Τζόρτζ Κόχραν, «Περιπλανήσεις στην Ελλάδα», Τόμος Α', αlphαtrust, 2020

Page 1

ΟΘΩΝ Α΄ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 1837
Περιπλανήσεις στην Ελλάδα τόμος Α΄ ΚΗΦΙΣΙΑ 2020 Μετάφραση Ισμήνη- Λουίζα Ταμβακάκη ΤΖΟΡΤΖ ΚΟΧΡΑΝ

Tίτλος πρωτοτύπου:

George Cochrane, Esq., Wanderings in Greece , vol. I, Λονδίνο 1837. Σκίτσο Όθωνα:

© Από την ιστοσελίδα του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη

«Travelogues: Με το Βλέμμα των Περιηγητών» (travelogues.gr).

ISBN: 978-618-82840-9-8

1η ελληνική έκδοση: Δεκέμβριος 2020

Σελιδοποίηση: Ιωάν. Σαντοριναίος & ΣΙΑ Ε.Ε. Διόρθωση-επιμέλεια: Δώρα Καραφύλλη

Εκτύπωση: Γραφικές Τέχνες Γιωτάκος

Βιβλιοδεσία: “Libro d’Oro”

Παραγωγή έκδοσης: Ιωάννα Κομπιλίρη

©

Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων

και Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων

Τατοΐου 21, Τ.Κ. 14561, Κηφισιά

www.alphatrust.gr

συγκέντρωση στο λεμονοδάσος –

Συνάντηση με Καποδίστρια ....................................... 27 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Επίσκεψη στον Ναύαρχο Τομπάζη

7 Πρόλογος του Ιάκωβου Βούρτση για την ελληνική έκδοση ........................................... 15 Πρόλογος του συγγραφέα ........................................25 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Πώς ξεκίνησε ο συγγραφέας να έχει σχέσεις με την Ελλάδα, η άφιξή του εκεί – Πρώτη επαφή με τους Έλληνες της Ύδρας – Άφιξη στον Πόρο – Υποδοχή από τις Αρχές – Ο διάσημος Έλληνας ναύαρχος Μιαούλης – Έλληνες ναύτες – Πρίγκηψ Μαυροκορδάτος, Κολοκοτρώνης κ.ά. – Κονδύλια του Στόλου – Μεγάλη
– Η κατοικία του – Η σύζυγος και η κόρη του – Περιγραφή της πόλης – Διαμάχη μεταξύ γριών και Κυβερνήτη –Κολοκοτρώνης – Η επίσκεψή του στο πλοίο ......... 49 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ Η Πολιορκία των Αθηνών – Η φρεγάτα «Ελλάς» και το πλήρωμά της – Τρόπος επικοινωνίας –Άφιξη στον Πειραιά – Κατάσταση και θέση των Περιεχόμενα

του Αμερικανού γιατρού – Το λαμπρό

Κολοκοτρώνη – Η ύπουλη τουρκική προδοσία και η τιμωρία της – Επικίνδυνη περιπέτεια του συγγραφέα

– Το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα – Ο θάνατος

του Έλληνα Αρχιστράτηγου Καραϊσκάκη στη μάχη

– Ανεπιτυχής επίθεση στην Αθήνα – Τα καταστρεπτικά της αποτελέσματα – Η Τριπλή Συμμαχία

8 αντίπαλων δυνάμεων – Η επίσκεψη του Στρατηγού Καραϊσκάκη στο πλοίο – Θηλυκός υπασπιστής –Τελετή παρουσίασης σημαίας στον Ελληνικό Στρατό από τον Λόρδο Κόχραν ........................................... 59 ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Πολεμικό συμβούλιο μεταξύ Λόρδου Κόχραν και Καραϊσκάκη – Ο τάφος του Θεμιστοκλή – Αποστολή του συγγραφέα στην Αίγινα – Ανδραγαθήματα του Κανάρη, του διάσημου μπουρλοτιέρη – Επίσκεψη στον Κανάρη – Η σύζυγος και το παιδί του ............73 ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Τα πρωτοπαλίκαρα – Ο ιδιαίτερος τρόπος μάχης –Οι οχυρώσεις με ταμπούρια – Η περιπέτεια
κατόρθωμα του νεαρού
προς όφελος
89 ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Επίσκεψη
Ύδρα – Δείπνο
προεστούς
στις Σπέτσες
Κυνηγητό δύο τουρκικών
– Η κατάληψη ενός μπρικιού με
της Ελλάδας ................................................
στην
με τους Υδραίους
– Άφιξη
φρεγατών
το χαρέμι του Κιουταχή πασά επάνω – Περι-

– Ένα ξίφος τιμής ως δώρο – Το πρώτο ατμόπλοιο – Καποδίστριας – Η δολοφονία του – Ο

9 γραφή – Επίθεση στις δύο φρεγάτες – Επίθεση στο φρούριο στο Βασιλάδι – Προχωράμε προς την Αλεξάνδρεια με τον στόλο – Αποτυχία – Ο συγγραφέας φέρνει καινούργια χρηματική προσφορά από τα ευρωπαϊκά κομιτάτα – Στενάχωρη κατάσταση της Ελλάδας – Θλιβερός θάνατος του Πρίγκιπα Παύλου Βοναπάρτη ............................................................ 101 ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII Η έδρα της Κυβέρνησης αλλάζει – Προσωρινό Εκτελεστικό – Ναυτικές επιχειρήσεις – Ένα επιτυχημένο στρατήγημα – Επέμβαση των ενωμένων Δυνάμεων –Ναυμαχία στο Ναυαρίνο – Οι ευτυχείς της συνέπειες – Περιπέτεια με πειρατές – Σκηνή από τον «Κουρσάρο» του Μπάιρον................................................ 123 ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII Ένας εκκεντρικός Αμερικανός – Ένας Έλληνας υπηρέτης – Ο Πλοίαρχος Χέιστινγκς – Πύρινες βολές – Μια γαλλική περιπέτεια – Αναχώρηση του Λόρδου Κόχραν
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
στου
κόμισσα
Ναύπλιο
χαρακτήρας του Κυβερνήτη ................................... 135
ΙΧ Ατμοπλοϊκή συγκοινωνία με την Ελλάδα – Δεξίωση
Αντιβασιλέα – Ο Στρατηγός Τσωρτς – Η νεαρή
Άρμανσπεργκ – Βελτίωση στην Ελλάδα –
– Άργος – Αναχώρηση για Αθήνα – Έλ-

Το σχέδιο με τα ατμόπλοια – Κατ’ ιδίαν ακρόαση του συγγραφέα με τον Βασιλέα – Ανάλυση των βλέψεων του συγγραφέα

– Η

εταιρείας – Αντιζηλία και ανταγωνισμός από τη γαλλική κυβέρνηση – Επίσκεψη στο Παρίσι για το θέμα – Συνάντηση

10 ληνες ναύτες – Άφιξη στην Αθήνα – Πρώτη θέα της Ακρόπολης – Αρχαιότητες – Εκκλησίες ................147 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ Η επίσημη είσοδος του Βασιλέα στην Αθήνα – Ο χορός για τον Βασιλέα – Ο τρόπος με τον οποίο πήγαιναν οι κυρίες στον χορό – Περιγραφή του χορού και παριστάμενοι – Το κυνήγι μπεκάτσας – Ένας Έλληνας χωρικός και η οικογένειά του ................ 157 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ Βασιλική χοροεσπερίδα στου Άγγλου πρέσβη – Περιγραφή λεπτομερειών – Οι παριστάμενες καλλονές
κόκκινα πανωφόρια – Ευπρέπεια και καλό γούστο των Ελλήνων –
– Ο Βασιλιάς – Τα
έγκριση και στήριξη του Βασιλέα–Επιστροφή στην Αγγλία ........................................167 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ Ίδρυση ατμοπλοϊκής
με τον Γάλλο Υπουργό Οικονομικών – Επιστροφή στην Αγγλία – Αποτυχία του σχεδίου – Επιστροφή στην Ελλάδα με γαλλικό ατμόπλοιο – Αναχώρηση από Μασσαλία για Αθήνα με ατμόπλοιο – Οι υπέροχες εγκαταστάσεις του πλοίου – Γαλλικό σχέδιο για ατμόπλοια
ανεπιφύλακτη

– Αγγλικές μηχανές και μηχανικοί – Τα πολλαπλά

πλεονεκτήματα του εγχειρήματος – Μεγάλο άνοιγμα

για το αγγλικό κεφάλαιο και την επιχειρηματικότητα

– Τα στενά του Μπονιφάτσιο – Τόπος γέννησης του

Ναπολέοντα – Μεσσίνα – Το ηφαίστειο του Στρόμπολι – Σκύλλα και Χάρυβδη – Βαλέτα – Καραντίνα

– Επίσκεψη σε έναν ερημίτη – Μάλτα – Άφιξη

ΧΙΙΙ Άφιξη στον Πειραιά – Καραντίνα – Η κόμισσα του Άρμανσπερκ και οι κόρες της σε καραντίνα – Ο θάνατος

και οι ατελείωτοι περίπατοι και διαδρομές – Κατάσταση των κομμάτων –

Ένα μικρό θέατρο ...................................................199

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ V

Εκμάθηση νέων ελληνικών – Συνδρομή για μια

προτεσταντική εκκλησία – Ο κ. Κινγκ και ο κ. Χιλλ, Αμερικανοί ιεραπόστολοι και οι οικογένειές

τους – Διορισμός και ορκωμοσία του Συμβουλίου

της Επικρατείας – Τελετή – Πρώτο βήμα για μια αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση – Εξέγερση στα σύνορα – Σκοπός να ματαιώσουν το σχέδιο για

Εθνικής Τράπεζας – Ο κύριος και η κυρία

– Ο Ρώσος πρέσβης και η κυρία του –

11
συνάντηση
με τον
177
της Πριγκίπισας Λουίζας Καντακουζηνού – Ο Σερ Έ. Λάιονς – Ακρόαση του Βασιλέα – Περιγραφή των περιχώρων της Αθήνας
στην Ελλάδα – Προσωπική
του συγγραφέα
Βασιλέα .............................................................
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ίδρυση
Μπρέισμπριτζ

XVI Η άφιξη της οικογένειας του Βρετανού Πρέσβη –Χριστούγεννα στην Αθήνα – Δείπνο στου Πρέσβη –

Οι παριστάμενοι – Κάρβουνο από το Νιούκασλ – Η

τράπεζα – Σκέψεις επ᾽ αυτού – Ανέκδοτα για Έλληνες

που θάβουν τα λεφτά τους – Υψηλό επιτόκιο

Αντίδραση στην τράπεζα – Με ποιον τρόπο – Και από ποιον – Η ασφάλεια του Μωριά, της Εύβοιας και των νησιών – Καλλωπισμός της πρωτεύουσας –Πανάκριβα ενοίκια κατοικίας – Η αιτία γι’ αυτό .... 231

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII

Χορός του Βαυαρού Πρέσβη

12 Προσβολή του συγγραφέα από τον εγχώριο πυρετό – Αιτία, πρόληψη και θεραπεία............................. 209 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ V Η επίσκεψη του Βασιλέα της Βαυαρίας στην Ελλάδα – Η τελετή υποδοχής του – Παρουσίαση στην αυλή – Ανεπιτήδευτες συνήθειες των δύο Βασιλέων – Μια αιτούσα που εισακούσθηκε – Τα καλά αποτελέσματα μιας βασιλικής επίσκεψης – Ερασιτεχνική συναυλία στο Παλάτι – Η συντροφιά – Γιορτή με φανούς ..... 223 ΚΕΦΑΛΑΙΟ
– Οι Δύο Βασιλείς παρόντες – Χορεύουν κι αυτοί– Οι Έλληνες οπλαρχηγοί χορεύουν ελληνικούς χορούς – Το στυλ της διασκέδασης – Η Αθήνα όπως ήταν και όπως είναι – Χιονόπτωση – Τα οφέλη της στην ελαιοσυγκομιδή – Ο Συνταγματάρχης Ρόσνερ – Ελληνικά Χριστού-

γεννα – Ο χορός της κυρίας Κατακάζη – Η μαζούρκα

– Τα δυο παιδιά της χορεύουν έναν ρωσικό λαϊκό

χορό – Ρωσική τακτική και ευγένεια – Δόκτωρ Ρέζερ

– Ανέκδοτα από το ταξίδι του Βασιλέα στον Ελικώνα – Παρνασσός ..................................................... 247

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ VIII

Ένας περίπατος στην κορυφή του Υμηττού –

Το μάρμαρό του –

–Ελληνική χοροεσπερίδα – Αξιώτης, ο Νομάρχης

της Αθήνας – Ελληνικός γάμος – Γαμήλιο γλέντι –Ο φτωχός Χιώτης – Προειδοποίηση στους Άγγλους

που ίσως θέλουν ν’ αγοράσουν γη στην Ελλάδα – Ο

ελαιώνας προς το Δαφνί – Η περιοχή νοτιοανατολικά

της Αθήνας – Συμβουλή σε νεοαφιχθέντες – Ένας

γέρος φιλέλληνας ταπεινής καταγωγής ............... 265

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX

Περιγραφή της κατώτερης τάξης των Ελλήνων –

Γιορτινές μέρες – Οι γυναίκες – Οι χοροί – Πρόωροι

γάμοι – Αγρότες πλούσιοι – Κηδείες – Περιγραφή της

ανώτερης τάξης – Οι διπλωματικοί ακόλουθοι – Η

επιρροή των γυναικών στην κοινωνία – Ο τρόπος με

τον οποίο οι γυναίκες σημείωσαν πρόοδο ............ 289

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX

Η θεμελίωση των νέων Ανακτόρων – Τα πλεονεκτή-

13
Σχιστόλιθοι – Πηλός από τη Σαντορίνη – Δρ Ρέζερ – Οι χοροεσπερίδες της Λαίδης Λάιονς – Κουντουριώτης – Έλληνες αξιωματικοί

ματα ενός τέτοιου κτιρίου – Τελετή – Περιγραφή της

τοποθεσίας – Χορός στα Ανάκτορα – Ο χαρακτήρας

των Ελληνίδων – Νέα γνωριμία ............................303

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΧΙ

Ένα ελληνικό γλέντι – Ένα ανέκδοτο που διασκεδάζει

τον Βασιλέα – Ελληνική αφέλεια – Ελληνικοί τίτλοι

ευγενείας – Το καρναβάλι στην Αθήνα – Μάσκες

της

προσώπων, την πρώτη φορά που εμφανίζονται, καθώς και ελάχιστες επεξηγήσεις, όπου κρίθηκαν

απαραίτητες. Επιπλέον, οι μονάδες μέτρησης (μήκους, εμβαδού κ.λπ.) έχουν προσαρμοστεί στα ισχύοντα στην Ελλάδα σήμερα.

14
– Ο Όμηρος παιγμένος από σύγχρονους Έλληνες – Μια περίεργη συνάντηση – Ακόμα μία μεταμφίεση – Οι διασκεδάσεις
– Τέλος του καρναβαλιού – Σαρακοστή ...................................... 311 Σ.τ.Ε. Μέσα
προστίθενται από το αγγλικό πρωτότυπο τα κύρια ονόματα
κατώτερης τάξης στο καρναβάλι – Ο Βάκχος στη Νάξο – Χαρακτήρας και διάθεση των κατώτερων τάξεων – Παραμυθάδες
σε αγκύλες

Πρόλογος του Ιάκωβου Βούρτση

για την ελληνική έκδοση

Ο ΑΞΙΟΤΙΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΧΡΑΝ

Κατά μία περίεργη συγκυρία, την τρίτη και τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα τρία μέλη της μεγάλης σκωτικής οικογένειας των Cochrane συνδέθηκαν

με την Ελλάδα.

Αρχή έγινε από τον ναύαρχο Thomas Cochrane (μετέπειτα 10ο Lord of Paseley and Ochiltrie και 10ο Earl of Dundonald), με τον αμφιλεγόμενο έως ανύπαρκτο φιλελληνισμό και τη συζητήσιμη συμβολή του στα επαναστατικά δρώμενα των ετών 182728· στη συνέχεια, το 1837, ο ακαθορίστου βαθμού συγγενής του κύριος George Cochrane, με εκφρασμένα φιλελληνικά αισθήματα στο δίτομο έργο Wanderings in Greece· και τέλος, ο εξάδελφος του πρώτου, κοινοβουλευτικός άνδρας, Alexander Baille Cochrane (1ος Baron of Lamington) το 1840 με την έκδοση The Morea: with some remarks on the present state of Greece, έναν μικρό τόμο 140 σελίδων με μερικά έντονα φιλελληνικά ποιήματα, βυρωνικού ύφους, ακολουθούμενα από μια διακήρυξη για συνταγματική πρόοδο στην ελληνική πολιτεία.

15

Για τον George Cochrane δεν

. Claridge, A Guide along the Danube, from Vienna to Constantinople, Smyrna, Athens, the Morea, the Ionian Islands and Venice. From the notes of a journey made in 1836, Λονδίνο 1837, Edward Giffard, A short visit to the Ionian Islands, Athens and the Morea, Λονδίνο 1837, Francis Hervé, A residence in Greece and Turkey; with notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkans, 2

1837, και Adolphus Slade, Turkey, Greece and Malta, 2

εκδόσεις σε ένα χρόνο εκείνη

την εποχή δεν είναι αριθμός ευκαταφρόνητος, και

φυσικά αντανακλά το ανερχόμενο ενδιαφέρον της ευρύτερης βρετανικής κοινωνίας για το νέο κράτος

της Βαλκανικής (ήδη, την άνοιξη του 1834, ένας άλλος ταξιδιώτης, ο Grenville Temple μετρούσε κάπου

δεκατρείς Άγγλους επισκέπτες στην Αθήνα, ενώ

λίγο αργότερα, το 1840, κυκλοφορεί και ο πρώτος

ταξιδιωτικός οδηγός από τον John Murray).

Αν και θα μπορούσε να πει κανείς πως μόνον η

δημοσίευση του Edward Giffard πλησιάζει τον Cochrane, ωστόσο και από αυτόν διαφέρει ο Cochrane

τόσο στην αιτία της έλευσης και στη διάρκεια της

16
έχουμε παρά μερικές έμμεσες πληροφορίες, αντλημένες κυρίως από το ίδιο το τυπωμένο έργο του, που τυχαίνει να είναι ένα από τα πέντε σχετικά δημοσιεύματα Βρετανών περιηγητών του ίδιου έτους για την Ελλάδα: R
T
τόμοι Λονδίνο
τόμοι Λονδίνο
Πέντε παρόμοιες
.
1837.

διαμονής, όσο και στην παρουσία του σε ελληνικούς

μόνον τόπους, στο ενδιαφέρον για τα σύγχρονα, αλλά και στο κίνητρο. Με άλλα λόγια, ο Cochrane

δεν είναι ένας περιηγητής ή ένας περαστικός ταξιδιώτης, με την τυπική έννοια, κάποιου δηλαδή ρομαντικού που αναζητεί τα ερείπια της αρχαίας

εποχής ή διατρέχει την Ανατολή με περιπετειώδη

διάθεση, αλλά ένας αρχικά κατά τύχη επισκέπτης, που διείδε στη συνέχεια (ή, τουλάχιστον, νόμισε ότι διείδε) κάποιες νέες προοπτικές στην αναδυομένη

ανεξαρτησία της ελληνικής

σε ώριμο άνδρα με επιχειρηματικές επιδιώξεις, που

τολμηρά (αν και ίσως λίγο αφελώς) διατυπώνει.

Ο νεαρός αστός, αξιότιμος κύριος (Esquire)

George Cochrane βρισκόταν στη Βραζιλία και προσελήφθη εκεί το καλοκαίρι του 1824 από τον επιφανή συγγενή του, ναύαρχο Cochrane, ως προσωπικός

γραμματέας του. Τον επόμενο χρόνο τον ακολούθησε

στην επιστροφή του στην Αγγλία. Όταν οι Έλληνες

αντιπρόσωποι τού ανέθεσαν (Αύγουστος 1825) την

αρχηγία του νέου συγχρονισμένου ατμοκίνητου στόλου, έφτασε μαζί του στην Ύδρα, τον Μάρτιο του

1827. Η ζωηρή έκφραση θαυμασμού για τη χώρα

17
Είναι ακόμη φανερό και πόσο γρήγορα εξελίχθηκε
απλός
κοινωνίας. Αυτό είναι φανερό μέσα από τα 38 κεφάλαια του δίτομου έργου του, που τύπωσε ο πετυχημένος Henry Colburn στον επί του αρ. 13 της οδού Great Marlborough εκδοτικό οίκο του.
από
νεαρός ακόλουθος

εκπλήσσει: «I shall not forget my fi rst arrival in that beautiful and interesting country», έκφραση που θα παραμείνει απαράλλακτη ως το τέλος της αφήγη-

σής του. Στο διάστημα Ιανουάριος-Ιούνιος του 1828, ταξιδεύει στη Μασσαλία για την παραλαβή του «Ερμή», ενός νέου ατμόπλοιου του ελληνικού στόλου, και τον Δεκέμβριο φεύγει πάλι, καθώς ο ναυάρχος Cochrane αποχωρεί οριστικά από την Ελλάδα.

Τα σχετικά ιστορικά περιστατικά καταγράφονται

χωρίς κρίσεις (είναι χαρακτηριστική η περιγραφή

της ήττας στον Ανάλατο/Φάληρο), εκτός από μια

γενικόλογη συνολική εκτίμηση «για τον υπέρμαχο

της ελευθερίας ένδοξο συγγενή του» στο τέλος του 8ου κεφαλαίου.

Ύστερα από έξι χρόνια, ξαναγυρίζει από μόνος

του πλέον στην Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 1834, με

ένα μεγάλο σχέδιο στο μυαλό του, το οποίο τόσο τον

είχε ενθουσιάσει, ώστε να διακόψει την εκπαίδευσή

του ως συνήγορος στον ιστορικό νομικό σύλλογο

του Middle Temple, του Λονδίνου. Το σχέδιο είναι να

αναλάβει τη σύνδεση του Πειραιά με τη Μασσαλία, μέσω Νάπολης, Γένοβας, Μάλτας, και τη γραμμή

από τον Πειραιά προς Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη, και πέρα ως τα λιμάνια του Δούναβη και τη

Βιέννη, με την εκμετάλλευση μοντέρνων ατμόπλοιων, που θα πρόσφεραν στους ταξιδιώτες άνεση, πολυτέλεια, οικονομική και γρήγορη πρόσβαση σε ενδιαφέροντες, ιστορικούς και αξιοθέατους τόπους. Μια

18

σύγχρονη απάντηση ίσως στο μακρύ και πολυέξοδο

ταξίδι που αποτύπωνε ακόμη το πιο πάνω αναφερ-

θέν βιβλίο του R.T. Claridge. Το ναυτιλιακό αυτό

εγχείρημα δεν θα ευοδωθεί τελικά, παρόλο που ο Cochrane θα πάρει από τον ίδιο τον Όθωνα έγκρι-

ση και αποκλειστικό δικαίωμα, και στο διάστημα

Ιανουάριος-Αύγουστος του 1835 θα κινηθεί για να

βρει χρηματοδότηση στην Αγγλία. Τον Σεπτέμβριο

του 1835 θα ξαναγυρίσει στην Αθήνα προκειμένου

να ζητήσει να του επιστραφεί η χρηματική εγγύηση που είχε καταβάλει. Τον Αύγουστο του 1836 θα αποχωρήσει μέσω Πατρών οριστικά από την Ελλάδα, με ένα παράσημο: του Ιππότη του Τάγματος

του Σωτήρος (προφανώς της πέμπτης τάξης του

Αργυρού Σταυρού), σύμφωνα τουλάχιστον με την υποσημείωση στη σελίδα τίτλου του βιβλίου του.

Έτσι ο Cochrane βρίσκεται στον ελλαδικό χώρο

κατά τα διαστήματα: α) Μάρτιος-Δεκέμβριος του

1827, σε έναν επαναστατημένο τόπο και μάλιστα σε μια κρίσιμη και καταθλιπτική φάση, που ορίζουν οι καταστρεπτικές ήττες και η επιδείνωση της στρατιωτικής και πολιτικής ζωής, β) Ιούνιος-Δεκέμβριος του 1828, πέντε μόλις μήνες αφότου ανάλαβε ο Καποδίστριας, όπου διαπιστώνει ήδη μια γρήγορη πρόοδο και βελτίωση στην κοινωνία, γ) Οκτώβριος-Δεκέμβριος του 1834 και δ) Σεπτέμβριος 1835 - Αύγουστος του 1836, οθωνικά πλέον χρόνια, στην καμπή

19

μιας νέας πολιτειακής φάσης, με το τέλος της Δεύτερης Αντιβασιλείας, την ενηλικίωση του Όθωνα (1η Ιουνίου 1835) και την Αρχικαγκελαρία του Armansperg, κυρίως όμως με εμφανή τη ραγδαία εξέλιξη του κράτους και τις νέες οικονομικές και αναπτυξιακές προκλήσεις μιας ελεύθερης κοινωνίας. Ο

συγγραφέας αυτή την εποχή γνωρίζει καλύτερα, και τα 30 από τα 38 κεφάλαια του έργου του σε αυτήν αναφέρονται.

Οι παρατηρήσεις του, είτε πρόκειται για πρόσωπα, ναυτικούς, πλοιάρχους και ναύτες, στρατιωτικούς, καπετάνιους και απλούς στρατιώτες, φιλέλληνες, αγρότες και γυναίκες, επώνυμους και ανώνυμους, είτε για καταστάσεις και ήθη, στρατιωτικά συμβούλια, βασιλικούς χορούς, θρησκευτικά πανηγύρια και γιορτές, επίσημη και λαϊκή (δημοτική, μάλλον) μουσική, συνήθειες της αστικής ή αγροτικής ζωής, είναι δοσμένες με περιγραφική οξύνοια, καίριες λεπτομέρειες και πάντοτε με ένα πνεύμα συμπάθειας και κατανόησης.

Υπάρχουν φυσικά και οι κοινοί τόποι των περιηγητικών βιβλίων, οι μακρινές εκδρομές ή εξορμήσεις στα περίχωρα, η επίσκεψη σε αρχαιολογικούς

χώρους, οι αναφορές σε πολιτικές συζητήσεις ή οι περιγραφές του κόσμου των ξένων και του παλατιού, οι αναφορές στα ξενοδοχεία, τους ιδιοκτήτες

και τις υπηρεσίες τους· αλλά υπάρχουν και σκηνές

πρωτότυπες, όπως η συζήτηση με έναν Σπετσιώτη

20

καπετάνιο, ο εκκεντρικός Αμερικανός φιλέλληνας με

το τουφέκι από το Κεντάκι ή η συνάντηση με έναν

απόμαχο αγρότη στην Αθήνα, η οργάνωση ενός

κυνηγιού ή η συγκινητική παρουσίαση της Αθηναί-

ας σπιτονοικοκυράς του, μιας χήρας με παιδιά, που

προσπαθεί να εξοικονομήσει την επισκευή του σπιτιού της, οι ημερήσιες ασχολίες του και τα μαθήματα ελληνικών, το προξενιό που του έγινε, το νέο σπίτι

και ο προσεγμένος βοτανικός κήπος ενός Άγγλου στα

περίχωρα της Αθήνας, το δείπνο του αλλοπρόσαλου

Σκώτου νομικού Edward Masson στο Ναύπλιο. Ο

συγγραφέας παραθέτει εικόνες με γραφικότητα και η έκφραση του λόγου του είναι λιτή, με αδιόρατη καμιά φορά αφέλεια και ελαφρύ συχνά χιούμορ.

Ξεχωριστό χαρακτηριστικό του έργου είναι η ιδιαίτερη εμμονή σε οικονομικές αναφορές, από

τον συνεχή υπολογισμό μικρών πραγμάτων, όπως

το κόστος ενός γεύματος στην εξοχή ή ενός πρωινού στην Αθήνα, ως το μηνιαίο κόστος διαβίωσης, τις τιμές βασικών αγαθών, αλλά και της αγοράς

ενός οικοπέδου ή μιας αγροτικής έκτασης. Και

πέρα από αυτά, συνεχίζει με προτάσεις για οικο-

νομική ανάπτυξη, σκέψεις για επενδύσεις και υποδείξεις τρόπων εξέλιξης στις ευκαιρίες που μπορεί

να προσφέρει το νέο κράτος. Καταγράφει σημαντικές πληροφορίες για τον Στρατό, τα προβλήματα στα σύνορα, αλλά και την ασφάλεια στο εσωτερικό

(εκείνα τουλάχιστον τα χρόνια, ας σημειώσει κανείς

21

εδώ ότι προειδοποίηση για τη ληστεία βρίσκεται

για πρώτη φορά στην 4η έκδοση του Οδηγού του Murray , το 1872), τη λειτουργία της Δικαιοσύνης,

την Εκκλησία, την Εκπαίδευση, τις δυνατότητες

του λιμανιού του Πειραιά, τις πλουτοπαραγωγικές

πηγές αλλά και τη δυνατότητα επέκτασης και βελτίωσης των καλλιεργειών, ως και αυτήν ακόμη την

πιθανότητα εγκατάστασης αποίκων (επηρεασμέ-

νος σίγουρα από τις σχετικές βρετανικές διερευνή-

σεις της προηγούμενης δεκαετίας του ’ 20, για την ανάπτυξη των καλλιεργιών και την αποικιοποίηση

της Νότιας Αμερικής). Δεν αφήνει μάλιστα την ευκαιρία να προτρέψει τους Άγγλους συμπολίτες του

να επενδύσουν στην Ελλάδα, ώστε να βοηθήσουν

στην πρόοδο και ισχυροποίηση της χώρας. Είναι άλλωστε ακριβώς η περίοδος που ο Αρχικαγκελάριος Armansperg στηρίζεται στην ενίσχυση των

σχέσεών του με τη Μ. Βρετανία.

Αυτός λοιπόν ο Cochrane, που δεν ήταν επιφανής

ναύαρχος, ούτε φέρελπις πολιτικός, ούτε καν ένας περιηγητής που διατρέχει τον έναν τόπο μετά τον άλλον, παρά ένας απλός αξιότιμος κύριος, ο George Cochrane (Esquire), όταν συνάντησε μια «ενδιαφέρουσα» χώρα και έναν λαό «έξυπνο», «τολμηρό», «ικανό και εργατικό», «φιλομαθή και προοδευτικό», «ανοιχτόκαρδο και ευχάριστο συνομιλητή», που ένας «μακροχρόνιος επαναστατικός αγώνας τον έφερε σε απόλυτη ένδεια», δεν του αρκούσε η

22
23 άμεση και με δηλωτικό τρόπο έκφραση της συμπάθειάς του, αλλά εντελώς πρωτότυπα βρήκε να συνδυάσει και στον τίτλο ακόμη του βιβλίου του την «περιπλάνηση» με τον «θαυμασμό», με τυπωμένη την απλή λέξη “wandering” και τη συνήχησή της “wondering” αφανή.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

του συγγραφέα

Στις εισαγωγικές σελίδες του έργου του ο συγγραφέας εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν να

το γράψει, επομένως δεν μένει παρά να προσθέσει

λίγα λόγια για το ίδιο το έργο, για τις απόψεις και

τις προθέσεις που τον τον ώθησαν να αποτολμήσει

και να το προσφέρει στον κόσμο.

Σεβόμενοι το ίδιο το έργο ως λογοτεχνική σύνθεση, θα ήταν άδικο και αγενές να το δούμε με αυστηρό

κριτικό μάτι, καθώς ούτε οι μέχρι τώρα ενασχολή-

σεις του συγγραφέα ούτε τα ενδιαφέροντά του ήταν

από εκείνα που συνήθως στοχεύουν σε εξαιρετικές

επιδόσεις στα γράμματα. Όμως πιστεύει πως είδε

αρκετά πράγματα που μπορούν να διασκεδάσουν και

άλλα που μπορούν να διδάξουν τους συμπατριώτες

του – ας μην παραλείψει να προσθέσει και τις συμπατριώτισσές του. Προσπάθησε λοιπόν να μεταδώ-

σει όσα είδε, χωρίς υψηλές φιλοδοξίες ούτε δυσνόη-

τη γλώσσα, έτσι όπως θα επιθυμούσε να αφηγηθεί

τις περιπέτειες και τις παρατηρήσεις του στον δικό

του οικογενειακό κύκλο. Αν τα καταφέρει ώστε να

περάσει κάποιος την ώρα του ευχάριστα αντί ανιαρά, θα νιώσει ευγνώμων και αποζημιωμένος για τον

25

κόπο του· κι αν καταφέρει να πειστεί πως αυτός ο

κόπος του θα συνέτεινε να βελτιώσει στο ελάχιστο

το μέλλον μιας χώρας, για την ευημερία και την

αναγέννηση της οποίας πάντα ένιωθε, και πάντα θα

νιώθει, το μέγιστο ενδιαφέρον, τότε θα έχει πετύχει

τον υψηλότερο στόχο του. Ομολογεί πως αυτή είναι η

κατεξοχήν ελπίδα του, επειδή είναι βαθιά πεπεισμέ-

νος ότι το μόνο που λείπει για μια ύστατη και ταχεία

ευημερία της Ελλάδας δεν είναι παρά να γνωρίσουν

ορισμένα ευρωπαϊκά έθνη, και ιδίως η Μεγάλη Βρετανία, την πραγματική κατάσταση και το δυναμικό

αυτής της όμορφης και ενδιαφέρουσας χώρας, και τα

μέσα για την ανάπτυξη αυτού του δυναμικού, προς

τη σωστή κατεύθυνση – το κοινό δηλαδή όφελος και την ασφάλεια.

26

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Πώς ξεκίνησε ο συγγραφέας να έχει σχέσεις με την Ελλάδα, η άφιξή του εκεί – Πρώτη επαφή με τους Έλληνες

της Ύδρας – Άφιξη στον Πόρο – Υποδοχή από τις Αρχές – Ο διάσημος Έλληνας ναύαρχος Μιαούλης – Έλληνες ναύτες – Πρίγκηψ

Μαυροκορδάτος, Κολοκοτρώνης κ.ά.

– Κονδύλια του Στόλου – Μεγάλη συγκέντρωση στο λεμονοδάσος – Συνάντηση με Καποδίστρια

Πολλοί από τους αναγνώστες μου θα θυμούνται αναμφίβολα πως λίγο πριν από το 1824, ο Κόμης

του Νταντόναλντ [Earl of Dundonald] (μετέπειτα Λόρδος Κόχραν) υπηρετούσε στο ναυτικό της Αυτοκρατορικής Κυβέρνησης της Βραζιλίας. Το καλοκαίρι

εκείνου του χρόνου, οι βόρειες επαρχίες εξεγέρθηκαν

ενάντια στη νέα υποταγή τους στον Δον Πέδρο, και

ο Λόρδος Κόχραν διετάχθη να κατευθυνθεί προς τα

εκεί μαζί με μια στρατιωτική μοίρα υπό τον Στρατηγό Λίμα, ώστε να καθυποτάξει τους στασιαστές.

Έτυχε τότε να βρίσκομαι στη Βραζιλία, συνοδεύοντας από την Αγγλία (τον προηγούμενο χρόνο)

κάποιους διακεκριμένους συγγενείς μου, και επειδή

ήμουν διατεθειμένος να υπηρετήσω υπό τις διαταγές ενός τόσο διάσημου επικεφαλής, δέχθηκα με

χαρά την πρόταση που μου έγινε, να συνοδεύσω την

27

εξοχότητά του στη ναυαρχίδα ως προσωπικός του

γραμματέας. Είχα αποφασίσει επίσης να πάω εθελοντής στην υπηρεσία του αυτοκράτορα.

Άμεσος προορισμός του Λόρδου Κόχραν ήταν

το Περναμπούκο, το πιο ξεσηκωμένο απ’ όλες τις επαναστατημένες περιοχές· προς τα εκεί κατευθυνθήκαμε τον Αύγουστο του 1824. Η μοίρα αποτελούνταν από το πλοίο του Ναυάρχου, του Ντον

Πέδρο, με εβδομήντα τέσσερα κανόνια· δύο βαριές φρεγάτες· και μεταγωγικά που μετέφεραν τρεις χιλιάδες στρατιώτες, υπό τη διοίκηση, όπως είπα, του Στρατηγού Λίμα.

Φτάσαμε σύντομα έξω από το Περναμπούκο, όπου ο Στρατηγός αποβιβάστηκε με τα στρατεύματά του, στο νότιο μέρος της πόλης, ενώ η ναυτική μοίρα το είχε αποκλείσει από θαλάσσης.

Μία εβδομάδα μετά την άφιξή μας, η πόλη παραδόθηκε και ο επαναστάτης διοικητής, ο Καρβαλιάο, ζήτησε άσυλο σε μια βρετανική φρεγάτα που

ήταν τότε καθ᾽ οδόν.

Αφού παραμείναμε δεκαπέντε μέρες μετά την

παράδοση, η μοίρα συνέχισε προς την Μπαΐα, για

ανεφοδιασμό. Όταν έγινε κι αυτό, ο ναύαρχος έπλευσε βόρεια για να καθυποτάξει την Τσεάρα, μια άλλη

επαναστατημένη επαρχία. Όταν έφτασε εκεί κι έριξε

άγκυρα, ήρθε αμέσως απ’ την πόλη μια αντιπροσωπεία που πρότεινε να την παραδώσει και να αναρτήσει τη βραζιλιάνικη σημαία, εφόσον ο ναύαρχος

28

έστελνε στη στεριά λίγους άνδρες του να καταλάβουν

το φρούριο.

Πρέπει να αναφέρω εδώ πως το πλήρωμα του

πλοίου εμπροσθοφυλακής ήταν όλοι Άγγλοι και

πως με τη βοήθειά τους ο ναύαρχος κατόρθωνε να

κρατά τον υπόλοιπο στόλο υπό έλεγχο. Μία από τις

φρεγάτες επίσης, που τη διοικούσε ο αρχιπλοίαρχος

Τζιούετ [Jewett], είχε διακόσιους πενήντα Άγγλους

ναυτικούς επάνω. Αυτής της φρεγάτας οι άνδρες

διατάχθηκαν να αποβιβαστούν και σ’ αυτούς παραδόθηκε το φρούριο της Τσεάρα. Έτσι, και αυτή τη

φορά, όπως και κάθε άλλη σχεδόν, οι Βραζιλιάνοι όφειλαν την απελευθέρωσή τους από τον πορτογαλικό ζυγό σε Βρετανούς ναυτικούς.

Ο Ναύαρχος παρέμεινε στην Τσεάρα για ένα μήνα και συνέχισε για το Μαρανιάο, όπου μαινόταν εμφύλιος πόλεμος. Οι κάτοικοι της πόλης είχαν

εξεγερθεί εναντίον του προέδρου που είχε ορίσει ο Αυτοκράτορας. Τον έλεγαν Μπρους και καυχιόταν

πως ο παππούς του ήταν Σκωτσέζος και απευθείας

απόγονος του διάσημου Ρόμπερτ Μπρους [Robert Bruce], βασιλιά της Σκωτίας. Έστω κι έτσι, καθώς

η εξουσία του ήταν απεχθής στον λαό, αντικατα-

στάθηκε, και στη θέση του όρισαν έναν νεαρό και πλούσιο Βραζιλιάνο, ονόματι Μανουέλ ντε Λόμπο [Manuel de Lombo]. Αυτό έδωσε μεγάλη ικανοποίη-

ση και ήταν ο λόγος για τον οποίο έληξε ο εμφύλιος

στην επαρχία.

29

Το Μαρανιάο είναι η πιο ευχάριστη πόλη στη

Βραζιλία για κοινωνική ζωή. Έμεινα εκεί τρεις με

τέσσερις μήνες, μετά ο Λόρδος Κόχραν μού ζήτησε

να πάω στην Αγγλία για δουλειά. Το δέχτηκα και

εγκατέλειψα το Μαρανιάο τον Ιανουάριο του 1825.

Τον επόμενο Ιούνιο, ο Λόρδος Κόχραν έφτασε

στο Πόρτσμουθ, μαζί με μια βραζιλιάνικη φρεγάτα,

την «Πιράνγκα» [Piranga]. Ενώ γίνονταν εργασίες

στο λιμάνι, έφτασαν τα νέα πως είχε υπογραφεί ειρήνη μεταξύ Πορτογαλίας και Βραζιλίας. Εφόσον

αυτός ήταν ο όρος της συμφωνίας μεταξύ του Λόρδου Κόχραν και της κυβέρνησης της Βραζιλίας, αμέσως παρέδωσε τη φρεγάτα «Πιράνγκα» στα

χέρια του Βραζιλιάνου υπουργού και έστρεψε αλλού το ενδιαφέρον του. Εκείνη την περίοδο μαινόταν στην Ελλάδα η

Επανάσταση και μόλις μαθεύτηκε η άφιξη του Λόρ-

δου Κόχραν στην Αγγλία, οι Έλληνες εκπρόσωποι

Ορλάνδος και Λουριώτης, που βρίσκονταν τότε στο

Λονδίνο, έσπευσαν να εξασφαλίσουν τις υπηρεσίες

του για τον αγώνα.

Αφού κανονίστηκαν τα προκαταρκτικά, μου ζήτησε να συνοδεύσω την Εξοχότητά του στο νέο πεδίο δράσης του κι εγώ αποδέχθηκα την πρόταση.

Αυτό

30
Οκτώβριο του 1825. Επειδή όμως χρειαζόταν κάποια προετοιμασία του ναυτικού εξοπλισμού, η αναχώρηση του Λόρδου Κόχραν για την Ελλάδα καθυστέρησε ως τον Μάιο του 1826. Τότε
έγινε τον

μπάρκαρε με μια μικρή σκούνα, ονόματι «Unicorn»

[Μονόκερως], που πριν ήταν ιστιοφόρο, και πήγε

στη Μεσίνα, στην ακτή της Σικελίας, καθορισμένο

σημείο συνάντησης για τα ατμόπλοια που θα έπαιρ-

ναν μέρος στην αποστολή του Λόρδου. Περιμέναμε

εκεί ως τον Οκτώβριο, αλλά επειδή τα ατμόπλοια

δεν έφθαναν, κατευθυνθήκαμε στη Μασσαλία, ώστε

να έχουμε νωρίτερα ειδήσεις από την Αγγλία σχετικά με τα πλοία.

Εκεί μάθαμε πως νέα εμπόδια καθυστερούσαν

την πραγματοποίηση των σχεδίων. Αγοράστηκε ένα

γαλλικό μπρίκι από το Ελληνικό Κομιτάτο Μασσαλίας για να φτάσει ο Λόρδος Κόχραν στην Ελλάδα και να δώσει την εντύπωση ναυτικής δύναμης.

Ώσπου να εξοπλιστεί το σκάφος μπήκε ο Γενάρης

του 1827, οπότε ο ναύαρχος ξεκίνησε για τον προορισμό του με τη συνοδεία του εκπρόσωπου Ορλάνδου.

Αν και είχα αποφασίσει να είναι η Ελλάδα το μοναδικό αντικείμενο της αφήγησής μου, θεώρησα

καλό να αναφερθώ βιαστικά στις περιστάσεις που

οδήγησαν στην παρατεταμένη διαμονή μου εκεί.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω το πρώτο μου ταξίδι σ’

αυτή την όμορφη και ενδιαφέρουσα χώρα. Πρώτα

φτάσαμε έξω από την Ύδρα, ήρθαν με βάρκα λίγοι κάτοικοι να μας υποδεχτούν. Δεν υπάρχει πιο εντυπωσιακή και ιδιαίτερη φυλή απ’ τους Υδραίους. Εξωτερικά ήταν τελείως αλλιώτικοι απ’ ό,τι είχα φανταστεί από παλιότερες περιγραφές. Επειδή

31

γνώριζα κατοίκους πολλών περιοχών του κόσμου, πολιτισμένους και απολίτιστους, δεν είχα ως τώρα συναντήσει πιο περίεργο παρουσιαστικό απ’ των

ανθρώπων που εμφανίστηκαν μπροστά μας. Τα στρατιωτικά κατορθώματα που είχε εξιστορήσει ο αθάνατος Μπάιρον, οι αναφορές των εφημερίδων, οι γλαφυρές περιγραφές που μου είχαν μεταφέρει οι εκπρόσωποι Ορλάνδος και Λουριώτης, είχαν θεριέψει τη φαντασία μου. Όμως τις προσδοκίες μου ξεπέρασε η παράξενη και ζωντανή πραγματικότητα. Η βάρκα ανήκε στην κυβέρνηση. Ήταν πολύ φαρδιά κι ευρύχωρη, και το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν η παντελής έλλειψη μπογιάς. Αυτό ήταν κάτι εντελώς αποκρουστικό στο μάτι ενός Άγγλου ναυτικού, συνηθισμένου στα χαριτωμένα λεπτά στρώματα χρώματος και στα χαρούμενα και

λαμπερά περιγράμματα. Έτσι λοιπόν άβαφη ήρθε

βιαστικά στο πλάι και μας πλεύρισε. Δεν μας έκαναν τις αρχικές εθιμοτυπικές ερωτήσεις για το ποιοι

είμαστε και από πού ερχόμαστε. Το πλήρωμα ήταν

περίπου είκοσι άνδρες, ανέβηκαν όλοι στο πλοίο και προχώρησαν στην πρύμη χωρίς την ελάχιστη εθιμοτυπία. Μετά ρώτησαν ποιοι είμαστε. Αφού έμαθαν πρώτα από τον κ. Ορλάνδο, στα ελληνικά, πως

το πλοίο μετέφερε τον διάσημο ναυτικό ήρωα, τον

Λόρδο Κόχραν, εξέφρασαν την επιθυμία να δουν την Εξοχότητά του, που ανέμεναν με αγωνία πάνω από

ένα χρόνο. Ο κ. Ορλάνδος τούς πληροφόρησε πως

32

ο Λόρδος Κόχραν είχε αναχωρήσει για τον Πόρο, μόλις πριν από μία ώρα, με τη φρεγάτα «Sauver» [Σωτήρ], που μας συνόδευε από τη Μασσαλία.

Πράγματι, ο Λόρδος Κόχραν είχε φύγει το πρωί

από τη σκούνα και είχε μεταβεί στο αρχηγείο, στον Πόρο, περίπου είκοσι μίλια από την Υδρα.

Οι Έλληνες ναύτες απογοητεύτηκαν λίγο και θεώρησαν πως η αξιοπρέπεια της Ύδρας είχε δεχθεί

πλήγμα από τον Λόρδο Κόχραν, που δεν επισκέφθηκε εκείνη πρώτη, γιατί η Ύδρα ήταν που στήριξε τον πόλεμο.

Οι άνδρες αυτοί έδειχναν γενικά από το χρώμα τους πως ήταν μια ζωή ναυτικοί, τους είχε μαυρίσει ο ήλιος. Φορούσαν κόκκινα φέσια, αποκάτω κυμάτιζαν τα μαλλιά τους άγρια στους ώμους. Στο πάνω χείλος είχαν ένα πελώριο μουστάκι, που οι πιο γέροι το στρίβαν διαρκώς, τονίζοντας την άκρη του, ενώ συγχρόνως το λοξοκοιτούσαν και καμάρωναν. Αυτό το εξάρτημα (ιδιαίτερο για έναν ναύτη) τους

έκανε να μοιάζουν, στα μάτια μου, με την εικόνα

των αρχαίων Βρετανών που είχα πλάσει με τη φαντασία μου. Μόνο που εκείνοι, νομίζω, καμιά φορά

κυκλοφορούσαν in puris naturalibus [ολόγυμνοι] ή

τουλάχιστον, αν είχαν ρούχα, αυτά ήταν τομάρια

από άγρια ζώα.

Οι Υδραίοι δεν ήταν τόσο άξεστοι. Φορούσαν

παντελόνι [βράκα] από μπλε βαμβάκι, και επεν-

δύτη· η βράκα είχε τουλάχιστον δέκα μέτρα ύφα-

33

σμα πάνω της, που σούρωνε σε πιέτες γύρω από τη

μέση κι έφτανε ως το γόνατο, που έμενε ακάλυπτο, κάτι σαν κιλότα χωρίς κορδόνια. Το πίσω μέρος

ήταν πολύ ιδιαίτερο. Κρεμόταν μέχρι το έδαφος

σχεδόν, σαν τεράστιος σάκος που κουνιόταν αστεία

πέρα δώθε σε κάθε κίνηση του σώματος. Φορούσαν

παπούτσια χωρίς κάλτσες και τα πόδια τους ήταν

σκούρα όσο και τα πρόσωπα, με τρίχωμα. Στη

μέση φορούσαν ένα κόκκινο πολύπτυχο ύφασμα. Ο

επενδύτης ήταν σαν γιλέκο με μανίκια, στολισμέ-

νο με κουμπάκια από τον καρπό ως τον αγκώνα, καθώς και στο στήθος. Ένας κοντός άνδρας, πολύ μελαχρινός, έσερνε την ουρά της βράκας του κανονικότατα στο χώμα. Ο Ορλάνδος πρόσεξε το βλέμμα μου, με πλησίασε

και είπε: «Καταλαβαίνω, φίλε μου, πως σου κάνει εντύπωση η τραχιά και αγριωπή εμφάνιση των συμπατριωτών μου, ελπίζω όμως να μη σχηματίσεις

τη χειρότερη γνώμη γι’ αυτούς κρίνοντας από το

παρουσιαστικό τους. Μην ξεχνάς», πρόσθεσε «πως

αυτοί οι άνδρες στάθηκαν το κυριότερο εμπόδιο για

τους Τούρκους, σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, και

δόξασαν το νησί τους με τα ανδραγαθήματά τους.

Αυτοί οι άνδρες», πρόσθεσε «παρότι δεν τους ευνοεί

η εμφάνισή τους, έχουν γυναίκες και παιδιά στο σπί-

τι, όπου απολαμβάνουν τόση στοργή όση κι εσείς στα

πιο πολιτισμένα περιβάλλοντα. Και σε διαβεβαιώνω

πως οι καρδιές τους αναγνωρίζουν τα καλοπροαίρετα

34

και ζωηρά αισθήματα· το απέδειξαν άλλωστε πως

είναι γενναίοι».

Έπειτα ο Ορλάνδος πρόσθεσε: «Όμως θέλω και

να ζητήσω μια χάρη. Εμείς οι Έλληνες έχουμε το

έθιμο να κάνουμε μικρά δώρα όταν φτάνουμε κάπου, κι αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι περιμένουν από

μένα κάτι. Χρήματα θα τους δώσω, όμως θέλω να

πάρουν επιτόπου κάτι που θα τους συγκινήσει. Είπες πως θέλεις να τους γνωρίσεις καλά. Μπορείς

λοιπόν να τους δώσεις μισή ντουζίνα μπουκάλια

κρασί; Κι εγώ θα πω ότι το κάνεις εσύ». Αμέσως

κάλεσα έναν καμαρότο και του είπα να φέρει έξι μπουκάλια γαλλικό κρασί που είχαμε φορτώσει στο Σαν Τροπέ, είκοσι μίλια από την Τουλόν.

Σε λίγα λεπτά ο καμαρότος έφερε το κρασί και

ο Ορλάνδος έβγαλε έναν λόγο στα ελληνικά, λέγοντάς τους πως εγώ τους πρόσφερα το κρασί. Τα ενθουσιώδη τους πρόσωπα έδειχναν μεγάλη ικανοποίηση. Συνάμα έβαλαν τα χέρια στο στήθος, που

είναι ένας τρόπος χαιρετισμού στην Ελλάδα (αντί

ν’ αγγίξουν το γείσο του καπέλου, όπως κάνουν οι δικοί μας ναύτες), επαναλαμβάνοντας πολλές φορές

καλωσορίσατε, που σημαίνει πως ήμουν ευπρόσδευ-

κτος στην Ελλάδα.

Μόλις βγήκαν απ’ τα μπουκάλια οι φελλοί, ήμουν έτοιμος να ζητήσω από τον καμαρότο να φέρει ποτήρια, αλλά προτού προλάβω, τέσσερις

Υδραίοι είχαν κιόλας βάλει στο στόμα τις μπου-

35

κάλες, κι αμέσως κατάλαβα πως με την ίδια όρεξη

απολάμβαναν το γαλλικό νέκταρ είτε με είτε χωρίς ποτήρια. Επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις

άδειασαν τα μπουκάλια, ύστερα τα κοίταξαν, τα γύρισαν ανάποδα, κι οι γέροι γκριζομάλληδες τα

πήραν ήρεμα στη βάρκα – σίγουρα σκέφθηκαν σοφά

πως παραήταν χρήσιμα για να τα πετάξουν.

Στο μεταξύ ο Ορλάνδος ετοιμαζόταν να βγει

στη στεριά με τη βάρκα τους. Ζήτησε απ’ το πλήρωμα να κατεβάσουν τις αποσκευές του, τρία τέσσερα χέρια προσφέρθηκαν, και σε λίγα λεπτά ο

Ορλάνδος καθόταν στην πρύμη της βάρκας, τον τράβηξαν στη στεριά οι συμπατριώτες του με την άγρια θωριά.

Μ’ ένα ωραίο δροσερό αεράκι αφήσαμε την Ύδρα, το μικρό σκάφος χοροπηδούσε στα μεγάλα

κύματα και κάθε τόσο βουτούσε τον πρόβολο στη

θάλασσα. Την απόσταση μεταξύ Ύδρας και Πόρου

τη διασχίσαμε εύκολα, και κατά τις τρεις το απόγευ-

μα πλησιάσαμε τον Πόρο. Ανακαλύψαμε μια είσοδο,

που δεν τη θεωρούσαν όμως ασφαλή. Ο κυβερνήτης

που είχαμε στο πλοίο, ένας από το πλήρωμα του

υδραίικου σκάφους, μας είπε σε κακά ιταλικά πως

πρέπει να κάνουμε τον γύρο του νησιού. Έπρεπε

να κάνουμε έξι μίλια γύρο για να βρεθούμε στο κατάλληλο λιμάνι, όπου φτάσαμε μία ώρα μετά. Το κυρίως στόμιο του λιμανιού δεν έχει πάνω από εκατόν σαράντα μέτρα άνοιγμα, όμως είναι πολύ βαθύ.

36

Στα πλαϊνά έχει βράχια απόκρημνα, με τις κορυφές

καλυμμένες από παχιά χαμηλή βλάστηση.

Διασχίζοντας αυτή τη στενή είσοδο είδαμε το

ωραιότερο θέαμα στον κόσμο. Το υπέροχο λιμάνι

του Πόρου σχηματίζει έναν κόλπο με τουλάχιστον

πέντε μίλια μήκος και λιγότερο από ένα μίλι φάρδος. Πέρα μακριά βρίσκονταν τα λευκά σπίτια της

πόλης, χτισμένα κλιμακωτά σε λόφο, πάνω σε μια

απότομη ανηφοριά. Στον νότο ήταν μια πλούσια

πεδιάδα με καλλιέργειες, που απλώνονταν κατά

μήκος του λιμανιού, με ψηλούς λόφους από πίσω.

Δυτικά και βόρεια υπήρχαν πάλι βουνά, οι κορυφές

τους είχαν θάμνους. Αρκετά ξένα πολεμικά σκάφη

ήταν εκεί αγκυροβολημένα, γιατί το θεωρούσαν το πιο ασφαλές λιμάνι του Λεβάντε. Μοιάζει σίγουρα φτιαγμένο να ανήκει σε κράτος με πολυάριθμο στόλο, αφού διακόσια σκάφη στη σειρά μπορούν να παραμείνουν αραγμένα με μεγάλη ευκολία. Εξού και βεβαιώθηκα πως το αγκυροβόλιο είναι τέλειο.

Κοντά στην πόλη ήταν περίπου εκατό ελληνικά εμπορικά σκάφη, που ανήκαν στα εξέχοντα πρόσωπα της περιοχής.

Έτσι ήταν ο Πόρος. Η θέα της πόλης, το λιμάνι, τα ξένα πολεμικά σκάφη και το γύρω σκηνικό

συνέτειναν ώστε να ενισχυθεί η άποψή μου για το

δυναμικό της Ελλάδας.

Ο Ναύαρχος είχε φτάσει μόλις μισή ώρα πριν

από εμάς, καθυστέρησε γιατί είχαν βγει κάπως

37

από τον δρόμο. Επιβιβάστηκε αμέσως στη σκούνα, και οι διάφορες Αρχές κατέφθαναν να τον επισκεφθούν. Ο Πρίγκηψ Μαυροκορδάτος (τώρα

υπεύθυνος Εξωτερικών Υποθέσεων στο Μόναχο)

ήταν από τους πρώτους. Το όνομά του πρέπει να γνωρίζουν όλοι οι αναγνώστες μου. Είναι ένας

κοντός, στιβαρός, καλοφτιαγμένος άνδρας, πολύ

μελαχρινός, με μαύρα μάτια και οβάλ πρόσωπο

που δείχνει μεγάλη ευφυΐα, με πολύ μακριά μαλλιά, κάτω από τους ώμους. Ήταν ντυμένος ευρωπαϊκά και είχε στο κεφάλι ένα μικρό υφασμάτινο

κασκέτο. Συνήθως φορούσε γυαλιά. Οι τρόποι του έδειχναν άνθρωπο απολύτως συνηθισμένο στον συγχρωτισμό με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα. Αμέσως άρχισε να συζητά φιλικά με τον Λόρδο Κόχραν, στα γαλλικά. Είχε μαζί και την πίπα του και κάπνιζε διαρκώς, δεν την άφηνε.

Ο Μαυροκορδάτος έπαιξε ξεχωριστό ρόλο στην

Ελληνική Επανάσταση. Είχε πάντα κάποια θέση

ευθύνης, όμως την εποχή στην οποία αναφέρομαι

δεν ήταν σε καμιά επίσημη θέση.

Μαζί του ήταν ο γενναίος, ο πατριώτης, ο ανιδιοτελής Μιαούλης, ο άνθρωπος του Αγώνα. Αυτό το

άξιο και εξαιρετικό πρόσωπο, που τ’ όνομά του και

τις αρετές του με χαρά αναφέρω σ’ αυτές τις σελί-

δες, ήταν Υδραίος· με τα ηγετικά του χαρίσματα

και τις εξαιρετικές ναυτικές του ικανότητες, έφτασε

στη θέση του πρώτου ναυάρχου της Ύδρας. Αυτό

38

το νησί, όπως υπαινίχθηκα πριν, ήταν ο τρόμος των

Τούρκων σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Η όψη του ήταν προσηνής και αξιοπρεπής, και

τόσο ήρεμη που έμοιαζε με βράχο ακλόνητο. Όχι πως ήταν βλοσυρός, διέθετε αντίθετα μια πραότητα, μαζί με σταθερότητα, καθόλου απειλητική.

Ο Μιαούλης ήταν ντυμένος με την υδραίικη φορεσιά, όμως αφότου έγινε προεστός στο νησί, η ενδυμασία του ήταν πολύ ανώτερη από εκείνη των φτωχών συμπατριωτών του που συναντήσαμε όταν πρωτοφτάσαμε.

Μόλις ο Μιαούλης επιβιβάστηκε, αντάλλαξε μια εγκάρδια χειραψία με τον Λόρδο Κόχραν και ξεκίνησε μεταξύ τους μια κουβέντα σε σπαστά ισπανικά, που ο Μιαούλης τα μιλούσε, αλλά όχι τέλεια. Εκείνη την περίοδο διοικούσε τη φρεγάτα «Ελλάς», με εξήντα τέσσερα κανόνια. Ήξερε πολύ καλά πως

η άφιξη του Λόρδου Κόχραν θα του έπαιρνε τη διοίκηση από τα χέρια. Παρ’ όλα αυτά δεν επέδει-

ξε την παραμικρή ζήλια και ήταν ο πρώτος που

προσφέρθηκε να υπηρετεί υπό τον Λόρδο Κόχραν.

«Ξέρω τους συμπατριώτες μου», είπε, «και μπορώ

να βοηθήσω την Εξοχότητά σας με τη φρεγάτα· θα

πλεύσω λοιπόν υπό τας διαταγάς σας». Μια τέτοια

39
προσφορά
ζητήθηκε
Αρκετοί
στο
δεν μπορούσε να μη γίνει δεκτή και του
να παραμείνει στο πλοίο.
άλλοι διακεκριμένοι άνθρωποι ήρθαν
πλοίο μαζί τους. Ανάμεσά τους ο Μανουήλ Το-

μπάζης, που είχε την εποπτεία του οπλοστασίου.

Ήταν Υδραίος και είχε διακριθεί στον πόλεμο. Είχε

κι αυτός τον βαθμό του ναυάρχου, όμως δεν ήταν

ίσος με τον Μιαούλη.

Όλα αυτά τα πρόσωπα προσκλήθηκαν στην

καμπίνα της σκούνας· καθώς μας είχε προηγουμέ-

νως γίνει εμπιστευτικά γνωστό πως πάντα στους

καλεσμένους προσφερόταν καφές, ο καμαρότος και ο μάγειρας είχαν πάρει εντολή να έχουν έτοιμη μια

μεγάλη κανάτα. Συνεπώς, με το που πρόβαλαν τα

κόκκινα φέσια των εκλεκτών καλεσμένων στα πλα-

ϊνά του σκάφους, ακούστηκε αμέσως κάτω μια φασαρία από κουτάλια, φλιτζάνια και πιάτα. Ο Γάλλος

μάγειρας (που τον είχαν προσλάβει στο σκάφος από

τη Μασσαλία, και προηγουμένως είχε υπηρετήσει στην κουζίνα του Ναπολέοντα) μπήκε απευθείας σε δράση. Μόλις οι καλεσμένοι τακτοποιήθηκαν στην

καμπίνα, τους προσφέρθηκε ο καφές.

Ο Μαυροκορδάτος ήταν επικεφαλής της συζή-

τησης, μιλώντας γαλλικά. Λίγο μετά, παρατήρησα

πως η πίπα του έσβησε και ο υπηρέτης του, που

τον είχε συνοδεύσει κάτω, μόλις το είδε την πήρε, σκάλισε τη χόβολη μ’ ένα σιδεράκι, τη γέμισε ξανά, την άναψε, κι αφού κάπνισε ο ίδιος ώσπου ν’ ανάψει καλά, την πρόσφερε στον πρίγκιπα.

Αυτή η συνάντηση κράτησε περίπου μία ώρα, κατά την οποία τέθηκαν ερωτήσεις σχετικά με τη ναυτική δύναμη της Ελλάδας. Ο Μιαούλης πλη-

40

ροφόρησε τον Λόρδο Κόχραν πως η ελπίδα της

Ελλάδας ήταν η φρεγάτα « Ελλάς», το πλοίο με

τα εξήντα τέσσερα κανόνια που είχε κατασκευα-

στεί στην Αμερική, και τα παλιά εμπορικά μπρίκια

που ανήκαν σε ιδιώτες, στην Ύδρα, τις Σπέτσες, τον Πόρο και την Αίγινα, τα οποία υπολογίζονταν

σε διακόσια πενήντα. Αυτά τα σκάφη είχαν εξοπλιστεί σαν πολεμικά πλοία. Κάποια είχαν μετατραπεί σε πυρπολικά, κι αυτά είχαν σκορπίσει τον

τρόμο στους Τούρκους, καθώς αρκετές τουρκικές

ναυαρχίδες και φρεγάτες είχαν καταστραφεί υπό

την καθοδήγηση του γενναίου Κανάρη, από τα δύστυχα Ψαρά.

Έγινε επίσης γνωστό πως οι πρόσοδοι της Ελλάδας ήταν ανεπαρκείς, και για να κινηθούν όλα αυτά τα πλοία απαιτούσαν γερή χρηματοδότηση.

Από εκεί η συζήτηση στράφηκε στον στρατό που

είχε συγκεντρωθεί τότε στον Πειραιά, δέκα χιλιάδες

άνδρες με αρχηγό τον Καραϊσκάκη, ο οποίος πα-

ρακολουθούσε τις κινήσεις του Κιουταχή πασά, που

είχε καταλάβει την Αθήνα. Τονίστηκε πως είχαμε φέρει χρήματα, όμως δεν προσδιορίστηκε το ποσό.

Επειδή εγώ τότε είχα την τετραπλή ιδιότητα

του υποπλοιάρχου, του προσωπικού γραμματέα, του υπασπιστή και του ταμία του στόλου, είχα τα

κλειδιά του χρηματοκιβωτίου και γι’ αυτό μπορώ

να δώσω μια ακριβή εικόνα για το ποσό που διέθε-

τε το ναυτικό υπό τον Λόρδο Κόχραν. Ανερχόταν

41

σε 8.000 λίρες μόνο, που είχαν μεταφερθεί από την

Αγγλία στη Μασαλία. Αυτό το ποσό δεν επαρκούσε

για να διεξαχθούν σκληρές πολεμικές επιχειρήσεις.

Ένα μέρος μάλιστα του ποσού θα το διέθεταν μετά

στον στρατό. Αν είχαν τεθεί 40.000 λίρες στη διάθεση

του ναυτικού, μπορεί να είχαν προσληφθεί Άγγλοι

και Αμερικανοί ναυτικοί, και με τη βοήθειά τους ο Ναύαρχος ασφαλώς θα είχε κατορθώσει ανδραγαθήματα εξίσου λαμπρά και σπουδαία με όσα κατόρθωσε στη Νότια Αμερική.

Λόγω της έλλειψης πόρων, ήταν αδύνατον να επιτευχθούν οι στόχοι, γιατί ο Ναύαρχος ήταν αναγκασμένος να προσλαμβάνει μόνο Έλληνες

ναυτικούς, που δεν δεσμεύονταν με συμβόλαιο για

πάνω από δύο μήνες. Αυτή ήταν από αμνημονεύτων χρόνων η συνήθεια των προγόνων τους και κανείς

δεν μπορούσε να τους μεταπείσει. Θα διηγηθώ εδώ

ένα σχετικό γεγονός που συνέβη αργότερα, όταν η

φρεγάτα περνούσε έξω από την Κλαρέντζα [Γλαρέντζα]. Είκοσι γκριζομάλληδες γέροι πιάστηκαν να

κάθονται σταυροπόδι σε κύκλο, σ’ ένα πρόστεγο του πλοίου· ασφαλώς συσκέπτονταν. Το παρατήρησε ο Έλληνας γραμματέας και είπε πως αυτό είναι πολεμικό συμβούλιο και σύντομα θα έπρεπε να περιμένουμε αντιπροσωπεία. Πράγματι, σ’ ένα τέταρτο, δύο ή τρεις από αυτούς τους Νέστορες ήρθαν στην πρύμνη και ζήτησαν να μιλήσουν με την Εξοχότητά

του. Όταν μεταφέρθηκε το μήνυμα στον Ναύαρχο,

42

αυτός ανέβηκε στο κατάστρωμα μαζί με τον Έλληνα γραμματέα και ζήτησε να μάθει τι επιθυμούσαν. Είπαν πως το συμβόλαιό τους ήταν μόνο για δυο μήνες, αυτοί είχαν μπαρκάρει τώρα έξι εβδομάδες, θα τους έπαιρνε λίγες μέρες μέχρι να επιστρέψουν

στην Ύδρα, και μέχρι τότε η συμφωνία θα είχε λήξει. Η Εξοχότητά του διαμαρτυρήθηκε και τόνισε το καταστροφικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς για την υπηρεσία. Ματαίως· επέμειναν στην

απόφασή τους να αποχωρήσουν. Η φρεγάτα αναγκάστηκε να επιστρέψει στον Πόρο για να προσληφθεί καινούργιο πλήρωμα, με νέα συμβόλαια.

Ας επανέλθω στο ζήτημα της πρώτης άφιξης στον Πόρο. Ήταν φανερό από την υποδοχή

τον ρυθμιστή του πεπρωμένου

Η ηθική του επιρροή ήταν τεράστια και είχε σχεδόν άμεση και σημαντική επίδραση στον διακανονισμό των διαφωνιών ανάμεσα στους αρχηγούς των νησιών και της στεριάς.

Αφού ξεπεράστηκαν αυτές οι δυσάρεστες διαφορές, συγκλήθηκε συνέλευση στον Δαμαλά, την αρχαία

Τροιζήνα. Αλλά στο χωριό δεν υπήρχε σπίτι αρκετά

μεγάλο κι έτσι η συγκέντρωση έγινε στο ύπαιθρο, στο

κέντρο ενός λεμονοδάσους κοντά στην πόλη.

Για την περίσταση συνόδευσα τον Λόρδο Κόχραν ως υπασπιστής του, οπότε ήμουν αναγκασμένος να φορέσω τη στολή του υποπλοιάρχου, συν

43
του Λόρδου Κόχραν πως όλοι τον έβλεπαν σαν
της Ελλάδας.

μια μεγάλη ταινία υπασπιστού που είχα αγοράσει

στη Μασσαλία. Καθώς αυτή ήταν η πρώτη μου δημόσια εμφάνιση από αυτή τη θέση στην Ελλάδα, η τουαλέτα μου μάλλον κράτησε λίγο παραπάνω

απ’ ό,τι συνήθως. Το ίδιο και του αρχηγού μου, που διακρίνεται για την αβρότητά του και φόρεσε για

την περίσταση μια στολή σχεδόν χρυσοποίκιλτη, η οποία θα εντυπωσίαζε ιδιαίτερα τους ενθουσιώδεις Έλληνες.

Όταν τα πάντα ήταν έτοιμα, η βάρκα που ανήκε στη φρεγάτα επανδρώθηκε με δώδεκα νεαρούς

Έλληνες, γύρω στα είκοσι, πολύ κομψά ντυμένους

για την περίσταση. Μόλις ο Ναύαρχος, ο Συνταγματάρχης Ώρκαρτ [Urquhart] κι εγώ κατεβήκαμε

στη βάρκα, οι νεαροί Έλληνες ανασήκωσαν τα κουπιά, σχεδόν σαν να βρίσκονταν σε πολεμικό πλοίο, κρατώντας τα ψηλά για λίγα δευτερόλεπτα προτού

τα ξαναβουτήξουν στο νερό. Σε δέκα λεπτά περίπου

είχαμε αποβιβαστεί στην πλευρά του κόλπου πλησιέστερα στον Δαμαλά. Μας περίμεναν έξι όμορφα άλογα, σαν αραβικά, με ωραίες κοκκινόλευκες τούρκικες σέλες και γκέμια διακοσμημένα με κορδέλες.

Το καλύτερο άτι προοριζόταν για τον Ναύαρχο.

Αφού καβαλήσαμε κι εμείς τ’ άλογά μας, ξεκινήσαμε

για τον προορισμό μας, δυο χιλιόμετρα απόσταση.

Κάθε άλογο το οδηγούσε πεζός ένας Έλληνας στρατιώτης (Παλικάρι). Σε μισή ώρα φτάσαμε σ’ ένα

μικρό σύδεντρο που οδηγούσε μετά από μια μάλ-

44

λον απότομη ανηφοριά στο σημείο όπου θα γινόταν

η συνέλευση. Εκεί ήταν κιόλας μαζεμένοι αρκετοί

Έλληνες, ανάμεσά τους ξεχωρίσαμε τον Κολοκοτρώνη, που τον είχε εξουσιοδοτήσει η συνέλευση να

συναντήσει τον Ναύαρχο και να τον συστήσει στους πληρεξούσιους. Όταν ο Λόρδος Κόχραν ξεκαβαλίκεψε, ο Κολοκοτρώνης ήρθε και επαναλαμβάνοντας καλωσορίσατε αγκάλιασε τον Ναύαρχο και τον συνόδευσε στον τόπο της συνέλευσης.

Η τοποθεσία που είχαν επιλέξει ήταν ένα μεγάλο λεμονοδάσος στα περίχωρα του χωριού του Δαμα-

ξύλινα καθίσματα για να τακτοποιηθούν

τα μέλη της συνέλευσης. Τα καθίσματα ήταν κυρίως

για τους εξέχοντες ξένους που είχαν έρθει να παρακολουθήσουν την τελετή. Ανάμεσά τους πρόσεξα

τον Πλοίαρχο Χάμιλτον [Hamilton], του βρετανικού πλοίου της Αυτού Μεγαλειότητας «Cambrian»

[Κάμπριαν], που τον σέβονται όλοι οι Έλληνες για

τη βοήθεια και προστασία που πάντα τους παρείχε στις αμέτρητες δυσκολίες που τους έβρισκαν. Ο

Πλοίαρχος Χάμιλτον έχαιρε επίσης μεγάλου σεβα-

σμού και για τις πολυάριθμες πράξεις προσωπικής

του καλοσύνης προς τους Έλληνες. Ήταν εκεί και

αρκετοί αξιωματικοί από μια γαλλική φρεγάτα που

ήταν αραγμένη στο λιμάνι.

Στη μέση είχε τοποθετηθεί ένα μεγάλο τραπέζι,

45
λά, μέσα σε δέντρα. Είχαν επιλέξει ένα σημείο γύρω στα δεκαπέντε επί δεκαπέντε μέτρα κι είχαν βάλει ολόγυρα

όπου κάθονταν αρκετοί γραμματείς, για να καταγράφουν οτιδήποτε συνέβαινε. Δεν υπήρχαν μελανοδοχεία πάνω στο τραπέζι, όπως στην Αγγλία.

Κάθε γραμματέας είχε ένα μπρούντζινο εξάρτημα

[καλαμάρι], κάπου τριάντα επί δύο εκατοστά, με σφουγγάρι στην άκρη, κι εκεί βουτούσαν την πένα όταν ήθελε μελάνι.

Ο Ναύαρχος εισήλθε στη συνέλευση κι αφού αφού

έκανε υπόκλιση σε όλα τα μέλη, τον οδήγησαν στο τραπέζι, όπου ολοκλήρωσε τη συνηθισμένη τελετή ορκωμοσίας. Αν δεν κάνω λάθος, όμως, νομίζω πως φίλησε το ξίφος του αντί για το βιβλίο και ορκίστηκε

να υπεραμύνεται της Ελλάδος όσο η Ελλάδα θα υπεραμύνεται του εαυτού της. Αφού τέλειωσε αυτή η τελετή, κάποιοι από τα μέλη πλησίασαν τον Ναύαρχο, του απηύθυναν τον λόγο, κι άρχισε να συζητά μαζί

τους, με τον Πλοίαρχο Χάμιλτον και τον Στρατηγό Τσωρτς [Church].

