Page 1

Μια έκδοση των Εκπαιδευτηρίων «∆ιονύσιος Σολωµός» – Αθήνα 2006

Μια φορά…

και µια ιστορία

Μια φορά… και µια ιστορία

«∆ιονύσιος Σολωµός» – 2006

101 ∂ÍÒÊ˘ÏÏÔ 4/6/2006 01:58 Page 1

Εκπαιδευτήρια ∆ΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 126


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 3

Mια φορά… και µια ιστορία Eκπαιδευτήρια ∆ιονύσιος Σολωµός


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 4

Μια φορά… και µια ιστορία Μια έκδοση των Εκπαιδευτηρίων «∆ιονύσιος Σολωµός» Κείµενα και εικόνες: οι µαθητές της ΣΤ΄ Τάξης 2005-2006 Επιµέλεια κειµένων: Μαρία - Έλσα Μπουκάλα Καλλιτεχνική επιµέλεια: Κώστας Παπαλέξης Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση - Παραγωγή: «Ειδικές Εκτυπώσεις» © Εκπαιδευτήρια «∆ιονύσιος Σολωµός», 2006 Απαγορεύεται η κατά οποιονδήποτε τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, ολική ή µερική αναδηµοσίευση ή αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση και εν γένει κάθε εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη.


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 5

Μια φορά…

και µια ιστορία

Εκπαιδευτήρια ∆ΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 6


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 7

Aναµνήσεις από τα παλιά! ∆ανάη Xαντά-Mάρτιν, Φανή Λιοπύρη, Όλγα Πισκοπάνη-Kαραΐσκου

Ήµουνα έτοιµη να ξαπλώσω για µεσηµέρι όταν ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι. O άντρας µου, ο Mανόλης, πήγε να ανοίξει. Ξαφνικά άκουσα να φωνάζει: – Aλίκη! Έλα κάτω, κάποιος σε ζητάει. Kατέβηκα κάτω και πήγα προς την πόρτα. – Aλίκη, µε θυµάσαι; Eίµαι ο Πέτρος απ’ το ορφανοτροφείο. Έµεινα ξαφνιασµένη… – Πέτρο! Πέρασε µέσα, κάτσε. Πάω να φέρω καφέ. «∆εν µπορώ να το πιστέψω… έχουν περάσει τόσα χρόνια», σκέφτηκα. – Kάτι µου θυµίζει αυτή η φωτογραφία, η αδερφή σου, η Eιρήνη, δεν είναι; ρώτησε ο Πέτρος δείχνοντας µια φωτογραφία. – Nαι, η αδερφή της Aλίκης είναι, αλλά εσύ πού την ξέρεις; αναρωτήθηκε ο Mανόλης. – Oι γονείς µας πέθαναν σε ένα τροχαίο ατύχηµα όταν ήµασταν πολύ µικρές. Έτσι αναγκαστήκαµε και οι δύο να πάµε στο ορφανοτροφείο. Eκεί, µαζί µας, ήταν και ο Πέτρος. Όταν έφυγε η αδερφή µου, πήρε κι εµένα µαζί και έτσι χωριστήκαµε µε τον Πέτρο, του εξήγησα. – ∆εν µου είπες όµως, τι κάνατε µετά; ρώτησε ο Πέτρος. 7


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 8

H ταβέρνα…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 9

– Mόλις φύγαµε, βρήκαµε και νοικιάσαµε ένα σπίτι, που κάλυπτε τις ανάγκες µας. Όταν προσαρµοστήκαµε, εγώ πήγα σχολείο και η Eιρήνη άρχισε να δουλεύει σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Παρόλο που δεν το περίµενα έκανα πολλούς φίλους. – Όµως η αδερφή σου, τι απέγινε; ρώτησε ο Πέτρος. – A! H αδερφή µου… H αδερφή µου γνώρισε µια παρέα τεσσάρων αγοριών. Mε τον καιρό ο Aλέκος, ο ένας από αυτούς, την πλησίασε και της ζήτησε να γνωριστούν καλύτερα. ∆ύο µέρες αργότερα έδωσαν το πρώτο τους ραντεβού, σ’ ένα µπαράκι όπου σύχναζε αυτός και η παρέα του. Mόλις κάθισαν της πρότεινε να πιουν ένα ποτό. Ξαφνικά σηκώθηκε και πήγε να φέρει τα ποτά τους. Tο ποτό της, όπως µου περιέγραψε, είχε µια περίεργη γεύση και άρχισε να πονάει το κεφάλι της. «∆εν γίνεται να είναι τόσο απλό, σκέφτηκα, αλλά δεν το θεώρησα σηµαντικό». Tότε πήρα µια σηµαντική απόφαση. Tην επόµενη φορά που θα έβγαιναν θα τους ακολουθούσα. Mετά από µερικές µέρες θα πήγαιναν να φάνε σε µια ταβέρνα. Eτοιµάστηκα αλλά έµεινα λίγο αναποφάσιστη. «Nα πάω ή να µη πάω τελικά; Eίναι η µία και µοναδική σου ευκαιρία», είπα στον εαυτό µου. Όταν φτάσανε στην ταβέρνα εγώ κρύφτηκα πίσω από ένα θάµνο και τους παρακολουθούσα. Για αρκετή ώρα δεν είδα τίποτα το περίεργο. Bαρέθηκα και σκέφτηκα να γυρίσω πίσω. Tότε όµως, η Eιρήνη σηκώθηκε για να πάει τουαλέτα. Mε το που έφυγε η Eιρήνη, ο Aλέκος έβγαλε κάτι από την τσέπη του. Tι ήταν δεν ήξερα, αλλά ήτανε µια σκόνη που έµοιαζε µε ζάχαρη. Έβαλε λίγη από αυτή τη σκόνη µέσα στο ποτό της Eιρήνης. H Eιρήνη γύρισε από την τουαλέτα και έκατσε να πιει το ποτό της. Tην είδα λίγο ζαλισµένη αλλά δεν έδωσα σηµασία γιατί άκουσα να λέει πως θα έπαιρνε τηλέφωνο στο σπίτι για να δει πώς ήµουν. Eγώ αγχώθηκα και δεν ήξερα τι να κάνω. 9


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 10

– Mόλις ήρθε το φαγητό, µπορείς να την πάρεις αργότερα, είπε ο Aλέκος. – Eντάξει, θα την πάρω µετά, απάντησε η Eιρήνη. Όταν το άκουσα αυτό έτρεξα σπίτι για να προλάβω να απαντήσω στο τηλεφώνηµα της Eιρήνης. Mε το που µπήκα µέσα χτύπησε το τηλέφωνο. Tο σήκωσα: – Nαι; Ποιος είναι; ρώτησα. – Eγώ είµαι, η Eιρήνη. Πώς είσαι; – Kαλά. Eσύ πότε θα έρθεις; – Σε δέκα λεπτά το αργότερο θα είµαι εκεί. Tα λέµε σε λίγο. Eτοιµάστηκα να πάω να κοιµηθώ, αλλά δεν µ’ έπαιρνε ο ύπνος. «Θα περιµένω την Eιρήνη», σκέφτηκα. Προσπάθησα να µείνω ξύπνια, µα δεν άντεξα και αποκοιµήθηκα στον καναπέ. Oνειρεύτηκα πως κάποιος µε προειδοποιούσε ότι κάτι κακό θα συνέβαινε στην αδελφή µου και τότε ξύπνησα ταραγµένη, απ’ τον ήχο του τηλεφώνου. – Nαι, ποιος είναι; – Eίµαι ο αστυνόµος Nικόλας Xατζηγεωργίου. – Tι συµβαίνει και τηλεφωνείτε τέτοια ώρα; – Eε, ξέρεις… η αδερφή σου βρίσκεται στο νοσοκοµείο. – Tι; Ήταν η µόνη λέξη που µπορούσα να πω. – Nα, η αδερφή σου… – Πώς; Mα πώς έγινε αυτό; Eίναι καλά; Πού βρίσκεται; Πείτε µου… – Σε παρακαλώ, ηρέµησε. H αδερφή σου βρίσκεται στο νοσοκοµείο «St. Elizabeth». Tη βρήκα λιπόθυµη στο πεζοδρόµιο. Έχει συνέλθει όµως, ελάχιστα. – Θέλω να τη δω! – ∆εν το επιτρέπουν ακόµα οι γιατροί, αλλά µπορείς να έρθεις µαζί µου στο νοσοκοµείο και να µείνεις εκεί το βράδυ. – Eντάξει. Eτοιµάζοµαι. Σας παρακαλώ, ελάτε να µε πάρετε γρήγορα. 10


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 11

Eτοιµάστηκα και πριν το καταλάβω ο κύριος Nικόλας, είχε φτάσει. Ήταν ψηλός, καστανός, µε γαλανά µάτια. – Eίσαι έτοιµη; µε ρώτησε. Mου φάνηκε καλός και ευγενικός. – Nαι, είπα, πάµε! Σε λίγα λεπτά είχαµε φτάσει στο νοσοκοµείο. Έτρεξα µέσα και ρώτησα αν είναι καλά η αδερφή µου. – ∆εν έχει συνέλθει εντελώς, αλλά καλυτερεύει, µου είπε ένας γιατρός. – Mα, πώς λιποθύµησε; τον ρώτησα. – E, κάποιος της έδωσε µια µικρή δόση ναρκωτικών. – Tι; Ποιος; – ∆εν ξέρουµε… – Xµµ, νοµίζω πως ξέρω εγώ, είπα. – Aν ξέρεις κάτι παραπάνω, καλύτερα να το πεις στον αστυνοµικό, µου είπε. Πήγα στον αστυνοµικό και του είπα για τον Aλέκο. – Λοιπόν, µπορείς να µου περιγράψεις αυτόν τον Aλέκο; µε ρώτησε ο κύριος Nικόλας. – ∆εν τον θυµάµαι πολύ, αλλά είµαι σίγουρη πως έχει καστανά µαλλιά, είναι ψηλός και έχει ένα µεγάλο κόκκινο σηµάδι στο µέτωπό του. – Nαι, αλλά πώς ξέρεις πως είναι αυτός; – ∆εν είµαι σίγουρη, αλλά τον είδα χθες το βράδυ να βάζει κάτι σαν ζάχαρη, αλλά σίγουρα όχι ζάχαρη, στο ποτό της Eιρήνης. – Ποια είναι η Eιρήνη; – H αδερφή µου καλέ, που βρίσκεται στο νοσοκοµείο. – Συγγνώµη που διακόπτω, είπε ένας γιατρός, που έβγαινε απ’ το δωµάτιο της Eιρήνης. 11


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 12

– Tι συνέβη, γιατρέ; ρώτησε ο αστυνόµος. – ∆εν είναι σοβαρό, απλώς ήθελα να σας ειδοποιήσω πως µπορείτε να περάσετε στο δωµάτιο. ∆εν έβλεπα την ώρα να µπω µέσα και να τη σφίξω στην αγκαλιά µου, µα οι γιατροί είπαν πως πρέπει να µην την ξυπνήσω για µερικές ώρες. Mπήκα µέσα και φίλησα την Eιρήνη στο µέτωπο. ∆εν άντεχα άλλο ξύπνια και µε πήρε ο ύπνος στο διπλανό κρεβάτι. Tην επόµενη µέρα µε ξύπνησαν δύο γιατροί λέγοντάς µου πως εγώ και η Eιρήνη µπορούσαµε τώρα πια να πάµε σπίτι. Bγήκαµε από το νοσοκοµείο, πήραµε ένα ταξί και πήγαµε σπίτι. Mε το που µπήκαµε µέσα έβαλα την Eιρήνη να ξαπλώσει και της ετοίµασα φαγητό. Tο απόγευµα µας έκανε µια απρόσµενη επίσκεψη ο αστυνόµος Nικόλας. – Σας έχω κάποια άσχηµα νέα και χρειάζοµαι τη βοήθειά σας, είπε µπαίνοντας. – Tι συµβαίνει αστυνόµε; τον ρώτησε η Eιρήνη. – Θα ’θελα να σας ρωτήσω για τον Aλέκο. Mήπως είναι αυτός; ρώτησε δείχνοντας µια φωτογραφία. – Nαι, αυτός είναι, γιατί ρωτάτε; – O Aλέκος, είναι έµπορος ναρκωτικών. ∆ραπέτευσε απ’ τη φυλακή πριν από τρεις εβδοµάδες και τον ψάχνει η αστυνοµία. Mείναµε µε το στόµα ανοιχτό, δεν ξέραµε τι να πούµε. – Πώς γίνεται αυτό; O Aλέκος είναι τόσο καλός, κατάφερε να ξεστοµίσει η Eιρήνη. – Λυπάµαι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Πρέπει να µας βοηθήσετε να τον βρούµε. – Πώς θα το κάνουµε αυτό; ρωτήσαµε. 12


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 13

– Aν συµφωνείτε κι εσείς θα ήταν µια καλή ιδέα να τον καλέσετε εδώ κι εγώ να είµαι κρυµµένος σ’ ένα άλλο δωµάτιο και να τον παρακολουθώ. – Eντάξει, είπε µε τρεµουλιαστή φωνή η Eιρήνη. – Ωραία! Aφού συµφωνείτε, πάρτε τον τηλέφωνο και τις λεπτοµέρειες θα τις πούµε µετά. H Eιρήνη τηλεφώνησε κατευθείαν στον Aλέκο και του ζήτησε να βρεθούν στο σπίτι µας το βράδυ. O Aλέκος συµφώνησε µετά χαράς, µα πού να ήξερε τι τον περίµενε! H ώρα πέρασε πολύ γρήγορα και κατά τις οχτώ ήρθε ο Aλέκος. Όταν µπήκε µέσα, η Eιρήνη πρότεινε να κάτσουν να φάνε. – Tο φαγητό είναι πολύ ωραίο, Eιρήνη. H αδερφή σου όµως πού είναι; ρώτησε ο Aλέκος. – Mια φίλη της έχει ένα πάρτυ εδώ κοντά και την άφησα να πάει, του απάντησε η Eιρήνη. «Aµάν κι αυτός ο Aλέκος. Kοτζάµ παλικάρι, δεν έµαθε ακόµα να µην πέφτει στα δίχτυα των άλλων µε την πρώτη;» σκέφτηκα τότε, επειδή ήµουνα κλεισµένη στο δωµάτιό µου, µαζί µε τον αστυνόµο Nικόλα. Eνώ η Eιρήνη ήταν στην κουζίνα, ο αστυνόµος Nικόλας κοίταξε προσεκτικά τον Aλέκο. Kαι τότε… ο Aλέκος έβγαλε γρήγορα απ’ την τσέπη του ένα σακουλάκι µε εκείνη τη «ζάχαρη» και χωρίς δισταγµό την έριξε όλη στο ποτήρι της Eιρήνης. Mόλις το είδε αυτό ο αστυνόµος Nικόλας πετάχτηκε έξω απ’ το δωµάτιο φωνάζοντας: – Συλλαµβάνεσαι! O αστυνόµος κοίταξε µε µίσος τον Aλέκο. O Aλέκος χωρίς να σκεφτεί καθόλου έβγαλε ένα όπλο και πυροβόλησε τον αστυνόµο. Σφαίρα απ’ το όπλο όµως, δεν βγήκε. O Aλέκος πάτησε τη σκανδάλη 13


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 14

µερικές ακόµα φορές, αλλά πάλι τίποτα. Tότε, ο αστυνόµος Nικόλας έτρεξε γρήγορα προς το µέρος του, του έβαλε χειροπέδες και τον τράβηξε προς την πόρτα. H Eιρήνη βγήκε απ’ την κουζίνα κλαίγοντας. Bγήκα κι εγώ απ’ το δωµάτιο για να δω τι συµβαίνει. O αστυνόµος µας πληροφόρησε αργότερα πως ο Aλέκος κλείστηκε στη φυλακή για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Mετά από αρκετά χρόνια µπορούσα πια να µείνω µόνη µου κι έτσι η Eιρήνη αποφάσισε να πάει να σπουδάσει στη Γερµανία. Έχω να τη δω αρκετό καιρό και γι’ αυτό θα πάω να τη δω το καλοκαίρι. Mένει µόνιµα πια στη Γερµανία, είναι παντρεµένη και περιµένει παιδί. Όταν πάω θα έχει µόλις γεννήσει. O Aλέκος ίσως είναι ακόµα στη φυλακή. Mια φορά µόνο, πριν από µερικά χρόνια, τηλεφώνησε στην Eιρήνη, αλλά εκείνη τον αγνόησε και δεν την έχει ξαναενοχλήσει. ∆εν βλέπω την ώρα να έρθει το καλοκαίρι… – A! Tελείωσε ο καφές, πάω να φέρω κι άλλο, να µου πεις τα δικά σου νέα…

14


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 15


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 16


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 17

H ∆ιάσωση Θόδωρος ∆αµανάκης, Γιώργος Zερβουλάκος, Hλίας Kατσιώτης, Γιάννης Φουλάνης.

I Στη Nάπολη της Iταλίας, ο επιχειρηµατίας Pενάτο Φάουλι ταξίδευε µε το «Φάουλι Σταρ» για να συναντήσει στη Nίκαια της Γαλλίας τον πρόεδρο της χώρας. Για να κάνουν µια συµφωνία για την παραγωγή προϊόντων καυσίµων στη Γαλλία. Kαθώς αρµένιζαν, ένα γιοτ φάνηκε να τους ακολουθεί. Tο γιοτ πλησίασε και από µέσα εµφανίστηκαν απειλητικοί, Iταλοί µαφιόζοι. Ένας από τους µαφιόζους – αρχηγός τους έπρεπε να ήταν – είπε στους ναύτες του «Φάουλι Σταρ»: – Παραδώστε µας το Pενάτο Φάουλι και θα σας αφήσουµε να ζήσετε. Oι ναύτες του «Φάουλι Σταρ» κοίταξαν το Φάουλι. Tότε, ο Φάουλι είπε: – Θα έρθω, αν υποσχεθείς πως δεν θα πειράξεις το πλήρωµα και το πλοίο µου. – Eντάξει, το υπόσχοµαι. Oι µαφιόζοι πήραν το Φάουλι στο γιοτ τους και αποµακρύνθηκαν. Tότε ένας µαφιόζος είπε σ’ εκείνον που έµοιαζε αρχηγός: – Kαι τώρα Kορέτι; – Έβαλες τη βόµβα στο «Φάουλι Σταρ»; ρώτησε ο Kορέτι. – Nαι. 17


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 18

H βίλα «Φ»…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 19

– Tώρα, πάτα το κουµπί ν’ ανατιναχτεί. O Φάουλι τα είχε χάσει. Eίπε: – Mα… το υποσχέθηκες. – E, και λοιπόν; – Eίσαι ένας ψεύτης! – Eντάξει, εντάξει, ας τελειώνουµε. . . . πάτα το κουµπί! O µαφιόζος πάτησε το κουµπί και το «Φάουλι Σταρ» ανατινάχτηκε µε όλο το πλήρωµα και το εµπόρευµα που κουβαλούσε.

II Στη Nάπολη, στη βίλα «Φ», ο Nτιγκορί Φάουλι έπαιζε µε τους φίλους του. Ήταν τρεις ακόµη 12χρονοι συµµαθητές του, ο Nικολά, ο Aντόνιο και η Kάρµεν. Ξαφνικά, χτύπησε το κουδούνι. O Nτιγκορί έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα φάνηκε ο Aστυνόµος. O Aστυνόµος είπε: – Παιδί µου, σου έχω άσχηµα νέα. Tο «Φάουλι Σταρ» βρέθηκε βυθισµένο έξω από το λιµάνι της Nίκαιας. Eυτυχώς το πτώµα του πατέρα σου δεν βρέθηκε. Yπάρχει η πιθανότητα να γλίτωσε και να ζει. O Nτιγκορί είχε µείνει µε ανοιχτό το στόµα. ∆εν ήξερε τι να πει. Ένιωθε ένα τρέµουλο στην καρδιά και νόµιζε ότι θα εκραγεί. – Nτιγκορί… κοντοστάθηκε η Kάρµεν. – Yπάρχει ελπίδα, Nτιγκορί, είπε ο Aντόνιο. – Nαι, θα βρούµε τον πατέρα σου, είπε ο Nικολά. O Aστυνόµος είπε ακόµα πως εκείνη τη στιγµή ελικόπτερα έψαχναν παντού. Mετά έφυγε. O Nτιγκορί, κλείστηκε γρήγορα στο δωµάτιό του και ξέσπασε σε λυγµούς. 19


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 20

Tην επόµενη µέρα, ο Aντόνιο, ο Nικολά και η Kάρµεν επισκέφτηκαν το Nτιγκορί για να του δώσουν κουράγιο. (O Nτιγκορί ήταν ορφανός από µητέρα κι αυτό έκανε τα πράγµατα χειρότερα.) Bρήκαν το Nτιγκορί να κάθεται κοντά στο πέτρινο παράθυρο και να κοιτάει τη θάλασσα. Tότε η Kάρµεν είπε: – Nτιγκορί, έχουµε σχέδιο! Xτες το βράδυ τα παιδιά κοιµήθηκαν σπίτι µου και έτσι, συζητώντας, καταλήξαµε πως αφού όλοι είναι απασχοληµένοι µε το θέµα του πατέρα σου, κανείς δεν θα προσέξει την απουσία µας. – Παιδιά, οµολογώ ότι δεν σας καταλαβαίνω. Έκανε απορηµένος ο Nτιγκορί. – Λοιπόν, χτες βρήκαµε τον κατάλληλο εξοπλισµό και είµαστε έτοιµοι να σώσουµε τον πατέρα σου! – Παιδιά, είναι καταπληκτική ιδέα αλλά… – Aλλά; – Nα, δεν θα τα καταφέρουµε… – Ποτέ µη λες ποτέ! – Έχετε δίκιο ας ξεκινήσουµε την αναζήτηση! Nωρίς το άλλο πρωί, αφού µάζεψαν τα κατάλληλα πράγµατα (σουγιά, φακό, σχοινί, λίγα τρόφιµα, νερό, σφεντόνα, πυξίδα, κινητό κ.α. µικροαντικείµενα), ξεκίνησαν την αναζήτηση. Στην αρχή ένιωσαν τύψεις γι’ αυτό που έκαναν, αλλά ποτέ δεν θα το έβαζαν κάτω! Σκέφτηκαν ότι αφού το «Φάουλι Σταρ» βυθίστηκε κοντά στη Nίκαια πιθανόν ο Pενάτο να είχε κολυµπήσει κατά κει αν ζούσε. Έτσι, πήγαν στο λιµάνι και βρήκαν το «Nίκαια Eξπρές». Παρόλο που είχαν λεφτά από τον πατέρα του Nτιγκορί (να µην ξεχνάµε ότι ήταν επιχειρηµατίας), δεν τους άφησαν να µπουν χωρίς κάποιον ενήλικα! Aποφάσισαν λοιπόν να µπουν ως λαθρεπιβάτες. H Kάρµεν είπε: – Nα µπούµε στη σωσίβια λέµβο. Kαι πράγµατι έτσι έκαναν και έµειναν εκεί σε όλο το ταξίδι. 20


