Issuu on Google+


Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

η παραφορά του Ερωταφίου

ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ ΚΟΝΙ∆ΑΡΗ


η παραφορά του Ερωταφίου Copyright ©: Ι.Ν. Κυριαζής 2008 Εκδόσεις Κονιδάρη ISBN 978-960-392-109-7


Α΄ Άνθη στον Επιτάφιο γυναίκες απ’ τον κάµπο φέραν και σκύψαν πάνω Σου - Χριστέ, σιµά Σου θα ’µπω!


ΠΕΖΟ Όλες οι µέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω απ’ το κεφάλι της Μεγάλης Παρασκευής. Μια µέρα που µεγεθύνει τις απώλειες µέσα σου. Απ’ το πρωί οι καµπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναµνήσεις περασµένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαϊδεύει ηδονικά τους τρούλους των εκκλησιών, αναρριγούν οι σταυροί επάνω τους. Οι θεοί που κήδεψα στη ζωή µου θα µε συντροφεύουν ως το θάνατό µου. Μαντεύω την ύπαρξή τους από το άρωµα της πασχαλιάς που σκορπούνε γύρω µου. Ραγισµένα τραγούδια στο ραδιόφωνο - µελωδικά ανασαίνει ο πόνος για να τον εκπνεύσει ο άνθρωπος. Μες στο φλιτζάνι πικραµένος ο καφές, νοσταλγεί τη χαµένη συντροφιά της ζάχαρης. Ούτε και σήµερα θα τους τα φτιάξω… Ανοίγω την πόρτα και καταπίνω ανόρεχτα το δρόµο προς την εκκλησία. Επάνω, δυο σύννεφα βουτηγµένα στο µπλε οινόπνευµα - βαµβάκι για τις πληγές µου. Και κάτω, ένα ζευγάρι να φιλιέται χωρίς συστολές, στη µέση του διαστελλόµενου θρήνου - πληγή για τα µάτια µου. Μες στο ναό, αµήχανος - σαν Θεός χωρίς πιστούς…, σαν άπιστος χωρίς κι ανθρώπους. Μπροστά µου, ο Ιησούς, κάτω από ένα ανοιξιάτικο σεντόνι - κανείς δεν το τραβάει, µήπως και δεν τον δει. Μόνο µαζεύουν ροδοπέταλα, για να µυρίζει ο ύπνος τους υπόσχεση Ανάστασης. Μα εγώ, ο ιερόσυλος, προσπαθώ να µαντέψω ποια βιολέτα διαλέγοντας, θ’ αγγίξω τα δάχτυλά σου που την έκοψαν. Και σα να ’θελα να µπω σ’ ένα τούνελ του χρόνου που θα ’βγαζε σ’ εσένα, έσκυψα να περάσω κάτω απ’ τον Επιτάφιο.


ΠΟΙΗΜΑ Στο µαλακό φως των κεριών ρέουν τα πρόσωπα παραπόταµοι που πάνε να ενωθούν στ’ αργά νερά µίας λειωµένης Άνοιξης, πολύχρωµη λάβα που µε καταπίνει καθώς απ’ τις κυλιόµενες σκάλες της µνήµης µου αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη. Φυσάει και γεµίζουν οι δρόµοι από εσένα. Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη µου τ’ όνοµά σου, άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα µου η µορφή σου, τα µαλλιά σου µπερδεµένα λύνουν το αίνιγµα του κόσµου. Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο ώµο σου, τα δάχτυλά σου απαλά ν’ ανεµίζουν σαν κρόσσια του ύπνου στους κροτάφους µου κι η εκκλησιά φωταγωγείται απ’ το αναστάσιµο φως των µατιών σου. Ω γλυκύ µου έαρ, να µια φορά που το κερί σου θα σβήσει απ’ το επιτάφιο δάκρυ µου, να µια φορά που ο ήλιος ντροπιασµένος θα δύσει γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απ’ την ευτυχία µου… Όµως στο κεφάλι µου ο ουρανός κάποτε θ’ ακουµπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο φεγγάρι του. Κι ο κόσµος όλος θα φωνάξει: «Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»


