Issuu on Google+

ΚΡΙΤΙΚΗ/ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΕΚΜΙΔΕΥΙΗ: 4/06,3-20

Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ Παναγιώτης Σωτήρης Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Όταν μιλάμε για τον ύστερο Αλτουσέρ, οφείλουμε να κάνουμε μια διευκρίνηση ως προς το τμήμα του έργου του στο οποίο αναφερόμαστε. Άλλωστε, η ίδια η έννοια του «ύστερου» (και σε αντιδιαστολή του «νεαρού» ή του «ώριμου») είναι ταυτόχρονα φορτισμένη και ασαφής. Σπεύδουμε, έτσι, να πούμε ότι όταν εμείς μιλάμε για τον «ύστερο» Αλτουσέρ, αναφερόμαστε σε ένα σύνολο από τοποθετήσεις του από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 και μέχρι το 1986, οπότε και ο Αλτουσέρ σιωπά οριστικά μέχρι το θάνατο του το 1990. Αυτή η περίοδος καλύπτει τρία βασικά ζητήματα, που απασχολούν τη σκέψη του και τις τοποθετήσεις του: α) το ερώτημα της κρίσης του μαρξισμού, καθώς δίνει ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στον αντιφατικό και ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της μαρξιστικής σκέψης, προβληματική που συνδυάζεται με την ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική διαφοροποίηση του Αλτουσέρ από τη στρατηγική του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος, ιδίως δε την ευρωκομμουνιστική στροφή (Althusser, 1977_ Althusser, 1977b_ Althusser, 1978_ Althusser, 1978b_ Althusser, 1978c. Althusser, 1978d). β) το ερώτημα του επαναστοχασμού της έννοιας και του πεδίου της φιλοσοφίας (Althusser, 1976_ Althusser, 1994). γ) την αναδιατύπωση της υλιστικής γραμμής και αντίληψης μέσα στη φιλοσοφία και την προβολή αυτού που ίδιος ονόμασε αρχικά υλισμό της συνάντησης (materialisme de rencontre) ή υλισμό του αστάθμητου (matérialisme aléatoire) (Althusser, 1982_ Althusser, 1994_ Althusser, 2005). Η επιλογή να σταθούμε το σύνολο αυτών των τοποθετήσεων, και όχι μόνο στα αρχικώς ανέκδοτα κείμενα της δεκαετίας του 1980, επιτρέπει να δούμε τη


Παναγιώτης Σωτήρης

σχετική συνέχεια της προβληματικής, αλλά και τη συνολικότερη πολιτική διάσταση που είχε η παρέμβαση του Αλτουσέρ, πόσο μάλλον που αυτή η πολιτική διάσταση είναι σαφέστερη στα δημόσια κείμενα του στο τέλος της δεκαετίας του 1970 σε σύγκριση με τα κείμενα της δεκαετίας του 1980. Αυτή η επιστροφή στον πολιτικό τόνο της παρέμβασης του Αλτουσέρ είναι αναγκαία, εάν αναλογιστούμε ότι μεγάλο μέρος της συζήτησης που ακολούθησε την έκδοση της αυτοβιογραφίας του (Akhusser, 1994c) και των υπόλοιπων ανέκδοτων κειμένων του έτεινε να τον παρουσιάζει είτε ως μια «παθολογική περίπτωση» είτε ως μια μετέωρη απόπειρα υπέρβασης της εγγενούς πολιτικής και θεωρητικής κρίσης του μαρξισμού. Αυτή η αντιμετώπιση χαρακτηρίζει ακόμη και συγγραφείς που δεν είναι συνολικά αρνητικά διακείμενοι απέναντι στον Αλτουσέρ, όπως π.χ. οι επιμελητές εκδόσεων και επανεκδόσεων κειμένων του στη δεκαετία του 1990, όπου η αναφορά του Αλτουσέρ στην ανάγκη επαναστατικού επανακαθορισμού της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος παρουσιάζεται ως μια περίπου «παρωχημένη» εμμονή1. Σε αυτή τη βάση, μία από τις αφετηρίες του ανά χείρας κειμένου είναι μια προσπάθεια «διάσωσης» του πολιτικού φορτίου που φέρει η τοποθέτηση του ύστερου Αλτουσέρ, ενός πολιτικού φορτίου που υπερβαίνει την προσπάθεια επανεγγραφής του είτε εντός των στενών ορίων ενός ριζοσπαστικού σπινοζικού δημοκρατισμού, είτε εντός μιας «μεταμοντέρνας» πολιτικής της συνειδητά αποσπασματικής χειραφέτησης 2 . Ταυτόχρονα, θα προσπαθήσουμε να δούμε την αντιφατικότητα της παρέμβασης του Αλτουσέρ, τον τρόπο με τον οποίο όντως θα μείνει ουσιωδώς ανολοκλήρωτη, αλλά και το βαθμό στον οποίο υπάρχουν στοιχεία συνέχεια ή τομής με το προηγούμενο έργο του.

Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ Η αναμέτρηση με το ερώτημα της κρίσης του μαρξισμού σφραγίζει όλες τις δημό-

1. Βλ. π.χ. τον τόνο του Yves Sintomer στον πρόλογο του ως επιμελητή σε Althusser, 1998. Αντίθετα, πολύ πιο επαρκής ως προς την πολιτική σημασία και φόρτιση του έργου του Αλτουσέρ είναι ο πρόλογος του G. Μ. Goshgarian στην αγγλική μετάφραση των ύστερων κειμένων (Goshgarian, 2006). 2. Κάτι που κάνει π.χ. ο Yan Moulier-Boutang, ειδικά όταν σπεύδει να τονίσει ότι ο Αλτουσέρ μετά το 1976 σπεύδει να απομακρυνθεί από τον ιστορικό υλισμό (MoulierBoutang, 1997, σ. 100).


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1

5

σιες τοποθετήσεις του Αλτουσέρ από το 1977 και μετά. Σήμερα, έχουμε μια πολύ καλύτερη εικόνα της θεωρητικής υποστήριξης αυτής της θέσης μέσα από την έκδοση του κειμένου Ο Μαρξ στα όρια του (Akhusser, 1978). Σε αυτό ο Αλτουσέρ δείχνει να κάνει μια μεταστροφή σε σχέση με τις αρχικές τοποθετήσεις του: εκεί όπου φαινόταν να υποστηρίζει την ύπαρξη ενός συγκροτημένου θεωρητικού πυρήνα στο μαρξικό έργο3 και η αντιφατικότητα αφορούσε πρωτίστως την ανάγνωση του υπό το πρίσμα «δάνειων» οπτικών γωνιών και επιδράσεων της αστικής ιδεολογίας, πλέον η αντιφατικότητα εντοπίζεται στον ίδιο τον πυρήνα της μαρξικής θεωρίας: α φ ' ενός, στη διατήρηση πολύ ισχυρών επιδράσεων από μια ιδεαλιστική-εγελιανή αντίληψη της εκκίνησης και άρθρωσης μιας θεωρίας που σφραγίζει τις διατυπώσεις του Κεφαλαίου α φ ' ετέρου, στην απουσία ενός επαρκούς στοχασμού (και στον Μαρξ και στον Λένιν) της σχέσης ανάμεσα σε κρατική εξουσία και αναπαραγωγή. Όμως, ο πυρήνας της κριτικής του αφορά κυρίως την τότε πολιτική και ιδεολογική συγκυρία εντός της Αριστεράς. Ο Αλτουσέρ σε όλη την περίοδο γύρω από το 22ο συνέδριο του ΚΚΓ (1976) δοκιμάζει να διατυπώσει με τον πιο δημόσιο τρόπο τη κριτική του στην εγκατάλειψη της έννοιας της δικτατορίας του προλεταριάτου και συνολικά την ευρωκομμουνιστική και ρεφορμιστική στροφή4. Με αυτή την έννοια, η κριτική του Αλτουσέρ στρέφεται ταυτόχρονα προς τον εντοπισμό της αναγκαστικής αντιφατικότητας τόσο του ιστορικού μαρξισμού, όσο, όμως, και του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό μπορεί να εξηγήσει, εκτός των άλλων, και την ιδιαίτερη οξύτητα με την οποία στρέφεται ενάντια σε ένα σύνολο θεωρητικών τοποθετήσεων που, κατά τη γνώμη του, νομιμοποιούν αυτή τη δεξιόστροφη μετατόπιση: α) τη λογική ότι μπορεί να υπάρξει μια ηγεμονία ανεξαρτήτως του ερωτήματος της ταξικής κυριαρχίας, άποψη που στρέφεται ενάντια στον πυρήνα της επανιδιοποίησης του Γκράμσι από την επίσημη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, στο πλαίσιο και της κατεύθυνσης του ιστορικού συμβιβασμού (Μπερλίνγκουερ, 1977). β) τη λογική ότι το κράτος δεν είναι εργαλείο ταξικής κυριαρχίας αλλά συσχετισμός δύναμης, που θα

3. Και ο οποίος πυρήνας αφορούσε τόσο την επιστημονική όσο και την επιστημολογική διάσταση του μαρξικού κειμένου, ειδικά του Κεφαλαίου, μια ανάγνωση που αποτυπώθηκε στην ίδια την έννοια της συμπτωματολογικής ανάγνωσης ενός ρητού επιστημονικού και ενός λανθάνοντος φιλοσοφικού λόγου μέσα σε αυτό (Althusser et al., 1965). 4. Βλ. σχετικά Althusser, 1977 και Althusser, 1978d. Βλ. και την ανάλυση του Μπαλιμπάρ (Μπαλιμπάρ, 1978) καθώς και το σχολιασμό της πολιτικής μάχης του Αλτουσέρ στη δεκαετία του 1970 σε Goshgarian, 2006.


Παναγιώτης Σωτήρης

είναι ο αρμός πάνω στον οποίο θα στηριχθεί η μετατόπιση του Ν. Πουλαντζά προς την «επίσημη» κατεύθυνση των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων (Πουλαντζάς, 1984). γ) την υποτίμηση της αναγκαίας εσωτερικότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να έχει το εργατικό και επαναστατικό κίνημα απέναντι στο αστικό κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του (θέση ριζικά αντίθετη προς την τοποθέτηση περί «παρέμβασης στους θεσμούς» που όρισε τη βασική στρατηγική μετατόπιση του «δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό»5). Και σήμερα, όντως, μπορούμε να πούμε ότι ο Αλτουσέρ, σε γενικές γραμμές, κατορθώνει να εντοπίσει κρίσιμους κόμβους της δεξιάς μετατόπισης του κομμουνιστικού κινήματος εκείνη την περίοδο (εν μέσω της σημαντικής ανόδου των ταξικών αγώνων και των σημαντικών αντιφάσεων της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής). Είναι, όμως, μια μάχη στην οποία ο Αλτουσέρ βρίσκεται όλο και πιο μόνος. Είτε γιατί δικοί του συνεργάτες ή μαθητές θα πρωτοστατήσουν στις μετατοπίσεις, είτε γιατί αδυνατεί να συναντηθεί με πραγματικές κοινωνικές δυναμικές που θα επέτρεπαν μια αναπροσαρμογή στρατηγικής. Η εκρηκτική συνύπαρξη της κρίσης της ρεφορμιστικής στρατηγικής6, όπως αυτή θα εκφραστεί στην ανοιχτή πορεία συνεργασίας με σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και την ηγεμονία αυτών στην Αριστερά, και της κρίσης της επαναστατικής Αριστεράς, ή της Αριστεράς του 1968, όπως αποτυπώνεται στην αποδιάρθρωση των βασικών ρευμάτων της (με αποκορύφωμα την αποδιάρθρωση της ιταλικής επαναστατικής Αριστεράς μετά το 1977), θα κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Αυτή η πολιτική κρίση της προσπάθειας του Αλτουσέρ θα επιτείνει και τα στοιχεία προσωπικής κρίσης και θα επιταχύνει, ίσως, και την πορεία προς την τραγωδία του 1980.

Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Το έργο του Αλτουσέρ από την αρχή εμπεριείχε το στοχασμό πάνω στη φιλοσοφία ως μια ιδιαίτερη θεωρητική ενασχόληση, πάνω στον τόπο και το πεδίο της φιλοσοφίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προσπάθεια του ήταν ένας στοχασμός πάνω στον αναγκαίο αλλά και αναγκαστικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας. Όταν μιλάμε για αναγκαστικό, αναφερόμαστε στην διαρκή αναμέτρηση με την

5. Για την απάντηση του Πουλαντζά στις θέσεις του Αλτουσέρ εκείνης της περιόδου βλ.

Πουλαντζάς, 1980. 6. Για την κρίση της στρατηγικής του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος στη δεκαετία του

1970 βλ. Τσεκούρας, 1987.


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1

7

εντυπωσιακή επιβίωση της φιλοσοφία��. Όταν λέμε αναγκαίο, αναφερόμαστε στο ερώτημα τι νόημα έχει σήμερα να φιλοσοφούμε; ειδικά από τη σκοπιά του μαρξισμού: εδώ βρίσκεται η προσπάθεια του Αλτουσέρ να επαναπροσεγγίσει το πεδίο της μαρξιστικής φιλοσοφίας, από το αρχικό σχήμα της μαρξιστικής φιλοσοφίας ως θεωρίας της θεωρητικής πρακτικής (Althusser, 1965), στον ενδιάμεσο ορισμό της φιλοσοφίας ως πολιτικής παρέμβασης στη θεωρία (Althusser, 1969), στη διατύπωση της προκλητικής θέσης περί της φιλοσοφίας ως ταξικής πάλης στη θεωρία (Althusser, 1973) και την παράλληλη επαναδιατύπωση της αντίθεσης υλισμού και ιδεαλισμού ως συμπύκνωσης του πολιτικού αυτού χαρακτήρα7. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, ξεκινώντας από την ιδιαίτερα σημαντική διάλεξη του για το Μετασχηματισμό της φιλοσοφίας (Althusser, 1976), αλλά και σε κείμενα της δεκαετίας του 1980 (όπως οι συνεντεύξεις του με την F. Navarro (Althusser, 1994)), ο Αλτουσέρ πάει ένα βήμα παραπέρα. Δεν υπάρχει μια συμμετρία ανάμεσα σε ιδεαλιστική και υλιστική φιλοσοφία, αντίθετα, η μορφή-φιλοσοφία αποτελεί κατεξοχήν τον τόπο του ιδεαλισμού, δηλαδή οποιαδήποτε απόπειρα φιλοσοφικής συστηματικότητας δεν μπορεί παρά να έχει το ίχνος του ιδεαλισμού και να αποτυπώνει -στην ιδιότυπη τροπικότητα του φιλοσοφικού κειμένου- το χαρακτηριστικό ίχνος της εξουσίας. Απέναντι σε αυτόν τον εγγενή ιδεαλισμό της μορφής-φιλοσοφία, μια διαφορετική υλιστική τοποθέτηση δεν μπορεί να είναι συμμετρική, αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να έχει τη μορφή μιας νέας πρακτικής της φιλοσοφίας, που δεν θα προσπαθεί να διατυπώσει συστηματικές φιλοσοφικές τοποθετήσεις, αλλά να υπονομεύσει, να αποδιαρθρώσει τις ιδεαλιστικές θέσεις. Αυτή η αντίληψη της νέας πρακτικής της φιλοσοφίας ολοκληρώνει την αρχική διατύπωση, ήδη από το 1967, της έμφασης στην απουσία αντικειμένου της φιλοσοφίας (Althusser, 1967) και την όλη προσπάθεια να παρουσιαστεί η φιλοσοφία ως μια αναδιάταξη συσχετισμού εννοιών και εννοιολογικών πλαισίων, καθαυτή άνευ αντικειμένου, «κενή» και ικανή να αποτυπωθεί μόνο στα αποτελέσματα της, διατύπωση που όρισε και την απομάκρυνση του Αλτουσέρ από την αρχική θεωρητικιστική διεκδίκηση της δυνατότητας μιας «επιστημονικής φιλοσοφίας» για το μαρξισμό. Ταυτόχρονα, αυτή η διεκδίκηση μιας ριζικά πρωτότυπης νέας πρακτικής της φιλοσοφίας ολοκληρώνει τη ρήξη του Αλτουσέρ με κάθε εκδοχή φιλοσοφικής οντολογίας ή «συνολικής» φιλοσοφικής υποστήριξης του μαρξισμού και ανοίγει έναν γόνιμο δρόμο, που δεν είναι στην πραγματικότητα ένας δρόμος απόρριψης 7. Βλ. πάνω σε αυτό το θέμα και τις σημαντικές επεξεργασίες του Pierre Raymond, 1973.


Παναγιώτης Σωτήρης κάθε εκδοχής υλιστικής φιλοσοφικής παρέμβασης, αλλά αναζήτηση του μόνου πεδίου όπου αυτή μπορεί να έχει νόημα.

0 ΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΥ Στη δεκαετία του 1980, σε μια σειρά από κείμενα, τα περισσότερα αποσπασματικά και ανολοκλήρωτα, ο Αλτουσέρ θα προσπαθήσει να επαναδιατυπώσει μερικές θέσεις πάνω σε αυτό που ορίζει ως η υλιστική γραμμή. Από τη μια θα έχουμε την επαναδιατύπωση της γενεαλογίας του υλισμού: Δημόκριτος, Επίκουρος (που ανάγεται σε βασικό φιλοσοφικό υπόδειγμα), Μακιαβέλι, Σπινόζα, Χομπς, Ρουσώ, Μαρξ, Χάιντεγγερ (Althusser, 1982_ Althusser, 1994_ Althusser, 2005). Από την άλλη, τη ριζοσπαστικοποίηση της αντιτελεολογικής κατεύθυνσης, ως βασικού γνωρίσματος του υλισμού, μέσα από την κομβική έννοια της συνάντησης. Εάν προσπαθούσαμε να πούμε ποιες είναι οι βασικές θέσεις που συνάγονται, μέσα από ένα ιδιότυπο σύνολο φιλοσοφικών μεταφορών, στις οποίες καταφεύγει ο Αλτουσέρ, θα λέγαμε ότι έχουμε: α) μια προσπάθεια να διατυπωθεί η απλή «υπαρκτικότητα», η απόλυτη εμμένεια των πραγμάτων και των συμβάντων, σε αντιδιαστολή με οποιονδήποτε οντολογικό δυϊσμό. Τα πράγματα απλώς υπάρχουν, απλώς συμβαίνουν, απλώς είναι. Εξ ου και οι δύο φράσεις του Βιτγκενστάιν (Der Welt ist alles, was der Fall ist - η πρώτη φράση του Tractatus (Wittgenstein, 1971)) και του Χάιντεγγερ (Es gibt). β) την άρνηση οποιασδήποτε τελεολογίας: Δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκ των προτέρων νομοτέλεια προς τα κάπου, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Αυτό αποτυπώνεται και στον τρόπο που χρησιμοποιεί την ατομιστική οντολογία του Επίκουρου ως παράδειγμα. Τα άτομα του Επίκουρου κινούνται παράλληλα μέσα στο κενό, μέσα στην απουσία κόσμου και συγκροτούν τον κόσμο μόνο μέσα από τις συγκρούσεις και τις συσσωματώσεις που προκαλεί το clinamen, η αρχική, σχεδόν ανεπαίσθητη, απόκλιση (Long, Sedley, 1987, σ. 46-52). Τίποτα δεν προδιαγράφει τη συγκρότηση του κόσμου, ο κόσμος είναι το τυχαίο διακύβευμα μιας αστάθμητης απόκλισης. Η αιτιακή σειρά μπορεί να ανασυγκροτηθεί, αλλά μόνο εκ του αποτελέσματος, προς τα πίσω και όχι αντίστροφα, γ) την εισαγωγή της έννοιας της συνάντησης ως βασικής κατηγορίας μιας τέτοιας υλιστικής σύλληψης. Η συνάντηση παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο διάφορα στοιχεία συνδυάζονται, χωρίς να είναι δεδομένο εκ των προτέρων ότι θα συνδυάζονταν, για να διαμορφωθούν παγιωμένες και αναπαραγόμενες κοινωνικές μορφές. Η συνάντηση έχει μια προϊστορία ως έννοια στο έργο του Αλτουσέρ, τόσο στις δικές του αναφορές στο συνδυασμό ή τη συνάρ-


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1

9

θρωση στοιχείων εντός ενός τρόπου παραγωγής, όσο και στο κείμενο του Μπαλιμπάρ στο Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο (Althusser et al., 1965), όπου γίνεται ρητή αναφορά στη συνάντηση στοιχείων (Balibar, 1965, σ. 531 - κάτι που παρατήρησαν οξυδερκώς και οι Ντελέζ και Γκουαταρί στον Αντι-Οιδίποδα (Ντελέζ, Γκουαταρί, 1981, σ. 261). Συνδυαζόμενη με την έμφαση στην απλή υπαρκτικότητα και τη ριζική αντιτελεολογία, διαμορφώνει το πλήρες σχήμα του υλισμού αστάθμητου: μια αντίληψη για την απουσία οποιασδήποτε τελεολογίας στην ιστορική πραγματικότητα, για το ανοιχτό ενδεχόμενο το συμβάν να μην έρθει, ακόμη και εάν οι «αντικειμενικοί προσδιορισμοί» υπάρχουν, για τη σημασία της συνάρθρωσης διαφορετικών στοιχείων, κοινωνικών μορφών και κοινωνικών πρακτικών για τη διαμόρφωση των τρόπων παραγωγής. Σε αυτό το φόντο είναι που βρίσκουν τη θέση τους και διάφορες «προκλητικές» διατυπώσεις του Αλτουσέρ, όπως η θετική αποτίμηση του ριζικού εμπειρισμού του Χιουμ και η απόρριψη κάθε έννοιας νομολογικής αιτιότητας, ή οι αναφορές στον Βιτγκενστάιν και τον Χάιντεγγερ στις οποίες αναφερθήκαμε. Αντίστοιχα, επιστρέφει στον Δαρβίνο ως υπόδειγμα αντιτελεολογικής σκέψης, επιμένοντας στην απουσία οποιασδήποτε τελεολογίας εντός της εξέλιξης: μπορούμε εκ των υστέρων να ανασυγκροτήσουμε την εξέλιξη ενός είδους, όχι, όμως, να δούμε εξαρχής την κατεύθυνση αυτής της εξέλιξης.

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚ ΝΕΟΥ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ Όλη αυτή η προσπάθεια του Αλτουσέρ έχει ένα σαφές πολιτικό πρόσημο, αλλά και μια επίσης σαφή πολιτική στοχοθεσία. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχουμε την ακόλουθη μετάβαση: αναμέτρηση με την κρίση του κομμουνιστικού κινήματος -> άρα αναμέτρηση με την εγγενή αντιφατικότητα του μαρξισμού (ως «συγκρουσιακής επιστήμης» (Althusser, 1976b)) -> άρα αναζήτηση εκείνης της φιλοσοφικής πρακτικής που θα αναδείξει εκείνη την αντιφατικότητα και θα υπερασπιστεί τη δυνατότητα μιας μη ιδεαλιστικής, μη μεταφυσικής και μη τελεολογικής ανάγνωσης του μαρξισμού. Σε αυτή τη μετάβαση μπορούμε να προσθέσουμε και μια παράλληλη, αλλά όχι ταυτόσημη: αναμέτρηση με την κρίση του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος ->αναμέτρηση με την ανάγκη μιας ριζικά πρωτότυπης πολιτικής κατεύθυνσης —> αναζήτηση μιας θεωρίας της πολιτικής πρακτικής που να ορίζει την πολιτική πρακτική ως αναμέτρηση με το αστάθμητο της συνάντησης και την αναγκαστική πρωτοτυπία της συγκυρίας.. Με αυτή την έννοια ο υλισμός του αστάθμητου και της συνάντησης δεν είναι


10 Ι

Παναγιώτης Σωτήρης

μόνο μια απόπειρα «φιλοσοφικής υποβοήθησης» της αναμέτρησης με την κρίση της μαρξιστικής θεωρίας (ως συμπύκνωσης της κρίσης της πολιτικής στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος), είναι και μια προσπάθεια στοχασμού -και μάλιστα πρωτότυπου- πάνω στην καταστατική δυνατότητα της πολιτικής πρακτικής. Αυτή η καταστατική δυνατότητα είναι ακριβώς η εγγεγραμμένη στην ίδια τη διάταξη των πραγμάτων πιθανότητα κάτι να μην συμβεί και —αντίστροφα— η ριζική πρωτοτυπία της εμφάνισης του συμβάντος σε σχέση με την κατάσταση πριν από αυτό. Εδώ, η έννοια του κενού, ως μια κρίσιμη πολιτική μεταφορά, συγκροτεί ακόμη περισσότερο τις ανοιχτές δυνατότητες (αλλά και το αντίθετο τους...) του ιστορικού ορίζοντα. Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σαφώς πολιτική εμμονή του Αλτουσέρ, την αναζήτηση από τη μεριά του εκείνου του κρίσιμου πολιτικού νεύματος, της αφετηριακής πολιτικής πράξηςπου εκκινεί μια καινούργια πολιτική κατάσταση, αναζήτηση που συμπίπτει με την προσπάθεια του να στοχαστεί τη δυνατότητα ενός επαναστατικού επανακαθορισμού της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος. Επομένως μπορούμε να πούμε ότι και το κρίσιμο συμβάν, που μπορεί να επέλθει, μπορεί και όχι, ακόμη και εάν υπάρχουν οι «αντικειμενικοί προσδιορισμοί», είναι κατεξοχήν η επαναστατική ρήξη. Εδώ μπορεί κανείς να δει την εμμονή του Αλτουσέρ στην ενασχόληση με τον Μακιαβέλι (Althusser, 1972-1986), όχι τόσο ως του στοχαστή της δυνατότητας μιας μεγάλης λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας (όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Γκράμσι), όσο ως του στοχαστή εκείνης της ριζικά πρωτότυπης αφετηρίας, της κρίσιμης πολιτικής πρακτικής που επιτρέπει -μέσα στο κενό και από το κενό της συγκυρίας- να εντοπίσει τη στιγμή και απόκλιση μέσα στη συγκυρία και να συγκροτήσει εκείνη τη συνάρθρωση στοιχείων, εκείνο το «δέσιμο» (prise) τους που επιτρέπει τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής κατάστασης. Η εμμονή αυτή του Αλτουσέρ στον ανοιχτό χαρακτήρα της συγκυρίας είναι κάτι που χαρακτηρίζει όλη τη διάρκεια του έργου. Άλλωστε, σε αυτόν χρωστάμε σε μεγάλο βαθμό την ανάδειξη της έννοιας της συγκυρίας (και της συνεισφοράς του Λένιν πάνω σε αυτό το θέμα) σε θεωρητική έννοια (Althusser, 1965). Όμως, εδώ ανάγεται σε έναν βασικό αρμό μιας εν δυνάμει φιλοσοφίας του συμβάντος, του πολιτικού συμβάντος.

ΜΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ; Το έργο του Αλτουσέρ στην ύστερη περίοδο είναι αναμφίβολα μια φιλοσοφία της κρίσης με διπλή έννοια: α φ ' ενός, μια φιλοσοφία που προσπαθεί να αναμετρηθεί με την κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, να στοχαστεί τη φιλοσοφική παρέμ-


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1 11

βάση που θα αναδείξει και θα οξύνει τις αντιφάσεις του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος και της θεωρίας του, αλλά και θα υποδείξει όρους υπέρβασης αυτής της κρίσης, α φ ' ετέρου, μια φιλοσοφία που ενσωματώνει αυτή την κρίση και εσωτερικεύει τις βασικές πλευρές της. Αυτό αποτυπώνεται κυρίως όχι τόσο στις αρνητικές ή σκωπτικές αναφορές του Αλτουσέρ σε στιγμές της μαρξιστικής ιστορίας και στις αντιφάσεις και του ίδιου του Μαρξ, όσο στον τρόπο με τον οποίο δείχνει να αναδιπλώνεται στην αναζήτηση του κρίσιμου μεμονωμένου πολιτικού νεύματος, της κρίσιμης ενικής πολιτικής χειρονομίας που προσπαθεί να λάβει χώρα στο κενό οποιασδήποτε άλλης επαρκούς επαναστατικής στρατηγικής. Η αρκετά προβεβλημένη θέση του Μπαλιμπάρ για το ύστερο έργο του Αλτουσέρ ως μια παθολογική προσπάθεια διαγραφής του προηγούμενου έργου και αναίρεσης του (Μπαλιμπάρ 1989) θεωρούμε ότι εξακολουθεί να μην έχει τόσο μεγάλη ισχύ. Σίγουρα, μεγάλο μέρος του ύστερου έργου είναι μια διαδικασία αυτοκριτικής διόρθωσης_ αποτελεί, όμως, αυτό ένα βασικό στοιχείο ολόκληρου του έργου του. Από την άλλη, υπάρχουν και έντονα στοιχεία συνέχειας ως προς την προβληματική. Ο ριζικά αντιιστορικιστικός και αντιτελεολογικός χαρακτήρας του υλισμού του αστάθμητου, είναι, ως έναν βαθμό, ένα νήμα κοινό σε όλο το έργο του Αλτουσέρ από το τέλος της δεκαετίας του 1950, ήδη από το βιβλίο για τον Μοντεσκιέ (Althusser 1959). Αντίστοιχα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι και στο έργο του Αλτουσέρ έχει εφαρμογή η βασική θέση που ο ίδιος διατύπωσε για τη φιλοσοφική πρακτική, ότι δηλαδή είναι μια αέναη προσπάθεια «λυγίσματος του ραβδιού προς την αντίθετη κατεύθυνση», με την έννοια ότι σε κάθε συγκεκριμένη θεωρητική (και ευρύτερα πολιτική) συγκυρία υπάρχει μια συγκεκριμένη ανάπτυξη φιλοσοφικών αντιθέσεων, τις οποίες μια υλιστική πρακτική της φιλοσοφίας καλείται να πολώσει προς τα εκεί που κάθε φορά είναι αναγκαίο. Αυτό μπορεί να δώσει μια σχετική συνοχή στη μετάβαση από τη σχετική υποστήριξη της επιστημονικής συστηματικότητας του μαρξισμού στη δεκαετία του 1960 απέναντι σε ένα πλήθος από ιστορικιστικές, ανθρωπιστικές και οικονομίστικες αποκλίσεις, αλλά και στην αντίστοιχη προσπάθεια —στο πλαίσιο της αναμέτρησης με την κρίση του μαρξισμού— για την ανάδειξη της εγγενούς αντιφατικότητας της μαρξιστικής θεωρίας.

ΑΠΟΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ ΑΛΤΟΥΣΕΡ Κατά τη γνώμη μας στο έργο του ύστερου Αλτουσέρ υπάρχουν, πλάι σε όλα τα εμφανή αποτελέσματα μιας πολιτικής και προσωπικής κρίσης, ιδιαίτερα σημαντι-


12 I

Παναγιώτης Σωτήρης

κά προχωρήματα στην προσπάθεια του να ορίσει τη ριζική πρωτοτυπία μιας μαρξιστικής πρακτικής της φιλοσοφίας. Αυτά θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ως εξής: Πρώτον, το ύστερο έργο του Αλτουσέρ ολοκληρώνει τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του υλισμού, σε ρήξη με οποιαδήποτε εκδοχή φυσικοϊστορικής φιλοσοφικής οντολογίας, ρήξη που ξεκινά με την έννοια της διαδικασίας χωρίς υποκείμενο χωρίς τέλος (Althusser, 1969). Με αυτό εννοούμε ότι αποσυνδέει την έννοια του μαρξιστικού φιλοσοφικού υλισμού από οποιαδήποτε εκδοχή οντολογικής γείωσης, προτεραιότητας της φυσικής υλικότητας έναντι της κοινωνικής και από οποιαδήποτε προσπάθεια να παρουσιαστεί η ιστορική εξέλιξη ως τμήμα μιας ευρύτερης φυσικοϊστορικής διαλεκτικής και τελεολογίας. Δεύτερον, η έννοια της συνάντησης μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως φιλοσοφική μεταφορά, την προσέγγιση περιόδων ιστορικής μετάβασης. Στο σημείο αυτό θέλουμε να σταθούμε λίγο περισσότερο: ένα από τα βασικά ερωτήματα της ιστορικής έρευνας, ειδικά ως προς την ανάδυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι η θεωρητικοποίηση με έναν μη μεταφυσικό και μη τελεολογικό τρόπο της διαδικασίας της μετάβασης. Εντός της μαρξιστικής θεωρίας συχνά παρουσιάστηκε η μετάβαση ως το ξεδίπλωμα μιας βασικής ιστορικής διαλεκτικής, ως το αποτέλεσμα μιας ενεργού ουσίας που ο αυτομετασχηματισμός της συγκροτεί την ιστορική εξέλιξη. Από τα κλασικά σχήματα του σοβιετικού μαρξισμού (αλλά και κάποιων διατυπώσεων του ίδιου του Μαρξ) για τις παραγωγικές δυνάμεις ως τον βασικό αιτιακό παράγοντα, έως πιο σύνθετες απόψεις για την ανάδυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (όπως της Wood, 2003), κυριαρχεί μια αντίληψη του καπιταλισμού ως μιας δρώσας ουσίας με εκφράσεις σε κάθε επίπεδο, κάτι που, π.χ., θα απαιτούσε να έχει αναδυθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ως μια εσωτερική αντίφαση του φεουδαρχικού μαζί με όλα τα συνεπακόλουθα του (καπιταλιστικό κράτος, εθνική ιδεολογία, χρήμα κλπ.). Οποιαδήποτε, όμως, συστηματική ιστορική έρευνα αποδεικνύει ότι μια τέτοια προσέγγιση δύσκολα μπορεί να σταθεί, καθώς προσκρούει σε ανοιχτά ιστορικά ζητήματα. Η ανάδυση του αγγλικού αγροτικού καπιταλισμού (Brenner, 1976), της πρώτης εμφάνισης καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, δεν είναι ταυτόσημη με την εμφάνιση του ενιαίου συγκεντρωτικού εδαφικού κράτους που είναι ίδιον της απολυταρχίας στην ηπειρωτική Ευρώπη, ή με την ανάδυση των τραπεζικών, πιστωτικών πρακτικών στα «διάκενα» των παλιών μεσαιωνικών κοινωνικών μορφών, στα «ενδιάμεσα διαστήματα» (Μαρξ, 1978, τ. 3, σ. 418). Σημαντικά προβλήματα δημιουργεί και η προσπάθεια να παρουσιαστεί η απλή εμπορευματική παραγωγή ως προπομπός


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1 13

του καπιταλισμού8. Αντίθετα, η έννοια της συνάντησης κατορθώνει ακριβώς να κάνει την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην αναπαραγωγή ενός τρόπου παραγωγής, ευρύτερα μιας κοινωνικής μορφής, και τη διαδικασία της ανάδυσης του. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ως συγκεκριμένο ιστορικό αποτέλεσμα μπορούμε να δούμε τη χαρακτηριστική εσωτερική συνοχή που έχει για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής η σχέση ανάμεσα στην αξιακή μορφή, τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, το καπιταλιστικό κράτος, την αστική ιδεολογία (ιδεολογία του λαού-έθνους) δεν σημαίνει ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα μόνο μιας δρώσας ουσίας (η γερμανική συζήτηση για τη λογική συναγωγή του κράτους από τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις ήταν ίσως η τελευταία τέτοια συστηματική προσπάθεια (Holloway, Piccioto, 1978). Αντίθετα, μπορούμε, πολύ καλύτερα, να μιλήσουμε για τη συνάντηση ανάμεσα σε στοιχεία και τάσεις, που καθαυτές δεν είχαν καμία νομοτέλεια να συναντηθούν ή να συναρθρωθούν ως πλευρές της ίδιας «συστημικής» κοινωνικής μορφής: τις πρώτες μορφές αγροτικού καπιταλισμού στη Βρετανία στη βάση της μαζικής απαλλοτρίωσης των μέχρι τότε συνδεδεμένων με τη γη αγροτών και της εμφάνισης μιας νέας μορφής ατομικής ιδιοκτησίας πάνω σε κοινοτικές ή κοινόχρηστες γαίες, τις αναπτυγμένες -σε εντελώς διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο- πρακτικές της τραπεζικής πίστης ήδη από την περίοδο του ύστερου Μεσαίωνα (που αρχικά ήταν περισσότερο πρακτικές διασφάλισης έναντι κινδύνου), την εξέλιξη του απολυταρχικού κράτους ως κατίσχυση των κεντρικών εξουσιών απέναντι στον φεουδαρχικό κατακερματισμό στην ηπειρωτική Ευρώπη. Μόνο η συνάντηση τους, καθαυτή ενδεχομενική, αστάθμητη, μη προδιαγεγραμμένη, μπορούσε να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις της αναπαραγωγής μιας πρωτότυπης κοινωνικής μορφής, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως έκκεντρης συναρθρωμένης ολότητας οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων. Και μόνο η παραγνώριση της βαρύτητας της έννοιας της αναπαραγωγής στο έργο του Αλτουσέρ -όπως προκύπτει και από την ανάγνωση ενός κεφαλαιώδους σημασίας κειμένου όπως το Sur la Reproduction (Akhusser, 1995)— θα οδηγούσε σε μια εκτίμηση ότι ο Αλτουσέρ τείνει προς μια «ρευστοποίηση» και «τυχαιοποίηση» της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, ο Αλτουσέρ επιμένει στον ανοιχτό και μη προδιαγεγραμμένο χαρακτήρα των προϋποθέσεων ανάδυσης των κοινωνικών μορφών και των τρόπων παραγωγής, στο υψηλό επίπεδο αφαίρεσης μιας αυθεντικής «σκέψης του συμβάντος», χωρίς αυτό να σημαίνει εγκατά-

8. Ό π ω ς έτεινε να υποστηρίζει ο Ένγκελς, βλ. και τις σχετικές αναφορές του στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Για κριτική αυτής της άποψης βλ. Μηλιάς κ.ά, 2005.


