Issuu on Google+

LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 5

ΜΠΕΣΣΗ ΛΙΒΑΝΟΥ

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ

;;;

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 6

©

Copyright Μπέσση Λιβανού – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2012

Έτος 1ης έκδοσης: 2012 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης ΒέρνηςΠαρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com ISBN 978-960-03-5452-2


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 7

Στη μικρή Έλλη, που ομορφαίνει τη ζωή μου


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 8


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 9

«Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο. Καληνύχτα». Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 10


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 11

Τ

1

Ο ΚΡΩΞΙΜΟ ΤΩΝ ΓΛΑΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ ΠΟΥ ΕΣΠΑΓΕ Α-

φρίζοντας πάνω στα ξασπρισμένα βότσαλα της παραλίας τον ξυπνούσαν κάθε πρωί. Ήταν φορές που μπορούσε να σπρώχνει το θόρυβο στο βάθος του μυαλού του και να συνεχίζει τον ύπνο του. Τον τελευταίο καιρό όμως ένα ζευγάρι θαλασσοπούλια είχαν αποφασίσει πως το πιο κατάλληλο σημείο για να στήσουν το σπιτικό τους ήταν η πήλινη κοντόχοντρη καμινάδα που μόλις και μετά βίας ισορροπούσε πάνω στη στέγη, σύρριζα στο τσίγκινο λούκι του σπιτιού. Μόλις χάραζε ο Θεός την ημέρα του, τα πουλιά έπεφταν με τα μούτρα στη δουλειά. Πρώτα ήταν τα αδιάκοπα πηγαινέλα τους, πάντα με κάποιο μικρό κλαδάκι στο ράμφος τους. Αφού το ακουμπούσαν προσεχτικά στο σημείο που έπρεπε, άρχιζαν οι ζητωκραυγές, τα ξεφωνητά και τα πεταρίσματα, σε τέτοια ένταση ώστε κανείς πια δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ψηλά πάνω από το χωριό υψωνόταν το θεόρατο απόκρημνο βουνό, με τις ψηλές κορφές που άγγιζαν τον ίδιο το Θεό, τα βαθιά φαράγγια και τις κρυφές ανήλιαγες σπη


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 12

ΜΠΕΣΣΗ ΛΙΒΑΝΟΥ

λιές που τις στόλιζαν πολύτιμα γιορντάνια* καμωμένα από τα δάκρυα μιας πέτρας απ’ την αρχή του κόσμου. Το βουνό εκείνο ήταν η ασπίδα τους ενάντια στους σκληρούς χειμώνες. Ήταν ο φύλακας και προστάτης που κράτησε απάτητη τη γη τους από τον εχθρό. Ο ίσκιος του τους δρόσιζε πάντα τα καλοκαίρια. Και η θωριά του έκανε πάντα τα στήθη τους να φουσκώνουν από περηφάνια κι αγάπη. Λίγο πριν από την άκρη του κόλπου, κάτω από τα τελευταία αμπέλια και πίσω από το φράχτη με τα βάτα, το τοπίο άλλαζε εντελώς. Σαν από κάποιο μαγικό τρικ, τα όμορφα, λευκά, ολοστρόγγυλα, λεία βότσαλα γίνονταν μυτερές, κοφτερές καφετιές πέτρες, που στοιβάζονταν η μια πάνω στην άλλη δημιουργώντας έναν τεράστιο, μάλλον άκομψο, λόφο. Την κορυφή του στεφάνωναν, ίδια με κορόνα βασιλιά, γκρίζα, αγκαθωτά αθάνατα,** μαζί και μερικές παχύφυλλες φραγκοσυκιές. Ο μύθος έλεγε πως τα πολύ παλιά χρόνια σ’ εκείνον τον τόπο ζούσε ένας τρομερός μα κι αλαζόνας γίγαντας που τον έλεγαν Δοξίμωρο. Οι χωρικοί έτρεχαν να κρυφτούν τρομαγμένοι κάθε που το έδαφος τρανταζόταν από τα βήματά του, όταν κατέβαινε από το παλάτι του πάνω στο βουνό κάτω στην παραλία. Όταν έφτανε στο γιαλό, ο Δοξίμωρος στρωνόταν πάνω στα χαλίκια με τα τεράστια πόδια του τεντωμένα δεξιά κι αριστερά. Μετά, με φωνή που έφτανε μέχρι την α** **

