Φανταστική Λογοτεχνία τεύχος 21 (τελευταίο πρώτης περιόδου)

Page 1

ÖÁÍÔÁÓÔÉÊÇ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Τεύχος 21 / Δεκέμβριος 2017 / ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ


2 3 4 6 8 10 13 16 18 23 24 26 28

Περιεχόμενα

«Το κέρας», του Σταμάτη Μαμούτου «Ο Θησαυρός του Ποταμού (Η Αρχή του Τέλους)» του Ορφέα Ανδρέου «War Flag of the Sun», (μόνιμη στήλη) του Sun Knight «Απαγορευμένες Ιστορίες» (μόνιμη στήλη) από τον Άλεξ Μινώλυκο «Συνέντευξη της Δέσποινας Μάντζαρη» του Σταμάτη Μαμούτου «Το λογοτεχνικό κίνημα των Southern Agrarians» του Αριστείδη Χριστοφοράκη «Molfars & Caremaras Οι άγνωστοι μάγοι του Μεσαίωνα» της Εύας Παναγιωτοπούλου «Γνωριμία με την ποίησι του Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ» του Ευστράτιου Ευ. Σαρρή «Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς Ένας μύστης του φανταστικού και της παραδοσιοκρατίας» του Σταμάτη Μαμούτου «Οι Κυρίαρχοι του Σύμπαντος / Blackstar» του Φιλίππου Βαβουλάκη «Πολύτιμα Μέταλλα» (μόνιμη στήλη) των Βλάση Δ. Λύρα, Σταμάτη Μαμούτου και Χρήστου Νάστου «Joe Haldeman: The Forever War» του Flammentrupp «Επετειακό τρισέλιδο για τα 10 χρόνια του περιοδικό μας, με συνέντευξη του Σταμάτη Μαμούτου».

ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ «Φανταστική Λογοτεχνία», τεύχος 21, Δεκέμβριος 2017. Εκδότης: Σύλλογος φοιτητών ΑΤΕΙ και ΑΕΙ Πανεπιστημίων Ελλάδος Φανταστικής Λογοτεχνίας (Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας).

Συντακτική ομάδα τεύχους: Σταμάτης Μαμούτος, Sun Knight, Flammentrupp, Ευστράτιος Σαρρής, Αριστείδης Χριστοφοράκης, Χρήστος Νάστος, Βλάσης Δ. Λύρας, Εύα Παναγιωτοπούλου, Ορφέας Ανδρέου, Φίλιππος Βαβουλάκης, Άλεξ Μινώλυκος Επιμέλεια ύλης - Διορθώσεις: Σταμάτης Μαμούτος - Καλλιτεχνική επιμέλεια: Morias. Εικόνα εξωφύλλου: Carl Friedrich Lessing “Μonastery Garden in the Snow” (1829)

Π

Το Κέρας

άνε αρκετά χρόνια από τότε. Βρισκόμουν στο κέντρο των Αθηνών, όταν συνάντησα τυχαία μια συνάδελφο από το πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Επρόκειτο για μια κοπέλα προοδευτικών πεποιθήσεων που έδειχνε προτίμηση σε πεδία σαν αυτό της Σχολής της Φρανκφούρτης ή της φιλοσοφίας του Φουκώ -αν θυμάμαι καλά ενδεχομένως και για τον τρόπο σκέψης του Ντεριντά. Εκείνη του Σταμάτη Μαμούτου την εποχή -όπως νομίζω ότι συμβαίνει και σήμερα- οι περισσότεροι συνάδελφοι που διαπνέονταν από προοδευτικές αντιλήψεις δεν με έβλεπαν με καλό μάτι. Το γεγονός ότι καταπιανόμουν ερευνητικά με τον Ρομαντισμό, δείχνοντας ενδιαφέρον για την πολιτική του θεωρία, ήταν αρκετό προκειμένου να τους ωθήσει στην απόφαση να με εγγράψουν στην «μαύρη λίστα» των γνωστών τους προσώπων. Στην καλύτερη περίπτωση με θεωρούσαν ιδιόρρυθμο. Συχνά, όμως, δεν έκρυβαν την αντιπάθειά τους. Μια αντιπάθεια που εξέφραζαν με ψιθύρους πίσω απ’ την πλάτη μου από τους οποίους το μόνο που μπορούσα να συλλάβω με την ακοή μου ήταν η λέξη «φασίστας». Επίσης, το πλέον σύνηθες ήταν να την συνοδεύουν με αιχμηρές ματιές, τις οποίες απολάμβανα να ανταποδίδω. Και, βέβαια, τα πράγματα γίνονταν ακόμη χειρότερα όταν κάποτε έφτανε στα αυτιά τους η καυτή πληροφορία: «αυτός είναι ο αρχηγός της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ!». Όπως φαίνεται ότι συμβαίνει στα χρόνια της (μετα)μοντέρνας μας πραγματικότητας, μια απ’ τις συνέπειες του σκεπτικού τέτοιων ανθρώπων είναι το να γίνονται τελικά, τουλάχιστον ορισμένοι εξ αυτών, συνεπείς αναγνώστες των αρθρογράφων που αντιπαθούν! Η κοπέλα που συνάντησα στο δρόμο αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης. Παρακολουθούσε την αρθρογραφία μας διακριτικά, προσπαθώντας να εντοπίσει σημεία που θα επιβεβαίωναν την αρχική της εντύπωση. Ωστόσο, εξεπλάγη όταν -σύμφωνα με τα όσα μου είπε η ίδια- διαπίστωσε πως, μολονότι η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ είχε τα περισσότερα από τα γνωρίσματα που θα μπορούσαν να την εντάξουν στο πεδίο των ιδεολογικών της αντιπάλων, το ύφος και η αισθητική των αρθρογράφων της ήταν πρωτόγνωρα. «Είσαι ένα μεγάλο παιδί», την θυμάμαι να μου λέει. «Περίμενα να συναντήσω μια λίγκα φανατικών. Όμως τελικά κατάλαβα ότι η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ είναι η πραγματοποίηση του οράματος ενός μεγάλου παιδιού». Ακούγοντάς την χαμογέλασα και παραδέχτηκα πως είχε δίκιο, αλλά κατά το ήμισυ. Γιατί η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ μπορεί να είχε ως αρχηγό ένα μεγάλο παιδί, είχε όμως και για σημαία έναν μικρό κύριο! Ήταν κάπου στα τέλη του 2008 όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά. Επρόκειτο για ένα ξανθό πλασματάκι με στρογγυλό πρόσωπο, έξυπνη ματιά κι ένα χαμόγελο που όταν στο χάριζε αισθανόσουν ότι σε αγκάλιαζε ο Θεός. Τον έλεγαν Ραφαήλ και ήταν γιός του συγγραφέα Νίκου Βλαντή και της γυναίκας του Μαρίας. Όταν οι γονείς του άρχισαν να κάνουν παρέα μαζί μας ο Ραφαήλ ήταν παρών σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε βόλτα και σε κάθε δράση μας. Αν υπάρχουν κάποια σκίτσα από παλαιότερα comics που δείχνουν τον Κόναν να γεννιέται εν μέσω μιας μάχης, στην περίπτωση του Ραφαήλ αυτό ήταν αληθινό. Μόνο που ο μικρούλης μας κάθε άλλο παρά βάρβαρος ήταν. Όσο μεγάλωνε μπορούσαμε όλοι να διαπιστώσουμε ότι δεν υπήρχε διαβολία που θα μπορούσε να σκαρφιστεί παιδικό μυαλό και να μην την είχε ανακαλύψει. Διέθετε, όμως, το εκπληκτικό χάρισμα να παρουσιάζει όλες του τις σκανδαλιές σα να επρόκειτο για συνειδητές αποφάσεις. Με ένα ύφος επιτηδευμένης σοβαρότητας, το προσωπάκι και η εκπληκτικά έξυπνη ματιά του, μας μήνυαν πως από ‘κει και πέρα άρχιζε ο δικός του κόσμος. Το βασίλειο της αέναης παιδικότητας στο οποίο η παιδική ψυχή είναι η απόλυτη αρχή των πάντων. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος μέχρι ο Ραφαήλ να γίνει σημαία της Φ.ΛΕ. ΦΑ.ΛΟ. Ένα ζωντανό σύμβολο που μας έδειχνε το δρόμο προς τον κόσμο των ιδεών. Στην καρδία της λέσχης μας το μάγμα των «μεγάλων παιδιών» συμπληρώθηκε από την φωτοβολή ενός «μικρού κυρίου». Και κάπως έτσι, η λέσχη και το περιοδικό μας συνέχισαν να γράφουν την μικρή τους ιστορία. Αυτό τον Δεκέμβριο συμπληρώνονται δέκα χρόνια κυκλοφορίας του περιοδικού Φανταστική Λογοτεχνία. Είμαστε ακόμη εδώ. Μεγάλα παιδιά με ιδέες σαν εκλεκτά αποστάγματα της παλαιότητας του χρόνου. Περιπλανώμενοι φύλακες σε έναν κόσμο ερειπίων. 2


Σ

τεκόμαστε μπροστά σε μια νέα, δύσκολη αποστολή αλλά γεμάτη υποσχέσεις για λάφυρα και συγκινήσεις. Το αν θα πετύχουμε να την εκπληρώσουμε είναι στο δικό μας χέρι. Σύμφωνα με έναν αρχαίο χάρτη που ευρέθη κρυμμένος στους πρόποδες ενός μυστηριώδους Ιερού του Ορφέα Ανδρέου Βουνού, υπάρχει ένας θησαυρός στον αρχαίο οικισμό Κοντίβιο. Ο μύθος λέει ότι αυτός ο θησαυρός άνηκε στο Θεό Ποταμό, ένα Θεό γεμάτο καλοσύνη και αγάπη, έναν πραγματικό δημιουργό της ζωής στην περιοχή όπου έρεε. Η φυλή αυτή κατάφερε να σχεδιάσει έναν χάρτη με το Όλοι οι άνθρωποι τον λάτρευαν και τον αγαπούσαν, σημείο όπου ήταν κρυμμένος ο θησαυρός ώστε να τον προσφέροντας συνεχώς θυσίες στο όνομά του μέσω του επιστρέψουν στον προκάτοχό του. Το πρόβλημα όμως ναού που του είχαν αφιερώσει και είχαν χτίσει μέσα σε ήταν ότι δεν μπορούσε κανείς να πλησιάσει εκεί λόγω μια σπηλιά. Η περιοχή έσφυζε από ζωή για εκατοντάδες της κατάρας. Πολλοί γενναίοι μαχητές προσπάθησαν χρόνια. Αφθονία, γιορτές και πλούτη ήτανε μόνο λίγα να βγουν έξω από το Βουνό με τη βοήθεια φίλτρων απ’ τα θετικά στοιχεία εκείνη της εποχής. από τους καλύτερους μάγους που είχαν. Μάταια όμως. Μια νύχτα, όμως, με κόκκινη πανσέληνο, όπου όλοι Όλοι τους χάθηκαν επάνω στην προσπάθειά τους. Είτε ήταν έτοιμοι για τη μεγάλη γιορτή προς από θανατηφόρες τιμήν του Ποταμού και της Σελήνης, ο αρρώστιες, είτε βρήκαν θησαυρός αυτού του καλοσυνάτου Θεού μπροστά τους στρατιές εκλάπη από μια αρχαία άγνωστη φυλή. Η των όντων που αλαζονεία των ανθρώπων τους τύφλωσε κυριαρχούσαν στην και αδυνατούσαν να καταλάβουν το περιοχή τα οποία τους κακό που θα έφερναν με πράξεις σαν εκτελούσαν εν ψυχρώ, κι εκείνη. Όταν ο Ποταμός είδε ότι ο δίχως συμβιβασμούς, θησαυρός έλειπε από τη θέση του, άρχισε κάνοντάς το να να αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποί του φαίνεται σαν κυνήγι τον πρόδωσαν κι αυτό ήταν κάτι το οποίο θηραμάτων. δεν μπορούσε να αφήσει ατιμώρητο. Από Απελπισμένοι πλέον εκείνη, λοιπόν, την ημέρα ο Θεός έριξε από τις συνεχείς κατάρα σε όλους τους ανθρώπους. αποτυχίες τους Η γη του από πηγή ζωής άρχισε να σκέφτηκαν ότι η γίνεται βάλτος γεμάτος αρρώστια και αποστολή αυτή πόνο. Όλες οι ανθρώπινες φυλές πέθαιναν πρέπει να δοθεί σε η μία πίσω από την άλλη. Κανείς τους μια ανθρωπότητα δε μπορούσε να ανατρέψει αυτήν την την οποία η κατάρα κατάρα. Όσες θυσίες κι αν έκαναν, όσες δε θα μπορούσε να προσευχές κι αν του απεύθυναν, τίποτα επηρεάσει. Έτσι κι δεν μπορούσε να συγκινήσει το Θεό, ο έκαναν. Ο αρχηγός τους οποίος τους κοιτούσε όλους, έναν προς διέταξε τους Μάγους έναν, γεμάτος οργή και θυμό. Τα ζώα και να δημιουργήσουν τα φυτά δηλητηριασμένα κι αυτά, σιγά ένα χάρτη ο οποίος σιγά όδευαν προς την εξαφάνιση. είναι ανθεκτικός στις Και μετά αρρωστημένες και σκοτεινές κακοκαιρίες ώστε Meeting the river god - Spartanen οντότητες άρχιζαν να καταλαμβάνουν να αντέξει σε βάθος την δηλητηριασμένη γη. Η «αυγή» για χρόνου. Αφού τον αυτά τα πλάσματα ήταν πλέον γεγονός, στις πλάτες έφτιαξαν λοιπόν, τον άφησαν έξω από την πύλη του Ιερού ενός Θεού, ο οποίος δυστυχώς είχε τυφλωθεί κι εκείνος Βουνού με την προϋπόθεση ότι θα βρεθεί στο μέλλον για πλέον από την οργή του. να λυθεί αυτή η κατάρα που τόσο τους είχε καταστρέψει. Οι άνθρωποι όμως, ακόμα και μέσα σε αυτήν την Έπειτα κλείδωσαν την πύλη για πάντα... σκοτεινή εποχή δεν το έβαλαν κάτω. Μια φυλή κατάφερε να κρυφτεί μέσα στο Ιερό βουνό και να προστατευτεί από την κατάρα. Όσο βρίσκονταν υπό τη σκέπη του Βουνού Διαβάστε το προσωπικό ιστολόγιο του Ορφέα Ανδρέου οι άνθρωποί της ήταν προστατευμένοι. Αν, όμως, κάποιος στην ηλεκτρονική διεύθυνση: έβγαινε έξω από αυτό, τότε ήταν καταδικασμένος. https://orfeusrepublic.blogspot.gr

Ο Θησαυρός του Ποταμού (Η Αρχή του Τέλους)

3


Σ

Ο Πόλεμος του Δαχτυλιδιού

ε πολλά βιβλιοπωλεία ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών βρίσκεται ανάμεσα στα παιδικά βιβλία, προφανώς από παρανόηση των ειδικών βιβλιολόγων. Η καθαρότητα των ιδεών, η ανεπιτήδευτη ευγένεια, το παραμυθένιο σκηνικό, αντιπροσωπεύουν στην λογική των ανόητων έναν κόσμο απλοϊκό, προορισμένο να ικανοποιεί την φαντασία των παιδιών και μόνο. Άλλοι κριτικοί αναγνωρίζουν στο έργο του Tolkien μια δυνατή διακήρυξη της χριστιανικής ηθικής, βλέποντας τον συγγραφέα σαν ένα ήσυχο, καλό Χριστιανό. Βέβαια, οι αξίες που προβάλλονται στην ιστορία υπήρχαν πολύ πριν τον Χριστιανισμό, καθώς είναι γενικότερες αξίες του ανθρώπινου πολιτισμού. Τέλος, η μικροαστική ηθική της σπιτικής ασφάλειας, της ξενοφοβίας, της αποτροπής επικίνδυνων περιπετειών, ανακαλύπτεται από κατηγόρους του Tolkien μέσα στον πυρήνα του έργου του. Αν και ορισμένες επισημάνσεις τους δεν είναι λανθασμένες, τα συμπεράσματά τους είναι βιαστικά και επιφανειακά. Οι μικροί Χομπιτοήρωες προτιμούν την ησυχία του χωριού τους, αλλά όταν οι συνθήκες το απαιτούν ρίχνονται στην περιπέτεια με αυτοθυσία. Όταν η περιπέτεια τελειώνει κανείς δεν είναι πια ο ίδιος, ο κόσμος έχει αλλάξει και καταστάσεις όπως η «ησυχία του χωριού» επαναξιολογούνται από άλλους θετικά κι από άλλους αρνητικά. Οι εχθρικά προσκείμενοι στο έργο του Tolkien αρνούνται να δουν την ουσία πίσω από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της ιστορίας. Ο Tolkien επιχείρησε μια ουσιαστική επαναμυθολόγηση του κόσμου, αναζητώντας τα πρωταρχικά στοιχεία και τις βασικές δομές τους. Ο άνθρωπος και η φύση, τα έλλογα όντα και η Μητέρα Γη συνθέτουν μια ενότητα που καλείται να αντιμετωπίσει την πρόκληση του απόλυτου Κακού. Μέσα απ’ αυτή την επική σύγκρουση φωτίζονται ιδέες, αρχές, χαρακτήρες και μια γενικότερη αντίληψη για τη ζωή και το σύμπαν. Καταρχήν κυριαρχεί ένας ξεκάθαρος Δυαδισμός: το Καλό ενάντια στο Κακό, το ένα σαφώς διαχωρισμένο από το άλλο. Έπειτα περιγράφονται αυτοί οι αντίθετοι πόλοι. Η αρνητική δύναμη, ο Σόρον και οι Νάζγκουλ, είναι απόλυτα μαύροι με τρόπο απλουστευτικό, χαρακτήρες που δεν προσεγγίζονται και δεν ψυχαναλύονται. Από την άλλη πλευρά, οι θετικές δυνάμεις χαρακτηρίζονται από τρεις κυρίαρχες μορφές με ξεχωριστούς ρόλους: τον μεγάλο βασιλιά

Άραγκορν, τον λευκό μάγο Γκάνταλφ και τον μικρό Χόμπιτ Φρόντο. Οι τρεις τους εκπροσωπούν τις τρεις διαπιστωμένες «λειτουργίες» των κοινωνιών της φυλής μας, των Ινδοευρωπαίων όπως αποκαλούνται συνήθως. Ο Άραγκορν-Ελέσαρ είναι το πρότυπο του ΠολεμιστήΗγεμόνα, συγκεντρώνει στο πρόσωπό του όλες τις αρχετυπικές αρετές των αληθινών αρχηγών. Δεν είναι τόσο τα κληρονομικά του δικαιώματα, όσο η πολύχρονη δοκιμασία του σαν μοναχικός, ανώνυμος μαχητής, που τον καταξιώνει στην κορυφή. Ο Ελέσαρ είναι ο πιο ολοκληρωμένος χαρακτήρας του ήρωα που έχω συναντήσει όλα αυτά τα χρόνια που διαβάζω ηρωική φαντασία. Διαφορετικός τόσο από τον Conan του Howard όσο και από τον Elric του Moorcock, ο ΒασιλιάςΠολεμιστής έχει πλαστεί από τον Tolkien μέσα από την ίδια την πηγή της ευγένειας, της κυριαρχίας, της μεγαλοπρέπειας. Ο Γκάνταλφ είναι ο μάγος -Δρυίδης- επόπτης της Μέσης γης. Συνδυάζει χαρακτηριστικά ιερέα-ηγέτη αλλά και πολεμιστή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Ο πιο διάσημος μάγος στον κόσμο της fantasy λογοτεχνίας, αποτελεί αναμφισβήτητα το πρότυπο πολλών μεταγενέστερων ομοίων του. Τέλος ο Φρόντο εκπροσωπεί τους απλούς ανθρώπους, αυτούς που ζουν μια ήσυχη ζωή χωρίς κινδύνους και περιπέτειαμέσασταπεριορισμένα σύνορα τουκόσμου τους. Όταν όμως ο πόλεμος έρχεται, οι καλλιεργητές γίνονται στρατιώτες και άσημοι άνθρωποι με μεγάλη καρδιά και πίστη σε ιδανικά μπορούν να πρωταγωνιστήσουν στην κρίσιμη μάχη. Αυτό το μήνυμα φέρνει μαζί του ο Χόμπιτ από το Σάιρ ως τη Μόρντορ. Ο Άραγκορν, ο Γκάνταλφ κι ο Φρόντο είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες του δράματος, αν και συνοδεύονται από μια πλειάδα άλλων ηρώων, σημαντικών στην εξέλιξη της ιστορίας. Με το τέλος του πολέμου ο Άραγκορν γίνεται ο πρώτος μεγάλος βασιλιάς της τέταρτης εποχής στη Μέση Γη, ενώ ο Γκάνταλφ κι ο Φρόντο φεύγουν μαζί με πολλά Ξωτικά για μια μαγική χώρα πέρα από τη θάλασσα στη Δύση, την τολκινική Άβαλον. Στον πόλεμο του Δαχτυλιδιού οι στρατοί που συγκρούονται, όπως και τα σύμβολά τους, είναι εμπνευσμένα από την Ευρωπαϊκή Ιστορία. Στην θετική πλευρά, το βασίλειο της Γκόντορ θυμίζει παρηκμασμένο ελληνορωμαϊκό κόσμο, οι

4


ξανθομάλληδες καβαλάρηδες του Ρόαν αντιστοιχούν στα βάρβαρα γερμανικά φύλα, ενώ ο λόχος του Ντολ Άμροθ φέρνει στο νου αρθουριανούς ιππότες. Στη μαύρη πλευρά, οι μαύροι άνθρωποι του Χαράντ με τους ελέφαντες και οι άγριοι ανατολίτες είναι φανταστικά αντίγραφα Ζουλού πολεμιστών και Μογγόλων νομάδων αντίστοιχα. Τα λάβαρα των δυο παρατάξεων έχουν επίσης χαρακτηριστική αρχετυπική εκπόρευση. Το Λευκό Δέντρο-Δρυς, το Λευκό Άλογο κι ο Ασημένιος Κύκνος κυματίζουν στις σημαίες της Μέσης Γης, ενώ το μοχθηρό, κόκκινο, Αβλέφαρο Μάτι και το Μαύρο Φίδι οδηγούν τις ορδές της Μόρντορ. Αετοί και Δενδράνθρωποι εκπροσωπούν τις δυνάμεις της Φύσης που βοηθούν την Γκόντορ, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τους Λύκους, όλοι τους ζωντανά σύμβολα που αντιμάχονται. Σύμβολο είναι βέβαια και το ξανά συγκολλημένο σπαθί του Άραγκορν, αντικείμενο δύναμης και κυριαρχίας (ανάλογο με το Σπασμένο Σπαθί του Paul Anderson), όπως άλλωστε και το ίδιο το Μαύρο Δαχτυλίδι. Πέρα από τον κύριο ρόλο των ανθρώπων στην εξέλιξη της σύγκρουσης, ο Tolkien ζωντανεύει μυθικές φυλές για να τους βοηθήσουν. Οι Νάνοι και τα Ξωτικά, φυλές πολύ παλιότερες από τους ανθρώπους, συμβολίζουν τον αρχαίο κόσμο που χάνεται με όλη την ευγένεια, την ομορφιά και το μεγαλείο του. Τα ονόματά τους δημιουργήθηκαν από τον συγγραφέα βάσει κανόνων, με αποτέλεσμα εξαιρετική προφορά στον ήχο και χαρακτηριστικές συλλαβές, δηλωτικές της καταγωγής. Ιδιαίτερα τα ονόματα των Ξωτικών είναι αριστουργήματα λόγου: Νιμροντέλ, Γκαλάντριελ, Λέγκολας, Γκλορφίντελ, Θράντουιλ και πολλά άλλα. Τελειώνοντας αυτή τη σχετικά σύντομη αναφορά στον μνημειώδη «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και έχοντας επίγνωση πως δεν εξαντλούνται τα περιθώρια σχολιασμού, θα επισημάνω τρεις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις: Η ανυπαρξία του θεϊκού στοιχείου είναι η πρώτη από αυτές. Οι ήρωες δεν επικαλούνται τους θεούς τους, ούτε στον πόλεμο ούτε στις ειρηνικές κοινωνικές εκδηλώσεις και δεν αναφέρονται ιεροί ναοί. Ένας ιδιότυπος φυλετισμός είναι η δεύτερη παρατήρηση που σημειώνω. Το καθαρό αίμα -των βασιλιάδων της Δύσης- φαίνεται πως είναι για τον Tolkien σημαντικός παράγοντας διάκρισης της ποιότητας των ανθρώπων. Ακόμη και οι φυλές των Χόμπιτ έχουν σαφή και διαφορετικά φυλετικά χαρακτηριστικά. Η τρίτη παρατήρηση αφορά την απουσία του τραγικού στοιχείου και της μοίρας. Τίποτε δεν είναι προδιαγεγραμμένο, τίποτε μυστικό, τίποτε αναπότρεπτο. Το κακό μπορεί να νικηθεί έστω και πρόσκαιρα και δεν συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη φύση. Ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» μπορεί να αποβεί μια περιπέτεια ανάγνωσης πολλών επιπέδων για έναν έμπειρο αναγνώστη. Η αφήγηση δεν είναι πάντα υποδειγματική και δεν λείπουν τα ανούσια σημεία, όμως τίποτε δεν μπορεί να υποβαθμίσει τον αρχετυπικό χαρακτήρα του έργου και την μεγαλειώδη αισθητική του δύναμη. Ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» είναι πάντα επίκαιρος γιατί πραγματεύεται πράγματα αιώνια , όπως όλα τα μεγάλα έπη της ανθρωπότητας. Όπως όλα τα μεγάλα έπη είναι δίοδος προς την αληθινή φύση του κόσμου. Διαβάστε την ηλεκτρονική «Πολεμική Σημαία» στην διεύθυνση sunwarflag.blogspot.gr

5

Ό

METAL AGE

πως έχουμε γράψει στο παρελθόν, το heavy metal είχε δομικές ομοιότητες με το μουσειακό πια classic rock κι αυτός είναι ο λόγος που το τελευταίο ενσωματώθηκε σε μια σημαντική σχολή του ανανεωμένου heavy metal. Η μπάντα που αποτελούσε πάντα σημείο αναφοράς του heavy metal μέσα στο classic rock, είναι οι περίφημοι Emerson, Lake And Palmer. Ο πρώτος από τους Nice, ο δεύτερος από τους King Crimson και ο τρίτος από τους Atomic Rooster έφεραν όλοι τους σοβαρότητα, δεξιοτεχνία και έμπνευση. Το πρώτο τους ομώνυμο LP «Emerson Lake And Palmer» (1970) ξεκινούσε με την χαρακτηριστική για το ύφος τους σύνθεση «The Barbarian», που ο τίτλος αρκεί σαν ενδεικτικό εισαγωγικό σημείωμα. Μεταγράφοντας θέματα της αστείρευτης κλασικής μουσικής παράδοσης και επενδύοντάς τα στις δικές τους καινοτομίες, δημιούργησαν ένα ηχητικό μονοπάτι στα σύνορα του λυρισμού με τον πομπώδη θόρυβο. Με κυρίαρχα τα πληκτροφόρα όργανα του Keith Emerson, το τρίο των βιρτουόζων μουσικών έδινε μαθήματα εκτελεστικής δεινότητας και σύνθεσης τόσο μέσα στο βινύλιο όσο και πάνω στη σκηνή. Το δεύτερο LP που κυκλοφόρησαν («Tarkus», 1971) ήταν μια επιβεβαίωση των προθέσεών τους, που εκτός των άλλων περιείχε και το καθαρόαιμο σκληρό κομμάτι «Battlefield». Η δημιουργική περίοδός του έκλεισε με το κορυφαίο τρίτο τους LP «Pictures At An Exhibition» (1971), μια διασκευή του κλασικού έργου του Ρώσου συνθέτη Mussorsgki», όπου ο Greg Lake με το «Promenade» έκλεβε την παράσταση. Οι Emerson, Lake And Palmer δεν έπαψαν να κυκλοφορούν αξιόλογες συνθέσεις, αν και δεν επανέλαβαν ποτέ το ιστορικό πια «Pictures..» και τις εύθραυστες ισορροπίες των πρώτων τους δίσκων.

