Issuu on Google+


«Μη διστάζετε να ενεργείτε σαν να βρίσκεσθε εις κατακτηθείσα πόλη…» Ουΐνστον Τσώρτσιλ

Τέλη του 1944. Μας χαμογέλασε για λίγο η λευτεριά και οι «ελευθερωτές» μας ετοιμάζονταν να τη συντρίψουν κάτω από τις ερπύστριες των τανκς. Στο νοσοκομείο των ανταρτών, τα όσα μαθαίναμε για το μακελειό του Δεκέμβρη είχαν γεμίσει τις καρδιές μας θυμό και πίκρα, τι ήταν πολλοί από μας ανήμποροι να ξαναπιάσουν όπλο. Με την προστασία του νέου «αφέντη» τους οι συνεργάτες του γερμανοβουλγάρικου φασισμού έπαιρναν τη ρεβάνς, τρομοκρατώντας και πάλι. Από τους Ηρακλειδείς των αυτοκρατορικών συμφερόντων, με την πάγια τακτική του «διαίρει και βασίλευε», ο προγραμματισμένος μονόπλευρος εμφύλιος είχε αρχίσει. Ένας αγώνας άνισος και σκληρός, ζωής και θανάτου, ανάμεσα στους «έχοντες και κατέχοντες» και έναν προδομένο λαό. Το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί παρά μια εξιστόρηση πραγματικών γεγονότων μιας ταραγμένης και οδυνηρής για την χώρα μας εποχής, όπως τα έχουν διαφυλάξει τα σχετικά ντοκουμέντα και η μνήμη. Στα κείμενα που ακολουθούν περιγράφονται οι συνθήκες κράτησης και ανάκρισής μου στο Α΄ Αστυνομικό Τμήμα και την Εθνική Ασφάλεια Θεσ/νίκης, καθώς και η διεξαγωγή της δίκης που ακολούθησε μετά από τρία χρόνια παραμονής σε στρατόπεδα. «Οι ένδεκα ημέρες», στον τίτλο, αφορούν τη διάρκεια της κράτησης και της ανάκρισης μου από την Ασφάλεια και οι «τρεις χρονιές» το μεσοδιάστημα της παραμονής μου στη Μακρόνησο και στον Αη Στράτη, μέχρι την παραπομπή μου, το 1951, στο Στρατοδικείο και τη δίκη που ακολούθησε. Δεν είναι στην πρόθεση μου να ανασκαλέψω πάθη αμβλυμμένα. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι πραγματικά, εκτός από δύο περιπτώσεις, που δεν αναφέρονται τα αληθινά ονόματα για λόγους ηθικής τάξης. Προσπάθησα να αποφύγω τους χαρακτηρισμούς, έτσι που να μπορεί ο αναγνώστης να κρίνει τους ήρωες του βιβλίου από τις πράξεις και μόνο.

5


6


ΕΝΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΧΡΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ Η ΣΥΛΛΗΨΗ

Γειτονιές του Ντεπώ. Αύγουστος 1946. Η μάνα και η αδελφή μου Έλλη στον κήπο του σπιτιού μας1.

Στο σχοινί της δαμασκηνιάς η μάνα είχε κρεμάσει μια άσπρη πετσέτα, σημάδι ότι δεν υπάρχει κίνδυνος και μπορώ να περάσω. Η μάνα με περίμενε στην αυλή, έτοιμη ν’ απλώσει μπουγάδα. «Πέρασε ο Λευτεράκης», μου είπε σιγά, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. «Όταν βραδιάσει, θα έρθει σπίτι να κοιμηθεί». Ο Λευτεράκης! Εδώ και τρεις μέρες τον Λευτέρη, το Σώτο και το Βασίλη, τους είχα ξεπροβοδίσει για το «καινούργιο αντάρτικο». Την ακούω να το λέει και με έχουνε ζώσει τα φίδια. Αχ, μωρέ μάνα… Στη «Μακεδονία» σήμερα και πάλι, γράφουν για εκτελέσεις, «…εις τον συνήθη τόπον, δια παροχήν ασύλου εις συμμορίτας». -Και τι σου είπε ο Λευτεράκης; «Τους χτύπησαν στον Χορτιάτη», μου απαντά. «Σκότωσαν τέσσερις, γλίτωσαν τρεις». «Μάνα», της λέω, «το σκέφτηκες;» «Και βέβαια το σκέφτηκα! Όμως αν τον πιάσουν, θα τον σκοτώσουν». 1

Είναι μια από τις πιο ήρεμες περιόδους της οικογενειακής μας ζωής, αν εξαιρέσει κανείς τους επανειλημμένους ξυλοδαρμούς μου από τραμπούκους και ασφαλίτες. 7


Ο πατέρας πρόβαλε στην πόρτα και μου γνέφει με το κεφάλι πως συμφωνεί. Καλά ο πατέρας, αλλά η μάνα; Η μάνα με τον καταλυτικό της σκεπτικισμό, η μάνα που έχει φυλαγμένα με τα εικονίσματα τη φωτογραφία του τσάρεβιτς! Να μπόραγα να τη σφίξω επάνω μου, να τη γεμίσω φιλιά… Και μένω με τα χέρια πεσμένα, ανήμπορος μπροστά σ’ εκείνο το απροσπέλαστο βλέμμα της. Τρία μερόνυχτα έμεινε ο Λευτέρης μέσ’ στο κατώι. Το πρώτο βράδυ κατέβηκα να του κάνω παρέα. Η μάνα στη κουζίνα και πότε ο πατέρας, πότε η αδελφή μου, με τα φώτα σβηστά, παραφυλάν στο παράθυρο. «Έλα, Λευτέρη!», του λέω. «Φάε και λίγη σουπίτσα, να στυλωθείς». Ο Λευτέρης ήρθε και κούρνιασε πλάι μου. Το λαδολύχναρο αχνοφωτάει το κουρασμένο του πρόσωπο και τα μάτια του ανήσυχα, σαν να ψάχνουνε κάτι. Καίγομαι να τ’ ακούσω και ξέρω ότι θα πονέσω πολύ. Ο Λευτέρης ιστοράει αργά και στη φωνή του μια βραχνάδα παράξενη. ` «Καρφωτούς», μου λέει, «μας κύκλωσαν ξημερώματα, άοπλους μέσα στη λούφα κι άρχισαν να γαζώνουν με τα αυτόματα. Πρώτο σκότωσαν τον Λειβαδιώτη, τον σύνδεσμο. Πήγε να τους ξεφύγει και του έριξαν με όπλο από απόσταση. Μετά λάβωσαν τον Κομνηνό στα ποδάρια και το Φωκίωνα. Τους έσυραν έξω και τους χτυπάγαν. Ο Παπατσώρης έβριζε κι έλεγε κάτι του Κομνηνού για τον πατέρα του. Α, δεν το ξέρεις; Μοίραρχος παλιά κι ο πατέρας του Σπύρου, συνάδελφοι βλέπεις, κι ύστερα τους αποτελείωσαν με πιστόλι».

Απόκομμα εφημερίδας. Μία από τις αρκετές διαμαρτυρίες για κακοποίηση μου, που καταχωρήθηκε στη «Λαϊκή Φωνή» εκείνης της εποχής.

8


Ο Λευτέρης σταμάτησε για λίγο κοντανασαίνοντας, σαν να πνιγόταν. Σφίγγομαι, κρατιέμαι κι εγώ καταπίνοντας τον λυγμό μην ξεσπάσω και γυρίζω αλλού το κεφάλι να σκουπίσω το δάκρυ. Και τώρα, σκέφτομαι, πώς της το λένε, πώς θα το αντέξει η Ελπινίκη, η αδελφή του Φωκίωνα; Την προπερασμένη εβδομάδα, της είχα πάει το μαύρο μαντάτο για τον καλό της, τον πρωτοκαπετάνιο μας στα τμήματα της Χαλκιδικής, το Φιλώτα, που σκοτώθηκε πολεμώντας. «Εμείς οι άλλοι», συνέχισε ο Λευτέρης, «τραβηχτήκαμε πίσω από κάτι πουρνάρια. Μαζί μας και η Τουμπιώτισα, η Σοφία. Την πήρε ριπή και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Έβγαλε το περίστροφο, το μόνο όπλο που είχαμε. «Δεν θέλω», μας είπε, «να πέσω στα χέρια τους ζωντανή». Με φώναξε και πήγα κοντά της. «Λευτέρη», ψιθύρισε, «μόλις ρίξω κατηφορίστε τη ρεματιά, κι αν γλιτώσετε και δεις τα παιδιά, πες τους πως έγινε». Μας χαιρέτισε έναν- έναν κι έτοιμοι εμείς, ακούγαμε το κλικ της σκανδάλης, μια, δυο, σαν να μας κάρφωνε, όσο που πήρε φωτιά με την τρίτη. Ξαφνιάστηκαν οι μπασκίνες. Δεν το περίμεναν. Βρήκαμε κι εμείς ευκαιρία και ξεγλιστρήσαμε. Βλέπεις ο καριόλης που μας κατέδωσε τους είχε πει πως δεν είχαμε όπλα».

Άργησε εκείνο το βράδυ να με πάρει ο ύπνος. Ο Λευτέρης όλη νύχτα στριφογύριζε και βογκούσε. Αφουγκράζομαι τους θορύβους της νύχτας κι ύστερα την καρδιά μου που λαχταρά. Κλείνω τα μάτια και νάτοι και πάλι μπροστά μου. Ο Φωκίων κι ο Σπύρος! Λασπωμένοι, αιμόφυρτοι να σφαδάζουν με τις τελευταίες βολές. Ο Παπατσώρης ανάβει τσιγάρο…Τους κλωτσάν, τους πατάνε με τις αρβύλες στο πρόσωπο, μήπως και σαλέψει κανένας. Τρεις φορές τη σκανδάλη! «Πού χτυπήθηκε;» ρώτησα τον Λευτέρη, λες και είχε καμιά σημασία, αλλά δεν ήξερε να μου πει. Πριν λίγους μήνες Σοφία, νυχτιάτικα, στου Καλού τον Μπαξέ, κοριτσάκι ακόμα, σε κοιτούσα που είχες βγάλει το «σιδερικό», (έτσι το λέγαμε το όπλο), το σκούπισες και το ξανάκρυψες μέσ’ το κόρφο σου. «Το καινούργιο παιχνίδι της», σκέφτηκα και θυμήθηκα πόσο καμάρωνα όταν είχα πρωτοπιάσει όπλο στ’ Αντάρτικο. Άραγες τι να σκεφτόσουν Σοφία τα τελευταία λεπτά κρατώντας το «παιχνίδι» εκείνο; Βιαζόσουν μην παραλύσουν τα χέρια σου και σε προλάβουνε ζωντανή; Τρεις φορές τη σκανδάλη! Ναι… Να μπορείς τρεις φορές να «πεθάνεις», για να ζήσουν οι άλλοι!

Με το σούρουπο ξεπροβοδίσαμε τον Λευτέρη. «Σου έχω κάτι αλλαξιές και φαγώσιμα», του είπε η μάνα στη ξώπορτα και τον σταύρωσε. Ο Λευτέρης θα 9


έσμιγε με τους άλλους στη κρυψώνα του Λάκκου κι από εκεί θ’ ανηφόριζαν για το πέρασμα της Περιστεράς, ν’ ανταμώσουν τον σύνδεσμο. «Στο καλό!», του λέω. «Χαιρέτα μου τα παιδιά και να μας μηνύσουν αν πήραν τις μουσαμαδιές και τον ρουχισμό που τους στείλαμε. Κι όπως είπαμε», του ξαναλέω σιγά, «να πεις του Γρηγόρη, ότι πιάσανε τον Δάσκαλο. Ας έχουν τον νου τους». Πριν πέσω για ύπνο, ακούω τη μάνα να παρακαλάει στη προσευχή της: «…Μάνα και εσύ Μεγαλόχαρη, που ξεγέλασες τους αντίχριστους του Ηρώδη, τους διώκτες του γιου σου, θαυματουργή Παναγιά του Καζάν, κάνε το θαύμα σου, βόηθα τους να ξεφύγουν, λυπήσου τα νιάτα τους!».

Ασάλευτη, με μάτια στεγνά, με άκουγε η αδελφή του Φωκίωνα. «Το κατάλαβα», μου είπε, «μόλις με ειδοποίησαν ότι θες να με δεις». Την πήγα σπίτι της κι ύστερα πήρα τα κακοφωτισμένα δρομάκια, έτσι να περπατήσω, χωρίς να νοιάζομαι κι αν έπεφτα σε περίπολο. «Δεν μπορεί», κάτι έλεγε μέσα μου, «θα τον αντικρίσω να περιμένει και πάλι όπως πάντα, στη γωνιά της Θερμοπυλών…» κι άλλαξα δρόμο, μη δεν τον δω και πονέσω.

Το Φωκίωνα τον έχω γνωρίσει τέλη του ’43. Τον ξαναντάμωσα στο Λιβάδι, σαν σύνδεσμο με τ’ αντάρτικα τμήματα και ένα χρόνο μετά δρασκελούσε βουνά να με προλάβει, τότε που με είχαν περάσει τραυματία από το Βάβδο. Πρόσχαρος, φιλότιμος, παλικάρι, και δεν το λες τώρα που είναι νεκρός. Φίλος, με όλη τη σημασία που είχε η λέξη εκείνα τα χρόνια. Βέβαια, δε λέω, με πείραζε κάπως και ίσως να ζήλευα την «άνεση» και τις επιτυχίες που είχε με τις κοπέλες. Θυμάμαι σε ένα από τα παρτάκια που κάναμε, να κάθομαι σε κάποια γωνιά, κρύβοντας τα λαβωμένα μου χέρια και να τον κοιτάω να χορεύει αλλάζοντας ντάμες. «Έλα, πάρε», μου λέει, «την γιαγιά να χορέψετε!» κι η μπηχτή του είχε σχέση με τα όσα του είπε η Βούλα. Το προηγούμενο βράδυ είχα πάει μαζί της, να γράψουμε συνθήματα για την αποχή, στη μάντρα του «Μεγαλέξανδρου». Πέσαμε σε περίπολο, κρύψαμε τις μπογιές, αγκαλιαστήκαμε και το παίζαμε ζευγαράκι. Ωραία κοπέλα η Βούλα κι όλο ψιθύριζε: «Φίλα με, σφίξε με, γίνε πιο φυσικός, μη μας πάρουν χαμπάρι…» Και την επόμενη, του τα μαρτύρησε όλα, λέγοντας: «…ήτανε σαν να φίλαγε τη γιαγιά του!»

10


Μια μέρα πριν φύγει ο Φωκίων για «το βουνό», είχαμε πάει στα «κορίτσια», στην Αγγελάκη και, φεύγοντας, τον θυμάμαι που μου είπε: «Ποιος ξέρει πότε ξανά …και αν…», λες και το μάντευε. Είχανε φύγει για «επάνω», ο Γρηγόρης και οι δυο «μικροί» της παρέας, ο Παναγιώτης της κυρά-Ελένης κι ο Πασχαλάκης ο Τόλιας. Στένευε ο κλοιός για εμάς που είχαμε παραμείνει για τις «ανάγκες της πόλης». Τους μακαρίζαμε που έφυγαν, «κι εμείς μαντρωμένοι στη μάντρα», έλεγα του Φωκίωνα, «σαν τα σφαχτάρια, θα περιμένουμε τη σειρά μας» και γελάσαμε με το «αστείο». Τέταρτο βράδυ που έφυγε ο Λευτέρης. Οι νύχτες ανήσυχες. Κακοκοιμάμαι, ξυπνάω κι αφουγκράζομαι να ξεχωρίσω θορύβους. Πού και πού, κόβουν την ησυχία της νύχτας σκόρπιοι πυροβολισμοί, ριπές από αυτόματα. Ύστερα η σιωπή και η αγκούσα γεμίζει τα σκοτάδια φαντάσματα. Κοίταξα την ώρα. Πήγε μια και δέκα και γύρισα στην άλλη πλευρά. Πέρασαν κάποια λεπτά κι ανασηκώθηκα, ακούγοντας θόρυβο αυτοκινήτου να πλησιάζει. Φρέναρε έξω απ΄ το σπίτι κι οι προβολείς του τρεμόπαιξαν μέσ’ από τις γρίλιες

Αρχές του 1946. Με τους φίλους μου, Φωκίωνα Βετλή (αριστερά) και Σπύρο Κομνηνό (δεξιά). 2

2

Ο φίλος και συμμαχητής μου Φωκίων Βετλής, αδελφός της Ελπινίκης Βετλή. Πιάσθηκε άοπλος από το απόσπασμα του μοίραρχου Παπατσώρη και εκτελέσθηκε εν ψυχρώ. Είναι η περίοδος που μετέχω στις μαχητικές οργανώσεις της πόλης και η όλη «καθώς πρέπει» περιβολή μου αποτελεί περισσότερο κάλυψη της αγωνιστικής μου δραστηριότητας. Δουλεύοντας στις αγγλικές αποθήκες στρατιωτικού υλικού (με συνεργία του άγγλου λοχία), χωρίς τον ελάχιστο ενδοιασμό, «ξελαφρώνουμε» τις αποθήκες, εφοδιάζοντας σε αρκετές περιπτώσεις με ρουχισμό τα νεοσυσταθέντα αντάρτικα τμήματα. Ο Σπύρος Κομνηνός, από μαχητική αγωνιστική οικογένεια (ο αδελφός του, Ανδρέας, σκοτώθηκε πολεμώντας σαν πολιτικός επίτροπος του ΔΣΕ στο κεντρικό Μπέλες). Ο ίδιος πιάστηκε άοπλος και δολοφονήθηκε από το απόσπασμα του μοίραρχου Παπατσώρη. 11


«Ήρθανε, ξύπνα…», μου ψιθυρίζει η μάνα. Η αυλόπορτά μας δεμένη με αλυσίδα και τους ακούω που έχουνε ρίξει τον φράχτη κι ανεβαίνουν τις σκάλες. Μερικοί πιάσανε τα παράθυρα και άλλοι τη πίσω μεριά της κουζίνας. Με κοντακιές σπάνε την τζαμωτή. «Είσαστε κυκλωμένοι!» φωνάζουν. «Ο ένας ν’ ανοίξει, οι άλλοι ακίνητοι!». Ο πατέρας έχει ανάψει τσιγάρο και πάει προς τη πόρτα. Στο άνοιγμά της, με το πιστόλι στο χέρι, ο ανθυπασπιστής του Α΄ Τμήματος, ο Ανδρούτσος, από παλιά πελάτης στο μαγαζί μας. «Για σένα», μου κάνει μπαίνοντας στο δωμάτιο. «Ντύσου και πάμε». «Ποιος είναι ο λόγος, κύριε Ανδρούτσο;» τον ρωτάει ο πατέρας. «Σοβαρός, πολύ σοβαρός, κύριε Αναστάση. Το πρωί οπωσδήποτε να περάσετε από το τμήμα. Σας θέλει ο κύριος διοικητής. Δυστυχώς», συνεχίζει ο Ανδρούτσος μαλακώνοντας τη φωνή του, «δυστυχώς, δεν σας έχει μοιάσει ο γιος σας». Φόρεσα το παντελόνι κι αργοπορώ, να κερδίσω χρόνο, να ξεδιαλύνω… Να έχει σπάσει ο Νικηφόρος, ή μήπως έχουν πιάσει το σύνδεσμο; Όμως εκείνος δεν με ξέρει με το όνομα. Ο Μιχάλης, ο Φάνης; Απίθανο… Μ’ αυτούς χωρίσαμε απόψε, έντεκα περασμένες. Μένει ο Λευτέρης, μα αν είναι εκείνος, τότε γιατί δε μας παίρνουνε όλους για «απόκρυψη συμμορίτη»; «Μπρος, μπρος, τι τον κοιτάτε;», βάζει φωνή ο Ανδρούτσος. Δεν πρόλαβα να βάλω πουκάμισο και μου πέρασαν τις χειροπέδες. Η μάνα μου έριξε το σακάκι στους ώμους. «Φόρεσέ το», μου λέει. « Έξω φυσάει». Σκύβει να με φιλήσει. «Δεν ξέρατε…», της ψιθυρίζω στα ρούσικα. «Δεν ξέρατε ότι ήταν αντάρτης». « Όχι κουβέντες, προχώρα…», βιάζεται ο Ανδρούτσος. Μια ματιά στους δικούς μου, ίσως για τελευταία φορά…Τα μάτια της αδελφής μου, το βιασμένο χαμόγελο του πατέρα, η φωτιά του τσιγάρου του, π’ αναβοσβήνει με τις απανωτές ρουφηξιές. Η μάνα στάθηκε στη πόρτα αμίλητη, σκουπίζει τα μάτια και σταυρώνει ξωπίσω μου. Φεύγοντας τους είχα χαμογελάσει, έτσι, να τους δώσω κουράγιο. Στο κλειστό τζιπάκι, πλάι μου, κάθησε ο Ανδρούτσος κι ένας χωροφύλακας με το αυτόματο. Έμεινε το καμιόνι. Διακρίνω ανάμεσα στα δέντρα του κήπου μερικούς χωροφύλακες, με φακούς και κασμάδες και σκέφτομαι ότι, αν ψάχνουν για όπλα, τότε δεν είναι ο Νικηφόρος που μίλησε. Αυτός ξέρει την κρυψώνα. Θα ψάχναν αλλού!

