__MAIN_TEXT__

Page 1


Νυχτερινό δελτίο


Π ΕΤΡΟΣ Μ ΑΡΚΑΡΗΣ

Νυχτερινό δελτίο αστυνομική λογοτεχνία 18η έκδοση

εκδόσεις ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΘΗΝΑ 2020


ISBN 978-618-84601-5-7 © Πέτρος Μάρκαρης & εκδόσεις ΚΕΙΜΕΝΑ Κισσάβου 6, Βριλήσσια, 15235 τηλ.: 210-8104514, info@keimenabooks.gr www.keimenabooks.gr 1η έκδοση: εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995

17η έκδοση: εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018


στη Σοφία στη Ράνια στον Φίλιππο

έστω και αργά


1 Κάθε πρωί στις εννιά κοιταζόμαστε. Αυτός είναι όρθιος μπροστά στο γραφείο μου, με το βλέμμα κολλημένο πάνω μου, όχι ακριβώς στο ύψος των ματιών αλλά λίγο πιο ψηλά, κάπου εκεί ανάμεσα στη βάση του μετώπου και στις βλεφαρίδες. «Είμαι μαλάκας» μου λέει. Όχι με λόγια, με το βλέμμα του μου το λέει. Εγώ είμαι καθισμένος πίσω από το γραφείο και τον κοιτάζω ακριβώς στην κόρη, ούτε πιο ψηλά ούτε πιο χαμηλά. Γιατί εγώ είμαι ο προϊστάμενός του και μπορώ να τον κοιτάζω στα μάτια, αυτός δεν μπορεί. «Το ξέρω ότι είσαι μαλάκας» του λέω. Ούτε εμένα βγαίνει λέξη από το στόμα μου, το βλέμμα μου μιλάει. Αυτή τη συζήτηση την κάνουμε δέκα μήνες το χρόνο, αν εξαιρέσεις τους δύο που είμαστε ο καθένας σε άδεια, πέντε μέρες την εβδομάδα, Δευτέρα ως Παρασκευή, χωρίς να λέμε λέξη, μόνο με το βλέμμα. «Είμαι μαλάκας» – «Το ξέρω ότι είσαι μαλάκας». Σε κάθε υπηρεσία αναλογεί κι ένα ποσοστό αποτυχημένων. Δεν μπορείς να ’χεις μόνο σαΐνια, θα φορτωθείς και μερικούς στούρνους. Ο Θανάσης ανήκει σ’ αυτό το ποσοστό. Μπήκε στη Σχολή Αξιωματικών της Αστυνομίας, αλλά τα παράτησε στη μέση. Με τα χίλια βάσανα κατάφερε να φτάσει αρχιφύλακας, κι εκεί άραξε. Καμία φιλοδοξία για παραπάνω. Από την πρώτη μέρα που ήρθε στην υπηρεσία, φρόντισε να μου το ξεκαθαρίσει 9


ότι είναι μαλάκας. Κι εγώ το εκτίμησα δεόντως. Γιατί η ειλικρίνειά του τον έσωσε από τις δύσκολες αποστολές, τα ξενύχτια, τα μπλόκα, τα κυνηγητά. Τον κράτησα στο γραφείο για καμιά εύκολη ανάκριση, αρχειοθέτηση, τις επαφές με την ιατροδικαστική υπηρεσία, το υπουργείο. Επειδή όμως έχουμε χρόνια έλλειψη ανδρών στο Σώμα, τρέχουμε και δε φτάνουμε, αυτός φροντίζει να μου το θυμίζει κάθε μέρα ότι είναι μαλάκας, μην το ξεχάσω και βρεθεί κατά λάθος σε κανένα περιπολικό. Ρίχνω ένα βλέμμα στο γραφείο και βλέπω ότι λείπουν το κρουασάν και ο καφές. Αυτή είναι η μόνη τακτική αποστολή που έχει, να μου φέρνει κάθε πρωί τον καφέ και το κρουασάν μου. Σηκώνω το κεφάλι και τον κοιτάζω με απορία. «Πού πήγε το πρωινό μου σήμερα, ρε Θανάση; Το ξέχασες;» Όταν μπήκα στο Σώμα, τρώγαμε κουλούρι. Σκουπίζαμε με την παλάμη το γραφείο για να φύγουν τα σουσάμια κι απέναντί μας καθόταν κανένας Δήμος ή Μένιος ή Λάμπρος, φονιάς ή κλεφτρόνι ή κοινός πορτοφολάς. Ο Θανάσης χαμογελάει. «Πήρε ο κύριος διευθυντής και σας θέλει επειγόντως, και είπα να σας το φέρω μετά». Θα με θέλει για τον Αλβανό. Τον είχαν δει να γυροφέρνει στο σπίτι του ζευγαριού που βρήκαμε σφαγμένο το μεσημέρι της Τρίτης. Όλο το πρωί η εξώπορτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή μα κανείς δεν έμπαινε. Ποιος μπαίνει σε μια ασοβάτιστη χαμοκέλα, με το ένα παράθυρο γυμνό, το άλλο φραγμένο με σανίδες; Τη φτύνουν και οι κλέφτες. Τελικά, γύρω στο μεσημέρι, μια γειτόνισσα, που έβλεπε όλο το πρωί την πόρτα ανοιχτή και κίνηση καμία, μπήκε για να ρίξει μια ματιά. Καθυστέρησε μία ώρα να μας ειδοποιήσει, γιατί στο μεταξύ είχε 10