Σημείωμα του αρχισυντάκτη: Στις 10 Μαρτίου του 2016, ο Keith Emerson πέθανε αφού αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι. Στις 7 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους έφυγε από τη ζωή και ο Greg Lake, από καρκίνο. Το άρθρο αυτό επιλέχθηκε ως φόρος τιμής στο σπουδαίο συγκρότημα. Επιπλέον, τόσο αυτή η αναφορά στους Emerson, Lake And Palmer όσο και το παραπάνω άρθρο για τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» είχαν δημοσιευθεί από τον Sun Knight στο περιοδικό Heavy Metal &Metal Hammer κατά την δεκαετία του ’90. Επέλεξα να αναδημοσιευθούν στο νέο τεύχος της «Φανταστικής Λογοτεχνίας», όχι μόνο λόγω της θεματικής συνάφειας του περιεχομένου τους με την ύλη του περιοδικού μας αλλά και γιατί αποδεικνύουν για πολλοστή φορά την αρθρογραφική αξία της πένας του Sun Knight. Κείμενα που γράφτηκαν κοντά τριάντα χρόνια πριν, εξακολουθούν να είναι επίκαιρα και να διατηρούν την λάμψη της φρεσκάδας τους απαστράπτουσα.


Απαγορευμένες Ιστορίες από τον Άλεξ Μινώλυκο

«Απαγορευμένες Ιστορίες»… Έτσι ακριβώς! Εδώ, θα πιάσεις τον εαυτό σου να ακροβατεί στην λεπτή, διαχωριστική γραμμή… Την γραμμή που χωρίζει το μυαλό από την ψυχή, την αλήθεια από την λήθη… Θρύλοι, μυστήρια, υποθέσεις άλυτες θα ξετυλιχτούν μπρος στα μάτια σου. Με το πρωτόγονο ένστικτο ως διαβατήριο, σε καλωσορίζω στην πρώτη ιστορία μας… Ιστορία πρώτη:

Είχε βγάλει το Γυμνάσιο ο Πετρής και του άρεσε το διάβασμα πολύ. Γιομάτο ήτανε το σπιτικό του από βιβλία• κάθε που ο πατέρας του τον ρωτούσε «τι θέλεις, αντράκι μου, να σου φέρω σαν γυρίσω;», ο Πετρής απαντούσε «βιβλία, πατέρα»! Βιβλίο νά ’τανε κι ό,τι νά ’τανε, στην αρχή, μα αργότερα, στην εφηβεία, ο Πετρής ανέπτυξε προτίμηση προς τους μύθους, κυρίως της Κρήτης και της Ελλάδας, αλλά και σε άλλους μύθους. Γιόμιζαν το μέσα του οι θεοί, οι νεράιδες, τα περίεργα πλάσματα, οι μυστήριες κι αινιγματικές αφηγήσεις. Γι’ αυτό κι από μικρός ένιωθε να βαδίζει στο λιμάνι και τα σοκάκια της πόλης. Σα να ’κανε παρέα με όλ’ αυτά που διάβαζε• η σκέψη του, όταν έκανε τον καθημερινό του περίπατο, έπαιρνε τα μονοπάτια των παράξενων ιστοριών… Έχετε ακούσει πως ό,τι λαχταράμε παρουσιάζεται εμπρός μας; Φαίνεται ότι κι ο Πετρής λαχταρούσε να γίνει, ας το πούμε ένας πρωταγωνιστής των ιστοριών που διάβαζε. Ένα σούρουπο, το λοιπόν, που στην αρχή του ήταν σαν όλα τ’ άλλα, την ώρα που το λυκόφως έσμιγε τους κόσμους της πραγματικότητας και της φαντασίας, ακριβώς εκείνη την ώρα, ο Πετρής ένιωσε παράξενα• σαν φωνές ν’ άκουγε, φωνές που πλησίαζαν… Από που, όμως; Αφουγκράστηκε, μήπως και κατάφερνε να εντοπίσει την πηγή του ήχου… Τίποτα! Κοίταξε γύρω του… «Θεέ μου, τι συμβαίνει;», ρωτήθηκε μεγαλόφωνα! Τα σύννεφα στον ουρανό έτρεχαν γρήγορα, πολύ γρήγορα! Πως βλέπουμε στις κινηματογραφικές ταινίες σήμερα, σε κάποια σκηνή που ο σκηνοθέτης θέλει να μας δείξει ότι η ώρα προχωρά και νυχτώνει; Έτσι ακριβώς! Ο Πετρής έβλεπε τον ουρανό να σκοτεινιάζει αστραπιαία, το φεγγάρι ν’ ανατέλλει και ξάφνου… τίποτα! Πηχτό σκοτάδι, αχνοφωτιζόταν από τις αδύναμες ακτίνες του μισοφέγγαρου, που προσπαθούσαν να τρυπήσουν το πέπλο της νύχτας. Ολόγυρά του, κανείς! Μαγαζιά κλειστά ξαφνικά, ψυχή ζώσα ούτε για δείγμα στο λιμάνι! Ο Πετρής πήρε μια βαθιάν ανάσα, σφαλίζοντας τα μάτια του. «Όταν ανοίξω τα μάτια μου, όλα θα είναι φυσιολογικά», συλλογίστηκε. Τ’ άνοιξε μετά από λίγες στιγμές… Όλα τα ίδια! Πολεμούσε να κρατήσει

Οι Μαυρονεράιδες και η Κραυγή Του Πατέρα Τούτος είναι ένας θρύλος όχι πολύ γνωστός. Ίσως γιατί λίγοι άνθρωποι τον πιστέψανε, μα αυτοί που το έκαναν, τον πίστεψαν με πάθος τόσο, ώστε δεν τους βγάζεις από το μυαλό ότι μπορεί και να μην είναι αλήθεια. Πολλοί έχουν ισχυριστεί ότι έχουν βιώσει κάποια από τα παράξενα γεγονότα που αφηγείται ο θρύλος. Το σίγουρο είναι ότι κάτι έγινε. Τώρα, τί ακριβώς έγινε, πώς έγινε, αν μπορεί να ήταν πραγματικότητα, κατά πόσο η φαντασία αλλοίωσε την όποια αλήθεια των γεγονότων, αυτό είναι στη δική σου κρίση, αγαπητέ αναγνώστη. Ίσως και πίστη… Τόπος: Χανιά, Κρήτη Εποχή: 19ος αιώνας Στον Πετρή τον Λυκόγιαννο άρεσε να περπατεί στο λιμάνι των Χανιών. Από μικρό κοπέλι του άρεσε. Κι ούτε του ’χε φύγει η πεθυμιά τώρα, που ήταν τριάντα χρονώ. Κάθε που το σούρουπο άπλωνε το πέπλο του στην πόλη, ο Πετρής έπρεπε να κάμει τον περίπατό του στο λιμάνι. Έτσι το ’νιωθε. Γιος μιας Ναπολιτάνας κι ενός Χανιώτη καπετάνιου, που κι οι δυο βρήκαν στη θάλασσα τον χαμό τους, ο Πετρής ζούσε μονάχος από τα δέκα επτά του. Οι υπόλοιποι συγγενείς είχαν φύγει από την Κρήτη, να καζαντήσουν, λέει, στην Αμέρικα. Όσο για της μάνας του την οικογένεια, πράμα δεν εγνώριζε, αφού ποτέ του δεν είχε ιδεί κανέναν. Έτσι, λοιπόν, ο Πετρής γίνηκε καλός μάστορης στα καΐκια. Τ’ αγαπούσε από μικρός και λάτρευε ν’ ακούει τον πατέρα του να του ιστορεί περιπέτειες θαλασσινές. Σαν πέθαναν οι γονιοί του, τον επήρε στη δούλεψη του ο Γιώργης ο Μαυράκης, που ’φτιαχνε καΐκια. Ευτυχισμένος ζούσε ο Πετρής στο πατρογονικό του στην οδό Θεοτοκοπούλου• λίγο μεγάλο ήτονε για έναν άνδρα μονάχο, μα ερχόταν και η γριά Φαίδρα, η γειτόνισσα, και του κρατούσε συντροφιά, του μαγείρευε και του καθάριζε. Τον είχε πονέσει από τότε που ’χασε τους γονιούς του, από μωρό τον εγνώριζε. 6


πεθαμένος;» – «Είναι», απάντησε η γυναίκα, «όπως είναι κι εκείνος που έτρεξε να τον βοηθήσει και του καρφώθηκε στο πίσω μέρος της κεφαλής ένα κουπί, που το ’χε πάρει ο δυνατός αγέρας. Μα κατάφερε του Χάρου να ξεφύγει και να τριγυρνά η ψυχή του ανάμεσα στους ζωντανούς. Δε συνειδητοποίησε πως είχε πεθάνει και από το μυαλό του οι θύμησες της ζωής δε σβήσανε. Τον άφησε ο Χάρος να βολοδέρνει, το λοιπόν. Αυτό είναι σάλεμα της Τάξης και πάντα κάποιοι το διορθώνουν. Συμφωνείς, Πετρή Λυκόγιαννε;» Στ’ αριστερά του Πετρή, εκεί που είναι η πλατεία του λιμανιού, στην αντίθετη από τον Φάρο μεριά, άρχισε φως να λάμπει. Σ’ εκείνη τη μεριά, η νύχτα ζωντάνεψε. Άνθρωποι, φωνές, μαγαζιά ανοιχτά… Και μια φιγούρα, μια γνώριμη στον Πετρή φιγούρα, άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του Σκοταδιού. Βάδιζε, ώσπου στάθηκε στη γραμμή που χώριζε το Φως από το Σκότος. Ξάφνου, με μία κίνηση του χεριού της, η γυναίκα έβαλε φωτιά σ’ αυτήν τη γραμμή. Η φιγούρα που είχε σταματήσει εκεί, κοντοστάθηκε. Ξάνοιγε να δει τί γινόταν στο σκοτάδι. Ήταν αντρική αυτή η φιγούρα, ήταν ο καπετάν – Γιώργης, ο πατέρας του Πετρή! Ο Πετρής άρχισε να νιώθει κάτι υγρό να κυλά στο σβέρκο του. Κάνει να πιάσει, τί να ιδεί! Αίμα! Κι ένα κομμάτι ξύλο ματωμένο έβγαλε από το κεφάλι του! Θυμήθηκε! Θυμήθηκε την αγωνία όταν είδε τον μαστρο – Γιώργη να πέφτει από το καΐκι! Θυμήθηκε να τρέχει να τον σώσει. Και μετά, σκοτάδι. Η μνήμη του ξύπνησε μόνο σαν άρχισε η σημερινή βόλτα! Με φτερά στα πόδια, έτρεξε στο σπίτι του• δεν ήταν μακριά. Μπήκε μέσα, και είδε τη γριά Φαίδρα να κλαίει πάνω από ένα φέρετρο. Το δικό του φέρετρο! Βγήκε αλαφιασμένος από το σπίτι κι έτρεξε πίσω στο λιμάνι. Η γυναίκα ήταν στο ίδιο σημείο. Γύρισε προς τον πατέρα του. Μετά προς τη γυναίκα. «Είναι ζωντανός, Πετρή Λυκόγιαννε», είπε εκείνη. «Μόνο η άμοιρη μάνα σου χάθηκε σ’ εκείνο το ναυάγιο. Εκείνος σώθηκε, μα είχε χάσει το λογικό του και περιφερόταν κουρελής και ζητιάνος σε μέρη πολλά. Πριν λίγο καιρό το ξαναβρήκε, θυμήθηκε τον γιο του κι έτρεξε στην Κρήτη. Μόλις έφτασε. Σε λίγο θα μπορέσει και να σε ιδεί. Τον βλέπεις; Νιώθει τί γίνεται. Μόνον αυτός απ’ όλους. Πράγματι, ο γεροκαπετάνιος τα κατάλαβε όλα. Κατάλαβε ότι αυτές οι μορφές είχαν έρθει να πάρουν το παιδί του στον άλλο κόσμο. Και τότε έσυρε φωνή τρανή: «Πάρ’τε εμένα! Πάρ’τε εμένα!» Μα δε γίνηκε έτσι. Ο Πετρής ακολούθησε τις μορφές που διορθώνουν την Τάξη, τις «μαυρονεράιδες» όπως τις λεν, αυτές που βάζουν τη γνώση του Θανάτου στις ψυχές… Κι από τότε, ο θρύλος το ’χει ότι, σαν κάποιο παιδί πεθαίνει πριν απ’ τους γονιούς, αν περπατήσεις στο λιμάνι την κατάλληλη ώρα, θ’ ακούσεις τον χαροκαμμένο πατέρα, ηχώ στον Χρόνο, να φωνάζει «πάρ’τε εμένα, πάρ’τε εμένα!» Μόνο που κανείς δεν ξέρει ποια είναι η κατάλληλη ώρα και τον θρύλο αυτόν τον γνωρίζουν λίγοι… Πολύ λίγοι…

την ψυχραιμία του, να υποχρεώσει το λογικό του να του δώσει μιαν εξήγηση. Του κάκου, όμως. Κατάλαβε ο Πετρής πως τούτη η βόλτα στο λιμάνι δεν θα ήταν σαν τις άλλες. Είχε παγώσει ολόκληρος! Επιστρατεύοντας όλη του τη δύναμη, σαν από ένστικτο έστρεψε την κεφαλή του προς τον Φάρο. Η κορφή του είχε χαθεί μέσα στα σύννεφα που στροβιλίζονταν. Μα, για στάσου! Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να παίρνουν μορφές! Ξαφνιάστηκε ο Πετρής σαν έπιασε τον εαυτό του να έχει γίνει ένα με το περίεργο που διαδραματιζόταν ολόγυρά του. Όχι ότι δε φοβόταν• μα να, η περιέργεια μαζί με τη γοητεία που είχε αρχίσει να τον συνεπαίρνει, κέρδιζαν τον φόβο σταλιά – σταλιά. Κάρφωσε το βλέμμα στον Φάρο. Έβλεπε τις μορφές να παίρνουν σάρκα και οστά… όχι! Όχι σάρκα και οστά, σα διάφανες ήταν, αφού μπορούσες να δεις από μέσα τους το πέπλο της νύχτας. Κατέβαιναν, κατέβαιναν… Ώσπου έφτασαν, άλλες στη χαμηλή αυλή του Φάρου και άλλες κατέβηκαν τα σκαλιά κι έφτασαν στο μέρος του λιμανιού γύρω από τον Φάρο. Ο Πετρής ήταν στην απέναντι πλευρά, εκεί που τώρα είναι το Ναυτικό Μουσείο. Ήταν τόσο κοντά τους, μόλις λίγα μέτρα θαλάσσης τούς χώριζαν. Μα, με τα πόδια, έπρεπε να κάμει έναν τεράστιο κύκλο για να συναντήσει τις μορφές. Να τις συναντήσει; Τι τον έπιασε να θέλει κάτι τέτοιο; Κανονικά θα έπρεπε να το βάλει στα πόδια! Ξάφνου, μία από τις μορφές γύρισε προς το μέρος του. Τον έδειξε στις άλλες. Ολωνών τα μάτια λάμψανε• μία μαύρη, περίεργη λάμψη. Κάποια μορφή άρχισε σιγά – σιγά να ξεμακραίνει από τις άλλες και να έρχεται – περπατοπετώντας στη θάλασσα – προς τον Πετρή. «Θα μείνω εδώ», σκέφτηκε εκείνος και περίμενε. Δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Η μορφή τον ζύγωσε σε απόσταση αναπνοής. Τον περιεργάστηκε ώρα πολλή με τα λαμπερά, μαύρα της μάτια. Ο Πετρής, ακίνητος, την περιεργαζόταν κι αυτός. Ήταν μιας γυναίκας η μορφή, μιας γυναίκας που φορούσε στο σώμα και στο κεφάλι γκρίζα πέπλα. Μέσα από τα πέπλα μπορούσες να ιδείς το γυμνό της σώμα, που ήταν σαν καμωμένο από γυαλί. Όχι όμως το κεφάλι. Δε μπορούσες να ιδείς το κεφάλι. Μόνον τα μάτια. Και τότε, η γυναίκα μίλησε στον Πετρή. Η φωνή της ήχησε σα να ’ταν αιώνες από την τελευταία φορά που μίλησε. Ως την άκουσε ο Πετρής, ανατρίχιασε• κάγκελο σηκώθηκαν όλες οι τρίχες του κορμιού του. «Πρέπει να σου πω μια ιστορία», είπε εκείνη. – «Γιατί σ’ εμέν…», έκανε να πει ο Πετρής, μα η γυναίκα τον σταμάτησε με μια κίνηση του χεριού. «Άκουσέ με, χωρίς να μιλείς. Θα καταλάβεις πότε πρέπει να ρωτήσεις», του είπε. Κι άρχισε την ιστορία της: «Πετρή Λυκόγιαννε, γυιε του καπετάν – Γιάννη, πριν λίγο καιρό, μια μέρα με αγέρα μανιασμένο, ένα τραγικό δυστύχημα έγινε σε τούτο το λιμάνι. Ένας από τους μαστόρους των καϊκιών έπεσε από τη σκάλα, καθώς έβαφε το πλαϊνό ενός καινούργιου σκαριού. Δεν ήταν πολύ νέος. Έπεσε με την πλάτη καταγής και σακατεύτηκαν τα μέσα του. Ένα νέο παλληκάρι έτρεξε σε βοήθεια…» Σταμάτησε απότομα. Ο Πετρής ένιωσε πως έπρεπε κάτι να πει. Ποιος να ’ταν ο μάστορης; Να τα κατάφερε να ζήσει; Δύσκολο… Αυτά γύριζε με τον νου του, όταν κατάφερε να ψελλίσει: «Ο… μάστορης είναι

Keywords: Κρήτη, Χανιά, καπετάνιος, νεράιδες Tags: Κρήτη, Χανιά, καπετάνιος, νεράιδες, θρύλοι, φόβος, τρόμος, λιμάνι, φάρος, απαγορευμένο

7


Η συγγραφέας Δέσποινα Μάντζαρη παραχωρεί συνέντευξη στον Σταμάτη Μαμούτο

Μπορείς να μας περιγράψεις συνοπτικά την μέχρι τώρα παρουσία σου στην ελληνική βιβλιογραφία; Η παρουσία είναι μόλις 2 χρόνων, αλλά όλα έγιναν πολύ γρήγορα κι έτσι υπάρχουν ήδη τέσσερα βιβλία. Πολύ συνοπτικά: • «Μία, το αόρατο κορίτσι», 2016 (βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας) • «Ένα ζήτημα ζωής και θανάτου», πρώτο βιβλίο της σειράς: «Τα χρονικά του Μπίλι βαν ντερ Μπιχλ», 2016 • «Η Μι, ο Μο και το ούφο», 2017 • «Το μαύρο μπαούλο», δεύτερο βιβλίο της σειράς: «Τα χρονικά του Μπίλι βαν ντερ Μπιχλ», 2017 Όλα από τις Εκδόσεις Κέδρος.

Π

ρόκειται για μια από τις νέες μυθιστοριογράφους που τα τελευταία χρόνια δίνει συνεχώς το εκδοτικό παρόν στα δρώμενα της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου, αδράξαμε την ευκαιρία και ζητήσαμε από την Δέσποινα Μάντζαρη να μας παραχωρήσει μια συνέντευξη.

Πολλοί πιστεύουν πως ένα από τα διαχρονικά γνωρίσματα της ελληνικής σκηνής του φανταστικού είναι η δυσκολία των νέων Ελλήνων λογοτεχνών να βρουν κάποιον εκδοτικό οίκο προκειμένου να συνεργαστούν και να τους κυκλοφορήσει τα βιβλία τους (πέραν τούτου, όταν βρίσκουν, είναι σύνηθες το φαινόμενο οι συνεργασίες να γίνονται, πολλές φορές, προβληματικές –αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Αν ανατρέξει κανείς στο βιβλιογραφικό σου βιογραφικό, διαπιστώνει ότι εσύ μάλλον δεν αντιμετώπισες τέτοιο πρόβλημα, καθώς από την πρωτόλεια κυκλοφορία σου είχες καλές συνεργασίες. Είναι όντως, έτσι; Και αν ναι, τί πιστεύεις πάνω σε αυτό το θέμα; Ναι, όντως, έτσι είναι. Αισθάνομαι πολύ τυχερή που έχω τόσο καλή συνεργασία. Την όποια δυσκολία στην αποδοχή του είδους την κατανοώ, γιατί ως χώρα δεν έχουμε παράδοση στο φανταστικό. Στην λαϊκή μας παράδοση (και τη μυθολογία μας) υπάρχουν νύμφες, μούσες, γοργόνες και θεοί, αλλά δεν έχουμε ξωτικά, νάνους, τρολς και μάγους. Σκέψου ότι ενώ πάντοτε μιλάμε με περηφάνια για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, για την λέξη μάγος υπάρχει μόνον ο μάγος -άντε και ο μάγιστρος-, ενώ στα αγγλικά έχουμε: wizard, sorcerer, warlock, male witch, magus, enchanter, spellbinder, mage. Πιθανότατα κι άλλες. Για pixies, leprechauns, trolls και άλλες φυλές δεν υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές λέξεις και συνήθως μεταφράζονται ως νεράιδες, ξωτικά και τελώνια -που δεν το λες και σωστό. Αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει στην Ελλάδα, όπως παντού. Την εκδοτική πραγματικότητα για την λογοτεχνία του φανταστικού βοήθησε πολύ να εξελιχθεί σε παγκόσμιο επίπεδο η τεχνολογία των οπτικών εφέ που επιτρέπει πλέον να μεταφερθούν στην μεγάλη -και τη μικρή- οθόνη αγαπημένα κλασικά και μοντέρνα έργα. Το 2001 με την «Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» (αλλά και την πρώτη ταινία του Χάρι Πότερ) έγινε η αρχή για μια τεράστια στροφή προς τον χώρο του φανταστικού, εντάσσοντάς τον σε mainstream επίπεδα. Ταινίες και σειρές που ακολούθησαν, και είχαν μεγάλη απήχηση, βοήθησαν το είδος να εδραιωθεί. Εδώ αξίζει να ειπωθεί πως οι περισσότεροι πρώτα είδαν τις ταινίες και μετά διάβασαν τα βιβλία. Είναι σημαντικός παράγοντας. Επίσης είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς πως σε ταινίες και σειρές υπάρχει μία ροπή προς τους παιδικούς χαρακτήρες ως πρωταγωνιστές. Αυτό σημαίνει ότι οι νέες γενιές μεγαλώνουν με το φανταστικό να βρίσκεται στην ζωή τους από πολύ μικρή ηλικία. Όπως σε όλο τον κόσμο, λοιπόν, έτσι και στην Ελλάδα, το fantasy ανθίζει. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Οι Έλληνες συγγραφείς φανταστικού βάζουν τα δυνατά τους και οι εκδότες είναι πλέον πολύ θετικά προσκείμενοι απέναντι στα βιβλία του είδους. Έχουμε μέλλον μπροστά μας και ο δρόμος είναι ανοιχτός. Αισιοδοξώ για υπέροχα πράγματα.

