να υποστούν κάποια κύρωση (ευνοϊκή μεταχείριση δικαστηρίου). ***Αρ.50ΣΛΕΕ για έξοδο από ΕΕ: Δεν είναι εύκολη η έξοδος, ούτε αυτονόητη. Προϋποτίθεται η συμφωνία και των κρατών της ΕΕ (πρβλ. κίνηση για Grexit- Σύνοδος των Καννών- Σαρκοζί). Βέβαια, εάν όντως έφευγε η Ελλάδα από την ΕΕ θα κατέρρεε το τραπεζικό σύστημα της Γερμανίας (οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτό το Grexit) ***Σήμερα, στόχος ΕΕ είναι η ειρηνική επίλυση των προβλημάτων και όχι η εμπλοκή ενόπλων δυνάμεων (αποτροπή πολέμου). Λογίζεται μήπως ως οικονομικός πόλεμος; Στην Ελλάδα έγιναν capitalcontrols. Αλλού δε θα γινόταν (πχ Ιταλία δεν είναι εύκολο να κλείσεις τις τράπεζες). ***Ο δανεισμός στην Ελλάδα κατέληξε σαν μια τοξική εξάρτηση (ήταν απαραίτητος για να υπάρξει το κράτος) ***Ποια είναι η λέξη κλειδί για την κρίση; Αιρεσιμότητα – δράση υπό όρους (conditionality): θα σου δώσω χρήματα, αλλά με όρους προοδευτικούς (το εάν είναι όντως προοδευτικοί είναι Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ένα μεγάλο πολιτικό ζήτημα). Δηλαδή, σταδιακή χορήγηση δόσεων με όρους λιτότητας ούτως ώστε να αποδείξει το κράτος ότι συμμορφώνεται και σταδιακά ότι έχει ενδείξεις προόδου. Γιαννακόπουλος: Η Ελλάδα μπήκε στην ΕΕ γνωρίζοντας ότι δεν είναι ανταγωνιστική και ότι δεν θέλει ή δεν μπορεί να γίνει. Είναι σαν να πηγαίνει κανείς σε ένα καζίνο δίχως χρήματα και να φιλοδοξεί να παίξει στη μεγάλη ρουλέτα πλάι στους λοιπούς πλουσίους.Όταν ισχυριστεί την απουσία χρημάτων τον καθησυχάζουν οι γύρω ότι θα του δανείσουν με άνεση και χωρίς άγχος, αλλά στο τέλος καταλήγει υπερχρεωμένος. Κλείνοντας, το ελληνικό χρέος αποτελεί μόλις το 4% του πλούτου της ΕΕ και λιγότερο από το 1% του παγκοσμίου πλούτου (ομιλούμε για μια «παρανυχίδα» του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος). Αυτό το οποίο τελικά συνέβη δεν ήταν παρά μια λογική πολιτικής επιβολής!!

Παρασκευή

29ο Μάθημα

17/05/2019

Γεραπετρίτης- Γιαννακόπουλος Αρχή του ωφέλιμου αποτελέσματος (effet utile): Το δίκαιο να ερμηνεύεται κατά τέτοιον τρόπο ούτως ώστε να παράγει το βέλτιστο αποτέλεσμα στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου. Προκύπτει εδώ η ανάγκη εναρμόνισης των δικαίων μέσω μιας στάθμισης κόστους – οφέλους, ώστε να αποφεύγονται η ανασφάλεια δικαίου και η καταπάτηση δικαιωμάτων τρίτων. Δεν καλύπτει μόνο το αναγκαίο αλλά και το ωφέλιμο. Υπερβαίνει συνεπώς την αρχή της αναλογικότητας. Προϋποθέτει μια ολιστική ερμηνεία των εθνικών και ενωσιακών διατάξεων ώστε να εξαχθεί η ωφελιμότερη και αποτελεσματικότερη ad hoc κρίση. Ποια βήματα ακολουθούνται: -

-

Συνθήκη απονέμει μια αρμοδιότητα σε ένα ενωσιακό όργανο (πχ. Συνθήκη της Λισαβόνας) Μία δευτερογενής πηγή δικαίου θα εξειδικεύσει την εν λόγω επιταγή (Κανονισμός ή Οδηγία συνήθως) Τα κράτη μέλη ενσωματώνουν την εν λόγω πηγή στο εθνικό τους δίκαιο (αν πρόκειται για Κανονισμό δεν απαιτείται περαιτέρω κρατική ενέργεια ένεκα της άμεσης εφαρμογής και του άμεσου αποτελέσματος/ αν πρόκειται για Οδηγία απαιτείται κύρωση με τυπικό νόμο ώστε να εγκολπωθεί στον εθνικό κορμό αφού στερείται άμεσης εφαρμογής). Σε ένα δεύτερο επίπεδο τίθεται η ουσιαστική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου από τα υποκείμενα του κατά τρόπο ομοιόμορφο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελέγχει τα κράτη και αποδίδει ευθύνες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Τι γίνεται σε περίπτωση σύγκρουσης ενός Ενωσιακού και ενός εθνικού κανόνα δικαίου; - Αρχή της υπεροχής - Υπόθεση Simmental - Υποχωρεί ο εθνικός κανόνας Ενωσιακή και εθνική έννομη τάξη φαντάζουν σαν δύο ομόκεντρους κύκλους όπου από την μεν μεγάλη δεξαμενή της κρατική ύλης, ένα κομμάτι αποκολλάται και απονέμεται στην ΕΕ. Τα Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος τελευταία χρόνια εντοπίζεται μια τάση διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της ΕΕ και εμπλοκής της σε πεδία που υπάρχει έμμεση μόνον επενέργεια του δικαίου της. Π.χ.1 Ο καθορισμός του εκπαιδευτικού συστήματος ενός κράτους υπάγεται κατ’ αρχήν σε δικές του αρμοδιότητες. Έτσι, για παράδειγμα η Ελλάδα έχει επιλέξει δημόσια παιδεία τόσο ως προς την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όσο και ως προς την τριτοβάθμια σε επίπεδο ακαδημαϊκής κατάρτισης (Σ16). Το πτυχίο είναι συγχρόνως ένα ακαδημαϊκό και επαγγελματικό προσόν.Στο μέτρο που λογίζεται ως ακαδημαϊκό προσόν, άμεσα συνδεόμενο με το κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, η ΕΕ δεν εμπλέκεται. Εντούτοις, το πτυχίο αποτελεί και προϋπόθεση για την είσοδο στην αγορά εργασίας. Η αγορά εργασίας, εφόσον συνέχεται με την οικονομική ελευθερία και την ελευθερία κίνησης προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών αφορά και την Ένωση. Άρα, το πτυχίο όχι από πλευράς της γνώσης αλλά από πλευράς επαγγελματικών δεξιοτήτων για την ένταξη στον εργασιακό χώρο επηρεάζει την ΕΕ και το ενωσιακό δίκαιο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Π.χ.2 Ακόμη πιο έντονα φαίνεται ο ενωσιακός αντίκτυπος στις περιπτώσεις όπου ελληνικό ιδιωτικό κολλέγιο συμφωνεί σε συνεργασία με πανεπιστήμιο του εξωτερικού (π.χ. Μ. Βρετανία) να αποτελέσει τον χώρο διεξαγωγής των μαθημάτων σε Ελλάδα (παροχή υπηρεσιών) , ενώ το αλλοδαπό πανεπιστήμιο να διατηρεί την ακαδημαϊκή ευθύνη απόδοσης του πτυχίου. Εδώ ποιο δίκαιο θα εφαρμοσθεί; Π.χ.3 Κυπριακά πανεπιστήμια και ένταξη των αποφοίτων ελλήνων στο ΔΣΑ. Εδώ θα πρέπει να αξιολογηθεί το πτυχίο τους ως επαγγελματικό και όχι ως ακαδημαϊκό προσόν. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του δικαίου της χώρας (εν προκειμένω Ελλάδα), απ την στιγμή που πρέπει να εφαρμοστεί το Ενωσιακό Δίκαιο και άρα να εγγραφεί ο υποψήφιος στον εν λόγω Δικηγορικό Σύλλογο. Τυπικά δεν έχει μεγάλη διαφορά αν το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας προβλέπεται στο Σ ή σε τυπικό νόμο αφού θα εφαρμοσθεί το δίκαιο της Ένωσης ως ανώτερο όλων (εθνικό δίκαιο vsενωσιακό: δύο επάλληλοι πυλώνες) Σε μια πιο ρεαλιστική συνταγματική βάση έχει σημασία εάν συγκρούονται πχ. Σύνταγμα Και Οδηγία (δεν μπορεί να μας είναι απολύτως αδιάφορο), από την στιγμή που το Σύνταγμα αποτελεί ρύθμιση αναβαθμισμένου κύρους που σε εσωτερικό επίπεδο αποτελεί την ύψιστη πηγή. Αποτελεί τον καταστατικό χάρτη του κράτους. Πώς επιλύεται η σύγκρουση αυτή; Πρέπει να εντοπίσω για τι είδους (ποιοτικά) σύγκρουση μιλάμε. Εάν αυτό το οποίο προτάσσει το Σύνταγμα, αποτελεί συγχρόνως και κομμάτι εθνικής συνταγματικής ταυτότητας (με εξωθεσμική – και αντικειμενικώς διαπιστώσιμη πραγματολογική βάση περί ιδιαιτερότητας ενός κράτους) τότε το ενωσιακό δίκαιο θα πρέπει να υποχωρήσει → αρ.4 Συνθήκης του Μάαστριχτ Γιαννακόπουλος: Η αρχή της υπεροχής έχει μια δυναμική με συνεχή ροή. Επίσης η ΕΕ έχει μια δυσυπόστατη φύση: (α) δεν διαθέτει τη συνεκτική δομή ενός ομοσπονδιακού κράτους (β) δεν αποτελεί και απλό άθροισμα κρατών Ο καλύτερος ορισμός που μπορεί να αποδοθεί είναι ίσως συμπολιτεία: δημιουργία ενός νέου μορφώματος, χωρίς συγχρόνως να απωλεσθεί η αυτονομία και κυριαρχία των εθνικών κρατών Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος (παραβλέποντας την διαρκή τάση διεύρυνσης και εστιάζοντας σε θεωρητικό επίπεδο). Ο ανώτατος εθνικός δικαστής θα «γεμίσει» την έννοια και μετά ο ενωσιακός θα δει αν αυτή η ιδιαιτερότητα είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης. ΠΡΟΣΟΧΗ! Ακόμη κι αν όντως υπάρχει τέτοια εθνική συνταγματική ιδιαιτερότητα δε σημαίνει άνευ ετέρου ότι θα υποχωρήσει η αρχή της υπεροχής (εκτός εάν είχαν διατυπωθεί από το κράτος επιφυλάξεις πριν την είσοδο στην ΕΕ ή εάν ο ενωσιακός δικαστής κρίνει κατ’ εξαίρεση επιβεβλημένη την προστασία της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας). Πρακτικά, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι το ΔΕΕ άλλοτε υποχωρεί και άλλοτε όχι ανάλογα το κράτος που προσφεύγει σε αυτό και την δύναμη του. (πχ. Γερμανία / Ελλάδα). Κατ’ ουσίαν η επίκληση της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας (αρ. 4 Συνθήκης του Μάαστριχτ) είναι μιας μορφής άμυνα των κρατών απέναντι στην αρχή της υπεροχής. Πρόκειται, λοιπόν για μια διελκυστίνδα ανάμεσα σε δύο πόλους όπου από τη μία τραβά η ΕΕ (με αρχή υπεροχής) και από την άλλη τα εθνικά κράτη (επικαλούμενα στοιχεία της εθνικής συνταγματικής τους ταυτότητας που θίγονται). Ο στόχος είναι η συναίρεση και ώσμωση των δύο πόλων. Βέβαια, είναι φανερό ότι η θεωρία περί εθνικής συνταγματικής ταυτότητας είναι πολύ ρευστή, καθώς δεν υπάρχει μια αντικειμενική διάσταση του τι είναι συνταγματική ταυτότητα για το κάθε κράτος. Απαιτείται προσδιορισμός από το εκάστοτε κράτος κατόπιν διανοητικής διεργασίας. Το άρθρο 4 της Συνθήκης του Μάαστριχτ βάζει ένα όριο αναφέροντας πως πάνω απ όλα θα πρέπει η ΕΕ να σέβεται τις λειτουργίες του κάθε κράτους (ιδίως αυτές που συνδέονται με τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας του και με την εθνική άμυνα) κατά τρόπο συμφυή με την θεμελιώδη συνταγματική δομή τους.

Η έννοια της ταυτότητας μπορεί να γίνει κατανοητή υπό δύο μορφές:

(α) με την έννοια του κοινού τόπου (κοινές (β) με την έννοια της διάκρισης (όπου ένα συνταγματικές παραδόσεις των κρατών λχ. κράτος διαθέτει στοιχεία ιδιαίτερα που το δημοκρατία, αξία του ανθρώπου κλπ) όπου διαφοροποιούν από τα άλλα) ένα κράτος ομοιάζει προς τα άλλα Έτσι, το κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί την εθνική συνταγματική ταυτότητα για στοιχεία κοινά σε όλα τα κράτη, αλλά μονάχα τις δικές του ιδιαιτερότητες. Στην Ελλάδα τι αποτελεί εθνική συνταγματική μας παράδοση; Ποια ιστορικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά; Πχ.1: Οτιδήποτε συνδέεται άρρηκτα με την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία (δεν συναντάται εύκολα στα λοιπά ευρωπαϊκά συντάγματα): -

Σ3 για επικρατούσα Θρησκεία: δεν διακρίνεται το κράτος από την εκκλησία. Έχει επηρεάσει πολλές εκφάνσεις της κοινωνικής και καθημερινής ζωής των ελλήνων και έχει αποτυπωθεί σε πλήθος αποφάσεων: πρβλ. αργίες του έτους (εορτασμοί ΠάσχαΧριστούγεννα κλπ), η αργία της Κυριακής, διδασκαλία μαθήματος θρησκευτικών, εκδίκαση αποφάσεων στα δικαστήρια με την εικόνα του Χριστού κλπ.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος -

Σ105 για το Άγιο Όρος: δεν επιτρέπεται είσοδος σε γυναίκες στο συγκεκριμένο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, είναι μερικώς αυτοδιοίκητο, δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση υπηρεσιών, κεφαλαίων, καταστημάτων κλπ. Αν ο ΠτΔ ή ο Πρωθυπουργός ήταν γυναίκα, θα απαγορευόταν η είσοδός του σε τμήμα της ελληνικής επικτράτειαςα. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν η Ελλάδα προσχώρησε στην ΕΕ, υπήρξε επιφύλαξη για το καθεστώς του Αγίου Όρους και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου σε αυτό.

Πχ.2: Ο Β. Μαρκεζίνης (Έλληνας νομικός και καθηγητής Πανεπιστημίου που του έχει απονεμηθεί ο τίτλος του “Sir” από την Μ. Βρετανία) μπορεί να προσφωνηθεί “sir” στην ελληνική επικράτεια μολονότι το Σ4§7 απαγορεύει τους τίτλους ευγενείας; Μπορεί να θεωρηθεί η εν λόγω διάταξη ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας; Ναι, το Σ4§7μας χαρακτηρίζει ως έθνος, διότι δεν υπάρχει παντάπασι αυτή η εξαίρεση. Πχ.3: Το πολίτευμα μας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Μπορεί να θεωρηθεί συνταγματική ταυτότητα το στοιχείο της «προεδρευόμενης» (Σ1§1); Όχι, διότι και άλλα κράτη έχουν Προεδρευόμενη Δημοκρατία. Σε κάθε περίπτωση όμως η συζήτηση αυτή είναι θεωρητική και μόνο, αφού δεν επρόκειτο ποτέ να τεθεί τέτοιο ζήτημα στο ΔΕΕ (η Ένωση δεν έχει αρμοδιότητα για την μορφή του πολιτεύματος). Πχ.4: Στην περίπτωση της Πολωνίας η ΕΕ γιατί ασχολήθηκε με το Πολωνικό πολίτευμα; Είναι άλλο το ζήτημα του ΠτΔ που σε μας είναι άλλωστε αδρανής (βλ. π.χ.3) και άλλο το ζήτημα της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης (τα εθνικά δικαστήρια είναι συγχρόνως και ενωσιακά όργαναεπομένως αφορά την Ένωση ο βαθμός ανεξαρτησίας τους και το κατά πόσον αποδέχονται την ενωσιακή υπεροχή ή προβαίνουν σε έλεγχο συμβατότητας). Πχ.5: Κατάσχεση εντύπου που διακωμωδεί τον ΠτΔ (Σ14§3β) επηρεάζει την Ένωση; Είναι κομμάτι οικονομικής δραστηριότητας και συνιστά περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, άρα εμπλέκεται και το Ενωσιακό. Μπορώ να επικαλεστώ την σημασία που έχει συμβολικά το πρόσωπο του ΠτΔ στην εθνική μας συνταγματική ταυτότητα; Πχ.6: Εάν ο Μαρινάκης εκλεγεί ΠτΔ θα μπορέσει να διατηρήσει τις επιχειρήσεις του; Το άρ.30§2Σ θέτει ρητά το ασυμβίβαστο του αξιώματος του ΠτΔ με κάθε άλλη δραστηριότητα. Επομένως, η απάντηση είναι αρνητική και το εν λόγω άρθρο εξαιτίας του αυστηρού αυτού περιορισμού αποτελεί στοιχείο της συνταγματικής μας ταυτότητας. Πχ.7: Εάν εκλεγεί γυναίκα ΠτΔ μπορεί να πάει στο Άγιο Όρος; Το άρ.105 ορίζει ρητών πως όχι. Όταν μπήκαμε στην ΕΕ, υπήρχε ρητή επιφύλαξη ως προς το καθεστώς του Αγίου Όρους και επομένως δεν εφαρμόζεται ενωσιακό δίκαιο σε αυτό. Θα πραγματωνόταν το παράδοξο ο αρχηγός του κράτους να μην μπορεί να εισέλθει σε τμήμα της επικράτειας. Πχ.8: Στην Eurovisionη επιλογή της καλλιτέχνιδος που εκπροσώπησε την Ελλάδα έγινε με απευθείας ανάθεση και όχι με διαγωνιστική διαδικασία. Συνιστά αυτό παραβίαση Ενωσιακού Δικαίου. ! Άλλα π.χ. στοιχείων συνταγματικής ταυτότητας είναι το άρ.16§5Σ (μονοπώλιο του κράτους στην ανώτατη εκπαίδευση), άρ.4§4Σ (μόνο οι Έλληνες γίνονται δεκτοί στις δημόσιες λειτουργίες), άρ.14§9Σ (αυστηρός αντικειμενικός περιορισμός κατά της συγκέντρωσης του ελέγχου πλειόνων μέσων ενημέρωσης). Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

3 ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 1)

Του «βασικού μετόχου» (C-213/07): Είναι θεμιτός ο περιορισμός του

Σ14§9 που αποκλείει από δημόσιες συμβάσεις τον αναφερθέντα κύκλο προσώπων; Ratio: παθολογικά φαινόμενα πριν την Μεταπολίτευση. Η συνταγματική διάταξη προσέκρουε στο δίκαιο της ΕΕ που προάγει την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, εμπορικής δραστηριότητας κλπ. Τι επικαλέστηκε η Ελλάδα ενώπιον ΔΕΕ; «Είναι ιδιοσυγκρατικό στοιχείο μας η διαφθορά». Παρενέβη ο Γενικός Εισαγγελέας που προέβη σε μία ανάλυση περί συνταγματικής ταυτότητος. Ποια η απάντηση του δικαστηρίου; Η διαφάνεια είναι ο κοινός τόπος των ευρωπαϊκών κρατών. Μπορεί ένα κράτος να εισάγει ιδιαιτερότητες ως προς αυτό το ζήτημα αρκεί να τηρούνται τα τρία όρια της αρχής της αναλογικότητας. Τελικώς, δεν έγινε δεκτό ως στοιχείο εθνικής συνταγματικής ταυτότητας της Ελλάδος, διότι ακόμη κι αν θεωρηθεί ως ιδιαιτερότητα εισάγει αμάχητα τεκμήρια σε βάρος των βασικών μετόχων και αυτό δεν είναι θεμιτό. Εάν εισήγαγε μαχητά τεκμήρια θα ήταν δεκτό. Η ίδια λογική περί αμάχητων τεκμηρίων υπάρχει και στην ΕΣΔΑ. 2) Υπόθεση OmegaSpielhallen (C-36/2002) «για παιχνίδια εικονικής πραγματικότητας»: Εξαιτίας ηλεκτρονικού παιγνίου που προέβαλε την βία σημειώθηκαν στη Γερμανία ομαδικές αυτοκτονίες με αποτέλεσμα η γερμανική Κυβέρνηση να οδηγηθεί σε απαγόρευση των παιγνίων που είχαν έντονο το στοιχείο της βίας για χάριν προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Η υπόθεση έφτασε στο ΔΕΕ εφόσον οι δημιουργοί των παιγνίων είχαν ζημιωθεί από την απαγόρευση. Προέβαλαν την ένσταση ότι η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί κοινό τόπο σε όλα τα εθνικά συντάγματα και δεν μπορεί να λογίζεται έτσι ως ιδιαίτερο στοιχείο συνταγματικής ταυτότητας της Γερμανίας. Πώς εντοπίζεται ένα στοιχείο όμως εθνικής συνταγματικής ταυτότητας; Χρειάζεται να «βγούμε» από το θεσμικό κομμάτι και να ανατρέξουμε στην ιστορία του κράτους (πραγματολογική βάση). Η Γερμανία επικαλέστηκε την ιδιαίτερη ευαισθησία που έχει η εν λόγω κοινότητα απέναντι στην αξία του ανθρώπου μετά τις οδυνηρές επενέργειες του ναζισμού στα χρόνια πριν και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (άλλωστε βρίσκεται στο πρώτο άρθρο του γερμανικού συντάγματος ήδη πριν το πολίτευμα). Ισχυρίστηκε, λοιπόν, πως έχοντας βιώσει ένα τέτοιο «τραύμα» δεν μπορεί παρά να έχει καταστεί στοιχείο της γερμανικής συνταγματικής ταυτότητας η προστασία της αξίας του ανθρώπου. Το ΔΕΕ το δέχθηκε. 3) Υπόθεση Coman (C-673/2016): Γάμος μεταξύ ομοφύλων (αμερικανός και ρουμάνος) στο Βέλγιο που επιτρέπει σχετικές διαδικασίες. Επιστροφή του Ρουμάνου στην χώρα καταγωγής του. Το δίκαιο της ΕΕ προβλέπει δυνατότητα άδειας διαμονής ετέρου συζύγου στην χώρα καταγωγής του πρώτου. Η Ρουμανία αντέδρασε έντονα ως προς την χορήγηση άδειας διαμονής στον αμερικανό ομοφυλόφιλο με τον ισχυρισμό ότι το εθνικό της δίκαιο δεν επιτρέπει γάμο μεταξύ ομοφύλων. Η υπόθεση έφτασε στο ευρωπαϊκό δικαστήριο το οποίο είπε πως εν προκειμένω είναι αδιάφορη η ρουμανική νομοθεσία. Πέραν του ότι ο γάμος έχει ήδη τελεσθεί στις Βρυξέλλες, σε ότι αφορά την άδεια διαμονής του ζευγαριού εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της Ένωσης. Πρόκειται εξάλλου για δικαίωμα (ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης προσώπων) εντός των αρμοδιοτήτων της ΕΕ.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Πέραν της άμυνας της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας τα κράτη πολλές φορές επικαλούνται και την προστασία της δημόσιας τάξης. Φυσικά δεν μπορεί να γίνεται η επίκληση αυτή σε μια μεγάλη γκάμα υποθέσεων παρά μόνο σε συγκεκριμένες (πρβλ. υπηρεσίες οργάνωσης στοιχημάτων, προσβολή δημοσίας αιδούς και ηθικής κλπ) και έχοντας ως αποτέλεσμα να τίθενται περιορισμοί στην οικονομική και εμπορική δραστηριότητα ή στην ελευθερία μετακίνησης προσώπων εντός της ΕΕ. Έχει πιο ισχνή δύναμη από την εθνική συνταγματική ταυτότητα αλλά δεν γίνεται δεκτό για να μην απομειωθεί πλήρως ο όρος.

Υπόθεση εντός του φακέλου→ Υπόθεση Sayn-Wittgenstein (C-208/2009): Το αυστριακό σύνταγμα απαγορεύει τους τίτλους ευγενείας. Η ενδιαφερομένη είχε αναγνωριστή ως πριγκίπισσα σε άλλο κράτος. Η Αυστρία ανακάλεσε τη ληξιαρχική πράξη.Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Verwaltungsgerichtshof - Αυστρία.Ευρωπαϊκή ιθαγένεια (άρ.20ΣΛΕΕ) - Ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής εντός των κρατών μελών (άρ.20ΣΛΕΕ) - Συνταγματικής

ισχύος νόμος κράτους μέλους περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας στο κράτος αυτό - Επώνυμο ενηλίκου, υπηκόου του εν λόγω κράτους, κτηθέν λόγω υιοθεσίας σε άλλο κράτος μέλους, εντός του οποίου διαμένει το πρόσωπο αυτό - Τίτλος ευγενείας και πρόθεμα δηλωτικό τίτλου ευγενείας το οποίο αποτελεί μέρος του επωνύμου - Ληξιαρχική καταχώριση από τις αρχές του πρώτου κράτους μέλους Αυτεπάγγελτη διόρθωση της καταχωρίσεως - Αφαίρεση του τίτλου ευγενείας και του δηλωτικού τίτλου ευγενείας προθέματος. Η αυστριακή Κυβέρνηση επικαλέστηκε

την εθνική της συνταγματική ταυτότητα (οι τίτλοι ευγενείας δεν είναι στοιχείο δημοκρατίας). Τι είπε το ΔΕΕ; «Η επίκληση της δημοσίας τάξεως δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας , αφού οι εν λόγω αρχές δεν υπερέβησαν τα επιτρεπτά όρια.» Το δικαστήριο έκανε τεχνική εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας χωρίς τεχνική ανάπτυξη σαν να είναι αυτονόητο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή. Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό ότι η νομολογία του ΔΕΕ περί συνταγματικής ταυτότητας είναι περιπτωσιολογική (γίνεται adhocστάθμιση). Μπορούσε, πάντως, να λάβει και ηπιότερα μέτρα, όπως να έχει διπλό όνομα (ένα νομικό και ένα κοινωνικό) ή να μην χρησιμοποιείται στις εξωτερικές σχέσεις ο εν λόγω τίτλος. Είναι φανερό πως έχουμε μια ΕΕ πολλών ταχυτήτων, μία Ένωση 28 μελών που έχουν δηλώσει επιμέρους επιφυλάξεις (η Μ. Βρετανία τις περισσότερες) και που μολονότι κινούνται σε πολλαπλά επίπεδα, έχουν δύο κοινές βάσεις: ➢ Ζώνη του ευρώ ➢ Εφαρμογή της Συνθήκης Schengen (δεν την έχουν υπογράψει όλα τα κράτη) Ιδιαίτερα σημαντικός αναδεικνύεται εδώ ο ρόλος του ΔΕΕ (ενδεχομένως να έχει αναλάβει και δυσανάλογο βάρος). Μεγάλος όγκος ύλης οι προδικαστικές παραπομπές. Το Bundesverfassungsgericht έστειλε μόνο φέτος προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, επισημαίνοντας όμως τον συμβουλευτικό χαρακτήρα της κρίσης του. Τα εθνικά δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια ή δέσμια αρμοδιότητα να αποστείλουν προδικαστικό ερώτημα; ➢ Διακριτική ευχέρεια να κρίνουν την αναγκαιότητα της κρίσης του ΔΕΕ (εάν εφαρμόζεται δίκαιο της Ένωσης και εάν υπάρχει διχογνωμία ή ασάφεια ως προς την ορθή εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου). Άπαξ και εξαχθεί ως συμπέρασμα η ανάγκη Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος κρίσης απ’ το ΔΕΕ, το δικαστήριο πρέπει (θεωρητικά τουλάχιστον) να αποστείλει και να περιμένει την απάντηση του ΔΕΕ αναστέλλοντας την εκδίκαση. ➢ Δέσμια αρμοδιότητα όταν: (α) Το δικαστήριο εκδίδει σε τελευταίο βαθμό (δηλαδή στην Ελλάδα το ΣτΕ και ο ΑΠ) (β) Εάν τίθεται ζήτημα κύρους της πράξης που έχει εκδοθεί από όργανο της Ένωσης (πρβ. Υπόθεση Cilfit) Το ΔΕΕ συχνά χρησιμοποιεί τη Θεωρία της σαφούς πράξης: δεν είναι αναγκαίο το προδικαστικό ερώτημα όταν έχουμε πράξη (προφανώς) σαφή. Σαφής είναι ένας κανόνας δικαίου όταν θα τον εφάρμοζαν όλοι οι άλλοι εθνικοί δικαστές των λοιπών ευρωπαϊκών κρατών – ο δικαστής πρέπει να είναι σίγουρος προς τούτο (πρακτικά αδύνατον). Πρβλ. ΣτΕ 2348/2017 αναφορικά με το άσυλο των Συρίων. Στην Ελλάδα έχουμε ανάλογο θεσμό προδικαστικού ερωτήματος (εντός του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος); Άρθρο 1 παρ.2 ν.3900/2010. Προδικαστικό ερώτημα στο ΣτΕ από κατώτερο δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη την ιεραρχία των εθνικών δικαστηρίων είναι εύλογο να υπάρχει ο εν λόγω θεσμός. Σε επίπεδο όμως προδικαστικής παραπομπής από το ΣτΕ στο ΔΕΕ η διαδικασία αποκτά άλλη σημασία. Το ανώτατο εθνικό δικαστήριο είναι σαν να απεκδύεται ένα κομμάτι της κυριαρχίας του και να το παραχωρεί σε μια υπερεθνική δομή αναγνωρίζοντας πως δεν μπορεί και δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Αυτός είναι ο λόγος που ορισμένα εθνικά δικαστήρια είναι ακόμη πολύ διστακτικά με τον θεσμό και συνιστούν τροχοπέδη στον διάλογο μεταξύ εθνικού και ευρωπαϊκού δικαστηρίου (πρβλ. Bundesvervassungsgericht).

