ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
4.11.2019
Σεμινάριο Δημοσίου Δικαίου Υπεύθυνοι καθηγητές: Κ. Γιαννακόπουλος, Χ. Ανθόπουλος Εισηγήτριες: Α. Γανταδάκη, Στ. Μπινιάρη
«Ψήφος Αλευρά» : Η διαδικασία εκλογής του ΠτΔ στις δικαστικές αίθουσες
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Α. Εισαγωγή Β. Παραδεκτό του δικαστικού ελέγχου 1. Η φύση της προσβαλλόμενης «πράξης» 2. Η θεωρία των interna corporis Γ. Βάσιμο του δικαστικού ελέγχου 1. Η φύση της αναπλήρωσης 2. Η αρχή της μυστικότητας Δ. Συμπεράσματα
ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ (α’ σκέλος)
Υπό την ισχύ του αρχικού Συντάγματος του 1975, ανέκυψε το ζήτημα της «ψήφου Αλευρά». Προέδρος της Δημοκρατίας ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, Πρωθυπουργός ο Ανδρέας Παπανδρέου και Πρόεδρος της Βουλής ο Γιάννης Αλευράς, βουλευτής της κυβερνητικής παράταξης του ΠαΣοΚ. Επικειμένης εκλογής νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, το ΠαΣοΚ, μολονότι είχε αποφασίσει να προτείνει ως νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας για δεύτερη θητεία τον Καραμανλή, εντέλει, πρότεινε ως υποψήφιο τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Σαρτζετάκη, ο οποίος και εξελέγη. Ως δικαιολογία για τη μεταστροφή αυτή, προβλήθηκε η πρόθεση εκκίνησης διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος του 1975 προς την κατεύθυνση του περιορισμού των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, εμπνευστής των οποίων ήταν ο Καραμανλής, οπότε και δε θα δικαιωνόταν η πολιτική και πολιτειακή του συμβολή. Στο πλαίσιο αυτό, ο Καραμανλής παραιτήθηκε από το αξίωμά του λίγο πριν λήξει η πρώτη θητεία του και χώρησε αυτοδίκαιη αναπλήρωση από τον Πρόεδρο της Βουλής Αλευρά. Το πολιτικό κλίμα ήταν οξυμμένο, ιδίως κατά τη διαδικασία εκλογής του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Τα διανεμηθέντα ψηφοδέλτια δεν ήταν ομοιόμορφα (κατ’ ακριβολογία ομοιόχρωμα), γεγονός που στιγματίστηκε ως παράβαση της μυστικότητας της ψηφοφορίας, που επέβαλε το αρχικό Σύνταγμα του 1975. Το βασικό ζήτημα που τέθηκε ωστόσο, ήταν αν το ασυμβίβαστο του Προέδρου της Δημοκρατίας του άρθρου 30 παρ. 2 Σ ισχύει και για τον αναπληρωτή και ειδικότερα, αν ο Πρόεδρος της Βουλής κατά την αναπλήρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας μπορεί να συμμετάσχει στην ψηφοφορία για την εκλογή νέου Προέδρου. Η θεωρία διχάστηκε. Υποστηρίχθηκε το μεν ότι ο Αλευράς ψηφίζει (κυρίως από τον Βενιζέλο και τον Κασιμάτη), το δε ότι δεν ψηφίζει (κυρίως από τον Μάνεση, τον Μανιτάκη και τον Δ. Τσάτσο). Το ζήτημα εισήχθη στη Βουλή, που αποφάσισε βάσει του τεκμηρίου αρμοδιότητας, που απολαύει, ότι ο αναπληρωτής Πρόεδρος δικαιούται να ψηφίσει. Στην τρίτη και κρίσιμη για τη διάλυση της Βουλής ψηφοφορία, ο Αλευράς όντως ψήφισε. Ο Σαρτζετάκης εξελέγη με 180 ψήφους ακριβώς. Λόγω της οριακής πλειοψηφίας, η διαδικασία εκλογής του Σαρτζετάκη αμφισβητήθηκε πολιτικά, αλλά και δικαστικά. Εντύπωση μάλιστα, προκαλεί το ότι δικαστικά ελέγχθηκε εξ αφορμής μιας ποινικής διαφοράς, στην οποία τύγχανε εφαρμογής προεδρικό διάταγμα, εκδοθέν από τον Σαρτζετάκη με το οποίο τέθηκε σε ισχύ η μεταφορά στη δημοτική του Ποινικού Κώδικα. Στο πλαίσιο λοιπόν, του διάχυτου, παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου αντισυνταγματικότητας, που ισχύει στην ελληνική έννομη τάξη, ο πλημμελειοδίκης έκρινε ότι το επίδικο προεδρικό διάταγμα ήταν αντισυνταγματικό και ως εκ τούτου, ανεφάρμοστο, καθώς εκδόθηκε από Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που είχε εκλεγεί κατά παραβίαση του Συντάγματος, για τον διττό λόγο, ότι κατά την ψηφοφορία είχε παραβιασθεί η αρχή της μυστικότητας, ενώ είχε συμμετάσχει σε αυτήν και ο Πρόεδρος της Βουλής και αναπληρωτής Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μολονότι τελούσε υπό ασυμβίβαστο. Η υπ’ αριθ. 84464/1985 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στερείται ιστορικού, καθώς το σκεπτικό της εξαντλείται στον έλεγχο αντισυνταγματικότητας του επίδικου κωδικοποιητικού διατάγματος.
