Issuu on Google+

Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ

ΑΘΗΝΑ 2012


2


ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΜΟΥ ΚΙ Η ΛΥΠΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ∆εν θυµάµαι πια πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Πόσες παρόµοιες νύχτες έχουν ξαναϋπάρξει.Καµιά, όµως, που να την έζησα όπως εκείνην. Καµιά, που να µε σκότωσε όπως αυτή. ∆εν θυµάµαι πια ούτε το πρόσωπό µου, τις ιδιαίτερες γραµµές που το χάραζαν τότε, τα σιωπηλά τοπία που το ερήµωναν, τους χάρτες που το εξαφάνιζαν... Σίγουρα όµως, θυµάµαι το θαµπωµένο τζάµι του λεωφορείου και το γερµένο κεφάλι µου πάνω του. ∆εκέµβρης, νύχτα. Οι ρόδες κυλούσαν πάνω στη βρεγµένη άσφαλτο-τις ακούω ακόµη και τώρα. Πατησίων γωνία, µια µεγάλη λακκούβα στο δρόµο, και λυγµός ανθρωπάκου βρεγµένου ως τη µούρη απ' τις ρόδες του λεωφορείου µου - τον ακούω από πάντα... Στο δρόµο της επιστροφής. Μετά από µιαν ακόµη συνάντηση που είχα µαζί της -έµοιαζε, µάλλον, µε αποχωρισµό. Όπως και όλες οι προηγούµενες, άλλωστε. Συλλογιζόµουν. Συλλογιζόµουν τις µέρες που θα έπρεπε ν' αφήσω να περάσουν, για να της ξανατηλεφωνήσω. Τους αιώνες, για να την ξαναδώ. Συλλογιζόµουν. Συλλογιζόµουν το θάνατο. Για πρώτη φορά µε ηρεµία. Σαν ένα φίλο, το µοναδικό ίσως, που ξέρει να παρηγορεί. Οι άλλοι άνθρωποι, σε τέτοιες στιγµές στέκουν αµήχανοι, δεν ξέρουν πώς να φερθούν. Μόνο µιλούν, µιλούν ακατάπαυστα, µήπως σε κάνουν να ξεχάσεις. Όταν εσύ έχεις ανάγκη να θυµάσαι - και να πονάς... Με το θάνατο όµως, είναι διαφορετικά: δεν έχει λόγια να σου πει, ψευδαισθήσεις να σου καλλιεργήσει. Σου ανοίγει σιωπηλός την αγκαλιά του, κι εσύ τρέχεις µέσα της για να κλάψεις. Ο µαύρος µανδύας του κλείνει και είναι πια σαν να µην υπήρχες ποτέ. Άλλωστε, δεν έχει σηµασία αν θα χαθείς. Σηµασία πάντοτε είχε, να µην ξαναβρείς το δρόµο. Κι εγώ, δε θυµόµουν κανένα δρόµο που να µ' έφερνε πίσω. Ίσως, γιατί απλά, να µην υπήρχε... Έκλεισα τα µάτια και προσπάθησα να µη σκέφτοµαι τίποτε. Τίποτε. Ξαφνικό, απότοµο φρενάρισµα µ' επαναφέρει πίσω στον κόσµο. Το κεφάλι µου σέρνεται προς τα εµπρός, εφαπτόµενο πάντα µε το τζάµι. Ήταν τότε, που άκουσα µια ψιλή φωνή να µου λέει: - Ε, καηµενούλη, πρόσεξε και θα µου χαλάσεις τη µύτη...

3


Άνοιξα τα µάτια µου και κοίταξα γύρω. Κανείς. Μόνος συνεπιβάτης, µια κυρία στο βάθος του οχήµατος. Αποκλείεται να µίλησε εκείνη. Μάλλον, σκέφτηκα, µάλλον θα ονειρεύτηκα... Μα η φωνή τότε µου ξαναµίλησε: -∆εν ονειρεύτηκες, χαζούλη µου! Κοίτα, κοίτα στο τζάµι και θα µε δεις!... Κοιτάζω παραξενεµένος στο τζάµι που πριν ακουµπούσα το κεφάλι µου. Θαµπωµένο απ' την εσωτερική θερµοκρασία. Σκοπεύω να το καθαρίσω µε το µανίκι µου, για να κοιτάξω έξω. -Μη, µη και θα µ' εξαφανίσεις ολόκληρο! Ξανά 'πε τότε η φωνή, ταραγµένη. ∆εν έρχοµαι απ' έξω, συνέχισε. Μόνο κοίτα στο τζάµι. Πάνω στο τζάµι ! Πάνω στο τζάµι...τίποτε. Πάνω στο τζάµι... µονάχα υδρατµοί. Μια επιφάνεια γεµάτη υδρατµούς. Τίποτε, τίποτε άλλο... Α, κι ένα ανθρώπινο µουτράκι, ζωγραφισµένο απ' το δάχτυλο κάποιου προηγούµενου επιβάτη υποθέτω, πάνω στους υδρατµούς. -Ναι, εγώ είµαι! είπε πάλι η φωνή. Αυτός που σου µιλά... εγώ. Τώρα µε βλέπεις. Πάνω στο τζάµι... εγώ σου µιλάω! Έµεινα µε το στόµα ανοιχτό! Ήταν κάτι που δεν περίµενα ποτέ µου να συµβεί-ίσως µονάχα στα κινούµενα σχέδια του Ντίσνεϊ! Αλλά, µήπως κι η ζωή µας δεν είναι ένα κουκλοθέατρο, µε αθέατους σπάγκους, που κινεί από πίσω µας, ο για πάντοτε άγνωστος κουκλοπαίχτης; Ένα θαύµα, λοιπόν! Ένα µικρό θαύµα µπροστά στα έκπληκτα µάτια µου... Η ζωγραφιά, αυτή η ζωγραφιά ήταν που µου µιλούσε! Ένα χαµογελαστό µουτράκι φτιαγµένο από δύο-τρεις απλές γραµµές, µε το σύρσιµο κάποιου δακτύλου πάνω στο τζάµι, ήταν εκεί, µε κοιτούσε και µίλαγε... -Χάζεψες, ε;... Όλοι όσοι µε κατάλαβαν ως τώρα, έκαναν σα χαζοί, να, όπως τώρα κι εσύ. Κι όσοι πάλι δεν µε κατάλαβαν, ήταν χαζοί..., είπε το ανθρωπάκι κι έσκασε αυτή τη φορά στα γέλια. -Πώς... πώς γίνεται... κατάφερα να ψελλίσω, τόσο σιγανά που ούτε κι εγώ καλά-καλά δεν κατάφερα ν' ακούσω τη φωνή µου. Όµως, εκείνο, µ' είχε ακούσει. Και µάλιστα, µου απάντησε: Ρωτάς, πώς γίνεται και σου µιλώ; Μα, είναι τόσο απλό... Ίσως, γι' αυτό και να µην καταλαβαίνεις. Όµως, φίλε µου, πριν συνεχίσω, χνώτισέ µε λίγο µε την αναπνοή σου, γιατί νιώθω τις γραµµές του προσώπου µου ν' ατονούν... ∆ώσε µου γρήγορα το χνώτο σου λοιπόν, να µη χαθώ...

4


Ο ανθρωπάκος µου έλεγε την αλήθεια- τ' αυτιά του άρχισαν να εξατµίζονται, ενώ το στόµα του, που έως τότε χαµογελούσε, σαν να 'σβηνε σιγά-σιγά... Με την αναπνοή µου χνώτισα γρήγορα δύο φορές το τζάµι και µ' ένα δάχτυλο του χεριού µου επιδιόρθωσα τις γραµµές της ζωγραφιάς µου - και να, που µου ξαναπαρουσιάστηκε ακέραια, µε το γνώριµο χαµόγελο της. -Σ' ευχαριστώ, µου είπε καλοσυνάτα, και ξερόβηξε µία φορά σιγανά. Και τώρα,θες να σου εξηγήσω; -Ναι, είπα µε µιαν παιδική ανυποµονησία, που ευθύς µετατράπηκε σε ντροπή, γιατί σκέφτηκα πως δεν είναι για λογικούς ανθρώπους να µιλούν µε µια άψυχη µορφή. Όµως, στ' αλήθεια, τι µπορεί να είναι για τους λογικούς ανθρώπους;... Αφού, αυτή η άψυχη µορφή, ήταν εκεί, πάνω στο τζάµι, και µου µιλούσε... -Ξέρεις, σήµερα έχω τα γενέθλιά µου! Γιατί, σήµερα µόλις, γεννήθηκα. Στο ξεκίνηµα αυτής της ηµέρας που σε λίγο τελειώνει. Κι ήταν αλήθεια, τόσο µεγάλη αυτήη µέρα... Απ' το ίδιο κάθισµα που τώρα κάθεσαι εσύ, έχουν περάσει τόσοι και τόσοι άνθρωποι... βαρέθηκα να τους µετρώ. Ο καθένας µε τη δική του ζωή, τον δικό του πόνο, τις δικές του ελπίδες, τις δικές του ψευδαισθήσεις... Καηµενούληδές µου!... Το πρωί, ήταν το σώµα µιας µεσόκοπης γυναίκας που ήρθε και κάθισε εδώ. Στην αγκαλιά της, βαστούσε ένα µικρό κορίτσι. Τότε, εγώ, ακόµη δεν υπήρχα. Αυτά τα υπέθεσα πως έγιναν έτσι, λίγα λεπτά αργότερα. Όταν, δηλαδή, το κορίτσι ακούµπησε το δάχτυλό του στο θαµπωµένο τζάµι του λεωφορείου, κι έφτιαξε πάνω του έναν κύκλο-θα 'ταν αυτό, το σχήµα που θα έδινε στο πρόσωπό µου! Έπειτα, έφτιαξε δυο-τρεις γραµµές να ξεκινούν απ' την κορυφή του κεφαλιού µου - τα λιγοστά µαλλιά που θα 'χα- και ύστερα από λίγο, το δάχτυλο πάτησε δυνατά µέσα µου δυο φορές, αφήνοντάς µου δύο τελείες - τα µάτια µου! Ακολούθησαν δυο καµπύλες γραµµές - τ' αφτιά µου - και µια άλλη - τα χείλη µου να χαµογελούνε! Και τη στιγµή που θα 'φτιαχνε µία λεπτή, κοµψή µυτούλα, για ν' αναπνεύσω κι έτσι ν' αρχίσω να υπάρχω, το λεωφορείο φρενάρισε απότοµα, το δάχτυλο κουνήθηκε, κι η µύτη βγήκε λίγο στραβή – γι’ αυτό και ίσως να σου φαίνοµαι συναχωµένος... Εκείνη την ώρα, το ανθρωπάκι σταµάτησε να µιλά, τα µάτια του έκλεισαν, το στόµα ανοιχτό, και ήταν σα να 'θελε να τινάξει το κεφάλι του πίσω. 5