Παρά την έλλειψη εκλεπτυσμένων τρόπων που

χαρακτήριζε τη συνάντηση, υπήρχε κάτι πολύ ενδιαφέρον κι εντυπωσιακό σ’ αυτήν, που το ενίσχυε

η φύση της τοποθεσίας, το ευχάριστο άρωμα των

λεμονιών που ευώδιαζε τον αέρα και η υπέροχη ηρεμία του ουρανού και της ατμόσφαιρας, καθώς ήταν

άνοιξη του 1826.

Μετά από ώρα, μόλις είδα τον Ναύαρχο να αποχαιρετά τα μέλη, άφησα τη θέση όπου είχα αποσυρ-

θεί και βιάστηκα να πάω πάλι κοντά του.

46

Ο Κολοκοτρώνης με πολλή ευγένεια συνόδευσε

τον Ναύαρχο στο σημείο όπου είχε ξεπεζέψει, κι αφού

τον αγκάλιασε αποσύρθηκε.

Ανεβήκαμε πάλι στα άλογα κι επιστρέψαμε

στην ακτή, με τους ίδιους ανθρώπους να οδηγούν

τα ζώα με το ένα χέρι ακουμπισμένο στο κεφά-

λι του αλόγου, κάτι που στην Ανατολή θεωρείται

δείγμα ιδιαίτερου σεβασμού.

Σε αυτή τη συνέλευση ο Καποδίστριας ορίστη-

κε Κυβερνήτης της Ελλάδος για πέντε χρόνια – ο Λόρδος Κόχραν Αρχιναύαρχος του Στόλου και ο

Στρατηγός Σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς Generalissimo [ Αρχιστράτηγος των Κατά Ξηράν Δυνάμεων].

47

κάπου δεκαπέντε μέρες. Σ’ αυτή την περίοδο, η διασκέδασή μου ήταν να κάνω επισκέψεις σε διάφορα πρόσωπα που είχαν σχέση με την κυβέρνηση. Επειδή δεν καταλάβαινα όμως τη γλώσσα, χρειάστηκε να διορίσω διερμηνέα να με συνοδεύει. Αυτό δεν μου στέρησε διόλου τη γνωριμία με τα ελληνικά έθιμα και

την κοινωνική συναναστροφή. Μία από τις πρώτες μου επισκέψεις ήταν στον Ναύαρχο Τομπάζη, τότε Υπουργό των Ναυτικών.

Αν και είχε μια θέση που ίσως εκείνη την περίοδο

να θεωρούνταν (λόγω της αντίστασης του ναυτικού

προς τους Τούρκους) η πιο προβεβλημένη στην Ελλάδα, οι αναγνώστες μου δεν πρέπει να περιμένουν ότι ο αξιότιμος Ναύαρχος κατείχε πόστο συγκρίσιμο με έναν Υπουργό Ναυτιλίας της Βρετανίας ή της Γαλλίας. Στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, τις δημόσιες υποθέσεις, όσο σοβαρές κι αν ήταν, τις

49 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Επίσκεψη στον Ναύαρχο Τομπάζη – Η κατοικία του – Η σύζυγος και η κόρη του – Περιγραφή της πόλης – Διαμάχη μεταξύ γριών και Κυβερνήτη – Κολοκοτρώνης – Η επίσκεψή του στο πλοίο Παραμείναμε στον Πόρο ώσπου να ολοκληρώσει η συνέλευση τις εργασίες της, που κράτησαν

διαχειρίζονταν με πολύ ταπεινό τρόπο. Ο αξιότιμος

Τομπάζης ζούσε κάπου στα μισά του λόφου, πάνω

στον οποίο είναι χτισμένη η πόλη. Ο οδηγός μου με

πήγε μέσα από κάτι μονοπάτια (δεν θα τα έλεγα

δρόμους), στις δυο πλευρές των οποίων τα σπίτια

ήταν άτακτα κτισμένα. Κάθε τόσο βρισκόμασταν

μπροστά σε μια μεγάλη πλατιά πέτρα, που την είχαν βάλει για σκαλοπάτι και μας επέτρεπε να ανέβουμε στο επόμενο επίπεδο του λόφου.

Σύντομα φτάσαμε στο σπίτι του Ναυάρχου, που ήταν ένα άβαφο κτίριο, κάπου σαράντα επί σαράντα μέτρα, με τέσσερα παράθυρα στην πρόσοψη.

Ο διερμηνέας έσπρωξε μια μεγάλη άβαφη πόρτα, σχεδόν μαυρισμένη από τον χρόνο, που άνοιξε και μας έβαλε σε μια αυλή όπου ήταν απλωμένα κάτι πουκάμισα, έτρωγαν λίγες πάπιες από μια σκάφη, κι ένα γουρούνι έτρεχε γρυλίζοντας γύρω γύρω.

Η πόρτα έκλεισε μόνη της, γιατί ήταν δεμένη σε σχοινί τροχαλίας με βαρίδι. Ανεβήκαμε στον πάνω

όροφο πατώντας σε ξύλινα σκαλιά (άβαφα κι αυτά)

που έτριζαν. Στην κορυφή συναντήσαμε τη σύζυγο

του Ναυάρχου, μια ηλικιωμένη κυρία, στην οποία ο

διερμηνέας μου είπε πως είχα έρθει να επισκεφθώ

τον Ναύαρχο. Αμέσως εκείνη είπε καλωσορίσα-

τε και μας οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο, κάπου έξι επί

τέσσερα μέτρα, που ένα μέρος ήταν στρωμένο με χαλί. Στο βάθος του δωματίου είχε ένα ξύλινο κά-

θισμα κατά μήκος του δωματίου, με τούρκικα χαλιά

50

επάνω. Ο Ναύαρχος καθόταν σ’ ένα απ’ αυτά, με σταυρωμένα τα πόδια σε τούρκικο στυλ – δηλαδή οκλαδόν.

Ήρθε προς το μέρος μου και με υποδέχτηκε πολύ

φιλικά, παίρνοντάς με από το χέρι και επαναλαμβάνοντας το καλωσορίσατε. Αφού με οδήγησε στο

κάθισμα που περιέγραψα, διέταξε έναν από τους υπηρέτες να φέρει ένα μακρύ τσιμπούκι, ή πίπα, που δεν τη δέχτηκα όταν μου προσφέρθηκε, ενώ ο διερμηνέας μου εξηγούσε πως δεν κάπνιζα, κάτι που φάνηκε να ξαφνιάζει τον άξιο ναυτικό.

Ο Τομπάζης ήταν πολύ ψηλός, είχε μελαψή όψη, γαμψή μύτη, και τα μαύρα μάτια του φανέρωναν, όταν μιλούσε, μια ζωηράδα και μια εξυπνάδα αξεπέραστη. Ο Τομπάζης δεν ήταν από τους καλύτερους ναυάρχους στην Ελλάδα, είχε όμως πολεμήσει

καλά και είχε θυσιάσει αρκετά από τα πλοία του στη μάχη με τους Τούρκους. Ακόμα, ήταν ιδιοκτήτης μιας εξαιρετικής κορβέτας που, μαζί με το «Ελλάς», ήταν το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο στο ελληνικό ναυτικό.

Λίγα λεπτά μετά την άφιξή μας, η κόρη του

Ναύαρχου, μια πολύ όμορφη δεκαπεντάχρονη κοπέλα, μπήκε στο δωμάτιο με λίγα φλιτζάνια καφέ

σε ασημένιο δίσκο. Ήταν ντυμένη με την υδραίικη

φορεσιά, μεταξωτό μαντήλι τής τύλιγε το κεφάλι, σφιχτοδεμένο κάτω απ’ το πηγούνι, τόσο που

αναγκαζόταν να έχει προτεταμένο το κεφάλι. Μια

51

πράσινη βαμβακερή φούστα, με κίτρινο ποδόγυρο, έφτανε ως τα γόνατα. Ένα ζευγάρι χειροποίητες βαμβακερές κάλτσες και πράσινες μεταξωτές παντόφλες συμπλήρωναν το ντύσιμό της, που ήταν εξαιρετικά γοητευτικό και ταιριαστό. Μόλις ο διερμηνέας με πληροφόρησε πως ήταν η κόρη του Ναυάρχου, σηκώθηκα αμέσως και υποκλίθηκα, όμως

ξαφνιάστηκα πολύ που ένα τράβηγμα στην ουρά

του πανωφοριού μου με ανάγκασε να ξανακαθίσω. Ο διερμηνέας μού εξήγησε κατ’ ιδίαν πως δεν συνηθίζεται οι επισκέπτες να δίνουν τέτοιου είδος

προσοχή στο ωραίο φύλο. Στο μεταξύ, το όμορφο πλασματάκι είχε πλησιάσει και μου πρότεινε με πολλή σεμνότητα και χάρη ένα φλιτζάνι καφέ. Αφού

πρόσφερε και στον διερμηνέα και στον πατέρα της, κάθισε απέναντί μου σε δυο μέτρα απόσταση, με τα χέρια χαριτωμένα σταυρωτά στο στήθος, περι-

μένοντας ήσυχα ώσπου να πιούμε τον καφέ, οπότε πλησίασε, πήρε τα φλιτζάνια και αποσύρθηκε χωρίς να αρθρώσει λέξη.

Αυτή η πρώτη επαφή με την ελληνική υψηλή κοινωνία δεν μου έκανε ευνοϊκή εντύπωση για την κοινωνική τους κατάσταση. Διατύπωσα μέσω του διερμηνέα την παρατήρηση πως στη Δυτική Ευρώπη οι άνδρες περιποιούνταν τις γυναίκες, όχι οι γυναίκες τους άνδρες. Ο φλεγματικός γερο-Ναύαρχος χαμογέλασε και παρατήρησε ανταπαντώντας:

«Φίλοι μου, αυτά είναι τα έθιμα που μας κληρο-

52

δότησαν οι πατέρες μας, και μόνο ο χρόνος και η

επικοινωνία με άλλα πιο πολιτισμένα έθνη μπορεί να τα ξεριζώσει».

Μόλις ο οικοδεσπότης μου τελείωσε το κάπνισμα της πρώτης πίπας, αποχώρησα και πέρασα το υπόλοιπο της μέρας τριγυρίζοντας στην πόλη.

Ο Πόρος, όπως προείπα, δεσπόζει πάνω σε ύψωμα που βλέπει στον κόλπο και τη χώρα. Επειδή τα

σπίτια είναι σκόρπια, δεν υπάρχει συνεχόμενος δρόμος, αλλά άμα διασχίζεις την πόλη απ’ άκρου σ’ αναγκάζεσαι να κάνεις συνεχώς ζιγκ ζαγκ. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της πόλης, πολύ λιγότερο ευχάριστο, ήταν τα πολλά γουρούνια που κυκλοφορούσαν

ελεύθερα στις γειτονιές. Δεν μπορούσες να πας ούτε

είκοσι μέτρα χωρίς να συναντήσεις ένα από δαύτα τα βρομερά ζώα. Κάθε οικογένεια στην πόλη είχε κι από ένα, και τελικά έγιναν τόσο μεγάλος μπελάς

ώστε μόλις έφθασε ο Πρόεδρος έβγαλε διαταγή να

δεθούν όλα τα γουρούνια, αλλιώς θα τουφεκίζονται.

Αυτό ξεσήκωσε την οργή όλων των γριών της πό-

λης, που πήγαν σύσσωμες στον Πρόεδρο λέγοντας

ότι από αμνημονεύτων χρόνων τα γουρούνια είχαν

την ελευθερία τους, και να τα φυλακίσεις ήταν σαν

να παραβιάζεις της ελευθερία του «γουρουνίσιου

πλήθους».

Όμως ο Πρόεδρος ήταν ανένδοτος, τα γου-

ρούνια διατάχθηκαν να περιοριστούν, και οι γριές

ξέσπασαν τον θυμό τους πάνω του με τέτοιο φαρ-

53

μάκι, λες και η διαταγή αφορούσε τη δική τους

κακογλωσσιά.

Παρόλο που η πόλη του Πόρου δεν είναι κανείς

αξιοζήλευτος τόπος διαμονής, τα περίχωρα είναι

εξαιρετικά όμορφα. Στα νότια, προς την ηπειρωτική χώρα, βρίσκεται ένα μεγάλο λεμονοδάσος, που

προμηθεύει την Κωνσταντινούπολη με λεμόνια, μεγάλες ποσότητες εξάγονται εκεί κάθε χρόνο. Δυτικά

είναι μια εύφορη

καλοκαλλιεργημένη πεδιάδα, όπου

βρίσκεται και ο Δαμαλάς. Στα βόρεια έχει λόφους όλο θάμνους, που δίνουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα στο τοπίο.

Επιστρέφοντας στη σκούνα, βρήκα στο κατάστρωμα μπόλικα μοσχάρια, πρόβατα, κατσίκια και

πουλερικά, που έμαθα ότι τα είχε στείλει ο Κολοκοτρώνης ειδοποιώντας πως την επομένη θα επισκεπτόταν τον Ναύαρχο. Ήρθε πράγματι με αρκετούς

από τους ακολούθους του· ένας τους ήταν ο Κόμης

Μεταξάς, που έκανε τον γραμματέα του και φαινόταν

να του προτείνει και να κατευθύνει τις πολιτικές του

παρατηρήσεις, γιατί ο Κολοκοτρώνης, παρότι ξεχώριζε απ’ όλους τους αρχηγούς της χώρας, δεν ήταν

άνθρωπος με νοημοσύνη εντέχνως καλλιεργημένη. Η

άνοδός του μπορεί ν’ αποδοθεί στη μεγάλη σωματική του ρώμη και στο θάρρος του στη μάχη. Είναι πανύψηλος, πάνω από ένα μέτρο κι ογδόντα, και έχει πολύ έντονα χαρακτηριστικά και πολύ μακριά μαλλιά.

Ο Κολοκοτρώνης ήταν Μωραΐτης (δηλαδή από

54

τη στεριανή Ελλάδα) κι ήταν ντυμένος αναλόγως, σε διαφορετικό στυλ από τους νησιώτες. Η φορεσιά του αποτελούνταν από κόκκινο φέσι, από κοντό, λιτό, πράσινο γιλέκο και λευκή βαμβακερή φουστανέλα, στο στυλ του σκωτσέζικου κιλτ, όμως με τρεις φορές παραπάνω πανί. Οι πιέτες, σουρωμένες στη μέση, ήταν αμέτρητες· γύρω απ’ τις πιέτες ήταν τυλιγμένο ένα κόκκινο ζωνάρι. Κάτω απ’ αυτή τη φουστανέλα

φορούσε σκελέα, μέχρι κάτω τους αστραγάλους, και

τα πόδια του ήταν καλυμμένα με χοντρές κοκκινόμαυρες βαμβακερές κάλτσες και παπούτσια.

Δεν είχε σπαθί στο πλάι, αλλά οι σύντροφοί του ήταν αρματωμένοι ως τα δόντια. Μια θήκη για τούρκικα πιστόλια ήταν μέσα σε δερμάτινη ζώνη, τυλιγμένη γύρω απ’ το σώμα τους, στην οποία υπήρχε κι ένα μεγάλο γιαταγάνι, κάπου μισό μέτρο μάκρος. Έδειχναν απολύτως υπό έλεγχο και ακολουθούσαν όλες τις διαταγές που τους δίνονταν, πολύ μεθοδικά. Οι φουστανέλες τους δεν ήταν ούτε τόσο

λευκές ούτε τόσο καθαρές όσο του αρχηγού τους, και τα φέσια τους αντί για κόκκινα είχαν ξεθωριάσει με τον καιρό. Έδειχναν σίγουρα πολύ αιμοβόρικο

στρατιωτικό σώμα, και οπωσδήποτε θα είχαν να εξιστορήσουν κάμποσα σκοτεινά έργα.

Όταν ο Λόρδος Κόχραν ζήτησε από τον οπλαρχηγό τους να μπει στην καμπίνα, εκείνος κατέβηκε συνοδευόμενος από τον Κόμη Μεταξά.

Μία μέρα πριν απ’ τη συνάντηση, ο Ναύαρχος

55

είχε προσλάβει στην υπηρεσία του τον κ. Μέισον

[Masson], έναν Άγγλο ευγενή που είχε μείνει αρκετό

καιρό στην Ελλάδα και ήξερε τέλεια την ελληνική

γλώσσα. Ο κ. Μέισον θα εκτελούσε χρέη δημόσιου

γραμματέα· με τη μεσολάβησή του έγινε η συζήτηση μεταξύ Κολοκοτρώνη και Λόρδου Κόχραν.

Δεν προσφέρθηκε τσιμπούκι, σ’ αυτή τη συνάντηση,

γιατί στον Κολοκοτρώνη δεν πολυάρεσε το κάπνισμα· προσφέρθηκε όμως καφές. Ο Κολοκοτρώνης

ήρθε στο πλοίο για να μάθει κυρίως αν υπήρχαν

αρκετά λεφτά στο σεντούκι. Περιέγραψε την οικτρή

κατάσταση των οικονομικών της χώρας και είπε

πως η Ελλάδα θα χανόταν αν δεν βρισκόταν χρηματική συνδρομή να πληρωθούν οι στρατιώτες.

Είχε πληροφορηθεί πως υπήρχαν 8.000 λίρες

στο πλοίο και πως το μεγαλύτερο μέρος τους θα το

διέθεταν για το ναυτικό.

Πρόσεξα πως όποτε ο Κολοκοτρώνης είχε αμφι-

βολία για κάποιο ζήτημα, απευθυνόταν στον γραμ-

ματέα του και του έλεγε: «Να ξέρεις, εσύ θα τα φταις

άμα δεν τα καταφέρω». Παρόλο που εκείνη την ώρα

δεν καταλάβαινα τι έλεγε, δεν μπορούσα παρά να

θαυμάσω την εκφραστικότητα με την οποία τόνιζε

τους λόγους του, που ήταν πολύ μακροσκελείς. Είχε

στο χέρι ένα μακρύ κομπολόι που το περνούσε συ-

νέχεια ανάμεσα στα δάχτυλα, κι όσο πιο γρήγορα

μιλούσε, τόσο πιο γρήγορα έπεφταν οι χάντρες από

τη μια μεριά στην άλλη.

56

Έμαθα μετά ότι αυτό το κομπολόι ήταν η μόνιμη συντροφιά του και πως δεν διεκπεραίωνε καμία υπόθεση χωρίς αυτό. Η σκληρή όψη του, ταλαιπωρημένη από τις έγνοιες, σπάνια αφηνόταν να χαμογελάσει, παρόλο που συχνά ο Λόρδος Κόχραν και ο κ. Μέισον γελούσαν δυνατά με όσα λέγονταν.

Ο Κόμης είχε κι αυτός υιοθετήσει μάλλον το αυστηρό και σοβαρό ύφος του αρχηγού του, γιατί ποτέ δεν συμμετείχε στο γέλιο.*

Ο Κολοκοτρώνης παρέμεινε στο πλοίο κάπου δύο ώρες, κατά τις οποίες μίλησε πολύ, παραπονέθηκε για παρατάξεις που σχετίζονταν με τον τότε χειρισμό των υποθέσεων. Όμως αυτά τα παράπονα

ο Ναύαρχος αρνήθηκε να τ’ ακούσει, δηλώνοντας

πως είχε έρθει στην Ελλάδα να γιατρέψει τις κομματικές διαφωνίες αντί να τις προκαλέσει.

Ο Κολοκοτρώνης μίλησε για τους δύο γιους του, που είχαν και οι δύο τον βαθμό του χιλίαρχου στον

ελληνικό στρατό. Ο Γενναίος, ο νεότερος, ήταν εκείνο τον καιρό στον Πειραιά με τον στρατό ξηράς, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Καραϊσκάκη.

Μετά από μια επίσκεψη που κράτησε πολύ, ο

γηραιός οπλαρχηγός αποχώρησε και αποβιβάστηκε

στον Πόρο με μια από τις βάρκες του πλοίου.

* Νομίζω ότι μετέπειτα διορίστηκε από τον Κόμη Άρμανσπεργκ Υπεύθυνος Εξωτερικών Υποθέσεων στη Μαδρίτη.

57

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Η Πολιορκία των Αθηνών – Η φρεγάτα «Ελλάς» και

το πλήρωμά της – Τρόπος επικοινωνίας – Άφιξη στον

Πειραιά – Κατάσταση και θέση των αντίπαλων δυνάμεων

– Η επίσκεψη του Στρατηγού Καραϊσκάκη στο πλοίο

– Θηλυκός υπασπιστής – Τελετή παρουσίασης σημαίας

στον Ελληνικό Στρατό από τον Λόρδο

από τον τουρκικό στρατό υπό τον Κιουταχή Πασά, που πολιορκούσε αρκετό καιρό αυτό το σημαντικό σημείο. Το υπερασπιζόταν ο συνταγματάρχης Φαβιέρος και ένα στρατιωτικό σώμα από Έλληνες. Είχαν φτάσει ανακοινωθέντα πως η γενναία φρουρά βρισκόταν σε μεγάλη ανάγκη λόγω έλλειψης προμηθειών και η ελληνική κυβέρνηση επέδειξε την ύψιστη μέριμνα να τους στείλουν άμεση βοήθεια.

Ο Λόρδος Κόχραν λοιπόν αποφάσισε να υψώσει

τη σημαία του στην ελληνική φρεγάτα «Ελλάς» και

έδωσε εντολή γι’ αυτό στον δεύτερο καπετάνιο, τον

Πλοίαρχο Σεντ Τζορτζ [Saint George].*

* Το πραγματικό όνομα αυτού του κυρίου ήταν Χάτσινγκς

[Hutchings]. Είχε πάρει ψευδώνυμο γιατί είχε άδεια υποπλοίαρ-

59
Κόχραν
Ακρό-
των Αθηνών ήταν
πολιορκημένη
Ήταν πια Μάης του 1826 και η ξακουστή
πολη
ακόμα στενά

Είχε περίπου εκατόν πενήντα Έλληνες στο «Ελλάς», αριθμό που πολύ απείχε από την πλήρη επάνδρωση του σκάφους. Γι’ αυτό δόθηκαν αμέσως

διαταγές στις Σπέτσες και την Ύδρα για ναυτολόγηση, και σε λιγότερο από μία εβδομάδα πεντακόσιοι Έλληνες ναυτικοί κατατάχθηκαν για να το επανδρώσουν.

Οι Άγγλοι στο πλοίο ήταν ο Ναύαρχος, ο Πλοίαρχος Σεντ Τζωρτζ, εγώ, δύο Άγγλοι χειρουργοί, ο κ. Μέισον, δημόσιος γραμματέας, και περίπου οκτώ ναύτες από ένα αγγλικό πλήρωμα που είχε διοριστεί

να συνοδεύσει τον Ναύαρχο στην Ελλάδα. Πιθανόν οι αναγνώστες μου έχουν την περιέργεια να μάθουν πώς μπορούσε ο Ναύαρχος να δίνει τις διαταγές του στο ελληνικό πλήρωμα. Γινόταν

ως εξής: οι περισσότεροι Έλληνες ναυτικοί μιλού-

σαν ιταλικά, τα ιταλικά κρατίδια γειτόνευαν με τις

ελληνικές ακτές, και το εμπορικό πνεύμα των Ελλή-

νων ναυτικών ήταν αιτία να πηγαίνουν τακτικά στα

ιταλικά παράλια και να ξέρουν λίγο τη γλώσσα. Ο Ναύαρχος έδινε τις διαταγές του στον Σεντ Τζορτζ, και αυτός, επειδή ήταν ιταλομαθής, τις επαναλάμβανε στους Έλληνες υποπλοιάρχους, που προπολεμικά ήταν όλοι τους καπετάνιοι σε εμπορικά πλοία.

Υπήρχε κι άλλος ένας τρόπος: ο Λόρδος Κόχραν

χου στο βρετανικό ναυτικό και φοβόταν πως το Ναυαρχείο στην Αγγλία θα τον διέγραφε επειδή μπήκε σε ξένη υπηρεσία.

60

είχε άμεση επαφή με τον Μιαούλη, που για τα ναυτικά θέματα χρειαζόταν μόνο μια ιδέα να του δώσεις, και το γερό μυαλό του την έπιανε στη στιγμή, και η

υπόθεση έμπαινε σ’ εφαρμογή με ταχύτητα πραγματικά εκπληκτική.

Ο γενναίος Μιαούλης είχε όλο τον σεβασμό του

Λόρδου Κόχραν. Του παραχωρήθηκε καμπίνα και

ο δεύτερος καπετάνιος μετακόμισε στην μπροστινή

καμπίνα.

Όταν τακτοποιήθηκαν όλα, ανοίξαμε πανιά στα μέσα Μαΐου, μαζί με την αγγλική σκούνα, και φτάσαμε σε λίγες ώρες στο στόμιο του λιμανιού του Πειραιά, λίγο δεξιά του ρίξαμε άγκυρα. Στο βάθος του λιμανιού ήταν το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, που το κατείχαν οι Τούρκοι, όμως ο λόφος

του Πειραιά ανήκε στους Έλληνες, με περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες. Η είσοδος του λιμανιού στενεύει

από δύο ακρωτήρια που προεξέχουν, αλλά το λιμάνι είναι ευρύχωρο και μπορεί να χωρέσει χίλια

εμπορικά πλοία των 300 ως 400 τόνων.

Τον λόφο του Πειραιά, έναν ολόκληρο βράχο, τον κατείχε ο Καραϊσκάκης με τα στρατεύματά του.

Στα ανατολικά του λιμανιού του Πειραιά ήταν ένας

λόφος που επικοινωνούσε με το λιμάνι της Μουνυχίας, και πιο πέρα ήταν ο λόφος του Φαλήρου, που τον κατείχαν χίλιοι Υδραίοι, που τέθηκαν οι

ίδιοι υπό τις διαταγές του Λόρδου Κόχραν και αυτός έδωσε την αρχηγία τους στον Συνταγματάρχη

61

Ώρκαρτ, που είχε κιόλας υιοθετήσει την ελληνική

στολή.

Βόρεια του στρατώνα του Καραϊσκάκη, στα τρία

χιλιόμετρα, είχε στρατοπεδεύσει ο Κιουταχή Πασάς, με κάπου πέντε χιλιάδες στρατό, οχυρωμένος. Στον

ελαιώνα μεταξύ Πειραιά και Αθήνας (που απείχε

περίπου εφτά χιλιόμετρα) είχε βάλει αιγυπτιακό ιππικό για να αποτρέπει κάθε επικοινωνία μεταξύ ελληνικού στρατού και Ακρόπολης των Αθηνών, στην

οποία ήταν κλεισμένος ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος με κάπου τετρακόσιους στρατιώτες. Την πόλη

των Αθηνών κατείχαν οι Τούρκοι, όπως και τον

λόφο του Φιλοπάππου, περίπου τετρακόσια μέτρα

από την Ακρόπολη. Στου Φιλοπάππου οι Τούρκοι

είχαν στήσει ένα πυροβολικό με αρκετούς όλμους, που έστελναν συνέχεια βλήματα στην Ακρόπολη και κατέστρεφαν τον Παρθενώνα, το ιερό μνημείο της

αρχαιότητας.

Αυτή ήταν κατ’ αντιστοιχία η κατάσταση των δύο

αντιμαχόμενων στρατών, την ώρα που φτάσαμε.

Η φήμη του Στρατηγού Καραϊσκάκη εκείνη τη

στιγμή ήταν τεράστια. Ήταν σίγουρα ο καλύτερος

στρατηγός που είχε ποτέ η νεότερη Ελλάδα. Με εξαίρεση αυτόν, κανένας άλλος αρχηγός δεν μπόρεσε να αποκτήσει και να κρατήσει ενωμένο υπό τις

διαταγές του τόσο πολυάριθμο στρατιωτικό σώμα

Ελλήνων, τουλάχιστον δέκα χιλιάδες άνδρες. Ο

Καραϊσκάκης ήταν υπερβολικά γενναιόδωρος· ό,τι

62

αποκτούσε με τον πόλεμο, το μοιραζόταν με τους

συμπολεμιστές του σαν κοινός στρατιώτης. Αυτό τον έκανε πολύ αγαπητό σ’ όλο το στράτευμα.

Μόλις άκουσε ο Καραϊσκάκης πως έφτασε ο

Λόρδος Κόχραν, ήρθε στο πλοίο με κάπου οκτώ

αξιωματικούς, στις δέκα το πρωί, και έμεινε ως τις

δύο το απόγευμα. Εκείνο τον καιρό οι Έλληνες συνήθιζαν να κάθονται πολύ σε μια επίσκεψη, περνώ-

ντας την ώρα τους καπνίζοντας και πίνοντας.

Ο Καραϊσκάκης ήταν ψηλόλιγνος, ρωμαλέος και πολύ μελαχρινός. Είχε χαρακτηριστικά πολύ λεπτά·

η μύτη λίγο ανασηκωμένη· τα μικρά σπινθηροβόλα

μαύρα μάτια, που τ’ ανοιγόκλεινε συνέχεια, έδιναν

μια περίεργη έκφραση στην όψη του. Το παράστημα

και η συμπεριφορά του όμως ήταν αμιγώς στρατιω-

τικά. Η στολή του ήταν μωραΐτικη, παρόμοια με

του Κολοκοτρώνη, αλλά στο πλάι του κρεμόταν ένα πελώριο τούρκικο σπαθί.

Έκανε πολλά αστεία με τους αξιωματικούς του

και τον κ. Μέισον, κοροϊδεύοντας τους Τούρκους και υποσχόμενος να τους συγυρίσει σύντομα καλά.

Ανάμεσα στους ακολούθους του ήταν μια ορτι-

νάντσα που τον συνόδευε παντού και θα σταθώ να δώσω μια σύντομη περιγραφή.

Αυτή η ορντινάντσα ήταν μια Τουρκάλα. Ντυμένη μισοανδρικά και μισογυναικεία. Την είχε πιάσει αιχμάλωτη ο Καραϊσκάκης στην Τριπολιτσά, όταν

οι Τούρκοι έχασαν την πόλη, και ο Καραϊσκάκης

63

δέθηκε μαζί της και εκείνη μ’ αυτόν. Τον πρόσεχε

μέρα-νύχτα. Κουβαλούσε στον ώμο ένα ελαφρύ ελληνικό μουσκέτο, και στο ζωνάρι της μια θήκη με

πιστόλια κι ένα γιαταγάνι.

Η όψη της ήταν πολύ ελκυστική, είχε όμως

χαρακτηριστικά περισσότερο τούρκικα παρά ελληνικά. Το πρόσωπό της ήταν μάλλον στρογγυλό

παρά οβάλ. Είχε τέλεια ίσια μύτη, μαύρα μάτια

και φρύδια, κι ένα δέρμα διόλου σκούρο αλλά υγιές

και ωραίο ροδόλευκο. Τα μαλλιά της ήταν σκούρα

καστανοκόκκινα, σγουρά, κάποια τυλίγονταν γύρω

από ένα ελληνικό κόκκινο φέσι με γαλάζια φούντα.

Φορούσε λευκό βαμβακερό παντελόνι κι ένα γιλέκο

από λευκή προβιά που έφτανε μόνο μέχρι τη μέση, όπου είχε το κόκκινο δερμάτινο ζωνάρι, όπως προανέφερα, με τα όπλα.

Ήταν γλυκιά και διακριτική, κι όταν εμείς οι ξέ-

νοι την κοιτάξαμε με προσοχή, κατέβασε τα μάτια

με μια πολύ ωραία και ελκυστική σεμνότητα.

Η συμπεριφορά αυτής της γυναίκας ήταν ένα

δείγμα του τι μπορεί να πετύχει η γυναικεία αφοσίωση. Κανένας κίνδυνος δεν την κρατούσε μακριά

από τη μάχη, όσο μεγάλος κι αν ήταν. Και παρότι η

ίδια δεν πολεμούσε, δεν την ένοιαζε για τη ζωή της

όσο ακολουθούσε τον κύριό της.

Στις δύο η ώρα, ο Στρατηγός και όσοι τον συνόδευαν εξέφρασαν την επιθυμία να αποχωρήσουν.

Ανταλλάχθηκαν και από τα δύο μέρη εκφράσεις

64

αμοιβαίας καλής θέλησης. Η ορντινάντσα πλησίασε

τον Στρατηγό, πήρε γεμάτη σεβασμό τις διαταγές

του και τον οδήγησε στη βάρκα.

Την επομένη, ο Ναύαρχος βγήκε στη στεριά να επισκεφθεί τον Στρατηγό Καραϊσκάκη, αφού προηγουμένως ανήγγειλε τον ερχομό του. Τον συνόδευε

μόνο ο κ. Μέισον κι εγώ. Όταν μπήκαμε στη βάρκα, οι νεαροί Έλληνες έκαναν κουπί και σε λίγα λεπτά αποβιβαστήκαμε σε μια μικρή λωρίδα ξηράς που έμπαινε στη θάλασσα, ενενήντα μέτρα από τη σκηνή του Στρατηγού. Επί τη αφίξει του Ναυάρχου, άρχισε να παιανίζει η ελληνική μπάντα, σε απόσταση είκοσι μέτρων, τι είδους μουσική δεν κατάλαβα. Η μπάντα δεν ήταν αξιώσεων, είχε δυο τύμπανα και τρεις σάλπιγγες. Αλλά αυτά ισοστάθμιζαν σε θόρυβο την έλλειψη σε όργανα. Η σκηνή ήταν αρκετά μεγάλη

για να χωρά είκοσι άτομα, ήταν φτιαγμένη από λευκό καραβόπανο. Ο Στρατηγός βγήκε με κάμποσους καπεταναίους που είχαν συγκεντρωθεί για να υποδε-

χτούν τον Λόρδο Κόχραν και μετά επέστρεψαν μαζί

του στην σκηνή. Μας έφεραν τρεις ψάθινες καρέκλες, όπου καθίσαμε. Ο Στρατηγός κάθισε σ’ ένα χαλί, σε

τουρκικό στυλ, δύο μέτρα από τον Ναύαρχο. Στα

δεξιά του Στρατηγού ήταν η ορντινάντσα που προα-

νέφερα, η οποία καθόταν όπως αυτός. Φαίνεται πως

στη σκηνή του Στραγηγού ασκούσε τα προνόμια που

της παρείχε η ομορφιά και η αφοσίωσή της· εκεί

ήταν προφανέστατα υπαρχηγός.

65

Οι γυναίκες σε όλες τις χώρες, είτε απολίτιστες

είτε πολιτισμένες, έχουν ένα ανάμικτο αίσθημα σεβασμού και περιέργειας για τους μεγάλους ήρω-

ες. Και η εν λόγω κυρία είχε σίγουρα ακουστά για

τη φήμη του Ναυάρχου. Πρόσεξα επίσης πως το

χρυσοκέντητο πανωφόρι του τράβηξε ιδιαίτερα τη

δική της προσοχή, όπως και όλων των Ελλήνων.

Ο Στρατηγός παρουσίασε στον Ναύαρχο όλους

τους καπεταναίους του, που ήταν ο Νοταράς, ο Μακρυγιάννης, ο Τζαβέλας, ο Νικήτας (γνωστός

σαν Τουρκοφάγος), ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιος του Κολοκοτρώνη, και μερικοί ακόμα. Ήταν

όλοι ντυμένοι φανταχτερά, με βελούδινα γιλέκα χρυσοκέντητα. Όμως κανένας τους δεν μιλούσε

παρά τη μητρική του γλώσσα, κι έτσι η συνεννόη-

ση με τον Ναύαρχο περιορίστηκε σε μια υπόκλιση

από μέρους του και μια ελαφριά κλίση του κορμού των καπεταναίων μπροστά, με το χέρι στην καρδιά.

Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης ήταν ένας πολύ λεπτός νέος, όχι πάνω από είκοσι χρονών, και του

είχαν εμπιστευτεί μια πολύ υπεύθυνη θέση. Στο στράτευμα είχε τη φήμη πως ήταν πολύ τολμηρός και γενναίος αξιωματικός.

Σε δέκα λεπτά μπήκαν δύο Παλικάρια μ’ έναν μικρό δίσκο που είχε μέσα μικρούλικα φλιτζανάκια του καφέ. Στον ίδιο δίσκο υπήρχαν και ασημένια

σκεύη σε σχήμα αυγουλιέρας. Όποιος έπαιρνε τον

66

καφέ θα τοποθετούσε εκεί το ζεστό φλιτζάνι, ώστε

να το πιάνει πιο άνετα. Ο καφές στην Ελλάδα δεν είναι επεξεργασμένος αλλά σερβίρεται μαζί με το

κατακάθι, γιατί και οι Έλληνες και οι Τούρκοι θεωρούν πως ειδάλλως ο καρπός χάνει το άρωμά του. Ύστερα προσφέρθηκαν πίπες ολόγυρα.

Στην είσοδο της σκηνής δεν υπήρχαν φρουροί, όμως οι κοινοί στρατιώτες είχαν μεγάλο σεβασμό

για τον Στρατηγό και δεν παρενέβαιναν ποτέ

τόσο από τις τρύπες του καραβόπανου στα πλαϊνά της σκηνής έβλεπε κανείς το μεγάλο μαύρο ελληνικό μάτι να στριφογυρίζει και να παρατηρεί την παραμικρή κίνηση.

Ο Στρατηγός μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τους άνδρες του και διαβεβαίωνε τον Ναύαρχο πως

επανειλημμένα έζησαν για μέρες με ρίζες και χορτάρια που έβρισκαν στον Πειραιά και τα περίχωρα.

Αυτό το άκουσα συχνά από πολλούς. Το παρα-

τήρησα κι ο ίδιος πως μάζευαν χορτάρια που τα

βράζαν και τα έτρωγαν.

Ο Ναύαρχος, αφού έμεινε στη σκηνή περίπου μισή

ώρα, ζήτησε να δει το στρατόπεδο, και ο Στρατηγός

τον ξενάγησε. Δεν υπήρχαν σκηνές για τους απλούς

στρατιώτες, είχαν όμως φτιάξει για τον εαυτό τους

67
ιδιωτική
την παρούσα,
κλεφτή ματιά μέσα στη σκηνή, ο ένας πίσω από τον άλλον, για να δουν τους ξένους που μόλις είχαν φτάσει. Κάθε
στη
του ζωή. Αλλά σε μια περίσταση σαν
τους είχε δοθεί άδεια να ρίχνουν μια

μικρά ταμπούρια, ένα είδος πρόχειρων και άτεχνων

οχυρωματικών έργων με αραιά χτισμένες πέτρες, που υπήρχαν μπόλικες στον Πειραιά.

Αυτοί οι μικροί περιφραγμένοι χώροι ήταν

στρογγυλοί, με διάμετρο συνήθως τριάμισι μέτρα, και στην κορυφή τους είχαν κλαριά δέντρων, που

ήταν όλη κι όλη τους η προφύλαξη από τον δριμύ

καιρό κατά τους χειμωνιάτικους μήνες.

Αφού επιθεώρησε το στρατόπεδο, ο Ναύαρχος

ζήτησε την άδεια από τον Στρατηγό να παραδώσει

στον στρατό μια σημαία, που ο Στρατηγός δέχθηκε ευχαρίστως. Ορίστηκε η επόμενη μέρα για την τελετή.

Μετά φύγαμε από τον Έλληνα αρχηγό και επιστρέψαμε στη σκούνα. Το υπόλοιπο της ημέρας ασχοληθήκαμε με τις ετοιμασίες για την τελετή της επομένης, και κυρίως για να ετοιμάσουμε μια κατάλληλη ομιλία που θα εκφωνούνταν στα ελληνικά από τον αξιότιμο γραμματέα κ. Μέισον.

Για την ίδια τη σημαία είχαμε ήδη φροντίσει και ετοιμαζόταν αρκετό καιρό. Εγώ είχα αγοράσει το μετάξι όταν ήμασταν στη Μασσαλία. Ήταν περίπου τρία μέτρα μήκος και δύο μέτρα φάρδος, όλο γαλάζιο μετάξι, εκτός από ένα κενό σε σχήμα διαμαντιού στη μέση, κάπου ένα επί ενάμισι μέτρο, από λευκό μετάξι. Πάνω σ’ αυτό το λευκό ήταν ζωγραφισμένη μια πελώρια γκρίζα κουκουβάγια – αυτό ήταν το εθνικό έμβλημα της Ελλάδας.

68

Το πουλί ήταν πολύ όμορφα φιλοτεχνημένο από

έναν Περουβιανό που ο Λόρδος Κόχραν είχε φέρει

από το Περού και, επειδή είχε δείξει ταλέντο στο

σχέδιο, τον είχε βάλει να μαθητεύσει σε έναν καλό

τεχνίτη στην Αγγλία.

Η σημαία δέθηκε σε έναν στύλο, τριάμισι με

τέσσερα μέτρα ύψος. Στην κορυφή είχε μια μεγάλη

φούντα από μπλε και λευκό μετάξι. Ο στύλος ήταν

επίσης βαμμένος κυανόλευκος και το κάλυμμα ήταν

από γαλάζιο μετάξι.

Στις έντεκα την επόμενη μέρα, ο Ναύαρχος προ-

χώρησε στην ακτή συνοδευόμενος, όπως συνήθως, από τον κ. Μέισον κι εμένα. Για την περίσταση, τον συνόδευαν επίσης ο δεύτερος Καπετάνιος Σεντ Τζορτζ, ο Πλοίαρχος Τόμας [Thomas], κυβερνήτης

του μπρικιού «Σωτήρ», ο Συνταγματάρχη Ώρκαρτ

και πολλοί άλλοι αξιωματικοί της ναυτικής μοίρας.

Θα προσφέραμε μάλλον λαμπρό θέαμα, με τις χαρούμενες στολές μας, που έρχονταν σε μεγάλη αντίθεση με τα άθλια ρούχα των Ελλήνων Παλικαριών.

Όλο το ελληνικό στρατόπεδο ήταν σε κίνηση.

Από κάθε σημείο κατευθύνονταν προς την κορυφή

του λόφου του Πειραιά, όπου θα γινόταν η τελετή.

Αυτός ο λόφος φτάνει ως τη θάλασσα και υψώνεται

μ’ έναν απότομο βράχο, που σε ορισμένα σημεία είναι εξαιρετικά απότομος. Ιδιαίτερα προς την πεδιάδα

της Αθήνας είναι πιο απόκρημνος και ανώμαλος, και

πολύ καλά προστατευμένος από εχθρική επίθεση.

69

Αυτή η ασυνήθιστη φασαρία στο ελληνικό στρατόπεδο τράβηξε την προσοχή του Τούρκου Στρατηγού, του Κιουταχή πασά, που είχε συγκεντρώσει τα

στρατεύματά του σ’ ένα ύψωμα, ενάμισι χιλιόμετρο

μακριά, και παρακαλουθούσε τις κινήσεις μας.

Αυτό ακριβώς θέλαμε κι εμείς. Ο Πειραιάς είχε

επιλεγεί ώστε ο εχθρός να δει την τελετή και να παρατηρήσει τον ενθουσιασμό του ελληνικού στρατού.

Ο Στρατηγός και αρκετοί από τους Καπετα-

ναίους του μας υποδέχθηκαν στη στεριά. Ένας από τους ναυτικούς που κρατούσε τη σημαία, τη δίπλωσε στη θήκη της και προχώρησε στην κορυφή.

Περίπου επτά χιλιάδες άνδρες απ’ το στράτευμα είχαν συγκεντρωθεί στον λόφο κι έδειχναν

που συνέβαινε κάτι νέο. Ήταν όλοι παρόμοια ντυμένοι, δηλαδή με κόκκινο φέσι με γαλάζια φούντα,

κοντό ασπρόγκριζο γιλέκο, φουστανέλα και περι-

κνημίδες από κοντοκουρεμένο γιδοτόμαρο. Μερικοί

είχαν παπούτσια, άλλοι όχι, μερικοί σεμνύνονταν

που είχαν την πολυτέλεια να φορούν πουκάμισο.

Λίγα λεπτά αργότερα, μια νεκρική σιγή διαχύθηκε σιγά-σιγά στο συγκεντρωμένο πλήθος, που

περίμενε με αγωνία το ξεδίπλωμα της σημαίας.

Τότε ο Λόρδος Κόχραν απευθύνθηκε στον κ. Μέισον, τον γραμματέα, που εκτός από τέλειος κάτοχος

της ελληνικής γλώσσας ήταν και άνθρωπος πολυτάλαντος και πολυμαθής, ικανότατος για τη θέση

που του όρισαν.

70
ευτυχείς

Ο Λόρδος Κόχραν έβγαλε το τρίκοχο καπέλο

του, ακολουθήσαμε κι εμείς το παράδειγμά του. Ο

Στρατηγός επίσης έβγαλε το φέσι του, κι όλο το

στρατεύμα έκανε το ίδιο, κάτι μάλλον ασυνήθιστο.

Γιατί ένας Έλληνας σπάνια ή μάλλον ποτέ δεν

βγάζει το φέσι του, είτε μέσα είτε έξω από το σπί-

τι, αφού ισχύει σαν αξίωμα γι’ αυτόν ότι πρέπει να

κρατά το κεφάλι ζεστό όσο και τα πόδια.

Στη συνέχεια ο κ. Μέισον έβγαλε λόγο στους Έλληνες, μιλώντας πολύ αργά και προσεκτικά, ενώ όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα πάνω του. Μετά το πρώτο ζέσταμα, «ταίριαξε τα λόγια του με κινήσεις» κι άρχισε να χειρονομεί διαρκώς, με τρόπο που θαυμάζουν πολύ οι Έλληνες. Όταν έφτασε

στο σημείο του λόγου του όπου τους παρότρυνε να ανασυνταχθούν και να προασπίσουν τη σημαία που ήταν μπροστά τους, θυσιάζοντας τη ζωή τους για

την προστασία της, ο ενθουσιασμός που ξεσήκωσε

δεν περιγράφεται. Τα «ζήτω» και τα φέσια που πετούσαν στον αέρα αποδείκνυαν την επιρροή του. Η

ομιλία του διήρκεσε περίπου είκοσι λεπτά.

Από τον λόφο του Πειραιά είχαμε μια εξαιρετική

θέα του τουρκικού στρατοπέδου. Ο εχθρός, ακούγοντας τις ζητωκραυγές των Ελλήνων, ξεσηκώθηκε.

Μαζεύτηκαν όλοι και τα όπλα τους έλαμπαν στον

ήλιο. Αυτό ενίσχυσε πολύ την εντυπωσιακή και ζωηρή σκηνή.

Στο τέλος της ομιλίας, ο Ναύαρχος κατέβηκε

71
72 μαζί με τον Στρατηγό στη σκηνή του και ήπιαν
Στο μεταξύ, η σημαία αναρτήθηκε στο κοντάρι της σκηνής του Στρατηγού κι έτσι κυμάτιζε
Αφού μείναμε μισή ώρα με τον Στρατηγό, επιστρέψαμε όλοι στο πλοίο, ικανοποιημένοι από τις ενέργειες της ημέρας.
καφέ.
μπροστά στα μάτια των στρατευμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Πολεμικό συμβούλιο μεταξύ Λόρδου Κόχραν και Καραϊσκάκη – Ο τάφος του Θεμιστοκλή – Αποστολή του συγγραφέα στην Αίγινα – Ανδραγαθήματα του Κανάρη, του διάσημου μπουρλοτιέρη – Επίσκεψη στον Κανάρη – Η σύζυγος και το παιδί του

Λίγες μέρες μετά το γεγονός που περιέγραψα

στο προηγούμενο κεφάλαιο, επειδή ο Ναύαρχος

επιθυμούσε να συμφωνήσει σε κάποιες κοινές επιχειρήσεις με τον Στρατηγό Καραϊσκάκη, ζήτησε

να τον συναντήσει στο σημείο (κάπου τετρακόσια

μέτρα από το στρατόπεδο, στην ακτή) όπου έλε-

γαν πως είχαν ταφεί τα οστά του Θεμιστοκλή από

τους Αθηναίους, αν και δεν έχει σωθεί τίποτα από

τον υπέροχο τάφο που μαρτυρείται πως είχε χτιστεί

στη μνήμη του.

Οι μόνοι παρόντες σ’ αυτή τη συνάντηση των

δύο αρχηγών ήταν ο κ. Μέισον και ο θηλυκός υπασπιστής που προανέφερα. Βέβαια εκείνη δεν πήρε

μέρος στη συζήτηση αλλά στεκόταν είκοσι βήματα παραπέρα, ακουμπώντας στο ελαφρύ τουφέκι της.

Η σκούνα απείχε κάπου τετρακόσια μέτρα. Με τη βοήθεια ενός τηλεσκόπιου μπορούσα να παρακολουθώ κάπως όσα συνέβαιναν. Η συζήτησή τους,

73

όπως άκουσα αργότερα, αφορούσε την παράδοση

του Συνταγματάρχη Φαβιέρου, που ήταν αποκλεισμένος μέσα στην Ακρόπολη. Ο Ναύαρχος ζητούσε

coup de main [αιφνιδιαστική επίθεση], που ίσως να

ξάφνιαζε τον εχθρό και να μην του άφηνε χρόνο να σκεφτεί. Ο Καραϊσκάκης προτιμούσε να προχωρά

αργά και σταδιακά, να φτιάχνει ταμπούρια κι έτσι

να προωθείται σιγά-σιγά στην πρωτεύουσα, που

απείχε οχτώ χιλιόμετρα.

Δεν ξέρω αν ο Καραϊσκάκης ζήλευε τον Φαβιέρο

ή αν, όπως πίστευαν κάποιοι άλλοι, δεν του άρεσε

η μεσολάβηση του Ναυάρχου. Ωστόσο, είναι βέβαιο

πως οι δύο αρχηγοί δεν μπορούσαν να συμφωνή-

σουν στο σχέδιο των επιχειρήσεων.

Αποτέλεσμα πάντως αυτής της συνάντησης

ήταν ότι ο Καραϊσκάκης επέμενε πως ο στρατός

δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς εργαλεία σκαπανικά

όπως αξίνες, φτυάρια, τσάπες κτλ. για να φτιάχνουν

ταμπούρια προωθούμενοι προς την πρωτεύουσα.

Διέταξαν λοιπόν εμένα να πάω αμέσως στην Αίγινα, όπου έλεγαν πως υπήρχαν πολλά, γιατί το νησί

είναι τόπος που καλλιεργείται συστηματικά. Ένα

από τα ελληνικά πολεμικά μπρίκια που ακολουθού-

σε τον στόλο πήρε λοιπόν διαταγή να με μεταφέρει

στο νησί, κάπου δεκατέσσερα μίλια απόσταση.

Ήμουν εφοδιασμένος με επιστολή του Ναυάρ-

χου προς την Κοινότητα της Αίγινας και επιστολή

του Μέισον προς έναν Έλληνα ευγενή του νησιού

74

που καταλάβαινε γαλλικά και θα ήταν ο διερμηνέας

κατά την επικοινωνία μου με τους κατοίκους της πόλης .

Επίσης πήρα προμήθειες για δύο μέρες, επειδή

ήξερα ότι στο ελληνικό πλοίο θα υπήρχαν μόνο γαλέτες, αντζούγιες και καφές.

Το μπρίκι ήταν σπετσιώτικο και το κυβερνούσε

Σπετσιώτης καπετάνιος, τον έλεγαν Ιωάννη Δελίνη [Delini]. Ήταν ένας άνδρας που είχε διακριθεί στους

πολέμους και τον υπέδειξαν στον Ναύαρχο σαν αξιωματικό πιστό στην εκτέλεση του καθήκοντος.

Ήταν πολύ ευγενικός και με καλούς τρόπους. Μόλις επιβιβάστηκα με πήγε κάτω στην καμπίνα του, που έμοιαζε με των δικών μας εμπορικών μπρικιών, με

δυο κουκέτες σε κάθε πλευρά. Μου είπε να διαλέξω

την κουκέτα μου και ζήτησε να μου τοποθετήσουν

το στρώμα που είχα φέρει μαζί μου. Μετά ζήτησε

καφέ και πίπες.

Μιλούσε υποφερτά ιταλικά, όπως όλοι σχεδόν οι

Έλληνες καπετάνιοι. Λίγα λεπτά μετά, ανεβήκαμε στο κατάστρωμα και αναφέρθηκε λεπτομερώς στο εξαιρετικό του σκάφος, που ασφαλώς ήταν καλοτά-

ξιδο, παρόλο που για την καθαριότητα δεν μπορούσε να καυχηθεί.

Έχουν στην Ελλάδα μια παράξενη συνήθεια για

τέτοιο ζεστό κλίμα. Πισσώνουν το κατάστρωμα του

σκάφους κι έτσι όταν πέσει ο ήλιος δεν είναι και

πολύ ευχάριστο να περπατάς πάνω σ’ αυτό. Και τα

75

παπούτσια πότε-πότε σου βγαίνουν απ’ τα πόδια.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτών των πλοίων είναι η απόλυτη έλλειψη μπογιάς, μέσα κι έξω. Όλα

είναι πασαλειμμένα με πίσσα, από την κορυφή ως

το πάτο.

Ο καπετάνιος είχε υπηρετήσει υπό τις διατα-

γές του γενναίου Κανάρη, που είναι Ψαριανός και μαζί μ’ άλλους Ψαριανούς είχαν εγκατασταθεί στην

Αίγινα, με άδεια της κυβέρνησης, μετά το θλιβερό συμβάν της καταστροφής της πόλης των Ψαρών και της σφαγής των κατοίκων τους από τους

Τούρκους. Όταν έμαθα πως ο γενναίος Κανάρης, ο διάσημος μπουρλοτιέρης, ο τρόμος κάθε Καπουδάν Πασά, έμενε στην Αίγινα, ρώτησα να μάθω λεπτομέρειες για κάποιους από τους άθλους του.

«Ήμουν μαζί του», είπε ο καπετάνιος, «σε αρκετά περιστατικά. Πάντοτε επιτίθεται στο πιο μεγάλο πλοίο του τουρκικού στόλου, που είναι συνήθως του Καπουδάν Πασά. Αυτά τα πλοία τελικά έπεφταν

συχνά θύμα της ανδρείας και της ικανότητάς του». «Κάποτε», συνέχισε «ήμασταν έξω με ελαφρύ αεράκι. Ο στόλος, με τον γενναίο Μιαούλη, κρατού-

σε απασχολημένη την προσοχή του εχθρού, όταν ο

Κανάρης, που έπρεπε να πηγαίνει όρτσα, περίμενε

την κατάλληλη ευκαιρία και, μέσα στον καπνό και

τη σύγχυση, πλησίαζε με τη σκούνα του και την

έφερνε κάτω απ’ την πρύμνη του τεράστιου πλοίου

που σκόπευε να πυρπολήσει». «Όμως», ρώτησα

76

«πώς μπορούσε να πλησιάσει με μικρό πλοίο; Μια

ομοβροντία από τα τουρκικά πολεμικά θα το ανατίναζε στο νερό». «Πράγματι», είπε, «όμως οι Τούρ-

κοι μετά την πρώτη πυρκαγιά ποτέ δεν σημαδεύουν

όταν κινούνται με πανιά, οπότε δεν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος. Στην πραγματικότητα, όλα τα πυρά

από τα κανόνια τους δεν είχαν τη σωστή γωνία και

φυσικά σε τέτοιο ύψος (σήκωσε το χέρι του, που έδειχνε τουλάχιστον τριάντα μοίρες) όλα περνούσαν

πάνω από το κεφάλι μας.

»Οι Τούρκοι είχαν μεγάλη αγωνία. Μερικοί συγκεντρώνονταν στις αντένες, άλλοι στον πρόβολο, όσο πιο μακριά μπορούσαν από το φοβερό φλεγόμενο στοιχείο, που ήδη άρχιζε να βγάζει σύννεφα καπνού από εύφλεκτα υλικά, τα εμποτισμένα με πίσσα και ρητίνη, στο πυρπολικό. Άλλοι, πιο τολμηροί, βγαίνανε στην πρύμνη και προσπαθούσαν, αν είναι δυνατόν, να τη σβήσουν. Θα τους ήταν πολύ εύκολο αν υπήρχε αυτοπειθαρχία και πειθαρχία στο τουρκικό πλήρωμα. Όμως τώρα πια η φωτιά προχωρούσε και τραβούσε όλο και περισσότερο προς το κυρίως σκάφος, που έδειχνε να προσκαλεί τον φοβερό ανταγωνιστή.

»Στο μεταξύ, ο Κανάρης και το πλήρωμα του πυρπολικού το είχαμε σκάσει με βάρκα και κωπηλατούσαμε ήρεμα και σιγανά προς κάτι ελληνικά πλοία που ορτσάρανε».

«Πώς όμως αντιδρούσαν τα άλλα πλοία;» είπα.

77

«Γιατί δεν σας βούλιαζαν ή τουλάχιστον δεν προσπαθούσαν να σας συλλάβουν;»

«Έφευγαν όλα», είπε «και κανείς δεν είχε μυαλό

να μας κυνηγήσει. Οι φλόγες προχωρούσαν, ο Πασάς

το έσκασε με λίγους συντρόφους του και επιβιβάστηκε σε φρεγάτα. Στο μεταξύ, το θέαμα ήταν φοβερό, άντρες απ’ όλες τις αντένες του πλοίου πηδούσαν στη θάλασσα, άλλοι είχαν χαζέψει κι έμοιαζαν

παρατημένοι στη μοίρα τους.

» Ο Πασάς ανέβηκε στη φρεγάτα κι έκανε σήματα στα άλλα σκάφη να στείλουν τις βάρκες τους

να διασώσουν τους άτυχους άνδρες. Έδωσε ο ίδιος

το παράδειγμα στέλνοντας τις βάρκες της φρεγά-

τας. Τα υπόλοιπα πλοία του στόλου που το είδαν έσπευσαν, δεν έχασαν καιρό, έστειλαν βάρκες, και σώθηκαν περίπου τετρακόσιοι από το πλήρωμα, που είχε κάπου εννιακόσιους άνδρες. Μισή ώρα αργότερα, το πελώριο σκάφος τινάχθηκε στον αέρα, όταν η φωτιά έφτασε στη αποθήκη των πυρομαχικών».

Απ’ την περιγραφή του καπετάνιου, θα πρέπει

να ήταν ένα από τα πιο ωραία θεάματα του κόσμου.

Οι Έλληνες, όσο κρατούσε το όλο σκηνικό, κραύγα-

ζαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Οι Τούρκοι άνοιξαν

πανιά και προχώρησαν προς τα Δαρδανέλια της

Ναυπάκτου, κοντά στο μέρος όπου έγινε αυτό το κατόρθωμα επιδεξιότητας και γενναιότητας.

Ο καπετάνιος πρόσθεσε πως ο Κανάρης μ’ αυτό

78

τον τρόπο είχε κάψει εκτός από του Καπουδάν Πασά

τρεις τουρκικές φρεγάτες και δυο κορβέτες.

Ο Σπετσιώτης καπετάνιος μού αφηγήθηκε και

άλλες περιπέτειες σχετικά με την απόδρασή του

από τους Τούρκους μαζί με τον μεγάλο ναυτικό

ήρωα. Ξαναμμένος απ’ αυτές τις ιστορίες, αποφά-

σισα να επισκεφθώ τον Κανάρη και ζήτησα από τον

Πλοίαρχο Δελίνη να με συστήσει. Χάρηκε πολύ με

την πρόταση και μάλλον θεώρησε πως είχε κερδίσει

μια νίκη, αφού έκανε έναν Άγγλο να θαυμάσει τον συμπατριώτη του.

Στο μεταξύ, φτάσαμε έξω από το λιμάνι

γιατί θα είχαν αποσυρθεί στα σπίτια με τις οικογένειές τους. Έτσι επέστρεψα στο

πλοίο και πέρασα το βράδυ ακούγοντας τις ιστορίες

του καπετάνιου.

Διαπίστωσα πως ήταν πολύ έξυπνος άνθρωπος,

είχε διαβάσει και λίγο αρχαία ιστορία της Ελλάδας. Τον ρώτησα να μου πει μερικά γνωρίσματα

της χώρας και μου εξήγησε πως η Αίγινα έχει τριάντα οχτώ χιλιόμετρα περίμετρο και είναι πολύ γόνιμη. Εκείνο τον καιρό είχε περίπου δέκα χιλιάδες

κατοίκους, που επειδή ζούσαν σε νησί ήταν σχετικά

ελεύθεροι από την τυραννία των Τούρκων. Είναι

πολύ εργατικοί και καλλιεργούν τις πολύ γόνιμες

πεδιάδες του νησιού τους. Η Αίγινα έχει πολλά

79
και ήταν περίπου επτά η ώρα το βράδυ. Στην αποβίβαση κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα να δω
της Αίγινας
τους κοινοτάρχες,

καλά σπίτια, που ανήκουν στην πλουσιότερη τάξη

των Ελλήνων – ανθρώπους που είχαν βρει εκεί καταφύγιο από τον Μωριά, την ανατολική και δυτική

Ελλάδα.

Αφού πρώτα ήπιαμε για την παρέα ένα ποτήρι

μπράντυ και νερό, και κουβεντιάσαμε για την κατάσταση αυτού του ωραίου νησιού στην αρχαιότητα

με την ελπίδα να ξαναβρεί την παλιά του μεγαλοπρέπεια και ευημερία, αποσυρθήκαμε για ύπνο.

Εκείνος, χωρίς να βγάλει ούτε ένα ρούχο, πράγμα

που οι Έλληνες ναυτικοί κάνουν σε όλο το ταξίδι, όσο μακρύ κι αν είναι.

Το άλλο πρωί, στις δέκα, βγήκα στη στεριά. Η μικρή πόλη της Αίγινας ήταν ανάστατη, γιατί είχαν

ακούσει το όνομα του Κόχραν και υπέθεσαν πως

είχε έρθει ο Ναύαρχος, γι’ αυτό οι Αιγινήτες είχαν

μαζευτεί να τον δουν. Ήταν όλοι πολύ ευγενικοί, ακόμα κι όταν ανακάλυψαν το λάθος τους. Βρήκα

τον Έλληνα ευγενή, τον Νικολή Πλιαδή [; Pliades]

και πήγα μαζί του στο δημαρχείο, όπου είχαν όλοι συγκεντρωθεί να με υποδεχτούν. Αφού προχωρήσαμε στην ακτή, που ήταν γεμάτη βάρκες, πλοία, χορταρικά, γουρούνια κι ό,τι άλλο χαρακτηρίζει μια παραθαλάσσια πόλη, φτάσαμε σ’ ένα μικρό κτίριο που το ισόγειό του ήταν φτιαγμένο από πέτρες και

σοβά, το υπόλοιπο από ξύλο. Είχε μήκος κάπου

εφτά μέτρα και φάρδος τριάμισι. Το πάνω μέρος

έστεκε πάνω από τον τοίχο, τουλάχιστον ένα μέτρο,

80

και στηριζόταν από ξύλινους στύλους. Όλο το κτίριο ήταν, όπως συνήθως, άβαφο.

Ο διερμηνέας μού ζήτησε ν’ ανέβω μια ξύλινη

σκάλα, κάπου τρία μέτρα ύψος. Εκεί με υποδέχθηκε

ένας από την Κοινότητα και με οδήγησε με μια αίθουσα για το κοινό, που έπιανε όλο το φάρδος του

κτιρίου. Εκεί ήταν κάπου δώδεκα μέλη των Κοινοτικών Αρχών. Σηκώθηκαν όλοι όταν μπήκα και με υποδέχθηκαν, έπειτα μου έδειξαν πού να καθίσω.

Μετά από τις συνήθεις εκφράσεις αβροφροσύνης

που ανταλλάξαμε μέσω διερμηνέα, μου πρόσφεραν

καφέ και πίπα. Ύστερα από μια δεκάλεπτη σιωπή, στη διάρκεια της οποίας οι ρουφηξιές λιγόστευαν, ξεκίνησε η συζήτηση, που αφορούσε τον λόγο της

επίσκεψής μου, οπότε τους έδειξα μια επιστολή, την άνοιξε ο γραμματέας τους και τη διάβασε δυνατά.

Όταν τελείωσε η επιστολή, όλοι έδειχναν συλλογισμένοι και ξαναγεμίζοντας τις πίπες τους συσκέφθηκαν για περίπου ένα τέταρτο. Κατόπιν με

πληροφόρησαν πως ήταν ευτυχείς που είχαν την ευκαιρία να δείξουν στην Ελλάδα τον πατριωτικό τους ζήλο και πως θα μάζευαν αμέσως όλα τα αναγκαία

αντικείμενα και θα τα έστελναν στον Ναύαρχο το γρηγορότερο.

Αφού τελείωσα τη δουλειά μου και πήρα μια

γραπτή απάντηση για να την παρουσιάσω στον Ναύαρχο, αποσύρθηκα.

Προτού αφήσω την Αίγινα, αποφάσισα να επι-

81

σκεφθώ τον γενναίο Κανάρη. Ο καπετάνιος που με

είχε φέρει ρώτησε πού θα τον βρούμε και του είπαν

πως ο Κανάρης θα βρισκόταν σ’ ένα καφενείο που

το έλεγαν «Αθηνά». Προχώρησα αμέσως προς τα

εκεί και μπαίνοντας ο καπετάνιος κοίταξε γύρω και σύντομα ανακάλυψε τον παλιό του αρχηγό. Αγκαλιάστηκαν αμέσως και μετά από μερικές ερωτήσεις

ο καπετάνιος με σύστησε σαν ένα άνθρωπο που ήθελε πολύ να γνωρίσει κάποιον τόσο ξακουστό.

Ο Κανάρης ήρθε, με πήρε εγκάρδια από το χέρι και μου είπε πως χαιρόταν που με γνώρισε. Συγχρόνως, είπε στον καπετάνιο πως θα ήθελε να μου γνωρίσει την οικογένειά του.

Συνεπώς, βγήκαμε από το καφενείο μαζί. Ο Κανάρης είναι πολύ μικρόσωμος και όλα τα χαρακτηριστικά του είναι μικροκαμωμένα. Η μύτη του είναι λίγο ανασηκωμένη και του δίνει έναν αέρα ψύχραι-

μου και αποφασισμένου ανθρώπου.

Παρατηρώντας ωστόσο τη σεμνή συμπεριφορά

και στάση του, δεν θα πίστευε κανείς πως αυτός ο

άνθρωπος είχε προκαλέσει τόσο τρόμο στους Τούρκους όσο κανένας άλλος Έλληνας. Στο κεφάλι του

είχε τυλιγμένο ένα παράξενο σκουφί που φοράνε

στο νησί του – για την ακρίβεια, ένα μακρύ κόκκινο φέσι. Οι Έλληνες των άλλων νησιών φορούν φέσι

κολλητό στο κεφάλι, όμως οι Ψαριανοί φορούν το δικό τους, που είναι πολύ μακρύ και κρέμεται πίσω.

Περπατήσαμε πέντε λεπτά και φτάσαμε στην

82

κατοικία αυτού του διάσημου άνδρα. Ήταν μια μικρή

ξύλινη κατασκευή, κάπου έξι επί έξι μέτρα, και είχε

τρία ή τέσσερα δωμάτια. Το δωμάτιο όπου μπήκα-

με ήταν σε μέγεθος το μισό σπίτι, γιατί ο Κανάρης

είχε πολλούς επισκέπτες. Η γυναίκα του, μια όμορ-

φη Ψαριανή, έγνεθε βαμβάκι, όπως ήταν το συνήθιο

των Ελληνίδων. Μόλις μπήκε ο άνδρας της, σηκώθηκε και με σύστησαν σ’ εκείνη. Με υποδέχθηκε με

ανώτερο τρόπο και με τον αέρα μιας γυναίκας συνηθισμένης στην καλή κοινωνία. Αφού με καλωσόρισε

αποσύρθηκε σε μια μικρή κόγχη και μου έφτιαξε ένα ποτήρι δροσερή λεμονάδα με τα χέρια της. Στο μεταξύ, ένας υπηρέτης έφερε πίπες. Συζήτησα με τη σύζυγο του Κανάρη, μέσω του καπετάνιου. Βρήκα τη συζήτηση μαζί της τόσο ευχάριστη όσο και την εμφάνισή της. Οι Ψαριανές

μοιάζουν με τις αρχαίες Ελληνίδες (όπως δηλαδή

τις φανταζόμαστε εμείς) όσο καμία άλλη Ελληνίδα.

Τα σκούρα γαλάζια μάτια και οι μακριές βλεφαρίδες

είναι το χαρακτηριστικό των Ψαριανών γυναικών.

Η σύζυγος του Κανάρη είχε αυτά τα χαρακτηριστι-

κά σε εξαιρετικό βαθμό, με ένα δέρμα αλαβάστρι-

νο. Στο κεφάλι φορούσε ό,τι οι συμπατριώτισσές

της, αλλά όχι σαν τις Υδραίες. Είχε τυλιγμένα δύο

μακριά κομμάτια διάφανο λευκό ύφασμα, που έπεφταν πίσω σαν μιας Αγγλίδας νύφης. Το αγοράκι τους, που ήταν περίπου έξι χρονών, ήρθε κοντά μου, κάθισε στα γόνατά μου, μού πήρε από το χέρι το

83

τρίκοχο καπέλο κι είπε πως θα ήθελε να γίνει στρατιώτης και περπατούσε κορδωμένος στο δωμάτιο με το

καπέλο στο κεφάλι.

Ο εξαιρετικός αυτός μικρός έμαθα πως τώρα

βρίσκεται σε στρατιωτική σχολή στο Μόναχο, υπό την ιδιαίτερη προστασία των Βασιλέων της Ελλάδας και της Βαυαρίας.

Αφού έμεινα κάπου μισή ώρα μ’ αυτούς τους ενδιαφέροντες ανθρώπους, σηκώθηκα να φύγω, όταν

ο Κανάρης μου έσφιξε φιλικά το χέρι. Ο ίδιος και η συζυγός του εξέφρασαν την επιθυμία να τους επισκεφθώ ξανά όποτε έρθω στην Αίγινα.

Έχω ήδη μιλήσει για τον Λόρδο Ρ. Τσωρτς, πως είχε διορισθεί Genelalissimo [Αρχιστράτηγος των

κατά Ξηράν Δυνάμεων] στην Ελλάδα. Είχε τώρα

ενταχθεί στον στρατό του Πειραιά και τον συνάντησα στο πλοίο του. Επειδή οι αποσκευές του και η σκηνή του δεν είχαν φτάσει ακόμα, είχε το αρχηγείο του εν πλω, σ’ ένα ελληνικό πολεμικό μπρίκι.

Όταν έφτασα στη ναυτική κατοικία του Στρατηγού, βρήκα να διεξάγεται ένα είδος πολεμικού συμβουλίου, με αρκετούς Έλληνες οπλαρχηγούς να παρίστανται. Ο Στρατηγός με δέχθηκε με πολλή αβρότητα. Τη στιγμή που έφθασα μιλούσε ο Καραϊσκάκης με μεγάλη ζωηράδα, τα μάτια του πετούσαν φωτιές κάθε φορά που ανέφερε το όνομα

του εχθρού. Η σύσκεψη αφορούσε μία σχεδιαζόμενη

κίνηση και τον τρόπο που θα την έκαναν. Ο Καραϊ-

84

σκάκης απευθυνόταν πότε στον Αρχιστράτηγο πότε

σε κάποιον συμπατριώτη του.

Αργότερα, μετά από μια στομφώδη αγόρευ-

ση περίπου είκοσι λεπτών, σταμάτησε. Κι επειδή

η πίπα του είχε σβήσει στο μεταξύ, την έδωσε σ’

έναν υπηρέτη, που περίμενε να τη γεμίσει, και μετά

άρχισε να ξερνά τόνους καπνού. Με κάθε ξεφύσημα

την άποψή του με μεγάλη συντομία – από υπερβολικά μεγάλο σεβασμό για τον Καραϊσκάκη, ώστε να διαφωνήσει με τη γνώμη του. Η εμφάνιση του Νικήτα με εντυπωσίασε. Ήταν ψηλός, λεπτός, οστεώδης, με εκφραστικό παρουσιαστικό και απροσποίητο ύφος. Φορούσε ό,τι ένας Μωραΐτης οπλαρχηγός, μόνο που

αντί για κόκκινο φέσι είχε τουρμπάνι, που πράγματι

του έδινε μια πολύ ανώτερη και πολεμοχαρή εμφάνιση. Τον ονόμασαν Τουρκοφάγο από τον αριθμό

των Τούρκων που είχε σκοτώσει σε μια συμπλοκή

όπου εκείνος και μια μικρή ομάδα περικυκλώθηκαν

από τον εχθρό, όμως άνοιξαν δρόμο και έτρεψαν

σε άτακτη φυγή τους εχθρούς, παρότι ήταν πολύ

περισσότεροι. Οι Τούρκοι είχαν μεγάλο και σχεδόν δεισιδαιμονικό φόβο για τον Νικήτα.

Στη διάρκεια της ομιλίας του παρατήρησα πως

85
άηχων πυροβολισμών. Ο Νικήτας (ο Τουρκοφάγος) άρχισε τότε να απευθύνεται στον Αρχιστράτηγο και εξέθεσε
έδειχνε πόσο σημαντικά ήταν όσα είχε πει, ήταν σαν να το διατράνωνε με ομοβροντίες

Μετά από λίγα λεπτά σιωπής και καπνίσματος, ο Νοταράς ακούμπησε πολύ ήρεμα την πίπα του

στο πλάι και διπλώνοντας τα χέρια στα γόνατα, σταυρώνοντας τα πόδια με τις μύτες στο αέρα, ξερόβηξε δυο-τρεις φορές κι άρχισε να μιλά. Απευθυνόταν κυρίως στον Στρατηγό Τσωρτς και, όπως

ο γερο-Νέστορας, έκανε μια εκτεταμένη περιγραφή

του πολέμου και των εκστρατειών που είχε δει εκεί.