Αφετηριακή σκέψη είναι η θεμελίωση της εκ του Συντάγματος υποχρέωσης των δικαστών να ασκούν έλεγχο αντισυνταγματικότητας, με παραπομπή σε πλούσια βιβλιογραφία. Αμφότερες δε οι πλημμέλειες κρίνονται δικαστικά ελέγξιμες, ως μη υπαγόμενες στα interna corporis. Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω θεωρία δε νοείται να έχει υπερσυνταγματική ισχύ, ούτως ή άλλως αφορά τη διαδικασία για την ψήφιση νόμων και όχι τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ερμηνεύει δε τη συνταγματική διάταξη περί ασυμβιβάστου του Προέδρου της Δημοκρατίας προς την κατεύθυνση, ότι καταλαμβάνει και τη συμμετοχή του αναπληρωτή Προέδρου στην ψηφοφορία για την εκλογή νέου Προέδρου, εντάσσοντάς την σε μία ευρύτερη συστηματική ενότητα και συνάγοντας ότι ratio αυτής είναι η διασφάλιση ης αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της lato sensu προσέγγισης της έννοιας του ασυμβιβάστου, επικαλείται το άρθρο 50, που καθιερώνει το αρνητικό τεκμήριο αρμοδιότητας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ επισημαίνει ότι το άρθρο 60 παρ. 1, κατοχυρώνοντας το απεριόριστο του δικαιώματος της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση για τους βουλευτές, διασφαλίζει ότι δρουν αδέσμευτοι από τυχόν επιτακτικές εντολές των ψηφοφόρων τους και όχι ότι ο αναπληρωτής Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να ψηφίζει για την εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Προς επίρρωση, μνημονεύει το Ψήφισμα Β΄ της 24ης Δεκεμβρίου, κατά το οποίο ο Προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας θεωρείται παραιτηθείς από όλα τα κατεχόμενα κατά την ορκωμοσία του αξιώματα, θέσεις ή ιδιότητες, πλην της τυχόν ιδιότητάς του ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών και Καθηγητή Ανωτάτων Σχολών, ενώ δε δύναται να ασκεί ούτε τα απορρέοντα από τις διατηρούμενες ιδιότητες καθήκοντα. Επιχείρημα αντλεί και από τον μεταγενέστερο Κανονισμό της Βουλής, κατά τον οποίο, για τη λήψη απόφασης, ο υπολογισμός των ψήφων γίνεται επί του συνόλου του νομίμου αριθμού των μελών της Βουλής, συμπεριλαμβανομένων και των μη ψηφισάντων, ενώ επιβάλλει πλέον ρητώς τη χρήση ομοιόχρωμων ψηφοδελτίων. Τέλος, κρίνει ότι μόνο διαμέσου της αναθεωρητικής διαδικασίας είναι δυνατή η ερμηνεία συνταγματικής διάταξης. Το δε τεκμήριο αρμοδιότητας της Βουλής, επί τη βάσει του οποίου προέβη αυτή σε αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 30 παρ. 2 δεν έχει συνταγματική θεμελίωση. Σε αρκετά σημεία πάντως, είναι εμφανής η έλλειψη εξοικείωσης του ποινικού δικαστή με ζητήματα που άπτονται του συνταγματικού δικαίου. Συγκεκριμένα, εσφαλμένα διαλαμβάνει η απόφαση ότι ο Κανονισμός της Βουλής έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Ερμηνευτικό ατόπημα είναι και είναι η ratione temporis και personae διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του προσωποπαγούς χαρακτήρα Ψηφίσματος Β΄, ούτως ώστε να καταλαμβάνει έκαστο αναπληρωτή Πρόεδρο, μολονότι αυτό εφαρμοζόταν μόνο στον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυθαίρετη είναι και η προσθήκη περιπτώσεων de facto οργάνων, για λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης και πατριωτισμού. Παρά τα δογματικά και λογικά της σφάλματα πάντως, η απόφαση εισφέρει τη δυνατότητα παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, το παραδεκτό και το βάσιμο του οποίου θα επιχειρήσουμε να θεμελιώσουμε επί άλλης βάσης, ακολούθως. Επί του παραδεκτου, κατ΄ αρχάς, να επισημάνουμε ότι, όπως δέχεται και η πάγια νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις υπ’ αριθ. 2862/1985, 3963/1976 αποφάσεις, δε χωρεί ευθύς έλεγχος της διαδικασίας εκλογής του