14 I

Παναγιώτης Σωτήρης

λειψή του σύνθετου και «συστημικού» χαρακτήρα της αναπαραγωγής των κοινωνικών μορφών. Τρίτον, ο στοχασμός του Αλτουσέρ πάνω στη δυνατότητα της πολιτικής πρακτικής διατηρεί τη σημασία του, καθώς αναμετριέται με μια πραγματική θεωρητική (και πολιτική) απορία: με ποιον τρόπο είναι όντως εφικτή η θεωρητικοποίηση μιας μετασχηματιστικής κοινωνικής πρακτικής, που να μην πέφτει ούτε στην ιστορική τελεολογία, ούτε στον απλό βολονταρισμό. Στο σημείο αυτό μπορεί κανείς να μιλήσει και για μια γοητευτική συμμετρία ανάμεσα σε φιλοσοφική και πολιτική πρακτική -κάτι που με τη σειρά του επεκτείνει και τη θέση του ίδιου του Αλτουσέρ για τη φιλοσοφία ως πολιτική παρέμβαση— που χαρακτηρίζει το στοχασμό του ύστερου Αλτουσέρ. Ό π ω ς ακριβώς ο υλιστής φιλόσοφος «παίρνει πάντα το τραίνο εν κινήσει» (Akhusser, 1994b, σ. 582), με την έννοια ότι παρεμβαίνει πάντα σε ένα ήδη δοσμένο και διαμορφωμένο πεδίο, έτσι και η επαναστατική πολιτική πρακτική δεν έχει ποτέ την πολυτέλεια της αφετηρίας, αναμετριέται πάντοτε με ένα ήδη διαμορφωμένο πεδίο αλλά και τον εγγενώς ανοιχτό χαρακτήρα του. Τέταρτον, η καθοριστική σημασία του κενού στο έργο του ύστερου Αλτουσέρ δεν θα πρέπει να ιδωθεί μόνο ως μια αναφορά στον ανοιχτό ορίζοντα των κοινωνικών πρακτικών, την ύπαρξη πάντοτε δυνατοτήτων για νέες πρακτικές και νέες μορφές. Πολύ περισσότερο, έχει τη σημασία μιας πρωτότυπης «οντολογίας» των κοινωνικών σχέσεων, με την έννοια ότι αυτό που εν τέλει υπάρχει δεν είναι «πράγματα» αλλά σχέσεις9, στον αντιφατικό, συγκρουσιακό και κατά συνέπεια ανοιχτό χαρακτήρα τους. Και με αυτή την έννοια εκτιμούμε ότι η έννοια του κενού στον ύστερο Αλτουσέρ διατηρεί μεγάλη σχέση με την πρωτότυπη προσπάθεια του στη δεκαετία του 1960 να επαναστοχαστεί την κοινωνική αιτιότητα μέσα από την έννοια της δομικής αιτιότητας και της απούσας αιτίας. Αυτή η προσέγγιση και αποτίμηση στηρίζεται, όμως, και σε μια ορισμένη ανάγνωση του ύστερου Αλτουσέρ. Αρνούμαστε, έτσι, να διαβάσουμε τον ύστερο Αλτουσέρ ως μια φιλοσοφία του τυχαίου, του ενικού, του αποσπασματικού, ως μια παραλλαγή μιας μεταμοντέρνας «μοριακής» εκδοχής της πολιτικής. Η οριοθέτηση του Αλτουσέρ δεν αφορά συλλήβδην οποιαδήποτε εκδοχή κοινωνικής αιτιότητας και αναπαραγωγής, αντίθετα, είναι οριοθέτηση ως προς κάθε εκδοχή ιστορικής μεταφυσικής. Σχηματικά, είναι πολύ πιο κοντά σε έναν σύγχρονο και πρωτότυπο λενινισμό παρά σε μια «αυτοποιητική» πολιτική της ενικής δημιουργικότη9. Βλ. και τη θέση του Macherey ότι τελικά δεν υπάρχουν παρά μόνο οι σχέσεις (Macherey, 1979, σ. 218)


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1 15

τας του τύπου του ύστερου Νέγκρι (Hargdt, Negri, 2000, Hardt, Negri 2004). Αρνούμαστε, επίσης, να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ ως μια φιλοσοφία της υπέρβασης του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά αντίθετα επιμένουμε ότι είναι μια προσπάθεια να δει μια πρωτότυπη επανεκκίνηση του. Γι' αυτό και επιμένουμε στη σημασία του πολιτικού νήματος που συνδέει το ύστερο έργο του με την προσπάθεια του να διατυπώσει το αίτημα μιας αριστερής στροφής στο κομμουνιστικό και επαναστατικό κίνημα. Αρνούμαστε, τέλος, να πάρουμε κατά γράμμα τις (αυτό) βιογραφικές (και συχνά «αυτοαναιρετικές») αναφορές του ίδιου του Αλτουσέρ, που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του ύστερου έργου του, εκτιμώντας ότι μια θεωρητική παρέμβαση κρίνεται καθαυτή και όχι στη βάση της αυτοσυνείδησης ή αυτοεκτίμησης του συγγραφέα της. Αυτή η τοποθέτηση, όμως, δεν θέλει να υποτιμήσει τις αντιφάσεις του ύστερου

Αλτουσέρ: Ενώ ο Αλτουσέρ υπήρξε ο κατεξοχήν φιλόσοφος της υλικότητας των σχέσεων και της προτεραιότητας των σχέσεων πάνω στα μεμονωμένα πράγματα (και με αυτή την έννοια ακόμη και εάν δεχτούμε μια εκτίμηση νομιναλισμού για τον Αλτουσέρ10 - ω ς ριζική διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό αντικείμενο και το αντικείμενο της θεωρίας- έχουμε να κάνουμε, στον κύριο όγκο του έργου του, με έναν νομιναλισμό των σχέσεων και όχι των «πραγμάτων»), στα ύστερα κείμενα υπάρχουν αρκετές αναφορές που τείνουν προς έναν νομιναλισμό όχι πια των σχέσεων αλλά των πραγμάτων και έναν ατομιστικό εμπειρισμό, ειδικά στις θετικές αναφορές του στο Χιουμ (πόσο μάλλον που ο Χιουμ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην φαντασία ως τη δημιουργική δύναμη που επιτρέπει το συνειρμό ανάμεσα στα διαφορετικά εμπειρικά δεδομένα, θέση μάλλον εχθρική προς τον πυρήνα του αλτουσερικού υλισμού). Υπάρχει στο ύστερο έργο του μια υποτίμηση της έννοιας της κοινωνικής μορφής προς όφελος μιας πιο «απτής», πιο «συγκεκριμένης» σύλληψης της ταξικής πάλης, κάτι που φαίνεται πολύ έντονα στον τρόπο που αντιμετωπίζει τη θεωρία της αξίας και το ζήτημα του φετιχισμού (Althusser, 1978). Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την ανάγκη να απαντηθεί τόσο ο οικονομισμός του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος, όσο και η μεταφυσική τοποθέτηση των ιδεαλιστικών ερμηνειών του μαρξισμού, μέσα από μία εκ νέου έμφαση στον συγκρουσιακό χαρακτήρα των παραγωγικών σχέσεων. Παραβλέπει, όμως, ότι η ταξική πάλη δεν διεξάγεται μόνο εντός ενός πλαισίου ταξικών συγκρουσιακών σχέσεων, αλλά και υπό 10. Σε αυτό το ζήτημα έχουμε αναφερθεί και αλλού (Σωτήρης 2004).


16 I

Παναγιώτης Σωτήρης

το βάρος συγκεκριμένων κοινωνικών μορφών, ειδικών συμπυκνώσεων κοινωνικών σχέσεων και ιδεολογικών (παρα)γνωρίσεων που με τη σειρά τους επιδρούν στις κοινωνικές πρακτικές. Με αυτή την έννοια, ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, είναι και η ειδική βαρύτητα της αξιακής μορφής και το σύνολο των πρακτικών και των φετιχιστικών αναπαραστάσεων που αυτή επάγει (Μηλιάς κ.α., 2005). Επομένως, η συνθετότητα των πρώτων τμημάτων του Κεφαλαίου δεν είναι μόνο το κατάλοιπο ή η επίδραση μιας εγελιανής σύλληψης της επιστήμης, είναι και η αναμέτρηση με τις αντιφατικές τροπικότητες της αξιακής μορφής. Αυτό συνδέεται και με μια άλλη αντίφαση στο ύστερο έργο του, που είναι η σχετική υποτίμηση του διαλεκτικού χαρακτήρα των αντιθέσεων, διαλεκτικού όχι τόσο με την έννοια της ιστορικής διαλεκτικής, αλλά της σύνθετης και επικαθορισμένης αλληλοδιαπλοκής και αλληλοκαθορισμού των εμπλεκόμενων στην αντίθεση όρων (Balibar, 1997), ένα κρίσιμο όριο του μαρξισμού με άλλες παραλλαγές ριζοσπαστικών κοινωνικών θεωριών. Αυτή η υποτίμηση σε αρκετές περιπτώσεις φτάνει έως μια ιδιότυπη απόρριψη της έννοιας της διαλεκτικής σε ύστερα κείμενα, π.χ. όταν στο Ο Μακιαβέλι και εμείς (Akhusser, 1972-1986) σπεύδει στην επανεξέταση του κειμένου το 1986 είτε να διαγράφει κάθε αναφορά στη διαλεκτική, είτε να αντικαταστήσει την έννοια της διαλεκτικής π.χ. με την έκφραση «ακολουθία συμβάντων» (Akhusser, 1972-1986, 139) 11 . Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια πλευρά που συμπυκνώνει και τα στοιχεία κρίσης της ύστερης φιλοσοφίας του Αλτουσέρ είναι ακριβώς αυτή η υποτίμηση της διαλεκτικής: τόσο ως υποτίμηση της «εργασίας του αρνητικού», δηλαδή της διαρκούς επενέργειας του κοινωνικού ανταγωνισμού που διαρκώς παράγει τα κρίσιμα «διάκενα» και τα «περιθώρια» που επιτρέπουν την ανάπτυξη δυναμικών κοινωνικού μετασχηματισμού (στοιχείο που με τη σειρά του θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι και μια διαφορετική εκδοχή της «ερμηνευτικής του κενού»), όσο και ως υποτίμηση της συνθετότητας των καθορισμών και των επικαθορισμών που όχι μόνο διαμορφώνουν την εκδήλωση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά και επιτρέπουν την παρέμβαση εντός αυτού, την εργασία επί της εργασίας του αρνητικού, άρα τη μετασχηματιστική (ήτοι επαναστατική) πολιτική πρακτική12.

11. Σε αυτό το πλαίσιο είναι χαρακτηριστικός και ο σχολιασμός που δίνουν σε αυτό το σημείο

οι Ichida και Matheron, 2005, σ. 168-170. 12. Η παράγραφος αυτή όπως και η ακόλουθη χρωστά πολλά σε συζητήσεις με το συνάδελφο και φίλο Τάσο Μπέτζελο.


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1 17

Και αυτό μας φέρνει ίσως στη μεγαλύτερη αντίφαση του ύστερου Αλτουσέρ, τον ίδιο τον πυρήνα της έννοιας του αστάθμητου. Κατά τη γνώμη μας, ο Αλτουσέρ σε αυτή την τελευταία φάση πηγαίνει, κάποιες στιγμές, πιο πίσω από την πρωτότυπη σύνθεση στην οποία είχαν φτάσει και οι δύο βασικές φιλοσοφικές αναφορές του, ο Μαρξ και ο Σπινόζα, δηλαδή τη συνάρθρωση ανάμεσα σε αναγκαίο και αστάθμητο, αιτιότητα και ανοιχτή τάση, καθορισμό και ελευθερία. Αυτή η διαλεκτική της «ελευθερίας και της αναγκαιότητας» ή πιο σωστά «της ελευθερίας ως αναγκαιότητας και της αναγκαιότητας ως ελευθερίας» που σφραγίζει τόσο τη σκέψη του Σπινόζα στην Ηθική (Spinoza 1993) όσο και την εμμονή του Μαρξ στην απόλυτη αιτιακή προτεραιότητα της πάλης των τάξεων και την ικανότητα γνώσης των αντικειμενικών όρων της κοινωνικής (ανα)παραγωγής ως προϋπόθεση της επαναστατικής πολιτικής πρακτικής, στον ύστερο Αλτουσέρ αυτό υποχωρεί προς όφελος της αναμονής είτε του τυχαίου γεγονότος μέσα στο κενό ή του μεμονωμένου πολιτικού διαβήματος, που ίσως και να μπορέσει να μετασχηματίσει το κενό μιας συγκυρίας, που φάνταζε στα μάτια του ολοένα και πιο δύσκολη...

ΑΝΑΦΟΡΕΣ Althusser, L. [1959] (1974), Montesqieu. La politique et l'histoire, PUF, Paris. Althusser, L. [1965] (1996), Pour Marx, La Découverte, Paris. Althusser, L. (1967), Philosophy and the spontaneous philosophy of the scientists, σε Althusser, (1990), σ. 69-165. Althusser, L. (1969), Lénine et la philosophie, Maspero, Paris. Althusser, L. (1973), Réponse à John Lewis, Maspero, Paris. Althusser, L. (1976), "La transformation de philosophie" σε Althusser, (1994), σ. 143-178. Althusser, L. (1976b), "Sur Marx et Freud" σε Althusser, (1993), σ. 222-245. Althusser, L. (1977), 22éme Congrès, Maspero, Paris. Althusser, L. (1977b), "Enfin la crise du marxisme!" σε Althusser (1998), σ. 265-280. Althusser, L. (1978), "Marx dans ses limites", σε Althusser, (1994b), σ. 357524. Althusser, L. (1978b), "Le marxisme comme theorie 'finie'", σε Althusser, (1998), σ. 281-296. Althusser, L. (1978c), "Le marxisme aujourd'hui", σε Althusser, (1998), σ. 297-


18 I

Παναγιώτης Σωτήρης

309.

Althusser, L. (1978d), Ce quinepeut durer dans kparti communiste, Maspero, Paris. Althusser, L. (1982), "Le courant souterrain du matérialisme de la rencontre", σε Althusser, (1994b), σ. 539-579. Althusser, L. (1990), Philosophy and the spontaneous philosophy of the scientists and other essays, Verso, London and New York. Althusser, L. (1993), Écrits sur la psuchanalyse. Freud et Lacan, Maspero, Paris. Althusser, L. (1994), Sur la philosophie, Seuil, Paris. Althusser, L. (1994b), Écrits philosophiques et politiques, τ. 1, Stock/IMEC, Paris. Althusser, L. (1994c), L'avenir dure longtemps, Stock/IMEC/Les livres du poche, Paris. Althusser, L. (1995), Sur la reproduction, PUF, Paris. Althusser, L. (2005), « Du matérialisme aléatoire », Multitudes, τ. 21, σ. 179194. Althusser, L. (2006), Philosophy of the encounter. Later Writings 1978-1987, Verso, London and New York. Althusser, L., Balibar É., Establet, R., Macherey, P., Rancière, J. [1965] (1996), Lire le Capital, PUF, Paris. Balibar, É (1997), La crainte des masses, Galilée, Paris. Balibar, É. (1965), "Les concepts fondamentaux du matérialisme historique" σε L. Althusser etal., (1965), σ. 417-568. Brenner, R. (1976), «Agrarian Class Structure and Economic Development in Pre-Industrial Europe», Ashton, T.H., Philpin C.H.E. (eds), The Brenner Debate. Agrarian Class Structure and Economic Development in PreIndustrial Europe, Cambridge University Press, Cambridge, 1987, σ. 10-63. Goshgarian, G.M. (2006), "Translators introduction" σε Althusser, (2006), σ. xiii-l. Hardt, M., Negri, A. (2004), Multitude. Guerre et démocratie à l'âge de l'empire, La Découverte, Paris. Hardt, M., Negri, A. (2000), Empire, Harvard University Press, Cambridge, Mass./London. Holloway, J., Piccioto S. (eds), 1978, State and Capital. A marxist debate, Arnold, London.


Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ

1 19

Ichida Y., Matheron, F. (2005), « Un, deux, trois, quatre, dix mille Althusser? Considérations aléatoires sur le matérialisme aléatoire », Multitudes, τ. 21, σ. 167-178. Long, A.A., Sedley, D.N. (1987), The Hellenistic Philosophers, vol. 1, Cambridge University Press, Cambridge. Macherey, P. (1979), Hegel ou Spinoza, Maspero, Paris. Moulier-Boutang, Yan (1997), "L'interdit biographique et l'autorisation de l'œuvre", Futur antérieur, Lire Althusser aujourd'hui, L'Harmattan, Paris, 1997,σ.75-113. Raymond, P. (1973), Le passage au matérialisme, Maspero, Paris. Spinoza, (1970), V Ethique, Folio Essais, Paris. Wood Meiksins, E. (2003), Empire of Capital, Verso, London and New York. Wittgenstein, L. (1971), Tractatus Logico-Philosophicus, Δευκαλίων, τ. 7/8, σ. 181-283. Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. Μηλιός, Γ., Δημούλης Δ., Οικονομάκης Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Νήσος, Αθήνα. Μπαλιμπάρ, Ε. (1978), Για τη δικτατορία του προλεταριάτου, Οδυσσέας, Αθήνα. Μπαλιμπάρ, Ε. (1989), «Σώπαινε ακόμη Αλτουσέρ», Ο Πολίτης, τ. 98, σ. 59-70. Μπερλίνγκουερ, Ε. (1977), Ο ιστορικός συμβιβασμός, Θεμέλιο, Αθήνα. Ντελέζ, Ζ., Γκουατταρί, Φ. (1981), Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια. Ο ΑντιΟιδίπους, Ράππας, Αθήνα. Πουλαντζάς, Ν. (1980), «Η κρίση των κομμάτων» σε Λ. Αλτουσέρ, Ε. Μπαλιμπάρ, Ν. Πουλαντζάς, Μπ. Εντελμάν, Συζήτηση για το κράτος, Αγώνας, Αθήνα, σ. 51-76. Πουλαντζάς, Ν. (1984), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα. Σωτήρης, Π. (2004), «Η πρόκληση του νομιναλισμού και ο Λουί Αλτουσέρ», Θέσεις, τ. 86, σ. 31-55. Τσεκούρας, Θ. (1987), «Ποιος θυμάται την επανάσταση;», Θέσεις, τ. 19, σ. 1946.


20 I

Παναγιώτης Σωτήρης

THE MATERIALISM OF ENCOUNTER: ON LOUIS ALTHUSSER'S LATER WRITINGS Panagiotis Sotiris Panteion University This paper offers a critical examination of Louis Althusser's later writings, which include both Althusser's 'Crisis of Marxism' interventions and his later attempt to propose elements of a new conception of aleatory materialism. These texts offer elements of a left-wing critique of mainstream communist strategy, especially its eurocommunist variation, an emphasis on a materialist practice of philosophy radically different than traditional idealist philosophy, and an attempt to present the radical break with all forms of teleology as the basis of a materialist position. These texts offer valuable insights and draw necessary lines of demarcation with reformist and idealist positions. They also present the contradictions of later Althusser's thinking: the underestimation of social forms, his emphasis on singular social acts and his partial abandonment of any reference to materialist dialectics.


ΚΡΙΤΙΚΗ/ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΕΚΜΙΔΕΥΙΗ: 4/06,21-33

Εμείς και οι άλλοι: η Ετερότητα στα κείμενα Επιστημονικής Φαντασίας Ιωάννα Σταύρου Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ1 Θα φανταζόταν κανείς ότι η παγκοσμιοποίηση, επιφέροντας σε διεθνές επίπεδο την ομογενοποίηση, οικοδομεί δεσμούς εγγύτητας. Κι όμως στο σχήμα της υπάρχει η εξής αντινομία: φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά τους καθιστά ακόμα πιο ξένους μεταξύ τους. Ο Μπωντριγιάρ (Baudrillard) αναφέρει: «Ο ρατσισμός δεν υπάρχει όσο ο άλλος είναι Άλλος, όσο ο Ξένος παραμένει ξένος. Αρχίζει να υπάρχει όταν ο άλλος γίνεται διαφορετικός, δηλαδή επικίνδυνα κοντινός. Στο σημείο αυτό αρχίζει η εγρήγορση να τον κρατήσουμε σε απόσταση» (Baudrillard, 1994). Σήμερα ο νέος ρατσισμός που διαμορφώνεται φέρει το χαρακτηριστικό προσωπείο της πολιτιστικής και πολιτισμικής διαφοράς ή μάλλον μιας πολιτιστικής διαφοράς, η οποία προβάλλεται για να δημιουργηθεί ο αποκλεισμός, και περισσότερο από ποτέ τρέφεται με εικόνες, με μύθους. Ο Ρολάν Μπαρτ (R. Barthes) μας το υπενθυμίζει: ο μύθος αποτελεί αξία, δεν επικυρώνεται από την αλήθεια. Γίνεται, επομένως, ακόμη πιο επίφοβος γιατί διαφεύγει από τη λογική. Όπως έγραφε ο Γκόγια σε ένα από τα περίφημα χαρακτικά του: «Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα» (Στενού, 1998). Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια «ιστορία» ορίων και προσδιορισμών της σχέσης με τους «άλλους», ιστορία προσδιορισμού της «Ετερότητας» (φιλοσοφικός όρος για την έννοια του «άλλου»). Ο «άλλος» στο έργο του Μισέλ Φουκώ (Μ. Foucault), π.χ., αναφέρεται σε αυτούς που είναι αποκλεισμένοι από θέσεις

1. Θα ήθελα κι εδώ να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον κ. Κων/νο Σκορδούλη για τις εποικοδομητικές επισημάνσεις του κατά τη συγγραφή της εργασίας αυτής.


22 I

Ιωάννα Σταύρου

κυριαρχίας-δύναμης και συχνά θυματοποιούνται μέσα στα όρια μιας κυριαρχικά φιλελεύθερης ανθρωποκεντρικής θεώρησης του υποκειμένου (Sim, 1999). Η συμπληρωματικότητα του εαυτού και του άλλου είναι δομική διάσταση του αισθήματος προσωπικής ταυτότητας ενώ η «ετερότητα» αποτελεί βασικό στοιχείο για κάθε κοινωνιογνωστικό σύστημα κατηγοριοποιήσεων και αναπαραστάσεων του περιβάλλοντος. Ο τρόπος κατανόησης του «άλλου» προσδιορίζει την επικοινωνιακή δομή μιας κοινωνίας αφού η ταυτότητα, ατομική ή συλλογική, βρίσκεται στο επίκεντρο της διαλεκτικής του ενός και του πολλαπλού (παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα «φαντασιακό αντικείμενο» — όπως «φαντασιακά» είναι εξάλλου και όλα τα πολιτισμικά στοιχεία). Η «ετερότητα» δηλαδή αποτελεί την αναγκαία, συστατική αλλά ταυτόχρονα και την πιο προβληματική συνιστώσα της ταυτότητας που είναι ούτως ή άλλως μια διφορούμενη πραγματικότητα (Ναυρίδης-Χρηστάκης, 1997). Η «ετερότητα» είναι φύσει «ανατρεπτική»: το δικαίωμα ύπαρξης του «άλλου» δηλώνει ως ένα σημείο την αμφισβήτηση του «εγώ» (η αναγνώριση ίσης αξίας και στον άλλο περιορίζει θεωρητικά τις δυνατότητες του «εγώ» αλλά και το τι σημαίνει η αποδοχή -ανεκτικότητα- της διαφορετικότητας: συμβολίζει τη δυνάμει ανατροπή ενός κυρίαρχου συστήματος). Η κυρίαρχη ιδεοτυπική δυτικοκεντρική λογική κατανοεί ως «ετερότητα» τόσο τις πολιτισμικές διαφορές όσο και τις κοινωνικές εκφράσεις και παρουσίες που ξεφεύγουν από εκείνες οι οποίες θεωρούνται «φυσιολογικές», διαμορφώνεται με τον τρόπο αυτό ένας σύγχρονος «μεταμοντέρνος» πολιτισμός λίγο ως πολύ κοινός στους λαούς του πλανήτη μέσα από τη χρήση των νέων τεχνολογιών και την προσφορά της «παγκοσμιοποιημένης» πολιτιστικής βιομηχανίας (Κωνσταντοπούλου, 2000). Στο πλαίσιο αυτού του σύγχρονου μονοθεϊσμού, η τεχνολογική πρόοδος προσφέρεται ως μοναδική «αλήθεια» καθώς ο κυρίαρχος προβληματισμός θεωρεί αδιανόητη την αμφισβήτηση της νομοτελειακής επιβολής του «πλανητικού χωριού»2.

2. Αναφερόμαστε στη γνωστή έννοια του Καναδού κοινωνιολόγου Μακ Λούαν (M.Mc Luhan) και στο κλασσικό του σύγγραμα, Media, όπου επισημαίνει ότι χάρη στη νέα τεχνολογία επιτελείται η παγκόσμια επικοινωνία σαν να ήταν ολόκληρος ο κόσμος ένα χωριό από πλευράς «εγγύτητας» και κοινών πολιτισμικών προσλήψεων.


Εμείς και οι άλλοι: η Ετερότητα στα κείμενα Επιστημονικής Φαντασίας

1 23

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ Η έννοια της «ετερότητας» καθώς και το σημείο αιχμής αυτής της διαφοράς παρουσιάζονται με τέτοια πληρότητα στα έργα επιστημονικής φαντασίας όσο σε κανένα άλλο λογοτεχνικό είδος. Όπως αναφέρει ο Ρόμπερτς (Roberts): «Ηεμμονή τη επιστημονικής φαντασίας για τον ξένο / εξωγήινο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στα έργα της» (Roberts, 2000). Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η επιστημονική φαντασία, σε αντίθεση με τα άλλα λογοτεχνικά είδη που άρχιζαν να προσδιορίζονται αναφορικά με την «προτεραιότητα του υποκειμένου», στρέφει την εστίαση μας στο πώς λειτουργεί ο κόσμος, δηλαδή το «αντικείμενο». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπαρτ «εάν διαβάσουμε σε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας για κάποιον που μεταμορφώθηκε σε έντομο, σαφώς θα αναρωτηθούμε το πώς αντιδρά, κυρίως όμως θα αναρωτηθούμε ποιο στοιχείο στον κόσμο της ιστορίας συντελεί στη δημιουργία μιας τέτοιας κατάστασης» (Jackson, 1997). Η φαντασιακή αυτονομία της επιστημονικής φαντασίας εστιάζει στο αφηγηματικό ενδιαφέρον της δημιουργίας συνειρμών για την οργάνωση του κόσμου, ενός κόσμου, όμως, που απεικονίζεται χωρίς τις εγγυήσεις της οικειότητας ή των λογικών συνειρμών, καθώς η θεώρηση της παραμένει βασισμένη στις ιδέες και απόψεις για το μέλλον. Ο Φρέντρικ Τζαίημσον (F. Jameson) ορίζοντας τις δύο λειτουργίες της επιστημονικής φαντασίας (αυτή της κριτικής θεώρησης του μέλλοντος και της πολιτικοποίησης της ουτοπιστικής φαντασίας) αναφέρει ότι, ως κριτική θεώρηση, η επιστημονική φαντασία είναι η «ιστορία του μέλλοντος». Δηλαδή εκείνης της χρονικής στιγμής στην οποία η διαδικασία οραματισμού του μέλλοντος φαίνεται να καθορίζεται από την κοινωνική, επιστημονική και τεχνολογική δυναμική του παρόντος (Jameson, 1982). Επομένως η επιστημονική φαντασία παρέχει και τις ιδιαίτερες ιδεολογικές βάσεις για τον οραματισμό αυτό, καθώς, σχηματοποιώντας αυτό το μέλλον ως «καθεστώς της πιθανότητας», αναγκάζει για κοινωνικές αλλαγές στο παρόν, αναδεικνύοντας την ουσία της πολιτικής του οραματισμού μιας ριζοσπαστικής προσέγγισης της «ετερότητας», του «Άλλου» ( Thacker, 2000). Μέσα από τα έργα της προσπαθούμε να διακρίνουμε μια διαφορετική φιλοσοφική θεώρηση που να επιτρέπει τη δυνατότητα ύπαρξης του Άλλου και να ενθαρρύνει την ενσυναίσθηση, η οποία είναι απαραίτητη για την επιβίωση στον πολυπολιτισμικό κόσμο μας (Roberts, 2000). Επειδή η επιστημονική φαντασία συσχετίζεται τόσο πολύ με τον Άλλο και τους


24 I

Ιωάννα Σταύρου

«ξεχωριστούς» άλλους, μπορεί να ενσωματώνει και την ηθική στη δημιουργία του μέλλοντος, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τις επιπτώσεις αλλά και τις εξελίξεις που οδηγούν σε αυτό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πίνσκυ (Pinsky), «Η επιστήμη προβλέπει το μέλλον. Η επιστημονική φαντασία γράφει μέλλον. Και σύμφωνα με την επιστημονική φαντασία, προφανώς το μέλλον μας συνίσταται τόσο από εξωτερικές "συναντήσεις": τεχνολογικά θαύματα, τρόμο και φρίκη, "ξένους", εξωγήινους και απώτερο διάστημα, καθώς και από εσωτερικές εντάσεις: τα μυστήρια του ανθρώπινου νου και σώματος» (Pinsky, 2003). Αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως όντα και καθώς ηλικιωνόμαστε αρχίζουμε να διαφοροποιούμε αυτό που είναι εαυτός από αυτό που είναι «έξω» εαυτός — αυτό που είναι ξένο, ανοίκειο. Περιγράφοντας αυτό που δεν είναι εαυτός —τον μη εαυτό— ο Πίνσκυ κάνει μια σημαντική σκιαγράφηση των διαφορών ανάμεσα στον Άλλο και τον άλλο: ο Άλλος αναφέρεται σε ένα δομημένο από το υποκείμενο σύστημα και βασίζεται σε ένα σύνολο δυνατοτήτων. Είναι μη-τοπικός, άχωρος, εντούτοις υπάρχει στο χωρόχρονο αναφορικά με το ομιλούν υποκείμενο. Ο άλλος εντοπίζεται στη εκδήλωση της χωρικής διαφορετικότητας στο παρόν και αντιμετωπίζεται στο γεγονός της κατά πρόσωπο αναμέτρησης» (Pinsky, 2003). Στην προσπάθεια για αφομοίωση, τα ανθρώπινα όντα αναζητούν τον άλλον / τον διαφορετικό με σκοπό να τον κατανοήσουν και επομένως να τον καταστήσουν λιγότερο Άλλο απ' ό,τι είναι. Αυτό μπορεί να συμβεί στο χρόνο, την τέταρτη διάσταση που επιτρέπει το πλησίασμα του άλλου. Διηγούμαστε, επομένως, ιστορίες επιστημονικής φαντασίας με σκοπό να προσδιορίσουμε το πώς θα αντιδράσουμε στον ξένο, στην τεχνολογική πρόοδο, στις δικές μας ζωές στο μέλλον. Στο The War of the Worlds (1898) οι Αρειανοί του μέλλοντος, παρ' όλο που παρουσιάζονται ως Άλλοι, στην πραγματικότητα είναι ακριβώς όπως και τα ανθρώπινα όντα, μια όψη των μελλοντικών δυνατοτήτων μας που εξαρτώνται από την τεχνολογία. Προσεγγίζοντας τα ερωτήματα που τίθενται για τους «ξένους» / εξωγήινους, τους άλλους και την ετερότητα μέσα στα κείμενα επιστημονικής φαντασίας ο Πίνσκυ θεωρεί ότι δεν μπορούμε πάντα να αναγνωρίσουμε τον Άλλον, ακόμα και όταν παίρνει συγκεκριμένη μορφή, όπως στη νουβέλα του Don Stuart Who Goes There? (1938), όπου η θέαση του υποκειμένου-αντικειμένου γίνεται δυσδιάκριτη. Στις ιστορίες αυτές, ο άλλος είναι ένας από εμάς, κάποιος που επιστρέφει από τη χρονική γραμμή. Αντίθετα ο Μιλόγιεβιτς (Milosevic) υποστηρίζει ότι και στα τρία κυρίαρχα παραδείγματα επιστημονικής φαντασίας, το τεχνοκρατικό μοντέλο του Ασίμοφ (Asimov), την κλασική απάτριδα και χωρίς εθνικότητα θεώρηση της ουτοπίας του


Εμείς και οι άλλοι: η Ετερότητα στα κείμενα Επιστημονικής Φαντασίας

1 25

Γιεβρέμοβ (Yefremov) και την κοσμική μυστικιστική τεχνοκρατία του Λεμ (Lem), λείπει δραματικά η έννοια του «άλλου», της ετερότητας — ο ρόλος της οικογένειας, της γυναίκας, της πνευματικής ζωής, «Είναι ανίκανοι», αναφέρει, «οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας να εξηγήσουν τη θεώρηση του κόσμου του

"άλλου"

μέσω της γνώσης ένταξης των άλλων». Ο άλλος δεν έχει ταυτότητα παρά μόνο ως άνθρωπος που πρέπει να εποικιστεί, να αναπτυχθεί ή να οικειοποιηθεί και με κάθε τρόπο να ενσωματωθεί στο σώμα της δυτικής κοινωνίας (Milosevic et a l , 2003). Ο κίνδυνος από αυτό το πολιτισμικό υπόβαθρο, επισημαίνει ο Μιλόγιεβιτς, είναι εμφανής διότι η συλλογική ενόραση της σύγχρονης κοινωνίας για το μέλλον νεκρώνεται, καθώς το "Star War" γίνεται το πολιτογραφημένο είδος ιστορίας επιστημονικής φαντασίας. Οι άλλες πολιτισμικές κοινότητες βλέπουν τους εαυτούς τους ως κατώτερους, και είτε αναζητούν εκδίκηση μέσω του θρησκευτικού φανατισμού είτε δημιουργούνται σχιζοφρενικές προσωπικότητες οι οποίες προσποιούνται τον «άλλον». Στο πλαίσιο δε της παγκοσμιοποίησης ελαχιστοποιείται η πιθανότητα της πραγματοποίησης ενός διαφορετικού μέλλοντος, στη δημιουργία του οποίου θα συμμετέχουν και οι «άλλοι». Είναι, αναφέρει, πολύ σημαντικό να εξετάσουμε το μέλλον όπως αυτό παρουσιάζεται στην επιστημονική φαντασία μέσω ιστορικών και πολιτισμικών όρων άλλων πολιτισμών και όχι απλώς μέσα από τα κυρίαρχα θέματα της Δύσης, αναπτύσσοντας τη διαδικασία ενός αυθεντικού διαλόγου για τον εαυτό και τον άλλον, το διάστημα και το μέλλον, τους εξωγήινους και τους γήινους ((Milojevic et al., 2003). Αντίθετα ο Ρόμπερτς θεωρεί ότι παρ' όλο που η επιστημονική φαντασία είναι εγκλωβισμένη σε ζεύγη αντιθέσεων ξένος / εξωγήινος-μη ξένος, άνδρας-γυναίκα, γνώστης (ανήκει κάπου-μυημένος)-παρείσακτος, οι συγγραφείς, κυρίως μετά τη δεκαετία του '60, δημιουργούν κείμενα που αντικρούουν την παράδοση και τη μοντερνικότητα, αναζητώντας νέους δρόμους υπέρβασης της διαφορετικότητας (Roberts, 2000).

