Issuu on Google+

FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 5

ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ

Η ΕΡΗΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ Μυθιστόρημα

鵷鵸

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 6

©

Copyright Μιχάλης Φακίνος – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2010

Έτος 1ης έκδοσης: 2011 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com

ISBN 978-960-03-5233-7


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 7

στους φίλους που φύγανε


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 8


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 9

«Με λένε Γκράουτσο και παίζω κλαρινέτο». «Με λένε Τσίκο. Παίζω βιολί». «Εγώ είμαι ο Ζέπο, το πολυόργανο». «Με λένε Χάρπο και παίζω τσατσάρα». Παύση τριών δευτερολέπτων και μετά: «Είμαστε η Ορχήστρα των Εντυπώσεων», λέγαμε όλοι μαζί με μια φωνή. Έτσι αρχίζαμε πάντα το πρόγραμμά μας. Ήμαστε τέσσερεις. Τώρα είμαστε τρεις. Ο Ζέπο έφυγε...


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 10

ΗγΑΜΕ στου Τσίκο. Χτυπήσαμε. Τίποτε. Ξαναχτυπή-

Π σαμε. Μας άνοιξε. Μόλις είχε ξυπνήσει. Σακούλες τα μάτια του. Μας άνοιξε με το σώβρακο. «Περάστε, καθί-

κια», μας είπε. Μπήκαμε μέσα, το δωμάτιο μύριζε τσιγαρίλα και παλιό χαρτί. Ανοίξαμε τα παράθυρα να μπει φως, ο Τσίκο τακτοποιούσε τα σκεπάσματα στο κρεβάτι, έβαζε τις καρέκλες γύρω από το τραπέζι. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Πέσαμε πάνω στον ανασχηματισμό. Ακούγαμε τα ονόματα των νέων υπουργών. «Μια από τα ίδια», είπε ο Χάρπο. «Ζεστή νύχτα περάσαμε, μάγκες μου», είπε ο Τσίκο βάζοντας το τζιν παντελόνι και το χακί τισέρτ με το αποτύπωμα από το παπούτσι του αστροναύτη που πρωτοπάτησε τα χώματα της Σελήνης. «Πού θα πάει, ρε, αυτό το βιολί; Έχει τέσσερεις μήνες να βρέξει», συμπλήρωσε κοιτάζοντας τα μούτρα του στον καθρέφτη. «Σα σκατά είμαι», κριτίκαρε με αηδία τη φάτσα του. 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 11

Η ΕΡΗΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

«Με τέτοια ζέστη θα μας ξεραθεί το γκαζόν», είπα. Κοιταχτήκαμε κι οι τρεις, κανένας μας δεν είχε γκαζόν. Ο Χάρπο διάβαζε τις οδηγίες χρήσεως από το μπουκαλάκι με το στιλβωτικό παπουτσιών που ήταν ακουμπισμένο στο περβάζι του παραθύρου. «Θυμάμαι, ρε, τον Επαμεινώντα, τον λούστρο...» άρχισε να λέει αλλά σταμάτησε, ποτέ δεν τέλειωνε μια ιστορία, μόνο κοίταζε περίεργα το μπουκαλάκι με το στιλβωτικό λες και κοίταζε τον Επαμεινώντα, τον λούστρο, στα μάτια. «Έχω να δω λούστρο εδώ και κάτι δεκαετίες», είπε ο Τσίκο. «Άραγε υπάρχουν ακόμη λούστροι;» αναρωτήθηκε καθώς άναβε το πετρογκάζ για να ψήσει καφέ. «Τι;» του φώναξα. «Καφέ θα πιούμε τώρα; Δεν προλαβαίνουμε. Πάμε να φύγουμε. Δε θα προλάβουμε...» «Γαμώ τα πρέκια μου, εγώ θέλω καφέ», είπε. «Θα πιούμε εκεί», του είπα. Ο Χάρπο κι εγώ βγάλαμε από την ντουλάπα τα δικά μας τισέρτ. Τα φορέσαμε. Ίδια με του Τσίκο ήτανε. Χακί με το αποτύπωμα από το παπούτσι του αστροναύτη. Βγάλαμε και τις τρεις καμπαρντίνες μας, η τέταρτη έμεινε μόνη στην κρεμάστρα, παραπονεμένη έδειχνε. Ελέγξαμε. Τα όργανα, εντάξει, στις θέσεις τους. Κλαρινέτο, βιολί, τσατσάρα, καλά στερεωμένα στη φόδρα κάθε καμπαρντίνας. Τις φορέσαμε. Κοιταχτήκαμε. Κουνήσαμε τα κεφάλια μας. «Γαμώτο», μουρμούρισε ο Τσίκο, «καμπαρντίνες με τέτοια κωλοζέστη...» 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 12

ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ

«Η Τέχνη θέλει θυσίες», του είπα. Μπήκαμε στο βανάκι. Φύγαμε.




FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 13

νεκροταφείο. Στου διαόλου τη μάνα ήτανε. Ντράπηκα για τη σκέψη μου. Οι νεκροί στου διαόλου τη μάνα; Δεν κάνει. Τέρμα Θεού ήτανε. Ναι, αυτή ήταν μια καλή σκέψη, καλύτερη. Τέρμα Θεού! «Τουλάχιστον έχει άνετο πάρκινγκ», είπε ο Τσίκο. «Πού; Εδώ έξω ή εκεί μέσα;» τον προκάλεσα. Ο Χάρπο το ’πιασε. «Μέσα οι παρκαρισμένοι...» άρχισε να λέει δείχνοντας τη μάντρα του νεκροταφείου, αλλά πάλι τα λόγια δεν έβγαιναν, η σκέψη του έμεινε κουτσή. Μπήκαμε μέσα. Σταθήκαμε κάτω από ένα μοναχικό κυπαρίσσι. Ανάψαμε και οι τρεις τσιγάρο λες κι είχαμε μπει χαρμάνηδες σε καπνιστήριο. Λιγοστός κόσμος. Μέσα, στο εκκλησάκι, η τελετή πρέπει να είχε αρχίσει, ψαλμωδίες ακούγονταν... «Κατουριέμαι», είπε ο Τσίκο. «Αρχές προστάτη», του ψιθύρισα.

Π

ΗγΑΜΕ




FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 14

ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ

Έφυγε ψάχνοντας για ουρητήριο ανάμεσα στους τάφους. «Ρε μαλάκα», είπα στον Χάρπο, «δεν πήραμε κανένα λουλουδικό, έτσι με άδεια χέρια ήρθαμε;» «Καλύτερα βότκα», μουρμούρισε εκείνος, κι εγώ κατάλαβα πως ήθελε να πει ότι αντί να ξοδέψουμε τα λεφτά μας σε άχρηστα λουλούδια, καλύτερα θα ήταν να αγοράζαμε βότκα και να την πίναμε αποχαιρετώντας με τον πρέποντα τρόπο τον Ζέπο. Γύρισε ο Τσίκο από το ουρητήριο. Είχε μια μαλακία ζωγραφισμένη στη μούρη, σαν παιδί που μόλις είχε κάνει σκανταλιά. «Έγραψα ένα σύνθημα στον τοίχο της τουαλέτας», μας ανακοίνωσε περήφανος. Στεκόμαστε με σκυμμένα τα κεφάλια. «Τι έγραψες, ρε μαλάκα;» τον ρώτησα. «Αν υπάρχει Θεός, την πατήσαμε», είπε. Κοιταχτήκαμε. «Και με τι το ’γραψες στον τοίχο; Με τα κάτουρά σου;» «Όχι, ρε, πάντα κουβαλάω μαζί μου ένα μαύρο σπρέι. Για παν ενδεχόμενο. Για ώρα ανάγκης», μας είπε. Στεκόμαστε κάτω από το κυπαρίσσι, ο ένας κολλητά στον άλλο, με τις καμπαρντίνες μας να έχουν πυρώσει από τη ζέστη, σαν ζαλισμένα κοτόπουλα μοιάζαμε... Βγήκε η κάσα από την πόρτα της εκκλησίας, τέσσερα κοράκια τη βαστούσανε στους ώμους, αλλά δεν ήταν ακριβώς κοράκια, 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 15