12


ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ

Το μισοκατεστραμένο αρχοντικό, σε παλιότερη φωτογραφία, όπου στεγάστηκε το Α΄ Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του Ντεπώ.3

Το Α΄ Αστυνομικό Τμήμα στεγάζεται σ’ ένα μονώροφο αρχοντικό της κεντρικής λεωφόρου της Βασιλίσσης Όλγας. Άλλες δυο φορές με είχανε φέρει στο Τμήμα, και τις δυο δαρμένο. Τη μια για την εφημερίδα του συνδέσμου μας, το «Μαχητή», τη δεύτερη για το σήμα που φόραγα, του ΕΛΑΣ. Στη σάλα, πάνω από την θερμάστρα με τα ωραία κεραμικά, το μεγάλο ρόλοι δείχνει μιάμιση περασμένες. Στο κτίριο αναμμένα όλα τα φώτα, πηγαινοέρχονται χωροφύλακες, φως φανάρι να μην περιμένω τίποτα το καλό. «Φέρτε τον μέσα!», ακούγεται από την μισάνοιχτη πόρτα η φωνή του Παπατσώρη. Ο μοίραρχος Παπατσώρης είναι ο Διοικητής του αστυνομικού τμήματος. Καλοφτιαγμένος, ψηλός, με μια στρυφνάδα στο πρόσωπο. Στην απελευθέρωση εκλιπαρούσε τους πολιτοφύλακες που τον είχαν συλλάβει. Τώρα, 3

Την περίοδο εκείνη, το Α΄ Αστυνομικό Τμήμα είχε γίνει γνωστό σαν «άντρο βασανιστηρίων» των αντιπάλων του καθεστώτος. Από τα ημιυπόγεια κρατητήρια (στα αριστερά τα δυο μικρά παράθυρα) και δεξιά, είχαν περάσει πολλές δεκάδες αντιφρονούντες, από τους οποίους αρκετοί βασανίστηκαν και στήθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Στο πλάι του Τμήματος βρισκόταν το αρχοντικό της οικογένειας του στρατηγού Περικλή Καλλιδόπουλου. Με την κορύφωση της τρομοκρατίας από το κράτος και το παρακράτος της δεξιάς και το φούντωμα του Εμφύλιου, μαχητική ομάδα της πόλης είχε πετάξει μια χειροβομβίδα Μιλς από το παράθυρο, στο γραφείο του «κομμουνιστοφάγου» μοίραρχου Παπατσώρη (στα αριστερά του κτιρίου). Μετά την απόπειρα με την χειροβομβίδα, στην πρόσοψη και τις γωνιές του μαντρότοιχου χτίσανε μπετονένιες σκοπιές, και το ζώσανε με αγκαθωτό σύρμα. Στα δεξιά της φωτογραφίας διακρίνεται η μια από τις δυό αυτές μπετονένιες σκοπιές. 13


επαγγελματίας ανθρωποκυνηγός, κάνει σταδιοδρομία πατώντας στα πτώματά μας. Βασάνισε, σκότωσε, εξάρθρωσε οργανώσεις και τις προάλλες, όπως μάθαμε, κατέβηκε στην Αθήνα, να ενημερώσει αυτοπροσώπως τους υπουργούς. Στην τελευταία συνάντησή μας, η Αλίκη4 μου είχε πει ότι: «Οι ασφαλίτες πήρανε είδηση τον Πέτρο, που είχε καταπιεί το σημείωμα», και πως «ο Πέτρος ζούσε ακόμα, όταν ο Παπατσώρης του είχε ανοίξει το στομάχι με το ξυράφι» και οι εφημερίδες, τρεις μέρες αργότερα, το πέρασαν στα ψιλά σαν «αυτοκτονία κομμουνιστή»! Με καθίσανε στη καρέκλα, μπρος στο γραφείο του Παπατσώρη, που έχει ανάψει ένα μικρό προβολέα και τον έστρεψε πάνω μου. «Σου χαλάσαμε το χουζούρι…», μου λέει. «Συμπάθα μας». Με τυφλώνει το φως και το μόνο δικό του που βλέπω, είναι το χέρι με ένα βαρύ δαχτυλίδι στο μεσαίο του δάχτυλο. «Λοιπόν, το θυμάσαι που σου το είπα πως θα βρεθούμε;», συνεχίζει ο Παπατσώρης. «Έπαιξες το κεφάλι σου κι έχασες...» Η φωνή του έχει σκληρύνει. «Ξέρω τα πάντα», συνεχίζει αργά, «για τις τριάδες, τις γιάφκες, τις επαφές». «Ωστόσο, δεν ανέφερε», σκέφτομαι με ανακούφιση, «για απόκρυψη συμμορίτη». Ο Παπατσώρης πήρε το στυλογράφο και κάτι σημειώνει στο μπλοκ. «Και τώρα, λέγε!» μου κάνει απότομα. «Πού είναι ο Δάσκαλος, ο Ψηλός, ο Μουστάκιας; Ποιοι τον έχουνε πιάσει, ποιος σου το είπε και πότε;» «Ώστε», σκέφτομαι, «θέλουν τον Νικηφόρο! Και βέβαια, ο Λευτέρης τον έχει δει, αλλά δεν τον ξέρει με τ’ όνομα. Του είχα πει ότι έχουν πιάσει τον Δάσκαλο, όμως δεν ήξερε ποιοί. Αλλά και πάλι, αν οι ασφαλίτες πραγματικά τον έχουν στα χέρια τους, πώς δεν τον αναγνωρίζουν που είναι πανύψηλος; Ή μήπως μπλοφάρει ο Παπατσώρης;» Τούτη την αναμέτρηση την σκεφτόμουν, την περίμενα και φοβόμουν πάντα τα τερτίπια τους τ’ ασφαλίτικα. Και όμως, δε θυμάμαι να είχα ποτέ τόσο λαγαρό το μυαλό, να είμαι τόσο κυρίαρχος πάνω στα νεύρα μου, να μπορώ ν’ αποφεύγω τις παγίδες που μου έστηναν. Λες κι όλα τα κύτταρά μου είχαν βαρέσει συναγερμό! Σαν το τρεμούλιασμα των χεριών πριν από μάχη, που σταματούσε με τα πρώτα πυρά. «Δάσκαλος;», και δείχνω απορημένος. «Δεν ξέρω κανένα». «Ώστε, δεν ξέρεις…», ειρωνεύεται ο Ανδρούτσος και μου έρχονται από πίσω δυνατά κι απανωτά τα χτυπήματα. Το κεφάλι βουίζει κι όπως είναι τα χέρια δεμένα πίσω απ’ τη πλάτη, το αίμα κυλά ανεμπόδιστο κι έχει μουσκέψει το φανελάκι. Ο Παπατσώρης έχει ανάψει τσιγάρο κι έρχεται κοντά μου. 4

Η φίλη και συναγωνίστριά μου, δικηγόρος Αλίκη Βέτα καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο και εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη το 1948. 14


- Σ’ έχω προειδοποιήσει, κωλόπαιδο. Όλα τα ξέρω κι αν προσπαθήσεις να τ’ αρνηθείς, θα σε λιώσω. Λέγε, πού είναι ο Δάσκαλος; - Κύριε μοίραρχε, κάποιος κάποιο λόγο θα είχε και μου τα φόρτωσε. Και οι δυο τους στέκονται πίσω μου και παρόλο που περιμένω το χτύπημα, με ξαφνιάζει ένα αφόρητο κάψιμο στα ριζά του λαιμού. «Λέγε, μίλα γαμόσταυρε…», έχει νευριάσει ο Παπατσώρης. «Έτσι κι αλλιώς θα σε κάνω να τα ξεράσεις». Ο Ανδρούτσος μου στραμπουλάει το χέρι και με τραβάει να σηκωθώ. Όρθιο με χτυπάν στο κεφάλι, στ’ αχαμνά, στο στομάχι. Ο Παπατσώρης ύπουλα με τον χάρακα, στα καλάμια, στα χέρια, όπου δεν περιμένεις. Ο Ανδρούτσος κλωτσιές και γροθιές, με διαλείμματα, παίρνοντας ανάσα. Ένα του χτύπημα με διπλώνει στα δυο. Νοιώθω λες και μου μπήξανε στο στομάχι διχάλα και χάνομαι. Συνέρχομαι πεσμένος στο πάτωμα. Ο προβολέας είναι σβηστός και μου έχουνε βγάλει τις χειροπέ��ες. Το παράθυρο ανοιχτό, μπάζει το αγιάζι της νύχτας. Νοιώθω βρεγμένος, κρυώνω και μέσα μου μια άσχημη αναγούλα και σφίξιμο. Ο Ανδρούτσος, αμίλητος, με βοηθάει να σηκωθώ και μου έχει φέρει το σακάκι να το φορέσω. Ο Παπατσώρης του γνέφει να μας αφήσει μονάχους, ανασηκώνεται στη πολυθρόνα και μου μιλάει χαμηλόφωνα: «Εκτιμώ τον πατέρα σου και πίστεψέ με, θέλω να βοηθήσω. Μα πώς να το κάνω αν δεν με βοηθήσεις και συ; Έχω ευθύνες, πρέπει να τα αναφέρω πιο πάνω, κατάλαβες; Μην έχεις τύψεις, δεν θα πεις τίποτα το καινούργιο…». Ο Παπατσώρης χτυπά με τα δάχτυλα ένα φουσκωμένο ντοσιέ. «Όταν σου δείξω», μου λέει, «τι έχουν ομολογήσει κάποιοι που είναι ψηλά, θα τρίβεις τα μάτια σου. Και είναι κρίμα να φας το κεφάλι σου, όταν σε προδίνουν οι αρχηγοί». Ο Παπατσώρης τέλειωσε και προφανώς ικανοποιημένος φώναξε: «Φέρτε τον!» Στο γραφείο μπήκε παραπατώντας ο Λευτέρης, με κατεβασμένο κεφάλι, αναμαλλιασμένος, αξύριστος. Ο Ανδρούτσος τον έσπρωξε και τον έστησε εμπρός μου. «Πέσ’ του τα, Λευτεράκη, τι σου είχε πει για τον Δάσκαλο…». «Τους τα είπα όλα!», ψελλίζει εκείνος. «Λυπάμαι, δεν μπόρεσα.» Ο Ανδρούτσος σηκώνει το χέρι του. «Ας τον!», του κάνει ο Παπατσώρης. «Μίλα, κουφάλα!», του λέει. «Σήκωσε το κεφάλι και μη μας παριστάνεις τη μιξοπάρθενη. Ή θέλεις ν’ αρχίσουμε πάλι;» Ο Λευτέρης, λες κι είναι αφιονισμένος, ανασήκωσε το κεφάλι και για μια στιγμή κοιταχτήκαμε μες στα μάτια. Βλέμμα σβησμένο και το πρόσωπό του γεμάτο αιματώματα.

15


«Μας πρόδωσαν», μουρμουράει ο Λευτέρης. «Με χτύπαγαν μέρες και τους τα είπα… Και για τον Δάσκαλο. Πες τους τα και εσύ, να γλιτώσουμε τουλάχιστον τα κεφάλια μας.» Τον κοιτάζω και σκέφτομαι τα όσα έχει τραβήξει και το πόσο άσχημα νοιώθει. Κι αισθάνομαι φόβο και λύπηση, για τον εαυτόν μου, για εκείνον, για όλους. «Τον είδες, που του έχει φύγει ο τσαμπουκάς!», καμαρώνει ο Παπατσώρης. «Τα βλέπεις, μίλα τώρα και εσύ.» «Λευτέρη, ποτέ μου», του λέω, «δεν σου είχα μιλήσει για Δάσκαλο. Από πού να τον ξέρω; Πες τους το ότι δεν είναι αλήθεια…» Ο Λευτέρης δεν βγάζει μιλιά κι ο Παπατσώρης ουρλιάζει: «Πάρτε τον έξω…» Ο Ανδρούτσος είπε στο υπενωματάρχη Κουλούρη να με κατεβάσουνε στο υπόγειο. «Θα φτύσεις της μάνας σου το γάλα…» με φοβερίζει ο Κουλούρης, ο αρχιτραμπούκος του Τμήματος. Ήρθαν να «βοηθήσουν» και άλλοι δυο καινούργιοι, μου έβαλαν τρικλοποδιά και βρέθηκα κατρακυλώντας στα τελευταία σκαλοπάτια της σκάλας. «Βγάλτε του τα παπούτσια και κάλτσες» παραγγέλνει ο Ανδρούτσος , «περάστε του χειροπέδες». «Για μπάνα πως είναι τα χέρια του…» απορεί ο ένας απ’ τους καινούργιους κοιτώντας τα τραύματα. «Που το ’παθες, ρε;» «Στο βουνό», προλαβαίνει ο Κουλούρης - Μα είναι μικρός! Πόσο είναι; - Μικρό είναι το μάτι σου. Ρώτα τον καλλίτερα, πόσους έχει φάει με τούτα τα χέρια. - Δες τόνε μαγουλάκι! Θα τον είχαν επάνω οι καπεταναίοι και τον πηδάγανε. «Πάψτε, μαλάκες», τους αγριεύει ο Ανδρούτσος. Οι καινούργιοι μου κρατάνε τα πόδια ψηλά, σφιγμένα στον αορτήρα του όπλου. «Σφίχτε γερά», τον ακούω να τους λέει. Ο πατέρας μου είχε μιλήσει για «φάλαγγα». Πιτσιρίκο στη Πόλη, τον καιρό του Χαμίτ, τον είχαν πιάσει οι τζανταρμάδες και τον περάσανε φάλαγγα. «Στην αρχή», μου είπε, «πονάς, όσο να μουδιάσουν τα πόδια, να μη τα νοιώθεις». Πέσανε οι πρώτες. Ο βούρδουλας λες και είναι από ξύλο, φορές - φορές πετυχαίνει το νεύρο, ποιος ξέρει, κι ο πόνος διαπερνά ολόκληρο το κορμί, σουβλίζοντας ραχοκοκαλιά, μέση, μηλίγγια. Κι όταν πάλι σε βρίσκει στους αστραγάλους, ή στα δάχτυλα, τότε ο πόνος γίνεται τοπικός και οξύς. Μάστορας στη φάλαγγα ο Ανδρούτσος. Τα χτυπήματά του πότε απανωτά, γρήγορα, πότε αραιώνουν, ή σπάει τον ρυθμό, ή πάλι σηκώνει το χέρι και το αφήνει μετέωρο, να περιμένεις, να σφίγγεσαι, για να σου τη φέρει απρόσμενα. Έχω ακούσει να μου λένε οι σύντροφοι, πως στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να 16


φωνάζεις, ν’ ακούγεται... Ποτέ μου δεν τα πήγα καλά με κάποια από εκείνα τα «πρέπει». Μήτε με το τραγούδι, τις ζητωκραυγές, τα συνθήματα, μήτε και να μιλάω στις συνελεύσεις. Πρέπει! Όμως δεν θες να το ξέρουν πόσο ανυπόφορος γίνεται ο πόνος, πόσο λιποψυχά η καρδιά. Στο κάτω – κάτω, δε φώναξες όταν σε «χειρουργούσαν», τραυματία στ’ αντάρτικο, χωρίς νάρκωση, με μια ψαλίδα ραφτάδικη! «Δες τον αναισθησία, ο καριόλης!», και η κλωτσιά του Κουλούρη στα πλευρά μου σαν μαχαιριά. - Φώναξε, μίλα, πού είναι ο Δάσκαλος; Είχα πει θα μετράω τα χτυπήματα και κάπου, μετά τα σαράντα, τα μπέρδεψα. Ύστερα, για να ψυχωθώ, έπιασα από μέσα μου να λέω εκείνο το τραγούδι του Τέλμαν, που τελευταία μου το είχε μάθει ο Αντρέας5: «Στα σίδερα μέσα, στ’ ανήλιο κελί του ο Τέλμαν γενναίο τραγούδι γρικά … και νοιώθει ο παλιός μαχητής το κορμί του πιο νιο, πιο γερό να ορθώνει ξανά

Οι δήμιοι αρχίσαν κεφάλια να κόβουν και μ΄ ένα τσεκούρι θελήσαν φριχτό το Κόκκινο Κόμμα ν’ αποκεφαλίσουν και πιάσαν τον Τέλμαν, τον αρχηγό…»