λιποθυμήσει. Όταν φτάσαμε εκεί, δύο γυναίκες προσπαθούσαν ακόμα να τη συνεφέρουν ραντίζοντάς την με νερό, όπως τα ψάρια για να δείχνουν φρέσκα. Το στρώμα ήταν γυμνό, απλωμένο στο τσιμέντο. Η γυναίκα, που ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα πάνω του, θα ’ταν γύρω στα είκοσι πέντε. Ο λαιμός της έχασκε ανοιχτός από τη μαχαιριά, λες και κάποιος να της είχε ανοίξει ένα δεύτερο στόμα, πιο κάτω από το κανονικό, για να διευκολύνει το αίμα. Το δεξί της χέρι κρατούσε σφιχτά το στρώμα. Δεν ξέρω τι χρώμα είχε το νυχτικό της, αλλά τώρα ήταν κατακόκκινο. Ο άντρας, δίπλα της, θα ήταν κάπου πέντε χρόνια μεγαλύτερός της. Ήταν πεσμένος μπρούμυτα και ο θώρακάς του εξείχε από το στρώμα. Τα μάτια του έμοιαζαν να έχουν κολλήσει σε μια κατσαρίδα, που περνούσε εκείνη τη στιγμή από μπροστά τους, με το πάσο της. Είχε πέντε μαχαιριές στην πλάτη, οι τρεις οριζόντιες, από το ύψος της καρδιάς προς τη δεξιά ωμοπλάτη, και οι άλλες δυο κάτω από τη μεσαία μαχαιριά, διαδοχικά, λες και ο φονιάς ήθελε να του χαράξει στην πλάτη το «Τ» του τέλους. Το υπόλοιπο σπίτι ήταν όπως όλα τα σπίτια αυτών που φεύγουν από τη μια κόλαση για να πάνε στην επόμενη, μ’ ένα πτυσσόμενο τραπέζι, δυο πλαστικές καρέκλες κι ένα μάτι υγραερίου. Δύο Αλβανοί σφαγμένοι ενδιαφέρουν μόνο τα κανάλια, κι αυτό αν η σφαγή έχει φωτογένεια και φέρνει στον κόσμο εμετό στις εννιά, πριν κάτσει στο τραπέζι. Παλιά είχαμε κουλούρι και Έλληνες. Τώρα έχουμε κρουασάν και Αλβανούς. Μας πήρε σκάρτη μία ώρα για να κλείσουμε την πρώτη φάση, που σημαίνει να φωτογραφίσουμε τα δύο πτώματα, να πάρουμε δακτυλικά αποτυπώματα, να μαζέψουμε σε πλαστικές σακούλες τα πέντε ευρήματα, 11


και να σφραγίσουμε την πόρτα. Ο ιατροδικαστής δεν μπήκε στον κόπο να έρθει. Προτίμησε να παραλάβει τα πτώματα στο νεκροτομείο. Έρευνα δε χρειαζόταν. Τι να ερευνήσεις; Δεν υπήρχε ούτε ντουλάπα στο σπίτι. Τα πέντε κουρέλια της γυναίκας κρέμονταν από έναν γάντζο στον τοίχο. Ο άντρας είχε τα δικά του δίπλα του, στο τσιμέντο. «Να μην ψάξουμε για λεφτά;» με ρώτησε ο Σωτήρης, ο υπαστυνόμος, που είναι ψείρας. «Ψάξε κι ό,τι βρεις δικά σου, αλλά δε θα βρεις δεκάρα. Είτε γιατί δεν είχαν είτε γιατί τα πήρε ο φονιάς. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τους σκότωσε για να τους ληστέψει. Και για εκδίκηση να τους σκότωσε, τα λεφτά θα τα ’παιρνε έτσι κι αλλιώς. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρουν αυτοί λεφτά και να τ’ αφήσουν». Έψαξε και βρήκε μια τρύπα στο στρώμα. Λεφτά δε βρήκε. Από τους γείτονες, κανείς δεν είχε δει τίποτα. Έτσι έλεγαν τουλάχιστον. Τώρα, μπορεί και να το έκρυβαν για να το πουν μπροστά στην κάμερα και να κάνουν το κομμάτι τους. Δεν έμενε παρά να πάμε στην υπηρεσία για τη δεύτερη φάση – μια αναφορά που θα πήγαινε κατευθείαν στο αρχείο. Το να ψάχνουμε αυτόν που τους σκότωσε, θα ήταν χαμένος κόπος. Έσκασε μύτη πάνω που σφραγίζαμε το σπίτι. Φεγγαροπρόσωπη, με μια μπλούζα φωσφορίζουσα, που τα στήθια της πάλευαν να την ξεσκίσουν για να πεταχτούν έξω, μια φούστα στενή και πιο κοντή πίσω, γιατί ο κώλος της την εμπόδιζε να κατέβει, και λιλά πασούμια. Καθόμουν στο περιπολικό, όταν την είδα να πηγαίνει στους δύο άντρες που σφράγιζαν την πόρτα. Κάτι τους ψιθύρισε κι αυτοί έδειξαν εμένα. Πήρε στροφή και με πλησίασε. 12


«Πού μπορώ να σας μιλήσω;» με ρώτησε, λες και περίμενε να της κλείσω ραντεβού. «Εδώ. Λέγε». «Τις τελευταίες μέρες είδα έναν άντρα να γυροφέρνει το σπίτι. Χτυπούσε να του ανοίξουν, αλλά η γυναίκα τού έκλεινε κάθε φορά την πόρτα στα μούτρα.Ήταν ένας μέτριος, ξανθουλός, με μια ουλή στο αριστερό μάγουλο. Φορούσε γαλάζιο μπουφάν, τζιν μανταρισμένο στο γόνατο και αθλητικά παπούτσια. Τελευταία φορά τον είδα προχτές το απόγευμα να χτυπάει. Μα αυτή πάλι του την έκλεισε την πόρτα». «Και γιατί δεν τα ’πες αυτά στον αστυνομικό που σε ρώτησε;» «Ήθελα να το σκεφτώ πρώτα. Δεν έχω όρεξη να με τρέχουν στις αστυνομίες και στα δικαστήρια». Πόσες ώρες καθόταν και χάζευε το δρόμο, τους γείτονες και τους περαστικούς; Προφανώς, έστρωνε το κρεβάτι της το πρωί, έβαζε την κατσαρόλα στη φωτιά και μετά έπιανε βάρδια στο παράθυρο. «Καλά. Αν σε χρειαστούμε, θα σε ειδοποιήσουμε». Όταν γύρισα στο γραφείο, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ν’ αφήσω την υπόθεση να πάει στο αρχείο. Τρομοκράτες, ληστείες, ναρκωτικά, ποιος έχει καιρό ν’ ασχολείται με Αλβανούς; Αν είχαν σκοτώσει κανέναν δικό μας, Έλληνα, απ’ αυτούς που τώρα τρώνε σνακ ή κρέπες, θα ήταν διαφορετικό. Μεταξύ τους όμως ας κάνουν ό,τι θέλουν. Φτάνει που τους διαθέτουμε τα ασθενοφόρα μας. Ποιος λέει ότι μαθαίνουμε από τα λάθη μας; Εγώ δε μαθαίνω ποτέ. Στην αρχή λέω ότι δε θα κάνω τίποτα, και μετά αρχίζει να με τρώει το σαράκι. Είτε γιατί με πνίγει το γραφείο και βαριέμαι είτε γιατί κάτι μου έμεινε ακόμη 13