Η ΕΡΗΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

γκρίζα φορούσανε κι όχι μαύρα, μάλλον δε θα τους λένε πια κοράκια, κι έψαξα να βρω ένα άλλο όνομα πουλιού για να τους βαφτίσω, πουλιού με γκρίζο φτέρωμα, αλλά δε μου ’ρθε τίποτε εκείνη τη στιγμή. Λιγοστός κόσμος συνόδευε την κάσα. Γέροι και γριές κυρίως, δυο τρεις νεότεροι, κανένα κορίτσι σε ηλικία γάμου, σκοτεινό πλήθος που κινιότανε ρυθμικά, αργά, μια από δω και μια από κει, σαν να υπάκουε σε κάποιο πένθιμο εμβατήριο. Η κάσα πέρασε από μπροστά μας, και, για να είμαι ειλικρινής, οφείλω να ομολογήσω πως διέκρινα κάμποσα εχθρικά βλέμματα και στόματα σφιχτά σαν έτοιμα να ξεστομίσουν βρισιές και κατάρες εναντίον μας. Και κεφάλια που κουνιόντουσαν μπρος πίσω απειλητικά, σαν να μας έκλειναν ραντεβού πίσω από τη σειρά των κυπαρισσιών για να παίξουμε ξύλο ή να βγάλουμε τα μαχαίρια μας και να σφαχτούμε ξεκαθαρίζοντας παλιούς λογαριασμούς... «Πάμε κι εμείς», είπε ανίδεος ο Χάρπο, έτοιμος να χωθεί στο λιγοστό μαύρο πλήθος. Τον συγκράτησα. «Καλύτερα αργότερα εμείς...» του ψιθύρισα. «Μάλλον είμαστε ανεπιθύμητοι...» Κρυφτήκαμε πίσω από κάτι πολυτελείς τάφους, όλο μάρμαρο και πλαστικό λουλούδι, ρίχνοντας κάθε τόσο κλεφτές ματιές εκεί που γινόταν η ταφή... «Πότε θα πάμε εμείς;» ψιθύρισε ο Χάρπο. «Όταν φύγουν αυτοί», του απάντησα. 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 16

ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ

Αυτοί σε λίγο φύγανε, είδα μερικούς με ανήσυχο κεφάλι να μας ψάχνουν εκεί στο μοναχικό κυπαρίσσι που είχαμε σταθεί στην αρχή, αλλά καθώς δε μας είδανε, τράβηξαν μαζί με τους άλλους για το κυλικείο, όπου τους περίμενε το κονιάκ και ο καφές της παρηγοριάς... «Τον Ελεγκτή δεν είδα πουθενά», ψιθύρισα. «Ναι, ρε, δίκιο έχεις. Ούτε εμένα τον πήρε το μάτι μου», είπε ο Τσίκο. «Κι όμως, έπρεπε...» είπε ο Χάρπο, και καταλάβαμε πως ήθελε να πει ότι ο Ελεγκτής έπρεπε να είχε έρθει κι αυτός στην κηδεία. Πήγαμε στον τάφο. Τρεις εργάτες με τα φτυάρια ρίχναν χώματα, η κάσα δε φαινότανε, ο χρόνος δε μας ήθελε, φαίνεται, κι έτσι δεν προλάβαμε να ρίξουμε μια τελευταία ματιά στον Ζέπο. Μάταιο να το ζητήσουμε, βρισκόταν κιόλας κάτω από τη γη... Ένα λασπωμένο τρανζίστορ έπαιζε εκείνη τη στιγμή, «Από κάτω απ’ τα ραδίκια κάθονται δυο πιτσιρίκια», κι ένας απ’ τους εργάτες, σαν γίγαντας των παραμυθιών ήτανε, καθώς μας είδε να πλησιάζουμε κατάλαβε πως είμαστε του νεκρού. Ακούμπησε την ξεχαρβαλωμένη αρβύλα του πάνω στο τρανζίστορ κι από την τρύπα της αρβύλας ξεπρόβαλε το χοντρό δάχτυλο, σαν κεφάλι χελώνας που βγαίνει απ’ το καβούκι. Το δάχτυλο του ποδιού πάτησε το στοπ και το τρανζίστορ βουβάθηκε... «Άσ’ το να παίζει», του είπα. «Ταιριάζει...» Το δάχτυλο ξεπρόβαλε πάλι απ’ το καβούκι του, πάτη


