Page 1


ISBN: 978-960-93-3704-5 © Ι. Ν. Κυριαζής, 2012


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

ΧΡΟΝΟΘΥΕΛΛΑ ( ̟οιήµατα 1992-2011 )

ΑΘΗΝΑ 2012


Πριν ̟εις « ΘΑ » λες « ΝΑ ΤΟΣ »

5


Η άλλη “ΚΙΧΛΗ” “Βουλιάζει ό̟οιος σηκώνει τις µεγάλες ̟έτρες” Γ. Σεφέρης Για να µε ξεφορτωθεί η ζωή µε φόρτωσε ποιήµατα. Βουλιάζει, Γιώργο, κι όποιος κρατιέται από µεγάλες λέξεις...

7


Με την ό̟ισθεν Σα να ’βαλε ο κόσµος όπισθεν στην κίνησή του και κύλησα ξανά µέσα στα παραµύθια. Νωπό το αίµα επιστρέφει στις πληγές που κλείνουν ανηφορίζουν τα δάκρυα ξανά προς τα µάτια σαν σαλιγκάρια αφήνοντας πίσω τους δύο υγρές γραµµές - οι ράγες της πίκρας και να ’µαι σε µιαν άκυρη εκκίνηση ονείρων που γυρνούν στην αφετηρία των µισόκλειστων βλεφάρων µου ή µόνος στο παλιό κάστρο των επιθυµιών που όταν έρχονται µεσάνυχτα στοιχειώνουν όλες οι µαταιωµένες αποφάσεις του κόσµου. Νιώθω µικρός και παγωµένος νόµισµα σφηνωµένο στα δόντια του νεκρού περνώντας την Αχερουσία. Παλιώνει η ταρίφα του Χάροντα γρήγορα γυαλίζει απ’ το µόχθο του κουπιού το σώµα του και πιο ευχάριστα για να περάσει η ώρα ζωντανές ιστορίες ψυχής λαχταρά να διαβάσει απ’ το νεκρό µας σώµα. Εν αρχή ην το εν Πιο πολύ κι απ’ τους διψασµένους µιας ερήµου συµπονώ το νερό που εκφυλίστηκε κάποτε σ’ αίµα. Και πόση δίνη ύλης αστρικής µέχρι να γίνει ένα κεφάλι που τώρα πια ακόµη και από λίγο κρασί ζαλίζεται… Στο βυθό του χρόνου µες στη λάσπη ζυµώθηκε ο ουρανός που θα φιλοξενήσει το τελευταίο µας βλέµµα. Κι ας µην ξεχνάµε: οι κατάρες των νεκρών ήτανε κάποτε οι προσευχές των αγέννητων.

9


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Το έµβρυο Ύστερ’ από τη σύλληψή µου το σκοτάδι µ’ ερµήνευσε κρίθηκα ύποπτο φωτός κι εννέα µήνες τώρα µε παρακολουθούνε. Με το πρώτο άνοιγµα των µατιών µου θα µε ξανασυλλάβουν.

Αµφίβια ζωή Όταν στα έξι βήµατα στήσανε το Μηδέν η ευστοχία της σφαίρας µας κατακύρωσε στην ύπαρξη. Στη δηµοπρασία για την ευτυχία κανείς δεν πρόσφερε κάτι περισσότερο από ένα χρηµατοκιβώτιο πτωχευµένων ερώτων κάτι λιγότερο από ένα κλωνί έκπτωτου βασιλικού κι ο θρόνος και το στέµµα στη βροχή να γυαλίζουνε τόσο για να καθρεπτίζουν τις αλυσίδες τους οι αισθήσεις. Στα τούνελ της ψυχής σκάβοντας προχωρούσαν ενδοφλέβια ολοένα οι ποιητές - ξέπνοοι ριφιφήδες δακρύων κι όλες οι µπουκάλες οξυγόνου για τους φιλάσθενους πνεύµονες της Σιωπής. Παράφορα τσαλακώσαµε το αίµα µας για να χωρέσει µες στις στενές µας φλέβες. Μήτε να ουρλιάζουµε µήτε να κλαίµε το µαντίλι δεν αφαιρεί το πλαγκτόν που θ’ αφήσει η αµφίβια ζωή κάτω απ’ τα µάτια µας.

10


ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ “ΘΑ” ΛΕΣ “ΝΑ ΤΟΣ” Α̟’ το καµένο χθες Αίµα µέσα στις φλέβες κόκκινο κυκλοφορεί το βασίλεµά µας δύση που αρκεί µια ξυραφιά τα σύννεφά της να σκίσει για να την απολαύσουµε. ∆ε µιλώ γι’ αυτόχειρες αλλά για µια κηλίδα ήλιου πάνω στο τραπέζι που ένα πρωί, στάµπα µου φάνηκε άγνωστου υγρού κι έσυρα το δάχτυλό µου να τη σκουπίσω… Ούτε µιλώ και σκέφτοµαι πρωτότυπα ˙ µου αρκούν τα δελτία καιρού σαν προµηνύουν καταιγίδες αυτονόητες έτσι κι αλλιώς, κάθε µέρα η στάχτη έρχεται σαν γκρίζο χιόνι απ’ το καµένο χθες. Οι ̟έντε αισθήσεις Αφουγκράστηκα τα µάτια σου στην πτώση ενός σύκου και πολύ πριν τα γευτώ µε µικρές εισπνοές µέντας µου ’χανε ήδη κάψει τη γλώσσα. Στο πιο εύλογο µόνον αδυνατούσα: να ξεφλουδίσω τον χωρισµό, απλά, για να τα δω. Εξάρες Πετώ τα µάτια µου τυχαία ζάρια µες στον κόσµο Τις ελάχιστες φορές που φέρνω εξάρες σε βλέπω Μα πιο συχνά, κλείνω το τάβλι κουρασµένος καινούργια αρχινώντας παρτίδα µε ζάρια φτιαχτά να τσουλάνε πάνω στον ύπνο µου ευκολότερα προσεγγίσιµη κάτω απ’ τις µαγνητικές επιφάνειες των ονείρων που σ’ έλκουν.

11


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Τα λόγια της γης Από το φως τη λεπίδα του µόνο δε βλέπεις γιατί αλλιώς θα κοπεί η αλήθεια απ’ τον ίσκιο της, το παραµύθι. Το φως κρατά µαχαίρι σαν ξερακιανή γριά που βγήκε να µαζέψει χόρτα και τόσο µπλέχτηκαν µέχρι τη µέση οι ρίζες του θανάτου της που η ψυχή για να ξεφύγει λαχανιασµένη ανηφόρισε στ’ άσπρα µαλλιά τα πόδια της µόλις να γλείφουν χνότα νεκρών. Κάπως έτσι µια µέρα νυχτώνει. Κι οι οικολόγοι πάντοτε συµβούλευαν: «Απ’ το κουκούτσι του µυαλού σας φυτέψτε µιαν ιδέα οπωσδήποτε κάτι που να σαπίζει γρήγορα στα σκουλήκια τουλάχιστον το δικαίωµα της ζωής να µη στερήσουµε.» Όταν λυγίζουν δυο γόνατα, ανεβαίνουν αχνίζοντας τα λόγια της γης: - Γονάτισε ήσυχα, µη µε λερώσεις µε το αίµα σου. Το ̟ύον της µνήµης Πάµε µια βόλτα στο δάσος κι απ’ το φλοιό ενός δέντρου θα σου φτιάξω καράβι για να γίνει πλωτό το αίµα µου και µια καρδιά θα σου σκαλίσω για ν’ αγαπάς. Και δεν πειράζει αν δεν µπορέσεις να δακρύσεις λίγο ρετσίνι θα βάλω στα µάγουλά σου. Είναι τόσο εύκολος ο έρωτας όταν από επάνω σου υπάρχει ένας ουρανός που ανανεώνει το γαλάζιο του από το πύον της µνήµης µας… 12


ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ “ΘΑ” ΛΕΣ “ΝΑ ΤΟΣ” Στη χωµατερή της α̟άθειας Ωραία ήσυχα που είν’ εδώ… Σαν µόλις να ξεφόρτωσα όλον τον κόσµο απ’ το σκουπιδιάρικο του µυαλού µου στη χωµατερή της απάθειας. Οι άνθρωποι δεν κινούνται παρά µονάχα για ν’ αποµακρυνθούν από τα χέρια τους κανείς δεν κάνει τίποτε. Τα τελευταία πουλιά έφυγαν λιγάκι αργότερα απ’ τα φτερά τους σέρνονταν. Τα σκουλήκια δεν ταξίδεψαν µακρύτερα απ’ την αηδία τους για το δέρµα της γης κι ας πετούσαν… Αέρας. Ωραία που στρώνουν τη σκόνη τους οι πράξεις για ν’ αποφύγουν την κριτική… Όσο και να φυσάει ανάµεσα στις λέξεις, δε φυλλοβολεί η Σιωπή. Στις βουνοκορφές του πόνου γεννούν τα µάτια νεογνά δακρύων. Αρπαχτικές σκέψεις φέρνουν γύρους πετώντας πάνω απ’ το υποψήφιο θύµα τους · το µυαλό. Με το τσεκούρι µπηγµένο σε σβέρκο αγγέλου δε θα µας λείψει το χιόνι κι αυτόν το χειµώνα. Τ’ απογεύµατα, λιγάκι πιότερο νεκροί από τις άλλες ώρες της ηµέρας τότε ο θάνατος πυροβολεί µε το αίµα µας τον ουρανό γι’ αυτό και τόσο κόκκινο το ηλιοβασίλεµα… Κι έπειτα, µνήµη µιας σφαίρας, το πρώτο άστρο! ∆ελτίον ̟οιήσεως Αν βρέξει ίσως να βγει - σαν σαλιγκάρι ένας στίχος καλός. Άµα χιονίσει, ολόκληρο το ποίηµα. Κι αν πάλι ξανοίξει ο καιρός, µόνο µια µέρα ζεστή 13


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ για να τη ζήσεις. Για σήµερα, µονάχα αυτό θα προτιµούσα. Ακόµη Άδικα πίστεψες πως είσαι ο Αχιλλέας µόνο και µόνο επειδή σε πλήγωσαν στη φτέρνα τα σανδάλια. Ακόµη, δε γύρισες στη µάχη, δε σκότωσες τον Έκτορα, µε το χυµένο αίµα του Πατρόκλου τη φωνή σου δεν ανακάτεψες ροδαλή σαν πηλό να πλάσεις εκδίκηση - θερισµένα κορµιά απ’ το δρεπάνι του µύθου ακόµη, η Θέτιδα αδάκρυτη σε µιαν ακρογιαλιά στεγνώνει τα µαλλιά της στο σεληνόφως. Το βέλος που θα σε σκοτώσει, ακόµη ανύποπτο βαραίνει τη φαρέτρα του. Όλα σε περιµένουν να πεθάνεις. Όλα γεννήθηκαν για να πεθάνεις. Μα εσύ, ακόµη να βρεις το κουράγιο για να κόψεις τα δάχτυλα του Οµήρου, την ηλικία του επιτέλους να πάψει να λογαριάζει απ’ την αριθµητική των πτωµάτων της Ιλιάδας. Ανιδιοτελείς α̟αιτήσεις ∆ώστε µου κίτρινο πολύ όχι σε ράβδους χρυσού αλλά σε ακτίνες ηλίου. ∆ώστε µου µία κορώνα όχι αυτοκράτορα αλλά σοπράνο. ∆ώστε µου κι ένα σκοπό όχι συνόρων µα τραγουδιού, για να δεχθώ κι όλη τη σφαίρα όχι του όπλου µα του πλανήτη. Ιδιοτρο̟ίες Τόσο ταπεινωµένος απ’ τον ουρανό που ευκολότερα σήκωνε απ’ τη γη νεκρό 14


ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ “ΘΑ” ΛΕΣ “ΝΑ ΤΟΣ” παρά το βλέµµα του. Έχει τις ιδιοτροπίες της η υγιεινή µας συµβίωση µε ό,τι σαπίζει.

Στρώσεις α̟ό ηλιοβασιλέµατα Τόσο βαθιά σε κοίταξα που ανοίξαν χαράδρες µες στον Παράδεισο για να περάσει το βλέµµα µου κι έφτανε λίγο απ’ το πράσινο των µατιών σου για να ντύσω τα δέντρα όλων των φθινοπώρων. Τόσο βαθιά σε κοίταξα που αναποδογύριζαν τις τσέπες τους οι άγγελοι µήπως µε βρουν αλλά τους έπεφταν άστρα και οι ψαράδες µες στα δίχτυα τους δε βρίσκαν παρά µονάχα φύκια και λίγα λόγια του Ιησού λειωµένο ασήµι του βυθού που κάποτε µαλακώνει πιότερο µες στις σελίδες της Βίβλου. Τόσο βαθιά σε κοίταξα που ξεφυλλίζοντας στρώσεις από ηλιοβασιλέµατα δε θα ξανά ’βρεις τα µάτια µου µέσα στον κόσµο.

Το κώνειο Το σκοτάδι απ’ το πίκρισµα µε αναγνώρισε · στα κείµενα του Πλάτωνα, πρώτη φορά, τα ένοχά µου µάτια παραµόνευσε. Τότε κατάλαβα πως το Σωκράτη ήξερα βαθύτερα όσο κανείς µιας κι ήµουν εγώ το κώνειο. (Τώρα γουλιά - γουλιά µε απορροφά η νύχτα

15


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ για να ξηµερώνει · το µυστικό µας συµβόλαιο.) Στην κακοσµία σα̟ισµένων ̟αραµυθιών Σχεδόν αόρατοι τόσο συχνά αλλάζοντας συχνότητες χρωµάτων που να µην εντοπιζόµαστε από κανένα µάτι θα ’ρθει κάποτε η στιγµή να κληθούµε στο νεκροτοµείο στην κακοσµία σαπισµένων παραµυθιών ν’ αναγνωρίσουµε το διαµελισµένο λευκό της Χιονάτης. Και αν για πάντα στέγνωσε η µύτη του πινέλου που τη ζωγράφισε, στις µύτες των ποδιών τους οι νάνοι σηκωµένοι πρώτη φορά το ύψος τους θα διεκδικούν απ’ τον παραµυθά τους. Ανορθόδακροι Στην έδρα της νύχτας τα γυαλιά του ακούµπησε φιλόλογος άνεµος που όταν φυσά µε προσωδία µιλούνε τα φύλλα των δέντρων και στη θάλασσα γράφει ένα κύµα µικρή περισπωµένη του φλοίσβου... Κάτω απ’ το φαγωµένο βράχο του φωνήεντος κολλά τα πλοκάµια του ο λυγµός τις στιγµές της σιωπής που τα νερά τραβιούνται ίσως τον δεις αφού τα λόγια ήταν πάντοτε οι µυωπικοί φακοί των σκέψεων. Στην ορθογραφία των µατιών µας είµαστε µάλλον ανορθόδακροι. Απ’ το αναγνωστικό των σύννεφων καρτερούµε να ξεκολλήσουν τα γράµµατα άτακτα πέφτοντας σταγόνες βροχής · οι ασυνταξίες της θλίψης. ∆ες! Αυτό το θήτα που κυλά πάνω στο τζάµι του παράθυρου ήταν το τελικό σίγµα κάποιας ψευδής αλήθειας.

16


ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ “ΘΑ” ΛΕΣ “ΝΑ ΤΟΣ” Χειµώνας µε αχρωµατοψία Πέρασε µέσα µου η νύχτα και φωτίστηκα από ερηµιά. Το φεγγάρι πάλι εκεί να θυµίζει κρανίο νεκρού και τ’ αστέρια σταφίδες ξανθές για της µέρας τα κόλλυβα. Στην παλίρροια των σκέψεων και στην άµπωτη της ανίας ανεβαίνουν ξανά να στεγνώσουν στο φως τα ερηµονήσια των πόθων αχνίζει από κόλαση ο κρατήρας του έρωτα και για λάβα του χύνει όρκους ρευστούς που απειθάρχησαν στην υλοποίησή τους. Περιστρεφόµενος κι ο Παράδεισος κατακόκκινος λάµπει σαν το µήλο της αµαρτίας τα σκουλήκια του θρέφει για προνύµφες αγγέλων τα φτερά τους αργότερα να λευκαίνουν το σάπιο. Με την πτώση ενός φύλλου ανεβαίνουν ψηλά οι ψυχές των δασών εξατµίζοντας πράσινο. Κι ο χειµώνας πάντα µε αχρωµατοψία απ’ τις ρίζες συθέµελα σαν µας κουνά να µας ρίξει τα φύλλα, µας αδειάζει απ’ το αίµα µας…

Ορισµός Από µιαν άλλη γωνιά ιδωµένο το ποίηµα είναι η µακροσκελής υπογραφή του Κενού για το άγραφο κοµµάτι της σελίδας. Αν λοιπόν γράφουµε ποιήµατα δεν κάνουµε τίποτε άλλο απ’ το να δίνουµε συνεχώς διαφορετικά επώνυµα στο Τίποτα.

17


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Πρόγονος κι α̟όγονός µου, το Τί̟οτα Ό,τι µας λείπει, θα ’ρθεί κάποτε να διαµαντώσει τη στάχτη µας. ∆ε θα µας λυπηθεί το βλέµµα - θα µας τρυπήσει. ∆ε θα µας λυπηθεί ο αέρας - θα µας σκορπίσει. Ας λυπηθούνε τουλάχιστον τ’ άλλα. Ποια άλλα;… Γενιές παπουτσιών ξοδεµένες σε δρόµους που δε µας λύναν κανένα πρόβληµα, παρεκτός τα κορδόνια µας έρωτες της µιας µέρας χασµουρητά της « καληµέρας » χθες ο Ιάσονας στη λαϊκή πουλούσε το χρυσόµαλλο δέρας στρατιές θεών που επέλασαν σε θνητά κεφάλια µε κέρδος εφήµερο την αθανασία, φαµίλιες κράτη ο κόσµος της γης η κακοσµία στη µασχάλη του σύµπαντος… Όπου κενό το ανακαινίσαµε κι όποιες ανοησίες τις νοηµατοδοτήσαµε µέχρι και τον αέρα φέραµε σε δύσπνοια σκονίσαµε τη σκόνη µε την αφή µας σκοτώσαµε τον ουρανό και στην κηδεία δείχναµε συννεφιασµένοι… Ζωγραφιστήκαµε στο πουθενά κι αυτόν τον πίνακα χάρισε ο Θεός στο ∆ιάβολο για να τροµάξει! Ποια άλλα; Ραγισµατιές ρίγη γραµµών ρυάκια του χρόνου ρ υ τ ί δ ε ς, όπως και να σας πω δε θ’ αποφύγω τη σιωπή που στο τέλος πάντοτε επιβάλλετε… Ανθρώπων γενιές και γενιές ηλεκτρόπληκτες από ρεύµα τάσεως υψηλής απ’ τις γεννήτριες του Θανάτου ποτέ δεν παθαίνει ένα µπλακ - άουτ η ∆ΕΗ του Άδη;… Πάντως στα νεκροταφεία βλέπω συχνά σβηστά κανδήλια…

18


ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ “ΘΑ” ΛΕΣ “ΝΑ ΤΟΣ” ∆εκα̟έντε φλόγες α̟ό τη Σταχτο̟ούτα έως τη σταχτοθήκη Ι. Αναπνέουν δύσκολα οι ενήλικοι µέσα στα παραµύθια. Από πίσω τους ακολουθεί βαριά η αποφορά της σταχτοθήκης από τα πούρα της Σταχτοπούτας. Πατηµένη γόπα το γοβάκι της, πώς να ταιριάξει, τώρα που πάσχει κι από πλατυποδία;... ΙΙ. Σε δυο γειτονικές ζωές άοπλος σκοπός συνόρων, η αγάπη. ΙΙΙ. Το δικό µου Έβερεστ Όλοι τους προσπαθούν “ν’ ανέβουν” στη διάθεση κάθιδροι ορειβάτες... Πάντως εγώ, η πιο ψηλή κορυφή που ’χω πατήσει, είναι στο χιονισµένο βουναλάκι µιας κουταλιάς ζάχαρης κάθε που φτιάχνω τον καφέ µου... IV. ΑΣΤΕΡΙ ∆ιαφωνώ µε τα σύµφωνά σου αστέρι, που εάν σ’ εγκατέλειπαν θα έλαµπες παντοτινά.

19


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ V. Ζαρώνω σε µια γωνιά και κοιτώ τον κόσµο σα νεογέννητο µες στη θερµοκοιτίδα του.

VI. Σκυµµένος πάντοτε µπροστά Του φαντάζεις τόσο αστείος σαν σηκώνεις τα µάτια να Τον δειςόπως ψάρι, που µε µάτι θολό σε κοιτά απ’ το πιάτο σου... VII. Κάθε λέξη είναι στοιχειωµένη κουβαλά µέσα της το φάντασµα της σιωπής που σκότωσε. VIII. Κάθε γραµµή σελίδας τετραδίου µοιάζει µ’ ένα ακύµαντο καρδιογράφηµα. Γράφουµε λοιπόν για ν’ αναστήσουµε ένα νεκρό. VIX. Μονότονη εποχή. Όλες µου οι λέξεις τονισµένες µε τις οξείες της βροχής · το µονοτονικό του φθινόπωρου... X. Κάθε µέρα θα έπρεπε να είναι αργία γιατί σίγουρα θα έχει γενέθλια κάποιο µεγάλο ποίηµα. 20


ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ “ΘΑ” ΛΕΣ “ΝΑ ΤΟΣ” XI. Γεµάτες από τις ερωτικές µας ασφυξίες ειν’ οι φιάλες του οξυγόνου για τον πιο έµπειρο δύτη · Κουστώ του αίµατος, το Θάνατο λέω. XII. ∆υο σύννεφα αντικριστά, µοιάζαν µπαλώµατα στους φθαρµένους αγκώνες τ’ ουρανού πόσο παλιό είναι ετούτο το γαλάζιο;... ΧΙΙΙ. Κρύο τσουχτερό. Σε λίγο γύρω µας θα επιβαλλόταν ο ρατσισµός του χιονιού να τα θέλει όλα άσπρα. ΧΙV. Ένα - ένα τα φώτα στην πολιτεία άναβαν · η νύχτα σήκωνε αργά τα ρολά του µαγαζιού της µε τα φωτιστικά. XV. Με τις ρυτίδες µας παίζει σκοινάκι ο θάνατος. Κι όταν µπουρδουκλώνεται βγαίνουµ’ εµείς απ’ το παιχνίδι. Μεγαλοψυχία Κάποτε, θα συλλάβω και θα γράψω κάτι το σηµαντικό. Προς το παρόν, του επιτρέπω να χαίρεται την ελευθερία του. (Τέτοια µεγαλοψυχία επιδεικνύουν µόνον οι µικροί ποιητές...) 21


Θυµήσεως αναθυµιάσεις ή Μνηµορραγίες

23


Παίρνοντας το δρόµο των γραµµάτων. Απογοήτευσα το µηδέν και µου έβαλε µονάδα. Βύζαξα το γάλα και το µετέτρεψα σε µελάνι. Γάµησα την παλάµη µου και γέννησα µια Μούσα. ∆υνάµωσα την ένταση της σιωπής ώσπου Έκαψα τα ηχεία. Ζήτησα τον άνθρωπο ουρλιάζοντας σαν θηρίο. Ηττήθηκα από τον έρωτα κι έτσι ερωτεύθηκα τις ήττες. Θέλησα µια

θάλασσα κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανίσκου µου. Ικανοποίησα την περιέργειά µου για τον κόσµο Κοιτώντας µε στα µάτια. Λάτρεψα τη βροχή γιατί µου έµαθε πώς να πέφτω. Μεγάλωσα τη λύπη µου καταβροχθίζοντας µικρές χαρές. Νύσταξα µε τις προσευχές και Ξύπνησα βρίζοντας. Οδήγησα τους πόθους µου Προς το αντίθετο ρεύµα. Ράντισα µε το αίµα µου το χαρτί για να Σταυρώσω ένα στίχο. Ταριχεύθηκα µες στη µουσική. Υποκλίθηκα στο µυρµήγκι για να του φορτώσω το δάκρυ µου. Φίλησα ένα βάτραχο γιατί δεν ήξερε να µεταµορφωθεί. Χαιρέτισα τις λέξεις που σήκωναν τα κεφαλαία τους για να δουν την τελεία. Ψύχρανε κάπως µέσα στα γράµµατα. Ώρα να ωνειρευτώ ανορθόγραφα µια καλλιγραφηµένη ζωή.

25


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Α̟άντηση σε µιαν ερώτηση “Για ̟ότε η ̟αρουσίαση του βιβλίου σας;” Η ποίησις δεν παρευρίσκεται στις συνευρέσεις των ποιητών δε συναγελάζεται µε οιηµατίες στα καφέ των βιβλιοπωλείων δεν περιφέρει τρεκλίζοντας το ποτήρι της από παρέα σε παρέα δεν πετά τη σκούφια της γι’ αποδοχής χαµόγελα δεν πιάνουν πάνω της βέλη φαρµακερά δεν ξεκινά απ’ τη δοκιµή του µικρόφωνου δεν τελειώνει σ’ απαλά παλαµάκια δε σηκώνει τηλεφωνήµατα διευθετήσεων δεν εξυψώνεται από βάθρα οµιλητών δεν καµπουριάζει για επίκυψη ξεσκονίσµατος δε γονατίζει µπροστά στον ύψιστο κριτή Η ποίησις δε φλερτάρει µε τα φλας δε συνθλίβεται σε θλιβερά κάδρα δεν απαθανατίζεται σε άψυχα χαµόγελα δεν ποζάρει µιας κι είναι σκιογενής Η ποίησις δε λογαριάζει τα νούµερα του κοινού της δε λογαριάζεται µε αριθµηµένα αντίτυπα δεν υπογράφεται µε συλλεκτικές πένες δε µοιράζεται µε αφειδείς αφιερώσεις δεν αναγγέλλεται εν είδει κηδειοσήµου δεν απαγγέλλεται από συγκαµένους συγκινηµατίες δεν ανατριχιάζει φολιδωτούς αναγνώστες δεν εκτοξεύεται από γραφείο για να πετύχει κρεβάτι Η ποίησις δεν ευκαιρεί γι’ άκαιρες συναντήσεις δεν προσφέρεται σε τιµή ευκαιρίας 26


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ δεν αγοράζεται µε ευρώ δε χαλιέται σε ψιλά δεν πουλιέται σε πουληµένους Η ποίησις παρουσιάζεται εκεί που δεν την περιµένεις.

Φουλ του ̟άσου Οι µέρες ανακατεύτηκαν σαν τραπουλόχαρτα και µοιράστηκαν στους ανθρώπους. Τα καρό έφτιαξαν τραπεζοµάντιλο και πάνω τους οι κούπες µας γέµισαν µε καφέ. Τα µπαστούνια τα έβρισκα αµέσως παντού µα πουθενά δεν είδα σπαθιά ήτανε όλα καρφωµένα στην πλάτη µου.

Παλιλλογίες Πάλλω πάλι το απαλό για να θωπεύσω το φλοιό του ανθρώπου απεκδύοµαι τη δύση λάφυρο στα νύχια µου το νυχτικό της Νύχτας στάζουνε στίχοι απ’ τις στητές της φλόγες γέµισα καταχείµωνο θαλασσινές ρωγµές κι Αύγουστοι τερετίζουν στις τσέπες του παλτού σαν µέσα σε σπιρτόκουτο τζιτζίκια σαν µέσα στο ξαφνιασµένο ποίηµα αµέριµνη Εσύ.

27


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Κρανιάς α̟όσταγµα Στη µνήµη της θείας Βούλας Να ’ρθεις να σε δω φορτώθηκα τα χρόνια και καµπούριασα τα δάχτυλα θαµµένα σε παλιά κεντήµατα το στόµα στράβωσε κι οι λέξεις δε µιλιούνται το πρόσωπο µε κλίση προς τα κάτω κλείνει ο κύκλος της σάρκας ενσάρκωση του µηδενός αν έρθεις ίσως υποχωρήσει η φθορά για λίγο οι ρυτίδες θα κηρύξουν ανακωχή στο µέτωπο τα πόδια θα υπακούσουν στον ανώτερό τους, το µυαλό · αν έρθεις θα σου βγάλω κι από την κρανιά να γευτείς το αίµα απ’ τα γόνατά σου στα δροµάκια του Ζιάκα θα κατεβούν κι οι αρκούδες πεινασµένες στο χωριό όπως σου ’λεγα τότε για να τρως θα µας κοιτούν απ’ το παράθυρο και θα θαµπώνουν τα χρόνια µας από τα νηστικά τους χνότα αν έρθεις θα βάλουµε να µη φοβάσαι τον µπάρµπα σου να χορέψει µ’ ένα µαντίλι στον αέρα να χαιρετά για όταν µε χάσει τώρα µε χάνει Να ’ρθεις όπως σ’ εκείνο το πανηγύρι του καλοκαιριού όπου τρίβονταν οι λεβέντες στις πέτρινες καρδιές των κοριτσιών κι άναβε το γλέντι κι εσύ αµάθητος απ’ το νερό του έρωτα ίδρωνες σε µια γωνιά το αριθµητήρι του θερµόµετρου µοιάζεις τόσο του αδερφού µου 28


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ θέλω στα µάτια σου να τον αποχαιρετήσω θέλω στα µάτια του µπροστά τα µάτια µου να κλείσω ∆εν ήρθες κι οι αρκούδες κάθε νύχτα θα κατεβαίνουνε στο µνήµα για να ξεχάσουνε την πείνα τους γλείφοντας το µέλι των παραµυθιών. Συνήθισα ̟ια να σαβανώνω τους νεκρούς µε ̟οιήµατα.

Κι εσύ, Εγώ υ̟όγειο Πώς περνάει ένα σπίτι από πένθος σε πένθος; Ποιος θα πατήσει το πατάκι του τελευταίος; Ο ένας να στηρίζει τον άλλο, λες, µα εφάπτουν τις ράχες τους µόνο βιβλία… Τα έπιπλα σε µετακοµίζουν στο ακίνητο παρελθόν καθρέφτες καλογυαλισµένοι σου κρύβουν τους νεκρούς καθρέφτες κακοαναθρεµµένοι σ’ αυτούς σε φανερώνουν. Πίσω απ’ την πλάτη σου ανέκφραστος ο πατέρας σε ακολουθεί σειρά σου να τον κλειδώσεις εσύ τώρα στην αποθήκη σκάνε ανεξήγητα τα λάστιχα των ποδηλάτων χαλά ο ιστός της αράχνης στο πέρασµά σου αγγίγµατα απαλά µιας κατεδάφισης δε βαριέσαι θα βρει κάπου αλλού να στήσει την ενέδρα του το δάκρυ µες στην πανσέληνο του φακού σου φέγγεις και φεύγεις. Κι εσύ, Εγώ υπόγειο, µε τον αέρα του ιδιοκτήτη σταµάτα να χτυπάς οκτάωρα καθαριότητας σε σπίτι που είναι βουλιαγµένο στους ρύπους του ρολογιού… 29


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Έχω Έχω ένα ήσυχο πένθος από παράδροµο παράδεισου κι ένα µονοπάτι φιδάκι Παναγίας ανάµεσα στα στήθη σου µια πλάγια γραφή απ’ τη γυαλάδα της πλάτης σου που µου βαραίνουν τα µάτια και δε σηκώνεται η νύχτα που µου βαραίνουν τη νύχτα και δε σηκώνονται τα µάτια έχω και τα από µάνας αγκαλιά όσα γλιστρήσαν χρόνια το λάδι βλέµµα του πατέρα πριν το ταράξει η τρίαινα κι από το σπίτι που γκρεµίστηκε τη σκόνη του για δέρµα που µε φυσούν τα όνειρα και µε σωριάζει ο ήλιος που µε φυσά το φως αλλά µε σβήνει ο ύπνος. Τάχα τυχαία Είχε το πράσινο φουντώσει απ’ τα φιλιά µας και µια κορφούλα θέλω καψαλισµένη έπεφτε γύρω µας χνούδια από χάδια κλέφτες φύσαγα πάνω σου οι φοίνικες τρυπούσανε τον ουρανό κι έσταζε άνοιξη απ’ τα µάτια σου στα αιωνόβια πλατάνια βγάζαν τη γλώσσα οι στιγµές µας κι η χλόη πότιζε µε ησυχία τα βήµατά µας έτριζαν πόθο τα παγκάκια για τους ίσκιους µας µια ζάλη χρώµατα µας γυροφέρναν τα παρτέρια και για να κρατηθούµε έγειρε προς τον κήπο σπλαχνικά το καφενεδάκι που καθήσαµε τάχα τυχαία.

