Page 1

ΕΚΚΡΕΜΕΣ

Ο , τι θ ελω να μ ο ιραστ ω

ΣΧΟΛΗ .. ΜΩΡ IΤΗ

ΜΑΘΗΤ ΙΚΗ ΚΟΙ ΝΟΤΗΤΑ ΛΥΚΕΙΟ Υ

ΙΟ ΥΝ ΙΟ Σ 2 0 1 3 • τευχος

2


Αναστασάκου Λένα (ΙΒ2) Αντύπα Μαρία-Αθηνά (Α1) Βαρελίδη-Στρατή Θεοδώρα (ΙΒ1) Διαμαντοπούλου Κατερίνα (Β1) Ζημιανίτη Ιωάννα (Α5) Ζούλη Δήμητρα (Α1) Κουρσιούνη Μαρία-Άννα (Β2) Λουΐζου Έμιλυ (ΙΒ2) Μαρή Δομνίκη (Β1)

Μαριδάκη Ζήνα (Γ2) Ντέγκας Σωτήρης (Α5) Πανοπούλου Στέλλα (Γ2) Παπαδούδης Θάνος (Β2) Ραβαζούλα Μαρία (Α2) Σούρα Μαρίσσα (Β3) Τζανετοπούλου-Χρυσού Ήβη (Γ1) Τσουβελεκάκη Έλυα (ΙΒ1) Χριστοδουλάκη Μιχαέλα (ΙΒ1)

Δαλακούρας Γιώργος (ΙΒ2) Δελενίκας Δημήτρης (ΙΒ2) Δουκάκης Θάνος (ΙΒ1) Ευστρατιάδη Πόλυ (ΙΒ1) Ζούλης Ραφαήλ (Α3) Ηλιόπουλος Πάνος (ΙΒ2) Κεχριμπάρη Νίκολα (Α2) Κωνσταντινίδης Πέτρος (ΙΒ2)

Νομικός Φιλήμων (Α5) Πάργα Άννα (Β1) Παπαδάτου Ειρήνη (Γ1) Ρήγα Ναταλία (Γ1) Ρομποτή Τατιάνα (Γ4) Ρούσση Μαρία (Β1) Στροφύλλα Αριάδνη (ΙΒ2) Τρανός Ιάσων (ΙΒ2)

Άλκηστη Βολονάση (ΙΒ2)

Νίκος Αντερριώτης

Επιμέλεια Εικαστικού

Κεντρικό Συντονισμός Κοινοτικό Ύλης Σχεδιασμός Συμβούλιο Επιμέλεια Εξωφύλλου Λυκείου

Συντακτική Ομάδα Λυκείου

2

Γιωλένα Τουλιάτου

• Ευχαριστούμε το τμήμα Visual Arts του ΙΒ της Σχολής Μωραΐτη για την παραχώρηση του έργου του εξωφύλλου. • Η αναπαραγωγή του φωτογραφικού υλικού και των εικόνων που συνοδεύουν τα κείμενα προορίζεται μόνο για εκπαιδευτικούς σκοπούς και για περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.


3

Περιεχόμενα

Οι τοίχοι γράφουν τη δική τους ιστορία...............................................................................................4-5

Οι τοίχοι γράφουν τη δική τους ιστορία • Ελεύθερη μέσα στους τοίχους μου........................................................................................................6 • Freedom...............................................................................................................................................................7 • Νομίζω πως ακούω τον ήχο της φωνής σου................................................................................8-9 • Τι κι αν είμαστε η γενιά που γράφει στους τοίχους;.......................................................................10 • Συνθήματα και Γκράφιτι στην οδό Πανεπιστημίου.........................................................................11 • Fear.......................................................................................................................................................................12 • Τα όνειρά μου έσβησα με ασβέστη και μπογιά...............................................................................13 • Σ’αγαπάς;............................................................................................................................................................14 • Σ’αγαπώ..............................................................................................................................................................15 • Όταν μιλούν οι αφίσες..........................................................................................................................16-17 • Χωρίς εσένα..............................................................................................................................................18-19 • Ο θεός στην Αφρική δεν υπάρχει, ε;...................................................................................................20 • Το πρόσωπό σου παράθυρο στο χάος...............................................................................................21

Ό,τι θέλω να μοιραστώ • Συναίσθημα φόβου......................................................................................................................................22 • Η απιστία............................................................................................................................................................23 • Η συμφωνία.....................................................................................................................................................24 • 150 χρόνια Κ. Π. Καβάφης.......................................................................................................................25 • Μια ξεχωριστή δράση στα Εξάρχεια............................................................................................26-27 • Πανηγύρι 2013/από τα παρασκήνια........................................................................................... 28-29 • Πανηγύρι 2013...................................................................................................................................... 30-31 • Το τέλος και η αρχή.............................................................................................................................32-33

Βγήκαμε και είδαμε • “Ζ”.........................................................................................................................................................................34 • “Fame”................................................................................................................................................................35 • “Οι Άθλιοι”................................................................................................................................................36-38 • “Δαίμονες”........................................................................................................................................................39


4


5

Οι τοίχοι γράφουν τη δική τους ιστορία Περπατώντας στους δρόμους κάθε πόλης, τα μάτια μας αντικρίζουν κάθε είδους συνθήματα να κοσμούν τους τοίχους της. Συνθήματα πολιτικά, συνθήματα κοινωνικά, συνθήματα για τον έρωτα, την αγάπη, τη στιγμιαία σκέψη που έχει ανάγκη να δημοσιοποιηθεί. Η σύγχρονη ιστορία, το συναίσθημα του σήμερα καταγράφεται και στους δρόμους των πόλεων. Κάθε σύνθημα μεταφέρει ένα μήνυμα. Και οι περαστικοί είτε απλώς προσπερνούν είτε λαμβάνουν το μήνυμα και προσπαθούν να το κατανοήσουν, να το αποκωδικοποιήσουν. Τέτοια συνθήματα αποτελούν το κεντρικό θέμα του τεύχους που κρατάτε στα χέρια σας. Καθένας από μας, επιλέγοντας τον δικό του επικοινωνιακό τρόπο, εμπνέεται από αυτά και γράφει. Κάθε τίτλος κι ένα σύνθημα, μία ιστορία, μία αφορμή για σκέψη και προβληματισμό. Ευχόμαστε ένα υπέροχο καλοκαίρι για όλους.

Εκκρεμές Συντακτική Ομάδα Λυκείου Ιούνιος 2013


6

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Ελεύθερη

μέ σ α σ τ ο υ ς τοί χ ο υς μ ο υ. . .

Τέσσερις τοίχοι, ένα τέλειο τετράγωνο και στη μέση εγώ, συμμετρική απέναντι στα τείχη μου. Ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο. Κανείς δεν μπαίνει, τίποτα δεν βγαίνει από εδώ, ούτε καν η φωνή μου. Η μόνη παρέα η ηχώ μου. Πάντα συμφωνεί με τις σκέψεις μου. Ωστόσο, όταν εκνευρίζομαι, μου φωνάζει και χτυπάει στους τοίχους, φτιάχνοντας τη μελωδία της μοναξιάς μου. Ακολουθεί πάντα τον ίδιο ρυθμό, συγχρονίζεται με το χτύπο της καρδιάς μου, που συνοδεύει τα βαριά βήματά μου στο πάτωμα, σε αυτά τα φθαρμένα γκρι πλακάκια. Τη νύχτα ξαπλώνω με την πλάτη μου σε κάποιον τοίχο και μοιράζομαι τα παραμύθια μου. Αναπλάθω τη ζωή μου, παραποιώντας την αλήθεια. Εκείνος ακούει σιωπηλά χωρίς διακοπές και, όταν αρχίζω να κλαίω, με στηρίζει να μην πέσω στο κενό. Πάντα στήριγμα κάτω από τα πόδια μου, κάτω από τις σκέψεις μου. Το πρωί έρχεται ο καλεσμένος μου. Το φως ζεσταίνει την πλάτη μου, προσκαλώντας τη σκοτεινή φιγούρα στον τοίχο. Είναι μια κοπέλα, πάντα πιο ψηλή απο μένα, που με ακολουθεί παντού. Μου αρέσει να παίζω μαζί της, γιατί, καθώς κουνιέται, αλλάζει μορφές και εγώ προσπαθώ να μαντέψω τι παριστάνει. Μου εμπιστεύτηκε ότι οι περισσότεροι δεν την συμπαθούν, γιατί αιφνιδιάζει με την παρουσία της, γιατί μεγεθύνει την εικόνα και θολώνει την πραγματικότητα. Όμως, εγώ νιώθω ότι αποτελεί κομμάτι του εαυτού μου, αφού πραγματικά με αντιγράφει θαυμάσια ή μπορεί και εγώ να την αντιγράφω –ποιος ξέρει;-. Είναι ο καθρέφτης μου, είναι εγώ μέσα στον τοίχο. Όταν όμως αρχίσει να νυχτώνει, φεύγει τρέχοντας, λέγοντας ότι φοβάται το σκοτάδι και τότε μένω πάλι μόνη. Μόνη μέσα στους τοίχους μου. Αρχίζω να ουρλιάζω προσπαθώντας να κάνω την κραυγή μου να γκρεμίσει τους τοίχους - πιστεύοντας ότι σαν γυαλί ραγίζουν με την θλίψη μου - και τους χτυπάω με όλη μου τη δύναμη. Αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να μελανιάσω τα χέρια μου. Περπατάω πέρα δώθε και ζαλίζομαι μέχρι που προσγειώνομαι με θόρυβο στο πάτωμα. Παγιδευμένη μέσα στους τοίχους της συνείδησής μου, μάταια προσπαθώ να δραπετεύσω. Τι καταφέρνω τελικά; Απλώς μπερδεύομαι στην κορδέλα των τύψεών μου και πληγώνω τον εαυτό μου. Εκείνο τον εαυτό που προσπαθεί να τα καταφέρει σε έναν άλλο κόσμο. Έτσι φυλακίζομαι καλά μέσα στο «εγώ» μου και προσποιούμαι ότι είμαι ελεύθερη. Ελεύθερη μέσα στους τοίχους μου... Μαρίσσα Σούρα Β3


7

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία

Freedom Λένε ότι μία εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις. Σε αυτή τη φωτογραφία, αυτό που ανακάλυψα είναι ότι και μία λέξη αντιστοιχεί με χίλιες εικόνες. Ελευθερία. Περνάνε τόσα πράγματα απ’ το μυαλό μου. Τι είναι ελευθερία; Είναι αξία; Δικαίωμα; Ανάγκη; Έκφραση; Πότε είμαστε ελεύθεροι; Πώς; Η έννοια της ελευθερίας έχει απασχολήσει τον άνθρωπο ήδη από την αρχαιότητα. Ο Αριστοτέλης, αφενός, συνέδεσε την ελευθερία με το δημοκρατικό πολίτευμα, ανάγοντάς την σε βασική της προϋπόθεση. Κατά τον φιλόσοφο, θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, ενώ ως κύριο γνώρισμά της όρισε το δικαίωμα να ζει κάποιος όπως θέλει. Για τον Αριστοτέλη, επομένως, η ελευθερία αποτελεί δικαίωμα και προνόμιο του ανθρώπου. Ο Πλάτων, αφετέρου, κλείνοντας το έργο του Πολιτεία, στο μύθο Περί ψυχής, συνέδεσε την ελευθερία με την έννοια της επιλογής: Η μοίρα δεν θα τύχει σε σας, αλλά εσείς θα επιλέξετε τη μοίρα […] την ευθύνη έχει αυτός που επιλέγει, ο θεός δεν είναι υπαίτιος. Οι αναζητήσεις του ανθρώπου, όμως, γύρω από την ελευθερία δεν σταμάτησαν εκεί. Το ζήτημα προβλημάτισε ιδιαίτερα και τους φιλοσόφους κατά την περίοδο του Διαφωτισμού. Ο Λοκ όρισε την ελευθερία ως φυσικό δικαίωμα κάθε ανθρώπου, ενώ ο Βολταίρος υπερασπίστηκε την ελευθερία της διακίνησης των ιδεών και το δικαίωμα να εκφράζει κανείς ελεύθερα την άποψή του. Ο Ρουσσώ, απ’ την άλλη, υποστήριξε ότι η ελευθερία του ανθρώπου δεν συνίσταται στο να μπορεί κάποιος να κάνει ό,τι θέλει, αλλά στο να μπορεί να μην κάνει αυτό που δεν θέλει. Εδώ, μπορούμε να παρατηρήσουμε μία εντελώς διαφορετική οπτική της ελευθερίας. Για τον φιλόσοφο, δηλαδή, ελεύθερος είναι κάποιος μόνο όταν μπορεί να στηρίξει ως το τέλος την άποψή του και να μην υποκύπτει σε συμβιβασμούς. Για τον Ρουσσώ, η ελευθερία είναι έκφραση και ισοδυναμεί με την ατομική βούληση και την ανατροπή. Με τη Γαλλική Επανάσταση, πάντως, η ελευθερία για πρώτη φορά αρχίζει ουσιαστικά να αποτελεί ζήτημα που δεν απασχολεί μόνο τους φιλοσόφους, καθώς έχει και πρακτική εφαρμογή. Το γεγονός αυτό, θεωρώ, αποτελεί μεγάλη τομή στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς η ελευθερία παίρνει πλέον πραγματικές διαστάσεις στην ανθρώπινη ζωή. Προχωρώντας στη νεότερη ιστορία, η θρυλική πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η οποία σηματοδότησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την επανένωση της Γερμανίας, συνέδεσε την ελευθερία με την επανάσταση, τη δύναμη της θέλησης και την ανεξαρτησία. Με το γεγονός αυτό, αποδείχθηκε ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς ένα νομικό δικαίωμα, αλλά πηγάζει από την ψυχή του ανθρώπου, αποτελεί βασική μας ανάγκη. Από την σύντομη αυτή αναδρομή στην ιστορία, μπορεί κανείς να συμπεράνει πόσο πολυδιάστατη είναι τελικά η έννοια της ελευθερίας. Μέσα στο πέρασμα του χρόνου, τής έχουν δοθεί δεκάδες διαφορετικοί ορισμοί και έχει συνδεθεί με ένα ευρύ φάσμα από ζητήματα. Από όλα τα παραπάνω πάντως, κατέληξα σε ένα συμπέρασμα: η ελευθερία, από κάθε άποψη, αποτελεί διαχρονική αξία και θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης δημοκρατίας και της φιλελεύθερης σκέψης. Σύμφωνα με το 1ο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ, «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα αδελφοσύνης». Η ελευθερία, επομένως, είναι άμεσα συνυφασμένη με την έννοια της ισότητας, καθώς όλοι οι πολίτες έχουν ίσες ευκαιρίες και η βούλησή τους έχει ισάξια βαρύτητα. Βέβαια, σημαντικό είναι να ληφθεί υπ’ όψιν και το δεύτερο σκέλος του άρθρου αυτού. Τα όρια της ελευθερίας αποτελούν ζήτημα τεράστιας σημασίας, καθώς φυσικά είναι δύσκολο να οριστούν. Σύμφωνα με τη σύγχρονη νομική θεωρία πάντως, το δίκαιο καθιστά εφικτό η ελευθερία του ενός να συνυπάρχει με την ελευθερία των άλλων κάτω από κοινώς αποδεκτούς, καθολικούς νόμους. Όλα αυτά με βρίσκουν σύμφωνη στη θεωρία. Αυτό που με προβληματίζει είναι η πράξη. Έχουμε καταφέρει, τελικά, ως τον 21ο αιώνα να εφαρμόσουμε έμπρακτα την ελευθερία; Λέμε ότι ζούμε ελεύθερα. Αλλά ζούμε πράγματι έτσι; Μιλάμε για ελευθερία του λόγου. Δηλαδή, δεν υφιστάμεθα κανένα περιορισμό; Εκφραζόμαστε και οι απόψεις όλων μας έχουν την ίδια αντιμετώπιση; Ακόμα μιλάμε για αλληλοσεβασμό. Εγώ, πάντως, έχω δει και έχω ακούσει αρκετούς να το περιφρονούν ή ακόμα και να το αγνοούν αυτό. Η ανθρωπότητα έχει κάνει μεγάλα βήματα. Στον πολιτισμό, στην τεχνολογία, στην επιστήμη. Έχει μελετήσει και έχει αναλύσει την έννοια της ελευθερίας. Γιατί, λοιπόν, δεν μπορεί να κάνει ένα ακόμα βήμα μπροστά και να κατανοήσει επιτέλους πόσο μεγάλη αξία έχει και πόσο θα ωφελούσε όλους η «έμπρακτη» εφαρμογή της; Προσπάθειες έχουν γίνει κατά καιρούς πολλές. Είναι ανάγκη, όμως, να υπάρξει και μία συλλογική και μόνιμη προσπάθεια της διατήρησης της ελευθερίας. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε μία φράση του Καντ: «Η πράξη χωρίς τη θεωρία είναι τυφλή, αλλά η θεωρία χωρίς την πράξη είναι κενή». Κατερίνα Διαμαντοπούλου Β1


8

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Νομίζω πως ακούω... Πήρα και πάλι το δρόμο προς τα ανατολικά. Μόλις ειδοποιηθήκαμε ότι εκεί έγινε η επίθεση. Όχι ότι δεν το καταλάβαμε δηλαδή. Εδώ και μιάμιση ώρα είχαν αρχίσει οι σειρήνες. Ακούγαμε ένα συνεχές βουητό από φωνές, στριγκλιές και ουρλιαχτά, το οποίο διακοπτόταν από εκρήξεις και βόμβες. Περιμέναμε στην τσίτα να μας δώσουν την έγκριση να επέμβουμε, όταν ηρεμήσει λιγάκι το κλίμα. Βάλαμε τα κουτιά πρώτων βοηθειών και τα φορεία μέσα στα φορτηγάκια και φύγαμε. Κάθε φορά στο δρόμο προσευχόμαστε να μην τύχουμε σε καμιά χειροβομβίδα ή καμιά ομάδα λυσσασμένων. Χτες τον Κάρλο τον πυροβόλησαν. Πέρασε μία σφαίρα μέσα από το ανύπαρκτο τζάμι του συνοδηγού και τον βρήκε στο δεξί του μπράτσο. Τυχερός ήταν… Του την έβγαλα τρεις ώρες μετά. Αλλά δεν μπορεί να πιάσει πλέον νυστέρι. Ούτε καν να δέσει μία γάζα. Δίνει όμως οδηγίες, μιλάει σε τραυματισμένους και ξεχωρίζει τα επείγοντα από τα άκρως επείγοντα… Κατεβήκαμε όταν είδαμε τους πρώτους αιμόφυρτους. Όσους ήταν όρθιοι και όσους ήταν σχεδόν νεκροί τους αφήσαμε εκεί. Προτεραιότητα στα παιδιά…

«Είμαι γιατρός!», φώναξα και σήκωσα τα χέρια μου ψηλά για να μη με φοβάται. Μπήκα μέσα σ’ ένα κτήριο. Όχι απ’ την πόρτα… Δεν υπήρχε. Η μία μεριά του ήταν εντελώς γκρεμισμένη. Σκαρφάλωσα γρήγορα πάνω απ’ τα μπάζα, γνωρίζοντας ότι από κάτω μπορεί να υπήρχαν θαμμένοι άνθρωποι και κοίταξα γύρω μου. Παντού καπνοί και σκόνη. Έβαλα ένα μαντήλι μπροστά από το στόμα μου για να αναπνέω ευκολότερα. Ένιωθα το μέτωπό μου να στάζει και τα ρούχα μου να κολλάνε πάνω στο δέρμα μου. Ασβέστης και στάχτη είχαν καλύψει τα πάντα. Όλα τα έπιπλα ήταν άσπρα. Εκτός από ένα χαμηλό τραπεζάκι. Η μισή επιφάνειά του ήταν καφεκόκκινη. Η άλλη μισή καλυπτόταν από μια γυναίκα. Μάλλον νεκρή. Έτρεξα προς το μέρος της. Ξαφνικά, ένιωσα κάτι μεταλλικό και βαρύ να εκσφενδονίζεται στο κεφάλι μου (ευτυχώς όχι πολύ δυνατά) και στη συνέχεια να προσγειώνεται στο πάτωμα. Μια κατσαρόλα! Μέσα στο κεφάλι μου ηχούσε ο οξύς, τρανταχτός μεταλλικός της ήχος. Ζαλισμένη και παραπατώντας γύρισα να δω ποιος μου επιτέθηκε. Έπρεπε να ήμουν πιο προσεχτική. Πώς δεν το είδα; Ύστερα από 5-6 δευτερόλεπτα, αφού κατάφερα να συνέλθω, διέκρινα σε μια γωνιά, 3-4 μέτρα δεξιά μου, ένα μικρό μελαχρινό αγόρι, όρθιο, να με κοιτάζει δακρυσμένο. Ήταν καλυμμένο από στάχτη και ασβέστη. Το δεξί του πόδι ήταν κατακόκκινο, μες στο αίμα, μάλλον από σφαίρα. Πιθανότατα να του το κόβαμε.