Προέδρου της Δημοκρατίας. Και τούτο, διότι με αίτηση ακύρωσης προσβάλλονται μόνο οι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών και των ΝΠΔΔ. Η δε εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας τελειούται από τη Βουλή, άμα τη υπογραφή του οικείου πρακτικού ψηφοφορίας. Και μολονότι η φύση της προκειμένης αρμοδιότητας της Βουλής είναι ερειζόμενο ζήτημα, μέρος δε της θεωρίας τάσσεται υπέρ του διοικητικού της χαρακτήρα (Σπυρόπουλος, Ράικος, Κανελλόπουλος), σε κάθε περίπτωση πάντως, η Βουλή αποτελεί άμεσο όργανο του Κράτους και όχι διοικητική αρχή ή ΝΠΔΔ. Ως εκ τούτου, η αίτηση ακύρωσης, που στρέφεται κατά πράξης της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Αλλά ούτε και ως συμπεριφορά του άμεσου οργάνου ελέγχεται ευθέως από τα δικαστήρια. Και τούτο, διότι οι περιπτώσεις ευθέως δικαστικού ελέγχου της συμπεριφοράς άμεσων οργάνων απαριθμούνται αποκλειστικώς στο Σύνταγμα και περιλαμβάνουν τον έλεγχο των τυπικών προσόντων για την απόκτηση και διατήρηση της βουλευτικής ιδιότητας, τον έλεγχο των προϋποθέσεων προκήρυξης και διεξαγωγής δημοψηφίσματος, τον έλεγχο περί ευθύνης των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και των Υφυπουργών και τον έλεγχο ποινικής ευθύνης του Προέδρου της Δημοκρατίας. Κοινός δε τόπος των προκειμένων περιπτώσεων είναι η ρητή και λεπτομερής τυπολόγησή τους από το Σύνταγμα, η περιγραφή της ακολουθητέας διαδικασίας και η ανάθεση του ελέγχου σε ειδικό δικαστήριο. Ελλειπούσης δε της συνταγματικής πρόβλεψης, οι εν λόγω συμπεριφορές θα διέφευγαν του δικαστικού ελέγχου λόγω της αμιγώς πραγματικής/υλικής (faktisch) υπόστασής τους.1 Περαιτέρω, θα πρέπει να εξετάσουμε αν η διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ελέγχεται παρεμπιπτόντως. Επ’ αυτού διακρίνουμε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, τη δυνατότητα παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο προσβολής διοικητικής πράξης ερειδόμενης σε νόμο τον οποίο έχει εκδώσει και δημοσιεύσει ο εν λόγω Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά και στο πλαίσιο διαφορών που άγονται ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και διέπονται από νόμο, εκδοθέν και δημοσιευθέν από τον εν λόγω Πρόεδρος. Έχει υποστηριχθεί ότι η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν είναι δικαστικά ελέγξιμη ούτε καν παρεμπιπτόντως ως κυβερνητική πράξη (Σπυρόπουλος). Επ’ αυτού να επισημανθεί ότι οι κυβερνητικές πράξεις είναι διοικητικές πράξεις, ήτοι εκδίδονται από την εκτελεστική εξουσία. Απλώς λόγω του υπερχειλούς πολιτικού τους χαρακτήρα δεν υπάγονται σε ευθύ δικαστικό έλεγχο. Η εκλογή ωστόσο, του Προέδρου της
Δημοκρατίας ολοκληρώνεται από τη Βουλή και δε συνιστά παντάπασιν διοικητική πράξη. Επικουρικά, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι βάσει ενός λειτουργικού κριτηρίου, γινόταν δεκτή η διοικητική φύση της εκλογής, αυτό που αποκλείεται στις κυβερνητικές πράξεις είναι ο ευθύς και όχι ο παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος, η δυνατότητα του οποίου περισώζει, κατά την κρατούσα άποψη, και τη συνταγματικότητα της κατασκευής των κυβερνητικών πράξεων.
Στις έννομες τάξεις, όπου καθιερώνεται η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της εκλογής του Αρχηγού του Κράτους, υπάρχουν ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, που προβλέπουν τη δυνατότητα αυτή και τη ρυθμίζουν δικονομικά. Albrecht Weber, Generalbericht: Verfassungsgerichtsbarkeit in Westeuropa, σελ. 95 σε Christian Stark/Albecht Weber (Hrsg) Verfassungsgerichtsbarkeit in Westeuropa, Teilband I, Nomos Verlag. 1
Σοβαρότερος είναι ο αντίλογος των interna corporis. Κατ’ αρχάς, μέρος της θεωρίας επισημαίνει ότι η προκειμένη νομολογιακή κατασκευή διέπει μόνο τη διαδικασία παραγωγής νόμων, οπότε, καθ’ ο μέτρο η διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας εκφεύγει αυτής, δεν τίθεται ζήτημα interna corporis. Αν υιοθετήσει κανείς πάντως, τη lato sensu προσέγγιση, ότι δηλαδή για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για τη διασφάλιση δηλαδή της αυτονομίας της Βουλής, τα interna corporis καταλαμβάνουν οιαδήποτε κοινοβουλευτική διαδικασία,2 η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν εμπίπτει σε αυτό το άβατο. Και τούτο, διότι η έκδοση και δημοσίευση