Issuu on Google+


ΣΚΕΨΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΦωτΟ: ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΒΕΡΗΣ


dito rιal

e

ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ

«Γιατί δεν γράφεις ένα βιβλίο;». Έτσι απότομα μου την έθεσε την ερώτηση, την ώρα που ήμουν έτοιμη να παραγγείλω ακόμα ένα πιάτο με βραστά χόρτα. Εκείνος ήδη είχε δοκιμάσει από όλους σχεδόν τους μεζέδες που προσγειώνονταν μπροστά μας και έκανε διάλειμμα για τσιγάρο. Η συζήτησή μας δεν είχε καθόλου να κάνει με την ερώτησή του. Η απορία του ήταν ξεκάρφωτη αλλά έτσι ξεκάρφωτα μιλούσε, πεταγόταν από το ένα θέμα στο άλλο, όπως ένα παιδί που έχει δεκάδες ερωτηματικά στο μυαλό του και μια αγωνία να τα διατυπώσει όλα μαζί. Ήταν η πρώτη του επίσκεψη στην Κύπρο. Χρόνια πριν. Η παρουσίαση ενός από τα βιβλία του ήταν και η αφορμή. «Θα με ξεναγήσεις» μου είχε πει χαριτολογώντας στο τηλέφωνο όταν μου ανακοίνωνε και την άφιξή του. Γνωριστήκαμε μέσα από μια συνέντευξη και περάσαμε εκείνη τη φορά πολλές ώρες κουβεντιάζοντας στο σπίτι του, κάπου κοντά στην Κυψέλη. Ένας ολόκληρος χείμαρρος. Δεν προλάβαινα να ακολουθήσω την ταχύτητα με την οποία γεννούσε ιδέες και εξέφραζε τις σκέψεις του. Τα μάτια του ήταν σαν κάμερες που κατέγραφαν και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ζούμαρε σε ό,τι εγώ μάλλον θα το προσπερνούσα αδιάφορα και μέσα από αυτό το κεντράρισμα έπλαθε ιστορίες σαν μικρά διηγήματα συμπυκνωμένα σε μεγάλες παραγράφους. «Ποια ήταν η μεγαλύτερη ανατροπή στη ζωή σου;» τον είχα ρωτήσει κάποια στιγμή πιο πολύ από περιέργεια παρά για να συμπληρώσω το δημοσιογραφικό μου ερωτηματολόγιο. «Εσένα ποια ήταν;» αντέστρεψε την ερώτηση και μου προκάλεσε αμηχανία, όχι γιατί δεν έβρισκα τι να απαντήσω αλλά γιατί διερωτώμουν γιατί άραγε να είχε αυτή την περιέργεια να μάθει τις ανατροπές της δικής μου ζωής. Μετά από πολλούς καφέδες και τον Καζαντζίδη να παίζει στο στερεοφωνικό του, κατάλαβα πως δεν τον ενδιέφερε ειδικά η δική μου η ζωή αλλά η κάθε ζωή, είχε αυτή την τάση να διεισδύει στις ιστορίες των ανθρώπων, από μια ασυνείδητη ή και συνειδητή προσπάθεια να ανιχνεύσει το σημείο, όπου οι προσωπικές επιλογές έχουν τη δυναμική να πάρουν μια μυθιστορηματική τροπή. Μυθιστορηματική στο μυαλό του, γιατί εμένα μου φαίνονταν πολλά, από όσα μου διηγόταν, συνηθισμένα, εκείνος όμως έβρισκε ενδιαφέρον, πιανόταν από μια μικρή λεπτομέρεια και τη μετέτρεπε στο κλειδί εκείνης της πόρτας, που άνοιγε σε έναν κόσμο τόσο φανταστικό, όσο τελικά και οι ανατροπές που η ίδια η ζωή φέρνει, αναιρώντας μας την πεποίθηση ότι μπορούμε να την προβλέψουμε. Και αυτή η αδυναμία μας να την προβλέψουμε της δίνει μυθιστορηματική υπόσταση... Όσο διήρκεσε εκείνο το δείπνο μας, με πυροβολούσε με απορίες. Απανωτές και επαναλαμβανόμενες. Για την ιστορία της Κύπρου, για το πώς ήταν ο τάδε πολιτικός, για το τι ήξερα από τη ζωή των πιο αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων του τόπου, ζητούσε γεγονότα που δεν ήξερα, ημερομηνίες που δεν θυμόμουν και γω ένιωθα πως συμμετείχα σε ένα παιχνίδι γνώσεων, στο οποίο ήμουν βέβαιη πως όδευα σε συντριπτική ήττα. Έβρισκε πως υπήρχαν δεκάδες αφορμές για να τσιγκλήσουν τη φαντασία μου και να με παροτρύνουν να γράψω ένα βιβλίο. «Δεν είναι δυνατόν να ζεις σ’ αυτό εδώ τον τόπο και να μην έχεις ήδη δοκιμάσει να γράψεις ένα μυθιστόρημα». Όσο κι αν προσπαθούσα να του εξηγήσω την ανεπάρκεια και τις αδυναμίες μου, όχι στο να δω γεγονότα και λεπτομέρειες όσο στο να τα μετατρέψω πάνω σε μια λευκή κόλλα, σε μια φανταστική ιστορία με πλοκή, εκείνος με αγνοούσε επιδεικτικά θεωρώντας ό,τι του έλεγα σαν φτηνή δικαιολογία. «Μήπως τεμπελιάζεις;» μου είπε και μάλλον δεν ήταν ακριβώς ερώτηση παρά διαπίστωση διατυπωμένη με ευγενικό τρόπο. «Να πάρεις τη ζωή μιας προσωπικότητας και να την ερευνήσεις, να ένα ωραίο υλικό για να αρχίσεις ένα βιβλίο» είπε στη συνέχεια συνειδητοποιώντας πως από το ρόλο του επικριτή θα ήταν καλύτερα να μεταφερθεί στο ρόλο του καθοδηγητή. «Δεν υπάρχει μια προσωπικότητα από την πολιτική ιστορία της Κύπρου που να σε εμπνέει;» και πριν προλάβω να απαντήσω πως δεν υπήρχε κανένας, βιάστηκε να δώσει εκείνος την απάντηση. «Αποκλείεται να μην υπάρχει. Γιατί δεν γράφεις για τον Μακάριο; Εγώ αν ήμουν στη θέση σου θα έγραφα για τον Μακάριο. Φοβερά αμφιλεγόμενο άτομο. Φοβερά ενδιαφέρουσα η ζωή του. Αυτό να κάνεις…». Και δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Μάσησε με ικανοποίηση το τελευταίο σουτζουκάκι που ήταν στο πιάτο και με κοίταξε με το ύφος του δασκάλου που δίνει οδηγία χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο απόκλισης από αυτήν. «Μπορείς» ήταν η τελευταία του λέξη και μετά πληρώσαμε το λογαριασμό και ψάξαμε ένα μπαράκι για να πιούμε μπίρες εκεί, μέσα στην παλιά πόλη. Δεν έγραψα ποτέ κανένα βιβλίο. Ούτε και υπήρξε κάποια προσωπικότητα που θα με παρακινούσε να το κάνω. Όχι γιατί δεν παρείχε πρόσφορο υλικό, αλλά γιατί η συγγραφική μου ικανότητα σίγουρα θα αδικούσε οποιαδήποτε προσωπικότητα αποφάσιζα να μετατρέψω σε ήρωα ενός διήγηματος. Τη συζήτηση εκείνη ωστόσο, με τον γνωστό αυτό Έλληνα συγγραφέα, τη θυμάμαι κατά καιρούς και χαμογελώ. Καθώς διαπιστώνω πόσο συναρπαστικό είναι αυτό το ταλέντο. Να εμπνέεσαι από ένα πρόσωπο, από ένα γεγονός, από τη ζωή ενός ανθρώπου, από το μύθο του ή την απομυθοποίησή του και να φτιάχνεις ένα άλλο…δικό σου παραμύθι…


postcard Ο Σωκράτης Σωκράτους φωτογραφίζει μικρές καθημερινές στιγμές


3 1

ONOMATA

13 συγγραφείς εμπνέονται από 13 διαφορετικές προσωπικότητες και γράφουν μια ιστορία με…ΟΝΟΜΑΤΑ! | ΦωτΟ: ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΒΕΡΗΣ

Ήταν μια από τις ερωτήσεις που πάντα συμπεριλάμβανα στο ερωτηματολόγιο μου, όταν προετοιμαζόμουν για μια συνέντευξη με ένα γνωστό συγγραφέα. Στην προσπάθειά μου να ανιχνεύσω τι τον εμπνέει, τι του δίνει ερέθισμα για να αρχίσει να γεμίζει με ωραίες παραγράφους μια λευκή σελίδα, τι προκαλεί τη φαντασία του και τι του δίνει αφορμή για να πλάσει μια καινούρια ιστορία. Θυμάμαι, πάντα, λοιπόν, να ’μαι απέναντι από ένα συγγραφέα και να του απευθύνω αυτή την απορία που έστω κι αν άγγιζε τα όρια της στερεότυπης ερώτησης, ομολογώ πως μου τσιγκλούσε την περιέργεια για να ψάξω την απάντηση. Η απορία ήταν η εξής: «Ποια προσωπικότητα θα διαλέγατε και ποιας εποχής, για να τη μετατρέψετε σε ήρωα ενός διηγήματός σας;». Και η απάντηση είχε πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτή τη φορά 13 συγγραφείς δεν απαντούν σε ένα ερωτηματολόγιο αλλά καλούνται να γράψουν ένα μικρό διήγημα, το οποίο έχει ως πηγή έμπνευσης μια προσωπικότητα που οι ίδιοι διαλέγουν. Η ιδέα γεννήθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος και το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο, που ήδη κυκλοφόρησε με τον τίτλο ΟΝΟΜΑΤΑ. Ένα βιβλίο που μου έδωσε ξανά την ευκαιρία να θυμηθώ την αγαπημένη ερώτηση. Και να ψάξω τους 13 αυτούς τους συγγραφείς για να τους ρωτήσω, γιατί η συγκεκριμένη προσωπικότητα που διάλεξαν για να την κάνουν ιστορία σε ένα βιβλίο, ήταν γι’ αυτούς πηγή έμπνευσης… 14 ΟΝΟΜΑΤΑ εμπνέονται από 13 ΟΝΟΜΑΤΑ! Και μ’ ένα Υστερόγραφο εξηγούν το γιατί… | Ε.Ξ


1

§ENA KIT™O¶OY§OY *Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Μετά από ένα σύντομο ταξίδι τριών ημερών στη Σκιάθο, μήνα Απρίλιο, είχα τη δυνατότητα να παρατηρήσω ένα νησί μέσα στην κανονική του ζωή, χωρίς τουρισμό, έτσι όπως είναι στην απλή του χειμωνιάτικη καθημερινότητα, με τους άντρες στα καφενεία, τους νέους να περιφέρονται με τα παπιά και τα μηχανάκια γύρω γύρω, τις γυναίκες στο μικρό κομμωτήριο, ή μέσα σε κάποιο μπακάλικο, τις τηλεοράσεις μέσα στις ταβέρνες να παίζουνε μπάλα και τις μπίρες, από το μεσημέρι και μετά να αντικαθιστούν τον πατροπαράδοτο φραπέ στους ίδιους βέβαια πελάτες. Οι πελάτες δεν αλλάζανε. Και πού αλλού να πάνε; Μπήκα στο σπίτι του Παπαδιαμάντη που είναι ένα πολύ ωραίο μικρό μουσείο. Από ένα παράθυρο κοίταξα κάτω στον δρόμο και τυχαία το βλέμμα μου διάλεξε έναν περαστικό που με τα χέρια χωμένα στις τσέπες και το βλέμμα σκυφτό κοιτώντας το πεζοδρόμιο και σιχτιρίζοντας - προφανώς ο άνθρωπος είχε «τα δικά του» - κατηφόριζε εκείνη τη στιγμή την οδό Παπαδιαμάντη. Ο άνθρωπος έστριψε σε ένα στενό και χάθηκε, ο δρόμος τώρα ήτανε άδειος κι εγώ έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται, τώρα αυτός ο άνθρωπος γιατί έβριζε, που είχε να πάει, τι του συμβαίνει, τι σκέφτεται, άραγε έχει διαβάσει ποτέ του Παπαδιαμάντη; Άραγε ο προπάππος του είχε δει ποτέ του από κοντά τον Παπαδιαμάντη; Μήπως είχανε πιει καφέ στο ίδιο καφενείο; Μήπως βρίσκεται χωμένος σε κάποιο διήγημά του και κοιμάται ακόμα μεθυσμένος μέσα σε κάποια βάρκα, αγκυροβολημένη τόσα χρόνια στη σελίδα τάδε, του διηγήματος τάδε του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη; Κι αν πράγματι ήταν έτσι, εμένα τι με ένοιαζε; Αλήθεια, τι με ένοιαζε από πού προέρχεται και πού πάει αυτός ο σκυφτός περαστικός; Και αν με ενδιαφέρει τόσο πολύ γιατί δεν τον ακολουθώ με τα βήματά μου και τον ακολουθώ μόνο με τη σκέψη μου; Και γιατί συγκινούμαι που βρίσκομαι στο σπίτι του Παπαδιαμάντη; Γιατί συγκινούμαι που βλέπω το στενό του κρεβάτι σ’ αυτό το μικρό δωματιάκι; Και γιατί όλο αναρωτιέμαι και δεν υπάρχει απάντηση ποτέ;

* Πήρε ο έρμος στης Κοκκώνας το σπίτι, της γκόμενάς του της Φιλίτσας να δει μπας και την είχε σκοτώσει και άφησε αφύλαχτο το μουσείο του Παπαδιαμάντη.


NTOPINA ¶A¶A§IOY *Άρθουρ Κόναν Ντόιλ

* Καθόλου δεν πείραζε τον Άρθουρ Κόναν Ντόιλ που είχε λίγους ασθενείς. Έτσι θα είχε χρόνο να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Και στις ιστορίες του διασημότερου ντετέκτιβ του κόσμου.

Συχνά αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό που έκανε τις ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς να ξεχωρίσουν ανάμεσα στα τόσα αστυνομικά που γράφονταν στη βικτωριανή Αγγλία. Σ’ αυτό το ερώτημα προσπάθησα να δώσω μια εξήγηση με τη «Σπουδή στο Πράσινο», μια φανταστική ιστορία για το συγγραφέα του Σέρλοκ Χολμς, το γιατρό σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Η ιστορία, πλέκοντας βιογραφικά στοιχεία με φανταστικά γεγονότα, αναζητεί τις επιρροές που οδήγησαν το συγγραφέα, στη δημιουργία του πιο διάσημου ντετέκτιβ στην ιστορία της λογοτεχνίας. Οι ιστορίες με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς χρωστούν την επιτυχία τους περισσότερο στην προσωπικότητα, τη μορφή του ήρωα Χολμς, στον πρωτόγνωρο για την εποχή του στην αστυνομική λογοτεχνία επιστημονικό τρόπο επίλυσης του προβλήματος, παρά στην ίδια την πλοκή. Στην επιλογή του τρόπου αυτού δεν είναι τυχαία η ιατρική παιδεία του δημιουργού του. Ο Σέρλοκ Χολμς εμφανίζεται στο βικτωριανό Λονδίνο ως ένας υπερήρωας της λογικής σκέψης, ένας αλάνθαστος ντετέκτιβ που μέσα από τη συλλογή ευρημάτων και τη χρήση μιας ιδιαίτερης, επιστημονικής θα έλεγε κανείς, συλλογιστικής πορείας - σαν πρώιμος τεχνικός - αναλυτής της σειράς CSI- βρίσκει πάντα τη λύση στο πρόβλημα και, προπαντός, ποτέ δεν κάνει λάθη. Δεν είναι και λίγο όταν το ζητούμενο είναι η αλήθεια και η δικαιοσύνη� Το ότι επέλεξα τον Κόναν Ντόιλ συγκεκριμένα κι όχι κάποιο άλλο πρόσωπο, δεν είναι παρά σύμπτωση. Αγαπώ πολύ τη σύγχρονη αστυνομική λογοτεχνία και το νουάρ - το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Γκάτερ», έχει τη δομή αστυνομικού - και οι ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς ήταν εκείνες που με γοήτευσαν σε μικρή ηλικία και με έκαναν να αγαπήσω για πρώτη φορά το είδος. Θυμάμαι ακόμη τη μέρα εκείνη όταν, στα δώδεκά μου, πρωτοδιάβασα «Το Σκυλί των Μπάσκερβιλ». Η ατμόσφαιρά του δεν έφευγε από το μυαλό μου για μέρες. Έτυχε, λοιπόν, όταν μου ζητήθηκε να γράψω το διήγημα για τη συλλογή αυτή, να διαβάζω μια ενδιαφέρουσα βιογραφία του σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Στα νεανικά του χρόνια, στη σχέση του με τον καθηγητή του της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, δόκτορα Τζόζεφ Μπελ, που λέγεται πως του δίδαξε έναν ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης στην εξέταση των ασθενών, ντετεκτιβικό, θα έλεγε κανείς. Εκεί βρήκα τα πρώτα ερεθίσματα που σιγά σιγά με οδήγησαν στην ιστορία μου. Στη «Σπουδή στο Πράσινο», ο δόκτωρ Τζόζεφ Μπελ λειτουργεί ως μοντέλο του Σέρλοκ Χολμς ενώ ο Ντόιλ σαν το γιατρό και φίλο του Χολμς, εκπρόσωπο του κοινού νου, δόκτορα Γουάτσον. Το ύφος στο οποίο είναι γραμμένη η ιστορία, παραπέμπει στο λιτό τρόπο αφήγησης των ιστοριών του Σέρλοκ Χολμς και η υπόθεση της ιστορίας θα είχε σίγουρα άλλο τέλος αν ο άνθρωπος που αναζητούσε την αλήθεια, ήταν ο Σέρλοκ Χολμς και όχι ο νεαρός γιατρός Κόναν Ντόιλ. Αν κανείς δεχθεί ότι η ζωή συχνά εμπνέει την τέχνη, τότε η «Σπουδή στο Πράσινο» αφηγείται μια πιθανότατα φανταστική εμπειρία, που ώθησε τον ανήσυχο εικοσιτριάχρονο Κόναν Ντόιλ στη δημιουργία του λογοτεχνικού του ήρωα. Η εσωτερική κρίση που περνά ο ήρωας Κόναν Ντόιλ καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τις περιορισμένες δυνατότητες της ιατρικής της εποχής, η έλλειψη της σιγουριάς που νιώθει στην αντιμετώπηση της φθοράς της ανθρώπινης φύσης, σε συνδυασμό με το πάθος του να γράψει, είναι οι δυνάμεις που τον ωθούν στο να δημιουργήσει τον λογοτεχνικό χαρακτήρα του Σέρλοκ Χολμς, τον ήρωα που πάντα έχει τη λύση, που κρατά ένα όπλο της σιγουριάς στα χέρια: τη λογική.