ΕΞΩΓΗΙΝΑ ΟΝΤΑ-ΑΝΩΜΑΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΖΩΗΣ: 01 ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ Η ιδέα ότι η ανθρωπότητα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με εξωγήινους, οι οποίοι κατά γενικό κανόνα περιγράφονται ως τερατόμορφοι και κακοί, είναι αρχαιότατη. Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα η ιδέα αυτή γνωρίζει νέα έξαρση και φτάνει στην ακραία μορφή της, εκφράζοντας το συλλογικό φαντασιακό, στην επι-


26 I

Ιωάννα Σταύρου

στημονική φαντασία. Τα ανθρωποειδή (οι εξωγήινοι φέρουν πάντα σε κάποιο επίπεδο ανθρώπινα χαρακτηριστικά), οι φανταστικοί αυτοί κάτοικοι άλλων πλανητών αναδιαμορφώνουν την έννοια του «τέρατος» στη διαπίστωση των διαφορών που γίνονται αντιληπτές ως «ανώμαλες κατηγορίες ζωής». Η επιστημονική φαντασία είναι ένας από τους λίγους τόπους της λαϊκής κουλτούρας όπου συχνά αναφέρονται παραδείγματα «ανώμαλων κατηγοριών μορφών ζωής» και στα κείμενα της μπορεί κάποιος να βρει μεγάλη ποικιλία μορφών ζωής σε κατάσταση ανταγωνισμού, επικοινωνίας και ειρηνικής, αρμονικής συνύπαρξης. Όντα και μορφές ζωής προερχόμενα από άλλους πλανήτες πρωτοεμφανίζονται στις Ιστορίες για το Φεγγάρι (Moon Stories) του Κέπλερ (Kepler) και του Συρανό (Cyrano), σατιριζόμενα ήδη στους αθανάτους του Σουιφτ (Swift) όπου ανακατασκευάζεται ο κλασσικός μύθος (Tithonus). Η αντίληψη αυτή αποκορυφώνεται στα έργα των Καμίλ Φλαμαριόν (Camille Flammarion) και Ροσνύ Αινέ (Rosny Aine) (19ος αιώνας, Γαλλία) και αργότερα στα έργα του Στάνλευ Γουέινμπαουμ (Stanley Weinbaum), "A Martian Odyssey", "The Valley of Dreams", "The Mad Moon", "Parasite Planet", "The Lotus Gaters", γραμμένα το 1933-35 (Suvin, 2002). Η αντίληψη του «άλλου» στα κείμενα επιστημονικής φαντασίας διαφοροποιείται, ανάλογα με την ιστορική περίοδο που γράφτηκαν, μεταβαίνοντας από την κυριαρχία ή την απειλή, επομένως και την αφομοίωση, στην αποδοχή. Από το 1960 και μετά, ωστόσο, τόσο στα κείμενα όσο και στα έργα επιστημονικής φαντασίας, κυριαρχεί η υπέρ των εξωγήινων προοπτική, η οποία αντιτίθεται στην προηγούμενη που θεωρούσε όλες τις «μη ανθρώπινες» μορφές ζωής εν δυνάμει απειλή. Κοινό, όμως, χαρακτηριστικό των κειμένων αυτών, είτε αναφέρονται σε εξωγήινους είτε σε μεταλλαγμένα όντα και κλώνους, είναι η «ετεροαναφορική» προσέγγιση, ο προσδιορισμός δηλαδή του Εαυτού μέσω του Άλλου — μην μπορώντας να πούμε ποιοι είμαστε τουλάχιστον μπορούμε να πούμε ποιοι δεν είμαστε και βάσει του τι δεν είμαστε να δημιουργήσουμε την αξία της δικής μας ύπαρξης. Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία, ο «άλλος» θεωρείται «φύσει» κατώτερος, ταυτόχρονα η «διαφορά» αντιμετωπίζεται με πολύ σκληρότερο από πριν τρόπο: δεν δίνεται ποτέ στον άλλον η ευκαιρία να ολοκληρωθεί μέσα στα κυρίαρχα πλαίσια. Η κατωτερότητα αυτή των «άλλων» εκφράζεται μέσα από την τραγική τους «ομοιότητα», όπως στο έργο του Βίλχελμ (Wilhelm) "Where Late the Sweet Birds Sang" (1976), η οποία οδηγεί και στην καταστροφή της κοινότητας τους (Suvin, 2002). Σε πολλά έργα επιστημονικής φαντασίας αυτή η ομοιότητα των «άλλων» μεταξύ τους συνεπάγεται την έλλειψη της ικανότητας του συναισθήματος και της


Εμείς και οι άλλοι: η Ετερότητα στα κείμενα Επιστημονικής Φαντασίας

1 27

γνώσης και ιδιαίτερα της γνώσης του στοιχείου αυτού που δομεί την ατομικότητα και την πρόοδο της. Η μαζικοποίηση και η ομοιομορφία αυτή, είτε αναφέρεται στην εμφάνιση είτε στη νόηση των «άλλων», τους κατατάσσει αυτόματα στην κατηγορία ενός απόμακρου πολιτισμικά καθυστερημένου ατομικισμού, συμβάλλοντας στην επιχειρηματολογία της νεορατσιστικής ιδεολογίας, αυτής του συμβολικού ρατσισμού (Κωνσταντοπούλου, 2000).

CYBORGS-HYBRIDS-ARTIFICIAL INTELLIGENCE - 0 ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ Οι αναφορές στα cyborgs και στα hybrids καθώς και οι αναφορές στην τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence) αφορούν την αλληλεπίδραση των ανθρώπινων όντων με την τεχνολογία, όπως συμβαίνει στα έργα του Φίλιπ Ντικ (Philip Dick) και του Ρόμπερτ Χάινλάίν (Robert Heinlein). Στα κείμενα αυτά η αλληλεπίδραση του «άλλου» με το υποκείμενο έγκειται στη βάση της αλληλεπίδρασης του υποκειμένου με τα ίδια του τα δημιουργήματα. Η κατάσταση στα συγκεκριμένα έργα είναι ιδιαίτερα παράξενη, οι σκιαγραφήσεις του υποκειμένου αρχίζουν να ξεθωριάζουν, καθώς αντιλαμβανόμαστε ότι οι διαφορετικοί χαρακτήρες είναι στην πραγ��ατικότητα όψεις ενός και του αυτού προσώπου. Στα κείμενα βέβαια του Φ. Ντικ ο αναγνώστης αναρωτιέται, επίσης, σε ποιο μέρος του κειμένου αντιτίθεται ο χαρακτήρας του κεντρικού ήρωα στον ίδιο το συγγραφέα. Τα Androids, επίσης, μοιάζουν να παρουσιάζουν μια καθαρή αίσθηση του υποκειμένου και ταυτόχρονα τόσο θολή που να αναρωτιόμαστε ποιος είναι ο άνθρωπος. Τα επικίνδυνα «αυτόματα», από τα οποία προέρχονται τα cyborgs και τα Androids, άρχισαν να εμφανίζονται στην επιστημονική φαντασία από τις αρχές του 1800 και ο όρος «ρομπότ»3 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του Τσέχου συγγραφέα Karel Capek "R.U.R. Rossum's Universal Robots" το 1921, για να δηλώσει τον εργάτη, και αποτέλεσε κεντρικό θέμα της επιστημονικής φαντασίας μέχρι τη δεκαετία του '50, όταν οι τεράστιοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ανέδειξαν την πιθανότητα ενός μέλλοντος (cybernetic future) το οποίο κυριαρχείται από τα δημιουργήματα της Κυβερνητικής και τον έλεγχο της ανθρώπινης κοινωνίας από τα όντα του κυβερνοχώρου (Stableford, 1987) Συνήθως τα όντα του κυβερνοχώρου παρουσιάζονταν να κυριαρχούν ή να 3.

Η λέξη «Ρομπότ», προέρχεται από την Τσεχοσλοβάκικη λέξη Robota που σημαίνει εξαναγκασμένη εργασία, αγγαρεία, δουλοπάροικος.


28 I

Ιωάννα Σταύρου

κατακτούν την ανθρωπότητα, σκόπιμα ή συμπτωματικά. Η σύγκρουση του Hal και των αστροναυτών στο έργο του Άρθουρ Κλαρκ (Α. Clarke) 2001 συνεχίζει την παράδοση. Από το '50 και μετά όμως η επιστημονική φαντασία αγωνίζεται να πετύχει την «ανθρωποποίηση» του «Άλλου» και να εγκαθιδρύσει διευρυνόμενα όρια της πολιτικής κοινότητας (Stableford, 1987). Π.χ., στο έργο του Φ. Ντικ Do Androids Dream of Electric Sheep?, το οποίο γυρίστηκε ταινία με τον τίτλο Blade Runner, παρουσιάζει τις σκλαβωμένες γενετικά μηχανές ως επικίνδυνες για την ανθρωπότητα αλλά ταυτόχρονα να δικαιούνται τα δικαιώματα του πολίτη. Συγγραφείς όπως ο Λέστερ Ντελ Ρέυ (Lester Del Rey) και Κλίφορντ Σίμακ (Clifford Simak) αρχίζουν να παρουσιάζουν τις σκεπτόμενες μηχανές με συμπάθεια, εξετάζοντας την πιθανή υποψηφιότητα τους για απόκτηση ιθαγένειας. Αλλά οι συνεκδοχές των νοημόνων όντων του κυβερνοχώρου παρουσιάστηκαν στη δεκαετία του '60 από τους ριζοσπάστες συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, οι οποίοι υπολόγιζαν τη σφοδρή αντιπαράθεση για την κατάκτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια μελλοντική χρονική περίοδο σκεπτόμενων μηχανών. Ο Ρόμπερτ Χάινλάίν το 1966, στο έργο του "The Moon is a Harsh Mistress", παρουσιάζει μια Τεχνητή Νοημοσύνη ως σύμμαχο σε μια αναρχική εξέγερση. Ο Ισαάκ Ασίμοφ (1968) στο έργο του "Segregationist" εξομοιώνει την προσπάθεια άρνησης της ιθαγένειας στη σκεπτόμενη μηχανή με τον Τζιμ Κρόου (Jim Crow) (Hughes, 1995). Η παρουσίαση των αφυπνισμένων μηχανών ως εχθρών της ανθρωπότητας παραχωρεί τη θέση της στην παρουσίαση τους ως συμμάχων της ανθρωπότητας. Η αντιμετώπιση της σκεπτόμενης μηχανής μέσα στα έργα επιστημονικής φαντασίας δείχνει για άλλη μια φορά τη σταδιακή μετατόπιση από τον τρόμο στην αποδοχή. Το μεταανθρώπινο «τέρας», cyborg, Androidts, είναι μια οριακή φιγούρα που δημιουργεί αντιφατικές συζητήσεις και σηματοδοτεί πιθανώς αντιφατικά μηνύματα. Είναι αυτή η αντίφαση που χαρακτηρίζει το «τέρας», προκαλώντας αγωνίες που αφορούν τα όρια του ανθρώπινου σώματος. Τα «τέρατα» απειλούν και ταυτόχρονα συντηρούν την ανθρώπινη ακεραιότητα προσφερόμενα ως μια αποκλίνουσα κατηγορία, μέσω της οποίας ορίζονται τα όρια της φυσιολογικής φυσικής ανθρώπινης ταυτότητας. Οι θεωρητικοί της επιστημονικής φαντασίας έχουν διατυπώσει την άποψη ότι το «τέρας» λειτουργεί και ως Άλλος σε σχέση με τον ομαλοποιημένο εαυτό αλλά και ως μια τρίτη κατάσταση υβριδικής οντότητας, η οποία διακόπτει τη δομή του υποκειμένου, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή με όρους ιεραρχικής δυαδικότητας (Toffoletti, 2004).


Εμείς και οι άλλοι: η Ετερότητα στα κείμενα Επιστημονικής Φαντασίας

1 29

Ο Ρόσι Μπραϊντότι (Rosi Braidotti) ισχυρίζεται ότι η ύστερη, μεταμοντέρνα, μεταβιομηχανική κοινωνία γοητεύεται με φιγούρες που βρίσκονται στα όρια, τοποθετώντας τέτοιες φόρμες στο πλαίσιο μιας αυξανόμενης τεχνολογικής πολιτισμικής ατμόσφαιρας όπου οι «τερατώδεις φιγούρες άλλων» διασταυρώνονται και συνεπώς μεταβάλλονται με τα σύγχρονα τεχνοπολιτισμικά τεχνουργήματα. Σε πολλά κείμενα επιστημονικής φαντασίας, κυρίως σε κείμενα πριν από το '60, τα τεχνουργήματα αυτά, τα οποία είναι συγχώνευση έμβιων όντων και μηχανών (με τα τεχνητά, μεταανθρώπινα σώματα τους), απέχουν των φυσιολογικών χαρακτηριστικών, επομένως δεν έχουν και φύλο ούτε μπορούν να συγκαταλεχθούν στα βιολογικά όντα ή στα προϊόντα τεχνολογίας. Αυτές οι μεταανθρώπινες φόρμες δημιουργούν νέες πιθανότητες για την υποκειμενικότητα, που βρίσκονται πέρα από την ταύτιση με τον άλλο (Braidotti, 1996, Badmington, 2003, Hayles, 2003). Όντας μη βιολογικά όντα αλλά ούτε μηχανές, τα «δημιουργήματα» αυτά αποσταθεροποιούν το status της εικόνας που αντιπροσωπεύει είτε τον Εαυτό είτε τον Άλλον. Αυτός ο τρόπος αυτός παρουσίασης εξαλείφει τις διαφορές διαβρώνοντας τις αντιθέσεις μεταξύ Εαυτού / Άλλου, τις οποίες ταυτόχρονα ανασκευάζει και υποστηρίζει. Σε αυτό που ο Μπωντριγιάρ ορίζει ως «καταστροφική διαδικασία» αυτή η αποκήρυξη της διαφορετικότητας λειτουργεί στο να προκαλέσει μια σειρά διαφορών πέρα από τη διαλεκτική οικονομία που υποστηρίζει η πολιτική ιδεολογία της ταυτότητας. Στο πλαίσιο αυτό αναδύεται, όπως αναφέρει ο Μιλόγιεβιτς, «ένας ύπουλος ρατσισμός, που συνίσταται στην πίστη της υπεροχής του "ορθολογικού" τεχνικού πολιτισμού [...] σε σχέση με τις άλλες πολιτισμικές εκφράσεις» (Milosevic et al, 2003). Αυτή η σύγχρονη θεοποίηση της τεχνολογίας είναι μια φαινομενικά ανώδυνη δοξασία που νομιμοποιεί ό,τι προέρχεται από τη «νέα τεχνολογία», μέσα από το μύθευμα της οποίας ανανεώνονται παλιές και συντηρητικές αξίες. Αφ' ενός πρόκειται για μια φαντασίωση δυνατής συναλλαγής με μια «μηχανή» που θα μπορούσε να έχει όλα τα χαρίσματα, εκτός ίσως από το χάρισμα του να επιχειρηματολογεί διαφορετικά. Αφ' ετέρου, εκμηδενίζοντας την έννοια του «άλλου» (του δυνατού διαφορετικού), αφού ο άλλος αποτελεί όλο και περισσότερο παραλλαγή του ενός, το «διαφορετικό» εκμηδενίζεται. Οι δυο προαναφερθείσες (κυρίαρχες και ιδεοτυπικές) δυτικοκεντρικές στάσεις έχουν επηρεάσει τη σύγχρονη σκέψη σε σχέση με τη «διαφορά» αλλά και με την ανεκτικότητα προς αυτήν: έτσι, είτε αποδεχόμαστε τη διαφορά αλλά δεν επιθυμούμε την «ενσωμάτωση» της (οπότε δεν υπάρχει κανένα σημείο πολιτισμικής προ-


30 I

Ιωάννα Σταύρου

σέγγισης), είτε επιβάλλουμε τα δικά μας πρότυπα (δηλαδή την καταστρέφουμε). Ο «κυβερνοχώρος» στην επιστημονική φαντασία, αναφέρει ο Κέβιν Ρόμπινς (Kevin Robins), προβάλλεται ως «εικονικό εργαστήριο προκειμένου να αναλυθεί η μεταανθρώπινη κατάσταση, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης ανάμεσα στον νοητικό χώρο και το σωματικό άλλο». Εντούτοις, συχνά αυτό το «σωματικό άλλο» τείνει να εξαφανιστεί στα a priori κενά της ανυπέρβλητης ανθρωποκεντρικής επιθυμίας (Farnell, 2000). Στις ιστορίες επιστημονικής φαντασίας των Τζοάννα Ρας (Joanna Russ), Σάμιουελ Ντιλέινυ (Samuel Delany), Τζον Βάρλεϋ (John Varley), Τζέιμς Τίπτρι (James Tiptree), Οκτάβια Μπάτλερ (Octavia Butler), Μονίκ Γουίτινγκ (Monique Witting) και Βόντα Μακίντυρ (Vonda Mclntyre) εξερευνούμε την ενσωμάτωση σε κόσμους υψηλής τεχνολογίας, δηλαδή το μύθο για τις ταυτότητες και τα όρια, ο οποίος διαποτίζει τις πολιτικές φαντασιώσεις του τέλους του 20ού αιώνα (Haraway, 1991). Αναδεικνύεται ένας σύγχρονος «μεταμοντέρνος» πολιτισμός λίγο ως πολύ κοινός στους λαούς του Πλανήτη μέσα από τη χρήση των νέων τεχνολογιών και την προσφορά της παγκοσμιοποιημένης πολιτισμικής κοινωνίας, όπου θεωρείται στην ουσία διαφορετικός εκείνος που διανοείται να σκεφτεί «διαφορετικά». Ενδεχομένως, όμως, η συνολική θεώρηση των cyborgs να μπορεί να μας βοηθήσει να βγούμε από τον λαβύρινθο των δυαδισμών, στους οποίους έχουμε εγκλωβιστεί, που σημαίνει ότι έχοντας τη δυνατότητα να κατασκευάζουμε και να καταστρέφουμε μηχανές, ταυτότητες, κατηγορίες, σχέσεις ή διαστημικές ιστορίες μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο σκέψης μας για να ανθήσει ένας καινούργιος τύπος ανθρώπινων σχέσεων, γιατί «μόνο η διαπίστωση της ατέλειας μας και η αναζήτηση της συμπληρωματικότητας μέσα στη διαφορά μπορούν να θεραπεύσουν τους ακρωτηριασμούς που έχουμε υποστεί και που δεν μας αφήνουν να είμαστε πλήρως ανθρώπινοι» (Haraway, 1991).

ΑΝΑΦΟΡΕΣ Badmington, N. (2003), "Theorizing Posthumanism", Cultural Critique, 53. σ. 10-27 Baudrillard, J. (1994), "Simulacra and Science Fiction", Simulacra and Simulation, Ann Arbor: University of Michigan Press. Benthien, C. (2002), Skin: On the Cultural Border between Self and the World, New York: Columbia University Press.


Εμείς και οι άλλοι: η Ετερότητα στα κείμενα Επιστημονικής Φαντασίας

1 31

Braidotti, R. (1996), "Signs of Wonder and Traces of Doubt: On Teratology and Embodied Differences", Between Monsters, Goddesses and Cyborgs: Feminist Confrontations with Science, Medicine and Cyberspace. London and New Jersey: Zed Books, σ. 135-152. Clastres, P. (1994), Archeology of Violence, translated by J. Herman, Semiotext(e), New York σ. 46-64 Farnell, Ross (2000), "Attempting Immortality: AI, A-Life, and the Posthuman in Greg Egan's Permutation", Science Fiction Studies, 80, 29:1, σ. 69-91 Hayles, K. (2003), "Afterword: The human in the posthuman", Cultural Critique, 53, σ. 134-137 Jackson, E. (1997), Out There: Science Fiction Practice and Theory, στο κεφάλαιο "The Critical Thinking of Samuel Delany", U. California, Santa Cruz Jameson, F. (1982), "Progress Versus Utopia; or, Can We Imagine the Future?", Science Fiction Studies, 27, 9:2, σ. 148-158. Haraway, D. (1985), "A Manifesto for Cyborgs: Science, Technology, and Socialist Feminism in the ...1980s", Socialist Review, 15, 2, σ. 65-107. Haraway, D. (1991), Simians, Cyborgs and Women: The Reinvention of Nature, New York: Routledge, σ. 149-181. Hughes, J. (1995), "Aliens, Technology and Freedom: SF Consumption and SocioEthical Attitudes", Futures Research Quartely, 11(4), σ. 39-58. Κωνσταντοπούλου, Χ. (2000), «Αναφορά στην Έννοια και στις Όψεις των Σύγχρονων Αποκλεισμών», στον συλλογικό τόμο «Εμείς» και οι «Άλλοι»Αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, Αθήνα: ΕΚΚΕ-τυπωθήτω. Ναυρίδης, Κ., Χρηστάκης, Ν. (1997). ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ: Ψυχοκοινωνική συγκρότηση. Αθήνα: Καστανιώτης. Pinsky, M. (2003), Future Present: Ethics and / as Science Fiction, Madison NJ: Dickinson University Press, London: Associated University Presses. Roberts, A. (2000), Science Fiction, New York: Routledge. Ronda, S. (2003), "Our Bodies, Ourselves, Technology and Questions of Ethics: Cyberfeminism and the Lived Body", Australian Feminist Studies, 18.40, σ. 45-55. Rossini, M. (2003), "Science / Fiction: Imagineering Posthuman Bodies", παρουσίαση στο Gender and Power in the New Europe, the 5th European Feminist Research Conference August 20-24, 2003, Lund University, Sweden. Sim, S. (1999), Critical Dictionary of Postmodern Thought, USA: Bruner-


32 I

Ιωάννα Σταύρου

Routledge. Stableford, B. (1987) The Sociology of Science Fiction, Borgo Press, U.K. Στενού, Κ. (1998), Εικόνες του Άλλου. Η ετερότητα: Από τον Μύθο στην Προκατάληψη. Αθήνα: Εξάντας-Εκδόσεις Unesco Suvin, D. (2002), "Science Fiction Parables of Mutation and Cloning as / and Cognition", in Biotechnological and Medical Themes in Science Fiction, D. Pastourmatzi (Ed.), University Studio Press, Θεσσαλονίκη Thacher, E. (2000), "Fakeshop: Science Fiction, Future Memory & The Technoscientific Imaginary", www.ctheory.net/text_file. Toffoletti, K. (2004), "Catastrofhic Subjects: Feminism, the Posthuman, and Difference", thirdspace, 3 (2), σ. 1-13

WE AND THE OTHERS: THE ALTERITY (OTHERNESS) IN SCIENCE FICTION TEXTS Ioanna Stavrou Department of Education, University of Athens Science Fiction has a long-established tradition of exploring mirrors of humanity in the form of aliens, androids or cyborgs, reading the "alien" as a metaphor for our relationship with other humans, or exploring the widespread trope of artificial intelligence as the alternative to humanity. The science fiction narration is generally a discovery of Otherness - the true name or nature of some (possibly dangerous) "other" beyond humankind. But a truly disturbing vein of science fiction is the discovery of the "other" within. In this regard, the alterity in science fiction contains an "implicit other" and an "explicit other", thus articulating the specific problem or question addressed: How do we achieve being human through our representation of the other? The "other" in science fiction's texts offers a point of negotiation between a critique of the future and the present mapping of the "self". In such an instance, by integrating techno science with science fiction narrative, a unique, ambiguous and affective zone is opened up in which real subjects intersect with future visions. Working on the symbolic level, such a strategy is also a remembering and a dis-membering of how "self" is constructed in the future and present visions of technology.


Εμείς και οι άλλοι: η Ετερότητα στα κείμενα Επιστημονικής Φαντασίας

1 33

Apart from being an oracle of future prediction, science fiction leads to the recognition of the limits of the "self" conceived as Identity and Alterity. The science fiction's texts problematize notions of Otherness as well as the storytelling itself. Through the notion of the "alien" encounter in science fiction texts, we could displace our one-sided attempts to control the "other", our xenophobia and could extend the possibilities for social changes in a present and a future history.


ΚΡΙΤΙΚΗ/ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΕΚΜΙΔΕΥΙΗ: 4/06,35-44

Λόγος για τη δια βίου μάθηση: μια ανάλυση των νομοθετικών σχεδίων για τη θεσμοθέτηση της δια βίου εκπαίδευσης στην Ελλάδα Ελένη Γιαννακοπούλου Ελληνικό Ανοιχτό

Πανεπιστήμιο

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Θα επιχειρήσω να εκθέσω τα κύρια στοιχεία μιας κριτικής ανάλυσης του λόγου (discourse) για τη διά βίου μάθηση και εκπαίδευση (οι όροι μάθηση και εκπαίδευση στη συγκεκριμένη συζήτηση συγχέονται) που διατυπώθηκε στο πρόσφατο παρελθόν από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αρχικά και της ΝΔ στη συνέχεια. Οι έννοιες διά βίου μάθηση και εκπαίδευση εισάγονται την τελευταία δεκαετία στον ελληνικό πολιτικό λόγο σε άμεση συσχέτιση με τις πολιτικές για την κατάρτιση που αναπτύσσονται στην ΕΕ (σχετικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 1995:

Για μια κοινωνία μάθησης, απόφαση γνωστή ως Λευκή

Βίβλος, 1997: Για μια Ευρώπη της γνώσης, 2001: Για τη δημιουργία του ευρωπαϊκού χώρου διά βίου μάθησης) και με τις χρηματοδοτήσεις των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο οι ελληνικές κυβερνήσεις την τελευταία δεκαετία θεσμοθέτησαν δομές διά βίου μάθησης πρωτίστως στα πανεπιστήμια. Τα ελληνικά πανεπιστήμια ανέπτυξαν δραστηριότητες που μπορούν τυπικά να ενταχθούν σε αυτό που αποκαλείται «διά βίου εκπαίδευση». Η πρώτη αφορούσε την ίδρυση και λειτουργία ΚΕΚ, από το 1994,

τα οποία προσφέρουν

προγράμματα επαγγελματικής εξειδίκευσης διαφόρων τύπων σε πτυχιούχους πανεπιστημίων, με στόχο τον εκσυγχρονισμό των γνώσεων και την ανταπόκριση τους στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Τα πανεπιστημιακά ΚΕΚ είναι πιστοποιημένα από το ΕΚΕΠΙΣ και αναπτύσσουν δραστηριότητες σχεδόν αποκλειστικά χρηματοδοτούμενες από τα ευρωπαϊκά προγράμματα.


36 I

Ελένη Γιαννακοπούλου

Η δεύτερη δραστηριότητα, τα γνωστά προγράμματα σπουδών επιλογής (ΠΣΕ), το 1997, επιδίωξαν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Είχαν πολλά στοιχεία με τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν δραστηριότητες διά βίου εκπαίδευσης, όμως η σχεδόν καθολική αντίθεση των πανεπιστημίων, βασισμένη στο γεγονός ότι απαιτούσαν δίδακτρα και δέχονταν φοιτητές έξω από το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων, οδήγησε στην αποτυχία τους. Τυπικά το Συμβούλιο της Επικρατείας χαρακτήρισε την ίδρυση τους αντισυνταγματική. Οι αρνητικές εμπειρίες των Π Σ Ε έχουν επιδράσει στη διαμόρφωση μιας επιφυλακτικής στάσης των πανεπιστημιακών παραγόντων αλλά και των πολιτικών νεολαιών απέναντι στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων με χαρακτηριστικά διά βίου εκπαίδευσης στα πανεπιστήμια. Γενικά πρέπει να επισημανθεί ότι όλες οι πρωτοβουλίες των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων ετών για τη θεσμοθέτηση δομών διά

βίου μάθησης ή

εκπαίδευσης συναρτώνται στενά με εκπαίδευση ή κατάρτιση που κατά τις διακηρύξεις τους στοχεύει στην προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της οικονομίας και στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Η επισήμανση αυτή είναι αναγκαία για τη κατανόηση του λόγου (discourse) για τη διά βίου μάθηση ή εκπαίδευση στην Ελλάδα, που θα προσπαθήσω να εκθέσω συνοπτικά.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ Η εισήγηση αναφέρεται σε επιλεγμένα κείμενα εκπαιδευτικής πολιτικής και εντοπίζει σ' αυτά τα κείμενα λόγους (discourses) οι οποίοι αποτυπώνουν προσεγγίσεις της διά βίου μάθησης και εκπαίδευσης. Υιοθετεί γι' αυτό μια εκδοχή της «κριτικής ανάλυσης λόγου», μιας μεθόδου ανάλυσης λόγου, γραπτού ή προφορικού, η οποία στοχεύει στη διερεύνηση των σχέσεων ανάμεσα στις πρακτικές λόγου, στις ρητορικές των κειμένων, στα γεγονότα αναφοράς και στις ευρύτερες, συναφείς, κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες. Η κριτική ανάλυση λόγου εκκινεί από τη (διατυπωμένη από τον Φέρκλαφ) παραδοχή ότι οι πρακτικές λόγου και οι ρητορικές των κειμένων διαμορφώνονται από σχέσεις εξουσίας και σφραγίζονται από κοινωνικά συμφέροντα (Fairclough, 1992, 2 0 0 1 · , 2001 β). Σύγχρονες προσεγγίσεις στην εκπαιδευτική πολιτική χρησιμοποιούν εκδοχές της κριτικής ανάλυσης λόγου (π.χ. Ball, 1990. Fairclough, 1993, 2001a. Falk, 1994. Luke, 1997. Taylor, 1997. Taylor et al. 1997. Yeatman, 1990), θεωρώντας ότι η πολιτική της εκπαίδευσης ή καλύτερα η πολιτική για την εκπαίδευση


Λόγος για τη δια βίου μάθηση: μια ανάλυση των νομοθετικών σχεδίων...

