Page 1

ÖÁÍÔÁÓÔÉÊÇ ΤΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Τεύχος 16 / Μάιος 2015 / ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ


2 3 4 6 8 9 12 16 18 24 26 28 30 31

«Το κέρας», του Σταμάτη Μαμούτου «William Hope Hodgson», του Χρήστου «Kane» Νάστου «The Doppelganger», του Δημήτρη Αργασταρά «Σεπτήριον» (μόνιμη στήλη), του Battle Angel «Robert Sheckley 1928 - 2005», του Flammentrupp «Συνέντευξη με τους Astronomikon» της Μαίρης «Therion» Ιορδανίδου «Άλμος ο Οξύς» (μέρος 4ο), της Εύας Δημητσάντη «Υδάτινο Κάλεσμα», της Αναστασίας Τριανταφύλλου «Γιούκιο Μισίμα», του Σταμάτη Μαμούτου «Subbuteo», του Φίλιππου Βαβουλάκη «Πολύτιμα Μέταλλα», (μόνιμη στήλη) του Σταμάτη Μαμούτου «War Flag of the Sun», (μόνιμη στήλη) του Sun Knight «Λουκιανός. Μια Αληθινή Ιστορία», του Flammentrupp «Ο Ήλιος λατρεύει το Ρόδο», της Κασσάνδρας Αλαογοσκούφι

Περιεχόμενα

ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

«Φανταστική Λογοτεχνία», τεύχος 16, Μάιος 2015 Εκδότης: Σύλλογος φοιτητών ΑΤΕΙ και ΑΕΙ Πανεπιστημίων Ελλάδος Φανταστικής Λογοτεχνίας (Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας). Συντακτική ομάδα τεύχους: Σταμάτης Μαμούτος, Χρήστος “Kane” Νάστος, Δημήτρης Αργασταράς, Battle Angel, Flammentrupp, Μαίρη “Therion” Ιορδανίδου, Εύα Δημητσάντη, Sun Knight, Φίλιππος “Galadhrin” Βαβουλάκης, Αναστασία Τριανταφύλλου, Κασσάνδρα Αλογοσκούφι. Επιμέλεια-Διόρθωση: Σταμάτης Μαμούτος - Καλλιτεχνική επιμέλεια: Morias. Εικόνα εξωφύλλου: N. C. Wyeth, «Stand and Deliver.»

Ό

Το Κέρας

πως έχω γράψει και σε παλαιότερα άρθρα, μια από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι το περπάτημα στους δρόμους του κέντρου των Αθηνών. Ίσως αυτό να οφείλεται στην θέα των διάσπαρτων αρχαιολογικών μνημείων, που με κάνει να ταξιδεύω νοερά στον χρόνο προσπαθώντας να συνθέσω με την φαντασία μια -φευγαλέα έστω- εικόνα της αρχαίας πόλης. Ίσως πάλι να είναι εκείνο το συναίσθημα της νοσταλγίας, το αναβλύζον γλυκό δέος, που απλώνεται στην του Σταμάτη Μαμούτου καρδιά όταν διαβαίνω τις οδούς στις οποίες -από καιρούς παλαιούς μέχρι και κάποιες δεκαετίες πρινφιλοξενήθηκαν τα φημισμένα λογοτεχνικά καφενεία, οι μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις, τα θέατρα και τα δισκοπωλεία, τα αδιόρατα αλλά υπαρκτά ίχνη της ιστορίας αυτού του τόπου. Ποιος ξέρει; Ίσως να είναι τα παραπάνω ή κάποια μυστικά που ψιθυρίζει στην ψυχή των αισθαντικών διαβατών η αύρα των δρόμων, εκείνα τα οποία μεταρσιώνουν το περπάτημα σε μια υπερβατική εμπειρία. Το κέντρο των Αθηνών, μια γκρίζα και μουντή επιφάνεια. Κι όμως, κάτω από την τωρινή της όψη ακούγονται ακόμη οι σφυγμοί της καρδιάς του έθνους. Και οι δρόμοι, οι πολύβουες αρτηρίες απλωμένες ως τα απώτατα όρια του αστικού όλου, άρτο και οίνο, αίμα αιθέριο προσφέρουν από την ρέουσα ζωή τους να κοινωνήσουν οι διψασμένοι για πατριδογνωσία και αλήθεια. Μετάληψη μνήμης, από αυτά που πέρασαν αλλά δεν χάθηκαν, περιμένοντας να αποκαλυφθούν κάτω απ’ τις πτυχές του πέπλου της ιστορίας, για εμάς τους τελευταίους ρομαντικούς. Στέκομαι απέναντι απ’ την πύλη του Αδριανού. Ο δρόμος έχει ελαφρά κατηφορική κλίση. Πατώ στο νοητό άκρο της αρχαίας συνοικίας του Αλίκοκκου. Της ιστορικής, κατά την νεώτερη εποχή, Πλάκας. Ποιος άραγε γνωρίζει τι σήμαινε η ονομασία Αλίκοκκου; Κανείς, μέχρι σήμερα, δεν έχει απαντήσει. Το όνομα αυτό, αχνό απομεινάρι μιας ξεχασμένης εποχής. Ευτυχώς, χάρη στον Δημήτρη Καμπούρογλου, δεν συνέβη το ίδιο και με εκείνο της Πλάκας. Μια Πλάκα, μεγάλη και κάτασπρη, στερεωμένη στην διασταύρωση των οδών Κυδαθηναίων και Αδριανού, ήταν ο λόγος που σύμφωνα με τον αθηναιογράφο πήρε το όνομα αυτό όλη η συνοικία. Γέρνω στο πλάι και στηρίζω τον ώμο μου σε έναν γέρικο τοίχο. Η υγρασία προσφέρει στο κορμί ένα φιλί δροσιάς. Τα αυτοκίνητα, ανεβοκατεβαίνοντας από την λεωφόρο Συγγρού στο κέντρο, επιχειρούν να αποσπάσουν την προσοχή μου με τα φασαριόζικα μουγκρητά τους. Μάταια! Η ματιά μου ταξιδεύει απέναντι. Με τους τροχούς της μνήμης και τα φτερά της φαντασίας αγκαλιάζει την πύλη του Αδριανού και εισχωρεί στα ιστορικά πεδία που οι αντανακλάσεις του απογευματινού ήλιου ανασύρουν από την άχλη του χρόνου. Πολλά χρόνια πριν, όταν βασιλιάς της μόλις απελευθερωμένης χώρας μας ήταν ο Όθωνας, στο σημείο όπου τώρα ταξιδεύει η ματιά μου είχαν εγκατασταθεί κάποιοι παράξενοι έμποροι. Οι περισσότεροι κατάγονταν απ’ την Μάλτα και πωλούσαν τις λεγόμενες μαλτεζόπλακες. Τι ήταν αυτές; Οικοδομικά υλικά της εποχής, χρήσιμα για την μόνωση ταρατσών. Όταν οι Μαλτέζοι μπάρκαραν στον Πειραιά ξεφόρτωναν τις μαλτεζόπλακες και τις μετέφεραν προς πώληση εμπρός από τους στύλους του Ολυμπίου Διός και γύρω από την πύλη του Αδριανού. Ωστόσο, αυτή ήταν μια φαινομενική εργασία ικανή να καλύπτει τον πραγματικό λόγο της παρουσίας τους στην πρωτεύουσα. Και τούτος δεν ήταν άλλος από το πλέξιμο ισχυρών δικτύων αρχαιοκαπηλίας. Θαυμαστής ομορφιάς αρχαιότητες ξεριζώνονταν απ’ την αισθητική τους μήτρα για να μεταφερθούν με τα μαλτέζικα καράβια σε σαλόνια πλουσίων της δυτικής Ευρώπης. Όμως, εκείνη η εποχή διέθετε κάποιους αληθινούς άντρες Αθηναίους. Διέθετε, επίσης, ένα ακηδεμόνευτο από κόμματα και μεστό από εθνικιστική ενέργεια φοιτητικό κίνημα. Όταν, λοιπόν, η φήμη των Μαλτέζων αρχαιοκάπηλων απλώθηκε, αρκετοί Αθηναίοι αγνόησαν τις διστακτικές ελλαδικές αρχές και ξεκίνησαν να παρακολουθούν τους ύποπτους ξένους. Ένας από αυτούς, ονόματι Ντομένικο Τσερούνια, έγινε αντιληπτός από ομάδα φοιτητών να μεταφέρει στο καράβι του κλεμμένες αρχαιότητες. Αμέσως τότε, οι φοιτητές τον ακολούθησαν και μόλις τον είδαν να ανεβαίνει στο πλοίο επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, το κατέλαβαν και κατέστρεψαν ό,τι υπήρχε γύρω τους. Πέταξαν στο νερό ακόμη και τις μαλτεζόπλακες που ο Τσερούνια δεν είχε προλάβει να ξεφορτώσει. Αφού του πήραν τα αρχαία ευρήματα επέστρεψαν στην πύλη του Αδριανού, όπου με μια γενική έφοδο κυνήγησαν όλους τους Μαλτέζους κι έσπασαν τις μαλτεζόπλακές τους. Εκείνη ήταν η τελευταία φορά που οι αρχαιοκάπηλοι από το μικρό νησιωτικό βασίλειο βρέθηκαν στην Ελλάδα. Το δίκτυό τους διαλύθηκε και η Αθήνα απαλλάχθηκε από την παρουσία τους. Εκείνη ήταν η πρώτη χρονιά που στην ελληνική γλώσσα καθιερώθηκε η παροιμιώδης φράση «σπάσαμε πλάκα». Φραστική ανάμνηση του παθήματος κάποιων κατεργάρηδων. Κι εγώ, αμετανόητος εραστής της μνήμης, ταξιδευτής της φαντασίας και περιπλανώμενος φύλακας του ελληνικού Ρομαντισμού, γυρεύω -στέκοντας γυρτός στον δροσερό τοίχο- να ακούσω τις φωνές των παλιών εκείνων φοιτητών. Τα λόγια και τις μουσικές από την ραψωδία των δρόμων.

2


Ένας άγνωστος πρωτοπόρος της Φανταστικής Λογοτεχνίας του Χρήστου «Kane»Νάστου

Α

ποτελεί προσωπική επιλογή να γράφω για λιγότερο γνωστούς και παρ’ ολίγον άγνωστους συγγραφείς, προσπαθώντας έτσι να αποτίσω έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε πρωτεργάτες της λογοτεχνίας του Φανταστικού, στους οποίους ο χρόνος προσέφερε μόνο την λήθη ως ειρωνική ανταμοιβή του έργου και της προσφοράς τους δίχως εκείνοι να το αξίζουν στο ελάχιστο. Σωτήριο έτος 1875 (1877 για άλλους βιογράφους του). Στο Έσσεξ της Αγγλίας γεννιέται ο Ουίλιαμ Χόουπ Χόντζσον. Γιος πάστορα, αποφασίζει στη νεαρότατη ηλικία των δεκαπέντε ετών να μπαρκάρει θέλοντας να γυρίσει και να γνωρίσει τον κόσμο. Το επιτυγχάνει. Επιστρέφει έπειτα από οκτώ χρόνια, έχοντας κάνει τρεις φορές τον γύρο του κόσμου, όντας γεμάτος εμπειρίες και με το βαθμό του ανθυποπλοίαρχου. Θα εργαστεί ως γυμναστής (έχοντας ήδη εκπαιδευτεί στην ιαπωνική πάλη και στην άρση βαρών) και ως δημοσιογράφος ενώ αργότερα θα εγκατασταθεί στη νότια Γαλλία μαζί με τη γυναίκα του. Επιστρέφει το 1914 στην πατρίδα του και κατατάσσεται ως εθελοντής στον στρατό με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Προάγεται σε Υπολοχαγό του πυροβολικού, αναλαμβάνει την διοίκηση της 171ης Βασιλικής πυροβολαρχίας και πολεμά στην Ιπρ όπου και παρασημοφορείται για τις ηρωικές του πράξεις. Ο θάνατος τον βρίσκει ένδοξα στο πεδίο της μάχης τον Απρίλιο του 1918 σε ηλικία μόλις 43 ετών. Το λογοτεχνικό του έργο κόβεται απότομα μαζί με το νήμα της ζωής του. Την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα αποτέλεσε το ολοκληρωμένο μυθιστόρημα «Οι γέφυρες του Γκλεν Κάριγκ» πίσω στο μακρινό 1907. Ένα μυστηριώδες, αλλόκοτο νησί, περικυκλωμένο από παράξενα φύκια, αποτελεί το ιδανικό, απόκοσμο σκηνικό. Μία ομάδα ναυαγών -τα ονόματα των οποίων δεν αναφέρονται παρά μόνο στο τέλος(!)-, οι προσπάθειες τους να επιβιώσουν μα και να σώσουν το πλήρωμα ενός άλλου πλοίου που βρίσκεται παγιδευμένο εκεί επτά χρόνια, η αποτύπωση του ρομαντικού στοιχείου και η αγωνιώδης, φοβερή πάλη τους με τους φρικώδεις κατοίκους της νήσου, καθηλώνουν ακόμη και σήμερα κάθε αναγνώστη του είδους.

Η αφήγηση του συγγραφέα αντλεί τα σύμβολα της από το πεδίο της πρώιμης φανταστικής λογοτεχνίας, από μύθους, θρύλους, παραδόσεις μα και από την ταξιδιωτική μυθιστορία. Η μακροχρόνια εμπειρία και η ενασχόληση του Χόντζσον με τη θάλασσα αποτυπώνονται έκδηλα στο έργο του. Χαρακτηριστικό αποτελεί η πολύ πετυχημένη χρήση ναυτικών όρων και εργασιών, που όμως δε κουράζουν, αντίθετα προκαλούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Σε σημεία «Οι γέφυρες…» θα μπορούσαν να είναι μία τρομακτική εκδοχή βιβλίου του μέγιστου Ιουλίου Βερν και το δηλώνω αυτό έχοντας πλήρη συναίσθηση των γραφομένων μου. Το υγρό στοιχείο μοιάζει να κυριαρχεί και να εναλλάσσεται με μοναδικό τρόπο με τα έντονα

τ ρ ο μ ώ δ η σ η μ ε ί α , δημιουργώντας μια υποβλητική, υπαινικτική ατμόσφαιρα που δεν είχε όμοια της την εποχή εκείνη. Οι περιγραφές των νεκρών καραβιών, οι επιδρομές των αλλόκοτων πλασμάτων, η αγωνία της επιβίωσης αποκτούν ζωή και ένταση από τον Χόντζσον με μία απλή, μα υπνωτιστική μαγεία. Τον επόμενο χρόνο ακολουθεί το σχετικά δημοφιλές –επίσης ολοκληρωμένο μυθιστόρημα- «Το σπίτι της Αβύσσου». Ένα μυστηριώδες σπίτι, μέσα από τις σελίδες ενός ξεχασμένου ημερολογίου, μία πύλη προς άλλες διαστάσεις, κοσμικός τρόμος, παράδοξα όντα, μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, απόλυτα πηγαίο λογοτεχνικό πάθος κυριαρχούν στις σελίδες του εκπληκτικού αυτού βιβλίου. Εμφανής η επιρροή που άσκησε στον μέγα Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, ο οποίος το αποθέωνε στις τότε λογοτεχνικές αναφορές του.

3

Το 1909 κυκλοφορεί το -προσωπικά αγαπημένο μου«Πειρατές Φαντάσματα». Ένα πλοίο, δύο άγνωστοι τρομώδεις κόσμοι από ένα άλλο σύμπαν, πειρατικό μοτίβο περιπέτειας και αστείρευτη ορμητική έμπνευση συμπληρώνουν ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα φαντασίας, άψογα δομημένο αλλά και άγνωστο από πολλούς δυστυχώς. Ο Χόντζσον γράφει το τελευταίο του μυθιστόρημα το 1912. Τίτλος αυτού «Η Χώρα της Νύχτας». Παράδοξο όσο και τρομακτικά πρωτότυπο, το εν λόγω μυθιστόρημα περιγράφει την ιστορία των λιγοστών επιζώντων σε μια Γη του μακρινού μέλλοντος. Οι επιζόντες βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια πυραμίδα περιμένοντας το αναπόφευκτο τέλος σε έναν κόσμο που κυριαρχείται πλέον από τέρατα. Κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του συγγραφέα και είναι μάλλον το λιγότερο γνωστό του. Το σύντομο μα σημαντικότατο πέρασμα του Ουίλιαμ Χόουπ Χόντζσον από την λογοτεχνία του Φανταστικού διανθίστηκε με κάποια έξοχα διηγήματα όπου και πάλι η ρομαντική εμμονή του με την θάλασσα έχει τον κύριο λόγο. Ορισμένα εξ αυτών «Oι άνθρωποι από τα βαθιά νερά»(1914), «Τα βαθιά νερά» (1916), το αριστουργηματικό «H φωνή μέσα στη νύχτα», «Το δωμάτιο που σφύριζε». Σε αυτό το τελευταίο, πρωταγωνιστής είναι ο Δρ.Καρνάκι, ήρωας με χαρακτηριστικά Σέρλοκ Χολμ και ερευνητής του υπερφυσικού, ο οποίος εμφανίζεται και σε άλλα διηγήματα του συγγραφέα (βλ. «Ο Καρνάκι βρίσκει τα φαντάσματα» του1913). Το έργο του έμεινε για πολλά χρόνια μυστικό των λίγων και περιφρονημένο των πολλών, ως ότου το 1931 ο νεαρός Αμερικάνος συλλέκτης και ερευνητής της λογοτεχνίας του Φανταστικού Χ.Κ.Κένινγκ διάβασε τυχαία σε μια αγγλική έκδοση τις «Γέφυρες του Γκλεν Κάριγκ». Με έκδηλο ενθουσιασμό αναζήτησε στοιχεία και άλλες δημιουργίες του συγγραφέα. Η αναζήτηση ήταν δύσκολη μα γοητευτική. Έπειτα από επίμονες προσπάθειες χρόνων ανακάλυψε παλιές εκδόσεις των βιβλίων του και από το 1945 αυτά ξεκίνησαν να επανεκδίδονται αποκτώντας δεύτερη ζωή μέσω του γνωστού τότε περιοδικού «Φημισμένα Φανταστικά Μυστήρια». Σήμερα ο Ουίλιαμ Χόουπ Χόντζσον παραμένει ένας από τους σχεδόν άγνωστους στο ευρύ κοινό συγγραφείς. Ωστόσο, η αξία του για την ιστορία της φανταστικής λογοτεχνίας είναι μεγάλη και η επιρροή του παραμένει σημαντική για μια μικρή, μα φανατική, μερίδα ρομαντικών θιασωτών του χώρου, που συνεχίζουν να ταξιδεύουν μέσα από τις σελίδες του στους ελκυστικά σκοτεινούς κόσμους που εμπνεύστηκε.


The Doppelgänger του Δημήτρη Αργασταρά

όταν συναντούσες τον άλλο σου εαυτό σήμαινε ότι σύντομα θα πεθάνεις –ήταν ο απεσταλμένος από την γη των νεκρών που ερχόταν για να σε πάρει– ενώ και η ελληνική ιστορία του Νάρκισσου θεωρείται ότι συνδέεται με μια παρόμοια δεισιδαιμονία: αυτό που βλέπει ο Νάρκισσος είναι το είδωλό του –τον εαυτό του, αλλά έναν εαυτό στην άλλη πλευρά του υδάτινου καθρέπτη– και τον παρασύρει στον θάνατο.

Η

έννοια και η μυθολογία του «διπλού εαυτού» μπορεί να απαντηθεί ήδη σε πολλούς πολιτισμούς του μακρινού παρελθόντος, μέσα στους αρχαίους θρύλους, στις ιστορίες και στα έργα τέχνης, αλλά και στα βιβλία διαφόρων συγγραφέων. Η ονομασία που τελικά έχει επικρατήσει στην διεθνή βιβλιογραφία είναι αυτή του «doppelganger», μια λέξη που χρησιμοποιείται για να αναφερθούμε σε μία παράλληλη ύπαρξη, σωματικά και πνευματικά ίδια με ένα άλλο άτομο. Το doppelganger είναι μια γερμανική λέξη για εκείνη την φασματική (ή πραγματική) ύπαρξη που λειτουργεί ως μία «ρεπλίκα», ένα αντίγραφο, ως το «διπλό» ενός άλλου ζωντανού πλάσματος. Γενικά, είναι μια έννοια που έχει χρωματιστεί αρνητικά και το φανέρωμα ενός doppelganger επικράτησε να θεωρείται ως κακός οιωνός – επέφερε σύγχυση, μπορούσε να προκαλέσει απειλητικές ιδέες στο μυαλό εκείνου που το έβλεπε, και σε μερικές περιπτώσεις θεωρούνταν προμήνυμα θανάτου. Σε μερικές πρωτόγονες κοινωνίες υπάρχει το φαινόμενο της θανάτωσης του ενός από τα δύο δίδυμα, για να προστατευθεί το αυθεντικό άτομο από την κακή του τύχη, ενώ στις πρώτες μυθολογίες πιστεύεται ότι το φαινόμενο αποτυπώνεται στις ιστορίες κάποιων αρσενικών αδερφών, που είναι μοιρασμένοι ανάμεσα σε μια θετική και μια αρνητική πλευρά – Άβελ και Κάιν, Όσιρις και Σετ, Γιλγαμές και Ενκίντου, Ρώμυλος και Ρέμος. Πάντως, σύμφωνα με τα έθιμα της Σκωτίας,

Μια από τις πιο διάσημες απεικονίσεις doppelganger σε έργο τέχνης είναι ο περίφημος πίνακας του προραφαηλίτη Dante Gabriel Rossetti «Πώς συνάντησαν τους εαυτούς τους». Στον πίνακα έχουμε δύο πανομοιότυπα ζευγάρια κατά τον περίπατό τους σε ένα μεσαιωνικό δάσος την ώρα του λυκόφωτος. Έχουν σταθεί πλάι-πλάι, οι άντρες αντικρίζονται με κατάπληξη, ο ένας έχει τραβήξει ήδη το σπαθί του, ενώ η μία από τις κοπέλες λιποθυμά στα χέρια του συντρόφου της. Είναι η φρικώδεις έκπληξη που προκαλεί το συναπάντημα με το φασματικό «διπλό» σου…

Ο «διπλός εαυτός» στην λογοτεχνία Στην λογοτεχνία το θέμα του doppelganger απασχόλησε δημιουργικά πολλούς συγγραφείς και γνώρισε αρκετές παραλλαγές – η ανθρώπινη σκιά, η αντανάκλαση στον καθρέπτη, ένα πορτρέτο, η αναπάντεχη όσο και φευγαλέα εμφάνιση ενός σωσία, είναι μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους εμφανίζεται η ανησυχητική θεματολογία του «διπλού εαυτού» στην αφηγηματική τέχνη. Μια εμβληματική μορφή του γερμανικού ρομαντισμού, ο Ε. Τ. Α. Χόφμαν, είχε σχεδόν εμμονή με το θέμα, το οποίο εμφανιζόταν φανερά ή κεκαλυμμένα σε αρκετά έργα του, και το 1821 έγραψε κι ένα διήγημα με τον τίτλο «Die Doppelganger». Μια ενδιαφέρουσα εκδοχή έχουμε στο «Η ιστορία της χαμένης αντανάκλασης στον καθρέπτη», όπου ο Έρασμος Σπίχνερ ερωτεύεται την όμορφη Τζουλιέτα σε ένα επαγγελματικό του ταξίδι στην Ιταλία. Όταν φτάνει η μέρα να επιστρέψει στην οικογένειά του, εκείνη του λέει: «Άσε μου τουλάχιστον την εικόνα σου, που αντανακλά αυτός ο καθρέπτης. Αυτή τουλάχιστον δεν θα με εγκαταλείψει ποτέ». Πράγματι, το είδωλο στον καθρέπτη ανεξαρτητοποιείται από τον ιδιοκτήτη του και ο Έρασμος κυκλοφορεί πια χωρίς αντικαθρέφτισμα.