Όποτε έφτανε σε σημεία σχετικά με τους Τούρκους,

πρόφερε τη φράση «Μα την πίστη [μου]», που εκ-

φράζει τη μέγιστη περιφρόνηση. Επέμενε πως με

τον στρατό που ήταν τότε στο Φάληρο θα μπορούσαν να τολμήσουν τα πάντα. Πρόσθεσε πως μόνο

να έρθει η Εξοχότητά του είχαν ανάγκη για να απο-

δείξουν τη δύναμή τους ενάντια στους Τούρκους.

Ο Νοταράς έμοιαζε να εκφράζεται με μεγάλη

ευγλωττία και χάρη, αποδεικνύοντας με την άνεση

και την ψυχραιμία του πως ήταν απολύτως κύριος

του θέματος. Ήταν ένας πολύ εμφανίσιμος άνδρας,

86
τον πρόσεχε πολύ. Όταν τελείωσε, ακούμπησε το σαγόνι του στην πίπα και περίμενε ανυπόμονα μια απάντηση από τον Στρατηγό Τσωρτς, που επεδοκίμασε πολύ ευγενικά αυτά που είχε πει, αλλά πρόσθεσε ότι μερικά σημεία ήταν διαφορετικά από τη γνώμη του γενναίου αρχηγού που είχε προηγηθεί· και ότι οι ιδέες του αποδείκνυαν ωστόσο μεγάλο ταλέντο και άξιζαν να ληφθούν σοβαρά υπόψη.
ο Στρατηγός Τσωρτς

μετρίου αναστήματος, με παρουσιαστικό ανθρώπου

γεννημένου σε ανώτερα στρώματα της ελληνικής

κοινωνίας. Είχε δείξει μεγάλο θάρρος και γενναιότη-

τα στον πόλεμο και τώρα κατέχει υψηλή θέση στον

ελληνικό στρατό.

Ο Στρατηγός Τσωρτς, ως συνήθως, απάντησε

με έναν επαινετικό λόγο, χωρίς να διαφοροποιείται

από τον τελευταίο ομιλητή αλλά αποδίδοντάς του

τα εύσημα για όσα είχε πει.

Ανέφερα όλα αυτά τα περιστατικά για να δείξω

πόσο τέλεια ο Στρατηγός Τσωρτς προσάρμοσε το

μυαλό και τις συνήθειές του στη θέση όπου τοποθετήθηκε. Η μεγάλη υπομονή που επέδειξε ακούγοντας όσα είχαν να πουν οι ντόπιοι αρχηγοί, όσο πληκτικά

και άσχετα κι αν ήταν, και η μεγάλη ηρεμία και ψυχραιμία που επέδειξε στη συζήτηση, προσαρμόστηκαν αξιοθαύμαστα για τη διαχείριση ανθρώπων

που έβγαιναν από τη βαρβαρότητα πολλών ετών

και που παρότι ένιωθαν την κατωτερότητά τους

προς τους πολιτισμένους Ευρωπαίους, ωστόσο δεν

θα ανέχονταν και εντολές από έναν άνθρωπο που, εκθέτοντας τις ελλείψεις τους σε στρατιωτική γνώ-

ση, θα έβαζε όλες τους τις προσπάθειες στη σκιά.

87

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Τα πρωτοπαλίκαρα – Ο ιδιαίτερος τρόπος μάχης – Οι οχυρώσεις με ταμπούρια – Η περιπέτεια του Αμερικανού

γιατρού – Το λαμπρό κατόρθωμα του νεαρού Κολοκοτρώνη – Η ύπουλη τουρκική προδοσία και

– Επικίνδυνη περιπέτεια του συγγραφέα – Το μοναστήρι

του Αγίου Σπυρίδωνα – Ο θάνατος του Έλληνα Αρχιστράτηγου Καραϊσκάκη στη μάχη – Ανεπιτυχής επίθεση

στην Αθήνα – Τα καταστρεπτικά της αποτελέσματα – Η Τριπλή Συμμαχία προς όφελος της Ελλάδας

Εκμεταλλεύτηκα την παραμονή του στόλου

στον Πειραιά κι έβγαινα στη στεριά καθημερινά κι επισκεπτόμουν τα πρωτοπαλίκαρα, που ζούσαν σε

σπηλιές – γιατί οι σκηνές τούς ήταν εντελώς άγνωστες.

Ο τρόπος με τον οποίο πολεμούσε αυτή η ιδιαίτερη ράτσα ανδρών είναι πολύ περίεργος και χαρακτηριστικός, σε κάποιους Ευρωπαίους αξιωματικούς

άρεσε πολύ να πολεμούν με τον τρόπο των Παλικαριών, που είναι ο εξής: με το που φανεί εχθρός (κάτι

που συνήθως γίνεται τη νύχτα) αμέσως το Παλικάρι

μαζεύει ένα σωρό πέτρες, κάπου ογδόντα ή εκατό

βήματα από τον εχθρό, αρκετά μεγάλες ώστε να

προστατεύει το σώμα του. Σ’ αυτό το πρόχειρο οχυ-

89
της
η τιμωρία

ρό κάνει μια μικρή τρύπα για το όπλο του – ο Τούρ-

κος ή ο Αλβανός, ο εχθρός του, έχει κάνει το ίδιο, κι έτσι παρακολουθούν ο ένας τον άλλον όλη μέρα, χωρίς να ρισκάρουν να εκθέσουν κανένα μέρος του

σώματός τους. Τη νύχτα, γίνεται αλλαγή βάρδιας.

Γύρω στην εποχή για την οποία γράφω, ένας

Αμερικανός γιατρός που τον έλεγαν Γκούτο [Gutto] έφθασε στην Αθήνα κι έφερε μαζί του από το

Κεντάκι ένα όπλο που ήθελε

της ημέρας. Τελικά όμως κουράστηκε και τέντωσε

απερίσκεπτα τα πόδια του πέρα από τις στοιβαγμένες πέτρες. Αυτή η κίνηση τράβηξε αμέσως την

προσοχή του εχθρού, που πυροβόλησε και τον χτύπησε (όπως τον Αχιλλέα) στη φτέρνα! Καθώς λέει παρακάτω η ιστορία, ο γιατρός τράβηξε το πόδι του όπως το σαλιγκάρι τραβάει μέσα τις κεραίες του, και παραμένοντας πίσω απ’ τον όγκο με τις πέτρες, έβγαλε ψύχραιμα τη σφαίρα με τα χειρουργικά εργαλεία που κουβαλούσε πάντοτε μαζί του. Έκτοτε όμως κούτσαινε και δεν ξανακούστηκε να ρητορεύει

για τον υπέροχο τρόπο μάχης των Παλικαριών, ούτε επέδειξε άλλη φορά διάθεση να ξανακάνει βάρδια από τη θέση του εθελοντή.

Λίγο αργότερα, ήμουν μάρτυρας ενός από τα πάμπολλα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματα του ελληνικού πολέμου της ανεξαρτησίας. Ένα πρωί

90
πολύ να το δοκιμάσει
Παλικαριών. Άλλαξε
βάρδια
με τον τρόπο των
λοιπόν μία
κι έμεινε σιωπηλός για το μεγαλύτερο μέρος

συνόδευα τον Λόρδο Κόχραν, σαν υπασπιστής του, σ’ ένα προωθημένο σημείο όπου αψιμαχούσαν Έλληνες και Τούρκοι. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο

μεγαλύτερος γιος του Κολοκοτρώνη, είχε το πρόσταγμα στα προωθημένα σημεία. Τα βόλια πετούσαν τριγύρω προς πάσα κατεύθυνση και ο νεαρός

Κολοκοτρώνης ήταν τόσο πολύ ενθουσιασμένος από

την παρουσία του γενναίου Ναυάρχου, που ο ίδιος κι

η ομάδα του επιτέθηκαν σ’ ένα ταμπούρι που κάλυ-

πτε ένα απόσπασμα με πάνω από εκατό άνδρες και

απείχε κάπου εκατό βήματα. Το κατέλαβε μέσα σε πέντε λεπτά, με τον πιο εξαιρετικό τρόπο.

Θα διηγηθώ εδώ ακόμα ένα περιστατικό, χαρακτηριστικό της κατάστασης των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ των εμπολέμων εκείνης της περιόδου. Στην άλλη πλευρά του Πειραιά, πάνω σ’ έναν μικρό λόφο, είχε σχηματιστεί ένα στρατόπεδο χιλίων Υδραίων, με αρχηγό τον γενναίο Συνταγματάρχη Ώρκαρτ. Ο Συνταγματάρχης, αφού παρατή-

ρησε την παραπάνω επίθεση στις τουρκικές γραμμές, άρχισε να κινείται προς τα εμπρός και βρέθηκε μπροστά σε τριακόσιους περίπου Τούρκους, που είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, που όπως προείπα βρίσκεται στο λιμάνι του Πειραιά. Τους περικύκλωσαν αμέσως και τους κάλεσαν να παραδοθούν. Οι Τούρκοι ζήτησαν διαπραγμάτευση και ο κ. Μέισον πήρε εντολή να

πλησιάσει το μοναστήρι με βάρκα, με μια σημαία

91

ανακωχής. Αλλά μόλις η βάρκα πλησίασε στα τριάντα

πέντα μέτρα από το μοναστήρι, οι Τούρκοι άρχισαν

να πυροβολούν κι ένας από τους άνδρες τραυματί-

στηκε σοβαρά. Παρότι αυτή ήταν η πρώτη φορά

που ο κ. Μέισον κλήθηκε να εκτεθεί στις σφαίρες

του εχθρού, αντέδρασε ωστόσο πολύ ψύχραιμα και με το παράδειγμά του ενθάρρυνε τους άνδρες να ξεμπλέξουν από τον κίνδυνο.

Προτού πυροβολήσουν στη βάρκα, ο Συνταγματάρχης Ώρκαρτ είχε εκφράσει την επιθυμία να παρουσιαστώ εγώ στους Τούρκους, γιατί είχαν πει στους άνδρες του πως έναν Ευρωπαίο θα τον εμπιστεύονταν. Ο Συνταγματάρχης ήταν ντυμένος με

ελληνική φορεσιά, γι’ αυτό και με παρακάλεσε να

βγω μπροστά, πάνω σε ένα ανάχωμα, κάπου πενήντα βήματα από το μοναστήρι. Μόλις έκανα την

εμφάνισή μου, αντιλήφθηκα τους πυροβολισμούς

προς τη βάρκα που πλησίαζε. Σχεδόν αμέσως μετά, άδειασαν αρκετά μουσκέτα επάνω μου και σ’ όσους

ήταν μαζί μου, και μας ανάγκασαν (καθώς ήμασταν

άοπλοι) να οπισθοχωρήσουμε γρήγορα πίσω από

τον λόφο.

Αυτή η ύπουλη πράξη έδωσε το σήμα για την τιμωρία που της άξιζε. Ο Λόρδος Κόχραν ζήτησε

από τον Ναύαρχο Μιαούλη να βάλει τη φρεγάτα

στο λιμάνι του Πειραιά και ν’ αρχίσει να βομβαρ-

δίζει το μοναστήρι ώσπου να ανοιχτεί ένα μεγάλο

ρήγμα, αρκετά μεγάλο ώστε να επιτεθεί το στρά-

92

τευμα. Αυτό έγινε σύντομα, και στη διάρκεια της

ημέρας μία πλευρά του μοναστηριού γυμνώθηκε

από τις τριάντα δύο ριπές βλημάτων της φρεγάτας.

Οι Τούρκοι το κατάλαβαν πως ήταν χαμένη υπόθεση και τελικά συμφώνησαν να παραιτηθούν από

το μοναστήρι, αρκεί να τους επέτρεπαν να πάνε να

βρουν τον τουρκικό στρατό. Ο Λόρδος Κόχραν και

ο Στρατηγός Τσωρτς, που μόλις είχε πάρει την αρχηγία, συμφώνησαν, γνωρίζοντας πως στην επίθεση

θα θυσιάζονταν πολλοί Έλληνες, γιατί οι Τούρκοι

θα δέχονταν οτιδήποτε προκειμένου να μην παραδοθούν αιχμάλωτοι πολέμου.

Είχε όμως κυκλοφορήσει στο στράτευμα μια

φήμη ότι στο μοναστήρι ήταν κρυμμένος ένας μεγάλος θησαυρός κι ότι απ’ όσους βρίσκονταν εκεί, κάποιοι ήταν υψηλόβαθμοι. Αυτό ξεσήκωσε τη διάθεση του ελληνικού στρατού για λαφυραγωγία.

Περίπου μία ώρα πριν από την εκτέλεση της προβλεπόμενης συμφωνίας, με είχαν στείλει στον Συνταγματάχη Ώρκαρτ με ένα μήνυμα που του ζητούσε να συγκεντρώσει τους άνδρες του σε απόσταση οκτακοσίων μέτρων απ’ το μοναστήρι. Στο μεταξύ, η συμφωνία είχε κρατηθεί απολύτως μυστική, τη γνώριζαν μόνον οι δύο στρατηγοί και

οι πολιορκημένοι· γιατί οι στρατηγοί ήξεραν πως

δεν θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τους Έλληνες στρατιώτες από την εκδίκηση και το πλιάτσικο.

Μόλις όμως το πλήθος μέσα στο μοναστήρι άρ-

93

χισε να βγαίνει, οι Έλληνες στρατιώτες υποψιά-

στηκαν τι γινόταν και τους περικύκλωσαν. Κι όταν διαδόθηκε πως οι δύο στρατηγοί είχαν συμφωνήσει

ώστε οι Τούρκοι να περάσουν ελεύθερα, ένας από

τους Έλληνες άρπαξε το πιστόλι ενός Τούρκου, που έβγαλε άλλο πιστόλι και σκότωσε τον Έλληνα.

Ακολούθησε σύγκρουση ανάμεσα σε Έλληνες και

Τούρκους, λίγοι από τους έγκλειστους κατάφεραν

να το σκάσουν προς τις τουρκικές γραμμές.

Οι Υδραίοι που είχαν συγκεντρωθεί κοντά στον Συνταγματάρχη εξαγριώθηκαν που δεν βρίσκονταν

στη σκηνή της σύγκρουσης, οπότε τράβηξαν τα

γιαταγάνια τους και απείλησαν ανοικτά τους αξιωματικούς τους, τον Συνταγματάρχη Ώρκαρτ, εμένα

και μερικούς άλλους. Αρχίσαμε ν’ ανησυχούμε γι’

αυτή την κατάσταση όταν τα πράγματα αγρίεψαν

από την απερισκεψία ενός ανόητου Αρχιμανδρίτη

που ήταν με το στράτευμα και που φώναζε «προδοσία» στα ελληνικά. Τώρα πια ήταν υπόθεση ζωής

και θανάτου, και ήταν απαραίτητη η αποφασιστι-

κότητα. Γι’ αυτό πήγα κοντά σ’ αυτόν τον άνδρα

και του είπα πως αν πείραζαν έστω και μία τρίχα

από το κεφάλι αξιωματικού, θα τον κρεμούσαν τον

Αρχιμανδρίτη στο κατάρτι της φρεγάτας, την ίδια

κιόλας μέρα. Αυτό αμέσως καταλάγιασε τις τάσεις για σαματά. Ο Ώρκαρτ, εγώ και άλλοι οκτώ

απομακρυνθήκαμε επίτηδες από το κυρίως σώμα

των Υδραίων. Όταν είχαμε απομακρυνθεί περίπου

94

εκατό βήματα, ο Δόκτωρ Γκούτο, ο Αμερικανός,

μας πλησίασε με το όπλο του (γιατί όταν άρχισε

η υπόθεση, είχε φύγει βλέποντας τον κίνδυνο) και

μας παρακάλεσε να το βάλουμε στα πόδια, αλλιώς

θα μας σκότωναν σίγουρα. Του εξήγησα πως δεν

ήταν δυνατό να φύγουμε τρέχοντας, γιατί θα έρ-

χονταν πίσω μας όλοι οι Υδραίοι και σίγουρα θα

μας κυνηγούσαν και θα μας σκότωναν σαν ελάφια.

Αλλά φυσικά φύγαμε με μεγάλες δρασκελιές ώσπου

να βρεθούμε αρκετά μακριά τους.

Ο θυμός των Υδραίων που δεν τους είχαν αφήσει να πάρουν εκδίκηση και να πλιατσικολογήσουν καταλάγιασε με χίλια τάληρα που μοιράστηκαν μεταξύ τους.

Το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα έχει τώρα εξαφανιστεί σχεδόν. Η κυβέρνηση έδωσε το οικόπεδο όπου ήταν κτισμένο, μαζί με τα οικοδομικά υλικά, στον ηρωικό Μιαούλη, που αργότερα έκτισε

ένα όμορφο αρχοντικό εκεί με τα υλικά. Ομορφαίνει

πολύ την ωραία αυτή τοποθεσία.

Να επιστρέψουμε στο στράτευμα. Ο ενθουσιασμός γι’ αυτές τις ασήμαντες επιτυχίες έκανε τον

στρατό να είναι πιο μαλακός και υπάκουος. Ό,τι

τους διέταζαν οι αρχηγοί να κάνουν, το έκαναν χω-

ρίς δισταγμό.

Λίγες μέρες μετά την υπόθεση που ανέφερα, ο

Στρατηγός Καραϊσκάκης, θέλοντας να υποκινήσει

τους άνδρες του σε περισσότερες πράξεις ανδρείας,

95

προχώρησε με το άλογό του στα προωθημένα σημεία και ενθάρρυνε τους άνδρες του να επιτεθούν στις τουρκικές γραμμές. Δεν είχε όμως προχωρήσει

πολύ όταν μια σφαίρα του εχθρού τον βρήκε στ’ αχαμνά. Έπεσε αμέσως από τ’ άλογο και η επίθεση εγκαταλείφθηκε. Ο άτυχος Στρατηγός μεταφέρθηκε

κατευθείαν στο ελληνικό μπρίκι, όπου του παρασχέθηκε κάθε ιατρική βοήθεια· όμως μάταια. Ξεψύχησε έξι ώρες αργότερα.

Όλος ο στρατός ένιωσε την απώλεια του εξαιρετικού αυτού καπετάνιου, γιατί κανείς από τους

ντόπιους στρατηγούς δεν είχε την ίδια ικανότητα να κρατά ενωμένο ένα μεγάλο μέρος στρατού – επειδή

ο ελληνικός στρατός ήταν ένα συνονθύλευμα στρατηγών, συνταγματαρχών και καπεταναίων, που τις διαφορετικές γνώμες τους έπρεπε να συμβουλεύεται κανείς πριν από κάθε επιχειρησιακό βήμα.

Όταν ήρθε ο Βασιλιάς Όθωνας στην Αθήνα, ανεγέρθηκε μνημείο στο σημείο όπου έπεσε ο γενναίος Καραϊσκάκης. Η αυτού Μεγαλειότης παρέστη αυτοπροσώπως, ο κ. Τρικούπης εκφώνησε μεγαλοπρεπή νεκρολογία για την περίσταση, και αποδόθηκαν όλες οι τιμές στον άνδρα που υπηρέτησε τόσο γενναία την πατρίδα του. Ο Στρατηγός

άφησε μια χήρα, δύο κόρες και έναν γιο. Οι κόρες

εξασφαλίστηκαν γενναιόδωρα από τον μονάρχη, η μία παντρεύτηκε μόλις πρόσφατα τον Νοταρά, έναν από τους πλουσιότερους Έλληνες του Μω-

96

ριά. Ο γιος είναι στο Μόναχο σε μια στρατιωτική

σχολή.

Αν και ο ενθουσιασμός του στρατού είχε πέσει πολύ

λόγω του χαμού του αγαπημένου τους Στρατηγού, ήταν ωστόσο έτοιμοι να ξεκινήσουν οποιαδήποτε επιχείρηση θα βοηθούσε την απελευθέρωση της πατρίδας

τους. Λίγο μετά την παραπάνω επιχείρηση, ο Λόρδος Κόχραν και ο Στρατηγός Τσωρτς, επειδή ακόμη

επιθυμούσαν να προσφέρουν βοήθεια στον Συνταγματάρχη Φαβιέρο και το σώμα του, που ήταν έγκλειστοι στην Ακρόπολη, σχεδίασαν μια επιχείρηση επί τούτου. Αποφασίστηκε να επιβιβαστούν τρεις χιλιάδες άνδρες

από τον Πειραιά σε ελληνικά πλοία και να προσαράξουν στα δεξιά του λιμανιού του Φαλήρου.* Η επιβί-

βαση θα γινόταν στις οκτώ. Η απόβαση στο Φάληρο

θα γινόταν στις δώδεκα την ίδια νύχτα. Το στράτευμα

τότε (χάρη στο σκοτάδι) θα προχωρούσε κατευθείαν

προς την Αθήνα, μια απόσταση εξίμισι χιλιομέτρων.

Μόλις θα έφθαναν στην πόλη, ο συνταγματάρχης

Φαβιέρος θα έκανε την έξοδο, και τότε υποτίθεται οι Τούρκοι θα βρίσκονταν περικυκλωμένοι και θα αποσύρονταν στο νησί του Νεγροπόντε [Εύβοια].

* Υπάρχουν τρία λιμάνια στην Αθήνα, ο Πειραιάς είναι το μεγαλύτερο. Ανατολικά του, χωρισμένο με μικρό ύψωμα, είναι

το δεύτερο λιμάνι, που λέγεται Μουνυχία. Ακόμη ανατολικότερα, βρίσκεται το Φάληρο, που έχει τη μικρότερη κίνηση από τα τρία. Όλα τους βρίσκονται σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων.

97

Για την περίσταση, ο Ναύαρχος μού έδωσε εντολή να επιβλέπω την επιβίβαση των στρατευμάτων, που έγινε στις οκτώ το βράδυ. Στις δώδεκα και

μισή το στράτευμα θα αποβιβαζόταν στην ανατολική πλευρά του φαληρικού όρμου. Αντί όμως να προχωρήσουν αμέσως προς την πόλη, έχασαν χρόνο στην παραλία. Κι όταν επιτέλους κινήθηκαν, σταμάτησαν στα οχτακόσια μέτρα για να στήσουν

ταμπούρια ώστε να προστατευτούν από ενδεχόμενη

επίθεση ιππικού. Τους είπαν πως τη νύχτα το ιππικό

ήταν άχρηστο, όμως επέμεναν πεισματικά να κατασκευάζουν ταμπούρια κάθε οχτακόσια μέτρα. Την αυγή είχαν φτάσει κάπου ενάμισι χιλιόμετρο από την πόλη, αλλά ένα μεγάλο σώμα τουρκικού ιππι-

κού είχε στηθεί τώρα εναντίον τους. Κι αφού επρόκειτο για άτακτο σώμα, αναμενόμενο ήταν να τους

επιτεθεί το τουρκικό ιππικό μόλις υποχωρούσαν.

Έτσι, θεώρησαν καλύτερο να υψώσουν ταμπούρια

και να περιμένουν την εξέλιξη των γεγονότων.

Γύρω στις δέκα το πρωί, το τουρκικό ιππικό, που

ανερχόταν σε δύο χιλιάδες περίπου άνδρες, έδειξε

διαθεση να επιτεθεί. Έκαναν κάποιους αντιπερισπα-

σμούς γύρω-γύρω κι έφυγαν πάλι. Τέλος, έκαναν επέλαση και πήδηξαν ορμητικά με τ’ άλογα σ’ ένα μεγάλο ταμπούρι, όπου ήταν κλεισμένοι διακόσιοι πενήντα Έλληνες στρατιώτες, εκπαιδευμένοι από τον Συνταγματάρχη Φαβιέρο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Αυτοί θεωρούνταν το προπύργιο του σώματος, και με

98

την πανωλεθρία που υπέστησαν από την τολμηρή και ριψοκίνδυνη επίθεση των Τούρκων, τράπηκαν σε γενική φυγή. Είχα ακολουθήσει τον Λόρδο Κόχραν στην

απόβαση, μισή ώρα πριν από την επίθεση. Προχωρήσαμε προς το στρατηγείο του Στρατηγού Τσωρτς, που βρισκόταν σ’ ένα εκκλησάκι, κάπου εκατό βήματα από την παραλία, που το έλεγαν Άγιο Γεώργιο

των Τριών Πύργων. Από εκεί είδαμε με τα μάτια μας

τις ενέργειες αυτού του σώματος.

Αφού κάθε προσπάθεια να ανασυντάξουν τους Έλληνες αποδείχθηκε ανώφελη, ο Στρατηγός και

ο Ναύαρχος επέστρεψαν στα πολεμικά μπρίκια που είχαν μεταφέρει τους στρατιώτες κι ήταν ακόμη αγκυροβολημένα, οχτακόσια μέτρα από την παραλία. Η επανεπιβίβαση των υπολοίπων τού ίδιου σώματος, κάπου χιλίων οκτακοσίων, γινόταν με

την κάλυψη από τα κανόνια των μπρικιών. Τους

επέστρεψαν στο κυρίως σώμα, στο Φάληρο.

Μετά απ’ αυτή την ατυχή έκβαση, οι Έλληνες

δεν ξαναμπόρεσαν να μαζέψουν υπολογίσιμη δύνα-

μη στην ξηρά, και σχεδόν όλος ο στρατός που είχε συγκεντρωθεί στο Φάληρο διαλύθηκε απ’ τις λιποταξίες, ώσπου έγινε ένα μικρό κι ασήμαντο σώμα, εντελώς ανίκανο ν’ αναλάβει επιθετικές δράσεις. Ο πανικός συνεχίστηκε για αρκετές μέρες, ώσπου τελικά το Φάληρο εγκαταλείφθηκε από τους Έλληνες κι έπεσε στα χέρια των Τούρκων, όπως και η Ακρόπολη λίγες μέρες αργότερα.

99

Από τη μέρα αυτής της καταστροφικής εξέλιξης,

η Ελλάδα μπορούσε να θεωρείται λίγο-πολύ τουρκική κατάκτηση. Όμως, πόσο ανεξιχνίαστες είναι

οι ενέργειες της Θείας Πρόνοιας! Η ίδια η ήττα στη

μάχη αυτή, στις 6 Μαΐου 1827, μπορεί να θεωρηθεί

η σωτηρία της Ελλάδας. Η συμπονετική Ευρώπη

θεώρησε αναγκαίο να μεσολαβήσει επιτέλους και να

αποσπάσει αυτή την άτυχη χώρα από τα χέρια των

τυράννων της. Συνεπώς, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία

σχημάτισαν μια Τριπλή Συμμαχία στις 6 Ιουλίου 1827 για να εγγυηθούν στους Έλληνες την αρχαία

τους πατρίδα. Συλλογίζομαι συχνά αυτή τη μάχη, της οποίας ήμουν μάρτυς, και το επαναλαμβάνω διαρκώς πως όσο κι αν θρηνώ τους γενναίους που

έπεσαν εκείνη την άτυχη μέρα, πιστεύω ωστόσο

πως η ήττα στη Μάχη των Αθηνών ήταν η άμε-

ση αιτία απελευθέρωσης της Ελλάδας. Είναι βέβαιο

πως αν οι τρεις προαναφερθείσες δυνάμεις δεν είχαν μεσολαβήσει, ο Σουλτάνος δεν θα είχε κάνει ποτέ

ειρήνη με τους Έλληνες, και οι Τούρκοι θα τους εξολόθρευαν στον πόλεμο.

Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες είναι τώρα υπό

την προστασία και εγγύηση της Τριπλής Συμμαχίας. Προοδευτικά, παρότι αργά, βελτιώνονται σε ισχύ και πολιτισμό. Και η Ευρώπη ευελπιστεί πως

δεν θ’ αργήσει να τους δει σαν έναν ευημερούντα και χαρούμενο λαό.

100

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Επίσκεψη στην Ύδρα – Δείπνο με τους Υδραίους προεστούς – Άφιξη στις Σπέτσες – Κυνηγητό δύο τουρκικών φρεγατών – Η κατάληψη ενός μπρικιού με το χαρέμι του Κιουταχή πασά επάνω – Περιγραφή – Επίθεση στις δύο φρεγάτες – Επίθεση στο φρούριο στο Βασιλάδι – Προχωράμε προς την Αλεξάνδρεια με τον στόλο – Αποτυχία

– Ο συγγραφέας φέρνει καινούργια χρηματική προσφορά

από τα ευρωπαϊκά κομιτάτα – Στενάχωρη κατάσταση

της Ελλάδας – Θλιβερός θάνατος του Πρίγκιπα Παύλου Βοναπάρτη

Ο Λόρδος Κόχραν, επειδή σκέφτηκε πως θα ήταν ανώφελο να γίνει οποιαδήποτε επίδειξη στην ξηρά, επέστρεψε στο στοιχείο στο οποίο ήταν ικανότερος να δρα από πλεονεκτική θέση, προς όφελος της

υπόθεσης για την οποία ενεργούσε. Αρχικά έβαλε σκοπό να ενοχλεί τον εχθρό έξω από το λιμάνι της

Πάτρας και το Ναυαρίνο. Κι επειδή οι τελευταίες

κινήσεις του στρατού είχαν καταβροχθίσει το μεγα-

λύτερο μέρος των 8.000 λιρών που είχε φέρει μαζί

του, είχε αποφασίσει να προσφύγει στον πατριω-

τισμό των Υδραίων και των Σπετσιωτών για να

ξαναγεμίσουν τα άδεια σεντούκια. Η Εξοχότης του

λοιπόν πήγε με τη φρεγάτα στην Ύδρα.

101

Αυτό το νησί, αν και σκέτος βράχος, ήταν το

κυρίως στήριγμα στον παρατεταμένο επαναστατικό

πόλεμο ενάντια στους Τούρκους. Επειδή ήταν άγο-

νο, η οθωμανική δύναμη αρχικά του έδωσε λίγη ή

καθόλου προσοχή. Οι Έλληνες κατέφευγαν εκεί για

να αποφύγουν τη δίωξη από τους δυνάστες τους. Ίδρυσαν εμπορικούς οίκους κι έγιναν, όσο κρατούσε ο πόλεμος Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, οι μεταφορείς της Μεσογείου. Οπότε ο αριθμός τους

και η περιουσία τους αυξήθηκαν τόσο, που μακροπρόθεσμα ο Σουλτάνος θεώρησε πως τον συνέφερε

να τους καλοπιάνει και να τους ευνοεί. Η μοναδική

εισφορά που τους ζητούσε η Πύλη να πληρώνουν ήταν μια μηδαμινή ετήσια δωρεά. Τον καιρό για τον οποίο μιλώ, η Ύδρα είχε σπίτια που ανταγωνίζονταν τις κατοικίες των εμπόρων στις ευρωπαϊκές πόλεις. Οι Υδραίοι είχαν μεγάλο πάθος με τα κτίρια, γιατί μόλις κάποιος έχτιζε ένα μεγάλο σπίτι και είχε τα μέσα να το συντηρεί καταλλήλως, μπορούσε να

έχει την απαίτηση να θεωρείται προεστός του νησιού. Συνεπώς, η πόλη είχε επεκταθεί και γνωρίσει άνθιση τα τελευταία χρόνια, σε υπερβολικό βαθμό.

Οι δρόμοι δεν είχαν τη βρομερή και προσβλητική

εμφάνιση που χαρακτήριζαν τον Πόρο. Αναφορικά

όμως με την τοποθέτηση των σπιτιών, οι δρόμοι

ήταν πανομοιότυποι με τους δρόμους του Πόρου.

Οι δύο κυριότεροι προεστοί της Ύδρας ήταν οι

δύο αδελφοί Λάζαρος και Γεώργιος Κουντουριώ-

102

της. Αυτοί οι αξιοσέβαστοι και έξυπνοι άνδρες είχαν

συγκεντρώσει από το εμπόριο μεγάλη περιουσία –

κάποιοι έλεγαν πως είχαν 200.000 λίρες ο καθένας.

Αυτό τους έκανε, στη διάρκεια του πολέμου, να είναι

οι κύριοι υποκινητές σε όποιο εγχείρημα γινόταν για

το καλό της πατρίδας τους. Κι όποτε υπήρχε ανά-

γκη κεφαλαίου για τον κοινό σκοπό, δεν αργούσαν

να ανταποκριθούν. Σ’ αυτούς λοιπόν αποφασίστηκε

να γίνει το πρώτο αίτημα, στην έκτακτη ανάγκη

που αναφέραμε.

Αμέσως μετά την άφιξή μας στην Ύδρα, ο Λόρ-

δος Κόχραν προσκλήθηκε στο σπίτι του Γεωργίου

Κουντουριώτη, όπου είχε ετοιμαστεί ένα εξαιρετικά

λαμπρό τραπέζι για την υποδοχή του.

Το σπίτι ήταν υπερπολυτελές σε σχέση με τα σπίτια στην Ανατολή – τα δάπεδα μαρμάρινα, οι τοίχοι πολύ χοντροί, συνεπώς μετέδιδαν μια δροσιά

και μια φρεσκάδα στον εσωτερικό αέρα που μόνο

όποιος ζει σε ζεστό κλίμα μπορεί να εκτιμήσει και

να απολαύσει την ώρα του γεύματος.

Το συγκεκριμένο γεύμα σερβιρίστηκε νωρίς, στις

δύο. Τα πιάτα είχαν ετοιμαστεί όλα σε τουρκικό

στυλ, τοποθετούνταν στο τραπέζι και διαδέχονταν

ταχύτατα το ένα το άλλο. Η τραπεζαρία ήταν πολύ ψηλοτάβανη και χωρίς τίποτα στους τοίχους, μόνο με τον γυμνό, ψυχρό σοβά. Η επίπλωση ήταν καθίσματα με μαξιλάρες ολόγυρα στο δωμάτιο για να ξαπλώνουν οι επισκέπτες. Είχε γίνει κάθε δυνατή

103

διευθέτηση που θα συνέβαλλε στον μετριασμό της

ζέστης λόγω κλίματος. Το τραπέζι έτριζε κάτω από

τα εκλεκτά εδέσματα: ένα πελώριο τουρκικό πιλάφι

βρισκόταν στην κορυφή του τραπεζιού· στην άλλη

άκρη, ένα ολόκληρο ψητό αρνί μ’ ένα λεμόνι στο

στόμα· στη μέση, μια μεγάλη σουπιέρα. Στο πλάι

είχε πολλά πιάτα με αγγούρια [κολοκύθια;] που τα

είχαν αδειάσει και τα είχαν γεμίσει με ψιλοκομμένο

αρνί· υπήρχε κι ένα περίεργο λαχανικό, στο μέγεθος

και το σχήμα αγγουριού, που έκτοτε το έχω φάει

συχνά στην Ελλάδα, το οποίο προσδίδει στο ραγκού

μια απερίγραπτα ευχάριστη γεύση.

Ο Λόρδος Κόχραν, ο Γεώργιος και ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο Ορλάνδος, ο κ. Μέισον, εγώ και

ο χειρουργός παρακαθίσαμε στο τραπέζι με περίπου

έξι από τους προεστούς της πόλης, των οποίων τα

δύσκολα ονόματα δεν θα κουράσω τους αναγνώστες

να τα αναφέρω. Ο Λόρδος Κόχραν κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού και οι Κουντουριώτηδες στην

άλλη άκρη. Ο κ. Μέισον τοποθετήθηκε στη μέση, ώστε να μπορεί να μεταφέρει ό,τι θα έλεγαν οι Κουντουριώτηδες. Ο Ορλάνδος, που είναι γαλλομαθής, κάθισε δίπλα στον Ναύαρχο, για να βοηθάει στη μετάφραση. Και οι δύο Κουντουριώτηδες μιλούσαν

μόνο τη μητρική τους γλώσσα.

Η ατμόσφαιρα ήταν διασκεδαστική. Ο Γεώργιος

Κουντουριώτης ήταν όλο κέφι και χαρά. Δεν περίμενε αυτή την επίσκεψη και κολακεύτηκε πολύ από

104

την παρουσία του Ναυάρχου. Όμως η μεγαλύτερη

ευχαρίστησή του ήταν όποτε σταματούσα να τρώω

από ένα πιάτο να μου στέλνει άλλο, γεμισμένο μέ-

χρι πάνω. Αυτό το επανέλαβε τουλάχιστον είκοσι

φορές, κάθε φορά γελώντας με την καρδιά του, και ήταν η μόνη επικοινωνία που είχαμε μεταξύ μας.

Γιατί εγώ τότε δεν μιλούσα καθόλου ελληνικά, κι εκείνος δεν μιλούσε άλλη γλώσσα εκτός απ’ τη δική

του. Κατάλαβα την καλή του διάθεση και τον ευχαριστούσα γελώντας κι εγώ, και παίρνοντας μόνο

μπουκιά από κάθε πιάτο, μετά το επέστρεφα.

Μας πρόφερε ένα εξαιρετικό μπορντό που μας είπε πως το είχε φέρει απ’ τη Γαλλία με ένα από τα δικά του σκάφη.

Ξέχασα να αναφέρω ότι στην παρέα ήταν και ο Δόκτωρ Μπράντφιλντ [Brandfield ], γιατρός, εξαιρετικός άνθρωπος, που επειδή πρόσφερε σε όλους τη βοήθειά του, τον έλεγαν Δόκτωρ Παντού [Partout]. Ήταν ένας από τους κυρίους που ο κ. Εΰνάρδος [Eynard] και το Φιλελληνικό Κομιτάτο της Ευρώπης

είχαν ορίσει για να επιβλέπουν αν διατίθενται σωστά τα κεφάλαια. Ήταν Ελβετός και είχε αφοσιω-

θεί στον Ναύαρχο, στον οποίο παρείχε ουσιαστικές

υπηρεσίες.

Αφού τελειώσαμε το γεύμα, αποσυρθήκαμε σ’

ένα άλλο δωμάτιο, παρόμοια επιπλωμένο, για να πιούμε τον καφέ μας. Έφεραν πίπες για όσους ήθε-

λαν να καπνίσουν, ήρθαν και άλλοι προεστοί της

105
μία

πόλης να συζητήσουν τη σπουδαιότητα του δανείου

που ζητήθηκε για τον στόλο. Το θέμα ήρθε για συζήτηση την κατάλληλη στιγμή – όταν όλοι ήταν

ευδιάθετοι μετά το φαγητό. Αρκετοί απ’ αυτούς

ήταν πολύ σεβάσμιοι κύριοι, με μακριές γενειάδες,

έπαιζαν καθιστοί το κομπολόι τους όσο κρατούσε

η συζήτηση. Σε μισή ώρα είχαν όλα κανονιστεί και

η υπόθεση έκλεισε, αφού υποσχέθηκαν να αποστείλουν το επιθυμητό δάνειο σε τρεις ή τέσσερις μέρες

το αργότερο.

Παρέλειψα να πω ότι πριν από το γεύμα είχαμε

επισκεφθεί τον Ορλάνδο στο δικό του σπίτι. Επει-

δή οι αναγνώστες μου γνωρίζουν ότι αυτό το όνομα

ανήκει σε έναν πληρεξούσιο που βρισκόταν τόσον

καιρό στην Αγγλία, θα περιγράψω την επίσκεψή

μας με λεπτομέρειες.

Το σπίτι του ήταν κτισμένο από γερή πέτρα και ενισχυμένο με σοβά. Είχε οκτώ δωμάτια. Ο ίδιος μάς τα έδειξε όλα. Η επίπλωση ήταν πολύ απλή, χωρίς κανένα στολίδι, όμως ήταν καθαρό όπως το σπίτι ενός Άγγλου. Η κυρία Ορλάνδου, που τώρα μας τη σύστησαν, είχε πολύ ευχάριστη παρουσία, φορούσε υδραίικη φορεσιά. Μετά μας σύστησαν τις κόρες του Ορλάνδου. Ήταν τέσσερις· η νεότερη, γύρω

στα δεκαπέντε, είχε ένα τέλειο ελληνικό πρόσωπο

και ήταν αληθινά ωραία. Στην πραγματικότητα

όλες ήταν όμορφες, πολύ σεμνές και συνεσταλμένες.

Στάθηκαν στο δωμάτιο για λίγα μόνο λεπτά και δεν

106

θα είχαν μπει καθόλου αν ο Ορλάνδος δεν είχε πάει

στην Αγγλία και δεν γνώριζε πως ένας Αγγλος δεν

είναι ποτέ ικανοποιημένος αν δεν δει το κατεξοχήν

στολίδι του νοικοκυριού. Αυτές οι νεαρές Ελληνίδες

φορούσαν μαντήλι στο κεφάλι, τόσο σφιχτοδεμένο

κάτω απ’ το πηγούνι, που έκανε το κεφάλι να γέρνει μάλλον δυσάρεστα μπροστά, αναγκάζοντας το πηγούνι να προεξέχει.

Ο Ορλάνδος μάς διαβεβαίωσε πως οι Υδραίες είναι εξαιρετικές νοικοκυρές και καλές σύζυγοι. Ανατρέφονται για να διαχειρίζονται το σπίτι και ν’ ασχολούνται μόνο με οικιακά. « Για την ακρίβεια», είπε «δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν· γιατί ακόμα κι οι πιο πλούσιες δεν έχουν άμαξες ή άλογα εδώ· και

να είχαν, τι να τα έκαναν σε δρόμους όλο σκαλοπάτια;»

Στην ερώτησή μου πώς διασκεδάζουν οι γυναίκες, απάντησε: « Γνέθουν βαμβάκι και κάνουν κάλτσες για τους άνδρες τους και τα παιδιά. « Εν ολίγοις», είπε «οι γυναίκες μας στην Ύδρα δεν σκέπτονται παρά μόνο τους άνδρες τους, πώς να τους προσφέρουν ό,τι χρειάζονται και πώς να τους ανακουφίζουν».

Στη διάρκεια της επίσκεψής μας, ο Δόκτωρ

Μπράντφιλντ, που μας συνόδευε, βρήκε την ευκαιρία να παρουσιάσει στις νεαρές κυρίες μια μουσική

ταμπακιέρα, που με τους ήχους της ενθουσιάστηκαν

κι οι τέσσερις. Αυτό έδωσε ζωή στα πρόσωπά τους,

107

κάτι που δεν θα είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε, λόγω της υπερβολικής σεμνότητας στη συμπεριφορά τους.

Αφού τα σχετικά με το δάνειο τακτοποιήθηκαν

στου Κουντουριώτη, αφήσαμε τον εξαιρετικό μας οικοδεσπότη και προχωρήσαμε προς τη φρεγάτα, βάζοντας πλώρη για τις Σπέτσες, λίγα μίλια απόσταση.

Παρά τη γονιμότητά τους, οι Σπέτσες δεν είναι

ούτε τόσο πυκνοκατοικημένες ούτε τόσο πλούσιες όσο η Ύδρα, που στη διάρκεια του πολέμου είχε σαράντα χιλιάδες πληθυσμό, ενώ οι Σπέτσες δεν είχαν

παραπάνω από είκοσι τέσσερις χιλιάδες. Παρ’ όλα αυτά, οι Σπέτσες ήταν στη διάρκεια του πολέμου

δεύτερες σε πλούτο και σημασία μετά την Ύδρα.

Το άλλο πρωί, στις οκτώ, ο Λόρδος Κόχραν

αποβιβάστηκε στις Σπέτσες και επισκέφθηκε το

λιμάνι, όπου διάλεξε μερικά μπρίκια για πυρπολικά. Η Εξοχότης του ήταν μετά προσκεκλημένος στο

σπίτι ενός προεστού που ξεχνώ το όνομά του, για πρωινό και γεύμα. Ως συνήθως, εγώ τον συνόδευσα

εκεί και μοιραστήκαμε την απλόχερη και ειλικρινή

φιλοξενία του αξιότιμου Σπετσιώτη, που αν και όχι εξίσου λαμπρή όσο του κ. Γεωργίου Κουντουριώτη, μας προσφέρθηκε και τη δεχτήκαμε με την ίδια

εγκαρδιότητα.

Οι Υδραίες, οι Σπετσιώτισσες και οι Ψαριανές

θεωρούνται οι πιο όμορφες γυναίκες της Ελλάδας.

108

Αυτό μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην καλύτερη

κοινωνική τους θέση και εν μέρει στο κέφι και την

τρυφερότητά τους, που δεν περιορίζονται όσο στην

ηπειρωτική Ελλάδα. Παντρεύονται νέες, και μόνον

από έρωτα. Οι γυναίκες γύρω στα δεκαπέντε τους

και οι άνδρες το συντομότερο δυνατό συγκεντρώνουν

μερικές εκατοντάδες τάληρα. Δεν είχα την ευκαιρία

σ’ αυτές τις δύο επισκέψεις που περιέγραψα να παρατηρήσω την ωραία Ελληνίδα αυτών των νησιών, γιατί εκείνο τον καιρό οι γυναίκες ακολουθούσαν τις συνήθειες των Τούρκων,

τους.

Αφού μοιραστήκαμε το γεύμα αυτών των άξιων

νησιωτών και δώσαμε εντολές να πάνε μερικοί

ναυτικοί στον Πόρο για να επανδρώσουν τη φρεγάτα (γιατί δεν είχε παρά διακόσιους πενήντα

άνδρες, ενώ για να έχει πληρότητα χρειαζόταν

κάπου πεντακόσιους με εξακόσιους), επιστρέψαμε

στον Πόρο. Φτάνοντας εκεί, μας πληροφόρησαν

πως δυο τουρκικές φρεγάτες, η καθεμιά με σαράντα κανόνια, περνούσαν έξω από το Ναυαρίνο·

και πρόσθεσαν πως αν βιαζόμασταν, εύκολα θα

109
σπάνια έβγαιναν έξω. Στις επόμενες επισκέψεις μου σ’ αυτά τα νησιά είχα την ευκαιρία να κρίνω την υπέροχη χάρη και ομορφιά τους· γιατί τώρα έχουν κοινωνική ζωή όπως και οι Ευρωπαίες. Οι γυναίκες των κατώτερων τάξεων σ’ αυτά τα νησιά είναι σε όλη την Ελλάδα περιζήτητες σαν τροφοί, για το καθαρό αίμα και την εξαιρετική κράση

τις συναντούσαμε. Αφού έφτασαν οι ναυτικοί από

την Ύδρα και τις Σπέτσες, ο Λόρδος Κόχραν προχώρησε προς την Κλαρέντσα. Προηγουμένως είχε

διατάξει το ατμόπλοιο «Εντερπράιζ» [Enterprise], που κυβερνούσε ο γενναίος Πλοίαρχος Χέιστινγκς [Hastings/Άστιγξ], να τους συναντήσει εκεί. Κάποια

ελληνικά μπρίκια πήραν επίσης εντολή να συναντήσουν την αποστολή έξω απ’ το Μεσολόγγι.

Λίγο προτού φτάσουμε στην Κλαρέντσα, φάνηκε ένα μικρό τουρκικό μπρίκι λίγα μίλια μπροστά, όμως υπήρχε μεγάλη άπνοια και το εμπόδιζε

να πλησιάσει. Μπορούσαμε ωστόσο να δούμε πως

υπήρχαν άνθρωποι στο μπρίκι που είχαν επίγνωση του κινδύνου. Αργότερα μας βεβαίωσαν πως ο

Ιμπραήμ Πασάς, που ήταν επάνω με την ακολουθία

του και διασκέδαζε, μπήκε σε μια βάρκα του μπρι-

κιού και κατευθύνθηκε προς την ακτή. Στο μεταξύ, σηκώθηκε αεράκι, το μπρίκι έφτασε στη στεριά και

ο Ναύαρχος σύντομα διέκρινε τις δύο φρεγάτες που

αναζητούσε.

Κατά τις επτά το απόγευμα συναντήθηκε μαζί τους κι άρχισε μάχη στο σκοτάδι, γιατί δεν είχε

φεγγάρι. Γι’ αυτό και μισή ώρα μετά την έναρξη της επιχείρησης, τα πυρά του εχθρού σταμάτησαν, επειδή έδειξε σύνεση και «την έκανε»· και μέχρι το πρωί δεν ακούστηκε να κινείται εναντίον μας αλλά κατευθύνθηκε προς το λιμάνι του Ναυαρίνου, όπου ήταν μαζεμένος ο υπόλοιπος στόλος.

110

Καθώς ήταν η πρώτη ναυτική επιχείριση όπου

βρέθηκα μαζί με Έλληνες, θα αναφερθώ σ’ αυτήν

με συντομία. Λίγο προτού μπουν σε δράση, όλοι οι

άνδρες πήραν θέση και ήταν σιωπηλοί σαν νεκροί.

Είχα στον ορισμό μου λίγα κανόνια στο πρυμναίο

κατάστρωμα και βρισκόμουν κοντά στον Ναύαρχο. Μόλις φτάσαμε σε σημείο όπου μπορούσαμε να

χτυπήσουμε τις φρεγάτες, άρχισαν οι βολές, και

βρέθηκα σε μια τέτοια σκηνή σύγχυσης που δεν είχα

ξαναδεί ποτέ. Όλοι οι Έλληνες που βρίσκονταν

στο πλοίο μιλούσαν, είτε χρησιμοποιώντας τη λέξη

ίσσα, όταν όπλιζαν για εκπυρσοκρότητση, είτε φωτιά όταν ήταν να ρίξει το κανόνι. Ούτε ένα από τα κανόνια που όριζα δεν έβαζε σημάδι μετρώντας μοίρες, ούτε και μπορούσα να πλησιάσω κανένα. Κάθε κανόνι είχε οκτώ άνδρες να το δουλεύουν, και όλοι διέταζαν, οπότε κανείς δεν υπάκουε. Αντιλαμβανόμενος πως δεν υπήρχε περίπτωση να με καταλάβουν, άρχισα να φωνάζω κι εγώ ίσσα και φωτιά, και φώναζα με τόσο ζήλο που κέρδισα τον θαυμασμό των ανδρών στα κανόνια.

Μερικοί από τους γέρους συμπολεμιστές πρόσεξα πως το έσκασαν στη διάρκεια της επιχείρησης, όμως η ζωντάνια των νέων ήταν αξεπέραστη. Δεν έμπαινε φόβος στο στήθος τους.

Λίγες μέρες αργότερα, έγινε κάτι που πολύ συνέβαλε να συνεχιστεί ο πόλεμος με πιο ανθρώπινο τρόπο απ’ ό,τι μέχρι στιγμής. Η φρεγάτα μας

111

συνάντησε και αιχμαλώτισε ένα τουρκικό εμπορικό

μπρίκι που μετέφερε αποθέματα και ένα μέρος από

το χαρέμι του Κιουταχή Πασά.

Το πλοίο ήταν απ’ την Πρέβεζα και πήγαινε προς

Ναυαρίνο. Κάναμε ένα κόλπο για να το πιάσουμε.

Είναι γνωστό πως οι Τούρκοι καμιά φορά προτι-

μούν να τιναχτούν στον αέρα παρά να παραδοθούν

σε Έλληνες. Ανεβάσαμε την αυστριακή σημαία και

όλοι οι Έλληνες ναυτικοί διατάχθηκαν να ξαπλώσουν κάτω στο κατάστρωμα και να μη δείχνουν τα κόκκινα φέσια τους. Οι λιγοστοί Άγγλοι ναυτικοί

που ήταν στο πλοίο, κάπου οκτώ ή δέκα, ανέβηκαν ψηλά. Οι Άγγλοι αξιωματικοί διατάχθηκαν να εμφανιστούν με τα τρίκοχα στα πλαϊνά του σκάφους. Αυτό έπιασε, όπως το περιμέναμε. Ο καπετάνιος χαιρέτησε τον Τούρκο, που απάντησε ότι το πλοίο του ήταν από την Πρέβεζα και πήγαινε στο Ναυαρίνο. Τότε τον διέταξαν να έρθει στο πλοίο να δείξει τα χαρτιά του. Αυτός βγήκε και σκαρφάλωσε

από το πλάι της φρεγάτας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ύφος του φουκαρά όταν ήρθε στο κατάστρωμα

του σκάφους και είδε στη σειρά τα ελληνικά κόκκι-

να φέσια. Ήταν ένας όμορφος Τούρκος αλλά έχασε

το χρώμα του και φωνάζοντας «Αλλάχ» χλόμιασε

σαν πεθαμένος. Όμως τον καθησύχασε ο κ. Μέισον,

ο γραμματέας, στα ελληνικά (γιατί ο Τούρκος μιλούσε τη γλώσσα) πως δεν κινδύνευε η ζωή του ούτε

των συντρόφων του. Πληροφορήθηκε πως ο Λόρδος

112

Κόχραν ήταν στο σκάφος και πως ήταν πρόθεση

του Ναυάρχου να τους ελευθερώσει το ταχύτερο και

να τους στείλει στον προορισμό τους, ελπίζοντας

μ’ αυτόν τον τρόπο να θέσει πιο ανθρώπινες βάσεις

σ’ αυτόν τον πόλεμο. Έπειτα τον οδήγησαν στον

Ναύαρχο και τον ανέκριναν. Είπε πως ήταν Αγάς

– ένας τουρκικός τίτλος, ισάξιος νομίζω του βαθμού

του Συνταγματάρχη· πως θα επιστρατευόταν και

πως ένα μέρος απ’ το χαρέμι του Πασά ήταν στο

πλοίο· του το είχαν εμπιστευτεί να το συνοδεύσει

μέχρι του αρχηγείο του Πασά. Μετά πήρε εντολή

να πάει πίσω και να φέρει εδώ όλο το πλήρωμα και

να επιτρέψει στους ναυτικούς μας να καταλάβουν

το σκάφος, το οποίο, όπως μας πληροφόρησε, ήταν

φορτωμένο με κόκκινα και κίτρινα παπούτσια για

τον στρατό. Αφού ευχαρίστησε τον Ναύαρχο, πήγε στο πλοίο του και σύντομα επέστρεψε στη φρεγάτα, μαζί με το ωραίο του φορτίο. Φαίνεται πως η γυναίκα ήταν μία από τις ευνοούμενες του Πασά,

γιατί είχε τρεις σκλάβες, εκτός από τους άνδρες

ακόλουθους. Το πρυμναίο τμήμα του οπλοστασίου

καλύφθηκε αμέσως μ’ ένα μεγάλο πανί και ορίσθηκε

σαν τόπος διαμονής τους. Οι καημένες οι γυναίκες

έδειχναν πολύ τρομαγμένες, όχι για τον εαυτό τους, είπαν, γιατί ήξεραν πως δεν θα τις σκότωναν, αλλά

για τους άνδρες ακόλουθους.

Η ευνοούμενη του Πασά δεν ήταν πολύ όμορφη.

Είχε πολύ τουρκικό παρουσιαστικό· τα μάτια της

113

ήταν σκούρα, το πρόσωπο οβάλ και καλοσχηματι-

σμένο, όμως το δέρμα της ήταν πολύ χλομό. Παίνεψε τους Ευρωπαίους, είπε πολύ καλά λόγια για τον

Ναύαρχο και μας διαβεβαίωσε πως όταν αποβιβαζόταν και πήγαινε στο σπίτι της, θα έκανε τα πάντα

για να ανταποδώσει τη γενναιοδωρία του. Οι ακόλουθοί της ήταν Έλληνες, που είχαν την επιλογή να

μείνουν ή να φύγουν, είπαν όμως πως προτιμούσαν

να μείνουν με την κυρία τους γιατί τους μεταχει-

ριζόταν πάντα πολύ ευγενικά. Όταν πρωτοέφθασε

στο πλοίο, είχε το πρόσωπό της τυλιγμένο σε λευκό

μαντήλι, όπως κάνουν οι Τουρκάλες. Όταν όμως

μπήκε στο εσωτερικό, το αφαίρεσε γιατί δεν ήταν σε εξωτερικό χώρο.

Ο Αγάς ήταν ένας πολύ έξυπνος άνδρας, γύρω στα σαράντα πέντε, και μιλούσε καλά για όλα τα

θέματα. Έγινε λόγος για τη θρησκεία και ο Αγάς

εκφράστηκε με όρους μάλλον απροσδόκητους για

Τούρκο, λέγοντας πως σεβόταν οποιονδήποτε ακολουθούσε τη θρησκεία των προπατόρων του. Και ο Αγάς και η κυρία αρνήθηκαν το κρασί και ό,τι άλλο τους προσφέρθηκε, λέγοντας πως τους απαγορευό-

ταν να πιουν οτιδήποτε εκτός από νερό· νομίζω πως

όσο ήταν στο πλοίο δεν έφαγαν παρά μόνο γαλέτα.

Οι αιχμάλωτοι αποβιβάστηκαν λίγες μέρες αρ-

γότερα σε σημείο της ξηράς όπου υπήρχε ένας μικρός τουρκικός σταθμός με λίγους άνδρες. Ο Αγάς

έφερε ένα γράμμα από τον Ναύαρχο στον Κιουταχή

114

Πασά, όπου εκφραζόταν η επιθυμία να συνεχιστεί

ο πόλεμος με ανθρώπινο τρόπο και λεγόταν πως ο

ίδιος (ο Λόρδος Κόχραν) έδινε το παράδειγμα ελευ-

θερώνοντας όλους τους αιχμαλώτους που μόλις είχε

συλλάβει, χωρίς λύτρα. Αυτό έφερε το επιθυμητό

αποτέλεσμα: ο Κιουταχή Πασάς, που δεν ήθελε να

τον ξεπερνούν σε γενναιοδωρία, αμέσως ελευθέρωσε

εκατό Έλληνες αιμαλώτους. Το συμβάν αυτό είχε γενικότερη ωφέλεια. Οι Τούρκοι τώρα ήξεραν πως

εάν παραδίδονταν στον πόλεμο δεν θα τους θανάτωναν, όπως γινόταν μέχρι στιγμής. Υπήρχε λοιπόν

πιθανότητα, κάποια από τα εμπορικά τους πλοία να

παραδίδονται ησύχως σε περίπτωση που συναντούσαν υπέρτερη δύναμη. Πράγματι, αυτό συνέβη λίγο αργότερα.

Τώρα κατευθυνόμασταν με τη φρεγάτα στο Μεσολόγγι και βρήκαμε τα ελληνικά πολεμικά μπρίκια

που είχαν διαταχθεί να πάνε προς τα εκεί. Το φρούριο Βασιλάδι, έξω από το Μεσολόγγι, είναι κτισμένο

σε βάλτο κι ο μόνος τρόπος να πλησιάσεις ήταν

με βάρκα ή σχεδία. Κατασκευάστηκε λοιπόν σχεδία και τοποθετήθηκαν πάνω της δύο όλμοι. Ο Ναύαρχος τότε με διέταξε να οδηγήσω τη σχεδία όσο πιο κοντά γινόταν στο Βασιλάδι και ν’ αρχίσω να βομβαρδίζω το φρούριο.

Τότε ζητήσαμε εθελοντές, και άνδρες γεμάτοι ενθουσιασμό έτρεξαν στη σχεδία. Στάλθηκαν μπροστά τέσσερις βάρκες με μικρά σχοινιά να οδηγούν

115

τη σχεδία. Μέσα σε μισή ώρα είχαμε φτάσει οχτα-

κόσια μέτρα από το φρούριο, οπότε σταθεροποιή-

σαμε τη σχεδία με πασάλους που χώσαμε μέσα στη

λάσπη. Ο καπετάνιος Σεντ Τζωρτζ, που πάντοτε

πρωτοστατούσε άμα γινόταν κάποια δράση, ήταν

επίσης πάνω στη σχεδία, ήταν στημένος στον ένα

όλμο κι εγώ στον άλλο. Ήταν και αρκετοί νεαροί

Έλληνες, όχι πάνω από δεκαπέντε χρονών. Πέντε

λεπτά μετά τη σταθεροποίηση της θέσης μας, ήρθε

μια βολή απ’ τον εχθρό, χτύπησε τη σχεδία και πήρε

το πόδι ενός Έλληνα. Ο άτυχος άνδρας ήταν γέρος. Τον μετέφεραν αμέσως στο πλοίο με μια απ’ τις βάρκες που μας συνόδευαν. Όμως οι Έλληνες

απάντησαν με μια κραυγή και γέμισαν τους όλμους

με νέα τόλμη, ρίχνοντας αδιάκοπα βολές μέχρι το σούρουπο, χωρίς άλλες απώλειες από εμάς, γιατί οι Τούρκοι είναι απαίσιοι σκοπευτές.

Το επόμενο πρωί ανανεώσαμε το τουφεκίδι και

το κρατήσαμε για τρεις ημέρες, οπότε, επειδή το

φρούριο δεν παραδινόταν, ο βομβαρδισμός ανατέ-

θηκε στον Πλοίαρχο Χέιστινγκς και εμείς φύγαμε

από εκεί για να πάμε στη Μεθώνη και την Κορώνη, όπου υπήρχε η φήμη πως υπήρχαν λίγα τουρκικά σκάφη που περιπολούσαν. Μία μέρα μετά την αναχώρησή μας, ο Πλοίαρχος Χέιστινγκς στάθηκε

τυχερός, έριξε ένα βλήμα στην μπαρουταποθήκη του φρουρίου κι αυτό τινάχτηκε στον αέρα με μια τεράστια έκρηξη. Ο Πλοίαρχος Χέιστινγκς, μετά

116

απ’ αυτό, επάνδρωσε τις βάρκες και ξεκίνησε την

επίθεση, όμως οι Τούρκοι αμέσως ζήτησαν χάρη και

παρέδωσαν το φρούριο.

Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει, απ’ όσα ανα-

φέρθηκαν εδώ πιο πάνω και αλλού, πως οι Έλληνες

ποτέ δεν έμεναν πίσω και πως ακολουθούσαν τους

αξιωματικούς τους. Στην πραγματικότητα, το μόνο και μεγάλο λάθος που έκαναν σαν στρατιώτες είναι

η απόλυτη έλλειψη πειθαρχίας, γιατί σε μια επιχείρηση όλοι ήθελαν να κρίνουν οι ίδιοι και να κατευθύνουν άλλους, κανείς δεν ήθελε να υπακούει. Εάν, για παράδειγμα, η ελληνική φρεγάτα «Ελλάς» (με οπλισμό 32 πυροβόλα των 32 λιβρών και 32 καρανάδες [οπλοπολυβόλα] των 42 λιβρών) ήταν επανδρωμένη με αγγλικό πλήρωμα, χωρίς αμφιβολία οι δύο τουρκικές φρεγάτες με τις οποίες συγκρούστηκε προηγουμένως, θα είχαν είτε αιχμαλωτιστεί ή βουλιάξει. Όμως όλες οι βολές πήγαιναν χαμένες: τα κανόνια απλώς γεμίζονταν και βαρούσαν στην τύχη – χωρίς να στοχεύουν.

Όταν το Βασιλάδι έπεσε στα χέρια των Ελλήνων

και τα νέα έφτασαν στ’ αυτιά του Ιμπραήμ Πασά,

που βρισκόταν με τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στο

Ναυαρίνο, ξεκίνησε με τρία πλοία εμπροσθοφυλακής

και δώδεκα φρεγάτες να καταδιώξει την ελληνική

ναυτική μοίρα. Όμως αυτή είχε ήδη απομακρυνθεί

και ο τουρκικός στόλος έκανε περιπολία για δεκαπέ-

ντε μέρες, μετά επέστρεψε στο λιμάνι του Ναυαρίνου.

117

Αυτή την περίοδο (τέλη Ιουνίου του 1827), επειδή ο Λόρδος Κόχραν διαπίστωσε ότι τα οικονομικά

δεν αρκούν, μου έδωσε εντολή να πάω στη Μασσα-

λία με την αγγλική σκούνα «Μονόκερως», να ζητήσω επιπλέον βοήθεια από το Φιλελληνικό Κομιτάτο της Ευρώπης.

Στο μεταξύ, ο Ναύαρχος, όταν κατάλαβε πως η

δύναμη του εχθρού, που αποτελούνταν από αρκετά

πλοία εμπροσθοφυλακής και κάπου δώδεκα φρεγάτες, ήταν πολύ μεγάλη για να την αντιμετωπίσουν

στις ακτές της Ελλάδας, έστρεψε τις βλέψεις του

προς την Αίγυπτο και πρότεινε να τους επιτεθούμε

στη δική τους ακτή. Αρκετά πυρπολικά ετοιμάστη-

καν λοιπόν στον Πόρο. Ένας στόλος που αποτελούνταν από τη φρεγάτα «Ελλάς», μια κορβέτα, ένα ατμόπλοιο και περίπου δώδεκα ελληνικά πολε-

μικά μπρίκια έβαλαν πλώρη για την Αλεξάνδρεια.

Ο καπετάνιος ενός πυρπολικού πήρε εντολή να μπει

με το σκάφος τους στο λιμάνι όπου ήταν αραγμένα

τα αιγυπτιακά πλοία. Όμως καθώς έμπαινε έπε-

σε σε μια αμμώδη ακτή, κι επειδή οι Έλληνες δεν

κατάφεραν να το ξεκολλήσουν, του έβαλαν φωτιά.

Οι Αιγύπτιοι, βλέποντάς το αυτό και θεωρώντας το

ως έναρξη γενικής επίθεσης, άρχισαν να ετοιμάζονται. Τόλμησαν μάλιστα να σηκώσουν άγκυρα και βγήκαν να συναντήσουν τον ελληνικό στόλο. Αλλά

επειδή η δύναμή τους ήταν πολύ μεγάλη, ο Λόρδος Κόχραν έδωσε σήμα στα πλοία να επιστρέψουν

118

στον Πόρο, όπου και γύρισε ο στόλος μέσα σε μία

εβδομάδα, όταν ο συγγραφέας έφθασε από τη Μασσαλία με 5.000 λίρες από το Φιλελληνικό Κομιτάτο.

Αυτά τα χρήματα φαίνεται πως θα ήταν και

τα τελευταία που θα παίρναμε απ’ αυτή την πηγή.

Επαρκούσαν για περίπου έξι εβδομάδες ή δύο μήνες.

Άρα η Ελλάδα εκείνο τον καιρό ήταν σχεδόν χαμένη

για τους Έλληνες. Ο Ιμπραήμ Πασάς, με πειθαρ-

χημένο στρατό είκοσι χιλιάδων ανδρών, είχε στην

κατοχή του όλο τον Μωριά, εκτός από τα κάστρα

του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς. Ο Κιουταχή

Πασάς κρατούσε την Εύβοια, την Αττική και τη Ρούμελη. Απ’ τα νησιά, μόνο η Αίγινα, η Σαλαμίνα, ο Πόρος, η Ύδρα και οι Σπέτσες ανήκαν στους Έλληνες. Οπότε, μπορεί να συμπεράνει κανείς πως χωρίς την ενδεδειγμένη μεσολάβηση των τριών Δυνάμεων, οι Έλληνες δεν θα έπαιρναν ποτέ πίσω τη χώρα τους. Είχε αναφερθεί άλλωστε εμπιστευτικά πως ο Ιμπραήμ Πασάς σκόπευε να μεταφέρει όλους

τους Έλληνες στην Αίγυπτο και να μετοικίσει Άραβες στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό

το σχέδιο θα πετύχαινε. Επειδή οι Έλληνες το νιώ-

θουν και το ξέρουν αυτό, είναι καθήκον και επιθυμία

τους να εναποθέτουν την ανεπιφύλακτη πίστη τους

στους ευεργέτες τους και να κάνουν ό,τι μπορούν

για να ανταποδώσουν μια τέτοια γενναιοδωρία.

Η δύναμη του Λόρδου Κόχραν μπορούσε να κά-

νει μόνο κάποιους αντιπερισπασμούς στην ακτή.

119

Αλλά σε μια τέτοια επιχείρηση συνάντησαν και

αιχμαλώτισαν μια τουρκική κορβέτα με τριάντα

κανόνια. Η διοίκηση αυτού του σκάφους ανατέθηκε

στον Πλοίαρχο Κρόσμπι [Crosbie], έναν γενναίο και ικανό αξιωματικό που είχε ακολουθήσει τον Λόρδο

Κόχραν στη Βραζιλία, όπου είχε δράσει ως δεύτερος καπετάνιος του.

Με την ευκαιρία, θα αναφέρω ένα πολύ θλιβερό γεγονός που συνέβη σε έναν ανιψιό του Ναπολέοντα, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Ελλάδα.

Πήρα οδηγίες από τον Ναύαρχο, αφού έφερα τα

χρήματα από τη Μασσαλία, να πάω στη Ζάκυνθο, όπου θα έστελνε ένα ελληνικό πολεμικό μπρίκι να

με συνοδεύσει μέχρι το επιτελείο, γιατί ήταν επικίν-

δυνο να πάω μόνος παράκτια από τη Ζάκυνθο στα Κύθηρα. Φτάνοντας στη Ζάκυνθο με τα χρήματα, κι αφού δεν βρήκα το πολεμικό πλοίο που μου είχαν υποσχεθεί, προσάραξα στο νησί και βρήκα κατάλυμα σ’ ένα ξενοδοχείο. Μία ώρα αργότερα, ο υπηρέ-

της μου με πληροφόρησε πως ο Πρίγκιπας Παύλος, γιος του Πρίγκιπα Λουκιανού [Lucien] και ανιψιός

του Ναπολέοντα, ήθελε να μου μιλήσει. Πήγα αμέ-

σως στον Πρίγκιπα, που με περίμενε κάτω, και τον

κάλεσα στο δωμάτιό μου.

Μου είπε πως είχε πολύ συγκινηθεί με τα γεγονότα του πολέμου στην Ελλάδα και ήθελε να πάρει μέρος και να πολεμήσει κάτω από τη σημαία του

Λόρδου Κόχραν. Με παρακάλεσε να τον πάω στον

120

Ναύαρχο και να τον συστήσω. Υποσχέθηκα πως θα

το κάνω, μετά δειπνήσαμε παρέα.

Ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι, περίπου δεκαο-

κτώ χρονών, σχεδόν ένα ογδόντα ύψος, κι η όψη

του ήταν όμοια με του Ναπολέοντα, λαμβάνοντας

υπόψη τη διαφορά ηλικίας.

Περάσαμε ένα ευχάριστο βράδυ κουβεντιάζοντας

ζωηρά, είχε μεγάλο ενθουσιασμό για την Ελλάδα.

Την επομένη στις δώδεκα, φάνηκε το ελληνικό

μπρίκι «Σωτήρ». Δύο ώρες αργότερα αφήναμε το λιμάνι. Σε δύο μέρες φτάσαμε σώοι στον Πόρο με

τις 5.000 λίρες που είχαν εμπιστευτεί στην ευθύνη μου.

Ενημέρωσα αμέσως τον Λόρδο Κόχραν για το πρόσωπο που είχα στο πλοίο. Ο Ναύαρχος χάρηκε με το γεγονός. Ο Πρίγκιπας Παύλος εγγράφηκε στα

βιβλία του πλοίου σαν εθελοντής και του έδωσαν

μια εξαιρετική κουκέτα στο οπλοστάσιο. Έπαιρνε

πρωινό και δείπνο μαζί με τον Ναύαρχο, που τον

έβαζε πάντα στα δεξιά του. Όλοι τον φρόντιζαν στο πλοίο, σύντομα κέρδισε τη γενική συμπάθεια.

Ένα μήνα αργότερα, ο Πρίγκιπας διασκέδαζε

στην καμπίνα με τα πιστόλια του, που ήταν ιταλικής κατασκευής. Ήταν μόνος με τον υπηρέτη του.

Αφού καθάριζε τα όπλα ο υπηρέτης, ο Πρίγκιπας

τα γέμιζε και τα κρεμούσε σε καρφί· όταν, ενώ είχε απασφαλίσει ένα όπλο, τοποθέτησε τη σκανδάλη

αντί για τον προφυλακτήρα σ’ ένα καρφί κολλημέ-

121

νο στο διαχωριστικό της καμπίνας του, το πιστόλι

εξερράγη κι η σφαίρα μπήκε στο κάτω μέρος του

σώματός του, στους βουβώνες του.

Η είδηση θορύβησε όλη τη φρεγάτα, οι αξιωματικοί του οπλοστασίου έσπευσαν αμέσως στην καμπίνα, όπου είδαν τον άτυχο να κείτεται στο πάτωμα και να υποφέρει. Στην αρχή είχαμε την υποψία

πως τον είχε πυροβολήσει ο υπηρέτης, όμως μόλις

ο Πρίγκιπας ανέκτησε λίγο τις αισθήσεις του, μας

πληροφόρησε πώς είχε γίνει το ατύχημα.

Οι Άγγλοι χειρουργοί που ήταν στο πλοίο εξέτασαν την πληγή και διαπίστωσαν πως ήταν θανάσιμη. Όταν ο Πρίγκιπας πληροφορήθηκε το γεγονός, δεν έδειξε τον παραμικρό φόβο αλλά μίλησε

με μεγάλη ψυχραιμία. Λίγες ώρες αργότερα, όταν ούρλιαζε απ’ τους πόνους, ένας από τους παριστάμενους τού θύμισε τον Μέγα Ναπολέοντα. Μετά

απ’ αυτό, δεν άφησε να του ξεφύγει καμία ένδειξη

οδύνης, αν και πρέπει να υπέφερε φοβερά. Ψυχομαχούσε για εξίμισι ώρες και μετά ξεψύχησε.

Το σώμα του νεαρού Πρίγκιπα τοποθετήθηκε σ’

ένα βαρέλι που υπήρχε στο πλοίο. Επιστρέφοντας

στον Πόρο (γιατί ήμασταν σε περιπολία) ο Ναύαρ-

χος σταμάτησε στις Σπέτσες και απόθεσε το σώμα

σ’ ένα μοναστήρι εκεί, ώσπου να έρθουν τα νέα από

τον Πρίγκιπα Λουκιανό, τον πατέρα του, σχετικά

με την ταφή.

122

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Η έδρα της Κυβέρνησης αλλάζει – Προσωρινό Εκτελεστικό – Ναυτικές επιχειρήσεις – Ένα επιτυχημένο στρατήγημα – Επέμβαση των ενωμένων Δυνάμεων – Ναυμαχία

στο Ναυαρίνο – Οι ευτυχείς της συνέπειες – Περιπέτεια

με πειρατές – Σκηνή από τον «Κουρσάρο» του Μπάιρον

Ενώ ο Ιμπραήμ Πασάς είχε απεριόριστη ισχύ

στον Μωριά, η έδρα της κυβέρνησης μεταφέρθηκε

από το Ναύπλιο στην Αίγινα – ένα νησί που στην αρχαιότητα ήταν πολύ δυνατό σαν ναυτικό κράτος.