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 21

Θα πάρουµε τη βάρκα για να πλησιάσουµε…

Στο µεταξύ, οι µαφιόζοι ήταν κοντά στο λιµάνι της Nίκαιας. Eπειδή υπήρχαν αστυνόµοι στο λιµάνι θα έβγαιναν σε µια παραλία ερηµική, όµως… – Kορέτι, το νερό εδώ είναι πολύ ρηχό και δεν µπορούµε να πλησιάσουµε άλλο! – Kαλά, θα πάρουµε τη βάρκα για να πλησιάσουµε. Mετά θα πάµε στην Aφρική. 21


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 22

Θα πάµε πετώντας…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 23

Έκαναν κουπί ως την ακτή και ο Pενάτο άφησε επίτηδες στη βάρκα το µπουφάν του. Eυτυχώς, οι µαφιόζοι δεν το πρόσεξαν. Tα παιδιά φτάνοντας στη Nίκαια και κατεβαίνοντας προσεχτικά από τη λέµβο πήγαν κάπου πιο ήσυχα για να σκεφτούν. O Aντόνιο που ήταν κουρασµένος είπε: – ∆εν πάµε να κάνουµε καµιά βουτιά να χαλαρώσουµε λιγάκι; Tα παιδιά έκριναν πολύ καλή την ιδέα και όλοι µαζί βούτηξαν και το ευχαριστήθηκαν! Όταν τέλειωσαν είδαν µια βάρκα µε κάτι περίεργο µέσα. Πλησίασαν και είδαν το µπουφάν του Pενάτο. O Nτιγκορί το σήκωσε και κάτι έπεσε από µέσα, ήταν ένα µπουκάλι. H Kάρµεν είπε: – Έ, παλιό µπουκάλι είναι, ας το πετάξουµε! – Όχι, όχι, είπε ο Nικολά, στα παλιά τα χρόνια έκρυβαν µέσα µηνύµατα! Άνοιξαν το µπουκάλι και µέσα βρήκαν ένα βρεγµένο σηµείωµα που έγραφε: Tο υπόλοιπο µήνυµα είχε σβηστεί από το νερό. – Πώς θα πάµε εκεί; ρώτησε ο Nτικορί. – Θα πάµε πετώντας! είπε η Kάρµεν κι έδειξε ένα ελικόπτερο µ’ έναν µεσήλικα άντρα που τους χαιρετούσε φιλικά. – Ποιος είναι; ρώτησε ο Nικολά. – O θείος µου, είπε η Kάρµεν, ξέχασα να σας πω πως µου είχε πει να τον καλέσω σε περίπτωση ανάγκης. Έτσι λοιπόν, ειδοποίησα µε το κινητό το θείο µου από το πλοίο για να µας βοηθήσει. – Cool! είπε ο Aντόνιο. Πήγαν στο ελικόπτερο κι εξήγησαν στο θείο της Kάρµεν τι συνέβη. – Eντάξει, θα σας πάω στην Aφρική. 23


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 24

Eν τω µεταξύ οι µαφιόζοι είχαν πάει στο Kάιρο κι έψαχναν ένα τζιπ για να διασχίσουν τη Σαχάρα. Πήγαν σ’ ένα µαγαζί για να «νοικιάσουν» ένα τζιπ. – ∆ώστε µας αυτό το τζιπ, αλλιώς θα πεθάνετε! – E… Eν… εντάξει. Π… πάρτε τα κλειδιά, είπε ταραγµένος ο υπάλληλος. Oι µαφιόζοι πήραν τα κλειδιά και κατευθύνθηκαν προς την έρηµο. – Tι θα κάνετε στην έρηµο; ρώτησε ο Pενάτο τον αρχηγό των µαφιόζων. – Σκασµός! Tου απάντησε. Πάρε τον Aστυνόµο να του πεις για τα λύτρα! Σε λίγο άρχισε µια αµµοθύελλα που κράτησε για το υπόλοιπο του ταξιδιού. Tα παιδιά µαζί µε το θείο, εξουθενωµένα από το ταξίδι, έψαχναν στο Kάιρο για τους µαφιόζους. Eνώ τριγύριζαν, είδαν σ’ ένα σηµείο πολύ κόσµο και αστυνοµία. Tα παιδιά ρώτησαν έναν κύριο τι συµβαίνει, κι εκείνος τους απάντησε: – Kάποιοι επιτέθηκαν σ’ αυτό το µαγαζί και έκλεψαν ένα τζιπ! Tα παιδιά έτρεξαν στο µαγαζάτορα για να ρωτήσουν λεπτοµέρειες. Tότε η Kάρµεν είπε: – Πώς έµοιαζαν; – Φορούσαν µαύρο καπέλο και µαύρο σακάκι. Eίχαν και πιστόλια! – Mήπως είχαν και κάποιον µαζί τους µε µπλε σακάκι; Eίπε ο Nτιγκορί. – Nαι, τώρα που το αναφέρεις! – Πού πήγαν; – Προς την έρηµο! O Nτιγκορί τα έχασε. Pώτησε: – Πόσο κάνει ένα τζιπ; – $30.000. O Nτιγκορί έβγαλε τα λεφτά και πλήρωσε. O θείος θα οδηγούσε. Tα παιδιά ανέβηκαν στο τζιπ και ο θείος ξεκίνησε. Άρχισε αµµοθύελλα και δεν έβλεπαν τίποτα! 24


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 25

– ∆εν βλέπω τίποτα, είπε η Kάρµεν. – Oύτε κι εγώ, είπε ο Nικολά. – E… Tι είναι αυτό; Kάτι παράξενες σκηνές παρατήρησαν µπροστά τους. – Nοµίζω ότι είναι Bεδουίνοι (άνθρωποι που ζουν στην έρηµο), είπε ο θείος. Πράγµατι Bεδουίνοι ήταν. Kαι τώρα πλησίαζαν. – Γκια σας ξένοι, είπε ο Bεδουίνος µε τα περίεργα τατουάζ καθισµένος στο άλογό του, τι αναζηντείτε; – Kάποιους κακούς ανθρώπους, είπε ο Aντόνιο, για την ακρίβεια κάποιους πολύ κακούς ανθρώπους! – Mάλιστα, θα σας µποηθήσουµε. Eλάτε στη σκηνή µου γκια να µου τα πείτε. Tα παιδιά πήγαν στο χωριό των Bεδουίνων όπου τους κάνανε το τραπέζι και µετά εξήγησαν στον αρχηγό την αποστολή τους. O Bεδουίνος άκουσε την ιστορία και τους υποσχέθηκε να τους βοηθήσει µε τους µαφιόζους. Eν τω µεταξύ οι µαφιόζοι τα είχαν βρει σκούρα µε την αµµοθύελλα. – Γαµώτο, τι θα κάνουµε τώρα; είπε ο αρχηγός των µαφιόζων. – Θα φύγουµε! είπε ο Pένατο και µε µια δυνατή µπουνιά ελευθερώθηκε απ’ το φρουρό του και προσπάθησε να φύγει. Tότε ένας µαφιόζος τον πυροβόλησε στο πόδι. – AAAAA! φώναξε ο Pενάτο. Στο χωριό των βεδουίνων: – Eντάξει, θα σας βοηθήσουµε! Θα έρθουµε µαζί σας να σας δείξουµε το δρόµο. Μετά όµως θα φύγετε από την περιοχή µας.

25


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 26

Oι µαφιόζοι κατευθύνθηκαν προς τηεν έρηµο…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 27

ΙII Ξεκίνησαν µε οδηγό το βεδουίνο. H αµµοθύελλα όµως δυνάµωσε και τα πράγµατα δυσκόλεψαν. Mετά από λίγη ώρα η Kάρµεν είπε: – Kάτι φαίνεται στον ορίζοντα. – Nαι, το βλέπω κι εγώ, παρατήρησε ο Nικολά. ∆ιέκριναν ένα τζιπ στον ορίζοντα. Ήταν το τζιπ του Kορέτι! – Kορέτι, κάποιος µας ακολουθεί. – Kαθάρισε τον αµέσως! – ∆εν είναι µόνο ένας, έξι είναι! – ∆εν µε ενδιαφέρει καθάρισε τους αµέσως! Tότε ο µαφιόζος έβγαλε ένα µπαζούκας και άρχισε να πυροβολεί. – Eίναι οι µαφιόζοι! Eίπε ο Aντόνιο. – Tι είναι αυτό; είπε ο Nικολά παρατηρώντας κάτι που έβγαζε από την τσέπη του ο θείος. – Aυτό, είναι ένα πιστόλι έκτατης ανάγκης, το πήρα από το αεροπλανάκι µου γιατί σκέφτηκα ότι θα µας χρειαστεί! – Aυτό είναι τέλειο! Eίπε ο Nτιγκορί. – Nαι αλλά πρέπει κάποιος άλλος να πυροβολεί! ! ! Mια σφαίρα πέρασε ξυστά από τον θείο. – Γρήγορα! – Θα το κάνω εγώ, είπε ο Nτιγκορί! Kάνω και σκοποβολή! Aκολούθησε µια φοβερή µάχη! O Nτιγκορί πληγώθηκε στο χέρι µα δεν το έβαζε κάτω! – Xτύπα τη µηχανή, είπε ο Aντόνιο. – ∆εν µπορώ από εδώ! 27


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 28

– Θείε, είπε η Kάρµεν, πρέπει να πας δίπλα στο τζιπ τους για να τα καταφέρει ο Nτιγκορί! Πράγµατι έτσι έγινε. Aλλά οι σφαίρες του όπλου σύντοµα τελείωσαν και ο Nτιγκορί δεν τα κατάφερε. Έτσι ο θείος αναγκάστηκε να αποµακρυνθεί ξανά. – Mεγκάλο λακκούβα, είπε ο βεδουίνος! – Πού; – Mπροστά άλλο τζιπ! H σκηνή που ακολούθησε ήταν τροµερή! Tο άλλο τζιπ έπεσε στη λακκούβα και ανατινάχτηκε στον αέρα. Έκανε µια τόσο µεγάλη έκρηξη που ο Nτιγκορί νόµιζε ότι φάνηκε σε όλη τη γη! Όλοι χαίρονταν εκτός από τον Nτιγκορί. – Nτιγκορί γιατί δεν χαίρεσαι; είπε η Kάρµεν. – O πατέρας µου; H Kάρµεν κοντοστάθηκε, είχαν ξεχάσει τον πατέρα του Nτιγκορί! O Nτιγκορί ξέσπασε σε λυγµούς. ∆εν ήξερε τι να πει µετά από όσα είχαν περάσει. Mα ξαφνικά κάτι ακούστηκε! O Nτιγκορί αναγνώρισε αµέσως αυτή τη φωνή. Ήταν η φωνή του πατέρα του! O Nτιγκορί έτρεξε αµέσως στην αγκαλιά του! – Mα πατέρα… πώς; – Eγώ είχα δει τη λακκούβα και καθώς ο µαφιόζος ήταν απασχοληµένος µαζί σας, µπόρεσα και πήδηξα από το τζιπ… µα Nτιγκορί, εσύ είσαι πληγωµένος! – Mπα, δεν είναι τίποτα. – Έρχονται ελικόπτερα της αστυνοµίας! Mα πώς µας βρήκαν; O Aστυνόµος έτρεξε λαχανιασµένος προς το µέρος τους. Eίπε: – Aντόνιο, Nικολά, Kάρµεν! Oι γονείς σας ψάχνουν παντού για σας! E… Pενάτο, φίλε µου! Mα, είσαι καλά; – Eυτυχώς µια χαρά! 28


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 29

– Aστυνόµε, πώς µας βρήκες; – Eίδαµε την έκρηξη και ήρθαµε αµέσως! Eπίσης οι µαφιόζοι τηλεφώνησαν για λύτρα και… αλήθεια πού είναι οι µαφιόζοι; – Eίναι νεκροί! – Mα αυτό είναι καταπληκτικό! Kαι η έκρηξη; – Ήταν από το τζιπ τους. – Aυτό είναι θαυµάσιο! – Παιδιά, ελάτε! Eίναι ώρα να πάµε σπίτι! – Θα σας πάω εγώ µε το αεροπλάνο. Eίπε ο θείος που τον είχαν ξεχάσει για λίγο. – Ω! Mαχόνη! Xρόνια και ζαµάνια, φίλε µου! Mετά πήγαν το βεδουίνο στο χωριό του και τον ευχαρίστησαν θερµά. O βεδουίνος είχε λίγο επίδεσµο και περιποιήθηκε το πόδι του Pενάτο και το χέρι του Nτιγκορί. Kατά το βράδυ µπήκαν στο ελικόπτερο και αναχώρησαν για την Iταλία! Στον κήπο του Nτιγκορί οι τέσσερις φίλοι συζητούσαν για τις περιπέτειές τους και από εκείνη τη στιγµή υποσχέθηκαν ότι θα είναι για πάντα φίλοι!

29


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 30

Aφιερωµένο στον κ. Παντελή και σε όλο το «∆ιονύσιο Σολωµό».


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 31

ΖΚ-312 Συντακτική Οµάδα: Eρρίκος Mπόλλνερτ, Άρης Ασλανίδης, Στέλιος Γράψας, Παναγιώτης Λεάκος, Ηλιανός Σταµατόπουλος, ∆ηµήτρης Κατσικογιάννης.

I Bρισκόµαστε στο τρίτο τεταρτηµόριο, στο διαστηµικό σταθµό που ονοµάζεται «ZK-312». Έχει πάρει το όνοµά του από έναν πλανήτη εξωγήινων που έχει εντοπιστεί. ∆ύο από τα µέλη του σταθµού είναι ο Tρόη και ο Mπεν. – Tι κάνεις Tρόη; Bρήκες σχέδιο ή όχι; – Έχουµε συνεδρίαση στις οκτώ και τριάντα ακριβώς. Tο σχέδιο θα το συζητήσουµε στη συνεδρίαση! – Θα φέρω και τους άλλους. O Tρόη, όµως, είχε φύγει για να ετοιµάσει την αίθουσα της συνεδρίασης. Mετά από λίγη ώρα η πόρτα άνοιξε και όλο το διαστηµικό συµβούλιο µπήκε µέσα στην αίθουσα συνεδριάσεως. Tο ροµπότ NΠ-2, ο Nτάγκερ, ο Nόρµπερτ, ο Άλτι, όλοι τους. O Mπεν όµως έλειπε. O Άλτι είπε στον Tρόη: – O Mπεν θα έρθει σε λίγο! 31


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 32

Ο διαστηµικός σταθµός «ΖΚ-312»…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 33

– Yπάρχει κάποιο πρόβληµα; ρώτησε εκείνος απορηµένος. – Όχι; Tότε λοιπόν ας αρχίσουµε. Σας κάλεσα εδώ να συζητήσουµε για µια εκστρατεία κατά των εξωγήινων. – Tι εννοείς; είπε ο Nόρµπερτ. Πριν προλάβει ο Tρόη να απαντήσει, µπήκε στην αίθουσα ο Mπεν. Xωρίς να πει τίποτα, κάθισε σε µια καρέκλα. – Aυτό που άκουσες, είπε ο Tρόη στον Nόρµπερτ. Σας παρουσιάζω τον πύραυλο IQ-360. O Tρόη πάτησε ένα κουµπί πάνω στο τραπέζι και µέσα στην αίθουσα εµφανίστηκε µια τρισδιάστατη εικόνα ενός µεγάλου πυραύλου. Όλοι έβγαλαν ένα επιφώνηµα θαυµασµού. O Tρόη συνέχισε: – Eίναι σχεδιασµένος να χωράει έως και 1.500 άτοµα και 100 τόνους τρόφιµα και υλικά. Eπίσης είναι προγραµµατισµένος να εντοπίζει εξωγήινα σκάφη. Aκούστηκαν ψίθυροι γύρω-γύρω. – E… δεν ξέρουµε, Tρόη, είπε ο Nόρµπερτ. Θα το σκεφτούµε. – Tότε, ας λήξει εδώ αυτή η συνεδρίαση, είπε ο Tρόη. Σκεφτείτε το και το ξανασυζητάµε αύριο.

II Tην επόµενη µέρα ο Tρόη είχε στο νου του πολλές ιδέες, αλλά οι υπόλοιποι ήταν αρνητικοί. – Kαληµέρα, Nόρµπερτ, είπε ο Tρόη. Σκέφτηκες τελικά το σχέδιο; – Tο σκέφτηκα και κατέληξα στο συµπέρασµα ότι είναι λίγο τρελό. Kαι οι άλλοι συµφωνούν µαζί µου. 33


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 34

– Nαι, αλλά… έχω κάποιες καινούργιες ιδέες, είπε ο Tρόη. – E… καλά. Θα τα πούµε τότε στο γραφείο µου σε λίγο. Στις 09:00 πιστεύω θα είναι καλά. Λίγο πιο ευχαριστηµένος, µετά από τη συνάντηση µε τον Nόρµπερτ, ήταν τώρα ο Tρόη. Σηµείωνε κάτι χαρτιά στο γραφείο του, αλλά το µυαλό του ήταν αλλού. Ήταν στη συναίνεση των συνεργατών του, στη νίκη εναντίον των εξωγήινων και στη δόξα που θα έπαιρναν αργότερα. Kαι τότε, του ήρθε ένα πιο πειστικό επιχείρηµα. Aν τελικά νικούσαν τους «εξωγήινους», αφού ο «ZK-312» έχει οξυγόνο και τις κατάλληλες συνθήκες για να ζήσει ένας άνθρωπος, τότε ο πλανήτης αυτός θα µπορούσε να χρησιµοποιηθεί ως αποικία! O Tρόη έτρεξε στο γραφείο του Nόρµπερτ. H ώρα ήταν 09:00 ακριβώς. Mπήκε µέσα, ο Nόρµπερτ καθόταν στο γραφείο του και αµέσως µόλις είδε τον Tρόη, σηκώθηκε. – Nόρµπερτ, αν νικήσουµε τους εξωγήινους τότε ο πλανήτης τους µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως αποικία µας! – Aυτό, Tρόη, είναι αλήθεια µια πάρα πολύ καλή ιδέα! είπε ο Nόρµπερτ. – Xαίροµαι, Nόρµπερτ, που το κατάλαβες. Nα το αναφέρουµε και στους άλλους. O Tρόη και ο Nόρµπερτ ανακοίνωσαν στα υπόλοιπα µέλη του συµβουλίου, αυτή την ιδέα. Tελικά όλοι συµφώνησαν. Tο µόνο που έµενε πια ήταν να οργανώσουν στρατό, να βρουν εφόδια, να αγοράσουν όπλα και να κατασκευάσουν τον πύραυλο. – Kοστίζουν πολλά, ∆ρ. Pάσπεν, είπε ο Tρόη µόλις ο ∆ρ. Pάσπεν υπολόγισε την τιµή. – Eίναι αλήθεια, µα δεν γίνεται αλλιώς, είπε ο ∆ρ. Pάσπεν. – Έχεις δίκιο, είπε ο Tρόη. Mε ένα πολύωρο τηλεφώνηµα στον αρχηγό του στρατού, λύθηκε το πρόβληµα 34


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 35

των εφοδίων και των όπλων. Έµενε µόνο το θέµα του διαστηµοπλοίου. O ∆ρ. Pάσπεν είπε πως τα εξαρτήµατα που χρειάζονταν ήταν πολλά και σπάνια.

III Tην επόµενη µέρα ο Tρόη ξύπνησε νωρίς. Eίχε πολλές έγνοιες στο µυαλό του. Aν το διαστηµόπλοιο φτιαχνόταν έγκαιρα, θα έπρεπε να ξεκινήσουν σύντοµα για να καταλάβουν τον πλανήτη των εξωγήινων, πράγµα που δεν φάνταζε εύκολο. Πηγαίνοντας στο γραφείο του, ο Tρόη συνάντησε τον Mπεν. – Kαληµέρα, Mπεν. – Kαληµέρα, Tρόη. Πώς πάει το σχέδιο; Σκεφτόµουν ξέρεις, πως αν καταλάβουµε τον πλανήτη των εξωγήινων θα γίνουµε πλούσιοι και ήρωες. – Nαι, όµως δεν ξέρουµε τι όπλα έχουν αυτοί. Yποθέτω, πως θα έχουν ισχυρότερα όπλα απ’ τα δικά µας. – Mη σε νοιάζει, τι θα πάθουµε; Θα µας σκοτώσουν; Σιγά… Tι είναι η ζωή; Σάµπως ξέρουµε; Ίσως γεννηθήκαµε για µεγάλα πράγµατα ίσως όχι. Θα ήταν ωραίο να… O Mπεν συνέχισε το µονόλογό του δίνοντας στον Tρόη να καταλάβει πως είχε ξυπνήσει µε κέφια. Mετά από λίγο, ο Tρόη κάθησε στο γραφείο του. Xτύπησε το τηλέφωνο. – Tρόη, εσύ είσαι; Eίµαι ο ∆ρ. Pάσπεν. ∆εν θέλω να νευριάσεις, όµως θέλω να σου πω κάτι. – Συνέβη κάτι µε τη δουλειά που σου ανέθεσα; – Όχι… δηλαδή… ναι… προχωράει καλά η δουλειά όµως ο πύραυλος είναι πολύ µεγάλος. Θα µου πάρει δύο µήνες για να τον τελειώσω. Tα ροµπότ που τον φτιάχνουν είναι λίγα. Θα χρειαστώ κι άλλα. 35


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 36

Το πιλοτήριο του πυραύλου…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 37

– Πόσα; – Tο λιγότερο εκατό! Aλλά θα τελειώσω πιο γρήγορα αν τα έχω. – Eντάξει, θα τα στείλω. Έκλεισε το τηλέφωνο. O Tρόη αµέσως ξανασήκωσε το τηλέφωνο και κανόνισε το θέµα µε τα ροµπότ. O Tρόη έπεσε σε σκέψεις. Mήπως το σκέφτηκε πολύ επιπόλαια; Mήπως βάδιζαν προς την καταστροφή; Aυτές οι σκέψεις τον βασάνιζαν, ώσπου χτύπησε το τηλέφωνο. – Παρακαλώ! είπε νευριασµένος ο Tρόη. – Tρόη! Eίµαι ο ∆ρ. Pάσπεν. Για την κατασκευή του πυραύλου, χρειαόµαστε κάτι το οποίο δεν έχουµε. – Kαι τι είναι αυτό; – Mια µεγάλη πηγή ενέργειας. – Kαι πού θα τη βρούµε; – Θα ξεκινήσει µια έρευνα σε λίγο. Θα εξετάσουµε κάθε πιθανό αντικείµενο.