4

Αυτή η απώλεια όμως του δημιουργεί πολλά προβλήματα και τραβά μια ύποπτη προσοχή προς το μέρος του. Χαρακτηριστική είναι η απαίτηση της εμφάνισης του ειδώλου εκ μέρους των αρχών, όπως αποτυπώνεται στο απόσπασμα: «Καθώς τον έτρωγε η ντροπή, ο Έρασμος κατέφυγε στο δωμάτιό του, μα κι εκεί ήρθαν να του δηλώσουν απ’την αστυνομία πως έπρεπε να παρουσιαστεί μέσα σε μια ώρα στις αρχές, μαζί με το αντικαθρέφτισμα του, και να είναι άθικτο και να του μοιάζει τελείως, ειδεμή έπρεπε να φύγει από την πόλη». Από τις πιο επιδραστικές, όμως, ιστορίες πάνω στο θέμα υπήρξε το αφήγημα του Πόε «Ουίλιαμ Ουίλσον» (1839). Ο Τόμας Μαν σχολιάζοντας την ιστορία του Πόε θα γράψει ότι «καταπιάνεται με αυτό το παλιό ρομαντικό θέμα με τρόπο ιδιαίτερα βαθύ ως προς το ηθικό σκέλος και πολύ επιτυχημένο ως προς την λογοτεχνική του έκφραση». Σε αυτή την ιστορία, ο ήρωας αισθάνεται ότι καταδιώκεται από κάποιον με το ίδιο όνομα που του μοιάζει και που λειτουργεί σαν μια ενδιάμεση συνείδηση. Ο σωσίας βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά, ματαιώνοντας κάποιο σχέδιο ή προτρέποντας σε κάποια ενέργεια, κάτι που ο ήρωας αντιλαμβάνεται ως «επίμονη και προσβλητική άρνηση του φυσικού μου δικαιώματος για αυτενέργεια!». Τελικά, ο αφηγητής καταλήγει να σκοτώσει τον έτερο Ουίλιαμ Ουίλσον, σκοτώνοντας έτσι τον ίδιο του τον εαυτό. Εκπληκτική και φρικτή διαπίστωση του τέλους είναι ότι οι δύο Ουίλιαμ Ουίλσον μοιράζονται την ίδια θνητή φύση και ο ένας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον άλλο. Σε ανάλογο μοτίβο, ως ένα θαυμαστό μέσο για ενδελεχή κατάδυση στα μύχια της ψυχής του ήρωά του, ο Φ. Ντοστογιέφσκι θα χρησιμοποιήσει το θέμα του «Σωσία» στην ομώνυμη νουβέλα του, το 1846. Ένας δημόσιος υπάλληλος στην Αγία Πετρούπολη, ο Γιάκοβ Πετρόβιτς Γκολιάντκιν, ζει μόνος στο διαμέρισμά του, απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο, άβουλος και ανασφαλής. Όταν θα αποτύχει να σταθεί αξιοπρεπώς στο σαλόνι ενός ανωτέρου του στην δουλειά, κατά την διάρκεια ενός δείπνου, η κατάστασή του θα χειροτερέψει. Επιστρέφοντας σπίτι, θα συναντήσει για πρώτη φορά στον δρόμο τον σωσία του, και καθώς φαίνεται να διαθέτει ό,τι λείπει από τον ίδιο, ο Γκολιάντκιν θα τον συμπαθήσει και θα τον καλέσει στο σπίτι του. Ο σωσίας δείχνει να τον συμπληρώνει, αλλά όταν θα αρχίσει να διαβρώνει την ζωή του και να τον υπονομεύει, αντικαθιστώντας τον και στην δουλειά του, οι σχέσεις τους θα γίνουν εχθρικές. Τελικά, ο ήδη ψυχικά προβληματικός Γκολιάντκιν διαταράσσεται πλήρως, χάνει τον έλεγχο, αρχίζει να βλέπει γύρω του και άλλους σωσίες, και παραδίνεται στην τρέλα.


Μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση της διπλής ανθρώπινης φύσης, σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί για πρώτη φορά και επιστημονικά, έχουμε στο έργο του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον «Η παράξενη ιστορία του δρ. Τζέκυλ και του μίστερ Χάιντ» (1886). Σύμφωνα με την υπόθεση, ένας Άγγλος γιατρός που ζει και εργάζεται στο βικτοριανό Λονδίνο, ο δρ. Τζέκυλ, αναπτύσσει μέσα από την έρευνα του ένα φάρμακο για να διαχωρίσει την καλή από την κακή πλευρά του εαυτού του. Το αποτέλεσμά όμως είναι να διχοτομήσει τον εαυτό του σε δύο προσωπικότητες, με τον βίαιο, χωρίς αναστολές και γεμάτο πάθη μίστερ Χάιντ να κυριαρχεί ενίοτε καθολικά. Έτσι, καθώς η επικράτηση της μίας ή της άλλης περσόνας υπερβαίνει την βούληση του δρ. Τζέκυλ, ανεξέλεγκτα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν. Στο τέλος, ο γιατρός κλειδώνεται στο εργαστήριό του και στέλνει τους υπηρέτες του σε αναζήτηση ενός φάρμακου, αλλά όταν τελικά τον βρίσκουν μέσα στο εργαστήριο διαπιστώνουν ότι έχει αυτοκτονήσει, αφήνοντας πίσω του ένα γράμμα που αποκαλύπτει πως ο Χάιντ και εκείνος ήταν ο ίδιος άνθρωπος.

ψυχή μου ακόμα!». Έτσι, μια νύχτα, γυρίζοντας σπίτι ύστερα από μια κακή πράξη, θα παρατηρήσει στο πορτραίτο την πρώτη αλλαγή: δύο μικρές ρυτίδες στις άκρες των χειλιών δίνουν έναν τόνο σκληράδας στο στόμα. Από τότε ο πίνακας επωμίζεται τις συνέπειες της ηλικίας και της εμπειρίας, ενώ ο Ντόριαν αποδεσμεύεται από τις συνέπειες των σκληρών και διεφθαρμένων πράξεών του, παραμένοντας νέος και όμορφος, ελεύθερος να αμαρτάνει όσο επιθυμεί. Όταν επιτέλους αποφασίζει να γίνει καλός και να καταστρέψει τον πίνακα, έρχεται ο θάνατος. Καταλαβαίνοντας πως ο πίνακας είναι η κρυφή του συνείδηση, καρφώνει ένα μαχαίρι στον καμβά και οι ρόλοι αντιστρέφονται: η εικόνα ξαναβρίσκει την νεότητά της και ο Ντόριαν πεθαίνει, όπως είναι στην πραγματικότητας, ένας έκφυλος γέρος. Ας αναφέρουμε επίσης ένα ακόμη ενδιαφέρον διήγημα, στο οποίο οι πτυχές της συνείδησης και της αντίληψης του ατόμου διερευνώνται μέσα από μια ψυχολογική εκδοχή του σωσία. Ο Χένρι Τζέιμς θα γράψει το «Η χαρούμενη γωνιά» στα 1909 με ήρωα έναν Αμερικανό εστέτ που μόλις έχει επιστρέψει από ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Φτάνοντας στο σπίτι του, αντιλαμβάνεται ότι αυτό κατοικείται από τον άνθρωπο που θα ήταν ο ίδιος αν είχε παραμείνει στην Αμερική και είχε γίνει ένας πλούσιος μεγιστάνας. Παραφυλάει αυτόν τον άλλο του εαυτό, με τους περίεργους τρόπους, και τελικά όταν τον συναντά, παραλύει από τον τρόμο: ο δυνητικός εαυτός του μπορεί να είναι πανίσχυρος αλλά είναι και ένας απαίσιος άνθρωπος, ένα ανθρώπινο τέρας.

Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι, μέσα από αυτή την διαδικασία, ο λογοτέχνης εγκαινίασε πρώτος την έννοια του εαυτού ως μιας εσωτερικής και άγνωρης για την κοινωνία αντικειμενικότητας. Αυτός ο αληθινός, εσωτερικός εαυτός είναι διαφορετικός από εκείνον που εμφανίζεται στις συναναστροφές με τους άλλους, και ο δημιουργός έχει ανάγκη τα εργαλεία της τέχνης του για να τον αναδείξει… Κι έτσι ο Μπόρχες παίρνει την έννοια του «διπλού» και την προσαρμόζει στην υπόθεση της γραφής, χωρίζοντας τον εαυτό του σε δύο κομμάτια: Ο άλλος, εκείνος που ονομάζεται Μπόρχες, είναι αυτός στον οποίο συμβαίνουν διάφορα πράγματα… Μ’ αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες, η τυπογραφική τέχνη του 18ου αιώνα, η γεύση του καφέ και η πρόζα του Στίβενσον, ο άλλος συμμερίζεται τις προτιμήσεις μου αυτές, αλλά με έναν τρόπο ματαιόδοξο που τις μετατρέπει σε χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός θεατρίνου. Θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστώ ότι οι σχέσεις μας είναι εχθρικές – εγώ ζω, αφήνομαι να ζω, για να μπορεί ο Μπόρχες να πλέκει την λογοτεχνία του, και τούτη η λογοτεχνία δικαιολογεί την ζωή μου. Δεν χάνω τίποτα αν παραδεχτώ ότι κατάφερε να

Ο δημιουργός ως «άλλος»

Αντίθετα από την ιστορία του Στίβενσον, μέσα από τον δρόμο της τέχνης και μιας ιδιαίτερης μαγείας φαίνεται να γίνεται ο διαχωρισμός του εαυτού στο αριστούργημα του Όσκαρ Ουάιλντ «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ» (1891). Ο Ντόριαν Γκρέυ είναι ένας εικοσάχρονος νεαρός, που η σπάνια ομορφιά του θα παρακινήσει τον φίλο του, ζωγράφο Μπάζιλ Χόλγουορντ, να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του. Αντικρίζοντας για πρώτη φορά την μαγεία του εαυτού του, μέσα από την ματιά του καλλιτέχνη, ο Γκρέυ θα κάνει ασυλλόγιστα μια ευχή: «Ω, αν ήταν δυνατό εγώ να έμενα πάντα νέος, όπως είμαι τώρα, και μονάχα το πορτραίτο ν’ άλλαζε και να γερνούσε. Γι’ αυτό θά ’δινα καθετί στον κόσμο! Ναι, θά ’δινα και την

Δεν θα μπορούσαμε να κλείσουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στην έννοια του doppelganger όπως εμφανίζεται στην λογοτεχνία χωρίς να αναφέρουμε το περίφημο κείμενο του Χόρχε Λούις Μπόρχες με τίτλο «Ο Μπόρχες κι εγώ», μέσα από το οποίο έχουμε μια εξομολογητική παρουσίαση του διττού προσωπείου που συνήθως ενυπάρχει σε κάθε δημιουργικό πνεύμα. Κατεξοχήν οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, είναι εκείνοι που κατέχουν μυστικές ταυτότητες, μυστικές δυνάμεις, που διαθέτουν πολύ περισσότερο πλούτο απ’ όσο δείχνουν. Και όσο για τους λογοτέχνες, αυτοί παίζουν τουλάχιστον δύο ρόλους, γιατί η απλή πράξη της γραφής χωρίζει ένα άτομο στα δύο. Από την μία, έχουμε το πρόσωπο που υπάρχει έξω από την διαδικασία της γραφής, με τις καθημερινές και συνηθισμένες ασχολίες, και από την άλλη έχουμε εκείνον τον άλλο, τον μυστηριώδη και διφορούμενο, που μοιράζεται το ίδιο σώμα, το καταλαμβάνει τις κατάλληλες ώρες και το χρησιμοποιεί για να γράφει.

5

γράψει ορισμένες σελίδες που στέκουν, αλλά οι σελίδες αυτές δεν μπορούν να με σώσουν. Κατά τ’ άλλα, είμαι καταδικασμένος να χαθώ οριστικά, και μονάχα κάποια δική μου στιγμή θα επιβιώσει μέσα στον άλλο. Σιγά-σιγά του παραχωρώ τα πάντα, αν και έχω πλήρη επίγνωση της διεστραμμένης του συνήθειας να παραποιεί και να μεγαλοποιεί τα πάντα… Έτσι η ζωή μου είναι μία φυγή, και χάνω τα πάντα, και τα πάντα ανήκουν στην λήθη ή στον άλλο. Δεν ξέρω ποιός από τους δυο μας γράφει αυτή την σελίδα… Διαβάστε την προσωπική ιστοσελίδα του Δημήτρη Αργασταρά στην ηλεκτρονική διεύθυνση argastaras.blogspot.com.


Σ ΕΠΤΗΡΙΟΝ του Battle Angel

Το ηλιακό τόξο του Φιλοκτήτη

Ε

ίναι η εποχή που ο Τοξότης καταλαμβάνεται από τον Ήλιο και σημαδεύει ...τη δική μας στάση ζωής που πορεύεται αλώβητη στο ιερό της ταξίδι μέσα στους αιώνες.

Ο Φιλοκτήτης με το στρατό του ετοιμάζεται να εκστρατεύσει κατά της Τροίας. Κάνουν στάση στη Λήμνο, όπου τον ποτίζει με το δηλητήριό της μια ύδρα. Εγκαταλείπεται από τους Αχαιούς. Παραμένει στο νησί για δέκα χρόνια. Έχει όμως το τόξο του Ηρακλή, χωρίς το οποίο οι Αχαιοί δεν μπορούν να κατακτήσουν τους Τρώες. Έτσι λέει ο χρησμός! Ο πονηρός και δόλιος Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει το γιο του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμο, να ξεγελάσει τον Φιλοκτήτη για να υφαρπάξει το ανίκητο τόξο. Του λέει: «πρέπει νά εἰσβάλεις μέ λόγια στήν ψυχή τοῦ Φιλοκτήτη· κρυφά, κλεφτά» και συνεχίζει: «Γνωρίζω, βέβαια, πώς δέν εἶσαι φτιαγμένος γιά τεχνάσματα κι ἀπάτες, μά εἶναι γλυκός καρπός ἡ νίκη, ἀξίζει νά τολμήσεις. Γρήγορα θά δικαιωθοῦμε. Ἔλα τώρα, χάρισέ μου μιά παράνομη μέρα, καί κράτα τήν ὑπόλοιπη ζωή σου, σάν ἔντιμος θνητός· ὁ ἐντιμότερος, ἄν θέλεις!» Ο Νεοπτόλεμος αρχικά αρνείται να ενεργήσει δόλια. Μετά, όμως, πείθεται. Συναντά τον κληρονόμο των όπλων του Ηρακλή, το γιο του Ποίαντα, Φιλοκτήτη. Κερδίζει την εμπιστοσύνη του. Μέσα του δίνει μάχη και μονολογεί:

Ο Οδυσσέας και ο Νεοπτόλεμος παίρνουν τα βέλη του Ηρακλή από τον Φιλοκτήτη, Francois-Xavier Fabre, 1800

«Ὅταν ἐξαπατήσεις καί τήν ἴδια σου τή φύση, τά πάντα καταντοῦν μιά ἀτέλειωτη δυσχέρεια.» Ο Νεοπτόλεμος του παίρνει το τόξο και τον παρασύρει στην Τροία. Ο Φιλοκτήτης άνθρωπος της Τιμής, οργίζεται με τη στάση του Νεοπτόλεμου και αναφωνεί: «Ἄχ, λιμάνια καί κάβοι κι ἀγρίμια τῶν βουνῶν, μοναδικοί μου σύντροφοι, γκρεμοί, σε σᾶς μιλῶ· ποῦ νά μιλήσω; Ἐσεῖς μέ ξέρετε, σέ σᾶς γυρνῶ καί κλαίω καί λέω τί μοῦ ἔκανε ὁ γιός τοῦ Ἀχιλλέα. Μοῦ ἔδωσε τό χέρι του, ὁρκίστηκε πώς θά μέ πάει στή γῆ μου καί τώρα μέ τραβάει στήν Τροία. Μοῦ ἅρπαξε τό ἱερό τόξο τοῦ Ἡρακλῆ καί μᾶς πηγαίνει λεία στό θηρίο τῶν Ἀργείων. Νομίζει τάχα πώς ἔκανε κατόρθωμα. Δέ βλέπει πώς κυνήγησε καπνό, συνέλαβε σκιά καί σκότωσε ἕνα νεκρό - τί λέω - τό εἴδωλό του.»

6

Ο Νεοπτόλεμος σκοτώνει τον Πρίαμο, 520-510 πΧ


Τον προτρέπει να μην κηλιδώσει το όνομά του. Ο Νεοπτόλεμος τον ακούει. Ακούει την ίδια του την ψυχή. Αποδέχεται το λάθος του. Δεν προδίδει την καταγωγή του. Και τότε του λέει ο Φιλοκτήτης: «Δέν εἶσαι γιός τοῦ Σίσυφου, ἀλλά τοῦ Ἀχιλλέα πού δοξαζόταν ζωντανός καί δοξάζεται νεκρός.» Στο τέλος εμφανίζεται ο αρχετυπικός ήρωας Ηρακλής και πείθει τον Φιλοκτήτη να παραστεί στην Τροία. «Θά πᾶς μαζί μ’ αὐτόν τόν ἄνδρα στήν πολιτεία τῆς Τροίας καί πρῶτα ἀπ’ τήν πληγή σου θά ξεφύγεις. Ὕστερα, ἀφοῦ ἀναδειχθεῖς πρῶτος πολεμιστής, μέ τό δικό σου τόξο θ’ ἀπαλλάξεις τούς θνητούς ἀπό τόν Πάρη, αὐτόν ποῦ εἶναι αἰτία κάθε κακοῦ, τήν Τροία θά ἐκπορθήσεις καί τ’ ἀριστεῖα πού θά σοῦ δώσει ὁ στρατός, θά στείλεις λάφυρα στά μέγαρα τοῦ Ποίαντα πατέρα, στήν Οἴτη ἐκεῖ, τή γῆ μητέρα.» Στην παραπάνω τραγωδία του Σοφοκλή συγκρούονται δυο κώδικες ηθικής: η αριστοκρατική ηθική και η πολιτική ηθική. Η αριστοκρατική ηθική είναι κομμάτι της ατομικής συνείδησης και αποθεώνεται στον ομηρικό κόσμο. Οι ομηρικοί ήρωες, ως φορείς μιας αρχέγονης ρομαντικής Παράδοσης (που συνεχίζει μέχρι σήμερα) αλλά και μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, είναι σίγουροι για τον εαυτό τους, έχουν επίγνωση του «ορθού» και του «λάθους» και εμφανίζουν μια ανεπτυγμένη συλλογική συνείδηση. Αντιθέτως, η πολιτική ηθική, εμφανισθέν στοιχείο της ελληνορωμαϊκής Κλασσικής Εποχής και ευρέως διαδεδομένο χαρακτηριστικό της Νεωτερικότητας, ενίοτε μετατρέπεται και σε αμοραλισμό, υπηρετώντας το μακιαβελικό δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» που στέκεται στην αντίπερα όχθη του ομηρισμού. Η μεν προορίζεται για να διαπλάσει λίγους ανθρώπους, η άλλη για να διακυβερνήσει τους πολλούς. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Έτσι, οι πορείες που διαγράφονται αντιστοίχως είναι οι εξής: θεωρία-πίστηκώδικας τιμής και πρακτική-ρεαλισμός-εξουσία. Σ’ αυτό το πλαίσιο αξίζει να αναφερθεί ότι «θεωρία», αρχικά σήμαινε «ιερό ταξίδι». Τελετουργικό ταξίδι για την επίτευξη ιερού οράματος. Κάθε εποχή έχει τη δική της αναλογία ως προς τους κώδικες ηθικής. Το τόξο του Ηρακλή ανήκει στο μακροσαγιτάρη Απόλλωνα. Ενός Απόλλωνα που οργισμένος με τη στάση του Αγαμέμνονα κατεβαίνει από τον Όλυμπο σαν «μαύρη νυχτιά» και σαγιτεύει τους Αχαιούς σκορπώντας την πυρά και το θάνατο (Ραψωδία Α, 43-52), αποκαλύπτοντας την ισχύ του Νόμου και της Ηθικής του. Ενός Απόλλωνα που αποτελεί τη θεϊκή υπόσταση του Αχιλλέα. Οι λίγοι, λοιπόν, να θυμόμαστε πάντοτε τα λόγια του Φιλοκτήτη και να τα μεταφέρουμε από γενιά σε γενιά: «Δέν εἶσαι γιός τοῦ Σίσυφου, ἀλλά τοῦ Ἀχιλλέα πού δοξαζόταν ζωντανός καί δοξάζεται νεκρός.» Ο Φιλοκτήτης εγκαταλελειμμένος στο νησί της Λήμνου, David Scott, 1839

Διαβάστε το προσωπικό ιστολόγιο του Battle Angel στην ηλεκτρονική διεύθυνση septirion.blogspot.gr

7


Robert Sheckley

περιοδικών ALIENS (από τις γνωστές κινηματογραφικές ταινίες), και τη νουβέλα «The Laertian Gamble» για την σειρά βιβλίων που βασίζεται στην τηλεοπτική σειρά «Star Trek: Deep Space Nine». Μια επίσης αξιοσημείωτη συνεργασία του υπήρξε εκείνη με τον γνωστό συγγραφέα Roger Zelazny για τη συγγραφή τριών βιβλίων φανταστικής λογοτεχνίας τα οποία έφεραν τους τίτλους «Bring Me the Head of Prince Charming (1991)», «If at Faust You Don’t Succeed (1993)» «A Farce to Be Reckoned With (1995)».

1928 - 2005

Αρκετές από τις ιστορίες του χρησιμοποιήθηκαν ως βάση, είτε για επεισόδια τηλεοπτικών σειρών (κι εδώ να σημειωθεί πως μιλάμε για σειρές από την Ρωσία, την Γερμανία και την Γαλλία κι όχι μόνο τις ΗΠΑ), είτε για κινηματογραφικές ταινίες. Γνωστότερη είναι η ιταλική ταινία «The Tenth Victim» του 1965, με τους Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι και Ούρσουλα Άντρες ενώ ακολουθεί η αμερικανική «Freejack» του 1982 με τον Μικ Τζάγκερ και την Ρενέ Ρούσσο. Επίσης, κάποιες ιστορίες του θεωρείται πως επηρέασαν μετέπειτα συγγραφείς και σεναριογράφους που δημιούργησαν γνωστές ταινίες/βιβλία όπως οι : «Hunger Games» και «The Running Man».

του Flammentrupp

Ο

Robert Sheckley (1928 - 2005) θεωρείται ένας από τους καλύτερους λογοτέχνες επιστημονικής φαντασίας και κατά πολλούς, ακόμα και συναδέλφους του συγγραφείς, ως ο κορυφαίος δημιουργός στο είδος short stories (μικρές ιστορίες). Υπήρξε υποψήφιος για τα βραβεία Hugo και Nebula, αν και ποτέ δεν κέρδισε κάποιο. Κέρδισε, όμως, το βραβείο Jupiter για την καλύτερη μικρή ιστορία επιστημονικής φαντασίας το 1974 (επρόκειτο για την «A Suppliant in Space»), καθώς και το βραβείο Daniel F. Gallun για τη συνολική του προσφορά. Επίσης, κέρδισε και τα ρωσικά βραβεία Strannik σε διάφορες κατηγορίες τα έτη 1997, 1999 και 2003. Τέλος, τιμήθηκε με τον τίτλο του Ομότιμου Συγγραφέα (Author Emeritus) από το Σύλλογο Συγγραφέων Επιστημονικής Φαντασίας και Φάνταζυ της Αμερικής το 2001.

Δυστυχώς, ο Robert Sheckley είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα. Μόνο δύο εκδοτικοί οίκοι ενδιαφέρθηκαν γι αυτόν, και μάλιστα πριν από αρκετά χρόνια, με αποτέλεσμα τα βιβλία του να είναι δυσεύρετα. Μια πρώτη έκδοση έρχεται το 1977 με τον τίτλο «Πλανήτης Ωμέγα» (αγγλικός τίτλος «The Status Civilization») από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη σε hardcover. Πρόκειται για την δεύτερη νουβέλα του συγγραφέα που εκδόθηκε στις ΗΠΑ το 1960. Η δεύτερη φορά που μεταφράστηκε έργο του στην χώρα μας ήταν το 1991 από τις εκδόσεις Απόπειρα. Έχει τίτλο «Προσκύνημα στην Γη» και αποτελείται από 5 μικρές ιστορίες. Τέλος, κάποιες ελάχιστες ιστορίες του εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Ωρόρα και Παραπέντε σε ανθολογίες με διάφορους συγγραφείς. Όλα τα παραπάνω βιβλία φέρονται ως «εξαντλημένα από τον εκδότη» και χρειάζεται αρκετή δόση τύχης για να βρεθούν σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Στο εξωτερικό τα βιβλία βρίσκονται χωρίς κόπο και σε τιμές προσιτές. Η γλώσσα δεν είναι δύσκολη και κάποιος ακόμα και με μικρή ευχέρεια στα αγγλικά δεν θα δυσκολευτεί να τα απολαύσει.

Η συγγραφική του δραστηριότητα ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’50 με την δημοσίευση μικρών ιστοριών σε περιοδικά επιστημονικής φαντασίας της εποχής, και αμέσως κεντρίζει το ενδιαφέρον του κοινού με τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του. Το άμεσο ενδιαφέρον του κοινού θα του δώσει την δυνατότητα να ξεδιπλώσει το ταλέντο του διαθέτοντας επαγγελματική αναγνώριση και άνεση. Έτσι, ο Sheckley κληροδότησε στο αναγνωστικό του κοινό περί τις 400 μικρές ιστορίες και πάνω από 20 νουβέλες.

O Robert Sheckley ξεκίνησε το ταξίδι του στ’ άστρα στις 9 Δεκεμβρίου 2005 μετά από επιπλοκές που είχε η επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε για ανεύρυσμα στον εγκέφαλο. Άφησε πίσω του σπουδαίο έργο υπενθυμίζοντάς μας με τον τρόπο του πως η ζωή είναι ένα παιχνίδι που πρέπει να το ευχαριστηθείς και να το πάρεις σοβαρά μόνο στα ελάχιστα σημεία που αυτό απαιτείται.