Αυτή ήταν η σημαντικότερη φράση που είχα μάθει στην τοπική γλώσσα. «Είμαι γιατρός!», ξαναφώναξα. Μου έδειξε τη γυναίκα στο τραπεζάκι και πήγε κουτσαίνοντας προς τα κει. Έκλαιγε και μου φώναζε στη γλώσσα του. Εκτός από το ‘’μαμά μου’’, οι υπόλοιπες λέξεις δεν ήξερα τι σημαίνουν. Μου ήταν, όμως, τόσο οικείες. Αυτές τις φράσεις συνοδευόμενες από εκρήξεις και πυροβολισμούς, τις είχα ακούσει τόσες πολλές φορές τον τελευταίο ενάμιση μήνα, που τις είχα μάθει απ’ έξω. Ποτέ, όμως, δεν ζήτησα τη μετάφρασή τους. Και τώρα, τις άκουσα άλλες χίλιες φορές μες στο ουρλιαχτό και το κλάμα του αγοριού, ενώ το έσερνα με τα χίλια ζόρια ως το φορτηγάκι. Μπήκα τελευταία. Κάθισα στο πίσω μέρος, με τα πόδια μου να αιωρούνται πάνω από το έδαφος. Φεύγαμε. Έβλεπα μπροστά μου το δρόμο γεμάτο ανθρώπους, μέσα σ’ ένα σύννεφο από χώμα και καπνό, τραυματισμένους και μη, που προσπαθούσαν να σταματήσουν το φορτηγάκι, παρακαλώντας μάταια να πάρουμε κι άλλους τραυματίες. Αντίκριζες την ελπίδα μες στο βλέμμα τους τόσο αδύναμη, αλλά και τόσο ανυποχώρητη ταυτόχρονα.


9

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία

...τον ήχο της φωνής σου Ξαφνικά, μέσα απ’ το χάος μια γυναίκα πέταξε ένα νήπιο στα χέρια μου. Παραλίγο να πέσω από το φορτηγάκι μαζί με αυτό. Ήταν ένα χλωμό αδυνατούλικο κοριτσάκι, με ξανθές μπούκλες και κάτι τεράστια καταγάλανα μάτια που με κοιτούσαν ορθάνοιχτα, κουρασμένα και μπερδεμένα για ένα ακόμη λεπτό. Ξεψύχησε μέσα στα χέρια μου. Εδώ και δύο χρόνια, ένα μόνο πράγμα υπήρχε που δεν άντεχα με τίποτα να κοιτάζω: η έκφραση όλων αυτών των νεκρών παιδιών. Μια έκφραση που ακόμα και με κλειστά μάτια παρέμενε καθαρή, ανόθευτη: ταλαιπωρημένη, μπερδεμένη, δυστυχισμένη, ανίκανη να καταλάβει το λόγο που συνέβαιναν όλα αυτά. Που έπρεπε οι άνθρωποι να θυμώνουν και να αλληλοσκοτώνονται. Να γίνονται θηρία και να τους παίρνουν τη ζωή από τα χέρια. Ό,τι και να πούνε αργότερα, όποιος ηγέτης και να μιλήσει, αυτά υπήρξαν τα μόνα θύματα του πολέμου. Δεν κατάλαβαν γιατί τα σκότωσαν, γιατί τους πήραν την ευτυχία και τη ζωή από τα χέρια. Ούτε ήξεραν ποιο στρατόπεδο έπρεπε να υποστηρίξουν. Και γιατί να θέλουν να το κάνουν αυτό; Κανείς δεν τους έδωσε την ευκαιρία να επιλέξουν, αλλά όλοι αποφάσισαν ότι έπρεπε να τα σκοτώσουν, για να πραγματοποιηθεί αυτός ο πόλεμος, για να κηρυχθεί η επανάσταση, για να βρεθούν τα πυρηνικά, για να φύγει ο δικτάτορας, για να..., για να..., για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Και όσα συνέδρια, όσες δίκες και να γίνουν αργότερα, όποιοι και να παραστούν εκεί, όποιος και να κατηγορηθεί και να κριθεί ένοχος, κανένας, μα κανένας, δεν θα μπορέσει να αλλάξει την έκφρασή τους τη στιγμή που πεθαίνουν.

Αυτή η έκφραση ήταν το μόνο πράγμα που εδώ και δύο χρόνια με ανάγκαζε να τα παρατάω όλα τόσο συχνά και να γυρνάω πίσω στη Ρώμη. Να ορκίζομαι ότι δεν θα ξαναφύγω ποτέ για εμπόλεμες ζώνες. Ότι όσες ζωές και να σώσω, οτιδήποτε και να κάνω εγώ, αυτά τα μέρη θα παραμείνουν μια κόλαση. Όμως, η έκφραση κάθε νεκρού παιδιού με ανάγκαζε ταυτόχρονα να αναρωτηθώ: γιατί να ζω εγώ και όχι αυτά; Τι είδους άνθρωπος συμφωνεί και πολύ περισσότερο επικροτεί αυτές τις καταστάσεις; Είναι αλήθεια. Μια ζωή την έχουμε. Να μην τη χαρούμε; Γιατί να κάτσουμε να στενοχωρηθούμε για όλα αυτά; Μπορούμε να κάνουμε τόσο ωραία πράγματα στη δική μας ζωή. Πράγματα που 99,9% θα ήταν πολύ λιγότερα, αν δεν πέθαιναν αυτά τα παιδιά. Εξάλλου, πάντα υπήρχαν πόλεμοι και εκμετάλλευση. Και πάντα υπήρχαν θύματα. Μας συμφέρει… Αλλά και να θέλαμε να αλλάξει όλο αυτό, πώς θα το καταφέρναμε; Μόνοι μας δεν μπορούμε… Τζάμπα ο κόπος. Η ζωή μας είναι ωραία. Ένας παράδεισος δίπλα στην κόλαση. Αξίζει να την αλλάξουμε;

Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα το γκρίζο ουρανό, που μέχρι τώρα έβλεπα μέσα από τα γαλανά μάτια του νεκρού κοριτσιού. Με μια απαλή κίνηση του χεριού μου κατέβασα τα βλέφαρά του. Για μένα αξίζει. Γιατί κάθε φορά που καταφέρνω να μείνω δύο μήνες στην κόλαση, τότε τρεις μέρες στον παράδεισο είναι αρκετές για να με πείσουν ότι αυτός δεν είναι φτιαγμένος για μένα.

Μαριάννα Κουρσιούνη Β2


10

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Τι κι αν είμαστε η γενιά

που γράφει στους

τοίχους;

Έχω συχνά προσπαθήσει να καταλάβω τι ωθεί τους ανθρώπους να προσκολλώνται στο ένδοξο παρελθόν της χώρας μας. Πού οφείλεται η εμμονή τους με τον αρχαίο πολιτισμό, η συνεχής τους προσπάθεια να αποδείξουν ότι είμαστε οι συνεχιστές του ελληνικού πολιτισμού, ενός πολιτισμού που διατυμπανίζουν ότι πρόκειται για τον ανώτερο από τους υπόλοιπους στην παγκόσμια ιστορία. Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητώ την απίστευτα μεγάλη προσφορά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού σε επίπεδο επιστημονικό και πολιτιστικό, σε επίπεδο φιλοσοφίας, πολιτικής, παιδείας. Όμως, προσπαθώ να ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω από αυτή την τάση του μέσου Έλληνα. Το μόνο επιχείρημα που φαίνεται να υπάρχει υπέρ των υποστηρικτών της παραπάνω ιδέας είναι ότι η απουσία του σύγχρονου πολιτισμού δεν αφήνει άλλη επιλογή από τη στροφή στον αρχαίο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ως έθνος, ως χώρα δεν παράγουμε πολιτισμό, αλλά μόνο καταναλώνουμε. Δεν υπάρχει τίποτα αξιόλογο σήμερα για να θαυμάσουμε και να προωθήσουμε και ως αποτέλεσμα καταφεύγουμε στο μοναδικό πράγμα που έχουμε μάθει να εκτιμάμε και να εκθειάζουμε: το υπέρλαμπρο παρελθόν μας. Αυτά που μαθαίνουμε στην έκθεση, επομένως, υποστηρίζουν οι αρχαιολάτρες και μοναδική λύση φαίνεται να είναι ο συγκερασμός των στοιχείων του παρελθόντος με τα στοιχεία του παρόντος. Ως καλοί μαθητές αποστηθίζουμε σειρές και σειρές που καταδεικνύουν την ανάγκη να εμπνευστούμε από το παρελθόν για να δημιουργήσουμε το σημερινό πολιτισμό μας. Αυτή, όμως, η άποψη με βρίσκει κάθετα αντίθετη. Αν ο οποιοσδήποτε κάνει τον «κόπο» να ακούσει τα μεγαλουργήματα του Θεοδωράκη, αν αφιερώσει κανείς χρόνο στην ποίηση του Αναγνωστάκη, του Ελύτη, του Σεφέρη, τότε δεν θα χρειαστεί να αποδείξει τη σύνδεσή του με τον Μέγα Αλέξανδρο. Δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα ότι η απουσία πολιτιστικής παραγωγής είναι η αιτία για την ύπαρξη αρχαιολατρών. Αυτή είναι η πολιτιστική παραγωγή των Ελλήνων. Και μάλιστα, κατά την άποψή μου, τα παραδείγματα που προανέφερα δεν αποτελούν την σύγχρονη ελληνική πολιτιστική παραγωγή, αλλά την προγενέστερη. Η μεταπολεμική γενιά δημιούργησε μέσα από τα βιώματά της τον πολιτισμό της. Έτσι και η γενιά μας δημιουργεί μέσα από τα βιώματά της τον πολιτισμό της. Τι κι αν είμαστε η γενιά που γράφει αλήθειες στους τοίχους και που εκφράζεται μέσα από τη χιπ χοπ; Κάθε τι καινούργιο αντιμετωπίζεται με αμφισβήτηση και καχυποψία. Οι αρχαίοι καινοτομούσαν με κάθε τους επίτευγμα. Η μεταπολεμική γενιά έγραφε παράνομα, βρισκόταν υπό διωγμό, εξοριζόταν. Και η δική μας γενιά δέχεται πυρά από παντού.

Κάθε τι διαμορφώνεται από το περιβάλλον του. Αλλάζει ο κόσμος και μαζί του αλλάζουμε κι εμείς. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορώ να καταλάβω την ανάγκη να εμπνευστούμε από το παρελθόν και να ενσωματώσουμε στοιχεία από αυτό στον πολιτισμό μας. Με βάση την πραγματικότητα που ζούμε, που είναι γεμάτη ανασφάλεια, εγκληματικότητα, βία θα ψάξουμε να βρούμε τρόπους έκφρασης και αντίστασης. Όχι για να γίνουμε επαναστάτες χωρίς αιτία, αλλά για να διεκδικήσουμε και να καταφέρουμε. Το ότι τα ακούσματα της μουσικής μας μπορεί να είναι ξένα σε προηγούμενες γενιές, είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αλλάξει. Το ότι δεν νιώθουμε την ανάγκη να δημιουργήσουμε αγάλματα, αλλά αντιθέτως να καταγγείλουμε γράφοντας στους τοίχους, επίσης. Για κάποιους, παλαιότερους, ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία. Για εμάς, οι τοίχοι έχουν τη δική τους ιστορία. Μπορεί να μην καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Αλλά, αναμφισβήτητα, θα έχουμε αφήσει πίσω μας τα πειστήρια της προσπάθειάς μας. Ας δεχτούμε το παρελθόν μας, αλλά κυρίως ας δεχτούμε το παρόν μας. Αυτό μας καλεί να ζήσουμε, να χτίσουμε, να επιδιώξουμε. Τώρα, αν αυτά που δημιουργήσουμε θα είναι εφάμιλλα του αρχαίου πολιτισμού μας, θα το δείξει η Ιστορία. Ναταλία Ρήγα Γ1


11

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία

Συνθήματα και Γκράφιτι στην οδό Πανεπιστημίου Ξεκίνησα από το Σύνταγμα αποφασισμένη να διασχίσω τη βασική αυτή οδό του κέντρου της Αθήνας, παρατηρώντας και συλλέγοντας τα συνθήματα και τα γκράφιτι που θα συναντούσα στους τοίχους. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο πολλά και τόσο διαφορετικά. Άλλα συνθήματα με φόβισαν, άλλα με διασκέδασαν, άλλα με εξόργισαν και άλλα με προβλημάτισαν… Τα συνθήματα αποτελούν την έκφραση της έντασης και της οργής που νιώθει ο κόσμος τον τελευταίο καιρό, αφού τα περισσότερα αποτελούν στην ουσία σχόλια πάνω στην οικονομική και πολιτική επικαιρότητα. Άλλος εκφράζει στον τοίχο την άποψή του για τα οικονομικά («Καλλίτερα άφραγκοι με δραχμή»), άλλος την αγάπη του («Μπέμπα σε θέλω όπως η μολότοφ το μπάτσο»), κι άλλος δηλώνει την πίστη του στην «ολική άρνηση του πολιτισμού». Εκτός από συνθήματα και γκράφιτι, οι δρόμοι της Αθήνας είναι πια γεμάτοι από ζητιάνους και αστέγους που είναι εγκατεστημένοι, με τα λιγοστά τους υπάρχοντα, σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο. Σ‘ έναν τοίχο, λοιπόν, πίσω από το πόστο κάποιου άστεγου, ο street artist, με την υπογραφή Sonke, έχει ζωγραφίσει ένα δακρυσμένο πρόσωπο που κρατάει ένα ποτηράκι και ζητιανεύει coins… Πέρα όμως από τα συνθήματα (αριστερά, ακροδεξιά ή αναρχικά), που αποτελούν μορφή πολιτικής έκφρασης, και τα γκράφιτι, που συχνά είναι πραγματικά έργα τέχνης, οι τοίχοι υφίστανται πολλές φορές και το αποτέλεσμα της ανίας, της αεργίας, ή και της απλής βλακείας. Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε να βλέπω την πρόσοψη νεοκλασικών κτηρίων ή τα μάρμαρα στα κτήρια της τριλογίας του Τσίλλερ, γεμάτα μουντζούρες, βρισιές και αμφιβόλου αισθητικής αφίσες. Μια τραυματισμένη αισθητικά και παραμελημένη πρόσοψη αφορά όχι μόνο τα συγκεκριμένα κτήρια, αλλά και την αισθητική του δημόσιου χώρου και ιδίως του κέντρου της πόλης μας. Όλοι, όταν ταξιδεύουμε, χαιρόμαστε και ζηλεύουμε τα περιποιημένα και καλοδιατηρημένα ιστορικά κέντρα των Κεντροευρωπαϊκών και Βορειοευρωπαϊκών χωρών. Δεν είναι κρίμα, λοιπόν, να παρουσιάζουμε μια άσχημη και βρόμικη εικόνα; Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι πέρα από τα πολιτικά συνθήματα και η αισθητική αποτελεί πολιτική έκφραση και επιλογή. Δομνίκη Μαρή Β1


12

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Κάποιοι σκέφτονται τους φόβους τους, κάποιοι άλλοι φοβούνται τις σκέψεις τους. Η φράση αυτή με προβλημάτισε. Τι είναι φόβος; Κάποιοι λένε ένστικτο. Κάποιοι συναίσθημα. Άλλοι λένε αντίδραση. Μερικοί συνέπεια. Ό,τι και να είναι πάντως, ο φόβος είναι, δυστυχώς, κάτι που κάθε άνθρωπος έχει βιώσει στη ζωή του. Η στιγμή που μια ακατανίκητη δύναμη νιώθεις να σε παραλύει. Που αισθάνεσαι τόσο μικρός, τόσο αδύναμος, τόσο ανήμπορος. Ο φόβος είναι αυτό που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις. Και τότε έρχεται η απορία: γιατί φοβάσαι; Με την πάροδο του χρόνου, απαντήσεις έχουν δοθεί πολλές. Εγώ νομίζω ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου. Από τη μία, υπάρχει το αρχέγονο ένστικτο του φόβου για την επιβίωση. Η αγωνία για το θάνατο και η συνεχής προσπάθεια για τη ζωή συνοδεύουν την ανθρώπινη φυλή εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Από την άλλη, όμως, υπάρχει και ο φόβος που προκαλεί η κοινωνία. Ο φόβος της μη αποδοχής. Της απομόνωσης. Του χλευασμού. Σε αυτό το φόβο, νομίζω, ότι αναφέρεται και η παραπάνω φράση, η οποία με τη σειρά της διαχωρίζει όχι τους φόβους, αλλά τους ανθρώπους. Κάποιοι σκέφτονται τους φόβους τους. Αυτοί έχουν κάνει ένα βήμα μπροστά. Έχουν το θάρρος να συνειδητοποιήσουν τι είναι αυτό που τους προβληματίζει. Πολλοί απ’ αυτούς, μέσω της σκέψης, ίσως και να προσπαθούν να το αντιμετωπίσουν. Η θεωρία, όμως, απέχει αρκετά από την πράξη. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που τους κρατάει εγκλωβισμένους μόνο στις σκέψεις τους; Κάποιοι άλλοι πάλι φοβούνται τις σκέψεις τους. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Νομίζω πως είναι όσοι δεν αντέχουν να κοιτάξουν κατάματα το πρόβλημά τους. Που δεν μπορούν να αποδεχτούν όσα σκέφτονται. Αυτοί που όχι απλώς δεν παραδέχονται στους άλλους τι αισθάνονται, τι θέλουν, τι πιστεύουν, αλλά πάνω απ’ όλα δεν το παραδέχονται στον εαυτό τους. Έτσι, ο φόβος τους πλημμυρίζει, τους κατακλύζει και, τελικά, τους ακινητοποιεί. Το θέμα είναι, επομένως, ποιος είναι υπεύθυνος για την κατάσταση αυτή. Η κοινωνία, αφενός, φέρει ένα μεγάλο μερίδιο της ευθύνης. Ζούμε σε μία κατ’ όνομα φιλελεύθερη κοινωνία, στην οποία βασιλεύει ο ρατσισμός, η μη αποδοχή του διαφορετικού, η έλλειψη αλληλοσεβασμού, η ανελευθερία σκέψης και έκφρασης. Σε μια κοινωνία που έχουμε χάσει τελικά την ταυτότητά μας. «Ίσως είναι ο φόβος να σε περιφρονήσουν, να μη γίνεις αποδεκτός, ο φόβος μήπως σπάσει η μαγεία», γράφει ο Paulo Coelho. Μήπως, όμως, τελικά είμαστε υπεύθυνοι και εμείς οι ίδιοι; Η κοινωνία μας απαρτίζεται από πολλά διαφορετικά άτομα. Αν ο καθένας μας ξεχωριστά διέθετε το σθένος να αποδέχεται, πρώτα απ’ όλα, τον ίδιο του τον εαυτό, τότε θα είχε μάθει να αποδέχεται και τους γύρω του. «Ελεύθερος πραγματικά είναι αυτός που ξεπερνά τους φόβους του», είχε πει ο Αριστοτέλης. Αναλογιζόμενη, λοιπόν, τις δυο κατηγορίες ανθρώπων, κατάλαβα ότι καμιά τους δεν μιλά για ανθρώπους ελεύθερους, άρα και ευτυχισμένους. Παρόλα αυτά, δεν είναι όλα στη ζωή τόσο σκοτεινά, τόσο δυσοίωνα, τόσο μάταια. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, που ο καθένας με το δικό του ξεχωριστό τρόπο έχει κάνει ή θέλει να κάνει τη διαφορά. Γιατί, χωρίς την ποικιλία των απόψεων, η ζωή μας θα ήταν ασπρόμαυρη. Και η πρόοδος είναι μία συλλογική πορεία, η οποία έχει τις ρίζες στη διαφορετική προσπάθεια που μπορεί να κάνει ο καθένας από εμάς. Η μοίρα μας βρίσκεται στα χέρια μας. Αν αποδεχτούμε τον εαυτό μας, θα μας αποδεχτούν και οι άλλοι. Ας μην είμαστε, λοιπόν, δέσμιοι του ίδιου μας του εαυτού. Αν μπορείς, κοίταξε τον φόβο κατάματα και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει. (Νίκος Καζαντζάκης). Κατερίνα Διαμαντοπούλου Β1


13

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία

‘Τα όνειρά μου έσβησα με ασβέστη και μπογιά’ Εσύ λες ναι

Εγώ λέω όχι Εσύ αποφασίζεις Αφού δικαίωμα σού έδωσα το μέλλον να ορίζεις Κάποτε σου είπα θα κάνω ό,τι πεις Απάντησες δεν με ήθελες για δούλο Ποιος είπε ότι δεν δέχτηκα; Ποιος είπε ότι δεν έγινα; Ρητά δε το ζήτησες ποτέ Οι πράξεις σου οδήγησαν τη σκέψη μου Σαν καθόμουν σκεφτική Με κοίταζες υπαινικτικά Θύμωνα πολύ Μα ξέρεις πολύ καλά ότι πάντα έκανα Ότι πάντα ακολουθούσα κάθε σου διαταγή Ανήθικη ή ηθική Πολλές φορές μου φώναζες ‘Δε με νιώθεις’ ‘Εγώ δε σε νιώθω; Με μαχαίρι έσκισα την ψυχή μου και στην έδωσα….’ Θυμάμαι, απάντησες την πέταξες Μέσα μου κάτι άρχισε να κλαίει Φώναζε, ξεσπούσε Παράλληλα θρηνούσε Για σένα, για μένα, για μια φαντασία Μια χειροπιαστή επιθυμία μου Δεν έχω κάτι άλλο πια να πω Το καπελάκι μου το παίρνω και σε χαιρετώ Δε ξέρω αν πήρες είδηση ότι έφυγα Εγώ το έκανα και δε το σκέφτηκα Το έγραψα σε ένα τοίχο μοναχά ‘Τα όνειρα μου έσβησα με ασβέστη και μπογιά’ Μιχαέλα Χριστοδουλάκη ΙΒ1


