Page 1

ÖÁÍÔÁÓÔÉÊÇ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Τεύχος 19 / Δεκέμβριος 2016 / ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ


Περιεχόμενα

2 «Το κέρας» του Σταμάτη Μαμούτου 3 «Η ερώτηση του Γιάκσα» του Θωμά Μαστακούρη 4 «War Flag of the Sun» (μόνιμη στήλη) του Sun Knight 6 «Σεπτήριον» (μόνιμη στήλη) του Battle Angel 9 «Captain Marvel: Ο παραδοσιοκρατικός ήρωας της Marvel» του Χρήστου Νάστου 10 «Φρανκ Σέτσινγκ: Το Σμήνος» του Flammentrupp 12 «Συνέντευξη με τον δημιουργό έργων ψηφιακής ζωγραφικής Κώστα Νικέλη» του Σταμάτη Μαμούτου 14 «Μύθος και αλήθεια» του Φιλίππου Βαβουλάκη 16 «Rock’n’Roll επαναστάτες» του Σταμάτη Μαμούτου 18 «Γοτθική κουλτούρα: Το γοτθικό στοιχείο στον Ρομαντισμό» του Αριστείδη Χριστοφοράκη 21 «Συνέντευξη με το black metal συγκρότημα Dreadful Relic» του Σταμάτη Μαμούτου 22 «Πολύτιμα Μέταλλα» (μόνιμη στήλη) των Σταμάτη Μαμούτου και Χρήστου Νάστου 26 «Το Δρύινο Ράφι» (μόνιμη στήλη βιβλιοπαρουσίασης) 28 «Η προσωπίδα του ερυθρού θανάτου» διήγημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε: Απόδοσις Ευστράτιος Σαρρής

ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

«Φανταστική Λογοτεχνία», τεύχος 19 - Δεκέμβριος 2016 Εκδότης: Σύλλογος φοιτητών ΑΤΕΙ και ΑΕΙ Πανεπιστημίων Ελλάδος Φανταστικής Λογοτεχνίας (Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας). Συντακτική ομάδα τεύχους: Σταμάτης Μαμούτος, Sun Knight, Flammentrupp, Φίλιππος Βαβουλάκης, Χρήστος Νάστος, Δημήτρης Αργασταράς, Battle Angel, Ευστράτιος Σαρρής, Θωμάς Μαστακούρης, Αριστείδης Χριστοφοράκης. Επιμέλεια-Διόρθωση: Σταμάτης Μαμούτος - Καλλιτεχνική επιμέλεια: Morias. Εικόνα εξωφύλλου: John William Waterhouse, “Ulysses and the Sirens” - 1891

Το Κέρας

Ε

ννέα χρόνια έχουν περάσει από τον Δεκέμβριο του 2007 όταν και κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Φανταστική Λογοτεχνία». Όλο αυτό τον καιρό το περιοδικό μας αποτέλεσε την αιχμή μιας πρώτης οργανωμένης προσπάθειας, προκειμένου να φανερωθεί στο αναγνωστικό μας κοινό του Σταμάτη Μαμούτου η σχέση της λογοτεχνίας του φανταστικού με επιμέρους πνευματικές εκφράσεις όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος και το θέατρο. Κυρίως, όμως, οι συντάκτες της «Φανταστικής Λογοτεχνίας» θελήσαμε να αναδείξουμε το πώς όλες οι παραπάνω εκφράσεις του ανθρωπίνου πνεύματος, αρθρώνονται, με βάση ορισμένες κοινές ιδεολογικές και αισθητικές αναφορές, στο ενιαίο πεδίο της κοσμοθέασης του Ρομαντισμού. Αναφέρθηκα στην πρώτη οργανωμένη προσπάθεια, όχι τυχαία. Η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ δεν συνιστά την πρώτη τέτοια απόπειρα. Όπως ενδεχομένως να θυμούνται οι παλαιότεροι, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 ο αρθρογράφος που υιοθέτησε το ψευδώνυμο Sun Knight ξεκίνησε να προσεγγίζει αυτές τις θεματικές στις στήλες που υπέγραφε στο μουσικό περιοδικό «Heavy Metal & Metal Hammer». Στην συνέχεια είδαμε κατά την δεκαετία του ’90 να εμφανίζονται κάποια περιοδικά μικρής εμβέλειας (fanzines), που η αρθρογραφική τους γραμμή ήταν βασισμένη στις προσεγγίσεις του Sun Knight. Ωστόσο, όπως προανέφερα, η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας αποτέλεσε την πρώτη οργανωμένη συλλογική προσπάθεια αυτού του προσανατολισμού. Στελεχωμένη με παιδιά που διέθεταν το κατάλληλο θεωρητικό υπόβαθρο προκειμένου να ξεδιαλύνουν τις έννοιες και τους όρους του Ρομαντισμού, οργανωμένη ως μια αυτόνομη συλλογική δομή και υποστηριζόμενη από ταλαντούχους αρθρογράφους με πλούσια αναγνωστική εμπειρία, η λέσχη μας φρονώ ότι έδωσε διαστάσεις ενός μικρού κινήματος στην όλη προσπάθεια που είχε ξεκινήσει μέσω σποραδικών και ερασιτεχνικά δυναμικών παρεμβάσεων κατά το παρελθόν. Μολονότι, όμως, στα εννέα αυτά χρόνια γράψαμε και είπαμε στην ραδιοφωνική εκπομπή του «Ατσάλινου Ρόδου» πολλά για τον Ρομαντισμό, εκείνο που διαπιστώσαμε είναι ότι οι διαχειριστές του ελλαδικού εκδοτικού συστήματος εξακολουθούν να αγνοούν την ρομαντική βιβλιογραφία. Αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που με οδήγησαν στην απόφαση να οργανώσω ένα εκδοτικό σκέλος της λέσχης. Η αρχή αυτού του εκδοτικού εγχειρήματος πραγματοποιείται τούτες τις μέρες. Οι εκδόσεις Κλέος ξεκινούν την εκδοτική τους δράση με πρώτο σταθμό την Ιρλανδία. Ο Ιρλανδός νομπελίστας Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς είναι ο πρώτος συγγραφέας τον οποίο επιλέξαμε να παρουσιάσουμε στους αναγνώστες μας. Ο Γέητς συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα, έχοντας γράψει ποιητικές συλλογές, διηγήματα, θεατρικά έργα αλλά και δοκίμια. Το βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κλέος είναι «Το Μυστικό Ρόδο». Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων ρομαντικής φανταστικής λογοτεχνίας, που ξεκινά με ένα ποίημα. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1897 όταν ο Γέητς βρισκόταν στην ωρίμανση της πρώτης λογοτεχνικής του εποχής. Ήταν τότε που οι ρομαντικές του καταβολές είχαν αρχίσει να μπολιάζονται με επιρροές του Συμβολισμού ενώ και τα υπόλοιπα κεντρικά γνωρίσματα της πνευματικής του συγκρότησης, όπως το ενδιαφέρον για τον αποκρυφισμό και για την ιδεολογία του ιρλανδικού εθνικισμού, αναδύονταν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι «Το Μυστικό Ρόδο» αποτελεί ένα δείγμα της παλιάς, αληθινής λογοτεχνίας του φανταστικού. Μιας λογοτεχνίας του φανταστικού που τείνει να ξεχαστεί κάτω από τους ογκώδεις τόμους των «νεοfantasy» γραφιάδων, με τους οποίους γεμίζουν ράφια και τηλεοπτικούς χρόνους οι διαχειριστές της αντιρομαντικής αγοραίας ελίτ των καιρών μας. Ελπίζω ότι οι αναγνώστες μας, ακροβατώντας ανάμεσα στα βελούδινα πέταλα και στον αγκαθωτό κορμό του «Μυστικού Ρόδου», θα απολαύσουν ένα λογοτεχνικό ταξίδι στα μυθικά πεδία της ιρλανδικής παράδοσης και θα γνωρίσουν την «σκηνή» των Ιρλανδών νεορομαντικών των τελών του 19ου αιώνα.

2


απολαύσουμε καλύτερα το χρόνο που μας απομένει. Κάθε προσπάθεια της ιατρικής και των συγγενικών της επιστημών έχει σκοπό να βελτιώσει και να παρατείνει τη ζωή μας όσο το δυνατόν περισσότερο. Κάθε είδους θρησκεία και φιλοσοφία – ακόμα και η πλέον υλιστική – προσπαθεί να μας συμφιλιώσει με την ιδέα του αναπόφευκτου τέλους μας και της εκμηδένισης του εγώ. Όμως ούτε η επιστήμη, ούτε η θρησκεία, ούτε η φιλοσοφία δίνουν, κατά τη γνώμη μου, μια γεύση της αθανασίας – παρά μόνο μια πρόσκαιρη ανακούφιση, μια παρηγοριά ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποια όπλα για να αντιμετωπίσεις στωικά το αναπόφευκτο τέλος. Ο άνθρωπος γλιτώνει (τις περισσότερες φορές) την παραφροσύνη μόνο εξαιτίας του θαυμαστού γεγονότος που

θανάτου παύει να υφίσταται, και γίνεσαι ένα με το σύμπαν. Το δεύτερο είναι η συμμετοχή σε μια αληθινή μάχη ή σε κάποια άλλη του Θωμά Μαστακούρη ακραία κατάσταση που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή. Η γνώση ως το πάρχουν μερικές φράσεις νήμα της ζωής μπορεί να κοπεί ανά πού, έτσι και τις ακούσεις ή τις πάσα στιγμή κάνει την κάθε ανάσα διαβάσεις κάπου, χαράζονται μοναδική και πολύτιμη σαν μια μέσα στο νου σου ανεξίτηλα, λες και ολόκληρη ζωή. τις έχεις αποτυπώσει ένα πυρωμένο Ο τρίτος τρόπος για να αισθανθείς, σίδερο. Δεν θέλεις, μα ούτε και έστω και λίγο, αθάνατος, είναι η τέχνη μπορείς να τις ξεχάσεις, και η αλήθεια – είτε από την πλευρά εκείνου που τους επιβεβαιώνεται αμέτρητες δημιουργεί, είτε ακόμα και από την φορές στη ζωή σου. Κάποιες σε πλευρά εκείνου που την απολαμβάνει. κάνουν να χαμογελάς, ή ακόμα και Η μουσική, η ζωγραφική, η να ξεκαρδίζεσαι, κάθε φορά που λογοτεχνία, οτιδήποτε μας βγάζει από βλέπεις το αρχέτυπο νόημά τους την καθημερινότητα και μιλάει στην να επαληθεύεται, κάποιες άλλες σε ψυχή μας για τις μεγάλες ουσίες: τη μελαγχολούν ή ακόμα και σε κάνουν ζωή, το θάνατο, την αγάπη, το μίσος, να δακρύζεις. την ελπίδα και την απόγνωση, μας Μια τέτοια μικρή στιχομυθία θέλω να βοηθά να γίνουμε για λίγο αθάνατοι. μοιραστώ μαζί σας. Προέρχεται από Το περιοδικό που κρατάτε στα χέρια τη Μαχαμπχαράτα, το μεγάλο ινδικό σας δημιουργήθηκε γι’ αυτόν ακριβώς έπος, το οποίο μόνο η Ιλιάδα μπορεί το σκοπό: για να σας προτείνει μικρές να συναγωνιστεί σε ζωντάνια, δύναμη ή μεγάλες δόσεις αθανασίας – μέσα ιδεών, και ηρωικά πρότυπα. Μια από ένα συναρπαστικό διήγημα σύντομη και μόνο περίληψή ή κόμικς, την πρόταση για μια της θα ξεπερνούσε κατά πολύ επική ταινία ή ένα εντυπωσιακό τα όρια αυτού του άρθρου, μουσικό άλμπουμ. μα το πριν και το μετά της Για όσους δεν έχουν γευτεί στιχομυθίας που ακολουθεί τη λογοτεχνία και την τέχνη δεν έχει ιδιαίτερη σημασία του φανταστικού, υπάρχει – μόνο το ίδιο της το νόημα ένα ερώτημα που μπορεί να έχει: φαίνεται οξύμωρο, αν και Ένα γιάκσα, το πνεύμα όλοι εσείς οι αναγνώστες μιας μυστηριώδους λίμνης, του περιοδικού Φανταστική δοκιμάζει τον πρίγκιπα Λογοτεχνία γνωρίζετε καλά Γιουντίστιρα, έναν από τους την απάντησή του – πως βασικούς πρωταγωνιστές μπορεί δηλαδή μια λογοτεχνία του έπους, με μια σειρά (όπως και ένα είδος μουσικής) ερωτήσεων που σκοπό έχουν που ασχολείται τόσο πολύ με να αποκαλύψουν τη σοφία το θάνατο να αποτελεί μια του. Αν οι ερωτήσεις δεν έντονη κατάφαση απέναντι ικανοποιήσουν το πνεύμα, στη ζωή. Κι όμως, αυτή η Εικονογραφημένο χειρόγραφο της Μαχαμπαράτα με τη αυτός και τ’ αδέλφια του είναι κατάφαση υπάρχει, και είναι μάχη της Κουρουξέτρα. καταδικασμένα. ο ομφαλός της λογοτεχνίας «Ποιο είναι το πιο θαυμαστό και της τέχνης του τρόμου και πράγμα στον κόσμο;» ρωτάει η φωνή ανέφερε ο πρίγκιπας Γιουντίστιρα: του φανταστικού. Σαν ταυρομάχοι του αόρατου γιάκσα, και ο Γιουντίστιρα, είναι βιολογικά προγραμματισμένος μαθαίνουμε να ελισσόμαστε γεμάτος μελαγχολία, σκέφτεται για λίγο ώστε στην καθημερινότητά του να ανάμεσα στα κέρατα του θανάτου, παραβλέπει την ιδέα του θανάτου πρώτα εικονικά, αργότερα – ή ίσως και ύστερα απαντάει: «Κάθε μέρα, ο Γιάμα (ο Θάνατος) του. και ταυτόχρονα – πραγματικά. Δεν Εντούτοις, πέρα από αυτή την μπορείς να γευτείς τη ζωή δίχως χορεύει ολόγυρά μας και παίρνει κάποιους από εμάς στο βασίλειό του. ψευδαίσθηση αθανασίας, ή, μάλλον, να έχεις αισθανθεί την ουσία του Όμως εμείς συμπεριφερόμαστε λες παράβλεψη του θανάτου, υπάρχει θανάτου. Τότε μόνο διδάσκεσαι και πρόκειται να ζήσουμε αιώνια. και μια άλλη, πιο ουσιαστική, πιο την υπέρτατη αρετή: να ρουφάς την Αυτό είναι το πιο θαυμαστό πράγμα αληθινή αίσθηση αθανασίας: σπάνιες κάθε ανάσα σαν να είναι η πρώτη στιγμές κατά τις οποίες ο ζωντανός (όπως στον έρωτα), και ταυτόχρονα στον κόσμο». Και πράγματι, αυτό είναι. Είμαστε άνθρωπος γίνεται ένα με το σύμπαν η τελευταία (όπως στη μάχη). Αυτό τα μοναδικά ζώα πάνω στον πλανήτη και ο χρόνος γι’ αυτόν πραγματικά το επίτευγμα μας ανεβάζει ένα σκαλί μας που έχουμε ουσιαστική αντίληψη σταματά να κυλάει. πιο πάνω από εκείνους που απλώς Τρία είναι τα πράγματα που μπορούν επιλέγουν να αγνοούν το θάνατο στη του παρελθόντος, και – κυρίως – του μέλλοντος. Ο άνθρωπος είναι ο μόνος να προσφέρουν αυτή την αίσθηση, ζωή τους, να προσποιούνται πως δεν που κουβαλάει μαζί του (από κάπου το καθένα, ασφαλώς με τον δικό του τον βλέπουν ενώ εκείνος χορεύει εκεί γύρω στα οκτώ ή δέκα χρόνια διαφορετικό τρόπο: πλάι τους. Ισορροπώντας πάνω στην Το πρώτο, είναι ο έρωτας. Την κόψη αυτού του παράδοξου, μπορείς του) την βεβαιότητα του θανάτου του. Είναι μια τραγική κατάσταση ώρα του έρωτα, το παρελθόν και να δεις τον Γιάμα κατάματα χωρίς να ύπαρξης, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί το μέλλον συρρικνώνονται σε δυο τον φοβηθείς, μπορείς να φέρεσαι και το εφαλτήριο για κάθε βήμα και απειροελάχιστα μικρά σημεία, ενώ το ως αθάνατος δίχως να αρνείσαι επιτυχία του ανθρώπινου πολιτισμού. παρόν διαστέλλεται και καταλαμβάνει μηχανικά την ύπαρξή του. Ο θάνατος Κάθε τεχνολογικό επίτευγμα μας όλο το χώρο και το χρόνο. Εκείνες, δεν διαλέγει λιγότερο συχνά εκείνους βοηθά (ή πρέπει να μας βοηθά) να τις λιγοστές στιγμές, ο φόβος του που έχουν τα βλέμματα χαμηλωμένα.

Η ερώτηση του Γιάκσα

Υ

3


Ο

Stephen Lawhead είναι ένας Αμερικανός συγγραφέας που ζει στην Οξφόρδη, παρασυρμένος από τις έρευνές του για την κελτική παράδοση-υπόβαθρο των μυθιστορημάτων του. Το «Song of Albion» είναι μια λογοτεχνική τριλογία και περιλαμβάνει τα επιμέρους βιβλία «The Paradise War» (1991), «The Silver Hand» (1992), «The Endless Knot» (1993), αρχή συνέχεια και ολοκλήρωση μιας ιστορίας επικής fantasy μέσα στα μονοπάτια της κελτικής μυθολογίας. Άρχισα να ξεφυλλίζω το πρώτο βιβλίο της σειράς, γοητευμένος από το εξώφυλλο του γνωστού Rodney Mathews και κατέληξα μετά από μήνες, όταν πια είχα διαβάσει όλα τα βιβλία, να θεωρώ το τραγούδι του Lawhead ένα από τα καλύθτερα μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας. Δεν ήταν η πρωτοτυπία της κεντρικής ιδέας που ο συγγραφέας καλλιεργούσε και ξεδίπλωνε, αλλά η προσωπική άποψή του για βασικά θέματα και αξίες των ανθρωπίνων κοινωνιών, που με εντυπωσίασε και επιβεβαίωσε δικές μου απόψεις. Δυο νεαροί φοιτητές της Οξφόρδης κατευθύνονται προς τη Σκωτία με την Jaguar Sovereign του ενός, για να εξιχνιάσουν την μυστήρια εμφάνιση ενός ζώου που το είδος του εξαφανίστηκε πριν δύο χιλιάδες χρόνια. Στη διαδρομή συζητούν την σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία και την πανταχού παρούσα παρακμή του Δυτικού Πολιτισμού. Μόλυνση του περιβάλλοντος, φυσική εξασθένιση του ανθρώπου, παρακμή των αξιών και ακόμη, αδιέξοδος, καμιά ελπίδα διαφυγής. Τελικά, η διαφυγή προς μια άλλη πραγματικότητα έρχεται μέσα από έναν πέτρινο τύμβοι, που οδηγεί σε έναν Αρχέτυπο, κελτικό

ΚΕΛΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ κόσμο. Ο «Άλλος Κόσμος» είναι ο κόσμος των αρχετύπων της γήινης πραγματικότητας, ενωμένος μαζί της με τον τρόπο που συμβολίζει ο «Κόμπος Χωρίς Άκρα» - το «Endless Knot», το πιο κλασικό κελτικό σχέδιο. Μέσα σε μια πρωτόγονη, λαμπερή φύση καθαρού ουρανού και ηρωικών ιδανικών, οι δυο φίλοι γίνονται θανάσιμοι εχθροί, καθώς ο ένας φέρνει μαζί του την αρρωστημένη αντίληψη του κόσμου τους και ο άλλος γίνεται πρόμαχος της αρμονίας που διαταράσσεται.

τη Φύση μέσα στην οποία κατοικεί ο λαός. Όταν ο βασιλιάς είναι εκλεκτός, οι άνθρωποι ευημερούν και η Φύση ανθίζει. Όταν δεν είναι, δυστυχία και άγονη γη στιγματίζουν το πέρασμά του. Συμβολικά, οι ακρωτηριασμένοι αποκλείονται από το αξίωμα που είναι η καρδιά της εθνικής κυριαρχίας. Δεν νοείται βέβαια κληρονομική μεταβίβαση και οι Βάρδοι-Δρυίδες είναι οι νόμιμοι φύλακες της καθαρότητας της Κυριαρχίας, αυτοί που επιλέγουν τους άξιους να φορέσουν το στέμμα από κλαδιά και

Ο Lawhead αναπαράγει τα ήθη και έθιμα των ηρωικών Κελτών με λεπτομέρειες για τα όπλα τους, τα στολίδια, τους μύθους, τα τραγούδια και τους θεούς τους, αλλά επίσης θίγει ζωτικά θέματα κοινωνικής οργάνωσης και ανθρωπίνων ιδεωδών. Το βασικότερο θέμα, στο οποίο ο συγγραφέας επανέρχεται κατά διαστήματα και στα τρία βιβλία, είναι αυτό της εξουσίας του ΑρχηγούΒασιλιά. Ο ηγεμόνας σαν φορέας του υπέρτατου αξιώματος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον λαό του αλλά και τη γή των πατέρων. Συμπάσχει με τους υπηκόους του, ενώ επίσης είναι μυστικιστικά ενωμένος με την ίδια

φύλλα βελανιδιάς. Ο Βάρδος είναι ο κρίκος που ενώνει τον βασιλιά, την έννοια της Κυριαρχίας, τον λαό και τη γη, γνωρίζοντας, ως Βάρδος, την βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων. Ο Lawhead εμβαθύνει με σοβαρότητα στο μύθο του και μας δίνει μια ιστορία που δεν εξαντλείται στο βασικό πλαίσιο της καλής, ηρωικής φαντασίας.