γιορτάνι: περιδέραιο αθάνατο(ς): είδος παχύφυλλου φυτού 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 13

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

ντίπερα στεριά, άρχιζε να παινεύεται πως τάχα ήταν θεός, αφού ανάμεσα στα σκέλια του μπορούσε να χωρέσει ολόκληρος κόλπος. Τα λόγια και η έπαρσή του δεν άργησαν να φτάσουν μέχρι πάνω ψηλά στον Όλυμπο και στ’ αυτιά του Δία. Ο βασιλιάς των θεών οργίστηκε τόσο πολύ με την αλαζονεία του Δοξίμωρου, που με μια μόνο κίνηση τον μεταμόρφωσε σε άγρια, άσχημη καφετιά πέτρα. Από εκείνο τον άμυαλο γίγαντα είχε πάρει το όνομά του και το όμορφο μικρό ψαροχώρι. Η Δόξα. Στο πλάι του πέτρινου ποδιού του γίγαντα ακουμπούσε, σαν για να ξεκουραστεί, ένα μικρό ασβεστωμένο χτίσμα. Κάποτε το σπιτάκι είχε οικογένεια που ζούσε εκεί, είχε ανθρώπους που το αγαπούσαν, το φρόντιζαν. Τα τελευταία τριάντα χρόνια όμως έμενε αδειανό. Κάθε χρόνο οι χειμωνιάτικες βροχές έπεφταν δυνατές και βιαστικές παίρνοντας κάθε τόσο μαζί τους κι ένα μικρό κομματάκι του σπιτιού, κυρίως από τη μάντρα. Εκεί έμενε τώρα ο Ορέστης. Κάθε πρωί η μάνα του κατάβρεχε καλά το παλιό, ξεφτισμένο τσιμεντένιο πάτωμα, πριν το σκουπίσει με την ψηλή, φουντωτή σαρωματιά* μέχρι να λάμπει. Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν τα ζιζάνια, αυτά τα μικρά χορταράκια που κάθε τόσο έκαναν την εμφάνισή τους στις γωνίες κυρίως, αλλά καμιά φορά και ανάμεσα στα ραγίσματα του τσιμέντου ή ακόμα και καταμεσής του δωματίου. *

σαρωματιά: σκούπα / όσα σαρώνει η σκούπα με μια κίνηση 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 14

ΜΠΕΣΣΗ ΛΙΒΑΝΟΥ

Η ευθύνη του ξεχορταριάσματος είχε ανατεθεί στον Ορέστη και ήταν μια δουλειά που καθόλου δεν του άρεσε. «Όσο και να προσπαθώ, όσα και να βγάζω, δεν πρόκειται ποτέ να τελειώσουν», παραπονιόταν και είχε δίκιο, γιατί κάθε μέρα ξεπετιόταν από το πουθενά κι άλλο φυτραδάκι κι έτσι ο κόπος του πήγαινε χαμένος. Καθώς περνούσε όμως ο καιρός, τα ζιζάνια άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους όλο και πιο σπάνια, μέχρι που τελικά εξαφανίστηκαν. Το μικρό ψαροχώρι δεν ήταν ο τόπος όπου είχε γεννηθεί ο Ορέστης. Ήταν το χωριό της μάνας του. Όμορφο μέρος, το παραδεχόταν, όμως ήταν τελείως διαφορετικό από το δικό του χωριό. Α! Εκείνο ήταν άλλο πράγμα, μια ζωγραφιά! Ένα δάσος με πανύψηλα έλατα και στην άκρη του μια αγκαλιά σπίτια χτισμένα από πέτρα πελεκητή, με καμάρες στα παραθύρια και στέγες από γκρίζες πλάκες που άστραφταν στον ήλιο. Οι πόρτες τους ψηλές, καμωμένες από βαρύ ξύλο και κεντημένες μ’ ένα σωρό όμορφα σχέδια, είτε σκαλιστά, είτε σχηματισμένα από μαύρα μαντεμένια καρφιά. Κάθε μια διαφορετική. Κάθε μια κι ένα έργο τέχνης. Στην καρδιά του δάσους, πάνω σ’ ένα ύψωμα με ξέφωτο γύρω του, ήταν το μοναστήρι της Παρηγορήτρας. «Για να τα βλέπει όλα, να μας ακούει όλους και να βοηθάει όποιον έχει χρεία,* όποιον είναι άξιος», έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά του και σταυροκοπιόταν. *

