__MAIN_TEXT__

Page 1


sempreviva / ξένη ποίηση συντονισμός σειράς

Βάσω Κυριάζακου


ΙΠΠΟΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΒΟΛΟΣ


Άλμπρεχτ Ντύρερ [1471-1528], «Ιππότης, Θάνατος και Διάβολος» (Ritter, Tod und Teufel), 1513, Cabinet des estampes et des dessins, Στρασβούργο.


Hugo von Hofmannsthal ΙΠΠΟΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΒΟΛΟΣ επιλογή-μετάφραση-επίμετρο

Α Γ Γ Ε Λ Ι Κ Η ΚΟ Ρ Ρ Ε

Εκδόσεις «Κείμενα» Αθήνα 2020


Η επιλογή των ποιημάτων του Ούγκο φον Χόφμανσταλ που παρουσιάζονται σε αυτήν την έκδοση έγινε από τη μεταφράστρια, με σκοπό την ανάδειξη της ποιητικής των νεανικών του χρόνων. Τα μονόπρακτα Ειδύλλιο (Idylle, 1893) και Ο Μώρος και ο Μόρος (Der Tor und der Tod, 1893) επελέγησαν επίσης από τη μεταφράστρια και συμπεριλήφθηκαν κατ’ εξαίρεση ως δύο από τα δημοφιλέστερα μικρά θεατρικά του, των οποίων η συμβολική συνομιλεί με τα ποιήματα. Χρησιμοποιήθηκαν οι εξής εκδόσεις: Gedichte, Leipzig: Insel-Verlag, 1922 | Gesammelte Werke in zehn Einzelbänden, Band I: Gedichte, Dramen (1891-1898), Herausgegeben von Bernd Schoeller in Beratung mit Rudolf Hirsch, Frankfurt a.M.: S. Fischer, 1979 | The lyrical poems of Hugo von Hofmannsthal, Translated by Charles Wharton Stork, New Haven: Yale University Press, 1918. Ο τίτλος Ιππότης, Θάνατος, Διάβολος δόθηκε συμβολικά, παραπέμποντας στη θεώρηση του Ούγκο φον Χόφμανσταλ από τον Χέρμαν Μπροχ (Hofmannsthal und seine Zeit, 1974) ως «περιπλανώμενου ιππότη», του οποίου η συνειρμική σύνδεση με τον Ιππότη του Ντύρερ προσδίδει στο όλο μοτίβο μια διάσταση αποκαλυπτική.


Π ΟΙΗΜΑΤΑ


ΤΟ

Τ ΡΑΓΟΥΔΙ

ΤΟΥ

ΤΑΞΙΔΕΥΤΗ

Να μας σπαράξουνε ορμάνε τα πελάγη Να μας πλακώσει παίρνει ο βράχος την κατηφοριά Τ’ αγριοπούλια έρχονται κιόλας να μας πάρουν Επάνω στα φτερά τους τα γερά. Αλλά ετούτη η γη που απλώνει κάτωθέ μας Είν’ όλο λίμνες άχρονες, οπού δε σταματάνε Να καθρεφτίζονται –αιώνια– καρποί. Στη χλοερή την ύπαιθρο προβάλλει Με μαρμαρένιο μέτωπο κι αχείλι μια πηγή Κι ένα αεράκι πράο παίρνει να φυσάει.

9


Ε ΜΠΕΙΡΙΑ Αποσπερνό· αχλή ασημιά απλώνεται στον κάμπο Σαν το φεγγάρι που διαρρέει στη συννεφιά. Μα ακόμη να ’ρθει είναι η νύχτα. Κι εγώ, στου μαύρου τόπου την αχλή την ασημιά, Αν πριν σκεφτόμουνα μουχρά, πια θολωμένος πάω Και σιωπηλά βυθίζομαι σ’ ετούτη τη φουρτούνα Που απ’ τη ζωή θε να με βγάλει μακριά. Μα τότε τι άνθη θαυμαστά! Τι οι βαθύχρωμοί τους κάλυκες ν’ αστράφτουν! Πανδαισία σκέτη· και φως πυρρόξανθο –καθώς τοπάζι– Να σε τυφλώνει ρέοντας στη θαλπερή τροχιά του. Ύστερα ολούθε μια θλιμμένη μουσική, απ’ άκρη σ’ άκρη Ο τόπος – κι εγώ να ξέρω, Δίχως να το καταλαβαίνω ακριβώς, μα να το ξέρω: Αυτός είναι ο θάνατος λοιπόν. Κι η μουσική αυτός, Ο που ακατάσχετα πεινά κι είναι μαζί σκοτείνια και στοργή Και στην πιο άγρια θλίψη στέκεται αδερφός. Μα πώς! Λες κι από κάτι σαν αποθυμιά για τη ζωή Έκλαιγε ακόμη σιωπηρά η ψυχή μου· ήταν βουβό, 10


