Page 1

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

ΜΝΗΜΟΡΡΑΓΙΕΣ


Ορισµός Από µιαν άλλη γωνιά ιδωµένο το ποίηµα είναι η µακροσκελής υπογραφή του Κενού για το άγραφο κοµµάτι της σελίδας. Αν λοιπόν γράφουµε ποιήµατα δεν κάνουµε τίποτε άλλο απ’ το να δίνουµε συνεχώς διαφορετικά επώνυµα στο Τίποτα.


Ανιδιοτελείς απαιτήσεις ∆ώστε µου κίτρινο πολύ όχι σε ράβδους χρυσού αλλά σε ακτίνες ηλίου. ∆ώστε µου µία κορώνα όχι αυτοκράτορα αλλά σοπράνο. ∆ώστε µου κι ένα σκοπό όχι συνόρων µα τραγουδιού, για να δεχθώ κι όλη τη σφαίρα όχι του όπλου µα του πλανήτη.


Στρώσεις από ηλιοβασιλέµατα Τόσο βαθιά σε κοίταξα που ανοίξαν χαράδρες µες στον Παράδεισο για να περάσει το βλέµµα µου κι έφτανε λίγο απ’ το πράσινο των µατιών σου για να ντύσω τα δέντρα όλων των φθινοπώρων. Τόσο βαθιά σε κοίταξα που αναποδογύριζαν τις τσέπες τους οι άγγελοι µήπως µε βρουν αλλά τους έπεφταν άστρα και οι ψαράδες µες στα δίχτυα τους δε βρίσκαν παρά µονάχα φύκια και λίγα λόγια του Ιησού λειωµένο ασήµι του βυθού που κάποτε µαλακώνει πιότερο µες στις σελίδες της Βίβλου. Τόσο βαθιά σε κοίταξα που ξεφυλλίζοντας στρώσεις από ηλιοβασιλέµατα δε θα ξανά ’βρεις τα µάτια µου µέσα στον κόσµο.


Παίρνοντας το δρόµο των γραµµάτων. Απογοήτευσα το µηδέν και µου έβαλε µονάδα. Βύζαξα το γάλα και το µετέτρεψα σε µελάνι. Γάµησα την παλάµη µου και γέννησα µια Μούσα. ∆υνάµωσα την ένταση της σιωπής ώσπου Έκαψα τα ηχεία. Ζήτησα τον άνθρωπο ουρλιάζοντας σαν θηρίο. Ηττήθηκα από τον έρωτα κι έτσι ερωτεύθηκα τις ήττες. Θέλησα µια θάλασσα κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανίσκου µου. Ικανοποίησα την περιέργειά µου για τον κόσµο Κοιτώντας µε στα µάτια. Λάτρεψα τη βροχή γιατί µου έµαθε πώς να πέφτω. Μεγάλωσα τη λύπη µου καταβροχθίζοντας µικρές χαρές. Νύσταξα µε τις προσευχές και Ξύπνησα βρίζοντας. Οδήγησα τους πόθους µου Προς το αντίθετο ρεύµα. Ράντισα µε το αίµα µου το χαρτί για να Σταυρώσω ένα στίχο. Ταριχεύθηκα µες στη µουσική. Υποκλίθηκα στο µυρµήγκι για να του φορτώσω το δάκρυ µου. Φίλησα ένα βάτραχο γιατί δεν ήξερε να µεταµορφωθεί. Χαιρέτησα τις λέξεις που σήκωναν τα κεφαλαία τους για να δουν την τελεία. Ψύχρανε κάπως µέσα στα γράµµατα. Ώρα να ωνειρευτώ ανορθόγραφα µια καλλιγραφηµένη ζωή.


Φουλ του πάσου Οι µέρες ανακατεύτηκαν σαν τραπουλόχαρτα και µοιράστηκαν στους ανθρώπους. Τα καρό έφτιαξαν τραπεζοµάντιλο και πάνω τους οι κούπες µας γέµισαν µε καφέ. Τα µπαστούνια τα έβρισκα αµέσως παντού µα πουθενά δεν είδα σπαθιά ήτανε όλα καρφωµένα στην πλάτη µου.