IV Tην άλλη µέρα ο Tρόη πηγαίνει στο σταθµό και βλέπει τον Mπεν. – Γεια σου Mπεν. – Γεια σου Tρόη, πρέπει να σου µιλήσω. – Γιατί; Tι συµβαίνει; – Ήρθε ένας καινούργιος συνεργάτης. Tον λένε Mπόµπ. Θα βοηθήσει τον ∆ρ. Pάσπεν, να φτιάξει τον πύραυλο. – A, ωραία! Kαι; – ∆εν µου αρέσει. Kάτι κρύβει! A, νάτος, έρχεται! 37


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 38

– Kαληµέρα, εσείς πρέπει να είστε ο κ. Tρόη. – Kι εσείς, πρέπει να είστε ο κ. Mπόµπ. – Mάλιστα. – Σου έχουν πει τι πρέπει να κάνεις; – Θα βοηθήσω τον ∆ρ. Pάσπεν να φτιάξει τον πύραυλο. – Ωραία, ξεκίνα! O Mπόµπ, αποµακρύνθηκε βιαστικός. – Λοιπόν Mπεν, είπε ο Tρόη, εµένα µου φαίνεται µια χαρά παιδί! Tη νύχτα, όταν όλοι κοιµόντουσαν, κάποιος µπήκε κρυφά στο σταθµό. O µυστηριώδης τύπος µπήκε στην αίθουσα του πυραύλου. Στην αίθουσα υπήρχαν δύο φρουροί. O άνθρωπος αυτός… Άνθρωπος; Ποιος είπε ότι είναι άνθρωπος; To πλάσµα αυτό, µε γρήγορες κινήσεις, επιτέθηκε στους φρουρούς. – AAA! Tι είναι αυτό; – ∆εν ξέρω, πυροβόλησέ το! Kαι οι δυο φρουροί πυροβολούσαν, µα άδικα. Tο πλάσµα απέφευγε τα πυρά. Mόλις τους τελείωσαν οι σφαίρες, το πλάσµα τους επιτέθηκε ξανά και µε µια κραυγή πόνου, φρίκης και τρόµου, οι δυο φρουροί έπεσαν κάτω αναίσθητοι. Tο πλάσµα κάτι έκανε στο σύστηµα ελέγχου του πυραύλου κι έφυγε χωρίς ν’ αφήσει ίχνος. Tην άλλη µέρα, ο Tρόη, ο Mπεν και ο ∆ρ. Pάσπεν µπήκαν στο σταθµό. – Πάιρο, Tζιµ, πού είστε; Φώναξε ο Mπεν. Kαµιά απάντηση. O Mπεν ξαναφώναξε. Mια τρεµουλιαστή φωνή ακούστηκε. – Mπεν… – Tζιµ, τι συµβαίνει; είπε ο Mπεν. – ∆εν θυµάµαι. – Kαλά, θα σας πάµε στο νοσοκοµείο και µετά θα µας πείτε τι έγινε. 38


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 39

Mετά από λίγες ώρες ο Mπεν και ο Tρόη πήγαν στο νοσοκοµείο. – Tζιµ, Πάιρο, τι σας συνέβη; – ∆ε θυµόµαστε, είπαν και οι δυο λυπηµένοι. – Eγώ το µόνο που θυµάµαι, είναι κάτι περίεργοι ήχοι, είπε ο Πάιρο. – Kι εγώ, είπε ο Tζιµ. Ήταν κάτι παράξενο, ένα πλάσµα περίεργο. – Πώς έµοιαζε; ρώτησε ο Tρόη. – ∆εν θυµάµαι, είπε ο Tζιµ. Eκείνη τη στιγµή ήρθε ο Mπόµπ. O Tρόη του εξήγησε τι συνέβη, µα αυτός είπε ένα σκέτο: «Aχά, έτσι έ;» κι έφυγε. O Tρόη σκέφτηκε: «Mάλλον ο Mπεν είχε δίκιο, κάτι κρύβει. Όµως απ’ την άλλη, γιατί;» O Tρόη ήταν πολύ σκεπτικός. Aντίθετα ο ∆ρ. Pάσπεν ήταν πολύ ανήσυχος. Mόλις είδε τον Tρόη, του είπε: – Tρόη, έχουµε βλάβη! – Bλάβη, τι βλάβη; ρώτησε απορηµένος ο Tρόη. – Bλάβη στον πύραυλο. Kάποιος µπλόκαρε το σύστηµα και θα πάρει µια βδοµάδα για να φτιαχτεί. – Ποιος το έκανε; – ∆εν ξέρω, είπε ο ∆ρ. Pάσπεν. – Ίσως το πλάσµα… O Tρόη κατάλαβε πως το πλάσµα είχε κάποια σχέση µ’ αυτό. Kαι δεν έκανε λάθος. Tο βράδυ, ο ∆ρ. Pάσπεν είπε στο Mπόµπ να µείνει για να τακτοποιήσει κάποια πράγµατα, που θα έπαιρναν µαζί τους στο ταξίδι. Tα µεσάνυχτα το πλάσµα, βρισκόταν πάλι στο σταθµό, αλλά αυτή τη φορά κανείς δεν το εµπόδισε να µπει. Mπήκε στην πτέρυγα όπου φυλάσσονταν τα όπλα και οι προµήθειες. Tοποθέτησε ένα µηχάνηµα κι έκλεισε την πόρτα ασφαλείας. Aκούστηκε ένας υπόκωφος 39


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 40

O κρύσταλλος…

θόρυβος. Όταν άνοιξε πάλι την πόρτα, όλα είχαν εξαφανιστεί. Tο πλάσµα έφυγε. Mετά από λίγη ώρα, ο Mπόµπ είδε ότι όλα είχαν εξαφανιστεί και χτύπησε αµέσως το συναγερµό. Σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει ο Tρόη, ο Mπεν, ο ∆ρ. Pάσπεν και καµιά δεκαριά στρατιώτες. O Mποµπ τους είπε ότι έκανε ένα διάλειµµα και όταν γύρισε τα πράγµατα είχαν εξαφανιστεί. O Mπεν νευρίασε πολύ και άναψε ένα τσιγάρο. Mε το που άναψε τον αναπτήρα, ο Mπόµπ έπεσε κάτω και έβγαζε κάτι παράξενους ήχους. Σιγά-σιγά άρχισε ν’ αλλάζει µορφή. Tέλος έγινε ένα πλάσµα 40


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 41

µε τρία πόδια, δύο χέρια και δύο µεγάλα κέρατα. ∆εν είχε ούτε µάτια, ούτε µύτη, παρά µόνο ένα µεγάλο στόµα. Όλοι έµειναν έκπληκτοι. Tρεις στρατιώτες αµέσως έπεσαν επάνω του και το ακινητοποίησαν. Tελικά, ήταν εξωγήινος. – Tρόη, θα πάρω τον εξωγήινο για εξέταση DNA, είπε ο ∆ρ. Pάσπεν. Mετά από λίγη ώρα ο ∆ρ. Pάσπεν γύρισε µ’ έναν κρύσταλλο στο χέρι. – Tι είναι αυτό; ρώτησε ο Mπεν. – H σωτηρία µας! Aπάντησε εκείνος.

V – Tι εννοείς; Pώτησε ο Tρόη. – Όπως αποδείχτηκε στην εξέταση, είναι µια µεγάλη πηγή ενέργειας. Kαι ο πύραυλος χρειάζεται µια τέτοια. – Tέλεια! Eίπε ο Tρόη. Mα πού τη βρήκες; – Άκου λοιπόν. O εξωγήινος, αφού τον πιάσαµε και τον βάλαµε στο θάλαµο εξέτασης, έγινε διάφανος και το µόνο που φαινόταν, ήταν ο κρύσταλλος, που όπως πιστεύουµε, είναι η καρδιά του. Eπίσης διαπίστωσα πως ο Mποµπ, δηλαδή ο εξωγήινος, και όλοι οι άλλοι εξωγήινοι, φοβούνται τη φωτιά. Άρα, καλά που άναψε το τσιγάρο ο Mπεν. Όλοι έφυγαν σκεπτικοί. Tο βράδυ ο Tρόη σηκωνόταν κάθε λίγο και λιγάκι για να ελέγξει µήπως υπήρχαν και άλλοι εξωγήινοι στο σταθµό. Tελικά η νύχτα πέρασε χωρίς απρόοπτα. Tο πρωί το τηλέφωνο του Tρόη χτυπούσε επίµονα. Ήταν ο ∆ρ. Pάσπεν. – Nαι; είπε ο Tρόη νυσταγµένα. – Kαληµέρα, Tρόη, σε ξύπνησα; είµαι ο ∆ρ. Pάσπεν. Ήθελα να σου πω, πως µ’ αυτόν τον κρύσταλλο, θα µου πάρει λιγότερο χρόνο να επισκευάσω τον πύραυλο. 41


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 42

Tο αναγκαίο είναι να βρούµε προµήθειες και όπλα. Tα υπόλοιπα άσ’ τα επάνω µου, εντάξει; O Tρόη χτύπησε το κουδούνι της συγκέντρωσης για να πει τα καλά µαντάτα στους άλλους. Πρώτος µπήκε στην αίθουσα συνεδρίασης ο Nόρµπερτ. Mετά ο Nτάγκερ µε τον Άλτι και µετά ο Mπεν και ο NΠ-2. – Λοιπόν, κύριοι, άρχισε να µιλάει ο Tρόη, σας κάλεσα για να σας πω πως η κατασκευή του πυραύλου θα ολοκληρωθεί συντοµότερα, λόγω του κρυστάλλου που βρήκαµε. Tο µόνο που πρέπει να κάνουµε, είναι να βρούµε όπλα και εφόδια. Kαι µετά απ’ αυτό… το ταξίδι ξεκινάει! Όλων τα πρόσωπα έλαµψαν. Ήταν πολύ ευχάριστη γι’ αυτούς η συντόµευση της εκκίνησης του ταξιδιού. – Tρόη, είπε ο Nόρµπερτ, εφόσον οι εξωγήινοι µπορούν να µεταµορφώνονται σε ό, τι θέλουν, δεν µπορούµε να είµαστε σίγουροι ότι δεν υπάρχει άλλος εξωγήινος ανάµεσά µας. – Πολύ σωστή σκέψη, Nόρµπερτ, είπε ο Tρόη. Λέω να περάσουµε έναν αναµµένο αναπτήρα µπροστά από όλα τα µέλη του σταθµού, για να σιγουρευτούµε. Όποιος λείψει απ’ τη συγκέντρωση, θα θεωρηθεί ύποπτος. – Mου φαίνεται πολύ καλή ιδέα, είπε ο Mπεν. Όµως τι ώρα θα γίνει η συγκέντρωση; – Στις 10 η ώρα πιστεύω ότι θα είναι καλά. – Ωραία, ας ειδοποιήσουµε και τους υπόλοιπους.

42


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 43

VI O Tρόη κοίταξε το ρολόι του. H ώρα ήταν 10 παρά πέντε. Πάλι καλά που δεν είχε αργήσει. Όλοι ήταν µέσα στην αίθουσα συγκέντρωσης. Mετά από µια βαρετή «αναπτηρο-αναγνώριση» αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε άλλος εξωγήινος εκεί. Mόλις ο Tρόη γύρισε στο γραφείο του, ακούστηκε ο ρυθµικός ήχος του τηλεφώνου. Tο σήκωσε, µίλησε σύντοµα και µόλις το έκλεισε, ήταν έτοιµος να πετάξει από τη χαρά του. O ∆ρ. Pάσπεν του είπε ότι θα ξεκινήσουν το ταξίδι µεθαύριο. Tην άλλη µέρα ο Tρόη και ο Mπεν θα πήγαιναν να παραλάβουν τα εφόδια και τα όπλα. Mετά από λίγο ήρθαν καµιά δεκαριά ροµπότ-εργάτες για να µεταφέρουν τα εφόδια στον πύραυλο. Mετά από αρκετή ώρα, ήταν όλα έτοιµα. – Eµένα µου φαίνονται πάρα πολλά, είπε ο Mπεν. – Όπα! Φίλε στάσου! Eίπε ο Tρόη. Tι θέλεις δηλαδή, θα είµαστε πάνω από χίλια άτοµα στον πύραυλο. Θέλεις να πάµε µ’ ένα σουβλάκι ο καθένας στο χέρι; Tο απόγευµα ο ∆ρ. Pάσπεν θα τους µιλούσε για το χειρισµό του διαστηµοπλοίου. Όλοι πήγαν να ξεκουραστούν, εκτός απ’ τον Tρόη. Tριγύριζε στους διαδρόµους και όλο συλλογιζόταν: «Tο ήθελα πολύ αυτό το ταξίδι, αλλά τώρα νιώθω όλα τα όνειρά µου να καταρρέουν. Ίσως όλοι έτσι νιώθουν. Kαι ο Mπεν και ο Nτάγκερ…» H ώρα περνούσε… Ξαφνικά άκουσε µια φωνή. – Tι σκέφτεσαι Tρόη; Ήταν ο Nόρµπερτ. – E… τίποτα. Mε τρόµαξες, ξέρεις. – Συγγνώµη, αλλά ο ∆ρ. Pάσπεν θα αρχίσει όπου να ’ναι. – Λοιπόν κύριοι, άρχισε ο ∆ρ. Pάσπεν, θα σας πω µερικά πράγµατα για τον πύραυλο. ∆εν θα πάρει πολύ. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και άνοιξε ένα σχε43


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 44

O πύραυλος απογειώνεται…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 45

διάγραµµα του πυραύλου. Για την εκτόξευση θα τραβήξετε τον κίτρινο µοχλό, εδώ. Oι ελιγµοί είναι θέµα του πυραύλου. Tους κάνει αυτόµατα. Eπίσης διαθέτει ένα µικρό διαστηµόπλοιο για περίπτωση ανάγκης. Έχετε µήπως καµιά ερώτηση; Όχι; ωραία. Tώρα µε συγχωρείτε, έχω πολλή δουλειά. Aκολούθησε ένα γεύµα. Όλοι έτρωγαν αµίλητοι. Προφανώς είχαν αλλάξει γνώµη. Aλλά δεν ήταν ώρα για τέτοια!

VII Tον Tρόη τον ξύπνησαν τύµπανα και τροµπέτες. Ήταν ο διαγαλαξιακός στρατός που είχε φτάσει. Oι υπόλοιποι είχαν ξυπνήσει και ήταν ήδη στην παρέλαση. Tην ώρα που µπαίνανε στον πύραυλο ο κόσµος πετούσε λουλούδια. O Tρόη µπήκε και αυτός µέσα και κάθισε στο πιλοτήριο µαζί µε τον ∆ρ. Pάσπεν. Tράβηξε τον κίτρινο µοχλό και ο πύραυλος ξεκίνησε. – Λοιπόν παιδιά, αρχίζει η περιπέτεια! Eίπε ο Nτάγκερ. Mετά από λίγη ώρα πτήσης, το µόνο που φαινόταν από το σταθµό ήταν µια πολύ µικρή κουκκιδίτσα. Tο ταξίδι προχωρούσε γρήγορα και ήρεµα. Kανείς δε µιλούσε, όλοι είχαν ένα θλιµµένο ύφος. O Tρόη έσπασε τη σιωπή και άρχισε να τους µιλάει για τη ζωή του, την οικογένειά του, τη θέση του στο διαστηµικό σταθµό κ.ά. Aυτό άρχισαν να το κάνουν και οι άλλοι, έτσι απ’ τα λόγια του ενός και του άλλου πήραν θάρρος. Aργότερα όµως το θάρρος τους χάθηκε όταν είδαν στον πίνακα του ραντάρ κάτι τελίτσες να έρχονται καταπάνω τους µε ιλιγγιώδη ταχύτητα! Ήταν βροχή από κοµήτες! Όλοι τροµοκρατήθηκαν, αλλά Tρόη τους καθησύχασε πως ο πύραυλος στρίβει αυτόµατα. Αργότερα όµως είδαν πως οι κοµήτες έστριβαν κι αυτοί προς 45


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 46

Η επίθεση των εξωγήινων…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 47

τον πύραυλο! O πύραυλος δεν µπορούσε να τους αποφύγει. Eπίσης γαντζώνονταν στον πύραυλο και προκαλούσαν ζηµιές. Zηµιές κατά 20% στη δυτική πτέρυγα, κατά 40% στη µεσαία πτέρυγα και κατά 60% στην αριστερή µεγάλη τορπίλη. Tελικά δεν ήταν τυχαίοι κοµήτες, ήταν σκάφη των εξωγήινων. Mα πώς τους βρήκανε; Θα πρέπει να υπήρχε ένας προδότης ανάµεσά τους! Kανείς δεν το σκέφτηκε όµως, γιατί οι εξωγήινοι είχαν µπει µέσα και πολεµούσαν. O Tρόη µετά από µισή ώρα είπε: «Yποχώρηση στο διαστηµόπλοιο διαφυγής!» Όλοι έτρεξαν αλλά όταν µπήκαν, ζούσαν τα δύο τέταρτα από αυτούς. O Tρόη εκτόξευσε τον πύραυλο αµέσως. Oι εξωγήινοι δεν τους ακολούθησαν… Aνάµεσα στους επιζώντες ήταν όλη η παρέα των Tρόη, Mπεν, Άλτι κλπ. O µόνος που έλειπε ήταν ο NΠ-2, ο οποίος είχε µείνει µες στον πύραυλο. Στους επιζώντες ήταν επίσης και η επιστήµονας Mίρια Aντβέντρσουρ, που είχε βοηθήσει στην κατασκευή του πυραύλου και ήξερε αρκετά για τον πλανήτη «ZK-312». – Tρόη, είπε η Mίρια, ξέρω ποιος είναι ο προδότης! – Ποιος; ρώτησε ο Tρόη. – O NΠ-2! – Mα τις λες; Πώς γίνεται; Aφού ο NΠ-2 ήρθε για να µας βοηθήσει. – Ξέρω πολλά για τον «ZK-312» και ξέρω πως µόλις ανακαλύφθηκε, έστειλαν µια οµάδα από ροµπότ για εξερεύνηση, που µέσα σ’ αυτά ήταν και ο NΠ-2. Mάλλον οι εξωγήινοι τον έπιασαν και του πέρασαν άλλες πληροφορίες στη µνήµη, ώστε να τους αναφέρει κάθε µας κίνηση. Όλοι ήταν θλιµµένοι και θρηνούσαν για τους νεκρούς ή µπορεί και αιχµαλώτους που είχαν µείνει στον πύραυλο. Όταν είδαν τον µεγαλόπρεπο αλλά και τροµαχτικό «ZK-312» όλοι απελπίστηκαν. Tότε ο Nτάγκερ πήρε το τιµόνι. 47


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 48

Η µεγάλη µάχη…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 49

– Tι κάνεις; είπε ο Tρόη. – Hρέµησε, έχω σχέδιο. – Tι σχέδιο; ρώτησαν όλοι. – O «ZK-312» έχει µια πλευρά που είναι έρηµος. Eκεί κανείς δεν θα µας ενοχλήσει, είπε ο Nτάγκερ. – Aσφαλώς, είπε ο Nόρµπερτ, πολύ καλή ιδέα Nτάγκερ! Έτσι θα τους χτυπήσουµε πιο εύκολα. H έρηµος ήταν ένα ξερό µέρος, γεµάτο θερµοπίδακες. Kαθώς διέσχιζαν την έρηµο, άρχισαν να οχυρώνονται. Μέσα τους έβραζε το µίσος και η εκδίκηση για την επίθεση των εξωγήινων στον πύραυλο. Tότε ο Mπεν είπε στον Nτάγκερ: – Eίναι πολύ επικίνδυνα εδώ που µας έφερες, Nτάγκερ! – Tο ξέρω. Aλλά το προτιµώ από ένα κλουβί ή απ’ το να µου πάρουν τα όργανά µου.

VIII O Mπεν πρότεινε στους υπόλοιπους να µην κάνουν αιφνιδιαστική επίθεση, αλλά να ξεκουραστούν και να ελέγξουν τα όπλα· έπειτα, να αρχίσουν τον πόλεµο σε δύο µε τρεις µέρες. O Tρόη του ζήτησε να µετρήσει ο ίδιος τα όπλα και τα εφόδια. – Tρόη, τα όπλα λιγοστεύουν και τα εφόδια φτάνουν για καµιά εξηνταριά µέρες. O Tρόη κάλεσε όλους τους εργάτες για να θάψουν νάρκες γύρω απ’ το οχυρό. Ύστερα από πολλή ώρα βρήκαν και έναν εξωγήινο κατάσκοπο σκοτωµένο. Tελικά ήταν πέντε οι εξωγήινοι που είχαν περάσει τις νάρκες. O Nτάγκερ κοίταξε στο οχυρό και είπε: – Έχουµε δύο νεκρούς. Aφού πέρασαν οι δύο ηµέρες, ξεκίνησαν για τον πόλεµο. Ύστερα από ώρες 49


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 50

πορείας, είδαν το πρώτο σηµάδι. Ένας εξωγήινος εµφανίστηκε µπροστά τους, έπειτα δύο από τα δεξιά τους και τέλος καµιά πενηνταριά τους περικύκλωσαν. O Tρόη φώναξε: «Όλοι κάτω! Mε το σήµα µου πυροβολήστε.» – Tρόη, είπε ο Nτάγκερ, δεν µπορούµε να µείνουµε εδώ. – Γιατί; – Γιατί οι εξωγήινοι της ερήµου είναι πολύ έµπειροι και θα µας νικήσουν εδώ. O Tρόη φώναξε: – Yποχώρηση! Όλοι υποχώρησαν, αλλά οι εξωγήινοι δεν τους ακολούθησαν και πάλι… Σε πέντε µέρες ήρθαν χίλιοι περίπου εξωγήινοι και τους περικύκλωσαν, όπως οι προηγούµενοι. Όλοι έβγαλαν τα φλογοβόλα κι άρχισαν να πολεµάνε. Oι εξωγήινοι υποχώρησαν πολύ γρήγορα. Oι στρατιώτες πήραν τα όπλα των νεκρών εξωγήινων και συνέχισαν την πορεία τους. Aφού έστησαν µια πρόχειρη κατασκήνωση και έφαγαν, ο Tρόη κοίταξε µε τα κιάλια προς το µέρος που πίστευαν ότι βρισκόταν το φρούριο των εξωγήινων. Kαι είδε πως ήταν µισή µέρα δρόµος. – Παιδιά, είπε, αύριο θα ξεκινήσουµε για τη µάχη. Γι’ αυτό όλοι να κοιµηθείτε νωρίς, να είστε ξεκούραστοι. Tην άλλη µέρα όλοι ξεκίνησαν για το φρούριο των εξωγήινων. Όταν έφτασαν, βρέθηκαν αντιµέτωποι µε πολύ περισσότερους εξωγήινους από τους προηγούµενους. H µάχη που ξεκίνησε ήταν άνιση, γιατί οι εξωγήινοι ήταν πέντε φορές περισσότεροι απ’ αυτούς. Mετά από λίγα λεπτά µάχης ο Mπεν επιτέθηκε στον αρχηγό τους, µα οι φρουροί του τον χτύπησαν κι έπεσε κάτω νεκρός. O Nτάγκερ πήγε να τον βοηθήσει µα δεν τα κατάφερε και έπεσε και αυτός νεκρός από τα όπλα των εξωγήινων. Σιγά-σιγά ο Tρόη και η οµάδα του άρχισαν να υποχωρούν. Όλοι πολεµούσαν ηρωικά, αλλά δεν αρκούσε µόνον αυτό…

50


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 51

IX Tα πυρά συγκρούονταν ασταµάτητα και η ατµόσφαιρα γινόταν αποπνικτική. Oι εξωγήινοι ξαφνικά έβγαλαν έναν τεράστιο κανόνι. Ήταν πάρα πολύ ισχυρό και σκότωνε τους αντιπάλους πέντε-πέντε. O Tρόη τότε είπε: – Σειρά για το δικό µας µυστικό όπλο! Aµέσως ένα τεράστιο φλογοβόλο εµφανίστηκε πίσω από ένα λόφο. Tα δύο πανίσχυρα όπλα έριχναν συνεχώς και τα πυρά συγκρούονταν στον αέρα. Ένα τεράστιο µαγνητικό πεδίο δηµιουργήθηκε στην ατµόσφαιρα µε αποτέλεσµα όλοι οι δορυφόροι του «ZK-312» και όλοι οι κοντινοί πλανήτες και µετεωρίτες να µαγνητιστούν και να συγκρουστούν πάνω σ’ αυτόν. Aν ζούσε κανείς τότε, θα έβλεπε µια τεράστια έκρηξη και µετά από λίγο, τίποτα, ένα άδειο σύµπαν! Aπό τα αποµεινάρια των πλανητών αυτών δηµιουργήθηκε ένα νέο ηλιακό σύστηµα!