Ποια ήταν τα πρώτα σου αναγνώσματα που είχαν να κάνουν με την λογοτεχνία του φανταστικού; Ποιοι θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν οι συγγραφείς που σε έκαναν να εστιάσεις την προσοχή σου στο πεδίο της φανταστικής λογοτεχνίας; Ως παιδί πίστευα ότι όλα τα αναγνώσματα είναι φαντασίας. Ξεκίνησα, όπως οι περισσότεροι, με τα κλασικά παραμύθια. Από τους αδερφούς Grimm έχουμε τα πολύ αγαπημένα τσεκουριάσματα στην «Κοκιννοσκουφίτσα», ναρκισίστριες μάγισσες δολοφόνους στην «Χιονάτη», μάγισσες κανίβαλους στους «Χάνσελ και Γκρέτελ», μέγαιρες μητριές και έναν χαζό πρίγκιπα (που για να αναγνωρίσει την αγαπημένη του έπρεπε να της μπαίνει το γοβάκι) στην «Σταχτοπούτα». Και παραμύθια του Hans Christian Andersen που μας έχει συνηθίσει στον αγωνιώδη θάνατο των πρωταγωνιστών του, όπως στο «Κοριτσάκι με τα σπίρτα», στη «Μικρή γοργόνα», στο «Μολυβένιο στρατιωτάκι» και άλλα. Μεγαλώνοντας μυήθηκα στην λογοτεχνία του φανταστικού από διάφορα έργα, αλλά οι συγγραφείς που ξεχώρισαν για μένα ήταν η Ursula Le Guin με το «Έπος της Γαιοθάλασσας», και ο J. R. R. Tolkien με το «Σιλμαρίλιον». Ακολούθησε ο Terry Pratchett με τον «Δισκόκοσμο» και όλα έγιναν μπάχαλο. Σήμερα, ποιους λογοτέχνες;

θεωρείς

ως

αγαπημένους

σου

Αγαπημένοι είναι πολλοί, αλλά θα περιορίσω όσο μπορώ τη λίστα. Τελευταία διαβάζω περισσότερο συγγραφείς φανταστικού και επιστημονικής φαντασίας -αυτούς δηλαδή που θέλω να κλέψω. Terry Pratchett, Douglas Adams, J. R. R. Tolkien, Ursula Le Guin, Michael Moorcock, Isaac Asimov, George Martin, Frank Herbert, Philip Dick. Και άλλους. 8


Πέρα από το λογοτεχνικό πεδίο, ποια είναι η σημασία της φαντασίας, ως ανθρώπινης πνευματικής δύναμης, ευρύτερα στη ζωή σου;

σκέψη και όχι σε πλατύτερες –αλλά χωρίς αδρά όρια– πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου, όπως είναι η φαντασία (αν και οι φίλοι μου μαθηματικοί προσπαθούν να με πείσουν περί του αντιθέτου!). Πως συγκεράζονται αυτοί οι δυο πόλοι στην δική σου περίπτωση;

Η φαντασία πιστεύω πως είναι το παν. Χωρίς φαντασία, μάλλον θα ζούσαμε ακόμα σε σπηλιές. Αν δεν μπορείς να οραματιστείς κάτι που δεν υπάρχει, τότε δεν μπορείς να πας μπροστά. Σε κανέναν τομέα. Το έχει πει κι ο Einstein: «Η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση». Έτσι απλά. Σε έμπρακτο επίπεδο έχω παραιτηθεί από την πιο προσοδοφόρα δουλειά που είχα όταν ένα πρωινό, που ήμουν σαν σαρδέλα μέσα στο μετρό, σκέφτηκα πως αν με έβλεπαν έτσι ο Πίπιν και ο Μέρι θα γελούσαν. Τώρα δεν είμαι άνετη οικονομικά, αλλά κάνω αυτό που μου αρέσει. Και ειλικρινά αξίζει.

Οι φίλοι σου οι μαθηματικοί έχουν δίκιο, αλλά αφού δεν σε έπεισαν εκείνοι δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω εγώ. Πρέπει να αποδεχτείς από την αρχή, όμως, ότι τα πραγματικά μαθηματικά ξεκινάνε μετά το σχολείο. Στο σχολείο φτάνουμε μέχρι τους δύο άξονες, μένουμε στο επίπεδο, όλα είναι «φλατ». Περνώντας στα ανώτερα μαθηματικά βλέπουμε τους τρεις άξονες, τον χώρο δηλαδή, όπου όλα αποκτούν υπόσταση και νόημα. Αργότερα προχωράμε στους τέσσερις, στους πέντε, στους άπειρους άξονες, όπου το νόημα ξαναχάνεται. Εντελώς. Πώς μοιάζει μια σφαίρα στις πέντε διαστάσεις; Χρειάζεται αρκετή φαντασία για να το δει κανείς αυτό, και τα μαθηματικά είναι αυτά που σου μαθαίνουν να σκέφτεσαι ακριβώς έτσι. Να σπας, δηλαδή, τα φράγματα της τετριμμένης λογικής και της περιορισμένης πραγματικότητας, ώστε να ανακαλύψεις νέους κόσμους. Αυτό δεν κάνει και το βιβλίο;

Κάποιοι «συστημικοί» παράγοντες του λογοτεχνικού στερεώματος χαρακτηρίζουν την λογοτεχνία του φανταστικού ως «παραλογοτεχνία» ή στην καλύτερη περίπτωση ως παιδικό ανάγνωσμα. Ποια η γνώμη σου επ’ αυτού; Όσοι θεωρούν τη λογοτεχνία φανταστικού παιδιάστικη, μάλλον δεν έχουν διαβάσει ή δεν έχουν κάνει το συσχετισμό τουλάχιστον για κλασικά έργα όπως το «1984» του George Orwell, «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Oscar Wilde ή τον «Άμλετ» του William Shakespeare. Φαντάζομαι πως δεν χρειάζεται να αναφέρω αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, όπου ξεπηδάνε θεοί και τέρατα από παντού. Οι κριτικές που αντιμετωπίζουν την ενηλικίωση ως όρο αποδοχής αντί ως όρο περιγραφής δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ενήλικες και ώριμες οι ίδιες. Η λογοτεχνία του φανταστικού δεν έχει να κάνει μόνο με επικές μάχες, δράκους και φαντάσματα. Μιλάει τη γλώσσα της αλληγορίας και απλώνει τις ρίζες της πολύ βαθιά μέσα στον χρόνο. Οι ιστορίες φαντασίας είναι γεμάτες συμβολισμούς που είναι κατανοητοί και προσιτοί σε όλους τους λαούς και είναι οι ίδιοι μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Το βλέπουμε από το «Έπος του Γκιλγκαμές», που είναι το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο, μέχρι και τα πιο σύγχρονα αναγνώσματα. Μπαίνοντας σε έναν φανταστικό κόσμο, βλέπουμε τον δικό μας μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Μας προκαλεί να αμφισβητήσουμε όσα ξέρουμε -κατ’ επέκταση και τον εαυτό μας. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της δικής μας κοινωνίας που μας κάνουν αυτούς που είμαστε; Κατά πόσο μας επηρεάζουν, μας αλλάζουν, μας εκφυλίζουν -ίσως;-, αλλά και μας καθορίζουν ως μονάδες; Καθολική αποδοχή αυτής της άποψης ίσως δεν θα υπάρξει, γιατί όπως έχει πει ο Terry Prachett: «Μπορεί να μιλάς για τα πιο σημαντικά θέματα που έχουν απασχολήσει την ανθρωπότητα, αλλά αν πετάξεις στην ιστορία έναν αναθεματισμένο δράκο τότε το βιβλίο σου χαρακτηρίζεται παιδικό». Αυτό μάλλον δεν πειράζει, γιατί (όπως πολύ ωραία έχει θέσει η Ursula Le Guin): «Οι άνθρωποι που αρνούνται την ύπαρξη των δράκων, συχνά τρώγονται από δράκους. Από μέσα προς τα έξω».

Ποια τα σχέδιά σου για το μέλλον; Υπάρχει περίπτωση να κάνεις κάποιες παρουσιάσεις των βιβλίων σου; Πότε να περιμένουμε κάτι καινούργιο; Τα σχέδια είναι πολλά και ελπίζω να αξίζουν τον κόπο ώστε να υλοποιηθούν. Τις παρουσιάσεις τις αποφεύγω, γιατί ντρέπομαι. Υποθέτω πως αν μπορούσα να μιλάω σε κοινό, δεν θα έγραφα. Ιδανική παρουσίαση θα ήταν με πέντε άτομα το πολύ, πίνοντας καφέ στο ίδιο τραπέζι. Προς το παρόν έχουν γίνει μόνο δύο. Όχι σε καφέ. Στην πρώτη μάλλον έγινα ρεζίλι. Η δεύτερη έγινε στο χωριό μου και ήταν πολύ συγκινητική, γιατί την έκαναν οι δάσκαλοι που είχα στο δημοτικό. Κάτι που απολαμβάνω είναι οι συναντήσεις με μαθητές σε σχολεία και βιβλιοθήκες. Οι συζητήσεις με τα πιτσιρίκια είναι σε άλλο επίπεδο και πάντοτε to the point. Και έχουν πλάκα πάνω απ’ όλα. Καινούριο βιβλίο έχουμε αυτό τον μήνα. «Το μαύρο μπαούλο», που είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς: «Τα χρονικά του Μπίλι βαν ντερ Μπιχλ» και περιλαμβάνει πιο επικές καταστάσεις από το πρώτο. Ξεκινάει με ένα πάρτι μασκέ, στο οποίο ο Μπίλι είναι ντυμένος Έλρικ (ο γνωστός, του Moorcock), και συνεχίζει με παράλληλα σύμπαντα όπου (spoiler) ο Μπίλι συναντάει κάμποσους εαυτούς του και θα κληθεί να αντιμετωπίσει τον μάγο Ζάθορ Ντ’ Όρξο και τον Κλέφτη των Ψυχών. Με ποιον τρόπο μπορεί να επικοινωνήσει μαζί σου κάποιους αναγνώστης σου, σε περίπτωση που το θελήσει; Οι λίγοι που έχουν επικοινωνήσει μέχρι στιγμής, το έκαναν μέσω Messenger και Goodreads. Ευχαριστούμε θερμά για την συνέντευξη. Τα τελευταία λόγια δικά σου.

Αν θυμάμαι καλά σε κάποια παλαιότερη συνέντευξή σου είχα διαβάσει ότι είσαι μαθηματικός. H γενικότερη εντύπωση που υπάρχει για τους μαθηματικούς είναι ότι συνήθως δίνουν προτεραιότητα στην πραγματιστική

Ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία. Τελευταία λόγια, ε; Ξέρω ‘γω; Να δείτε το «Farscape», αν δεν το έχετε δει. It’s frelling good! 9


Το λογοτεχνικό κίνημα των Southern Agrarians του Αριστείδη Χριστοφοράκη Αγροτισμός Με τον όρο αγροτισμός εννοούμε την κοινωνική και πολιτική θεωρία που στηρίζεται στην αρχή ότι οι αγρότες αποτελούν την βασική κοινωνική τάξη, θεωρεί τον αυτόνομο αγρότη ανώτερο του μισθωτού εργάτη και τονίζει την υπεροχή μιας απλής αγροτικής ζωής σε αντίθεση με τη πολυπλοκότητα της αστικής καθημερινότητας. Βασικές παραδοχές του αγροτισμού είναι η ιδέα ότι η γεωργία αποτελεί τη μόνη εργασία η οποία προσφέρει ολική ελευθερία, ανεξαρτησία και αυτάρκεια, καθώς επίσης και ότι η αγροτική κοινωνία με την αλληλεγγύη της, τη συνεργασία και την αδελφότητά της είναι η ιδανική μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Στην αντίληψη των αγροτιστών ο αγρότης έχει στέρεη και δυναμική θέση στην παγκόσμια τάξη, καθώς διαθέτει την αίσθηση της ταυτότητας, της ιστορίας και της θρησκευτικής παράδοσης. Διαθέτει, δηλαδή, την αίσθηση του ανήκειν σε μία συμπαγή οικογένεια, τόπο και περιοχή. Σύμφωνα με τους αγροτιστές η καλλιέργειατουεδάφουςέχειμέσατης ένα θετικό πνευματικό αγαθό, μέσο

του οποίου, ο αγρότης μαθαίνει τις αρετές της τιμής, της ανδροπρέπειας, της αυτοδυναμίας, του κουράγιου, της ηθικής ακεραιότητας και της φιλοξενίας. Όλα αυτά πηγάζουν από μια άμεση σχέση του ανθρώπου με την φύση, μέσω της οποίας προκύπτει και στενότερη σχέση με τον Θεό. Με απαρχή τον αγροτικό τρόπο ζωής, ο άνθρωπος εισέρχεται σε μια καθημερινότητα η οποία έχει ως υπόδειγμα την δημιουργία τάξης από το χάος. Οι ρίζες της θεωρίας του αγροτισμού ανέρχονται τόσο σε αρχαίους Ασιάτες αλλά και Ευρωπαίους φιλοσόφους. Στις κοινότητες όπου επηρεάστηκαν από τον κομφουκιανισμό ο αγρότης θεωρούνταν αξιότιμο και βασικό μέλος της κοινωνίας σε αντίθεση με τους εμπόρους που χλευάζονταν. Ο αγροτισμός αντλεί ασφαλώς επιρροές κι από ευρωπαϊκές σχολές σκέψης του 18ου αιώνα αλλά και από την ρομαντική παραδοσιοκρατική τάση του 19ου αιώνα. Μάλιστα, ήδη στο δεύτερο μισό του 19ου και στο πρώτο του 20ου αιώνα καταγράφηκε η δημιουργία πολιτικών κινημάτων που διαλέγονταν με τις αρχές του αγροτισμού.

N C Wyeth, Nightfall 1945

10

Οι Αγράριοι Η φιλοσοφία του αγροτισμού επηρέασε, μεταξύ των άλλων και ένα αμερικανικό λογοτεχνικό κίνημα. Επρόκειτο για τους «Αγράριους του αμερικανικού νότου». Οι Αγράριοι ήταν μια ομάδα δώδεκα Αμερικανών ποιητών, δοκιμιογράφων και μυθιστοριογράφων, που επηρεασμένοι από τις ιδέες του αμερικανικού αγροτισμού, συνέγραψαν ένα ιδεολογικό και φιλοσοφικό μανιφέστο το 1930. Ο τίτλος του ήταν I’ll take my stand: the South and the Agrarian Tradition. Οι Αγράριοι επηρέασαν σημαντικά την αναγέννηση της λογοτεχνίας του αμερικανικού νότου. Σε γενικές γραμμές οι θέσεις τους ήταν οι εξής. Εναντίωση στο νεωτερικό μοντερνισμό και την βιομηχανική κουλτούρα που δυνάμωνε μέρα με τη μέρα στις Η.ΠΑ. Πρόκριση μιας ρομαντικής ερμηνείας της παλιάς κουλτούρας των νοτίων ενάντια στην φιλελεύθερη «πρόοδο» του αστικού βορρά. Κοινοτισμός έναντι της αστικοποίησης. Θρησκευτικότητα και πνευματική καλλιέργεια ενάντια στον στυγνό υλισμό και την κενή ζωή των βόρειων που είχαν αλωθεί από τον σύγχρονο κόσμο και τις ευκολίες του. Συμπέρασμα των αγράριων ήταν ότι η αστική ζωή, ο καπιταλισμός και η τεχνολογία καταστρέφουν την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια και ενθαρρύνουν την αδυναμία. Κάποια από τα σημαντικά έργα Αγράριων λογοτεχνών ήταν The Winter Sea και οι υπόλοιπες ποιητικές συλλογές του Allen Tate (ο εν λόγω συγγραφέας έγραψε και σημαντικά πεζά, όπως τα Robert E. Lee, The Fathers, The Forlorn Demon και The Forlorn Demon), οι ποιητικές συλλογές Goblins and Pagodas, The Black Rock, South Star του John Gould Fletcher, τα πεζογραφήματα A Name for Evil, The Velvet Horn, At the Moon’s Inn, του Andrew Nelson Lytle, καθώς επίσης και τα All the King’s Men, The Circus in the Attic του Robert Penn Warren (ο οποίος έγραψε και επική ποίηση στο έργο Brother to Dragons: A Tale in Verse and Voices). Σημαντικοί αγράριοι λογοτέχνες ήταν και οι Donald Davidson, Merrill Moore και Laura Riding ενώ πολύ καλά θεατρικά έργα έγραψε ο Stark Young. Τα πλέον σημαντικά λογοτεχνικά δοκίμια των Αγράριων


γράφτηκαν από τον Cleanth Brooks ενώ κριτικά δοκίμια έγραψε ο John Crowe Ransom. Κείμενα με πολιτικού ενδιαφέροντος έγραψε ο Herman Clarence Nixon ενώ μελέτες οικονομικής ιστορίας έγραψε ο Frank Lawrence Owsley.

Οι Επικριτές Οι ιδέες του αγροτισμού κατάφεραν να συγκεντρώσουν αρκετούς υποστηρικτές αλλά και πολλούς επικριτές. Ανάμεσά τους και ο Henry Louis Mencken, Αμερικανός δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και λόγιος. Ο Mencken διαφώνησε ριζικά με τις ιδέες των Αγράριων και θεώρησε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του αμερικανικού νότου ήταν η οργανωμένη θρησκεία και η Ku Klux Klan, που δηλητηρίαζαν τα μυαλά των ανθρώπων του νότου. Ο Mencken κατηγόρησε τους Αγράριους ως μισαλλόδοξους και αντι-πνευματικούς και πίστευε ότι η κουλτούρα του «επαρχιωτισμό» των νοτίων με όλα τα συνακόλουθά της ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης μεγάλων πόλεων. Ο νότος ήταν γεμάτος από μικρά αγροτικά χωριά και σε κάθε ένα από αυτά υπήρχε κάποιος κληρικός που τρόμαζε τους χωρικούς, συνήθιζε να λέει ο εν λόγω δημοσιογράφος. Οι Αγράριοι, παρόλο που πριν την επίθεση του Mencken τον διάβαζαν είχαν εκπλαγεί και σαστίσει με αυτή του την συμπεριφορά. Συμφώνησαν ότι στο θέμα της οργανωμένης θρησκείας υπήρχαν θέματα προς συζήτηση αλλά από εκεί και πέρα υπερασπίστηκαν την αυθεντική εικόνα του νότου και συνέδεσαν τη ζωή και την καριέρα τους με την ιστορία και το μέλλον του τόπου. Έτσι, συσπειρώθηκαν ακόμα περισσότερο για να απαντήσουν στους επικριτές τους με σειρές από λογοτεχνικά διηγήματα και δοκίμια υπέρ του νότου, με κορυφαίο όλων το μανιφέστο I’ll Take My Stand του 1930. Με το μανιφέστο αυτό απάντησαν στον Mencken, τονίζοντας ότι ο αγροτικός και πνευματικός χαρακτήρας του νότου ήταν η βάση για έναν πολιτισμό που βασιζόταν στην άνεση και την απόλαυση της ζωής, στον κώδικα ηθικής, στη λαογραφία, τις τέχνες και τα γράμματα. Σύμφωνα με αυτούς, το πρόβλημα το είχε το βιομηχανικός και αστικός βοράς, με το μηχανοποιημένο και υλιστικό πνεύμα του, τον λαϊκισμό και τη μαζικοοποίηση και ήταν αυτός που άξιζε κριτική κι επίθεση και όχι ο πνευματικός και πολιτιστικός νότος.

Ο Mencken, όμως, δεν πτοήθηκε και συνέχισε την αντιπαράθεση. Ο Donald Davidson, ως μέλος των Αγράριων, πίστευε ότι μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο άρχισε να υπάρχει μία πάλη μεταξύ των μεγάλων πόλεων -και ιδικά της Νέας Υόρκης- με αυτές του νότου για την πνευματική κυριαρχία. Το αστικό πνεύμα φανερά επηρεασμένο από τον μαρξισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τον γαλλικό ντανταϊσμό και τον πρωταρχικό ερωτικό χαρακτήρα του D. H. Lawrence κατάφεραν να δημιουργήσουν την ψευδή εικόνα του νότιου αμερικανού ως οπισθοδρομικού και βάρβαρου. Ο Davidson θεωρούσε υπεύθυνο τον Mencken για όλη αυτή την γενική κατακραυγή του νότου. Ο Mencken από την άλλη είχε εξοργιστεί που ο Davidson τον έβαλε στην ίδια ομάδα με τους μαρξιστές τους οποίους απεχθάνονταν, καθώς ο ίδιος ήταν φυλετιστής, ελιτιστής, μιλιταριστής και αντιεβραίος. Οι σύγχρονοι αναλυτές πιστεύουν ότι η όλη διαμάχη μεταξύ Mencken και Αγράριων προέρχεται από την παρεξήγηση των ιδεών του ενός από τον άλλον. Οι δυο τους συμφωνούσαν σε πολλά περισσότερα από όσα διαφωνούσαν αλλά ποτέ τους δεν αρθογράφησαν από κοινού για αυτά. Βέβαια, όλη αυτή η διαμάχη βοήθησε στην ιστορική και πολιτιστική αναζήτηση για την φύση της νότιας διακριτικότητας και στην συνειδητοποίηση της ιδιαίτερης ταυτότητας του πολιτιστικού κινήματος των Αγράριων. Η Καπήλευση Μετά το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου ο ανεπίσημος αρχηγός των Αγράριων John Crowe Ransom, σε ένα δοκίμιο το 1945, δήλωσε ότι δεν πίστευε πια στη δυνατότητα της νότιας αναγέννησης και αποκατάστασης και χαρακτήρισε ως φαντασία κάθε είδους προσπάθεια. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα τόσο για τους Αγράριους όσο και για την πολιτισμική κληρονομιά του νότου. Επιπλέον ο Robert Penn Warren έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, αποκηρύσσοντας τις παλιές του ιδέες και υποστηρίζοντας τον φιλελευθερισμό και το κίνημα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Έκτοτε, ηγέτης του κινήματος των εναπομεινάντων Αγράριων θεωρήθηκε ο Donald Davidson. Τα χρόνια που πέρασαν η επιρροή των αγράριων μειώθηκε αλλά δεν έπαψε να είναι υπαρκτή. Κατά την δεκαετία του ’90 νέοι στοχαστές, όπως ο ακαδημαϊκός Allan C. Carlson και ο πρώην μαρξιστής και μετέπειτα παραδοσιοκράτης ιστορικός Eugene Genovese προσέγγισαν ξανά τις θεματικές των αγράριων του νότου. Το πλέγμα των στοχαστών που υιοθετούν σήμερα αυτό

11


το στυλ, πολλές φορές περιγράφεται ως εκείνο των «Παρτιζάνων του Νότου». Και τούτο, τόσο λόγω του ριζοσπαστικού συντηρητισμού του όσο και λόγω του ομώνυμου περιοδικού (Southern Partisan) που φιλοξενεί άρθρα με τέτοιο ιδεολογικό περιεχόμενο.