Το ύφος του είναι κωμικό (ένα ύφος που έγινε περισσότερο γνωστό στο ευρύ κοινό μέσω του Douglas Adams και της τετραλογίας του «Διασχίζοντας τον Γαλαξία με Ωτο-στοπ», αν και ουσιαστικά ο Robert Sheckley υπήρξε ο «δάσκαλός» του) με πρωτότυπες και απρόβλεπτες στην κατάληξή τους ιδέες. Σε μια εποχή όπου η επιστημονική φαντασία άρχισε να αποκτά θεωρητικό βάθος, εξετάζοντας τις κοινωνικές επιπτώσεις τής ολοένα και πιο εξελισσόμενης τεχνολογίας, ο Robert Sheckley την διαχειρίστηκε εντελώς σατυρικά. Σαφώς και χρησιμοποίησε το «επιστημονικό» κομμάτι –διαστρικά ταξίδια, ταξίδι στο χρόνο, υπερτεχνολογία στην καθημερινότητα, κλπ- αλλά μόνο ως το σημείο που αυτό εξυπηρετούσε το στήσιμο της ιστορίας του. Από ‘κει κι έπειτα, στάθηκε επικριτικά έως και χλευαστικά απέναντι στα μεγάλα όνειρα κατάκτησης του διαστήματος και της άνετης ζωής που εκείνη την εποχή βρίσκονταν στο απόγειό τους, ενώ παράλληλα εξέφρασε και μια μηδενιστική τάση απέναντι στα πάντα. Για παράδειγμα υπάρχει μια ιστορία όπου ο Νόμος δίνει το δικαίωμα στον/στην σύζυγο να χρησιμοποιήσει όπλο στην περίπτωση που είναι δυσαρεστημένος/η από την σχέση του. Χιούμορ και ειρωνεία συνδυάζονται με διάφορους τρόπους οδηγώντας τον αναγνώστη σε μια πιο ανάλαφρη διάθεση χαρίζοντάς από ένα απλό μειδίαμα έως χορταστικό γέλιο. Όντας άνθρωπος που ευχαριστιόταν αυτό που έκανε, δεν έμεινε μόνο στον γνωστό κύκλο της συγγραφής βιβλίων. Έγραψε σενάρια για επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς «Captain Video and His Video Rangers» (1949-1955), μετέτρεψε σε νουβέλα το σενάριο της τέταρτης ταινίας του «Babylon 5» με τίτλο : A call to Arms, ενώ, συνεργάστηκε και με άλλους συγγραφείς σε σειρά βιβλίων με τον τίτλο «Heroes in Hell», σειρά δημιουργημένη ως «shared universe», δηλαδή, φανταστικό σύμπαν με κάποιους σταθερούς ήρωες και φόντο, όπου ο κάθε συγγραφέας είναι ελεύθερος να δημιουργήσει αυτό που οραματίζεται. Ακόμα, έγραψε την ιστορία με τίτλο «Alien Harvest» no 5, στη σειρά

Όπως είπε και ένας άλλος μεγάλος δημιουργός της επιστημονικής φαντασίας, ο Χάρλαν Έλλισον, “If the Marx Brothers  had been literary rather than the spic fantasists ... they would have been Robert Sheckley” (σε ελεύθερη απόδοση: αν οι αδελφοί Μαρξ είχαν ασχοληθεί με την λογοτεχνία και όχι με το θέατρο ή τον κινηματογράφο, θα ήταν ο Ρ ό μ π ε ρ τ Σέκλεϊ).

8


Συνέντευξη με τους: Οι Astronomikon αποτελούν μια κυπριακή power metal μπάντα που ξεπήδησε από τους κόλπους των Arryan Path και των Prodigal Earth με δημιουργούς τον Πάρη Λάμπρου και τον Νικόλα Λεπτό. Οι δυο τους συνυπήρξαν για πολλά χρόνια στα δυο αυτά σχήματα καθώς μοιράζονται το ίδιο πάθος για τον μεταλλικό ήχο. Η μουσική των Astronomikon εμπνέεται από τον κόσμο της μυθολογίας και των θρύλων, πιστή στις αξίες και τις κατευθύνσεις του επικού heavy metal. Το τωρινό τους line up συμπληρώνεται από τον Σωκράτη Λεπτό στις κιθάρες και τον Stefan Dittrich στα τύμπανα.

2 τραγούδια μίλησα με το Νικόλα Λεπτό (vocals) και έτσι ξεκίνησαν οι ASTRONOMIKON. Λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Νικόλας αποφάσισε να επαναδραστηριοποιήσει τους Arrayan Path, πέρασε από το μυαλό μου να παρατήσω τους Astronomikon, όμως είχα ετοιμάσει ήδη αρκετά τραγούδια και δεν μπορούσαν να τα απορροφήσουνε όλα οι Arrayan Path. Για παράδειγμα το Cassiopeia, που είναι μέρος του μύθου το Περσέα και κάποια άλλα, που είναι στο Terra Incognita, αρχικά προορίζονταν για Astronomikon. Έτσι λοιπόν από ένα σημείο και μετά, αφού διαλύθηκαν οι Prodigal Earth, αρχίσαμε να δουλεύουμε ταυτόχρονα για Astronomikon και Αrrayan Path. Λίγο πριν τις ηχογραφήσεις και αφού ετοιμάστηκαν όλα τα τραγούδια, εντάχθηκαν στη μπάντα οι Σωκράτης Λεπτός (guitars) και Stefan Dittrich (drums).

To ντεμπούτο τους album είναι concept με τον τίτλο «Dark Gorgon Risin» και κυκλοφόρησε τον Φλεβάρη του 2013 από την Pure Legend Records. Ο δίσκος αυτός αφορά εξ’ ολοκλήρου τον μύθο του Περσέα, του ήρωα της ελληνικής μυθολογίας που ίδρυσε το οίκου των Αργεαδών. Ο Περσέας σκοτώνει την Μέδουσα, δαμάζει τον Πήγασο και διεκδικεί την Ανδρομέδα σώζοντας την από το θαλάσσιο τέρας. Από τους τίτλους ακόμα των τραγουδιών, ο ακροατής μπορεί να πάρει μια σαφή ιδέα για το τι επακολουθεί. Ας δούμε τι έχουν να μας πουν ο Πάρης και ο Νικόλας για όλα αυτά.

Τώρα όσον αφορά το όνομα, οι Astronomikon αντλούν τα θέματα τους από τον Ουρανό. Για παράδειγμα οι πρωταγωνιστές του μύθου Περσέας, Ανδρομέδα, Πήγασος, Κήτος, Κηφέας κτλ υπάρχουν σαν αστερισμοί. Ο ουρανός είναι το μεγαλύτερο και πιο γοητευτικό βιβλίο Μυθολογίας και Μυστηρίου. Οπόταν θέσαμε κάποια «όρια», υπάρχει και μια παροιμία που λέει “Sky is the limit…” Ποιές είναι οι διαφορές ανάμεσα στους Astronomikon και στους Arryan Path μουσικά και στιχουργικά; Π: Η μεγαλύτερη διαφορά, αν είναι απαραίτητο να εντοπιστούν διαφορές, είναι ίσως ότι για τους Arrayan Path την περισσότερη μουσική την γράφει ο Νικόλας, ενώ στους Astronomikon τα περισσότερα τραγούδια γράφτηκαν από εμένα. Το κοινό είναι ότι γράφουμε και οι δυο μουσική και για τις δυο μπάντες, ενώ για την προπαραγωγή όλων των τραγουδιών δουλεύουμε με τον ίδιο τρόπο. Το ότι έχουμε την δυνατότητα να κάνουμε την προπαραγωγή μόνοι μας, παίζει σημαντικό ρόλο στο ότι καταφέρνουμε να βγάζουμε σε τόσο σύντομα χρονικά διαστήματα κυκλοφορίες. Τους στοίχους όλους τους γράφει και για τις δυο μπάντες ο Νικόλας. Πάντως δεν είναι αυτοσκοπός το να υπάρχουν διαφορές. Αυτό που μας νοιάζει είναι οτιδήποτε κάνουμε να το κάνουμε καλά. Προσπαθούμε κάθε δουλειά μας να είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Υπάρχει μια χημεία μεταξύ μας που φάνηκε ότι δουλεύει και φέρνει αποτελέσματα που αφήνουν πρώτα απ’ όλα εμάς τους ίδιους ευχαριστημένους. Με τους Arrayan δουλεύαμε μέχρι τώρα σε εντατικούς ρυθμούς και πιστεύω θα συνεχίσουμε έτσι για πολύ καιρό ακόμη, αφού παραμένει για όλους μας προτεραιότητα. Οι Astronomikon από την άλλη είναι ένα project το οποίο δουλεύουμε σε πιο χαλαρούς ρυθμούς. Η ιστορία και η μυθολογία αποτελούν καταλυτικά στοιχεία και για τις δυο μπάντες. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο εξαίρετο αρχαιοελληνικό μύθο του Περσέα για να ενδύσει το debut album σας;

Πως γεννήθηκε η ανάγκη της ύπαρξης των Astronomikon και πως προκύπτει το όνομα; Να υποθέσουμε ότι είναι εμπνευσμένο από τους ήρωες της πλοκής του μύθου;

Π: Πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος μύθος είναι από τους ομορφότερους και πιο ολοκληρωμένους. Μέσα βρίσκουμε Κουράγιο για να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες της ζωής, Ελπίδα για καλύτερο αύριο και την Δύναμη να ζούμε με Ελευθερία. Βλέπουμε τον ήρωα να γνωρίζει τον Έρωτα, να κάνει Αυτοπαρατήρηση και να βρίσκει το Θάρρος να αποκεφαλίσει τη Μέδουσα, δηλαδή τα Πάθη και τις Φοβίες που εγκλωβίζουν την ψυχή του ανθρώπου. Το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε είναι ότι τα πάντα είναι δυνατά.

Πάρης: Το 2008 άρχισα να γράφω μουσική για το δεύτερο άλμπουμ των Prodigal Earth, αφού οι ηχογραφήσεις του πρώτου είχαν φτάσει προς το τέλος. Η μουσική μου όμως παραήταν επική για το straight-forward heavy/power με κοινωνικοπολιτικό στοίχο που παίζαμε τότε με τους Prodigal Earth. Δεν ήθελα να πάνε χαμένα αυτά τα τραγούδια, έτσι αποφάσισα να δημιουργήσω μια νέα μπάντα με πιο επικούς προσανατολισμούς από τους PE. Αφού λοιπόν ετοίμασα

9


10


από τα όρια του metal. Σε όλα τα είδη ποιοτικής μουσικής υπάρχουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Όλα αυτά τα ακούσματα φιλτράρονται και βγαίνουν προς τα έξω με το δικό μας, θέλω να πιστεύω μοναδικό, ύφος των ASTRONOMIKON. Μερικά αγαπημένα σχήματα όλων μας είναι οι Manowar, Iron Maiden, Riot, Virgin Steele, Dio, Crimson Glory, Blind Guardian, Savatage, Fates Warning, Europe, Warlord, Judas Priest, Helloween, Yngwie Malmsteen, Rainbow. Τελευταία παρατηρείται μια δυναμική επιστροφή από θρυλικές μπάντες όπως οι Warlord, οι Riot, οι Burning Starr και άλλοι. Μια επιστροφή που έχει να κάνει τόσο με τη δισκογραφία όσο και με τις επί σκηνής εμφανίσεις, και σημειωτέον με την ανταπόκριση του κόσμου να είναι θερμή. Που πιστεύεις ότι οφείλεται αυτό; Η άμεση, πλέον, επικοινωνία των φίλων ενός μουσικού συγκροτήματος μέσω των ιστοσελίδων, συντελεί ευνοϊκά στην αναζωπύρωση και επαναδραστηριοποίησή του ή μπορεί να εμπεριέχει και παγίδες; Ν: Εγώ πιστεύω πως οι επανασυνδέσεις παλιών θρυλικών συγκροτημάτων πρέπει να γίνονται μόνο όταν έχουν κάτι να δώσουν και μόνο αν υπάρχει ανάγκη και δίψα για καινούργια μουσική. Αυτή είναι και η ουσία του να έχεις μπάντα. Μιλώντας για τους Warlord, πιστεύω έχουν ακόμα πολλά να δώσουν καθώς το έργο που ξεκίνησαν τότε έχει μείνει ανεκπλήρωτο. Ο Tsamis έχει ακόμα πολλή μουσική μέσα του και ανυπομονεί να την μοιραστεί με τον κόσμο.

Π: Μεγαλώσαμε με Κόναν, Κόρουμ, Ελρικ, Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και πολλά άλλα. Πηγή έμπνευσης μπορεί να αποτελέσει κάτι που αφορά την φανταστική λογοτεχνία αλλά και οτιδήποτε. Υπάρχουν κάποιες σκέψεις για το θέμα του επόμενου άλμπουμ, όμως δεν θα ήθελα να αναφέρω κάτι περισσότερο επί του παρόντος. Πάρι και Νικόλα ονειρεύεστε μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Κύπρο ή μια Κύπρο ενσωματωμένη εντός ενός υγιέστερου και πραγματικά ανεξάρτητου ελληνικού κράτους; Η ερώτηση αυτή αποτελεί απόρροια του επικού στιχουργικού και μουσικού υπόβαθρου του άλμπουμ – κάτι που παραπέμπει σε πίστη ευρύτερων παραδοσιοκρατικών αξιών (ερώτηση από τον Ανδρέα Σκαμανδρώνυμο) Π: Δυστυχώς η Κύπρος διαχρονικά πληρώνει τη γεωστρατηγική σημασία που έχει για τις μεγάλες δυνάμεις. Αυτά που ρεαλιστικά μπορεί να επιθυμεί ο κάθε Έλλην Κύπριος είναι καταρχήν να αποχωρήσουν από το νησί τα τουρκικά στρατεύματα τα οποία παραμένουν παράνομα εδώ και 40 χρόνια, για να τερματιστεί η κατοχή. Αφού γίνει επανένωση του νησιού (Νότιο με Βόρειο τμήμα) και επέλθει ειρήνη, να ακολουθήσει σεβασμός από τους πάντες προς όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την ιστορία και την ταυτότητα της Κύπρου. Αυτό είναι ο καλύτερος τρόπος να διατηρηθεί ζωντανό το κυρίαρχο ελληνικό στοιχείο, σε μια περιοχή που διαθέτει πολυπολιτισμικά γνωρίσματα. Ν: Το μόνο που θα ήθελα εγώ προσωπικά είναι να μεγαλώνουν τα παιδιά μου χωρίς τον φόβο του πολέμου. Να νοιώθουν ασφάλεια. Οποιαδήποτε λύση μπορεί να προσφέρει αυτό το πράγμα στα παιδιά μας, αυτή η λύση θα με βρίσκει σύμφωνο.

Νικόλα είσαι πλέον ο επίσημος τραγουδιστής των Warlord και μετά τις εμφανίσεις του καλοκαιριού, κατά γενική ομολογία, είσαι ο ιδανικός frontman για αυτό το θρυλικό συγκρότημα. Προσωπικά πιστεύω ότι έχεις εκπληκτικές φωνητικές και ερμηνευτικές ικανότητες. Πόσο εφικτό είναι να ανταποκρίνεσαι στις χρονικές απαιτήσεις τριών σχημάτων;

Εν κατακλείδι η ουσία του «Dark Gorgon Rising» αποτελεί για μένα προσωπικά ένα εσωτερικό ταξίδι και θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για το ταξίδι αυτό και αναμένουμε με ανυπομονησία τη συνέχεια! Θα θέλατε να στείλετε ένα μήνυμα στους αναγνώστες της ΦΛΕΦΑΛΟ;

Ν: Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια! Δεν είναι καθόλου δύσκολο αφού καμία από τις τρεις μπάντες δεν είναι touring band, και κάνουν μάλλον μεμονωμένες συναυλίες ή mini tours. Επίσης ηχογραφήσεις δίσκων γίνονται αργά και χωρίς πίεση, οπότε, ναι, δεν είναι δύσκολο προς το παρόν. Η τεράστια η δύναμη των συμβόλων του όλου μύθου του Περσέα πιστεύετε ότι δύναται να αντέξει στους επόμενους αιώνες και να εξακολουθεί να φωτίζει το δρόμο για μια ηθική ανάταση του ανθρώπου σε πείσμα της παρακμής που έχει επιφέρει η εντροπική ιστορική περίοδος της Νεωτερικώτητας; Π: Πιστεύω πως, ναι, αφού τα σύμβολα του μύθου είναι διαχρονικά και η δύναμη τους μεγάλη. Από τη φύση του ο μύθος είναι θεμελιακός και κατά συνέπεια αναδημιουργικός. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι γενικά η μυθολογική παράδοση αποτελεί πηγή έμπνευσης και τροφοδοτεί τις αναζητήσεις της σύγχρονης καλλιτεχνικής αλλά και επιστημονικής σκέψης.

Π: Mary θα ήθελα σε αυτό το σημείο να σε ευχαριστήσω για τη στήριξη και για την ευκαιρία που μας έδωσες να παρουσιάσουμε τους ASTRONOMIKON στον κόσμο της ΦΛΕΦΑΛΟ. Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο για εμάς να επικοινωνούμε με κόσμο που μπορεί να εκτιμήσει τη δουλεία μας. Ευχαριστώ εκ των προτέρων όσους δεν μας γνωρίζουν και θα διαθέσουν λίγο από το χρόνο τους για να εξερευνήσουν τη δική μας μουσική διασκευή του μύθου του Περσέα. Καλή Χρονιά σε όλους με Υγεία πάνω απ’ όλα.

Ποια η σχέση σας με την ηρωική φαντασία και την λογοτεχνία του φανταστικού εν γένει; Θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για κάποια από τις επερχόμενες δουλειές σας;

www.astronomikon.com www.facebook.com/astronomikon www.twitter.com/astr0n0mik0n

11


ΟΙ ΑΡΧΙΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΑΓΚ-ΕΛΝΟΡ

“ΑΛΜΟΣ Ο ΟΞΥΣ” (μέρος 4ο ) «Μέσα στην πιο βαθιά σπηλιά του ολοφώτιστου βουνού, εκεί θα βρεις το θάρρος σου τον φόβο να νικήσεις. Εκεί θα δεις ξημέρωμα που όμοιο δεν υπάρχει. Θα ‘ναι χρυσό, υπέρλαμπρο, θα σε γεμίσει Γνώση. Το Φως θα είν’ η ανάσα σου, το Κύμα το φιλί σου κι όλη η δύναμη της Γης θα είναι η θέλησή σου…». Από το Σκοτάδι στο Φως Νύχτες αμέτρητες, πάνω από τριάντα, συντρόφευε και γαλήνευε η Ελάιρα τον Άλμος με τούτο το τραγούδι. Κι έτσι περνούσε ο καιρός, φωνή τη φωνή, τραγούδι το τραγούδι, ώσπου όλες οι πληγές γιατρεύτηκαν, οι μαύρες αναμνήσεις άρχισαν να οδεύουν προς τη λήθη και το πρώτο χαμόγελο μετά από πάρα πολύ καιρό, άνθισε στο πρόσωπο του Άλμος. Η άνοιξη επιτέλους είχε έρθει, έστω και καθυστερημένα εκείνη τη χρονιά, και παρότι οι δύο Αρχιτραγουδιστές ούτε τη μύριζαν, ούτε την έβλεπαν, την ένιωθαν, όμως, στα πεταλουδίσματα που πότε-πότε έκανε η καρδιά. Κρυμμένοι, όντως, σε μια από τις βαθύτερες σπηλιές του Ασσαίου Όρους, εκεί όπου αυτόβουλα τους είχε οδηγήσει το σύννεφο της απόδρασης από το Αιώνιο Βασίλειο, τρέφονταν από τη δύναμη της γης κι ανακτούσαν, κυρίως, την υπερηφάνειά τους. «Είμαστε παιδιά του Έμμελον», θύμιζε συχνά η Ελάιρα, ώσπου μία μόνο φορά απάντησε ο Άλμος σε τούτη τη δήλωση κι αυτή ήταν η τελευταία αξημέρωτη νύχτα που θα περνούσαν μέσα στο σκοτάδι. Πράγματι, την επόμενη μέρα, αφού είχαν κοιμήθηκαν αρκετά, αφού ευχαρίστησαν τη βαθιά σπηλιά και αναίρεσαν όλα τα προστατευτικά σχήματα που η Γνώστρια είχε νοητά χαράξει σε όλο το περιβάλλον, άρχισαν να ανηφορίζουν τραγουδώντας προς τον έξω κόσμο. Όμως, με το που έπεσε η πρώτη καθαρή ακτίνα φωτός επάνω τους, πριν καλά-καλά να έχουν πατήσει ακόμα στο κατώφλι της εξόδου, σαν τα αγρίμια αλύχτησαν κι δυο κι έπεσαν προς τα πίσω με

πόνο φρικτό στους οφθαλμούς και ρίγη σε όλο το σώμα. Δεν θέλει πολύ να ξεσυνηθίσει κανείς τη λαμπερή ημέρα και τις σκιές να αναζητά για να τον προστατέψουν απ’ ό,τι μόνο ζωή του δίνει… «Θάρρος!», φώναξε η Ελάιρα στον Άλμος βλέποντάς τον να λιποθυμάει, μα όπως έκανε να τον φτάσει, ακριβώς το ίδιο έπαθε κι η ίδια… h g

Όταν συνήλθαν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του. Ηλιοκαμένοι, με μάγουλα και μέρη ακάλυπτα να φλογίζουν, με δίψα τρομερή και κεφάλι σαν να έχει εγκλωβιστεί μέσα σε δίνη, οι δυο Αρχιτραγουδιστές κοιτάχτηκαν και έβαλαν τα γέλια. «Ωραίο καλωσόρισμα!», σχολίασε

Mephisto Waltz by Sandara

ο Άλμος με σάλια παχιά που μπέρδευαν τη γλώσσα του κι αφού στραβοκατάπιε, πρόσθεσε: «Ήξερα ότι εκείνο το τραγούδι σου ήταν μαγικό, αλλά δεν υποψιαζόμουν ότι θα έβγαινε τόσο αληθινό! Όντως είδα ξημέρωμα που όμοιο δεν υπάρχει»… Όμως, ενόσω οι δυο τους λίγο αργότερα έσβηναν τη δίψα τους στα αναβλύζοντα νερά μιας ολόδροσης πηγής, κάπου αλλού –εκεί που καμιά λευκή ακτίνα φωτός ούτε κατά διάνοια δεν τολμάει να εισχωρήσει, ο Γελαστός Μαέστρο δεν έβρισκε τίποτα να καθησυχάσει τη δική του δίψα –αυτή που διαρκώς τον έκανε να αναζητά κι άλλη δύναμη, κι άλλη εξουσία… Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά επιβεβαίωσης στη Διόπτρα, έκανε να πιάσει τη μαεστρική του

12

της Εύας Δημητσάντη ράβδο για να διευθύνει ακόμα μια αισχρή συμφωνία υποταγής της Μαγκ-ελνόρ, όμως κάτι φευγαλέο τού τράβηξε την προσοχή. Ρυθμισμένη πάντα να δείχνει ζωντανά τα γινόμενα και τεκταινόμενα της λεηλατημένης πλέον πόλης των Αρχιτραγουδιστών, η κατασκοπευτική του συσκευή, που με πολύ κόπο, μαγεία και ανόσιες μουσικές συνθέσεις ο ίδιος είχε κατασκευάσει, σαν να τρεμόπαιξε προβάλλοντας στιγμιαία μια διαφορετική εικόνα. Το μόνιμα και διάπλατα παγωμένο χαμόγελο του Μαέστρο δεν του επέτρεπε ποτέ να συνοφρυωθεί, όμως το βλέμμα σκούρυνε. Τραβώντας με νεύρο την μακριά, μαύρη του κάπα, πήγε και στάθηκε ακριβώς μπροστά στη μεγάλη, γυάλινη επιφάνεια της οθόνης, όπου κινώντας αργά τους μοχλούς πλοήγησης στα άκρα της Διόπτρας, άρχισε να εποπτεύει εξιχνιαστικά όλη τη Μαγκ-ελνόρ. Τα μέλη της Ορχήστρας των Ατόνων, ωστόσο, περίμεναν στωικά στη θέση τους την έναρξη της συμφωνίας, όμως κανείς δεν είχε το θάρρος να διαμαρτυρηθεί για την αναμονή… « Π α ρ ά ξ ε ν ο … » , μουρμούρισε τέλος ο Μαέστρο έχοντας ελέγξει την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη κι έπνιξε το αυθόρμητο γέλιο που του ερχόταν –το μισούσε όταν το ένιωθε να ανεβαίνει σε στιγμές που δεν έπρεπε. Έπειτα στάθηκε ένα βήμα μακρύτερα για να δει την εικόνα πιο συνολικά και τότε πρόσεξε ότι πάνω δεξιά στην οθόνη αναβόσβηνε η ένδειξη «Α» κι όχι «Μ» όπως το υπολόγιζε. «Σαφώς…», παραδέχτηκε στον εαυτό του, ενθυμούμενος πως είχε αλλάξει τη ρύθμιση της Διόπτρας ώστε να δείχνει «Αρχιτραγουδιστές» κι όχι «Μαγκ-ελνόρ». Κι επειδή οι Αρχιτραγουδιστές ήταν εξαφανισμένοι από τότε που ο προστάτης Θεός τους τούς είχε εγκαταλείψει, η πλησιέστερη εικόνα που τους αφορούσε δεν ήταν παρά η πρώην πόλη τους. Άρα, λοιπόν, η στιγμιαία αλλαγή εικόνας, ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει –κάποιοι από την επίγεια οικογένεια του Έμμελον ήταν και πάλι διαθέσιμοι…