χρεία: ανάγκη 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 15

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

«Παλιά», έλεγε ο πατέρας του, «τα πράγματα ήταν αλλιώς. «Πλούσιοι δεν ήμασταν, μα όλοι –ποιος λίγο, ποιος πολύ– είχαμε τον τρόπο μας. Τα απαραίτητα δε μας λείψανε ποτέ. Κάθε βράδυ οι οικογένειες μαζευόντουσαν γύρω από το τραπέζι στην κουζίνα, να φάνε το ζεστό τραχανά τους με τις μπουκιές το ζυμωτό ψωμάκι και ν’ ακούσουν τις ιστορίες που διηγούνταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Μετά ήρθε αυτό που εκείνοι που τα ξέρουν όλα το είπανε “πρόοδο”. Τα παντζούρια σφαλίσανε, τα κτήματα ρημάξανε, τα ζωντανά ψοφήσανε κι εμάς μας πήρε ο μαύρος κατήφορος», κατέληγε κουνώντας το κεφάλι. Κανένας δεν κατάλαβε πότε ακριβώς άρχισαν να παίρνουν το δρόμο ολόκληρες φαμίλιες. Η οικογένεια του Ορέστη ήταν από τους τελευταίους που πήραν τη μεγάλη απόφαση να φύγουν από το χωριό. «Μην το σκέφτεσαι καθόλου, ξαδέρφη. Εδώ δε μας λείπει τίποτα. Κι από δουλειά... όρεξη να ’χεις. Αμπέλια περισσότερο, αλλά και μποστάνια κι ελιές. Το χειμώνα υπάρχει δουλειά στο θερμοκήπιο για τα ζαρζαβατικά. Και καλό γιατρό έχουμε και Κέντρο Υγείας να τρίβεις τα μάτια σου. Δεν είναι το χωριό που θυμάσαι από τότε που ήσουνα παιδί. Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Μέχρι και γυμνάσιο έχουμε τώρα. Όπως ξέρεις, τα δυο μεγάλα αγόρια μου δουλεύουν στα καράβια. Στο σπίτι είμαστε με τη Βαγγελιώ και τον μικρό, τον Στέλιο. Χώρος λοιπόν υπάρχει αρκετός. Κανένα βάρος. Παρέα θα μας κάνετε. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Μάζεψε την οικογένεια κι 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 16

ΜΠΕΣΣΗ ΛΙΒΑΝΟΥ

ελάτε κάτω, κι ας είναι και μέση της χρονιάς. Το γοργό και χάρη έχει, που λέγανε και οι παππούδες μας. Και πες στον Σταμάτη πως το αφεντικό είναι καλός άνθρωπος και πάντα γυρεύει κόσμο, αλλά θέλει κόσμο εμπιστοσύνης, οπότε μην έχει έννοια για τίποτα». Έναν ολόκληρο μήνα ο Σταμάτης και η Μυρσίνη συζητούσαν τα γραφόμενα του Γεράσιμου. «Έτσι κι αλλιώς φως δε βλέπω, Μυρσινίδι μου. Πάμε κι ο Θεός να βάλει το χέρι του», είπε τελικά ο Σταμάτης. Μέσα σε μια βδομάδα η Μυρσίνη είχε πακετάρει. Δυο βαλίτσες ήταν αρκετές για τα ρουχικά. Σε ένα κασόνι μπήκαν κατσαρολικά, πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα κι από πάνω το πανέμορφο χράμι με τα κόκκινα τριαντάφυλλα, εκείνο που είχε υφάνει με τα χέρια της η γιαγιά του Ορέστη λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Εκείνο το χράμι ήταν ο σύνδεσμός τους με τον τόπο που άφησαν πίσω τους. Ο Ορέστης δεν πήρε πολλά. Μέσα στο σακίδιο που χρησιμοποιούσε για το σχολείο και τις εκδρομές χωρούσαν όλα όσα λογάριαζε απαραίτητα. Ο σουγιάς του, δώρο του πατέρα του τα προπερασμένα Χριστούγεννα, η πυξίδα και ο φακός, αγορασμένα από το χαρτζιλίκι του. Έβαλε και το ημερολόγιό του, που ήταν χοντρό σαν βιβλίο, με μια σελίδα για κάθε ημέρα του χρόνου. Εκεί σημείωνε όποιο γεγονός θεωρούσε σημαντικό για να μην το ξεχάσει. Τα εξωσχολικά του βιβλία ήταν πολλά. Δεν τα είχε αγοράσ��ι ο ίδιος. Ο νονός του, ο δάσκαλος, του τα είχε δώ