4

Διαβάστε την διαδικτυακή Πολεμική Σημαία στην ηλεκτρονική διεύθυνση sunwarflag.blogspot.gr


« ... Ο ΡΕΧ γεννήθηκε στο Τέξας το 1906, από παλιό Νοτιοδυτικό και Νότιο αίμα. Οι Χάουαρντ ήρθαν στη Γεωργία από την Αγγλία το 1735. ... Μεγάλο μέρος του αίματος του ΡΕΧ είναι Ιρλανδικό και περηφανεύεται πολύ γιά τις γνώσεις του στην Κελτική ιστορία και αρχαιολογία. ... Ο ΡΕΧ αποτελεί τυπική περίπτωση συναισθηματικού αναχρονισμού – εξιδανικεύει τη ζωή των βαρβάρων και των πιονιέρων. ... – λέει ότι θα προτιμούσε να είναι καλός επαγγελματίας πυγμάχος παρά καλός μυθιστοριογράφος ! ... Έχει γνωρίσει από κοντά την τραχιά ζωή στις πόλεις που αναπτύχθηκαν με την ανακάλυψη του πετρελαίου και μισεί με πάθος τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται το Τέξας οι μεγάλες εταιρίες των Ανατολικών Πολιτειών. ... Τα φετίχ του είναι η δύναμη, η ευγένεια, η δικαιοσύνη και η ελευθερία. Καθετί πολιτισμένο, μαλακό, θηλυπρεπές ή τακτικό το μισεί με εκπληκτικό πάθος. Στην Αρχαία Ιστορία μισεί τη Ρώμη με όση ένταση τη σέβομαι εγώ. …Είναι ποιητής με άγρια μεγάλη δύναμη. Αγαπά τόσο πολύ τη Γαλατική κληρονομιά του που έχει εκγαλατοποιήσει το μεσαίο του όνομα – από Erwin σε Eiarbihan – όπως οι φανατικοί στην Ιρλανδία εκγαλατοποιούνε τώρα τα δικά τους. ...Θα προτιμούσε να είναι Κέλτης βάρβαρος του 100 ή του 200 π.Χ. παρά πολιτισμένος σύγχρονος ... »

Το πρωϊ της 11ης Ιουνίου του 1936, ο Ρόμπερτ Xάουαρντ αυτοκτόνησε αφού πρώτα βεβαιώθηκε πως η χρόνια άρρωστη μητέρα του δεν επρόκειτο πιά να συνέλθει από την τελευταία, κωματώδη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Δεν αυτοκτόνησε, όπως λανθασμένα πιστεύουν οι επικριτές του, επειδή δεν άντεξε τον θάνατό της αλλά αντιθέτως επειδή αποδεσμεύτηκε από την φροντίδα της. « ...Δεν θέλω να ζήσω μέχρι να γίνω γέρος. Θέλω όταν έρθει η ώρα μου, να πεθάνω γρήγορα και ξαφνικά, στην πλήρη ανάπτυξη της δύναμης και της υγείας μου. » Η αγαπημένη του μητέρα δεν θα τον χρειαζόταν πιά ούτε θα πονούσε γιά την απώλειά του. Επιτέλους, μπορούσε να ακολουθήσει την δική του πορεία, τον δρόμο της επιστροφής στην Κιμμέρια. Ένοιωθε πάντα πως είχε γεννηθεί σε λάθος εποχή. Κέλτης πολεμιστής, που χάθηκε στο χρόνο, διεκδίκησε με μιά σφαίρα, πρόσβαση στον γενέθλιο κόσμο του: τον κόσμο των δυνατών ανδρών και των ωραίων γυναικών, της παρθένας φύσης και των βάρβαρων θεών. Έφυγε και μας άφησε διαθήκη τα άγρια όνειρά του. Προσδοκίες ατέρμονης μάχης και γνήσιας ελευθερίας, γιά να ελπίζουμε κι εμείς, οι ψεύτικοι και οι δειλοί, σ’ έναν καλύτερο κόσμο, αληθινό και γενναίο. ----------Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ (1906 - 1936): Αμερικανός συγγραφέας ιστοριών δράσης και περιπέτειας. Δημιουργός του Conan, του Kull και του Solomon Kane και πατέρας της Ηρωικής Φαντασίας. «...Ο ΡΕΧ γεννήθηκε...»: Αναφορά στον ΡΕΧ από επιστολή του Χ.Φ.Λάβκραφτ προς τον Φ.Λι Μπόλντουιν στις 16 Φεβ 1935. «...Δεν θέλω να ζήσω...»: Από επιστολή του Robert E. Howard προς τον August Derleth, έναν μήνα πριν την αυτοκτονία του.

5

ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ

ROBERT EIARBIHAN HOWARD ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΙΜΜΕΡΙΑ

Δεν έχει ούτε καν σιωπή στα βουνά Μόνο βροντή ξερή και στείρα χωρίς βροχή Δεν έχει ούτε καν μοναξιά στα βουνά Η τελευταία εποχή συνοψίζεται σε μιά μεγάλη νύχτα. Είμαι φρουρός στο τελευταίο κάστρο, στο περιθώριο του χρόνου, στα σύνορα του χώρου. Το τείχος είναι συμπαγές και ιερό. Αντικατοπτρίζει το φασματικό παραπέτασμα και συναρθρώνει το επέκεινα με τον εσώτερο εαυτό. Περιπολώ στο πυκνό δάσος, στην σκοτεινή κοιλάδα, στην πηγή των παραισθήσεων. Το μοναδικό μονοπάτι στην απροσπέλαστη γη μου είναι σπαρμένο μαύρα όνειρα και κακόβουλη μαγεία. Δεν ανησυχώ μα παραμένω σε εγρήγορση. Αρχαίες δυνάμεις με προστατεύουν. Προσεγγίζω το απόλυτο στις παρυφές των μύθων. Το σπαθί μου είναι αφιερωμένο στους Θεούς, που πολεμούν το σκοτάδι. Επικαλούμαι τα επικά τραγούδια των προγόνων. Αναπολώ το παρελθόν, χαίρομαι στην ομίχλη, ζω στη μελαγχολία. Αναζητώ έναν πιό πνευματικό κόσμο κι όμως αρνούμαι το χαρμόσυνο μήνυμα των μυστηρίων. Παραμένω άπιστος όταν οι άλλοι έχουν γίνει πιστοί. Προσμένω ήσυχα το επερχόμενο τέλος στην καρδιά του μεγάλου Χειμώνα. Σφίγγω στο χέρι μου το κέρας κι ας ξέρω πως κανείς δεν θ’ απαντήσει στο τελευταίο μου σάλπισμα ... κι όλα θα σωριάζονται στη λήθη, ώσπου η αλλαγή να συντρίψει τα πάντα παρεχτός μονάχα την ομορφιά. ----------Η εισαγωγή: Στίχοι από το ποίημα THE WASTE LAND του T.S. Eliot. Ο επίλογος: Στίχοι από το ποίημα ENVOI (1919) του Εzra Pound. Ο πίνακας: Bearer (1973) του Jeffrey Jones. Το κέρας: Σύμβολο της Φρουράς. Πάντοτε θαύμαζα τον Ρολάνδο και προσευχόμουν στον Χέιμνταλ.


Σ ΕΠΤΗΡΙΟΝ του Battle Angel

Η Αιώνια Σύγκρουση των Κόσμων

Γ

ια την αρχαία ελληνική πραγματικότητα, σε επίπεδο συμβόλων, αισθητικής και κοσμοθέασης υπήρχαν δυο διαφορετικοί κόσμοι: αυτός του ονείρου και αυτός της μέθης. Από τη μια, αυτός της γαλήνιας σοφίας που απορρέει από τον εσωτερικό κόσμο της φαντασίας. Από την άλλη, αυτός της μέθης που οδηγεί σε εκστατικό χορό, παραλήρημα και λήθη που συγκλονίζει το ανθρώπινο σώμα και τις αισθήσεις. Ο κόσμος του Απόλλωνος και ο κόσμος του Διονύσου. Τέκνα του ίδιου θεού (Διός), ο πρώτος ήρθε από τη μυθική Υπερβορέα, που εκτείνονταν πέρα από το Βορρά, όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ για μισό χρόνο, ενώ για το δεύτερο οι επικρατέστερες απόψεις περί της καταγωγής του είναι αυτές της Μικράς Ασίας και της Θράκης (πανάρχαια κέντρα μητριαρχικής λατρείας). Ο κόσμος των εικόνων του ονείρου, της ομορφιάς, της αρμονίας και της αισθητικής καλλιέργειας, ενάντια σε αυτό των αχαλίνωτων παθών, του τρόμου, της οδύνης και της αβύσσου. Γνώση, Αρμονία, Επιστήμη, Τέχνη, Μουσική και Πολιτισμός, ενάντια σε επιθυμίες, συναισθήματα, ένστικτα, υπέρβαση μέτρων και ορίων, ορμές και πάθη. Ο Απόλλωνας είναι ο θεός της Μορφής, της Ποίησης, της Ζωής και του Φωτός, ενώ o Διόνυσος είναι ο θεός των Μυστηρίων, ο θεός του Θεάτρου, ο θεός του Θανάτου και της Αναγέννησης. Το φωτεινό Ολύμπιο στοιχείο που βρισκόταν σε αιώνια διαμάχη με το βαρβαρικό στοιχείο των Τιτάνων και των τεράτων. Για την απολλώνια κοσμοαντίληψη, ο άνθρωπος ως καλλιτέχνης, πλάθει τις εικόνες και τις καμαρώνει μ’ ευχαρίστηση και βλέμμα ονειροπόλο δεν συγχωνεύεται όμως μαζί τους. Για τη διονυσιακή, ο άνθρωπος με διαφόρους τρόπους γίνεται ο ίδιος το έργο τέχνης και κοιτάζει από μέσα τον εαυτό του, όπως μας λέει ο Νίτσε. Η τέχνη μεταμορφώνει την αηδία για τη φρίκη σε (απολλώνια) εικόνα, σώζει τον άνθρωπο και την απειλούμενη βούλησή του και μέσω αυτής τον κατακτά ξανά η ζωή. Μονάχα η μορφή, διαυγής, καθαρή και ωραία «μπορεί να γιατρέψει το τραυματισμένο, από την φριχτή νύχτα, βλέμμα». Έτσι η Ευμορφία (Ομορφιά), ως πνευματική ανάγκη, δίνει νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη, ενάντια στο χάος. Η ποιητική δημιουργία, ως φωτεινή εικόνα που μας προσφέρει η φύση, μπορεί να μας γιατρέψει από τη στιγμιαία ματιά μας στην άβυσσο, μαρτυρά ο Νίτσε. Μαζί η ευγένεια και η δημιουργία, κάθε φορά μπορούν να θεμελιώσουν ένα νέο (ολύμπιο) κόσμο, στα ερείπια του παλαιού. Στον αρχαίο κόσμο το Ολύμπιο στοιχείο κυριάρχησε αυτού των Τιτάνων. Η πατριαρχία και οι ηλιακοί θεοί επιβλήθηκαν της μητριαρχίας και της Μεγάλης Μητέρας, του διονυσιακού μαιναδισμού και του άμετρου της

6

φύσης. Ο Ομηρικός πρωτο-ελληνικός κόσμος γεννήθηκε κάτω από την επίδραση του Απολλώνιου πολιτισμού και ο Ήλιος έγινε ο Θεός-Προστάτης του Ανθρώπου. Παρόλα αυτά, οι μαινάδες του Διονύσου ήταν πάντοτε έτοιμες να σκίσουν ανθρώπινες σάρκες κάτω από τους ήχους του φρυγικού αυλού και των κυμβάλων και να επιβάλλουν τη θρησκεία του θεανθρώπου Διονύσου, η οποία είχε παλαιότερη μητριαρχική προέλευση. Οι σάτυροι, ως άφθαρτα φανταστικά φυσικά όντα που γεννήθηκαν από τη νοσταλγία της πρωτόγονης φύσης, βρίσκονταν στα μετόπισθεν του πολιτισμού και υπηρετούσαν τον τραγικό υπέρμετρο χορό και το Διόνυσο, έξω από κάθε κοινωνική σφαίρα. Μέσω του χορού αυτού, το άτομο συναισθάνονταν την αρχέγονη σύγκρουση, εξολοθρεύονταν, υποτάσσονταν στο Διόνυσο, απορροφούνταν από το πρωταρχικό Ον, γίνονταν εγκληματικό και υπέφερε. Ο Απόλλωνας ήταν που φρόντιζε τη χάραξη και ενδυνάμωση των συνόρων γύρω από τα ατομικά όντα, επιζητώντας να τα ηρεμήσει, απαιτώντας από αυτά την τήρηση του μέτρου και το «γνώθι σαυτόν». Τα παρακάτω λόγια του Απόλλωνα στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου αποκαλύπτουν μετάβαση σε πατριαρχική τάξη και φέρουν ιδιαίτερο συμβολικό φορτίο: «∆εν είναι όπως λεν’ ότι η µάνα γεννάει. Μόνο τροφός του σπόρου είναι. Ο σπορέας γεννάει. Η µάνα τον φιλεύει µόνο.»

Αριστερά ο Διόνυσος: ρωμαϊκό αντίγραφο από ελληνιστικό άγαλμα. Σημαντικότερα σύμβολά του: αυλός, τύμπανα, άμπελος, κισσός, θύρσος, πυρσός, φαλλός. Ιερά του ζώα: λεοπάρδαλη, πάνθηρας, ταύρος, γάιδαρος, φίδι. Ακολουθία του: Μαινάδες, Σάτυροι, Σειληνοί, Βάκχες. Δεξιά ο Απόλλωνας: κεντρική φιγούρα στο δεξιό αέτωμα του ναού του Διός στην Ολυμπία. Σημαντικότερα σύμβολά του: λύρα, κιθάρα, δάφνη, τρίποδας, τόξο. Ιερά του ζώα: δελφίνι, κοράκι, πετεινός, κύκνος, γεράκι, γρύπας, λύκος. Ακολουθία του: οι 12 Μούσες.


Εκείνη βγάνει αφρούς, στριφοκυλάει τ’ αλλοπαρμένα μάτια της, τη γνώση ξαστοχά, γιατί ο Βάκχος την ορίζει, και πού ν’ ακούσει τότε τον Πενθέα! Απ’ του ζερβού χεριού του τον αρπάζει τον πήχη, και πατώντας τα πλευρά του, του αρμοχωρίζει τον ώμο, του δόλιου, όχι απ’ τη δύναμη της· μες στα χέρια της έβανε ο θεός τη γεροσύνη.

«Οι γυναίκες της Άμφισσας», Lawrence Alma-Tadema, 1887 (λάδι σε καμβά) Στον παραπάνω πίνακα υπάρχουν δυο διαφορετικές ομάδες γυναικών στο ντύσιμο και στο παρουσιαστικό. Η μια ομάδα είναι οι μαινάδες, που είναι τυλιγμένες σε δέρματα λεοπάρδαλης φορώντας κισσούς στα μαλλιά και μετά από τη διονυσιακή τελετή είναι εμφανώς εξουθενωμένες. Η άλλη ομάδα είναι οι γυναίκες που κοιτάζουν τις μαινάδες σκεπτικές και σχηματίζουν ένα ανθρώπινο τείχος για να τις γλυτώσουν από τη θέα των αντρών που στέκουν λίγο παραπέρα. Η όρθια επιβλητική γυναίκα στο κέντρο, κάτω από το στρογγυλό έμβλημα του τοίχου, με τα πιασμένα μαλλιά, το καφέ φόρεμα και το βαθύ βλέμμα που εμφανίζεται ως η πιο μελαγχολική και σκεπτική όταν κοιτά τις άλλες είναι ...η γυναίκα του ζωγράφου. Η Άμφισσα ήταν η πρωτεύουσα του ετήσιου φεστιβάλ προς τιμή του Βάκχου.

Ο άλλος μεγάλος τραγικός ποιητής, ο Ευριπίδης, είναι εξίσου αποκαλυπτικός, αλλά και συγκλονιστικός:

Απ’ την άλλη, η Ινώ χερομαχούσε να του ξεσκίζει τις σάρκες, κι αντάμα η Αυτονόη και το λεφούσι οι Βάκχες· κ’ ήταν μιά ανάκατη βοή: να βογκεί ο μαύρος με όση ανάσα αποκρατούσε, και κείνες ν’ αλαλάζουν ! Μια βαστούσε το καλαμόχερό του, μια το πόδι, με το σαντάλι ακόμα· κι απόμεναν ξέσαρκα, σπαραγμένα τα πλευρά του· κι όλες μαζί, με ματωμένα χέρια, κάναν τόπι τις σάρκες του Πενθέα. Ξεσκίδια τώρα κείτεται· άλλα κάτω από βράχους τραχιούς κι άλλα στου λόγκου τα χαμόδεντρα μέσα σκορπισμένα, όλα δυσκολογύρευτα· και το άθλιο κεφάλι του, στα χέρια της το πήρε η μάνα του, σε θύρσου το ‘μπήξε άκρη σα λιονταριού βουνίσιου, και το φέρνει μεσ’ απ’ τον Κιθαιρώνα, παρατώντας τις αδερφές της σε χορούς μαινάδων.

«Οι λόγχες των άντρων δεν τις ματώναν, μα αυτές, ρίχνοντας θύρσους, τους λάβωναν, κι απάνω στη φευγάλα τους βαρούσαν στις πλάτες, ναι! Τους άντρες οι γυναίκες· κάποιος θεός τους έδινε ένα χέρι! Κατόπι, όθε κινήσανε γύρισαν, στις βρύσες που ο θεός τους είχε ανοίξει. Νίφτηκαν από το αίμα, και τις στάλες στα μαγουλά τους γλείφανε τα φίδια.» (Ευρυπίδης, Βάκχες) Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης συνέλαβε το μεταμορφωμένο Διόνυσο αλλά εκείνος ελευθερώθηκε. Στην αρχή αρνήθηκε να φορέσει γυναικεία ρούχα και να συμμετάσχει σε βακχικές τελετές προς τιμήν του Διονύσου. Στη συνέχεια υποκύπτει και το πληρώνει με τη ζωή του από την ίδια του τη μητέρα-μαινάδα που είχε καταληφθεί από διονυσιακή μανία. Ακολουθούν περιγραφές από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη που σώζουν παραλλαγή του μύθου αυτού. ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Γυναίκες, φέρνω αυτόν που εσάς και μένα και τη δικιά μου αναγελάει λατρεία· εσείς παιδέψετε τον! Πρώτη η μάνα του βάνει αρχή στο φόνο και πέφτει απάνω του· και κείνος λύνει απ’ τα μαλλιά του το ανάδεμα, μήπως η δύστυχη η Αγαύη τον γνωρίσει και δεν τόνε σκοτώσει, και της λέγει, πιάνοντας της το μάγουλο: “Μητέρα, εγώ ‘μαι το παιδί σου, εγώ, ο Πενθέας, που γέννησες στου Εχίονα το παλάτι· λυπήσου με, μητέρα, για δικό μου αμάρτημα το γιο σου μη σκοτώσεις !”

Εκστασιασμένη μαινάδα που κρατάει θύρσο στο ένα χέρι και λεοπάρδαλη στο άλλο, ενώ στα μαλλιά της είναι τυλιγμένο ένα φίδι. Αναπαράσταση σε αττικό βάζο που βρίσκεται στην Κρατική Αρχαιολογική Συλλογή του Μονάχου.

Χαρακτηριστική η διαμάχη της Απολλώνιας Αθηνάς με τις προελληνικές Ερινύες στην «Ορέστεια» του Αισχύλου. Οι Ερινύες είναι έτοιμες να σηκωθούν από τη Γη για να αποκάνουν το μητροκτόνο Ορέστη, καθώς το είδωλο της Κλυταιμνήστρας τις προστάζει: «κάντε αυτό που είσαστε». Έτσι ο Ορέστης ζητάει καταφύγιο στο ναό του Απόλλωνα. Του λέει, λοιπόν, ο Ακτινοβόλος Απόλλων στις «Ευμενίδες», ενώ του δηλώνει την ηθική αυτουργία του: «Δε θα σ’ αφήσω. Μέχρι το τέλος προστάτης σου θα ‘µαι. Και δίπλα σου. Όπου και να ‘µαι, στους εχθρούς σου θα σταθώ ανήλεος. Τώρα τις ξέφρενες τούτες µαινάδες τις δάµασα. Βλέπεις; Πέσαν στον ύπνο οι Γριές οι Πανάρχαιες

κόρες της Φρίκης. Που ούτε θεές ούτε θνητός τις σµίγει. Μήτε θεριό. Του κακού γεννημένες, το κακό σκοτάδι βόσκουν κάτω στα Τάρταρα των Ολύμπιων θεών και των ανθρώπων το Σίχαµα.»

7


Στη συνέχεια ο Θεός φωνάζει στις Ερινύες: «Έξω. Προστάζω. Έξω απ’ το ναό µου. Σαΐτα. Φίδι φτερωτό θα ρίξει επάνω σας το κατάργυρο τόξο µου. Θα βογκήξετε. Σαν µαύρο αφρό θα το ξεράσετε το αίµα του φόνου που ήπιατε. Σ’ αυτό το ναό δεν έχετε θέση. Εκεί που δικάζουν και σφάζουν να πάτε. Που βγάζουν µάτια. Που παίρνουν κεφάλια. Που ευνουχίζουν τα παιδιά για να σβήσουν γενιές. Στους λιθοβολισµούς, στους ακρωτηριασµούς στα παλουκώµατα που μουγκρίζουν. Με τέτοια ευφραίνεστε. Και οι θεοί σας σιχαίνονται.» Και μετά την απόφαση της Αθηνάς που «με την ψυχή της τον πατέρα υποστηρίζει», ο Ορέστης αναφωνεί: «Παλλάδα Αθηνά. Και σωτήρα µου! Στην πατρική µου γη που την πήραν µε ξανάστησες.»

Ο Διόνυσος πάνω σε πάνθηρα, συνοδεία του Σειληνού πίσω που παίζει χειροκρόταλο και της μαινάδας μπροστά που παίζει φλάουτο δίπλα σε ένα μικρό σάτυρο. Μεταφέρουν κεφάλια σε πασσάλους. Η φιγούρα είναι από βάζο του 370-360 π.Χ. και βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.

Ενώ η Ερινύα, Κόρη της Νύχτας, κραυγάζει: «Καινούργιοι θεοί! Τους αιώνιους νόµους µας αρπάξατε. Και τους ρίξατε κάτω. Ντροπή σε µας φέρατε και ατίµωση. Φαρµάκι. Πικρή πληρωµή θα χύσω. Χολή. Θα τη ρημάξω τη γη σας. Μαρασµού και θανάτου αρρώστια θα πέσει.» […] «Εγώ να τα πάθω αυτά! Η πρώτη πανάρχαια θεά! Και να ζω ντροπιασµένη και άτιµη. Αλίµονο. Μανία κι οργή ξεφυσώ και εκδίκηση. Στα πλευρά µου συστρέφεται πόνος. Νύχτα µου. Μάνα µου. Άκουσε. Τις τιµές τις πανάρχαιες ανίκητοι δόλοι των θεών µου τις άρπαξαν. Ένα τίποτα µ’ έκαναν.»