ΕΓΚΩΜΙΟ Η ζωή εν τάφω, έρωτά µου νεκρέ, στο ανθισµένο σεντόνι της άνοιξης το κορµί µαραµένο απόθεσες. Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ από κάτω δεν είδα ν’ ανέβηκε. Των µνηµάτων µε τυφλώνει το λευκό; Ω θνητέ, αντέχεις το Θεό να πενθείς µα για σένα κανένας αθάνατος δε θα κλάψει στον τάφο σαν θα µπεις… Βασιλιά της λύπης, Έρωτά µου, πετάς απολιθωµένα τριαντάφυλλα µες στου Άδη- για να σκίσεις- την κοιλιά. Του µυαλού η τρέλα, του κορµιού ο σπασµός, χορηγέ της πνοής µου, άπνους φαίνεσαι, φιληµένος απ’ τα χείλη των νεκρών. Οι νεκροί στο µνήµα, κι εσύ µες στους νεκρούς… πιο βαθιά να σε θάψουν δε γίνεται. ∆υο καρδιές που µατώνουν την άβυσσο. Πασχαλιές που ανθίζουν, µαραµένες ψυχές: ποιες µοσχοβολούνε, λέτε, πιότερο; Των ερώτων µας ο πόνος ιερός. Τη ζωή ποιος θέλει, σαν ο πόθος δε ζει; Ποιος και ποιον και πού θα ερωτεύεται; Αφού όλοι ήδη είµαστε κανείς… Ποιος, ζωή πια δίχως, ποιος, ανάσα χωρίς, απ’ τα πλήθη των νεκρών που σε πίστεψαν να σου δώσει το φιλί, αχ, της ζωής;… Οι καρδιές πώς σπάγαν…,για να σµίξουν µαζί, κι απ’ τη γη αποσπώνταν να γίνουνε δορυφόροι στο δακτύλιο του Παντός. Ναι, νεκρή αγάπη, όχι τ’ Άδη οχυρό, δεν µπορεί να µε διώξει το σκότος σου να µην κλάψω ό,τι χάρηκα στο φως… Άνοιξη θα είναι που θ’ ανοίξει η γη κι όσοι έως θανάτου αγάπησαν θα ξανα-αγκαλιαστούνε ζωντανοί!


Β΄ Κλείνεις µες στην παλάµη σου το τρέµουλο της φλόγας µα εγώ στο φόρεµα κοιτώ - το φέγγισµα της ρώγας.


ΠΕΖΟ Η νύχτα άρχισε ν’ απλώνει τα δίχτυα της στον κόσµο. Μέσα της σπαρταρούνε ασηµένιοι σταυροί, χρυσά άµφια και πήλινες ψυχές. Εδώ και ώρα στέκω στο σταυροδρόµι που ορίστηκε να συναντηθούν όλοι οι Επιτάφιοι της ζωής µου. Οι καµπάνες από µακριά εξακολουθούν να πενθούν υποκριτικά τη σιωπή που σκοτώνουν. Κάποιοι γέροι κρέµονται απ’ τα µπαλκόνια των σπιτιών τους για να δουν - τον εαυτό τους να γυρνά, παιδάκι, µ’ ένα κερί στο χέρι, στα καλντερίµια του χωριού τους. Μερικές γυναίκες µένουν παγωµένες ν’ ακούσουν - τις πνιχτές τους ανάσες τη νύχτα που τις επισκέφτηκε για πρώτη φορά ο δικός τους Νυµφίος. Ο Χρόνος, ανελέητος, µ’ ένα φανάρι και µε βραχνή φωνή τριγυρνά στους δρόµους κι εξαναγκάζει τους εναποµείναντες περαστικούς να τον ακολουθήσουν ως την ποµπή. Γύρω απ’ το λαιµό του, ένας κόκκινος κύκλος. Ακούω στις τσέπες του να κουδουνίζουν τ’ αργύρια. Τόσους αιώνες, δεν είχε πού να τα ξοδέψει… Από παντού ακούγεται ψαλµωδία. Οι ύµνοι ανακατεύονται µεταξύ τους, το έαρ µε τους τάφους όλων των γενεών, το λιβάνι µε το καυσαέριο της πόλης, τα κεριά µε τ’ αστέρια, οι ιερείς µε τον Ιούδα, κι οι Επιτάφιοι µ’ εσένα.Το πλήθος πλησιάζει αργά ώσπου το µαγεµένο δάσος των κεριών να µε καταπιεί. Συντονίζοµαι στο βηµατισµό της κηδείας.