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΒΑΣΙΚΗ ΝΟΜΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΕ (ΣΥΝΗΘΗΣ ΝΟΜΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ-294 ΣΛΕΕ)

1)Η Κομμισσιόν ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ και στέλνει την πρότασή της στο ΕΚ και το Συμβούλιο των Υπουργών(τριλογία Κομμισιόν, ΕΚ, ΣΥπ.) }το ΕΚ υιοθετεί την πρόταση + το ΣΥπ. υιοθετεί την πρόταση = υιοθέτηση της νομοθετικής πράξης σύμφωνα με το λεκτικό/γράμμα του ΕΚ (υιοθέτηση στην πρώτη ανάγνωση) 2) Η ΚομμισσιόνΠΡΟΤΕΙΝΕΙ και στέλνει την πρότασή της στο ΕΚ και το Συμβούλιο των Υπουργών(τριλογία Κομμισιόν, ΕΚ, ΣΥπ.) }το ΕΚ ΔΕΝ υιοθετεί την πρόταση } η πράξη απορρίπτεται (ό,τι και να πει το ΣΥπ) 3)Η ΚομμισσιόνΠΡΟΤΕΙΝΕΙ και στέλνει την πρότασή της στο ΕΚ και το Συμβούλιο των Υπουργών(τριλογία Κομμισιόν, ΕΚ, ΣΥπ.) }το ΕΚ υιοθετεί την πρόταση ≠ το ΣΥπ. δεν υιοθετεί την έγκριση του ΕΚ, αλλά διατυπώνει τη δική του θέση }περνάμε στη φάση της δεύτερης ανάγνωσης} α) το ΕΚ εγκρίνει την πρόταση του ΣΥπ. ή μένει άπραγο } η νομοθετική πράξη υιοθετείται (όπως τη διαμόρφωσε το ΣΥπ.)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

β) το ΕΚ απορρίπτει την θέση του ΣΥπ.(veto) } η πράξη απορρίπτεται γ) το ΕΚ προτείνει τροποποιήσεις (επί της θέσης του ΣΥπ.) }επανεξέταση από την Κομμισσιόν και: i) το ΣΥπ. εγκρίνει ΟΛΕΣ τις τροποποιήσεις του ΕΚ } η νομοθετική πράξη υιοθετείται ii)τοΣΥπ. ΔΕΝ ΕΓΚΡΙΝΕΙ ΟΛΕΣ τις τροποποιήσεις του ΕΚ } α) το κείμενο πάειτότε στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής (ConciliationCommittee/CC)(φάση τρίτης ανάγνωσης), η οποία, αν εγκρίνει το κοινό κείμενο, μετά απαιτείται και η έγκριση του ΕΚ και ΣΥπ.: αν υπάρξει } η νομοθετική πράξη υιοθετείται ≠ αν δεν υπάρξει(επειδή το ΕΚ και/ή το ΣΥπ. δεν εγκρίνει το κοινό κείμενο) } η πράξη απορρίπτεται β) αν, ωστόσο, στην έναρξη της φάσης της τρίτης ανάγνωσης (3.γ.2.α.) η Επιτροπή Συνδιαλλαγής (ConciliationCommittee/CC) ΔΕΝ συμφωνεί πάνω στο κοινό κείμενο } η πράξη απορρίπτεται.

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΤΙΚΑΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΕΕ Όνομα

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Διατάξεις

15 ΣΕΕ

Εκπροσω πεί

Την ΕΕ

14 ΣΕΕ,223 ΣΛΕΕ επ. Τους λαούς της ΕΕ/Τη δημοκρατική αρχή

Σύνθεση

28 αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (σήμερα ο Ντόναλντ Τουσκ) και ο Πρόεδρος της Κομμισσιόν (Ζ.Κ.Γιούνκερ)…Ο Ύπατος εκπρόσωπος για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας συμμετέχει στις εργασίες του….σύνολο=31/Συγκ

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

751 ευρωβουλευ τές εκλεγόμενοι ανά πέντε έτη από το λαό

Συμβούλιο Υπουργών ή Συμβούλιο της ΕΕ 16 ΣΕΕ, 237 ΣΛΕΕ επ. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ

28 μέληυπουργοί των κρατών-μελών ανάλογα με το υπό συζήτηση θέμα(πχ αν μιλάνε για γεωργία, τότε θα απαρτίζεται από 28 υπουργούς γεωργίας)

ΕπιτροπήΚομμισσιόν 17 ΣΕΕ, 244 ΣΛΕΕ Την ΕΕ

28 επίτροποι-ένας για κάθε μέλος εκ των οποίων ο ένας είναι ο πρόεδρος(που προτείνεται από το ευρωπαϊκό συμβούλιο και εκλέγεται από το κοινοβούλιο)/το ευρωπαϊκό συμβούλιο σε συνεργασία με τον πρόεδρο αναδεικνύει στη συνέχεια τα άλλα 27 μέλη και ως ενιαίο σώμα υπόκειται η


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Κύριες αρμοδιότητ ες

αλείται τακτικώς 4 φορές το χρόνο (και δη 2 φορές ανάεξάμηνο) Παρέχει στην ΕΕ την αναγκαία για την ανάπτυξή της ώθηση και καθορίζει τους γενικούς πολιτικούς προσανατολισμούς και προτεραιότητες/Αποφα σίζει με συναίνεση, εκτός αν ορίζουν άλλως οι Συνθήκες/Δεν έχει νομοθετικές αρμοδιότητες ΑΛΛΑ αποτελεί το κορυφαίο πολιτικό όργανο της ΕΕ

Ασκεί από κοινού με το Συμβούλιο της ΕΕ νομοθετικά και δημοσιονομικ ά καθήκοντα/Α σκεί καθήκοντα πολιτικού ελέγχου και συμβουλευτι κά καθήκοντα υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες/Εκ λέγει τον Πρόεδρο της Κομμισσιόν

Ασκεί από κοινού με το ΕΚ νομοθετικά και δημοσιονομικά καθήκοντα/Ασκεί καθήκοντα χάραξης πολιτικών και συντονισμού σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι Συνθήκες/Συνάπτ ει Συμφωνίες με Τρίτα Κράτη και διακόπτει/ακυρώ νει τις Συμφωνίες/Αποφ ασίζει με ειδική πλειοψηφία, εκτός αν ορίζουν άλλως οι Συνθήκες

επιτροπή των 28 μελών στην εγκριτική ψήφο του ΕΚ Προάγει το κοινό συμφέρον της ΕΕ και αναλαμβάνει κατάλληλες πρωτοβουλίες για το σκοπό αυτό/Μεριμνά για την εφαρμογή των Συνθηκών και των μέτρων που θεσπίζονται βάσει αυτών από τα θεσμικά όργανα/Επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ υπό τον έλεγχο του ΔΕΕ(ειδικά σε ζητήματα δικαίου του Ανταγωνισμού)/Ε κτελεί τον προϋπολογισμό και διαχειρίζεται τα προγράμματα/Ασκ εί συντονιστικά, εκτελεστικά και διαχειριστικά καθήκοντα/Εξασφ αλίζει την εξωτερική εκπροσώπηση της ΕΕ (πλην κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και όσες άλλες περιπτώσεις αναφέρουν οι Συνθήκες)/Αναλα μβάνει πρωτοβουλίες για τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό της ΕΕ με στόχο την επίτευξη διοργανικών συμφωνιών.

11η Εβδομαδα 30ο Μάθημα

Τρίτη

Σχολιασμός της επικαιρότητας

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

21/05/2019


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Απόφαση του ΣτΕ για την 13η και 14η σύνταξη→ πρόβλημα η διαρροή της διάσκεψης (ποινικό αδίκημα) Συνέβη και στις Ραδιοτηλεοπτικές άδειες (Μάνδρου) κατά το σκέλος του διατακτικού και κάποιων στοιχείων του σκεπτικού. Υπάρχει κίνδυνος παραποίησης στοιχείων. Γιατί συμβαίνει το φαινόμενο: 1)Γρήγορη μετάδοση των ειδήσεων 2)Δέσμευση δικαστηρίου ώστε να μην διαφοροποιήσει το περιεχόμενο της απόφασης μέχρι τη δημοσίευση (έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς) 3) Άσκηση προπαγάνδας 4) Ανοχή των θεσμών (και ιδίως του εισαγγελικού). ΑΠ υπόθεση Μονής Βατοπεδίου: προσπάθεια περιορισμού του ποινικού αδίκου της εν λόγω γνωστοποίησης στοιχείων υπό την έννοια ότι δημοσιοποιούνται στοιχεία τα οποία ούτως ή άλλως θα δημοσιοποιηθούν μεταγενέστερα. Πώς θα αντιμετωπιστεί η παθογένεια; Δεν συνιστά ορθολογική λύση η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου. Και οι 30 δικαστές που είναι στην Ολομέλεια (+γραμματείς) δεν είναι μικρή δεξαμενή προσώπων. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να τηρείται το απόρρητο, και μάλιστα σε περιπτώσεις διαρροής της πληροφορίας σε κύκλο εκτός των νομίμως παρόντων στη δίκη δεν πρέπει ο Εισαγγελέας να κινηθεί αυτεπαγγέλτως (ανοχή). Υποθετική ορθολογική λύση: Δημόσια ανακοίνωση ως προς το αποτέλεσμα της απόφασης (στις σοβαρές υποθέσεις). Να συμβαίνει στην οριστική δικαστική προστασία όπως συμβαίνει και στην προσωρινή. Στα μεγάλα δικαστήρια (πχ. ΕΔΔΑ) αναρτάται η απόφαση άμεσα και στην ιστοσελίδα. Μπορεί ο δημοσιογράφος να έχει πρόσβαση στην απόφαση πριν τους διαδίκους (τραγική ειρωνεία). Καταδεικνύεται πρόβλημα στην αξιοκρατία και στην διαφάνεια. Η Πολιτεία δεν θέλει άκρες, θέλει θεσμούς. Υπό το πρίσμα του νομικού ρεαλισμού αξίζει να εξετάσουμε την θεσμική επιρροή του Προέδρου ενός ανωτάτου δικαστηρίου καθώς επίσης και το γεγονός κυβερνητικής του τοποθέτησης. Το ΣτΕ είχε χαρακτηριστεί από μια διαδοχή ανδρών (Ρίζος- Σακελλαρίου) με περισσότερο αντιστασιακή στάση απέναντι στις κρατικές πιέσεις κυρίως ενόψει της δημοσιονομικής κρίσης. Ιδιαίτερα σε ό τι αφορά τα εργασιακά, είχε επιδιωχθεί η διατήρηση των ισορροπιών και όχι η υποβάθμιση των εργασιακών κεκτημένων. Πλέον, στην Προεδρία του ΣτΕ έχει ανέλθει η κ. Σακελλαροπούλου, η οποία προκρίνει μια ολιστική προσέγγιση του δικαίου, μακριά από απολυτότητες και συμβατικούς τρόπους ερμηνείας. Στην νέα απόφαση, μολονότι το ΣΤ’ Τμήμα και η Εισηγήτρια υποστήριξαν την αντισυνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων (είχε κριθεί άλλωστε ξανά η αντισυνταγματικότητα και σε προηγούμενες αποφάσεις Ελ.4327/2014) , η Ολομέλεια (στην οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση βάσει Σ100παρ5) απεφάνθη υπέρ της συμβατότητας τους προς το Σύνταγμα. Μέσα σε ένα δικαστήριο συνήθως υπάρχουν περισσότερες από μια τάσεις (ανάλογα τις προσεγγίσεις κάθε δικαστή). Έτσι, ένας δικαστής μπορεί να είναι περισσότερο φιλελεύθερος ή κρατιστής, θρησκόφιλος ή ουδετερόφιλος, υπέρμαχος πρωτίστως των δικαιωμάτων ή περισσότερο της τήρησης των τύπων της διοικητικής διαδικασίας. Εντούτοις, είναι κατακριτέες τυχόν διακυμάνσεις της νομολογίας μιας χώρας ανάλογα με την φυσιογνωμία του εκάστοτε Προέδρου και της πίεσης ή επιρροής που ασκεί. Ακόμη και για το εάν θα μεταφερθεί η υπόθεση από το Τμήμα στην Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητας αποφαίνεται ο/η Πρόεδρος. Η Ολομέλεια δικάζει συνήθως μία φορά το μήνα, ημέρα Παρασκευή. Διακρίνεται σε μείζονα (30 δικαστές) και ελάσσονα. Το Σ1975 διακρίνεται από έναν πλουραλισμό αντιτιθέμενων πόλων. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Πχ. χαρακτηριστικό παράδειγμα: Σχέσεις κράτους- εκκλησίας (δίπολο Σ3-Σ13). Στόχος είναι η δημοκρατική συναίρεση των δύο πόλων με εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η ελληνική νομολογία εντός 20ετίας δεν είναι σταθερή. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαιοδοτικά όργανα αντικατοπτρίζουν και ένα κομμάτι της πεποίθησης δικαίου του λαού που υφίσταται μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το οποίο στην πορεία του χρόνου μεταβάλλεται, ίσως να εξηγείται το φαινόμενο. Εξάλλου, καμία κοινωνία δεν μπορεί να είναι ποτέ σταθερή.

Συνέχεια Κεφαλαίου με τον Εξευρωπαϊσμό του Εθνικού Δικαίου

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΕΣΔΑ- ΧΘΔ/ΕΕ

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΕΔΔΑ- ΔΕΕ

ΕΣΔΑ και πηγές του Ευρωπαϊκού Δικαίου συναποτελούν ένα ευρωπαϊκό όλον εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα συνεχείς αλληλεπιδράσεις, ομοιόμορφες συναιρέσεις, αλλά ορισμένες φορές και εντάσεις.

Διαφορές στην έκταση και στο περιεχόμενο ΕΣΔΑ Θέσπιση:Συμβούλιο της Ευρώπης: παράγει θεματικές συμβάσεις με πιο σημαντική την ΕΣΔΑ (διεθνής συνθήκη) 45 κράτη της Ευρώπης Πεδίο εφαρμογής: Αφορά την ύλη δικαιωμάτων συνολικά. Η παραβίαση αυτών είναι δυνατόν να οδηγεί σε καταδίκη. Περιεχόμενο και εύρος δικαιωμάτων: Στενότερος κύκλος δικαιωμάτων, περιορισμένο εύρος ως προς την έκταση Στατικός χαρακτήρας ως προς την παραγωγή νόμων από συγκεκριμένα όργανα: Όχι διαρκής δικαιοπαραγωγικός μηχανισμός μέσω συγκεκριμένων οργάνων/ Τι όργανα έχω; Δικαστήριο + το Συμβούλιο της Ευρώπης

ΧΘΔ/ΕΕ (+ λοιπές πηγές ΕΕ) Θέσπιση: Συνθήκη της Λισαβόνας 28 κράτη της ΕΕ Πεδίο εφαρμογής: Εφαρμόζεται μόνο οριζόντια εφαρμογή)

εντός

ΕΕ

(όχι

Περιεχόμενο και εύρος δικαιωμάτων: Δικαιώματα και 2ης και 3ης γενιάς (π.χ. περιβάλλον) Ευρύτερος κύκλος Δυναμικός χαρακτήρας παραγωγής των νόμων: Συχνή και διαρκής νομοπαραγωγή από τα τρία όργανα της ΕΕ (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο). Παράγονται κυρίως Κανονισμοί και Οδηγίες!

Στατικός χαρακτήρας ως προς την Δυναμικός χαρακτήρας ως προς την τροποποίηση των νόμων τροποποίηση των πηγών του δικαίου (εμπλουτισμός της ΕΣΔΑ με νέα Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος δικαιώματα, εξέλιξη της στον χρόνο, αναθεώρηση τυχόν περιεχομένου της) : υπάρχει μεν η δυνατότητα τροποποίησης αλλά δεν είναι τόσο απλή και συχνή. Δεν υπάρχει διαρκής τροποποιητικός μηχανισμόςτροποποίηση με πρωτόκολλά Ιεραρχία: ανώτερη τυπικού νόμου αλλά Ιεραρχία: Σ28 αρχή υπεροχής δικαίου ΕΕ όχι του Σ έναντι και τυπικού νόμου, αλλά και του ίδιου του εθνικού συντάγματος (ανώτερη τυπική ισχύς) Π.χ.1 Απαλλοτρίωση με διασυνοριακό ενδιαφέρον- οικονομική διάσταση- ελευθερία κίνησηςαρμόδια η ΕΕ. Επίκληση: -ΧΘΔ/ΕΕ -ΕΣΔΑ (δικαίωμα περιουσίας) -Σύνταγμα (Σ17-18-106) Π.χ2. Παρεμποδίζει το κράτος τους βουδιστές να ασκήσουν τη λατρεία – δεν είναι κατ’ αρχήν αρμόδια η ΕΕ. Μολονότι ο χάρτης προβλέπει σχετικό δικαίωμα, πρέπει πρώτα η ΕΕ να είναι αρμόδια για το θέμα αυτό. Επίκληση:

-ΕΣΔΑ -Σύνταγμα ΑΡΑ, ΧΘΔ/ΕΕ→ καθ’ ύλιν ευρύτερος ως προς τα δικαιώματα, αλλά→στενότερος ως προς το πεδίο εφαρμογής

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ (ΕΔΔΑ)

➢ Έχει σημαντικό θεσμικό ρόλο, λόγω του αντικειμένου του (δικαιώματα), που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ετέθησαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος (έντονα φιλελεύθερος και ατομοκεντρικός χαρακτήρας) ➢ Έχει αναχθεί σε οιονεί συνταγματικό δικαστήριο, γιατί τα κράτη οικειοθελώς κατά βάσιν αναγνωρίζουν την δύναμη του ➢ Βέβαια, μοιάζει πιο πολύ με διεθνές δικαστήριο, παρά με ευρωπαϊκό ως προς τη φυσιολογία του (κοιτά ατύπως και τις συναινέσεις των κρατών και δεν λειτουργεί ως φορέας επιβολής όπως το ΔΕΕ) ➢ SOS Ο θεσμός της ατομικής προσφυγής (για όσα κράτη την έχουν συμβατικά αποδεχθεί) είναι που έχει υπογραμμίσει εν τοις πράγμασι την σπουδαιότητα και αποτελεσματικότητα του δικαστηρίου! Δίνεται η δυνατότητα σε κάθε ευρωπαίο Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

➢

➢ ➢

➢ ➢

➢ ➢

➢

πολίτη να προσφύγει κατά του κράτους του (σημαντικό όπλο κατά της εξάρτησης από ενδιάμεσο όργανο) Το ΕΔΔΑ κάνει έλεγχο των εθνικών συνταγμάτων με εργαλείο την ΕΣΔΑ (ανάγκη συνοχής μεταξύ εθνικού δικαίου και νομολογίας ΕΔΔΑ- αποφυγή αντιφάσεων- αυτό επηρεάζει και τον θεσμικό-πολιτικό ρόλο του δικαστηρίου) Η ΕΣΔΑ άρχισε σταδιακά να διεκδικεί την αρχή της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ Ο στατικός χαρακτήρας της ΕΣΔΑ οδηγεί συχνά το ΕΔΔΑ σε δημιουργική ερμηνεία των διατάξεων της, ούτως ώστε να καλύπτονται και δικαιώματα που δεν είναι ρητώς καταγεγραμμένα στη Συνθήκη και άρα να παρέχεται αποτελεσματικότερη δικαστική προστασία. Ο δικαστής κάνει συχνά διασταλτική ερμηνεία των άρθρων για να διορθώσει την ατελή καταγραφή μέσω μιας προκρούστειας ένταξης. Πχ: Το δικαίωμα στο Ιδιωτική και οικονομική περιβάλλον → ζωή (ΕΣΔΑ8) Εργασιακά δικαιώματα Απαγόρευση → βασανιστηρίων (ΕΣΔΑ3) και δουλείας (ΕΣΔΑ4) Οικονομική ελευθερία → Δικαίωμα στην περιουσία Το ΕΔΔΑ είναι πολύ αυστηρό όπου θίγεται κάποια προσωπική ελευθερία → έλεγχος μεγάλης έντασης Αντιθέτως, όπου εντοπίζει υποθέσεις με έντονη πολιτική χροιά, βρισκόμενο σε αμηχανία αρχίζει τις σταθμίσεις και υποχωρεί. Συχνά λαμβάνει υπόψη του εάν είναι το ίδιο καθ’ ύλιν αρμόδιο να αποφανθεί ή εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να ρυθμίσει ένα ζήτημα. Προκειμένου να καταλήξει σε αυτήν την στάθμιση ο δικαστής του ΕΔΔΑ δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη του και την εθνική έννομη τάξη του καθ’ ου η προσφυγή κράτους και τις εν λόγω ιδιαιτερότητες αυτού (ενώ το ΔΕΕ εκφέρει τεχνικές κρίσεις: αρχή υπεροχής Ενωσιακού- αδιάφορο το εθνικό δίκαιο- σπάνια εφαρμόζεται η άμυνα περί εθνικής συνταγματικής ταυτότητας- το όριο ελέγχου της συνταγματικής ταυτότητας στο ΕΔΔΑ είναι ευρύτερο). Το ΕΔΔΑ χαρακτηρίζεται στις κρίσεις του από μια δικαιοπολιτική προσέγγιση των πραγμάτων , ευαισθησία σε ότι αφορά τον σκληρό κορμό του εθνικού κράτους) Στην τελική η φύση της υπόθεσης (και κατ’ επέκταση η στάση του ΕΔΔΑ) καθορίζεται από την ίδια τη φύση του προσβαλλόμενου δικαιώματος (θεμελιώδες φιλελεύθερο δικαίωμα ή θετικιστικό ; ) Στόχος ΕΔΔΑ: μια δημοκρατική και ανεκτή κοινωνία, πλουραλιστική (ιδεολογική εξάλειψη καταλοίπων της Σοβιετικής Ένωσης). Να μην επιβάλουν επαχθείς περιορισμούς τα κράτη ≠ ΔΕΕ: κυριαρχεί ο οικονομικός χαρακτήρας της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.