Απόλλωνας και Διόνυσος αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις, εκφράσεις και στάδια ζωής και πολιτισμού, διαφορετικά πρότυπα και διαφορετικά κοσμικά αρχέτυπα. Η σύγκρουση, αλλά και αρκετές φορές η αλληλοσυμπλήρωσή τους (σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει και ταύτιση) λαμβάνει χώρα τόσο στο ενσυνείδητο, αλλά και στο ασυνείδητό μας, τόσο στην καθημερινότητά μας όσο και σε επίπεδο μεταφυσικής. Ποτέ δεν υπήρξε πλήρης επικράτηση του ενός. Η ισχύς του Απολλώνιου στοιχείου ήταν μεγαλύτερη σε αρκετούς τόπους και πολλές περιόδους του ενδόξου παρελθόντος. Ωστόσο, αρκετοί σήμερα θα πουν ότι οι ακόλουθοι του Διονύσου και οι φίλιες δυνάμεις τους έχουν πλέον κατακτήσει την …εκθηλυσμένη εποχή μας.

Στο τέλος όμως η θεά Αθηνά την εξευμενίζει. Τις αφήνει να μείνουν υπό τον όρο να τιμάνε την Πειθώ, τάζοντας τες σεβασμό και «στερέωμα σπιτιού». Έτσι κάνει την Ερινύα να πει: «Θα δεχτώ να συνοικώ µε την Παλλάδα και στην πόλη της δε θ’ ασεβήσω.» Ωστόσο, με κάθε επανάπαυση του ελληνικού-πατριαρχικού στοιχείου, το προελληνικό - μητριαρχικό προσπαθούσε να διεκδικήσει το χώρο του. Σημαντική εορτή μνήμης ήταν το Σεπτήριον, κατά την οποία ένα αγοράκι σκότωνε συμβολικά τον πύθωνα / όφι που έρπονταν στο χώρο του Απόλλωνα, στο Μαντείο των Δελφών. Τελούνταν κάθε 7 χρόνια για να θυμίσει αυτή την υποχρέωση εγρήγορσης του Απολλώνιου στοιχείου.

Ο βασανισμός του Μαρσύα, από το Μουσείο του Λούβρου. Ο σάτυρος Μαρσύας προκάλεσε τον Απόλλωνα σε διαγωνισμό μουσικής. Εκείνος έπαιξε αυλό, ο Απόλλωνας λύρα. Ο ακόλουθος του Διονύσου έχασε και ο Θεός της Μουσικής τον έγδαρε ζωντανό για να τιμωρήσει την Ύβρι που διέπραξε.

8

Ναι, ο αυλός του Μαρσύα ηχεί ξανά. Και ‘μεις, μολονότι ζούμε σκλαβωμένοι σε παράξενο χωροχρόνο, συναντηθήκαμε ξανά και βαδίζουμε κάτω από το ίδιο λάβαρο… λίγοι πιστοί και αμετανόητοι φρουροί, με το ξίφος και την πένα κόντρα στους ανέμους και τις σειρήνες των καιρών μας. Γνωρίζουμε ότι παρόλο που τα χρόνια είναι σκοτεινά, ο Ήλιος είναι Ανίκητος. Διαβάστε το προσωπικό ιστολόγιο του Battle Angel στην ηλεκτρονική διεύθυνση septirion.blogspot.gr


Τ

του Χρήστου Νάστου

Ο ΠΑΡΑΔΟΣΙΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ MARVEL

9

ο Μάρτιο του 1973 o σπουδαίος σχεδιαστής, σεναριογράφος και δημιουργός Jim Starlin, σε ηλικία μόλις είκοσι τεσσάρων ετών (γεννημένος στις 9 Οκτωβρίου του 1949), πήρε ένα σχετικά αδιάφορο και μάλλον βαρετό χαρακτήρα για τα ως τότε υψηλά δεδομένα της Marvel Comics –του οποίου οι μέχρι εκείνη την ημέρα ιστορίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως ένα σύνολο απλοϊκών σεναριακά sci-fi αφηγήσεων με υπερήρωες– και δημιούργησε ένα από τα κορυφαία comics όλων των εποχών. Ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης απαράμιλλης αισθητικής, με το οποίο κατάφερε να γράψει το όνομα του με χρυσά γράμματα στην ιστορία της ένατης τέχνης. Ο Jim Starlin ως τότε είχε σχεδιάσει τρία υπέροχα τεύχη του επιδερμικού όμως -και εμφανώς καπιταλιστή- «ήρωα» Iron Man, ενώ είχε κάνει τα σχεδιαστικά τελειώματα σε κάποιες από τις εξαιρετικές εκείνη την εποχή περιπέτειες του «The Amazing Spider Man». Στον Iron Man δημιούργησε τον εμβληματικό Thanos, ο οποίος αποτέλεσε τον μεγάλο αντίπαλο του ξανθού Captain. Ανέλαβε τον Captain Marvel στο τεύχος Νο 25. Έκτοτε μια νέα εποχή μεγαλείου ανέτειλε για τα comics. Το αξεπέραστα εμπνευσμένο, κοσμικών διαστάσεων σενάριο, καθηλώνει με τη δυναμική του ακόμη και σήμερα, παραμένοντας εντυπωσιακά αρυτίδωτο. Διαστημικός, επικός ρομαντισμός αναδύεται μέσα από τους πομπώδεις διαλόγους και τις αισθητικές συνιστώσες των πρωταγωνιστών. Ας μη σταθώ μόνο εκεί, όμως. Διότι αυτό που κυρίως αφήνουν στην μνήμη του αναγνώστη εκείνα τα τεύχη είναι το ανυπέρβλητο σχεδιαστικό κρεσέντο του δημιουργού. Ο νεαρός Starlin κινήθηκε σε πεδία και επιχείρησε ισορροπίες στα πλαίσια των comics με τρόπους και καλλιτεχνικό θράσος που ελάχιστοι είχαν αποπειραθεί ως τότε. Η μυώδης, γεμάτη ενέργεια και εσωτερική ένταση, παρουσία των σωμάτων που διέθεταν οι ήρωές του, τα αισθητικά άψογα και γωνιώδη πρόσωπα, καθώς και οι εικαστικά άψογες, γεμάτες από άγρια χάρη, χορογραφημένες σκηνές δράσης, δημιούργησαν ανυπέρβλητα πρότυπα στο χώρο της τέχνης των κόμικς. Οι μονομαχίες του Captain Marvel με τον (πολύπλευρο χαρακτήρα) Thanos στα τεύχη 30-33 διαθέτουν μια μεγαλειώδη οπτική ένταση, που αποθεώνει την μάχη σώμα με σώμα δυο δυνατών ανδρών. Ταυτόχρονα παρουσιάζει στο έκπληκτο (όσο και εντυπωσιασμένο) κοινό, έναν ήρωα με καθαρά προσωπική και ηθική θεώρηση στα όρια της παραδοσιοκρατίας. Όσο για τα μεγαλειώδη σκηνικά, καθώς και το στήσιμο των σελίδων (θαυμάζω πολλάκις ακόμη το γέμισμα των καρέ και την θαυμαστή οικονομία του χώρου), θεωρώ πως θα πρέπει να αποτελούν παντοτινό αντικείμενο μελέτης από όλους τους σύγχρονους δημιουργούς. Η σειρά ολοκληρώθηκε ουσιαστικά σε εννιά τεύχη. Ακολούθησε ένα τεύχος ακόμη (Νο 34, Σεπτέμβριος 1974) –όπου ο ξανθός ήρωας μολύνεται από καρκίνο μετά από μία ατομική έκρηξη- για να καταλήξει στο υπέροχο annual «Death of Captain Marvel». Το τελευταίο αποτελεί υπόδειγμα ενήλικης μυθοπλασίας, σκοτεινά ιδωμένο και ώριμα σχεδιασμένο από τον σπουδαίο αυτό καλλιτέχνη, που συχνά στο δημιουργικό σύμπαν του φλέρταρε με την έννοια του θανάτου και του τέλους. Ο Jim Starlin, με το Captain Marvel του, έπλασε ένα ατόφιο αριστούργημα της ένατης τέχνης που, ακόμη και αν κάποιος σήμερα δεν ενδιαφερθεί να το διαβάσει (εξαιρετικά απίθανο!), δε μπορεί να μην το θαυμάσει απλά και μόνο με το να φυλλομετρήσει τις μοναδικές σελίδες του. Αργότερα ο ίδιος δημιουργός μεγαλούργησε σε τρία τεύχη του εξίσου σημαντικού «Master of Kung-Fu» (ο Starlin αποτέλεσε ουσιαστικά τον συν δημιουργό του Shang-Chi στο εν λόγω τίτλο) καθώς και στην προσωπική του εποποιία, τον υπέροχο «Warlock». Μια άλλη επικών γνωρισμάτων εικονογραφημένη ιστορία, που κάποτε θα πρέπει να συνοψίσουμε την αφήγησή της σε ένα άρθρο του περιοδικού μας….


ΦΡΑΝΚ ΣΕΤΣΙΝΓΚ «ΤΟ ΣΜΗΝΟΣ» Τ

κατονομάζει πάνω από είκοσι επιστήμονες και ειδικούς που τον βοήθησαν στη συγγραφή της ιστορίας με τις γνώσεις και τις οδηγίες τους. Μάλιστα, χρησιμοποιεί τα ονόματα τεσσάρων εξ αυτών στους επιστήμονεςχαρακτήρες του βιβλίου, ενώ βασίστηκε και σε μία εκ των διευθυντριών του προγράμματος SETI για άλλον ένα χαρακτήρα (πρόκειται για την Jill Tarter που «δάνεισε» τον χαρακτήρα της για να τον ενσαρκώσει η Τζόντι Φόστερ στην εξαιρετική ταινία «Επαφή» το 1997). Τα επιστημονικά πεδία που παρουσιάζονται είναι άφθονα. Ωκεανολογία, Θαλάσσια Βιολογία, Γεωλογία, Γεωφυσική κλπ, ενώ δίνονται πληροφορίες και για άλλα θέματα όπως π.χ. η κατασκευή θαλάσσιας εξέδρας άντλησης πετρελαίου, η λειτουργία τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων, το Ρεύμα του Κόλπου, οι μύθοι των αυτοχθόνων της Αρκτικής κ.α. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί κριτικοί βιβλίων απέδωσαν τα εύσημα για την εξαιρετική ακρίβεια στην παρουσίαση των πεδίων αυτών. Είναι, επίσης, αλήθεια πως αρκετοί αναγνώστες δεν έμειναν ευχαριστημένοι από την παροχή τόσων πληροφοριών, καθώς, το μέγεθος του βιβλίου πολλαπλασιάστηκε (η ελληνική έκδοση έχει 1018 σελίδες). Κατά τη γνώμη μου, όμως, αυτό είναι και το δεύτερο μεγάλο πλεονέκτημα τούτου του βιβλίου (το πρώτο είναι, βέβαια, αυτή καθαυτή η ιδέα). Το να παρουσιαστεί μια καλή ιδέα χωρίς ανάπτυξη των επιμέρους στοιχείων που τη στηρίζουν, ίσως δώσει ένα καλό «κινηματογραφικό» βιβλίο για διάβασμα στην ακρογιαλιά το καλοκαίρι. Αυτό που καταθέτει ο Φρανκ Σέτσινγκ, είναι ισχυροποίηση των επιχειρημάτων υπέρ της αληθοφάνειας -είναι σαν να διαβάζεις ένα ημερολόγιο αληθινών γεγονότων- κι εμπλουτισμός των γνώσεων του αναγνώστη με κάτι πέρα από το στενό πεδίο της επαγγελματικής του αποκατάστασης. Εκτός της κατάθεσης των πληροφοριών, ο συγγραφέας δίνει τη δική του τροφή για σκέψη. «Η καθαρή νοημοσύνη είναι κρύο πράγμα. Η νοημοσύνη σε συνδυασμό με συνείδηση είναι κάτι άλλο. Κατά τη γνώμη μου πρέπει από αυτόν τον συνδυασμό να προκύπτουν οι αξίες», μας λέει ένας από τους «κακούς» χαρακτήρες του βιβλίου, ένας χαρακτήρας στον οποίο τελικά υπερισχύει το εγώ και όχι η αξία. Ο άνθρωπος έχει το Καλό μέσα του, αλλά η εκδήλωσή του είναι θέμα επιλογής. «Σε αυτούς [σ.σ. στον ιθύνων νου, πίσω από την επίθεση] κάθε πνευματικό επίτευγμα είναι συλλογικό και ενσωματωμένο στα γονίδιά τους. Ζουν συγχρόνως σε όλες τις εποχές. Οι άνθρωποι αντιθέτως παραγνωρίζουμε το παρελθόν και αγνοούμε το μέλλον. Η ύπαρξη μας όλη είναι επικεντρωμένη στο άτομο, στο εδώ και στο τώρα. Την ανώτερη γνώση τη θυσιάζουμε στους προσωπικούς μας στόχους. (…) Τόσο μας έχει γίνει έμμονη ιδέα η προσωπική μας διάρκεια, που οι πνευματικοί μας στόχοι σπάνια συμφωνούν με αυτό που θα ήταν χρήσιμο για την ανθρωπότητα». Εκτός από τους επιστήμονες που τα δίνουν όλα για τη Γνώση, την Κατανόηση και την Επικοινωνία με αυτή τη νέα νοημοσύνη που έχει βαλθεί να καθαρίσει τον πλανήτη από το μικρόβιο που λέγεται Ανθρωπότητα, υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά. Ο πλανητάρχης, άβουλο ον που περιμένει τον Θεό «να βάλει το χέρι του». Η υψηλόβαθμη στρατιωτικός, που θέλει να εξοντώσει τον εχθρό ως προσωπική δόξα της διάσωσης του κόσμου και εποφθαλμιώντας να κερδίσει, αργότερα, τη θέση του πλανητάρχη. Ο υπαρχηγός της CIA, που βλέπει μπροστά του μόνο τρομοκράτες που πρέπει να αφανιστούν ακόμη κι αν χρειαστούν πυρηνικά. Έχω την αίσθηση πως ο συγγραφέας άντλησε επιρροή από

του Flammentrupp

ο «Σμήνος» είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας γραμμένο από τον Γερμανό συγγραφέα Φρανκ Σέτσινγκ, το οποίο εκδόθηκε το 2004. Έγινε αμέσως best seller τόσο στη Γερμανία όσο και στην Αυστρία, παραμένοντας στην πρώτη θέση της σχετικής λίστας για οκτώ μήνες, ενώ μεταφράστηκε σε δεκαοκτώ ακόμη γλώσσες. Στο οπισθόφυλλο των εκδόσεων Καστανιώτη, που κυκλοφόρησαν το βιβλίο στην Ελλάδα διαβάζουμε, «Τσουνάμι καταστρέφει τις πόλεις της Βόρειας Ευρώπης, φονικές μέδουσες ερημώνουν τις παραλίες της Αυστραλίας, μολυσμένα καβούρια -φορείς μιας ανίατης ασθένειας- κατακλύζουν το υδροδοτικό σύστημα της Νέας Υόρκης αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό, εκατομμύρια τερατώδη σκουλήκια αποσταθεροποιούν το βυθό στις ακτές της Νορβηγίας, φάλαινες επιτίθενται σε πλοία και τα βυθίζουν. Η ανθρωπότητα δέχεται μια συντονισμένη και μαζική επίθεση. Η βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ ανθρώπων και ζώων έχει χαθεί: τα ζώα έχουν αποκτήσει ξαφνικά συνείδηση του εαυτού τους και στρέφονται εναντίον του ανθρώπινου είδους με σκοπό την εξόντωσή του. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Μήπως υπάρχει κάποιος σκοτεινός νους που οργανώνει και συντονίζει τον εφιάλτη; Οι επιστήμονες αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι ο άνθρωπος γνωρίζει τελικά για τον πλανήτη Γη πολύ λιγότερα πράγματα απ’ όσα γνωρίζει για το Διάστημα. » Πράγματι, ο συγγραφέας μας δίνει ένα πρωτότυπο σενάριο καταστροφής της ανθρωπότητας και με τόσο αληθοφανή τρόπο, που έχω την αίσθηση ότι δεν είχε παρουσιαστεί έως τότε και, ίσως, να μην έχει παρουσιαστεί ξανά μέχρι σήμερα. Στους αναγνώστες του Άρθουρ Μάχεν ενδεχομένως η κεντρική ιδέα του Σέτσινγκ να θυμίζει την εξαιρετική νουβέλα του Ουαλού μύστη της λογοτεχνίας τρόμου, η οποία φέρει τον τίτλο «Ο Τρόμος». Συνήθως, η μαύρη μοίρα της ανθρωπότητας λογοτεχνικά σφραγίζεται από κακούς εξωγήινους ή από κάποιον παρανοϊκό γήινο με τεράστια τεχνολογική δύναμη. Εδώ, κανείς δεν ξέρει τι κρύβεται πίσω από αυτή την απροσδόκητη επίθεση αλλά και τις φυσικές καταστροφές που, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να συνδέονται με αυτή. Ωστόσο, η όποια σχέση των δυο βιβλίων σταματά σ’ αυτό το σημείο, καθώς ο Σέτσινγκ αναπτύσσει το λογοτεχνικό του υλικό σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνο του Μάχεν. Η ιδέα του Γερμανού συγγραφέα σχετικά με τον ιθύνοντα νου της επίθεσης είναι ιδιαίτερα έξυπνη, πρωτότυπη και όχι τελείως εκτός πραγματικότητας. Σελίδα με τη σελίδα, η πλοκή δομείται αριστουργηματικά ενώ δίνονται και οι κατάλληλες επιστημονικές πληροφορίες. Ο συγγραφέας έχει κάνει μια εξονυχιστική έρευνα γύρω από τα θέματα που παρουσιάζει, δίνοντας επί της ουσίας στον αναγνώστη δοκίμια εκλαϊκευμένης επιστήμης έτσι ώστε αυτός να κατανοήσει καλύτερα τις σκέψεις, τις κινήσεις και τις λύσεις στα προβλήματα που προτείνουν οι χαρακτήρες-πρωταγωνιστές. Στο τέλος του βιβλίου, στην λίστα με τις ευχαριστίες, ο Γερμανός

10


την κυβέρνηση Μπους και το «δεξί χέρι» του, την Κοντολίζα Ράις. Επίσης, η αλήθεια είναι πως ρίχνει στο τραπέζι αρκετά στερεότυπα σχετικά με τους Αμερικάνους, αξιωματούχους και στρατιωτικούς, αλλά όχι άδικα. Όπως και να έχει, οι χαρακτήρες αναπτύσσονται εξαιρετικά, δίχως να γίνεται κουραστική η αναφορά στο παρελθόν τους ή η μεταξύ τους επικοινωνία. Δεν είναι χάρτινοι, είναι σκεπτόμενοι ενώ το κείμενο καταφέρνει να σε κάνει να συνδεθείς μαζί τους και να νιώσεις άσχημα για το χαμό κάποιων εξ αυτών την ώρα του καθήκοντος (και αντίστοιχα, μια ευχαρίστηση για το χαμό των «κακών»). Θα πρέπει επίσης να αναφέρω, την πολύ καλή δουλειά που έχει κάνει ο συγγραφέας στην παρουσίαση των σκηνικών. Είτε πρόκειται για πόλη, είτε για κτήριο, είτε για πλοίο, η ανάγνωση παραμένει απολαυστική δημιουργώντας έντονες εικόνες στο μυαλό. Γενικότερα, ένα ποσοστό γύρω στο 65% της έκτασης του κειμένου καταλαμβάνεται από το υπόβαθρο και τα επιστημονικά δοκίμια, που μας οδηγούν στο επόμενο 35% όπου η δράση γίνεται καταιγιστική και η αγωνία κορυφώνεται μαζί με την περιέργεια για το τί τελικά συμβαίνει. Σίγουρα, δεν έχουμε ένα «κινηματογραφικό βιβλίο» τύπου Κώδικας Ντα Βίντσι, αλλά ένα βιβλίο προσανατολισμένο στη φιλοσοφική σκέψη πάνω στη σχέση μας με τη μητέρα Φύση, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας απέναντι στις άλλες μορφές ζωής με τις οποίες μοιραζόμαστε το υπέροχο γαλάζιο ζαφείρι του γαλαξία. Ένα βιβλίο πάνω στις επιπτώσεις στον τρόπο ζωής και στο θρησκευτικό δογματισμό που θα είχε η αποκάλυψη πως μοιραζόμαστε τον πλανήτη με μια άλλη μορφή νοημοσύνης. Κατά τη γνώμη μου, το Σμήνος αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα γραφής οικολογικού θρίλερ και θα κοσμήσει τη βιβλιοθήκη του αναγνώστη που θα αποφασίσει να το αποκτήσει. ΕΠΙΛΟΓΟΣ «Ίσως είναι καιρός πια για την ανθρωπότητα να μπει σε μια καινούργια φάση της εξέλιξης και να συμφιλιώσει την αρχαϊκή κληρονομιά της με την πνευματική της ανάπτυξη. Αν θέλουμε να αποδείξουμε ότι αξίζουμε το δώρο που ονομάζεται Γη, δεν χρειάζεται να μελετήσουμε τους Υρρ αλλά τους εαυτούς μας. Μονάχα η γνώση της προέλευσης μας θα μας δείξει το δρόμο για ένα καλύτερο μέλλον. Όχι, οι Υρρ δεν άλλαξαν τον κόσμο. Μας έδειξαν τον κόσμο όπως στα αλήθεια είναι».