Υπάρχουν ακόμα ερείπια ενός ναού του Δία.

Επειδή ακόμα εκκρεμούσε η άφιξη του Καποδίστρια, η προεδρία της κυβέρνησης ανατέθηκε σε επιτροπή. Τα άτομα που την αποτελούσαν ήταν ο Μαυρομιχάλης, ο Ιωάννης Νάκος και ο Ιωάννης

Μιλαΐτης. Πιστεύω πως η κύρια αιτία που επελέγησαν ήταν προκειμένου η διοίκηση να μην πέσει στα χέρια των πιο πλουσίων και με μεγάλη επιρροή προυχόντων, μερικοί απ’ τους οποίους δεν είχαν ιδέα από διπλωματικά ήθη και προσόντα για το πώς ασκείται ευρεία εξουσία. Η κυβέρνηση εκείνη την εποχή ήταν σε πλήρη αποδιοργάνωση και η μεγαλύτερη αναρχία επικρατούσε στα οικονομικά· σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε

123

έξι μήνες οι πολεμικές επιχειρήσεις θα έφταναν σε

πλήρη αδράνεια από πλευράς των Ελλήνων. Στην

πραγματικότητα, ένας εχθρός πιο δραστήριος και

ικανός απ’ τους Αιγύπτιους θα μπορούσε αυτή την

περίοδο να είχε δώσει τέλος στον πόλεμο μέσα σε

μία εβδομάδα, παίρνοντας την Αίγινα και τον Πόρο, κάτι πιθανόν πανεύκολο να επιτευχθεί. Υπήρχε

πράγματι φόβος για ένα τέτοιο χτύπημα. Τελικά

έγινε μια προσπάθεια να ενοχλήσουμε τον εχθρό και

να του κάνουμε αντιπερισπασμό. Ο Λόρδος Κόχραν

βγήκε ξανά στη θάλασσα με τη φρεγάτα, μία δωδεκάδα πολεμικά μπρίκια και μπουρλότα.

Ένα μέρος της αποστολής, υπό τις διαταγές

των Πλοιάρχων Χέιστινγκς και Τόμας [Thomas], διετάχθη να περάσει από τη Ναύπακτο και να προσπαθήσει να καταστρέψει λίγα τουρκικά πολεμικά

σκάφη που βρίσκονταν στη Βοστίτσα, ενώ ο Λόρδος

Κόχραν παρέμεινε με τη φρεγάτα και περιπολούσε

έξω από την Κλαρέντζα.

Θα διηγηθώ εδώ μια ιστορία χαρακτηριστική

για τη φύση αυτού του ιδιαίτερου αγώνα και για

τα τεχνάσματα που απαιτούνταν προκειμένου να

διεξαχθεί.

Ο Πλοίαρχος Τόμας, ένας πολύ γενναίος και

ηρωικός αξιωματικός, κυβερνούσε το ελληνικό πο-

λεμικό μπρίκι «Σωτήρ». Είχε μόλις επιστρέψει από

μια δίμηνη περιπολία και οι άνδρες του ξεκάθαρα

του είπαν πως δεν θα ξανάβγαιναν στη θάλασσα αν

124

δεν έβλεπαν πληρωμή. Εκείνος φυσικά ήρθε πάνω

στη φρεγάτα, στον Ναύαρχο, και του μετέφερε τι

του είχαν κοινοποιήσει. Συγκλήθηκε αμέσως πο-

λεμικό συμβούλιο στη ναυαρχίδα, στο οποίο ήταν

παρόντες ο Ναύαρχος, ο δεύτερος καπετάνιος, ο γραμματέας κ. Μέισον και ο Πλοίαρχος Τόμας.

Αποφασίστηκε πως το ένα από τα άδεια σιδερένια

χρηματοκιβώτια έπρεπε να γεμίσει αμέσως με κάτι

βαρύ, κι ο Πλοίαρχος Τόμας να φέρει το πολεμικό του μπρίκι στο πλάι και να το φορτώσει στο σκάφος, προσποιούμενος πως περιείχε χρήματα. Το στρατήγημα πέτυχε. Το σιδερένιο χρηματοκιβώτιο, γεμάτο βιβλία και χαρτιά, μεταφέρθηκε από το κατάστρωμα της φρεγάτας στο ελληνικό πολεμικό μπρίκι. Νομίζοντας οι Έλληνες πως ήταν γεμάτο χρήματα, απέπλευσαν για την παρούσα επιχείρηση

κι έμειναν μακριά για λίγους μήνες, στη διάρκεια

των οποίων κέρδισαν πολλά χρήματα από λάφυρα.

Στο μεταξύ οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν υπο-

γράψει τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827 και ήταν

τώρα στο Ναυαρίνο, έτοιμες να εκτελέσουν τη συνθήκη, που όριζε πως Τούρκοι και Αιγύπτιοι θα

εξαναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τον Μωριά. Αποφάσισαν οι δύο εμπόλεμοι να αποσυρθούν – οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι στο λιμάνι του Ναυαρίνου, οι Έλληνες στο λιμάνι του Πόρου. Αυτό κοινοποιήθηκε στον Λόρδο Κόχραν, οπότε κανόνισε αναλόγως τα σχέδιά του. Ο Ιμπραήμ

125

Πασάς συμφώνησε επίσης να μείνει στο λιμάνι του

Ναυαρίνου.

Στο μεταξύ οι Πλοίαρχοι Χέιστινγκς και Τόμας

(που δεν γνώριζαν για τη συνθήκη), οι οποίοι είχαν αποσταλεί από τον Ναύαρχο προτού πάρει

ειδοποίη ση από τους ναυάρχους της συμμαχίας, έφτασαν έξω απ’ τη Βοστίτσα, κατέστρεψαν λίγα εμπορικά πλοία κι έκαψαν ένα τουρκικό πολεμικό μπρίκι, που ήταν το ιστιοφόρο του Ιμπραήμ Πασά.

Σ’ αυτό το επεισόδιο σκοτώθηκε ο Υποπλοίαρχος

Σκάντλινγκ [Scandling] και τραυματίστηκε ο Υποπλοίαρχος Ντέιβιντ Ώρκαρτ.

Ο κ. Ντέιβιντ Ώρκαρτ, αδελφός του γενναίου

Συνταγματάρχη Ώρκαρτ που έχω προαναφέρει, βρισκόταν στο μπρίκι «Σωτήρ», με τον βαθμό

πρώτου Υποπλοιάρχου· και παρόλο που δεν είχε βγει στη θάλασσα πριν από το πρόσφατο μπάρκο

του, έξι μήνες πριν, στη Μασσαλία, έφερνε εις πέρας τα καθήκοντά του, και ο Πλοίαρχος Τόμας ήταν

πλήρως ευχαριστημένος.

Την ώρα που ενθάρρυνε τους άνδρες για ό,τι τώρα τους περίμενε, τραυματίστηκε· μάλλον σοβαρά. Συνήλθε όμως έκτοτε και τον διόρισαν γραμματέα στην πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης.

Ο καημένος ο Σκάντιλνγκ δεν ήταν τόσο τυχερός. Ενώ προσπαθούσε να σκαρφαλώσει σ’ ένα τούρκικο πλοίο τραυματίστηκε θανάσιμα και πέθανε λίγες ώρες αργότερα.

126

Ο Σκάντιλινγκ ήταν ένας πολύ γενναίος και ευγενικός αξιωματικός, και την απώλειά του θρήνησαν όλοι όσοι είχαν τη χαρά να τον γνωρίσουν.

Η ατυχής αυτή ιστορία προκάλεσε κακή εντύπωση στο Πασά, που βγήκε στη θάλασσα με όλο του τον στόλο για να τιμωρήσει τους φταίχτες, πιστεύοντας πως είχαν παραβεί την ανακωχή. Όμως

στην πραγματικότητα η εντολή των συμμάχων

ναυάρχων δεν έφτασε στα χέρια των Πλοιάρχων

Χέιστινγκς και Τόμας παρά μόνο αφού είχε τελειώσει η συμπλοκή.

Οι συμμαχικές μοίρες που περιπολούσαν έξω από το Ναυαρίνο, παρατηρώντας την κινητικότητα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου και πως μάλλον

έβγαινε απ’ το λιμάνι, τους πυροβόλησαν και τους έκαναν να επιστρέψουν. Αυτό εξαγρίωσε τον Πασά, που ξεθύμανε την εκδίκησή του στη γύρω χώρα κακομεταχειριζόμενος τους Έλληνες, καταστρέφοντας τα σπίτια και κόβοντας ελαιόδεντρα. Μόλις το πληροφορήθηκαν αυτό οι σύμμαχοι ναύαρχοι, αποφάσισαν να πιέσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο

να εγκαταλείψει τις ακτές του Μωριά, γεγονός που

είχε ως συνέπεια τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, που

κατέληξε στην καθολική καταστροφή της τουρκοαιγυπτιακής μοίρας.

Παρ’ όλα όσα έχουν ειπωθεί γι’ αυτό το σημαντικό γεγονός, πρέπει αναντίρρητα να θεωρηθεί σαν

το πιο ευτυχές γεγονός για όλα τα μέρη που συμμε-

127

τείχαν σε αυτό, γιατί μόνο ένα τέτοιο χτύπημα θα

έβαζε τέλος στην άθλια αναρχία και αιματοχυσία

που για τόσα χρόνια αναστάτωνε το ένα μέρος και

απειλούσε να εξοντώσει εντελώς το άλλο. Στη συμπαράσταση και τη γενναιότητα των τριών συμμάχων Δυνάμεων οφείλουν οι Έλληνες την πατρίδα

τους. Την παρούσα στιγμή ήταν χαμένη, παντελώς

χαμένη γι’ αυτούς. Δεν υπήρχε στρατός. Ο στόλος

είχε μόνο μία φρεγάτα, μία κορβέτα και κάτι μικρά

μπρίκια κακοεπανδρωμένα, ενώ η τουρκοαιγυπτιακή

ναυτική δύναμη αποτελούνταν από τέσσερα πλοία

εμπροσθοφυλακής και είκοσι περίπου φρεγάτες.

Και ως προς την οικονομική στήριξη του πολέμου, δεν νομίζω να υπήρχαν πάνω από 1.000 λίρες στο θησαυροφυλάκιο. Οι καημένοι οι Έλληνες είχαν κάνει ό,τι τους υπαγόρευε η ανδρεία και η αφοσίωση.

Ήταν κατά κάποιο τρόπο αντάξιοι των αρχαίων

προγόνων και πολέμησαν με θέληση και γενναιότητα, όμως ο εχθρός ήταν πολύ πιο δυνατός απ’

αυτούς. Κατά τη γνώμη μου, και τη γνώμη πολλών

άλλων που γνώριζαν καλά την τότε ψυχολογική

κατάσταση της Ελλάδας, οι Έλληνες την επόμενη

άνοιξη θα είχαν χάσει την πατρίδα τους. Προς επίρρωση όσων προείπα, θα αναφέρω ένα μικρό αποσπασμα από ένα έργο με τίτλο Renseignements de la Grèce [Πληροφορίες για την Ελλάδα], γραμμένο από έναν οπαδό του Κόμη Καποδίστρια, που υποστήριζε και υπερασπιζόταν τα μέτρα

128

αυτού του αρχηγού. Ο ισχυρισμός του συγγραφέα

είναι υπερβολικός αλλά γενικά ισχύει.

«Ο Καραϊσκάκης σκοτώθηκε, η Αθήνα υπέκυψε,

ο Τσωρτς και ο Κόχραν παρέμειναν. Η ηπειρωτική

Ελλάδα ήταν στην κυριολεξία κατεστραμμένη, δεν

είχε μείνει ούτε ένα σπίτι, ούτε ένας ζωντανός. Όλος

ο πληθυσμός αυτής της μεγάλης χώρας είχε καταφύγει στον Κάλαμο, το Λουτράκι, τη Σαλαμίνα, την

Αίγινα, χωρίς ψωμί και στέγη. Ο Ιμπραήμ Πασάς

έστελνε τους Πελοποννήσιους κατά χιλιάδες στην

Αίγυπτο κι έφτασε τελικά να κόψει και τα δέντρα

της Πελοποννήσου».

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση που προκάλεσε η ναυμαχία του Ναυαρίνου. Όταν έφθασαν τα

νέα πως ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος είχε καταστραφεί, οι Έλληνες δεν ήξεραν πώς να δείξουν τη χαρά τους. Στην αρχή δεν πίστευαν τον αγγελιαφό-

ρο που τους έφερε το χαρμόσυνο μαντάτο.

Μετά την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού

στόλου, οι στόλοι των συμμάχων ξεκίνησαν για

τη Μάλτα, για να επισκευαστούν, και οι Έλληνες

πήραν άδεια να κινηθούν έξω από το λιμάνι του

Ναυαρίνου. Γιατί τώρα οι Έλληνες με τη μία φρε-

γάτα με δύο σειρές κουπιών, τη μία κορβέτα και τα

πολεμικά μπρίκια μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα

με τα πληγωμένα τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία.

Γι’ αυτό ο Λόρδος Κόχραν διέταξε να επιβιβαστούν

στο σκάφος νέοι και γέροι. Επειδή είχε παρατη-

129

ρήσει σε προηγούμενες περιπολίες πως οι γέροι με

τις γκρίζες γενειάδες ήταν αυτοί που κυρίως επέμεναν

να επιστρέψουν στις γυναίκες και τα παιδιά τους, συμπέρανε πως αν επιστράτευε νέους, που δεν είχαν να σκέφτονται γυναίκες και παιδιά, θα τους

κυβερνούσε καλύτερα. Συνάμα σκέφθηκε πως θα

λειτουργούσαν ως παράδειγμα για όσους του χαλούσαν τις ενέργειες. Μια και δυο λοιπόν, οι ψαρογένηδες γέροι συγκεντρώθηκαν στη μια πλευρά του

πλοίου και οι νέοι στην άλλη. Ο Πλοίαρχος Σεντ Τζωρτζ, δεύτερος καπετάνιος, επέλεξε με προσοχή

τους καλύτερους και πλέον υποσχόμενους νεαρούς.

Οι ηλικιωμένοι δεν ήξεραν τι τους έμελλε. Περίμεναν μάλιστα ότι οι νεότεροι θα διαταχθούν να

εγκαταλείψουν το πλοίο. Όμως, για να τους μπερδέψουν ως προς αιτία για την οποία θα απέλυαν

τους γεροντότερους, δόθηκε εντολή να εγκαταλεί-

ψουν το πλοίο όσοι άνδρες είχαν γενειάδα μακρύτερη από ένα ορισμένο μήκος.

Αυτή η διαταγή προκάλεσε πολύ γέλιο. Κι όταν

οι γηραιότεροι ρώτησαν γιατί τους μεταχειρίζονταν έτσι, τους πληροφόρησαν πως ο Ναύαρχος

από ανθρωπισμό σκέφτηκε πως τους χρειάζονταν

στο σπίτι οι γυναίκες και οι οικογένειές τους, γι’

αυτό, ανταποκρινόμενος στα αισθήματά του, δεν

μπορούσε να τους κρατήσει περισσότερο στην

υπηρεσία του.

Αυτή η μομφή σύντομα τους επανέφερε στα σύ-

130

γκαλά τους, γιατί στην Ελλάδα ένας νέος δεν τολμά

να πει τη γνώμη του όταν είναι παρών γηραιότερος.

Σε κάθε περίπτωση, οι παλαίμαχοι υποσχέθηκαν

να κάνουν στο μέλλον ό,τι ήθελε ο Ναύαρχος. Μερικούς απ’ αυτούς συνεπώς τους κράτησαν. Όσοι

όμως ήταν γνωστό ότι είχαν πρωτοστατήσει στην

απόφαση να εγκαταλείψουν το πλοίο, απολύθη-

καν αμέσως. Μετά απ’ αυτό, αποπλεύσαμε για να

μπλοκάρουμε το λιμάνι του Ναυαρίνου, ώστε να

αποτρέψουμε την είσοδο κάθε εφοδιασμού.

Ενώ βρισκόμασταν έξω απ’ το λιμάνι, χρειάστη-

κε να πάμε στη Σφακτηρία για ξύλα, που υπάρχουν

σε αφθονία στο νησί. Η Σφακτηρία είναι νοτιοδυτικά του Ναυαρίνου. Ήταν πάντα γνωστή για τους

πειρατές της. Μόλις έριξε άγκυρα η φρεγάτα, δύο

απ’ αυτούς ήρθαν με μια βάρκα να μας επισκεφθούν, πιστεύοντας πως ανήκαμε στην αδελφότητά τους

– επειδή είχαμε ελληνική σημαία. Σύντομα βεβαιω-

θήκαμε τι άνθρωποι ήταν και τους συλλάβαμε αμέ-

σως. Μας πληροφόρησαν πως είχαν αιχμαλωτίσει

ένα ολλανδικό πλοίο και το είχαν αραγμένο σ’ έναν

κολπίσκο του νησιού. Το πλήρωμα αποτελούνταν

από έναν αρχηγό και τέσσερις άνδρες, και μας είπαν

πως κάθε μέρα τον καπετάνιο τον κρεμούσαν από

τους αστραγάλους ανάποδα και τον μαστίγωναν

για να τους πει πού ήταν τα λεφτά του.

Δόθηκε εντολή να επανδρωθούν τρία-τέσσερα

πλοία, που ορίσθηκε να τα διοικώ εγώ, και να βγάλω

131

το πειρατικό καράβι και τον Ολλανδό έμπορο, που

ήταν μαζί σ’ έναν κολπίσκο, μακριά από τα κανόνια

της φρεγάτας. Οι Έλληνες με ακολούθησαν με μεγάλη προθυμία. Ακόμα και δεκατετράχρονα παιδιά

μπήκαν στα πλοία και κρατούσαν σπαθιά ίσαμε το μπόι τους. Ο πλοίαρχος Σεντ Τζωρτζ, δεύτερος καπετάνιος, βλέποντας τον ενθουσιασμό των ανδρών,

ενθάρρυνε τους άνδρες.

Επειδή πιστεύω πως αυτό είναι το νησί που απαθανάτισε ο Μπάιρον και το έκανε σκηνικό για τον Κουρσάρο του, γι’ αυτό θα σταθώ λίγο στη μικρή μας αυτή αποστολή. Ούτε το ολλανδικό ούτε

το πειρατικό ξεχώριζαν όσο ήμασταν στη φρεγάτα, γιατί ο κολπίσκος ή θαλάσσιος όρμος κρυβόταν από

ένα μεγάλο ακρωτήρι. Επειδή είχαμε πληροφορηθεί

πως στη στεριά βρίσκονταν εκατόν πενήντα πειρατές, πήραμε διακόσιους άνδρες. Καθώς μπαίναμε

στον κόλπο, φάνηκαν το ολλανδικό και το πειρατικό, όμως οι πειρατές, που είχαν ειδοποιηθεί για την άφιξή μας, εγκατέλειψαν στα γρήγορα τα πλοία, παίρνοντας μαζί και τα όπλα τους. Ενώ εμείς πλησιάζαμε, αυτοί αποχωρούσαν ήρεμα και κρύβονταν μες στην πυκνή βλάστηση του νησιού.

Ο Σεντ Τζωρτζ κι εγώ, που ήμασταν ντυμένοι ευρωπαϊκά (όλοι οι υπόλοιποι ήταν ντυμένοι σαν Έλληνες) τραβούσαμε την προσοχή. Όταν μπήκα-

132
πήδηξε
ένα
τη διοίκηση
θαρραλέα κι αυτός σ’
πλοίο, ανέλαβε
και με το παράδειγμά του

με στον κόλπο, ο Σεντ Τζωρτζ το παρατήρησε. Εγώ

ούτε καν μπορούσα να φανταστώ την επικίνδυνη

προοπτική που μας περίμενε. Όμως ο Σεντ Τζωρτζ,

που ήταν γενναίος μέχρις υπερβολής, τράβηξε την

προσοχή μου και με οδήγησε στη στεριά, μαζί με

εκατό άνδρες, να κάνω κυκλική πορεία και να πιάσω

το ψηλό ακρωτήρι που δέσποζε πάνω από τα πλοία

και τον κόλπο. Υπό την καθοδήγηση των Ελλήνων

ναυτικών, έφτασα σύντομα στην κορυφή, κάπου

τριάντα μέτρα πάνω από τον κόλπο. Αυτό πρέπει

να είναι το σημείο που ο Μπάιρον περιγράφει σαν

την κληματαριά της Μεντόρας, απ’ όπου ο αρχιπειρατής κατέβαινε για να συλλάβει το ανύποπτο

θύμα. Ο κόλπος και το ακρωτήρι ανταποκρίνονται θαυμάσια στην περιγραφή του Μπάιρον. Φτάνοντας στην κορφή, κάναμε σήμα αποκάτω στον Σεντ Τζωρτζ, που αμέσως κατέλαβε το πειρατικό και το ολλανδικό. Το πειρατικό δεν είχε πάνω ψυχή, στο ολλανδικό ήταν ο καπετάνιος και οι τέσσερις άνδρες του. Οι Έλληνες που είχα μαζί μου, νιώθοντας

ασφαλείς άρχισαν πάνω στην κορυφή να ψάχνουν στις τρύπες και τα βαθουλώματα μήπως ανακαλύψουν κάτι. Σύντομα βρήκαν λίγα ολλανδικά τυριά, που τα έκοψαν με τα σπαθιά τους και τα έφαγαν.

Βρήκαν κι ένα ολλανδικό βαρελάκι βούτυρο, χωρίς σκέπασμα. Του επιτέθηκαν, όπως και στο τυρί, αλλά επειδή δεν μεταφερόταν εύκολα, το πέταξαν.

Ο Σεντ Τζωρτζ είχε ήδη σηκώσει την άγκυρα του

133

πειρατικού, και του ολλανδικού, και μας κάλεσε να

κατεβούμε.

Όμως μόλις μπήκαμε στα πλοία και απομακρυν-

θήκαμε από την ακτή, μια γριά πετάχτηκε απ’ τους

θάμνους ξεχτένιστη, με τα μαλλιά να ξεχύνονται άγρια

στους ώμους, και μας έβριζε κλέφτες, ληστές κτλ.

Έτρεχε στην ακτή σαν τρελή που βακχεύει, λούζοντάς μας με όλες τις βρισιές που της έρχονταν

στο μυαλό. Οι άνδρες μας δεν έδωσαν πολλή προσοχή. Πράγματι, η ιδέα των μεγάλων όπλων που βρίσκονταν ακόμα στους θάμνους δεν τους φαινό-

ταν και πολύ ευχάριστη. Τραβώντας γρήγορα κουπί βγήκαν απ’ το λιμάνι, σέρνοντας τα πλοία μακριά και αφήνοντας τους πειρατές στην τύχη τους.

Κάναμε γρήγορη δουλειά σε αυτό το κατόρθωμα – γιατί κατόρθωμα ήταν. Θυμάμαι πως όταν φεύγαμε από τη φρεγάτα είδα τον Ναύαρχο να σερβίρεται το δείπνο του στην καμπίνα, κι όταν επιστρέψαμε με τα δύο σκάφη συνοδεία, το επιδόρπιο ήταν

στο τραπέζι.

Αλυσοδέσαμε τους αιχμαλώτους και τους βάλαμε στο ολλανδικό εμπορικό, που τους αποβίβασε

στη Ζάκυνθο.

Αφού κάναμε περιπολία για άλλες δεκαπέντε

μέρες μπροστά στο λιμάνι, ο Ναύαρχος επέστρεψε

στον Πόρο, γιατί ήθελε να πάει στη Χίο με τη φρεγάτα, να βοηθήσει σε μια απόβαση που μελετούσε ο

Συνταγματάρχης Φαβιέρος σ’ αυτό το νησί.

134

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

Ένας εκκεντρικός Αμερικανός – Ένας Έλληνας υπηρέτης – Ο Πλοίαρχος Χέιστινγκς – Πύρινες βολές – Μια

γαλλική περιπέτεια – Αναχώρηση του Λόρδου Κόχραν

– Ένα ξίφος τιμής ως δώρο – Το πρώτο ατμόπλοιο –

Καποδίστριας – Η δολοφονία του – Ο χαρακτήρας του

Κυβερνήτη

Στο διάστημα που μεσολάβησε με ετοιμασίες

για την αναχώρηση στη Χίο, διασκέδαζα στο σκάφος «Σωτήρ», ακούγοντας ιστορίες σχετικά με τον Γκούτο, τον εκκεντρικό Αμερικανό γιατρό. Είχε λάβει μέρος στα γεγονότα της Βοστίτσας κι ενώ όλοι

στο πλοίο του έπαιρναν τα μπρούντζινα κανόνια

από το ιστιοφόρο του Πασά προτού το κάψουν, ο Γκούτο, φαίνεται, σκέφθηκε πως θα μπορούσε ν’

ανέβει στο πλοίο και να δοκιμάσει να τσιμπήσει τίποτα μικροπράγματα, όπως τούρκικους ναργιλέδες

από αλάβαστρο κλπ. Οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να

πυροβολούν με μουσκέτα το σκάφος, αλλά ο Γκούτο

πήγε απ’ την απάνεμη πλευρά του κόλπου, με τ’

όπλο του απ’ το Κεντάκι μόνιμο σύντροφό του, και

σύρθηκε από μια μπουκαπόρτα, επειδή φοβόταν να

μπει απ’ το κατάστρωμα. Αφού ψαχούλεψε, γέμι-

σε τις τσέπες του με διάφορα πράγματα, πρόσδεσε

135

ένα σωρό άλλα γύρω από το σώμα του και μετά

ήθελε να βγει από την ίδια μπουκαπόρτα απ’ όπου

είχε περάσει – με τη βάρκα από κάτω να περιμένει

να τον πάρει. Έβγαλε λοιπόν το κεφάλι του έξω

και περίμενε το υπόλοιπο σώμα να τον ακολουθήσει

κανονικά. Αλλά σαν τον ποντικό που πιάνεται στον

ντενεκέ του αγρότη με το καλαμπόκι, ανακάλυψε

πως τα λάφυρα είχαν αυξήσει τόσο πολύ τον όγκο

του, που μετά από κάποιες ατελέσφορες προσπάθειες να ελευθερωθεί, δεν κουνιόταν ούτε μπρος ούτε πίσω. Στο μεταξύ, τα μουσκέτα που σφύριζαν, οι διάφοροι θόρυβοι κι η φασαρία στο κατάστρωμα τον έκαναν να προσπαθεί εντονότερα όσο ο κίνδυνος μεγάλωνε. Τελικά φώναξε αυτούς που κατέβαζαν τα

κανόνια και τους παρακάλεσε να τον λυπηθούν και να του δώσουν μια κλοτσιά από πίσω για να τον ξεσφηνώσουν. Μόλις αυτή η λογική του παράκληση έγινε αποδεκτή, ο καημένος ο Γκούτο εκτινάχθηκε, με το κεφάλι μπροστά, με το όπλο κι όλα του τα συμπράγκαλα, στη βάρκα.

Την εκκεντρικότητα αυτού του ανθρώπου τη γνώρισα κι εγώ. Μια μέρα είχα πάει για κυνήγι μαζί

του στον Πόρο, και στις περιπλανήσεις μας στους

γύρω λόφους συναντήσαμε ένα μοναχικό σπιτάκι

όπου κατοικούσε μια γριά κι ο γιος της. Μπήκαμε

μέσα. Επειδή όμως κανένας μας δεν μιλούσε λέξη

ελληνικά, δείξαμε στη γριά λίγα λεφτά και της

δώσαμε να καταλάβει πως θέλαμε κάτι να φάμε.

136

Αμέσως έβαλε μπροστά μας ψωμί και μείναμε εκεί

κάπου ένα ημίωρο. Σ’ αυτό το διάστημα ο Γκούτο με νοήματα έδωσε στη γριά να καταλάβει πως

θα ήθελε τον γιο της για υπηρέτη. Ο γιος έδειχνε

αγριω πός όπως ο γιατρός, που είχε μακριά μαλλιά

ως τους ώμους, το στόμα στολισμένο με λευκό μουστάκι και τα μάτια του να γυαλίζουν σαν του παράφρονα. Μιλούσε στη γριά στα αγγλικά κι εκείνη του

απαντούσε ελληνικά, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς

τους τι λέγανε. Δεν υπήρχε τίποτα πιο αστείο και

διασκεδαστικό από τη λύσσα του γιατρού προς τη

γριά που δεν τον καταλάβαινε. Χτυπούσε τα πόδια

του, ούρλιαζε και την έβριζε, ενώ εκείνη τον κοίταζε ήρεμα στο πρόσωπο, εντελώς αδιάφορη για

την απέραντη δυσφορία του. Ο γιατρός τελικά, δείχνοντας λίγα χρήματα, έπεισε τον γιο να πάει μαζί

του. Ο γιος ήταν ένα αγριμάκι, γύρω στα δώδεκα.

Ήρθε μαζί μας όταν φύγαμε, χωρίς να δώσει σημασία στη γριά μητέρα του, σαν να μην ήταν ποτέ η

μάνα του. Καθώς προχωρούσαμε προς το καράβι, ο

γιατρός κάθε τόσο γύριζε και κοίταζε το αγόρι και του μιλούσε αγγλικά. Κι εκείνο τον κοιτούσε χω-

ρίς να καταλαβαίνει τι γινόταν. Ώσπου στο τέλος, αφού ο γιατρός επανέλαβε καμιά δεκαριά φορές τις

διαταγές του, το αγόρι άρχισε να γελάει δυνατά. Ο

γιατρός μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα σήκωσε μιαδυο φορές το τουφέκι και σημάδεψε το αγόρι. Τότε

το αγόρι, που δεν του άρεσε η ιδέα να το σκοτώσουν,

137

έφυγε τρέχοντας. Αλλά επειδή εγώ γελούσα και

το καθησύχασα, ξαναγύρισε. Τελικά φτάσαμε στο

πλοίο με τον νεοσύλλεκτο, που αμέσως τον περικύ-

κλωσαν οι Έλληνες και τον ρωτούσαν.

Αυτό το αγόρι ακολουθούσε τον γιατρό όπου

πήγαινε. Έμεινε στο πλοίο περίπου μία εβδομάδα.

Στο τέλος άρχισε να σκέφτεται τη μάνα του, το γάλα και το τυρί των άγριων βουνών του, κι ένα πρωί που βρήκε μια βάρκα να πηγαίνει στη στεριά, μπήκε μέσα και μόλις έφθασε απέναντι, πήδηξε σαν ελάφι κι έτρεξε στα βουνά του τόπου του.

Εδώ ας αναφέρω πως ένας από τους αξιωματικούς που είχε το πρόσταγμα στο επεισόδιο της Βοστίτσας ήταν ο διάσημος Πλοίαρχος Χέιστινγκς, αδελφός του Σερ Κ. Χ. Χέιστινγκς. Είχε μόλις επιστρέψει από τον τόπο των κατορθωμάτων του και ήρθε στο πλοίο του Ναυάρχου να υποβάλει τα σέβη

του. Ύστερα με προσκάλεσε να πάω μαζί του στο σκάφος του, ένα εξαιρετικό ατμόπλοιο με το όνομα «Καρτερία», που κουβαλούσε πυροβόλα των 68 λιβρών. Ο Πλοίαρχος Χέιστινγκς είχε προμηθευτεί βλήματα τέτοιου μεγέθους, που πρότεινε να τα εκπυρσοκροτούν από τα κανόνια του – ένα σχέδιο που θα προκαλούσε πανωλεθρία στα εχθρικά πλοία. Μόλις η σαμπάνια έκανε μερικές γύρες, ήρθε η συζήτηση στο επεισόδιο της Βοστίτσας και στην καταστροφή που είχε προκληθεί από τις πύρινες βολές

που εκτόξευαν τα κανόνια του πλοίου. Αρκετά από

138

τα πλοία του εχθρού κάηκαν μ’ αυτόν το τρόπο. Δύο

πύρινες βολές ήταν αρκετές για να παραδοθεί στις

φλόγες ολόκληρο το πλοίο.

Ο Χέιστινγκς ήταν πεπειραμένος πολεμιστής

στην Ελλάδα, αφού ήταν εκεί το 1824 και το 1825, σχεδόν στην αρχή της επανάστασης, και διηγόταν

πολλές χαρακτηριστικές ιστορίες για τις συνήθειες

των Ελλήνων και τους πρώτους Ευρωπαίους φίλους και βοηθούς τους. Μία ιστορία που του άρεσε

να επαναλαμβάνει ήταν η ακόλουθη: Λίγο μετά την

αρχή της επανάστασης, πολλοί Γάλλοι και Ιταλοί

αξιωματικοί προσφέρθηκαν να μάθουν στους Έλληνες τις στρατιωτικές τακτικές. Οι Έλληνες το δέχθηκαν ευχαρίστως και διδάχθηκαν τα πρώτα βήματα στην ευρωπαϊκή στρατιωτική πειθαρχία. Ένας απ’ αυτούς τους αξιωματικούς, ένας Γάλλος, θέλοντας να ευχαριστήσει τους στρατιώτες του, πήγε σ’ ένα κοντινό χωράφι με τρεις ή τέσσερις

στρατιώτες του, έπιασαν ένα βόδι και το σκότωσαν.

Αφού έκοψαν και καταβρόχθισαν το κρέας, έστειλαν το δέρμα στην πόλη και το πούλησαν. Σύντομα έφτασε εκεί ο ιδιοκτήτης του βοδιού και ζητούσε

πληρωμή, που φυσικά του αρνήθηκαν. Μετά πήγε

στον Πρίγκιπα Μαυροκορδάτο για αποζημίωση.

Ο Πρίγκιπας ζήτησε από τον αξιωματικό να τον

συναντήσει, κι εκείνος παρουσιάστηκε την καθορισμένη ώρα. Τότε ο Πρίγκιπας του ανέφερε όσα είχε

ήδη μάθει, πως δηλαδή εκείνος (ο αξιωματικός) είχε

139

σκοτώσει ένα βόδι που ανήκε σ’ έναν χωρικό κι είχε

μοιράσει το κρέας στους άνδρες του.

«Ποιος σας το ανέφερε αυτό, Εξοχότατε;» ρώ-

τησε ο αξιωματικός.

Ο Πρίγκιπας ανέφερε το όνομα του παραπονούμενου.

«Αλήθεια, έτσι είπε;» ρώτησε ο αξιωματικός.

«Μάλιστα», απάντησε ο Πρίγκιπας «και ότι τολμήσατε να πουλήσετε και το δέρμα στην πόλη».

«Είπε κι αυτό;»

«Σαφέστατα».

«Τότε αφήστε τον να λέει!» ήταν η ψυχρή απάντηση. Ευχήθηκε στον Πρίγκιπα καλημέρα και βγήκε απ’ το δωμάτιο.

Αναφέρθηκαν και άλλες ιστορίες, που περιέγραφαν την κατάσταση των πραγμάτων τις πρώτες

μέρες της ελληνικής επανάστασης.

Ο Λόρδος Κόχραν, κρίνοντας πως οι υπηρεσίες του από στρατιωτικής πλευράς δεν χρησίμευαν πλέον, επέστρεψε στην Αγγλία, προκειμένου να παραλάβει ένα εξοπλισμένο ατμόπλοιο με σκοπό να επιστρέψει

σύντομα μ’ αυτό στην Ελλάδα.

Ας αναφέρω εδώ ένα περιστατικό αρκετά ενδιαφέρον, που συνέβη λίγο πριν αναχωρήσει από

την Ελλάδα ο Λόρδος Κόχραν, τον Ιανουάριο του

1828. Ο Ναύαρχος θεωρούσε πως ο αξιοσέβαστος και γενναίος Μιαούλης έπρεπε να έχει ένα δείγμα

της δικής του εκτίμησης και επιδοκιμασίας. Επειδή

140

πίστευε πως ένα ξίφος θα ήταν το πιο κατάλληλο

δώρο για να του το προσφέρει, αποφασίστηκε να

του κάνει ένα τέτοιο δώρο. Δυστυχώς ο Ναύαρχος

είχε χάσει το δικό του σπαθί τρεις μέρες πριν, το

είχε ρίξει στη θάλασσα ο υπηρέτης του ενώ το έβαζε

στη βάρκα, όταν η Εξοχότης του έβγαινε στη στεριά. Είχε πάρει μέρος αυτό το ξίφος σε πολλές εκστρατείες, μου είπε, στα γεγονότα της Εσμεράλδας

στη Βαλδίβια και σ’ άλλα κατορθώματα στην περιοχή της Χιλής· ήταν επίσης μάρτυς της απέλασης του πορτογαλικού στόλου από τη βραζιλιάνικη

ακτή. Επειδή δεν βρισκόταν λύση και δεν υπήρχε

άλλο ξίφος κατάλληλο στο πλοίο, πρόσφερα εγώ το δικό μου, που ήταν πολύ κομψό και επιλέχθηκε σαν ταπεινό υποκατάστατο του πιο διάσημου.

Ο Μιαούλης προσεκλήθη λοιπόν στο σκάφος για

δείπνο και ο Ναύαρχος του το πρόσφερε με μια κα-

τάλληλη προσφώνηση στα ισπανικά. Ο αξιότιμος γέροντας ευχαριστήθηκε πολύ με την αναγνώριση

από τον επικεφαλής του. Έμαθα έκτοτε από τον

εγγονό του πως το ξίφος αυτό το θεωρούν οικογενειακό κειμήλιο.

Φύγαμε από την Ελλάδα και φτάσαμε στο Πόρτσμουθ στις 18 Φεβρουαρίου του 1828.

Τον Ιούνιο του 1828, έφυγα από το Παρίσι για

να επιστρέψω στην Ελλάδα με τον Λόρδο Κόχραν.

Είχε έρθει ειδοποίηση από το Λονδίνο πως το ατμό-

πλοιο, για το οποίο είχαμε έρθει στην Αγγλία, ήταν

141

έτοιμο. Ο κ. Μπλάκιερ [Blaquiere], που είχε ορισθεί

κυβερνήτης του, θα ξεκινούσε άμεσα για τη Μασσαλία. Έτσι, ο Λόρδος Κόχραν κι εγώ φύγαμε απ’

το Παρίσι και πήγαμε προς τα εκεί κάνοντας κύκλο, γιατί περάσαμε από την Ελβετία και το Πεδεμόντιο. Δύο μέρες αφότου φτάσαμε στη Μασσαλία, ο κ. Μπλάκιερ μπήκε στο λιμάνι με το πλοίο, που το είχαν βαφτίσει «Ερμή». Πήγαμε αμέσως στο πλοίο, ο κ. Μπλάκιερ παρέδωσε τη διοίκηση του πλοίου

σε μένα, που ονομάστηκα κυβερνήτης του. Σε δύο μέρες περνούσαμε τα στενά του Μπονιφάτσο, την πέμπτη μέρα είδαμε τη Μάλτα και την όγδοη μπήκαμε στο λιμάνι του Πόρου. Μία ώρα πριν από την άφιξή μας, ο αρχιμηχανικός ανακοίνωσε πως όλο το κάρβουνο είχε ξοδευτεί. Θα ήταν περίεργη αναποδιά να μπούμε με πανιά στο λιμάνι, έτσι διέταξα

να κοπούν μερικά καινούργια κατάρτια και, από την

πίεση για καύσιμο, κάψαμε και το κασόνι του κάρβουνου στον φούρνο καθώς μπαίναμε στο λιμάνι!

Η θέα του ατμόπλοιου ενθουσίασε τους Έλληνες, που από καιρό είχαν στο μάτι ένα τέτοιο πλοίο.

Ο Λόρδος Κόχραν αποβιβάστηκε αμέσως, τον ακολούθησα κι εγώ, και περιμέναμε τον κυβερνήτη, τον Κόμη Καποδίστρια, που εξέφρασε την ευχαρίστησή του για το νέο απόκτημα.

Ο Κυβερνήτης έμενε σ’ ένα μικρό σπίτι, στα μισά του λόφου, με μοναδικό βοηθό και φύλακα μια ορντινάντσα που έκανε όλες τις δουλειές του σπι-

142

τιού. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τίποτα πιο

λιτό από τη ζωή αυτού του ηγέτη.

Προτού παραδώσουμε το ατμόπλοιο στις ελλη-

νικές Αρχές, έπρεπε να τακτοποιήσουμε ένα οικονομικό θέμα που ενδιέφερε τον Ναύαρχο, γιατί είχε προκαταβάλει δύο χιλιάδες λίρες από την περιουσία

του προτού το παραλάβει στην Αγγλία. Το θέμα

είχα αναλάβει εγώ, καθώς επίσης και την τακτοποίηση των δημόσιων λογαριασμών του Ναυάρχου

ως στολάρχη. Μετά από πολλές ακροάσεις και συζητήσεις με τον Κυβερνήτη, με βουλευτές, συμβούλους και διάφορες άλλες Αρχές, που ήταν όλοι τους καθησυχαστικοί, τον επόμενο Δεκέμβρη είχα τη χαρά να υπογράψω έγγραφα, για λογαριασμό του Ναυάρχου, που έκλειναν τις ποικίλες και περίπλοκες σχέσεις του με την ελληνική κυβέρνηση.

Αυτό είναι ένα μέρος της ζωής μου στο οποίο αναφέρομαι με ιδιαίτερη χαρά. Είχα ακολουθήσει τις ταραχώδεις και ποικίλες περιπέτειες του Λόρδου

Κόχραν επί πέντε χρόνια – για την ακρίβεια από

το 1823 ως την παρούσα περίοδο του 1928. Είχα ζήσει το μεγαλύτερο μέρος των εκστρατειών του

στη Βραζιλία, ήμουν μάρτυρας και συμμερίστηκα

τις ανησυχίες και τις δυσκολίες που πέρασε. Ενήργησα για λογαριασμό του και στην Αγγλία. Έχω

αγωνιστεί μαζί του ενάντια σε Τούρκους, άγριους

στον πόλεμο, και ενάντια σε Έλληνες, σοφούς στη

διπλωματία. Μου έδωσε μεγάλη χαρά που διαπί-

143

στωσα πως μου έτυχε να συμμετέχω στο τέλος της

δημόσιας ζωής ενός τόσο διάσημου και ξεχωριστού

κυβερνήτη, που τα δημόσια κατορθώματά του ήταν

πάντα για την προαγωγή της ελευθερίας της ανθρωπότητας.

Όταν όλα τακτοποιήθηκαν, ο Λόρδος Κόχραν και

εγώ μπαρκάραμε σε μια ρωσική κορβέτα και κατευθυνθήκαμε στη Μάλτα, από εκεί στη Νάπολη και το

Παρίσι, απ’ όπου από είχαμε φύγει τον Ιούνιο.

Από αυτή την περίοδο έως το 1834, οι σχέσεις

μου με την Ελλάδα ήταν σύντομες και διακεκομμέ-

νες, γι’ αυτό δεν θα τις αναφέρω με λεπτομέρειες. Αρκεί να πω ότι επιστρέφοντας στην Ελλάδα σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις –το 1828, το 1834

και το 1835– είχα τη χαρά να διαπιστώνω πως η κατάσταση, πολιτικά και κοινωνικά, βελτιωνόταν

εμφανώς και σημαντικά. Αυτό ακριβώς συνέβη

ιδιαί τερα την πρώτη φορά που επέστρεψα, το 1828· γιατί δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως η πρώιμη

φάση της διοίκησης του Καποδίστρια ήταν δραστήρια, δίκαιη και λαοφιλής. Η πολιτική του, κατά

την πρώιμη περίοδο της διακυβέρνησής του, ήταν

να εξευμενίζει τη λαϊκή παράταξη ως κάτι διακρι-

τό από την ολιγαρχία των τοπικών αρχόντων, που ήθελαν να κρατήσουν την Ελλάδα σε κατάσταση

υποταγής στη δική τους δύναμη, όπως μέχρι τώρα.

Όμως στην όψιμη φάση της διακυβέρνησής του, οι βλέψεις του κατευθύνονταν λιγότερο φανερά στην

144

εναρμονίζονταν με την πανούργα και εγωιστική πολιτικής της Ρωσίας – υπό την αιγίδα της οποίας

είχε διοριστεί ο Καποδίστριας. Κι αυτή η θεωρούμενη αλλαγή στον τρόπο

με τον θάνατο τέλος στην καριέρα του.

Θα διηγηθώ με συντομία τις συνθήκες θανάτου του Καποδίστρια, όπως μου τις κατέθεσε ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Αρχιμανδρίτης Ρωμανίδης, που λειτουργούσε στην εκκλησία του Ναυπλίου όπου

έγινε η δολοφονία, τον Αύγουστο του 1831. Ο Καποδίστριας είχε ειδοποιηθεί ρητά από την αστυνομία πως υπήρχε σχέδιο δολοφονίας του. Μπαίνοντας

στην εκκλησία εκείνη τη μέρα, είδε τους δυο Μαυρομιχάληδες στην πόρτα, έναν συγγενή των οποίων

είχε βάλει να φυλακίσουν. Στην αρχή φάνηκε σαν

να υποψιάζεται τις προθέσεις τους, γιατί τον είδαν

να σταματά, μόλις τους αντίκρισε, και να σκέπτεται

για λίγα λεπτά, στη διάρκεια των οποίων ρούφηξε

λίγο καπνό, σαν να ήθελε να ενισχύσει τα ανακλαστικά του. Το αποτέλεσμα ήταν ότι προσπέρασε

τους Μαυρομιχάληδες, που τον χαιρέτησαν με σεβασμό ενώ έμπαινε, προχώρησε στην εκκλησία και παρακολούθησε τη λειτουργία. Βγαίνοντας όμως, τα αδέλφια ήταν ακόμα εκεί. Με το που έφθασε στην πόρτα, ο ένας τους τον πυροβόλησε κι ο άλλος

τον μαχαίρωσε. Πέθανε σχεδόν ακαριαία.

145
ευημερία της ίδιας Ελλάδας καθεαυτής και μάλλον
έθεσε
διακυβέρνησής του οδήγησε στη μοιραία λύση που

Ο ένας απ’ τους δολοφόνους σκοτώθηκε επιτόπου από τους φρουρούς του Κυβερνήτη. Ο άλλος το έσκασε προσωρινά και βρήκε καταφύγιο στο σπί-

τι του Γάλλου πρέσβη, όμως τον παρέδωσαν όταν ζητήθηκε. Ο ένοχος καταδικάσθηκε λίγο μετά και εκτελέστηκε για το έγκλημά του.

Μετά από επανειλημμένες συναντήσεις και προσωπικές επαφές με τον Καποδίστρια, για λογαριασμό του Λόρδου Κόχραν και των ναυτιλιακών υποθέσεων της Ελλάδας, δεν είχα την ευκαιρία να σκεφθώ ή να μιλήσω παρά μόνο με σεβασμό γι’ αυτόν. Ήταν ευγενικός, προσηνής και πάντα υπομονετικός και προσεκτικός ακροατής των όποιων παρατηρήσεων ή εκθέσεων μου είχε ζητηθεί να του κάνω.

Στο επόμενο κεφάλαιο θα διηγηθώ τα διάφορα

γεγονότα που αφορούν την εκ νέου σχέση μου με την

Ελλάδα, το 1834 και τα επόμενα χρόνια, ως την τελική αναχώρησή μου, το φθινόπωρο του τελευταίου

χρόνου, του 1836.

146

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΧ Ατμοπλοϊκή συγκοινωνία με την Ελλάδα – Δεξίωση στου Αντιβασιλέα – Ο Στρατηγός Τσωρτς – Η νεαρή κόμισσα Άρμανσπεργκ – Βελτίωση στην Ελλάδα – Ναύπλιο – Άργος – Αναχώρηση για Αθήνα – Έλληνες ναύτες –Άφιξη στην Αθήνα – Πρώτη θέα της Ακρόπολης – Αρχαιότητες – Εκκλησίες

Αθήνα έδρα της αυλής και έκρινα πως ήταν η ώρα να βάλω σε εφαρμογή ένα σχέδιό μου που το σκεπτόμουν σοβαρά από καιρό:

να οργανώσω μια ατμοπλοϊκή γραμμή με τακτικά δρομολόγια ανάμεσα στα γαλλικά και ιταλικά

λιμάνια, τη Μάλτα, την Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη.

Με εξαίρεση την ακτογραμμή μεταξύ Ελλάδας

και Μάλτας, όλη η εκτίμηση που είχα κάνει ήταν

εξαιρετικά αποδοτική. Έκρινα πως επεκτείνοντας

τη γραμμή μέχρι την Κωνσταντινούπολη, ακόμα

και αυτό το εξαιρούμενο κομμάτι θα ήταν εξίσου

αποδοτικό με το υπόλοιπο. Το σχέδιό μου ήταν

να φεύγει ένα πλοίο κάθε δεκαπέντε μέρες από τη

Μασσαλία, να πιάνει Γένοβα, Λιβόρνο, Νάπολη,

147
Όταν
στράφηκε πάλι προς την Ελλάδα
1834), έμαθα πως η ελληνική κυβέρνηση
την
η προσοχή μου
(το
σκόπευε να κάνει

Μάλτα, Αθήνα, κι από εκεί Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, αυτό το ταξίδι θα διαρκούσε δέκα ή δώδεκα μέρες.

Επειδή πάντα ενδιαφερόμουν βαθιά για την ευημερία της Ελλάδας και για να καθιερωθεί σαν ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος, ένιωθα βέβαιος πως

αυτό το σχέδιο, αν έμπαινε δυναμικά σ’ εφαρμογή, θα βοηθούσε κατά πολύ αυτούς τους στόχους. Συνεπώς αποφάσισα να διακόψω τις σπουδές μου στο

Μιντλ Τεμπλ [Middle Temple] και να αφιερωθώ σ’

αυτόν τον μεγάλο σκοπό. Το πρώτο βήμα ήταν να

στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1834 και ήμουν τυχερός που βρήκα τον καλό μου φίλο τον

κ. Ντώκινς [Dawkins], που ήταν ακόμα Βρετανός

πρέσβης στην ελληνική αυλή. Του υπέβαλα σύντομα

τα σέβη μου και με δέχθηκε με τη γνωστή του ευγένεια και λεπτότητα. Την επομένη, με επισκέφθηκε

και μου έκανε την τιμή να με καλέσει σε δείπνο.

Μετά από λίγα λεπτά γενικής συζήτησης, του εξέ-

θεσα τις βλέψεις μου να επισκεφθώ ξανά την Ελ-

λάδα και του έδωσα ένα αντίγραφο της επιστολής

στα γαλλικά, την οποία είχα ετοιμάσει να παρουσιά-

σω στον κ. Κωλέττη, τον Έλληνα υπουργό Εσωτερικών. Ο κ. Ντώκινς έριξε μια ματιά στην ατελή

διατύπωσή μου και με πολλή ευγένεια και χιούμορ

148
πάω στην Ελλάδα και να λάβω βοήθεια και έγκριση από την κυβέρνηση για τα σχέδια που είχα εκπονήσει. Έφθασα

διόρθωσε όλους τους αγγλισμούς και τα λάθη που

είχα κάνει. Παράλληλα εξέφρασε τη γενική έγκρισή

του για το σχέδιο μου. Με πληροφόρησε ωστόσο ότι

δεν θα ήταν έξυπνο να προσπαθήσω να το πραγματοποιήσω πριν από τη μεταφορά της αυλής στην Αθήνα, που θα γινόταν πολύ σύντομα.

Δεν μπορώ να μην αδράξω την ευκαιρία να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σ’ αυτόν τον εξαιρετικό και σημαίνοντα κύριο, για την ευγενική και γενναιόδωρη συμπεριφορά που μου επέδειξε, και σ’ αυτή και σε άλλες περιπτώσεις.

Δύο μέρες μετά την άφιξή μου στο Ναύπλιο, δινόταν μια δεξίωση στου Κόμη Άσμανσπεργκ, ενός από τους Αντιβασιλείς της Ελλάδας για όσο ήταν ανήλικος ο νεαρός βασιλιάς Όθωνας. Ήταν η τελευταία δεξίωση που δινόταν στο Ναύπλιο προτού μεταφερθεί η αυλή στην Αθήνα, τη μελλοντική έδρα

της κυβέρνησης. Αφού δείπνησα με τον κ. Ντώκινς, με κάλεσε να τον συνοδεύσω σ’ αυτή τη δεξίωση.

Ήταν μια από εκείνες τις ευκαιρίες όπου μπορούσαν

να διερευνηθούν τα ήθη και η κοινωνική ζωή της Ελλάδας με τον πλέον ελκυστικό τρόπο.

Το σπίτι του Αντιβασιλέα ήταν από τα μεγαλύτερα στο Ναύπλιο. Η δεξίωση γινόταν σε τρεις αίθουσες, καθεμιά ήταν περίπου εννέα επί έξι μέτρα, όλες επιπλωμένες σε ευρωπαϊκό στυλ.

Ανανέωσα τη γνωριμία μου με πολλούς παλιούς

φίλους, ανάμεσά τους με τον εξαιρετικό αξιωματικό,

149

τον Στρατηγό Σερ Ρ. Τσωρτς, με τον οποίο συζή-

τησα αρκετή ώρα. Διαπίστωσα πως είχε μείνει στην

Ελλάδα από το 1827, συντελώντας με το στρατιω-

τικό ταλέντο και τη φήμη του στη σταθεροποίηση

των νέων θεσμών. Ο Στρατηγός Τσωρτς είναι απ’

τους ανθρώπους που έχουν ταυτιστεί με την Ελλάδα

και το μέλλον της. Κέρδισε τον σεβασμό και την

αγάπη όλων των τάξεων της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν είχε χορό, είχε όμως μουσική από τις τρεις

χαριτωμένες κόρες του Κόμη και της Κόμισσας. Έπαιξαν αρκετές γερμανικές μελωδίες και ενθουσίασαν.

Η Κόμισσα Λουίζα ήταν περίπου δεκαοκτώ, η Κόμισσα Σοφία* γύρω στα δεκαέξι και η Κόμισσα Καρολίνα δεκατριών. Δεν υπήρχε τίποτα πιο απλό και ανεπιτήδευτο από τους τρόπους αυτών των χαριτωμένων νεαρών κοριτσιών. Επίσης, ήταν

εξαιρετικά όμορφες και ήξεραν με αντίστοιχη φιλικότητα και σύνεση να προσαρμόζονται στους ποικίλους τρόπους και τις διαβαθμίσεις της κοινωνικής συναναστροφής με τους ανθρώπους που τώρα τις

* Η Κόμισσα Λουίζα και η Κόμισσα Σοφία παντρεύτηκαν αργότερα τους δύο αδελφούς πρίγκιπες Καντακουζηνούς. Η

πρώτη δυστυχώς πέθανε τρεις μήνες μετά τον γάμο της. Όλες οι τάξεις των Ελλήνων θρήνησαν τον χαμό της γιατί ήταν πραγματικά αξιαγάπητη κι όλοι τη θαύμαζαν. Ο τάφος της βρίσκεται

στη Σαλαμίνα.

150

περιστοίχιζαν. Βρίσκονταν εκεί τριακόσια περίπου

άτομα απ’ όλα τα έθνη· κυρίως όμως Έλληνες. Απ’

αυτούς ξεχώριζαν μεταξύ των κυριών οι δυο κόρες

του Στρατηγού Καραϊσκάκη. Η μικρότερη έμοια-

ζε καταπληκτικά με τον διάσημο πατέρα της. Και

οι δύο φορούσαν την ελληνική φορεσιά – τα μικρά

κόκκινα φέσια έκαναν πιο ελκυστική την απλότητα

του παρουσιαστικού τους. Προσφέρονταν κάθε τόσο

παγωτά και άλλα αναψυκτικά. Η συντροφιά διαλύθηκε κατά τις έντεκα.

Το Ναύπλιο είχε αλλάξει πολύ απ’ τον καιρό που

έφυγα, το 1828. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμία ομοιομορφία στους δρόμους, όπως και στις άλλες μικρότερες πόλεις της Ελλάδας. Αλλά τώρα είχε

έναν φαρδύ ίσιο δρόμο που πήγαινε από τη μία άκρη της πόλης στην άλλη, κι η κάθε άκρη τελείωνε σε πλατεία. Υπήρχαν επίσης δύο καλά ξενοδοχεία και μπορούσε κανείς ν’ απολαύσει τις ίδιες ανέσεις όπως

σε οποιαδήποτε πόλη της πολιτισμένης Ευρώπης.

Το μεγαλύτερο έξοδο κατά τη διαμονή μου ήταν

το δωμάτιο στο ξενοδοχείο, για το οποίο πλήρωνα

τέσσερις δραχμές την ημέρα – περίπου δύο σελίνια

και δέκα πένες. Όταν δεν ήμουν καλεσμένες σε σπίτια, έτρωγα πάντα σ’ εστιατόριο, που μου κόστιζε

περίπου μιάμιση δραχμή για τρία πιάτα. Το πρωινό μου –αγγλικό, με τσάι, ψωμί και βούτυρο– μου στοίχιζε μία δραχμή.

Η τοποθεσία του Ναυπλίου το καθιστά πολύ

151

ισχυρό. Το κάστρο βρίσκεται στην κορυφή ενός πολύ

υψηλού βράχου, που δεσπόζει πάνω απ’ την πόλη, και είναι απρόσιτο απ’ όλες τις πλευρές. Μεταξύ

Ναυπλίου και Άργους, στα δέκα χιλιόμετρα απόσταση, υπάρχει μια πλούσια και γόνιμη πεδιάδα, που μπορεί να παράγει όλα τα απαιτούμενα. Η πεδιάδα, τη συγκεκριμένη περίοδο, ήταν μάλλον βαλτώδης

και τη θεωρούσαν ανθυγιεινή. Όμως κάθε χρονιά μετά τον πόλεμο, η καλλιέργεια αποδυνάμωνε αυτή

τη μομφή και σε λίγα χρόνια αναμένεται να είναι

απολύτως υγιεινή περιοχή. Θυμάμαι ωστόσο πως

στις ζέστες του καλοκαιριού η διαμονή εκεί θεωρού-

νταν σχεδόν θανάσιμη.

Επειδή, όπως έμαθα και προείπα, οι βλέψεις μου

για την επάνοδό μου στην Ελλάδα δεν θα πραγματοποιούνταν πριν από τη μεταφορά της αυλής στην Αθήνα, έφυγα με μια σκούνα από το Ναύπλιο και

πήγα διά θαλάσσης εκεί.

Στα μικρά ταξίδια με ελληνικό πλοίο, ο επιβάτης είναι συνήθως αναγκασμένος να κουβαλά προμήθειες για τη διαδρομή. Έτσι έκανα κι εγώ για την περίσταση. Πήρα μαζί μια ψητή γαλοπούλα και μερικά κοτόπουλα. Αφού κατανάλωσα τα κοτόπουλα, ζήτησα από τον υπηρέτη της καμπίνας να μου ετοιμάσει πρωινό και να μου δείξει τη γαλοπούλα. Ανακάλυψα όμως πως είχαν μείνει μόνο τα κόκκαλα. Μίλησα στον καπετάνιο γι’ αυτή την κλοπή κι εκείνος συγκέντρωσε το μικρό πλήρωμα και τους

152

ρώτησε πολύ απλά ποιοι ήταν οι φταίχτες. Η απάντηση ήταν εξίσου απλή – δεν υπήρχε αμφιβολία

πως έφταιγε η γάτα. Καθώς ο καπετάνιος όπως κι

εγώ γνωρίζαμε πως αυτή η αμφισβήτηση της αθωότητας της καημένης της γάτας ήταν ψεύτικη, επέμεινα πως έπρεπε να σταματήσει το πλοίο και να

στείλει λίγους άνδρες του σ’ έναν από τους κόλπους

να μου πιάσουν μερικά ψάρια. Δέχθηκε την πρότασή

μου με καλοσύνη. Κατέβασε τον φλόκο. Συνόδευσα

κι εγώ τους άνδρες, που μέσα σε μία ώρα μού έπια-

σαν εξαιρετικά ψάρια για ένα υπέροχο πιάτο. Τα

ψάρια ήταν δεκαπέντε με είκοσι εκατοστά, όλα κόκκινα. Δεν ξέρω καθόλου τί είδους ήταν. Διηγούμαι

αυτό το γεγονός γιατί δείχνει τον χαρακτήρα των

Ελλήνων. Ήξεραν το λάθος τους και ήταν έτοιμοι

να επανορθώσουν όσο καλύτερα μπορούσαν.

Μόλις φτάσαμε στον Πειραιά, τέσσερις μέρες

μετά, αφού περάσαμε απ’ τις Σπέτσες, την Ύδρα, τον Πόρο και τη διάσημη Αίγινα, αποβιβάστηκα με

τα υπάρχοντά μου. Βρήκα το μέρος σε κατάσταση

πλήρους αποδιοργάνωσης. Υπήρχαν μόνο δύο κτίρια, χωρίς αρκετό χώρο για να τοποθετήσουν σε

στέγαστρο τα πράγματα της αυλής που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο. Όλα ήταν στο ύπαιθρο.

Ένας τελωνειακός άνοιξε τα μπαούλα μου και τα

έκλεισε πάλι, όταν του έδωσα τον λόγο μου ότι δεν είχα τίποτα λαθραίο.

Έφυγα από τον Πειραιά με τις αποσκευές μου

153

πάνω σε τρία άλογα που είχα νοικιάσει, και σε μία

ώρα έφθασα στην Αθήνα. Δεν υπήρχε δρόμος εκτός

από ένα μονοπάτι για άλογα που οδηγούσε μέσα

από έναν ελαιώνα στην πόλη, κάπου οχτώ χιλιόμετρα μακριά.

Προσεγγίζοντας την Αθήνα για πρώτη φορά, η

θέα της Ακρόπολης είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή

και γεννά μια ανώτερη ιδέα για το μεγαλείο της πόλης. Αλλά καθώς πλησιάζεις, τι θλιβερή αντίθεση βρίσκεται μπροστά σου! Την εποχή στην οποία αναφέρομαι, ήταν αδύνατον να φανταστείς πιο αηδιαστικό και βρομερό μέρος. Σε κάθε τους βήμα τ’ άλογα με τις αποσκευές μου βούλιαζαν μέχρι το γόνατο στη λάσπη, απ’ την οποία αναδίδονταν οσμές, μάλλον μολυσματικές. Ζήτησα ένα καλό ξενοδοχείο και με πληροφόρησαν πως το Ξενοδοχείο της Γαλλίας [Hôtel de France] ήταν το καλύτερο. Προχώ-

ρησα κατακεί περνώντας από βρόμικα ζιγκ ζαγκ μονοπάτια και εγκαταστάθηκα σε ένα αθλιότατο

δωμάτιο, για το οποίο πλήρωνα τέσσερις δραχμές –δύο σελίνια και δέκα πένες.

Μετά την άφιξή μου στην Αθήνα συνάντησα, όσο το δυνατόν συντομότερα, τον κ. και την κ. Χιλλ [Hill]. Εκείνος είναι Αμερικανός ιεραπόστολος, που

τον είχε στείλει στην Ελλάδα μια κοινότητα των

Ηνωμένων Πολιτειών για να μορφώσει την ελληνι-

κή νεολαία. Στο σπίτι αυτών των υπέροχων ανθρώπων περνούσα ευχάριστα τα βράδια μου, ώσπου να

154

μεταφερθεί η αυλή και ο νεαρός μονάρχης να κάνει

την επίσημη είσοδό του στη μελλοντική πρωτεύου-

σα της Ελλάδας. Θα περιγράψω αυτό το γεγονός

στο επόμενο κεφάλαιο. Στο μεταξύ, παρόλο που

διασκέδαζα και μορφωνόμουν πολύ με τις επισκέψεις μου στις φημισμένες αρχαιότητες της πόλης, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γι’ αυτά, γιατί έχουν περιγραφεί πολύ ωραία και αναλυτικά από άλλους ταξιδιώτες. Όμως θα αναφέρω πως την περίοδο για

την οποία μιλώ, τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο και

άβολο απ’ το να δεις αυτά τα διάσημα μνημεία, γιατί

ήταν σκεπασμένα από ερείπια και την πρόσβαση σε αυτά εμπόδιζαν τμήματα των σύγχρονων σπιτιών

και άλλα κτίσματα των Τούρκων, που είχαν όλα

γκρεμιστεί όταν ο τουρκικός στρατός εγκατέλειπε

την πόλη. Είχαν όμως διατηρηθεί πολλές εκκλησίες·

τουλάχιστον τριακόσιες, όπως μου είπαν. Μετά την

εισαγωγή των καμπαναριών ωστόσο, η κυβέρνηση μείωσε τον αριθμό σε είκοσι, γιατί οι διαρκείς καμπανοκρουσίες τους θα έκαναν την πόλη σχεδόν μη κατοικήσιμη. Την εποχή των Τούρκων οι καμπάνες

δεν επιτρέπονταν στις ελληνικές εκκλησίες και ο

παπάς καλούσε τους πιστούς χτυπώντας ένα μικρό ξύλο πάνω στο κυρτό μέρος ενός κοίλου ξύλου [τάλαντο]. Αυτός ο τρόπος πρόσκλησης σε προσευχή χρησιμοποιείται ακόμα στην επαρχία, στις εκκλησίες όπου οι ενορίτες δεν είναι αρκετά πλούσιοι για

ν’ αγοράσουν καμπάνες.

155

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

Η επίσημη είσοδος του Βασιλέα στην Αθήνα – Ο χορός

για τον Βασιλέα – Ο τρόπος με τον οποίο πήγαιναν οι

κυρίες στον χορό – Περιγραφή του χορού και παριστά-

μενοι – Το κυνήγι μπεκάτσας – Ένας Έλληνας χωρικός

και η οικογένειά του

Την 1η Δεκεμβρίου του 1834, ο Βασιλιάς Όθω-

νας έκανε την επίσημη είσοδό του στην πρωτεύουσα

της Ελλάδας. Ο καιρός κατά το προηγούμενο δεκαπενθήμερο ήταν πολύ κακός, έβρεχε συνέχεια, ακόμα και το πρωί της μέρας που είχε ορισθεί για την τελετή. Όμως σαν ένδειξη καλού οιωνού, ο καιρός άνοιξε ακριβώς λίγο πριν από την ώρα που ο νεαρός Βασιλιάς θα έμπαινε στη νέα του πρωτεύουσα. Ο Βασιλιάς Όθωνας αποβιβάστηκε από ένα ελληνικό πολεμικό πλοίο στον Πειραιά, ενώ τον χαιρέτιζαν είκοσι ένα κανόνια. Η Αντιβασιλεία, που αποτελούνταν από τον Κόμη Άρμανσπεργκ, τον Βαρόνο ντε Κόμπελ [Baron de Kobel] και τον Στρατηγό Χάιντεκ [Heideck], που συνοδεύονταν από τον

κ. Κωλέττη, τον κ. Ρίζο, υπουργούς Εσωτερικών

και Εξωτερικών, ο Αξιώτης, Νομάρχης Αθηνών, και όλο το δημοτικό συμβούλιο της πόλης υποδέχθηκαν τη Μεγαλειότητά του στην αποβίβαση.

157

Καθώς η πομπή προχωρούσε προς την πόλη, η

έφιππη παρέλαση μεγάλωνε, γιατί ενισχυόταν από

αρκετούς που έσπευδαν στον Πειραιά να υποβά-

λουν τη δέουσα τιμή στη βασιλεία. Όλοι οι παλαιοί

Έλληνες πολεμιστές ήταν εκεί, με τον Στρατηγό Τσωρτς επικεφαλής. Αυτοί οι ονομαστοί άνδρες

προσέδιδαν πολλά με την παρουσία τους στο γεγονός. Μεταξύ των αυλικών πρόσεξα τον γηραιό Πρίγκιπα Καρατζά, ντυμένο τουρκικά, με τον μακρύ

μανδύα Μολδαβού Οσποδάρου. Ήταν καβάλα σ’

ένα ζωηρό αραβικό άλογο, που το κουμάνταρε πολύ

καλά, παρά την προχωρημένη ηλικία του.

Κοντά στο Θησείο υπάρχει μια αψίδα που οδηγεί σε έναν κεντρικό δρόμο της πόλης. Αυτή η αψίδα ήταν στολισμένη με κλαδιά δάφνης και ελιάς, και κάτω απ’ αυτήν πέρασε η Μεγαλειότης του και μπήκε στη νέα πρωτεύουσα της επικράτειάς του.

Λίγο πριν φτάσεις σε αυτό το προστώο υπάρχει ένα ύψωμα στο έδαφος. Εκεί πάνω πέντε περίπου χι-

λιάδες Αθηναίοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους

είχαν σταθεί για να καλωσορίσουν τον νεαρό μονάρχη, που δεχόταν τις επευφημίες τους με πολλή

χάρη.

Η Α.Μ., αφού πέρασε με την ακολουθία του από τα ελικοειδή δρομάκια της νέας του πρωτεύουσας, έφθασε στην προσωρινή του κατοικία – που ήταν πολύ ταπεινή, αποτελούνταν από δώδεκα περίπου

δωμάτια, τετρακόσια μέτρα έξω από την πόλη.

158

Όμως ήταν το καλύτερο σπίτι εκεί, κι από τότε έχει

επεκταθεί με μία μεγάλη οκταγωνική αίθουσα υποδοχής, όπου εγώ ο ίδιος είδα μαζεμένα τετρακόσια

άτομα.

Η Α.Μ., μόλις έφθασε στο παλάτι, δεξιώθηκε τη φρουρά και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης.

Όπως μπορεί να υποτεθεί, με την αλλαγή έδρας του δικαστηρίου, η κοινωνική ζωή χρειαζόταν λίγο καιρό μέχρι να αναμορφωθεί. Υπήρχαν φυσικά κάποια σταθερά πρόσωπα, ιδιαίτερα ο κύριος και η κυρία Χιλλ, ο κύριος και η κυρία Φίνλεϊ [Finlay], που στα φιλόξενα σπίτια τους περνούσα ευχάριστα.

Τους Έλληνες τους επισκεπτόμουν στη διάρκεια

της ημέρας, γιατί δεν είχαν ακόμα τη συνήθεια να

δέχονται τους φίλους τους το βράδυ. Αλλά ακόμα

και με όσους επισκεπτόμουν, η συναναστροφή δεν

ήταν τόσο ευχάριστη – γιατί εκείνη την περίοδο δεν

ήξερα τη γλώσσα. Και δεν υπάρχει πιο αμήχανο και

συνάμα πιο ξενέρωτο πράγμα απ’ το κάνεις παρέα

με ανθρώπους με τους οποίους επικοινωνείς μόνο

διά της παντομίμας.

Μόλις η Κόμισσα Άρμανσπεργκ εγκαταστάθη-

κε στο σπίτι της στην Αθήνα, έβγαλε προσκλήσεις

για έναν μεγάλο χορό, όπου θα παρευρισκόταν και

ο Βασιλιάς. Αυτό το άνοιγμα της «μοδάτης» επο-

χής χαροποίησε και τους Αθηναίους και τους ξένους.

Ετοιμάστηκαν όλοι να πάνε σ’ αυτόν τον πρώτο χορό στην κλασική Αθήνα.

159

Με την κατάσταση των αθηναϊκών δρόμων

που περιέγραψα, οι αναγνώστες μου σίγουρα θα

είναι περίεργοι να μάθουν πώς πέρασαν από εκεί

οι καλεσμένοι, αφού δεν υπήρχαν άμαξες. Όσες

κυρίες μπόρεσαν να πάρουν άλογα, τα καβάλη-

σαν, με τον τρόπο που καβαλίκευαν οι πρόγονοί

μας επί Βασίλισσας Ελισάβετ. Άλλες ήρθαν με

τα πόδια φορώντας φαρδιές τούρκικες μπότες, με προπορευόμενους υπηρέτες που κρατούσαν μεγάλα φανάρια, με τέσσερα ή πέντε κεριά το καθένα.

Μ’ αυτόν κυρίως τον τρόπο έφτασαν οι καλεσμέ-

νοι στο σπίτι της Κόμισσας. Φτάνοντας άφηναν

τις μπότες τους στη φροντίδα των υπηρετών τους, που είχαν πάρει εντολή να περιμένουν κάτω με

όλα τα συμπράγκαλα, έως την αναχώρησή τους.

Κάθε συντροφιά οδηγούνταν σε μια ευρύχωρη

σειρά δωματίων, τους υποδέχονταν ο Κόμης και η

Κόμισσα, μαζί με τη χαριτωμένη οικογένειά τους.

Στις οκτώ και μισή έφθασε ο μονάρχης της Ελλάδας, και στις εννέα άρχισε ο χορός, με επικεφαλής τη Μεγαλειότητά του και την Κόμισσα Λουίζα

σε ένα βαλς. Ακολούθησε μια καντρίλια, όπου μια

Ελληνίδα είχε την τιμή να είναι ντάμα της Μεγαλειότητάς του.

Καθώς αυτή ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν στην ίδια αίθουσα με τον Όθωνα, απέφυγα να

βρω ντάμα για λίγη ώρα, ώστε να έχω την ευκαιρία

να παρατηρήσω τον νέο ηγεμόνα της Ελλάδας.

160

Είναι λίγο πιο ψηλός από το μέσο ανάστημα, με πολύ ανοιχτόχρωμο δέρμα, με μάλλον σκούρα μαλλιά, γαλάζια μάτια και μια έκφραση καλοσύ-

νης στην όψη. Σωματικά είναι από τους πιο καλοφτιαγμένους άνδρες που έχω δει, με αξιοπρεπές και ωραίο παράστημα· και χορεύει άψογα.