Ενδεχομένως, λοιπόν, η εποχή μα σαν προσφέρει μια καλή ευκαιρία στυους αμερικανούς που θέλουν να αντισταθούν στην παγκοσμιοποίηση, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την παλαιά παράδοση του αγροτισμού. Αλλά και για τους εμάς τους Έλληνες η γνώση αυτού του κινήματος

θυμηδία σε όποιον έχει την ελάχιστη έστω γνώση πολιτικής επιστήμης. Επειδή, όμως, τα παράδοξα θα συνεχίσουν να υπάρχουν στον ιστορικό βίο του έθνους μας αν δεν φροντίσουμε να τα καταπολεμήσουμε, καλό θα είναι κάποτε να ανοίξουμε τους πνευματικούς μας ορίζοντες και

θα μπορούσε να αποτελέσει την απαρχή γόνιμων θεωρητικών και πολιτικών αναζητήσεων. Η Ελλάδα είναι μια παραδοσιακά αγροτική χώρα στην οποία παρατηρείται το εξής παράξενο πολιτικό φαινόμενο. Ενώ σε ολόκληρο τον κόσμο τα αγροτικά στρώματα υποστηρίζουν παραδοσιοκρατικές και συντηρητικές πολιτικές και παρατάξεις, στην χώρα μας οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι διατηρούν μια μακρά και ιστορική σχέση με την αριστερά –και μάλιστα την κομμουνιστική. Πρόκειται για μια κατάσταση που αποκαλύπτει την ολική έλλειψη της στοιχειώδους πολιτικής κουλτούρας της χώρας μας και παράλληλα προκαλεί την

κυρίως τις βιβλιοθήκες. Μέσω της καλλιέργειας και μόνο μέσω αυτής μπορεί να αναπτυχθεί το μορφωτικό επίπεδο και μαζί του ένα ρεύμα ιδεών οι ιδέες του οποίου θα έρχονται σε άμεση ρήξη με το σύγχρονο αντιπνευματικό καπιταλισμό και την κενή υλιστική αστική ζωή. Κι εμείς στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ έχουμε χρέος, ως εκφραστές του πολιτικού Ρομαντισμού, με την σκέψη, την καρδία και την αισθητική μας, να προκρίνουμε τις εναλλακτικές πολιτιστικές επιλογές στις οποίες θα βασιστεί ένα υγιές κοινωνικό ρεύμα προκειμένου να αντιμετωπίσει τα ιδεολογικά τέκνα του Διαφωτισμού που δυστυχώς συνεχίζουν να κυριαρχούν στην μεταμοντέρνα εκδοχή τους.

Προσωπική Εκτίμηση Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η επικράτηση της ιδεολογικής μονοκρατορίας του φιλελευθερισμού στον δυτικό κόσμο –και ιδίως στις Η.Π.Απροκάλεσε ρυθμούς ζωής που απορρόφησαν τον μέσο Αμερικανό στην κουλτούρα του καπιταλιστικού ευδαιμονισμού. Κατά συνέπεια η κουλτούρα του αμερικανικού νότου άρχισε να βάλλεται και να υποχωρεί σταδιακά, μένοντας μόνο ως νοσταλγική ανάμνηση μέσα από κάποιες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες όταν αριστεροί και φιλελεύθεροι διανοητές ξεκίνησαν μια προσπάθεια μετατροπής της πάλαι ποτέ κραταιάς ιδεολογίας του ρομαντικού και παραδοσιοκρατικού αμερικανικού νότου σε μια εκδοχή πληβειακής και ενίοτε λούμπεν προλεταριοποίησης, σήμερα έχουμε φτάσει στο σημείο να βλέπουμε την νότια παράδοση να βάλλεται πανταχόθεν με σκοπό την αποσιώπηση και την εξάλειψή της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης αποτελούν τα πρόσφατα παραδείγματα της καταστροφής μνημείων του εμφυλίου πολέμου, νεκροταφείων νότιων στρατιωτών, αγαλμάτων στρατηγών, ηρώων και πνευματικών προσωπικοτήτων της εποχής. Και βέβαια να μην ξεχάσουμε την συστηματική προσπάθεια της σημερινής αμερικανικής ελίτ προκειμένου να υποσταλεί η ιστορική σημαία του αμερικανικού νότου από πλατείες, δημόσια κτήρια και σπίτια πολιτών.

12


Molfars &Caremaras Οι άγνωστοι μάγοι του Μεσαίωνα της Εύας Παναγιωτοπούλου

Molfars: Αυτοί που Ψιθυρίζουν «Για την Φύση τραγούδησες παιάνες, αγιότητα γεμάτους Και σε ξένους δίδαξες τις εμπνευσμένες μας doinas1, Όταν τους συναντούσες σε περιπάτους Κι όταν η σκέψη σου ταξίδευε κοντά μας Μα τους είπες πως άλλους σαν τους στίχους τους Δεν θα ξαναβρούν σε μέρη μακρινά μας;» George Costuc, «Oι Προάγγελοι της Άνοιξης»

Τα Καρπάθια είναι γνωστά σαφώς σε κάθε λάτρη της λογοτεχνίας τρόμου -και όχι μόνο- γιατί απετέλεσαν και αποτελούν το …σπίτι ενός από τους πιο αιμοσταγείς χαρακτήρες που γέννησε ποτέ η ανθρώπινη φαντασία. Ασφαλώς, αναφέρομαι στον Κόμη Δράκουλα, τον αριστοκράτη βρικόλακα και πρωταγωνιστή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ιρλανδού συγγραφέα και λαογράφου Μπραμ Στόκερ ο οποίος εμπνεύστηκε τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου του από τον Βλαντ Τέπες έναν ιστορικό ηγεμόνα της Βλαχίας. Τα Καρπάθια είναι μια περιοχή απίστευτης ομορφιάς που μέσα από το άγριο και επιβλητικό τοπίο της μοιάζει να προσπαθεί να αποδείξει πως οι θρύλοι μπορούν να ζωντανέψουν και να εισβάλλουν στις ζωές μας ανά πάσα στιγμή. Οι κάτοικοι τους μοιράζονται ιστορίες για στοιχειά, λυκάνθρωπους, ανθρωποφάγες νεράιδες ή bysitsyas όπως τις αποκαλούν και κυρίως για τους μάγους-ψιθυριστές, τους Molfars. H λέξη «molfar» προέρχεται από την ομόρριζη λέξη «molfa» που σημαίνει, «κάτι μαγεμένο από ξόρκι». Οι Μolfars εντοπίζονταν σε απομονωμένα χωριά των Καρπαθίων και αναφορές για την παρουσία και τις ικανότητές τους βρίσκουμε κυρίως στην Ουκρανία, την Πολωνία (όπου τους εντοπίζουμε και με την τοπική ονομασία Szeptun) και την Ρουμανία. Στην Ρουμανία η δράση τους συσχετίστηκε με τις μαγικές και μαντικές πρακτικές των Ρομά, παρόλο που από ορισμένες πηγές είναι ξεκάθαρο ότι ο συσχετισμός είναι αβάσιμος. Οι Molfars φέρονται να διέθεταν μια πλειάδα δεξιοτήτων, με πιο σημαντική από αυτές την θεραπεία. Σύμφωνα με την παράδοση οι περισσότεροί τους γεννιούνταν με αυτές τις ιδιαίτερες ικανότητες ενώ άλλοι τις αποκτούσαν μετά από εκπαίδευση. Οι molfars αποκαλούνταν και karakternyks -ένας όρος που χαρακτηρίζει τους αγνούς και καλόκαρδους ανθρώπους. Οι λαϊκές αφηγήσεις τους θέλουν να ήταν αφοσιωμένοι στο κοινό καλό. Για να θεραπεύσουν τους ασθενείς χρησιμοποιούσαν βότανα σε συνδυασμό με ξόρκια, τα οποία πρόφεραν πάντα πολύ γρήγορα και ψιθυριστά κι αυτό γιατί θεωρούταν πως αυτή η διαδικασία ξυπνούσαν στην ψυχή του ανθρώπου μνήμες από την γέννηση της και την βοηθούσε να θεραπευτεί γρηγορότερα, σε συνδυασμό με τα θεραπευτικά ξόρκια τα οποία συνήθιζαν επίσης να ψιθυρίζουν στα στοιχεία

Said the Wizard by Walter Crane

Μ

έσα στις σκοτεινές μνήμες του Μεσαίωνα η σκέψη μας αναμοχλεύει εικόνες απόλυτου ρομαντισμού αλλά και άφταστης φρίκης, απροσδιόριστου τρόμου και ακατανίκητης γοητείας. Ανάμεσά τους κι αυτές των ανθρώπων, αντρών και γυναικών, που μέσα από τα χρονικά εκείνης της μυστηριώδους εποχής στιγματίστηκαν ως εκφραστές του απαγορευμένου και του ακατανόητου. Μυημένοι στα κοσμικά μυστήρια και στους αδιόρατους ψιθύρους της συμπαντικής δημιουργίας και των άστρων, μέσα από την περιπλάνηση και την μοναχική αναζήτηση, υπήρξαν ο συνδετικός κρίκος του καθημερινού με το θείο και το υπερκόσμιο. Ας διασχίσουμε αυτό το λεπτό σύνορο για να ταξιδέψουμε για ακόμη μια φορά μέσα στην απολαυστική αγκαλιά του Άγνωστου. Η περιπλάνηση θα μας οδηγήσει από τα Καρπάθια μέχρι την Νορμανδία, όπου θ’ ανακαλύψουμε τα καλά κρυμμένα μυστικά και τις παραδόσεις των πιο αινιγματικών μάγων του Μεσαίωνα…

13


και κυρίως στο νερό που έπιναν οι ασθενείς. Φαίνεται, μάλιστα, πως η διαδικασία της θεραπείας μέσω των ψιθύρων επιβάρυνε εν καιρώ τους ίδιους τους θεραπευτές, οι οποίοι συχνά απομονώνονταν προκειμένου να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους. Εκτός από την χρήση βοτάνων και ξορκιών οι molfars κατέφευγαν και στην θεραπευτική φύση της μουσικής. Χρησιμοποιούσαν την drymba, ένα μικροσκοπικό παραδοσιακό όργανο που ακόμα απαντάται στην λαϊκή μουσική της Ρουμανίας, του οποίου οι χορδές παίζονται με τα δόντια. Με την έλευση του χριστιανισμού η εμπιστοσύνη του απλού λαού απέναντι σε αυτούς τους «σαμάνους των Βαλκανίων» δεν κλονίστηκε στο ελάχιστο. Αντιθέτως, οι ίδιοι οι molfars ενέταξαν πολύ αρμονικά μέσα στις τελετές τους πολλά από τα ιερουργικά στοιχεία του πρώιμου χριστιανισμού. Στα Καρπάθια όρη, που φτάνουν μέχρι την δυτική Ουκρανία, ζουν απομονωμένοι σε μικρά χωριά, φωλιασμένα σε δάση κωνοφόρων, οι Hutsuls μια κοινότητα ανθρώπων που διατηρούν εδώ και αιώνες έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής και αντίληψης του κόσμου. Σύμφωνα με λαογραφικές έρευνες οι Hutsuls θεωρούν τους molfar όχι απλά θεραπευτές αλλά σχεδόν ημίθεους, καθώς σε αυτούς εμπιστεύονται τα μυστικά τους τα δέντρα και όλα τα στοιχεία της φύσης. Επίσης σύμφωνα με τον θρύλο έχουν την ικανότητα να προσφέρουν σε κάποιον την αθανασία ή να του χαρίσουν υπεράνθρωπη δύναμη. Μια τέτοια περίπτωση απόδοσης σχεδόν ημιθεϊκών δυνάμεων στους molfars συναντάμε και στον, πολύ διαδεδομένο ανάμεσα στους κατοίκους των δυτικών Καρπαθίων, μύθο του Oleksa Dovbush, ενός τοπικού ήρωα. Ο Oleksa ήταν ο αρχηγός μιας ομάδας πολεμιστών που υπερασπίζονταν τα εδάφη της περιοχής. Σαν παιδί ήταν ασθενικός και αδύναμος, μια μέρα όμως συνάντησε στο βουνό έναν γέρο άντρα που με τα ξόρκια του χάρισε στον Oleksa απίστευτη δύναμη και τον έκανε άτρωτο απέναντι στα σπαθιά και τις λόγχες. O θάνατος του όμως δεν ήρθε από κάποιο όπλο

αλλά από τα σατανικά σχέδια της γυναίκας που ήθελε να σκοτώσει τον Oleksa κι έτσι ζήτησε την συμβουλή ενός κακού molfar για να βρει τρόπο να τον δολοφονήσει. Το τέλος της συγκεκριμένης ιστορίας ήταν

προδιαγεγραμμένο, όμως σίγουρα δεν είναι προδιαγεγραμμένος ο προορισμός που θα επιλέξει η συνείδηση κάθε ανθρώπου είτε αυτός είναι ένας μάγος-θεραπευτής είτε μια απλή αρθρογράφος. Ας αφήσουμε όμως προς το παρόν τα υπαρξιακά μυστήρια για να μεταφερθούμε κάπου ακόμη πιο δυτικά. Μέχρι τα υψίπεδα της Νορμανδίας κι ας ακολουθήσουμε τις φλογέρες των carimaras των μάγων-βοσκών.

Caremaras: Οι άρχοντες της καταιγίδας και τα μυστήρια του sortilege «Βοσκός, σαν να λέμε μάγος», λέει ένα γαλλικό ρητό. Στο βιβλίο του William Monter «Τοads and Eucharists: The Male Witches of Normandy» διαβάζουμε μεταξύ άλλων ότι «στην Νορμανδία η αρχετυπική εικόνα του ανθρώπου που ασχολούταν με τη μαγεία δεν ήταν αυτή μιας γριάς γυναίκας, αλλά ενός βοσκού, νεαρού ή ηλικιωμένου», όπως επίσης ότι «στην Γαλλία η πλειοψηφία των κατηγορούμενων

14

και συλληφθέντων για μαγικές πράξεις ήταν πάντοτε άντρες, κάτι που επέτρεπε στους δικαστές να τους επιβάλλουν σκληρότερες ποινές, ιδιαίτερα εάν υπήρχαν υποψίες συμμετοχής στις τελετές του sortilege». Στην μεσαιωνική Νορμανδία γινόταν πιστευτό ότι η απομονωμένη ζωή των βοσκών και η πολυήμερη παραμονή τους στην άγρια φύση τους παρείχαν την ευκαιρία να αποκομίσουν διάφορες απόκρυφες γνώσεις και να τις χρησιμοποιήσουν πολλές φορές εις βάρος των απλών χωρικών. Συχνά, λοιπόν, κατηγορούνταν ως υπεύθυνοι για τις ασθένειες που προσέβαλαν ανθρώπους και ζώα, για την κακή σοδειά αλλά και για την συχνή παρουσία ερπετών και άλλων ζώων που σχετίζονταν άμεσα με την λατρεία των δυνάμεων του κακού. Τους απέδιδαν την ικανότητα να καλούν υποχθόνια πνεύματα, χρησιμοποιώντας τα ως υπηρέτες προστάζοντάς τα να βλάπτουν με κάθε πιθανό τρόπο τους ανθρώπους. Τις φορές που οι άνθρωποι τύχαινε να συναντήσουν κάποιον βοσκό έκαναν γρήγορα τον σταυρό τους και φρόντιζαν να μην προβούν σε οποιαδήποτε πράξη θα μπορούσε να προξενήσει την οργή του. Ακόμη και αυτό, όμως, ορισμένες φορές δεν ήταν αρκετό. «Πολύ συχνά ακόμη κι αν έχουν απλά την πρόθεση να τον αφήσουν ήσυχο, εκείνος απομακρύνεται με το κεφάλι κατεβασμένο μα ο δείκτης του αριστερού χεριού του είναι τεντωμένος και σε αυτήν την σιωπηλή απειλητική χειρονομία οι άνθρωποι αναγνωρίζουν το επερχόμενο κακό. Είτε αυτό είναι ο θάνατος των ζωντανών τους, είτε τα άνθη μιας μηλιάς που καίγονται σε μια νύχτα είτε το ακάθαρτο νερό της πηγής», αναφέρει ο Barbey d’ Aurevilly. Oι Caremaras είχαν ακόμη την ικανότητα να ελέγχουν τον καιρό και γι’ αυτό τους αποκαλούσαν «les meneurs de nuees», δηλαδή «αυτοί που καθοδηγούν τα σύννεφα». Οι άνθρωποι τους θεωρούσαν υπεύθυνους για τις μακροχρόνιες περιόδους ξηρασίας αλλά και για τις καταστρεπτικές για τα σπαρτά τους πλημμύρες. Το πιο μυστηριώδες όμως σημείο του


μαγικού τους βιογραφικού ήταν η συμμετοχή τους στο sortilege. Η παράδοση θέλει την τελετή του sortilege να λαμβάνει χώρα την μέρα της λειτουργίας του Αγίου Πνεύματος. Από τα πρακτικά μιας δίκης που τελέστηκε στη Rouen μαθαίνουμε ότι πολλές από αυτές τις μαγικές συναντήσεις συνέβαιναν στο δάσος του Eteclin. Εκεί οι συμμετέχοντες άλειφαν το σώμα τους με μια ειδική πούδρα που τους καθιστούσε αόρατους ενώ κατά την διάρκεια της μαγικής τελετής κρατούσαν κλαδιά από οξύφυλλο, αψιθιά, φτέρη και πεντάνευρο. Επίσης σε κάποιες από τις επικλήσεις που πραγματοποιούνταν σε αυτήν οι μάγοι χρησιμοποιούσαν δηλητήριο από δέρμα φρύνων σαν μέρος μιας αντίστοιχης, σκοτεινής θείας κοινωνίας. Υπάρχουν ωστόσο και πολλές ιστορίες, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αδικαιολόγητα κακοπροαίρετη δράση των caremaras, σύμφωνα με τις οποίες οι μάγοιβοσκοί διέθεταν μεγάλες γνώσεις πάνω στα βότανα τις οποίες χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά για να θεραπεύουν. Μέσα στην σιωπηλή σκοτεινιά της νύχτας μάθαιναν να ξεχωρίζουν τους αστερισμούς και τους έδωσαν ονόματα. Δέχονταν και καλωσόριζαν τις αλλαγές των εποχών που τους συντρόφευαν στις μακρινές, μοναχικές περιπλανήσεις τους διαφυλάσσοντας έτσι αυτή την πολύτιμη παρακαταθήκη που σήμερα αποτελεί υλικό μελέτης για μια μεγάλη γκάμα επιστημών, από την λαογραφία μέχρι την μετεωρολογία. Αλλά και να συνάντησαν κάποτε κάποια από τα μαγικά και αόρατα τέκνα του κόσμου μας, αν μοιράστηκαν μαζί τους γνώσεις, γέλια και μελαγχολικές ονειροπολήσεις, ποιος θα τους κατηγορήσει; Μήπως κι εμείς αυτό δεν επιδιώκουμε τώρα περισσότερο από ποτέ;…

δεν ήταν κατανοητές από ή συμβατές με τον μέσο όρο των ανθρώπων της εποχής. Πολλοί υπήρξαν προάγγελοι και μαικήνες των εμπνευστών επιστημονικών ανακαλύψεων που άντλησαν την έμπνευση του από αυτή την ταπεινή κληρονομιά την οποία εμείς μπορούμε να τιμούμε καθημερινά με τις επιλογές μας. Μέσα από την συμβολή μας στη «μαγική διαδικασία» της ανθρώπινης εξέλιξης είναι πολύ πιθανό να αισθανθούμε πως μπορούμε να διαμορφώσουμε την δική μας παρακαταθήκη αυτή τη φορά όχι υπό την απειλή κάποιας πυράς, αλλά των αστραπιαίων αλλαγών που επιφέρει η εποχή μας σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Εξάλλου, μια αναδρομή στην ιστορία των ευρωπαϊκών ιδεών και των πνευματικών κινημάτων αρκεί προκειμένου να μας θυμίσει πως το κίνημα του Ρομαντισμού, από τον 18ο κιόλας αιώνα, μέσα από τον σεβασμό που πρόκρινε προς τις λαϊκές παραδόσεις, τον ιδεαλισμό και το φαντασιακό, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη μιας πνευματικής και καλλιτεχνικής συνθήκης πιο όμορφης, πιο ανθρώπινης και ουσικοκρατικά πιο αληθινής από εκείνη του ορθολογικού Διαφωτισμού. Σε μια τέτοια συνθήκη οι άνθρωποι θα διαπνέονται από μια αίσθηση ευγνωμοσύνης για τον υπέροχο κόσμο των μύθων και των λαϊκών παραδόσεων και θα αφομοιώνουν δημιουργικά τις αφηγήσεις για τις ιστορίες που τον διαμόρφωσαν. «Σκιά, ήλιε, βωμέ, καπνέ και ηλιαχτίδα Ανώφελη είναι η ιστορία μου, αν δεν την καταλάβετε-γι’ αυτό μ’ ελπίδα σας καλώ να διαλέξετε γιατί είστε μόλις στην αρχή κι εμένα τον παντοτινό οδοιπόρο πρέπει να συντρέξετε.»

Η επιστήμη μέσα από την μαγεία και οι ψίθυροι του παρόντος Σ’ ένα από τα ηθογραφήματα του που έχει τίτλο «Αι μάγισσαι του Μεσαίωνα», ο Εμμανουήλ Ροίδης σημειώνει ότι «επί χίλια επέκεινα έτη η μάγισσα υπήρξε η μόνη κατά της θεοκρατίας αντιπολίτευσης, η μόνη υπέρμαχος της επιστήμης και της προόδου περιθάλπουσα εις τα φιλόστοργα στήθη της τα σπέρματα, εξ ων έμελλε να βλαστήσει ο μετ’ ολίγον ο σήμερον πολιτισμός», ενώ σε κάποιο άλλο σημείο καταδικάζει την στάση των «σύγχρονων επιστημόνων» απέναντι στην απαξίωση που φανερώνουν όσον αφορά τα όσα πολύτιμα έφτασαν ως εμάς από εκείνα τα χρόνια. Πράγματι η στάση των μελών της επιστημονικής κοινότητας δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα κατά τους αιώνες της νεωτερικής εποχής. Μολονότι ακόμη και η ίδια η νεωτερική ορθολογική επιστήμη έχει αποδεχτεί ότι αυτά που ο άνθρωπος γνωρίζει είναι ελάχιστα σε σύγκριση με όσα δεν γνωρίζει, από την εποχή του «Διαφωτισμού» και μετά συνεχίζει να επικρατεί η άποψη πως μοναχά τα συμπεράσματα που θα εξαχθούν από την τυποποιημένη εργαλειακή ορθολογική επιστημολογία μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μέρος της γενικής γνώσης. Κανείς όμως δεν μπορεί να διαψεύσει το γεγονός ότι ως μάγισσες και μάγοι των προνεωτερικών εποχών χαρακτηρίζονταν πολλές φορές άνθρωποι που αφοσιώνονταν στην αναζήτηση της γνώσης και στην αποκάλυψη της αληθινής φύσης των πραγμάτων με μεθόδους που απλώς

George Costuc, «Η σκιά» Πηγές Βιβλία: •Georges Dubosc, “La sorcellerie normande” •Luis Dubois, “Prejugies et superstitions en Normandie” / Pestel •Marthe Moricet, “Recits et contes des vieilles normandes” •“Carpathian healers: legends and facts”, Hromovytsya Berdny •“Superstition and magic in early modern Europe: a reader”, Helen Parish Sites: •Elder Mountain blogspot •BBC Travel “Mystic Tales from Transylvania”

1) doinas: παραδοσιακές μελωδίες της Ρουμανίας

15


Γνωριμία μὲ τὴν ποίησι τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ Ἀπόδοσις: Εὐστράτιος Εὐ. Σαρρῆς Τὸ Βιβλίο Κτήριο στὴν σκόνη, ἀσβολερό, ὁ μίτος κεῖ ὡδηγοῦσε, στῶν λαβυρίνθων τὰ στενά, γύρω ἀπ’ τὶς ἀποβάθρες· πλασμάτων θαλασσόφερτων ὀσμές, χύνονταν, λάθρες, κι’ ἀχλὺ σγουρὴ κι’ ἀπόκοσμην ὁ ζέφυρος φυσοῦσε. Στὴν ῥομβωτὴ βιτρῖνα του καπνιὰ καὶ πάχνη… ἐντὸς βιβλίων σωροὶ ἀχνοφαίνονταν, δεντροκορμοὶ στριμμένοι ψηλοὶ ὣς τὴν στέγη, ἐσάπιζαν· καὶ μέσα στοιβαγμένη ἀρχαία σοφία σὲ θραύσματα, πάμφθηνος θησαυρός. Μ’ ἔθελξε! Μπῆκα! Σήκωσα, μ’ ἀράχνες, τοῦ σωροῦ τὸν πάνω τόμο κι’ ἔνιωθα, τὰ φύλλα ὅπως γυρνοῦσαν, τρόμο, λέξεις ἀμφίσημες ποὺ ὑπαινιγμοὺς κρατοῦσαν κάποιου, στοῦ μύστη τὴν ματιά, φρικώδους μυστικοῦ. Γύρεψα νά βρω πωλητὴ μὲ πεῖρα, νὰ βοηθοῦσε,

Οἱ κῆποι τοῦ Γὶν

κανεὶς… μονάχα μιᾶς φωνῆς ὁ ἀντίλαλος γελοῦσε!

Στὴν Ἄρτεμιν Ἄντ. Πέρ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ τεῖχος ποὺ ἡ ἀρχαία λιθοδεσιά του

Νυαρλαθοτὲπ

σὲ πύργους βρυοπερίκλειστους τὸν οὐρανὸ ἀνεβαίνει, θά ’ναι ὅλο κῆποι σκαλωτοί, μὲ ἄνθια πλουτισμένοι, μὲ πεταλοῦδες, μέλισσες, πουλιά, στὸ πέταγμά τους.