1 37

αποτελεί ένα πεδίο αντιπαράθεσης επί του νοήματος ή μια «πολιτική λόγου» (politics of discourse). Τα αποτελέσματα της πολιτικής αντιπαράθεσης για την εκπαίδευση είναι η έκβαση της πάλης ανάμεσα σε «υποστηρικτές πολιτικών σχεδίων με διαφορετικούς στόχους, όπου η γλώσσα ή ακριβέστερα ο λόγος αποτελεί μέρος μιας τακτικής» (Fulcher, 1989, σ. 7). Αυτές οι προσεγγίσεις στην εκπαιδευτική πολιτική αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποτελεσματικές φωτίζοντας τις πολιτικές χρήσεις του λόγου στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και αναδεικνύοντας την πολλαπλότητα των σχέσεων ανάμεσα στα πολιτικά κείμενα για την εκπαίδευση και στο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό ή πολιτιστικό τους πλαίσιο κατά περίπτωση. Στην ανάλυση λόγου, στοιχεία της οποίας παρουσιάζονται εδώ, θεωρήθηκε κύρια μονάδα ανάλυσης το «κείμενο». Τα «κείμενα» στην κριτική ανάλυση λόγου αντιμετωπίζονται ως κοινωνικές πράξεις, ως περιπτώσεις γραπτού ή και προφορικού λόγου συνεκτικές και πλήρεις νοήματος, των οποίων ούτε η μορφή ούτε η ρητορική είναι τυχαία ή αυθαίρετα. Ειδικοί τύποι κειμένων ή γένη κειμένων (genre) συγκεκριμένες, συμβατικές, κοινωνικές λειτουργίες. Ειδικοί τύποι κειμένων, δηλαδή, επιχειρούν να παρέμβουν και να έχουν επιπτώσεις στους κοινωνικούς θεσμούς και στις κοινωνικές διεργασίες με προβλεπτά συμβολικά ή υλικά αποτελέσματα. Τα κείμενα, η ανάλυση των οποίων παρουσιάζεται εδώ, είναι σχέδια νόμων, εισηγητικές εκθέσεις και τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών για την ίδρυση δομών διά βίου εκπαίδευσης στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ. Τα κείμενα αυτά αποτελούν ένα γένος κειμένων. Η ανάλυση τους εντοπίζεται στις διαλογικές (interdiscursive) και κατά περίπτωση στις αναπαραστατικές και αποδίδουσες αξία όψεις της λειτουργίας των κειμένων. Η δια λογικότητα (interdiscursivity) αναφέρεται στους λόγους οι οποίοι συμπυκνώνονται σε ένα κείμενο και στους τρόπους με τους οποίους οι λόγοι αυτοί συμπλέκονται μεταξύ τους. Στην κριτική ανάλυση λόγου η ανάλυση της διαλογικότητας αποτελεί ένα ενδιάμεσο επίπεδο ανάλυσης των κειμένων, η οποία επιχειρεί να συνδυάσει μια γλωσσική με μια κοινωνική ανάλυση (Fairclough, 1992, 2001a). Εδώ δεν παρουσιάζεται μια πλήρης ανάλυση, αλλά μια επιλεκτική έκθεση μερικών χαρακτηριστικών ενός κυβερνητικού λόγου, ο οποίος πέρα από τη διά βίου επιδιώκει να νομιμοποιήσει ευρύτερες και ιδιαίτερα κρίσιμες αλλαγές στην ελληνική εκπαίδευση.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ Το πρώτο κείμενο για τη διά βίου μάθηση ή εκπαίδευση που δημοσιοποιείται στην Ελλάδα αφορά τη δημιουργία δομών στα πανεπιστήμια, τιτλοφορείται


38 I

Ελένη Γιαννακοπούλου

«Σχέδιο νόμου για την οργάνωση και λειτουργία των ινστιτούτων διά βίου εκπαίδευσης» και παρουσιάζεται ως Πρόταση Ομάδας Εργασίας ΥΠΕΠΘ το 2001. Το κείμενο αυτό ουσιαστικά κατηύθυνε και οριοθέτησε τη μετέπειτα σχετική συζήτηση. Περιόρισε την έννοια της «διά βίου μάθησης» στη «διά βίου εκπαίδευση», ορίζοντας τη δεύτερη ως «κάθε είδους και διάρκειας εκπαιδευτικά προγράμματα, τα οποία απευθύνονται σε κατόχους πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή σε άτομα ηλικίας άνω των 25 ετών, κατόχους τίτλου [...] δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης [...] με σκοπό τη διεύρυνση των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών τους επιλογών, την επιμόρφωση, τον εμπλουτισμό, την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους». Τα προγράμματα αυτά «μπορεί να έχουν είτε ακαδημαϊκό είτε επιμορφωτικό προσανατολισμό» (Άρθρο 1-Ορισμοί) και η φοίτηση σε αυτά να είναι «μικρής ή παρατεταμένης διάρκειας, μερική ή εντατική, με ευέλικτο ωράριο προσαρμοσμένο στις ανάγκες των εκπαιδευομένων. Η διδασκαλία μπορεί να πραγματοποιείται ακόμη και κατά τις νυκτερινές ώρες, τα Σάββατα, τις αργίες και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών» και να διεξάγεται «και με μεθόδους εξ αποστάσεως εκπαίδευσης με χρησιμοποίηση των συγχρόνων τεχνολογιών». Οδηγούν σε Πιστοποιητικό Επιμόρφωσης, ή και σε χορήγηση ισότιμου πτυχίου ΑΕΙ ή ΤΕΙ (Άρθρο 4-Προγράμματα διά βίου Εκπαίδευσης). Στο ίδιο κείμενο προβλέπεται η ίδρυση σε κάθε πανεπιστήμιο ενός Ινστιτούτου διά βίου Εκπαίδευσης για την «οργάνωση και λειτουργία των προγραμμάτων και των εν γένει δραστηριοτήτων διά βίου Εκπαίδευσης» και για την «πραγματοποίηση» προγραμμάτων συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης μέσω των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης κάθε ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα Ινστιτούτα διά βίου Εκπαίδευσης «αποτελούν αποκεντρωμένες υπηρεσίες με πλήρη διοικητική αυτοτέλεια και δικαιοπρακτική ικανότητα για την πραγματοποίηση του σκοπού τους» (Άρθρο 2-Ινστιτούτα διά βίου Εκπαίδευσης). Κύριο κριτήριο για την ίδρυση ενός Ινστιτούτου διά βίου Εκπαίδευσης σε ένα πανεπιστήμιο, όπως ορίζεται στο κείμενο, είναι η «ζήτηση της αγοράς εργασίας και των σχετικών ατομικών και κοινωνικών προσδοκιών» σε συνδυασμό με «την ικανότητα του Ιδρύματος να ανταποκριθεί στην προβλεπόμενη ζήτηση αλλά και της δυνατότητας του [...] σε σχέση με την υπάρχουσα τεχνογνωσία, το διαθέσιμο στελεχιακό δυναμικό και την υφιστάμενη υποδομή» (Άρθρο 3 -Διαδικασία και προϋποθέσεις ίδρυσης ενός ΙΔΕ). Τέλος, σύμφωνα με το κείμενο, τα Ινστιτούτα διά βίου Εκπαίδευσης «δεν διαθέτουν δικές τους οργανικές θέσεις εκπαιδευτικού, τεχνικού ή λοιπού προσωπικού»


Λόγος για τη δια βίου μάθηση: μια ανάλυση των νομοθετικών σχεδίων...

1 39

και για τη λειτουργία αξιοποιούν το προσωπικό του οικείου ιδρύματος ή προσλαμβάνουν συμβασιούχους διδάσκοντες με διάφορους τύπους συμβάσεων, ακόμη και όταν δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, αλλά προέρχονται «από τον χώρο της παραγωγής [...] και διαθέτουν εμπειρία και γνώση που κρίνονται αναγκαίες» (Άρθρο 10- Προσωπικό των Ινστιτούτων διά βίου Εκπαίδευσης). Το πρώτο όμως κυβερνητικό κείμενο δημοσιοποιείται το 2003 ως «προσχέδιο νόμου για Εθνικό σύστημα διασφάλισης και αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης, Ινστιτούτα διά βίου Εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις». Αυτό το προσχέδιο ενσωματώνει την προηγούμενη πρόταση, αλλά όμως σε ένα κείμενο το οποίο προδιαγράφει ένα σύστημα διασφάλισης και αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης ως μια υποχρέωση απορρέουσα από τη διακήρυξη της Μπολόνια για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης. Αυτό ακριβώς το γεγονός συνέβαλε στην ενίσχυση της υπόθεσης ότι η δημιουργία δομών διά βίου εκπαίδευσης θα χρησιμοποιηθεί για τη μετάλλαξη του πανεπιστημίου. Ιδιαίτερα όταν σε αυτό το προσχέδιο η ίδρυση ενός Ινστιτούτου διά βίου Εκπαίδευσης σε κάθε πανεπιστήμιο δεν προβλέπεται ως δυνατότητα αλλά επιβάλλεται ως υποχρέωση. Αυτό το προσχέδιο, ελαφρά τροποποιημένο και συνοδευόμενο από εισηγητική έκθεση, παρουσιάζεται την ίδια χρονιά ως «σχέδιο νόμου: Εθνικό σύστημα διασφάλισης και αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης, Ινστιτούτα διά βίου Εκπαίδευσης, Διεθνές Ελληνικό Πανεπιστήμιο και άλλες διατάξεις» (Νοέμβριος 2003). Έχει απαλειφθεί η δυνατότητα των Ινστιτούτων διά βίου Εκπαίδευσης να απονέμουν πτυχία πανεπιστημιακού επιπέδου και περιορίζονται στην απονομή πιστοποιητικών διαφόρων τύπων ανάλογα με τη διάρκεια των σπουδών και τα εκπαιδευτικά προσόντα των σπουδαστών. Όμως, και αυτό εμφανίζεται πρώτη φορά, το σχέδιο νόμου παρέχει τη δυνατότητα στους σπουδαστές να αντιστοιχούν συναφή επαγγελματική εμπειρία με μία ή περισσότερες Διδακτικές Ενότητες ενός Προγράμματος ΔΒΕ (Άρθρο 13-Προγράμματα διά βίου Εκπαίδευσης). Στην εισηγητική έκθεση αυτού του σχεδίου νόμου παρουσιάζεται για πρώτη φορά αναλυτικά η λογική όλων των προηγούμενων, αλλά και των επόμενων νομοθετικών σχεδίων και προτάσεων. Επειδή απευθύνεται στο Κοινοβούλιο ο τύπος του κειμένου (το γένος, genre) είναι υβριδικός. Περιλαμβάνει πληροφοριακά στοιχεία για τη διά βίου εκπαίδευση και πολιτικές θέσεις για την ανάπτυξη της αλληλένδετα με μια ρητορική εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, βασισμένη στην


40 I

Ελένη Γιαννακοπούλου

παραδοχή ότι οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές έχουν σε όλες τις χώρες του κόσμου αναπόφευκτες επιπτώσεις. Μερικά σχόλια για τα γλωσσικά χαρακτηριστικά αυτού του κειμένου είναι αναγκαία. Η λογική και οι στόχοι της διά βίου εκπαίδευσης διατυπώνονται με τη μορφή μιας συνεπαγωγής στην οποία «τα υπάρχοντα προβλήματα / οι ανάγκες / οι απαιτήσεις / οι προκλήσεις απαιτούν λύσεις / απαντήσεις / αντιδράσεις». Ειδικότερα, «οι σύγχρονες οικονομικές / κοινωνικές / επιστημονικές / τεχνολογικές εξελίξεις επιβάλλουν / απαιτούν αλλαγές στην εκπαίδευση, η οποία θα παρακολουθήσει τις / ανταποκριθεί στις εξελίξεις αυτές μόνο και εάν προσαρμοστεί ανάλογα». Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό κάθε κυβερνητικού λόγου: η λύση στο πρόβλημα είναι η λύση που προτείνει η κυβέρνηση στο συγκεκριμένο κείμενο. Όλο το κείμενο της εισηγητικής έκθεσης διαπνέεται από μια λογική «αναγκαιότητας» εκφρασμένη με ρήματα που διατυπώνουν υποχρέωση ή απαίτηση (π.χ. επιβάλλεται, πρέπει, είναι ανάγκη). Οι όροι «μάθηση» και «εκπαίδευση» χρησιμοποιούνται αδιάκριτα και οι έννοιες τους συγχέονται. Η αιτιολόγηση μάλιστα αυτής της εννοιολογικής ταύτισης είναι χαρακτηριστικό ενός λόγου πολιτικής ασάφειας: «Διεθνώς σήμερα χρησιμοποιείται ο όρος 'lifelong learning (L.L.L.), ο οποίος εκφράζει τόσο το αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας που είναι ακριβώς η "διά βίου μάθηση", όσο και τον θεσμό, αλλά και το μέσο, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται αυτό το αποτέλεσμα, που είναι η "διά βίου εκπαίδευση". Στο προτεινόμενο σχέδιο νόμου όμως χρησιμοποιείται ο όρος "διά βίου εκπαίδευση", γιατί το κέντρο βάρους του σχεδίου νόμου βρίσκεται ακριβώς στη δημιουργία του θεσμού και στο χτίσιμο του οικοδομήματος μέσω του οποίου θα υλοποιηθεί ο θεσμός. Τούτο δεν σημαίνει ότι υποβαθμίζουμε τη σημασία της ατομικής ευθύνης που συνδέεται με τη διαδικασία της μάθησης. Απλώς, δεν επικεντρώνουμε στη "μάθηση". Και τούτο, γιατί ακριβώς η επικέντρωση στη "μάθηση" καθιστά το "μανθάνειν" ατομική υπόθεση του κάθε πολίτη, την οποία αποσυνδέει από οργανωμένες και συλλογικές διαδικασίες που πρέπει να θεσμοθετούνται με την ευθύνη της Πολιτείας και ευρύτερα του κοινωνικού συνόλου». Έτσι ο όρος «διά βίου εκπαίδευση» χρησιμοποιείται στην εισηγητική έκθεση ακόμα και στις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά σε κείμενα διεθνών οργανισμών όπως η UNESCO και ο OECD, τα οποία σαφώς αναφέρονται σε «διά βίου μάθηση». Μέσα από αυτή την εκ προθέσεως ανάμειξη όρων και εννοιών συγκαλύπτονται οι ατομικιστικές αναφορές και οι αναφορές του κειμένου στη λογική της αγοράς.


Λόγος για τη δια βίου μάθηση: μια ανάλυση των νομοθετικών σχεδίων...

1 41

Παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον ότι δεν αναφέρονται με σαφήνεια οι φορείς των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων, αλλά όλες οι αναφορές αφορούν την αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι το κείμενο είναι πολιτικό ως προς την αναγκαιότητα και καθοδηγητικό ως προς τις εφαρμογές ενός νόμου, δεν εκτίθεται με σαφήνεια ποιος είναι υπεύθυνος —άτομα, ομάδες φορείς— για τα προβλήματα και ποιος είναι αρμόδιος για τις αλλαγές. Κατά τον Yeatman (1990) ένα βασικό χαρακτηριστικό των πολιτικών κειμένων είναι η συγκάλυψη των φορέων ευθύνης και εξουσίας. Τα κύρια χαρακτηριστικά του λόγου για τη διά βίου μάθηση αυτού του κειμένου και όλων των επόμενων, ουσιαστικά ταυτόσημων, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως, με αντίστοιχα κατά περίπτωση αποσπάσματα: -Είναι κυρίαρχη μια ρητορική εκσυγχρονισμού και προσαρμογής του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος σε υποτιθέμενη κυρίαρχη ευρωπαϊκή πραγματικότητα: «Με τις νέες θεσμικές παρεμβάσεις, το ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης πραγματοποιεί επίσης ένα σημαντικό βήμα για την εναρμόνιση του με τη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πραγματικότητα, με τις διαγραφόμενες τάσεις και προοπτικές». «Στην ουσία, εκείνο που επιχειρεί να κάνει το σχέδιο νόμου είναι να αξιοποιήσει την υπάρχουσα σήμερα Ευρωπαϊκή εμπειρία και γνώση και να προσαρμόσει στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και στις ανάγκες και τους στόχους του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος τα δεδομένα και τις τάσεις που αναπτύσσονται σήμερα διεθνώς». -Είναι εμφανής μια ρητορ��κή «αλλαγής», η οποία είναι αναπόφευκτη και επιβάλλεται από μια «νέα πραγματικότητα»: το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αλλάξει ώστε να αποτελέσει στοιχείο μιας κοινωνίας της γνώσης. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το προσωπικό και οι σπουδαστές είναι τα υποκείμενα αυτής της διαδικασίας μετασχηματισμού: «Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί της χώρας μας και ιδιαίτερα η ανώτατη εκπαίδευση βρίσκονται μπροστά σε νέες προκλήσεις, που διαφοροποιούν ριζικά το ρόλο τους. Απαιτείται, λοιπόν, η διαμόρφωση μιας εκπαιδευτικής πολιτικής που θα ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες». «Οι σύγχρονες οικονομικές, κοινωνικές, επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις επιβάλλουν συνεπώς την προσαρμογή των δομών εκπαίδευσης και κατάρτισης στα νέα δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα, η διεθνοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, ο ανταγωνισμός και οι νέες τεχνολογίες έχουν δημιουργήσει μια δυναμική που μεγιστοποιεί τις προσπάθειες αύξησης της παραγωγικότητας και τη ζήτηση νέων δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας και επιβάλλει τη συνεχιζόμενη


42 I

Ελένη Γιαννακοπούλου

εκπαίδευση των εργαζομένων. Μέσα σ' αυτή τη συγκυρία, το πρόταγμα της διά βίου εκπαίδευσης μοιάζει σχεδόν αυτονόητο». - Μ ι α ρητορική οικονομικής αιτιοκρατίας (ντετερμινισμού) διατρέχει σχεδόν το σύνολο των επιχειρημάτων του κειμένου. Η ανώτατη εκπαίδευση, ειδικότερα, ταυτίζεται με την κατάρτιση και η εκπαιδευτική αξία αποτιμάται με όρους ανάπτυξης επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων, υποστηρίζονται συστήματα πιστοποίησης τα οποία καταλύουν τις διακρίσεις γνώσεων και εμπειριών, προωθούνται εκπαιδευτικές διαδικασίες οι οποίες εξατομικεύουν και προβάλλονται πρότυπα τα οποία καθιστούν την εκπαίδευση ατομική και όχι δημόσια ευθύνη. Αυτή η ρητορική της οικονομικής αιτιοκρατίας οικοδομείται με αφετηρία μια λογική «ευελιξίας» και συνδυάζεται με μια αντίστοιχη ρητορική οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Με έμφαση σε κάποιες ακαθόριστες δεξιότητες μιας οικονομίας της γνώσης και σε κάποιες μεταβαλλόμενες ανάγκες επαγγελματικής κινητικότητας: «Φαίνεται ότι η λέξη-κλειδί σήμερα είναι η λέξη

"ευελιξία"».

«Δεν είναι δυνατό όμως να παραβλεφθεί και η οικονομική διάσταση της διά βίου εκπαίδευσης, η οποία προσεγγίζει τις ανάγκες του ατόμου μέσα στο δεδομένο σύστημα οικονομικής προόδου και ανάπτυξης». -Ένας νεοφιλελεύθερος λόγος διαπλέκεται στο κείμενο με σοσιαλδημοκρατικές διακηρύξεις και συναρτάται με μια ασαφή έννοια μιας «νέας κοινωνικής πραγματικότητας».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ Οι έννοιες δια βίου μάθησης και εκπαίδευσης εισάγονται τη τελευταία δεκαετία στον ελληνικό πολιτικό λόγο σε άμεση συσχέτιση με τις πολιτικές για την κατάρτιση που αναπτύσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χρηματοδοτήσεις των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Σ' αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές κυβερνήσεις, την τελευταία δεκαετία, θεσμοθέτησαν δομές δια βίου μάθησης πρωτίστως στα πανεπιστήμια, οι οποίες, κατά τις διακηρύξεις τους, στοχεύουν στην προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της οικονομίας και στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Η εισήγηση αναφέρεται σε επιλεγμένα κείμενα εκπαιδευτικής πολιτικής και εντοπίζει σ' αυτά τα κείμενα, λόγους (discourses) οι οποίοι αποτυπώνουν τις αντίστοιχες προσεγγίσεις της δια βίου μάθησης και εκπαίδευσης, υιοθετώντας μια μεθοδολογία κριτικής ανάλυσης λόγου. Από την ανάλυση αυτή διαπιστώνεται ότι η λογική και οι στόχοι της διά βίου μάθησης και εκπαίδευσης σε όλα τα κυβερνητικά κείμενα της τελευταίας δεκαε-


Λόγος για τη δια βίου μάθηση: μια ανάλυση των νομοθετικών σχεδίων...

1 43

τίας αντιμετωπίζονται ως αποτέλεσμα μιας οικονομικής αιτιοκρατίας μέσα σε ένα μετανεωτερικό πολιτιστικό πλαίσιο. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ο λόγος έχει μια εντελώς τεχνική μορφή, απογυμνωμένος από άμεσες αναφορές στους οικονομικούς, κοινωνικούς ή ατομικούς στόχους της μάθησης (Giannakopoulou, 2005).

ΑΝΑΦΟΡΕΣ Ball, S. (1990), Politics and Policy Making in Education. Explorations in policy sociology, London: Routledge. European Commission (1995), Teaching and learning: Towards the learning society, DGXXII, Brussels. European Commission (1997), Towards a Europe of knowledge, COM 563, Brussels. European Commission (2001), Making a European Area of Lifelong Learning a Reality, COM 678, Brussels. Fairclough, N. (1992), Discourse and Social Change, London: Polity Press. Fairclough, N. (1993), "Critical discourse analysis and the marketisation of public discourse: the universities", Discourse and Society, 4, 2, σ. 133 - 68. Fairclough, N. (2001a), "The discourse of New Labour: critical discourse analysis", M. Wetherall, S. Taylor and S. Yates (eds), Discourse as Data. A Guide for Analysis, London: Sage, σ. 229 - 266. Fairclough, N. (2001b), "The dialectics of discourse", Textus, 14, σ. 231-42. Falk, I. (1994) "The making of policy: media discourse conversations", Discourse, 15, 2, σ. 1-12. Fulcher, G. (1989), Disabling policies? A comparative approach to education policy and disability, London: Falmer Press. Giannakopoulou, Eleni (2006), "Contrasting Discourses about Lifelong Learning in Greek Universities", Nikos Terzis (ed.) Lifelong Learning in the Balkans, Thessaloniki: Publishing House Kyriakidis Bros S.A., σ. 191- 199. Contrasting discourses about lifelong learning in Greek Universities, International Conference on Lifelong Learning in The Balkans: A Historical Context and Current Trends, Belgrade, June 30th to July 3rd 2005. Luke, A. (1997), "Critical discourse analysis", L. Saha (ed.), International Encyclopaedia of the Sociology of Education, Oxford: Elsevier, σ. 50-57. Taylor, S. (1997), "Critical policy analysis: exploring contexts, texts and consequences", Discourse, 18, 1, σ. 23 - 35.


44 I

Ελένη Γιαννακοπούλου

Taylor, S., Lingard, B., Rizvi, F., Henry, M. (1997), Education Policy and the Politics of Change, London: Routledge. Yeatman, A. (1990), Bureaucrats, Technocrats, Femocrats. Essays on the contemporary Australian State, Sydney: Allen and Unwin.

THE DISCOURSE OF LIFELONG LEARNING: AN ANALYSIS OF SELECTED EDUCATIONAL POLICY TEXTS ON THE ESTABLISHMENT OF LIFELONG LEARNING INSTITUTIONS IN GREECE Eleni Giannakopoulou Greek Open University The concept of lifelong learning and lifelong education has been introduced into Greek political discourse during the last decade in close relationship to training policies, which have been developed and funded by E.U. In this context Greek governments have promoted legislation for the establishment of lifelong learning institutes primarily in the Universities. According to their statements these Institutes aim to develop training activities, which will enable the working population to adopt to the changing needs of the economy and the demands of the labor market. This paper presents an analysis of selected educational policy texts that express lifelong learning concepts incorporating critical discourses analysis. From this analysis it is concluded that the rationale and the objectives of lifelong learning are approached from a viewpoint of economic determinism shaped by a post-modern perspective.


ΚΡΙΤΙΚΗ/ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΕΚΜΙΔΕΥΙΗ: 4/06,45-55

Η γλώσσα των Περιβαλλοντικών κειμένων: Η κριτική επίγνωση της γλώσσας στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση Αναστασία Γ. Στάμου1 και Στέφανος Παρασκευόπουλος2 1 2

Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Οι πρώτες έρευνες της κοινωνιογλωσσολογίας (π.χ. οι έρευνες για την ποικιλότητα στην προφορά από τον Labov, 1972) αντιμετώπιζαν το φαινόμενο της γλωσσικής ποικιλότητας ως αποτέλεσμα της κοινωνικής θέσης, του φύλου, της ηλικίας του ομιλητή ή της περίστασης επικοινωνίας (επίσημη, ανεπίσημη), δηλαδή ότι ο ομιλητής χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη προφορά χ επειδή ανήκει σε μια δεδομένη κοινωνική τάξη ψ. Με άλλα λόγια, η παραδοσιακή κοινωνιογλωσσολογία θεωρούσε ότι η γλώσσα καθορίζεται από την κοινωνία, αποτελώντας τον καθρέφτη της (κοινωνικός ντετερμινισμός). Αντίθετα, οι σύγχρονες θεωρίες της κοινωνικής γλωσσολογίας, όπως αυτή της κριτικής ανάλυσης λόγου (Fairclough 1995, Van Dijk 1993), υποστηρίζουν ότι η γλώσσα βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την κοινωνία, δηλαδή ότι τα γλωσσικά δεδομένα αλληλεξαρτώνται και αλληλεπιδρούν με τα κοινωνικά δεδομένα. Έτσι, η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως μορφή κοινωνικής πρακτικής, που επηρεάζεται και επηρεάζει την κοινωνική πραγματικότητα. Ωστόσο, ανεξάρτητα με το ποιο είναι το καθοριστικό στοιχείο στη σχέση γλώσσας-κοινωνίας κάθε φορά, η γλώσσα έχει τελικά ενεργητικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνίας. Έτσι, όταν επηρεάζεται από την κοινωνία αναπαράγει και παγιώνει τις κοινωνικές δομές, ενώ όταν επηρεάζει την κοινωνία παράγει και μετασχηματίζει τις κοινωνικές δομές.


46 I

Αναστασία Γ. Στάμου και Στέφανος Παρασκευόπουλος

Πιο συγκεκριμένα, η γλώσσα θεωρείται ένα δίκτυο επιλογών από το οποίο οι παραγωγοί κειμένων κάνουν επιλογές. Οι επιλογές αυτές δεν είναι τυχαίες αλλά ιδεολογικά καθορισμένες, οικοδομώντας διαφορετικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας. Έτσι, το νόημα διαμορφώνεται από τις επιλογές που γίνονται ή δεν γίνονται κάθε φορά από τους χρήστες της γλώσσας. Παραδείγματος χάρη, αν θέλουμε να αναφερθούμε στο τι έκαναν οι Αμερικανοί στο Ιράκ, μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε διάφορες λέξεις (π.χ. «πόλεμος», «εισβολή», «απελευθέρωση»), καθεμία εκ των οποίων παρέχει διαφορετικές, ακόμη και αντικρουόμενες ερμηνείες του ίδιου γεγονότος. Τις δυνατότητες που μας προσφέρει η γλώσσα να κατασκευάζουμε διαφορετικές εκδοχές του κόσμου τις γνωρίζουμε και τις αξιοποιούμε αυτόματα και αντανακλαστικά, ως αποτέλεσμα της συμμετοχής μας σε μια συγκεκριμένη γλωσσική κοινότητα. Είναι μέρος της λεγόμενης «επικοινωνιακής ικανότητας» (communicative competence: Hymes, 1974) που έχουμε ως χρήστες μιας γλώσσας. Έτσι, ακόμη και ένα μικρό παιδί γνωρίζει πώς να μεταφέρει μέσω της γλώσσας μια ζημιά που προκάλεσε, πώς δηλαδή να χειριστεί επικοινωνιακά την κατάσταση, ώστε να έχει τις λιγότερες δυνατές συνέπειες (π.χ. επιλέγει να πει «η καρέκλα έσπασε» αντί του «έσπασα την καρέκλα»). Η συνειδητοποίηση των επιλογών που κάθε φορά μας προσφέρει η γλώσσα, καθώς και των εικόνων για την πραγματικότητα που οικοδομούν αυτές οι επιλογές ονομάζεται «κριτική επίγνωση της γλώσσας» (critical language awareness: Fairclough, 1992). Μέσω της κριτικής επίγνωσης της γλώσσας, συνειδητοποιούμε τις επικοινωνιακές στρατηγικές που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ως παραγωγοί και καταναλωτές κειμένων και γινόμαστε κριτικοί χρήσ��ες της γλώσσας. Με αυτό τον τρόπο, εγκαθιδρυμένες εκδοχές της πραγματικότητας, που αποτελούν «κοινή λογική», κλονίζονται και αμφισβητούνται. Στο παρόν άρθρο, επιχειρούμε να δείξουμε πώς η κριτική επίγνωση της γλώσσας που χρησιμοποιείται για το περιβάλλον, δηλαδή η γνώση των γλωσσικών επιλογών που προσφέρονται στα περιβαλλοντικά κείμενα και των εικόνων για τον φυσικό κόσμο που αυτές οι επιλογές κατασκευάζουν, μπορεί να οδηγήσει στην κριτική παραγωγή και κατανάλωση των περιβαλλοντικών μηνυμάτων. Με αυτό τον τρόπο, η κριτική επίγνωση της γλώσσας μπορεί να συμβάλει στην περιβαλλοντική επίγνωση και ευαισθητοποίηση.

01 ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΑΙ Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ Οι επιλογές που παρέχονται από τη γλώσσα στο συντακτικό επίπεδο είναι περισ-


Η γλώσσα των Περιβαλλοντικών κειμένων: Η κριτική επίγνωση της γλώσσας...

1 47

σότερο λανθάνουσες και περνάνε συνήθως πιο απαρατήρητες όσον αφορά τις οπτικές του κόσμου που μπορούν να κατασκευάσουν σε σχέση με τις αντίστοιχες στο λεξιλογικό επίπεδο (π.χ. αν ένας φυσικός πόρος χαρακτηρίζεται «υπέροχο θέαμα» ή «σπάνιο οικοσύστημα»: Stamou, Paraskevopoulos, 2004). Γι' αυτό, και τίθεται μεγαλύτερη η ανάγκη να υποβληθούν σε μια διαδικασία κριτικής επίγνωσης. Η σύνταξη, δηλαδή ποιος ή τι τοποθετείται σε θέση υποκειμένου σε μια πρόταση, αναπαριστά την αιτιότητα ενός γεγονότος, δηλαδή καθορίζει ποιος παρουσιάζεται ως υπεύθυνος ή «δράστης» (agent) για μια πράξη, δηλαδή «ποιος κάνει τι σε ποιον». Παραδείγματος χάρη, σε μια πράξη βίας μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, ο συντάκτης του ρεπορτάζ στην εφημερίδα μπορεί να διατυπώσει τη φράση του συντακτικά, και επομένως να θέσει την πραγματικότητα, είτε με το να πει «δυνάμεις των ΜΑΤ χτύπησαν διαδηλωτές», οπότε η ευθύνη για τη βία αποδίδεται στην αστυνομία ως υποκείμενο της πρότασης, ή να πει «διαδηλωτές χτύπησαν δυνάμεις των ΜΑΤ», οπότε και η ευθύνη για τη βία αποδίδεται στους διαδηλωτές ως υποκείμενο της πρότασης. Επιπλέον, οι συντακτικές επιλογές έχουν τη δυνατότητα να δώσουν έμφαση ή να μετριάσουν το ρόλο του δράστη (π.χ. Trew, 1979, Fowler, 1991), επιτρέποντας την κατασκευή μιας «κλίμακας αιτιότητας» (causality scale: Stamou, 2001). Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη τις συντακτικές επιλογές που χρησιμοποιούνται για τη δόμηση μιας πράξης, δηλαδή τη χρήση μεταβατικών-αμετάβατων ρημάτων, ενεργητικής-παθητικής σύνταξης, επιλογή ουσιαστικού-ρήματος, και τις συνέπειες που αυτές οι επιλογές έχουν στο βαθμό με τον οποίο ενοχοποιείται ο δράστης για την πράξη του, μπορούμε να τις τοποθετήσουμε στην κλίμακα αιτιότητας. Η κλίμακα αυτή ξεκινά από συντακτικές επιλογές που αποδίδουν τον μέγιστο βαθμό αιτιότητας, δίνοντας έμφαση στο δράστη μιας πράξης, και καταλήγει σε συντακτικές επιλογές που δεν αποδίδουν καμία ευθύνη για την πράξη, απαλείφοντας τελείως τον δράστη της. Έστω ότι θέλουμε να μιλήσουμε για την καταστροφική δράση του μαζικού τουρισμού στο φυσικό περιβάλλον. Οι δυνατότητες που μας παρέχει η σύνταξη και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η τοποθέτηση των αντίστοιχων προτάσεων στην κλίμακα αιτιότητας είναι ο εξής: Κλίμακα

αιτιότητας

1. Έμφαση του δράστη Ο μαζικός τουρισμός καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον


48 I

Αναστασία Γ. Στάμου και Στέφανος Παρασκευόπουλος

2. Μετριασμός του δράστη α) Το φυσικό περιβάλλον καταστρέφεται από τον μαζικό τουρισμό β) Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος από τον μαζικό τουρισμό είναι δεδομένη 3. Απαλοιφή του δράστη α) Το φυσικό περιβάλλον καταστρέφεται β) Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος είναι δεδομένη 4. Απαλοιφή οποιουδήποτε δράστη α) Το φυσικό περιβάλλον πεθαίνει β) Ο θάνατος του φυσικού περιβάλλοντος είναι δεδομένος Η έμφαση του δράστη («μαζικός τουρισμός») (1) πραγματοποιείται με τη χρήση ενός μεταβατικού ρήματος σε ενεργητική σύνταξη («καταστρέφει»), που τοποθετεί τον δράστη της πράξης στην αρχή της πρότασης. Η αρχή μιας πρότασης έχει εμφατική λειτουργία γιατί αποτελεί το «θέμα» της πρότασης (theme), δηλαδή το σημείο αναφοράς της πρότασης, ενώ αυτό που έπεται του θέματος παίζει δευτερεύοντα ρόλο, γιατί αποτελεί το «σχόλιο» (rheme), δηλαδή κάποια επιπλέον πληροφορία για το θέμα της πρότασης (Halliday, 1994). Ο μετριασμός του δράστη (2) έχει δυο εκδοχές: την α, όπου η πράξη εκφράζεται με ρήμα, και τη β, όπου η πράξη εκφράζεται με ουσιαστικό. Η εκδοχή α αμβλύνει το ρόλο του δράστη με τη χρήση ενός μεταβατικού ρήματος σε παθητική σύνταξη («καταστρέφεται»), που τοποθετεί τον δράστη της πράξης στο τέλος της πρότασης, δηλαδή σε θέση σχόλιου. Η εκδοχή β απαλύνει το ρόλο του δράστη με τη χρήση ενός ουσιαστικού έναντι ενός ρήματος («καταστροφή»). Σύμφωνα με τους Hodge & Kress (1993), αλλάζοντας γραμματική κατηγορία (από ρήμα σε ουσιαστικό) για την αναπαράσταση μιας πράξης, αλλάζει και η ποιότητα της πράξης, η οποία χάνει τη δυναμικότητα της και γίνεται πιο στατική, δηλαδή από δραστηριότητα μετατρέπεται σε πράγμα. Αυτό συμβαίνει γιατί, αφ' ενός, τα ρήματα είναι που συνήθως εκφράζουν πράξεις. Αντίθετα, τα ουσιαστικά εκφράζουν κατά κανόνα πράγματα. Αφ' ετέρου, τα ουσιαστικά, σε αντίθεση με τα ρήματα, δεν δέχονται προσδιορισμούς του χρόνου. Έτσι, μια πράξη που εκφράζεται με ουσιαστικό είναι άχρονη, εκτός αν υπάρξουν άλλοι χρονικοί ενδείκτες στην πρόταση (π.χ. χρονικά επιρρήματα). Επίσης, η μετατροπή μιας πράξης από ρήμα σε ουσιαστικό κάνει την πράξη να περνά συχνά απαρατήρητη σε μια πρόταση, να


Η γλώσσα των Περιβαλλοντικών κειμένων: Η κριτική επίγνωση της γλώσσας...