-Αϊψού! έκανε τότε δυνατά, και όλο το τζάµι έτριξε. Ένα απλό φτέρνισµα ήταν... Κι έπειτα κι απ' αυτό, συνέχισε να µου διηγείται: -Όσο για το κορίτσι που µου χάρισε τη ζωή, δεν κατάφερα να µάθω πολλά. Μόνο, λίγο πριν φύγει, άκουσα τη γυναίκα που το βαστούσε να του λέει πως «όλα θα πάνε καλά, και θα είναι όπως πρώτα»... Κάποιο ατύχηµα... κάποια αρρώστια...; ∆εν ξέρω. Όµως, ό,τι κι αν ήταν, θα πρέπει να 'ταν κάτι σοβαρό! Γιατί, όση ώρα ήτανε πάνωστο λεωφορείο το κορίτσι, δεν µίλησε καθόλου. Μόνο, αφού µ' έφτιαξε, κοιτούσε αφηρηµένα, πάνω στο τζάµι..., αλλά όχι, όχι αφηρηµένα, γιατί κοιτούσε πια εµένα, το κορίτσι κοιτούσε εµένα πάνω στο τζάµι, µε δυο µεγάλα, θλιµµένα - θεέ µου, πόσο θλιµµένα... - µάτια... Παρ' όλα αυτά, µε είχε φτιάξει να χαµογελώ· γιατί;... Αναρωτήθηκε µελαγχολικά το ανθρωπάκι, κι ήταν η πρώτη φορά που 'χε χαθεί το χαµόγελο απ' το πρόσωπό του. Το λεωφορείο έκοψε ταχύτητα, κι έκανε στάση για να κατεβάσει τον µοναδικό συνεπιβάτη που είχα ως τότε - έδειχνε να µην έχει καταλάβει τίποτε απ' όλα αυτά. Έτσι, θα 'µενα τώρα µόνος µου µέσα στο λεωφορείο - αλλά όχι εντελώς µόνος: εγώ, κι αυτή η παράξενη ζωγραφιά πάνω στο τζάµι, που τόσο απροσδόκητα εισέβαλε µες στη ζωή µου · γιατί;... Το λεωφορείο άρχισε πάλι ν' αναπτύσσει ταχύτητα και ξανάπιασα την κουβέντα που είχα στη µέση αφήσει µαζί του. -Ξέρεις, δεν θέλω να σε προσβάλλω, του είπα χαµηλόφωνα, µη γίνω αντιληπτός από τον οδηγό. Ειλικρινά δεν θέλω, συνέχισα. Όµως, ακόµη δεν µπορώ να το πιστέψω. Νοµίζω...νοµίζω πως έχω να κάνω µε µιαν ψευδαίσθηση. Θέλω να πω, δηλαδή, πώς είναι δυνατόν να υπάρχεις; Πώς, να µιλάς και να σκέφτεσαι;... Το ανθρωπάκι τότε ξαναγέλασε µε αυθορµητισµό και µέσα στα χαχανητά του, προ- σπάθησε να µ' απαντήσει: -Χαζούλη µου! Οι άλλοι πιστεύουν µόνο σ' αυτό που βλέπουν, κι εσύ τώρα βλέπεις αυτό που ποτέ σου δεν µπορούσες να πιστέψεις... Ρωτάς πώς είναι δυνατό να υπάρχω;... Μα, όπως είναι δυνατόν κι εσείς οι άνθρωποι να πονάτε. Γιατί, ξέχασα να σου πω, πως όλοι όσοι ήρθαν και κάθισαν εδώ, ένιωθαν δυστυχισµένοι. Αυτήν την πίκρα τους µετάγγισαν και σ' εµένα, κι ήταν αυτή αρκετή, για ν' αποκτήσω ψυχή και να τους νιώσω... Οι δικές τους σκέψεις µ' έµαθαν κι εµένα να σκέφτοµαι, και το δικό τους παραµιλητό, µ' έµαθε να µιλώ. Βλέπεις, πλάστηκα 6


από τις δυστυχίες των ανθρώπων · ζω απ' τη θλίψη σας... Και µόνο σαν αντικρίσω τον πρώτο ευτυχισµένο άνθρωπο, θα µπορέσω κι εγώ ανακουφισµένος, σιγά - σιγά να σβήσω... Κι όταν είπε τα λόγια αυτά, το ανθρωπάκι έσκυψε τα µάτια σιωπώντας. Από το µάγουλό του κύλησε µια σταγόνα νερό. -Κλαις; το ρώτησα. -Όχι, όχι, έκανε προσπαθώντας να ξαναχαµογελάσει. Είναι απ' τους υδρατµούς πάνω στο τζάµι, είπε, χωρίς να θέλει να µε κοιτάξει. Όµως, συνέχισε, αλήθεια, τόσην ώρα που µιλούµε, και δεν µου έδωσες το όνοµα σου... έτσι για να σε θυµάµαι κι όταν θα έχεις φύγει... -Γιάννη, είπα µε ύφος ανέκφραστο, σα να 'λεγα κάτι που µου στεκόταν τόσο µακρινό και άγνωστο, που δεν είχε για µένα καµιά σηµασία... -Γιάννη! Μάλιστα..., αυτό είναι όνοµα, ένα όνοµα απλό, απλό κι ελαφρύ, χωρίς να κουβαλάει πάνω του έννοιες βαριές, και να κάνει τον άνθρωπο που το 'χει, να βουλιάζει... Όχι όπως εγώ, είπε µ' απέχθεια το ανθρωπάκι προς τον εαυτό του. -Εσένα... εσένα δηλαδή, πώς σε λένε; ήρθε φυσική η ερώτησή µου. -Ρωτάς τ' όνοµα µου;... είπε η ζωγραφιά βαριανασαίνοντας και θάµπωσε πιότερο γύρω της το τζάµι. Μάθε λοιπόν, συνέχισε, πως το δικό µου όνοµα δεν είναι ένα. Ο καθένας που µε γνώρισε, µε βάφτισε και διαφορετικά, ανάλογα µε τι τον βασάνιζε πιο πολύ, την ώρα που µιλούσαµε. Βλέπεις, τα ονόµατα µου τα παίρνω από τα βάσανα των ανθρώπων που µε συναντούν. Έτσι, µέσα σ' αυτή τη µέρα, άλλαξα τόσα πολλά ονόµατα, όσες κι οι λύπες των ανθρώπων που συνάντησα. Άλλος, µε είπε Μαρία, γιατί κάποτε τον βασάνισε πολύ µία Μαρία, ένας φοιτητής µε είπε Πτυχίο, κι ένας άλλος, φαντάρος αυτός, µε είπε Στρατό κι ο παντρεµένος µε ονόµασε Γάµο κι ένας γεράκος Θάνατο. Κάποιος άλλος πάλι, µε είπε Κυριακή Απόγευµα. Όµως, δεν κατάλαβα τι εννοούσε... Αλλά, στ' αλήθεια, εσύ, πως θα 'θελες να µε πεις; ρώτησε καλοκάγαθα η ζωγραφιά. -Εγώ..., είπα αµήχανος. Εγώ... δεν ξέρω. ∆εν έχεις τίποτε λοιπόν, που να σε στεναχωρεί; επέµεινε τ' ανθρωπάκι, κι είχε την όψη κάποιου που προσδοκά το άκουσµα µιας µεγάλης ευτυχίας... -Αν το θέτεις έτσι, ίσως... Όµως, είναι τόσα... Ποιο να πρωτοδιαλέξω;

7


-Αυτό που σε πονά πιο πολύ, µου ξανάπε, αυτή τη φορά µε µιαν απογοήτευση,ύστερα από ένα µικρό κενό σιωπής. Αυτό που µε πονά πιο πολύ... σκέφτηκα. Ποιο είναι; Ποτέ δεν είχα ξαναµπεί σ' έναν τέτοιο προβληµατισµό. Γιατί, µέχρι τότε, έβλεπα όλη τη ζωή µου σαν ένα τεράστιο σύµπλεγµα πόνου, απ' το οποίο ήταν αδύνατο να διαφύγω για λίγο και να ησυχάσω. Τώρα όµως, έπρεπε να διαλέξω, απ' όλο το σύµπλεγµα, ένα µόνο στοιχείο του, απ' όλο τον πόνο µου, τον πιο δυνατό. Να 'ταν οι δυσκολίες που 'χα τότε µε το νοίκι κι είχα δυο µήνες να πληρώσω, ο αδελφός που ταξίδευε στα ξένα, οι νεκροί γονείς, το ανόητο επάγγελµα που διάλεξα και τώρα έπρεπε ν' ακολουθήσω, ή εκείνη... Η µατιά µου έπεσε πάνω στο τζάµι αφηρηµένα- µέσ' απ' το τζάµι, στο σηµείο που 'χε ζωγραφιστεί το παράξενο ανθρωπάκι, είδα το δικό µου πρόσωπο να 'χει καθρεφτιστεί, µπλεγµένο αξεδιάλυτα µε το δικό του χαµογελαστό µουτράκι. -Το χαµόγελό µου, ψιθύρισα ασυναίσθητα. -Και τι σηµαίνει πάλι τούτο; έκανε ξαφνιασµένο. -Να, εσύ έχεις ένα τόσο όµορφο χαµόγελο... ενώ εγώ, ποτέ µου δεν κατάφερα να χαµογελάσω, έστω και µια φορά, έτσι φυσικά και αβίαστα. Πάντοτε κάτι µε κρατούσε, πάντοτε κάτι µε εµπόδιζε. Το χαµόγελο ήταν πάντα στη ζωή µου, κάτι που διαρκώς µου αντιστεκόταν. Γι' αυτό κι εγώ, θα σ' έλεγα: Χ α µ ό γ ε λ ό µ ο υ. -Χαµόγελό µου, επανέλαβε κι αυτό σκεφτικό κι είχε απλωθεί µια γλύκα στο πρόσωπο του... θα ήθελα να σε δω να χαµογελάς, είπε η ζωγραφιά, και µε κοίταζε στα µάτια. -∆ε µου 'πες όµως... προσπάθησα να ξεφύγω. Εσύ... εσύ λέω, δεν θα 'θελες να δώσεις στον εαυτό σου ένα όνοµα; Γιατί µόνον οι άλλοι... -Μα, πώς;... -Είναι πολύ απλό. ∆ώσε όνοµα στον δικό σου πόνο, και πες µου, πώς θα ήθελες να σε λέµε... είπα, κοιτάζοντας ανυπόµονα το στόµα της ζωγραφιάς, σαν να 'θελα να µαντέψω από πριν τις λέξεις που θα 'βγαζε για να µου απαντήσει. Όµως, ο ανθρωπάκος µου καθόταν για πολλή ώρα σκεφτικός και δεν άνοιγε το στόµα του. Κάποια στιγµή, τέλος, αποφάσισε να µιλήσει: -Εγώ... ξέρεις εγώ... δεν έχω δική µου ζωή, ούτε και δικά µου βάσανα. Η δική µου λύπη, είναι η λύπη όλων των άλλων. Έτσι λοιπόν, αν θα ήθελα ένα όνοµα, θα 'θελα να µε λέτε: η Λ ύ π η των Ανθρώπων. 8


-Η Λύπη των Ανθρώπων..., επανέλαβα κι εγώ τ' όνοµά του σιγανά. Λοιπόν, ξέρεις κάτι;... Ίσως να είναι κουτό, όµως νοµίζω πως έχω αρχίσει να σε συµπαθώ, και δε θα 'πρεπε..., είπα χωρίς να το κοιτάζω. -Και, γιατί παρακαλώ δεν θα 'πρεπε; ρώτησε το ανθρωπάκι µου φανερά πειραγµένο. -Να, γιατί ποτέ δεν πρέπει ν' αγαπάµε αυτούς που κάποτε θα µας φύγουν. Γιατί ύστερα θα πληγωθούµε. -Ναι, θα πληγωθούµε, επανέλαβε γι' άλλη µια φορά, µελαγχολικά. Όµως, συνέχισε, όµως, δεν µπορεί να µην αγαπήσεις κανέναν, γιατί κάποτε µπορεί να σου φύγει.Κι όταν ακόµη φύγει, κι εσύ συνεχίσεις να τον αγαπάς, θα 'ναι σα να µην έφυγε ποτέ. Γιατί θα τον έχεις µία και καλή ασφαλίσει µες στην καρδιά σου. Άλλωστε, πόσοι άνθρωποι πάνω στη γη σας µπορεί ν' αγάπησαν, έστω και µια φορά, αληθινά;... Λίγοι. Λίγοι, ακριβώς γι' αυτό· γιατί φοβόντουσαν αργότερα, µήπως πονέσουν. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε να κοιτάζετε µόνον τον εαυτό σας. Ενώ, ενώ αυτοί οι λίγοι, είναι τυχεροί. Έστω κι αν αργότερα πόνεσαν, είναι τυχεροί ακόµη και γι' αυτόν τον πόνο τους... Όλη αυτή την ώρα που µιλούσε η ζωγραφιά, µου είχε δώσει την εικόνα ενός έξαλλου, βαθιά πληγωµένου ατόµου, που 'δειχνε τα µατωµένα στήθη του στους ανθρώπους και φώναζε: «Χτυπήστε µε!» κι αυτό, ίσως πάλι να σήµαινε: «Αγαπήστε µε!»... -Αλήθεια, είσαι κι εσύ µέσα σ' αυτούς τους «λίγους»; το ρώτησα, προσπαθώντας να ξεφύγω απ' τις ίδιες µου τις σκέψεις. -Όµως, η ζωγραφιά δεν απάντησε. Στην αρχή, νόµιζα πως επρόκειτο για εκείνα τα σύντοµα κενά σιωπής που συνήθιζε ν' αφήνει, µέχρι ν' αρχίσει να µιλά. Αλλά η σιωπή εκείνη έµοιαζε να 'χει αρχίσει εδώ κι αιώνες, και µάλλον δεν θα σταµάταγε πουθενά - σαν τη σιωπή της αγάπης... Έτσι, το ανθρωπάκι, ένιωθα να µου 'χει γι' άλλη µια φορά απαντήσει µε το δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Κι ήταν αυτός ένας τρόπος που δεν έµελλε να τον ξαναβρώ ανάµεσα στους ανθρώπους... Έξω, δεν ήξερα πια αν η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει. Τα φώτα των αυτοκινήτων έλαµπαν θαµπά πάνω στα τζάµια, δίνοντας έτσι µια µεταφυσική αίσθηση σε όλο τον κλειστό, χωρίς διεξόδους, χώρο του λεωφορείου. 9