νόμου από τον αρμόδιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας συνιστούν εξωτερικό τυπικό στοιχείο, που ανάγεται στο υποστατό αυτού (Χαλαζωνίτης) και όχι στα δικαστικώς ανέλεγκτα εσωτερικά τυπικά στοιχεία του. Σημειωτέον ότι η νομολογία ελέγχει παγίως την κατά χρόνον αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας, οπότε με ένα επιχείρημα a minore ad maius, πολλώ μάλλον θα πρέπει να ελέγχει και το αν συντρέχει εν γένει νόμιμη υπόσταση του υπογράφοντος Προέδρου και κατ’ επέκταση, αν η διαδικασία εκλογής του πάσχει ελάττωμα. Περαιτέρω, έχει υποστηριχθεί στη θεωρία ότι η αρμοδιότητα δε συνιστά stricto sensu τύπο, δεδομένου ότι η διαδικασία προϋποθέτει την αρμοδιότητα και είναι λογικά ανεξάρτητη αυτής. Κατά τούτο, οι κανόνες της αρμοδιότητας τέμνουν το περιεχόμενο μιας συνταγματικής διάταξης και θα μπορούσαν εν δυνάμει να υπαχθούν στην έννοια της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας (Γεραπετρίτης).3 Συνεπώς, είτε υπαγάγουμε τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία του νόμου, είτε στην ουσιαστική αντισυνταγματικότητα, η απάντηση είναι μονοσήμαντη. Η διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν εμπίπτει στα δικαστικά ανέλεγκτα interna corporis. Τέλος, η προκειμένη διαδικασία θα μπορούσε να ελεγχθεί και υπό το φως της ΣτΕ Ολ 668/2012, κατά την οποία κατ’ εξαίρεση, ελέγξιμη είναι η τήρηση ειδικής πλειοψηφίας. Και ως τέτοια λογίζεται οιαδήποτε πλειοψηφία, πλην της οριζόμενης στο άρθρο 67 Σ. Στη δε διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι προβλεπόμενες πλειοψηφίες σε όλα τα στάδια είναι ειδικές και υπ’ αυτή την έννοια δικαστικά ελέγξιμες. Σημειωτέον ότι στην τελευταία περίπτωση, αυτό που ελέγχεται δεν είναι η νόμιμη υπόσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά την
έκδοση και δημοσίευση του επίδικου νόμου, αλλά η σύνθεση της Βουλής, κατά την εκλογή του. Αναφορικά με τη χρήση μη ομοιόχρωμων ψηφοδελτίων κατά την κρατούσα άποψη, η φερόμενη πλημμέλεια αποτελεί κλασσική περίπτωση εσωτερικών της Βουλής, που είναι δικαστικώς ανέλεγκτα, ακόμα και παρεμπιπτόντως. Μέρος της θεωρίας προβαίνει στην ακόλουθη λεπτή διάκριση μεταξύ των προβλεπόμενων από τον Κανονισμό της Βουλής διαδικασιών, που πράγματι εμπίπτουν στα δικαστικώς Πρβλ. τοποθέτηση Αθανάσιου Κανελλόπουλου, Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών, Συνεδρίασις 18η Α΄ Υποεπιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 1975, σελ 294. Επικουρικά, μέρος της θεωρίας τάσσεται υπέρ του δικαστικού ελέγχου της συγκρότησης της Βουλής και του Προέδρου της Δημοκρατίας (Παπαλάμπρου). 3 Κατά τη μειοψηφία της ΣτΕ Ολ 903/1981 η αρμοδιότητα εμπίπτει στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία. 2
ανέλεγκτα interna corporis, και των συνταγματικώς ρυθμιζόμενων διαδικασιών, που θα πρέπει να ελέγχονται. Υπό αυτό το πρίσμα, η χορήγηση μη ομοιόχρωμων ψηφοδελτίων και ενώ δεν είχε διαμορφωθεί αθέατος χώρος επιλογής τούτων, παραβιάζει την αρχή της μυστικότητας, που κατοχύρωνε ρητώς το ίδιο το Σύνταγμα του 1975, οπότε κατά το μέτρο αυτό, δεν εμπίπτει στα interna corporis και ελέγχεται παρεμπιπτόντως. Μια άλλη παράμετρος, που θα πρέπει να μας προβληματίσει, αφορά το αν και κατά πόσο ο παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος θα πρέπει να καταλαμβάνει οιαδήποτε πλημμέλεια ή μόνο τις ουσιώδεις. Άλλως ειπείν, άλλης βαρύτητας πλημμέλεια είναι η εκλογή του Προέδρου από εξωκοινοβουλευτικούς και άλλο η παράλειψη υπογραφής του οικείου πρακτικού ψηφοφορίας. Κατά την άποψή μας, αν και λογική, η ανωτέρω διάκριση, στερούμενη συνταγματικού ερείσματος, ενέχει τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας. Η μόνη ερμηνευτικά ασφαλής και δογματικά ορθή διάκριση είναι αυτή μεταξύ των οριζόμενων από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής διαδικασιών. Η εν λόγω διάκριση λανθάνει και στη νομολογία, κατά την οποία ακόμα και τα προεδρικά διατάγματα περί προαγωγής σε