Ο Ανδρούτσος παρέδωσε τον βούρδουλα κι ανέλαβε να συνεχίσει ο Κουλούρης να με κοπανάει με πάθος, βρίζοντας κι απειλώντας. Θέλησε να δοκιμάσει κι ο ένας απ’ τους καινούργιους. «Ας τον πρώτα να ξεμουδιάσει», του λένε και με σηκώνουνε όρθιο. Νοιώθω τα πόδια σαν ξύλινα και με ανακουφίζει το παγωμένο νερό που μου ρίχνουν. - Τρέχα, πήδα, χαμούρα… Οι βουρδουλιές σεκοντάρουν τα παλαμάκια - Όπαλα, όπαλα… Για κοίτα τον τσόγλανο, σαν την αρκούδα του γύφτου… Με διαστήματα, άλλες δυο φορές, φάλαγγα, ξύλο, ξεμούδιασμα, με λιγότερο πάθος και μικρότερη διάρκεια. Κουράστηκαν, νύσταξαν κάποια φορά και απογοητευμένοι μ’ ανέβασαν επάνω. «Τζάμπα», μουρμουράει ο Κουλούρης, «μας έχει ξενυχτήσει, ο καριόλης». Και πάλι στο γραφείο του Παπατσώρη. Βρεμένος, ξυπόλυτος, χωρίς χειροπέδες. Με στήσανε όρθιο και μόλις μπορώ κι ορίζω τα πόδια μου. Δυο ασφαλίτες της Ειδικής είναι αραγμένοι στις πολυθρόνες, ο ένας χοντρός, αγριόφατσα, ο άλλος αχαμνός, κιτρινιάρης. «Οι κύριοι είναι της Ασφαλείας. Από εδώ ο κύριος Ερίνης», λέει ο Παπατσώρης, εννοώντας την αγριόφατσα, «και ο κύριος Αβραμόπουλος. Οι κύριοι εξεδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον και βιάζονται να σ’ αναλάβουν εκείνοι. 5

Οι πιο κάτω στίχοι είναι από τραγούδι που άκουσα το 1946 από το συντροφό μας, και φίλο, φοιτητή της νομικής Ανδρέα Δεληδήμου, που καταδικάστηκε από στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης και εκτελέστηκε το 1948. 17


Και δυστυχώς για σένα», συμπληρώνει με σημασία, «έτσι όπως πας, δε θα μπορέσω να τους το αρνηθώ.» Οι «κύριοι» με περιεργάζονται αμίλητοι κι αλλάζουν όλο σημασία ματιές. «Με συγχωρείτε που παρεμβαίνω, κύριε μοίραρχε», λέει ο Ερίνης, «αλλά τον έχετε παραχαϊδέψει. Α ρε, αν σε περιλάβω στα χέρια μου…» Ο Παπατσώρης ήρθε και στάθηκε πλάι μου. - Να έβλεπες το χάλι που έχεις! Τι έχουν τα πόδια σου; - κι έξαφνα, με πατάει με όλο του το βάρος. Μ’ έχει τρελάνει ο πόνος, καθώς μου λιώνει με το τακούνι τα δάχτυλα. Τινάζομαι, παραπατάω και, καθώς με κρατάει με το ένα του χέρι, προλαβαίνει προτού πέσω και με χτυπάει στο πρόσωπο. Πεσμένος, παρακολουθώ με μισόκλειστα μάτια και περιμένω. Ο Παπατσώρης τρίβει χαμογελώντας το χέρι του κι ανοίγει την πόρτα: «Πάρτε τον έξω…», λέει ήρεμα στο Ανδρούτσο, που με ανασήκωσε, μ’ έβγαλε έξω από το γραφείο και μ’ έστησε όρθιο στη μέση στη σάλας. Σκουπίζω τα αίματα και σκέφτομαι πως η πληγή στο κρόταφο, που μου ’χει κάνει ο Παπατσώρης, πρέπει να είναι από το δαχτυλίδι που φόραγε. Η αγριόφατσα βγήκε στη σάλα κι ήρθε κοντά μου. Γυροφέρνει αμίλητος, με περιεργάζεται, τρίζει τα δόντια του και μουρμουράει σαν φίδι, σουριχτά, χαμηλόφωνα: - Σ’ έχουν στα όπα – όπα, βρε πούστη, και τους δουλεύεις. Έννοια σου, τελατίνι θα γίνεις στα χέρια μου. Θα με παρακαλάς, βρε καριόλη, και θα ζηλέψεις τα μαρτύρια του Χριστού. Μ’ έπιασε σύγκρυο. Σφίγγω τα χέρια, να συγκρατήσω το τρέμουλο. Το κατάλαβε εκείνος. - Μπα, μου το κρύωσαν το παιδί! Θα σου βράσουμε καυτά αυγουλάκια, αγόρι μου, να τα βάλουμε στις μασχάλες και καλαμάκια στα νύχια. Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα έχεις ακούσει… Και μόνο που τον ακούω, μου παγώνει το αίμα. Θέλω να κάνω εμετό, μου έρχεται λιποθυμιά και κρατιέμαι μη πέσω. «Κι αν πάλι γουστάρεις, “στεφάνι”,», συνεχίζει ο Ερίνης, «να στο βιδώνω αργά - αργά και ν’ ακούς το κεφάλι σου να τρίζει σαν καρπούζι του Καβαλάρ, όσο να πεταχθούνε τα μάτια στο κούτελο. Πόσο θ’ αντέξεις; Και θα σου φαίνονται ετούτα εδώ που σου κάνανε, παιχνιδάκια.» Είδα με ανακούφιση ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα ο Ανδρούτσος με το Λευτέρη. «Πηγαίνετε μέσα», μου λέει ο Ανδρούτσος, ανοίγοντας την πόρτα στο δίπλα γραφείο, «να τα πείτε οι δυο σας, σαν φίλοι». «Ρε, Λευτέρη», αρχίζω να τον προλάβω, «Τέτοιο ψέμα! Πως μπόρεσες; Χρόνια μαζί, γείτονες, φίλοι, στ’ αντάρτικο…» 18


Του μιλάω δυνατά και φαντάζομαι κάπου να έχουν στημένο μικρόφωνο. Στο κάτω μέρος, στη γωνιά της φωτισμένης τζαμαρίας, βλέπω να σαλεύει η σκιά από το πηλίκιο του Ανδρούτσου, που κρυφακούει γονατιστός. Το κατάλαβε εκείνος κάποια φορά και πήγε να κλείσει το φως. «Είναι αδικία, Λευτέρη», του λέω ανεβάζοντας τη φωνή. «Γιατί δεν μιλάς;» «Τι να πω;», απαντάει εκείνος και δεν σηκώνει τα μάτια του. «Τους τα είπα για να γλιτώσω το απόσπασμα. Και εμένα, με κατηγόρησαν άδικα για εκείνον τον ενωμοτάρχη στην Τούμπα». «Κι επειδή σου τον φόρτωσαν άδικα, τα ρίχνεις επάνω μου... Πες τους, Λευτέρη! Πες τους το, πως δεν είναι αλήθεια…» Ο Λευτέρης δε μιλάει κι εγώ επιμένω και του το πάω στο φιλότιμο να πει την «αλήθεια». Άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Ανδρούτσος. Προτού μας χωρίσουν με τον Λευτέρη, για μια στιγμή, είχα ακουμπήσει το χέρι στον ώμο του κι ήταν τα μάτια του βουρκωμένα.

1946. Με τους Επονίτες της περιοχής του Ντεπώ .6

6

Σε μια από τις επονίτικες γιορταστικές εκδηλώσεις, με συναγωνιστές μου και φίλους. Απ’ αυτούς, οι επτά από την προσωπική μου παρέα σκοτώθηκαν πολεμώντας, δολοφονήθηκαν ή οδηγήθηκαν σε εκτελεστικά αποσπάσματα. Στο πρώτο πλάνο, ένα μικρό πανό που έχω φιλοτεχνήσει. Όρθιος στα δεξιά της φωτογραφίας διακρίνεται και ο Λευτέρης. 19


Ο καινούργιος, που ρώτησε για τα χέρια μου, μου έφερε τ’ άρβυλα. «Ζορίσου και φόρεσέ τα», μου λέει σιγά. «Θα σου πρηστούνε λιγότερο». Τώρα πια! Έτσι όπως ήταν τυμπανισμένα τα πόδια και στο αριστερό μου τα δάχτυλα λιώμα, μπόρεσα να βάλω με δυσκολία μόνο τις κάλτσες. Με μπάσανε και πάλι στο γραφείο του Παπατσώρη. Κάθεται μόνος του και με κοιτάει για λίγο αμίλητος. Το παράθυρο μισάνοιχτο και στο τραπέζι, μπροστά του, ένα μεγάλο περίστροφο. «Λοιπόν, πότε θ’ ανοίξεις το στόμα σου;», ρωτάει κουρασμένα. «Μα, κύριε μοίραρχε!», λέω και του δείχνω τα χέρια μου. «Έτσι που είναι, πώς θα μπορούσα…;» - Για να δούμε! Πλησίασε… Ο Παπατσώρης, πήρε το περίστροφο, και το ζύγισε στη παλάμη του. Ύστερα το έσπρωξε προς το μέρος μου, προς στην άκρη του τραπεζιού και με αναμετράει με τα μάτια. Σκέφτομαι ότι είναι ασφαλίτικο κόλπο, ότι το περίστροφο είναι αδειανό και περιμένει να δει το πώς θ’ αντιδράσω. Κι όμως, τον κοιτάω που ξαναπιάνει το περίστροφο, έχει γείρει το τύμπανο και αρχίζει, χαμογελώντας, να βγάζει μια - μια τις σφαίρες. «Πιάσ’ το», μου κάνει, «και κράτα το». «Δέστε και μόνος σας!», του λέω κι εγώ. «Με τις αγκυλώσεις στον καρπό και τα δάχτυλα…» «Για πες μου, όμως!», συνεχίζει, «Πώς νομίζεις πως λειτουργούνε οι «τρόικες»;» - Μα, πώς θα μπορούσα να ξέρω… «Σε ρώτησα πώς νομίζεις…», και δείχνει εκνευρισμένος. «Ας πούμε πως με έβαλαν στόχο, όπως τη περασμένη φορά». Σκέφτομαι πως δε σηκώνει άλλο να παριστάνω τον βλάκα. - Θα παρακολουθούσαν, νομίζω, τις κινήσεις, τα δρομολόγια κι ύστερα… «Κάποιος θα κράταγε τσίλιες, κάποιος θα κάλυπτε…», συμπληρώνει ο Παπατσώρης. «Έτσι πρέπει», απαντώ και καταλαβαίνω που το πάει. - Και σ’ αυτό, φυσικά, δε θα τον εμπόδιζαν οι αγκυλώσεις. - Είναι όπως το λέτε, μόνο που εγώ… - Ε, σκάσε λοιπόν! Τι να σου πω; Ή είσαι μεγάλος ηθοποιός, ή ηλίθιος. Πάντως ό,τι και να’ σαι, να το ξέρεις πως το κεφάλι σου το έχεις χαμένο. Στο γραφείο μπήκε ο Ανδρούτσος και κάτι του ψιθυρίζει. «Βεβαίως, βεβαίως…», έχει ζωηρέψει ο Παπατσώρης. «Τράβα τον πέρα να περιμένει.» Στη πόρτα ένας μετρίου αναστήματος κομψοντυμένος μεσήλικας. 20


- Χαρά μου κύριε Νομάρχα, περάστε… Παρακαλώ, παρακαλώ. Δώστε το πανωφόρι σας. Στέκομαι στο μισόφωτο της γωνιάς και παρακολουθώ τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις. «Οι κυρίες, η υγεία, οι σπουδές των παιδιών…» Ο κύριος Νομάρχης προτείνει να περάσουν μαζί την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. «Για κανένα χαρτάκι, έτσι, να μη ξεχνάμε τις παραδόσεις. Εξάλλου, η σύζυγος ανυπομονεί να ακούσει τα καινούργια σας κατορθώματα». Ο Παπατσώρης σκάει χαμόγελο κι ο κύριος Νομάρχης μισοξαπλωμένος στη πολυθρόνα, άναψε πούρο και μοσχοβόλησε το δωμάτιο. Με παραλύει η εξάντληση, τα πόδια, ο σφάχτης στο στήθος. Παραπάτησα και πιάστηκα από την κάσα της πόρτας να κρατηθώ. Ο κύριος Νομάρχης γύρισε ξαφνιασμένος. - Μα, κύριε μοίραρχε, σας βρίσκω εν ώρα εργασίας. Ειλικρινά, σας θαυμάζω! - Το καθήκον, κύριε Νομάρχα, πάνω απ’ όλα το καθήκον… - Αν δεν έχετε αντίρρηση, συνεχίστε παρακαλώ. Θα μου ήταν ευχάριστο… «Θα του ήταν ευχάριστο»! Μου ήρθε στο νου το παλιό μας σπίτι και ένα, τόσο δα, ποντικάκι στη φάκα. Ματάκια γεμάτα τρόμο, τρέμουλο στο μικρούλι κορμί κι ένα γύρο οι γάτες, να χοροπηδάν ανυπόμονες. Αλήθεια, πόσο το γλένταγαν μικροί και μεγάλοι με εκείνη την αγωνία θανάτου! Και πόση αγαλλίαση όταν, στη προσπάθεια να ξεφύγει, του έφραζε κάποιος τον δρόμο του γλιτωμού. Ίσως, για τον κύριο Νομάρχη, αυτή η νυχτερινή επίσκεψη δεν είναι παρά ένα νυχτερινό ιντερμέτζο ή και για λόγους υπηρεσιακής ενημέρωσης, με αμοιβαίες υπηρεσιακές επιπτώσεις. Ίσως αύριο, χαριτολογώντας, θα αναφερθεί σε τούτη εδώ την προσωπική εμπειρία. Σε εμένα, ένα «ποντικάκι στη φάκα» που αγωνιούσε να κρατηθεί στη ζωή. Και βέβαια, θα παραλείψει μια «ασήμαντη» λεπτομέρεια, πως δεν το αποζητούσε με οποιοδήποτε τίμημα. Για τον μοίραρχο Παπατσώρη, τέλειωσε μια ακόμα κουραστική «εργάσιμη μέρα», με αποτελέσματα ασφαλώς όχι εκείνα που θα’ θελε. Αύριο, περιμένοντας το Καινούργιο Χρόνο, οι κυρίες θ’ ακούνε με θαυμασμό τα κατορθώματα αυτού του Ηρακλείδη της κοινωνικής τους γαλήνης. Και ίσως μια κάποια ερωτική ανατριχίλα μπροστά σ’ αυτό το νιτσεϊκό πρότυπο, ενός «πραγματικού άντρα» που δε θα δίσταζε ακόμα… και με τα ίδια τα χέρια του! «Με συγχωρείτε κύριε μοίραρχε, αλλά θα σας συμβούλευα να ξεκουραστείτε λιγάκι», του λέει ο κύριος νομάρχης. «Και μην ξεχνάτε, πόσο πολύτιμος είστε για την πατρίδα». 21


ΣΤΟ ΚΡΑΤΗΤΉΡΙΟ Ο Παπατσώρης, φεύγοντας έδωσε εντολή. «Όρθιος», είχε πει στο φρουρό που με φύλαγε, «όσο να βγάλει ρίζες στα πόδια του»! Με έχουνε στήσει όρθιο, να κοιτάω τον τοίχο. Νοιώθω διαλυμένος, πονάω κι ο πόνος και η εξάντληση δυναμώνουν λεπτό το λεπτό. Ο φρουρός στο βάθος της αίθουσας, αραγμένος στον πάγκο, νυστάζει. Το πήρε είδηση που έχω ακουμπήσει στον τοίχο κι έβαλε τις φωνές: «Πίσω, χαμούρα…» Πόσο θ` αντέξω; Σκέφτηκα ότι πρέπει να «σωριαστώ», προτού με σωριάσει η εξάντληση κι αφήνομαι να πέσω στο πάτωμα. Την πρώτη φορά και τη δεύτερη, ο φρουρός με ανασήκωσε όρθιο με τις κλωτσιές. Την τρίτη δεν τα κατάφερε, φώναξε τον υπενωμοτάρχη υπηρεσίας και με κατέβασαν βλαστημώντας στο κρατητήριο. Το κρατητήριο σ’ ένα κακοφωτισμένο ημιυπόγειο. Με χοντρούς πέτρινους τοίχους, παράθυρο ζωσμένο με κάγκελα, με το πάτωμα στρωμένο φαρδιά, σαπισμένα σανίδια. Το ρολόι της σάλας, την ώρα που με κατέβαζαν, έδειχνε τέσσερις κι είκοσι, δηλαδή, κοντά μιάμισης ώρας ορθοστασία! «Να του λύσω τις χειροπέδες;», ρώτησε τον υπενωμοτάρχη ο φρουρός. - Ο κύριος διοικητής, είχε δώσει εντολή, να μη του τις βγάλουμε. Γονατίζοντας, κάθισα με δυσκολία στο πάτωμα, να μην πατάω τουλάχιστον τα πληγωμένα ποδάρια. Πονάω στη κάθε μου κίνηση και το κεφάλι, λες και το έχουν παραγεμίσει με μέλισσες. Προσπάθησα να ξαπλώσω, όμως τα χέρια, όπως είναι σφιχτοδεμένα στη πλάτη, με εμποδίζουν να γείρω και η στεφάνη της χειροπέδας πάνω στα τραύματα με έχει πεθάνει. Ο μόνος τρόπος να ξαπλώσω, είναι επάνω στο μπράτσο μου. Ωστόσο, καθώς το κεφάλι κρέμεται στο κενό, σε λίγο ο πόνος στον αυχένα γίνεται ανυπόφορος. Σηκώθηκα όρθιος να ψάξω, μήπως έβρισκα κάτι να βάλω για προσκεφάλι και στο περβάζι του παράθυρου ανακάλυψα ένα μπουκάλι, το μοναδικό αντικείμενο στο κελί. Προσπάθησα για κάμποση ώρα, αλλά δεν μπόρεσα να το φτάσω. Πλάι στη πόρτα, οι σανίδες σπασμένες, όλο μούχλα και κάτουρο. Ζορίστηκα, αλλά κατάφερα τελικά με τα δόντια ν’ αποσπάσω ένα σκλήθρο σανίδας. Το κρατάω στο στόμα και σπρώχνοντας το μπουκάλι, κατάφερα να το φέρω κοντά, να πιάσω το λαιμό του με τα χείλη και με προσοχή να το απιθώσω στο πάτωμα. Είναι ένα μπουκάλι εξάγωνο, αφημένο ποιος ξέρει πότε και από ποιόν, για να μου γίνει …το πιο λαχταριστό μαξιλάρι! Βολεύτηκα κάπως, στήριξα το κεφάλι κι έχω κλείσει τα μάτια μου. Τουλάχιστον όταν σ` αφήνουν μονάχο, μπορείς να συγκεντρωθείς, να ορίσεις 22