Η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ απέκτησε ραδιοφωνική εκπομπή ! Κάθε Σάββατο και Κυριακή, από τις 14:00 έως τις 16:00. Στον διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό rockmachine.gr Ο Σταμάτης Μαμούτος παρουσιάζει την εκπομπή

ΑΤΣΑΛΙΝΟ ΡΟΔΟ

Αυθεντικό Heavy Metal - Φανταστική Λογοτεχνία - Ρομαντισμός

ΑΤΣΑΛΙΝΟ ΡΟΔΟ στον rockmachine.gr 11


Συνέντευξη με τον δημιουργό έργων ψηφιακής ζωγραφικής Κώστα Νικέλη του Σταμάτη Μαμούτου

Ο

Κώστας Νικέλλης αποτελεί έναν από τους ψηφιακούς καλλιτέχνες που τα τελευταία χρόνια συνδέει τις δημιουργίες του με θεματικά περιεχόμενα της λογοτεχνίας του φανταστικού, της αρχαίας και της μεσαιωνικής ιστορίας αλλά και της ευρύτερης ρομαντικής αντίληψης των πραγμάτων. Βρίσκοντας, λοιπόν, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την δουλειά του δεν έχασα την ευκαιρία να του ζητήσω να παραχωρήσει μια συνέντευξη για την «Φανταστική Λογοτεχνία». Κώστα, μίλησέ μας για τις απαρχές της ενασχόλησής σου με τα εικαστικά. Πως προέκυψε και ποιες οι αρχικές εικαστικές επιρροές σου; Κατ’ αρχάς θέλω να σε ευχαριστήσω για την πρόσκληση. Τα εικαστικά προέκυψαν αρχικά σαν χόμπι, μετεξελίχθηκαν σε συνεχή παράπλευρη δραστηριότητα και πλέον εδώ και πολλά χρόνια είναι μόνιμη. Οι αρχικές επιρροές μου ήταν οι κλασσικές σπουδαίες εικονογραφήσεις της γενιάς μου. Μεγαλώσαμε με Luis Royo, Boris Vallejo, Chris Achilleos, Frank Frazetta κ.λ.π. Στα περισσότερα έργα σου η θεματολογία αντλείται από το πεδίο του Ρομαντισμού. Ιστορικές μάχες, μυθολογικά μοτίβα, σκηνές από έργα της λογοτεχνίας του φανταστικού και τοπία που απεικονίζονται σα να διαθέτουν την δική τους ψυχή. Πες μου αρχικά, ποια η σχέση σου με την λογοτεχνία του φανταστικού και τα comics; Είσαι ένθερμος αναγνώστης ή απλώς διατηρείς την επαφή που χρειάζεται με τα εν λόγω πεδία προκειμένου να αποκομίσεις εικόνες που θα σε εμπνεύσουν να δημιουργήσεις έναν πίνακα; Οι καλλιτέχνες που ανέφερα νωρίτερα είχαν κάνει σπουδαία δουλειά σε εξώφυλλα περιοδικών comics και όχι μόνο. Σε συνδυασμό με ταλαντούχους κομίστες της εποχής, όπως ο μεγάλος John Buscema και πολλοί άλλοι, κατά καιρούς έφτιαξαν κυριολεκτικά αριστουργήματα. Διαβάζω αρκετά, και βιβλία και κόμικς από τον χώρο του φανταστικού, συνδυάζοντας την ψυχαγωγία με την έμπνευση. Κάποιες διάσημες εικονογραφήσεις, πέρα από την δεδομένη έμπνευση, θα με στοιχειώνουν για πολύ καιρό στις προσπάθειες μου να φτιάξω κάτι παραπλήσιο. Ποιοι θεωρείς ότι είναι οι αγαπημένοι συγγραφείς του φανταστικού και ποιοι οι αγαπημένοι σου δημιουργοί comics; Επίσης, θα ήθελα να μου αναφέρεις

ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου comic ήρωες; Οι κλασσικοί συγγραφείς της παλιάς σχολής. R.E. Howard, H.P. Lovecraft, Isaak Asimov, J.R.R. Tolkien κ.λ.π. Όσον αφορά τους δημιουργούς comics σίγουρα ο τεράστιος John Buscema, o Πολωνός Rosinski, ο Todd McFarlane, ο Cary Nord, ο Tomas Giorello και πολλοί ακόμα. Αγαπημένοι εικονογραφημένοι ήρωες;..Πολλοί, αλλά επικρατέστεροι οι Κόναν, Θόργκαλ, Ντριζτ Ντο Έρντεν και Δικαστής Ντρεντ. Πέρα από την φανταστική λογοτεχνία και τα comics η ισχυρότερη επιρροή σου, όσον αφορά την θεματολογία των έργων σου, εκτιμώ πως είναι η αρχαία και η μεσαιωνική ελληνική ιστορία. Να υποθέσω ότι είσαι προσανατολισμένος και σε αντίστοιχα ιστοριογραφικά αναγνώσματα;

12

Η Ιστορία είναι ανεξάντλητη πηγή μάθησης, έμπνευσης και γνώσης. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου διάβαζα ιστορία. Όταν με τον καιρό κάποιος βλέπει πέρα από επικές μάχες και τα εντυπωσιακά πολεμικά κατορθώματα, διακρίνει έκπληκτος ότι έζησαν άνθρωποι, ακόμα και εκεί που ζει ο ίδιος σήμερα, μέσα σε ηθικά και κοινωνικά πλαίσια που στις μέρες μας φαντάζουν «από άλλον πλανήτη». Ανακαλύπτοντας την αρχαία σοφία στα ήθη τους, σε εποχές που η ζωή είχε διαφορετική αξία απ’ ότι σήμερα, βλέπει κανείς το γιατί η λάμψη τους δεν ξεθώριασε μέσα στους αιώνες. Ασφαλώς αναφέρομαι σε όλους τους αρχαίους μεγάλους πολιτισμούς, αλλά ειδικότερά στον δικό μας, εφόσον είμαστε οι σημερινοί κάτοικοι αυτού του τόπου. Αν τα παιδιά στα σχολεία μάθαιναν με απλό και όχι με τον στείρο τρόπο που διδάσκονται, τι έχει συμβεί εδώ ανά τους αιώνες, είμαι σίγουρος πως λίγη από την ψεύτικη λάμψη των χολυγουντιανών υπερπαραγωγών θα ξεθώριαζε από τα μάτια τους. Δεν αναφέρομαι μόνο σε πολιτισμικά επιτεύγματα αλλά και σε ιστορικές λεπτομέρειες που εξάπτουν την φαντασία. Λόγου χάρη, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο Γέρος του Μοριά εκτός από κλέφτης, αρματολός, αξιωματικός και στρατηγός ήταν κάποτε και πειρατής. Ή ότι στον Παρθενώνα δεν υπάρχει ούτε μια ευθεία γραμμή. Για να απαντήσω ακριβώς στην ερώτηση σου, ναι διαβάζω ότι αξιόλογο ιστορικό έντυπο βρεθεί στα χέρια μου. Θες να μας μιλήσεις για κάποιες παλαιότερες δουλειές σου σε γνωστά έντυπα; Απ’ ότι γνωρίζω πολλά έργα σου έγιναν εξώφυλλα περιοδικών. Είχα κάνει παλιότερα κάποιες εικονογραφήσεις στην εφημερίδα Έθνος για τα ένθετα «Ιστορία του Έθνους» και «Πολεμική Ιστορία». Θερμοπύλες, Σαλαμίνα, και νεώτερη Ελληνική Ιστορία. Εικονογραφώ μέχρι σήμερα στο περιοδικό «Μάχες και Στρατιώτες» που κυκλοφορεί στα περίπτερα, καθώς και σε εξώφυλλα μυθιστορημάτων κυρίως στο εξωτερικό, όπως και box covers για παιχνίδια, ηλεκτρονικά ή επιτραπέζια. Γενικά, ειδικότερα στο εξωτερικό η ιστορική και κυρίως αρχαία ελληνική θεματολογία, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Οι πίνακές σου, πέρα από το να αποτυπώσουν με ωραίο τρόπο ιστορικά και λογοτεχνικά θέματα, διαλέγονται πολλές φορές και με το ιδεώδες του ήρωα. Ποια η σημασία του ηρωικού ιδεώδους, τόσο σε ότι αφορά την τέχνη σου όσο και στην υπόλοιπη ζωή σου; Ανοίγεις μεγάλο θέμα. Ζούμε αναμφισβήτητα στην no heroes era, με άμεσες συνέπειες στην καθημερινότητα μας. Τα σημερινά πρότυπα είναι κακέκτυπα ηρώων προσανατολισμένα στο έμμεσο ή άμεσο κέρδος. Ηρωοποιημένοι ηθοποιοί,


ή τραγουδιστές, που όσο ταλαντούχοι κι αν είναι σε αυτό που κάνουν, τοποθετούνται στο να πλασάρουν έναν κούφιο τρόπο ζωής σε κόσμο που ψάχνει ταυτότητα. Όσο και αν έχει φθαρεί το λεγόμενο «lifestyle» στις μέρες μας, η ζημιά έχει γίνει και είναι κατά την γνώμη μου πολύ μεγάλη. Ο πραγματικός ήρωας δεν μπορεί να είναι κατασκευασμένος, γιατί δεν διστάζει να βάλει το κοινό καλό πάνω από τον εαυτό του όταν η ανάγκη τον καλέσει. Ο πραγματικός ήρωας δεν επιδιώκει να γίνει πρότυπο, θα γίνει αυτόματα όταν πράξει αυτό που δεν μπορούν οι πολλοί. Όσον αφορά τα έργα μου, επιδίωξη μου είναι να εξυψώνω το συναίσθημα του θεατή. Να του δίνω λόγους μέσα, αλλά κυρίως πέρα, από το εικαστικό, να νιώθει ότι αυτό που βλέπει ξυπνά κάτι μέσα του. Σήμερα, ποιοι θεωρείς ότι είναι οι ζωγράφοι που εξακολουθούν να προσφέρουν δημιουργικές επιρροές στη τεχνοτροπία σου; Θαυμάζω πάρα πολύ τον Sir Lawrence Alma-Tadema, τον John William Waterhouse και πολλούς ακόμα. Θεωρώ όμως ότι οι κύριες επιρροές, όσον αφορά το στήσιμο της κάθε σκηνής και γενικά αυτό που θέλω να δείξω, προέρχονται από τις καλλιτεχνικές απεικονίσεις του φανταστικού χώρου που ανέφερα νωρίτερα. Αν και γνωρίζω ότι είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τα μελλούμενα σε θέματα που αφορούν το απρόβλεπτο στοιχείο της έμπνευσης, στον μικρό βαθμό που μπορούμε να το κάνουμε θα ήθελα να σε ρωτήσω αν υπάρχει περίπτωση να κινηθείς μελλοντικά και σε διαφορετικά μοτίβα όσον αφορά την θεματολογία και την τεχνοτροπία που επιλέγεις ή αν φρονείς ότι εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η αποκρυστάλλωση μιας συγκεκριμένης ταυτότητας σε κάθε ζωγράφο και η συνέχιση της δουλειάς του πάνω στην παράδοση που έχει ήδη δημιουργήσει; Θεωρώ ότι το σημαντικότερο σε οτιδήποτε καταπιάνεται κανείς είναι να εξελίσσεται. Έχεις απόλυτο δίκιο αναφορικά με το μέλλον και την έμπνευση, κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει το αύριο. Η διαφορά της αλλαγής από την εξέλιξη όμως δίνει και διαφορετικά αποτελέσματα ειδικότερα όταν η δεύτερη συνοδεύεται από μεγάλο κόπο και προσπάθεια. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, έχω κάνει κατά καιρούς αρκετά διαφορετικές θεματολογίες από τις συνηθισμένες αρχαιοελληνικές μου. Μέχρι στιγμής, ειδικότερα στο εξωτερικό, οι αρχαιοελληνικές θεματολογίες είναι αρκετά δημοφιλείς, κυρίως όταν συνοδεύονται από μια ιστορική αναφορά, αλλά και σαν απλές αναπαραστάσεις. Σε συνέδρια που έχω λάβει μέρος ο κόσμος ενδιαφέρεται να μάθει την ιστορία πίσω από την εικόνα σε βαθμό που πάντα με εκπλήσσει. Μην ξεχνάμε ότι αρκετές εικονογραφήσεις μου έχουν χρησιμοποιηθεί για ιστορικά έντυπα. Από αυτή την άποψη, θεωρώ ότι έχω ήδη αποκτήσει μια ταυτότητα, την οποία σέβομαι και επιδιώκω να τιμώ ανάλογα, όσο διαφορετικά πράγματα και αν τύχει να κάνω στο μέλλον. Γνωρίζοντας ότι είσαι ακροατής της rock και της heavy metal μουσικής θα ήθελα να μου πεις αν συνδέονται με κάποιον τρόπο τα ακούσματα της αγαπημένης μας μουσικής με την δημιουργική ροή των έργων σου; Απόλυτα! Το rock είναι έκφραση. Κάτι παραπάνω από τα άλλα είδη μουσικής. Πρέπει να το έχεις για να το νιώθεις. «Πέτρα που κυλάει δεν χορταριάζει» λέγανε οι παλιοί ροκάδες. Ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας της rock και heavy μουσικής είναι απέραντη μορφή δημιουργίας και έμπνευσης. Και όχι μόνο σε αυτά τα είδη βέβαια. Ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση, πάντα ακούω την κατάλληλη μουσική εστιάζοντας κυρίως στους χώρους που αναφέρεις αλλά και σε όποιον ακόμη διακρίνω αληθινή κατάθεση ψυχής. Ποια είναι τα αγαπημένα σου συγκροτήματα; Motorhead. Οι παλιοί καλοί Motorhead με το αρχικό σχήμα Lemmy, Clark, Taylor. Για πάντα, μέχρι το τέλος! Επίσης, Black Sabbath, Metallica, AC DC, Iron Maiden και

άλλοι. Από τα ελληνικά συγκροτήματα υπάρχουν αρκετά που μου αρέσουν. Θέλω να ξεχωρίσω, όμως, τους Nightstalker. Μολονότι ο ήχος τους κινείται σε κάπως διαφορετικά μονοπάτια, πάντα έκαναν αυτό που τους έκφραζε και όχι αυτό που θα έφτιαχνε την εικόνα τους. Αυτό είναι κάτι που εκτιμώ βαθιά στους ανθρώπους. Στην εποχή μας, το να επιλέγει κάποιος αυτό που λέει η ψυχή του παραγνωρίζοντας ίσως κάποιες φορές το συμφέρον του, και παρόλα αυτά να γνωρίζει την επιτυχία είναι τουλάχιστον άξιο σεβασμού. Πως μπορεί κάποιος θεατής να έρθει σε επαφή με τα έργα σου και να δει τους πίνακές σου; Έχεις κάποιον χώρο που τα εκθέτεις ή κάποιον διαδικτυακό τόπο; Ανεβάζω τις δουλειές μου σε αρκετά communities, social media κ.λ.π., κυρίως όμως χρησιμοποιώ το deviantart στην ηλ. διεύθυνση : http://kosv01.deviantart.com/gallery/ ή αν θέλει κάποιος μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου στο e-mail: kosv01@otenet.gr

Εκθέτω κατά καιρούς και σε διάφορες εκδηλώσεις. Κυρίως όμως η προσωπική επαφή με την δουλειά μου γίνεται σε συνέδρια όπως το AthensCon, όπου η δυνατότητα της άμεσης επικοινωνίας είναι δυνατή. Κώστα σε ευχαριστώ για την συνέντευξη. Τα τελευταία λόγια είναι δικά σου προκειμένου να πεις κάτι που νομίζεις ότι πρέπει να ακούσουν τα μέλη της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ και οι αναγνώστες του περιοδικού μας. Ό,τι αποφασίσατε να κάνετε, συνεχίστε το μέχρι τέλους. Ο καθένας μας γεννήθηκε με διαφορετικά ταλέντα, βρείτε τα μέσα σας και κάντε τα να ανθίσουν. Ακόμα και αν δεν εκτιμηθούν όσο τους αξίζει από κάποιους, η χαρά της δημιουργίας είναι απόλυτα δική σας και κανείς δεν μπορεί να σας την πάρει. Και αυτή είναι από τα πιο γόνιμα πράγματα που μπορεί να διαθέτει κανείς για να την αφήσει να πάει χαμένη. Και εγώ ευχαριστώ θερμά για την φιλοξενία σας, εύχομαι τα καλύτερα στην λέσχη και το περιοδικό σας!

13


15


Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα να αποτυπωθεί στην μεγάλη οθόνη η κουλτούρα και ο τρόπος ζωής των μηχανόβιων συμμοριών της βόρειας Αμερικής. Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε στο διήγημα του Φρανκ Ρούνεϊ, το οποίο φέρει τον τίτλο «The Cyclists Raid». Ο Ρούνεϊ είχε εμπνευστεί την υπόθεση του διηγήματος διαβάζοντας ανταποκρίσεις των κεραυνοβολημένων αμερικανικών media από την εμφάνιση των πρώτων μηχανόβιων συμμοριών, τον Ιούλιο του 1947, στο Χούλιστερ της California. Η αρρενωπά άγρια συμπεριφορά των μοτοσικλετιστών, φωτογραφίες που τους έδειχναν σε αλήτικες πόζες με τα χέρια κρεμασμένα από τους αντίχειρες σε τσέπες στενών παντελονιών, το ντύσιμο με τα ξεφτισμένα δερμάτινα μπουφάν, με μαντήλια στους λαιμούς και με σκονισμένες αρβύλες, καθώς και η φημολογούμενη τάση τους να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοολούχων ποτών, έφερε την «καθωσπρέπει» αστικοφιλελεύθερη αμερικανική κοινωνία ενώπιον ενός ανησυχητικού για εκείνη φαινομένου που θα συνέχιζε να αναπαράγεται μέχρι τις μέρες μας. Είναι γεγονός ότι η μηχανόβια κουλτούρα έχει συνδεθεί σε πολλές περιπτώσεις με παραβατικές συμπεριφορές του οργανωμένου εγκλήματος. Εντούτοις, δεν απώλεσε ποτέ ως τώρα την ουσία του πυρήνα της. Δηλαδή, τις ιδέες που προδιαγράφουν τον προσανατολισμό προς έναν ρομαντικά άγριο, ανδροπρεπή και επαναστατικό rock τρόπο ζωής. Κατά την δεκαετία του ’50, όταν και προβλήθηκε στην μεγάλη οθόνη η ταινία «The Wild One», η μηχανόβια κουλτούρα συνδέθηκε με την Rock’n’Roll μουσική. Ο σκληρός ήχος, από τις απαρχές του κιόλας, ήταν εμφανές ότι θα αποτελούσε την μουσική έκφραση μιας νεολαιίστικης πολιτιστικής εξέγερσης. Μιας εξέγερσης που, μολονότι στρεφόταν κατά του αστικού τρόπου ζωής, δεν ήταν πολιτικά κατευθυνόμενη και δεν σχετιζόταν με τα αριστερά κοινωνικά κινήματα, τα οποία εκείνη την εποχή άρχιζαν να εκκολάπτονται. Μιας εξέγερσης με αναφορές σε αισθητικά και ηθικά πρότυπα. Μιας επανάστασης χωρίς αιτία, όπως μαρτυρούσε και ο τίτλος της άλλης ιστορικής κινηματογραφικής ταινίας εκείνης της εποχής στην οποία πρωταγωνίστησε ο Τζέημς Ντην, αλλά με αισθητικές αναφορές, με ηθικές αναζητήσεις και με κοινωνικές εκδηλώσεις. Κοντολογίς, μιας επανάστασης νεορομαντικής. Στην δομή των μηχανόβιων συμμοριών μπορούν να ανιχνευθούν γνωρίσματα προνεωτερικών, παραδοσιακών οργανωτικών τύπων και συμπεριφορών. Καταρχάς η υιοθέτηση μιας αδιαπραγμάτευτα σεβαστής «φυσικής» ιεραρχίας, που θέλει τους αρχηγούς της συμμορίας να είναι οι γενναιότεροι, οι ικανότεροι και οι οργανωτές της. Επίσης, η ομαδική ζωή υπό αντίξοες συνθήκες, με έντονο το στοιχείο της δράσης και με την απαίτηση

Σ Ε Τ Α ΑΣΤ

ΕΠΑΝ

του Σταμάτη Μαμούτου

Ο

Μάρλον Μπράντο αποτελεί αναμφισβήτητα έναν θρύλο της υποκριτικής, που συνέδεσε το όνομά του με σημαντικές κινηματογραφικές παραγωγές και θεατρικές παραστάσεις. Ωστόσο για τους ακροατές των ρευμάτων του σκληρού ήχου, καθώς επίσης και για τους κοινωνικούς επιστήμονες, ο συγκεκριμένος ηθοποιός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μεταξύ των άλλων, και λόγω του γεγονότος ότι πρωταγωνίστησε σε μια κινηματογραφική ταινία, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς του rock κινήματος από την δεκαετία του 1950 μέχρι και σήμερα. Ασφαλώς αναφέρομαι στην ταινία «The Wild One» που στην χώρα μας έφτασε υπό τον τίτλο «Ο Ατίθασος». «Ο Ατίθασος» είναι ένα κινηματογραφικό έργο του 1953, σκηνοθετημένο από τον Λάζλο Μπένεντεκ, με πρωταγωνιστές τον Μάρλον Μπράντο και τον Λι Μάρβιν.

16


απόδειξης της συντροφικότητας εμπρός σε οποιονδήποτε κίνδυνο, που αντλεί γνωρίσματα από τις παραδοσιακές φατρίες. Επιπλέον, η φαντασίωση της μοτοσικλέτας ως μιας μηχανοκίνητης εκδοχής του ίππου, η εξ ολοκλήρου αντρική σύνθεση της ομάδας, η έφεση προς την περιπέτεια και την περιπλάνηση, αυτά και αρκετά ακόμη γνωρίσματα συνομολογούν την επικράτηση μιας ρομαντικά παραδοσιοκρατικής απόχρωσης στην κουλτούρα των μηχανόβιων συμμοριών –και ιδίως σε εκείνων της δεκαετίας του ’50. Αλλά και η γένεση της Rock’n’Roll μουσικής έγινε αντιληπτή από τους αστούς ως μια επιστροφή στην «βαρβαρότητα». Με έντονους και σκληρούς μουσικούς δρόμους που βασίζονταν στην παραδοσιακή αμερικανική μουσική και χορεύονταν σε επιθετικούς ρυθμούς. Με υφολογικές επιλογές οι οποίες απέπνεαν μια αίσθηση άγριας ελευθερίας. Με τον συνδυασμό της νεανικής δύναμης, της άγριας

αρρενωπότητας και των μελωδιών, το Rock’n’Roll σηματοδότησε την έλευση της νεορομαντικής μουσικής επανάστασης που θα ισοπέδωνε το μουσικό στερέωμα για τον υπόλοιπο αιώνα. Ο Μάρλον Μπράντο πρωταγωνίστησε σε πλήθος ταινιών άξιων να μείνουν για πάντα στην μνήμη των θαυμαστών της μεγάλης οθόνης. Αλλά και ως προσωπικότητα διέθετε θάρρος και πνευματική καλλιέργεια που του επέτρεψαν να κατακτήσει μια υψηλή θέση στην εκτίμηση των απανταχού εραστών της τέχνης και της αλήθειας. Ωστόσο με το να υποδυθεί τον αρχηγό εκείνης της συμμορίας των μηχανόβιων στην ταινία «Τhe Wild One», συνδέθηκε με το νεορομαντικό εξεγερσιακό ρεύμα της εποχής και κατέστη διαχρονικό σύμβολο του αντρικού προτύπου που εξέφρασε ο ανυπότακτος rock’n’roll επαναστάτης της δεκαετίας του ’50. Η εξωτερική εμφάνιση του γοητευτικού νεαρού με την ατημέλητη, μακριά μπροστινή τούφα των μαλλιών και τις μεγάλες φαβορίτες επηρέασε υφολογικά

τα άλλα δυο ανδρικά πρότυπα της εποχής, που λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησαν σε δημοφιλία τον Μπράντο. Δηλαδή, τον Τζέημς Ντην και τον Έλβις Πρίσλεϊ. Με απαρχή

τον Μάρλον Μπράντο και άμεσους συνοδοιπόρους τον Ντην και τον Έλβις, το στυλ του άγριου μηχανόβιου νεαρού με τις μακριές περιγναθίδες και το μακρύ μπροστινό τσουλούφι -ή «κοκοράκι», όπως ονομάστηκε αργότερα στην rock κοινότητα-

17

κατέστη πρότυπο εμφάνισης των ανά τον κόσμο εκφραστών της πρώτης rock επανάστασης εκείνων των ετών. Όπως ήταν αναμενόμενο «Ο Ατίθασος» επηρέασε και τις μουσικές εξελίξεις στο rock κίνημα. Μάλιστα, δυο συγκροτήματα επέλεξαν τα ονόματά τους από τoυς μηχανόβιους της ταινίας. Το όνομα της συμμορίας στην οποία ηγήθηκε ο Μάρλον Μπράντο ήταν «Black Rebels Motorcycle Club» και με αυτό έκανε την εμφάνισή του στο μουσικό στερέωμα το ομώνυμο συγκρότημα. Επίσης το όνομα της μηχανόβιας συμμορίας του Λι Μάρβιν ήταν «Beetles», κι εκείνη την εποχή μια παρέα Βρετανών νεαρών μουσικών επηρεάστηκε τόσο πολύ από το «The Wild One» ώστε κάποια χρόνια αργότερα, όταν βρισκόταν σε αναζήτηση ονόματος για το συγκρότημά της, κάνοντας λογοπαίγνιο άλλαξε απλώς το ένα «e» σε «a» και το ονόμασε «Beatles» !