NIKO™ B§ANTH™ *Ανδρέας Παπανδρέου Επέλεξα να γράψω για τον Ανδρέα Παπανδρέου υπακούοντας σε μια ασύνειδη ανάγκη, να επιστρέψω στη δεκαετία του ’80, μια εποχή που οι τηλεοράσεις ήταν ασπρόμαυρες και αργούσαν ν’ ανοίξουν κι όταν άνοιγαν, έπαιζαν (δηλ. εγώ έβλεπα) Μπόλεκ και Λόλεκ και Διαστημόπλοιο Αργώ. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Κάποτε ήμουν ένα χαρούμενο παιδί (σκέφτηκα) και θέλησα να ψάξω για να βρω γιατί (πώς) έγινα ηθελημένα θλιμμένος κι από την αδικία πνιγμένος. Ωριμάζοντας (πραγματώνοντας επιθυμίες βαθιά πεθυμημένες) θέλησα να γυρίσω στην παιδική ηλικία, να δω πώς από την ξεγνοιασιά της πήδησα μεμιάς σε μια οργισμένη εφηβεία που πολυκαίρισε και κακοφόρμισε σε βαριά μελαγχολία. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Θέλησα να αναζητήσω το πολιτικό μας παρελθόν, ημών εννοώ, μιας γενιάς που γαλουχήθηκε με την απενοχοποίηση της έλλειψης ιδεολογίας, γιατί διαισθανόμουν (ίσως και αμυδρά θυμόμουν) πως κάποτε δεν ήταν έτσι, κάποτε πίστευαν οι άνθρωποι σε ιδέες και ηγέτες που τις πραγμάτωναν. Αλλά (και πάλι), δεν είναι μόνον αυτό. Έγραψα για τον Ανδρέα Παπανδρέου – τον υιό του «Γέρου της Δημοκρατίας», γιατί θέλησα να γράψω και για τον δικό μου μπαμπά που τον πίστευε και πάλευε γι’ αυτόν, για να τον μυθοποιήσω ή να τον απομυθοποιήσω ή μάλλον και τα δύο (γιατί το ίδιο μου φαίνεται εν τέλει), γιατί πίστεψα πως για να καταλάβεις τι σημαίνει «είσαι γιος κάποιου», μάλλον θα πρέπει να δεχθείς κατ’ αρχήν ότι αυτός (ο κάποιος) είναι ο μπαμπάς σου και κυρίως, τι σημαίνει να είσαι μπαμπάς κάποιου. Ναι, μάλλον αυτό είναι ή μάλλον όλα αυτά μαζί.

* Ζόρικη υπόθεση οι πατροκτονίες. Ιδίως όταν τον μπαμπά σου τον λένε Ανδρέα και η ιστορία της οικογένειάς σου είναι άρρηκτα δεμένη με την ιστορία του ΠΑΣΟΚ.


Kø™TA™ KAT™OY§APH™ *Τζον Κέννεντι Στην αρχή ήταν ένα βιβλίο. Το Kennedy et moi ενός Γάλλου συγγραφέα που μου αρέσει πολύ, του Ζαν Πολ Ντιμπουά, του οποίου μάλιστα ένα βιβλίο («Ο φωτογράφος της Τουλούζης») είχα μεταφράσει πριν λίγα χρόνια. Σ’ αυτό, ο ήρωας, ένας καταθλιπτικός και αποτυχημένος συγγραφέας αφυπνίζεται από τη στιγμή που πέφτει στα χέρια του το ρολόι που φορούσε ο Τζον Κένεντι λίγο πριν τη δολοφονία του. Πέρα από αυτή την ιστορία, που υπήρχε στο βάθος του μυαλού μου, πάντοτε με γοήτευε η μανία των Αμερικανών με τις συνωμοσίες και ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τη δολοφονία του JFK. Η εμμονή τους αυτή, που αποτυπώνεται θαυμάσια στη συνήθειά τους – για μια γενιά, τουλάχιστον – να λένε πού βρίσκονταν και τι έκαναν την ώρα και τη μέρα της δολοφονίας, συμπλήρωσε ένα σύστημα αναφορών για το πώς θα κινηθώ. Η κρίσιμη στιγμή βέβαια στη γένεση μιας ιστορίας, είναι η στιγμή που αναδύεται ο χαρακτήρας, ο κεντρικός ήρωας. Στην περίπτωσή μου, μου ήρθε η ιδέα ενός επαρχιώτη, ελαφρώς διαταραγμένου, που δεν έχει σχεδόν ποτέ φύγει από το χωριό του και τον θεσσαλικό κάμπο – εκτός από λίγες βόλτες στη Θεσσαλονίκη - κι ο οποίος έχει σημαδευτεί στη ζωή του από συμπτώσεις που τον «δένουν» με τον Κένεντι. Για παράδειγμα, γεννήθηκε τη μέρα που δολοφονήθηκε ο Κένεντι, ενώ ο αδελφός του τη μέρα που δολοφονήθηκε ο αδελφός του Κένεντι, ο Μπόμπι. Οι συμπτώσεις αυτές τον φέρνουν σε επαφή, μέσω ενός συνωμοσιολογικού σάιτ, με άλλα άτομα που πιστεύουν ότι σχετίζονται με τους Κένεντι κι έτσι γνωρίζει μια κοπέλα, τη Νένια, με την οποία δένεται με τον τρόπο που δένονται οι άνθρωποι με εμμονές: Υπερβολικά, υστερικά, και στηριζόμενος στις λιγοστές πληροφορίες που γνωρίζει γι’ αυτή μέσα από το επισφαλές μέσο του Διαδικτύου. Η ιστορία μας κλιμακώνεται σε ένα ραντεβού στην Αθήνα, την επέτειο της δολοφονίας του Τζον, στην οποία ο ήρωάς μου έρχεται για πρώτη φορά. Και βέβαια, το ραντεβού αυτό – το οποίο δεν πηγαίνει καθόλου καλά - δεν θα μπορούσε να γίνει αλλού εκτός από την περίφημη Πλατεία Κένεντι στο Χαλάνδρι. Περίφημη, για έναν μονάχα λόγο: Δεν υπάρχει. Όχι, πια. Στη θέση της, εκεί που κάποτε ήταν η πλατεία, υπάρχει απλώς μια διασταύρωση. Έτσι κλιμακώνεται η ένταση, και ταυτόχρονα η παράνοια του ήρωά μου, ο οποίος πιστεύει – λανθασμένα, όπως αποδεικνύεται – ότι είναι γραφτό του να πεθάνει την ίδια μέρα με τον JFK. Τι άλλο να πω; Το διήγημα μάς δίνεται από μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μέσα δηλαδή από την υποκειμενικότητα του ήρωα, τη στιγμή που κατεβαίνει τρέχοντας σαν τρελός την Κηφισίας κι ενώ το ραντεβού του με τον έρωτα και την ιστορία έχει πάει κατά διαβόλου. Είναι σύντομο, κοφτό και – θέλω να πιστεύω - σε προκαλεί να το ξαναδιαβάσεις. Δεν συνεχίζω, ειδάλλως η «ανάλυση» κινδυνεύει να γίνει μακροσκελέστερη από το ίδιο το διήγημα.

4

* Δεν θυμάται πού βρισκόταν τη μέρα που σκότωσαν τον Κένεντι. Το πεπρωμένο του πάντως τον περιμένει στην πλατεία Κένεντι Χαλανδρίου. Και είναι γυναίκα.


* Με λένε Έιμι Γουάινχαουζ - και είμαι καλά. Όταν παίρνω Γκράμι και σκόνη. Άσπρη σκέτη ζάχαρη άχνη.