Ἀπ’ τῆς Αἰγύπτου τ’ ἄδυτα, στὰ ἔσχατα φερμένος, ὁ μαῦρος ἦρθ’ ἐξάγγελος, πού ’παν θεὸ οἱ φελλάχοι, πρίγκηψ ἰσχνὸς καὶ σιωπηλὸς καὶ μυστικὰ ἐπαρμένος,

Θά ’ναι μέσα περίπατοι, κι’ ἁψιδωτὰ γιοφύρια

μὲ ἱμάτιο ὡς δείλι πορφυρό, στὸν κόσμο μπρὸς ἐστάθη.

λωτῶν λιμνοῦλες θὰ περνοῦν, θερμές, ποὺ καθρεφτίζουν

Πλῆθος συνέῤῥεε μανιακό, τὸν λόγο του διψοῦσε,

ναῶν μαρκίζες· κερασιὲς μ’ ἁβρὰ κλαδιὰ καὶ φύλλα

μὰ ὡς φεῦγαν, τὰ ποὺ κήρυττε κάτι ἔκλεβ’ ἀπ’ τὴν μνήμη,

κόντρα στὸν ῥόδινο οὐρανὸ ποὺ ἐρῳδιοὶ φτερίζουν.

ἐνῷ τὰ ἔθνη ἐπάγωσε φριχτὴ κι’ ἀβέβαιη φήμη, πὼς ἄγρια κτήνη τοῦ ἔγλειφαν τὰ χέρια ὡς προχωροῦσε.

Θά ’ν’ ὅλα ἐκεῖ, ὅτι ὄνειρα παληὰ ξάφνου πλαταίνουν

Μετὰ ξέρασε ἡ θάλασσα στερηὲς καταραμένες,

πύλη πρὸς τὸν λαβύρινθο τῶν λίθινων φανῶν,

τρούλλους χρυσοῦς φυκόπλεχτους ἀνέδυσαν οἱ αἰῶνες,

ποὺ ῥέμματα νωχελικὰ στριφτὲς πορεῖες μακραίνουν,

ῥαγίστ’ ἡ γῆ κι’ ἐσάρωσαν σελάων τρελοὶ τυφῶνες

χτενίζοντας χλωροὺς κισσοὺς γερμένων κλωναριῶν.

τὶς ἀκροπόλεις τῶν θνητῶν ποὺ ἐτρέμαν κλονισμένες. Τότε, ἄτσαλο σφυρί, χτυπᾷ στῆς μέθεξης τ’ ἀμόνι

Τάχυνα – Μὰ ὡς ὑψώθη μπρὸς μέγα, στοιχειωτικὸ

τ’ ἄλογον χάος· κι’ ἐτίναξε στ’ ἄστρα τῆς γῆς τὴν σκόνη.

τὸ τεῖχος, δὲν ὑπῆρχε πειὰ ἡ πύλη νὰ διαβῶ.

16


Ἡ αὐλὴ

Προσμονὴ

Ἡ πολιτεία ἤτανε ποὺ ἐγνώρισα παληά,

Ἄγνωστο κάποια πράγματα γιατί μοῦ ἀφήνουν μία

ἡ ἀρχαία πόλις ἡ λεπρὴ ὅπου μιγάδων στίφη

αἴσθησι πὼς θὰ ἐκδηλωθοῦν θαύματ’ ἀγνώρου βύθους,

ψέλνουν σ’ ἀλλόκοτους θεούς, βλαστήμων γκόνγκ κροῦν ἤχοι

ἢ μιᾶς ῥωγμῆς ποὺ διέῤῥηξε τοῦ ὁρίζοντος τοὺς τοίχους

σ’ ὑπόγειες κρύπτες στῆς ἀκτῆς τ’ ἀκάθαρτα στενά.

πρὸς κόσμους ποὺ μόνον θεῶν ἁρμόζουν νά ’ναι οἰκία.

Τὰ σάπια σπίτια μοχθηρὰ μὲ βλέμμα κρύο κοιτοῦσαν

Εἶναι μιὰ προσμονὴ ἀσαφὴς ποὺ κόβει τὴν ἀνάσα

κεῖθε ποὺ μισοζώντανα γέρναν καὶ μεθυσμένα,

ὅπως σ’ ἀρχαῖες τρανὲς πομπὲς π’ ἀνακαλῶ θολά,

πατῶντας μέσ’ ἀπ’ τὶς βρωμιὲς τὴν πύλη πλέον περνοῦσα

ἢ σ’ ἄγριες περιπέτειες, βιωμένες νοερά,

στὴν μαύρη αὐλὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ πρόσμενεν ἐμένα.

μ’ ἔκστασι πλήρεις, ῥεμβασμοὺς ποὺ λεύτερα καλπάσαν.

Τοῖχοι μ’ ἐζῶσαν σκοτεινοὶ κι’ «ἀνάθεμα» εἶπα «στράτα

Βρίσκεται σὲ λιογέρματα, κτηρίων παράξενες κορφές,

ποὺ μ’ ἔῤῥιξες στὴν ἄθλια τούτη σφηκοφωληά»,

παληὰ χωριά, τόπους δασῶν, λειβάδια μὲς σ’ ὁμῖχλες,

σὰν ξάφνου ἀστράψαν γύρω μου παράθυρα πολλά

νοτιές, λοφίσκους, θάλασσες, ὁλόφωτες πολίχνες,

μὲς στ’ ἄγριον φῶς, μὲ χορευτὲς ἀσφυχτικὰ γεμᾶτα.

κήπους παληούς, τραγούδι’ ἀχνὰ καὶ στῆς σελήνης τὶς φωτιές.

Τρελό, ξεφάντι ἀθόρυβο σερνάμενων νεκρῶν –

Κι’ ἐνῷ τὸ δέλεαρ αὐτῆς ἀρκεῖ ν’ ἀξίζῃ ἡ ζωή,

Δίχως χέρια στοὺς ὤμους των καὶ ἄνευ κεφαλῶν!

δὲν εἶν’ ὀφέλ’ ἢ μαντεψιὲς σὰν δίνεται τί ὑπονοεῖ.

Ἑσπερία

Ἀστρικοὶ ἄνεμοι

Τὸ δείλι τὸ χειμέριο, φλόγα πίσω ἀπ’ ὀξεῖες σκεπὲς

Εἶν’ ὥρα στοῦ λυκόφωτος τὴν θολερὴ βεντάλια,

καὶ καμινάδες ξέχωρ’ ἀπ’ τὴν γκρίζα τούτη σφαῖρα,

πειότερο τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα κατεβαίνει

ἀνοίγει πύλες διάπλατες χρόνου ἀπ’ τὴν μνήμη πέρα

ἄνεμος στὶς λοφοκορφὲς κι’ ὁδοὺς ἔρμες διαβαίνει,

μὲ μεγαλεῖα ἀλλοτινὰ κι’ ἐπιθυμίες θεϊκές.

σὰν καῖν σὲ κάμαρες ζεστὲς τὰ πρῶτα λαμπογυάλια.

Θαύματα προσδοκώμενα καῖν στὶς βαθειὲς κεῖνες φωτιές,

Τὰ φύλλα στροβιλίζονται παράξενα, φανταστικά,

γεμᾶτα περιπέτεια κι’ ὄχι ἄσπιλ’ ἀπὸ τρόμο·

μὲ χάρι ἐξώκοσμη ὁ καπνὸς βγαίνει στριφογυρνῶντας,

σφιγγῶν ἀράδ’ ἁπλώνεται, καθάριο δείχνει δρόμο

γεωμετρίες ἀπ’ τὸ βαθὺ διάστημ’ ἀκλουθῶντας,

πρὸς πυργοτείχη ποὺ δονοῦν νότες λυρῶν ἀλαργινές.

μέσ’ ἀπ’ ὁμῖχλες νοτινὲς ὁ Φομαλὼ κρυφοκοιτᾷ.

Ἡ γῆ ’ναι ποὺ τὸ νόημα τῆς ὀμορφιᾶς θάλλει λαμπρόν·

Οἱ ὀνειροπόλοι ποιητὲς τὴν ὥρ’ αὐτὴ γνωρίζουν

ἐκεῖ ποὺ κάθε ὀρφανὴ ἀνάμνησι πηγάζει,

τί μύκητες βλασταίνουν στὸν Γιογκόθ, τί εὐωδιὲς

ἐκεῖ ποὺ ὁ μέγας ποταμὸς Χρόνος πορεία χαράζει

κι’ ἀνθῶν χρώματ’ ἁπλώνονται στοῦ Νίθον τὶς στερηές,

καὶ πλέει στ’ ἀχανὲς κενὸ μ’ ἀστρόφωτες ῥοὲς ὡρῶν.

ποὺ στοὺς φτωχοὺς κήπους τῆς γῆς παρόμοια δὲν ἀνθίζουν.

Στ’ ὄνειρο τὴν ζυγώνουμε – Μὰ γνῶσις παλαιὰ θρυλεῖ:

Ὅμως γιὰ κάθε ὄνειρο ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα γεφυρώνουν,

Τοὺς δρόμους της δὲν λέρωσε, ποτέ, περπατησιὰ θνητή.

ἀπ’ τὰ δικά μας δώδεκα οἱ ἀνέμοι αὐτοὶ σαρώνουν. Φομαλώ: Α ἀστέρας τοῦ Νοτίου Ἰχθύος Νίθον: Δορυφόρος τοῦ φανταστικοῦ πλανήτη Γιογκόθ

17


Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς Ένας μύστης του φανταστικού και της παραδοσιοκρατίας του Σταμάτη Μαμούτου

Α

νατρέχοντας στην ζωή του Ιρλανδού λογοτέχνη θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε αναφέροντας πως γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1865 στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας. Ο πατέρας του, ο Ιωάννης Μπάτλερ Γέητς, ήταν ένας σκεπτικιστής και ορθολογιστής άνθρωπος των τεχνών.Αφού καταπιάστηκε αρχικά με νομικές σπουδές, το 1867, με τον Γουίλιαμ δύο ετών, ξεκίνησε να σπουδάζει ζωγραφική στο Λονδίνο και αργότερα κατάφερε να αναγνωριστεί ως καλλιτέχνης. Μολονότι λάμβανε υπόψη τις ρομαντικές ιδέες και τεχνοτροπίες, ο Ιωάννης Μπάτλερ Γέητς υιοθέτησε την ορθολογιστική φιλοσοφική παράδοση του Διαφωτισμού, γινόμενος στο πεδίο της πολιτικής οπαδός του φιλελευθερισμού και αναγνώστης του θεωρητικού Τζων Στιούαρτ Μιλλ. Αντιθέτως η μητέρα του Γουίλιαμ (και γυναίκα του Ιωάννη) ήταν μια απλή θρησκευόμενη γυναίκα, δίχως καλλιτεχνικές αναζητήσεις, η οποία έτρεφε μεγάλη αγάπη για τους θρύλους και τα παραμύθια της ιρλανδικής παράδοσης, πράγμα που κληρονόμησε και ο μικρός της γιός. Από την παιδική του κιόλας ηλικία ο Γουίλιαμ έδειξε ότι διέθετε μια διαφορετική ιδιοσυγκρασία από εκείνη του πατέρα του. Η σχέση των δυο τους είχε τα εξής γνωρίσματα. Ο πατέρας προσπαθούσε να τον διαπαιδαγωγήσει σύμφωνα με τις δικές του αντιλήψεις και ο μικρός παρουσίαζε εμφανείς αποκλίσεις από τα πατρικά θέλω. Μπορεί ο επίμονος πατρικός έλεγχος να έκανε τον Γουίλιαμ να απορρίψει από νωρίς την προσήλωση στο θρησκευτικό δόγμα του χριστιανικού καθολικισμού, δεν του μετρίασε όμως καθόλου την ένθεση καλλιτεχνική του φύση. Ο μικρός Γουίλιαμ αγάπησε τα παραμύθια που του είχε διηγηθεί η μητέρα του ενώ η σχέση του με τους μύθους γινόταν εντονότερη όταν μαζί με τον αδελφό και τις δυο αδελφές του επισκεπτόταν τους γονείς της μητέρας του στο Σλίγκο της δυτικής Ιρλανδίας. Εκεί, εκτός από την ιρλανδική μυθολογία, αγάπησε την ιρλανδική ύπαιθρο και τα παραδοσιακά τραγούδια του τόπου. Στο Λονδίνο, όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Στο σχολείο αδυνατούσε να συμμορφωθεί με τις φορμαλιστικές νόρμες του αστικού εκπαιδευτικού συστήματος. Όντας ονειροπόλος σπάνια κατάφερνε να συγκεντρωθεί στα μαθήματά του.Αλλά και οι συμμαθητές

του τον απομόνωναν συχνά λόγω της εθνικής του καταγωγής που δεν ήταν αγγλική. Το 1880 η οικογένεια Γέητς επέστρεψε στο Δουβλίνο κι ο Γουίλιαμ φοίτησε στο Erasmus High School προκειμένου να περατώσει τις λυκειακές του σπουδές. Και πάλι οι μαθητικές του επιδόσεις ήταν προβληματικές αλλά για τους αντίθετους λόγους από εκείνους του παρελθόντος. Βρισκόμενος στην αρχή της εφηβείας ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς είχε γίνει ένας ιδιότροπος νεαρός επαναστάτης. Έχοντας ήδη αφομοιώσει κάποιες από τις ιδέες του Ρομαντισμού άφηνε την πυρίκαυστη καλλιτεχνική του φλέβα να τον οδηγεί σε συμπεριφορές που έφερναν τους ορθολογιστές καθηγητές στα όριά τους. Για παράδειγμα, συνήθιζε να παίζει σκάκι μέσα στην τάξη αντί να παρακολουθεί τις παραδόσεις των μαθημάτων και να απουσιάζει κατά τις ημέρες των εξετάσεων. Όταν τελικά πήρε το απολυτήριο ο πατέρας του τον προέτρεψε να σπουδάσει σε κάποιο κολλέγιο. Εκείνος, όμως, τον αγνόησε. Ήταν πια εμφανές ότι είχε ακολουθήσει τον πνευματικό προσανατολισμό της μητέρας του απορρίπτοντας τον Διαφωτισμό και τις πατρικές αξίες. Διέθετε όμως πλατύ πνεύμα και ήθελε να προσδώσει στην προσανατολισμό του φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό βάθος. Ξεκίνησε έτσι να σπουδάζει σε σχολές ζωγραφικής. Αλλά και εκεί ήρθε σε σύγκρουση με τις επικρατούσες τάσεις. Στην κοινωνία της βικτωριανής Βρετανίας κυριαρχούσε η ορθολογιστική σκέψη ενώ στο πεδίο της λογοτεχνίας και των τεχνών είχαν κάνει την εμφάνισή τους τα πρώτα ρεύματα του μοντερνισμού. Ο Γέητς, ως νεαρός ρομαντικός που διέθετε έντονες τις επιρροές της σχολής των Προραφαηλιτών, αντιπαρατέθηκε διαδοχικά με τους εκφραστές του αντιρομαντικού εμπρεσιονισμού στις σχολές ζωγραφικής, με τους υποστηρικτές της ρεαλιστικής λογοτεχνίας που υιοθετούσαν τα πρότυπα του Ζολά και με τους οπαδούς του πολιτικού ορθολογιστικού φιλελευθερισμού. Τα γνωρίσματα του πρώιμου μοντερνισμού της νεωτερικότητας φάνταζαν σαν αγκαθωτά σύρματα στα μάτια του Γέητς, που είχε αρχίσει να γαλουχείται πνευματικά με τα ρομαντικά πρότυπα της λογοτεχνίας του φανταστικού, του μοναχικού ήρωα και του εξεγερμένου ποιητή. 18


Αν θα έπρεπε να σταθούμε στις πρωταρχικές λογοτεχνικές του επιρροές θα διαπιστώναμε ότι ο Γέητς διάβαζε από μικρός ρομαντικούς ποιητές όπως ο Γουίλιαμ Μπλέηκ, ο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσσέτι και ο Πέρσυ Σέλλεϋ. Ωστόσο, όντας Ιρλανδός θέλησε να εκδηλώσει την ρομαντική λογοτεχνική του τάση σε θεματικές που αφορούσαν την πατρίδα του. Έτσι δανείστηκε στοιχεία από τα παραμύθια και τους θρύλους του τόπου του, υιοθέτησε την ποιητική μορφή της μπαλάντας καθώς επίσης και την αφηγηματική ποίηση, και παρουσίασε τις ιρλανδικές του θεματολογίες με νεορομαντικό, προραφαηλιτικό ύφος. Πέρα από τα θέματα που αφορούσαν την Ιρλανδία ενσωμάτωσε στην λογοτεχνία του επιπλέον ρομαντικές θεματικές, όπως την ελληνική και την ινδική μυθολογία, το ερωτικό στοιχείο και τον αποκρυφισμό. Τα πρώτα του ποιήματα κυκλοφόρησαν, συνοδευόμενα από το δοκίμιο «Η ποίηση του Σερ Σάμιουελ Φέργκιουσον», το 1885. Ωστόσο, στα 1897, ο ποιητής Arthur Symons ενημέρωσε τον Γέητς για τις θέσεις του λογοτεχνικού κινήματος των Συμβολιστών. Επρόκειτο για ένα λογοτεχνικό κίνημα με ανάμικτα ρομαντικά και μοντερνιστικά γνωρίσματα. Ο Συμβολισμός άρεσε στον Γέητς και σύντομα υιοθέτησε ορισμένα στοιχεία του. Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε πως η πρώιμη λογοτεχνική δημιουργία του Γέητς διαθέτει ρομαντικό περιεχόμενο με έντονο το στοιχείο της φαντασίας, το οποίο αφήνεται να αναδυθεί δημιουργικά μέσα στο πεδίο των εθνικών ιρλανδικών παραδόσεων, διαλέγεται με συναισθηματικές τάσεις όπως ο ρεμβασμός και η νοσταλγία, κι επενδύεται με εκφραστικές φόρμες του Συμβολισμού. Ωστόσο οι πνευματικές αναζητήσεις του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς δεν εξαντλήθηκαν στην τέχνη και την λογοτεχνία. Έχοντας απορρίψει τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού άρχισε να αναζητά νέους πνευματικούς δρόμους. Σύντομα αποκάλυψε το ενδιαφέρον του για τον εσωτερισμό. Αρχικά μαζί με τον ποιητή και φίλο του George Russel καταπιάστηκαν με την μελέτη των ανατολικών θρησκειών και της ευρωπαϊκής μαγείας. Όταν βρήκαν ικανοποιητικό αριθμό συνοδοιπόρων σε αυτά τα παράξενα πεδία της αναζήτησης, ίδρυσαν τον Ερμητικό Σύλλογο του Δουβλίνου. Ο Γέητς εμβαθύνοντας σε αυτή την πνευματική κατεύθυνση δεν άργησε να έρθει σε επαφή και με τον θεοσοφικό κύκλο της Ρωσίδας Μπλαβάτσκυ. Η Μπλαβάτσκυ ακολουθούσε μια αντιυλιστική φιλοσοφική γραμμή και αναφερόταν στην ύπαρξη του υπερφυσικού στοιχείου, θεωρώντας ότι η υλιστική φιλοσοφία και η εργαλειακή ορθολογιστική επιστήμη δεν θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν την μυστηριακή δυναμική των

στοιχείων της φύσης. Βλέποντας πως η Θεοσοφική Εταιρία της Μπλαβάτσκυ ξεκινούσε τα διδάγματά της από αυτή την κεντρική ρομαντική παραδοχή, ο Γέητς ένιωσε γοητευμένος και θέλησε να την προσεγγίσει. Το 1897 κατάφερε να συναντηθεί με την Ρωσίδα στο Λονδίνο. Μολονότι οι θεωρίες της Θεοσοφικής Εταιρίας δεν έμεναν στα πεδία του φιλοσοφικού Ρομαντισμού αλλά προχωρούσαν σε «θαυματολογικές» αναφορές και κατέληγαν σε κωμικές πίστεις που ήθελαν την ευτραφή Ρωσίδα να κάνει θαύματα σε μακρινές χώρες1, ο Γέητς αφομοίωσε στην λογοτεχνική του έκφραση αρκετή από την σκοτεινή γοητεία του ύφους των θεοσοφιστών. Αντιλαμβανόμενος, όμως, ότι τα συμπεράσματα των διδαχών τους εμπεριείχαν παραδοξολογίες και αλλοκοτιές, ζητούσε επίμονα από την Μπλαβάτσκυ επαρκέστερες εξηγήσεις και αποδείξεις των όσων έλεγε. Το αποτέλεσμα ήταν να αποβληθεί από την Θεοσοφική Εταιρία. Συνεχίζοντας να εμβαθύνει σε αυτή την πνευματική ατραπό δεν άργησε να γνωρίσει και τον οργανωτή ενός ακόμη εσωτεριστικού τάγματος. Επρόκειτο για τον Λίντελ Μάθερς, τον επικεφαλής του τάγματος της Χρυσής Αυγής. Ο Γέητς αντιλήφθηκε την Χρυσή Αυγή ως μια προσπάθεια προκειμένου να παντρευτούν τα κοινά στοιχεία της πνευματικότητας του παγανισμού και του χριστιανισμού. Η συγκεκριμένη απόπειρα είχε επιχειρηθεί και παλαιότερα στο πεδίο της τέχνης από τους νεορομαντικούς Προραφαηλίτες2, οι οποίοι αποτελούσαν βασική επιρροή του Γέητς. Η αλήθεια είναι μάλιστα πως εκείνο το εγχείρημα εμπεριείχε και μια υπόρρητη εθνικιστική απόχρωση, καθώς ένα τέτοιο πάντρεμα της αρχαιότητας με τον μεσαίωνα αποτελούσε συνηθισμένη θεματική της ρομαντικής πολιτικής θεωρίας και πιθανή επιτυχία του σηματοδοτούσε την απόδειξη της αέναης και αδιάσπαστης συνέχειας του βίου των εθνών, πράγμα συμβατό με την ρομαντική οπτική3. Τελικά το 1890 ο Γέητς έγινε δεκτός στο τάγμα της Χρυσής Αυγής και παρέμεινε σε αυτό μέχρι το τέλος. Ωστόσο λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του ήρθε σε ρήξη με τον Μάθερς, αδυνατώντας να ανεχθεί περαιτέρω τον ιδιότροπο χαρακτήρα του. Ο Μάθερς κατέστη συνολικά ανεπιθύμητος στο τάγμα λόγω των αυταρχικών του συμπεριφορών με αποτέλεσμα να αποχωρήσει. Ο Γέητς, πάντως, δεν έμεινε στις εσωτεριστικές διδαχές και συνέχισε να συγκροτεί το φιλοσοφικό του υπόβαθρο με επιρροές από τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, τον Πλωτίνο, τον Παράκελσο και τους ρομαντικούς. Ως άνθρωπος με πολλά πνευματικά ενδιαφέροντα δεν άργησε να εμπλακεί και στο πεδίο της πολιτικής, γινόμενος μέλος του ιρλανδικού εθνικιστικού κινήματος που ως κύριο στόχο είχε εκείνη 19


την εποχή την ανεξαρτησία από την Μεγάλη Βρετανία. Στελέχωσε αρχικά τον πυρήνα του John O’ Leary και γνωρίστηκε με την εθνικοεπαναστάτρια Μαντ Γκον, η οποία αποτέλεσε τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής του. Έπειτα έγινε μέλος της μαχητικής Ιρλανδικής Επαναστατικής Αδελφότητας. Οι εθνικιστικές απόψεις της νιότης του συνδέονταν με μια ρομαντική «θερμή συμπάθεια για τον ταπεινό, τον γέρο, τον κατατρεγμένο» 4 . Κάποια στιγμή βρήκε το θάρρος να εκμυστηρευτεί τον έρωτά του στην Γκον αλλά εκείνη τον απέρριψε και το 1903 παντρεύτηκε τον συναγωνιστή τους Τζων Μακμπράιντ, με τον οποίο ωστόσο χώρισε αργότερα. Ο Γέητς, μολονότι πληγωμένος, δεν έπαψε να θαυμάζει την αγαπημένη του. Κομβικό σημείο του βίου του υπήρξε η συμμετοχή του στην οργάνωση του Ιρλανδικού Εθνικού Θεάτρου, που αργότερα έγινε γνωστό ως Abbey Theatre. Όντας διευθυντής του εθνικού θεάτρου από το 1904 ως το 1910, κατάφερε να αναγνωριστεί σε όλη την Βρετανία ως ένας εκ των κορυφαίων πνευματικών αντρών του νησιού και να αποκτήσει κοινωνικές επαφές που ο κλειστός του χαρακτήρας δεν θα επέτρεπε υπό άλλες συνθήκες. Έχοντας ασχοληθεί και με την συγγραφή θεατρικών έργων κατέστη λογοτέχνηςσύμβολο του ιρλανδικού έθνους με την συγγραφή του εθνικοαπελευθερωτικού έργου «Cathleen ni Houlihan», πρωταγωνίστρια του Maud οποίου ήταν η αγαπημένη του Μαντ Γκον. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι κατά την διάρκεια της θητείας του Γέητς ως διευθυντή του Ιρλανδικού Εθνικού Θεάτρου ανέβηκαν αρκετές παραστάσεις που εξέφραζαν λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές τάσεις αντίθετες με τις δικές του. Ποτέ, όμως, δεν σκέφτηκε να τις απορρίψει για τέτοιους λόγους. Επίσης, βρέθηκε κάποιες φορές στο στόχαστρο των ομοϊδεατών του. Μην μπορώντας να ανεχτεί τον εκφυλισμό του ρομαντικού ιδεαλιστικού εθνικισμού του σε μνησίκακες και αντιπνευματικές συμπεριφορές ακροδεξιού ύφους, υπερασπίστηκε το πεδίο των τεχνών από κακόβουλες και ρηχές προσεγγίσεις. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα αποτέλεσε η περίπτωση του θεατρικού έργου «Twenty Five», της επίσης Ιρλανδής εθνικίστριας Augusta Gregory, που οι ηθοποιοί αρνήθηκαν να παίξουν γιατί θεώρησαν ότι υποστήριζε την μετανάστευση των Ιρλανδών από τους πατρογονικούς τους τόπους στην Αμερική5. 20