Κρανιάς απόσταγµα Στη µνήµη της θείας Βούλας Να ’ρθεις να σε δω φορτώθηκα τα χρόνια και καµπούριασα τα δάχτυλα θαµµένα σε παλιά κεντήµατα το στόµα στράβωσε κι οι λέξεις δε µιλιούνται το πρόσωπο µε κλίση προς τα κάτω κλείνει ο κύκλος της σάρκας ενσάρκωση του µηδενός αν έρθεις ίσως υποχωρήσει η φθορά για λίγο οι ρυτίδες θα κηρύξουν ανακωχή στο µέτωπο τα πόδια θα υπακούσουν στον ανώτερό τους, το µυαλό · αν έρθεις θα σου βγάλω κι από την κρανιά να γευτείς το αίµα απ’ τα γόνατά σου στα δροµάκια του Ζιάκα θα κατεβούν κι οι αρκούδες πεινασµένες στο χωριό όπως σου ’λεγα τότε για να τρως θα µας κοιτούν απ’ το παράθυρο και θα θαµπώνουν τα χρόνια µας από τα νηστικά τους χνότα αν έρθεις θα βάλουµε να µη φοβάσαι τον µπάρµπα σου να χορέψει µ’ ένα µαντίλι στον αέρα να χαιρετά για όταν µε χάσει τώρα µε χάνει Να ’ρθεις όπως σ’ εκείνο το πανηγύρι του καλοκαιριού όπου τρίβονταν οι λεβέντες στις πέτρινες καρδιές των κοριτσιών κι άναβε το γλέντι κι εσύ αµάθητος απ’ το νερό του έρωτα ίδρωνες σε µια γωνιά το αριθµητήρι του θερµόµετρου µοιάζεις τόσο του αδερφού µου θέλω στα µάτια σου να τον αποχαιρετήσω θέλω στα µάτια του µπροστά τα µάτια µου να κλείσω ∆εν ήρθες κι οι αρκούδες κάθε νύχτα θα κατεβαίνουνε στο µνήµα για να ξεχάσουνε την πείνα τους γλείφοντας το µέλι των παραµυθιών. Συνήθισα πια να σαβανώνω τους νεκρούς µε ποιήµατα.


Κι εσύ, Εγώ υπόγειο Πώς περνάει ένα σπίτι από πένθος σε πένθος; Ποιος θα πατήσει το πατάκι του τελευταίος; Ο ένας να στηρίζει τον άλλο, λες, µα εφάπτουν τις ράχες τους µόνο βιβλία… Τα έπιπλα σε µετακοµίζουν στο ακίνητο παρελθόν καθρέφτες καλογυαλισµένοι σου κρύβουν τους νεκρούς καθρέφτες κακοαναθρεµµένοι σ’ αυτούς σε φανερώνουν. Πίσω απ’ την πλάτη σου ανέκφραστος ο πατέρας σε ακολουθεί σειρά σου να τον κλειδώσεις εσύ τώρα στην αποθήκη σκάνε ανεξήγητα τα λάστιχα των ποδηλάτων χαλά ο ιστός της αράχνης στο πέρασµά σου αγγίγµατα απαλά µιας κατεδάφισης δε βαριέσαι θα βρει κάπου αλλού να στήσει την ενέδρα του το δάκρυ µες στην πανσέληνο του φακού σου φέγγεις και φεύγεις. Κι εσύ, Εγώ υπόγειο, µε τον αέρα του ιδιοκτήτη σταµάτα να χτυπάς οκτάωρα καθαριότητας σε σπίτι που είναι βουλιαγµένο στους ρύπους του ρολογιού…