14

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Κοινωνικά, πολιτικά, συναισθηματικά, σατιρικά αλλά και κάθε λογής είναι τα συνθήματα που κοσμούν τους τοίχους της πόλης. Μπορεί να είναι σύντομα, αλλά σίγουρα είναι περιεκτικά και αναδεικνύουν τη γλώσσα υποστηρίζοντας τη δύναμή της. Από κάποιους θεωρείται τέχνη, ενώ από άλλους καταστροφή της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Άλλους τους συγκινούν και άλλους τους αφήνουν αδιάφορους. Όλοι, όμως, κάποια στιγμή έχουμε νιώσει να μας εκφράζει μια τέτοια φράση που έχουμε δει κάπου γραμμένη. Μάλιστα, πολλές φορές μας συναρπάζει το απρόσμενο συναίσθημα που συναντάμε, καθώς περπατάμε σε ένα δρόμο που στρίβοντας στη γωνία συναντάμε κάτι. Αυτό το κάτι που ένας άγνωστος επέλεξε να εκφράσει σε κοινή θέα. Αυτός ο άγνωστος που δεν ξέρουμε ποιος και από πού είναι, ούτε τι ήταν αυτό που τον έκανε να νιώσει αυτό που με λέξεις ή με εικόνες προσπαθεί να περιγράψει. «Σ’ αγαπάς;». Μια φράση που ίσως δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των εκατοντάδων περαστικών που θα τύχει να την προσέξουν κάθε μέρα. Κι όμως, εμένα με καθήλωσε και με έβαλε σε μια σειρά από σκέψεις. Πρώτα, κυλάει μέσα στο μυαλό σου αυτό που μόλις διάβασες, στη συνέχεια προσπαθείς να καταλάβεις αν είδες καλά. Αλλά τελικά συνειδητοποιείς ότι το μήνυμα που θέλει να μοιραστεί μαζί σου αυτός που το έγραψε είναι κάτι πιο βαθύ από αυτό που φευγαλέα πρόσεξες. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν αγαπάς τον εαυτό σου; Αν τον αγαπάς στο βαθμό που του αξίζει; Αν είσαι δίκαιος μαζί του; Συχνά, ξεχνάμε να αγαπήσουμε εμάς, γιατί αφιερώνουμε πολύ χρόνο προσπαθώντας να αγαπήσουμε τους άλλους, αυτούς που είναι δίπλα μας. Αμελούμε το γεγονός πως είναι εξίσου σημαντικό να αγαπάμε αυτό που είμαστε προκειμένου να συνυπάρξουμε μαζί του. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε αυτά που μας αντιστοιχούν και μας ανήκουν σε αυτή τη ζωή. Όταν δεν έχουμε μια σφαιρική αντίληψη της αξίας μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δούμε το «εγώ» μας, ενώ πάντα θα κοιτάμε τους άλλους: πώς θα είναι αυτοί καλά, πώς θα τους προσφέρουμε όσα «ζητάνε», παραγκωνίζοντας τις δικές μας επιθυμίες. Επομένως, μένουμε ένα βήμα πίσω. Και αν τελικά δεν αξίζει; Αν αφιερώνεις όλα σου τα ψυχικά αποθέματα σε ανθρώπους που, όταν έρχεται η ώρα να σταθούν δίπλα σου, αντί γι’ αυτό βρίσκουν τον πιο κομψό (ή και άκομψο) τρόπο να κοιτάξουν τον εαυτό τους; Εκείνη τη στιγμή είναι που θα καταλάβεις ότι έπρεπε την αγάπη σου να την είχες μοιράσει διαφορετικά, να είχες συμπεριλάβει και εσένα τον ίδιο. Γιατί πολλές φορές δεν θα υπάρξει κανείς να σε στηρίξει, αλλά εσύ θα πρέπει να αντλήσεις τη δύναμη από μέσα σου και να σταθείς στα πόδια σου. Τέτοια συνθήματα συναντάμε παντού στην Αθήνα. Άλλα με σκοπό να σου δώσουν τροφή για σκέψη και άλλα με σκοπό να σε κάνουν να ανοίξεις τα μάτια σου σε γεγονότα και πράγματα που συμβαίνουν δίπλα σου. Κι όμως, δεν τα βλέπεις, δεν τα αντιλαμβάνεσαι. Το μόνο σίγουρο είναι πως κάθε φορά που αφιερώνουμε λίγο χρόνο για να τα διαβάσουμε σε κάποιο τοίχο δίπλα σε μια κεντρική λεωφόρο, σε ένα παγκάκι, σε έναν δρόμο, θα μας προκαλέσουν ένα συναίσθημα που, στη συνέχεια, θα μετατραπεί σε σκέψη. Όλα αυτά δείχνουν την ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί και να μοιραστεί συναισθήματα και απόψεις με τους συμπολίτες του και έτσι καταφεύγει στην πιο προσιτή και άμεση λύση για μαζική ενημέρωση. Οι τοίχοι στις μέρες μας έχουν τη δική τους ιστορία και δεν διστάζουν να τη μοιραστούν μαζί μας. Μπορεί όλα αυτά να γράφονται με αφορμή κάποιο στιγμιαίο συμβάν, αλλά είναι διαχρονικά και ανεξίτηλα. Δεν παύουν να είναι επίκαιρα ακόμα και αν οι καταστάσεις αλλάζουν και οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη. Στη ζωή όλα σχηματίζουν κύκλους και η ιστορία με κάποιο τρόπο επαναλαμβάνεται. Γι’ αυτό, ας συνεχίσουμε να δίνουμε σημασία σε αυτά που έχουν να μας πουν και ας σταματήσουμε να βλέπουμε το άσχημο στο όμορφο, παραπονούμενοι ότι λερώνουν την πόλη μας. Άννα Κατσαντώνη Β1


15

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία Περπατούσε βιαστικά, γιατί είχε αργήσει. Είχε αρχίσει να βραδιάζει πια. Κοίταξε το ρολόι της. Οκτώ η ώρα... Και στις οκτώ και μισή έπρεπε να είναι στο γραφείο. Τέλεια! Επιτάχυνε το βήμα της. Έφτασε στη στάση και, όπως γίνεται πάντα όταν βιάζεται, το λεωφορείο δεν έλεγε να εμφανιστεί στην ώρα του. Κοίταζε τα αυτοκίνητα που περνούσαν και το μάτι της έπεσε στον απέναντι τοίχο. Λίγα χρώματα επιτέλους σε αυτή τη μουντή πόλη. Το «Σ’ αγαπώ» της τράβηξε τη ματιά. Σαν να τη μαγνήτιζε. Η φωνή της μαμάς της αντιλάλησε στο μυαλό της, «Εντάξει κορίτσι μου, πάρε με εσύ όταν μπορέσεις. Καλημέρα. Σ’ αγαπώ», της είχε πει σήμερα το πρωί, λίγο πριν της το κλείσει εκείνη απότομα λέγοντας ένα κοφτό «Έχω δουλειά ρε μαμά» Οι λέξεις γυρνούσαν τώρα στο μυαλό της. «Καλημέρα... Σ’ αγαπώ». Είχε ξεχάσει τελείως να την πάρει πίσω. Λες και είχε κάτσει καθόλου σήμερα; Στο τρέξιμο ήταν συνέχεια. «Σ’ αγαπώ». Λίγο ταραγμένη της φάνηκε η φωνή της τώρα που το σκεφτόταν. Με τα μάτια κολλημένα ακόμα στη χρωματιστή λέξη του απέναντι τοίχου, άρχισε να ψάχνει στην τσάντα της. Μα που είχε βάλει το κινητό της; Το βρήκε στην τσέπη του μπουφάν της τελικά... Πήγε στις εισερχόμενες κλήσεις και πάτησε τον αριθμό της μαμάς της. Περίμενε. Ο χαρακτηριστικός ήχος της αναμονής και μετά η φωνή να λέει ότι ο αριθμός δεν είναι διαθέσιμος... Πήρε σπίτι. Καμία απάντηση και εκεί. Ξαναπήρε στο κινητό. Τίποτα. Δίστασε για μια στιγμή, και τελικά έστειλε μήνυμα: «Έλα, ξέχασα τελείως να σε πάρω! Πού είσαι; Όλα καλά;». Για κάποιο λόγο, άρχισε να αγχώνεται... Πήρε τον αδερφό της, αλλά η φωνή του ακούστηκε ήρεμη: «Γιατί τι έγινε; Είμαι Θεσσαλονίκη. Δεν μιλήσαμε καθόλου σήμερα». Είχε ξεχάσει τελείως ότι ήταν να φύγει χθες. Ώρες ώρες απορεί αν ακούει, όταν της μιλάνε οι άλλοι. Τον καθησύχασε και έκλεισε το τηλέφωνο. Έκανε άλλη μια δοκιμή να βρει τη μαμά της. Καμία απάντηση. Μα πού είχε πάει; Αν είχε γίνει κάτι, θα την είχε ειδοποιήσει, δεν μπορεί... Αλλά και αυτή η φωνή της το πρωί... Το ταραγμένο «Σ’ αγαπώ». Απορούσε με τον εαυτό της. Ντράπηκε για τον απότομο τόνο της. Ήθελε να της στείλει τώρα ένα «Σ’ αγαπώ»... αλλά δεν το έκανε. Γιατί δεν μπορεί ποτέ να λέει αυτό που θέλει όταν πρέπει; Τώρα είναι αργά, δεν έχει νόημα. Κοίταξε πάλι το «Σ’ αγαπώ» απέναντι της. Τόσο απλό, τόσο ήρεμο, να την κοιτάζει, σαν να της λέει, είναι τόσο δύσκολο να το πεις; Όντως έτρεχε ασταμάτητα τις τελευταίες μέρες με τη δουλειά, αλλά τι δικαιολογία είναι αυτή; Ένιωσε ένα πλάκωμα και μια δύσπνοια... Φοβήθηκε. Κι αν είχε συμβεί κάτι; Κι αν η μαμά της τη χρειαζόταν το πρωί και εκείνη απλώς της το έκλεισε επειδή είχε δουλειά; Ο Μιχάλης ήταν στη Θεσσαλονίκη, οπότε ποιον άλλον είχε να πάρει; Μόνο εκείνη. Και εκείνη απλώς της το έκλεισε. Ξαναπήρε τηλέφωνο. Σήκωσε το ρε μαμά. Δεν το σήκωσε. Η ώρα οκτώ και τέταρτο... Το λεωφορείο πουθενά. Τα αυτοκίνητα συνέχιζαν να τρέχουν μπροστά της σαν τρελά και τα μάτια της δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από τη λέξη του απέναντι τοίχου. Το κινητό χτύπησε! Η οθόνη άναψε και η λέξη «Μαμά» εμφανίστηκε. Επιτέλους! Κοίταξε απέναντι το «Σ’ αγαπώ» και απάντησε την κλήση. «Έλα βρε μαμά, πού είσαι;» Η απάντηση της μαμάς της από την άλλη άκρη της γραμμής την ηρέμησε. Είχε πεταχτεί στο περίπτερο και είχε αφήσει το κινητό στο σπίτι. Και το πρωί δεν την ήθελε τίποτα σοβαρό, μόνο για το τι να μαγειρέψει για το βράδυ. Γέλασε με τα σημαντικά θέματα της μαμάς της. Γέλασε. Όλα καλά οπότε. «Συγγνώμη. Σ’ αγαπώ και εγώ», της είπε, προσπαθώντας να διώξει τη δική της ταραχή τώρα. Κλείσανε το τηλέφωνο. Και επιτέλους, είδε και το λεωφορείο της να έρχεται. Κοίταξε τον τοίχο απέναντι για τελευταία φορά και υποσχέθηκε στον εαυτό της να λέει από εδώ και πέρα πιο συχνά αυτή τη μικρή πολύχρωμη λεξούλα στους ανθρώπους της ζωής της. Σε λίγο το λεωφορείο είχε φτάσει και είχε κρύψει το «Σ’ αγαπώ» από τον απέναντι τοίχο. Δεν την ένοιαζε όμως. Γιατί τώρα πια το «Σ’ αγαπώ» ήταν μέσα της. Χαμογέλασε και μπήκε στο λεωφορείο. Τι κι αν είχε μόνο δέκα λεπτά για να προλάβει το ραντεβού της; Δεν ήταν λόγος αυτός για να την κάνει να μην χαμογελάει. Έμιλυ Λουΐζου ΙΒ2


16

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Όταν μιλούν οι αφίσες... Τα γραπτά συνθήματα, οι εφημερίδες τοίχου, οι τυπωμένες ή χειρόγραφες αφίσες αποτελούσαν πάντα ένα τρόπο επικοινωνίας και μετάδοσης μηνυμάτων, γρήγορο και άμεσο, σε δύσκολους και εύκολους καιρούς. “Η πολιτική αφίσα, ενημερωτική ή προπαγανδιστική, το Μάη του ’68 γνώρισε μοναδική εξάπλωση με την ευρύτητά της, την ποιότητά της, τις μεθόδους παραγωγής, την επιρροή της”.1 Για δύο μήνες, οι καλές τέχνες βρίσκονται στους δρόμους, η φαντασία στην εξουσία και οι αφίσες στους τοίχους είναι το καλύτερο μέσο στα χέρια της εξεγερμένης νεολαίας. Ως κορύφωση των κινημάτων της αμφισβήτησης των βιομηχανικά ανεπτυγμένων χωρών που εκδηλώθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960-70 μπορεί να θεωρηθεί ο “Γαλλικός Μάης”, που ξεκίνησε από τα πανεπιστήμια και αγκάλιασε “τα κοινωνικά εκείνα στρώματα, που πιστεύουν ότι δεν μετέχουν ικανοποιητικά στον πλούτο και στη διαχείριση της κοινωνίας ή ότι είναι παρίες της”.2 Από το πλήθος των αφισών, έγχρωμων ή ασπρόμαυρων που κυκλοφορούσαν κατά τη διάρκεια αυτής της εξέγερσης επιλέγουμε και παραθέτουμε στη συνέχεια ορισμένες που μαρτυρούν το διεκδικητικό περιεχόμενό της. Θάνος Παπαδούδης Β2

1 Βάσκο Γκασκέ: “Μάης ’68, ΟΙ ΑΦΙΣΕΣ” εκ. Βιβλιοπέλαγος Αθήνα 2008 2 Β. Σκουλάτου κ.ά.: ”ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΕΟΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ” τεύχος Γ’ Ο.Ε.Δ.Β.


17

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία

Μάης ’68: Αρχή ενός διαρκούς αγώνα

Η νέα τάξη

Ραδιόφωνο, τηλεόραση σας δηλητηριάζουν! Σας προβατοποιούν.

Πολιτιστική επανάσταση σε μια κοινωνία των ρομπότ

Η τάξη βασιλεύει

Ελεύθερη πληροφόρηση

Επιστροφή στην ομαλότητα

Να σπάσουμε τους παλιούς μηχανισμούς

Συνέχισε να ψηφίζεις. Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνω εγώ

Είσαι νέος και σκάσε

Τύπος. Απαγορεύεται η κατάποση

Φασιστική πανούκλα Όχι στο κυνήγι του κέρδους στον τομέα της υγείας

Μια νεολαία που ανησυχεί πολύ συχνά για το μέλλον

Κάτω οι εξοντωτικοί ρυθμοί παραγωγής


18

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Χωρίς εσένα... Χωρίς εσένα, τα συναισθήματα του σήμερα δεν θα ήταν τίποτα παρά νεκρά απομεινάρια των συναισθημάτων του χθες. “Amelie”, 2001

Τα δάχτυλά μου χαϊδεύουν το ακορντεόν, φλερτάρουν με τα σκουριασμένα πλήκτρα, αλλά το ακορντεόν βαριέται λίγο, είναι η αλήθεια. Γιατί με κοιτάνε έτσι τα πλήκτρα; Γιατί είναι άσπρα και μαύρα, ποια βουβή ταινία ζηλεύουν και προσπαθούν να μιμηθούν; Το ακορντεόν έχει πονοκέφαλο, θέλει λίγη ησυχία. Μη βουβαίνεσαι για χάρη του, είναι όμορφα όταν μιλάς, άφησέ το με τις ανασφάλειές του, θα του περάσει. Εσύ μίλα, μη σταματάς, μίλα σαν φιλόσοφος σε cafe του 1830. Αν είχες ένα ζευγάρι στρογγυλά ματογυάλια, θα τα έσπρωχνες ασυναίσθητα στην ιδρωμένη μύτη σου, δεν τα χρειάζεσαι, μην ψάξεις για τέτοια. Γιατί να μπορεί να μιλάει το στόμα σου, όταν μπροστά στα μάτια σου βάλεις παντζούρια; Άστα να μιλήσουν, «μίλα», σου λέω. Με ρωτάς τι βλέπω στα μάτια σου. Γελάω. Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Τι να βλέπω στα μάτια σου; Βλέπω καφέ! Γαλλικός καφές, παράνομος και ασύδοτος, προσπαθεί να αποπλανήσει με τη γύμνια του. Είναι τόσο σκούρος, αλλά σε αφήνει να δεις μέσα, να δεις ό,τι θέλει να σου δείξει. Και κάποιες άλλες φορές, δεν μπορείς να δεις τίποτα, γιατί ως έμπειρη Γαλλίδα σύντροφος ξέρει να καλύψει όσα πρέπει να καλύψει. Μέχρι να πεθάνεις από το μυστήριο. Πώς θα ‘ναι άραγε να κολυμπάς σε καφέ; Μην το δοκιμάσεις, είναι βαθιά σαν άβυσσος και ξέρεις ότι, μόλις ξεκινήσεις να βουλιάζεις, δεν θα βγεις ποτέ. Αλλά πότε θα ξεκινήσεις να βουλιάζεις; Θα το καταλάβεις από τη μυρωδιά. Μη με κοιτάς τόσο έντονα, δεν ξέρω να κολυμπάω και φοβάμαι.

Καλημέρα. Με ξύνπησες. Όχι, δεν θέλω καφέ, θέλω ένα ποδήλατο. Δεν ξέρω να κάνω ποδήλατο, αλλά ξέρει το πλακόστρωτο, θα μας οδηγήσει αυτό, μην ανησυχείς. Τόσα χρόνια αυτό κάνει. Το πλακόστρωτο σήμερα το βάρεσε ο ήλιος, καίει, είναι λίγο ζαλισμένο. Δεν φοβάμαι, ξέρω ότι θα μου μάθεις να κάνω ποδήλατο, αλλά δεν χρειάζεται. Και ζαλισμένο ξέρει τι κάνει. Ζαλίσου, σε παρακαλώ. Ζαλίσου και άσε τους δρόμους, τους ανθρώπους και τα μπιστρό να στροβιλιστούν. Στο μεταξύ, εγώ θα ακουμπάω με τις άκρες των δαχτύλων μου τον ανατριχιασμένο σβέρκο σου. Έλα να με βρεις στη Μονμάρτη. Ακολούθησε τα σημάδια. Το μίμο που δείχνει με το δάχτυλο, το τηλεσκόπιο, ένα παιδάκι που πετάει ψίχουλα, ένα σκυλάκι που έχει βγάλει βόλτα την κυρία του. Έλα να με βρεις, πρέπει να με κρατάς στο καρουζέλ, γιατί θα πέσω. Ακούμπα πάνω στον τοίχο, ακούμπα και άσε τον ήλιο να σε τυφλώσει, ο τοίχος ξέρει, έχει δει πολλά, πάνω στον τοίχο ένα χαμίνι κάποτε είχε χαράξει λόγια του Ρουσσώ. Μπορώ να σου φιλήσω τα δάχτυλα. Θέλω να τα φιλήσω ένα ένα, για να καταλάβω ποιο έχει αγγίξει το μολύβι περισσότερο. Θες να ζωγραφίσεις μπροστά στο Σηκουάνα; Δεν ξέρεις να ζωγραφίζεις, αλλά δεν πειράζει, τα δάχτυλά σου θα ήταν πιο ωραία μουντζουρωμένα. Να, ζωγράφισε εμένα. Τι βλέπεις σ’ εμένα; Βλέπεις χορό. Ξέρεις να χορεύεις βαλς; Όχι, δεν ξέρεις να χορεύεις. Άσε με να σου πω ένα μυστικό. Ούτε εγώ ξέρω να χορεύω. Γι’ αυτό, κράτα με και άσε με να παραπατάω και να πατάω τα πόδια σου. 1-2-3, 1-2-3. Μην αναπνέεις πάνω μου, γιατί με αποσυντονίζεις και θα χάσω τα βήματα.


19

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία

Βρέχει και το φόρεμά μου είναι μούσκεμα. Χαϊδεύεις τα μαλλιά μου και μετά φέρνεις τα δάχτυλα σου στα χείλια σου. Σε ρωτάω τι γεύση έχει η βροχή. Η βροχή είναι οι καημοί, οι τύψεις και οι κραυγές των ψυχών που έπεσαν στο Σηκουάνα. Πάμε να σκύψουμε πάνω απ’ το Σηκουάνα, πάμε να δούμε τις ψυχές στο νερό. Όχι, δεν θέλεις. Μου δείχνεις τις σταγόνες που τρέχουν στα γένια σου. Αυτό το νερό είναι δικό μου. Τις ψυχές να τις αφήσω να ξεκουραστούν. Κοιτάμε πάνω, εκεί πίσω απ’ τα αστέρια. Τι έχει εκεί, ποιος είναι εκεί; Ένας αποτυχημένος συγγραφέας, μου λες. Αλήθεια; Το ξέρει ότι είναι αποτυχημένος; Θέλω να μιλήσω μαζί του. Να μιλήσουμε για την αποτυχία μας. Ξέρω πώς νιωθει. Γιατί είναι αποτυχημένος; Είναι φτωχός; Θέλεις ψωμί. Η boulangerie είναι επώδυνα θελκτική, αλλά δεν έχω λεφτά στις τσέπες μου. Έχεις εσύ, αλλά μέχρι να μου το πεις έχω βουτήξει μια μπαγκέτα και τρέχω. Τρέχεις μαζί μου και ρωτάς αν είμαι τρελή. Μα περίμενες ότι θα σε αφήσω να πεθάνεις απ’ την πείνα; Είχες λεφτά; Δεν σε άκουσα, αλήθεια. Αλλά και να σε άκουγα, ήθελα να τρέξω. Ήταν μια καλή δικαιολογία. Ας έρθει κάποιος να με ρίξει στη Βαστίλλη για μια μπαγκέτα, τον προκαλώ. Ξέρει τι είμαι; Δεν ξέρει, μόνο εσύ. Σπάσανε τα γοβάκια μου, αλλά δεν πειράζει, το βράδυ δεν θα τα χρειάζομαι, γιατί εκεί πάνω θα έχει αστέρια, και θα ξαπλώσουμε πλάι στο Σηκουάνα. Δεν χρειάζεται παπούτσια κανείς για να ξαπλώσει. Με ρωτάς αν είμαι ρομαντική. Σου λέω ότι είμαι απλά ξυπόλητη.