από το ένστικτο του αστυνομικού, δε μου το έφαγε όλο η ρουτίνα, με κυριεύει μια διάθεση να κάνω κάτι.Έστειλα σήμα στα αστυνομικά τμήματα με την περιγραφή του Αλβανού που μου είχε δώσει η χοντρή. Εδώ που τα λέμε, δε χρειάζεσαι εκτεταμένες έρευνες. Φτάνει να πάρεις σβάρνα τις πλατείες. Πλατεία Ομονοίας, πλατεία Βάθη, πλατεία Κοτζιά, πλατεία Κουμουνδούρου, πλατεία του Ηλεκτρικού στην Κηφισιά, πλατείες… Ο κόσμος έχει γίνει ένας ζωολογικός κήπος από την ανάποδη. Κλείσανε τους ανθρώπους σε κλουβιά και τα ζώα φέρνουν γύρα τις πλατείες και μας χαζεύουν. Ήξερα ότι η προσπάθειά μου ήταν χαμένη από χέρι. Δεν είχα την παραμικρή ελπίδα να τον βρω. Κι όμως, σε τρεις μέρες μου τον έστειλαν πακέτο από τη Λούτσα. Η χοντρή ήρθε με το ίδιο σουλούπι. Μόνο που αυτή τη φορά φορούσε παπούτσια, κάτι παλιομοδίτικα ψηλοτάκουνα, που λύγιζαν από το βάρος της, και τα τακούνια γλιστρούσαν μια μέσα μια έξω, τη μια πήγαιναν ν’ αγκαλιαστούν, μα αμέσως το μετάνιωναν, χώριζαν, και τραβούσε το καθένα τον δρόμο του. «Αυτός είναι!» φώναξε μόλις είδε τον Αλβανό. Την πίστεψα αμέσως και δόξασα τον Θεό που δεν την είχα γειτόνισσα να με περνάει πρωί-βράδυ από επιθεώρηση. Όπως μου τον είχε περιγράψει, έτσι ήταν. Δεν της είχε ξεφύγει τίποτα. Γι’ αυτό με ήθελε τώρα ο διευθυντής. Για να με ρωτήσει πώς πήγαινε η ανάκριση. Και ο Θανάσης δε μου είχε φέρει το πρωινό, γιατί ήταν σίγουρος πως μόλις άκουγα ότι με ζήτησε ο διευθυντής, θα τα παρατούσα όλα σύξυλα και θα έτρεχα πάνω. «Εσένα η δουλειά σου είναι να μου φέρνεις το κρουασάν και τον καφέ μου. Το πότε θα δω τον διευθυντή, το αποφασίζω εγώ» του λέω θυμωμένος και βουλιάζω πιο 14


βαθιά στην πολυθρόνα μου, για να του δείξω ότι δεν έχω πρόθεση να το κουνήσω όλο το πρωί από το γραφείο. Το χαμόγελο εξαφανίζεται αμέσως από τα χείλη του. Όλη η σιγουριά του πάει περίπατο. «Μάλιστα» ψελλίζει. «Ακόμα εδώ είσαι;» Παίρνει στροφή επιτόπου και πετάγεται έξω από το γραφείο. Περιμένω ένα λεπτό και μετά σηκώνομαι να πάω στον διευθυντή. Είναι ικανός ο Θανάσης να το σφυρίξει πως μου είπε ότι με θέλει ο διευθυντής κι εγώ έκανα τον τζόρα. Και ο διευθυντής είναι μέσα σε όλα τα κόλπα, δεν ξέρεις τι μπορεί να σου κάνει. Άσε που είναι και κομπλεξικός.

15


2 Το γραφείο μου είναι στον τρίτο όροφο, αριθμός 321. Το γραφείο του διευθυντή της Ασφάλειας είναι στον πέμπτο. Ο μέσος χρόνος αναμονής στο ασανσέρ είναι από πέντε έως δέκα λεπτά, ανάλογα με τη διάθεσή του να δουλέψει. Αν νευριάσεις κι αρχίσεις να πατάς συνέχεια το κουμπί, μπορεί να κάνει και τέταρτο. Το ακούς που είναι στο δεύτερο, λες νάτο, ανεβαίνει, και ξαφνικά αυτό μετανιώνει και παίρνει την κάθοδο. Ή το αντίθετο. Κατεβαίνει στον τέταρτο κι αντί να συνεχίσει, παίρνει πάλι την άνοδο. Καμιά φορά διαολίζομαι κι αρχίζω ν’ ανεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά, πιο πολύ για να ξεθυμάνω παρά που βιάζομαι. Άλλες φορές πάλι με πιάνει το πείσμα μου και λέω, αφού κανείς δε βιάζεται, τι θέλω εγώ και τρέχω, τρελός είμαι; Ακόμα και την αυτόματη πόρτα του τη ρύθμισαν έτσι που ν’ ανοίγει αργά, για να σου σπάει τα νεύρα. Όλα τα μεγάλα κεφάλια είναι στον πέμπτο. Τους μάζεψαν όλους εκεί ή για να μπορούν να σκέφτονται συλλογικά ή για να τους απομονώσουν συλλογικά και να μη στραβώνουν κι εμάς, εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Το γραφείο του διευθυντή Ασφάλειας είναι το 504, αλλά στην πόρτα δεν υπάρχει αριθμός, γιατί έβαλε και τον ξήλωσαν. Το θεώρησε υποτιμητικό να έχει αριθμό στην πόρτα, όπως στα νοσοκομεία ή στα ξενοδοχεία. Στη 16


θέση του κόλλησε μια ταμπελίτσα: Νικόλαος Γκίκας – Διευθυντής Ασφάλειας. «Στην Αμερική δεν υπάρχουν αριθμοί στις πόρτες. Μόνο ονόματα» έλεγε επί τρεις μήνες οργισμένος. Το ’πε, το ξανάπε, ώσπου στο τέλος ξήλωσε τον αριθμό κι έβαλε τ’ όνομά του. Κι όλα αυτά, επειδή έκανε έξι μήνες μ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Εφ-Μπι-Άι. «Περάστε, σας περιμένει» μου λέει η Κούλα, η αστυνομικίνα που εκτελεί χρέη γραμματέως και το παίζει μανεκέν με στολή. Το γραφείο είναι μεγάλο και φωτεινό, με μοκέτα στο πάτωμα και κουρτίνες στα παράθυρα. Στην αρχή είχαν σκοπό να βάλουν κουρτίνες σε όλους μας, μα το κονδύλι δεν έφτασε, κι έτσι περιορίστηκαν στον πέμπτο όροφο. Δίπλα στην πόρτα υπάρχει ένα ορθογώνιο τραπέζι συσκέψεων με έξι καρέκλες. Ο διευθυντής κάθεται με πλάτη στο παράθυρο, και το γραφείο του θα ’ναι γύρω στα τρία μέτρα. Απ’ αυτά τα μοντέρνα, με μεταλλική επένδυση στις γωνίες. Αν θέλεις να πιάσεις κανένα έγγραφο, που είναι στην άκρη του γραφείου, χρειάζεσαι τσιμπίδα, με το χέρι είναι αδύνατο να το φτάσεις. Σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει. «Νέα απ’ τον Αλβανό;» με ρωτάει. «Τίποτα νεότερο, κύριε διευθυντά. Τον ανακρίνουμε ακόμα». «Επιβαρυντικά στοιχεία;» Κοφτές ερωτήσεις, κοφτές απαντήσεις, μόνο τα απαραίτητα, για να δείξει ότι είναι, άλφα, πνιγμένος, βήτα, αποδοτικός και, γάμμα, ουσιώδης και συγκεκριμένος. Αμερικάνικα κόλπα, το ’παμε. «Όχι, αλλά έχουμε αυτόπτη μάρτυρα που τον αναγνώρισε, όπως σας είπα». «Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη επιβαρυντικό στοιχείο. 17