Σχετικές σημαντικές υποθέσεις: Υπόθεση Βαλλιανάτος κατά Ελλάδος 2013: Η υπόθεση «Βαλλιανάτος και λοιποί κατά Ελλάδος» αφορά το «σύμφωνο συμβίωσης» που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα με το νόμο 3719/2008 και τον τίτλο «Μεταρρυθμίσεις που αφορούν στην οικογένεια, τα παιδιά και την κοινωνία». Αυτός ο νόμος επέφερε βελτιώσεις στην επίσημη μορφή της «σχέσης», επιτρέποντας στα εμπλεκόμενα πρόσωπα να αναγνωρίσουν τη σχέση τους σε πιο ευέλικτο νομικό πλαίσιο σε σχέση με αυτό του γάμου. Οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν ότι ο νόμος 3719/2008 απευθύνεται αποκλειστικά σε ετερόφυλα ζευγάρια Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο τις ενώσεις ομοφυλόφιλων προσώπων (βάσει ελληνικής νομολογίας που εισήχθη το 2008). Ισχυρίσθηκαν ότι η ελληνική Πολιτεία έχει εισαγάγει μία διάκριση, η οποία κατά την γνώμη τους συνιστά διακρίσεις εις βάρος τους. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επεσήμανε στην απόφαση του ότι ανάμεσα στις 19 χώρες μέλη που έχουν αναγνωρίσει μια «αστική ένωση» πέραν του γάμου, μόνο η Λιθουανία και η Ελλάδα έχουν εισαγάγει διακρίσεις κατά των ομοφυλοφίλων, αποκλείοντας από την ένωση αυτή τα άτομα του ιδίου φύλου. Κατά τη γνώμη του, δεν ήταν αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού του Νόμου μία τέτοια διάκριση, η οποία απαγορεύει στα άτομα του ιδίου φύλου να προσέρχονται σε μία τέτοια ένωση και καταδίκασε τελεσίδικα την Ελλάδα. Με την απόφασή του, λοιπόν καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς και για παραβίαση των διατάξεων που απαγορεύουν τις διακρίσεις και την υποχρέωσε να καταβάλει από 5.000 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες, καθώς και τη δαπάνη για δικαστικά έξοδα. Υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, 2013: Κρίθηκε ότι η ύπαρξη του θρησκευτικού συμβόλου του σταυρού σε σχολικές αίθουσες διδασκαλίας αποτελεί παραβίαση δύο ανθρώπινων δικαιωμάτων: του δικαιώματος στην εκπαίδευση και του δικαιώματος στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Στην δίκη άσκησε εκ τρίτου παρέμβαση με υπόμνημά του και το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, υπέρ της προσφεύγουσας. Η προσφεύγουσα, κα. Lautsi είναι ιταλίδα και το 2001-2002 τα δύο παιδιά της παρακολουθούσαν μαθήματα σ' ένα δημόσιο σχολείο της Ιταλίας. Σε όλες τις τάξεις υπήρχε στον τοίχο ο σταυρός. Η προσφεύγουσα θεώρησε ότι αυτό ήταν αντίθετο με την αρχή της ουδετερότητας με την οποία επιθυμούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της. Ενημέρωσε το σχολείο για την θέση της, αναφερόμενη σε μια αρεοπαγητική απόφαση του 2000, κατά την οποία κρίθηκε ότι η ύπαρξη του σταυρού στα εκλογικά κέντρα ήταν αντίθετη στην αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Τον Μάη του 2002 το διοικητικό συμβούλιο του σχολείου αποφάσισε ότι οι σταυροί θα παραμείνουν στις αίθουσες διδασκαλίας Τον Ιούλιο του 2002 η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση του σχολείου στο Διοικητικό Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι παραβίαζε τις συνταγματικές αρχές της ουδετερότητας και ανεξαρτησίας των κρατικών αρχών σε θρησκευτικά θέματα. Το Υπουργείο Κρατικής Παιδείας που προσήλθε ως διάδικος υπογράμμισε ότι η υπάρχουσα κατάσταση ήταν υποχρεωτική λόγω βασιλικών διαταγμάτων του 1924 και 1928. Το 2004 το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ώστε να εξεταστεί η συνταγματικότητα της παρουσίας των σταυρών στις σχολικές αίθουσες. Στο Συνταγματικό Δικαστήριο, η Κυβέρνηση είπε ότι αυτή η απεικόνιση (του σταυρού) είναι φυσιολογική, καθώς ο σταυρός δεν είναι μόνο ένα θρησκευτικό σύμβολο αλλά επίσης η "σημαία" της μόνης Εκκλησίας που μνημονεύεται στο Σύνταγμα (δηλ. της Καθολικής Εκκλησίας), ένα σύμβολο του Ιταλικού Κράτους. Άρα, πρόκειται και για πολιτιστικό σύμβολο πέρα από θρησκευτικό! Εξάλλου, είναι στατικό σύμβολο και δεν αλληλεπιδρά με το υποκείμενο.Το Δεκέμβρη του 2004 το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία για την υπόθεση με τη λογική ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν κανονιστική κι όχι νομοθετική. Η υπόθεση επανήλθε στο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο τελικά απέρριψε την προσφυγή της αιτούσας. Έκρινε ότι ο σταυρός ήταν σύμβολο της Ιταλικής ιστορίας και πολιτισμού, άρα και της ιταλικής ταυτότητας και ότι συμβολίζει τις αρχές της ισότητας, ελευθερίας και ανεκτικότητας, όπως επίσης και την ουδετερότητα του Κράτους. Το 2006 η προσφυγή απορρίφθηκε κι από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι ο σταυρός αποτελεί μια από τις αρχές της ουδετερότητας του Ιταλικού Συντάγματος και αντιπροσωπεύει τις αξίες της αστικής ζωής. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα κατέθεσε την προσφυγή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ατόμου.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η παρουσία του σταυρού στις σχολικές αίθουσες εύκολα εκλαμβάνεται από τους μαθητές όλων των ηλικιών ως ένα θρησκευτικό σύμβολο το οποίο τους επιβάλλεται μέσα από την επίσημη εκπαίδευση. Αυτό θα μπορούσε να ενισχύει τους θρησκευόμενους μαθητές, αλλά και να προκαλεί απέχθεια στους μαθητές που ακολουθούν άλλες θρησκείες ή είναι άθεοι, ιδιαίτερα εκείνοι που ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες. Η ελευθερία του να μην ακολουθείς κάποια θρησκεία (περιλαμβανόμενη στην θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ) δεν αφορά μόνο την θρησκευτική εκπαίδευση, αλλά περιλαμβάνει όλες τις πρακτικές και τα σύμβολα που εκφράζουν μία πίστη, μια θρησκεία ή την αθεϊα. Αυτή η ελευθερία αξίζει ιδιαίτερης προστασίας, όταν το ίδιο το Κράτος προωθεί μια συγκεκριμένη θρησκεία σε μέρη και διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν ή δεν θα μπορούσαν να το κάνουν χωρίς υπέρμετρο κόπο και θυσία. Σε αυτές τις τελευταίες γραμμές βρίσκεται το πνεύμα αλλαγής που φέρνει αυτή η απόφαση: έξω τα θρησκευτικά σύμβολα που χρησιμοποιεί το κράτος από όλες τις διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά καλεί τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπη να αφαιρέσουν τα θρησκευτικά σύμβολα όχι μόνο από τα σχολεία, αλλά και από τα δικαστήρια, τις δημόσιες υπηρεσίες, τον στρατό, τις ορκωμοσίες δημόσιων λειτουργών και όλες τις περιστάσεις της δημόσιας ζωής στις οποίες οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά ενθαρρύνει τους πολίτες ατομικά αλλά και με τη δράση τους στο πλαίσιο μη κυβερνητικών οργανώσεων, να διεκδικήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα που από την δεκαετία του 1950 θεσπίστηκαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Υπόθεση Σιταρόπουλος κατά Ελλάδος (ψήφος για τους Εκτός Επικρατείας), 2007: έχει αναλυθείεκτενώς Υπόθεση PSI, PrivateSectorInvolvement(για ανταλλαγή ελληνικών ομολόγων με σκοπό το «κούρεμα του ελληνικού χρέους24, ως τρόπος αναδιάρθρωσης του χρέους με την εμπλοκή ιδιωτών επενδυτών), 2011: Οι ενάγοντες των κύριων δικών, άπαντες κάτοικοι Γερμανίας, απέκτησαν ομόλογα της Ελληνικής Δημοκρατίας που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς τους κινητών αξιών τους οποίους διαχειρίζονταν τράπεζες.Κατόπιν της εκδόσεως του νόμου 4050/2012, η Ελληνική Δημοκρατία, τον Φεβρουάριο του 2012, απηύθυνε στους ενάγοντες των κύριων δικών πρόσκληση ανταλλαγής δανείων που προέβλεπε, ιδίως, την ανταλλαγή των ελληνικών κρατικών ομολόγων με νέα κρατικά ομόλογα σημαντικά μειωμένης ονομαστικής αξίας. Για την υλοποίηση της ανταλλαγής αυτής προβλεπόταν η ρητή αποδοχή εκ μέρους των ιδιωτών πιστωτών. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε τέτοια αποδοχή εκ μέρους κανενός από τους ενάγοντες των κύριων δικών, η Ελληνική Δημοκρατία προχώρησε εντούτοις τον Μάρτιο του 2012 στην Το ελληνικό Δημόσιο δανειζόταν για χρόνια συνάπτοντας δάνεια με τρίτα κράτη, με ιδιώτες με ασφαλιστικά ταμεία, με ασφαλιστικές εταιρίες , με ξένες τράπεζες, μέσω funds κλπ πέραν των χρημάτων που έπαιρνε από ΕΕ και ΕΚΤ. Ένας άλλος τρόπος δανεισμού (εσωτερικού) είναι μέσω της λήψης ομολογιακού δανείου. Η Ελλάδα έβγαζε ομόλογα (αξιόγραφα που ενσωματώνουν μια απαίτηση ) στη διεθνή αγορά προκειμένου να αγοραστούν από επενδυτές και με αυτόν τον τρόπο εισέπραττε ως αντίτιμο δάνεια. Όταν έφθασε η ημερομηνία λήξης της των ομολόγων η Ελλάδα όφειλε να αποπληρώσει τα εν λόγω δάνεια με τον συμφωνημένο τόκο. Επειδή λοιπόν δεν μπορούσε να αποπληρώσει τα χρέη της, για να μην οδηγηθεί σε χρεωκοπία μεταξύ των επενδυτών έγινε ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων κατά τέτοιον τρόπο ούτως ώστε τα νέα ομόλογα να έχουν το 50% της ονομαστικής αξίας των παλαιών. Άρα, μιλούμε για κούρεμα χρέους προς τους ιδιώτες της τάξεως του 50% (από 200 δις έγιναν 100 δις αλλά με νέους όρους). Προς αντιστάθμισμα της μείωσης της ονομαστικής τους αξίας τα νέα ομόλογα θα έχουν μακρύτερο χρόνο αποπληρωμής και υψηλότερο επιτόκιο, ούτως ώστε οι δανειστές να έχουν όσο το δυνατόν μικρότερη ζημιά. Επομένως, και το κράτος βγήκε κερδισμένο (αποτροπή χρεωκοπίας) και οι ιδιώτες επενδυτές (συνολικά μεγαλύτερη οφειλή λόγω μακρύτερου χρόνου αποπληρωμής των νέων ομολόγων). 24

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ανταλλαγή που είχε προτείνει και, παρά τις διαμαρτυρίες των ως άνω εναγόντων, δεν τους απέδωσε τη νομή των τίτλων που ήταν κατατεθειμένοι στους λογαριασμούς τους κινητών αξιών. Εν τω μεταξύ τα επίδικα στην υπόθεση C-578/13 ομόλογα είχαν λήξει. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι ενάγοντες των κύριων δικών ενήγαγαν την Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων με αίτημα είτε την ανόρθωση της ζημίας τους λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας είτε την εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων αρχικών συμβατικών υποχρεώσεων είτε την καταβολή αποζημιώσεως. Η ΑΠΟΦΑΣΗ – «Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (EK) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι αγωγές περί ανορθώσεως της ζημίας λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας, περί εκπληρώσεως της συμβάσεως και περί καταβολής αποζημιώσεως, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, οι οποίες ασκήθηκαν από ιδιώτες, δικαιούχους κρατικών ομολόγων, κατά του κράτους που εξέδωσε τα ομόλογα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στο μέτρο που δεν προκύπτει ότι οι αγωγές αυτές προδήλως δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.» Δηλαδή τι είπε το ΕΔΔΑ; Απέρριψε τις προσφυγές ξένων τραπεζών κατά της Ελλάδος λέγοντας ότι καμία ιδιοκτησία δεν πλήττεται, αλλα εκ του αποτελέσματος προστατεύεται, αφού από εκεί που οι ιδιώτες θα έπαιρναν 0 ευρώ πίσω, με την εν λόγω επαναδιαπραγμάτευση πήραν 100 δις. Νομικοί κύκλοι στην Ελλάδα εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη απόφαση δημιουργεί θετικό κλίμα και για τους Έλληνες μικροομολογιούχους, καθώς μπορεί να δημιουργήσει νομολογία, στην οποία μπορούν να βασιστούν ώστε να διεκδικούν τη δικαίωσή τους στα ελληνικά ή ευρωπαϊκά δικαστήρια. 2. Σημειώνεται ότι με την ΣτΕ.Ολ 1116/2014 Απέρριψε την αίτηση ακύρωσης κατά των διατάξεων που προβλέπουν και ρυθμίζουν την ανταλλαγή τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους κατείχαν ιδιώτες πιστωτές με νέους τίτλους, προκειμένου να μειωθεί ο δημόσιο χρέος (PSI). Απόρριψη αιτίασης ότι η προσβαλλόμενη ΠΥΣ δεν φέρει νόμιμη αιτιολογία ως προς την υπαγωγή των τίτλων των φυσικών προσώπων στις ρυθμίσεις του πρώτου άρθρου του ν. 4050/2012 (Αντίθετη μειοψηφία, σύμφωνα με την οποία η υπερβολική ευρύτητα του όρου «τίτλος» και η εντελώς άνευ ορίων και χωρίς θέσπιση οποιουδήποτε κριτηρίου διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στην Διοίκηση με τον «ορισμό» της εννοίας του «επιλέξιμου τίτλου» αντίκεινται στο Σύνταγμα). Απόρριψη αιτίασης ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των τίτλων δεν είχαν θεσπισθεί νομοθετικώς ή συμφωνηθεί ρήτρες τροποποίησής τους και ότι δεν είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτή η παραβίαση από το Ελληνικό Δημόσιο των όρων των τίτλων αυτών. Κρίθηκε ότι η επιδίωξη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, μιας επαναδιαπραγμάτευσης μέρους του δημοσίου χρέους [του οφειλόμενου στον Ιδιωτικό Τομέα (Private Sector) χρέους] που αναμενόταν να έχει θετική έκβαση, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 Συντ. και στις αρχές του Συντάγματος, του Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ (Αντίθετη μειοψηφία). Κρίθηκε ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος υποβολής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικού ερωτήματος επί των ζητημάτων που τίθενται με τις διατάξεις των ν. 4046/2012 και 4050/2012 (Αντίθετη μειοψηφία). Απόρριψη αιτίασης ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θίγουν περιουσιακής φύσεως δικαιώματα που προστατεύονται με το άρθρο 17 Συντ. και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ γιατί δεν επρόκειτο για απαλλοτρίωση πράγματος που ανήκει στην έννοια της ιδιοκτησίας γιατί οι τίτλοι δεν αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου αυτού. (Αντίθετες μειοψηφούσες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες: α) στην έννοια της προστατευομένης ιδιοκτησίας, περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που δύνανται να ικανοποιηθούν και δικαστικώς, όταν καταστούν ληξιπρόθεσμες, β) δεν συντρέχει το, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, στοιχείο της δημοσίας ωφελείας για την επίμαχη επέμβαση στην περιουσία των αιτούντων γ) η επίμαχη επέμβαση στην περιουσία των αιτούντων αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας). Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Κρίθηκε ότι οι προσβαλλόμενη πράξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας (Αντίθετη μειοψηφία). Τέλος το ΣτΕ υπογραμμίζει ότι εδώ δεν έχουμε την συνηθισμένη χρήση της αρχής pactasuntservandaδιότι απλούστατα δεν έχουμε ως συμβαλλομένους δύο ιδιώτες αλλά έναν ιδιώτη και το κράτος. Το γεγονός ότι οι επενδυτές αναλαμβάνουν τα ελληνικά ομόλογα σημαίνει ότι αναλαμβάνουνκαι τον εγγενή κίνδυνο να μεσολαβήσουν απρόβλεπτα γεγονότα μεταξύ του χρόνου έκδοσης και του χρόνου λήξης και επειδή το κράτος έχει δικαίωμα και υποχρέωση να κάνει οτιδήποτε για να επιβιώσει από ένα τέτοιο απρόβλεπτο γεγονός (όπως πχ. η οικονομική κρίση), θα πρέπει να γίνει σεβαστή η ρήτρα του διεθνούς δικαίου rebussicstandibus και να απαιτήσει επαναδιαπραγμάτευση των ομολόγων αυτών. Τι ιδιαιτερότητα συμβαίνει με την αρχή της ισότητας; Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι μπορεί να γίνει δεκτή η παραβίαση της εν λόγω αρχής μόνο εφόσον υφίσταται υποκειμενική παραβίαση και άλλου δικαιώματος (άρα όχι αυτοτελής προστασία της ισότητας). Διαφορά μεταξύ έντασης vs έκτασης του δικαστικού ελέγχου: →Ένταση: βάθος και αυστηρότητα (π.χ. πλήρης ή οριακός έλεγχος αρχής αναλογικότητας) →Έκταση: πλάτος και πεδία που καταλαμβάνει (πχ. κυβερνητικές πράξεις ανέλεγκτες) Στο ΕΔΔΑ είναι μεγάλη η ένταση στον δικαιωματικό έλεγχο και μικρή στην οικονομική πολιτική των κρατών. Το ΕΔΔΑ (!) δεν αποτελεί τέταρτο βαθμό δικαιοδοσίας. Πρόκειται για μια ξεχωριστή έννομη τάξη. Δεν επαναξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά και το εσωτερικό καθεστώς.

ΑΤΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΕΔΔΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ 1) Εξάντληση των εθνικών ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων (κανόνας). Άρα, πρακτικά πότε πάω στο ΕΔΔΑ; Όταν για την πολιτική δικαιοδοσία έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ΑΠ ή στην διοικητική δικαιοδοσία απόφαση ΣτΕ ή Εφετείου (όταν η υπόθεση δεν είναι επιδεκτική αναιρέσεως). Υπάρχουν ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις να ξεπεραστεί ο σκόπελος του παραδεκτού: • Δεν υπάρχει ρυθμιστικό πλαίσιο (νόμος ή διοικητική πράξη) για να προσβληθεί ( πρβλ. Υπόθεση Σιταρόπουλου) • Εάν δεν θα αντλούσε καμία απολύτως ωφέλια από την άσκηση του εθνικού ενδίκου βοηθήματος • Εάν έχει ληφθεί απόφαση που κυριαρχικά αποφαίνεται για σχετικό ζήτημα (π.χ. άρση βουλευτικής ασυλίας από Βουλή) 2) Προθεσμία 6 μηνών από την έκδοση της εθνικής απόφασης 3) Επίκληση παραβίασης της ΕΣΔΑ στα εθνικά ένδικα μέσα (δικόγραφο και ακροαματική διαδικασία), ούτως ώστε ο εθνικός δικαστής να έχει αποφανθεί και επ’ αυτής

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΣΕ ΕΔΔΑ & ΔΕΕ

ΕΔΔΑ Προστασία δικαιωμάτων Εφαρμογή ΕΣΔΑ Δυναμική ερμηνεία Έλεγχος εθνικού δικαίου- πολιτικές προσεγγίσεις υποχώρηση στις πολιτικές των κρατών

ΔΕΕ Ενιαία εφαρμογή ενωσιακού δικαίου από κράτη μέλη Εφαρμογή ΧΘΔ/ΕΕ και Κανονισμών/Οδηγιών Τεχνικές κρίσεις Αρχή υπεροχής Ενωσιακού προτάσσει την συμμόρφωση εθνικών κρατών προς αυτό- αδιάφορο το εθνικό δίκαιο

ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΕΔΔΑ Ατομική προσφυγή (άτομο κατά του ίδιου του κράτους) Πλεονέκτημα: απεξάρτηση από ενδιάμεσο όργανο Μειονέκτημα: όχι φυσική (innatura) αποκατάσταση της ζημίας αλλά μόνο χρηματική***

ΔΕΕ Ατομική προσφυγή κατά πράξης οργάνου της ΕΕ ή αλλιώς προσφυγή ακύρωσης ΣΛΕΕ 263-266 (προσοχή!) : όχι κατά του κράτους (Άμεσος έλεγχος των θεσμικών οργάνων)

2η οδός να δικαιωθεί το άτομο (έμμεση): Καταγγελία Επιτροπής στο ΔΕΕ κατόπιν συγκέντρωσης ενός συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών δυσαρεστημένων ευρωπαίων πολιτών (Επιτροπή υποδοχέας παραπόνωνανοίγει τον φάκελο διαβούλευσης – ανοιχτού διαλόγου με τους πολίτες). Και πάλι εδώ διάδικος δεν είναι το άτομο παρά μόνο εμμέσως Προσφυγή Επιτροπής κατά κράτους ή αλλιώς προσφυγή παράβασης (ΣΛΕΕ 258-260) (Άμεσος έλεγχος κράτους μέλους) Αγωγή αποζημίωσης: εξωσυμβατική ευθύνη κράτους λόγω μη συμμόρφωσης σε ενωσιακή υποχρέωση - Υπόθεση Frankovich και Υπόθεση Kӧbler (προσφάτως εγκαινιάστηκε ο θεσμός αυτός και στο SOS Προδικαστική παραπομπή25 ΕΔΔΑ για την μείωση όγκου των υποθέσεων, αλλά δεν Μειονέκτημα: δεν είναι σίγουρο ότι ο εθνικός δικαστής θα έχει εφαρμοστεί ακόμη) αποστείλει στον ενωσιακό (Έμμεσος έλεγχος)26 Πρέπει υποχρεωτικά να συμμετάσχει στις διαδικασίες Δεν συμμετέχει εθνικός δικαστής κατά την εκδίκαση της και εθνικός (εδώ έλληνας) δικαστής κατά της χώρας του κάθε υπόθεσης (θα υποκινούνταν εθνικά συμφέροντα που οποίου γίνεται η προσφυγή για να εξηγεί πώς θα αποτελούσαν τροχοπέδη για την ομαλή λειτουργία της εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο ΕΕ Ναι δυνατότητα μειοψηφίας Όχι δυνατότητα μειοψηφίας (αναποτελεσματικό για την ομαλότητα της ΕΕ) *** Πρόκειται για έναν εγγενή περιορισμό του δικαστηρίου που πολλές φορές δημιουργεί προβλήματα. Σε περιπτώσεις που η ζημία είναι μη αποτιμητή σε χρήμα δίδεται ένα συμβολικό ποσό το οποίο έχει περισσότερο χαρακτήρα ηθικής ικανοποίησης. Π.χ. παραβίασης δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας ή ιδιωτικής-οικονομικής ζωής ή δικαιώματος στις ελεύθερες εκλογές.

Εισαγγελέας Maduro: «Πρόκειται για ένα πρόσφορο εργαλείο για τον διάλογο των δικαστών μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης με σκοπό την ύπαρξη συνοχής και τον έλεγχο συμβατότητας του εθνικού δικαίου προς το Ενωσιακό». 25

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος *** Κατ’ αρχήν όχι επιτρεπτή η ακροαματική διαδικασία στο ΕΔΔΑ. Πλέον, δεκτή μόνο κατ’ εξαίρεσιν απ την πλευρά του προσφεύγοντος. **** Η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος είναι υποχρεωτική; Γενικά είναι καλό να

αποστέλλεται ούτως ώστε να αποσαφηνίζονται τυχόν σκοτεινά σημεία. Συχνά βέβαια ο εθνικός δικαστής αποφεύγει να αποστείλει δρώντας ως αρνησίκυρος παίκτης (veto player). Απόλυτα υποχρεωτική και δεσμευτική είναι η αποστολή του προδικαστικού για το δικαστήριο που δικάζει σε τελευταίο βαθμό!! Στην περίπτωση αυτή η μη αποστολή συνεπάγεται αστική ευθύνη του Δημοσίου (Υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας). Έλλειψη υποχρέωσης αποστολής σε 2 περιπτώσεις: - (Α) Θεωρία σαφούς πράξης (acte Claire): πράξη επί της οποίας θα αποφαίνονταν το ίδιο όλοι οι ευρωπαίοι δικαστές (δύσκολο) - (Β) Στην προσωρινή δικαστική προστασία ΤΡΙΓΩΝΙΚΗ ΣΧΈΣΗ ΕΔΔΑ

ΔΕΕ

Ευρωπαίος πολίτης/ Εθνικό κράτος

ΒΑΘΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΣΤΟ ΕΔΔΑ: (α) Τμήμα : κατ’ αρχήν εκδικάζει όλες τις υποθέσεις και εάν κάποιες κριθούν ως προδήλως απαράδεκτες ή αβάσιμες η εκδίκαση σταματά εκεί. Είναι λίγο πιο προοδευτικό συγκριτικά με τον δεύτερο βαθμό γνωρίζοντας ότι δεν εκφέρει πάντα την τελική κρίση (β) Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως: Διαδικασία αναίρεσης. Δεν εκδικάζει όλη την γκάμα υποθέσεων.

Πέμπτη

31ο Μάθημα

23/05/2019

ΔΥΟ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΔΑ 1) Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη: συναντάται περισσότερο κι από την αρχή της ισότητας που για το ΕΔΔΑ είναι επικουρική. Με βάση την αρχή αυτή, απαγορεύονται οι απρόβλεπτες μεταβολές στην προσωπική ασφάλεια των διοικουμένων και η ανατροπή μιας πάγιας συμπεριφοράς της Διοίκησης που ο ιδιώτης προσδοκούσε ότι θα συνεχιστεί (πχ. Υπόθεση Λυκουρέζου). 2) Τεκμήριο εσωτερικής έννομης τάξης (απόρριψη αμάχητων τεκμηρίων): Με βάση την αρχή αυτή απαγορεύονται αμάχητα τεκμήρια που λαμβάνονται aprioriυπόψη από τον δικαστή δίχως να υποβληθούν σε αποδεικτικό έλεγχο. Αντιθέτως, τα μαχητά τεκμήρια γίνονται δεκτά, γιατί ο βασικός στόχος είναι να μην είναι μονόδρομος η νομική υπαγωγή. Σε ότι αφορά τώρα τις διαφορετικές προσεγγίσεις εθνικής έννομης τάξης και ενωσιακής, ο ευρωπαϊκός δικαστής του ΕΔΔΑ επιθυμεί εξατομικευμένες Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος κρίσεις, δίνοντας δηλαδή περισσότερο έμφαση στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ήτοι στα adhocκρινόμενα πραγματικά περιστατικά (ενώ το ΣτΕ περισσότερο στην μείζονα). Επειδή, όμως ακριβώς επιδιώκει εξατομικευμένες κρίσεις είναι αυτονόητο ότι δεν θα υπάγονται όλες οι υποθέσεις στην ίδια δεξαμενή. Η εξατομίκευση συνδέεται και με την αρχή της αναλογικότητας (στάθμιση) και με τον ατομοκεντρισμό του δικαστηρίου. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν γίνονται δεκτά τα αμάχητα τεκμήρια. Συχνότερες διατάξεις της ΕΣΔΑ σε δίκη του ΕΔΔΑ Άρθρο 6: Δίκαιη Δίκη Αφορά όλη την διαδικασία της δίκης : -

Προδικασία Κύρια διαδικασία Εκτέλεση απόφασης και συμμόρφωση

Μολονότι το εν λόγω άρθρο, αποτελεί εξαιρετικά καίριο πυλώνα της ΕΣΔΑ, πρέπει να σημειωθεί ότι το ΕΔΔΑ δεν επαναξιολογεί την εθνική απόφαση. Ελέγχει απλώς αν παραβιάστηκε η ΕΣΔΑ. Η παραβίαση μπορεί να προέρχεται από διοικητική πρακτική ή νομολογία. Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου: δικαίωμα στην περιουσία (είναι η πιο χαρακτηριστική ιδεολογικά έκφραση του φιλελεύθερου κράτους). Στο ΕΔΔΑ η έννοια αυτή υπερβαίνει τα εθνικά συντάγματα. Επίσης, είναι εξαιρετικά συχνή η επίκληση του στην πράξη, δεδομένου ότι το ΕΔΔΑ επιδικάζει χρηματικές αποζημιώσεις και στην περίπτωση αυτή που θίγεται περιουσιακό αγαθό αποτιμητό σε χρήμα είναι ευκολότερο να προσδιοριστεί οικονομικά η βλάβη, αρκεί βέβαια ο διάδικος να έχει μια ορισμένη απαίτηση. Στις περιπτώσεις εδώ το ΕΔΔΑ δίνει αποζημιώσεις πολύ μεγαλύτερου ύψους απ ότι στην περίπτωση ηθικής βλάβης (δίνονται συμβολικά περίπου 6.000-7.000). Από πλευράς περιεχομένου του δικαιώματος, η έννοια της περιουσίας προσλαμβάνεται ευρύτερα στο ΕΔΔΑ και στενότερα στην εθνική μας έννομη τάξη (Σ17). Έτσι, μπορεί ως περιουσία να λογιστούν όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα (Σ17 στέρηση ιδιοκτησίας- απαλλοτρίωση κλπ) αλλά και ενοχικά (!), ακόμη δε και νόμιμες προσδοκίες (!) Βασικό κριτήριο το οποίο πρέπει να πληρούται κατά το ΕΔΔΑ είναι η ανάγκη εύλογης ικανοποίησης (δεν αρκεί μόνο η στέρηση). Π.χ. Σε περιπτώσεις χορήγησης οικοδομικής άδειας αρχικά σε ιδιώτη και μεταγενέστερης ανάκλησης της διοικητικής πράξης λόγω αρχαιολογίας. Αυτό συνιστά ουσιώδη περιορισμό του δικαιώματος. Το ΣτΕ (Ε’ Τμήμα) είπε ότι στις εκτός σχεδίου περιοχές δεν προβλέπεται δόμηση (αυθαίρετο αξίωμα που ελήφθη χωρίς να στηρίζεται σε κάποιον κανόνα δικαίου). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι παραβιάζεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας εφόσον πρακτικά προξενείται στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου ίδιας βαρύτητας βλάβη με το εάν το κράτος είχε απαλλοτριώσει την έκταση και επομένως υπάρχει ανάγκης εύλογης ικανοποίησης. Για τον ιδιώτη η απαγόρευση δόμησης ισοδυναμεί με στέρηση του ακινήτου (σαν defactoαπαλλοτρίωση) Γιατί συμβαίνει αυτό και υπάρχει διάσταση μεταξύ προσέγγισης της έννοιας της ιδιοκτησίας διαφορετικά από ΕΣΔΑ και διαφορετικά από Σ; -

Κοινωνικοί περιορισμοί Σ17 vsατομοκεντρική προσέγγιση ΕΔΔΑ

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος -

Πρακτικά: αν το κράτος απαλλοτρίωνε συνέχεια ή εξίσωνε τέτοιες περιστάσεις με απαλλοτρίωση δημοσιονομικά δεν θα μπορούσε να καταβάλει τόσες αποζημιώσεις. Βέβαια, όσο εξελίσσεται το δίκαιο η ΕΣΔΑ έχει αρχίσει να επικυριαρχεί έναντι του Συντάγματος