θέσεις Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, που εκφεύγουν εκ του Συντάγματος του δικαστικού ελέγχου, κατ’ εξαίρεση ελέγχονται σε περίπτωση που παραβιάζονται οι συνταγματικές προϋποθέσεις, όχι όμως, και οι νομοθετικές. Ειδικά στην περίπτωση που ο δικαστικός έλεγχος της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ανακύψει εξ αφορμής προσβολής προεδρικού διατάγματος εκδοθέντος από αυτόν, πέραν του παρεμπίπτοντος ελέγχου αντισυνταγματικότητας της νομοθετικής διάταξης, που συνιστά νόμιμη βάση αυτού, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, θα μπορούσε να προβληθεί παραδεκτώς ο πρώτος λόγος ακύρωσης περί αναρμοδιότητας, που όπως και η αντισυνταγματικότητα, είναι αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος. Και τούτο, διότι, όχι μόνο το νόμιμο έρεισμα, αλλά και η ίδια η προσβαλλόμενη έχει εκδοθεί από όργανο, του οποίο πάσχει η εκλογή και κατ’ επέκταση στερείται νόμιμης υπόστασης. Βέβαια, θα πρέπει να πληρούται και το νομολογιακώς διαπεπλασμένο κριτήριο της λυσιτέλειας, που κείται μεταξύ παραδεκτού και βασίμου. Επί δε του βασίμου, υποστηρίξιμο είναι ότι η παράτυπη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας τον καθιστά de facto όργανο, εφόσον έχει διαμορφωθεί στον διοικούμενο και η απαιτούμενη αντικειμενική επίφαση νομιμότητας. Εντούτοις, πρώτον, λόγω των διαστάσεων, που έλαβε η θεωρητική διαμάχη αναφορικά με τη συνταγματικότητα της διαδικασίας εκλογής του Σαρτζετάκη, αμφισβητείται αν όντως συντρέχει η απαιτούμενη αντικειμενική επίφαση νομιμότητας. Δεύτερον, δε θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι η νομολογιακή κατασκευή των de facto οργάνων διατυπώθηκε στο πλαίσιο του διοικητικού δικαίου. Η δε περίπτωση εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, που συνιστά άμεσο όργανο και τον ανώτατο άρχοντα της Πολιτείας, είναι ουσιωδώς διαφορετική, οπότε η αναλογική εφαρμογή ενδεχομένως να είναι δογματικά άστοχη. Αν εισαγάγουμε δε και όρους συνταγματικού δικαίου, η συζήτησή μας λαμβάνει άλλη κατεύθυνση.
(β’ σκέλος) Η «Ψήφος Αλευρά» τάραξε τα πολιτικά ύδατα της περιόδου οδηγώντας και στην έκδοση της εν λόγω απόφασης. Σχετικά με το βάσιμο, δύο ήταν οι πόλοι που απασχόλησαν το δικαστήριο: 1. Το θεμιτό της ψήφου Αλευρά και γενικότερα η έκταση αρμοδιοτήτων του αναπληρωτή ΠτΔ 2. Η παραβίαση της αρχής της μυστικότητας της ψήφου μέσω έγχρωμων ψηφοδελτίων Για το 1ο: ο δικαστής επικαλείται 3 επιχειρήματα: -
Την παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών
-
Την απόρριψης μιας de facto νομιμοποιημένης κατάστασης λόγω έλλειψης γενικής συναινέσεως και Την δεσμευτικότητα του Ψηφίσματος Β’ της 24.12.1974, βάσει του οποίου ο αναπληρωτής ΠτΔ δεν μπορούσε να ψηφίζει, για να θεμελιώσει το αθέμιτο της ψήφου. Λησμονεί όμως την χρονικά περιορισμένη ισχύ του, αφού σύμφωνα με τον Τσάτσο, το συγκεκριμένο Ψήφισμα ίσχυσε μέχρι την εκλογή του πρώτου ΠτΔ και εφόσον δεν ενσωματώθηκε από το Σ1975 δεν μπορεί να συναχθεί σχετική συντακτική βούληση.
-
Για το 2ο : ερμηνεύοντας διασταλτικώς το ΚτΒ70 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιταγή για «ομοιόμορφα» ψηφοδέλτια εννοεί ομοίου και χρώματος και σχήματος και διάστασης και άρα με τα γαλάζια ψηφοδέλτια παραβιάστηκε η αρχή της μυστικότητας. (Όπως ειπώθηκε και προηγουμένως,) η γενική προβληματική του νομικού status του αναπληρωτή δίχασε τους συνταγματολόγους σε δύο στρατόπεδα. Το κρίσιμο νομικό ερώτημα στο οποίο κλήθηκαν να απαντήσουν ήταν εάν η αναπλήρωση του ΠτΔ συνιστά υποκατάσταση προσώπου ή υποκατάσταση οργάνου διότι εάν αποφανθούμε υπέρ του 1ου τότε ο αναπληρωτής ΠτΒ οφείλει να απεκδυθεί τις αρχικές του αρμοδιότητες, ενώ εάν καταλήξουμε στο 2ο τότε είναι επιτρεπτή μια σύγχυση αρμοδιοτήτων περισσοτέρων οργάνων στο ίδιο πρόσωπο δίχως να παραβιάζεται το Σ26 (Αλευράς: πακέτο αρμοδιοτήτων και του ΠτΔ και του ΠτΒ). Έτσι, από την μία πλευρά οι Μάνεσης- Μανιτάκης υποστήριξαν πως όταν το αναπληρούν όργανο είναι μονοπρόσωπο (ΠτΒ ή της τελευταίας Βουλής) έχουμε υποκατάσταση προσώπου, ενώ όταν είναι συλλογικό- φαινόμενο σπάνιο- (η κυβέρνηση συλλογικά) δεν μπορεί να νοηθεί αλλιώς παρά μόνο ως υποκατάσταση οργάνου. Γι αυτόν τον λόγο ο συντακτικός νομοθέτης συνειδητά δεν προέβλεψε κάποιο αυτοτελές ξεχωριστό όργανο για αναπληρωτή (Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας), αλλά προτίμησε ένα ήδη υπάρχον πρόσωπο με «θεσμική συγγένεια» προς τον ΠτΔ δεδομένου ότι αμφότεροι οφείλουν να ασκούν αμερόληπτα και υπερκομματικά τα καθήκοντα τους. Σε ό τι δε αφορά τις
