Issuu on Google+

215

3 6,5

3 215

5

20

5

20

με λιγα λογια

3,5 20

20

3,5

με λιγα λογια

2010

215 3,5 20

5

215 3,5 20

20

20

5

215

3 6,5

3 215


ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

Εκπαιδευτήρια «Διονύσιος Σολωμός»


ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ Μια έκδοση των Εκπαιδευτηρίων «Διονύσιος Σολωμός» Κείμενα και εικόνες: οι μαθητές της ΣΤ΄ τάξης 2009-2010 Επιμέλεια εικόνων: Πέτρος Φιλίππου Επιμέλεια κειμένων: Μαρία - Έλσα Μπουκάλα Καλλιτεχνική επιμέλεια: Κώστας Παπαλέξης Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση - Παραγωγή: www.SpecialPrintings.com

© Εκπαιδευτήρια «Διονύσιος Σολωμός», 2010 Απαγορεύεται η κατά οποιονδήποτε τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, ολική ή μερική αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση και εν γένει κάθε εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη.


ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

Εκπαιδευτήρια «Διονύσιος Σολωμός»


Για τις εικόνες που είπαν σε μας χίλιες λέξεις... ...κι εμείς σε σας μια ιστορία, ας «αφήσουμε» τις ιστορίες μας αυτές σ’ εκείνους... ...τους μεγάλους άντρες που «άθελά» τους μας βοήθησαν: Πάμπλο Πικάσο, Πιερ Μπονάρ, Βασίλι Καντίνσκι, Πάουλ Κλέε, Βίνσεντ Βαν Γκογκ! Με λίγα λόγια...


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Η μοβ γραμμή Τίτος Γρηγορόπουλος, Άγγελος Ευαγγελάτος, Δανάη Κύρκου-Αλεξίου, Κατερίνα Παρνασσά, Ιωάννα Σίρτη, Ελένη Σταυρουλάκη, Μάρκος Τσίκλης

13

Με το γέλιο των ανθρώπων Γιάννης Διαβατίδης, Αλέξανδρος Λιάγκουρας, Στρατής Λιάτσος, Ορέστης Μηλολιδάκης, Βασίλης Παπαευαγγέλου, Αχιλλέας Παπαθανασίου

29

Ο δρόμος για τον ουρανό Εύα Βασιλείου-Πρωτονοταρίου, Στέφανος Ζερβουλάκος, Μιχαέλα Θαλασσέλη, Νατάσσα Πετροπούλου, Γιάννης Σταυρουλάκης, Ολυμπία Στρούθου

43

Στην αρχή ήταν ένα όνειρο… Κυριάκος Βανικιώτης, Αλέξανδρος Βοργιάς, Άλκης Ιωαννίδης, Γιώργος Μαρής, Μάριος Νεοχωρίδης, Ορέστης Παπαδόπουλος

59

Παράλληλοι κόσμοι Δέσποινα Καλαμαρά-Μπρίλη, Μαρία Καραμηνά, Μαρία Μανωλακοπούλου, Μικαέλα Μερκούρη, Μαρία Σπυριδάκη, Ευτυχία Τερζή

71


Η ΜΟΒ ΓΡΑΜΜΗ Καθώς κοιτάζω από το παράθυρο της κουζίνας το μόνο που βλέπω είναι άσπρο. Δεν υπάρχει κάτι που να ξεχωρίζει από το άσπρο του χιονιού, μόνο μαύρος ο καπνός του τρένου που περνάει κάθε δυο ώρες, πηγαίνει τους στρατιώτες στον πόλεμο και γυρίζει πίσω με τους τραυματίες και τους επιζώντες… Ξαφνικά μέσα στην ηρεμία μου… - Νατάλια, έλα να μας σερβίρεις το βραδινό! Απαντώ όσο πιο ήρεμα μπορώ, γιατί το αφεντικό μου δεν παίρνει από πολλά λόγια. - Μάλιστα, κύριε Ιβάσκοφ! Και γρήγορα πηγαίνω στην τραπεζαρία. - Τι έχουμε σήμερα, Νατάλια; - Βοδινό στο φούρνο με πατάτες, κύριε! - Σερβίρισέ μας τώρα! - Μάλιστα. Μπαίνει στο δωμάτιο ο Άντον. Νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνάει. - Γεια σας, κύριε Άντον…

Σχεδόν τραυλίζω… - Γεια σου, Νατάλια! Κάθε μέρα κάθομαι και κοιτάζω από το παράθυρο και βλέπω το τρένο, όμως ποτέ δεν έχω πολλή ώρα να το παρατηρήσω γιατί έχω πολλές δουλειές στο σπίτι. Σήμερα για μένα είναι μια πολύ δύσκολη μέρα. Είδα ένα όνειρο χθες βράδυ με πάρα πολλά χρώματα. Είδα το τρένο και τον Άντον πάνω σε ένα γαλάζιο άλογο να προσπαθεί να το προλάβει. Στο τέλος μένει πίσω και το τρένο φεύγει. Βυθίστηκα τόσο πολύ σε αυτό το όνειρο που το αφεντικό μου νεύριασε διότι άργησα να ξυπνήσω. Επηρεάστηκα τόσο πολύ που αποφάσισα να αποτυπώσω σ’ έναν καμβά την εικόνα του τρένου και τα χρώματα. Δεν ήθελα να ξεχάσω ποτέ το όνειρο που είχα δει. Μπορεί και να ήταν το τελευταίο όνειρο με χρώματα που θα έβλεπα στην ασπρόμαυρη κατά τα άλλα ζωή μου. 13


Ζωγραφίζω συστηματικά τα ξημερώματα όταν έχω ελεύθερο χρόνο. Συνήθως βυθίζομαι μέσα στη μαγεία του ονείρου και θα ήθελα να ήταν αληθινά τα χρώματα, με τίποτα, όμως, δε θα ήθελα να ήταν αληθινό το ότι ο Άντον χάνει το τρένο με τους επιζώντες… Δεν θέλω να τον χάσω… Το επόμενο βράδυ ξαναείδα το ίδιο όνειρο μόνο που ο Άντον και το άλογό του απέκτησαν μια πιο σκούρα απόχρωση του μπλε. Όλο και πιο συχνά στο όνειρο μου, αυτό το μπλε χρώμα του Άντον γίνεται όλο και πιο σκούρο, σχεδόν μοβ. Συνεχίζω να ζωγραφίζω τον πίνακα κάθε μέρα. Όταν κάνω κάτι καινούργιο το δείχνω στον Άντον και ό,τι δεν του αρέσει το αλλάζω. Μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Συνεχώς, όμως, μου λέει ότι όλα είναι καταπληκτικά, εγώ πιστεύω ότι το λέει για να μη με στενοχωρήσει. Σήμερα ξύπνησα με ένα κακό προαίσθημα. Κατεβαίνω τις σκάλες γρήγορα για να φτιάξω πρωινό, έχω αργήσει. O Άντον με περιμένει στο τραπέζι. - Καλημέρα, Νατάλια! Το βλέμμα του είναι παράξενο και παγωμένο, καμία σχέση με άλλες φορές. - Καλημέρα, Άντον, είπα. Βγάζει από την τσέπη του ένα γράμμα. - Τι είναι αυτό; Ρωτάω αγχωμένη. - Είναι ένα γράμμα για… 14


- Για… τι ; - Για τον πόλεμο. Πρέπει να πάω στον πόλεμο να υπερασπιστώ την πατρίδα μας. Παγώνω, δεν μπορώ να πιστέψω ότι φεύγει και πως μπορεί… μπορεί… ούτε να το πω δε θέλω. Έχω δεθεί πολύ μαζί του. Έχω βυθιστεί στις άσχημες σκέψεις μου και έχω ξεχάσει ότι ο Άντον είναι εδώ και με κοιτάζει με απορία, κατά βάθος ξέρει τι σκέφτομαι. - Μην ανησυχείς, θα βοηθήσω την πατρίδα, θα γυρίσω πίσω σώος και τότε θα είμαστε μαζί. Θυμάμαι αμέσως ότι ήταν ένα από τα βράδια που στο όνειρό μου ο Άντον είχε γίνει πια πιο σκούρος από ποτέ. Του ετοιμάζω τις βαλίτσες. Καθώς τον βλέπω να φεύγει ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό μου και το ακολουθούν πολλά ακόμα. Το βράδυ δε με παίρνει ο ύπνος, έχω ακόμη αυτό το κακό προαίσθημα. Ξυπνάω συνεχώς μούσκεμα στον ιδρώτα και δεν μπορώ να τον βγάλω από το μυαλό μου. Κάθε μέρα κοιτάζω το τρένο και περιμένω να βγει από μέσα ο Άντον. Μα δεν τον βλέπω πουθενά… Το σπίτι μοιάζει πολύ άδειο χωρίς αυτόν. Η διάθεση μου έχει αλλάξει πολύ. Δεν θέλω να δουλεύω πια καθόλου… Ούτε να 16


σηκωθώ από το κρεβάτι. Μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις ακούγεται μια δυνατή φωνή. Είναι ο κύριος Ιβάσκοφ. -Νατάλια, έλα να μας σερβίρεις μεσημεριανό! -Αμέσως κύριε Ιβάσκοφ, απαντώ κομπιάζοντας. Έχω ξεχαστεί τελείως, δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Αρχίζω να κατεβαίνω γρήγορα τις σκάλες. Όταν φτάνω κάτω ο κύριος και η κυρία Ιβάσκοφ με περίμεναν ήδη στο τραπέζι. Στα γρήγορα βγάζω τα μακαρόνια από την κατσαρόλα και σερβίρω. Ενώ πηγαίνω τα πιάτα στο τραπέζι, μου περνά μια σκέψη από το μυαλό. Ο Άντον θα μπορούσε να χαθεί στον πόλεμο. Συνειδητοποιώ ότι μου έχει πέσει το πιάτο από τα χέρια. Βλέπω τον κύριο Ιβάσκοφ να κάνει νόημα με το χέρι του. Πάω κοντά του. - Νατάλια, έλα στο γραφείο μου μόλις τελειώσουμε το φαγητό, θέλω να σου μιλήσω. - Μάλιστα κύριε Ιβάσκοφ. Μαζεύω το σπασμένο πιάτο με τα μακαρόνια και το ακουμπάω έξω για να φάνε οι γάτες το φαγητό. Τα λεπτά που περίμενα μέχρι να τελειώσει ο κ. Ιβάσκοφ το γεύμα του, μου φάνηκαν ατελείωτα. Το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας δείχνει τρεις και δέκα έξι 20