Σημαντικές υποθέσεις σχετικά με δικαίωμα στην ιδιοκτησία: ➢ Υπόθεση (ελληνικά διυλιστήρια) Στρατής Ανδρεάδης και Στραν κατά Ελλάδος (1994) ➢ Υπόθεση Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδος (2008) 1)Στην πρώτη υπόθεση το ΕΔΔΑ διεύρυνε την έννοια της ιδιοκτησίας συμπεριλαμβάνοντας όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και ενοχικές αξιώσεις (που απορρέουν από συμβάσεις) και άυλα δικαιώματα (πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας), ακόμη δε και νόμιμες προσδοκίες, μολονότι μπορεί να μην έχει συντρέξει η βεβαίωση του δικαιώματος (πχ. προσδοκία λήψης σύνταξης). Θα πρέπει να μας ενδιαφέρει λοιπόν η αξία του φυσικού ή άυλου αντικειμένου συνολικά. Το ΣτΕ παλιά είχε αυστηρή νομολογία πάνω στο θέμα. Στην πορεία κάμφθηκε σταδιακά και έπειτα ακολούθησε ο ΑΠ. 2) Δόθηκε οικοδομική άδεια να χτιστεί ξενοδοχείο στην Σπιναλόγκα. Σταδιακά η άδεια άρχισε να περιορίζεται μέχρι που στο τέλος ανακλήθηκε τελείως. Είχαν γίνει σοβαρές προπαρασκευαστικές ενέργειες από τους επενδυτές. Το ΣτΕ είπε ότι τα ακίνητα ήταν εκτός πόλεως («Η γη προορίζεται για συγκεκριμένο σκοπό. Όχι δόμηση» →αμάχητο τεκμήριο). Δεν μπορεί να θεμελιωθεί ως δικαίωμα η οικοδόμηση, διότι όλες αυτές οι εκτάσεις δεν προορίζονται για οικοδόμηση (λογική φυσικού προορισμού της γης → αμάχητο τεκμήριο). Συμπληρωματικά, αντίκειται στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το ΕΔΔΑ είναι δηκτικό απέναντι στο ΣτΕ όταν του επικαλείται θεωρίες ανερμάτιστες που δεν προέρχονται από κάπου. Εκτίμησε μάλιστα πως η στάση αυτή του ΣτΕ συνιστούσε αδικαιολόγητη νομολογιακή μεταστροφή, εφόσον παλαιότερα ήταν πιο ελαστικό ως προς τις οικοδομικές άδειες. Στα δύο αυτά δικαιώματα (ΕΣΔΑ 6 και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου) είναι που το ΕΔΔΑ άσκησε ουσιώδη επίδραση. Δευτερευόντως, καταλυτικό ρόλο έπαιξε σε δικαιώματα όπως ελευθερία έκφρασης, θρησκευτική ελευθερία, ιδιωτική & οικογενειακή ζωή. Ιδιαίτερα σε ό τι αφορά την ελευθερία έκφρασης, οι ίδιοι οι στόχοι της ΕΣΔΑ και η πολιτική του δικαστηρίου στρέφονται γύρω από την θεμελίωση της ανεκτικότητας και την δημιουργία μια πλουραλιστικής κοινωνίας. Για αυτό και στη νομολογία του το ΕΔΔΑ είχε τη δυνατότητα έντονης αντίδρασης. ΔΥΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ➢ Υπόθεση Βασιλάκης κατά Ελλάδος, 1999: για ελευθερία έκφρασης (ΕΣΔΑ 10) και δίκαιη δίκη (ΕΣΔΑ 6) ➢ Υπόθεση Αθανασίου κατά Ελλάδος, 1993: για δίκαιη δίκη (ΕΣΔΑ 6) και υποχρέωση λήψης διαρθρωτικών μέτρων από ένα κράτος για την αντιμετώπισης ενός συστημικού προβλήματος (ΕΣΔΑ 46)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Υπόθεση Βασιλάκης κατά Ελλάδος Πραγματικά περιστατικά: Το 1999 ο ηγέτης των Κούρδων, ο Οτσαλάν κατέφυγε στην Ελλάδα. Υπήρξε ελληνική πρωτοβουλία (ιδιωτική και δημόσια) να φυγαδευτεί με το σκεπτικό ότι εάν συλλαμβανόταν θα γυρνούσε πίσω στην Τουρκία με επισφαλείς συνέπειες για την ζωή του. Δραστηριοποιούνταν τότε το «Δίκτυο 21», μία ένωση που βοηθούσε προς την φυγάδευση του εν λόγω ηγέτη. Ο τότε επιφανής δημοσιογράφος Βασιλάκης αρθρογραφούσε για το θέμα ασκώντας δριμεία κριτική στο «Δίκτυο 21». Ακολούθησε «βομβαρδισμός» αγωγών από δικηγόρους που θίχτηκαν από την κριτική του Βασιλάκη. Ο τελευταίος υπέβαλε αίτημα στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου να επιβληθούν πειθαρχικές κυρώσεις στους εν λόγω δικηγόρους. Τελικώς, η υπόθεση έφθασε στα εθνικά δικαστήρια, ο Βασιλάκης καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμιση (απόφαση που κατέστη αμετάκλητη από τον ΑΠ). Ο Βασιλάκης προσέφυγε στο ΕΔΔΑ επικαλούμενος την παραβίαση του ΕΣΔΑ 10 (δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης) και του ΕΣΔΑ 6 (δίκαιη δίκη). Το ΕΔΔΑ απάντησε πως κάθε περίπτωση παραβίασης της ελευθερίας έκφρασης πρέπει να κρίνεται εξατομικευμένα εφόσον πρόκειται για ένα πολυπαραγωντικό ζήτημα. Πρόκειται για μια μεταβλητή (κυμαινόμενη) και όχι μια σταθερά που προσεγγίζεται πάντοτε βάσει κριτηρίων (πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας). Η ελευθερία έκφρασης δεν είναι πρωτίστως ατομικό αλλά πολιτικό δικαίωμα. Συνδέεται άμεσα με την ελευθερία έκφρασης των κομμάτων (κομματική ελευθερία) και την ανάπτυξη του δημοκρατικού πολιτεύματος. ΠΩΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΕΘΡΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ; Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη 4 μεταβλητές: 1) Υποκείμενο της έκφρασης : Ποιος είναι αυτός που ασκεί το δικαίωμα με την έκφραση του; Φορείς του δικαιώματος είναι όλοι, αλλά όταν ο φορέας είναι δημοσιογράφος εκ της ιδιότητάς του κατατείνει στην ενημέρωση των πολιτών και άρα θα πρέπει να απολαύει αυξημένης προστασίας του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης εφόσον το τελευταίο είναι σύμφυτο με την δράση του (πρβ.1. την φράση που χρησιμοποίησε το ΕΔΔΑ για να περιγράψει τον δημοσιογράφο, ως watchdog =μαντρόσκυλο της δημοκρατίας, θέλοντας με παραστατικό και γλαφυρό τρόπο να αποδώσει στον ρόλο του χαρακτήρα προστατευτικό που δικαίως απολαύει ευρείας προστασίας του δικαιώματος/ πρβλ.2. Υπόθεση Χρυσανθακόπουλου για κρυφές κάμερες). 2) Αντικείμενο της έκφρασης: Ποιος είναι το αντικείμενο κριτικής; Ποιος ο αποδέκτης του δικαιώματος; Πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο ή όχι;Είναι γεγονός ότι άτομο τα οποία κατ’ επιλογήν εκτίθενται με τη ζωή και την δράση τους στον δημόσιο χώρο και έχουν μια ορισμένη εικόνα στην κοινωνία (πολιτικοί, πρόσωπα από τον χώρο του θεάματος, πρόσωπα της επικαιρότητας) υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική που τους ασκείται. Η ratioαυτού είναι ότι οι ίδιοι έχουν επιλέξει να εκθέσουν τις ζωές τους σε δημόσιο λόγο οπότε θα πρέπει να αποδέχονται την κριτική που τους ασκείται. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για τους πολιτικούς οι οποίοι έχουν αναλάβει ως χρέος την άσκηση δημόσιας εξουσίας και σε κάθε δημοκρατική κοινωνία ο λαός μπορεί (και πρέπει) ελεύθερα να εκφράζει την γνώμη του για το πολιτικό γίγνεσθαι, διότι πρόκειται για ζητήματα που αφορούν την λαϊκή κοινότητα εν συνόλω. Ακόμη όμως και για τα πολιτικά πρόσωπα θα πρέπει να τίθεται ένα απώτατο όριο στην ευρεία προστασία του δικαιώματος εξασφαλίζοντας παράλληλα ένα minimumπροστασίας του δικαιώματος Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (κόκκινη γραμμή). Ακόμη κι αυτό όμως δεν είναι πάντοτε κάτι σταθερό αλλά θα πρέπει να κρίνεται από τον δικαστή adhocκαι εξατομικευμένα εξετάζοντας φυσικά και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφεια μεταξύ αντικειμένου κριτικής και κατά πόσον αυτό θα πρέπει να ενδιαφέρει την κοινή γνώμη. Παραδείγματα: Θα έχουν ίδια νομική μεταχείριση οι ακόλουθες περιπτώσεις; ➢ Ιδιώτης Α ασκεί κριτική στον ιδιώτη Β→ κατ’ αρχήν προστασία του δικαιώματος με όριο την τέλεση αξιόποινων πράξεων (εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμιση) ➢ Δημοσιογράφος (Υποκείμενο) ασκεί κριτική σε πολιτικό (Αποδέκτης) για την πολιτική του δράση (Αντικείμενο) →Εξαιρετικά ευρεία προστασία του δικαιώματος λόγω της ιδιότητας του δημοσιογράφου, της ιδιότητας του πολιτικού και της αιτιώδους συνάφειας που πληρούται (ενδιαφέρει την κοινή γνώμη η πολιτική του δράση) ➢ Δημοσιογράφος (Υποκείμενο) ασκεί κριτική σε πολιτικό (Αποδέκτης) για την ιδιωτική του ζωή (Αντικείμενο)→ Ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια. Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ΚΑΤ’ ΑΡΧΗΝ ότι αφορά την κοινή γνώμη η ιδιωτική, οικογενειακή, σεξουαλική κλπ ζωή ενός δημοσίου προσώπου ➢ Οι πρωθυπουργοί δύο χωρών που βρίσκονται σε πόλεμο, ανακαλύπτεται ότι κοιμήθηκαν στο ίδιο κρεβάτι. Αυτό ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΙΝ θα μπορούσε υποθετικά να την αφορά (άρα υπάρχει ρευστότητα και δυναμική προσέγγιση της αιτιώδους συνάφειας). ➢ Σκάνδαλο με Τσίπρα που εντοπίστηκε στο κότερο ενώ γινόταν η πυρκαγιά στο Μάτι: εδώ θα μπορούσε να θεμελιωθεί adhocυποχώρηση το δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (τι κάνει ο πρωθυπουργός μιας χώρας στον ελεύθερο χρόνο του)για χάριν του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης (η στάση του αυτή να γίνει δικαίως αντικείμενο κριτικής) εφόσον η στάση του έρχεται κόντρα στην πολιτική φιλοσοφία και ιδεολογία που ο ίδιος διέδιδε ότι πρεσβεύει το κόμμα του (« στάση υπέρ της λιτότητας»/ «μαχόμαστε κατά της ελίτ») και καταντά υποκριτική. Υπό αυτό το πρίσμα πρόκειται για διάσταση μεταξύ λόγων και έργων αυτού και δικαίως αυξάνεται ο πήχυς δημοσίου ενδιαφέροντος ( κανονικά θα ξεκινούσαμε από την αφετηρία ότι μας είναι αδιάφορη η ιδιωτική ζωή του εν λόγω πολιτικού). Πρέπει εδώ να αποτελέσει κριτήριο τι εικόνα προέβαλε στην αρχή και κατά πόσον διαψεύσθηκε στην πορεία. ➢ Περίπτωση γάμου του Παπανδρέου με μια γυναίκα κατά πολύ νεότερη του. Είχε προβάλει την εικόνα του καλού οικογενειάρχη; Θα έπρεπε να απασχολήσει την κοινή γνώμη όπως και συνέβη; Κι αν δεν υπάρχει συνάφεια και ασκηθεί αδίκως η κριτική; Πάντα θα υπάρχει μια μικρή διέξοδος για να βρεθεί (έστω και υποκριτικά) η συνάφεια του πολιτικού προς την δημόσια δράση του. ➢ Γαλλία: Ο Ολάντ (ΠτΔ της Γαλλίας) εντοπίστηκε στον φακό ενός παπαράτσι να πίνει καφέ με μια διάσημη ηθοποιό και έπειτα ο ίδιος γρήγορα να ανεβαίνει σε μηχανάκι χωρίς κράνος και να μεταφέρεται από το προεδρικό μέγαρο σε ξενοδοχείο για να συνευρεθεί μαζί της. Μολονότι οι Γάλλοι είναι γενικά αρκετά ελαστικοί στο κομμάτι της ιδιωτικής ζωής των δημοσίων προσώπων (σε αντίθεση προς ΗΠΑ) το εν λόγω περιστατικό απασχόλησε την κοινή γνώμη, θίγοντας όμως το γεγονός ότι ο παπαράτσι αποθανάτισε τον Ολάντ Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος πάνω στο μηχανάκι δίχως να φορά κράνος (!), ήτοι παραβιάζοντας τον νόμο και θέτοντας σε κίνδυνο τόσο την δική του υγεία όσο και την δημόσια ασφάλεια (είχε στην κατοχή του τους πυρηνικούς κωδικούς). Οι δημοσιογράφοι είναι εξαιρετικά ευφάνταστοι στο να εντοπίζουν αιτιώδη συνάφεια. 3) Η φύση της έκφρασης:Το ΕΔΔΑ εδώ προέβη στη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ αξιολογικών κρίσεων και πραγματολογικών γεγονότων. Τα μεν πρώτα προστατεύονται από την ελευθερία έκφρασης. Τα δε δεύτερα στο σημείο που είναι αυτοτελή και δεν ενυπάρχουν δευτερογενώς σε αξιολογικές κρίσεις ΔΕΝ προστατεύονται από την ελευθερία έκφρασης, ακριβώς επειδή αυτή η παράσταση ψευδών στοιχείων οδηγεί σε τέλεση δυσφήμισης. Παραδείγματα: - Ο Χ είναι ηλίθιος→ αξιολογική κρίση - Ο Χ έκλεψε→ πραγματολογικό γεγονός - Ο Χ είναι καραγκιόζης; Ο εν λόγω χαρακτηρισμός απασχόλησε το ΕΔΔΑ εντόνως στην υπόθεση Κατράμη κατά Ελλάδος. Το ΕΔΔΑ ξεκίνησε αναλύοντας πρώτα ότι η ονομασία ξεκίνησε για να αποδοθεί η ονομασία ενός χαρακτήρα του λαϊκού θεάτρου (πραγματικό γεγονός). Στη συνέχεια όμως απέκτησε αρνητική χροιά και μετεξελίχθηκε σε αξιολογική κρίση - Είναι το ίδιο να χαρακτηρίσει ο φοιτητής τον καθηγητή καραγκιόζη και το ανάποδο (ο καθηγητής τον φοιτητή); Οι καθηγητές δεν είναι δημόσια πρόσωπα μεν, αλλά εκτίθενται ενώπιον των φοιτητών τους (εύλογη η κριτική). Από την άλλη ο φοιτητής δεν εκτίθεται σε τέτοιον βαθμό, και σε κάθε περίπτωση βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση από τον καθηγητή. Επομένως, προβαίνοντας σε έναν συσχετισμό των statusτων δύο προκύπτει ότι εάν ο καθηγητής από θέση ισχύος προσβάλλει τον φοιτητή το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης θα πρέπει να ερμηνευτεί συσταλτικά και αρκετά περιορισμένα. 4) Η φύση της κύρωσης: εδώ θα πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας (προσφορότητα, αναγκαιότητα και strictsensuαναλογικότητα του μέτρου). Σε ό τι αφορά την υπόθεση Βασιλάκη το ΕΔΔΑ είπε ότι η προβλεπόμενη κύρωση παραβιάζει την ΕΣΔΑ διότι ο Βασιλάκης και καταδικάστηκε από ΑΠ και ο τελευταίος δεν προέβη καν σε διάκριση μεταξύ αξιολογικών κρίσεων και πραγματολογικών γεγονότων. + Η κάτωθι σύνοψη της θέσης Αλιβιζάτου: Ο χρυσός κανόνας του ΕΔΔΑ •

• •

•

ΠΡΟΣΩΠΟ: Ναι μεν η ιδιωτική ζωή τουτων πολιτικών προστατεύεται, όχι όμως στον ίδιο βαθμό με την ιδιωτική ζωή των κοινών πολιτών. Γιατί; Στη Δημοκρατία είναι δικαίωμα καθενός να γνωρίζει ποιοι τον κυβερνούν Όταν ιδίως πρόκειται για ΘΈΜΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ Και με ΌΡΙΟ την ευαίσθητη προσωπική ζωή του κάθε πολιτικού. Γιατί; Αυτό που «κρύβεται από πίσω» είναι ο σεβασμός στην ίδια την αξία του ανθρώπου και στην πιο ευαίσθητη πτυχή της εικόνας του (πχ. ερωτική ζωή) Όμως κι αυτό είναι επιδεκτικό ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ όταν δεν πρόκειται για απλή επενέργεια αλλά : o Αφορά το μέλλον της χώρας (πχ. ερωτική συνεύρεση δύο πρωθυπουργών που πρόκειται να οδηγηθούν οι χώρες τους σε πόλεμο)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Τελείται η εν λόγω πράξη εντός καθηκόντων (πχ. θεμιτός ο κοριός- κρυφή κάμερα για την κάλυψη χρηματισμού δικαστή) κλπ. EXTRA Αλιβιζάτου: Αντίθεση της αντικειμενικής του εικόνας προς την προβαλλόμενη (σύγκρουση είναι και φαίνεσθαι)! Το τελευταίο κατά τον κ. Αλιβιζάτο συνιστά μια κραυγαλαία ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ μεταξύ της δημόσιας εικόνας του προβαλλόμενου και της αληθινής. Πχ. απιστία παντρεμένου Υπουργού που προέβαλε την εικόνα ατόμου με αξίες της παραδοσιακής οικογένειας/ Τσίπρας σε θαλαμηγό και ενώ προέβαλε την εικόνα του αντιελιτιστή. o

•

Sos Πρβ. ΣτΕ 1213/2010: Υπόθεση κρυφής κάμερας Τριανταφυλλόπουλου, γνωστή και ως υπόθεση με τα «Φρουτάκια»: ΣτΕ είπε: παραβιάζεται το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή →ΕΣΡ: πρόστιμο σε δημοσιογράφο (Ορθή) Μειοψηφία του ΣτΕ: είναι δικαίωμα των ΜΜΕ να αποκαλύπτουν την ζωντανή εικόνα των πολιτικών προσώπων που αποδεικνύουν αντίθετη συμπεριφορά προς την εικόνα που προβάλλουν, πόσο μάλλον και δημοσιογράφοι (ακόμα και με παράνομη λήψη βίντεο) → ΑΡΑ ΥΠΕΡ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ! Τελικά το ΕΔΔΑ το 2018 (8 χρόνια μετά την υπόθεση Τριανταφυλλόπουλου) δικαίωσε την τότε μειοψηφία στην απόφαση Άλφα Δορυφορικής κατά Ελλάδος.

32ο Μάθημα

Παρασκευή

23/05/2019

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ ΕΝΟΨΕΙ ΕΚΛΟΓΩΝ

ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΙΜΟΤΗΤΑΣ ➢ Σχετικό κώλυμα: απαιτεί από τον υποψήφιο να παραιτηθεί από την ιδιότητα που του δημιουργεί το κώλυμα πριν από την ανακήρυξη του ως υποψηφίου (δημόσιοι υπάλληλοι, στρατιωτικοί, κατέχοντες διευθυντικές θέσεις σε δημόσιους οργανισμούς ή σε δημόσιες επιχειρήσεις κλπ) ➢ Απόλυτο κώλυμα: αποκλείει την ανακήρυξη κάποιου ως βουλευτή για ορισμένο χρονικό διάστημα, ακόμη κι αν αυτός προηγουμένως παραιτηθεί από την ιδιότητα που του δημιουργεί το κώλυμα (πχ. τα ανώτατα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των ΟΤΑ β’ βαθμού, δηλαδή οι περιφερειάρχες για όσο διαρκεί η θητεία τους ή πολιτικοί υπάλληλοι ή στρατιωτικοί που όμως έχουν αναλάβει εκ του νόμου υποχρέωση να παραμένουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο. ➢ Τοπικό κώλυμα: εμποδίζει την ανακήρυξη κάποιου ως υποψηφίου στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια στην οποία ασκούσε τις αρμοδιότητες του τους τελευταίους 18 μήνες της 4ετούς βουλευτικής περιόδου (πχ. γραμματείς Υπουργείωνμε χωρική αρμοδιότητα, ανώτατα όργανα Περιφερειών, μέλη ΑΔΑ, ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, τα διευθυντικά στελέχη ΝΠΔΔ και δημοσίων επιχειρήσεων)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Ανακήρυξη από τον ΑΠ (διοικητική αρμοδιότητα). Ο ΑΠ όμως προβαίνει σε ουσιαστικό έλεγχο; Κρίσιμες οι διατάξεις Σ58 και Σ100 περί αρμοδιότητας ΑΕΔ ως εκλογοδικείου (προσφυγή εντός 10 ημερών από την διενέργεια των εκλογών). Αν ελέγχει ο ΑΠ και προεξοφλεί το ζήτημα τότε τι νόημα έχει η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρμοδιότητα του ΑΕΔ; →Υπόθεση με Φώφη Γεννηματά το 2009: ήταν (τότε) νομάρχης (β’ βαθμός ΟΤΑ) και έθεσε υποψηφιότητα για βουλευτικές εκλογές. Ο ΑΠ δεν την ανακήρυξε (!) και άρα προέβη σε έλεγχο. Τελικώς τι ισχύει σήμερα; Επί κωλύματος απολύτως προφανούς (πχ. απόλυτο κώλυμα) ο ΑΠ να ελέγχει. Στο τοπικό κώλυμα τίθενται ζητήματα ερμηνευτικώς αμφίσημα, πχ. από πότε αρχίζει το 18μηνο; ➔ (α) από την φυσική διενέργεια των εκλογών ➔ (β) από την προγραμματισμένη κατά τη λήξη της θητεία της βουλής (μολονότι ο κανόνας είναι οι πρόωρες εκλογές) Τελικώς, αυτό το οποίο έχει υπερισχύσει είναι το (β) δηλαδή να κρίνεται το 18μηνο βάσει προγραμματισμένων εκλογών. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Υποχρεωτικότητα της ψήφου: →Σ51§5: προβλέπει υποχρεωτική παροχή ψήφου στις βουλευτικές εκλογές. Υπό ποία έννοια όμως αναγράφεται η υποχρεωτικότητα; Με την αναθεώρηση του 2001 καταργήθηκε η παράγραφος που προέβλεπε ποινικές κυρώσεις του εν λόγω αξιοποίνου. Έτσι, πρακτικά έχουμε ένα ποινικό αδίκημα (μη ψήφιση στις εθνικές εκλογές), του οποίου όμως οι όροι έχουν απαλειφθεί. Τελικώς, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης ήθελε μάλλον να προσδώσει έναν συμβολικό τόνο στην εν λόγω διάταξη τονίζοντας την σπουδαιότητα συμμετοχής στις εκλογές. →Υπάρχει σχετική υποχρέωση και στις Ευρωεκλογές; Όχι δεν αναγράφεται στην εν λόγω εκλογική νομοθεσία κάτι σχετικό. Επειδή όμως ως προς τις Ευρωεκλογές ισχύει η αρχή της επικουρικότητας ως προς τις εθνικές, υπάρχει η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής διατάξεων της εσωτερικής εκλογικής νομοθεσίας και για τις πρώτες. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε ίσως λοιπόν να συναχθεί και στην περίπτωση της υποχρεωτικότητας της ψήφου. Εάν «ηττηθεί» η κυβερνητική πλειοψηφία στις ευρωπαϊκές/περιφερειακές εκλογές χάνει την νομιμοποίηση της; Υποχρεούται να προκηρύξει νέες εκλογές; Συνταγματικά όχι. Δεν υπάρχει καμία απολύτως δέσμευση. Πολιτικά όμως και ηθικά ενδεχομένως να κριθεί αναγκαίο, υπό την έννοια ότι φανερώνεται ατύπως η έλλειψη της δεδηλωμένης. Ωστόσο, ως έναν βαθμό τα διαφορετικά είδη εκλογικών διαδικασιών δεν θα πρέπει να συνέχονται (αυτοδιοικητικές, ευρωεκλογές, βουλευτικές). Οι δύο πρώτες δεν έχουν τόσο έντονη κομματική χροιά και επομένως η νίκη ενός κόμματος σε βάρος άλλου στις δύο πρώτες ενδεχομένως να μην σημαίνει απαραίτητα την αντίθεση του εκλογικού σώματος προς την υπάρχουσα κυβέρνηση.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Μικρό πρακτικό! Χάνει ο ΣΥΡΙΖΑ και πάμε σε εθνικές εκλογές. Με ποιους τρόπους μπορούμε να πάμε; 1) Για κρίσιμο εθνικό θέμα (Σ41§2) 2) Παραίτηση κυβέρνησης (Σ41§1) – Προσοχή (!): με βάση τα adhocπραγματικά περιστατικά δεν μπορεί αυτό να εφαρμοστεί! Κανονικά θα πηγαίναμε σε διερευνητικές εντολές και διενέργεια εκλογών από πολιτική/ υπηρεσιακή/ δικαστική κυβέρνηση (Σ37§3) Ζητήματα σκοπιμότητας: Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα επέλεγε τον πρώτο και όχι τον δεύτερο – έστω εφαρμοζόμενο- τρόπο διάλυσης; Προκειμένου να διενεργήσει ο ίδιος τις επόμενες εκλογές έχοντας ήδη ψήφο εμπιστοσύνης (η κυβέρνηση είναι διαρκές όργανο).

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΡΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΩΝ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

2ο ΣΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Σε ό, τι αφορά την παραβίαση του ΕΣΔΑ6 : αναφέρεται στη διαδικασία της δίκης. Συνήθως το ΕΣΔΑ6 σωρεύεται με κάποιο άλλο δικαίωμα που παραβιάζεται. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι το ΕΔΔΑ δεν είναι 4ος βαθμός δικαιοδοσίας και δεν αποτελεί «κερκόπορτα» για να εξετασθεί εκ νέου η υπόθεση (ομοίως και το ένδικο βοήθημα της αναιρέσεως). Στην Ελλάδα, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει 3 κατηγορίες υποθέσεων που αναφύονται του άρθρου ΕΣΔΑ6: 1) Υπέρβαση εύλογης διάρκειας της δίκης 2) Παραβίαση ισότητας των όπλων των διαδίκων λόγω δικονομικών προνομίων υπέρ της Διοίκησης σε βάρος του ιδιώτη (πχ. τόκος υπερημερίας) 3) Δικονομική τυπολατρία: δηλαδή το ΕΔΔΑ προκρίνει να υπάρχουν βεβαίως προϋποθέσεις του εσωτερικού δικαίου για το παραδεκτό, αλλά όχι να καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την πρόσβαση στα δικαστήρια. Άρα, κατά το ΕΔΔΑ δεν είναι υποχρεωτικό ένα κράτος να προβλέψει 2ο ή 3ο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά εάν το πράξει είναι υποχρεωμένο να μην θέτει τόσο αυστηρές προϋποθέσεις παραδεκτού που τελικώς να αποτρέπουν τον ιδιώτη να έχει πρόσβαση σε αυτούς γιατί τότε παραβιάζεται η δίκαιη δίκη (fairtrial). Πχ. η μη καταβολή ενσήμου της τάξεως του 1 ευρώ (μεγαρόσημο) εάν οδηγήσει στο απαράδεκτο της αίτησης συνιστά ακραίο φορμαλισμό καθότι λογίζεται ως ένα ήσσονος σημασίας ζήτημα. Γιαννακόπουλος: Υπό ένα άλλο πρίσμα όλη η δικονομία είναι φορμαλισμός. Πρέπει να απαγορευθεί καθ’ ολοκληρίαν; Διαφορά ως προς τη φύση της έφεσης και της αναίρεσης: στην έφεση στρεφόμαστε κατά οριστικής αποφάσεως (μεταβιβαστικό αποτέλεσμα) ανακυκλώνοντας σε γενικές γραμμές όσα εγράφησαν στο αρχικό δικόγραφο εμπλουτίζοντας ίσως με προσθήκες ό τι παραπάνω χρειάζεται και κυρίως θίγοντας τα σημεία όπου έσφαλε η απόφαση/ στην αναίρεση: η σύνταξη του δικογράφου είναι εντελώς διαφορετική και εξαιρετικά απαιτητική! Πρόκειται για μια αρκετά τεχνική και συνάμα σύνθετη διαδικασία. Ο νόμος προβλέπει έναν αποκλειστικό κατάλογο λόγων αναιρέσεως (τεχνικός χαρακτήρας). Ο δε Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος δικηγόρος πρέπει να είναι εξαιρετικά ευφάνταστος (σύνθετος χαρακτήρας) και λεπτομερειακός (να έχει μελετήσει εκτενώς τη νομολογία ώστε να ξεφύγει τον σκόπελο του παραδεκτού). Επιπλέον: -

Θα πρέπει να αναφέρονται ΌΛΑ τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Το δικονομικό βάρος έχει ο αναιρεσείων (Εδώ: ο Βασιλάκης υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως στον ΑΠ χωρίς όμως ο δικηγόρος του να συμπεριλάβει τις παραδοχές της έφεσης ως δικανικό συλλογισμό στην αίτηση αναίρεσης). Συνήθως κατατίθεται ως συνημμένη και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου.