Μέσα στο Δέντρο Νύχτα απλωνόταν πια σε όλη την Ουρσούν. Νύχτα ανοιξιάτικη και δροσερή, με ουρανό καθαρό που επέτρεπε στα φωτεινά στολίδια του να αναδείξουν τη μαγεία τους. Τα δύο φεγγάρια έλαμπαν πολύ κοντά το ένα στο άλλο –στην ουσία το ένα σχεδόν πίσω από το άλλο, κι όντας σχεδόν στο πλήρες άδειασμά τους, άφηναν τα άστρα να φαίνονται μεγαλειώδη και τη νύχτα να μοιάζει τόσο πολύ με νύχτα. Στους Αρχιτραγουδιστές εν γένει δεν αρέσει και τόσο αυτή η σύμπτωση των δύο φεγγαριών –προτιμούν τις όχι ιδιαίτερα σκοτεινές νύχτες. Όμως ο Άλμος πάντα γλυκαινόταν να κοιτάει τα αμέτρητα άστρα και τις πολύχρωμες λάμψεις που πότεπότε κάποια από αυτά εκτόξευαν –κάτι σαν μήνυμα ή χαιρετισμός από πολύ, πάρα πολύ μακριά…. Ίσως από ένα τέτοιο άστρο, έναν τέτοιο κόσμο, να είχε έρθει τότε εκείνος ο Κόκκινος Πολεμιστής, σκέφτηκε ο Ακατάλληλος για Σολίστας και για λίγο αφέθηκε σε αυτή την αίσθηση. Η επόμενη, όμως, σκέψη που του ήρθε, κυριολεκτικά τον γείωσε. Το γεγονός ότι ο ουρανός πάνω από τα κεφάλια τους ήταν πεντακάθαρος, σήμαινε την παύση ή τη δυσλειτουργία της Τροφού του Γκορόν. Η αλήθεια, βέβαια, ήταν πως αν τέντωνε το βλέμμα του πέρα κατά το Βορρά, εκεί που γεωγραφικά οριζόταν το Αιώνιο Βασίλειο, εύκολα διέκρινε γκρίζα, νεφελώδη πυκνώματα, που όσο γοητευτικά κι αν ασήμιζε το περίγραμμά τους, δεν ήταν παρά τα ανόσια, απομυζητικά κατασκευάσματα καιροσκόπων, μάγων και μηχανικών του Βασιλιά. Ωστόσο, εκείνο το καλόβουλο σύννεφο που από ώρες αναζητούσαν, δεν είχε φανεί πουθενά. Ανήσυχη η Ελάιρα δεν έπαυε να τραγουδάει καλώντας το πλησιέστερο, αγνό νεφέλωμα, όμως τίποτα δεν ανταποκρινόταν. Τέλος, κατάλαβε κι η ίδια ότι το κάλεσμά της ήταν μάταιο. Κάτι συνέβαινε στην ατμόσφαιρα, που απέτρεπε τη δημιουργία φυσικών σύννεφων… Πλέον είχαν κατέβει στους πρόποδες του Ασσαίου Όρους

και το πιθανότερο ήταν πως μέχρι εκεί θα έφταναν για τη νύχτα. «Στο μυαλό σου κλωθογυρίζει διαρκώς η φιγούρα εκείνου του Κόκκινου Πολεμιστή…», άνοιξε κουβέντα κάποια στιγμή η Γνώστρια μασουλώντας καρπούς από τους τριγύρω θάμνους. Καθισμένοι μέσα στην κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου, εδώ και ώρα αμίλητοι κι οι δυο, μόνο εικόνες αντάλλαζαν μεταξύ τους κι όχι λέξεις. «Έχεις ιδέα πώς πρέπει να είναι τώρα η Μαγκελνόρ;», ξεκίνησε ο Άλμος. «Και πού εξαφανίστηκαν οι Αρχιτραγουδιστές της πόλης; Πήραν, λέγεται, και τον Ναό του Έμμελον μαζί τους! Μα στ’

«Και ο Έμμελον, Ελάιρα; Πού είναι ο Έμμελον να δώσει όχι δύο ανάσες σε μια στιγμή, αλλά μία για όλους μας και για πάντα;», έσφιξε τη γροθιά κι έπειτα αναστέναξε σαν να έδιωχνε μαζί με την πνοή αυτή κι όλο το παράπονο που τον έτρωγε. «Ίσως ο Έμμελον πια να είναι ο καθένας από εμάς ξεχωριστά, αλλά και όλοι εμείς μαζί…», ψιθύρισε η Γνώστρια καθώς ο αναστεναγμός του Άλμος σαν λεπτή πάχνη μέσα στην υγρασία της νύχτας, κιόλας ταξίδευε έξω από το δέντρο και πήγαινε να υψωθεί ως τον ουρανό. Κι όμως, ο Έμμελον κοιτούσε, από πολύ μακριά, αδύναμος ακόμα από τον βαθύ του λήθαργο και δίχως Αρχιτραγουδιστές πλέον στη γη, πέρα από δύο… Στον ουρανό της Ουρσούν

Land of the Lost Dream by Antoshines

αλήθεια, ήξερες εσύ ποτέ κάτι τέτοιο; Γνώριζες ότι οι Αρχιτραγουδιστές είχαν αυτή τη δυνατότητα;», έμεινε τέλος να κοιτάει την Ελάιρα. «Ο Κέλχαρ ο Νηφάλιος ίσως να γνώριζε πολύ περισσότερα από όλους μας», είπε εκείνη. «Κι η αλήθεια είναι ότι έφυγα πολύ μικρή, πριν προλάβω να μάθω όλα όσα θα έπρεπε ως Γνώστρια», συμπλήρωσε σαν να είχε μετανιώσει για τη βιάση της. «Και γιατί έφυγαν;!», ξέσπασε ο Άλμος. «Γιατί δεν έμειναν να πολεμήσουν;!». Καμιά απάντηση, ασφαλώς, σε αυτό δεν πήρε γιατί το πράγμα ήταν αυτονόητο. «Δεν μας έμαθε ποτέ κανείς να πολεμάμε…», μουρμούρισε λίγο αργότερα μόνος του, αφού είχε αρχίσει να κατευνάζει την οργή του. Μα αμέσως πάλι συνοφρυώθηκε κι οι φλέβες στο μέτωπο πετάχτηκαν.

13

Το επόμενο πρωί ο Άλμος και η Ελάιρα ξύπνησαν αποφασισμένοι να μεταβούν στην Μαγκ-ελνόρ, με όποιον άλλο τρόπο πέρα από το καθιερωμένο ταξίδι πάνω σε σύννεφο, γινόταν. Μόνο στην πόλη τους, συμφώνησαν, θα μπορούσαν να λύσουν το μυστήριο των ε ξα φ α ν ι σ μ έ ν ω ν Αρχιτραγουδιστών κι ίσως από εκεί να ξεκινούσαν κι άλλες ενδιαφέρουσες ε ξ ε λ ί ξ ε ι ς . Άλλωστε, ο Μεγάλος Βαρύς για τον οποίον προφητικά είχε μιλήσει πρώτος ο Σόλιαρ ο Πολυπράγμων και που σαφώς ακόμα δεν είχε γεννηθεί, ήταν επιπλέον ένας λόγος για να πρέπει να εξερευνήσουν, αν μη τι άλλο, τα αρχεία που ενδεχομένως να είχαν αφήσει πίσω τους οι λοιποί Γνώστες. Βγαίνοντας, όμως, από την κουφάλα του δέντρου έτοιμοι να περπατήσουν για πολλά, πάρα πολλά χιλιόμετρα βορειοδυτικά, η έκπληξη που τους περίμενε ακριβώς πλάι στην έξοδο, έκανε τα πόδια τους να νιώσουν κιόλας ελαφρύτερα. Ένα πανέμορφο, αφράτο κι ολόλευκο συννεφάκι τούς καρτερούσε για να ανέβουν στη ράχη του. Σύννεφο πραγματικό, φυσικό και πρόσχαρο, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό πως οι υδρατμοί του είχαν κάτι από την υγρή


ανάσα του Άλμος. «Την επόμενη φορά να αναστενάξεις πιο βαθιά», δήλωσε η Ελάιρα καθώς πηδούσε πάνω του, «γιατί αυτό εδώ ίσα-ίσα που μας χωράει!».

άνεμοι δυνάμωναν, τα σύννεφα πλήθαιναν και γίνονταν πιο εχθρικά, ενώ οι δύο Αρχιτραγουδιστές, πάνω στο μοναδικό, φυσικό σύννεφο, βλέποντας την απειλή επιτηδευμένα να καταφτάνει προς αυτούς, πήραν να οδηγούν το δικό τους νεφέλωμα πίσω προς το νότο.

Κι έτσι ταξίδευαν ελεύθεροι, όπως τότε που ήταν παιδιά και για λίγο ξεχάστηκαν κι έπιασαν τα ζωηρά Το Άγριο Άλογο, αγαπημένη τραγούδια. Τους άκουγε το σύννεφο κι άρχισε να χορεύει, αλλάζοντας Μυστική Μελωδία της Ελάιρα, για γοργά σε σχήματα αστεία και μια φορά ακόμα απλώθηκε στους παράξενα, πότε ανεβαίνοντας ψηλά αιθέρες της Ουρσούν –μόνο που τώρα και πότε βουτώντας προς τα κάτω, μα η 23η Γνώστρια είχε την έμπνευση πάντοτε προσέχοντας να μην ξύσει να προσθέσει επιπλέον ένα μέτρο την πλαγιά κανενός βουνού και μαζί και μάλιστα με στίχους. Όχι μόνο το με αυτό και τους Αρχιτραγουδιστές σύννεφο, σε σχήμα πλέον αλόγου, που κουβαλούσε. Και τα πουλιά τούς αγρίεψε και αύξησε ταχύτητα, αλλά χάζευαν καθώς τους προσπερνούσαν, εκτόξευε και ηλεκτρικές βολίδες ενώ κάποια αφήνανε επίτηδες τα φτερά απ’ τις οπλές του. Χρήσιμο αυτό το ολάνοιχτα, σαν να τους χαιρετούσαν. τελευταίο, γιατί οι Καιροσκόποι, Όμορφη ήταν η πλάση γύρω τους έχοντας ενώσει τις δυνάμεις τους, κι απ’ όπου χαρούμενοι πετούσαν, ωθούσαν τους δικούς τους ανέμους γέμιζε ο αέρας ευωδιές και άσπρα, με τέτοια ισχύ και μανία, που μικρά κρινάκια φύτρωναν όπου το τραγούδι τους άγγιζε τη γη. Κάποιος όμως δεν χαιρόταν καθόλου με όλα αυτά… Ο Φτερωτός Κα τ ά σ κ ο π ο ς , βέβαια, στο πλάι του τον καθησύχασε: «Κάνε όπως ορίζει ο Γελαστός Μαέστρο!». Ο Γκορόν έγνεψε σε συμφωνία. Floating between Clouds and Stars by Sashulka «Καιροσκόποι!», σύντομα τα τεχνητά τους σύννεφα φώναξε. «Ετοιμαστείτε όλοι σας!». θα καταβρόχθιζαν τον μοναδικό τους φυσικό αντίζηλο στον ουρανό –και hg ό,τι ίππευε στη ράχη του. Άρχισε τότε Ιπτάμενα σκάφη σκορπίστηκαν στον και ο Άλμος να τραγουδά κάνοντας ουρανό, όλα ερχόμενα από τον βορρά δεύτερη, βαθιά φωνή στη Μελωδία κι όλα με δεξαμενές γεμάτες χημικά της Ελάιρα, κι έγινε το νεφελώδες αέρια. Πολύ σύντομα οι πιλότοι τους, τους όχημα τρεις φορές σε μέγεθος εκτελώντας κατά γράμμα τις εντολές κι αμέτρητες άλλες σε αντοχή. Έτσι, των Καιροσκόπων του Βασιλιά, όταν κι από το νότο πια κατέφθαναν πετούσαν πάνω απ’ τον βόρειο άξονα τα εχθρικά πυκνώματα υδρατμών της Ουρσούν αφήνοντας πίσω τους και χημικών αερίων κλείνοντας τον παχιές, λευκές ουρές αερίων, που αντί δρόμο για τους Αρχιτραγουδιστές, να διαλύονται αμέσως, έμεναν στον έδωσε μια το νεφελώδες άλογο και ουρανό κι εξαπλώνονταν. Άνεμοι τινάχτηκε σε τέτοια ύψη, που όλα ύπουλοι και χαμηλοί άρχισαν σε λίγο να από κάτω του τα άφησε, να κάνουν σηκώνονται από τους Καιροσκόπους μανιασμένους κύκλους. Ένα όμως από κι έτσι, δεν ήθελε πολύ για να αυτά τα σύννεφα-στοιχειά σαν να ‘χε μετακινηθούν στοχευμένα οι μάζες αποκτήσει δική του βούληση και, ενώ αυτές των αερίων και να μπλεχτούν οι Καιροσκόποι στα χαμηλά μόνο να μεταξύ τους. Παράξενα, σχεδόν υποθέτουν πια μπορούσαν προς τα πού διάφανα σύννεφα ήταν το αποτέλεσμα κινούνταν οι καταδιωκόμενοι, εκείνο αυτής της ένωσης, σύννεφα που σαν άλλαξε το σχήμα του παίρνοντας φαντάσματα στοίχειωναν τον ουρανό μορφή τρομακτική. Έπειτα άνοιξε και μέσα τους δεν έφερναν βροχή, στόμα κατάμαυρο και τεράστιο καθώς αλλά τον θάνατο. Οι αρρωστημένοι ψηλά τιναζόταν με μεγάλη δύναμη.

14

Τέσσερις βολίδες ηλεκτρισμού εκτόξευσε τότε το Άλογο, όλες καταπάνω στο άθλιο κι ορθάνοιχτο στόμα, ταράζοντας όλη τη σύσταση του τεχνητού συννέφου. Όμως αυτό δεν διαλύθηκε, μόνο σταμάτησε το φρένιασμα για λίγο κι έτσι όπως ήταν αιωρούμενο, άρχισε να διογκώνεται μουγκρίζοντας. Κι όταν καλά είχε φουσκώσει, σχίστηκε στη μέση και τώρα ήταν δυο στόματα έτοιμα να καταβροχθίσουν. Το είδαν αυτό οι Αρχιτραγουδιστές από πάνω κι έκαναν να δυναμώσουν κι άλλο τη φωνή τους ώστε ακόμα ψηλότερα να ξεφύγουν –γιατί από κάτω τους πια όλο το οπτικό τους πεδίο ήταν γεμάτο σύννεφα-στοιχειά, που ακόμα σε κύκλους παραμόνευαν να κατέβει το θήραμα λίγο πιο κοντά σ’ αυτά. Μα ο αέρας ήταν πολύ λεπτός σε τέτοια ύψη –ακόμα και για τα παιδιά του Έμμελον, κι ήταν αδύνατο όχι μόνο να δυναμώσουν τις φωνές τους, μα και να κρατηθούν για πολύ ώρα ακόμα. «Κατεβαίνουμε! Οδήγησε σταθερά το Άλογο προς τα κάτω!», φώναξε η Ελάιρα κόβοντας το τραγούδι για να ξεκινήσει μια άλλη αγαπημένη Μελωδία, τη Δίοδο. Μα όπως το σύννεφό τους βουτούσε στα χαμηλότερα στρώματα αέρα κι οι φωνές των δυο τους παντρεύονταν σε μουσική συμφωνία, ήρθαν πλευρικά τα δύο μαύρα στόματα. Τσίνησε τότε το Άλογο και μέσα από άτακτους ελιγμούς που λίγο έλειψαν να ρίξουν κάτω τον Άλμος, χτύπησε με τα μπροστινά του πόδια το ένα και με ηλεκτρισμό πέρα για πέρα το ξαπόστειλε. Το άλλο όμως του ξέφυγε στο σημάδι από τα πίσω πόδια κι έτσι, του καταβροχθίστηκε η ουρά κι ένα κομμάτι απ’ τα καπούλια. Μα πάλι, σύννεφο καθώς ήτανε, ακόμα και λειψό, στη φωνή του Άλμος υπάκουε κι όλο με μεγαλύτερη φόρα ξεχυνόταν προς τα κάτω. Τώρα πλησίαζε τα άλλα τεχνητά νεφελώματα, που όλο και συσπειρώνονταν μπροστά του έτοιμα να το κατασπαράξουν. Η φωνή, όμως, της Ελάιρα τώρα ξεσηκωνόταν κι απόλυτα κυριαρχική διέταζε να ανοίξει πέρασμα ανάμεσα απ’ τα σύννεφα-στοιχειά κι ελεύθεροι από μέσα να πετάξουν. Όντως, τα νεφελώδη συσπειρώματα άκουσαν τη διαταγή κι άρχισαν να υποχωρούν στο κέντρο όπου το μισερό Άλογο


κατευθυνόταν, όμως κάτι δεν είχε υπολογίσει η Γνώστρια. Κι έτσι, καθώς διέσχιζαν τη δίοδο μέσα από τα εχθρικά σύννεφα, ξαφνιάστηκε εκείνη από δυο πράγματα: Το πάχος του στρώματος που είχαν δημιουργήσει τα τεχνητά νεφελώματα κι έκαναν το πέρασμα να μοιάζει ατέλειωτο, αλλά και τα διάχυτα, αποπνικτικά αέρια που έτσι κι αλλιώς είχαν ποτίσει την ατμόσφαιρα και δεν έφευγαν με το τραγούδι της. Το πρώτο την έκανε να πεισμώσει, όμως το δεύτερο να ζαλιστεί σφοδρότατα και να χάσει τον ειρμό της Μελωδίας. «Ελάιρα!», φώναξε βλέποντας τη Γνώστρια έτοιμη να λιποθυμήσει. Ο αέρας που ανέπνεαν μέσα στη δίοδο –πού πόσο ακόμα θα έμενε ανοιχτή δίχως τη Μυστική Μελωδία, ήταν σκέτο δηλητήριο. Το ήξερε πως αν κρατούσε την ανάσα του για να σταματήσει τον χρόνο και να προλάβει να πράξει κάτι που ίσως να τους έσωζε, μπορεί και να πέθαινε. Έτσι, αφήνοντας το Άλογο στην ταχύτητα που είχε αναπτύξει, έπιασε να τραγουδάει αυτός τη Μυστική Μελωδία της Διόδου, όπως την άκουγε ως και πριν λίγο από αυτήν που την ήξερε τόσο καλά. Δεν ήταν Γνώστης, ούτε καν Κατάλληλος για Σολίστας, όμως η δίοδος στένευε και εκείνο το μαύρο στόμα ήταν και πάλι ακριβώς πίσω τους.

ο

Άλμος

Τι μπορεί να συμβεί αν κάποιος μη ειδικός δοκιμάσει μόνος του μια Μυστική Μελωδία; Στην περίπτωση του Άλμος, που αν μη τι άλλο είναι Αρχιτραγουδιστής, δεν συνέβη το εντελώς απροσδόκητο, όμως ενώ το πέρασμα άρχισε πάλι να διευρύνεται και πια να δείχνει την έξοδό του, δεν ήταν ακριβώς βέβαιο το πού θα κατέληγε… Μια αίσθηση αδικαιολόγητης ελαφρύτητας, χιλιάδες εικόνες που εναλλάσσονταν γύρω τους, άστρα και γαλαξίες, αλλά και μια κραυγή απόλυτου τρόμου!. Στη Μαγκ-ελνόρ «Ουρανέ και Δύναμη!!», πετάχτηκε ο Άλμος. Βρισκόταν κατάχαμα, μέσα στο ψηλό χορτάρι, μα ούτε πονούσε

από την πτώση, ούτε και καλά-καλά το πίστευε πως είχε επέλθει πτώση. Σαν να ήταν ξαπλωμένος ήδη από ώρα εκεί. Πουθενά το σύννεφο-Άλογο κι από πάνω του ο ουρανός δεν υπέφερε από τα νεφελώματα-στοιχειά. Όμως η Ελάιρα υπήρχε ακριβώς δίπλα του κι αυτή του θύμισε τα πάντα όντας ξέπνοη και κατάχλωμη. Κι αφού με τα πολλά τη συνέφερε, παρατήρησε ότι και ο ίδιος δεν ανέπνεε με τη χαρακτηριστική ευκολία και ευφορία που ένιωθε πάντα. Κι όταν σε λίγο κοίταξε καλύτερα τον ουρανό και την ατμόσφαιρα γύρω του, με φρίκη διαπίστωσε πως μπορεί να μην υπήρχαν εκείνα τα δηλητηριώδη

άσκηση στα περίχωρα της Μαγκελνόρ. Γιατί αυτό το γρασίδι που πριν λίγο έπιανε ο Άλμος κι αυτό το κομμάτι του ουρανού που κοιτούσε, δεν ήταν παρά μερικές, μακριές ανάσες πέρα από το σπίτι του. Ναι, το κατεκτημένο και ισοπεδωμένο σπίτι του, που κάποτε ανάβλυζε τα απαυγάσματα της αρμονίας και τώρα σάπιζε στα χέρια των εχθρών. Περνώντας τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων με φανερή την έκφραση πόνου στο πρόσωπό του, ο Ακατάλληλος για Σολίστας είδε τα τείχη που περιέκλειαν την πατρίδα του, μόνο που τώρα πια δεν έλαμπαν, ούτε προστατεύονταν από μαγικές ομίχλες. Και η πύλη του Νότου, αυτή που άλλοτε στεκόταν υπερήφανα σε σχήμα λύρας, τώρα βομβαρδισμένη κι αλλαγμένη, έμοιαζε με πρόσωπο αλαζονικό που μόνιμα χαραγμένο είχε ένα τεράστιο χαμόγελο.

«Πρέπει να έγινε τις νύχτες που ήμαστε στη σπηλιά…», είπε μέσα σε δάκρυα η Ελάιρα πλησιάζοντας, μα η φωνή της υπερκαλύφθηκε από την εκκωφαντική παραφωνία. Ο Άλμος στεκόταν ακίνητος. Μια κραυγή άρχισε σχηματίζεται στα σωθικά του και να πάλλεται στα πνευμόνια του. Σύντομα πίεζε το λαρύγγι για να εκραγεί –κι έτσι ακριβώς έγινε. Η Floating between Clouds and Stars by Sashulka πιο διαπεραστική στριγκλιά που ως τότε ο Άλμος σύννεφα, όμως ένα διάχυτο κι αδιόρατο νέφος ήταν απλωμένο είχε εξαπολύσει, έσκισε τον αέρα παντού, τόσο αχνό κι αμελητέο στο κάνοντας περίπου οχτώ χιλιάδες μάτι, που δύσκολα το ξεχώριζες από κεφάλια Παρατόνων και Παραφώνων απλή σκόνη που σηκώνει ο αέρας να γυρίσουν προς το μέρος του –πριν –αλλά υπήρχε. Τι συνέβαινε στην τα περισσότερα μαζί με τα υπόλοιπα Ουρσούν; Μερικά δέντρα μπροστά σώματα εκτοξευτούν από το ωστικό κύμα προς άτακτες κατευθύνσεις. τους εμπόδιζαν τη θέα… Τότε οι τσακισμένες σάλπιγγες ήχησαν και όλη η παραφωνία του κόσμου δόθηκε σε ένα παράγγελμα. Κι έπειτα ένα θλιβερό βουητό από στερημένες φωνές και παραβιασμένα όργανα, φραγμένες τρομπέτες και ραγισμένα κύμβαλα ξέσκισαν ό,τι είχε απομείνει ιερό στα αφτιά των δύο Αρχιτραγουδιστών. Η στρατιά των Παρατόνων και οι φάλαγγες των Παραφώνων του Γελαστού Μαέστρο προφανώς επιδίδονταν σε στρατιωτική

15

Κι έτσι ξεκίνησαν οι μέρες που όλοι στην Ουρσούν είδαν –και κυρίως άκουσαν, τι πάει να πει «Άλμος ο Οξύς»…

Διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου για επικοινωνία με την συγγραφέα: evadimitsanti@gmail.com


Yukio Mishima Ο τελευταίος σαμουράι

του Σταμάτη Μαμούτου

Η γέννηση του καλλιτέχνη Άνοιξη 1988, βόλτα στο κέντρο της πόλης συνοδευόμενος αΟ Γιούκιο Μισίμα υπήρξε αναμφίβολα ο πλέον δημοφιλής μεταπολεμικός Ιάπωνας λογοτέχνης. Πολυγραφότατος, με παγκόσμια φήμη, αντιφατικός εν πολλοίς και αθεράπευτα ρομαντικός, ο «τελευταίος σαμουράι» αποτέλεσε αληθινό σύμβολο ζωής και θανάτου για μια γενιά αναγνωστών. Σήμερα η φήμη του εξακολουθεί να τον φέρνει στο επίκεντρο πολλών ερευνών που λαμβάνουν χώρα στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών καθώς επίσης και να τον διατηρεί υψηλά στις προτιμήσεις των αναγνωστών στις Η.Π.Α και την δυτική Ευρώπη. Αντίθετα στην χώρα μας, την ταλαιπωρημένη από την πνευματική καχεξία του μεταπολιτευτικού συστήματος, ο Μισίμα όπως και πολλοί ακόμη στοχαστές οικουμενικής εμβέλειας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστοι. Λαμβάνοντας υπόψη τούτο το δεδομένο, θα δοκιμάσω σε αυτό το άρθρο να παρουσιάσω μια όσο το δυνατόν ικανοποιητική συνολική εικόνα της ζωής και του έργου του, μια εισαγωγική αφήγηση, δηλαδή, του προσωπικού του Μύθου. Ο Μισίμα γεννήθηκε την 14η Ιανουαρίου του 1925 στο Τόκιο, φέροντας το όνομα Κιμιτάκε Χιραόκα. Ήταν ένα μικροκαμωμένο και φιλάσθενο αγόρι που ζούσε συνεχώς κλεισμένο στο σπίτι με την γιαγιά του. Ο πατέρας του εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος. Το εν λόγω επάγγελμα περιβαλλόταν από μεγάλο κύρος στην Ιαπωνία και το στερεότυπο έλεγε ότι ο μεγαλύτερος γιος μιας οικογένειας έπρεπε να διαδεχτεί τον πατέρα στην ίδια θέση. Ωστόσο, ο Κιμιτάκε άρχισε να γράφει από μικρός στο σχολικό περιοδικό Hojinkai Zassi και να διακρίνεται για τις λογοτεχνικές του ικανότητες. Σε εκείνα τα κείμενα μελετητές έχουν ανακαλύψει αρκετά λογοτεχνικά γνωρίσματα που έφερε ως το τέλος της ζωής του, όπως ο συνδυασμός της ειρωνείας με την κομψότητα και η ενστικτώδης ηδονή που πήγαζε από την πρόκληση βίας και την επίδειξη ωμότητας. Και όντως, ο Μισίμα αποτέλεσε τον λογοτέχνη του οποίου η ζωή συνδέθηκε με την διττή παράδοση του πολέμου και των τεχνών. Ο μικρός αρθρογράφος των σχολικών εντύπων έμελε να εξελιχθεί σε έναν στρατιώτησυγγραφέα. Ως βασικές του επιρροές παρέμειναν μέχρι την ενηλικίωση τα κλασικά ιαπωνικά μυθιστορήματα του 8ου και του 11ου αιώνα, στα οποία ο βίαιος θάνατος ενός νέου πολεμιστή ερμηνευόταν ως εκδήλωση της απόλυτης ομορφιάς, και οι ευρωπαίοι ρομαντικοί. Λάτρευε τους Γερμανούς ρομαντικούς, αγαπούσε τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τις γοτθικές νουβέλες του Έντγκαρ Άλαν Πόε και τα ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, εκτιμούσε τα θεατρικά του Όσκαρ Ουάιλντ και τον εντυπωσίαζε η λατρεία της βίας στα rock τραγούδια και τον κινηματογράφο. Οι φόνοι και οι σκληρές σκηνές αποτέλεσαν αγαπημένα του θέματα από την εφηβεία κιόλας. Το 1939, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, ξεκίνησε να γράφει το «γοτθικό» μυθιστόρημα Έπαυλη (Yakata) στο οποίο ένα απαίσιος δολοφόνος αριστοκρατικής καταγωγής προσπαθεί να αποκτήσει μεγαλύτερη εξουσία κόντρα στην ένθεη και αγαθή γυναίκα του, με φόντο την μεσαιωνική Ιαπωνία. Τελικά το μυθιστόρημα έμεινε ημιτελές αλλά δυο χρόνια αργότερα, μαζί με τον καθηγητή του Σιμίζου αποφάσισε να ιεραρχήσει την λογοτεχνική του δραστηριότητα υψηλότερα και να αρχίσει την τακτική συγγραφή. Το ξεκίνημα αυτής της πορείας έγινε με την επιλογή ενός μόνιμου λογοτεχνικού ψευδώνυμου. Ο Κιμιτάκε Χιραόκα δεν υπήρχε πια. Την θέση του είχε πάρει ο Γιούκιο Μισίμα. Το Γιούκιο προήλθε από την λέξη «χιόνι» (γιούκι στα ιαπωνικά) και το Μισίμα ήταν ένα τοπωνύμιο από το οποίο φαινόταν ευδιάκριτα η χιονισμένη κορυφή του όρους Φούτζι.