Όχι, αλλά του ξέφυγαν οι ήρωές του. Ξεστράτισαν και κάνουν ό,τι θέλουν. Εσύ είσαι ο συγγραφέας μου. Εσύ με έπλασες αυτή που είμαι. Είμαι το Βιβλίο σου. Είμαι ένα ξυπόλυτο βιβλίο, που φοράει φόρεμα με μικρά κίτρινα λουλουδάκια, ένα βιβλίο που δεν πιστεύει σε τίποτα. Πιστεύω σε σένα. Άσε τον κόσμο να γυρίζει. Κι αν σε ξεχάσει, δεν πειράζει. Σημαίνει ότι θα έχει ξεχάσει κι εμένα μαζί.

Έχει αστέρια, αλλά είναι όλα ίδια. Τι περίμενες να δεις, κάτι σπουδαίο; Σηκώνεις το δάχτυλό σου στον ουρανό και μου δείχνεις το όνομά μου. Αλήθεια, ποιο είναι το όνομά μου; Το ξέχασα. Μη με κοιτάς τόσο δύσπιστα, με κάνεις να νιώθω χαζή. Βιβλίο, μου λες. Σωστά, με λένε Βιβλίο. Γιατί; Μα γιατί έχω τόσα να πω, πιστεύεις, κι όμως τόση ώρα παραμιλάω μεθυσμένα.

Στέλλα Πανοπούλου Γ2


20

Οι τ οί χοι γρά φ ο υν τ η δ ι κ ή το υ ς ισ το ρία

Ο θεός στην Αφρική δεν υπάρχει, ε; Ένα πολύπλευρο και ανατριχιαστικό μήνυμα, ένα πιθανώς αναπάντητο ερώτημα και μία σκληρή αλήθεια. Έτσι θα μπορούσα να περιγράψω τη φράση και τη σκέψη που αποτυπώθηκε πάνω σε αυτόν τον τοίχο. Είμαστε εν τέλει όλοι ίσοι; Δεν μπορούμε να λέμε ότι είμαστε ίσοι, όταν στην άλλη άκρη της Γης κάποιοι άνθρωποι «έτυχε» να γεννηθούν σε μία χώρα που ακόμα και το φαγητό θεωρείται πολυτέλεια. Ο καθένας από εμάς, τους πολίτες του δυτικού κόσμου και των ανεπτυγμένων χωρών θα μπορούσε να έχει βρεθεί εκεί, όχι από επιλογή δική του, αλλά από αυτό το «κάτι» ή αυτόν τον «κάποιο» που αποφασίζει για τον ερχομό μας στη ζωή. Μπορεί μεν τα αγαθά που έχουμε εμείς να ξεπερνούν τα δικά τους, όμως έχουν μάθει να είναι ευχαριστημένοι με τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους, χωρίς να τους κυριεύει το αίσθημα της απληστίας και του φθόνου. Τα χαμόγελα που στολίζουν τα δικά τους πρόσωπα είναι αληθινά και μεταδίδουν την ελπίδα που έχουν μέσα τους πως μια μέρα ίσως αυτός ο κόσμος σταματήσει να είναι τόσο σκληρός και για εκείνους.

Όλα αυτά ακούγονται ακόμα πιο εξωφρενικά, όταν σκεφτούμε πως οι μοίρες αυτών των ανθρώπων παίζονται σε πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια που έχουν ως στόχο το κέρδος και την κυριαρχία, καθώς η ασύστολη εκμετάλλευση που υφίστανται θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνο απάνθρωπη. Παιδιά που σε μία αναπτυγμένη χώρα θα βρίσκονταν στα θρανία παρακολουθώντας μάθημα, σε μία τριτοκοσμική χώρα είναι αναγκασμένα να διανύουν αχανείς εκτάσεις γης, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο ρύζι ή μία ποσότητα πόσιμου νερού. Το θέμα της υγείας που θα έπρεπε να είναι ύψιστης σημασίας δεν χωράει στη ζωή τους, καθώς η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι σχεδόν ανύπαρκτη για εκείνους. Ωστόσο, καταφέρνουν να είναι ευτυχισμένοι με όσα έχουν, με όσα τους επιτρέπουν να έχουν. Δεν παραιτούνται, ούτε αφήνουν την κακουχία να τους στερήσει τα όνειρα και τη θέληση για επιβίωση.

Ζούσαν σχεδόν ξεχασμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Μα αυτό τα τελευταία χρόνια άλλαξε. Διεθνείς μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, δημοσιογράφοι και εθελοντές από κάθε γωνιά του πλανήτη σπεύδουν να προσφέρουν τη βοήθειά τους, όπου είναι εφικτό, αλλά και να επιτελέσουν κοινωνικό έργο, μεταδίδοντας σε εμάς, που δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε μέχρι εκεί, το κλίμα και τις συνθήκες που επικρατούν. Όλοι μιλούν για μια εμπειρία που τους συνταράσσει και τους σημαδεύει για πάντα. Δεν είναι μόνο οι σκληρές εικόνες, τα δυο μάτια που σε κοιτούν γεμάτα αγωνία και ξέρεις πως κάτι έχει γίνει λάθος, αλλά και η σύγκριση που κάνεις μέσα σου μεταξύ αυτών και του δικού σου κόσμου. Εκείνη τη στιγμή που καταλαβαίνεις πως τα προβλήματά σου δεν είναι προβλήματα, πως τα παράπονα και οι γκρίνιες σου παύουν να έχουν σημασία και πως εσύ δείχνεις πιο δυστυχισμένος και παγιδευμένος στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις σου από ό,τι εκείνοι. Αυτό είναι το πραγματικό σοκ που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος που ζει στο δικό του μικρόκοσμο, ο οποίος αντιπροσωπεύει τη μειοψηφία και όχι την πραγματικότητα. Μάλλον τελικά είναι δικό μας λάθος. Κλείνουμε τα μάτια σε ό,τι δεν μας βολεύει και επιλέγουμε να ζούμε με άνεση παρά με συνείδηση ορισμένες φορές. Δεν είναι κακό να θέλουμε να ζούμε χωρίς απώλειες και προβλήματα. Όμως, είναι κακό να θεωρούμε δεδομένα όσα έχουμε και να επαναπαυόμαστε στο γεγονός ότι και αύριο έτσι θα είναι. Γιατί ίσως έρθει ένα αύριο, στο οποίο αυτό που θεωρούμε σίγουρο γίνει η αιτία να χάσουμε τον ύπνο μας. Ε; Άννα Κατσαντώνη Β1


21

Ο ι τ ο ίχο ι γράφ ο υ ν τη δικ ή το υ ς ιστ ορία

Παλεύεις απεγνωσμένα για να διασώσεις έστω και ένα σημάδι νιότης. Δεν ακούς, δεν βλέπεις, δεν προσπαθείς.

Θύμα, σου φωνάζω. Θύμα, σου γράφω. Με αγνοείς.

Το πρόσωπό σου σε χαρακτηρίζει. Χωρίς αυτό κανείς δεν σε αναγνωρίζει.

Καθρεφτίζει το γέλιο, το κλάμα και το θυμό σου. Για σένα, χαρακιές, ατέλειες και σημάδια.

Τραβάς μια κόκκινη γραμμή. Εξαφανίζεται.

Η πορεία που χάραξες είναι ανεξίτηλη. Η ζωή πέρασε από πάνω σου.

Το πρόσωπό σου σε προδίδει. Έζησες ριψοκίνδυνους έρωτες και δυστυχίες.

Τώρα, το κορμί σου σε προδίδει. Το απαρνιέσαι.

Πείθεις τον εαυτό σου πως είσαι νέα. Αναζητάς ομορφιά, αγάπη και γαλήνη.

Εγώ όμως σε κοιτώ στα μάτια. Σοφία, πείρα και αλήθεια.

Το πρόσωπο σου παράθυρο στο χάος.

Έλυα Τσουβελεκάκη ΙΒ1


22

Ο,τι θ ε λ ω ν α μ ο ι ρα στ ω

Συναίσθημα φόβου! Είναι περίεργο το πώς μπορεί να αλλάξει η ζωή σου ή η νοοτροπία και οι σκέψεις σου από τη μια στιγμή στην άλλη. Είναι περίεργο το πώς αλλάζεις από ένα περιστατικό που δεν έχεις βιώσει, αλλά απλώς το έχεις ακούσει. Είναι κάποιες στιγμές που ο χρόνος παγώνει. Η ώρα 19:00. Η ιστορία περιμένει στη γωνία. Τα χέρια παγωμένα με ένα στυλό στο χέρι που προσπαθεί σε ένα λευκό χαρτί να αποτυπώσει σκέψεις. Δυσάρεστες σκέψεις. Τίποτα δεν είναι πιο δυσάρεστο από το συναίσθημα του φόβου και πιο θλιβερό από την απόλυτη αδράνεια. Να νιώθεις ότι θες να φωνάξεις μέχρι να κλείσει η φωνή σου και, όμως, όταν το προσπαθήσεις, να νιώθεις ότι πνίγεσαι. Αποκλεισμένη από ψηλά σπίτια και σκοτεινά βλέμματα να σε κοιτάνε σαν να είσαι εσύ που έχεις το πρόβλημα. Κι όμως όχι. Εσύ είσαι μια χαρά. Οι άλλοι έχουν το πρόβλημα.

Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, που τίποτα άλλο δεν ξέρεις γι’ αυτόν παρά μόνο τη φωνή του μέσα από την «καλημέρα» που ακούγεται κάθε πρωί. Ναι, αυτός που σου χαμογέλασε σήμερα, ίσως είναι αυτός που σε εξόργισε λίγες ώρες μετά. Και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Μονάχα να ακούσεις τις εντολές της αστυνομίας για να οδηγηθείς σε κάποιο πόρισμα. Η ώρα πήγε 20:00. Τα πράγματα πιο δύσκολα, αν και οι πρώτες πληγές έχουν επουλωθεί. Τώρα, όμως, πραγματικά δεν ξέρεις τι να κάνεις. Όλα γύρω σου είναι μαύρα, δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να σε καθησυχάσει. Μόνο να συλληφθεί αυτός που είναι υπεύθυνος για την κατάσταση που βρίσκεσαι τώρα. Αλλά και αν γίνει αυτό, θα πάρεις πίσω τα χαμένα πράγματα; Θα γελάσεις αληθινά; Θα νιώσεις ευχαρίστηση ή, έστω, προσωρινή δικαίωση; Η αδικία είναι άσχημο πράγμα και η κακία αποτέλεσμα άγνοιας. Η ζωή, όμως, είναι δική σου και μόνο εσύ την καθορίζεις. Ελισάβετ Γκλίναβου Γ1


23

Ο , τι θ ελω να μ ο ιραστ ω

Η απιστία Περνούσες κάθε μέρα από το μαγαζάκι μου, μόλις έφτανες στη γωνία, έστριβες απρόσμενα, και μου έριχνες την πιο γλυκιά ματιά που είχα δεχτεί ποτέ. Ύστερα, τα κόκκινα χείλη σου σχημάτιζαν ένα μικρό αδύναμο χαμογέλο. Το βλέμμα σου, παιχνιδιάρικο πια, με αποχαιρετούσε, για λίγο μόνο... Αύριο, πάλι εδώ, ίδια μέρα, ίδια σκηνή, ίδιο σημείο. Ώσπου μια μέρα, αποφάσισες να μπεις στο μαγαζάκι μου και να τα αλλάξεις όλα. Στην αρχή έκανες πως δε με έβλεπες, πως δε με γνώριζες, ίσως περίμενες να σε πλησιάσω εγώ πρώτα. Μα ήξερες πως δεν μπορούσα να περπατήσω χωρίς τη βοήθειά σου. Τελικά, ήρθε αυτή η στιγμή που τόσο και οι δύο λαχταρούσαμε. Αποφάσισες να έρθεις κοντά μου, να με αγγίξεις, να με μυρίσεις, και να με κάνεις δικό σου, όλο δικό σου. Τώρα, Είχα κάποιον να με καθοδηγεί και να μου δίνει δύναμη για ζωή. Είχα εσένα να με προστατεύεις από λάσπες, λίμνες και βρομιές. Με φρόντιζες και με αγαπούσες όσο τίποτε άλλο, ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα, διότι τελικά όλα ήταν ένα ψέμα, μια απάτη... Eίχε περάσει ένας χρόνος από τότε που έμενα σπίτι σου, από τότε που είχες μπει στο μαγαζάκι μου, όταν απέκτησες το θράσος να φλερτάρεις μπροστά στα μάτια μου. Στην αρχή το αγνόησα, δεν ήθελα να το δεχτώ. Ήξερα, όμως, πως πλέον ήμουν χλωμός και είχα πληγές στο σώμα μου, αλλά δεν γνώριζα ότι σε πείραζε τόσο... Ποτέ δε με προειδοποίησες. Με αντικατέστησες κατευθείαν. Αυτό με αποτελείωσε, διότι εξαρτιόμουν απόλυτα από σένα. Από εκείνη τη στιγμή χωρίσαμε. Εγώ σου είχα ανοιχτεί, ήξερες τα πάντα για εμένα. Εσύ, όμως, κατάφερες να λυθείς από τα κορδόνια της καρδιάς μου, και να με πετάξεις σε μια γωνία σαν να μην υπήρξα ποτέ. Πλέον, είμαι ένας μοναχικός παρατηρητής που απλώς, σε βλέπει, σε ζηλεύει, βασανίζεται και αργοπεθαίνει. Τώρα πια, αφήνω τις τελευταίες μου σκέψεις, λέξεις και ανάσες, λέγοντάς σου πως ακόμη σ’ αγαπώ. Έλυα Τσουβελεκάκη ΙΒ1


24

Ο,τι θ ε λ ω ν α μ ο ι ρα στ ω

Η συμφωνία Μ

πήκα μέσα αργοπορημένος, όπως πάντα. Ζήτησα συγγνώμη, αλλά έκανε ότι δεν με άκουσε. Απλά με κοίταξε αυστηρά και μου έγνεψε να καθίσω. Περίεργο! Κάθισα και χωρίς καθυστέρηση έσπρωξε τα χαρτιά προς το μέρος μου. Ήθελε να τελειώνει με αυτή την υπόθεση, και φαινόταν! Πήρα τα έγγραφα σχεδόν τρέμοντας. Δεν ήθελα να αναγκαστώ να αμφισβητήσω αυτά που έλεγαν, γιατί δεν είχα καμιά όρεξη να συγκρουστώ μαζί Της. Έτσι κι αλλιώς, κάθε καβγάς με αυτήν έβγαζε σε αδιέξοδο. Άρχισα να διαβάζω προσεκτικά, ζυγίζοντας όλες τις πιθανότητες και ελπίζοντας σε μία αλλαγή. Eίχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα έκλεινα αυτή τη συμφωνία και είχα πειστεί από τους γύρω μου ότι αποτελεί θαυμάσια ευκαιρία. Παρατήρησα ότι οι φάκελοι είχαν την υπογραφή Του, που σημαίνει ότι είχαν ήδη εγκριθεί (από τη δικαιοσύνη). Καθησυχάστηκα λίγο. Οι θέσεις Της ήταν σαφείς, αλλά ταυτόχρονα περίπλοκες.

Με μαύρα bold γράμματα έγραφε: 1. Για κάθε σου γέλιο, θα χαρίζεται μία ώρα χαράς στους γονείς σου, αλλά για κάθε κλάμα σου θα προστίθεται μία δυσκολία στην καθημερινότητα. 2. Η πρώτη σου μέρα στο σχολείο θα είναι πρωτόγνωρη, αλλά θα την ξεχάσεις με το πέρασμα του χρόνου, γιατί οι γνώσεις που θα αποκτήσεις στην πορεία θα κατακλύσουν το μυαλό σου. 3. Θα κάνεις πολλούς φίλους στα σχολικά σου χρόνια, αλλά θα χάσεις τους μισούς στη διάρκεια της εφηβείας σου, καθώς θα αλλάξουν τα ενδιαφέροντά σας. 4. Για κάθε φωνή και για όλα τα νεύρα, θα μειώνεται η πιθανότητα να περάσεις στο πανεπιστήμιο, αλλά αν έχεις υπομονή, θα τα καταφέρεις. 5. Κάθε κερί που θα σβήνεις στην τούρτα σου, θα ισοδυναμεί με ένα χρόνο, αλλά θα επιφυλάσσει κάποιο θολό μέλλον. 6. Με κάθε σημείωσή σου στο πανεπιστήμιο, θα έρχεσαι πιο κοντά στο τελικό πτυχίο, αλλά θα δυσκολευτείς στις τελικές εξετάσεις. 7. Θα κάνεις οικογένεια, αλλά δεν θα βρεις αμέσως την κατάλληλη. 8. Όταν αποτύχεις, θα θυμηθείς ό,τι διδάχτηκες και θα εκτιμήσεις ό,τι υποτίμησες, αλλά ίσως να είναι αργά. 9. Για κάθε ρυτίδα, θα σου αφαιρώ ένα μήνα, αλλά μπορείς, ανάλογα με τις στιγμές, να κερδίζεις λεπτά. 10. Όταν τελειώσει ο κύκλος σου, θα έχεις ζήσει πολλά, αλλά θα θες ακόμα περισσότερα. Άπληστη η ψυχή του ανθρώπου!

Έμεινα να κοιτάω το χαρτί για λίγα ακόμα λεπτά, αφού τελείωσα την ανάγνωση. Φαινόταν δίκαιη ανταλλαγή, αλλά δεν ήταν ακριβώς ό,τι είχαμε συμφωνήσει. - «Και οι απώλειες;», ψιθύρισα. - «Διάβασε τα μικρά γράμματα στο κάτω μέρος της σελίδας», μου υπέδειξε.

Στην τελευταία σελίδα, με πολύ μικρά και πλαγιαστά γράμματα - θα έλεγε κανείς ότι με κορόιδευαν για την αφέλειά μου να μην τα δω - έγραφε: «Γνωρίζω το συναίσθημα του κενού που νιώθεις, ότι σου λείπει κάθε μέρα, ότι κλαις τις νύχτες και ότι ουρλιάζεις την ημέρα. Όμως, αυτός είναι αμετάβλητος όρος που ποτέ δεν άλλαξε». «Ποιος είναι ο όρος αυτός και δεν αλλάζει;», ρώτησα σαρκαστικά. «Σου λείπει, αλλά πέρασες καλά μαζί του, γιατί άξιζε όσα έζησες. Σου δόθηκε για κάποιο λόγο και ήταν η ώρα να φύγει έτσι και αλλιώς. Τα δάκρυά σου είναι απλά ψίχουλα των αναμνήσεών σου. Αν δεν θυμόσουν τίποτα, δεν θα είχες κάτι για να κλάψεις». «Πρέπει να υπάρχει κάτι που θες, πρέπει να υπάρχει κάτι να ανταλλάξω;», ρώτησα απελπισμένα. «Αντάλλαξες», απάντησε κοφτά. Περίμενα να ακούσω τη συνέχεια και έτσι δεν την διέκοψα παρ’ όλο που με έπνιγαν τα ίδια μου τα δάκρυα. «Αντάλλαξες τη μοναξιά σου με την παρέα του», κατέληξε.

Σώπασε, και η σιωπή της ήταν η δική μου μικρή επιβεβαίωση. Χτύπησα το χέρι μου με δύναμη πάνω στο τραπέζι, την αγριοκοίταξα και σηκώθηκα. «Θέλω διαζύγιο!», φώναξα, κλείνοντας με θόρυβο την πόρτα. «Δεν παίρνεις διαζύγιο από τη “Zωή”», μου θύμισε. Έσκισα τη συμφωνία και σκόρπισα με μανία τον χαρτοπόλεμο μαζί με όλες τις επιθυμίες μου...

Έγινα έξαλλος! Πώς τολμούσε να με παραπλανεί με τέτοιο τρόπο; «Δεν ήταν αυτή η συμφωνία!», ούρλιαξα. «Με εξαπάτησες! Το «αλλά» μέσα στις προτάσεις σου αναιρεί κάθε διάθεσή σου να βοηθήσεις. «Δεν μπορώ να γυρίσω το χρόνο πίσω», είπε ήρεμα. «Συμφώνησες να προσπαθήσεις να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο γίνονται τα πράγματα». «Δεν συμφώνησα όμως να σε κάνω αναίσθητο». «Δεν καταλαβαίνεις. Ποτέ δεν κατάλαβες! Καταστρέφεις τα όνειρα του κόσμου με αυτά τα μικρά γράμματα στο κάτω μέρος της σελίδας. Κανείς δεν τα παρατηρεί, όλοι τα αγνοούν και συνεχίζουν. Και εσύ τους εκπλήσσεις, κουνώντας επιδεικτικά την υπογραφή τους, την υπογραφή της άγνοιάς τους». «Ήταν θέμα τακτικής, το ξέρουν», μουρμούρισε. «Είναι θέμα τύχης, το ξέρεις», ομολόγησα αυστηρά.