Παιδικά Χριστούγεννα Χριστούγεννα Κάτω απ’ το χιόνι σκεπασµένα τα παιδικά Χριστούγεννα τα ξεθάβεις όταν σ’ επισκέπτονται τα εγγόνια τους κάτι γιορτές που µπουσουλούν γύρω απ’ το δέντρο και ποτέ δε φτάσαν στην κορφή του να στεριώσουν το αστέρι -γι’ αυτό ψηλώνει τέτοιες µέρες η νοσταλγίαµόνο σου δίνουν σπασµένες µπάλες να στολίσεις παροπλισµένα στρατιωτάκια καµηλιέρηδες τσαλακωµένους Αγιοβασίληδες που ζητιανεύουν ένα άδειο κλαδί να αιωρούνται µε κρυµµένο το σκοινάκι τους και µια φάτνη από έκτρωση παρθένας µνήµης παιχνίδια αγορασµένα από κλεµµένα κάλαντα µέσα στο τζάκι τσιτσιρίζουν απανθρακωµένες παπαδιαµάντειες Πρωτοχρονιές Λάµψεις στο βλέµµα απ’ τα πολύχρωµα φωτάκια που αναβοσβήνουν σα να σου κλείνουνε το µάτι τα Χριστούγεννα που θα σου κλείσουνε τα µάτια. Πώς να γιορτάσεις µε τον άγγελο του θανάτου σου ριζωµένο στη µέση του σαλονιού…


Κι αν µου πυροβολήσετε Κι αν µου πυροβολήσετε τα όνειρα δε θ’ ανησυχήσω γιατί τα όνειρα τρέχουν γρηγορότερα κι απ’ τις σφαίρες σας τόσο γρήγορα που µέχρι τα όπλα σας να εκπυρσοκροτήσουν αυτά θα είναι πια στάχτη. Κι αν µου πυροβολήσετε τη ζωή και πάλι δε θ’ ανησυχήσω γιατί η ζωή τρέχει γρηγορότερα κι απ’ τα όνειρα τόσο γρήγορα που µέχρι τα όπλα σας να εκπυρσοκροτήσουν κάποιος γέρος θα φυσήξει τη στάχτη των ονείρων του στα µάτια σας κι έτσι τυφλωµένοι θα ’ναι πια σίγουρο πως θ’ αστοχήσετε.


Μικρές Αχερουσίες Ποτιστικό γοργά περιστρεφόµενο µας πιτσιλά ο θάνατος και πώς να υπολογίσεις τη σωστή στιγµή για να περάσεις µεταξύ δύο ριπών του… Κι όσο το σκέφτεσαι τα πόδια σου περικυκλώνουν µικρές Αχερουσίες.


Στο θεµέλιωµα των ερειπίων Τα παραµύθια που σου χάρισα µην τα διαβάζεις πριν να κοιµηθείς. Μπορεί από µέσα τους να βγουν δράκοι και µάγισσες στις εντολές µου να υπακούν ως το ταβάνι να πηδούν ως τ’ όνειρό σου να βυθίζονται και στα σεντόνια να χωθούν δίπλα και µέσα σου όσο εσύ θα ονειρεύεσαι τον πρίγκιπα να σε φιλάκαι θα ξυπνάς, αλίµονο, µ’ ένα σφαγµένο πετεινό ανάµεσα στα πόδια σου. Στο γκρέµισµα του έρωτα θέλω γερά να είναι τα θεµέλια.


∆ελτίο δύσεων της 24/3/2011 Ζώνη απαγόρευσης πτύσεων προς τις εξέδρες τα µάτια της Ελίζαµπεθ παίζουν ξανά την Κλεοπάτρα χιλιάδες οι αγνοούµενοι στην απονιά του κόσµου κι είναι το νέφος που έρχεται ακίνδυνο σαν µαλακό µαχαίρι ∆εν έχει ανάγκη η Ελλάδα σύντοµα θα την ελεήσουν στη σύνοδο κορυφής τους τα χελιδόνια.


(Π)νεύµατα Το φεγγάρι - άλλοτε σαν ψιλή πάνω απ’ τους ανθρώπους κι άλλοτε σαν δασεία πάνω απ’ τους Αγίους...