18

Την ίδια χρονιά ο νεαρός Μισίμα είχε ετοιμάσει το πρώτο του λογοτεχνικό έργο. Ήταν ένα ιστορικό μυθιστόρημα, βαπτισμένο στα νάματα της ιαπωνικής παράδοσης, που έφερε τον τίτλο «Το Δάσος Ολάνθιστο» (Hanazakari no Mori). Επίσης, μέσω της μητέρας του, γνωρίστηκε με τον διάσημο ρομαντικό ποιητή Ριούκο Καουάτζι. Τελικά η ρομαντική κοινότητα των Ιαπώνων λογοτεχνών τον υποδέχτηκε θερμά δημοσιεύοντας «Το Δάσος Ολάνθιστο» σε συνέχειες, στο περιοδικό Bungei Bunka. Η αλήθεια είναι ότι ο πατέρας του δεν έβλεπε με καλό μάτι τις πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες του γιού του. Ωστόσο θεωρούσε ότι είχε ακόμη την κατάσταση υπό τον έλεγχό του. Το 1942 συνταξιοδοτήθηκε από το δημόσιο κι άνοιξε ένα δικηγορικό γραφείο. Η Ιαπωνία εισήλθε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι ο Μισίμα μπήκε στην ανώτερη σχολή, η οποία ήταν κάτι σαν το ευρωπαϊκό λύκειο. Ο μικρός ήταν αριστούχος σε όλα τα μαθήματα εκτός από την γυμναστική, λόγω της ασθενικής του φύσης. Ταυτόχρονα με τα μαθήματα διάβαζε και τους αγαπημένους του λογοτέχνες ενώ μαζί με τον φίλο του Τακάσι Αζούμα ξεκίνησαν ένα περιοδικό, το Akae (Κόκκινη Εικόνα).

Η ένταξη στο Κίνημα των Ιαπώνων Ρομαντικών Στα τέλη του 1942 ο πόλεμος άρχισε να παίρνει άσχημη τροπή για την Ιαπωνία. Ο Μισίμα, μέσω του Bungei Bunka είχε αποκτήσει επαφές με μια ομάδα λογοτεχνών και καλλιτεχνών η οποία οργάνωνε ένα ρομαντικό πολιτισμικό κίνημα. Επρόκειτο για το Νίπον Ρόμαν-Χα, (Κίνημα των Ιαπώνων Ρομαντικών σε ελεύθερη μετάφραση). Το Νίπον Ρόμαν-Χα διακήρυσσε ότι ο πόλεμος ήταν ιερός και στο θεωρητικό του υπόβαθρο ενσωμάτωνε στοιχεία από την παραδοσιακή ιαπωνική εθνικιστική αντίληψη, (όπως αυτή είχε εκφραστεί από τον κορυφαίο στοχαστή του 18ου αιώνα Νορινάγκα Μοτοόρι), συνδυασμένα ιδιόμορφα με τον γερμανικό Ρομαντισμό και τον σοσιαλισμό του Μαρξ. Οι δυο κορυφαίες μορφές του κινήματος ήταν ο κριτικός τέχνης και λογοτεχνίας Γιατζούρο Γιασούντα και ο ποιητής Σιζούο Ίτο. Οι Ιάπωνες Ρομαντικοί διέθεταν αρκετούς πυρήνες κι έντυπα, ωστόσο το κεντρικό τους περιοδικό ήταν το «Nippon Roman». Κατά την διάρκεια του πολέμου απέκτησαν μεγάλη απήχηση και αποκόμισαν την υποστήριξη του στρατιωτικού καθεστώτος. Η φιλοσοφική δομή της ιδεολογίας τους βασιζόταν σε μια ανάγνωση προσαρμοσμένη στα «προ-avant garde» μοτίβα του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού.

Στην Ευρώπη ο Ρομαντισμός διέθετε μια ιδεαλιστική φιλοσοφική βάση και αποδεχόταν την αρχαιοελληνική άποψη ότι πέρα από τον φθαρτό κόσμο της υλικής εμπειρίας, (πέρα από τον κόσμο της καθημερινής ζωής δηλαδή) υφίσταται ένα πεδίο απόλυτων αξιών και αρχετύπων, το οποίο ο Πλάτωνας είχε ονομάσει «κόσμο των Ιδεών». Κεντρική θέση στον ιδεαλισμό αποτελεί η πεποίθηση πως στόχος της ανθρωπότητας οφείλει να είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέγγιση των αξιών που ακτινοβολεί αυτός ο «κόσμος των Ιδεών», προκειμένου ο καθημερινός βίος να καταστεί καλύτερος. Εντούτοις, ενώ οι κλασικοί ιδεαλιστές πίστευαν ότι η προσέγγιση του κόσμου των Ιδεών γίνεται δυνατή από τον άνθρωπο αποκλειστικά μέσω


της χρήσης της λογικής και μόνο από τους λίγους που διαθέτουν το χάρισμα της επιστημονικοφιλοσοφικής σκέψης, οι Ευρωπαίοι Ρομαντικοί θεώρησαν ότι η νοητική δύναμη μέσω της οποίας μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει θέα στον κόσμο των Ιδεών δεν είναι η λογική αλλά η φαντασία. Απόρροια αυτής της διαπίστωσης υπήρξε η πεποίθηση πως όχι οι επιστήμονες με τον ψυχρό τους ορθολογισμό αλλά οι ποιητές-φιλόσοφοι με την ανεπτυγμένη αισθαντικότητα και το φαντασιακό μάγμα του πνεύματός τους αποτελούν τους εκλεκτούς που δύνανται να έρθουν σε επαφή με το Απόλυτο. Στην ιαπωνική του εκδοχή ο Ρομαντισμός μετατοπίστηκε από τον φαντασιακό ιδεαλισμό στην αισθαντικότητα. Οι Νίπον Ρόμαν-Χα εκτιμούσαν ότι η ιστορική πραγματικότητα είναι επουσιώδης και πως τα συναισθήματα που προκαλούν τα γεγονότα είναι σημαντικότερα από τα ίδια τα γεγονότα. Μολονότι ο πόλεμος τους γοήτευε, δεν ενδιαφέρονταν τόσο για την έκβαση της μάχης όσο για καθαυτή την χαρά του πολέμου. Η καταστροφή και ο θάνατος αποτελούσαν καταστάσεις που τους γοήτευαν. Στον τομέα της πολιτικής υιοθετούσαν έναν αντιφιλελεύθερο ρομαντικό εθνικισμό και κήρυτταν την διατήρηση του έθνους μέσω της απαλλαγής του από ατομικιστές κομματάρχες κι από πολιτικούς με νοοτροπία επιχειρηματία.

Μια από τις μικρές ομάδες του Κινήματος των Ιαπώνων Ρομαντικών ήταν και η Bungei Bunka. Επικεφαλής της ήταν ο Χασούντα, ένας λόγιος με εξαιρετική ικανότητα ερμηνείας των κλασικών Ιαπώνων λογοτεχνών. Ο Χασούντα πίστευε ότι ο πόλεμος διέθετε καθαυτό έναν πυρήνα ιερότητας και γνώριζε ότι ο θάνατος του νέου πολεμιστή αποτελούσε αρχαία παράδοση της πατρίδας του. Ο ίδιος είχε πολεμήσει στην Κίνα και, μολονότι απολύθηκε από τον στρατό λόγω σοβαρής

ασθένειας, το 1943 επιστρατεύτηκε ξανά. Τις τελευταίες ημέρες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όταν η Ιαπωνία κατέρρεε, ο ρομαντικός λογοτέχνης, αφού σκότωσε τον διοικητή της μονάδας του όταν εκείνος ανακοίνωσε ότι η ώρα της ήττας είχε φτάσει, αυτοκτόνησε στο στρατόπεδο με μια σφαίρα στο κεφάλι. Ωστόσο, το 1942 είχε προλάβει να γνωρίσει τον Γιούκιο Μισίμα. Η εντύπωση που του έκανε ο μικρός ήταν έντονη και ο Χασούντα πρόβλεψε ότι αν ο Μισίμα συνέχιζε να γράφει η Ιαπωνία θα κέρδιζε έναν σπουδαίο λογοτέχνη. Ο Μισίμα θα θυμόταν ως το τέλος της ζωής του τον παλαιό του μέντορα. Το 1942, όταν και συναντήθηκαν για πρώτη φορά, ο Χασούντα βοήθησε τον Μισίμα να καταστεί ένα νεαρό μέλος του κινήματος των Ιαπώνων Ρομαντικών και να κάνει τις πρώτες του δημοσιεύσεις στο περιοδικό της ομάδας.

Το τέλος του πολέμου Εκτός από τους Νίπον Ρόμαν-Χα ο Μισίμα αντλούσε επιρροές κι από τον συγγραφέα Ογκάι Μόρι. Όντας ακόμη μαθητής γνώρισε τον δεύτερο ισχυρότερο άντρα των Ιαπώνων Ρομαντικών, τον Σιζούο Ίτο. Εκείνος τον σύστησε στον Μασαχάρου Φούτζι, έναν άντρα που είχε επιρροή στον χώρο των εκδοτών. Ο Μισίμα προσπάθησε να τους πείσει να εκδώσουν το μυθιστόρημα που είχε δημοσιεύσει στο Bungei Bunka και οι δυο άντρες αντιμετώπισαν θετικά το αίτημά του. Όμως η έλλειψη χαρτιού που συνεπαγόταν η πολεμική προσπάθεια της χώρας τους εμπόδισε. Το 1944 ήταν η χρονιά κατά την οποία ο Μισίμα αποφοίτησε από την σχολή και υποχωρώντας στις πατρικές πιέσεις γράφτηκε στο νομικό τμήμα του Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου του Τόκιο. Μόλις, όμως, εισήλθε στο πανεπιστήμιο επιστρατεύτηκε για τις ανάγκες του πολέμου και τοποθετήθηκε αρχικά σε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε αεροπλάνα και αυτοκινούμενες βόμβες για τους καμικάζι. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους οι παλαιότεροι Ρόμαν-Χα κατάφεραν να βρουν έναν εκδοτικό οίκο για το μυθιστόρημά του. Η κυκλοφορία του ήταν επιτυχής και χάρισε φήμη στον Μισίμα. Θεωρήθηκε μάλιστα μεγάλο επίτευγμα το να κυκλοφορήσει βιβλίο ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα τον τελευταίο χρόνο του πολέμου, όταν η χώρα ζούσε υπό την συναισθηματική πίεση της επερχόμενης ήττας και σε ένα περιβάλλον υλικών στερήσεων. Την ίδια εποχή ο Μισίμα έγραφε το ιστορικό μυθιστόρημα «Μεσαίωνας» (Chusei). Στις αρχές του 1945 ο νεαρός συγγραφέας κλήθηκε να υπηρετήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Όταν έφτασε στο στρατόπεδο που έπρεπε να παρουσιαστεί έλαβε χώρα το γεγονός που στιγμάτισε ολόκληρη την μετέπειτα ζωή του. Ένα βαρύ κρυολόγημα το οποίο τον ταλαιπωρούσε ξεγέλασε τον άπειρο γιατρό που τον εξέταζε και τον έκανε να νομίσει ότι ο Μισίμα έπασχε από φυματίωση. Οι απαντήσεις του

19

ίδιου στις σχετικές ερωτήσεις ήταν αόριστες και παραπλανητικές, πράγμα που επιβεβαίωσε την λανθασμένη αρχική διάγνωση. Το αποτέλεσμα ήταν να τον διώξουν ταχέως από το στρατόπεδο και να τον απαλλάξουν από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Ο νεαρός ρομαντικός είχε φανεί ανάξιος της ιδεολογίας του. Στα μεταγενέστερα κείμενά του θα αναφερόταν δίχως φόβο στο εν λόγω περιστατικό. Αλλά και κατά το υπόλοιπο της ζωής του η ασυνέπεια αυτή τον απασχόλησε τόσο πολύ ώστε να αποτελέσει έναν προσωπικό λογαριασμό με τον εαυτό του που ανάμενε την κατάλληλη στιγμή για να κλείσει. Εντωμεταξύ, την 1η Απριλίου του 1945 ο στρατός των Η.Π.Α εισέβαλε στην Οκινάουα. Οι επιθέσεις των καμικάζι επέφεραν σοβαρό πλήγμα στον αμερικανικό στόλο αλλά όλα έδειχναν ότι η μάχη είχε κριθεί. Ο Μισίμα επιστρατεύτηκε ξανά σε έναν ναύσταθμο. Την έκτη και την όγδοη μέρα του Αυγούστου οι Η.Π.Α είχαν αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε περίπτωση να νικήσουν με τον τρόπο που επιθυμούσαν έναν αληθινά πολεμικό λαό, ακόμη κι αν εκείνος βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Η μόνη οδός να πετύχουν την τελική παράδοση οδηγούσε στην χρήση των πυρηνικών βομβών. Η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι έγιναν τις αντίστοιχες μέρες παραναλώματα πυρός. Την δέκατη πέμπτη μέρα του ίδιου μήνα η Ιαπωνία παραδόθηκε. Ήταν η μέρα του μεγαλύτερου πένθους στη ιστορία της. Ήταν η τελευταία ημέρα κατά την οποία ο ιαπωνικός λαός θα ζούσε ελεύθερος. Πεντακόσιοι αξιωματικοί του στρατού μαζί με τον Υπουργό Πολέμου Ανάμι αυτοκτόνησαν. Δεκάδες αξιωματικοί που βρίσκονταν στο εξωτερικό τους ακολούθησαν. Το ίδιο και αρκετοί πολίτες, με δώδεκα μέλη της εθνικιστικής οργάνωσης Νταϊτοκούτζου να κάνουν χαρακίρι στο κέντρο του Τόκιο. Δίπλα τους, δυο ζευγάρια ανδρών εραστών αυτοκτόνησαν με αποκεφαλισμό, υιοθετώντας τον τρόπο του τελετουργικού θανάτου που επίτασσε ο παραδοσιακός ιαπωνικός κώδικας. Ο Γιούκιο Μισίμα έκτοτε αποσύρθηκε στον εαυτό του και δεν ξαναμίλησε για την πολιτική, παρά μόνο όταν πέρασαν αρκετά χρόνια.

Αφήνοντας πίσω το παρελθόν και βαδίζοντας στην λεωφόρο της φήμης Όσο ο καιρός περνούσε, ο Μισίμα άφηνε πίσω τον εφηβικό του ρομαντισμό. Πλέον, άρχισε να αναζητά γνωριμίες στο νέο λογοτεχνικό στερέωμα (Μπουντάν), απωθώντας τις ιδέες και τα μοτίβα του παρελθόντος σαν εφηβικές περιπέτειες. Τελικά είχε την τύχη να γίνει προστάτης του ο σπουδαίος Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ο πρώτος Ιάπωνας ο οποίος κέρδισε το βραβείο νόμπελ (1968). Με προτροπή του δημοσιεύθηκε το διήγημα «Καπνός», στο οποίο ο Μισίμα περιέγραφε ομοφυλοφιλικά θέματα. Ήταν εμφανές ότι ο νεαρός ρομαντικός


είχε δώσει την θέση του σε έναν «mainstream» συγγραφέα, εντούτοις το εν λόγω έργο δεν προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους αναγνώστες. Έτσι ακολούθησε την συμβουλή του πατέρα του και διεκδίκησε μια θέση στο δημόσιο. Κι όντως, το 1947 εισήχθη στο Υπουργείο Οικονομικών. Μολονότι διακρίθηκε ως υπάλληλος, συνέχισε να γράφει και τα λογοτεχνικά του έργα. Οι συνάδελφοί του τον θυμούνταν το πρωί να δουλεύει στο υπουργείο και το βράδυ να ξενυχτά για να ολοκληρώσει τα βιβλία του. Τα διηγήματα που δημοσίευε άρχισαν να του αποφέρουν αρκετά χρήματα. Αυτό τον έκανε να παραιτηθεί από το δημόσιο και να επιστρέψει ολοκληρωτικά στην λογοτεχνία. Ήταν μια απόφαση που έκανε τις σχέσεις με τον πατέρα του να παραμείνουν χρόνια τεταμένες.

με την οποία έζησε το υπόλοιπο της ζωής του κι απέκτησε δυο παιδιά. Το 1959 κυκλοφόρησε «Το Σπίτι του Κιόκο». Ήταν το πρώτο μυθιστόρημα που δεν είχε τόσο μεγάλη απήχηση, μετά από μια δεκαετία συνεχών επιτυχιών. Όλα αυτά τα χρόνια ο Μισίμα μεσουράνησε στο ιαπωνικό και άρχισε να γίνεται γνωστός στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα. Τα βιβλία του πωλούσαν εκατοντάδες χιλιάδων αντίτυπα, τα άρθρα του φιλοξενούνταν σε στήλες των πιο κοσμικών περιοδικών ενώ οι σχέσεις του με τον καλλιτεχνικό κόσμο της δύσης ήταν θερμή. Τίποτε δεν θύμιζε τον έφηβο ρομαντικό της εποχής των Ρόμαν-Χα ούτε και προμήνυε το τί θα ακολουθούσε. Κατά τα χρόνια της μεγάλης φήμης

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 αποφάσισε να βελτιώσει την φυσική του κατάσταση. Ξεκίνησε έτσι να γυμνάζεται και να ασχολείται εντατικά με την άρση βαρών και το «body building». Μέσα σε λίγα χρόνια το κορμί του από ασθενικό είχε διαπλαστεί σα να ήταν καμωμένο από γρανίτη. Οι σμιλεμένες του γραμμώσεις προκάλεσαν το ενδιαφέρον του γυναικείου κοινού κι ο ίδιος το εκμεταλλεύτηκε φέρνοντας τον εαυτό του συνεχώς στο προσκήνιο της δημοσιότητας, μέσω φωτογραφιών που έδινε στα περιοδικά του συρμού και στις οποίες απεικονιζόταν σαν αρχαίο άγαλμα. Ωστόσο η συνήθεια της γυμναστικής, μολονότι αποτυπώθηκε αρχικά ως μια εκδήλωση της συμβατικής συμπεριφοράς του, φαίνεται ότι τον οδήγησε τελικά σε άλλες ατραπούς. Η σωματική δύναμη που απέκτησε ξύπνησε στο πνεύμα του λησμονημένα αρχέτυπα. Η ανεπάρκεια της ολοκλήρωσης ως ρομαντικού άντρα, η οποία είχε καταφανεί με την δειλία του να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή κατά την διάρκεια του πολέμου, άρχιζε σιγά-σιγά να παρακάμπτεται. Η εκγύμναση του πρόσφερε την δυνατότητα να ολοκληρωθεί ως πνευματική προσωπικότητα. Η σωματική ανικανότητα ανταπόκρισης στα πρότυπα των πνευματικών του ενοράσεων έπαυε πλέον να υφίσταται. Και η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού έδειχνε να ξυπνά στον Μισίμα την θέληση για μια κατάκτηση πολύ πιο εσωτερική από εκείνη της διασημότητας. Την κατάκτηση του αληθινού του εαυτού.

Το 1949 εκδόθηκε το βιβλίο που τον έφερε στο επίκεντρο του λογοτεχνικού στερεώματος. Ήταν οι «Εξομολογήσεις μιας Μάσκας», στις οποίες υπήρχαν αυτοβιογραφικές αναφορές. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το «Δίψα για Έρωτα» κι έγραψε το πρώτο σύγχρονο έργο του ιαπωνικού θεάτρου Νο. Το 1951 εκδόθηκαν τα «Απαγορευμένα Χρώματα», ένα έργο με αναφορές στην ομοφυλοφιλική κοινότητα του Τόκιο το οποίο είχε μεγάλη εμπορική απήχηση. Την επόμενη χρονιά ταξίδεψε στις Η.Π.Α, την Βραζιλία, την δυτική Ευρώπη και την Ελλάδα (για την οποία μίλησε με θαυμασμό). Το 1954 εξέδωσε το best seller «Ο Ήχος των Κυμάτων» και το θεατρικό «Η Φωλιά των Λευκών Μυρμηγκιών» που τον εδραίωσε ως θεατρικό συγγραφέα. Όσο τα χρόνια περνούσαν η φήμη του μεγάλωνε. Το 1956 έγραψε την μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της σταδιοδρομίας του. Ήταν το μυθιστόρημα «Ο Ναός του Χρυσού Περιπτέρου». Παράλληλα, ανέπτυξε στενή σχέση με το Μπουνγκακούζα, τον κορυφαίο θεατρικό θίασο της Ιαπωνίας ενώ τα έργα του άρχισαν να κυκλοφορούν στις Η.Π.Α. Το 1958 νυμφεύτηκε την Γιόκο Σουγκιγιάμα

εικάζεται ότι ο Μισίμα είχε αναπτύξει ερωτικές σχέσεις τόσο με γυναίκες όσο και με άντρες. Οι βιογράφοι του διαφωνούν για το τι όντως είχε συμβεί στο θέμα των σεξουαλικών του επιλογών. Κάποιοι αποδέχονται την αμφισεξουαλικότητά του ενώ άλλοι εκτιμούν ότι αυτή υπήρξε μοναχά στα μυθιστορήματα και υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ως πρόσωπο δεν είχε ποτέ σεξουαλικές επαφές με άντρες. Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί για ένα τόσο προσωπικό ζήτημα, ωστόσο απ’ ότι φαίνεται το πιο πιθανό είναι να είχε υπάρξει όντως αμφισεξουαλικός.

Επιστροφή στον Ρομαντισμό Από το 1960 κι έπειτα ο πνευματικός προσανατολισμός του Μισίμα άρχισε να αλλάζει. Για την ακρίβεια, ο διάσημος πια λογοτέχνης, σταδιακά και σταθερά επανέφερε στο προσκήνιο ιδέες, συμπεριφορές και λογοτεχνικά μοτίβα που όλοι πίστευαν ότι άνηκαν οριστικά στο παρελθόν. Η αρχή αυτής της επιστροφής βασίστηκε σε μια επιλογή που είχε γίνει πέντε χρόνια νωρίτερα και κατά την αφετηρία της διέθετε εντελώς διαφορετικό ύφος.