και ο κύριος Ιβάσκοφ τέτοια ώρα συνηθίζει να τελειώνει το μεσημεριανό του. Έτσι πηγαίνω στο γραφείο του για να τον περιμένω. Ξαφνικά μπαίνει μέσα και με κοιτάζει με έκπληξη. - Δεν περίμενα ότι θα είχες έρθει νωρίτερα από εμένα. - Σκέφτηκα πως δεν θα ήταν σωστό να με περιμένετε. - Καλοσύνη σου! Λοιπόν, ας έρθουμε στο θέμα μας… Σε κάλεσα εδώ για να σου μιλήσω. Παρατήρησα ότι τώρα τελευταία είσαι πολύ αφηρημένη με τις δουλειές σου. Σε τι οφείλεται αυτό; Δεν απαντώ. Δε βρίσκω τις λέξεις για να εκφράσω αυτό που νιώθω. - Νατάλια, δεν μου απάντησες στην ερώτηση που σου έκανα! Παραμένω σιωπηλή κι ακίνητη. Ξαφνικά το τηλέφωνο χτυπάει… - Νατάλια, βγες έξω τώρα, θα δω τι θα κάνω μαζί σου αργότερα! Μου είπε αγριεμένα ο κ. Ιβάσκοφ. Τρέχω γρήγορα στο δωμάτιό μου για να νιώσω καλύτερα συνεχίζοντας τον πίνακα που είχα παραμελήσει τόσο καιρό. Το όνειρο με τον Άντον και το τρένο δε σταματά να εμφανίζεται στον ύπνο μου. Λίγες μέρες αργότερα κατεβαίνω να φτιάξω πρωινό και βλέπω την κυρία Ιβάσκοφ να κλαίει. 24

Πηγαίνω κοντά της και τη ρωτάω τι έχει. Σήμερα ήταν η μέρα που ο Άντον θα γυρνούσε αλλά δεν είναι εδώ… Νιώθω πάρα πολύ άσχημα. Ξαφνικά η πόρτα χτυπάει. Ένα γράμμα γλιστράει κάτω απ’ αυτήν, το παίρνω και το κρατώ για λίγα δευτερόλεπτα κοιτώντας το. Το δίνω αμέσως στην κυρία Ιβάσκοφ τρέμοντας. Εκείνη το διαβάζει φωναχτά… «Κύριε και κυρία Ιβάσκοφ, Θα θέλαμε να σας εκφράσουμε τη θλίψη μας, για τον άδικο χαμό του γιου σας. Έπεσε από εχθρική σφαίρα στο μέτωπο του πολέμου. Πρέπει να είστε περήφανοι που έφυγε για την πατρίδα…» Η κυρία Ιβάσκοφ λυγίζει και ξεσπάει σε λυγμούς. Αρχίζω να κλαίω κι εγώ. Τρέχω στο δωμάτιο μου κλαίγοντας και δεν μπορώ να σταματήσω. Με παίρνει ο ύπνος. Βλέπω εμένα και τον Άντον να φεύγουμε μαζί με το μπλε άλογο. Τότε ξυπνάω σκεπτόμενη πως μόνο στον ύπνο μου η ζωή μου μπορεί να είναι πια όμορφη. Ο καιρός περνάει μα δεν μπορώ να ξεχάσω τον Άντον. Ακόμα πιστεύω πως είναι στον πόλεμο. Δεν μπορώ να τον ξεχάσω γιατί τον αγαπώ τόσο πολύ όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Λες αυτός να με αγαπούσε καθόλου; Αυτό θα παραμείνει μυστήριο. Βγαίνω από τις σκέψεις μου και πηγαίνω στο δωμάτιό μου


για να συνεχίσω τον πίνακα. Μόλις πιάνω το πινέλο θυμάμαι το όνειρο μου με τον Άντον να τρέχει πίσω από το τρένο. Το πινέλο μου πέφτει από τα χέρια, έχει πάνω του το χρώμα που είχε και ο Άντον στο όνειρό μου και πέφτοντας στον πίνακα αφήνει μια μοβ απροσδιόριστη γραμμή. Σήμερα τον τελείωσα. Τώρα πια ο πίνακας είναι ολοκληρωτικά αφιερωμένος στον Άντον γιατί αυτή η μοβ γραμμή είναι ο ίδιος ο Άντον που τρέχει πίσω από το τρένο, όπως στο όνειρο… Είμαι στο δρόμο για το μνήμα του Άντον. Νομίζω ότι θα τον συναντήσω, ότι θα έρθει και θα μου μιλήσει. Και ξαφνικά … η επιγραφή: Άντον Ιβάσκοφ, 1895-1914. Δεν αντέχω, νομίζω ότι τα πόδια μου κόπηκαν. Ανοίγω τα μάτια μου, πολύς κόσμος είναι μαζεμένος γύρω μου για να δουν τι έχω. Καθώς είμαστε σε νεκροταφείο, οι άνθρωποι αυτοί έχουν έρθει για να θρηνήσουν τους δικούς τους. Τα δάκρυά τους μουσκεύουν τον πίνακα. Μόλις συνέρχομαι, τοποθετώ τον πίνακα δίπλα στον τάφο του αγαπημένου μου.

Την επόμενη μέρα, πηγαίνω ξανά στον τάφο του Άντον και βρίσκω όλους τους ανθρώπους που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στον πόλεμο να θρηνούν πάνω από τον πίνακα. Τα χρώματα έχουν πλέον αλλοιωθεί από τα δάκρυα … Παραμερίζω το πλήθος και πηγαίνω δίπλα στον τάφο του Άντον. Πόσο θα ήθελα να ήμουν στο πλευρό του, μαζί του, ακόμα και στο θάνατο… Ξαφνικά, δεν πονάω, δεν νιώθω, όμως αισθάνομαι τον Άντον πολύ κοντά μου… δίπλα μου… Την επόμενη μέρα βρήκαν την Νατάλια δίπλα στον τάφο του Άντον. Εκεί υπήρχαν λίγες λέξεις που είχε αφήσει η Νατάλια στον Άντον: «Πάντα ήθελα να είμαι κοντά σου, με κάθε τρόπο, ακόμα και στο θάνατο…» Ο πίνακας έγινε το ιερό σύμβολο της χώρας. Όλοι οι άνθρωποι που έχαναν κάποιον δικό τους στον πόλεμο θρηνούσαν εκεί. Συμβόλιζε όσους χάνονταν στον πόλεμο.

27


ΜΕ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ 1 «Μπράβο, μπράβο!» Όλο το κοινό χειροκροτούσε! - Μπράβο, παιδιά, δώσατε πολύ καλή παράσταση, είπε ο πατέρας καθώς έβγαζε τη στολή του κλόουν. Όλη η οικογένεια κάθισε στο τραπέζι και συζητούσε σχετικά με την παράσταση που έδωσε. - Μπράβο, Πέδρο, παρόλο που είσαι ο πιο μικρός της οικογένειας έδωσες χαρά και γέλιο σε όλους τους θεατές. - Ευχαριστώ, μπαμπά, για τα καλά σου λόγια. Ο Φερνάντο, ο μεγάλος αδερφός, ζήλεψε την επιτυχία του μικρού του αδερφού. -Μπαμπά, εγώ πώς τα πήγα; Πριν όμως προλάβει ο πατέρας να απαντήσει, τον έκοψε η Άνα, η μητέρα. - Όλοι ήσασταν καταπληκτικοί και δώσατε

στο κοινό μια παράσταση γεμάτη γέλιο. Αυτή είναι η οικογένεια Μινέγροθ. Είναι μια φτωχή οικογένεια που δουλεύει σε ένα τσίρκο και ζει με το γέλιο των ανθρώπων. - Μαμά, πού θα είναι η επόμενη παράσταση; - Θα μείνουμε λίγες ακόμα μέρες στη Γκουέρνικα για να δώσουμε κι άλλη μια παράσταση. - Παιδιά, είναι ώρα να κοιμηθείτε, είπε ο Αντρές, ο πατέρας. Τα παιδιά κοιμήθηκαν με το που έπεσαν στο κρεβάτι και τότε η Άνα είπε στον Αντρές: - Είναι τόσο μικρά κι έχουν τόσα πολλά στο κεφάλι τους. - Άνα, ας κάνουμε την παράσταση εδώ αύριο, κι ας μην περιμένουμε άλλο. Ας φύγουμε να συνεχίσουμε την περιοδεία. -Εντάξει, αλλά πάμε για ύπνο τώρα 29


γιατί είμαι κι εγώ πτώμα από τη σημερινή παράσταση. Το επόμενο πρωί η οικογένεια ξύπνησε με πολλά κέφια. Καθώς οι γονείς ανακοίνωσαν στα παιδιά ότι η παράσταση θα γινόταν την ίδια μέρα, τα παιδιά χάρηκαν περισσότερο και ο Φερνάντο πέταξε από τη χαρά του. Θα είχε την ευκαιρία να πάρει τη δόξα πίσω από τον αδερφό του που κέρδισε τις εντυπώσεις στην προηγουμένη παράσταση. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο αδερφών υπήρχε πάντα, αλλά τώρα ήταν πιο δυνατός από ποτέ. Στο τροχόσπιτο όπου ζούσε η οικογένεια όλα ήταν ήσυχα και γι’ αυτό μπορούσαν ν’ ακούσουν τους περαστικούς να συζητούν έντονα. Κάτι έμοιαζε να τους απασχολεί. - Γιά να ανοίξουμε το ραδιόφωνο να

δούμε τι γίνεται! Με το πάτημα του κουμπιού, αντί της συνηθισμένης μεσημεριανής εκπομπής, άκουσαν πολεμικά εμβατήρια και μόλις τελείωσαν αυτά μια βαριά φωνή ανήγγειλε: «Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΞΕΣΠΑΣΕ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ, ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΖΕΙ ΛΥΠΗ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»

Όσο βράδιαζε οι φωνές γίνονταν όλο και πιο έντονες. Τα παιδιά, που τώρα μπήκαν στο τροχόσπιτο ιδρωμένα από το παιχνίδι, ρώτησαν ανήσυχα: - Μαμά, τι έγινε ; - Τίποτα, παιδιά, πηγαίνετε να ξεκουραστείτε για την παράσταση! - Μα, δεν είμαστε κουρασμένοι. - Καλά, τότε πηγαίνετε να συνεχίσετε το παιχνίδι!