Μαρίσσα Σούρα Β3


25

«150 Χρόνια Κ.Π. Καβάφης»

Ο , τι θ ελω να μ ο ιραστ ω

11-14 Απριλίου 2013, Κωνσταντινούπολη Από τις 11 έως τις 14 Απριλίου 2013 πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 2ο Μαθητικό Συνέδριο με θέμα: «150 Χρόνια Κ.Π. Καβάφης», με αφορμή τα 150 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή. Το συνέδριο έλαβε χώρα στο «Ζωγράφειο Λύκειο» της Πόλης από το οποίο και διοργανώθηκε, σε συνεργασία με τα «Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη» της Θεσσαλονίκης. Στο συνέδριο συμμετείχαν σχολεία από όλες τις γωνιές του Ελληνισμού, όπως για παράδειγμα από την Αλεξάνδρεια, την Κύπρο, την Πόλη, αλλά και την κυρίως Ελλάδα, όπως τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη, τα Τρίκαλα και την Αθήνα. Από το συνέδριο αδιαμφισβήτητα απέκτησα πολλές γνώσεις. Οι ανακοινώσεις που παρακολουθήσαμε τόσο από πανεπιστημιακούς και δημοσιογράφους, όσο και από τους συμμαθητές μας, μάς έδωσαν την ευκαιρία να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας γύρω από όλους τους τομείς του έργου του Καβάφη. Εμβαθύναμε σε ήδη γνωστά μας θέματα, όπως τα σύμβολα, τον έρωτα και την ομορφιά, τις γυναικείες μορφές, όπως αυτά παρουσιάζονται στην ποίησή του, καθώς και στη χρήση της γλώσσας. Επίσης, επιβεβαιώσαμε με πόσο χαρακτηριστικό και ιδιότυπο τρόπο ο Καβάφης αναδεικνύει στον ποιητικό του λόγο την ιστορία, αφού δεν μένει απλώς στη παράθεση γεγονότων, αλλά τα συνδυάζει με τη φαντασία και την κρίση του. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιεί καθημερινά παραδείγματα από την ιστορία, διατυπώνοντας προβληματισμούς σχετικά με τη φύση του ανθρώπου. Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο ίδιος, «εγώ είμαι ποιητής ιστορικός», αποκαλύπτοντας έτσι την ιδιαίτερη σχέση του με την ποίηση και την ιστορία. Πέρα όμως από το επιστημονικό μέρος του συνεδρίου, απολαύσαμε και το ψυχαγωγικό και το τουριστικό. Επισκεφθήκαμε την Αγία Σοφία, το Βυζαντινό Υδραγωγείο, το παλάτι Τοπ Καπί με τους ωραίους κήπους του. Κάναμε βόλτα στο μεγάλο Παζάρι με τα δημοφιλή μπαχαρικά, τα χαλιά και τα κοσμήματα. Επισκεφθήκαμε επίσης τη Χάλκη, ένα από τα Πριγκιποννήσια, στην οποία βρίσκεται και η Θεολογική Σχολή. Τέλος, κάναμε κρουαζιέρα στο Βόσπορο και σταματήσαμε στο χωριό Νιχώρι, όπου έζησε 3 χρόνια σε νεαρή ηλικία ο Καβάφης. Εκείνο που διαπίστωσα μόλις αντίκρισα το γραφικό αυτό χωριό ήταν το κάλλος για το οποίο και διαβάζουμε στο ποίημα «Το Νιχώρι»: και με της γης τη μυρωδιά μονάχα θα μεθύσεις … καρποί και άνθη στο Νιχώρι. Από τη συμμετοχή μου στο συνέδριο και την εμπειρία που έζησα, μου δημιουργήθηκαν κάποιες σκέψεις, τις οποίες θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Αρχικά, ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε η θέση της ελληνικής κοινότητας στην τουρκική κοινωνία. Είναι γεγονός ότι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και τους διωγμούς στη δεκαετία του 1960, σταδιακά η ελληνική κοινότητα της Πόλης όλο και περιορίζεται και αποδυναμώνεται. Έτσι, οι Έλληνες νιώθουν απομονωμένοι και μένουν αδρανείς και αμέτοχοι στις εξελίξεις της πόλης τους. Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε ότι στο σχολείο όπου πραγματοποιήθηκε το συνέδριο φοιτούν πλέον μόνο 50 μαθητές. Το ενδιαφέρον μου προκάλεσε επίσης το γεγονός ότι οι Έλληνες της Πόλης έχουν δημιουργήσει για την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό μια φαντασιακή και εξιδανικευμένη εικόνα. Για εκείνους, η έννοια της μακρινής «μητέρας πατρίδας» τους κάνει να την ωραιοποιούν και να τη θαυμάζουν αμέριστα. Η διαπίστωσή μου αυτή επιβεβαιώθηκε μέσα από τη συζήτηση που είχα με ένα μαθητή του Ζωγραφείου Λυκείου. Η ζωή του παιδιού αυτού είναι γεμάτη αλλαγές: αφού φοίτησε στην Αθήνα για τα 3 πρώτα χρόνια του Δημοτικού, λόγω οικονομικών και οικογενειακών δυσκολιών, αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, για γραφειοκρατικούς λόγους η τουρκική κυβέρνηση μέχρι πρότινος δεν του επέτρεπε να φοιτήσει σε σχολείο και τώρα που έχει ήδη φτάσει τα 19, μόλις και κατόρθωσε να πάει στην Γ’ Λυκείου μεταπηδώντας όλες τις προηγούμενες τάξεις. Επειδή αντιμετωπίζει ακόμη οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα, καθώς και την απομόνωση από τον κοινωνικό του περίγυρο, το παιδί αυτό έχει ως μοναδική συντροφιά τα βιβλία. Εκτός των άλλων, αυτό που θεωρώ πολύ σημαντικό είναι ότι στο πλαίσιο του συνεδρίου αναπτύχθηκαν σχέσεις φιλίας. Γνώρισα μαθητές με διαφορετικές αντιλήψεις και τρόπο ζωής, από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και κοινωνικό περίγυρο. Παρ’ όλο που όλοι τους μιλούσαν ελληνικά, το γεγονός ότι πολλοί ζούσαν σε περιοχές που δεν ανήκουν εδαφικά στην Ελλάδα, όπως στην Αλεξάνδρεια, τους επέτρεπε να έχουν διαφορετική νοοτροπία. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση των μαθητών από την Κύπρο οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα θερμοί, εύθυμοι και φιλικοί. Μάλιστα, μας παρότρυναν όλους να τραγουδάμε και να χορεύουμε μαζί, με τρόπο άνετο και φυσικό. Δομνίκη Μαρή Β1


26

Ο,τι θ ε λ ω ν α μ ο ι ρα στ ω

Μια ξεχωριστή δράση στα Εξάρχεια Η Αννίτα Δεκαβάλλα, απόφοιτος του Σχολείου μας, είναι ηθοποιός, μεταφράστρια, ιδρυτικό μέλος του «Θεάτρου Εξαρχείων» και κάτοικος Εξαρχείων. Πέρα όμως απ’ αυτά, δραστηριοποιείται έντονα σε θέματα που αφορούν τη γειτονιά της. Όπως επισημαίνει κι η ίδια, η γειτονιά των Εξαρχείων παρουσιάζει έντονη ιδιαιτερότητα, καθώς είναι τόπος συνάντησης φοιτητών, διανοουμένων, καλλιτεχνών, συλλογικοτήτων κι εκεί υπάρχουν πλήθος εκδοτικοί οίκοι, θέατρα, μουσικές σκηνές και μπαράκια. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι τα Εξάρχεια βρίσκονται ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο. Σ’ αυτή την ιδιαίτερη γειτονιά, λοιπόν, ζει και εργάζεται η Αννίτα Δεκαβάλλα και εδώ αποφάσισε να αναλάβει δράση. Δ. Μ. Πώς αποφασίσατε να αναλάβετε οργανωμένη δράση για να καταπολεμήσετε τα προβλήματα της γειτονιάς; Α. Δ. Όταν υπάρχουν προβλήματα στη γειτονιά που δυσκολεύουν την καθημερινότητά σου και την υποβαθμίζουν, ψάχνεις τρόπους για να βελτιώσεις την κατάσταση. Ένας μόνος του δεν μπορεί να καταφέρει και πολλά, όμως πολλοί μαζί μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Φαίνεται πως κι άλλοι κάτοικοι της περιοχής  ένιωθαν έτσι και είχαν ήδη σχηματίσει μια συλλογικότητα. Εκεί γύρω στα μέσα του 2008. Δεν είναι τυχαίο ότι τον Δεκέμβρη του ’08 έγινε η έκρηξη.   Δ. Μ. Τι είδους ακριβώς προβλήματα αντιμετώπιζε η γειτονιά σας; Α. Δ. Η γειτονιά μας αντιμετωπίζει τα προβλήματα που λίγο-πολύ έχουν όλες οι γειτονιές της Αθήνας: α) έλλειψη πρασίνου, β) ελεύθερο εμπόριο ναρκωτικών, καθώς το κράτος δεν ακολουθεί μια σύγχρονη πολιτική για το μεγάλο αυτό πρόβλημα, και αφενός δεν κυνηγάει τους εμπόρους, αφετέρου δεν μεριμνά για τους τοξικοεξαρτημένους ούτε τους περιθάλπει, γ) έλλειμμα καθαριότητας, χωρίς ουσιαστική ανακύκλωση ή κομποστοποίηση. Να τονίσω εδώ τη σπουδαιότητα της ανακύκλωσης στην πηγή, αφού από τα σύμμεικτα οικιακά απορρίμματα, τουλάχιστον το 60% μπορεί να ανακυκλωθεί. Με περιβαλλοντικό και οικονομικό κέρδος για τους δημότες. Επίσης, αυτό που αποζητάμε όλοι οι Αθηναίοι είναι φυσικά ασφάλεια.   Δ. Μ. Με ποιο τρόπο δραστηριοποιείστε; Α. Δ. Συμμετέχω στην «Επιτροπή Πρωτοβουλίας Κατοίκων Εξαρχείων» που λειτουργεί αμεσοδημοκρατικά, οι αποφάσεις της δηλαδή λαμβάνονται συλλογικά σε ανοιχτές συνελεύσεις, όπου μπορεί να παραστεί και να εκφράσει τη γνώμη του όποιος κάτοικος θέλει. Κατά καιρούς, έχουμε κάνει διάφορες παρεμβάσεις. Όπως για την κατάργηση παράνομων κεραιών κινητής τηλεφωνίας. Ή για το παράνομο παρκάρισμα στους πεζόδρομους. Για τη συντήρηση του πρασίνου και την καθαριότητα στο λόφο μας, τον πανέμορφο λόφο του Στρέφη. Μια άλλη σημαντική δράση ήταν για την Ανακύκλωση, που, αφού ψάξαμε πολύ το θέμα, προτείναμε στο Δημοτικό Συμβούλιο ένα πρόγραμμα «ανακύκλωσης στην πηγή», το οποίο εγκρίθηκε. Είχαμε διεξαγάγει έρευνα στα μαγαζιά για την ποσότητα των ανακυκλώσιμων υλικών που πετιούνται και εμπεριστατωμένη μελέτη για τις ανάγκες της περιοχής σε κάδους ξεχωριστούς για το κάθε υλικό. Ακολούθησαν συζητήσεις με τους αρμόδιους αντιδημάρχους. Συχνά οργανώνουμε στην Πλατεία ημερίδες και προβολές για θέματα που μας απασχολούν, εκθέσεις φωτογραφίας, δράσεις για παιδιά και, μέσα σε μια αντικαταναλωτική αντίληψη ζωής, ανταλλακτικά παζάρια. Και φυσικά συναυλίες, γλέντια και φαγοπότια! Παράλληλα, συμμετέχω σε μια ομάδα που αγωνίζεται για τη διάσωση ενός ιστορικού κτηρίου στη γωνία Θεμιστοκλέους και Τζαβέλα. Είναι ένα σπάνιο πια δείγμα λαϊκού Αθηναϊκού νεοκλασικού. Τα Εξάρχεια έχουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, γιατί αφενός μαζί με την Πλάκα είναι η περιοχή όπου διασώζονται τα περισσότερα κτήρια του 19ου αιώνα, αλλά διαθέτουν επίσης πάρα πολλά δείγματα μεσοπολεμικής αρχιτεκτονικής, μοντερνισμού κλπ. Με την ομάδα μας έχουν συνεργαστεί πολλοί καθηγητές του Μετσόβιου Πολυτεχνείου.   Δ. Μ. Ποια στάση κράτησαν απέναντι στη δημιουργία τέτοιων ομάδων οι κάτοικοι της γειτονιάς; Α. Δ. Οι εκδηλώσεις μας γενικά είναι μαζικές και επιτυχημένες, μαζεύεται πολύς κόσμος από τη γειτονιά. Πολλές φορές συνεργαζόμαστε και με άλλες συλλογικότητες που υπάρχουν στην περιοχή. Όταν ο κόσμος βλέπει τη μαχητικότητά μας και αποτελέσματα, η συμμετοχή αυξάνεται. Δ. Μ. Δέχεστε οικονομική ενίσχυση από κρατικούς φορείς ή πρόκειται για μια αποκλειστικά ιδιωτική συλλογική πρωτοβουλία; Α. Δ. Δεν έχουμε καμία απολύτως σχέση με κρατικούς φορείς. Η κάλυψη των εξόδων μας -γιατί έσοδα δεν έχουμε!- προέρχεται από παζάρια βιβλίων, γλέντια, αλλά κυρίως από την προσωπική προσφορά και εργασία του καθενός.


27

Ο , τι θ ελω να μ ο ιραστ ω Δ. Μ. Έρχεστε αντιμέτωποι με ομάδες φασιστικού χαρακτήρα; Δυσχεραίνουν τέτοιες ομάδες τη δράση σας; Α. Δ. Είναι κοινώς γνωστό ότι οι φασιστικές ομάδες είναι συγκοινωνούντα δοχεία με τους «νονούς της νύχτας». Οι χούλιγκαν των γηπέδων, αλλά κι εκείνοι που τα σπάνε στις διαδηλώσεις, η μαφία και οι φασιστικές ομάδες έχουν σχέση μεταξύ τους. Θα δείτε και ομοιότητες στον ενδυματολογικό τους κώδικα, αλλά και στον «εξοπλισμό» τους… Για μια περίοδο η Πλατεία Εξαρχείων ήταν απλησίαστη. Δ. Μ. Ποιο είναι το σπουδαιότερο που έχετε πετύχει; Α. Δ. Ίσως το πιο εντυπωσιακό είναι το Πάρκο Ναβαρίνου, ανάμεσα Ζ. Πηγής και Χαρ. Τρικούπη. Ξεκίνησε αρχικά από την «Επιτροπή Πρωτοβουλίας Κατοίκων Εξαρχείων», στηρίχτηκε κι από άλλες συλλογικότητες και κατόπιν αυτονομήθηκε. Τι κάναμε; Μετατρέψαμε ένα χώρο 2 στρεμμάτων από παρκινγκ σε πάρκο. Σπάσαμε την άσφαλτο, φέραμε χώμα, φυτέψαμε δέντρα και λουλούδια, χτίσαμε πεζούλια, και φτιάξαμε μια παιδική χαρά, που δεν είχαμε στην περιοχή καμία. Όλα από τα χέρια των κατοίκων και των φίλων μας. Από τα μπάζα φτιάχτηκε ένα θεατράκι που το χρησιμοποιούμε και για προβολές. Το αυτοδιαχειριζόμενο Πάρκο Ναβαρίνου εγκαινιάστηκε το Μάρτιο του 2009. Βέβαια, όλα αυτά δεν έγιναν σε μία μέρα, αλλά σταδιακά, κι ακόμη γίνονται εργασίες. Σήμερα, αποτελεί πια χώρο υψηλού πρασίνου, παιχνιδιού, εκδηλώσεων, συζητήσεων, μαθημάτων και χαλάρωσης. Τώρα, δημιουργείται κι ένα περιβόλι για την εκπαίδευση σε θέματα καλλιέργειας. Άλλη επιτυχία μας ήταν ότι πήραμε την πλατεία στα χέρια μας, όπως είπα, και βάλαμε κι εκεί κούνιες, μπασκέτα, ποδοσφαιράκια, πινγκ-πονγκ. Πιστεύω όμως ότι αυτό που εγκαινιάσαμε τώρα είναι ίσως σημαντικότερο: Τράπεζα Χρόνου Εξαρχείων! Η αλληλεγγύη στην πράξη. Τι σημαίνει Τράπεζα Χρόνου; Σημαίνει ανταλλαγή υπηρεσιών χωρίς χρήματα με μονάδα συναλλαγής την ώρα. Π.χ. ο Νίκος βάφει την πόρτα της Μαρίας σε 3 ώρες. Ο Νίκος πιστώνεται 3 ώρες και μπορεί να ζητήσει από οποιοδήποτε μέλος της Τράπεζας Χρόνου μία άλλη υπηρεσία, να κάνει π.χ. 3 ώρες Γαλλικά με τον Γιάννη. Η δε Μαρία «ξεπληρώνει» το δικό της «χρέος», φροντίζοντας τα παιδιά της Άννας για 3 ώρες. Άλλες συλλογικότητες στα Εξάρχεια ετοιμάζουν τώρα κοινωνικό παντοπωλείο και κοινωνικό ιατρείο. Παράλληλα, λειτουργούν ήδη ανταλλακτικές βιβλιοθήκες και συλλογικές κουζίνες.   Δ. Μ. Τελικά, τι είδους αλλαγές έχει φέρει στην καθημερινή σας ζωή η δράση σας; Α. Δ. Η πιο μεγάλη εξωτερική αλλαγή είναι το αυτοδιαχειριζόμενο Πάρκο Ναβαρίνου. Έχει αλλάξει τη μορφή της ευρύτερης περιοχής του κέντρου. Δεν είναι λίγο μέσα στην κυριαρχία του τσιμέντου ένας χώρος 2 στρεμμάτων «υψηλού πρασίνου». Το πάρκο είναι ένα μικρό θαύμα μέσα στην ελληνική πραγματικότητα, πόσο μάλλον που το διαχειρίζεται, δηλ. το καθαρίζει, το συντηρεί και το λειτουργεί όχι κάποια κρατική υπηρεσία, αλλά οι ίδιοι οι κάτοικοι. Σημαντικό επίσης ήταν ότι γλιτώσαμε το νεοκλασικό σπιτάκι από την κατεδάφιση, γλιτώνοντας έτσι το ιστορικό κέντρο από μία ακόμη πολυκατοικία στη θέση του, άρα από περαιτέρω υποβάθμιση. Παράλληλα, όμως, με τις  εξωτερικές αλλαγές που έφεραν οι δράσεις μας, υπάρχει κι ένα άλλο κέρδος, πολύ μεγαλύτερο. Μέσα από τη συλλογική δράση αναπτύξαμε φιλίες και σχέσεις αλληλεγγύης. Αυτό με κάνει να νιώθω μεγάλη ασφάλεια, ζεστασιά. Ό,τι χρειαστώ, ξέρω πως έχω μια ολόκληρη γειτονιά γύρω μου να με βοηθήσει. Επίσης, οι ανοιχτές συνελεύσεις μάς έκαναν να ακούμε προσεκτικά ο ένας τον άλλο και να διατυπώνουμε καλύτερα τη δική μας σκέψη. Μέσα από την πράξη αποκτήσαμε μεγαλύτερο σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες και στη συνεργασία. Έχουμε γίνει πλουσιότεροι! Και τέλος, πολύ σπουδαίο: το γεγονός ότι δικαιώθηκαν πολλοί αγώνες μας μάς δίνει δύναμη για περαιτέρω διεκδικήσεις. Αυτό εμένα μου δίνει και μια αισιοδοξία, βλέπεις πως τελικά αξίζει να παλεύεις, όσο δύσκολο ή τρελό ή μάταιο μπορεί να φαίνεται κάποιες στιγμές. Τελικά έχει αποτέλεσμα.

Δομνίκη Μαρή Β1

Οι φωτογραφίες προέρχονται από την ιστοσελίδα του πάρκου: www.parkingparko.espivblogs.net


28

Ο,τι θ ε λ ω ν α μ ο ι ρα στ ω

Πανηγύρι 2013 Από τα παρασκήνια

Τι ήταν το Πανηγύρι για μένα; Ένα τριήμερο, κατά το οποίο το Σχολείο αλλάζει όψη, καλωσορίζει τον κόσμο και υπόσχεται ότι όλοι θα περάσουν καλά. Τι είναι το Πανηγύρι για μένα; Ένα τριήμερο, στο οποίο όλες οι βαθμίδες συνεργάζονται και αλληλοβοηθούνται με σκοπό να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Για την Ο.Ε.Π, το Πανηγύρι είχε αρχίσει πολύ πριν από εκείνο το πολυπόθητο τριήμερο στις 29, 30, 31 Μαρτίου. Δεν ξέρω τι θυμάμαι πιο έντονα. Τις τσιρίδες στους διαδρόμους, όταν είχαν βγει τα αποτελέσματα των εκλογών, την Hλιοδώρα και τον Τάσο να συντονίζουν τις συζητήσεις στις συνεδριάσεις της Παρασκευής, ενώ η αίθουσα «βομβαρδιζόταν» από νέες ιδέες και προτάσεις, τα διαλείμματα στο γραφείο για να γίνουν τα απαραίτητα τηλέφωνα, τα Σάββατα στο Σχολείο να βάφουμε τα έργα, καθώς φυσούσε και τα χαρτόνια σκιζόντουσαν, το στήσιμο την Παρασκευή το βράδυ και τα έργα να ξεκολλούν από τους τοίχους ή το πρωί του Σαββάτου να συναντάω κουρασμένα χαμογέλα; Δεν είχε σημασία πόσο είχαμε ή μάλλον δεν είχαμε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ, ότι τα παπούτσια μάς είχαν χτυπήσει, ότι δεν προλαβαίναμε καν να φάμε και ότι πολλοί από μας πίστευαν ότι δεν θα τα καταφέρουμε. Το Πανηγύρι ήταν γεγονός και εμείς ήμασταν επιτέλους έτοιμοι για όλα!