Τον είδε να τριγυρνάει γύρω από το σπίτι. Δεν τον είδε ούτε να μπαίνει ούτε να βγαίνει. Δακτυλικά αποτυπώματα;» «Πολλά. Τα περισσότερα του ζευγαριού. Όχι όμως του ύποπτου. Φονικό όπλο δε βρέθηκε». Με παρέσυρε και μιλάω κι εγώ τηλεγραφικά, ο κόπανος. «Καλώς. Πες στους δημοσιογράφους ότι δεν υπάρχει καμία ανακοίνωση προς το παρόν». Αυτό δε χρειαζόταν να μου το πει. Αν υπήρχε ανακοίνωση, θα την έκανε ο ίδιος. Όχι μόνο αυτό, αλλά θα μου ζητούσε να του τα γράψω όλα στο χαρτί, για να τα μάθει απέξω και να τους τα πει. Αυτό δεν το λέω με παράπονο, καθόλου δε με πειράζει. Οι ρεπόρτερ μού κάθονται στο στομάχι. Όπως με το κουλούρι και το κρουασάν, έτσι κι εδώ. Παλιά υπήρχαν δημοσιογράφοι και φύλλα, τώρα υπάρχουν ρεπόρτερ και κάμερες. Από το εσωτερικό της γραμματέως λέω να μου φέρουν τον Αλβανό για ανάκριση. Οι ανακρίσεις γίνονται σ’ένα γραφείο με γυμνούς τοίχους, ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες. Όταν μπαίνω, ο Αλβανός είναι καθισμένος σε μια καρέκλα, με τα χέρια στις χειροπέδες. «Να τον λύσω;» με ρωτάει ο αστυφύλακας που τον έφερε. «Άσ’ τον έτσι και βλέπουμε. Αναλόγως, αν θα μας βγει άνθρωπος ή μαντρόσκυλο». Κοιτάζω τον Αλβανό. Τα χέρια του ακουμπάνε στο τραπέζι. Δυο χέρια ροζιάρικα, με χοντρά δάχτυλα και νύχια μακριά και κατάμαυρα στις άκρες, το πένθος της δυστυχίας. Το βλέμμα του είναι πάνω τους. Τα κοιτάζει σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά και ν’ απορεί. Τι απορεί; Που σκότωσε μ’ αυτά; Ή που είναι έτσι χοντροκομμένα και βρόμικα; Ή που ο Θεός τον έπλασε με χέρια; «Θα μου πεις γιατί τους σκότωσες;» τον ρωτάω. 18


Σηκώνει αργά το κεφάλι από τα χέρια του. «Έκεις τσιγκάρο;» «Δώσ’ του ένα απ’ τα δικά σου» λέω στον αστυφύλακα. Αυτός με κοιτάζει έκπληκτος. Νομίζει ότι του κάνω τράκα, τόσο του κόβει. Αυτός καπνίζει Μάρλμπορο, ενώ εγώ έμεινα στα Καρέλια. Δίνω στον Αλβανό Μάρλμπορο για να τον καλοπιάσω. Ο αστυφύλακας του βάζει το τσιγάρο στο στόμα κι εγώ του το ανάβω. Παίρνει δυο βαθιές ρουφηξιές, γεμάτες λαχτάρα. Κρατάει τον καπνό στα σωθικά του, σαν να θέλει να τον φυλακίσει, και μετά αφήνει να του ξεφύγει όσο γίνεται λιγότερος, για να μην κάνει άσκοπες σπατάλες. Σηκώνει και τα δυο χέρια μαζί και μαγκώνει το τσιγάρο ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του δεξιού χεριού. «Εγκώ ντεν σκότωσα» λέει, και την ίδια στιγμή τα δυο του χέρια κινούνται αστραπιαία και κολλάνε το τσιγάρο στο στόμα, ενώ το στήθος του φουσκώνει για να κάνει χώρο στον καπνό. Το ένστικτό του τού λέει ότι μπορεί να του πάρω το τσιγάρο τώρα που δε μου είπε αυτά που θέλω, και βιάζεται να ρουφήξει ό,τι προλάβει. «Με δουλεύεις, ρε παλιοπούστη, κωλοαλβανέ!» ουρλιάζω έξαλλος. «Θα σου φορτώσω όσες δολοφονίες Αλβανών ρεμπεσκέδων εκκρεμούν στο αρχείο, εδώ και τρία χρόνια, και θα φας ισόβια, γαμώ τον Μπερίσα σου!» «Εγκώ τρία χρόνια όχι εντώ. Εγκώ έρτει – » σταματάει, γιατί δεν ξέρει το «πέρσι» και ψάχνει να βρει άλλη λέξη. «Εγκώ έρτει ενενήντα ντύο» συμπληρώνει ευχαριστημένος που έλυσε το γλωσσικό του πρόβλημα. Τώρα τα χέρια του είναι κρυμμένα κάτω από το τραπέζι, προφανώς για να μη βλέπω το τσιγάρο και να το ξεχάσω. «Και πώς θα το αποδείξεις; Από το διαβατήριό σου, αρχίδι;» 19


