__MAIN_TEXT__

Page 1


ΚΟΡΚΥΡΑ


ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ

Συμπαθές αγρίμι εκδ. Ενδυμίων, 2013 γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές εκδ. Sestina, 2018


Κατερίνα Χανδρινού

ΚΟΡΚΥΡΑ ένα συνοριακό εγχειρίδιο Εκδόσεις Κείμενα β ´ έγδοση


Μέρος Ι

(Αντιπελάργηση)


Όλη τη νύχτα χθες η αίσθηση ενός άντρα περπατούσε. Σαραντάρης. Κουρασμένος, έθαλλε. Προσπάθησα να διακρίνω πρόσωπο. Ερχόταν δε βιαζόταν. Βήματα σταθερά και ισοσκελή: είχε ξανάρθει. Πέρασμα που ακινητοποιούσε τις μύγες στον αέρα. Πρόσωπο δεν μπόρεσα. Είδα μόνο τις αρθρώσεις του, τα μάτια όχι. Όπως και ότι ήταν πεντακάθαρος, αν και αναμμένος. Ήξερε πως το ξέραμε ότι έρχεται και ότι τον κοιτάμε, κι αυτό του πρόσθετε ύψος. Τα ρούχα του λινά και ελαφρώς τσαλακωμένα στον καβάλο. Δεν έχει κινητό. Τον συζητούν. Πίνει από μονολούλουδα βάζα που αναποδογυρίζει. Κυρίες, κύριοι. Στο κατώφλι, ο Αύγουστος. Ο μήνας που αλλάζουμε δέρμα. ❦

9


... ένα νησί επέπλεε ανάμεσα στα δυο, στα δυο και σε κανένα, και μια σταγόνα από την υψηλή ίριδα γκρίζο μαργαριτάρι έτρεμε σ’ αυτό. Εκεί θα βρίσκεται περιμένοντάς με η αποστολή αυτού που δεν μου έρχεται ποτέ από άλλο μέρος. Σ’ αυτή τη νήσο, αυτή την ίριδα, σ’ αυτό το άσμα εγώ θα πάω ... Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Χώρος

❦ Μέσα μου υπογεγραμμένο ένα συμβόλαιο, που τον Αύγουστο αυτόν η προθεσμία του εξέπνεε. […] στην ατζέντα σημειωμένο το όνομα και το τηλέφωνο του μάστορα. Πρέπει να τον καλέσω. Μεγάλωσα ακούγοντας κάθε καλοκαίρι τα ίδια λόγια: να μην εγκαταλείψω την πατρική περιουσία. (Τον καλώ.) Να μην αφήσω να ρημάξει το σπίτι στο χωριό. (Το σηκώνει.) Να μην το φάει ζωντανό η υγρασία της Κέρκυρας. («Εμπρός».)

10


Το σπίτι ανεγέρθηκε μισό αιώνα πριν στη θέση του παλιού παντοπωλείου με έξοδα και κόπους του πατέρα, τότε που τα σπίτια ακόμα στο νησί χτίζονταν με άμμο θαλάσσης (κανονίσαμε να πιάσει δουλειά την επομένη) […]. (Σιγή.) (Αγαθό.) (Τα αγαθά.) (Κτώνται.) (Κόποις.) (Εδώ: του πατέρα.) Έπρεπε λοιπόν να το φροντίσω, να φροντίσω το σπίτι αυτό, όταν κάποτε στο μακρινό, το πολύ μακρινό μέλλον, που δεν φαινόταν τότε ακόμα ούτε με το κιάλι, θα ερχόταν η σειρά μου να αναλάβω. Και το μέλλον έφτασε, έγινε ξαφνικά παρόν, όπως φουσκώνει διά μιας και χύνεται ο καφές. Όπως σε μια στιγμή αφηρημάδας κολλάει το ρύζι. Έτσι αφαιρέθηκα για λίγο και να το το μέλλον, πατάω πάνω του, το διασχίζω σαν ντεκ. Το μέλλον είναι εδώ. Και το σπίτι ετοιμόρροπο σχεδόν απ’ την κλεισούρα, το σαράκι και την έλλειψη ανθρώπινης ζωής, ανάσας, χρήσης, κίνησης, οίκησης, ροής και ρεύσης. Προς εκπλήρωση του συμβολαίου ξεκινάω για το πιο μακρινό χωριό του πιο μακρινού