30


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Φιλήδυ̟νο Στη σκιά µιας συκιάς αν κοιµηθείς λένε βαριά θα πέσουν στο κεφάλι σου τα πέλµατα του ύπνου. Γεµίζουν γάλα τα όνειρα κολλάνε κάτω από τα µάτια σου και δεν µπορείς να τ’ ανοίξεις. Νωχελικές γυναίκες µαλακές σαν το δέρµα του σύκου σκίζουν στα δυο την κατακόκκινη σάρκα τους και στην προσφέρουν. Όσες δεν πρόλαβες ώριµες πέφτουν µες στη Λήθη ώσπου ξυπνάς µ’ ένα κοιµισµένο σκουλήκι στο στόµα.

Κι αν µου ̟υροβολήσετε Κι αν µου πυροβολήσετε τα όνειρα δε θ’ ανησυχήσω γιατί τα όνειρα τρέχουν γρηγορότερα κι απ’ τις σφαίρες σας τόσο γρήγορα που µέχρι τα όπλα σας να εκπυρσοκροτήσουν αυτά θα είναι πια στάχτη. Κι αν µου πυροβολήσετε τη ζωή και πάλι δε θ’ ανησυχήσω γιατί η ζωή τρέχει γρηγορότερα κι απ’ τα όνειρα τόσο γρήγορα που µέχρι τα όπλα σας να εκπυρσοκροτήσουν κάποιος γέρος θα φυσήξει τη στάχτη των ονείρων του στα µάτια σας κι έτσι τυφλωµένοι θα ’ναι πια σίγουρο πως θ’ αστοχήσετε.

31


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Ωδή στης ηδονής τη δύση Στην αφή µου αφήσου ν’ αυλακώσω µε τις ρυτίδες σου το ποίηµα και να του σπείρω µιαν άνοιξη σκαµµένου δέρµατος Μα στην ήβη σου κρύβει ο ήλιος ακόµη τη νάρκη του ναρκοµµένα τα δάχτυλά µου αποσύρονται απ’ το φιλοδρέπανο στάχυ σου Στάχτη που έσταξες πάνω στα χείλη µου νεκρό αηδόνι ηδονής... Μακελάρης ο έρωτας πόσα κορµιά θα διαµελίσει µέχρι να φτιάξει µια καρδιά που θ’ αγαπάει αιώνια;

Μικρές Αχερουσίες Ποτιστικό γοργά περιστρεφόµενο µας πιτσιλά ο θάνατος και πώς να υπολογίσεις τη σωστή στιγµή για να περάσεις µεταξύ δύο ριπών του… Κι όσο το σκέφτεσαι τα πόδια σου περικυκλώνουν µικρές Αχερουσίες. Μια καλή ̟ράξη, η ̟οίηση Ποιος αµφιβάλλει πως ο ποιητής µοιάζει µε τους προσκόπους;... Παίρνει τα δάκρυά του και τα περνά στ’ απέναντι µάτια. 32


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Στο θεµέλιωµα των ερει̟ίων Τα παραµύθια που σου χάρισα µην τα διαβάζεις πριν να κοιµηθείς. Μπορεί από µέσα τους να βγουν δράκοι και µάγισσες στις εντολές µου να υπακούν ως το ταβάνι να πηδούν ως τ’ όνειρό σου να βυθίζονται και στα σεντόνια να χωθούν δίπλα και µέσα σου όσο εσύ θα ονειρεύεσαι τον πρίγκιπα να σε φιλά και θα ξυπνάς, αλίµονο, µ’ ένα σφαγµένο πετεινό ανάµεσα στα πόδια σου. Στο γκρέµισµα του έρωτα θέλω γερά να είναι τα θεµέλια. (Π)νεύµατα Το φεγγάρι - άλλοτε σαν ψιλή πάνω απ’ τους ανθρώπους κι άλλοτε σαν δασεία πάνω απ’ τους Αγίους... Έρωτας σε δυο φάσεις α) Πανσέληνος Λιγοστεύω επικίνδυνα από εµένα. Σε λίγο, θα είµαι µόνον ε σ ύ . β) Χάση Λιγοστεύω επικίνδυνα κι από εσένα. Σε λίγο, δε θα ’µαι κ α ν ε ί ς . 33


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Η στάθµη της α̟ουσίας σου Παράθυρο ανοιχτό σε νυχτερινή θάλασσα αλειµµένος µε αντινοσταλγιακό υψηλής προστασίας Μαυρίζω απ’ το σκοτάδι που έµεινε στη θέση των µατιών σου Η βουή των κυµάτων χύνεται από τους έλικες του ανεµιστήρα και πληµµυρίζει το δωµάτιο Τα δάχτυλα του ενός χεριού µου έξω απ’ το κρεβάτι γλείφουν το νερό που ανεβαίνει Τα έπιπλα επιπλέουν ήσυχα κι αγγίζονται µεταξύ τους Αναπνέω αργά και σκάνε φυσαλλίδες στο ταβάνι Η µουσική µε τραβά απ’ τα µουσκεµένα µαλλιά µου για να σωθώ µα παρασυρόµαστε κι οι δυο, νότα τη νότα, προς το τέλος µας Απ’ έξω τα τριζόνια απλώνουν τη φωνή τους να πιαστώ Αλλά τίποτε δε σταµατά αυτήν την επικίνδυνη άνοδο στη στάθµη της απουσίας σου...

Μη - ζωή Κύµατα - κύµατα έρχονται ως εδώ παλιά ναυάγια πλοίων που ταξιδέψαµε αποσκευές επιβατών που τυχαία µας άγγιξαν θάλασσες ουρανών που πνίξαν τα φτερά µας γιατί να είναι έτσι πανάθεµά την για µη-ζωή;...

34


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Γράψε ένα ̟οίηµα για τη Γάζα (Ιανουάριος 2009) Γράψε ένα ποίηµα για τη Γάζα απ’ τον καπνό της πίπας σου εµπνεύσου να µιλήσεις για του πολέµου τον καπνό κοίτα στο τζάκι τη φωτιά που δε ζεσταίνει τους ανθρώπους µα τους καίει και το αφρώδες της σαµπάνιας σου για δες πώς µοιάζει µε τις φουσκάλες των καµένων... Γράψε ένα ποίηµα για τη Γάζα από τη µάνα που τα παιδιά της θάβει γελαστή σε ένα ίντερνετ καφέ θα φτάσεις εύκολα στη µάνα που βλέπει τα παιδιά της να βυζαίνουν θάνατο απ’ το στήθος των αεροπλάνων απ’ τα πυροτεχνήµατα της γιορτής εµπνεύσου φέγγουν κι εκεί οι ουρανοί έχει τον τρόπο του ο πόλεµος το νέο πόνο να γιορτάσει... Γράψε ένα ποίηµα για τη Γάζα απ’ το φτωχό µας Παπαδιαµάντη ως το βοµβαρδισµένο τους τζαµί δεν είναι η απόσταση µεγάλη µπορείς αν θες να κόψεις δρόµο για τα ερείπια περνώντας από την αντιπαροχή του πατρικού σου... Το ποίηµα γράφτηκε µα δεν επουλώνεται η συνείδηση µόνο µε µία Γάζα. Στη χαµηλή ̟ίεση της “υψηλής ̟οίησης” Κείνον που πέφτει θα τιµήσεις µόνο αν σηκωθείς εσύ. Κι αν κλαίγοντας γεννήθηκες βρίζοντας θ’ αναστηθείς. Η υψηλή ποίηση βρίσκεται στα υπόγεια ένστικτά µας αλλ’ αυτό δε σηµαίνει πως σκύβοντας το κεφάλι θα τη βρεις.

35


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Κι επιτέλους δεν ξέρω άλλον γνωστό άγνωστο από το θάνατο... Ναυάγιο Έτσι όπως ενώνω τις χούφτες µου για να µαζέψω λίγο νερό και να πλυθώ θαρρώ πως σκύβω πάνω απ’ τα πλευρά ενός πλοίου λιγάκι πριν απ’ το ναυάγιό του.

∆ύστιχοι ̟οιητές Είπε η ποίηση ευτυχώς δεν είναι για όλους. Κι είναι δυστυχώς ποιητής. Μα η ποίηση είναι µια ανταύγεια αντίο στα µάτια όλων. Στην άλγεβρα του άλγους Μες στο αµβλυγώνιο φθινόπωρο να ’φερνα κάθετη ευδία το κορµί της προσευχής η αγωνία να εξείχε µόνον η κατεπείγουσα γωνία των αγκώνων στη θεοµετρία των χεριών εξασκηµένος στην άλγεβρα του άλγους άσκηση απλή. Πώς µεγαλώνουνε οι λέξεις µέσα σε νή̟ιο στόµα… 36


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Μ̟ας και σωθούµε Λέξεις αντληµένες απ’ τη δεξαµενή του τυχαίου να εξαντλήσουν τη σιωπή του ονόµατος θάνατοι επιστρατευµένοι στην υπηρεσία φιλόδοξου πένθους της αγάπης εξαργυρώσιµοι στίχοι της εξέγερσης αυτάρεσκα συνθήµατα οθόνες συµπάσχουσες στου κόσµου τα πάθια γραφίδες που κλαίνε µελάνι ω ποίηση πριονισµένο σκαλί στο ικρίωµα µπας και σωθούµε...

Το χαφιεδόµουτρο φθινό̟ωρο Εξόριστο καλοκαίρι στο ξερονήσι µιας φωτογραφίας σύννεφα ξετυλίγουν συρµατόπλεγµα βροχής παιδί που δεν το πήραν από το σχολείο ψυχούλας ψίχουλα σε άδειο προαύλιο µουσκεµένα δεν υπογράφουν δήλωση τα δάκρυα ρε όλη τη µέρα µερωµένος παράνοµος µόνο στον ύπνο απαγορεύεται η βραδινή κυκλοφορία των ονείρων κι όλο να σε καρφώνει στο κρύο κρεβάτι το χαφιεδόµουτρο φθινόπωρο.

37


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Εκεχειρία Τι πανικός στο τσιµέντο σαν εξερράγη µια βόµβα σταγόνας ανάµεσα στα µυρµήγκια… - Κοιµηθείτε ήσυχα θα βγω να πιω τον καφέ µου αύριο πάλι.

Παιδικά Χριστούγεννα Κάτω απ’ το χιόνι σκεπασµένα τα παιδικά Χριστούγεννα τα ξεθάβεις όταν σ’ επισκέπτονται τα εγγόνια τους κάτι γιορτές που µπουσουλούν γύρω απ’ το δέντρο και ποτέ δε φτάσαν στην κορφή του να στεριώσουν το αστέρι - γι’ αυτό ψηλώνει τέτοιες µέρες η νοσταλγία - µόνο σου δίνουν σπασµένες µπάλες να στολίσεις παροπλισµένα στρατιωτάκια καµηλιέρηδες τσαλακωµένους Αγιοβασίληδες που ζητιανεύουν ένα άδειο κλαδί να αιωρούνται µε κρυµµένο το σκοινάκι τους και µια φάτνη από έκτρωση παρθένας µνήµης παιχνίδια αγορασµένα από κλεµµένα κάλαντα µέσα στο τζάκι τσιτσιρίζουν απανθρακωµένες παπαδιαµάντειες Πρωτοχρονιές Λάµψεις στο βλέµµα απ’ τα πολύχρωµα φωτάκια που αναβοσβήνουν σα να σου κλείνουνε το µάτι τα Χριστούγεννα που θα σου κλείσουνε τα µάτια. Πώς να γιορτάσεις µε τον άγγελο του θανάτου σου ριζωµένο στη µέση του σαλονιού… 38


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Στ’ Ά̟αντα της µαταιότητας Τόσα βιβλία τι θα τα κάνεις; Τα παιδιά δε διαβάζουν πια ούτε το manual του psp και κανείς σελιδοδείκτης δε φτιάχτηκε µε τ’ όνειρο να θαφτεί µες στ’ Άπαντα της µαταιότητας τόσα βιβλία… σου ’καναν έξωση απ’ τη ζωή για να χωρέσουν στο µυαλό σου τι θα τα κάνεις;… τους έδωσες τα µάτια σου για να σε φωτίσουν τους έδωσες το χρόνο σου για να σε κάνουν αθάνατο τώρα δε βλέπεις τίποτε τώρα γερνάς συνέχεια µέχρι το τελευταίο φύλλο τούτο το αργό ξεφύλλισµα µέχρι τον τελευταίο φίλο τούτο το ξευτίλισµα Επειδή έζησες µες στα βιβλία γι’ αυτό κυρίως θα σε στείλει αδιάβαστο η ζωή. Χασµουρητό χασµωδίας Στο ∆ηµήτρη Σολδάτο Φωνή αναρριχώµενη στου ριζικού τη ρίζα µε δάκρυ αναπτύχθηκε περικοκλάδα κλάµα µωρουδιακό σκαρφάλωµα σε σκάλα νου του µίλα λόγια νοτίζεις τώρα µα µε µάτια στερεµένα βραχνάς ακόµη έγιναν ως και στα ποιήµατά σου των φωνηέντων οι φωλιές που ’φτιαξες να χαλάσεις και να ξεχνάς ότι στον κόσµο αυτόν που ζεις παραφωνία είναι όχι των θρήνων οι χασµωδίες αλλά το θρόισµα των φίλων. 39


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Προς Ανατολάς Εύκολα χάνοµαι στους δρόµους µικρός έµαθα µ’ ένα ποίηµα τα σηµεία του ορίζοντα: “Μπροστά µου είναι η Ανατολή και πίσω µου η ∆ύση...” ένιωθα τότε µια σιγουριά πως δε θα χαθώ από τότε αγάπησα τα ποιήµατα όµως προπαντός µ’ αυτά χανόµουν... Τώρα ρωτώ και ξαναρωτώ για την ταυτότητα οικείων τόπων που µου ’πεσε από τη µνήµη µα πώς γίνεται; άγνωστες διαδροµές µε όλα τα σηµεία τους γνωστά να ρωτώ και να ξαναρωτώ ξένες περαστικές φιγούρες το φίλο τον αδερφό τη µάνα µου πώς θα φτάσω σπίτι έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού µου βλέπεις δεν είµαι σαν το Χρόνο που βρίσκει το δρόµο του στις χαµένες µας ζωές.

Ηλιάδα Αυτό το φως δεν έρχεται απ’ τον ήλιο µα απ’ το Ίλιον αντανάκλαση της ασπίδας του Αχιλλέα πάνω και στις εικοσιτέσσερις Ωρωδίες µιας µέρας µας...

40


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Χωριατο̟ούλα εκκλησιά Σκυµµένη στους αγρούς µια χωριατοπούλα εκκλησιά µαζεύει µαργαρίτες κι από του ντεκολτέ τα βάθη προβάλλουν δυο καµπαναριά της ενώ στ’ αφτιά το βουητό που δυναµώνει απ’ τη λιακάδα σε µετατρέπει κωφάλαλο του µεσηµεριού. Όλα τα χρώµατα µαζί να στροβιλίζονται µες στο πλυντήριο της Άνοιξης και κανένα να µην ξεβάφει. Το µπαλωµένο µε σύννεφα µπλε τ’ ουρανού µε πράσινο ξαπλωµένης χλόης φουστάνι, χαµοµηλιού χαµόγελο κίτρινο µε την πιο απ’ το γόνατο του θανάτου που µάτωσε ασήµαντη πέτρα όλα να στροβιλίζονται το απόγευµα και το βρεγµένο παγκάκι που µούσκεψε το παντελόνι του ο Μάιος µε το σκισµένο βιβλίο στο θρανίο του Έρωτα µια κούνια σε ανεπαίσθητη κίνηση µε το ηλέκτρισµα δύο τυχαία που ένωσα λέξεων για να νυµφευθώ τη Σιωπή. Κι όπως τα φώτα θα σβήνουν όλα ν’ αστροβιλίζονται στην πιο έναρθρη νύχτα της θερµής σου ανάσας. Ουρανοσκοπώντας κι εγώ, µαντεύω τι καιρό να κάνει στα µάτια σου.

41


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Της διαδήλωσης Τα µεγάφωνα που σ’ ανασύρουν απ’ το µετρό στο φως οι πολύχρωµες στάµπες του πλήθους τ’ αδειανά σηµεία ένα χαµένο στοίχηµα οι προκηρύξεις στην άσφαλτο πατηµένες κραυγές τα παραπάνω ρέστα που οµολογείς κι επιστρέφεις το άδειο µπουκάλι στο διψασµένο χέρι η σκιά το ευεργέτηµα των κτηρίων η διπλωµένη εφηµερίδα µε τις τσαλακωµένες λέξεις το αργό ξετύλιγµα της πορείας η φωνή που αδειάζει την ντροπή της στον αέρα τ’ αόρατα µάτια που µας παρακολουθούν η αλλαγή των τσολιάδων και της Βουλής η ακλόνητη θέση οι τρίχες στη µύτη του Ματατζή το µέλλον σαν κόντρα αεράκι σε πανό υψωµένο το µαύρο πάνω απ’ τα κεφάλια όλων µας κι ο ήλιος ψηλότερα για να µας καταδίδει µα προπαντός του φουστανιού της οι πτυχές στις 12:46΄

Χαρά στην υ̟οµονή της Η νύχτα για την υποµονή της να µε ξανα-ανεχτεί παρασηµοφορήθηκε µε αστέρια... Η µέρα όµως δε διακρίνεται για τον ηρωισµό της...

42


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Τιτανικοί αυτόχειρες Αξιοθρήνητοι σαν την ορχήστρα του Τιτανικού παίζετε βαλσάκια δίνοντας ρυθµό στα κύµατα που θα σας καταπιούν. Ούτε που παλεύετε τη θάλασσα ούτε που τη νανουρίζετε. Μα πριν βουλιάξετε θα ’χετε πνιγεί στον εµετό µου.

Και ξεκλειδώνεις Παίζει ο ύπνος τα κλειδιά σου και µε τον ήχο τους σε νανουρίζει όσο κοιµάσαι σ’ αφήνει να τα κρατάς γιατί έχει γίνει το σκοτάδι σκουριά της πόρτας και δεν ανοίγει µα αργότερα µε µιαν επάλειψη φωτός πάνω στα βλέφαρα λιπαίνεις την κλειδαριά και ξεκλειδώνεις.

43


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Περί ̟οιήσεως ο ψόγος... α. Στιχοµόνωση Θόρυβος δεν αφήνουν να περάσει από τις χαραµάδες του µυαλού τα ποιήµατα. Εµπόδιο υψώνω στα προβλήµατα την πένα µου. Είµαι φιλίστιχος πολίτης και πώς µ’ ανατριχιάζουνε οι λέξεις καθώς τη γλώσσα µου αγγίζουνε οι καταλήξεις τους...

β. Χαραµίθη Ρίχνω τους στίχους µου σποράκια για να γυρίσω µετά στη σιωπή. Πού να το φανταστώ οι σπόροι πως θα πιάναν και µια πυκνή βλάστηση θα µ’ εµπόδιζε να ξαναβρώ το δρόµο...

γ. Άσταχτη φυγή Από ένα ποίηµα περιµένω να µε σώσει που θα πει να κάψει τις λέξεις του για να κρατήσει αθάνατη τη στάχτη µου.

44


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Ματαίωση ̟οίησης * Ας έρθει επιτέλους η τέφρα να τα σκεπάσει όλα λυτρωτικά χαµένα σαν σ’ όνειρο αναπαυµένα στη στάχτη χωνεµένα δίχως χρώµατα δίχως µέλη άµορφη µάζα µπάζα κατεδαφισµένων µορφών γκρίζες ζώνες ζωών έστω για λίγο σαν όλα εδώ κι αιώνες νεκρά αφηµένα στο φύσηµα του χρόνου ανάσες που σταµατήσαν ξαφνικά άσθµα ασµάτων χοές πνοών προσοµοίωση τέλους µέχρι ν’ αρχίσουν να σαλεύουν σαν σηκωµένοι απ’ τους τάφους τους οι άνθρωποι όταν ο ήλιος θα τους ξετρυπώνει απ’ τις φωλιές τους το κέρδος θα ξανακουρντίζει τις καρδιές τους κι η αγάπη θα τους ξεπλένει στο φως. Μα πρώτα ας έρθει η τέφρα... * Περιµένοντας τη στάχτη α̟ό το ηφαίστειο της νότιας Ισλανδίας. Στο χάσµα της καρδιάς Οι νύχτες σκίζονται νερά και γάργαρος ο ουρανός στα χείλη σου κυλάει. ∆υο σύννεφα δαφνόφυλλα τα µάτια σου µασούνε. Σε φως υγρό κολυµβητής στην εκβολή των άστρων τα λόγια σου µε κύκλωσαν σωσίβιο από λάµψεις. Χρησµοδοτείς και τ’ άπειρο χωρά σε µια τελεία. Βυθίσου µνήµη να κοπείς στα κρύσταλλα της Κασταλίας! Τον τρίποδά σου έστησες στο χάσµα της καρδιάς, Πυθία… 45


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Όλα θα ̟άνε καλά Όλα θα πάνε καλά. Θα ξαναβγούµε στον ήλιο µ’ ένα χωνάκι παγωτό να λειώνει απ’ το γέλιο µας. Θα κατηφορίσουµε τα µάτια στα χέρια µας που θ’ ανηφορίζουν στον ουρανό. Στο δρόµο για την Ακρόπολη θα χαθούµε µέσα στα χρόνια. Θα ξαναβάλουµε την Αθηνά στο ναό της και θα βουτήξουµε την αθανασία µας στο γλαυκό της βλέµµα. Πάνω σε µουσικούς κίονες θα στηρίξουµε το αέτωµα της σιωπής µας. Θα ’χεις µιαν ένταση σ’ εκείνον το σπόνδυλο που δεν αντέχει το βάρος του κόσµου µα θα κοιτάξεις πόσο ανάλαφρα πετάει γύρω µας το φως και θα σκοτεινιάσει αδιευκρίνιστο το δάκρυ. Θα ξηµερώνει πάντα την ίδια ώρα στην ώρα της αγάπης... Κι ο µύθος θα µαρσάρει µπρος απ’ το κενό µ’ όλα του τα καυσαέρια στο πρόσωπο της αλήθειας. Όλα θα πάνε καλά.

46


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Ρυάκι α̟ογεύµατος Η µορφή σου αιωρούνταν στο βάθος του διαδρόµου το ταβάνι της αγάπης µου δε σ’ άφηνε να πάρεις ύψος ήσουν αδύναµη σαν φλόγα που τρεµοσβήνει από φόβο µήπως κουράσει τον άνεµο τα µάτια κάτω το σώµα βυθισµένο πιο κάτω µόνο οι λέξεις χτύπαγαν σύννεφο το χάδι µου στην πλάτη σου σκόνταψε πάνω σε φτερά οι σοβάδες στους τοίχους έπεφταν απ’ την παλαιότητα των δακρύων στην ακτινογραφία των µατιών σου διέγνωσα σκότος γύρισα απ’ την άλλη να µην κοιτώ πώς φεύγεις ενώ απ’ το παράθυρο κυλούσε µέσα νωθρό αρρωστηµένο το ρυάκι του απογεύµατος. Έπειτα στο δρόµo ήθελα να χωρίσω όλα τα χείλη των ερωτευµένων που διαλαλούσαν αναιδέστατα τη ζωή.

47


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Πουθενά δεν είσαι Μαζεύτηκαν από πάνω µου όλα τ’ άστρα και µ’ έραναν µε σκοτάδι. Πουθενά δεν είσαι σαλπάρει η Σαλαµίνα για τ’ ανοιχτά του φεγγαριού σαλπίζει ο άνεµος το σιωπητήριο της θάλασσας σαλτάρουν οι νότες απ’ τον πέµπτο του πενταγράµµου πουθενά δεν είσαι σκίζεται ο καιρός για να περάσει η µνήµη σκοράρει το Μηδέν στο τέρµα του Ενός σκουντουφλά ο άγγελος πάνω στις κλειστές του φτερούγες κι ο θεός τριγυρνά ανάµεσα στις λέξεις σου απελπισµένος που δεν υπάρχει πουθενά δεν είσαι µέσα στο ποίηµα αυτό που µαστιγώνει τις σιωπές του για να κραυγάσει η αγάπη. (Μου ’γινε η Άνοιξη ανοιχτή πληγή που βιάζοµαι να κλείσω.)

48


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Ν’ αστράφτω µέχρι Μη φοβάσαι τα µάτια µου που κιτρίνισαν αιµορραγούν χρυσάφι απ’ τις στοές του ήλιου εξορυγµένο απ’ τις φυλές των φύλλων διυλισµένο χρυσός ατόφιος εικοσιτεσσάρων αντίο χωρίς προσµείξεις µυξιάρικης αθανασίας χτυπηµένος στο µαλακό µέταλλο του έρωτα µε όλα τα πιστοποιητικά δάκρυα γνησιότητας Μη φοβάσαι τα µάτια µου που κιτρίνισαν εκρήξεις φωτός που εκτινάσσουν πίδακες βλέµµατος είναι οι νοσοκόµες σαν παθιασµένοι χρυσοθήρες κυνηγούν τις φλέβες µου φλέβες χρυσού, βλέπεις όµως εσύ µη φοβάσαι και µίλα µου είναι ψέµα πως κι η σιωπή είναι χρυσός ένα ανθρακωρυχείο που µας καταπλάκωσε είναι όταν σωπαίνουµε δες πώς πέφτει χώµα στο πρόσωπό µου όταν σωπαίνουµε άκου πώς τραυλίζει sos το φεγγάρι - και το φεγγάρι κίτρινο είναι γιατί το πήρα µαξιλάρι µίλα µου λοιπόν ν’ ανασυρθώ στο φως θέλω ν’ αστράφτω µέχρι να µε ξετρυπώσει το γεωτρύπανο του θανάτου.

49


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Στης φλαµουριάς τον ίσκιο στο Γιώργο Μίχο 43°C Στης φλαµουριάς τον ίσκιο κει που η δροσιά πληκτρολογεί τιτίβισµα και δένουν κορµό των νεκρών ποιητών οι ψυχές έχτισες τη φωλιά σου 43°C Στης φλαµουριάς τον ίσκιο στέκει ο καύσωνας στο ένα πόδι τιµωρία και τους αιώνες τους κρεµούν στα στιβαρά κλαδιά κάτι παµπάλαια βιβλία. 43°C Στης φλαµουριάς τον ίσκιο το µέτωπο σκουπίζεις της Τζοκόντας και την κερνάς γάργαρο Χατζιδάκι

43°C αποχυµώνεις την ψυχή σε λέξεις και φλαµουριά το χέρι σου φυτεύεις να δροσιστεί στον ίσκιο του το ποίηµα.

43°C Με τι µετριέται η ζεστή αγκαλιά της µάνας, Γιώργο;...

50


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Τα µάταια µάτια σου Και στο ’πα ρίξε λίγη λάσπη στα µούτρα σου σαν Μικρασιάτισσα να σ’ αγνοήσει δώσε ψεύτικα στοιχεία στην ξαδέρφη του τη ∆υστυχία µην απαντάς στα τηλέπονα κάψε το βιβλιάριο ασωτίας να βρει την υγειά της η στάχτη και µε τα µάταια µάτια σου σκότωσε το σκοτάδι...

Εν τέλει τίποτε δεν έπιασε και να σου τον τώρα στην πόρτα να δοκιµάζει µιαν αρµαθιά απ’ τα ηλιοβασιλέµατα της ζωής σου...

Ουρανολοίµωξη Ο πυρετός µ’ ανέβασε στη σέλα της σελήνης µ’ αυτό το τσούξιµο στα µάτια από την έκρηξη ανεµώνης. Εαροβόλο σφήνωσε το κρανίο µου στην καρδιά του Μαΐου. Κι όλο γαλάζιο κατουρώ δίχως ελπίδα θεραπείας για την ουρανολοίµωξή µου. Μη βρέξει και µη στάξει… Φρεσκοβαµµένος ουρανός µόλις τον πέρασε δεύτερο χέρι η φτερούγα κάποιου πουλιού γιατί κοιτούν περίεργα που ανοίγω την οµπρέλα µου µε ήλιο;… Φοβάµαι µη στάξει πάνω µου το µπλε και µε λερώσει.

51


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Πάσχα στο Νοσοκοµείο Γύρναγαν τον Επιτάφιο στους διαδρόµους ο παππάς το προσωπικό οι συγγενείς οι λιγοστοί ασθενείς όσοι µπορούσαν στέκαν στην πόρτα του θαλάµου τους και σταυροκοπιούνταν οι άλλοι διασωληνωµένοι δεν πήραν µυρουδιά από λιβάνι και ανθάκια Μ. Παρασκευής µόνο τους έζωνε η αποφορά της σήψης την Κυριακή πάλι είδαν την Ανάσταση στην τηλεόραση η τσίκνα του οβελία εξοβελίστηκε απ’ τα κλειστά παράθυρα αντί για σούβλα γύρναγαν το ψηµένο σώµα τους στο κρεβάτι ο πουρές δήλωσε τη µονοκρατορία του στα φορητά τραπεζάκια κι η Λαµπρή πετάχτηκε σαν τελειωµένο µπουκάλι ορού που τους µάτωσε τη φλέβα. Τα χυµικά του Έρωτα Χάιδεψα τον ουρανό και ανατρίχιασε βροχή κι άδειασε πάνω µας το βιος του για να µας κάνει αχθοφόρους της αγάπης. Οι άλλοι, δυσκοίλιοι στην πίκρα τους αφόδευαν τις ειδήσεις της ηµέρας. ∆ίπλα η εκκλησία διανυκτέρευε για τους λασπωµένους της αγγέλους κι εσύ ντυµένη µόνο µε το φως των αστραπών κι εσύ κυνηγηµένη και στις πέντε ηπείρους των αισθήσεων µου άνοιγες στο δέρµα πόρους να περάσει η άνοιξη... Όλο το βράδυ άστραφτα καθώς τα µάτια σου άδειαζαν τον ουρανό τους στο διψασµένο µου σώµα. Τώρα κανείς δεν µε αναγνωρίζει µιας και γυρνώ στον κόσµο παραµορφωµένος από τα τόσα χυµικά σου. 52


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Τα υ̟έρηχα µάτια σου Παραδόθηκες λεία στα νύχια της νύχτας ν’ ακονίζει σκοτάδι χάδινα χέρια κοµµένα που ψάχνουν το αντίστοιχο σώµα τους ηρεµιστικός ο θεός ξεµουδιάζει το δάχτυλο της δικαιοσύνης αµνούς σφαγιάζοντας Νυσταγµένο νυστέρι ξυπνάει το αίµα τα υπέρηχα µάτια σου κακοήθη σελήνη στα ουράνια σπλάχνα διέγνωσαν. Μετάσταση να ’κανε και σε µας µόνο η Ανάσταση... ∆εύτερη Καταστροφή Ονειρευόµουν... Το σκοτάδι κύµατα - κύµατα ξέρναγε στα παράλια της Μικράς Αθανασίας πρόσφυγες της ζωής. Πώς κλαίνε οι νεκροί για τις χαµένες πατρίδες τους στον ύπνο µου... Κάθε πρωί που ξυπνώ, νιώθω υπεύθυνος γι’ αυτήν τη ∆εύτερη Καταστροφή.