Είναι ενδεικτικό ότι «Ο Ατίθασος» απαγορεύτηκε για πολλά χρόνια στην Βρετανία και η πρώτη του προβολή στις αίθουσες της χώρας έγινε το 1968. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά. Παραμένει όμως στο αισθητικό σύμπαν όλων εμάς των νεορομαντικών χαραγμένη ανεξίτηλα η αρχετυπικά rock μορφή του μηχανόβιου Johnny Strabler, όπως εκφράστηκε κινηματογραφικά μέσω της εξαιρετικής ερμηνείας του Μπράντο. Μελαγχολικός, λιγομίλητος, απότομος και οργισμένος, με σκυθρωπό ύφος και μια σκοτεινιασμένη ματιά -η οποία στεκόταν με αργή αρχοντιά στους άδειους χώρους, σα να απέφευγε να συγκρατήσει τα απτά αντικείμενα του υλικού κόσμου, λες και βυθιζόταν ενδοσκοπικά στο απέραντο βάθος του ανθρωπίνου εγώ, δοκιμάζοντας να συλλάβει εκεί κάτι απ’ την ουσία του κόσμου- ο «μεγάλος παλαιός» της υποκριτικής συνέλαβε αισθητικά και απέδωσε κινηματογραφικά ένα αρχέτυπο ανδρός, ένα διαχρονικό σημείο αναφοράς για εμάς τους εναπομείναντες ρομαντικούς επαναστάτες.


ΓΟΤΘΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Το Γοτθικό Στοιχείο στον Ρομαντισμό

Ό

λοι μας, λίγο πολύ, έχουμε ακουστά τον όρο «goth». Τον χρησιμοποιούμε στις ημέρες μας συχνά προκειμένου να κατατάξουμε υφολογικά (συνήθως) νεαρούς ντυμένους στα μαύρα, με βαμμένα μαύρα νύχια και άλλες παρόμοιες αισθητικές επιλογές, οι οποίοι αποστασιοποιούνται από τις κυρίαρχες πολιτιστικές τάσεις των καιρών μας. Λίγοι όμως είναι εκείνη που γνωρίζουν τις καταβολές της «γοτθικής υποκουλτούρας» από τον Ρομαντισμό. Μολονότι στην ιστορία της Ευρώπης η γοτθική τέχνη αποτέλεσε μεσαιωνική έκφραση, η οποία είχε να κάνει κυρίως με την αρχιτεκτονική των δυτικοευρωπαϊκών χριστιανικών ναών, στη νεώτερη εποχή ο όρος ανανεώθηκε μέσα στα πλαίσια της ρομαντικής κοσμοθέασης. Ο Ρομαντισμός ήταν ένα κίνημα με πολιτική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική και λογοτεχνική έκφραση. Η ρομαντική λογοτεχνία αποτέλεσε το πεδίο από το οποίο γεννήθηκε η νεώτερη φανταστική λογοτεχνία και τα επιμέρους ρεύματά της. Ένα εξ αυτών ήταν και εκείνο της «γοτθικής φανταστικής λογοτεχνίας». Οι ρομαντικές «γοτθικές νουβέλες» αφηγούνταν ιστορίες τρόμου και έλαβαν το χαρακτηριστικό «γοτθικές» από τα κτήρια με την μεσαιωνική αισθητική στα οποία λάμβαναν χώρα οι αφηγήσεις των πρώτων από αυτές. Το πρώτο «γοτθικό» λογοτεχνικό έργο μας έρχεται από τον Άγγλο Οράτιο Ουόλπολ το 1764 και συγκεκριμένα πρόκειται για «Το Κάστρο του Οτράντο». Έπειτα ακολούθησαν η Αν Ράντκλιφ, ο Τσαρλς Ματσούριν, το ζεύγος Σέλλεϋ, ο Πολιντόρι, ο Βύρωνας και άλλοι, που δημιούργησαν μια πολύ δυνατή σχολή γοτθικής ρομαντικής λογοτεχνίας τρόμου στην Βρετανία. Στην άλλη πλευρά τουΑτλαντικού μεγάλη απήχηση απέκτησαν τα λογοτεχνικά έργα του Washington Irving που αφηγήθηκε τον θρύλο του «ακέφαλου καβαλάρη» στο έργο «Ο Θρύλος του Sleepy Hollow», το οποίο δημοσιεύθηκε το 1820. Ο συγγραφέας έγραψε το βιβλίο αυτό βρισκόμενος στην Αγγλία και εμπνευσμένος από ιστορίες Ολλανδών που είχαν ζήσει στο Hudson Valley της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, την πρωτοκαθεδρία στον αμερικανικό Ρομαντισμό αξίζει να αποδώσουμε στον Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1867). Στην Γερμανία, επίσης, αναπτύχθηκε μια σπουδαία σχολή γοτθικής ρομαντικής λογοτεχνίας με συγγραφείς όπως ο E.T.A Χόφμαν, ο Λούντβηχ Τηκ, ο Χάινριχ φον Κλάιστ, ο φον Άρνιμ και άλλοι. Ακολούθησε η Γαλλία με τον Θεόφιλο Γκωτιέ, τον Έκτορα Μπερλιόζ και τον Βίκτωρα Ουγκώ. Ο ακραίος ρομαντισμός ήταν πολύ διάσημος στην Αγγλία και τη Γερμανία και ελαφρός λιγότερο στην Γαλλία, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία νέων ειδών γοτθικής λογοτεχνίας. Στην Γερμανία είχαμε το Schauerroman και στη Γαλλία το Georgia. Στην Γερμανία το «γοτθικό διήγημα» έλαβε διαφορετικές διαστάσεις από το αγγλικό με αλλαγές στην πλοκή καθώς βασίστηκε πάνω στη ζωή παράνομων, των ιπποτών και των στρατιωτών. Αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη η εξάπλωση της επιρροής του Ρομαντισμού συνδέθηκε με την άνθιση του γοτθικού μυθιστορήματος. Στην Ρωσία ο Αλεξέι Τολστόι και στην

Ουκρανία ο Ορέστι Σομώφ συνδύασαν την γοτθική λογοτεχνία τρόμου με τις εθνικές τους παραδόσεις.. Επίσης, μολονότι ο Fyodor Dostoyevsky χαρακτηρίζονταν από τους κριτικούς ως απλά ρομαντικός ή φανταστικός λογοτέχνης, υπήρξαν άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς όπως ο Nikolay Mikhailovich Karamzin, που είναι ο πρώτος ο οποίος έγραψε γοτθικό διήγημα στην Ρωσική Αυτοκρατορία, ο Ostrov Borngolm και ο Nikolay Ivanovich Gnedich. Τέλος, στην Ελλάδα πολλά στοιχεία «γοτθικού τρόμου» ανιχνεύονται στα έργα των σπουδαίων λογοτεχνών του ελληνικού Ρομαντισμού όπως ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος, οι αδελφοί Σούτσοι και ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής. Ωστόσο και μετά το τέλος της εποχής του Ρομαντισμού υπήρξαν νεορομαντικά πολιτιστικά ρεύματα που όχι μόνο κράτησαν την «γοτθική λογοτεχνία τρόμου» ζωντανή αλλά και την ενδυνάμωσαν. Σημαντικοί εκπρόσωποι εκείνης της εποχής ήταν οι Προραφαηλίτες (μία ομάδα από Άγγλους ζωγράφους, λογοτέχνες και κριτικούς τέχνης που δημιουργήθηκε το 1848 από τους William Holman Hunt, John Everett Milais, και Dante Gabriel Rossetti), ο Μπραμ Στόουκερ, ο Όσκαρ Ουάλιντ (στου οποίου τα έργα ανιχνεύονται επιρροές του «γοτθικού μυθιστορήματος» χωρίς όμως να μπορούμε να τα κατατάξουμε εξολοκλήρου σε αυτή την κατηγορία) και ο Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον. Σύμφωνα με τον David H. Richter η γοτθική λογοτεχνία λαμβάνει χώρα σε ερειπωμένα κάστρα, εγκαταλελειμμένες εκκλησίες, κλειστοφοβικά μοναστήρια και μοναχικούς δρόμους σε βουνά. Άλλα τυπικά χαρακτηριστικά είναι ο σκληρός γονιός, ο απαίσιος ιερέας, ο γενναίος νικητής, η αβοήθητη ηρωίδα και υπερφυσικά όντα όπως δαίμονες, βαμπίρ, φαντάσματα και τέρατα. Συχνά οι πρωταγωνιστές είναι κακότυχοι, έχουν εσωτερικές συγκρούσεις και είναι αθώα θύματα «διαβολικών» δυνάμεων με αποτέλεσμα πολύ συχνά τα θύματα να τρελαίνονται. Όμως η γοτθική λογοτεχνική κουλτούρα δεν έχει μόνο αυτές τις επιρροές αλλά αντλεί έμπνευση από την τέχνη, την φιλοσοφία (συνήθως την υπαρξιακή φιλοσοφία) και τις παραδόσεις (Κελτικές, Χριστιανικές, Αιγυπτιακές και παγανιστικές). Το λογοτεχνικό αυτό κίνημα συνδέθηκε άμεσα και με την γοτθική αναγεννησιακή αρχιτεκτονική της εποχής. Εξάλλου είναι εμφανές κι από το περιεχόμενο των διηγημάτων οι αφηγήσεις των οποίων αφορούν υποθέσεις που συνήθως λαμβάνουν τόπο σε ερειπωμένα κάστρα και εκκλησίες αυτής της αρχιτεκτονικής. Συχνά οι λογοτέχνες εμπνέονταν από τέτοια ερείπια και έδωσαν σε αυτά τον συμβολισμό της κατάπτωσης και καταστροφής των δημιουργημάτων των ανθρώπων. Το ερείπιο, ως απομεινάρι του παραδοσιακά αυθεντικού, ως απόσπασμα ενός Όλου το οποίο μπορεί να έχει χάσει την υλική του αρτιότητα αλλά υφίσταται ως αρχέτυπη ιδέα, αποτέλεσε σημείο αναφοράς της ρομαντικής θεώρησης. Κατά τον 20ο αιώνα ο όρος «γοτθική λογοτεχνία» συνέχισε να χρησιμοποιείται, όχι όμως τόσο εκτενώς όσο την εποχή του Ρομαντισμού. Τα «γοτθικά μυθιστορήματα» υπάγονται πλέον στην γενικότερη κατηγορία της φανταστικής λογοτεχνίας τρόμου. Ωστόσο η ρομαντικά «γοτθική» αισθητική απλώθηκε πέρα από την φανταστική λογοτεχνία ή τα comics και στον χώρο του κινηματογράφου. Η σχέση του «γοτθικού τρόμου» με την μεγάλη οθόνη ήταν έντονη από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα μέχρι και τις ημέρες μας. Πλέον, σκηνοθέτες όπως ο Τιμ Μπάρτον αποτελούν παραδείγματα της πιο ποιοτικής διασύνδεσης του ρομαντικά «γοτθικού» στοιχείου με τον κινηματογράφο.

18


19


να το εν αγκαλιάζεις για όλη την αξία του-(Jennifer Mason σε ερώτηση τι είναι για σένα το Goth)». Ενδιαφέρουσα είναι και η σχέση του goth με την θεματική του θανάτου, στην οποία υπάρχει μεγάλη παρερμήνευση πολλές φορές και από τους ίδιους τους «γκοθάδες». Σε γενικές γραμμές το gothic κίνημα θέλει να εκφράσει την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και να εξωτερικεύσει σκέψεις που οι άνθρωποι έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους και φοβούνται να εκφράσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο θάνατος. Ο θάνατος και η ερμηνεία του ήταν πάντα μια θεμελιώδεις αρχή για την ανθρωπότητα και συνδέθηκε με την τέχνη, τη θρησκεία και τη φιλοσοφία. Σήμερα η επαφή που έχει ο άνθρωπος με τον θάνατο είναι συνήθως μέσω της παρακολούθησης ειδήσεων, βιβλίων και ταινιών, δηλαδή έμμεση. Οι δυτικές καταναλωτικές κοινωνίες που προκρίνουν την υλική ευμάρεια, τον φιλελευθερισμό, το απτό κέδρος

μακάβρια δήλωση της νεορομαντικής του φιλοσοφίας, ο Γάλλος εθνικιστής λογοτέχνης Μωρίς Μπαρρές είχε πει ότι αν δεν υπάρχουν νεκροταφεία, δεν υπάρχει έθνος. Έχει καταγραφεί σε πολλές πηγές η συνήθεια των παλαιών ρομαντικών, από τους Γερμανούς του 18ου αιώνα μέχρι τον Ίωνα Δραγούμη, να ρεμβάζουν την θέα νεκροταφείων, προκειμένου να σηματοδοτήσουν το ότι οι τόποι του θανάτου είναι συνάμα και τόποι μνήμης (τάφος-μνήμα), με την μνήμη να αποτελεί κεντρική νοητική δύναμη νοηματοδότησης των πραγμάτων. Οι «γκοθάδες» της εποχής μας έχουν υιοθετήσει αυτή την συνήθεια στην οποία δίνουν όμως διαφορετική ερμηνεία. Το goth αναγνωρίζει την ισορροπία μεταξύ φωτός και σκότους, ζωής και θανάτου χωρίς την απομάκρυνση, άρνηση ή τον φόβο σε πολλά «αποκρουστικά» για τον μέσο άνθρωπο θέματα και έτσι εξηγείται η συνήθειά των εκφραστών του να συχνάζουν σε νεκροταφεία. Πολλοί πιστεύουν ότι το goth αντιπροσωπεύει

χρησιμοποιούν βία. Αρκετοί gothsters δείχνουν ενδιαφέρον για την λατρεία σκοτεινών θεοτήτων της ευρωπαϊκής παράδοσης, όπως είναι η «μεγάλη μητέρα θεά» και ο «κερατοφόρος θεός» και πολλές φορές υπάρχει η λανθασμένη ταύτισή τους με τον Σατανά και τη Λιλλάκε (η αλλιώς Λίλιθ). Ωστόσο, θα έλεγε κανείς ότι η όλη σχέση έχει μάλλον πολιτιστικά και αισθητικά γνωρίσματα κι όχι αληθινό θρησκευτικό υπόβαθρο. Πρόκειται για μια ακόμη αισθητική διερεύνηση πεδίων με σκοτεινή αισθητική, για καλλιτεχνική πράξη δηλαδή και όχι για αληθινή θρησκευτική τάση. Δυστυχώς ενώ η «γοτθική κουλτούρα» είναι ιστορικά συνδεμένη με τον Ρομαντισμό και τον πολιτικό Ρομαντισμό, τα άτομα που εκφράζουν την σύγχρονη «goth» εκδοχή της συνήθως προσανατολίζονται ιδεολογικά σε φιλελεύθερες κατευθύνσεις. Η αισθητική ακρότητα του goth μάλλον συνοδεύεται αντιφατικά από political correct ιδέες. Ενδεχομένως να συμβαίνει αυτό λόγω του ότι κατά καιρούς οι

και τον ανθρωπισμό έχουν απωθήσει την θεματική του θανάτου, ως κάτι που σηματοδοτεί το απόλυτο τέλος ενός υλιστικού κόσμου χωρίς μεταφυσικές πίστεις. Οι άνθρωποι της εποχής μας έχουν απομακρύνει την σκέψη του θανάτου ως ενδεχόμενου, καθώς τα φάρμακα έχουν αυξήσει τον μέσο όρο ζωής και οι κίνδυνοι για την εξασφάλιση της διαβίωσης έχουν μειωθεί σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές. Αλλά και στην επικρατούσα φιλοσοφία της ζωής εκείνο που σήμερα εκτιμάται είναι το απτό παρόν. Αντίθετα, στην ρομαντική παραδοσιοκρατική αντίληψη το παρόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχεια του παρελθόντος και ο προπομπός του αύριο. Στα πλαίσια αυτής της σκέψης, ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη μιας αέναης διαδοχής. Αν η μνήμη του χθες χαθεί, το σήμερα δεν έχει νόημα και το αύριο φαντάζει άνευ προοπτικής. Σε μια γοητευτικά

το αναπόφευκτο του θανάτου και την ύπαρξη μιας «σκοτεινής» πλευράς στην ανθρώπινη ζωή. Η ερωτική εμπειρία μεταξύ των gothsters είναι εξίσου «περίεργη» σε αρκετές εκδοχές της. Και τούτο γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η «γοτθική» υπέρβαση των κοινών μέτρων της καθημερινότητας αποκτά και αισθησιακές προεκτάσεις. Εξάλλου, ακόμη και στον ανδροκρατούμενο χώρο του heavy metal το gothic παρακλάδι συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό γυναικών. Άρρηκτη είναι και η σχέση του gothic με το υπερφυσικό. Μολονότι κάποιοι gothsters ακολουθούν την επικρατούσα ανά χώρα θρησκεία υπάρχουν άλλοι που ακολουθούν παγανιστικές ατραπούς ή πιστεύουν στην μαγεία και στην αύρα ενώ πολλές φορές πραγματοποιούν τελετές, οι οποίες σχεδόν ποτέ δεν είναι επικίνδυνες, διότι το goth κίνημα δεν απαρτίζεται από ανθρώπους που

gothsters έχουν δεχτεί «ρατσιστικές» επιθέσεις για την εμφάνιση και την κουλτούρα τους αλλά και γιατί οι περισσότεροι είναι απλώς έφηβοι που αδυνατούν να διακρίνουν την αληθινά ανατρεπτική ουσία του Ρομαντισμού από τις προσφερόμενες –δήθεν αντισυστημικές ή επαναστατικέςελευθεριακές εκφράσεις του συρμού. Τούτο έχει φέρει συχνά την goth κοινότητα κοντά σε queer, lgbt και αντιρατσιστικές οργανώσεις, κάτι που σε αρκετές εκδοχές του καταλήγει να είναι εντελώς αντίθετο με την όλη ιδέα του Ρομαντισμού αλλά και με την ίδια την «γοτθική» αισθητική. Φαίνεται πως η συστημική αφήγηση της εξουσιαστικής δομής του μοντέρνου κόσμου, σε συνδυασμό με τις συνθήκες των αστικών κοινωνιών κατάφεραν να αλώσουν ένα αγνό ρομαντικό πολιτιστικό κίνημα. Μια ακόμα προσπάθεια των απανταχού ρομαντικών έπεσε στο κενό. Ως πότε ακόμα…

20


Πολυ ιμα Με αλλα IRON CLAW Iron Claw (2009)

Οι Iron Claw ήταν μια από τις πρώτες heavy metal μπάντες της μουσικής ιστορίας, η οποία συγκροτήθηκε στην Σκωτία το 1969. Η βασική τριάδα περιελάμβανε τους Alex Wilson στο μπάσο, Jimmy Ronnie στην κιθάρα και Ian McDougall στα τύμπανα. Όταν ο Mike Waller ανέλαβε τα φωνητικά οι Iron Claw άρχισαν να δουλεύουν πάνω σε διασκευές αλλά και δικά τους τραγούδια. Κύρια επιρροή τους υπήρξαν οι Black Sabbath ωστόσο στον ήχο τους ανιχνεύονται αρκετές ακόμη επιρροές της εποχής, όπως το garage και το «blues-hard rock» των Free. Σύντομα ο Waller αντικαταστάθηκε στα φωνητικά από τον Wullie Davidson ενώ στην συνέχεια έγιναν επιμέρους αλλαγές στην σύνθεση του συγκροτήματος, το οποίο τελικά διαλύθηκε το 1974. Οι Σκωτσέζοι επανήλθαν το 1993 για μια ζωντανή εμφάνιση. Έναν χρόνο νωρίτερα κάποια τραγούδια τους είχαν συμπεριληφθεί στο split «Buried Together» της SPM International ενώ η κυκλοφορία της πρώτης συλλογής τραγουδιών τους έλαβε χώρα το 1996 υπό τον τίτλο «Dismorphophobia» από την Audio Archives. Τα χρόνια πέρασαν ώσπου η Rockadrome Records αποφάσισε να κυκλοφορήσει μια νέα συλλογή με δεκαέξι τραγούδια των Iron Claw, το 2009. Η επιτυχία αυτής της κυκλοφορίας ήταν τέτοια, που έκανε τους Σκωτσέζους να ξαναενωθούν με την κλασική τριάδα και τον Gordon Brown στα φωνητικά. Δυο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησαν το εκπληκτικό «A Different Game», που αποτέλεσε μια έξοχη αναβίωση του πρωτογενούς heavy metal των 70’s, με ηχητικές φόρμες που ακροβατούσαν ανάμεσα στις καλύτερες στιγμές των Black Sabbath και των Rainbow. Δυστυχώς, ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του δίσκου από την Ripple Music, ο Brown