Ν’ αστράφτω µέχρι Μνήµη Π.Κ. Μη φοβάσαι τα µάτια µου που κιτρίνισαν αιµορραγούν χρυσάφι απ’ τις στοές του ήλιου εξορυγµένο απ’ τις φυλές των φύλλων διυλισµένο χρυσός ατόφιος εικοσιτεσσάρων αντίο χωρίς προσµίξεις µυξιάρικης αθανασίας χτυπηµένος στο µαλακό µέταλλο του έρωτα µε όλα τα πιστοποιητικά δάκρυα γνησιότητας Μη φοβάσαι τα µάτια µου που κιτρίνισαν εκρήξεις φωτός που εκτινάσσουν πίδακες βλέµµατος είναι οι νοσοκόµες σαν παθιασµένοι χρυσοθήρες κυνηγούν τις φλέβες µου φλέβες χρυσού, βλέπεις όµως εσύ µη φοβάσαι και µίλα µου είναι ψέµα πως κι η σιωπή είναι χρυσός ένα ανθρακωρυχείο που µας καταπλάκωσε είναι όταν σωπαίνουµε δες πώς πέφτει χώµα στο πρόσωπό µου όταν σωπαίνουµε άκου πώς τραυλίζει sos το φεγγάρι - και το φεγγάρι κίτρινο είναι γιατί το πήρα µαξιλάρι µίλα µου λοιπόν ν’ ανασυρθώ στο φως θέλω ν’ αστράφτω µέχρι να µε ξετρυπώσει το γεωτρύπανο του θανάτου.


Εσπερινό Έβγαλε άδεια για την ανέγερσή µου η άνοιξη αφού λάδωσε πρώτα την ευφορία τώρα κάτω απ’ τα πόδια µου δένει κλαράκι απογεύµατος το τιτίβισµα της φωνής σου απ’ το ασύρµατο δέντρο και δε θα µε ρίξει στο χώµα παρά µόνο η µακρύκαννη σιωπή σου γιατί έτσι βραδιάζει στην αγάπη σαν τερµατισµός κλήσης σε αναπάντητα µάτια


Έχω Έχω ένα ήσυχο πένθος από παράδροµο παράδεισου κι ένα µονοπάτι φιδάκι Παναγίας ανάµεσα στα στήθη σου µια πλάγια γραφή απ’ τη γυαλάδα της πλάτης σου που µου βαραίνουν τα µάτια και δε σηκώνεται η νύχτα που µου βαραίνουν τη νύχτα και δε σηκώνονται τα µάτια έχω και τα από µάνας αγκαλιά όσα γλιστρήσαν χρόνια το λάδι βλέµµα του πατέρα πριν το ταράξει η τρίαινα κι από το σπίτι που γκρεµίστηκε τη σκόνη του για δέρµα που µε φυσούν τα όνειρα και µε σωριάζει ο ήλιος που µε φυσά το φως αλλά µε σβήνει ο ύπνος.


Τάχα τυχαία Είχε το πράσινο φουντώσει απ’ τα φιλιά µας και µια κορφούλα θέλω καψαλισµένη έπεφτε γύρω µας χνούδια από χάδια κλέφτες φύσαγα πάνω σου οι φοίνικες τρυπούσανε τον ουρανό κι έσταζε άνοιξη απ’ τα µάτια σου στα αιωνόβια πλατάνια βγάζαν τη γλώσσα οι στιγµές µας κι η χλόη πότιζε µε ησυχία τα βήµατά µας έτριζαν πόθο τα παγκάκια για τους ίσκιους µας µια ζάλη χρώµατα µας γυροφέρναν τα παρτέρια και για να κρατηθούµε έγειρε προς τον κήπο σπλαχνικά το καφενεδάκι που καθήσαµε τάχα τυχαία.


Από Παπαδιαµάντη πένα Φώναζε ο αδερφός φωτιά κι οι σκάλες µπερδεύονταν ένα κουβάρι στα πόδια του το στόµα του σπιτιού ξέρναγε µαύρο εµετό ο καπνός έσµιξε µε τη νύχτα και γέννησε πανικό το κάψιµο στο λαιµό πρόγευση κόλασης αδύνατο να προχωρήσεις µονάχα πίσω για να ζήσεις κι όλα τα ρούχα σε µια πρόπλυση στάχτης η ανάσα κοµµέ νήµατα φόβου ένωσαν πριν αγνώστους -η µάνα; -στην εκκλησία -δόξα σοι ο Θεός στους δρόµους αναβόσβηνε το επείγον των σειρήνων σαν δοκιµαστικό Χριστουγέννων ανακατεύτηκαν οι γιορτές µε τα εντόσθια του πλυντηρίου στον κάδο έσβησε το σκοπό του ένας µικρός τυµπανιστής δεν έµενε παρά να δουν τα µάτια της την καταστροφή µα εκείνη ερχόµενη από Παπαδιαµάντη πένα σαν έφτασε από κάτω µοίρασε τον άρτο σε πεινασµένα µάτια και µπήκε να προσευχηθεί µπρος σε σβηστό καντήλι.