20

Ορισμένες έρευνες επιχειρούν να ερμηνεύσουν την επάνοδό του στον Ρομαντισμό βασιζόμενες σε επιμέρους στοιχεία. Από την πλευρά μου αναλαμβάνω την ευθύνη να εστιάσω σε αυτή την εκδοχή τόσο γιατί όντας κι ο ίδιος ρομαντικός και ταυτόχρονα αθλητής βαρέων αθλημάτων εικάζω ότι μπορώ να αντιληφθώ κάτι από την πνευματική του διαδρομή όσο και γιατί στα μεταγενέστερα δοκίμιά του η εκδοχή αυτή αποτυπώθηκε καθαρά. Μετά την άρση βαρών ο Μισίμα ασχολήθηκε με την πυγμαχία αλλά εκείνη που τον γοήτευσε και καταπιάστηκε μαζί της ως το τέλος της ζωής του δεν ήταν άλλη από την παραδοσιακή ιαπωνική ξιφασκία, το λεγόμενο «Κέντο». Από το 1959 κι έπειτα γυμναζόταν τρεις φορές την εβδομάδα στα βάρη και δυο στην ξιφασκία ενώ μετά την προπόνηση στο σπαθί έκανε και μαθήματα ιαπωνικής πάλης. Η σωματική ρώμη συνοδευόταν πλέον από την παραδοσιακή κουλτούρα του Ιάπωνα μαχητή. Κι ο Μισίμα από πρόσωπο της κοσμικής ζωής μετατρεπόταν σε στρατιώτη-συγγραφέα. Η Αμερικανίδα κοινωνιολόγος Ρουθ Μπένεντικτ είχε πολύ σωστά επισημάνει στο κορυφαίο βιβλίο που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο «Το Χρυσάνθεμο και το Ξίφος» ότι η Ιαπωνία διέθετε μια δισυπόστατη παράδοση. Από την μια βασιζόταν στις τέχνες και τα γράμματα, τα οποία συμβόλιζε το χρυσάνθεμο, κι από


την άλλη στον πόλεμο που συμβολιζόταν από το ξίφος. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η πολεμική πτυχή της Ιαπωνίας εξανεμίστηκε λόγω του εξευρωπαϊσμού και της φιλελευθεροποίησης. Ο Μισίμα είχε αναφερθεί με θερμά λόγια στην έρευνα της Μπένεντικτ και γνώριζε ότι ο λόγος αυτής της εξέλιξης δεν ήταν άλλος από την αμερικανική κατοχή της χώρας του, η οποία εκδηλωνόταν συγκεκαλυμμένα μέσω του ελέγχου της κουλτούρας. Ωστόσο, κι ίδιος υπήρξε μέρος αυτής της οξειδωμένης διανόησης για δέκα χρόνια. Χρειάστηκε να βαδίσει στον δρόμο του «ήλιου και του ατσαλιού», για να επανέλθει στα πνευματικά του νάματα και να υιοθετήσει το πρότυπο του πολεμιστή-λογοτέχνη. Ακόμη, όμως, η επιστροφή στον Ρομαντισμό δεν είχε ολοκληρωθεί. Πέρα από την γυμναστική υπήρξε ένα επιπλέον πεδίο του οποίου η διάβαση τον έφερε πίσω στην ιδεολογία της εφηβείας. Ήταν το πεδίο της πολιτικής. Το 1960 η αστικοφιλελεύθερη ιαπωνική κυβέρνηση υπέγραψε με τις Η.Π.Α την συνθήκη Ανπό. Επρόκειτο για μια συμφωνία στον τομέα της ασφάλειας που καθιστούσε οριστικά την Ιαπωνία γεωπολιτικό δεκανίκι των Αμερικανών. Η Αριστερά αντέδρασε έντονα. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που ακολούθησαν ήταν οι βιαιότερες της ιαπωνικής ιστορίας. Ο Μισίμα τις παρακολούθησε από κοντά. Τελικά χρειάστηκε η παρέμβαση του στρατού για να μην καταρρεύσει η κυβέρνηση. Οι κομμουνιστές αντιλαμβανόμενοι το ενδιαφέρον με το οποίο παρακολουθούσε τις εξελίξεις πρότειναν στον Μισίμα να γίνει μέλος του κόμματός τους. Εκείνος αρνήθηκε. Υπερασπίστηκε, όμως, έναν αριστερό συγγραφέα κι έγινε στόχος της ακροδεξιάς οργάνωσης Ουγιόκου. Η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση της συμπεριφοράς του άρχισε να γίνεται εμφανής και στις δημιουργικές του εκφράσεις. Το 1960 ήταν η χρονιά που έπαιξε για πρώτη φορά σε κινηματογραφική ταινία υποδυόμενος, χάρη στην έντονη σωματική του διάπλαση, έναν κακοποιό της ιαπωνικής μαφίας (Γιακούζα). Το έργο δεν ήταν κάτι σπουδαίο αλλά ο Μισίμα πρόσφερε μια σπονδή στον βωμό της «θεάς βίας», υποδυόμενος έναν πληθωρικό κακοποιό. Η πρώτη αποτύπωση της επιστροφής στον Ρομαντισμό έγινε σαφής, πάντως, με την συγγραφή του μικρού σε έκταση έργου «Πατριωτισμός». Η ιδεολογική αυτή στροφή αντιμετωπίστηκε με αντιπάθεια από το λογοτεχνικό κατεστημένο. Οι κριτικές ήταν αρνητικές και τα βιβλία του σταμάτησαν να πωλούν όσο την προηγούμενη δεκαετία. Επιπλέον, το 1963 διέκοψε την συνεργασία του με τον θίασο Μπουνγκακούζα για ιδεολογικούς λόγους. Έναν χρόνο νωρίτερα είχε σημάνει εμφατικά την επιστροφή στον λογοτεχνικό Ρομαντισμό γράφοντας το υπέροχο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας «Ωραίο Άστρο» (Utsukushii Hoshi).

Η ζωή του συνέχισε σε ήπιους ρυθμούς ως το 1965. Η οικογενειακή του συμβίωση ήταν ευχάριστη. Είχε αποκτήσει δυο παιδιά, την Νορίκο και τον Ιτσίρο, είχε χτίσει μια αλλόκοτη -αλλά πλούσιαέπαυλη για την οικογένεια κι ένα ακριβό σπίτι για τους γονείς του. Το ’65 ο «Πατριωτισμός» έγινε κινηματογραφική ταινία και το όνομά του ήταν ανάμεσα σε εκείνα των υποψηφίων για το βραβείο νόμπελ. Την ίδια χρονιά άρχισε να γράφει τον πρώτο τόμο («Ανοιξιάτικο Χιόνι») της τετραλογίας που τιτλοφόρησε «Θάλασσα της Γονιμότητας». Το 1966 ήταν η χρονιά που οι όποιοι ενδοιασμοί παρακάμφθηκαν. Ο Μισίμα άρχισε να προκρίνει χωρίς περισπασμούς το πρότυπο του στρατιώτη-συγγραφέα, να προωθεί παραδοσιοκρατικές απόψεις και να συγκρούεται ανοικτά τόσο με

τον αμερικανικό φιλελευθερισμό όσο και με το λογοτεχνικό κατεστημένο της Αριστεράς. Σε αυτό το ύφος έγραψε δυο εθνικιστικά μανιφέστα. Τα «Οι Φωνές των Ηρωικών Νεκρών» και «Διάλογος για τον Ιαπωνικό Λαό». «Οι Φωνές…» είναι μια ελεγεία για τους νεκρούς του πολέμου κι ένα κατηγορώ κατά του αυτοκράτορα Χιροχίτο, που αποδέχτηκε το αμερικανικό σύνταγμα του 1946 με αποτέλεσμα να καταστήσει τον αυτοκρατορικό θεσμό ένα τυποποιημένο εργαλειακό αξίωμα, αφαιρώντας την ιερή υπερβατικότητα με την οποία τον είχε προικίσει η ιαπωνική παράδοση. Όπως πολύ εύστοχα έχει αναλύσει ο φιλόσοφος Ιούλιος Έβολα, σε όλους τους παραδοσιακούς πολιτισμούς της οικουμένης ο πολιτισμός διέθετε έναν άξονα στον οποίο όλα εστιάζονταν και γύρω από τον οποίο τα πάντα περιστρέφονταν. Η παραδοσιακή φιλοσοφία ήταν ιδεαλιστική και βασιζόταν στην αντίληψη ότι πέρα από την φυσική τάξη πραγμάτων υπάρχει μια άφθαρτη μεταφυσική (ο πλατωνικός κόσμος των Ιδεών). Η άυλη και θεία μεταφυσική διάσταση, όπως ανέφερα σε προηγούμενη παράγραφο, εμπεριέχει τις αξίες και τις πηγές της αληθινής ζωής,

21

στις οποίες ο καθημερινός βίος πρέπει να συντονίζεται. Οι παραδοσιακοί πολιτισμοί έπλαθαν ανθρώπους που διέθεταν την ικανότητα να συλλαμβάνουν πνευματικά την ένθεη αυτή τάξη του Είναι και να την αποτυπώνουν στην πολιτειακή τους οργάνωση. Ο βασιλιάς, ή ο αυτοκράτορας στην περίπτωση της Ιαπωνίας, δεν ήταν απλά ο διοικητικά ανώτερος αλλά ο ιερέας-άρχοντας, ο οποίος βρισκόμενος στην κορυφή της πολιτειακής πυραμίδας συμβόλιζε την ύψιστη αξία της θεϊκής τάξης. Στην ουσία ο βασιλιάς δεν είχε σημασία ως πρόσωπο αλλά διέθετε αξία ως θεσμός ενός πολιτειακού συστήματος που είχε ηθικό βάθος και οργάνωνε την κοινωνία στις βάσεις μιας αυθεντικής θρησκευτικής ιερότητας. Η υπονόμευση αυτής της τάξης δεν θα μπορούσε παρά να απομακρύνει τα στοιχεία του πολιτισμού από το επίκεντρό του, δημιουργώντας συνθήκες χάους. Η ανώτερη τάξη της αριστοκρατίας πλαισιώνοντας τον βασιλιά είχε ως κύριο καθήκον την στρατιωτική άμυνα της κοινότητας αλλά και την ευθύνη του πολέμου σε ένα κοσμικό επίπεδο, όπου με την αισθητική και το ήθος όφειλε να υπερασπίζεται τον πολιτισμικό προσανατολισμό προς το μεταφυσικό πεδίο των Ιδεών. Στην Ιαπωνία η ιερή αυτή αποστολή άνηκε στους σαμουράι που πλαισίωναν τον ένθεο αυτοκράτορα. Στην Ευρώπη, ο Έβολα αναφέρει ότι, το τέλος του πολιτισμού ο οποίος διέθετε αυτό το παραδοσιακό υπόβαθρο ολοκληρώθηκε με την έλευση της Νεωτερικότητας και της αστικής δημοκρατίας. Η πτώση της παραδοσιακής αριστοκρατίας οδήγησε στην άνοδο της αστικής τάξης. Έτσι, η ιερότητα του παραδοσιακού ιεραρχικού κοινωνικού σχήματος αντικαταστάθηκε από τον βάρβαρο οικονομιστικό υλισμό μιας τυραννικής κατανομής κοινωνικών ρόλων. Στην Ιαπωνία η ολοκλήρωση της παραπάνω αντιστοιχίας έλαβε χώρα το 1946 όταν ο Χιροχίτο αναγκάστηκε να υιοθετήσει το εμπνευσμένο από τους Αμερικανούς μεταπολεμικό σύνταγμα, κάτι που ο Μισίμα το 1966 θεωρούσε απαράδεκτο.

Ήλιος και ατσάλι Το 1966 ήταν η χρονιά που ήρθε στο λογοτεχνικό προσκήνιο το σημαντικότερο δοκίμιο του Γιούκιο Μισίμα. Είχε τον τίτλο «Ήλιος και Ατσάλι» και στις σελίδες του ο Ιάπωνας λογοτέχνης έδινε απαντήσεις για τον προορισμό της ζωής και αποτύπωνε την ρομαντική ιδεολογία του. Στο εν λόγω κείμενο ο Μισίμα αυτοπροσδιορίζεται ως Ρομαντικός και περιγράφει το πώς η γυμναστική και η εκπαίδευση στο σπαθί είχε συνδεθεί με την όλη φιλοσοφία του. Υποστηρίζει ότι το ατσάλι του είχε μεταδώσει μια γνώση που ούτε τα βιβλία ούτε οι εμπειρίες της καθημερινότητας μπορούσαν να προσφέρουν. Από την άλλη, το γραμμωμένο κορμί αντανακλούσε την αντίληψη ότι η δύναμη πρέπει να συνοδεύεται από ευσταλή μορφή σε ένα έργο τέχνης με οργανικά χαρακτηριστικά.


Θεωρούσε ότι ένα δυνατό σώμα, με μυς σαν γλυπτό, ήταν απαραίτητο για έναν ευγενή ρομαντικό θάνατο και δήλωνε ότι ένιωθε προσβεβλημένος με τον εαυτό του επειδή κατά την διάρκεια του πολέμου, λόγω της ασθενικής του όψης, δεν είχε την λαμπρή εικόνα του θανάτου, αναγκαζόμενος έτσι να συνεχίσει την καθημερινή του επιβίωση. Ούτε, βέβαια, έκρυβε τον ναρκισσισμό του, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα πέθαινε για την πατρίδα όντας πλαδαρός με μια ασθενική όψη. Ένας τέτοιος θάνατος θα έχανε το όποιο αισθητικό ενδιαφέρον. Στόχος της ζωής του ήταν να αποκτήσει τα γνωρίσματα του σαμουράι. Στις σελίδες του «Ήλιος και Ατσάλι» ομολογεί ότι τα τελευταία χρόνια ακολουθούσε το έθιμο του Μπουνμπουριόντο, τον διττό τρόπο, δηλαδή, της λογοτεχνίας (Μπουν) και του ξίφους (Μπου), σύμφωνα με το ιδεώδες των αρχαίων ιπποτών της Ιαπωνίας. Μέσω του ήλιου και του ατσαλιού μάθαινε σταδιακά να ισορροπεί ανάμεσα στην τέχνη και την δράση. Την ίδια χρονιά άρχισε να γράφει το δεύτερο μέρος από την «Θάλασσα της Γονιμότητας». Ο τίτλος ήταν «Αφηνιασμένα Άλογα». Σε αυτό πρωταγωνιστεί ένας νεαρός εθνικιστής τρομοκράτης, ο οποίος σκοτώνει έναν πλούσιο καπιταλιστή. Στις σελίδες του έργου υπάρχει εκτενής αναφορά στο επεισόδιο του Σινπούρεν. Το Σινπούρεν αποτελεί ιστορικό σταθμό των απανταχού ρομαντικών, πόσω μάλλον των Ιαπώνων. Στους σύγχρονους Ευρωπαίους έγινε γνωστό μέσω της ταινίας «Ο τελευταίος σαμουράι» με πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ. Η αυτοκρατορική δυναστεία των Μέιτζι (1868-1912) ήταν εκείνη που επέλεξε να βάλει την Ιαπωνία στον δρόμο του εκδυτικισμού, εκτιμώντας ότι με την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής τεχνολογίας θα καθιστούσε την χώρα παγκοσμίως ανταγωνιστική. Η υιοθέτηση αυτής της αντίληψης, όπως ήταν αναμενόμενο, μαζί με την τεχνολογία έφερε στο βασίλειο του ανατέλλοντος ηλίου την τεχνοκρατία, τον μηχανιστικό αυτοματισμό του βιομηχανικού «west way of life» και την μόδα του εκσυγχρονισμού. Ενός εκσυγχρονισμού ο οποίος έπεσε σαν λιμός πάνω στο κέντημα του ανόθευτου μέχρι τότε παραδοσιακού ιαπωνικού πολιτισμού. Κάποιοι συντηρητικοί υπερασπιστές της παράδοσης αντέδρασαν. Ωστόσο, βρέθηκαν στο στόχαστρο των κυβερνητικών δυνάμεων. Την 18η Μαρτίου του 1877 η κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε οριστικά την ύπαρξη των σαμουράι, ζητώντας τους να καταθέσουν τα ξίφη τους. Λίγο αργότερα ένα νέο διάταγμα τους καλούσε να κόψουν τις παραδοσιακές τους κοτσίδες. Όσοι δεν το έκαναν συλλαμβάνονταν και διαπομπεύονταν δημοσίως. Κάποιοι από αυτούς υπάκουσαν και ως αντάλλαγμα έλαβαν διευθυντικές θέσεις στις πρώτες ιαπωνικές βιομηχανίες, μεταφέροντας έτσι την νοοτροπία του πολέμου στην ιαπωνική επιχειρηματική αντίληψη. Υπήρξαν, όμως, κι εκείνοι που αντιστάθηκαν.

22

Αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή ζωή της πατρίδας τους προς χάριν της «ανατολικής Νεωτερικότητας», ελάχιστοι σαμουράι οργανώθηκαν και χρησιμοποιώντας κυρίως παραδοσιακά όπλα (ξίφος, δόρυ, πέλεκυ) χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και επιτέθηκαν στους κυβερνητικούς αξιωματούχους, στο πυροβολικό και στο πεζικό της περιοχής Κουμαμότο. Οι λίγοι αυτοί άντρες αντιμετώπισαν κοντά στους τρεις χιλιάδες εχθρούς, καταφέρνοντάς τους μεγάλες απώλειες πριν τελικά εξοντωθούν. Ο Μισίμα ανέφερε συνεχώς ότι το επεισόδιο του Σινπούρεν αποτελούσε σταθμό της πολιτικής του σκέψης και τιμούσε την μνήμη των τελευταίων σαμουράι. Την ίδια χρονιά υπέγραψε μια συλλογική διαμαρτυρία κατά του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος του Μάο ενώ το 1968 ήταν μέχρι την τελευταία στιγμή ο επικρατέστερος λογοτέχνης για το βραβείο νόμπελ. Τελικά, δόθηκε στον παλιό του φίλο Γιασουνάρι Καβαμπάτα κι εκείνος δήλωσε, «ας μην γελιόμαστε, συγγραφείς όπως ο Μισίμα γεννιούνται μια φορά κάθε διακόσια χρόνια». Όσο ο χρόνος κυλούσε οι προκλήσεις του Μισίμα κατά του λογοτεχνικού κατεστημένου άρχισαν να πληθαίνουν. Ενώ έγραψε τον «Ναό της Αυγής» (τον τρίτο τόμο της τετραλογίας), το 1969 «προβοκάρισε» έξυπνα τον πνευματικό κόσμο με το θεατρικό «Ο Φίλος μου ο Χίτλερ». Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο το οποίο ανέβηκε σε θεατρικές σκηνές παγκοσμίως (πριν λίγα χρόνια παίχτηκε και στην χώρα μας). Η υπόθεση εκτυλίσσεται κατά τη «νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», το 1934. Οι ριζοσπάστες «στρατιώτες της θύελλας» του Ρεμ δέχονται επίθεση από τους συντηρητικούς εθνικιστές του στρατού. Όλα ξεκινούν όταν οι βιομήχανοι στήνουν μια καλοσχεδιασμένη πλεκτάνη και αφήνουν τους ριζοσπάστες με τους συντηρητικούς εθνικιστές να συγκρουστούν. Ο Μισίμα δεν αναλώνεται σε ψυχολογικές αναλύσεις, απλά ακολουθεί τον ιστορικό ρου και περιγράφει ανάγλυφα έναν αδυσώπητο αγώνα εξουσίας. Ο Χίτλερ παρουσιάζεται σαν ουδέτερος, δεν επαινείται ούτε κριτικάρεται, απλώς αναπτύσσεται ως χαρακτήρας του έργου με ενδιαφέρον τρόπο. Στην πρεμιέρα ο Μισίμα είχε δηλώσει ότι ως επικίνδυνος ιδεολόγος ο ίδιος, αφιέρωνε μια κακόβουλη ωδή στον επικίνδυνο ήρωα Χίτλερ. Το τελευταίο έργο του Ιάπωνα λογοτέχνη ήταν «Ο Εκπεσών Άγγελος» (το τέταρτο μέρος από την «Θάλασσα της Γονιμότητας»), που παραδόθηκε στον εκδότη την μέρα του θανάτου του, το 1970. Πριν φτάσει, όμως, εκεί, είχε προλάβει να ολοκληρώσει την πνευματική του δραστηριοποίηση, κάνοντας μια βουτιά στο «πολιτικό ποτάμι» της ζωής, δυο χρόνια πριν.


Τατενοκάι, ο Κύκλος της Ασπίδας Το 1970 σε μια φωτογραφική έκθεση της ζωής του, την οποία επισκέφθηκε εκατό χιλιάδες κόσμος, ο Μισίμα είχε δηλώσει ότι ο βίος του χωρίστηκε σε τέσσερα ποτάμια. Το ποτάμι της συγγραφής, το ποτάμι του θεάτρου, το ποτάμι της σωματικής εκγύμνασης και το ποτάμι της πολιτικής δράσης. Η πολιτική δράση του ξεκίνησε ουσιαστικά το 1968. Έχοντας αποφασίσει να προσδώσει στον Ρομαντισμό του και πολιτική υπόσταση ο «τελευταίος σαμουράι» ίδρυσε μια πολιτική οργάνωση βασισμένη στις παραδοσιοκρατικές του αντιλήψεις για την πολεμική ιαπωνική κουλτούρα. Συνέπεια τούτου ήταν η οργάνωση να αποκτήσει άμεσα μια παραστρατιωτική δομή και λειτουργία. Το όνομά της ήταν Τατενοκάι, που στα ελληνικά σημαίνει «Ο Κύκλος της Ασπίδας».

πρότυπο του ήταν οι πολίτες-στρατιώτες της Ελβετίας. Το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης δεν έδειξε ενδιαφέρον, θεωρώντας ότι ο Μισίμα απλώς έκανε ένα εφηβικό όνειρο πράξη το οποίο σύντομα θα τελείωνε. Το 1969 η φοιτητική οργάνωση Κομάμπα, στην οποία συνασπίζονταν ριζοσπάστες μαρξιστές και αναρχικοί, τον κάλεσε σε μια δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο του Τόκιο. Μολονότι οι αφίσες της τον παρουσίαζαν, σε γελοιογραφίες, σαν γορίλα, η συζήτηση εξελίχθηκε καλά και ο Μισίμα δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι με αυτούς τους αριστερούς ήταν φίλοι, πως επιδίωκαν τα ίδια σχεδόν πράγματα, απλώς ανάμεσά τους υπήρχε ένα ιδεολογικό συρματόπλεγμα που δεν τους άφηνε να αγκαλιαστούν.

Ο Μισίμα δεν εκτιμούσε καθόλου τα ακροδεξιά σχήματα της χώρας και αναζήτησε για τον Τατενοκάι γνήσιους παραδοσιοκράτες, με «αντιδεξιές» και αληθινά εθνικιστικές αρχές. Έτσι απευθύνθηκε σε μικρές ομάδες φοιτητών και σε εργάτες. Οι δεύτεροι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός στρατιωτικά οργανωμένου τμήματος, όπως ήταν ο Τατενοκάι, λόγω του εργασιακού τους ωραρίου. Αναγκαστικά ο Μισίμα περιορίστηκε σε λίγους φοιτητές. Τα μέλη του «Κύκλου…» ήταν γύρω στα εκατό. Κατά την διάρκεια της ίδρυσης, ο Μισίμα με τους λίγους νεαρούς που βρίσκονταν στα γραφεία μιας φοιτητικής οργάνωσης, έκοψαν τα δάκτυλά τους, υπέγραψαν το καταστατικό του Τατενοκάι με το αίμα τους και στην συνέχεια πίεσαν τις πληγές τους πάνω από ένα κύπελλο από το οποίο ήπιαν το «κοινό αίμα της φυλής» ορκιζόμενοι πίστη στην «αυτοκρατορική Ιαπωνία». Όταν ο αριθμός των μελών συμπληρώθηκε χωρίστηκαν σε διμοιρίες και εκμεταλλευόμενοι την φήμη του αρχηγού κατάφεραν να λάβουν άδεια στρατιωτικής εκπαίδευσης δίπλα στον ιαπωνικό στρατό. Ο τελευταίος είχε ελάχιστους οικονομικούς πόρους και διέθετε μικρό κύρος στην μεταπολεμική Ιαπωνία. Έτσι, αρκετοί αξιωματικοί είδαν με συμπάθεια το γεγονός ότι ένα συγκροτημένο σώμα πολιτών, όπως ο «Κύκλος της Ασπίδας», ήθελε να έχει καλή σχέση με το στράτευμα και συμφώνησαν να δοθεί η άδεια συνεκπαίδευσης. Κάνοντας έναν πολιτικό ελιγμό ο Μισίμα τόνισε αρχικά την αντι-αριστερή πτυχή της οργάνωσης, εξασφαλίζοντας την εξοικείωση με τους στρατιωτικούς. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων απαντούσε προσεκτικά, λέγοντας ότι ο Τατενοκάι αποτελούσε πνευματικό τάγμα κι όχι στρατιωτική οργάνωση και πως το

Η στάση αυτή θα μπορούσε να μαρτυρήσει την συνέχεια αν οι αρχές είχαν δώσει την πρέπουσα σημασία. Δεν το έκαναν, όμως, και ο Μισίμα βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Την 25η Νοεμβρίου του 1970 όταν ο πατέρας του τον είδε να φεύγει πρωί, ντυμένος με την στολή της οργάνωσης και συνοδευόμενος από τέσσερις φοιτητές του Τατενοκάι, κούνησε το κεφάλι με απογοήτευση υποθέτοντας ότι ο γιός του σκάρωνε πάλι κάποια από τις «φασιστικές αλλοκοτιές» του. Οι σχέση των δυο τους είχε πάντα ένα αγκάθι στην μέση. Λίγο πριν την εντεκάτη πρωινή η πενταμελής ομάδα έφτασε στην στρατιωτική βάση Ιτσιγκάγια, στο κέντρο του Τόκιο. Υποδυόμενη ότι

23

ήθελε να συναντήσει τον στρατηγό Κανετόσι Μασίτα και εκμεταλλευόμενη την οικειότητα με τον στρατό εισήλθε στο γραφείο του. Μετά από λίγα λεπτά τον είχε ακινητοποιήσει. Η απόπειρα επανάστασης μόλις ξεκινούσε. Ο Μισίμα ζήτησε να συγκεντρωθεί όλο το στράτευμα κάτω από το μπαλκόνι που βρισκόταν. Κάποιοι αξιωματικοί του επιτέθηκαν αλλά χρησιμοποιώντας το παραδοσιακό ιαπωνικό του σπαθί τραυμάτισε πάνω από δέκα. Η ζωή του στρατηγού κινδύνευε. Όλοι πλέον εκτελούσαν εκείνα που έλεγαν οι πέντε κινηματίες. Μαζί με τον στρατό στον χώρο εισήλθαν δεκάδες αστυνομικοί που περίμεναν την εντολή για να επέμβουν κατά της πενταμελούς ομάδας, όλα τα δημοσιογραφικά δίκτυα της χώρας και ξένοι ανταποκριτές. Ελικόπτερα μετέδιδαν ζωντανά την όλη απόπειρα. Ο Μισίμα και οι φοιτητές του έδεσαν στα κεφάλια τους hachimaki. Επρόκειτο για τους παραδοσιακούς ιαπωνικούς κεφαλόδεσμους, τους οποίους οι πέντε επαναστάτες κόσμησαν με κόκκινους κύκλους (σύμβολα του ανατέλλοντος ηλίου) και με το μεσαιωνικό σύνθημα μάχης Shichisho Hokoku που σήμαινε «υπηρέτησε το έθνος για επτά ζωές». Έπειτα βγήκαν στο μπαλκόνι και πέταξαν στους στρατιώτες προκηρύξεις με τις οποίες τους καλούσαν να επαναστατήσουν, να αναθεωρήσουν το σύνταγμα που τους είχαν επιβάλει οι κατακτητές Αμερικανοί και να αποτινάξουν τον δυτικό έλεγχο από την Ιαπωνία. Το κείμενο τελείωνε ως εξής. «Θα σας δείξουμε μια αξία σπουδαιότερη από τον σεβασμό για την ζωή. Δεν είναι η ελευθερία. Δεν είναι η δημοκρατία. Είναι η Ιαπωνία. Η χώρα της ιστορίας και της παράδοσης. Η Ιαπωνία που αγαπάμε». Ο Μισίμα από το μπαλκόνι εκφώνησε έναν λόγο, προσπαθώντας να πείσει τους στρατιώτες να κινηθούν μαζί του για την κατάληψη της εξουσίας. Ωστόσο εκείνοι όντας βολεμένοι στην επαγγελματική αστική ζωή τους, μάλλον είδαν την όλη πράξη ως κάτι χωρίς νόημα. Ο φιλελευθερισμός και ο δυτικός τρόπος ζωής είχε διαποτίσει την κουλτούρα τους. Το όραμα μιας παραδοσιοκρατικής επανάστασης ήταν ξένο προς την δεξιά ιδεολογία τους και τους άφηνε ασυγκίνητους. Οι περισσότεροι άκουγαν τον Μισίμα σιωπηλοί. Κάποιοι τον αποδοκίμασαν. Εκείνος, αφού κατέβαλε μάταιες προσπάθειες να τους μεταπείσει, ολοκλήρωσε την ομιλία φωνάζοντας «Ζήτω ο Αυτοκράτορας» και ξαναμπήκε στο δωμάτιο με τον αιχμάλωτο στρατηγό. Όλα είχαν τελειώσει. Μαζί με τον ένα συναγωνιστή του, τον Μορίτα, αυτοκτόνησαν τελετουργικά, κάνοντας χαρακίρι. Ο ρομαντικός θάνατος που τον στοίχειωνε από την περίοδο του πολέμου είχε πια επιτευχθεί.