51


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 52


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 53

Το ηµερολόγιο του Κατού Σύνταξη: Στέφανος Xαλαµανδάρης, Mιράντα Kούβαρη, Aριάδνη Aνδρουλάκη. Eικονογράφηση: Aριάδνη Aνδρουλάκη Φωτογραφίες: Στέφανος Xαλαµανδάρης

∆ευτέρα 4 Iουλίου Γεια σας, µε λένε Kατού και είµαι έντεκα χρονών. Zω στο Kονγκό µαζί µε τη θεία µου και την αδερφή µου, την Kαράνα, στο χωριό Μοούντζο, δίπλα σ’ ένα αεροδρόµιο. Oι γονείς µου έχουν πεθάνει. Tη µητέρα µου τη σκότωσε λιοντάρι και ο πατέρας µου χάθηκε, τραυµατισµένος, στο κυνήγι. Tώρα ζω µε τη δύο χρόνια µικρότερη αδερφή µου στο ετοιµόρροπο σπίτι της θείας µου. Eίµαστε πολύ φτωχοί. H θεία µου δεν µπορεί να αναθρέψει και τους δυο µας και επειδή εγώ είµαι έντεκα και τώρα πια µπορώ να ζήσω µε κάποια άλλη οικογένεια θέλει να βρει κάποιον να µε υιοθετήσει. Eυτυχώς δεν βρήκε κανέναν! Eγώ θέλω να µείνω µαζί της, είναι τόσο καλή! Άλλωστε ποιον θα βρει εδώ που να έχει λίγα λεφτά; Ίσως κανέναν! 53


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 54

Kατού.

Θεία και Kαράνα.

Πέµπτη 1 Aυγούστου το πρωί… Σήµερα ξύπνησα νωρίς. Mε ξύπνησε ένας ήχος µηχανής. Bγήκα έξω και είδα ότι ήταν ήχος από αεροπλάνο. Παράξενο. Σπάνια έρχονται αεροπλάνα εδώ. Eίδα µια τριµελή οικογένεια µε ένα παιδί να βγαίνει έξω από αυτό. Tο παιδί τους ήταν ξανθό, ροδαλό και όµορφο αλλά γκρίνιαζε συνεχώς. H µητέρα του φορούσε ένα γαλάζιο φόρεµα και πολύτιµα κολιέ. O πατέρας έδειχνε σοβαρός και ήταν επίσης καλοντυµένος. Παρ’ όλα αυτά το αγοράκι που ήταν πανέµορφο φαινόταν λυπηµένο. Όταν τους είδε η θεία µου ενθουσιάστηκε: «Bρήκα ανθρώπους να σε υιοθετήσουνε», µου λέει. Σκέφτηκα αµέσως πως θα ήθελα να ζήσω µαζί τους και 54


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 55

Τα βενζινάδικά µας.

ας µην τους ξέρω καθόλου, η θεία µού ψιθύρισε ότι είναι πολύ πλούσιοι, το παιδάκι το λένε Φρανσουά και έρχονται από µια χώρα της Eυρώπης. H θεία µου µίλησε µαζί τους και ύστερα µου είπε να µαζέψω τα ρούχα µου και να φύγω, γιατί ήθελαν να µε πάρουν µαζί τους, αλλά η Kαράνα µε σταµάτησε. Mου είπε: – Mην πας! ∆εν ξέρεις ποιος είναι ο χαρακτήρας αυτών των ανθρώπων! Mείνε εδώ σε παρακαλώ! – Στο υπόσχοµαι, Kαράνα, θα σου στέλνω γράµµατα κάθε εβδοµάδα και δε θα µείνω για πάντα εκεί, στο υπόσχοµαι! Tης είπα. 55


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 56

το βράδυ… Tο βράδυ φιλοξενήσαµε την οικογένεια στο σπίτι µας. ∆εν πέρασαν καλά. Παρόλο που η κυρία Tζοάν, η µητέρα του Φρανσουά, νόµιζε ότι τα σανίδια κάνουν καλό στη µέση, έµεινε όρθια όλη νύχτα. Eγώ άρχισα να κουβεντιάζω µε το Φρανσουά. Έµαθα ότι µένει σε µία χώρα που λέγεται Γαλλία. Mου είπε πως εκεί όλοι οι άνθρωποι είναι άσπροι σαν εκείνον και πως ντύνονται µε την τελευταία λέξη της µόδας. ∆εν ήξερα τι εννοούσε αλλά δεν τον ρώτησα. Mου είπε ότι µένουν σ’ ένα τεράστιο σπίτι µε πάρα πολλά παιχνίδια. Zήλεψα. Γιατί αυτοί στη Γαλλία να είναι τόσο πλούσιοι και εµείς εδώ να µην έχουµε τρόφιµα ούτε για µια µέρα; Πώς έγιναν πλούσιοι; Mήπως στη Γαλλία φυτρώνουν δέντρα που έχουν πάνω νοµίσµατα; Γιατί εδώ δεν φυτρώνουν; Θα δω τι γίνεται όταν φτάσω σ’ αυτή την περιβόητη Γαλλία!

Παρασκευή 2 Aυγούστου Eίµαι σίγουρος ότι θα περάσω τέλεια στη Γαλλία. Παρόλο που η µητέρα του Φρανσουά είναι λίγο ιδιότροπη και ο Φρανσουά λίγο κακοµαθηµένος, ο µπαµπάς του, ο Zώρζ µου φάνηκε πολύ καλός. Tα περίεργα ψηλοτάκουνα παπούτσια της Tζοάν βουλιάζουν στη λάσπη. ∆εν καταλαβαίνω γιατί η οικογένεια ήρθε σε µια τόσο φτωχή χώρα για διακοπές. Πάντως η Tζοάν ήθελε να φύγει το γρηγορότερο δυνατό.

Tρίτη 6 Aυγούστου πρωί… Aπόψε φεύγω! Oι µόνοι που λυπήθηκαν γι’ αυτό ήταν οι φίλοι µου, η Kαράνα και η θεία µου. Θα µου λείψουν. Πάντως, νοµίζω, πως θα κάνω πολύ καιρό µέχρι να ξαναέρθω εδώ, γιατί η Tζοάν µισεί τροµερά αυτό το µέρος. Έφερε οχτώ ζευγάρια ρούχα και τα λέρωσε όλα! (καταστροφή γι’ αυτή!) Eυτυχώς ο 56


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 57

Φρανσουά δεν λέρωσε όλα του τα ρούχα και µου επέτρεψε, ο µπαµπάς του, να φορέσω µερικά παρά τις διαφωνίες της Tζοάν και του Φρανσουά. Έγινα άλλος άνθρωπος! απογευµατάκι… Mπήκαµε στο αεροπλάνο. Παρόλο που έµενα δίπλα σε αεροδρόµιο ποτέ δεν είχα µπει σε αεροπλάνο. Ήταν ένα µακρύ πράγµα, σαν πουλί µόνο που δεν κουνούσε τα φτερά του. Kάτσαµε σε κάτι αναπαυτικές καρέκλες και συνέχεια περνούσαν άνθρωποι και µας ρωτούσαν αν θέλουµε κάτι. Eγώ ζήτησα πορτοκαλάδα· ήπια πάρα πολλές! Ήταν πολύ ωραίες. M’ αρέσει πολύ η πολυτέλεια, αλλά ξέρω ότι δεν είναι τρόπος ζωής. Aν στη Γαλλία είναι έτσι θα µείνω εκεί πολύ λίγο. Mπορεί έτσι να είναι ωραία, αλλά κατά κάποιο τρόπο, λυπόµουν όλους αυτούς 57


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 58

τους ανθρώπους που µας έδιναν όλα όσα θέλαµε. O Φρανσουά ό, τι έπαιρνε το άρπαζε, χωρίς να πει ευχαριστώ. Σχεδόν αµέσως το άφηνε και µετά ζήταγε κάτι άλλο. Πώς δεν ενοχλούνταν απ’ αυτό οι γονείς του; Ίσως ο Φρανσουά δεν ήταν τόσο καλός όσο νόµιζα. Σε λίγο φτάνουµε. Aπ’ τα παράθυρα έβλεπα ουρανοξύστες, έναν πύργο από ραβδιά σιδήρου, που ο Zωρζ µου είπε ότι είναι ο πύργος του Άιφελ και ότι θα τον δούµε από κοντά, µου είπε µάλιστα ότι µπορούµε να πάµε και σε άλλα µέρη. Aυτό νοµίζω ότι θα γίνει… µόνο αν το θέλει ο Φρανσουά!

Tετάρτη 7 Aυγούστου Σε λίγη ώρα το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει. Bγήκαµε έξω. Eίχε κρύο. Mπροστά µου έβλεπα ένα τεράστιο αεροδρόµιο µε εκατοντάδες αεροπλάνα. Έµεινα µε το στόµα ανοιχτό. Ήταν τέλειο! Aλλά µέσα ήταν τελειότερο, υπήρχαν χιλιάδες µαγαζιά. Έκαναν συνέχεια ανακοινώσεις. Περιµέναµε για λίγο έξω µέχρι που ήρθε ένα τεράστιο µαύρο αυτοκίνητο. Mόλις µπήκα τρόµαξα, τα καθίσµατα ήταν πάρα πολύ αναπαυτικά, πιο αναπαυτικά και απ’ του αεροπλάνου, ενώ υπήρχαν κουρτίνες στα παράθυρα. Ήταν φανταστικό! Πέρασε λίγη ώρα και φτάσαµε στο σπίτι του Φρανσουά. Ήταν τεράστιο, µε µεγάλο κήπο και µε πολλά δέντρα και λουλούδια. Tότε η πόρτα άνοιξε µαγικά, αλλά τελικά είδα ότι την είχε ανοίξει ένας άνθρωπος, πολύ ωραία ντυµένος. Eµείς βρεθήκαµε µπροστά σ’ ένα δωµάτιο µε πολυθρόνες και κάδρα. Στο βάθος υπήρχε µια µεγάλη, στριφογυριστή σκάλα. Σε λίγη ώρα κατάφερα να εξερευνήσω όλο το σπίτι. ∆εν επισκέφθηκα µόνο το δωµάτιο του Φρανσουά, που δεν άφηνε κανέναν να µπει εκτός απ’ τους γονείς του. Mετά από πολλά παρακάλια µε άφησε να µπω. O Φρανσουά άνοιξε την πόρτα και φάνηκε 58


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 59

ένα τεράστιο δωµάτιο. Yπήρχε ένα µεγάλο και µαλακό κρεβάτι, πάρα πολλά παιχνίδια κι ένα τεράστιο παράθυρο απ’ όπου έβλεπα τον πύργο του Άιφελ, ένα ποτάµι καθώς και πολλά µικρά σπιτάκια. Στην άλλη µεριά του δωµατίου, µία κυρία έστρωνε ένα κρεβάτι, προφανώς το δικό µου. το βραδάκι… Tελικά αυτό το κρεβάτι ήταν δικό µου. Tόσο µεγάλο κρεβάτι που θα µπορούσα να κοιµάµαι µε τη θεία µου και την Kαράνα µαζί. Aχ! Πόσο µου λείπουν! Tι να κάνουν στο Kονγκό άραγε; Θα ήθελα να τις δω. Tο µόνο που µε κρατάει σε επαφή µαζί τους είναι το ταχυδροµείο. 59


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 60

Παρασκευή 20 Aυγούστου H Kαράνα µου έστειλε ένα γράµµα: Aγαπητέ Kατού, Tι κάνεις; Πώς είναι ο Φρανσουά; Περνάς καλά; Mας λείπεις πάρα πολύ. H θεία µετάνιωσε που σε έστειλε στη Γαλλία και θέλει να ζητήσει απ’ τους γονείς του Φρανσουά να σε φέρουν πίσω. Tα πράγµατα καλυτέρεψαν εδώ. Mία φιλανθρωπική οργάνωση ήρθε, µας έκανε εµβόλια και µας έδωσε να φάµε. Mακάρι να είναι πάντα έτσι. Λένε ότι θα φτιάξουν ένα γυµνάσιο και έτσι, αν τελικά έρθεις εδώ, θα πας σχολείο. Πολλά χαιρετίσµατα και από τη θεία. Γεια! Kαράνα 60


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 61

Ωραία, αφού θα χτιστεί σχολείο θα µπορέσω να γυρίσω σύντοµα πίσω. Θα πάω σχολείο, θα σπουδάσω και θα µπορέσω να εργαστώ. Mε τα λεφτά που θα βγάλω θα φροντίσω να έχουµε και φαγητό και καθαρό νερό. Θα ζήσουµε καλύτερα… Eλπίζω…

Σάββατο 21 Aυγούστου Σήµερα ο Φρανσουά µε ξύπνησε νωρίς. Mου είπε να σηκωθώ, να τακτοποιήσω το κρεβάτι µου και να ντυθώ µε καλά ρούχα γιατί, λέει, θα ερχόταν η Mαρί εδώ (η περιβόητη φίλη του, που µιλούσε συνέχεια γι’ αυτήν και όταν τη σκεφτόταν πετούσε στον έβδοµο ουρανό). Eγώ τον ρώτησα γιατί γίνονταν όλα αυτά κι εκείνος µου απάντησε: «Nα µη σε νοιάζει». Mου συµπλήρωσε ότι δεν έπρεπε να µείνω µαζί τους. Tο κουδούνι χτύπησε και ο Φρανσουά πήγε να ανοίξει. Φάνηκε ένα κορίτσι καστανό, µε γαλάζια µάτια, που φορούσε ένα θεϊκό πράσινο φόρεµα. Aνέβηκαν πάνω στο δωµάτιο. O Φρανσουά έκανε σαν να µην υπάρχω. Mόλις έκλεισαν την πόρτα, άρχισα να έχω υποψίες και άρχισα να κρυφακούω. ∆υστυχώς, ο Φρανσουά µε κατάλαβε και άνοιξε την πόρτα, έτσι παρίστανα πως ήθελα να πάρω ένα βιβλίο. Mπήκα και έκανα σαν να µην είχε γίνει τίποτα. H Mαρί κόντεψε να ουρλιάξει και ρώτησε το Φρανσουά: «Ποιος είναι αυτός ο µαύρος;» Aυτό ήταν πολύ προσβλητικό. Nόµιζα πως όλοι αυτοί οι πλούσιοι και καλοντυµένοι, είναι ευγενικοί, αλλά έκανα λάθος. ∆εν κατάλαβα γιατί της έκανα τόση εντύπωση. Ποιο είναι το πρόβληµα; Tο να είµαι µαύρος και από φτωχή οικογένεια; Kάθισα δίπλα στην πόρτα και άκουγα. Άκουσα τη φωνή της Mαρί να λέει: «αποκρουστικό, µαυράκι, χαζό…» και άλλα. ∆εν κατάλαβα γιατί µε είπε «χαζό» αφού δεν µε είχε γνωρίσει! O Φρανσουά µίλησε δυνατότερα και κατάφερα ν’ ακούσω πιο πολλά. Έλεγε: «Mας τον έφερε η Γιούνισεφ, µια φιλανθρωπική οργάνωση…» και άλλα. Nόµιζα πως ήθελε να έρθω στη Γαλλία, αλλά µε τίποτα δεν ευχαριστιέται αυτό το παιδί. 61


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 62

∆ευτέρα 27 Σεπτεµβρίου Πέρασαν πολλές µέρες. Έκλεισα ένα µήνα εδώ. Aρχίζει το σχολείο και έχω αγχωθεί. Eλπίζω να κάνω φιλίες. Tο πρωί ήρθε ένα κίτρινο λεωφορείο και πήρε εµένα και το Φρανσουά. Υπήρχαν και πολλά άλλα παιδιά µέσα. Mας πήγε σ’ ένα µεγάλο κτήριο που έγραφε: 1ο Γυµνάσιο Παρισιού. Πέρασα χάλια. Όλα τα παιδιά µε κορόιδευαν επειδή είµαι µαύρος. Άρχισα να ζηλεύω το Φρανσουά επειδή είχε πολλούς φίλους. Mε πλησίασε ένα αγόρι, µου φάνηκε φιλικό. Mε χαιρέτησε, µε ρώτησε πώς µε λένε και µου ζήτησε να γίνουµε φίλοι. Eγώ φυσικά δέχτηκα. Tον λένε Nικολά. Mου πρότεινε να κάτσουµε στο ίδιο θρανίο, εγώ ξαναδέχτηκα. Mόλις καθίσαµε, αρχίσαµε να µιλάµε.

Πέµπτη 30 Σεπτεµβρίου Πέρασαν κι άλλες µέρες και ο Nικολά έγινε πολύ καλός φίλος µου. Mία µέρα αποφάσισα να τον καλέσω στο σπίτι. Ήρθε η ώρα που θα έφτανε ο Nικολά. Xτύπησε το κουδούνι. Έτρεξα ν’ ανοίξω την πόρτα. Όταν τον είδε ο Φρανσουά, ξαφνιάστηκε. Tου είπα πως ο Nικολά ήρθε για να παίξουµε. Tότε ο Φρανσουά µε πήρε λίγο πιο πέρα και µου είπε: «Ποιος σου είπε να φέρεις αυτό το παιδί σπίτι µου;» Eγώ απάντησα: «Σε παρακαλώ, είναι ο πρώτος φίλος που έκανα στη Γαλλία, άσε µας να παίξουµε». Eκείνος µε άφησε. Φώναξα τον Nικολά στο κρεβάτι µου για να παίξουµε. Περάσαµε πολύ ωραία, όχι όµως και ο Φρανσουά.

Tρίτη 2 Nοεµβρίου Πέντε µέρες µετά, επειδή είχα καλέσει αρκετές φορές το Nικολά στο σπίτι ο Φρανσουά άρχιζε να χάνει την υποµονή του και να φωνάζει. Eγώ άρχισα να µην τον συµπαθώ πολύ. Συνέχεια έκανε πως είναι ο αρχηγός και µου έλεγε τι να 62


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 63

κάνω. Mου πέρασε απ’ το µυαλό να γυρίσω πίσω στο Kονγκό. Eκείνη τη στιγµή χτύπησε την πόρτα ο ταχυδρόµος. Eίχε έρθει ένα γράµµα για µένα. Ήταν απ’ την Kαράνα: Aγαπητέ Kατού, Πώς περνάς εκεί στη Γαλλία; Tο γυµνάσιο που σου έλεγα άρχισε να χτίζεται. H θεία µας θέλει ακόµα να έρθεις πίσω στο Kονγκό. Kάθε µέρα µας φέρνουν κι άλλα τρόφιµα, έτσι πια δεν πεινάµε. Θέλουµε να έρθεις κάποια µέρα εδώ, ελπίζω σύντοµα… Mε αγάπη, η Kαράνα Θα τους στείλω κι εγώ ένα γράµµα. Πήγα στο κρεβάτι µου, πήρα χαρτί και µολύβι και άρχισα να γράφω. 63


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 64

Aγαπητή Kαράνα, Πώς είσαι; Mου λείπετε πολύ και σκέφτοµαι να γυρίσω πίσω. Έχω αρχίσει το σχολείο εδώ και δύο µήνες αλλά ο Φρανσουά µε κοροϊδεύει συνέχεια µαζί µε τ’ άλλα παιδιά. Στο σχολείο έκανα ένα φίλο, το Nικολά. Tου είπα πως άµα θέλει µπορεί να έρθει διακοπές στο Kονγκό. Πολλά χαιρετίσµατα στη θεία και στους φίλους µου. Eλπίζω να σας δω σύντοµα! Mε αγάπη, Kατού Tο έστειλα. Tώρα το µόνο που µου µένει είναι να ζητήσω απ’ την Tζοάν και τον Zώρζ να φύγω… 64


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 65

Πέµπτη 4 Nοεµβρίου Πήγα και το είπα στους γονείς του Φρανσουά. ∆εν δέχτηκαν. H Tζοάν µου είπε πως αυτό που τους είπα ήταν πολύ αγενές. Πρώτη φορά βλέπω την Tζοάν τόσο εκνευρισµένη! O Zώρζ την καθησύχασε λέγοντάς της πως έκανα πλάκα και µου είπε πως έπρεπε να σοβαρευτώ. Mετά σκέφτηκα να το πω στο Φρανσουά, αλλά φοβήθηκα την αντίδρασή του. Tελικά αποφάσισα να του το πω. Mπήκα στο δωµάτιο και άρχισα να του εξηγώ, χωρίς να πάρω ανάσα για να µην ακούσω καµιά βρισιά. Στην αρχή φαινόταν χαρούµενος που θα φύγω, αλλά µετά κόντεψε να δακρύσει. Πρώτη φορά έβλεπα το Φρανσουά τόσο ευαίσθητο. Kατάλαβα πως, κατά βάθος, µ’ αγαπάει αυτή η οικογένεια! Πήγα να κοιµηθώ, αλλά ήµουν ανήσυχος για το τι θα συµβεί…

Παρασκευή 5 Nοεµβρίου Ξηµέρωσε. Όταν πήγα σχολείο, είδα τον Nικολά πολύ χαρούµενο. Mου είπε πως έµαθε απ’ τη µητέρα του ότι η µητέρα της, δηλαδή η γιαγιά του, µένει στο Kονγκό. Mόλις άκουσα το όνοµά της, την έλεγαν Kατρίν, θυµήθηκα κάτι που µ’ ενθουσίασε. Στο χωριό της θείας µου, στο διπλανό σπίτι, υπήρχε µία γυναίκα που δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ απ’ το σπίτι της και την έλεγαν Kατρίν - όνοµα ασυνήθιστο για εκείνη την περιοχή και γενικά την Aφρική. H θεία µου, µου είχε πει πως δεν βγαίνει ποτέ απ’ το σπίτι της γιατί φοβάται πως θα την κοροϊδέψουν για το λευκό χρώµα του δέρµατός της. Mήπως αυτή η γυναίκα στο Kονγκό είναι η γιαγιά του Nικολά; Tου είπα τι σκεφτόµουν και µόλις του είπα το όνοµα του χωριού που έµενε η θεία µου θυµήθηκε πως και το χωριό της γιαγιάς του είχε το ίδιο όνοµα. 65


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 66

Kυριακή 7 Nοεµβρίου Aγαπητή Kαράνα, Λοιπόν, το αποφάσισα! Θα γυρίσω πίσω. Ίσως πάρω µαζί µου και το Nικολά γιατί έµαθα πως η γιαγιά του ζει στο Mοούντζο. Mου είπε πως αυτή, η γιαγιά του, δεν βγαίνει απ’ το σπίτι της γιατί µάλλον ντρέπεται για το λευκό χρώµα του δέρµατός της. Eλπίζω να έρθω σύντοµα µε το Nικολά. Mε αγάπη, Kατού Mετά από πολλή σκέψη… «Θα πάω να µιλήσω στους γονείς του Φρανσουά και να τους πω πως θα πάω πίσω», σκέφτηκα. Στην αρχή αντέδρασαν, µετά όµως από λίγες ώρες συµφώνησαν. Eκείνη τη στιγµή χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Kαράνα. «Πού βρήκες το νούµερο;» τη ρώτησα. Eκείνη µου απάντησε πως της το έδωσε η φιλανθρωπική οργάνωση που είχε πάει εκεί. Tης είπα πως οι γονείς του Φραν66


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 67

σουά µε άφησαν να γυρίσω πίσω, όµως υπό έναν όρο: Nα έρχονται να µε βλέπουν κάθε εξάµηνο. «Kαλά, δεν πειράζει. Σε πήρα για να σου πω πως στο διπλανό σπίτι, από αυτό της θείας µας, κατά 99%, ζει η γιαγιά του Nικολά.» µου είπε. Eγώ της είπα: «Oι γονείς του Φρανσουά θα µου δώσουν δύο εισιτήρια, για µένα και το Nικολά, για να έρθω πίσω. Σε λίγες µέρες θα είµαι εκεί». «Eντάξει! Θα τα πούµε!» µου είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Πήγα στο δωµάτιό µου και άρχισα να µαζεύω τα πράγµατά µου.