Για µια στιγµή µάλιστα, µε κυρίευσε µια παράξενη σκέψη - το λεωφορείο είχε µετατραπεί σιγά-σιγά, και χωρίς να το καταλάβω, σ' ένα µικρό πλανήτη µε µοναδικό του κάτοικο, εµένα. Και για να µη νιώθω µοναξιά σαν ένας άλλος Αδάµ, έλεγα, ο Θεός προνόησε κι έκοψε ένα κοµµάτι απ' το δικό µου πόνο, φτιάχνοντας έτσι τούτο εδώ το ανθρωπάκι, που µπορεί να µιλά χαµογελώντας και να σιωπά, όποτε το ρωτώ για τον εαυτό του... Ένα κορνάρισµα του οδηγού όµως ήταν αρκετό να µ' επαναφέρει πάλι στον αληθινό κόσµο. Σταµατάµε. Βρισιές µ' έναν άλλον οδηγό. Το ανθρωπάκι είναι ακόµη πάνω στο τζάµι ακούει, απορεί, µε ρωτά: -Τι σηµαίνει «χουνί»;... Ακούω την ερώτηση ξαφνιασµένος. ' Υστερα, ξεσπώ σε ασυγκράτητα γέλια. Η καηµένη η ζωγραφιά µου, δεν άκουσε σωστά τη λέξη, κι αφού δεν ήξερε καθόλου από «τέτοια», ήταν φυσικό να ρωτά. -Λοιπόν, δεν θα µ' απαντήσεις; έκανε αυτή τη φορά κάπως νευριασµένα. Με χίλιους δύο κόπους προσπάθησα να συνέλθω από τα γέλια, για να του απαντήσω τέλος, σκεφτικός: -Αυτή η λέξη..., αυτή η λέξη σηµαίνει..., ένα πηγάδι, ναι, ένα πηγάδι, απ' όπου µπορείς να τραβήξεις ό,τι λαχταρά η ψυχή σου, είπα φανερά ανακουφισµένος, που βρήκα τρόπο να γλιτώσω και µάλιστα χωρίς να πω κάποιο ψέµα. Είδα τότε το ανθρωπάκι να µε κοιτά µε γουρλωµένα µάτια και στόµα, µισάνοιχτο - έδειχνε να θαυµάζει. Στο τέλος, έκλεισε τα µάτια του, κι επανέλαβε σιγανά: -Πηγάδι... ό,τι λαχταρά η ψυχή σου... Θα πρέπει να είναι κάτι πολύ σηµαντικό αυτό, είπε, κι έδειχνε κάπως στεναχωρηµένο. -Τι σ' έπιασε πάλι; ρώτησα, προσπαθώντας να το ξαναφέρω σ' ευθυµία. -Τίποτα, τίποτα, άργησε να µου απαντήσει. Να, ξέρεις, το µεσηµέρι που πέρασε,σ' αυτό το κάθισµα ήρθε και κάθισε ένα µικρό αγόρι, µε µια καραµέλα στο στόµα του. Μου άρεσε πολύ το άρωµά της. Μου 'πε πως ήταν άρωµα µανταρίνι. Προσπάθησε µάλιστα να µου δώσει µία, για να δοκιµάσω κι εγώ, όµως δεν µπόρεσε να την περάσει µέσ' απ' το τζάµι, για να φτάσει έτσι στο στόµα µου... -Και, τι σχέση έχουν όλα αυτά... -Να, θα ήθελα, αν ποτέ πας σ' αυτό το «πηγάδι», το «χουνί», αν µπορείς, να µου πάρεις µερικές καραµέλες, που να µπορούν 10


όµως να φτάσουν µέχρι το στόµα µου. Εκεί, δεν µπορεί, θα υπάρχουνε τέτοιες... Άλλωστε, εσύ δε µου 'πες πως ό,τι λαχταρά η ψυχή σου...; Ε, λοιπόν, η δική µου ψυχή, όσο µπορεί να έχει κάποιος σαν εµένα ψυχή, µονάχα αυτό λαχταράει. Λοιπόν, θα το κάνεις; Θα το κάνεις αυτό για εµένα;...ρώτησε το ανθρωπάκι κι είχε ένα ύφος τόσο παρακλητικό... Πώς θα µπορούσα να του αρνηθώ;... -Και, µην το ξεχάσεις: οι καραµέλες µου, να 'χουν το άρωµα µανταρίνι..., συµπλήρωσε η ζωγραφιά, και κούνησα συγκατανευτικά το κεφάλι, για να ησυχάσει. Έξω, δεν µπορούσα να διακρίνω τίποτε. Το θαµπό τζάµι, πώς να κοιτάξω, το θαµπό µυαλό, πώς να σκεφτώ, κι ο θαµπός κόσµος, πώς να υπάρξω;... Σε λίγο, θα 'πρεπε ν' αποχωριστούµε. ∆εν απέµεναν, βλέπετε, παρά µονάχα δύο στάσεις για να κατέβω. Κι ένιωθα τόσο περίεργα... Πια δεν σκεφτόµουν το θάνατο, δε σκεφτόµουν ακόµη ούτε κι εκείνη! Μονάχα αυτό το ανθρωπάκι πάνω στο τζάµι, που κι αν δεν είχε µια δική του ιδιαίτερη ζωή να ζήσει, εγώ αγάπησα αυτό το «τίποτα» που ήταν, ένα «τίποτα» πολύ πιο σπουδαίο, απ' όλες τις γεµάτες εµπειρίες των πιο αξιόλογων ανθρώπων στον κόσµο... Όµως ο χρόνος ήταν τόσο λίγος, κι αυτά που θα 'θελα να του πω τόσα πολλά, που γι' αρκετή ώρα έµεινα σιωπηλός. Τέλος, κατάφερα ν' αρθρώσω: -Ξέρεις, σε λίγο θα πρέπει να φύγω. -Ώστε... ώστε αυτό ήτανε; -Αυτό, είπα, και για πρώτη φορά ένιωσα µια ολόκληρη λέξη να κατεβαίνει ακέρια στ' άγνωστα βάθη της µαταιότητας µου. Τότε, το ανθρωπάκι σώπασε για λίγο, κι αφού µε κοίταξε καλά στα µάτια, αποφάσισε να µιλήσει: -Τουλάχιστον, σε είδα να χαµογελάς. Και θα 'πρεπε να ξέρεις, ότι δεν χαµογελάς και τόσο άσχηµα. -Αλήθ��ια... αυτό είναι αλήθεια, ψιθύρισα µ' ένα αλλοπαρµένο βλέµµα, που οµολογούσε µάλλον την κατάκτηση µιας γνώσης. Άλλωστε, συνέχισα, άλλαξαν τόσα πολλά από τότε που πρωτανέβηκα στο λεωφορείο... -Και, τι ‘ναι αυτό που άλλαξε µέσα σε τόσο λίγη ώρα; απόρησε δικαιολογηµένα η ζωγραφιά µου. Στ' αλήθεια, τι ήταν; Αφού το νοίκι ακόµη παρέµενε απλήρωτο, κι ο αδελφός δε γύρισε απ' τα ξένα, ούτε οι γονείς µου αναστήθηκαν, κι επάγγελµα δεν άλλαξα ακόµη, και οι αιώνες για να ξαναδώ εκείνη µε περίµεναν σταθεροί κάπου στο µέλλον...Τι ήταν αυτό που άλλαξε λοιπόν;... 11


-Η ευτυχία, ήρθε στο στόµα µου αυθόρµητα. Ναι, η ευτυχία! Γιατί µπορεί όλα να µείναν σταθερά µέσα στη µίζερη ζωή µου, όµως µαζί σου ένιωσα τόσο αλλιώτικα...αυτό το «αλλιώτικα», οι άλλοι άνθρωποι, θαρρούν πως λέγεται ευτυχία... είπα, κοιτάζοντας µ' ευγνωµοσύνη τη ζωγραφιά µου. -Μαζί µου... ευτυχία..., επανέλαβε γι' άλλη µια φορά µε δυσπιστία. Και, τι µπορεί να σηµαίνω εγώ για έναν άνθρωπο; Οι πιο πολλοί που ήρθαν και κάθισαν εδώ, δε µε πρόσεξαν καν, κι όσοι πάλι µε είδαν και µίλησαν µαζί µου, δε θα θυµούνται τίποτε τώρα. Ακόµη και το δάχτυλο που µ' έφτιαξε, σίγουρα, θα 'χει κάνει πιο σπουδαίες δουλειές απ' το να µε θυµάται· αύριο, ίσως να δείχνει ένα όµορφο λουλούδι ή ένα πρόσωπο, απλά ένα πρόσωπο, πιθανόν και να κλείνει µαζί µε τ' άλλα δάχτυλα για να περάσει µια δύσκολη στιγµή, ακόµη και να χώνεται µέσα στη µύτη του µικρού κοριτσιού - κι αυτό, είναι πιο σπουδαίο απ’ το να µε θυµάται, είπε µ’ ένα ανεπαίσθητο χαµόγελο η ζωγραφιά, κι έκλεισε για λιγάκι τα µάτια της, κατρακυλώντας ποιος ξέρει σε ποια βάθη ανυπαρξίας... Γι' αρκετήν ώρα, δεν έβρισκα τι να πω. Ήταν γιατί διαισθανόµουν πως το ανθρωπάκι µου πιθανόν να είχε δίκιο. Μα πώς να το παραδεχτώ; Πώς να θεωρήσω κάτι τόσο σπουδαίο για µένα, εντελώς ασήµαντο για τους άλλους;... Τότε, δεν µπορούσα να καταλάβω. Αργότερα µόνο, θα ήξερα - πως για να προχωρήσει ο κόσµος µας, θα πρέπει πρώτα, όχι απλά ν' αδιαφορήσει, µα να ιεροσυλήσει πάνω στις ουτοπίες του καθενός µας. Άλλωστε, έτσι φτιαχνόταν πάντοτε η ζωή· απ' τα ερείπια των ονείρων µας. Κι ονειρευόµουνα τόσο πολύ τότε... -Κι όµως, δεν είναι έτσι! ∆εν µπορεί να είναι έτσι! φώναξα, χωρίς να ξέρω αν απαντώ στη ζωγραφιά ή στις δικές µου αµφιβολίες. Άλλωστε, συνέχισα, δεν είσαι ο οποιοσδήποτε για να σε ξεχάσουµε τόσο εύκολα... Όλοι εµείς που σε παρατηρήσαµε πάνω σ' αυτό το τζάµι σήµερα, ήµασταν άνθρωποι που πονούσαµε. Κι εσύ, όπως και τ' όνοµά σου λέει, είσαι ο πόνος όλων αυτών των ανθρώπων. Κι ο πόνος ξέρει ν' αγαπά τόσο καλά τον πόνο... Έπειτα, είναι και τ' άλλο· κανείς ευτυχισµένος δεν µπορεί ν' αγαπήσει όπως αγαπούµε εµείς οι θλιµµένοι... Εµένα µάλιστα, αυτή η αγάπη που ένιωσα για σένα, ήταν ικανή να µε κάνει κι ευτυχισµένο. Κι είναι αυτή µια ευτυχία, που δεν µπορεί να λογαριαστεί στην ψυχή, αλλά στα δάκρυα µου.