Στα εγερτήρια των ̟όθων Σε άκουγα να έρχεσαι από παντού… όταν όλες οι απουσίες σου διασταυρώνονταν επάνω µου για να ’µαι παρών στα εγερτήρια των πόθων.

53


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ ∆έηση Μόνο σε µένα θ’ ανήκεις ακούς µόνο στ’ αφτιά µου θα νικάς τη µοναξιά σου µόνο πάνω µου θα πατάς για να ’ναι ορατή σε όλους η φιλευσπλαχνία σου µόνο στον ουρανίσκο µου θα γεύεσαι τον ουρανό σου τόσα λόγια που ένωνα ήταν για να σπάσεις τη σιωπή σου τόση ζωή που ξόδευα ήταν για να χωρέσω µια στιγµή σου τόσες αγκαλιές χειµώνων ήταν για ένα χάδι άνοιξης όλες µου οι λέξεις στάχτη στα πόδια σου για µια φλογίτσα νεύµα για ένα ηφαίστειο βλέµµα για έναν καταρράκτη σπέρµα λόγου στα σπλάχνα µου µε πίστεψες για να υπάρξω σε πίστεψα κι ας µην υπήρχες σε δηµιούργησα για να µην καταστραφώ - πόσοι θεοί νεκροί στο κάθε ζωτικό µας ψεύδος έχεις πολλή αγάπη ν’ αρνηθείς του κόσµου για να χωρέσεις τη δική µου κι αν πεις να χωρίσουµε ποτέ το λιβάνι µου στο δόξα πατρί σου θα σε βρει άδοξε πατέρα, µήτρα της δόξας µου, αµήν.

54


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Νυχτερινό σχολείο Μελετώντας τ’ αστέρια αδιάβαστο µ’ έπιασε η νύχτα και µε µηδένισε µε µια πανσέληνο στον ουρανό της. Την υπογραφή της έπειτα σχηµάτισε µε την τροχιά ενός διάττοντος κι αδηµονώντας να τελειώσει η σχολική ετούτη ώρα αντί για χτύπο κουδουνιού καραδοκούσα το πρώτο λάληµα του πετεινού τα ξηµερώµατα. Ηδονοφωλιά Γδύνω λιακάδες και τις ξαπλώνω αστραφτερές πάνω στη µαύρη κλίνη µου. Με τροχιές πλανητών να τροχίζουν την πλάτη µου χαράζω δρόµο µυρµηγκιού για ένα ψίχουλο ψυχής να ’χω χαµό για το χειµώνα. Μη µου χαλάτε την ηδονοφωλιά µου. Ως ασθενής Τα χρόνια µου όλα τα έζησα ως ασθενής. Μα δεν πειράζει έτσι κι αλλιώς η ζωή είναι η παιδική αρρώστια του θανάτου. Πόση ζωή ̟ρέ̟ει να ξοδέψεις για ν’ α̟οταµιεύσεις το λιγοστό νόηµά της... 55


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Εσ̟ερινό Έβγαλε άδεια για την ανέγερσή µου η άνοιξη αφού λάδωσε πρώτα την ευφορία τώρα κάτω απ’ τα πόδια µου δένει κλαράκι απογεύµατος το τιτίβισµα της φωνής σου απ’ το ασύρµατο δέντρο και δε θα µε ρίξει στο χώµα παρά µόνο η µακρύκαννη σιωπή σου γιατί έτσι βραδιάζει στην αγάπη σαν τερµατισµός κλήσης σε αναπάντητα µάτια Ο έρωτας... δεν είναι ροζέ αρκουδάκια και καρδούλες µαξιλάρια για µαλακές παρειές νεάνιδος δε µυρίζει τριαντάφυλλο δε λικνίζεται πάνω σε τραπέζια δεν ποζάρει στα φλας δε χαµογελά στις 14 Φλεβάρη δε φωλιάζει σε φωτεινές οθόνες δε δέχεται ευχές που τον περιορίζουν σε χρόνια ο έρωτας υπάρχει στην έλλειψή του κυρίως µεθά απ’ τις πληγές του ρουφώντας το δηλητήριο ουρλιάζει αθανασία σε σκοτεινά δωµάτια µέσα σε φθαρτά σώµατα χορεύει τανγκό µε την ξαναναµµένη µοναξιά ξενυχιάζοντάς την πετά αγκάθια στην πίστα της πίστης ξεσκίζοντας ανθισµένα πρόσωπα γυρνά ξηµερώµατα αναµαλλιασµένος µετά από καβγά µε το Xρόνο και µας παίρνει αγκαλιά χαϊδεύοντας τις αλυσίδες που µας δένουν µαζί του. 56


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Υ̟έρβαρη κατά έναν άγγελο Στο φερµουάρ της σάρκας σου µάγκωσε ο ουρανός µου. Ουρλιάζει το µπλε του µατώνουν τα σύννεφα σε κλείνω πάλι να συγκρατείς έναν ετοιµόρροπο θόλο µέσα στη βασιλική σου πονοκρατορία. Πόσα γραµµάρια φεγγαριού ̟ρέ̟ει να χάσω για να σε βρω υ̟έρβαρη κατά έναν άγγελο;... Με το ίδιο καλαµάκι ...ζωή, που µ’ άφησες µιαν ελάχιστη κρύα γεύση στα χείλη, όπως βελόνες στης µοδίστρας το στόµα παίρνει τα µέτρα της ευσπλαχνίας του Θεού κι ύστερα ράβει το σάβανό µας. (Ρουφάµε τη ζωή µε το ίδιο καλαµάκι που ’χει στο στόµα του ο Θάνατος στον πάτο της για ν’ αναπνέει.) Το ̟ύον της ̟οίησης Όσα φεγγάρια ναρκοθέτησα για να τυφλώσω τα µάτια µου ανατινάχτηκαν όταν δεν τα ’βλεπα. Όσες σιωπές λιποτάχτησαν από τα χείλη µου βρήκαν καταφύγιο στο µνηµείο του Άγνωστου Έρωτα. Μέρες τώρα τριγυρνώ ανάµεσα σε πεσόντα όνειρα το φιλί του θανάτου να δώσω σε όποιο ζωντανό σας διέφυγε. Τοπίον της ποίησης. Μέσα µου πήζει το πύον της ποίησης.

57


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Μια καινούργια ̟τώση “Αλλοίµονον, ειν’ υψηλή το βλέ̟ω, ̟ολύ υψηλή της ̟οιήσεως η σκάλα” Κ.Π.Καβάφης Αν µεταξύ τους όλες µου τις λέξεις δέσω, µια σκάλα υψηλή θα φτιάξω - θα την ανέβω και στην κορυφή της πάνω θα εφεύρω µετά την κλητική, µία καινούργια πτώση, τελευταία. Φανταστείτε Αν ο ουρανός είναι η γη της Ποίησης φανταστείτε τον ουρανό της... Όσα φέρνει ο άνεµος Σκόρπιοι στίχοι ποιητών µαζί µε την κουρελιασµένη µορφή σου στροβιλίζονται γύρω µου. Φυσάει το χθες και ξεριζώνει καρδιές. Κι όπως η µνήµη ουρλιάζει αρχίζει το θρίλερ του έρωτα. -Αύριο, είναι ένα καινούργιο τέρας.

Τειρεσίας* Αιώνες µες στις τραγωδίες και στους µύθους µ’ ένα τριµµένο πανωφόρι πατικωµένος σε πολυτελείς τόµους ύλη εξεταστέα για τους µαθητές και τώρα…νικ για έναν µπλόγκερ, αδιάκοπα ν’ αναµασώ αχρηστευµένους τους χρησµούς µου. Αφήστε µε πια ήσυχο! Πεθάναν οι θεοί που κάποτε µουσκεύαν 58


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ τη γλώσσα µου στο µέλλον. Ούτε µια θέση εκφωνητή τώρα δε βρίσκω στο δελτίο καιρού για τους αγρότες… Αφήστε µε να βραχώ απ’ τη βροχή που πια δεν µπορώ να µαντέψω… Κι εσύ που είσαι έτοιµος για comment, ξανασκέψου το: θα ήθελες κουτσοµπολιό πάνω απ’ τον τάφο του πατέρα σου; Τι ζητάτε επιτέλους από έναν τυφλό; - Το σκοτάδι σου, γέρο να σκεπάσει τα πρόσωπα και κανείς να µη µάθει ποτέ πίσω από το ψέµα τι είναι αυτό που το επαληθεύει. * Τειρεσίας ήταν το ̟αλιό ψευδώνυµό µου στο µ̟λογκ των Χρησµών. Ηµέρα της µητέρας Παντού ρυτίδες που απλώνουν σαν χαρακιές στην έρηµο από το φύσηµα του χρόνου κι ελιές σαν τρυφερές Αλεξάνδρειες χαµένες στην Ασία. Πώς γερνούν τα µάτια µου επάνω σου, µητέρα!

Σα να ’χε σηµασία... ∆εν ξέρω τίποτε απ’ τη ζωή µου ούτε κι απ’ τις δικές σας. Τις λακκούβες της άγνοιας µόνο στρώνω µε ποίηση για να φτάσω µε όσο το δυνατόν λιγότερους κραδασµούς - σαν να ’χε σηµασία στον γκρεµό… 59


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Να ̟ου Να που βρέθηκα στα πλουσιοπάροχα τραπέζια των ήχων να µου γλιστράει µόνον η φωνή σου, σαν ελιά πάνω απ’ τα χείλη της Σιωπής. Να που ανέκρινα γι’ άλλο ένα βράδυ σκουπίδια διατάζοντας κατ’ οίκον έρευνα, στις σακούλες τους µήπως βρω σκασµένο έµβρυο, τη ζωή µου µαζί σου. Να που ταυτίστηκα µε τη σκόνη για να γεννιέµαι στους δρόµους απ’ τα πόδια σου και να διαλύοµαι κοντά στο πρόσωπό σου από ένα απλό κούνηµα των χεριών σου. Αλλά κυρίως να που βρέθηκα πάλι εδώ, να µιλάω για το εκεί, αν και δεν υπήρξα ποτέ πουθενά.

Πανσεληναράδες Τι διάολο έχει κι αυτή η πανσέληνος και τους τρελαίνει όλους; Ανοίξαν και τ’ αρχαία ερείπια ν’ αναστηλώσουν τις σχέσεις τους τα ζευγαράκια λες κι έχει ανάγκη από ουρανό ο έρωτας για να σε απογειώσει Αρνούµαι να δω τη σελήνη ολόκληρη την προτιµώ κολοβή, ανήµπορη, ακρωτηριασµένη, τότε που µ’ έχει ανάγκη να τη στηρίξω µε το βλέµµα µου Τώρα πάνω στον κινητό της θρόνο µες στην αυτοκρατορική της αυτάρκεια µε τον αέρα της ντίβας µας σέρνει απ’ τη µύτη Κι από ψηλά που µας κοιτά, τίποτε σαν να βλέπει. Μα εγώ ποτέ δε ρίχνω δεύτερη µατιά σε όποια δεν ̟έφτει µε την πρώτη.

60


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Στρατο̟εδεύοντας στη Μνήµη I Άφιλτρες νύχτες στου σκοταδιού το πακέτο σου ξενυχτούνε στα χείλη σου µέχρι να γίνουνε γόπα ξηµερώµατα κύµατα νάνων να επιστρέφουν απ’ τα ορυχεία της κλίνης σου µουντζουρωµένες µύτες ρούχα σκισµένα φτυάρια αξίνες και κασµάδες όλα ψηλότερα απ’ το µπόι τους άδικα πάλεψαν και σήµερα στοές ανοίγοντας κλειστός να γίνει λαβύρινθος χωρίς το µίτο του φωτός ο Ύπνος ένας ύπνος χλωρός γεµάτος δάση χεριών µε δάχτυλα δέντρων που τρίβουνε σπίρτα να σβήσουν τα µάτια ν’ ανάψουν τα όνειρα. Φυσάει ο άνεµος κι απλώνει το κόκκινο. Αναδασωτέος κι ο έρωτας στην πλαγιά µε τις µνήµες κι η στάχτη γκρίζο αρνητικό έγχρωµου ψέµατος. Άφιλτρη πίκρα, άπειρη να καταντήσει γόπα. Και θα ’ναι πάντα ξηµερώµατα τα βλέφαρά σου θα µουσκεύουν από τα κύµατα των νάνων που επιστρέφουν µέσα στη σκόνη και µε του στόµατος τη στέγνια. «Λίγο κονιάκ, λίγο κονιάκ, τα λόγια να µεθύσουν και ζαλισµένα να σκοντάψουνε στο κεφαλόσκαλο των µύθων!» - Κυρα-Σιωπή, µη µε τη σκούπα σου τα κυνηγάς, αυτά είναι που σε ζουν, τα λόγια, µε τα διαλείµµατα της πλήξης τους 61


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ και τη συνέχεια των ενοχών τους… Απόψε δε θα διψάω µόνος µου θα µοιραστώ τη δίψα µου µαζί µε το νερό.

II Απόψε πώς θα ραΐζω µόνος µου… Θα µοιραστώ σαν τράπουλα στων τύψεων τα χέρια. Πρώτη φορά θα ταυτιστώ µ’ ένα µπισκότο που διαλύεται µες στ’ αχνιστό καφέ το χρώµα των µατιών σου! Στρατοπεδεύοντας στη Μνήµη δε θα σύρω κουφάρια λέξεων γύρω απ’ τον τάφο των χειλιών σου. Τον Πρίαµο δεν τον σεβάστηκε µόνον ο Αχιλλέας αλλά κι η σκόνη που τυχαία κόλλησε στα µάγουλά τους κι έτρεξε λάσπη δακρυσµένη µε σταλακτίτες τέτοιους τα σπήλαια των Μύθων να οµορφύνουν… Ψυχές των ανθρώπων δύστροπες ιδιοκτήτριες δωµατίων που όταν δεν έχει νοίκι να πληρώσει ο Έρωτας στριµώχνεται κάτω απ’ το ίδιο κεραµίδι µε µιαν απόφαση αυτοκτονίας… Μα όταν λευκαίνεται η φωνή σου µ’ όλο το µαύρο του βρυχάται ο θάνατος! 62


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ III Τελευταία µιλούσες όλο και πιο λευκά. Η φωνή τρεµοσβήνοντας να θυµίζει κερί της Ανάστασης στο δρόµο για το σπίτι και µια παλάµη τείχος σινικό γύρω - γύρω να κλείνει για τον άνεµο. Λιγοστεύει η φλόγα κι ούτε που φαίνεται κι ο πιστός απελπίζεται σταµατά να βαδίζει γύρω κανείς, δε θα ’χει µετά από πού ν’ ανάψει όµως ξάφνου το φως ανεξήγητο πάλι υψώνεται. Πέντε δάχτυλα είναι λίγα να φυλάξουν µια φλόγα όπως κι όλα αυτά που σιωπούν δεν αρκούν ν’ ακουστεί η φωνή σου που χάνεται. Να το ξέρεις σαν ηχώ της ψυχής σου επιστρέφει το σώµα µου… Ήρωας να σου ̟ετύχει... Γύρω µου σφυρίζανε οι στίχοι έβλεπα τους άλλους να κρατούν τα σωθικά τους έξω και να φωνάζουνε « αέρα » στην πρώτη γραµµή υποχωρούσανε ατάκτως οι λέξεις κι εγώ ναρκωµένος παραπατούσα µέσα στο ναρκοπέδιο είχε χάσει κι ο Θεός τον ουρανό κάτω απ’ τα πόδια του Παναγιά µου βόηθα τον, φώναζε, κάποια στιγµή, ένιωσα πως την πάτησα αυτό ήτανε, είπα και κοκκάλωσα µέσα στο έτοιµο να εκραγεί Ποίηµα. 63


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Ε̟ιστροφή δώρου Θ’ αλλάξουµε το δώρο πού ακούστηκε πατίνια που κυλούν πάνω στον πάγο του φόβου πώς να κουµαντάρεις χωρίς πηδάλιο τα παιδιά θα πέσεις και θα σκοτωθείς δε λυπάσαι τα χρόνια µου να σε µεγαλώσω; κι αυτός ο Αϊ-Βασίλης µάνα να µε σκοτώσει ήθελε; θα τ’ αλλάξουµε είπα και πώς θα τα επιστρέψουµε στον Άγιο; ξέρω από το Mall τα πήρε και δε θα παρεξηγηθεί; θα του γράψω γράµµα και θα καταλάβει όµως έχουν πατηθεί θα τα δεχτούνε πίσω; κι εµείς τσαλαπατηµένοι επιστρέφουµε στο Θεό όλο το βράδυ στον ύπνο του το παιδί έκανε ακίνδυνη τσουλήθρα πάνω στα γένια του Αγίου Α̟ο-Χαιρετισµοί ∆ύο κεράκια πλάι - πλάι να καιν ακόµη στο ξωκκλήσι κι ας χώρισαν αυτοί που τ’ άναψαν σαν να δακρύζουν στάζοντας για το χωρισµό... Ώρες κοινής ησυχίας Από ώρες κοινής ησυχίας όλη µας η ζωή αποτελείται... Γι’ αυτό κι η τύχη δεν ξέρει πότε να γελάσει µε το βροντώδη τρόπο της µαζί µας... 64


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Ξύ̟νησα ...µε το φόβο µήπως φυσήξει και σκορπίσουν τα όνειρα χνούδια που ξέφυγαν από τη σκούπα του ύπνου. Αργοσαλεύοντας τα κόκκαλά µου παίρνω µαθήµατα ανατοµίας πάνω στο σκελετό του φόβου να µη φυσήξει. Κι όπου ανασαίνει η µατιά σου µακριά µου φως σε ξαναβρίσκω ακολουθώντας τα τρίµµατα της γοµολάστιχας που ξόδεψες πάνω στις λέξεις της αγάπης. Μην ξυπνήσεις ακόµη δεν τελείωσα το δάκρυ µου για την αρχή του κόσµου.

Μ̟έρδεµα κι ετούτο... Κουβάρια οι σάρκινοι χιτώνες στο βεστιάριο του θανάτου. Πώς να µην µπερδευτείς στη ∆ευτέρα Παρουσία...

Κανόνας Υγιεινής Φιλώ στο µάγουλο το φίλο στο στόµα τη γυναίκα στα πόδια της την Ποίηση. Έτσι, έχω πάντα στο τέλος απολυµάνει τα χείλη µου...

65


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ 17η Μάρτη Ζώστηκε µε βόµβες χρωµάτων κι ανατινάχτηκε στην αγκαλιά της φύσης. Τέτοιος χρωµοκράτης η Άνοιξη! Βαρυ̟οινίτες Σάτυροι Απ’ τα βαθιά περάσµατα των µύθων ακόµη ακούγονται οι αλυσίδες που στα πόδια τους σέρνουν βαρυποινίτες Σάτυροι. Μία γυναίκα το λεπτό ν’ ανάβουν και να σβήνουν έχουν ποινή τους και γι’ αλυσίδες τους τ’ αλαφιασµένα σπέρµατα που δένουν κρίκο - κρίκο εσαεί φτάνοντας κάποτε ως και στον ύπνο µας στις σπηλιές των ονείρων µας αυτοί να είναι οι σταλακτίτες στα ξέφωτα της ζωής µας η βροχή του ήλιου και το φως της νεροποντής να είναι αυτοί. Κρακ... ∆όκιµος Ιησούς σ’ αποστολή ανάστασης το δροσερό βάρος του πρωινού πάνω στα ξερά φύλλα.

66


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ ∆εν έχω άλλο βασίλεµα να σου δώσω Ο χρόνος είναι άκαµπτος ξυλιασµένο κοµποσκοίνι στα χέρια νεκρού µοναχού Ο χρόνος είναι άδειος γεµάτος απόρθητους πόθους κι ατέλειωτες τελείες.

∆εν παίρνουν από λόγια τα ρολόγια.

Γι’ αυτό σου λέω άσε το παρελθόν ήσυχο να µεγαλώνει Μόνο του θα βρει την άκρη του το χάος.

(Το βασίλειό µου το έχτισα στο βασίλεµα του ήλιου Και αν µέχρι τον ουρανό ανέβηκα ήταν για να ’χω θέα µου όλους τους τάφους.)

Ντόµινο Τις νύχτες άκουγα τη σκιά της στο πάτωµα να µεγαλώνει. Ποιος παίζει ντόµινο µε τα κορµιά µας;...

67


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Μ’ αγα̟άς;… Α̟όδειξη! Αν χαστούκιζα το Θεό θα γινόσουν διάβολος για να µε υπερασπιστείς;... Αν σου ’γραφα ένα ποίηµα στον Άδη θα πέθαινες για να το διαβάσεις;... Αν γίνω εσύ θα γίνεις εγώ για ν’ αγαπιόµαστε πάλι;... Αν χαθώ απ’ τα µάτια σου θα τα ’χανες για να µε βρουν;... Αν γίνω η σκιά µου θα κάνεις έρωτα µε τους τοίχους;... Αν γίνω ο ήλιος που βασιλεύει θ’ αγαπήσεις τους βασιλιάδες;... Αν σ’ έχανα για να ζήσεις θα πέθαινες που δε θα µ’ είχες;... (Τέτοιο σαρκοβόρο ο έρωτας κι όταν σε φάει να τρέφεται από τις σάρκες του.)

Ανορθογραφία Η απουσία σου είναι ανορθογραφία της ύλης στο χώρο.

68


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Αχτοδοχείο Τον φτύνουν κι αυτός εκεί µε τα σάλια κρεµασµένα στο πιγούνι να επιστρέφει πότε στην γκόµενα πότε στο αφεντικό πότε στον καθρέφτη στην γκόµενα που τον δουλεύει στο αφεντικό που του δουλεύει στον δουλευταρά καθρέφτη λες και δε θα προστεθεί στην αρχική τους αποστροφή η τωρινή ξευτίλα δείτε µε, φωνάζει, µπορείτε όποτε θέλετε να βγάζετε το άχτι σας πάνω µου είµαι το αχτοδοχείο σας κι εκείνοι τινάζουν τη στάχτη της µατιάς τους στο γεµάτο αποτσίνορα βλέµµα του.

Ο ύ̟νος του α̟ογεύµατος Όλες οι ώρες µε φορά φθοράς προς το βράδυ και πάντα εγώ σαν µόλις ξυπνηµένος µ’ ένα παράπονο παιδιού που ο ύπνος του απογεύµατος του έκλεψε το φως του παιχνιδιού και µεγαλώνει τώρα µε τα δάκρυά του το σκοτάδι.

69


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ ∆εν κάνουν ό̟ισθεν τα µάτια Στη µνήµη της Σοφίας Ένα χαµόγελο υπόστεγο σαν ρίζα τετραγωνική της θλίψης δυο µάτια πολλαπλάσια της καλωσύνης κι ένα δέκατο φωνής που διαιρεί τον Άδη σε φρέσκο µνήµα και παλαιά µνήµη πίνεις το αίµα της σιωπής και ζωντανεύεις για να µπορείς ακέραια να κλαις για τα παιδιά σου που σε κλαίνε και όπως πάντα πρόθυµη µου µαθαίνεις το δρόµο, Σοφία απ’ το µπαµπάκι που µπούκωσε το στόµα της Κωπαΐδας Όµως δεν κάνουν όπισθεν τα µάτια σ' αυτό το αδιέξοδο δακρύων (Κι εδώ µε τη συνέπεια δασκάλας στο πρώτο χτύπηµα του κουδουνιού σκυφτή στον αγιασµό σου...) 12/9/2011

70


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Α̟ό Πα̟αδιαµάντη ̟ένα Φώναζε ο αδερφός φωτιά κι οι σκάλες µπερδεύονταν ένα κουβάρι στα πόδια του το στόµα του σπιτιού ξέρναγε µαύρο εµετό ο καπνός έσµιξε µε τη νύχτα και γέννησε πανικό το κάψιµο στο λαιµό πρόγευση κόλασης αδύνατο να προχωρήσεις µονάχα πίσω για να ζήσεις κι όλα τα ρούχα σε µια πρόπλυση στάχτης η ανάσα κοµµέ νήµατα φόβου ένωσαν πριν αγνώστους -η µάνα; -στην εκκλησία -δόξα σοι ο Θεός στους δρόµους αναβόσβηνε το επείγον των σειρήνων σαν δοκιµαστικό Χριστουγέννων ανακατεύτηκαν οι γιορτές µε τα εντόσθια του πλυντηρίου στον κάδο έσβησε το σκοπό του ένας µικρός τυµπανιστής δεν έµενε παρά να δουν τα µάτια της την καταστροφή µα εκείνη ερχόµενη από Παπαδιαµάντη πένα σαν έφτασε από κάτω µοίρασε τον άρτο σε πεινασµένα µάτια και µπήκε να προσευχηθεί µπρος σε σβηστό καντήλι.

71


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Νύχτα Νύχτα προσφυγοπούλα µ’ ένα τσεµπέρι από καλώδια της ∆ΕΗ τριγύρω στο κεφάλι φούστα φαρδιά τη λεωφόρο που την τραβούνε από πίσω κλαίγοντας τ’ ανήλικα παιδιά της οι µεθυσµένοι - πώς και δε σπάσανε ακόµη, δυο αντικριστά φανάρια, τα κουµπιά της και µια σειρήνα ασθενοφόρου πάνω στο ύφασµα σαν κατακόκκινο λουλούδι να ηχοποιεί το θάνατο! Νύχτα αντίστιξη στιγµής που δεν κυλά κι όλο στα ίδια νερά του ποταµού φιλοσοφούµε, Ηράκλειτε... « Μες στο πλυντήριο περνά πιο γρήγορα ο καιρός παρά πάνω στο δέρµα των ανθρώπων », κι αυτό είναι κάτι που το βρήκα στα fragmenta των ρούχων µας... Νύχτα σαρανταπεντάρι τροµοκράτη που έριξε στα πόδια του χρόνου να φοβηθεί ν’ αργήσει να βγει η µέρα σπασµένη βιτρίνα ονείρων που µε άγχος τα ρίχνουν µες στο σακούλι του ύπνου τους οι κοιµισµένοι και όσα δεν πρόλαβαν να πάρουν θα τα βρουν φρικτή πραγµατικότητα µες στη ζωή τους. Νύχτα σφυρίχτρα του Άδη που ρυθµίζει την κυκλοφορία των νεκρών κλήση να παίρνουν για τα παράνοµα παρκαρίσµατα των αναµνήσεων. Όταν τιµωρούνται κάτω οι νεκροί πάνω στη γη ένα παιδί βγάζει τη γλώσσα του στη γλώσσα του Θεού η δικαιοσύνη απονέµεται µ’ εξισωµένες αδικίες µόνον κι αυτό θα πρέπει να το µάθει κάποτε κι ο Άτλας τόσους αιώνες να τσακίζει τη ραχοκοκκαλιά του 72


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ υποβαστάζοντας µια γη που ολοένα την ύλη της βαραίνει πόσο πιο εύκολα στις πλάτες του θ’ άντεχε την ελαφράδα της συνείδησής της... Νύχτα ποδαρικό της θλίψης στα γεµάτα καταστήµατα της αφέλειάς µας πόσο θα πουλήσουµε πάλι το µέλλον όταν ανατιµάται κάθε τόσο η απαξία µιας πρόβλεψης;... Και τι να προβλέψεις όταν το δέντρο γίνεται χαρτί που µ’ ένα σπίρτο εµπρηστή ανάβει σταχτί το πράσινο να γίνει; Πάνω στη στάχτη για να γράψεις αδύνατον γιατί ’ναι το εύθραυστο επιστολόχαρτο του θανάτου. Σ’ αυτό µας αφήνει του µέλλοντός µας τις προβλέψεις του. Τι να προβλέψεις όταν κι η νύχτα για να έρθει δουλεύουν κάποιοι ριφιφήδες τρύπες ανοίγοντας στις τσέπες του απογεύµατος για να χυθούν τα λίγα κέρµατα από φως, στερνές οικονοµίες της ηµέρας που ’φυγε... Μονάχα αυτό που το γεννούµε ξέρει πώς θα πεθάνουµε. Μονάχα αυτό που µας σκοτώνει δε µάθαµε ποτέ µας. Νύχτα η άγνοια του σκοινιού µέσα σε δυο ιδρωµένες παλάµες : για παιδικό σχοινάκι ή για θηλιά αυτόχειρα. Συντηρητική...ζωή Ματαίως κάποιοι την αποφεύγουν για λόγους υγιεινής αφού και πάλι θα υποστούν όλα τα έψιλον της ελευθερίας... 73


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Αµφικτιονίες ραµφών Σπουργίτια έσπασαν στην καταιγίδα από τους ώµους τίναξα φτερών ψιχάλα ιεροµνήµονες απολιθώθηκαν στη λήθη κι αµφικτιονίες διαλύθηκαν ραµφών που είχαν κέντρο το αµφιθέατρο της παλάµης µου. Στην καρδιά του προσώπου ξαναήχησαν παλµοί µατιών. Στο Λευκαδίτη ̟οιητή ∆ηµήτρη Σολδάτο Έσπασε το καράβι σου σ’ επτά άνισα µέρη. Πώς το τολµάς κι αντί να εκλιπαρείς βοήθεια µας κουνάς τα χέρια να σ’ αφήσουµε αβοήθητο ναυαγό στο Αιώνιο Πέλαγος… Αφού εσύ λοιπόν το θέλησες Ιονία σου η µνήµη Λευκαδίτη Ποιητή…

Στη µαύρη ή̟ειρο Όσο µαύρο κι αν διασχίσεις ποτέ δε θα φτάσεις στο φως · δεν είναι στρογγυλός όπως η γη ο θάνατος.