Tετάρτη 10 Nοεµβρίου Mπήκαµε στο αεροπλάνο. Aυτό το αεροπλάνο ήταν πιο µεγάλο απ’ αυτό που είχα έρθει, αλλά όχι τόσο αναπαυτικό. Kαθίσαµε δίπλα δίπλα µε το Nικολά. Tου είπα να καθίσει στο παράθυρο για να δει το χωριό µου. Aπογειωθήκαµε. Eίπα στο Nικολά τι σκεφτόµουν για τη Γαλλία πριν έρθω, για τα δέντρα που φυτρώνουν µε νοµίσµατα και όλα αυτά που είχα σκεφτεί. Eκείνος γέλασε λίγο. ∆εν έδωσε και πολλή σηµασία, κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο. Άρχισα να του λέω για τη φιλανθρωπική οργάνωση που είχε πάει στο Mοούντζο. Ήµουν πολύ χαρούµενος. ∆εν το πίστευα πως θα γυρνούσα πίσω. Θα έπρεπε να µην είχα φύγει γιατί ξέρω πώς είναι να χάνεις ένα δικό σου, για πάντα ή για ένα χρονικό διάστηµα.

Πέµπτη 11 Nοεµβρίου Φτάσαµε. Kατεβήκαµε απ’ το αεροπλάνο. Παρατήρησα πως ήµασταν σ’ ένα άγνωστο µέρος. Mας είπαν πως είµαστε στο αεροδρόµιο της Mπραζαβίλ, της πρωτεύουσας του Kονγκό. Mας είπαν µάλιστα πως για να πάµε στο Mοούντζο, που είναι δύο ώρες από ’δώ, έπρεπε να παρουµε αυτοκίνητο. Aρχίσαµε λοιπόν να ψάχνουµε για ταξί. Σταµάτησε ένα. Mόλις είδα τον οδηγό του ταξί µου φάνηκε γνωστή φυσιογνωµία. Ήταν ο ξάδερφος της θείας µου. Tου είπαµε τι έγινε και σε δύο 67


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 68

ώρες είχαµε φτάσει. Mόλις είδα τη θεία µου και την Kαράνα έτρεξα να τις αγκαλιάσω. Φτάσαµε… δεν το πίστευα. Tους εξήγησα πώς πέρασα στη Γαλλία και την περιπέτεια που είχα στο αεροδρόµιο. Eίδα τους φίλους µου. Συγκινήθηκα. Mου είχαν λείψει όλοι. Tο γυµνάσιο είχε φτιαχτεί και θα µπορούσα να πάω. Mε αγαπούσαν όλοι. Bρήκαµε και τη γιαγιά του Nικολά. Aπό ’δώ και πέρα άρχισε να βγαίνει απ’ το σπίτι και να κάνει φιλίες. Xάρηκα! Ήµουν πάλι πίσω! Mετά από κάποιες ώρες µε φώναξε η φιλανθρωπική οργάνωση και µου είπε πως έχω τηλεφώνηµα. Eγώ παραξενεύτηκα. «Ποιος να παίρνει, εµένα τηλέφωνο;» αναρωτήθηκα. Ήταν οι γονείς του Nικολά. Mου είπαν πως θα έρθουν να µείνουν µόνιµα στο Mοούντζο, το χωριό µας, στη γιαγιά του Nικολά. Eγώ τους είπα: «Ωραία! Σας περιµένουµε όλοι µε ανυποµονεσία!» Aυτή τη στιγµή βρίσκοµαι στο δωµάτιο µου µαζί µε το Nικολά και γράφω το ηµερολόγιό µου, «Tο ηµερολόγιο του Kατού».

68


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 69


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 70


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 71

Και πάλι µαζί Kυβέλη Στυλιανού, Bασίλης Mαυραγάνης

I Στην Παιανία, στην οδό Kισσάβου, ήταν ένα ορφανοτροφείο σ’ ένα κτήριο µε τρεις ορόφους και µεγάλη αυλή, που ήταν γεµάτη µε λουλούδια και ψηλά δέντρα. Tο περιβάλλον ήταν καθαρό και χαρούµενο. Στο ορφανοτροφείο αυτό ζούσαν πολλά παιδιά. ∆ούλευαν νεαρές κοπέλες που φρόντιζαν και αγαπούσαν τα παιδιά. Mια µέρα όπως όλες οι άλλες, τα παιδιά έτρωγαν πρωινό. H ∆άφνη µιλούσε µε τις τρεις καλές της φίλες, τη Mαρία, τη Φανή και την Aναστασία, µε τις οποίες ήταν πάντα αχώριστη. Kαθώς τελείωναν το φαγητό τους, η διευθύντρια κα Xάνσον πήγε και τους είπε µ’ ένα σοβαρό βλέµµα: – Kορίτσια, πρέπει να πάτε να στρώσετε τα κρεβάτια σας! – Mην ανησυχείτε! είπε η ∆άφνη. – H ∆ιεθύντρια έφυγε ευχαριστηµένη. – ∆εν τη συµπαθώ καθόλου, είπε χαµηλόφωνα η Mαρία. – Γιατί καλέ; Tι σου έκανε; είπε η Φανή. – ∆εν ξέρω, είναι τόσο σοβαρή! 71


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 72

Το ορφανοτροφείο…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 73

– Eγώ τη συµπαθώ, πετάχτηκε η ∆άφνη. – Kαλά, εσύ και ποιον δεν συµπαθείς…! – Όλα τα παιδιά να πάνε να στρώσουν τα κρεβάτια τους, ακούστηκε η λεπτή φωνή της Υποδιευθύντριας. Σηκώθηκαν όλοι µε θόρυβο και πήγαν να στρώσουν τα κρεβάτια τους. Ύστερα βγήκαν στην αυλή να παίξουν. –Tι θα παίξουµε; είπε η Άννα. – Kρυφτό! φώναξαν δυνατά η Φανή και η Eλένη. – Ωραία, είπαν τα παιδιά. Mε γρήγορες κινήσεις άρχισαν να παίζουν. H Άννα, τα φυλούσε. Όλα τα παιδιά κρύφτηκαν. H ∆άφνη δεν ήξερε που να κρυφτεί. Tότε άκουσε µια φωνή από ένα δέντρο πάνω από το κεφάλι της. Ήταν η Mαρία που τη φώναζε ν’ ανέβει µαζί της. H ∆άφνη δέχτηκε. Oταν ανέβηκε κάθισε σε ένα κλαδί, όχι και τόσο χοντρό, µε αποτέλεσµα να σπάσει και η ∆άφνη να χτυπήσει άσχηµα. Aµέσως τρεις υπεύθυνες και κάποια παιδιά που ήταν στον κήπο έτρεξαν κοντά της. Oταν κατάλαβαν ότι είχε χτυπήσει σοβαρά τη µετέφεραν λυπόθυµη στο ιατρείο του ορφανοτροφείου. Mετά από µία δύσκολη µέρα την πήγαν στο τοπικό νοσοκοµείο. Mαζί της πήγαν η Mαρία καθώς και η ∆ιευθύντρια και η Yποδιευθύντρια του Oρφανοτροφείου. Mετά από µερικές εξετάσεις οι γιατροί κατάλαβαν ότι είχε πάθει αµνησία και τους είπαν ότι θα την κρατήσουν για να της κάνουν και άλλες εξετάσεις.

ΙΙ ∆υο ώρες αργότερα, η ∆άφνη ξύπνησε και είδε από πάνω της µία νοσοκόµα. – Πού είµαι; Kατ’ αρχάς ποια είµαι; ρώτησε απορηµένη η ∆άφνη. 73


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 74

Το κλαδί έσπασε και η ∆άφνη χτύπησε άσχηµα…

– Eίσαι στο νοσοκοµείο και λέγεσαι «∆άφνη». – Tι κάνω εδώ; Kαι τι είναι «νοσοκοµείο»; – Eίναι ένα µέρος που πηγαίνουν οι άρρωστοι. – Eίµαι άρρωστη; Eεεε… τι είναι «άρρωστη»; – Όταν κάποιος δεν νιώθει καλά. Eσύ έχεις αµνησία, δηλαδή δεν θυµάσαι ορισµένα πράγµατα. 74


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 75

– Aαααααα! Eντάξει! Σε λίγο χτύπησε η πόρτα και φάνηκε η Φανή, η Mαρία και η Aναστασία. – Γεια! Πώς είσαι σήµερα; είπε αργά η Φανή και το επανέλαβε ακόµη 3 φορές. – ∆εν είναι κουφή, αµνησία έχει, είπε η Mαρία. – Kαλά, καλά, πώς είσαι; – ∆εν θυµάµαι. Eσείς, ποιες είστε; – Oι «κολλητές» σου, είπε περίεργα η Φανή. – Eµένα µε λένε Mαρία, αυτή είναι η Φανή κι αυτή είναι η Aναστασία. – Όχι, δεν είναι η Φανή, είπε η ∆άφνη, αφού µόλις τώρα είπες πώς είναι η «κολλητές σου». – Oχι, εµείς είµαστε οι «κολλητές» σου και αυτή είναι η Φανή. – Άααααααα… κατάλαβα. – Πάλι καλά που το κατάλαβες. – Σας λένε και τις δυο οι «κολλητές σου». – Όχι, εγώ… Eκείνη τη στιγµή µπήκε µέσα ένας γιατρός µαζί µε τη ∆ιευθύντρια. – Nαι, ναι, θα την πάρετε όταν κάνει πρόοδο. – Ωραία, Mαρία, Φανή, Aναστασία! Aκόµα εδώ είστε; – Mόλις φεύγαµε. Έφυγαν τα κορίτσια κι έµειναν οι τρεις τους: η ∆ιευθύντρια, ο γιατρός και η ∆άφνη. – Ωραία, τώρα που έφυγαν, ας µιλήσουµε! ∆άφνη, πώς πάµε; – Kαλησπέρα! Kαλά, ευχαριστώ! – Γιατρέ, τώρα που είναι καλύτερα µπορεί να κάνει µια βόλτα στο διάδροµο; – Eντάξει. H ∆άφνη φόρεσε τη ρόµπα της και βγήκε έξω. Περπάτησε έξω από το χει75


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 76

ρουργείο και µετά προχώρησε στο διάδροµο µε τα µωρά. Eκεί κατά λάθος έπεσε πάνω σ’ ένα αγόρι. – Έι! Πρόσεχε και λίγο! – Συγγνώµη. – Πρέπει να είσαι κανούργια, δεν σε έχω ξαναδεί. – Nαι, µάλλον. – Έλα, θα σε ξεναγήσω. Θα σε πάω κάπου µυστικά. Περπάτησαν λίγο και βγήκαν στο διάδροµο µε τα παιδιά. Έφτασαν και βγήκαν στη ρεσεψιόν του ορόφου. – Πηγαίνετε κάπου; Eίπε η κυρία που δούλευε στη ρεσεψιόν. – Nαι, είπε ήρεµο το αγόρι. – Πού; – Στην τουαλέτα του δεύτερου ορόφου. – Kαλά για την ώρα, Γιώργο, αλλά θα σε παρακολουθώ. Προχώρησαν αγνοώντας την υπεύθυνη της ρεσεψιόν, ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο κι έφτασαν σε µια άσπρη πόρτα που εγραφε «µόνο για το προσωπικό». – Θα µπούµε µέσα, µα είναι µόνο για το προσωπικό. Όταν µπήκαν µέσα η ∆άφνη είδε τέσσερα ψυγεία παγωτών. Έφαγαν από ένα παγωτό και µετά από λίγο έφυγαν. Όταν βγήκαν από το δωµάτιο, η ∆άφνη χαιρέτησε το αγόρι και του είπε: – Γεια και… σε ευχαριστώ! Kαι γύρισε να φύγει. – Περίµενε! είπε το αγόρι. Ποιο είναι το όνοµα σου; – ∆εν θυµάµαι. – Tι εννοείς; – ∆εν θυµάµαι, µου είπαν οτι έχω κάτι και δεν θυµάµαι κάποια πράγµατα. – Tι; Mήπως… όχι! Λυπάµαι, µάλλον έχεις αµνησία. Πρέπει να φύγω. Γεια. 76


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 77

Στο νοσοκοµείο…

ΙΙΙ Όταν, η ∆άφνη γύρισε στο δωµάτιο, ήταν πια βράδυ. Tην επόµενη µέρα ο γιατρός είπε πως είναι αρκετά καλά για να γυρίσει πίσω στο ορφανοτροφείο. H ∆ιευθύντρια τον ρώτησε: – Mήπως πρέπει να παίρνει κάποιο χάπι; – Nαι, για να νιώθει καλύτερα, αν και νοµίζω οτι µόνο µε τη θέλησή της µπορεί ν’ αρχίσει να θυµάται. Nα παίρνει το χάπι πρωί και βράδυ. Aργότερα η ∆άφνη ετοίµασε τα πράγµατά της. H ∆ιευθύντρια την πήγε στο αµάξι. Mετά από λίγη ώρα έφτασαν στο ορφανοτροφείο. Eκεί την περίµεναν όλα τα 77


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 78

παιδιά και κάποιες υπεύθυνες κρατώντας ένα πανό που έγραφε: «Kαλοσώρισες ∆άφνη!» Mία από τις επόµενες µέρες, ήταν «ηµέρα υιοθεσίας» στο ορφανοτροφείο. Έφτασαν πολλά ζευγάρια που περπατούσαν στον κήπο κοιτώντας τα παιδιά. Ένα ζευγάρι, πρόσεξε τη ∆άφνη και την πλησίασε: – Γεια σου, πώς σε λένε; είπε γλυκά η κυρία. – E! Γεια σας, αλλά δεν θυµάµαι τ’ όνοµά µου. – Tι εννοείς; είπε περίεργα και κάπως γελαστά ο κύριος. Tότε έτρεξε προς το µέρος τους η ∆ιευθύντρια που έτυχε και ήταν κάπου κοντά. – Mε συγχωρείτε, κύριε και κυρία Παπαδοπούλου, µπορώ να σας µιλήσω για λίγο ιδιαιτέρως; – Bεβαίως. Tι θέλετε να µας πείτε; – Nα, το κορίτσι, η ∆άφνη… – ∆άφνη τη λένε; – Σας παρακαλώ µη µε διακόπτετε, όπως έλεγα, η ∆άφνη έχει αµνησία. – Σοβαρά; Eλάτε τώρα µη µας κοροιδεύετε, είπε ο κύριος Παπαδόπουλος. – ∆εν σας κοροϊδεύω. – ∆εν θα έπρεπε να ήταν σε νοσοκοµείο; Γιατί είναι εδώ; Pώτησε η κυρία. – Mην ανησυχείτε. Aπό το νοσοκοµείο µας είπαν πως µπορεί να γυρίσει εδώ. – Tέλος πάντων, µπορούµε να της µιλήσουµε για λίγο; – Bεβαίως. Aµέσως το ζευγάρι αποµακρύνθηκε και πήγαν να κάτσουν δίπλα στη ∆άφνη. – Γεια, µας θυµάσαι; – Γεια! H αλήθεια είναι πως όχι, δεν σας θυµάµαι, είπε αθώα η ∆άφνη. – Eίµαστε το ζευγάρι που ήταν εδώ πριν από λίγο. Θες να περπατήσουµε λίγο στην αυλή; 78


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 79

Σηκώθηκαν και άρχισαν να περπατάνε. – Λοιπόν, σου αρέσει η συντροφιά µας; ρώτησαν αργότερα καθώς έφευγαν. – Nαι, ευχαριστώ. Mετά από εκείνη τη µέρα, το ζευγάρι ερχόταν κάθηµερινά να επισκεφθεί τη ∆άφνη.

ΙV Tην Πέµπτη συνεχόµενη µέρα που το ζευγάρι επισκέφθηκε τη ∆άφνη, αποφάσισε να µιλήσει στη ∆ιευθύντρια. – Mας συνγχωρείτε, είπαν µπαίνοντας στο γραφείο της. – Περάστε, περάστε! – Eρχόµαστε πέντε µέρες εδώ και τελικά πήραµε µια απόφαση. Θα θέλαµε, λοιπόν, να σας πούµε κάτι. – Tι; – Θέλουµε να υιοθετήσουµε τη ∆άφνη! ! ! – Πώς; Mα δεν γίνετε, εννοώ, ξέρετε το πρόβληµά της… – Nαι, ναι, αλλά σκεφτήκαµε πως ένα οικογενειακό περιβάλλον θα της έκανε πολύ καλό. – Aσφαλώς, όµως, αν µου επιτρέπετε, σκεφτήκατε πως η ∆άφνη είναι κιόλας 12 χρονών; – Mην συνεχίζετε σας παρακαλούµε, µπορούµε να καθίσουµε; Πρέπει να σας πούµε µια ιστορία. – Παρακαλώ, καθίστε, ακούω. – Nα, ήταν ένα καλοκαίρι πριν δέκα χρονιά όταν αναγκαστήκαµε να µεταναστεύσουµε στην Aµερική για προσωπικούς λόγους. Eίχαµε µια κόρη δυο χρονών. 79


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 80

Tρέχαµε να προλάβουµε το τρένο για Aθήνα, µπήκαµε βιαστικοί στο σταθµό, κατεβήκαµε τις σκάλες, φτάσαµε µπροστά από το τρένο, µας ζήτησαν τα εισιτήρια και µέχρι να τα δώσουµε αφήσαµε τη µικρή µας κόρη για λίγο µόνη. Όταν γυρίσαµε να την πάρουµε αγκαλιά για να µπούµε στο τρένο, η κόρη µας δεν ήταν πια εκεί. Mπορεί να την απήγαγαν ή να έφυγε µόνη. Tώρα πια δεν ξέρουµε τι απέγινε, ίσως πέθανε. – Ω, συγγνώµη, όµως και πάλι δεν καταλαβαίνω γιατί θέλετε να υιοθετήσετε τη ∆άφνη που είναι δώδεκα ετών. – Θα ήταν η σηµερινή ηλικία της κόρης µας. Kαι τη ∆άφνη νιώθουµε σαν να την ξέρουµε χρόνια. – Kαλά, καταλαβαίνω, είπε η ∆ιευθύντρια συγκινηµένη. – ∆ηλαδή θα… αρχίσουµε τη διαδικασία της υιοθεσίας; – Nαι, όµως αν πάει κάτι στραβά, θ’ αναγκαστούµε να την πάρουµε πίσω. – Eντάξει! Eίπε το ζευγάρι µ’ ένα στόµα. Θα ξαναρθούµε αύριο για να πάρουµε τη ∆άφνη σπίτι. – Πολύ καλά. Mια υπεύθυνη βοήθησε τη ∆άφνη να φτιάξει τα πράγµατά της. H Mαρία και Φανή την πλησίασαν: – Θα µας λείψεις, είπαν και οι δυο λυπηµένες – Kι εµένα θα µου λείψετε! Ήταν βράδυ ∆ευτέρας και όλα τα παιδιά κατέβηκαν στην κουζίνα για το βραδινό. Mόλις τελείωσαν το φαγητό, η Mαρία συνόδεψε τη ∆άφνη (για το τελευταίο βράδυ της στο ορφανοτροφείο) στο δωµάτιο τους. Aνέβηκαν την ξύλινη σκάλα, άνοιξαν τη µεγάλη πόρτα, που είχε µια πινακίδα: «Yπνοδωµάτια» και προχώρησαν προς το δωµάτιό τους. Bούρτσισαν τα δόντια τους κι έπεσαν για ύπνο χωρίς να πουν κουβέντα. Ήταν το τελευταίο βράδυ που περνούσαν µαζί. 80


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 81

Tην επόµενη µέρα το πρωί σηκώθηκαν, ντύθηκαν και µετά το πρωινό τους είχαν φτάσει οι καινούργιοι γονείς της ∆άφνης. – Γεια σου, ∆άφνη, τι κάνεις; – Kαλά! – Mας θυµάσαι; – Nαι. Eίπε ψέµατα, χαµηλόφωνα η ∆άφνη (H αλήθεια είναι πως η ∆άφνη ούτως η άλλως είχε ξεχάσει να ρωτήσει τα ονόµατά τους) – Eγώ είµαι η Mαρία και αυτός είναι ο Πέτρος, ο άντρας µου. Ήρθε η Υποδιευθύντρια κοντά τους και τους ζήτησε να πάνε στο γραφείο της ∆ιευθύντριας. Tο ζευγάρι έφυγε και η ∆άφνη πήγε µε την Υποδιευθύντρια να χαιρετήσει και τα άλλα παιδιά. Σε µια ώρα οι γονείς τέλειωσαν τη διαδικασία και πήγαν να πάρουν τη ∆άφνη και να φύγουν.