12


Και χαµηλώνοντας τη φωνή, χωρίς να κοιτάζω πια τα νερένια του µάτια, εξοµολογήθηκα το µυστικό, που µόλις εκείνη τη στιγµή, µου αποκαλύφθηκε: -Χαµόγελό µου, τώρα το νιώθω, είσαι η ευτυχία των δακρύων µου... Κι οι δύο σιωπήσαµε. Μία σιωπή που συνήθως απλώνεται µετά τα παραµύθια - η γιαγιά να ελαφροπατεί προς την πόρτα, το εγγονάκι που επιτέλους σκεπάστηκε τον ύπνο, και η Χιονάτη ακόµη εκεί, να του κρατά σφιχτά το χέρι, για να µη φύγει πάλι και ξαναγίνει ψέµα... Τα είχαµε πει όλα, λοιπόν;... Τότε, δεν έµενε τίποτε άλλο, παρά να γυρίσω την πλάτη µου και να φύγω. Εξάλλου, κάπου εκεί έπρεπε να κατεβώ. Όµως, το ανθρωπάκι µου άρχισε πάλι να µιλά, νοήµατα ασυνάρτητα ετούτη τη φορά, αποσπάσµατα λέξεων, που όλα µαζί δεν φτιάχναν τίποτε· ίσως, µονάχα ένα λυγµό, ναι, ένα λυγµό που υποκρίνεται, πως δεν είναι τίποτε παραπάνω από λόγια: -Μα... αν είναι έτσι, τότε εγώ... δηλαδή, και γιατί όχι... αφού εσύ... Καηµένο µου Χαµόγελο, σκέφτηκα χαµογελώντας κι ο ίδιος, τι θες πάλι να µου πεις και δεν το αποτολµάς... Τι κοµπιάζεις... αφού σε λίγο, όλα θα έχουνε τελειώσει... Τι σηµασία, τα λόγια, οι σιωπές, τα δάκρυα µας... Σήκωσα τα µάτια και το κοίταξα. Για µια στιγµή, µου φάνηκε σα να σβηνόταν η µορφή του απ' το τζάµι. Όµως, σκέφτηκα πάλι, θα 'ναι που θάµπωσαν τα µάτια µου και µε γελούν... Παρ' όλα αυτά, δεν είχα κάνει λάθος, αφού το χαµόγελο του ανθρωπάκου είχε γίνει ήδη µισό, τ’ αφτιά του φάνταζαν ποντικοφαγωµένα και πάνω στο κεφάλι του δεν είχε µείνει ούτε µια τρίχα, για να το ζεσταίνει... Η ζωγραφιά µου, µε αργό ρυθµό, είχε στ' αλήθεια αρχίσει να εξατµίζεται και θα 'ταν ζήτηµα δευτερολέπτων η ζωή της, αν... Έσκυψα γρήγορα κοντά στο τζάµι και το χνώτισα δυο φορές. Ξανακοίταξα. Θεέ µου! Οι γραµµές του προσώπου του παρέµεναν άτονες... Ξαναχνώτισα δυνατά κι αλλεπάλληλα, πέντε, έξι, εφτά φορές, δεν µπόρεσα να µετρήσω. Όµως, και πάλι τίποτε! Το ανθρωπάκι µε κοίταγε πάντα µε το ίδιο µισοφαγωµένο χαµόγελο. Και δεν άργησε, µε φωνή ξεψυχισµένη, ξανά να µου µιλήσει: -Καηµενούλη µου, τις προσπαθείς... Το στόµα µου φεύγει και δεν θα προλάβω να σου πω. Τα µάτια µου χάνονται, σιγά-σιγά

13


δεν βλέπω. Και τ' αφτιά µου φαγώνονται, πια δεν ακούω. Πεθαίνω... -Όµως, γιατί, γιατί να συµβαίνει έτσι... αναρωτήθηκα απεγνωσµένα. Aφού, τόσες φορές σου έδωσα την ανάσα µου πάνω σ' αυτό το τζάµι, πως γίνεται, εσύ παρ' όλα αυτά, να φεύγεις... -Ακόµη δεν κατάλαβες λοιπόν, ότι η µόνη ανάσα που µου 'δινε ζωή όλην αυτή τη µέρα, ήταν η θλίψη σας..., είπε ο ανθρωπάκος µου, µε όσο ακόµη χαµόγελο του απόµενε. Και µε κόπο πολύ, σπασµένη φωνή, συνέχισε: -Το πρωί, πάνω σ' αυτό το τζάµι που τώρα σβήνοµαι, ήρθε και µ' έγραψε το δάχτυλο ενός θλιµµένου κοριτσιού. Κι αυτό που θα µπορούσε να µε ξεγράψει, ήτανε µόνο η αναπνοή ενός ευτυχισµένου ανθρώπου...Σου το 'χα πει και από πριν µα, ευτυχώς, το ξέχασες. Κι αλήθεια στο λέω, χαίροµαι που η αναπνοή αυτή που µ' αργοσβήνει είναι η δική σου... -Και λέγοντας αυτά, δεν είχαν µείνει πια παρά δυο-τρεις αδρές γραµµές από το πρόσωπό του, που κι αυτές, δε θ' άντεχαν πολύ ακόµα. Με δυσκολία πολλή προσπάθησα ν' ανασυνθέσω στη φαντασία µου το χαµογελαστό του µουτράκι κι ήταν αυτό, σα να 'δινε παράταση ζωής σε κάτι που µόλις έπαψε να υπάρχει. Γιατί, στ' αλήθεια, µ' ένα µονάχα στίγµα απ' το στόµα της, η ζωγραφιά µου κατάφερε να σχηµατίσει ακόµη λίγα λόγια: -Μη στεναχωριέσαι για µένα. Κι ούτε ποτέ µην ψάξεις να µε ξαναβρείς· γιατί,αν µε ξανάβρισκες, εµένα, το χαµόγελο σου, αυτό θα σήµαινε πως θα 'χες χάσει το άλλο, το πιο πολύτιµο, που σχηµατίζεται από σήµερα, πάνω στο πρόσωπό σου... Κι ο ανθρωπάκος µου, χωρίς µάτια πια, χωρίς µύτη κι αυτιά, θα 'λεγες χωρίς καν να υπάρχει, παρά µε µια νοητή πάχνη χαµόγελου, µια τελεία απ' το στόµα του που ακόµη τρεµόσβηνε, κατάφερε να ολοκληρώσει: -Εµένα... εµένα δε µε νοιάζει τι θ' απογίνω. Κι ούτε εσένα θα 'πρεπε. Φεύγω ευτυχισµένος... γιατί, σε κάτι χρησίµευσα κι εγώ στον κόσµο σας. Κι αν στενοχωριέµαι για κάτι, είναι που δεν πρόλαβα να δοκιµάσω εκείνες τις καραµέλες... µ' άρωµα µανταρίνι... απ' το πηγάδι εκείνο... το χουνί... -Έτσι, για άλλη µια φορά, το ανθρωπάκι µ' έκανε να χαµογελάσω. Εκείνην ακριβώς τη στιγµή, που θα 'ταν ανεπίτρεπτος κι ο ελάχιστος µορφασµός του προσώπου σεβασµός στο κενό που µπροστά µου απλώθηκε, σαν γενέθλιος τόπος... Γιατί, το τζάµι είχε µετατραπεί ξανά σε µια ψυχρή, νεκρή επιφάνεια και δεν είχε τίποτε πια να µου πει, τίποτε να 14


µου δείξει - ίσως µονάχα τη βροχή, το κρυφό σχολειό της λύπης µας... Τελευταίο, έφυγε το χαµόγελο του. Τελευταίο, έµεινε το χαµόγελο µου - δε θυµάµαι πια... ∆ε θυµάµαι πόσο περπάτησα εκείνη τη νύχτα, µέχρι να φτάσω σπίτι µου. Η στάση που έπρεπε να κατεβώ, είχε περάσει εδώ και πολλήν ώρα - είχα πια φτάσει στο τέρµα. ∆ε θυµάµαι, ούτε ποιους δρόµους πήρα, κάτω από ποιους ουρανούς περπάτησα, σε ποιους συλλογισµούς ακινητοποιήθηκαν τ' αργά βήµατα του νου, τα βαριά πέλµατα του Θεού πάνω στο κόκκινο χώµα της βιβλικής ερηµιάς µου - δε θυµάµαι πια... Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε... κι ακόµη µόνος, ατέλειωτες ώρες, να ζωγραφίζω, πάνω στα νοτισµένα τζάµια των φθινοπώρων της ζωής µου, νεκρές εικόνες, µε την ελπίδα, απ’ την πολλή τη θλίψη µου, πως κάποτε θα µου µιλήσουν. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε... πώς να θυµάµαι...

15


Ο ΑΣΗΜΟΥΛΗΣ ΚΑΙ Η ∆ΙΑΜΑΝΤΕΝΙΑ

Α. Ασηµένια καρδιά, πώς να βρεις γιατρειά στης ζωής τη ζάλη; Β. ∆ιαµαντένιο δάκρυ στου µατιού την άκρη σπίθισε και πάλι. Γ. Μ’ ένα παραµύθι ας χωθεί στη λήθη του ανθρώπου η θλίψη.

Ι. Στα πολύ παλιά τα χρόνια,τα χρόνια εκείνα τα µακρινά, που τα ζωάκια του δάσους βρίσκαν νερό µέσα στη στέρνα της καρδιάς του Θεού, και τροφή στις ανοιχτές παλάµες του ονείρου, τότε που οι άνθρωποι κυνηγούσαν τις πυγολαµπίδες για να τις πιάσουν και να τις κρεµάσουν, χρυσά σκουλαρίκια,στ’ αφτιά της νύχτας, τα χρόνια εκείνα λοιπόν, λίγο έξω από µια πολιτεία κατασκευασµένη από κερδοφόρους υπολογισµούς εµπόρων, µέσα σ’ ένα φτωχοκάλυβο φτιαγµένο από ξεχείλισµα αγάπης ανθρώπινης, ζούσε ένας αλητάκος, ο Ασηµούλης - δώδεκα µόλις ετών- µαζί µε τον κατάκοιτο παππού του. Ο Ασηµούλης είχε ένα πανέξυπνο µουτράκι, µάτια γαλανά σαν του περιστεριού που όταν πετά ψηλά αντανακλούν το χρώµα τ’ ουρανού, µαλλιά πυρόξανθα κι ατίθασα σαν τις µακριές χαίτες των αλόγων που ’ναι δεµένα στο καρότσι του ήλιο…-τρέχουν τ’ άλογα, τρέχουν χωρίς σταµατηµό, φεύγουν µαζί µ’ αυτά κι οι γεροντοκόρες ώρες του µεσηµεριού και τ’ απογεύµατος…χάνεται ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά και το µόνο 16


που ακόµη φαίνεται καλά είναι το χρυσό µαστίγιό ��ου πάνω στα κεφάλια των αλόγων…χάθηκε ο ήλιος κι άφησε τους ανθρώπους µελαγχολικούς να σκέφτονται µέσα στη νύχτα τις µισοτελειωµένες δουλειές της τελειωµένης µέρας… Μα πάνω απ’ όλα τ’ άλλα, ο Ασηµούλης είχε µιαν καρδιά πολύτιµη σαν ασήµι, που µε κάθε τικ της γεννιόταν κι ένα όνειρο και µε κάθε τακ της χλοµή ξεψυχούσε µία ασύµφορη πραγµατικότητα. Ο παππούς είχε µάθει στο εγγονάκι του την αλφαβήτα των γραµµάτων, γιατί, όπως του έλεγε… «όταν ξέρει κανείς αυτήν, µπορεί έπειτα ευκολότερα να καταλάβει την αλφαβήτα της ζωής.» Κι η ζωή ήταν πολύ σκληρή για τον παππού και τον εγγονό.∆υσανάγνωστα τα γράµµατά της, λίγα τα κοσµητικά επίθετα που σχηµατίζονταν απ’ αυτά, πιο λίγα κι απ’ τα χρόνια του Ασηµούλη. Αυτός λοιπόν ο αλητάκος, µε την καρδιά την πολύτιµη σαν ασήµι, είχε αναλάβει όλες τις φροντίδες για το σπίτι, τον παππού και τον εαυτό του. Κατέβαινε στην πολιτεία και µε µιαν ανεπανάληπτη χάρη κινήσεων, µε άφταστη επιδεξιότητα, χωρίς κανείς ποτέ να τον αντιληφθεί, έκλεβε δυο-τρεις φέτες ψωµί απ’ τη φουρνάρισσα, ένα κόκκαλο απ’ το σκύλο του κρεοπώλη, µια χούφτα καραµέλες απ’ το βάζο του µικροµαγαζάτορα κι ένα κοµµάτι αισιοδοξίας απ’ το ελπιδοφόρο µέλλον του κόσµου ολόκληρου. Αυτά τους έφταναν και τους περίσσευαν… Μες στα λιγνά κορµιά τους, παχύ αργοκυλούσε το αίµα, και σαν ποτάµι ορµητικό στο τέλος εισέβαλλε στα όνειρά τους βάφοντάς τα κατακόκκινα. Κι όταν εκείνοι τα βλέπανε, τροµάζανε - γιατί τα νόµιζαν σκοτωµένα…