σκέψη και πόνο. Και να νοιώθω, να είμαι σαν και εκείνα, τα κουλουριασμένα στ` αγιάζι, όλο πληγές αλητόσκυλα που αγωνιούν να κρατηθούν στη ζωή. Άραγες να κοιμούνται τέτοια ώρα στο σπίτι, ή θα έχει σηκωθεί ο πατέρας κι αναβοσβήνει στο χωλάκι τσιγάρα, να κρύψει από τη μάνα την ταραχή; Είναι παράξενο που δεν τους έχουν πειράξει! Κι ο Ανδρούτσος, να έχει πει του πατέρα να περάσει το πρωί απ` το τμήμα! Όπως και να είναι, ας έχω το νου μου, μήπως μπορέσω και τον δω, καθώς θ` ανεβαίνει τις σκάλες. Έχουν λυσσάξει να βάλουν στο χέρι το Δάσκαλο και να χτυπήσουν την Αυτοάμυνα. Και που να το ήξεραν, ότι αυτός που γύρευαν τόσο επίμονα, είναι ο Νικηφόρος7 και ότι τον έχουν συλλάβει. Ο Νικηφόρος… Όταν τον πρωτοείδα, θυμάμαι, καθώς ξεπρόβαλλε από τα σκοτάδια της νύχτας, μου είχε φαντάξει θεόρατος. Κι όπως τον κοίταζα, έτσι, κάπως γυρτό, ντυμένο στα μαύρα, να κρατάει μια ομπρέλα και με το άλλο του χέρι, κάτω από την καμπαρτίνα το αυτόματο, είχα νοιώσει δέος και θαυμασμό. Εκείνο το βράδυ στάθηκε σύντομος, ρώτησε, έδωσε εντολές και τελειώνοντας λες και τον κατάπιε και πάλι η νύχτα. Με όλη μου την εξάντληση, οι σκέψεις και το κρύο αποδιώχνουν τον ύπνο. Το μπράτσο κι ως κάτω, όλη η δεξιά μου μεριά λες κι ακουμπάνε παγοκολώνα. Η παγωνιά περονιάζει το στήθος και μονάχα ένας πόνος στα πόδια, μέσα από το μούδιασμα, με κάνει και τα νοιώθω δικά μου. Μ` έπιασε σύγκρυο, να μη μπορώ να συγκρατήσω τα δόντια μου. Ήρθαν στο νου μου οι απειλές του Ερίνη για γεναριάτικο μπανάκι στη Μίκρα και τα περί «πνευμονίας» και λέω πως οπωσδήποτε πρέπει να σηκωθώ και να κινηθώ. Με δυσκολία στάθηκα στα ποδάρια. Σε κάθε βήμα μου νοιώθω σαν να πατάω γυαλιά κι αυτές οι καταραμένες οι χειροπέδες... Όμως πρέπει. Παραπατάω, πέφτω, σηκώνομαι. Και επιμένω και πάλι, όσο να με σωριάσουν ο πόνος κι η εξάντληση. Από το βρώμικο τζάμι φεγγρίζει αβέβαιο το φως της ημέρας. Στη λεωφόρο απέναντι έχουν κινήσει τα τ��αμ. Αραιοί οι πρώτοι διαβάτες, βιαστικοί, με ομπρέλες και ανασηκωμένους γιακάδες προσπερνάνε την πύλη. Ήρθε και κοίταξε επιτέλους από το παραθυράκι της πόρτας ο δεύτερος ανθυπασπιστής του Τμήματος, ο Δρακούλης. Κι αυτός από παλιά πελάτης στο καφενείο και γνωστός του πατέρα. «Για την τουαλέτα», μου λέει κι είναι σαν

7

Νικηφόρος Καλλίνικος, καθοδηγητής μας στις ένοπλες ομάδες κρούσης. Πιάστηκε από την Ασφάλεια, αλλά αφέθηκε ελεύθερος με τη μεσολάβηση του θείου του, τότε μητροπολίτη Καλλίνικου. Ο Νικηφόρος αργότερα πολέμησε στον Δημοκρατικό Στρατό, με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στο παραπεμπτήριο βούλευμα για στρατοδικείο που μου είχαν κοινοποιήσει το 1951, από τους επτά συγκατηγορούμενους είχαμε απομείνει ο Νικηφόρος κι εγώ. Αρκετά χρόνια αργότερα, είχα μάθει από σύντροφό μας που τον έζησε στη Τασκένδη, ότι πέθανε εκεί και πως στην ιδιωτική του ζωή υπήρξε ένας άνθρωπος μυαλωμένος και πρόσχαρος. 23


να μη με ξέρει καθόλου. Ο χωροφύλακας που μου είχε βγάλει τις χειροπέδες, κοιτώντας τα χέρια ξαφνιάστηκε. «Ρε, πως έγιναν έτσι;», ρωτάει και πλησιάζοντας τον Δρακούλη κάτι του λέει ψιθυριστά. Πονάω και δυσκολεύομαι να ξαναφέρω μπροστά μου τα χέρια. Το δεξί παραείναι πρησμένο κι έχει ένα χρώμα μπλαβί, σαν και το γαγγραινιασμένο ποδάρι του Σέρβου που του το είχανε κόψει στ’ αντάρτικο. Στο αριστερό, επάνω στα τραύματα, το σημάδι της χειροπέδας μια βαθιά αιμάτινη χαρακιά και το σπασμένο κόκαλο πετάχθηκε να τρυπήσει το δέρμα. Στη τουαλέτα, πάνω από τον νιπτήρα, ένα κομμάτι από σπασμένο καθρέπτη. Κοιτάζω και δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω τον εαυτό μου. Πρησμένα μάτια, σ’ ένα πρόσωπο ξένο, γεμάτο αιματώματα. «Μη του ξαναδέσεις τα χέρια», έδωσε εντολή ο Δρακούλης φεύγοντας. Και η φωνή του λες και έγινε πιο φιλική. Χιονίζει. Οι νιφάδες βαριές λιώνουν στο έδαφος και μοναχά στα κλαριά, τόπους – τόπους, έπιασε χιόνι. Πιτσιρικάδες, με τρίγωνα και καραβάκι στα χέρια, κοντοστάθηκαν αναποφάσιστοι μπροστά στην πύλη του τμήματος κι έφυγαν. «Μακεδονία! Βορράς! Γεγονότα!» ακούστηκε η φωνή του Σαλίπατα και σε λίγο πρόβαλε και ο ίδιος, με τις εφημερίδες παραμάσκαλα, να κατηφορίζει πλατσουρίζοντας στα νερά. Σαλίπατας! Το στοιχειό του Ντεπώ… Αγαθός και πρωτόγονος, ο πάντα «εθνικόφρων», κουρελής και ξυπόλητος, καλοκαίρι χειμώνα.

24


Αρχές 1946. Οικογενειακή φωτογραφία στο κατώφλι του σπιτιού μας, στην οδό Μελενίκου (Καμινίκια - Ντεπώ).

25


«ΝΥΧΤΑ ΓΕΜΑΤΗ ΘΑΥΜΑΤΑ …» Σήμερα, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυραίοι βγήκαν για ψώνια. Το βράδυ, θα κόψουν την βασιλόπιτα και θα τσουγκρίσουν τα ποτήρια για το καλό της χρονιάς. Πρωτοχρονιάτικα στο σπίτι δεν παίζουν χαρτιά. Τέτοιες μέρες, το αγαπημένο παιχνίδι είναι η τόμπολα. Η τόμπολά μας, φερμένη απ’ τη Ρωσία. Με ανάγλυφα νούμερα πάνω σε ξύλινα «βαρελάκια» και χοντρές καλοτυπωμένες καρτέλες. Μετά το τραπέζωμα με την απαραίτητη πηχτή και την κρεατόπιτα, θα σερβιριστούν το γλυκό, οι ξηροί καρποί και τα φρούτα, όλα τους προσωπική φροντίδα του πατέρα. Στο μεγάλο τραπέζι στρώνεται τραπεζομάντιλο, μοιράζονται ο καρτέλες κι αρχινά το παιχνίδι. Τέτοιες βραδιές, το σπίτι μοσχοβολά μήλο και πορτοκάλι και αντηχεί από τα «αρμόζοντα», για ένα «ευπρεπές οικογενειακό περιβάλλον», χωρατά και πειράγματα. Όμως αυτή τη χρονιά, δεν θα έρθουν μουσαφιραίοι και η βραδιά θα περάσει βουβά και στενάχωρα. Και την άλλη παραμονή; Κι’ είναι αβάσταχτη η σκέψη να μην υπάρχεις τη άλλη Παραμονή! «Καλοπερνάει ο καριόλης…», ακούω τη φωνή του κι ανατριχιάζω. Στ’ άνοιγμα της πόρτας ο Ερίνης κι άλλοι δυο ασφαλίτες. «Για να δούμε» μου λέει, «αν έχεις βάλει μυαλό ή θα σε κάνω να χέσεις μαλλί από λύκο.» Οι ασφαλίτες βγάλαν από μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα ένα μάτσο φωτογραφίες. Μου τις δείχνουν μια - μια και με ρωτάν αν τους ξέρω. Κουνάω αρνητικά το κεφάλι και οι ασφαλίτες έχουν εκνευριστεί. - Κοίτα και τούτη…ούτε αυτόν; - Μίλα, βρε πούστη! Σε κάποια φωτογραφία ο Νικόλας, το γειτονάκι, άσχετος μ’ αυτά που γυρεύουν. «Αυτόν τον ξέρω», τους λέω, έτσι να φανώ πιο «συνεργάσιμος». «Λέγε, λέγε…» ζωήρεψαν όλοι τους. «Ποιος είναι; Τι ξέρεις;» «Είναι ο Νίκος ο Τσούπας»,τους λέω. «Γείτονάς μας, λίγα σπίτια πιο πάνω.» - Τι άλλο; - Τίποτα άλλο. «Χέστηκα!», ωρύεται ο Ερίνης. «Ρε σεις, τον ακούτε που μας παριστάνει το μάγκα;» και οι ασφαλίτες βάζουν τα δυνατά τους, ποιος θα μου ρίξει τις πιο πολλές. Μπάφιασαν κάποια φορά και τους έκανε νόημα κι ο Ερίνης να σταματήσουν. «Άντε, δείξτε του κι άλλες», τους λέει, «να τελειώνουμε». 26


Σε μια από τις φωτογραφίες, ο Νικηφόρος! Ένας Νικηφόρος αγριεμένος, να με καρφώνει κατάματα. «Όχι, δεν τον γνωρίζω», βιάζομαι ν’ απαντήσω και φοβάμαι μήπως έχουν καταλάβει την ταραχή μου. Οι ασφαλίτες συνεχίζουν με άλλες φωτογραφίες και τελειώνοντας δείχνουν απογοητευμένοι. Φεύγοντας, με πλησίασε ο Ερίνης και, κοιτώντας με μες τα μάτια, με διαβεβαίωσε ότι: «Πίσω την έχει, την ουρά η αχλάδα». Με την φασαρία που έγινε και να ήρθε, δεν μπόρεσα να δω τον πατέρα. Ωστόσο, το καλό είναι ότι με το ξύλο που μου έριξαν ζεστάθηκα τόσο, που ελπίζω να γλιτώσω την πνευμονία. Το απόγευμα ξαναήρθαν μόνοι τους, οι δυο ασφαλίτες, μου έδειξαν κι άλλες φωτογραφίες, μου ρίξανε μερικές και με απείλησαν πως την επόμενη φορά θα με στύψουν! Με το σούρουπο ήρθε να μου ανοίξει ο Κουλούρης. Τον ρώτησα αν μου έφεραν ρούχα. «Όχι», απαντά βλοσυρός. Στην τουαλέτα και πάλι οι βρύσες δεν τρέχουν. «Λίγο νεράκι», του λέω, «να πιω». «Νεράκι; Άκου νεράκι!», έχει αγριέψει ο Κουλούρης. «Αϊ σιχτίρ, μέσα, κωλόπαιδο. Να κορακιάσεις.» Έξω, άναψαν τα φώτα. Στη λεωφόρο ζωήρεψε η κίνηση, πέρασε τραγουδώντας μια μεγάλη παρέα, κοπέλες κι αγόρια. «Το τελευταίο ταγκό μη μου αρνιέσαι…», φθάνουν νοσταλγικοί οι ήχοι από κάποιο γραμμόφωνο. «Καλή χρονιά και χρόνια πολλά!», ανταλλάξανε κάποιοι ευχές με τον σκοπό χωροφύλακα. Έχει νυχτώσει. Στα περισσότερα σπίτια υποδέχονται την καινούργια χρονιά. Ζεστασιά, στρωμένο τραπέζι, κουβέντα. Στο Τμήμα, επάνω, οι χώροι ζεσταίνονται και στη σάλα η μεγάλη θερμάστρα μένει αναμμένη όλη τη μέρα. Η εξάντληση παραλύει το κορμί κι από το σπασμένο τζάμι ο παγωμένος αέρας με περονιάζει ως το κόκαλο. Φοβάμαι να καθίσω ή να μείνω ακίνητος και γυροφέρνω τοίχο - τοίχο το κρατητήριο. Σκέφτομαι πως σε λίγο δε θα με κρατάνε άλλο τα πόδια μου κι έχω ολόκληρη νύχτα μπροστά μου! Και όμως, τούτη τη νύχτα, «νύχτα θαυμάτων», κάποιος, μες στη «φωλιά του λύκου», μ’ έχει σκεφτεί. Κάποιος, που δε θα γνωρίσω ποτέ, περασμένα μεσάνυχτα, πέταξε στο κελί, τα άρβυλά μου και την πάνινη τσάντα της μάνας. Μέσα στη τσάντα, κουβέρτα, κάλτσες, πουλόβερ και τυλιγμένα σε πετσετάκι, θρυμματισμένα κομμάτια βασιλόπιτας. Έχω βουρκώσει. Τα σφίγγω επάνω μου, τα γεμίζω φιλιά. Και οι δικοί μου, κι όλη η στοργή κι η αγάπη τους, πλάι μου ετούτη την ώρα! 27


Τα φόρεσα όλα. Δοκίμασα να βάλω και τις αρβύλες, μα είπα: «άστα να πάνε, με το χάλι που έχουν τα πόδια μου. Ας είναι…». Τυλίγομαι στη κουβέρτα σε «κιοπέκ χαλκασί» (σκυλίσιο κουλούριασμα), όπως το λέει ο πατέρας, και περιμένω να ζεσταθώ, να με πάρει για λίγο ο ύπνος. Στο όνειρό μου με κυνηγούν σε ρουμάνια. Κι όλο ζυγώνουν…Τα βήματά τους, οι φωνές, η ανάσα τους, και τα πόδια μου καρφωμένα στη γη… Ανοίγω τα μάτια. Απέναντί μου δυο αρουραίοι ροκανίζουν την βασιλόπιτα. Πάω να σηκωθώ και νοιώθω το κορμί μου πιασμένο. Φωνάζω, σαλεύω το χέρι να φύγουνε. Τίποτα. Μοναχά που με κοίταξαν σαν ν’ απορούσαν. Τα κατάφερα τελικά, όρθιος πια, να τα κυνηγήσω με το μπουκάλι, για να χωθούνε απρόθυμα σε μια από τις τρύπες στο πάτωμα. Είναι αστείο…Για δυο ποντικούς; Και όμως φοβήθηκα και λέω ότι πρέπει, όσο κι αν ζοριστώ, να φορέσω τα άρβυλα. Έγειρα ακουμπώντας στον τοίχο. Κοιμάμαι, πετάγομαι σ’ εφιάλτη και ξανακλείνω τα μάτια. Στο μεσοΰπνι, ακούω το καμπανάκι του τραμ. Είναι το πρώτο, «το τραμ της υπηρεσίας». Μ’ έπιασε ρίγος και βιάζομαι να σηκωθώ, να περπατήσω, όσο γίνεται, μη ξεπαγιάσω. Ήρεμη, ασυννέφιαστη, ξημέρωσε η πρώτη μέρα του χρόνου. Τέτοια μέρα και οι ασφαλίτες έχουν αργία και συνειδητοποιώ, με ανακούφιση, ότι θα έχω κι εγώ μιας μέρας αναστολή! Ο χωροφύλακας που ήρθε να μου ανοίξει, αμίλητος και στην τουαλέτα και πάλι οι βρύσες δεν τρέχουν. Μόνο που ετούτη τη φορά δεν είπα κουβέντα. Στη λεωφόρο, αραιοί οι διαβάτες, λιγοστά τροχοφόρα. Στη σκάλα ανέβασαν βρίζοντας μεθυσμένο κι ύστερα και πάλι σάμπως να νέκρωσαν όλα. Ως και τα ποντίκια, ακόμα, με έχουν ξεχάσει! Όμως, οι σκέψεις πάντα παρούσες. Ο Παπατσώρης και βέβαια έχει πάρει προσωπικά την υπόθεση. Έ, δεν είναι και λίγο να βλέπεις μια «μίλς» να κυλάει μες στα πόδια σου. Είναι βέβαια και η αίγλη του «κομμουνιστοφάγου» και η σταδιοδρομία στο Σώμα. Λέω πως δεν πρόκειται να μου πάρουν κουβέντα. Όμως αλήθεια, πόσο μπορείς να τ’ αντέξεις κι αν επιζήσεις και για πόσο καιρό; Η Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης έχει «σπάσει» στελέχη με τ’ όνομα και είναι λιγοστοί αυτοί που αντέξανε. Ύστερα η υπόθεση θα πάρει τον δρόμο της. Τα στρατοδικεία, με μια άρνησή σου ν’ αποκηρύξεις, σε στέλνουν στο απόσπασμα, πόσο μάλλον όταν υπάρχει και η περίπτωση «περίθαλψης συμμορίτου». Μεσημέριασε. Κοιτάω προς τα έξω και δεν πιστεύω τα μάτια μου. Ο Φιλόσοφος! Από το απέναντι πεζοδρόμιο, διασχίζει τη λεωφόρο. Δίπλα στο Τμήμα είναι το σπίτι του φίλου του, του στρατηγού Καλλιδόπουλου κι από το χάλασμα του μαντρότοιχου τον βλέπω ��α ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. 28


Ο μπάρμπα Ιππόλυτος, ο «Φιλόσοφος», όπως τον είχε βαφτίσει η μάνα, είχε σταθεί στα χρόνια της εφηβείας μου το αψεγάδιαστο πρότυπο ενός βαθιά φιλοσοφημένου ανθρώπου, ενός ανθρώπου της προσφοράς. Ο Δάσκαλος που θα με μυήσει στον προβληματισμό της ζωής. Αυτός που μου έμαθε ότι: «Χωρίς μίσος για το άδικο, δεν υπάρχει αγάπη»! Μόλις έχω περάσει τα είκοσι και θα ’ναι στα ενενήντα. Πικρογελάω στη σκέψη πως, ακολουθώντας τα χνάρια του, σε λίγο θα σαπίζω στο χώμα. Ας είναι. Άλλωστε δικά μου στάθηκαν και η επιλογή και το τίμημα. Έχε γεια, Δάσκαλε. Να είσαι καλά και για χρόνια ακόμα περπάτα πάνω σε τούτη τη γη, κούτσα-κούτσα, βροντώντας το μπαστουνάκι σου, όπως σε είδα. Το βράδυ ήρθε να μου ανοίξει ο στραβοκάνης που προθυμοποιήθηκε να με χτυπήσει στη φάλαγγα. «Δε θέλεις να πιεις, δε θα ξεπλύνεις τα μούτρα σου;», μου λέει χαζογελώντας. Το λαρύγγι κατάστεγνο και το σάλιο στο στόμα μου, σαν μαντζούνι πηχτό και κολλώδες. Κρυώνω και μένω ακίνητος, μη χειροτερέψω τη δίψα. Η νύχτα θα περάσει με παραισθήσεις. Στα όνειρά μου νερά τρεχούμενα, στέρνες και κεφαλάρια. Κι όλο πίνεις και πίνεις και δεν ξεδιψάς. Ξημερώματα, ξέσπασε καταιγίδα. Οι ριπές του αέρα χτυπούν τη βροχή πάνω στο τζάμι. Έβγαλα το μαντήλι μέσα απ’ το σπάσιμο να μουσκέψει. Ύστερα, όλο σκόνη και ορυκτέλαιο, το στραγγίζω στο στόμα μου σταγόνα σταγόνα. «Μόνο, ας ήταν να έβρεχε κι άλλο! Ας μην σταμάταγε τόσο απότομα!» Το Τμήμα, από νωρίς, έχει κίνηση. Μεσημεριάτικα έφυγε φορτηγάκι μ` απόσπασμα. Όλοι τους με εξαρτήσεις και όπλα και με το σούρουπο τρεις ασφαλίτες, υπηρεσιακοί και αμίλητοι, με παρέλαβαν και μου πέρασαν χειροπέδες. Στην αυλή, πλάι στο τζιπάκι, ο Ανδρούτσος με μια τσάντα της μάνας στο χέρι. «Δικά σου…», μου λέει. Ύστερα σκύβοντας μου ψιθυρίζει: «Σου το λέω για το καλό σου, βάλε μυαλό… και να ξέρεις, εκεί που πας δε χαρίζoνται.» Το απόβραδο παίζει με τις τελευταίες σκιές, καθώς το αμάξι χοροπηδάει στους γρανιτένιους κυβόλιθους της Βασιλίσσης Όλγας. Είναι η λεωφόρος με τα ωραιότερα αρχοντικά της Θεσσαλονίκης. Πόσες φορές κι αν δεν έχω σταθεί να τα χαζέψω, σε παιδιάστικη έκσταση, προσπαθώντας να φανταστώ ένα τρόπο ζωής, που μου φάνταζε γοητευτικός και απρόσιτος.