2 Η ώρα της παράστασης έφτασε. Ακούστηκε ένα αδύναμο χειροκρότημα. - Παιδιά, να δώσετε τον καλύτερο σας εαυτό! - Εντάξει, μαμά! Όλη η οικογένεια έδωσε τον καλύτερο της εαυτό, αλλά δεν εισέπραξε από το κοινό αυτό που άξιζε. Το βραδύ στα καμαρίνια τα παιδιά ρώτησαν τους γονείς τους: 32

- Μαμά, μπαμπά, τα πήγαμε χάλια; - Όχι, παιδιά, δε φταίτε εσείς, αλλά συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό. - Τι είναι, μαμά; Η Άνα κοίταξε τον Αντρές με αγωνία. Τι να πει στα παιδιά; Την αλήθεια. - Ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία! - Μαμά, τι είναι εμφύλιος πόλεμος; ρώτησε ο Πέδρο.


Οι γονείς δίστασαν και πάλι λίγο αλλά τελικά απάντησαν: - Όταν μια χώρα χωρίζεται σε δύο παρατάξεις και στρέφεται η μια εναντίον της άλλης. - Και τώρα τι θα κάνουμε; - Υπομονή, αγάπη μου, υπομονή. - Αφήστε τα αυτά τώρα και πάμε να φάμε, φώναξε ο Αντρές. Τα παιδιά μετά το γεύμα πήγαν για ύπνο γρήγορα. Έπεσαν στο κρεβάτι τους αλλά δεν τους έπαιρνε ο ύπνος καθώς σκέφτονταν τις επιπτώσεις του πολέμου. Την επόμενη μέρα τα παιδιά έδειχναν πολύ κουρασμένα διότι το βράδυ δεν είχαν κοιμηθεί. Η μητέρα τους τούς ρώτησε: - Παιδιά, γιατί είστε τόσο χλωμοί; - Γιατί δεν κοιμηθήκαμε καλά, μαμά. - Τι έγινε παιδιά και δεν κοιμηθήκατε καλά; - Δε θέλουμε να το συζητήσουμε αυτή τη στιγμή, είπαν τα παιδιά χαμηλόφωνα. Μπορούμε να πάμε έξω τώρα; Τα παιδιά δεν εμφανίστηκαν μέχρι που η μητέρα βγήκε έξω για να δει πώς είναι και τι κάνουν. - Παιδιά; Τι είναι αυτό; - Ένας πίνακας. - Και τι απεικονίζει; - Απεικονίζει τον κόσμο όπως τον 34


βλέπουμε εμείς. Και έτσι η μητέρα έκλεισε την πόρτα του τροχόσπιτου ξανά χωρίς να πει κουβέντα. Το μεσημέρι την ώρα του φαγητού η οικογένεια ήταν αμίλητη, μέχρι που ο πατέρας πρότεινε: - Παιδιά, θέλετε να πάμε στη Βαλένθια για την επόμενη παράσταση μας; Τα παιδιά χάρηκαν καθώς ξέχασαν τη λύπη του πολέμου για λίγο. - Πότε φεύγουμε μπαμπά; - Αύριο το πρωί. Το πρωί μόλις ξεκίνησαν, είπε η Άνα σιγανά στον Αντρές: - Θα περάσουμε δύσκολες ώρες από εδώ και πέρα. Τη συζήτηση διέκοψε μία διαδήλωση που αντίκρισαν εναντίον του πολέμου. Μετά από πολλή ώρα κατάφεραν να περάσουν και να συνεχίσουν το δρόμο τους. Κανείς, όμως, δεν είχε καταλάβει ότι τα παιδιά είχαν προχωρήσει τον πίνακα τους όση ώρα οι γονείς διαπραγματεύονταν πώς να περάσουν ανάμεσα από τους διαδηλωτές. Όταν έφτασαν στην Βαλένθια είχε πια νυχτώσει και όλοι έπεσαν για ύπνο εκτός από το μικρό Πέδρο που μέσα σε δύο μέρες έδειχνε να έχει αλλάξει και να έχει ωριμάσει πολύ εξαιτίας των δύσκολων συνθηκών και του πολέμου. 36

Μόλις βεβαιώθηκε ότι οι γονείς του αποκοιμηθήκαν πήγε τρέχοντας να ξυπνήσει το μεγάλο του αδερφό. - Φερνάντο, Φερνάντο! Ξύπνα, δε με παίρνει ο ύπνος, θέλω να συνεχίσουμε τον πίνακα μας. - Άσε με να κοιμηθώ θα τον συνεχίσουμε το πρωί. Έτσι ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Την ώρα που η οικογένεια έπαιρνε το πρωινό της, ο Φερνάντο ρώτησε την μαμά του πότε θα γινόταν η επόμενη παράσταση. Η Άνα του απάντησε πως θα γινόταν εκείνη την ίδια μέρα γιατί έπρεπε να βιαστούν να συνεχίσουν την περιοδεία. Όταν η οικογένεια τελείωσε το πρωινό της, τα παιδιά έτρεξαν αμέσως έξω να παίξουν. Η Άνα είπε στον Αντρές: - Είναι πολύ ανήσυχα τώρα τελευταία τα παιδιά. - Είσαι πολύ προστατευτική. Ήσυχα πέρασε η υπόλοιπη μέρα μέχρι την ώρα της παράστασης. Ακούστηκε ένα ελαφρό χειροκρότημα και η παράσταση ξεκίνησε. Ο Πέδρο λίγο πριν είχε πει στους γονείς του ότι δεν αισθανόταν πολύ καλά και δεν ήθελε να συμμετάσχει στην παράσταση. Η αλήθεια ήταν πως είχε στο νου του να συνεχίσει τον πίνακα. Κάθισε πίσω από τη σκηνή κι έβλεπε τον κόσμο που ήταν θλιμμένος…


Μόλις τελείωσε η παράσταση ο Φερνάντο διαμαρτυρήθηκε στη μαμά του : - Μαμά, γιατί δε γέλασε ο κόσμος αφού τα πήγα πάρα πολύ καλά; - Πραγματικά ήσουν πολύ καλός αλλά τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα αυτή την εποχή! Μετά την παράσταση κανείς δεν είδε τον Πέδρο. - Μπαμπά, ο Πέδρο δεν είναι εδώ. Πού βρίσκεται; ρώτησε ο Φερνάντο. - Δεν είναι στο τροχόσπιτο; Ο Πέδρο ήταν όντως στο τροχόσπιτο και κοιτούσε σιωπηλός επίμονα τον ατελείωτο πίνακα. - Τι κάνεις; είπε ο Φερνάντο. - Τίποτα, άσε με ήσυχο! - Μα… σε λίγο θα φάμε. - Δεν πεινάω, άσε με ήσυχο! - Σε πείραξε που τα πήγα πολύ καλά στην παράσταση; Ο Πέδρο δεν αποκρίθηκε και τον έσπρωξε έξω από το τροχόσπιτο. Τότε ο Φερνάντο πήγε γρήγορα στη μαμά του και της είπε: - Μαμά, ο Πέδρο δεν είναι καλά. - Τι έχει; - Δεν ξέρω. - Καλά άφησέ τον, θα του μιλήσω εγώ. Η Άνα τακτοποίησε κάτι δουλειές και μετά πήγε στο τροχόσπιτο. 40

- Πέδρο, τι έχεις; Γιατί είσαι επιθετικός με τον αδερφό σου; - Ο πόλεμος είναι πολύ άδικος για όλους μας. - Έχεις δίκιο, αλλά δε χρειάζεται να τα σκέφτεσαι αυτά τα πράγματα εσύ, είσαι μικρός ακόμα. - Ο πόλεμος κάνει τους πάντες μεγάλους ακόμα και τους πιο μικρούς. - Γιατί τα λες αυτά; - Επειδή ωρίμασα πια. Η Άνα τον πήρε μια αγκαλιά και του είπε: - Θα περάσει ο πόλεμος, γιε μου. - Είσαι σίγουρη, μαμά; - Ναι, τώρα έλα να φάμε! Τελικά ο Πέδρο πείστηκε από την Άνα και πήγαν να φάνε. Μετά το δείπνο όλη η οικογένεια πήγε για ύπνο, εκτός από τον Πέδρο που κάθισε για άλλο ένα βράδυ να ζωγραφίσει τον πίνακα. Την άλλη μέρα η οικογένεια ξύπνησε νωρίς νωρίς και έφυγε για τη Μάλαγα. Στο δρόμο αντίκρισαν ένα λυπηρό θέαμα, καμένα σπίτια και ανθρώπους να κλαίνε. Τα προσπέρασαν γρήγορα αλλά ο Πέδρο βάλθηκε να ζωγραφίζει και πάλι την εικόνα του με έναν πιο λυπηρό τρόπο. Όταν έφτασαν στη Μάλαγα εντυπωσιάστηκαν από την ομορφιά της πόλης. Όσο προχωρούσαν, όμως,