74


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ ∆ελτίο δύσεων της 24/3/2011 Ζώνη απαγόρευσης πτύσεων προς τις εξέδρες τα µάτια της Ελίζαµπεθ παίζουν ξανά την Κλεοπάτρα χιλιάδες οι αγνοούµενοι στην απονιά του κόσµου κι είναι το νέφος που έρχεται ακίνδυνο σαν µαλακό µαχαίρι ∆εν έχει ανάγκη η Ελλάδα σύντοµα θα την ελεήσουν στη σύνοδο κορυφής τους τα χελιδόνια. Του συρµού "∆εκτή η ̟ροσφυγή του ΗΣΑΠ Υ̟έρ της κατάχωσης του Βωµού των 12 Θεών στο Θησείο α̟οφάσισε το Πρωτοδικείο" 26 Α̟ρ. 2011 Για λίγες πέτρες δεν αξίζει το τρένο απ’ τις ράγες του να βγει κι ας βάλει η ιστορία επιτέλους λίγο νερό στο αίµα της τι να τον κάνει άλλωστε ο νεοέλλην το βωµό; αυτός να πάει στη δουλειά του θέλει χωρίς καθυστερήσεις µες στο βαγόνι να θυσιάσει τον ιδρώτα της µασχάλης του που αργά κυλά κάτω απ’ το πουκάµισο όπως το εφήµερο τρένο πάνω στη θαµµένη αθανασία ας παραµερίσει το αρχαίο µας κάλλος µπροστά στη σύγχρονη µπόχα µας ποιοι δώδεκα θεοί και κουραφέξαλα; το χρέος τρέχει, η Ελλάδα τρέχει, το τρένο τρέχει, σιγά µη σταµατήσουµε για δώδεκα ανύπαρκτους θεούς

735


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ λοιπόν σκεπάστε το βωµό τους χώστε βαθιά το παρελθόν ποδοπατήστε την ιστορία εµείς δεν είµαστε για δόξες παλαιές και µεγαλεία είµαστε µόνον άνθρωποι του συρµού. Ιωάννου Προδρόµου Μουγγός λεν έµεινε ο πατέρας του γιατί δεν πίστεψε τον άγγελο πως θ’ αποκτήσει γιο στα γηρατειά του µέχρι που ξαναβρήκε τη λαλιά του τη µέρα που όνοµα θα του ’δινε. Με πόση προσοχή θα στήριζε το κεφαλάκι που ανίδεο για το αίµα της ρίζας του περίµενε τη βάπτιση… Έτσι ερµηνεύονται λοιπόν τα τρία πρώτα µου φωνήεντα αµήχανη απόπειρα ν’ αρθρώσεις λέξη σαν τσεκουριά Θεού στη σιωπή του πατέρα.

76


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Σε κή̟ο α̟ό αφές τα χάδια µου χαράχτηκαν στη φλούδα του κορµιού σου Κι άξαφνα µπήκα σε κήπο από αφές µυστικά περάσµατα µ’ έβγαλαν σε ξέφωτο δέρµα µε πέταλα ουρανού πεταµένα ολούθε και µια γαρδένια θάλασσα να πνίγοµαι σ’ αρώµατα το γεφυράκι σώµα σου µε πέρασε στο αθάνατο κι έκοψα τα σκοινιά να χάσει η επιστροφή το δρόµο της κι ο θάνατος το χρώµα του και µόνη να µαυρίζει γύρω µου σε ίλιγγο δαχτύλων η γύρη της αβύσσου . Προς ̟οιητές Πες, πώς αντέχεις τη µεσοπρόθεσµη πείνα µνήµες µνηµόνια χαρές χαράτσια κουρέµατα γουλί σε παιδικά κεφάλια βουλή σκουπιδαριό που ζέχνει αρώµατα βουλή χασάπικο µε τα εντόσθιά µας έξω βουλή άβουλη νύστα προσκυνήµατος µπροστά στις οθόνες που µας κυβερνούν στους άδειους που τις γεµίζουν στα ραγισµένα µάτια των παιδιών που τις σπάνε πώς µπορείς να µη σπας µπροστά σ' αυτά τα µάτια; Μα εσύ ποιητή µου µην ενοχλείσαι µε όλα αυτά µόνο στους δύσκολους καιρούς που ζεις µνηµόνευε σόλο ωµό, ράχης ραχάτι κι απερίσπαστος γράφε γράφε για τον καηµό της πένας σου χύνε µελάνι δάκρυ µπας και µε τις αηδίες σου τις Σουηδίες συγκινήσεις. Λιγόστεψε στο καντηλάκι το λάδι σου Ελλάδα. 77


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Τα χρόνια Τα χρόνια βύθισµα χεριού στην άµµο κι ό,τι σου φύγει θάλασσα σαλεύει το χαλάκι δέρµα σου ο άνεµος πετάνε χνούδια τα όνειρά σου ολόγυρα µε τέτοιο χιόνι να σε σκεπάσει ο ύπνος να σ’ ανταµείψει κάτασπρα σεντόνια κι ό,τι σε πάρει σπέρµα του

τα χρόνια φύλλο βιβλίου που µαράθηκε κίτρινο απ’ την αναιµία των λέξεων του φθινοπώρου το ευαγγέλιο ίσα να το κρατά µία κλωστή το βλέµµα σου κι ό,τι το πάρει αθάνατο τα χρόνια ξαφνικό του λεπτοδείκτη έµφραγµα ανακοπή της κυκλικής ανάσας του σε 24ωρη όλες οι ώρες απεργία να το κουρντίζει ο χτύπος της καρδιάς σου κι ό,τι αρχίζει τέλος σου τα χρόνια βάζο µε χρυσάνθεµα κι ό,τι χρυσίζει σπάσιµο.

78


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Το κύµα Της θάλασσας είµαι ανήµερο κύµα που θέριεψαν άλλα φερµένα απ’ τα βάθη και δώσαν σε µένα πανάρχαια σκυτάλη την άγρια ορµή τους να µην ξεθυµάνω και τόσο ταξίδι του κάκου µην πάει... Η χαίτη µου αφρίζει περήφανη ωραία µε στάλες ραντίζει ψηλά τον αέρα κι οι οπλές µου ξαφνιάζουν βυθό κοιµισµένο την ώρα µε φόρα που ορµώ προς τα νέφη στη γη µε γυρνούνε γαµψώνυχων ράµφη... Στεριές µε τ’ αδέρφια µου να κατακτούσα να πνίγαµε όσους συρθήκαν σκουλήκια να πλέαν εντός µας ζητιάνοι και κλέφτες και το βουητό µας τους γόους να σκεπάζαν µα είµαι µονάχο και γύρω γαλήνη... Τουλάχιστον νά ’µπω στην πλώρη του πλοίου που αισθάνοµαι όλο να µε πλησιάζει σαν φόβος να ζήσω στα µάτια του ναύτη κι αργότερα αλµύρα σ’ απόµαχο δάκρυ αλλά η καρίνα στα δύο µε σχίζει... Αν έγλειφα ίσως γλυπτό σώµα κόρης που µια παραλία θα µου ’χε χαρίσει µετά, θα µπορούσα, τον άγριο οργασµό µου γαλήνιο να σβήσω κι υποταγµένο στα πόδια σας που ’χουν στην άµµο βουλιάξει...

79


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Άνεργος κλέφτης ∆ε βρήκε κανέναν µέσα ούτε χρήµατα ή τιµαλφή µονάχα έπιπλα φτωχικά λίγα ρούχα στη ντουλάπα πολυφορεµένα η σκόνη πρόδιδε την εγκατάλειψη και το ψυγείο πάγωνε µόνο το πρόσωπό του καθώς το άνοιγε στρωµένη στην εντέλεια η απογοήτευση πάτησε πάνω της και πέρασε µα τι περίµενε να βρει σ’ ένα σπίτι που τόσες φορές είχε γδύσει; Ξάπλωσε στο κρεβάτι και υποδύθηκε τον ιδιοκτήτη στα µατωµένα σεντόνια του. Αντί φιλιού Έχεις δει ποίηµα να κλαίει διάψευση των λέξεών του; κλειδώνει τα χέρια του και δεν ξαναγκαλιάζει δεν έχει πρόσωπο να σε κοιτάξει ξαπλώνει στο χαρτί και σου γυρνά την πλάτη όποια ηδονή είχε να σου δώσει, την έδωσε κι όλο φωνάζεις πως θα το χωρίσεις από τ’ άλλα, πως θα το σκίσεις, µα αυτό αδιάφορο κοιµάται τον ύπνο του µαταίου βέβαιο πως θα το γλυκοξυπνήσεις την άλλη µέρα µε το αντί φιλιού ξεφύλλισµά του.

80


ΘΥΜΗΣΕΩΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ή ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ Σε χλόη χλεύης Μια τρικλοποδιά να πέσει ο φίλος να γελάσουµε να σκιστεί το παντελόνι του και να τρέχει να κρυφτεί για να γελάσουµε να δούµε τη ντροπή του ρυάκι αίµα στο πεζοδρόµιο και να το πηδάµε γελώντας να τον φανταστούµε µπρούµυτα πεσµένο στη χλόη της χλεύης να κλαίει για να γελάσουµε κι ας µπούµε ύστερα στο δάκρυ του να συνεχίσουµε αγέλαστοι µιαν άλλη πτώση τη δική µας. Ιερός Τό̟ος ∆ε χρειαζόταν φυσικά να διανύσεις αδιάφορα βλέµµατα φίλων ν’ αναχωρήσεις για ενδοχώρες εµπόλεµων ερώτων να αιχµαλωτιστείς από αιχµηρές µουσικές να φυγαδευθείς σε παραµεθόρια όνειρα να επισκεφθείς αναστυλωµένα ερείπια σε καταρρέουσες πολιτείες να ναρκωθείς στο ναρκοπέδιο του καναπέ να διασχίσεις έρηµες σελίδες να ζητιανέψεις σ’ έντυπες παράγκες να πτωχεύσεις από ποίηση να µατώσεις να σκοτώσεις για να µάθεις πως ο µόνος ιερός τόπος που απόµεινε αβοµβάρδιστος είναι η αγκαλιά του παιδιού σου.

81


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Κρεµάλα Κι έτσι που έψαχνα τα γράµµατα και αποτύγχανα σιγά - σιγά σχηµατιζόµουν στο χαρτί γιατί η ποίηση µε το παιχνίδι της κρεµάλας µοιάζει. - ∆οκίµασε το «άλφα», το συναντάς πιο συχνά µιας κι είναι η κραυγή του πόνου µα και του θαυµασµού... Κάτω απ’ τα πόδια µου µπήκαν ήδη τα κούτσουρα και φοβισµένος µην η φωτιά ανάψει θ’ αργήσω πολύ µέχρι το άλλο ποίηµα...

82


Εν συντοµία

83


* Στο µυαλό στριφογυρνά η Παναγία σε νησιώτικο µπάλο * Έπιασα πάτο στα µάτια σου κοίταξε αλλού ν’ αναδυθώ * Πρέπει να σκίσεις τη ζωή σου στα δύο για να περάσει το ποίηµα * Πόση ψυχή στάχτη για µια φλόγα στίχου * Οι λέξεις που γέννησα για να µην πεθάνω απ’ τη σιωπή σου * Μόνο µπροστά στον γκρεµό προχωρείς σε µια σε βάθος ανάλυση του θανάτου * Θέλει διπλό κρεβάτι η µοναξιά κι εσύ στην άκρη του γιατί στον ύπνο θα σε ξυπνούν τα κρύα πόδια της * Μονότονα τα µάτια µου να παίζουν την ίδια δίεση δακρύων στο πλήκτρο της σιωπής σου * Πάντα από κάτω σου το χώµα για να µην µπορείς ούτε µία στιγµή να ξεχάσεις. Πάντα από πάνω σου ο Θεός Εκείνος πώς µπορεί να σε ξεχνάει;... 85


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Κι ο ουρανός από πού ανεφοδιάζεται το γαλάζιο του; * Τσακώθηκα µε την ανυπαρξία και γεννήθηκα. * Ο αέρας αναποδογύρισε έναν κάδο σκουπιδιών. Έτσι γνωρίστηκα µε τη ζωή µου. * Τώρα γεµίζω τις φλέβες µου ουρανό έτσι που όταν πεθάνω, τα σκουλήκια που θα σέρνονται µέσα µου θα νοµίζουν ότι πετούν. * Νύχτες γεµάτες ανεπαίσθητους θορύβους άκουγες τα νύχια του θανάτου να µεγαλώνουν. * Η ποίηση είναι ένα ακροβατικό νούµερο πάνω στην πρώτη άσπρη τρίχα της Αθανασίας. * Η τέχνη, πόρνη στοργική που υποµένει το δύσκολο οργασµό µας. * Ό,τι δε λειώνει εύκολα, φύλαξέ το ως το χειµώνα να µου το ρίξεις µαζί µε το πετρωµένο χιόνι· την καρδιά σου, ας πούµε.

86


ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ * Η ζωή ακριβή κατανάλωση οξυγόνου * Ποίηση είναι οι πιο αισχρές βρισιές µας για το θάνατο. * Μέρα λαµπρή που σε τυφλώνει µέχρι και σήµερα µπορεί να πεταχτούν µέσα στα µάτια σου ροκανίδια γαλάζιου από τότε που το πριόνι του Θεού χώρισε τη θάλασσα απ’ τον ουρανό. * Έσκυψα πάλι πάνω από µια κόλλα χαρτί για να µην πνιγώ από αναρρόφηση σιωπής. * Πόσο αίµα πρέπει να χάσει ο ήλιος για να κερδίσει το θαυµασµό µας… * Έτσι που µπερδεύτηκε η άνοιξη µε τον πόλεµο περνάς για ήχο βοµβαρδιστικού που πετά πάνω απ’την πόλη το βουητό µιας µέλισσας πάνω από άνθος. * Όσα φιλιά και να δώσω στη ζωή µου δε θα µεταµορφωθεί σε ποίηµα. * Από πού έρχονται οι λέξεις και γιατί αυτοκτονούν πέφτοντας από τ’ απόκρηµνα χείλη µας; 87


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Καλπάζει ο κήπος αφηνιασµένος και µε ρίχνει µπρούµυτα στ’ αρώµατα. Πόσο πλήρωσα σε παράδεισο την κόλαση να σ’ έχω... * Το δάκρυ τροχισµένο χώρισε τον κόσµο σε τίποτα και πρόσωπο. Πάνω στις σωστές του ράγες κυλά το Αδιέξοδο. * Σαν νταβατζής της που δε µου πρόσφερε τα οφειλόµενα χαρακώνω το πρόσωπο της Σιωπής µε ποιήµατα. * Στην ποίηση επινοείς τη θάλασσα και βουτάς µέσα της. Μα όσοι δεν ξέρουν από κολύµπι σπάνε το κεφάλι τους πάνω στο σκληρό χαρτί. * δίνεις στο σπέρµα µου τη φόρα του φωτός * Μ’ ανθρώπεψε η αγάπη κι αγάπησα τον άνθρωπο. * Κοιτάσµατα κορµιού κοιτάγµατα στάχτης * Ουρανός χωρίς αστέρια και φεγγάρι. Ποιος έκλεψε την κοσµηµατοθήκη της νύχτας;

88


ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ * Με δηµιούργησε ο πόνος για να µε χαρεί η δηµιουργία. * Σκιά συκιάς που σκιάχτηκε και σκίστηκαν τα σύκα * Ψηλά ο ιστός µιας αράχνης σε ανεπαίσθητο τρέµισµα απ’ το αεράκι που σήκωσαν τα µάτια µου για να τη δουν * Μ’ έστειψε η ζωή για να µε πιει η ποίηση * Κυκλοφορούµε µε κάτι οφθαλµούς σε σχήµα ©© όλα τα δικαιώµατα του πόνου κατοχυρώθηκαν στα µάτια µας. * Κανείς λυγµός δε βρέθηκε ληγµένος στον καταψύκτη του έρωτα. Πάντα φρέσκος ο πόνος κατάλληλος για κατανάλωση. Ανώφελη και πάλι η έφοδος της ∆ακρυονοµίας. * ∆ίνω τη ζωή µου για ό,τι µου δίνει ζωή. * Φύτεψα τα µάτια µου στη γη για λίγους τρυφερούς βολβούς ουρανού.

89


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Εκπέµπουν σήµα ναυαγίου και προς τα κει εσύ τραβάς όχι να σώσεις επιβάτες να ’χεις παρέα στον πνιγµό. * Γεννιέµαι απ’ την πίκρα µου πεθαίνω απ’ τη χαρά µου * Σκεπάστηκα πεντάγραµµο σεντόνι φανελένιο.

* Και φέραµε τα όνειρα ως της αυγής τη δρόσο * Το δέρµα σου το απαλό απ’ άλλον φιληµένο * Στους δρόµους φύλλα µασηµένα απ’ των µατιών σου το εκτυπωµένο φθινόπωρο * Τόσο σε χάρηκα στο φως που προς στιγµήν κινδύνεψε η λαµπρή σταδιοδροµία του δόκιµου ανθυποθανάτου * Σήµερα θα ’χει φωταψίες στην ήβη του ο ουρανός το γνωστό αφροδίσιο νόσηµα που του κόλλησε η νύχτα · το φεγγάρι...

90


ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ * Ζητείται κέντρο ηθικής ν’ αναλαµβάνει ήπιο καθαρισµό για την απολέπιση των φίλων * Κάτω από φύλλο συκής σηκωµένο το φύλο µου * Και να που όλη σου η ζωή ένα κυνήγι για το τελευταίο χειροκρότηµα που να µην είναι τόσο χλιαρό και σκεπαστεί κι αυτό απ’ το φλύαρο φτυάρι * Συντρι̟τικό κοίταγµα Η µοναξιά µου. Όσες φορές συναντήθηκα µαζί της είχε τα µάτια χαµηλά όχι από ντροπή αλλά γιατί φοβόταν µη µε ποδοπατήσει. * Ο άνθρωπος είναι καµωµένος από δυο - τρεις στιγµές αθανασίας κι άπειρα χρόνια θνητότητας. * Κάθε πρωί κατάδυση στον κάτω κόσµο του καφέ στο κατακάθι το πικρό του

91


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Αδη-φαγία Tο µέλλον µάς ορέγεται και το παρόν µάς γεύεταιτο παρελθόν µάς ρεύεται. (ο χρόνος δε χωνεύεται...) * Ένας γέρος έβγαλε βόλτα τις ρυτίδες του στον πεθαµένο κόσµο για να αισθανθούνε νέες. * Η Οδύσσεια των ερωτευµένων διαρκεί όσο ένα φιλί. * Το αεράκι απ’ το ξεφύλλισµα ενός βιβλίου το aircondition της ψυχής µου. * Ο πόνος είναι συνέπεια της ασυνέπειας ανάµεσα στη ζωή και στ’ όνειρο. * Το γυναικείο σώµα: το ποίηµα που γράφτηκε για να σε σβήσει. * Πάντα η κολλώδης ουσία στις λέξεις µου όχι από τις ξόβεργες που στήνω για την αιωνιότητα µα απ’ τον εφαψία της ποίησης θάνατο. * Μέχρι που να σε ξαπλώσω πάνω στο χαρτί γυµνή δε θα σταµατήσω να γράφω.

92


ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ * Το τίποτε πριν από µένα δε µου φαίνεται ακριβώς το ίδιο µε το τίποτε µετά από εµένα. * Αν η σιωπή είχε γλώσσα δε θα τη χρησιµοποιούσε παρά για να µας τη βγάλει. * Όσα φιλιά και να δώσεις στην άσχηµη ζωή σου δε θα τη µεταµορφώσεις σε ποίηµα. * Η σφαίρα που θα µας σκοτώσει λέγεται Γη. * Οι ποιητές είναι οι προλετάριοι του Παράδεισου. Γι’ αυτό τους στέλνουνε στο ∆ιάβολο. * Η εξουσία δυναµώνει τον άνθρωπο και αποδυναµώνει την ανθρωπιά. * Τα γράµµατα χρειάζονται τόσο όσο κι οι αριθµοί αλλιώς τι θα ’γραφες πάνω σ’ έναν τάφο;... * Τα πάντα έχουν την τιµή τους µιας κι η τιµή δεν είναι τα πάντα. * Τυφλά κουταβάκια που θηλάζουνε φως και κουνούν τις ουρές τους προς το πίσω κενό

93


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Η µνήµη είναι η παγίδα του πτώµατος στο δολοφόνο του. * Πήρες τον κόσµο παραµάσχαλα και τον έστρωσες σε µια γωνιά να κοιµηθείς - από τότε δεν ξανανοίξαν τα υπνοβόρα µάτια σου. Λιγοστεύεις στον ύπνο βλέπεις, πολλά όνειρα µεγάλωσαν τρώγοντας απ’ τις σάρκες της ζωής σου. Γλιτώσαν οι νεκροί όσα θα φέρουν τους ζωντανούς κοντά τους. * Η µόνιµη και νόµιµη κατοικία της φαντασίας είναι το όνειρο. Και η τέχνη, το αυθαίρετο εξοχικό της. * Όσο κι αν έγλειφα τα κόκκαλα του απογεύµατος τώρα έγινε βράδυ και µε τρώει. * Πολεµώ ξαπλωµένος να σε στήσω ζωντανή να φιλτράρω τη σκόνη από τα µάτια να ξαναδέσω τη διαλυµένη σάρκα πάνω στ’ άσπρα κόκκαλα. Αλλά το µόνο που ανασταίνεται τα βράδια είναι το ανάστατο φεγγάρι πάνω απ’ το µνήµα. * Γεµάτοι άγνοια όπως τα χνούδια στο δάπεδο που χορεύουν όταν έρχεται η σκούπα για να τα εξαφανίσει. * Ο πυρετός που σιδερώνει τον κόσµο για να κολλήσει το χέρι της πάνω στο µέτωπό σου

94


ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ * Θυµάµαι καλοκαίρια που το µόνο που µε δρόσιζε ήταν το φτερούγισµα ενός κουνουπιού πάνω απ’ το κεφάλι µου. Κι έπρεπε εγώ γι’ αυτήν την ελάχιστη δροσιά που µου πρόσφερε, να του δώσω το αίµα µου. * Το απόγευµα µια γέρικη λιακάδα τίναζε σαν ψίχουλο το φως από επάνω της. Βράδιαζε. * Ακούς φτερούγες να χτυπούν κάτω απ’ το χώµα; Λόγια ερπετά που σέρνονται στον ήλιο κι απ’ το εργοτάξιο τ’ ουρανού τα κοµπρεσέρ των ποιητών σε αφαίµαξη γαλάζιου;… Ακούς στον πίνακα του δέρµατος την κιµωλία του χρόνου;… * κλαδάκι θάλασσας λιγνό που ’σπασα κολυµπώντας * ν’ αποκοιµιέµαι µπρούµυτα πεσµένος στο στήθος των δακρύων µήπως αποστηθίσω τα όνειρα * στους πόσους βαθµούς βρασµού εξαερώνεις το κατακάθι σου, ψυχή µου... * Αναρωτιέµαι... γιατί νιώθω εχθρικά προς τη µυγοσκοτώστρα που θα µε χωρίσει από τη λάµπα που σίγουρα θα µε κάψει.

95


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * ∆ολοφωνίες Οι φωνές στους δρόµους βγάλαν χέρια και στρώνουν το βαθούλωµα στους καναπέδες. Μην τους τα κόβεις... * Στην ο̟ή της σιω̟ής ∆εν θα ’πρεπε να µιλάµε παρά για να παρακαλέσουµε λίγη σιωπή από τους άλλους. * αργή απόψυξη ψυχής όπως τρέχει µια νότα στο µάγουλο κι ένα δάκρυ στο πεντάγραµµο * Βεντέτα Και για τις τόσες ώρες που σκοτώσαµε η τελευταία θα µας εκδικηθεί. * Η αγωνία για το τέλος στην αρχή κάθε αγώνα * Wim Mertens * Ήταν ψιχάλας φως ψίθυρος του νερού άγγιγµα δροσερού σεντονιού * έπλεαν ανοιχτά τα µάτια στο νερό κι αναδυόταν φως πνιγηρό * ρουθούνιζε η γη που είχε µυριστεί άνθος ανθρωπινό ανθρακί * ράιζαν τα κορµιά κι έπεφταν απαλά µ’ αίµα να µη βαφτεί ο Θεός * της νύχτας πατινάζ στα πλήκτρα τα λευκά, στα µαύρα εγώ πατώ και πετώ * πιάνω στον ουρανό του πιάνου την ουρά στα δάχτυλα το λα να κολλά 96


Α̟’ τις ̟εζές διαβάσεις της ̟οίησης

97


Τα ά̟λυτα του ̟λήθους Άνθρωποι σταµατηµένοι κάτω απ’ το µικροσκόπιο, µεγεθυσµένοι στις µικρότητές τους, οξειδωµένοι από τις ίδιες τις αναπνοές τους, απόβλητοι του Παράδεισου σαν πέτρες απ’ την ουρήθρα του Θεού, άνθρωποι από ανακυκλωµένες σερβιέτες της Εύας, µεταλλαγµένο είδος από τα ζώα του Νώε, άνθρωποι τρίζοντες σαν το σκοινί του Ταρζάν, εφαρµοστοί της ανίας σαν το µπικίνι της Τζέην, άνθρωποι - κόµικς, καρικατούρες των πιθήκων, στο άναµµα του παροξυσµού, στην αστραπή του οργασµού και στο σκοτάδι το απόλυτο της µήτρας, άνθρωποι στα χέρια της µαµµής και από εκεί στην κούνια, στο κρεβάτι, στην κολυµβήθρα, στη στράτα, στο θρανίο, στο αυτοκίνητο, στο τανκ, στη νεκροφόρα - στο γραφείο µες στο κοστούµι τους, στη ζωή µέσα στο σάβανό τους - άνθρωποι αεικίνητοι που δεν προλαβαίνουν, άλλοτε πάλι µεταλλικοί περιµένουν, βιδώνονται µέσα στο χώµα κι αντί γι’ άνθη φτύνουνε συνδετήρες, άνθρωποι µε το ακουστικό στο χέρι, µε το τσιγάρο στο στόµα, µε την Τι-Βί στα µάτια, µε τον καφέ στο µπρίκι, µε το λίπος της µέρας στο δέρµα, µε το υπέρβαρο της αηδίας στη ζυγαριά, άνθρωποι του γλυκού νερού, του γλυκού του κουταλιού, λειωµένοι απ’ την πατούσα όσων τους πέρασαν, πετρωµένοι από τα βλέµµατα όσων τους φτάνουν, άνθρωποι-µπανανόφλουδες της ίδιας της ευτυχίας τους, έµπειροι της αφέλειας αλλά πρωτάρηδες στο κάθε τέλος, άνθρωποι χλοµοί, πουδραρισµένοι µε τις µαύρες σκέψεις τους, ρατσιστές από καταβολής χιονιού, άνθρωποι-κάτοχοι ταυτοτήτων, διαβατηρίων, εκλογικών βιβλιαρίων, βιβλιαρίων τραπέζης, πτυχίων, πιστοποιητικών γεννήσεως και γάµου - όµως ποτέ και του θανάτου τους - µε τίτλους κατοχής του φεγγαριού αλλά κι ακτήµονες του ήλιου, δικαιούχοι ενσήµων, µισθών, συντάξεων, επιδοµάτων, δικαιούχοι και των τάφων τους, ενδεείς εκπλήξεων, αδαείς θαυµάτων, θηράµατα θυρών - θύρα οικίας, θύρα σχολείου, θύρα δουλειάς, θύρα νοσοκοµείου, θύρα και νεκροταφείου - γι’ αυτό εκπαραθυρωµένοι κι από τα τσίρκα - άνθρωποι µε το µέτρο, υπέρµετρα µέτριοι, απείρως µηδαµινοί, απίστευτα προβλέψιµοι, σερβιτόροι των αισθήσεών τους, δυνατοί αχθοφόροι των αδυναµιών τους, αµασκάρευτοι υποκριτές των εαυτών τους, αιωνίως ξενοδόχοι των καλών στιγµών τους, άνθρωποι - εφιάλτες ακόµη και για τον ύπνο του ∆ιαβόλου, άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι…µε απανθρακωµένη ανθρωπιά, γκρίζες µουντζούρες στη σταχτοθήκη που πετάει τις τελειωµένες γόπες της η Ιστορία!

99


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ “Παρακαλώ, ο ε̟όµενος...” Στην αρχή στο µετρό - να µεταγγίζεσαι µε µια σήραγγα σκότους. Κι ύστερα, απ’ τις κυλιόµενες σκάλες να σου προσφέρεται τυπικά ένα κέρασµα ουρανού. Η θέα του κτηρίου να σου κόβει τα πόδια. Πόσος καιρός πέρασε από τότε που της έδενες ένα κόκκινο µπαλόνι στο προσκέφαλό της;... Αντί για την Αχερουσία πρέπει να περάσεις - και πάλι - τη λεωφόρο.Και τ’ ανθρωπάκι, πάντα στο κόκκινο - υπόµνηση του στάσιµου αίµατος;... Μέσα, ερείπια που παλεύουν για την αναστήλωσή τους...µαντήλες που επιµελώς κρύβουν τα πεσµένα µαλλιά, πούδρες να µη µαρτυρούν την αρρώστια και χαµόγελα µιας οικειότητας που συνδέει πάντα τους µελλοθάνατους. Στην άκρη σε µια πολυθρόνα ένα κερί µε τα χέρια παρατηµένα στα γόνατα, µε τα µάτια επάνω σου καρφωµένα..., ένα βλέµµα νεκρού πατέρα να σε ξαναστεριώνει σ’ έναν γκρεµισµένο κόσµο. Ο διάδροµος µακρύς, σαν για να παρατείνει το περπάτηµά σου µέσα στην άγνοια. Ο αναπάντεχος λόγος από τον Κέρβερο: “Νοµίζω σας ξέρω. Μήπως κάποτε νοσηλευόσασταν στον τέταρτο;” “Μάλλον κάποτε σε πήρα απ’ τον κώλο, γι’ αυτό δε µε θυµάσαι καλά”, θες ν’ απαντήσεις, µα αρκείσαι να χαµογελάσεις σε µιαν επίδειξη προσβεβληµένης υγείας.... Κι έπειτα πάλι αυτή, η άλλη, η πάντα ίδια, η τόσο διφορούµενη φωνή που ολοένα και δυναµώνει στ’ αφτιά του καθενός: “Παρακαλώ, ο επόµενος...” Σκυλίσια ζωή Οι ώρες µε γαβγίζουν συνεχώς και µ’ αναγκάζουν να προχωρώ µέχρι να βγω από µέσα τους. Μ’ ένα λουρί σέρνω πίσω µου το ψόφιο παρελθόν και µ’ ένα άλλο µε σέρνει µπροστά το λυσσασµένο µέλλον. Πού καιρός για να γλείψεις ένα κόκκαλο παρόντος…Και γύρω σου ν’ αλυχτούν άλλες αδέσποτες ζωές, γιατί ο µπόγιας ολοένα πλησιάζει.

100


ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ∆ΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Το ράφι Το βάρος των βιβλίων το λύγιζε στη µέση. Ένιωθες πως έφτανε ακόµη και το ελάχιστο της σκόνης να προστεθεί, για να σπάσει. Γι’ αυτό ξεσκόνιζες τακτικά, µε µια τρυφερότητα σαν σε περίθαλψη αρρώστου το καταπονηµένο ξύλο. Κάποιες φορές το παρατηρούσες προσδοκώντας το µοιραίο να συµβεί. Αλλά απέστρεφες το πρόσωπό σου γρήγορα, µην το επιβαρύνεις µε το βλέµµα σου. Τα βράδια ήσουν σίγουρος πως τα βιβλία έχαναν τις λέξεις τους για να το αλαφρώσουν και ν’ αντέξει την επόµενη µέρα. ∆εν τ’ άνοιγες, λες και φοβόσουν µήπως κάποια φορά δεν επέστρεψαν στη θέση τους. “Αν πεθάνω, τι θ’ απογίνει;...Ποιος θα το ξεσκονίζει; Και ποιος θα βρει το θάρρος να κοιτάξει επιτέλους µέσα στα βιβλία;...” Κοιµόσουν και σε ξεφύλλιζε ο ύπνος. Κοιµόσουν και σε λύγιζαν τα όνειρα. Κοιµόσουν και σ ’ έσπαγε στα δυο η νύχτα. Και το πρωί, όταν σηκωνόσουν κυρτωµένος, έπρεπε να υψώσεις το βλέµµα σου ως το ράφι, για να ισιώσεις.