17


ΙΙ. Ένα πορτοκαλένιο δειλινό, από εκείνα που η καρδιά του ανθρώπου ακόµη δεν έµαθε ν’ αντέχει,ο Ασηµούλης αποφάσισε να πάει έναν περίπατο. Έριξε πρώτα µια βιαστική µατιά στον παππού του - τον είδε να κοιµάται κι έπρεπε µάλιστα να βλέπει ευχάριστα όνειρα, γιατί πάνω στα χείλη του είχε απλώσει λίγη απ’ τη χρυσόσκονη του αδοκίµαστου…(Όταν σε λίγο θ’ άρχιζε το ροχαλητό του,να φυσά και να ξεφυσά µε το στόµα,το καλυβάκι θα γέµιζε από χρυσά αιωρούµενα στίγµατα….) Πήρε λοιπόν ανέµελος ο αλητάκος ένα φιδίσιο µονοπάτι που έβγαζε σ’ ενός λοφίσκου την κορυφή, µια κορυφή τόσο µυτερή,όσο και τρυφερή - σαν τη ρόγα του µητρικού στήθους µες στου µωρού το στόµα.) Πάνω σ’αυτόν το λοφίσκο ήταν σκαρφαλωµένο ένα ερηµοκκλήσι,της Παναγίας λέγαν, κάτασπρο απ’ τον ασβέστη, πορτοκαλί απ’ το σφιχταγκάλιασµα των ηλιαχτίδων,που σιγάσιγά καθώς ξεψυχούσαν, θέλαν από κάπου να πιαστούν κι έτσι να µην πεθάνουν… Στην άκρη αυτού του κόσµου γαλήνευε η ασηµένια καρδιά του αλητάκου και το κάθε ασηµοκτύπηµά της ήταν µια νότα µουσική, ευχάριστη, παιγµένη απ’ το µαγευτικό όργανο που οι άνθρωποι το’πανε ζωή…,έτσι, για να δώσουν κάποιο όνοµα στο ανέκφραστο. Ο Ασηµούλης κοίταζε ολόγυρά του και βούρκωνε από την τόση διαφάνεια µε την οποία του αποκαλυπτόταν η φύση των πραγµάτων. Κάτω από τα πόδια του απλωνόταν η πολιτεία που σε λίγο θα ’βαζε το σκουφάκι του ύπνου της. Οι φανοστάτες στους δρόµους είχαν κιόλας ανάψει. Να και µια κουκίδα-άνθρωπος. Ακίνητος πάνω στην πέτρινη γέφυρα. Κάποιον θα περιµένει. Μα ναι, κοιτάξτε, µια άλλη κουκίδα τον σιµώνει – αυτή πρέπει να είναι γυναίκα - κι ενώνεται αξεδιάλυτα µαζί του…

18


Ξάφνου,τη γαληνεµένη καρδιά του Ασηµούλη τάραξε µια αδύναµη φωνή που έµοιαζε να κλαίει. Η φωνή ερχόταν απ’ το ξωκκλήσι κι ο αλητάκος αναρωτήθηκε: -Μήπως είναι η Παναγιά που κλαίει;… Και βάδισε προς τα εκεί µ’ ένα θείο τρόµο, µήπως αντικρίσει το θαύµα.Όµως όχι - είχε κάνει λάθος. ∆εν ήταν η Παναγία που έκλαιγε, µα ένα κοριτσάκι καθισµένο στο πετρόσκαλο του ξωκκλησιού που ’χε το πρόσωπο βυθισµένο στις τρυφερές παλάµες του - όπως βυθίζει ο κύκνος το ράµφος του µέσα στη λίµνη για να φιλήσει το καθρεπτισµένο είδωλό του, όµως πάντα αποτυγχάνει - κι απ’ τους λυγµούς τραντάζονταν κάθε τόσο το λεπτοκαµωµένο κορµί του. Ο Ασηµούλης πλησίασε πιο κοντά,άγγιξε δειλά τα ολόξανθα µαλλιά του κοριτσιού - έτσι,όπως θ’ άγγιζε µια µελλοθάνατη ευτυχία - και το ρώτησε: -Κλαις; Γιατί κλαις;… Το κοριτσάκι σήκωσε αργά το πρόσωπό του κι είδε µεσ’ από τα δάκρυά του τρεµουλιαστό το µουτράκι του Ασηµούλη. Εκείνος, ευθύς, έµεινε µε το στόµα ανοιχτό. Όχι,σίγουρα δεν ήταν η µάνα του Χριστού αυτή που έκλαιγε, µα δυο πανέµορφα καταπράσινα µατάκια που δεν πετάγαν συνηθισµένα δάκρυα, όπως αυτά που χύνουν οι άνθρωποι κάθε φορά που σκάει ένα κύµα θλίψης πάνω στην καρδιά τους - ήταν διαµαντοδάκρυα, αληθινά κοµµάτια διαµαντιού, καµωµένα στο τρυφερό σχήµα και µέγεθος των δακρύων! Ο Ασηµούλης αδυνατούσε να πιστέψει σ’ αυτό που έβλεπε.Θαρρούσε πως κάποιο κόλπο πάλι του ’χε σκαρώσει η καρδιά του, που µ’ ένα τικ της µπορούσε να γεννήσει ένα όνειρο. Πόσες φορές όµως η ζωή δεν έχει πλάσει πράγµατα και γεγονότα που σε κανένα όνειρο δε θα µπορούσαν ν’ ανταµωθούν;… Έτσι και τώρα, δύο αληθινά διαµάντια άστραφταν στις άκρες των µατιών του κοριτσιού, έτοιµα να κατρακυλήσουν πάνω στα ροδοµάγουλά του. 19


Και ξαφνικά, εντελώς αναπάντεχα, όπως µετά από βροχή ξεφεύγουν δυο-τρεις λιαχτίδες απ’ τα σύννεφα για να ζεστάνουν λίγο τα µουσκεµένα τοπία της γης, έτσι και στου κοριτσιού το πρόσωπο έλαµψε ένα χαµόγελο πολυτιµότερο απ’ όλα τα πλούτη του κόσµου και τρυφερότερο απ’ όλες εκείνες τις βροχές που υγραίνουν το νου και τις αισθήσεις των ανθρώπων. -Μα, τι είναι ετούτο πάλι; έκανε ο αλητάκος. Πριν λίγο εσύ έκλαιγες και τώρα σε βλέπω να µου χαµογελάς. -Μην απορείς γι’ αυτό!αποκρίθηκε το κορίτσι µε µια φωνή που έτρεµε, έτσι, όπως τρέµει η τελευταία σταγόνα της βροχής πάνω στο πιο πράσινο φυλλαράκι της µνήµης µας… -Κι αυτά τα δάκρυα που αστράφτουν µες στο σκοτάδι σαν διαµάντια, τι είναι; -Αληθινές διαµαντόπετρες, στο σχήµα των δακρύων. Μάλιστα,επειδή οι γονείς µου πίστευαν πως οι άνθρωποι αποκαλύπτονται τι λογής είναι κυρίως όταν στενοχωριούνται, γι’ αυτό µε βάφτισαν και ∆ιαµαντένια. -∆ιαµαντένια! φώναξε έκπληκτο το αγόρι.Πόσο ταιριάζει η οµορφιά του ονόµατός σου µ’ αυτό που ονοµατίζει… -Κι εσένα, πώς σε λένε; -Εµένα µε είπαν Ασηµούλη, γιατί έχω µια καρδιά πολύτιµη σαν ασήµι.Ό,τι κάνει τον κάθε άνθρωπο να ξεχωρίζει απ’ τους άλλους, µου λέγαν οι γονείς µου, είναι η καρδιά του. -Και σαν τι µπορεί να κάνει η δική σου καρδιά; Τότε,ο Ασηµούλης ξεκούµπωσε το τριµµένο πανωφόρι του κι ακούµπησε το κεφάλι της ∆ιαµαντένιας στο µέρος της καρδιάς του. -Πρόσεξε!της είπε.Πρόσεξε καλά και πες µου, τι βλέπεις καθώς ακούς την καρδιά µου;…

20


Η καρδιά του Ασηµούλη εκείνη τη στιγµή έβγαζε ένα µεταλλικό τικ και µπροστά στα µάτια της ∆ιαµαντένιας ζωντάνεψε ο πεθαµένος πατέρας της. -Πατέρα! φώναξε κι έτρεξε προς τα εκεί που ’χε ζωγραφιστεί η µορφή του νεκρού. Όµως πια δεν υπήρχε… -Συγχώρεσέ µε! είπε ο Ασηµούλης σκύβοντας το κεφάλι του. Ξέχασα να σου πω ότι η καρδιά µου είναι πολύτιµη γιατί γεννάει όνειρα, όχι όµως και µια πραγµατικότητα. -Μα, αν όλα όσα γεννάει δεν είναι στ’ αλήθεια, τότε τι αξία έχει; -Πολλές φορές,αυτό να το θυµάσαι ∆ιαµαντένια,το ψέµα σου µαθαίνει περισσότερα απ’ όσα η αλήθεια. Όµως,για πες µου τώρα εσύ, γιατί πριν έκλαιγες; -Με τα διαµάντια που πετούν τα µάτια µου µπορώ κι αγοράζω ό,τι θέλω. Γι’ αυτό κι εγώ προσπαθώ να κοιτώ και να σκέφτοµαι κάθε τόσο πράγµατα που µε κάνουν να πονώ - κι υπάρχουν τέτοια, πάρα πολλά…Να,σήµερα ανέβηκα µέχρι εδώ, για να δω το ηλιοβασίλεµα και να δακρύσω.Όµως τώρα βράδιασε και πρέπει να γυρίσω πίσω. Η µάνα µου θ’ ανησυχεί. -Μια στιγµή! έκανε µε αγωνία οαλητάκος. ∆ε θα σε ξαναδώ;… Σώπασε για λίγο η ∆ιαµαντένια, έσκυψε και µάζεψε απ’ το πετρόσκαλο όπου πριν καθόταν τα διαµαντοδάκρυά της - το πιο µεγάλο το απίθωσε στη µια παλάµη του Ασηµούλη. -Κάθε όµορφο ηλιοβασίλεµα, του είπε, θα είµαι εδώ - και θα δακρύζω… Το βράδυ εκείνο καθόλου δε θα κοιµότανε ο Ασηµούλης και πάνω στο µικρό του µαξιλάρι δε θα ξάπλωνε - γιατί από κάτω του θα καταχώνιαζε το εύθραυστο δώρο της ∆ιαµαντένιας και θα φοβόταν µην τυχόν και σπάσει. Έξω απ’ το καλυβάκι, πάνω στις γυριστές, παιχνιδιάρικες βλεφαρίδες της νύχτας, βαριεστηµένο θα χασµουριότανε το µέλλον…

21


ΙΙΙ. Απ’ το επόµενο πρωί και µέχρι να ’ρθεί το δείλι, η ασηµένια καρδιά του αλητάκου τικ-τάκιζε µ’ ένα θεότρελο ρυθµό, έχοντας έτσι µετατραπεί σ’ ένα µικροσκοπικό εργαστήρι ξέφρενης παραγωγής ονείρων κι ασταµάτητης εξόντωσης πραγµατικοτήτων. Το αίµα κυκλοφορούσε γρήγορα κι αυτό, πολύ γρήγορα, έφτανε µέχρι και το τελευταίο σηµείο του σώµατός του κατά διαδοχικά παλιρροϊκά κύµατα-πάνω σε κάθε τέτοιο κύµα, ταξίδευε κι από ένα καραβάκι µ’ άσπρα πανιά· η ελπίδα… Όµως, γιατί όλα αυτά;…Τι ήταν αυτό που ’χε αναστατώσει τόσο πολύ τον Ασηµούλη; Ο αλητάκος κοίταζε βαθιά µέσα, την καρδιά του που ακατάπαυστα αιµορραγούσε όνειρα και τρόµαζε καθώς ένιωθε αδύναµος να την ελέγξει ή, τουλάχιστον, να την καταλάβει. Γιατί λοιπόν όλα αυτά;… Το ηλιοβασίλεµα εκείνης της µέρας ήταν κάτι απίστευτο σε τελειότητα και τρυφερότητα. Ο Άρχοντας του Φωτός µε µεγαλοπρέπεια σιγά-σιγά βυθίζονταν πίσω απ’ τα βουνά. Ο πορφυρός όµως µανδύας του ακόµη σερνόταν πάνω στον απογευµατινό ουρανό, κι έτσι απαλά όπως άγγιζε τα σύννεφα, έβαφε τα χείλια τους κατακόκκινα. -Θεούλη µου! Τι όµορφα που κοκκινίζει η πλάση γύρω µου …, ψέλλισε ο Ασηµούλης, που ’χε ξανασκαρφαλώσει πάνω στον αγαπηµένο του λόφο. -Πώς να χωρέσει η µικρή µου καρδιά µια τέτοια ευτυχία, χωρίς να βουρκώσω;… (Από τέτοιο λοιπόν ξεχείλισµα χαράς ��α δάκρυσε χθες κι η ∆ιαµαντένια;…) Η έκπληξη ήταν φανερά ζωγραφισµένη στο χλοµό προσωπάκι του, που όµως, κάποτε-κάποτε γινόταν ροδαλό καθώς αντιφέγγιζε το κοκκίνισµα «της πλάσης γύρω του»! Παρ’ όλα αυτά, εκείνο το υπέροχο ηλιοβασίλεµα η ∆ιαµαντένια δεν ήρθε. Κι ενώ ο ήλιος και τα επόµενα δειλινά συνέχιζε να ξεψυχά σκορπίζοντας πανέµορφα χρώµατα στον κόσµο που άφηνε, η ∆ιαµαντένια δεν έδειχνε να τηρεί την υπόσχεσή της. Τριάντα δειλινά είχαν περάσει από τότε. Τριάντα ηλιοβασιλέµατα - το ένα καλύτερο από τ’ άλλο. Κι ο Ασηµούλης πήγαινε να τρελαθεί απ’ τη στενοχώρια του. Μα, να ήταν µονάχα αυτό…