Ορμάω απότομα, τον βουτάω και τον σηκώνω όρθιο. Δεν περίμενε την κίνησή μου, τα χέρια του χτυπάνε με δύναμη στην ανάποδη του τραπεζιού, και το τσιγάρο τού πέφτει χάμω. Ρίχνει ένα φευγαλέο βλέμμα, γεμάτο αγωνία, στο τσιγάρο που του έπεσε, και μετά το γυρίζει, ανήσυχο, σ’ εμένα. Ο αστυφύλακας απλώνει το πόδι και πατάει το τσιγάρο, ενώ χαμογελάει ηδονικά στον Αλβανό. Ξύπνιο παιδί, μπαίνει αμέσως στο νόημα. «Μπήκες λαθραία στην Ελλάδα, δεν είσαι γραμμένος πουθενά, ούτε βίζα ούτε σφραγίδα, τίποτα. Μπορώ να σ’ εξαφανίσω και κανείς δε θα ρωτήσει τι έγινες. Ούτε σε είδα ούτε σε ξέρω, γιατί δεν υπάρχεις, ακούς; Δεν υπάρχεις!» «Εγκώ πήγκα γκια γκυναίκα» λέει έντρομος, καθώς τον ταρακουνάω. «Τη γούσταρες, ε;» τον αφήνω να πέσει πάλι στην καρέκλα. «Ναι». «Γι’ αυτό τριγύριζες γύρω από το σπίτι όλη μέρα. Ήθελες να μπεις να την πλακώσεις κι εκείνη δε σου άνοιγε». «Ναι» λέει πάλι, και τώρα χαμογελάει ευχαριστημένος που έπεσα μέσα στην ψυχανάλυση. «Κι επειδή δε σου άνοιγε, λύσσαξες από το κακό σου, μπήκες μέσα τη νύχτα και τους έσφαξες!» «Όχι!» φωνάζει έντρομος τώρα. Κάθομαι στην καρέκλα, απέναντί του, και τον κοιτάζω στα μάτια. Σωπαίνω κι αφήνω να περάσει λίγος χρόνος. Αυτός δεν μπορεί να εξηγήσει τη σιωπή μου και η αγωνία του μεγαλώνει. Ευτυχώς, γιατί έτσι δεν μπορεί να καταλάβει ότι είμαι σε αδιέξοδο. Τι να του κάνω; Να τον αφήσω νηστικό; Στα παπάρια του, έτσι κι αλλιώς τρώει μια στις τρεις μέρες, κι αυτό αν είναι τυχερός. Να 20


φέρω από πάνω δύο μπρατσωμένους μαντράχαλους να τον σπάσουν στο ξύλο; Έχει φάει τόσο ξύλο στη ζωή του, που θα υποστεί το μοιραίο αγογγύστως και δε θα ιδρώσει ούτε τ’ αυτί του. «Άκουσε» του λέω ήρεμα, γλυκά. «Όλα αυτά που είπαμε, θα τα γράψω σ’ ένα χαρτί, θα βάλεις την υπογραφή σου και θα ησυχάσεις». Δε λέει τίποτα. Με κοιτάζει μόνο μ’ ένα βλέμμα αναποφάσιστο, γεμάτο αμφιβολία. Δεν τον τρομάζει τόσο πολύ η φυλακή, απλώς έμαθε να είναι καχύποπτος. Δεν πιστεύει ότι το κακό τελειώνει κάπου και παίρνεις ανάσα. Φοβάται πως αν αποδεχτεί το ένα, θα του έρθει και δεύτερο και τρίτο, αυτή ήταν πάντα η μοίρα του. Χρειάζεται βοήθεια ο άνθρωπος για να πειστεί. «Στο κάτω-κάτω, δε θα περάσεις κι άσκημα στη φυλακή» του λέω φιλικά, στο κουβεντιαστό. «Θα ’χεις το κρεβάτι σου, τρία φαγητά τη μέρα, όλα χαρισμένα από το κράτος. Θα κάθεσαι και θα σε φροντίζουν, όπως και παλιά στον τόπο σου. Κι αν είσαι ξύπνιος, σε καναδυό μήνες θα βολευτείς σε καμιά από τις συμμορίες και θα κονομάς κι από πάνω. Η φυλακή είναι ο μόνος τόπος που δεν υπάρχει ανεργία. Λίγο μυαλό να ’χεις και θα βγεις με κομπόδεμα από μέσα». Εξακολουθεί να με κοιτάζει βουβός. Μόνο που τώρα το μάτι του παίζει, σαν να του αρέσει η ιδέα. Δε λέει όμως τίποτα. Ξέρω ότι θέλει να το σκεφτεί και σηκώνομαι. «Δε χρειάζεται να μου απαντήσεις τώρα» του λέω. «Σκέψου το και τα λέμε αύριο». Καθώς πηγαίνω προς την πόρτα, βλέπω τον αστυφύλακα να βγάζει τα Μάρλμπορο και να του προσφέρει. Πρέπει να ζητήσω μετάθεση γι’ αυτό το παιδί και να το πάρω κοντά μου. 21


Τους βρίσκω όλους μαζεμένους μπροστά στο γραφείο μου. Άλλοι κρατάνε μικρόφωνα στο χέρι, άλλοι κασετόφωνα. Όλοι τους μ’ ένα βλέμμα λαίμαργο και ανυπόμονο, ένας λόχος πεινασμένων, που περιμένουν την είδηση όπως ο φαντάρος το σιτηρέσιο. Οι κάμεραμεν με βλέπουν να έρχομαι και φορτώνονται τις μηχανές τους στον ώμο. «Ελάτε μέσα, παιδιά». Ανοίγω την πόρτα του γραφείου μου, ενώ μέσα μου λέω «δεν πάτε στο διάολο, τσόγλανοι, να βρω την ησυχία μου». Μπουκάρουν όλοι πίσω μου κι ακουμπάνε πάνω στο γραφείο τα μικρόφωνά τους με το σήμα του τηλεοπτικού σταθμού, τα καλώδιά τους, τα κασετόφωνά τους. Μέσα σ’ ένα λεπτό το γραφείο μου έχει μετατραπεί σε πάγκο Ρωσοπόντιου στην Αθηνάς. «Έχεις να μας πεις τίποτα νεότερο για τον Αλβανό, αστυνόμε;» με ρωτάει ο Σωτηρόπουλος, με το καρό πουκάμισο Αρμάνι, την εγγλέζικη καμπαρντίνα, τα μοκασίνια Τίμπερλαντ και τα γυαλιά με τον στρογγυλό, μεταλλικό σκελετό, από εκείνα που φορούσε κάποτε ο Χίμλερ και τώρα τα φοράνε οι διανοούμενοι. Το «κύριε» το έχει κόψει από καιρό, λέει το «αστυνόμε» σκέτο. Και πάντα ξεκινάει με το «έχεις να μας πεις» ή «τι έχεις να μας πεις», για να σου δημιουργήσει το κόμπλεξ ότι περνάς από εξετάσεις και είναι έτοιμος να σε βαθμολογήσει. Βλέπεις, θεωρεί ότι εκφράζει τη λαϊκή συνείδηση. Και η λαϊκή συνείδηση φέρεται σε όλους ισότιμα. Κομμένα τα «κύριε» και ο πληθυντικός, που δημιουργούν διακρίσεις ανάμεσα στους πολίτες. Και το μάτι του είναι πάντα πάνω σου, άγρυπνο, έτοιμο να σε ελέγξει ανά πάσα στιγμή. Ο μοντέρνος Ροβεσπιέρος με κάμερα και μικρόφωνο. 22