αρμοδιότητες του ΠτΒ αυτές δεν απόλλυνται, αλλά απλώς χειμάζουν για τον αναπληρωτή και ασκούνται από τον Αντιπρόεδρο της Βουλής κατά ρητή επιταγή του ΚτΒ 140παρ.9. Επομένως, ο αναπληρωτής ΠτΔ εξομοιούται πλήρως στο νομικό status με τον εκλεγμένο ΠτΔ, διαθέτει τις όμοιες αρμοδιότητες και δεσμεύεται από τα προεδρικά ασυμβίβαστα του άρθρου Σ30παρ.2. Το αντίθετο θα οδηγούσε σε συνταγματικά παράδοξα όπως λ.χ. το ίδιο πρόσωπο να διορίζει μια κυβέρνηση και μετέπειτα να παράσχει ψήφο εμπιστοσύνης. Κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, της διαφάνειας και το Σύνταγμα εν γένει καθότι για κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις θα ενέπλεκε το συνταγματικώς ουδέτερο πρόσωπο του ΠτΔ. Από την άλλη πλευρά ο Βενιζέλος τάχθηκε υπέρ της υποκατάστασης οργάνου και στις τρεις περιπτώσεις αναπλήρωσης, ενώ κατηγόρησε τους δύο θεωρητικούς για δογματική ασυνέπεια στην διάκριση μεταξύ μονοπρόσωπου ή συλλογικού οργάνου, ενώ σε επίπεδο συλλογισμού έκρινε πως ο ισχυρισμός περί ασυμβιβάστου συνιστά ζήτημα λήψεως του αιτουμένου, αφού η ύπαρξη ασυμβιβάστου λαμβάνεται ως δεδομένο και δεν αποδεικνύεται στο συμπέρασμα. Συμπληρωματικά, αφενός μεν η ratio του ΚτΒ140 παρ.9 είναι να απαλλάξει τον αναπληρωτή από το επιπλέον φορτίο του να διευθύνει την Βουλή και δεν εκτείνεται έως την βουλευτική ιδιότητα, αφετέρου είναι ο ΚτΒ σε σχέση προς το Σ είναι υποδεέστερης τυπικής ισχύος και στην ρυθμιστέα ύλη του δεν εμπίπτουν τα Σ30παρ2 και Σ34, οπότε όποια κι αν είναι η ερμηνεία της εν λόγω διάταξης δεν μπορεί να συναχθεί επιχείρημα ex constititionem (αν και εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι στο μέτρο που για την εκλογή λαμβάνει χώρα μια ψηφοφορία αυτό εμπίπτει στο εσωτερικό και τη λειτουργία της Βουλής). Εν προκειμένω έχουμε περίπτωση θεμιτής διασταύρωσης των λειτουργιών αφού ούτως ή άλλως ο ΠτΔ τυγχάνει φορέας και της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας, ενώ δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα περί ασυμβιβάστου αλλά περί αναστολής (Σ81παρ3). Τέλος, θα ήταν αυθαίρετο και αντίθετο στη λαϊκή βούληση να στερείται η ψήφος ενός εκλεγμένου βουλευτή, πολλώ δε μάλλον όταν είναι οριακή για το εκλογικό αποτέλεσμα. Προσπαθώντας να κάνουμε μια αποτίμηση των επιχειρημάτων και των δύο πλευρών θα έλεγε κανείς ότι είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ του νομικώς ορθού και εσφαλμένου. Γιατί π.χ. όταν αναπληρώνει η κυβέρνηση συλλογικά να μπορούν οι επιμέρους Υπουργοί να ψηφίζουν και όχι ο ΠτΒ; Πείθει ο ισχυρισμός ότι είναι φαινόμενο σπάνιο; Πώς είναι δυνατόν ο αναπληρωτής να έχει το ίδιο ακριβώς νομικό status με τον ΠτΔ και να μην δίνει καν όρκο; Και πάνω απ όλα ποιο είναι το βαθύτερο περιεχόμενο της έννοιας της υποκατάστασης; Μερικά από τα ερωτήματα που μας γεννήθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας μας. Αν ανατρέξει κανείς σε ένα κλασσικό εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου θα παρατηρήσει πως στην περίπτωση ex lege υποκατάστασης δεν συνεπάγεται μεταβολή της φύσης του αναπληρούντος οργάνου, αλλά απλώς προσωρινή ανάθεση έξτρα αρμοδιοτήτων παράλληλα με τις οποίες το όργανο μπορεί να ασκεί τις αρχικές του. Εξάλλου, αυτό συμβαδίζει και με την γραμματική ερμηνεία του Σ34παρ2 που μνημονεύει ρητώς τις αρμοδιότητες που δεν μπορεί να ασκήσει ο αναπληρωτής και άρα a contrario μπορεί να παράσχει ψήφο στο πλαίσιο της βουλευτικής του ιδιότητας.