1 49

είναι πιο δύσκολα αντιληπτή. Ό λ α αυτά προσδίδουν αδιαφάνεια στην παρουσίαση της πράξης, καθώς και συσκότιση του δράστη της. Η απαλοιφή του δράστη (3) διαφέρει από το μετριασμό του δράστη (2) στο ότι δεν αναφέρεται ο υπεύθυνος της πράξης. Η διαγραφή του δράστη επιτρέπεται γραμματικά τόσο με την παθητική σύνταξη του ρήματος (α), όσο και με τη χρήση ουσιαστικού (β). Η απαλοιφή οποιουδήποτε δράστη (4) είναι ένα βήμα παραπέρα προς τη συσκότιση του δράστη. Σε αντίθεση με το (3), όπου παρ' όλο που ο δράστης έχει διαγραφεί, έχει αφήσει τα ίχνη του (μεταβατικό ρήμα/ουσιαστικό) και αναζητείται, στο (4), η χρήση αμετάβατου ρήματος (α) ή ουσιαστικού (β) αποτρέπει την αναζήτηση οποιουδήποτε δράστη, αφού παρουσιάζει την πράξη σαν ένα συμβάν που προκύπτει από μόνο του, χωρίς την εξωτερική δράση κάποιου. Εστιάζοντας στις συντακτικές επιλογές που χρησιμοποιούνται στα περιβαλλοντικά κείμενα, θα εξετάσουμε πώς η γλώσσα πραγματεύεται και αποδίδει ευθύνες για πράξεις που γίνονται προς το περιβάλλον. Η αιτιότητα των πράξεων προς το περιβάλλον βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των περιβαλλοντικών κειμένων.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε και να γράψουμε για το περιβάλλον, δηλαδή ο οικολογικός λόγος, συνδυάζει δυο μορφές ρητορικής, μιας «ουμανιστικής»

(humanities rhetoric)

και μιας «επιστημονικής»

(scientific

rhetoric) (Veel, 1998). Συγκεκριμένα, ο οικολογικός λόγος επιχειρεί να αποδώσει ευθύνες στον άνθρωπο για το περιβάλλον και να τον κινητοποιήσει για περιβαλλοντική δράση (ουμανιστική ρητορική), στηρίζοντας μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του σε επιστημονικά δεδομένα (επιστημονική ρητορική). Οι δυο μορφές ρητορικής οικοδομούν αντικρουόμενες οπτικές για τον φυσικό κόσμο, και επομένως χρησιμοποιούν αντιτιθέμενες συντακτικές επιλογές. Η ουμανιστική ρητορική, θέλοντας να αποδώσει ευθύνες, να ευαισθητοποιήσει και να πυροδοτήσει δράση για το περιβάλλον, το αναπαριστά ως μια δομή που σχετίζεται απόλυτα με την ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιεί συντακτικές επιλογές που αναγνωρίζουν και τονίζουν τον ανθρώπινο δράστη προς το περιβάλλον (μεταβατικά ρήματα σε ενεργητική σύνταξη: π.χ. «λαθροκυνηγοί σκοπεύουν τα προστατευόμενα θηράματα») (Veel, 1998). Αντίθετα, η επιστημονική ρητορική χρησιμοποιεί μια θετικιστική και νευτώνεια


50 I

Αναστασία Γ. Στάμου και Στέφανος Παρασκευόπουλος

οπτική για τον φυσικό κόσμο. Αυτή η οπτική περιγράφει τις διεργασίες του φυσικού κόσμου ως συμβάντα που είναι ανεξάρτητα από την ανθρώπινη παρέμβαση, αναπαριστώντας τον ως κάτι «εκεί έξω», που οι επιστήμονες απλώς παρατηρούν και καταγράφουν. Έτσι, η επιστημονική ρητορική συνεπάγεται συντακτικές επιλογές οι οποίες απαλείφουν κάθε εξωτερική (εκτός της φύσης) δράση (αμετάβατα ρήματα: π.χ. «στα ρηχά σημεία της λίμνης βρίσκουν τροφή και ξεκουράζονται οι ερωδιοί»), ή, όπου υπάρχει, τη συσκοτίζουν (μεταβατικά ρήματα σε παθητική σύνταξη: π.χ. «έχουν καταγραφεί πάνω από 300 είδη πουλιών») (Halliday, 1993). Επίσης, η επιστημονική ρητορική χρησιμοποιεί ουσιαστικά αντί για ρήματα (π.χ. «ρύπανση» αντί «ρυπαίνω»), τα οποία είναι κατάλληλα για ταξινομήσεις και γενικεύσεις, δηλαδή για τη διατύπωση της αφαιρετικής σκέψης (Halliday, Martin, 1993). Ταυτόχρονα, όπως είδαμε, οι ουσιαστικοποιήσεις των πράξεων συσκοτίζουν τον δράστη. Η υιοθέτηση μιας θετικιστικής οπτικής από την επιστημονική ρητορική είναι απαραίτητη, εφόσον αποτελεί «ρητορική», δηλαδή εφόσον αφορά έναν «αναπλαισιωμένο» λόγο (recntextualized: Bernstein, 1990), που μεταφέρεται από το πρωτογενές πλαίσιο παραγωγής της γνώσης (επιστήμη) στο δευτερογενές πλαίσιο αναπαραγωγής της (ΜΜΕ, ακτιβισμός, εκπαίδευση). Έτσι, η εικόνα της επιστήμης ως αντικειμενική και απόλυτα αληθινή περιγραφή του πώς λειτουργεί η φύ��η και ο κόσμος προσδίδει εμπιστοσύνη στα επιστημονικά δεδομένα, ότι δηλαδή μπορούν λύσουν τα προβλήματα μας (Knain, 2001). Έτσι, ο οικολογικός λόγος εμφανίζεται αντιφατικός. Από τη μια πλευρά, προσπαθεί να τονίσει την ανθρώπινη δράση, ώστε να πυροδοτήσει την ανάληψη ευθυνών για το περιβάλλον. Από την άλλη πλευρά, τα περιβαλλοντικά ζητήματα ορίζονται στη βάση της επιστημονικής ρητορικής, και έτσι αναπαρίστανται με συντακτικές επιλογές που απαλείφουν το ρόλο του ανθρώπου στο περιβάλλον (π.χ. «εξαφάνιση των ειδών»).

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΩΝ Με σκοπό να οδηγήσουμε τους δασκάλους που παρακολουθούσαν το μάθημα «Περιβαλλοντική Εκπαίδευση», στο πλαίσιο του προγράμματος της εξομοίωσης (Δεκέμβριος 2003-2005), στην κριτική επίγνωση της γλώσσας, αναλύαμε μαζί τους δυο κείμενα από τα σχολικά εγχειρίδια του δημοτικού για τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών. Και τα δυο κείμενα αναφέρονται σε περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά χρησιμοποιούν διαφορετικές μορφές ρητορικής.


Η γλώσσα των Περιβαλλοντικών κειμένων: Η κριτική επίγνωση της γλώσσας...

1 51

Το κείμενο 1, με τίτλο «Όταν σπάει η αλυσίδα» (σ. 34-35), προέρχεται από το βιβλίο της Δ τάξης Εμείς και ο κόσμος και είναι γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του '80. Αντλεί από την επιστημονική ρητορική και απαλείφει την ανθρώπινη δράση στο φυσικό περιβάλλον, χρησιμοποιώντας πολλές ουσιαστικοποιήσεις, αμετάβατα ρήματα και ουσιαστικά, καθώς και μεταβατικά ρήματα σε παθητική σύνταξη (εμφανίζονται με έντονους χαρακτήρες). Κείμενο 1 Όταν σπάει η αλυσίδα Πολλές φορές η ισορροπία στη φύση κινδυνεύει από διάφορες αιτίες και πιο πολύ από τις ενέργειες του ανθρώπου. Τι μπορεί να συμβεί τότε; Σ' αυτήν την περιοχή φυτά, κουνούπια και πουλιά συμβιώνουν και ας αλληλοτρώγονται. Η φυσική ισορροπία διατηρείται. Μπορείτε να εξηγήσετε γιατί; Αν όμως τα πουλιά εξαφανιστούν, τι θα συμβεί; Θα διατηρηθεί η ισορροπία; Ποιοι κίνδυνοι εμφανίζονται για τον άνθρωπο; Και στη μικρή αυτή λίμνη έχουμε μια φυσική ισορροπία: φύκια, μικρά και μεγάλα ψάρια, αλλά και ψαράδες συμβιώνουν χωρίς να καταστρέφεται η φυσική ισορροπία. Π ώ ς γίνεται αυτό; Εδώ η φυσική ισορροπία καταστράφηκε. Από ποια αιτία; Ποιοι κίνδυνοι εμφανίστηκαν τώρα; Από ποιες άλλες αιτίες μπορούσε να καταστραφεί η ίδια ισορροπία; Από πολλές δραστηριότητες του ανθρώπου μπορεί να διαταραχτεί η ισορροπία στη φύση. Μια τέτοια περίπτωση είναι η λίμνη της Βιστωνίδας. Η λίμνη Βιστωνίδα αντιμετωπίζει σήμερα μια σειρά από προβλήματα που συνεχώς επιδεινώνονται. Η κυριότερη κατηγορία αυτών των προβλημάτων είναι η ρύπανση της λίμνης από τα αστικά και βιομηχανικά λύματα καθώς και από τα φυτοφάρμακα που καταλήγουν σ' αυτήν. Ο ποταμός Κόσυνθος είναι η κυριότερη οδός μεταφοράς ρυπαντών γιατί: 1. Σε αυτόν εκβάλλουν απ' ευθείας τα λύματα του αποχετευτικού δικτύου της πόλης της Ξάνθης χωρίς καμία επεξεργασία 2. Σε ρέμα που καταλήγει σ' αυτήν χύνονται τα λύματα των κοινοτήτων που βρίσκονται κατά μέρος της κοίτης του 3. Σ' αυτόν καταλήγουν τα απόβλητα των ρυπογόνων βιομηχανιών 4. Ο ίδιος ο ποταμός μεταφέρει στη λίμνη το μεγαλύτερο μέρος των φυτοφαρμάκων που προέρχονται από τις γεωργικές καλλιέργειες Ο κίνδυνος καταστροφής της λίμνης φαίνεται καθαρά στην ιχθυοπαραγωγή που, όπως φαίνεται στον πίνακα, μειώθηκε σημαντικά. Τι ακριβώς κινδυνεύει στη λίμνη και από ποιες αιτίες; Π ώ ς φαίνεται αυτό από τα στοιχεία της έρευνας που έχουμε;


52 I

Αναστασία Γ. Στάμου και Στέφανος Παρασκευόπουλος

Τι θα συμβεί αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση; Ποια μέτρα προτείνετε; Να αναφέρετε παρόμοια παραδείγματα από την περιοχή σας ή από άλλα μέρη που ξέρετε. Το κείμενο 2, αντίθετα, με τίτλο «Η ρύπανση του περιβάλλοντος» (σ. 152-153), προέρχεται από το βιβλίο της Ε τάξης Ερευνώ και ανακαλύπτω και είναι γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του '90. Αντλεί από την ουμανιστική ρητορική, και έτσι αναγνωρίζει και τονίζει συχνά τον δράστη των πράξεων προς το περιβάλλον, χρησιμοποιώντας μεταβατικά ρήματα σε ενεργητική σύνταξη (εμφανίζονται με έντονους χαρακτήρες). Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για ένα πιο πρόσφατο κείμενο, γραμμένο και απευθυνόμενο σε περιβαλλοντικά πιο ευαισθητοποιημένους αναγνώστες. Και πάλι, ωστόσο, η αιτιότητα προς το περιβάλλον συσκοτίζεται, εφόσον χρησιμοποιούνται μετωνυμικοί (π.χ. «τα καυσαέρια των αυτοκινήτων και των εργοστασίων ρυπαίνουν τον αέρα, ενώ τα απόβλητα των σπιτιών και της βιομηχανίας ρυπαίνουν το νερό») και γενικευτικοί (π.χ. «όταν πετάμε τα σκουπίδια στο δρόμο, στην παραλία ή στην εξοχή, δημιουργούμε παντού γύρω μας μικρούς σκουπιδότοπους») δράστες ως υποκείμενα των μεταβατικών ρημάτων. Σύμφωνα με τον Fairclough (1989), η χρήση άψυχων αντί έμψυχων δραστών μέσω της μετωνυμίας μετριάζει την απόδοση αιτιότητας για μια πράξη. Από την άλλη πλευρά, η Schleppegrell (1997) υποστηρίζει ότι η χρήση γενικευτικών και ασαφών δραστών, όπως «ο άνθρωπος» και «όλοι μας», είναι μια πολύ συχνή γλωσσική πρακτική που χρησιμοποιείται στα περιβαλλοντικά κείμενα, η οποία διαχέει την ευθύνη για το περιβάλλον, θεωρώντας ότι εμείς έχουμε προκαλέσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα, και έτσι πρέπει να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας σε ατομικό επίπεδο για να τα επιλύσουμε. Με αυτόν τον τρόπο, αγνοούμε το γεγονός ότι αυτά τα προβλήματα κυρίως αφορούν την εμπλοκή θεσμικών παρά ατομικών δραστών.

Κείμενο 2 Η ρύπανση του περιβάλλοντος Το περιβάλλον είναι ο χώρος γύρω μας, ο αέρας στην ατμόσφαιρα, το νερό στις λίμνες, στα ποτάμια και στη θάλασσα, το έδαφος που πατάμε. Πολλές δραστηριότητες μας ρυπαίνουν το περιβάλλον. Τα καυσαέρια των αυτοκινήτων και των εργοστασίων ρυπαίνουν τον αέρα, ενώ τα απόβλητα των σπιτιών και της βιομηχανίας ρυπαίνουν το νερό. Σημαντική ρύπανση του περιβάλλοντος προκαλούν και τα σκουπίδια. Στην καθημερινή μας ζωή χρησιμοποιούμε πολλά αντικείμενα, που είναι κατασκευασμένα από διάφορα υλικά. Όταν παλιώνουν και δεν μας είναι


Η γλώσσα των Περιβαλλοντικών κειμένων: Η κριτική επίγνωση της γλώσσας...

1 53

πια χρήσιμα τα πετάμε στον κάδο των σκουπιδιών. Στον κάδο των σκουπιδιών καταλήγουν επίσης υπολείμματα τροφών, χαρτιά, πλαστικές σακούλες, καθώς και άλλα υλικά πιο επικίνδυνα για το περιβάλλον, όπως μπαταρίες, μπογιές, φάρμακα. Τα περισσότερα προϊόντα καθημερινής χρήσης που αγοράζουμε είναι συσκευασμένα. Τα πιο συνηθισμένα υλικά συσκευασίας είναι το χαρτί, το γυαλί, το πλαστικό και το μέταλλο. Τα υλικά συσκευασίας αποτελούν μεγάλο μέρος των σκουπιδιών. Τα σκουπίδια συγκεντρώνονται από τις υπηρεσίες του δήμου ή της κοινότητας και καταλήγουν σε ειδικούς χώρους, τις χωματερές, όπου σιγά σιγά διαλύονται. Η διαδικασία όμως αυτή διαρκεί πολλά χρόνια. Καθώς τα σκουπίδια διαλύονται, δημιουργούνται αέριες, υγρές και στερεές ουσίες, που ρυπαίνουν τον αέρα, το έδαφος και τα υπόγεια νερά. Όταν πετάμε τα άχρηστα αντικείμενα στους κάδους των σκουπιδιών, αυτά καταλήγουν στις χωματερές. Έτσι, το πρόβλημα της ρύπανσης που προκαλούν περιορίζεται στις περιοχές αυτές. Όταν όμως πετάμε τα σκουπίδια στο δρόμο, στην παραλία ή στην εξοχή, δημιουργούμε παντού γύρω μας μικρούς σκουπιδότοπους, που ρυπαίνουν το χώρο στον οποίο ζούμε.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην παρούσα εργασία, επιχειρήσαμε να δείξουμε πώς η κριτική επίγνωση της γλώσσας των περιβαλλοντικών κειμένων μπορεί να οδηγήσει στην περιβαλλοντική επίγνωση και ευαισθητοποίηση. Κάνοντας φανερές τις γλωσσικές επιλογές που χρησιμοποιούνται στα περιβαλλοντικά κείμενα, καθώς και τις συνέπειες που αυτές έχουν για την αναπαράσταση του φυσικού περιβάλλοντος και το ρόλο του ανθρώπου σε αυτό, μπορούμε να ξεσκεπάσουμε τους πραγματικούς δράστες που κρύβονται πίσω από τις ουσιαστικοποιήσεις, τα αμετάβατα ρήματα και ουσιαστικά, τα μεταβατικά ρήματα σε παθητική σύνταξη (επιστημονική ρητορική), καθώς και τους πραγματικούς δράστες που διαχέονται με τη χρήση μετωνυμικών και γενικευτικών δραστών ως υποκείμενα των μεταβατικών ρημάτων σε ενεργητική σύνταξη (ουμανιστική ρητορική). Η οικοδόμηση μιας «πράσινης γραμματικής» (green grammar: Schleppegrell, 1997), μιας γραμματικής δηλαδή που αναπαριστά τις πραγματικές σχέσεις που υπάρχουν στον φυσικό κόσμο και ξεσκεπάζει τις πραγματικές δυνάμεις που συμβάλουν στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, μπορεί να μας οδηγήσει σε μια πιο αποτελεσματική αξιολόγηση των δραστών που βλάπτουν το περιβάλλον. Ταυτόχρονα, μια τέτοια διαδικασία μας κάνει πιο κριτικούς καταναλωτές του οικολογικού λόγου, ώστε να αντιστεκόμαστε σε κείμενα που χρησιμοποιούν περιβαλλοντικά μη φιλικές γραμματικές.


54 I

Αναστασία Γ. Στάμου και Στέφανος Παρασκευόπουλος

ΑΝΑΦΟΡΕΣ Bernstein, B. (1990), Class, code and control, vol. 4, London: Routledge & Kegan Paul. Fairclough, N. (1989), Language and power, London: Longman. Fairclough, N. (1995), Critical Discourse Analysis: The Critical study of language, London: Longman. Fairclough, N. (ed.) (1992), Critical language awareness, Harlow: Longman. Fowler, R. (1991), Language in the news: Discourse and ideology in the press, London: Routledge. Halliday, M.A.K. (1993), "On the language of physical science", στο M.A.K. Halliday, J.R. Martin (eds), Writing science: Literacy and discursive power, London: The Falmer Press, σ. 54-68. Halliday, M.A.K. (21994), An introduction to functional grammar, London: Edward Arnold. Halliday, M.A.K., Martin, J.R. (1993) (eds). Writing science: Literacy and discursive power, London: The Falmer Press. Hodge, R., Kress, G. (21993), Language as ideology, London: Routledge. Hymes, D.A. (1974), Foundation in sociolinguistics: An ethnographic approach, Philadephia: University Of Pennsylvania Press. Knain, E. (2001), "Ideologies in school science textbooks", International Journal of Science Education, 23(3), σ. 319-329. Labov, W. (1972), Sociolinguistic patterns. Philadelphia: University of Pennsylvania Press. Schleppegrell, M.J. (1997), "What makes a grammar green?", Journal of Pragmatics, 28, σ. 245-248. Stamou, A.G. (2001), "The representation of non-protesters in a student and teacher protest: A Critical Discourse Analysis of news reporting in a Greek newspaper", Discourse & Society, 12(5), σ. 653-680. Stamou, A.G., Paraskevopoulos, S. (2004), "Images of nature by tourism and environmentalist discourses in visitors' books: A Critical Discourse Analysis of ecotourism", Discourse & Society, 15(1), σ. 131-155. Trew, T. (1979), "Theory and ideology at work", στο Fowler, R., Hodge, R., Kress, G., Trew, T., Language and control, London: Routledge & Kegan Paul, σ. 94-116.


Η γλώσσα των Περιβαλλοντικών κειμένων: Η κριτική επίγνωση της γλώσσας...

1 55

Van Dijk, T.A. (1993), "Principles of Critical Discourse Analysis", Discourse & Society, 4(2), σ. 249-283. Veel, R. (1998), "The greening of school science: Ecogenesis in secondary classrooms", στο J.R. Martin, R. Veel (eds), Reading science: Critical and functional perspectives on discourses of science, London: Routledge, σ. 114151.

THE LANGUAGE OF ENVIRONMENTAL TEXTS: THE CRITICAL KNOWLEDGE OF LANGUAGE IN ENVIRONMENTAL EDUCATION Anastasia Stamou1 and Stefanos Paraskevopoulos2 1 1

Department ofPre-School Education, University of Western Macedonia Department ofSpecila Needs Education, University ofThessaly

Language does not reflect an objective reality, but, depending on the way it is used (e.g. what words are employed to characterize an event), it constructs different views of the world. Awareness of the 'power' of language is called 'critical language awareness'. The present paper demonstrates how the critical language awareness of environmental issues, that is, the knowledge of what linguistic selections are possible in environmental texts, and what images of the natural world such selections build, leads to a critical production and consumption of environmental messages. In this way, critical language awareness contributes to environmental awareness. In this paper, we focus on syntax, which is a latent, and thus a generally unnoticed linguistic medium through which reality is shaped. Examples for illustration are drawn from the Greek primary school textbooks for the teaching of natural sciences, which we also employ in the context of environmental education seminars for primary school teachers.


ΚΡΙΤΙΚΗ/ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΕΚΜΙΔΕΥΙΗ: 4/06,57-75

Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες από τον 18ο έως τον 20ό αι. στον ελληνικό πνευματικό χώρο Γιώργος Ν. Βλαχάκης Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Από την Αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας η ανθρωπότητα βιώνει μια διαρκή ανέλιξη, κυρίως τεχνολογική, που όπως αποδεικνύει η ιστορία των επιστημών οφείλεται σε μια αέναη συσσώρευση, ανάλυση και σύνθεση δεδομένων, σε μια δημιουργική αξιοποίηση της προϋπάρχουσας γνώσης και στην ανάγκη να καλυφτούν επαρκώς με τα κριτήρια της κάθε εποχής οι ανάγκες του ανθρώπου για ό,τι οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι καθορίζουν ως ποιότητα ζωής. Η πρόταση αυτή βέβαια ουσιαστικά επαληθεύεται για ένα περιορισμένο ποσοστό του πληθυσμού του πλανήτη μας καθώς οι στατιστικές, τα οικονομικά μεγέθη αλλά και ο κοινός νους μας οδηγούν στη διαπίστωση πως αυτού του είδους οι διαδικασίες δεν αφορούν ή εν τέλει αφορούν αρνητικά την πλειονότητα των συγκατοίκων μας σ' αυτή την παγκόσμια «αυλή των θαυμάτων». Φυσικά, πολλοί θα ισχυριστούν ότι γι' αυτή την ομολογουμένως δυσάρεστη πραγματικότητα δεν θα πρέπει να κατηγορηθεί ως υπεύθυνη η ίδια η επιστήμη, αλλά η χρήση της. Η αποφόρτιση της επιστήμης από κάθε είδους ιδεολογικό και ηθικό υπόβαθρο αναμφίβολα εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς, καθώς τη μετατρέπει από αποτέλεσμα ανθρώπινης πράξης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, σε μια αυθύπαρκτη οντότητα, που προϋπάρχει της επιστημονικής πρακτικής, την ανάγει στη σφαίρα των πλατωνικών ιδεών, παραδίδοντας την αμόλυντη από «αίμα αθώων» στις επόμενες γενιές. Κατά την άποψη μας όμως θα ήταν σαφώς πιο τίμιο και τελικά αναμφίβολα πιο «ωφέλιμο» για τις επερχόμενες γενιές να τους παραδίδαμε όχι μια άσπιλη επιστήμη, αλλά μια επιστήμη στην οποία, ως ανθρώπινο προϊόν, θα είχαν επισημανθεί τα λάθη, οι παραλείψεις, οι ακρότητες, τα μειονεκτήματα, οι αποτυχίες, οι ανεπάρκειες, οι εσφαλμένες επιλογές. Μια επιστήμη η οποία


58 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

δεν θα επέχει το ρόλο μιας σύγχρονης μη μεταφυσικής θρησκείας, όπου ο ορθός λόγος και το πείραμα δεν θα έχουν αναγορευθεί σε δόγματα μιας νέας πίστης. Η ιστορία των επιστημών φαίνεται τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον όσον αφορά ένα από τα σημαντικά μεθοδολογικά ρεύματα της, να αποφεύγει πλέον να περιορίζει το ρόλο της σε μια απλή καταγραφή ή στη διατύπωση υμνολογίων για τα κατά εποχή και πολιτισμό επιστημονικά επιτεύγματα και τις προσωπικότητες που υποστηρίζεται ότι τα πέτυχαν. Έχοντας ωριμάσει πλέον, επιχειρεί το δικό της πέρασμα «από το Μύθο στο Λόγο». Εντοπίζει, εξετάζει και σχολιάζει και εκείνα τα ενδιαφέροντα σημεία της επιστημονικής εξέλιξης που η σύγχρονη φυσική θα ονόμαζε «ζώνες σκιάς», η σύγχρονη πολιτική θα χρησιμοποιούσε τον όρο «γκρίζες ζώνες». Σε αυτή την κατηγορία συγκαταλέγεται και η μελέτη των επιστημονικών διαμαχών. Ξεπερνώντας τις παγίδες της ανεκδοτολογικής προσέγγισης, του πειρασμού της γαργαλιστικής παράθεσης, της εκλεκτικής επιλογής και του αφελούς σχολιασμού, στοιχεία στα οποία πολλοί ακούσια έχουν εθιστεί, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε, όσον αφορά το στοιχείο των διαμαχών, τον κόσμο της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας από περίπου τα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα μέχρι και τις απαρχές του εικοστού. Θα ξεκινήσουμε αναφερόμενοι στα σχετικά με ένα ζήτημα που αναδείχθηκε σε κεντρικό θέμα ιδεολογικής αντιπαράθεσης και ιδεολογικής διαμάχης στα μέσα του 18ου αιώνα. Αφορά την αποδοχή ή την απόρριψη του ηλιοκεντρικού συστήματος από τους λογίους κατά την περίοδο της Νεοελληνικής Αναγέννησης (η υιοθέτηση του προσδιορισμού Νεοελληνική Αναγέννηση αντί του ευρύτερα αποδεκτού Νεοελληνικός Διαφωτισμός υποδηλώνει μια άλλη, νεότερη φυσικά, ιδεολογική αντιπαράθεση). Το ζήτημα αυτό στις ποικίλες εκφάνσεις του έχει μελετηθεί διεξοδικά από τους μελετητές της περιόδου (Μακρίδης, 1995, Πέτσιος, 2002, σ. 177-212). Στην παρούσα δημοσίευση μας δεν θα επιμείνουμε σε λεπτομέρειες. Κρατάμε ωστόσο τη ρητορική της πλευράς εκείνης η οποία εξακολουθούσε, στηριζόμενη σε χωρία της Αγίας Γραφής και στην πατερική παράδοση, να υπερασπίζεται το γεωκεντρικό σύστημα ακόμα και όταν είχε από κάθε άποψη αποδειχθεί η επιστημονική του ανεπάρκεια. Είναι γεγονός ότι οι υπερασπιστές του γεωκεντρικού συστήματος κατά την πρώτη περίοδο της Νεοελληνικής Αναγέννησης, το λυκαυγές του 18ου αιώνα, επιχειρούν να στηρίξουν τις θέσεις τους με αντιπαράθεση επιχειρημάτων και λογικών συλλογισμών. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, όπως ο Χρύσανθος Νοταράς (Τσακούμης, 1992, Nicolaidis Ε., 1994) και ο Βικέντιος Δαμοδός (Μπόμου-Σταμάτη, 1998), πιστώνονται με μια ουσιαστικά αντικειμενι-


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 59

κή και ισοβαρή περιγραφή των αντίπαλων συστημάτων πριν από τη διατύπωση υπό μορφή κατακλείδας της προσωπικής τους γνώμης. Καθώς όμως στην πορεία του χρόνου αρχίζει να διαφαίνεται η επιστημονική υπεροχή του ηλιοκεντρικού συστήματος και αυτό να γίνεται ολοένα και ευρύτερα αποδεκτό, η λογική δίνει τη θέση της στην επιθυμία και το επιχείρημα αντικαθίσταται από την κραυγή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σέργιου Μακραίου, ο οποίος το 1797 εκδίδει στη Βιέννη ένα βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο Τρόπαιον εκ της Ελλαδικής Πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπερνίκου (Βλαχάκης, 1997). Στην ίδια κατηγορία κειμένων εντάσσεται και η Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον, των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων, δεικνύσα, ότι μάταιος, και ανόητος είναι ο ταλανισμός οπού κάνουσι του γένους μας, και διδάσκουσα ποία είναι η όντως και αληθινή φιλοσοφία, που εκδίδεται στην Τεργέστη το 1802. Το βιβλίο του Πάριου κινείται στην ίδια γραμμή με ένα προγενέστερο κείμενο του που εκδόθηκε το 1800 στη Λειψία με τίτλο Απολογία Χριστιανική. Συγκρατούμε ορισμένα παραθέματα από το βιβλίο τα οποία κάνουν καταφανείς τους σκοπούς του πονήματος: «Τώρα εις ημάς εδώ, δηλαδή τους ανατολικούς, από εκείνους τους άλλους βλάσφημους, οπού μας ανέφερεν ανωτέρω ο πάτρε Εενουβέζης, κανένας δεν είναι γνωστός, ούτε κάνει κανένας άλλος κρότον και σύγχυσιν πάρει, ο θεήλατος Βολταίρ... Λοιπόν μακράν η διαλεχτική λέσχη, μακρά η πολύσχημος Εεωμετρία, μακράν η κενέμφατος 'Αλγεβρα, μακράν κάθε Αλγεβρα, μακράν κάθε ανθρωπινή επιστήμη και μάθησις. Εις τα εξ αποκαλύψεως δεν ζητείται απόδειξις, αλλά πίστις» (Ψημμένος, 1989, σ. 494, 496). Στο απόσπασμα διακρίνεται με σαφήνεια η υπερασπιστική γραμμή της ορθόδοξης θεολογίας έναντι της φιλοσοφίας, της θρησκείας έναντι της επιστήμης κρίκοι και αυτοί σε μια διαρκή και ουσιαστικά χωρίς τέλος διαμάχη μεταξύ ιδεαλισμού και υλισμού η οποία έχει της απαρχές της στην Αρχαιότητα και συνεχίζεται βέβαια στις ημέρες μας. Δύο είναι τα κύρια σημεία αυτής της, ευφυούς είναι η αλήθεια, στρατηγικής η οποία δεν στοχεύει στην πραγματικότητα να πείσει τους ιδεολογικούς αντιπάλους αλλά να συσπειρώσει τους οπαδούς και να αναπτερώσει το ηθικό τους με το προσδόκιμο δώρο της αιώνιας ευδαιμονίας. Το πρώτο έγκειται στην απαξίωση της αντίπαλης πλευράς, η οποία σκιαγραφείται ως αγνοούσα την πραγματική Αλήθεια και ενδιαφερόμενη για τα φθαρτά, τα εφήμερα, εν τέλει τα άνευ ουσίας. Το δεύτερο είναι η προσπάθεια απόδειξης ότι θρησκεία και επιστήμη είναι δύο ασύμβατες πρακτικές και στην περίπτωση αυτή, καθώς αυτές κινούνται σε εντελώς διά-


60 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

φορά εννοιολογικά πλαίσια, δεν έχει νόημα ο μεταξύ τους διάλογος. Συνοδοιπόρος του Μακραίου είναι ο Γρηγοράσκος Μπαλανίδης, ο οποίος το 1809 συγγράφει το «Τρόπαιον κατά των Κοπερνικάνων» (Παπαγεωργίου, 1994), το οποίο τελικά παρέμεινε σε χειρόγραφη μορφή και στο οποίο επιτίθεται στο ηλιοκεντρικό σύστημα θεωρώντας ότι μπορεί να επιτύχει στην αποστολή του καθώς όπως σημειώνει: «Φέρομεν δη Περικεφαλαίαν Αριστοτέλειον, θώρακα Παλλάνειον, Ασπίδα ευγένειον, σπάθην αμφίκοπον την σέργειον, και Πυροβόλα ευρώπης τα άριστα, α δύνανται ως ιστόν αράχνης κατακαύσαι τα τούτων ανίσχυρα εκτρωμάτια. φέρε δη τας μεταφοράς αφέντες του λόγου αισθητότερον αρξώμεθα και σαφέστερον» (Παπαγεωργίου, 1994, σ. 129). Και συνεχίζει απευθυνόμενος στους αναγνώστες του: «Ουχ ούτω δε σαφώς και ανακεκαλυμένως την αθεΐαν διδάσκουσιν (οι εκ της κλεινής Ευρώπης αφικνόμενοι), αλλά νυν μεν λέγοντες την γην κινείσθαι και πάσαν ανατρέποντες πάλαιαν και νέαν. Νυν δε μη δειν την ελλάδα εκδιδάσκεσθαι, ίνα μη δυνάμενοι αναγινώσκειν τας της εκκλησίας βίβλους, ώμεν εν σκότει και ευάλωτοι» (Παπαγεωργίου, 1994, σ. 134). Η αποδοχή του γεωκεντρικού συστήματος, όχι στη βάση της επιστημονικής εξέτασης αλλά ως προπέτασμα της αυθεντίας των γραφών, βρίσκει φυσικά σοβαρούς αντιπάλους. Μεταξύ αυτών εκείνοι που διακρίνονται για την «πολεμική» τους διάθεση είναι ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, ο Χριστόδουλος Παμπλέκης και ο Μιχαήλ Περδικάρης, ο οποίος στον περίφημο Ερμήλο απαντά με δηκτικό τρόπο στον Σέργιο Μακραίο εξακοντίζοντας βέλη το ίδιο ίσως και περισσότερο δηλητηριώδη από εκείνα του ιδεολογικού του αντιπάλου: «Τον Νευθων', αν νομίζης, μ' αυτά πως αναιρείς αχ, αδελφέ! Πλανάσαι! Και να με συγχωρής! Δεν αναιρείτ ο Νευθων με τρόπους Λογικής Εδείχθη δι' Αλγεβρας και Μαθηματικής, Αγγλία τον εδέχθη, Εαλλία, κι αλλαχου, Ρωσσία, Εερμανία σχεδόν και πανταχού. Ο νευθων, πως εστάθη θαυμάσιος σοφός Σχεδόν το ξεύρουν όλοι, και τον κηρύττουν φως, Και φως εστάθη, όντως εις τάστρονομικόν Το σύστημα το νέον, το Κοπερνιακόν». Άλλοι λόγιοι, όπως ο Άνθιμος Γαζής, ο Κωνσταντίνος Κούμας, ο Δημήτριος Δάρβαρις, ο Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, ο Βενιαμίν Άέσβιος και ο Θεόφιλος


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 61

Κάί'ρης δεν μπαίνουν καν στον κόπο να συζητήσουν τα αυτονόητα, αποδεχόμενοι χωρίς συζήτηση το ηλιοκεντρικό σύστημα. Μνημονεύσαμε το όνομα του Χριστόδουλου Παμπλέκη. Πρόκειται για την περίπτωση εκείνη του κατεξοχήν επαναστατικού πνεύματος, το οποίο αρνείται να συνταχθεί με τις ιερές παραδόσεις και να αποδεχθεί τον κυρίαρχο ρόλο της Εκκλησίας. Αν βρισκόταν στο Παρίσι της Γαλλικής Επανάστασης θα ήταν με τους ιακωβίνους, στην Οκτωβριανή Επανάσταση θα ανέμιζε τις παντιέρες των μπολσεβίκων. Αν και προσγράφεται στο κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Παμπλέκης αποτελεί την περίπτωση εκείνου του λόγιου που δεν πείθεται να ακολουθήσει δρόμους συμβιβασμού (Νούτσος, 1981). Το τίμημα το πληρώνει αενάως. Μια αφοριστική καταδίκη το 1793 από το Πατριαρχείο, μια σκληρή διακωμώδηση του έργου του και εν τέλει η σιωπή (Ηλιου, 1985). Τα έργα του Περί Φιλοσόφου,

Φιλοσοφίας,

Φυσικών,

Μεταφυσικών,

Πνευματικών και

θείων

Αρχών (1786) και Περί Θεοκρατίας αποτελούν έναν ύμνο στον ορθό λόγο (Ψημμένος, 1989, σ. 456-489). Αφήνοντας το νήμα αυτής της κυρίαρχης στον ελληνικό χώρο ιδεολογικής και επιστημονικής αντιπαράθεσης θα αναφερθούμε και σε ένα τυπικό δείγμα διαπροσωπικής αντιπαλότητας η οποία βέβαια είναι επίσης ενδεδυμένη με κάποιον ιδεολογικού τύπου μανδύα για να τηρηθούν τα προσχήματα. Πρόκειται για τη διαμάχη μεταξύ των εκδοτών του Λόγιου Ερμή και της Αθηνάς. Ο Λόγιος Ερμής αποτελεί τη μακροβιότερη περιοδική έκδοση της προεπαναστατικής περιόδου, εκδιδόταν από το 1810 έως το 1821 και η σημαντική συμβολή του στην ανάπτυξη της ελληνικής λογιοσύνης έχει επίσης σχεδόν εξαντλητικά μελετηθεί (Vlahakis, 1999). Προσγράφεται αναμφίβολα στην πλευρά εκείνη που σχηματικά και για λόγους μεθοδολογικής διευκόλυνσης θα χαρακτηρίζαμε προοδευτική. Η Αθηνά υπήρξε ένα βραχύβιο έντυπο που εκδόθηκε το 1819 στο Παρίσι από τον Π. Ιωαννίδη και ορισμένους άλλους οι οποίοι αναφέρονται μόνο με τα αρχι1

κά τους . Στις σελίδες του περιοδικού διαβάζει κανείς άρθρα ποικίλου περιεχομένου, κυρίως μεταφράσεις από γαλλικά αντίστοιχα περιοδικά. Από αυτά εκείνα τουλάχιστον τα οποία αναφέρονται στις επιστήμες είναι ενημερωτικού χαρακτήρα και αρκετά καλού επιπέδου. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Λόγιος Ερμής διέβλεψε έναν εν δυνάμει εκδοτικό αντίπαλο στην Αθηνά και εξαρχής υπονομεύει τη νέα αυτή εκδοτική προσπάθεια επι1. Η Αθηνά κυκλοφόρησε το 1989 σε φωτοαναστατική έκδοση από το ΕΛΙΑ με τη φρο-

ντίδα και εισαγωγικά σχόλια της Αικατερίνης Κουμαριανού.