Θυμάμαι τον Γιώργο να λέει ότι οι γυναίκες που κάνουν χρήση ναρκωτικών, έχουν άλλη χάρη, φέγγουν με ένα εσωτερικό φως. Θυμάμαι τη Μαλβίνα να γράφει, «Θέλω να καίγομαι αντί να διαρκώ», και τον Μιχάλη που πριν αυτοκτονήσει, έπινε εφτά τεκίλες στη σειρά, επειδή είχε κάποιου είδους μανιοκατάθλιψη και κακό ψυχίατρο. Όλοι αυτοί έχουν δίκιο: ο Γιώργος επειδή ξέρει από γυναίκες που παίρνουν ναρκωτικά, ο Μιχάλης επειδή τίποτα - ούτε κι ένας καλός ψυχίατρος - δεν μπορεί να σε σώσει από τον εαυτό σου. Όσο για τη Μαλβίνα, τελικά αναίρεσε και είπε ότι προτιμά να διαρκεί, αυτό το ξεστόμισε όμως από μια θέση ωριμότητας και σοφίας, κάπου γύρω στα τριάντα εφτά της - μια θέση την οποία η Έιμι δεν φαίνεται πιθανό να προλάβει να κατακτήσει. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι το αν θα φτάσει τα σοφά σαράντα – εδώ φαίνεται υπεράνθρωπο το να πηδήξει το χαντάκι που τη χωρίζει από τα είκοσι έξι� Τα παραπάνω μου θυμίζουν την Έιμι κι αυτό θα ήταν αρκετό από μόνο του για να ενδιαφερθώ. Επιπλέον, με τραβάνε οι άνθρωποι που ζουν δίχως καβάτζες, οι ιδιοφυείς αυτοκαταστροφικοί γενι��ώς. Η Έιμι ξεκίνησε να πνίγει τη βαρεμάρα της στο αλκοόλ – που την πάχαινε - μετά στο χασίς – που την πάχαινε - και τέλος στις σκόνες – που την αδυνάτιζαν. Ήταν ένα μικρό κορίτσι με τεράστιο ταλέντο - και πού να το χωρέσει; Ένα κορίτσι με μικρό σώμα και μεγάλη κατάθλιψη – και τι να την κάνει; Το εφηβικό της όνειρο, να είναι παντρεμένη με τρία παιδιά και δικό της νάιτ κλαμπ στο Λας Βέγκας, μ’ αρέσει. Είναι συνηθισμένο, λαϊκό, είναι το αντίστοιχο του να θες να είσαι παντρεμένη με τρία παιδιά και δική σου ταβέρνα στη Λαμία. Το όνειρό της δεν ήταν τα GRAMMY, η δόξα, οι άπειροι γκόμενοι, η αθανασία – καλά, το τελευταίο σίγουρα όχι. Θα ήθελα να τη δω να κλείνει τα σαράντα, με τρία παιδιά και δικό της μαγαζί στο Λας Βέγκας, λίγο παχουλή αλλά ήσυχη, παντρεμένη με έναν Τζον ή Άντριου και με μπάρμπεκιου στην πίσω αυλή, πρώτα ο Φρόιντ. Αλλά η ψυχανάλυση είναι πολύ αργή διαδικασία για ένα κορίτσι που σκορπίζεται με υπερηχητική ταχύτητα, λιώνει σαν γλυπτό από πάγο. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτήν όταν πρωτάκουσα τη φωνή της που μου θύμιζε Μπίλι Χόλιντεϊ και την Μπεθ Γκίμπονς των Portishead. Το μόνο που ήξερα, ήταν ότι είχα στο repeat το «I am no good» για βδομάδες. Στο διήγημα ήθελα να τη δω σπίτι της, σε μια κανονική μέρα, να σέρνεται με τις παντόφλες, να μαγειρεύει για τις γάτες, να έχει ναρκωτικά στην καθημερινότητά της και αυτό να μοιάζει φυσιολογικό, να είναι εντάξει: παίρνω ένα χάπι και τσιτώνω και γράφω στίχους, οι στίχοι μου έρχονται καθώς κατουράω και τους σημειώνω πάνω στο χαρτί υγείας. Τα ναρκωτικά για πολλούς καλλιτέχνες είναι τρόπος ζωής. Εφόσον τα κάνεις με ρέγουλα, μια χαρά μπορείς να τα εντάξεις στη ρουτίνα, να βάλεις το κραγιόν σου, να βράσεις, ξέρω ’γω, το αβγό σου, να το φας και μετά να σουτάρεις την ένεση. Υπάρχουν άνθρωποι που συμβιώνουν διακριτικά με την ηρωίνη μέχρι τα βαθιά γεράματα: ο Μπάροουζ δεν ήταν ο λευκός μονόκερος της τέχνης. Αυτό χρειάζεται βέβαια κάποια ωριμότητα, ένα μέτρο που μια καταθλιπτική σουπερταλαντούχα εικοσιτετράχρονη συνήθως – δυστυχώς - δεν διαθέτει. Γι’ αυτό ο κόσμος τη λατρεύει, επειδή δεν φοράει την κατασκευασμένη παρακμή και υπερβολή του μάρκετινγκ που προσδίδει εικονικό βάθος και πλάτος σε τόσους χιπ μουσικούς. Είναι μια φλεγόμενη βάτος: καίγεται μπροστά στα μάτια μας και η στάχτη της σχηματίζει όμορφα τραγούδια. Άλλος λόγος που ήθελα να γράψω γι’ αυτήν: να την υπερασπίσω. Με τσατίζει που το καχεκτικό κορίτσι γίνεται καρικατούρα από - και τροφή για - τους κάφρους των μίντια που σχολιάζουν τα μαλλιά της, τα μάγουλά της, τα βυζιά της, τα σωματικά της χαρακτηριστικά κατά κόρον, επειδή βέβαια αυτοί ποτέ δεν θα μπορούσαν να έχουν ένα κορίτσι που αστράφτει τόσο, που ακόμα και μέσα στα σκατά λάμπει με τόση χάρη, χάρη που υπερβαίνει την απατηλή χάρη των ναρκωτικών που εννοούσε ο Γιώργος.

EYH §AM¶PO¶OY§OY *Έϊμι Γουάϊνχαουζ


6

¢HMHTPH™ ™øTAKH™ *Ιησούς Χριστός

Η ηθική διάσταση κάτω από την οποία εξετάζεται συνολικά το πρόσωπο του Ιησού, ήταν η βασική παράμετρος που με οδήγησε να ασχοληθώ με το πρόσωπό του ως διηγηματικού ήρωα. Οι αυτονόητες ιδιότητες που του έχουν προσδώσει και ο αποσαφηνισμένος ιστορικός του ρόλος, ήταν για μένα η μεγαλύτερη πρόκληση και για την ακρίβεια η αλλοίωση αυτών των χαρακτηριστικών του. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να θεωρούν ορισμένα πράγματα αυτονόητα, γεγονός που από τη μία θεωρώ καταστροφικό, από την άλλη όμως αποτελεί τροφή και έμπνευση για μένα. Ο Χριστός που περιγράφω στην ιστορία μου, είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος επιθυμεί να απαγκιστρωθεί από το ρόλο που του έχουν ετοιμάσει. Πασχίζει να απαλλαγεί από τις ενοχές του, από τη δυσαρέσκεια που του προκαλεί η σκέψη ότι οφείλει, κατά κάποιον τρόπο, να υιοθετήσει την ιδιότητα του Μεσσία, εκείνου που θα σηκώσει στους ώμους του το βάρος των ανθρώπων. Τον απαλλάσσω λοιπόν απ’ αυτό το χρέος -άλλωστε δεν πιστεύω στ’ αλήθεια στη θεϊκή διάστασή του- και του προσφέρω το μεγαλύτερο δώρο, το δώρο της ζωής, την ευχαρίστηση να ζήσει ίσος προς ίσον ανάμεσα στους ανθρώπους. Η ιστορία μου είναι συμβολική. Περισσότερο έχω την πρόθεση να θέσω ένα ερώτημα ταυτότητας, αν δηλαδή τα ιστορικά πρόσωπα θα ένιωθαν «βολικά» μέσα στο δεδομένο ασφαλές «καβούκι» που τους έχουν κλείσει οι άνθρωποι. Η λατρεία γύρω από τα πρόσωπά τους είναι μια αυθόρμητη συναισθηματική πράξη ή μια αφελής ανάγκη μας να πατήσουμε σε ένα σταθερό έδαφος, να υπάρχουμε μέσα από τη ζωή και τα έργα των άλλων; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, δεν υπήρχε καταλληλότερος ήρωας από τον Χριστό, κανείς δεν θα μπορούσε να μεταμορφωθεί με τέτοιο ριζικό και προσβλητικό τρόπο και σε κανένα δεν θα ήταν δυσκολότερο να πετάξει από πάνω του ένα τόσο ιερό καθήκον. Επίσης, η εικόνα του Ιησού να κυκλοφορεί στο Μετρό της Αθήνας και να περνάει το χρόνο του βαριεστημένος στα σκαλιά της πλατείας Συντάγματος, ήταν μια ελκυστική εικόνα στα μάτια μου, ο Χριστός, όχι ως καρικατούρα του ίδιού του του εαυτού, αλλά περισσότερο ως μια παραφορά της εικόνας του, μια παραμορφωμένη προσέγγιση της συνολικής και κλισέ μορφής του. Τέλος, θέλω να προσθέσω ότι δεν είχα κανένα παράπονο κατά τη διάρκεια της συγγραφής του διηγήματος και δεν με ταλαιπώρησε καθόλου ως ήρωας της ιστορίας μου. Ήταν υπάκουος, ανασφαλής και σίγουρος για τίποτα, στοιχεία που ολοκληρώνουν την ευτυχία ενός λογοτεχνικού προσώπου και αν στο μέλλον θελήσει μια νέα συνεργασία, με ένα καλό ποσό, θα χαρώ να τον ξαναδώ.

* Jesus Christ, metro star. Η σωτηρία του κόσμου ξεκινά από το Μετρό.