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 17

Η ΕΡΗΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

σε ένα κουμπί και τα πιτσιρίκια ξανάρθαν κάτω απ’ τα ραδίκια. «Θέλουμε ν’ αποχαιρετήσουμε το φίλο μας», είπα. «Μπορούμε;...» Οι τρεις εργάτες παραμέρισαν λίγο, στηρίχτηκαν πάνω στα φτυάρια, μας κοίταζαν περίεργα. Βγάλαμε κάτω από τις καμπαρντίνες μας τα όργανά μας. Εγώ το κλαρινέτο. Ο Τσίκο το βιολί. Κι ο Χάρπο την τσατσάρα με το τσιγαρόχαρτο. Παίξαμε ένα πολύ ωραίο κομμάτι κοιτάζοντας τα χώματα. Έτσι αποχαιρετήσαμε τον Ζέπο. Και μείναμε τρεις.

 o


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 18

ΑΝΑγΥΡΙΣΑΜΕ στου Τσίκο. Μπήκαμε μέσα, κοιταχτή-

Ξβανούς. καμε. Νιώσαμε λίγοι. Φωνάξαμε από δίπλα τους Αλ«Ελάτε», τους είπαμε. «Έχουμε πένθος, θέλουμε

να μεθύσουμε...» Ήρθαν τέσσερεις. Άντρες όλοι. Κρατούσαν δυο μπουκάλια τσίπουρο Αλβανίας, σκοτώστρα, η χαρά του οφθαλμίατρου. Κάθισαν αμίλητοι και ��εμνοί όπως αρμόζει στο πένθος. Άρχισαν να πίνουν. Πίναμε κι εμείς. Ανακατεύαμε τα οινοπνεύματα παράλογα. Τσίπουρα, κόκκινο κρασί, ουίσκι, βότκα, χρωματιστά παχύρρευστα ηδύποτα. Σαν να κάναμε δοκιμές δύναμης και ανυπαρξίας, ως πού θ’ αντέξουμε. Πίναμε ασυνείδητα. Ο Χάρπο περιέγραφε μια καταιγίδα με ήχους. Κρότοι κεραυνών ταρακουνούσαν τα ποτήρια στο τραπέζι, σταγόνες βροχής μάς έβρεχαν το κούτελο, οσμές από θειάφι και βρεγμένο χώμα έμπαιναν στη μύτη μας. Οι Αλβανοί, αμίλητοι, κουνούσαν τα κεφάλια τους, συμφωνούσαν, έτσι πρέπει να ήταν και οι κεραυνοί της Αλβανίας, τον ίδιο ήχο θα είχανε. 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 19

Η ΕΡΗΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς φωνή, κάποιος στο ραδιόφωνο, που φαινόταν να τα ’ξερε όλα, ανέλυε τον ανασχηματισμό, όλες οι ηλεκτρικές συσκευές ήταν αναμμένες, καφετιέρες, μίξερ, κλιματιστικά, μάτια, τις είχαμε ανοίξει χωρίς λόγο, βαριόμαστε να πάμε να τις κλείσουμε, το σπίτι μύριζε καμένο σίδερο και καλώδιο, μύριζε φωτιά δίχως φλόγα, όλα σιγόκαιγαν χωρίς εκρήξεις, κι εμείς νιώθαμε να καίμε σαν να ήμαστε στην πρίζα, αχνίζαμε, τα μαλλιά μας άχνιζαν, τα φανελάκια μας έσταζαν ζεστό νερό. Πίναμε χωρίς γεύση, δίχως απόλαυση. Ο Χάρπο, αφού τελείωσε με το θέμα των κεραυνών, προσπαθούσε να θυμηθεί ένα παλιό γνωστό ανέκδοτο απ’ τα μαθητικά του χρόνια, χυδαίο, «... εκείνο, ρε, μ’ αυτόνε, μωρέ, που πούλαγε μπανάνες...» – αλλά τίποτε πια εκεί μέσα δεν ήτανε ολόκληρο και στρογγυλό, όλα ήταν τεθλασμένα και ρευστά, ξεχειλωμένα, παραμορφωμένα, φράσεις εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν στη στιγμή, σαν αεράκι που πνιγότανε μέσα στα οινοπνεύματα. Παραπατώντας τότε σηκώθηκε ο Τσίκο. Πήγε στην ντουλάπα, την άνοιξε. Έβγαλε τη στολή του Ζέπο. Στη ράχη μιας καρέκλας, πλάι στο βρεγμένο τραπέζι, ακούμπησε το χακί τισέρτ με το αποτύπωμα του αστροναύτη στη Σελήνη, κι από πάνω έριξε την καμπαρντίνα, με χάρη, τα μανίκια σταυρωμένα μπροστά. Ξαναγύρισε στην ντουλάπα κι έφερε το πολυόργανο του Ζέπο. Ακούμπησε χαμηλά, στα μπροστινά πόδια της καρέκλας, τα δύο μεταλλικά πιάτα έτσι 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 20

ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ

όπως τα είχε δεμένα στα πόδια του ο Ζέπο και τα χτυπούσε μεταξύ τους ανάλογα με τα κέφια του. Στην ψάθα της καρέκλας έβαλε λοξά την κιθάρα που πάνω της ήτανε κολλημένο ένα όρθιο σίδερο με τη φυσαρμόνικα στην άκρη του να φτάνει στο ύψος του στόματος. Κρέμασε το λαστιχένιο κλάξον από παλιό αυτοκίνητο, και ψηλά, εκεί, ας πούμε, που θα ’τανε το κεφάλι του Ζέπο, έβαλε το ντέφι με τα κουδουνάκια... Έτσι έπαιζε τη μουσική μας ο Ζέπο. Κουνούσε τα πόδια του μέσα έξω, βροντούσαν τα μεταλλικά πιάτα. Χτυπούσε με μανία τις χορδές της κιθάρας και ξαφνικά, έμπνευση, έφερνε το στόμα του στη φυσαρμόνικα, φυσούσε, νέοι ήχοι ξεχύνονταν, και πάλι ξαφνικά θυμόταν πως φορούσε στο κεφάλι το ντέφι, κούναγε το κεφάλι του πέρα δώθε σαν σεληνιασμένος, τα κουδουνάκια τρελαίνονταν απ’ τη χαρά τους, έριχνε κι ένα κορνάρισμα χουφτιάζοντας σαν βυζί τη φούσκα του κλάξον, αν το έκρινε πως άρμοζε. Ήταν βιρτουόζος. Ο Τσίκο έκανε δυο αβέβαια βήματα προς τα πίσω για να θαυμάσει το έργο των χεριών του, την καρέκλα με τα ρούχα και το πολυόργανο του Ζέπο. «Ένα ποτήρι για να πιει κι ο Ζέπο, παρακαλώ...» είπε σοβαρός σαν τελετάρχης. Βάλαμε ένα ποτήρι στο τραπέζι, μπρος στην ντυμένη καρέκλα. Το γεμίσαμε μ’ ένα άσπρο υγρό. Σηκωθήκαμε όλοι, σηκώθηκαν κι οι Αλβανοί, φαίνεται ξέρανε κι αυτοί από κάτι τέτοια. Υψώσαμε τα γεμάτα ποτήρια μας και τα 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 21