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 17

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

σει λίγο πριν φύγει από το χωριό. Εκείνος του είχε χαρίσει και το όμορφο αδιάβροχο ρολόι που δεν έβγαζε ποτέ από το χέρι του. Από τον κυρ Παντελή, που είχε το καφενείο, πήρε ένα χαρτόκουτο, έβαλε μέσα όσα χώρεσαν κι έδεσε το κουτί με γερό σπάγκο. Ήταν πλέον έτοιμος. Αργά το απόγευμα της δεύτερης Κυριακής του Μάρτη η οικογένεια του Ορέστη έφτασε στη Δόξα. «Στέλιο, πάρε τον ξάδερφό σου να του δείξεις το χωριό. Βάλτε και ζακέτες γιατί κάνει ψύχρα ακόμα», είπε η Βαγγελιώ, η γυναίκα του Γεράσιμου, στο γιο της μετά τα πρώτα καλωσορίσματα και το παραδοσιακό τρατάρισμα. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει την κουβέντα της και τα δυο αγόρια είχαν σηκωθεί κι έτρεχαν προς την πόρτα αφήνοντας τους μεγάλους να συζητήσουν. «Πόσων χρόνων είσαι;» ρώτησε ο Στέλιος τον Ορέστη καθώς περπατούσαν ανάμεσα στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια του χωριού. «Θα γίνω δεκατέσσερα σε τρεις μήνες. Εσύ;» «Εγώ πάτησα τα δεκατρία το Φλεβάρη», είπε με μια δόση περηφάνιας ο Στέλιος και ξαναρώτησε: «Και δε μου λες, που το κονόμησες τέτοιο αρχαίο όνομα; Δεν έχω ακούσει κανέναν άλλο να τον λένε Ορέστη». «Ο νονός μου ήταν δάσκαλος και του άρεσαν τα Αρχαία και η Ιστορία. Αλλά κι εκείνον έτσι τον λένε», απάντησε ο Ορέστης. «Κι εσένα δηλαδή σου αρέσουνε τα Αρχαία και τέτοια;» τον ρώτησε ο Στέλιος καθώς έστριβαν στη γωνιά του δρόμου.  o


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 18

ΜΠΕΣΣΗ ΛΙΒΑΝΟΥ

Απάντηση δεν πήρε όμως, γιατί ο Ορέστης είχε κοκαλώσει σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. Τα πόδια του είχαν καρφωθεί πάνω στις γκρίζες πλάκες, ενώ τα μάτια του είχαν γίνει τεράστια από την κατάπληξη. Τίποτα δεν ήταν όπως νόμιζε ή όπως το είχε φανταστεί. Καμιά από τις θάλασσες που είχε δει, είτε στα βιβλία είτε στην τηλεόραση, δεν ήταν σαν κι εκείνη που απλωνόταν μπροστά του. «Να πιστεύετε πάντα εκείνο που βλέπουν τα δικά σας μάτια. Αυτό είναι το αληθινό. Όχι ό,τι βλέπουν τα μάτια κάποιου σκηνοθέτη ή κάποιου φωτογράφου», τους έλεγε πάντα ο νονός και δάσκαλός του. Και να που τώρα αντίκριζε την αληθινή θάλασσα. Μπορούσε να βουτήξει τα χέρια του στο νερό, να ακουμπήσει τα βράχια, να γευθεί το αλάτι της. Μπορούσε να θαυμάσει το χρώμα της, που αλλού ήταν μπλε, αλλού γαλανό, κάπου κάπου σκοτείνιαζε και γινόταν γκρίζο, ενώ πέρα μακριά, στο βάθος του ορίζοντα, γινόταν μαβί, σαν το χρώμα του ουρανού του χωριού του τις νύχτες χωρίς φεγγάρι. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Το πιο μαγικό ήταν ο τρόπος που κουνιόταν το νερό. Ήσυχα, κρυφά, δίχως καν να φαίνεται, χωρίς να αφήνει ούτε μια ζαρωματιά στην επιφάνεια, χωρίς ένα τόσο δα κυματάκι. Κι όμως, κουνιόταν. Το καταλάβαινες απ’ τις βάρκες που ήταν δεμένες πάνω στην τσιμεντένια προβλήτα, με το φάρο στην άκρη της, κι έγερναν πότε δεξιά πότε αριστερά ρυθμικά. Ήταν σαν κάποιος αόρατος μουσικός να έπαιζε ένα σκοπό που τις έκανε να θέλουν να χορεύουν. 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 19