62 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

διώκοντας να υποβαθμίσει τις δυνατότητες των εκδοτών της, οι οποίοι παρουσιάζονται ως φοιτητές στη γαλλική πρωτεύουσα με γλώσσα καταφανώς υποτιμητική: «Έπειτα αυτοί όλοι είναι μειράκια, σταλμένα από την πατρίδα με έξοδα Ελλήνων διά ν' αποκτήσωσι και να μεταφέρωσιν εις την Ελλάδα των φωτισμένων εθνών μαθήματα. Ασχολούμενοι εις την εφημερίδα, φυσικά ζημιώνονται εις τα μαθήματα. Ασχολούμενους εις τα μαθήματα, δεν τους μένει τόσος καιρός, όσος χρειάζεται εις την σύνταξιν καλής εφημερίδος, και αν είχον την απαιτουμένην εις τούτο παιδείαν και ικανότητα. Αφεύκτως λοιπόν είναι ή κακοίμαθηταί, ή κακοί εφημεριδογράφοι, ή και τα δύο ομού». Στη συνέχεια τα επικριτικά εναντίον της Αθηνάς άρθρα υπογράφει ο Κωνσταντίνος Νικολόπουλος υπό το ψευδώνυμο Μισοκλόπος Φιλοδικαίου (Δημαράς, χ.χ.).Τέλος, ο Λόγιος Ερμής κατηγορείται από την Αθηνά για υπόγειες ενέργειες οι οποίες εμπόδισαν την κυκλοφορία του περιοδικού στη Βιέννη και οδήγησαν στην αναστολή της έκδοσης του περιοδικού: «Αλλ' εις τούτο υποπτευόμεθα ότι συνεισέφεραν αι ραδιουργίαι, μισοκάλων τίνων [...] Διά τούτο γίνεται με μεγάλην μας λύπην αναβολή εις της εφημερίδος την έκδοσιν, έως ου μάθωμεν την τελείαν ταύτης από Βιέννης ελευθέρωση και υπερβώμεν ταύτας τας δυσκολίας. Ηυχόμεθα να μην ήσαν έλληνες οι τοιούτοι μισόκαλοι και παρακαλούμεν την εν Βιέννη φιλόμουσον των ομογενών αδελφότητα να λάβη φροντίδα εις την αταξίαν ταύτην, ήτις πρέπει να κινήση την προσοχήν των, διότι γίνεται κατ αρέσκειαν δύω ή τριών, οίτινες, βέβαιοι εις τα κινήματα των κατά της προόδου της Αθηνάς, έχουσι την ανδρίαν να ευχηθώσι την καλήν προκοπήν ταύτης και στερέωσιν»2. Η επίθεση εναντίον του Λόγιου Ερμή και των συνεργατών του συνεχίζεται και από ένα ακόμη έντυπο του Παναγιώτη Ιωαννίδη, το Μουσείον, το οποίο κυκλοφόρησε όταν διεκόπη η έκδοση της Αθηνάς: «Μόνον οι ερμογράφοι εκίνησαν πόλεμον κατ' αυτής λαβόντες συνεργούς και άλλους ομόφρονάς των, και μάλιστα τον ενταύθα υπότροφοι των Σαλαμίνιον [...] η έκδοσις λοιπόν της Αθηνάς διά την κακίαν των και ραδιουργίαν έπαυσε»3. Η εμπλοκή του Κωνσταντίνου Νικολόπουλου είναι προφανώς και η αιτία που δέχεται σκληρή επίθεση για όσα έγραφε ασκώντας κριτική στην Αθηνά: «νομίζεις ότι ούτως ανώνυμος θέλεις είσαι πάντοτε κεκρυμμένος; ήξευρε ότι αντι2. Αθηνά, τετράδων ς', 15 Μαΐου 1819, σσ. 191-192. 3. Μουσείον, τετράδιον α', 1819, σ. 7.


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 63

παρατάττεσαι όχι με την εταφείαν, αλλά με εμέ όστις δύναμαι να τετραγωνήσω το κρανίον σου διά να μάθης να κρίνης ορθώς. Κατοίκων εις πεφωτισμένην γην μεταξύ των σοφών Γάλλων, δεν φοβούμαι τίνα ότε λαλώ την αλήθειαν. Όθεν καταφρονώ και σε, και την φατρίαν σου και τον έφορον αυτής. Ηξεύρω καλώς ότι συ ο υπογραφόμενος Μισοκλόπος Φιλοδικαίου είσαι ο Ελληνόφρων Σαλαμίνιος, ο φιλογενής ο εξ Ιωαννίνων, ο Κ. Νικολόπουλος»4. Προς τον Νικολόπουλο απευθύνεται και η κρίση: «Ο Φανητιάδης ην ποτέ σεμνός, μετριόφρων και ευπροσήγορος. Μόλις τότε είχε τα προς το ζην. Ήδη όμως κατεστάθη σοβαρός και υπερόφρυς ως υψικέρατος ταύρος, αυθάδης και υβριστής ως ουδείς άλλος. Τινών η φράσις είναι ως ο σίελος ωφέλιμον υπήρχεν εις αυτούς αν εγεννώντο άλαλοι και κωφοί ή αναίσθητοι».5 Ούτως ή άλλως η εμπλοκή του Λόγιου Ερμή σε ποικίλες διαμάχες είναι γνωστή. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αντιπαλότητα η οποία αναπτύχθηκε μεταξύ του Αδαμάντιου Κοραή, εμπνευστή της έκδοσης, και του πρώτου εκδότη του περιοδικού Άνθιμου Γαζή, ο οποίος κατηγορήθηκε από τον Κοραή για αγνωμοσύνη καθώς δεν προσέδωσε τα οφειλόμενα στη συμβολή του. Γράφει ο Κοραής στον προσωπικό του φίλο Αλέξανδρο Βασιλείου τον Ιούνιο του 1811: «Ο Λόγιος Ερμής έγραψε και προς εμέ ζητών ύλην διά την εφημερίδαν, και ζητών με εγκώμια εξεταστικά "ίνα πρωτεύω εν πάσιν", αφού εις το πρώτον ήτριον της εφημερίδος δεν το εκράτησεν η ψυχή του να ομολογήση ότι της εφημερίδος ταύτης την έννοιαν και επίνοιαν εγώ πρώτος την έδωκα [...] εδώ το πράγμα δεν είναι διαβολή, αλλ' αρπαγή την οποίαν, δν,Ά να κλείση την είσοδον εις πάσαν επιφώνησιν (reclamation) εμελίτωσε με τόσα άνοστα εγκώμια. Ίσως στοχάζεσαι ότι μ' ελύπησε πολύ η δόλιος αυτή αποσιώπησις. Όχι φίλε! Λλλά δαιμονίζομαι οσάκις βλέπω τα δόλια!» Με την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους και την ίδρυση του Πανεπιστημίου το 1837 θα πίστευε ίσως κανείς ότι κάποια βελτίωση θα διαφαινόταν καθώς πλέον θεσμοί και όργανα αναλάμβαναν το έργο εκείνο το οποίο προηγουμένως επιχειρούσαν να φέρουν εις πέρας μεμονωμένα πρόσωπα ή ολιγάριθμες ομάδες. Έγιναν όμως έτσι τα πράγματα; Μια πρώτη αίσθηση μας δίνει η αναφορά του Διονυσίου Πύρρου σχετικά με τον αποκλεισμό του από μια θέση στο νεότευκτο Οθώνειο Πανεπιστήμιο. Ο Πύρρος ανήκει στη χορεία εκείνων των λογίων της προεπαναστατικής περιόδου η οποίοι δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να αφομοιώσουν και να 4. Μουσείον, τετράδων α', 1819, σ. 32-33. 5. Μουσείον, τετράδιον α', 1819, σ. 36.


64 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

αφομοιωθούν στις νέες κοινωνικές, πολιτικές και εκπαιδευτικές συνθήκες. Έτσι είναι εύκολο να αρχίσει να πιστεύει ότι αιτία του αποκλεισμού του δεν είναι η δική του επιστημονική ανεπάρκεια -άλλωστε πόσοι επιστημονικά ανεπαρκείς δεν κρίνονται ως ακαδημαϊκά επαρκείς- αλλά μια αόρατη συνωμοσία σκοτεινών δυνάμεων η οποία μοιάζει να εκπορεύεται από ανακτορικές βουλές. Γράφει ο Πύρρος: «Αλλ' επειδή και εις το Ναυπλιον είχον τυπώσει το Εγκόλπιον των Ιατρών, ηθέλησα να τυπώσω και μίαν Βοτανικήν πρακτικήν, και διά να συνθέσω ταύτην συνερανίσθην από τριάκοντα πέντε χιλιάδας βότανα, μόνον διακόσια και αυτά ωφέλιμα εις την ιατρικήν και οικονομίαν, καθόλα χυμικώς αναλυμένα και επιστημονικώς δεδομένα, και διά να τυπώσω τας χρωματισμένος αυτών εικόνας, έκαμα εδικήν μου λιθογραφίαν, επειδή και οι Βαβαροί όντες φθονεροί τότε, δεν με άφηνον να την τυπώσω. Πολλά έπαθον απ' αυτούς, έως ου να την τυπώσω, ταύτην τελειώσας και χρωματίσας εις τας Αθήνας το 1838 διένειμα εις τον λαόν, τοιαύτην βοτανικήν ουδείς των Ελλήνων έκαμεν ακόμη, μολοντούτο οι εντελείς μαθηταί απατώμενοι, σπουδάζωσιν εις μίαν παραμικράν, και ουτιδανήν βοτανικήν, χωρίς να ειδώσι και να καταλάβωσι» (Πύρρος, 1848, σ. 198). Και ακόμη: «όταν ήλθεν ο βασιλεύς εις τας Αθήνας οι ιατροί συνέτρεξαν πανταχόθεν και διά να εύρωσιν πόρον ζωής διά βίου, εστοχάσθησαν να συστήσωσι κατάστημα στερόν, όθεν εσυμφώνησαν να κάμωσι Πανεπιστήμιον, ενώ παραδίδοντες να λαμβάνωσι αενάως μισθούς σφοδρούς [...], με επαρεκίνησαν να γράψω αναφοράν και να καταταχθώ διδάσκαλος εις εν μάθημα των επιστημών, να παρακαλώ και τους διδασκάλους να ενδώσουν, εγώ κατ' αρχάς βλέπων την ανωμαλίαν των ιατρών δεν ηθέλησα [...] και ούτως έμεινα έξω, το ίδιον έπαθεν εις το Παρίσιον και ο σοφός Α. Κοραής, [...], ενταύθα όμως όλοι έτρεχον ξυπόλυτοι, παρακαλούντες...» (Πύρρος, 1848, σ. 142). Μπορεί τα πράγματα να ήταν και έτσι. Μπορεί ο Πύρρος πράγματι να είχε δίκιο. Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε οδηγείται η σκέψη μας όταν αναλογιστούμε ότι λίγα χρόνια αργότερα ίσως ο κορυφαίος επιστήμονας τον 19ο αιώνα στο μικρό ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, ο Αναστάσιος Χριστομάνος (Vlahakis, 2005), ο άνθρωπος που οραματίστηκε και είχε τη δύναμη, παρά τις αντιξοότητες, να υλοποιήσει την ίδρυση του Χημείου, κατηγορήθηκε ότι, δίκην λαθρεμπόρου, έφερε παράνομα και με έξοδα του πανεπιστημίου καπέλα και δαντέλες για τη σύζυγο του στα κιβώτια με τα όργανα που είχε παραγγείλει για το εργαστήριο του από το εξωτερικό.


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 65

Το πέρασμα από το γένος στο έθνος φαίνεται ότι μετασχημάτισε και τον τύπο των διαμαχών που συναντάμε στον ελληνικό χώρο μεταξύ των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Η ανασφάλεια των Ελλήνων επιστημόνων είναι εμφανής. Κατάλοιπο προηγούμενων εποχών, που ενδεχομένως καθορίζει τη στάση μας απέναντι στη διεθνή κοινότητα ακόμα και σήμερα, είναι μια άλλοτε εμφανής και άλλοτε συγκεκαλυμμένη ξενοφοβία. Τυπικό παράδειγμα αυτού του τύπου διαμάχης είναι η περίπτωση του Θεόδωρου Ορφανίδη και του Θεόδωρου Χελδράιχ (Οικονόμου-Αμίλλη, Βλαχάκης 1998). Καθηγητής της Βοτανικής ο πρώτος μετά από σχετικές σπουδές στη Γαλλία, επιμελητής του Φυσιογραφικού Μουσείου ο δεύτερος, ξεκινούν με τους καλύτερους οιωνούς μια αγαστή συνεργασία η οποία σταδιακά εξελίσσεται σε μία από τις πιο σκληρές διαμάχες της εποχής, όταν το 1862 ο Ορφανίδης εκδηλώνεται πλέον ανοικτά εναντίον του Χελδράιχ και το 1863 καταφεύγει στη δικαιοσύνη για να αποσπάσει από αυτόν ορισμένους σπόρους του είδους Pinus Peucae. Ακολουθώντας ένα διαρκές κρεσέντο, η μεταξύ τους ρήξη φτάνει σε οριακό σημείο όταν στις 14 Απριλίου 1865 ο Ορφανίδης κατηγορεί απροκάλυπτα ενώπιον του υπουργού Δημοσίας Εκπαιδεύσεως τον Χελδράιχ ως ανίκανο να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του και υπεύθυνο για την άθλια κατάσταση του Μουσείου Βοτανικής. Το σύνολο των κατηγοριών του Ορφανίδη, αφού δημοσιεύεται στον Τύπο της εποχής, όπως π.χ. στην εφημερίδα Ο Νομιμόφρων (είναι άραγε τυχαία η επιλογή μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί) τελικά εκδίδεται σε ένα φυλλάδιο με τίτλο Η κατάστασις του Φυσιογραφικού Μουσείου του Πανεπιστημίου. Στο κείμενο αυτό ο Ορφανίδης αυτοπαρουσιάζεται ως μάρτυρας έτοιμος να θυσιαστεί για το κοινό καλό: «βλέπομεν εν μέσω και των μεγάλων και των μικρών κοινωνιών πολλούς να άρωσι τον σταυρόν αυτών, και μετά μελαγχολικού μειδιάματος να βαδίζωσιν επί της οδυνηράς οδού του μαρτυρίου [...] λαμβάνω, λοιπόν, τον κάλαμον και καταβαίνω εις την δημοσιότητα, ίνα επιφέρω την απολύτως αναγκαίαν θεραπείαν, ίνα φιμώσω τους υπερασπιζόμενους, λόγω φιλίας, ή συμφερόντων, την κακήν διοίκησιν εν τω Μουσείω, την κλοπήν, και την κατάχρησιν. [...] αίρω τον σταυρόν μου και περιπατώ». Αίροντας λοιπόν τον σταυρόν ο Ορφανίδης εξαπολύει σοβαρές κατηγορίες όχι μόνο εναντίον του Χελδράιχ αλλά και κατά του καθηγητή της φυσικής ιστορίας Ηρακλή Μητσόπουλου, θεωρώντας ότι επί της πρυτανείας του κάλυψε τον Χελδράιχ: «Αναδεχθέντος δε του κυρίου Μητσοπούλου την Πρυτανείαν, η Χελδράιχειος σπείρα εκρότησε κύμβαλα και εσκίρτησεν υπό χαράς, διακωδωνίσασα ότι τώρα


66 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

πλέον η υπόθεσις του Μουσείου θέλει κοιμηθή τον μακάριον εκείνον λήθαργον των δικαίων υποθέσεων των οποίων η εκδίκασις κάπως δεν συμφέει να περαιωθή». Πρόκειται επίσης για μια προσωπική επίθεση που παράλληλα αναδεικνύει για άλλη μια φορά το ζήτημα της διαπάλης δύο διαφορετικών πολιτισμικών προτύπων που μάχονται να ηγεμονεύσουν στον ελληνικό πνευματικό χώρο. Το γαλλικό που εδώ εκπροσωπείται από τον Ορφανίδη και το γερμανικό το οποίο υποστηρίζει ο Μητσόπουλος. Με αυτά και τα άλλα δημιουργείται ειδική επιτροπή η οποία με εντολή της Συγκλήτου εξετάζει τη βασιμότητα των κατηγοριών και τελικά απαλλάσσει τον Χελδράιχ. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στον Χελδράιχ να περάσει στην αντεπίθεση και ενθυμούμενος την ειρωνεία του Ορφανίδη, ο οποίος έθετε το ερώτημα «τίνι τρόπω κοιμάται τις επιμελητής του Βοτανικού κήπου, και εξυπνεί επιμελητής φυσιογραφικου Μουσείου! και τι κατορθόνει εάν ήναι προβλεπτικός άνθρωπος», να εκθέσει τις δικές του απόψεις επισημαίνοντας ότι «πολύ περιεργότερον είναι τίνι τρόπω κοιμάται τις καραγκιόζης του θεάτρου και μπογιατζής και εξυπνεί καθηγητής του Πανεπιστημίου άνευ διπλώματος» και δίνοντας μια εικόνα του Ορφανίδη ως ανεπαρκούς επιστήμονα με εμπαθή χαρακτήρα, ενός εμπόρου της ελληνικής χλωρίδας. Ωστόσο σε ένα πράγμα φαίνεται ο Ορφανίδης στάθηκε προφητικός όταν έγραφε στην Κατάστασι του φυσιογραφικου μουσείου: «πάντας (τους έλληνες σπουδαίους άνδρες) δε μυριοτρόπως τους ελυπήσαμεν, τους υβρίσαμεν, και τους επροπηλακίσαμεν. Πολύ δε αργά, και συνήθως όταν απεβίωσαν, τότε τοις απεδώκαμεν δικαιοσύνην, τότε ως νήπια εκλαυσαμεν επί του φέρετρου των, τότε εξεφωνήσαμεν λόγους πανηγυρικούς εις τιμήν των». Ο Χελράιχ έμελλε να εκφωνήσει τον εγκωμιαστικό επικήδειο την ημέρα της ταφής του Ορφανίδη αποδεικνύοντας άλλη μια φορά ότι η Ειρωνεία είναι αδελφή της Ιστορίας. Η σκληρή αντιπαράθεση των δύο Θεοδώρων δεν ήταν η μοναδική. Το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα φάνταζε κατά κάποιο τρόπο στην Ελλάδα ως ένα είδος επιστημονικής Άγριας Δύσης, όπου τη θέση των εξάσφαιρων είχαν πλέον πάρει τα δυσφημιστικά φυλλάδια. Μια επίσης ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι εκείνη της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ του Κωνσταντίνου Μακκά, τακτικού καθηγητή στην Ιατρική Σχολή, και του έκτακτου καθηγητή στην ίδια σχολή Δημητρίου Αιγινήτη. Αφορμή για την έναρξη της μεταξύ τους μονομαχίας κάτω από τον καυτό ήλιο του αττικού ουρανού υπήρξε η δημοσίευση από τον Μακκά εργασίας σχετικά με την ασθένεια η οποία από τους αρχαίους ονομάζεται μάλις και προσέβαλε άλογα και ανθρώπους. Η σκληρή κριτική του Αιγινήτη επί όσων


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 67

αναφέρει ο Μακκάς προκαλεί την απαξιωτική απάντηση του δεύτερου, οδηγώντας τον Αιγινήτη να δημοσιεύσει το πλήρες χολής και όξους για τον συνάδελφο του στο Πανεπιστήμιο φυλλάδιο Τα ιατρικά θαύματα του τακτικού καθηγητού. Ήτοι η απάντησις του κ. Μακκά, Αθήνα 1857. Διατρέχοντας τις ογδόντα οκτώ σελίδες του μικρού αυτού βιβλίου διαπιστώνει κανείς ότι ο Αιγινήτης σχολιάζει επανειλημμένως ότι αυτός κατέχει τη θέση του έκτακτου καθηγητή ενώ ο Μακκάς εκείνη του τακτικού: «Αι παρατηρήσεις ημών αύται αδίκως και παρ' ελπίδαν κακών αντ αγαθών αιτίαι γενόμεναι (πικρά γαρ η αλήθεια), διηρέθισαν την χολήν και μήνιν του τακτικού Καθηγητού, όστις την ήτταν υπό εκτάκτου καθηγητού, φαίνεται, μη ανεχόμενος, και πάλιν προς δεύτερον αγώνα απεδύσατο, δημοσιεύσας την νέαν εις τας ημετέρας παρατηρήσεις απάντησιν» (Αιγινήτης, 1857) και «Ουδέποτε, σοφέ και μεγάλε καθηγητά, ούτε ημείς, ει και καθηγηταί έκτακτοι, ούτε οι αναγνώσται, ει και λίαν επιεικείς, ούτε ελπίζομεν, ούτε ωνειρευόμεθα ποτέ τοιαύτην επιστημονικώς άλογον και γελοίαν απάντησιν παρά τακτικού και δη και μεγάλου της ιατρικής Κλινικής Καθηγητού» (Αιγινήτης, 1857, σ. 87). Αλλά και η αυστηρά λογική επιστήμη των μαθηματικών δεν απέφυγε να δει τον ευτελισμό της στη δίνη προσωπικών αντιπ��ραθέσεων, όπως αυτή μεταξύ Α. Δαμασκηνού και Βασιλείου Λάκωνος (όχι ότι δεν υπήρχαν και άλλες), εξαιτίας της έκδοσης ενός σχολικού βιβλίου αριθμητικής από τον πρώτο. Σύμφωνα με τον Δαμασκηνό, ο Λάκων είδε την επιτυχία του βιβλίου και διέβλεψε τον κίνδυνο της εκδοτικής και άρα εισπρακτικής αποτυχίας του αντίστοιχου δικού του εγχειριδίου που έως τότε μονοπωλούσε τον εκπαιδευτικό χώρο. Μάλιστα την επικριτική εναντίον του Δαμασκηνού εργασία του ο Λάκων την ολοκληρώνει με τον εξής «νόστιμον» κατά τον Δαμασκηνό επίλογο: «Περαίνοντες ενταύθα τον λόγον, εκφράζομεν την λυπην μας διότι αναγκάσθημεν να είπωμεν πικράς αληθείας, και αισθανόμεθα την δυσάρεστον θέσιν του κ. Δαμασκηνού. Ας τω χρησιμεύση όμως το πάθημα τούτο ως μάθημα, και ως προφυλακτικόν καθ' ομοίων άλλων ενδεχομένων συμφορών. Τον συμβουλεύομεν δε ειλικρινώς, αφού εννοήση καλώς το λάθος, εις ο υπέπεσε, θελήσας προώρως να συγγράψη, να εξαφάνιση την Αριθμητικήν του, και να δοθή εις την σπουδήν και την διδασκαλίαν των στοιχείων κατά βιβλία γεγραμμένα υπ' ανδρών εμπειροτέρων και σοφωτέρων. Διότι ούτω δύναται να γείνη ωφελιμώτερος και εις εαυτόν και εις την σπουδάζουσαν νεολαίαν» (Δαμασκηνός, 1867, σ. 22). Είναι φυσικό λοιπόν, και ένδειξη ευγενείας, να ανταποδώσει ο Δαμασκηνός τις εκλεπτυσμένες εκφράσεις αβροφροσύνης:


Γιώργος Ν. Βλαχάκης «Αλλ' εγώ σας βεβαιώ από τούδε ότι δεν θέλω αφήσει τους δυστυχείς μαθητάς να ταλαιπωρώνται με την γριφώδη της Αλγεβρας Bertrand μετάφραση σας, ουδέ με την αφύσικον Φυσικήν σας, ήτις ουδέν άλλο είναι η τερατώδες σύρραμμα κατά λέξιν μεταφράσεων εκ της φυσικής του Ganot, της πρακτικής μηχανικής του Delaunay και των θεωρητικών μηχανικών του Sturm και Duhamel [...]. Με συμβουλευητε προς τούτοις να εξαφανίσω την Αριθμητικήν μου. Την δυστυχή! Θέλετε διότι σας επροξένησε τοσαύτας συμφοράς, να την θυσιάσω τόσον νέαν. Δεν την λυπάσθε; Τελευταίον εις ότι μετά τοσαύτης αναίδειας εν τω τέλει του επιλόγου σας λέγετε τούτο μόνον απαντώ. Τολμήσατε, εάν τολμάτε, να δεχθήτε τον διαγωνισμόν και ταχέως θέλει μάθει το κοινόν τις ει, ημών είναι ο δυνάμενος να διδάξη τον άλλον» (Δαμασκηνός, 1867, σ. 24). Το δίπολο προσωπικές φιλοδοξίες-ιδεολογική διαπάλη είναι ευκρινές στον πανεπιστημιακό χώρο και κατά τις αρχές του εικοστού αιώνα. Η περίπτωση προσωπικής αντιπαλότητας στην οποία θα αναφερθούμε αφορά τον Βασίλειο Αιγινήτη, ο οποίος πασχίζει να κατοχυρώσει μία πανεπιστημιακή έδρα. Εφ' όπλου λόγχη στον αγώνα του αυτόν αποτελεί το βιβλίο του Η εξέλιξις της φυσικής εν Ελλάδι. Πρόσωπα και πράγματα, που εκδίδεται το 1911, όπου ο Αιγινήτης με κομψό αλλά αιχμηρό και καταλυτικό τρόπο επιχειρεί την απαξίωση των συνυποψήφιων του αναδεικνύοντας παράλληλα τη δική του εξαιρετική συμβολή στην ανάπτυξη των φυσικών επιστημών στην Ελλάδα. Χρησιμοποιώντας με ικανότητα ταχυδακτυλουργού την εκλεπτυσμένη ρητορική κατηγορεί επιστήμονες όπως ο Γεώργιος Αθανασιάδης, ο Κωνσταντίνος Μαλτέζος και ο Δημήτριος Χόνδρος. Ενδεικτικά σταχυολογούμε ορισμένα από τα πάρθεια βέλη του Αιγινήτη. Γράφει για τον Αθανασιάδη, λίγο πριν ξεκινήσει την λεπτομερή ανάλυση των δημοσιευμάτων του: «Είτε φοιτηταί μετέφρασαν, είτε άλλοι υφηγηταί εβοήθησαν αυτόν, είτε εσπούδασεν ενταύθα μόνον, είτε εξήλθε προ εικοσιπενταετίας εκ του Πανεπιστημίου μας, είτε μεσήλιξ σχεδόν μόλις εσχάτως εισήλθεν διά πρώτην φοράν εις εργαστήριον φυσικής, πάντα ταύτα θα παρίδωμεν. Εν και μόνον μας ενδιαφέρει! Ο κ. Αθανασιάδης είναι σήμερον επιστήμων; Δύναται να γίνη λόγος περί αυτού, προκειμένου περί καθηγητών τακτικών ή εκτάκτων του Πανεπιστημίου; Ποία η αξία των δημοσιευμάτων του και τι αποδεικνύουσι ταύτα;» (Αιγινήτης, 1911, σ. 22). Απαντά μετά από αρκετές σελίδες ενδελεχούς ανάλυσης: «Ελλείψεις θεμελιώδεις και στοιχειώδεις, τόσον θεωρητικοί όσον και πειραματικοί, προκαλούσι κυριολεκτικώς κατάπληξιν. Ο κ. Αθανασιάδης στερείται αυτών των πρώτων και απαραιτήτων γνώσεων παντός επιστήμονας. Ακατάρτιστος τελεί-


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 69

ως θεωρητικώς, ένεκεν αγνοίας, μη επιτρεπομένης σήμερον ουδ' εις φοιτητάς δευτεροετείς. Λίαν ελλιπώς δε παρασκευασμένος από πειραματικής απόψεως και περιπίπτων εις λυπηράς ασυναρτησίας και αντιφάσεις πειραματικής ή κοινότατα πράγματα, τι θα ηδύνατο να πράξη;» (Αιγινήτης, 1911, σ. 47). Όσον αφορά την κρίση του Αιγινήτη περί του Μαλτέζου, αρκεί και μόνο η παράθεση της τελικής παραγράφου για την αποτίμηση του έργου του: «Ως συγγραφεύς ο κ. Μαλτέζος ουδέν έχει να επίδειξη, εκτός των "Στοιχείων Φυσικής" αν και επί εικοσαετίαν διδάσκη εις τας Ανωτέρας Σχολάς και το Πανεπιστήμιον. Είναι λυπηρόν, ότι εν τη Φυσική εφάνη και κατά τούτο κατώτερος και αυτού του κ. Αθανασιάδου. Η ανάγκη συγγραφών επί της Φυσικής παρ' ημίν είναι καταφανέστατη. Όταν λοιπόν πειραματικώς παρουσιάζη τις τελείαν ανικανότητα, θεωρητικώς στερείται και των στοιχειωδών ακόμη γνώσεων επί της Φυσικής, δεν είναι δε εις θέσιν να συγγράψη απταίστως και "Στοιχεία Φυσικής" ακόμη, τι δύναται τις να συμπεράνη περί τούτου ως προς την Φυσικήν;» (Αιγινήτης, 1911, σ. 82). Τέλος καθώς ο Χόνδρος δεν μπορεί κατηγορηθεί ούτε για επιστημονική ανεπάρκεια ούτε για περιορισμένες σπουδές, εφευρίσκεται το νεαρόν της ηλικίας: «Εκ μόνης της γερμανικής διατριβής του ουδέν δυνάμεθα ασφαλώς να συναγάγωμεν. Ο κ. Χόνδρος είτε διότι απέφυγε να δημοσίευση τι, είτε διότι δεν ήτο εις θέσιν να πράξη τι νέον, δεν παρουσιάζει σήμερον τα αναγκαία στοιχεία όπως κριθή. Το μόνον, όπερ σήμερον δύναται να λεχθή είναι, ότι πράγματι ο κ. Χόνδρος είναι νέος φιλόπονος και είναι πιθανόν, ότι δεν θα αποτύχει εις το μέλλον» (Αιγινήτης, 1911, σ. 84). Και φυσικά αυτός ο Χόνδρος είναι ο ίδιος ο οποίος υπήρξε μαθητής του Sommerfeld και εισηγητής μαζί με τον νομπελίστα Ολλανδό φυσικό Debuis της βασικής θεωρίας για τις οπτικές ίνες! (Hondros, Debye, 1910). Ποια θα είναι όμως η συμβολή του Αιγινήτη σε περίπτωση που εκλεγεί; Με ειλικρινές αίσθημα μετριοπάθειας θα γράψει στον επίλογο του βιβλίου: «Εκείνος, όστις σήμερον καλείται επί την έδραν της Φυσικής, θα ιδρύση τα πάντα. Ουδέν θα εύρηΐ Αυτός θα παρασκευάση εργαστήρια, αυτός θα κατάρτιση επιστήμονας, επιμελητάς και βοηθούς. Αυτός θα σύνταξη συγγράμματα, των οποίων στερείται τελείως το πανεπιστήμιον μέχρις σήμερον και έχει επείγουσαν ανάγκην. Νέα περίοδος θα αναπτυχθή!» (Αιγινήτης, 1911, σ. 125). Μέσα στην ομίχλη αυτών των προσωπικών αντιπαραθέσεων σχηματίζεται και ο ανεμοστρόβιλος μιας σημαντικής ιδεολογικής διαμάχης, αυτής που καθορίζεται από τη διαρκή διελκυστίνδα μεταξύ ιδεαλισμού και υλισμού. Στον ελληνικό χώρο


70 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

ο ιδεαλισμός τον 19ο αι. κυρίως περιχαρακώνεται γύρω από μία απολογητικού τύπου χριστιανική θεολογία που εκφράζεται από μια σειρά ζηλωτών ιεροκηρύκων, όπως ο Απόστολος Μακράκης (Μπραγκ, 1997) και ο Κοσμάς Φλαμιάτος (Μεταλληνός, 1987, σ. 314). Τον 20ό αιώνα και ιδιαίτερα μετά την επικράτηση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού στην τότε Σοβιετική Ένωση ο κίνδυνος διασποράς του μικροβίου της αθεΐας και του ιού του υλισμού που ενδέχετο να μολύνουν υπό μορφή πανδημίας και τον ευσεβή ελληνικό λαό με ανυπολόγιστες συνέπειες ενισχύει τις προσπάθειες του ιδεαλιστικού μετώπου. Αυτή τη φορά οι ιδεαλιστές δεν επιχειρούν να εναντιωθούν στις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις, κυρίως αυτές της σύγχρονης φυσικής, όπως η θεωρία της σχετικότητας και η κβαντική θεωρία, αλλά να τις χρησιμοποιήσουν, προκειμένου να υπερασπιστούν το κοσμοείδωλο που προτείνουν. Στην παρούσα συγκυρία η εμπροσθοφυλακή εναντίον του ιδεολογικού εχθρού ονομάζεται Σύλλογος Χριστιανών Επιστημόνων και το έντυπο της Ακτίνες (Βλαχάκης, 1995). Σε ένα από τα τεύχη των Ακτινών περιγράφεται το φιλοσοφικό σύστημα εναντίον του οποίου πλείστα όσα κείμενα θα φιλοξενηθούν στο εν λόγω περιοδικό. Το άρθρο φέρει τον τίτλο «Πνευματική ζωή και κοσμοθεωρία» και υπογράφεται με τα αρχικά Α.Τ. Στο άρθρο αυτό ο συντάκτης γράφει μεταξύ άλλων: «Είναι λοιπόν η κοσμοθεωρία κατευθυντήριος δύναμις της όλης ζωής μας, γι' αυτό και δεν μπορείς να κόψης τις συνέπειες της και να τις περιορίσης εκεί που θέλεις. Και αυτό φυσικά ισχύει και για τις υλοκρατικές κοσμοθεωρίες. Μην αφήνοντας χώρο για το πνεύμα, σαν πραγματικότητα στην οντολογική τους άποψι, είναι αδύνατο ν' αφήσουν και στην αξιολογική και δεοντολογική. Υλοκρατία και πνευματική ζωή δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Καιρός να το πάρωμε απόφασι». Ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει βέβαια να εξαντλήσουμε τα σχετικά δημοσιεύματα των Ακτινών. Κλείνουμε τις σχετικές αναφορές με το άρθρο «Αι θετικαί επιστήμαι εις την Ελλάδα και η ασκηθείσα προπαγάνδα (Τα τελευταία χρόνια)». Πρόκειται για το άρθρο εκείνο στο οποίο επιχειρείται η αποκαθήλωση του θεωρούμενου επστημονικού υλισμού του ελληνικού δέκατου ένατου αιώνα. Γράφει ο Σέργιος Παύλος, από τους πιο συνεπείς αρθρογράφους των Ακτινών σε θέματα υπεράσπισης του ιδεαλιστικού χαρακτήρα της επιστήμης: «Η μέθη την οποίαν προεκάλεσε τότε η ραγδαία εξέλιξις των φυσικών επιστημών εδημιουργησε την εντυπωσιν ότι ήτο πλέον καιρός να ελευθερωθώμεν από τα 6. Α.Τ., «Πνευματική ζωή και κοσμοθεωρία», Ακτίνες 36, σ. 73-74.