22


Εκείνο το τριακοστό απόγευµα, όπως και τα προηγούµενα εικοσιεννιά, ο αλητάκος γύρισε θλιµµένος στο φτωχό σπιτικό του. Όταν µπήκε µέσα, βρήκε το καλυβάκι κατάστικτο πάλι από χρυσά αιωρούµενα στίγµατα… Τότε, έσπασε ένα γλυκόπικρο χαµόγελο, ενώ από την τσέπη του παντελονιού του έβγαλε µια καραµέλα. Κατόπιν, ξετύλιξε µε προσοχή το χαρτάκι - ευθύς µοσχοβόλησε ο τόπος από άρωµα λεµόνι. Κατευθύνθηκε προς τον παππού του. -Παππούλη, παππούλη ξύπνα! Κοίτα τι σου ’φερα, για να γλυκάνεις λίγο το στόµα σου…Έλα, παππούλη, αρκετά όνειρα είδες, γέµισε το καλυβάκι µας απ’ τις χρυσές φυσαλίδες των ονείρων σου…Να δεις που σε λίγο θα το κάνεις να µοιάζει µε βασιλικό παλάτι .Όµως, «εµείς προτιµούµε το χρώµα του ξύλου από το χρώµα του χρήµατος». Έτσι δε µου ’χες πει κάποτε, ε; Θυµάσαι;… Ο παππούς όµως δεν έλεγε να ξυπνήσει. Κι ο Ασηµούλης , µε την παιδιάτικη αφέλειά του, είπε ν’ αστειευτεί λίγο µαζί του. -Τεµπελχανούλη! Τώρα να δούµε τι θα κάνεις… Και µε µιαν απότοµη κίνηση, τράβηξε τις κουβέρτες που ως τότε κάλυπταν το πρόσωπο του γέρου. Αυτόµατα, ολόκληρο το κορµάκι του Ασηµούλη παρέλυσε - η καραµέλα γλίστρησε από τα δάχτυλά του, ενώ τα γαλανά του µάτια, τροµαγµένα γαντζώθηκαν για τα καλά πάνω στο πρόσωπο του παππού του. Όµως, όχι! Κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Το τραγικότερο λάθος που µπορεί να διαπράξει η ζωή: να φεύγει χωρίς να µας ρωτά αν θέλουµε να φύγει, να φεύγει χωρίς να µας λέει, έστω, πού πηγαίνει… Αχ, αυτό, αυτό το µεγαλύτερο λάθος της ζωής που ’ναι ο θάνατος, πώς να το διορθώσεις;… Γιατί ο γέρος ήταν ήδη νεκρός. Κι απ’ το µισάνοιχτό του στόµα, µ’ ένα ανεξήγητο πείσµα θα ’λεγες, συνέχιζαν να βγαίνουν οι γνώριµες φυσαλίδες των ονείρων του. Μια απ’ αυτές, έσκασε πάνω στο µάγουλο του Ασηµούλη κι έγινε δάκρυ…

23


IV.

Σιγά-σιγά οι µέρες περνούσαν, οι µήνες φεύγαν, τα χρόνια κυλούσαν. Σιγά-σιγά άδειαζε κι η στέρνα της καρδιάς του Θεού από νερό, και τα ζωάκια του δάσους κινούσαν από µακριά για να προλάβουν να πιουν και την τελευταία σταγόνα που θ’ απόµενε µονάχα εκείνα ήξεραν πως σύντοµα η στέρνα θα ξαναγέµιζε, όχι πια από νερό, αλλά από το σκοτωµένο αίµα των επιθυµιών τους!…. Φεύγαν λοιπόν οι µέρες, οι µήνες, τα χρόνια. Κι οι παλάµες του ονείρου άδειασαν κι αυτές από τροφή, κλείσαν, έχοντας µέσα τους παγιδεύσει τη θλίψη του άδειου. Ακόµη κι οι άνθρωποι σταµάτησαν να κυνηγούν τις πυγολαµπίδες, για να τις πιάνουν και να τις κρεµούν, χρυσά σκουλαρίκια, στ’ αφτιά της νύχτας. Τώρα πια, η ελπίδα τους έµοιαζε - τι ειρωνεία, αλήθεια…- µε πυγολαµπίδα πατηµένη απ’ το πόδι της νύχτας… Φως πουθενά. Παντού βαθύ σκοτάδι. Ή, πιο σωστά, σχεδόν παντού. Γιατί το µόνο που ακόµη τρεµόφεγγε, µετά τόσα χρόνια, αποκαλύπτοντας τον κόσµο από την άλλη, την άγνωστή του πλευρά, ήταν η ασηµένια καρδιά του αλητάκου, που συνέχιζε πεισµατικά να τικ-τακίζει στο ρυθµό των αγέραστων ονείρων της. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, όσες στέρνες κι αν άδειασαν, όσες παλάµες κι αν ερήµωσαν, όσες πυγολαµπίδες κι αν τσαλαπατήθηκαν, αυτή η καρδιά ήταν το µοναδικό πράγµα στον κόσµο που δεν είχε απλώσει πάνω του ρυτίδα καµιά, ο Χρόνος. Κι ας είχε φτάσει ο Ασηµούλης τα ογδονταδύο. Αυτή χτυπούσε όπως τότε, που ο αλητάκος είχε ακόµη τη µαγική ηλικία των δώδεκα χρόνων. Και κάθε δειλινό, όλα αυτά τα χρόνια, δεν έπαψε να γεννά το ίδιο παρήγορο όνειρο: τη ∆ιαµαντένια, µικρή, τοσοδούλα όπως την είχε πρωτογνωρίσει, να φτάνει στην κορυφή του λόφου, να βλέπει σιωπηλή µαζί του το ηλιοβασίλεµα, να δακρύζει, κι έπειτα, πάντα σιωπηλή, να φεύγει… Ένα από εκείνα λοιπόν τ’ αναρίθµητα δειλινά, τα µυρωµένα από νοσταλγία και όνειρο, καθώς ο γέρος κοίταζε µονάχος απ’ το λόφο τον ήλιο που έγερνε προς τη δύση του, ξέγνοιαστα γέλια φτάσαν µέχρι τ’ αφτιά του. Γύρισε τότε αργά το κεφάλι - µε τη βραδύτητα ενός Θεού που πια κανείς δεν τον πιστεύει - κι είδε µια παρέα νέων να τον πλησιάζει. 24


-Γεια σου, γέρο! τον χαιρέτησε ένα αµούστακο αγόρι, µε φωνή που µάταια προσπαθούσε να δείχνει σοβαρή. Ο Ασηµούλης όµως δεν απάντησε. Έστρεψε ξανά το βλέµµα του, ήσυχα, προς τον ήλιο που όλο κι έγερνε προς τη δύση του...(Κοιτάξτε εκεί, στο βάθος τ’ ουρανού, τη συνουσία των χρωµάτων!) -Γιατί δε µας µιλάς; παραπονέθηκε κάποια άλλη φωνή. Όµως και πάλι δεν απάντησε. Αλλά στ’ αλήθεια, κι αν απαντούσε, θ’ ακουγόταν; Κι αν ακουγόταν, ποιος θα τον πίστευε; (Μόνο κοιτάξτε, κοιτάξτε εκείνο το σύννεφο που ’χει πάρει το σχήµα αλόγου! Η χαίτη του κυµατίζει πορτοκαλένια ποιο παιδί θα το δαµάσει;….) -Μίλησέ µας λοιπόν! επέµενε η ίδια φωνή. Πες µας για τη ∆ιαµαντένια σου…, πότε θα ’ρθεί; Θα προλάβουµε κι εµείς να τη δούµε… -να δακρύζει; συµπλήρωσε άλλος µέσα σε χαχανητά. Τότε, µε µιας η γαλήνη εξαφανίστηκε απ’ το πρόσωπο του Ασηµούλη, δυο κάθετες ρυτίδες αυλάκωσαν το ανάµεσο των πάλλευκων φρυδιών του, ενώ τα µάτια του, θολωµένα ακόµη από το δίσκο του ήλιου, στράφηκαν προς τους νέους. -Φύγετε! Φύγετε από εδώ! φώναξε κι άνοιξε βήµα προς το µέρος τους. Η παρέα πνίγηκε ξανά στα γέλια κι έκανε κάµποσα µέτρα πίσω. Ένα κορίτσι - το µοναδικό ανάµεσά τους - έσκυψε και µάζεψε από κάτω µια πέτρα. Τα χείλη της σχίστηκαν στα δύο χαµόγελο… -Το βλέπεις αυτό γεράκο, ε; Το βλέπεις; Ένα µου διαµαντοδάκρυ είναι, από τα δικά µου τα µάτια χυµένο. Παρ’ το λοιπόν! Στο χαρίζω! είπε και τίναξε το λεπτό της χέρι µε δύναµη προς τον Ασηµούλη. Η πέτρα τον βρήκε στον αριστερό του κρόταφο. Βουητό…Από ψηλά, το συννεφάκι -άλογο χλιµίντρισε φοβισµένο κι έπειτα διαλύθηκε σ’ άπειρα κοµµάτια. (Το µόνο που θα απέµενε απ’ αυτό, απαλά σχηµατισµένο, για κάµποσο ακόµη, θα ήταν ο αχνός που ’βγαζε κάθε τόσο απ’ το στόµα του, µήπως ζεσταίνονταν καθόλου οι παγωµένες καρδιές των νέων.) Ψηλάφισε την πληγή του µε τα δάχτυλα - αίµα…(Πόσες κραυγές ηδονικές να ’χε βγάλει ως τα τότε το κόκκινο του ηλιοβασιλέµατος στη συνουσία του µε το µοβ;…) Έπεσε κάτω ζαλισµένος. Τι περίεργο! Η γη µοσχοβολούσε χαµοµήλι - κι ήταν αυτή η πρώτη φορά που το πρόσεχε…

25


Οι νέοι είχαν πια πάψει να χαχανίζουν, ενώ το κορίτσι βρισκόταν τροµαγµένο µες στην ευρύχωρη αγκαλιά ενός αγοριού. -Γρήγορα, να φύγουµε! ήταν η απόφαση. Ο ήλιος δεν έλεγε ακόµη να δύσει.

V.