παρατηρούσαν πως οι λιγοστοί άνθρωποι που κυκλοφορούσαν στο δρόμο δε φαίνονταν ευτυχισμένοι και το όμορφο μέρος δε φαινόταν πια χαρωπό. Ο Πέδρο πήρε ιδέες από την κατάσταση της πόλης και συνέχισε να ζωγραφίζει τον πίνακα μανιωδώς. Η παράσταση στη Μάλαγα ήταν επεισοδιακή. Έγινε κάτι πολύ σοβαρό. Κανείς δεν ήρθε να την παρακολουθήσει. Ο Πέδρο έβγαλε το θυμό και τα νεύρα του πάνω στον πίνακα. Αυτό το βράδυ τον τελείωσε. Η αλήθεια είναι ότι ο Πέδρο κράτησε κρυφό τον πίνακα από την οικογένειά του και τον κόσμο. Η οικογένεια Μινέγροθ, απογοητευμένη από την πρώτη παράσταση, αποφάσισε να κάνει μια δεύτερη στην ίδια πόλη μήπως καταφέρει να κερδίσει τον κόσμο. Όταν έφτασε η ώρα για την παράσταση ο Πέδρο αποφάσισε να δείξει στο λιγοστό κόσμο και στην οικογένειά του τον τελειωμένο πλέον και πανέμορφο πίνακα. Ο λιγοστός κόσμος ξεσηκώθηκε και μαγεύτηκε. Έτρεξαν να πουν για τον πίνακα σε γνωστούς και φίλους. Σύντομα το θέατρο γέμισε από ανθρώπους. Ήταν τόσο γεμάτο που δε χωρούσαν πια κι έτσι όλοι, ακόμα και η οικογένεια Μινέγροθ, βγήκαν στους πανέμορφους δρόμους της Μάλαγας που τώρα πια ήταν πιο ζωντανοί

από ποτέ. Όλη η Μάλαγα ξεσηκώθηκε και αποθέωνε τον Πέδρο. Σύντομα ο Πέδρο και ο πίνακας του έγιναν γνωστοί σε όλη την Ισπανία. Σε λίγο καιρό, κόσμος από όλες τις γωνίες της Ισπανίας κατέφθανε στη Μάλαγα για να δει τον πίνακα. Ο Πέδρο ήταν πλέον γνωστός ως εθνικός ήρωας. Ο Φερνάντο αντί να ζηλεύει ήταν περήφανος για το μικρό του αδερφό. Ο Πέδρο τον είδε και του ζήτησε να έρθει να σταθεί δίπλα του. Όλος ο κόσμος χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε! Κανείς δεν είχε το νου του στον πόλεμο πια. Ο πίνακας γέμιζε την ψυχή τους με χαρά και αγάπη. Χειροκροτούσαν, αγκαλιάζονταν και γελούσαν. Γελούσαν ασταμάτητα. Το γέλιο έδιωξε τον πόλεμο μακριά. Οι εχθροί του εμφυλίου έγιναν ξανά γείτονες και φίλοι. Όσο για την οικογένεια Μινέγροθ... με τη βοήθεια των ανθρώπων έφτιαξε σπίτι στη Μάλαγα. Δε θα ζούσαν πια σε τροχόσπιτο, ούτε θα ήταν αναγκασμένοι να γυρίζουν από το ένα μέρος στο άλλο. Τα αδέρφια θα είχαν το δικό τους δωμάτιο για πρώτη φορά. Στο πιο κεντρικό σημείο του σπιτιού κρεμόταν ο πίνακας, η αφορμή που έψαχναν οι άνθρωποι για να δώσουν και πάλι τα χέρια.

41


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ Η νοσοκόμα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο δωμάτιο του Βίκτορ με το δίσκο του φαγητού του. Ο Βίκτορ είναι ψηλός, λιγνός και σχετικά δυνατός στο σώμα σε αντίθεση με την αδυναμία της ψυχής του. Το χαμένο βλέμμα του προδίδει ότι κοίταζε πάλι τα δύο φεγγάρια που μόλις είχε ζωγραφίσει στον τοίχο. Η νοσοκόμα αφήνει το δίσκο κάτω με θόρυβο τρομάζοντας από το χαμένο βλέμμα

που την κοιτάζει επίμονα. Ανοίγει βιαστικά την πόρτα και παραλίγο να πέσει πάνω στο γιατρό που είναι απ’ έξω και περιμένει. - Δεν έχει σταματήσει να ζωγραφίζει από το πρωί εκείνον το σκοτεινό ουρανό; - Σωστά μαντέψατε και τώρα μόλις ζωγράφισε και δεύτερο φεγγάρι. - Αρχίζει ξανά να χειροτερεύει. Μετά από πολλά χρόνια ήρθε η ώρα να ξαναμιλήσω με τον αδερφό του, είπε ο γιατρός.

1 - Μέναμε σ’ ένα μικρό σπιτάκι δίπλα σ’ ένα χωράφι με πυκνά δέντρα. Το σπίτι μας είχε μόνο τρία δωμάτια, μια μικρή κουζίνα, την κάμαρα της γιαγιάς μας κι ένα σαλόνι όπου κοιμόμουν εγώ, ο αδερφός μου και η μητέρα μας. Δίπλα στο σπίτι μας, στο έρημο χωράφι, ανάμεσα στα πολλά δέντρα, σχεδόν στη

μέση του χωραφιού, υπήρχε μια κλαίουσα ιτιά στην οποία ο αδερφός μου συνήθιζε να σκαρφαλώνει. Επίσης υπήρχε μια πορτοκαλιά απ’ όπου παίρναμε πορτοκάλια και τρώγαμε. Δίπλα στην ιτιά υπήρχε ένα πηγάδι από όπου η μαμά μας έβγαζε καθημερινά νερό. Κάθε καλοκαίρι τα αγριόχορτα έφταναν το 43


μισό μέτρο και δεν υπήρχε δυνατότητα να δεις ανάμεσά τους. Η γιαγιά μας, που ήταν άρρωστη, με αφορμή το χαμό του πατέρα ήρθε σπίτι για να παρηγορήσει τη μητέρα μας. Αν εξαιρέσουμε το χαμό του πατέρα, όλα θα μπορούσαν να ήταν καλά. Η γιαγιά και η μητέρα μάς μεγάλωναν μια χαρά, όμως εκείνη την εποχή το να μην έχεις άντρα στο σπίτι, ήταν καταδίκη. Οι γυναίκες τότε δε δούλευαν και δεν υπήρχε τρόπος να βρεθούν λεφτά. Μερικές φορές πουλούσαμε πράγματα του πατέρα μας και βγάζαμε χρήματα όταν δε μας χάριζε πια ο μπακάλης τρόφιμα. Ο αδερφός μου είχε μεγάλο καημό που δε μεγάλωνε με τον πατέρα του γι’ αυτό δεν του άρεσε καθόλου που πουλούσαμε τα πράγματά του. Μια μέρα στο παζάρι τον είδα που πήρε κρυφά ένα πινέλο του πατέρα από αυτά που είχαμε για πούλημα. Το έκρυψε κατευθείαν στην τσέπη του κι έφυγε για το σπίτι. - Όλα αυτά είναι φυσιολογικά, είπε απορημένος ο γιατρός, υπάρχει κάτι που τον τάραξε ψυχολογικά περισσότερο; Πώς και πότε άρχισε να ζωγραφίζει; -Ένα καλοκαίρι που η μητέρα μας πήγε στο πηγάδι να βγάλει νερό, ένα φίδι την τσίμπησε στο πόδι. Μετά από τρεις μέρες και χωρίς φάρμακα πέθανε. Από εκείνη τη 46


47


μέρα ο αδερφός μου έλεγε ότι θέλει να φτάσει στον ουρανό. Δύο μέρες μετά το θάνατο της μητέρας μας, έπεσε από την ιτιά κι έσπασε το πόδι του. Εκείνος είπε ότι γλίστρησε, εγώ πιστεύω ότι έπεσε επίτηδες. Έμεινε στο κρεβάτι ένα μήνα κι έτσι άρχισε να ζωγραφίζει. Όσο η γιαγιά χειροτέρευε τόσο πιο πολύ ζωγράφιζε εκείνος πίνακες. Κι όσο πιο πολύ ζωγράφιζε πίνακες τόσο πιο πολύ δεν τον καταλάβαινα. Πάψαμε να συνεννοούμαστε. Τα λεφτά λιγόστευαν κι όχι απλά δεν είχαμε λεφτά για φάρμακα και για τους γιατρούς της γιαγιάς αλλά σιγά σιγά τρεφόμασταν μόνο με τα πορτοκάλια του χωραφιού. Οι γιατροί δεν ήξεραν τι είχε η γιαγιά και κάθε μήνα μας έλεγαν πως σε ένα μήνα θα πέθαινε. Εκείνη την εποχή δούλευα σε μια οικοδομή κι έβγαζα τα απαραίτητα χρήματα για να συντηρήσω τη γιαγιά και τον αδερφό μου. Μετά από πέντε χρόνια, όταν ο Βίκτορ ήταν δεκαπέντε χρονών, η γιαγιά μας πέθανε. Ο Βίκτορ τα έχασε εντελώς. Ζούσαμε μόνοι μας στον κόσμο, και τα μόνα λεφτά που μας συντηρούσαν ήταν αυτά που έβγαζα από την

48

οικοδομή. Όλα αυτά τα χρόνια ο αδερφός μου συνέχισε να φτιάχνει πίνακες που απεικόνιζαν όλο και πιο απίθανα πράγματα, στην αρχή από την καθημερινή μας ζωή και στο τέλος σε όλες τις ζωγραφιές υπήρχαν δύο φεγγάρια. Μια μέρα τον ρώτησα τι ήταν αυτά τα δυο φεγγάρια και μου απάντησε κάτι μπερδεμένο που δεν έβγαζε νόημα. Μετά από λίγα χρόνια η κατάστασή του ήταν πολύ άσχημη και έτσι τον έκλεισα σε μια ψυχιατρική κλινική στην Γαλλία. Τον πήγα εκεί γιατί πίστευα ότι θα του έκανε καλό ένας καινούργιος τόπος. Από τότε σε όποια κλινική κι αν πήγαινε άλλαζε συνεχώς νοσοκόμες. Πριν έρθει εδώ, στην ψυχιατρική κλινική της Βιέννης, είχε αλλάξει ήδη δυο κλινικές και αυτή είναι η τρίτη. - Θα ήθελα αν μπορούσες να μάθεις τι είναι αυτά τα δύο φεγγάρια, σε παρακαλώ. - Θα προσπαθήσω, είπε με ένα κουρασμένο ύφος ο Βίνσεντ. - Μην στενοχωριέσαι, ο αδερφός σου θα γίνει καλά… - Δηλαδή έχει πρόοδο; - Όχι, αλλά... είναι καλό που μένει στάσιμος, πρόσθεσε ο γιατρός.