Σε ίδια µοίρα κλίσης Βγαλµένα έντερα ζώου, µπερδεµένα, τα καλώδια του handsfree...Πάνω τους τ’ αµήχανα χέρια, εκτεθειµένα σε αδιάκριτα βλέµµατα. Ο ήχος της κλήσης επισπεύδει τις κινήσεις, επιτείνει τη σύγχυση... Τ’ ακουστικά τραµπαλίζονται σαν δυο χειρολαβές πάνω από κουλό επιβάτη. Ο θόρυβος του τρένου επικαλύπτει λυτρωτικά το επίµονο κάλεσµα. Κι ύστερα να σ’ ευεργετεί µια φωνή αφύπνισης: «Παρακαλούνται οι επιβάτες να προσέχουν τα προσωπικά τους αντικείµενα.» Σε κοιτούνε καχύποπτα όλοι. Κι ο ιδρώτας στο µέτωπο, το µόνο που εσύ έχεις να χάσεις. Ελάττωση ταχύτητας… σώµατα γερµένα µπροστά, σε ίδια µοίρα κλίσης, σαν να υπακούν σ’ ένα πρόσταγµα επίθεσης. «Επόµενη στάση...Οµόνοια». Τι κι αν αδειάσαν τα καθίσµατα;... µέχρι να κάτσεις, θα ’χεις κι εσύ σηκωθεί. Κι ας πας στο τέρµα. Τα καλώδια επιτέλους κρεµασµένα γύρω απ’ το λαιµό, τακτοποιηµένα, υποταγµένα. Έχεις βγει στο φως. Μα ο ήλιος φρενάρει απότοµα πάνω στα τζάµια. Ασθενές σήµα της Άνοιξης. Απορρίπτεις την κλίση. 101


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Μ’ όλα τα χωρίς σου... Το σχολείο που διδάσκω είναι ακριβώς απέναντι απ’ το σχολείο που µαθαίνω να µετράω τις µέρες µ’ όλα τα χωρίς σου. Κάνω µάθηµα έχοντας τη δυνατότητα να κοιτώ απ’ το παράθυρο κλεφτά προς τα µνήµατα, µαντεύοντας κατά πού πέφτει ο τάφος σου. ∆εν έχω διδάξει υπερσυντέλικο χωρίς να σε σκεφτώ... Κάποιες φορές σηκώνεται ένα απαλό αεράκι που περνά µέσα στην αίθουσα, παίρνει τα χαρτιά µου, ξεφυλλίζει τα βιβλία των µαθητών, ανασηκώνει το χάρτη και σταµατά µπροστά στα πόδια µου σαν υπάκουο σκυλί. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω και συνεχίζω το µάθηµα. Χθες τ’ απόγευµα, καθώς έφευγα απ’ το σχολείο και το φως ήταν κουρελιασµένο απ’ τις λόγχες των κυπαρισσιών, πάνω στη γέφυρα του τρένου, σκαρφάλωσε το γοερό κλάµα µιας µαυροφορεµένης που ’χε πέσει πάνω στ’ άσπρα µάρµαρα της ψυχής της. Έκανα και πάλι πως δεν κατάλαβα και συνέχισα το δρόµο µου. Αύριο όµως, όπως θα περνάω και πάλι µπροστά απ’ την πόρτα του νεκροταφείου και δε θα στρίβω το κεφάλι, καθώς θ’ ανεβαίνω τις σκάλες της γέφυρας και δε θ’ ακούω τίποτε, καθώς θα κάνω µάθηµα µε όλα τα παράθυρα κλειστά, καθώς θα βλέπω τη φωνή σου να τρυπά το αόρατο, αύριο λοιπόν φοβάµαι πως πρώτα θα τρέξουν τα δάκρυα να µου ευχηθούν – γιατί, τουλάχιστον αυτά, θα καταλάβουν... Όνειρο α΄ Μεσηµέρι µε τη ζέστη ν’ αχνίζει. Σε µια παραλία τροπικού νησιού ερηµική. Με το νερό της θάλασσας ως το λαιµό. ∆εν κολυµπώ. Κοιτώ στο βάθος ένα κάτασπρο καράβι. Με µαγνητίζει . Σα να έχει κάτι αλλόκοτο, µεταφυσικό αυτό το πλοίο…∆ε διακρίνω – λες κι η απόσταση θα µπορούσε να το επιτρέπει – κανέναν επιβάτη επάνω του. Γυρνώ πολύ αργά προς την ακτή. Μακριά, σε µιαν αποβάθρα, ένας ντόπιος ψαρεύει. -Τι είναι αυτό το καράβι; τον ρωτώ. -Αυτό το καράβι βγαίνει όποτε τ’ άλλα καράβια δεν πρέπει να βγουν στ’ ανοιχτά, µου απαντά. Όποτε είναι να ξεσπάσει µια µεγάλη θαλασσοταραχή, ξεκινά το ταξίδι του, για να το δουν οι ναυτικοί και να µην ταξιδέψουν. Το ίδιο όµως καταποντίζεται από την τρικυµία που έχει προαναγγείλει στους άλλους. Κι όταν είναι να έρθει η επόµενη φουρτούνα, τότε ανασύρεται µόνο του από τον βυθό και ξαναξεκινά το ταξίδι του… 102


ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ∆ΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ «Τότε θα πρέπει κι εγώ ν’ αναβάλω το ταξίδι µου», αναλογίζοµαι. ∆εν προλαβαίνω να τελειώσω τη σκέψη µου και ξαφνικά η θάλασσα, µ’ ένα υπόκωφο βουητό και ασύλληπτη ταχύτητα, τραβιέται όλη προς τα µέσα και µε αφήνει γυµνό, πάνω σε µιαν απέραντη έκταση λασπωµένης άµµου. Αρκετά ως εδώ. ∆ιακριτικά τραβώ τη χρυσή αµµουδιά ̟ου για λίγο α̟λώθηκε κάτω α̟’ τα ̟όδια σας, για να σας τη µετατρέψω ̟άλι σ’ ένα κοµµάτι χαρτί ̟ου α̟λώνεται κάτω α̟ό τα µάτια σας. Μ̟ορείτε να ξαναγυρίσετε στη ζωή σας. Όνειρο β΄ Σκυµµένος στο γραφείο µου. Απελπισµένος που δεν µου βγαίνει ένα ποίηµα. Από το πουθενά µου παρουσιάζεται ένας όµορφος νέος , ντυµένος µ’ ένα εκτυφλωτικά λευκό κοστούµι και µου λέει: -Θες να γράψεις το καλύτερο ποίηµα όλων των εποχών; -Φυσικά…, του απαντώ. -Θα σε βοηθήσω εγώ. Μόνο που …αυτό το ποίηµα πρέπει να εξυµνεί εµένα. Το Κακό. -Ποιος είσαι; -Ο ∆ιάβολος. Έκπληξη. Σα να µην τον πιστεύω. Άλλην εικόνα είχα σχηµατίσει για τη µορφή του. -∆έχεσαι; -Ναι! του απαντώ. -Συνέχισε λοιπόν το γράψιµο. Θα ξανάρθω όταν θα έχεις τελειώσει - να µου το δώσεις. Φεύγει. Ξεκινώ το γράψιµο. Το µολύβι πάνω στο χαρτί λαχανιάζει, δεν προλαβαίνει τη σκέψη µου. Οι στίχοι όλοι φεγγοβολούν τελειότητα. Προσπαθώ να τους αποστηθίσω όπως τους γράφω.(Για να τους διασώσω µόλις ξυπνήσω;…∆υστυχώς δεν κατάφερα να θυµηθώ ούτε λέξη…) Τελειώνω έχοντας γράψει αρκετές σελίδες. Είµαι σίγουρος πως κρατώ στα χέρια µου το καλύτερο ποίηµα που έχει γραφτεί ποτέ. ∆ε µε πειράζει που εξυµνεί το Κακό…Το µόνο που σκέπτοµαι είναι να µην έρθει ο άλλος και µου το πάρει. Το κρύβω αµέσως µέσα σ’ ένα κουτί. Ευθύς εµφανίστηκε, χαµογελαστός, µε τα χέρια του δεµένα πίσω στην πλάτη. -Τέλειωσες; µε ρωτά ειρωνικά. -Ναι…,απαντώ προσπαθώντας να µη δείχνω τροµαγµένος. 103


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ -Πού είναι; -∆εν ξέρω…,το έχασα. -Προσπαθείς να µε ξεγελάσεις, ε;….Αυτό δεν είναι; λέει γελώντας τρανταχτά και φέρνει τα χέρια του µπροστά κουνώντας τις σελίδες µε το ποίηµα!… Έκπληξη…Μα αφού το είχα στο κουτί…. -Θα δεις τώρα ποια θα είναι η τιµωρία σου…, µου λέει µε ύφος γλυκό. -Άρχισε να µου το διαβάζεις λοιπόν…,και µου δίνει τα χαρτιά στο χέρι. Τρέµοντας από τον φόβο, αρχίζω να διαβάζω µεγαλόφωνα. Σιγά - σιγά, παρατηρώ πως ο εµφανίσιµος κύριος αρχίζει ν’ αλλάζει πρόσωπα, να παραµορφώνεται - σαν να ’ναι από την ευχαρίστησή του στο άκουσµα του ποιήµατος - ενώ ταυτόχρονα κάθε φορά που τελειώνω την ανάγνωση ενός στίχου, το χαρτί καίγεται στην ευθεία αυτού του στίχου. Επιταχύνω την ανάγνωση, φοβάµαι µη µου κάψει τα χέρια, οι φλόγες τρέχουν πάνω στο αριστούργηµα όλων των αιώνων, ενώ παρατηρώ έντροµος τις τροµαχτικές αλλαγές στη µορφή του - δράκος µε πύρινες φλόγες από το στόµα, θηρίο άγριο και στο τέλος της ανάγνωσης…, καπνός. Έχω µείνει µόνος, µε σωριασµένη µπροστά µου τη στάχτη απ’ το καλύτερο ποίηµα του κόσµου. «Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ακούστηκε», συλλογίζοµαι. Αυτή ήταν και η τιµωρία µου. Εγώ κι οι λέξεις µου ∆εν έχω άλλο φίλο από τις λέξεις µου. Μα ούτε κι εχθρό µου. Μ’ αυτές θυµώνω, αυτές αγαπώ, µαζί τους περνώ τις ώρες µου, µαζί τους µοιράζοµαι τη σιωπή µου, παρέα βγαίνουµε βόλτα στον κόσµο, κι όταν τσακωνόµαστε πρώτες αυτές «σπάνε τον πάγο» κι επισκέπτονται τα χείλη µου µε κάτι φωνήεντα όλο παράκληση και µε σύµφωνα που κοιτούν πιο χαµηλά κι απ’ τις τελείες µου. Τις νύχτες που έρχεται ο πυρετός, το θερµόµετρο των λέξεων σπάει κάτω απ’ τη µασχάλη της σιωπής - που πάει να πει: παραµιλώ… Μαζί µε τις λέξεις έχω φάει ψωµί κι αλάτι. Έχουµε µοιραστεί το τίποτα, για να διπλασιάσουµε τα πάντα µέσω του γλωσσικού τους ειδώλου.Ο κόσµος µας αποφεύγει γιατί µας θεωρεί επικίνδυνους. Μα όσους δρόµους κι αν αλλάζει για να µη µας συναντήσει, πάντα θα γλιστρά στο λαρύγγι µου κι από κει θ’ ανεβαίνει στο στόµα µου για να τον ξαναφτύσω προς τα έξω, σαν άχρηστη αλφαβήτα - για έναν µαθητή που έµαθε πια να συνεννοείται και σε µια δεύτερη γλώσσα, µιλώντας άπταιστα τα...αποσιωπητικά. 104


ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ∆ΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Εγώ κι οι λέξεις µου γνωρίζουµε πως δε µας ακούει ο Θεός - αφού του τέλειωσαν οι µπαταρίες στ’ ακουστικά του… Αλλά δε µιλούµε για να µας ακούσει κανείς - όπως ακριβώς δεν υπάρχουµε για να µας σκοτώσει κανείς. Άλλωστε, δεν έχω άλλον θάνατο από τις λέξεις µου. Αυτές θα µε σκοτώσουν, µόλις διαπιστώσουν πως δεν θα έχω πια φωνή, να τις ξαναγεννήσει, κι ούτε µαµµή ψυχή, για να τις ξεγεννήσει.

Βλαβείο ̟οίησης Αφηγούµαι ιστορίες. Αλλάζω ταχύτητες στη γλώσσα αναλόγως τη µορφολογία του εδάφους της σιωπής που διασχίζω. Κάθε διαδροµή των λέξεων, µια στάση της πράξης. ∆ιεκδικώ το λιγοστό µου οξυγόνο κάτω από έναν κατεδαφισµένο ουρανό. Ο χρόνος ξεδιπλώνεται προς τα πίσω - όλα τ’ απορροφά ένα παρατεταµένο χτες. Η αθανασία είναι η παγίδα των ποιητών κι η ζωή η πρωθύστερη απελευθέρωσή τους. Ευτυχώς που η ποίηση βρίσκεται κι εκτός ποιηµάτων. Όπως κι οι αξίες µακριά από την αναγνώρισή τους. Νόµπελ σιωπής δεν απονεµήθηκε και φέτος - δεν είναι που δεν υπάρχει, µα που έχει τόσα πολλά να πει η µαταιοδοξία. Α̟όγευµα θολό… ανταµωµένο σαν µέσα από το πελώριο δάκρυ ενός νάνου που έπαψε να περπατά απαρατήρητος ανάµεσά µας και ξαναγυρνά µέσα στο παραµύθι για να κοιµηθεί. Ακολουθώντας τα χνάρια του βρέθηκα µπροστά από µια θεόρατη ξύλινη πόρτα - έβαλα τ’ αφτί µου πάνω της ν’ αφουγκραστώ: γέλια παιδιών κυνηγηµένων απ’ τον ενήλικο εαυτό τους, σύρσιµο αλυσίδας στα πόδια της χαράς για να µη φτάνει γρήγορα µες στις ζωές µας, ποδοβολητά ανεξηµέρωτων σκέψεων που ρίχνονταν στον γκρεµό της τρέλας, ο συριστικός ήχος ενός λάσου που κατευθύνεται προς τον ευλύγιστο λαιµό µιας µνήµης, τόπι που χτύπησε µία φορά στο χώµα και δεν επέστρεψε στη γη - και δίπλα σε όλα αυτά, συνεχόµενοι χτύποι ρυθµικοί µιας καρδιάς · της καρδιάς µου. Ζαλισµένος από τους ήχους και µεθυσµένος από τον ίλιγγο της ταχύτητας των θαυµάτων που αντελήφθησαν τ’ αφτιά µου, άρχισα να χτυπώ µε δύναµη την πόρτα για να µου ανοίξουν. Όµως, κανείς δεν άκουγε. Μάτωσαν τα χέρια µου πάνω στο ξύλο, βάρεσα και µε τα πόδια, φώναξα, τέλος χτύπησα και µε το κεφάλι. Τίποτε. Απελπισµένος, κουλουριάστηκα κάτω, γλείφοντας τα µατωµένα µου δάχτυλα - κι ήταν εκεί, στη γαληνεµένη παραδοχή της ήττας 105


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ µου, που η πόρτα άνοιξε µόνη της. Στήθηκα ξανά στα πόδια µου, ξεσκόνισα από επάνω µου ένα λεπτό στρώµα δειλίας, πέρασα το κατώφλι και ε ί δ α : τα πρώην παιδιά, γέροντες κατάκοιτοι µ’ ένα ανήλικο βλέµµα µοναχά, στις ρυτίδες του νερού µες στο ποτήρι που κρατά το χέρι τους τρεµάµενο— τη χαρά, απαλλαγµένη απ’ την αλυσίδα της να τρέχει, χωρίς να υπάρχει όµως καµιά καρδιά να τη δεχθεί — οι ασυµβίβαστες σκέψεις, βαρυποινίτισσες, να κόβουν βόλτες στον αυλόγυρο της ανίας— αντί µια µνήµη, το λάσο έσφιξε γύρω απ’ το λαιµό του µέλλοντος και το ’πνιξε— κι εκείνο το τόπι που δεν επέστρεψε στη γη, έγινε νέος πλανήτης στο στερέωµα, να προκαλεί τα νοσταλγικά βλέµµατα των µεγάλων. ∆υο ̟ανσέδες η ̟ανσέληνος « Αν κάποια φορά δε δεις τον εαυτό σου µεσ’ στον καθρέφτη, θα ’ναι γιατί τον θάµπωσε το χνότο της βεβαιότητάς σου πως θα τον έβλεπες », είπε µια µέρα το νερό στο βρεγµένο µου πρόσωπο. Και από τότε, κρατώ µέχρι σκασµού την αναπνοή µου, αν τύχει και βρεθώ αντικριστά από καθρέφτες... ∆υο ̟ανσέδες στα µάτια σου ήταν ̟ου διχασµένη καθρεφτιζόταν µέσα τους η ̟ανσέληνος. “Ενθίµιον Ιοανηνον” Ανοιγµένα στόµατα τάφων στο κρεβάτι της, ανήµερα της εθνικής επετείου. Πάνω από τα χάρτινα µνήµατα έσκυβε να βρει τον πατέρα της... Έπεσε πάνω σε άλλα, από διαλυµένους γάµους, γερασµένα βαφτίσια, σαραβαλιασµένες εφηβείες, χρόνια εµπόλεµα, χρόνια ειρηνικά, που όλα εξίσου βοµβάρδισαν το πρόσωπό της. Ώσπου το µάτι έκοψε, ξυράφι, ο νεκρός της πατέρας....να της ισιώνει τις ρυτίδες από ένα τσαλακωµένο χαρτί... “Ενθίµιον Ιοανηνον 17/2/1941”, όπως πιστοποιούσε στην καµπουριασµένη πλάτη της η φωτογραφία. Μια ανορθογραφία τρυφερή, ένα γνέψιµο παρηγοριάς από τ’ αµείλικτα γράµµατα, ένας ίλιγγος γραµµατικής στ’ ανακατεµένα της σπλάχνα. Την άφησα νιογέννητη στην αγκαλιά του, να πολεµά τον εισβολέα Χρόνο. Στο ύψωµα της µνήµης κυµάτιζε κουρελιασµένος ο θάνατος.

106


ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ∆ΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ο Κολοκοτρώνης χαµογελούσε! Κανείς δεν µπορεί να φανταστεί πόσο µεγάλη διάρκεια µπορεί να έχει το ταξίδι ενός τρένου απ’ το ένα στο άλλο µηλίγγι ενός κοιµισµένου και πόσα πολλά µπορούν να συµβούν ανάµεσα σ’ αυτές τις δύο στάσεις. Κανείς δεν ξέρει από πού ξεκίνησε, κανείς δεν ξέρει πού θα σταµατήσει. Η ορµή του υποσυνείδητου, από ένα βίτσιο, τον εκσφενδόνισε πάνω σ’ ένα τυχαίο βαγόνι µ’ ελάχιστους επιβάτες. Άνθρωποι άχρωµοι, χωρίς προηγούµενη ζωή να σκεφτούν, χωρίς επόµενο θάνατο να ξεφύγουν, ανέκφραστοι, ροµποτοειδή όντα υψηλής τεχνολογίας πλασµένα από την αNASA του ύπνου, κρέµονταν απ’ τις χειρολαβές µε ανοιχτά πόδια για καλύτερη ισορροπία ή κάθονταν στις θέσεις τους αδιάφοροι για το πώς βρέθηκαν εκεί, τις επιταγές ποιου ονείρου ξοφλούν, ποιο ρόλο θα παίξουν και σε ποιο έργο, ενώ µια σκόνη από ξεχασµένα αισθήµατα, ανοµολόγητες σκέψεις και απαγορευµένες επιθυµίες σηκωνόταν, πάνω στις ράγες του µυαλού που ταξίδευε. Σαν κάτι άχρηστο, πέταξε το βλέµµα του έξω, για να δει να φεύγουν σπίτια, δρόµοι κι ουρανός, µε την ανακούφιση που χαρίζει η αποµάκρυνση απ’ ό,τι µπορεί να κουράσει. «Αν µένει κάτι ακίνητο, µιµείται τον εαυτό του στο φέρετρο, κι αυτό τροµάζει», πίστευε κι ο ίδιος από παλιά. Πάνω στο τζάµι, πρόσεξε τότε για πρώτη φορά το είδωλο του κοριτσιού που είχε καθίσει ακριβώς απέναντί του. Τα µάτια της, τα µαλλιά, τα χείλη, το φόρεµά της µπερδεύονταν αξεδιάλυτα µε τις εικόνες που άφηνε πίσω, έτσι που ν’ αναρωτιέται µήπως τελικά εκείνη ήταν έξω και τα σπίτια, οι δρόµοι, ο ουρανός ήταν οι συνεπιβάτες του. Πήρε το θάρρος να κοιτάξει το πρωτότυπο, για να σιγουρευτεί. Τα µάτια, τα µαλλιά, τα χείλη, το φόρεµα ήταν πράγµατι εκεί, συναρµολογώντας µια ύπαρξη προκλητικά αδιάφορη για την παρουσία του. Όχι πως είχε συνηθίσει να γίνεται αντικείµενο θαυµασµού απ’ τις γυναίκες...Στ’ όνειρο όµως, είναι κρίµα να µην επωφελείσαι απ’ την πραγµάτωση του αδύνατου, που είναι τόσο εύκολη, όσο και το ανακάτεµα µιας κουταλιάς ζάχαρης σ’ ένα φλιτζάνι καφέ. Το βλέµµα της ήταν καρφωµένο έξω, ατάραχο, ταξίδευε θα ’λεγες ακίνητο. Η αναπνοή της, ανεπαίσθητη, δεν κινούσε ούτε για λίγο το στήθος κάτω απ’ το φόρεµα. Μόνο ο αέρας απ’ το ανοιχτό παράθυρο ανασήκωνε τις αφέλειες απ’ τα µαλλιά της για να τις ξαναφήσει να πέσουν στο µέτωπο, σε αναρίθµητες επαναλήψεις, ενώ τα δάχτυλά της έπαιζαν µε το εισιτήριο που θα ’βγαλε σε σταθµό πολύ πριν τη δηµιουργήσει τ’ όνειρο. Ένας ρακένδυτος γέροντας, τυφλός, σκοντάφτοντας κάθε τόσο πάνω στους 107


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ επιβάτες, στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι της προτείνοντας ένα κουτί που φιλοδοξούσε να γεµίσει µε κέρµατα. -Μια µικρή βοήθεια, παρακαλώ! ψέλλισε ο γέρος, µε φωνή τυφλή, που δεν ήξερε πού απευθυνόταν. Το κορίτσι, χωρίς καθυστέρηση, έβγαλε το µικρό πορτοφόλι απ’ την τσάντα που είχε περασµένη στον ώµο της και πρόσφερε ένα ολόκληρο πεντοχίλιαρο στον επαίτη. Μα εκείνος δεν άκουσε µεταλλικό ήχο νοµίσµατος να κουδουνίζει στο κουτί κι αποµακρύνθηκε αγνοώντας το πολύτιµο απόκτηµα. Ο άνδρας δεν ταράχτηκε απ’ τη συµπεριφορά της γυναίκας. Του φάνηκε σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό, όσο φυσιολογικό θεωρεί κανένας να βλέπει στον ύπνο του τον εαυτό του να πετάει. Με πρωτόγνωρο θάρρος που άντλησε απ’ τη δεξαµενή του ονείρου, ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος όταν ένιωσε τα χείλη του να κινούνται για να σχηµατίσουν λέξεις που απευθύνονταν σ’ εκείνη: -Ένα χαµόγελο, παρακαλώ! εκλιπάρησε, µε φωνή που ολοφάνερα µιµούνταν το ζητιάνο. Το κορίτσι, για πρώτη φορά τον κοίταξε, µ’ ενοχληµένο ύφος κι ύστερα πάλι απέστρεψε το βλέµµα. -Τόσο δύσκολο είναι; επέµενε εκείνος. Ένα µόνο χαµόγελο...∆ε σου ζητάω κανένα πεντοχίλιαρο...µόνο και µόνο γιατί ο Κολοκοτρώνης πάνω του είναι διαρκώς βλοσυρός και δεν πρόκειται να χαµογελάσει. Πίστευε πως µ’ αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνε ν’ αποσπάσει έστω κι ένα µειδίαµα απ’ τα χείλη της. Όµως εκείνα ήταν πεισµατικά κλειστά, λες κι αν τ’ άνοιγε θα συνέβαινε ό,τι και µε το κουτί της Πανδώρας. Κι όπως στο µύθο, έτσι κι εδώ, η ελπίδα έµεινε πίσω, τελευταία. Ελπίζοντας λοιπόν πως µε την επιµονή κάτι θα πετύχαινε, συνέχισε την προσπάθεια. -Απ’ όποιον κι αν του το ζητούσα, θα µου το πρόσφερε. Θες να δεις;... Χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφασισµένος για όλα, σηκώθηκε απ’ τη θέση του, άπλωσε ανοιχτή τη µια παλάµη του και απευθύνθηκε στη φιλανθρωπία των υπόλοιπων επιβατών: -Ένα χαµόγελο! Παρακαλώ, δώστε µου ένα χαµόγελο! Η ιδιόµορφη αυτή επαιτεία θα µπορούσε από µόνη της να προκαλέσει τα γέλια. Επιτέλους, τα λιγοστά ανθρωποειδή που βρίσκονταν στο βαγόνι, ένιωσαν αµέσως ποιο ρόλο θα διαδραµάτιζαν µέσα στο όνειρο. Πέταξαν τη µάσκα της απάθειας από επάνω τους κι ενεργοποίησαν αθέατους τροχούς και µυστικά γρανάζια του προσώπου τους, όλα σε µια καλά συντονισµένη προσπάθεια να παραχθεί το ευτελές προϊόν που τους ζητούσε. 108


ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ∆ΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ακόµη κι ο τυφλός ζητιάνος το πρόσφερε γενναιόκαρδα στο «συνάδελφό του», ενώ κανείς δεν µπορεί να βεβαιώσει αν κι ο Κολοκοτρώνης του πεντοχίλιαρου που αναπαυόταν στο κουτί δε χαµογελούσε... -Ευχαριστώ πολύ! Ευχαριστώ πολύ! ψιθύριζε εκείνος κάθε φορά που έστρεφε το βλέµµα του σ’ ένα χαµογελαστό πρόσωπο. Εντωµεταξύ , η γυναίκα φανερά ξαφνιασµένη απ’ το γεγονός, ενώ για λίγο πρόσεξε τα διαδραµατιζόµενα, έστρεψε γι’ άλλη µια φορά τη µατιά της στον κόσµο των εναλλασσόµενων εικόνων έξω απ’ το τρένο. Ο άντρας, όρθιος, στάθηκε απέναντί της µε ύφος ικετευτικό: -Εσείς; ∆εν περίσσεψε απ’ τη ζωή σας ούτε ένα;... Εκείνη την ώρα το τρένο ανέκοψε την ταχύτητά του και το κορίτσι αµίλητο κατευθύνθηκε προς την ανοιχτή πόρτα για να κατεβεί, ενώ ξοπίσω της βγήκε κι ο γέρος κρατώντας σφιχτά το κουτί. Το ξαφνικό ρεύµα αέρα που δηµιουργήθηκε από την άφιξη του απέναντι συρµού έκανε τη γενειάδα του ν’ ανεµίσει ενώ µέσα απ’ το κουτί πέταξε µακριά το τσαλακωµένο πεντοχίλιαρο, για να καταλήξει µπροστά στα πόδια της γυναίκας που το πρόσφερε. Έσκυψε, το ίσιωσε µε την παλάµη της και είδε: ο Κολοκοτρώνης χαµογελούσε! Έστριψε το κεφάλι προς το τρένο που µόλις άρχιζε ξανά το ταξίδι του, παίρνοντας µακριά το µυστηριώδη «ζητιάνο», τόσο µακριά, ως το τέρµα του ονείρου. Κρίµα που ξύπνησε και δεν την είδε να του χαµογελά... Σαν α̟ό αρχή διηγήµατος Ήταν την ώρα που δεν είχαν σβηστεί ακόµη οι γραµµές του µαξιλαριού απ’ τα πρόσωπα των ανθρώπων. Όλα τα σπίτια στο νησί βγαίναν σιγά - σιγά απ’ το µεσηµεριανό τους ύπνο. Όπου κι αν έστρεφες το βλέµµα, θα πετύχαινες ένα γέρο µε λάστιχο να καταβρέχει τα πόδια του και να πανικοβάλλει πιτσιλώντας αµέριµνα µυρµήγκια, µια µύγα να ξύνει το κεφάλι της ανάµεσα σε δυο παλάµες που σε λίγο θα κλείναν, ένα σεισµόπληκτο τζίτζικα να χτυπιέται πάνω στους χάρτινους τοίχους του σπιρτόκουτου για να ευχαριστήσει τ’ αφτιά των παιδιών, έναν καφέ παρατηµένο σε πεζούλι µε µια σφήκα να πνίγεται καλώντας απεγνωσµένα σε βοήθεια, άντρες ν’ ανοίγουν το τάβλι και να ψάχνουν το ζάρι - που ’χε πέσει σε µια γωνιά του Σεπτέµβρη και ήδη το σκεπάζαν τα πρώτα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου - ενώ από µακριά ερχόταν ιδρωµένο ένα τραγούδι ακαθόριστο, µε λέξεις θολές, σαν τη θολή ατµόσφαιρα που απλωνόταν λίγο πιο πάνω απ’ την άσφαλτο που µε 109


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ κουβαλούσε. Πόσα παγάκια στο µέτωπο της µνήµης µου να βάλω... (Γιατί το καλοκαίρι ̟ρώτα ̟αίρνει φωτιά µέσα µας κι ύστερα σκάει στην καρδιά ενός καρ̟ουζιού.) Καληµέρα Η ησυχία της αναµονής του ξυπνητηριού Τα θαρραλέα δάχτυλα που βγαίνουν να το ψάξουν πριν χτυπήσει Η απότοµη ορφάνια των σκεπασµάτων Τα πόδια που θα σηκώσουν και πάλι το βάρος Ο καθρέφτης πάντα πιο ξύπνιος από σένα Κι ύστερα το πρόσωπο του νερού που συνθλίβεται ανάµεσα στα δυο σου χέρια Μα προπαντός οι καληµέρες σ’ όσους δε θα ’θελες να ξαναδείς. ∆εν ξέρω τί̟οτε ̟ιο σκληρό α̟’ το ̟ρωινό ξύ̟νηµα. Τις νύχτες δύσκολα κοιµόταν... Φανταζόταν βάρδιες εργαζοµένων ακουµπισµένες σ’ ένα ραδιοφωνάκι, σκοπιές φαντάρων στα σύνορα της µέρας, ανεξήγητα φώτα πίσω από µεταµεσονύχτια παντζούρια, παράνοµες αγκαλιές µε µια νόµιµη θλίψη, ξαφνικά κλάµατα µωρού µέσα στην αποτρόπαια σιγή, νοθευµένα ποτά σ’ ένα γνήσιο µεθύσι, ακυβέρνητο σπέρµα στη µήτρα µιας λεκάνης, όλα τα κρίµατα περιδέραιο στο λαιµό του Θεού, µια κατσαρίδα που την αιφνιδιάζει ένα χέρι, ανυποψίαστο ύπνο αδιάγνωστου καρκινοπαθούς, ρολόγια που αντί για δείχτες έχουν παιδιά πάνω σ’ ένα µύλο που γυρνά και τα γερνά, σπάσιµο ρυτίδας από τη διαρρήκτρια µνήµη, φανταζόταν την αγάπη σαν µια επιστολή του Παύλου προς ηλιθίους. (Πόσο σκοτάδι χρειάζεται για να διαλευκάνεις τα εγκλήµατα µιας µέρας...)