Πόσο όµορφα µοσχοβολούσε το χαµοµήλι! Και τι γλυκά που ανακατευόταν η µυρωδιά αυτή µε την άλλη, του ονείρου! Γιατί, ναι, δε γελαστήκατε! Γι’ άλλη µια φορά η ασηµένια καρδιά του γεράκου, µ’ όση φαντασία ακόµη της απόµενε, έπλαθε το κορµί της ∆ιαµαντένιας, µε κόπο να δρασκελάει το κατώφλι της πραγµατικότητας και να σκαρφαλώνει πάνω στο λόφο, για να δουν µαζί τον ήλιο να ξεψυχάει. Τώρα, στεκόταν µπροστά του, µε το πρόσωπό της το παιδικό βαθιά χαραγµένο από τα σηµάδια του πόνου. Ο Ασηµούλης την κοίταζε µ’ ένα βλέµµα παράξενο, έτσι, όπως η ξαπλωµένη στο χώµα πληγωµένη αντιλόπη κοιτάζει στα µάτια τον κυνηγό που πλησιάζει για να την αποτελειώσει… -Ήρθες; τη ρώτησε µε φωνή σβησµένη. Χαίροµαι που ήρθες και πάλι. Νόµισα…,νόµισα πως δε θα προλάβαινα… Εκείνη όµως δεν µίλησε. Μόνο γονάτισε κοντά του και βούτηξε, µε προσοχή µην τον πονέσει, ένα της δάχτυλο χεριού µέσα στο αίµα της πληγής του - ύστερα, το γεύτηκε στο στόµα. -Τι είναι αυτό, που είναι τόσο πικρό;…ρώτησε τότε η ∆ιαµαντένια κι είχε τα χείλη της βρεγµένα από το κόκκινο του Ασηµούλη, µα και του ηλιοβασιλέµατος… -Η αλήθεια! Η αλήθεια, ∆ιαµαντένια, που και τους δυο µας νίκησε…, είπε µε κόπο πολύ ο γέρος κι ήσυχα σφάλισε τα µατοβλέφαρά του, γέρνοντας το κεφάλι προς τον ήλιο που βασίλευε… (Ασηµούλη! Έι, Ασηµούλη, σε σένα µιλάµε, τα παιδάκια όλου του κόσµου…Άνοιξε τα γαλανά σου µάτια, τα µάτια αυτά που «σαν του περιστεριού, αντανακλούν το χρώµα τ’ ουρανού, άνοιξέ τα σου λέµε, να δεις πώς φλέγεται απ’ τη δύση του ήλιου η πλάση ολόκληρη και πώς η ∆ιαµαντένια το κεφάλι της γέρνει πάνω στην ασηµένια σου καρδιά! Αλήθεια, ετούτη τη φορά, ποιο όνειρο θα της χαρίσεις;… Άνοιξέ τα, λοιπόν!) 26


Ο Ασηµούλης ήταν ήδη νεκρός. Όµως, το πλάσµα εκείνο της φαντασίας του, η ∆ιαµαντένια, ήταν ακόµη εκεί, σκυφτή πάνω στη σταµατηµένη του καρδιά, ελπίζοντας πάλι πως θ’ ακούσει κάποιο ασηµοκτύπηµα µαγικό κι ευθύς ο Ασηµούλης της θα σηκωθεί, χωρίς αίµατα στο κεφάλι, για να δει µαζί της ένα ακόµη ηλιοβασίλεµα… Όµως, ησυχία…Αβάσταχτη ησυχία…Το µόνο ίσως που ακούγεται, ο ανεπαίσθητος θόρυβος των διαµαντένιων δακρύων, έτσι καθώς κατρακυλούν από τα µάτια του κοριτσιού, που η µορφή του αργά-αργά διαλύεται… Ο ήλιος, έχει για όλους µας πια βασιλέψει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αυτή ήταν η ιστορία του Ασηµούλη και της ∆ιαµαντένιας. Μερικοί πιστεύουν πως ο λόφος πάνω στον οποίον πέρασε ο Ασηµούλης όλα του τ’ απογεύµατα, υπάρχει ακόµη και σήµερα…κι η εκκλησίτσα που βρίσκεται πάνω στο λόφο, πως έχει ονοµαστεί «Παναγιά η ∆ιαµαντένια». Κ�� ακόµη λένε πως αν κάποιος νέος, ερωτευµένος άνθρωπος περάσει από εκεί κι είναι η ώρα που ο ήλιος βασιλεύει, άθελά του, δακρύζει ακατάπαυστα. Κι είναι το κάθε του δάκρυ µια αληθινή διαµαντόπετρα!

27


ΠΑΡΑΜΥΘΙ ∆ΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

Ι Σε ξεχασµένη εποχή, στο βάθος της λήθης ή και της σηµερινής µας άγνοιας, καταµεσίς στην πεδιάδα των χαµογέλιων της ζωής, απλωνόταν µια πολιτεία τεράστια, µε καθαρά στενά σοκκάκια, ζεστά σπιτικά, και το σπουδαιότερο, µε πολλά παρθένα ζευγάρια µάτια χωρικών, που δε γνώριζαν απ’ τη ζωή παρά µονάχα τη σπλαχνική πνοή της που φυσούσε µες στις καρδιές χαρίζοντάς τους, έλεγες, την αιωνιότητα. Οι στιγµές στη χώρα αυτή µε γρήγορο ρυθµό περνούσαν· σηµάδι σταθερό κάθε σύντοµα βιωµένης ευτυχίας. Κάθε µέρα οι χωρικοί δουλεύαν στο πολυβασανισµένο χώµα επάνω, σπέρνοντας µέσα του όλες τις ελπίδες και τα όνειρά τους. Και ποθούσαν ν’ανθίσουν, να καρπίσουν...κι έτσι φάνταζε η γη στα ανυποψίαστα µάτια τους σαν µια ετοιµόγεννη γυναίκα· δε θ’ αργούσε να φέρει στον κόσµο τους ποθητούς απογόνους, συλλογίζονταν. Μα ξαφνικά η ζωή έπαψε να χαµογελά, συννέφιασε το πρόσωπό της, τα παιδιά της µάνας γης πεθάναν πριν τη γέννα κι η πεδιάδα των χαµογέλιων στη στιγµή µετατράπηκε σε θλιµµένο, σκοτεινό τοπίο. Στην πολιτεία άρχισε να βρέχει µια βροχή που έπεφτε στο ρυθµό του θανάτου. Κι ο θάνατος κι η σκοτεινιά και τα νεκρά παιδιά δεν ήταν άλλο από µια εξουσία τυραννική. Με το θάνατο του προηγούµενου καλόκαρδου ηγέτη της χώρας, άρχοντάς της έγινε κάποιος σκληρός, τρισάθλιος του στρατού αξιωµατούχος. Οι χωρικοί τον είπαν: «τύραννο». Κι είχε η λέξη αυτή πριονωτά δόντια και πόναγε η γλώσσα τους κάθε που την προφέραν. Η πολιτεία άρχισε να κόβεται στα µέτρα του πόνου. Κι ολάκερη σιγά-σιγά γινόταν µια κραυγή στο στόµα της παγκόσµιας απελπισίας. Οι χωρικοί τώρα δουλεύαν περισσότερο µα µε λιγότερη όρεξη. Και δε σπέρναν πια στη γη ελπίδες κι όνειρα· µόνο την πότιζαν µε ιδρώτα και δάκρυα. «Με τέτοιο νερό ποιος σπόρος θα πιάσει;» συλλογίζονταν κακόκεφα. Τα σπιτικά τους είχαν αδειάσει από αγαθά. Άρχισε ο κόσµος να πεινά, ενώ η εξουσία ρευόταν τον κόπο των πεινασµένων.

28


Ο καινούργιος βασιλιάς έβλεπε την πολιτεία να υποφέρει κι έσκαγε στα γέλια, χαϊδεύοντας µε τα παχουλά του δάχτυλα τη γεµάτη κοιλιά του. «Η πείνα σας, δική µου χορτασιά... κι ο κόπος σας δική µου τεµπελιά. Να ο νόµος της εξουσίας µου!», βροντοφώναζε µονάχος µέσα στο αρχοντικό του. Από τότε οι στιγµές περνούσαν αργά, πολύ αργά. Ένα παλιό ξεχαρβαλωµένο κάρο ο χρόνος ήταν, που κάθε τόσο τρίζαν οι τροχοί του και από πίσω το σπρώχναν µπρος όλης της χώρας οι φτωχοί χωρικοί - για να το πάνε προς τα πού;...δεν είχαν ακόµη τη δύναµη της γνώσης µες στο µυαλό τους. Μα είχαν τη δύναµη των µυώνων στα χερια τους. Κι έτσι έσπρωχαν το κάρο κι ας µην ήξεραν για πού· αρκεί οι τροχοί να γυρνούσαν, αρκεί η Ιστορία να µην έµενε αιώνια λυπηµένη στο κατώφλι του σπιτιού τους. Πάνω σ’ένα κλαδάκι όνειρο µες στην καρδιά τους τραγουδούσε τ’οµορφότερο πουλί: η ελπίδα. (Κάτι από αυτό το τραγούδι έχει σωθεί µέχρι και σήµερα. Στ’ αλήθεια, το ακούτε;...)

ΙΙ Παλιότερα, υπήρχαν φορές που οι κάτοικοι της πολιτείας ακούγαν ξηµερώµατα να τους χτυπούν την πόρτα. Τότε σηκώνονταν µ’ έναν ελαφρύ φόβο στη µατιά και στων ποδιών το πέλµα· ρωτούσαν: -Ποιος είναι; Ποιος είναι; ∆εν παίρναν απόκριση. Σε λίγο ακούγαν βήµατα που ξεµακραίναν. Γύριζαν οι χωρικοί στα κρεβάτια τους µε µιαν ευχάριστη υποψία πως αυτός που πρόσµενε να του ανοίξουν ήταν ο θάνατος, που τον είχαν κλείσει απ’ έξω και δεν µπορούσε µήτε στο σπίτι µήτε στην καρδιά τους να φωλιάσει. Έτσι, λυπηµένος, άπραγος, τριγύριζε στα σοκκάκια, ζητιανεύοντας µια ψίχα ζωής για το άδειο στοµάχι του. Μα από τότε που κάθισε στο θρόνο η νέα σκληρή εξουσία, δεν ξανάκουσε κανείς κανένα χτύπο στη βραδινή του πόρτα. Κι όλοι τους ξέραν πολύ καλά αυτό τι σήµαινε. Κοιµόντουσαν µε απλωµένη πάνω στα γυρτά µατοβλέφαρά τους µια λεπτή επίστρωση θανάτου...

29


Ο τύραννος της χώρας έκανε ό,τι µπορούσε για να διασκεδάσει τη µονοτονία και τη µοναξιά της εξουσίας του. Έτσι αρκετά συχνά διοργάνωνε αγώνες µε συµµετοχή απλών, φτωχών ανθρώπων που ήλπιζαν να νικήσουν και να πάρουν τα χρηµατικά βραβεία που δίνονταν σε κάθε νικητή. Άλλοτε λοιπόν ο βασιλιάς ζητούσε να του φέρουν και να του δείξουν την οµορφότερη γυναίκα της χώρας, άλλοτε τον πιο ευτυχισµένο χωρικό (τι ειρωνεία αλήθεια...πού να τη βρεις την ευτυχία πάνω «στο πτώµα του ήλιου»· έτσι πια λέγαν την πολιτεία οι κάτοικοί της...) κι άλλοτε το γεροντότερο όλων. Κάποτε ζήτησε να δει τον πιο άδικο, τον πιο κακούργο άνθρωπο. Οι χωρικοί του πήγαν κλέφτες, βιαστές, φονιάδες...µα κανείς δεν τον έπειθε για την άµετρη κακία του. Μέχρι τη στιγµή που κάποιος ζητιάνος - κι είχε πολλούς τέτοιους τώρα η χώρα - είχε µια τολµηρή ιδέα. Ένα πρωινό παρουσιάστηκε στο βασιλιά που εκείνη την ώρα τσιµπολογούσε κόκκινες ρόγες από τσαµπιά σταφύλι, τον πλησίασε, σήκωσε µε τα κοκκαλιάρικα χέρια του ένα µακρόστενο καθρέφτη στο ύψος του προσώπου του βασιλιά και του ’πε να κοιτάξει µέσα. Ο βασιλιάς, έκπληκτος, κοίταξε µέσα στον καθρέφτη τον εαυτό του, µπουκωµένος καθώς ήταν απ’ το σταφύλι κι έσταζε έξω από το στόµα του κόκκινο ζουµί- δεν ήξερες αν ήταν από το σταφύλι ή από το αίµα των δουλευτάδων του... -Να αυτός που ζητάς! του ’πε µε µια τρεµουλιαστή, απ’ την πείνα κυρίως κι όχι τόσο απ’ το φόβο, φωνή ο ζητιανάκος. Εκείνη τη στιγµή ακούστηκε ένα δυνατό βουητό απ’ τα αυθόρµητα γέλια του πλήθους που παρακολούθησε τη σκηνή. -Να ο νικητής! Να ο νικητής! άρχισαν να φωνάζουν ρυθµικά δείχνοντας το ζητιάνο. Ο βασιλιάς σοβάρεψε, έφτυσε δυο ρόγες πάνω στον καθρέφτη που µέσα του απλωνόταν το παχουλό είδωλό του, σούφρωσε τα χείλη, έσµιξε τα φρύδια, ρυτίδωσε το µέτωπό του και διέταξε τους φρουρούς του: -Πιάστε τον! Πιάστε τον και θανατώστε τον! Η ποινή θα εκτελούνταν το ίδιο απόγευµα. Σαν ήρθε η ορισµένη ώρα, οι χωρικοί παράτησαν τα σύνεργα της δουλειάς τους, σύρθηκαν µέχρι τα σπιτικά τους. Κανείς δεν ήθελε ν’ άντικρίσει το αποτρόπαιο θέαµα.