Η αίθουσα όπου γινόταν ο χορός ήταν πολύ μεγάλη – περίπου δεκαοχτώ επί δώδεκα μέτρα. Ο Βασιλιάς, αφού έκανε μία φορά τον γύρο της αίθουσας

με την Κόμισσα Λουίζα, σταμάτησε για την ξεκουράσει· κι οι άλλοι χορευτές του βαλς έκαναν το ίδιο. Οι ακόλουθοι του Βασιλέα ήταν ντυμένοι πολύ όμορφα με τη στολή της αυλής. Όμως η Μεγαλειότης του φορούσε μαύρο πανωφόρι και πανταλόνι, και στο

αριστερό του στήθος είχε το παράσημο του Σωτήρος.

Εκείνη την εποχή, ένα γερμανικό στρατιωτι-

κό σύνταγμα ήταν σταθμευμένο στην Αθήνα για

να επιτηρεί την τάξη· κι όλοι οι αξιωματικοί του

ήταν παρόντες. Δεν είδα πολλούς από τους Έλληνες

οπλαρχηγούς σ’ αυτή την εκδήλωση – δεν ξέρω για-

τί· επειδή στις επόμενες γιορτές πάντα ξεχώριζαν.

Ο Άγγλος, ο Γάλλος, ο Πρώσος και ο Ισπανός

πρέσβης ήταν παρόντες με την ακολουθία τους, με πλήρη στολή. Ο Γάλλος πρέσβης, ο κύριος Ρουέν [Rouen], επρόκειτο σύντομα να παντρευτεί τη δεσποινίδα Αργυροπούλου, εγγονή του Πρίγκιπα Καρατζά, μια πολύ μορφωμένη και αξιαγάπητη νέα.

Ο φίλος μου Ταγματάρχης Ρόμπσον [Robson] (που

161

είχα συναντήσει στη Μασσαλία) μου είχε δώσει μια

συστατική επιστολή γι’ αυτή την οικογένεια.

Στον χορό παρευρίσκονταν και πολλές Ελ-

ληνίδες, μία τους είχε την τιμή να χορέψει με τον Βασιλέα την πρώτη καντρίλια, που ακολούθησε το εισαγωγικό βαλς.

Αφού παρακολούθησα αρκετή ώρα αυτή την ευχάριστη σκηνή, πήγα στην άλλη σειρά δωματίων, που αποτελούνταν από τρεις αίθουσες, κάπου έξι επί έξι μέτρα. Ήταν πολύ όμορφα διακοσμημένες με καλά τουρκικά χαλιά, όμορφους σοφάδες

και καρέκλες, σκεπασμένες με

Αθήνα – έναν τόπον που συνήθως οι ταξιδιώτες

τον περιέγραφαν σαν έναν σωρό από ερείπια.

Ανάμεσα στους χορούς, προσφέρονταν παγωτά, λεμονάδες, πορτοκαλάδες κλπ. μαζί με ελληνικά, τουρκικά και γερμανικά κέικ και γλυκά.

Στις έντεκα σχηματίστηκε ένας ομαδικός χορός

ζευγαριών [cotillion]: είκοσι ζευγάρια σηκώθηκαν να χορέψουν. Ένας από τους βασιλικούς αξιωματικούς προχώρησε μπροστά από τη Μεγαλειότητά του για να του δείξει τη φιγούρα που θα εκτελούνταν.

Η μουσική που χορέψαμε ήταν καθαρά γερμανική· από μια εξαιρετική ορχήστρα που είχε φέρει ο Βασιλιάς μαζί του απ’ το Μόναχο.

162
γαλάζιο και λευκό μετάξι. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με μια πολύ όμορφη ταπετσαρία, που μόλις είχε έρθει από τη Γαλλία. Άρχισα να ξεχνώ πως βρισκόμουν στην

Στις έντεκα και μισή ο χορός σταμάτησε. Τότε προσφέρθηκε ζεστή σούπα σε φλιτζάνια του καφέ, και δεκαπέντε λεπτά αργότερα, η Μεγαλειότης του

αποσύρθηκε. Αμέσως όλοι ακολούθησαν το παράδειγμά του, φανερά ικανοποιημένοι από τη φιλική και χαριτωμένη συμπεριφορά του νεαρού Βασιλέα και από την ειλικρινή φιλοξενία του τέλειου οικοδεσπότη και της οικοδέσποινας.

Επιστρέφοντας το άλλο πρωί στη σκηνή

χέρια των Ρωμαίων, μετά των Βενετσιάνων, μετέπειτα στη σκλαβιά των Τούρκων που κράτησε τα τελευταία τετρακόσια χρόνια. Τελικά ο τόπος αποτίναξε τον

ζυγό των σκληρών τυράννων και αναδύθηκε από τη

βαρβαρότητα στον αρχόμενο πολιτισμό.

Αναλογιζόμενος αυτές τις συγκυρίες, έφερα στο

μυαλό μου τα γεγονότα. Η γεωγραφική θέση της

Αθήνας, ο αριθμός και η ποιότητα των λιμανιών και

των άλλων της τόπων, η γονιμότητα των πεδιάδων

της και πάνω απ’ όλα ο χαρακτήρας και το πνεύμα

του λαού της, όλα αυτά δεν έχουν αλλάξει από τότε

που ήταν η αρχόντισσα του πολιτισμένου κόσμου.

Και αναλογιζόμενος επιπλέον ότι πρόσφατα ξανα-

κέρδισε αυτές τις ελευθερίες, που η απουσία τους

163
που μόλις περιέγραψα, δεν ήταν δυνατό να μην ανατρέξω στην ιστορία του τόπου, μέσα σ’ αυτά τα δυο χιλιάδες χρόνια που πέρασαν από τότε που η Αθήνα ήταν στον κολοφώνα της λάμψης της μέχρι τη σταδιακή παρακμή, το πέρασμα στα

ήταν η κύρια αιτία της παρατεταμένης δυσπραγίας

και υποβάθμισής της, δεν μπορούσα παρά να αισθανθώ την πλέον αισιόδοξη και σίγουρη πεποίθηση

πως σύντομα της μέλλεται να κατακτήσει πάλι την

υψηλή και ζηλευτή θέση ανάμεσα στις μητροπολιτικές πόλεις της Ευρώπης, θέση που οι πιο πρώιμες

και συμφέρουσες δικές μας ενώσεις πόλεων είθισται

να της εκχωρούν.

Ενώ έκανα τέτοιες σκέψεις (ευτυχώς, πιθανόν, για τους αναγνώστες μου) άκουσα ένα χτύπημα

στην πόρτα. Ήταν ένας φίλος που ήρθε να με προσκαλέσει σε πρωινό κυνήγι μπεκάτσας. Φαίνεται

πως η παγωνιά της προηγούμενης νύχτας έφερε

σμήνη πουλιών από τα βουνά κάτω στην πεδιάδα.

Πήγαμε να δοκιμάσουμε τις κυνηγετικές μας ικανότητες πάνω τους.

Η τοποθεσία του κυνηγιού απείχε περίπου τρία

χιλιόμετρα από την πόλη, αριστερά του Πειραιά.

Κόβοντας δρόμο απ’ τον ελαιώνα στα δεξιά, φτάσαμε σ’ ένα μέρος γεμάτο ψηλά βούρλα. Εδώ βρήκαμε

αρκετές βαλτομπεκάτσες, αλλά επειδή προτιμούσα

τις μπεκάτσες, ο φίλος μου, ο κ. Λ., με πήγε οχτα-

κόσια μέτρα παραπέρα, σε κάτι σημεία σκεπασμένα

με μικρούς βάτους και χαμόκλαδα, όπου βρήκαμε

άφθονο κυνήγι. Μέσα σε δύο ώρες προμηθευτήκαμε τόσα πουλιά όσα μπορούσαμε να κουβαλήσουμε

σπίτι με τη βοήθεια του Έλληνα υπηρέτη μας. Κου-

ρασμένοι απ’ το κυνήγι, μπήκαμε σ’ ένα μικρό καλύ-

164

βι, που το είχε ένας φτωχός άνδρας, η γυναίκα του

και τρία παιδιά. Η γυναίκα έφτιαχνε βαμβάκι, στρι-

φογυρίζοντας το αδράχτι με μεγάλη δεξιότητα. Ο

άνδρας κάπνιζε ήρεμα την πίπα του, ντυμένος όπως

οι Αθηναίοι χωρικοί, με λευκό τουρμπάνι, πανωφόρι

από προβιά, φουστανέλα και κάλτσες μακριές, από

προβιά κι αυτές.

Ο Δημήτρης, ο υπηρέτης μας, τους είπε πως θα

θέλαμε κάτι να φάμε, και οι καλοί άνθρωποι έφεραν αμέσως λίγο από το εξαιρετικό μαύρο ψωμί τους, για το οποίο φημίζονται οι Αθηναίοι, και μας έβρασαν αυγά. Το ποτό δεν το ευχαριστηθήκαμε, γιατί το κανονικό ελληνικό κρασί (αν εξαιρέσουμε το αρχαίο του όνομα) περιέχει τόση ρετσίνα που μόνο οι ντόπιοι μπορούν να το πιουν. Όμως το ρωμαϊκό ρητό de gustibus κ.λπ. ισχύει ακόμα, τον δέκατο ένατο αιώνα, όπως και δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Γιατί

όταν προσφέραμε στον Έλληνα χωρικό το υπόλοιπο του εξαιρετικού γαλλικού κρασιού που είχαμε

μαζί μας σ’ ένα φλασκί, είπε πως αυτό με τίποτα δεν

μπορούσε να συγκριθεί με την παραγωγή των δικών του λόφων και πεδιάδων.

Ο Δημήτρης, που ήταν ο διερμηνέας μας, έπια-

σε κουβέντα με τον χωρικό και τον ρώτησε με την

προτροπή μας τι έκανε στον πόλεμο. Απάντησε

πως ήταν στρατιώτης με τον Στρατηγό Καραϊσκά-

κη και βρισκόταν στον Πειραιά όταν σκοτώθηκε ο

διάσημος αρχηγός. Έπειτα έπιασε μια μεγάλη και

165

ζωηρή ιστορία για τις εκστρατείες του και κατέληξε

δηλώνοντας πως στο τέλος του πολέμου βρέθηκε με

εκατό δολάρια· με τα μισά αγόρασε είκοσι στρέμ-

ματα γη κι έχτισε μια καλύβα· προτιμούσε να καλλιεργεί τη μικρή του περιουσία και να φροντίζει την

οικογένειά του παρά να είναι στρατιώτης. Δώσαμε

ένα μικροποσό σ’ αυτόν τον άξιο στρατιώτη για τη

φιλοξενία του, και μερικά ψιλά στα μικρά του, και

πήραμε τον δρόμο για το σπίτι, ικανοποιημένοι από

την απολαυστική ημέρα.

166

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ

Βασιλική χοροεσπερίδα στου Άγγλου πρέσβη – Περιγρα-

φή λεπτομερειών – Οι παριστάμενες καλλονές – Ο Βασιλιάς – Τα κόκκινα πανωφόρια – Ευπρέπεια και καλό

γούστο των Ελλήνων – Το σχέδιο με τα ατμόπλοια – Κατ’

ιδίαν ακρόαση του συγγραφέα με τον Βασιλέα – Ανάλυση

των βλέψεων του συγγραφέα – Η ανεπιφύλακτη έγκριση

και στήριξη του Βασιλέα– Επιστροφή στην Αγγλία

Η περίοδος των διασκεδάσεων είχε τώρα αρχίσει. Ο κ. Ντώκινς, εκπρόσωπος

της Βρετανικής

Μεγαλειότητος, οργάνωσε χοροεσπερίδα για τον νεαρό Βασιλέα, ισάξια με εκείνη του Κόμη Άρμανσπεργκ, όπου ήταν καλεσμένη όλη η ελίτ της Αθήνας.

Μπαίνοντας στην αίθουσα με τον κ. Μπελ, έναν

παλιό μου φίλο, αξιωματικό του βρετανικού ναυτικού, αντιληφθήκαμε πως ο Βασιλιάς είχε φτάσει μόλις πριν από εμάς και ο κ. Ντώκινς είχε αναλά-

βει να περιποιηθεί τη Μεγαλειότητά του. Η σειρά

των αιθουσών της δεξίωσης, που αποτελούνταν από

τέσσερα διαμερίσματα, ήταν γεμάτη με λαμπρές

στολές κάθε είδους. Η κυρίως αίθουσα, που ήταν

κατάλληλη για χορό, ήταν περίπου δεκαοχτώ επί

δέκα μέτρα. Στην κάθε άκρη υπήρχε ένα μικρότερο

167

δωμάτιο, κάπου έξι επί έξι μέτρα, και σε μια γωνιά

ήταν τ’ αναψυκτικά. Όλα είχαν κανονιστεί με πολύ

γούστο, που οφειλόταν στη φιλοξενία του εξαιρετι-

κού μας πρέσβη.

Όλοι οι παλιοί οπλαρχηγοί ήταν εκεί – ο Κολοκοτρώνης, ο Τζαβέλας, ο Γρίβας, ο Κουντουριώτης,

ο Μπουντούρης κ.λπ. Το όλο σκηνικό θα ευχαριστούσε και θα ικανοποιούσε και το πιο ιδιότροπο

και οξυδερκές μάτι.

Η Μεγαλειότης του ήταν ντυμένος σαν απλός

πολίτης, με το παράσημο του Σωτήρος στο στήθος. Περιδιάβηκε τις αίθουσες για μισή ώρα, κατά την οποία οι παρευρισκόμενοι έπαιρναν τσάι και καφέ.

Η ορχήστρα τότε έπαιξε ένα βαλς και η Μεγαλειότης

του έκανε την αρχή με τη χαριτωμένη Κόμισσα Σοφία

(νυν Πριγκίπισσα Καντακουζηνού). Ακολούθησαν

αμέσως κι άλλοι, και η ατμόσφαιρα ζωντάνεψε.

Πρόσεξα πως οι ξένοι που τραβούσαν τότε περισσότερο την προσοχή ήταν ο Κόμης Λούσι [Lusi],

Πρώσος πρέσβης, και ο Κόμης Ντ., Σάξωνας αξιωματικός, επισκέπτης στην Ελλάδα, που φορούσαν

και οι δύο λεπτοπλεγμένα πορφυρά πανωφόρια, τη

στολή της πατρίδας τους.

Αναφέρω αυτή την ασήμαντη προφανώς λεπτομέρεια, γιατί επιβεβαίωσε την παρατήρηση που

κάνω πάντα σε σχέση με παρόμοιες περιπτώσεις –πως δηλαδή ένα κόκκινο πανωφόρι υπερέχει απείρως σε σχέση με κάθε άλλο χρώμα στο να τραβά

168

και να κρατά τα γυναικεία βλέμματα και την προσοχή. Το γαλάζιο, το ανοιχτό πράσινο, το λευκό, το

σκούρο μπλε και όλες οι ποικίλες λαμπρές στολές

που υπήρχαν εκεί, ήταν συγκριτικά αδύναμες να

τραβήξουν το βλέμμα της Ελληνίδας καλλονής.

Η εξήγηση αυτού του γεγονότος (αν υπάρχει)

ίσως έχει σχέση με την απάντηση ενός τυφλού, που

τον ρώτησαν τι ιδέα είχε για το πορφυρό χρώμα.

Είπε πως τον συγκινούσε «σαν τον ήχο μιας τρομπέτας».

Αυτή τη φορά (για πρώτη φορά, νομίζω) υπήρ-

χε κάτι σαν κανονικό γεύμα – ένα δείγμα αντάξιο

για αντιπρόσωπο ενός έθνους που διατράνωνε τη στερεότητα της φιλοξενίας του. Όμως το αναφέρω

για να έχω την ευκαιρία να παρατηρήσω την άψογη ευπρέπεια και ακρίβεια συμπεριφοράς που επικρατούσε, παρά τον μεγάλο αριθμό προσώπων σε σχέση με όσα προσφέρονταν για την εξυπηρέτησή τους.

Δεν υπήρχε βιασύνη, συνωστισμός, ο καθένας περί-

μενε ήσυχα και στωικά μέχρι να έρθει η σειρά του.

Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως αυτή η ευκολία

προσαρμογής στον εκλεπτυσμό και την κοσμιότητα

των ευρωπαϊκών τρόπων βοά υπέρ της πλαστικό-

τητας του ελληνικού χαρακτήρα και της δύναμης να

αφομοιώνεται στη βελτιωμένη κατάσταση που τον

αναμένει.

Ανακάλυψα επίσης πως οι περισσότερες από τις

Ελληνίδες με τις οποίες χόρεψα μιλούσαν γαλλικά.

169

Η εκμάθηση αυτής της γλώσσας θεωρείται τώρα

στην Αθήνα απολύτως απαραίτητη για την καλή ανατροφή.

Μεταξύ των κυριοτέρων καλλονών που βρίσκονταν τότε στην αίθουσα ήταν οι τρεις κόρες της Κόμισσας Άρμανσμπεργκ, η Δεσποινίς Οργκάντας [Organdas], η κυρία Καρπούνη, η Δεσποινίς Φάλκε [Falke], η Δεσποινίς Βιτάλη [Vitalli] και η Δεσποινίς Ρίζου.

Ανάμεσα στους χορούς, η Μεγαλειότης του περιφερόταν στην αίθουσα και συνδιαλεγόταν με τους

αυλικούς του. Στις δώδεκα αποσύρθηκε, οπότε η συγκέντρωση αμέσως διαλύθηκε – έμεινε η γενική αίσθηση πως ο αγγλικός χορός είχε για τα καλά

ξεπεράσει όλους τους εύθυμους ανταγωνιστές του.

Σ’ αυτή τη συγκέντρωση γνώρισα τον Βαρόνο

Χουνολστάιν [Hunolstein], που τότε ήταν αρχιθαλαμηπόλος του Βασιλέα. Αφού συζήτησα μ’ αυτόν τον κύριο για το σχέδιό μου σχετικά με τα ατμόπλοια, προσφέρθηκε ειλικρινά να προωθήσει τις

βλέψεις μου γι’ αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα επιχείρηση – έτσι την αποκάλεσε.

Επειδή γνώριζα πως ο ευγενής αυτός άνθρωπος σε κάθε ευκαιρία εξέφραζε τα αισθήματα του μονάρχη, του ζήτησα, λίγες μέρες μετά, να με παρουσιάσει στον Μεγαλειότατο. Καθώς είχα στο παρελθόν την ευκαιρία να παρουσιαστώ στην αυλή του

Σεντ Τζέιμς, αυτό θα μου έδινε το θάρρος να ζητή-

170

σω αυτή την εξυπηρέτηση από τον δικό μου πρέσβη

για οποιαδήποτε ημέρα δημόσιας υποδοχής. Επειδή

όμως δεν είχα αυλική φορεσιά μαζί μου, προτίμησα

να εκμεταλλευτώ την ευγένεια του Βαρόνου και να

γίνω δεκτός κατ’ ιδίαν.

Λίγες μέρες αργότερα, στις πέντε το βράδυ, ενώ

δειπνούσα ήσυχα στο ξενοδοχείο μου, ξαφνιάστηκα

με την εμφάνιση ενός αγγελιοφόρου από τον αρχιθαλαμηπόλο, που με πληροφορούσε πως η Μεγαλειότης του θα με δεχόταν εκείνο το απόγευμα στις έξι. Τελείωσα στα γρήγορα το γεύμα μου και ετοιμάστηκα για τη συνάντηση.

Μπαίνοντας στο παλάτι με οδήγησαν σε έναν μικρό προθάλαμο, όπου με δέχθηκε ο γιος του διάσημου Μάρκου Μπότσαρη. Ήταν αξιωματικός στην υπηρεσία του Βασιλέα· ήταν ένας πολύ όμορφος νεαρός, περίπου δεκαοχτώ ή δεκαεννέα ετών, ντυμένος με στρατιωτική στολή, και έφερε τον βαθμό του υπολοχαγού. Τον νεαρό Μπότσαρη, όταν ήταν παιδί, τον

πήραν στη Γερμανία και τον μόρφωσαν σε στρατιωτι-

κή σχολή, υπό την άμεση προστασία του Βασιλέα της Βαυαρίας. Έμαθα πως είχε επιστρέψει στην Ελλάδα

μαζί με τη Μεγαλειότητά του, τον Βασιλέα Όθωνα, και έκτοτε είχε γίνει ακόλουθός του.

Σκέφτομαι πως αν τέτοιοι νέοι γίνονταν διπλωματικοί ακόλουθοι στις πρεσβείες της Αγγλίας και αλλού, θα δημιουργούνταν μια πολύ καλή εντύπωση

για τον ελληνικό χαρακτήρα. Γιατί είναι γεγονός

171

πως η ιδέα που σχηματίζεται για ένα έθνος σε μια

ξένη χώρα βασίζεται κατά πολύ στους ακολούθους

της πρεσβείας. Είναι αλήθεια πως ο πρέσβης και οι

προϊστάμενοι σε μια πρεσβεία πρέπει να εκλέγο-

νται με βάση τα διανοητικά τους χαρίσματα, όμως

οι ακόλουθοι, νομίζω, πρέπει απαραιτήτως να είναι

όμορφοι και ευγενικοί νεαροί – το μόνο απαιτούμενο

από αυτούς ταλέντο πρέπει να είναι η ευχάριστη

κοινωνική παρουσία. Επειδή δεν λαμβάνεται υπόψη

αυτό το ασήμαντο πράγμα, γι’ αυτό κυριαρχεί, σε

ατομικό επίπεδο, προκατάληψη για τον ελληνικό

χαρακτήρα, που είναι εντελώς άδικη και αβάσιμη.

Συζήτησα λίγο με τον νεαρό Μπότσαρη, όταν μπήκε ο Βαρόνος Χουνολστάιν και με πληροφόρησε

πως η Μεγαλειότης του ήταν έτοιμος να με δεχτεί.

Ακολούθησα τον Βαρόνο στην πλαϊνή αίθουσα, όπου

στεκόταν η Μεγαλειότης του. Ο αρχιθαλαμηπόλος

με σύστησε και μετά έφυγε αφήνοντάς μόνο με τη Μεγαλειότητά του.

Ο Βασιλιάς ξεκίνησε τη συζήτηση στα γαλλικά, ρωτώντας με αν είχα ξαναέρθει στην Ελλάδα. Απάντησα καταφατικά, πως είχα υπηρετήσει για αρκετά χρόνια στη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας. Μετά με ρώτησε για τους σκοπούς της

δεύτερης επίσκεψής μου στην Ελλάδα. Πληροφόρη-

σα τη Μεγαλειότητά του για το σχέδιό μου σχετικά με την εγκαθίδρυση ατμοπλοϊκής συγκοινωνίας

μεταξύ δυτικής Ευρώπης και Αθήνας, και του εξή-

172

γησα τις απόψεις μου ως προς τα αποτελέσματα

ενός τέτοιου διαβήματος, αφού θα γινόταν αιτία να

επισκέπτονται ξένοι την Ελλάδα, όπως ακριβώς

επισκέπτονται τώρα τη Γαλλία και την Ιταλία.

Η Μεγαλειότητά του άκουσε με μεγάλη προσοχή τις παρατηρήσεις μου και μου εξέφρασε την

ευγνωμοσύνη του για το ενδιαφέρον που έδειχνα για

το συμφέρον της Ελλάδας. Και πρόσθεσε πως ενέκρινε απολύτως το σχέδιό μου. Μετά με ρώτησε με ποιον τρόπο θα έβγαινε ωφελημένο το εμπόριο της Ελλάδος.

Εξήγησα εν συντομία τον τρόπο με τον οποίο μια βολική και τακτική συγκοινωνία θα εγκαινίαζε νέες σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και των εμπόρων από

κάθε μεριά της δυτικής Ευρώπης: τη σιγουριά κατά

την αποστολή των εμπορευμάτων τους εδώ, την

πιθανότητα πολλοί απ’ αυτούς να εγκατασταθούν

εδώ οι ίδιοι ή πράκτορές τους, την αγορά γης, την ανέγερση σπιτιών, εργοστασίων κλπ. και το απροσμέτρητο κέρδος από όλες αυτές τις περιπτώσεις

για την αύξηση της περιουσίας και την ανάπτυξη

του πολιτισμού της χώρας.

Η Μεγαλειότης του μου έκανε έπειτα μερικές

ερωτήσεις ως προς τα αποτελέσματα της εκμηχά-

νισης του εμπορίου στην Αγγλία. Έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και έκπληξη όταν του είπα πως η Αγγλία, με τη βοήθεια των μηχανών της, μπορούσε τώρα

μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα να κάνει

173

ό,τι θα έκανε ένας πληθυσμός τριών εκατομμυρίων,

αν εργαζόταν μόνο με τα χέρια του.

Ο νεαρός μονάρχης έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον γι’

αυτό που του εξέθεσα και με ρώτησε αμέσως αν οι

υπουργοί του μου είχαν κάνει καλή υποδοχή. Απάντησα καταφατικά, αλλά πρόσθεσα πως η υπόθε-

σή μου δεν διεκπεραιώθηκε όσο γρήγορα θα ήθελα.

Τότε ο Βασιλιάς μού είπε: «Θα μιλήσω με την Αντιβασιλεία αύριο».

Αφού επαίνεσε για άλλη μια φορά τον φιλελληνισμό μου, η Μεγαλειότης του υποκλίθηκε και αποσύρθηκα.

Σύμφωνα με τη βασιλική υπόσχεση που μου δόθηκε, λίγες μέρες αργότερα είχα μια συνάντηση με

τον επικεφαλής του τμήματος που ήταν αρμόδιο για την υπόθεσή μου, και το αποτέλεσμα ήταν μια βεβαίωση της ελληνικής κυβέρνησης πως θα είχα το αποκλειστικό δικαίωμα να δρομολογώ ατμόπλοια

για δώδεκα χρόνια από τη Μασσαλία στην Ελλάδα

και την Κωνσταντινούπολη· πως θα λάβαινα 1.000 λίρες τον χρόνο ως συνδρομή στο σχέδιό μου· και πως τα λιμενικά τέλη της Ελλάδος θα αποδίδονταν

σε όλα τα σκάφη που θα διηύθυνα.

Αφού πέτυχα έτσι τον βασικό στόχο της επίσκε-

ψής μου στην Ελλάδα, ετοιμάστηκα να επιστρέψω

στην Αγγλία. Αποχαιρέτησα τους ευγενικούς μου

φίλους στην Αθήνα, ιδιαίτερα τον Βρετανό πρέ-

σβη, τον κύριο Ντώκινς, που του χρωστούσα τόσα

174

πολλά για την περιποίησή του, και έφυγα απ’ την

Αθήνα τον Ιανουάριο του 1835. Το ταξίδι μου προς

την Πάτρα το έκανα διά ξηράς, νοικιάζοντας δύο

άλογα, ένα για τις αποσκευές μου κι ένα για μένα.

Την πρώτη νύχτα έφτασα στα Μέγαρα, τη δεύτερη

στην Κόρινθο και την τρίτη σ’ έναν μικρό σταθμό

που είχε μόνο ένα σπίτι, που τώρα ξεχνώ τ’ όνομά του· την τέταρτη στη Βοστίτσα και την πέμπτη

στην Πάτρα.

Σε όλη σχεδόν τη διαδρομή από την Κόρινθο

στην Πάτρα, εκατόν εξήντα χιλιόμετρα απόστα-

ση, βρήκα τις καλλιέργειες σε καλή κατάσταση, κυρίως σταφίδες, ένα από τα βασικά προϊόντα της Ελλάδας.

Την επομένη της άφιξής μου στην Πάτρα (στις 2 Φεβρουαρίου) το αγγλικό ατμόπλοιο κατέπλευσε. Μ’ αυτό έφτασα στο Φάλμαουθ στις 25 Φεβρουαρίου. Είχα κάνει είκοσι τρεις μέρες ταξίδι, περνώντας από τη Ζάκυνθο, τη Μάλτα, το Γιβραλτάρ

και το Κάντιθ.

175

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ Ίδρυση ατμοπλοϊκής εταιρείας – Αντιζηλία και ανταγωνισμός από τη γαλλική κυβέρνηση – Επίσκεψη στο Παρίσι για το θέμα – Συνάντηση με τον Γάλλο Υπουργό Οικονομικών – Επιστροφή στην Αγγλία – Αποτυχία του σχεδίου – Επιστροφή στην Ελλάδα με γαλλικό ατμόπλοιο – Αναχώρηση από Μασσαλία για Αθήνα με ατμόπλοιο –Οι υπέροχες εγκαταστάσεις του πλοίου – Γαλλικό σχέδιο για ατμόπλοια – Αγγλικές μηχανές και μηχανικοί – Τα πολλαπλά πλεονεκτήματα του εγχειρήματος – Μεγάλο άνοιγμα για το αγγλικό κεφάλαιο και την επιχειρηματικό-

τητα – Τα στενά του Μπονιφάτσιο – Τόπος γέννησης του

Ναπολέοντα – Μεσσίνα – Το ηφαίστειο του Στρόμπολι –

Σκύλλα και Χάρυβδη – Βαλέτα – Καραντίνα – Επίσκεψη

σε έναν ερημίτη – Μάλτα – Άφιξη στην Ελλάδα – Προσωπική συνάντηση του συγγραφέα με τον Βασιλέα

Φτάνοντας στο Λονδίνο δεν έχασα χρόνο και ξεκίνησα τις κινήσεις σχετικά με το σχέδιο που απασχολούσε τώρα όλη μου τη σκέψη. Η επιχορήγηση

που μου δόθηκε από την ελληνική κυβέρνηση με

διευκόλυνε φυσικά πολύ στο να βρω υποστηρικτές

για το σχέδιο. Ένας φίλος με σύστησε στον σεβα-

στό οίκο Ράιτ και Σία [ Wright and Co. ], στην οδό

Ενριέτα, στο Κόβεντ Γκάρντεν, που ήδη είχε κά-

177

νει διαβήματα στην ελληνική κυβέρνηση, σχετικά

με την ίδρυση τράπεζας στη χώρα. Σχηματίστηκε

αμέσως μια επιτροπή για να μελετήσει το σχέδιό

μου, συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες και εγκρίθηκαν.

Και τελικά, τον Απρίλιο του 1835, επρόκειτο να

δημοσιευτεί η αναγγελία – όταν, εκνευρισμένος

και

προσπαθήσω να αποτρέψω την καταιγίδα. Όταν

έφτασα εκεί, πήγα στον Πρίγκιπα Καρατζά, τον

Έλληνα πρέσβη στη γαλλική αυλή, που μου έκανε

τη χάρη να με παρουσιάσει στον Γενικό Διευθυντή

του Ταχυδρομείου, τον κ. Κόντε [Conte], στον οποίο

ανέπτυξα τον χαρακτήρα του σχεδίου μου και του έκανα μια προσφορά να μεταφέρω το γαλλικό ταχυδρομείο δωρεάν, εφόσον η κυβέρνηση εκχωρούσε

το σχέδιο σ’ εμένα ως τον αρχικό του εισηγητή.

Ο κ. Κόντε δεν μου έδωσε κατηγορηματική απάντηση αλλά μου ζήτησε να δω τον κύριο Ουμάν

[Humann], τον Υπουργό Οικονομικών. Λίγες μέρες

αργότερα, είχα μια συνάντηση μ’ αυτόν τον κύριο, που μου ζήτησε να δω ξανά τον Γενικό Διευθυντή

178
απογοητευμένος πληροφορήθηκα πως η γαλλική κυβέρνηση είχε ζητήσει και είχε πάρει από τη Βουλή των Αντιπροσώπων επιχορήγηση 400. 000 λιρών για την κατασκευή ατμόπλοιων με σκοπό να πλέουν στην ίδια ακριβώς γραμμή που είχα χαράξει εγώ. Όταν
γεγονός αυτό το ανήγγειλε κάποιος
την
ζητήθηκε να πάω
το
από
επιτροπή, μου
στο Παρίσι και να

του Ταχυδρομείου, ο οποίος, όπως είπε, ήταν εξουσιοδοτημένος να τακτοποιήσει το θέμα μαζί μου.

Όταν συνάντησα ξανά τον κύριο αυτόν, μπήκε

πιο βαθιά στο θέμα και μου φανέρωσε πως όταν

η γαλλική κυβέρνηση έμαθε ότι το σχέδιο το είχα αναλάβει εγώ στην Ελλάδα, δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ένας ιδιώτης θα είχε τολμήσει από

μόνος τους να συλλάβει μια τόσο κολοσσιαία δράση, γι’ αυτό σκέφτηκαν πως με είχε παρακινήσει

η κυβέρνησή μου. Ήταν επομένως αναγκασμένοι

να προχωρήσουν με το σχέδιο άμεσα, ώστε να προστατέψουν το δικό τους εμπόριο στο Λεβάντε.

Αφού συζητήσαμε ακόμα λίγο, ο Γάλλος Υπουργός

πρόσθεσε ρητά πως δεν υπήρχε περίπτωση η γαλλική κυβέρνηση να παραιτηθεί από την ανάληψη

του έργου.

Διαπιστώνοντας πως οι προσπάθειές μου δεν είχαν όφελος, επέστρεψα στην Αγγλία και ανέφερα

τις κινήσεις μου στην επιτροπή, η οποία αποφάσι-

σε πως η υπόθεση έπρεπε να δημοσιοποιηθεί. Αυτό έγινε τον επόμενο Ιούνιο. Το σχέδιο εγκρίθηκε και όλες οι μετοχές αγοράστηκαν, με την πρώτη δόση

πληρωτέα δέκα μέρες μετά την έκδοση. Όμως δυστυχώς, τρεις μέρες μετά την έκδοση των μετοχών

έγινε πανικός στο Χρηματιστήριο, που οφειλόταν

στην ύφεση των ισπανικών ομολόγων. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε τι ξένο να πέφτει σε δυσμένεια. Οι μέτοχοι δεν υπήρχε περίπτωση να πληρώσουν την

179

πρώτη δόση των μετοχών τους – και η όλη υπόθεση

κατέρρευσε. Έτσι έχασα όλη τη δουλειά που είχα κάνει, όλες

μου οι ελπίδες κατέληξαν σε απογοήτευση. Μου είχαν υποσχεθεί, αν πετύχαινε το σχέδιό μου, το ποσό

των 10.000 λιρών και τη διεύθυνση της εταιρείας

στην Αθήνα, με ετήσια αμοιβή ένα αρκετά καλό

ποσό. Αντ’ αυτού αναγκάστηκα να καθίσω στ’ αβγά

μου με μια ζημιά χιλίων λιρών από την τσέπη μου,

μου στην Αγγλία δεν είχαν όφελος, πήγα στη Μασσαλία και από εκεί για άλλη μια φορά στην Αθήνα, για να δώσω

αναφορά στην ελληνική κυβέρνηση για τις ενέργειές

μου και να προσπαθήσω να πάρω πίσω τα χρήμα-

τα της εγγύησης που εγώ και τέσσερις άλλοι κύριοι

είχαμε καταθέσει (790 λίρες), σύμφωνα με τον όρο του συμβολαίου μεταξύ της κυβέρνησης και εμένα, αναφορικά με το σχέδιο περί ατμοπλοΐας. Πρέπει

να ομολογήσω πως ήλπιζα ότι η ελληνική κυβέρνηση θα λάμβανε υπόψη της τις περίεργες συγκυ-

ρίες της υπόθεσης και θα μου επέστρεφε το ποσό

που έχασα, σε μικρές ετήσιες δόσεις. Οι λόγοι για

τους οποίους ένιωθα έτσι ήταν τρεις: πρώτον, για-

τί οι προσπάθειές μου είχαν ασυζητητί ξεσηκώσει

τη γαλλική κυβέρνηση να κυνηγήσει το εγχείρημα·

δεύτερον, γιατί η ελληνική κυβέρνηση θα απομυζού-

180

μόνο και μόνο λόγω όσων έτυχε να ξοδέψω για να αποδείξω την αξία του σχεδίου μου. Βλέποντας πως οι προσπάθειές

ζε τώρα το κέρδος από αυτή τη συγκοινωνία χωρίς

να κληθεί να πληρώνει τον ετήσιο μισθό των 1000

λιρών, που είχε δεσμευτεί με συμβόλαιο να μου δί-

νει· και τρίτον, γιατί οι παλιότερες υπηρεσίες που

είχα προσφέρει για μεγάλο διάστημα ως αξιωματι-

κός στη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας δεν

είχαν ανταμειφθεί με κανένα τρόπο.

Γεμάτος μ’ αυτές τις ελπίδες, ξεκίνησα πάλι για

την

Ελλάδα τον Ιούλιο του 1835. Φτάνοντας στη

Μασσαλία μπόρεσα να πείσω τον σεβαστό οίκο των

κ.κ. Μπαζέν και Σία [Bazin and Co.] να στείλουν

ένα ατμόπλοιο στην Ελλάδα, στο οποίο θα ταξίδευα

σαν πράκτοράς τους. Στο εξής θα δώσω μια λεπτομερή περιγραφή του ταξιδιού μας.

Ήταν 6 Σεπτέμβριου του 1835 όταν έφυγα από

το λιμάνι της Μασσαλίας με το «Φαραμόντ» [Pharamond], ένα πολύ όμορφο ατμόπλοιο τετρακοσίων τόνων, κατασκευασμένο με βασιλική μεγαλοπρέπεια. Σ’ αυτή την πρωτοβουλία ο οίκος Μπαζέν και

Σία της Μασσαλίας επέδειξε πολλή δυναμικότητα.

Αποφάσισε, αμέσως μόλις τους παρουσίασα το σχέδιο, να ετοιμάσει αυτό το υπέροχο σκάφος για ταξίδι

στην Ελλάδα. Το εμπιστεύτηκαν στη διεύθυνσή μου, ώστε να καθιερωθεί η συγκοινωνία μεταξύ Γαλλίας

και Κωνσταντινούπολης. Στο ταξίδι με συνόδευαν ο

κύριος Μιεζ [Miege], Γάλλος Πρόξενος στη Μάλτα, και η κυρία του, που επέστρεφαν στη Μάλτα μετά από ένα χρόνο με άδεια.

181

Τα δωμάτια σ’ αυτό το όμορφο σκάφος ήταν πέραν πάσης περιγραφής. Η πρυμναία καμπίνα είχε σε κάθε πλευρά έξι μικρότερες καμπίνες με δύο κουκέτες καθεμία, μετά ήταν οι γυναικείες καμπίνες, παρόμοια διευθετημένες. Όλες είχαν τουαλέτα κλπ., και λόγω του ζεστού κλίματος, κατά την προβλεπό-

μενη εποχή του ταξιδιού, οι πόρτες είχαν παραβάν

από χονδρό μετάξι μόνο. Το όλο αποτέλεσμα ήταν

εξόχως εντυπωσιακό και λαμπρό. Η εμπρός μεριά

του σκάφους είχε επίσης φτιαχτεί με αντίστοιχη

έγνοια για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών.

Τα πάντα ευνοούσαν το ταξίδι μας, γιατί την εν

λόγω εποχή η Μεσόγειος είναι σαν παγωμένη λίμνη, ιδανική για ατμοπλοΐα. Πράγματι, δεν υπάρχει

μία ημέρα το καλοκαίρι χωρίς τουλάχιστον οκτώ ώρες νηνεμίας.

Φύγαμε νωρίς από τη Μασσαλία, και στις εννέα

και μισή ο μάγειρας, ντυμένος με λευκό σκούφο και

λευκή ποδιά, ετοίμαζε γαλλικό πρωινό, που ήδη οι

μυρωδιές του ξεσήκωναν την όρεξή μας. Φυσικά το

πρωινό ήταν με το πιρούνι, όμως προς τιμήν μου, επειδή ήμουν Άγγλος, έβαλαν κι ένα τσαγιερό στο τραπέζι.

Καθώς θέλω να δώσω στους αναγνώστες μου

μια ιδέα για τη σχετικά χαμηλή τιμή με την οποία

βρίσκεις όλες οι πολυτέλειες της ζωής σ’ ένα ταξίδι

αυτού του είδους, θα προσθέσω πως το πρωινό μας (εκτός από καφέ και τσάι) είχε διάφορα είδη πουλε-

182

ρικών, κοτολέτες, αυγά σε διάφορα σχήματα, εξαιρετικό γλυκό κλπ. – κι αυτό χρεωνόταν δύο φράγκα στους ταξιδιώτες.

Ανάμεσα στο πρωινό και το γεύμα περνούσαμε την ώρα μας στο κατάστρωμα, όπου είχε τοποθετηθεί μια τέντα για προστασία από τη ζέστη

του ήλιου. Ξεμακραίναμε γρήγορα από τις ακτές

της Γαλλίας κατευθυνόμενοι πλαγίως προς τα στενά του Μπονιφάτσιο, γιατί ο καπετάνιος μας είχε εντολή να πιάσει Μάλτα.

Δεν άργησα να μάθω, ενώ ταξιδεύαμε, πως ο πρόξενος, ο κ. Μιεζ, είχε διοριστεί από τη γαλλική κυβέρνηση πράκτορας στην επιχείρηση με τα ατμόπλοια που προανέφερα, και είχε όλο το σχέδιο πλεύσης τους κτλ. κάτω, στο γραφείο του. Επειδή είχα μεγάλη περιέργεια να μάθω τα σχετικά, τον παρακάλεσα να μου δώσει τις λεπτομέρειες του διακανονισμού και πρόθυμα σημφώνησε.

Είχε δοθεί επιχορήγηση 400.000 λιρών από τα δύο

γαλλικά κοινοβούλια, όμως 300.000 λίρες, ή κάπου τόσες, θα ήταν αρκετές για να επανδρώσουν όμορφα δέκα μεγάλα ατμόπλοια. Τα σκάφη θα κινούνταν

κάθε δέκα μέρες από Μασσαλία και Τουλόν, μερικά

προς Αλγερία, άλλα προς Μάλτα και Αλεξάνδρεια, άλλα προς Αθήνα, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη.

Εκτός από τα πλοία που θα πήγαιναν προς Αλγερία, όλα τα υπόλοιπα θα έπιαναν Μάλτα για ανεφοδιασμό. Επιπλέον, θα ήταν φτιαγμένα μόνο για

183

επιβάτες, θα συναγωνίζονταν σε μεγαλοπρέπεια το

παρόν σκάφος, και οι κυβερνήτες και οι κατώτεροί

τους θα ήταν αξιωματικοί του ναυτικού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτή ήταν μια από

τις πλέον συνετές κινήσεις που έχει κάνει ποτέ η

γαλλική κυβέρνηση·

γιατί εκτός από τα καθαρά

εμπορικά πλεονεκτήματα του σχεδίου (που θα είναι τεράστια) ξεκινούν μια σχολή για τους αξιωματικούς και τους ναυτικούς τους, για να τους διδάξουν

τη διοίκηση μιας κατηγορίας σκαφών, κάτι που σε

πιθανό μελλοντικό πόλεμο θα έχει τεράστια σημα-

σία και θα είναι απόλυτη ανάγκη.

Ρώτησα τον κ. Μιεζ πού θα έβρισκε τους μηχανικούς και τα μηχανήματα.

«Τα μηχανήματα», απάντησε «και οι μηχανικοί

θα έρθουν απ’ την πατρίδα σας. Προς το παρόν, η

Γαλλία δεν μπορεί να υποκρίνεται πως σας συναγωνίζεται. Το τι θα γίνει σε δέκα χρόνια», πρόσθεσε «και μετά από παρόμοια εγχειρήματα, σας αφήνω

να το κρίνετε εσείς».

Έμαθα πως οι υπόλοιπες 100.000 λίρες προορίζονταν για την εξεύρεση των μέσων ώστε να βάλουν

όλα τα σκάφη στην ατμοκίνηση και να δημιουργή-

σουν καρβουναποθήκες και άλλα αναγκαία σε όλα

τα πολυάριθμα λιμάνια όπου θα έπιαναν τα πλοία.

Νομίζω πως είναι σχεδόν απίθανο να υπερβάλεις

στην εκτίμηση των πλεονεκτημάτων ενός τέτοιου

εγχειρήματος, όχι μόνο για τη Γαλλία αλλά για

184

κάθε λιμάνι της Μεσογείου – η εμπορική

συναλλαγή

ανάμεσα στα διάφορα λιμάνια της οποίας θα φτάσει

σε ύψη που κανείς ποτέ δεν είχε φανταστεί ή θεωρήσει πιθανά. Ας βάλουν απλώς με τον νου τους οι

αναγνώστες μου τους κατοίκους της Ρωσίας, της

Γερμανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Αγγλίας που θα μπορούν, φτάνοντας

στις ακτές της Μεσογείου, να μεταφέρονται σε όλα

αυτά τα μέχρι τώρα άγνωστα (σε μας) μέρη (όχι

όμως τόσο άγνωστα στους παλαιούς), και μάλιστα

με πλοία τόσο μαγευτικά, εξοπλισμένα με όποια

πολυτέλεια θα επιθυμούσαν και τα πιο απαιτητικά

γούστα. Φαντάσου πως ένα ευχάριστο ταξίδι θα σε

φέρει στη Μάλτα μέσα

όσα είναι όμορφα και εξαιρετικά στη φύση και την

τέχνη – στην πραγματικότητα και τη φαντασία, στη μνήμη και τον συνειρμό. Φαντάσου επίσης πως

αφού εξερευνήσεις όλα αυτές τις αρχαίες τοποθεσίες, σε δύο ακόμα μέρες βρίσκεσαι στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Κι αυτό σε ήρεμη θάλασσα, περνώντας από τις πιο όμορφες ακτές που έχει ο κόσμος – ακτές ταιριατές σε κάθε λογής ηθικό και πολιτικό ενδιαφέρον, γεμάτες κατοίκους εργατικούς, δραστήριους, νηφάλιους, φειδωλούς, που κατέχουν εν ολίγοις κάθε προσόν για τη διαμόρφωση

ενός σπουδαίου και χαρούμενου λαού.

185
σε τρεις ημέρες· και μέσα σε άλλες δύο ημέρες θα είσαι στην Αθήνα και στις ακτές αυτής της χώρας, όπου μπορείς να βρεις
όλα

Από την Κωνσταντινούπολη ο ταξιδιώτης θα

μπορεί, μ’ αυτόν τον νέο τρόπο μεταφοράς, να πάρει

ένα άλλο ατμόπλοιο, να μπει στη Μαύρη Θάλασσα

και να περάσει τον Δούναβη με τις πολλές εκβολές

–έναν από τους πιο γραφικούς ποταμούς του κόσμου– βλέποντας κατά τη διαδρομή στην αριστερή

πλευρά τη Βουλγαρία και στη δεξιά τη Βεσσαραβία,

τη Μολδαβία και τη Βλαχία. Μετά, γλιστρώντας

μέσα από τις γόνιμες πεδιάδες της Ουγγαρίας και μπαίνοντας στις αυστριακές επικράτειες θα φτάσει στην πρωτεύουσά τους, τη Βιέννη. Στην πορεία αυτού του ταξιδιού θα επισκεφθεί, εκτός από άλλα ενδιαφέροντα σημεία, την οχυρωμένη πόλη Ιζμαήλ, το Γαλάτι, τη Βράιλα, τη Ράσοβα, το Ρούτσεκ, το Βίντιν, το Βελιγράδι, το Σεμλίνο, το Πετροβαράντιν, μέρη που είναι διάσημα για τον αγώνα τους ενάντια

στην Ημισέληνο, τους Αυστριακούς και τους Ρώσους. Μετά θα επισκεφθεί τη Βούδα, πρωτεύουσα

της Κάτω Ουγγαρίας, στην κατοχή των Τούρκων

ως το 1686· την Πέστη, στα δυτικά του Δούναβη, στην απέναντι πλευρά του ποταμού, που επικοινωνεί με τη Βούδα μέσω μιας μακριάς γέφυρα, κι

έχει βασιλικό παλάτι, μουσείο και πανεπιστήμιο. Προχωρώντας θα φτάσει στην Μπρατισλάβα, μια θωρακισμένη πόλη, και μετά από περίπου εξήντα

πέντε χιλιόμετρα, στη Βιέννη. Έτσι (για να συγκεφαλαιώσουμε) ο ταξιδιώτης μπορεί να επιβιβαστεί στη Μασσαλία, ή σ’ ένα

186

απ’ τα λιμάνια της Ιταλίας, να πιάσει Μάλτα σε

τρεις μέρες, Αθήνα σε πέντε, Κωνσταντινούπολη

σε οκτώ, και μέσω Δούναβη σε άλλες τόσες μέρες

να πάει προς Βιέννη, ακολουθώντας τον υπέροχο

ποταμό, χωρίς να υπόκειται στο κούνημα της θάλασσας. Εν ολίγοις, μέσα σε ένα μήνα θα μπορεί να

διασχίσει μια περιοχή, να δει αξιοθέατα, να εξετάσει

πράγματα, που μέχρι τώρα θα χρειαζόταν έξι μήνες

για να το καταφέρει. Κι όλο αυτό θα μπορεί να το

κάνει ξοδεύοντας λιγότερα απ’ όσα κόστιζε ένας μή-

νας αναψυχής στο Μπράιτον ή το Τσέλτεναμ.

Με αυτές τις ιδέες στο μυαλό μου, κατέβηκα

βιαστικά στην καμπίνα μου, πολύ ενοχλημένος

(παραδέχομαι) που είχα παραγκωνιστεί στο σχέδιό μου να διευκολύνω τους συμπατριώτες μου να συμμετέχουν σε όλα αυτά τα προνόμια· αλλά με την παρήγορη ωστόσο ιδέα πως ήμουν τουλάχιστον η κινητήρια δύναμη για ν’ αναλάβουν άλλοι το σχέδιο σε τέτοια κλίμακα ώστε, για την ώρα, να είναι ασυναγώνιστοι.

Πρέπει ωστόσο να παρατηρήσω (και το κάνω

πολύ εμπιστευτικά αφού εγώ παραιτήθηκα από

κάθε σκέψη να αναλάβω ξανά τέτοιο εγχείρημα),

παρ’ όλα αυτά, πως αν το σχέδιο το είχε αναλάβει μια σωστά στημένη αγγλική εταιρεία, με ατμόπλοια πολύ μεγαλύτερα (όπως τα δικά μας σκάφη

του Εδιμβούργου), με αγγλικά μηχανήματα, μηχανικούς, πλοιάρχους και δεύτερους κτλ., μπορεί να

187

έβγαζαν αμέσως την ξένη επιχείρηση εκτός μάχης.

Πέρα απ’ αυτό, δεν μπορώ παρά να θεωρώ προσβο-

λή στην αγγλική ναυτιλιακή επιχειρηματικότητα το

ότι θα μας αψηφά μέσα στο λιμάνι μας της Μάλτας

(το κύριο σημείο του εγχειρήματος) μια ξένη σημαία

και οι τρικολόρε όλων όσων ήταν τόσο καιρό αντίπαλοί μας.

Το εν λόγω σχέδιο θα είχε σίγουρη και άμεση επιτυχία, αν το αναλαμβάναμε με αρκετά

φρόνημα

Μάλτα. Από εκεί θα έφευγαν πλοία για Ιταλία και Μασσαλία, άλλα για Αθήνα και Κωνσταντινούπολη, άλλα για Αλεξάν-

επισκεφθεί

βασιλείς και πρίγκιπες, δεν είχε ποτέ της η Ελλά-

δα την ευκαιρία να καλωσορίσει τις οικογένειες της

υψηλής μας αριστοκρατίας, που αποτελούν μεγάλο

μέρος των ταξιδιωτών της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Η αιτία είναι αναμφίβολα πως τα άτομα αυτά δεν

μπορούν με τις υπάρχουσες συνθήκες να απολαύ-

σουν την ιδιωτικότητα που τόσο λαχταρούν, ταξιδεύοντας στα μέρη που ανέφερα. Ούτε αυτό τούς

προσφέρεται απροϋπόθετα, ακόμα και με τους νέους

διακανονισμούς της γαλλικής κυβέρνησης που μόλις

περιέγραψα. Τα πλοία, όπως είπα, είναι υπέροχα σε

188

υψηλό
κι ένα κεφάλαιο ανάλογου μεγέθους – όχι κάτω από 200.000 λίρες. Το κέντρο απ’ όπου θα ξεκινούσαν τα πάντα θα ήταν η
δρεια, τον κύριο δρόμο για Ινδία κτλ. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε πως ενώ τις αρχαίες ακτές της Ελλάδας τις έχουν

για το

ρεύμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και εξευγενισμού.

Σε πλοία χιλίων τόνων θα υπήρχε άπλετος χώρος για τρεις διαφορετικές τιμές, με τις αντίστοιχες

ανέσεις για κάθε τιμή, η υψηλότερη από τις οποίες

θα επέτρεπε μια αυστηρά ιδιωτική διαμονή, περιποίηση κλπ. και κατά τις πέντε ημέρες, από Μασσαλία προς Αθήνα. Κι αυτές οι ανέσεις δεν είναι ανάγκη να σχετίζονται ούτε στο παραμικρό με αυτές της δεύτερης κατηγορίας, που θα έπρεπε τουλάχιστον να ανταγωνίζονται τις υπηρεσίες των γαλλικών

πλοίων στις τιμές και τα υπόλοιπα θέματα. Τέλος, τα γαλλικά πλοία έχουν όλα ήδη κατασκευαστεί, και

το σύνολο της επιδότησης γι’ αυτά έχει ξοδευτεί· κι

αφού τα γαλλικά επιμελητήρια αυτή τη στιγμή δεν

είναι διόλου γενναιόδωρα σε οικονομικά ζητήματα, υπάρχει μικρή ή ελάχιστη αμφιβολία πως, σε τελική

ανάλυση, το γαλλικό σχέδιο δράσης, δείχνοντας τη χρησιμότητα και την πρακτικότητα του εγχειρήμα-

τος –αλλά δείχνοντάς το και μόνο, όχι φέροντάς το

189 μέγεθος και δύναμη, αλλά όπως είδαμε δεν περιλαμβάνουν κανέναν απολύτως ιδιωτικό χώρο εγκατάστασης: αυτό παραμένει ένα ζητούμενο που μπορεί άμεσα να αποκτηθεί σε πλοία τέτοιου μεγέθους και χωρητικότητας, και το προτείνω εμμέσως. Είμαι επιπλέον ικανοποιημένος που αυτό το σχέδιο θα αποβεί μάλλον προς όφελος ειδικά της Ελλάδας και θα την κάνει επί σειρά ετών τον πολικό αστέρα –το επίκεντρο του ενδιαφέροντος–

εις πέρας– μάλλον καλό παρά κακό θα κάνει στους

μελλοντικούς επενδυτές, ανοίγοντας τον δρόμο και

προλειαίνοντας το έδαφος γι’ αυτούς.

Η πρώτη μέρα του ταξιδιού μας ήταν υπέροχη.

Την άλλη μέρα, όταν παίρναμε πρωινό, είχαμε πλησιάσει στα στενά του Μπονιφάτσιο, όπου μπήκαμε

κατά το μεσημέρι. Περάσαμε στα πέντε μίλια από

το Αζάτσιο, γενέθλια πόλη του Ναπολέοντα, όπου

οι κάτοικοι (βλέποντας ότι πλησιάζαμε) είχαν μαζευτεί στην ντάπια και μας παρακολουθούσαν. Στις

τέσσερις είχαμε πλησιάσει στη μέση των στενών

ανάμεσα σε Κορσική και Σαρδηνία, σε απόσταση

μικρότερη από μίλι, στο πιο στενό σημείο. Μετά

στρίψαμε προς τα στενά της Μεσσίνας, με την ίδια σχεδόν πορεία. Και το απόγευμα της τρίτης ημέρας, αντικρίσαμε τον πιο παλιό και καλό φάρο της Μεσογείου – το άσβεστο ηφαίστειο του Στρόμπολι.

Υψώνεται με το κωνικό του σχήμα στα εννιακόσια μέτρα ύψος, κι οι φλόγες του δεν σβήνουν μέρα-νύχτα. Γύρω στα μεσάνυχτα ήμασταν στο πλάι του. Το ηφαίστειο εκείνη την ώρα έστελνε πελώριες φλόγες και πυροκόκκινες πέτρες που πετιούνταν

στον αέρα, σε ύψος πολλών εκατοντάδων μέτρων, και κυλούσαν κάτω, στα πλευρά του κρατήρα, μέχρι που έπεφταν συρίζοντας στη θάλασσα.

Το θέαμα ήταν εξαιρετικά μαγευτικό κι ο καπετάνιος του πλοίου έκοψε ταχύτητα, για να έχουμε χρόνο να παρατηρούμε τα ποικίλα φαινόμενα.

190

Στις επτά περίπου το άλλο πρωί, με πληροφόρησαν πως μπαίναμε στα στενά της Μεσσίνας. Την προσοχή μας τράβηξε η Σκύλλα και η Χάρυβδη των

αρχαίων, που τόσο διάσημες τις έκανε με την πένα

του ο Ρωμαίος ποιητής.

Η Σκύλλα είναι ένας βράχος ύψους σαράντα πέντε μέτρων, και τώρα έχει πάνω του έναν πύργο. Η

Χάρυβδη, απέναντί του, που σήκωνε τη βάρκα του

Αινεία, «άλλοτε μέχρι τα ουράνια, άλλοτε μέχρι τα

βάθη της θαλάσσης», τώρα πια δεν είναι παρά ένας

στρόβιλος που δεν εμπόδισε και πολύ την ταχύτητα

του πλοίου μας.

Η πόλη της Μεσσίνας ήταν στα δεξιά μας. Την

περάσαμε στα γρήγορα. Στην πορεία μας ατενίσαμε

με ενδιαφέρον την Αίτνα να στέλνει κάθε τόσο σύννεφα καπνού, που έκρυβαν τις κορφές της για λίγη

ώρα από τη θέα.

Έπειτα πλησιάσαμε γοργά τη Σικελία, προσπεράσαμε το Ακρωτήριο Πασέρο, το νοτιότερο σημείο

του νησιού, και φτάσαμε την τέταρτη μέρα στη Βαλέτα, πρωτεύουσα της Μάλτας.

Ήμασταν αναγκασμένοι να σταματήσουμε εδώ

για δύο μέρες, να εφοδιαστούμε με κάρβουνο και να ρυθμίσουμε άλλα ζητήματα. Αυτό το διάστημα μας

κράτησαν σε καραντίνα γιατί η χολέρα τότε μάστιζε

τη Μασσαλία, απ’ όπου ερχόμασταν.

Η πόλη της Βαλέτας είναι χτισμένη ανάμεσα σε

δύο λιμάνια και είναι καλά οχυρωμένη απ’ όλες τις

191

μεριές. Πολεμίστρες σημαδεύουν κάθε πλοίο στα λιμάνια. Το ένα απ’ τα λιμάνια, που έχει κάπου δυόμισι χιλιόμετρα μήκος, προορίζεται για πολεμικά

πλοία και για σκάφη που θα περάσουν υγειονομικό

έλεγχο. Το άλλο (όπου σταθμεύσαμε) είναι μικρότερο, κι εκεί περνούν την καραντίνα τους τα εμπορικά

πλοία.

Πολύ στενοχωρήθηκα που δεν μπορούσα να αποβιβαστώ σ’ αυτή την πόλη με τις εκκλησίες και τα

παλάτια, όλα πετρόχτιστα με τον πιο μαγευτικό

τρόπο. Απ’ όλες τις πόλεις, αυτή είναι η πιο περίεργη

και ενδιαφέρουσα για τον ταξιδώτη, αν εξαιρέσουμε

ίσως τη Βενετία.

Η Μάλτα, όσο την κρατάμε, θα μας διασφαλίζει

την υπεροχή στη Μεσόγειο. Και δεν υπάρχει φόβος

να τη χάσουμε – το σθένος της την κάνει απόρθητη

απ’ όλες τις δυνάμεις εκτός απ’ τον λιμό.

Κατά τη δυσάρεστη περίοδο της καραντίνας,

ο κύριος Γκρέιγκ [ Greig ], επιβλέπων σε αυτό το

λιμάνι, που είχα τη χαρά να τον γνωρίσω, μου

έκανε τη χάρη και με επισκεπτόταν τακτικά. Μου

έδωσε και μια συστατική επιστολή για τον Σερ

Έ. Λάιονς

192
[ Edmund Lyons ], τον νέο πρέσβη της Βρετανικής Μεγαλειότητος στην Ελλάδα, που θα μου εξασφάλιζε ευνοϊκή υποδοχή στη χώρα όπου πήγαινα. Τη δεύτερη μέρα μετά την άφιξή μας, φύγαμε απ’ τη Μάλτα. Ο κύριος και η κυρία Μιεζ έμειναν

εκεί. Αποχαιρετώντας τη Βαλέτα επιβιβάσαμε λίγους επιβάτες για Αθήνα.

Η απόσταση από τη Μάλτα στον Κάβο Ματαπά [Ακρωτήριο Ταίναρο], το νοτιότερο ακρωτήριο

του Μωριά, είναι κάπου τριακόσια μίλια. Αυτή την

απόσταση τη διανύσαμε σε λιγότερο από δύο μέρες.

Από εκεί μέχρι τα Κύθηρα είναι κάπου είκοσι μίλια·

τα πλευρίσαμε γύρω στις οχτώ το πρωί.

Αυτό το νησί (τα αρχαία Κύθηρα) πάντα το

θεωρούσαν οι αρχαίοι πολύ σημαντικό μέρος και

το κρατούσαν οι Σπαρτιάτες – ήξεραν πως αν το

κατείχε εχθρός, θα μπορούσε να λεηλατήσει όλη τη νότια ακτή της Ελλάδας. Τώρα είναι ένα από τα Ιόνια νησιά.

Δυο ώρες μετά, φτάσαμε έξω από τον Κάβο Σαντάντζελο [Ακρωτήριο Μαλέας], όπου μας πρόσεξε

ένας ερημίτης, σκαρφαλωμένος σε βράχο, τριάντα

μέτρα πάνω από τη θάλασσα, και μας χαιρέτησε κουνώντας το μαντήλι.

Ας αναφέρω εδώ ότι στο προηγούμενο ταξίδι μου

στην Ελλάδα ήμουν μέσα σ’ ένα εμπορικό μπρίκι κι

ο καπετάνιος σταμάτησε έξω απ’ αυτό το νησί και

άραξε με σκοπό να επισκεφτεί τον ερημίτη

193
και να του πάει γαλέτα και λίγα φρούτα. Στο πλοίο ήμασταν ο πλοίαρχος, ένας Άγγλος τζέντλεμαν ονόματι Μίλερ [Miller], εγώ, και κάπου είκοσι άτομα πλήρωμα – όλοι πήγαιναν να πάρουν ευλογία από τον γέροντα. Όταν φτάσαμε στη βάση του βράχου με

τη βάρκα, όλο το πλήρωμα άφησε τη βάρκα, εκτός

από έναν, και σκαρφαλώσαμε τα βράχια όπως μπορούσαμε. Δυο δυνατοί νεαροί Έλληνες με βοήθησαν

πηγαίνοντας μπροστά και τραβώντας με πάνω απ’

τους γκρεμούς, που ήταν απανωτοί, ώσπου φτάσαμε στο κελί του ερημίτη, που όπως είπα ήταν κάπου

τριάντα μέτρα πάνω απ’ την ακτή. Ήταν σκαμμένο

στον βράχο και είχε κολλημένο πάνω του ένα εκ-

κλησάκι που το ’χε χτίσει με τα χέρια του. Είχε κι ένα πηγάδι ή στέρνα που προμήθευε το ερημητήριο με νερό.

Ο γέροντας μας υποδέχτηκε πολύ ευγενικά και μας ευλόγησε όλους, μετά αποδέχτηκε ό,τι του είχαμε φέρει. Τα λεφτά δεν θα είχε τι να τα κάνει, γι’ αυτό

του πήγαμε κρασί, ψωμί και φρούτα. Έτσι συντηρείται από τη φιλανθρωπία των Ελλήνων ναυτών –οι περισσότεροι το θεωρούν καθήκον τους όποτε έχει

καλοκαιρία να σταματούν και να του δίνουν κάτι. Ο

γέροντας φορούσε ένα κωνικό καφέ κεφαλοκάλυμ-

μα, και το ρούχο του ήταν ένα φαρδύ ράσο ή παλτό

που του έφτανε σχεδόν μέχρι τις φτέρνες, δεμένο

με ζώνη στο ίδιο χρώμα. Φορούσε ακόμα φαρδιά

υδραίικη βράκα και παπούτσια. Μείναμε εκεί μισή

ώρα κι έπειτα κατεβήκαμε – όχι χωρίς κάποια δυ-

σκολία από μέρους μου, ενώ οι Έλληνες κατέβαιναν

σαν ένα κοπάδι κατσίκια.

Για να επιστρέψουμε τώρα στο ταξίδι μας με

το ατμόπλοιο, αφήσαμε γρήγορα τον Κάβο Σα-

194

ντάντζελο και κατά τις οχτώ το βράδυ περνούσαμε

μεταξύ Ύδρας και Σπετσών. Το άλλο πρωί, νωρίς, περάσαμε απ’ την Αίγινα κι αράξαμε στο λιμάνι του

Πειραιά στις 16 Σεπτεμβρίου 1835.

Όταν έκανα αίτηση προς την ελληνική κυβέρνηση με θέμα τη νέα μου αποστολή, αμέσως κινητοποιήθηκαν, κυρίως λόγω του μεγέθους του σκάφους,

να προχωρήσουν σε συμφωνία με τους κυρίους

Μπαζέν να αναλάβουν, για 2.000 λίρες τον χρόνο, τα δρομολόγια μεταξύ Ελλάδας και Μασσαλίας.

Αλλά παρά τους ευνοϊκούς αυτούς όρους, ο οίκος

Μπαζέν ανησύχησε με την κολοσσιαία επιχείρηση

της γαλλικής κυβέρνησης, που είχε ήδη παραγγείλει

να κατασκευαστούν δέκα ατμόπλοια, των τεσσάρων

τόνων το ένα, με προοπτική να ξεκινήσουν τα ταξί-

δια τους από Μασσαλία τον Ιανουάριο του 1837. Γι’ αυτό τελικά αρνήθηκαν να επικυρώσουν το συμβό-

λαιο που είχα υποβάλει γι’ αυτούς.

Με τόσες αποτυχίες σε όλα τα ζητήματα, τελικά

αποφάσισα απρόθυμα να εγκαταλείψω κάθε σχέδιο εμπορικής φύσεως. Συνέταξα λοιπόν ένα αίτημα

για να το παρουσιάσω στον Βασιλέα και περίμε-

να τον Αρχικαγκελάριο, τον Κόμη Άρμανσπεργκ, που ενέκρινε το περιεχόμενο και πολύ ευγενικά με ενθάρρυνε να το παρουσιάσω στον Βασιλέα προσωπικά. Αφού έγραψα στον Κόμη Σα Πόρτα [Sa Porta], τον αρχιθαλαμηπόλο, πληροφορήθηκα πως

η Μεγαλειότης του θα δεχόταν το αίτημά μου, και

195

την επομένη, στις έξι το απόγευμα πήγα στο παλάτι. Η Μεγαλειότης του με δέχτηκε πολύ ευγενικά

και μου είπε πως παρότι δεν είχα επιτύχει, όμως οι

ενέργειές μου είχαν την πλήρη αποδοχή του, κυρίως

η επιστροφή μου στην Ελλάδα· πως ήταν ενήμερος

για τις θυσίες που είχα κάνει και πως θα λάμβανε

υπόψη του το περιεχόμενο του αιτήματός μου. Αυτό

συνέβη στις 20 Δεκεμβρίου 1835, κι επειδή γνώριζα πως θα έπρεπε να περιμένω λίγο καιρό για μια

απάντηση, αποφάσισα να επιδοθώ περισσότερο στα

νέα ελληνικά και να γνωρίσω με κάθε τρόπο τον χαρακτήρα και τις συνήθειες του ελληνικού λαού, τη φύση και τις προοπτικές της χώρας, να γνωρίσω οτιδήποτε θα μου έδινε πιθανόν τη δυνατότητα να προσφέρω μελλοντικά μικρές συμβουλές

στους συμπατριώτες μου και σε άλλους, σχετικά

με τα πιθανά ευνοϊκά επακόλουθα μιας επαφής με

την Ελλάδα, από εμπορική και οικονομική άποψη, αλλά και με σκοπό την προσωπική ευχαρίστηση και διασκέδαση. Από αυτή την αφήγηση θα προκύψει το συμπέρασμα των παρατηρήσεών μου. Εάν αυτό το συμπέρασμα επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό, να

επωφεληθούν οι συμπατριώτες μου από μια μελλοντική επαφή με την αρχαία και ενδιαφέρουσα αυτή

χώρα, ή καλύτερα με την τρέχουσα κατάσταση της χώρας, κερδίζοντας γι’ αυτήν την εμπιστοσύνη και την εμπορική φιλία των πολιτών της Αγγλίας· αν, τέλος, βοηθήσει, έστω ελάχιστα, στην ανύψωση της

196
197 Ελλάδας στη θέση που ολόψυχα πιστεύω ότι της μέλλεται, στο προσεχές μέλλον, να κρατά μεταξύ των εθνών, τότε κι εγώ θα νιώθω πως έχω ανταμειφθεί πλήρως για όλες τις ζημίες και τις αγωνίες μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙΙ

Άφιξη στον Πειραιά – Καραντίνα – Η κόμισσα του Άρμανσπερκ και οι κόρες της σε καραντίνα – Ο θάνατος της Πριγκίπισας Λουίζας Καντακουζηνού – Ο Σερ Έ. Λάιονς – Ακρόαση του Βασιλέα – Περιγραφή των περιχώρων

της Αθήνας και οι ατελείωτοι περίπατοι και διαδρομές –Κατάσταση των κομμάτων – Ένα μικρό θέατρο

Η άφιξή μου στον Πειραιά ευχαρίστησε πολύ

τους Έλληνες, που κατέβηκαν, πλήθη ολόκληρα, να δουν το πλοίο. Εκτός από το νέο ότι φάνηκε το πλοίο, ήταν απροσδόκητη και η προσωπική μου παρουσία. Η αποτυχία του σχεδίου μου στην Αγ-

γλία είχε κοινοποιηθεί εμπιστευτικά στην ελληνική

κυβέρνηση, και διαδιδόταν (με κάποια μοχθηρία)

πως δεν θα ξαναεπισκεπτόμουν τη χώρα. Το ήξερα

πως θα προκαλούνταν τέτοιες συζητήσεις και ήμουν

ευγνώμων που μπορούσα να τις αντιμετωπίσω –

όπως και έπραξα, με τον πιο ανέλπιστο τρόπο και

με ένα υπέροχο ατμόπλοιο στη διάθεσή μου. Ζήτησα

καλύτερους όρους απ’ ό,τι πριν, λόγω του μεγέθους

του σκάφους, και οι απαιτήσεις μου ικανοποιήθηκαν

αμέσως από την κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση έβαλε το σκάφος σε καραντίνα για

έξι μέρες, επειδή ερχόμασταν απ’ τη Μασσαλία, όπου

199

είχε χολέρα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε λοιμοκαθαρκτήριο [lazaretto] στην Αθήνα, οπότε όποιος

έφθανε από μολυσμένο λιμάνι ήταν αναγκασμένος

να περάσει αυτή τη δοκιμασία μένοντας στο σκάφος. Έμαθα όμως πως έκτοτε ιδιώτες έκαναν προτάσεις για δάνεια στην κυβέρνηση ώστε να χτίσουν

ένα λοιμοκαθαρκτήριο σε μια μεγάλη έκταση. Δεν

ξέρω αν έγινε ακόμη, όμως θα τολμήσω να πω ότι

είναι κτίριο στο οποίο ο καθένας μπορεί να βάλει το

κεφάλαιό του περιμένοντας σίγουρο κέρδος.

Σύντομα, ο λιμενάρχης, που ήταν Γάλλος, με διαβεβαίωσε πως δεν ήμουν ο μόνος σε καραντίνα.

Ένα ελληνικό πολεμικό μπρίκι ήταν κοντά μας, στο οποίο επέβαιναν η Κόμισσα του Άρμανσπεργκ

κι οι τέσσερις κόρες της, καθώς και οι δύο γαμπροί

της, οι Πρίγκιπες Καντακουζηνοί, που είχαν παντρευτεί τις δύο νεαρές Κόμισσες τον περασμένο

Ιούνιο. Τους καλοκαιρινούς μήνες είχαν κάνει έναν

γύρο στο Αρχιπέλαγος και επισκέφθηκαν κάποια

νησιά. Από εκεί πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμειναν για λίγο και επέστρεψαν μία μέρα πριν από εμένα.

Μόλις πήρα άδεια, μπήκα σε μια βάρκα και πήγα κοντά στο ελληνικό πολεμικό μπρίκι για να χαιρετήσω

200
την Κόμισσα και τη χαριτωμένη της οικογένεια. Με δέχθηκαν με τη φιλικότητα και την καλοσύνη που τις διέκρινε και με συγχάρηκαν για την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Μου είπαν πως

είχαν μάθει ότι το σχέδιό μου είχε αποτύχει στην

Αγγλία και ότι δεν θα γυρνούσα ποτέ στην Ελλάδα. Εξέφρασαν τη μεγάλη τους ευχαρίστηση όταν

έμαθαν την απρόσμενη άφιξή μου, με τόσο όμορφο

σκάφος. «Όμως», είπε η Κόμισσα «δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχει τρίχρωμη σημαία. Δεν είναι αγγλικό το σκάφος σου;» Για να απαντήσω διηγήθηκα στο όμορφο ακροατήριό μου όλες τις περιπέτειες

και ατυχίες που πέρασα στην Αγγλία, απ’ τη στιγμή

που έφθασα εκεί ως την επιστροφή μου στη Γαλλία και την αναχώρησή μου από τη Μασσαλία. Η Πριγκίπισα Σοφία Καντακουζηνού, η δεύτερη κόρη, που είναι τόσο χαριτωμένη όσο και φιλική, έδειξε να συμμερίζεται την απογοήτευσή μου και όλοι υποσχέθηκαν πως από μέρους τους δεν θα έλειπε οιαδήποτε επιρροή μπορούσαν να ασκήσουν για να στηρίξουν κάθε νέα προσπάθεια που θα ήμουν διατεθειμένος να κάνω.