Τον αγνοώ και απευθύνομαι σε όλους συλλογικά. Αφού θέλει ισοτιμία, θα την έχει. «Δεν έχω να σας πω τίποτα, παιδιά» λέω με χαμόγελο και με εγκάρδιο ύφος. «Τον ανακρίνουμε ακόμα». Με κοιτάζουν απογοητευμένοι. Μια κοντή, σταφιδωμένη, με κόκκινο καλσόν, κάνει μια προσπάθεια να μου αποσπάσει κάτι παραπάνω, έτσι, για την τιμή των όπλων. «Έχετε στοιχεία ότι αυτός είναι ο δολοφόνος;» με ρωτάει. «Σας είπα, τον ανακρίνουμε» απαντάω πάλι, και για να τους δείξω ότι τέλειωσε η συζήτηση, παίρνω το κρουασάν, που μου έχει αφήσει ο Θανάσης, το βγάζω από το σελοφάν και το δαγκώνω. Αρχίζουν να μαζεύουν τα συμπράγκαλά τους και το γραφείο μου επανέρχεται πάλι, σαν τον άρρωστο που ξέφυγε τον κίνδυνο και τον αποσυνδέουν από τις συσκευές. Η Γιάννα Καραγιώργη μένει τελευταία. Καθυστερεί επίτηδες κι αφήνει τους άλλους να βγουν. Αυτή την αντιπαθώ πιο πολύ από τους άλλους. Έτσι, χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Δε δείχνει πάνω από τριάντα πέντε και είναι ντυμένη πάντα κομψά αλλά καθόλου εξεζητημένα. Φαρδύ παντελόνι, ζακέτα και μια ακριβή αλυσίδα με σταυρό ή μενταγιόν στον λαιμό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει κολλήσει η ιδέα ότι είναι λεσβία. Είναι ωραία γυναίκα, το κοντό μαλλί όμως μαζί με το ντύσιμο της δίνουν κάτι το αντρικό. Μπορεί βέβαια να μην είναι τίποτε απ’ όλα αυτά και να φταίει το αρρωστημένο μυαλό μου. Τώρα στέκεται δίπλα στην πόρτα. Ρίχνει ένα βλέμμα έξω, για να δει αν έχουν απομακρυνθεί οι άλλοι, και την κλείνει. Εγώ συνεχίζω να τρώω το κρουασάν μου σαν να μην έχω προσέξει ότι είναι ακόμα στο γραφείο. 23


«Ξέρετε αν το ζευγάρι που σκότωσαν είχε παιδιά;» με ρωτάει ξαφνικά. Γυρίζω και την κοιτάζω έκπληκτος. Το αφ’ υψηλού βλέμμα είναι στη θέση του και μου χαμογελάει ειρωνικά. Νά τι μ’ εκνευρίζει, αυτές οι άσχετες ερωτήσεις που πετάει ξαφνικά, και τις υπογραμμίζει μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο για να σου δώσει την εντύπωση ότι αυτή ξέρει κάτι παραπάνω και δε σ’ το λέει για να σε βασανίσει. Δεν ξέρει τίποτα, ψαρεύει στα θολά. «Λες να υπήρχαν παιδιά και να μην τα είδαμε;» «Μπορεί να μην ήταν εκεί όταν πήγατε». «Τι να σου πω, αν τα έχουν στείλει για σπουδές στην Αμερική, δεν τα βρήκαμε ακόμα» της λέω σαρκαστικά. «Δε μιλάω για μεγάλα παιδιά, για βρέφη μιλάω» μου απαντάει. «Το πολύ μέχρι δύο χρόνων». Κάτι ξέρει αυτή και διασκεδάζει παίζοντας μαζί μου. Αποφασίζω να το πάω μαλακά, στο φιλικό, μπας και τη φέρω στο φιλότιμο. Της δείχνω την καρέκλα μπροστά στο γραφείο μου. «Κάθισε να τα πούμε» της λέω. «Αδύνατο, πρέπει να πάω στο κανάλι. Άλλη φορά». Ξαφνικά την έπιασαν φούριες. Επίτηδες το κάνει, πουλάει δημοσιογραφικό στυλάκι για να με κρατάει σε αγωνία. Καθώς ανοίγει την πόρτα για να βγει, πέφτει πάνω στον Θανάση, που μπαίνει εκείνη τη στιγμή μ’ ένα έγγραφο. Κοιτάζονται και η Καραγιώργη τού χαμογελάει. Ο Θανάσης αποσύρει γρήγορα το βλέμμα του, αλλά της Καραγιώργη μένει πάνω του, έντονο και προκλητικό. Φαίνεται ότι τον γουστάρει. Εδώ που τα λέμε, δεν έχει κι άδικο, γιατί ο Θανάσης είναι όμορφο παιδί. Ψηλός, μελαχρινός, γεροδεμένος. Θα πρέπει να της τον ρίξω από 24


δίπλα για να μου λυθούν δύο απορίες μαζί: αν πράγματι ξέρει κάτι για τους Αλβανούς και μου το κρύβει κι αν είναι λεσβία. Μου κουνάει φιλικά το χέρι, δήθεν ότι με χαιρετάει, αλλά στην πραγματικότητα είναι σαν να μου λέει «κάτσε και περίμενε, βλίτο». Κλείνει την πόρτα πίσω της. Ο Θανάσης με πλησιάζει και μου δίνει το έγγραφο. «Η έκθεση του ιατροδικαστή για τους Αλβανούς» μου λέει. Τα χαμόγελα με την Καραγιώργη τον έχουν φέρει σε αμηχανία και το χέρι του τρέμει, καθώς μου απλώνει το χαρτί. Δεν ξέρει αν το πρόσεξα και πώς θ’ αντιδράσω. «Καλά» του λέω. «Άσ’ την και φύγε». Δεν έχω διάθεση να τη διαβάσω. Τι να μου πει, άλλωστε; Ό,τι είχαν ν’ αποκαλύψουν τα πτώματα, φαινόταν με γυμνό μάτι. Εκτός από την ώρα που διαπράχθηκε ο φόνος, μα ούτε κι αυτή έχει σημασία. Σιγά μη μας προβάλλει αξιόπιστο άλλοθι ο Αλβανός και να πρέπει να το σπάσουμε. Και η Καραγιώργη δεν ξέρει τίποτα. Μπλοφάρει, όπως όλοι οι ρεπόρτερ. Θέλει να μου κεντρίσει την περιέργεια για να ανοιχτώ πρώτος και να μάθει περισσότερα. Παιδιά δεν υπάρχουν. Αν υπήρχαν και δεν τα βρίσκαμε, θα το είχαμε μάθει από τους γείτονες.