του Φίλιππου Βαβουλάκη Τα παλιά παιχνίδια μας συνδέουν αναμφίβολα, ως νοητός ομφάλιος λώρος, με το καθαρότερο μέρος της καρδιάς μας. Αποτελούν έναν σύνδεσμο με τους ανθρώπους της γενιάς μας και μια κιβωτό που εμπεριέχει περασμένα, μα όχι λησμονημένα, πρότυπα συμπεριφορών. Μας θυμίζουν το πως μεγαλώσαμε και πως διαμορφώσαμε την προσωπικότητά μας. Για όλα τα παραπάνω και για πολλά ακόμη ομολογώ την αδυναμία μου προς αυτά, θεωρώ πώς έχουν κάτι απο την χάρην των παλαιών φίλων. (1)

Η δημοτικότητα του Subbuteo αυξανόταν όσο η δεκαετία του ’80 προχωρούσε προς το τέλος της. Τα παιδιά της πόλης εξορμούσαμε στις αρένες της γειτονιάς αναζητώντας με ενθουσιασμό νέες ποδοσφαιρικές περιπέτειες. Τα πρώτα μας πρωταθλήματα λάμβαναν χώρα επάνω σε πεζοδρόμια ή στα πατώματα των αυλών. Διάλεγαμε την αγαπημένη μας ομάδα και παίζαμε με πάθος για την φανέλα. Ο πρωταθλητής γέυοταν την δόξα του μικρού τοπικού ήρωα, έστω για λίγες μόνο ημέρες, πρίν απο την έναρξη του νέου πρωταθλήματος. ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΦΙΛΙΑΣ. Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά, οι όποιες μαθητικές υποχρεώσεις αποτελούσαν παρελθόν κι εγώ με την οικογένειά μου είχαμε αφήσει πίσω τον θόρυβο της πόλης έχοντας εγκατασταθεί στην εξοχή. Ώς εξέχων άρχοντας της ανεμελιάς είχα φροντίσει να πάρω μαζί μου τα απαραίτητα κόμικς με σούπερ ήρωες, τα πρώτα μου βιβλία του Ιούλιο Βερν και, βέβαια, όσα εξαρτήματα είχα από το Subbuteo. Σε ανυποψίαστο χρόνο και τόπο, εκεί όπου η μοίρα σπρώχνει τα βηματά σου ενδέχεται να συναντήσεις την μεγάλη φιλία. Η αφετηρία της φιλίας με τον Λευτέρη είχε ως αφορμή την κοινή μας αγάπη για το επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι. Όταν με κάλεσε στο σπίτι του η αλήθεια είναι ότι έμοιαζε χάρμα οφθαλμών να χαζέυω την συλλογή του, η οποία αποτελούταν απο εθνικές ομάδες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής. Τέλειος χειριστής και τεχνίτης, ο Λευτέρης ενσάρκωνε τα παικτάκια σε ήρωες των παλαιών παγκόσμιων κυπέλλων. Η περίοδος εκείνη κράτησε δυο χρόνια. Αργότερα κλείσαμε παικτάκια, τσόχες, τέρματα σε παιδικά ντουλάπια και μαζί πυκνώσαμε τις «Μεταλλικές Φάλαγγες» και την νεορομαντική φρουρά του Sun Knight. Όμως αυτό είναι μία άλλη ιστορία...Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια όταν μια μέρα με νοσταλγική διάθεση, έψαξα τις κρυμμένες μου ομάδες αλλά η ροή της λήθης τις είχε παρασύρει στον ωκεανό του παρελθόντος. Η ΙΣΤΟΡΙΑ

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ Άνοιξη 1988, βόλτα στο κέντρο της πόλης συνοδευόμενος απ’ τον πατέρα μου. Ενδόμυχα γνώριζα πώς κατά την διάρκεια της περιήγησής μας θα τον τραβούσα σε κάποια βιτρίνα παιχνιδιών, με τον απώτερο στόχο να του αποσπάσω την υπόσχεση ότι αν ήμουν συνεπής στα μαθήματα θα λάβαινα και το ανάλογο δώρο. Την εποχή εκείνη δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγουν της προσοχής μου κάτι πράσινα μικρά κουτάκια που βρίσκονταν στιβαγμένα με τάξη στα ράφια των καταστημάτων. Το περιεχόμενο τους αποτελείτο απο δέκα φιγούρες παικτών κι έναν τερματοφύλακα με λαβή. Χάζευα με δέος την ποικιλία από τις ομάδες, τα τέρματα, τις μπάλες, τις τσόχες, τους προβολείς και τις εξέδρες με τους φιλάθλους, που ολοκλήρωναν την πιθανή σκηνογραφία του γηπέδου. Το παιχνίδι εκείνο είχε ένα παράξενο όνομα το οποίο είχε καταφέρει να φωλιάσει στο μυαλό μου: Subbuteo. (2) Στο πέρας του σχολικού έτους η πολυπόθητη ώρα έφτασε καθώς η υπόσχεση από τον πατέρα μου τηρήθηκε. Είχε έρθει η ώρα που θα διάλεγα επιτέλους την πρώτη μου ομάδα. Έβλεπα το πράσινο κουτάκι με λαχτάρα, ψηλάφιζα τις φιγούρες των παικτών και γοητευόμουν από την πιστή αναπαράσταση που προσέφερε ο ποδοσφαιρικός μικρόκοσμος του Subbuteo. Τα πρώτα «flick» πραγματοποιήθηκαν στην τσόχα πάνω από το χαλί του σαλονιού. Όντας άγουρος ακόμη παικτικά, καθώς ο αδελφός μου ήταν απρόθυμος να σταθεί στο απέναντι τέρμα ενώ τις λίγες φορές που παίζαμε το αποτέλεσμα ήταν ένας ακόμη τσακωμός γηπεδικού χαρακτήρα με βιαιοπραγίες στα παικτάκια μας, μετέτρεψα τον κεντρικό χώρο του σπιτιού σε άτυπο προπονητικό κέντρο.

24

Μάρτιος 1947 και τα πρώτα κουτιά Subbuteo εμφανίστηκαν στην αγγλική αγορά. Εμπνευστής του εγχειρήματος, ήταν ο Peter Adolf, που ο ίδιος αρχικά σκεφτόταν να ονομάσει το παιχνίδι «Hobby» (3). Ο πρώτος που εισήγαγε το επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι με το όνομα «New Footy», ήταν το 1929 στο Λίβερπουλ, ο William Keeling. Το «New Footy» και το Subbuteo είχαν μια ανταγωνιστική συνύπαρξη ώσπου το πρώτο σταμάτησε να κυκλοφορεί το 1961. Το πρώτο σετ Subbuteo εκδόθηκε υπό τον τίτλο «ASSEMBLY OUTFITS» και περιλάμβανε τέρματα κατασκευασμένα από σύρμα, δίχτυα από χαρτόνι, μπάλα από οξική κυτταρίνη, φιγούρες χάρτινες και βάσεις από κουμπιά παλτού. Τσόχα ακόμη δεν υπήρχε και ο ανανεωτής του παιχνιδιού Peter Adolf, παρείχε οδηγίες σχετικά με το πως θα μπορούσε να σχηματίσει ο αγοραστής με κιμωλία τον αγωνιστικό χώρο σε μια κουβέρτα. Συνήθως συνιστούσε να χρησιμοποιείται μια παλιά κουβέρτα του στρατού. Η κεντρική ιδέα παρέμεινε η ίδια. Αντίπαλες ποδοσφαιρικές ομάδες με φιγούρες μικρών κινούμενων ποδοσφαιριστών, που έπαιρναν θέσεις εφαρμόζοντας κανονικά ποδοσφαιρικά συστήματα κι έπρεπε να μετακινηθούν συγκεκριμένες φορές ο καθένας από το δάκτυλο του παίκτη. Αν η φιγούρα δεν χτυπούσε την μπάλα η κατοχή περνούσε στην ομάδα του αντίπαλου παίκτη. Αν χτυπούσε την μπάλα θα έπρεπε να την προωθήσει με πάσες στις υπόλοιπες φιγούρες μέχρι την αντίπαλη περιοχή και να σκοράρει. Επρόκειτο για μια κανονική μικρογραφία ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Το 1961 ο Adolf ανάπλασε τις χάρτινες φιγούρες με ένα τρισδιάστατο πλαστικό σχήμα, βαμμένο χειροποίητα. Μετά απο σειρές τροποποιήσεων, οι φιγούρες εξελίχθηκαν το 1967 στις Βαρέων Βαρών (Heavy Weight). Το 1978 εισήχθη η φιγούρα


« Ζόμπι», η οποία δεν είχε εμπορική απήχηση, και αντικαταστάθηκε το 1980 από τις φιγούρες με το «ελαφρύ σχήμα» γνωστές και ως Lightway Teams, οι οποίες συνεχίστηκαν έως και την δεκαετία του ‘90. Με αυτές τις φιγούρες γράφτηκαν χρυσές σελίδες στην ιστορία του παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού το οποίο γρήγορα εξελίχθηκε σε άθλημα. Ομοσπονδίες δημιουργήθηκαν και επίσημα εθνικά πρωταθλήματα άρχισαν να λαμβάνουν χώρα. Προς τα τέλη της ίδιας δεκαετίας το Subbuteo ακολούθησε φθίνουσα πορεία στη συνείδηση των νέων γενεών, παραγκωνισμένο από την ολοένα αυξανόμενη εισβολή των ηλεκτρονικών μέσων στην κουλτούρα της εποχής. Βεβαίως, το επιτραπέζιο αυτό ποδοσφαιράκι ποτέ δεν έπαψε να υφίσταται. Απλώς, οι κοινότητα των παικτών του αποκρυσταλλώθηκε και αυτοοργανώθηκε διατηρώντας την ρομαντική «ρετρό» κουλτούρα μιας συνήθειας που οι εποχές κατά τις οποίες διέθετε μεγάλη δημοτικότητα είχαν παρέλθει. Τα πανελλήνια τουρνουά εξακολούθησαν να διεξάγονται και οι σύλλογοι διατήρησαν το έμψυχο δυναμικό τους αναπαράγοντας σε στενό κύκλο το χόμπυ του παιχνιδιού. Σήμερα το Subbuteo έχει εξελιχθεί. Οι φιγούρες έχουν καινούριες επαγγελματικές βάσεις (Pro - Base) για πιο γρήγορες ταχύτητες ενώ έχει παραχθεί πληθώρα νέων κανόνων από την διεθνή ομοσπονδία με σκοπό να ομοιάζει το επιτραπέζιο παιχνίδι όσο το δυνατόν περισσότερο στο κανονικό ποδόσφαιρο. Μετά το πέρασμα του πρώτου κύματος της μεταμοντέρνας λαίλαπας που ακολούθησε την παγκοσμιοποίηση κατά την δεκαετία του ’90, στην εποχή μας το επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι έχει αρχίσει να ανακτά την κάτι απ’ την παλαιά του αίγλη. Πλέον, σε γνωστά καταστήματα παιχνιδιών βρίσκει κανείς τις νέες εκδόσεις του. Τα παιδιά της δεκαετίας του ’70 και του ’80, οργανωμένα σε συλλογικότητες όπως η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ και συμμετέχοντας σε διαδικτυακούς τόπους, υπερασπίζονται πλέον παλαιά πολιτιστικά σχήματα σε πείσμα των καιρών της παγκοσμιοποίησης και του ισοπεδωτικού «life style» που αυτή επιβάλει. Η καθοδήγηση των παιδιών να συνεχίσουν την «χομπύστικη» παράδοση των πατέρων τους, η διάδοση μέσω του διαδικτύου και των περιοδικών, η αγάπη κοντολογίς των παλιών παικτών κρατά σήμερα το Subbuteo ζωντανό. Λίγα χρόνια πριν ανακάλυψα το κατάστημα παιχνιδιών «A&S kits-models», που ειδικεύεται στο συγκεκριμένο παιχνίδι, κι έτσι άρχισα να μεγαλώνω την συλλογή μου. Στην συνέχεια εντάχθηκα στο δυναμικό μιάς συλλογικότητας, τους

Εμφανίσεις α) ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ το έτος 1980, β) ΜΟΝΑΧΟ 1860 (handpainted) και γ) ΡΑΠΙΝΤ ΒΙΕΝΝΗΣ (handpainted)

Εμφανίσεις α) ΕΘΝΙΚΟΥ (handpainted), β) ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ (2ή εμφάνιση, την οποία φορούσε ο Ολυμπιακός στην πρόκριση επί του Άγιαξ με 2-0, την 28η Σεπτέμβρη του 1983, στο Ολυμπιακό στάδιο handpainted) και γ) ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΥ κατά το έτος 1983.

Εμφανίσεις α) εθνικής ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ (από την ταινία «Η απόδραση των 11» handpainted), β) εθνικής ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ (στο μουντιάλ του 1954 handpainted) και γ) εθνικής ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ (στο μουντιάλ του 2010 handpainted).

«Flaming Flickers» (3). Μέσω των Flaming Flickers απέκτησα την δυνατότητα να αγωνίζομαι στο εσωτερικό πρωτάθλημα και κύπελλο αλλά και να λαμβάνω μέρος σε πανελλήνια τουρνουά που οργανώνονται σε σάλες μεγάλων ξενοδοχείων. Με λίγα και απλά λόγια, το παιχνίδι που ξεκίνησε ως χόμπι την δεκαετία του ‘40 προσφέροντας ποδοσφαιρικές συγκινήσεις, ξυπνώντας την φαντασία μας και δίνοντάς μας την ευκαιρία να ζήσουμε ανεπανάληπτες στιγμές με τις παιδικές παρέες μας, μεγάλωσε και αυτό μαζί μας διεκδικώντας την θέση του ως επίσημο άθλημα. ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΟΤΗΤΑ Υπάρχουν στιγμές, που αναρωτιέμαι., «άραγε, ποιός είναι ο λόγος που επαναφέρουμε στην μνήμη την εποχή της παιδικότητας και το περασμά της μέσα απο τους κόσμους των παιχνιδιών;

25

Υπάρχει σίγουρα μια εσωτερική τάση για επιστροφή στις απαρχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Μήπως, όμως, την τάση αυτή ενισχύει και η απαίσια τεχνοκρατική, εργαλειακά ορθολογική και άμορφη καθημερινότητα της νεωτερικής εποχής; Μήπως το παιδί και ο αμόλυντος ψυχισμός του μπορούν να προσφέρουν έναν πνευματικό οπλισμό απέναντι στον ωφελιμιστικό Λεβιάθαν του φιλελεύθερου καπιταλισμού εντός του οποίου έχει εγκλωβιστεί ο δυτικός κόσμος;» Η αναδρομή μας στο κόσμο της παιδικότητας δεν συνιστά μια απλή φυγή αλλά δηλώνει την αμετακίνητη θέλησή μας να διαφυλάξουμε σύμβολα, αξίες και συμπεριφορές που ανιχνεύονται ακόμη στον μυστικό κήπο της παιδικής ψυχής. Δεν είναι άλλο από την ενστικτώδη μας επιλογή να ορθώσουμε κάστρα απόρθητα στα πολυεθνικά στίφη επικοινωνιακών επιδρομών που εξαπολύει το καπιταλιστικό «life style». Είναι αλήθεια ότι τα παιχνίδια για εμάς υπήρξαν μικροί Θεοί, που η παιδικότητά μας τους πότισε με δροσερά γέλια, μυθικές προσμονές και παροδικούς θυμούς. Όπως οι Θεοί, που τους παραδώσαμε στην λήθη, έτσι και η χαμένη παιδικότητα αναδύεται στο άκουσμα της επίκλησής μας κι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα των μυστικών μας προσδοκιών. Σκύβοντας πάνω από την τσόχα του Subbuteo αποκτώ μια οπτική πλατιά, που απλώνεται ως το βάθος του υφασμάτινου γηπέδου. Οι φιγούρες φαντάζουν ζωντανές. Οι οπαδοί δείχνουν να πηγαινοέρχονται στις κερκίδες. Κινώ με το μπροστινό μέρος του δείκτη τα παικτάκια του αγαπημένου μου Εθνικού Πειραιώς. Οι φιγούρες γλιστρούν στην τσόχα. Απέναντι περιμένουν ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός και οι άλλες ομάδες. Αισθάνομαι ότι η τσόχα γίνεται γρασίδι. Η μυρωδιά του γεμίζει τα ρουθούνια. Βρίσκομαι ήδη νοερά στο παλιό, τσιμεντένιο στάδιο Καραϊσκάκη. Θα καταφέρω ωστόσο άραγε να ξαναβρεθώ στο πεζοδρόμιο της παλιάς μου γειτονιάς; Σημείωση 1. Παράφραση απο το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο θάνατος των θεών ή Ιουλιανός ο παραβάτης». Σημείωση 2. Το όνομα “Subbuteo” προέρχεται από τη νεο-λατινική επιστημονική ονομασία Falco subbuteo (αρπακτικό πτηνό, είναι κοινώς γνωστό ως Eurasian Hobby) και δόθηκε στο παιχνίδι, όταν δεν χορηγήθηκε εμπορικό σήμα στο δημιουργό του Peter Adolph (1916-1994) για να ονομάσει το παιχνίδι «χόμπι». Σημείωση 3. https://www.facebook. com/groups/578721902180927/


Πολυ ιμα Με αλλα Πρόκειται για αληθινή «μεταλλική» μουσική με επιρροές από το N.W.O.B.H.M και το hard rock, εμβολιασμένη με αισθητικές γραμμές της επικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Η ανεύρεση του demo είναι δύσκολη σήμερα για όσους δεν είχαν την τύχη του Ανδρέα Σκαμανδρώνυμου να γνωρίζουν την μπάντα από κοντά και να το παραλάβουν από τα χέρια των μελών της κατά την δεκαετία του ’80. Ωστόσο, το 2005 η εταιρία Eat Metal Records κυκλοφόρησε, με τον ίδιο τίτλο, σε cd το demo κι επιπλέον συνθέσεις από μεταγενέστερες κυκλοφορίες.

επίσης κι από το power, το gothic και το pop metal, ενώ τα neometal στοιχεία που επέλεξαν να οικειοποιηθούν εναρμονίζονται στην ατμόσφαιρα του δίσκου συνθέτοντας ένα ηχητικό σύνολο που αξίζει την προσοχή μας. Αισθαντικά φωνητικά από τον Jan Barnett στην τελευταία του συνεργασία με το υπόλοιπο συγκρότημα και πολύ καλές συνθέσεις που έχουν εκτελεστεί άψογα. Αυτή είναι η σύνοψη της γενικότερης αίσθησης που δημιουργεί η ακρόαση του «Mephisto». Ανάμεσα στα τραγούδια ξεχωρίζουν τα «Subway Angel’s Caravan», «The Day of the Loner» και «Wheels of Time».

Brocas Helm - Into Battle (1983) demo Αδυνατώ να φανταστώ ότι είναι δυνατό να υπάρχουν σήμερα παιδιά που αρέσκονται να περιηγούνται στα μαγικά πεδία της λογοτεχνίας του φανταστικού και αγαπάνε το αυθεντικό heavy metal, και που ταυτόχρονα να μην γνωρίζουν τους Brocas Helm. Η εν λόγω αμερικανική μπάντα αποτελεί ένα από τα μουσικά σχήματα τα οποία με αγνό πάθος και ρομαντικό ενθουσιασμό δημιούργησαν το ρεύμα που σήμερα αποκαλούμε «epic metal». Με το demo «Into Battle» καταχωρήθηκαν για πάντα στις χρυσές σελίδες της «μεταλλικής ιστορίας», ασχέτως αν δεν αποκόμισαν ποτέ την μαζική αναγνώριση και υποστήριξη που τους άξιζε. Οι Brocas Helm, κυκλοφορώντας το 1983 το demo τους, συνέβαλαν τα μέγιστα στο να ξεπηδήσει από την ευρύτερη metal σκηνή το επικό της παρακλάδι και χάρισαν σε όλους τους ρομαντικούς πέντε τραγούδια που αναδύονται ανάμεσα σε θύελλες από ατσάλι. Το ομώνυμο «Into Battle» σηματοδοτεί την έναρξη της επέλασης, το «Ravenwrek» μας στέλνει στους «μεταλλικούς αιθέρες» ενώ τα «Into the Ithilstone», «Here to Rock» και «Beneath a Haunted Moon» ολοκληρώνουν σαν μπρούτζινες ραψωδίες την μικρή σε έκταση και τεράστια σε αξία αφήγηση αυτού του heavy metal έπους.

Steeler - Steeler (1983)

Rough Silk - Mephisto (1997) Οι Γερμανοί Rough Silk έχουν διανύσει μια σταθερή και αθόρυβη πορεία στις ατραπούς της ιστορίας του heavy metal. Άρτιοι τεχνικά και ενδιαφέροντες αισθητικά, μολαταύτα παραμένουν αδικημένοι και δίχως να έχουν προσελκύσει την προσοχή που θα έπρεπε. Ανάμεσα στις κυκλοφορίες τους εκείνη που ξεχωρίζω ανεπιφύλακτα είναι η τέταρτη κατά σειρά ολοκληρωμένη δουλειά τους που κυκλοφόρησε το 1997 με τον εμφατικό τίτλο «Mephisto». Με το ύφος του γερμανικού Ρομαντισμού να αποπνέεται σε κάθε νότα του «Μεφιστοφελή», οι Rough Silk αφομοιώνουν ισορροπημένα επιρροές από την κλασική μουσική, από το αυθεντικό heavy metal, καθώς

26

Αν και δεν αμφιβάλω ότι ο Yngwie Malmsteen αποτελεί τον κορυφαίο σε τεχνική κατάρτιση κιθαρίστα του «μεταλλικού» πάνθεον, τολμώ να πω ότι ουδέποτε υπήρξα θαυμαστής του. Και τούτο γιατί προτιμώ ο κάθε μουσικός να καταθέτει το ταλέντο του προκειμένου να επιτευχθεί ένας συλλογικός σκοπός από ένα συγκρότημα παρά να ακολουθεί έναν ατομικιστικό δρόμο εγωκεντρικής προβολής. Συνήθως, σε αυτή την δεύτερη περίπτωση, παρατηρείται το φαινόμενο η ισορροπία που απαιτεί ένα συλλογικό μουσικό έργο να διαταράσσεται από διάθεση για προσωπική ανάδειξη και εστίαση σε τεχνικές λεπτομέρειες. Ωστόσο, το 1983 ο δεκαοκτάχρονος τότε Malmsteen εντάχθηκε στους Steeler, την μπάντα του τραγουδιστή Ron Keel (καμιά σχέση με τους Steeler του επίσης υπέροχου Axel Rudi Pell), με αποτέλεσμα το εξαιρετικό αυτό δίδυμο μαζί με τον Rick Fox στο μπάσο και τον Mark Edwards στα τύμπανα να δημιουργήσει τον πολύ καλό μοναδικό δίσκο των Steeler. Αληθινό heavy metal στο αντρίκιο και φασαριόζικο ύφος που χαρακτήρισε την συνέχεια της καριέρας του Keel με την κιθάρα του Σουηδού να σκορπίζει


27


ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά παρμένα και δε σφυροκοπά κανείς τ’ άρματα και τ’ αλέτρια, κ’ η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείση, δε βρίσκει την πυρή ψυχή ψωμί για να το κάμη.