2 Μετά από μια εβδομάδα, η νοσοκόμα ανακοίνωσε στο γιατρό ότι ο Βίκτορ είχε επισκέπτη. - Εντάξει, δεν μπορώ να δω τώρα τον αδελφό του αλλά πέστε του να κάνει αυτό που είπαμε. - Μα, δεν είναι ο αδερφός του, απάντησε η νοσοκόμα. Όση ώρα συζητούσε ο γιατρός με τη νοσοκόμα, ο άγνωστος κύριος μπήκε στο δωμάτιο. - Θα ήθελα να μιλήσω στο γιατρό, είπε στη νοσοκόμα. - Παρακαλώ, τι με θέλετε; Ο άγνωστος άντρας πλησίασε το γιατρό και του ψιθύρισε κάτι στο αφτί, ο γιατρός φάνηκε αναστατωμένος κι είπε στη νοσοκόμα ν’ αποχωρήσει. Αφού ο γιατρός σιγουρεύτηκε ότι η νοσοκόμα έχει φύγει, ζήτησε από τον άγνωστο κύριο να του πει την ιστορία του. - Ήμουν φίλος του πατέρα του Βίκτορ. Τα πρώτα χρόνια ο πατέρας του ήταν πάρα πολύ καλός, έπαιζε με το γιο του και όλα κυλούσαν ωραία. Όταν όμως η γυναίκα του έμεινε έγκυος στο δεύτερο παιδί, για έναν παράξενο λόγο που ούτε αυτός δεν ήξερε καλά καλά, άρχισε να πίνει. Από τότε η δουλειά δεν 50

πήγαινε καλά και δεν είχαν αρκετά χρήματα. Μια νύχτα του καλοκαιριού δεν γύρισε σπίτι και από τότε ζούσε σε μία καλύβα στο δάσος. - Εσύ πού το ξέρεις; Αφού είχε χαθεί. Πώς έμαθες πού πήγε; Ο ξένος τον κοίταξε μ’ ένα τρομαγμένο ύφος που έκρυβε μια αλήθεια. - Θέλω να σας εξομολογηθώ κάτι. Θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη από εσάς και πάνω απ’ όλα από το γιο μου. - Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε, δηλαδή είστε ο πατέρας του Βίκτορ; Με ένα ντροπιασμένο ύφος και με μια φωνή που σχεδόν δεν ακουγόταν απάντησε: - Ναι! - Γιατί μου είπατε ψέματα πριν, όμως; - Γιατί ποτέ δε θα με αφήνατε να μπω στο δωμάτιο. Σας παρακαλώ αφήστε με να μπω μέσα. - Θα σας αφήσω, με την προϋπόθεση να μην του αποκαλύψετε την πραγματική σας ταυτότητα. - Σας το υπόσχομαι, ευχαριστώ. Ο γιατρός σηκώθηκε και οδήγησε τον πατέρα του Βίκτορ στο δωμάτιο του γιου του. Έξω από την πόρτα ο πατέρας στάθηκε να το ξανασκεφτεί αλλά ο γιατρός την άνοιξε αποφασιστικά και τον έσπρωξε μέσα.


- Γεια σου… Τι κάνεις; Είπε ο πατέρας. Το λόγο του ακολούθησε σιωπή. Ο Βίκτορ συνέχισε απλώς να ανακατεύει τα χρώματα. Ο πατέρας δεν άντεξε αυτή τη σιωπή και πιστεύοντας ότι ο γιος του τον απορρίπτει, δάκρυσε. - Έχω τόσα χρόνια να δω άνθρωπο να δακρύζει, είπε ο Βίκτορ. Ο πατέρας ζήτησε από το γιατρό να βγει έξω κι εκείνος πλησίασε το γιο του. - Τι ζωγραφίζεις; Τον ρώτησε. Αυτά τα δύο πρόσωπα κάτι μου θυμίζουν. Ο Βίκτορ τον κοίταξε στα μάτια γεμάτος έκπληξη κι απορία. - Πού βλέπεις τα δύο πρόσωπα; Ρώτησε τον πατέρα. - Αυτά τα δύο φεγγάρια, είπε και του έδειξε τις ζωγραφιές στον τοίχο. - Βγες έξω! Ο πατέρας δεν είχε άλλη επιλογή. Βγήκε έξω. Εκεί τον περίμενε ο γιατρός. - Τι έγινε; Γιατί βγήκες τόσο γρήγορα; ρώτησε ο γιατρός. - Γιατί μου το ζήτησε. - Τι του έκανες; Είπε αγριεμένα ο γιατρός. - Τίποτα, απλώς τον ρώτησα για τα δύο πρόσωπα στον τοίχο. - Ποια πρόσωπα; - Τα πρόσωπα στον ουρανό.

Ο γιατρός ταραγμένος τον ρώτησε: - Εννοείς τα δύο φεγγάρια; - Ακριβώς. - Σε αδίκησα, ο Βίκτορ σε συμπαθεί πολύ. Αν συνεχίσεις έτσι μπορούμε να του αποκαλύψουμε την αληθινή σου ταυτότητα. Ο πατέρας, χωρίς να κρύβει τη χαρά του, είπε: - Θα ξαναπεράσω αύριο, αντίο σας! Ο γιατρός μόλις βεβαιώθηκε πως ο πατέρας απομακρύνθηκε κάπως, μπήκε στο γραφείο του, είδε τον τηλεφωνικό κατάλογο και πήρε τηλέφωνο τον αδερφό του Βίκτορ. - Ποιος με καλεί; Ρώτησε ο Βίνσεντ. - Είμαι ο γιατρός του αδερφού σου. - Συνέβη κάτι; - Απλώς θα ήθελα… Εκείνη τη στιγμή ο γιατρός είδε τον πατέρα του Βίκτορ να βγαίνει από το κτήριο και συνέχισε ανακουφισμένος. Απλώς ήθελα να σας πω ότι επισκέφθηκε το Βίκτορ ένας κύριος με το όνομα Ροχίερ Βαν Γκογκ. - Μα αυτός είναι ο πατέρας μου, είπε ο Βίνσεντ. - Το ξέρω, αύριο θα έρθει από εδώ και θα ήθελα να είσαι κι εσύ. - Είναι καλά; Ρώτησε ο Βίνσεντ. - Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του δείχνει ακμαιότατος.

51


3 Την επόμενη μέρα οι τρεις άνδρες βρέθηκαν έξω από το δωμάτιο του Βίκτορ, δέκα λεπτά νωρίτερα από την ήδη καθορισμένη ώρα. Ο πατέρας, γεμάτος απορία, ρώτησε το γιατρό: - Ποιος είναι αυτός ο κύριος; Δεν ήταν εδώ χθες. - Ονομάζομαι Βίνσεντ Βαν Γκογκ. - Μα αυτό… είναι το όνομα του γιου μου. Κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλοί αν και σ’ αυτούς φάνηκαν σαν αιώνας. Ο γιατρός διέκοψε την ονειροπόληση πατέρα και γιου και τους επανέφερε στην ψυχρή πραγματικότητα λέγοντας: - Κύριε Ροχίερ, μπορείτε να περάσατε μέσα, εμείς θα συζητήσουμε εδώ για την τρέχουσα κατάσταση. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο του Βίκτορ και τον είδε να περνάει ένα δεύτερο χέρι τα φεγγάρια - πρόσωπα στον τοίχο. - Ωραίο πινέλο, πού το βρήκες; - Γιατί ρωτάς; - Τίποτα, απλώς μου θυμίζει κάτι. - Μου το έστειλε ένα φεγγάρι από τον ουρανό. - Ξέρεις… Είναι περίεργο, αλλά… ένα τέτοιο πινέλο μου είχε δώσει κι εμένα ο πατέρας μου και το φύλαγα σα θησαυρό. Ο γιατρός χτυπάει την πόρτα και κάνει 52

νόημα στο Ροχίερ να βγει έξω. Πριν καλά καλά κλείσει η πόρτα, ο Ροχίερ λέει: Έχει το πινέλο μου. Έχει σκαλιστό ένα Β. Γ. από το Βαν Γκογκ. - Θυμάμαι που το είχε πάρει κρυφά την ώρα του παζαριού για να μην το πουλήσει η μάνα μας, είπε ο Βίνσεντ. - Βίνσεντ, μπες μέσα και ρώτησέ τον αυτό που αποφασίσαμε. Ο Βίκτορ βλέποντας τον αδερφό του να μπαίνει μέσα λέει: - Πολυκοσμία σήμερα. - Βίκτορ να σε ρωτήσω κάτι; Ξέρεις ποιος είναι αυτός ο κύριος; - Πού να ξέρω; - Είναι ο πατέρας μας, είπε αποφασιστικά ο Βίνσεντ. - Ο πατέρας μας είναι στον ουρανό μαζί με τη μητέρα μας. - Όχι, Βίκτορ μας είπαν ψέματα για να μη μας πληγώσουν. Είναι έξω και μιλάει με το γιατρό. Μετά από τόσα χρόνια ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλια του Βίκτορ. - Θέλω να τον ξαναδώ. - Έφυγε τώρα. Θα τον ξαναδείς αύριο. Ο Βίνσεντ αγκάλιασε τον αδελφό του. Για τρεις βδομάδες ο Βίκτορ συνεχώς είχε


πρόοδο, χαμογελούσε, ήταν φιλικός με τις νοσοκόμες και πάνω απ’ όλα ευτυχισμένος με τον μπαμπά και τον αδερφό του. - Πιστεύω ότι σε λίγους μήνες ο Βίκτορ θα πάρει εξιτήριο, έλεγε ο γιατρός. - Είμαι πολύ χαρούμενος αλλά θα χρειαστεί να λείψω για μερικές μέρες πρέπει να πάρω κάτι αποτελέσματα από εξετάσεις που είχα κάνει στην προηγούμενη κατοικία μου, απάντησε ο Ροχίερ. - Μην ανησυχείτε, είπε ο γιατρός, θα τον προσέχουμε εμείς. - Δεν ανησυχώ, ξέρω πως είναι σε καλά χέρια. Την επόμενη μέρα ο Βίκτορ αναζήτησε τον πατέρα του. - Σε λίγες μέρες θα είναι πίσω είπε η νοσοκόμα, πήγε να πάρει κάτι εξετάσεις. Την πέμπτη μέρα ο Βίκτορ άρχισε και πάλι να συμπεριφέρεται περίεργα. Πίστευε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει στ’ αλήθεια, αυτή τη φορά και ότι οι γιατροί του έλεγαν ψέματα. Το χτύπημα ήταν δυνατό. Πίστευε ότι τον είχε χάσει οριστικά. Το πρωί έσβηνε και όλο το βράδυ ζωγράφιζε τα δύο φεγγάρια αλλά τώρα με περισσότερο πάθος.