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 71

"δεσμά" της Φιλοσοφίας και της Θρησκείας διότι μόνον το πείραμα και η παρατήρησις έχουν πλέον τον λόγον» (Παύλος, σ. 84). Ωστόσο, αυτό σύμφωνα με τον αρθρογράφο οδήγησε τους νέους Έλληνες επιστήμονες «να καταγίνονται με συνεχή προπαγάνδαν των υλιστικών και μηχανοκρατικών αντιλήψεων, που προς στιγμήν εφάνησαν ότι περιείχον κάτι το νέον και το επιστημονικώς ορθόν. Όλοι οι δευτέρας και τρίτης τάξεως επιστήμονες ή και λαϊκοί συγγραφείς της Ευρώπης ήσαν οι ήρωες τους οποίους παρουσίαζε συνεχώς το πρώτον φυτώριον των Ελλήνων εκπροσώπων των θετικών επιστημών» (Παύλος, σ. 85). Υπεύθυνο για την άνθηση των υλιστικών αντιλήψεων στην Ευρώπη θεωρήθηκε κυρίως το περιοδικό Προμηθεύς, του οποίου εκδότης ήταν ο Κ. Μητσόπουλος: «Πολλοί συντάκται του, που ήσαν οπαδοί των δήθεν νέων περί της αρχής του κόσμου και των όντων θεωριών, άφησαν την καλλιέργειαν της επιστήμης των και εβάλθηκαν να κάμουν υλιστικήν προπαγάνδαν [...] προπαγάνδαν φανατικήν και όχι επιστήμην, αφού όχι μόνον καθ' υλην εξέφευγαν από το πεδίον των φυσικών επιστημών, αλλά και κατά τον τρόπον που μετεχειρίζοντο, απέβαλαν και την επίφασιν της αντικειμενικότητας ακόμη» (Παύλος, σ. 85). Η επίθεση επεκτείνεται στον ψυχίατρο Σ. Αποστολίδη, στον καθηγητή της φυσιολογίας Ρήγα Νικολάί'δη, τον καθηγητή της βοτανικής Σπ. Μηλιαράκη και τον επίσης καθηγητή της φυσιολογίας Σ. Δοντά. Τη σκληρή κριτική δεν αποφεύγει και ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Α. Γκίνης, επειδή αποτόλμησε να απευθύνει επιστολή το 1919 στον μητροπολίτη Αθηνών και μετέπειτα πατριάρχη Μελέτιο, όπου σύμφωνα με τον αρθρογράφο σημειώνονται τα εξής: «Εκπαίδευσις και Εκκλησία, Παιδεία και Θρησκεία καλώς μεν ευρίσκονται εις σχέσιν όπου και όταν το Έθνος δουλεύη, ουδεμία όμως πρέπει να υφίσταται μεταξύ αυτών σχέσις όπου και όταν το Έθνος ανακτά την ελευθερίαν του» (Παύλος, σ. 89). Στην ομάδα των υλιστών επιστημόνων συγκαταλέγεται ακόμη ο καθηγητής της γεωλογίας, της παλαιοντολογίας και ζωολογίας Θ. Σκούφος που παρουσιάζεται «ως δείγμα διά τον κατήφορον που είχαμεν πάρει» καθώς «πολλάς γενεάς σπουδαστών επηρέασε με τας υλιστικός θεωρίας του και τας απρεπείς του εκφράσεις δι' όσα σεμνά, σεβάσμια και τίμια διετήρησε διά μέσου των αιώνων ο πολιτισμένος άνθρωπος. Οι φυσικοί και οι ιατροί των νεωτέρων γενεών διατηρούν ζωηρώς εις την μνήμην των την όλην του διδασκαλίαν εις πολλά σημεία της οποίας και ημείς οι άνδρες εκοκκινίζαμεν από εντροπήν δι' όσα εξήρχοντο από το στόμα ακαδημαϊκού διδασκάλου» (Παύλος, σ. 89).


72 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

Παρά τη δυσάρεστη αυτή εικόνα για το παρελθόν ο Παύλος διαβλέπει μια αισιόδοξη στροφή για το μέλλον αναφερόμενος στις απόψεις του Δημητρίου Αιγινήτη, του Κ. Μέρμηγκα, του Α. Κουσίδου, του Σ. Πλακίδη, του Μ. Γερουλάνου κ.ά. Κλείνει μάλιστα το άρθρο του με την εξής διαπίστωση: «Δεν υπάρχει επ αυτού καμμία αμφιβολία, τοσουτω μάλλον όσω η στροφή και ο πνευματικός άνεμος που πνέει ιδίως από δύο δεκάδων ετών εις το εξωτερικόν θα σημείωση και επί των Ελλήνων τον ανάλογον αντίκτυπον. Όταν μάλιστα πρωτοπόροι εις την κίνησιν αυτήν είναι επιστήμονες της αξίας του Planck, του Ha.rtma.nn, του Jordan, του Driesch, του Mie, του Bavink, του Eddington, του Jeans, του Milne, του Birkhoff, του Compton, του Flemming και άλλων διάσημων συγχρόνων ερευνητών, τα αποτελέσματα θα είναι λίαν καρποφόρα και το μέλλον πολύ παρήγορον, ως προς την πρόοδον των φυσικών επιστημών εις την χώραν μας» (Παύλος, σ. 91). Χαρτογραφήσαμε σε αδρές γραμμές τα βασικά είδη διαμαχών που εμφανίστηκαν στον ελληνικό επιστημονικό χώρο από τις απαρχές της εμφάνισης της νεότερης επιστήμης μέχρι και τα πρώτα βήματα της επιστημονικής κοινότητας εντός του εικοστού αιώνα. Αποδεχόμαστε βέβαια τη διαπίστωση ότι η αμφισβήτηση και η κριτική μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία της δημιουργικής ορμής που είναι αναγκαία για την επιστημονική πρόοδο. Και έχουμε πολλά παραδείγματα από την ιστορία των επιστημών που αποδεικνύουν χωρίς καμία αμφιβολία αυτό τον ισχυρισμό. Όμως στον ελληνικό χώρο ούτε και σε αυτόν τον τομέα οι δράσεις όσων εμπλέκονται κατάφεραν να απεμπλακούν από τα δεσμά ενός στείρου επαρχιωτισμού που ούτως ή άλλως σηματοδοτεί την ελληνική κοινωνία της περιόδου που εξετάζουμε, μιας κοινωνίας που αλληθωρίζει προς την ορθολογική Δύση ενώ στην πραγματικότητα παραμένει βαθιά και ενσυνείδητα ιρασιοναλιστική. Παράλληλα άλλη μία σημαντική διαπίστωση έχει να κάνει με τις πηγές των επιχειρημάτων που αντλεί η μία ή η άλλη πλευρά. Πρόκειται για πηγές που προέρχονται από τον ευρωπαϊκό χώρο, προσθέτοντας ακόμα μία συνιστώσα στην εικόνα ετεροαναφοράς της ελληνικής επιστήμης, της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα, η οποία αδυνατεί να δημιουργήσει ένα αύταρκες εσωτερικό πλαίσιο δράσης το οποίο να αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης της ελληνικής επιστημονικής παραγωγής. Πρόκειται για μια στρέβλωση που εύκολα διαπιστώνουμε ότι εξακολουθεί να υφίσταται και στις αρχές της εικοστής πρώτης εκατονταετίας, καθώς για την αξιολόγηση του έργου ενός Έλληνα επιστήμονα πολλές φορές θεωρείται σημαντικότερη μία δημοσίευση σε ένα ξενόγλωσσο περιοδικό του Τρίτου Κόσμου από ένα εξαιρετικά τεκμηριωμένο άρθρο δημοσιευμένο σε ελληνικό έντυπο.


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 73

Ούτως ή άλλως για να επιχειρήσουμε την υπέρβαση και να ανατραπούν ισχυρά ριζωμένες νοοτροπίες που με κάποια δόση υπερβολής φαίνεται να έχουν πια αποκτήσει μια γονιδιακή υπόσταση θα πρέπει πρώτα ευθαρσώς να αποδεχτούμε τις αδυναμίες μας. Αυτό και μόνο ισοδυναμεί με την πραγματοποίηση του αδύνατου!

ΑΝΑΦΟΡΕΣ Hondros, D., Debye, P., (1910), "Elektromagnetische Wellen an dielektrischen Drähten", Annalen der Physik (series 4), τεύχ. 32(8), σ. 465-74. Nicolaidis E. (1994), "Les grecs en Russie et les Russes en Chine au XVIIeme siecle: le contexte de la copie par Chrysanthos des livres astronomiques "perdus" de Verbiest", Archives Internationales d'histoire des Sciences, τεύχ. 44, σ. 271-308. Vlahakis, G.N. (1999), "The enlightenment in sciences. The Scholarly Hermes and its contribution to the popularization and the development of science in Greece in early 19th century", History of science, xxxxvii, σ. 319-345. Vlahakis, G.N. (2005), «Alchemy survived? An alchemical manuscript, Anastasios Christomanos and the status of chemistry in the 19 th century Greece», Proceedings of the 5th International Congress for the History of Chemistry, Lisbon, σ. 598-605. Αιγινήτης, Β. (1911), Η εξέλιξις της Φυσικής εν Ελλάδι. Πρόσωπα και πράγματα, Αθήνα. Αιγινήτης, Δ. (1857), Τα ιατρικά θαύματα του τακτικού καθηγητού. Ήτοι η απάντησις του κ. Μακκά, Αθήνα. Βλαχάκης, Γ.Ν. (1997), «Η άλλη άποψη: Η "Επιτομή Φυσικής Ακροάσεως" του Σέργιου Μακραίου», Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Το αίτημα της διεπιστημονικής έρευνας. Οι επιστήμες στον ελληνικό χώρο», Αθήνα. Δαμασκηνός, Α. (1867), Απάντησις εις την υπό του κυρίου Β. Λάκωνος, τακτικού καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω γενομένην της Αριθμητικής ημών επίκρισιν, Αθήνα. Δημαράς, Κ.Θ.(χ.χ.), «Ο Κωνσταντίνος Νικολόπουλος και η βιβλιοθήκη του», Ανδρίτσαινα. Η βιβλιοθήκη Κωνσταντίνου Νικολόπουλου, Αθήνα, σ. 1-13. Δημαράς, Κ.Θ., Φραγκίσκος, Εμμ. Ν. (1988-1990), Ερμής ο Λόγιος, Αθήνα. Ηλιου, Φ. (1985), «Η σιωπή για τον Χριστόδουλο Παμπλέκη», Τα Ιστορικά, τεύχ. 4, σ. 387-404.


74 I

Γιώργος Ν. Βλαχάκης

Καράς, Γ. (2004, επιμ.), Ιστορία και φιλοσοφία των επιστημών στον ελληνικό χώρο (17ος-19ος αι.), Αθήνα. Κουμαριανού, Α. (1989, επιμ.) Αθηνά, Παρίσιοι 1819, Αθήνα. Κουμαριανού, Α. (1995, επιμ.), Μουσείον, Παρίσιοι 1819, Αθήνα. Κρητικός, Θ. (1995), Π πρόσληψη της επιστημονικής σκέψης στην Ελλάδα. Η Φυσική μέσα από πρόσωπα, θεσμούς και ιδέες, Αθήνα. Κριμπάς, Κ. (1993), Θραύσματα Κατόπτρου, Αθήνα. Μακρίδης, Β. (1995), Die religiose Kritik am kopernikanischen Wetltbild in Griechenland zwischen 1794 und 1821. Aspekte griechisch-orthodoxer Apologetik angesichts naturwissenschaftlicher Forschritte, Frankfurt am Main. Μεταλληνός, Γ. (1987), «Κοσμάς Φλαμιάτος (1786-1852). Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο ελληνικό Κράτος», Θεολογία, τεύχ. 58. Μπόμου-Σταμάτη, Βασ. (1998), Ο Βικέντιος Δαμοδός, ΒιογραφίαΕργογραφία 1700-1754, ΜΙΕΤ, Αθήνα. Μπραγκ, Λ. (1997), Το μέλλον του ελληνισμού στον ιδεολογικό κόσμο του Απόστολου Μακράκη, Αθήνα. Νούτσος, Π. (1981), «Χριστόδουλος Παμπλεκης και "Encyclopedic". Πρόδρομη ανακοίνωση», Ο Ερανιστής, τεύχ. 17, σ. 13-24. Οικονόμου-Αμίλλη, Α., Βλαχάκης, Γ.Ν. (1998), «Η πορεία της Βοτανικής κατά το 19ο αιώνα. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου ως αφετηρία διαφοροποίησης της έρευνας». Η επιστημονική σκέψη στον ελληνικό χώρο, Αθήνα, σ.201-212. Παπαγεωργίου, Γ. (1994), Ένα αγνοημένο χειρόγραφο χριστιανικής Αστρονομίας. Το "Τρόπαιον κατά των Κοπερνικάνων" του Γρηγοράσκου Μπαλανίδη, Αθήνα. Παύλος, Σ., «Αι θετικαί επιστήμαι εις την Ελλάδα και η ασκηθείσα προπαγάνδα», Ακτίνες, τεύχ. 36. Πέτσιος, Κ.Θ. (2002), Η περί φύσεως συζήτηση στη νεοελληνική σκέψη, Ιωάννινα. Πύρρος, Δ. (1848), Περιήγησις ιστορική και βιογραφία. Τσακούμης, Απ. (1992), «Χρύσανθος Νοταράς ο αστρονόμος», Ο; μαθηματικές επιστήμες στην Τουρκοκρατία, Αθήνα, σ. 129-222. Ψημμένος, Ν. (1989), Η ελληνική φιλοσοφία από το 1453 έως το 1821, Αθήνα, σ.494 και 496.


Επιστημονικές διαμάχες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές έριδες...

1 75

SCIENTIFIC DEBATES, IDEOLOGICAL CONFRONTATIONS AND PERSONAL DISPUTES IN THE GREEK INTELLECTUAL AREA FROM THE 18th TO THE 20th CENTURIES. George N. Vlahakis Center for Neohellenic Research/ National Hellenic Research Foundation The paper presents several cases where serious personal quarrels and ideological debates took place in the Greek intellectual area for a period of about 150 years. It is concluded that this behavior of the intellectual circles has deep roots in the wider structure of the Greek society. We argue that the activities of the Greek scientists most of the time balance between opposite poles of several dipoles like idealism-materialism, archaism-modernism, east-west, individualsociety. But this balance is rather unstable and causes the phenomena we studied in the present paper.


ΚΡΙΤΙΚΗ/ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ίΚΠΜΜΥΙΗ: 4/06,77-93

Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί

C

Βιβλιογραφική παρουσίαση από το έργο: Ekmeleddin Ihsanoglu (ed.), History of the Ottoman State, Society and Civilization, Research Center for Islamic History, Art and Culture - IRCΙCA, Istanbul, vol. 1, 2001, XXXVIII + 829 σελ., vol. 2, 2002, XXV + 822 σελ., vol. 2, 2002, XXV + 822 σελ.

Ό

D

0

Μέρος δεύτερο D Θόδωρος Κεχαγιάς ο

Παιδαγωγικό Τμήμα Δ.Ε., Πανεπιστήμιο Αθηνών

α

Η αναζήτηση της πραγματικής διάστασης της ανάπτυξης και προόδου της επιστήμης και της εκπαίδευσης την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι ένα πολυσυζητημένο ιστοριογραφικά θέμα. Η παλαιότερη ιστοριογραφική άποψη, αυτή του Abdulak Adnan, La science chez les Turcs Ottomans, Paris 1939, υποστηρίζει την κεμαλική άποψη περί απόλυτου σκότους και λανθασμένης και ελλιπούς μεταφοράς της επιστήμης των Αράβων. Αντίθετοι με αυτές τις απόψεις παρουσιάζονται οι πιο σύγχρονοι ιστορικοί των επιστημών, όπως ο Ekmeleddin Ihsanoglu, ο οποίος με το πολύ πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό του έργο έχει αναδείξει πολλές άγνωστες πτυχές των οθωμανικών επιστημών και της οθωμανικής επιστημονικής παιδείας. Δυστυχώς, το μεγαλύτερο τμήμα του έργου του καθώς και των Τούρκων συναδέλφων του είναι απρόσιτο σε όσους δεν γνωρίζουν την τουρκική γλώσσα. Όμως μια εκτενής περίληψη των ερευνών αυτών παρουσιάζονται στα αγγλικά στον 2ο τόμο του συλλογικού έργου History of the Ottoman State, Society and Civilization.

Ό c

Στο έργο αυτό ο ίδιος ο E. Ihsanoglu έχει γράψει το τμήμα «Επιστήμες και παιδεία» (Ottoman educational and scholarly -scientific institutions, τ. 2, σ. 36 1-518, και The Ottoman scientific -scholarly literature, τ. 2, σ. 519-606). Στο προηγούμενο τεύχος της Κριτικής παρουσιάσαμε το πρώτο μέρος του τμήματος αυτού, το οποίο αφορά τους εκπαιδευτικούς θεσμούς. Σε αυτό το τεύχος παρουσιάζουμε

'


78

Θόδωρος Kεχαγιάς

το δεύτερο μέρος, το οποίο αφορά τους υπόλοιπους επιστημονικούς θεσμούς. Εκτός παρουσίασης αφήνεται το μεγάλο καταλογογραφικό μέρος που αφορά τα χειρόγραφα (κυρίως) και έντυπα επιστημονικά βιβλία.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ο

Ο

Σε ό,τι αφορά τα επιστημονικά ιδρύματα, οι Οθωμανοί διατήρησαν σε γενικές γραμμές τα βασικά χαρακτηριστικά της ισλαμικής παράδοσης: η ιατρική και η αστρονομία ανήκουν στον κρατικό μηχανισμό. Κατά την κλασική οθωμανική περίοδο, τα ιδρύματα-χώροι για την ιατρική ήταν τρία: α) Το γραφείο του αρχίατρου, β) τα νοσοκομεία και γ) ο μεντρεσές ιατρικής στο Suleimaniye (Ιράκ). Τα πρώτα που ιδρύθηκαν ήταν τα νοσοκομεία, καθώς οι ανάγκες για παροχή υπηρεσιών δημόσιας υγείας ήταν σημαντικές. Στη συνέχεια, ο μεγάλος αριθμός των νοσοκομείων γέννησε την ανάγκη διοίκησης και οργάνωσής τους. Αυτός ήταν ο λόγος της δημιουργίας του γραφείου του αρχίατρου στο Παλάτι τη περίοδο του Βαγιαζήτ Β ' (1481 -1 51 2). Ο μεντρεσές Ιατρικής στο Suleymaniye ιδρύθηκε αργότερα υπό τις οδηγίες του γραφείου του αρχίατρου. Στο πεδίο της αστρονομίας, τα ιδρύματα-επιστημονικοί χώροι που ξεχώρισαν ήταν: α) το γραφείο του αρχιαστρονόμου, β) τα γραφεία τήρησης του χρόνου και γ) το εφήμερο αστεροσκοπείο της Κωνσταντινούπολης. Βασικές δραστηριότητες ήταν οι μεταφράσεις στην τουρκική από άλλες γλώσσες κειμένων σχετικών με θέματα αστρονομίας, η δημιουργία και τήρηση των ημερολογίων1 και οι αστρονομικές παρατηρήσεις. Το γραφείο του αρχιαστρονόμου κατά αναλογία με αυτό του αρχίατρου δημιουργήθηκε για την καλύτερη οργάνωση και διοίκηση των γραφείων τήρησης του χρόνου (muvakitthanes). Επιπροσθέτως, αρμοδιότητα του ήταν και η διαχείριση αστρονομικών-αστρολογικών θεμάτων του Παλατιού.

Το γραφείο του αρχίατρου Όπως προαναφέρθηκε, βασική ευθύνη του γραφείου ήταν η οργάνωση και διοίκηση των ιδρυμάτων υγείας της χώρας, καθώς και η ευθύνη για την υγεία τόσο

1. Η παράδοση του νέου ημερολογίου για το τρέχον έτος από τον αρχιαστρονόμο στον σουλτάνο γινόταν σε μια μεγάλη τελετή στην αυλή του Παλατιού, στις 21 Μαρτίου (Nevroz). Η έναρξη της τήρησης του έγινε την περίοδο του Μωάμεθ Α' (1451 -1481) και παγιώθηκε την περίοδο του Βαγιαζήτ Β' (1481-1512).


Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί

79

του σουλτάνου, όσο και του υπόλοιπου προσωπικού του Παλατιού. Πρώτος που τοποθετήθηκε σε αυτή τη θέση ήταν ο Izmitli Mehmed Muhyiddin Efendi. Η επιλογή του προσώπου μέχρι τα μέσα του 1 9ου αιώνα γινόταν από διακριθέντες μαθητές οικογενειών που ανήκαν στην τάξη των Ουλεμάδων. Η ονομασία του επιλεγέντος πραγματοποιούνταν με ειδική τελετή, όπου, παρόντος του μεγάλου βεζίρη και αργότερα του ίδιου του σουλτάνου, παραδιδόταν η ειδική τήβεννος (hil'at) που αποτελούσε και το διακριτικό του. Ο αρχίατρος μετά από το θάνατο του σουλτάνου από φυσικά αίτια άλλαζε, διότι θεωρούνταν υπεύθυνος για το γεγονός. Μέχρι τον 1 9ο αιώνα, ο υπεύθυνος για την υγεία στην Υψηλή Πύλη ήταν υπό τις οδηγίες ενός επόπτη και δούλευε στο ανάκτορο Topkapi. Υπό την καθοδήγησή του παράγονταν στο φαρμακείο όλα τα φάρμακα. Στους ίδιους χώρους παράγονταν ουσίες για ενδυνάμωση, σαπούνια, αρώματα, κεριά, θεραπευτικά μείγματα ζάχαρης. Παράλληλα, στο πρόσωπό του ήταν συγκεντρωμένες και όλες οι αρμοδιότητες διοίκησης, επιλογής προσωπικού για τα ιδρύματα, προαγωγής και απόλυσής του, αδειοδότησης ιδιωτικών ιατρείων, ενώ είχε και την εποπτεία για την εκπαίδευση στην Ιατρική. Ο αρχίατρος ήταν πρόσωπο με υψηλό κύρος και αυτό φαινόταν και από τα χρήματα που έπαιρνε και από το γεγονός ότι είχε αρκετό προσωπικό στην υπηρεσία του2. Με τον εκμοντερνισμό του κράτους ο αρχίατρος άρχισε να χάνει τον κεντρικό χαρακτήρα του και από το 1 844 ονομάστηκε απλώς αυτοκρατορικός ιατρός. Τελευταίος αρχίατρος, που έκλεισε τον κύκλο των σαράντα τεσσάρων οι οποίοι πέρασαν από αυτή τη θέση, ήταν ο Dr Resad Pasha.

D

D

ο

α

Τα νοσοκομεία Οι κύριες αρμοδιότητες των νοσοκομείων ήταν η υγεία των πολιτών και η παροχή εκπαίδευσης στην ιατρική. Δεν υπάρχουν επαρκείς πηγές γι' αυτά κατά την περίοδο των Σελτζούκων. Τα μόνα νοσοκομεία που ήταν γνωστά από αυτή την περίοδο ήταν της Δαμασκού, το οποίο ιδρύθηκε από τον χαλίφη Vedid bin Abdumelik, και της Βαγδάτης (ιδρύθηκε τον 10ο αι.). Το πρώτο νοσοκομείο της περιόδου των Οθωμανών ιδρύθηκε στην Προύσα, στις 1 2 Μαΐου 1400, από τον Βαγιαζήτ Α ' . Στην Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε αντίστοιχο ίδρυμα στο τζαμί Fatih, το οποίο 2.

Η ημερήσια αμοιβή του ήταν 80 άσπρα, ενώ λάμβανε ειδικό επίδομα για ρούχα και τρόφιμα. Επειδή ήταν πάντα δίπλα στον σουλτάνο, λάμβανε και αποζημίωση όταν τον συνόδευε στις εκστρατείες.

ο


80

Θόδωρος Kεχαγιάς

είχε 70 δωμάτια με ξεχωριστά οικήματα για γυναίκες. Αυτό συνέχισε τη λειτουργία του ως το 1 824. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι αρχικά πολλά από αυτά τα ιδρύματα ασχολούνταν με νοητικές παθήσεις και αργότερα με προβλήματα όρασης, ενώ σε κάποια από αυτά χρησιμοποιούνταν θεραπείες με μουσική3. Το υψηλότερο σε ιεραρχία νοσοκομείο ήταν αυτό στο Suleimaniye. Έχοντας 30 δωμάτια και ιατρικό μεντρεσέ, πρόσφερε μαθήματα τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Η λειτουργία του συνεχίστηκε ως το 1 861. Με τον εξευρωπαϊσμό του κράτους τον 1 9ο αιώνα, δημιουργήθηκαν νέα νοσοκομεία και σχολές εκπαίδευσης, όπως το πρώτο Ευρωπαϊκό Νοσοκομείο, δίπλα από τα Ναυπηγεία του Kasimpasi το 1 805, η Ιατρική Σχολή το 1 806 και η Αυτοκρατορική Ιατρική Σχολή, στο Galatasaray University.

Το γραφείο του αρχιαστρονόμου Κατά την περίοδο των Σελτζούκων, οι δραστηριότητες στην αστρονομία αφορούσαν την προετοιμασία ημερολογίων και τις συμβουλές που παρέχονταν για αστρολογικά θέματα. Δεν υπάρχουν πηγές που να αναφέρονται στην ύπαρξη επιστημονικών ιδρυμάτων. Η δραστηριότητα αυτή άρχισε να αναπτύσσεται τον 15ο και κορυφώθηκε τον 16ο αιώνα με τη δημιουργία του Αστεροσκοπείου της Κωνσταντινούπολης και της Σχολής Αστρονομίας4. Οι αρμοδιότητες για τη διοίκηση, την οργάνωση καθώς και την επιμέλεια και την επίβλεψη της δημιουργίας των ημερολογίων και των αστρολογικών προβλέψεων ανήκε στο γραφείο του αρχιαστρονόμου. Όλο το σώμα των αστρονόμων θεωρούνταν μέρος της υπηρεσίας του Παλατιού και προέρχονταν από απόφοιτους των μεντρεσέδων, που ανήκαν στην τάξη των Ουλεμάδων. H αμοιβή τους για τη δημιουργία του ημερολογίου ήταν κατά τον 15ο-16ο αιώνα 2.000 άσπρα για τον αρχιαστρονόμο και 1.000 για τους απλούς αστρονόμους. Τον 1 7ο, τον 1 8ο και τον 1 9ο αιώνα, όταν και το κύρος τους αυξήθηκε, η αμοιβή εκτινάχθηκε στα 6.000 και 7.500 άσπρα για την ίδια εργασία5. Μέχρι το 1 800 τα ημερολόγια προετοιμάζονταν με βάση τους αστρονομικούς πίνακες (zici) του Ulug Bey, ενώ από εκείνο το σημείο και μετά οι υπολογισμοί γίνο-

3. Π.χ. στην Ayse Hafsa Sultan (μητέρα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς). 4. 5.

Βασικός στόχος, η προετοιμασία αστρονόμων και χρονομετρών. Χαρακτηριστικό της μη αναγνώρισης τους την κλασική περίοδο, η ημερήσια αμοιβή των 15 akces για τον αρχηγό και 10 akces για τους απλούς αστρονόμους.


Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί

81

6

νταν με βάση τους πίνακες του Jacques Cassini . Πέρα από τα ημερολόγια, στις αρμοδιότητες των αστρονόμων ήταν ο καθορισμός των ωρών για την έναρξη της νηστείας πριν από το Ραμαζάνι, η προετοιμασία των ωροσκοπίων, η προετοιμασία των πινάκων με τις ευμενείς ημερομηνίες για τους πολέμους, τους γάμους, τις περιτομές. Επιπροσθέτως, ερμήνευαν και τα ωροσκόπια των σημαντικότερων αξιωμα7

τούχων του κράτους . Πέρα από αυτά, οι αστρονόμοι ασχολούνταν και με άλλα γεγονότα, όπως οι σεισμοί, η διέλευση των κομητών και οι εκλείψεις. Ο θεσμός του αρχιαστρονόμου διατηρήθηκε μέχρι το 1 9 2 4 (θάνατος του Huseyin Hilmi Efendi).

Οίκοι μέτρησης του χρόνου Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονταν δίπλα σε τζαμιά και είχαν ένα ή δύο δωμάτια. Ο πρώτος δημιουργήθηκε το 1470 στο τζαμί Fatih, ενώ μεγάλη φήμη για την ακρίβεια των ρολογιών τους είχαν τον 1 6ο αιώνα ο οίκος του τζαμιού του Βαγιαζήτ και ο οίκος του Evliya Celebi. Πέρα από τη σημαντική προσφορά τους στη μέτρηση του χρόνου, οι χρονομέτρες παρέδιδαν και μαθήματα αστρονομίας, μετέδιδαν τις γνώσεις τους για το χειρισμό του ειδικού εξοπλισμού και έγραφαν για διάφορα σχετικά θέματα. Η διαδοχή των προσώπων κανονιζόταν από τον αρχιαστρονόμο. Τα παιδιά των χρονομετρών είχαν το δικαίωμα της διαδοχής, εφόσον όμως περνούσαν τις σχετικές εξετάσεις. Παρά την εξάπλωση των μηχανικών ρολογιών, οι οίκοι τήρησης του χρόνου συνέχισαν την ύπαρξή τους μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα και καταργήθηκαν οριστικά στις 20.9.1 952.

Το Αστεροσκοπείο της Κωνσταντινούπολης Το μεγαλύτερο επιστημονικό ίδρυμα που καταγράφεται στην κλασική περίοδο δημιουργήθηκε την περίοδο του Μουράτ Γ' (1574-1595), με ιδρυτή τον Takiyeddin el Racid, o οποίος, αφού πέρασε σημαντικό μέρος της ζωής του δουλεύοντας ως καδής και δάσκαλος στη Συρία και την Αίγυπτο, ήρθε το 1 572 στην Κωνσταντινούπολη και έναν χρόνο αργότερα έγινε αρχιαστρονόμος. Αποκτώντας καλές σχέσεις λόγω θέσης με τον σουλτάνο, τον πληροφόρησε για λάθη που υπήρχαν στους αστρονομικούς πίνακες του Ulug Bey (οι οποίοι χρησι6. (1677-1756) Διευθυντής του Αστεροσκοπείου του Παρισιού και μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών. 7. Πάντως αναφέρονται και πληροφορίες για σουλτάνους όπως οι Αμπντούλ Χαμίτ Α' και Σελίμ Γ' οι οποίοι δεν πίστευαν στα ωροσκόπια.