7

XPH™TO™ XPY™O¶OY§O™ *Λεονίντ Μπρέζνιεφ

Όταν έφτασα στη Γιουργκά, ήταν αργά το πρωί και είχε ήδη διαψευστεί ο πρώτος μύθος: η Σιβηρία είναι εκπληκτικά ηλιόλουστη και διαυγής. Ο ουρανός πάνω από το Κεμέροβο (την επαρχία στην οποία βρίσκονται η Γιουργκά και το Νοβοσιμπίρσκ – η τρίτη μεγαλύτερη πόλη στη Ρωσία) ήταν απίστευτα καθαρός με ένα ανοιχτό – μάλλον ξεθωριασμένο – αχνογάλανο χρώμα, που σου έδινε την εντύπωση ότι το στερέωμα, ανοιγόταν στο απόλυτο κενό του Διαστήματος, λες και μια τεράστια οπή έχασκε πάνω από τη γη. Το τρένο από το Νοβοσιμπίρσκ ελισσόταν για ώρες μέσα από τοίχους λευκού χιονιού, στεγνού και εύθρυπτου σαν αφρολέξ. Μόνο οι κορυφές των δέντρων ξεπρόβαλλαν στη διαδρομή. Όταν άνοιξε η πόρτα του βαγονιού και κατέβηκα στο σταθμό, το ψύχος με χτύπησε κατά πρόσωπο. Είχα ξεχάσει τι σημαίνει να αναπνέεις στην παγωμένη ατμόσφαιρα της Σιβηρίας. Κατέβασα τη δεύτερη ανάσα αργά, όπως πίνει κανείς ένα κρύο αναψυκτικό, δίνοντας χρόνο στον αέρα να ζεσταθεί πριν κατεβεί στο στήθος. Οι δρόμοι στην πόλη είναι απίστευτα (και ακατανόητα) πλατιοί. Τα κτίρια είναι διαταγμένα σε απόλυτα συμμετρικά τετράγωνα και έχουν όλα πανομοιότυπο παραλληλόγραμμο σχήμα. Μόνο στη θέση διαφέρουν. Άλλα στέκουν όρθια και άλλα μοιάζουν να έχουν πέσει στο πλάι. Έχουν στενά μπαλκόνια. Οι δρόμοι είναι επιμελώς καθαρισμένοι από το χιόνι. Το βράδυ δεν τολμώ να βγω έξω πεζός παρά μόνο για μια σύντομη διαδρομή από πόρτα σε πόρτα. Το πρωί ο περίπατος μοιάζει να γίνεται σε νυφικό διάδρομο διακοσμημένο με λευκό τούλι. Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ συνδέεται, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ηγέτη στην ιστορία της ΕΣΣΔ, με τα επιτεύγματα και το γιγαντισμό του σοβιετικού πειράματος. Μόνο ο Στάλιν ήταν μακροβιότερος στο τιμόνι της Κεντρικής Επιτροπής. Από το 1964 ώς το 1982 ο Λεονίντ Ίλιτς διαφέντευε την τύχη του 1/6ου της γήινης επιφάνειας. Γεγονότα, πρόσωπα και επιτεύξεις που αργότερα εξέλαβαν εμβληματικό χαρακτήρα (το σοβιετικό διαστημικό πρόγραμμα, η κούρσα των εξοπλισμών, το εκπαιδευτικό και υγειονομικό σύστημα, επιστημονικές ανακαλύψεις, η υψηλή καλλιτεχνική παραγωγή, η εδραίωση γεωπολιτικών σφαιρών επιρροής, η οικοδόμηση μιας σχετικά χαμηλής αλλά εξισωτικής ποιότητας ζωής... κ.λπ.), συνδέθηκαν με το όνομά του. Το ίδιο συνέβη με την επακόλουθη οικονομική, διοικητική και ιδεολογική παρακμή των αρχών της δεκαετίας του ’80. Ήταν η περίοδος που ονομάστηκε «αποτελμάτωση» και οδήγησε στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια. Κι όμως, παρότι η απόσταση που χωρίζει τη σημερινή Ρωσία από το σοβιετικό παρελθόν, μοιάζει αγεφύρωτη, υπάρχουν σημεία της ρωσικής επικράτειας στα οποία το σοβιετικό μοντέλο αποδεικνύει το νόημά του. Η Γιουργκά είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Όλα όσα μπόρεσα να δω εδώ. Η πόλη που οι άνθρωποι ετούτοι έστησαν με πείσμα στην αδειανή γη. Η ζωή που δημιούργησαν, τα θέατρα, τα πάρκα, τα εργοστάσια, η κοινωνικότητα που απολαμβάνουν. Οι θυσίες και η περηφάνια που νιώθουν επειδή τα μόνα στηρίγματα που είχαν, ήταν η επινοητικότητα και η επιμονή. Οι θυσίες που έκαναν, ακόμα και οι αποτυχίες ή οι διαψεύσεις που δεν περίμεναν. Όλα ετούτα έγιναν εφικτά επειδή όσοι έζησαν εδώ, πίστεψαν στη συλλογικότητα ενός «οράματος», που διακήρυσσε την αφοσίωση στον άνθρωπο με την ιδιότητα του πολίτη. Εδώ, λοιπόν, στη Γιουργκά αυτό το «όραμα» είχε νόημα και αποτέλεσμα. Και παραμένει ζωντανό κόντρα στην αχρειότητα της όποιας εξουσίας. Είναι αυτή η σχεδόν αντιφατική πραγματικότητα που συμβολίζεται στο πρόσωπο του Μπρέζνιεφ. Είναι μια υπόσχεση που κρατήθηκε μολονότι διαψεύστηκε. Ένα επίτευγμα για το οποίο αξίζει να καμαρώνει κανείς, αν και στο τέλος απέτυχε. Μια ιστορία στην οποία δένονται με αναπόσπαστο τρόπο, τα ιδανικά και τα εγκλήματα. Στα χρόνια του Μπρέζνιεφ η Γιουρ��κά ευημέρησε και υπέφερε. Αγόρασα τις παλιές φωτογραφίες της πόλης σε κάποιο από τα παλαιοβιβλιοπωλεία του Νοβοσιμπίρσκ, που στα ρωσικά λέγονται «Μπουκινίστ». Η ζωή του Ιβάν Σμίκοβ είναι αληθινή.

* Το «μαύρο κουτί» στη ζωή ενός ηγέτη. Το «Κουτί Σμίκοβ», ένα καλά κρυμμένο μυστικό στην ταραχώδη πολιτική διαδρομή του Λεονίντ Μπρέζνιεφ.