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

Ο Ορέστης έστησε αυτί για να ακούσει καλύτερα. Από κάπου μακριά –δεν μπορούσε να εντοπίσει από πού– έφτανε ένας ήχος, κάτι σαν τρίξιμο, σαν βαθιά ανάσα, σαν μουρμουρητό, ένας ψίθυρος, ίσως κι αναστεναγμός, από μια σιγανή αλαργινή φωνή. «Τι κοιτάζεις έτσι με το στόμα ανοιχτό σαν χάνος; Χαζός είσαι, ρε παιδάκι μου; Ή μπας και δεν έχεις ξαναδεί θάλασσα;» τον κορόιδεψε ο Στέλιος. Ο Ορέστης δεν του απάντησε, μόνο κούνησε αρνητικά το κεφάλι του πέρα δώθε. «Άντε! Καλά, δε σε πιστεύω! Μη μου πεις! Ποτέ; Ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή σου;» ξαναρώτησε ο Στέλιος, ο οποίος δεν μπορούσε να φανταστεί πως υπήρχε άνθρωπος που δεν είχε ποτέ του δει τη θάλασσα. «Είδα στη διαδρομή, όταν ερχόμασταν στο χωριό, αλλά από μακριά. Από κοντά δεν την είχα δει ποτέ», κατάφερε να ψελλίσει τελικά ο Ορέστης. «Καλά και μπάνιο δεν έχεις κάνει ποτέ;» «Τα καλοκαίρια, στο ποτάμι». «Ε, τότε πρόσεχε. Μην κάνεις καμιά κουταμάρα και μπεις μέσα μόνος σου, γιατί κάνεις δυο βήματα και πας άπατα – θα πνιγείς. Και πρόσεχε τα βράχια. Όχι εκείνα που φαίνονται. Τα ύφαλα, που είναι κάτω από το νερό. Εκείνα είναι πολύ κοφτερά σαν ξυράφι και μπορούν να κόψουν τα πόδια σου φέτες αν πατήσεις πάνω τους ξυπόλυτος, και μάλιστα έτσι άμαθος που είσαι». «Τότε θα φοράω παπούτσια άμα μπαίνω στη θάλασσα», είπε ο Ορέστης. 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 20

ΜΠΕΣΣΗ ΛΙΒΑΝΟΥ

«Καλά, είσαι τελείως άσχετος. Άκου μπάνιο με τα παπούτσια! Σιγά μη φορέσεις και το καπέλο σου! Τέλος πάντων. Για το κολύμπι θα τα πούμε αργότερα. Τώρα θα σου πω για τις βόλτες. Βλέπεις εδώ που αρχίζουν τα βότσαλα;» «Τα βλέπω, δεν είμαι τυφλός». «Ωραία. Λοιπόν, μπορείς να πηγαίνεις όλο το δρόμο, πέρα από την Αγία Τριάδα, πέρα από το ρέμα, πέρα από το κάμπινγκ, μέχρι εκεί που τελειώνει η χαλικιά.* Εκεί σταματάς και γυρνάς πίσω. Παραπέρα δεν πας. Ξηγηθήκαμε;» είπε ο Στέλιος δείχνοντας την άκρη του κόλπου. «Γιατί δεν πάω;» «Γιατί... Τώρα πώς να σ’ το εξηγήσω; Να, βλέπεις το μύτικα;» «Τι είναι μύτικας;**» ρώτησε ο Ορέστης. «Εσύ, παιδί μου, πρέπει να έπεσες από καμιά μηλιά και δεν ξέρεις τίποτα. Έτσι λέμε την άκρη της στεριάς που μοιάζει με μύτη». «Εντάξει, το κατάλαβα». «Ε, αυτός είναι ο μύτικας που λέμε· κι από εκεί και πέρα δεν πάμε». «Γιατί;» «Άντε πάλι με τις ερωτήσεις! Δεν πάμε γιατί από εκεί και πέρα είναι νεραϊδότοπος. Γι’ αυτό γιατί». «Τι πάει να πει νεραϊδότοπος;» ** **