29


Το Ε΄ Γυμνάσιο Αρρένων. Πρόσοψη.

Από τα ωραιότερα αρχοντικά της λεωφόρου και το γυμνάσιό μας, το Ε΄ Αρρένων. Με κήπο στην πρόσοψη και προβλήτα στο Θερμαϊκό, στην πίσω αυλή. Κι εμείς, στο μεταίχμιο της παιδικής μας ζωής, να νοιώθουμε τόσο περήφανοι για την καινούργια ιδιότητα και την «χρυσή» κουκουβάγια στο μαθητικό μας πηλίκιο. Καταπίνω με απληστία το νοτισμένο αέρα. Οι ματιές, αχόρταγες, πασχίζουν να αποτυπώσουν εικόνες και μέσα μου η πίκρα πως τ` αντικρίζω για τελευταία φορά. Καμιόνια γεμάτα στρατό έχουν φράξει την λεωφόρο κι ο οδηγός μας έχει γίνει έξω φρενών που θ’ αργήσει στο ραντεβού. - Άντε, άντε, γαμώ τα στρατά… και δε θέλω να την στήσω απόψε. «Σιγά μη σου λείψει το κελεπούρι!», τον πειράζουν οι άλλοι. «Ε, όχι και σαν τις δικές σας, του τάληρου!», τους καρφώνει εκείνος και μανουβράροντας, καταφέρνει να ξεπεράσει την φάλαγγα. Στο ύψος του Σινέ Πατέ φρακάραμε πάλι. Από τα πολύχρωμα πανό, ευρωπαίοι με κάσκες, μαχαραγιάδες και τίγρεις, υπόσχονται συνταραχτικές απολαύσεις. Στην είσοδο κόσμος πολύς περιμένει ν’ απολαύσει το θέαμα. Ο «πολύς κόσμος», με τις καθημερινές μικροχαρές και τις έγνοιες του, ο κόσμος που ζούσα, προτού δρασκελίσω για την «αντίπερα όχθη». Ξεμπλέξαμε και ο οδηγός φουλάρισε σαν τρελός. Αγία Τριάδα, Ηλεκτρική, το πάρκο του Πύργου. Στρίβουμε, σαν σε ταινία γκανγκστερική, στην Λεωφόρο Στρατού, που στραφτοβολά υγρή, κάτω από τα φανάρια των τροχοφόρων. Στο Γ΄ Σώμα Στρατού, ένα τραμ μας φράζει τον δρόμο κι ο πιτσιρικάς, πάνω στον συνδετήρα στο πίσω μέρος, μας γνέφει γελώντας. Το προαύλιο στο Τρίτο Σώμα Στρατού, δεμένο με μνήμες προσωπικές, μιας σύντομης γυμνασιακής περιόδου. Εδώ, πρωτοκάνοντας χρήση του σπουδαστικού μου «πάσου» του τραμ, ερχόμουν να περιεργαστώ τα κανόνια, να 30


διαβάσω, γεμάτος «εθνική περηφάνια», χαραγμένα στο μάρμαρο του οβελίσκου, ονόματα-σταθμούς της νεοελληνικής ιστορίας . Τον πρώτο μήνα της Κατοχής, ξαναερχόμουν τα βράδια να συνοδέψω για το σπίτι την αδελφή μου, που υπηρετούσε σαν εθελόντρια ερυθροσταυρίτισσα, στο στρατόπεδο Ελλήνων αιχμαλώτων. Μου ήρθαν στο νου και τα πρόσφατα μιας μνήμης πικρής. Τέτοια εποχή, καμιά εκατοσταριά Ελασίτες, τραυματίες κι ανάπηροι του αντάρτικου, συνοδεύαμε νεκρό σύντροφό μας. Και εδώ, ταμπουρωμένοι μπροστά στο Ηρώο, είχανε στήσει ενέδρα με πολυβόλα στραμμένα επάνω μας και μας είχαν χτυπήσει οι Ριμινίτες.8 Και είχα, χτυπημένος και πάλι πάνω στα τραύματα, βουρκώσει, όλος πίκρα κι οργή, για την «άλλη πατρίδα», τη «μητριά».

ΣΤΟ ΑΝΤΡΟ ΤΗΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ» Η Εθνική (ή η Ειδική Ασφάλεια Δίωξης Κομμουνισμού) στεγάζεται σ` ένα παλιό τριώροφο της Λεωφόρου Στρατού. Στη κακοφωτισμένη αίθουσα του πρώτου ορόφου, αντικριστά, ανάμεσα σε πόρτες γραφείων, ξύλινοι μπάγκοι. «Κάθισε και περίμενε…», μου είπε αδιάφορα ο ένας από τους συνοδούς ασφαλίτες. Στον απέναντι πάγκο κάθεται μια όμορφη μαυροντυμένη κοπέλα και σκέφτομαι πως για να την έχουν χωρίς χειροπέδες, δε θα είναι για κάτι το σοβαρό. Μου ήρθαν στο νου οι παραινέσεις του Νικηφόρου: «…όσο σε ιδούνε λιγότεροι κι όσα λιγότερα πεις…» και ξανάσκυψα το κεφάλι. Ασφαλίτες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες, μπαινοβγαίνουνε σε γραφεία, να μας καλοκοιτάξουν για αναγνώριση ή μήπως πιάσουνε κανένα νεύμα, κάποια κουβέντα. «Για φέρτε τον μέσα…», ακούστηκε από μια μισάνοιχτη πόρτα. Στο γραφείο, όπου μ’ έμπασαν, ανάβουνε σόμπα. Πίσω από το τραπέζι, ο Κρεμανταλάς ασφαλίτης, ο ένας από τους τρεις που μου έδειχναν τις φωτογραφίες στο Τμήμα. Με ρωτάει σημειώνοντας το όνομα, το έτος, τον τόπο γεννήσεως. «Πως είπες; Ρωσία; Ρε σεις, το ακούτε; Πρακτοράκι του Στάλιν, ο μάγκας!» και, ανοίγοντας ένα φάκελο, μορφάζει με σημασία. - Ώστε στο βουνό, κατσαπλιάς! Γιατί, βρε καργιόλη, δεν είχες να φας; Οι τρεις ασφαλίτες μ’ αρχίζουν στις γρήγορες, κλωτσιές και γροθιές. Ο Κρεμανταλάς με χτυπάει με τη μασιά της θερμάστρας και μου έχει σακατέψει τα πόδια. - Τούτη για την πανανθρώπινη, πούστη! - Να και για τα ρούβλια που έπαιρνες! - Και για το βασιλιά, που δεν ψήφισες.... 8

Επίλεκτη πραιτοριανή μονάδα στρατού. 31


Μ’ όλο τον πόνο και τη δίψα που ξαναφούντωσε, μου έρχεται να βάλω τα γέλια. Οι ασφαλίτες παραζεστάθηκαν και οι ίδιοι κι ο Κρεμανταλάς μισανοίγει την πόρτα. «Ρε, Σίμο…», τον ακούω να φωνάζει. «Την νύχτα να του στείλεις τον Βόϊδαρο. Εκείνον ντε, με τη σύφιλη, ξέρεις… Μήτε και οι πουτάνες στη Μπάρα», συνεχίζει, γυρνώντας σε εμένα, «δεν μπορούν να τ’ αντέξουν, τόσο που το ’χει…» Οι ασφαλίτες ξεκαρδίζονται, αλλά εμένα μου έχει κοπεί πια κάθε διάθεση να βάλω τα γέλια. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε κάποιος ανώτερος. «Ρε σεις…», τους βάζει φωνή. «Τον χτυπήσατε ρε; Ποιος σας το είπε; Λύστε τον γρήγορα, τον θέλει ο κύριος Διοικητής». Διοικητής Ασφαλείας Στεφανάκης. Πατριαρχικός, ασπρομάλλης, φοράει ένα χακί εγγλέζικο μπουφάν με χρυσά αστέρια στις επωμίδες. Ο ασφαλίτης με έσπρωξε στο γραφείο του και μας άφησε μόνους. -Μα τι στέκεσαι; Κάτσε, κάτσε παιδί μου. Το χαμόγελο, η φωνή του, οι τρόποι, σε προδιαθέτουν να τον νοιώσεις παππού ή πατέρα: «Λοιπόν αγόρι μου άνοιξε την καρδιά σου, μίλα μου σαν σε πατέρα.», συνεχίζει εκείνος σίγουρος για τον ρόλο του κι είναι λες και διαβάζει τη σκέψη μου! «Ότι πεις, μεταξύ μας κι έχεις τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, πως θα σε σώσω, όπου κι αν είσαι μπλεγμένος.» «Μα, κύριε διοικητά…», πάω να πω. «Ξέχνα τα όλα, παιδί μου», με διακόπτει σχεδόν στοργικά «κι έλα πες μου καλύτερα, τι έκανες τον τελευταίο καιρό; Σκέφτομαι πως πρέπει να προσέχω πολύ, και του αραδιάζω, ένα - ένα, όλα τα «νόμιμα». «Και τελευταία», του λέω, «ασχολήθηκα με τη διακίνηση της νόμιμης εφημερίδας, τον «Μαχητή»». - Και μετά; Λέγε παιδί μου, μετά; - Και μετά, με συνέλαβαν… - Και μετά σε συνέλαβαν, ωραία! Μόνον που θα ήθελα να τα ξανακούσω απ` την αρχή. Χτύπησαν την πόρτα και του φέραν καφέ. Ο Στεφανάκης σήκωσε το ποτήρι με το νερό, ήπιε λιγάκι και τάχα αδιάφορα, απίθωσε το ποτήρι μπροστά μου. Κοιτάω το νερό στο ποτήρι και νοιώθω, από τη δίψα, το σάλιο να μου έχει φράξει τον λάρυγγα. - Τι έχεις παιδί μου; Συνέχισε. Ξεροκαταπίνω για λίγο αμίλητος. 32


«Κύριε διοικητά, λίγο νεράκι», του λέω. - Νεράκι; Και βέβαια! Να το μοιραστούμε παιδί μου. Ξαναπίνει και μου αφήνει στο πάτο δυο δάχτυλα. -Έλα, πιές το, να συνεχίσουμε. Έτσι δεν είναι; Είναι η τρίτη φορά που του ξανάλεω τα ίδια. «Και μετά σε συνέλαβαν…», με διακόπτει εκνευρισμένος. «Όχι παιδί μου, δε θέλεις να βοηθήσεις. Μου λες για μαχαίρια, μου λες για πιρούνια, εντάξει. Και μόλις φθάνουμε στο ψητό, μου τα στρίβεις». Η φωνή του έχει σκληρύνει. - Ας είναι. Θα βρούμε άλλον τρόπο να μας τα πεις. Χτύπησε το κουδούνι. «Το αυτοκίνητο», παραγγέλνει, τονίζοντας μια - μια τις λέξεις. «Με όλα τα απαραίτητα. Για το γνωστό σημείο»! Ύστερα, με αργές κινήσεις, βγάζει απ` το συρτάρι ένα μεγάλο περίστροφο και το χώνει στον κόρφο του. «Ειδοποιήστε τον κύριο Ερίνη!» - λέει του ασφαλίτη. «Ο κρατούμενος είναι όλος δικός σου», λέει του Ερίνη, που περίμενε έξω από την πόρτα. «Και να το ξέρεις», συνεχίζει κοιτάζοντάς με, «πως δε θα καλοπεράσεις μαζί του. Εγώ πάντως, νίπτω τας χείρας μου». Ο Ερίνης, έδωσε κι αυτός εντολή, όλο υπονοούμενα, στον ασφαλίτη και με στήσανε όρθιο και πάλι, να κοιτάω τον τοίχο. Θα έχει περάσει μισάωρο, άδειασε η αίθουσα. Τώρα πια ξέρω τον τρόπο... και «σωριάζομαι» χάμω. Όμως αυτή τη φορά ο ασφαλίτης, που προφανώς κάπου είχε να πάει, δεν επιχείρησε καν να με ξαναστήσει όρθιο και με κατέβασε, με όλα τα πράγματα μου, στην «απομόνωση». Η «απομόνωση» βρίσκεται στο υπόγειο. Μια χαμηλοτάβανη, παλιά, αποθηκούλα αρχοντικού. Για τις καινούργιες της λειτουργίες, σαν κρατητήριο, την ντύσανε τσιμέντο, βάλαν και μια σιδερόπορτα με ένα παραθυράκι, το «χαφιέ», να κοιτάει στο διάδρομο. Δίπλα από το δικό μου, υπάρχει και άλλο κελί αδειανό κι απέναντι, στην αρχή του διαδρόμου, φεγγίζει μια πόρτα κι ακούω φωνές. Εδώ, τουλάχιστον, δε σε περονιάζει το κρύο! Κοιμήθηκα βαριά, δίχως όνειρα, όλη τη νύχτα. Πρωί – πρωί, βγάλανε τους απέναντι στην αυλή. Δεν μπόρεσα να τους δω και μόνο κάποια στιγμή, πλησίασε κάποιος απ’ αυτούς στο «χαφιέ» και μου πέταξε ένα: «Γεια σου. Κουράγιο…». Ήρθε η σειρά μου. Οι βρύσες τρέχουν, ο ουρανός ασυννέφιαστος, με έναν ήλιο να σου θαμπώνει τα μάτια! Από τα κελιά μας, σαν ξεμακρύνει ο σκοπός, με τους απέναντι μπορούμε και μιλάμε ψιθυριστά. Έμαθα ότι όλοι τους είναι εφτά, οι τέσσερις τους χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία κι ακόμα, ότι εδώ συνηθίζεται να σε αφήνουν κάποιες μέρες απείραχτο, για να συνέρθεις. Μήπως, περιμένοντας, σε σπάσει ο χρόνος της προσμονής, αλλά και να μη χάσεις σύντομα τις αισθήσεις ή και τα τινάξεις 33


στην «προανάκριση». Πέντε μέρες από τη μέρα της σύλληψής μου κι από τους αξιωματικούς, κάποιο απόγευμα, είχε περάσει μόνο ο Αβραμόπουλος μ` έναν άγνωστο κι αμίλητοι κοίταξαν απ’ το «χαφιέ». Μεσημέρι και βράδυ, μου φέρνουν καραβάνα με φαγητό. Το φαγητό καλομαγειρεμένο και ίδιο με εκείνο που δίνουν και στους ασφαλίτες, ενώ στους «απέναντι», τους το φέρνουν οι δικοί τους. Στα πόδια οι πληγές πάνε να κλείσουν και μοναχά στο δεξί, στο μικρό δαχτυλάκι, πονάω και στα τρία του δάχτυλα, τα νύχια ολόμαυρα.

Το κελί πνιγηρό. Στην οροφή, το θαμπό λαμπάκι καίει μέρα και νύχτα. Νοιώθω έντονη την ανάγκη να κινηθώ σε έναν χώρο δύο μέτρα επί δύο κι έχω λαχταρήσει πολύ αυτά τα δεκάλεπτα της εξόδου μου στην αυλή. Ψηλά, στο τέρμα του διαδρόμου, υπάρχει ένας φεγγίτης φραγμένος με τάβλες. Μέσα από τα κενά στις ενώσεις, βλέπω τα πόδια της μαυροφόρας, που κόβει βόλτες στο προαύλιο και μονάχα όταν βγαίνουμε εμείς την κλείνουνε μέσα. Είχα ακούσει να φωνάζουν: «Λιώτας Νικόλαος, επισκεπτήριο». Για το Νίκο Λιώτα είχαν γράψει οι εφημερίδες κι είχε προκαλέσει το θαυμασμό, με τις θρυλικές, αποδράσεις του! Άλλωστε και ο Νικηφόρος, στην τελευταία συνάντησή μας, τον είχε αναφέρει με τ` όνομα: «Και για τους φοιτητές μας που βασανίζουν», μας είπε, «το Νίκο το Λιώτα9…». Να, λοιπόν, κάποιος που μπορώ να του έχω εμπιστοσύνη. Με το που τους βγάλαν για την «τουαλέτα», τον φώναξα και του ζήτησα ξυραφάκι, και το επόμενο πρωινό, μου το πέταξε στο κελί. «Μόνο μη βιαστείς να το κάνεις», μου είπε, «και κοίτα ν` αντέξεις.» Έχω σπάσει τη λεπίδα στα δύο και την έκρυψα στα πέτα του σακακιού. Μένοντας μόνος, ψαχουλεύω το ξυραφάκι, δοκιμάζω, σφίγγοντας την γροθιά μου, να φουσκώσουν οι φλέβες και νοιώθω πιο σίγουρος πως θα κρατήσω το στόμα κλειστό. Το απόγευμα ήρθε ο Ερίνης με άλλους δυο ασφαλίτες. Ο ίδιος δε χτύπησε, όμως εκείνο το στόμα του! Πρώτη φορά μου έχω ακούσει τόσο πληθωρική κι εξεζητημένη βωμολοχία. Άρχισε από μένα, «...της Ρούσας πουτάνας τον γιο…»! Πέρασε όλη την οικογένεια, με ξέχωρη προτίμηση στην αδελφή μου, και τελείωσε με τους αρχηγούς και το κόμμα. «Ρε συ... Την αδελφή σου...Τη μάνα σου, ρε…», προκαλούνε οι ασφαλίτες. «Δε μιλάς! Δεν είσαι άντρας εσύ…;»

9

Αργότερα με τον φίλο μου, καθηγητή μαθηματικών, Νίκο Λιώτα κάναμε συνεξόριστοι στη Μακρόνησο και Άη Στράτη. Ο Νίκος έπαιζε ωραία κιθάρα, τραγουδούσε κι υπήρξε μαέστρος της χορωδίας μας 34


«Βρε, σας το είπα…», τους λέει ο Ερίνης. «Τον βλέπετε που μας γράφει... Πέσανε κάποιες σφαλιάρες και ο Ερίνης, φεύγοντας και πάλι, απείλησε ότι σύντομα θα με κάνει να κελαηδήσω. Το επόμενο βράδυ, έφεραν στο διπλανό κελί το Λευτέρη. Μόλις προσπεράσει ο φρουρός, κολλάμε στον «χαφιέ» και τα λέμε. Ο Λευτέρης ενδιαφέρεται να μάθει αν πέρασα «προανάκριση». - Όχι ακόμα. Εσένα που σ` είχαν; - Και πού δε με σύρανε… Όσα δεν μπόρεσαν να βάλουν στο χέρι, μου τα φόρτωσαν όλα. - Και συ; - Τι εγώ; Δεν την ξέρεις την κουφάλα τον Παπατσώρη; «Μ’ όσα κρατάω στα χέρια», μου είπε, «σε στήνω στον τοίχο. Τι έχεις να χάσεις; Βάλε την τζίφρα σου κι ύστερα βλέπουμε». Πάει για γαλόνια ο πούστης και θέλει επιτυχίες. - Εδώ γιατί σ` έχουνε φέρει; - Ε, δεν καταλαβαίνεις; Σκαλίζουν ακόμα… Πάντως, να τους περιμένεις τούτες τις μέρες. Και κοίτα, αν μπορείς, να τ’ αντέξεις τα γαμημένα… που δεν αντέχονται… Νυχτιάτικα, πέρασε και πάλι ο Αβραμόπουλος: «Ετοιμάσου για αύριο», μου είπε. «Κι άσε τα πείσματα, προτού σε σακατέψουν για πάντα. Ειλικρινά, σε λυπάμαι στα χέρια που έπεσες». Κι άντε μετά να με πάρει ο ύπνος!

«… ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΉΜΗ ΠΑΡΟΥΣΑ » Νωρίς το πρωί, ήρθε ο κρεμανταλάς. «Τα παπούτσια σου κι έξω!», φωνάζει. «Που πάς; Ας την πετσέτα και άντε...» Το Λευτέρη αποβραδύς τον έχουνε πάρει. Οι απέναντι, στα κλεφτά, μου γνέφουνε κουράγιο. Στο φορτηγάκι ο Ερίνης καθιστός πλάι στον οδηγό. Στη καρότσα, μαζί μου, ο κρεμανταλάς, ένας κοντόχοντρος γεροδεμένος ασφαλίτης κι ένας χωροφύλακας με το αυτόματο. Ανεβαίνουμε την Αγγελάκη, Σιντριβάνι, Εθνικής Αμύνης. Παρατηρώ τους διαβάτες, την κίνηση, λες και τα βλέπω για πρώτη φορά. Βιάζονται, κουβεντιάζουν, χαζεύουν βιτρίνες. Μια παρέα πιτσιρικάδες φορτωμένοι τις σάκες, τιτιβίζουνε, περιμένοντας να περάσουν τη διάβαση. Τους κοιτάζω και σκέφτομαι πώς η ζωή θα κυλάει, όπως πάντα και μετά από εμένα και μετά από τις χιλιάδες νεκρούς του Εμφύλιου! 35


«Πρόσεχέ τον!», φωνάζει στη στροφή ο χοντρός κι ο χωροφύλακας μου γραπώνει το μπράτσο. «Έτσι και δώσει σάλτο κάτω απ` το τραμ, άντε μετά να του πάρεις κουβέντα». Στρίψαμε Πολωνίας και το αμάξι φρενάρισε μπροστά στο πολυώροφο της Γενικής Ασφαλείας. Ο Ερίνης κατέβηκε πρώτος. «Αρχίστε κι ερχόμαστε», λέει στους ασφαλίτες. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά, τον ξαναβλέπω στο ισόγειο, μαζί με τον Αβραμόπουλο, να κουβεντιάζουν προφανώς με κάποιον ανώτερο. Το ασανσέρ μας έβγαλε σε έναν από τους τελευταίους ορόφους. Στην ευρύχωρη αίθουσα, μακρόστενα τραπέζια και πάγκοι. Στους γυμνούς τοίχους, καδραρισμένες δύο μεγάλες φωτογραφίες, αξιωματικών χωροφυλακής, «σφαγιασθέντων αγρίως υπό των εαμοβουργάρων»! «Καλώς τα παιδιά…», μας υποδέχονται γελώντας οι «ντόπιοι». «Τι έχουμε, παρτάκι;» - Δε του φαίνεται και πολύ να μας αργήσει, ο φλώρος. - Γιατί δε τα λες, ρε μαλάκα, να ξεμπερδεύουμε; Μου ήρθε η πρώτη. - Καλά σου λέει ο συνάδελφος. Με σπρώχνουν, χτυπώντας, ο ένας στον άλλον. - Δώσε προθέρμανση! - Χοντρέ, στο παράθυρο. Το νου σου, μη δώσει καμιά βουτιά πριν της ώρας. -Πάσα, μαλάκα... Με έχει πεθάνει μια κλωτσιά στην ουρίτσα, ζαλίστηκα κι έπεσα. Με πετάν με κλωτσάν, μ’ ανασηκώνουν και ξαναρχίζουνε. Κι άξαφνα, σωπάσαν. «Βλέπω, τα παιδιά το πάν για πρωτάθλημα». Είναι η φωνή του «ανώτερου». Δίπλα του ο Ερίνης κι ο Αβραμόπουλος. Ο Ερίνης ήρθε κοντά μου: - Ένα μονάχα σου λέω, έτσι, να σου φύγει ο τσαμπουκάς. Έχω τον Άσσο! «Έσπασε ο Ψηλός», συμπληρώνει ο Αβραμόπουλος. «Όλα μας τα είπε». «Αυτά κουβεντιάζαμε με τον στρατηγό…», συνεχίζει ο Ερίνης. «Ποιος το περίμενε, κοτζάμ ντερέκι να σπάσει στη δεύτερη «φάλαγγα»». «Το μόνο που θέλω», παρεμβαίνει ο στρατηγός, «είναι να τα διασταυρώσω με τα δικά σου». «Όμως, τι σχέση έχω…», πάω να πω. Η αγριόφατσα φρένιασε: - Τι σχέση; Σε λίγο, θα σε κάνω να τα ξεράσεις και να τα φας. 36


Φεύγοντας ο στρατηγός είπε στους ασφαλίτες να είναι περήφανοι για την εθνική προσφορά τους… «Και να το ξέρετε», συμπλήρωσε, «η πατρίς δεν είναι αγνώμων». «Μάγκες, και τώρα δουλειά», λέει ο Ερίνης. «Τίγρη, τα εργαλεία». Ο «Τίγρης», ένας ασφαλίτης ξεθωριασμένος, μικρόσωμος, ακούμπησε επιδεικτικά ένα βαλιτσάκι στο πάγκο και το άνοιξε. «Αρχίστε και όπως τα είπαμε…», τους λέει ο Ερίνης, τονίζοντας με σημασία τις λέξεις. Ο χοντρός με χτύπησε ψηλά στο λαιμό και με σώριασε χάμω. - Γεια σου, ρε τσίφτη! «Αμέ!», καμαρώνει εκείνος. «Ρίχνω και βόδι άμα λάχει!» Πεσμένο τ` ανάσκελα, μου σφιχτοδένουν τις γάμπες μ` ένα κορδόνι και μου σκεπάζουν τα μάτια. «Μη του βγάζετε τ` άρβυλα», τους λέει ο Ερίνης. Έχουν αρχίσει τη φάλαγγα. «Επτά, οχτώ, εννέα...» Σε κάθε χτύπημα, ο πόνος διακλαδώνεται σ` ολόκληρο το κορμί, περνάει στους μυς, στις κλειδώσεις, στους σπόνδυλους. - Δε μιλάς, δε θες να μιλήσεις, κουφάλα, που τα ξέρουμε όλα; - Φώναξε, μίλα. «Τριάντα πέντε», μετράω, «τριάντα έξη, τριάντα εφτά...» «Δώσ` μου το εργαλείο», τους ακούω, «να τον λιώσω τον πούστη». - Βρε, ας το κάτω. Τι το έχεις περάσει, γουρούνι για σφάξιμο; Ο κρεμανταλάς προσπαθεί χτυπώντας να τραγουδήσει . «Παράτα τις μαλακίες και μην αφήνεις σημάδια», τον διακόπτει ο Ερίνης. Έχω ακούσει να λένε: «Έχει συνηθίσει στον πόνο»! Μα όσο τον έχω γνωρίσει, δε συνηθίζεται ο πόνος. Ο πόνος καταλύει τον άνθρωπο. Και την κάθε φορά, φοβάσαι και αμφιβάλλεις. Και αντέχεις, αν το μπορέσεις, στη «κόψη του ξυραφιού». - Μίλα μαλάκα… Μίλα να γλιτώσεις τ` απόσπασμα. Και πάλι τα έχω μπερδέψει στο μέτρημα. Αλλά τι σημασία πια έχουν οι αριθμοί! Έπρεπε ν�� είχα μουδιάσει. Οι παραστάσεις θολώνουν, μα παραμένει ο πόνος. Ξέρω ότι πρέπει να προσανατολίζω τη σκέψη μου αλλού. Όμως ετούτος ο πόνος, διάχυτος και κυρίαρχος, γεμίζει τα πάντα. Νοιώθω τα πόδια στη μέγγενη κι είναι λες και μου ξεριζώνουνε μια - μια τις αρθρώσεις. Μες στη θολούρα, τα χτυπήματα, μηχανικά και επίμονα, σωρεύονται μέσα μου. Παγιδευμένος στο φόβο, ψάχνω για διέξοδο, ένα θαύμα. Και δεν πιστεύεις σε θαύματα. Όμως δεν αντέχεται άλλο, κάτι πρέπει να γίνει. Σφίγγω τα δόντια να μη ξεφωνίσω, και ούρλιαξα. Κι έγινε «θαύμα»! Σταμάτησαν! 37


Κάποιος σκύβει από πάνω μου. Η φωνή του ήρεμη τρυφερή: «Πες τα παιδί μου, μη ντρέπεσαι. Κανείς δεν μπορεί να τ` αντέξει». Είναι ο Αβραμόπουλος. «Δεν τους βλέπεις; Διψάνε για αίμα. Θα σε σακάτευαν πρώτα και πάλι θα μίλαγες. Τι θα κερδίσεις σωπαίνοντας, όταν έχει μιλήσει ο αρχηγός; Έξω σε περιμένει η ζωή, να κάνεις σπουδές, οικογένεια, παιδιά. Ήρθανε οι δικοί σου. «Δεν θ` αντέξουμε τον χαμό του», μου είπαν. Να ήσουν μόνος, αλλά με ποιο δικαίωμα φαρμακώνεις τους άλλους; Έλα, πες μας τι ξέρεις, έλα αγόρι μου, δεν αγαπάς τη ζωή;» Αν αγαπώ τη ζωή! Και τι δε θα έδινα να γλιτώσω από τούτη την κόλαση. Μου προτείνουν ζωή. Όμως μια «ζωή» κουβαλώντας νεκρούς, προδομένους συντρόφους! Ωστόσο, ας μίλαγε ακόμα για λίγο. Αλλά ο Αβραμόπουλος βιάζεται. - Λοιπόν θα μου πεις; Θα μιλήσεις; - Μα δεν τον ξέρω, σας το ’πα… «Τζάμπα μας έχει φάει τον χρόνο», ξεφωνίζει ο Ερίνης. «Βούλωσέ το, σου λέω». Η πατσαβούρα βρεγμένη, βρωμοκοπάει χλωρίνη και κάτουρο. Σφίγγω τα δόντια μου, πολεμώντας να κρατήσω το στόμα κλειστό. - Το κατσαβίδι... Κράτα του το σαγόνι, τα χέρια... Τελικά κατάφεραν και μου την χώσαν στο στόμα. Μου έχει κοπεί η ανάσα. Κάνω εμετό και τα καταπίνω, να μη πνιγώ. Η αναγούλα φέρνει σπασμό. Νοιώθω τα σπλάχνα μου να σπαρταράνε και το στομάχι, λες και ανέβηκε να φρακάρει τον φάρυγγα. Θέλω και δεν μπορώ, να τους δώσω να καταλάβουν πως πνίγομαι. Πόδια και σώμα τινάχθηκαν κι απ` ότι ακούω, πρέπει να χτύπησα κάποιον κι έχω παρασύρει τον πάγκο. «Πού την βρήκε τη δύναμη!» ακούω τα τελευταία που λένε. Στο λαρύγγι καούρα, στο στόμα αηδιαστική η βρώμα της πατσαβούρας. «Κάναμε ό,τι μας είπες γιατρέ», ακούω τη φωνή του Ερίνη. «Ώστε φοβήθηκαν», σκέφτομαι, «και φώναξαν γιατρό». Διαπιστώνω ότι μπορώ και κουνάω τα πόδια. - Ρίξτε του κι άλλο, συνέρχεται. Μου ρίχνουν νερό. Τι ανακούφιση, Θεέ μου! Το πανί στα μάτια έχει λασκάρει. Μπορώ και διακρίνω δυο καλογυαλισμένα παπούτσια και πολιτικό παντελόνι. Θα `ναι ο «γιατρός» και με το πόδι του μου πατάει το κεφάλι. «Ξύπνα, κωλόπαιδο!». Έσκυψε πάνω μου κι ανασήκωσε την καλύπτρα. - Είναι εντάξει, κύριε Ερίνη.

38


Το βασανιστήριο της «Πενικιλίνης10» ή το «Σχοινάκι». Σχέδιο του Σταύρου Δημητράκου.11

«Άντε παιδιά», τους λέει εκείνος. «Και τώρα, με την επιστήμη παρούσα, να συνεχίσουμε!» Ο «γιατρός» τους δείχνει πως θα σφιχτοτυλίξουνε, τούτη τη φορά, τα κορδόνια και στα δυο μου μπράτσα. Με ξαπλώνουν μπρούμυτα πάνω στον πάγκο, με δένουνε με μια πέτσινη ζώνη και μου περνάνε στο κεφάλι σακί. - Κι από κάτω τα χέρια, με χειροπέδες. «Κι αν νομίζεις, ότι θα σε σώσει η Επιτροπή τους», φοβερίζει ο Ερίνης, «να που τους γράφω. Θα σου σακατέψω τα μέσα σου, πουσταριό κι ούτε σημαδάκι δε θα` βρούνε». «Από ανακοπή της καρδιάς», συμπληρώνει ο «γιατρός». «Άλλωστε, ποιός θα πιστέψει αυτούς τους αλήτες;» Την «επιστημονική ολοκλήρωση» την εμπιστεύθηκαν στον Τίγρη κι έχει αρχίσει να με χτυπάει με κάτι μαλακό και βαρύ. «Στις κλειδώσεις, στους ώμους, στις γάμπες», καθοδηγεί ο «γιατρός».

10

Το βασανιστήριο αυτό, κατ’ ευφημισμό, ονομάσθηκε «Πενικιλίνη» από τη σωτήρια και πολυσυζητημένη ανακάλυψη του Φλέμινγκ και χρησιμοποιήθηκε πλατιά για απόσπαση ομολογιών στις μεγάλες δίκες που ακολούθησαν. Στην προσωπική μου περίπτωση, όπως θα το συνειδητοποιήσω αργότερα, από την αντίδραση των αξιωματικών που επέβλεπαν, πρέπει να έχουν γίνει οι πρώτες πειραματικές της εφαρμογές. 11 Το σχέδιο αυτό το έχει κάνει κρυφά ο «αρχηγός της σατανικής οργανώσεως των κατασκόπων» και φίλος μας Σταύρος Δημητράκος, στο στρατοδικείο, στη διάρκεια της δίκης και το παρέδωσε κρυφά στους δικούς του. Ο Σταύρος Δημητράκος, δικασμένος σε θάνατο, εκτελέσθηκε στην Θεσσαλονίκη, το 1948. 39


Μέσα από τους γδούπους του «εργαλείου», ακούω βαριά την ανάσα του Τίγρη. Τρομάζω τούτη την πνιγερή δυσφορία κι ο πόνος μέσα στο στήθος έχει γίνει αφόρητος. -Μίλα κομμούνα, μίλα σλαβόσπορε. Απόψε πεθαίνεις…. Δε φώναξα. Όμως μου κλείνουν το στόμα. Μου σφίγγουνε τον λαιμό να με πνίξουν. Δεν μπορώ να ανασάνω και πολεμάω να ρίξω τον βράχο από πάνω μου, να πάρω ανάσα. Κάποιος γελάει. - Σαν το αγρίμι στο δόκανο... Ένας τεράστιος τροχός… Με πονά, με ζαλίζει ο στρόβιλος.... «Δε θ` αντέξει...», τους ακούω και πάλι… Μα δεν το βλέπουν πως δεν μπορώ να ανασάνω; Μια κόκκινη ομίχλη μου γεμίζει λάρυγγα, στόμα, ρουθούνια. Στα βλέφαρά μου βαραίνει η λάσπη. Με γέρνει στο χώμα, το χώμα μυρίζει ευχάριστα και θέλω, πόσο θέλω, να κοιμηθώ.