Αυτή η επιπολαιότητα με την οποία αντιμετώπισαν τα λαϊκά στρώματα των Ιρλανδών κάποιες καλλιτεχνικές θεματικές, επηρέασε τον Γέητς και τον έκανε να αποσυρθεί για κάποια χρόνια από τα πολιτικά δρώμενα. Χωρίς να αποκηρύξει ποτέ εξολοκλήρου την ιδεολογία του αποστασιοποιήθηκε από την πολιτική, υιοθέτησε έναν πιο κριτικό τρόπο σκέψης και άρχισε να θέτει στον εαυτό του κάποια ιδεολογικά ερωτήματα. Εκείνη την εποχή είχε γνωρίσει και τον Αμερικανό ποιητή Έζρα Πάουντ με τον οποίο μελέτησαν νέες πρωτοποριακές τάσεις της ευρωπαϊκής ποίησης και έργα του ιαπωνικού θεάτρου Νο. Ο Πάουντ πίστευε ότι ο Γέητς ήταν ο σπουδαιότερος εν ζωή ποιητής και το 1914 νυμφεύτηκε την Ντόροθι Σαίξπηρ, την κόρη της τότε ερωμένης του Γέητς Ολίβια Σαίξπηρ. Το 1915 ο Γέητς ήταν ένας από τους πλέον αναγνωρισμένος ανθρώπους του πνευματικού κόσμου της Βρετανίας. Δειπνούσε με πρωθυπουργούς και αντιβασιλείς, τα έργα του έχαιραν μεγάλης εκτίμησης και αποτελούσε σημείο αναφοράς για τα λογοτεχνικά δρώμενα της γηραιάς Αλβιόνας. Σε αυτό ασφαλώς είχε συμβάλει και η αποστασιοποίησή του από τα πολιτικά δρώμενα, καθώς επίσης και η μερική απομάκρυνσή του από τις αρχικές ρομαντικές του καταβολές. Ωστόσο όλα άρχισαν να αλλάζουν το 1916. Αφορμή γι αυτή την μεταβολή υπήρξε η ιρλανδική εξέγερση Gonne του ίδιου έτους και οι εκτελέσεις δεκαέξι παλιών του συναγωνιστών από τις Βρετανικές αρχές. Ένας εκ των εκτελεσμένων ήταν και ο πρώην σύζυγος της Μαντ Γκον, Τζον Μακμπράιντ. Η φαινομενικά μάταιη αλλά εξόχως ηρωική απόφαση για το ξεκίνημα της εξέγερσης του 1916 ανάστρεψε τις εντυπώσεις του ποιητή για τον ιρλανδικό λαό. Πλέον οι παλιοί ρομαντικοί τόνοι άρχισαν να επιστρέφουν στα έργα και την ιδεολογία του, πράγμα που φάνηκε ξεκάθαρα στο ποίημα «Πάσχα 1916» το οποίο έγραψε με αφορμή εκείνα τα γεγονότα6. Μέσα στο 1916 ο Γέητς ταξίδεψε στο Παρίσι. Εκεί συνάντησε την αγαπημένη του Μαντ Γκον. Σε εκείνη απευθυνόταν το γνωστό του ποίημα με τον τίτλο «Πάτα ελαφρά γιατί πατάς τα όνειρά μου», που στην χώρα μας έχει τροποποιηθεί για τις ανάγκες παλαιότερου τραγουδιού. Η Γκον, πάντως, έμεινε για δεύτερη φορά ασυγκίνητη από τις ερωτικές προτάσεις του ποιητή. Το ίδιο και η όμορφη υιοθετημένη κόρη της, την οποία


ζήτησε σε γάμο για να εισπράξει τελικά μια απόρριψη Μάλιστα η σχέση του με τις τάσεις της «συντηρητικής από εκείνη και την μητέρα της. Ωστόσο την ίδια χρονιά επανάστασης7» δεν έμεινε στο πεδίο της θεωρητικής προέκυψε για τον Γέητς μια ερωτική σχέση που τελικά ανάλυσης. Συμφωνώντας με τον φίλο του Έζρα τον οδήγησε στον γάμο. Γυναίκα του έγινε η Γεωργία Πάουντ, δεν δίστασε να δηλώσει την συμπάθειά του Χάιντ-Λις, μια κοπέλα που του είχε γνωρίσει στο για την ιδεολογία του φασισμού. Συνδέθηκε έτσι με παρελθόν ο Έζρα Πάουντ και με την οποία είχαν κοινά την αδύναμη πολιτικά ιρλανδική φασιστική ομάδα των ενδιαφέροντα. Η Γεωργία χάρισε τελικά στον ποιητή κυανοχιτώνων για την οποία έγραψε τρεις ύμνους8. Μολονότι έχαιρε ευρείας αναγνώρισης ο Γέητς και δύο παιδιά. Ο Γέητς από το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει δοκίμια, άρθρα και αιώνα είχε αρχίσει να ασχολείται εντατικά με ψυχικές λογοτεχνικά κείμενα. Μέχρι το τέλος της ζωής του έρευνες μέσω πνευματιστών και μέντιουμ. Ασφαλώς, συνέχισαν να δημοσιεύονται σημαντικές ποιητικές του τα παρακολουθούσε όλα αυτά όχι ως θιασώτης αλλά με συλλογές. Κάποιες εξ αυτών ήταν «Ο Πύργος» του ερευνητικό και λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Η γυναίκα του 1928, «Η Πανσέληνος του Μαρτίου» του 1935 και τα είχε κι αυτή εμπλακεί σε πνευματιστικούς πειραματισμούς «Τελευταία Ποιήματα» των ετών 1936-1939. Προς τα και συνέχισε να το κάνει όντας παντρεμένη με τον τέλη της ζωής του προκάλεσε αίσθηση η επιλογή του να ποιητή. Τελικά ο Γέητς έχοντας αρκετές εμπειρίες στο θέμα της μελέτης των υπερφυσικών εμπειριών και όντας ώριμος εσωτεριστής, δημοσίευσε το 1925 το έργο «Ένα Όραμα» που αποτέλεσε το απόσταγμα αυτών του των γνώσεων. Επρόκειτο για ένα δοκίμιο στο οποίο δοκίμασε να εξηγήσει την ανθρώπινη φύση, την ιστορία και την μεταθανάτια πορεία της ψυχής, μέσα από μια φιλοσοφική κυκλική αντίληψη του ιστορικού Ιρλανδικό Πάσχα του 1916 χρόνου. Ως πρώτες του επιρροές, που τον οδήγησαν στο να υιοθετήσει αυτή την παραδοσιοκρατική συνάπτει ερωτικούς δεσμούς με νεότερες γυναίκες. Η φιλοσοφική ατραπό, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πλέον παράξενη και αντιφατική απ’ αυτές ήταν εκείνη με τον Μπαλζάκ και την Μπλαβάτσκυ. Εντούτοις, μόλις την αναρχική και σεξουαλικά ελευθεριακή συγγραφέα το «Ένα Όραμα» κυκλοφόρησε, ο Γέητς ενημερώθηκε Ethel Mannin. Τόσο η μεγάλη διαφορά ηλικίας όσο για την παρόμοια φιλοσοφική αντίληψη που εξέφραζε και οι πολιτικές αντιθέσεις τους γέννησαν εύλογα πολύ πιο εμπεριστατωμένα ο Γερμανός φιλόσοφος ερωτηματικά. Εκείνος, πάντως, αντλούσε απερίσπαστος Όσβαλντ Σπένγκλερ στο έργο «Η Παρακμή της Δύσης». έμπνευση από τις ερωτικές του περιπέτειες. Έμπνευση Άρχισε τότε να διαβάζει τον Σπένγκλερ και να ψάχνει που μετουσίωνε σε εξαιρετικής ποιότητας λογοτεχνία. Ο ποιητής άφησε τον κόσμο της υλικής εμπειρίας όλες τις προγενέστερες σχετικές φιλοσοφικές αναφορές στον Βίκο, τον Χέγκελ και άλλους στοχαστές. Για τον Ιανουάριο του 1939. Το Abbey Theatre παρέμεινε πολλά χρόνια εργαζόταν συμπληρώνοντας το δικό του κλειστό για μια βδομάδα μετά το θάνατό του σε ένδειξη κείμενο, μέχρι που τελικά το επανακυκλοφόρησε στην πένθους. Παρουσιάζει ενδεχομένως ενδιαφέρον το ότι ο Τ. Σ. Έλιοτ, με τον οποίο ο Γέητς είχε διαφωνήσει καθ’ επεξεργασμένη του εκδοχή το 1937. Από την χρονιά του γάμου του μέχρι και το 1923 ο όλη την λογοτεχνική του διαδρομή κατηγορώντας τον ως Γέητς κατάφερε να αναγνωριστεί παγκοσμίως. Το 1922 αντιρομαντικό, άφησε στην άκρη της μεθοδολογικές τους έγινε μέλος της Γερουσίας του ελεύθερου Ιρλανδικού διαφωνίες και εκτίμησε την σπουδαιότητα του Ιρλανδού Κράτους και μέσω της θέσης αυτής φρόντισε όσο ποιητή. Ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς μπορεί να απεβίωσε καλύτερα μπορούσε τις καλλιτεχνικές υποθέσεις το 1939 αλλά, όπως γράφει Σπύρος Ηλιόπουλος, στο της χώρας του. Το 1923 τιμήθηκε με το βραβείο λογοτεχνικό του έργο «είχε αμφισβητήσει την εξουσία Νόμπελ λογοτεχνίας. Παράλληλα, εκείνα τα χρόνια οι του θανάτου9» και «είχε μετουσιώσει τον απόλυτο ιδεολογικές του αναζητήσεις τον έφεραν στην πλευρά υποκειμενισμό σε θριαμβική ποίηση κι είχε διεκδικήσει της νεορομαντικής, συντηρητικής διανόησης η οποία τα δικαιώματα της φαντασίας σ’ έναν κόσμο που την θεωρούσε ότι ήταν αρνητικό ιστορικό γεγονός η περιφρονούσε, στον κόσμο κάποιων υπαλλήλων, επικράτηση της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας εμπόρων κι εργολάβων με «δειλή ανάσα», όπως θα μετά τον Πρώτο παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη. έλεγε ο ίδιος10». 21


Σημειώσεις 1) Σχετικές έρευνες που έλαβαν χώρα εκείνα τα χρόνια κατέληξαν στο συμπέρασμα πως τα φημολογούμενα θαύματα της Μπλαβάτσκυ ήταν απλώς απάτες. 2) Διαβάστε τις σχετικές πληροφορίες στο άρθρο της Μαρίας και του Νίκου Βλαντή, που φέρει τον τίτλο «Προραφαηλίτες. Μια επαναστατική καλλιτεχνική αδελφότητα», το οποίο δημοσιεύθηκε στο 7ο τεύχος του περιοδικού «Φανταστική Λογοτεχνία», τον Δεκέμβριο του 2010. 3) Το πάντρεμα της αρχαιότητας με τον μεσαίωνα αναδύθηκε σε πολλές αναλύσεις των θεωρητικών του εθνικιστικού πολιτικού Ρομαντισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν «Τα στοιχεία της πολιτικής τέχνης» που δημοσίευσε το 1811 ο Γερμανός ρομαντικός Άνταμ Μύλλερ. Πρόκειται για το πρώτο μανιφέστο του ολοκληρωτικού κράτους και της κορπορατιστικής, εθνικιστικής, οικονομίας, που μετέφρασε για τις ανάγκες της διδακτορικής μου διατριβής ένας καλός φίλος. Αλλά και στην ελληνική ρομαντική εθνικιστική αφήγηση του 19ου αιώνα, ο στόχος του Παπαρρηγόπουλου και των υπολοίπων Ελλήνων ρομαντικών ήταν ακριβώς αυτός. 4 ) William Batler Yeats, «Μυθολογίες και Οράματα», μετάφραση Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1999, σελ. 24. 5) Εκείνη την εποχή οι εθνικιστές της Ευρώπης στρέφονταν κατά της μετανάστευσης. Ωστόσο η μετανάστευση δεν αφορούσε, όπως συμβαίνει σήμερα, πληθυσμούς από άλλες ηπείρους που έρχονται στην Ευρώπη αλλά ευρωπαϊκούς πληθυσμούς που μετανάστευαν στην Αμερική. Το συγκεκριμένο θέμα ήταν ψηλά στην πολιτική ατζέντα των εθνικιστών, καθώς μεγάλες μάζες των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων και της φτωχολογιάς εγκατέλειπαν τις χώρες τους αναζητώντας μια θέση στον ήλιο της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Έλληνας εθνικιστής λογοτέχνης Περικλής Γιαννόπουλος, σύμφωνα με όσα γράφει ο Παύλος Νιρβάνας στα «Άπαντά» του, προσελήφθη στις αρχές του 20ου αιώνα σε ένα από τα «μεταναστευτικά γραφεία» τα οποία οργάνωναν το υπερατλαντικό ταξίδι και τις πρώτες κινήσεις των Ελλήνων που μετανάστευαν στην Αμερική. Αντί, λοιπόν, ο Γιαννόπουλος να οργανώνει τις μετακινήσεις, χρησιμοποίησε την θέση του αγωνιζόμενος να πείσει τους πελάτες του να μην μεταναστεύσουν και να μην εγκαταλείψουν τις προγονικές τους εστίες. Γρήγορα, βέβαια, έγινε αντιληπτός και παραιτήθηκε από την εργασιακή του θέση. Το γεγονός, όμως, ότι ένας απένταρος (εκείνη την εποχή) συγγραφέας έχασε την εργασιακή του θέση για αυτό τον λόγο, αποτέλεσε ένα από τα ευτράπελα της λογοτεχνικής κοινότητας των Αθηνών, σύμφωνα με την περιγραφή του Νιρβάνα. 6) Μια ριζοσπαστική εθνικιστική ιρλανδική οργάνωση, η Ιρλανδική Ρεπουμπλικανική Αδελφότητα, που υποστήριζε την ένοπλη απελευθέρωση των ιρλανδικών εδαφών από το βρετανικό στέμμα, αποφάσισε τον Ιανουάριο του 1916 να οργανώσει μια εξέγερση. Με εκείνη την πρόταση συμφώνησε και η Ιρλανδική Πολιτοφυλακή, μια ομάδα μαχητικής περιφρούρησης των ιρλανδικών συνδικάτων από την αστυνομική βία του στέμματος. Τέλος, συμφώνησε να συμμετάσχει και η ομάδα των Ιρλανδών Εθελοντών, η οποία διέθετε περίπου χίλια μέλη του ιρλανδικού εθνικιστικού κινήματος που ήταν εκπαιδευμένα για περιπτώσεις ένοπλης συμπλοκής. Οι εκπρόσωποι των τριών ομάδων έσπευσαν για βοήθεια στην Γερμανία, η οποία τότε πολεμούσε την Βρετανία στις γραμμές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Γερμανοί δέχτηκαν να στείλουν βοήθεια, κυρίως οπλική, με ένα υποβρύχιο. Οι Άγγλοι όμως το ανακάλυψαν και το ακινητοποίησαν, στερώντας τους Ιρλανδούς επαναστάτες από τον οπλισμό που περίμεναν. Μολονότι σχεδόν άοπλοι οι Ιρλανδοί ξεκίνησαν την επανάσταση την Δευτέρα του Πάσχα, του 1916. Ήταν προφανές ότι

22

δεν είχαν καμιά τύχη. Πολέμησαν όμως ηρωικά και ανάγκασαν τους Άγγλους να τραβήξουν πολλές χιλιάδες στρατιωτών από το μέτωπο του παγκοσμίου πολέμου. Η ηρωική θυσία εκείνων των επαναστατών ξύπνησε την υπερηφάνεια των Ιρλανδών, που μετά από νέους αγώνες κι έπειτα από τις συγκρούσεις της περιόδου 1919-1922, κατάφεραν να κερδίσουν την ανεξαρτησία στο νότιο τμήμα του νησιού τους. 7) Ως «συντηρητική επανάσταση» στην ιστορία των ιδεών έχει καταγραφεί η ανάπτυξη ενός ισχυρού πνευματικού ρεύματος στην μεσοπολεμική Γερμανία, που μολονότι διέθετε ρομαντικές καταβολές παρουσίαζε αναλύσεις στις οποίες μπόλιαζε τον παλαιό ρομαντισμό με τις τρέχουσες επιστημονικές εξελίξεις. Ως αποτέλεσμα αυτού του ιδεολογικού μπολιάσματος οι στοχαστές που προέρχονταν από το ρεύμα της «συντηρητικής επανάστασης» μπόρεσαν να καταθέτουν ρομαντικές, εθνικιστικές πολιτικές προτάσεις ενάντια στην αστική, φιλελεύθερη δημοκρατία και την ευρύτερη κουλτούρα του Διαφωτισμού, οι οποίες ήταν επίκαιρες και μάλιστα αμέσως μετά τη νίκη των φιλελεύθερων χωρών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι «συντηρητικοί επαναστάτες» αποτέλεσαν την διανόηση εκείνη που αναζωπύρωσε την θεωρία του πολιτικού Ρομαντισμού κατά την εποχή που στο πεδίο των μαχών ο ιδεολογικός τους αντίπαλος, δηλαδή ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, είχε θριαμβεύσει. Αν και οι περισσότεροι παρέμειναν ιδεολογικά στο πεδίο του συντηρητικού εθνικισμού είναι γεγονός ότι η εξάπλωση των ιδεών τους συνέβαλε στην άνοδο των ριζοσπαστικών εθνικιστικών κινημάτων του φασισμού κατά τον μεσοπόλεμο. Ο όρος του «συντηρητικού επαναστάτη», αν θελήσουμε να είμαστε ακριβείς, θα πρέπει να δηλώσουμε ότι χρησιμοποιείται για τους Γερμανούς στοχαστές αυτής της νεορομαντικής τάσης. Ωστόσο, παρόμοιες αντιλήψεις αναπτύχθηκαν και στις χώρες της υπόλοιπης Ευρώπης. Γι αυτό και στο εισαγωγικό σημείωμα χρησιμοποιώ τον όρο στην πιο χαλαρή του εκδοχή, προκειμένου να περιγράψω την συνολική αυτή πνευματική τάση του μεσοπολέμου και όχι την στενά γερμανική της εκδοχή. 8) Επρόκειτο για τους κυανοχίτωνες, που οργανώθηκαν από τον απόστρατο αστυνομικό Ίοϊν Ο’ Ντάφι το 1933 αλλά διαλύθηκαν το 1937. Οι κυανοχίτωνες συγκρότησαν μια οργάνωση που διέθετε ανάμικτα γνωρίσματα συντηρητικού και φασιστικού εθνικισμού, και που αρχικά δεν εξελίχθηκε σε κόμμα αλλά εστίασε στην συμμετοχή σε συγκεντρώσεις και πορείες. Αποτέλεσε μετεξέλιξη παλαιότερης συντηρητικής οργάνωσης και υπό την ηγεσία του Ίοϊν Ο’ Ντάφι μετονομάστηκε σε «Εθνική Φρουρά» το 1933. Τα μέλη της αποκαλούνταν κυανοχίτωνες λόγω των μπλε χιτωνίων που φορούσαν. Η «Εθνική Φρουρά» ανέστειλε την λειτουργία της και εντάχθηκε στο νέο συντηρητικό καθολικό κόμμα Fine Gael Party για λίγο καιρό. Ωστόσο το 1935 ο Ο’ Ντάφι ανεξαρτητοποιήθηκε και ίδρυσε το Εθνικό Κορπορατιστικό Κόμμα, δίνοντας πολιτική οντότητα στο κίνημα των κυανοχιτώνων και ανοίγοντας έναν κύκλο επαφών με άλλα ευρωπαϊκά φασιστικά κόμματα. Μάλιστα, οι κυανοχίτωνες συγκρότησαν ένα απόσπασμα εθελοντών, που πολέμησε στο πλευρό των εθνικιστών στον ισπανικό εμφύλιο. Όμως η απήχηση του κόμματός τους στην Ιρλανδία ήταν μικρή, γεγονός που τους οδήγησε στην διάλυση το 1937. Προτεινόμενες μελέτες σχετικά με τον ιρλανδικό φασισμό είναι οι εξής. M Mannity, «The Blueshirts» (1970) και J.J Barnes& P.P Barnes, «James Vincent Murphy: Translator and interpreter of Fascist Europe 1880-1946», (1987). Στα ελληνικά σημαντικό εγχειρίδιο είναι εκείνο του Στάλνεϊ Πέιν, που κυκλοφορεί υπό τον τίτλο «Η Ιστορία του Φασισμού», από τις εκδόσεις Φιλίστωρ, σε μετάφραση του Κοσμά Γεώρμα. 9 & 10) William Batler Yeats, «Μυθολογίες και Οράματα», μετάφραση Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1999, σελ. 36.


Οι Κυρίαρχοι του Σύμπαντος / Blackstar του Φιλίππου Βαβουλάκη

Εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από τη Γη... μέσα στο Χάος, ένα Σύμπαν ολόκληρο συγκλονίζεται από τον Αγώνα για την ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ, ανάμεσα στο ΚΑΛΟ και στο ΚΑΚΟ. Ποιός θα την κατακτήσει;

Η

υποβλητική αφήγηση στο διαφημιστικό σποτάκι από τον Κωνσταντίνο Σκόκο1 μονοπωλούσε το ενδιαφέρον και γήτευε την φαντασία, κατευθύνοντας μας σε έναν αρχαίο γαλαξία, όπου τα γεννήματα του Χάους έπαιρναν την πρώτη τους μορφή στα υποσελήνια πεδία και οι δυνάμεις της Τάξεως και της Εντροπίας φέροντας τα κοσμικά τους λάβαρα εφορμούσαν σε μια αέναη πάλη για την τελική επικράτηση που δεν έρχεται ποτέ.

Η εταιρεία Galoob και η El Greco Το 1983 βγήκαν στην αγορά οι φιγούρες από την εταιρεία Galoob και το 1984 κυκλοφόρησαν εκ νέου με την προσθήκη ενός λαμπτήρα στο εμπρόσθιο μέρος. Τις φιγούρες συνόδευαν δαίμονες-γκόμπλινς και trobbits ή νανάκια, όπως είναι γνωστά στο Ελληνικό κοινό. Το 1985 η ελληνική El Greco σύστησε τις φιγούρες αυτές στα Ελληνόπουλα με το όνομα «Οι Κυρίαρχοι του Σύμπαντος» κάνοντας δημιουργικές παρεμβάσεις, όπως την αλλαγή των ονομάτων των ηρώων3, την ανακατάταξη στρατοπέδων καλών και κακών, καθώς και την προσθήκη 16σέλιδου comic από Έλληνες σκιτσογράφους/κειμενογράφους, που υπήρχε μέσα στο κουτί των Αστρόπλοιων, του Space Diamond4 και Black Spider5. Μια άλλη κυκλοφορία της Galoob ήταν και οι «The Unfaceables», που δεν είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με την σειρά Blackstar, αλλά ήταν φιγούρες ανάλογης αισθητικής με αυτές των «Κυρίαρχων..», ώστε η El Greco να τις κυκλοφορήσει στην ενότητα των «Κυρίαρχων του Σύμπαντος», εντός της οποίας έγιναν περισσότερο γνωστοί ως «Σεληνάνθρωποι». Οι κυκλοφορίες της Galoob περιλαμβάνουν ακόμη περισσότερες φιγούρες και playsets από αυτά που εμφανίστηκαν στην ελληνική αγορά των παιχνιδιών. Ωστόσο η δημοφιλία του παιχνιδιού ήταν βραχύβια και επισκιάσθηκε πολύ σύντομα από εκείνη της σειράς «He Man and the Masters of the Universe».