Ο Βασιλάκης προσέφυγε στο ΕΔΔΑ επικαλούμενος παραβίαση του ΕΣΔΑ 6. Τι είπε το Στρασβούργο εν προκειμένω; -

-

-

-

Το ΕΔΔΑ σχεδόν πάντα ξεκινά με μια παραδοχή υπέρ του κράτους (έτσι κι εδώ). Στην συνέχεια όμως θίγει τις ασυμβατότητες προς ΕΣΔΑ. Εν προκειμένω έκρινε πως πρόκειται για εξαιρετικά ανεπιεική δικονομική τυπολατρία (φορμαλισμό) η εν λόγω απαίτηση, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι νομολογιακός κανόνας και όχι θετό δίκαιο (αρκούσε να έχει τεκμηριωμένους τους λόγους αναιρέσεως και όχι και το κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης). Ομοίως, η αξίωση να συμπεριληφθεί στο δικόγραφο ξεχωριστή παράγραφος (προς θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως) η ανυπαρξία αντίθετης νομολογίας ή η ύπαρξη σύμφωνης νομολογίας είναι εξαιρετικά δύσκολη στην πράξη (ο δικηγόρος δεν μπορεί συνεχώς να γνωρίζει όλη την νομολογία). Εν προκειμένω, ο δικηγόρος του Βασιλάκη (Τσακυράκης) μη έχοντας αγάπη για τις δικονομικές τυπολατρίες δεν το συμπεριέλαβε και η αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη ως απαράδεκτη. Το 2016 η δικαίωση της Ελλάδος στην Υπόθεση Παπαϊωάνου έδωσε το περιθώριο στο ΣτΕ να γίνει ακόμη πιο αυστηρό ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις. Παρενέβη στη συνέχεια ο νομοθέτης και αποκαταστάθηκε το ζήτημα. Πάντως, δεν θα πρέπει να εκθειάζονται οι κρίσεις του ΕΔΔΑ λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική κινήτρων που ενέχουν από πίσω οι δικαστικές του αποφάσεις. Η νομολογία του άλλωστε δεν είναι πάντοτε σταθερή! Άλλοτε δικαιώνει τους ιδιώτες και άλλοτε τα κράτη προτάσσοντας την αρχή της δικονομικής αυτονομίας. Πάντως στην υπόθεση Βασιλάκη δεν παραβιαζόταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη διότι ήταν πάγια η ελληνική νομολογία πάνω στο θέμα.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Πραγματικά περιστατικά: -

Το 1994 ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ με αίτημα την παροχή συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος για συνταξιούχους στρατού Δημοσίευση απόφασης το 2007 Καθαρογράφηση και επικύρωση το 2008 Καθυστέρηση 14 χρόνων Ο αιτών θέλησε να προσφύγει στο ΕΔΔΑ για την εν λόγω καθυστέρηση. Η προθεσμία λέει 6 μήνες από την δημοσίευση. Να εκκινήσουμε από το 2007 ή 2008; Το ελληνικό δημόσιο ισχυρίστηκε το απαράδεκτο της προσφυγής καθότι οι προσφεύγοντες περίμεναν την επικύρωσης της απόφασης για να ασκήσουν εντός 6μηνου το ένδικο

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

-

μέσο, ήτοι μετά την δημοσίευση του 2008 και όχι του 2007 (όπως θα έπρεπε).Τελικώς το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσφυγή ασκήθηκε παραδεκτώς και μπήκε στο βάσιμο. Στο ενδιάμεσο η Ελλάδα μείωσε λίγο τις καθυστερήσεις εκδίδοντας τον Ν.3659/2008 (σχετικά μικρή αποτελεσματικότητα) Η απόφαση του ΕΔΔΑ βγήκε το 2010. Το δικαστήριο μολονότι διέκρινε πρόοδο έκρινε ότι τα μέτρα δεν επαρκούν ζητώντας ένα νέο ειδικό ένδικο βοήθημα που να διαχειρίζεται τέτοιες υποθέσεις (→ υποχρέωση του έλληνα νομοθέτη)

Τι επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες; ➔ Παραβίαση ΕΣΔΑ 6: παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης (υπέρβαση ευλόγου χρόνου) ➔ Παραβίαση ΕΣΔΑ 13: διότι δεν υπήρχε δικαστήριο ή ένδικο βοήθημα για έκφραση παραπόνων λόγω υπερβολικής καθυστέρησης σε εθνικό επίπεδο ➔ ΠΡΟΤΕΙΝΑΝ την εφαρμογή του ΕΣΔΑ 46 : λήψη διαρθρωτικών μέτρων από πλευράς του εθνικού κράτους προς αντιμετώπιση ενός συστημικού προβλήματος, μιας εν γένει παθολογίας→ενεργοποίηση νέου μηχανισμού μέσω ενός νέου ενδίκου βοηθήματος Τι είπε το ΕΔΔΑ; ➔ Γενικά εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του κράτους εάν θεμελιώσει ευθύνη των δικαστικών αρχών ➔ Εν προκειμένω δέχθηκε ότι όντως παραβιάζονται τα ΕΣΔΑ 6 και ΕΣΔΑ 13: θεωρήθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση ισοδυναμεί εμμέσως με αρνησιδικία (στέρηση δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας) και κατά συνέπεια ότι παραβιάζεται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη. ➔ Επίσης εντόπισε την ανάγκη θέσπισης νέου σχεδίου νόμου και υιοθέτησης μιας νέας ταχύτερης διαδικασίας ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί το συστημικό πρόβλημα της Ελλάδας. Αναφέροντας μάλιστα πλείστα παραδείγματα προσφυγών στο ΕΔΔΑ κατά της Ελλάδος για τον ίδιο λόγο, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι την λύση δεν θα επιφέρει η εκάστοτε κρίση του δικαστηρίου υπέρ του εκάστοτε προσφεύγοντος, αλλά μια ριζική αναδιάρθρωση του ελληνικού συστήματος ούτως ώστε να περιοριστεί σημαντικά το πρόβλημα. Πρότεινε λοιπόν βάσει ΕΣΔΑ 46 την λήψη διαρθρωτικών μέτρων από πλευράς της Ελλάδας σε συνεργασία με μία Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ούτως ώστε: (α) αφενός να επιταχυνθεί η παροχή δικαστικής προστασίας (πχ. περαιτέρω προσλήψεις δικαστικών λειτουργών) (β) αφετέρου να θεσπιστεί ένα νέο ένδικο βοήθημα το οποίο να προβλέπει την δυνατότητα έκφρασης παραπόνων λόγω την καθυστέρησης σε εθνικό επίπεδο !!!! Το δεύτερο αυτό στοιχείο της απόφασης αξίζει να προσεχθεί ιδιαίτερα. Το άρθρο 46 είναι από τα πιο «επεμβατικά» στην εθνική έννομη τάξη άρθρα της ΕΣΔΑ διότι δεν κατατείνει απλώς στην προάσπιση του δικαιώματος ενός ιδιώτη με την επιδίκαση αποζημίωσης αλλά στον εξαναγκασμό του εθνικού νομοθέτη να προβεί σε συγκεκριμένες νομοθετικές ενέργειες. Εν τέλει στην Ελλάδα ψηφίσθηκε ο νόμος Ν.4055/2012, ο οποίος προέβλεψε το ειδικό αυτό ένδικο βοήθημα. Κατά πόσον το ΕΔΔΑ δικαίωσε τους Αθανασίου και λοιπούς; ➔ Χορήγησε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ➔ Δεν τους δικαίωσε ως προς τις δικαστικές δαπάνες δεδομένου ότι επικαλέστηκαν στο δικόγραφο επακριβώς προσδιορισμένα τα στοιχεία για να υπολογισθούν Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Τελικώς το ΕΔΔΑ πρόκρινε την πρόληψη και πρόβλεψη ενός ταχύτερου δικαϊκού συστήματος. Και τούτο αφενός για να επιλυθεί το πρόβλημα σε εθνικό επίπεδο, αφετέρου δε διότι είχε αρχίσει να βομβαρδίζεται και το ίδιο με πάμπολες υποθέσεις του ιδίου περιεχομένου. Συμπληρωματικά έθιξε ορισμένα βασικά κριτήρια που θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να αποδοθεί η αποζημίωση: 1) 2) 3) 4) 5)

Η αγωγή να κρίνεται εντός εύλογης προθεσμίας Να καταβάλλεται συντόμως (εντός 6μήνου) Οι δικονομικές αρχές που διέπουν την αγωγή να είναι σύμφωνες προς το ΕΣΔΑ 6 Να μην τίθενται υπερβολικά υψηλές δικαστικές δαπάνες για να κριθεί βάσιμη η αγωγή Το επιδικαζόμενο ποσό να είναι επαρκές σε σχέση με επιδικαζόμενα σε παρόμοιες υποθέσεις

Άρα, είναι εμφανές ότι η υπόθεση Αθανασίου κατά Ελλάδος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο ζήτημα της αστικής ευθύνης του Δημοσίου τονίζοντας ως μια ειδική περίπτωση την ευθύνη που ενέχει το Δημόσιο για παράνομες καθυστερήσεις στην παροχή δικαστικής προστασίας. Ήδη είχαμε δει ότι η νέες τάσεις στην νομολογία και στην θεωρία αποδέχονται την αστική ευθύνη του Δημοσίου από παράνομες ή και νόμιμες (κατ’ εξαίρεσιν) πράξεις. Εδώ, στοιχειοθετείται τέτοια ευθύνη διότι η υπερβολική καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεως εξισώνεται με παράνομη παράλειψη του δικαιοδοτικού οργάνου να επιτελέσει το καθήκον του. Αρκετά σημαντική ήταν ακόμη η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Keblerπου είχε ήδη ασκήσει επίδραση στο θέμα καθώς και η ΣτΕ 1501/2014 (που έχει αναλυθεί παραπάνω). Πρώτα συμμορφώθηκε το ΣτΕ. Σταδιακά συμμορφώνονται και τα ποινικά και πολιτικά δικαστήρια. Γεραπετρίτης: πράγματι το ένδικο βοήθημα λειτούργησε. Η δοθείσα πάντως αποζημίωση ήταν λίγο λιγότερη από ΕΔΔΑ (3000 αντί 5000 ευρώ περίπου).

SOS Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΣΤΗΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ: Προβλέφθηκε ένα νέο ένδικο βοήθημα το οποίο θα μπορούσε να ξανανοίξει την υπόθεση σε εθνικό επίπεδο μετά την κρίση του ΕΔΔΑ. Έτσι, με βάση το ΚΔΔικ 105Ατο ένδικο βοήθημα είναι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας κατόπιν καταδίκης του ΕΔΔΑ! Γιατί είναι τόσο σημαντική η αλλαγή αυτή; Κατ’ ουσίαν, με αυτόν τον τρόπο αντισταθμίζεται το μειονέκτημα στο έννομο αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης ΕΔΔΑ (μόνο innatura αποκατάσταση της ζημίας) αφού δίνεται η δυνατότητα σε εθνικό πλέον επίπεδο να ανοίξει ξανά η υπόθεση και ο εθνικός πλέον δικαστής να επιφέρει το επιθυμητό ακυρωτικό (ή άλλο έννομο) αποτέλεσμα!! Πάντως πάλι προέκυψαν ορισμένα ζητήματα κυρίως συνδεόμενα με την επιβολή διπλής ποινής και παραβίασης της αρχής nebis in idem. Η εν λόγω προβληματική αναπτύχθηκε κυρίως σε υποθέσεις με αναφυόμενα ζητήματα τόσο ποινικού όσο και διοικητικού δικαίου. Ιδιαίτερα λοιπόν σε φορολογικές υποθέσεις (παραβάσεις πολλαπλών τελών), υποθέσεις λαθρεμπορίας ή διακίνησης ναρκωτικών όπου οι εν λόγω παραβιάσεις χρήζουν επιβολής τόσο ποινικών κυρώσεων όσο και διοικητικών προστίμων ετέθη το ζήτημα ότι απαγορεύεται η διπλή απαξιολόγηση για το ίδιο αδίκημα.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ΣτΕ 1741/2015 Ως προς ΣτΕ 1741/2015: Η αρχή nebis in idem έχει εφαρμογή και εδώ. Η υπόθεση αφορά κατηγορία ποινικής φύσεως κατά την έννοια του ΕΣΔΑ 6. Βάσει της αρχής αυτής προκύπτει ότι το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει την εν λόγω διαφορά (επί πράξης επιβολής πολλαπλών τελών για λαθρεμπορία) υποχρεούται να τερματίσει ενώπιον του την διαδικασία με απόφαση του ακυρώνει την πράξη επιβολής των τελών, εφόσον βάσει των ιδίων κατ ουσίαν πραγματικών περιστατικών έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Τι είπε το ΣτΕ: o o

o

o

o

Για τις περιπτώσεις λαθρεμπορίας καυσίμων δεν είναι παράνομη η διπλή κύρωση για το ίδιο αδίκημα. Εξάλλου, οι ποινικές κυρώσεις για τέτοια αδικήματα συνήθως συνίστανται σε στερητική της ελευθερίας ποινή και δεν θα έπρεπε να συγκριθούν με διοικητικής φύσεως χρηματικές κυρώσεις. ΆΡΑ, εφόσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα δε παραβιάζεται η αρχή nebis in idem ΕΣΔΑ 4 § 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται δις για το ίδιο αδίκημα) και του αρ. 50 ΧΘΔ/ΕΕ. Στην εν λόγω περίπτωση, η εταιρία είχε αθωωθεί από το ποινικό δικαστήριο λόγω αμφιβολιών. Σε κάθε περίπτωση το διοικητικό δικαστήριο ΔΕΝ δεσμεύεται από την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και μπορεί κατά το δοκούν να κρίνει ως προς το αναγκαίο της επιβολής του διοικητικού προστίμου. Η ποινική δικονομία άλλωστε είναι δομημένη κατά τρόπο διαφορετικό από την διοικητική (π.χ. τεκμήριο αθωότητας/ indubioproreo/ νεότερη νομοθεσία που μπορεί να ξεπλύνει το άδικο/ παραγραφή) και με ελαφρύνσεις υπέρ του κατηγορουμένου που μπορεί τελικώς να οδηγήσουν στην αθωωτική ποινική κρίση μολονότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος. Στην διοικητική δίκη δεν υπάρχει με την ίδια ένταση αυτή η επιείκεια (πιο αντικειμενική κρίση). Τέλος, ο διάδικος είχε το βάρος αποδείξεως και όφειλε να γνωστοποιήσει στον διοικητικό δικαστή το περιεχόμενο της αθωωτικής ποινικής απόφασης

Τι είπε το ΕΔΔΑ; Το ζήτημα ανάκυψε εκτενώς στην υπόθεση Καπετάνιος κατά Ελλάδος το 2015 (3453/2012, 429541/2012, 9028/2013) και στην συνέχεια στην υπόθεση Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος (2016): εξετάζοντας τα ΕΣΔΑ 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ( Nebisinidem) και ΕΣΔΑ 6 §2 (Τεκμήριο αθωότητας)!To ΕΔΔΑ έκρινε ότι: 1) πρόκειται για ποινικές υποθέσεις βάσει των κριτηρίων Engel27. 2) Εφόσον ο καθ ου επικαλείται την αθωωτική απόφαση το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επιρροή που μπορεί να έχει η απόφαση στην δική του κρίση (από τα στοιχεία του φακέλου)

27Τα

κριτήρια Engel(αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Engel κατά Ολλανδίαςκαι αφορούν αποκλειστικά τα άρ.6 & 7ΕΣΔΑ) είναι τα ακόλουθα: Α) ο χαρακτηρισμός του αδικήματος στην έννομη τάξη Β) η εγγενής φύση του αδικήματος Γ) η βαρύτητα της επαπειλούμενης κύρωσης Αρκεί να πληρούται έστω και ένα για να υφίσταται «κρυπτοποινή»

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος 3) Στην μια περίπτωση δεν θα έπρεπε να επιβληθεί καν διοικητικό πρόστιμο δεδομένου ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της διοικητικής απόφασης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη η αθωωτική ποινική απόφαση. Η καταδικαστική ποινική απόφαση δεσμεύει τα διοικητικά δικαστήρια ενώ τα τελευταία δεν δεσμεύονται από αθωωτική. Μετά την καταδίκη από ΕΔΔΑ ασκήθηκε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας βάσει ΚΔΔ 105 Α. Στην περίπτωση αυτή το ελληνικό δικαστήριο δεσμεύεται προς πλήρη συμμόρφωση ή έχει τη δυνατότητα να επαναξιολογήσει την υπόθεση ανεξάρτητα από την κρίση του ΕΔΔΑ;

ΣτΕ 1993/2016 Ως προς ΣτΕ 1993/2016: Δεν υπάρχει αυτόματη δέσμευση από ΕΔΔΑ στο πλαίσιο επανάληψης της διαδικασίας (εδώ είναι ιδιαίτερα έκδηλος ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο δικαστηρίων που δεν ευνοούν τον διάλογο μεταξύ δικαστών). Το ΣτΕ απαρίθμησε 7 προϋποθέσεις που εάν πληρούνται τότε θα δεσμεύεται από ΕΔΔΑ στο πλαίσιο αίτησης επανάληψης της διαδικασίας: 1) Η παράβαση της ΕΣΔΑ να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς το σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ 2) Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ να μην αντίκειται στο εθνικό Σύνταγμα, δεδομένου ότι η ΕΣΔΑ υπόκειται του Συντάγματος και να μην παραγκωρίζεται η αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών (τυπικά ορθό, λειτουργικά μπάζει- ΣΛΕΕ7) 3) Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ να μην οδηγεί σε παράλειψη άλλης υποχρέωσης από τον διεθνές δίκαιο, ιδίως από το ενωσιακό, που κρίνεται σημαντικότερη από το άρ.46ΕΣΔΑ 4) Η συμμόρφωση να μην προσκρούει σε άλλον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που υπερέχει αυτής (!) → ρήτρα διαφυγής (επιφύλαξη υπέρ της εθνικής έννομης τάξης) : εξαιρετικά αφηρημένο και αντίκειται στην γενική τάση να διεκδικεί και η ΕΣΔΑ την αρχή της υπεροχής 5) Η απόφαση να μην είναι εμφανώς ελλιπής, ασαφής και προδήλως ανεπαρκής ως προς την νομική της βάση (!) →εδώ το ΣτΕ τραβά έντονα την διελκυστίνδα προς το μέρος του και αξιώνει την αξιολόγηση της πληρότητας του συλλογισμού του ΕΔΔΑ 6) Η κρίση του ΣτΕ να μην είναι επί οψιγενών στοιχείων (π.χ. νέος νόμος) που προέκυψαν μετά την κρίση του ΕΔΔΑ 7) Να μην έχει δικαιωθεί με άλλον τρόπο ο πολίτης – να μην έχει θεραπευθεί η πλημμέλεια Παρατηρείται ιδιαίτερη ένταση μεταξύ των δύο πόλων (ΣτΕ vsΕΔΔΑ). Αξίζει να σημειωθούν η ρήτρα διαφυγής (στ.4) και η αξιολόγηση της απόφασης ΕΔΔΑ (στ.6) ! Είναι χαρακτηριστικό δείγμα του bra de fer των δικαστηρίων και του εθνικού δικαστικού ακτιβισμού που εκδηλώνεται για να περισώσει την θεσμική του υπόσταση έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (το ΣτΕ βέβαια δεν θα τολμούσε να θέσει τις 7 προϋποθέσεις στο ΔΕΕ χάριν της αρχής της υπεροχής). Άλλη μια περίπτωση όπου είναι ασύμμετρος ο διάλογος μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαστή. Το είδαμε και στην υπόθεση Gauweiller μεταξύ Γερμανικού Ακυρωτικού και ΔΕΕ. Όμως, για μια χώρα ισχυρή όπως η Γερμανία το να συμβαίνει αυτό δεν μας προκαλεί εντύπωση. Αντιθέτως, όταν το κάνει το ελληνικό ΣτΕ μας ξενίζει. Το σίγουρο είναι πάντως πως υπάρχει μια διάχυτη ανασφάλεια δικαίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από την εν λόγω Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος απόφαση το Β’ Τμήμα του ΣτΕ έβγαλε και μια δεύτερη (δίδυμη) με την οποία όμως απεδέχθη την δέσμευση από ΕΔΔΑ και κατ’ ουσίαν προσπάθησε να συμβιβάσει λίγο τα πράγματα (άλλο ένα δείγμα ανασφάλειας δικαίου).

12η Εβδομαδα 33ο Μάθημα

Τρίτη

28/05/2019

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΣτΕ Τμήμα Δ’ στη Δεκαετία του 2000 →νομολογιακές μεταβολές: -

Εξελίξεις στην προσωρινή δικαστική προστασία Φιλελεύθερη ανάγνωση του Συντάγματος: οικονομικό Σύνταγμα. Έθεσε ένα ζήτημα ερμηνείας του Σ και παρέπεμψε στην Ολομέλεια.

2 ΠΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Σ5 Φιλελεύθερη- αγορακεντρική προσέγγιση οικονομικής ελευθερίας Προστασία του ατόμου Προστασία του δικαιώματος συμμετοχής στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή Υποκειμενική διάσταση του δικαιώματος (έμφαση στο δρων υποκείμενο) Πρωτοβουλία: ο ιδιώτης

Σ106 Κρατικοκεντρική προσέγγιση οικονομικής ελευθερίας Προστασία της ίδιας της αγοράς Καθορισμός του ρόλου του κράτους στον συντονισμό και προγραμματισμό της εθνικής οικονομίας Αντικειμενική διάσταση του δικαιώματος Κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία (έλεγχος)

Το σύστημα στην Ελλάδα θα έλεγε κανείς ότι είναι μάλλον ουδέτερο, ανοικτό και πλουραλιστικό από την άποψη ότι η ύπαρξη των δύο αυτών διατάξεων δημιουργεί δύο ενδιάθετες τάσεις και εναπόκειται στην ευχέρεια κάθε κόμματος που ανέλθει στην πολιτική εξουσία να προκρίνει το ένα έναντι του άλλου. Πάντως, η αλήθεια είναι πως ενόψει των ενωσιακών επιδράσεων και γνωρίζοντας πως η ΕΕ προσανατολίζεται περισσότερο προς το πρώτο μοντέλο ενιαίας και φιλελεύθερης αγοράς αργά ή γρήγορα δίνεται ένα προβάδισμα προς την φιλελεύθερη οικονομία του Σ5. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση εδώ δεν ετίθετο ζήτημα εφαρμογής το δικαίου της ΕΕ και όμως το ΣτΕ φάνηκε αρκετά επηρεασμένο από τις κρίσεις του ΔΕΕ σε παρόμοια ζητήματα.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

ΣτΕ 2194/2006 Υπόθεση Praktiker Πραγματικά περιστατικά: οι οικονομικοί φορείς επιθυμούσαν την υπεραγορά λιανικού εμπορίου. Ο Ν.2323/1995 προέβλεπε ως προϋπόθεση την προηγούμενη κρατική άδεια. Η εν λόγω άδεια εκδιδόταν βάσει ορισμένων ενδεικτικών κριτηρίων («ιδίως») και πάντως κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας από πλευράς της Διοικήσεως: ❖ Οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις και η γενικότερη εναρμόνιση προς το πρόγραμμα ❖ Οι επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και ο κίνδυνος διαρροής εισοδήματος ❖ Η εξυπηρέτηση καταναλωτών ❖ Ο χωροταξικός σχεδιασμός και το περιβάλλον Τελικώς δεν χορηγήθηκε η εν λόγω άδεια από την Διοίκηση και ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως προκειμένου να ελεγχθεί η συνταγματικότητα των εν λόγω κριτηρίων του νόμου (5 μελής σύνθεση- ο Πρόεδρος μειοψήφησε) Πλειοψηφία (σκέψη 12): το Σ5 είναι ένα κλασικό ατομικό δικαίωμα που μπορεί να περιορισθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος με βάση την αρχή της αναλογικότητας και πάντως με κριτήρια σαφή και αντικειμενικά (!) που δεν ιδρύουν διακριτική ευχέρεια στην εκάστοτε διοικητική αρχή. Υπάρχει ανάγκη ενός σαφούς και σταθερού νομικού πλαισίου για επενδύσεις, ούτως ώστε ο οικονομικός φορέας να ξέρει από πριν τι επιτρέπεται και τι όχι. Να μην εξαρτάται από την σκοπιμότητα της διοίκησης (άδειες σκοπιμότητας). Σε επίπεδο ερμηνείας του Συντάγματος έχουμε τελικά σύγκρουση Σ5-Σ106 ή παράλληλη συνύπαρξη όπου η μία διάταξη αλληλοσυμπληρώνει την άλλη; Αν ισχύει το πρώτο μήπως θα πρέπει το Σ106 ως ειδικότερο να υπερισχύσει; Τελικά, το ΣτΕ απεφάνθη υπέρ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας φανερά επηρεασμένο από πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ περί δικαιώματος ελεύθερης κίνησης αγαθών, προσώπων, κεφαλαίων. Ιδιαίτερα στην υπόθεση Analirτο ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι τα κριτήρια που συνεκτιμά η εκάστοτε διοικητική αρχή θα πρέπει να είναι σαφή, αντικειμενικά και χωρίς απεριόριστη διακριτική ευχέρεια. Παλιά νομολογία του ΣτΕ το 80’-90’: όταν έχω νομικά πρόσωπα με κρίσιμη για το δημόσιο συμφέρον δράση (πχ. ηλεκτροδότηση, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές κλπ.) το κράτος δέχεται να γίνεται κάποια ιδιωτικοποίηση αλλά το τελευταίο να κρατά ένα εποπτικό προνόμιο (ελέγχου) εξαιτίας της σπουδαιότητας τους. Τότε η διοίκηση ασκούσε εποπτεία κατά διακριτική ευχέρεια (έλεγχος σκοπιμότητας). Τι είπε το ΕΔΔΑ; Μπορεί ένα κράτος να επιλέξει να μην προβλέπεται δυνατότητα ιδιωτικοποιήσεων. ΟΜΩΣ, εάν υπάρχει η δυνατότητα αυτή οι όροι και οι περιορισμοί να είναι αντικειμενικοί (όχι άδειες σκοπιμότητας) Το 2007: Το μεγαλύτερο ποσοστό των μετοχών του ΟΤΕ ανταγωνιζόταν ο Ευγενόπουλος. Ετέθη ένα όριο με τον εξής περιορισμό: αν ιδιώτης κατέχει ποσοστό μετοχών μεγαλύτερο του κράτους σε στρατηγικής σημασίας ΝΠΔΔ, απαιτείται διυπουργική άδεια ούτως ώστε να ελεγχθεί η φερεγγυότητα του επενδυτή (υπαγωγή σε έλεγχο σκοπιμότητας). Έγινε καταγγελία στην επιτροπή. Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Γεραπετρίτης: Έμφαση σε 3 σημεία 1) Πως αναπτύσσεται το οικονομικό μοντέλο; 2 συνιστώσες: - Ελευθερία: Σ5 + Σ17παρ1 - Εθνικό συμφέρον: Σ106παρ1 Δημιουργείται έτσι ένα μείγμα που δείχνει μέχρι που μπορεί μεταβλητά να φθάσει η ελευθερία (πλέον λόγω δικαίου της Ένωσης είναι λίγο μονόδρομος) 2) Ερμηνεία Συντάγματος: Σ5: προκρίνει την προστασία της οικονομικής ελευθερίας αλλά βάζοντας ως όριο το Σύνταγμα. Μήπως λοιπόν προσδιορίζεται από το Σ106; Παλιά γινόταν συστηματική ερμηνεία των δύο. Πλέον, υπάρχει αυτονόμηση των δύο διατάξεων, όπου το Σ5 δείχνει τι μπορεί να πράξει το υποκείμενο και το Σ106 προσδιορίζει μια ευρύχωρη κατεύθυνση για δημόσια οικονομία. 3) Έννοιες σκοπιμότητα- διακριτική ευχέρεια/ νομιμότητα- δέσμια αρμοδιότητα: - Δεν δημιουργεί μόνο το «ιδίως» πρόβλημα (ενδεικτική απαρίθμηση) - Δημιουργεί κυρίως το ζήτημα της αξιολογικής κρίσης στην οποία προβαίνει η Διοίκηση Πρβ. Υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας (δες προτάσεις Γενικής Εισαγγελέως) ΕΔΔΑ: Θεμιτή άσκηση διακριτικής ευχέρειας στο δικαίωμα περιβάλλοντος (Σ24) διότι εκεί δεν έχει προβάδισμα η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά το κράτος. Η υπόθεση Praktikerπήγε από τον Τμήμα στην Ολομέλεια και συνάντησε εκεί και τους πιο κρατιστές του Ε’ Τμήματος. Εν τέλει η απόφαση της ολομέλειας ήταν πιο μετριοπαθής : «ανάλογα με την φύση της δραστηριότητας δικαιολογείται η διακριτική ευχέρεια» → όχι μόνο βάσει Σ24 αλλά διευρύνεται Δρόσος: ανάλυση της σχέσης νομικής- οικονομικών (δύο επιστήμες). Στο Σ υπάρχουν και οικονομικής σημασίας επιλογές. Πλέον η οικονομική κρίση επηρεάζει και ευθέως τα νομικά. Αναλογιστικές μελέτες: εξωνομικά οικονομικά στοιχεία. Ο δικαστής εξαρτάται και από αυτά Υπόθεση Pringle&Υπόθεση Gauweiler: δύο υποθέσεις για την οικονομική κρίση (μικρή ανάλυση διότι έχουν αναλυθεί και σε προηγούμενα σημεία). (1) Υπόθεση Pringle: Προβλέψεις του ESMγια επιτρεπτά ποσοστά επί ελλειμμάτων (πρβ. 3% και 60%). Κανονικά ΣΛΕΕ 125 απαγορεύει την αγορά χρέους ενός κράτους μέλους από την ΕΕ. Όμως, ΣΛΕΕ 122 προβλέπει κάποιες περιπτώσεις που επιτρέπεται. Άρα, δεν απαγορεύεται ως θέμα αρχής. Το δικαστήριο έκανε μια τελολογική και ιστορική ερμηνεία και κατέληξε στο επιτρεπτό. (2) Υπόθεση Gauweiler: Διάλογος μεταξύ Bundesvervassungsgericht–ΔΕΕ (η πρώτη περίπτωση που η Γερμανία αποστέλλει προδικαστικό ερώτημα). Εάν το ΔΕΕ διαφωνούσε θα μπορούσε να οδηγήσει και σε σύγκρουση Γερμανίας – ΕΕ. Η Γερμανία έστειλε προδικαστικό να ρωτήσει αν θα ήταν σύμφωνος με το εθνικό της Σύνταγμα (υποθετικά) ο νόμος να προβεί σε αγορά των ελληνικών ομολόγων σε μια δευτερογενή αγορά. Δεν είχε συμβεί στην πράξη αλλά ερώτησε προληπτικά. Τους Γερμανούς τους ενδιέφερε να ενισχύσουν το κοινοβούλιο και τον ρόλο των πολιτών (αναγωγή του γερμανικού δικαστηρίου στο δικαίωμα ψήφου σαν actionpopularis). Ποια ήταν τα δικονομικά ζητήματα που θα έπρεπε να απασχολήσουν το ΔΕΕ; Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος -

Δεν επρόκειτο για απόφαση αλλά για ανακοίνωση (δελτίο απόφασης) Δεν είναι εκτελεστή πράξη Παρόλα αυτά το ΔΕΕ παρέκαμψε τα στοιχεία παραδεκτού και επεξέτεινε την έννοια κατά πολύ προκειμένου να αποφανθεί και να επέλθει η σταθερότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Παρέκαμψε μάλιστα και τις δηλώσεις του Γερμανικού Ακυρωτικού περί μη δέσμευσης του τελευταίου από την κρίση του ΔΕΕ. Εδώ κατ ουσίαν επρόκειτο για πασίδηλη αμφισβήτηση της αρχής της υπεροχής. Το ΔΕΕ μπορούσε να μην αποφανθεί καν. Παρόλα αυτά προσπέρασε την αλαζονεία του εθνικού δικαστηρίου σε όλο αυτό το bradeferκαι πρόκρινε το συμφέρον της ΕΕ στο σύνολο της, ώστε να δώσει πραγματική λύση. Απεφάνθη λοιπόν υπέρ της συνταγματικότητας μιας τέτοιας πιθανής ενέργειας και αυτομάτως σταθεροποιήθηκε το επενδυτικό τοπίο στους κόλπους της Ευρώπης.