αποχώρησε και τα φωνητικά ανέλαβε ο Gary Hair. Δυστυχώς, όμως, το 2013 οι Σκωτσέζοι σταμάτησαν για άλλη μια φορά να δραστηριοποιούνται. Για όσους θέλουν να έρθουν σε επαφή με τον ήχο ενός εκ των πρώτων συγκροτημάτων που δημιούργησαν την heavy metal μουσική σκηνή, η συλλογή «Iron Claw» του 2009 είναι ιδανική. Στα δεκαέξι της τραγούδια υπάρχουν κάποια με garage και blues hard rock επιρροές. Υπάρχουν, όμως, και doom metal ύμνοι, όπως τα «Skullcrusher» και «Clawstrophobia», το ανεπανάληπτο και -θα έλεγα προδρομικά NWOBHM- «Lightning» και το εκπληκτικό epic folk «Winter», που κάθε ακροατής του αυθεντικού «μεταλλικού ήχου» οφείλει να λάβει υπόψη. CRUCIFIXION Take It Or Leave It - single, (1982)

Πρόκειται αναμφίβολα για ένα από τα χαρακτηριστικότερα συγκροτήματα του NWOBHM. Με τους Glyn Morgan στα φωνητικά και την κιθάρα, Chris Man στο μπάσο, Pete Morgan στα τύμπανα και Geoff Ford στην κιθάρα, οι Crucifixion ξεκίνησαν το 1979 δημιουργώντας ένα μουσικό σχήμα που εξέφρασε με τον πλέον αυθεντικό τρόπο τα γνωρίσματα του πεδίου της εκκολαπτόμενης τότε σκηνής του NWOBHM. Δηλαδή, το κλασικό heavy metal μουσικό στυλ διαποτισμένο από την πεζοδρομιακή κουλτούρα της παλιάς βρετανικής εργατικής τάξης, με αισθητικές και στιχουργικές αναφορές στους κόσμους της φανταστικής λογοτεχνίας. Οι Crucifixion κυκλοφόρησαν τα singles «The Fox» (1980) και «Take It Or Leave It» (1982), ένα demo τον επόμενο χρόνο και το Ep «Green Eyes» το 1984. Σε όλες τους τις κυκλοφορίες ο ήχος είχε τα ίδια περίπου γνωρίσματα. Φέρτε στο νου σας το ρυθμικό μέρος των Iron Maiden της εποχής Di-

22

Anno, με το μπάσο να καλπάζει σε πρίμα απόηχους και τις μπαγκέτες να σφυροκοπούν ξερά τις μεμβράνες των τυμπάνων, χωρίς όμως την πολυσχιδή τεχνική και συνθετική βαθύτητα της «σιδηράς παρθένου». Προσθέστε μια πιο πεζοδρομιακή και «γηπεδικά rock’n’roll» απόχρωση στην απόδοση των φωνητικών και στην αίσθηση των κιθαριστικών riffs και φανταστείτε την μουσική αυτή πρόταση να ντύνεται με στιχουργικές θεματικές της λογοτεχνίας τρόμου. Θα έχετε σχηματίσει τότε την πρώτη εντύπωση της μουσικής ταυτότητας των Crucifixion. Προκειμένου, όμως, να περάσετε από το πεδίο της εντύπωσης σε εκείνο της απόλαυσης δεν έχετε να κάνετε τίποτε άλλο παρά να ψάξετε τις κυκλοφορίες της βρετανικής αυτής μπάντας και να δυναμώσετε την ένταση των ηχείων σας. Συνήθως, η αναφορά στην μουσική των Crucifixion συνοδεύεται από κάποια πρόταση για την ακρόαση του Ep «Green Eyes». Πρόκειται για μια εξαιρετική κυκλοφορία τριών τραγουδιών, με το ομώνυμο να κλέβει τις εντυπώσεις. Προσωπικά, όμως, θα εστιάσω στο single «Take It Or Leave It», που φιλοξενεί δύο ύμνους του NWOBHM, το ομώνυμο τραγούδι και το «On The Run». Ακούγοντας το «Take It Or Leave It» αποκομίζω την αίσθηση της ανδροπρεπούς επιθετικής εφηβείας, που κάποτε χαρακτήριζε τις γενιές των παλιών χεβυμεταλλάδων, να γεμίζει σαν μουσική γροθιά τα ηχεία. Ωστόσο, μεταφέρομαι κυριολεκτικά σε άλλες διαστάσεις, σε κόσμους ταχύτητας, αέναης νεότητας, αρρενωπής αγριάδας και αριστοκρατικής αλητείας όταν στα αυτιά μου φτάνουν οι νότες του «On The Run». Πρόκειται αναμφίβολα για ένα τραγούδι-ορισμό του NWOBHM! Χωρίς πολύπλοκη μουσική δομή αλλά με μια αίσθηση δυναμισμού, η οποία ακούγεται σα να έχει περικλείσει μέσα στο σμάλτο μερικών μελωδιών φλογισμένες ανταύγειες απ’ την πολεμική ψυχή του ομηρικού άντρα, το «On The Run» αποτελεί σημείο αναφοράς της «μεταλλικής» εφηβείας μου και αποτελεί το ένα από τα δύο τραγούδια που αναζωπυρώνουν ακόμη εκείνη την ενστικτώδη, σχεδόν αταβιστική, μεθυστική αίσθηση της μάχης, η οποία ωθούσε τους metalheads κάποτε να ξεχυθούμε στους δρόμους για να ισοπεδώσουμε κάθε αντιαισθητική αντίσταση και να επιβάλουμε την κυριαρχία μας. Δυστυχώς για την σκηνή του heavy metal οι Crucifixion δεν κυκλοφόρησαν κάποια δουλειά μετά το «Green Eyes». YΓ. Αν διερωτάσθε ποιο είναι το δεύτερο τραγούδι που προκαλεί στο φαντασιακό μου την ίδια επίδραση με το «On The Run», θα αποκαλύψω ότι αναφέρομαι στο «Defenders Of The Faith» των Αυστραλών Fortress.


23


24


αραιότερα πλέον, την εποχή της άκρατης καθωσπρέπει τεχνοκρατίας. Οι οκτώ συνθέσεις του δίσκου διαθέτουν και πιο μέτριες στιγμές («Live and Let Die»), καθώς και κάποια -ελάχιστα μα ουσιώδη- hard rock περάσματα. Το «Damn the Night» αντέχει στο σύνολο του ακατανίκητο στο πέρασμα του χρόνου, μα στην ιστορία καταγράφεται για κάτι μάλλον σημαντικότερο: Η μπάντα δύο χρόνια έπειτα άλλαξε το όνομα της σε Scanner! BERSERKS Berserks (1982)

Υπάρχουν δίσκοι γεμάτοι μουσική για πλατιά, ευρεία, κατανάλωση. Δίσκοι για τις μάζες που αρέσκονται σε κάθε είδους ανούσια μουσικά υποπροϊόντα. Υπάρχουν όμως κάπου εκεί έξω κι εκείνοι οι ξεχωριστοί δίσκοι που ανήκουν στους λίγους. Μουσικές δημιουργίες από μπάντες που έμειναν άσημες και θάφτηκαν στη λήθη του χρόνου από το ανομοιόμορφο πλήθος των άσχετων. Αυτές οι δημιουργίες όταν αγγίξουν τα αυτιά και την καρδιά αυτών των ελάχιστων, αποκτούν μία νέα μοναδική υπόσταση –όπως συμβαίνει όταν εκείνοι οι ελάχιστοι, ατρόμητοι ορειβάτες κατακτήσουν μια απάτητη κορυφή, άφθαστη για τους υπόλοιπους, τους πολλούς. Οι Ιταλοί Berserks και το μοναδικό, ομώνυμο άλμπουμ τους, αποτελούν το κρυφό, πολυτιμότερο κόσμημα της εγχώριας σκηνής τους. Ενώ η εισαγωγή του «Sex Symbol Machine» (καθώς και ο τίτλος αυτού) παραπέμπουν σε κάποιο ενδιαφέρον hard rock άκουσμα, το λυσσαλέα αρχέγονο riff που ακολουθεί αποτελεί σεμινάριο heavy metal ηχητικής κορύφωσης. Ολόκληρος ο δίσκος, αποτελούμενος από οκτώ συνθέσεις αποτελεί ένα σύνολο, που παρόμοιο του δύσκολα συναντάται. Πρωτόλειο, άγριο, γεμάτο hard rock αναφορές, μα συνάμα μοναδικά λυρικό, επιθετικό και σφύζον έμπνευση. Σε σημεία παραπέμπουν στους Brocas Helm και στη μεσαιωνική - πολεμική ατμόσφαιρα που εκείνοι χτίζουν ηχητικά. Το μελωδικό «The Lady Of Loverock», το σαρωτικό «The King In

The Drea» το ωμό «I Want You, You Want Me» και το «Sky» που κλείνει το δίσκο είναι απλά σπουδαία κομμάτια ενός έξοχου μεταλλικού ψηφιδωτού, που απευθύνεται σε εκείνους τους ελάχιστους ακροατές που προανέφερα στην εισαγωγή του παρόντος κειμένου. Όλα τα τραγούδια είναι βασισμένα στα πρωτογενή κιθαριστικά riffs και στα βραχνά, τραχιά, σε σημεία τσιριχτά, μα πάντα ιδιαίτερα φωνητικά. Η μουντή παραγωγή αφήνει μάλλον πίσω το αξιόλογο rhythm section, προσθέτει όμως αυθεντικότητα στην ανείπωτη cult γοητεία των Berserks, σε συνδυασμό με το εξίσου απόκοσμα υπέροχο εξώφυλλο. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1982 και έκτοτε τίποτε δεν έγινε γνωστό για το συγκρότημα. Δεν επανακυκλοφόρησε ποτέ επίσημα ενώ και οι μουσικοί της μπάντας πιθανό να μην ασχολήθηκαν ξανά με το ιδίωμα αφού (και μετά από σχετική έρευνα), δε προκύπτουν στοιχεία για μετέπειτα συμμετοχή τους σε άλλα σχήματα. Άφησαν πίσω τους ένα παντοτινό αριστούργημα μονολιθικού heavy metal. Γι’ αυτό και θα είναι πάντα εκεί. Στις καρδιές των λιγοστών.. ETERNAL CHAMPION The Armor of Ire (2016)

Έκδηλος ήταν ο ενθουσιασμός στους underground κύκλους του αυθεντικού heavy metal, όταν το Μάρτιο του 2015 κυκλοφόρησε το split album των Eternal Champion και των Gatekeeper. Όσον αφορά τους πρώτους οι τρεις συνθέσεις «The Last King of Pictdom», «War At The Edge Of The End» και το καταιγιστικό «Retaliator», εντυπωσίασαν και δημιούργησαν υψηλές απαιτήσεις. Χρειάστηκε όμως να περάσουν δεκαοκτώ μήνες έκτοτε, για να ακούσουμε - βιώσουμε το επίσημο, ολοκληρωμένο δισκογραφικό ντεμπούτο των Αμερικάνων, υπό τον πλέον κατάλληλο και εύηχο τίτλο «The Armor Of Ire». Μόλις ο μικρός δίσκος τοποθετείται στο στερεοφωνικό από τα ηχεία αφήνεται να ξεχυθεί ωμό, σχεδόν ακατέργαστο, περήφανο, επικό ατσάλι που παραπέμπει σε άλλες -ενδοξότερες, αναμφίβολα- εποχές. Σε ’κείνες δηλαδή, που οι δίσκοι μέσα σε 35 μόλις λεπτά γέμιζαν χιλιάδες

25

μεταλλικών καρδιών με μοναδικά, απαράμιλλα συναισθήματα. To ύφος των Eternal Champion είναι τραχύ, ορμητικό, άγρια μελωδικό και αγέρωχα επιβλητικό. Το κουιντέτο αποδίδει τις συνθέσεις του με την απολύτως απαραίτητη (επαρκέστατη όμως) τεχνική δεινότητα, μα με περισσή ψυχή και ασίγαστο πάθος! Η μουσική του «The Armor Of Ire» πηγάζει κατευθείαν από την ψυχή των μουσικών που την δημιουργούν. Πομπώδες ύφος, ταχύτητα, τραχύτητα και mid-tempo σημεία που καθηλώνουν τον υποψιασμένο ακροατή. Έξι τραγούδια και δυο instrumental συνθέσεις (ιδιαίτερη προτίμηση στο «Blood Ice») με την απαιτούμενη ατμόσφαιρα, δημιουργούν ένα σύνολο που ακούγεται απνευστί μέχρι τέλους και πάμπολλες φορές. Αιχμή του δόρατος αποτελούν τα έξοχα, στιβαρά και τόσο αρκούντως στομφώδη φωνητικά του αρχηγού Jason Tarpley, καθώς και οι φοβεροί του στίχοι. Οι λέξεις του πηγάζουν, εμπνεόμενες από τις αριστουργηματικές νουβέλες ηρωικής φαντασίας και τρόμου των Μεγάλων του ειδους, H.P. Lovecraft, M. Moorcock, Robert E. Howard , και του εκπληκτικού Karl E. Wagner - στις ιστορίες του οποίου βασίζονται τα κορυφαία «The Last King of Pictdom» και «Sing a Last Song of Valdese». Τα «I Am The Hammer» και το ομώνυμο βασίζονται με την σειρά τους στην δεύτερη νουβέλα ηρωικής φαντασίας που έχει γράψει ο Tarpey, η οποία πρόκειται να κυκλοφορήσει πιθανότατα εντός του έτους. Το πρώτο του διήγημα «Vengeance Of The Insane God» εμπεριέχονταν στην συλλογή «Swords Of Steel», την οποία επιμελείται ο Howie Bentley των μεγάλων Cauldron Born! Υπέροχο και το χειροποίητο εξώφυλλο, πλήρως εναρμονισμένο με το ύφος της μπάντας. Ο πολεμιστής, το ξίφος, η φύση, όλα συνηγορούν των προθέσεων της μπάντας. Το «The Armor of Ire» αποδίδει περίτρανα το δικό του, φόρο τιμής στους πρωτομάστορες της φανταστικής λογοτεχνίας καθώς – ιδίως - και σε όλα εκείνα τα συγκροτήματα που έθεσαν τις βάσεις του μεταλλικού επικού ήχου τη δεκαετία του ‘80 από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Και το σημαντικότερο: δίχως να αντιγράφει κανένα εξ αυτών. Τιμά το παραδοσιοκρατικό παρελθόν της μουσικής μας και ορθώνει το ανάστημα του, απέναντι στην αντιαισθητική λαίλαπα του σήμερα. Οι Eternal Champion δεν απευθύνονται, βέβαια, στις πλατιές μάζες, μα αποτελούν αναμφίβολα ένα από τα πολυτιμότερα διαμάντια της σκηνής. Οι μυημένοι τους έχουν ήδη λατρέψει. Χρήστος Νάστος


Γιώργος Θεμελής «Runners High» εκδόσεις: Συμπαντικές Διαδρομές του Σταμάτη Μαμούτου Πριν από μερικούς μήνες ο καλός μου φίλος Μπάμπης με παρότρυνε να διαβάσω άμεσα το μυθιστόρημα «Runners High» του Γιώργου Θεμελή. Η αλήθεια είναι ότι αρχικά ένιωσα έκπληξη με αυτή του την πρωτοβουλία. Γνώριζα ότι ο Μπάμπης διαθέτει αλάνθαστο γούστο σε ό,τι αφορά την μουσική σκηνή του hard core και του ευρύτερου ακραίου ήχου. Δεν τον θυμόμουν, όμως, στα εικοσιπέντε χρόνια που τον γνωρίζω, να σχετίζεται με την λογοτεχνία του φανταστικού. Επιπλέον, η όχι καλή μου σχέση με τις εν λόγω εκδόσεις αποτέλεσε ένα ακόμη στοιχείο το οποίο με έκανε επιφυλακτικό. Όταν, όμως, αποφάσισα να διαβάσω το «Runners High» κατάλαβα γιατί ο φίλος μου επέμενε να του δώσω την πρέπουσα σημασία. Το βιβλίο του Γιώργου Θεμελή αποτελεί ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, που χωρίς να διαθέτει υφολογικά γνωρίσματα τα οποία θα με βοηθούσαν να το κατατάξω εύκολα σε κάποια από τις λογοτεχνικές κατηγορίες του φανταστικού, δεν θα ήταν λάθος να χαρακτήριζα ως ένα έργο που αντλεί κυρίως επιρροές από τον χώρο της cyberpunk επιστημονικής φαντασίας. Με αφηγηματική ένταση, με ενδιαφέροντες χαρακτήρες -ιδίως για όσους αρεσκόμαστε στην rock και heavy metal μουσική- και με ζωντανούς διαλόγους, το «Runners High» δικαιούται αναμφίβολα μια θέση ανάμεσα στα καλύτερα ελληνικά βιβλία επιστημονικής φαντασίας που έχουν κυκλοφορήσει. Η υπόθεση διαδραματίζεται στις μελλοντικές Η.Π.Α όπου η οικονομική κεφαλαιοκρατική ελίτ, αντλώντας συμμάχους εντός ενός κοινωνικού φάσματος το οποίο περιλαμβάνει από πολιτικούς φορείς μέχρι ανθρώπους της μαφίας, καταφέρνει να προβάλει ως κεντρικό πολιτικό αίτημα τον διαμελισμό της χώρας σε ανεξάρτητα πολιτειακά μπλοκ. Κατά διαβολική σύμπτωση ένα σκεύασμα που χρησιμοποιείται πειραματικά σε ναρκομανείς έρχεται στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων. Κάποιοι Αμερικανοί πολιτικοί που αντιστέκονται στην οικονομική ελίτ θέλουν να ανακαλύψουν τι κρύβει η εταιρία παραγωγής του εν λόγω σκευάσματος, γιατί πιστεύουν ότι η αποκάλυψή τους θα αποτρέψει τον διαμελισμό της χώρας. Γραφεία πολυεθνικών εταιριών, κτίρια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, βίλες εκατομμυριούχων που διψούν για περισσότερη πολιτική εξουσία, στέκια μηχανόβιων, rock bars, καταγώγια που προσφέρουν στριπτίζ show και πολλά ακόμη σημεία της αμερικανικής καθημερινότητας ζωντανεύουν θαυμαστά, αποτελώντας τα λογοτεχνικά σκηνικά που στήνει ο Θεμελής προκειμένου να παρουσιάσει το εξαιρετικό του μυθιστόρημα. Ένα από τα δυνατά σημεία του «Runners High» αποτελεί η βαθύτατα αποκαλυπτική περιγραφή της «ανθρωποφαγικής» κουλτούρας που προκρίνει η ιδεολογία του αγοραίου φιλελευθερισμού στο πολιτικό και το οικονομικό πεδίο. Όποιος δεν έχει στην φαρέτρα του τις κατάλληλες πληροφορίες για να «τελειώσει» έναν συνάνθρωπό του, αν βρεθεί στο λάθος σημείο, πατιέται σαν μυρμήγκι, άνευ ηθικής ή άλλης αξιολόγησης. Ο συγγραφέας περιγράφει τον Λεβιάθαν του πρακτικού φιλελευθερισμού σα να είχε ζήσει εκ των έσω την ζωή ενός στελέχους πολυεθνικής εταιρίας. Το «Runners High» πέρα από ένα μυθιστόρημα που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος, αποδεικνύει για πολλοστή φορά πως η φαντασία είναι η νοητική δύναμη που μπορεί να συλλάβει την αλήθεια στην πιο διαυγή της διάσταση.

26

Νίκος Βλαντής «Greek Psycho, Η Απόλυτη Νεοελληνική Ψύχωση» εκδόσεις: Οξύ του Σταμάτη Μαμούτου Ο Νίκος Βλαντής αποτελεί έναν από τους κορυφαίους Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού. Διαθέτοντας ιδιαίτερο λογοτεχνικό ύφος κατάφερε να συνδυάσει την -εμποτισμένη στην αχλή υπόρρητων συμβολισμών- φανταστική αφήγηση με το ιστορικό μυθιστόρημα, γεγονός που τον βοήθησε να διαρρήξει τα στενά πλαίσια της ελληνικής κοινότητας του φανταστικού και να απευθυνθεί σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό με μυθιστορήματα όπως τα «Writersland» «Αλκιβιάδης Δεσμώτης» και «Λήθη». Το «Greek Psycho» θεωρήθηκε εξαρχής ως το πλέον ασύμβατο με το γνωστό του ύφος μυθιστόρημα που εξέδωσε. Πέραν τούτου, τυχαίοι λόγοι με είχαν κάνει να το ξεχάσω για αρκετά χρόνια σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου. Μέχρι που το περασμένο καλοκαίρι αποφάσισα να το διαβάσω. Και τότε αντιλήφθηκα πόσο είχα σφάλει, μη δίνοντάς του την πρέπουσα σημασία, όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί αναμφίβολα κατατάσσεται στα καλύτερα μυθιστορήματα της σύγχρονης ελληνικής βιβλιογραφίας! Το «Greek Psycho» αποτελεί, κατ’ αρχάς, ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Η ορμή της αφήγησης του Βλαντή είναι τέτοια που κάνει τον αναγνώστη να αισθάνεται σαν ένα αόρατο χέρι να εξέρχεται από τις σελίδες του και να τον κρατά καθηλωμένο στην συνέχεια της υπόθεσης, μέχρι να ολοκληρώσει την ανάγνωσή του. Γεννάται άμεσα, όμως, το ερώτημα, πόσοι αναγνώστες μπορούν να νοιώσουν κάτι τέτοιο; Το «Greek Psycho» σαφώς και δεν απευθύνεται στις κυρίες που διαβάζουν συγγραφείς προβαλλόμενους από τηλεοπτικές life style εκπομπές, ούτε σε «καθωσπρέπει» ορθολογιστές που πιστεύουν στην «κοινωνία των πολιτών». Πρόκειται για ένα κείμενο που διαθέτει τιτάνια δυναμική, επιθετικό ύφος και κυνικό γλώσσα. Είναι ακριβώς αυτό το οποίο ο Λιάκος Μπουρνόβας, ένας ταλαντούχος νέος Έλληνας συγγραφέας, ορίζει ως μυθιστόρημα «stoner» λογοτεχνίας. Γραμμένο με ένα κινηματογραφικό στυλ, το οποίο βρίθει από επιρροές της σκηνοθετικής φιλοσοφίας του Ταραντίνο, το «Greek Psycho» αφηγείται την ιστορία ενός μικροαπατεώνα κατασκευαστή οικοδομών, ο οποίος κατά την εποχή του εκσυγχρονισμού διεισδύει στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και ζει σύμφωνα με το υλιστικό, αγοραίο και καταναλωτικό πρότυπο εκείνης της εποχής. Γρήγορα, όμως, ανακατεύεται σε βρώμικες δουλειές με αποτέλεσμα να βρεθεί στο επίκεντρο μιας υπόθεσης στην οποία εμπλέκονται διεφθαρμένοι υπουργοί, μιζαδόροι εργολάβοι, ημιπαράνομοι ιδιοκτήτες μεγάλων νυχτερινών κέντρων, ντίβες της πίστας, μπράβοι της νύχτας, μεταναστευτικές κοινότητες, σαδομαζοχιστές εκτελεστές συμβολαίων θανάτου, παρακρατικοί και «λαδωμένοι» δημοφιλείς δημοσιογράφοι. Με εξαιρετικό μαύρο χιούμορ και με περιγραφές ωμής αλήθειας -αιμοβόρα βίαιης κάποιες φορές- ο Βλαντής κατάφερε με αυτό το μυθιστόρημα να πετάξει τον γυαλιστερό μανδύα του συστήματος εξουσίας, το οποίο είχε ως κορυφή την κυβέρνηση Σημίτη και εγκαθιδρύθηκε στην χώρα την λεγόμενη εποχή του εκσυγχρονισμού (1996-2004), και να αποκαλύψει με εκπληκτική ακρίβεια την σαπίλα που έκρυβε από τα μάτια των αδαών στα έγκατά του. Χρειάζεται να έχει κανείς απλώς βασικές γνώσεις πολιτικής ιστορίας για να διαπιστώσει το πόσο εύστοχα ήταν όσα έγραψε μέσα στην εποχή της εκσυγχρονιστικής παραζάλης ο συγγραφέας.