V Mπήκαν στο αµάξι και έφυγαν χαιρετώντας. – Πού πάµε; ρώτησε η ∆άφνη. – Στο σπίτι. – Γιατί; – Γιατί είµαστε οι γονείς σου. H ∆άφνη σώπασε. Kοίταξε έξω από το παράθυρο ως εκεί που έφτανε το βλέµµα της. Σε τρία τέταρτα έφτασαν σ’ ένα µεγάλο σπίτι. – Φτάσαµε; – Nαι! είπε ο µπαµπάς (Πέτρος) κατεβάζοντας τη βαλίτσα της ∆άφνης. Όταν µπήκαν µέσα η ∆άφνη ξαφνιάστηκε από τη µεγαλοπρέπεια αυτού του 81


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 82

σπιτιού. Γύρισε και κοίταξε το χλωµό της πρόσωπο στον καθρέφτη. H µητέρα της τη συνόδεψε µέχρι το δωµάτιό της. – Aυτό είναι το δωµάτιό σου, είπε ευγενικά η Mαρία. – Eυχαριστώ. – H ∆άφνη πέρασε µέσα. – A! Aχ, Σκότυ! Φώναξε η ∆άφνη κι έτρεξε προς το µέρος ενός αρκουδιού στο κρεβάτι. – Πώς το ξέρεις; – Nα, απλώς το ένιωσα. – A! Kαλά, είπε σκεφτική η Mαρία. Kαι έφυγε. H ∆άφνη έριξε µια µατιά τριγύρω και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Προχώρησε προς µια µικρή τουαλέτα (το έπιπλο) µε µια πλαστική κορόνα και δυο τρία δαχτυλίδια που φαίνονταν να µην είχαν κουνηθεί για πολύ καιρό. Tο παράθυρο είχε θέα προς το βουνό και είχε ροζ κουρτίνες ώστε αν τις έκλεινες το δωµάτιο να γίνεται όλο ροζ. H ∆άφνη σκέφτηκε τότε: «Mα τι όµορφο δωµάτιο! Όλα αυτά είναι όντως πολύ γλυκά, αλλά είναι για δυο χρονών µωρό». Tότε ακούστηκε ένα κουδούνι. H ∆άφνη στην αρχή τρόµαξε αλλά έπειτα κατάλαβε πως ήταν η εξώπορτα. Bγήκε από το δωµάτιό της. Aπ’ έξω υπήρχε ένας διάδροµος. H ∆άφνη δεν θυµόταν από πού να πάει κι έτσι διάλεξε την αριστερή πλευρά. Προχώρησε και βρέθηκε µπροστά σε µια πόρτα. Tην άνοιξε και είδε σκάλες. Aνέβηκε κι άνοιξε µια άλλη πόρτα σφηνωµένη λίγο. Tην έσπρωξε µε δύναµη και είδε πως ήταν ένας µεγάλος χώρος πολύ βρόµικος. Yπήρχαν µέσα στο δωµάτιο µεγάλες κούτες. H ∆άφνη πλησίασε την πρώτη κούτα και την άνοιξε µε δυσκολία. Mέσα είχε χιλιάδες φωτογραφίες. Πήρε µία στην τύχη και την κοίταξε, είδε το αντρόγυνο, τους γονείς της, µ’ ένα παιδί, κορίτσι, που έµοιαζε πολύ στην ίδια όταν ήταν µικρή. Tότε άκουσε µια φωνή πίσω της να λέει: 82


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 83

– H αδιακρισία δεν κάνει κακό αλλά δεν είναι και σωστή, είπε η Mαρία. – Συγγνώµη, µουρµούρισε η ∆άφνη κι άφησε κάτω τη φωτογραφία. Bγήκαν µαζί από το δωµάτιο και κατέβηκαν στο σαλόνι.

VΙ Στο σαλόνι ήταν µια παράξενη στρουµπουλή γυναίκα που φορούσε ένα µεγάλο καπέλο µε καρφιτσωµένα τρία φτερά παγωνιού. Φορούσε επίσης ένα πράσινο, λαµπερό ταγιέρ. – Γεια σου… γεια σου, παιδί µου, ειπε µε µια ελαφρώς ξενική προφορά. – ∆άφνη, αυτή είναι η θεία του Πέτρου, η Tζεν, είπε η Mαρία. – Γεια σας, είπε ντροπαλά η ∆άφνη. – Σε παρακαλώ, να µου µιλάς στον ενικό, ∆άφνη, είπε η παράξενη επισκέπτρια. – Xµµ… Nαι, είπε κάπως διστακτικά η ∆άφνη. Kάθισαν κι έφαγαν και µετά έφυγε η θεία Tζεν. H µητέρα κάθισε στο σαλόνι και ξεφύσηξε. O µπαµπάς κάθισε στην πολυθρόνα. H ∆άφνη κάθισε δίπλα στη µητέρα. – Mαµά! Σήµερα πέρασα ωραία, είπε. – Mπράβο! – Aχ! Kοίτα το βάζο που σου έκανε στα γεννέθλιά σου δώρο ο µπαµπάς, είπε αυθόρµητα. – Nαι, έχεις δίκιο, είπε η Mαρία και την κοίταξε παραξενεµένη. – Kαλέ µου, δεν πάµε για λίγο στην κουζίνα; – Nαι, πάµε. – Eσύ, αγάπη µου, περίµενέ µας εδώ, είπαν στη ∆άφνη και πήγαν στην κουζίνα. 83


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 84

– Aυτή είναι, το διαισθάνοµαι, είπε η Mαρία. – Ξέρεις πως αυτό αποκλείεται. – Nαι, αλλά… – ∆εν έχει «αλλά». Kαι οι δύο ξέρουµε πως η κόρη µας είναι νεκρή. Tότε µπήκε στην κουζίνα η ∆άφνη. – Mαµά! Γιατί δεν παίρνεις πια τα µπισκότα που µου αρέσουν; Tόσα χρόνια έχω να τα φάω! είπε νευριασµένη κι έφυγε. Kαι οι δύο γονείς έµειναν µε γουρλωµένα µάτια, κατάπληκτοι. – Θα κάνουµε µία προσπάθεια; – Nαι, αλλά µόνο αν δούµε και άλλα σηµάδια, είπε στη γυναίκα του ο Πέτρος. Όσο οι µέρες περνούσαν τόσο ο Πέτρος και η Mαρία σιγουρεύονταν πως η ∆άφνη ήταν η κόρη τους. Σε τρεις – τέσσερις µήνες δεν άντεξαν και µια µέρα φώναξαν τη ∆άφνη για να της µιλήσουν. – Θέλετε κάτι; Pώτησε η ∆άφνη. Kοιτάχτηκαν και είπαν : – Nαι! Mε µια φωνή. Bάλε το παλτό σου κι έλα στον κήπο.

VΙΙ Bγήκαν στον κήπο, κάθισαν κάτω από ένα πεύκο κι άρχισαν να λένε στη ∆άφνη την ιστορία της κόρης τους. – Πριν περίπου έντεκα χρόνια είχαµε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν ∆άφνη, σαν εσένα… – Mισό λεπτό, διέκοψε η µαµά. Aυτό το µενταγιόν τι είναι; Kι έδειξε στη ∆άφνη ένα µενταγιόν. H ∆άφνη το κοίταξε προσεκτικά. Έγραφε «∆άφνη», µε αυτό το όνοµα τη φώνα84


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 85

ζαν. Mα φυσικά, το µενταγιόν… H µνήµη της επανέρχεται, τα µάγουλά της αναψοκοκκινίζουν. – A! H Aµερική, το τρένο, τα θυµάµαι όλα, είπε κοιτάζοντας µία το µενταγιόν και µία τους γονείς της. Σήκωσε απότοµα τα µάτια της. – Mαµά, µπαµπά! Eσείς είστε στ’ αλήθεια! ειπε µε σιγουριά η ∆άφνη. – ∆άφνη! φώναξε η µαµά µε δάκρυα συγκίνησης στα µάτια. – Mας έλειψες τόσο πολύ! – Eµένα να δείτε. Tότε αγκαλιάστηκαν για αρκετή ώρα ευτυχισµένοι που είχαν ο ένας τον άλλο. Tώρα πια η ∆άφνη θα λέει αυτή την ιστορία στα παιδιά της κι εκείνα ίσως κάποτε την πουν στα παιδιά τους. Ποιος ξέρει;

85


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 86


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 87

Oχτώ + ∆ύο Άρτεµις Παπακώστα, Xλόη Kανελλοπούλου, Kωνσταντίνα ∆ηµουλά

Πέρα απ’ τα όρη πέρα απ’ τα βουνά, υπήρχε ένα ξεχασµένο και απόµερο χωριό, το Aλπίδι. Tα παλιά πέτρινα σπίτια άφηναν το κρύο του χειµώνα να τα κυριέψει. Tο κουδούνι του σχολείου χτύπησε, η σκουριασµένη σιδερένια πόρτα άνοιξε κι ένα τσούρµο παιδιά χύθηκε στους δρόµους. Tα ποδοβολητά και οι φωνές των παιδιών σκέπασαν τον άδειο δρόµο. Tα παιδιά έστριψαν στο στενό ο Aντρέας ως αρχηγός της «AT» («Aχτύπητη Tετράδα», έτσι ονόµαζαν την οµάδα τους) προχωρούσε µπροστά. Eίναι ένα λεπτό, ψηλό, όµορφο αγόρι, µε µελιά µάτια και πολύ έξυπνο γι’ αυτό άλλωστε τα παιδιά τον διάλεξαν για αρχηγό τους. Aπό πίσω του προχωρούσαν οι άλλοι τρεις, ο Λουκάς, ο Nίκος, και ο Σωτήρης. Tώρα κατευθύνονταν προς το δάσος, εκεί όπου βρισκόταν το στέκι τους, το δεντρόσπιτό τους! 87


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 88

Tο δεντρόσπιτό τους…

Ι Eίχαν φτάσει κοντά στο καταφύγιό τους. Ένας περίεργος ήχος ακούστηκε. Όσο προχωρούσαν, τόσο ο ήχος δυνάµωνε… Tα παιδιά σάστισαν. Ένα πληγωµένο σκυλί κειτόταν µπροστά τους και τους κοιτούσε µε παγωµένο βλέµµα. O Σώτος (έτσι τον φωνάζουν τον Σωτήρη τα παιδιά) πλησίασε το πληγωµένο σκυλί και είπε σοβαρά: – Eίναι πολύ πληγωµένο, πρέπει να το βοηθήσουµε. 88


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 89

– Nα το πάµε στο δεντρόσπιτο, είπε ο Nίκος. Tότε και οι τέσσερις σήκωσαν το σκυλί και πήραν το δρόµο για το δεντρόσπιτο. O αέρας φυσούσε δυνατά, τα φύλλα των δέντρων µαστίγωναν τα ξαναµµένα µάγουλα των παιδιών και κάλυπταν τα µονοπάτια. Mε δυσκολία ανέβηκαν τις σκάλες που ήταν καρφωµένες πάνω στον κορµό του δέντρου και ακούµπησαν απαλά το σκύλο στο στρώµα. O Λουκάς έτρεξε να φέρει επίδεσµο από την καλύβα του µπάρµπα Θόδωρου. H καλύβα ήταν κοντά στο ποτάµι που χώριζε το δάσος και τα δυο χωριά, το Aλπίδι και το Λαργέρι. Tο πρόσωπο του µπάρµπα Θόδωρου ήταν σηµαδεµένο από ρυτίδες που φανέρωναν την ηλικία του. Φορούσε πάντα ένα σκισµένο µπερέ που κάλυπτε τα γκριζωπά µαλλιά του. Tη ζωή του την είχε αφιερώσει στα ζώα γι’ αυτό και ήξερε τα πάντα γι’ αυτά. Σε ένα τέταρτο ο Λουκάς επέστρεψε κρατώντας τον επίδεσµο. Tα παιδιά έδωσαν στο σκύλο τροφή και νερό. Μετά το ζώο έτσι κουρασµένο που ήταν αποκοιµήθηκε. Eίχε κιόλας βραδιάσει κι έπρεπε να γυρίσουν σπίτια τους. Άφησαν το σκύλο στο δεντρόσπιτο κι ακολούθησαν το µονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό. Tο επόµενο πρωί οι «AT» ξύπνησαν νωρίτερα για να προλάβουν να πάνε φαγητό στο σκύλο πριν το σχολείο. Oι µέρες περνούσαν, τα παιδιά µε όποιες δυσκολίες κι αν συναντούσαν, πήγαιναν πρωί, µεσηµέρι, βράδυ φαγητό στο σκύλο, που τελικά ήταν σκυλίτσα, και την ονόµασαν Λουλού. H Λουλού έγινε καλά και από τότε τους ακολουθούσε όπου και να πήγαιναν. Eίχε γίνει πια µέλος της οµάδας τους.

89


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 90

H Λουλού είχε γίνει πια µέλος της οµάδας τους.


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 91

IΙ O καιρός περνούσε, και µια από αυτές τις χειµωνιάτικες µέρες τα παιδιά όταν γύρισαν από το σχολείο, δεν βρήκαν τη Λουλού στο δεντρόσπιτο. Nα πώς έγιναν τα πράγµατα: Eκείνο το πρωινό η Λουλού καθώς καθόταν αµέριµνη στο στρώµα, µε το αεράκι που φυσούσε, µια γνώριµη µυρωδιά διαπέρασε τα ρουθούνια της, ήταν η µυρωδιά των παλιών της αφεντικών. H Λουλού σηκώθηκε, ακολούθησε τη µυρωδιά και βρέθηκε στην απέναντι µεριά του δάσους. Προχωρούσε µυρίζοντας διαρκώς, όταν αντίκρισε το παλιό της σπίτι. Ήταν ένα δεντρόσπιτο που το είχαν χτίσει τέσσερα παιδιά ηλικίας 15 ετών: O Xρήστος, ο Στέφανος, ο Aλέξης και ο αρχηγός τους, ο Σµιθ. Tο όνοµα της οµάδας τους ήταν «Nτάλτον». Oι «Nτάλτον» δεν φέρονταν καλά στη Λουλού γι’ αυτό κι εκείνη έφυγε και µετά από περιπλανήσεις τη βρήκαν οι «AT» πληγωµένη στο δάσος. Oι «AT» έψαχναν απεγνωσµένα τη Λουλού όλο το µεσηµέρι… O ουρανός συννέφιασε, η οµίχλη απλώθηκε σε όλο το δάσος και όταν τα παιδιά άρχισαν ν’ απελπίζονται, µέσα απ’ την οµίχλη εµφανίστηκε η Λουλού. Tα παιδιά έτρεξαν αµέσως κοντά της. Tο χαµόγελο ξαναζωγραφίστηκε στα πρόσωπά τους, αλλά δεν κράτησε για πολύ. Πίσω από τη Λουλού φάνηκαν οι «Nτάλτον». Aυτοί την είχαν ακολουθήσει για δουν να πού ήταν το καινούργιο της σπίτι. Oι «Nτάλτον» και οι «AT» κοιτάχτηκαν για λίγο µε αµηχανία. Tην πρώτη λέξη την είπαν οι «Nτάλτον»: – Ποιοι είστε εσείς που έχετε το σκύλο µας; – Tο σκύλο σας; ∆ικός µας είναι! είπε ο Nίκος. – Aπό πότε είναι δικός σας; απάντησε ο Σµιθ. 91


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 92

Tα παιδιά είχαν φτιάξει ένα µικρό σπιτάκι στη Λουλού στην όχθη του ποταµού.


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 93

– Aπό την ηµέρα που τη βρήκαµε πληγωµένη στο δάσος και τη βοηθήσαµε. O Aλέξης πλησίασε το Σµιθ και του ψυθίρισε : – Σµιθ, µην το παρατραβάς, ξέρεις ότι έχουν δίκιο, εµείς φταίµε που έφυγε η Tζάκι! – Ποια Tζάκι; είπε ο Λουκάς, τη Λουλού εννοείτε! – A! ∆εν φτάνει που δεν είναι δική σας, της βγάλατε και όνοµα! είπε ο Σµιθ υποτιµητικά και γέλασαν οι «Nτάλτον». Tα παιδιά αντάλλαξαν άγρια βλέµµατα µεταξύ τους. O Σµιθ έκανε ένα βήµα µπροστά και είπε: – Άντε, φέρτε τη Tζάκι ή τη Λουλού τέλος πάντων, για να φύγουµε. – H Λουλού δεν έχει να πάει πουθενά! Θα µείνει εδώ µαζί µας. H ώρα µε τον τσακωµό πέρασε. Oι «Nτάλτον» έπρεπε να φύγουν. Τότε ο Σµιθ γύρισε και είπε: – Kαλά, αλλά να ξέρετε ότι δεν τελειώσαµε, η Tζάκι θα γίνει και πάλι δική µας. Oι µέρες περνούσαν και τα παιδιά δεν συµφιλιώνονταν. Kάθε απόγευµα το δάσος έπιανε φωτιά από τις διαµάχες τους. Mέχρι εκείνο το απόγευµα, που τσακώθηκαν πιο άγρια από όλες τις άλλες φορές! Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Tο είχαν αποφασίσει, θα χώριζαν το δάσος στη µέση. Kανείς δεν θα τους σταµατούσε! Aπό το άλλο απόγευµα ξεκίνησαν τη δουλειά. Eίχαν µαζέψει ξύλα, πέτρες και όλα τα απαραίτητα που χρειάζονταν. Aπό τότε κάθε µέρα και οι δύο οµάδες βρίσκονταν στο δάσος κι έχτιζαν το τείχος. Tα παιδιά, για να µην τσακώνονται, είχαν φτιάξει ένα µικρό σπιτάκι στη Λουλού, στην όχθη του ποταµού. 93


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 94

IIΙ Mια από αυτές τις εργατικές µέρες (και για τις δυο οµάδες) η Λουλού επισκέφτηκε την «AT» χωρίς να της δώσουν ιδιαίτερη σηµασία. Mέσα στις σκοτούρες τους δεν ασχολήθηκαν καθόλου µαζί της, το µόνο που τους ένοιαζε ήταν να χτίσουν το τείχος όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έτσι η Λουλού, επειδή την είχαν παραµελήσει πήγε στο παγωµένο και ξύλινο σπιτάκι της το οποίο ήταν στην όχθη του ποταµού. H Λουλού ένιωθε πολύ διψασµένη. Έσκυψε, λοιπόν, το κεφάλι της και πλησίασε το παγωµένο νερό όταν ξαφνικά αντίκρισε µια µεγάλη σκιά. Tρόµαξε τόσο πολύ που παραπάτησε, στραµπούλιξε το πόδι της κι έπεσε στο ποτάµι. Προσπαθούσε απεγνωσµένα να γαβγίσει αλλά το νερό έπνιγε τη φωνή της. Tο µόνο που κατάφερε να διακρίνει ήταν η σκιά του σκύλου που είχε δει, ο οποίος ήταν χωµένος στους θάµνους, ψάχνοντας για τροφή. Eίχε καφετί τρίχωµα, µια µεγάλη άσπρη βούλα στο λαιµό, και το ένα του µάτι ήταν πράσινο ενώ το άλλο γαλάζιο. H Λουλού προσπάθησε να βγάλει ένα σιγανό γάβγισµα. Mε το γάβγισµά της κέρδισε την προσοχή του σκύλου. Όταν ο σκύλος διαπίστωσε ότι η Λουλού πνιγόταν άρχισε να γαβγίζει κι εκείνος δυνατά. Γάβγισε τόσο δυνατά που η φωνή του αντήχησε σε όλο το δάσος. Tο γάβγισµα έφτασε στα αυτιά των παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσαν σηµασία, αλλά το γάβγισµα συνεχίστηκε για πολλή ώρα κι άρχισαν να ανησυχούν. Tο µυαλό και των δυο οµάδων πήγε κατευθείαν στη Λουλού. Tα οχτώ παιδιά (χωριστά η κάθε οµάδα) έτρεξαν στο ποτάµι. Oι δυο οµάδες έφτασαν ταυτόχρονα η κάθε µια από διαφορετική όχθη. Tα παιδιά τροµαγµένα αντίκρισαν τη Λουλού ανήµπορη να την παρασέρνει το ρεύµα. 94


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 95

Γάβγισε τόσο δυνατά που η φωνή του αντήχησε σε όλο το δάσος.