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: Δεν έχω ξανασηκωθεί τόσο γρήγορα από το κρεβάτι μου φέτος! Έπρεπε μέχρι το σχόλασμα να ολοκληρωθεί ό,τι δεν είχε τελειώσει και να προγραμματιστεί ό,τι είχαμε ξεχάσει. Το προαύλιο είχε γεμίσει με παιδιά. Όσοι δεν μπορούσαν να σχεδιάζουν βάφανε, όσοι δεν μπορούσαν να βάψουν σχεδιάζανε, άλλοι μετέφεραν κούτες, άλλοι τρέχανε να συνεννοηθούν για λεπτομέρειες που εκκρεμούσαν και η Αγνή με τον Κωνσταντίνο ήταν πάντα το επιπλέον «χέρι» που είχαμε ανάγκη. Το κουδούνι που σηματοδοτούσε το σχόλασμα ήταν για εμάς το σήμα της έναρξης. Άρχιζε το στήσιμο! Ο.Ε.Π, βοηθοί, Τεχνικός και Περιφρούρηση μεταφέραμε τα έργα, κόβαμε, κολλούσαμε, γελάγαμε. Ώρα 20.30: αρχίζει η Μπουάτ! Η Μυρσίνη και η Δωροθέα τρέχουν με τις φόρμες τους γεμάτες μπογιές να τραγουδήσουν για το κοινό. Και ενώ αυτές «rockάρουν», ο Δημήτρης και ο Ευάγγελος ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες, στέλνοντας τον τεχνικό όπου χρειάζεται, αποφασισμένοι ότι η δουλειά θα ολοκληρωθεί. Ώρα 00.00: σχεδόν όλα έχουν τελειώσει. Τα έργα είναι στους τοίχους, οι αίθουσες είναι έτοιμες και εμείς απίστευτα κουρασμένοι. Μαζευόμαστε στο αρχηγείο για τον απολογισμό της ημέρας και καληνυχτιζόμαστε. Θα τα πούμε σε 8 ώρες! ΣΑΒΒΑΤΟ: Με σταματάνε στην πόρτα. Η Ναταλία και ο Έντο έχουν ενημερώσει την περιφρούρηση να μην επιτρέψει σε κανέναν να περάσει χωρίς εισιτήριο. Και ομολογώ, έχουν κάνει φοβερή δουλειά. Ωστόσο, βλέποντας τη μπλούζα μου, τα παιδιά αμέσως χαμογελούν και με αφήνουν να περάσω. Μέσα στο Σχολείο επικρατεί ηρεμία. Οι ετοιμασίες έχουν τελειώσει και περιμένουμε να αρχίσει ο αγώνας διελκυστίνδας. Επίσημη έναρξη του Πανηγυριού. Σε λίγα λεπτά, έχουμε πάρει όλοι τις θέσεις μας. Ο Δημήτρης, ο Θάνος και η Ναταλία συντονίζουν το ΚΚΣ ελπίζοντας σε μία νίκη. Μάταια ήλπιζαν! Τα κάγκελα ανοίγουν διάπλατα και η Ο.Ε.Π ξεχύνεται στο Σχολείο να προλάβει τον κόσμο. Οι περισσότερες εκδηλώσεις εξελίσσονται σε μεγάλη επιτυχία. Ο Αγώνας Ποδοσφαίρου Μαθητών - Καθηγητών κρατάει τους οπαδούς σε αγωνία, ενώ στο ημίχρονο ο όμιλος της Ζumba χορεύει εμψυχώνοντας τους αθλητές. Στην ανεξάρτητη συναυλία επικρατεί πανικός και η περιφρούρηση με τον τεχνικό τρέχουν να οργανώσουν την εκδήλωση. Ώρα 17.30: αρχίζει το Κουκλοθέατρο. Η Κατερίνα με κοιτάει με έκπληξη, μιας και δεν περιμέναμε τόσο κόσμο και εγώ, με μια δόση περηφάνιας που τα καταφέραμε, πάω να εξυπηρετήσω στον κόσμο στο βιβλιοπωλείο. Ώρα 18.55: Μπαίνω στο θέατρο και, αντί για την παράσταση του Θεατρικού Ομίλου, το μόνο που προλαβαίνω είναι τα δυνατά χειροκροτήματα και το κοινό να βγαίνει ενθουσιασμένο. Ώρα 21.15: Ο Όμιλος Μουσικής Λυκείου ολοκλήρωσε τη συναυλία του, προετοιμάζοντας το κοινό για το κέφι που θα ακολουθήσει στο χορό ένα τέταρτο αργότερα. Ο Κωνσταντίνος και η Μαρία - Χριστίνα ρυθμίζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες, ο Dj Αιμίλιος ανεβαίνει στα decks και δυνατή μουσική αρχίζει να παίζει. Όλοι χορεύουν και τραγουδάνε και εμείς γιορτάζουμε τα αποτελέσματα της σκληρής δουλειάς μας. Ώρα 00.00: Το Σχολείο έχει αρχίσει να αδειάζει. Η Ο.Ε.Π μαζεύει και, αφού συγκεντρωθήκαμε για να συζητήσουμε τα έσοδα και τυχόν δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε, υποσχόμαστε ότι αύριο θα δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό.


29

Ο , τι θ ελω να μ ο ιραστ ω

ΚΥΡΙΑΚΗ: Η τελευταία μέρα του Πανηγυριού αρχίζει πολύ καλά, μιας και χάρη στην παράσταση του Δημοτικού το Σχολείο έχει γεμίσει από γονείς που ήρθαν να θαυμάσουν τα παιδιά τους και απ’ ό,τι φαίνεται να αγοράσουν κάποιο αναμνηστικό. Η Αθηνά και η Δανάη δεν προλαβαίνουν να βγάζουν τα μπλουζάκια και τα φούτερ από τις κούτες, σε σημείο που ανησυχώ ότι δεν θα μείνει τίποτα για να πάρω. Μιας και το βιβλιοπωλείο δεν έχει ανοίξει ακόμα, πηγαίνω να φάω πρωινό στην Αλίνα και την Εβίτα. Μοιράζουν απλόχερα καφέδες και εμείς δεχόμαστε την ευγενική «χορηγία» τους, νυσταγμένοι ακόμα, αλλά ενθουσιασμένοι με την προσέλευση του κόσμου. Ώρα 14.00: Το προαύλιο έχει μεταμορφωθεί στην παραδοσιακή ταβέρνα. Ο Χρήστος και ο Δημήτρης, και οι δύο εντυπωσιασμένοι από το αποτέλεσμα, βλέπουν την Ομάδα Παραδοσιακών Χορών να ξεσηκώνει τον κόσμο με παλαμάκια και φιγούρες. Σε λίγο μαθητές και απόφοιτοι πιάνονται χέρι χέρι, δημιουργώντας ένα μεγάλο κύκλο και συνοδεύουν με κέφι την ομάδα. Ώρα 16.30: Παιδάκια τρέχουν δεξιά και αριστερά ψάχνοντας το «ψάρι» που θα τους δώσει το επόμενο στοιχείο για τον κρυμμένο θησαυρό. Η Δανάη βοηθάει όσο μπορεί, προσέχοντας να μην αποκαλύψει την κρυψώνα, ενώ η Αλεξία μοιράζει σοκολάτες στους «άξιους παίκτες». Η μία εκδήλωση μετά την άλλη: Μοντέρνος χορός και Συγκρότημα Γυμνασίου, ανοιξιάτικο εργαστήρι, αγώνας μπάσκετ μαθητών -καθηγητών... Η θεατρική παράσταση του Κωμικού Λόγου αρχίζει και, ενώ ακούω παιδιά να ανυπομονούν να δουν το έργο, τρέχω πανικόβλητη να συναντήσω τους ηθοποιούς Κώστα Κάππα και Νίκο Ορφανό, οι οποίοι μοιράστηκαν μαζί μας τις εμπειρίες τους σχετικά με το θέατρο. Ώρα 19.00: Ανεβαίνω στον τέταρτο όροφο να δω τις εκθέσεις. Η Ναταλία και η Ειρήνη έχουν διακοσμήσει τον διάδρομο με σκηνές από την ταινία «Up to the sky», δημιουργώντας μια χαρούμενη ατμόσφαιρα και, όπου και να κοιτάξεις, βλέπεις υπέροχα έργα από μαθητές του Σχολείου. Ώρα 20.00: Γίνεται εκκένωση του κτηρίου για να έρθουν οι Οnirama, ο Ιάσονας και ο Σίμος συνεννοούνται με τον τεχνικό για θέματα που αφορούν τον ήχο και τη σκηνή, ενώ η περιφρούρηση κυριολεκτικά σπρώχνει τον κόσμο που έχει κατακλύσει το χώρο. Λίγο αργότερα, το πλήθος μπαίνει μέσα ουρλιάζοντας και ξεκινάει μία από τις καλύτερες τελετές λήξης των τελευταίων χρόνων! Ώρα 23.00: To Σχολείο έχει αδειάσει, οι Οnirama έχουν φύγει και όλη η Ο.Ε.Π περιμένει την Τατιάνα να ανακοινώσει τα έσοδα του φετινού πανηγυριού. Ξεσπάμε σε χειροκροτήματα, όταν ακούμε το ύψος του ποσού. Χειροκροτάμε ως επιβράβευση για τη σκληρή δουλειά μας! Χειροκροτάμε για να συνειδητοποιήσουμε ότι τα καταφέραμε! Χειροκροτάμε για να θυμηθούμε τις στιγμές που περάσαμε όλοι μαζί! Χειροκροτάμε γιατί γι’ αυτό το χειροκρότημα παλεύαμε τόσους μήνες! Χειροκροτάμε για να κάνουμε αυτή την υπέροχη στιγμή να κρατήσει λίγο ακόμα!

νο ύσα να γυρίσω το χρό ική εμπειρία! Αν μπορο αδ μον ... τη ιού τή υρ αυ νηγ για Πα ώ Ευχαριστ . Το τριήμερο του τό το αξέχαστο τριήμερο πίσω, θα ξαναζούσα αυ Μαρίσσα Σούρα Β3


30

Ο,τι θ ε λ ω ν α μ ο ι ρα στ ω

3 1 0 Π αν η γ ύ ρι 2

Πώς πέρασε έτσι; Κι όμως! Σαν όνειρο πέρασε το φετινό Πανηγύρι. Με τρέξιμο, άγχος, πολλή δουλειά, κούραση, φωνές, γέλια, και τελικά με την μεγαλύτερη ικανοποίηση: Το Πανηγύρι μας ήταν τέλειο… Παρασκευή πρωί…

Σάββατο πρωί…

Η Τατιάνα να τακτοποιεί τις στοίβες με τα ψιλά, οι Γενικοί Συντονιστές να κανονίζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες, και όλοι οι υπόλοιποι να βάφουν. Κατεβαίνουμε και εμείς κάτω και αρχίζουμε να εξασκούμε τις καλλιτεχνικές μας δεξιότητες (άλλοι με επιτυχία, άλλοι όχι). Χτυπάει το κουδούνι για σχόλασμα και αρχίζει επίσημα πλέον το τρέξιμο. «Ο Τεχνικός τα καρεκλάκια», «ο Τεχνικός τα θρανία», «ο Τεχνικός να ανεβάσει στο θέατρο από το καμαράκι ό,τι χρειάζονται για την πρόβα», «ο Τεχνικός να στήσει τα Παιδικά Παιχνίδια», «Όχι παιδιά! Ο Τεχνικός στις εκθέσεις!». Τόσα πολλά πράγματα να γίνουν και τόσο λίγος χρόνος! Έχουμε γίνει όλοι πατίνια, σπαζοκεφαλιάζουμε για το πώς πρέπει να ιεραρχηθούν όσα πρέπει να γίνουν, πώς θα τελειώσουμε τη διακόσμηση μέχρι το βράδυ και, αν τελειώσουμε αργά, πώς θα στεγνώσουν τα έργα, πού είναι οι ταινίες διπλής όψης, γιατί δεν βάφουν περισσότερα άτομα, γιατί φυσάει και σκίζονται τα έργα, τι θα γίνει με τη δεύτερη εξέδρα για την τελετή λήξης. Τρέχουμε με τους ασύρματους στο χέρι, διαφωνούμε, τσακωνόμαστε, ψάχνουμε κλειδιά, ψάχνουμε πινέλα, ψάχνουμε καραόκε, ψάχνουμε λύση για τις εκδηλώσεις σε περίπτωση που βρέξει. Και κάπως έτσι πλησιάζει η επίσημη έναρξη του Πανηγυριού με τη Μπουάτ. Κάτι που βέβαια δεν μπορώ να αναλύσω περισσότερο, καθώς ήμουν στο θέατρο για πρόβα generale. Με το που τελειώνουμε την πρόβα, αλλάζουμε στο πι και φι ρούχα, παίρνουμε ασύρματους και κατεβαίνουμε με τον Καλαμαρά κάτω, όπου επικρατεί ένα μικρό χάος. Η Ναταλία και ο Έντο περιφρουρούν τη Μπουάτ, η Μυρσίνη και η Δωροθέα τραγουδάνε στη Μπουάτ, ο Χρήστος και ο Δημήτρης θαυμάζουν το αποτέλεσμα της Κρεπερί τους, η Κατερίνα και η Μαρίσσα βάζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες στο Βιβλιοπωλείο, το ίδιο και η Αλεξία με τη Δανάη στα Παιδικά Παιχνίδια, και οι υπόλοιποι αγχωνόμαστε για τα έργα που δεν έχουν κρεμαστεί ακόμα. Καθώς, σιγά σιγά, η κούραση αυξάνεται, φτάνει στο τέλος της η Παρασκευή και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για το πρωί του Σαββάτου.

Κινήσεις αργές, επειδή έχουμε «πιαστεί» από την Παρασκευή. Αφήνουμε τα πράγματά μας στο Αρχηγείο και βγαίνουμε στο υπόστεγο… Αγουροξυπνημένοι ακόμα, ζητάμε θαλπωρή στην Εβίτα (οι λάτρεις του αλμυρού) και στην Αλίνα (οι λάτρεις του καφέ και των μάφιν), στην Καντίνα και στο Καφενείο αντίστοιχα, που πάντα μας υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες και προθυμία να μας ξεκουράσουν και να μας γεμίσουν ενέργεια. Μετά από τις τελευταίες λεπτομέρειες, βγαίνουμε όλοι έξω για να συμμετάσχουμε στον Αγώνα Διελκυστίνδας ΟΕΠ-ΚΚΣ (στον οποίο φυσικά το ΚΚΣ έχασε. Πάντα, όμως, με το κεφάλι ψηλά). Οι πόρτες άνοιξαν και ξαναμπήκαμε όλοι στο Σχολείο! Στην αρχή, βέβαια, ήταν λίγο περίεργο, γιατί βλέπαμε τα ίδια άτομα… Μωβ μπλούζες, μπλε μπλούζες, ροζ μπλούζες, πορτοκαλί μπλούζες, πράσινες μπλούζες, κόκκινες μπλούζες, μαύρες μπλούζες, γκρι μπλούζες… Εμείς και εμείς δηλαδή. Όμως, σιγά σιγά, άρχισε να έρχεται ολοένα και περισσότερος κόσμος. Οι αθλητές μας ετοιμάζονται για τον αγώνα ποδοσφαίρου με τους καθηγητές με την καθιερωμένη ξεκαρδιστική αναμετάδοση (που ακουγόταν και στο υπόστεγο), κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να κάηκε ένα ηχείο (δεν κατάλαβα ποτέ τι ακριβώς έγινε), όμως γρήγορα ο Τεχνικός τακτοποίησε και αυτό. Σειρά είχε το debate του Δημοτικού και έπειτα η Ανεξάρτητη Συναυλία, η οποία -σύμφωνα με την παράδοση- άργησε να αρχίσει! Η περιφρούρηση αντιμετώπιζε με επιτυχία τα περιστατικά εισόδου άνευ εισιτηρίου, ενώ παράλληλα άρχιζε η πώληση των εισιτηρίων της πολύ ενδιαφέρουσας παράστασης του Θεατρικού Ομίλου. Σειρά είχαν τα μουσικά ταλέντα του Σχολείου στην παράσταση του Ομίλου Μουσικής Λυκείου, ενώ την ίδια ώρα ετοιμαζόταν όλος ο χώρος του Σχολείου για εκκένωση. Όλοι επικεντρωθήκαμε στον πρωτότυπο χορό που διοργάνωσε ο Τομέας Πρωτοβουλιακών Ομάδων, ο οποίος είχε μεγάλη επιτυχία! Παρά την κούρασή μας χορέψαμε όλοι και διασκεδάσαμε, καθώς οδεύαμε προς την τελευταία μέρα του Πανηγυριού.


31

Ο , τι θ ελω να μ ο ιραστ ω Κυριακή πρωί… Ακόμα πιο αργές κινήσεις, περνάμε για το γνωστό πρωινό μας από το υπόστεγο, όπου πλέον έχει στηθεί η εξέδρα για την Τελετή Λήξης, και ετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε ξανά τους επισκέπτες του Πανηγυριού μας. Ο Μουσικός Τομέας βάζει μουσική για να ξυπνήσουμε, ενώ από τα μεγάφωνα ακούγονται «καλημέρες» σε όποιον καταφθάνει. Με το που ανοίγουν οι πόρτες συμβαίνει κάτι απίστευτο! Μία λαοθάλασσα από γονείς και συγγενείς που σπεύδουν στο θέατρο για να παρακολουθήσουν την παράσταση του Δημοτικού! Μαζί τους σπεύδουμε και εμείς στο Θέατρο για να βοηθήσουμε την περιφρούρηση. Ενώ κάνουμε διαγωνισμό με τον Ευάγγελο για το ποιος θα μοιράσει περισσότερα προγράμματα, ξαφνικά ξεσπάει ένας πανικός, καθώς οι γονείς δεν έχουν πού να κάτσουν! Αρχίζουμε να λέμε από τους ασύρματους ότι δεν πρέπει να πωληθούν άλλα εισιτήρια, αλλά η Τατιάνα μας απαντάει ότι αυτό είναι αδύνατο, γιατί οι γονείς θέλουν, φυσικά, να παρακολουθήσουν τα παιδιά τους! Ο Τοπαλίδης και ο Δελενίκας βάζουν κι άλλες καρέκλες στο θέατρο και προσπαθούν να διευθετήσουν την κατάσταση με την κυρία Μιχαήλ. Εν τέλει, καταφέρνουμε να βρούμε μία λύση και η παράσταση αρχίζει! Στο ισόγειο, ο Τομέας Βιβλιοπωλείου προετοιμάζεται για τη δεύτερη παράσταση κουκλοθέατρου που φαίνεται να έχει μεγάλη ζήτηση, ενώ στον τρίτο ο Τομέας ΕκθέσεωνΟμίλων έχει ήδη ανοίξει τις εκθέσεις, οι οποίες για δεύτερη μέρα θα εντυπωσιάσουν τους επισκέπτες. Παράλληλα, προετοιμαζόμαστε για την Ταβέρνα, μια ευκαιρία να ξεκουραστούμε και να δοκιμάσουμε τα εξαιρετικά φαγητά που μας προσφέρουν γενναιόδωρα οι γονείς! Βέβαια, όλα αυτά σε συνδυασμό με πολύ χορό, αλλά και λίγο τρέξιμο για να στηθούν τα μηχανήματα για την παράσταση του μοντέρνου χορού και του Μουσικού Συγκροτήματος Γυμνασίου. Η Δανάη και η Αθηνά για άλλη μια μέρα έχουν ριζώσει στο περίπτερο, πουλώντας τα αναμνηστικά του Πανηγυριού και χαιρετώντας μας, καθώς περνάμε τρέχοντας από μπροστά τους. Σιγά σιγά, τελειώνει το κυνήγι θησαυρού (μία πρωτότυπη ιδέα του τομέα Παιδικών Παιχνιδιών), ενώ σε λίγη ώρα αρχίζει η Zumba, η οποία απ’ ό,τι φαίνεται έχει πολλούς θαυμαστές! Και είναι ώρα να ανέβω πάνω για την παράσταση του Ομίλου Κωμικού Λόγου. Το Θέατρο, ως συνήθως, κατάμεστο, εμείς στα παρασκήνια έτοιμοι για όλα! Η παράσταση κυλάει τρομερά γρήγορα και χωρίς να το καταλάβουμε υποκλινόμαστε και δεχόμαστε συγχαρητήρια από βουρκωμένα μάτια συγγενών και φίλων! Όση ώρα, βέβαια, συμβαίνουν αυτά, στις κερκίδες οι αθλητές μας αγωνίζονται με πάθος εναντίον των καθηγητών μας, σε έναν αγώνα μπάσκετ που θα μείνει στην ιστορία! Και κάπως έτσι, φτάσαμε στην Τελετή Λήξης, σε ένα γεμάτο κόσμο υπόστεγο, με πολύ κέφι, τραγούδι και χορό, με τους Onirama επί σκηνής να εντυπωσιάζουν! Το Πανηγύρι κλείνει με τον καλύτερο τρόπο! Για εμάς, όμως, τίποτα δεν έχει τελειώσει… Κατευθυνόμαστε προς το Αρχηγείο, όπου η Τατιάνα μας ενημερώνει για τα οικονομικά. Συγκινημένοι, συνειδητοποιούμε ότι όχι μόνο καταφέραμε να φέρουμε εις πέρας το Πανηγύρι, αλλά ότι η επιτυχία του ήταν τεράστια, αν αναλογιστεί κανείς τις δυσκολίες της εποχής. Βγαίνουμε, λοιπόν, από το Αρχηγείο και αποχαιρετάμε το Πανηγύρι άλλοι δακρυσμένοι, άλλοι τραγουδώντας χριστουγεννιάτικα, άλλοι αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο (ειδικά εμείς, της Γ’Λυκείου). Καταλήγουμε στο υπόστεγο για ένα αποχαιρετιστήριο πάρτυ του Πανηγυριού, για τη δική μας Τελετή Λήξης (για την οποία δεν θα πω τίποτα παραπάνω. Όσοι ήταν εκεί γνωρίζουν το γιατί!). Και έτσι δεθήκαμε. Αποκτήσαμε φίλους. Δουλέψαμε σκληρά και το αποτέλεσμα ήταν εμφανές. Προσωπικά σας ευχαριστώ όλους. Γι’ αυτά που μοιραστήκαμε, για το γέλιο, το τρέξιμο, τη χαρά, την ικανοποίηση και την τρέλα των ημερών αυτών. Για το καλύτερο τελευταίο μου Πανηγύρι.