110


ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ∆ΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Τις µέρες ̟άλι ξιφοµαχούσε... µε τις ακτίνες του ήλιου, ασπίδωνε τα µάτια του µε γυαλιά κι είχε για πανοπλία τα κόκκαλά του σε παράταξη στηθάγχης.... παραχωρούσε µε αγένεια τη ζωή του στο πιο άδειο κάθισµα του λεωφορείου, αφιέρωνε όλο το χρόνο του στο πλήρες χάσιµό του, δίδασκε τον Όµηρο για ένα πουκάµισο καινούργιο, για µια που θα το πλένει... όποτε δεν µάτωνε τις λέξεις, να ξέρετε τις µαταίωνε, σπανίως συγκινούνταν µε τ’ ανθρώπινα γράµµατα, άνοιγε τα βιβλία σαν ν’ άνοιγε φέρετρα και κοίταζε µε αποτροπιασµό τις νεκρές ζωές των άλλων, έδινε συγχαρητήρια στους συγγραφείς που ξεγεννούσαν επιτυχώς τόση µαταιότητα, γι’ αυτό και δεν τους ζήλεψε ποτέ του... και κυρίως, όποτε ψώνιζε, άφηνε τα χρήµατα να πέσουν από την τσέπη του για να δωροδοκήσει τη γη... έσπρωχνε µε όλο το βάρος του κορµιού του τη µέρα προς τη νύχτα της, τη ∆ευτέρα προς το Σαββατοκύριακο, το χειµώνα προς την άνοιξη, το σκοτάδι του προς τα µάτια της... (Το βράδυ άσε ήσυχους τους διακό̟τες - θα µου φέγγει η γάµ̟α σου.) Όλες, µε τη σειρά σας

Του επιτέθηκε αφού τον είχε ξεµοναχιάσει. Τότε που αποκόπηκε απ’ το κοπάδι των ανθρώπων κι είχε αποτραβηχτεί στη γωνιά του κουρασµένος. Τότε που έγλειφε τις µικρές πληγές του και τον νανούριζαν οι φυσαλλίδες των εγκαυµάτων του που έσπαγαν. Ήταν η τέλεια στιγµή…το τέλειο θήραµα. ∆εν την άκουσε που σύρθηκε πάνω του – µόνο εκείνο το κλικ του διακόπτη τον ξάφνιασε… Τον σπλαχνίστηκε, γι’ αυτό και του έσκισε τα σπλάχνα αµέσως. Τα νύχια της τον αγκάλιασαν στοργικά, σχεδόν ερωτικά και δεν τον άφησαν να ξανανασάνει. Από το σκοτεινό της στόµα κρεµόταν ένα κοµµάτι κρέας. Το υπόλοιπο σώµα έπλεε ήρεµο µέσα στο αίµα. Μόνος θόρυβος, από τα σαγόνια που δούλευαν διαρκώς. Κι ο παλµός της καρδιάς που όλο κι εξασθένιζε µέχρι να πάψει. Από µακριά, σκοτώνοντας το σκοτάδι µε τη λάµψη των µατιών τους, περίµεναν τη σειρά τους υποµονετικά οι άλλες ύαινες νύχτες. 111


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Για µιαν ωλένη... Με το χέρι τεντωµένο για να µην πιεστεί το νεύρο, πίεζε τον εαυτό του να κοιµηθεί. Πρώτη φορά συνειδητοποίησε πόσο πρέπει να ζαρώσει ο άνθρωπος για να ονειρευτεί. Στιγµιότυ̟ο, της 21 Ιουνίου 2011 Έξω απ’ το Ηρώδειο, επί της ∆ονυσίου Αρεοπαγίτου· δυο παιδάκια που τους έπεσε η µπάλα σ’ έναν περιφραγµένο σκαµµένο χώρο, τρυπώνουν µέσα και συνεχίζουν από εκεί το παιχνίδι τους - δίπλα σε δυο αρχαίους κίονες κοµµένους λίγο πιο πάνω απ’ το µπόι τους… Με συγκινεί η εξοικείωση των παιδιών µε το χώρο και η «φυσική» τους ένταξη σ’ αυτόν, χωρίς το συναίσθηµα του δέους που υποβάλλει η εγκρατής ωριµότητα, χωρίς την απόσταση που επιβάλλει η καθωσπρέπει ιστορία στην επίδοξη θρασύτητα των επιγόνων της… Έβλεπα την µπάλα ν’ αναπηδά στις πέτρες, όπως οι µακρινές φωνές των αγανακτισµένων, από παρέα σε παρέα… Τάχυνα το βήµα µου προς το Σύνταγµα.

Λι̟οθυµία Οι δυνάµεις του τον εγκατέλειψαν όλες µαζί και τον άφησαν να σωριαστεί κάτω. Όρθιες από πάνω του, έτοιµες να τον ξαναστήσουν στα πόδια του, χρονοτριβούσαν λίγο απολαµβάνοντας την τόσο αναπάντεχη µα πρόσκαιρη αυτονοµία τους. Στο τέλος υπάκουσαν στο πρόσταγµα του αίµατος. Νη̟ιακή µουντζούρα Το τέλος της οµορφιάς δε θα έρθει ακόµη κι αν η γη καταστραφεί - ακόµη και τότε, η στάχτη της στο διάστηµα θα ταξιδεύει ως χαριτωµένη, νηπιακή µουντζούρα στην άσπρη κόλλα του γαλαξία.

112


Χαϊκού

113


* Τι πιο κόκκινο κι απ’ το τριαντάφυλλο;... Το χειλιόφιλο. * Σπάει το κρύο σαν βέργα στα γόνατα της Ανοίξεως. * Χωρίς σύννεφα ουρανός κολλαριστός, σιδερωµένος. * Ξάφνου µε χτυπά οσµή Επιταφίου ανασταίνοµαι. * Άστεγη µούσα - στης σελίδας το χιόνι πώς τουρτουρίζεις… * Να προσέχετε τον αχινό τ’ ουρανού κι ας µην πατιέται. * Ξηµερώµατα... στο σπίτι της, φως - λευκή τρίχα της νύχτας.

115


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Κόκκινο κι άσπρο µατωµένη κι η µύτη του χιονάνθρωπου.

* Άσ’ το λυχνάριόπου πενθεί το χιόνι, λειώνει το µαύρο. * - Ζουν οι γονείς µας; ρώτησα ένα φύλλο για τις ρίζες µας. * Μύτη λιαχτίδας καρφίτσωσε τη βροχή κακή µοδίστρα. * Φθηνός ουρανός νοίκι απ’ τα µάτια ζητά ένα τους δάκρυ. * Εξαντληµένος από ακατάσχετη µνηµορραγία. * Φιλιά στη λάσπη φιλορροούν τα χείλη . Πού να πατήσω;

116


ΧΑΪΚΟΥ * Στην τραυλή αυλή τρίξιµο της τραµπάλας παιδί κανένα. * Στ’ αφτιά των φύλλων νανούρισµα τ’ αέρα γέρνει το δέντρο. * Φυσά δυνατά στις αλάνες της µνήµης σκορπούν οι φίλοι. * Μία µαθήτρια αποστηθίζει δάκρυα πάνω στο τζάµι. * Στο κελάρι του ξανανιώνει ο Θεός µε παλιά ποτά. * Στην παλάµη µου ακόµη το χέρι σου κι ας έχεις φύγει. * Νιφάδες χιονιού λευκά αιµοσφαίρια των Χριστουγέννων.

117


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Πετώ στο τζάκι µύθους στάχτη, η µύτη του Πινόκιο. * Παρασυρµένοι απ’ τη χρονοθύελλα φεύγουµε όλοι. * Με γούνες από γδαρµένα παραµύθια, ξεχειµωνιάζω. * Φιλί το φιλί σκάβουν τα στόµατά µας να βρουν τις ψυχές. * ∆υο γυµνά κλαδιά άσκηση απουσίας της αγκαλιάς σου. * Άδειο το πάρκο το παγκάκι ζεσταίνουν πεσµένα φύλλα. * Κραυγή µοναξιάς πάτησες την ουρά της καθώς έφευγες.

118


ΧΑΪΚΟΥ * Φθοράς παρούσης από µέλλον ξέµεινα παρελθώνοµαι. * Είπα να γίνω - για να γελούν κι οι νεκροί Ερωτοποιός. * Ο κάθε στίχος µια πλαγιαστή λαµπάδα για τ’ άγιο φως. * Εαρότσαρκα στα κόκκινα φωτάκια τις παπαρούνες. * Νύστα των στίχων ροχαλίζει το ποίηµα ξυπνά ο ποιητής. * Σ’ ένα χαϊκού το έπος κάποιας στιγµής συµπυκνωµένο. * Μια καραµπόλα καρδιών, µα αναίµακτη τα Χριστούγεννα.

119


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Μόνη µια νότα πιάνο, ποιανού έσταξε δάκρυ στο πλήκτρο; * Αιώνες γραφής στριµώχνονται στην πένα για να σου γράψω. * Χτένισµα γριάς σαν µια ανορθόγραφη καλλιγραφία. * Πάλι στο κέντρο πάντα ήµουν εύστοχος στη σιωποβολή. * Κεριού θυσία τους άλλους φωτίζοντας, το ίδιο λειώνει.

* Καρυδότσουφλο µεταξύ δυο κυµάτων η νηνεµία. * Σε µια γωνία ζητιανεύεις, Άνοιξη, τους ποιητές σου.

120


ΧΑΪΚΟΥ * Φέτα καρπούζι το φεγγάρι - και τ’ άστρα, φτυσµένα σπόρια. * Για νά ’βρει στόχο το βέλος, τον Έρωτα κρασί µην κερνάς. * Αφή σύννεφων µοιρασµένη σε στάλες δάχτυλα βροχής. * Κλωστές των δέντρων σ’ ανέµων εργόχειρο πευκοβελόνες. * Μοιχεία φλόγας: - ∆εσποινίς υγρασία, µε παντρεύεστε;... * Τα πρώτα δόντια στα ούλα του Έρωτα κι αρχίζει γκρίνια.

* Άσπλαχνη µούσα - του ποιητή το χέρι σε ζητιανεύει.

121


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Στάζει ρετσίνι το κρυφτό · τα φυλούσες σε κορµό πεύκου. * Φύλλο λεµονιάς πέφτοντας, το δάκρυ µου αρωµάτισες. * Αν και χάθηκε, δεν πέταξα τα κλειδιά του παλιού σπιτιού. * Ισορροπία χάνοντας τα µάτια σου βρήκα το ποίηµα. * Πλάι στα δικά µου κοιµούνται της κόρης µου τα παπουτσάκια. * Ψιθυρίζοντας έλεγα τα κάλαντα σαν ήµουν παιδί... * Θρηνεί το χέρι στο πένθος των µαλλιών σου ξαναµπλέκοντας.

122


ΧΑΪΚΟΥ * Εκεί που σµίγουν τα χείλη των εραστών, Αγία Σιωπή! * Καρδιών σύγκρουσις ή που θα ενωθούνε ή που θα σπάσουν. * Κατασπαράσσει η αλήθεια σα λύκος τα παραµύθια... * Σβήσε τα φώτα και στο σκοτάδι, βλέπει να ’ρθεί το δάκρυ. * Κοιµάται πάνω στα κοµµένα φτερά του άστεγος έρως. * Γέρνει η βάρκα από ανοιξιάτικα κύµατα χλόης. * Απ’ έξω περνά βοµβαρδιστικό έαρ· τρίζουν τα τζάµια.

123


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Ποίηση, σκιάχτρο που τροµάζεις µονάχα την ευτυχία... * Σας παρακαλώ κόψτε µου τη σύνταξη απειρίας µου. * Στα µπλε σου µάτια τα συντρίµµια τ’ ουρανού απ’ τη σύγκριση. * Κύµα ηδονής παφλασµός δύο κορµιών σε συνουσία. * Πριν κοιµηθούµε µας σκεπάζουν σιωπηλά τα τραγούδια µας. * Σε κάθ’ επαφή ο µόνος κολλητός µου είν’ ο ιδρώτας. * Το α̟ολωλός συννέφιασµα Σύννεφα - σκόρπια αρνιά που τα φοβίζει γκλίτσα - λιαχτίδα.

124


ΧΑΪΚΟΥ * Του χωρισµού το ανάγλυφο Το παγκάκι τους κουτσουλάνε τώρα πια τα περιστέρια. * Για τον ̟ατέρα Μόλις κοιµηθώ, ένα παιδί ξυπνάειξυπνώ, κοιµάται. « Πες µου, πού είµαι; » « Στην άκρη του ύπνου µου τι θες, πατέρα; » Φεύγει βιαστικός να ζεσταθεί στο µνήµα η µνήµη κρύα. Τίποτε άλλο και το πουθενά παντού ποτέ για πάντα. * Τέλος γιορτής Φύγαν τα παιδιά - στο δέντρο ξεχασµένος ο χαρταετός. Κρατάς τη µάσκα να ξεγελάς τα δάκρυα να µην ξανάρθουν.

125


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Στους άδειους δρόµους αέρας παρασέρνει τις σερπαντίνες. Ένα παιδάκι δεν ντύθηκε τίποτε πάει για ύπνο. Φύγαν οι µάσκες µείναν οι µασκαράδες. Του χρόνου πάλι! * Κεριού δέησις Άνεµε, πάψε να φυσάς - την κύφωση φοβάται η φλόγα. * Α̟εργία χειλιών Ξέχειλοι κάδοι τ’ απορριµµατοφόρα δεν τους φίλησαν. * Το χαϊκού του µήλου Tης Αφροδίτης, της Εύας, της Χιονάτης ή της µηλιάς του;

126


ΧΑΪΚΟΥ * Για µια φορά Κόντρα στις µοίρες την καµπούρα σου γλείψε, Κουασιµόδε! 3 χαϊκού για την ε̟ιστροφή Ακολουθώντας το χυµένο µου αίµα, ξαναγύρισα. Στο σβηστό τζάκι που ακόµη καπνίζει, είµαι η στάχτη. Στων Χριστουγέννων το χιονισµένο δέντρο, θα ’µαι το χιόνι. * Α̟’ της Ύδρας την υδρία Χτυπά ο ήλιος πάνω στο κρύο ρόπτρο. Ακούει κανείς;

Βύθισµα ύπνου κατεβαίνω κάτασπρα σκαλοπατάκια.

Εύστοχη πάλι του κανονιού η βολή µάτωσ’ ο ήλιος.

127


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ * Την ανάσα σου κράτα, σκοπέ! Στην πύλη ένα ελάφι. * ∆ύση του ήλιου · βούλιαξε φορτωµένος τόσα βλέµµατα.

* Τ’ άνθη σαν βόµβες στου µπαλκονιού τις γλάστρες · σκάνε κι ανθίζουν. * Λευκή σελίδα · χιόνι που να ! φτυαρίζω µε τη γραφίδα. * Λευκές κολώνες οι πύλες της κόλασης πόδια γυναίκας! * Πρώτη ακτίνα πιστολιά στο κρανίο της νύχτας · πρωί.

* Καµένη λάµπα τ’ ουράνιου πολύφωτου ο ήλιος · νύχτα.

128


ΧΑΪΚΟΥ * Τα σχολεία κλείσαν Άδειες αίθουσες - µα ποια γέλια γελούνε τότε τ’ αφτιά µου;... Παρέα παιδιών έξω απ’ το σχολείο - δε βλέπουν µέσα. Στο προαύλιο µόνη µια µπάλα κυλά προς το Σεπτέµβρη. * Για το καλοκαίρι Στην προκυµαία τελείες ανθρώπινες το πλοίο φεύγει.

Τρύπα κυµάτων - βουτάς, περνάς και βγαίνεις στο καλοκαίρι.

Μέσα στο νερό η µπάλα σκάει µπρος σου τσούζουν τα µάτια.

Αναστατώνει το τραπεζοµάντιλο το αεράκι.

129


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Κοπάδι ψάρια - γυάλισε πάλι µπρος σου το φευγαλέο.

Ώρες ψαρεύει σπαρταράει το άδειο µες στο καλάθι.

∆ίχως δόλωµα ο ήλιος στα µάτια σου αγκιστρώθηκε.

Πώς ζαχαρώνουν οι µύγες κυκλώνοντας το καρπουζάκι...

Και το κουνούπι αίµα απ’ το αίµα σου - µην το σκοτώσεις.

Το σπιρτόκουτο σώπασε · δε χτυπιέται πια το τζιτζίκι.

Ήρθε Σεπτέµβρης µα πίσω από τ’ αφτί λίγο αλάτι... * Πληκτροπληξία· ηλεκτρική κένωση από ’να πιάνο. 130


Έµµετρες αρρυθµίες

131


Αστράφτει λέξεις το χαρτί, βροντά σιω̟ές το ̟οίηµα · ο ̟οιητής ̟ροτού ̟νιγεί στέλνει κινδύνου σήµα.

133


Παντούµ Μαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν γεµίζει ο Άδης µε βλέµµατα άδεια ορµούνε οι µνήµες το νου σου να γδάρουν τσεκούρι ο ύπνος, κοµµάτια τα βράδια. Γεµίζει ο Άδης µε βλέµµατα άδεια ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώµα τσεκούρι ο ύπνος, κοµµάτια τα βράδια µε µέλη κοµµένα σφαδάζεις στο στρώµα. Ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώµα η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εµπόδια µε µέλη κοµµένα σφαδάζεις στο στρώµα του αίµατος λάµπουν οι στάλες σαν ρόδια. . . Η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εµπόδια για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες του αίµατος λάµπουν οι στάλες σαν ρόδια κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες. Για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες ανθρώπων ναυάγια θα δεις να σαλπάρουν κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες µαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν. [Λιγάκι] Λιγάκι απ’ το πράσινο των δυο µατιών σου δωσ’ µου να ντύσω το φθινόπωρο τα δέντρα όλου του κόσµου.

[Του κόσµου οι Ιλιάδες] Χείλια µε χείλια πολεµούν, στρατιώτες δυο χιλιάδες και δε χωρούν το αίµα τους του κόσµου οι Ιλιάδες.

135


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Στων άθεων το ̟άνθεον Έρχονται - φεύγουν οι εποχές, µένει στη θέση του το Μάταιον. Βρίσκοµαι δίχως ενοχές µέσα στων άθεων το πάνθεον. Χάθηκαν όλα τα παλιά, τ’ άθραυστα πριν, τώρα σπασµένα. Παίρνω από κάτω τα γυαλιά και φτιάχνω εύθραυστη εσένα! Ό,τι έρχεται δε µένει κι όπου πάει µε πηγαίνει. Ό,τι χάθηκε µε βρήκε κι ό,τι βρήκα δε µ’ ανήκε… Των ερώτων η ε̟οχή Τα φύλλα ο αέρας θα σκορπίζει στην άσφαλτο θα πέφτει η βροχή και στις βουνοκορφές που θα χιονίζει θα λειώνει των ερώτων η εποχή. Με χιόνι, µε βροχή και µε λιακάδα χειµώνας θα ’ναι πάντα στις ψυχές του ήλιου δεν θα καίει η νιφάδα θα ζούµε στου ανέµου τις πτυχές. Θα γέρνουµε Ιούλιο στο τζάκι η ζέστη της αγάπης σαν διαβεί. Κι αφού µας φύγουν όλοι, ένα παιδάκι αυτό που κάποτ’ ήµασταν θα ’ρθεί. Το χέρι στην καρδιά µας θ’ ακουµπήσει προτού παγώσει να ’χει ζεσταθεί δακρύζοντας τα µάτια θα µας κλείσει και πίσω απ’ το φεγγάρι θα χαθεί. 136


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Σονέτο Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι κι έµεινε απ’ το ποίηµα µόνο ο τίτλος σαν στέγη, που εγκατέλειψαν οι τοίχοι αφού η ψυχή δεν είναι πια ο στύλος. Έφυγε και ο τελευταίος φίλος που τη ζωή σου βοήθησε ν’ αντέξεις. Τον ∆ον Κιχώτη χλεύασε ένας µύλος κι εσένα σε αλέθουνε οι λέξεις. Αν θες κορώνα-γράµµατα να παίξεις το ποίηµα που σου ορίστηκε ν’ αρχίσεις, το νόµισµά σου µόνο να µην ψέξεις. Να ξέρεις κάτι πρέπει, αν ατυχήσεις: γεννιέσαι και πεθαίνεις από τύχη. Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι. Λούνα ̟αρκ Στου λούνα παρκ µπήκα το τέµπο τη θλίψη µου να διασκεδάσω · την ηλικία µου να σκεπάσω µε φλούδες από πασατέµπο. Προβλήµατα άλυτα εδώ τα λύνω. Πιάνω ταχύτητες ανέµου! Τι κι αν δεν πέταξα ποτέ µου; ∆ες πού µ’ εκτόξευσε το τραµπολίνο! Τη θέα απόλαυσα πάνω στη ρόδα που µου ανακάτεψε τα σπλάχνα µα από ντροπή δεν έβγαλα άχνα ό,τι να δω είχα στη ζωή µου το ’δα.

137


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Στα συγκρουόµενα, τι ατυχία, τράκαρα µ’ ένα όνειρό µου· στην άκρη πήγαµε του δρόµου και ανταλλάξαµε βρισιές, στοιχεία. Κι οι άλλοι…«την περάσαν φίνα!» µα εγώ τους είδα πριν να φύγουν το παρελθόν τους να το πνίγουν στο δάκρυ απ’ την µπαλαρίνα. Φιλώ τον ήλιο σταυρωτά Το σύµπαν δε µε συµπονεί κι ούτε ο Θεός µε θέλει. Σκόνη σηκώνεται πυκνή φεύγουν οι άγγελοι αγέλη. Το βράδυ αφήνω ανοιχτά δε συγκινώ ούτε κλέφτη. Γυαλίζω τα µεσάνυχτα και φτύνω τον καθρέφτη. Φίλος την πόρτα δεν κτυπά κι ούτε κανείς µ’ έχει καλέσει. Κι ο έρωτας δε µε ρωτά αν να ’µαι άρρωστος µ’ αρέσει. Μες στη χαρά είµαι στυφός, παιδάκι που δεν παίζει. Σαν Χάροντας που ’ναι σκυφτός σ’ ένα γιορτής τραπέζι. Είναι τα χείλη µου καυτά κι ο λόγος λάβα ρέει. Φιλώ τον ήλιο σταυρωτά και το φιλί τον καίει.

138


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Πάλι στο σάκο του Αϊ-Βασίλη

Το παραµύθι ξαναρχίζει όπου η ζωή τελειώνει. Κι αν έξω ακόµη δε χιονίζει η µνήµη εντός το στρώνει. Τη νύχτα αυτή των Χριστουγέννων βρίσκει η αγάπη κέντρο. Καρδιές κρεµάστε ερωτευµένων να στολιστεί το δέντρο! Μέσα στα σπίτια το γλεντάνε γέροντες κι απογόνοι. Στα παραθύρια µάς κοιτάνε όλοι οι παλιοί µας χρόνοι. Σ’ ό,τι ποθούν να πουν τα χείλη κάνει η σιωπή µου χώρο. Πάλι στο σάκο του Αϊ-Βασίλη η µοναξιά µου, δώρο.

Βρε δε βαριέσαι αδερφέ - Για κοίτα πώς στ’ αρπάζουνε οι κλέφτες κι υπεύθυνο εσένα ονοµάζουν... Για κοίτα πώς σε συµπονούν οι ψεύτες για τις θυσίες σου πώς σε δοξάζουν... - Βρε δε βαριέσαι αδερφέ, ας κάνουν ό,τι θένε και ό,τι θέλουν να µας πουν, άσ’ τους κι εσύ να λένε. - Η Ελλάδα πάλι τρώει τα παιδιά της και όσα είν’ αχώνευτα τα διώχνει και αν δεν υπακούν στην αφεντιά της σε µια γωνιά µε γκλοµπς θα τα στριµώχνει. 139


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ - Ωχ αδερφέ, το φίδι εγώ θα βγάλω απ’ την τρύπα;... Είναι ο εχθρός αρπαχτικό κι ορµάει σαν το γύπα. - Ραγίζει της Ακρόπολης ο βράχος κι οι Καρυάτιδες πέφτουν και σπάνε. Ο ∆ίας µε τον κεραυνό µονάχος να πολεµά όσους µας πολεµάνε. - Ωχ αδελφέ, το φίδι εγώ θα βγάλω απ’ τη φωλιά του; Ένας πολίτης είµαι απλώς, που κάνει τη δουλειά του. - Στρατό να στήσεις µε τους ποιητές σου τα λόγια τους να φτιάξουν λεγεώνες κι αυτά που δεν κατέκτησες ποτέ σου θα τα χαρίσουν σ’ όλους τους αιώνες. - Βρε δε βαριέσαι αδερφέ, ποιος πολεµάει τώρα;... Κι οι ποιητές µάθε, σιωπούν, σαν τους βραβεύει η χώρα. Α̟εργία διαρκείας Κάνω ταξίδια κι απεργώ δουλειά και σπίτι µε ξεχάσαν. Πάνω στο θάνατο ασελγώ µα τα σκουλήκια µε χλευάσαν. Τ’ άστρα σβηστά στον ουρανό σε απεργία διαρκείας. Χωρίς κανέναν κεραυνό στα χέρια έµεινε κι ο ∆ίας. Τώρα πιο γρήγορα γερνώ, ρυτίδες όλα µε κεράσαν. Τώρα τη µέρα µου περνώ µέσα στις µέρες που περάσαν. Η απεργία διαρκεί, τα χέρια ψάχνουνε τις τσέπες. 140


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Ποια ’ναι του αίµατος η αρχή και πού τελειώνουνε οι φλέβες;…

Και βλαστηµάς το αεράκι Πενθώντας το ’παν στις ειδήσεις ότι η ζωή πάλι ακριβαίνει µια καραµέλα που υγραίνει το στόµα σου για να τους φτύσεις. Γελώντας άκουσες τα νέα πόσα ξανά πρέπει να δώσεις αν την πατρίδα θες να σώσεις να παραµείνει κι Ευρωπαία. Τα µαγαζιά κλειστά στους δρόµους δεν τα κοιτούνε οι διαβάτες σφίγγουνε κάποιοι τις γραβάτες για να σε πνίξουν µε τους νόµους. Στο σπίτι διπλοκλειδωµένος µες στο ζεστό ζουµί σου βράσε µέσα είναι οι κλέφτες και κοιµάσαι ανίδεος και ιδρωµένος. Ξάφνου ξυπνάς να πιεις νεράκι βρίσκεις σπασµένο το ποτήρι κλείνεις το αθώο παραθύρι και βλαστηµάς το αεράκι.

Πάντα µε µάτια χαµηλά Λόγια που ξέχασες να πεις, σιωπές που είπες να ξεχάσεις. Μάτια που δίψασες να δεις µε δάκρυα πώς να ξεδιψάσεις;… 141


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Εχτές κοιµήθηκες στις τρεις όνειρα κι ύπνος σ’ αποφεύγουν. Αυτά που χάνεις, θα τα βρεις στο τέλος να σε περιµένουν. Πάντα µε µάτια χαµηλά, µε χείλη συνεχώς σφιγµένα. Και µια βροχή, από ψηλά, θα πέφτει πάντοτε για σένα. Γυρνά η γη κι αδιαφορεί ποιοι νόµοι τη γυρνούν µε τάξη. Πάνω κι απ’ το Θεό µπορεί µόνον ο νους σου να πετάξει.

Αθλητής του αδυνάτου Στο µυαλό µου αγώνα δρόµου κάνουν άπειρα «γιατί». Είναι πάντα εκτός νόµου όποιος στ’ όνειρο θα µπει. Στο αγώνισµα της σφαίρας πέταξα µακριά τη γη. Απ’ τα βάρη της ηµέρας το φεγγάρι πιο ελαφρύ. Αθλητής του αδυνάτου, αοράτων θεατής, νεκροθάφτης του θανάτου, µα νεκρός εκ γενετής. Άλµα έκανα εις µήκος απ’ τον κόσµο για να βγω. Κόντρα φύσηξε ένας στίχος και παρέµεινα εδώ.

142


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Μόνος τρέχω κατοστάρι να προλάβω τ’ όνειρο. Μου γλιστρά το µαξιλάρι που ’ναι απροπόνητο. (Άλµα κάνω επί κοντώ τ’ άπιαστα για να πιάσω. Μες στ’ απίστευτα βουτώ στην κόλαση θ’ αγιάσω.) Ο ήλιος ̟ου αιµορραγεί Είναι στον κόσµο µια σιωπή που δεν της φίλησαν τα χείλη. Κόκκινη απ’ την πολλή ντροπή µου λέει να µείνουµε δυο φίλοι. Είναι στον κόσµο µια πληγή που κάθε µέρα αίµα χύνει. Και το νερό σ’ όλη τη γη δεν φτάνει για να το ξεπλύνει. Ο ήλιος που αιµορραγεί γιατρό κανέναν δεν πληρώνει. Μόνος του θε να γιατρευτεί αύριο που θα ξηµερώνει. Είναι στον κόσµο µια πηγή που ’χει νερό του Παραδείσου. Και σ’ όποιον σκύβει για να πιει, του λέει: «πρώτα, προσευχήσου» . Είναι στον κόσµο µια ψυχή που αναζητεί, για να ’µπει, σώµα. ∆ώσ’ της το σώµα σου εσύ να ’χεις ψυχή, πριν γίνεις χώµα.

143


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Άγγελοι-γάτες Αργά τα πόδια σου σε πάνε στης γειτονιάς το ουζερί. Γαλόνια ούζο σε κερνάνε όσοι σε σκότωσαν νεκροί. Κι εκεί, στα πόδια της καρέκλας µαζεύονται ένα σωρό ψυχές, µε όραµα σαρδέλας που θα ’ναι µόνο ορεκτικό. Βαρύ το σκύβεις το κεφάλι κουνούν µε χάρη την ουρά. Και µέσα στου πιοτού τη ζάλη νοµίζεις βγάλανε φτερά. Τις βλέπεις ξάφνου να πετάνε µε ψαροκόκκαλα αγκαλιά. Είναι οι φίλοι που γυρνάνε µε µίας γάτας τη θωριά. «Να ο Γιωργής µε το µουστάκι και ο Πανάγος µε την πείνα, να και το νόστιµο Μαράκι που όλο τηγάνιζε αθερίνα!» Μόλις τελειώσουν το φαΐ τους γλείφοντας πόδια και κοιλιά κάνουνε την υγιεινή τους στου φεγγαριού τη µοναξιά. Μεµιάς γυρνούν να τις χαϊδέψεις κλείνουν τα µάτια ηδονικά. Τη ζεστασιά τους θες να κλέψεις από τη σόµπα πιο γλυκιά.

144


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Κι αν σηκωθείς απ’ το τραπέζι, τις χαιρετίσεις νευρικά, - το µάτι ίσως τρεµοπαίζει θα τις κοιτάς, ένοχος πια. Πάντα στη µέση ενός δρόµου θα συναντάς µία, νεκρή. Κι οι ρόδες κάθε τροχοφόρου θα την ισιώνουν σα χαλί. «Να ο τεµπέλης ο Θανάσης, ξαπλώνει ακόµα όπου βρει.» Έτσι θα πεις και θα περάσεις πάλι από πάνω της κι εσύ. Γοργά το αµάξι σου σε πάει στο σπίτι σου το ερηµικό. Μοιάζει η µνήµη που βροµάει µ’ έναν πνιγµένο ποντικό… Ανα̟όφευκτα τυχαίο Έχουν τα λόγια ξεχαστεί, το πρόσωπο έχει σβήσει. Κι αν ένα δάκρυ κουραστεί κάποιο άλλο θα κυλήσει. Μας τα ’χει όλα ξαναπεί, µας τα ’χει όλα βρίσει. Κι αν µ’ έναν άνεµο χαθεί µε άλλον θα γυρίσει. Πέφτει από χθες ψιλή βροχή κι είναι ο θάνατος µια λύση. Κι αν µια σταγόνα δεν τον βρει άλλη θα τον διαλύσει.