Η ΕΡΗΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

αδειάσαμε μονορούφι. Ο Τσίκο κοίταζε το γεμάτο ποτήρι του Ζέπο. «Δεν πίνει», είπε λυπημένα. «Φαίνεται πως δεν έχει κέφια απόψε...» – κι άρπαξε το γεμάτο ποτήρι και με μια το ’σπασε στα πλακάκια. Παραδόξως δε μύρισε αλκοόλ. Μύρισε σπασμένο γυαλί. Η πόρτα, φαίνεται, είχε μείνει ανοιχτή τόσες ώρες, και ξαφνικά τότε είδαμε μπροστά μας τον Ελεγκτή με τη στολή του. «Κύριοι, τα εισιτήριά σας», είπε το συνηθισμένο καλαμπούρι του. Του δείξαμε τ’ αρχίδια μας, οι Αλβανοί όχι. Είχαν κουρνιάσει στις καρέκλες τους, ίσως τους τρόμαξε κι η στολή, ποιος ξέρει, πάντως κούρνιασαν στις καρέκλες τους ακούνητοι κι αμίλητοι, πίνοντας το ένα ποτήρι μετά το άλλο, αμέθυστοι οι κερατάδες, νεροφίδες. Εμείς, άσ’ τα. Πέσαμε πάνω στον Ελεγκτή, του πετάξαμε το πηλήκιο χάμω, το ποδοπατούσαμε, «Πού ήσουνα, ρε πούστη;» του τραβούσαμε τα πέτα της στολής, «Πού ήσουνα;» Εκείνος είχε υψώσει τα χέρια ψηλά, απολογιότανε, «Ξαφνική βλάβη στο Διακοφτό» και τα τοιαύτα, «Άντε γαμήσου, ρε μαλάκα!...», «Εντάξει, βάλτε μου κι εμένα να πιω, δεν μπορώ να σας ανταγωνιστώ έτσι άκαπνος και άπιωτος...», καλμάραμε, του βάλαμε ποτό, τον κάτσαμε πλάι μας, «Ουφ», είπε εκείνος, «δύο παράλληλες γραμμές που δε συναντιούνται ποτέ και να ’χουν τόσα προβλήματα...», δεν καταλάβαμε ακριβώς ή καταλάβαμε λιγάκι, πάντως ο Χάρπο ξαφνικά του φώναξε μέσα στ’ αφτί, «Κουφάλα Ελε


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 22

ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ

γκτή, δεν κατεβαίνω!...», κι αυτό το καταλάβαμε ξεκάθαρα. Ο Ελεγκτής κοίταζε την καρέκλα με τα ρούχα και το πολυόργανο του Ζέπο. «Ήταν ωραία κηδεία;» ρώτησε. «Σκατοκηδεία ήτανε!» φώναξε ο Τσίκο. «Δεν ταίριαζε τέτοια κηδεία στο φίλο μας. Είμαστε μαλάκες. Έπρεπε εμείς να τον κηδέψουμε. Με τον τρόπο μας. Είμαστε μαλάκες. Έπρεπε να κλέψουμε την κάσα με το σώμα του, να τη φορτώσουμε στο βανάκι και να τον πάμε, πατημένοι με χίλια, πίσω μας τα περιπολικά να ουρλιάζουν, και να τον πάμε να τον θάψουμε στο αγαπημένο του βραχάκι που του άρεσε μόνος να ψαρεύει, να μαζέψουμε ξύλα και να τον κάψουμε και τις στάχτες του να τις ρίξουμε μετά στη θάλασσα...» Έλεγε, έλεγε ο Τσίκο, κι εμείς, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι, βλέπαμε τις σκηνές σαν κινηματογραφική ταινία, ακούγαμε τα ουρλιαχτά από τις σειρήνες των περιπολικών, μια μεγάλη πυρά να καίει πάνω στο βραχάκι, κάτω η μαύρη θάλασσα να κουνιέται προκλητικά κι εμείς να παίζουμε τη μουσική μας μέσα στο σκοτάδι και να ρίχνουμε με τις χούφτες τις στάχτες του Ζέπο και να τις παίρνει το βορειοανατολικό αεράκι που πάντα φυσάει εκεί πέρα και να σταχτίζει η θάλασσα... «Έτσι έπρεπε να κηδέψουμε το φίλο μας», ξεφύσησε ο Τσίκο. «Αλλά είμαστε μαλάκες. Κύριοι, είμαστε μαλάκες. Τελεία και παύλα!» Συμφωνήσαμε. Κουνήσαμε τα κεφάλια μας. Κούνησαν 