8 XPI™TO™ A™TEPIOY *Τζόνι Κας

«Θα σου πω τι σημαίνει για μένα αυτό το τραγούδι. Το τραγούδησαν στην κηδεία του αδελφού μου, του Τζακ που σκοτώθηκε σε ατύχημα το 1944. Από τότε το κομμάτι σημαίνει πολλά για μένα. Ήμουν 12 ετών όταν συνέβη και ήταν απαίσιο. Ήταν ο αδελφός μου, ο καλύτερός μου φίλος». Έτσι περιγράφει ο Cash το «When the roll is called up yonder», ένα παραδοσιακό gospel τραγούδι από το άλμπουμ «My mothers hymn book» που κυκλοφόρησε το 2004 λίγο καιρό μετά τον θάνατό του. Όπως όλα τα κομμάτια της τελευταίας περιόδου είναι κι αυτό φορτισμένο, ειλικρινές, βαθύ. Η φωνή του Cash παρά τα προβλήματα υγείας ακούγεται εδώ απόλυτα δυνατή, σε κάθε περίπτωση καλύτερη από ποτέ. Όλοι οι τελευταίοι δίσκοι με παραγωγό τον Rick Rubin αναδεικνύουν πίσω από το πρώτο επίπεδο της κάντρι και μια ανέλπιστη δωρικότητα καθιστώντας απολαυστικές τις νότες που βγαίνουν από το στήθος του. Κάθε λέξη, κάθε στίχος τραγουδιέται από έναν άνθρωπο όλο σημάδια και ψυχικές ουλές, ωστόσο απλό και ουσιώδη. Ο cowboy αυτός, στα δυσμάς της ζωής του δεν είναι πια ο αψύς άντρας της ενδοχώρας, ο γεροδεμένος έφιππος με το λάσο. Είναι ένας κατασταλαγμένος σοφός, ένας τυφλός Τειρεσίας που τείνει το χέρι προς μιαν άλλη μουσική, την οικειοποιείται, την αφομοιώνει και την κάνει τελικά δική του. Υπάρχει μια άχνα ματαιότητας βεβαίως σε όλα αυτά, η σούμα λίγο πριν την αυλαία, αλλά μαζί και μια διάχυτη θρησκευτικότητα, ένας τραχύς προτεσταντισμός που δίνει ραντεβού στα πεδία μιας νέας ζωής. Ο κύκλος κλείνει, λοιπόν, με την επιστροφή στα gospel που ο Cash τραγουδούσε την πρώτη του περίοδο, χοντροκομμένος χωριάτης ακόμα, έξω από τα studio της Sun. Ο κύκλος κλείνει, το φίδι δαγκώνει την ουρά του, we ‘ll meet again, i dont know where and i dont know when… Επέλεξα να γράψω για τον Cash μπλεγμένος στο πέπλο της γοητείας του, χωρίς την απαιτούμενη απόσταση με άλλα λόγια και χωρίς την απαραίτητη ψυχραιμία. Είναι ίσως η πρώτη φορά που άρχισα να ασχολούμαι τόσο έντονα με την αμερικανική κουλτούρα μιας και όλη αυτή την παράδοση που μάθαμε μέσω του Dylan, εννοώ κυρίως τον Woody Guthrie και τον Leadbelly, την είχα προσπεράσει με την έπαρση Ευρωπαίου που δεν βλέπει στο πάντσο τίποτα άλλο πέρα από το φολκλόρ της εκεί επαρχίας. Στον Cash τα πράγματα σοβαρεύουν όταν πιάνει το Evening Train του Hank Williams, είναι σαν να βυθίζεσαι σε μια ενδιαφέρουσα πατριδογνωσία όσο ανοίγεται μπροστά σου το συναξάρι μιας άλλης κουλτούρας που αγνοούσες. Και άλλα πολλά. Ο αφηγητής στο διήγημα είναι ένας έγκλειστος που περιμένει το ξημέρωμα μπροστά στα κάγκελα του κελιού του. Στις ώρες της αγρύπνιας εξομολογείται στο νυσταγμένο και μάλλον αδιάφορο δεσμοφύλακα τους σημαντικότερους σταθμούς της σύντομης ελεύθερης ζωής του, μέχρι το φόνο του παραλίγο πεθερού του δηλαδή. Στις δυσκολίες και τα στραβοπατήματα μιας μονότονης ζωής στους δρόμους του Σακραμέντο ο Cash παραμονεύει με την κιθάρα έτοιμος να πάρει θέση, να ξεσηκώσει, να παρασύρει, να παρηγορήσει, να επιτεθεί. Τα τραγούδια του είναι για τον έγκλειστο η δύναμη που τον κρατάει ζωντανό. Οι αναμνήσεις του από τη συναυλία στη φυλακή του Folsom έχουν την ίδια βαρύτητα μ’ εκείνη του φόνου, στη ζυγαριά της μνήμης του καμιά δεν υπολείπεται της άλλης σε σημασία. Η μουσική του Cash μετουσιώνεται σε χυμό, τρέχει στις φλέβες του κατάδικου και τον κρατά ζωντανό με την πικρή ελπίδα της δικαίωσης. Μπαμ, μπαμ, μπαμ: ο ήχος της μπερέτας απαλύνεται από τη μελωδία του I walk the line. Σοφότερος κι ο κατάδικος πια, έχει αποδεχτεί την πορεία των πραγμάτων και η αποδοχή αυτή δεν είναι μοιρολατρία, παρά μια νιτσεϊκή δεξίωση αυτού που αναπόφευκτα έρχεται. «Είμαι έτοιμος, να μην ανησυχείς καθόλου», λέει στο δεσμοφύλακα. «Είμαι έτοιμος». Στη μοναξιά της τελευταίας νύχτας ο cowboy θα φτάσει πάνω σε μαύρο άλογο για να τον πάρει.

* Iανουάριος του 1968. Φυλακή του Φόλσομ. Ένας κατάδικος ακούει το ίνδαλμά του, τον Τζόνι Κας, να λέει ένα δικό του τραγούδι.


* Ιδανικοί αυτόχειρες δεν ξέρει αν υπάρχουν, ιδανικά επώνυμα σίγουρα. Γι’ αυτό άλλαξε το δικό του από Τρικαλινός σε Καρυωτάκης.

9

E§ENA MAPOYT™OY *Κώστας Καρυωτάκης

Στην πραγματικότητα δεν ήταν ο Καρυωτάκης το έναυσμα για αυτό το διήγημα αλλά ο τίτλος ενός από τα ποιήματά του: «Ιδανικοί αυτόχειρες». Στο διήγημα οι αυτόχειρες γίνονται «δανεικοί» όταν ο αφηγητής αποφασίζει να αλλάξει όνομα και να δανειστεί αυτό του Καρυωτάκη. Μπορεί η πόρτα ενός ονόματος να σε βάλει στο πεπρωμένο κάποιου άλλου; Ποιος πληρώνει το αντίτιμο των ποιημάτων: ο ποιητής ή ο αναγνώστης; Πρόκειται για ερωτήματα που δεν οδηγούν αναγκαστικά στην αυτοχειρία αλλά συχνά εμπνέουν παράξενες ιστορίες σαν αυτήν.


10

BIBIAN EY£YMIO¶OY§OY *Ελένη Βλάχου Η δεκαετία του ’80 έπεσε μάλλον βαριά σε μια παραδοσιακή, δεξιά, αστική οικογένεια η οποία βρήκε στα άρθρα της Ελένης Βλάχου, μια συγκροτημένη διαμαρτυρία αλλά και μια καυστική ειρωνεία για τη νέα τάξη που ήρθε με φόρα στο προσκήνιο. Η «Καθημερινή» όμως, δεν ήταν απλά η εφημερίδα που μαχόταν τον παπανδρεϊσμό και την κουλτούρα του - ήταν ο φορέας μιας γενικότερης γλωσσικής παιδείας, που απεχθανόταν τους νεολογισμούς και θεωρούσε τη γλώσσα αποδεικτικό πολιτικών πεποιθήσεων και κοινωνικής καταγωγής. Έτσι λοιπόν, έμαθα να γράφω και να διαβάζω με την «Καθημερινή» και η εφημερίδα αυτή έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου μέχρι σήμερα. Μικρότερη, θαύμαζα την Ελένη Βλάχου, και η απομυθοποίηση που φέρνει ο χρόνος και η γνώση προσώπων και γεγονότων, δεν έσβησε το θαυμασμό μου αλλά πλέον είμαι και σε θέση να στέκομαι κριτικά απέναντι σε αυτό το θαυμασμό και να αντιμετωπίζω με χιούμορ τα οιδιπόδειά του συμφραζόμενα. Όσο δύσκολο ήταν το πέρασμα στη δεκαετία του ’80 για τους ανθρώπους σαν τον πατέρα μου, άλλο τόσο δύσκολη είναι η επιβίωση για μια φιλελεύθερη σαν και μένα στο σημερινό ελληνικό πολιτικό τοπίο, όπου κυριαρχεί η αριστερή μπουρδολογία και μυθολογία. Η άποψη της ηρωίδας ότι «σ’ αυτή τη χώρα αν δεν είσαι αριστερός, δεν γίνεσαι τίποτα», είναι εν πολλοίς αληθής, τουλάχιστον εγώ έτσι το έχω βιώσει και νομίζω πως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που έπεσα στα βαθιά νερά του ελεύθερου επαγγέλματος και ιδιαίτερα της διαφήμισης, όπου η πνευματική παραγωγή αποτιμάται επακριβώς από την αγορά. Παράλληλα δεν μπορεί κανείς παρά να στέκεται κριτικά στη Δεξιά μιας ολόκληρης εποχής, στον καραμανλισμό και στον εστετισμό των Βλάχων. Μπορεί η Αριστερά να ζει στο φανταστικό της κόσμο αλλά και η Δεξιά ήταν αβάσταχτα ελαφριά και ανόητη. Η ηρωίδα έχει μια εμμονή με τους αριστερούς εραστές και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σαφής αναφορά στη συνήθεια της Ελένης Βλάχου να προσλαμβάνει στην «Καθημερινή», νεαρούς, αριστερούς δημοσιογράφους πολλοί εκ των οποίων έγιναν και εξαιρετικά γνωστοί, ενώ πολλά λέγονταν για τη σχέση της μαζί τους σε ερωτικό επίπεδο. Και βέβαια ήταν το τεράστιο ζήτημα της αντιπαλότητας Καραμανλή-Βλάχου. Δύο κόσμοι, δυο αισθητικές, δύο πολιτικές παραδόσεις, δύο δυνάμεις συστεγασμένες στο ίδιο κόμμα. Τη σύγκρουση Καραμανλή-Βλάχου τη διαδέχεται η σύγκρουση πατέρα-κόρης: ο πατέρας είναι φανατικός οπαδός του Καραμανλή ενώ η κόρη έχει για ίνδαλμα την Ελένη Βλάχου. Δυο όψεις του ιδίου νομίσματος. Τυχαίνει να ασχολούμαι ενεργά με την πολιτική και ως επαγγελματίας να ασχολούμαι κυρίως με την πολιτική διαφήμιση. Πιστεύω πως είναι αδύνατον να μιλήσεις πολιτικά χωρίς μεγάλες δόσεις χιούμορ και αυτοσαρκασμού. Η έλλειψη αυτών των δύο «τρόπων» είναι που κάνει το λόγο ξύλινο και βαρετό. Στο διήγημα το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός είναι βασικό συστατικό της αφήγησης και όχι τυχαία, με την έννοια ότι κάτι τέτοιο δεν υπαγορεύθηκε από μια εσωτερική ανάγκη, το χρησιμοποίησα συνειδητά ως εργαλείο, ως εκφραστικό μέσο γιατί δεν είναι και δυνατόν να μιλάς εντελώς στα σοβαρά για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα... Όσοι διαβάζουν το διήγημα, με ρωτούν αν είναι αυτοβιογραφικό. Η απάντηση είναι ναι και όχι. Το περιβάλλον που περιγράφει η ηρωίδα, μου είναι απόλυτα οικείο, οι χαρακτήρες των προσώπων όχι. Άλλωστε, ο πατέρας μου, που το διάβασε, είπε ότι το βρίσκει σπαρακτικά ξεκαρδιστικό, κάτι που δεν θα έλεγε ποτέ ο πατέρας της Ωραίας Ελενίτσας...