Μα ήτανε κλάμα: καθώς το κλάμα αυτού που ξεμακραίνει Πάνω σ’ ένα καράβι μια νυχτιά, και τα θηρία τα κίτρινα πανιά Πάνω στα μαύρα τα νερά τον φεύγουν την πατρίδα· κι εκείνος μένει Να αγναντεύει από μακριά τις γειτονιές· από μακριά ν’ ακούει Να κελαρύζουν οι πηγές· από μακριά τις πασχαλιές να αναπνέει· Να βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό, παιδί ακόμη Με του παιδιού τα μάτια να ετάζει την οχτιά Κάπως ανάστατο κι αυτό σαν να ’θελε να κλάψει· Και να διακρίνει πίσω απ’ της κάμαράς του το παραθυράκι Ένα φως – μα το καράβι κιόλας να τον παίρνει μακριά Γλιστρώντας πάνω στα μαύρα τα νερά, Μ’ αυτά τ’ απόξενα θεριά τα κίτρινα πανιά του.

11


ΤΟ

Τ ΡΑΓΟΥΔΙ

ΤΗΣ

Ζ ΩΗΣ

Είν’ εκλεκτός: αφήστε τον λοιπόν να το ξοδέψει Στον αετό και στον αμνό και στο παγόνι Του χρίσματος το λάδι, που το χέρι Μιας πεθαμένης πια γριάς του ’χε προσφέρει. Των πεθαμένων η φευγάλα είναι γι’ αυτόν, Έτσι όπως σύρριζα γλιστρούν στην κομοστέγη, Σε χάρη όμοια και τέχνη με το βήμα Του αέρινου χορού των χορευτών. Λες και δεν βρίσκεται στον δρόμο του κακό Να τον σκοπεύει: έτσι πάει. Σαν οι αυλακιές στη σάρκα της Ζωής Του ψιθυρίζουν «Θάνατος!»: μονάχα που γελάει. Τι πράμα ή τόπος, πουθενά, που δεν τον ξεσηκώνει Και πουθενά κατώφλι που δεν θέλει να διαβεί· Παρά των ηδονών δεν είναι η αντάρα Όπου εστία ο ανέστιος θα βρει. Κινάει η ψυχή του όπου των άγριων Των μελισσών κινάει το σμήνος· 12


Το βήμα του ελαφρό στον ελαφρό Σκοπό που σιγοτραγουδάνε τα δελφίνια· Γερά στα χέρια του τα δυο κρατάει Της οικουμένης γης το χαλινό. Μόνο το σύθαμπο όταν τα ρέματα αμαυρίζει Το μητάτο βλέπει πάλι τον βοσκό. Του χρίσματος το λάδι, που το χέρι Μιας πεθαμένης πια γριάς του ’χε προσφέρει Να το ξοδέψει πρόσχαρα αφήστε τον λοιπόν Στον αετό και στον αμνό και στο παγόνι. Τώρα στη συντροφιά του πώς χαμογελάει! Τι κείνες οι άβυσσοι στα άγνωρα νερά και τι Κείνοι οι λειμώνες στη στεριά τον έχουν πάρει.

13


ΟΙ

Δ ΥΟ

ΤΟΥΣ

Στα χέρια της το κύπελλο σηκώνει – Είν’ η παρειά, το χείλι της καθώς η προχοή Και τόσο σίγουρη η περπατησιά της κι όλο χάρη Που ούτε σταγόνα απ’ το κύπελλο δε χάνει. Το χέρι τόσο σίγουρο κι αβρό Που καθώς πάνω στο φαρί του καταφτάνει Μία του κίνηση –ασυναίσθητη– αρκεί Να στήσει προσοχή το μένον ζώο. Παρ’ όλα αυτά, σαν πήγε να σηκώσει αυτό το χέρι Το φίνο κύπελλο από κείνη να δεχτεί, Κι οι δυο κατάλαβαν: πως όλο αυτό τους υπερβαίνει Γιατί κι οι δυο τους τελικά τρέμανε τόσο Που το ’να χέρι δεν μπορούσε να βρει τ’ άλλο Και ποτίστηκε το χώμα βαθυκόκκινο κρασί.