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 96

Oι «Nτάλτον» προσπάθησαν να την πιάσουν αλλά µάταια. Tότε o Aντρέας φώναξε: – Σκορπιστείτε στο δάσος για να βρούµε ένα µακρύ κλαρί! O Σµιθ του απάντησε άγρια: – Eµείς δεν δεχόµαστε διαταγές! – Aφήστε τα αυτά! Πρέπει να σώσουµε τη Λουλού, πρέπει να συνεργαστούµε! – Kαλά, καλά! είπε ο Σµιθ, άντε, τρέξτε! Όλοι τους τρέξανε για να ψάξουν να βρουν ένα µακρύ κλαρί. Σκορπίστηκαν και µετά από τρία λεπτά είχαν στα χέρια τους αυτό που αναζητούσαν. O Nίκος θυµήθηκε ότι ο µπάρµπα Θόδωρος τους είχε πει ότι λίγο πιο πάνω υπήρχε παρατηµένη µια βάρκα. O Nίκος και ο Σωτήρης τρέξανε να φέρουν τη βάρκα. Eν τω µεταξύ οι υπόλοιποι είχαν πάρει το ξύλο και προσπαθούσαν να τραβήξουν τη Λουλού προς την όχθη. Σε λίγο φάνηκαν τα δυο παιδιά κουβαλώντας τη βάρκα. Όλοι µαζί τη ρίξανε στο νερό. O Xρήστος, ο Aλέξης και ο Λουκάς µείνανε έξω µήπως και οι άλλοι χρειαστούν κάτι αφού έτσι κι αλλιώς δεν χωρούσαν όλοι µες στη βάρκα. Tα παιδιά έριξαν το ξύλο µες στο νερό, για άλλη µια φορά, στα πρόσωπα τους αποτυπώθηκε το συναίσθηµα της αγωνίας. H Λουλού προσπάθησε να γαντζωθεί πάνω στο ξύλο, αλλά ήταν πολύ αδύναµη. Tότε οι δύο αρχηγοί (ο Σµιθ και ο Aντρέας) βούτηξαν µες στα παγωµένα νερά του ποταµού, για να τη σώσουν. Oι καρδιές των υπόλοιπων παιδιών χτυπούσαν δυνατά. Tα λεπτά περνούσαν αγωνιωδώς και κανένας από τους τρεις τους δεν είχε φανεί ακόµα. Ξαφνικά το καπέλο του Aντρέα φάνηκε στην επιφάνεια τότε ο Aλέξης φώναξε: – Aντρέα! O Aντρέας όµως δεν απάντησε. Tα παιδιά ανησύχησαν ακόµα πιο πολύ. Tότε 96


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 97

ακούστηκε ένα γάβγισµα. Όλοι έτρεξαν προς το µέρος απ’ όπου ακουγόταν και είδαν τη Λουλού να κολυµπάει µε δυσκολία στο νερό. Tα παιδιά την τράβηξαν αµέσως έξω και τη σκέπασαν µε το πανωφόρι του Λουκά. Ήταν τόσο χαρούµενοι που ξέχασαν το Σµιθ και τον Aντρέα. O Στέφανος είπε: – Πρέπει να την πάµε στον µπάρµπα Θόδωρο. O Σώτος απάντησε: – Kαι τι θα γίνει µε τον Aντρέα και το Σµιθ; – Eγώ µε τον Aλέξη θα µείνουµε εδώ και εσείς πηγαίνετε τη Λουλού στο µπάρµπα Θόδωρο, είπε ο Λουκάς. Oι υπόλοιποι πήραν τη Λουλού στα χέρια τους και τράβηξαν το δρόµο για την καλύβα. H ώρα ήταν δύο! Eίχαν περάσει δύο ώρες από τότε που τα παιδιά µε τη Λουλού είχαν φύγει. O Λουκάς και ο Aλέξης ανησυχούσαν. Ξαφνικά όµως, ξεπρόβαλαν τα παιδιά χωρίς τη Λουλού να γυρίζουν από το µπάρµπα Θόδωρο µε τα µάτια τους γεµάτα θλίψη και απογοήτευση. – Πού είναι η Λουλού; Tι έγινε; – Tην αφήσαµε στο µπάρµπα Θόδωρο, είπε ο Nίκος. Kαι ο Στέφανος συµπλήρωσε: – Eίναι σοβαρά έχει πρόβληµα µε τους πνεύµονές της. Θα την κρατήσει εκεί ο µπάρµπα Θόδωρος, για τέσσερις - πέντε µέρες. – ∆εν εµφανίστηκαν ακόµα οι άλλοι; είπε ο Xρίστος. – Όχι, γι’ αυτό ανησυχούµε, είπε ο Σώτος. Όλοι µαζί, χωρίς δεύτερη κουβέντα, άρχισαν να κατηφορίζουν δίπλα από το ποτάµι. Όλα ήταν σιωπηλά. Tο µόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν το ζωηρό αλλά ταυτόχρονα ήρεµο νερό του ποταµού… 97


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 98

Ξαφνικά ένας περίεργος ήχος τους τράβηξε την προσοχή. O ήχος αυτός έµοιαζε µε αναφιλητό. Tα παιδιά γύρισαν το κεφάλι τους και είδαν το Σµιθ και τον Aντρέα ξαπλωµένους στην απέναντι όχθη. – Aντρέα! Σµιθ! φώναξε ο Aλέξης. – Όµως πώς θα περάσουµε απέναντι, που είναι τα παιδιά; ρώτησε ο Nίκος. – H βάρκα του µπάρµπα Θόδωρου πού είναι; ρώτησε ο Λουκάς. – Aς ψάξουµε! Tα παιδιά σκορπίστηκαν και µετά από λίγα λεπτά φώναξε ο Στέφανος: – Nα την! Tη βρήκα! Tην είχε παρασύρει το ποτάµι λίγο πιο πέρα. Όλοι µαζί πήραν τη βάρκα και µπήκαν µέσα. – Παιδιά είστε καλά; ρώτησε ο Xρίστος µόλις φτάσανε. Kανένας από τους δυο δεν απάντησε. Tα παιδιά ανησύχησαν. Tότε ο Xρίστος είπε δυνατά: – Πρέπει να τους δει ο κυρ Γιάννης ο γιατρός. – Kαλά, και τι θα πούµε στους γονείς τους; – Θα αναγκαστούµε να τους τα εξηγήσουµε όλα! – ∆εν έχουµε καιρό για χάσιµο, πρέπει να βιαστούµε. Kουβάλησαν τα δυο παιδιά στους ώµους και τα έβαλαν στη βάρκα. Ύστερα πέρασαν στην απέναντι όχθη και τράβηξαν προς το σπίτι του κυρ Γιάννη. Έφτασαν στο σπίτι του γιατρού και χτύπησαν την πόρτα ανυπόµονα. O γιατρός τους άνοιξε αµέσως. Eίναι ένας ψηλός, µελαχρινός, µεγαλόσωµος άντρας µε ωραία χαρακτηριστικά. Mέσα σε δυο ώρες του τα είχανε εξηγήσει όλα, και, µε το φάρµακο που τους έδωσε, ο Aντρέας και ο Σµιθ είχαν νιώσει ήδη καλύτερα. Tα παιδιά της «AT» πήραν τον Aντρέα και οι «Nτάλτον» τον Σµιθ για να τους γυρίσουν στα σπίτια τους. Eκεί θα έπρεπε να τα εξηγήσουν όλα στους γονείς τους. 98


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 99

Tο µόνο πράγµα που τους ένοιαζε εκείνη τη στιγµή ήταν να γίνουν καλά τα παιδιά και η Λουλού.

IV Eίχαν περάσει τρεις µέρες, ο Σµιθ και ο Aντρέας δεν είχαν αναρρώσει εντελώς. Aυτό όµως που έτρωγε την περιέργεια των παιδιών, ήταν ποιος σκύλος είχε γαβγίσει αφού το νερό είχε σκεπάσει τη φωνή της Λουλούς. Γι’ αυτό και αποφάσισαν να συναντηθούν όλοι µαζί για να ψάξουν στο δάσος. Tο άλλο πρωί βρίσκονταν στο δάσος για να ψάξουν για τον άγνωστο σκύλο. Eίχαν ψάξει όλο το δάσος και ήταν εξαντληµένοι όταν θυµήθηκαν τα λόγια του µπαρµπα Θόδωρου: Στο ξέφωτο του δάσους υπήρχε µια γερασµένη βελανιδιά κοντά στην οποία ο µπάρµπα Θόδωρος είχε ακούσει γαβγίσµατα. O µπάρµπα Θόδωρος είχε πάει πολλές φορές εκεί για να ψάξει το σκύλο αλλά ποτέ δεν τον είχε βρει. Tα παιδιά βρήκαν εύκολα τη βελανιδιά, αλλά όχι και το σκύλο. Λίγο πιο πέρα άκουσαν φωνές, πλησίασαν και µέσα από τα δέντρα φάνηκαν ο µπάρµπα Θόδωρος, η Λουλού κι ένας παράξενος σκύλος. Ξαφνιάστηκαν που τους είδαν, γιατί δεν περίµεναν να γίνει τόσο γρήγορα καλά η Λουλού. Kαι ο παράξενος σκύλος, µε το ένα µάτι µπλε και το άλλο πράσινο, µήπως ήταν ο σκύλος που αναζητούσαν, ο σωτήρας της Λουλούς; Tα παιδιά έτρεξαν προς το µέρος του µπάρµπα Θόδωρου. Eκείνος τους τα εξήγησε όλα: πως ο παράξενος αυτός σκύλος ήταν δικός του και πως τον είχε χάσει πριν κάποια χρόνια. Tα παιδιά ρώτησαν αν η Λουλού ήταν καλά. Έπειτα, ακούγοντας την ιστορία του µπάρµπα Θόδωρου, τα παιδιά αποφάσισαν να βγάλουν ένα όνοµα στο σκύλο που τελικά ήταν ο σωτήρας της Λουλούς. Όµως ο µπάρµπα Θόδωρος τους είπε ότι του είχε βγάλει ήδη ένα όνοµα από παλιά: Φλάφη. 99


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 100

Έτσι, όλοι µαζί πήραν το δρόµο για το δεντρόσπιτο. Tην επόµενη µέρα ο Aντρέας και ο Σµιθ είχαν γίνει καλά. Oι δυο οµάδες είχαν συµφιλιωθεί µεταξύ τους, και αποφάσισαν να γκρεµίσουν το τείχος που είχαν φτιάξει. Στη θέση του αποφάσισαν να φτιάξουν µια γέφυρα που να ενώνει τα δυο χωριά. Aπό τότε το δάσος γέµιζε από τις φωνές των παιδιών, αλλά και από τα γαβγίσµατα των δυο αγαπηµένων φίλων τους: της Λουλούς και του Φλάφη.

100


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 101


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 102


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 103

Tο µαγικό πινέλο Στέφανος Tσίγκος, Γιώργος Σακελλαρίου, Xρήστος Kονταράτος, Bασίλης ∆άµης, Aγις Σωρούλας, Σπύρος Χασών και Mάκης Σίδερης.

Mια φορά κι έναν καιρό, στο όµορφο, Έντο, σ’ ένα µικρό σπιτάκι στην άκρη της πόλης, ζούσε µια οικογένεια µε τρία παιδιά. Tο µικρότερο, που το έλεγαν Tσάο, η υπόλοιπη οικογένεια, το θεωρούσε κατώτερο µέλος της. Tον κορόιδευαν και τον υποτιµούσαν. Ήταν καλός µαθητής, πίστευε όµως πως οι δάσκαλοί του τον µισούσαν και τον υποτιµούσαν κι αυτοί. ∆εν είχε φίλους και η µόνη ασχολία του, ήταν να ζωγραφίζει. Eίχε προσπαθήσει πολλές φορές να το σκάσει, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερε. Mια βροχερή µέρα, σαν όλες τις άλλες, στο σπίτι του Tσάο εµφανίστηκε µια γριούλα που πουλούσε πινέλα. Φορούσε ένα µαύρο παλτό κι ένα γκρι σάλι. H µητέρα αµέσως άρχισε να φωνάζει: – Φύγε από ’δώ, παλιόγρια! – Mα, γιατί; Πάρτε ένα πινελάκι! – Άσε, µαµά, θ’ αγοράσω εγώ ένα, είπε ο Tσάο. Πόσο κοστίζει, παρακαλώ; – Άντε στην κάµαρά σου αµέσως, του φώναξε η µητέρα. – Πόσο χρονών είσαι παιδάκι µου και πώς σε λένε; ρώτησε η γριούλα. 103


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 104

Στο σπίτι του Tσάο εµφανίστηκε µια γριούλα που πουλούσε πινέλα.


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 105

– Mε λένε Tσάο και είµαι 11 χρονών. – Kαι τι σε νοιάζει εσένα; Άσε το γιο µου ήσυχο! – Aγόρι µου, έλα να σου πω κάτι, συνέχισε η γριούλα. O Tσάο αγνόησε τη µητέρα του και πήγε να την ακούσει. – Tι θέλετε; τη ρώτησε. – Θέλω να σου χαρίσω αυτό το πινέλο. – Eυχαριστώ, αλλά δεν πειράζει, µπορείτε να µου το δώσετε µια άλλη φορά. – Όχι! Πάρ’ το τώρα. Tην άλλη φορά, µπορεί να είναι αργά…! – Kαλά, τότε θα το πάρω. Σας ευχαριστώ! – Γεια σου Tσάο, ίσως µια µέρα ξανασυναντηθούµε. – Σταθείτε µια στιγµή! Πώς σας λένε; – Mε λένε Λινκ. Γεια σου τώρα! Eκείνο το βράδυ, ο Tσάο ξενύχτησε για να καταλάβει τι εννοούσε η γριά µε το «την άλλη φορά µπορεί να είναι αργά»… Kούραζε το µυαλό του για ώρες. Ύστερα σκέφτηκε να ρωτήσει την ίδια. Όµως δεν ήξερε πού να τη βρει. Pώτησε κάποιους γείτονες, του είπαν που µένει και πήγε! Στο σπιτάκι της υπήρχε φως, άρα η Λινκ ήταν µέσα. O Tσάο είδε απ’ το παράθυρο δυο σιλουέτες. H µια ήταν της Λινκ. H άλλη ήταν ενός µεγαλόσωµου ανθρώπου. Mια δυνατή αντρική φωνή ακούστηκε να φώναζει θυµωµένα. Tο παιδί τρόµαξε και δεν χτύπησε την πόρτα. Έτρεξε και κρύφτηκε πίσω από το γειτονικό φράχτη. Oι φωνές σταµάτησαν. Σιωπή… Ένας µαυροφορεµένος άντρας βγήκε από το σπίτι και εξαφανίστηκε γρήγορα στο σκοτάδι. O Tσάο, πρόλαβε να δει µια ουλή στο πρόσωπό του κι ένα καλυµµένο µάτι. Περίµενε να αποµακρυνθεί ο άντρας κι έτρεξε µέσα στο σπίτι. H Λινκ ήταν πεσµένη στο πάτωµα. Nεκρή… O Tσάο λυπήθηκε τη γριούλα και θύµωσε πάρα πολύ. Aποφάσισε να ακολουθήσει τα ίχνη του δολοφόνου, να τον βρει και να τον βάλει φυλακή. 105


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 106

Mόλις έφτασε σε µια απ’ τις πύλες του Έντο, είδε τους φρουρούς να στέκονται µπροστά.


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 107

Γύρισε σπίτι του και πήρε όσα πράγµατα µπόρεσε: ένα σουγιά, 10 γιεν, ένα πανωφόρι και το πινέλο. O δολοφόνος θα είχε πια βγει από το Έντο. O Tσάο φοβόταν µήπως δεν τον άφηναν να βγει από τις πύλες της πόλης. Mόλις έφτασε σε µια απ’ τις πύλες, είδε τους φρουρούς να στέκονται µπροστά. Σκέφτηκε για λίγο και ύστερα, πέταξε µια πέτρα στο κεφάλι του ενός φρουρού. O άλλος έτρεξε γρήγορα να τον βοηθήσει και να δει τι συµβαίνει. O Tσάο βρήκε ευκαιρία να περάσει την πύλη ανενόχλητος. Έτσι, βρέθηκε έξω από το Έντο, µόνος και αβοήθητος µες στη νύχτα! Tώρα έπρεπε να περάσει τα σύνορα, πίσω από την οροσειρά του Έντο. Eίχε ξεκινήσει ν’ ανεβαίνει το βουνό όταν ξαφνικά, άρχισε να πεινάει. Tότε κατάλαβε πως είχε ξεχάσει να πάρει µαζί του τρόφιµα. Πεινασµένος, συνέχισε να προχωράει, µέχρι που έφτασε σε µια χαράδρα. Aπελπίστηκε… Kάθισε κάτω στενοχωρηµένος και για να περάσει η ώρα άρχισε να ζωγραφίζει. Zωγράφισε το ορεινό τοπίο φωτισµένο από το φεγγάρι και τη χαράδρα, προσθέτοντας όµως και µια γέφυρα. Mόλις τελείωσε, γύρισε να ξανακοιτάξει τη χαράδρα και µε έκπληξη είδε, ότι τώρα εκεί, υπήρχε στ’ αλήθεια µια γέφυρα, ίδια µ’ αυτή που είχε ζωγραφίσει. Aπ’ το µυαλό του πέρασε η σκέψη πως ίσως το πινέλο του να είναι µαγικό. ∆εν υπήρχε όµως καιρός για χάσιµο. Σηκώθηκε γρήγορα και πέρασε απέναντι. Άρχισε να κατεβαίνει το βουνό, ήταν όµως πια κουρασµένος και πολύ νυσταγµένος. Ξάπλωσε να κοιµηθεί. Tην ώρα που τον έπαιρνε ύπνος άκουσε κοντά του, κάτι σαν σούρσιµο. Kοίταξε και είδε το δολοφόνο. Tον είδε καθαρά να ψάχνει τα πράγµατά του και να του παίρνει το πανωφόρι και τα 10 γιεν. O Tσάο σηκώθηκε, έβγαλε το σουγιά του κι ενστικτωδώς έπιασε και το πινέλο στο χέρι του. O δολοφόνος τον κοίταξε για µια στιγµή και µε το πανωφόρι και τα χρήµατα στο χέρι, το ’βαλε γρήγορα στα πόδια. O Tσάο έτρεξε ξοπίσω του. Kατέβηκαν το βουνό, αλλά ο δολοφόνος ήταν µεγαλόσωµος και πιο γρήγορος. Mπροστά τους άρχιζε 107


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 108

O Tρικ κι ο Tσάο προχώρησαν παρέα και µπροστά τους είδαν να απλώνονται τα Mαύρα Bουνά.


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 109

ένα δάσος. O δολοφόνος χώθηκε ανάµεσα στα πυκνά δέντρα κι ο Tσάο τον έχασε. ∆εν έχασε όµως το κουράγιο του. Mπήκε στο δάσος κι αυτός, προχώρησε πολύ βαθιά και έφτασε σ’ ένα ξέφωτο. Άρχισε να φωνάζει: – Πού είσαι; Θα πληρώσεις για το φόνο που έκανες! Ποιος είσαι; Γιατί το έκανες; O Tσάο άκουσε βήµατα. Ύψωσε το σουγιά του και περίµενε. Mέσα απ’ τα δέντρα, αντί γι’ αυτόν που περίµενε, ξεπρόβαλε ένας άντρας, ψηλός και γεροδεµένος µε µακριά µαλλιά και µούσι. – Ποιός είσαι; Pώτησε το παιδί. – Mε λένε Tρικ κι έρχοµαι από την πόλη Zιάτσου, απάντησε ο άντρας. Kυνηγάω έναν δολοφόνο. Oρίστε, αυτός είναι, είπε δείχνοντας στον Tσάο µια αφίσα. O Tσάο, είδε το σχέδιο ενός βλοσυρού άντρα, µε µια ουλή στο πρόσωπο κι ένα κάλυµµα στο µάτι. Ήταν ο ίδιος που είχε σκοτώσει τη Λινκ. – Λοιπόν, Tρικ, µου φαίνεται πως κυνηγάµε τον ίδιο άνθρωπο. Έλα µαζί µου! Θα τον βρούµε και θα τον πιάσουµε! – Eντάξει, απάντησε ο Tρικ χωρίς δισταγµό. Έτσι, ο Tρικ κι ο Tσάο, προχώρησαν παρέα. Bγήκαν από το δάσος και µπροστά τους είδαν να υψώνονται τα Mαύρα Bουνά. – Eκεί ζει ο δολοφόνος, είπε ο Tρικ. – Πάµε! Ξεκίνησαν λοιπόν για τα Mαύρα Bουνά! H νύχτα έπεφτε. Tα βουνά ήταν γεµάτα αρκούδες και λύκους. Ένιωθαν την παρουσία τους γύρω τους. Aνέβηκαν αρκετά µέχρι που έφτασαν σ’ ένα ξέφωτο κι άρχισαν να στήνουν µια πρόχειρη σκηνή για να κατασκηνώσουν. Ένα ουρλιαχτό λύκου ακούστηκε και πολλά ζευγάρια λαµπερά κίτρινα µάτια φάνηκαν να τους παρακολουθούν πίσω απ’ τα δέντρα. 109


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 110

– Tρικ φοβάµαι! Kάνε κάτι. – Mην κουνηθείς, Tσάο, είµαστε περικυκλωµένοι από λύκους. Tράβα το σουγιά σου µε αργές κινήσεις. Ξαφνικά οι λύκοι όρµησαν. – Πίσω, Tσάο! φώναξε ο Tρικ. Kαι χύµηξε στους λύκους. O Tσάο έβλεπε τη µάχη αγριεµένος. O Tρικ πάλευε µε λύσσα. Ήταν γεµάτος µε γρατζουνιές και δαγκωµατιές. Kατάφερε να σκοτώσει δυο λύκους. O Tσάο στεκόταν τροµαγµένος µε το σουγιά στο ένα χέρι και το πινέλο στο άλλο. Ξαφνικά… το πινέλο έβγαλε µια εκτυφλωτική λάµψη. Oι λύκοι τροµαγµένοι τό ’βαλαν στα πόδια. O Tσάο µε τον Tρικ, άναψαν φωτιές γύρω απ’ τη σκηνή τους για να φοβηθούν τα ζώα και να µην τους ενοχλήσουν ξανά κι έπεσαν για ύπνο. Tο πρωί συνέχισαν προσεκτικά την πορεία τους, βρίσκοντας στο δρόµο τους ίχνη απ’ τα άγρια ζώα. Kάποτε, έφτασαν στο σπίτι του δολοφόνου. Kλότσησαν την πόρτα και µπήκαν µέσα. ∆εν ήταν κανείς εκεί. O δολοφόνος είχε ξεφύγει. Tους είχε αφήσει όµως ένα σηµείωµα: «∆εν θα µε πιάσετε ποτέ»! – Tι κάνουµε τώρα; Πού πάµε; είπε ο Tσάο. Πρέπει να τον πιάσουµε, ό, τι κι αν γίνει! – Πάµε στην πόλη Πίκαµπου, απάντησε ο Tρικ. – Γιατί εκεί; – Πιστεύω πως εκεί πήγε! Bγήκαν απ’ το σπίτι. Προχώρησαν λίγο, όµως γρήγορα ένιωσαν κουρασµένοι και πεινασµένοι. Kάθισαν να ξεκουραστούν. Tότε, του Tσάο του ήρθε µια ιδέα! Έπιασε το πινέλο και ζωγράφισε δυο πιάτα ρύζι και τέσσερα ξυλάκια. Aµέσως δίπλα τους, εµφανίστηκε το φαγητό! O Tσάο σιγουρεύτηκε πια, πως το πινέλο του ήταν µαγικό! Tο ευχαρίστησε κι άρχισαν να τρώνε µε λαιµαργία. Ύστερα ο 110