Τα χρόνια Τα χρόνια βύθισµα χεριού στην άµµο κι ό,τι σου φύγει θάλασσα σαλεύει το χαλάκι δέρµα σου ο άνεµος πετάνε χνούδια τα όνειρά σου ολόγυρα µε τέτοιο χιόνι να σε σκεπάσει ο ύπνος να σ’ ανταµείψει κάτασπρα σεντόνια κι ό,τι σε πάρει σπέρµα του τα χρόνια φύλλο βιβλίου που µαράθηκε κίτρινο απ’ την αναιµία των λέξεων του φθινοπώρου το ευαγγέλιο ίσα να το κρατά µία κλωστή το βλέµµα σου κι ό,τι το πάρει αθάνατο τα χρόνια ξαφνικό του λεπτοδείκτη έµφραγµα ανακοπή της κυκλικής ανάσας του σε 24ωρη όλες οι ώρες απεργία να το κουρντίζει ο χτύπος της καρδιάς σου κι ό,τι αρχίζει τέλος σου. τα χρόνια βάζο µε χρυσάνθεµα κι ό,τι χρυσίζει σπάσιµο.


Το κύµα Της θάλασσας είµαι ανήµερο κύµα που θέριεψαν άλλα φερµένα απ’ τα βάθη και δώσαν σε µένα πανάρχαια σκυτάλη την άγρια ορµή τους να µην ξεθυµάνω και τόσο ταξίδι του κάκου µην πάει... Η χαίτη µου αφρίζει περήφανη ωραία µε στάλες ραντίζει ψηλά τον αέρα κι οι οπλές µου ξαφνιάζουν βυθό κοιµισµένο την ώρα µε φόρα που ορµώ προς τα νέφη στη γη µε γυρνούνε γαµψώνυχων ράµφη... Στεριές µε τ’ αδέρφια µου να κατακτούσα να πνίγαµε όσους συρθήκαν σκουλήκια να πλέαν εντός µας ζητιάνοι και κλέφτες και το βουητό µας τους γόους να σκεπάζαν µα είµαι µονάχο και γύρω γαλήνη... Τουλάχιστον νά ’µπω στην πλώρη του πλοίου που αισθάνοµαι όλο να µε πλησιάζει σαν φόβος να ζήσω στα µάτια του ναύτη κι αργότερα αλµύρα σ’ απόµαχο δάκρυ αλλά η καρίνα στα δύο µε σχίζει... Αν έγλειφα ίσως γλυπτό σώµα κόρης που µια παραλία θα µου ‘χε χαρίσει µετά, θα µπορούσα, τον άγριο οργασµό µου γαλήνιο να σβήσω κι υποταγµένο στα πόδια σας που ‘χουν στην άµµο βουλιάξει...


Αντί φιλιού Έχεις δει ποίηµα να κλαίει διάψευση των λέξεών του; κλειδώνει τα χέρια του και δεν ξαναγκαλιάζει δεν έχει πρόσωπο να σε κοιτάξει ξαπλώνει στο χαρτί και σου γυρνά την πλάτη όποια ηδονή είχε να σου δώσει, την έδωσε κι όλο φωνάζεις πως θα το χωρίσεις από τ’ άλλα, πως θα το σκίσεις, µα αυτό αδιάφορο κοιµάται τον ύπνο του µαταίου βέβαιο πως θα το γλυκοξυπνήσεις την άλλη µέρα µε το αντί φιλιού ξεφύλλισµά του.