14


Ω ΡΑΙΕΣ Ω ΡΕΣ Νά με λοιπόν· μου φαίνεται στην κορυφή του κόσμου· Εδώ δεν έχω μήτε σπιτικό μήτε κατάλυμα! Ολόγυρά μου νιώθω τη ρότα των λαών, Απ’ των βουνών τις κορυφές μέχρι τη θάλασσα. Στα χέρια κουβαλούν ελέη κι ελέη· αλλ’ αγνοούν Πως είναι η ζωή μου ό,τι τα ελέη κουβαλούν. Τη μια, απιθωμένα σ’ αγκαλιές βούρλα και χορτάρι: Τα φρούτα που πάει καιρός πολύς που δεν έχω φάει. Σύκα την άλλη – ώστ’ έτσι τελικά να μοιάζει η γη Που καταλύουνε κείνοι που έχουν ξεχαστεί! Είν’ ωραία η ζωή, έστω κι αν έχει φύγει από μένα· Αρκεί που ’ναι στη θάλασσα ακόμη, στον κόσμο ετούτον αρκεί.

15


ΤΟ

Μ ΥΣΤΗΡΙΟ

ΤΟΥ

ΚΟΣΜΕΙΝ

Είναι ο Λόγος –κει, βαθιά– που μόνος το γνωρίζει· Ήταν στο πριν η λογική δίχως λαλιά, Ήταν το καθετί εις γνώση του σκοπού του. Τώρα είναι κάτι σαν τα ξόρκια, σαν τ’ ακατάληπτα Της χαρτορίχτρας λόγια, που κανείς δεν καταλαβαίνει, μα Όλο και πάνε κι έρχονται μες στου λαού το στόμα. Είναι ο Λόγος –κει, βαθιά– που μόνος το γνωρίζει· Ας πούμε κάποιος ψάχνει, αναζητά –βουβός Εντός του–, κι αυτό που βρίσκει, όταν το βρίσκει, το ξεχνά. Όποιος θελήσει ας λαλάει λαλιά, τραγούδι ας τραγουδάει. Μπρος από τούτονα τον αμαυρό καθρέφτη σταματάει Ένα παιδί· τα γόνατά του κλίνει, μπαίνει μέσα. Κι άμα και άντρας γίνεται, ποιος είναι πια δεν ξέρει· Κάποια γυναίκα θε να ’ρθει, κάποιος δεσμός θα υπάρξει – Ποιος ν’ αντιτάξει τι στον Έρωτα μπροστά!

16


Σε γνώση ποιος να παραβγεί μαζί του! Που στου φιλιού τους την καρδιά Φωλιάζει το θαύμα των πραγμάτων – Αυτό που κρύβεται κάτω απ’ τα ίδια μας τα λόγια, Όπως κάτω από το σκύρο που πατά το πόδι του ζητιάνου Το σπλάχνο κρύβεται της γης με τα λαμπρά πετράδια. Είναι ο Λόγος –κει, βαθιά– που μόνος το γνωρίζει: Πως μια φορά οι άνθρωποι ήταν όντα λογικά Μα πια ένα όνειρο απλά –εφήμερο– είν’ όλα.

17


Μ ΠΑΛΑΝΤΑ

ΤΗΣ

Ρ ΗΧΗΣ Β ΙΩΤΗΣ

Και παιδιά πάνε κι έρχονται και η σπίθα στα μάτια τους Πάει στράφι, και γερνούν και πεθαίνουν Και το ανθρώπινο είδος τραβά κάπως έτσι. Και γίνονται τ’ άγουρα φρούτα γλυκά Σαν τα ψόφια πουλιά πέφτουν χάμω τη νύχτα Και κείνται εκεί για λίγο ενώ σαπίζουν. Κι ως συνήθως ο άνεμος πνέει, κι ως συνήθως Ακούμε, μιλάμε λέξεις ένα σωρό Και το σώμα δυο κάνει: αποσταίνει, πεινά. Κι απλώνουνε δρόμοι από πάνω απ’ τη χλόη και πόλεις Από δω κι από κει, με φανάρια, με δέντρα, λιμνούλες – Του θανατά το μαράζι κι είν’ όλα ξερά… Να χτίζονται πόλεις γιατί; Και γιατί τόσο ανόμοιες Μετάξυ τους να ’ναι; Και τ’ αρίφνητα πλήθη από δαύτες γιατί; Το γέλιο τι αλλάζει σε δάκρυ, το δάκρυ σε πάρεση τι; 18


Τι σε τι ωφελεί; Που είν’ ο κόσμος κενός και που είμαστε Οι άνθρωποι μόνοι και ισχυροί Κι ο πηγαιμός μας άπαυτος και ξένος ο σκοπός. Σε τι ωφελεί ό,τι έχουν δει τα μάτια καθενός; Ξέρε λοιπόν ότι αυτός που λέει τη λέξη: «Νύχτα» έχει πει Την πράξη του να συλλογάσαι την πικρή Καθώς το μέλι –ασήκωτη– απ’ τη βαθιά κηρύθρα.

19

Profile for Keimena Books

Hugo von Hofmannsthal - «Ιππότης, θάνατος, διάβολος»  

Advertisement