Ναταλία Ρήγα Γ1


32

Ο,τι θ ε λ ω ν α μ ο ι ρα στ ω

Το τέλος και Για όλους τους τελειόφοιτους του 2013 Μάιος 2013. Τέλος. Τέλος; Μα μπορείς να αρχίζεις τη σελίδα, να αρχίζεις ένα καινούργιο κείμενο με τη λέξη τέλος; Γιατί όχι όμως; Αφού τέλος είναι.

Πράγματι, σήμερα έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου: το σχολείο. Είναι δύσκολο να πιστέψεις πως μετά από δύο πολύ δύσκολα χρόνια και μετά από πολλούς μήνες συνεχούς πίεσης... δεν έχεις να διαβάσεις τίποτα, δεν έχεις άλλες εξετάσεις. Δεν είμαι βέβαια σίγουρη αν μπορώ ακόμα να συνειδητοποιήσω τη σημασία του κεφαλαίου που κλείνει... Παρατηρώ τη στοίβα από βιβλία και σημειώσεις δίπλα μου, μέσα στα οποία κρύβεται όλη η πίεση, το τρέξιμο, ο κόπος πολλών μηνών. Και τώρα ξαφνικά έρχεται ένα Τέλος και σου λέει πως αυτά δεν θα τα ξαναχρειαστείς. Δεν θα τα ξαναδιαβάσεις. Για κάποιο λόγο, αυτή η μικρή λέξη στο πάνω μέρος της σελίδας μού τραβάει την προσοχή. Τέλος. Κοιτάω στο λεξικό και διαβάζω πως τέλος είναι «το χρονικό σημείο στο οποίο κάτι ολοκληρώνεται ή μετά το οποίο δεν υπάρχει συνέχεια». Δεν υπάρχει συνέχεια; Μα αφού υπάρχει συνέχεια. Σκέφτομαι, όμως, ποια θα είναι αυτή η συνέχεια, αλλά δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω πως ξέρω πώς τη θέλω και πώς την ονειρεύομαι αυτή τη συνέχεια, αλλά με φοβίζει η απόσταση που υπάρχει καμιά φορά ανάμεσα στα θέλω μας και στην πραγματικότητα. Ο χρόνος που μας πέρασε ήταν ένας δύσκολος χρόνος, γεμάτος πολύ τρέξιμο, και το βασικότερο: σημαντικές αποφάσεις. Κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το αν οι αποφάσεις που πήραμε ήταν οι σωστές. Κανένας δεν μπορεί να ξέρει πού θα τον οδηγήσουν. Αλλά από την άλλη, τι πάει να πει σωστή απόφαση; Πώς κρίνεις μία απόφαση χωρίς να ξέρεις πρώτα τις συνέπειες; Μπορεί να μην μπορώ να πω αν οι αποφάσεις που πήρα αυτόν τον τελευταίο χρόνο του σχολείου ήταν οι σωστές, αλλά πιστεύω πως ήταν αυτές που με αντιπροσωπεύουν, που δεν με κάνουν να νιώθω άσχημα, και αυτές που στην παρούσα φάση θεωρώ πως ήταν οι καλύτερες δυνατές. Για το μέλλον κανείς δεν μπορεί να πει! Τελικά, ο καιρός περνάει όντως πολύ γρήγορα... Θυμάμαι πριν ένα χρόνο τέτοιο καιρό περίπου που έγραφα τον αποχαιρετιστήριο λόγο για τα παιδιά που αποφοιτούσαν πέρσι. Τότε, η δική μας αποφοίτηση μού φαινόταν ακόμα κάτι ανέλπιστα μακρινό... Γυρίζοντας πίσω σε όσα είχα γράψει πριν ένα χρόνο, βλέπω πως πια αυτά τα λόγια αντιπροσωπεύουν και εμάς.


33

Ο , τι θ ελω να μ ο ιραστ ω

η αρχή

Αφιερωμένα σε όλους της χρονιάς μας, παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα:

«Τώρα που ένας καινούργιος κόσμος αρχίζει...» Τώρα που το πρώτο ταξίδι έφτασε στο τέλος του, ένας ολόκληρος καινούργιος κόσμος ανοίγεται μπροστά σας. Ο καθένας είναι έτοιμος να ξεκινήσει μια καινούργια διαδρομή, να γνωρίσει έναν καινούργιο κόσμο, έχοντας μαζί του μια βαλίτσα όνειρα και μόνο μια ιδέα για τον πιθανό προορισμό. Σήμερα γράφεται και επίσημα ο επίλογος του βιβλίου που λέγεται Σχολείο. Όταν ήμασταν μικροί, αυτή η μέρα φαινόταν τόσο μακρινή και αόριστη που τώρα μου είναι και μένα δύσκολο να πιστέψω πως έφτασε πια αυτή η ώρα. Δεν ξέρω αν τα μαθητικά χρόνια είναι όντως τα καλύτερα της ζωής μας. Αυτό που ξέρω όμως είναι πως είναι γεμάτα με τις πρώτες μας δυνατές εμπειρίες και αναμνήσεις που δεν αλλάζουμε με τίποτα. Γι’ αυτό σήμερα δεν τελειώνει ένα μόνο κεφάλαιο της ζωής σας, αλλά ένα ολόκληρο βιβλίο, ένα βιβλίο με αμέτρητες ιστορίες μέσα. Κάπως έτσι τελειώνει το πρώτο μεγάλο ταξίδι, από το οποίο σίγουρα κρατάτε πολλά. Από αύριο, όμως, έρχεται η ώρα για τα καινούργια, τα πιο μακρινά ταξίδια. Έφτασε η στιγμή ο καθένας να ακολουθήσει το δικό του δρόμο, που μπορεί να είναι σε άλλη χώρα ή και σε άλλη ήπειρο, μπορεί να έχει δυσκολίες ή εμπόδια, όμως ευχόμαστε όλοι ολόψυχα πως θα είναι ο δρόμος εκείνος που θα κάνει τον καθένα σας ξεχωριστά ευτυχισμένο.

Και η τελευταία ευχή που τους είχα δώσει πέρσι είναι αυτή που θέλω να δώσω και σε όλους εμάς φέτος. Η ευχή αυτή είναι να μη συμβιβαστούμε ποτέ, να καταφέρουμε να πάμε κόντρα σε όλη την κατάσταση που βιώνουμε ως χώρα και ως κοινωνία, να πραγματοποιήσουμε όλα όσα ονειρευόμαστε και επιθυμούμε, αλλά και να αποδείξουμε πρώτοι σε όλους πως ως νέα γενιά μπορούμε να καταφέρουμε κάτι καλύτερο, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το μηδέν και να χτίσουμε κάτι καλύτερο! Καλή μας αρχή και καλά μας ταξίδια. Με πολλές νέες εμπειρίες, όνειρα, χαρούμενες στιγμές, και ζωή!

Έμιλυ Λουΐζου ΙΒ2


34

Β ΓΗΚ Α Μ Ε ΚΑ Ι Ε Ι Δ Α Μ Ε

«Ζ» Οι στιγμές συνειδητοποίησης στη ζωή είναι σπάνιες και πολύτιμες. Οι στιγμές που βγαίνεις από τη φούσκα που ζούσες και έρχεσαι αντιμέτωπος με την αλήθεια. Πράγματα που ήξερες, που έβλεπες, που αισθανόσουν ξαφνικά συνθέτουν την εικόνα της πραγματικότητας. Για μένα, μία τέτοια στιγμή ήταν την προηγούμενη εβδομάδα. Φτάσαμε με την Έμιλυ στο Εθνικό. Περιμέναμε λίγη ώρα, γιατί, όπως πάντα, είχαμε φτάσει νωρίς. Η ανυπομονησία μου μεγάλη, διότι επρόκειτο να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Ζ». Το θέμα του βιβλίου του Βασίλη Βασιλικού το γνώριζα, δεν είχα όμως καταφέρει να το διαβάσω, ούτε την ταινία είχα δει. Ήθελα πάρα πολύ να δω αυτή την παράσταση. Και ήταν η πρώτη φορά που η διαίσθησή μου είχε δικαιωθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό. Από τη στιγμή που κάθισα μέχρι το τέλος της παράστασης, η προσοχή μου ήταν στραμμένη 100% σ’ αυτό που διαδραματιζόταν μπροστά μου, πότε ανατριχιάζοντας και πότε βουρκώνοντας με αυτά που έβλεπα και άκουγα. Ήταν η ίδια η ιστορία του Γρηγόρη Λαμπράκη ή ήταν το γεγονός ότι εκείνη ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα;

Πρέπει να μιλήσουμε...

στη μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη

Τα αίτια της δολοφονίας του Λαμπράκη, η εντολή από τους υψηλά ιστάμενους να του δώσουν ένα «μάθημα», η δίκη – παρωδία που ακολούθησε μετά τα επεισόδια, η αποφυλάκιση των δραστών, ο τρόπος με τον οποίο έδρασαν τα εμπλεκόμενα άτομα καλύπτοντας με κατασκευασμένες ιστορίες την αλήθεια… Σας θυμίζουν κάτι; Γιατί εμένα μου θυμίζουν. Μου θυμίζουν το σημερινό παιχνίδι συμφερόντων που θύτης και θύμα είναι το ίδιο ανελεύθεροι. Μου θυμίζουν τη διαφθορά των πολιτικών και της αστυνομίας. Μου θυμίζουν ότι ζω σε μία χώρα, όπου το παρακράτος είναι πιο ισχυρό από το κράτος. Σε τι διαφέρουν τα πρόσωπα της ιστορίας του Λαμπράκη από τους σημερινούς γνωστούς - άγνωστους στις πορείες που έχουν πάρει εντολή (δεν γνωρίζουμε φυσικά από ποιους) να δημιουργήσουν ένα χάος για να κουκουλωθούν τα σκάνδαλα των αρχών μας, τα νέα οικονομικά μέτρα, ή τέλος πάντων οποιοδήποτε γεγονός απειλεί την ακεραιότητα του πολιτικού συστήματος; Κι αν σε κάποιους όλα τα παραπάνω φαίνονται θεωρίες συνομωσίας, ας κοιτάξουν γύρω τους. Ας κοιτάξουν τον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία μας, η πολιτική μας. Γιατί εγώ βλέπω ένα λαό να φωνάζει, όταν δεν έχει τι να πει. Βλέπω όργανα της τάξης να κάνουν κατάχρηση εξουσίας, επεισόδια να ξεσπούν για να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη, δολοφόνους να ξεφεύγουν, οικονομικά εγκλήματα να μη διώκονται. Βλέπω αδράνεια από τον κόσμο. Κι όταν βρεθούν άνθρωποι (κι ας είναι λίγοι, θα βρεθούν) που πρεσβεύουν την ειρήνη, άνθρωποι με οράματα, απλοί άνθρωποι που έτυχε να γίνουν εξιλαστήρια θύματα, τους βλέπω να αδικούνται, να μην δικαιώνονται. Ο Λαμπράκης πλήρωσε το τίμημα ενός οράματος, μιας απόφασης να μιλήσει για όσα κανείς δεν μιλούσε, να απαιτήσει ειρήνη και δικαιοσύνη. Να απαιτήσει εξυγίανση ενός κυκλώματος βρόμικων συμφερόντων και εκβιασμών. Δεν ξέρω γιατί πήρα την απόφαση να γράψω αυτό το κείμενο. Ίσως για να μοιραστώ απλώς τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι η Ελλάδα δεν έχει αλλάξει. Και ίσως περισσότερο, ότι απέχει πολύ από το να αλλάξει. Ίσως γιατί αναρωτιέμαι πού είναι οι άνθρωποι σαν τον Λαμπράκη στις μέρες μας. Ίσως γιατί ήθελα να βοηθήσω άλλους να συνειδητοποιήσουν. Ίσως επειδή άλλαξα και ωρίμασα μέσα σε μία στιγμή τόσο, που υποσχέθηκα πως θα προσπαθήσω να μιλήσω. Όσο δεν μιλάμε, παραμένουμε συμμέτοχοι, συνένοχοι. Πρέπει να αναζητήσουμε ο καθένας μία δίοδο να μετατρέψουμε τις ανάγκες μας, τις φωνές μας σε κάτι πιο δυνατό. Πώς; Θα αφήσω τον καθένα στις σκέψεις του…

«Πρέπει να μιλήσω. Τα πρόσωπα μπροστά μου ζητούν να μιλήσω. Πεινάω σημαίνει αρχίζω τη ζωή μου από την αρχή. Ζητάω ξανά να φάω. Θέλω ξανά δικαιοσύνη, ισότητα, ειρήνη». Ναταλία Ρήγα Γ1


35

ΒΓΗ Κ ΑΜ Ε Κ ΑΙ ΕΙΔΑΜΕ

«Fame» Ένα από τα πιο αναμενόμενα musical της ελληνικής θεατρικής σκηνής φέτος ήταν το Fame σε σκηνοθεσία, απόδοση στίχων και κειμένου Θέμιδος Μαρσέλλου. Οι πρωταγωνιστές, ανερχόμενα αλλά και ήδη πολύ γνωστά και αγαπητά ονόματα της ελληνικής showbiz! Από την Demi και τον Ησαΐα Ματιάμπα μέχρι τη Νάντια Μπουλέ και την Αλέκα Κανελλίδου. Και κάπου εκεί, πάνω στη σκηνή του Θεάτρου του Ελληνικού Κόσμου, διέκρινα μία ακόμη πολύ γνωστή και αγαπητή φυσιογνωμία. Ποια; Μα αυτή του Ιάσονα Γουάστωρ (IB 1) στο ρόλο του δεκαπεντάχρονου Γκούντι, μιας μουσικής ιδιοφυίας βεβαίως! Το σενάριο; Σχολή Καλών Τεχνών, Νέα Υόρκη. Η σχολική χρονιά μόλις αρχίζει και νέοι ηθοποιοί, τραγουδιστές και χορευτές είναι έτοιμοι για το πρώτο τους έτος εκεί. Όλοι έχουν το ίδιο όνειρο, την ίδια φιλοδοξία: να γίνουν γνωστοί και να τους αγαπάει ο κόσμος. Ο καθένας από αυτούς είναι ξεχωριστός. Σε αυτό που κάνει, γι’ αυτά που νιώθει, για τα λόγια που λέει. Στο έργο παρακολουθούμε όλη την σχολική χρονιά να περνάει. Κατά τη διάρκειά της, οι πρωταγωνιστές διαφωνούν με τους καθηγητές τους, ερωτεύονται, εργάζονται πυρετωδώς για την τελική παράσταση που δίνεται κάθε χρόνο από τους μαθητές της Σχολής. Όμως, δεν είναι για όλους το ίδιο εύκολο. Μία από της πιο φιλόδοξες φοιτήτριες, η Carmen, ακολουθεί έναν πιο σκοτεινό δρόμο, προκειμένου να διατηρήσει την ομορφιά της. Το αποτέλεσμα; Μάλλον δραματικό για αυτή. Ταυτόχρονα, πέρα από τη ζωή των μαθητών, βλέπουμε και λίγο από τη ζωή των καθηγητών τους. Οι ίδιοι έχουν χάσει πολλά από τη ζωή τους, αλλά και από το επάγγελμά τους. Γι’ αυτό το λόγο, προσπαθούν να προσφέρουν στους μαθητές τους τις βάσεις, ώστε εκείνοι να μην αποτύχουν. Πολλές φορές, όμως, οι νέοι δεν τους το αναγνωρίζουν, με αποτέλεσμα να έρχονται σε ρήξη. Η παράσταση αυτή, πέρα από το να μας δείξει πόσο σκληρά δουλεύουν όσοι απασχολούνται στον καλλιτεχνικό τομέα, μας διδάσκει και άλλα πράγματα. Μέσα από τους χαρακτήρες που έχει δημιουργήσει ο Ντέιβιντ Ντε Σίλβα, μαθαίνει κανείς πόσο σημαντική είναι η ζωή· πως με την πρώτη δυσκολία δεν πρέπει να τα παρατάμε· πως, όταν η ζωή σε ρίχνει κάτω, εσύ πρέπει να σηκωθείς ξανά στα πόδια σου· πως αυτός/αυτή που πραγματικά αγαπάς μπορεί να βρίσκεται δίπλα σου χωρίς εσύ να το καταλαβαίνεις· και πως αυτά τα μικρά χαπάκια που πίνεις με ένα ποτήρι νερό πρωί-μεσημέρι-βράδυ για να κρατήσεις ισορροπημένη τη σιλουέτα ίσως αποβούν μοιραία. Όλο το έργο είναι σκηνοθετημένο σε διάφορους χώρους, μέσα στο κτήριο της Σχολής, ενώ κάποιες σκηνές έχουν αποδοθεί βράδυ κάτω από μία γέφυρα του Μπρούκλιν. Τα σκηνικά είναι εξαιρετικά, ενώ από την αρχή του έργου φάνηκε καθαρά η σκληρή δουλειά της παραγωγής. Οι ερμηνείες είναι καταπληκτικές και οι χορογραφίες μαγικές. Το Fame είναι, κατά την άποψή μου, ένα από τα καλύτερα musical που έχουν ανέβει στην Ελλάδα. Όσοι κατάφεραν και το είδαν, είμαι σίγουρη ότι θα συμφωνήσουν μαζί μου. Γι’ αυτούς που το έχασαν, έχω να πω ότι έχασαν μία από τις λίγες ευκαιρίες να παρακολουθήσουν ένα παγκοσμίου φήμης έργο σε άριστη απόδοση! Να εύχεστε να ξανανέβει στη Αθήνα!

Συντελεστές: Σκηνοθεσία: Θέμις Μαρσέλλου, Απόδοση Κειμένου: Γεράσιμος Ευαγγελάτος, Θέμις Μαρσέλλου, Απόδοση Στίχων: Θέμις Μαρσέλλου, Ενορχήστρωση & Μουσική Διδασκαλία: Νίκος Πλατύραχος, Χορογραφία: Αλέξανδρος Γιαννής. Πρωταγωνιστούν: Αλέκα Κανελλίδου, Νίκος Βουρλιώτης, Βασίλης Αξιώτης, Θέμις Μαρσέλλου, Demy, Νάντια Μπουλέ, Κωνσταντίνος Λάγκος, Ησαΐας Ματιάμπα, Χρήστος Ζαν Μπατίστ, Άννα Φιλιππάκη, Idra Kayne, Ανδρέας Κωνσταντινίδης, Σοφία Κουρτίδου, Ιάσονας Γουάστωρ.