56

Τώρα πια ήταν απαθής με τις νοσοκόμες και δεν τους έδινε σημασία. Ήταν όπως στην αρχή κι ακόμα χειρότερα. Η απουσία του πατέρα τα γκρέμισε όλα. Αγνοούσε τα πάντα. Σταμάτησε ακόμα και να ζωγραφίζει. Ήταν πια ικανοποιημένος από τις ζωγραφιές του. Στεκόταν διαρκώς δίπλα στο παράθυρο. Όλη τη νύχτα έμενε άυπνος κοιτάζοντας έξω και περιμένοντας την επόμενη πανσέληνο. Μια μέρα πριν την πανσέληνο ο γιατρός πήρε τον πατέρα του Βίκτορ τηλέφωνο. -Ποιος είναι; - Είμαι ο γιατρός του γιου σας. - Α, τι θα θέλατε; Συνέβη κάτι; - Θα ήθελα να σας ρωτήσω πότε θα γυρίσετε. - Σήμερα το απόγευμα βγαίνουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Αύριο το βράδυ θα είμαι εκεί. Άργησα τόσο πολύ επειδή χρειάστηκε να κάνω κάτι συμπληρωματικές εξετάσεις. - Ο Βίκτορ θέλει να σας δει. - Θα είμαι εκεί το συντομότερο δυνατό. Αντίο σας! - Αντίο σας, θα τα πούμε αύριο.


4 Η πανσέληνος ήρθε με συννεφιά. Ο Βίκτορ κοίταζε το φεγγάρι σαν να ήθελε να το φτάσει. Έβαλε το τραπέζι μπροστά από την πόρτα για να φρακάρει το πόμολο και μετά με όλο του το πάθος και με όση δύναμη του είχε απομείνει πήρε την καρέκλα κι έσπασε το παράθυρο. Ο Βίκτορ ήταν με το ένα πόδι στο δωμάτιο και με το άλλο να κρέμεται από το ανοιχτό παράθυρο.

Οι νοσοκόμες άκουσαν το θόρυβο κι έτρεξαν να δουν τι έγινε. Όμως η πόρτα δεν άνοιγε. Την ώρα που ο Βίκτορ ήταν έτοιμος να πέσει, άκουσε την φωνή του πατέρα του. - Μπαμπά, μαμά, έρχομαι! Και κάπως έτσι ο Βίκτορ κολύμπησε στον ουρανό, μέχρι που έφτασε στο φεγγάρι και μετά... πνίγηκε.

5 - Στεκόμουν στην είσοδο και του μίλησα, αλλά δε με άκουσε.

57


Στην αρχή ήταν ένα όνειρο… Ο Οδυσσέας έπλεε με τη βάρκα του στην αγριεμένη και φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ξαφνικά ένιωσε ένα τράνταγμα. Τότε μέσα από τα κύματα εμφανίστηκαν τρία τεράστια ψάρια. Με την πρώτη ματιά φαίνονταν ακίνδυνα. Όταν όμως άνοιξαν το στόμα τους και φάνηκαν τα κοφτερά δόντια τους, ο Οδυσσέας κατάλαβε τι τον απειλούσε. Τότε άρπαξε το χρυσό του δόρυ και πριν προλάβει να σκοτώσει το πρώτο τέρας, ένιωσε ένα δυνατό κάψιμο στο αριστερό του χέρι. Ο Οδυσσέας μάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει και κατάφερε θανάσιμο πλήγμα στο κήτος που του επιτέθηκε. Τα άλλα δύο του όρμησαν. Ο ψαράς ήταν κατατρομαγμένος και ιδρωμένος… λες και πάλευε ο ίδιος με τα τέρατα. Όταν αντίκρισε το γιο του, τον Περικλή, νομίζοντας πως βρισκόταν ακόμη στη θάλασσα, φοβήθηκε για την ασφάλειά του. Όμως, εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε

πως… όλα ήταν ένα όνειρο. Το ίδιο βράδυ, στο δείπνο, ο ψαράς ήταν ακόμα προβληματισμένος. Ο γιος του και η γυναίκα του, που τον έβλεπαν τόσο σκεπτικό, τον ρώτησαν τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο ψαράς τους διηγήθηκε με λεπτομέρειες το όνειρο και αναρωτιόταν: «Μήπως άραγε το όνειρο αυτό έχει βαθύτερη σημασία;» Oι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα. Ο ψαράς είχε σχεδόν ξεχάσει το όνειρο. Μέχρι που… μία μέρα ο Περικλής γύρισε σπίτι γεμάτος μελανιές και γδαρσίματα. - Τι έπαθες παιδί μου; έτρεξε καταπάνω του. - Ήμουν στην ταβέρνα του μπάρμπαΜήτσου και μιλούσα για την αδικία της βασιλείας με το Βαγγέλη… - Μωρέ! Γιατί μιλούσες εκεί για τέτοια θέματα! Στην ταβέρνα υπάρχουν παντού άνθρωποι της φρουράς του βασιλιά! - Ναι, αυτό ήταν λάθος μου και το 59


κατάλαβα… πονάει… αλλά αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι τέρατα! - Το πάθημα σου έγινε μάθημα, είπε ο ψαράς αφηρημένα. Η λέξη «τέρατα» είχε ακουστεί γνώριμη στα αυτιά του. Εικόνες από το όνειρο ήρθαν ξανά μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή ο ψαράς κατάλαβε το βαθύτερο νόημα και το εξήγησε στο γιο του: είχε έρθει η ώρα που κάποιος θα έπρεπε να σκοτώσει τα τέρατα της τωρινής ζωής, την καταπιεστική βασιλεία. Ο πατέρας προσπάθησε να θεραπεύσει τα γδαρσίματα του Περικλή με ιώδιο της θάλασσας. Τις επόμενες μέρες, όμως, η κατάσταση χειροτέρεψε διότι οι πληγές μολύνθηκαν και δεν ήταν αρκετή η επίδραση του ιωδίου. Ο καιρός περνούσε και η ανησυχία του πατέρα αυξανόταν ολοένα και περισσότερο. Τελικά, ένα θαυματουργό φάρμακο που αγόρασε ο ψαράς με τις ελάχιστες οικονομίες που είχε, θεράπευσε τον Περικλή. Ο Περικλής συνήλθε αλλά ήταν ακόμη πολύ θυμωμένος. Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι σκέψεις και τα λόγια του πατέρα του. Κάποιος έπρεπε να τα κάνει πράξη. Ο Περικλής σιγά σιγά κατέστρωνε το σχέδιό του: θα προσπαθούσε να παροτρύνει το λαό και να τον οδηγήσει σε επανάσταση κατά της καταπιεστικής βασιλείας. 62

Μετά από κάποιες μέρες ο Περικλής συναντήθηκε με τους πολύ κοντινούς του φίλους σε μια τράτα όπου και συζήτησαν για την καταπίεση της βασιλείας προς το λαό. Τους μίλησε για το σχέδιό του και όλοι μαζί συμφώνησαν να κάνουν το όραμα πράξη. Όλοι θα τον υποστήριζαν στον αγώνα του. Ο καθένας τους είχε και μία χρήσιμη δεξιότητα. Ο Θοδωρής ήταν πολύ καλός σιδεράς και μπορούσε να τους εξοπλίσει. Ο Στέλιος ήταν πολύ καλός σκοπευτής με τόξο και ο Αποστόλης ήταν καλός μηχανικός που δούλευε στο παλάτι. Έμαθε, έτσι, μια μέρα ότι ο βασιλιάς θα πήγαινε ταξίδι με τους αυλικούς του επειδή, καθώς ήταν ο καλύτερος μηχανικός του παλατιού, του ανατέθηκε να φτιάξει την άμαξα για το ταξίδι. Ο Αποστόλης πρότεινε στους φίλους του την εξής ιδέα: - Θα μπορούσα να σαμποτάρω την άμαξα με τέτοιο τρόπο ώστε να καθυστερήσουμε την επιστροφή του βασιλιά κι έτσι θα έχουμε το χρόνο να οργανώσουμε την επανάσταση. - Πώς; τον ρώτησε ο Περικλής. - Μηχανικός είμαι, ρε! Άνετα μπορώ να κάνω τον ένα τροχό ελαττωματικό. - Σύμφωνοι. Πότε φεύγει ο βασιλιάς; - Αύριο. - Και θα καταφέρεις μέχρι αύριο να φτιάξεις την άμαξα;