Σε κήπο από αφές τα χάδια µου χαράχτηκαν στη φλούδα του κορµιού σου Κι άξαφνα µπήκα σε κήπο από αφές µυστικά περάσµατα µ’ έβγαλαν σε ξέφωτο δέρµα µε πέταλα ουρανού πεταµένα ολούθε και µια γαρδένια θάλασσα να πνίγοµαι σ’ αρώµατα το γεφυράκι σώµα σου µε πέρασε στο αθάνατο κι έκοψα τα σκοινιά να χάσει η επιστροφή το δρόµο της κι ο θάνατος το χρώµα του και µόνη να µαυρίζει γύρω µου σε ίλιγγο δαχτύλων η γύρη της αβύσσου .


∆εν κάνουν όπισθεν τα µάτια Στη µνήµη της Σοφίας Ένα χαµόγελο υπόστεγο σαν ρίζα τετραγωνική της θλίψης δυο µάτια πολλαπλάσια της καλωσύνης κι ένα δέκατο φωνής που διαιρεί τον Άδη σε φρέσκο µνήµα και παλαιά µνήµη πίνεις το αίµα της σιωπής και ζωντανεύεις για να µπορείς ακέραια να κλαις για τα παιδιά σου που σε κλαίνε και όπως πάντα πρόθυµη µου µαθαίνεις το δρόµο, Σοφία απ' το µπαµπάκι που µπούκωσε το στόµα της Κωπαΐδας Όµως δεν κάνουν όπισθεν τα µάτια σ' αυτό το αδιέξοδο δακρύων *Κι εδώ µε τη συνέπεια δασκάλας στο πρώτο χτύπηµα του κουδουνιού σκυφτή στον αγιασµό σου...


Άνεργος κλέφτης ∆ε βρήκε κανέναν µέσα ούτε χρήµατα ή τιµαλφή µονάχα έπιπλα φτωχικά λίγα ρούχα στη ντουλάπα πολυφορεµένα η σκόνη πρόδιδε την εγκατάλειψη και το ψυγείο πάγωνε µόνο το πρόσωπό του καθώς το άνοιγε στρωµένη στην εντέλεια η απογοήτευση πάτησε πάνω της και πέρασε µα τι περίµενε να βρει σ’ ένα σπίτι που τόσες φορές είχε γδύσει; Ξάπλωσε στο κρεβάτι και υποδύθηκε τον ιδιοκτήτη στα µατωµένα σεντόνια του.


Φιλήδυπνο Φιλήδυπνο Στη σκιά µιας συκιάς αν κοιµηθείς λένε βαριά θα πέσουν στο κεφάλι σου τα πέλµατα του ύπνου. Γεµίζουν γάλα τα όνειρα κολλάνε κάτω από τα µάτια σου και δεν µπορείς να τ’ ανοίξεις. Νωχελικές γυναίκες µαλακές σαν το δέρµα του σύκου σκίζουν στα δυο την κατακόκκινη σάρκα τους και στην προσφέρουν. Όσες δεν πρόλαβες ώριµες πέφτουν µες στη Λήθη ώσπου ξυπνάς µ’ ένα κοιµισµένο σκουλήκι στο στόµα.


Ωδή στης ηδονής τη δύση Στην αφή µου αφήσου ν’ αυλακώσω µε τις ρυτίδες σου το ποίηµα και να του σπείρω µιαν άνοιξη σκαµµένου δέρµατος Μα στην ήβη σου κρύβει ο ήλιος ακόµη τη νάρκη του ναρκοµµένα τα δάχτυλά µου αποσύρονται απ’ το φιλοδρέπανο στάχυ σου Στάχτη που έσταξες πάνω στα χείλη µου νεκρό αηδόνι ηδονής... Μακελάρης ο έρωτας πόσα κορµιά θα διαµελίσει µέχρι να φτιάξει µια καρδιά που θ’ αγαπάει αιώνια;


∆εν έχω άλλο βασίλεµα να σου δώσω Ο χρόνος είναι άκαµπτος ξυλιασµένο κοµποσκοίνι στα χέρια νεκρού µοναχού Ο χρόνος είναι άδειος γεµάτος απόρθητους πόθους κι ατέλειωτες τελείες. ∆εν παίρνουν από λόγια τα ρολόγια. Γι’ αυτό σου λέω άσε το παρελθόν ήσυχο να µεγαλώνει Μόνο του θα βρει την άκρη του το χάος. (Το βασίλειό µου το έχτισα στο βασίλεµα του ήλιου Και αν µέχρι τον ουρανό ανέβηκα ήταν για να ’χω θέα µου όλους τους τάφους.)