25


3 Η Αδριανή είναι καθισμένη φάτσα στην τηλεόραση. Πέρασαν πέντε λεπτά αφότου μπήκα στο καθιστικό κι ακόμα να με προσέξει. Η παλάμη της αγκαλιάζει σφιχτά το τηλεκοντρόλ, ο δείκτης της ακουμπάει σταθερά στο κουμπί, έτοιμη ν’ αλλάξει κανάλι μόλις πέσουν οι διαφημίσεις. Στο γυαλί, ένας κατσαρομάλλης αστυνομικός γαβγίζει σε μια καστανόξανθη. Πέφτω πάνω του κάθε απόγευμα και ή ανακρίνει κάποιον ή έχει τύψεις. Και στις δύο περιπτώσεις γαβγίζει. Αν ήταν έτσι οι αστυνομικοί, θα είχαμε πάει όλοι από έμφραγμα στα σαράντα μας. «Γιατί φωνάζει συνέχεια αυτός ο μαλάκας;» ρωτάω ξαφνικά. Το «μαλάκας» το προσθέτω επίτηδες, γιατί ξέρω ότι λυσσάει όταν εκφράζομαι περιφρονητικά για τους ήρωες των προσωπικών της σίριαλ. Θέλω να την τσαντίσω, για να την κάνω να με προσέξει, αλλά χάνω το στοίχημα. «Σσστ!» μου λέει απότομα, ενώ το βλέμμα της εξακολουθεί να είναι κολλημένο στον κατσαρομάλλη με τη στολή. «Τι χαζεύεις, ρε κόπανε! Μίλα!» μου φώναζε ο πατέρας μου και μου άστραφτε το χαστούκι. Να δω τι θα έκανε τώρα, που ο τρόπος τού λέγειν έγινε τρόπος τού βλέπειν, κι όλοι χαζεύουν και δε μιλάνε. Ευτυχώς που πέθανε, θα μαράζωνε ο γέρος. Όπως κάθε απόγευμα, βρίσκω καταφύγιο στην κρε26


βατοκάμαρα και παίρνω από τη βιβλιοθήκη το Λεξικό του Δημητράκου. Βιβλιοθήκη τη λέμε έτσι, για να της δώσουμε βάρος. Στην πραγματικότητα είναι μια εταζέρα με τέσσερα ράφια. Στο πάνω ράφι είναι τα λεξικά: Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης των Λίντελ-Σκοτ, Λεξικόν Ορθογραφικόν και Ερμηνευτικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης του Δημητράκου, Αντιλεξικόν ή Ονομαστικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης του Βοσταντζόγλου, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ν. Π. Ανδριώτη και το Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου-Φυτράκη. Αυτό είναι το μόνο χόμπι που έχω – τα λεξικά. Ούτε γήπεδα ούτε μαστορέματα, τίποτα. Αν ρίξει κανένας τρίτος μια ματιά στη βιβλιοθήκη, θα πάθει την πλάκα του. Το πάνω ράφι είναι γεμάτο λεξικά. Εντυπωσιάζεσαι, πας στα παρακάτω και πέφτεις πάνω σε Βίπερ, Νόρα, Μπελ, Άρλεκιν και Μπιάνκα. Κράτησα το ρετιρέ για μένα κι άφησα τους τρεις κάτω ορόφους στην Αδριανή. Πάνω το πασάλειμμα γνώσης, κάτω η ξεφτίλα. Η Ελλάδα σε τέσσερα ράφια. Παίρνω αγκαλιά τον Δημητράκο και ξαπλώνω στο κρεβάτι. Το ανοίγω στο λήμμα «βλέπω». «Βλέπω = έχω την δύναμιν του οράν». Νους ορά και νους ακούει, έλεγε ο πατέρας μου. Κάθε βράδυ, μισή ώρα πριν γυρίσει στο σπίτι, άνοιγα τα βιβλία στο τραπέζι της κουζίνας κι έπεφτα με τα μούτρα στο διάβασμα για να του δείξω ότι σκίζομαι. Αυτός έμπαινε με τη στολή του ενωμοτάρχη, στεκόταν στο κατώφλι και με κοιτούσε. Τσιμουδιά εγώ. Ήμουν τόσο βυθισμένος στη μελέτη, που δεν είχε υποπέσει εις την αντίληψίν μου, όπως λέει ο Δημητράκος. Ξαφνικά πλησίαζε, με βούταγε από το αυτί κι άρχιζε να με σηκώνει από την καρέκλα. «Πάλι πήρες οχτώ στα μαθηματικά, κόπανε». 27


Εγώ δεν το ήξερα ακόμα, το μάθαινα την επομένη από τον μαθηματικό. Αυτός το ήξερε πάντα από την παραμονή. «Πού το ξέρεις;» ρωτούσα γεμάτος απορία. «Νους ορά και νους ακούει» ήταν η απάντησή του. Ώσπου μια μέρα έτυχε να είμαι στο γραφείο του, στη χωροφυλακή, και τότε κατάλαβα ότι ο νους ούτε ορούσε ούτε άκουγε, απλώς χτυπούσε το τηλέφωνο. Ο πατέρας μου είχε κάνει κάποτε ένα ρουσφέτι στον μαθηματικό, μεσολάβησε να βγάλει άδεια κυνηγού ή κάτι τέτοιο, και ο μαθηματικός τον έπαιρνε στο τηλέφωνο, μόλις έβλεπε την κόλλα μου, και τον ενημέρωνε για να του ανταποδώσει την εξυπηρέτηση. Το παράξενο είναι ότι τις πιο πολλές φορές ήμουν βέβαιος ότι είχα γράψει καλά, κι όμως έπαιρνα οχτάρια κι εννιάρια. Στον έλεγχο όμως μου κότσαρε ένα δεκάξι, για να το βλέπει ο πατέρας μου και να χαίρεται που δεν πήγε στράφι το ρουσφέτι. «Πάλι με τα παπούτσια πάνω στο κρεβάτι είσαι;» ακούω την τσιριχτή φωνή της Αδριανής και πετάγομαι πάνω. Πάει, ως εδώ ήταν η ονειροπόλησή μου. Σε τι αντιστοιχεί χρονικά ένα όνειρο; Σ’ ένα σίριαλ. Τελειώνει το σίριαλ, τελειώνει και το όνειρο. «Μόλις γυρίζεις στο σπίτι, πέφτεις με τα μούτρα σ’ αυτό το χαζοβιβλίο, αντί να μου πεις μια κουβέντα, που με τρώει η μοναξιά όλη μέρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μου λερώνεις και το κρεβάτι με τα βρομοπάπουτσά σου». «Τι κουβέντα να σου πω, που έχεις αγκαλιάσει την τηλεόραση και δε λες ούτε καλησπέρα;» «Επειδή ήμουνα στο πιο κρίσιμο σημείο. Τι θα πάθαινες αν περίμενες πέντε λεπτά; Εσύ όμως βρήκες αφορμή να τρέξεις στις ψείρες!» «Ψείρες» λέει τα γράμματα του λεξικού. «Δε βαρέθηκες να διαβάζεις είκοσι 28