Νοιώθω να με χτυπάνε στο πρόσωπο. «Τους καινούργιους δρόμους της επιστήμης σου, τους έχω χεσμένους», ακούω καθαρά τη φωνή του Ερίνη. «Αν τα τινάξει, δε θα είσαι εσύ, που θα φορτωθείς την ευθύνη...» Ο «γιατρός» ψαχουλεύει να μου βρει τον σφυγμό. Κι όπως φοράει τα ακουστικά και τα` χει χαμένα, δείχνει αστείος. «Μην ανησυχείτε, κύριε Ερίνη! Συνέρχεται». Παραμένω δεμένος στον πάγκο και στάζω νερά. Μου έχουνε βγάλει το σακί και βλέπω στο πάτωμα, τα κορδόνια κομμένα. Ο Ερίνης ήρθε κοντά, μου ανασήκωσε το κεφάλι και δεν έβγαλε λέξη. «Άιντε παιδιά, κατεβείτε στο δεύτερο», τον ακούω σε λίγο, «να βάλουμε κάτι στο στόμα μας». Φύγανε όλοι. Το σανίδι από κάτω, λες και έχει βγάλει αγκάθια. Ζώντας ακόμα τον εφιάλτη, του κάκου προσπαθώ να μετακινηθώ, να γυρίσω λίγο στο πλάι. Ο Ερίνης έχει χάσει το κέφι του και συμπεραίνω, με ανακούφιση, ότι φοβήθηκε μήπως μείνω στα χέρια τους. Κι αν το κατάλαβαν ότι για πολύ δε θ` αντέξω και δε με θέλουν νεκρό, θα πρέπει να σταματήσουν. Ζορίστηκα κι ανασήκωσα το κεφάλι. Στο διπλανό πάγκο, σε δίσκο, φλιτζανάκια του καφέ, νεροπότηρα και πάνω στο τραπέζι το βαλιτσάκι με τα «εργαλεία», μισάνοιχτο. Τελικά δεν είμαι μόνος στην αίθουσα. Είναι κι ο συνοδός χωροφύλακας με το αυτόματο. Κάθεται λίγο πιο πίσω και με παρατηρεί σιωπηλός. Τον ρωτάω πόσο πήγε η ώρα χωρίς να περιμένω απάντηση. «Τρεις και δέκα», μου απαντά. - Τρεις και δέκα! «Ήσουνα», μου λέει, «πολλή ώρα αναίσθητος». Σηκώθηκε, ήρθε κοντά και με ρωτάει πως είμαι. - Πώς να είμαι; Το βλέπεις και μόνος σου. 40


- Γιατί δε τους τα λες, κακομοίρη μου; Θα σε πεθάνουν, δε βλέπεις; - Και τι να τους έλεγα, που δεν έχω ιδέα… - Ξέρω κι εγώ...; Έμεινες κάποια φορά κι είπαμε πως δε θα ξαναζωντάνευες άλλο. Το σάλιο στο στόμα μου, σκέτη χολή. Του έχω ζητήσει νερό. Πήγε να ρίξει μια ματιά απ` την πόρτα, ύστερα μου έφερε ένα ποτήρι νερό και μου ανασήκωσε το κεφάλι να πιω. - Αν με τσακώσουνε, κάηκα. Είσαι εντάξει; «Εντάξει», του λέω. «Σ’ ευχαριστώ». Το χωροφυλακάκι ακούμπησε το ποτήρι στη θέση του και ξανακάθισε. «Ο Θεός να βάλει το χέρι του», μουρμουράει, «έτσι που έχουμε γίνει». Άραγες, να το έχει συνειδητοποιήσει ο ίδιος, για το πόσο μέτραγε εκείνη την ώρα, μία κουβέντα κι ένα ποτήρι νερό; Πως κάποιος, που δεν έμαθε καν τ` όνομά του, θα τα φύλαγε για μια ζωή στην καρδιά του; Από το κλιμακοστάσιο ακούστηκαν κουβέντες και βήματα. «Τον ψόφιο κοριό…», μου ψιθυρίζει ο φρουρός. Επέστρεψαν ένας - ένας οι ασφαλίτες, με έλυσαν και κατάφεραν να με στήσουνε όρθιο. «Άκουσέ με», μου λέει ο Ερίνης «και σκέψου το. Ξανάδα τον στρατηγό. Ξέρεις τι μου είπε; «Σου λύνω τα χέρια. Κι ό,τι κι αν γίνει, θα σε καλύψω». Το λοιπόν, τέρμα τα δίφραγκα». Ο Ερίνης έχει ανάψει τσιγάρο. Δείχνει κουρασμένος, βρωμάει κρασίλα και τα μάτια του πρησμένα και κόκκινα. «Άντε, σαΐνια μου», λέει στους ασφαλίτες, «Δε θέλω σημάδια. Αλλιώς ζωντανός ή νεκρός, μου είναι αδιάφορο, αρκεί να μιλήσει!» Με κουκούλωσαν και πάλι με το σακί, όμως αυτή τη φορά με τα χέρια λυτά. Και πρέπει να το ξέρουν καλά ότι μέσα στο σακί αγριεύεις κι αγχώνεσαι. Τα «σαΐνια» με ρίξανε κάτω. Με σέρνουν στο πάτωμα, με κυλάν, με πατάν, με χτυπούν και βρίζουνε άσχημα. - Τα τελευταία σου πούστη. - Κάνε την προσευχή σου. - Πια προσευχή, ρε μαλάκα, που δε πιστεύει θεό. - Στο Στάλιν, χαμούρα, στο Ζαχαριάδη... Μ` ανασηκώνουν και με βροντάνε με την πλάτη στο πάτωμα. Κάποιος ανέβηκε και χοροπηδάει πάνω στο στήθος μου. - Ρε σεις, θα τον λιώσει ο χοντρός. - Θα τον κολλήσω, χαλκομανία στο πάτωμα. Κάποιος σοφίστηκε κι αναποδογύρισαν τον πάγκο. Τον βάλανε στην κοιλιά μου και τον κάνουν τραμπάλα. - Μίλα χαμούρα, μίλα κωλόπουστε... 41


Μου σμπαραλιάζουν τα σωθικά κι αγωνιώ να πάρω ανάσα. Και πάλι με χτυπούν στο κεφάλι και με βροντάνε στο πάτωμα. Βάζω τα χέρια να φυλαχτώ, αναγουλιάζω και στο στόμα μου αίμα. Το σώμα παραλύει. Κι αυτός ακόμα ο πόνος λες και ξεθώριασε. Και μονάχα όταν με χτυπάγανε πάνω στα τραύματα, θυμάμαι που είχα πονέσει πολύ. Χάνω τις αισθήσεις, συνέρχομαι κι ούτε ξέρω πια για πόσο καιρό και πόσες φορές. Είμαι τ` ανάσκελα. Ο Τίγρης, καθώς έβγαζε το σακί, λερώθηκε μ` αίματα και τσατισμένος με κλωτσάει στα πλευρά. Μαζευτήκανε όλοι τους από πάνω μου. - Αρχηγέ, να τελειώνουμε. «Μωρέ έτσι που πάει, δε θα βγει ζωντανός από δω», απειλεί ο Ερίνης. Βγάζει το περίστροφο και γονατίζοντας, το στηρίζει στο κρόταφο μου. «Θα μετρήσω ως ��α πέντε», μου λέει «και πατώ την σκανδάλη». - Ένα, δύο, τρία. Δεν τον πιστεύω, αλλά ασυναίσθητα κλείνω τα μάτια μου. - Τέσσερα, πέντε. «Τρελάθηκες;», φωνάζει ο Αβραμόπουλος. «Με τους Οηέδες στα πόδια μας!» Ανοίγω τα μάτια και βλέπω το χέρι του Αβραμόπουλου που κατέβασε το περίστροφο. «Βρε, άσε με χάμω», ωρύεται ο Ερίνης. «Έχω από τον στρατηγό «εν λευκώ»». - Ηρέμησε, έχεις όλον τον καιρό να το κάνεις. Όμως ξέρε το, όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι, εσύ θα φορτωθείς την ευθύνη. - Και τι μου λες δηλαδή, να τον αφήσω να ζήσει; - Να ζήσει, ποιος το ’πε ; Με τόσα παράθυρα γύρω μας! - Κι αν τους το σφυρίξουνε, οι κομμούνες, ότι δεν είναι ο πρώτος; Τι θα τους πω, πως δεν άνοιξε τ` αλεξίπτωτο; - Όχι βεβαίως. Αλλά όπως ξέρεις, όλοι γνωρίζουν ότι οι κομμουνισταί, προβαίνουν συχνάκις εις αυτοκτονίας, με σκοπόν την δυσφήμηση της Εθνικής Κυβερνήσεως! Ο Ερίνης κάνει πως σκέφτεται : - Τι λέτε παιδιά; - Τα είπε βαγγέλιο, ο κύριος μοίραρχος… - Τότε εντάξει. Δέστε τον καλά, μη σκορπίσει και φούντο. Με σηκώνουν δύο - τρεις και μ` ακουμπάν στο περβάζι, να κρέμομαι ο μισός στο κενό. - Ρε σεις, κοιτάτε και κάτω, μη σκοτώσετε άνθρωπο. - Φύγετε, πέφτει. 42


Μου κρατάνε τα πόδια και νοιώθω να γλιστρώ στο κενό. - Αρχηγέ, αμολάμε; - Ρώτα τον πρώτα. - Ρε συ, δε θέλεις να ζήσεις; - Έλα, τι περιμένετε; - Μίλα, ηλίθιε… Τα μηνίγγια μου παν να κλατάρουν. Κι άξαφνα, ακούω τον Ερίνη να τους φωνάζει να σταματήσουν: «Δε θα κολάσω την ψυχή μου με δαύτον», φωνάζει, «Ας τον στήσουν νομοτύπως στ` απόσπασμα.» Μου τρίβουν χέρια και πρόσωπο με βρεμένο κουρέλι, να φύγουν τα αίματα και δε θέλω ακόμα να το πιστέψω πως τέλειωσε. Οι ασφαλίτες δείχνουν κακόκεφοι. «Έχε χάρη που έζησες…», μουρμουράει ο κρεμανταλάς, «Αλλά πού να το εκτιμήσεις, καριόλη.» Βοηθώντας ν` ανεβώ στο αμάξι, το χωροφυλακάκι, που μου είχε δώσει να πιω, μου σφίγγει με σημασία το μπράτσο και στην επιστροφή, έτσι όπως είμαι, δε μου έχουν περάσει τις χειροπέδες. Το αυτοκίνητο με την όπισθεν, έχει κολλήσει στην πύλη. Με έσυραν αμίλητοι και με πέταξαν στο κελί. Σε λίγο ζήτησα να με βγάλουν για την «τουαλέτα». Δύο ασφαλίτες με πήγανε σηκωτό, κρατώντας απ’ τις μασχάλες και με στήσανε όρθιο να κατουρήσω. Στην αυλή, όπως πάντα, κάνει βόλτες η κοπελιά. Στον πηγαιμό όπως διασταυρώθηκαν οι ματιές μας, μου είχε γνέψει, κουράγιο. Επιστρέφοντας, την βλέπω μ` ένα πακέτο στο χέρι, να κουβεντιάζει με τον Ραπτόπουλο, τον ψηλέα μοτοσικλετιστή της Ασφάλειας. «Για τον συναγωνιστή», την ακούω να επιμένει. Τελικά μου το έδωσαν. Κούρνιασα μες στα ρούχα και το άνοιξα. Μες στο πακέτο, μισή φραντζόλα, ζεστή ακόμη και δύο κομμάτια χαλβά. Έγνοια και προσφορά από χέρι συντρόφισσας. Ό,τι πολυτιμότερο! Με βουρκωμένα μάτια, τα σφίγγω απάνω μου, τα ακουμπάω στα μάγουλα, τα γεμίζω φιλιά. «Συναγωνίστρια», μουρμουράω, «συντρόφισσα!» Δεν ξέρω ποια είναι, πώς λέγεται. Κάποιους μήνες αργότερα θα διαβάσω το όνομά της πρωτοσέλιδο σ` εφημερίδα. Ήταν η Κούλα Ελευθεριάδου! Η ηρωίδα της Αντίστασης, στέλεχος του κινήματος. Η πρώτη επονίτισα που εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη, στα εικοσιδύο της χρόνια!

43


Κούλα Ελευθεριάδου.12

12

Η Κούλα Ελευθεριάδου εκτελέστηκε μαζί με τον συνεπώνυμο της, Γρηγόρη Ελευθεριάδη. Ο Γρηγόρης Ελευθεριάδης υπήρξε μετά την απελευθέρωση, γραμματέας της κομματικής μας οργάνωσης. Το χειμώνα του 1943, σε μια κομματική παράνομη σύναξη, σ’ ένα σπιτάκι της Τούμπας, ο Γρηγόρης μ’ έχει εντάξει στο κίνημα. Οι πρώτες εκτελέσεις είχαν γίνει στο μικρό νεκροταφείο του συνοικισμού. Ο επόμενος τόπος των εκτελέσεων οριστικοποιήθηκε πίσω από το Επταπύργιο και στα περισσότερα εκτελεστικά αποσπάσματα αντικαταστάθηκαν οι φαντάροι από τους πρώην ταγματασφαλίτες, τους φανατισμένους χωροφύλακες άνευ θητείας. 44


ΛΕΥΤΕΡΗΣ Το βράδυ κατά τις δέκα, έφεραν τον Λευτέρη. Με φωνάζει με τ` όνομα. - Λέγε, Λευτέρη! «Πως τα πήγες;» μου ψιθυρίζει. «Σου πήρανε λόγια;» «Τι λόγια να μου έπαιρναν…» λέω. «Μήπως ήξερα τίποτα;» - Σε χτύπησαν άσχημα; - Με χτύπησαν, ναι. Με ρωτά αν μου τραβάγαν τα μαλλιά και με ξαφνιάζει η ερώτηση. - Ε, ναι, μου τραβάγαν και τα μαλλιά. «Κράτησα δύο μερόνυχτα», λέει ο Λευτέρης κομπιάζοντας. «Όμως όταν άρχισαν να μου ξεριζώνουνε τα μαλλιά, δεν το άντεξα... Ας με σκότωναν καλύτερα.» Η φωνή του έχει ραγίσει. - Έλα, Λευτέρη… «Πάντως, την μπόρα την πέρασες», τον ακούω σε λίγο. «Αυτές τις μέρες θα με φωνάξουν γι` ανάκριση, επίσημη κατάθεση, και τα τέτοια. Θα είναι σε βάρος μου, μα θα τους το πω, πως όσα είπα για σένα, τα είπα, για να γλιτώσω.» - Πες το, Λευτέρη. Πρέπει να τους το πεις. «Κι όταν με ρίξουνε τελικά», συνεχίζει με λυγμό ο Λευτέρης, «κι αν την γλιτώσεις, να το θυμάσαι τουλάχιστον». Όλη τη νύχτα πονούσα και πεταγόμουνα με εφιάλτες. Ξημερώματα μ` έπιασε σύγκρυο, έβγαλα κομμάτια αίμα πηγμένο, αλάφρωσα και κοιμήθηκα βαθιά, σα σε λήθαργο. Το πρωί, καθώς με πήγαιναν στη «τουαλέτα», ο ασφαλίτης είχε δει το Λευτέρη που μου ’γνεψε. «Αϊ σιχτίρ, μέσα, καθίκι», του πέταξε και του έκλεισε τον «χαφιέ». Την επομένη ανέβασαν τον Λευτέρη στο γραφείο του Στεφανάκη κι επιστρέφοντας, δείχνει χαρούμενος. «Πέρασα», μου λέει, «τα τυπικά και τους το είπα ότι άδικα σου τα φόρτωσα. «Σε μένα άλλα μου έλεγες Λευτεράκη», μου κάνει η κουφάλα ο Παπατσώρης. «Τι να κάνουμε κύριε μοίραρχε;», δεν κρατήθηκα και του τα ’πα. «Η ζωή είναι γλυκιά. Και σείς, όταν σας είχαν πιάσει οι Ελασίτες, άλλα μας λέγατε». Εκεί να τον έβλεπες, σκύλιασε. Δε βαριέσαι, μια φορά είχα βγάλει το άχτι μου κι ας είναι χαλάλι οι σφαλιάρες που μου έριξε. Το πιο σοβαρό, είναι πως ό,τι τους είπα για σένα, δείχνει, να τα έχει πιστέψει ο Στεφανάκης. Από τους «απέναντι» απολύονται δύο. Ένας πλανόδιος φωτογράφος έχει στήσει τη μηχανή του στην αυλή και τους βγάζει φωτογραφία. Ο Λευτέρης φωνάζει, ζητώντας να τον βγάλουν κι εκείνον. 45


«Για δέστε τον, φάτσα για φωτογραφία ο πούστης!», του φωνάζουν γελώντας οι ασφαλίτες. - Που θα την στείλεις, στη γκόμενα; Τον Λευτέρη τον έπιασε κρίση. Κατεβάζει χριστοπαναγίες, για λογαριασμό του βασιλιά και της Φρειδερίκης. - Και τις μανάδες...τις αδερφές σας, ρουφιάνοι.... Οι ασφαλίτες αγρίεψαν: - Θα μπούμε μέσα, καριόλη και θα σε λιώσουμε. - Λίγες μέρες σου μείνανε, ρε. Σου έχουνε ανοίξει κιόλας τον λάκκο. - Θα μου τα κλάσετε πρώτα, κωλοχανάδες. Τι άλλο μπορεί να μου κάνετε; Σε λίγο ακούω το Λευτέρη να μου λέει με σπασμένη φωνή: - Θέλω, που θα με ρίξουν, να σου αφήσω φωτογραφία, να με θυμάσαι. Τ` ακούς; - Τ` ακούω Λευτέρη. Σ` ευχαριστώ. Το άλλο πρωί πήρανε τον Λευτέρη για το «Γεντί»13 και αργότερα μ` ανέβασαν στο γραφείο του Στεφανάκη. Στο γραφείο ο Παπατσώρης, ο Αβραμόπουλος κι ένας γραφιάς. «Λοιπόν θα μιλήσεις;» με ρωτάει ο Στεφανάκης. - Μα αν είχα κάτι να πω, κύριε διοικητά, με τα τόσα που πέρασα… - Δεν το πολυδείχνεις να πέρασες και ξέχασε τα καλύτερα, για δικό σου καλό. - Να γράψω, αρνείται να ομολογήσει; - ρωτάει ο γραφιάς. «Να γράψεις ό,τι μας πει», παρεμβαίνει ο Παπατσώρης. «Άλλωστε μιλήσει ή δε μιλήσει, με τα στοιχεία που έχουμε, δεν το γλιτώνει τ` απόσπασμα.» «Τέτοιο φανατισμό! Τι τους έχουνε ποτίσει, κύριε διοικητά;», λέει ο Αβραμόπουλος. «Και φανταστείτε το, κύριοι», απαντάει εκείνος, «του υποσχέθηκα χάρη και του είχα δώσει τον λόγο μου. Όμως με τη στάση του, λες και υπογράφει ο ίδιος την καταδίκη του». «Θα κάνεις δήλωση;» με ρωτάει ο Παπατσώρης, αδιάφορα. - Δε θα κάνω, κύριε μοίραρχε. «Γράψε:», λέει του γραφιά. «Εμμένει μετά φανατισμού εις τας κομμουνιστικάς πεποιθήσεις του». «Τελειώσαμε, κύριοι», λέει ο Στεφανάκης και χτυπά το κουδούνι. Ο Παπατσώρης σηκώθηκε όρθιος: «Από τώρα», μου λέει, «και μπρος, να μετράς τις μέρες που σου απόμειναν».