Είναι απαραίτητο να διαθέτει, όμως, και το ανάλογο ψυχικό σθένος, ώστε να μπορέσει να τον ακολουθήσει στα άδυτα των αληθειών του πλέον βρωμερού περιβάλλοντος. Δηλαδή, του περιβάλλοντος της ελλαδικής εξουσίας. Γιατί η αφήγηση του Βλαντή δεν μένει απλά στην αποκαλυπτική περιγραφή του σαπισμένου εξουσιαστικού συστήματος αλλά εξετάζει και την επιρροή που αυτό άσκησε στην ηθική έκλυση του μέσου Έλληνα ο οποίος διαλεγόταν καθημερινά με τις εξουσιαστικές του δομές και αφομοίωνε την κουλτούρα του. Υπογραμμίζω, ως πολιτικός επιστήμονας, πως τα όσα γράφει ο Βλαντής, μολονότι παρουσιάζονται στα πλαίσια μιας κινηματογραφικού τύπου, γρήγορης και σε κάποια σημεία «splatter» μυθιστορηματικής αφήγησης, αποτελούν αψεγάδιαστα ειλικρινή καταγραφή των όσων όντως συνέβαιναν και του τρόπου που λειτούργησε -και εξακολουθεί να λειτουργεί- η μηχανή του πολιτικού, οικονομικού και mediaκού συστήματος της «ευρωπαϊκοενωσίτικης» ελλαδικής εξουσίας. Διαβάστε το «Greek Psycho», οπωσδήποτε! Αν το κάνετε θα αποκομίσετε λογοτεχνική τέρψη και θα μετρήσετε τις αντοχές σας ως αναζητητές της πολιτικής αλήθειας. Βαγγέλης Γεωργάκης «Σκοτεινές Αναλαμπές» , εκδόσεις: OASIS του Χρήστου Νάστου Ανέκαθεν πίστευα πως η πραγματική αξία ενός συγγραφέα αναδεικνύεται πρωτίστως μέσα από το διήγημα. Σε κείνη δηλαδή την μορφή αφήγησης, όπου μέσα σε ελάχιστες σελίδες θα πρέπει να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον τον αναγνώστη στην δική του δίνη έμπνευσης. Εκεί όπου καμία λέξη δεν φαντάζει περιττή, εκεί όπου κάθε φράση οφείλει να έχει ξεκάθαρο νόημα και σκοπό μέσα στην ιστορία. Ο εξαιρετικά ποιοτικός και ανερχόμενος εκδοτικός οίκος OASIS, παρουσιάζει το νέο συγγραφικό έργο ενός εξίσου αξιόλογου δημιουργού που οφείλουμε να μην επιτρέψουμε να περάσει απαρατήρητο. Οι «Σκοτεινές Αναλαμπές» αποτελούνται από δεκατρία διηγήματα που ξεκινούν μέσα σε ένα άκρως ρεαλιστικό περιβάλλον για να εξελιχθούν απρόσμενα σε κάτι εντελώς απόκοσμο και εξωπραγματικό. Εδώ ο Βαγγέλης Γεωργάκης κινείται ξεκάθαρα στο χώρο του φανταστικού και συγκεκριμένα, στα πεσιμιστικά, παράδοξα και συχνά αιματοβαμμένα μονοπάτια του σύγχρονου αστικού τρόμου. Ο φαντασιακός τρόμος, η μιαρή πολιτική, το heavy metal, οι σύγχρονοι κοινωνικοί εφιάλτες, το υπερβατικό, η απώλεια λύτρωσης και μια πληθώρα συναισθημάτων διατρέχουν το σύνολο των μικρών αυτών έργων (το μεγαλύτερο των οποίων καταλήγει σε δεκατέσσερις σελίδες!). Εδώ σχεδόν απόλυτο ρόλο κατέχει το σκοτάδι. Το σκοτάδι και οι αναλαμπές του, που κινούνται απειλητικά, μέσα από μικρές ιστορίες οι οποίες πείθουν στο έπακρο, τσαλακώνουν, συχνά εντυπωσιάζουν, και (αρκετές εξ αυτών) εντυπώνονται στο μυαλό και κατόπιν ταξιδεύουν για το υποσυνείδητο μας. Εξαιρετική χρήση της γλώσσας -σκληρής και απέριττης συχνά- , χαρακτηρίζει όλα τα διηγήματα. Η συχνά εφιαλτική κοινωνική καθημερινότητα εμπνέει τον συγγραφέα, να αποτυπώσει το δημιουργικό του ταλέντο, συνενώνοντας την με αυτούσιο, απαράμιλλο και υποχθόνιο, αστικό τρόμο κάτω από ένα underground πρίσμα. Μέσα από τις εκατόν έξι σελίδες των δεκατριών σύντομων αφηγήσεων, ο ωμός ρεαλισμός, ο σκοτεινός ρομαντισμός, η ανθρώπινη συντριβή και το ασύγκριτα γοητευτικό παράδοξο, ενοποιούνται σε μία νέα πραγματικότητα.. Όσοι αρέσκονται σε αυτού του είδους τα αναγνώσματα θα ανακαλύψουν σε αυτό το βιβλίο κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ξεχωρίζω, με καθαρά προσωπικά κριτήρια και άνευ αξιολογικής σειράς, τα «Απόλυτο Σκοτάδι», «Τζον Μίλτον», «Κάρνεγκι Χολ», «Ανελέητη Νύχτα», «Nεκρός Ξανά» και το καταληκτικό «Παιδί από την Κόλαση».

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να δοθεί και στη συνολική αισθητική του βιβλίου. Το απόλυτα ταιριαστό και προσεγμένο εξώφυλλο, η ποιότητα της εκτύπωσης, ακόμη και οι εξαιρετικές γραμματοσειρές που έχουν επιλεγεί στους τίτλους και στα κείμενα, δείχνουν την αμέριστη αγάπη όλων των συντελεστών των εκδόσεων OASIS για το βιβλίο ως μέσο γνήσιας αισθητικής προσέγγισης . Οι σκοτεινές αναλαμπές, ας συναντήσουν άφοβα τις νύχτες μας... εκεί που όλα φαντάζουν καθαρότερα. Σουζάνα Χατζηνικολάου «Το Αυγό του Θεού», εκδόσεις Κέδρος του Δημήτρη Αργασταρά «Το Αυγό του Θεού» των εκδόσεων Κέδρος είναι το δεύτερο μυθιστόρημα φαντασίας της Σουζάνας Χατζηνικολάου, τρία χρόνια μετά το ντεμπούτο της με το πρωτόλειο «Ίριδα, η πόλη της ψυχής μας». Στον κόσμο της Νεβάντε, λοιπόν, αυτή τη φορά, ξεχωρίζει η περιβόητη πρωτεύουσα Βαγιαμόρεν, που περιβάλλεται από ψηλά συμπαγή τείχη με είκοσι πύλες, δέκα εισόδους και δέκα εξόδους, για τους εμπόρους και τους προσκυνητές. Το εσωτερικό της είναι περισσότερο ένα σύμπλεγμα ναών και ιερών που οδηγούν τελικά στον μεγάλο ναό Σελέτικ, στον λόφο της πόλης, εκεί όπου δοξάζεται ο θεός Γκνοφόσιρ. Η δύναμη του ιερατείου, και συγκεκριμένα του Μεγάλου Αρχιερέα Ζεσπίκα, έχει φτάσει σε τέτοια ισχύ ώστε η Βαγιαμόρεν είναι πλέον μια ακραία θεοκρατική κοινωνία, οι Ιεροί Νόμοι είναι απαράβατοι και ρυθμίζουν σε απόλυτο βαθμό τη ζωή των κατοίκων. Έτσι, οποιαδήποτε αμφισβήτηση θεωρείται τρομερό έγκλημα και οι ένοχοι καταδικάζονται ως δαιμονισμένοι. H τιμωρία τους είναι να σημαδευτούν στο μέτωπο με τη Σφραγίδα της οργής του θεού και να εξοριστούν από την πόλη, στιγματισμένοι και απόκληροι. Ένας τέτοιος εξόριστος είναι κι ο Φίλκε που ύστερα από τέσσερα χρόνια αποφασίζει να επιστρέψει πίσω – είναι το τελευταίο πράγμα που του έχει μείνει πλέον να κάνει. Μετά την πρώτη του αποτυχημένη προσπάθεια να περάσει μία από τις πύλες, θα συναντήσει δύο νεαρά αδέρφια, τον Ίλυ και τον Άνικ, εμπόρους κρασιού από τη Μοτιάνα και γιους εξόριστης μητέρας, που θα θελήσουν να τον βοηθήσουν. Έτσι ο Φίλκε θα διαβεί πάλι τους γνώριμους δρόμους, θα επιχειρήσει να επισκεφτεί το πατρικό του, θα συναντηθεί με την αδερφή του Σιντιάνα, θα βρει τον παλιό του φίλο Σίντρο και θα λύσουν την παρεξήγηση που δημιουργήθηκε μεταξύ τους με την καταδίκη του. Όμως τα πράγματα κάθε άλλο παρά ιδανικά είναι, όπως αναμένεται άλλωστε για έναν εξόριστο... Σταδιακά αποκαλύπτεται πως μακριά από τη Βαγιαμόρεν, πέρα από τις παροδικές αντιπαλότητες και αντιδικίες των ανθρώπων, ένα πιο τρομερό κακό καραδοκεί. Οι θεοί και οι δαίμονες έχουν να δώσουν τη δική τους μάχη για την επικράτηση στον κόσμο. Φοβεροί δράκοι θα ξεχυθούν πάνω από τη Νεβάντε. Κρυπτογραφημένα μηνύματα και αρχαία μυστικά θα πρέπει να λυθούν, τη στιγμή που η συντροφιά με τον τελευταίο εξόριστο θα έχει τη δική της ξεχωριστή αποστολή... Διαβάζοντας το «Αυγό του Θεού» δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πως αποτελεί ένα από τα καλογραμμένα μυθιστορήματα στο είδος του ελληνικού fantasy. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη – η πλούσια, έντονα χρωματισμένη γραφή, η παραστατική δύναμη της αφήγησης, η ευχέρεια στην περιγραφή ακριβών εικόνων, οι όμορφες και εμπνευσμένες μεταφορές. Η Σουζάνα Χατζηνικολάου πετυχαίνει να μας εισάγει στον κόσμο που πλάθει η δημιουργική της φαντασία με αφηγηματική ευχέρεια και περιγραφική άνεση. Στο «Αυγό του Θεού» βρήκαμε την απόλαυση που μπορεί να αντλήσει κανείς από ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, την νοερή παραμονή σε έναν κόσμο γοητευτικό, όπου η επική φαντασία συμπλέκεται με το παραμύθι, ενώ τα ηθικά διλήμματα και τα προσωπικά πάθη συναντούν τους αρχαϊκούς μύθους και τις αρχετυπικές δυνάμεις.

27


Ἡ προσωπίδα τοῦ Ἐρυθροῦ Θανάτου Διήγημα τοῦ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε Ἀπόδοσις: Εὐστράτιος Εὐ. Σαρρῆς

Στὴν ἑλληνικὴ ἄρχουσα τάξι

«Ἐρυθρὸς Θάνατος» ἐπὶ μακρὸν ἀφάνιζε τὴν χώρα. Οὐδέποτε ὑπῆρξε λοιμὸς πλέον ὀλέθριος ἢ τόσο ἀποκρουστικός. Τὸ αἷμα ἦταν ἡ ἐνσάρκωσι καὶ ἡ σφραγῖδα του – ἡ ἐρυθρότητα καὶ ἡ φρίκη τοῦ αἵματος. Ἐμφανιζόταν μὲ ὀξεῖς πόνους καὶ ξαφνικὴ ζάλη καὶ κατόπιν ἄφθονη αἱμοῤῥαγία ἀπὸ τοὺς πόρους μέχρι καταλήξεως. Οἱ φλογοκόκκινες κηλῖδες πάνω στὸ σῶμα καὶ ἰδίως ἐκεῖνες στὸ πρόσωπο τοῦ θύματος, ἦσαν τὸ ἀπαγορευτικὸ ποὺ ἀπέτρεπε κάθε προσφορὰ βοήθειας καὶ συμπόνιας ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Καὶ ἡ ὅλη ἐκδήλωσι, πρόοδος καὶ ὁλοκλήρωσι τοῦ κύκλου τῆς ἀσθένειας, ἦταν περιστατικὸ τῆς μισῆς ὥρας. Ὅμως ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο ἦταν εὐτυχὴς καὶ θαῤῥαλέος καὶ νουνεχής. Ὅταν οἱ ἐπαρχίες του ἐρημώθηκαν ἀπὸ τοὺς μισοὺς κατοίκους, προσκάλεσε ἐνώπιόν του χίλιους ἀκμαίους καὶ ἀμέριμνους φίλους, διαλεγμένους ἀπὸ τοὺς ἱππότες καὶ τὶς κυρίες τῆς αὐλῆς, καὶ μὲ τὴν συντροφιὰ ἐκείνων ἀπεσύρθη, αὐστηρὰ ἀπομονωμένος, ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν ὠχυρωμένων ἀββαείων του. Τὸ ἀββαεῖο, κατασκευὴ ἐκτενὴς καὶ μεγαλόπρεπη, εἶχε οἰκοδομηθῆ σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιόῤῥυθμη ἀλλὰ περίβλεπτη προσωπική του αἰσθητική. Τὸ γυρόφερνε ἰσχυρὸ καὶ ὑψηλὸ τεῖχος. Τὸ τεῖχος εἶχε πύλες σιδηρές. Οἱ αὐλικοί, ἀφοῦ μπῆκαν, ἔφεραν καμίνους καὶ ὀγκώδη σφυριὰ καὶ συγκόλλησαν τοὺς σύρτες. Ἀποφάσισαν νὰ μὴν ἀφήσουν τρόπους εἰσόδου ἢ ἐξόδου γιὰ παρορμητικὲς ἐνέργειες ἕνεκα ἀπελπισίας τῶν ἔξω ἢ φρενίτιδας τῶν ἐντός. Τὸ ἀββαεῖο ἦταν πλούσια ἐφωδιασμένο. Μὲ τέτοιες προφυλάξεις οἱ αὐλικοὶ μποροῦσαν νὰ ἀντισταθοῦν στὴν μετάδοσι τοῦ λοιμοῦ. Ὁ ἔξω κόσμος ἂς φρόντιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐν τῷ μεταξὺ θεωρεῖτο ἀνοησία ἡ θλῖψι καὶ ἡ περισυλλογή. Ὁ πρίγκηπας εἶχε προμηθευθῆ μὲ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τέρπουν. Ὑπῆρχαν γελωτοποιοί, ὑπῆρχαν καὶ αὐτοσχεδιαστὲς καὶ μπαλαρῖνες καὶ μουσικοί, ὑπῆρχε καλλονὴ καὶ οἶνος. Ὅλα αὐτὰ σὺν ἀσφάλεια ὑπῆρχαν μέσα. Ἀπ’ ἔξω, ὁ «Ἐρυθρὸς Θάνατος». Ἦταν πρὸς τὸ τέλος τοῦ πέμπτου ἢ ἕκτου μήνα τῆς ἀπομονώσεώς του, καὶ ἐνῷ ὁ λοιμὸς σάρωνε ἔξω μὲ περισσὴ ἀγριότητα, ὅταν ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο ψυχαγώγησε τοὺς χίλιους φίλους του μὲ ἕναν χορὸ μεταμφιεσμένων τῆς πλέον ἔκτακτης μεγαλοπρέπειας.

Προσέφερε θέαμα ἀπολαυστικὸ αὐτὸς ὁ χορός. Ὅμως πρῶτα θὰ περιγράψω τὶς αἴθουσες ποὺ ἔλαβε χώρα. Ὑπῆρχαν ἑπτά – μιὰ σειρὰ αὐτοκρατορική. Σὲ πολλὰ παλάτια, ὡστόσο, τέτοιες σειρὲς αἰθουσῶν σχηματίζουν μιὰ μακριὰ καὶ εὐθεῖα προοπτική, ἐνῷ οἱ πτυσσόμενες πόρτες διπλώνονται καί ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς σχεδὸν ὣς τοὺς τοίχους, ὥστε μετὰ βίας ἐμποδίζεται ἡ θέα καθ’ ὅλη τους τὴν ἔκτασι. Ἐδῶ ἡ περίπτωσι διέφερε ἀρκετά, ὅπως θὰ ἀναμενόταν ἕνεκα τῆς ἀγάπης τοῦ δούκα γιὰ τὸ ἀλλόκοτο. Τὰ διαμερίσματα εἶχαν ταχθῆ τόσο ἀκανόνιστα ποὺ ἡ ὅρασι συνελάμβανε μόλις λίγο πέραν τοῦ ἑνὸς κάθε φορά. Ἀνὰ εἴκοσι μὲ τριάντα γιάρδες ὑπῆρχε καὶ μιὰ ἀπότομη στροφὴ καὶ σὲ κάθε στροφὴ μιὰ πρωτόφαντη εἰκόνα. Δεξιὰ καὶ ἀριστερά, στὸ μέσον κάθε τοίχου, ἕνα ψηλὸ καὶ στενὸ γοτθικὸ παράθυρο ἔβλεπε πρὸς ἕναν κλειστὸ διάδρομο ποὺ ἀκολουθοῦσε τὰ γυρίσματα τῆς σειρᾶς τῶν αἰθουσῶν. Τοῦτα τὰ παράθυρα ἦσαν ὑαλογραφήματα τῶν ὁποίων τὸ χρῶμα ποίκιλλε ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἀπόχρωσι τοῦ διάκοσμου στὸ διαμέρισμα ὅπου ἄνοιγαν. Στὴν αἴθουσα τοῦ ἀνατολικοῦ ἄκρου ὁ διάκοσμος κρεμόταν, γιὰ παράδειγμα, σὲ χρῶμα κυανό – καὶ σὲ ἔντονο κυανὸ ἦσαν τὰ παράθυρά του. Ἡ δεύτερη αἴθουσα πορφυρῆ ὅσον ἀφορᾷ τὰ διακοσμητικὰ στοιχεῖα καὶ τὶς ταπητοστρώσεις, καὶ οἱ ὑαλοπίνακες ἐπίσης πορφυροῖ. Ἡ τρίτη πράσινη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, τὸ ἴδιο καὶ τὰ παράθυρά της. Ἡ τέταρτη ἐπιπλωμένη καὶ φωτισμένη μὲ χρῶμα πορτοκαλί – ἡ πέμπτη λευκή – ἡ ἕκτη μενεξεδιά. Ἡ ἕβδομη αἴθουσα ἦταν ἑρμητικὰ κλεισμένη μὲ μαύρους βελούδινους τάπητες ποὺ κρέμονταν πανταχόθεν τῆς ὀροφῆς καὶ κατεβαίνοντας τοὺς τοίχους ἔπεφταν μὲ βαρειὲς πτυχώσεις πάνω σ’ ἕνα χαλὶ τοῦ ἰδίου ὑλικοῦ καὶ τόνου. Ἀλλὰ σὲ τούτη τὴν αἴθουσα μόνο, τὸ χρῶμα τῶν παραθύρων δὲν ἀναλογοῦσε μὲ τὴν ὑπόλοιπη διακόσμησι. Οἱ ὑαλοπίνακες ἐδῶ ἦσαν φλογοκόκκινοι – ἕνα βαθὺ αἱμάτινο χρῶμα. Ἐπὶ πλέον σὲ καμμία ἀπὸ τὶς ἑπτὰ αἴθουσες δὲν ὑπῆρχε λύχνος ἢ κηροπήγιο, μέσα στὴν πληθώρα τῶν χρυσῶν στολιδιῶν, τῶν τοποθετημένων σποραδικὰ κατὰ μῆκος ἢ κρεμασμένων ἀπὸ τὴν ὀροφή. Δὲν ὑπῆρχε κανενὸς εἴδους φῶς νὰ διαχέεται ἀπὸ λύχνο ἢ κερὶ ἐντὸς τῆς σειρᾶς τῶν αἰθουσῶν. Ἀλλὰ στοὺς παράλληλους δ ι α δ ρ ό μ ο υ ς , ἀντικρυστὸς στὸ κάθε παράθυρο, στεκόταν τρίποδας βαρὺς ποὺ στήριζε ἕνα μαγκάλι φωτιᾶς, ἡ ὁποία καὶ σκόρπιζε τὶς ἀκτῖνες της διὰ μέσου τοῦ χρωματιστοῦ γυαλιοῦ φωτίζοντας μὲ δυσάρεστη λαμπρότητα τὴν αἴθουσα. Καὶ ἔτσι παραγόταν μιὰ ποικιλία Harry Clarke φανταχτερῶν καὶ ἐξόχων ἐμφανίσεων. Στὴν δυτικὴ ὡστόσο ἢ μαύρη αἴθουσα ἡ εἰκόνα ποὺ ἔδινε ἡ ῥέουσα, πάνω στὰ μελανόχροα ὑφάσματα τῶν τοίχων καὶ διὰ μέσου τῶν αἱματόχρων ὑαλοπινάκων, λάμψι τῆς φωτιᾶς, ἦταν εἰς τὸ ἔπακρον στοιχειωτικὴ καὶ δημιουργοῦσε τόσο ἄγρια ἔκφρασι στὰ πρόσωπα τῶν εἰσερχομένων, ποὺ μόνον λίγοι ἀπὸ τὴν συντροφιὰ εἶχαν τὸ θάῤῥος νὰ πατήσουν πόδι ἐντὸς τῶν ὁρίων της.