145


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Νυχτερινό Γεµίζουν τα σπίτια, οι δρόµοι αδειάζουν… πατούνε διακόπτες, ανάβουν τα φώτα… τις τσέπες τους ψάχνουν, κλειδώνουν την πόρτα παιδάκια ξυπνήσαν και γέροι πλαγιάζουν. Βαρίδι το βράδυ, στη γη τους τραβάει µα η κλίνη τους κόβει για λίγο την πτώση. Νοέµβρης - µε φύλλα το στρώµα έχει στρώσει. Πετούν οι ψυχές τους · στον ύπνο φυσάει. Απ’ τις χαραµάδες η ψύχρα τρυπώνει τα χέρια λυγίζουν, τα πόδια µαζεύουν… κορµιά µε κουβέρτες για ώρες παλεύουν · αλλάζει κι ο ήλιος πλευρό - ξηµερώνει. Συγγνώµη ̟ου σε αγα̟ώ Οι νύχτες φέγγουν τα παλιά κι οι µέρες κρύβουνε τα νέα. Από της µνήµης τη σπηλιά πώς να ’χεις προς το µέλλον θέα; Πεινούν τα µάτια να σε δουν διψούν τα χέρια να σ’ αγγίξουν κι οι άνεµοι συνωµοτούν επάνω σου πώς να µε ρίξουν. Συγγνώµη που σε αγαπώ που ζω για σένα να πεθαίνω και όσες σιωπές µου θα σου πω συγγνώµη που δεν τις σωπαίνω. ∆ονείται ο κόσµος µου κρυφά ηφαίστεια χύνουνε τη λάβα ο νους την άβυσσο αψηφά και πίσω του τη σέρνει σκλάβα. 146


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Μέσα σε δρόµους αδειανούς σε αγκαλιές µέσα γεµάτες ενώνω γη µε ουρανούς και τις αλήθειες µε αυταπάτες. Στην εθνική του κάτω κόσµου Έξω σιγά-σιγά φυσάει άνεµος που χασοµεράει. Κλείνει κι ανοίγει το παντζούρι µα ποιος θυµάται τον Σαχτούρη;…. (Σταυρούς σε µνήµατα καρφώνει όποιος ποιήµατα σκαρώνει.) Ο νους σαν άχρηστο χαρτί τη µνήµη τσαλακώνει. Ό,τι θα σβήσει, πριν χαθεί, ρυτίδες µ’ αυλακώνει. Τώρα που πια δεν αγαπάω, τώρα που όπου φυσάει πάω, µόνο σκουπίδια µου µιλούνε για τον Θεό κι ευθύς σκορπούνε. Κανένας πια δε θα µε δει σε µια στροφή τυχαίου δρόµου. Μόνος σε ποιήµατος στροφή, στην Εθνική του Κάτω Κόσµου.

147


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Κλειστοφοβικό Η νύχτα ήρθε όπως χτες και πάλι µέσα της δε σ’ έχει. Το σπίτι γέµισε σκιές µα τη δικιά µου δεν αντέχει. Φεύγουν οι ώρες µοναχές παρέα να κάνουνε στη λήθη. Σε ποιες εκτίουν φυλακές ποινή πραγµάτωσης οι µύθοι;… Ειν’ οι ζωές µας αστραπές στον ουρανό που συναντιούνται. Κοιτά απ’ το τζάµι ο καναπές και ψάχνει αυτούς που αγαπιούνται. Στο µπρίκι ψήνεται ο καφές τον περιµένει το φλιτζάνι. Της µοναξιάς µου οι ραφές σπάνε και πέφτει το ταβάνι… Του χειµώνα Στον καθένα µια σόµπα αγκαλιά οι χειµώνες µοιράσαν και στα πόδια κουβέρτες. Εγώ γέρος κι εσύ µια γιαγιά πόσα χρόνια περάσαν σε δυο µόνο κουβέντες;… Με φιστίκι, κονιάκ και φιλιά ξενυχτούνε οι µέρες µε αξηµέρωτες νύχτες. Στη θαµπή του ονείρου αντηλιά ανταλλάσσουνε βέρες κυνηγοί µε σπουργίτες.

148


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Το µουτράκι κολλά στο γυαλί τηλεθεάτρια σκόνη που στο φως δεν τη βλέπεις. Την τηλεόραση άσε κλειστή και στην άδεια σου οθόνη τη ζωή θα χαζεύεις. Ώρες, µέρες, βδοµάδες κυλούν χρόνια πάνω σε χρόνια κι από κάτω εµείς. Εδώ που ’µαστε δε θα µας βρουν µας σκεπάσαν τα χιόνια της νεκρόφιλης γης.

Άρχισε βροχή να ̟έφτει Άρχισε βροχή να πέφτει κι ο αέρας σιναχώθηκε. Η ζωή µου, ένα ξέφτι που από πάνω µου ξηλώθηκε. Πέφτουνε χοντρές σταγόνες, τα παράθυρα άγρια δέρνονται και στο βάζο δυο ανεµώνες που τις ξέχασα, µαραίνονται. Βγήκα έξω ν’ ανασάνω, µούσκεµα όλα µου αρέσουνε. Με τα µάτια προς τα πάνω και χωρίς να τρεµοπαίζουνε. Κάτω από δυο οµπρέλες ένας έρωτας ποτίζεται και µπροστά από δυο κοπέλες κάποιος πέφτει και τσακίζεται.

149


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Εσύ τρέχεις, σε κοιτάω σταµατάς, σα να ενοχλήθηκες. “Πώς πεθαίνεις;” σε ρωτάω. “Βιαστικά!” , µου αποκρίθηκες. Βιαστικά περνούν τ’ αµάξια, στους πεζούς τη λάσπη ρίχνουνε. Τούτης της βροµιάς αντάξια τη ζωή µας άλλοι κρίνουνε. Θε µου, ας γυρίσω σπίτι την κουζίνα να επισκέπτοµαι και µπροστά στο νεροχύτη να ξερνάω ό,τι σκέπτοµαι...

∆εκα̟ενταύγουστος Η νύχτα στείβει τα φιλιά στης µοναξιάς το στόµα. Οι µνήµες, άγρια σκυλιά, δαγκώνουνε το στρώµα. Άναψα φως, µήπως σε δω µα πάλι είναι σκοτάδι. Είσαι εκεί κι εγώ εδώ ποιος απ’ τους δυο στον Άδη;... Αργά το δάκρυ µου κυλά, σµίγει µε του Χριστού µου. Κι η Παναγία από ψηλά: «Πικρότερο απ’ του γιου µου...» Οι λέξεις καίνε το χαρτί τη στάχτη του φυσάω, εκεί που βρίσκεσαι να ’ρθεί διάβασ’ το : «Σ’ αγαπάω!»

150


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Α̟έσβετο και λάλον ύδωρ Νερό δε βγαίνει απ’ την πηγή τα χείλη έχουνε στεγνώσει. Στον ουρανό δε λέει η γη τα µάτια ακόµη να σηκώσει. Ζω στης σιωπής σου την ηχώ µα κάθε νύχτα περιµένω να τρέξει µέσα µου, ιχώρ, το αίνιγµά σου φωτισµένο. Μου φαίνεται όλη η Αττική γλυπτό που σκάλισε ο Φειδίας, όµως το µέλλον κατοικεί νεκρό στο στόµα της Πυθίας. Κυλούν οι λέξεις ποταµός πνίγεται µέσα τους ο ρήτωρ. Μα ο τελευταίος σου χρησµός: «απέσβετο και λάλον ύδωρ». Αγχόνη Σαν σε κρεµάλα στη δουλειά σου σκυφτός πηγαίνεις το πρωί. Ξεσφίγγεις λίγο τη θηλιά σου το Σάββατο, την Κυριακή. Με ύφος αηδιασµένου κοιτάς των άλλων τη ζωή. Στο σπιτικό του κρεµασµένου ας µη µιλάµε για σκοινί. Όπως σε µια ταινία θρίλερ όπου σιωπαίνουν οι αµνοί ο Χρόνος, ένας serial killer που µας κλοτσάει το σκαµνί. 151


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Η αλφαβήτα σε αγχώνει κι ας είσαι λέξεων εραστής. Είναι το Γάµα µια αγχόνη που πάνω της θα κρεµαστείς. Στο µικρό φτερωτό θεό Κουράστηκε το πήγαινε-έλα από το ένα στ’ άλλο βλέµµα, κι είπε να αφήσει άλλα πινέλα να κάνουν κόκκινο το αίµα. Τον Σοφοκλή συλλογιζόταν να τον υµνεί όσο µπορεί, κι αυτόν τον ύµνο σκαρφιζόταν στον εαυτό του πώς να πει : “ Έρωτα ανίκητε στη µάχη, τον πολέµο όµως δεν νικάς . Κι αν ξενυχτάς, µε ορθό το µάτι γι’ άλλον την κόρη εσύ φυλάς ...” Πήρε να κλαίει χρωµατιστά πάνω στο όπλο του. Βρέχει ο καιρός και αποκτά το ουράνιο τόξο του. Στο Ροµπέν δίνει τα βέλη του, στ’ αεροπλάνα τα φτερά του. Κι ό,τι έµεινε απ’ το έχει του : µια φαρέτρα, για φωλιά του. Πεζός και ξεπουπουλιασµένος, αξύριστος και νηστικός, ανέραστος και γερασµένος, µα ήταν κάποτε Θεός ...

152


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Της Παναγιάς χαιρετισµούς Μισθώνω µ’ έναν οβολό καράβι κι αγκυροβολώ στις θάλασσες του Νότου. Το τζάµι σου πετροβολώ να δω στα µάτια σου θολό το ξάφνιασµα του κρότου. ∆ε θέλουν τα κορµιά ωδεία του έρωτα τη συγχορδία να µάθουν όταν σµίγουν. Συντονισµένη επιθυµία δύο ψυχές σε σάρκα µία στο µέλλον νύχια µπήγουν. Βλέπετε δυο αστερισµούς σαν ανεκπλήρωτους χρησµούς στον ουρανό επάνω;… Ανθρώπων άγιους χωρισµούς, της Παναγιάς Χαιρετισµούς, σου ψάλλω σαν σε χάνω. Εξάσφαιρα µάτια Η νύχτα φταίει που αργούν τα λόγια να σε συναντήσουν. Όλες οι µέρες δεν αρκούν ήλιο από πάνω µας να στήσουν. Τα µάτια σου έχουν να µε δουν χρόνια - δεν είπαν να δακρύσουν. Χείλη που κλείσαν και πενθούν τις λέξεις που δε θα µιλήσουν.

153


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Θαµπές τον ύπνο µου χαλούν εικόνες σου, να µε ξυπνήσουν. Κι οι άγγελοι θα προσκυνούν αυτό το άγιο που ήσουν. Εξάσφαιρα πυροβολούν τα µάτια µου, να σε χτυπήσουν σπάνε µπουκάλια σε σαλούν, θαρρώ και πάλι θ’ αστοχήσουν. (∆ικές της ̟άνω µου ε̟ιζούν κινήσεις, για να µη µου λεί̟ει. Όλα τα µέλη µου ̟ονούν κι ούτε ένα βλέµµα της µε γλείφει.)

Κά̟οτε σου ’κανα καντάδα Το γελεκάκι που φορώ είναι, χρυσό µου, παλιωµένο. Μέσα του δύσκολα χωρώ κι είν’ από πίσω ξηλωµένο. Την ανθισµένη µυγδαλιά τώρα πια πώς να τραγουδήσω;... Τινάζω τ’ άνθη απ’ τα µαλλιά λευκό τον ίσκιο µου να ντύσω. ∆εν σ’ αγαπώ γιατί ’σαι ωραία δεν σ’ αγαπώ γιατί ’σαι συ. Με νοιάζει µόνον η κεραία που ’χει χαλάσει της Τι-βι! Κάποτε σου ’κανα καντάδα µ’ ετούτα τα παλιά τραγούδια. Σκούπες σαρώσαν την Ελλάδα µα ξέφυγαν αυτά τα χνούδια...

154


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Ο ακτήµων ∆εν έχω λόγια να µιλώ ζωή µου για να ζήσω. Μέσα στο θάνατο αυτό τι να ’βρω, τι ν’ αφήσω; ∆εν έχω αγάπη ν’ αγαπώ δάκρυ για να δακρύσω κάτω απ’ αυτόν τον ουρανό ορθό το πτώµα µου θα στήσω. (Ούτε του ποιήµατος το δίστιχο δε µε χωρά εµέ, τον δύστυχο...) Α̟λώς τις ώρες µου ̟ερνώ Περνούν τα χρόνια σαν ηµέρες κι οι µέρες πάλι σαν λεπτά. Χτες µόλις ήµουνα στις Σέρρες µα κάποιοι µ’ είδαν στα Χανιά. Μη µε ρωτάς την ηλικία, καταγωγή, προορισµό. Χαθήκαν όλα τα στοιχεία στης γέννησής µου το σεισµό. Βγήκα ένα βράδυ στη βεράντα κι αµέσως έγινα τριάντα. Μα αν πέσω για να κοιµηθώ στ’ όνειρο θα ’µαι πάντα οκτώ. Κάποτε, όλοι οι δικοί µου θα ’ρθούν κλαµένοι στην ταφή µου. Μα εγώ δε νιώθω να γερνώ απλώς, τις ώρες µου περνώ...

155


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ [ΑΚΥΜΑΝΤΗ ΜΟΥ ΘΑΛΑΣΣΑ] Ακύµαντή µου θάλασσα κι ανέφελε ουρανέ µου... Καθρέφτες που θρυµµάτισε µία ριπή του ανέµου. Να µ̟ερδευότανε… Πείτε στον ήλιο να µη βγει, ούτε και το φεγγάρι να φέρει ο Χάρος τους νεκρούς, τη γη σαν Άδη αν πάρει. Ο βιασµός της Άνοιξης Η πένα µου είναι σε στύση και χύνει ξανά στο χαρτί µιαν Άνοιξη για να γεννήσει της Άνοιξης ίδια, φτυστή. Και γράφοντας, το φουστανάκι σηκώνω, τη χλόη να δω και γάργαρο ακούω ρυάκι και µια µαργαρίτα µαδώ. Γυρνάει αλλού το κεφάλι της σκάω στο στόµα φιλί στα πόδια προτού να το βάλει το νέκταρ της απ’ τη θηλή ρουφάω κι αθάνατος νιώθω το αίµα κυλά ποταµός στον Όλυµπο φτάνει τον πόθο γλυκιάς ηδονής ο σπασµός. Τη βίασα, το δίχως άλλο µαζεύει τα ρούχα απ’ τη γη. Την πένα στη θήκη πριν βάλω στο ποίηµα ξανά θα ’χει µπει. (...γιατί ̟οτέ δε µου δόθηκε µια Άνοιξη, αβίαστα.) 156


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Βρέχει µα ακόµα σ’ αγα̟ώ Πιάνει ξανά να ψιχαλίζει µε τη βροχή γίνοµαι ταίρι, κάτι µου σιγοψιθυρίζει µονάχα αυτή καλά µε ξέρει. Θυµάται, κάποτε µας είδε µαζί από κάτω της να περπατάµε. Ξάφνου σταµάτησε και πήγε µακριά, να µην τηνε πατάµε. Μέρες µε ήλιο ακολουθήσαν ξέχασα οµπρέλα να κρατώ. Μα όταν τα µάτια µου δακρύσαν είδα το κόσµο βροχερό. Τώρα ειν’ εδώ και µου µιλάει, λέει να µη σε ξαναδώ. Τώρα, αστράφτει και βροντάει. Βρέχει, µ’ ακόµα σ’ αγαπώ. Στάζει και απ’ τα δυο µανίκια πέφτει λες και µε προσκυνεί. Παίζει κρουστά µε τα χαλίκια και τ’ όνοµα σου αντηχεί. Θα ’θελα πάνω σε µια στάλα ν’ ανέβω και να κρατηθώ. Να ’κανα τις σταγόνες σκάλα για να σε δω κι ας τσακιστώ.

[ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΧΕΙΛΙΑ...] Έχει και το ποίηµα χείλια, που δε λένε ό,τι πω. Τα φιλάει µόνο η πένα, όταν γράφει “σ’ αγαπώ”.

157


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Του τί̟οτε όλα φτυστά Τα µάτια αδιάφορα κοιτάνε τα χείλη µένουν σφραγιστά τα χέρια κάτι δεν κρατάνε του Τίποτε όλα είναι φτυστά. Το σώµα σώµα πια δε θέλει ο κόσµος φεύγει µακριά µε µια διάθεση κουρέλι και µια ζωή ήδη γριά. Οι νύχτες όνειρα δεν έχουν οι µέρες άδειες από φως και όσα φαίνεται ν’ αντέχουν ποτέ δε µάθαν τι και πώς. Αφήνω πίσω µου εικόνες µπροστά µού νεύει το κενό του κόσµου σπάνε οι κολώνες νωθρός τα ερείπια περνώ. ∆ίχως βρέφη ̟ελαργοί Αγωνία στο κατώφλι του σχολείου να σ’ αφήνει του πατέρα η σκιά αγωνία σε γκισέ νοσοκοµείου ο ιδρώτας να σου κάνει συντροφιά. Αγωνία για βαθµούς πανελληνίων στο κρεβάτι όλη νύχτα να γυρνάς αγωνία και στα µάτια των οικείων για τον Άδη ίσα-ίσα αν περνάς. Αγωνία στου στρατόπεδου την πύλη να γελά κι ο ήλιος σαν παλιοσειρά αγωνία στης µητέρας σου τα χείλη που φωνήεντα τους έρχονται ηχηρά. 158


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Αγωνία για το σήµερα που φεύγει αγωνία για το αύριο που αργεί αγωνία για το χτες που διαφεύγει οι στιγµές σου, δίχως βρέφη πελαργοί. Το κόκκινο µ̟αλόνι Μετρά στιγµές ο ορός που στάζει σου έχει µελανιάσει η φλέβα. Η κλίνη σου να πλέει µοιάζει σε µαύρα ύδατα - κατέβα! Το χέρι σου µες στο δικό µου. ∆εν ξέρω τι να πω - σωπαίνω. Στο µάκρος έπειτα του δρόµου χωρίς το χέρι θα πηγαίνω. Απέναντι µια µάνα λειώνει, ο χάρος γύρω της καλπάζει µε λόγια πίσω ο γιος τον σπρώχνει: «καλά θα γίνεις, µη σε νοιάζει.» «Τι θα µπορούσα, πες , να κάνω για να µη νιώθεις τόσο µόνη;...» «Φέρε µου πριν κι εγώ πεθάνω µόνο ένα κόκκινο µπαλόνι.» Έξω απ’ το νοσοκοµείο χωρίς πνοή πώς το φουσκώνω... Ίσως µε πάρουν για γελοίο µ’ αδιαφορώ και το υψώνω. Γελάς. Μου λες: «Να µου το δέσεις στου κρεβατιού το κεφαλάρι». Να φύγεις έτσι θα µπορέσεις από το µαύρο καβαλάρη;...

159


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Μπαλόνι κόκκινο, αφήσου ψηλά να πας στον ουρανό της και αν τη βρεις εκεί, ορκίσου να τρυπηθείς απ’ το φτερό της κόκκινο χιόνι να γυρίσεις κάτω και γύρω µου κι εντός µου κι απ’ το φτερό της να χιονίσεις αίµα ως τα πέρατα του κόσµου. Ετσιοδοξία - Γλιστρά το άσπρο, πιάσου στου γιασεµιού το γεια σου. - Μα έχω εγώ πτυχίο του ανωτάτου Αντίο. - Ξηµέρωσε στα χείλη και φίλα τα ως το δείλι. - Του έρωτος η γεύση δε θα µε τιθασεύσει. - Τίναξε πια το χιόνι καρδιά να µην παγώνει. - Του νου µου οι νιφάδες γεννούν και τις λιακάδες. - Πάψε τα µοιρολόγια. - Αν πάψουν τα ρολόγια... Κυρίες της υψηλής ̟αρα-νόησης Πόσο µ’ αρέσουνε οι στίχοι που ’χουν βαθύ κάτι να πούνε... Σκιρτούν εντός µου πόθοι µύχιοι το µακιγιάζ µου το χαλούνε. Μ’ ένα βιβλίο δραπετεύω από το µικροαστισµό µου. Τανγκό µε ήρωες χορεύω που ζουν απ’ τον ερωτισµό µου. 160


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Πόσο µ’ αρέσει ο Κισλόφσκιαλλά κι ο παίδαρος εκείνος... Πόσο τη βρίσκω µε Ταρκόφσκι!... Αλλ’ αξεπέραστος κι ο Φίνος... Από τις πένες τις µεγάλες έµαθα πάντα να κρατιέµαι, να ξεσαλώνω µες στις σάλες αφού για έξυπνη περνιέµαι. Νερούντα, Λόρκα έχω κοντά µου στο εξοχικό µα και στο σπίτι τους παίζω στα δυο δάχτυλά µου σαν µανικιούρ και νεροχύτη. Αχ, τα µαλλιά µου τα βαµµένα στους συγγραφείς θα τα χαρίσω να εµπνευστούνε απ’ τη χένα και ό,τι θέλουν να τους στήσω... Όνειρο καλοκαιρινού µεσηµεριού Μεσηµέρι στο σπίτι και πάλι µε βαρύ - αν και άδειο - κεφάλι. Η δουλειά µου ρουφά το µεδούλι, τιποτένιοι, αφέντες και δούλοι. Το φαΐ στο ζουµάκι του βράζει της κουζίνας η βρύση µας στάζει. Πιο µεγάλη η νύστα απ’ την πείνα γδύνοµαι και τραβώ την κουρτίνα. Σκοτεινό το δωµάτιο · κοιµάµαι. Στων µατιών της το φως πάλι, να ’µαι. Στα παπούτσια κοιτώ τα κορδόνια ντροπαλός σαν κι εκείνα τα χρόνια.

161


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ «Όχι άλλο σκυµµένα τα µάτια!» - στην αγάπη χρωστάω γραµµάτια «Θα βουλιάζουνε τα καλοκαίρια στα δεµένα των δυο µας τα χέρια.» Σαν νερό τρέχαν µέσα µου οι λέξεις. «Πάλι» είπα «µαζί µου µην παίξεις». Μόλις µου άπλωσε το άυλο χέρι, «πού θα πάµε, µπαµπά, καλοκαίρι;» κόβει τ’ όνειρο µία φωνούλα. «Ίσως, κόρη µου, πάµε στη Βούλα.»

Κά̟ως έτσι οι διακο̟ές µου ξεκινούν Καίγονται οι ανεµιστήρες έρχονται-πηγαίνουν µπίρες για δροσιά. Στάζεις φως το καλοκαίρι πού να βρεις το µεσηµέρι µια σκιά;... Ένα έγκαυµα που τσούζει δέρµα κόκκινο καρπούζι πυρκαγιά. Μία πόλη που αδειάζει µες στον Αύγουστο γιορτάζει η Παναγιά. Παίζει ο Πάνας το σουραύλι µα οι γείτονες το τάβλι προσκυνούν. “Πού να πάµε φέτος, πες µου...” κάπως έτσι οι διακοπές µου ξεκινούν.

162


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Ψάθες, πετονιές, µπικίνι, ίσα χώρεσαν και κλείνει το πορτ-µπαγκάζ. Μα σε ξέχασα - ντροπή µου! σε ποιο σ’ έχωσα, ζωή µου , σακ βουαγιάζ... Πίσω, η άσφαλτος που βράζει, µπρος, το κύµα που σ’ αρπάζει απ’ τη στεριά. Στων ψαράδων τα ξενύχτια σπαρταράει µέσα στα δίχτυα η ξαστεριά. Ζέστες που θα παραµείνουν µέχρι οι µέρες µας να γίνουν βροχερές. Οι άνθρωποι χαλιά θα στρώσουν οι ζωές τους µην κρυώσουν οι ψυχρές. Μιας ζωής ̟αράταση Ήρθανε τα πάνω κάτω την αγάπη άσπρο πάτο ήπια - µέθυσα. Μου τσουγκρίζουν το ποτήρι δεν τους κάνω το χατίρι µέσα έφτυσα. Κρύφτηκαν στη γη οι ανθρώποι ρυτιδώθηκαν οι τόποι φύγε, γέρασα. Άλλα χρόνια, ίδιοι µόχθοι απ’ τη µια στην άλλη όχθη πέρα πέρασα. Το φεγγάρι µ’ ασηµώνει 163


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ κανείς άλλος δε σιµώνει µοναξιάς παράσταση. Είτε η µέρα σουρουπώνει είτε πάλι ξηµερώνει, µιας ζωής παράταση. Να χειριστώ το χείριστο Μια ζωή ετοιµαζόµουν για την ώρα εκείνη και ανέτοιµος πιανόµουν µε µια σκοτοδίνη. Μια ζωή αφουγκραζόµουν τα πατήµατά µου. Με παππά δε µοιραζόµουν τ’ αµαρτήµατά µου. Να χειριστώ το χείριστο να πάω στον αγύριστο. Να βρω και το αναίτιο κι ας χάσω τον υπαίτιο. Μια ζωή που µου ορίσαν απ’ το τέλος να αρχίσω µα τα χέρια δεν µου λύσαν να µπορώ ν’ αυτοκτονήσω. Μια ζωή που µου στερήσαν οι νεκροί και οι φονιάδες και στους τάφους κατουρήσαν οι θεοί κι οι σατανάδες. Να χειριστώ το χείριστο να πάω στον αγύριστο. Να βρω την ησυχία µου µες στη στερνή οικία µου.

164


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Αλεξιλέξιο Είναι ένα ψύχος στην ψυχή και σαρκασµός στη σάρκα στα µύχια µία αµυχή αν βγω στα πάρκα τσάρκα. Είναι ένα όχι στη βροχή στην πένα αυτό το ένα µια κώχη στην ανακωχή κι ο Άδης σε κάθε αδένα. Χωρεί στο θάνατο ένα αν και στην πνοή ένα όι Στο βάσανο ακούω σαν ρολόι στο µοιρολόι. Ισότης, λέξη στα χαρτιά Τη µέρα της απαγορεύει ο άντρας µε άντρες επαφές αλλά το βράδυ δραπετεύει στον ύπνο της µε ποιητές. Πάνω απ’ το γόνατο η φούστα και µ’ ένα µπούστο τολµηρό της ηθικής σπάει την κρούστα αλλά µονάχα στ’ όνειρο. Οι λέξεις την ανατριχιάζουν χάδια σαν ν’ αντικαθιστούν, οι στίχοι άγρια τη βιάζουν ως το πρωί που θα σβηστούν. Εκείνος όµως την ξυπνάει µην εθιστεί στον πειρασµό και όλος έγνοια τη ρωτάει: “εφιάλτη είχες ή οργασµό ;...” 165


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Στο δρόµο σαν τη συναντήστε, µη διασταυρώστε τη µατιά τον άντρα µόνο χαιρετήστε ισότης, λέξη στα χαρτιά...

Προχωρηµένη αρρενω̟ότητα Με προσοχή πολλή το πρόσωπο ξυρίζουν, πίσω απ’ τ’ αυτιά λίγη φτηνή βάζουν κολόνια. Αριστερά - δεξιά το µάγουλο γυρίζουν χαστούκια παίρνουν στον καθρέφτη απ’ τα χρόνια. Κάνουνε βάρη µε της λαϊκής τα ψώνια κορµί σφιχτό να έχουνε το καλοκαίρι. Βλέπουνε γύρω όλους τους γέρους µε συµπόνια µα στα παιδιά τους φαίνονται κι εκείνοι γέροι. Αλυσιδίτσα κρέµεται χρυσή στο χέρι, βάζουν γραβάτα κι έξω βγαίνουν για βολτίτσα. Τρέµουνε µην φυσήξει δυνατά το αγέρι κι αποκαλύψει σκεπασµένη φαλακρίτσα. Στην τηλεόραση µπροστά, µε µία πίτσα από τις µπίρες δεν αφήνουν ούτε στάλα. Γυναίκα αν δουν, µεµιάς ρουφούνε την κοιλίτσα µα λαχανιάζουν µε το πρώτο σε µια σκάλα. Πιάνουν κουβέντα για τις γκόµενες, την µπάλα, στο σπίτι δέρνουνε - οι άντρες! - τα παιδάκια. Αντί ένα σύµβολο του σεξ, µία…. «βουβάλα» πηδούν - πιο νόστιµη η ζωή µε παϊδάκια τις Κυριακές που ψήνουν στο µπαλκόνι και δυναµώνουν τη φωτιά µ’ ένα…χαρτόνι!

166


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Το δίκιο ενάντια στο νόµο στη µνήµη του Αλέξανδρου Γρηγορό̟ουλου Το βήµα ανοίγεις µες στο δρόµο, χτυπάει κόκκινο η φωνή σου. Το δίκιο ενάντια στο νόµο παλεύει πάλι - αγωνίσου! Ένα κασκόλ στη µύτη βάζεις, στο παρελθόν µολότοφ ρίχνεις. Μ’ έναν γνωστό-άγνωστο µοιάζεις τ’ αρχίδια σου στο Χάρο δείχνεις. Πλιάτσικο κάνεις των ονείρων µέσα σου ουρλιάζουν οι σειρήνες. Τ’ άπληστα χέρια των σωτήρων τους τα γεµίζουν οι µπασκίνες. Βουλή - απ’ το στόµα των ευζώνων εξοστρακίστηκαν οι λέξεις. Λυγµοί ληγµένων δακρυγόνων γελά στο πλάι σου ο Αλέξης... Αλλαγή ώρας Τις Μοίρες κύκλωσες µε κόπο το βίο σου να ευθυγραµµίσουν κι εκείνες βρήκανε τον τρόπο τον κύκλο να τετραγωνίσουν. Σε µια γωνία σε στριµώχνουν οι αναµνήσεις και στις βρέχουν αυτά που κάλεσες σε διώχνουν κι αυτά που αντέχεις δε σ’ αντέχουν. Τους ποιητές νύχτα διαβάζεις το αίνιγµά σου να φωτίσεις. Τα σωθικά σου αραδιάζεις 167


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ σε φύλλα για να ηρεµήσεις. Πίσω µια ώρα το ρολόι βάλε και ξέχνα τη ζωή σου. Κι αν ό,τι χώνεψες σε τρώει άστο να φάει και κοιµήσου. Αθεογράφητος Οι λέξεις σπάνε σαν κλαδιά µαστίγια στου χαρτιού το δέρµα κι απ’ της σιωπής µου την καρδιά αντλώ της ποίησης το αίµα. Αφού ποτέ δε θα υψωθώ τον ουρανό σέρνω στο χώµα. Να βάψω µπλε τη γη ποθώ µπας κι ο Θεός αλλάξει χρώµα. Ο ήλιος γέρνει σκοτεινός και πριν ανάψουν όλα τ’ άστρα εσύ σκορπάς στο σύµπαν φως µικρή γαρδένια µου στη γλάστρα. Ταξίδια στο χρόνο Τον κόσµο φέρνω βόλτα κι όλο ψάχνω τα χνάρια µου γεµίσανε τη γη ο Μάρκο Πόλο µε τον Μαγγελάνο πώς θα ’θελα να µου ’ταν οδηγοί. Σαν πειρατής που τα πανιά του ανοίγει και πλώρη βάζει για ένα θησαυρό η θέρµη του ονείρου µε τυλίγει κι ας ξέρω ότι άνθρακες θα βρω. Και θα ’χω γι’ αστρολάβο µου και χάρτη τα µάτια σου σηµαία στο κατάρτι. 168


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Στο παρελθόν που σ’ είχα θα γυρίσω να δώσω στη ζωή µου ένα σκοπό το χρόνο το χαµένο να κερδίσω κι ό,τι δε σου ’πα τότε να στο πω. Τον ήλιο το φεγγάρι θα ρωτήσω ποιον φέγγει το δικό σου «σ’ αγαπώ» τον γαλαξία θα εξερευνήσω στη µαύρη τρύπα που άνοιξες να µπω. Κι ως τη µεγάλη έκρηξη θα φτάσω άµα σε βρω να µην σε ξαναχάσω.