Μ’ αυτό τον τρόπο περνούσα τη βαρετή καραντί-

να μου των έξι ημερών, συζητώντας και επικοινω-

νώντας με μια από τις πιο φιλικές και ενδιαφέρουσες οικογένειες που γνώρισα ποτέ. Η χαρά όμως της

επαφής μ’ αυτή τη χαριτωμένη οικογένεια χάλασε

όταν πληροφορήθηκα πως η Πριγκίπισσα Λουίζα

Καντακουζηνού ήταν σοβαρά άρρωστη και ότι ανησυχούσαν ακόμα και για τη ζωή της. Η αρρώστια

της εκδηλώθηκε στην Κωνσταντινούπολη με έναν

πυρετό που είχε ανεβάσει· λίγες μέρες αργότερα έπε-

201

σε θύμα του. Αυτή η χαριτωμένη νέα πέθανε το ίδιο

πρωί που τελείωνε η καραντίνα μου. Απ’ όλους τους

ξένους που βρίσκονταν στην Ελλάδα, η κοπέλα αυτή

ήταν η πιο σεβαστή και αγαπητή στους Έλληνες.

Είναι θαμμένη στη Σαλαμίνα.

Όπως προείπα, στη Μάλτα είχα την πρόνοια να

πάρω μια συστατική επιστολή για τον Σερ Έντμουντ

Λάιονς, τον νέο Βρετανό πρέσβη. Όσο απουσίαζα

από την Ελλάδα, ο πρώην καλός μου φίλος, ο κύριος

Ντώκινς, είχε παραιτηθεί για λόγους υγείας. Πάντως, βρήκα τον Σερ Έντμουντ Λάιονς πολύ ευγενικό και

ευχάριστο, και η συστατική επιστολή που του έδωσα

δεν ήταν απαραίτητη για να μου προσφέρει όποια

βοήθεια θα χρειαζόμουν.

Θα παρατηρήσω εδώ πως, παρά την ασημαντότητα της Ελλάδας ως προς το μέγεθός της, η αυλή

της είναι πανίσχυρη στο να ραδιουργεί όσο και η

αυλή της Κωνσταντινούπολης. Επομένως, χρειάζεται μεγάλη σύνεση και οξυδέρκεια στον εκλεγμένο

πρέσβη για να αντιπροσωπεύσει μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη.

Στην Ελλάδα υπάρχουν στην πραγματικότητα

τρία κόμματα.

1. Το ρωσικό κόμμα, που το συμφέρει η Ελλά-

δα να είναι μια μικρή ασήμαντη δύναμη, απολύτως

εξαρτημένη από τη Ρωσία, και επομένως ανίκανη

να εμποδίσει τις όποιες βλέψεις της Ρωσίας να απο-

κτήσει εδαφική δύναμη στη Μεσόγειο.

202

2. Το γαλλικό κόμμα, που δεν δίνει δεκάρα για

την Ελλάδα, γιατί η Γαλλία τα έχει βρει με την Αλγερία και κάθε φορά ρίχνει όλη της τη δύναμη

όπου της καπνίσει. Είναι πράγματι πολύ πιθανόν να

σκέπτεται πως ο αποικισμός της Ελλάδας θα αποτρέψει το να γεμίσει κόσμο η Αλγερία, όπου εγκαθίστανται άνθρωποι.

3. Το αγγλικό κόμμα, που ενδιαφέρεται να γίνει

η Ελλάδα ένα μεγάλο και δυνατό κράτος, με ελεύθερο σύνταγμα, και αυτή της η δύναμη να χρησιμοποιηθεί πιθανώς σαν όπλο ενάντια στη μεγέθυνση

της Ρωσίας. Αν η Ελλάδα γίνει μεγάλο κράτος, ασφαλώς σε κάποιο βαθμό θα εμποδίσει τη Ρωσία ν’ αποκτήσει κυριαρχία στη Μεσόγειο. Και αν γίνει φιλελεύθερο κράτος, με ελεύθερο Τύπο, με τις εφημερίδες της να κυκλοφορούν και να διαδίδονται στις περιοχές της, θα επικοινωνεί με τους γείτονές της, τους Μακεδόνες, μετά με τους Βούλγαρους, μετά

με τους Βλάχους και τους Μολδαβούς, πριγκιπάτα

που εξαρτώνται από τα ρωσικά κράτη και συνορεύουν μαζί τους – αυτά τα έθνη μιλούν την ελληνική γλώσσα και διαβάζοντας τις εφημερίδες θα

αγωνιστούν να μιμηθούν τους αδελφούς τους στον

Μωριά, οπότε η ελπίδα του Απόλυτου Άρχοντα [του Τσάρου] να αποκτήσει κάποιο είδος εξουσίας

σ’ αυτά τα μέρη θα χαθεί εντελώς. Αυτό είναι που τώρα βασανίζει τη Ρωσία και ραδιουργεί με όλες της τις δυνάμεις να αποκτήσει

203

απόλυτη επιρροή στην Ελλάδα, όμως οι Έλληνες

δεν θα το δεχθούν ποτέ.

Τα αντιτιθέμενα συμφέροντα Αγγλίας και Ρω-

σίας δίνουν παράταση στις μηχανορραφίες. Η μία

πασχίζει να εισαγάγει μέτρα που θ’ αποκλείσουν

την Ελλάδα απ’ το να γίνει μεγάλη δύναμη· η άλλη

αισθάνεται πως τη συμφέρει να κάνει την Ελλάδα

μεγάλη, ελεύθερη και ανεξάρτητη.

Δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες, όμως

οι αναγνώστες μου θα παρατηρήσουν στη συνέχεια πώς λειτουργούσε το κάθε κόμμα.

Στο μεταξύ μπορώ να βεβαιώσω πως ο Σερ Έντμουντ Λάιονς υποστηρίζει τα συμφέροντα, την αξιοπρέπεια και την τιμή του έθνους του, κι αυτό ευχαριστεί ιδιαιτέρως τους συμπατριώτες του και πιστοποιεί τις ικανότητες και την οξύνοιά του. Έχει

μάλιστα και την εκτίμηση των μεγάλων γαιοκτη-

μόνων της Ελλάδας και όλων όσων κάτι έχουν να χάσουν με μια επανάσταση.

Λίγες μέρες μετά την άφιξή μου, και ακούγοντας

πως η Μεγαλειότητά του ενέκρινε την επιστροφή

μου στην Ελλάδα, παρά την αποτυχία της αποστο-

λής μου στο Λονδίνο, απηύθυνα μια επιστολή στον

αρχιθαλαμηπόλο, τον Κόμη Σα Πόρτα, ζητώντας

ακρόαση· ήθελα να τον ευχαριστήσω για τη χάρη

που μου είχε κάνει η Μεγαλειότητά του να ανανεώσει την επιχορήγηση.

Η Μεγαλειότητά του με δέχθηκε πολύ ευγενικά.

204

Μου είπε πως είχε ακούσει ότι δεν θα επέστρεφα·

όμως προς μεγάλη του ευχαρίστηση διαψεύστηκε, και η επιστροφή μου στην επικράτειά του έχαιρε

απολύτως της επιδοκιμασίας του. Μετά μου μίλησε σχετικά με την εταιρεία με την οποία συνδέθηκα σ’ αυτή την αποστολή και ρώτησε αν ήταν εύποροι. Απάντησα θετικά, οπότε έστρεψε τη

συζήτηση σε ελαφρότερα θέματα, και με ρώτησε

πολύ καλοπροαίρετα αν είχε επηρεαστεί η υγεία

μου και μήπως είχα φοβηθεί να πάω στη Μασσαλία, όπου υπήρχε η χολέρα. Βεβαίωσα τη Μεγαλειότητά του πως ο ζήλος μου να του προσφέρω υπηρεσίες μ’ έκανε να παραβλέπω κάθε κίνδυνο που θα προέκυπτε.

Τώρα είχα πολύ χρόνο στη διάθεσή μου ώσπου να επιστρέψει το ατμόπλοιο από τη Μασσαλία, όπου είχε σταλεί. Πήρα μέρος ξανά στην ελληνική κοινωνική ζωή και επισκέφθηκα επίσης τα περίχωρα της πόλης. Απ’ όσες πρωτεύουσες έχω

γνωρίσει, η Αθήνα τις ξεπερνά όλες σε ποικιλία διαδρομών με το άλογο, κοντινών περιπάτων, και στην ομορφιά του τοπίου. Νοτιοανατολικά περ-

νάς τον Ναό του Διός και προχωράς προς τους

Τράχωνες, στην κατοικία του κ. Λουριώτη, και

από εκεί πας προς το Ακρωτήρι του Σουνίου. Στα

νότια και νοτιοδυτικά έχεις δρόμους που οδηγούν

στο Φάληρο, στο λιμάνι της Μουνυχίας και πιο

δυτικά στον Πειραιά, σε απόσταση εξίμισι χιλιο-

205

μέτρων, και μέσα από τους ελαιώνες φτάνεις στην

ακτή έναντι της Σαλαμίνας. Στρίβοντας βορειοδυτικά έχεις ολόκληρη την πεδιάδα μπροστά σου, με μυριάδες ελαιόδεντρα, στολισμένη με τα λευκά

εξοχικά σπιτάκια των Αθηναίων. Συνεχίζοντας τον

δρόμο σου μέσα από την πεδιάδα, φτάνεις στο ρομαντικό και άγριο πέρασμα του Δαφνιού, και μετά

στην παραλία του κόλπου της Σαλαμίνας. Αυτό

είναι μία ώρα περίπου διαδρομή με το άλογο. Μισή

ώρα πιο μετά, γλιστράς στον κόλπο και φτάνεις

στη Λεψίνα, την αρχαία Ελευσίνα, διάσημη για τις

γιορτές της Δήμητρας. Σε τρεις ώρες φτάνεις στα

Μέγαρα, που είναι κτισμένα σε ύψωμα, και τώρα

είναι σταθμός του ιππικού.

Μια άλλη διαδρομή από την Αθήνα είναι προς τα βόρεια, από την οδό Πατησίων, τον μεγάλο δρόμο

της πόλης για περίπατο. Στ’ αριστερά είναι η υπέροχη κατοικία του Σερ Π. Μάλκομ [P. Malcolm], κτισμένη σε κλασικό στυλ. Συνεχίζοντας φτάνεις

στην Πάρνηθα, στρίβοντας δεξιά φτάνεις στο χαριτωμένο χωριό της Κηφισιάς, και λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, αν θέλεις να μακρύνεις τον πρωινό σου περίπατο, το Πεντελικό όρος θα ικανοποιήσει την

περιέργειά σου και μια επίσκεψη στα λατομεία του μαρμάρου θα σε χαροποιήσει πολύ. Αλλιώς, μπορείς να επιστρέψεις στην Αθήνα περνώντας μέσα απ’ το χαριτωμένο χωριό Μαρούσι.

Κάνοντας την Αθήνα κέντρο του κύκλου και

206

επιστρέφοντας κατευθείαν από το Πεντελικό

στην

Αθήνα, φτάνεις στα εξοχικά του Κόμη Μποτζάρι [Boggari], ενός Μιλανέζου, και της κυρίας Κατακάζη, συζύγου του Ρώσου πρέσβη, η οποία έχει χτίσει

ένα όμορφο εξοχικό σε ασιατικό στυλ. Αυτή η περιοχή ονομάζεται Αγγελόκηποι [σημ. Αμπελόκηποι;]. Συνεχίζοντας προς Αθήνα, αφήνεις τα Τουρκοβούνια δεξιά και μπαίνεις στην πόλη περνώντας από το παλάτι του Βασιλέα. Ανατολικά και νότια, βρίσκεται η οροσειρά του Υμηττού, μια σειρά λόφων γνωστή από παλιά για το μέλι που παράγουν οι αττικές

μέλισσες, τέσσερα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα.

Στους πρόποδες αυτών των βουνών υπάρχει ένα μοναστήρι που το λένε Καισαριανή, που σημαίνει διασκέδαση [amusement]. Είναι μια όμορφη τοποθεσία σε έναν ελαιώνα. Οι Αθηναίοι συναντιούνται

εδώ την τελευταία μέρα της Πεντηκοστής, σε μια

απ’ τις μεγάλες γιορτές τους, που θα την περιγράψω αργότερα.

Ας επιστρέψω στην Αθήνα για να περιγράψω

τις διασκεδάσεις της. Κάποιοι ηθοποιοί, άντρες και

γυναίκες, είχαν έρθει από τη Ζάκυνθο και είχαν χτί-

σει ένα ξύλινο θέατρο, χωρίς στέγη, σ’ ένα σημείο

που το προόριζαν για πλατεία, στην οδό Αθηνάς.

Μια φορά, ήταν παρών και ο Βασιλιάς σ’ αυτές τις

παραστάσεις και τις παρακολούθησαν δύο χιλιάδες

θεατές, που ο καθένας έδινε ό,τι ήθελε, όχι όμως

λιγότερο από μία δραχμή, γιατί ο σκοπός ήταν φι-

207
208 λανθρωπικός, για ένα νέο νοσοκομείο. Οι ηθοποιοί ήταν ένας άνδρας, η γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά. Οι παραστάσεις ήταν απλά ενός περιοδεύοντος θιάσου, πολύ χαμηλού επιπέδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙV Εκμάθηση νέων ελληνικών – Συνδρομή για μια προτεσταντική εκκλησία – Ο κ. Κινγκ και ο κ. Χιλλ, Αμερικανοί ιεραπόστολοι και οι οικογένειές τους – Διορισμός και ορκωμοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας – Τελετή

– Πρώτο βήμα για μια αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση – Εξέγερση στα σύνορα – Σκοπός να ματαιώσουν το σχέδιο για ίδρυση Εθνικής Τράπεζας – Ο κύριος και η

κυρία Μπρέισμπριτζ – Ο Ρώσος πρέσβης και η κυρία του – Προσβολή του συγγραφέα από τον εγχώριο πυρετό –Αιτία, πρόληψη και θεραπεία

Επειδή οι μέρες άρχισαν πια να με βαραίνουν (δεν υπήρχε κοινωνική ζωή γιατί ήταν Σεπτέμβριος,

και τα υψηλά πρόσωπα της πόλης δεν είχαν επιστρέψει από την Αίγινα, τη Σμύρνη και διάφορα

άλλα μέρη, όπου είχαν περάσει το καλοκαίρι), αποφάσισα να πάρω έναν δάσκαλο να με διδάξει νέα ελληνικά. Ο άξιος φίλος μου, ο Αιδ. κ. Κινγκ [King], μου έστειλε έναν από το σχολείο του. Ο κύριος αυτός είναι ένας Αμερικανός ιεραπόστολος που εστάλη στην Ελλάδα για να διδάξει στις μεγαλύτερες τάξεις δωρεάν. Η σειρά των μαθημάτων ήταν: μαθηματικά, αρχαία ελληνικά, λατινικά, γαλλικά και ιστορία. Ήταν παντρεμένος με μια

209

πολύ όμορφη Σμυρνιά και είχε τρία παιδιά. Αυτός

ο εξαιρετικός κύριος είχε κάτι που μου θύμιζε τον Man of Ross [τον Άγγλο φιλάνθρωπο John Kyrle].

Η απλή αλλά ειλικρινής του ευσέβεια, η ζεστή και προς όλους καλοσύνη του, η μη επιδεικτική του μόρφωση και οι πολλές κοινωνικές του χάρες συνιστούσαν συνολικά έναν αληθινά παραδειγματικό χαρακτήρα.

Έπαιρνα συχνά μεγάλη ευχαρίστηση και πολλή γνώση από τη συζήτηση μ’ αυτόν τον κύριο. Ο

κ. Κινγκ είχε υπό την προστασία του έναν νεαρό

που τον έλεγαν Κωνσταντίνο Φρεορίτη [Freorites]· ανταποκρινόμενος στο αίτημά μου, μου τον σύστησε για δάσκαλο στα νέα ελληνικά. Ήταν περίπου

δεκαεπτά χρονών και τον βρήκα πολύ διαβασμένο

στην ιστορία και τις γενικές γνώσεις, ήξερε επίσης

τέλεια αρχαία και νέα ελληνικά. Ακολουθούσαμε τη

μέθοδο διδασκαλίας των Περιπατητικών, γιατί μάθαινα κυρίως κάνοντας περιπάτους στην εξοχή με

τον δάσκαλό μου. Στην αρχή βέβαια δεν τον καταλάβαινα γιατί κι εκείνος δεν καταλάβαινε καμιά

σύγχρονη γλώσσα εκτός απ’ τη δική του. Κι όταν

ήθελα να μάθω πώς λεγόταν κάτι στα ελληνικά, το

έδειχνα με το δάχτυλο. Μετά μου έλεγε τι ήταν και, αν δεν καταλάβαινα, το έγραφε. Έτσι, σιγά-σιγά το

αυτί μου συνήθισε. Και με λίγο διάβασμα για βοήθεια, άρχισα σύντομα να κουβεντιάζω στα ελληνικά.

Αυτός ο νεαρός ήταν πολύ ενδιαφέρων. Μια μέρα

210

μιλούσαμε για την Κωνσταντινούπολη και μου είπε

πως παρόλο που είχε γεννηθεί εκεί, δεν θυμόταν τίποτα γιατί είχε φύγει νωρίς και οι γονείς του είχαν

αναγκαστεί να έρθουν μαζί του. Μια μέρα είπε πως

τότε που καταδιώκονταν οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη, οι γονείς του, που τους κυνηγούσαν

Τούρκοι, μπήκαν σ’ έναν στάβλο και για να μην

κάνει αυτός θόρυβο αναγκάστηκαν να του κλείσουν

το στόμα μ’ ένα μαντήλι. Οι Τούρκοι πέρασαν κι

έφυγαν. Την άλλη μέρα κάποιοι φίλοι τούς έβαλαν

σ’ ένα σκάφος και πήγαν στη Ζάκυνθο, όπου έμειναν

ως το 1830, οπότε έφυγαν από εκεί για το Ναύπλιο.

Μετά ήρθαν να κατοικήσουν στην Αθήνα, όπου

ιερέας, επίσης

ιεραπόστολος, που χρωστούσα πολλά στη φιλική συναναστροφή με τον ίδιο και με την αξιαγάπητη οικογένειά του. Αναφέρομαι στο Αιδ. Τ. Χ. Χιλλ [J.

H. Hill]. Στο σπίτι αυτού του κυρίου διαβάζονταν

προσευχές κάθε Κυριακή, προς όφελος όσων προσέρχονταν να τις παρακολουθήσουν. Η οικογένειά

του αποτελούνταν από την κυρία Χιλλ και τις δύο αδελφές της, τη Μις Μούλινγκενς [Miss Mullingens]

και τη Μις Μπόλντουιν [Miss Baldwin], όλες νέες

και ωραίες γυναίκες, που είχαν αφήσει το σπίτι και τους φίλους τους για να βοηθήσουν και να παρασταθούν στα νιάτα της Ελλάδας. Ανάμεσα σ’ όσους

211
ο πατέρας του είχε μια θέση στο Δημόσιο με μισθό εκατόν πενήντα δραχμές τον μήνα. Υπήρχε κι άλλος ένας Αμερικανός

παρευρίσκονταν σ’ αυτές τις προσευχές ήταν και ο

Σερ Έ. Λάιονς, αργότερα και η κυρία του και οι δύο

κόρες του· επίσης, η Λαίδη Τσωρτς, ο κύριος και

η κυρία Μπρέισμπριτζ [Bracebridge], ο κ. Ουόλερ

[Waller], Γραμματέας της Πρεσβείας, και μερικές

φορές οι Βαυαροί αξιωματικοί που ήταν προτε-

στάντες, κι ένας από τους ακολούθους της ρωσικής πρεσβείας. Τα υπόλοιπα βράδια της εβδομάδος

ήταν βέβαιο πως θα εύρισκες εκεί μια ευχάριστη και

διδακτική συζήτηση.

Ορίσθηκε μια συνδρομή για να συγκεντρωθούν

χρήματα και να κατασκευαστεί μια προτεσταντι-

κή εκκλησία. Ο κύριος και η κυρία Μπρέισμπριζ

το ανέλαβαν και το στήριξαν – έδωσαν και τώρα, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, ένα αξιέπαινο

παράδειγμα κάνοντας καλό στους γύρω τους.

Εκείνο τον καιρό για τον οποίο μιλώ τώρα –την

9η Νοεμβρίου– ιδρύθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτό το Συμβούλιο μπορεί να θεωρηθεί

σαν το πρώτο βήμα προς μια συνταγματική μορφή διακυβέρνησης της Ελλάδας. Τώρα αποτελείται

από είκοσι ενεργά μέλη, όμως ο αριθμός μπορεί να

αυξηθεί αν το θελήσει ο μονάρχης. Επίσης υπάρ-

χουν έκτακτοι Σύμβουλοι, όμως αυτός ο τίτλος είναι απλά τιμητικός, γιατί όσοι τον φέρουν δεν καλούνται στην αίθουσα του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο εκλέγεται από τον μονάρχη. Έχει καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα, καμιά εξουσία δεν απορρέει από

212

αυτό. Από την άλλη όμως, τίποτα δεν γίνεται νόμος

χωρίς να έχει παρουσιαστεί σ’ αυτό το σώμα και να

έχει εγκριθεί από αυτό· με την επιφύλαξη ωστόσο

πως εάν το Συμβούλιο απορρίψει κάποια πρόταση

που του γίνει από τον Βασιλιέα, η Μεγαλειότης του

δύναται, παρ’ όλα αυτά, να περάσει την πρόταση

και να την κάνει νόμο· αλλά τότε είναι υπ’ ευθύνη

του, ενώ σε περίπτωση που εγκρίνει το Συμβούλιο, η ευθύνη είναι του Συμβουλίου.

Μεταξύ των είκοσι ενεργών μελών είναι και ο ευγενής και γενναίος συμπατριώτης μου, ο Στρατηγός Σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς, ο οποίος αξίζει την εμπιστοσύνη που του παρέχει ο Βασιλέας.

Η κυβέρνηση της Ελλάδας, έτσι όπως είναι τώρα συγκροτημένη, δεν είναι αντιπροσωπευτική. Εκτός

από το Συμβούλιο του Βασιλέα που αναφέρθηκε, αποτελείται από τον Αρχικαγκελάριο* και τους υπουργούς Εξωτερικών, Εσωτερικών, Ναυτικών, Οικονομικών, και Εκπαιδεύσεως. Ο Αρχικαγκελάριος διευθύνει τις υποθέσεις του βασιλείου, όλος ο μηχανισμός είναι υπό την καθοδήγησή του. Το Συμβούλιο της Επικρατείας θεσπίστηκε με εντολή του

Βασιλέα στις 13 Σεπτεμβρίου του 1835, και οι Σύμβουλοι διορίστηκαν τον επόμενο Οκτώβριο.

Η ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας θεω-

* Αυτό το αξίωμα έχει έκτοτε καταργηθεί και ο κ. Ρούντχαρτ [Rundhart], ένας Βαυαρός, ορίσθηκε πρωθυπουργός.

213

ρήθηκε από την κυβέρνηση τόσο πολύ σημαντική

ώστε έπρεπε να παρουσιαστεί με κάποια μεγαλο-

πρέπεια. Στις 28 Οκτωβρίου του 1835, στις επτά το

πρωί, είκοσι μία βολές ρίχτηκαν και στρατιωτικά

εμβατήρια αντηχούσαν στην πόλη. Στις οκτώ όλη

η φρουρά στήθηκε για να παρευρεθεί στην τελετή

της ημέρας.

Στις εννέα η ώρα, ο Καγκελάριος, οι Γραμματείς

του κράτους, οι εκλεγμένοι Σύμβουλοι της Επικρα-

τείας, οι Πρόεδροι της Συνόδου του Αρείου Πάγου

και το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι Στρατηγοί και οι

Φρούραρχοι της Αθήνας και της Αττικής, όλοι με τις στολές τους, πήγαν στο παλάτι και περίμεναν

τις διαταγές της Μεγαλειότητάς του. Στις εννέα και μισή, ο Βασιλιάς, με πλήρη εξάρτυση στρατηγού, και με τη συνοδεία των ανωτέρω, προχώρησε με

τα πόδια από την οδό των Ανακτόρων προς την

εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Η ημέρα ήταν λαμπε-

ρή – ο καλύτερος ήλιος της Αττικής χαιρέτιζε την

ευοίωνη σκηνή. Σε κάθε πλευρά του δρόμου απ’ το

παλάτι έως την εκκλησία είχε τοποθετηθεί στρατός

για να τον κρατά ανοιχτό.

Όταν έφθασε ο Βασιλιάς στην εκκλησία, βρήκε τα μέλη του διπλωματικού σώματος να περιμένουν, γιατί τους είχαν προσκαλέσει να λάβουν μέρος

στις εκδηλώσεις της ημέρας. Ήταν επίσης εκεί οι Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, η μεγάλη Σύνοδος του Βασιλείου, ο Πρόεδρος και ο

214

Αντεισαγγελέας του Εφετείου, οι υπάλληλοι των

γραφείων, ο Δήμαρχος της πόλης και ο Πρόεδρος

του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας, οι αξιωματικοί ξηράς και θαλάσσης της φάλαγγας. Όλοι αυτοί με τις στολές τους έδιναν μια λαμπρότητα στην όλη εκδήλωση.

Ο Βασιλιάς μπήκε στην εκκλησία, ανέβηκε στον θρόνο, που ήταν σε ύψος κάπου ενάμισι μέτρου, και υποκλίθηκε στην ομήγυρη. Μετά έμεινε όρθιος, ενώ ο Επίσκοπος Αττικής έκανε τη λειτουργία. Έπειτα παραδόθηκε στους Συμβούλους ο όρκος.

Σ’ ένα τραπέζι δίπλα στον θρόνο υπήρχε ένα Ευαγγέλιο και ο Υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως, ο κύριος Ρίζος, διάβασε με δυνατή φωνή τον ορισμένο όρκο. Όσο διάβαζε, οι Σύμβουλοι της Επικρατείας επαναλάμβαναν τα λόγια όπως προφέρονταν, κρατώντας το δεξί τους χέρι προς το τραπέζι, εκεί όπου ήταν το Ευαγγέλιο. Μετά απ’ αυτό, τα μέλη πλησίασαν διαδοχικά και έβαλαν τις υπογραφές τους στη σελίδα του βιβλίου που περιείχε τον διατυπωμένο όρκο.

Στο διάλειμμα μεταξύ της λειτουργίας και του όρκου ρίχτηκαν είκοσι μία κανονιές. Σ’ αυτές απάντησαν τα κανόνια των πολεμικών πλοίων στον Πειραιά, που ήταν στολισμένα με σημαίες. Η σκηνή ήταν συνολικά πολύ επιβλητική.

Η τελετή κράτησε περίπου μιάμιση ώρα και ο Βασιλιάς ήταν συνέχεια όρθιος. Στο τέλος κατέβηκε

215

απ’ τον θρόνο και συνοδευόμενος από την ίδια πομπή επέστρεψε στο παλάτι.

Όταν η Μεγαλειότης του έφθασε στο Παλάτι,

ο Υπουργός Προεδρίας τού σύστησε τα μέλη του

Συμβουλίου που μόλις είχαν διοριστεί και ορκιστεί.

Μετά, πήγαν εν σώματι στο κτίριο (ένα πολύ όμορφο κτίριο) που είχε ορισθεί για τις συνεδριάσεις τους

ανήκε στον

αλλά

ενοικιάσει η κυβέρνηση, και αμέσως ξεκίνησαν την πρώτη τους συνεδρίαση. Έτσι τελείωσε μια τελετή που εγκαινίασε ένα γεγονός το οποίο μπορεί να θεωρηθεί η αυγή της ελευθερίας στην Ελλάδα. Σ’ εμένα ήταν ιδιαιτέρως

ευχάριστο και ασχολήθηκα αρκετά μ’ αυτό γιατί το

Συμβούλιο της Επικρατείας σύντομα θα παροτρύ-

νει και θα προετοιμάσει μια μορφή διακυβέρνησης

όπου ο λαός θα έχει κάποια φωνή στη νομοθετική

εξουσία.

Θα έπρεπε να έχω πει ότι πολλές Ελληνίδες

(τουλάχιστον εκατό) καταλάμβαναν το αριστερό

κλίτος της εκκλησίας, μπροστά από τον μονάρχη.

Ήταν εντελώς χωριστά από τα αρσενικά μέλη της

συνάθροισης.

Πρέπει να ήταν την ίδια μέρα της τελετής, ή

εκεί γύρω, όταν έφτασαν τα νέα μιας εξέγερσης

που ξέσπασε κοντά στην Πρέβεζα. Λέγεται πως οι εξεγερμένοι ήταν περίπου πεντακόσιοι και έστειλαν

αίτημα στον Βασιλέα ζητώντας συνέλευση αντιπρο-

216
και
Πρίγκιπα Καρατζά,
το είχε

σώπων. Πιστεύεται, και είναι εύλογο, πως αυτός ο

ξεσηκωμός υποκινήθηκε από μια παράταξη αντίθε-

τη στην ίδρυση Εθνικής Τράπεζας στην Ελλάδα υπό

την αιγίδα και εγγύηση Άγγλων κεφαλαιούχων. Η

παράταξη αυτή ήξερε πως ο βρετανικός λαός θα

ανησυχούσε με την άστατη κατάσταση στη χώρα

και θα δίσταζε να τοποθετήσει τα χρήματά του υπό

τέτοιες συνθήκες κινδύνου και αβεβαιότητας. Αυτό

είναι παμπάλαιο κόλπο και είχε γίνει πάνω από μία

φορά την εποχή του Καποδίστρια, λίγο πριν απ’

την πώληση της δεκάτης. Η αλήθεια είναι πως αυτή

η δήθεν «επανάσταση» ξεσηκώθηκε μόνο και μόνο

για να τρομάξει τον κόσμο στην Αγγλία και να μη

δώσουν τα χρήματά τους· και το πέτυχε απολύτως

προς το παρόν.

Λίγο καιρό αργότερα, η εξέγερση καταπνίγηκε

εύκολα από ντόπια στρατεύματα που στάλθηκαν

ενάντια στους στασιαστές, όμως όχι προτού γίνει το

κακό και χαθεί προς το παρόν το σχέδιο για Εθνική

Τράπεζα.

Επιστρέφω στην Αθήνα και την κοινωνική ζωή.

Ανάμεσα στους κυριότερους συμπατριώτες μας που

αφιερώνουν τον χρόνο και την ενέργειά τους στην

καλλιέργεια και βελτίωση της αθηναϊκής κοινωνίας, είναι ο κύριος και η κυρία που ανέφερα προηγουμένως, ο κύριος και η κυρία Μπρέισμπριτζ. Έχουν μεγάλη περιουσία στην Αγγλία, οπότε δεν είναι η ελπίδα για κέρδος που τους τραβά στην Ελλάδα,

217

αλλά η καλή διάθεση έναντι αυτής της ενδιαφέρουσας χώρας και του λαού της. Έχουν επισκεφθεί την Ελλάδα αρκετές φορές, και στην πρώτη

τους επίσκεψη αγόρασαν ένα κτήμα στον Καρέα, πέντε χιλιόμετρα νότια της Αθήνας. Αυτό το κτήμα ανήκε πριν στον κ. Μπελ [ Bell ], που έκτισε μια μικρή αγροικία εκεί, η οποία όμως μπορεί να

μεγαλώσει και να γίνει πολύ ελκυστική. Επισκεπτόμουν τακτικά το κτήμα τους και πρόσεξα πως είχαν καλλιεργήσει μουριές σε μεγάλη έκταση, και δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε λίγα χρόνια, αυτό

το δέντρο θα αποφέρει κέρδος. Αυτή η μικρή περιουσία είναι το χόμπυ των συμπαθητικών αυτών ανθρώπων. Πάνε νωρίς εκεί ιππεύοντας, πριν απ’

το μεσημέρι, και περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας παρακολουθώντας τις βελτιώσεις και τον εξωραϊσμό

που γίνεται. Η θέα απ’ αυτή την τοποθεσία είναι

πολύ όμορφη, βλέπει κατευθείαν στο Αιγαίο, που είναι σπαρμένο με νησιά και ο αέρας είναι εξαιρετικός, εντελώς ξηρός. Το μόνο που λείπει είναι τα

δέντρα, όμως σε λίγα χρόνια τα φυτά που έχουν

φυτευτεί θα καλύψουν αυτή την έλλειψη. Ο κύριος

και η κυρία Μπρέισμπριτζ επιστρέφουν πάντα το βράδυ στην κατοικία τους, που είναι πολύ μεγάλη, στην οδό Αδριανού, κι εκεί προσφέρουν τη φιλο-

ξενία τους, που και εγώ έχω χαρεί, έχω περάσει

πολλά ευχάριστα βράδια με τη συντροφιά τους.

Εκείνο τον καιρό, την 26η Νοεμβρίου, με ανα-

218

στάτωσε ένα γράμμα από τους κ.κ. Μπαζέν της

Μασσαλίας, που μου ανέφεραν πως δεν δέχονταν τους ευμενείς όρους που είχα πετύχει γι’ αυτούς από

την ελληνική κυβέρνηση. Φαίνεται πως ανησύχησαν με την αντίρρηση της γαλλικής κυβέρνησης και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το σχέδιό τους.

Με τις βλέψεις μου πάλι ματαιωμένες, δεν είχα

άλλη λύση παρά να παρουσιάσω το αίτημά μου

στον Βασιλέα –όπως είχα αναφέρει στο προηγούμενο κεφάλαιο– και να περιμένω ήσυχα το αποτέλεσμα. Επειδή τώρα είχα αρχίσει να καταλαβαίνω

λίγο τα ελληνικά και μπορούσα να κάνω ερωτήσεις

και έρευνες χωρίς να μεσολαβούν τρίτοι, αποφάσι-

σα με πολλή προσοχή να εκμεταλλευτώ τις ευνοϊκές περιστάσεις στις οποίες βρισκόμουν, παρατηρώντας και σημειώνοντας οτιδήποτε συναντούσα

και αφορούσε την πραγματική θέση και προοπτική

αυτού του υποσχόμενου κράτους. Έτσι, ήμουν πολύ περισσότερο κοινωνικός και έκανα νέες γνωριμίες.

Ο Βαρόνος ντε Τέστα [ Baron de Testa ], αρχιγραμ-

ματέας της αυστριακής πρεσβείας, με σύστησε

στον κύριο και την κυρία Κατακάζη, τον Ρώσο

πρέσβη και την κυρία του. Παρόλο που οι βλέ-

ψεις μου για την Ελλάδα είναι εντελώς αντίθετες

με της Ρωσίας, δεν ένιωθα πως αυτή η συγκυρία

θα έπρεπε να μ’ εμποδίσει να εκμεταλλευτώ την εξαιρετική κοινωνική συναναστροφή που μπορού-

σα πάντα να βρω στο σπίτι του πρέσβη. Ο κύριος

219

και η κυρία Κατακάζη είναι και οι δύο Έλληνες, οπότε απολαμβάνουν μεγάλα πλεονεκτήματα σε σχέση με την τοπική κοινωνία, που γι’ αυτούς είναι

θέμα αρχής να τους συμφιλιώνουν και να τους συγκεντρώνουν γύρω τους. Διαπίστωσα πως η κυρία Κατακάζη ήταν πολύ ευχάριστο άτομο, πολύ ζωντανή και διασκεδαστική, και η συνομιλία μαζί της φανέρωνε την καλλιέργεια και την ευγένειά της.

Εδώ πρέπει να διηγηθώ πως αμέσως μετά τη

δεύτερη αποτυχία του σχεδίου μου για τα ατμόπλοια, προστέθηκε στις ατυχίες μου και ο εγχώριος πυρετός. Είναι ακίνδυνος αν τον προσέξεις

σωστά. Την πρώτη μέρα της αρρώστιας, μου είπαν να πάρω ένα ελαφρύ καθαρτικό, και τις δύο επόμενες μέρες δεν πήρα παρά μόνο αραρούτι και νερό. Ο δόκτωρ Ρέζερ [ Roeser ], μετά την πρώ-

τη του επίσκεψη, μου είπε να μην πάρω τίποτα

ώσπου να ξαναέρθει, όπως και έκανε την τρίτη

μέρα. Όταν ήρθε, μπήκε στο δωμάτιο γελώντας

και είπε: « Δεν σκέφτηκες πως είμαι περίεργος

γιατρός, να φεύγω και να σε παρατάω έτσι τόσες μέρες;». Του απάντησα πως νόμιζα ότι με είχε ξεχάσει. « Όχι», αποκρίθηκε «ήξερα πως δεν θα με

χρειαζόσουν έως την τρίτη μέρα». Εξέτασε μετά τα συμπτώματά μου, μου είπε πως ήθελε να μη φάω ζωϊκές τροφές για άλλες δύο μέρες. Την πέμπτη μέρα ήμουν καλά. Επειδή απέδωσα την αδιαθεσία μου στην έκθεσή

220

μου στον μεσημεριανό ήλιο, χρησιμοποιούσα έκτοτε

ομπρέλα όταν ο ήλιος ήταν δυνατός και (είτε χάρη

σ’ αυτό το μέσον είτε όχι) απέφυγα να ξαναρρωστήσω. Μερικοί απ’ τους παλιούς γνωστούς Άγγλους

της Αθήνας με πείραζαν γι’ αυτό, αλλά τους απαντούσα πως το δικό μου το κεφάλι δεν είχε ακόμα προσαρμοστεί, σαν το δικό τους, στον αθηναϊκό

ήλιο, και μέχρι να συμβεί αυτό, θα πρέπει να μου επιτρέπεται να κουβαλώ ομπρέλα. Στην πραγματικότητα, οι απλοί ταξιδιώτες δεν το προσέχουν αυτό. Νομίζω πως μια γερή μεταξωτή ομπρέλα στην Αθήνα είναι η καλύτερη πρόληψη για τον πυρετό και ο καλύτερος τρόπος για διατήρηση της υγείας σ’ ένα ζεστό κλίμα.

Το προηγούμενο καλοκαίρι αυτός ο πυρετός είχε εκδηλωθεί πολύ στην Αθήνα και τα περίχωρα, όμως

τώρα έχει γενικά σταματήσει. Η κύρια αιτία του

είναι αναμφίβολα πως στη διάρκεια του πολέμου

τα χαντάκια που οδηγούν το νερό απ’ την πεδιάδα

της Αθήνας στη θάλασσα είχαν μπαζωθεί, και συ-

νεπώς το νερό παρέμενε στην πεδιάδα στάσιμο. Η

κυβέρνηση τα άνοιξε ξανά και ο πυρετός έφυγε από

τη χώρα. Παλιότερα, την εποχή των Τούρκων, την

Αθήνα τη θεωρούσαν την πιο υγιή τοποθεσία στην

Ελλάδα.

221

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧV

Η επίσκεψη του Βασιλέα της Βαυαρίας στην Ελλάδα – Η τελετή υποδοχής του – Παρουσίαση στην αυλή – Ανεπιτήδευτες συνήθειες των δύο Βασιλέων – Μια αιτούσα που εισακούσθηκε – Τα καλά αποτελέσματα μιας βασιλικής επίσκεψης – Ερασιτεχνική συναυλία στο Παλάτι – Η συντροφιά – Γιορτή με φανούς

Εκείνη την εποχή η αθηναϊκή κοινωνική ζωή ζωντάνεψε με την επίσκεψη του Βασιλέα της Βαυαρίας, πατέρα του Βασιλέα Όθωνα. Δύο ήταν τα

κίνητρα γι’ αυτή την επίσκεψη: πρώτον, η επιθυμία

να δει τον γιο του, και δεύτερον, η αγάπη για τον τόπο όπου βασίλευε ο γιος του, γιατί είναι γνωστό

πως ο Βασιλιάς της Βαυαρίας είναι από τους πιο καλλιεργημένους μονάρχες, αγαπά τις ιδέες και την

αισθητική της κλασικής αρχαιότητας. Το Μόναχο, η πρωτεύουσα της επικράτειάς του, είναι διακοσμημένη με πολυάριθμα κτίρια που έγιναν με την επί-

βλεψή του και διατρατώνουν την καθαρή του κρίση.

Η απλότητα του στυλ τους είναι αξεπέραστη.

Για την υποδοχή του Βασιλέα της Βαυαρίας

στήθηκε μια θριαμβική αψίδα στην Αθήνα, και έγινε ό,τι πρότεινε ο μονάρχης της Ελλάδας για να δείξει

με κολακευτικό τρόπο τη στοργή του προς τον αύ-

223

γουστο πατέρα του. Με την άφιξη στο λιμάνι, ο Βασιλιάς Όθων ανέβηκε στο καράβι και αποβιβάστηκε

μαζί με τον γονιό του, περνώντας κάτω από μια

πύλη δωρικής αρχιτεκτονικής, με μια επιγραφή που

εξέφραζε τα αισθήματα του έθνους απέναντί τους.

Τους δέχθηκε ο Φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, ο στρατιωτικός Επιθεωρητής της Νομαρχίας, ο κ. Αξιώτης, Νομάρχης της Αθήνας, και ο Διοικητής

της Χωροφυλακής. Η φρουρά σχημάτιζε δύο γραμμές για να τους υποδεχτεί, και μία μοίρα από λογχοφόρους συνόδευε τις Μεγαλειότητές τους προς

την πρωτεύουσα, ενώ προπορευόταν ο Διοικητής

της Χωροφυλακής και οι παραπάνω αξιωματικοί στις δύο πλευρές της άμαξας. Σε διάφορα σημεία

της διαδρομής τούς έριχναν κλαδιά πικροδάφνης

και μυρτιάς. Μπήκαν στην πόλη από την οδό Ερμού, και στα μισά συνάντησαν άλλη μια αψίδα σε

δωρικό ρυθμό. Καθώς περνούσαν απ’ αυτήν, έπεσαν ενενήντα κανονιοβολισμοί. Στην αψίδα, τις Υψηλότητές τους υποδέχθηκε ο Επίσκοπος της Αθήνας, ο Δήμαρχος της πόλης, μια αντιπροσωπεία από τη Δημαρχία, οι Δικαστές και οι Καθηγητές τη Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Ο Δήμαρχος απηύθυνε έναν λόγο για να καλωσορίσει τη Μεγαλειότητά του. Η έφιππη πομπή πέρασε από την οδό Ερμού, που σε κάθε της πλευρά οι Ελληνίδες είχαν βγει στα μπαλκόνια των σπιτιών

τους και χαιρετούσαν τον νεοαφιχθέντα κουνώντας

224

τα μαντήλια τους σε ένδειξη χαράς. Από εκεί η πομπή κατευθύνθηκε στο Παλάτι, με μια διπλή σειρά στρατιώτες σε κάθε πλευρά της.

Η Μεγαλειότης του έφθασε στο Παλάτι και οι ακόλουθοι τού παρουσιάστηκαν επισήμως: Ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, ο Γενικός Διευθυντής του

Βασιλικού Ταχυδρομείου, ο Γενικός Λογιστής, ο Πρόεδρος του Εφετείου, ο Πρόεδρος του Αρείου Πά-

γου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Πρόεδρος και

τα Μέλη της Ιεράς Συνόδου και όλοι οι Σύμβουλοι

Επικρατείας· ο Αρχικαγκελάριος με τους Γραμμα-

τείς του Κράτους και οι υπουργικοί σύμβουλοι.

Μετά απ’ αυτά, παρουσιάστηκαν στον Βασιλέα

οι Έλληνες οπλαρχηγοί. Η Μεγαλειότης του ήταν θερμός υποστηρικτής της παλιάς εθνικής φορεσιάς, και με κάθε ευκαιρία έδειχνε τη δυσαρέσκειά του

όταν έβλεπε τους παλιούς οπλαρχηγούς με ευρωπαϊκά ρούχα.

Μόλις οι δύο μονάρχες τελείωσαν με τις εθιμοτυπίες της παρουσίασης, άφησαν αμέσως στην άκρη τις τυπικότητες και περπάτησαν προς τα έξω χέρι-χέρι, χωρίς κανέναν άλλο συνοδό εκτός από τον αρχαιολόγο, που μαζί του προχώρησαν για να επισκεφθούν τα αξιοθέατα του τόπου. Αυτή την πρακτική ακολουθούσαν καθημερινά, προς μεγάλη ευχαρίστηση των Ελλήνων. Συνέβησαν πολλά ενδιαφέροντα και ευτράπελα μέχρι να γίνει καλύτερα γνωστός ο Βασιλιάς της Βαυαρίας. Ο μονάρ-

225

χης αυτός περπατούσε μια μέρα στους δρόμους της

Αθήνας μόνος, όταν είδε μια γριά γυναίκα μ’ ένα

χαρτί στο χέρι. Η Μεγαλειότης του της μίλησε στα

νέα ελληνικά (γιατί είναι πολύ καλός ελληνομαθής)

και τη ρώτησε περί τίνος επρόκειτο. Η γριά απά-

ντησε πως ήθελε να χτίσει ένα σπίτι, όμως έπρεπε

να πάρει προηγουμένως άδεια από τον αρχιτέκτο-

να της κυβέρνησης· και πρόσθεσε ότι (προς μεγάλη

της ζημία και στενοχώρια) δεν περίμενε απάντηση

προτού περάσουν κάμποσοι μήνες. Η Μεγαλειότης

του απάντησε αμέσως: «Γνωρίζω τον αρχιτέκτονα

κι αν μου δώσεις την αίτησή σου υπόσχομαι πως

δεν θα περιμένεις τόσο πολύ». Η γριά έδωσε λοιπόν

το χαρτί με το όνομα και τη διεύθυνσή της και σε

δύο-τρεις μέρες είδε έκπληκτη να έρχεται στο σπίτι

της ο αρχιτέκτονας της κυβέρνησης, με την άδεια

που επιθυμούσε. Τότε μόνο έμαθε πως είχε εμπι-

στευθεί την αίτησή της στον ίδιο τον Βασιλέα της Βαυαρίας.

Αυτή και άλλες εκφράσεις καταδεκτικότητας εκ μέρους του Βασιλέα τον έκαναν πολύ αγαπητό στην Αθήνα. Τον συναντούσα τακτικά στους περιπάτους

μου στους ελαιώνες, αρκετά μακριά απ’ την Αθήνα. Πάντα ανταποκρινόταν στον χαιρετισμό μου με

πολλή ευγένεια, όπως και σε κάθε άλλον άνθρωπο

που του υπέβαλλε τα σέβη του.

Η επίσκεψη του Βασιλέα της Βαυαρίας έκανε

πολύ καλό στην Αθήνα. Δεκαπέντε μέρες πριν από

226

την άφιξή του, μαζεύτηκαν όλα τα σκουπίδια, ξεκί-

νησαν τα πεζοδρόμια και όλα έδειχναν πως περίμε-

ναν να έρθει ένα παρατηρητικό μάτι. Η Αθήνα θα

κέρδιζε πολλά αν οι επισκέψεις του επαναλαμβάνονταν τακτικά – που δεν αμφιβάλλω πως θα συμβεί.

Λίγες μέρες μετά την άφιξη του Βασιλέα της

Βαυαρίας στην Ελλάδα, ο Βασιλιάς Όθων έδωσε

εντολή για μια συναυλία στο Παλάτι. Με τίμησε

προσκαλώντας κι εμένα. Στις οκτώ το βράδυ πήγα

κατακεί. Ήταν η πρώτη συναυλία που δινόταν ποτέ

στην Αθήνα. Κάπου τριακόσια άτομα συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη οκταγωνική αίθουσα δεξιώσεων.

Στις οκτώ και μισή μπήκαν οι δύο μονάρχες, προπορευόταν ένας αξιωματικός της αυλής και χτυπούσε το πάτωμα με το μπαστούνι για ν’ ανοίξει δρόμο στους Βασιλείς.

Δύο πολυθρόνες είχαν τοποθετηθεί για τους Βασιλείς. Μετά προσφέρθηκαν αναψυκτικά από τους υπηρέτες του παλατιού, ντυμένους με στολή, ο αρχιυπηρέτης έφερε και σπαθί. Στη συνέχεια προσφέρθηκαν καφές, τσάι και γλυκίσματα στους συγκεντρωμένους καλεσμένους.

Ο Βασιλιάς της Βαυαρίας σηκώθηκε και έκανε

τον γύρο την αίθουσας, συνοδευόμενος από την Κόμισσα του Άρμανσπεργκ και ακολουθούμενος από

τον Βασιλέα της Ελλάδος, που κρατούσε την κυρία του Αυστριακού πρέσβη. Καθώς προχωρούσαν

στην αίθουσα, υποκλίνονταν στους καλεσμένους για

227

να τους καλωσορίσουν κι έπειτα πήγαν στη θέση

τους, στις δύο πολυθρόνες που είχαν τοποθετηθεί

γι’ αυτούς. Δυο άλλες καρέκλες, χωρίς μπράτσα, είχαν τοποθετηθεί πλάι στους Βασιλείς. Αριστερά

του Βασιλέα της Ελλάδος καθόταν η κυρία Πρόκες

[Prokesch], και στα δεξιά του Βασιλέα της Βαυαρίας η κυρία Κατακάζη. Οι άλλοι πρέσβεις και οι κυρίες τους σχημάτιζαν ημικύκλιο δεξιά και αριστερά. Ήταν παρόντες ο Άγγλος, ο Γάλλος, ο Ρώσος, ο Ισπανός, ο Αυστριακός και ο Πρώσος πρέσβης

με τις κυρίες τους και τους αντίστοιχους ακολούθους, ήταν επίσης και ο Καγκελάριος και η σύζυγός του, και η οικογένειά τους, και όλοι οι πρέσβεις και αξιωματούχοι του βασιλείου της Ελλάδας που βρίσκονταν τότε στην Αθήνα, γηγενείς και Γερμανοί.

Οι οργανοπαίκτες ήταν ερασιτέχνες και αποτελούνταν από την κυρία Πρόκες, την κυρία Κατακάζη, την κυρία Ρουέν (σύζυγο του Γάλλου πρέσβη)

και τους γιους του Πρίγκιπα Σούτσου, του Έλληνα ακολούθου στην Αγία Πετρούπολη, ο οποίος βρισκόταν στην Αθήνα με άδεια.

Έπαιξαν αρκετά κομμάτια από ιταλικές και

γερμανικές όπερες, με πολύ γούστο και ακρίβεια. Η Μαντάμ Πρόκες επέδειξε ένα πρώτης τάξεως ταλέντο στο πιανοφόρτε. Οι κυρίες οδηγούνταν ως το

πιανοφόρτε και μετά πάλι πίσω στις θέσεις τους από τους ξένους πρέσβεις.

Οι γιοι του Πρίγκιπα Σούτσου έχουν πολύ ωραίες

228

φωνές και είναι σίγουρα πολύ ευγενικοί και μορφωμένοι νέοι, που έχουν εκπαιδευτεί στο Παρίσι και την

Ελβετία υπό την εποπτεία τους πατέρα τους, που

ήταν πριν Οσποδάρος στη Μολδαβία. Είχα γνωρίσει τη χαριτωμένη αυτή οικογένεια στην Ελβετία, όταν αυτοί οι νεαροί ήταν παιδιά. Οι δύο μονάρχες

εξέφρασαν τη μεγάλη τους ικανοποίηση για τα λαμπερά ταλέντα, και όλη η ομήγυρη συμφώνησε.

Η αίθουσα στην οποία έγινε η συναυλία χωράει

άνετα πεντακόσια άτομα. Υψώνεται σε τρούλο, μ’ έναν λαμπερό πολυέλαιο στη μέση. Από κάθε σημείο της αίθουσας κρέμεται γαλάζιο μετάξι, απ’ την κορυφή μέχρι το δάπεδο. Καθρέφτες εδώ κι εκεί, στα διάκενα, αντικατόπτριζαν όλο το σκηνικό, και καντηλέρια κολλημένα στον τοίχο έδιναν μια λάμψη

που δημιουργούσε εντύπωση μαγευτική. Τυπωμένα

προγράμματα της εκδήλωσης υπήρχαν πάνω σε

καναπέδες και καρέκλες.

Στις έντεκα το μουσικό πρόγραμμα τελείωσε. Οι

δύο Βασιλείς αποσύρθηκαν στα διαμερίσματά τους

στο παλάτι και η συντροφιά έφυγε – όχι με άμαξες

αλλά με τα πόδια, με Έλληνες υπηρέτες να προη-

γούνται, κρατώντας πελώριους φανούς με τρία ή

τέσσερα κεριά μέσα. Το μέγεθος του φανού μεγάλωνε ανάλογα με την τάξη του ατόμου.

Αυτό το εξάρτημα του ελληνικού νοικοκυριού

ενίσχυε τον καινοφανή χαρακτήρα και τη γοητεία

της σκηνής. Όλοι οι υπηρέτες ήταν σε σειρά έξω απ’

229

το παλάτι και εξέπεμπαν κανονική φωταγωγία με

τους φανούς τους. Στους περιπάτους μου στην πόλη τις σκοτεινές

νύκτες, συναντούσα διαρκώς αυτούς τους φανούς

και ανάλογα με το μέγεθος του φωτός καταλάβαινα

την κατηγορία του ατόμου. Τέσσερα κεριά σε πολύ

μεγάλο φανό υποδείκνυαν ξένο πρέσβη που πήγαινε

για βραδινή επίσκεψη ή ίσως πλούσιο Άγγλο κάτοι-

κο· τρία κεριά κατάλαβα πως υποδείκνυαν Έλληνα

Σύμβουλο Επικρατείας· δύο σήμαιναν μέλος κάποιας σεβάσμιας ελληνικής οικογένειας που πήγαινε

επίσκεψη· ένα μόνο κερί, κι αυτό να το κουβαλά το

ίδιο το άτομο, μάλλον σήμαινε Έλληνα της εμπορικής τάξης που πήγαινε για δουλειά.

Θα πρέπει να αναφέρω όμως πως και οι αξιωματικοί της φρουράς έφεραν εκείνο τον καιρό σκούρους

φανούς, που ήταν πολύ βολικοί. Οι διαρκείς βελτιώ-

σεις, κατά τη σύντομη περίοδο που έφυγα από την

Αθήνα, ίσως να κατέστησαν αυτές τις προφυλάξεις αχρείαστες.

230

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVI

Η άφιξη της οικογένειας του Βρετανού Πρέσβη – Χριστούγεννα στην Αθήνα – Δείπνο στου Πρέσβη – Οι παριστάμενοι – Κάρβουνο από το Νιούκασλ – Η τράπεζα

– Σκέψεις επ᾽ αυτού – Ανέκδοτα για Έλληνες που θάβουν

τα λεφτά τους – Υψηλό επιτόκιο – Αντίδραση στην τράπεζα – Με ποιον τρόπο – Και από ποιον – Η ασφάλεια

του Μωριά, της Εύβοιας και των νησιών – Καλλωπισμός

της πρωτεύουσας – Πανάκριβα ενοίκια κατοικίας – Η αιτία γι’ αυτό

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και για να ζωηρέψει

το σκηνικό, η οικογένεια του εξαιρετικού μας πρέσβη, του Σερ Έντμουντ Λάιονς, έφθασε στην Αθήνα

από τη Μάλτα, με το πλοίο της Βρετανικής Μεγαλειότητος «Πόρτλαντ» [Portland], που το κυβερνούσε ο Πλοίαρχος Πράις [Price]. Η Λαίδη Λάιονς

συνοδευόταν από τις δύο κόρες και τον γιο της. Μια τέτοια προσθήκη προσώπων στην κοινωνική ζωή

ήταν πολύ ευπρόσδεκτη.

Πιθανόν πολλοί από τους αναγνώστες έχουν διαμείνει σε μια μικρή ξένη πρωτεύουσα όπου υπάρχει Βρετανός πρέσβης. Αν ναι, τότε καταλαβαίνουν πόσες ανέσεις και παροχές μιας τέτοιας ζωής εξαρτώνται από τις προσωπικές συνήθειες και τη συ-

231

μπεριφορά αυτού του αξιωματούχου και όσων είναι

άμεσα συνδεδεμένοι μαζί του. Στην περίπτωση του

Σερ Έντμουντ Λάιονς και των οικείων του, οι ξένοι

κάτοικοι της Αθήνας βρήκαν ό,τι ακριβώς θα επιθυμούσαν απ’ αυτούς. Ήταν εξαιρετικά ευχάριστες

οι περιστάσεις όπου σκόρπιζε τη φιλοξενία για την

οποία είναι τόσο διάσημη η χώρα του.

Στην πρώτη απ’ αυτές τις περιστάσεις όπου

ήμουν παρών –τα Χριστούγεννα στα οποία αναφέρ-

θηκα– όλα ήταν ευχάριστα ή ξεσήκωναν ένα βαθύτερα εθνικό αίσθημα στους Άγγλους που βρίσκονταν

μεταξύ των καλεσμένων, με το να τους υποδέχεται

(κατά την είσοδό τους) μια λαμπερή φωτιά από

κάρβουνο (κυριολεκτικά) του Νιούκασλ. Κάρβουνο

από το Νιούκασλ στην Αθήνα! Ρωτώντας την Εξοχότητά του πώς μπόρεσε να το προμηθευτεί, έμαθα

με έκπληξη, αλλά σίγουρα όχι με ευχαρίστηση, πως

αγοράστηκε στην Αθήνα πολύ φθηνότερα απ’ ό,τι θα στοίχιζε στο Λονδίνο! Στην Αθήνα, που απεί-

χε απ’ το Λονδίνο είκοσι εννιά χιλιάδες χιλιόμετρα.

Η εξήγηση αυτής της φαιδρής ανωμαλίας για την κατάσταση ενός τόσο σημαντικού εμπορικού προϊό-

ντος όπως το κάρβουνο, έχει ως εξής: Η τιμή του

κάρβουνου στο Νιούκασλ είναι 8 σελίνια και 6 πένες

ανά τόνο· η μεταφορά στην Αθήνα κοστίζει περίπου

20 σελίνια· το τελωνείο μπορεί να κοστίζει 1 σελίνι παραπάνω. Αν προσθέσουμε (ας πούμε) 4 σελίνια

στον τόνο κέρδος, το συνολικό ποσό θα είναι 33 σε-

232

λίνια και 6 πένες ανά τόνο. Τη στιγμή που γράφο-

νται αυτές οι γραμμές, εγώ πληρώνω 36 σελίνια τον

τόνο για το κάρβουνό μου στο Λονδίνο.

Στο χριστουγεννιάτικο δείπνο του πρέσβη, ήταν

παρόντες όλοι οι αξιοσέβαστοι Άγγλοι κάτοικοι της

Αθήνας. Θα τους απαριθμήσω ώστε οι αναγνώστες

μου να ξέρουν πως η Αθήνα πια μπορεί να καυχιέ-

ται για την αδιάλειπτη παρουσία μερικών από τις

πιο ωραίες και μορφωμένες συμπατριώτισσές μας

και από τους πλέον νοήμονες και καλλιεργημένους συμπατριώτες μας. Η συντροφιά (μαζί με τον ίδιο

τον Πρέσβη, τη λαίδη Λάιονς, τις δύο χαριτωμέ-

νες και μορφωμένες κόρες του οικοδεσπότη και της

οικοδέσποινας, καθώς και τον κύριο Λάιονς, τον

γιο τους) αποτελούνταν από: τον Στρατηγό Σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς (Αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού) και τη Λαίδη Τσωρτς, τον κύριο και την κυρία Μπρέισμπριτζ, τον κύριο Ουόλερ, τον κύριο Γκρίφιθς, της πρεσβείας, τον κύριο Νόελ [Noel] και

τον κύριο Μίλερ, ευγενείς με μεγάλη περιουσία στην

Εύβοια, τον κύριο Μπελ, Βρετανό αξιωματικό του

ναυτικού, με μεγάλη περιουσία στα περίχωρα της

Αθήνας, τη δεσποινίδα Κρόκετ [Crocket], τον κύριο

και την κυρία Φίνλεϊ, ιδιοκτήτες πολλών σπιτιών

στην Αθήνα, τον κύριο Μπλακ [Black], Αρχηγό της

Αστυνομίας της Αθήνας, τον Πλοίαρχο Πράις, κυβερνήτη της φρεγάτας της Βρετανικής Μεγαλειό-

τητος «Πόρτλαντ», και μερικούς αξιωματικούς του,

233

τον Αιδεσιμώτατο κύριο Χιλλ και την κυρία Χιλλ, τις δύο δεσποινίδες Μούλινγκενς και Μπόλντουιν, τον Αιδεσιμώτατο κύριο Κινγκ και την κυρία

Κινγκ (τους οποίους, μαζί με τον κύριο και την κυρία Χιλλ, τολμώ να τους κατατάξω ανάμεσα στους «Άγγλους» – σε κάθε περίπτωση, βρίσκονται σε

ξένη χώρα), τον Αδεσιμώτατο κύριο και την κυρία Λιβς [Leaves], Άγγλο ιερωμένο που κατοικούσε

στη Σύρα και έτυχε τότε να είναι επισκέπτης στην

Αθήνα, τον Δρ Μανιάχη [Maniachis],* που ενώ είναι ντόπιος Έλληνας, είναι κατά το ήμισυ Άγγλος, γιατί ανατράφηκε στο Κέμπριτζ και μιλά αγγλικά

σαν γηγενής· και, τέλος, τον κύριο Λουριώτη, που

* Δεν μπορώ να μην αδράξω την ευκαιρία για να ανακαλέ-

σω στη μνήμη μου, ειδικά από τους φίλους μου στο Κέμπριτζ, το όνομα αυτού του αξιόλογου και μορφωμένου Έλληνα, που

πολλοί με χαρά τον θυμούνται από την παραμονή του στο εκεί Πανεπιστήμιο. Η μετέπειτα παραμονή του στο Λονδίνο, προτού επιστρέψει τελικά στην πατρίδα του, τον κατέστησε αγαπητό

σε πολλούς, για την αυθόρμητη απλότητα των τρόπων του, τη νοήμονα συζήτηση και την αδιάπτωτη ακεραιότητα της γενικότερης συμπεριφοράς του. Με την επιστροφή του στην πατρίδα

του, πήρε μια ξεχωριστή θέση στο δικαστήριο, ως ρήτορας στη

μητρική του γλώσσα και ως γερός και προσγειωμένος δικηγόρος

στην αυλή. Τα πλεονεκτήματα που αποκόμισε αυτός ο τζέντλε-

μαν με τη μόρφωσή του και τη μακρά παραμονή του στην Αγγλία, τον καθιστούν ξεχωριστό, σαν ένα πρόσωπο που μέλλεται

να λάβει περίβλεπτη θέση μελλοντικά στη χώρα του, γιατί ο Δρ

Μανιάχης μόλις τώρα έφθασε στην ακμή του.

234

είναι επίσης μισός Άγγλος, γιατί ήταν παλαιότερα

εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης εκεί.

Η συντροφιά είχε συγκεντρωθεί όλη στις έξι και

μισή. Στις επτά, οι πτυσσόμενες πόρτες της αίθουσας δεξιώσεων άνοιξαν και μπήκε ο Έλληνας μπάτλερ (ντυμένος με εθνική φορεσιά) για να αναγγείλει

πως το δείπνο είχε σερβιριστεί.

Η τραπεζαρία ήταν ένα ευρύχωρο δωμάτιο, τουλάχιστον δώδεκα επί εννέα μέτρα, και το τραπέζι

του δείπνου ήταν πολύ κομψά διακοσμημένο με λουλούδια και τα συναφή διακοσμητικά που υπάρχουν

σ’ ένα λονδρέζικο σπιτικό, ακόμα και τα καλύμματα

των πιάτων κλπ.

Στα δύο άκρα της αίθουσας υπήρχαν μεγάλες

φωτιές – καθόλου περιττές για την περίπτωση, γιατί πρέπει να πληροφορήσω τους αναγνώστες

μου πως η θερμοκρασία μερικές φορές είναι αρκετά

χαμηλή, ακόμα και στο ευνοϊκό κλίμα της Αττικής

και σε γεωγραφικό πλάτος 37° 55′ Β.

Ως προς το στρώσιμο του τραπεζιού, ήταν τέλειο, με την επίβλεψη ενός καταξιωμένου Γάλλου artiste, που ο πρέσβης μας είχε φέρει απ’ το Παρίσι. Τα κρασιά ήταν αρίστης ποιότητας και προσφέρονταν αφειδώς και καλόγουστα από τον ντόπιο

Έλληνα μπάτλερ

235
– έναν υπάλληλο που ήταν κατά κάποιο τρόμο κληροδότημα στην πρεσβεία. Μείναμε στο τραπέζι ως τις οκτώ και μισή. Και χάρηκα όταν είδα την Εξοχότητά του να ακολουθεί

τη σωστή και κατάλληλη συνήθεια των τζέντλεμεν

να σηκώνουν τις κυρίες και να τις συνοδεύουν στη

διπλανή αίθουσα.

Το υπόλοιπο της βραδιάς, η συντροφιά μοιρά-

στηκε σε μικρές παρέες και διασκέδαζε με τον συνή-

θη τρόπο – εξετάζοντας λονδρέζικες και παριζιάνι-

κες γκραβούρες και βιβλία που είχαν έρθει τελευταία με το ατμόπλοιο, θαυμάζοντας μια εξαιρετική και

εκλεκτή συλλογή προτομών μεγάλων ανδρών της

εποχής, συζητώντας για θέματα της επικαιρότητας κλπ.

Ο φίλος μου Μπελ, ο Λουριώτης, ο Μανιάχης κι εγώ πήγαμε πλάι στη φωτιά, στην άλλη άκρη της

αίθουσας. Οι δύο τελευταίοι μιλούσαν διά μακρών

με τον συνήθη ενθουσιασμό τους για την υπεροχή

της Αγγλίας, το σύνταγμα, τις συνήθειές της κλπ.

Σε λίγο μας πλησίασαν ο κύριος Νόελ και ο κύριος

Μίλλερ, που αμέσως ξεκίνησαν μια συζήτηση σχετική με το θέμα που ενδιαφέρει πολύ όλους όσους

ευχόμαστε τα καλύτερα για την Ελλάδα – συγκε-

κριμένα, για το σχέδιο ίδρυσης εδώ μιας Εθνικής

Τράπεζας, όπως υπέδειξε ο κ. Ράιτ [Wright] και άλλοι Άγγλοι κεφαλαιούχοι, αυτοί κυρίως που, όπως

κατάλαβα, είχαν επιτυχώς φτιάξει την επαρχιακή τράπεζα της Ιρλανδίας και την τράπεζα της Αυστραλασίας. Φαίνεται πως ο κύριος με τον οποίο είχε έρθει σε σχετική επικοινωνία ο κ. Ράιτ είχε φύγει εκείνη την ημέρα για την Αγγλία. Έμαθα από

236

έναν Έλληνα της συντροφιάς μας πως το σχέδιο

το είχε αναλάβει με μεγάλο ζήλο η κυβέρνηση και

η Μεγαλειότητά του, και ήταν ενθουσιασμένοι με

την προοπτική για τα συμφέροντα της Ελλάδας, ενώ συγχρόνως θα διασφάλιζε καλό κέρδος στους επενδυτές.

Από την επιτυχία που είχαν τα ιδρύματα που

ανέφερα, και από τα κέρδη που έφεραν στις αντίστοιχες επιχειρηματικές έδρες, συμπεράναμε πως

τίποτα πιο επιθυμητό δεν μπορούσε να προταθεί για

την Ελλάδα, και συγχρόνως τίποτα πλέον υποσχό-

μενο και επικερδές για όσους συνδέονται μαζί της

φιλικά και με εμπορικές σχέσεις. Υπάρχουν τριάντα

έξι εκατομμύρια στρέμματα γης στην Ελλάδα, ή δεκαοκτώ εκατομμύρια σε αγγλικά εκτάρια. Περίπου

τα δύο τρίτα από αυτά ανήκουν στην κυβέρνηση, τα υπόλοιπα σε ιδιώτες· από τα τελευταία, μόνο

το ένα δέκατο καλλιεργείται – γιατί η πρόσοδος

από τον έγγειο φόρο δεν ανέρχεται σε περισσότερα

από τεσσεράμισι εκατομμύρια δραχμές. Η γη είναι

εξαιρετικά γόνιμη, όμως οι γαιοκτήμονες δεν έχουν

τα οικονομικά μέσα να την καλλιεργήσουν, ούτε και

υπάρχει πιθανότητα να βρουν αυτά τα μέσα, εκτός

αν μπουν κεφάλαια στη χώρα.

Λίγοι άνθρωποι υπάρχουν στην Ελλάδα με μεγάλη περιουσία, δηλαδή 50.000 λίρες – πιθανόν όχι περισσότεροι από έξι. Ο πλούτος των Ελλήνων γενικά αποτελείται από μεγάλα κομμάτια γης. Προτού

237

ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, η υψηλή τάξη

των Ελλήνων περνούσε καλά. Όμως με τον πόλεμο

τα κτήματά τους ρήμαξαν και το χρήμα που είχαν

μαζέψει ξοδεύτηκε για να συντηρηθούν στη διάρκεια

της επανάστασης, που ξέσπασε το 1821 και κράτησε επτά χρόνια· γιατί οι Έλληνες δεν είχαν στην

κατοχή τους τον Μωριά, ώσπου ν’ αναγκαστεί ο

στρατός του ο Ιμπραήμ Πασά να τον εγκαταλείψει

το 1828. Και από την Αττική και την ηπειρωτική

Ελλάδα οι Τούρκοι εκδιώχθηκαν οριστικά το 1831.

Στην Αίγινα και τη Σαλαμίνα επίσης, στη διάρκεια

του πολέμου, πολλές από τις κάποτε πλούσιες οικογένειες ζούσαν σε καλύβες που άξιζαν εξήντα δραχμές* τον χρόνο – οικογένειες που άλλοτε είχαν όλες

τις ανέσεις και διακρίσεις που τους έδινε ο πλούτος.

Σε τέτοια κατάσταση, είναι φανερό πως μόνο

η είσοδος νέου κεφαλαίου στη χώρα θα μπορούσε

να διορθώσει το κακό αυτό. Μόλις ιδρυθεί Εθνική

Τράπεζα, δανείζοντας χρήματα με χαμηλό επιτόκιο,

η κατάσταση του ελληνικού λαού και η θέση της

ίδιας της κυβέρνησης θα βελτιωθεί σημαντικά, η γη θ’ αρχίσει να καλλιεργείται άμεσα, όσο το επιτρέψει

ο παρών μειωμένος πληθυσμός – γιατί οι Έλληνες

είναι εξαιρετικά εργατικοί και οικονόμοι στην καθημερινότητά τους.

Κάτι επίσης χρήσιμο και επωφελές που θα βγει

* Η δραχμή αξίζει περίπου 8,5 αγγλικές πένες.

238

για τη χώρα από την ίδρυση μιας τράπεζας είναι

το εξής: σε όλα τα κράτη, μετά από μια επανάσταση, και ιδιαίτερα μετά από μια τόσο καταστροφική

επανάσταση σαν αυτή των Ελλήνων, είναι φυσικό

να υποθέτεις πως ο καθένας θα πασχίζει να κρατά

πάνω του όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα, φοβούμενος μια επανάληψη του παρελθόντος. Και

παρόλο που η ακεραιότητα της Ελλάδας είναι εγγυημένη από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, η αγροτιά δεν μπορεί να ξεχάσει τα πρόσφατα βάσανά της και συνεπώς δεν έχει εγκαταλείψει την παλιότερη οικουμενική πρακτική της απόκρυψης των χρημάτων στη γη. Ένας Βαυαρός αξιωματικός με πληροφόρησε πως κατά τις πρόσφατες εμφύλιες διαμάχες στην Ελλάδα, τον έστειλαν με ένα απόσπασμα σ’ ένα χωριό στην Αρκαδία, όπου τον πληροφόρησαν πως υπήρχαν κρυμμένα όπλα. Πήγαν σ’ ένα σπίτι όπου έλεγαν πως τα είχαν εκεί, και στον κοντινό κήπο παρατήρησαν χώματα πρόσφατα ανασκαμμένα. Άρχισαν αμέσως να σκάβουν

και βρήκαν αρκετά μουσκέτα και σπαθιά και χρυσό αξίας περίπου χιλίων λιρών, σε διάφορα ευρωπαϊκά

νομίσματα. Αυτά βρίσκονταν στο σπίτι ενός υποτίθεται φτωχού ανθρώπου, και δεν είναι η μοναδική

περίπτωση απόκρυψης πολύτιμων μετάλλων, ακόμα και τώρα. Αυτό γίνεται κυρίως στους αγρότες, που φοβούνται μήπως μείνουν χωρίς μετρητά. Μό-

λις όμως ιδρυθεί Εθνική Τράπεζα και εκδώσει χρή-

239

ματα με μέτριο τόκο, το γεγονός αυτό θα δώσει αυτόματα ασφάλεια στο έθνος, ως προς την παρούσα

κατάσταση και την προοπτική του. Και δεν υπάρχει

αμφιβολία πως η αγροτιά θα παροτρυνθεί να προωθήσει τα λεφτά της και να τα χρησιμοποιήσει είτε στο εμπόριο είτε στη γεωργία. Ακόμα, όταν υπάρξει

άφθονο χρήμα, θα πάψει ο υπερβολικός τόκος που

τώρα πληρώνουν για τα δάνεια.

Εδώ θα αναφέρω ένα γεγονός που έμαθα σχετικά με την αγοραστική αξία του χρήματος στην Ελλάδα: Ένας φτωχός άνθρωπος ήρθε στο σπίτι μου

και μου πρόσφερε 40% με απόλυτη ασφάλεια, και πληροφορήθηκα πως οι Εβραίοι και άλλοι πλούσιοι

κεφαλαιούχοι δεν ζητούν ποτέ λιγότερο από 30%, με ανεπίληπτη την εγκυρότητα της ασφάλειας.