Ήρωας να σου πετύχει... Γύρω µου σφυρίζανε οι στίχοι έβλεπα τους άλλους να κρατούν τα σωθικά τους έξω και να φωνάζουνε « αέρα » στην πρώτη γραµµή υποχωρούσανε ατάκτως οι λέξεις κι εγώ ναρκωµένος παραπατούσα µέσα στο ναρκοπέδιο είχε χάσει κι ο Θεός τον ουρανό κάτω απ’ τα πόδια του Παναγιά µου βόηθα τον, φώναζε, κάποια στιγµή, ένιωσα πως την πάτησααυτό ήτανε, είπα και κοκκάλωσα µέσα στο έτοιµο να εκραγεί Ποίηµα.


Τα χυµικά του Έρωτα Χάιδεψα τον ουρανό και ανατρίχιασε βροχή κι άδειασε πάνω µας το βιος του για να µας κάνει αχθοφόρους της αγάπης. Οι άλλοι, δυσκοίλιοι στην πίκρα τους αφόδευαν τις ειδήσεις της ηµέρας. ∆ίπλα η εκκλησία διανυκτέρευε για τους λασπωµένους της αγγέλους κι εσύ ντυµένη µόνο µε το φως των αστραπών κι εσύ κυνηγηµένη και στις πέντε ηπείρους των αισθήσεων µου άνοιγες στο δέρµα πόρους να περάσει η άνοιξη... Όλο το βράδυ άστραφτα καθώς τα µάτια σου άδειαζαν τον ουρανό τους στο διψασµένο µου σώµα. Τώρα κανείς δεν µε αναγνωρίζει µιας και γυρνώ στον κόσµο παραµορφωµένος από τα τόσα χυµικά σου.


Πουθενά δεν είσαι Μαζεύτηκαν από πάνω µου όλα τ’ άστρα και µ’ έραναν µε σκοτάδι. Πουθενά δεν είσαι σαλπάρει η Σαλαµίνα για τ’ ανοιχτά του φεγγαριού σαλπίζει ο άνεµος το σιωπητήριο της θάλασσας σαλτάρουν οι νότες απ’ τον πέµπτο του πενταγράµµου πουθενά δεν είσαι σκίζεται ο καιρός για να περάσει η µνήµη σκοράρει το Μηδέν στο τέρµα του Ενός σκουντουφλά ο άγγελος πάνω στις κλειστές του φτερούγες κι ο θεός τριγυρνά ανάµεσα στις λέξεις σου απελπισµένος που δεν υπάρχει πουθενά δεν είσαι µέσα στο ποίηµα αυτό που µαστιγώνει τις σιωπές του για να κραυγάσει η αγάπη. (Μου ’γινε η Άνοιξη ανοιχτή πληγή που βιάζοµαι να κλείσω.)


Προς Ανατολάς Εύκολα χάνοµαι στους δρόµους µικρός έµαθα µ’ ένα ποίηµα τα σηµεία του ορίζοντα: “Μπροστά µου είναι η Ανατολή και πίσω µου η ∆ύση...” ένιωθα τότε µια σιγουριά πως δε θα χαθώ από τότε αγάπησα τα ποιήµατα όµως προπαντός µ’ αυτά χανόµουν... Τώρα ρωτώ και ξαναρωτώ για την ταυτότητα οικείων τόπων που µου ’πεσε από τη µνήµη µα πώς γίνεται; άγνωστες διαδροµές µε όλα τα σηµεία τους γνωστά να ρωτώ και να ξαναρωτώ ξένες περαστικές φιγούρες το φίλο τον αδερφό τη µάνα µου πώς θα φτάσω σπίτι έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού µου βλέπεις δεν είµαι σαν το Χρόνο που βρίσκει το δρόµο του στις χαµένες µας ζωές.