Κλείνοντας, η περίπτωση της «Ψήφου Αλευρά» αποτελεί μελανό σημείο της συνταγματικής μας ιστορίας καθότι οδήγησε σε πόλωση παρατάξεις, θεωρητικούς, τον λαό. Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η συνταγματική πρακτική της ψήφου δεν αντίκειτο στο Σ, όπως –ορθώς κατά την άποψη μας- υποστήριξε ο Βενιζέλος, οπωσδήποτε παραβιάστηκε η αρχή της μυστικότητας της ψήφου και γι αυτό και αναθεωρήθηκε αργότερα σε ονομαστική. Αξίζει πάντως να παρατηρήσει κανείς την στάση των δικαστών κάθε φορά που το κρινόμενο ζήτημα προκαλεί έντονη πολιτική αναταραχή. Η συγκεκριμένη απόφαση, παρά τα πλείστα συλλογιστικά της σφάλματα, μπορεί να χαρακτηριστεί αρκετά καινοτόμος για την εποχή της και δείγμα δικαστικού ακτιβισμού, καθότι αψηφά την θεωρία των interna corporis και τολμά να ελέγξει. Αξίζει να αναφερθεί πως ο συγκεκριμένος δικαστής της υπόθεσης, κατ ονόματι Σ. Κατσαρός, διώχθηκε πειθαρχικά για την έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης. Ο ίδιος στο κείμενο της απόφασης επισημαίνει πως «ο δικαστής δεν είναι ένα άψυχο τεχνικό όργανο του δικαίου αλλά ρυθμιστής», ενώ κοινωνικές αναταραχές δεν μπορούν να τον αφήνουν αδιάφορο. Μήπως είναι καιρός, λοιπόν, να ανοίξει ο δρόμος για έναν ευρύτερο δικαστικό έλεγχο; Του συμπέρασμα δικό σας!
ΠΗΓΕΣ Ενδεικτική νομολογία Για το απαράδεκτο του ευθέως δικαστικού ελέγχου της διαδικασίας εκλογής του ΠτΔ: ΣτΕ Ολ 2862/1985 σε (1986) 12 [2] ΤοΣ 242, ΣτΕ Ολ 3963/1976.
Για το παραδεκτό του παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της διαδικασίας εκλογής του ΠτΔ: ΜονΠλημΑθ 84464/1985 σε (1985) 36 ΑρχΝ 563.
Για τη διάκριση συνταγματικώς προβλεπόμενων διαδικασιών, που ελέγχονται δικαστικώς, και ρυθμιζόμενων στον Κανονισμό της Βουλής, που είναι δικαστικώς ανέλεγκτες: ConseilConstitutionnelno 2005-512 DC, 21.04.2005, no 99-419 DC, 9.11.1999, no75-57 DC, 23.07.1975. Βλ.σχετικώςκαιVidalNaquet A., ‘Les cas d'ouverture du contrôle de constitutionnalité des lois’ (2008) 26 [5] RFDA 899.
Για τον δικαστικό έλεγχο της τήρησης προβλεπόμενης στο Σύνταγμα ειδικής πλειοψηφίας: ΣτΕ Ολ 668/2012.
Για τις κυβερνητικές πράξεις ως διοικητικές πράξεις: ΣτΕ Ολ 2615-16/2018, 237-39/2015, 1117, 2112, 2400-01, 3006-10/2014.
Για τον παρεμπίπτοντα έλεγχο των κυβερνητικών πράξεων: ΣτΕ 1046/2019, 1209/2014.
Για τον παρεμπίπτοντα έλεγχο διορισμού δικαστή: Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (αναιρετικό τμήμα) της 19ης Ιουλίου 2018, HG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, T-693/16 P. Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα αναιρέσεων) της 23ης Ιανουαρίου 2018, FV κατά Συμβουλίου,T639/16 P.