ΠΟΙΗΜΑ * Πήρες βαριανασαίνοντας του Γολγοθά το δρόµο κι είχες βαρύ ένα Σταυρό στον τρυφερό Σου ώµο. Μες στις παλάµες τα καρφιά απ’ το σφυρί στραβώσαν σαν να υποκλίθηκαν βαθιά σ’ Αυτόν που τα καρφώσαν. Τρυπά η λόγχη τα πλευρά και χύνεται το αίµα και σου φορούν ακάνθινο στεφάνι αντί για στέµµα. Χολή και ξίδι σου ’δωσαν – είσ’ όλος ένα τραύµα… Και ο ληστής σου ζήταγε να κάνεις ένα θαύµα. * «Ηλί, Ηλί, λαµά σαβαχθανί»… Θεό δεν έχουνε οι ουρανοί; «Ας γίνει», είπες, «το θέληµά σου». Η αγάπη ήταν το έγκληµά σου. Αίµα δεν έχεις άλλο να χύσουν. Όλο το δίνεις σ’ αυτούς, να ζήσουν. * Η γη τραντάζεται, οι τάφοι ανοίγουν, νεκροί σηκώνονται και ξανασµίγουν. Χλοµό απ’ το ξύλο Σου Σε κατεβάζουν κι ευθύς στη θέση Σου εµένα βάζουν. Η απουσία της είναι, Χριστέ µου, Σταυρός - κι Ανάσταση δε ζω ποτέ µου!


ΕΓΚΩΜΙΟ Γενιές παλιές και νέες θρηνούνε την ταφή σου, νεκρή, αιώνια αγάπη… Κι ο άντρας κι η γυναίκα στο χώµα της ψυχής τους βαθιά µέσα σε θάβουν. Και σαν να µην υπήρχες ποτέ µες στη ζωή τους πορεύονται µακάριοι. Ώσπου να ’ρθει µια µέρα απρόσµενα τα δάκρυα να στάξουν απ’ τα µάτια. Κι ο ήλιος θα µαυρίσει, τα δέντρα θα λυγίσουν θα µαραθούνε τ’ άνθη… Τα όρη θα µουγκρίσουν, µαζί τους θα ψελλίσω: «Γιατί σιωπάς, αγάπη;» Στρατιές νέων και γέρων, αγέννητες ψυχούλες και χρόνια πεθαµένες στου έρωτα δε λένε ν’ αναπαυτούν ακόµη το µέγα χωνευτήρι. Ξοπίσω ακολουθούνε το λόγο της ζωής τους νεκρός τώρα που είναι. Θρηνούν για όσα ζήσαν και ζουν για όσα θρηνήσαν τα πάθη της ψυχής τους. Το δάκρυ τους πριν πέσει στη γη, αρωµατίζουν του Ερωταφίου τ’ άνθη… Κι όλοι σαν µεθυσµένοι κοιτούν πάνω να καίνε κεριά αντί γι’ αστέρια, σαν να ’γινε καθρέφτης ο ουρανός και δείχνει τη θεία περιφορά σου. Κι αντί νεκρό, τ’ αστέρια πένθιµα συνοδεύουν ένα χλοµό φεγγάρι… Μ’ ένα λιγνό κεράκι κι εγώ σ’ ακολουθάω νεκρή, αιώνια αγάπη… Πού βρήκα το κουράγιο περιφορά να κάνω της στάσιµης ζωής µου;… Στην εκκλησιά σαν φτάσω ας µου παραχωρήσει ο Θάνατος στασίδι!


Γ΄ Τρεις µέρες µόνον άντεξε του Τάφου το σκοτάδιµα µια ζωή εγώ, χωρίς δικό σου ένα χάδι.