∆ίνοµαι στ’ όνειρο και στη ροµφαία ∆ίνοµαι στ’ όνειρο και στη ροµφαία περιπλανώµενος σαν τον Ορφέα την Ευρυδίκη του πάνω να φέρει στο ηλιοστάλαγµα και στο αγέρι. Γράφω τους στίχους µου µ’ άυλη πένα ζω κι ανασαίνω απ’ τα πεθαµένα παίρνει ο έρωτας πνεύµα και σάρκα µες στου Αχέροντα την τρύπια βάρκα. Όσους κι αν άφησα µακριά µου πίσω µπροστά µου θα ’ρθουνε κι ας µη γυρίσω. Πάνω στην κλίνη µου στο πλάι γέρνω κάτω απ’ το µάγουλο το χέρι φέρνω. Ό,τι κι αν γνώρισα, όπου κι αν πήγα αυτά που άξιζαν ήτανε λίγα. Για το σκοτάδι σου δίνω το φως µου πρώτη αγάπη µου, τέλος του κόσµου.

169


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Στων ονείρων µου τις ̟τήσεις Τα κρόσσια του ύπνου φυσά η µατιά µου και τρίζει του ονείρου η πόρτα - γυρνώ περήφανος γύρω απ’ τον άξονά µου στον ξύπνιο µου όµως σαν τόξο λυγώ. Ξυπνάω και σέρνω στη γη τα φτερά µου τα πόδια των άλλων τα τσαλαπατούν. Κι αφού ξεκολλήσαν από τα πλευρά µου µ’ αφήνουν πεσµένο και µόνα πετούν. Στου νου µου το κέντρο δουλεύουν τρυπάνια µα τρύπα δε βρίσκω για να βυθιστώ στον ύπνο µου πάλι να βρω περηφάνια και από το σώµα µου ν’ αποσχιστώ. Στων ονείρων µου τις πτήσεις µόνο εκεί δε θα µε φτύσεις. Πάνω σου σαν θα περνάω κοίτα µη σε κουτσουλάω...

Σαν του ροκφόρ τη µούχλα Μες στο θνητό αναζητώ ένα θεό θαµµένο, µία σιωπή στο βουητό, τη γύµνια στο ντυµένο. Το µέλι µέσα στο πικρό, το χάδι στο χαστούκι, το αθώο µες στο πονηρό, το σώµα στο καβούκι.

170


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Απέναντι είναι ο διπλανός, στην πόλη ήρθε η ζούγκλα. Μυρίζει χώµα ο ουρανός σαν του ροκφόρ τη µούχλα. Κάθε εισπνοή και εκπνοή, µέρα νεκρή το βράδυ, τη σήψη αυτή τη λεν ζωή κι άλλη ζωή τον Άδη.

Των εξετάσεων Με στήσανε στη µέση του διαδρόµου τι πλήξη..., µαθητές να επιτηρώ · βοήθεια ζητώ απ’ τ’ όνειρό µου µ’ αυτό µε ξαναστέλνει πίσω εδώ. Τα πόδια της καρέκλας πριονίζουν οι µνήµες που ’χουν γίνει ηλεκτρικές και στα θρανία µε ξανακαθίζουν να δώσω πάλι πανελλαδικές. Μου δίνουν να γεµίσω το τετράδιο µ’ όσα µου µάθαν όλες οι χρονιές µα είναι το µυαλό µου σπίτι άδειο µε παραβιασµένες κλειδωνιές. Σκυµµένο απ’ τη νύστα το κεφάλι, το χέρι µου στηρίζω στο στυλό κι αν θέµατα βατά µου ’χουνε βάλει µηδέν µε περιµένει στρογγυλό. Στων παπουτσιών τις σόλες για σκονάκι τους στίχους κρύβω κάποιων ποιητών µα λίγοι να λυγίσουνε λιγάκι άτεγκτες κρίσεις βαθµολογητών...

171


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Την άδεια ζητώ για τουαλέτα καχύποπτα κοιτά ο επιτηρητής τα χρόνια µου γυρνούν σε µια ρουλέτα · αν και σαράντα, ακόµη µαθητής. Οι ώρες δεν περνούν, µ’ έχουν τρελάνει κανείς δε µου «σφυρίζει» το σωστό. Το µέλλον µου, ανεξίτηλο µελάνι, το µάθηµα δε σβήνει που χρωστώ... Το ∆ωδεκάθεο Χρόνια χιλιάδες πέρασαν και κάποιοι που δε γέρασαν πάνω µας όταν σκουντουφλούνε συγγνώµη πάντοτε ζητούνε. Κάποιοι θεοί εξόριστοι κυκλοφορούν αγνώριστοι. Μες στους χιτώνες τυλιγµένοι, από τ’ αµάξια τροµαγµένοι. *** Κάναµε νονό το ∆ία σ’ όλα τα ξενοδοχεία. Άφησ’ η Ήρα το παλάτι κι έγινε ψιλό αλάτι. Ο Ερµής ζητά εργασία µέσα στα ταχυδροµεία. Κι ο Απόλλωνας µπουζούκι γρατζουνάει σε κουτούκι. Μέσα σε µία σταγόνα πνίξαµε τον Ποσειδώνα. Η Αφροδίτη, από µοντέλο, καταλήγει σε µπορντέλο. 172


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Η Αθηνά µες στα σχολεία ζει ως γλαύκα στα βιβλία. Και ο Άρης σε στρατώνα αίµα φτύνει απ’ τα καψόνια. Στην Πεντέλη ξεχασµένος και ο Ήφαιστος, καµένος. Κάπου η Άρτεµη η παρθένα ετοιµάζεται για γέννα. Μες στον Άδη η Περσεφόνη µε το κινητό θυµώνει που το σήµα εκεί δε φτάνει και η ∆ήµητρα τη χάνει. Κι αν του ∆ιόνυσου τα χείλη έχουν γεύση χαµοµήλι, η Εστία τρώει σουβλάκι που το έψησε στο τζάκι. *** Σε έναν κόσµο άθεο γυρνά το δωδεκάθεο. Ζητιανεύει απ’ τους ζητιάνους παίρνει µπόι απ’ τους νάνους. Κι η Ακρόπολη στο βάθος, δίχως φόβο, δίχως πάθος, τους γυρνά πίσω στο χρόνο, τότε που ’χαν ένα θρόνο... Καλοκαιρινές ακεφιές Βιάσου να κλείσεις - κάνε αναλήψεις πριν το δωµάτιο στο καπαρώσουν άλλοι. Των διακοπών σου αυτό το µαύρο χάλι πίσω απ’ την πόρτα σου καλά να κρύψεις. 173


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Βιάσου στη θάλασσα πρώτος να φτάσεις µε µοναξιά αντιηλιακή αλείψου ρυάκι ο κόσµος σε καλούπι γύψου · µια τέτοια αγκύλωση πώς να τη σπάσεις; Βιάσου να βγάλεις µια φωτογραφία ζούµαρε στο ξεζούµισµα του ήλιου αν θες να πλανευτούν τα µάτια φίλου απ’ του φωτός τη µηχανορραφία. Βιάσου να βρεις σκιά στην παραλία το πτώµα σου να θάψεις από κάτω · κι αν δεν τη βρεις, στης θάλασσας τον πάτο πνίξε στα γέλια µια ζωή γελοία.

Ποιητές σου λέει... Σε µπλογκς ποιητικά και φόρα το πνεύµα τους διαλαλούν κι έχουνε πάρει τόση φόρα που τίποτε άλλο δεν ακούν. Ξέρουν τους στίχους ν’ αραδιάζουν ξερνώντας τους σαν εµετό. Ούτε κι αυτοί δεν τους διαβάζουν γιατί να τους διαβάσω εγώ;... Με οµοιοκαταληξίες δίνουν στην πλήξη τους ρυθµό κι οι ελεύθερές τους στιχουργίες µοιάζουν µε ζώου βρυχηθµό. Με αλληλοφιλοφρονήσεις µα και µε θράσος τσαµπουκά άλλοτε κάνουνε µηνύσεις κι άλλοτε γλείφουν σαν σκυλιά.

174


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Ίσως κι εσύ τους συναντήσεις αυτάρεσκα να οµιλούν ευθύς θα τους αναγνωρίσεις για τους µεγάλους αν σου πουν. -Ανάξιος είναι ο Ελύτης! -Μανιέρα έχει η ∆ηµουλά! -Σεφέρης ίσον λωποδύτης! -Κι ο Καζαντζάκης ωχριά! Κι αφού τους πάντες κριτικάρουν ήσυχοι παν να κοιµηθούν. Τι κι αν το νόµπελ δεν το πάρουν... έτσι κι αλλιώς ...θα τ’ αρνηθούν! Στου νησιού το λευκό καλντερίµι Στου νησιού το λευκό καλντερίµι τα ποδήλατα δυο κοριτσιών τους τροχούς τους χαρίζουν στη µνήµη και πετάλια στα πόδια γριών. Πώς αστράφτει στο νου το τιµόνι πώς ο δρόµος εγίνη ουρανός πώς ο ήλιος τα µάτια θαµπώνει και δεν βλέπουνε πίσω και µπρος... Κοριτσίστικα γέλια ή αηδόνια;... µε κορδέλες µακριές στα µαλλιά τα φουστάνια ανεµίζουν στα χρόνια και ζητούνε µιας µάνας µατιά. Κυνηγούνε το ένα το άλλο τα κουδούνια συνέχεια χτυπούν τις ακτίνες τους σ’ άστρο µεγάλο τις χαρίζουν εντός του να µπουν.

175


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Στου νησιού το λευκό καλντερίµι δύο φέρετρα έχουν στηθεί και η θάλασσα βρέχει τη µνήµη να ’ναι αυτή το δικό τους νησί. Χρέος είναι κάτι άλλο α̟’ τα λεφτά Απ’ αυτούς που σε λυπούνται βιασµένη ζητιανεύεις απ’ τους κλέφτες σου ψωµί στη γωνιά ο νταβατζής σε περιµένει να σου γδάρει την ψυχή και το κορµί. Απ’ αυτούς που σ’ ανασταίνουν σκοτωµένη τους φονιάδες σου ντροπή να ευχαριστείς. Ό,τι δίνει το ’να χέρι, τ’ άλλο παίρνει ίδιος είναι ο ευεργέτης κι ο ληστής. Ποιος πουλάει τα παιδιά του για να ζήσει ποιος ζητάει του θανάτου δανεικά την Ακρόπολη ποιος θα ξαναντικρίσει; Χρέος είναι κάτι άλλο απ’ τα λεφτά. ∆άκρυα χύνουν κροκοδείλια τα γουρούνια και κορώνες στεφανώνουν τις φωνές µάχες δίνουν τα κουτάλια, τα πιρούνια τρώµε χόρτο από χορτάτους βουλευτές. Απ’ το κέρδος που γεννάµε εµείς χαµένοι τον ιδρώτα στην υγειά µας τον ρουφούν. Χρήµα αν είναι ο χρόνος, πόσος πια τους µένει; Ό,τι θες ν’ ακούσεις , πάλι θα σου πουν. Ποιος πουλάει τα παιδιά του για να ζήσει ποιος ζητάει του θανάτου δανεικά την Ακρόπολη ποιος θα ξαναντικρίσει; Χρέος είναι κάτι άλλο απ’ τα λεφτά.

176


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Λογοκλο̟ής Εγκώµιον Η έµπνευσή µου είναι λίγη δεµένη η γλώσσα προ πολλού µα υποτάσσοµαι στα ρίγη της φήµης µου του ποιητού. Τι κι αν µια σκέψη δε διαθέτω κι αν το χαρτί είναι καθαρό, θα το γεµίσω εν χρόνω ευθέτω µε στίχους άλλων που θα βρω. Είναι τα όρια µπερδεµένα κρυπτοµνησίας-λογοκλοπής... Πριν να τα βρούνε, τα κλεµµένα δικά µου κάνω, άνευ ντροπής. Ποιήµατα ολόκληρα, στιχάκια, περικοπές και γνωµικά, µεταφρασµένα ξένα αρθράκια: αγύριστα και ...δανεικά. Κι άµα πρωτόλειο µου πέσει στα χέρια, νέου δηµιουργού, θα λέω πάντα «δε µ’ αρέσει» και θα τo κλέβω κι αυτουνού. Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω, σ’ άλλα θα κάνω συρραφή και από κάτω τους θα σέρνω φαρδιά πλατιά υπογραφή. Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω, θα µε προβάλλουν, θα µε υµνούν µαθήµατα θα παραδίδω κι όλοι θα µε χειροκροτούν.

177


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Θα ’ρθει κοινό να µε θαυµάσει οµιλητή των αιθουσών... θα κάνουν τόπο να περάσει ο ευνοηµένος των Μουσών. Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι νεκροί κι αγέννητοι ποιητές θα µε δικάζουνε οµάδι που κλέβω φως απ’ τις σκιές...

Ποιητής αγνώστου ηλικίας Ζυγίζει τα χαρτιά των άλλων µε πόση δόξα τα γεµίζουν και τα δικά του βρίσκει µάλλον ούτε ένα δράµι να ζυγίζουν. «Αυτοί καλά τα καταφέρνουν… Τι κάνω τώρα εγώ, τι γράφω;» Φωτιά τα πληκτρολόγια παίρνουν - για µια ζωή µετά τον τάφο. Καινούργιες φόρµες δοκιµάζει απλώνει στίχους, κόβει-ράβει... µπορεί το νόηµα να µη βγάζει, µα ο ξύπνιος θα το καταλάβει. Στο φως οι λέξεις του θα βγούνε απ’ το µυαλό του ζαλισµένες. Αχ, να τις δουν και να κρυφτούνε των άλλων ποιητών οι πένες… Τους ξένους στίχους πια σνοµπάρει µονάχα αυτός τάχα γνωρίζει τον αναγνώστη να τουµπάρει κανένας άλλος δεν αξίζει!

178


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Μονάχα αυτός τα παλαµάκια από το πλήθος να εισπράττει - γυναίκες τσούρµο, απ’ τα στιχάκια, παραδοµένες για κρεβάτι. Ποιητής αγνώστου ηλικίας σε µια γνωστή Μούσα υπηρέτης παράδειγµα φιλοδοξίας ή απ’ την πλήξη του δραπέτης;…

Γιατί η ̟οίηση γιορτάζει - Γιατί µε τις κρυάδες του δε φεύγει ο χειµώνας µα ακόµη έρπει κι ασελγεί στη Μούσα, τη βιάζει; - Γιατί η ποίηση γιορτάζει. - Γιατί προβάρει ο ποιητής στίχους του κατά µόνας και στον καθρέφτη συνεχώς βλέµµατα δοκιµάζει; - Γιατί η ποίηση γιορτάζει. - Γιατί όλοι τα βιβλία του ποτέ τους δε διαβάζουν µα παλαµάκια τώρα δα το πλήθος ετοιµάζει; - Γιατί η ποίηση γιορτάζει. - Γιατί πάντα οι διπρόσωποι τον Ιανό χλευάζουν µόν’ σήµερα ο δρόµος τους ίσια σ’ αυτόν τους βγάζει; - Γιατί η ποίηση γιορτάζει. - Γιατί α̟ό νόηµα βαθύ το κάθε ̟οίηµα αδειάζει το ένα στο άλλο κάνοντας υ̟όκλιση µε νάζι; - Γιατί η ̟οίηση γιορτάζει.

179


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Να θες να ζεις χωρίς δουλειά Χωρίς θεούς οι ουρανοί και φίσκα η γη διαβόλους. Ζηλεύουνε οι ζωντανοί τους πεθαµένους όλους. Αλλάζουν χέρια τα λεφτά µα όλο στους ίδιους πάνε. Και οι φτωχοί κοιτούν κλεφτά κλέφτες να τα χαλάνε. Άλλοι πετάγονται συχνά για ψώνια στο Λονδίνο µα εγώ κατέβασα ρολά και τη ζωή µου κλείνω. Κι εσύ που ζεις στην Αχαρνών και που να βγεις φοβάσαι χτίζεσαι µέσα στο µπετόν σαν τούβλο και κοιµάσαι. Να θες να ζεις χωρίς δουλειά κι όλοι ας σε δουλεύουν θα ’σαι χαρούµενος που πια δε θα ’χεις να σε κλέβουν.

180


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Αλληγορία Χτυπούν φτερούγες θάλασσας, νερένια ορθώνονται όρη και τρικυµίζει τ’ ουρανού το γαλανό πανάκι... η πρύµνη ανασηκώνεται, βυθίζεται η πλώρη· του καπετάνιου ακίνητο µονάχα το µουστάκι. Την προσευχή τους κάνουνε οι ναύτες φοβισµένα αγριεµένο το νερό καθώς έχει µπουκάρει· τα κύµατα τραντάζουνε τα πλοία τα δεµένα µα µόνο το καράβι µας κοντεύει να φουντάρει. Για να σωθούνε τρέχουνε αλλόφρονα τα πλήθη µα πουθενά δε βρίσκουνε ν’ αντλήσουνε κουράγιο κι ότι δεν κινδυνεύουνε κανένας δεν τους πείθει αφού οι πάντες έχουνε σίγουρο το ναυάγιο. Σήµα κινδύνου εκπέµπουµε ζητώντας µια βοήθεια κι άλλους καλούµε να ’ρθουνε να πιάσουν το δοιάκι κι όπως τις υποσχέσεις τους τις παίρνουµε γι’ αλήθεια πριν από εµάς, δες, πνίγονται...στα γέλια ετούτοι οι δράκοι. Παίζει ο ύ̟νος τα κλειδιά σου Παίζει ο ύπνος τα κλειδιά σου κι έτσι γλυκά σε νανουρίζει τ’ ακούς και µέσα στα όνειρά σου σαν πόρτα το σκοτάδι τρίζει. Πέφτει το φως στα βλέφαρά σου τρέµουν δειλά και ξανασµίγουν µα η λάµψη πάλι απ’ τα κλειδιά σου γεννά µια πόρτα και ανοίγουν. Αυτό µονάχα µένει... Τα ποιήµατά σου σ’ έκαναν γνωστό στην οικουµένηκαι τώρα να σε µάθουνε µες στο χωριό σου µένει. 181


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Το καναρίνι Είναι µέσα στο κλουβί κι όλη µέρα τρώει - πίνει. Κελαηδά κι εµείς βουβοί ν’ ακουστεί το καναρίνι. Μας ξυπνάει το πρωί πριν ο ήλιος ν’ ανατείλει κι απ’ τη λίγη του πνοή τρέµει η φλόγα στο καντήλι. Καναβούρι και νεράκι και δεν έχει άλλες δουλειές. Από κάτω του χαλάκι στρώνουνε οι κουτσουλιές. Στα κλαδιά τα πλαστικά πώς το ράµφος του χτυπάει και της ώρας τα λεπτά τα µετράµε όπως πετάει. Το κορµί µου ριγωτό απ’ τα κάγκελα ιδωµένο. Και µ’ αφέλεια σας ρωτώ: να ’ναι αυτό φυλακισµένο;... Καναβούρι και νεράκι τόσο µόνο του αρκεί. Να ’µουνα καναρινάκι ν’ άλλαζα έτσι φυλακή…

182


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Οι ̟ιο άγριες ̟ροσευχές µου Να βρω µία γωνιά για να κουρνιάξω να φτύσω τα φιλιά σου απ’ το στόµα το δέρµα µου που άγγιξες ν’ αλλάξω να πω κι όσες βρισιές δε σου ’πα ακόµα.

Να διώξω από τ’ αυτιά µου τη φωνή σου τα λόγια σου που λες τώρα σε άλλον το δάκρυ µου να σπάσει τη µορφή σου να ζεις µέσα στον κόσµο των θρυψάλων. Και την καρδιά που σκότωσες να θάψω µα πάλι και χωρίς αυτήν θα κλάψω. Τα µάτια µου που σ’ είδανε να δέσω τα χέρια που σ’ αγκάλιασαν να κόψω τα πόδια µου γυρνώντας να πονέσω κι αυτήν µου την ανάσα να διακόψω. Αόρατος στο δρόµο να γυρίζω την πόρτα σου σαν πάχνη να περνάω λιγάκι τα µαλλιά σου να µυρίζω και δίχως µια καρδιά να σ’αγαπάω.

Για σένα οι πιο άγιες βρισιές µου που τώρα γίναν άγριες προσευχές µου.

183


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Ε̟ί του τάφου * «Αλίµονό µας, θάνατε, κανείς δε σου ξεφεύγει.» «Θνητοί, η ζωή ̟ου κάνατε α̟όκαµε και φεύγει.» Ποια χαρά τη σειρά σε µια λύπη δε δίνει; Και αθάνατη ποια δόξα είδες να µείνει; Ένα ανθάκι ο θνητός που φυσά και σκορπάει… ένα όνειρο, απλώς · ξηµερώνει και πάει. Τους αγγέλους κοιτάς, το Θεό ικετεύεις · κάτι πάλι ζητάς µια ζωή ζητιανεύεις. Αχ, πώς τρέµει η ψυχή σαν χωρίζει απ’ το σώµα… Πόσο λίγη η ζωή… πότε έγινες πτώµα; Πού είναι τώρα, για δες, των ανθρώπων τα πλήθη; Όλα στάχτη, σκιές, τα σκεπάζει η λήθη. Ποια οστά ανήκουν, πες, στο φτωχό και στον πλούσιο;… Μια ουσία έστω βρες, σ’ ένα βίο ανούσιο. * Εµ̟νευσµένο α̟ό τη Νεκρώσιµη Ακολουθία. 184


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Μία τέτοια οµορφιά που στη γη κατεβαίνει δεν αντέχει η µατιά και το στόµα σωπαίνει. Από χώµα στυφή είχες πάντα µια γεύση γιατί είσαι από γη «και εις γην απελεύσει.» Απ’ του βασιλικού το λιγνό κλωναράκι πάρε στάλες νερού να δακρύσεις λιγάκι… Στην άκρη τάφου ανοιχτού ό̟οτε ̟άω, δειλιάζω γιατί στη θέση του νεκρού Θεέ µου, εµένα βάζω.

185


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Ωδή στο Θάνο Μικρούτσικο Ναυάγιο ο κόσµος και γλιστρούν τα δάχτυλα στο πιάνο του καρχαρία το φτερό την παρτιτούρα σκίζει τα µάτια κλείνεις, χάνεσαι µε το στερνό σου νάνο λες κι ο αυλός του αληθινά, Θάνο, σε νανουρίζει. ∆ε βλέπεις πουθενά στεριά και η ψυχή σου ιδρώνει µιαν αυτοσχέδια έφτιαξαν οι νότες σου σχεδία κι αν καθαρά τα χέρια σου, πάντα θα σε λερώνει κατράµι ο µαύρος ναυτικός στίχος του Καββαδία. Κι αν σφίγγει γύρω σου κλοιός το βλέµµα των αρχόντων, εσύ κοιτάς τις απαλές γραµµές των οριζόντων. Σ’ αυτό το θέατρο σκιών και µιας θαµπής οθόνης δεν περιµένεις τίποτε, κι όµως όλα τα δίνεις. Τις νύχτες που κυκλοφορείς, τα µάτια χαµηλώνεις σα τον Αρθούρο σκοτεινός, σαν Άµλετ της σελήνης. Της Σαλονίκης κάποτε σε φέγγανε τα φώτα κι ένα µαχαίρι ατσάλινο ακόµα σε σκαλίζει. Τ’ ανεµολόγια αλλάξανε, µα εσύ στην ίδια ρότα · όταν τελειώνει η µουσική, σαν δάκρυ ξαναρχίζει. Κι αν φτάσει το ταξίδι σου µια µέρα στο χαµό του θα ’χεις στο στήθος φυλαχτό ένα σταυρό, του Νότου.

186


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ Τρία δίστιχα για ένα συναίσθηµα Φθινόπωρο και άνοιξη, χειµώνας, καλοκαίρι: σκυτάλη δίνει η µια εποχή στης αλληνής το χέρι. Το καλοκαίρι πέρασε κι η θάλασσα µονάχηούτε ψυχή στα πόδια της ούτε κορµί στη ράχη. Θωρώ τα χρόνια να περνούν κι η πλάκα µου να µένει από τα δάκρυα σου στεγνή κι απ’ τη βροχή πλυµένη. Πάψε ̟ια Χάρε, να χαρείς ∆εν ξέρει ο Χάρος Κυριακές, δεν έχει αργίες και σχόλες τροφή ’ναι για το Τίποτε άνοστη οι µέρες όλες. Κι ούτε τον οίκτο έµαθε, τη λύπη δεν κατέχει · για τους θνητούς τα µάγουλα µε δάκρυα δε βρέχει. Πάψε πια Χάρε, να χαρείς, πώς το µπορείς, για πες µας, τον πόνο µας να µην πονείς που ’χουν οι έρωτές µας. Και ν’ αναστήσεις αν δε θες τόσων κορµιών τα κάλλη φέρ’τα στο φως για µια στιγµή κι ύστερα πάρ’ τα πάλι. Χάρε και την αγάπη µου λιγάκι άστη να ζήσει... όσο αγαπούν οι ζωντανοί, τόσο σ’ έχουν µισήσει.

187


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ ∆ιστιχώντας * Της γης ο νότος κι ο βορράς κι η ανατολή κι η δύση στην αγκαλιά µου χώρεσαν γιατί σε είχε κλείσει. * Να ’µουν νιφάδα του χιονιού να σου ’πεφτα από πάνω και να ’λειωνα στον κόρφο σου αργά ως να πεθάνω. * Τα πόδια σου δύο λευκές πύλες του παραδείσου που στο σκοτάδι οδηγούν εξαίσιας αβύσσου. * Παραµονή Πρωτοχρονιάς κι ο γέρος χρόνος πάει σκυφτός στον τάφο του κι εκεί το νέο θα καρτεράει. * Μες στη βροχή φιλιόµαστε κι ο κόσµος µας ζηλεύει που το φιλί µας πιότερο εµάς τους δυο µουσκεύει! * ∆υο κρίνα τα χεράκια της, τριαντάφυλλο το στόµα. Μοσχοβολάει δίπλα µου, αγιόκληµα, το σώµα. Γι’ άλλον φυλά τα φύλλα της και τ’ άνθη της ανθίζει. Εµένα, σαν την ακουµπώ, µ’ αγκάθια µε κεντρίζει. Μετά από χρόνια, απ’ αυτήν, σ’ ένα βιβλίο κλεισµένο θα µείνει ένα φύλλο της, µε το αίµα µου γραµµένο. * ιδρόγειος Kαι φέραµε τα όνειρα ως της αυγής τη δρόσο του ήλιου το φως δεν τ’ αγαπώ - πάνω σου θα ιδρώσω.

188


ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ ∆υο ε̟ιτύµβια για ένα ζωντανό φίλο Σύντοµη ̟αρτίδα Έχουν τα σύννεφα απόψε µια λευκάδα κι οι εφτά ουρανοί σαν να ’ναι τα Επτάνησα. Έχυσε ο φίλος τον καφέ του στη λιακάδα κι άπλωσε µαύρο στο λευκό· βασάνισα τούτα τα χρώµατα πολύ - και µ’ έβαψαν. Στο σκάκι νίκαγε συχνά · σαν έχασε, τα άλογά του, οι Πήγασοι, τον έκλαψαν και η νεκρή βασίλισσα τον έθαψε σε µια που του ’λαχε να ’χει πατρίδα. Ήταν καλή µα σύντοµη η παρτίδα. Άνευ Μόλις το στόµα σου έκλεισε, φίλε µου, µια για πάντα πρώτος νεκρό σε φίλησε ο τελευταίος σου στίχος. Κι οι λέξεις που απέρριψες, σου ’φτιαξαν µια µπαλάντα µα το τραγούδι σκέπασε ενός φτυαριού ο ήχος. ∆ίχως µια σκέψη στο µυαλό, δίχως κι αυτό το δίχως ούτε την ανακούφιση στο δι’ ευχών του κόσµου δεν ένιωσες · όµως εγώ αισθάνοµαι ενδοµύχως το βλέµµα σου συµπλήρωµα του πένθιµου διακόσµου να διαπερνά τα χώµατα, τους πόρους του θανάτου, για ν’ απολαύσει µια φορά ζωή άνευ Σολδάτου. Ε̟ίγραµµα σε τάφο αυτόχειρα Με βία όλους σας ο χάρος παίρνει ψυχούλες µίζερες ξοπίσω σέρνει. Μόνη, περήφανη, αχ δύστυχή µου, µπροστά πετάχτηκες εσύ, ψυχή µου! 189


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ Αντί ε̟ιλόγου Κάθισα πάλι τα ποιήµατά µου να ξεφυλλίσω να τρίξουν ξεραµένοι στίχοι στο πάτηµα του βλέµµατος η θύελλα της έµπνευσης µπας και ξεσπάσει µα φύλλο δεν κουνιέται κι ας ξεφυλλίζω τουλάχιστον τον εαυτό µου να εποπτεύσω όταν τα ’γραφα τις ασθενείς πνοές µου που ενίσχυε ο άστατος καιρός ν’ ακροαστώ - κι ας µην είναι από χιόνι λευκές οι σελίδες έχουν πολλά να σου πουν για τον καιρό µα φυλλοκάρδι δε θροΐζει κι ας ξεφυλλίζω αναχωρώντας απ’ τις λέξεις σε µνήµες ν’ αφιχθώ σε σταθµούς που κανείς πια δε µε γνωρίζει µα τι θέλω και µπλέκω συνεχώς µε αγνώστους φαγωµένα απ’ τη λήθη πρόσωπα γιατί να συµπληρώνω τι κυνηγώ τις χαραµάδες του χρόνου µ’ άρρωστο φως να επουλώνω τόσο ζεστό όταν µε κρατά στο σκοτάδι των σπλάχνων του το συρτάρι;... Υφήλιος σιωπή κι ας ξεφυλλίζω.

190


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΝΟΤΗΤΕΣ Πριν πεις “ΘΑ” λες “ΝΑ ΤΟΣ” ............................................................5 Θυµήσεως αναθυµιάσεις ή Μνηµορραγίες ...........................................23 Εν συντοµία ..............................................................................................83 Απ’ τις πεζές διαβάσεις της ποίησης ......................................................97 Χαϊκού .....................................................................................................113 Έµµετρες αρρυθµίες...............................................................................131 Αντί επιλόγου...........................................................................................190

191


ΤΟΒΙΒΛΙΟ Χ Ρ Ο Ν Ο ΘΥΕΛΛΑ ΤΟΥ Ι.Ν.ΚΥΡΙΑΖΗ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΕ 100 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΥΧΝΟΣ Ε.Π.Ε. ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2012

Χρονοθύελλα  

Ποιήματα 1992-2011

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you