Το καταστατικό της προβλεπόμενης τράπεζας, όπως έμαθα κατόπιν, ήταν για τριάντα χρόνια. Το προτεινόμενο κεφάλαιο ανερχόταν σε 1.000.000 λίρες στερλίνες, μετρητά, και η τράπεζα ήταν εξουσιοδοτημένη να εκδώσει ισόποσο χαρτονόμισμα. Η τεράστια ώθηση που θα δοθεί στο εμπόριο λόγω της εμπιστοσύνης που θα εξασφαλίσει το χαρτονόμισμα στις συναλλαγές, θα γίνει αιτία να συγκρίνεται η ελληνική τράπεζα με αντίπαλες στην Αγγλία και την Αμερική, ίσως και να τις ξεπεράσει· γιατί η Ελλάδα βρίσκεται σε ίση, αν όχι ευνοϊκότερη, θέση και από τις δύο αναφερθείσες χώρες, σε πόρους ανεκμετάλλευτους ακόμα.

240

Ρωτώντας γιατί τόσο καιρό υπήρχε τέτοια κινητικότητα και αναστάτωση προτού ολοκληρωθεί το όλο ζήτημα, ανακάλυψα πως είχε βρει την πιο

σθεναρή αντίσταση από δύο ισχυρές παρατάξεις: πρώτον, από τη Γαλλία και τη Ρωσία, που υπήρχε η φήμη πως φοβόνταν μήπως η Αγγλία αποκτούσε υπέρμετρη επιρροή στην Ελλάδα· και δεύτερον, από κάποιους πλούσιους Έλληνες κεφαλαιούχους με μεγάλη επιρροή, από ξένους, και Εβραίους, που κατοικούν στην Ελλάδα, και τώρα μπορούν να δανείζουν

τα χρήματά τους με τόκο 25 και 30%, ενώ με την

ίδρυση ενός ισότιμου συστήματος χρηματικών συναλλαγών δεν θα μπορούν πια να αποσπούν τέτοια φοβερά κέρδη. Ακόμα, υπάρχουν και ορισμένοι ενδιάμεσοι έμποροι της παραγωγής της γης, που αγοράζουν από τον ντόπιο Έλληνα το σιτάρι, όσο είναι ακόμα πράσινο στο χωράφι, και βγάζουν υπέρογκο

κέρδος. Μερικοί χτίζουν και σπίτια, απ’ τα οποία παίρνουν τουλάχιστον 30% για το κεφάλαιό τους.

Άλλοι κερδοσκόποι μικρότερου βαθμού, που έχουν μικρά κομμάτια γης στην πόλη, παρακινούνται από

τα υψηλά ενοίκια των σπιτιών εκεί και δανείζονται

χρήματα για να χτίσουν, και πληρώνουν αυτόν τον υπερβολικό τόκο.

Αν τα λάβουμε υπόψη όλα αυτά, αντιλαμβάνο-

μαι πως αρκούν για να μην προκαλεί έκπληξη η

σθεναρή αντίθεση, ακόμα και από παράγοντες με

μεγάλη επιρροή, στην ίδρυση μιας τράπεζας στην

241

Αθήνα. Και για τον ανιδιοτελή αναγνώστη, δεν

χρειάζεται να παρατηρήσω πως το ίδιο το γεγονός

μιας τέτοιας αντίθεσης είναι για τους λόγους αυτούς

ξεκάθαρη απόδειξη του δικαιώματος να αναληφθεί

το εγχείρημα – τόσο για εκείνους που το σχεδιάζουν όσο και για την ίδια τη χώρα, προς όφελος

θα δημιουργηθεί από την έκδοση

χαρτονομίσματος της Εθνικής Τράπεζας, και προς

την έκταση της κυκλοφορίας του.

είπε ο πληροφοριοδότης μου

«πως ένας Αθηναίος δανείζεται 100 λίρες για να

χτίσει ένα σπίτι. Πληρώνει γι᾽ αυτά τα χρήματα 25 ως 30% τόκο. Λοιπόν, αν υποθέσουμε πως το κόστος του χτισίματος

εκατό λίρες, για τις 100 λίρες του θα πρέπει να πληρώνει 30 λίρες τον χρόνο

στον δανειστή· και θα πρέπει να προσθέτει και 10%

για κέρδος δικό του, οπότε δεν μπορεί να αμειφθεί

για το ενοίκιο με λιγότερο από 40 με 50 λίρες τον

χρόνο – που είναι υπερβολικό».

Για να αποδείξω πως αυτό δεν απέχει πολύ απ’

την αλήθεια, θα αναφέρω ένα γεγονός από την προ-

σωπική μου εμπειρία. Σε μια περίοδο παραμονής

μου στην Αθήνα, νοίκιαζα δύο μικρά δωμάτια, με

242
της οποίας πρόκειται να δράσουν· γιατί είναι φανερό πως ο τόκος θα πέσει κατ’ αναλογία προς την εμπιστοσύνη που
Ρωτώντας γιατί τα ενοίκια είναι τόσο ακριβά
στην Αθήνα, μου είπαν τα ακόλουθα (και δικαίως)
«Να
ως προς την αιτία:
υποθέσουμε»,
είναι

χρήση κουζίνας, και πλήρωνα 20 λίρες τον χρόνο.

Αυτό φυσικά δεν μοιάζει υπερβολικό, όμως ασφαλώς και είναι, αν το συγκρίνεις με εκείνο που θα

μπορούσε να είναι και που πραγματικά θα ήταν υπό

κανονικές συνθήκες. Γιατί, ρωτώντας τον σπιτονοικοκύρη μου πόσο του κόστισε να χτίσει το σπίτι, του οποίου εγώ καταλάμβανα ένα μικρό μέρος μόνο, μου απάντησε ειλικρινά: κάπου χίλιες δραχμές, που ισοδυναμεί με 35 λίρες στερλίνες. Έτσι, όσο έμενα

εγώ σ’ αυτό το σπίτι, ο ιδιοκτήτης υπολογίζω ότι κέρδιζε κάπου 60% στα λεφτά του.

Υπάρχει και άλλη μια πιθανή κατεύθυνση προς την οποία η ίδρυση της τράπεζας θα είχε μεγάλη σημασία και όφελος για την Αθήνα, τόσο σε άμεσα και αδιαμεσολάβητα όσο και σε παράπλευρα και απώτατα οφέλη· συγκεκριμένα, θα βρίσκονταν τα οικονομικά μέσα για να καλλωπιστεί η πρωτεύουσα

με δημόσια κτίρια, νέους δρόμους, να γίνει προβλήτα στον Πειραιά και άλλα έργα, για τα οποία θα εγγυόταν η κυβέρνηση. Πιστεύω πως 80.000 ή 100.000 λίρες θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σ’ αυτόν τον σκοπό, με απέραντο όφελος για κάθε απλό εμπορι-

κό κερδοσκόπο, και με ανυπολόγιστο κέρδος για την

πόλη, ακόμα και για το ίδιο το κράτος· γιατί σίγουρα θα είναι τεράστια τα πλεονεκτήματα για την

Αθήνα αν γίνει ένας ελκυστικός και ευχάριστος τόπος κατοικίας για ξένους. Η περιουσία στην ύπαιθρο

της Αττικής επίσης είναι πολύ ασφαλής, ιδιαίτερα

243

στην Αθήνα, όπου υπάρχει πάντα ένα σώμα πειθαρ-

χημένου στρατού, αρκετά μεγάλο για να αντισταθεί

σε κάθε πιθανή επίθεση, οπουδήποτε, όσο ισχυρή ή

καλά οργανωμένη κι αν είναι.

Φοβάμαι πως οι αναγνώστες μου θα σκεφθούν

ότι παράξενη ευκαιρία βρήκα να μιλήσω για ένα

εμπορικό ζήτημα – συγκεκριμένα, καταμεσής μιας

γιορτινής συγκέντρωσης. Όμως η αλήθεια είναι

πως το τοποθέτησα εδώ γιατί αυτή ήταν η ευκαιρία

που έτυχε να συζητηθεί. Και θεωρώ το θέμα πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό για να περάσει εντελώς απαρατήρητο.

Προτού το κλείσω, θα παρατηρήσω πως στη διάρκεια της συζήτησης που συμπεριέλαβα εδώ, αναφέρθηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν με δόλιο τρόπο τα ασήμαντα συνοριακά επεισόδια που συνέβησαν

εκείνη περίπου την εποχή και προκάλεσαν αμφιβολίες για την ασφάλεια της σημαντικής αυτής υπόθεσης. Επιπλέον, είναι γεγονός (σχεδόν αναντίρρητο)

πως αυτά τα επεισόδεια προκλήθηκαν επίτηδες και εσκεμμένα, με στόχο να αποθαρρύνουν τους κεφαλαιούχους από την τοποθέτηση των χρημάτων τους

στο προτεινόμενο σχέδιο. Είναι σχεδόν βέβαιο πως

στον Μωριά (που είναι σχεδόν εξίσου μεγάλος όσο

η ηπειρωτική Ελλάδα) και στο σημαντικό νησί της

Εύβοιας και στα νησιά του Αρχιπελάγους, δεν έγινε

η παραμικρή προσπάθεια ενόχλησης για πολύ μεγάλο διάστημα, ούτε θα υπήρχε η παραμικρή πιθα-

244

νότητα επιτυχίας, ακόμα κι αν το προσπαθούσαν. Ο

Μωριάς είναι απόλυτα προφυλαγμένος απ’ όλες τις

επιθέσεις ληστών, που μπορεί καμιά φορά να θελή-

σουν να προσβάλουν τα σύνορα, τα οποία βρίσκονται εκατό χιλιόμετρα από το κοντινότερο σημείο

του Κορινθακού κόλπου, απέναντι απ’ τον Μωριά, και τον οποίο κόλπο πρέπει να διασχίσουν προτού

φτάσουν σ’ αυτό το κομμάτι της Ελλάδας. Οπότε, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, καταλαβαίνουμε πως

πρόκειται για μια περιοχή συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη από το ηπειρωτικό μέρος της Ελλάδας, όπου μπορούν να επενδυθούν χρήματα χωρίς την πιθανότητα για τον μοναδικό κίνδυνο που έχει υποτεθεί ή μπορεί να υποτεθεί ότι θα προκύψει με το σχέδιο για ελληνική τράπεζα.

Επιστρέφοντας στην ψυχαγωγική βραδιά στου

κυρίου Λάιονς, θα προσθέσω μόνο ότι τέλειωσε στις έντεκα η ώρα· νωρίς, αλλά προς όφελος της υγείας μας. Όλοι οι παριστάμενοι αποσύρθηκαν στα σπί-

τια τους, περίσσια ικανοποιημένοι από τη φιλοξενία

που τους παρασχέθηκε με κομψό και πεφωτισμένο τρόπο.

245

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII

Χορός του Βαυαρού Πρέσβη – Οι Δύο Βασιλείς παρόντες

– Χορεύουν κι αυτοί– Οι Έλληνες οπλαρχηγοί χορεύουν

ελληνικούς χορούς – Το στυλ της διασκέδασης – Η Αθήνα

όπως ήταν και όπως είναι – Χιονόπτωση – Τα οφέλη

της στην ελαιοσυγκομιδή – Ο Συνταγματάρχης Ρόσνερ –

Ελληνικά Χριστούγεννα – Ο χορός της κυρίας Κατακάζη

– Η μαζούρκα – Τα δυο παιδιά της χορεύουν έναν ρωσικό

λαϊκό χορό – Ρωσική τακτική και ευγένεια – Δόκτωρ Ρέζερ – Ανέκδοτα από το ταξίδι του Βασιλέα στον Ελικώνα

– Παρνασσός

Την επομένη ο Βαυαρός Πρέσβης, ο Βαρόνος

ντε Κόμπελ, έδωσε χορό στην κατοικία του, προς

τιμήν της άφιξης του μονάρχη του, και καθώς το

κυρίως θέμα μου είναι να προσφέρω στον κόσμο τις

παρατηρήσεις μου για την Ελλάδα, να μεταφέρω

μια καθαρή και αυθεντική εικόνα της νοοτροπίας

και της κοινωνικής ζωής της χώρας, στις διάφορες

βαθμίδες και διακλαδώσεις της, δεν θα απολογηθώ

που θα περιγράψω όσα έβλεπα σε κάθε παρόμοια

περίπτωση.

Η κατοικία του Βαυαρού Πρέσβη είναι μια αρκε-

τά ευμεγέθης έπαυλη, που πρέπει να στοιχίζει στην

Αθήνα τουλάχιστον 2.000 λίρες. Βρίσκεται λίγο έξω

247

από την πόλη. Φτάνοντας την καθορισμένη ώρα, ανέβηκα μια όμορφη σκάλα απ’ την αυλή και με

οδήγησαν στον προθάλαμο, όπου άφησα το παλ-

τό μου κλπ. Μετά μπήκα σε μια αίθουσα με δέκα

μέτρα μήκος και εννέα πλάτος, που το πάτωμα

ήταν καλά γυαλισμένο για τους χορευτές, κατά το

γαλλικό στυλ. Βρήκα ήδη συγκεντρωμένους σ’ αυτή

την αίθουσα αρκετούς, κυρίως από τη νέα γενιά των

καλεσμένων. Μετά πήγα σε μια άλλη αίθουσα, που

είχε πλούσια χαλιά και όπου είχαν τοποθετήσει κάτι

πολύ ωραίους καναπέδες και πολυθρόνες. Πιο πέρα, σχηματίζοντας γωνία, υπήρχε άλλη μια αίθουσα, πάλι στρωμένη με χαλιά, όπου είχαν βάλει τραπέζια

για χαρτιά κλπ. Στους τοίχους αυτής της αίθουσας

υπήρχαν τα πορτρέτα του Βασιλέα της Βαυαρίας

με την οικογένειά του, και του Βασιλέα της Ελλάδος, καθώς και λίγες γκραβούρες από τις τελευταίες

εκστρατείες του ευρωπαϊκού πολέμου. Εκτός από τις δύο αυτές αίθουσες υπήρχε και μια άλλη μεγάλη

αίθουσα, ανοιχτή για συζήτηση, όπου βρήκα συγκεντρωμένους πολλούς από τους Έλληνες οπλαρχηγούς, τον Κολοκοτρώνη κλπ.

Όταν έφθασαν οι δύο Βασιλείς, αρκετά νωρίς, όλη η συντροφιά, περίπου διακόσια πενήντα άτομα, μαζεύτηκαν στη μεγάλη αίθουσα. Οι Βασιλείς

προχώρησαν για λίγο, μετά πήγαν σε μια διπλα-

νή αίθουσα και κάθισαν σε δύο πολυθρόνες. Ήταν

ντυμένοι σαν ιδιώτες – ο Βασιλέας της Ελλάδος

248

φορούσε και το παράσημο του Σωτήρος. Προσφέρ-

θηκε καφές και τσάι στους μονάρχες και σ’ όλη τη

συντροφιά, και είκοσι λεπτά αργότερα η γερμανι-

κή στρατιωτική μπάντα έπαιξε μια πολωνέζ και η

Μεγαλειότητά του ο Βασιλέας της Βαυαρίας, συνοδευόμενος από την Κόμισσα του Άρμανσπεργκ

και ακολουθούμενος από τον Βασιλέα της Ελλάδος, που συνόδευε τη Λαίδη Λάιονς, έκαναν τον γύρο της

αίθουσας υποκλινόμενοι στους καλεσμένους, που

έστεκαν σε γραμμή στις δύο πλευρές των αιθουσών.

Οι ξένοι πρέσβεις και οι αυλικοί επίσημοι ακολούθησαν, καθένας με τη σύζυγό του. Όταν τελείωσε αυτή η τελετή, η απαράμιλλη μπάντα έπαιξε ένα εξαιρετικό γερμανικό βαλς, και ο Βασιλέας των Ελλήνων διάλεξε μια Ελληνίδα για παρτενέρ κι άρχισε να βαλσάρει. Το παράδειγμά του ακολούθησαν τουλάχιστον είκοσι ζευγάρια, που στροβιλίζονταν με

πολλή χάρη κι ευκινησία, όπως έβλεπα στα σαλόνια του Παρισιού ή του Λονδίνου.

Μεταξύ των κυριών, οι πιο ξεχωριστές για την ομορφιά τους ήταν η Πριγκίπισα Καντακουζηνού, η Πριγκίπισσα Σοφιανού, η Κόμισσα Καρολίνα Άρμανσπεργκ, κόρη της Κόμισσας Λούσι, η δεσποινίς Κλάδου, η δεσποινίς Σούτσου, η δεσποινίς Βιτάλη, η δεσποινίς Οργκάντας, η δεσποινίς Λάιονς, η κυρία Καρπούνη κλπ. Καμία απ’ αυτές τις κυρίες δεν ήταν πάνω από είκοσι χρόνων, και όλες τους χορεύτριες –χαρούμενες, χαριτωμένες, ανεπιτήδευτες και μ’ όλες

249

τις χάρες για να κάνουν ευχάριστη συντροφιά. Μετά

από αρκετές περιστροφές στην αίθουσα, που κρά-

τησαν κάπου είκοσι λεπτά, η μουσική σταμάτησε

και κάθε κύριος υποκλίθηκε στην ντάμα του και την

άφησε να πάει να καθίσει όπου βρει – κάτι που νομίζω πως γίνεται τώρα έτσι στη Γερμανία.

το βαλς ο Βασιλέας της Βαυαρίας συζήτη-

και φάνηκαν πολύ ευτυχείς με την προσήνειά

του. Διέκρινα μεταξύ τους τον Κουντουριώτη, τον Κολοκοτρώνη, τον Γρίβα, τον Γκριζιώτη, τον Μακρυγιάννη, τον Νοταρά, τον Μπουντούρη, τον Βάσσο και πολλούς άλλους, όλοι με τις εθνικές στολές

τους. Σε λίγο η ατμόσφαιρα άλλαξε με ευχάριστο

και χαρακτηριστικό τρόπο, όταν μερικοί απ’ τους

παλιούς πολεμιστές θέλησαν να χορέψουν ελληνι-

κούς χορούς, «ρωμαίικα», της πατρίδας τους. Η

Μεγαλειότης του είχε εκφράσει παρεμπιπτόντως την επιθυμία να δει αυτόν τον φημισμένο χορό.

Οκτώ οπλαρχηγοί έφτιαξαν μια ομάδα, καθένας

κρατούσε την άκρη ενός μαντηλιού, και σχημάτισαν

έναν μεγάλο κύκλο, που έσπαγε σ’ ένα μόνο σημείο.

Ο Μακρυγιάννης μπήκε μπροστά για δέκα λεπτά

τουλάχιστον. Ήταν ψηλός, ξερακιανός και ζωηρός

σαν δεκαεξάχρονος. Πρώτα έκαναν ένα βήμα μπρο-

στά, μετά ένα πίσω, και συνεχώς προχωρούσαν

κυκλικά με πολύ επίσημο τρόπο. Μετά ξαφνικά ο

κορυφαίος έσκυψε κάτω για λίγο κι έπειτα πήδηξε

250

σε
εκεί
Μετά
φιλικά με τους Έλληνες οπλαρχηγούς που ήταν

στον αέρα, με γρήγορη περιστροφή, κι όλοι οι υπόλοιποι ακολούθησαν το παράδειγμά του, χωρίς να

σπάνε τον κύκλο. Αυτή η γρήγορη κίνηση συνεχι-

ζόταν για κάπου πέντε λεπτά, μετά επέστρεφε ξανά στον αργό ρυθμό.

Η μοναδική μουσική για τον χορό ήταν οι φωνές

των χορευτών, που ήταν δυνατές όταν χόρευαν γρήγορα και χαμήλωναν όταν ο ρυθμός γινόταν αργός.

Αυτός ο χορός είναι αρκετά συνηθισμένος στην

Αθήνα, και στην επαρχία, και μπορεί να τον δεις σε κάθε πανηγύρι σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους

κοντά στα χωριά. Όμως ο μεγάλος νεωτερισμός και

το πιο ενδιαφέρον ήταν να τον δεις να χορεύεται

από άνδρες που θα μείνουν για πάντα τιμημένοι στη

σύγχρονη ιστορία της χώρας τους, και που, επιπλέον, ήταν ντυμένοι με μια γραφική λαμπρότητα, την οποία δεν ξεπερνούν, ούτε καν τη φτάνουν, οι πιο εξεζητημένες από τις δικές μας παραστάσεις της σύγχρονης θεατρικής σκηνής.

Οι Βασιλείς φάνηκαν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από το σκηνικό που προσπάθησα να περιγράψω. Όταν τέλειωσε ο χορός, εξέφρασαν την ικανοποίησή τους με τα πιο υπέροχα λόγια, τα οποία έδειξαν, με τη σειρά τους, να κολακεύουν και να ευχαριστούν τους οπλαρχηγούς. Ήταν φανερό, απ’ ό,τι είχα παρατηρήσει, πως οι μονάρχες ήταν πολύ δημοφιλείς

σ’ αυτούς τους αρχηγούς του δημόσιου αισθήματος

στην Ελλάδα, γιατί ο Έλληνας οπλαρχηγός είναι

251

πολύ πεισματάρικο ον για να κάνει κάτι (ακόμα και

για να ευχαριστήσει έναν βασιλιά) εάν δεν του είναι

απολύτως αρεστό.

Τα αναψυκτικά σ’ αυτή την εκδήλωση προσφέρονταν στα διαλείμματα μεταξύ των χορών

και ήταν: παγωτά, ένα παράξενο είδος γερμανικού

κέικ, χαμηλό και καλυμμένο με ζάχαρη, τούρκικα κι

ελληνικά γλυκά, σουμάδα και λεμονάδα και άλλα

ελαφριά γλυκίσματα. Υπήρχε επίσης ένα δωμάτιο

με αναψυκτικά, όπου ο καθένας μπορούσε να μπει

να σερβιριστεί μόνος του, αλλά όχι κανονικό δεί-

πνο, όπως στην Αγγλία, ούτε πιο χορταστικές αλμυρές λιχουδιές, που είναι τόσο απαραίτητες μετά

από δύο ή τρεις ώρες χορού. Όμως, από την άλλη, αυτές δεν χρειάζονταν σε μια διασκέδαση που θα τελείωνε (όπως όλες στην Ελλάδα) στη λογική ώρα των δώδεκα. Στην παρούσα φάση, μετά από μια καντρίλια, που ο Βασιλέας της Ελλάδος χόρεψε με τη δεσποινίδα Λάιονς, κόρη του πρέσβη μας, Σερ

Έντμουντ Λάιονς, η βραδινή διασκέδαση έκλεισε μ’

ένα γκαλόπ κι ένα κοτιγιόν. Όλοι οι ξένοι πρέσβεις

ήταν παρόντες, με τις κυρίες και τους ακολούθους

τους – όχι όμως όπως στην προηγούμενη συναυλία, με στολές, απλά με τον βαθμό τους.

Σ’ αυτή, όπως και σ’ άλλες παρόμοιες ευκαιρίες, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ, ακόμα και πάνω

στο στριφογύρισμα και τον ενθουσιασμό του χορού, που αντανακλούσε τον τόπο όπου λάμβανε χώρα:

252

«Αυτή είναι η Αθήνα; που συνήθως την περιφρονούν

σ’ ολόκληρη την Ευρώπη θεωρώντας την, στην καλύτερη περίπτωση, έρημη, στερημένη από διασκεδάσεις, αν όχι βάρβαρη, άγρια κι επικίνδυνη να την κατοικήσεις! Χωρίς κοινωνική ζωή, χωρίς εξάρσεις, χωρίς τροφή για παρατήρηση, κατεξοχήν θρόνο και

ναό της πλήξης!». Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει

στον κόσμο λαός πιο ικανός και πιο πρόθυμος από

τους Έλληνες να μάθει και να συμμετέχει στις χα-

ρές και τον εξευγενισμό του σύγχρονου πολιτισμού.

Πολύ σύντομα ο κόσμος πρέπει να περιμένει να δει

την πρωτεύουσα της Ελλάδας να παίρνει τη θέση

της ανάμεσα στις πιο καλλιεργημένες και ελκυστικές πόλεις της Ευρώπης.

Όταν ξύπνησα την επομένη, μετά απ’ αυτόν τον

χορό, είδα έκπληκτος το παράθυρό μου σκεπασμέ-

νο με χιόνι και διαπίστωσα πως είχε χιονίσει για

τα καλά τη νύχτα και το είχε στρώσει τουλάχιστον

δεκαπέντε εκατοστά. Ρωτώντας αργότερα γι’ αυτό, έμαθα πως το θεωρούσαν πολύ καλό για τη συγκομιδή των ελιών· το χιόνι προστατεύει τις ρίζες των

δέντρων και τις βοηθά να ετοιμάσουν πλούσια σοδειά. Αυτός ο αντίξοος καιρός δεν κράτησε πολύ, το χιόνι χάθηκε σε πέντε-έξι μέρες απ’ τις πεδιάδες, αλλά έμεινε στην Πεντέλη και την Πάρνηθα έως τα τέλη Φεβρουαρίου.

Αυτή την εποχή του χρόνου, μια διαμονή στην

Αθήνα είναι πολύ ευχάριστη για έναν Ευρωπαίο:

253

μπορεί να κάνει ιππασία, να κυνηγάει, καθ’ όλη τη

διάρκεια της μέρας. Έκανα συχνές εκδρομές με τον

Διοικητή της Χωροφυλακής, τον Συνταγματάρχη

Ρόσνερ [Rosner], που η παρέα του ήταν πολύ ευχάριστη σ’ όλους τους Άγγλους κατοίκους της Αθήνας. Ο Συνταγματάρχης με επισκέφθηκε εκείνο το

πρωί και πάνω στη συζήτηση μου είπε πως είχε ένα παραπανίσιο άλογο στον στάβλο του και μου πρότεινε να τον συνοδεύσω μαζί με λίγους συναδέλφους

του αξιωματικούς στην πεδιάδα έξω από την πόλη.

Έφεραν τ’ άλογα και προχωρήσαμε προς τον ελαιώνα, ξεσηκώνοντας αρκετές μπεκάτσες και μπεκατσίνια, που υπήρχαν ακόμη άφθονα. Ο Ρόσνερ είναι πολύ αθλητικός τύπος, είπε πως πήγαινε τακτικά σ’ ένα χωριό, κάπου έξι ώρες* από την Αθήνα, και δεν γύριζε ποτέ χωρίς να είναι φορτωμένος με πέρδικες

και λαγούς. Φασιανοί δεν υπάρχουν στην Αττική, τους βρίσκεις μόνο στα περίχωρα του Μεσολογγίου, στο Ζητούνι [Λαμία] και στα βόρεια σύνορα της

Ελλάδας. Μια χιονοθύελλα που μας βρήκε καβάλα, μας έκανε να επιστρέψουμε γρήγορα στην πόλη.

Τα ελληνικά και τα ρωσικά Χριστούγεννα είχαν τώρα αρχίσει. Λογαριάζονται με το παλαιό ημερολόγιο, συνεπώς γιορτάζονται δώδεκα μέρες

* Οι Έλληνες υπολογίζουν ακόμα με την ώρα: μία ώρα ισοδυναμεί με πέντε χιλιόμετρα – την απόσταση που ένας άνθρωπος υποτίθεται πως περπατά σ’ αυτό το διάστημα.

254

μετά από τα δικά μας· επομένως, οι καθολικοί που

κατοικούν στην Ελλάδα έχουν το προνόμιο διπλής

εορταστικής περιόδου. Μπορεί να φανεί αστείο, άκουσα όμως πως αυτός είναι ο λόγος που τόσοι

πολλοί καθολικοί έχουν παντρευτεί Ελληνίδες από

τότε που τακτοποιήθηκε το ελληνικό ζήτημα!

Την ημέρα στην οποία μόλις αναφέρθηκα, γινόταν μια συγκέντρωση στης κυρίας Κατακάζη, συζύ-

γου του Ρώσου διπλωματικού, και καθώς είχα την

τιμή μιας πρόσκλησης, πήγα εκεί νωρίς. Το σπίτι

του Ρώσου πρέσβη βρίσκεται κοντά στη αψίδα του

Αδριανού και είναι μια ευρύχωρη κατοικία που έκτι-

σε ο Ρώσος πρόξενος, ο κ. Παπαρρηγόπουλος, και αυτός τη νοικιάζει στον πρέσβη.

Επειδή η δεξίωση και οι διασκεδάσεις σε αυτή

την εκδήλωση ήταν εν πολλοίς παρόμοιες με ό,τι

ίσχυε στους χορούς και τις άλλες συγκεντρώσεις

που έχω ήδη περιγράψει, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, απλά θα αναφέρω τα σημεία εκείνα που είναι χαρακτηριστικά για το έθνος στο οποίο είναι αφοσιωμένοι ο οικοδεσπότης και η οικοδέσποινα.

Αρχικά, μπορώ να πω για την περίσταση ότι

γενικά υπερτερούσε σε λαμπρότητα και έξοδα απ’ ό,τι οι εκδηλώσεις στις άλλες πρεσβείες – ήταν σταθερή (και, νομίζω, πολύ συνετή) τακτική της

ρωσικής αυλής να πασχίζει να ξεπερνά όλες τις άλλες πρεσβείες στις ξένες χώρες. Πράγματι, ο Ρώσος πρέσβης στην Ελλάδα θεωρείται πως λαμβάνει

255

επιχορήγηση τουλάχιστον διπλάσια από κάθε άλλο

διπλωματικό εδώ.

Είναι και κάτι άλλο αξιομίμητο και αξιέπαι-

νο στη ρωσική τακτική σχετικά με το ζήτημα: η

εσκεμμένη προσοχή και ευγένεια με την οποία αντιμετωπίζονται όλες οι τάξεις επισκεπτών σ’ αυτές τις

περιπτώσεις. Δεν συμπαθώ την επιρροή της Ρωσίας

στην Ελλάδα, τη θεωρώ δηλητήριο για τη χώρα.

Ο εναγκαλισμός της Ελλάδας από μέρους της είναι

αγκάλιασμα φιδιού. Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία

πως χειρίζεται οτιδήποτε αφορά την εξωτερική της

πολιτική με εξαιρετική οξυδέρκεια (ακόμα και στις

απλούστερες λεπτομέρειες), με εξευγενισμένη και

τέλεια γνώση των αδύνατων και τρωτών σημείων

της ανθρώπινης φύσης.

Ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας σπαταλά χρήματα

σε όλες τις πρεσβείες της Ανατολής, και δεν υπάρχει

αμφιβολία πως προσφέροντας γιορτές στους κατοίκους συντηρεί μια εξουσία που μόνο με παρόμοιες

διαδικασίες μπορεί να παραγκωνιστεί. Τίποτα δεν ασκεί μεγαλύτερη επιρροή, σε πολλές περιπτώσεις, απ’ την προσωπική αβρότητα· μέσω ενός υπέροχου

γεύματος, έχουν φτιαχτεί πολλοί φανατικοί οπαδοί.

Αν και οι Ρώσοι δεν έχουν τον Μολιέρο σε εκτίμηση όσο εμείς, ακολουθούν καλύτερα τις πρακτικές

του, γιατί κανείς δεν ξέρει καλύτερα ότι ο αληθινός

Αμφιτρύονας είναι αυτός που μας προσφέρει το γεύμα: «chez qui l’on dine» [εκεί όπου γευματίζουμε].

256

Όμως αρκετά με την πολιτική και τους φανατισμούς, ας επιστρέψουμε στο ευχάριστο πάρτι της καταξιωμένης κυρίας Κατακάζη. Μετά από ένα

βαλς και μια μαζούρκα –που τη χόρεψαν έξοχα και

με πολύ στυλ η κυρία Κατακάζη κι ένας απ’ τους

γιους του Πρίγκιπα Σούτσου– μας προσφέρθηκε

μια επίδειξη ακόμα πιο πρωτότυπη και χαρακτη-

ριστική: ένας ρωσικός λαϊκός χορός, απ’ τον μικρό

γιο και την κόρη της οικοδέσποινας (παιδιά εννέα και επτά χρονών), που ήταν χαριτωμένα ντυμένα με τα αυθεντικά κοστούμια των προσώπων

που υποδύονταν, και που έπαιξαν το πραγματικά

δραματικό μικρό μπαλέτο τους αφήνοντας τις πιο ευχάριστες εντυπώσεις, με όλη ωστόσο τη σοβαρότητα ανθρώπων που επιτελούσαν ένα σημαντικό καθήκον.

Εκτός απ’ αυτήν την πρωτοτυπία, μας παρουσιάστηκε και κάτι άλλο· ένας άνθρωπος ντυμένος γελωτοποιός διασκέδαζε την ομήγυρη με χιουμοριστικές και πνευματώδεις παρατηρήσεις για επίκαιρα θέματα και για γεγονότα της βραδιάς και της στιγμής.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο διέφερε αυτή η συνάθροιση από τις περισσότερες αντίπαλες ήταν ότι πρόσφερε στους καλεσμένους κανονικό γεύμα, που παρατέθηκε στην ευρύχωρη αίθουσα του ισογείου.

Σ’ αυτή τη συνάθροιση παρευρέθηκαν οι δύο κόρες του διάσημου Έλληνα Στρατηγού Καραϊσκάκη

257

– η μια τους ήταν τόσο όμορφη ώστε τράβηξε την

προσοχή όλης της αίθουσας. Οι συνεχείς διασκεδάσεις λόγω της χριστουγεννιάτικης περιόδου είχαν σαν αποτέλεσμα να

χρειαστώ την επαγγελματική βοήθεια του εκλεκτού μου φίλου του Δρος Ρέζερ. Σε μια από τις

επισκέψεις του μου έδωσε τις εξής ενδιαφέρουσες

λεπτομέρειες σχετικά με εκδρομές που είχε κάνει

μαζί με τον Βασιλέα Όθωνα στα νέα του εδάφη.

Ο Δρ Ρέζερ ήταν γιατρός του Βασιλέα, τον έβλεπε

καθημερινά και τον συνόδευε σε μικρές περιοδείες.

Λεπτομέρειες απ’ αυτές θα διηγηθώ τώρα εδώ με

τα λόγια του γιατρού.

Η πρώτη περιγραφή αφορά την επίσκεψη του

Μεγαλειότατου στον Ελικώνα, το φημισμένο βουνό

της Βοιωτίας, κοντά στον Κορινθιακό κόλπο, που

στην αρχαιότητα ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα

και τις Μούσες. Η άλλη διήγηση αφορά το ταξί-

δι της Μεγαλειότητός του στον Παρνασσό, στην

περιοχή της αρχαίας Φωκίδας (σημερινά Σάλωνα),

ένα βουνό γνωστό για τις δύο κορφές του, τη μια

αφιερωμένη στον Απόλλωνα και τις Μούσες, την

άλλη στον Βάκχο.

«Τον Σεπτέμβριο του 1834, ο Βασιλέας έφθασε

στο Μάζι, ένα χωριό στους πρόποδες του Ελικώνα, στήθηκε μια σκηνή, όπου η Μεγαλειότης του πέρασε τη νύχτα. Μαθεύτηκε τότε πως οι κάτοικοι του

βουνού είχαν πάρει τα όπλα, ο γιατρός τούς ρώτησε

258

γιατί. Η αγροτιά απάντησε πως είχαν δει ληστές

και πως πήραν τα όπλα εθελοντικά, ώστε να μη συμβεί τίποτα στο μάτι μας – μια έκφραση συμπαθείας που αναφερόταν στον νεαρό Βασιλέα.

»Το άλλο πρωί, στις επτά, ενώ καθόταν η Μεγαλειότης του στον καθαρό αέρα, σ’ ένα τραπέζι, κι έπαιρνε το τσάι του με τους ακολούθους γύρω του (τον προστάτευαν οι χωρικοί και επτά λογχοφόροι), παρουσιάστηκε ξαφνικά ένας άνδρας ντυμένος Παλικάρι – πολύ βρόμικος και με γυμνό κεφάλι. Έριξε

τα όπλα του στο έδαφος κι έπεσε στα πόδια του Βασιλέα λέγοντας: “Είμ’ ο Κοντογιάννης”. Πίσω

του ήταν καμιά δεκαριά άλλοι, που είχαν κι αυτοί

την ίδια μοίρα. (Η Αντιβασιλεία τον είχε επικηρύξει

για τρεις χιλιάδες δραχμές, για τις βιαιότητες που

είχε διαπράξει στη Λειβαδιά, ληστεύοντας τους κατοίκους κι αναγκάζοντάς τους να του λένε πού είχαν

τα λεφτά τους). Είπε: “Ζητώ συγνώμη από τη Μεγαλειότη σας κι υπόσχομαι ν’ αρχίσω μια νέα ζωή”.

Ο Βασιλιάς τού απάντησε: “Εγώ θα σε συγχωρήσω, όμως εσύ πρέπει να παραδοθείς στα χέρια της δικαιοσύνης, γιατί εγώ δεν έχω ακόμα τα ηνία της

κυβέρνησης”. Ο Κοντογιάννης συμφώνησε, το ίδιο και οι ακόλουθοί του. Ο Βασιλέας ανέβηκε μετά στο

άλογό του για να συνεχίσει το ταξίδι στον Παρνασ-

σό με όλη του τη συνοδεία. Οι ληστές, όπως είχαν υποσχεθεί, πήγαν στον Έπαρχο της Λειβαδιάς, τον

κ. Σαφορόπολη [Saforopolis], και τον παρακάλεσαν

259

να τους φυλακίσει. Ο Έπαρχος απάντησε: “Αφήστε

με ήσυχο, δεν έχω χρόνο να σας φυλακίσω, ούτε

μέρος να σας βάλω. Ελάτε σε λίγες μέρες να σας

απαντήσω”. Έφυγαν κι έμειναν σ’ ένα μικρό χάνι

περιμένοντας απάντηση. Μετά, τους πληροφόρησαν πως θα τους βάλουν στο Παλαμήδι* και θα έμεναν εκεί ώσπου να ενηλικιωθεί η Μεγαλειότης του –δύο χρόνια σχεδόν. Αυτό δεν τους άρεσε, έφυγαν απ’

το χάνι κι άρχισαν πάλι τις ληστρικές επιδρομές.

Την ίδια μέρα έκοψαν το μπράτσο ενός χωρικού και συνέχισαν να ενοχλούν την επαρχία, ώσπου να τους συλλάβουν το 1835.

»Ο Κοντογιάννης ήταν από μια οικογένεια της

Καρύταινας, στον Μωριά, κι είχε πολεμήσει σκληρά

στη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας. Ξεχώριζε πάντα για την πονηριά και τη βιαιότητά του.

Ληστής έγινε γιατί δεν τον έκαναν στρατηγό.

»Ας επανέλθουμε όμως στο ταξίδι του Βασιλέα.

Αφήνοντας τη Λειβαδιά, τον συνόδευαν εκατό έφιπ-

πα παλικάρια, γιατί ο αριθμός της ακολουθίας είχε

αυξηθεί καθώς πλησίαζαν στους πρόποδες του Παρ-

νασσού. Ο ήλιος έριχνε τότε τις τελευταίες ακτίδες

του στην κορυφή, ενώ μια ελαφριά ομίχλη σκέπαζε

του πρόποδες του ποιητικού αυτού βουνού. Πέρα

μακριά, ακούγονταν τα τραγούδια των βοσκών, που

σαλαγούσαν τα κοπάδια τους. Εκεί κοντά ήταν εκα-

* Το φρούριο στο Ναύπλιο.

260

τό ορεσίβιοι, ντυμένοι στα λευκά, με κόκκινες ζώνες

και λευκά μαντήλια δεμένα στο κεφάλι, και περί-

μεναν την άφιξη του Βασιλέα. Τον περιτριγύρισαν

και συνόδευσαν τη Μεγαλειότητά του χορεύοντας

μέχρι τη Δαύλεια (αρχαία πόλη στους πρόποδες του

Παρνασσού), όπου είχαν στηθεί πέντε σκηνές για

να δεχτούν τον Βασιλέα και την ακολουθία του. Οι ορεσίβιοι έδειχναν τη χαρά τους ανάβοντας φωτιές

σ’ όλο το βουνό, τα τραγούδια τους ακούγονταν σ’

όλες τις πλαγιές, γιατί οι κάτοικοι αυτού του τόπου έχουν κρατήσει το ποιητικό του πνεύμα έως

σήμερα. Ο Βασιλέας έφαγε στο μοναστήρι, κι όλοι

οι καλόγεροι είχαν την τιμή να είναι καλεσμένοι. Την επομένη, ο Βασιλέας επισκέφθηκε τα ερείπια

της Δαύλειας –ξακουστής για την τραγική ιστορία

της Φιλομήλας και της Πρόκνης, που έγιναν πουλιά

για ν’ αποφύγουν την εκδίκηση του Τηρέα, Βασιλιά

της Θράκης. Στις κορυφές όλων των μικρών λόφων

όπου βρίσκονται τα χωριά, έβλεπες τους χωρικούς

να γιορτάζουν την άφιξη του Βασιλέα σαν γιορτή, τραγουδώντας και χορεύοντας. Έρχονταν κοντά

του από παντού κι έπεφταν στα πόδια του, ενώ

άλλοι έλεγαν τραγούδια που εξέφραζαν την αγάπη

τους. Το ακόλουθο είναι ένα δίστιχο:

Το μέλι με το γάλα σμίγει κι ένα γίνεται

Με το γαλάζιο μάτι σου το μαύρο μας ενώνεται.

261

Ο Βασιλέας ενθουσιάστηκε και χάρηκε με την

αγάπη αυτών των απλών ορεσίβιων, και φεύγοντας

εκδήλωσε και τη δική του αγάπη. Η Μεγαλειότης

του έφτασε στην Αράχωβα, όπου τον υποδέχθηκαν

με παρόμοιο ενθουσιασμό, και τ’ άλλο πρωί ανέβηκε

στην κορφή του Παρνασσού, οκτώ ώρες από την

Αράχωβα. Ο Βασιλέας ήταν νεαρός και ευκίνητος

κι έφθασε γρήγορα στην κορφή, ούτε τα Παλικάρια

δεν τα κατάφεραν να τον ξεπεράσουν στη σβελτάδα. Όταν έφτασε στην κορφή, οι ακόλουθοι έφτιαξαν έναν μικρό τύμβο από πέτρες, κι εκεί πάνω ο Βασιλέας τοποθέτησε

La vraie Parnasse me parôit être, toute la vie, Rocher rude et steril, sans la fantaisie.

[Ο Παρνασσός ο αληθινός είναι, θαρρώ, όλη η ζωή, Βράχος τραχύς και άγονος, άμα τη φαντασία στερηθεί.]

» Ο Βασιλέας επέστρεψε την ίδια μέρα από την κορυφή του Παρνασσού, που ονομάζεται Λιάκουρα. Απ’ αυτό το σημείο, όταν τα σύννεφα δεν είναι πυκνά, έχεις την καλύτερη θέα του κόσμου.

Το βράδυ, ο Βασιλέας επέστρεψε στην Αράχωβα

μετά από δεκαέξι ώρες πεζοπορία, κατάκοπος.

262
ψηλή
έγραψε ο ίδιος μ’ ένα κομμάτι κάρ-
την πιο
πέτρα, με μια επιγραφή που
βουνο:

Οι γυναίκες του τόπου, που ξεχωρίζουν για την

ομορφιά και τη φυσική τους χάρη, ήταν μαζεμένες

γύρω από μια μεγάλη φωτιά και χόρευαν ένα είδος

κοτιγιόν τραγουδώντας. Μία απ’ αυτές πλησίασε

τον Βασιλέα και τον κάλεσε, επίμονα, να χορέψει

μαζί τους. Ο Βασιλέας δέχθηκε την πρόσκληση και

χόρεψε, παρ’ όλη του την κούραση, αρκετούς γύρους, που ξεσήκωσαν τον ενθουσιασμό αυτών των

απλών και καλών ανθρώπων. Η ελληνική γλώσσα

μιλιέται καθαρά εδώ, γιατί η ανεξαρτησία τους διατηρήθηκε παρά τους διαδοχικούς δυνάστες που σκλάβωσαν την Ελλάδα».

263

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧVIII

Ένας περίπατος στην κορυφή του Υμηττού – Το μάρμαρό του – Σχιστόλιθοι – Πηλός από τη Σαντορίνη – Δρ

Ρέζερ – Οι χοροεσπερίδες της Λαίδης Λάιονς – Κουντουριώτης – Έλληνες αξιωματικοί – Ελληνική χοροεσπερίδα

– Αξιώτης, ο Νομάρχης της Αθήνας – Ελληνικός γάμος

– Γαμήλιο γλέντι – Ο φτωχός Χιώτης – Προειδοποίηση

στους Άγγλους που ίσως θέλουν ν’ αγοράσουν γη στην

Ελλάδα – Ο ελαιώνας προς το Δαφνί – Η περιοχή νοτιοανατολικά της Αθήνας – Συμβουλή σε νεοαφιχθέντες

– Ένας γέρος φιλέλληνας ταπεινής καταγωγής

Ένας πολύ ευχάριστος και ενδιαφέρων περίπατος είναι από την Αθήνα στην κορυφή του Υμηττού·

ο κύριος Μπράιαντ [Bryant], ένας κύριος που κα-

τοικούσε με τον Αιδ. κύριο Χιλλ, μου έκανε τη χάρη

να έρθει ένα πρωί και να εκφράσει την επιθυμία να

τον συνοδεύσω σ’ αυτή την εκδρομή. Παρότι είχε

χιόνι στο βουνό, δεν αποθαρρυνθήκαμε. Φύγαμε απ’

την Αθήνα στις δέκα το πρωί. Στις έντεκα φτάσαμε

στο μοναστήρι της Καισαριανής, στους πρόποδες

του βουνού, που το έχω ήδη περιγράψει. Εδώ αρ-

χίζει η ανάβαση. Μετά από δίωρο περπάτημα και

σκαρφάλωμα πάνω από χαράδρες (γιατί το χιόνι

κάλυπτε το συνηθισμένο μονοπάτι) φτάσαμε στην

265

κορυφή, αρκετά κουρασμένοι από τη διαδρομή.

Από εκεί, είναι υπέροχη η θέα στον Κάβο-Κολόνα [Ακρωτήρι του Σουνίου], στη θάλασσα και τα νησιά του Αρχιπελάγους. Οι τσοπάνηδες είχαν χτίσει

πρόχειρα ένα καλύβι με κοτρόνες, χωρίς σοβά, κι ευτυχώς που φυλαχτήκαμε εκεί απ’ τον αέρα, που θέριζε και μας τρυπούσε τα κόκκαλα. Γιατί είχαμε ανέβει το βουνό απ’ την απάνεμη πλευρά, προστατευμένοι απ’ τον αέρα· εξαιτίας αυτού και της

κοπιαστικής ανάβασης, ήμασταν πολύ ζεστοί όταν

φτάσαμε στο ψηλότερο σημείο του βουνού, κι είναι επικίνδυνο να είσαι εκτεθειμένος στους ανατολικούς

ανέμους σε τέτοιο ύψος.

Το δυνατό κρύο δεν μας άφησε να μείνουμε πολύ

στο βουνό, όμως αφού χαρήκαμε θαυμάζοντας την

εντυπωσιακή και απέραντη θέα που ανέφερα, ξεκινήσαμε την κατάβαση πλαγίως προς Καρέα, στο κτήμα του κ. Μπρέισμπριτζ. Στη διάρκεια της κατάβασης, ήμασταν πάλι προστατευμένοι απ’ τους

αέρηδες, αλλά ήταν πιο δύσκολο και επικίνδυνο απ’

την ανάβαση, γιατί συχνά σταματούσαμε και παραπατούσαμε πάνω σε μεγάλες ασταθείς πέτρες.

Όμως μας πήρε μόνο μία ώρα η κατάβαση, ενώ

χρειαστήκαμε τρεις ώρες για να φτάσουμε στην

κορυφή.

Το μάρμαρο του Υμηττού δεν είναι λευκό όπως

το πεντελικό, αλλά κάπως γκρίζο. Χρησιμοποιήθη-

κε για την κατασκευή των περισσότερων κτιρίων

266

της Αθήνας. Είναι ανεξάντλητο αυτό το ωραίο υλικό

– αρκετό για να χτιστούν εκατό πόλεις στο μέγεθος

του Λονδίνου. Σχεδόν στους πρόποδες του βουνού,

πρόσεξα ένα στρώμα σχιστόλιθου που η άκρη του

προεξείχε και πήρα μαζί μου ένα δείγμα και το έδειξα στον αρχιτέκτονα που έχτιζε το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, καθώς και σε αρκετούς Έλληνες που έχτιζαν σπίτια. Ήταν φανερό πως γνώριζαν την

ύπαρξη και τη χρήση του, αλλά θεωρούσαν πως

σαν επικάλυψη των σπιτιών δεν ταίριαζε στο κλίμα, γιατί απορροφά και κρατά τη ζέστη. Γι’ αυτό χρησιμοποιούν το τούβλο, με μεγάλη ποσότητα σοβά, που αντανακλά τη ζέστη. Ωστόσο σχιστόλιθος χρησιμοποιείται για να στρώνουν δάπεδα, αλλά τον φέρνουν απ’ την Τήνο. Έμαθα ακόμα πως υπάρχει ένα είδος πηλού στη Σαντορίνη που οι κάτοικοι

του νησιού τον χρησιμοποιούν για να καλύπτουν τα

σπίτια τους και τα υδραγωγεία. Ανακατεύεται με

νερό στην πυκνότητα του σοβά και απλώνεται είτε

στη στέγη είτε στον πάτο του υδραγωγείου, και μόλις στεγνώσει είναι αρκετά αδιαπέραστος στη ζέστη

ή τη βροχή. Θεωρείται τόσο αξιόλογος που ο Πασάς

της Αιγύπτου παίρνει απ’ το νησί αρκετά φορτία

κάθε χρόνο.

Αφού πέρασε ήδη ένας μήνας από τότε που παρουσίασα το αίτημά μου στον Βασιλέα, πήγα στον Καγκελάριο, τον Κόμη Άρμανσπεργκ, που με δέχθηκε πολύ ευγενικά, και μου είπε πως η Μεγαλειό-

267

της του γνώριζε πως παρέμενα στην Ελλάδα μόνο

προκειμένου να πετύχω τον σκοπό του αιτήματός

μου και πως με την πρώτη ευκαιρία θα επέσπευδε

την υπόθεση· μου έδωσε να καταλάβω πως η απόφαση θα ήταν απολύτως ευνοϊκή για μένα. Πλήρως ικανοποιημένος από την απάντηση

αυτή, αποφάσισα να περιμένω υπομονετικά, ακόμα και μήνες. Οπότε είχα εντονότερη κατά το δυνατόν κοινωνική ζωή, με σκοπό να συγκεντρώνω

συνήθειες είχαν. Κάθε πρωί έως τις δώδεκα ήμουν μαζί με τον Έλληνα δάσκαλό μου, τον Κωνσταντίνο Φρεορίτη,

διασκέδαζα με εκδρομές στα περίχωρα κλπ. Αργότερα δειπνούσα, συνήθως με τη

συντροφιά του φίλου μου Δρος Ρέζερ, που όπως

έχω πει, με άφηνε πάντα στις οκτώ για να πηγαίνει στον Βασιλέα. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ σ’ αυτόν τον εξαιρετικό άνθρωπο χωρίς να εκφράσω

το τι χρωστώ στην ευγένεια, την εξυπνάδα, τις γε-

νικές του γνώσεις, καθώς και τον θαυμασμό μου

για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τη συμπεριφορά

του, που τον έκανε αγαπητό σ’ όσους τον γνώριζαν. Και χαίρομαι που μπορώ να επιβεβαιώσω

αυτό το συναίσθημα εκ μέρους μου μ’ ένα σύντομο

268
παρατηρήσεις, για μελλοντική χρήση, σχετικά με το πώς συμπεριφέρονταν αυτοί οι ενδιαφέροντες άνθρωποι και ποιες
κι απ’ αυτόν μάθαινα πολλά από τα κουτσομπολιά της πόλης. Από τις δώδεκα ως τις έξι, είτε πήγαινα σε επισκέψεις είτε

από την Ελλάδα για τη Γερμανία τον περασμένο

Ιούνιο. Η διαγωγή του

σε άλλους:

διεκδικούσαν

Ήρθε από τη Γερμανία με ένα απέραντο

κεφάλαιο ποικίλης και στέρεης γνώσης, και με μια

καρδιά γεμάτη αισθήματα θερμής φιλανθρωπίας.

Κατάφερε να καταστήσει την παραμονή του στην Ελλάδα χρήσιμη στην πρόοδο της επιστήμης και στην ανακούφιση της πάσχουσας ανθρωπότητος.

» Είναι Πρόεδρος της Εταιρείας Φυσικής Ιστορίας, που ιδρύθηκε στην Αθήνα με δική του πρωτοβουλία. Τα μέλη που την απαρτίζουν έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν σημαντική υπηρεσία

στις επιστήμες. Ενώνοντας τις δυνάμεις και τη γνώση τους, θα επιτύχουν να φτιάξουν ένα ενδιαφέρον μουσείο με το ποικίλο και πολυάριθμο υλικό

που η Ελλάδα δύναται αφειδώς να τους προσφέρει.

»Δεν οφείλεται όμως

269
απόσπασμα που δημοσιεύτηκε σε ελληνική εφημερίδα, σχετικά με την προσωρινή του αποχώρηση
μπορεί να γίνει παράδειγμα
«Μεταξύ των πολυάριθμων φιλελλήνων που
διεκδικούν
και ακόμη
καθημερινά εκδηλώσεις εκτίμησης και ευγνωμοσύνης από την Ελλάδα, έχουμε την ευχαρίστηση να αναφέρουμε τον Δρα Ρέζερ.
μόνο στη δημουργία αυτής της εταιρείας το ότι ο Δρ Ρέζερ κέρδισε την εκτίμηση των Ελλήνων. Η συμπεριφορά που επέδειξε ως ιατρός αξίζει τον μέγιστο έπαινο. Όχι μόνο δεν δέχεται ποτέ τίποτε από τους φτωχούς ασθενείς

που τον επισκέπτονται, τους οποίους δέχεται πάντα

με ευγένεια, αλλά γνωρίζουμε επίσης από έγκυρες

πληροφορίες πως ανοίγει και το πορτοφόλι του γι’

αυτούς και τους παρέχει έτσι διπλή βοήθεια: τις ιατρικές συστάσεις του, που τις χρωστά στο φωτισμένο του μυαλό, και τη γενναιόδωρη αρωγή λόγω

του φιλελληνισμού του. Τέτοιοι άνθρωποι είναι πολύτιμοι για μας και προσευχόμαστε στον Ουρανό να

αυξηθεί ο αριθμός τέτοιων φιλελλήνων».

Με αυτόν τον κύριο είχα την ευτυχία να έχω μεγάλη οικειότητα. Άξιζε από κάθε πλευρά τον παραπάνω έπαινο. Ο Δρ Ρέζερ ήταν ένας ενθουσιώδης Γερμανός, του οποίου η φιλοσοφία, που την κατέκτησε με σπουδές, ενδυναμώθηκε από την τεράστια

πείρα που απέκτησε μέσα στον κόσμο. Εκτός αυτού, μιλούσε αγγλικά, είχε σπουδάσει στις δικές μας αγγλικές σχολές ιατρικής και γνώριζε τους περισσότε-

ρους από τους Άγγλους γιατρούς μας. Επιστρέφοντας στην ευρύτερη κοινωνική ζωή

της Αθήνας, πρέπει να πω ότι οι πιο ευχάριστες

εσπερίδες ήταν οπωσδήποτε της Λαίδης Λάιονς, γιατί εκτός του ότι συναντιόμασταν με τους συ-

μπατριώτες μας εκεί, ήταν και το αγαπημένο στέκι

των Ελλήνων οπλαρχηγών, του Κουντουριώτη, του

Κριεζή, του Δρόσου Μάνσολα και πολυάριθμων άλλων – ανδρών που πραγματικά ήθελαν το καλό της πατρίδας τους. Οι δυο πρώτοι είχαν κάνει τεράστιες

οικονομικές θυσίες στον πόλεμο. Είναι βεβαιωμέ-

270

νο πως ο Κουντουριώτης είχε ξοδέψει τουλάχιστον

διακόσιες χιλιάδες τάληρα από την τσέπη του, έστω

κι αν είναι ακόμα πλούσιος. Με αυτούς τους ξεχω-

ριστούς άνδρες χαιρόμουν να περνώ την ώρα μου, γιατί παρότι ορισμένοι δεν ήξεραν άλλη γλώσσα

εκτός από τα νέα ελληνικά, ήμουν τώρα αρκετά

ικανός να συζητώ χωρίς πολλή δυσκολία.

Μεταξύ των αξιωματικών του ελληνικού ναυτικού έκανα περισσότερο παρέα με τον Σωτηριάδη

και τον Μιαούλη. Είχαν και οι δύο διακριθεί πολεμώντας για την πατρίδα τους. Ο Μιαούλης ήταν εγγονός του διάσημου Ναυάρχου Μιαούλη, που είχε πεθάνει έξι μήνες πριν.*

Ο Σωτηριάδης είχε μείνει λίγο καιρό στην Αγγλία, όπου έκανε παρέα με τους πιο εκλεκτούς, και είχε αποκτήσει κάτι από την αίγλη που μόνο η επαφή με Ευρωπαίους μπορεί να προσφέρει.

Ένα πρωί με επισκέφθηκε αυτός ο φίλος μου για

να μου πει πως δύο φίλοι του, της ανώτερης τάξης

των Ελλήνων, θα παντρεύονταν εκείνη την ημέρα.

Πρόσθεσε πως ήταν καλεσμένος στη δεξίωση κι αν

ήθελα μπορούσα να πάω μαζί του. Δέχθηκα ενθου-

σιωδώς την ευκαιρία και το απόγευμα πήγα με τον

φίλο μου σ’ αυτή τη συνάθροιση Ελλήνων. Όμως

* Η καρδιά του ξεχωριστού αυτού πατριώτη, σύμφωνα με

την επιθυμία του Βασιλέα, διατηρήθηκε και φυλάχτηκε σε αση-

μένιο βάζο στο σπίτι του Δρος Ρέζερ, όπου και την είδα.

271

επειδή η ίδια η τελετή δεν διαφέρει ουσιαστικά από

εκείνη της κατώτερης τάξης Ελλήνων, που θα περιγράψω σύντομα με λεπτομέρειες, θα την προσπε-

ράσω τώρα και απλά θα προσθέσω πως δεν έγινε

στην εκκλησία (όπως η προηγούμενη) αλλά στην

ιδιωτική κατοικία των γονέων της νύφης.

Η νύφη ήταν πολύ όμορφη, γύρω στα δεκαέξι, ντυμένη σε ευρωπαϊκό στυλ. Ο γαμπρός ήταν ντυμένος σαν Έλληνας οπλαρχηγός.

Είχα τη χαρά να χορέψω βαλς με τη νύφη, και απ’ αυτό το γεγονός ο Άγγλος αναγνώστης

θα συμπεράνει πως οι Έλληνες δεν έχουν την ίδια σχολαστικότητα που δεσπόζει στους δικούς μας εξευγενισμένους κύκλους.

Ενθουσιάστηκα μ’ αυτόν τον αληθινό ελληνικό χορό, στον οποίο ήμουν ο μοναδικός ξένος. Τις

ελληνικές γιορτές πάντα τις έβρισκα εξαιρετικά ευχάριστες. Δεν αλλοιώνονται καθόλου από φτιαχτές εκδηλώσεις ευγένειας των πιο πολιτισμένων, ενώ έχουν όλες τις χάρες και τη γοητεία τους. Δεν

μπορώ παρά να σκεφτώ ότι όπως κάποιος θεώρησε πως αξίζει τον κόπο να μάθει αρχαία ελληνικά

στα εβδομήντα του, μόνο και μόνο για να διαβάσει την Ιλιάδα, έτσι αξίζει τον κόπο να μάθει

κανείς νέα ελληνικά σε οποιαδήποτε ηλικία, μόνο

και μόνο για να έχει τη χαρά να κουβεντιάσει με

μια νέα και καλλιεργημένη Ελληνίδα καλλονή στη

γλώσσα της.

272

Αφού παραμείναμε ως τη μία η ώρα, ο φίλος μου

ο Σωτηριάδης μού είπε πως ήταν ώρα να φύγουμε.

Τώρα θα περιγράψω με περισσότερες λεπτο-

μέρειες έναν γάμο κατώτερης τάξης στην Ελλάδα, που έγινε ένα μήνα μετά απ’ αυτόν που ανέφερα.

Ενενήντα μέτρα μακριά από το ξενοδοχείο όπου

έμενα, ήταν ένα όμορφο σπιτάκι, όπου ζούσαν ο

πατέρας, η μητέρα, δύο κόρες κι ένας γιος. Ο πατέρας είχε πολεμήσει σκληρά για την πατρίδα του στον πόλεμο. Κάποτε ήταν και αρχηγός με είκοσι άνδρες. Η μικρή του περιουσία, όμως, είχε ξοδευτεί σταδιακά για τις ανάγκες του πολέμου, και σαν τίμιος άνθρωπος κατέφυγε σ’ ένα επάγγελμα

τεχνίτη – να φτιάχνει σπάγγο· κι έτσι βοηθούσε

στη συντήρηση της οικογένειας, τίμια και αξιοπρεπώς. Έβλεπα τακτικά τα νεαρά κορίτσια να

βοηθούν τον πατέρα τους να μαζεύει τον σπάγκο

αφού τον είχε φτιάξει, κι έτσι είχα γνωριστεί με

την οικογένεια. Περνώντας από εκεί, μιλούσα συχνά με τον γέρο άνθρωπο, που απαντούσε ευγενικά σε όλες μου τις ερωτήσεις. Μετά από λίγες μέρες, αυτή η τυχαία γνωριμία οδήγησε σε κάποια οικειότητα. Δίνοντας λίγες δραχμές στο παιδί, ένα

αγοράκι δέκα χρόνων, πιάσαμε φιλίες, έπειτα και με τη μητέρα και τις κόρες – με αυτή τη σειρά

γίνεται η γνωριμία στην Ελλάδα. Η μεγάλη κόρη ήταν περίπου δεκαέξι χρόνων και την έλεγαν Ευφροσύνη· η νεότερη ήταν περίπου δεκατεσσάρων

273

και την έλεγαν Φαυστίνα. Ακόμα και τα ελληνικά

ονόματα έχουν κάτι ευχάριστο κι ελκυστικό, ανδρικά και γυναικεία, γιατί ελάχιστα συναισθημα-

τικός πρέπει να είναι όποιος ρωτήσει σοβαρά σαν

την ερωτοχτυπημένη Ιουλιέτα « Τι σημασία έχει

τ’ όνομα;»

Η επαφή μου μ’ αυτή την οικογένεια ήταν πολύ τακτική. Συχνά με κερνούσαν γλυκό, όπως συνηθίζεται στην Αθήνα, και καφέ. Οι κόρες ήταν και οι δύο εξαιρετικά όμορφες· ήταν τελείως ανεπιτήδευτες και ευρηματικές στην κουβέντα και τη

συμπεριφορά τους, και συγχρόνως ακολουθούσαν

συνεπέστατα τη φυσικότερη αίσθηση θηλυκής λεπτότητας και ευπρέπειας.

Μια μέρα ο πατέρας μού είπε ότι η μεγαλύτερη

κόρη του θα παντρευόταν κι ότι ο γαμπρός ήταν

στην Κόρινθο και τακτοποιούσε κάποιες ετοιμασίες

για την τελετή.

Οι καλοί μου αναγνώστες ίσως φαντάστηκαν

πως υπήρξε κάποιο ελαφρύ φλερτ στη σχέση μου μ’

αυτή την τίμια και αθώα οικογένεια· εκ μέρους μου, ίσως. Όμως οι αναγνώστες μου δεν θα το υποθέσουν

ούτε λεπτό πως υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση

σ’ αυτό το αίσθημα, ούτε πως θα ήταν ποτέ δυνατό

να υπάρξει από τα μέλη της οικογενείας –ακόμα κι

από τα ωραία της μέλη– όταν τους πληροφορήσω

πως ο επίδοξος γαμπρός, ένα εικοσάχρονο ομορφό-

παιδο, μόλις επέστρεψε, με όλη τη ζέση της νιότης

274

και του πάθους του, ζήτησε ειδικά από εμένα να βοηθήσω ώστε να επισπευσθεί η ευτυχισμένη μέρα της ποθητής ένωσης.

Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αντισταθώ σ’ αυτή την άδολη έκκληση, και καθώς όλοι με τη σειρά (ακόμα κι η νύφη) πιέσαμε επίμονα το ηλικιωμένο ζευγάρι, τελικά ενέδωσαν και ορίστηκε η μέρα, κι εγώ προσκλήθηκα στο γλέντι.

Επειδή ήμουν περίεργος να μάθω τα προκαταρκτικά ενός γάμου, παρακάλεσα την ηλικιωμένη κυρία να μου τα πει, και το έκανε χωρίς να διστάσει.

«Όταν», είπε «ο Κωνσταντίνος (έτσι έλεγαν τον γαμπρό) ήρθε στο σπίτι μας να ζητήσει από εμένα και τον καλό μου άνδρα την άδεια να παντρευτεί

την Ευφροσύνη,

να δουλεύει και να ζει. Χαρήκαμε όταν μάθαμε πως

ήταν σταθερός, προσεκτικός νέος, πως είχε μάθει να

δουλεύει αγρότης και είχε δύο στρέμματα γη, σχεδόν

όλα αμπέλια, τρία στρέμματα ακόμη ακαλλιέργητη

γη, κι επίσης 100 τάληρα* στην τσέπη. Έτσι δώσαμε τη συγκατάθεσή μας, όταν είδαμε πως και η

Ευφροσύνη δεν είχε αντίρρηση. Κι αλλάξανε δαχτυ-

λίδια – δηλαδή του έδωσε εκείνη ένα δαχτυλίδι και

της έδωσε κι εκείνος ένα. Αφού τακτοποιήθηκαν τα

προκαταρκτικά, ο Κωνσταντίνος ζήτησε δυο μήνες

* Πέντε δραχμές το ένα.

275
πρώτα ρωτήσαμε να μάθουμε αν ήταν μυαλωμένος, αν είχε μάθει κάποια εργασία για

για να πάει στην Κόρινθο και να τα κανονίσει με τη

δική του οικογένεια, που ζούσε εκεί. Όταν θα επέστρεφε, θα όριζαν την ημερομηνία του γάμου με την

Ευφροσύνη. Πριν από λίγο καιρό, πήραμε τη συγκατάθεση των γονιών του Κωνσταντίνου για τον

γάμο, και τώρα επέστρεψε κι όλα είναι τακτοποιημένα, όπως βλέπεις».

Ύστερα ρώτησα αν μου επιτρεπόταν να ρωτήσω τι προίκα έδιναν στην κόρη τους.

«Αχ, εμείς», είπε «δεν είμαστε πλούσιοι, και το έθιμο σ’ ανθρώπους του επιπέδου μας είναι να μην περιμένεις μεγάλη προίκα από τη νύφη. Η Ευφροσύνη», συνέχισε «πρόσφερε στον Κωνσταντίνο ένα κουστούμι. Θα έχει και όλα της τα ρούχα, κάπου πενήντα δραχμές σε χρήματα, τα κλινοσκεπάσματά τους, δέκα ελιές κι ένα στρέμμα γη».

Έμαθα πως υπήρχε πάντα το έθιμο η νύφη να δίνει στον γαμπρό ένα κουστούμι. Η γριά γυναίκα πρόσθεσε πως συνήθως ο γάμος γινόταν στο σπίτι

του γαμπρού, αλλά αφού η Κόρινθος ήταν μακριά, αυτή τη φορά θα γινόταν στο σπίτι της νύφης.

Έφτασε η μέρα και πήγα, κατά το μεσημέρι, στο σπίτι των γονιών της Ευφροσύνης, τη βρήκα

γεμάτη κέφι και ζωντάνια, με τον αγαπημένο της αλαμπρατσέτα, να την πιέζει να τελειώνει με το χτένισμα των ωραίων της μαλλιών μπροστά στον

καθρέφτη. Ο πατέρας και η μητέρα του νεαρού είχαν έρθει από την Κόρινθο. Βρίσκονταν κάπου δε-

277

κατέσσερις άνθρωποι στο δωμάτιο, συγγενείς και

από τις δυο μεριές. Οι συγκεντρωμένοι περίμεναν

τη μουσική, που δεν είχε φτάσει ακόμα. Ήρθε σε

λίγα λεπτά και σχηματίστηκε η πομπή, για να πάνε

στην εκκλησία. Μπροστά ήταν οι δύο μουσικοί, ο ένας έπαιζε βιολί κι ο άλλος λαούτο. Ακολουθούσε ο γαμπρός, που τον συνόδευαν δύο από τους πιο κοντινούς συγγενείς του, κι έπειτα άλλοι γνωστοί του άνδρες, δυο-δυο. Πήγα στη σειρά πίσω από τους

άνδρες. Μετά ερχόταν η νύφη, που τη συνόδευαν δύο από τις πιο κοντινές συγγένισσές της, κι ύστερα γυναίκες γνωστές της, δυο-δύο σαν τους άνδρες. Ακολουθούσε ένα άλογο που κουβαλούσε το κρεβάτι σ’

ένα κοφίνι, και το μπαούλο με τα ρούχα σ’ ένα άλλο. Φτάνοντας στην εκκλησία προχώρησαν στην Αγία Τράπεζα, όπου τα καντηλέρια ήταν αναμμέ-

να, παρότι ήταν μεσημέρι, και μετά από μια σειρά

ερωτήσεις προς τη νύφη και τον γαμπρό, όπως είναι και το αγγλικό έθιμο, η τελετή τελείωσε και

οι δύο έγιναν «σάρκα μία». Μόλις τους αποκάλεσαν συζύγους, ο κουμπάρος έβαλε ένα στεφάνι από

λουλούδια στο κεφάλι του καθενός. Όταν το στε-

φάνι μπήκε στο κεφάλι της νύφης, ο γαμπρός τής

φόρεσε ένα σάλι (καμιά φορά το αντικαθιστούσε

μαντήλι) στους ώμους της σαν δώρο. Μετά ο ιερέας τούς ευλόγησε και βγήκαν απ’ την εκκλησιά

αγκαζέ, με την ίδια μουσική να προηγείται στον

δρόμο για το σπίτι τους.

278

Όταν επιστρέψαμε, βρήκαμε ένα μακρύ τραπέζι

στρωμένο με πιάτα, μαχαίρια και πιρούνια. Μείναμε μισή ώρα συζητώντας, μετά έκανε την εμφάνισή

του ένα ολόκληρο αρνί επάνω στο τραπέζι. Το κόψανε αμέσως και το μοίρασαν στους καλεσμένους. Ακολούθησε πιλάφι. Εγώ είχα προσφέρει το κρασί –

είχα στείλει το πρωί μια ντουζίνα μπουκάλια. Αφού

καθίσαμε στο τραπέζι κάπου δύο ώρες, οι άνδρες

άρχισαν να καπνίζουν και οι γυναίκες διασκέδαζαν

κουβεντιάζοντας κλπ. ως τις πέντε, όταν έφτασαν

αρκετοί ακόμα καλεσμένοι. Τότε το βιολί και το λαγούτο κάλεσαν όλο τον κόσμο στον χορό – οι γυναίκες χόρευαν κι αυτές ελληνικούς χορούς. Οι άνδρες χόρευαν περιστασιακά, ο καθένας χωριστά ή μαζί, αλλά ποτέ μαζί με γυναικεία συντροφιά. Έτσι κρατήθηκε το κέφι ως τις δέκα η ώρα, οπότε ο καθένας άρχισε σιγά-σιγά να εύχεται ευτυχία στο ζευγάρι, και πήγαιναν στα σπίτια τους.

Θα αδράξω αυτή την ευκαιρία, όπου μιλώ για

τις συνήθειες και τα έθιμα της κατώτερης τάξης

των Ελλήνων, και θ’ αναφερθώ στη συναναστροφή

μου με μια άλλη οικογένεια, ίδιου επιπέδου με την

προη γούμενη, που έγινε τυχαία σ’ έναν περίπατό

μου στην εξοχή, την ημέρα μετά τον γάμο που ανέφερα. Σκόπευα να επισκεφθώ τον φίλο μου, τον κ.

Μπελ, όμως δεν ήταν εκεί και μπήκα στο διπλανό

σπιτάκι, που ήταν κοντά στην κατοικία του, όπου

βρήκα έναν άνδρα με τη γυναίκα του, τα δύο παιδιά

279

τους και δύο πιο μακρινούς συγγενείς τους. Έτρω-

γαν όλοι μαζί το γεύμα τους, που αποτελούνταν από

σκληρό μαύρο ψωμί, σούπα με φασόλια, φακές και

σκόρδο.

Ο άνδρας τράβηξε την προσοχή μου με την

έγνοια που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Θέλοντας να μάθω την αιτία της, τον ρώτησα από

ποιο μέρος της Ελλάδας ήταν. Ρώτησα κι άλλα, που

τον έκαναν να μου διηγηθεί ένα κομμάτι από την

ιστορία του. Είπε πως ήταν Χιώτης, ένας απ’ τους

πολλούς που υπέφεραν λόγω της δυστυχίας που

έπεσε στον τόπο του στη διάρκεια του πολέμου. Μου

είπε πως ήταν στο νησί τότε που ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος έκανε απόβαση για να το κατακτήσει·

και πως μετά την αποτυχία αυτής της απόπειρας

των Ελλήνων, προτίμησε να εγκαταλείψει τη χώρα

παρά να υποστεί τις ταλαιπωρίες που επέβαλλαν

οι Τούρκοι στους κατοίκους της. Παλιότερα, είπε, η κατάσταση ήταν πολύ καλή, αναγκάστηκε όμως

να εγκαταλείψει τα πάντα. Οι Χιώτες είναι πολύ

εργατική ράτσα και, γενικότερα, πιο πολιτισμένοι

απ’ τους υπόλοιπους συμπατριώτες τους. Παλιά το

νησί το αποκαλούσαν Παράδεισο του Αρχιπελάγους. Ο φόρος που πλήρωναν στους Τούρκους ήταν μικρός, το νησί είχε την ιδιαίτερη προστασία της ευνοούμενης Σουλτάνας και δεν το ενοχλούσαν οι Τούρκοι. Με αυτά τα προνόμια, η Χίος ήταν πολύ εύπορη. Ο πλούτος που είχαν οι Χιώτες ήταν με-

280

γάλος, η πολυτέλεια κι η άνεση που απολάμβαναν

ήταν παροιμιώδεις σ’ αυτό το μέρος του πλανήτη.