30


Στην κεντρική πλατεία είχε κιόλας στηθεί µια εξέδρα όπου περίµενε ο κουκουλοφόρος δήµιος µε το φονικό όπλο στα χέρια του. Σε λίγο φέραν το ζητιανάκο. Ήταν ένα νιούτσικο, αµούστακο αγόρι, που η κακοπερασιά κι η µιζέρια τον έδειχναν µεσήλικα. Παρ’ όλη τη δύσκολη ζωή του ήταν πάντα αισιόδοξος κι αυθάδης µπροστά σε κάθε αδικία. Ανέβηκε µε αργά βήµατα στην εξέδρα, πλησίασε το δήµιο, έριξε µια µατιά γύρω του· πάνω στην πιο κόκκινη λιαχτίδα του δειλινού ξάπλωνε το κορµί της η µελαγχολία. Το καλοκαίρι ξεψύχαγε στην άκρη της µέρας - φθινοπώριαζε... Έσκυψε το κεφάλι. «Πρώτη φορά που σκύβω το κεφάλι!»σκέφτηκε. «Ας είναι κι η τελευταία...» Μέσα σε µια επιβλητική ησυχία το τσεκούρι σηκώθηκε, διέγραψε µια ηµικυκλική τροχιά στον αέρα κι έπεσε στη ρίζα του κεφαλιού. Το αίµα πηχτό, ζεστό, πετάχτηκε µακριά, πολύ µακριά, έβαψε τους τοίχους των σπιτιών, πέρασε από τις χαραµάδες των παντζουριών, πιτσίλισε τα πρόσωπα όλων των κατοίκων της χώρας· από τότε όλοι οι άνθρωποι της πολιτείας θα κουβαλούσαν στα µάγουλά τους κάτι κόκκινα στίγµατα, σαν έφηβοι που όλο και σίµωναν την πρώτη ερωτική τους νύχτα. Κοιταζόντουσαν αναµεταξύ τους καλά-καλά, βαθιά µέσα στα µάτια, χαµογελούσαν για το κοινό, ανοµολόγητο µυστικό τους. Η σιωπή ωρίµαζε µες στην καρδιά τους· κι ήταν, έλεγες, σαν την ανήσυχη σιωπή πριν από σεισµό... ΙΙΙ Από τότε οι άνθρωποι της χώρας αφουγκράζονταν µε προσοχή την καρδιά τους· υπήρχαν φορές που την άκουγαν να σιγοµουρµουρίζει ένα εφιαλτικό, παρατεταµένο τραγούδι πόνου, άλλοτε πάλι άναρθρες κραυγές σηκώνονταν από εκεί και προσπαθούσαν να συντονιστούν κι όλες µαζί να συλλαβίσουν µια µεγάλη, ένιωθες, λέξη· ίσως, ελευθερία. Κι έτσι καθώς έσκυβαν µέσα τους οι χωρικοί µ’ απορία αντίκριζαν κάποιον να τους κοιτάζει µε σιγουριά. «Να ’ναι αυτό το µέλλον;...Να ’ναι αυτό το καινούργιο µας πρόσωπο που ακόµη διστάζει να φανερωθεί;»,αναρωτιούνταν. Περπατούσαν στους δρόµους µε τα κεφάλια τους ασυνήθιστα διογκωµένα απ’ τις βαθιές τους σκέψεις.

31


Ώσπου µια µέρα αποφάσισαν να δώσουν τέλος στην αναµονή κι αρχή σε µια νέα ζωή· στον αγώνα και την αντίσταση. «Γροθιά στο στοµάχι της εξουσίας, να ξεράσει το µόχθο µας που τόσο καιρό µονάχη χαίρονταν!», κάποιος ακούστηκε να λέει στην πρώτη µυστική τους σύναξη. «Γνωρίσαµε τον πόνο, καιρός πια να γνωρίσουµε τη χαρά του αφανισµού του», φώναξε άλλος. Κι η µέρα εκείνη στάθηκε κρυφή γιορτή µεγάλη, γλέντι λαού πρωτόγνωρο, καθώς αποφασίστηκε ξεσήκωµα παλλαϊκό όλων των καταπιεσµένων ενάντια στους καταπιεστές τους. Το κρασί έρρεε άφθονο και πότιζε την οργή τους. Λευκό κρασί, σαν την επιδερµίδα του ονείρου...ροζ, σαν το συννεφάκι µιας περασµένης άνοιξης...και κόκκινο, σαν κι εκείνο που προαισθάνονταν πως θα ’ρθει... Ο ξεσηκωµός ορίστηκε για το χειµώνα· νύχτα των Χριστουγέννων. Θα ’πιαναν έτσι τον ανύποπτο βασιλιά και τους φρουρούς του στο φαγοπότι και στη διασκέδαση· κι άλλο πια φαγοπότι κι άλλη διασκέδαση δε θα γνωρίζαν στη ζωή τους. Ο χειµώνας µπήκε αγριεµένος γέροντας, κουτσοδόντης, µε χιονισµένα τα µαλλιά, που σαν τα τίναξε να ελαφρώσει λίγο απ’ το βάρος του κεφαλιού του, βούλιαξε την πολιτεία σ’ ένα εκτυφλωτικό λευκό. -Λευκό! ψιθύρισαν οι χωρικοί...., σαν την επιδερµίδα του ονείρου. Και ρόδ��ζε το όνειρό τους...σαν το αιµόφυρτο συννεφάκι µιας περασµένης άνοιξης. Το κόκκινο όµως δεν το ψελλίσαν παρά τη µεγάλη νύχτα των Χριστουγέννων. Μα δεν ήταν αυτό που περίµεναν. Ήτανε αίµα, αίµα κι αποτυχία... Ο στρατός είχε αποκρούσει τα εξεγερµένα πλήθη κι η τάξη είχε επιβληθεί ξανά στην πολιτεία...Πολλοί σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν· περισσότεροι όµως ήταν αυτοί που απελπίστηκαν. «Ώστε λοιπόν η αξία της ζωής δε βρίσκεται παρά στο πόσο καλά σέρνεται; Πουθενά αλλού; Πουθενά;», αναλογίζονταν θλιµµένοι κι έσερναν τα κορµιά τους ανάµεσα στα συντρίµµια της χαµένης επανάστασης. Υπήρχαν όµως κι αρκετοί που προσπαθούσαν ν’ ανορθώσουν το ηθικό των ηττηµένων επαναστατών. Έψαχναν λοιπόν αυτοί, έψαχναν για οράµατα, ουτοπίες κι ελπίδες απ’ όπου θ’αγκιστρώνονταν οι χωρικοί για ν’ αποφασίσουν έτσι νέο ξεσηκωµό. -Άνθρωποι της χώρας, αδέρφια αγωνιστές, σηκώστε λίγο το βλέµµα σας απ’ τα συντρίµµια και κοιτάχτε πώς φέγγει ο κόσµος 32


γύρω σας απ’ τις ακτίνες του µέλλοντος...Η ζωή είναι απελπιστικά όµορφη για να την αρνηθείς...Η πολιτεία µας είναι γεννηµένη µέσα στο φως· πηγή φωτός κι η ίδια. Και να ξέρετε : ό,τι µέσα στο φως γεννιέται, πολεµά το σκοτάδι!» Κι είχαν πολύ σκοτάδι τα χρόνια εκείνα. Μια µήτρα σκοτεινή η πολιτεία ήταν, που το φως µοχθούσε να φέρει στον κόσµο, πάλι γεννώντας το. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης, το µόνο που ακόµη χαµογελούσε µε του λαού το στόµα, ήταν ο πόνος· ένας πόνος συνθλιπτικός. Μα όπως και πάντα, έτσι και τότε, ό,τι συνέθλιβε το λαό, τον επαναστατούσε κιόλας. Να τος λοιπόν λοιπόν πάλι, ο ξεσηκωµένος χωρικός, µε την αγριάδα να φλογίζει ξανά το µάτι και την ελπίδα λυτρωτικά να καίει την καρδιά, µε τα γυµνά του πόδια να δρασκελάει τη γη όπου κάποτε τα πρώτα ντροπαλά του βήµατα έκανε στον κόσµο, να τος µε την αξίνα, την τσουγκράνα και το τσεκούρι στα χέρια, έτοιµος να τσακίσει ό,τι τον ίδιο τσάκιζε πρωτύτερα, να τος! Μπροστά στο βασιλικό ανάκτορο... Και να ξανά το αίµα, να µια νέα ήττα· µονάχα που ετούτη τη φορά το αίµα κι η ήττα της εξουσίας ήταν. Ναι! Ετούτη τη φορά η ώριµη ελπίδα είχε περάσει το κατώφλι της πραγµατικότητας. Ετούτη τη φορά, καθώς η ζωή ξαναπάλευε µια βαθιά ανάσα να πάρει, ξεψύχησε ο βασιλιάς! Ο λαός µπορούσε επιτέλους να ζητωκραυγάσει νικητής πια, το αγιασµένο όνοµά του. Μπορούσε επιτέλους να στεριώσει ένα καινούργιο χαµόγελο στο πρόσωπο της Ιστορίας! (Για δείτε την, τι όµορφη που είναι, σαν µας χαµογελά! Όλοι µας τη λαχταρούµε στο κρεβάτι µας, να σµίξουµε µαζί της, να µας φτιάξει γερά παιδιά : τα µελλούµενα, που κι αυτά σαν τη µητέρα τους όµορφα θα ’ναι...) Η χαρά της νίκης όµως δεν κράτησε πολύ· πρόσκαιρη ήταν. Όπως κάθε αλαφιασµένο πέταγµα της ψυχής σε ασυννέφιαστο ορίζοντα...Το χαµόγελο της Ιστορίας κι αυτό πρόσκαιρο. Γιατί στο θρόνο ανέβηκε κάποιος που δεν απέφυγε το λαό κι αυτός να βασανίσει...Τα χρόνια εκείνα πολύ άγουρα ακόµη ήταν για µια τέτοια ευτυχία: την εξάλειψη κάθε κοινωνικής αδικίας. Η µοναδική τους ίσως ευτυχία βρισκόταν στο ότι δε θα ξανάρχονταν...

33


IV Έτσι περνούσαν τα χρόνια, οι αιώνες. Κι όλα αλλάζαν. Μονάχα που ακόµη ένα δάκρυ ασήµιζε στο µάγουλο της Ιστορίας. Όλα αλλάζαν. Μονάχα που των χωρικών τα πρόσωπα ακόµη κουβαλούσαν εκείνα τα αξέχαστα, παλιά µα καθόλου ξεθωριασµένα κόκκινα στίγµατα: σύµβολα της εφηβείας και καθετί ανεκπλήρωτου, και γι’ αυτό ασυµβίβαστου. Αδικίες, ξεσηκωµοί ενάντια στις αδικίες, επιτυχίες, αποτυχίες, φούντωµα νέων ελπίδων για νέους ξεσηκωµούς ενάντια σε νέες αδικίες... Έτσι περνούσαν τα χρόνια, οι αιώνες... Κι η Ιστορία, άλλοτε χαµήλωνε σκοτεινιασµένη το πρόσωπό της - ντρεπόταν για λόγου της - κι άλλοτε αστραποβολούσε µέσα στην αέναα παροδική οµορφιά της, περήφανη νιώθοντας για τους πλαστουργούς της. Έτσι πέρασε ο καιρός. Με τους χωρικούς της παλιάς εκείνης, ξεχασµένης πολιτείας, ακόµη να σπρώχνουν από πίσω µπρος το κάρο του χρόνου, κυλώντας το ως τις µέρες µας. Με τους ανθρώπους της «πεδιάδας των χαµογέλιων» αµετανόητα αγωνιστές, αµετανόητα συνεχιστές της ζωής, µες σε παγκόσµιο σκοτάδι χτίζοντας το φως, ένα αγγελικό φωςκατάλευκο· σαν την επιδερµίδα του ονείρου- και τη ζωή να ροδίζει στα µάγουλά τους-ροζ σαν το αιµόφυρτο συννεφάκι µιας περασµένης άνοιξης-να εκτοξεύουν τα χαµόγελά τους προς ένα µέλλον σπαραχτικά κόκκινο· σαν κι αυτό που κάποτε προαισθάνονταν πως θα ’ρθει, µα που τώρα αγωνίζονται να ’ρθει...

* Το παραµύθι αυτό δεν τελειώνει εδώ. Είναι ένα παραµύθι «δίχως τέλος». Μα... αν τέλος θες εσύ να δώσεις, το µέλλον δε θα πρέπει να προδώσεις.

34


Copyright © Ι.Ν.Κυριαζής

35


36


ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