Blackstar

Πολλά χρόνια μετά

Η σειρά κινουμένων σχεδίων επιστημονικής φαντασίας Blackstar έκανε την εμφάνιση της στις αμερικανικές οθόνες το 1981 και είχε αρκετές ομοιότητες με την αντίστοιχη σειρά He-Man and the Masters of the Universe χωρίς όμως να έχει την ανάλογη εμπορική επιτυχία. Ο αστροναύτης John Blackstar παγιδεύεται σε μια μαύρη τρύπα και μεταφέρεται σ’ ένα αρχαίο σύμπαν. Εγκλωβισμένος πλέον στον πλανήτη Σαγκάρ, ενώνει τις δυνάμεις του με τα Trobbits2 στον αγώνα για την ελευθερία απέναντι στον Επικυρίαρχο Overlord, που δυναστεύει τον πλανήτη με το Άστρο της Δύναμης. Από το φως του Άστρου σφυρηλατήθηκαν τα δυο σπαθιά, το Σπαθί της Δύναμης και το Σπαθί του Άστρου, αφού η μοίρα έτσι όρισε, τα δυο αδελφά σπαθιά να αντιμάχονται το ένα το άλλο. Η σειρά ολοκληρώθηκε σε δεκατρία επεισόδια, από τον Σεπτέμβριο του 1981 έως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Παρακολουθώντας σήμερα τα επεισόδια της σειράς, μετά το αρχικό ευχάριστο ξάφνιασμα και τους συναισθηματικούς συνειρμούς της νοσταλγίας του παρελθόντος, αντιλαμβάνομαι ότι η αφήγηση που ξετυλίγεται είναι απλοϊκή, με ηρωικό υπόβαθρο και απαλλαγμένη από κάποιο φιλοσοφικό ή ποιητικό αξίωμα. Βλέπεται ευχάριστα από κάποιον που τον γοητεύει η επική αισθητική αλλά δεν διεκδικεί δάφνες. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 είχα στην κατοχή μου κάποιες φιγούρες των Κυρίαρχων και μια των Σεληνανθρώπων, δώρα από τον πατέρα μου. Η ανάμνηση της εντύπωσης που μου έκαναν οι φιγούρες αυτές με την δύναμη της αισθητικής είναι μαγευτική. Ήταν τα κουτιά τους με τα εντυπωσιακά τους χρώματα; Η διαστημική όσο και επική θεματική; Η καθηλωτική φωνή του Σκόκου που υπνώτιζε και διέγειρε τα φαντασιακά μας οράματα; Ποιος ξέρει…; Οι «Κυρίαρχοι του Σύμπαντος» δεν ήταν ένα παιχνίδι σαν το «Κάστρα και Πολιορκητές» -ή πόσο μάλλον το Subbuteo. Οι φιγούρες του

23


Πολυ ιμα Με αλλα Cirith Ungol – King of the Dead (1984)

ήταν στατικές. Δεν είχε κίνηση και κανονισμούς. Διέθετε, όμως, τα αισθητικά αρχέτυπα μέσω των εξώκοσμων μυθικών μορφών, όπου γονιμοποίησαν την άδηλη ακόμη φαντασία, φέροντάς μας σε επαφή υπερβατικά πεδία και προετοιμάζοντας το μεταγενέστερο πέρασμά μας στην λογοτεχνία του φανταστικού και στην Heavy Metal κοσμογονία. Οι «Κυρίαρχοι…» επέζησαν στη μνήμη μου και μέσα από μια ατμοσφαιρική ανάμνηση. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ήμασταν αποκλεισμένοι οικογενειακώς από τα χιόνια στο εξοχικό μου, χωρίς ρεύμα, με μια σόμπα πετρελαίου και μια λάμπα υγραερίου, και ‘γώ στεκόμουν εκεί, ασάλευτος, με το βλέμμα μου να ατενίζει τα χιονισμένα τοπία και με μεταφυσικά οράματα να αγναντεύω το παγωμένο Κάστρο της Κυριαρχίας, μέσα στους παιδικούς λειμώνες της ψυχής. Σήμερα μαζεύω εκ νέου τις φιγούρες αυτές, όπως κάνω και με τ’ άλλα παιχνίδια των ανέφελων εκείνων χρόνων, προσπαθώντας επίμονα να περισώσω ό,τι μπορώ από εκείνα τα μακρινά Καλοκαίρια της παιδικότητας από τον επερχόμενο Άδη της ενηλικίωσης, προσδοκώντας θύμισες προσώπων αγαπημένων και φιλίες που κρατήσανε και άλλες που σαν ώριμοι καρποί έπεσαν από το δένδρο της ζωής και χαθήκαν. Το ενδεχόμενο να ασχοληθεί κάποιος με αυτή τη συλλογή, και ιδίως με τις κυκλοφορίες της El Greco, οφείλω να προειδοποιήσω ότι είναι ομολογουμένως αρκετά δαπανηρό. Δυστυχώς κάποιοι εμπορεύονται την νοσταλγία και την ανάμνηση της παιδικότητας, αποσπώντας σημαντικά χρηματικά ποσά. Αν πάλι είστε αμετανόητοι συλλέκτες παιδικών αναμνήσεων, όπως ο γραφών, τότε οπλισθείτε με υπομονή και ο χρόνος θα τα φέρει.

1) Πρώτη επαφή με τις διαφημίσεις της El Greco των παιχνιδιών «Κάστρα και Πολιορκητές», «Κυρίαρχοι του Σύμπαντος» και «Αγρίμια»: εκφώνηση Κωνσταντίνος Σκόκος. 2) Λέξη σύνθετη από τις Troll και Hobbits 3)Για την ιστορία, από την μεριά των καλών ήταν οι Άτλας, Λέων, Νέπτουλ, Όβερλορντ μαζί με τα νανάκια ή Silverman (κατά την Ελληνική εκδοχή της El Greco). Απέναντί τους οι επικυρίαρχοι, Σκόρπιο, Τόνγκο, Κάργκο, Ζόαρ μαζί με τα δαιμονάκια. 4) Το Αστρόπλοιο «Space Diamond» και ο Δράκος (Warlock) ήταν υποστατικά του αρχηγού των καλών Άτλα. 5) Το αστρόπλοιο «Black Spider» και ο ιπτάμενος Κέρβερος (Triton) ήταν υποστατικά του αρχηγού των κακών, Σκόρπιο.

24

To heavy metal αναμφίβολα δεν είναι για όλους. Απαιτεί πρώτον να είναι «γυμνασμένα» τα αυτιά σου και δεύτερον να μην περιμένεις με το πρώτο άκουσμα τις εύκολες μελωδίες και τα «πιασάρικα» ρεφρέν που θα σου κολλήσουν στο μυαλό. Άλλωστε το αυθεντικό metal υπήρξε ο ορισμός του αντι-εμπορικού είδους μουσικής και γι’ αυτό η μουσική βιομηχανία το εκδικήθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Η εισαγωγή αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία όταν έχουμε σκοπό να αναφερθούμε στους περίφημους Cirith Ungol. Η «απαίσια» φωνή του Tim Baker, η περίεργη παραγωγή, οι υψηλοί τόνοι στο μπάσο, η τραχιά κιθάρα, επιτείνουν την αίσθηση της δύσκολης προσέγγισης του ήχου τους από τους «κοινούς θνητούς». Εδώ θα ήθελα να κάνω και μια μικρή εξομολόγηση-απολογία. Τα παιδικά μου αυτιά, εκεί στα 1984, μια ιερή χρονιά για τον σκληρό ήχο, δεν ήταν αρκετά ώριμα να συλλάβουν το μέγεθος της αξίας τους και ως εκ τούτου πέραν από το ανεπανάληπτο έργο τέχνης στο εξώφυλλο του βινυλίου (του Michael Whelan), δεν ασχολήθηκα όσο άξιζε. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και το καλοκρυμμένο διαμαντάκι της δισκοθήκης μου, ξεδίπλωσε μπροστά στα έμπειρα πια αυτιά μου τον θησαυρό του. Είναι αλήθεια ότι στο πρώτο άκουσμα ίσως βιαστείς να τους προσπεράσεις. Αυτό είναι όμως το βαρύ τίμημα για όσους δεν έδωσαν δεύτερη και τρίτη ευκαιρία στους Cirith Ungol. Γιατί αυτοί οι μάγκες είναι προφανές ότι φτύνουν κατάμουτρα την εμπορική επιτυχία, μπαίνοντας στον κόπο να δημιουργήσουν έναν περίπλοκο δίσκο. Θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες, αλλά θα αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι σας τα σκοτεινά


δώματα του πύργου της φωτιάς «kee’reeth oo’ngol», δηλαδή το ηχητικό concept, τους στίχους, τα μη τυπικά σόλo κιθάρας του αείμνηστου Jerry Fogle, το άναρχο μπάσο, την επιτηδευμένη φωνή – γκόμπλιν τσιρίδα – του Tim Baker και τόσα άλλα. Καθόλου τυχαία δεν αναφέρω τίτλους κομματιών. Καλώς ορίσατε στο περίεργο βασίλειο των ιδιόρρυθμων ...καλιφορνέζων (τι ειρωνία !!!). Ξεχάστε τις ηλιόλουστες παραλίες και τα λυγερά κορμιά και υποδεχτείτε τον ακατέργαστο, τραχύ, αιμοβόρικο και ταυτόχρονα πομπώδη, ατμοσφαιρικό ήχο, αντάξιο του τίτλου που φέρει η μπάντα, που αν και είναι στην γλώσσα των ξωτικών, εντούτοις με την βοήθεια της περιγραφής του Τόλκιν, το πέρασμα της Αράχνης είναι το ίδιο σκοτεινό, ζοφερό και ανατριχιαστικό όπως οι doom metal progressive, ύμνοι των Cirith Ungol. Βλάσης Λύρας

Peste Noire Ballade Cuntre lo Anemi Francor (2009) Οι Peste Noire είναι ένα πολύ σημαντικό γαλλικό black metal σχήμα. Με δηλωμένη πολιτική τοποθέτηση στον χώρο του αναρχοεθνικισμού και με πολύ καλές μουσικές ιδέες έχουν καταφέρει να χαρίσουν στην «μαυρομεταλλική» σκηνή εξαιρετικές δουλειές. Μια απ’ αυτές είναι κι ο δίσκος «Ballade Cuntre lo Anemi Francor». Εμπνευσμένος από μελωδίες της γαλλικής μεσαιωνικής μουσικής, με ενδιαφέρουσες στιχουργικές αναφορές (ακόμη και για την Action Française), ο εν λόγω δίσκος αποπνέει κάτι το αυθεντικά, μεσαιωνικά επικό. Τα γυναικεία φωνητικά άλλοτε ακούγονται υμνικά και καθαρά σαν κρύσταλλο κι άλλοτε σκοτεινά σαν ξόρκι μάγισσας ενώ τα τραχιά αντρικά είναι τραγουδισμένα σε εμβατηριακούς τόνους. Το ομώνυμο τραγούδι μας ταξιδεύει στα κάστρα του γαλλικού μεσαίωνα. Καταπληκτικό το «La Mesnie Mordrissoire», σε πιο gothic αποχρώσεις το «Concerto Pour Cloportes». Ακούγοντας τις μελωδίες αυτού του album ο ακροατής νιώθει πως ετοιμάζεται για πόλεμο. Κι όλο αυτό είναι δοσμένο με την υπαρξιακή αγωνία και την ρομαντική νοσηρότητα του «μαυρομεταλλικού» ήχου.» Συμπερασματικά, το «Ballade Cuntre lo Anemi Francor αποτελεί ένα αληθινό έπος για τους λίγους, εξοικειωμένους με αυτό τον απόκοσμο ήχο.

TRÖJAN Chasing The Storm (1985) Οι TRÖJAN ήταν ένα από τα βραχύβια συγκροτήματα της σκηνής του New Wave Of British Heavy Metal. Κατάγονταν από το Wigan της Αγγλίας και κυκλοφόρησαν τέσσερα demos από το 1982 έως το 1984 ενώ συμμετείχαν και στην συλλογή «Metal MAniax» (1982) με το τραγούδι «Premonition». Ωστόσο, η χρονιά τους ήταν το 1985 όταν και ήρθε στο προσκήνιο ο μοναδικός ολοκληρωμένος τους δίσκος υπό τον τίτλο «Chasing the Storm». 25

Το «Chasing..» αποτελεί μια κυκλοφορία στην οποία η αγγλική τετράδα έδωσε τον καλύτερο της εαυτό και μας πρόσφερε αληθινό, ωμό και γρήγορο heavy metal, με αρκετά μελωδικά στοιχεία και στίχους ενδεικτικούς της πολεμικής, πεζοδρομιακής κουλτούρας του παλαιού, αυθεντικού heavy metal της δεκαετίας του ‘80. Τραγούδια με τίτλους όπως «Only The Strong Survive» και «Take No Prisoners» αποκαλύπτουν του λόγου το αληθές. Κιθάρες που ξυραφίζουν με μια γλυκόπικρη τραχύτητα, γρήγορα riffs που συνδυάζουν τους Iron Maiden της εποχής του «Powerslave» και του πρώτου ομώνυμου δίσκου τους, υψίφωνος τραγουδιστής και διάθεση για συνεχές head banging μέχρι να γκρεμιστεί το σύμπαν! Αυτά είναι τα στοιχεία της συνταγής των TRÖJAN. Κορυφαίο τραγούδι τους είναι αναμφίβολα του «Icehouse» ενώ ιδιαίτερης μνείας αξίζει και το εξώφυλλο του δίσκου, που αποπνέει έναν «επικό γοτθισμό» ικανό να μεταφέρει νοερά τους καταρτισμένους αναγνώστες της λογοτεχνίας του φανταστικού στους κόσμους του Οράτιου Ουόλπολ. Σταμάτης Μαμούτος

Lady Killer – Lady Killer (1982) Η συνολική αισθητική μιας Heavy Metal δισκογραφικής δημιουργίας αποτελούσε -και αποτελεί, σε μικρότερο δυστυχώς, βαθμό - πολύ σημαντικό μέρος αυτής. Το ομώνυμο ντεμπούτο των Αμερικάνων Lady Killer (οι οποίοι ξεκίνησαν με το όνομα White Dragon στα τέλη της δεκαετίας του ’70), μνημονεύεται σε αφιερώματα πρωτίστως για το εκπληκτικό του εξώφυλλο, παρά για τη μουσική του αξία. Όχι άδικα ίσως. Ο ήχος των Lady Killer, παραπέμπει στο πρωτόλειο NWOBHM (με κάποιες αμερικάνικες αιχμές) και συγκεκριμένα στο παρθενικό album των Tygers Of Pan Tang, «Wild Cats». Ο δίσκος ηχογραφήθηκε μέσα σε επτά μόλις ημέρες, ουσιαστικά live, με ελάχιστες ηχητικές βελτιώσεις. Τα τραχιά, αντρικά φωνητικά του K.K. Burns, ηχούν ταιριαστά υπό την ακατέργαστη μουσική προσέγγιση του συγκροτήματος. Το κουιντέτο διαθέτει νεύρο, μουσική ένταση, μα δυσανάλογη έμπνευση. Και με εξαίρεση το δυναμικό «Lightning Strikes Twice», που όχι άδικα ανοίγει το δίσκο, οι υπόλοιπες συνθέσεις διακρίνονται για τη ταχύτητα τους, το άκρατα μεταλλικό πάθος τους, δύσκολα όμως διατηρούνται στη μνήμη, μετά το πέρας της ακρόασης. Tα «Breaking Away» και «Lady Killer» στέκονται ένα σκαλοπάτι άνω των υπολοίπων. Οι Lady Killer ηχογράφησαν κάποια demos με νέο τραγουδιστή, όχι όμως και δεύτερο δίσκο. Διαλύθηκαν αφήνοντας παρακαταθήκη, ένα τίμιο δίσκο αυθεντικού Heavy Metal που αντανακλά την εποχή του. Λίγους μήνες πριν (καλοκαίρι του 2017), η Heaven @Hell (μικρή δισκογραφική εταιρία που ειδικεύεται σε επανακυκλοφορίες obscure δίσκων, σε εξαιρετικές εκδόσεις), επανακυκλοφόρησε όλο το υλικό των Lady Killer, ομορφαίνοντας έτσι την δισκοθήκη μας, με αυτό το εξώφυλλο-αριστούργημα.

Χρήστος Νάστος


Joe Haldeman : The Forever War

με δελτίο, έκρηξη εγκληματικότητας, ενώ η λύση που προκρίνουν οι κυβερνήσεις των κρατών για την εξάλειψη του υπερπληθυσμού είναι η …ομοφυλοφιλία! Αυτό το σημείο το βρίσκω μάλλον προφητικό, καθώς, ο πρωταγωνιστής αντιμετωπίζει αυτήν την κατάσταση το έτος 2024. Πολύ κοντά σε εμάς και με πολλές ενδείξεις για το που μας οδηγεί σήμερα η φιλελεύθερη νεωτερικότητα. Δυστυχώς, δεν στάθηκε προφητικός ο λόγος του συγγραφέα στην κατάκτηση του διαστήματος. Παρουσιάζει την ανακάλυψη των κινητήρων γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ενώ το ταξίδι του πρωταγωνιστή για την πρώτη του εμπλοκή με τους Taurans ξεκινά το 1997. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, βέβαια, πως το έργο γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, όταν το πεπρωμένο της Ανθρωπότητας ήταν ακόμη τα αστέρια και όχι η ικανοποίηση του Εγώ.

του Flammentrupp

T

o «The Forever War» είναι ένα μυθιστόρημα στρατιωτικής επιστημονικής φαντασίας (military science fiction) γραμμένο από τον Joe Haldeman, που εκδόθηκε το 1974. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1943 στην Οκλαχόμα των Η.Π.Α και πήρε πτυχίο Φυσικής και Αστρονομίας από το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ το 1967. Στη συνέχεια υπηρέτησε για δύο χρόνια στον αμερικανικό στρατό ως μηχανικός στον πόλεμο του Βιετνάμ, όπου τραυματίστηκε εν ώρα μάχης κι έλαβε για τις υπηρεσίες του το μετάλλιο της Πορφυρής Καρδιάς. Οι εμπειρίες του εκεί μεταφέρθηκαν στο χαρτί, τόσο στο παρόν μυθιστόρημα όσο και σε άλλα. Το 1975, έλαβε πτυχίο Δημιουργικής Γραφής από το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα. To «The Forever War», εξιστορεί τις περιπέτειες του William Mandella, νεαρού πτυχιούχου φυσικού που, όπως και οι υπόλοιποι συμπολεμιστές του άνδρες και γυναίκες, έχει επιλεγεί από τα Ηνωμένα Έθνη λόγω του υψηλού του δείκτη νοημοσύνης, της εκπαίδευσης, της υγείας και της φυσικής κατάστασης που τον χαρακτηρίζουν, προκειμένου να επανδρώσει το Εξερευνητικό Σώμα, μια ελίτ μαχητών οι οποίοι καλούνται να πολεμήσουν τους Taurans, εξωγήινους εχθρούς της Γης. Το σημείο-κλειδί του έργου είναι η χρήση της τεχνολογίας ταχύτητας-μεγαλύτερης-τουφωτός, σε συνδυασμό με το πεδίο γύρω από τα collapsars (καταρρέοντες αστέρες). Το πεδίο δίνει τη δυνατότητα στο διαστημόπλοιο που πλησιάζει με τούτη την ταχύτητα τον αστέρα, να εκσφενδονιστεί προς ένα άλλο σημείο του γαλαξία (ή έναν άλλο ίδιο αστέρα, για να φτάσει ακόμα μακρύτερα) σε μηδενικό χρόνο. Έτσι, η Ανθρωπότητα είναι έτοιμη να απλωθεί στο Σύμπαν. Όμως, βάσει της θεωρίας της σχετικότητας, ο χρόνος για εκείνον που ταξιδεύει κοντά στην ταχύτητα του φωτός, περνάει πολύ πιο αργά από τον άλλο που παραμένει στη Γη. Για τους πολεμιστές του διαστήματος, ένα χρονικό διάστημα ημερών ή μηνών ισοδυναμεί με δεκαετίες για τους πολίτες του μητρικού πλανήτη. Για τον πρωταγωνιστή μας, από την ώρα της στρατολόγησης ως την ώρα της λήξης του πολέμου και της απόλυσης από τα στρατιωτικά του καθήκοντα, έχουν περάσει περίπου 2.000 χρόνια (εξ ου και Αιώνιος Πόλεμος). Ο Joe Haldeman πέρα από τη βάση που δίνει στην εκπαίδευση και την εμπλοκή με τον εχθρό (κοινός τόπος για το είδος της military SF), κάνει ιδιαίτερη μνεία στις αλλαγές που συμβαίνουν στην ανθρώπινη κοινωνία με την πάροδο των αιώνων. Αλλαγές τρομακτικές, που δίνουν στην αφήγηση διαστάσεις δυστοπικού μυθιστορήματος. Στην πρώτη κιόλας επιστροφή του στη Γη, όπου συνοδεύεται από το απολυτήριο του στρατού (έχει κάνει την υποχρεωτική του θητεία και μόνο αν θέλει ο ίδιος επιστρέφει), ο πρωταγωνιστής βρίσκει έναν κόσμο ολότελα διαφορετικό. Ο υπερπληθυσμός έχει φέρει την κατάρρευση των περισσότερων κοινωνιών, οι οποίες έχουν οδηγηθεί ακόμη και μέσω εμφυλίων, σε επιβολή στρατιωτικού νόμου, απόκτηση τροφίμων

O Mandella στην πρώτη του, κιόλας, επιστροφή στη Γη (1997-2024) ανακαλύπτει σοκαρισμένος το πόσο μεγάλες είναι μεταβολές στο πεδίο της επικρατούσας κουλτούρας. Ο κόσμος τον οποίο κλήθηκε να υπερασπιστεί, έχει πάψει να υπάρχει. Οι συμπολεμιστές του, αλλά και γενικότερα η Υπηρεσία, είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς γι αυτόν. Ακόμα χειρότερα, οι ίδιοι άνθρωποι που πολέμησαν πλάι-πλάι κι επιβίωσαν, σε επόμενη αποστολή μπορεί να βρίσκονται σε άλλον τόπο και, κυρίως, σε άλλον χρόνο κάνοντας την μοναξιά ακόμα πιο δυσβάσταχτη. Οι αντικαταστάτες τους είναι περσόνες ενός άλλου πολιτισμού. Υπάρχουν αξιωματικοί που πριν τη μάχη προσέχουν το …κραγιόν τους ή δεν είναι καν άνθρωποι αλλά κλώνοι, ενώ με την πάροδο των αιώνων υπάρχει δυσκολία στην επικοινωνία αφού η γλώσσα έχει διαφοροποιηθεί. 26


μεγαλουργήσει όταν εργάζεται ενωμένη κάτω από έναν υψηλό σκοπό. Ο κοινός εχθρός που μπορεί να φέρει αφανισμό, κάνει τις κοινωνίες σιγά-σιγά να σταματήσουν τις διαμάχες και να αναπτυχθούν κυρίως σε επίπεδο επιστήμης, έχοντας τη δυνατότητα να φτιάξουν κάτι νέο και καλύτερο σε άλλους πλανήτες, αλλά και να δημιουργήσουν έναν σχεδόν παράδεισο στη μητέρα Γη. Σαφές και αυτό το μήνυμα του συγγραφέα, αφού όμως κρατήσουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας την έννοια του «κοινού εχθρού». Το τέλος, είναι συναισθηματικό χωρίς να γίνει μελό, αφήνοντας στον αναγνώστη ένα χαμόγελο αλλά, κυρίως, την ελπίδα ότι στο τέλος θα θριαμβεύσει το θεϊκό στοιχείο του Ανθρώπου έναντι του ζωώδους υλισμού. To «The Forever War» κέρδισε το Βραβείο Nebula το 1975 και τα Βραβεία Hugo και Locus το 1976. Έγινε comic το 1988 με εικονογράφηση του Βέλγου καλλιτέχνη Mark van Oppen (γνωστού ως Marvano), ενώ από το 2015 η εταιρεία Warner Bros κατέχει τα δικαιώματα για τη δημιουργία κινηματογραφικής ταινίας, χωρίς ωστόσο να έχει γίνει κάτι γνωστό για την πορεία αυτής της προσπάθειας. Κατά τη γνώμη μου, το εν λόγω βιβλίο αποτελεί τη μία από τις τρεις κορυφές του λογοτεχνικού είδους military science fiction, με τα άλλα δύο έργα να είναι το «Starship Troopers» του Robert Heinlein και το «Old Man’s War» του John Scalzi, και σαφώς θα πρέπει να κοσμεί τη βιβλιοθήκη κάθε αναγνώστη της Λογοτεχνίας του Φανταστικού.