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 111

Tσάο πήρε πάλι το πινέλο και ζωγράφισε δυο κούπες µε κρύο νερό. Tο ήπιαν γρήγορα και σηκώθηκαν. Άρχισαν πάλι να περπατάνε. Άρχισε να νυχτώνει. Στο δρόµο τους συναντούσαν ίχνη από αρκούδες κι άκουγαν τα ουρλιαχτά των λύκων. Φοβισµένοι, συνέχισαν να περπατάνε γρήγορα. – Πότε φτάνουµε; ρώτησε ο Tσάο. – Έτσι που πάµε, ποτέ! Aπάντησε ο Tρικ. Έχουµε να περάσουµε ένα δάσος ακόµα και δυο πόλεις: την Έλκα και την Kογκ-Kογκ. Πρέπει να βιαστούµε. – Φοβάµαι, είπε ο Tρικ! – Mη φοβάσαι. Έχω το σπαθί µου και συ το σουγιά σου για ώρα ανάγκης. Άρχισαν να τρέχουν µες στη σκοτεινιά. Eπιτέλους µπήκαν στο δάσος. Kάθισαν δίπλα σ’ ένα δέντρο, έφαγαν ρύζι κι ήπιαν νερό. Aυτά βέβαια, χάρη στο µαγικό πινέλο. Ύστερα κοιµήθηκαν. Tο άλλο πρωί ξύπνησαν νωρίς και προχώρησαν µέσα στο απέραντο δάσος. Περπατώντας, άρχισαν να κουβεντιάζουν σχετικά µε το τι θα έκαναν µόλις έβρισκαν το δολοφόνο. – Nα τον βασανίσουµε, Tρικ, τι άλλο; είπε ο Tσάο. – ∆εν ξέρω… Tον λυπάµαι, αλλά πάλι… – Tέλος πάντων! Aς τον βρούµε και βλέπουµε. Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος. – Tο άκουσες αυτό, Tσάο; Tι να ’ναι; – ∆εν ξέρω. O Tσάο έπιασε το πινέλο του, σαν να ήταν σπαθί και είπε: – Mείνε πίσω µου, Tρικ. – Άκου, Tσάο, λέω να τρέξουµε γρήγορα να βγούµε από το δάσος. Άρχισαν να τρέχουν. Πίσω τους άκουγαν βήµατα αλλά δεν τολµούσαν να κοιτάξουν. 111


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 112

– Φοβάµαι, Tρικ! – Kι εγώ, Tσάο, τρέχα! Έτρεχαν τόσο γρήγορα, που ούτε και οι ίδιοι κατάλαβαν για πότε βγήκαν απ’ το δάσος. Eίχε φτάσει µεσηµέρι. Kάθισαν να ξεκουραστούν κάτω από ένα δέντρο. Πεινούσαν. – Tο συνηθισµένο; ρώτησε ο Tσάο τον Tρικ. – Nαι! Έφαγαν και ξεκίνησαν ξανά. Aπό µακριά φαινόταν η Έλκα. O Tρικ κι ο Tσάο άνοιξαν το βήµα τους. Όταν έφτασαν στην πόλη, ήταν βράδυ πια. Πήγαν να κοιµηθούν σ’ ένα πανδοχείο. Tο πρωί βγήκαν για µια βόλτα στην πόλη. Έπειτα, αποφάσισαν να πάρουν το τρένο για να πάνε στην Kογκ-Kογκ. – Tσάο, ξέρεις πού είναι ο σταθµός; Eίναι µακριά; Σε πόση ώρα φτάνουµε; – ∆εν ξέρω, Tρικ… Aααα, να, εκεί είναι! Πάµε! Έφτασαν στο σταθµό. Tο τρένο ήταν έτοιµο να ξεκινήσει. Ξαφνικά, ο Tρικ άρχισε τραβάει τον Tσάο και να φωνάζει: – Tον είδα, νοµίζω ότι τον είδα! – Ποιον… ποιον είδες; – Nοµίζω πως είδα το δολοφόνο! – Πού; Πού είναι; – Eίναι στο τρένο. Πάµε! Aνέβηκαν γρήγορα κι έτρεξαν πίσω απ’ το δολοφόνο. Tο τρένο ξεκίνησε. O δολοφόνος δεν τους είχε δει. Mόλις έφτασαν κοντά του, σε απόσταση βολής, ο Tσάο φώναξε: – Aκίνητος! Mην κουνηθείς! Kαι τον απείλησε µε το πινέλο. 112


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 113

O δολοφόνος γύρισε γρήγορα και ανέβηκε µια σκάλα που οδηγούσε στη σκεπή του βαγονιού. – Σταµάτα! Φώναξαν ο Tρικ κι ο Tσάο µαζί και τον ακολούθησαν. ∆εν πρόλαβαν ν’ ανέβουν καλά καλά και τον είδαν να πηδάει κάτω. Πήδηξαν κι αυτοί πίσω του. Όµως ο δολοφόνος, είχε χαθεί απ’ τα µάτια τους! – Mας ξέφυγε, είπε ο Tσάο. – Nα ’σαι σίγουρος πως θα τον βρούµε, απάντησε ο Tρικ. ∆ίπλα απ’ τις ράγες, απλωνόταν ένα δάσος. – Nοµίζω πως ο δολοφόνος µάλλον πήγε εκεί, είπε ο Tσάο. Πάµε! Έτρεχαν για πολλή ώρα. Kάποια στιγµή, έφτασαν σ’ ένα ποτάµι, τόσο µεγάλο, που δεν µπορούσαν να περάσουν απέναντι. O Tσάο χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλε το πινέλο και ζωγράφισε… Mια βάρκα εµφανίστηκε στην όχθη. O Tσάο κι ο Tρικ, µπήκαν κι άρχισαν δυνατά και γρήγορα να κάνουν κουπί. Bγήκαν στην απέναντι όχθη του ποταµού, άφησαν τη βάρκα και συνέχισαν να τρέχουν στο δάσος. Όταν σκοτείνιασε, κάθισαν, έφαγαν και κοιµήθηκαν. Tο άλλο πρωί, συνέχισαν την πορεία τους. Bαθιά στο δάσος συνάντησαν έναν ξυλοκόπο και τον ρώτησαν αν είχε δει κανέναν. Aυτός τους είπε, ότι είδε έναν άντρα που κατευθυνόταν προς την πόλη Kογκ-Kογκ. Πήραν το µονοπάτι προς την πόλη. Ξαφνικά, έπιασε µια δυνατή µπόρα και µπήκαν στην πρώτη σπηλιά που βρήκαν µπροστά τους για να προστατευτούν. Ήταν θεοσκότεινα. – Tσάο, είπε ο Tρικ. Zωγράφισε ένα φανάρι και µια πυξίδα. H σπηλιά προχωρούσε βαθιά. Mε το φανάρι να φωτίζει και την πυξίδα να τους δείχνει το δρόµο, προχώρησαν. Ξαφνικά ο Tρικ σκόνταψε. Έσκυψε να δει, και… – E, Tσάο για δες, ένα µαχαίρι! Λες να είναι του δολοφόνου; – Έτσι φαίνεται, είπε ο Tσάο. Mα για να ξεχάσει το µαχαίρι του, µάλλον θα έχει φοβηθεί πάρα πολύ. 113


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 114

– Tσάο, ζωγράφισε ένα φανάρι και µια πυξίδα…


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 115

Συνέχισαν το δρόµο τους µες στη σπηλιά, ψάχνοντας για άλλα ίχνη του δολοφόνου. ∆εν βρήκαν τίποτα όµως. Mετά από πολύ περπάτηµα, είδαν φως. Eίχαν φτάσει στην έξοδο. Bγαίνοντας στο φως, κατάλαβαν ότι η σπηλιά τους είχε οδηγήσει στην πόλη Kογκ-Kογκ. Περπάτησαν µέχρι την πελώρια είσοδο της πόλης. H πύλη άνοιξε και ο Tσάο µε τον Tρικ µπήκαν στην Kογκ-Kογκ. Περπάτησαν µέχρι την αγορά. Oι έµποροι διαλαλούσαν την πραµάτεια τους: – Eδώ τα καλά ξίφη, πανοπλίες, κράνη, τόξα, βέλη! O Tρικ είχε λίγα χρήµατα κι αγόρασε ένα ωραίο τόξο µε βέλη για τον Tσάο. – ∆εν µπορεί να σε προστατεύει µόνο το πινέλο, του είπε. – ∆ίκιο έχεις Tρικ, σ’ ευχαριστώ! Ξαφνικά, πίσω τους ακούστηκε µια χαµηλή φωνή: – Tο δολοφόνο, εδώ, δεν θα τον βρείτε! Γύρισαν και είδαν ένα γέρο µε µαύρο µανδύα. Ήταν τυφλός και κρατούσε µπαστούνι. – Tι εννοείς, γέρο; ρώτησε ο Tσάο. – Πρέπει να περάσετε τον αόρατο γκρεµό και να µπείτε στην κοιλάδα των µπαµπού. – Kαι γιατί να σε πιστέψουµε; ρώτησε ο Tρικ. Γύρισε και κοίταξε τον Tσάο, µα µόλις ξαναγύρισε προς το γέρο, κατάλαβε πως αυτός είχε εξαφανιστεί! – Eγώ, Tρικ, λέω να πάµε! – Kαλά, αφού το λες… Kαι ξεκίνησαν να βρουν τον αόρατο γκρεµό. Έψαχναν ώρα πολλή, όταν ένα εκτυφλωτικό φως εµφανίστηκε µπροστά τους. Tο ακολούθησαν. Ξαφνικά ο Tσάο σκόνταψε κι έπεσε. Aστραπιαία άρχισε να 115


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 116

χάνεται απ’ τα µάτια του Tρικ, που ενστικτωδώς άπλωσε το χέρι του και πρόλαβε και τον έπιασε. Tότε κατάλαβαν πως είχαν φτάσει στον αόρατο γκρεµό και πως ό,τι έπεφτε εκεί, γινόταν κι αυτό αόρατο. O Tσάο µε το ένα χέρι κρατιόταν από τον Tρικ και µε το άλλο κρατούσε το πινέλο. Aν δεν πιανόταν και µε τα δυο του χέρια απ’ τον Tρικ, θα έπεφτε. – Πέτα το πινέλο, Tσάο! του φώναξε ο Tρικ. ∆εν αντέχω άλλο. O Tσάο κοίταξε τον Tρικ, ύστερα το πινέλο του, και µε µιας, το άφησε να πέσει. Πιάστηκε γερά µε τα δυο του χέρια απ’ τον Tρικ, που τον ανέβασε πάνω. O Tσάο κάθισε στο χώµα, πολύ στενοχωρηµένος που αναγκάστηκε ν’ αφήσει το πινέλο, το οποίο τόσο τους είχε βοηθήσει µέχρι τώρα. Tο πρόσωπό του όµως, φωτίστηκε µόλις είδε κάτω, στα πόδια του Tρικ, ένα µακρύ σκοινί. Xωρίς να χάσει χρόνο, έδεσε το σκοινί σ’ ένα γερό κορµό και το πέταξε κάτω στο γκρεµό. Προσεκτικά κατέβηκε, δεµένος απ’ το σκοινί, και ψάχνοντας στα τυφλά γι’ αρκετή ώρα κατάφερε να βρει το πολύτιµο πινέλο του. Ξεκίνησαν πάλι και µετά από ώρα έφτασαν στην κοιλάδα µε τα µπαµπού. Xώθηκαν στα πυκνά µπαµπού και κρατώντας τα όπλα τους στα χέρια προχώρησαν προσεκτικά. Ξαφνικά… ένα βαθύ µουγκρητό ακούστηκε και µπροστά τους είδαν το θρυλικό πάντα, τον Kίντου, πεσµένο στο χώµα, µες στα αίµατα. Mπροστά του είχε πέσει η κάπα του δολοφόνου, χωρίς όµως στάλα αίµα πάνω της. Kατάλαβαν ότι ο Kίντου δεν είχε καταφέρει ούτε να τον αγγίξει. Bοήθησαν όσο µπορούσαν το πληγωµένο πάντα, έδεσαν πρόχειρα τις πληγές του κι έφυγαν ξανά, ψάχνοντας την έξοδο απ’ την κοιλάδα των µπαµπού. Bγαίνοντας απ’ την κοιλάδα, έφτασαν στις όχθες του ποταµού Φόνταρ. O Tσάο ζωγράφισε µια γέφυρα και πέρασαν απέναντι. Kάθισαν να ξεκουραστούν όταν ξαφνικά µέσα από µια συστάδα καλαµιές, πετάχτηκε µπροστά τους ένας σαµουράι κρατώντας το σπαθί του. 116


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 117

– Περάσατε τα σύνορά µου και θα πεθάνετε, τους φώναξε άγρια! – Mείνε πίσω, Tσάο, φώναξε ο Tρικ τραβώντας το σπαθί του. – Έχω το τόξο µου, Tρικ, και θα πολεµήσω, είπε ο Tσάο θαρραλέα. – Όχι! Φώναξε ο Tρικ και όρµησε στο σαµουράι. O Tσάο µε έκπληξη παρακολουθούσε τον Tρικ να µάχεται πολύ γρήγορα κάνοντας κάτι άλµατα, λες και ήταν κι αυτός σαµουράι. O σαµουράι έπεσε κάτω νικηµένος και πριν ο Tρικ προλάβει να τον χτυπήσει µε το σπαθί του, ένα βέλος τον τρύπησε. O Tσάο είχε δοκιµάσει το καινούργιο του τόξο! Oι δύο σύντροφοι ξεκίνησαν ξανά. Kαθώς περπατούσαν, το πινέλο στο χέρι του Tσάο, άρχισε να λάµπει. O Tσάο ξαφνιασµένος το άφησε να πέσει. Mπροστά τους, εκεί που έπεσε το πινέλο, µες στη λάµψη, εµφανίστηκε… η Λινκ! O Tρικ έπεσε στα γόνατα και δακρυσµένος είπε: – ∆ασκάλα, πώς βρέθηκες εδώ; Nόµιζα πως… – Ξέρω τι νόµιζες, Tρικ, και έτσι είναι τα πράγµατα. Όµως σ’ αυτό το πινέλο είχα βάλει ένα κοµµάτι της ψυχής µου και το έδωσα στον Tσάο γιατί ήξερα πως όταν εγώ θα έφευγα απ’ τον κόσµο αυτόν, όταν θα µε… αυτός θα ερχόταν! Γι’ αυτό σε έστειλα στο δάσος. Για να τον συναντήσεις και να έρθετε µαζί. O Tσάο είχε µείνει µε το στόµα ανοιχτό. H γριά Λινκ συνέχισε: – Όπως καταλαβαίνεις, Tρικ, για να µπορέσω να δώσω το κοµµάτι της ψυχής µου στο πινέλο και για να εµφανιστώ εδώ µπροστά σας, ξόδεψα όλη τη δύναµη της µαγικής µου ικανότητας. Στο θέµα µας όµως! Tο δολοφόνο µου θα τον βρείτε στο ντότζο του ∆άσκαλού σου. Ξέρεις που! Άντε τώρα και καλή τύχη. H Λινκ εξαφανίστηκε και µπροστά τους έµεινε µόνο το πινέλο… – Γιατί είπες ∆ασκάλα σου τη γριά; ρώτησε ο Tσάο απορηµένος. – Γιατί είναι! είπε ο Tρικ µε δάκρυα στα µάτια. Aυτή και ο ∆άσκαλος, δίδαξαν 117


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 118


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 119

εµένα και το δολοφόνο που κυνηγάµε. Tον λένε Λάο. Mαζί µεγαλώσαµε και πάντα ήµασταν ίσοι και φίλοι, µέχρι που αυτός σκότωσε τους ∆ασκάλους µας. Tο σοφό Φιλ και τη Λινκ που πρόλαβες να γνωρίσεις. H Λινκ κι ο Φιλ µας εκπαίδευσαν καλά. ∆εν κατάλαβα ποτέ γιατί ο Λάο έκανε κάτι τέτοιο. Ήµασταν έτοιµοι για το Πρωτάθληµα τεχνών της Aνατολής. Mα την προηγούµενη µέρα… O Tρικ, σκούπισε τα δάκρυα και είπε αποφασιστικά: – Aρκετά! Πάµε τώρα. Γυρίζουµε στη Zιάτσου, στην πόλη µου. Mπήκαν στην πόλη και έφτασαν στο ντότζο. Πριν προλάβουν να µπουν, ένα βέλος πέρασε ξυστά πλάι τους. O Tρικ γύρισε και είπε στον Tσάο: – Eδώ είναι! Aν σε πλησιάσει, µη διστάσεις να του ρίξεις. Aν δεν το κάνεις, δεν θα έχεις άλλη ευκαιρία. Mε τα όπλα στα χέρια, όρµησαν και οι δυο µέσα. Eίδαν το Λάο να κρατάει στα χέρια την εικόνα του ∆ασκάλου Φιλ, έτοιµος να τη σπάσει. O Tρικ φώναξε: – Λάο! O Λάο άφησε την εικόνα να πέσει και τράβηξε το σπαθί του γυρνώντας προς τους δυο φίλους. O Tσάο είδε και πάλι το γνώριµο πια πρόσωπο µε την ουλή και το κάλυµµα στο µάτι. – Tρικ! Tι κάνεις εδώ; Nόµιζα πως… – Ξέρω, Λάο. Aλλά νοµίζω πως µε υποτίµησες! Tώρα είµαι εδώ και δεν θα µου ξεφύγεις. – Tρικ, δεν έχω τίποτα µαζί σου. Φύγε! Πάρε και το παιδί από ’δώ! – Aυτό το παιδί, δεν είναι τόσο αδύναµο όσο νοµίζεις, Λάο! – Tρικ, φύγε! ∆εν θέλω να σας σκοτώσω! – ∆εν πάω πουθενά! Θέλω απαντήσεις. Γιατί σκότωσες τους δασκάλους µας, Λάο; Aυτοί σε εκπαίδευαν από µικρό µε τόση αγάπη! Γιατί; – Γιατί τους άκουσα µια µέρα πριν το Πρωτάθληµα να µιλούν για µένα. Έλεγαν 119


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 120

ότι θ’ αποσύρουν τη συµµετοχή µου κι ότι εσύ ήσουν ο καλύτερος τους µαθητής! Aν έµπαινα εγώ στους αγώνες, θα χάναµε είπαν… Tους µίσησα, τους σιχάθηκα! Tα είχα δώσει όλα στην εκπαίδευση! Aποφάσισα να τους εκδικηθώ. Tο Φιλ τον σκότωσα το ίδιο βράδυ. ∆εν ήταν τόσο εύκολο. Aντιστάθηκε γερά. Aυτός µε σηµάδεψε έτσι. Tα κατάφερα όµως. H Λινκ πρόλαβε και τό ’σκασε για το Έντο. Tη βρήκα όµως και την κανόνισα κι αυτή! – Θα σε σκοτώσω! Oύρλιαξε ο Tρικ. – Για προσπάθησε, απάντησε ο Λάο µε ειρωνεία! Kαι η µάχη άρχισε. O Tρικ κι ο Λάο µάχονταν µε τον ίδιο τρόπο. Έκαναν τις ίδιες κινήσεις. O Tσάο ζωγράφισε ένα δεύτερο σπαθί για τον Tρικ και του το πέταξε. Aυτός το άρπαξε στον αέρα και συνέχισε να µάχεται γενναία. Ήταν έτοιµος να νικήσει, όταν ο Λάο µε µια ύπουλη τρικλοποδιά τον πέταξε κάτω. O Tσάο ζωγράφισε γρήγορα το πρώτο πράγµα που του ήρθε στο µυαλό. Ένα ακόντιο. Tο κράτησε γερά και χύµηξε να καρφώσει τον Λάο. O Λάο, όµως, είχε προλάβει να χώσει το σπαθί του µε όλη του τη δύναµη στον πεσµένο Tρικ που τώρα κειτόταν ακίνητος µες στα αίµατα… O Tσάο δεν δίστασε. Kάρφωσε αποφασιστικά τον Λάο µε το ακόντιο και τον σκότωσε ακαριαία. Ύστερα, κλαίγοντας, γονάτισε δίπλα στον Tρικ, τον πιστό σύντροφό του. Tο πινέλο έπεσε απ’ το χέρι του πάνω στο φίλο του που ξεψυχούσε. Tο πινέλο έβγαλε µια εκτυφλωτική λάµψη που κάλυψε ολόκληρο τον Tρικ. Mε µιας, όλες οι πληγές του γιατρεύτηκαν! O Tρικ άνοιξε τα µάτια του και χαµογελώντας αγκάλιασε τον Tσάο.

120


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 121

Πέρασε καιρός… O Tρικ έµεινε στην πόλη του κι έγινε αρχηγός της φρουράς της Zιάτσου και πασίγνωστος δάσκαλος πολεµικών τεχνών. H φήµη του έφτασε µακριά και είχε µαθητές απ’ όλες τις γωνιές της χώρας. O Tσάο γύρισε στο Έντο και διηγήθηκε στην οικογένειά του όλη την ιστορία. Όλοι τον σέβονταν πια και τον αγαπούσαν. Kαι οι δάσκαλοί του δεν τον υποτίµησαν ποτέ ξανά. Όσο για το µαγικό πινέλο… Mετά απ’ όσα είχε κάνει, µετά το πιο θαυµαστό απ’ τα κατορθώµατά του, να ξαναφέρει τον Tρικ πίσω στη ζωή, έχασε τη δύναµή του και χάθηκε! Eµείς, ευχόµαστε να βρείτε και σεις, το δικό σας µαγικό πινέλο και µαζί του να ζήσετε τη δική σας περιπέτεια!

121


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 122


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 123

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Κοιτάξαµε στην άλλη πλευρά. Πέρα από το καθηµερινό µας πρόγραµµα. Πέρα από τη συνήθεια. Πέρα από το γνωστό. Βρήκαµε όνειρα. Χρώµατα. Ένταση κι αγωνία και χιούµορ. Ολίγη µελαγχολία, ολίγον σασπένς. Ακούσαµε πολεµικές ιαχές εξωγήινων. Παρακολουθήσαµε περιπετειώδεις διασώσεις ανθρώπων και ζώων. Πάθαµε καθολική αµνησία, κάναµε διηπειρωτικά ταξίδια επιβίωσης, πήραµε µέρος σε επεισοδιακές συλλήψεις εµπόρων ναρκωτικών… Zωγραφίσαµε καθέτως, οριζοντίως και διαγωνίως µέχρι τελικής πτώσης, µέχρι εξαντλήσεως χώρου και χρόνου. Kυρίως όµως δουλέψαµε όλοι µαζί. Kυρίες, κύριοι και µικρά παιδιά, µια φορά κι έναν καιρό… ήταν µια τάξη, µε αληθινά παιδιά µε αληθινά ονόµατα… γεµάτη παραµύθια. Όλα τα παιδιά της ΣT΄τάξης της σχολικής χρονιάς 2005-2006 των Eκπαιδευτηρίων «∆ιονύσιος Σολωµός». Συνεργάτης, συνεργός και συνένοχος, η Mαρία-Έλσα Mπουκάλα. Iούνιος 2006 Παντελής Mπουκάλας

123


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 124


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 125

ΠEPIEXOMENA Aναµνήσεις από τα παλιά! H ∆ιάσωση ΖΚ-312

Το ηµερολόγιο του Κατού Και πάλι µαζί Oχτώ + ∆ύο Tο µαγικό πινέλο Σηµείωµα

7 17 31 53 71 87 103 123

125


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 126


114 µÈ‚Ï›Ô 5/6/2006 10:12 Page 126


Μια έκδοση των Εκπαιδευτηρίων «∆ιονύσιος Σολωµός» – Αθήνα 2006

Μια φορά…

και µια ιστορία

Μια φορά… και µια ιστορία

«∆ιονύσιος Σολωµός» – 2006

101 ∂ÍÒÊ˘ÏÏÔ 4/6/2006 01:58 Page 1

Εκπαιδευτήρια ∆ΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

dsolomos_2006_miaforakmiaistoria  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you