Έδιναν ιδιαίτερη σημασία στα σπίτια της υπαίθρου

και τους κήπους, γι’ αυτό οι Χιώτες κηπουροί είναι περιζήτητοι σε όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα σε όσους

έχουν κήπους αναψυχής.*

Μοιράστηκα το ψωμί του φτωχού ανθρώπου, που το βρήκα πιο γλυκό από οποιοδήποτε άλλο στη χώρα. Ήταν φτιαγμένο από αγνό σιτάλευρο ανάμικτο με σίκαλη. Όμως δεν τόλμησα να δοκιμάσω

τη σούπα με το σκόρδο, κι ας με πίεζε η γυναίκα

του – που τα λεπτά χέρια και χαρακτηριστικά της

με διαβεβαίωναν πως είχε ζήσει παλιότερα σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις από τις παρούσες. Μετά

περπάτησα στον κήπο τους και έμαθα πως δεν ανήκε σ’ αυτούς αλλά σε έναν Αθηναίο. Παρατήρησα, όμως, πως ήταν με τόσο κόπο φροντισμένος σαν να ήταν δικός τους. Ο άνθρωπος είχε μόλις διοχετεύσει στη φυτεία ένα μικρό ρυάκι για το πότισμα.

Τα πάντα μπορούν να παραχθούν εδώ, γιατί το

χώμα στην πεδιάδα της Αθήνας είναι ασυνήθιστα

πλούσιο και αρδεύεται από τον Κηφισσό, που τη

διαρρέει, και το νερό διοχετεύεται από αναρίθμη-

τα κανάλια προς κάθε κατεύθυνση. Ο φίλος μου ο * Αν κάποιον από τους αναγνώστες μου τον φέρουν τα βήματά του προς την Ελλάδα και μείνει σε σπίτι που έχει κήπο, θα του συνιστούσα ν’ αναζητήσει Χιώτη για κηπουρό.

281

κ. Μπελ με πληροφόρησε πως είχε δύο, ενίοτε και

τρεις φορές συγκομιδή πατάτας τον χρόνο.

Θα παρατηρήσω πως το χαμηλότερο μέρος της

πεδιάδας της Αθήνας, προς τη θάλασσα, προσφέρε-

ται καλύτερα για επένδυση, αλλά το θεωρώ καθήκον

μου να προειδοποιήσω όσους μετεγκατασταθούν.

Όποιος αγοράσει περιουσία εδώ, δεν πρέπει να γίνει σκλάβος της γης, γιατί αν κατοικεί εδώ Ιούλιο

και Αύγουστο, το πιο πιθανό είναι να πάθει πυρετό

κλπ., αφού το χαμηλότερο κομμάτι της πεδιάδας, όπως ήδη έχω επισημάνει, είναι ανθυγιεινό για τους

ξένους. Σε λίγα χρόνια, δεν υπάρχει αμφιβολία, θ’ αλλάξουν τα πράγματα ως προς αυτό. Πράγματι, μόλις η καλλιέργεια και η άρδευση καθαρίσουν το χώμα, τότε θα γίνει υγιεινό σαν τ’ άλλα μέρη. Μέχρι τότε όμως, καλύτερα να μένει στην πόλη, που

είναι απόλυτα υγιεινή. Ακόμα και τώρα, ωστόσο, τον χειμώνα και την άνοιξη δεν υπάρχει κίνδυνος στην πεδιάδα.

Επιπλέον, αν αυτός που εγκατασταθεί εδώ γίνει αγρότης για λογαριασμό του, χωρίς να ξέρει τη γλώσσα, σίγουρα θα τον εκμεταλλευτούν και θα τον εξαπατήσουν. Στην

πραγματικότητα, δεν πρέπει

να καλλιεργεί μόνος του τη γη, αλλά να τη μοιράσει σε κομμάτια, να χτίσει από ένα καλύβι σε κάθε

κομμάτι γης (που θα στοιχίσει δέκα ή δώδεκα λίρες

στερλίνες) και να τα νοικιάσει όλα στους Έλληνες, με χαμηλό ενοίκιο, για τον πρώτο ή δεύτερο χρόνο.

282

Ύστερα, θα μπορεί να παίρνει δεκαπέντε, δεκαέξι

και είκοσι τοις εκατό για τα λεφτά του, χωρίς καμία δυσκολία.

Έχω μεγάλη αγωνία ν’ ακολουθήσουν τη συμβουλή που τους δίνω όσοι από τους αναγνώστες μου σκέφτονται να εγκατασταθούν στη Ελλάδα, γιατί

αν την παραβλέψουν θα ζημιωθούν και θ’

κι εκτεταμένες προοπτικές για προνόμια και απολαύσεις σε όσους εγκατασταθούν.

Όπως ανέφερα και πριν, τα χαντάκια που είχαν ανοιχτεί για να τροφοδοτούν την πεδιάδα της Αθήνα, τα είχαν φράξει εντελώς στη διάρκεια του πολέμου. Αλλά τώρα τα είχαν ανοίξει (1836). Για να φανεί η διαφορά, μπορώ να αναφέρω πως περπατούσα εκεί πριν από λίγο καιρό, και όπου την ίδια εποχή πέρυσι (1835) περπατούσα σε δεκαπέντε

εκατοστά νερό, τώρα ήταν εντελώς στεγνά, κατάλ-

ληλα για καλλιέργεια. Δυο χρόνια θα είναι αρκετά, με τη βελτίωση που γίνεται, για να διορθωθεί το κακό. Μετά, η διαμονή είτε καλοκαίρι είτε χειμώνα, δεν θα είναι επικίνδυνη.*

Το σπίτι του φίλου μου του Μπελ βρίσκεται στο

* Η πεδιάδα της Αθήνας, τον καιρό του Κικέρωνα, θεωρούνταν ιδιαίτερα υγιεινή, όπως θα θυμούνται οι αρχαιομαθείς μου αναγνώστες.

283
θούν, κι αυτό ίσως τους κάνει ν’ αντιπαθήσουν μια χώρα
τόσες
απογοητευ-
που παρουσιάζει
πολλές

πιο υψηλό σημείο της πεδιάδας, σε πολύ καλά αποξηραμένο και υγιεινό σημείο. Μιλώ τώρα για το άλσος με τις ελιές που βλέπει προς τη θάλασσα, στη

μεριά της Αθήνας από το Δαφνί. Η άλλη πλευρά, κατά μήκος της νότιας-νοτιοανατολικής ακτής, είναι πολύ υγιεινή, δεν έχει όμως ελιές και είναι λιγό-

τερο γραφική και ωραία. Η γη, ωστόσο, είναι πολύ

ξηρή και η θέα της θάλασσας την καθιστά ιδιαίτερα

κατάλληλη για εξοχικά σπίτια. Αλλά σ’ αυτή την

πλευρά το έδαφος δεν θα αποδώσει όσο το χώμα

στην αντίθετη κατεύθυνση.

Στις συναλλαγές με τους Έλληνες για την αγορά γης χρειάζεται πολλή προσοχή και από άλλη άποψη. Μπορώ να φανταστώ έναν Άγγλο κερδοσκόπο, διαβάζοντας αυτό εδώ, να ετοιμάζει το μπαούλο

του για να έρθει στην Ελλάδα, και μόλις φτάσει, να διαδίδει πως θα χτίσει σπίτια και πως θέλει ν’ αγοράσει γη. Αν όμως κάνει κάτι τέτοιο, οι Έλληνες

κι οι άλλοι ξένοι στην Ελλάδα, που είναι ράτσα με

κοφτερό και γρήγορο μυαλό, θα το μυριστούν αμέσως και θα τον κάνουν να πληρώσει τουλάχιστον

διπλάσια τιμή για την αγορά. Πρέπει, αντιθέτως, να

δράσει αργά – πρώτα να διασκεδάσει στην πόλη, να επισκεφτεί τ’ αξιοθέατα και τ’ αρχαία της περιοχής, και ν’ αφήσει την είδηση της άφιξής του να ξεχαστεί εντελώς. Τότε μπορεί είτε να αναθέσει το ζήτημα σ’ έναν συμπατριώτη του, που έχει ζήσει εδώ αρκετό

διάστημα, είτε να περιμένει ώσπου ο ίδιος να μάθει

284

τη γλώσσα – κάτι που θα του πάρει τουλάχιστον

μερικούς μήνες. Στο μεταξύ, θα πρέπει να κάνει

έρευνα για την τιμή της γης (γιατί η τιμή αλλάζει)

προτού προτείνει κάτι. Οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί

που είναι παλαιοί κάτοικοι εδώ και μπορούν να του

δώσουν τις καλύτερες πληροφορίες είναι ο κ. Χιλλ, ο κ. Κινγκ, ο κ. Φίνλεϊ, και ο κ. Μπλακ. Υπάρχει κι

ένα άλλο πρόσωπο που μπορεί να δώσει πληροφορία ανεπίσημη, αλλά δεν κινείται στον ίδιο κύκλο.

Λέγεται Τζορτζ Γουίλσον [George Wilson]. Ήταν πυροβολητής και λοστρόμος σ’ ένα ελληνικό πολεμικό μπρίκι που κυβερνούσε ο Πλοίαρχος Τόμας, και τώρα φροντίζει το νεκροταφείο των προτεσταντών. Είναι παντρεμένος με μια όμορφη Ελληνίδα κι έχει οικογένεια. Είναι μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια για τις ελληνικές υποθέσεις, και όλες οι πληροφορίες

του είναι χρήσιμες. Η γη που έχει αγοράσει και λίγα

χωράφια ελιές που πήρε από τη γυναίκα του τον έχουν κάνει ειδικό σ’ αυτά τα θέματα. Επίσης, είναι

άνθρωπος εμπιστοσύνης των Άγγλων και χαίρεται πάντα να προσφέρει υπηρεσίες.

Θα διηγηθώ ένα ανέκδοτο που σχετίζεται μ’ αυ-

τόν. Τον Δεκέμβριο του 1826, είχα πάρει διαταγή

από τον Λόρδο Κόχραν να μαζέψω ναυτικούς στη

Μασσαλία για το γαλλικό μπρίκι που θα έφερνε

την Εξοχότητά του στην Ελλάδα. Καθώς το πλοίο προοριζόταν για πολεμικό μόλις θα έφθανε στην

Ελλάδα, διατάχθηκα να πάρω άνδρες απ’ όλα τα

285

έθνη, και να φορτώσω κι αρκετούς άλλους σαν επιβάτες. Έτσι λοιπόν, ανεξάρτητα από το πλήρωμα, πήρα κάπου εβδομήντα Άγγλους, Αμερικανούς, Γερμανούς κλπ. Τους έδωσα μια πριμοδότηση δέκα

τάληρα και τους συντηρούσα ώσπου να ετοιμαστεί

το πλοίο να φύγει. Ένας από τους άνδρες που είχα προσλάβει ερχόταν κάθε πρωί στην καμπίνα μου, προσπαθώντας να μου γίνει αρεστός, μιλώντας υπερβολικά και λέγοντας διάφορες ιστορίες – παράλληλα (καθώς έμαθα αργότερα) προσπαθούσε να ξεσηκώσει ανταρσία μεταξύ των ανδρών και να τους κάνει να εγκαταλείψουν παίρνοντας μαζί την πριμοδότηση. Έμαθα γι’ αυτή την απάτη από τον Τζορτζ Γουίλσον, που ο άλλος προσπάθησε κι αυτόν να τον ξεσηκώσει. Αφού βεβαιώθηκα πως ήταν αλήθεια, πήγα στην αστυνομία και ρώτησα αν δικαιούμουν

είτε την υπηρεσία αυτών των ανδρών είτε την επιστροφή των χρημάτων μου, και μου απάντησαν καταφατικά.

Μετά ζήτησα από έναν χωροφύλακα να έρθει

στο κατάλυμά μου το άλλο πρωί και να κρυφτεί

πίσω από τις κουρτίνες για να παρακολουθήσει τη

συζήτηση με τον προδότη· κανονίστηκε να είναι

κι ο Τζορτζ Γουίλσον κρυμμένος. Το άλλο πρωί, όπως συνήθως, ο στασιαστής έφθασε και τον άφη-

σα να μιλάει για πέντε λεπτά, ως συνήθως, πολύ

κολακευτικά. Μετά διέταξα τον Τζορτζ Γουίλσον

286

να παρουσιαστεί και τον κατηγόρησε για την απά-

τη που μου είχε αποκαλύψει. Ο μικροαπατεώνας (ήταν και μικρόσωμος) μπερδεύτηκε τόσο με την

ξαφνική εμφάνιση του Γουίλσον, που τα ομολόγησε όλα. Μετά, ζήτησα από τον χωροφύλακα να

εμφανιστεί και να τον συλλάβει, αφού είχε πάρει

τα χρήματα με απάτη. Ο χωροφύλακας ήταν πελώριος άνθρωπος, στα χέρια του ο άλλος φαινόταν σαν έντομο πιασμένο στα νύχια ενός πελώριου

αρπακτικού πτηνού. Μετά έπεσε στα γόνατα και

μου ζητούσε συγχώρεση, κι αφού τον τρόμαξα λίγο

και τον έβαλα να υποσχεθεί (απειλώντας τον με

επιπλέον ποινή) ότι θα εγκαταλείψει τη Μασσαλία

αμέσως, τον άφησα να το σκάσει. Από τότε είχα

καλή ιδέα για τον Γουίλσον, και η διαγωγή του στον πόλεμο την ενίσχυσε.

Ο φουκαράς συντηρεί τώρα τον εαυτό του και

την οικογένειά του φροντίζοντας το νεκροταφείο και εξυπηρετώντας τους Άγγλους νεοαφιχθέντες

– στους οποίους μπορεί να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες.

287

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX

Περιγραφή της κατώτερης τάξης των Ελλήνων – Γιορτινές μέρες – Οι γυναίκες – Οι χοροί – Πρόωροι γάμοι

– Αγρότες πλούσιοι – Κηδείες – Περιγραφή της ανώτερης τάξης – Οι διπλωματικοί ακόλουθοι – Η επιρροή

των γυναικών στην κοινωνία – Ο τρόπος με τον οποίο οι

γυναίκες σημείωσαν πρόοδο

Από το 1822, έχω πάει σε Αμερική, Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία και δεν έχω συναντήσει πουθενά λαό πιο έξυπνο και οξύνου απ’ την κατώτερη τάξη του ελληνικού έθνους. Στην πραγματικότητα, διατηρούν

πώς να κάνουν κάτι, κι αυτοί ξεπερνούν τους δασκάλους τους. Στις

συνήθειές τους είναι πολύ ευρηματικοί και φειδωλοί.

Αυτή η φειδώ οφείλεται ίσως στη μακροχρόνια ταλαιπωρία λόγω της επανάστασης, που έφερε πολλές οικογένειες από τη χλιδή στην πλήρη ένδεια. Γιατί ακόμα θυμούνται τις παλιότερες δυστυχίες τους, και τώρα που έχει βελτιωθεί η κατάστασή τους, εύχονται ν’ αποτρέψουν μια πιθανή υποτροπή από μια απρόβλεπτη επανάσταση στο κράτος.

Συχνά χαιρόμουν πολύ την κουβέντα με τους

289
τέλεια όλη εκείνη την ισχυρή
ικανότητα για την οποία φημίζονται οι πρόγονοί
δείξεις
διανοητική
τους. Αρκεί να τους

Έλληνες χωρικούς. Η γνώση της χώρας τους και

η πείρα που απέκτησαν απ’ την πρόσφατη επανάσταση κάνει τη συζήτηση μαζί τους προνομια-

κά ευχάριστη και εποικοδομητική. Ζουν με λίγα ή

ελάχιστα – ελιές με ψωμί και νερό είναι το φαγητό

τους τις μέρες της νηστείας, που μέσα στον χρόνο

είναι κατά μέσον όρο τέσσερις μέρες την εβδομάδα.

Τις γιορτινές μέρες, που είναι επίσης αρκετές, δεν εργάζονται αλλά περνούν την ώρα τους κάνοντας

επισκέψεις· εκεί συνήθως, ακόμα κι οι φτωχοί, προσφέρουν στον επισκέπτη γλυκό κυδώνι κλπ. Μπαίνει η οικοδέσποινα μ’ έναν διακοσμημένο δίσκο όπου έχουν τοποθετηθεί δύο βάζα κυδώνι και πορτοκάλι μαρμελάδα, με κουταλάκια και νεροπότηρα. Εκείνη προσφέρει τα γλυκά και στέκεται μπροστά σου ώσπου να πάρεις μια κουτάλια και να πιεις μια γουλιά νερό· μετά υποκλίνεται, λέει εις την υγειάν σας

κι εσύ απαντάς με σκύψιμο του κεφαλιού.

Οι γυναίκες είναι συνήθως όμορφες – ιδίως στα

χαμηλότερα στρώματα· και πολύ υπάκουες σε χαρακτήρα. Παρατήρησα πως όσες έχουν γεννηθεί

στην Αθήνα δεν είναι τόσο όμορφες όσο εκείνες στα

νησιά και τη Λειβαδιά. Όμως επειδή η Αθήνα είναι

η πρωτεύουσα, εκεί συναντά κανείς ανθρώπους από

παντού. Τις γιορτινές μέρες αυξάνονται τα όμορ-

φα πρόσωπα σε αριθμό, κι η ομορφιά τονίζεται από

την καθαριότητά τους, που δεν επικρατεί αλλού. Οι

γυναίκες της χαμηλής τάξης έχουν εντελώς αρχαιοελ-

290

ληνική σφραγίδα, το μέτωπο ευθυγραμμισμένο με

τη μύτη, κι εκτός αυτού έχουν γαλάζια μάτια και σκούρες βλεφαρίδες. Αυτή η παρατήρηση ισχύει κυ-

ρίως για τη φυλή των Ψαριανών, απ’ όπου πιθανόν

συνάγεται πως αυτοί είναι οι πραγματικοί απόγονοι

των αρχαίων Ελλήνων.

Η ελληνική αγροτιά είναι πολύ προληπτική, πιστεύουν σε καλές και κακές ώρες. Όταν ταξιδεύεις

στην ύπαιθρο, άμα συναντήσεις έναν χωρικό, σου λέει πάντα ώρα καλή σας και περιμένει να του ευχηθείς κι εσύ το ίδιο.

Οι χοροί των αγροτών είναι πολύ άγριοι και φυσικοί, με τη διαφορά πως οι άντρες χορεύουν μόνοι τους, το ίδιο κι οι γυναίκες. Δεν πιάνει ο ένας το

χέρι του άλλου, όπως εμείς, αλλά κρατούν την άκρη ενός μαντηλιού που τους ενώνει. Έτσι σχηματίζε-

ται ένας ανοιχτός κύκλος, μπαίνει ένας κορυφαίος

και κάνουν με κάποιο τρόπο αρχαίες χειρονομίες, με

μουσική απ’ τις φωνές τους ή από λαούτο και λύρα.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις τους ανθρώπους

της υπαίθρου, με τις βαριές προβιές τους, να εκδηλώνουν όλη τη ζωντάνια που μπορείς να φανταστείς

ακούγοντας τους άγριους ήχους της μουσικής τους.

Οι Έλληνες αγρότες είναι πολύ του σπιτιού και παντρεύονται πολύ νωρίς· δεν τους ενοχλεί η μιζέρια της καλύβας τους, είναι πολύ ευχαριστημένοι με όσα έχουν.

Επισκέφτηκα συχνά σπίτια φτωχών – αν έχεις

291

δει ένα, τα έχεις δει όλα. Αν είναι χτισμένα σε μέρος όπου υπάρχουν πέτρες, οι τοίχοι του σπιτιού

είναι από πέτρες, στερεωμένες με λάσπη σε πάχος

τριάντα εκατοστών. Αν δεν υπάρχουν πέτρες, τις

αντικαθιστούν με λάσπη ανακατεμένη με άχυρο, για

να κρατάει· τη λάσπη την αφήνουν να ξεραθεί στον

ήλιο. Πριν γίνει η λάσπη τοίχος, χτίζουν έναν σκελετό από ξύλο· συχνά βλέπει κανείς έναν σκελετό

σπιτιού, με μια κεραμιδοσκεπή, και σε λίγες ημέρες

όλη η οικογένεια καταγίνεται να κουβαλάει πέτρες, ν’ ανακατεύει κονίαμα

πολύ φτωχικό. Υπάρχουν δύο χώροι, καθένας κάπου τριάμισι επί τριάμισι μέτρα.

Η πόρτα του σπιτιού είναι συνήθως στη μέση, κι

υπάρχει ένα δωμάτιο δεξιά κι ένα αριστερά.

Ο χώρος του ύπνου είναι συνήθως υπερυψωμέ-

νος κατά ένα μέτρο από το έδαφος, σε μια επίπεδη

επιφάνεια, κι αποκάτω φυλάγονται οι προμήθειες

της οικογένειας – κρεμμύδια, σκόρδα, ψωμί, ρύζι, χαβιάρι κλπ.

Αν ο χωρικός έχει λίγα χρήματα, θ’ ανυψωθεί και

η άλλη πλευρά και θα γίνει δωμάτιο υποδοχής για τους φίλους του. Σε καθεμιά απ’ αυτές τις ανυψωμένες επιφάνειες υπάρχουν πάντα σκαλιά. Κάποια σπίτια είναι ασβεστωμένα εσωτερικά, άλλα όχι, όμως το ασβέστωμα είναι πάντα πολυτέλεια, και το

292
από λάσπη για τσιμέντωμα
να γεμίζει τα κενά του σκελετού. Το εσωτερικό του σπιτιού θα φαινόταν σ’ έναν Άγγλο ταξιδιώτη
και

βάψιμο είναι κάτι το άγνωστο. Δεν έχουν παράθυρα

με τζάμι, γιατί το ωραίο κλίμα της Αθήνας, εννέα

μήνες τον χρόνο, τους κάνει να έχουν τα παράθυρα

ανοιχτά. Στους τοίχους έχουν εικόνες των προστα-

τών αγίων της οικογένειας, που μερικές φορές τις

φιλούν – γιατί οι Έλληνες είναι πολύ πιστοί.

Τα ρούχα τους τα φυλάνε σε ξύλινες κασέλες, που εύκολα τις μετακινούν, κι όταν είναι κλειστές

τις χρησιμοποιούν για καθίσματα. Τα κατσαρολικά συνήθως τα βάζουν σ’ ένα μεγάλο ράφι, δυο μέτρα από το έδαφος, σε μια γωνιά του δωματίου.

Τα περισσότερα σπίτια έχουν καμινάδες, ανοιχτές

αποκάτω σε όλες τις πλευρές, και για σχάρα έχουν

μεγάλες πέτρες, πάνω στις οποίες ακουμπούν τα κατσαρόλια τους.

Παρότι αυτό το σπίτι μπορεί να μη φαίνεται σ’

εμάς και τόσο βολικό όσο τα ωραία, περιποιημένα

αγγλικά σπίτια, ωστόσο οι ένοικοι μιας ελληνικής

καλύβας είναι συνήθως μια ευτυχισμένη ομάδα αν-

θρώπων. Είναι προστατευμένοι από τη ζέστη και το

κρύο, τα δύο βασικά ζητούμενα, έχουν βαμβακερά

στρώματα για να ξαπλώνουν, τρώνε καλό ψωμί για

κάπου μία πένα το κιλό, και τα υπόλοιπα φαγητά

τους είναι γενικά χορταρικά, που τα κάνουν σούπα, τέσσερις μέρες την εβδομάδα. Μαζί με το ψωμί τους

τρώνε ελιές. Κρέας δεν έχουν πάνω από μία ή δύο

φορές την εβδομάδα.

Έτσι έχουν μάθει από τους προγόνους τους, και

293

είναι ικανοποιημένοι. Η ευτυχία είναι ένα συναίσθημα σχετικό. Όπου όλες οι τάξεις είναι στην ίδια κατάσταση κι έχουν τα αναγκαία για την επιβίωση, δεν υπάρχει ζήλια και δυστυχία.

Σ’ εμάς στην Αγγλία, ένα είδος αριστοκρατικής αίσθησης διαποτίζει κάθε τάξη της κοινωνίας, ακόμα και την κατώτερη. Είναι σύμφυτη μ’ εμάς

και διαθέτει μια απέραντη ποικιλία αποχρώσεων

και διαβαθμίσεων. Κάθε άτομο επιθυμεί να φαίνε-

ται καλύτερο από τους ομοίους της τάξης του και

ίσος με τους ανωτέρους του. Το αποτέλεσμα είναι

μπόλικη επίδειξη και φαινομενικές «ανέσεις», όμως

αμφιβάλλω αν έχουμε περισσότερες στην πράξη απ’ όσες έχουν άλλοι στα λόγια.

Συγκριτικά μιλώντας, οι Έλληνες αγρότες είναι πλούσιοι – προϋπόθεση που, τις περισσότερες

φορές, κάνει ευτυχισμένο τον γάμο. Λέω πλούσιοι, γιατί ακόμα και στην ενδοχώρα, ένας αγρότης μπορεί να κερδίσει μία δραχμή την ημέρα, και μ’ αυτή

θα αγοράσει μια οκά ψωμί (ένα κιλό και τριακόσια

γραμμάρια) που θα του στοιχίσει είκοσι τέσσερα λεπτά, μετά θ’ αγοράσει ελιές με πέντε λεπτά, θα κά-

νει και μια σούπα δίνοντας πέντε λεπτά για φασόλια

και σκόρδο· έτσι, τα έξοδα της ημέρας του θα είναι τριάντα τέσσερα λεπτά, ενώ η δραχμή έχει εκατό

λεπτά. Επομένως, θα βάλει κατά μέρος τα δύο τρίτα του ημερήσιου εισοδήματός του, δηλαδή περίπου

πέντε πένες. Κι αν σκεφθείς το μεγάλο βάρος του

294

ενοικίου που έχουμε εμείς, εκείνος δεν πληρώνει τίποτα, αφού σχεδόν όλοι έχουν δικό τους σπίτι.

Επαναλβάνω λοιπόν πως ένας Έλληνας αγρό-

της είναι ένας σχετικά πλούσιος άνθρωπος, γιατί

στο τέλος του χρόνου θα έχει πέντε λίρες στην τσέπη, ή μάλλον θαμμένες στο χώμα, γιατί συνηθίζεται

σήμερα στην Ελλάδα να θάβουν τα λεφτά τους. Το ποσό αυξάνεται συνέχεια, και μόλις γίνει είκοσι ή

τριάντα λίρες, φυτεύει ένα στρέμμα αμπέλι, που θα του αποδώσει τριάντα τοις εκατό.

Με την ευκολία αυτή να κάνει λεφτά, ένας Έλληνας χωρικός παντρεύεται νωρίς, γιατί στιγματίζεται άμα μείνει ανύπαντρος.

Η Κυριακή είναι η μέρα για τους γάμους. Συνήθως περνούσα δύο ή τρεις ώρες από τον χρόνο μου κάθε διαδοχική Κυριακή παρακαλουθώντας την τελετή που έχω ήδη περιγράψει. Η ελληνική θρησκεία

δεν επιτρέπει στους πιστούς της να παντρευτούν

πάνω από τρεις φορές, τουλάχιστον ο ιερέας δεν θα

κάνει την τελετή. Όμως δεν υπάρχει κανόνας χω-

ρίς εξαίρεση. Ένας Έλληνας οπλαρχηγός που είχε παντρευτεί τρεις φορές κι είχε την ατυχία να θάψει

και τις τρεις γυναίκες του, ήταν τόσο του σπιτιού

που ήθελε να κάνει και τέταρτο γάμο. Συνεπώς, ερωτεύτηκε μια νέα γυναίκα κι επειδή ήξερε πως

θα ήταν δύσκολο να βρει Έλληνα παπά να τον παντρέψει, πήγε στα σύνορα, όπου βρήκε κάποιον που

δέχθηκε να κάνει την τελετή έναντι «αντιτίμου».

295

Στο τέλος, ο οπλαρχηγός έδωσε στον ιερέα ένα

καλό άλογο και το ποσό που είχαν συμφωνήσει, με

το οποίο πέρασε στις τουρκικές περιοχές και τώρα

κατοικεί εκεί, μακριά από την οργή των εκκλησια-

στικών αρχών της Ελλάδας.

Οι κηδείες της κατώτερης τάξης γίνονται με μια

μικρή τελετή: Ένας παπάς προηγείται του νεκρού

κρατώντας ένα μικρό αντικείμενο που καίει λιβάνι.

Αν ο νεκρός είναι παιδί, το φέρετρο το μεταφέρει

ένας συγγενής στον ώμο, αν όμως είναι ενήλικος, τον μεταφέρουν σε φορείο, που το σηκώνουν τέσσε-

ρις. Ο ιερέας που κάνει την τελετή πληρώνεται μία

δραχμή για τον κόπο του. Το ελληνικό νεκροταφείο

της Αθήνας είναι περίπου ενάμισι χιλιόμετρο έξω

από την πόλη.

Αφού έδωσα μια σύντομη περιγραφή για τις

κατώτερες τάξεις, θα ρίξω και μια γενική ματιά

στις υψηλότερες – οι οποίες, ωστόσο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συνίστανται από ανθρώπους που κάποτε

ανήκαν σε χαμηλές τάξεις αλλά μέσα από τα γεγονότα της επανάστασης ανήλθαν, χάρη στο ταλέντο, την αξία ή τις αρετές τους, ξεπερνώντας τους συμπατριώτες τους. Υπάρχουν όμως και αρκετοί Φαναριώτες, που είναι Έλληνες. Λέγονται έτσι γιατί

έχουν γεννηθεί στο Φανάρι, μια περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Υπάρχουν επίσης Έλληνες από τα Ιόνια νησιά που κατέχουν υψηλές θέσεις.

Ο ξένος που θα επισκεφθεί την Αθήνα θα εκπλα-

296

γεί από την ικανότητα των ανώτερων κοινωνικά

Ελλήνων στην εκμάθηση της κοσμιότητας και της εθιμοτυπίας της κοινωνικής ζωής, που είναι τόσο

καθοριστικά στα πολιτισμένα κράτη. Όλοι τους χορεύουν καλά, ιδιαίτερα οι κυρίες, που είναι εξαιρετικές στο βαλς – το έχουν διδαχθεί από έναν Ιταλό

χοροδιδάσκαλο, που πρόσφερε πολλά σ’ αυτόν τον τομέα στο ελληνικό έθνος. Η αμοιβή του είναι αρκετά χαμηλή – μισή δραχμή το μάθημα. Η φτηνή τιμή

έφερε αποτέλεσμα: σχεδόν όλη η καλή κοινωνία των

Ελλήνων πήρε μαθήματα απ’ αυτόν τον Ιταλό Βεστρί [διάσημος Γάλλος χορευτής, Auguste Vestris].

Κάποιοι από την υψηλή τάξη έχουν αποκτήσει

μόρφωση χάρη στην προστασία του Λόρδου Γκίλφορντ [Guildford] στην Κέρκυρα, κάποιοι λίγοι, υπό

την ίδια αιγίδα, στην Αγγλία. Άλλοι έχουν σπουδά-

σει στην Ιταλία. Όμως λίγοι, ακόμα κι απ’ αυτούς,

είναι περισπούδαστοι γνώστες των επιστημών της Ευρώπης. Αλλά καλύπτουν αυτήν την ανεπάρκεια

χάρη σ’ ένα φυσικό ενστικτώδες ταλέντο και την

ικανότητα να διακρίνουν το σωστό από το λάθος.

Θα χρειαζόταν ένας πολύ ευφυής δικός μας δικηγό-

ρος για να αντιπαρατεθεί με επιχειρήματα σε έναν

έξυπνο Έλληνα. Εγώ προσωπικά είμαι πεπεισμένος

πως μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια η Ελλάδα θα

παράγει πολιτικούς και δικηγόρους τόσο εμβριθείς

στη συλλογιστική τους ικανότητα, όπως αυτοί που

υπάρχουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ένας νεαρός

297

Έλληνας δεν στερείται αυτοπεποίθησης· σε περί-

πτωση που ζητηθεί αυθόρμητα από κάποιον νεαρό

επιτετραμμένο των ελληνικών υπουργείων να ανα-

λάβει τη θέση του πρωθυπουργού, πολύ αμφιβάλλω

αν θα σκεφτεί για μία έστω στιγμή να αρνηθεί για

λόγους ανικανότητος και απειρίας.

Από τους νέους υπαλλήλους του κράτους ξεχωρίζουν ο Μιαούλης, ο Κολοκοτρώνης, ο Σούτσος, ο Ρίζος, ο Σωτηριάδης και ο Φωκίων Ρωκ [Roque]. Ο

τελευταίος είναι ιδιαίτερα ευχάριστος άνθρωπος και χαίρεται να βοηθάει οποιονδήποτε ξένο. Επειδή βρισκόμουν εδώ την εποχή της Επανάστασης και είχα γνωρίσει την υποβάθμιση των γυναικών εκείνη την περίοδο, χάρηκα εξαιρετικά που, μετά από πέντε μόνο χρόνια απουσίας, βρήκα την κατάστασή τους τόσο εμφανώς καλύτερη. Η κυβέρνηση παρατήρησε πως η βελτίωση της κατάστασης

των γυναικών θα επιδρούσε έξοχα στον εκπολιτισμό

της χώρας, οπότε και έδρασε κατάλληλα: πουθενά

αλλού δεν έχω δει να εφαρμόζεται τόσο κατηγορη-

ματικά όσο στην Ελλάδα το αξίωμα πως ο πολιτισμός μιας χώρας κρίνεται από τη θέση που κρατούν

οι γυναίκες στην κοινωνία της.

Αν οι γυναίκες παραμένουν σε υποβαθμισμένη

θέση και οι απόψεις τους δεν επηρεάζουν την κοινωνία, οι ιδέες των ανδρών γίνονται παράνομες και παράτολμες. Την πρώτη φορά που έφθασα στην

Ελλάδα, στη διάρκεια της Επανάστασης, οι γυναί-

298

κες ήταν αφανείς· τους φέρονταν σαν να ανήκαν

σε κατώτερη ράτσα· πολλά περίεργα ανέκδοτα θα μπορούσαν να ειπωθούν, σε σχέση με κάποιες από

τις υψηλότερες ελληνικές οικογένειες, στην αρχή της Επανάστασης. Όμως θα αποφύγω αυτή την άχαρη και άχρηστη δουλειά. Θα αρκεστώ να πω ότι προκειμένου να βοηθήσει στην εν λόγω επανόρθωση, αμέσως μετά την άφιξη του Βασιλέα στην Ελλάδα, η Κόμισσα του Άρμανσπεργκ, σύζυγος του Καγκελαρίου, δεχόταν επίσκεψη από κυρίες δύο φορές

την εβδομάδα. Όπως μπορεί να υποτεθεί, αρχικά οι

κυρίες ένιωθαν αμήχανα, όμως με την ευγένεια και την επιμονή της Κόμισσας και των τριών χαριτωμένων θυγατέρων της, ενθαρρύνονταν να έρχονται

ξανά και ξανά. Όταν στη συνέχεια ένιωσαν άνετα

και απόκτησαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, σύντομα μιμήθηκαν επάξια τις χαριτωμένες τους οικοδέσποινες.

Οι αναγνώστες μου θα μου τονίσουν πιθανόν

πως τέτοια διαρκής κοινωνικότητα πρέπει να ήταν επιζήμια για ένα φτωχό κράτος, εφόσον θα συνεπαγόταν έξοδα που οι Έλληνες δεν μπορούσαν να κάνουν, μετά από τις ζημιές που είχαν υποστεί στην Επανάσταση. Όμως όχι. Η Κόμισσα του Άρμανσπεργκ και η οικογένειά της έδωσαν το καλό παράδειγμα φορώντας απλά βαμβακερά ρούχα. Και δεν έδιναν σημασία αν τα φορέματα των Ελληνίδων είχαν φορεθεί σε έναν ή περισσότερους χορούς. Επι-

299

πλέον, δεν απαιτούνταν άμαξες· ο καλός καιρός και

οι κακοί δρόμοι απάλλασσαν από αυτή την πολυτέλεια. Και σίγουρα η εμφάνιση των ωραίων επισκε-

πτριών δεν θίχτηκε από τη ρύθμιση αυτή.

Το τελικό και ευτυχές αποτέλεσμα ήταν πως

τώρα οι Ελληνίδες των καλύτερων τάξεων είναι

ισότιμες σε γενική καλλιέργεια (σε τρόπους και

συμπεριφορά τουλάχιστον) με τον μέσο όρο των

ευρωπαϊκών κρατών, σε όλους τους κοινωνικούς

κύκλους αυτών των κρατών, εκτός από τους ανώτατους και τους πλέον εξευγενισμένους.

301

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX

Η θεμελίωση των νέων Ανακτόρων – Τα πλεονεκτήματα

ενός τέτοιου κτιρίου – Τελετή – Περιγραφή της τοποθεσίας

– Χορός στα Ανάκτορα – Ο χαρακτήρας των Ελληνίδων

– Νέα γνωριμία

Λίγο μετά την άφιξη του Βασιλέα της Βαυαρίας, αποφασίσθηκε πως έπρεπε να χτιστούν Ανάκτορα

στην Αθήνα ως κατοικία του νέου μονάρχη. Ανεξάρτητα από το αν είχε η Μεγαλειότης του ανάγκη

για ανέσεις, υπήρχε ο σχεδιασμός και η πρόθεση να αποδειχθεί στους Έλληνες η αποφασιστικότητα του Βασιλέα να κάνει την Αθήνα έδρα της Αυλής, για-

τί είχε κυκλοφορήσει μια φήμη πως η Μεγαλειότης

του, για περισσότερη ασφάλεια, θα επέστρεφε στο οχυρωμένο Ναύπλιο.

Η επέτειος των Αποβατηρίων του Βασιλέα

στην Ελλάδα, στις 6 Φεβρουαρίου, ορίσθηκε για

να μπει ο θεμέλιος λίθος των νέων Ανακτόρων,

και με την ευκαιρία έγινε μια μεγάλη τελετή. Ει-

κοσιένας κανονιοβολισμοί ήχησαν το προηγούμενο

βράδυ, και το άλλο πρωί οι δύο Βασιλείς πήγαν

στο καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης και μετά

προχώρησαν σε πομπή (με τους υπουργούς και

303

τους κύριους αξιωματούχους του βασιλείου) στο

σημείο όπου θα χτίζονταν τα Ανάκτορα.

Οι ξένοι πρέσβεις και οι κυρίες τους είχαν πάρει

θέση από πριν στην πρώτη σειρά ενός μικρού αμφιθεάτρου που είχε στηθεί για να τη στέγαση των θεατών. Ήταν αρκετά μεγάλο για να χωράει δύο

χιλιάδες ανθρώπους και η κυβέρνηση είχε εκδώσει

ανάλογα εισιτήρια για τόσα καθίσματα. Όμως δεν

μπορούσαν να τακτοποιηθούν όλοι, γιατί ήταν εκεί

δέκα χιλιάδες Έλληνες για να παρακολουθήσουν το

θέαμα της έναρξης ανέγερσης ενός οικοδομήματος

που επρόκειτο να είναι η μελλοντική κατοικία των Ελλήνων μοναρχών.

Μόλις οι δύο Βασιλείς τοποθέτησαν τον θεμέλιο

λίθο, με λίγα κέρματα του βασιλείου από κάτω, το πυροβολικό ανήγγειλε το γεγονός, ενώ ο Βασιλέας

της Βαυαρίας αγκάλιαζε τον γιο του και του ευχόταν υγεία και ευημερία στη νέα του κατοικία, που θα κτιζόταν για εκείνον. Οι Μεγαλειότητές τους κα-

τόπιν επέστρεψαν στο παλάτι, ενώ προηγούνταν η

ίδια πομπή που ήταν μαζί και κατά την άφιξή τους.

Πολλοί θα θεωρήσουν πως τα νέα Ανάκτορα

είναι μεγάλη δαπάνη για ένα κράτος σαν την Ελλάδα, που ούτε τα χρειαζόταν ούτε και τα άντεχε οικονομικά, όμως η απάντηση σ’ αυτό είναι πως

ποτέ δεν υπήρξε καλύτερη επένδυση. Αν υποθέσουμε πως θα κόστιζε 200.000 λίρες, όσο μεγάλο κι αν είναι το ποσό, δεν είναι τίποτα συγκρινόμενο με το

304

πλεονέκτημα, σε βάθος χρόνου και διάρκεια, που θα

φέρει ένα τέτοιο βήμα στην Ελλάδα –ιδιαίτερα στην

Αθήνα, γιατί αμέσως θα τη σφραγίσει σαν έδρα

της κυβέρνησης και της μοναρχικής ισχύος, και θα

δώσει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην τοποθεσία, που υπολογίζεται πως θα ελκύσει τον πλούτο και

την περιέργεια του πολιτισμένου κόσμου. Δεν είναι

καθόλου υπερβολή να πούμε πως για τα επόμενα

δέκα χρόνια η Ελλάδα θα υποστηρίζεται από ξένους

που θα θέλουν να δουν τις αρχαιότητες. Πολλοί απ’

αυτούς θα ενδιαφερθούν να φτιάξουν την κατοικία

τους στην Αθήνα, όταν δουν ότι η πόλη είναι τελείως

διαφορετική απ’ ό,τι περίμεναν έχοντας ακούσει τις ταξιδιωτικές περιγραφές πριν από δέκα ή ακόμα και πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια. Είναι τόσο διαφορετική σε κάθε της λεπτομέρεια: σε ομορφιά, άνεση, εξυπηρέτηση, κοινωνική ζωή, μόρφωση, και σε ό,τι ζητά όποιος επισκέπτεται έναν ξένο τόπο.

Το σημείο που διάλεξαν για τα νέα Ανάκτορα

βλέπει νοτιοδυτικά την πεδιάδα της Αθήνας, σκεπασμένη με μυριάδες ελαιόδεντρα. Στρέφοντας νότια, όπου είναι η πρόσοψη, βλέπεις τον Πειραιά και

το Φάληρο. Νοτιοανατολικά, σου παρουσιάζονται

η πόλη και η Ακρόπολη. Κοιτώντας ανατολικά, το

μάτι σου πέφτει στον Ναό του Διός και στα νησιά του Αιγαίου· ανατολικότερα, ο Υμηττός είναι η

θέα από την πίσω μεριά του παλατιού. Το υπόλοιπο μέρος, προς τα βόρεια, αγκαλιάζει τον Άγχεσμο

305

[Λυκαβηττός; Στρέφη; Τουρκοβούνια;], μέρος της

Πεντέλης και της Πάρνηθας. Τα Ανάκτορα βρίσκονται σ’ ένα μικρό ύψωμα, τετρακόσια μέτρα από την

πόλη. Το σχέδιο του κτιρίου έχει μεγάλη έκταση: η

πρόσοψη είναι περίπου ενενήντα μέτρα, και το βάθος ογδόντα πέντε. Έχει πίσω αυλή. Η οδός Ερμού, που προανέφερα, η οποία διασχίζει την πόλη, οδηγεί στο κέντρο των Ανακτόρων.

Είναι μεγάλο προνόμιο το ότι ζητήθηκε το γούστο του Βασιλέα της Βαυαρίας για το σχέδιο. Το παλάτι της Μεγαλειότητάς του στο Μόναχο είναι

εντελώς αρχαιοπρεπές, εξωτερικά και εσωτερικά.

Τον καιρό που έφευγα από την Ελλάδα, τον περασμένο Αύγουστο, οι τοίχοι του παλατιού ήταν πάνω

από το ύψος του εδάφους, και λογάριαζα πως μέσα

σ’ ένα δωδεκάμηνο θα έβαζαν τη σκεπή.

Για να γιορτάσουν αυτό το σημαντικό και ενδιαφέρον γεγονός (γιατί δεν μπορώ να μην αποκαλέσω

έτσι το γεγονός πως ένα μεγάλο παλάτι χτιζόταν

για έναν βασιλιά της σύγχρονης Ελλάδας), ο μονάρχης οργάνωσε έναν χορό. Ήταν ο πρώτος βασιλικός χορός που γινόταν στην κλασική πόλη της

Αθήνας, και σαν τέτοιος αξίζει μια σύντομη αναφορά. Οι προσκλήσεις ήταν για τις οκτώμισι. Πριν τις εννέα, πεντακόσιοι άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί

στην οκταγωνική αίθουσα, που το μέγεθός της μπορεί να γίνει αντιληπτό από το γεγονός πως αυτός ο αριθμός ατόμων δεν ήταν καθόλου άβολα εκεί μέσα.

306

Λίγο μετά τις εννέα, οι δύο Βασιλείς μπήκαν στην

αίθουσα, ενώ προπορεύονταν οι υπάλληλοι του βασιλικού οίκου χτυπώντας το δάπεδο μ’ ένα ραβδί. Οι

Μεγαλειότητές τους προχώρησαν προς το δωμάτιο

όπου βρίσκονταν η Κόμισσα του Άρμανσπεργκ και οι ξένοι πρέσβεις. Όταν κάθισαν σε δύο πολυθρόνες, τους πρόσφεραν καφέ και τσάι, μετά οι υπηρέτες πρόσφεραν αναψυκτικά στους υπόλοιπους της συντροφιάς. Αυτό πήρε κάπου μισή ώρα. Η στρατιωτική μπάντα έπαιξε μία πολωνέζ, ο Βασιλέας της

Βαυαρίας συνόδευσε την Κόμισσα του Άρμανσ-

μπεργκ και ο Βασιλέας της Ελλάδος τη σύζυγο του

Πρέσβη της Αυστρίας. Ακολούθησαν ο Καγκελάριος και οι ξένοι πρέσβεις, καθένας συνοδευόμενος από

μια κυρία. Προχώρησαν από τη μέση της αίθουσας

και μετά περιμετρικά, με τις Μεγαλειότητές τους

να υποκλίνονται στους καλεσμένους. Όταν τελείωσε

αυτή η τελετή, άρχισε ο χορός, με τον νεαρό μονάρχη της Ελλάδας να βαλσάρει με την κυρία Πρόκες, σύζυγο του Αυστριακού πρέσβη.

Στα σαλόνια του Λονδίνου συνηθίζεται να σχηματίζεται ένα κύκλος στη μέση της αίθουσας και να

χορεύουν εκεί. Όμως αυτή τη φορά η διαρρύθμιση

ήταν διαφορετική: η συντροφιά ήταν συγκεντρωμένη στη μέση και οι χορευτές περιφέρονταν γύρω

τους, σε μια περίμετρο ενενήντα μέτρων περίπου.

Τις Ελληνίδες καλλονές δεν τις πείραζε αυτό, η

χάρη και η ταχύτητα με την οποία στριφογύριζαν

307

αποδείκνυαν πως η ικανότητα του Ιταλού δεν πήγε

χαλάλι. Όσο για μένα, που δεν ήμουν συνηθισμένος

να χορεύω βαλς ασταμάτητα για οχτακόσια μέτρα,

είχα τη χαρά να κάνω δύο ή τρεις στάσεις κατά το στριφογύρισμα.

Οι κυρίες σ’ αυτόν τον χορό ήταν ντυμένες μ’

έναν τρόπο που ποτέ δεν είχα ξαναδεί στην Ελλάδα: τα λαμπρότερα παρισινά φορέματα είχαν αντικαταστήσει τα βαμβακερά των προηγούμενων ετών.

Όμως πέρα απ’ αυτό, από τις Ελληνίδες μου άρεσε

περισσότερο η κυρία Μπουντούρη, κόρη του Κουντουριώτη, που για την ομορφιά της την αποκαλούσαν «Η Ωραία Υδραία».* Ήταν ντυμένη με την υδραίικη φορεσιά, μ’ ένα πράσινο μεταξωτό μαντήλι στο κεφάλι, που έκρυβε όλα της τα μαλλιά, όμως αναδείκνυε το έξοχα ωραίο και καλοσχηματισμένο μέτωπο και τους κροτάφους. Το φόρεμά της ήταν

πολύ κοντό, όπως το φορούν οι Υδραίες, και στο

στήθος είχε τυλιγμένο ένα λευκό μαντήλι, όπως οι Κουάκεροι. Υπήρχαν πολλές κυρίες από άλλα νησιά, που ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, καθώς και για το μοντέρνο τους ντύσιμο. Οι όμορφες Ψαριανές, που έχω προαναφέρει, με τις μακριές μαντήλες στο κεφάλι να κρέμονται πίσω σε πλούσιες

* Πριν από εννέα χρόνια, είδα την Ωραία Υδραία στον Πόρο, με κάτι φίλες της σ’ ένα λεμονοδάσος, έμοιαζε τότε δεκατεσσάρων κι ήταν πραγματικά χαριτωμένη.

308

πτυχές, σαν νυφικά πέπλα, έδιναν μια χάρη στο όλο σκηνικό, που δεν περιγράφεται.

Είδα πολλές κυρίες σ’ αυτόν τον χορό που δεν

είχα ξαναδεί ποτέ στην Ελλάδα. Πρέπει να ήταν τουλάχιστον διακόσιες παρούσες. Ρώτησα τον λόγο και με πληροφόρησαν πως επειδή είχε βγάλει διαταγή ο Βασιλέας, έρχονταν όλοι όσοι την είχαν λάβει, ακόμη και πολλοί που σε άλλη περίπτωση θα

είχαν μείνει στο σπίτι.

Η συγκέντρωση του κόσμου ήταν σίγουρα η μεγαλύτερη που είχα δει στην Ελλάδα. Εκτός από όλη

την αυλή, τους υπαλλήλους της και τις γυναίκες

τους, ήταν και οι αξιωματικοί από τις αγγλικές, γαλλικές, ρωσικές και αυστριακές φρεγάτες που βρίσκονταν τότε στον Πειραιά. Επειδή τα καθίσματα στο μεγάλο σαλόνι δεν ήταν αρκετά για τους

καλεσμένους, είχαν προστεθεί θέσεις και στους προθαλάμους, τρεις τον αριθμό.

Η αίθουσα με τα αναψυκτικά ήταν στα δεξιά του πρώτου προθαλάμου. Υπήρχαν σάντουιτς, γερμανικά, ελληνικά και τουρκικά γλυκά και κάθε είδους

ξένο κρασί, ακόμα και σαμπάνια, που προσφερόταν άφθονη.

Έκανα αρκετές καινούργιες γνωριμίες αυτή τη

φορά, ιδιαίτερα με κυρίες. Θα αναφέρω μόνο μία περίπτωση, που τεκμηριώνει τον ανεπιτήδευτο τρόπο κοινωνικής συναναστροφής, ακόμα και στη

βασιλική κατοικία. Καθόμουν ήσυχα, απολαμβάνο-

309

ντας το θέαμα, όταν μια κυρία που καθόταν δίπλα

μου, μου απευθύνθηκε στα ελληνικά, για κάποιο

επίκαιρο θέμα. Ενθυμούμενος πως ήμουν σε ένα

σαλόνι της Αθήνας και όχι του Λονδίνου, δεν μου

έκανε εντύπωση. Ξεκίνησα λοιπόν μια πολύ ευχάριστη συζήτηση. Η νέα μου γνωριμία ήταν εκτός

από ευχάριστη και όμορφη. Αργότερα με σύστησε

στην αδελφή της, που ήταν κι εκείνη φιλική, και στη

συνέχεια στον σύζυγό της. Επειδή μου απευθύνθηκε

με τ’ όνομά μου, ανακάλυψα πως με θυμόταν στην

Ελλάδα από τον καιρό του πολέμου και δεν έδειχνε

να αισθάνεται την παραμικρή απρέπεια που απευ-

θύνθηκε έτσι σ’ έναν άνθρωπο που δεν της τον είχαν συστήσει επισήμως.

Ο χορός κράτησε ως αργά αυτή τη φορά, και τελείωσε ως συνήθως μ’ ένα κοτιγιόν, στο οποίο πήρε μέρος και η Μεγαλειότης του, χορεύοντας με τη δεσποινίδα Λάιονς, κόρη του Βρετανού πρέσβη.

310

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΧΙ

Ένα ελληνικό γλέντι – Ένα ανέκδοτο που διασκεδάζει

τον Βασιλέα – Ελληνική αφέλεια – Ελληνικοί τίτλοι ευγενείας – Το καρναβάλι στην Αθήνα – Μάσκες – Ο Όμηρος παιγμένος από σύγχρονους Έλληνες – Μια περίεργη

συνάντηση – Ακόμα μία μεταμφίεση – Οι διασκεδάσεις

της κατώτερης τάξης στο καρναβάλι – Ο Βάκχος στη

Νάξο – Χαρακτήρας και διάθεση των κατώτερων τάξεων

– Παραμυθάδες – Τέλος του καρναβαλιού – Σαρακοστή

Το καρναβάλι τέλειωνε τώρα, και τις τελευταίες

μέρες του οι Έλληνες ψυχαγωγούσαν τους φίλους

τους. Ο Δρ Κλάδος, ο γιατρός της πόλης (αδελφός

μιας από τις πιο όμορφες Ελληνίδες της Αθήνας)

με επισκέφθηκε για να με πάρει σε μια δεξίωση

που έδινε κάποιος κ. Γεώργιος Τζαβάδιος [Javadios]. Όταν φτάσαμε εκεί, με παρουσίασε στις ανιψιές του, τις τρεις δεσποινίδες Μπενζάλη [Benzali], που πρωτοστατούσαν. Η πιο μεγάλη μιλούσε πολύ

και ήταν διασκεδαστική. Ακολουθούσα πάντα τον κανόνα, όταν συναντούσα συντροφιά Ελλήνων να

απευθύνομαι στις κυρίες – γιατί είναι πάντα πολύ

πιο εύκολο για έναν αρχάριο στη γλώσσα να καταλάβει τις γυναίκες παρά τους άνδρες. Η φωνή είναι

συγκριτικά πιο καθαρή και η προφορά ευδιάκριτη.

311

Αυτή τη φορά, η δεσποινίς Μπενζάλη μού έκανε την

τιμή να συνομιλήσει αρκετά μαζί μου. Στην αρχή

τα κατάφερνα καλούτσικα, όμως αργότερα στη

συζήτησή μας, ξεχνώντας πως ήμουν ξένος, άρχισε να μιλάει εξαιρετικά γρήγορα. Για να μη χάσω

λέξη απ’ όσα έλεγε, της είπα: αγάλι αγάλι, κυρία, σας παρακαλώ, λησμονείτε ότι είμαι ξένος. Τότε, πολύ ευγενικά, άρχισε να μιλά πάλι αργά και πολύ

καθαρά. Τέλος, μου είπε, στα ελληνικά, με μεγάλη

αφέλεια και απλότητα: «Κύριε Κόχραν, δεν μπορώ

πια να σας μιλώ αργά, πρέπει να γνωρίζετε πως σε

μια κυρία αρέσει να μιλάει γρήγορα, και δεν πρέπει

να χάσω το προνόμιο που μας έχουν αναγνωρίσει.

Όμως να έρχεστε να μας επισκέπτεστε τακτικά,

έστω κι αν δεν καταλαβαίνετε αυτά που λέω γρή-

γορα – γιατί να μιλώ αργά, είναι μαρτύριο».

Αυτό το μικρό ανέκδοτο το είπα αργότερα στον

Βασιλέα, ο οποίος διασκέδασε με την ευρηματική

ειλικρίνεια στην ομολογία της ωραίας υπηκόου του.

Έτσι, σκέφτηκα πως αυτό που διασκέδασε έναν

έξυπνο και μορφωμένο μονάρχη, παρότι ασήμαντο, δεν μπορεί να μην το αποδεχτούν οι ωραίες αναγνώστριές μου τουλάχιστον.

Ο Υπουργός των Εσωτερικών ήταν παρών σ’ αυτή την εκδήλωση, με αρκετούς άλλους σημαίνοντες Έλληνες. Η συντροφιά αποτελούνταν αποκλειστικά από Έλληνες, εκτός από εμένα.

Ας εκφράσω εδώ την ειλικρινέστατη ελπίδα μου

312

να συνεχίσουν οι γηγενείς Έλληνες να δέχονται ξέ-

νους στο σπίτι τους και να διατηρήσουν οι ίδιοι τη

φιλοξενία της χώρας τους, να μην την αφήσουν στα

χέρια των ξένων· γιατί όταν κάποιος επισκέπτε-

ται την Αθήνα, εκτός από τις αρχαιότητες θέλει να

γνωρίσει και τον χαρακτήρα και τις συνήθειες της

ελληνικής κοινωνικής ζωής.

Θα κάνω εδώ μερικές παρατηρήσεις για την αξία

και τη χρήση των τίτλων ευγενείας στη νεοελληνική

γλώσσα και κοινωνία. Φεύγοντας από την οικογέ-

νεια που προανέφερα, παρέα με τον φίλο και ξεναγό

μου, τον γιατρό, και αποχαιρετώντας συγκεκριμένα

τη μεγαλύτερη δεσποινίδα Μπενζάλη, πρόσεξα πως

απευθύνθηκε πρώτα σ’ εκείνη λέγοντας: καλή εσπέρα εις την ευγένειάν σας. Εκείνη απάντησε: καλή εσπέρα, εξοχότατε. Αυτό είναι ένα επίθετο με το οποίο προσφωνούν τους γιατρούς στην Ελλάδα. Ο

Δόκτωρ ανταπάντησε: καλή εσπέρα εις την ευγένειάν σας, και μετά η κυρία πρόσθεσε: καλή εσπέρα, εκλαμπρότατε! Η τελευταία λέξη ήταν καινούργια

και τράβηξε την προσοχή μου. Ρώτησα τον γιατρό ποιους προσφωνούν με αυτόν τον τίτλο. Μου

είπε πως ήταν ισότιμο με το «εξοχότατε». «Τους

γιατρούς στη χώρα σου», παρατήρησε «δεν τους

προσφωνούν με τέτοιους ωραίους τίτλους».

Πράγματι, υπάρχουν ποικίλες διαβαθμίσεις τίτλων στην Ελλάδα. Ο πρώτος είναι μεγαλειότατε, ο δεύτερος εξοχότατε, για πρέσβεις και γιατρούς. Ο

313

τρίτος είναι εκλαμπρότε, ο οποίος, όπως προείπα, αποδόθηκε στον Δόκτορα Κλάδο και την ιδιότητά

του. Ο τέταρτος, ευγένεια, αποδίδεται πάντα σε

έναν κύριο ή κυρία, και θεωρείται ένδειξη αβρότη-

τας αυτή η προσφώνηση. Ο πέμπτος είναι του λόγου

σου, που σημαίνει «εσύ» και λέγεται σε πρόσωπα

με τα οποία έχεις μεγάλη οικειότητα, ή στους κατωτέρους σου. Όμως θα θεωρούνταν το άκρον άωτον της κακής συμπεριφοράς να προσφωνήσεις μια

Ελληνίδα κυρία με τη φράση του λόγου σου. Αυτό οι αναγνώστες μου πρέπει να το προσέξουν. Όμως το ευγένεια δεν πειράζει ούτε προσβάλλει καμία κυρία, αντίθετα αρέσει πάντοτε.

Στον δρόμο για το σπίτι, αφού εξέφρασα στον

αξιότιμο φίλο μου τη χαρά μου που με είχε συστήσει στους συμπατριώτες του, με παρακάλεσε να τον συνοδεύσω και το επόμενο βράδυ σε μια άλλη εκδήλωση, σ’ ένα σπίτι όπου θα δέχονταν καλεσμένους με μάσκες, γιατί τις δύο τελευταίες μέρες του καρναβαλιού στην Ελλάδα, ο κόσμος κάνει επισκέψεις μασκαρεμένος. Το επόμενο βράδυ λοιπόν πήγαμε στο σπίτι του φίλου του. Η αίθουσα ήταν γεμάτη κι

όλοι φορούσαν μάσκες. Όμως συνηθίζεται, αφού ο μασκοφόρος έχει μείνει στο σπίτι πέντε-δέκα λεπτά, να βγάζει τη μάσκα για να φανεί αν είναι γνωστός

της οικογένειας. Ο οικοδεσπότης, ο κύριος Μανίκης

[Maniki] με δέχθηκε πολύ φιλικά και με παρουσίασε

στην κυρία Μανίκη, μια χαριτωμένη μικρή Αθηναία

314

κυρία. Ενώ της μιλούσα, αρκετοί μασκοφόροι μπή-

καν στο δωμάτιο, ντυμένοι Αγαμέμνων, Αχιλλέας, Νέστωρ, Οδυσσέας κλπ. Αναλόγως, έπαιζαν και τον

ρόλο τους (ειδικά εκεί όπου ο Αγαμέμνων μαλώνει

με τον Αχιλλέα για την όμορφη Βρησηίδα) με πολύ

κέφι και ζωντάνια. Συχνά είχα ακούσει απαγγελίες

ελληνικών έργων στο Κέμπριτζ, αλλά πρέπει να

ομολογήσω ότι έμοιαζαν σαν να μην ένιωθαν αυτά

που έλεγαν, όπως γινόταν τώρα εδώ. Ούτε η φαντασία του θεατή ξεσηκωνόταν κι ενθουσιαζόταν το ίδιο. Οι παρόντες μασκοφόροι ήταν διπλωματικοί ακόλουθοι με δημόσια αξιώματα. Κι επειδή ήταν μορφωμένοι άνδρες, μιλούσαν με ευφράδεια, με πάθος και με ζωντάνια στις κινήσεις τους, που πολύ με εντυπωσίασε και με γοήτευσε. Οι Έλληνες βάζουν πάντα πολλή ενέργεια στην ομιλία τους, δεν έχουν καθόλου την άσχημη συστολή που συνηθίζουν οι Ευρωπαίοι. Προβλέπω πως η Ελλάδα κάποια μέρα θα παράγει τους καλύτερους ηθοποιούς του κόσμου.

Αυτό το ζητούμενο θα επιτευχθεί ταχύτερα αν η κυβέρνηση ενθαρρύνει επισκέψεις ντόπιων Ελλήνων, ανδρών και γυναικών, στις πιο καλλιεργημένες χώ-

ρες της Ευρώπης, με σκοπό να μάθουν την τέχνη

της υποκριτικής κλπ. – ένα σημαντικότατο βήμα

στην πρόοδο ενός έθνους προς την πνευματική εξέλιξη.

Παρεμπιπτόντως, στη διάρκεια της παραπάνω

παράστασης, κόντεψε να συμβεί ένα σοβαρό ατύ-

315

χημα, λόγω της ζωντάνιας και της συναισθηματι-

κής ταύτισης με τον υποδυόμενο χαρακτήρα. Την ώρα που εκείνος που έκανε τον Αχιλλέα τραβούσε

το σπαθί του για να χτυπήσει τον Αγαμέμνονα, ένας άλλος μασκοφόρος, που έκανε την Αθηνά

και κρατούσε δόρυ, έπιασε τον Αχιλλέα από το μπράτσο, τραβώντας του την προσοχή, και πάνω

στον ενθουσιασμό της στιγμής, το δόρυ της θεάς

της σοφίας ήρθε σε επικίνδυνη μάλλον επαφή με το μάτι μιας ωραίας καλεσμένης. Η θεά (που οι διαβασμένοι αναγνώστες μου γνωρίζουν ότι είχε

πάντα τη δύναμη να μεταμορφώνεται) πέταξε

αμέσως τον μανδύα της σοφίας, πήρε τη μορφή

ενός ακόλουθου του Υπουργείου Εξωτερικών και

πρόσφερε κάθε απαραίτητη βοήθεια για το παραλίγο ατύχημα που είχε προκαλέσει η γκάφα του.

Ευτυχώς η νεαρή κυρία ήταν μάλλον φοβισμένη

παρά τραυματισμένη, και μοναδική συνέπεια του

συμβάντος ήταν η περικοπή του δραματικού σκετς.

Ένας χορός ξεκίνησε έπειτα, και δέκα λεπτά αργότερα ο Αγαμέμνων, ο Αχιλλέας κι ο Νέστορας χόρευαν βαλς με σύγχρονες Ελληνίδες καλλονές, με μουσική από μια πολύ καλή ορχήστρα. Στη

διάρκεια της βραδιάς, προσφέρονταν στην ομήγυρη παγωτά, λεμονάδα, σουμάδα και γλυκά. Ο

οικοδεσπότης και η οικοδέσποινα περιποιούνταν

γενναιόδωρα τους καλεσμένους τους. Έμεινα ως

τις έντεκα κι ύστερα πήγα σ’ ένα άλλο σπίτι, όπου

316

γινόταν παρόμοιο ξεφάντωμα. Έμεινα εκεί μισή

ώρα και αποσύρθηκα στο ξενοδοχείο μου.

Το άλλο πρωί, ο Δημήτρης, ο υπηρέτης μου, ζήτησε άδεια να βγει. Όταν τον ρώτησα πού θα

πήγαινε, μου είπε πως ήταν η τελευταία μέρα του

καρναβαλιού και θα γινόταν μια μεγάλη μάζωξη

Αθηναίων έξω απ’ την πόλη, στους Στύλους του Ναού του Διός, για να κολατσίσουν ψωμί κι ελιές, λίγο κρασί χωριάτικο, και να διασκεδάσουν με εθνικούς χορούς. Βεβαίως του επέτρεψα να πάει, και στις έντεκα πήγα κι εγώ εκεί να δω τι γινόταν. Βρήκα μια χαρούμενη συνάθροιση ανθρώπων να παίρνει ένα λιτό γεύμα. Είχαν σχηματίσει κύκλους και κάποιοι χόρευαν αρβανίτιτκα. Η γρήγορη κίνηση των αρβανίτικων χορών μοιάζει πολύ με τα σκωτσέζικα, οι χορευτές κάνουν παρόμοιο θόρυβο όπως στους

σκωτσέζικους χορούς [Highland fling ].

Επειδή έκανε μάλλον κρύο, οι άνθρωποι πήγαν

να προφυλαχτούν κάτω από τον τοίχο του Ναού

του Διός, στα βράχια πάνω από τον Ιλισσό. Όλοι

έδειχναν καταχαρούμενοι. Μεταξύ άλλων διασκεδάσεων, ένας γέρος είχε ανέβει σ’ έναν γάιδαρο ανάπο-

δα, με το κεφάλι του στην ουρά του ζώου, κι έπαιζε

λύρα ενώ οι σύντροφοί του χόρευαν. Κοιτάζοντας

αυτή τη σκηνή, δεν μπορούσα να μην τη συσχετίσω

με την ανάμνηση του μύθου απ’ όπου είχε πιθανόν

προκύψει μέσα από την παράδοση.

Κοντά στο σημείο που ανέφερα, στις όχθες του

317

Ιλισσού (που τώρα είναι μόνο ένα ποταμάκι), υπάρχει ένα εκκλησάκι πάνω σ’ ένα μικρό λαγκάδι, με μεγάλους βράχους αποπάνω. Αυτό το σημείο είχαν

διαλέξει παλαιότερα ως νεκροταφείο για τους Άγγλους. Εκεί υπήρχαν μερικά πολύ όμορφα μνημεία, που τώρα τα έχουν μεταφέρει στο προτεστάντικο νεκροταφείο. Σ’ αυτή τη θέση, επειδή είναι πιο προφυλαγμένη απ’ τον καιρό, μαζεύτηκαν οι Έλληνες

σε μεγάλες παρέες και κάθονταν σταυροπόδι, μαζί

και οι γυναίκες.

Εκεί εντόπισα τον υπηρέτη μου να χορεύει με

τους άλλους. Όταν με είδε να πλησιάζω, βγήκε απ’

τον χορό, μου έφερε μια καράφα κρασί κι ένα ποτήρι, και μου ζήτησε να πιω, βεβαιώνοντάς με πως

ήταν καλό κρασί, από τη Νάξο.

Το ίδιο το όνομα του νησιού, σε συνδυασμό με

τη σκηνή ευωχίας που είχα μπροστά μου, έφερε στο

μυαλό μου, μεταξύ άλλων συνειρμών, τους θριάμ-

βους του Βάκχου στη Νάξο (καθώς και το υπέροχο

έργο του Τιτσιάνο με αυτό το θέμα) και δεν μπόρεσα

παρά να πιω μια γερή γουλιά απ’ το ποτό που μου προσφέρθηκε.

Κοίταξα προσεκτικά ένα πιάτο με μαύρες ελιές

που μου έφερε ο Δημήτρης και που τις παίνευε γιατί

ήταν μαύρες.

318
Αυτές και το μαύρο ψωμί ήταν το κολατσιό τους. Μερικοί από τη συντροφιά, που τους σέβονταν λόγω ηλικίας, περνούσαν τώρα την ώρα τους αφηγούμενοι μεγάλες ιστορίες, που ο Δημή-

τρης με βεβαίωσε πως όλες ήταν φτιαγμένες για

την περίσταση, όπως τα παραμύθια της Χαλιμάς.

Οι χειρονομίες των ομιλητών ήταν διασκεδαστι-

κές, και τα δυνατά γέλια του κοινού έδειχναν πως η

ιστορία ήταν χιουμοριστική, παρότι η γλωσσομάθειά μου δεν μου επέτρεπε να καταλάβω την επαρχιακή διάλεκτο

μου ο Δημήτρης

συχνά ζητούσε άδεια να λείψει για καμιά ώρα, να πάει στο σπίτι ενός γείτονα που του είχε υποσχεθεί

ν’ αφηγηθεί κάτι παραμύθια για να διασκεδάσει τους

φίλους του.

Οι παρατηρήσεις που έκανα για τα γεγονότα αυ-

τής της ημέρας με έπεισαν πως οι κατώτερες τάξεις

των Ελλήνων έχουν ζεστή καρδιά, καλή διάθεση και

είναι μια άκακη ράτσα ανθρώπων που ενδεχομένως

να καταστούν ευλογία και κέρδος για τη χώρα τους, αν τους φέρονται καλά και τους κυβερνούν δίκαια.

Η γιορτή και η διασκέδαση συνεχίστηκε ως τις

τρεις το απόγευμα, οπότε όλοι οι συγκεντρωμένοι γύρισαν στα σπίτια τους, να τρώνε ψωμί κι ελιές

για τις υπόλοιπες σαράντα μέρες – γιατί τώρα άρχιζε η Σαρακοστή.

Τέλος πρώτου τόμου

319
Η αφήγηση παραμυθιών είναι πολύ συνηθισμένη στους
στην οποία γινόταν η διήγηση.
Έλληνες, έτσι ο υπηρέτης

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΠΟΡΤΟΛΑΝΟΙ. Τα πρωτότυπα χειρό-

γραφα κείμενα του 16ου και 17ου αιώνα (2000).

Christopher Wordsworth, GREECE, Historical, pictorial and descriptive. Αγγλική έκδοση (2001).

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΟΣ 1821-1921, Οικονομολογικά (2001).

Α. Κ. Ιωνίδης, ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ. Ελληνική έκδοση (2002).

Alexander Con. Ionides, A GRANDFATHER’S TALE. Αγγλική έκδοση (2002).

Δημήτριος Βικέλας, Η ΖΩΗ ΜΟΥ (2003).

Κόμης Πέτρος Γκάμπα, Ο ΒΥΡΩΝ

. Ελληνική έκδοση (2004).

Count Peter Gamba, LORD BYRON’S LAST JOURNEY TO GREECE. Αγγλική έκδοση (2004).

Ερρίκος Σλήμαν, ΙΛΙΟΝ, Η ΠΟΛΗ

(2005).

Henry Schliemann, ILIOS, THE CITY AND THE COUNTRY OF THE TROJANS . Αγγλική έκδοση (2005).

Άλλες εκδόσεις
της
ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΚΑΙ Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΤΡΩΩΝ
Ελληνική έκδοση
.
Γιώργος Μουζάλας
ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΤΗ ΣΕ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΥΠΟ
Καλβοκορέσσης,

ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ ΤΟΥ ΠΛΟΙΑΡΧΟΥ ΤΣΑΡΛΣ ΓΟΥΙΛΚΣ

ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1838-1842 (2 τόμοι, 2006).

Ν. Α. Τομπάζης, ΑΦΗΓΗΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΤΑ ΣΙΚΙΜ ΙΜΑΛΑΪΑ (2007).

Παναγιώτης Ποταγός, ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΩΝ ΠΟΤΑΓΟΥ (2 τόμοι, 2008).

Κ. Ι. Φ. Ιωνίδης, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΥΝΗΓΟΥ (Αυτοβιογραφία, 2009).

Δρ Ρίχαρντ Λέβινσον, ΣΕΡ ΜΠΑΖΙΛ ΖΑΧΑΡΩΦ, Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΑΝΔΡΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ (2010).

Γεώργιος Κρητικός & Ρίτσαρντ Βάινερ, Ο ΤΖΩΡΤΖ ΤΟΥ ΡΙΤΖ (Αυτοβιογραφία, 2011).

Γιόραν Σιλντ, ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ (2012).

Χ. Ν. Φ. Κίττο, ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (2013).

Σάββας Γεωργίου, ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ «ΧΑΡΑΣ» (2014).

Τζ. Ι. Μανάττ, ΜΕΡΕΣ ΑΙΓΑΙΟΥ (2015).

Στέφανος Θ. Ξένος, ΑΙ ΚΛΟΠΑΙ (2016).

Πένυ Μίνεϋ, Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟΥΡΑ, ΑΠΟ ΤΗ

ΜΑΛΤΑ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ελίζαμπεθ Μπίσλαντ - Σετζούκο Κοϊζούμι, ΛΕΥΚΑΔΙΟΣ ΧΕΡΝ, ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΖΗΣΑΝ (2018). Φρέντερικ Συλβέστερ Νορθ Ντάγκλας, ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΟΜΟΙΟΤΗΤΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (2019).
ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΚΑΦΟΣ (2017).
Issuu converts static files into: digital portfolios, online yearbooks, online catalogs, digital photo albums and more. Sign up and create your flipbook.