χρόνια τις ίδιες λέξεις ξανά και ξανά! Εγώ θα τις είχα μάθει απέξω ως τώρα και θα παραληρούσα!» «Και τι θες να κάνω; Να κάθομαι να βλέπω αυτόν τον ηλίθιο μπάτσο που, αν τον είχα υφιστάμενο, θα τον είχα στείλει στην αποθήκη να μετράει σφαίρες; Ή να περιμένω το δεύτερο ημίχρονο, μ’ εκείνη την κλώσσα που παριστάνει την εισαγγελέα, και εξακόσια επεισόδια δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει αν θα πηδηχτεί με τον άντρα της!» «Ε, βέβαια» μου λέει περιφρονητικά. «Είσαι ψιλικατζής και δε σου αρέσουν τα γκλάμουρουζ». Γυρίζει και κάνει μεγάλη έξοδο, όπως η Βέμπο, όταν τραγουδούσε τον «Χειμώνα». Κατάφερε ωστόσο να με τσιγκλίσει, γιατί δεν ξέρω τι σημαίνει το «γκλάμουρουζ», ούτε ξέρω από πού το ’μαθε αυτή και μου κουνιέται. Πάω στο ράφι και τραβάω το Oxford English-Greek Learner’s Dictionary, το μοναδικό αγγλικό λεξικό που έχω. Το είχα πάρει το ’77, όταν ήμουν στη Δίωξη Ναρκωτικών, και μας έφερναν για ανάκριση κάτι ξένους που είχαν πάει στην Ινδία, δήθεν σε αναζήτηση γκουρού, και γύριζαν με σαρί, ένα σωρό χαϊμαλιά και μισό κιλό άσπρη, κρυμμένη σαν υπόθετο ανάμεσα στα κωλομάγουλα. Τότε αποφάσισα να μάθω πέντε κουτσά αγγλικά, από φόβο μη μου ’πεφτε καμιά ξεπλυμένη κοκκινομάλλα και μου πετούσε κανένα «fuck you!», κι εγώ δε θα ’ξερα αν μ’ έβριζε ή αν μου ζητούσε τυρόπιτα. Ψάχνω το λήμμα glamorous, μα δε βρίσκω τίποτα. Ψάχνω στο glamourus και πάλι δε βρίσκω τίποτα. Οι κερατάδες οι Άγγλοι τα γράφουν και τα δυο με ο-ου για να μου κάνουν τη ζωή δύσκολη. Glamourous, λοιπόν. «Γεμάτος λάμψη / αίγλη, σχεδόν μυθικός, σαγηνευτικός. Glamourous film stars: κινηματογραφικοί αστέρες γεμάτοι αίγλη και λάμψη». Αυτό ήθελε να μου πει – ότι 29


εμένα δε μου αρέσουν τα γεμάτα αίγλη και λάμψη, και κατ’ επέκταση οι κινηματογραφικοί αστέρες γεμάτοι αίγλη και λάμψη, γιατί είμαι ψιλικατζής. Εσένα σου πήρε κοντά τριάντα χρόνια να κάνεις τη διαδρομή από το κουλούρι στο κρουασάν, κι αυτή σε λέει ψιλικατζή επειδή δε χωνεύεις τις διάφορες βλαχοβεντέτες. Βιδώνομαι και πάω στην τηλεόραση. Είναι περασμένες οχτώμισι και θέλω ν’ ακούσω το δελτίο ειδήσεων, μήπως πουν τίποτα για τους Αλβανούς. Το μισό δελτίο περνάει με τα πολιτικά, τη Βοσνία, δύο πρεζόνια που τέζαραν από υπερβολική δόση, κι έναν ογδοντάρη που βίασε και σκότωσε την εβδομηντάρα κουνιάδα του. Πάνω που χαίρομαι ότι εμείς περάσαμε στα αζήτητα, νάσου και ο παρουσιαστής παίρνει το θλιμμένο ύφος του. Το πρόσωπό του σκοτεινιάζει, τα χέρια του σηκώνονται λίγο από το τραπέζι, σε ένδειξη απόγνωσης για τη στενοχώρια που θα προκαλέσει στους θεατές, και αφήνει να του ξεφύγει ένας ανεπαίσθητος αναστεναγμός. Οι λέξεις βγαίνουν από το στόμα του μοναχικές, μία-μία, όπως οι τελευταίοι πελάτες καφενείου, που σκορπάνε στο δρόμο λίγο πριν κατέβουν τα ρολά. Στην τσέπη του πέτου του φοράει πάντα μαντίλι. Περιμένω κάθε φορά να το βγάλει και να σκουπίσει τα δάκρυά του, μα δεν το έχει κάνει ποτέ ως τώρα. Ποιος ξέρει, μπορεί να το κρύβει για άσο στο μανίκι, όταν θα πέσει η θεαματικότητα. «Μα και στο άλλο έγκλημα, κυρίες και κύριοι» λέει «στην άγρια σφαγή των δύο Αλβανών, στου Ρέντη, δεν έχουμε καμία εξέλιξη». Ατάκα κάνει την εμφάνισή της η Γιάννα Καραγιώργη. Κρατάει στα χέρια της το μικρόφωνο και φοράει το ίδιο συνολάκι που φορούσε και το πρωί. Πολύ φυσικό, 30

Profile for Keimena Books

Νυχτερινό δελτίο - Πέτρος Μάρκαρης  

Η υπόθεση της δολοφονίας ενός ζευγαριού Αλβανών μεταναστών κλείνει γρήγορα με την ομολογία ενός συμπατριώτη τους. Όλα όμως περιπλέκονται ότα...

Νυχτερινό δελτίο - Πέτρος Μάρκαρης  

Η υπόθεση της δολοφονίας ενός ζευγαριού Αλβανών μεταναστών κλείνει γρήγορα με την ομολογία ενός συμπατριώτη τους. Όλα όμως περιπλέκονται ότα...

Advertisement