Η στάθµη της απουσίας σου Παράθυρο ανοιχτό σε νυχτερινή θάλασσα αλειµµένος µε αντινοσταλγιακό υψηλής προστασίας Μαυρίζω απ’ το σκοτάδι που έµεινε στη θέση των µατιών σου Η βουή των κυµάτων χύνεται από τους έλικες του ανεµιστήρα και πληµµυρίζει το δωµάτιο Τα δάχτυλα του ενός χεριού µου έξω απ’ το κρεβάτι γλείφουν το νερό που ανεβαίνει Τα έπιπλα επιπλέουν ήσυχα κι αγγίζονται µεταξύ τους Αναπνέω αργά και σκάνε φυσαλλίδες στο ταβάνι Η µουσική µε τραβά απ’ τα µουσκεµένα µαλλιά µου για να σωθώ µα παρασυρόµαστε κι οι δυο, νότα τη νότα, προς το τέλος µας Απ’ έξω τα τριζόνια απλώνουν τη φωνή τους να πιαστώ Αλλά τίποτε δε σταµατά αυτήν την επικίνδυνη άνοδο στη στάθµη της απουσίας σου...


Παλιλλογίες Πάλλω πάλι το απαλό για να θωπεύσω το φλοιό του ανθρώπου απεκδύοµαι τη δύση λάφυρο στα νύχια µου το νυχτικό της Νύχτας στάζουνε στίχοι απ’ τις στητές της φλόγες γέµισα καταχείµωνο θαλασσινές ρωγµές κι Αύγουστοι τερετίζουν στις τσέπες του παλτού σαν µέσα σε σπιρτόκουτο τζιτζίκια σαν µέσα στο ξαφνιασµένο ποίηµα αµέριµνη Εσύ.


Κρεµάλα Κι έτσι που έψαχνα τα γράµµατα και αποτύγχανα σιγά - σιγά σχηµατιζόµουν στο χαρτί γιατί η ποίηση µε το παιχνίδι της κρεµάλας µοιάζει. - ∆οκίµασε το «άλφα», το συναντάς πιο συχνά µιας κι είναι η κραυγή του πόνου µα και του θαυµασµού... Κάτω απ’ τα πόδια µου µπήκαν ήδη τα κούτσουρα και φοβισµένος µην η φωτιά ανάψει θ’ αργήσω πολύ µέχρι το άλλο ποίηµα...


Αντί επιλόγου Κι ας ξεφυλλίζω Κάθισα πάλι τα ποιήµατά µου να ξεφυλλίσω να τρίξουν ξεραµένοι στίχοι στο πάτηµα του βλέµµατος η θύελλα της έµπνευσης µπας και ξεσπάσει µα φύλλο δεν κουνιέται κι ας ξεφυλλίζω τουλάχιστον τον εαυτό µου να εποπτεύσω όταν τα ’γραφα τις ασθενείς πνοές µου που ενίσχυε ο άστατος καιρός ν’ ακροαστώ - κι ας µην είναι από χιόνι λευκές οι σελίδες έχουν πολλά να σου πουν για τον καιρό µα φυλλοκάρδι δε θροΐζει κι ας ξεφυλλίζω αναχωρώντας απ’ τις λέξεις σε µνήµες ν’ αφιχθώ σε σταθµούς που κανείς πια δε µε γνωρίζει µα τι θέλω και µπλέκω συνεχώς µε αγνώστους φαγωµένα απ’ τη λήθη πρόσωπα γιατί να συµπληρώνω τι κυνηγώ τις χαραµάδες του χρόνου µ’ άρρωστο φως να επουλώνω τόσο ζεστό όταν µε κρατά στο σκοτάδι των σπλάχνων του το συρτάρι;... Υφήλιος σιωπή κι ας ξεφυλλίζω.


Τα ποιήµατα της συλλογής είναι επιλογή από τη Χρονοθύελλα (2012) Copyright © Ι.Ν.Κυριαζής

Μνημορραγίες  

Επιλογή ποιημάτων από το βιβλίο μου Χρονοθύελλα (ποιήματα 1992-2011)

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you