11


νησιού. Αυτό που ονομάζουμε «τέρμα θεού». Ξεκινάω το ταξίδι για το σύνορο, το όριο, το μη παρέκει. Κι ενώ τα λόγια όλα, οι παραινέσεις, οι συμβουλές, οι υπομνήσεις, ήτανε του πατέρα, στο μυαλό γυρόφερνε διαρκώς η μάνα. Να ’ταν τα μικρά της σημειώματα που άρχισα με το που έφτασα να ξεθάβω από τις συρταριέρες του σπιτιού με οδηγίες για να θυμάται πώς λειτουργεί το πλυντήριο, μια ξέξασπρη λίστα για ψώνια από τον μανάβη του χωριού, μια συνταγή για σοφρίτο σε άλλο χαρτί, μικρό, οικονομημένο, σκονισμένο, με τον γραφικό της χαρακτήρα, τον χαρακτήρα του εύτακτου δημοσίου υπαλλήλου, του κοριτσιού που ήταν, του κοριτσιού που παρέμεινε. Ναι. Δεν άκουγα να τρίζουν τα φαρδιά πατήματα του πατέρα πάνω στο σανίδι ή στην εσωτερική ξύλινη σκάλα του σπιτιού, μα το σφυροκόπημα του πονοκέφαλου της μάνας, σοκαρισμένης προφανώς από την κλιματική διαφορά και ορμονικά οπωσδήποτε αναστατωμένης. Που μέχρι κάποια ηλικία, έκανε κάθε

12


καλοκαίρι για χάρη του κι εκείνη το μακρύ ταξίδι. Που μέχρι κάποια ηλικία, έκανε τα μαλλιά της περμανάντ. Permanent. Όμως, μαμά μου, ουδέν προσωρινότερο του μονίμου. Ε; ❦ Η αναστήλωση του πατρικού αρχίζει. Αυτές οι πρώτες εργώδεις μέρες όπου μετέχω κυρίως νοσταλγώντας, με βαθείς αναστεναγμούς, παίρνοντας στα χέρια και αφήνοντάς τες πάλι κάτω σκουριασμένες βίδες, σέρνοντας τα βήματα, κάνοντας ό,τι περιττό, τρίβοντας την κοιλιά. Γιατί έχω τα τριαντάφυλλά μου - έτσι αποκαλούσε την εμμηνόρροια ο Ταχτσής. Συνεισέφερα έτσι καίρια στις εργασίες. Κάποιες ερωτήσεις αραιά και πού μου ξέφευγαν προς τους μαστόρους: το σημείο αυτό θα στοκαριστεί; αστάρι θα περάσουμε; πότε θα βαφτεί πρώτο χέρι; πότε θα στεγνώσει για να γίνει το δεύτερο; Κούραση μάλλον, αντιπερισπασμός και εμπόδιο είμαι σ’ εκείνους που δουλεύουν. Το καταλαβαίνω νωρίς