Γεραπετρίτης: ένας από τους τρόπους δανεισμού είναι μέσω της έκδοσης κρατικών ομολόγων. Το ομόλογο είναι αξιόγραφο που εκδίδει μόνο το κράτος και έχει ενσωματώσει απαίτηση αποπληρωμής δανείου. Κατ ουσίαν δηλαδή το ομόλογο είναι δημόσιο χρέος. Κάθε ομόλογο έχει: ονομαστική αξία (την αναγραφόμενη σε αυτό→ είναι σταθερή, πχ. 10 ευρώ) και πραγματική αγοραστική αξία (η τιμή που πωλείται στην αγορά → ασταθής και κυμαινόμενη ανάλογα την οικονομική κατάσταση και την πίστη-φερεγγυότητα ενός κράτους). Κατά τη σύναψη ομολογιακού δανείου, δανειστής και οφειλέτης (το εκάστοτε κράτος) συμφωνούν την μεταβίβαση του ομολόγου στον δανειστή (συνήθως με πώληση) και ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει το σχετικό αντίτιμο. Στην πραγματικότητα όμως, επειδή το ομόλογο δεν παύει να είναι ένα απλό έγγραφο που έχει ενσωματωμένη απαίτηση, στη συναφθείσα σύμβαση (δάνειο) τίθεται ο όρος επιστροφής του ποσού από τον οφειλέτη προς τον δανειστή. Και ο δανειστής τι θα κερδίσει από τον δανεισμό; Τόκο (σε ποσοστό – επιτόκιο). Για αυτόν τον λόγο όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα αποπληρωμής του δανείου τόσο μεγαλύτερο συμφέρον έχει ο δανειστής. Πρωτογενής αγορά: όταν εκδίδεται το ομόλογο για πρώτη φορά με συγκεκριμένη ονομαστική αξία Δευτερογενής (παράλληλη) αγορά: όταν γίνεται συναλλαγή του ομολόγου μεταξύ του κατόχου του και των λοιπών ενδιαφερομένων βάσει της πραγματικής πλέον αξίας. Σε αυτήν την αγορά δεν υπάρχει πλέον ο περιορισμός της ονομαστικής αξίας και το ομόλογο μπορεί να μεταβιβαστεί σε κάθε τιμή. Συνήθως, καταβάλλονται και ασφάλιστρα κινδύνου ότι η χώρα δεν θα πτωχεύσει και ο δανειστής δεν θα χάσει τα χρήματα του. Ορθολογική πτυχή χρηματοοικονομικών: η πραγματική αξία των ομολόγων μιας χώρας αποτελεί τον δείκτη για την οικονομική πορεία της. Στην πράξη βέβαια δεν αποτελεί πάντοτε δείκτη εφόσον στο χρηματιστήριο γίνεται συνήθως τζόγος (χαρακτήρας τυχαιότητας). Ελληνικά και γερμανικά ομόλογα ξεκίνησαν με την ίδια ονομαστική αξία. Μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η πραγματική αξία των ελληνικών έπεσε πάρα πολύ. Δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος αφού τα πρώτα δεν αγοράζονταν για να εκδώσει μετέπειτα νέα (τελικώς αδυναμία δανεισμού). Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Σε θεσμικό επίπεδο: απαγόρευση της ΕΕ να αγοράσει η ίδια τα ελληνικά ομόλογα διότι αγοράζοντας κρατικό χρέος παραβίαζε την αρχή “nobailout” (πρβ. θεωρία ηθικού κινδύνου). Τι είπε το ΔΕΕ στην υπόθεση Gauweiler; Έκανε ένα ερμηνευτικό άλμα για να το σώσει. Είπε πως δεν πρόκειται για κρατικό χρέος πλέον εφόσον ομιλούμε σε επίπεδο δευτερογενούς αγοράς. Η ρήση αυτή του δικαστηρίου είχε τεράστια σημασία. Με μόνη αυτήν την ανακοίνωση σταθεροποιήθηκαν οικονομίες. Γιαννακόπουλος: Είναι έκδηλη πλέον η επικυριαρχία του οικονομικού στο θεσμικό. Η οικονομία είναι ένα τεχνοκρατικό σύστημα το οποίο βρίσκεται πάντα ένα βήμα πιο γρήγορα απ τον θεσμό (μετατόπιση της πρωταρχίας). Αυτό σημαίνει ότι το νομικό- θεσμικό εξοβελίζεται; Διότι υπάρχουν και ιδεολογικές πτυχές που στην πορεία της ιστορίας τα κράτη υπερασπίστηκαν με σθένος. Π.χ. πάμε σε πόλεμο→ πολίτες προθυμοποιούνται να πολεμήσουν με αυταπάρνηση Π.χ. Έχουμε οικονομική κρίση→ απροθυμία πολίτη να πληρώσει φόρους ή να δεχθεί απαλλοτριώσεις Πρβλ. έννοιες όπως οικονομικός συσχετισμός/ νομικός δαρβινισμός Πρβλ. Κατάρρευση της κρίσης στις ΗΠΑ (2008) Ενόψει της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη το ΔΕΕ ενδυναμώθηκε και κατάφερε να παραμείνει ακλόνητο, μολονότι υπήρξαν σοβαρότατες νομικές εντάσεις. Απέκτησε πλέον ρόλο τοποτηρητή των εθνικών οικονομιών. Προβληματισμοί: Στουρνάρας είναι Διοικητής της Τράπεζας Ελλάδος. Προβαίνει σε δήλωση: «Είναι άδεια τα ελληνικά ΑΤΜ». Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα. Οι φορείς της ΕΕ (ΕΚΤ) έχουν αντίθετη άποψη.Μπορεί να γίνει συσχετισμός με Σ14; Άλλοτε δηλώνει: «Τα ελληνικά ομόλογα θα καταρρεύσουν». Πρόκειται για αξιολογική γνώμη; Ο Τσακυράκης θα έλεγε ναι. Ο κατάλογος Μισελέν είναι γνώμη; Δεν μπορεί να θεωρηθεί διοικητική πράξη. Τότε η διατύπωση αξιολόγησης τι είναι ως προς τη νομικής της φύση; Πέμπτη , στις 30/05/2019 διεξήχθη το τελευταίο μάθημα του κ. Δρόσου

35ο Μάθημα

Παρασκευή

Τελευταίο μάθημα: Γεραπετρίτης – Γιαννακόπουλος

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ Δύο σκέλη: διαδικασία και ουσιαστικοί περιορισμοί βάσει ερμηνείας του Σ110 Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη

31/05/2019


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Είναι χαρακτηριστικό ότι η τροποποίηση του Συντάγματος μέσω της αναθεώρησης είναι μια πιο σύνθετη διαδικασία που εκκινείται και διενεργείται σαφώς δυσκολότερα απ ότι η συνήθης νομοπαραγωγική διαδικασία. Αυτό συμβαίνει λόγω ενός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει το Σύνταγμα, δηλαδή την αυστηρότητα. Βέβαια, υπάρχουν Συντάγματα περισσότερα αυστηρά και άλλα πιο ήπια ως προς την δυσχέρεια ή μη της αναθεώρησης (π.χ. ΗΠΑ πολύ αυστηρό Σ &Γερμανία: ρήτρα αιωνιότητας). Γιατί να είναι αυστηρό (ως προς την αναθεώρηση) το Σύνταγμα και να μην αλλάζει τόσο συχνά όσο ο νόμος; Ανάγκη συνοχής → διαφορετικά ανασφάλεια δικαίου και φαλκίδευση δικαιωμάτων Το Σύνταγμα το ίδιο είναι ο θεμελιώδης κανόνας της Πολιτείας. Εάν αναθεωρείτο πολύ εύκολα θα ανέτρεπε την ίδια την υπεροχή του ως ανώτερο κανόνα δικαίου (ήδη έχει κλονιστεί αρκετά υπό την επίδραση του ενωσιακού δικαίου). Η αυστηρότητα του Συντάγματος αποτελεί εγγύηση της τήρησης του ελέγχου συνταγματικότητας. Αναθεωρητική εξουσία→ συντεταγμένη εξουσία, υποκείμενη σε έλεγχο Συντακτική εξουσία→ έμπλεη πολιτικού χαρακτήρα, έκφραση κυριαρχίας, ανέλεγκτη ➔ Να ελέγχεται δικαστικώς η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης; Υπήρξε αμφισβήτηση. Η θεωρία διαφωνούσε. Ετέθησαν προβληματισμοί ως προς τα όρια του ελέγχου (διαδικασία; περιεχόμενο;). 1ος Προβληματισμός: ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Υπάρχουν διατάξεις που δεν αναθεωρούνται και ανήκουν στον σκληρό πυρήνα του Συντάγματος (άρ.110§1): (α) όσες αναφέρονται στην βάση και στη μορφή του πολιτεύματος (γενική ρήτρα) : οι βασικές αρχές του πολιτεύματος (β) ορισμένες που απαριθμούνται επακριβώς: Σ2§1 Σ4 §1, §4, §7 Σ5§1, §3 Σ13§1 Σ26 Στις προπαρασκευαστικές πράξεις του Σ του 1975 είχε υπάρξει διχογνωμία για το εάν θα έπρεπε να υπάρξει γενική ρήτρα ή εξειδίκευση με απαριθμημένες διατάξεις. Τελικώς κατέληξαν και στα δύο. Άμεση εκλογή ΠτΔ αντίκειται στο Σ110; (έχει συζητηθεί εκτενώς) 2ος Προβληματισμός: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Να έχουμε μια προσαρμογή του Σ στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες με εύκολη διαδικασία αναθεώρησης ή η αναθεώρηση να γίνεται δυσχερώς αφήνοντας στην ερμηνεία την δυνατότητα προσαρμογής; Βέβαια, η έλλειψη ρητώς αναγεγραμμένων διατάξεων ενδεχομένως να δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και πιθανές ασάφειες. Γιατί όλοι ζητούν αναθεώρηση; Η εν λόγω πολιτική κατάσταση θυμίζει αρκετά τους παίκτες μιας ομάδας που είναι αδρανείς, η ομάδα δυσλειτουργεί, υπάρχει από πλευράς τους απροθυμία βελτίωσης αλλά διατρανώνουν πως τους φταίει η διαιτησία, τα γήπεδα, οι κανόνες του παιχνιδιού. Ομοίως και εδώ δεν φταίνε τελικώς οι θεσμοί για την δυσλειτουργία του συστήματος αλλά οι πράξεις των εκάστοτε φορέων των κρατικών οργάνων. Η διαδικασία συνοπτικά στα Σ110 §§2-5 : Εκκίνηση με πρόταση 50 βουλευτών που υποβάλλεται εγγράφως – διενέργεια ψηφοφορίας εντός ενός μήνα - διαπίστωση ανάγκης αναθεώρησης από την 1η προτείνουσα βουλή και πρόταση συγκεκριμένων άρθρωναιτιολόγηση της πρότασης – μεσολάβηση εκλογών- 2η αποφασίζουσα βουλή- λήψη απόφασης ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων- αναθεώρηση των διατάξεων του προτάθηκαν. Σε ό,τι αφορά τις απαιτούμενες πλειοψηφίες των δύο Βουλών υπάρχει το δίπολο 180-151 είτε αντιστρόφως (150-181). Το συνήθως συμβαίνον είναι η προτείνουσα βουλή να πετυχαίνει συνειδητώς πλειοψηφία των 150 ούτως ώστε να «δυσκολέψει» το έργο της αποφασίζουσας Βουλής, ήτοι να απαιτείται πλειοψηφία 181. ΑΡΑ:

1η Βουλή → προτείνει → Προτείνουσα Βουλή

2η Βουλή → αποφασίζει→ Αποφασίζουσα - Αναθεωρητική Βουλή Στην §6 του Σ110 υπάρχει η ρήτρα της 5ετίας ως περιορισμός στην αναθεώρηση. Θα λέγαμε λοιπόν ότι σε επίπεδο αυστηρότητας το Σ μας είναι από τα πλέον αυστηρά. Γιατί τίθεται ένας τέτοιος περιορισμός; Γενικά σε κάθε αναθεώρηση όπου υπάρχουν δύο βουλές το ζητούμενο είναι η ύπαρξη μιας πολιτικής συναίνεσης από πίσω (δύσκολη προϋπόθεση που συνήθως απουσιάζει). Στις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001 υπήρξε δυσκολία να βρεθεί. Μήπως θα πρέπει να αναθεωρηθεί η διαδικασία αναθεώρησης;

-

Είναι δυνατή η αναθεώρηση του Σ110 ή «χτυπάει» στην προβληματική της αναθεώρησης; Γενικά, ναι! Αρκεί να διατηρείται η αυστηρότητα του Σ (εγγενές στοιχείο του πολιτεύματος). Να μην ομοιάζει δηλαδή προς την συνήθη (μη σύνθετη) νομοπαραγωγική διαδικασία. Το Σ110 δεν είναι στις ενάριθμες διατάξεις Μήπως υπάγεται στην γενική ρήτρα «μορφή και βάση του πολιτεύματος»; Γενικά ναι, αποτελεί βάση. Ενέχει ένα στοιχείο αφαίρεσης(πρβλ. έλεγχος συνταγματικότητας). Αν απομειώσεις το περιεχόμενο που αναγράφεται στο Σ110 παρ1 αυτό αντίκειται στους ήδη υπάρχοντες περιορισμούς. Αυτομάτως καταργείς τον περιορισμό που έχει θέσει από μόνο του το Σύνταγμα

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος -

Εάν αναθεωρηθεί η ρήτρα πενταετίας (Σ110§6) που είναι διαδικαστική παράμετρος δεν «χτυπά» άμεσα στον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος και επομένως επιτρέπεται. Τελικώς ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν στην τωρινή αναθεώρηση; 6 Διατάξεις (4 προταθείσες από Κυβέρνηση και 2 από αξιωματική αντιπολίτευση): 1) Σ32: για αποσύνδεση της εκλογής ΠτΔ από διάλυση της Βουλής 2) Σ62: Για ποινική ευθύνη βουλευτών 3) Σ68: Συγκρότηση μέχρι 2 εξεταστικών επιτροπών και από κοινές μειοψηφίες 4) Σ86: Για ποινική ευθύνη υπουργών 5) Σ96: Εξομοίωση στρατιωτικών δικαστηρίων με τακτικά 6) Σ101Α: Περιορισμός δυνατότητας ίδρυσης ΑΔΑ, διευκόλυνση επιλογής μελών τους και ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου τους

Ρυθμίζεται από άλλους κανόνες η αναθεώρηση πέραν του Σ110; Όταν κάτι δεν μπορεί να απαντηθεί με το ότι «το λέει το Σύνταγμα» που κοιτώ; Κάπου πέραν της συνήθους εθνικής κυριαρχίας→ Δίκαιο της Ένωσης + ΕΣΔΑ . Αντίλογος: η αναθεώρηση του Συντάγματος εκ πρώτης όψεως δεν αφορά ζήτημα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όμως και εδώ επιδρά → Υπόθεση Αγγελιδάκη ( C- 378380/2007). Να αναθεωρηθεί το Σ103 (μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου); Για αυτό πρέπει κατά αυτή να ελέγχεται η συμβατότητά της με το δίκαιο της ΕΕ. Το αυτό ισχύει και ως προς την συμβατότητα με ΕΣΔΑ (C-213/07, Βασικός Μέτοχος &ΕΔΔΑ 15.06.2006 Λυκουρέζος κατά Ελλάδος).

-

Η Ελλάδα έχει ήδη καταδικασθεί σε δύο υποθέσεις: C-213/2007: Υπόθεση του Βασικού Μετόχου ( Σ14 § 2) Υπόθεση Λυκουρέζου – ασυμβίβαστα βουλευτών ( Σ57)

➔ Extra! Μπορεί να γίνει δημοψήφισμα πάνω σε πρόταση αναθεώρησης; 1η άποψη: Ως κρίσιμμο εθνικό θέμα (Σ44 παρ.2) ναι, αλλά μόνο συμβουλευτικό (όχι καθ’ εαυτού αναθεωρητικό) 2η άποψη: Αυστηρή τυπική ερμηνεία του Σ. Βάσει Σ110 δεν καταλείπεται αρμοδιότητα αποκλειστικά στο εκλογικό σώμα να αποφανθεί. Αρμόδια είναι η Βουλή. Άρα, δεν καταλείπεται δυνατότητα δημοψηφίσματος. Πρόθεση συντακτικού νομοθέτη η αποτροπή του συνταγματικού λαϊκισμού! 1η Βουλή: παίρνει πρωτοβουλία να αναθεωρήσει. Κατά πόσον δεσμεύεται η επόμενη; Η 2η είναι ελεύθερη και αν ναι σε ποιόν βαθμό; ΑΠΟΨΗ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ- ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ Ιστορική ερμηνεία πάνω στο εν λόγω ερμηνευτικό ζήτημα

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Μέχρι τη δεκαετία του 1990 φαινόταν να κυριαρχεί μια διαδικασία όπου η 2 η βουλή δεσμευόταν από τον αριθμητικό προσδιορισμό της 1ης , δηλαδή δεν μπορούσε να αναθεωρήσει κάποια έξτρα διάταξη που δεν είχε προταθεί (δέσμευση ως προς το «κέλυφος» των ενάριθμων διατάξεων που είχαν προταθεί από την 1η ). Τι επιλογές είχε η λοιπόν η αποφασίζουσα Βουλή ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις; (α) είτε να τις απορρίψει (β) είτε να τις αναθεωρήσει, αλλά ελεύθερα ως προς το περιεχόμενο Δηλαδή η 2η Βουλή δεσμευόταν σε επίπεδο επιλογής των προτεινόμενων διατάξεων, αλλά ήταν αδέσμευτη σε επίπεδο περιεχομένου Σαρίπολος : ζήτημα το 1911 Μέχρι την αναθεώρηση του 1986 οι ερμηνείες του δεν έγιναν ποτέ σεβαστές. Αυτό αποτυπωνόταν στις διατάξεις που τελικώς αναθεωρούνταν. Από τα τέλη της δεκαετίας του 90’ η θεωρία άρχισε να αμφισβητεί το αδέσμευτο: να δεσμεύεται η 2η βουλή και ως προς τις κατευθύνσεις; Παράδειγμα: Να απαγορεύεται το εξής: 1η Βουλή: πρόταση αναθεώρησης του Σ95 με κατεύθυνση ενίσχυσης προς το ΣτΕ 2η Βουλή: αναθεώρηση του Σ95 , αλλά με κατεύθυνση αντίθετη π.χ. κατάργησης του ΣτΕ Α΄ άποψη: επειδή τοποθετείται το εκλογικό σώμα, η 2η βουλή είναι αδέσμευτη και κυρίαρχη να αποφασίζει απολαμβάνοντας τη νομιμοποίηση που της χαρίζουν οι εκλογές. Το κοινοβούλιο ασκεί απροϋπόθετη εξουσία. Αν το Σ ήθελε να δεσμεύεται η Βουλή ως προς το περιεχόμενο, θα το έλεγε ρητώς στο άρ.110§2Σ, πράγμα που δε συμβαίνει (παλιά άποψη). Β΄ άποψη: η 1η Βουλή διαπιστώνει και την ανάγκη αναθεώρησης. Υποβάλλει και σχετική αιτιολογία η οποία είναι ουσιαστική και όχι απλώς προπαρασκευαστική. Αλλιώς δεν έχουμε μια λογικά ολοκληρωμένη πρόταση. Η πρόταση ως έννοια έχει δεσμευτικότητα (ΣτΕ2193/2016). Ο αποδέκτης της πρότασης δεν υποχρεούται να αποδεχτεί, αλλά αν αποδεχτεί δεν μπορεί να απόσχει ως προς το περιεχόμενο της πρότασης. Οι επιλογές που έχει ο προτείνων είναι είτε να απορριφθεί η πρόταση του είτε να γίνει δεκτή, όχι όμως να γίνει τελικώς το αντίθετο από εκείνο που πρότεινε. Ειδάλλως, δεν θα είχε νόημα η πρόταση. Σε ό, τι αφορά την παρεμβολή του εκλογικού σώματος δεν είναι δημοψηφισματικού χαρακτήρα η παρεμβολή αυτή. Δεν είναι τόσο καταλυτική για το Σ. Εάν το Σύνταγμα επιθυμούσε να τοποθετηθεί το εκλογικό σώμα ευθέως θα το είχε ορίσει σαφώς. Οι εκλογές παρεμβάλλονται αναγκαίως διότι δεν μπορεί να προκύψει με κάποιον άλλον τρόπο η νέα βουλή. Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα τα όργανα δεν είναι τρία (1 η Βουλή/ εκλογικό σώμα/ 2η Βουλή), αλλά τέσσερα (εκλογικό σώμα/ 1η Βουλή/ εκλογικό σώμα/ 2η Βουλή). Και οι δύο Βουλές έχουν νομιμοποίηση. Η θεωρία περί δέσμευσης εξασφαλίζει ασφάλεια δικαίου και προβλεψιμότητα του νόμου, χαρακτηριστικά τα οποία επιτάσσει και το Ενωσιακό Δίκαιο. Υπόθεση Λυκουρέζος κατά Ελλάδος: Εξελέγη βουλευτής τον Απρίλιο του 2000. Επακολούθησε η αναθεώρηση του 2001 στο πλαίσιο της οποίας ορίστηκε απόλυτο Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος ασυμβίβαστο των βουλευτών (Σ57). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή της 1 ης Βουλής του 1998 είχε προτείνει σχετικό ασυμβίβαστο και όχι απόλυτο. Αιφνιδιαστικά η 2η Βουλή αναθεώρησε υπέρ ενός απόλυτου ασυμβιβάστου. Η εφαρμογή του ξεκινά με την ψήφιση του νόμου ή αν δεν ψηφιστεί, με την πάροδο συγκεκριμένης προθεσμίας. Υπήρξαν αντιδράσεις από την αξιωματική αντιπολίτευση. Φράση Γιαννόπουλου σε Βενιζέλο: «Θα καταδικασθούμε από ΕΔΔΑ». Ο Λυκουρέζος εξακολουθούσε να ασκεί δικηγορία. Μια κυρία αιτήθηκε στο ΑΕΔ την έκπτωση του από το αξίωμα του βουλευτή. Ο Λυκουρέζος είχε εκλεγεί πριν ψηφισθεί το ασυμβίβαστο και επομένως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ήταν καθ’ όλα θεμιτή η άσκηση του. Το ΑΕΔ απέρριψε τις ενστάσεις του Λυκουρέζου και η υπόθεση έφτασε στο ΕΔΔΑ. ΕΔΔΑ: έκανε συγκριτική μελέτη και σε άλλες χώρες. Απεφάνθη ξεκινώντας με την κλασσική του επωδό: «Το ΕΔΔΑ δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις επιλογές του εθνικού νομοθέτη», δηλαδή γιατί εν προκειμένω η 2η Βουλή επέλεξε απόλυτο ασυμβίβαστο. «Όμως, είναι αρμόδιο να καταδικάσει στις περιπτώσεις που υπάρχει αιφνιδιασμός των κοινωνών του δικαίου. Το εθνικό δίκαιο πρέπει να διακρίνεται από προβλεψιμότητα ούτως ώστε τα υποκείμενα δικαίου να το εφαρμόζουν. Εν προκειμένω η 1η βουλή είχε προτείνει σχετικό ασυμβίβαστο και η 2η κατέληξε σε απόλυτο. Η πρακτική αυτή παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών και δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή σε ένα κράτος που οφείλει να προάγει την ασφάλεια δικαίου». Αντιτίθεται η εν λόγω πράξη στην αρχή της προβλεψιμότητας και στην ορθολογικότητα. Κατέληξε το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι εν προκειμένω παραβιάζεται το άρ. 3 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (δικαίωμα για ελεύθερες εκλογές). Σε κάθε περίπτωση η αναθεώρηση δεν είναι ένα πολιτικό στοίχημα να περάσει η κάθε βουλή αυτά που επιθυμεί (ανώριμη προσέγγιση). Πάντως τα τελευταία χρόνια έχει υποχωρήσει η αντίληψη μη δικαστικού ελέγχου της αναθεώρησης.

ΑΠΟΨΗ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗ- ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΥ Επιτρέπεται ο δικαστικός έλεγχος της αναθεώρησης. Όμως, η αποδοχή του δικαστικού ελέγχου δεν συνεπάγεται και δέσμευση της 2ης Βουλής. Μολονότι συμφωνεί με τον δικαστικό έλεγχο της εν λόγω διαδικασίας δεν θα έπρεπε να μας σοκάρει αν το ΣτΕ αρνούνταν να ελέγξει με το πρόσχημα του ανέλεγκτου των internacorporis ή των κυβερνητικών πράξεων. Στα internacorporis, όμως, το ανέλεγκτο πηγάζει από το Σύνταγμα (άρ.96§4 & 100Σ). Σε ό τι αφορά την δέσμευση, το ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι θέλει το σύνταγμα συναίνεση; Όχι. Δεν έχουμε ένα σύνθετο όργανο όπου να απαιτείται σύμπτωση βουλήσεων. Η αναθεωρητική διαδικασία διενεργείται σε τρία στάδια (1 η Βουλή- εκλογικό σώμα- 2η Βουλή). Πρόκειται για μια σύνθετη συνταγματική πράξη που κάθε όργανο ενεργεί μόνο κατά τον λόγο των αρμοδιοτήτων του. Αν η 1η Βουλή προαποφασίσει και για το περιεχόμενο ποιος ο λόγος να ακολουθήσουν τα άλλα δύο στάδια. Αυτομάτως η 2 η Βουλή δεν θα έχει λόγο ύπαρξης. Το Σύνταγμα επιτάσσει την εν λόγω διαδικασία των δύο Βουλών διότι θέλει να τοποθετηθεί το εκλογικό σώμα και μέσω αυτού η 2 η Βουλή. Κι αν μετά την εκλογή της η 2η Βουλή πράξει τα αντίθετα απ όσα υποσχόταν στον λαό; Μπορεί να το κάνει αλλά θα επωμιστεί τις δημοκρατικές πολιτικές συνέπειες της πράξης της αυτής (να μην επανεκλεγεί). ΔΕΝ πρέπει να γίνει η 2η Βουλή μια μαριονέτα της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Η ΕΣΔΑ δεν καθορίζει πως θα διενεργήσει το κάθε κράτος την συνταγματική αναθεώρηση. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι να μην παραβιάζονται διαπιστωμένα οι διατάξεις της και να μην φαλκιδεύονται τα εν λόγω δικαιώματα που κατοχυρώνει. Ούτως ή άλλως η ΕΣΔΑ είναι πιο κάτω από το Σύνταγμα.