- Μα, μένει μόνο ένας ακόμ�� τροχός, υπόθεση μιας μέρας. - Ωραία. Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς ξεκίνησε για το περιβόητο ταξίδι, με το χαλασμένο τροχό και οι τέσσερεις νέοι αποφάσισαν να κάνουν πράξη το σχέδιό τους. Οι φίλοι συναντήθηκαν στην κεντρική αγορά για να μιλήσουν στο λαό και να τον πάρουν με το μέρος τους. - Ακούστε άνθρωποι της πόλης! Χρόνια τώρα μας καταπιέζουν οι ηγέτες! Ήρθε η ώρα της εξέγερσης! Εξεγερθείτε ενάντια στον καταπιεστικό μας βασιλιά και αποκτήστε την ελευθερία που αξίζει σε όλους μας! Οι άνθρωποι, που ήταν συγκεντρωμένοι, άκουγαν με πολλή προσοχή. Κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν το μέρος των παιδιών που μιλούσαν. Σε λίγα λεπτά είχαν ήδη παρασύρει όλους τους ανθρώπους στην αγορά. Άρχισαν να μπαίνουν σε όλα τα στενάκια και τους δρόμους φωνάζοντας να τους ακολουθήσουν. Χίλιοι εφτακόσιοι άνθρωποι περίπου μαζεύτηκαν. Με οργή και φανατισμό έτρεχαν στους δρόμους παρασύροντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Μπροστά στα ανάκτορα, όμως, συνάντησαν ένα μεγάλο εμπόδιο: ολόκληρη η φρουρά είχε συγκεντρωθεί κι έφτιαχνε ένα ανθρώπινο τείχος οπλισμένο με ασπίδες και δόρατα. Ο Περικλής που ηγούταν της εξέγερσης έκανε

ένα βήμα μπροστά και άρχισε να μιλάει στον εκπρόσωπο των φρουρών. Ο Περικλής σαν αληθινός ρήτορας συνεπήρε με τον όμορφο και θερμό λόγο του τους στρατιώτες. Διστακτικά, το ανθρώπινο τείχος άρχισε να υποχωρεί με αποτέλεσμα η εξέγερση να αποκτήσει σε λίγο το δικό της στρατό. Όλο αυτό το πλήθος που κατέκλυζε τη βασιλική αυλή άρχισε να φωνάζει συνθήματα κατά της βασιλείας. O Αποστόλης φαίνεται πως κατά λάθος, είχε κάνει τον τροχό υπερβολικά ελαττωματικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο τροχός να χαλάσει πολύ νωρίς και το βασιλικό ζεύγος και η συνοδεία του να μην κατορθώσουν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους. Αναγκάστηκαν να γυρίσουν στην πόλη για να επισκευάσουν την άμαξά τους. Καθώς επέστρεφαν, αντίκρισαν από μακριά το παλάτι τους τυλιγμένο στις φλόγες κι ένα τεράστιο σύννεφο καπνού να βγαίνει απ’ τα χρυσοστολισμένα παράθυρα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα καβάλησαν τα άσπρα άλογα που έσερναν την άμαξα και μαζί με τους προσωπικούς τους φρουρούς κατευθύνθηκαν προς την πόλη με σκοπό να δουν τι συνέβαινε στο παλάτι. Την ίδια στιγμή ο όχλος κατευθυνόταν γρήγορα μακριά από το παλάτι για να αποφύγει τις πολύ επικίνδυνες φλόγες. Ο λαός ήταν οπλισμένος 63


με τόξα, σπαθιά που είχε κατασκευάσει ο Θοδωρής ενώ οι χωρικοί κρατούσαν τσάπες, τσουγκράνες και ό,τι άλλο εργαλείο μπορούσαν να βρουν. Στο μεταξύ, ο βασιλιάς και η βασίλισσα τους οποίους ακολουθούσε ένα μικρό μέρος του στρατού, ανέβαιναν το λόφο όπου ήταν χτισμένο το παλάτι. Μόλις τους είδε ο όχλος άρχισε να τους πετροβολεί και να τους πετάει οτιδήποτε έβρισκε μπροστά του. Οι πολεμιστές-ακόλουθοι του βασιλικού ζεύγους άρχισαν να ετοιμάζουν τα τόξα τους για να χτυπήσουν τον ξεσηκωμένο λαό. Τα τόξα σημάδεψαν και δόθηκε το σήμα. Εκατοντάδες βέλη υψώθηκαν στον ουρανό και καρφώθηκαν στα ιδρωμένα σώματα των επαναστατών. Σαν απάντηση ένα σύννεφο από πέτρες και βέλη πετάχτηκε από το πλήθος και χτύπησε πάνω σε ένα τείχος από ασπίδες. Παρόλα αυτά μόνο δυο-τρεις αυλικοί σκοτώθηκαν. Ξαφνικά από παντού ξεχύθηκε ένα νέο κύμα επαναστατών και χύθηκε στο πεδίο της μάχης.

66

Μια τρομερή μάχη εκτυλίχθηκε, χύθηκε πολύ αίμα… Μετά από μια ώρα περίπου οι επαναστάτες κατόρθωσαν να περικυκλώσουν το βασιλιά και τους φρουρούς του. Ο Περικλής έκανε ένα βήμα μπροστά και ρώτησε το βασιλιά. - Τι έχεις να πεις; - Ένα μόνο πράγμα… Ποιος θα κυβερνήσει τώρα; Πριν τελειώσει τη φράση του, ένας από τους επαναστάτες πήδηξε και μαχαίρωσε το βασιλιά. Ο Στέλιος το είδε από μακριά και βγάζοντας πολύ γρήγορα ένα βέλος από τη φαρέτρα του το έριξε στο χωρικό. Εκείνος αναφώνησε κι έπεσε νεκρός στο χώμα. Η επανάσταση τελείωσε. Το πρόβλημα της εξουσίας παρέμενε και οδήγησε σε ένα μεγαλύτερο πρόβλημα, τον εμφύλιο. Η αφορμή δόθηκε από την ερώτηση του βασιλιά. ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙ ΤΩΡΑ; Όπως καταλαβαίνετε ο λαός δεν ήταν έτοιμος να πάρει στα χέρια του την εξουσία. Επικράτησε αναρχία…


ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ Μία ηλιόλουστη μέρα, καθόμουν στον κήπο και ζωγράφιζα την πανέμορφη γυναίκα μου, Μάρθα. Εγώ, ο Πιερ, ζω σε μια μικρή φάρμα στις Κάννες στη Νότια Γαλλία μαζί με τη Μάρθα, την αξιαγάπητη κόρη μου Μιρέιγ που είναι 15 χρονών και το σκύλο μας Φλoμπ. Όπως κάθε απόγευμα περπατώ με τη Μιρέιγ συζητώντας. Βρισκόμαστε, στο κέντρο του χωριού για να αγοράσουμε τρόφιμα. Αχ, πόσο θα ήθελα λίγες φράουλες… - Μπαμπά, τι θα έλεγες να αγοράζαμε φράουλες; μου είπε η Μιρέιγ. - Αυτό σκεφτόμουν μόλις τώρα! - Να τις φάμε το βράδυ μαζί με τη μαμά! Να πάρουμε κάτι και για τον Φλoμπ. -Καλή ιδέα! -Κοίτα αυτό το ωραίο κόκκινο λουρί στη βιτρίνα. Είναι ό,τι πρέπει για το Φλoμπ. Γυρίσαμε στο σπίτι. Παρατηρούσα τη Μιρέιγ

να ανεβαίνει τις σκάλες, για μια στιγμή μου θύμισε τον εαυτό μου όταν ήμουν μικρός. Η Μιρέιγ ήταν όπως πάντα όμορφη με τα κατάξανθα μαλλιά της, λεπτή, ψηλή και με πανέμορφα μελένια μάτια. Αυτό που με εντυπωσιάζει, στη Μιρέιγ, είναι η γενναιοδωρία της και η αγάπη της για τους συνανθρώπους της. Αυτό ήταν κάτι που εγώ δεν είχα όταν ήμουν μικρός. Αργότερα, στην ώρα του μεσημεριανού, καθίσαμε στο τραπέζι. Η Μιρέιγ κάθεται πάντα στην ίδια θέση. - Μπαμπά, δε μου έχεις αναφέρει ποτέ πώς απέκτησες τον Φλομπ. - Ααα! Είναι μια μεγάλη ιστορία... Ήταν βράδυ κι έβρεχε, λίγο σπάνιο για τον τόπο μας, βρήκα το Φλομπ μούσκεμα βρεγμένο και μάλλον χτυπημένο σοβαρά. Τον πήρα σπίτι μου και η Μάρθα τον φρόντισε! Αποφασίσαμε να τον ονομάσουμε Φλομπ. 71


- Ενδιαφέρουσα ιστορία αν και ήταν λίγο λυπητερή. Αυτές οι αναμνήσεις από εκείνη την εποχή μου προκάλεσαν λύπη. Κι άλλα πολλά άσχημα συνέβαιναν τότε. - Έλα, μη στενοχωριέσαι, πέρασαν αυτά. - Δίκιο έχεις, δεν είναι ώρα για στενοχώριες, όταν έχω ένα τόσο αξιαγάπητο κορίτσι δίπλα μου. Κοιτούσα το τοπίο γύρω μου και ήταν υπέροχο. Καθώς κοιτούσα το ηλιοβασίλεμα, μου θύμισε τα κατάξανθα μαλλιά της Μιρέιγ. Μετά από λίγα λεπτά αποκοιμήθηκα. Το επόμενο πρωί με ξύπνησε το γλείψιμο του Φλομπ ο οποίος ήθελε με πολλή λαχτάρα να πάμε βόλτα. Όταν το είπα στη Μιρέιγ ενθουσιάστηκε! Το ίδιο και η Μάρθα. Καθώς περπατούσαμε ο κόσμος μας κοίταζε περίεργα και μας απέφευγε. Σε μια στιγμή ο Φλομπ είδε μπροστά του μια μαύρη γάτα, που ήταν η αδυναμία του. Άρχισε αμέσως να την κυνηγάει με μανία. Ξάφνου, μια άμαξα φάνηκε στο δρόμο κι ο Φλομπ άρχισε να τρέχει τρομαγμένος. Όλοι κατευθύνθηκαν προς το μέρος του για να τον σώσουν. Η Μιρέιγ έδρασε αμέσως. Ο Φλομπ σώθηκε. Τον είχε αρπάξει από το καινούργιο του λουρί που πριν προλάβει να το χαρεί είχε σκιστεί σε χίλια κομμάτια ! Γυρίσαμε στο σπίτι ανακουφισμένοι μετά 72