Σημαντικό ρόλο παίζει η ίδια η τεχνολογία, η οποία με την πάροδο των αιώνων κι αυτή αλλάζει. Με κάθε επιστροφή από αποστολή, οι στρατιώτες πρέπει να εκπαιδευτούν σε νέα, αποτελεσματικότερα όπλα, αλλά ταυτόχρονα, κι εδώ είναι το θετικό της σημείο, υπάρχουν εξαιρετικές βελτιώσεις στο θέμα της ιατρικής, όπου οι ακρωτηριασμένοι και γενικώς οι βαριά τραυματισμένοι επιστρέφουν στην σωματική τους κατάσταση προ τραυματισμού. Επίσης ο συγγραφέας, αποτυπώνοντας με σαφήνεια τις αντιφιλελεύθερες και παραδοσιοκρατικές του απόψεις για την κοινωνική οργάνωση και την πολιτική κουλτούρα, παρουσιάζει την επιστήμη αυτή ως άλλη Νέμεσις, που έρχεται να επαναφέρει την Ισορροπία θεραπεύοντας την ομοφυλοφιλία. Το βασικό θέμα του παρόντος διηγήματος, σε αντίθεση με τα περισσότερα πονήματα αυτού του λογοτεχνικού είδους, είναι η αποξένωση από τους οικείους αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό και η μάχη που καλείται να δώσει, πλέον, ο «ξένος» για να ενταχθεί σε ένα σύνολο που πόρρω απέχει από ό,τι γνώριζε ως τώρα. Είναι το ίδιο συναίσθημα που ένιωθαν οι βετεράνοι του πολέμου του Βιετνάμ, οι οποίοι επέστρεψαν σε μία χώρα εντελώς διαφορετική. Νεωτερισμοί στις τέχνες, κίνημα των χίπις, σεξουαλική απελευθέρωση και διάφορες άλλες κοινωνικές αλλαγές, δημιούργησαν ένα κοινωνικό σύνολο εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχαν κληθεί να υπερασπιστούν. Πάντως το μήνυμα του συγγραφέα είναι σαφώς αντιπολεμικό και έρχονται να το ολοκληρώσουν κάποιες φράσεις λίγο πριν το τέλος : «ο 1143χρονος πόλεμος είχε ξεκινήσει για λάθος λόγους και μόνο διότι οι δύο φυλές δεν μπόρεσαν να επικοινωνήσουν. Μόλις μπόρεσαν να μιλήσουν, η πρώτη ερώτηση ήταν “Γιατί το ξεκίνησες;”, και η απάντηση ήταν “Εγώ;”». Από την άλλη μεριά, το θετικό στοιχείο που παρουσιάζεται είναι η ικανότητα της Ανθρωπότητας να

Υ.Γ. Το βιβλίο το απέκτησα και το διάβασα στην αγγλική γλώσσα, κάποια χρόνια πριν κυκλοφορήσει στην ελληνική από τις εκδόσεις Anubis. Πιθανόν η απόδοση κάποιων όρων να διαφέρει.

27


Επετειακό αφιέρωμα για τα δέκα χρόνια κυκλοφορίας της Φανταστικής Λογοτεχνίας Δ

Θυμάμαι ότι όλοι μας είχαμε ως σημείο αναφοράς την ρομαντική ομάδα των Προραφαηλιτών, στην οποία συνυπήρχαν λογοτέχνες και καλλιτέχνες που εμπνέονταν τόσο από εθνικιστικές όσο κι από αναρχικές πολιτικές θέσεις. «Ανάμεσα στον Τζων Ράσκιν και τον Γουίλιαμ Μόρρις» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός κεφαλαίου, που θα αφορούσε εκείνη την περίοδο της λέσχης μας.

έκα χρόνια έχουν περάσει από τον Δεκέμβριο του 2007 όταν και κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού μας. Προκειμένου να δώσουμε στο 21ο τεύχος επετειακό ύφος, θα αφιερώσουμε τις παρακάτω σελίδες στα «του οίκου μας». Κάνουμε την αρχή με μια συνέντευξη του αρχισυντάκτη μας Σταμάτη Μαμούτου στον Αριστείδη Χριστοφοράκη. Σταμάτη, θα ήθελα καταρχάς να περιγράψεις πως ιδρύθηκε η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

Και τι συνέβη στην συνέχεια; Συνεχίζουμε όλοι να είμαστε καλοί φίλοι και να αγαπάμε την λογοτεχνία του φανταστικού. Δυστυχώς, όμως, η ομάδα των ελευθεριακών, από κάποια στιγμή και μετά, σταμάτησε να αρθρογραφεί στα έντυπα της λέσχης. Κι αυτό γιατί τα παιδιά που την απάρτιζαν έστρεψαν τα ενδιαφέροντά τους σε αναγνώσματα άλλων σχολών σκέψης του αναρχισμού, πέρα από τους ρομαντικούς. Επίσης, τα γεγονότα που ακολούθησαν, κατά τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του περιοδικού μας, μετά τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου, δημιούργησαν ένα πολεμικό κλίμα στο κέντρο των Αθηνών, όπου βρισκόταν το πανεπιστήμιό μας, το οποίο δυσκόλεψε την συνύπαρξη. Το αποτέλεσμα ήταν να απομείνει στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. μόνο το ένα της ιδεολογικό σκέλος, γεγονός που διαμόρφωσε έκτοτε την ταυτότητά της στις κοινωνικές και πολιτικές της παρεμβάσεις.

Ήταν κάπου στα τέλη του 2005. Είχα αποφοιτήσει από το πρώτο μου πανεπιστήμιο και είχα επιτύχει, μέσω κατατακτήριων εξετάσεων, την εισαγωγή μου σε δεύτερη πανεπιστημιακή σχολή. Ήταν η σχολή Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Ε.Κ.Π.Α. Το λεγόμενο «Πολιτικό τμήμα της Νομικής Αθηνών». Επειδή ήμουν μεγαλύτερος σε ηλικία από τα υπόλοιπα παιδιά, κάποιοι συμφοιτητές μου, που τους άρεσε να ακούνε heavy metal, να διαβάζουν φανταστική λογοτεχνία και να μαθαίνουν ιστορίες για το οπαδικό κίνημα των δεκαετιών του ’80 και του ’90, μου ζητούσαν συχνά να τους μιλώ για παλιά «σκηνικά» που είχα ζήσει. Σύντομα διαπίστωσα ότι εκείνα τα παιδιά είχαν στοιχεία που μου άρεσαν. Συνδύαζαν την πνευματική καλλιέργεια με ένα «πεζοδρομιακό rock» ύφος. Αρχίσαμε, λοιπόν, να κάνουμε παρέα και με τον καιρό προέκυψε η ιδέα να οργανώσουμε την Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Η λέσχη ξεκίνησε να δραστηριοποιείται το 2006 και το πρώτο τεύχος του περιοδικού Φανταστική Λογοτεχνία κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2007.

Σημαντικές στιγμές της λέσχης; Είναι πολλές. Ομιλίες σε εκδηλώσεις, ενημερωτικές δράσεις, κυκλοφορίες εντύπων. Κυρίως, όμως θα σταθώ σε προσωπικές σχέσεις. Είναι τιμή για όλα τα μέλη της Φ.ΛΕ. ΦΑ.ΛΟ. το ότι εντάχθηκε στην λέσχη μας ένας σπουδαίος λογοτέχνης όπως ο Νίκος Βλαντής κι ένας ολυμπιονίκης όπως ο Χάρης Παπαϊωάννου. Επίσης, κορυφαίο γεγονός για το περιοδικό μας αποτελεί η αρθρογραφική συνεισφορά του Sun Knight. Τέλος, η φιλία μας με λογοτέχνες όπως ο Θανάσης Βέμπος, ο Μάκης Πανώριος, ο Θωμάς Μαστακούρης, ο Κώστας Ρωμοσιός και ο Τζίμμυ Κορίνης, συγκαταλέγονται στις σημαντικές στιγμές.

Υπάρχει ένας αστικός μύθος που θέλει την Φ.ΛΕ. ΦΑ.ΛΟ να αποτέλεσε τα πρώτα χρόνια έναν σύλλογο που συγκέντρωνε φοιτητές με ριζοσπαστικές πολιτικές αντιλήψεις, οι οποίοι προέρχονταν από αντίθετους πολιτικούς χώρους. Ισχύει κάτι τέτοιο; Πράγματι, ισχύει. Ο πρώτος πυρήνας της λέσχης συγκροτήθηκε από φοιτητές που υιοθετούσαμε κάποιες βασικές αρχές της ρομαντικής κοσμοθέασης και θεωρούσαμε ότι η σύγχρονη φανταστική λογοτεχνία είχε εκφυλιστεί μέσα στα πλαίσια της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας. Διαβάζαμε τα έργα της λογοτεχνίας του φανταστικού, αναζητούσαμε τις ρίζες τους στον Ρομαντισμό του 18ου και του 19ου αιώνα, ερευνούσαμε επιστημολογικά τα κείμενα των ρομαντικών θεωρητικών και θαυμάζαμε με τις ώρες πίνακες ρομαντικών ζωγράφων. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία των ιδεών θα διαπιστώσουμε ότι ο πολιτικός Ρομαντισμός είχε δυο κύριες τάσεις. Και οι δυο είχαν παραδοσιοκρατικό προσανατολισμό αλλά η μία κατέληγε στον εθνικισμό ενώ η άλλη στον αναρχισμό. Έτσι, ο πρώτος πυρήνας της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. φιλοξένησε από την μια μέλη (όπως εγώ, ο Χάρης, ο Ίωνας Αλβέριχος και άλλοι) που ακολουθούσαμε την πρώτη ατραπό, εστιάζοντας σε στοχαστές όπως ο Χέρντερ, ο Άνταμ Μύλλερ και ο Φίχτε, κι από την άλλη μέλη (όπως ο Πάνος ο «Voodoo» και ο Στέλιος) που προτιμούσαν ελευθεριακούς ρομαντικούς σαν τον Γουίλιαμ Μόρρις και τον Πέρσυ Σέλλεϋ.

Μιας και αναφέρθηκες στον Sun Knight, θα ήθελα να μου πεις αν ήταν αυτός που ξεκίνησε όλη τη νεορομαντική κίνηση, που έχει ως επίκεντρο σήμερα την Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

28

Δεν την ξεκίνησε. Υπήρξε, όμως, το κεντρικό σημείο αναφοράς. Ο «Ιππότης» αρθρογραφούσε στο περιοδικό Heavy Metal&Metal Hammer από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως τα τέλη εκείνης του ’90. Από το ‘90 κι έπειτα, δημοσίευε στο δημοφιλές αυτό περιοδικό την μόνιμη στήλη «War Flag Of The Sun». Σε εκείνο το δισέλιδο, όντας εξαιρετικός συντάκτης, κατάφερε να παρουσιάσει μια πρώτη θεώρηση, μέσω της οποίας εξήγησε πειστικά γιατί το αυθεντικό heavy metal συνδέεται μουσικά και θεματολογικά με την λογοτεχνία του φανταστικού και με τις ευρωπαϊκές παραδόσεις, αποτελώντας μια νεορομαντική μουσική έκφραση. Αναφερόμενος στον Ρομαντισμό δεν περιορίστηκε στο μουσικό πεδίο αλλά έγραφε για λογοτεχνικά, ακόμη και για πολιτικά θέματα. Θυμάμαι ότι στην στήλη του διάβασα για πρώτη φορά τα ονόματα Τόλκιν και Αλαίν ντε Μπενουά!


Εκείνη την εποχή το heavy metal δεν ήταν μια απλή μουσική επιλογή για τους νέους, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά πραγματικό κίνημα με δυναμική παρουσία των μελών του στους δρόμους. Το Metal Hammer διαβαζόταν από 50.000 αναγνώστες κάθε μήνα! Έτσι, γρήγορα οι προτάσεις του Sun Knight βρήκαν υποστηρικτές. Ωστόσο, δεν έγινε εφικτή κάποια γενικότερη συνεννόηση ανάμεσα στους παλιούς νεορομαντικούς «επικάδες», με αποτέλεσμα να μην υπερβούμε ποτέ το πεδίο της απλής τάσης και μην να καταστούμε διακριτό υπο-κίνημα του σκληρού ήχου, πράγμα που είχαν καταφέρει οι punks και οι skinheads. Υπήρξαν κάποιες ομάδες «επικάδων», κάποια fanzines, αλλά τίποτε περαιτέρω. Τελικά, η συνολική υποχώρηση του rock κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του ’90, σηματοδότησε και τη σταδιακή εξαφάνιση της πολιτισμικής τάσης που είχε ως επίκεντρο την αρθρογραφία του Sun Knight. Κατά την δεκαετία του 2000, εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα των νέων μεθόδων εκτύπωσης και του διαδικτύου, μέσα από την Φ.ΛΕ. ΦΑ.ΛΟ επιχείρησα την συσπείρωση όσων είχαν απομείνει από την «παλαιά φρουρά» και την ενσωμάτωσή τους σε ένα νέο σχήμα, που περιελάμβανε νεότερα παιδιά και λάμβανε υπόψη την ιστορική εμπειρία του παρελθόντος. Σήμερα, αξιολογώντας εκείνη την εποχή, μπορώ να πω ότι σε έναν ικανοποιητικό βαθμό τα κατέφερα. Οργανωμένη και ενιαία μορφή η κίνησή μας απέκτησε για πρώτη φορά μέσα από την Φ.ΛΕ. ΦΑ.ΛΟ. κι από τις σελίδες του περιοδικού Φανταστική Λογοτεχνία. Θες να μας θυμίσεις κάποια από τα fanzines που διαβάζατε εκείνη την εποχή; Υπήρξαν αρκετά fanzines που βασίζονταν στην κεντρική παραδοχή του Sun Knight, ότι το true metal θα μπορούσε να αποτελέσει μια νεορομαντική μουσική επανάσταση κόντρα στην μουσική βιομηχανία. Από εκεί και πέρα, προέκυψαν αποκλίσεις στον τρόπο που ερμήνευσε η συντακτική ομάδα του κάθε fanzine αυτή την κεντρική παραδοχή, καθώς επίσης κι αρκετές ακόμη διαφοροποιήσεις. Υπήρχαν, για παράδειγμα, έντυπα που εστίαζαν μόνο στην μουσική. Κάποια άλλα ακολουθούσαν μια ιδεολογικά συντηρητική γραμμή, ήπια όμως και -θα έλεγα- δημοκρατική. Από την άλλη, θυμάμαι το εφημεριδάκι

Γεννήτωρ Ιδεών, που είχε νεορομαντικό ύφος και φιλοξενούσε μουσικά, λογοτεχνικά, πολιτικά άρθρα-ακόμη και comics, το οποίο ισορροπούσε σε μια προσεκτικά εθνικιστική γραμμή. Τέλος, σημείο αναφοράς ήταν και το πιο ακραίο ιδεολογικά, αλλά και προσεγμένο αισθητικά, fanzine αυτού του είδους, το Revenge Of Metal.

να γίνει μέλος της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ, πρωτίστως θα πρέπει να έχει στο νου του ότι εισέρχεται σε μια συλλογικότητα προκειμένου να την βοηθήσει να γίνει πιο δυνατή. Είμαστε Έλληνες παραδοσιοκράτες και όχι τέκτονες. Μας εκφράζει το «κοινωνείν» και όχι ο ατομικισμός.

Τι θετικό μπορεί να αποσπάσει ένας μέλος από την ενασχόληση του με τη λέσχη;

Εκπονώ την διδακτορική μου διατριβή, οργανώνω τις δραστηριότητες της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ, προπονούμαι στην ελευθέρα πάλη κι όταν υπάρχει δουλειά εργάζομαι.

Η συμμετοχή στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ βοηθά το κάθε μέλος να εμβαθύνει τις γνώσεις του στην ιστορία και την θεωρία της φανταστικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης και να κατανοήσει τις αρχές της ρομαντικής κοσμοθέασης. Επιπλέον, με το περιοδικό, με τις ραδιοφωνικές εκπομπές και με το ιστολόγιό της, η λέσχη προσφέρει στα μέλη την δυνατότητα δημόσιας έκφρασης σε ένα ευρύ κοινό. Ωστόσο, για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει. Είμαι πλέον επιφυλακτικός προς το σκεπτικό του να συμμετάσχει κανείς σε μια συλλογικότητα απλά και μόνο για να αποκομίσει ατομικά οφέλη. Αυτή είναι μια συμπεριφορά που αποκαλύπτει αστικά κατάλοιπα. Η συμμετοχή σε μια οργανωμένη κοινότητα δεν προϋποθέτει μόνο την αποκόμιση θετικών στοιχείων αλλά και την προσωπική συμβολή του κάθε μέλους για την ενδυνάμωση της συλλογικότητας. Δεν σου κρύβω Αριστείδη ότι έχω χάσει πολύτιμο χρόνο προκειμένου να εξηγήσω σε κάποιους τι είναι Ρομαντισμός, οι οποίοι τελικά μόλις αντιλήφθηκαν τις γενικές γραμμές της ρομαντικής θεώρησης πήραν τις απαντήσεις που ήθελαν, κάλυψαν τα προσωπικά τους ερωτηματικά και τελικά σταμάτησαν να είναι ενεργοί στην λέσχη. Θεωρώ, λοιπόν, ότι κάθε παιδί που θα θελήσει 29

Με τι ασχολείσαι αυτό τον καιρό;

Πως βλέπεις το μέλλον της λέσχης; Εύχομαι να κάνω λάθος αλλά δεν θα έλεγα ότι φαντάζει ευοίωνο. Η παρακμή των καιρών μας δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Κίνημα χωρίς νέους δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Ρίξε, λοιπόν, μια ματιά γύρω σου και θα αντιληφθείς ότι η πλειονότητα των νέων ακολουθεί το αγοραίο πολιτισμικό πρότυπο που αναπαράγουν οι life style τηλεοπτικές εκπομπές. Πού να


βρούμε αναγνώστες, μουσικόφιλους και ρομαντικούς, υπό αυτές τις συνθήκες; Και πώς να βρούμε ανθρώπους ικανούς να υπερασπιστούν συλλογικές αξίες σε ένα ωφελιμιστικά ατομικιστικό περιβάλλον; Από την άλλη, οι χώροι από τους οποίους προέρχονται, κατά κύριο λόγο, τα μέλη μας παρουσιάζουν παθογένειες. Η κοινότητα των αναγνωστών της λογοτεχνίας του φανταστικού έχει χάσει την παλιά της ταυτότητα. Η ενσωμάτωση των επιδερμικών συγγραφέων της γενιάς μας, όπως ο Martin, στην μεταμοντέρνα κουλτούρα, όχι μόνο υποβίβασε την ποιότητα της φανταστικής λογοτεχνίας αλλά και γέμισε την κοινότητά μας με nerds. Πώς να καταλάβει, λοιπόν, ένα κοριτσάκι που, κρατώντας την σφουγγαρίστρα της μητέρας του, ντύνεται μάγισσα σε αμφιβόλου ποιότητας εκδηλώσεις, ότι κάποτε το να έγραφε και να διάβαζε κανείς «fantasy» υποδήλωνε πως υιοθετούσε μια συνολική κοσμοθέαση διαφορετική της επικρατούσας; Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στον χώρο του heavy metal. Οι περισσότεροι νέοι ακροατές αντιλαμβάνονται το heavy metal ως μια απλή μουσική επιλογή. Πώς να τους εξηγήσεις ότι η αγαπημένη μας μουσική αποτελούσε παλαιότερα αληθινό κίνημα, που η κοινότητά του άφηνε το αποτύπωμά της στους δρόμους των Αθηνών; Ακόμη χειρότερη είναι η κατάσταση στον πολιτικό χώρο της παραδοσιοκρατίας. Μάλλον θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει αληθινός χώρος της παραδοσιοκρατίας αλλά ένας (ακρο)δεξιός υπόνομος. Στον πολιτικό αυτό υπόνομο, πλην λίγων εξαιρέσεων, επιπλέουν πράκτορες ξένων πρεσβειών και εγκάθετοι των μυστικών υπηρεσιών. Μα και οι περισσότεροι νέοι αυτού του χώρου, ακόμη κι αν έχουν καλές προθέσεις, δεν είναι αληθινοί εθνικιστές. Μπορεί να συμφωνούν με ορισμένα συμπεράσματα των ιδεολογιών της εθνικιστικής θεωρίας αλλά σε καμιά περίπτωση δεν την έχουν υιοθετήσει συνολικά ούτε, ασφαλώς, την έχουν εσωτερικεύσει βιωματικά. Είμαι σίγουρος πως αν το αστικό κατεστημένο έδινε μια λύση σε ορισμένες πτυχές του μεταναστευτικού, οι περισσότεροι από αυτούς θα επέστρεφαν στην κανονικότητα της αστικής τους ζωής, αδιαφορώντας για θέματα παιδείας, για τις αρνητικές συνέπειες του διεθνιστικού καπιταλισμού, για το ότι η Ε.Ε απομυζά την εθνική μας ανεξαρτησία και για την παρακμή του ελληνικού πολιτισμού. Πώς να απευθυνθούμε, λοιπόν, σε τέτοιους ανθρώπους; Ένα επιτυχημένο night clubbing και μια χορταστική ματιά στους γλουτούς της Τζένιφερ Λόπεζ αρκούν για να καλύψουν τις πολιτιστικές τους ανησυχίες.

Γιάννη ποιο ήταν το πρώτο τεύχος της Φανταστικής Λογοτεχνίας που διάβασες; Είχα ραντεβού με ένα φίλο στο café Underground και τον είδα να έρχεται με μια σακούλα. Την άνοιξε και μου είπε, «δες αυτό». Ήταν ένα φωτοτυπημένο δισέλιδο, που περιείχε ένα άρθρο για το ρωσικό συγκρότημα Scald. Το έπιασα κι ένιωσα δέος! Έχω όλη τη δισκογραφία αυτής της μπαντάρας, με εξαίρεση την κασέτα. Ψαχούλεψα την φωτοτυπία και είδα ότι η στήλη ονομαζόταν «Mysticum Of The Grand Magus». Αμέσως έφυγα για το comic shop Solaris, προκειμένου να πάρω το περιοδικό. Ήταν το 8ο τεύχος και δυστυχώς είχε εξαντληθεί. Μετά το έψαξα στο διαδίκτυο. Εκεί βρήκα το blog της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ με όλα τα προηγούμενα τεύχη κι έπαθα «κοκομπλόκο». Είπα μέσα μου, «τα θέλω όλα». Ποιοι οι αγαπημένοι σου αρθρογράφοι; Δεν είναι εύκολο να διαλέξω. Όλοι μου αρέσετε. Θα πω μονάχα, ότι αρχικά τρελάθηκα, εκσπερμάτωσα από ηδονή, διαβάζοντας το άρθρο του Γιώργου Ματσαγγούρα, για τους στίχους του δίσκου Seventh Son... των Iron Maiden. Επίσης το άρθρο του Paladin για τους Manowar, με έστειλε στα ουράνια. Τι ιδιαίτερο βρήκες στο περιοδικό μας σε σχέση με άλλα έντυπα; Αυθορμητισμό, ειλικρίνεια, ποιότητα. Είναι ένα περιοδικό που βγαίνει από ανθρώπους που βιώνουν ως το μεδούλι την κουλτούρα τους και απευθύνεται σε αναγνώστες που ζουν με τον ίδιο τρόπο. Τα τελευταία λόγια δικά σου. Χαίρομαι που αυτό το έντυπο κοσμεί την συλλογή μου. Ξέρετε πόσο τρέχω για να μην τελειώσουν τα προσφερόμενα τεύχη όταν κυκλοφορεί.

Epic Fantasy, ποιο ήταν το πρώτο τεύχος της Φανταστικής Λογοτεχνίας που διάβασες; Αρχικά διάβασα το 9ο τεύχος στην ηλεκτρονική του μορφή, στο διαδίκτυο. Κι έπειτα κόλλησα. Το πρώτο έντυπο που πήρα στα χέρια μου ήταν το 11ο, από το comic shop Tilt. Ποιοι οι αγαπημένοι σου αρθρογράφοι; Όλοι είστε εξαιρετικοί αλλά πιο πολύ μου αρέσει ο Σταμάτης. Έξοχο και το άρθρο του Αριστείδη Χριστοφοράκη για την κουλτούρα του gothic, που διάβασα σε πρόσφατο τεύχος. Τι ιδιαίτερο βρήκες στο περιοδικό μας σε σχέση με άλλα έντυπα; Έμαθα τι είναι το κίνημα του Ρομαντισμού κι ενημερώθηκα για σπουδαίους στοχαστές όπως ο Χέρντερ και ο φον Κλάιστ. Άριστες και οι μουσικές στήλες. Τα «Πολύτιμα Μέταλλα» για παράδειγμα. Τα τελευταία λόγια δικά σου. Εύχομαι να γίνουν χίλια τα τεύχη του περιοδικού! Ευχαριστώ για την συνέντευξη.


Σόλωνος 128, στο κέντρο των Αθηνών https://comicon-shop.gr Τηλέφωνο: 213-0080255

Κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Παπαδημητρόπουλου

Επισκεφθείτε το διαδικτυακό τόπο της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας flefalo.blogspot.gr, προκειμένου να ενημερωθείτε για την τρέχουσα επικαιρότητα της λογοτεχνίας του φανταστικού στη χώρα μας και να διαβάστε το σύνολο των άρθρων που έχουν δημοσιευθεί σε όλα τα τεύχη της «Φανταστικής Λογοτεχνίας».

flefalo.blogspot.gr Η διαδικτυακή πύλη του φανταστικού Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου flefalo@gmail.com Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας - acebook


Κυκλοφορούν τα δύο βιβλία του εκδοτικού οίκου της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ Αναζητήστε Αναζητήστε τα τα σε σε βιβλιοπωλεία βιβλιοπωλεία και και comicshops comicshops των των Αθηνών Αθηνών και και της της Θεσσαλονίκης Θεσσαλονίκης

Εκδόσεις Κλέος kleospublications.blogspot.gr