ΤΕΧΝΙΚΟ ΚΟΜΜΑΤΙ: Η 1η Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη (να νοηθεί ως η εκκίνηση της διαδικασίας και όχι κάτι παραπάνω σημασιολογικά) και καταθέτει μία πρόταση (π.χ. αν μια διάταξη του συντάγματος έχει αποτύχει). Τώρα αν στα παραγωγικά αίτια της βούλησης ήταν το ότι η εν λόγω διάταξη απέτυχε για τον xσυγκεκριμένο λόγο αυτό είναι συνταγματικά αδιάφορο. Υπάρχει σε πολλά σημεία στο Σύνταγμα η έννοια της πρότασης. Δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση στο Σ όπου η πρόταση ταυτίζεται με δέσμευση! (πχ. Σ42 §1)28. Πρόκειται για περιορισμένη εντολή. Εύλογο είναι ό τι λέει το Σύνταγμα. Θα πρέπει να τεθεί μια κόκκινη γραμμή στην 1η Βουλή. Βεβαίως, το ζήτημα ανέκυψε απροσδόκητα ενόψει της πολιτικής συγκυρίας. Το πολιτικώς ωφέλιμο για το κυβερνών κόμμα (ΣΥΡΙΖΑ) είναι να δεσμεύσει η 1 η Βουλή και το πολιτικώς ωφέλιμο για την αντιπολίτευση (ΝΔ) να μην υπάρχει δέσμευση. Το εκλογικό σώμα παρεμβάλλεται για να τοποθετηθεί. Ο ισχυρισμός περί του αναγκαίου διαδικαστικού χαρακτήρα της παρεμβολής του εκλογικού σώματος και περί της ύπαρξης 4 σταδίων δεν ευσταθεί. Δεν μπορούμε να πούμε ότι τα στάδια είναι: -Εκλογικό σώμα - 1η Βουλή - Εκλογικό σώμα - 2η Βουλή Το κρίσιμο είναι ότι το εκλογικό σώμα την πρώτη φορά ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ότι η 1 η Βουλή θα διαπιστώσει ανάγκη αναθεώρησης και θα προτείνει άρθρα. Επομένως, δεν πρέπει να την λογίζουμε ως στάδιο της διαδικασίας. Σημαντική απόφαση επ’ ευκαιρία Λυκουρέζου: ΑΕΔ 11/2003 → παραδεκτώς ελέγχεται δικαστικώς η διαδικασία της αναθεώρησης ΣτΕ 2512/2016: άλλο το θέμα του παραδεκτού και άλλο το θέμα του βασίμου. Η διαδικασία της αναθεώρησης ελέγχεται μεν παραδεκτώς, αλλά αβασίμως. Π.χ. ένα ζήτημα του βασίμου είναι η δέσμευση της 2ης Βουλής. Αυτό λέει το ΣτΕ δεν ελέγχεται. Πάντως η 2 η Βουλή δεν δεσμεύεται να ολοκληρώσει την πρόταση της αναθεώρησης (και ορθώς). Συνολική αντιπαράθεση των θέσεων υπέρ ή κατά της δέσμευσης της 2 ης Βουλής:

Στο σημείο αυτό και ο Γιαννακόπουλος και ο Σπυρόπουλος (βλ.υποσημείωση 1) έχουν αντίθετη άποψη. Ο Σπυρόπουλος υποστηρίζει πως η πρόταση αναπτύσσει δεσμευτικότητα σε ορισμένες διατάξεις του Συντάγματος, κατ’αναλογίαν προς το Διοικητικό Δίκαιο. Πάντως, συμφωνεί πως η πρόταση στην αναθεωρητική διαδικασία δεν είναι δεσμευτική (βλ. σελ.94-95 §§16επ. Συνταγματικό Δίκαιο, Φ. Σπυρόπουλος). Η άποψη του Γιαννακόπουλου αναπτύχθηκε ενδελεγχώς ανωτέρω. 28

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Υπέρ της δέσμευσης • Η εσφαλμένη πρακτική Σε ό τι αφορά την διαδικασία το Σ110 απαιτεί: →πλειοψηφία των 150 για προτείνουσα και 180 +1 για αποφασίζουσα ή →πλειοψηφία των 180 για προτείνουσα και 150 +1 για αποφασίζουσα Στην πράξη παρατηρείται ένα φαινόμενο καταστρατήγησης της ratio της αναθεωρητικής διαδικασίας που αγγίζει τα όρια του πολιτικού ανταγωνισμού. Δηλαδή παρατηρείται μια στρατηγική υπερψήφισης μιας πρότασης της Α’ Βουλής (ορισμένες φορές και υποκριτικά), ακόμη κι από τα κόμματα που διαφωνούν προς αυτήν (αντιπολίτευση) με την ελπίδα ότι κερδίζοντας τις εκλογές θα χρειαστεί να πετύχουν μικρότερη πλειοψηφία (150). ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Καθίσταται έτσι η αναθεώρηση ένα πολιτικό στοίχημα στα χέρια των κομμάτων. Αναγκαία είναι εδώ μια contralegem ερμηνεία του Σ110 που να συνηγορεί υπέρ της δέσμευσης προς αποφυγήν τέτοιων κοινοβουλευτικών ακτιβισμών • Η ιστορική ερμηνεία& ΑΕΔ 11/2003 (Επιχείρημα Γιαννακόπουλου στο Constitutionalism.gr Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, σημαντικό τμήμα της θεωρίας είχε υποστηρίξει την άποψη υπέρ της δεσμευτικότητας, απέναντι στην Αναθεωρητική Βουλή, των ουσιαστικών κατευθύνσεων με τις οποίες η προηγούμενη Βουλή μπορεί να συνοδεύσει την πρόταση αναθεώρησης ορισμένων συνταγματικών διατάξεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος του 1975. Μια σειρά μελετών[1] είχαν κλονίσει την πειστικότητα της παραδοσιακής αντίληψης η οποία είχε διαμορφωθεί πριν τη ψήφιση του Συντάγματος αυτού και σύμφωνα με την οποία η κατεύθυνση και το περιεχόμενο της τελικής ρύθμισης των προτεινόμενων προς αναθεώρηση διατάξεων καθορίζονται, κατά τρόπο αποκλειστικό και αδέσμευτο, από την Αναθεωρητική Βουλή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου[2 πρβ. Σαρίπολος]. Συναφώς, ήταν «αμφίβολο πλέον αν η εν λόγω» αντίληψη «αποτελ[ούσε] πλέον την κρατούσα γνώμη στη θεωρία», καθόσον ο αντίλογος, «ο οποίος [φαινόταν] να κερδίζει συνεχώς έδαφος», ήταν «μάλλον πειστικότερος, τόσο από την άποψη της δημοκρατικής νομιμοποίησης του Συντάγματος όσο και από την άποψη τα συγκεκριμένης οριοθέτησης της απαιτούμενης συναίνεσης, η οποία αναδεικνύεται, ορθά, σε επίκεντρο της σχετικής επιχειρηματολογίας»[3]. Άλλωστε, το 2001, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του άρθρου 57 του Συντάγματος αναφορικά με τα ασυμβίβαστα των βουλευτών, έγινε αντιληπτό, στην πράξη, ότι η υπέρβαση της κατεύθυνσης της αναθεωρητικής εντολής της προτείνουσας Βουλής δεν συνάδει με το πνεύμα του άρθρου 110 του Συντάγματος[4]. Το ερμηνευτικό ζήτημα έταμε η σκέψη 6 της απόφασης 11/2003 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ), στην οποία κρίθηκε, κατά τρόπο ρητό, σαφή και ομόφωνο, ότι η προτείνουσα Βουλή μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να δεσμεύσει την Αναθεωρητική Βουλή ως προς το περιεχόμενο της τελικής ρύθμισης των διατάξεων που προτάθηκαν προς αναθεώρηση. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η αναθεωρητική διαδικασία υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ο οποίος, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τον έλεγχο τυχόν υπέρβασης της εντολής που η προτείνουσα Βουλή έχει δώσει στην Αναθεωρητική Βουλή. Προκειμένου δε η εντολή αυτή να είναι δεσμευτική και η τήρησή της να είναι δικαστικώς ελέγξιμη, το ΑΕΔ διευκρίνισε ότι η ουσιαστική κατεύθυνση της αναθεώρησης μιας συνταγματικής διάταξης πρέπει να προκύπτει από ρητό λεκτικό περιορισμό ο οποίος δεν αρκεί να περιλαμβάνεται στην εισήγηση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος προς την Ολομέλεια της Βουλής που πρότεινε την αναθεώρηση, αλλά πρέπει να περιλαμβάνεται στην τελική απόφαση της Βουλής αυτής μετά τη διενέργεια των δύο ψηφοφοριών που προβλέπονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος[5].29 Η παραπάνω δικαστική κρίση του ΑΕΔ χαρακτηρίστηκε «σημαντική για το συνταγματικό μας δίκαιο, γιατί είναι η πρώτη που δέχεται ευθέως ότι η διαδικασία με την οποία αναθεωρείται το Σύνταγμα δεν εμπίπτει στα internacorporis της Βουλής και ότι, ως εκ τούτου, μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς»[6]. Στο ίδιο πνεύμα, η θεωρία

29Πιο

συγκεκριμένα, στη σκέψη 6 της απόφασης 11/2003 του ΑΕΔ αναφέρονται τα εξής: «Επειδή, με τα από 21.4.2003 και 14.5.2003 υπομνήματά του ο καθ’ ου στρέφεται η κρινόμενη αίτηση προβάλλει ότι η καθιέρωση με το άρθρο 57 του αναθεωρημένου Συντάγματος για πρώτη φορά του ασυμβιβάστου της ιδιότητας του βουλευτή με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος δεν είναι νόμιμη, διότι, υπερβαίνει, κατά παράβαση του άρθρου 110 του Συντάγματος, το εύρος, δεδομένου ότι η Βουλή εκείνη πρότεινε την αναθεώρηση του άρθρου 57 του Συντάγματος, αφού διαπίστωσε την ανάγκη να “επανακαθορισθούν” τα ασυμβίβαστα των βουλευτών, προκειμένου, όπως όριζε η σχετική απόφασή της, να ληφθούν υπόψη “τα σύγχρονα δεδομένα ως προς τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους”, εκ τούτου δε συνάγεται ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν μπορούσε να καθιερώσει ασυμβίβαστα πέραν εκείνων που είτε άμεσα είτε έμμεσα σχετίζονται με το κράτος και τις “οικονομικές λειτουργίες του”. Ο ισχυρισμός αυτός, που παραδεκτώς προβάλλεται από την άποψη των ορίων του δικαστικού ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως ερειδόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι η ανάγκη αναθεωρήσεως του άρθρου 57 προς το σκοπό της λήψεως υπόψη των συγχρόνων δεδομένων, ως προς τις οικονομικές λειτουργίες του Κράτους, διατυπώθηκε μόνον στην εισήγηση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος προς την Ολομέλεια της Βουλής που πρότεινε την αναθεώρηση του Συντάγματος και δεν επαναλήφθηκε στην τελική απόφαση της Βουλής αυτής μετά τη διενέργεια των προβλεπομένων από την παράγραφο 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος δύο ψηφοφοριών (βλ. Πρακτικά Ολομελείας Βουλής, Θ΄ περιόδου, Συνεδριάσεις ΡΛΕ΄ της 20 Μαΐου 1998 και ΡΞ΄ της 24 Ιουνίου 1998). Στην απόφαση αυτή της Ολομελείας της Βουλής προσδιορίζονται μόνον αριθμητικά χωρίς οποιοδήποτε λεκτικό περιορισμό οι προς αναθεώρηση συνταγματικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες του επιμάχου άρθρου 57.».

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος επικαλείται την εν λόγω δικαστική κρίση, ως νομολογία, προκειμένου να θεμελιώσει τη δυνατότητα της προηγούμενης Βουλής να δεσμεύσει, με λεκτικό περιορισμό, την αρμοδιότητα της Αναθεωρητικής Βουλής[7]. Μάλιστα, η νομολογία αυτή αντιμετωπίζεται πλέον δικαιολογημένα ως η κρατούσα λογικο-συστηματική και τελεολογική συνταγματική ερμηνεία, η οποία συνάδει με το πνεύμα της κατάστρωσης της αναθεωρητικής διαδικασίας ως εγγύησης συναίνεσης που θα παραμείνει σταθερή σε δύο διαδοχικές, ισοδύναμες Βουλές, τόσο ως προς την ανάγκη όσο και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης[8]30. Οι διάφορες αμφισβητήσεις της ορθότητας αυτής της αντιμετώπισης δεν είναι πειστικές. Οι παρακάτω σύντομες παρατηρήσεις επιχειρούν να συνοψίσουν τις σημαντικότερες αδυναμίες αυτών των αμφισβητήσεων. Πέραν της κριτικής που έχει ήδη ασκηθεί στην παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κατεύθυνση και το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων καθορίζεται, κατά τρόπο αποκλειστικό και αδέσμευτο, από την Αναθεωρητική Βουλή, αξίζει να σημειωθεί ότι η προσπάθεια να εκληφθεί η αντίληψη αυτή ως κρατούσα υπό το καθεστώς ισχύος του Συντάγματος του 1975 εμφανίζεται, σε κάθε περίπτωση, ως μια τάση αντίρροπη προς τα δεδομένα ψήφισης και εφαρμογής του εν λόγω Συντάγματος. Αφενός, ενώ η παραπάνω αντίληψη εκκινεί «[ε]κ της αρχής της ελευθερίας, της οποίας απολαύει η Αναθεωρητική Βουλή εν τη διατυπώσει του νέου κειμένου»[9], η παράγραφος 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος του 1975 ψηφίστηκε υπό το γενικό πνεύμα ότι η Αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται από τα όρια που θέτει η προηγούμενη Βουλή. Ο συντακτικός νομοθέτης, καίτοι γνώριζε την παραδοσιακή αντίληψη, δεν την εξέλαβε ως κρατούσα[10]31 και, πάντως, δεν την αποδέχτηκε ως δική του αφετηρία[11]32.Αφετέρου, η παραδοσιακή αντίληψη διαμορφώθηκε σε ένα στάδιο εξέλιξης του συνταγματισμού στο οποίο ο κοινός και a fortiori ο αναθεωρητικός νομοθέτης θεωρούνταν φορείς μιας πολιτικώς ελεύθερης εξουσίας, με αποτέλεσμα τη διάχυτη δυσπιστία απέναντι σε κάθε ερμηνευτική διεύρυνση των περιορισμών της εξουσίας αυτής, ενίοτε δε και απέναντι στον δικαστικό έλεγχο της άσκησής της[12]33. Στο πλαίσιο αυτής της εκδοχής συνταγματισμού, τα επιμέρους διαδικαστικά όρια που θέτει το Σύνταγμα στην αναθεωρητική λειτουργία 30

Η Λ. Παπαδοπούλου, έχοντας προηγουμένως επικαλεστεί την απόφαση ΑΕΔ 11/2003, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν δεχθούμε, πάντως, όπως υποστηριζόταν στο παρελθόν, ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται καθόλου ως προς την ουσία της αναθεώρησης και ότι δεσμεύεται μόνον ως προς το ποιες διατάξεις μπορεί να ‘αγγίξει’ (εκείνες για την αναθεώρηση των οποίων έχει συγκεντρωθεί πλειοψηφία τριών πέμπτων ή έστω η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών), εφόσον αυτό μόνον έχει καταγραφεί στην απόφαση της Ολομέλειας της προτείνουσας Βουλής, τότε θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε, θεωρητικά, σε μία αναθεώρηση των ίδιων μεν διατάξεων, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που η πρώτη Βουλή πρότεινε και αποφάσισε. Γι αυτό και πειστικά προτείνεται -η μάλλον κρατούσα πλέον- ερμηνεία του άρθρου 110 §§2-3 Σ, με βάση την οποία η δεύτερη, αναθεωρητική, Βουλή δεν είναι απολύτως αδέσμευτη ως προς την ουσία, αλλά οφείλει να ακολουθήσει την κατεύθυνση που η πρώτη Βουλή έχει προτείνει και αποφασίσει κατά τη συζήτηση και την ψηφοφορία για τις προταθείσες διατάξεις. Με τη λογικο-συστηματική και τελεολογική αυτή ερμηνεία περιφρουρείται η ratio της κατάστρωσης της αναθεωρητικής διαδικασίας σε τρεις φάσεις, που είναι η εγγύηση ότι η πολιτική βούληση για αλλαγή συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων υφίσταται σε διαφορετικά χρονικά σημεία και επικροτείται από τον λαό σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, και άρα εξ ορισμού είναι προϊόν ευρύτερων συναινέσεων, όχι μόνον ως προς το ποιες διατάξεις αλλά και ως το γιατί και το πώς πρέπει αυτές να αναθεωρηθούν.». Βλ. Τ. Παπαδοπούλου, 2015. Αναθεώρηση, τροποποίηση και εγγυήσεις τήρησης και προστασίας του Συντάγματος. [Κεφάλαιο Συγγράμματος], in Παπαδοπούλου, Τ. 2015. Συνταγματικό δίκαιο. [ηλεκτρ. βιβλ.] Αθήνα:Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. κεφ 8., σ. 6 επ., ιδίως σ. 7, Διαθέσιμο στο: http://hdl.handle.net/11419/4282. 31

Ως προς την ύπαρξη αποκλίσεων από την παραδοσιακή αντίληψη περί ερμηνείας του άρθρου 108 του Συντάγματος του 1952, Εξάλλου, είχε εντοπιστεί ότι, στο άρθρο 112 του νορβηγικού Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε το 1907, και στο άρθρο 88 του δανικού Συντάγματος, προβλεπόταν ότι η δεύτερη Βουλή δεσμευόταν από τις κατευθύνσεις της αναθεώρησης που μπορεί να είχε καθορίσει η πρώτη Βουλή (βλ. Α. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος ΙΙ, ό.π., σ. 326, υποσ. 29). Συναφώς, αντίθετα με ό,τι υποστηρίζεται (βλ. Ν. Κ. Αλιβιζάτου, Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, ό.π., σ. 163), η παραδοσιακή αντίληψη περί ελεύθερου καθορισμού του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων από την Αναθεωρητική Βουλή, δεν φαίνεται να θεμελιώνεται στον κανόνα των «δύο Βουλών». Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι η παραδοσιακή αντίληψη εμφανίζει και κάποιες αντιφάσεις. Ο Η. Κυριακόπουλος αναφέρει ότι η παρ. 4 του άρθρου 108 του Συντάγματος του 1958 διατυπώθηκε ενόψει του άρθρου 112 παρ. 1 του Συντάγματος της Νορβηγίας, όπως αυτό αναθεωρήθηκε το 1907 (βλ. Η. Κυριακόπουλου, Η αναθεώρησις του Συντάγματος…, ό.π., σ. 55). Ωστόσο, το εν λόγω άρθρο του νορβηγικού Συντάγματος (σε γαλλική μετάφραση μνημονεύεται από τον Α. Μάνεση ως παράδειγμα καθορισμού του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων από την προτείνουσα Βουλή (βλ. Α. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος ΙΙ, ό.π., σ. 326, υποσ. 29).

Κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής επί του Συντάγματος 1975, ο ειδικός εισηγητής της πλειοψηφίας επί του άρθρου 110, Κ. Τρικούπης, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Τέλος, το τελευταίον εδάφιον της παρ. 2 προβλέπει ότι ‘καθορίζονται ειδικώς αι αναθεωρητέαι διατάξεις’, όπως εξάλλου συνέβαινε και με όλα τα προηγούμενα Συντάγματα. Εν προκειμένω, πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν είναι ορθόν να δεσμεύεται απολύτως η Δευτέρα Βουλή, η κληθησομένη να επιτελέση το αναθεωρητικόν έργον, από τας αποφάσεις της προηγουμένης, στενώςπεριοριζούσης την καθ’ύλην αρμοδιότητά της, δια του καθορισμού ειδικώς των αναθεωρητέων διατάξεων. Όμως, παρ’ημίν τούτο πάντοτε ίσχυσεν, ετονίσθη δε και από τον Ελευθ. Βενιζέλον, ειπόντα επί του προκειμένου: ‘Σαφής είναι η έννοια του άρθρου, καθ’ήν [η] προς αναθεώρησινσυγκαλουμένη Βουλή, ανεξαρτήτως των άλλων αυτής καθηκόντων, δεν δύναται εν τη ασκήσησει του αναθεωρητικού αυτής έργου να εξέλθη των ορίων τα οποία έταξον η την αναθεώρησιναποφασίσασα Βουλή’». (βλ. Πρακτικά των συνεδριάσεων της της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σ. 875-876). Ως προς την εν λόγω δήλωση του Ελ. Βενιζέλου, βλ. και Π. Παραρά, Οι περιορισμένες εξουσίες της αναθεωρητικής Βουλής, ό.π., σ. 324. Την ίδια δήλωση του Ελ. Βενιζέλου επικαλείται και ο Ν. Ν.Σαρίπολος, προκειμένου να δείξει ότι δέσμευση της Αναθεωρητικής Βουλής υφίσταται μόνον ως προς την ταυτότητα των ειδικώς ορισμένων διατάξεων από την προτείνουσα Βουλή και όχι και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους (βλ. Ν.Ν. Σαρίπολου,ΕλληνικόνΣυνταγματικόν Δίκαιον, ό.π., σ. 118). Πλην όμως, δεν προκύπτει ότι αυτή είναι η έννοια της παραπάνω δήλωσης και, πάντως, δεν φαίνεται να είναι αυτή που αποδέχεται ο Κ. Τρικούπης, κατά τη συζήτηση του Συντάγματος του 1975. 33Ως προς την εν λόγω εκδοχή συνταγματισμού, βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013, ιδίως αρ. 127-132. 32

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος υπερ-καθορίζονται από το πρόταγμα περί ελευθερίας της Αναθεωρητικής Βουλής[13], η δυνατότητα δε δικαστικού ελέγχου της τήρησης των ορίων αυτών δεν γίνεται καθολικά αποδεκτή[14]. Ωστόσο, υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1975, ενόψει και του επικαθορισμού του τελευταίου από το ευρωπαϊκό δίκαιο[15]34, επικράτησε σταδιακώς μια αντίρροπη εκδοχή συνταγματισμού η οποία θεωρεί τόσο τον κοινό όσο και τον αναθεωρητικό νομοθέτη ως φορείς μιας νομικώς περιορισμένης αρμοδιότητας την τήρηση των ορίων της οποίας εγγυάται αυτονόητα ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας τόσο των νόμων όσο και της συνταγματικής αναθεώρησης[16]35. Στο πλαίσιο αυτό, η Αναθεωρητική Βουλή δεν είναι παρά φορέας συντεταγμένης αρμοδιότητας η οποία προσδιορίζεται τελικώς από τον δικαστή βάσει της λογικο-συστηματικής και τελολογικής ερμηνείας των επιμέρους ουσιαστικών και διαδικαστικών ορίων που θέτει το Σύνταγμα στην αναθεωρητική λειτουργία[17]. Κατά τούτο, η προδιάθεση υποτίμησης της αξίας και του περιεχομένου της δικαστικής κρίσης που περιλαμβάνεται στη σκέψη 6 της απόφασης ΑΕΔ 11/2003, δεν φαίνεται να συμβαδίζει με το παρόν στάδιο εξέλιξης του ελληνικού συνταγματισμού. Καταρχάς, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα ότι η παραπάνω δικαστική κρίση αποτελεί απλώς μια «παρεμπίπτουσα σκέψη» που «δεν συνιστά νομική εγγύηση»[18]. Η δικαστική κρίση στη σκέψη 6 της απόφασης ΑΕΔ 11/2003 δεν είναι μια περιστασιακή σκέψη (obiter dictum) που έλαβε χώρα, για παιδαγωγικούς ή άλλους σκοπούς, χωρίς να είναι χρήσιμη για την επίλυση της υπόθεσης που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο του σκεπτικού της παραπάνω δικαστικής απόφασης, στο οποίο στηρίχθηκε η απόρριψη, ως αβάσιμου, ενός ισχυρισμού του καθ’ού η αίτηση έκπτωσης βουλευτή, καίτοι η προβολή του ίδιου ισχυρισμού χαρακτηρίστηκε, ρητώς, από το ΑΕΔ, ως παραδεκτή από την άποψη των ορίων του δικαστικού ελέγχου της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης[19]36. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, η ίδια η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επικαλεστεί την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ, προκειμένου να θεμελιώσει το παραδεκτό διαφορετικού λόγου που αφορούσε, πάντως, τον έλεγχο της αναθεωρητικής διαδικασίας[20]. Σε κάθε περίπτωση, η επίκληση αυτή, εκ μέρους του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, διασκεδάζει κάθε -ούτως ή άλλως αδικαιολόγητη- αμφιβολία ως προς τη νομική σπουδαιότητα της επίμαχης δικαστικής κρίσης του ΑΕΔ και καθιστά αλυσιτελή ενδεχόμενη γενικότερη αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των νομολογιακών κατασκευών του τελευταίου. Εξάλλου, τόσο ο απλουστευτικός αφορισμός της απόφασης ΑΕΔ 11/2003 ως δήθεν «αιρετικής»[21] όσο και η άποψη ότι η αποδοχή της δεσμευτικότητας των κατευθύνσεων της προτείνουσας Βουλής προϋποθέτει τάχα αναθεώρηση του άρθρου 110 του Συντάγματος[22] συνιστούν πλέον μεμονωμένες ερμηνευτικές επιλογές που, έχοντας εγκλωβιστεί σε μια αμήχανη προσέγγιση της διατύπωσης των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 110 του Συντάγματος, αναπαράγουν μια ανορθολογική αντίληψη της αναθεωρητικής διαδικασίας ως πολιτικού στοιχήματος. Διότι, υπό το πρίσμα τέτοιων ερμηνευτικών επιλογών, πράγματι «ένα ορθολογικό πολιτικό υποκείμενο δεν έχει κανέναν λόγο να καταθέσει και να ψηφίσει στην πρώτη Βουλή μια αναθεωρητική πρόταση, είτε με 151 είτε με 180 βουλευτές, αν δεν είναι βέβαιο ότι στη δεύτερη ‘Αναθεωρητική Βουλή’ θα έχει την κοινοβουλευτική δύναμη να συγκαθορίσει το περιεχόμενο της αναθεώρησης ή να εμποδίσει μια ανεπιθύμητη τροπή της»[23]. Αντιστρόφως, υπό το ίδιο πρίσμα, ένα πολιτικό υποκείμενο που υπολογίζει ότι θα αποκτήσει τη σχετική κοινοβουλευτική δύναμη, έχει κίνητρο να επιχειρήσει, μέσω μιας ανειλικρινούς συμπεριφοράς, να υφαρπάξει τη συναίνεση των άλλων πολιτικών υποκειμένων στο πλαίσιο της προτείνουσας Βουλής, στοχεύοντας να καθορίσει μόνο του το τελικό περιεχόμενο της αναθεώρησης στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή. Τέτοιες, όμως, ερμηνευτικές επιλογές, οι οποίες δρομολογούν τις παραπάνω θεσμικές συμπεριφορές, ουδόλως συνάδουν με το πνεύμα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 110 του Συντάγματος το οποίο αναμφιβόλως επιβάλλει την εξασφάλιση ειλικρινούς συναίνεσης που θα παραμείνει σταθερή σε δύο διαδοχικές, ισοδύναμες Βουλές, τόσο ως προς την ανάγκη όσο και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης[24]. Με το πνεύμα δε αυτό όχι μόνο δεν αντιβαίνει, αλλά σαφώς συνάδει το γράμμα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 110 του Συντάγματος. Η αρμοδιότητα της προτείνουσας Βουλής να διαπιστώνει την «ανάγκη»[25] και να καθορίζει «ειδικά» τις διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν, περιλαμβάνει και τη δυνατότητα ευρύτερου ή στενότερου προσδιορισμού της κατεύθυνσης της δέουσας αναθεώρησης των εν λόγω διατάξεων[26]. Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε στην παράδοξη παραδοχή ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 110 προβλέπει η κρίσιμη αρμοδιότητα της προτείνουσας Βουλής να ασκείται με ατελή αιτιολογία. Εξάλλου, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου, ορίζοντας ότι, «αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Βουλή», η Αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει «σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις», ευλόγως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Αναθεωρητική 34Βλ.,

αντί άλλων, την απόφαση ΔΕΚ, 2.4.2009, C-378-380/07, Αγγελιδάκη, σκέψη 207: «όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου (…), ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος». 35Ως προς την εν λόγω εκδοχή συνταγματισμού, βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ό.π., ιδίως αρ. 133-141, 201 επ. και 264. 36Ειδικότερα, το ΑΕΔ, αναφέροντας ότι ο επίμαχος ισχυρισμός «παραδεκτώς προβάλλεται από την άποψη των ορίων του δικαστικού ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας», δέχτηκε τη νομική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού, πλην όμως απέρριψε την ουσιαστική βασιμότητά του, «προεχόντως» διότι η κατεύθυνση της αναθεώρησης του άρθρου 57 δεν είχε αναφερθεί στην τελική απόφαση της προτείνουσας Βουλής. Κατά τούτο, το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να ελέγξει εάν η απόφαση της Αναθεωρητικής Βουλής απέκλινε ή όχι της συγκεκριμένης κατεύθυνσης. Ας σημειωθεί ότι η απόφαση θεωρήθηκε ορθή ως προς την καταρχήν αποδοχή του επίμαχου ισχυρισμού ως παραδεκτού, ακόμη και στο πλαίσιο αναλύσεων στις οποίες προβλήθηκαν ενστάσεις ως προς τη διαχείριση του ζητήματος του βασίμου του ίδιου ισχυρισμού και οι οποίες δυσπιστούν ως προς τον τυπικό έλεγχο συνταγματικότητας της αναθεωρητικής λειτουργίας