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 23

Η ΕΡΗΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

τα κεφάλια τους κι οι Αλβανοί. Συμφωνούσαν κι αυτοί πως έτσι έπρεπε να κηδέψουμε το φίλο μας και πως είμαστε και μαλάκες. Τότε ο Χάρπο είπε μια ολοκληρωμένη φράση: «Τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα άμα τα καις βγάζουν γαλάζιες φλόγες. Σαν το χρώμα της θάλασσας...» Και τότε, λες κι η ξαφνική ευγλωττία του Χάρπο πυροβόλησε στον αέρα και μας έδωσε το σήμα της εκκίνησης, όλοι μαζί αρχίσαμε να λέμε κι από μια διαφορετική ιστορία, αρχές παραμυθιών... «Το ποδήλατό μου ήταν χρυσαφί...» «Με το ψαροντούφεκο βούτηξα στα...» «Καθώς βάδιζα, ξέρετε ποιον είδα; Είδα...» «Το θερινό σινεμά έπαιζε...» «Φορούσαμε ριγέ φανέλες, άσπρες-κόκκινες...» «Μου κάηκε το φιλμ...» Βούιζε το σπίτι από λέξεις, από φράσεις, και ξαφνικά σαν να είχε δοθεί πάλι σήμα, σαν να ακούστηκε η σάλπιγγα να σαλπίζει το σιωπητήριο στο στρατώνα, έπεσε σιωπή για αρκετή ώρα. Ακούγαμε τις ηλεκτρικές συσκευές να τρίζουν απ’ τη θερμότητα και είδαμε τους Αλβανούς να σηκώνονται. Προφασίστηκαν πως αύριο, πρωί πρωί, είχαν δουλειά, οικοδομή, φύγανε αθόρυβα σαν ένα σώμα και οι τέσσερεις μαζί. Μείναμε οι τρεις μας και ο Ελεγκτής, και ο Ελεγκτής είπε, «Μάγκες μου, κι εσείς πρέπει να πάτε για ύπνο, αύριο έχετε δουλειά, σας έχω κλείσει μια δουλειά για αύριο, σας περιμένουν...», κι ο Τσίκο έδωσε μια κλο


FAKINOS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:28 μ.μ. Page 24

ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ

τσιά στην καρέκλα, η καμπαρντίνα, το τισέρτ και το πολυόργανο του Ζέπο έπεσαν στα πλακάκια πάνω στα σπασμένα γυαλιά και στα χυμένα ποτά, ωραίος ήχος... «Όμως ο Ζέπο δε θά ’ρθει», φώναξε ο Τσίκο, «δεν υπάρχει πια Ορχήστρα των Εντυπώσεων, πώς θα παίξουμε χωρίς τον Ζέπο;...» Πέσαμε πάνω του, αγκαλιαστήκαμε, παλεύαμε, σπρωχνόμαστε, ξαναγκαλιαζόμαστε, σαν να ’μαστε μαζί και χώρια, κι αρχίσαμε να κλαίμε, να κλαίμε, να κλαίμε, κουτουλάγαμε ο ένας τον άλλο και κλαίγαμε με κραυγές, με μύξες, με σάλια, με ιδρώτα, όλα μαζί, κι ήταν το πρώτο κλάμα που ρίξαμε για τον Ζέπο... Βγήκαμε έξω. Βρόμικο σκοτάδι μάς τύλιξε. Σταθήκαμε κάτω από μια κολόνα με φως. Σαν σύναξη φαντασμάτων ήμαστε. Κίτρινοι, ξεθωριασμένοι, πρησμένοι, με κατουρημένα παντελόνια, τσαλακωμένοι. Μοιάζαμε σαν να μη γνωρίζαμε ο ένας τον άλλο, ξεροβήχαμε αμήχανα, κλοτσούσαμε μερικά πετραδάκια στο δρόμο κι ο Χάρπο έβηξε δυνατά, ο βήχας ακούστηκε σαν να έβγαινε από μια σπηλιά, έφτυσε μια ροχάλα στην άσφαλτο, γονάτισε κοντά της κι άρχισε να τη μελετάει, «Εντάξει είναι, δεν είναι πράσινη...» είπε, κι εγώ στηρίχτηκα στην κολόνα κι άρχισα να ξερνάω. Θα ’θελα ένα χέρι να μου κρατάει το κούτελο... Ο Ελεγκτής κοίταξε το ρολόι του. «Κύριοι», είπε. «Η ώρα είναι τέσσερεις και δεκαπέντε». Η φωνή του ήταν βαριά και επίσημη. Σαν να ανακοίνωνε τη ματαίωση ενός δρομολογίου ή το τέλος μιας εποχής. 


Μιχάλης Φακίνος - Η έρημος έρχεται