28


Masque of the Red Death, Comic Vampirella #110, Μάιος 1982

Ἦταν σ’ αὐτὴ τὴν αἴθουσα, ὁμοίως, ὅπου στεκόταν κολλητὰ στὸν δυτικὸ τοῖχο, ἕνα γιγαντιαῖο ἐβένινο ῥολόι. Τὸ ἐκκρεμές του ταλαντευόταν πέρα δῶθε μ’ ἕναν ὑπόκωφο, βαρύ, μονότονο χτύπο. Καὶ ὅταν ὁ λεπτοδείκτης ὡλοκλήρωνε τὸν γῦρο τῆς ἐπιφάνειας καὶ κόντευε νὰ σημάνῃ τὴν ὥρα, τότε ἔβγαινε ἀπὸ τοὺς ὀρειχάλκινους πνεύμονες τοῦ ῥολογιοῦ ἦχος καθαρὸς καὶ δυνατὸς καὶ βαθὺς καὶ ὑπέρμετρα μελῳδικός, ἀλλὰ μὲ τόσο παράξενο τόνο καὶ ἐμφατικός, ὥστε κατὰ τὴν λῆξι κάθε ὥρας οἱ μουσικοὶ τῆς ὀρχήστρας ἀναγκάζονταν νὰ διακόψουν, πρὸς στιγμήν, τὴν ἐκτέλεσι γιὰ νὰ ἀφουγκραστοῦν τὸν ἦχο. Συνεπῶς καὶ οἱ χορευτὲς σταματοῦσαν ὑποχρεωτικὰ τὴν σειρὰ τῶν βηματισμῶν τους, πρᾶγμα ποὺ προκαλοῦσε σύντομη ἀναστάτωσι σ’ ὅλη τὴν χαρωπὴ συντροφιά. Καὶ καθ’ ὅσον οἱ χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ συνέχιζαν, γινόταν ἀντιληπτὸ πὼς οἱ πλέον ἐλαφρόμυαλοι χλώμιαζαν, ἐνῷ οἱ γηραιότεροι καὶ ἠρεμώτεροι περνοῦσαν τὰ χέρια τους πάνω ἀπὸ τὰ μέτωπά τους σὰν σὲ θολοὺς ῥεμβασμοὺς ἢ συλλογισμό. Μόλις ὅμως καὶ ἡ στερνὴ ἠχὼ ἔσβηνε, ἕνα ἐλαφρὺ γέλιο ξεπηδοῦσε μὲ μιᾶς ἀπὸ τὴν ὁμήγυρι, οἱ δὲ μουσικοὶ χαμογελοῦσαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον σὰν νὰ εἰρωνεύονταν τὴν ἴδια τους τὴν νευρικότητα καὶ ἀνοησία, καὶ ὡρκίζονταν ψιθυριστὰ μεταξύ τους ὅτι οἱ ἑπόμενοι χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ δὲν θὰ τοὺς γεννοῦσαν κανένα παρόμοιο συναίσθημα. Καὶ ἔπειτα, μετὰ τὴν ἐκπνοὴ ἑξῆντα λεπτῶν, (ποὺ περιέχουν τρεῖς χιλιάδες ἑξακόσια δευτερόλεπτα τοῦ χρόνου ποὺ πετᾷ) ἀκούγονταν νέοι χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ καὶ δημιουργεῖτο ἡ ἴδια ἀναστάτωσι, νευρικότητα καὶ περισυλλογή, ὁμοίως μὲ πρίν. Ὅμως παρ’ ὅλα τὰ παραπάνω, ἦταν μιὰ ἐξαίσια γιορτή, γεμάτη κέφι. Οἱ προτιμήσεις τοῦ δούκα ἦσαν ἰδιόῤῥυθμες. Εἶχε ἐκλεπτυσμένη ματιὰ γιὰ χρώματα καὶ ταιριάσματα. Περιφρονοῦσε τὴν διακόσμησι τῆς ἁπλῆς μόδας. Εἶχε ἰδέες καινοτόμες καὶ φλογερές, καὶ οἱ συλλήψεις του ἀκτινοβολοῦσαν μιὰ βάρβαρη χάρι. Μερικοὶ θὰ πίστευαν ἴσως πὼς εἶναι τρελός. Οἱ ἀκόλουθοί του ἔνιωθαν πὼς δὲν εἶναι. Ἦταν ἀπαραίτητο νὰ τὸν ἀκοῦς, νὰ τὸν βλέπῃς καὶ νὰ τὸν ἀγγίζῃς ὥστε νὰ βεβαιωθῇς πὼς δὲν εἶναι. Αὐτὸς εἶχε ῥυθμίσει, σὲ μεγάλο βαθμό, τὸν ἔκτακτο στολισμὸ τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν, ἐπὶ τῇ περιστάσει τῆς σπουδαίας γιορτῆς· καὶ ἦταν ἡ δική του αἰσθητικὴ ποὺ ἔδωσε τὸν ἰδιαίτερο τόνο τῶν μεταμφιέσεων. Μὲ βεβαιότητα τὶς χαρακτήριζες ἀλλόκοτες. Ὑπῆρχε πολλὴ λάμψι καὶ αἴγλη καὶ νοστιμάδα καὶ φαντασμαγορία – πράγματα ποὺ εἶχαν νὰ ἰδωθοῦν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς παραστάσεως «Ἑρνάνης» τοῦ Βίκτωρος Οὑγκώ. Ἔβλεπες μορφὲς σὲ στάσεις ἀραμπὲσκ μὲ ἀταίριαστα μέλη καὶ στολισμό. Ἔβλεπες μόδες ἔξαλλες, παρόμοιες μὲ τῶν

τρελῶν. Ἔβλεπες πολλὴ καλλονή, πολλὴ ἀκολασία, πολλὴ παραδοξότητα, κάποια δόσι τοῦ τρομακτικοῦ καὶ ὄχι λίγη ἐκείνου ποὺ θὰ διήγειρε τὴν ἀηδία. Πέρα δῶθε ἐντὸς τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν ἰδοὺ στοίχειωνε, στὴν πραγματικότητα, ἕνας λαὸς ὀνείρων. Καὶ αὐτά – τὰ ὄνειρα – στριφογύριζαν στὸν χῶρο, παίρνοντας τὴν ἀπόχρωσι τῶν δωματίων καὶ κάνοντας τὴν ἐνθουσιαστικὴ μουσικὴ τῆς ὀρχήστρας νὰ μοιάζῃ σὰν ἠχὼ τῶν βημάτων τους. Καί, σύντομα, νά ποὺ χτυπᾷ τὸ ἐβένινο ῥολόι μέσα στὴν βελούδινη αἴθουσα. Καὶ τότε, γιὰ μιὰ στιγμή, ὅλα ἀκινητοῦν, ὅλα σιγοῦν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φωνὴ τοῦ ῥολογιοῦ. Τὰ ὄνειρα κοκκαλώνουν ἐκεῖ ὅπου βρίσκονται. Ὅμως ἡ ἠχὼ τῶν χτύπων σβήνει – διήρκεσαν μόλις μιὰ στιγμή – καὶ ἕνα ἐλαφρὺ καὶ ὑποτονικὸ γέλιο αἰωρεῖται πίσω τους ὅπως φεύγουν. Καὶ τώρα ἡ μουσικὴ πάλι δυναμώνει, καὶ τὰ ὄνειρα ζωντανεύουν, καὶ στριφογυρίζουν πᾶνε κι’ ἔρχονται κεφᾶτα ὅσο ποτέ, παίρνοντας ἀπόχρωσι ἀπὸ τὰ πολλὰ χρωματιστὰ παράθυρα διὰ μέσου τῶν ὁποίων ῥέει ἡ φωταψία ἀπὸ τοὺς τρίποδες. Ἀλλὰ στὴν αἴθουσα ποὺ κεῖται δυτικώτερα τῶν ἑπτά, δὲν βρίσκεται τώρα κανεὶς ποὺ τολμᾷ νὰ μπῇ. Ὅτι ἡ νύχτα γερνᾷ. Καὶ ἰδοὺ χύνεται ἐντονώτερο τὸ κόκκινο φῶς διὰ μέσου τῶν αἱματόχρων ὑαλοπινάκων. Καὶ ἡ μαυρίλα τῶν σκούρων ὑφασμάτων τρομάζει. Καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ πατήσῃ τὸ πόδι του πάνω στὸ σκοῦρο χαλί, ἰδοὺ φθάνει ἀπὸ τὸ κοντινὸ ἐβένινο ῥολόι μιὰ σιγανὴ ἀλληλουχία χτύπων μὲ περισσότερη ἔμφασι καὶ ἐπισημότητα ἀπ’ ὅτι στ’ αὐτιὰ ὅσων ἐνδίδουν στὶς ἀπόμακρες εὔθυμες δραστηριότητες τῶν λοιπῶν αἰθουσῶν. Ὅμως ἐκεῖνες οἱ αἴθουσες ἦσαν ἀσφυκτικὰ γεμᾶτες μὲ κόσμο, καὶ μέσα τους χτυποῦσε πυρετωδῶς ἡ καρδιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ ἡ γιορτὴ προχωροῦσε κυκλοδρομῶντας, ὥσπου τελικὰ ἄρχισαν οἱ χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ ποὺ σήμαναν μεσάνυχτα. Καὶ τότε ἡ μουσικὴ διεκόπη, κατὰ πῶς ἀνέφερα, καὶ οἱ βηματισμοὶ τῶν χορευτῶν ἐσίγασαν. Καὶ

Masque of the Red Death by Greg Hildebrandt

29


ἔγινε μιὰ ἀμήχανη παῦσι στὰ πάντα, ὁμοίως μὲ πρίν. Μὰ τώρα ἐπρόκειτο νὰ ἠχήσουν δώδεκα χτυπήματα τοῦ ῥολογιοῦ. Καὶ ἔτσι συνέβη μὲ τὸν περισσότερο χρόνο, ποὺ ἴσως γλίστρησαν καὶ περισσότερες σκέψεις στοὺς συλλογισμοὺς τῶν στοχαστικῶν ἀνάμεσα στοὺς χαροκόπους. Καὶ ἔτσι ἐπίσης συνέβη, ἴσως, ποὺ πρὶν ἡ τελευταία ἠχὼ τοῦ τελευταίου χτύπου βυθισθῇ στὴν ἀπόλυτη σιωπή, ὑπῆρξαν ἀρκετοὶ μεμονωμένοι μέσα στὸ πλῆθος μὲ τὴν χρονικὴ ἄνεσι νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν παρουσία ἑνὸς μεταμφιεσμένου ποὺ δὲν εἶχε τραβήξει τὴν προσοχὴ κανενὸς μέχρι τότε. Καὶ ὅταν ἡ περὶ τῆς νέας παρουσίας φήμη διεδόθη ψιθυριστὰ παντοῦ, ξέσπασε τελικὰ ἀπ’ ὅλη τὴν ὁμήγυρι μιὰ βοή, ἕνα μουρμουρητό, δηλωτικὸ ἀποδοκιμασίας καὶ ξαφνιάσματος – καί, ἐν τέλει, τρόμου, φρίκης καὶ ἀηδίας.

Ὅταν ἡ ματιὰ τοῦ πρίγκηπα Πρόσπερο ἔπεσε πάνω σ’ αὐτὴ τὴν φασματικὴ εἰκόνα (ποὺ μὲ ἀργὴ καὶ τελετουργικὴ κίνησι, σὰν νὰ ἤθελε νὰ ὑποδυθῇ πειστικώτερα τὸν ῥόλο της, στοίχειωνε πέρα δῶθε ἐν μέσῳ τῶν χορευτῶν) τὸν εἶδαν νὰ συσπᾶται, τὴν πρώτη στιγμὴ μὲ δυνατὸ ῥῖγος ποὺ προεκλήθη ἀπὸ τρόμο ἢ ἀπέχθεια. Ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη τὸ μέτωπό του κοκκίνησε ἀπὸ ὀργή. «Ποιός τολμᾷ;» ἀπαίτησε μὲ τραχειὰ φωνὴ τὴν προσοχὴ τῶν αὐλικῶν ποὺ στέκονταν κοντά του – «ποιός τολμᾷ νὰ μᾶς προσβάλλῃ μ’ αὐτὴ τὴν βλάσφημη παρῳδία; Ἁρπάξτε τον καὶ ἀφαιρέστε του τὴν προσωπίδα – γιὰ νὰ μάθουμε ποιὸν θὰ κρεμάσουμε μὲ τὸ χάραμμα, ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις». Ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο βρισκόταν στὴν ἀνατολικὴ ἢ κυανῆ αἴθουσα σὰν ξεστόμιζε τοῦτα τὰ λόγια. Ἀντήχησαν

Σὲ μιὰ σύναξι φαντασμάτων σὰν αὐτὴ ποὺ περιέγραψα, μπορεῖ σαφῶς νὰ ὑποτεθῇ πὼς καμμιὰ κοινότυπη ἐμφάνισι δὲν θὰ ξεσήκωνε τέτοιαν ἀναταραχή. Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ἡ ἐλευθερία στὶς μεταμφιέσεις τῆς βραδιᾶς ἦταν σχεδὸν ἀπεριόριστη. Ὅμως ἡ ἐν λόγῳ μορφὴ εἶχε φανῆ ἡρωδικώτερη τοῦ Ἡρώδη, καὶ εἶχε ξεπεράσει ἀκόμα καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀκαθόριστης κοσμιότητας τοῦ πρίγκηπα. Ὑπάρχουν χορδὲς στὶς καρδιὲς καὶ τῶν πλέον ἀσυνείδητων ποὺ σὰν ἀγγιχτοῦν πειράζονται. Ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν ἐντελῶς χαμένο, ποὺ ἡ ζωὴ μὲ τὸν θάνατο φαίνονται ἐξ ἴσου ἀστεῖο, ὑπάρχουν ζητήματα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἀστειεύεται. Ὅλη ἡ συντροφιά, ὄντως, ἔδειχνε τώρα νὰ συναισθάνεται πὼς στὴν ἀμφίεσι καὶ τοὺς τρόπους τοῦ ξένου δὲν ὑπῆρχε κάτι τὸ πνευματῶδες ἢ εὐπρεπές. Ἡ μορφὴ ἦταν ψηλὴ καὶ Masque of the Red Death by Greg Hildebrandt λιπόσαρκη, καὶ σαβανωμένη ἀπὸ τὴν κορυφὴ ὣς τὰ νύχια μὲ τὰ φορέματα τοῦ τάφου. Ἡ προσωπίδα ποὺ ἔκρυβε τὸ πρόσωπο εἶχε κατασκευασθῆ ὥστε καθ’ ὅλο τὸ μῆκος τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν νὰ μοιάζῃ τόσο πολὺ μὲ τὴν ἔκφρασι δυνατὰ καὶ καθαρά, γιατὶ ὁ πρίγκηπας ἑνὸς ἄκαμπτου πτώματος, ποὺ καὶ ἡ ἦταν ἄνδρας τολμηρὸς καὶ στιβαρός, πλησιέστερη διερευνητικὴ ματιὰ θὰ καὶ ἡ μουσικὴ εἶχε σιγήσει μὲ τὸ δυσκολευόταν νὰ διακρίνῃ τὴν ἀπάτη. γνέψιμο τοῦ χεριοῦ του. Καὶ ἴσως τὰ παραπάνω νὰ μποροῦσαν Στὴν κυανῆ αἴθουσα στεκόταν ὁ νὰ τὰ ὑπομείνουν, ἂν ὄχι νὰ τὰ πρίγκηπας, μὲ μιὰ ὁμάδα χλωμῶν ἐγκρίνουν, οἱ γύρω τρελοὶ χαροκόποι. αὐλικῶν δίπλα του. Στὴν ἀρχή, Ὅμως τοῦτος ὁ μῖμος ξεπέρασε καθὼς μιλοῦσε, ἡ ὁμάδα αὐτὴ κάθε ὅριο μὲ τὸ νὰ παραστήσῃ τὸν κινήθηκε ἐλαφρῶς ἐπιθετικὰ πρὸς Ἐρυθρὸ Θάνατο. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν τὸν παρείσακτο, ὁ ὁποῖος τὴν αἱματοβαμμένο – καὶ τὸ πλατύ του στιγμὴ ἐκείνην ἤδη κοντοζύγωνε, μέτωπο, καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ τώρα, μὲ βῆμα μελετημένο καὶ τοῦ προσώπου, κηλιδωμένα ἀπὸ τὴν μεγαλοπρεπές, ὁλοένα προσέγγιζε φλογοκόκκινη φρίκη. τὸν ὁμιλοῦντα. Ὅμως ἕνεκα κάποιου

30

ἀκατανόμαστου δέους ποὺ οἱ τρελὲς ἀξιώσεις τοῦ μίμου εἶχαν ἐμπνεύσει σὲ ὅλη τὴν ὁμήγυρι, κανεὶς δὲν τόλμησε ν’ ἁπλώσῃ τὸ χέρι του νὰ τὸν ἁρπάξῃ· ὥστε, ἀνεμπόδιστος, προσπέρασε σὲ ἀπόστασι μιᾶς γιάρδας ἀπὸ τὸ πριγκηπικὸ πρόσωπο. Καὶ ἐνῷ ἡ ὀγκώδης συνάθροισι, λὲς μὲ μιὰ ἐνστικτώδη κίνησι, συῤῥικνώθηκε ἀπὸ τὰ κέντρα τῶν αἰθουσῶν πρὸς τοὺς τοίχους, ἐβάδιζε ἀπρόσκοπτα, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο τελετουργικὸ καὶ μετρημένο βῆμα ποὺ τὸν διέκρινε ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ τὴν κυανῆ αἴθουσα πρὸς τὴν πορφυρῆ – ἀπὸ τὴν πορφυρῆ πρὸς τὴν πράσινη – ἀπὸ τὴν πράσινη πρὸς τὴν πορτοκαλιά – ἀπὸ ἐκείνη πάλι πρὸς τὴν λευκή – καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀκόμα στὴν μενεξεδιά, προτοῦ νὰ γίνῃ κάποια σοβαρὴ κίνησι νὰ τὸν ἀνακόψουν. Ἦταν τότε, ὡστόσο, ποὺ ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο, ἐξωργισμένος ἀπὸ μανία καὶ ἀπὸ ντροπὴ γιὰ τὴν δική του στιγμιαία δειλία, ὥρμησε γοργοδρομῶντας κατὰ μῆκος τῶν ἕξι αἰθουσῶν, δίχως νὰ τὸν ἀκολουθῇ κανεὶς ἐξ αἰτίας ἑνὸς θανάσιμου τρόμου ποὺ εἶχε κυριεύσει τοὺς πάντες. Εἶχε τραβήξει καὶ βαστοῦσε ὑψωμένο ἕνα στιλέτο, καὶ εἶχε προσεγγίσει τὸν διαφεύγοντα, ἀπότομα καὶ ἀπερίσκεπτα, σὲ ἀπόστασι τριῶν τεσσάρων ποδῶν, ὅταν ὁ τελευταῖος, ἔχοντας φθάσει στὸ ἄκρο τῆς μενεξεδιᾶς αἴθουσας, ἐστράφη ἀναπάντεχα καὶ ἦρθε ἀντιμέτωπος μὲ τὸν διώκτη του. Ἦχησε μιὰ ὀξεῖα κραυγή – καὶ τὸ στιλέτο ἔπεσε γυαλίζοντας πάνω στὸ σκοῦρο χαλί, ὅπου ὁμοίως, ἀμέσως μετά, ἔπεσε μπρούμυτα νεκρὸς ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο. Κατόπιν, ἐπιστρατεύοντας τὸ ἀδάμαστο θάῤῥος ποὺ γεννᾷ ἡ ἀπελπισία, ἕνας ὄχλος χαροκόποι ῥίχτηκαν ταυτόχρονα μέσα στὴν μαύρη αἴθουσα, καί, ἀφοῦ ἅρπαξαν τὸν μῖμο, τοῦ ὁποίου ἡ ψηλὴ μορφὴ ἔστεκε εὐθυτενὴς καὶ ἀκίνητη ὑπὸ τὸν ἥσκιο τοῦ ἐβένινου ῥολογιοῦ, ἔμειναν ἄναυδοι ἀπὸ ἀπερίγραπτη φρίκη, ἀνακαλύπτοντας πὼς τὰ σάβανα καὶ ἡ πτωματόσχημη προσωπίδα ποὺ μεταχειρίστηκαν μὲ τόσο σφοδρὴν ἀγριότητα, ἦσαν ἀκατοίκητα ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἁπτὴ μορφή. Καὶ τώρα ἀνεγνωρίσθη ἡ παρουσία τοῦ Ἐρυθροῦ Θανάτου. Εἶχεν ἔρθει σὰν κλέφτης μέσα στὴν νύχτα. Καὶ ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον ἔπεσαν οἱ χαροκόποι στὶς αἱματοστάλαχτες αἴθουσες τῆς γιορτῆς τους, καὶ πέθαναν, ὁ καθένας στὴν στάσι ἀπελπισίας ποὺ εἶχε κατὰ τὴν πτῶσι του. Καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἐβένινου ῥολογιοῦ ἐξέπνευσε μαζὶ μ’ ἐκείνη τοῦ στερνοῦ ἀνέμελου. Καὶ οἱ φλόγες στοὺς τρίποδες καταναλώθηκαν. Καὶ Σκότος καὶ Σῆψι καὶ ὁ Ἐρυθρὸς Θάνατος κυριάρχησαν ὁλοσχερῶς στὰ πάντα.


Φαντασία, sci-fi, τρόμος στις εκδόσεις μας comicon-shop.gr, τηλ. 213 008 0255, Σόλωνος 128, Αθήνα

Επισκεφθείτε το διαδικτυακό τόπο της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας flefalo.blogspot.gr, προκειμένου να ενημερωθείτε για την τρέχουσα επικαιρότητα της λογοτεχνίας του φανταστικού στη χώρα μας και να διαβάστε το σύνολο των άρθρων που έχουν δημοσιευθεί σε όλα τα τεύχη της «Φανταστικής Λογοτεχνίας».

flefalo.blogspot.gr Η διαδικτυακή πύλη του φανταστικού Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου flefalo@gmail.com Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας - acebook


Κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο του εκδοτικού οίκου της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ Αναζητήστε Αναζητήστε το το σε σε βιβλιοπωλεία βιβλιοπωλεία και και comicshops comicshops του του κέντρου κέντρου των των Αθηνών Αθηνών

Εκδόσεις Κλέος kleospublications.blogspot.gr

Περιοδικό Φανταστική Λογοτεχνία Τεύχος 19 Δεκέμβριος 2016  

Περιεχόμενα «Το Κέρας» του Σταμάτη Μαμούτου «Η ερώτηση του Γιάκσα», του Θωμά Μαστακούρη «War Flag of the Sun» (μόνιμη στήλη) του Sun Knight...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you