* Αρθρογράφο στην Καθημερινή φανταζόταν την κόρη του, εβδομαδιαία στήλη σε free press προτίμησε εκείνη. Έτσι έχασε η ελληνική δημοσιογραφία τη νέα Ελένη Βλάχου: από μια κόντρα πατέρα-κόρης.


11

ANTZE§A ¢HMHTPAKAKH *Σιμόν Ντε Μποβουάρ

* Το δράμα της μαμάς του σύγχρονου φεμινισμού: να μη θέλει παιδιά και να ’χει γεμίσει η Ευρώπη με Κόρες της Σιμόν.

Όταν μου ζητήθηκε από τον Κέδρο να συμμετάσχω σε μια συλλογή όπου τα διηγήματα θα είχαν θέμα ένα διάσημο πρόσωπο το οποίο θα ήταν επιλογή του συγγραφέα, ένιωσα μάλλον αμήχανα. Πολύ απλά, δεν υπήρχε κανένα διάσημο πρόσωπο για το οποίο ήθελα να γράψω, κυρίως επειδή ο κόσμος μου, όπως ο κόσμος όλων, βρίθει διασημοτήτων. Ο Τύπος, η τηλεόραση, τα λεωφορεία-κινούμενες διαφημίσεις με βομβαρδίζουν καθημερινά με διασημότητες. Δηλαδή celebrities. Η διασημότητα, ως κατάσταση και τρόπος μισερής παρα-επικοινωνίας, είναι το στοιχείο που ενώνει τον πρόεδρο Μπους, τον Μπαράκ Ομπάμα και τον Μπιν Λάντεν, τη Μαρία Κάλλας και την Κριστίνα Αγκιλέρα, τον εκάστοτε νικητή του Big Brother και τη Μητέρα Τερέζα. Η διασημότητα, ως ύπαρξη σε μορφή επικερδούς φυσαλίδας, ως επ’ άπειρον πολλαπλασιαζόμενη, πλην ιδεολογικά πολλά υποσχόμενη επιφάνεια, ευθύνεται για την αποτύπωση του ταλαίπωρου κεφαλιού του Τσε Γκεβάρα σε μπλουζάκια, πιατάκια και βρακάκια. Το ουσιαστικό «διασημότητα», δηλώνοντας το πρόσωπο αλλά και την κατάσταση, μου φέρνει πάντα στο νου τη γελοία πλευρά του Άντι Γουόρχολ αλλά και το ρητό για το χρήμα που πολλοί εμίσησαν, τη δόξα ουδείς. Τη δόξα; Απορώ πώς θυμήθηκα αυτή τη λέξη – μια ακόμη έννοια παλαιάς κοπής που έχει εκτοπίσει πλήρως η πιο φαντασμαγορική φανφάρα της διασημότητας. Η διασημότητα ήταν, είναι και θα είναι το απόσταγμα της Κοινωνίας του Θεάματος, για να θυμηθούμε με την ευκαιρία τον μακαρίτη Γκι Ντεμπόρ, ούτως ειπείν η ευρεία κυκλοφορία του ανθρώπου ως εμπορευματοποιημένη εικόνα. Το χαμόγελο της Μέριλιν Μονρόε. Το μαλλί του Κερτ Κομπέιν. Το φρικτό χρυσό άγαλμα της Κέιτ Μος που παρήγγειλε και εκθέτει περήφανα το Βρετανικό Μουσείο. Ναι, το Βρετανικό Μουσείο ενέδωσε και μοστράρει πλέον πανάκριβα αγάλματα διάσημων φωτομοντέλων. Μια νεαρή, ισχνή γυναίκα με τα πόδια πίσω από τα αφτιά της, δήθεν σε πόζα γιόγκα, ως ολόχρυσο, πανάκριβο γλυπτό φαραωνικών προδιαγραφών, φαίνεται να είναι το essence της διασημότητας. Δηλαδή έλεος. Κατόπιν πονηρής και μελαγχολικής σκέψης έστειλα στον Κέδρο την ιδέα μου. Θα έγραφα για τη Μαίρη Ουόλστονκραφτ – αγγλιστί Mary Wollstonecraft. Στο αφελές μυαλό μου η τραγική μητέρα της Μαίρη Σέλι και συγγραφέας του πρωτο-φεμινιστικού κειμένου A Vindication of the Rights of Women (1792) ήταν διάσημη. Μια γυναίκα πασίγνωστη για τις ρηξικέλευθες ιδέες της μου είχε φανεί ικανό αντίδοτο στο μισογυνισμό που προδίδει το ντουέτο «διασημότητα» και «θέαμα». Αμ δε� Ουδόλως θα έγραφα για τη Μαίρη Ουόλστονκραφτ διότι, όπως πληροφορήθηκα, δεν ήταν αρκετά... διάσημη. Περιττό να προσθέσω ότι η γνώμη μου για τη «διασημότητα», δεν βελτιώθηκε καθόλου μετά απ’ αυτό. Αποφάσισα ωστόσο να επιμείνω: Σημασία είχε να έγραφα για μια διάσημη φεμινίστρια, ένα υποκατάστατο έστω της αρχικής μου επιλογής. Και μετακινούμενη από το 18ο στον 20ό αιώνα καθώς και από την Αγγλία στη Γαλλία, βρέθηκα αντιμέτωπη με τη μόνη δυνατή επιλογή: τη φιλόσοφο Σιμόν ντε Μποβουάρ, συγγραφέα του περίφημου Δεύτερου Φύλου (1949). Αυτή τη φορά η επιλογή μου έγινε δεκτή: δεν υπήρχε αμφιβολία, η φίλη του Σαρτρ ήταν διάσημη. Χώρια που κατά σατανική σύμπτωση το 2008 την είχαν θυμηθεί κι οι πέτρες καθώς ήταν τα εκατοστά της γενέθλια. Πολύ ωραία λοιπόν. Και τι είχα να πω εγώ για την Μποβουάρ, τη στιγμή που το Δεύτερο Φύλο το περνούσα πάντα ολίγον τι βιαστικά στα «εισαγωγικά» του μαθήματός μου για τον σύγχρονο φεμινισμό στην τέχνη; Η ερώτηση που μόλις έθεσα, είναι δύσκολο να απαντηθεί. Τουλάχιστον εγώ αδυνατώ να την απαντήσω. Χωρίς ακόμη να είμαι σίγουρη για το «τι» είχα να πω, προτιμώ να αναφερθώ στο «πώς» το είπα. Μερικές μέρες έρευνας στο θέμα Μποβουάρ ήταν αρκετές να μου προκαλέσουν τη γνωστή «συγγραφική ταχυπαλμία»: το αίσθημα ότι εκεί που δεν περίμενες τίποτα, ξαφνικά έχεις μπροστά σου τα πάντα. Το θέμα Μποβουάρ έδειχνε ανεξάντλητο: διαβάζοντας διάφορες βιογραφίες ήμουν συνέχεια έτοιμη να βάλω τα κλάματα από την ένταση που απέπνεαν. Η φιλοσοφική της σκέψη μου φάνηκε ξαφνικά απόλυτα σύγχρονη. Τα θέματά της, ειδικά η ενασχόληση για την τρίτη ηλικία, άνοιγαν ορίζοντες, όχι απλώς δρόμους. Η βασική μου απορία ήταν: γιατί δεν τα είχα διαβάσει νωρίτερα όλα αυτά; Από τι ή από ποιον είχε επισκιαστεί η Μποβουάρ; Το διήγημα που έγραψα, φθονώντας την για την υπέροχη, ατρόμητη ζωή της και ευγνωμονώντας την παράλληλα για ό,τι μου είχε δώσει, πραγματεύεται την Μποβουάρ ως τόπο αντίφασης: Η διαύγεια και πρωτοτυπία της σκέψης της από τη μία πλευρά, η κλασική γυναικεία μοίρα της ετεροσεξουαλικής ερωτικής υποταγής. Μ’ ενδιέφερε να δω αυτά τα θέματα μεταφερμένα στο σήμερα, σε μια νέα γυναίκα που μέσα από τη σπουδή της Μποβουάρ, μέσα από τη φιλία, το σεξ, το χιούμορ, κατανοεί την περιπλοκότητα της δικής της ζωής όπου, δύο γενιές μετά, εξακολουθεί να ισχύει το γνωστό soundbite της φιλοσόφου Σιμόν: η γυναίκα δεν γεννιέται, γίνεται.


Φωτο: ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ

* Οι ωραίοι άντρες σαν τον Τζουντ Λο είναι σαν τον καρκίνο. Σε τρώνε μέρα νύχτα.