13


και αποτραβιέμαι. Πηγαίνω στο διπλανό σπίτι. Ο παππούς. Ο τίγρης της Μαλαισίας. Ακινητοποιημένος στον καναπέ. Αρθρίτιδα. Αρθρίτιδα; Αρθρίτιδα. Πήγα δίπλα να αφήσω σε ησυχία τους εργάτες με τα άσπρα πνευμόνια και βρήκα τον παππού μου με το πόδι του μελανιασμένο και την τηλεόραση στη διαπασών να παίζει διαφημίσεις. «Είμαι ο τίγρης της Μαλαισίας!» κραύγαζε ο παππούς ατρόμητος και νέος, και έσφιγγε στον αέρα τις γροθιές του, «Ναι, ναι, είσαι ο τίγρης της μαλακίας» του απαντούσε χαμηλόφωνα κουνώντας το κεφάλι με τρυφερή επτανησιακή ειρωνεία ο μεγάλος αδερφός του. ❦ Οι εργασίες προχωρούν αργά. Διαστέλλεται ο χρόνος. Τα χρώματα στις κρεβατοκάμαρες περνιούνται πρώτο και δεύτερο χέρι. Στοκαρίσματα και επάλληλες επαλείψεις με

14


χρώματα. Σκούρα χρώματα για να διπλασιάζουν τον τόνο της κερκυραϊκής φύσης με τα λιόδεντρα, τα κυπαρίσσια, τις πικροδάφνες, με τις κληματαριές. Μικρό μου μολυντήρι, είναι ώρα που σε παρακολουθώ, πού θες να πας. Κάτω από τον κομό. Μα όντως; εκεί πήγαινες; ή μήπως με φοβήθηκες. Η φύση έχει μπει για τα καλά μέσα στο σπίτι. Φύση και σπίτι έχουν γίνει ένα, και προσπαθώ τώρα εγώ να τα χωρίσω. Την επόμενη στιγμή φωτογραφίζω το χτένι του πατέρα που έχει ξεμείνει από δεκαετίας περίπου στο ερμάριο του μπάνιου. Μοιάζει αρχαίο κτέρισμα έτσι που είναι σκονισμένο, περικυκλωμένο από σοβάδες. Με πιο πυκνά δόντια ως τη μέση και από κει και πέρα πιο αραιά. Αρχαίο, μαύρο, και πολύ πολύ μόνο. Σαν αυτά που βλέπουμε στα μουσεία για ένα δευτερόλεπτο αλλά έχει περάσει η ώρα, έχουμε κουραστεί, και προχωράμε στην επόμενη προθήκη. Ο Αχιλλέας θνήσκων του Χέρτερ σε κορνίζα, τα αναμνηστικά από τα χρόνια της παραμονής του στο Μόναχο. Οι ολυ-

15


μπιακοί αγώνες. Ο Μαύρος Σεπτέμβρης. Η σφαγή του Μονάχου. Το κεντημένο αγόρι. Τα ιταλοελληνικά λεξικά τσέπης. Το ξεχορδιασμένο μαντολίνο. Ο Ιησούς με την έντονη διακλάδωση του φλεβικού συστήματος στον λαιμό. Ξεκρέμαστο το πτυχίο του από την Παιδαγωγική Ακαδημία. ❦ Μια βάρβαρη ζύμη Στόμα που τραγουδάει Στη μέγγενη Όπως στο σχολείο Το πρώτο κεφάλι που πέφτει. René Char, Αδέσποτο σφυρί

❦ Κυριακή. Παύση εργασιών. Ανηφορίζουμε χωρίς να πολυμιλάμε σε ένα ορεινό εγκαταλελειμμένο χωριό, στα βόρεια και αυτό του νησιού. Ο δρόμος ως εκεί έχει τα χαρακτηριστικά του ατελείωτου.