Μαρία Ραβαζούλα Α2


36

Β ΓΗΚ Α Μ Ε ΚΑ Ι Ε Ι Δ Α Μ Ε

«Οι Άθλιοι» Κάποια πράγματα είναι πολύ προσωπικά για να μιλάς ή να γράφεις γι’ αυτά. Για παράδειγμα, όταν τα πόδια σου σε οδηγούν στην παιδική χαρά και, στο τέλος της μέρας, ξέρεις ότι επισήμως είσαι ο πιο χαρούμενος άνθρωπος στη γη, επειδή έκανες λίγη κούνια κι εκείνη τη στιγμή σκεφτόσουν φρικιαστικά cliche του στυλ «έχω φτερά και πετάω», καλό είναι να μη γράψεις ένα άρθρο γι’ αυτό. Επίσης, όταν έχεις διεστραμμένα τελετουργικά, όπως η γωνία η οποία κάνει το κινητό με τα νερά του ξύλου του γραφείου, όταν το ακουμπάς σε αυτό να πρέπει να είναι precisely 17.5ο, αυτό είναι κάτι που καλύτερα να μην το πεις σε μια παρέα, γιατί μετά σίγουρα θα σε κοιτάζουν περίεργα και θα αναρωτιέσαι αν πάλι έχεις το σιρόπι σοκολάτας (αυτό που παγώνει) στο άνω χείλος σου και ενδέχεται στην άκρη της μύτης σου, αφού ακόμα δεν κατάφερες να τρως κομψότερα από ένα χαμίνι της μετεπαναστατικής Γαλλίας (βλ. Gavroche, σου ‘ρχεται όπου να’ ναι!). Κάποια άλλα πράγματα πάλι είναι τόσο, μα τόσο προσωπικά, που το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να τα μοιραστείς με όλη την ανθρωπότητα, ή τουλάχιστον με το μέρος της που είναι διατεθειμένο να σε ακούσει. Να παραμιλάς. Ξανά. Ενώ ξέρεις πόσο επικίνδυνο έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν. Είναι, λοιπόν, ζωτική ανάγκη να γράψω ένα γράμμα στον μελλοντικό εαυτό μου, στο οποίο θα εξιστορώ πώς άλλαξα ως άνθρωπος. Και αν το τελευταίο άρθρο που γράφω στο περιοδικό του Σχολείου είναι ένα σκέτο παραλήρημα, τότε θα σας παρακαλέσω να είστε επιεικείς και απλώς να γυρίσετε σελίδα. Για όλα φταίει η Έλλη, που τώρα στα γεράματα ευελπιστώ να μην έχει θέματα με τη δημοσιότητα, γιατί από σήμερα η ανθρωπότητα γνωρίζει το όνομα αυτής που με έκανε αυτή που είμαι. Και αν σε λίγα χρόνια πεθάνω σε ένα οδόφραγμα και η Ιστορία χάσει ένα όνομα-ογκόλιθο, να ξέρετε ποιος θα φέρει την ευθύνη και έξω από ποιου το σπίτι θα πρέπει να κατασκηνώσει η Greenpeace, ή η Διεθνής Αμνηστία, ή η Ένωση Αυτών που Θέλουν Απόκριες Όλο το Χρόνο, ή κάτι τέλος πάντων. (Το σπίτι της θα είναι κάπου στο Παρίσι, στην περίπτωση που την κυνηγάει ο Javert για δολοφονία εκ προμελέτης). Το Φεβρουάριο, λοιπόν, βγήκαν στους κινηματογράφους οι Άθλιοι σε musical. Και η εν λόγω εγκληματίας, που τελικά αποδεικνύεται υποκινούμενη από έρωτα (ωσάν άλλη Eponine) από την ταινία, με παρακάλαγε να ενδιαφερθώ λίγο, ή έστω να τη δω όταν βγει, για περίπου δεκαεννέα χρόνια και 24601 λεπτά (δύο μήνες) κι εγώ αρνιόμουν κατηγορηματικά, γιατί, ενώ ήξερα πόσο υπέροχη ιστορία είναι, χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο, ήξερα ότι όλοι πεθαίνουν. Και πόσα ν’ αντέξει ένας άνθρωπος εν μέσω Πανελληνίων; «Μα είναι musical, θα είναι λίγο πιο ευχάριστο απ’ το βιβλίο.» Tο γεγονός ότι η ταινία ήταν musical απέτρεψε πολλούς ανθρωπους από το να δουν την ταινία. Εμένα, αντίθετα, με ενθάρρυνε να τη δω. Για να μην τα πολυλογώ, το σχέδιο ήταν καλά μελετημένο. Θα αντιστεκόμουν. Η καημένη, μόνο το Λίνκολν πήγα να δω. Αλλά εκεί με περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη. Τα δύο πιο υστερικά λεπτά της ζωής μου στο πιο μαγικό τρέιλερ που έχω δει ποτέ (ο Tom Hooper σε συνωμοσία με την Έλλη, είμαι σίγουρη). Δε θέλω να μιλήσω για τη θολούρα της επόμενης βδομάδας μπροστά σε βίντεο του YouTube, περιμένοντας ευλαβικά τη μέρα εξόδου επισκεπτηρίου από τη Βαστίλλη των Πανελληνίων. Ούτε νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω για όλα τα συναισθήματα κατά τη διάρκεια της ταινίας. Γι’ αυτό που μπορώ σίγουρα να μιλήσω ξεκάθαρα - και αυτό θα κάνω πριν ξεχάσω ακόμα και το ελάχιστο πολύτιμο ψήγμα της στιγμής - είναι για το τέλος της ταινίας, το τελευταίο τραγούδι, που ο Jean Valjean πεθαίνει και βλέπει τη Fantine που έχει έρθει να τον πάρει, και μετά όλοι οι νεκροί τραγουδούν Do you hear the people sing, lost in the valley of the night πάνω στο οδόφραγμα. Ήταν τα δέκα πιο συγκλονιστικά λεπτά της ζωής μου, καθώς μόλις είδα ξανά τη Fantine ξέσπασα στους πιο λυτρωτικούς υστερικούς λυγμούς που μπορούσα να φανταστώ. Κι ήταν αδύνατον να σταματήσω, πριν τρομάξω τους πάντες γύρω μου και κυριολεκτικά μουσκέψω φούστα, μαλλιά, κινητό και τα μανίκια των γύρω μου. Δεν θέλω να το ξεχάσω ποτέ. Δεν πρέπει να ξεχάσω αυτά τα δέκα λεπτά ποτέ. Γιατί ήταν υπέροχα.


37

ΒΓΗ Κ ΑΜ Ε Κ ΑΙ ΕΙΔΑΜΕ

Τι είχα μόλις δει τις προηγούμενες δύο και κάτι ώρες; Σε δύο βδομάδες είχα διαβάσει το βιβλίο, είχα δει την ταινία άλλη μία φορά και μία στο ίντερνετ, είχα αγαπημένο χαρακτήρα, αγαπημένη σκηνή και εννιάμισι αγαπημένα τραγούδια. Εμένα με συγκλόνισε. Σε πολλούς δεν άρεσε, γιατί ήταν ένα (καταπληκτικό, χεμ χεμ) μιούζικαλ. Πολλοί δεν θα ενδιαφερθούν ποτέ. Δεν πειράζει για τίποτα απ’ αυτά. Αυτό που πρέπει να κάνω είναι απλώς να μοιραστώ την εμπειρία μου.

Δυο λόγια για την ιστοριά: Πολλοί είδαν την Catwoman να μένει έγκυος και να απειλεί να τη βάλει φυλακή ο Gladiator (αφού έχει μείνει ξεδοντιάρα), απ’ τα νύχια του οποίου τη σώζει ο Wolverine, που μετά κλέβει ένα κοριτσάκι από τον Borat και τη Bellatrix Lestrange, μέχρι που η τύπισσα από το Mamma mia αρχίζει να τραγουδάει κι αυτή και ο κόσμος πετάει ένα πιάνο απ’ το παράθυρο και δύο άντρες κάνουν τρελίτσες μέσα σ’ εναν υπόνομο. Δηλαδή, o Wolverine κλέβει ένα κομμάτι ψωμί και όλοι πεθαίνουν, αφού πρώτα τσιρίξουν λιγάκι. Αυτή είναι μία άποψη.

Μία άλλη είναι η εξής: δύο δεκαετίες μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Jean Valjean (ελληνιστί Γιάννης Αγιάννης) κλέβει ένα κομμάτι ψωμί και καταλήγει στα κάτεργα για δεκαεννιά χρόνια. Όταν βγαίνει, αλλάζει όνομα και κατορθώνει να γίνει ο δήμαρχοςευεργέτης μιας πόλης. Στο μεταξύ, ο επιθεωρητής Javert (ελληνιστί Ιαβέρης, ακόμα υποφερτό), που τον θυμάται από τα κάτεργα, αναγνωρίζει σ’ αυτόν έναν παλιό κατάδικο. Όμως, διαψεύδεται. Η Fantine είναι μια απολυμένη, εξαθλιωμένη μητέρα που αναγκάζεται να εκπορνευτεί για να στέλνει λεφτά στο παιδί της, το οποίο ζει με δύο φρικτούς ξενοδόχους. Πριν η Fantine πεθάνει (μάλλον από φυματίωση), ο Jean Valjean συνειδητοποιεί ότι ως δήμαρχος θα μπορούσε να έχει φροντίσει να μην απολυθεί, και υπόσχεται να πάρει την κόρη της, Cosette (ελληνιστί Τιτίκα, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΕΟΣ) υπό την προστασία του.

«Οι Άθλιοι» Ο Valjean μεγαλώνει την Τιτίκα, αναγκαζόμενος να κρύβεται συνεχώς από τον Javert και την αστυνομία που τον κυνηγάει. Μετά από λίγα χρόνια, μια αποτυχημένη επανάσταση λαμβάνει χώρα στο Παρίσι. Ένας από τους επαναστάτες είναι ο Marius, που τελικά είναι και ο μοναδικός επιζών ενός ηρωικού οδοφράγματος και είναι σφόδρα ερωτευμένος με την Cosette. Ας μην αρχίσω να μιλάω για την παρέα των επαναστατών φοιτητών του συγκεκριμένου οδοφράγματος που πήγε άκλαφτη, γιατί θα αρχίσω εγώ να την κλαίω και δεν θα τελειώσουμε ούτε αύριο. Αφού ο Valjean έχει σώσει τη ζωή του Javert, ο δεύτερος συνειδητοποιεί ότι τόσα χρόνια κυνηγούσε έναν αθώο. Και αυτοκτονεί, πέφτοντας στο Σηκουάνα.

Το βιβλίο γράφτηκε από τον Victor Hugo στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, περιγράφει τις ζωές και τη δράση πολλών και ιδιαίτερα σύνθετων χαρακτήρων, στη διάρκεια περίπου είκοσι χρόνων. Ο Ουγκώ σου μαθαίνει για την αρχιτεκτονική του Παρισιού, για το αποχετευτικό σύστημα και τον ελέφαντα του Ναπολέοντα, και εξετάζει τη μάχη του καλού με το κακό, την αξία και τη δύναμη των ιδανικών, την υποκειμενικότητα και το ρόλο του νόμου, τις αδυναμίες και τις υπερβάσεις για τις οποίες είναι ικανή η ανθρώπινη φύση.


38

Β ΓΗΚ Α Μ Ε ΚΑ Ι Ε Ι Δ Α Μ Ε

«Οι Άθλιοι» Δεν υπάρχει, όμως, κατά τη γνώμη μου, κάτι πιο εξαιρετικό από τη μελέτη του Hugo για την αγάπη. Κατ’ αρχάς, πόσο πρέπει να ζηλεύει κάθε επίδοξος συγγραφέας, όταν συνειδητοποιεί την ανικανότητά του να δημιουργήσει ένα χαρακτήρα σαν το Valjean; Τον άνθρωπο στον οποίο η κοινωνία φέρθηκε με το χειρότερο τρόπο, και πάλι αυτός την ευεργέτησε περισσότερο από κάθε άλλο, συγχωρώντας τη και βοηθώντας ανιδιοτελώς κάθε κατατρεγμένο, όποιον τον έβλαψε και όποιον τον απείλησε, από τον Javert μέχρι το Marius του οποίου σώζει τη ζωή διακινδυνεύοντας τη δική του, παρόλο που τον βλέπει ως πιθανό εχθρό που θα πάρει την Cosette μακριά του, τη μικρή Cosette, την οποία αγαπούσε μέχρι το τέλος, χωρίς κανένα όρο και χωρίς κανένα όριο. Τι έκανε, όμως, τον Valjean a man who turned from hatred, a man who only learnt to love; Η αγάπη ενός άλλου μεγαλειώδους χαρακτήρα, του γέρου μοναχού Μύριελ, που τον φιλοξένησε μόλις είχε φύγει από τα κάτεργα. Και όταν ο Valjean πήγε να το σκάσει μέσα στη νύχτα μαζί με όλα τα ασημικά του μοναχού και πιάστηκε, αυτός του τα χάρισε για να κάνει μια καινούργια αρχή. Και ποιος να μην χάσει τα λογικά του με την αγάπη της Fantine, που πούλησε τα δόντια και τα μαλλιά της για το παιδί της, αναίρεσε τον εαυτό της σε ένα παραλήρημα παραίτησης που πολλοί κρίνουν αυτοκαταστροφικό, εγώ ηρωικό, εκπορνεύτηκε (εδώ θα χρησιμοποιήσω στίχο από το musical, καθώς στο βιβλίο δεν περιγράφεται το διάστημα αυτό, το εξαιρετικά δυνατό και σχεδόν άρρωστο Don’t they know they’re making love to one already dead?) μόνο και μόνο για να βοηθήσει το παιδί της;

Πώς να μη με ενθουσιάσει η ερωτική αγάπη του Marius και της Cosette, με τα ντροπαλά βλέμματα στον κήπο του Λουξεμβούργου, έναν αμήχανο νεαρό που μυρίζει υστερικά ένα μαντήλι που ανήκει σε ένα γέρο κύριο, επειδή νομίζει ότι έπεσε απ’ την κόρη του και μια κοπέλα στην ηλικία μου που χάνει την ισορροπία της και ζαλίζεται από έρωτα, με αποτέλεσμα – τα drums ας προαναγγείλουν τον ερχομό του ανεπανάληπτου cliche – να πέσει στα μπράτσα του; Πόσα να αντέξει μια δεκαοχτάχρονη ψυχή που έχει άκαρδα ξεμείνει στο Παρίσι του 1832;

Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν θα ξεφύγει κανείς από την κορύφωση του παραληρήματος που φέρει το όνομα Enjolras. Ο αρχηγός της ομάδας των φοιτητών, επώδυνα όμορφος (παρομοιάζεται συχνά με τον Απόλλωνα) και εξίσου τρομερός και επικίνδυνος, ανίκανος να αγαπήσει οτιδήποτε εκτός από την Ελευθερία, τη Δημοκρατία και την Ισότητα. Η αγάπη, όμως, που δίνει στις αξίες του είναι τόσο δυνατή και παθιασμένη, που αμέσως τον καθιστά έναν από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της λογοτεχνίας (και καθιστά πολλές γυναίκες πρόθυμες να ντυθούν Ελευθερία, κατά προτίμηση στο στυλ του Delacroix, αυστηρά για πολιτισμικούς σκοπούς φυσικά).

Και τέλος, η ιστορία αγάπης που, κατά τη γνώμη μου, κάνει το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα να φαντάζουν σαπουνόπερα (δεν το λέω για να παρεξηγηθείς, William, ξέρεις πόσο σε συμπαθώ). Ο Grantaire είναι ένας από τους φοιτητές και ο μόνος που δεν ενδιαφέρεται για την επανάσταση. Κυνικός και μέθυσος, τα βρίσκει όλα μάταια και δεν χάνει ευκαιρία να ειρωνεύεται τις προσπάθειες των φίλων του. Ο Grantaire δεν πιστεύει σε τίποτα. Και όμως πιστεύει σε κάτι: στον Enjolras. Ο Grantaire αγαπάει τον Enjolras, επειδή ο Enjolras έχει όλη την πίστη που λείπει από εκείνον, όπως ο τυφλός αγαπάει το φως. Ερωτική αγάπη; Μπορείς να το δεις κι έτσι, δεν είναι όμως απαραίτητο. Πρόκειται για την πιο μαγική, κατά τη γνώμη μου, πλατωνική αφοσίωση που μπορεί να υπάρξει. O Enjolras αποδοκιμάζει το Grantaire συνεχώς και απαιτεί να φύγει από το οδόφραγμα. Όταν όλοι, εκτός απ’ τον Enjolras, εχουν σκοτωθεί, και οι στρατιώτες τον έχουν περικυκλώσει, ο Grantaire ξυπνά απ’ το μεθυσμένο ύπνο του και φωνάζει «Ζήτω η δημοκρατία!». Ζητά αναγνώριση από τον Enjolras, ο οποίος χαμογελάει, και πεθαίνουν κρατώντας τα χέρια. Ο Enjolras καρφώνεται στον τοίχο και ο Grantaire πέφτει στα πόδια του.

Και το παραλήρημα θα τελειώσει εδώ, καθώς δεν νιώθω την ανάγκη να δώσω περαιτέρω εξηγήσεις. Όσοι κατάλαβαν γιατί άλλαξα ως άνθρωπος, καλώς. Ήξερα να αγαπάω. Ήξερα ακόμα και να πεθαίνω από αγάπη. Οι Άθλιοι με έμαθαν να ζω από αγάπη.

Τo love another person is to see the face of God.

Στέλλα Πανοπούλου Γ2


39

ΒΓΗ Κ ΑΜ Ε Κ ΑΙ ΕΙΔΑΜΕ

«Δαίμονες» Οι «Δαίμονες» είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο για μένα. Είναι ίσως μία από τις παραστάσεις-σταθμούς που έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου ως λόγοι για τους οποίους εγώ σήμερα ασχολούμαι με το θέατρο. Μπορεί να μην είχα γεννηθεί το 1991, όταν ανέβηκαν για πρώτη φορά, αλλά για κάποιο λόγο έχω μεγαλώσει με αυτήν την παράσταση. Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή και είχα ανακαλύψει το CD της παράστασης, είχα πάθει μεγάλο ‘κόλλημα’ με τη μουσική, τα τραγούδια, αλλά και την πλοκή. Διαβάζοντας και μαθαίνοντας πράγματα για το τότε ανέβασμά της, γι’ αυτή την παράσταση που είχε αφήσει εποχή στην Αθήνα του ’91, ο μύθος των «Δαιμόνων» είχε δημιουργηθεί για τα καλά στο μυαλό μου. Τα τελευταία δύο χρόνια, θυμάμαι να κυκλοφορούν κατά καιρούς φήμες για επιστροφή της παράστασης... Αλλά πάντα παρέμεναν απλώς φήμες. Ώσπου το καλοκαίρι του 2012, το ανέβασμα των «Δαιμόνων» είναι πια γεγονός. Χαρά; Συγκίνηση; Δεν ξέρω πώς να περιγράψω την πρώτη μου εκείνη αντίδραση. Θα έβλεπα επιτέλους ζωντανά την παράσταση που με είχε σημαδέψει, και μάλιστα υπό τη σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Κακλέα, που ήταν πραγματικά ο πιο κατάλληλος γι’ αυτό το έργο. Οι μήνες από το καλοκαίρι μέχρι και το Μάρτιο του 2013 πέρασαν με μεγάλη αναμονή και προσμονή. Ήδη, από τις πρώτες φωτογραφίες που είχαν κυκλοφορήσει, ήταν φανερό πως επρόκειτο να γίνει μία πολύ καλή δουλειά. Και κάπως έτσι, μέσα Μαρτίου, βρίσκομαι στο Παλλάς για να δω μια παράσταση που δεν περίμενα ποτέ ότι θα έβλεπα. Τα φώτα της πλατείας σβήνουν και ο Αλέξης Πρίφτης, διευθυντής της ορχήστρας, δίνει το σύνθημα για να αρχίσει το παραμύθι των «Δαιμόνων». Οι πρώτες νότες από τη μουσική του ομώνυμου τραγουδιού ακούγονται και είναι αρκετές για να κάνουν ένα ολόκληρο θέατρο να χειροκροτήσει. Οι «Δαίμονες» του 2013 ξεκινούν. Από εκείνη τη στιγμή και για 2 και κάτι ώρες παρακολουθείς πραγματικά ένα μουσικό υπερθέαμα. Ταξιδεύεις από την Ευρώπη του Μεσαίωνα στη Νέα Υόρκη του σήμερα μέσα από τα εντυπωσιακά σκηνικά του Μανώλη Παντελιδάκη και τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη, καθώς και τους εξαιρετικούς φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ. Το πρωταγωνιστικό καστ είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να επιλεγεί – με την Εβελίνα Παπούλια να κλέβει πραγματικά την παράσταση στο ρόλο της μάγισσας, ενώ ο Παναγιώτης Πετράκης καταφέρνει να αποδώσει το δύσκολο ρόλο του πολύ καλά. Όλα τα παιδιά του θιάσου είναι εξαιρετικά, με τις φωνητικές τους δυνατότητες να ανεβάζουν κατά πολύ το μουσικό επίπεδο της παράστασης. Τέλος, η Άννα Βίσση καταφέρνει να κερδίσει το στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό της. Είκοσι δύο χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα της παράστασης, η φωνή της είναι πιο ώριμη και η υποκριτική της άνεση και εμπειρία πολύ μεγαλύτερη, κάτι που την κάνει να αντεπεξέρχεται στο διπλό της ρόλο εξαιρετικά. Ειδικά, στη σκηνή του τέλους σε εντυπωσιάζει. Πολλά συγχαρητήρια, όμως, αξίζουν στο Γιάννη Κακλέα, ο οποίος κατάφερε να πάρει το αρχικό έργο του ’91 και να το μετατρέψει σε κάτι τελείως καινούργιο και διαφορετικό. Η κινηματογραφική σκηνοθεσία του δίνει έναν απίστευτο ρυθμό σε ένα πολύ δύσκολο και απαιτητικό ανέβασμα του έργου, δημιουργώντας πολύ δυνατές εικόνες και προκαλώντας έντονα συναισθήματα στο θεατή. Οι «Δαίμονες» είναι ουσιαστικά ένα παραμύθι για την πάλη του καλού και του κακού, του Θεού και του Διαβόλου, αλλά και για τη δύναμη της αγάπης. Είναι ένα παραμύθι που σε κάνει να σκεφτείς για το τι ωθεί έναν άνθρωπο να φτάσει στο απόλυτο μίσος, αλλά και τα καταστροφικά αποτελέσματα που μπορεί να φέρει αυτό το μίσος. Δεν θα μπορούσα, όμως, να γράψω για τους «Δαίμονες» χωρίς να αναφερθώ και στο δημιουργό τους, τον Νίκο Καρβέλα. Δεν μπορώ να μην του αναγνωρίσω την εξαιρετική δουλειά του γι’ αυτό το έργο, ο οποίος μαζί με τον Σταύρο Σιδερά που υπογράφει το λιμπρέτο, κάνουν τους «Δαίμονες» μία μοντέρνα – με στοιχεία ροκ – όπερα, ένα μοντέρνο musical, εφάμιλλο με εκείνα του εξωτερικού. Για πολλούς λόγους, είναι σίγουρα η παράσταση της χρονιάς. Τόσο για το μέγεθος της παραγωγής, όσο και για την εξαιρετική προσπάθεια και δουλειά όλων εκείνων που δούλεψαν για αυτή. Μία παράσταση που σε κάνει να γελάσεις, να συγκινηθείς, να τρομάξεις, και που σίγουρα δεν σε αφήνει αδιάφορο. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι μία παράσταση, μία δουλειά, που μέσα στην Ελλάδα του 2013 δίνει όχι μόνο χαρά, αλλά και αισιοδοξία. Και κάπως έτσι, με ένα κατάμεστο Παλλάς να χειροκροτεί όρθιο για πάνω από δέκα λεπτά τους συντελεστές στο τέλος της παράστασης, κατάλαβα πως κάποια πράγματα δεν σε σημαδεύουν χωρίς λόγο. Έμιλυ Λουΐζου ΙΒ2


40

Ο,τι θ ε λ ω ν α μ ο ι ρα στ ω

Εκκρεμές Ιούνιος 2013 - Σχολή Μωραΐτη  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you