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Βουλή αποφασίζει εντός του εύρους των ουσιαστικών κατευθύνσεων που έχει αποφασίσει η προτείνουσα Βουλή[27]37. Αντίθετη γραμματική ερμηνεία που, κατά τα προαναφερθέντα, θα οδηγούσε στην παραδοχή ότι, σε αντιδιαστολή προς το πνεύμα τους, το γράμμα των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος επιβάλλει μια ανορθολογική αναθεωρητική διαδικασία, στερείται πειστικότητας και, πάντως, δεν συνάδει με τις συνήθεις μεθόδους συνταγματικής ερμηνείας. Συναφώς, σε κάθε περίπτωση, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή η επιλογή μιας γραμματικής ερμηνείας που καταλήγει να εκθέτει τον επίμαχο συνταγματικό κανόνα ως ανορθολογικό, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι υφίσταται άλλη υποστηρίξιμη ερμηνεία που δεν έχει την ίδια κατάληξη[28]. Στον χαρακτηρισμό ως καθόλα θεμιτής και επιβεβλημένης της εναρμόνισης του γράμματος και του πνεύματος των επίμαχων συνταγματικών διατάξεων, μέσω της λογικο-συστηματικής και τελολογικής ερμηνείας που υιοθέτησε η απόφαση ΑΕΔ 11/2003, συνηγορούν και οι προφανείς ατέλειες της παραδοσιακής αντίληψης που διαμορφώθηκε πριν την ψήφιση του Συντάγματος του 1975. Στο πλαίσιο της αντίληψη αυτής, δεν ευτύχησαν οι εκλεπτυσμένες προσπάθειες να καταδειχθεί ότι ο «ειδικός» ορισμός των αναθεωρητέων διατάξεων δεν περιλαμβάνει την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους και ότι η αιτιολογία της πρότασης αναθεώρησης μπορεί να μην περιλαμβάνει το κείμενο ή την κατεύθυνση των νέων διατάξεων. Ως εκ τούτου, η παραπάνω αντίληψη αναγκάστηκε να περιοριστεί σε μια ερμηνευτικώς ρηχή επανάληψη του παρωχημένου πλέον προτάγματος περί της ελευθερίας της Αναθεωρητικής Βουλής[29]. Στον κίνδυνο παρόμοιας μεθοδολογικής αδυναμίας εκτίθεται, σήμερα, η προβολή και, μάλιστα, κατά τρόπο απόλυτο- του επιχειρήματος ότι η ερμηνεία που υιοθέτησε η απόφαση ΑΕΔ 11/2003 δήθεν αντιβαίνει στο γράμμα του Συντάγματος που φέρεται να επιβεβαιώνει τάχα προδήλως το παραπάνω πρόταγμα[30]38. Περαιτέρω, στερούνται πειστικότητας και οι ερμηνευτικές προτάσεις που, αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες της παραδοσιακής αντίληψης ήδη πριν τη δημοσίευση της απόφασης ΑΕΔ 11/2003, διερεύνησαν τρόπους διάσωσής της. Ειδικότερα, δεν είναι πειστική η επιχειρηματολογία ότι η Αναθεωρητική Βουλή, καίτοι δεσμεύεται καταρχήν «ηθικοπολιτικά» από τυχόν ουσιαστικές κατευθύνσεις που προσδιόρισε η προτείνουσα Βουλή[31], εκφεύγει της δέσμευσης αυτής και μπορεί να ενεργήσει αντίθετα ή διαφορετικά, εάν από τις εκλογές που παρεμβάλλονται «προέλθουν διευρυμένες αναθεωρητικές πλειοψηφίες, που να επιτρέπουν τη διαμόρφωση νέων συναινέσεων ως προς το διαφορετικό περιεχόμενο της αναθεώρησης»[32]. H παρεμβολή των εκλογών δεν μπορεί να αποτελέσει την μόνη κρίσιμη παράμετρο προσδιορισμού των όρων συναίνεσης στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος. Όπως έχει ήδη τονισθεί, η σύνθεση της Αναθεωρητικής Βουλής δεν αποτυπώνει το περιεχόμενο κάποιας ιδιαίτερης λαϊκής εντολής ως προς την αναθεώρηση, αφού οι εκλογείς δεν ψηφίζουν στην πραγματικότητα με βασικό κριτήριο το αναθεωρητικό εγχείρημα, αλλά λαμβάνουν υπόψη το συνολικό πολιτικό πρόγραμμα των κομμάτων και των υποψηφίων[33]. Κατά τούτο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε ότι η υπερψήφιση ενός κόμματος από τους εκλογείς σημαίνει πως αυτοί περιβάλλουν με την ίδια εμπιστοσύνη όλους τους επιμέρους πολιτικούς σκοπούς που αυτό επιδιώκει ούτε ότι η παρεμβολή των εκλογών ισοδυναμεί με «οιονεί συνταγματικό δημοψήφισμα»[34]. Εξάλλου, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 110 του Συντάγματος, μία μόνο πρόταση αναθεώρησης τίθεται στην κρίση των εκλογέων∙ αυτή που αποφάσισε η προτείνουσα Βουλή[35]. Επομένως, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι η παρεμβολή των εκλογών ισοδυναμεί με «οιονεί συνταγματικό δημοψήφισμα», το τελευταίο θα μπορούσε το πολύ να οδηγήσει μόνον στην αποδοχή ή στην απόρριψη της εν λόγω πρότασης, όχι όμως και σε τροποποίησή της μέσω της υπερψήφισης του συνολικού προγράμματος ενός πολιτικού κόμματος. Σε τελική ανάλυση, η όποια επίκληση ως μόνης κρίσιμης, αναφορικά με την κατεύθυνση της αναθεώρησης, της -ούτως ή άλλως δυσδιάκριτης ως προς το περιεχόμενό της και, πάντως, όχι επιτακτικής- εντολής του εκλογικού σώματος που παρεμβάλλεται μεταξύ των δύο Βουλών, κατ’ουσίαν αναπαράγει την προαναφερθείσα ανορθολογική αντίληψη της αναθεωρητικής διαδικασίας ως πολιτικού στοιχήματος που διενεργείται εκτός πυκνής κανονιστικής πλαισίωσης και αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου. Αντιθέτως, η πρακτική εναρμόνιση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με τη διαχρονική συναίνεση που απαιτεί το άρθρο 110, παρ. 2 και 3, του Συντάγματος, τόσο ως προς την ανάγκη όσο και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης, επιβάλλουν να θεωρηθούν εξίσου κρίσιμες, δηλαδή ισότιμες, η νομιμοποίηση των απόφασης της προτείνουσας Βουλής από την ελεύθερη εντολή που προήλθε από τις εκλογές που προηγήθηκαν της ανάδειξής της[36] και η νομιμοποίηση της απόφασης της Αναθεωρητικής Βουλής από την ελεύθερη εντολή που προήλθε από τις εκλογές που προηγήθηκαν της δικής της ανάδειξης. Για παρόμοιους λόγους, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα ότι η δεσμευτικότητα των ουσιαστικών κατευθύνσεων της προτείνουσας Βουλής εξαρτάται από την επιτευχθείσα πλειοψηφία, υπό την έννοια ότι η δεσμευτικότητα αυτή υφίσταται εάν η απόφαση της προτείνουσας Βουλής έχει ληφθεί με 180 ψήφους και δεν

37Βλ.

και Ξ. Κοντιάδη, Η αρχή της συναίνεσης ως θεμέλιο της αναθεωρητικής λειτουργίας, ό.π., σ. 41: «Από τις δύο προηγούμενες αντιλήψεις, δηλαδή αφ’ενός την άποψη που με γνώμονα τη δημοκρατική αρχή υποστηρίζει την αυξημένη νομιμοποίηση της δεύτερης Βουλής, άρα την καθιστά και αποκλειστικά αρμόδια για τη ρύθμιση του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων, και αφ’ετέρου την άποψη που δέχεται την ισοδυναμία των δύο Βουλών, με γνώμονα την επίτευξη της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης γύρω από το περιεχόμενο του Συντάγματος, καταλήγοντας στη δέσμευση της δεύτερης Βουλής από τις κατευθύνσεις της πρώτης, η δεύτερη άποψη εμφανίζεται να βρίσκεται εγγύτερα στη ratio του άρθρου 110 Συντ. …». 38Βλ. Θ. Διαμαντόπουλου, Συνταγματικός αναλφαβητισμός;, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 25.11.2018, σ. 4.24: «De legeferenda θα ήταν, πράγματι, προτιμότερο η Βουλή αυτή [ενν. η πρώτη Βουλή] να καθορίζει και το περιεχόμενο, ενώ η δεύτερη, αντί να έχει εν λευκώ εξουσιοδότηση, να μπορεί μόνο να υιοθετεί ή όχι την πρόταση. Ωστόσο, το 110 δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.».

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος υφίσταται εάν έχει ληφθεί με 151 ψήφους. Το εν λόγω επιχείρημα αποτελεί μια προσπάθεια αντίδρασης -με αμιγώς πολιτικούς όρους- στη διάψευση της παραδοσιακής αντίληψης, οι αδυναμίες της οποίας έχει θεωρηθεί ότι αναδεικνύονται, στην πράξη, εντονότερα σε περίπτωση που με 151 ψήφους η Αναθεωρητική Βουλή θα απέκλινε από ουσιαστικές κατευθύνσεις που η προτείνουσα Βουλή θα είχε καθορίσει με 180 ψήφους[37]. Πλην όμως, το παραπάνω επιχείρημα δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στο πνεύμα του Συντάγματος. Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναλυτικώς καταδειχθεί, είναι αδιάφορο σε ποια από τις δύο Βουλές θα συγκεντρωθεί η πλειοψηφία των τριών πέμπτων του αριθμού των βουλευτών, απουσιάζουν δε ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να προσδώσουν, από κανονιστική άποψη, κάποια ιδιαίτερη βαρύτητα στην πλειοψηφία αυτή[38]. Άλλωστε, δύσκολα είναι πειστικές διασταλτικές ερμηνείες ως προς το πεδίο εφαρμογής τεχνικών συνταγματικών διατάξεων που αφορούν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Επιπλέον, το παραπάνω επιχείρημα, το οποίο υπονοεί ότι οι διαφορετικές πλειοψηφίες απηχούν διαφορετικού εύρους νομιμοποίηση της απόφασης της Βουλής, κατά βάθος επαναφέρει το ανορθολογικό στοιχείο του πολιτικού στοιχήματος ανεβάζοντας απλώς το ύψος του αρχικού πονταρίσματος. Διότι, εάν γίνει δεκτό ότι οι ουσιαστικές κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής είναι δεσμευτικές μόνον σε περίπτωση που η απόφασή της ληφθεί με πλειοψηφία των τριών πέμπτων των βουλευτών, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να μη γίνει δεκτό ότι η Αναθεωρητική Βουλή θα μπορεί να εκφύγει της εν λόγω δέσμευσης εάν λάβει απόφαση με πλειοψηφία μεγαλύτερη των τριών πέμπτων των βουλευτών. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, κατά την απόφαση ΑΕΔ 11/2003, η πλειοψηφία με την οποία ελήφθη η απόφαση της προτείνουσας Βουλής δεν επηρεάζει τη δυνατότητα δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής μέσω κατάλληλου λεκτικού περιορισμού. Ενόψει λοιπόν και της απόφασης αυτής του ΑΕΔ, η οποία αποτυπώνει το πνεύμα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 110 του Συντάγματος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατόν η προτείνουσα Βουλή να μην περιορίζεται μόνο σε αριθμητική αναφορά των προς αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων, αλλά να προσδιορίζει, αν όχι την τελική διατύπωση της νέας ρύθμισής τους, τουλάχιστον τις ουσιαστικές κατευθύνσεις του περιεχομένου της. Ο δε προσδιορισμός αυτός, προκειμένου να είναι δεσμευτικός για την επόμενη Αναθεωρητική Βουλή, πρέπει να περιληφθεί, κατά τρόπο ρητό και σαφή, όχι μόνον στο λεκτικό των αρχικών προτάσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 119, παρ. 1 και 2, του Κανονισμού της Βουλής) και της μεταγενέστερης εισήγησης της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος που θα προτείνει την αναθεώρηση του τελευταίου προς την Ολομέλεια της Βουλής (άρθρο 119, παρ. 4 και 5, του Κανονισμού της Βουλής), αλλά και στο λεκτικό της τελικής απόφασης της Βουλής αυτής μετά τη διενέργεια των δύο ονομαστικών ψηφοφοριών που προβλέπονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος και το άρθρο 119, παρ. 6, του Κανονισμού της Βουλής. Προς τούτο δε, σκόπιμο επίσης θα ήταν ο ίδιος προσδιορισμός να μνημονεύεται και κατά τη διαδικασία των εν λόγω ψηφοφοριών (άρθρο 119, παρ. 6 και 7, του Κανονισμού της Βουλής). Αν τηρηθούν οι παραπάνω διαδικαστικές προϋποθέσεις, η Αναθεωρητική Βουλή θα δεσμεύεται από τις ουσιαστικές κατευθύνσεις της προηγούμενης προτείνουσας Βουλής, υπό την έννοια ότι, η Αναθεωρητική Βουλή, εάν αποφασίσει να προβεί στην αναθεώρηση των προτεινόμενων διατάξεων[39], δεν θα μπορεί να αποκλίνει από τις παραπάνω κατευθύνσεις. Σε περίπτωση που, για τον οποιοδήποτε λόγο, η Αναθεωρητική Βουλή δεν σεβαστεί τις εν λόγω κατευθύνσεις, η τελική απόφασή της για την αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων θα παραβιάσει το άρθρο 110 του Συντάγματος, όπως αυτό ερμηνεύτηκε, κατά τα προαναφερθέντα, με την απόφαση 11/2003 του ΑΕΔ. Η παραβίαση αυτή θα μπορεί να ελεγχθεί και δικαστικώς. Άλλωστε, ως προς το επίμαχο διαδικαστικό ζήτημα, δεν αμφισβητείται πλέον η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου διενεργηθείσας συνταγματικής αναθεώρησης ούτε από εκείνους που είχαν εκφράσει επιφυλάξεις ως προς τη γενική δυνατότητα ενός τέτοιου ελέγχου[40].

•

Το δίκαιο της Ένωσης

Υπόθεση Λυκουρέζος στο ΕΔΔΑ. Καταδίκη της Ελλάδας. Απαίτηση προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου. Η δέσμευση της 2ης Βουλής κατατείνει προς την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού. Ο έλεγχος συμβατότητας προς το δίκαιο της ΕΕ θα γίνει ακόμη και επί αναθεωρητέων διατάξεων! Εκρίθη ότι παραβιάζεται το ΕΣΔΑ 3 του 1 ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Υπόθεση Αγγελιδάκη)

Κατά της δέσμευσης- Άποψη Γεραπετρίτη • Εσφαλμένη πρακτική: Το πρόβλημα της εργαλειοποίησης είναι πραγματικό. Δεν επιλύεται όμως άμεσα με το ζήτημα της δέσμευσης. Δεν γίνεται το Σύνταγμα να το ερμηνεύουμε πατερναλιστικά. Εφόσον εντοπίζεται μια κακώς εννοούμενη πολιτική πρακτική δεν γίνεται να βάλλουμε μόνοι μας φρένο στον πολιτικό ανταγωνισμό με contralegemερμηνεία του Συντάγματος (αυθαίρετο και γενικευμένο το συμπέρασμα υπέρ δέσμευσης- δεν ήθελε αυτό ο ιστορικός νομοθέτης). Δεν γίνεται εξ ανάγκης να εικάζουμε ότι ο συντακτικός νομοθέτης επιθυμούσε αυτό, διότι έτσι προσδίδεται μια διάσταση κοινωνικής-πραγματικής ανάγκης στο κομμάτι της δέσμευσης παραγνωρίζοντας το κανονιστικό υπόβαθρο του Συντάγματος •

Γραμματική ερμηνεία:

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος Με βάση το Σ110 εμφιλοχωρούν εκλογές. Η ratioτης διάταξης είναι να συμμετάσχει εμμέσως ο λαός στην αναθεώρηση (έχει αποτυπωθεί και σε πρακτικά του Σ1975). Ο λαός ψηφίζει ένα κόμμα όχι μονάχα ως συνδυασμό αλλά έχοντας την πολιτική συνείδηση να γνωρίζει και ποιες θα είναι οι κατά περιεχόμενο επιλογές κάθε κόμματος και άρα ο λαός ψηφίζοντας αφήνει το δικό του στίγμα στην μελλοντική αναθεώρηση δείχνοντας μια κατεύθυνση. Όταν το παραβλέπουμε αυτό υποτιμούμε τον λαό ως κρατικό όργανο και ως εκλογικό σώμα, κρίνοντας τον ως σώμα χωρίς πολιτική συνείδηση. Αυτό που αναγιγνώσκεται πίσω από την εκλογική διαδικασία είναι ένα πολιτικό δικαίωμα συμμετοχής του λαού στην αναθεώρηση (σύνδεση λαού με αποφασίζουσα βουλή- εάν δεσμευόταν η 2η βουλή ποιο το νόημα των εκλογών;). Εφόσον πρόκειται για δικαίωμα θα πρέπει αυτό να ερμηνεύεται ευρέως (in dubio pro libertate) καθώς μόνο στις εξαιρέσεις χωρεί στενή ερμηνεία. Ουσιαστικά με την δέσμευση η 2η Βουλή μετατρέπεται σε μαριονέτα (θα χάσει τον ουσιαστικό της ρόλο) και αυτό στερείται λογικής και είναι έξω από την φιλοσοφία του Συντάγματος. Αντεπιχείρημα: Αν η νέα βουλή πράξει τα αντίθετα απ όσα υποσχόταν ποιο το νόημα της τοποθέτησης του εκλογικού σώματος; Πρακτικά δεν έχει σημασία. Η νέα βουλή θα υποστεί (και ορθώς) μονάχα πολιτικές κυρώσεις (δεν θα επανεκλεγεί). Το πολιτικό κόστος είναι συνταγματικώς αδιάφορο. ~Κλείνοντας, ενόψει των αντιτιθέμενων απόψεων των διδασκόντων το μήνυμα το οποίο μένει είναι πως η επιστήμη προχωράει με την διάψευση των θεωριών, παρά με την επιβεβαίωση τους!

ΘΕΜΑΤΑ ΙΟΥΝΙΟΥ 2019 1. Μπορεί η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως να «ξεχειλώσει» αν έχουμε γνωστοποίηση πράξης μέσω ιντερνετ? (προθεσμία, η γνωστοποίηση ως εναρκτήριο γεγονός της προθεσμίας, απόφαση για περιβαλλοντικούς όρους κτλ) 2. Είστε στον Πειραιά να πάρετε πλοίο για Σέριφο και είστε δικηγόρος και αύριο λήγει η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως για τον πελάτη σας, τι μπορεί να γίνει? μπορεί να χαθεί κάτι από τα δύο, Η Σέριφος η ο πελάτης?(Η απάντηση είναι και τα δύο μπορούν να γίνουν γιατί η αίτηση ακυρώσεως κατατίθεται εκτός από το ΣΤΕ σε οποιαδήποτε δικαστική η διοικητική αρχή πχ λιμενικό, αστυνομία) 3. Είμαι ο Μαρινάκης και θέλω να αγοράσω το Δήμο Πειραιά και να τον κάνω ανώνυμη εταιρία, μπορώ? (αναφορά σε ΟΤΑ και θέματα ιδιωτικοποιήσεων) 4. Μπορεί να καταργηθεί η ΕΡΤ? (και πάλι συνταγματικό άρθρο και αναφορά στην απόφαση) 5. Περνάει το τουρκικό πλοίο που πάει για τις γεωτρήσεις και γίνεται επεισόδιο Ελλάδας Τουρκίας. Μπορεί να γίνει δημοψήφισμα για το αν θέλουν οι πολίτες να πάμε σε πόλεμο ? (συνταγματικό άρθρο , το δημοψήφισμα ως κυβερνητική πράξη, ΔΕΝ είναι ΌΛΑ τα θέματα δεκτικά δημοψηφίσματος πχ οι διεθνείς σχέσεις!)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

6. Κόμματα. Μπορεί το κράτος να διαλύσει ένα κόμμα? (ρόλος κομμάτων στη δημοκρατία, μικτή μορφή σωματείου και θεσμού) 7. Μπορεί να περιοριστεί η χρηματοδότηση ενός κόμματος ?( απόφαση αναστολή χρηματοδότησης Χρυσής αυγής) 8. Τι γνωρίζετε για τη συρρίκνωση της αίτησης αναιρέσεως ενώπιων του ΣΤΕ? (περιορισμός λόγων αναίρεσης και σχετική απόφαση) 9. Προτείνεται για συνταγματική αναθεώρηση η κατάργηση του ΣΤΕ. Μπορεί να γίνει?( αναφορά στο Σ110, αν χτυπά σε βάση του πολιτεύματος, που κατ εμέ χτυπά πχ στην αρχή του κράτους Δικαίου, αρχής της νομιμότητας, έλεγχος εκτελεστών ΔΠ από ΣΤΕ και Σ20) 10. Έχει το δημόσιο Αστική ευθύνη για νόμιμες πράξεις των οργάνων του ? (αναφορά στην αστική ευθύνη γενικώς, ειδικώς ανά κρατική λειτουργία, αναφορά στη σχετική απόφαση, επίσης πιθανώς επίδραση ευρωπαϊκού δικαίου) 11. Το μάθημα των θρησκευτικών. (δεν τη θυμάμαι καλά …. Αναφορά πάντως στην απόφαση Σ3, Σ13, Σ16) 12. Είμαστε στο σήμερα που έχει διαλυθεί η βουλή και έχουν προκηρυχθεί εκλογές και γίνεται πόλεμος. Τι γίνεται? 13. Επιτρέπεται η διάλυση κόμματος; 14. Υπάρχει περίπτωση αυτή τη στιγμή να μην γίνουν εκλογές 7 Ιουλίου και για ποιον λόγο? 15. Επιπλέον για τον πόλεμο: γίνεται δημοψήφισμα με το ερώτημα αν θέλουμε να γίνει πόλεμος έπειτα από θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο? Είμαι οικογένεια στρατιώτη που πεθαίνει στον πόλεμο, δικαιούμαι αποζημίωση? 16. Γίνεται να γίνει ένας δήμος ανώνυμη εταιρεία? 17. Αστική ευθύνη από νόμιμες πράξεις 18. Συρρίκνωση αναίρεσης 19. Ουσιαστικόποιηση διαφόρων, κριτήριο μεταφοράς ακυρωτικό από το ΣτΕ σε τδδ, 20. Ελεγχος συνταγματικότητας των νόμων από διοικητικά όργανα 21. Υπόθεση θρησκευτικών 22. Αδειες σκοπιμότητας 23. Προσωρινή δικαστική προστασία (ρώτησε όσον αφορά την αγωγή αποζημίωσης! Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης- προσωρινή επιδίκαση απαίτησης)

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

24. Υπόθεση ΕΡΤ - αν μπορεί να καταργηθεί με ΠΝΠ 25. Μπορει να καταργηθει η αστυνομια 26. Μπορει η Μητροπολη Πειραια να προσβαλει πραξη της διοικησης που αποφασιζει την αναγραφη της ενδειξης "ουδετερο φυλο" στα δημοσια εγγραφα(κατα προσεγγιση) 27. Ορια στον παρεμπιπτοντα ελεγχο των κανονιστικων πραξεων 28.Τί είναι κοινοβουλευτικό σύστημα ; 29.Τί γίνεται όταν παραιτείται ο πρωθυπουργός ; (φυσικά το άρθρο λέει περί προτασης κοινοβουλευτικής ομάδας για απόλυτη και σχετική πάμε στο 37 ) αυτό που ρώταγε και ξανά ρώταγε ήταν ποια η σημασία αυτού ... ότι ο πρώτος είχε την εμπιστοσύνη Βουλής ενώ ο προτεινόμενος όχι ... 30.ΑΕΔ 31. Δημοσιογράφος γράφει άρθρο με υβριστικά σχόλια περί δικαστών στο ΣΤΕ με αφορμή μια απόφαση : ελευθερία έκφρασης, δικαστικοί όχι στην κατάσχεση εντύπου, αναφορά στο υποκείμενο-αντικείμενο σχολιασμού, αξιολογικές κρίσεις vs. Πραγματικά περιστατικά -βασιλάκης αναφορά ) 32.Μπορεί ο Δήμος Αθηνών να γίνει ΑΕ; 33.Μπορεί ο Σάκης ρουβας να γίνει πρόεδρος του ΣΤΕ; 34. Ερώτηση που αφορούσε την ΑΔΑ περί προσωπικών δεδομένων (αν προβλέπεται , αδα τι είναι) 35.Μπορώ με αναθεώρηση να καταργήσω το ΣΤΕ; 36. Αστική ευθύνη του Δημοσιου (πού θεμελιώνεται στο Σύνταγμα, ποιες οι επιρροές ενωσιακου και ΕΣΔΑ) 37.Αναστολή χρηματοδότησης βουλευτών ΧΑ 38.Προσωρινή δικαστική προστασία στην καταψηφιστικη αγωγή 39. Αναφορά σε μεταρρυθμίσεις στον τομέα της δικονομίας λόγω της οικονομικής κρίσης 40. Μπορεί να καταργηθεί το μάθημα των Θρησκευτικών από τα λύκεια; 41.Αποφάσεις για Σύμφωνο Συμβίωσης 42. Κρυφές Κάμερες 43. Pringle (ως προς την ρήτρα διάσωσης του αρ.125) 44.Γίνεται στις παρούσες συνθήκες (προεκλογική περίοδος), αλλά και γενικά, απόφαση για δημοψήφισμα με περιεχόμενο την κήρυξη πολέμου κατά της Τουρκίας; Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

45.Αναθεώρηση και κατάργηση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νομων 46. Πνπ και αν ελέγχεται δικαστικως η συνδρομή των προϋποθέσεων επείγοντος και απρόβλεπτου 47.Διοικητική αρμοδιότητα ΣτΕ 48.Νόμος επιτρεπει τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές 49.Απαγορεύει σε όλα ανεξαιρέτως τη λειτουργία την Τρίτη (σχολιάστε) 50.Αναθεώρηση με περιεχόμενο την εκλογή του ΠτΔ άμεσα από τον λαό 51.Εννοια κοινοβουλευτικης αρχης 52.Εννοια αντιπροσωπευσης 53.Πώς αξιολογείτε το γεγονός ότι στις ακυρωτικες δικες για συντάξεις ζητείται και αιτιολογικη έκθεση (που παραπέμπει στο ουσιαστικό στοιχείο) 54.Απόφαση για ΕΥΔΑΠ και ΕΡΤ (σύγκριση) 55. Βγαίνετε έξω από την εξεταση και λέτε "ο γιαννακοπουλος είναι καραγκιόζης" / λέω εγώ για εσάς "τι βούρλο είναι, πώς περιμένει να περάσει" (σχολιαστε) 56.Πως προσβάλλεις υπουργική απόφαση περιβαλλοντικών όρων;Που;Προθεσμία;

για

δημόσιο

έργο

με

μελετη

57.Προσωρινή δικαστική προστασία;Προθεσμία; 58. Αν μπορεί Πρωτοδίκης να γίνει Αρεοπαγίτης;Πως; 59. Αστικη ευθυνη Δημοσίου απο νομιμη πραξη.Που θεμελιωνεται; 60. Γινεται να μη γινουν εκλογές τωρα που εχουν προκηρυχθεί;Για ποιο λογο;Ποιος θα κηρυξει τον πολεμο; 61. Μπορει να ιδιωτικοποιηθεί ο Δήμος; ΝΠΔΔ.Γιατι οχι;Τι ειναι ΝΠΔΔ; 62.Τι ειναι κυβερνητικό συστημα; (Δρόσος) 63.Αν η νεα κυβερνηση δεν παρει ψηφο εμπιστοσύνης τι γινεται; 64. Συμφωνο συμβίωσης ( τι λεει ο νόμος που εχει η απόφαση, γιατί δεν είχαν έννομο συμφέρον, ποια η βαση ο συνδεσμος και γιατι δεν προσβάλλεται ο θρησκ.γαμος με το συμφωνο συμβιωσης)

Καλή τύχη στις εξετάσεις!

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Εφαρμογές Δημοσίου, Γεραπετρίτης - Γιαννακόπουλος

Επιμέλεια: Αιμιλία Γανταδάκη


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου, Νομική Αθηνών (Applications of Public Law, Law School of Athens), 2019 by Aimilia S. Gantadaki - Issuu