ΠΟΙΗΜΑ Μέσα στο γλυκασµό του πένθους περνάς από µπροστά µου και ρουφώ το µαύρο οξυγόνο των µαλλιών σου. Γονατίζω, να µη δω τα µάτια που µ’ αποκαθήλωσαν. Με σηκώνεις σαν το Λάζαρο απ’ τον τάφο, κουρασµένο απ’ τις τόσες αναστάσεις του. Σήµερον κρεµάται επί του στήθους σου ο Εσταυρωµένος στο αλυσιδάκι του. Το κερί σου χύνει από ηδονή το δάκρυ του στα δάχτυλά σου. Φυσάει και σκορπούν τα λουλούδια του φουστανιού σου, να σκεπάσουν τον ντροπαλό Ιησού. Φυσάει και πετούµε αγκαλιασµένοι πάνω απ’ τον Επιτάφιο, πιο ψηλά κι απ’ τ’ αστέρια που ’γιναν φλόγες στα κεριά των πιστών, πιο ψηλά κι απ’ το Θεό που δεν πίστευε το θαύµα. Ανασταίνεται ο Υιός Του να µας δει, οι καµπάνες χαρµόσυνα χτυπούν - Παρασκευή Μεγάλη, Πάσχα! – αγκαλιάζονται οι πιστοί κι όλοι ψάλλουν: «Έρως ανέστη εκ νεκρών…». Μα ο αέρας ξάφνου σταµατά, τ’ αστέρια ξανακαρφώνονται στη θέση τους, οι καµπάνες πάλι πένθιµα ηχούν, ο νεκρός επιστρέφει στο Μεγαλοβδόµαδό Του και οι δύο πέφτοντας από ψηλά - Θεέ µου, γιατί µ’ εγκατέλειψες;…ακούµε ν’ αντηχεί σ’ όλη τη γη το «Τετέλεσται».


ΕΓΚΩΜΙΟ Ω, στέµµα του Απρίλη, Ερωτοκράτορ Έαρ, Βασίλειο των δακρύων… µέσα στην τόση δίνη της οµορφιάς οδύνη πόση µπορώ ν’ αντέξω; Ω, µύρο µου χυµένο, χαµένο χελιδόνι, πώς Άνοιξη θα φέρεις; Ουρανοθαλασάκι και Ηλιοφεγγαράτη, φιληδονοφωλιά µου!… Γυµνή σε είδα µόνο σε ονειροκαταρράκτες να πνίγεσαι γαλήνια. Το χέρι µου σου απλώνω, µα ο βυθός του ύπνου σε καταπίνει πάντα… Πού φως τώρα να χύνεις και ποιου ουράνιου θόλου να σε φθονούν τ’ αστέρια;… Σκαµνί έχω το παρόν µου, σκοινί το παρελθόν µου και για κλαδί, το µέλλον. Χρόνε, ψυχρέ προδότη, Ιούδα Ισκαριώτη, να σε κρεµάσω θέλω! Σ’ ό,τι κι αν αγαπήσω, µαθαίνεις πώς να δώσει φιλί της προδοσίας. Μα όµως δε σ’ αντέχει ούτε κι αυτό - για σκέψου! και σπάει το σκοινί µου. Ερωτοκτόνε Χρόνε, ως πότε θα ��ιαβάζω το ∆υσαγγέλιό σου;…


ΠΕΖΟ Το περιβραχιόνιο του πένθους άρχισε να σφίγγει περισσότερο το µπράτσο της Μεγάλης Παρασκευής. Αισθάνοµαι ξένος µέσα στο πλήθος. Κουνώ µηχανικά τα πόδια, για να µη µε ποδοπατήσουν. Ο Σταυρός µπροστά γέρνει λίγο αριστερά - σαν να συγχώρεσε τον αµαρτωλό ληστή. Το κερί µου, από αιώνες σβηστό. Φυσάει ένα αεράκι κι αναρριγούν τ’ άνθη του Επιταφίου, λες και σαλεύει από κάτω τους ο νεκρός. Μία στιγµή µου φάνηκε να περπατά δίπλα µου αναστηµένος, µε µια φλόγα στο χέρι. Τα ρούχα Του λευκά, όπως κι όλων των άλλων. Το πρόσωπό Του καθησυχαστικό. Μου χαµογέλασε: «Θα σε ξαναδώ στην Ανάστασή σου», µου είπε και προχώρησε βιαστικά µαζί µε τους άλλους. Έµεινα ακίνητος να κοιτώ.Τότε κατάλαβα: ήµουν εγώ µέσα στον Τάφο! Και θαµµένη µέσα µου, εσύ… Κι εκατοντάδες Χριστοί µας συνόδευαν. Στον δικό µας Ερωτάφιο. Σ’ αυτήν τη µοναδική Παραφορά του Ερωταφίου. Μία µικρή παρασκευή.



η παραφορά του Ερωταφίου