16


Στροφές και ξανά στροφές, απότομες, φιδίσιες, που δεν σου επιτρέπουν να διακρίνεις καμία κατάληξη. Κανένα πλάτωμα ή ξέφωτο, κανένα ισιάδι. Καμία ένδειξη για τίποτα. Αλλά εντελώς απροσδόκητα: ένα κόκκινο καμπαναριό στον ρόλο της πύλης εισόδου στο χωριό. Στο μέρος αυτό είχαν καταφύγει οι κάτοικοι από τα παράλια της περιοχής, μαστιζόμενοι από τους πειρατές, αλλά και την ελονοσία που μεταδιδόταν μέσω των κουνουπιών. Ζαλίστηκα από τις στροφές. ❦ ΖΑΛΙΣΤΗΚΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΟΥΝΟΥΠΙΑ

Ζαλίστηκα να πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στα κουνούπια / ανάμεσα στους ζητιάνους και στους γλεντοκόπους / Θα τραβήξω το λαιμό της κότας / Και θα γίνω άλλος / Θα πηγαίνω με τους ηλίθιους και με τους κακούργους / Σα μέσα στο σπίτι μου Γιώργος Σαραντάρης

17


Μετά την κουνουποκτονία, που έγινε γύρω στο ’50, το βουνό εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοι επέστρεψαν και πάλι στα ασφαλή πια παράλια, με αποτέλεσμα το μέρος, που λειτουργούσε σαν καταφύγιο ήδη από τον μεσαίωνα, να ερημώσει, όταν εξέλιπαν πλέον οι λόγοι της καταφυγής, εχθροί, πειρατές και κουνούπια. Βρίσκεις πού και πού πια μόνο ένα σπίτι χωρίς τζάμια, χωρίς πόρτα ή σκεπή, κι από μέσα του να πετάγονται τεντωμένοι οι λαιμοί από τα θυμωμένα χόρτα. ❦ Επιστροφή στο εργοτάξιο. Ο χρόνος γίνεται ενδιάμεσος, παρενθετικός. Κάτι σαν χρόνος σήραγγα ή γέφυρα. Βλέπω το σπίτι κατά τόπους να γκρεμίζεται σχεδόν για να ξαναχτιστεί. Οι κρεβατοκάμαρες του ορόφου τέλειωσαν. Το ισόγειο όμως είναι το πρόβλημα. Εκεί η εγκατάλειψη έδειξε για τα καλά τα δόντια της. Βλέπω τεράστια μπαλώματα στους τοίχους. Βλέπω τα γέρικα υλικά στήριξης,

18


τα σκουριασμένα σίδερα, τα οστά του. Τους εργάτες να τα περνάνε με μίνιο. Βλέπω τα υφαντά απ’ τις αράχνες σαν πέπλα νύφης που πιάστηκαν στις γωνίες των επίπλων. Βλέπω τη σκάλα να ψυχομαχάει, το αποθηκάκι να γέρνει στην αυλή. Τα περβάζια έτοιμα να υποχωρήσουν. Δυσοίωνα να έχει ανοίξει στα δύο το ντουβάρι πάνω από την πόρτα της εισόδου. Το διπλό κρεβάτι να έχει χάσει το παραλληλόγραμμο σχήμα, να έχει γίνει οβάλ, σαν πελώριο αβγό. Κίτρινο το νερό να τρέχει από τις βρύσες. Κενή τη μεγάλη τσιμεντένια γλάστρα. Πάλλευκα τα μαλλιά των εργατών, λες και κακογέρασαν σε μία μέρα μέσα. Όσο προχωρούν οι εργασίες, τόσο γίνεται το σπίτι ρημαδιό, τόσο βγαίνουν στη φόρα τα εντόστιά του, όπως στο Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.

(Πατέρα), γιατί έφυγες από την Κέρκυρα; Μπαμπά, η ανάγκη για μια ανώνυμη ζωή; ❦

19

Profile for Keimena Books

Κόρκυρα-Κατερίνα Χανδρινού  

Το νέο βιβλίο της Κατερίνας Χανδρινού, Κόρκυρα, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Κείμενα» παρακολουθεί μια πορεία αναζήτησης στις μνήμες και...

Κόρκυρα-Κατερίνα Χανδρινού  

Το νέο βιβλίο της Κατερίνας Χανδρινού, Κόρκυρα, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Κείμενα» παρακολουθεί μια πορεία αναζήτησης στις μνήμες και...

Advertisement