χαλικιά: μεγάλη παραλία με χαλίκια μύτικας: απότομη κορυφή 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 21

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

«Πάει να πει πως εκεί ζούνε νεράιδες και τέρατα και στοιχειά του κάτω κόσμου κι άγριοι δαίμονες της Κόλασης, που παραφυλάνε νύχτα μέρα να πιάσουνε τους ζωντανούς», είπε ψιθυριστά ο Στέλιος. «Και τι τους κάνουνε άμα τους πιάσουνε;» ρώτησε ο Ορέστης χαμογελώντας. Όπως φαινόταν, ο ξάδερφος φοβόταν πράγματα ανύπαρκτα. «Πρώτα τους παίρνουν τη λαλιά. Μετά τα λογικά τους. Στο τέλος τους παίρνουν την ίδια τους την ψυχή και μετά, που έχουνε πεθάνει, τους ζωντανεύουν πάλι και τους βάζουνε να δουλεύουν για τον Διάβολο. Αυτό κάνουν». «Μάλιστα! Και τώρα για πες μου: ποιος είναι ο άσχετος και ποιος έπεσε από τη μηλιά; Εγώ ή εσύ;» ρώτησε ο Ορέστης. «Γιατί;» «Γιατί μου λες ένα μάτσο βλακείες. Γι’ αυτό. Ούτε στοιχειά υπάρχουν, ούτε πλάσματα του κάτω κόσμου, ούτε δαίμονες, ούτε νεκραναστημένοι, φαντάσματα και διάβολοι. Αυτά είναι μόνο για ταινίες τρόμου, έτσι, για να γελάει ο κόσμος». «Δεν ξέρεις τι σου γίνεται», τον έκοψε ο Στέλιος. «Ξέρω πάρα πολύ καλά τι μου γίνεται. Και, μάλιστα, το ζήτημα το έχω κουβεντιάσει και με τους γονείς μου και με το νονό μου, που ήταν και δάσκαλος. Και μη μου πεις πως οι δάσκαλοι δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Έτσι; Όμως αν δε με πιστεύεις, ρώτα όποιον θες. Από τους μεγάλους, εννοώ. Ρώτα και θα σου πούνε. Ούτε φαντάσματα υπάρχουν», είπε ο Ορέστης. 


LIVANOY-DDDD-final_Layout 1 17/04/2012 2:29 ΜΜ Page 22

ΜΠΕΣΣΗ ΛΙΒΑΝΟΥ

«Κι εσύ αν θες να ξέρεις, εκεί πίσω από το μύτικα υπάρχουνε αρκούδες άγριες που τρώνε κόσμο». «Άντε πάλι με τις σαχλαμάρες σου». «Αλήθεια σου λέω. Αφού φάγανε κι ένα βοσκό που πήγε τα πρόβατά του προς τα εκεί», είπε ο Στέλιος, ο οποίος δεν ήθελε να παραιτηθεί από το θρίλερ που πίστευε αληθινό. «Εσύ τον ήξερες εκείνο το βοσκό που φάγανε οι αρκούδες;» ρώτησε ο Ορέστης. «Όχι, δεν τον ήξερα, γιατί αυτό έγινε πολλά χρόνια πριν γεννηθώ εγώ». «Βλέπεις λοιπόν; Παραμύθια είναι όλα. Ούτε αρκούδες υπάρχουν ούτε τίποτα. Μόνο χαζά παιδιά υπάρχουν που πιστεύουν τα παραμύθια. Όσο για μένα, μπορεί να με κορόιδεψες επειδή δεν είχα δει ποτέ μου τη θάλασσα μέχρι σήμερα, αλλά χαζός δεν είμαι για να πιστεύω τέτοιες αρλούμπες», είπε ο Ορέστης βάζοντας τέλος στη συζήτηση.




Το μυστικό της σπηλιάς