ANTøNH™ °EøP°IOY *Τζουντ Λο Ο Τζουντ Λο, ένας κινηματογραφικός σταρ της εποχής μας, είναι απλώς η επιλογή της ηρωίδας του διηγήματος. Θα μπορούσε να ήταν και οποιοσδήποτε άλλος, συμπαθούσε ιδιαίτερα και την Τζούλια Ρόμπερτς, αλλά ο Τζουντ ήταν που εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή. Μια δύσκολη για εκείνην ώρα. Της φάνηκε σαν από πορσελάνη, σαν κάτι όμορφα μπιμπελό. Ολόκληρος άντρας και τι άντρας, αλλά από την άλλη μπορούσε και έκλαιγε. Έστω και σε μια ταινία. Και εκείνο το βλέμμα του την ταξίδευε. Τον ήθελε να έρθει να σκεπάσει το φόβο της αλλά και εκείνη ήταν πρόθυμη να τον αγκαλιάσει, να κρύψει τη γύμνια του από τα μάτια του κόσμου όλου. Πώς είναι άραγε να είσαι ένα σύγχρονο ΟΝΟΜΑ τέτοιας εμβέλειας με εκατομμύρια ιστοσελίδες αλλά και τη ζωή σου την ίδια απλωμένη στο Ίντερνετ; Πώς μπορεί ένα τέτοιο ΟΝΟΜΑ, να γίνει μέρος της καθημερινότητας μιας ανώνυμης που ζει σε ένα μικρό σπίτι στην Κύπρο; Πώς αυτή η ανώνυμη κατάλαβε ότι ένας τέτοιος Τζουντ Λο δεν της είναι αρκετός; Και αν είσαι τυχερός, τι μπορείς να δεις να ανθίζει ακόμα, στην αμμουδιά της Λεμεσού;

12


13

¶ANO™ T™IPO™ *Κορνήλιος Καστοριάδης

Ενώ σκεφτόμουν γιατί διάλεξα να γράψω για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, μου ’ρθε το παρακάτω περιστατικό. Αθήνα, 1989. Σε κατάμεστη αίθουσα της Παντείου αναμένουμε από στιγμή σε στιγμή τον διάσημο φιλόσοφο. Είμαι εκεί, το βράδυ της αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα. Στέκομαι στην είσοδο. Κόσμος πολύς, έχουν έρθει να τον δουν από κοντά, πέφτουν πάνω μου. Περνάει από μπροστά μου. Κοντός, καραφλός. Νομίζω πως μου χαμογελά. Ύστερα ακούγεται τραγούδι χορωδίας. Σηκώνω το κεφάλι να δω. Κοιτά κι αυτός ψηλά. Στο υπερώο, γυναίκες στα λευκά τραγουδούν αναγεννησιακό ύμνο. Με ξανακοιτάει. Κουνάει το κεφάλι κοροϊδευτικά. Και κατευθύνεται προς το βάθρο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον είδα από κοντά. Μερικές μέρες μετά θα μιλούσε σε αμφιθέατρο της Νομικής. Θέμα της ομιλίας του «Η σημασία της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας για μας σήμερα» ή κάτι τέτοιο. Ξαναπήγα. Γινόταν πάλι το αδιαχώρητο. Τα έδρανα όλα ασφυκτικά γεμάτα, κόσμος να κάθεται ακόμα και στο πάτωμα, να φτάνει μέχρι έξω από την αίθουσα. Τέλος πάντων κατάφερα να τρυπώσω μέσα και να πιάσω μια γωνία. Μιλούσε στο μικρόφωνο χειρονομώντας έντονα, φωνάζοντας δυνατά, με άλλα λόγια το ζούσε. Όταν τελείωσε, δόθηκε το μικρόφωνο στο κοινό για ερωτήσεις. Από χέρι σε χέρι. Οι περισσότεροι που μίλησαν, ήταν ευπρεπείς. Κάποια στιγμή έπιασε το μικρόφωνο κάποιος με μακριά μαλλιά, ντυμένος στα μαύρα. Σηκώθηκε, φαινόταν νευριασμένος. «Λέτε τόση ώρα για την αρχαία ελληνική δημοκρατία και ούτε μια κουβέντα για τους δούλους. Πώς την ονομάζετε δημοκρατία αφού υπήρχαν δούλοι;». Ο Καστοριάδης απάντησε ήρεμα: «Συγκρίνω την αθηναϊκή δημοκρατία με τα υπόλοιπα πολιτεύματα της εποχής. Όλα είχαν δούλους. Κανένα όμως δεν είχε δημοκρατία -εκτός από την Αθήνα». Ο τύπος, φαίνεται, δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση και επέμεινε. Δίπλα του σηκώθηκε άλλος ένας. Δεν χρησιμοποιούσαν πια μικρόφωνο. Φώναζαν, και σηκώθηκε κι άλλος, κι ύστερα κι άλλος. Τους απαντούσε αλλά δεν ικανοποιούνταν. Ντυμένοι στα μαύρα, μακριά μαλλιά, φουλάρια. Φώναζαν για τους δούλους. Πώς το ανέχεται δηλαδή και δεν λέει τίποτα και αποσιωπά το γεγονός. Ο Καστοριάδης τσαντίστηκε. Άρχισε να φωνάζει κατακόκκινος. «Τι θέλετε επιτέλους να κάνω με τους δούλους; Αφήστε με ήσυχο με τους δούλους επιτέλους».

* Φτυστός ο Καστοριάδης, δεν είναι έτσι; Ήταν τόσο συνεπαρμένος από τον αγαπημένο του φιλόσοφο που νόμιζε ότι ήταν η μετεμψύχωσή του.


R

E

A

L

S

T

O

R

I

E

S

ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΛΙΝΑΣ - «POST LOVE»

To εξώφυλλο είναι δημιουργία της Ιωάννας Παττίχη

ΥΓ. 18/01/2009 ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΚΔΟΤΗΣ-ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ

Αν είμαστε έτσι καλά μ’ αυτή την αγάπη που πότε σωπαίνει και πότε μιλά. Μπορούμε να μπούμε σε πλοία και τρένα να δούμε πολλά ή κανένα. Αν είμαστε έτσι γεροί και νιώθουμε ωραία που είπαμε όχι σε τόσα μπορεί. Υπάρχει ένας χρόνος στ’ αλήθεια μεγάλος να ζει για τον έναν ο άλλος. Αν είμαστε έτσι ζεστά και κάνουμε αστεία στη μέση του δρόμου στον κόσμο μπροστά. Δεν ξέρω τι άλλο μπορούσα να ελπίζω θα χάσω είχα πει μα κερδίζω.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ ART DIRECTOR ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΤΙΧΗ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΠΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΜΑΡΙΝΑ ΣΙΑΚΟΛΑ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ CHARLIE MAKKOS ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΤΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ OMAΔΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΑΠΑΣ ΜΟΝΙΜΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΡΑΒΑΛΗ ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ΜΑΡΙΑ ΜΑΣΟΥΡΑ FILEP MOTWARY ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΠΑΡΣΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΜΑΖΗΣ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΛΛΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΕΛΛΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΟΥ ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΑΤΑΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ

(Για τη Μαρία, τον Νικόλα, ��η Στεφανία, τον Γιωργάκη, τον Τάσο, τον Αντρέα, την Έφη, τον Άγγελο, την Τριάδα, τον Κώστα, τον Αντώνη, τον Νίκο, τον Χαράλαμπο, την Ελένη, τον Γιαννάκη, την Αγνή, την Άννα, τον Αντώνη - τη μεγάλη μου οικογένεια. Και σε αυτούς που δεν μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Επίσης για την Άντρη, τον Παντελή, τη Γιώτα, τον Αυξέντη και για όσους τρομάζουν με κάποιες στήλες. Για να πάει καλά η χρονιά. Να έχει λιγότερες καταστροφές και να μυρίζει ηλιοτρόπιο, δηλαδή να γυρνάει όπου πάει ο ήλιος. Στον ουρανό που δεν θα ’χει σύννεφα. Το πιστεύεις;).

30

ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ & ΕΚΤΥΠΩΣΗ: PROTEAS PRESS LTD Σε αυτό το τεύχος συνεργάστηκαν δημιουργικά οι:

Σπύρος Στάβερης Χρήστος Αστερίου Νίκος Βλαντής Αντώνης Γεωργίου Άντζελα Δημητρακάκη Βίβιαν Ευθυμιοπούλου Κώστας Κατσουλάρης Λένα Κιτσοπούλου Εύη Λαμπροπούλου Έλενα Μαρούτσου Ντορίνα Παπάλιου Δημήτρης Σωτάκης Πάνος Τσίρος Χρυσόπουλος Χρήστος

* Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Κέδρος για την συνεργασία. Επίσης σημειώνουμε πως στο βιβλίο ΟΝΟΜΑΤΑ που ήταν και η αφορμή γι’αυτό το Υστερόγραφο, οι συγγραφείς, είναι 14 αλλά δυστυχώς δεν στάθηκε δυνατόν να έχουμε και την συμμετοχή της κ. Γαλάτειας Ριζιώτη. Θα ήταν όμως παράλειψη να μην αναφέρουμε πως ανήκει στην ομάδα των ΟΝΟΜΑΤΩΝ.

Μας ενδιαφέρουν τα δικά σας Υστερόγραφα. Οι δικές σας ιδέες για θέματα και οι δικές σας απόψεις. Τα περιμένουμε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: eleni.xenou@phileleftheros.com



Ysterografo Magazine_Issue 132