82

Ο

D

Ο

α

Θόδωρος Kεχαγιάς

μοποιούνταν απ' όλο τον ισλαμικό κόσμο της εποχής). Αυτού του είδους τα σφάλματα θα διορθώνονταν μόνο με νέες παρατηρήσεις και μετρήσεις και έτσι δημιουργήθηκε η ιδέα του αστεροσκοπείου. Το αστεροσκοπείο αποτελούνταν από δύο κτήρια στο ψηλότερο σημείο του Tophane. O αρχικός του εξοπλισμός περιλάμβανε αντίγραφα παλαιότερων ισλαμικών αστρονομικών οργάνων, ενώ ο ιδρυτής του είχε δημιουργήσει και καινούργια. Παράλληλα, διέθετε βιβλιοθήκη αστρονομίας και μαθηματικών. Το προσωπικό αποτελούνταν από 1 6 άτομα (8 παρατηρητές, 4 γραφείς και 4 βοηθοί). Από τις βασικές δραστηριότητες του αστεροσκοπείου ήταν, όπως προαναφέρθηκε, η διόρθωση των αστρονομικών πινάκων που χρησιμοποιούνταν μέχρι εκείνη τη στιγμή για τον υπολογισμό του χρόνου, τον καθορισμό συγκεκριμένων χρήσιμων ημερομηνιών και την κατασκευή των ωροσκοπίων. Το αστεροσκοπείο στηρίχτηκε στην παράδοση των Αστεροσκοπείων του Ulug Bey (Σαμαρκάνδη) και της Δαμασκού. Κατά τη διάρκεια της μικρής ζωής του έγιναν σημαντικές παρατηρήσεις εκλείψεων ηλίου, σελήνης και της διέλευσης του κομήτη που φαινόταν από την Κωνσταντινούπολη για έναν μήνα, τον Σεπτέμβριο του 1 578. Λόγω της εφεύρεσης νέων οργάνων και της χρήσης νέων μεθόδων υπήρξαν και αρκετές καινοτομίες. Αντικαταστάθηκε ο δεκαδικός πίνακας και εκπονήθηκαν τριγωνομετρικοί πίνακες. Παράλληλα, υπολογίστηκε η κλίση της εκλειπτικής με αρκετή ακρίβεια8, ενώ υπολογίστηκε το απόγειο του ήλιου στα 63 ' ' (με μεγαλύτερη ακρίβεια από τους Tycho Brache (45 ' ') και Κοπέρνικο (24 ' '), σημερινή τιμή 61 ' '). Ακόμα, στο αστεροσκοπείο γράφτηκε το πρώτο βιβλίο για τις αυτόματες μηχανές. Τα κυριότερα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν: α) η αρμιλιανή σφαίρα, ένα αρχαίο όργανο το οποίο αποτελούνταν από ταξινομημένους δακτυλίους που δείχνουν τις σχετικές θέσεις των ουράνιων σωμάτων και τους κύκλους των αστεριών, β) το επιτοίχιο τεταρτημόριο, ένα όργανο σκόπευσης των αστεριών, γ) το αζιμουθιακό τεταρτημόριο, για να βρίσκεται η ώρα μεσουράνησης των αστέρων, δ) ο παραλλακτικός κανόνας, όργανο χαρτογράφησης, ε) ένα ξύλινο τεταρτημόριο με παρόμοια χρήση με το αζιμουθιακό, στ) ένα όργανο με δύο οπές για τη μέτρηση των διαμέτρων των εκλείψεων, ζ) ένα όργανο για τον καθορισμό των ισημεριών, η) το Mushabahha bil manatiq9. θ) ένα μηχανικό ρολόι με ρουλεμάν, ι) ο κανόνας sunaydi και ια) ένα ηλιακό ρολόι. 8. 23 μοίρες 28 πρώτα λεπτά και 40 δεύτερα λεπτά. 9. Δεν μπορεί να γίνει ακριβής μετάφραση του όρου. Ήταν εφεύρεση του ίδιου του Takiyeddin (αρχιαστρονόμου του αστεροσκοπείου της Μάραγα, 13ος αι.) χωρίς να καθορίζεται πλήρως η λειτουργία του.


Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί

83

Επιχειρώντας τόσες πολλές καινοτομίες σε μια συντηρητική και παραδοσιακά θεοκρατούμενη κοινωνία, το αστεροσκοπείο ήταν μοιραίο να προκαλέσει αρκετούς κλυδωνισμούς, αφού με τα επιτεύγματα του έθετε σε αμφισβήτηση πολλά σημεία ανέγγιχτα όχι μόνο από τους μωαμεθανούς αλλά και από άλλα δόγματα. Έτσι, σε μικρό διά-

D

στημα μετά από την ίδρυσή του καταστράφηκε (το 1580) με διαταγή του σουλτάνου.

Γεωγραφία-Χαρτογραφία Η χαρτογραφική παράδοση προερχόταν από το μεντρεσέ της Σαμαρκάνδης, ο οποίος επηρέασε καταλυτικά την επιστήμη στην αυτοκρατορία στα πρώιμα χρόνια της, με τη μετακίνηση αρκετών δασκάλων και μαθητών του στην Κωνσταντινού-πολη. Στον τομέα που εξετάζουμε, κυρίαρχη μορφή ήταν αυτή του ναυάρχου Piri Reis10. Διαθέτοντας αρκετές πηγές11, μεταξύ αυτών το χάρτη του Κολόμβου και εργασίες Ευρωπαίων, παρουσίασε στον σουλτάνο Σελίμ Α ' , το 1517, τον πρώτο του παγκόσμιο χάρτη που περιλάμβανε τη ΝΔ Ευρώπη, τη ΒΔ Αφρική, τη ΝΑ, τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική, καθώς και το βόρειο τμήμα της Νότιας Αμερικής. Ο χάρτης δεν περιείχε γεωγραφικά πλάτη και μήκη αλλά ακτογραμμές και νησιά12. Σκοπός ήταν περισσότερο η εξοικείωση με τα διάφορα μέρη. Χαρακτηρίζεται ως εφάμιλλος με αυτόν του Κολόμβου, ο οποίος δεν σώθηκε. Ένα ακόμη σημαντικό έργο που άφησε ο Piri Reis ήταν το Βιβλίο της Θάλασσας, το οποίο έδινε πολλές πληροφορίες για τη Μεσόγειο (νησιά, πόλεις, λιμάνια) και γενικά για θαλάσσια θέματα (πορτολάνοι). Το βιβλίο περιείχε και πληροφορίες για τη θαλάσσια αστρονομία. Ακόμα, το 1528 προετοίμασε και παρουσίασε στον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή έναν δεύτερο παγκόσμιο χάρτη, του οποίου έχει σωθεί ένα μέρος. Στον τομέα της γεωγραφίας και της χαρτογράφησης υπάρχει ακόμηένα βιβλίο, άγνωστου συγγραφέα, η Ιστορία των Δυτικών Ινδιών και του Νέου Κόσμου, που παρουσιάστηκε το 1583 στον Μουράτ Β ' και περιείχε πληροφορίες για τις γεωγραφικές ανακαλύψεις του 1 6ου αιώνα. Η συγγραφή του στηρίχθηκε σε ισπανικές και ιταλικές πηγές. Αποτελούνταν από τρεις τόμους, με σημα10. Προς τιμήν του το πιο άρτια εξοπλισμένο τουρκικό ωκεανογραφικό σκάφος φέρει το όνομα του. 11. Εργασίες από κλασικούς πολιτισμούς συμπεριλαμβανομένου, και του χριστιανικού, μεταφρασμένες στα αραβικά. 12. Υπήρχε την εποχή εκεινή η τάση οι χάρτες και τα εγχειρίδια να δίνουν σαφείς πληροφορίες για το πώς κάποιος ναυτικός μπορούσε να πάει από το ένα μέρος στο άλλο.

D

Ο

α

ο


84

Ο

D

Ο

α

ο

Θόδωρος Kεχαγιάς

ντικότερο τον τρίτο, που εκμεταλλευόταν τα ευρήματα του Κολόμβου, του Μπαλμπόα, του Μαγγελάνου, του Κορτές και του Πιζάρο. Οι δύο πρώτοι τόμοι ασχολούνται με τον παλαιό κόσμο και τον Ινδικό ωκεανό13. Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι οι χάρτες που χρησιμοποιούνταν την εποχή εκείνη ήταν τριών κατηγοριών: α) οι χάρτες που ενοποιούν την παλιά και τη νέα γνώση, β) οι χάρτες-αντίγραφα των ευρωπαϊκών και γ) οι χάρτες-αυθεντικά δημιουργήματα Οθωμανών. Στην τρίτη κατηγορία μπορούμε να συμπεριλάβουμε, εκτός από τα δημιουργήματα του Piri Reis, και αυτά του Ali Macar Reis, κυρίως τον Παγκόσμιο Άτλαντά του. Πρέπει να αναφερθεί ότι η κατασκευή χαρτών από πολύ νωρίς εξελίχθηκε σε επάγγελμα λόγω της χρησιμότητας που είχε στους ναυτικούς. Αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια του 1 7ου αιώνα υπήρχαν οκτώ άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη και τα προάστιά της που ασχολούνταν με την κατασκευή χαρτών και την πώλησή τους στους ναυτικούς.

Σχολές Ιατρικής Για ένα μεγάλο κομμάτι της οθωμανικής περιόδου, σε ό,τι αφορά την ιατρική, οι υπηρεσίες τόσο σε επίπεδο παροχών όσο και σε επίπεδο εκπαίδευσης δίνονταν στα νοσοκομεία (Sifahaneler) τα οποία είχαν πολύ ευρύ ρόλο. Η πρώτη επαφή με τη Δύση έγινε αρκετά νωρίς, με την παρουσία του Ιταλoεβραίου γιατρού Giacomo de Gaeta14 στην υπηρεσία του σουλτάνου Μουράτ Β ' και του γιου του Μωάμεθ Β ' (του Πορθητή). Από την εποχή του και μετά, η οθωμανική ιατρική επηρεάστηκε από την αναγεννησιακή δυτική. Σε αυτό, βασικό ρόλο έπαιξαν οι πολλοί Εβραίοι που εκδιώχθηκαν από την Ισπανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία στο τέλος του 1 5ου αιώνα. Αρκετοί από αυτούς ήταν γιατροί και έφεραν μαζί τους νέα γνώση και βιβλία. Έτσι εισήλθαν στις υπηρεσίες του Παλατιού και εκμεταλλευόμενοι τα πολλά προνόμια που έλαβαν, ανέπτυξαν σημαντική δράση. Παράλληλα, από τον 1 6ο αιώνα, η διάχυση της ευρωπαϊκής ιατρικής ευνοήθηκε από την έλευση ιεραποστόλων, εμπόρων, ταξιδευτών, προξένων, οι οποίοι μετέφεραν σημαντικό φορτίο γνώσης για νέες αρρώστιες που εμφανίζονταν και μεγάλο αριθμό βιβλίων. Αργότερα, η εκπαίδευση στην ιατρική 13. Ο Ε. Ihsanoglu τονίζει το γεγονός ότι οι Οθωμανοί στην παρούσα κατάσταση μπορούσαν και να εκμεταλλεύονται πληροφορίες που προέρχονταν από την Ευρώπη, αλλά και να έχουν πρόσβαση. 14. Στην οθωμανική ιατρική ιστορία είναι γνωστός ως Yakub Pasha, αφού ασπάστηκε το μωαμεθανισμό και ονομάστηκε Yakub.


Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί

85

γινόταν και από Οθωμανούς, οι οποίοι είχαν σπουδάσει σε πανεπιστήμια της Ευρώπης (Πάντοβα, Σαλαμάνκα). Αν θέλαμε να μνημονεύσουμε τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ιστορίας της ιατρικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα αναφέραμε τον Hekimbaci Mustafa Bechet Efendi, ιδρυτή της Αυτοκρατορικής Σχολής

D

Ιατρικής, και τον Sanizade Mehmed Attaulah Efendi, έναν πολυπράγμονα επιστήμονα στον οποίον πιστώθηκε η χρήση της ανατομίας από τους Οθωμανούς γιατρούς με το πεντάτομο έργο του Hamse-I Sanizade. Η έναρξη οργανωμένης ιατρικής εκπαίδευσης ανάγεται στις αρχές του 1 9ου αιώνα με τη Σχολή Ιατρικής του Ναυτικού (Tersane Tibbiyesi) το 1 806, στα πρότυπα της Νέας Σχολής Μηχανικών. Βασικός σκοπός ήταν η προετοιμασία και η ύπαρξη γιατρών-χειρούργων στο στόλο και η διάχυση της ιατρικής γνώσης σε όλη

D

την αυτοκρατορία. Ό λ ο ς ο εξοπλισμός της αποφασίστηκε να μεταφερθεί από την Ευρώπη, ενώ τα μαθήματα παραδίδονταν στα γαλλικά. Για την καλύτερη κατάρτιση των φοιτητών αποφασίστηκε να λαμβάνονται σε μηνιαία βάση πολλά ιατρικά περιοδικά από τις σημαντικότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Η προσπάθεια αυτή δεν κράτησε πολύ, κυρίως λόγω εξωτερικών προβλημάτων της Αυτοκρατορίας.

ο

Το 1 827 ιδρύθηκε η Αυτοκρατορική Σχολή Ιατρικής, με το αναλυτικό πρόγραμμα της οποίας τέθηκαν τα θεμέλια που θα καθοδηγούσαν την ιατρική εκπαίδευση στο μέλλον. Η διδασκαλία γινόταν στα γαλλικά κατόπιν επιθυμίας του ιδρυτή της Hekimbaci Mustafa Bechet Efendi, που επέβαλε στο πρόγραμμα και τη διδασκαλία ξένης γλώσσας. Το προσωπικό αποτελούνταν από έναν δάσκαλο και δύο εκπαιδευτές. Επιπροσθέτως, το 1 832 άνοιξε σε έναν κήπο του Topkapi η Αυτοκρατορική Σχολή

α

Χειρουργικής, με την οποία ενώθηκε η Αυτοκρατορική Ιατρική σχολή και το 1 839 η Ιατρική Σχολή, όπως ονομαζόταν τώρα, μεταφέρθηκε στο ανάκτορο του Galatasaray. Βασική μορφή στη νέα σχολή ήταν ο Αυστριακός γιατρός Ambroisse Bernard. Στη νέα σχολή γίνονταν δεκτοί μόνο μουσουλμάνοι ή άλλοι που είχαν γίνει μουσουλμάνοι, αν και μετά την περίοδο των Tanzimat δόθηκε η δυνατότητα και σε μη μουσουλμάνους να φοιτούν σε αυτή. Βασική καινοτομία, ο χωρισμός της σε δύο τομείς. Σε αυτούς που γνώριζαν γαλλικά και σε εκείνους που δεν γνώριζαν. Οι δεύτεροι, πριν παρακολουθήσουν τα καθ' αυτό ιατρικά μαθήματα, παρακολουθούσαν ένα προπαρασκευαστικό έτος για την εκμάθηση της γλώσσας. Η διδασκαλία στα γαλλικά ευνόησε τους μη μουσουλμάνους 15 .

15. Γενικότερη συνήθεια ήταν οι υψηλού επιπέδου σχολές, που δίδασκαν στα γαλλικά κυρίως, να στέλνουν τους απόφοιτους τους σε ξένα πανεπιστήμια, δημιουργώντας συνθήκες ανισότητας για τον μουσουλμανικό πληθυσμό (το σχόλιο ανήκει στον Ε. Ihsanoglu).

ο


86

Ο

D

Ο

α

ο

Θόδωρος Kεχαγιάς

Αντιδρώντας σε αυτό ο Cemaleddin Efendi, που ανέλαβε τη διεύθυνση της σχολής το 1 865 και ήταν μέλος των Ουλεμάδων, έβαλε τα θεμέλια για μια Λαϊκή Σχολή Ιατρικής, σκοπεύοντας στην αύξηση των μουσουλμάνων γιατρών στην χώρα. Ξεχώρισε μαθητές που διακρίθηκαν στα σχολεία, έφτιαξε μια τάξη ιδιαίτερα διακριθέντων μαθητών και παρέδιδε μαθήματα στα αραβικά, τα τουρκικά και τα περσικά. Με αυτό τον τρόπο εκπαιδεύτηκαν πολλά διακεκριμένα άτομα της οθωμανικής κοινωνίας. Το βασικότερο χαρακτηριστικό αυτού του σχολείου ήταν πως προετοίμαζε γιατρούς για τον απλό λαό, έξω από το στρατιωτικό κατεστημένο. Η εκπαίδευση κρατούσε πέντε χρόνια και ένας ακόμηχρόνος ήταν το στάδιο της αποφοίτησης. Η εξαετής φοίτηση έδινε στους απόφοιτους της σχολής ίσα δικαιώματα με αυτών της Αυτοκρατορικής Σχολής. Λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή της μερικοί απόφοιτοί της σε συνεργασία με την Ένωση Γιατρών εξέδωσαν το πρώτο τουρκικό ιατρικό λεξικό. Αυτή η πρόοδος οδήγησε και την Αυτοκρατορική Σχολή να αρχίσει την παράδοση των μαθημάτων στα τουρκικά. Η αύξηση των μαθητών οδήγησε σε συνεχείς μετακομίσεις της σχολής σε διαφορετικά κτίρια ως το 1915, όταν μπήκε υπό την καθοδήγηση του Πανεπιστημίου και έτσι έφτασε μέχρι τη σημερινή της μορφή. Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β ' προσπάθησε να ιδρύσει και άλλες ιατρικές σχολές στην επαρχία. Σημαντικότερη από αυτές και ίσως η μοναδική όπου τα μαθήματα γίνονταν στα αραβικά ήταν η Πανεπιστημιακή Σχολή της Δαμασκού.

ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ Η δημιουργία ιδρυμάτων εφαρμοσμένης επιστήμης όμοια με τα ευρωπαϊκά σε πεδία ιατρικής-υγείας, αστρονομίας, βοτανολογίας και ζωολογίας άρχισε κατά τον 1 9ο αιώνα, σε μια ατμόσφαιρα γενικότερης ανανέωσης του κράτους, η οποία μεταξύ των άλλων είχε ως συνέπεια τη στενότερη επαφή Οθωμανών και Ευρωπαίων σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο ίδρυμα σε αυτή την νέα κατεύθυνση ήταν το κέντρο καραντίνας στο πλαίσιο της προληπτικής ιατρικής, το οποίο ξεκίνησε τη δραστηριότητά του το 1831 στην πόλη Istiye. Έξι χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε το Συμβούλιο Καραντίνας υπό τη διεύθυνση του Abdullah Molla και με τη συμμετοχή αλλοδαπών ειδικών που ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη μετά από πρόσκληση του υπουργού Εξωτερικών Mustafa Recid Pasha. Μέχρι το 1 862 είχαν δημιουργηθεί σε όλη την περιφέρεια 81 τέτοια κέντρα. Πέρα από το ενδιαφέρον για ζητήματα προληπτικής ιατρικής, οι Οθωμανοί


Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί

87

έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στο πεδίο της μικροβιολογίας. Το έναυσμα δόθηκε το 1 885 από μια αναφορά που δημοσίευσε ο Παστέρ στη Γαλλική Ακαδημία Ιατρικής, η οποία αφορούσε την έρευνα που είχε ξεκινήσει ο ίδιος πέντε χρόνια νωρίτερα σχετικά με τους εμβολιασμούς των ανθρώπων ενάντια στη λύσσα. Η αναφορά αυτή αναδημοσιεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη16 και την ακολούθησε η αποστολή αντιπροσωπείας στο Παρίσι, που αποτελούνταν από τους Dr Zoeros Pasha, Dr Huseyin Remzi Bey17 και Dr Huseyin Husnu Bey, με σκοπό την επίτευξη συμφωνιών για τη χρήση εμβολίων στην οθωμανική επικράτεια18.1 8 Η επιστροφή τους με αρκετές γνώσεις για το αντικείμενο δεν βοήθησε μόνο την αντιμετώπιση τέτοιων επιδημιών, αλλά δημιούργησε και συνθήκες έρευνας στο Εργαστήριο Βακτηριολογίας και Λύσσας της Κωνσταντινούπολης. Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ, με αφορμή την επιδημία χολέρας του 1 893, ζήτησε να ληφθούν μέτρα αποφυγής παρόμοιων καταστάσεων. Με τη συμβουλή και καθοδήγηση του Παστέρ έφτασε το ίδιο έτος στην Κωνσταντινούπολη ο μικροβιολόγος André Chantemesse, ο οποίος πρότεινε τη δημιουργία εργαστηρίων έρευνας και παραγωγής εμβολίων, κάτι που υλοποιήθηκε άμεσα υπό τη διεύθυνση του Γάλλου Maurice Nicole και την υποδιεύθυνση του Zuhdu Nazif Bey και τέθηκε υπό τη διοίκηση των στρατιωτικών σχολών. Σκοπός τους ήταν και η εκπαίδευση κτηνιάτρων και μικροβιολόγων. Αναφέρεται πως μετά τη μεταφορά των εργαστηρίων από τον κήπο της Αυτοκρατορικής Ιατρικής Σχολής σε ένα αρχοντικό σπίτι στο Nisantasi το 1 895, στις εγκαταστάσεις του το έτος 1 8991 900 παρήχθησαν 3.750 εμβόλια διφθερίτιδας.

D

D

ο

α

Περίπου την ίδια περίοδο άρχισαν τη λειτουργία τους ακόμη δύο ιδρύματα μικροβιολογίας και προληπτικής ιατρικής, το Εργαστήριο Εμβολίων κατά της Ευλογιάς και το Αυτοκρατορικό Κέντρο Εμβολιασμού. Μέσα σε έναν χρόνο λειτουργίας εμβολιάστηκαν 7.260.784 άτομα.

Το νέο αστεροσκοπείο Κοντά 300 χρόνια μετά την καταστροφή του πρώτου αστεροσκοπείου της Κωνσταντινούπολης, δημιουργήθηκε ένα νέο από τον σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ 16. Η δημοσίευση έγινε στο περιοδικό της Αυτοκρατορικής Ιατρικής Κοινότητας (Gazzete Medicale d' Orient. 17. Καθηγητής στην Κτηνιατρική Σχολή. 18. Οι τρεις αντιπρόσωποι σε ένδειξη αναγνώρισης προσέφεραν και χορηγία 10.000 φράγκων στο Ινστιτούτο Παστέρ.

ο


Θόδωρος Kεχαγιάς

88

Ο

D

Ο

α

το 1 868, ως τμήμα του υπουργείου Παιδείας στο Pamarkapi της περιοχής Beyoglu. Ήταν φτιαγμένο στα πρότυπα των γαλλικών αστεροσκοπείων που χρησιμοποιούνταν και για μετεωρολογικές παρατηρήσεις. Πρώτος διευθυντής του διορίστηκε ο M. Coumbary, ένας Γάλλος μηχανικός που δούλευε στον τομέα της βελτίωσης των τηλεγραφικών γραμμών. Η λειτουργία του αστεροσκοπείου είχε να κάνει κυρίως με τις μετεωρολογικές παρά τις αστρονομικές παρατηρήσεις. Αρχικά ήταν συνδεδεμένο με κέντρα συλλογής δεδομένων από 1 6 επαρχίες από τα οποία λάμβανε πληροφορίες με τον τηλέγραφο. Στη συνέχεια, αυτά τα δεδομένα μεταφέρονταν στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις19. Ο δεύτερος διευθυντής του ήταν ο Τούρκος φημισμένος μαθηματικός Sali Zeki Bey, που παρέμεινε στη θέση αυτή 1 1 χρόνια, ως το 1 906, όταν ανέλαβε ο Katip Kadri Bey, ο οποίος μετέφερε το αστεροσκοπείο από την περιοχή Τaksim απέναντι από τη Σχολή Πυροβολικού στη Macka. Τα γεγονότα του Μαρτίου του 1 909 σημάδεψαν την ιστορία του. Τότε καταστράφηκε ολοσχερώς, για να δημιουργηθεί πάλι το 1910 στην περιοχή Kandilli20, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα με διευθυντή τον Fatih Hoca (Fatih Gokmen). Οι αλλαγές αυτές δεν μετέβαλαν και το χαρακτήρα του, περισσότερο μετεωρολογικού και λιγότερο αστρονομικού. Μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, η προσοχή επικεντρώθηκε στην αστρονομία και τη σεισμολογία. Το 1 982 έγινε μέρος του Πανεπιστημίου του Bogazici, στο πλαίσιο της αναμόρφωσης της ανώτερης εκπαίδευσης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ο

Θα επιχειρήσουμε έναν σύντομο επίλογο-σχόλιο σε αυτό το σημαντικό βιβλίο για τις επιστήμες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, τόσο στη λεγόμενη από τους μελετητές κλασική της περίοδο, όσο και στην περίοδο αναμόρφωσης, χαρακτηρίζεται από πολλές ανομοιομορφίες. Ανομοιομορφίες που έχουν να κάνουν με τη μεγάλη της έκταση, που σήμαινε την ανάμειξη και προσαρμογή με οποιοδήποτε τρόπο πολλών διαφορετικών λαών, άρα και πολιτισμών. Αυτή η μείξη είχε ως συνέπεια η 19. Τα εικοσάχρονα του αστεροσκοπείου του 1887 συνοδεύτηκαν από ένα βιβλίο με τον τίτλο The Results of Twenty Years of Observation of the Atmosphere by the Istanbul Imperial Observatory, στο οποίο συνοψίζονταν αυτές οι παρατηρήσεις. 20. ��την ασιατική πλευρά του Βοσπόρου.


Επιστήμες

στην

οθωμανική

αυτοκρατορία:

Οι

εκπαιδευτικοί

θεσμοί

89

οθωμανική επιστήμη να περιλαμβάνει αρκετές επιστημονικές παραδόσεις. Την ισλαμική, που κληρονομήθηκε από τους Άραβες, και κατόπιν μεταφέρθηκε σε απομακρυσμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας όπως η Βοσνία και η Αλβανία, τη χριστιανική από τη μεγαλύτερη θρησκευτική μειονότητα της εποχής (Έλληνες, Αρμένιοι), η οποία αντιμετωπίστηκε από την αρχή με καχυποψία από τους Οθωμανούς, την ιουδαϊκή, κατά κύριο λόγο από τους Εβραίους που εκδιώχθηκαν από την Ανδαλουσία και εγκαταστάθηκαν κουβαλώντας την παράδοσή τους, τη γνώση και τα βιβλία τους στη νέα τους πατρίδα. Είναι σαφές ότι το βιβλίο αναφέρεται στην ισλαμική παράδοση. Οι άλλες παραδόσεις παρουσιάζονται ελάχιστα ή καθόλου. Η πολιτική της Υψηλής Πύλης σχετικά με την Ευρώπη αλλά και το συνολικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν ευνόησε τις αλλαγές στην επιστήμη και την τεχνολογία. Το γεγονός αυτό εξελίχθηκε σε αχίλλειο πτέρνα των όποιων μεταβολών προς την κατεύθυνση του εκμοντερνισμού και της εκκοσμίκευσης του χαρακτήρα του κράτους, γιατί αυτές απαιτούσαν εκτός από πολιτική βούληση και πόρους οι οποίοι δεν υπήρξαν. Έτσι οι μεταρρυθμίσεις έμεναν στα χαρτιά ή εφαρμόζονταν μόνο στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμη και όταν βρίσκονταν κάποιοι πόροι για τη λειτουργία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αυτοί προέρχονταν από μη σταθερές βάσεις (βακούφια, δίδακτρα, χορηγίες), στοιχείο που καθιστούσε επισφαλή την επιτυχία των μέτρων. Επιπροσθέτως, η οθωμανική κοινωνία χαρακτηριζόταν από την επικράτηση ενός παραδοσιακού κατεστημένου που είχε πάντα λόγο στις πράξεις και τις αποφάσεις του κράτους, όλα τα χρόνια ύπαρξής της. Τα ισχυρά θεοκρατικά πιστεύω της κάστας των Ουλεμάδων, η οποία επηρέαζε τον λαό μέσα από πολλές μορφές της κοινωνικής ζωής, αποτέλεσαν το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ευρύτερη διάχυση των επιστημονικών επιτευγμάτων, παρά την αντίθετη θέληση αρκετών σουλτάνων και επιφανών πνευματικών ανθρώπων της χώρας. Όπως είδαμε και στις συνοπτικές αναφορές ανά πεδίο, δεν ήταν λίγες οι φορές που αποφάσεις δεν εφαρμόστηκαν, ιδρύματα καταστράφηκαν, άξιοι επιστήμονες εκδιώχθηκαν από τις θέσεις τους. Η μεγάλη έκταση του οθωμανικού κράτους και ο συγκεντρωτισμός εξουσιών σε πολύ λίγα πρόσωπα ασφαλώς και αποτελεί μία από τις αιτίες για την καθυστερημένη αντίδραση στις επιστημονικές εξελίξεις. Ίσως λόγω έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού για διανομή των ευθυνών, ίσως λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους διοικητές επαρχιών, μιας και αρκετοί προέρχονταν από τις μειονότητες, ίσως λόγω της απαξίωσης καθετί μη μουσουλμανικού, όλες οι σημαντικές


Θόδωρος Kεχαγιάς

90

Ο

D

Ο

α

αποφάσεις και πρωτοβουλίες ξεκινούσαν από την Υψηλή Πύλη και πολλές φορές δεν έβγαιναν έξω από τα ευρύτερα όρια της πρωτεύουσας21. Ακόμη, όμως, και όταν δίδονταν οι αρμοδιότητες σε τοπικούς φορείς (κυρίως πριν οι μεταρρυθμίσεις αρχίσουν να έχουν τα αποτελέσματα τους), σε αυτούς κατά μείζονα λόγο συμπεριλαμβάνονταν άτομα προσκολλημένα στην παράδοση (γέροντες, ιμάμηδες, καδήδες). Αυτό αποτελούσε αυτόματα το φρένο για το επόμενο βήμα. Μέχρι την εποχή που αντιμετώπισαν τις πρώτες ήττες σε στρατιωτικό επίπεδο, οι Οθωμανοί ήταν αδιάφοροι για την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, ως αυτό να ήταν κάτι έξω από την κουλτούρα τους. Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν μοιραίο να χρειαστούν αρκετά ήττες στο στρατιωτικό επίπεδο, για να θιγεί η υπεροψία της αυτοκρατορίας σε σχέση με την ευρωπαϊκή κουλτούρα, ώστε να μπουν κάποιες βάσεις για τη στήριξη των μεταρρυθμίσεων. Έπρεπε να φτάσει ο 1 9ος αιώνας για να γίνει αντιληπτό ότι χάνονταν οι εξελίξεις και να αναγκαστεί το κράτος, αρκετές φορές πληρώνοντας αδρά, να καλέσει ειδικούς από την Ευρώπη, ώστε να προσαρμοσθεί η κοινωνία στα νέα δεδομένα της επιστήμης και εκπαίδευσης. Παραδείγματος χάριν, η νέα ιατρική ανήκε, όπως ειπώθηκε, στο πρόγραμμα της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής και από τους πρώτους διδάσκοντες που αναφέρονται σε αυτή είναι ο Dr Charles Edwards, ο οποίος ήρθε στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά στην ιστορία της επιστήμης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αν και ο ρόλος του στρατού είναι κυρίως εκμοντερνιστικός, λόγω του χαρακτήρα του θεσμού, αποτέλεσε συγχρόνως τροχοπέδη στην ελεύθερη πνευματική-επιστημονική ανάπτυξη. Η καθυστέρηση στη διάδοση τόσο της επιστήμης, όσο και της οργάνωσης της εκπαίδευσης σε σταθερές δομές, αποτέλεσμα όλων των προαναφερθέντων, είναι κατά τη γνώμη μας η αιτία της ιστοριογραφικής παράδοσης που υποστηρίζει ότι η επιστήμη και η εκπαίδευση κατά την περίοδο αυτή ήταν σε χειμερία νάρκη και ότι απλώς αντιγράφηκε η αραβική παράδοση. Προεξέχουσα προσωπικότητα που υποστήριξε αυτή την άποψη ήταν o Abdulak Adnan Adivar, γιατρός-παθολόγος που έφτασε μέχρι τη θέση του υπουργού Υγείας και του αντιπροέδρου της

21. Αν ανατρέξουμε στις αναφορές για την εκπαίδευση θα δούμε ότι ιδρύθηκαν μέσα στον 19ο αιώνα οι σχολές για την προετοιμασία δημόσιων υπαλλήλων, ανάγκη που σε προηγούμενα χρόνια καλυπτόταν από αποφοίτους μεντρεσέδων, στους οποίους υπήρχε μια σαφέστατη θρησκευτική κατεύθυνση στη διδασκαλία, ενώ τα δεδομένα για την αποφοίτηση δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υψηλά.


Επιστήμες

στην

οθωμανική

αυτοκρατορία:

Οι

εκπαιδευτικοί

θεσμοί

91

Τουρκικής Εθνικής Ακαδημίας την περίοδο της εγκαθίδρυσης δημοκρατικού πολιτεύματος από τον Mustafa Kemal Ataturk. Από τη στιγμή που ήρθε σε ρήξη με τον δεύτερο και εκδιώχθηκε αρχικά στη Βιέννη και αργότερα στο Παρίσι και 22

το Λονδίνο , αυξήθηκε το ενδιαφέρον του για την ιστορία της επιστήμης με προ23

τροπή και της συζύγου του, Halide Edib Adivar . Με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, έναν χρόνο μετά το θάνατο του Κεμάλ, άρχισε τη συλλογή υλικού για τα δύο βασικά του συγγράμματα σε αυτό το πεδίο, το Science and Religion και το La science chez les Turcs Ottomans, το οποίο υπήρξε μέχρι τη δεκαετία του 1990 το βασικό εγχειρίδιο για την ιστορία των επιστημών στους Οθωμανούς Τούρκους. Ως συμπέρασμα του βιβλίου του, ο Adivar τονίζει ότι «Η επιστήμη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα τίποτα και ό,τι υπήρξε ήταν συνέπεια της επιστήμης των Αράβων και των Περσών. Ούτε το περιεχόμενο ούτε η μεθοδολογία ήταν διαφορετικά από αυτά της ισλαμικής επιστήμης [...] Ο ουρανός στην Τουρκία παρέμεινε μαύρος/σκοτεινός μέχρι τον 19ο αιώνα, όταν οι πρώτες ακτίνες της μοντέρνας επιστήμης διείσδυσαν στη χώρα». Παρά την αυστηρή κρίση που διατυπώνεται στο απόσπασμα, σε γενικές γραμμές ο Adivar χαίρει εκτίμησης όλων των ιστοριογραφικών σχολών, καθώς ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε επαγγελματικά με το θέμα της ιστορίας των επιστημών στους Οθωμανούς Τούρκους. Το βιβλίο που παρουσιάζουμε εδώ έχει ένα χαρακτήρα απάντησης σε όσα ο Adivar ισχυρίστηκε και είναι το επιστέγασμα της εργασίας της νέας τουρκικής ιστοριογραφικής σχολής, του καθ. Ekmelledin Ihsanoglu και της ομάδας που συγκρότησε.

22. Περίοδος 1925-1940. 23. (1883-1964) Τουρκάλα μυθιστοριογράφος, καθηγήτρια και πολιτικός, πρωτοπόρος στη χειραφέτηση των γυναικών στο Ισλάμ και στην παροχή ισότιμης εκπαίδευσης και σε αυτές. Ήταν η πρώτη που αποφοίτησε από το Αμερικανικό Σχολείο Θηλέων στο Σκουτάρι (Uscudar), απέκτησε στενή σχέση με τον Κεμάλ και παντρεύτηκε πρώτα τον φημισμένο μαθηματικό και καθηγητή της Salih Zeki Bey και κατόπιν τον Adivar.


Kritiki, issue 4