από αυτό το απροσδόκητο πρωινό. Ύστερα από το μεσημεριανό ύπνο, είχα ανάγκη να πάω στο εργαστήριό μου και να ζωγραφίσω. Ήθελα μαζί μου και τη Μιρέιγ αλλά δεν την έβρισκα πουθενά. Ήμουν πολύ λυπημένος κι εκείνη τη στιγμή άρχισε να βρέχει. Ήταν καλοκαίρι, αυτό με παραξένεψε αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Μόλις όμως έφτασα στο εργαστήρι, εκείνη ήταν μέσα και ζωγράφιζε. Τότε ο ήλιος βγήκε στον ουρανό και σταμάτησε να βρέχει. Η ζωγραφιά της ήταν υπέροχη. Είχε ζωγραφίσει εμένα, το Φλομπ, τη Μάρθα κι εκείνη. - Μα τι ωραία που είναι η ζωγραφιά σου, είπα. - Ευχαριστώ, προσπαθώ να πατήσω στα χνάρια σου, μπαμπά μου. Όμως έχω μια απορία. Καθώς παρατηρούσα τους πίνακές σου είδα κάτι περίεργο. Σε όλους, υπάρχει κάτι μαύρο το οποίο ξεχωρίζει από μέτρα μακριά. Πάντα αναρωτιόμουν γι’ αυτό. Ποτέ όμως δεν βρήκα την απάντηση. - Δεν ξέρω, της είπα κάπως ψυχρά για τα δεδομένα μου. - Τελοσπάντων, νυστάζω, πάω να κοιμηθώ. Ήταν ακόμα οχτώ η ώρα κι αποφάσισα να επισκεφτώ το φίλο μου Εδουάρδο για μια παρτίδα σκάκι! Έφτασα στο σπίτι του. Χτύπησα την πόρτα 74


του και μου άνοιξε η γυναίκα του, Λίζα. Ο Εδουάρδος αγαπούσε τη τέχνη και ζωγράφιζε όπως εγώ. Το σπίτι του ήταν αγγλικού στυλ. Ήταν διακοσμημένο με βαριά έπιπλα σε όλες τις αποχρώσεις του καφέ. Τους τοίχους κοσμούσαν πίνακες με διαφορετικά θέματα ο καθένας. Τότε παρατήρησα πως ένας πίνακας είχε κι αυτός κάτι μαύρο πάνω του αλλά μετά θυμήθηκα ότι του τον είχα ζωγραφίσει εγώ. - Γεια σου Πιερ, μου είπε εύθυμα, είσαι έτοιμος να σε νικήσω ξανά στο σκάκι; - Πανέτοιμος αν και νομίζω πως θα συμβεί το αντίθετο. Πήγαμε λοιπόν στο γραφείο του, στήσαμε το σκάκι και ξεκινήσαμε. Καθώς παίζαμε μιλούσαμε: - Εμ, Εδουάρδο, μπορώ να σου εκμυστηρευτώ κάτι; - Φυσικά, ό,τι θέλεις! - Να, ανησυχώ γιατί η Μιρέιγ ποτέ δε δέχτηκε να πάει στο σχολείο, φοράει πάντα τα ίδια ρούχα, κάθεται πάντα στην ίδια θέση στο τραπέζι και πολλές φορές είναι σαν να μπαίνει στο μυαλό μου. Τι να κάνω, συμβούλεψέ με εσύ που έχεις δύο παιδιά. - Άσε την να κρίνει μόνη της. Ούτως ή άλλως είναι μεγάλη πια. - Μάλλον έχεις δίκιο. Συνεχίσαμε να παίζουμε και κατά τις δέκα και μισή γύρισα στο σπίτι. Εκεί βρήκα 82


τη Μιρέιγ και τη Μάρθα καθισμένες στον καναπέ. Ήταν κι ο Φλομπ εκεί κι άκουγαν μουσική. Αυτό ήταν το αγαπημένο μου κλασικό κομμάτι του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Κάθισα κι εγώ μαζί τους και τους είπα πώς πέρασα με τον Εδουάρδο. Τότε η Μιρέιγ μου είπε: - Μπαμπά, άνοιξε ένα καινούργιο μουσείο στην πόλη. Είναι ένα μουσείο που φιλοξενεί πίνακες αναγεννησιακών ζωγράφων… - …Και επειδή ξέρουμε πως σου αρέσουν αυτά, αγοράσαμε τρία εισιτήρια, συμπλήρωσε η Μάρθα. - Σας ευχαριστώ πολύ! Τους είπα γεμάτος ευτυχία και τις έσφιξα στην αγκαλιά μου. Την επόμενη ημέρα ξύπνησα ανυπομονώντας. Ντυθήκαμε και πήγαμε να πάρουμε πρωινό. Η Μιρέιγ φορούσε πάλι τα ίδια ρούχα. Βγήκαμε από το σπίτι και μας περίμενε μία άμαξα! Μόλις φτάσαμε στο μουσείο μας περίμενε ένας ξεναγός που κρατούσε στα χέρια του τα εισιτήριά μας. Τα εκθέματα με εντυπωσίασαν! Και οι τρεις γυρίσαμε σπίτι ενθουσιασμένοι αλλά και κουρασμένοι. - Μπαμπά νιώθω πολύ ανήσυχη για σένα, αλλά τελοσπάντων πάω να κοιμηθώ, καληνύχτα μπαμπάκα. - Καληνύχτα Μιρέιγ, σε αγαπώ πολύ. 84


2 Το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος. Δεν αντέχω άλλη δυστυχία! Τώρα που έχασα τον Πιερ η μόνη συντροφιά που έχω είναι ο Φλομπ, παρόλο που χτυπήθηκε τότε από την άμαξα. Ακόμα ακούω τις τελευταίες του λέξεις του συζύγου μου: «Πού είναι η Μιρέιγ;» Μα ποια να ήταν άραγε αυτή η Μιρέιγ; Έφυγε γαλήνια μέσα στη φρίκη του πολέμου. Καμία δυστυχία δεν τον άγγιξε. Ούτε όταν τραυματίστηκε ο Φλομπ, που του είχε τόση αδυναμία, έδειξε να λυπάται. Λες και κάποιος τον εμπόδιζε να δει την άσχημη πραγματικότητα. Αποφάσισα να πάω στο εργαστήρι του Πιερ. Στο δωμάτιο αυτό περνούσε τον περισσότερο χρόνο του όσο ζούσε κι όμως εγώ δεν μπήκα ποτέ εκεί μέσα. Κατέβηκα τις σκάλες. Όταν έφτασα στο εργαστήρι του, είδα πολλούς ολοκαίνουργιους πίνακες που απεικόνιζαν τον Πιερ, εμένα αλλά κι ένα άγνωστο κορίτσι με πανέμορφα κατάξανθα μαλλιά. Ξάφνου είδα έναν ακόμη πίνακα με το ίδιο κορίτσι να κάθεται σε ένα τραπέζι. Κάτω αριστερά έγραφε με τα καλλιγραφικά γράμματα του Πιερ «Στην αγαπημένη μου κόρη Μιρέιγ». Τώρα κατάλαβα ποια ήταν η Μιρέιγ! Ήταν η φανταστική κόρη που πάντα ήθελε.

88

Ανέβηκα στο δωμάτιό μου ζαλισμένη. Επιτέλους μαθαίνω το λόγο που ο Πιερ τόσο καιρό κοιτούσε μια άδεια καρέκλα και περπατούσε στον κήπο μιλώντας και γελώντας μόνος του. Όλα αυτά τα χρόνια ζούσε τον πόλεμο, την πείνα, τη δυστυχία και τους θανάτους, όμως εκείνος βίωνε μία δική του πραγματικότητα. Γι’ αυτό πάντα έβαζε κάτι μαύρο στους πίνακές του. Ήταν η μαύρη πραγματικότητα που απέφευγε να ζήσει. Δεν μπορώ να θυμάμαι τις μέρες που υπήρχε πόλεμος. Να βλέπω ανθρώπους να πεθαίνουν στο δρόμο, παιδιά να έχουν να φάνε μήνες, οικογένειες που τόσο καιρό είχαν οικονομική άνεση τώρα ν’ αναγκάζονται να τρώνε σκύλους και γάτες για να ζήσουν. Στη θύμηση αυτών των γεγονότων ξέσπασα σε κλάματα και λυγμούς. Πήγα να ξαπλώσω στην κάμαρά μου. Λίγα λεπτά αργότερα με πήρε ο ύπνος. «Μάρθα, Μάρθα να προσέχεις τη Μιρέιγ!» Πετάχτηκα πάνω ιδρωμένη. Σηκώθηκα, κατέβηκα τις σκάλες κουτρουβαλώντας κι έτρεξα αμέσως στο νεκροταφείο. Στάθηκα μπροστά απ’ τον τάφο του. Ο τάφος έγραφε «Πιερ Μπονάρ, 1867- 1947». Γονάτισα, άφησα τα λουλούδια και όλα σκοτείνιασαν γύρω μου.


ΤΟΒΙΒΛΙΟΜΕΛΙΓΑΛΟΓΙΑΚΥΚΛΟΦ ΟΡΗΣΕΣΕ1000ΑΝΤΙΤΥΠΑΤΟΝΙΟΥ ΝΙΟΤΟΥ2010ΑΠΟΤΑΕΚΠΑΙΔΕΥΤ ΗΡΙΑΔΙΟΝΥΣΙΟΣΣΟΛΩΜΟΣΤΗΝΤ ΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑΚΑΙΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΝΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΕΠΙΜΕΛΕΙΑΚ ΑΙΤΗΝΟΡΓΑΝΩΣΗΚΑΙΕΚΤΕΛΕΣΗΤ ΗΣΠΑΡΑΓΩΓΗΣΕΙΧΑΝΟΙΕΙΔΙΚΕΣΕ ΚΤΥΠΩΣΕΙΣΚΩΣΤΑΣΠΑΠΑΛΕΞΗΣ


215

3 6,5

3 215

5

20

5

20

με λιγα λογια

3,5 20

20

3,5

με λιγα λογια

2010

215 3,5 20

5

215 3,5 20

20

20

5

215

3 6,5

3 215


dsolomos_2010_meligalogia