κοντόφθαλμες επιλογές τους το μέλλον των επόμενων γενεών, ανησυχούν τώρα για την πενιχρή σύνταξη και το άδοξο, προσωπικό τους τέλος. Όμως η χώρα χρειάζεται πολυάριθμο και ποιοτικό, νεαρό γηγενή πληθυσμό, που να επανδρώσει τη διοίκηση και τον πολιτισμό, το στρατό και την παραγωγή. Αλλιώς, θα ευοδωθούν τα δόλια σχέδια των αριστερών και δεξιών «κοσμοπολιτών», που επιδιώκουν να συμπληρώσουν με ταλαίπωρους μετανάστες το δημογραφικό κενό της λειψανδρίας μας. Ταυτόχρονα, η υποβαθμισμένη παιδεία υποσκάπτει την ποιότητα του πολιτεύματος και τα θεμέλια του πολιτισμού μας, αναπαράγοντας αναιδείς και αμόρφωτους σκλάβους του μεροκάματου και της γραφειοκρατίας. Κι όχι μόνον υποτιμά τους σημαντικότερους τομείς της Ηγεσίας, της Τέχνης και της Άμυνας, που πρέπει να οικοδομούνται πάνω στη βάση των ευγενών ανθρωπιστικών σπουδών, αλλά αποτυγχάνει ακόμη και στην τεχνική εκπαίδευση του υπηρετικού τομέα, που από τη φύση του οφείλει να συνδέει την εξειδίκευση με την απόδοση στην εργασία.

Αλίμονο! «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ στη Χώρα»! Και παντού κυριαρχεί το ευτελές λεξιλόγιο των λογαριασμών και της λογιστικής: χρέος, έλλειμα, κέρδος, έσοδα, δάνεια, τόκοι, φόροι, δόσεις, επενδύσεις, πληθωρισμός... Οι έμποροι της οικονομοκρατίας που μετρούν τις ιδέες σε αγοραστική δύναμη, συμπράττουν με τους προοδευτικούς της καλοζωίας που συγχέουν την γνήσια ποιότητα ζωής με τις ταπεινές απολαύσεις της κατανάλωσης.

Επειδή ακριβώς οι ελεύθεροι πολίτες της Σχόλης και της Δόξας, και γεννιούνται αλλά και γίνονται, στην χειμαζόμενη πατρίδα μας δεν απομένουν άλλα περιθώρια υποχώρησης. Δεν θα επιτρέψουμε τον αφανισμό του σπουδαιότερου έθνους της ανθρωπότητας, αποδεχόμενοι την διεφθαρμένη ηθική των δούλων και των συμβιβασμένων. Αντιθέτως, θα περιμένουμε υπομονετικά και νηφάλια, το «μυστικό κι αξήγητο» πέρασμα του ποιητή. Γιατί θα ρθή κάποιος καιρός... ... και κάποια αυγή θα φέξη, και θα φυσήξη μιά πνοή μεγαλοδύναμη· άκου! Απο ποιό στόμα ή απο ποιό χάος θα χυθή; Δεν ξέρω. Μπορεί απο την ανατολή, μπορεί κι απο τη δύση, ποιός ξέρει μην απ’ το βορία, μην απ’ τα μεσημέρια· τάχα θα βγή απ’ τα τάρταρα, για θα ριχτή απο τ’ άστρα; Δεν ξέρω· ξέρω πως θα ρθή, και με το πέρασμά της, μέγα και θείο και μυστικό κι αξήγητο, θα σκύψουν οι κορφές όλες, οι φωτιές θα ξαναδώσουν όλες.

Όμως, η αδυναμία πρόσβασης στην υλική αφθονία δεν συνιστά αναγκαστική έκπτωση των αξιών και τα θεμελιώδη προβλήματα του κακομαθημένου λαού μας δεν είναι η φτώχια και η ανεργία, όπως μεθοδικά διαδίδουν τα χειραγωγούμενα κέντρα παραπληροφόρησης. Στο σκοτεινό χαλκείο του χαλασμού της πατρίδας, προηγούνται η υπονόμευση της Φυλής και η φαυλότητα της Παιδείας. Ακόμη και η απλούστερη ανάλυση της θλιβερής υπάρχουσας κατάστασης, φανερώνει ξεκάθαρα τις δύο επαχθείς πρωταιτίες της ατιμωτικής μας κατάντιας: Η υπογεννητικότητα μαστίζει την παρακμιακή κοινωνία των αφρόνων γερόντων μας, που αφού πρώτα υποθήκευσαν με τις

Οι στίχοι: Από τον Πρόλογο του επικού ποιήματος του Κωστή Παλαμά, «Η Φλογέρα του Βασιλιά» (30 Οχτώβρη 1902, πρώτη έκδοση 1910). Η φωτογραφία: Το πατρογονικό σπίτι του Παλαμά στο Μεσολόγγι, από προσωπική γωνία θέασης. Σχόλη και Δόξα: THE ANTI-LIFE EQUATION

28


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Δ

εν είναι καν δωμάτιο. Μοιάζει περισσότερο με μεγάλη ντουλάπα. Απαραβίαστο άδυτο και φυλασσόμενο.. Ακριβώς απ’ έξω, δίπλα στην είσοδο, φρουρούν τρείς Αρχάγγελοι και μαζί τους ο Αποστάτης με τις μαύρες φτερούγες. Ο ιεροφάντης το επισκέπτεται όταν υπάρχει ανάγκη. Ανεβαίνει τρία σκαλιά, λέει το σύνθημα στους αρχαγγέλους, ξεκλειδώνει την πόρτα πίσω από τις σιδερένιες σπείρες και βρίσκεται εκεί...στο προσωπικό του άβατο. Στο εσωτερικό του, περιμετρικά κι από το πάτωμα έως την οροφή, είναι εντοιχισμένη μιά ξύλινη βιβλιοθήκη. Ένα μικρό παράθυρο από υαλότουβλα διϋλίζει το φως πριν αυτό φωτίσει τα εκθέματα. Όλα τα ράφια είναι γεμάτα. Τα εκθέματα είναι ψηφίδες από κάποιο χαμένο μωσαϊκό, που σιγά-σιγά, ψηφίδα δίπλα σε ψηφίδα, αποκαλύπτεται. Γεμάτα τα ράφια κι όμως αυτός πάντα βρίσκει χώρο γιά να τοποθετήσει νέα εκθέματα. Εκεί απομονωμένος ο μύστης, καθώς τακτοποιεί τελετουργικά τις ψηφίδες, κάποιον επικαλείται και συναντά. Ο αποδέκτης της επίκλησης δεν είναι άγνωστος θεός, δεν είναι καν γνωστός δαίμονας. Είναι μόνον ένα θλιμένο μικρό αγόρι, που τον επισκέπτεται από το παρελθόν. Ένα μικρό αγόρι που κάποτε ξέφευγε από το χέρι των γονιών του γιά να καθίσει κατάχαμα στο πεζοδρόμιο μπροστά στις βιτρίνες των παιχνιδιών. Που ζήλευε την «μεγάλη παιχνιδομπουλντόζα», δώρο στον μικρό του αδελφό όταν αυτός είχε αρρωστήσει. Που ζούσε φανταστικές μάχες με τα πολύτιμα στρατιωτάκια του ανάμεσα σε μικροαστικά έπιπλα. Που λυπόταν όταν τέλειωναν τα Χριστούγεννα, γιατί του έπαιρναν τα καλά του παιχνίδια και τα έκρυβαν μέχρι την επόμενη χρονιά - να μην του αποσπούν την προσοχή από τα μαθήματα. Ο μύστης στο δωματιάκι, ανακαλεί και προστατεύει ότι πολυτιμότερο έχει: την παιδική ψυχή του. Τα ράφια είναι γεμάτα παιχνίδια. Τσίγκινα, ξύλινα, πλαστικά, χάρτινα, υφασμάτινα, πορσελάνινα, κουρδιστά, μηχανικά, ηλεκτρικά, συνηθισμένα, σπάνια, περίεργα, ακατάλληλα, απρόβλεπτα, σύνθετα, απλά, εύθραυστα, φθηνά, ακριβά, πανάκριβα, παλαιά, καινούργια. Δεν έχει σημασία το είδος, το υλικό, η τιμή. Μόνον να είναι όμορφα και καλοφτιαγμένα και να αντιστοιχούν σε κομμάτια της προσωπικής του μυθολογίας. Ψυχανάλυση και Ιστορία της Τέχνης, Μεταφυσική και Πόλεμος. Τα παιχνίδια του λένε πολλά γιά εκείνον. Τα επιλέγει με προσοχή και τα εντάσσει σε μαγικές συνθέσεις. Πρόσφατα, βρήκε - με μεγάλη χαρά - σε ξεχασμένα κιβώτια ακόμη και κάποια από εκείνα που του έκρυβαν παλιά... Σιγά - σιγά η εικόνα θα συμπληρωθεί. Ένα μονάχα γιά πάντα θα του λείπει. Το αγαπημένο του υποβρύχιο, εκείνο που βυθιζόταν κάτω από την επιφάνεια του νερού, που το έχασε παίζοντας στη θάλασσα... πάνε 35 χρόνια τώρα... Η εικόνα: Ο πρώτος φρουρός, Αρχάγγελος Μιχαήλ, του Christopher Moeller. Τα παιχνίδια: Περιγραφή και προτάσεις στο μέλλον. Το χαμένο υποβρύχιο: Γιαπωνέζικο, μεταλλικό παιχνίδι με μπαταρίες, δώρο αγαπημένου θείου, καπετάνιου. Η ηθική των παιχνιδιών: Διαβάστε το κείμενο του Baudelaire. Το μυστικό: Mην έχοντας μαζί του την ψυχή του, ο ιππότης είναι απρόσβλητος και ανάλγητος. Δεν φοβάται κανέναν και δεν δείχνει έλεος σε κανέναν...

Διαβάστε την ηλεκτρονική «Πολεμική Σημαία» στην διεύθυνση sunwarflag.blogspot.gr

29

ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΣΤΟ ΑΜΟΝΙ

Το σπαθί στο αμόνι, αυτό που ο Αρθούρος έσυρε, αποδεικνύοντας πως είναι ο νέος βασιλιάς των δυο Βρετανιών, είχε άδοξο τέλος. Έσπασε σε μια άτυχη μονομαχία του νεαρού βασιλιά με τον ιππότη Πέλινορ. Το σπαθί που το αντικατέστησε όμως, δώρο της Κυράς της Λίμνης που πρόβαλε σ’ ένα χέρι μέσα από το νερό, έμελλε να συντροφεύσει τον Αρθούρο μέχρι το τέλος και την απόσυρσή του στο Άβαλον. Το θρυλικό Εξκάλιμπερ επέστρεψε «στο χέρι μέσα απ’ το νερό» και θα παραμείνει εκεί ως την επάνοδο του βασιλιά. Τα δυο αυτά σπαθιά βρίσκονται στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο αντίστοιχα του album «The Myths and Legends of King Arthur and the Knights of Round Table» του Rick Wakeman. Κυκλοφόρησε το 1978, σαν φόρος τιμής του πιο διάσημου οργανίστα των Yes προς τον πιο επιδραστικό μύθο της πατρίδας του, με μουσική που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επικό metal χωρίς κιθάρες. Τα κυρίαρχα αρμόνια του Wakeman, βουτηγμένα στην κλασική παράδοση, δημιούργησαν πομπώδεις και μελωδικές συνθέσεις για τον Αρθούρο και την Γκουίνιβερ, τον Μέρλιν και την Κυρά της Λίμνης, τον Λάνσελοτ και τον Γκάλαχαντ. Στα χρόνια του ιστορικού Αρθούρου (5ος-6ος αιώνας) ξωτικά κυκλοφορούν στη Βρετανία, καθώς οι δρόμοι προς την χώρα των άστρων δεν είχαν ακόμη αποκλειστεί. Το παραπάνω άρθρο για τον δίσκο του Rick Wakeman είχε δημοσιευθεί σε αρχική του εκδοχή, στο περιοδικό Metal Hammer & Heavy Metal, τον Δεκέμβριο του 1997, στο τεύχος 155.


Ο

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς ήταν ένας εξελληνισμένος Σύρος ρήτορας και συγγραφέας, που ασχολήθηκε ιδιαίτερα και με τη φιλοσοφία. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία γέννησης και θανάτου, αλλά θεωρείται πως γεννήθηκε το 120 μ.Χ. και πέθανε μεταξύ των ετών 180-192 μ.Χ. Το 165 μ.Χ. εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου αφιερώθηκε στη συγγραφή κι ανέπτυξε τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του. Ως επί το πλείστον, χρησιμοποίησε κωμικό ύφος με αρκετή ειρωνεία αλλά και παρωδία ανθρώπων και καταστάσεων. Μολονότι ο Λουκιανός υπήρξε εχθρός του φιλοσοφικού ιδεαλισμού και υποστήριζε θεωρητικές τάσεις που σαφώς μπορεί να μην αρέσουν σε εμάς τους νεορομαντικούς, ια τους φίλους της φανταστικής λογοτεχνίας έχει ως λογοτέχνης ιδιαίτερη αξία λόγω του έργου του «Μια αληθινή ιστορία: Το ταξίδι στη Σελήνη και ο πόλεμος με τους κατοίκους του Ήλιου» που θεωρείται το πρώτο έργο επιστημονικής φαντασίας στην ιστορία. Το εν λόγω κείμενο γράφτηκε από τον Λουκιανό για να σατιρίσει τους ιδεαλιστές φιλοσόφους και τους συγγραφείς της εποχής του που έδιναν μεγάλη σημασία στην μεταφυσική. Ωστόσο, στην προσπάθειά του να ειρωνευτεί όσους ανθρώπους της εποχής του έδιναν σημασία στους μύθους και διέθεταν μια υπερβατική φιλοσοφική αντίληψη που ξεπερνούσε τον λογικό εμπειρισμό, έφτασε στο σημείο να γράψει μυθιστορήματα τα οποία χάρη τον πλούτο των ιδεών τους τον κατέταξαν ως πρωτοπόρο στο λογοτεχνικό πλαίσιο των σχολών που πολεμούσε. Στο «Μια αληθινή ιστορία: Το ταξίδι στη Σελήνη και ο πόλεμος με τους κατοίκους του Ήλιου», ο Λουκιανός πραγματεύεται ένα ταξίδι στην Σελήνη, την συνάντηση με τους κατοίκους της και την συμμετοχή του ίδιου και των συντρόφων του στην συμπλοκή με τους κατοίκους του Ήλιου. Στη συνέχεια, περιγράφει την επιστροφή στην γη όπου τους καταπίνει ένα θαλάσσιο κήτος και τέλος, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, περιγράφει το ταξίδι στην χώρα των Μακάρων, όπου συναντούν σημαντικά πρόσωπα της Ελλάδας (ποιητές, στρατηγούς, κλπ) ενώ φεύγοντας από κει, περνούν διάφορες άλλες περιπέτειες, αντίστοιχες του Ομηρικού έπους «Οδύσσεια», και φτάνουν σε μια ήπειρο «στον αντίποδα της Οικουμένης». Ο Λουκιανός, όπως προανέφερα, έγραψε για να σατιρίσει τα ταξιδιωτικά μυθιστορήματα και τα αρχαία έπη που ήταν ιδιαίτερα αγαπητά στους ανθρώπους του καιρού του. Εξ αρχής είναι ξεκάθαρος προς τους αναγνώστες του, «Γιατί σ’ ένα μονάχα πράμα θα πω τη αλήθεια, πως δηλαδή λέω ψέματα […] Γράφω λοιπόν για κείνα που δεν είδα, μήτε έμαθα, μήτε άκουσα απ’ τους άλλους και μήτε υπάρχουν, μήτε μπορούν να γίνουν. Για τον λόγο αυτό πρέπει να μην τα πιστέψουν καθόλου όσοι τα διαβάσουν». Παρόλα αυτά, ο πνευματικός του εξοστρακισμός στα πεδία των ιδεολογικών του αντιπάλων, τον έκανε να δημιουργήσει, για τα μέτρα της εποχής, έναν κόσμο μαγικό που παίζει με την ιδέα του «δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν». Οι τότε γνωστοί πλανήτες και τα αστέρια -είτε μόνα τους είτε ως αστερισμοί-, όχι μόνο κατοικούνται αλλά οι κάτοικοί τους έχουν τα ίδια καλά και άσχημα με εμάς. Ο πόλεμος γίνεται για την ίδρυση αποικίας στην Αφροδίτη. Ο βασιλιάς της Σελήνης θέλει να ιδρύσει αποικία, ο βασιλιάς του Ήλιου τον εμποδίζει διότι ζηλεύει, κι έτσι έρχεται η εκδίκηση. Ο πόλεμος γίνεται, κάποιος κερδίζει και μπαίνουν οι όροι συνθηκολόγησης. Μέσα από αυτούς, ο Λουκιανός δίνει το μήνυμα της ειρήνης και της συνεργασίας. «Να στείλουν αποίκους στην Αφροδίτη όλοι μαζί και στον αποικισμό να μπορεί να λάβει μέρος και από τους άλλους όποιος θέλει».

του Flammentrupp ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα τεχνάσματα του λόγου που χρησιμοποιεί ως συγγραφέας. Η υπερβολή χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό, ακριβώς διότι μέσω αυτής ο Λουκιανός πρέπει να σατιρίσει. Υπερβολή στις αποστάσεις, στους αριθμούς, στα μεγέθη, π.χ. «οι πεζοί που ήταν κάπου εξήντα εκατομμύρια […] ψύλλους μεγάλους όσο δώδεκα ελέφαντες». Ένα δεύτερο τέχνασμα είναι αυτό της αντιστροφής των πραγμάτων, σε σχέση με το τι ισχύει στη γη. Για παράδειγμα η μολόχα που στη γη έχει θεραπευτικές ιδιότητες, χρησιμοποιείται ως δηλητήριο που αλείφεται στα βέλη. Αξιοπρόσεκτη, τέλος, είναι και η ικανότητα του Λουκιανού ως λεξιπλάστη. Χρησιμοποιεί νέες λέξεις για να περιγράψει ανθρώπους και ζώα ιδιαίτερα ταιριαστές και πρωτότυπες για κάθε κατάσταση, ενώ παράλληλα βρίσκει το ίδιο ταιριαστά και πρωτότυπα ονόματα για τους κατοίκους κάθε πλανήτη (π.χ. Πυρωνίδης και Φλόγιος για τον Ήλιο και Νύκτωρ και Πολυλάμπης για τη Σελήνη). Μέσα στα τεχνάσματα, θα πρέπει να προστεθεί και η χρήση κατά το δοκούν μυθολογικών χαρακτήρων και σύμφωνα με τις ανάγκες του έργου. Βασιλιάς του Ήλιου είναι ο Φαέθων και βασιλιάς της Σελήνης ο Ενδυμίων. Ας ανατρέξει ο αναγνώστης στους ανάλογους μύθους για να καταλάβει την «εναλλακτική ιστορία», όπως θα λέγαμε σήμερα, που χρησιμοποιεί ο Λουκιανός. Αυτό που μας εντυπωσιάζει ως φίλους της επιστημονικής φαντασίας, είναι η πληθώρα sci-fi στοιχείων που καταγράφει ο συγγραφέας. Αναφέρονται εξωγήινοι, απαγωγή από εξωγήινους, διαστρικός πόλεμος με αντίπαλες παρατάξεις αποτελούμενες από πολιτισμούς διαφόρων πλανητών, τεχνολογία παρακολούθησης από απόσταση, υβρίδια γενετικών πειραμάτων, ενώ ακόμα και η ανατομία ή τα μεγέθη των ζώων μάχης θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως μας θυμίζουν διαστημόπλοια. Τρόπον τινά, σε αυτό το έργο συναντάμε στοιχεία απ’ όλα τα υποείδη της επιστημονικής φαντασίας, βεβαίως σε λίγα σημεία, καθώς το έργο είναι μικρό και δεν αναπτύσσεται με πολλές λεπτομέρειες. Εκτός της επιστημονικής φαντασίας, βρίσκουμε και ψήγματα που χαρακτήρισαν άλλα μεταγενέστερα ρεύματα του φανταστικού, αφού έχουμε θαλάσσια τέρατα, συνάντηση με νεκρούς, ανεξερεύνητες περιοχές κ.α. Υπάρχει άλλο ένα έργο τουΛουκιανού με τίτλο «Ικαρομένιππος» στο οποίο, επίσης, παρουσιάζει ένα ταξίδι στο διάστημα αλλά και μια συνάντηση με τους ολύμπιους θεούς. Αυτά τα δύο έργα, δικαίως από την άποψη της ιστορικής καταγραφής, δίνουν τον τίτλο του άτυπου πατέρα της επιστημονικής φαντασίας στον συγγραφέα. Το εν λόγω λογοτεχνικό ρεύμα εξαφανίζεται για να επιστρέψει πολλούς αιώνες αργότερα. Μπορούμε να βρούμε κάποια στοιχεία επιστημονικής φαντασίας στον Τζόναθαν Σουίφτ (Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ – 1726) ενώ επισήμως η αφετηρία του καταγράφεται στα λογοτεχνικά πλαίσια του Ρομαντισμού (Μαίρη Σέλλεϋ) και στο δεύτερο μισό του 19ο αιώνα έρχεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας με συγραφείς όπως ο Ιούλιος Βερν και ο Χέρμπερτ Γουέλς. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιδεοθέατρον χωρίς να περιλαμβάνει το δεύτερο μέρος του αλλά κι από τις εκδόσεις Αίολος και μάλιστα ολόκληρο. Είναι ένα έργο που θα πρέπει να κοσμεί τη βιβλιοθήκη μας όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά και ως υπενθύμιση πως άνθρωποι με ικανότητα να μας ταξιδεύουν σε τόπους και χρόνους αλλοτινούς υπήρξαν από την αυγή του πολιτισμού μας.

30


Τ

της Κασσάνδρας Αλογοσκούφι cassandrasbox.wordpress.com

ο ρόδο φυλλορροούσε ομορφιά. Καρφωμένο πάνω σε κλωνιά με άπειρα μικρά καρφιά τις βελόνες του. Μάτωνε κάτω από τον ήλιο και το βράδυ έκλαιγε γοερά με δάκρυα υγρασίας να νοτίζουν υπέροχα τα πορφυρά βελούδα του. Το ρόδο βλάσταινε και ψήλωνε. Δεκάδες πέταλα και σέπαλα ξανοίγονταν το ένα μετά το άλλο. Ο ήλιος το ζύγωνε από όλες τις μεριές. Το θαύμαζε, το θέρμαινε, το ίσκιωνε διαγράφοντας ημικύκλια καθημερινά από την Ανατολή στη Δύση και πάλι δώσ’ του από την αρχή. Το ρόδο προσέλκυε έντομα με τη κίτρινη γύρη του. Το ρόδο παρέκλινε μέσα στο πύκνωμα των φύλλων τους εραστές με τη χλωμή βιάση της απαντοχής. Κι όταν έκοβαν το ρόδο να το χαρίσουν με μια υπόσχεση αιώνιας αγάπης, τότε μέσα στα ριζά η φωλιά του αηδονιού μάτωνε και

Ο ΗΛΙΟΣ ΛΑΤΡΕΥΕΙ ΤΟ ΡΟΔΟ πέθαινε από τα δεκάδες αγκάθια που έπεφταν σαν ξεχασμένες υποσχέσεις από τα αποξενωμένα χείλη. Εκεί, το τραγούδι του αηδονιού πέθαινε σε αδύναμο τιτίβισμα δροσιάς που το κάλυπτε στο τέλος η πρωινή ομίχλη. Και πιο μετά, όταν ο ήλιος σήκωνε καρτέρι να βιγλίσει τις ομορφιές του κόσμου, όπωςόπως καμωνόταν ότι δεν βλέπει πια την απουσία του ρόδου και τη συνακόλουθη απουσία του μικρού πουλιού και την -ακόμα πιο πικρή- μεταμεσονύκτια καθυστέρηση των εραστών και εν τέλει το χώρισμα των δύο. Στο σημείο που πεθαίνει το κινέζικο αηδόνι με το χρυσό ράμφος και τις χίλιες γλώσσες για φτερά, εκεί, την επόμενη χρονιά φυτρώνει μια νέα αγάπη. Ένα νέο ρόδο προβάλλει δειλά-δειλά και ο ήλιος χαρούμενος ξαναβρίσκει νέο αντικείμενο λατρείας.

Επισκεφθείτε το διαδικτυακό τόπο της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας flefalo.blogspot.gr, προκειμένου να ενημερωθείτε για την τρέχουσα επικαιρότητα της λογοτεχνίας του φανταστικού στη χώρα μας και να διαβάστε το σύνολο των άρθρων που έχουν δημοσιευθεί σε όλα τα τεύχη της «Φανταστικής Λογοτεχνίας».

flefalo.blogspot.gr Η διαδικτυακή πύλη του φανταστικού Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου flefalo@gmail.com Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας acebook 31


Κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Μαγικό Κουτί»

Φανταστική Λογοτεχνία - τεύχος 16  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you