Ενδεικτική βιβλιογραφία Αναστασιάδης Γ., ‘Χρονικό της συνταγματικοπολιτικής έντασης. Κείμενα και ντοκουμέντα για την περίοδο 9/3 - 2/6/1985’ (1985) 10 Δίκαιο και Πολιτική 1. Ανθόπουλος Χ., ‘Προεδρική εκλογή και συνταγματική ορθότητα’ σε Καμτσίδου Ι., Η διαδικασία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας και οι ερμηνευτικές της αμφιλογίες (Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2010), 105 επ. Βενιζέλος Ευ., Η ερμηνεία του Συντάγματος και τα όρια του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων(Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 1994), 7181, 173-216. Ibid, Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση. Κράτος, Σύνταγμα και Δημοκρατία στο έργο του, τ Ι (Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1994), 77-87. Ibid,‘Η δοκιμασία του διαλόγου και η ερμηνεία του Συντάγματος στο παράδειγμα της ψήφου Aλευρά’ (1992) 40 [6]ΝοΒ 969. Ibid, ‘Η αναπλήρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και η δοκιμασία της ερμηνείας του Συντάγματος’ (1991) 39 [9] ΝοΒ1313. Γεραπετρίτης Γ., Σύνταγμα και Βουλή. Αυτονομία και ανέλεγκτο των εσωτερικών του σώματος(Νομική Βιβλιοθήκη 2012). Γιαννακόπουλος Γ., ‘Η ψήφος του Προέδρου της Βουλής’ (1985) 52 [1]ΕΕΝ145. Γιαννακόπουλος Κ., Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων(Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2013). Κατσαρός Σ., Ο Δικαστής. Πράξεις δικαστικής ανεξαρτησίας (abovo1999). Μάνεσης Αρ. και Μανιτάκης Αντ., ‘Ο θεσμός της αναπλήρωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το ισχύον Σύνταγμα’ (1991) 39 [1] ΝοΒ 1. ΜανιτάκηςΑντ., ‘Quod nullum set nullum producit effectum’ (1992) 40 [1]NoB 8. Μαυριάς Κ., ‘Η ερμηνεία του Συντάγματος μεταξύ πολιτικής αξιολόγησης και νομικού δόγματος’(1989) 15 [1] ΤοΣ 31. Παπαχρήστος Ν., Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας(Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 2010). Σπυρόπουλος Φ., Κοντιάδης Ξ., Ανθόπουλος Χ. και Γεραπετρίτης Γ. (επιμ.), Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία (Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2017), 817-821. Τάχος Α., Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, (9η εκδ., Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα Θεσσαλονίκη 2008), 463. Τσάτσος Δ., ‘Γιατί έχουμε νόμιμο Πρόεδρο της Δημοκρατίας’, Ελληνική Πολιτεία 1974-97(Εκδόσεις Καστανιώτη 1998), 304-312. Ibid, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Ι (Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 1994), 250 επ., 280 επ.
Τσούκας Π., ‘Υπάρχει δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας;’ (1992) 23 ΔΙΚΗ 847. Χρυσόγονος Κ., ‘Η συνταγματική πρόκληση’ (1985) 291 Αντί25.
Αρθρογραφία κατά της συμμετοχής του αναπληρωτή του ΠτΔ στην ψηφοφορία Μάνεσης Αρ., Ελευθεροτυπία,12.03.1985 Τσάτσος Δ., Έθνος, 12.03.1985 Μανιτάκης Αντ., Ελευθεροτυπία, 12.03.1985 Δασκαλάκης Γ., Καθημερινή, 13.03.1985 Ράικος Αθ., Το Βήμα, 13.03.1985 Δαγτόγλου Πρ., Ελεύθερος Τύπος, 14.03.1985 Μάνεσης Αρ. και Μανιτάκης Αντ., Ελευθεροτυπία, 15.03.1985 Τσάτσος Δ., Ελευθεροτυπία, 19.03.1985 Παπαπολίτης Σωτ., Καθημερινή, 28.03.2019 Μάνεσης Αρ., Το Βήμα, 7.04.1985 Τσάτσος Δ., Έθνος, 7.04.1985 Πλωρίτης Μ., Το Βήμα, 17, 24.03.1985 και 5.05.1985
Αρθρογραφία υπέρ της δυνατότητας συμμετοχής του αναπληρωτή του ΠτΔ στην ψηφοφορία Βενιζέλος Ευ., Τα Νέα, 14.03.1985 Ζηλεμένος Κ., Φίλαθλος, 14.03.1985 Μαυριάς Κ., Τα Νέα, 14.03.1985 Κασιμάτης Γ., Τα Νέα, 16.03.1985 Ρώτης Ν., Αυγή, 21.03.1985 Μαγκάκης Γ., Έθνος, 24.03.1985 Γιαννόπουλος Ευ., Ελευθεροτυπία, 28.03.1985 Ντεγιάννης Γ., Το Βήμα, 7.04.1985 Βενιζέλος Ευ., Τα Νέα, 21.04.1985 Μπέης Κ., Ελευθεροτυπία, 2.05.1985 και 11.12.1985 Κοντογιώργης Γ., Τα Νέα, 2.07.1985
Ενδεικτική ηλεκτρονική βιβλιογραφία https://www.evenizelos.gr/booksstudies/studies/theoryinterpr etationconstitution/801-h-.html
https://www.tovima.gr/2008/11/24/politics/o-dialogos-mazitoymeneipantaanoiktos/_ https://www.evenizelos.gr/speeches/conferencesevents/423conferencespeech2018/5939-ev-venizelos-i-syntagmatikithesitou-proedrou-tis-dimokratias-os-antikeimeno-tisdiadikasiasanatheorisis-tou-syntagmatos.html https://www.evenizelos.gr/parliament/speechesintervention/4 18-speeches2018/5907-28-49.html https://www.kathimerini.gr/365023/article/epikairothta/politi kh/tagalazia-yhfodeltia-sartzetakh-kai-h-epaneklogh-karamanlh https://www.newsit.gr/politikh/i-epeisodiaki-eklogi-sartzetakita-egxroma-psifodeltia-foto/1526897/ https://nomika-nea.gr/%ce%b7%cf%88%ce%ae%cf%86%ce%bf%cf%82%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%8 5%cf%81%ce%ac%cf%84%ce%b1%ce%bf%ce%bc%ce%bf%ce%b9%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%81% cf%86%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%b1%ce%bf%ce%bc/
Σχετικά έντυπα της εποχής για την υπόθεση
Ευχαριστούμε για την προσοχή σας !!!