13

«Γεντί Κουλέ» : Οι φυλακές του Επταπυργίου. 46


ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ «ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝ» Με μετέφεραν στο κελί του Λευτέρη. Το κελί πιο μεγάλο κι αντικριστό, πόρτα με πόρτα, με τους «απέναντι». Τώρα μπορούμε και τα λέμε πιο άνετα. Όμως ό,τι κι αν πούμε για τη δική μου περίπτωση, τα πάντα δυσοίωνα. Ως πριν από λίγο ακόμα, πολεμώντας να κρατήσεις το στόμα κλειστό, ένοιωθες μαχητής στην πιο κρίσιμη φάση μιας προσωπικής αναμέτρησης. Και ήταν στιγμές πού είχες νοιώσει σύμμαχό σου το θάνατο. Αν είναι να πεθάνω, έλεγα πάντα, ας ήτανε με το όπλο στο χέρι. Και τώρα νοιώθεις αφοπλισμένος κι ανήμπορος, μπροστά σε δυνάμεις απρόσιτες στη προσωπική σου παρέμβαση. Δυνάμεις πέρα από σένα, που προδιαγράφουν την μοίρα σου. Ακόμα κι ο Χάρος έχει πάρει την άχαρη όψη μιας τυφλής, αδυσώπητης μηχανής, που κινήσανε επάνω σου. Και η μόνη «δυναμική» σου, να περιμένεις το τέλος! Το τελευταίο μου πρωινό το φαντάζομαι κρύο και βροχερό. Ανοίγει η πορτάρα της φυλακής. Ο παπάς, ο βασιλικός επίτροπος, το απόσπασμα. Κρύβω τα χέρια μου, μη δούνε το τρέμουλο και σκέφτομαι ότι θα πρέπει να φορέσω κάτι ζεστό. Και πώς θα γίνει που συνηθίζεται ν` αφήνεις τα ρούχα σου σ` εκείνους που μένουν; Και να επαναλαμβάνεται η ίδια η σκηνή, λες και την έχουν γυρίσει ταινία. Το κελί έχει δεκαεφτάμιση πόδια στο μάκρος και άλλα δεκαπέντε στο πλάτος. Το έχω μετρήσει σταυρωτά, γύρω - γύρω, διαγώνια. Μετράω τα πλακάκια, πολλαπλασιάζω, αθροίζω. Κλείνω τα μάτια και λέω, πως αν δεν πατήσω στο πέμπτο μου βήμα τα πλακάκια στη ένωση, θα υπάρξει κάποια ελπίδα. Εγώ, που γελούσα με τις προλήψεις της μάνας! Λέω ότι πρέπει να ξεφύγω από την ίδια τη σκέψη μου. Να παλέψω αυτή την καταραμένη «λογική των πραγμάτων». Κούτσα - κούτσα ταχύνω το βήμα. Στριφογυρίζω για ώρα, να ζαλιστώ, να με σωριάσει η εξάντληση. Κι όσες φορές με έχει πάρει για λίγο ο ύπνος, να τα ξαναβλέπω στο όνειρο και να πετιέμαι με εφιάλτη. Έχω ζήσει τον θάνατο, Κατοχή, παρανομία, αντάρτικο κι έγιναν πίστη μου τα όσα μου είχε πει κατά καιρούς ο πατέρας. «Ο θάνατος», τον θυμάμαι να λέει, «είναι απλώς, το ξανασμίξιμο μας με την Μάνα μας Φύση». Και ότι, «όπου υπάρχει ο θάνατος δεν υπάρχουμε εμείς! Άσε το λοιπόν, να τον φοβούνται αυτοί που πιστεύουν στη κόλαση και τη ζωή μετά θάνατο». Ωστόσο, όταν η ζωή των είκοσι χρόνων κοχλάζει στο στήθος, δεν είναι εύκολο να δεχθείς «λογικές».

Πριν από μήνες, είδα σε φωτογραφία εφημερίδας, δυο νέα παιδιά από το Αλγέρι, στητά και περήφανα μπροστά στο απόσπασμα. Για ώρα παρατηρούσα τα πρόσωπά τους, προσπαθώντας να καταλάβω. Κι ήτανε κάποια στιγμή λες 47


και βρέθηκα πλάι τους. Κι ανατρίχιασα, αναλογιζόμενος το φοβερό κόστος εκείνης της περηφάνιας. Τώρα γνωρίζω και το κενό το εσώψυχο και το μπούκωμα και το παγωμένο χέρι στο στήθος να σου στραγγάει τη ζωή. Είναι στιγμές που σε πνίγει η ανάγκη, να το πιστέψεις, πως δεν είναι παρά ένας φριχτός εφιάλτης. Λες θ` ανοίξω τα μάτια μου και όλα θα έχουν περάσει. Οι «απέναντι», μόλις προσπεράσει ο σκοπός, δεν παραλείπουν να μου κρατούν συντροφιά. Ο Νίκος κολλητός στον «χαφιέ», με «βομβαρδίζει» από το ανεξάντλητο ρεπερτόριό του με ποιήματα. Είναι η πρώτη μου γνωριμία με τον Παλαμά, την Καζαντζάκη, τον Βάρναλη. Ακούγοντάς τον, περνάει η ώρα κι αποξεχνιέμαι. Ύστερα όμως...... «Είναι θαυμάσιο», μου είχε πει κάποια φορά ο πατέρας, «να μπορείς ν` αγαπάς στη ζωή σου κάτι, πιο πολύ κι από τη ζωή σου ακόμα.» Όμως τούτες τις ώρες, προτού δρασκελίσεις το σύνορο της ζωής, αυτή η «αλήθεια», φαντάζει λιγότερο ακλόνητη. Η δίψα να ζήσεις αναζητάει προσχήματα, σπέρνει αμφιβολίες, τρυπώνει στη σκέψη διχάζοντας. Η αγωνιστική ηθική επιτάσσει: «Με όποιο τίμημα, να μη προδώσεις, αρχές, μυστικά και συντρόφους» - οι ως το σήμερα, ασυζητητί, αυτονόητες έννοιες. Όμως για το Νίτσε, όσο γνωρίζω, η «Ηθική», είναι ένα ιδιοτελές κατασκεύασμα, που χαυνώνει τις μάζες με το ψέμα των Ουρανόσταλτων Εντολών! «Απαλλαγείτε», μας συμβουλεύει, «απ’ τα «φαντάσματα μιας ανύπαρκτης ηθικής και βαδίστε, αδίστακτοι, τον δρόμο της προσωπικής σας δικαίωσης»! Και δεν ξέρω, αν άλλες από τούτες τις συμβουλές θα έπιαναν περισσότερο τόπο, σαν πειρασμός να ενδώσεις στο πανίσχυρο ένστικτο της βιολογικής επιβίωσης. Κι έχουμε, πανάθεμά το, με τον Γρηγοράκη, διαβάσει Νίτσε. Και μας έχει επηρεάσει η «επαναστατική» γοητεία της λογικής του. Και βέβαια γνωρίζω τον τρόπο να κρατηθώ στη ζωή. Ο Νικηφόρος, ο Μιχάλης, ο Φάνης. Κάποιος απ` όλους κι ίσως κι οι τρεις τους, να πεθάνουν στη θέση μου. Η μητέρα του Φάνη θα έχει φορέσει τα μαύρα. Θ` αντικριστούμε στο δρόμο. Έτσι ψηλή και περήφανη στον καημό της, θα με κοιτάξει για λίγο αμίλητη και θα με φτύσει. Η φτυσιά της μου καίει το μάγουλο. Ανοίγω τα μάτια να διώξω τον εφιάλτη. Και νοιώθω αδύναμος να μπορώ να τ` αντέξω. Όμως τι θα έκαναν όλοι αυτοί, που κομπορρημονούσαν τότε στις οργανώσεις; Είμαι σίγουρος ότι ο Μίλτος, και βέβαια, κάποια στιγμή θα έσκυβε το κεφάλι. Ύστερα θα έβγαζε το μαντίλι να σκουπιστεί και θα εξακολουθούσε να ζει! Αλίμονο σε όσους δεν έχουνε το «κουράγιο» να ανεχτούν μια φτυσιά. Δεν έχουν τη «δύναμη», παρακάμπτοντας «ηθικές», να γαντζωθούν στη ζωή. Ανήκω κι εγώ, το λοιπόν, στη «παρηκμασμένη γενιά», όπως μας θέλει ο Νίτσε; Άξιος μοναχά για θυσίες, που θα λιπάνουν τούτη τη γη. Να βγάλει καρπούς 48


και λουλούδια. Για τα παιδιά αυτών που πάνε με το μέρος των δυνατών. Για τα παιδιά του Μίλτου, του Μιχαλάκη. Για τα παιδιά του αύριο! Ο πατέρας, στα νιάτα του, υπήρξε αγωνιστής κι έχει το σεβασμό και την αγάπη του κόσμου. Είναι εκείνος που μου έμαθε, με την προσωπική προσφορά του, ότι «υπάρχουνε στη ζωή μας αρχές». «Όταν βαστάς μαχαίρι», μου έλεγε, «και μοιράζεις ψωμί, το μικρότερο κομμάτι θα το κρατήσεις για σένα». Κι ακόμα, το ότι : «Είναι ωραίο να θέλεις ν` ανέβεις, αλλά ποτέ πατώντας πάνω στους άλλους»! Ωστόσο, για την θεοσεβούμενη μάνα μας, ο πατέρας ήταν ο «απροσάρμοστος» που δεν μπορούσε, «και για το δίκιο του ακόμα, να πατήσει πάνω στους άλλους». «Στο κάτω - κάτω», έλεγε η μάνα, «σε μια κοινωνία με λύκους, με τον σταυρό στο χέρι, δε συντηρείς οικογένεια». Θυμάμαι παλιά, σε κάποιες εξόδους, να περιμένουμε μες τη πολυκοσμία στη στάση του τραμ. Η μάνα συνιαρισμένη, όπως πάντα, πότε με το χαμόγελο, πότε με τον αγκώνα, δεν υπήρχε περίπτωση να μη καταφέρει να μπει μέσα στο τραμ και να μας μπάσει και μας. «Άλλωστε, ποιός κύριος», θα το λέει με καμάρι, «δε θα παραχωρούσε τη θέση του, σε μια κυρία»! Κι ως συνήθως, ο πατέρας, ο πάντα διακριτικός, παραμερισμένος από κάποιους ατσίδες, θα περίμενε να έρθει με το επόμενο. Κι όσο σκέφτομαι τα παλιότερα, τόσο επαλήθευα κάποιες «αλήθειες». Ως και το ταλιράκι θυμήθηκα, που μου το είχανε δώσει κατά λάθος στο φούρνο και με είχε στείλει ο πατέρας να το επιστρέψω στον φούρναρη. «Μην είσαι κορόιδο…», μου φώναζαν οι φίλοι μου. «Ή μήπως αν σου το έπαιρνε εκείνος, θα στο γύριζε πίσω;» Θαυμάζω και αγαπώ τον πατέρα. Ωστόσο δε θα ήθελα να με φωνάζουν κορόιδο και μια ζωή να «χάνω το τραμ». «Ας ήταν, σε όλα να έμπαινε τάξη! Με την σειρά του ο καθένας...» Από παιδί, κάπως έτσι φανταζόμουνα μια σωστή μελλοντική κοινωνία. Μια κοινωνία ασπίδα για τους αδύνατους! Παιδί ντρεπόμουν να δείχνω, το πόσο πονούσα όταν σκότωναν τα πουλιά ή χτυπούσαν τα ζώα. Και πολεμώντας στ` Αντάρτικο, να νοιώθω κάτι σαν ενοχή, που δεν ήμουν «σκληρός», όσο μας ήθελε ο πόλεμος. Όμως να που ο Νίτσε, αλλά και οι άλλοι, το λένε «αδυναμία»! Μέσα σ` αυτούς που πρέπει να παραμερίσουν απ` τη ζωή, είναι και οι ομοϊδεάτες μου κι ο πατέρας κι εγώ. Όμως, στα χρόνια της νιότης, διψάς για δικαίωση και παραείναι πικρό να συνειδητοποιείς ότι η «υπέρτατη προσφορά» σου, δεν είναι παρά μια πράξη «αδυναμίας» να επιβιώσεις. Θυμήθηκα και την μάνα που συχνοέλεγε ότι : «Οι ξένες οι έγνοιες μαραζώνουνε τους ανόητους»! «Οι φανατικοί κι οι πιστοί», μου είπε κάποια 49


φορά, «και βέβαια προσφέρουνε την ζωή τους, αλλά πάντα μ` αντάλλαγμα. Όμως, εσείς, που δεν πιστεύετε ανταμοιβές μετά θάνατο, τι περιμένετε; Ένα να ξέρεις, όπως πας θα χαθείς και οι ξύπνιοι θα ζήσουν. Και ποιος, κακομοίρη μου, θα σε θυμάται σε λίγο, παρεκτός από μας;» Και είναι αλήθεια, πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλεις πέρα μαζί της. Θα ήθελα με κάποιον να μοιραστώ τις αμφιβολίες που με βασάνιζαν και δίσταζα, μη νομίσουν πως έψαχνα προσχήματα να γλιτώσω. Κι αργότερα, όσους, κατά καιρούς, δικασμένους σε θάνατο είχα ρωτήσει, μήτε ένας δεν βρέθηκε να έχει τους δικούς μου «νοητικούς ακροβατισμούς». Κατά τα άλλα και βέβαια, το άγχος και η αγωνία της επικείμενης εκτέλεσης, σ` όλους τα ίδια. «Πού να τα σκέφτομαι κείνες τις ώρες…», μου είχε πει φίλος μου «που η μόνη μου έγνοια ήτανε, τις τελευταίες στιγμές, να σταθώ παλικάρι.». Ας είναι... Άλλωστε «…μακάριοι οι πιστέψαντες, οι ανυποψίαστοι, που δε θα αντικρίσουν ετούτη την άβυσσο», είχε πει ο Τολστόι. Στους «απέναντι», στο επισκεπτήριο, κατάφεραν να μπάσουν εφημερίδα. Οι αντάρτες, μου λένε, χτύπησαν λόχο στρατού στα Σανά και φεύγοντας, πήραν μαζί τους οπλισμό κι αιχμαλώτους. Άραγες τώρα, που πιάσανε τα κρύα, πώς να είναι στα παλιά μας λημέρια; Βέβαια ο Γρηγοράκης, σαν έμπειρος μαχητής, έχει να μάθει πολλά στους καινούργιους. Ξαστερώνω που τους σκέφτομαι και με την σκέψη ξανασμίγω μαζί τους. Τουλάχιστον πολεμώντας, μπορείς να διαθέσεις τον εαυτό σου ως και σ’ αυτή την επιλογή του θανάτου. Του φίλου μου Γιάννη, με τις πρώτες δίκες που έγιναν, του ρίξαν ισόβια. Τώρα που ο μικρότερος αδελφός του, ο Παναγιώτης βγήκε στο αντάρτικο, η κυρά Λένη και η Αλίκη, μάνα και αδελφούλα, θα τα λένε με τους δικούς μου και θ` αγωνιούν, ξαγρυπνώντας τις νύχτες. Και η Ελπινίκη, η καλή μας η Ελπινίκη, πώς το μπορεί με τους δυο νεκρούς της; Να μπορούσα να γύρω το κεφάλι στα χέρια της, να της απαλύνω τον πόνο, να μοιραστούμε αμφιβολίες και δισταγμούς.

50


Μάης 1946. Με τους φίλους μου σε μια από τις αλάνες, στην περιοχή του Ντεπώ.14

14

Όρθιος στο κέντρο, ο φοιτητής της Φιλοσοφίας Γρηγόρης Παπαδημητρίου, πρότυπο σεμνότητας, ήθους και αγωνιστικής προσφοράς. Με την απώλεια του Γρηγόρη, η παρέα μας της αυτομόρφωσης, έχει χάσει έναν πολύτιμο φίλο και δάσκαλο και η γειτονιά μας έναν εκλεκτό συμπολίτη. Όρθιος δεξιά στη φωτογραφία, ο νεαρός μαχητής Παναγιώτης Χαριτόπουλος, αδελφός του πολιτικού βαρυποινίτη, οικογενειακού μας φίλου, Γιάννη Χαριτόπουλου. 51


ΛΥΤΡΩΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Την πέμπτη μέρα, μετά την μεταφορά μου στο καινούργιο κελί, βγαίνοντας στο προαύλιο, είδα έκπληκτος μάνα και αδελφή να στέκονται περίλυπες πάνω στο κεφαλόσκαλο. Κι ο Στεφανάκης, ο Ερίνης κι ο Αβραμόπουλος να πουλάνε ευγένειες στη...«Ρούσα πουτάνα»! Μπράβο σου, πάλι τα κατάφερες μάνα! Και να ψάχνω να καταλάβω ποια καινούργια παγίδα μου ετοίμαζαν. «Σπαράζει η καρδιά μου, να βλέπω τον πόνο σας», ακούω να της λέει ο Ερίνης. «Από τέτοια οικογένεια!» συμπληρώνει ο Αβραμόπουλος. Κάτι είπε η μάνα, το μετέφρασε η Έλλη και οι ασφαλίτες κοιτάνε τον Στεφανάκη. «Βεβαίως, βεβαίως…» προθυμοποιείται εκείνος. «Πώς θα μπορούσα να το αρνηθώ;» Η μάνα κατέβηκε κι ήρθε να με φιλήσει: «Σ` έχουν χτυπήσει πολύ;» ψιθυρίζει στα ρούσικα. «Έ, όχι και τόσο», την π��ίραξα, «όσο με χτύπαγες εσύ», και συγκρατιέμαι να μη βουρκώσω μπροστά τους. Μέρες τώρα που παλεύω με τους ανομολόγητους δισταγμούς, να επιλέξω το «πρέπει». Ανασκαλεύω στη μνήμη τα όσα έχω διαβάσει του Νίτσε, στα φύλλα του προπολεμικού «Ανεξάρτητου» και στα φυλλάδια της «Εγκυκλοπαιδείας του Ηλίου», που αγοράζει ο πατέρας. Όλα εκείνα για τις «παρηκμασμένες», αλλά και τις «αδίστακτες», τις «δυναμικές», τις «πρωτοπόρες» γενιές. Κι άξαφνα, είπα: «Για στάσου. Ο Νίτσε, αν τον έχω καταλάβει καλά, στη θέση μιας «ανύπαρκτης ηθικής», τοποθετεί σαν κριτή …το «ωραίο»! Και σ’ ένα ποίημα του, θέλει τον «υπεράνθρωπό» του, δίκαιο, γενναίο και συνετό. Όμως αυτές οι ιδιότητες είναι και για μας το ζητούμενο! Άλλωστε κι ο Ζαχαριάδης δεν είπε το: «Όποιος φοβάται να πετάξει ψηλά, πρέπει μια ζωή να σέρνεται χάμω»;» Πετάχτηκα όρθιος κι άρχισα, να κόβω χαρούμενος, βόλτες. Δεν είμαι σίγουρος, αν πρέπει πάντα να κρίνω κατά το γούστο μου το «σωστό». Όμως, στο κάτω - κάτω, είναι ωραίο να μπορείς απλά να επιλέξεις, φίλους, συντρόφους, ιδέες, έναν τρόπο ζωής.

52


Από τα πρότυπα στη ζωή μου στάθηκαν και ο Φούτσικ,15 αλλά κι ο πατέρας και ο Φιλόσοφος, που την έχουν μπολιάσει μ’ ένα νόημα. Μου αρέσουν οι φίλοι κι οι σύντροφοί μου, ο Γρηγόρης, ο Γιάννης, ο Φωκίων, η Ελπινίκη… Οι ζωντανοί κι οι νεκροί ομοϊδεάτες συμμαχητές μου. Απ’ αυτούς θ’ αποζητήσω δικαίωση και είναι αυτοί και μόνο που θα ήθελα να σταθούνε κριτές μου! Ο στοχασμός αυτός με λυτρώνει και νοιώθω σαν να κύλησε από πάνω μου βράχος και νομίζω πως ξέρω πια τι πρέπει να περιμένω και πως να φερθώ. Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα. Με όση δηλαδή ηρεμία μπορούσες να έχεις, ζώντας με μια προαναγγελία θανάτου.

Αρχές του 1946. Σε εκδρομή με Επονίτες της γειτονιάς.16

15

Ιούλιος Φούτσικ. Ήρωας της Τσεχοσλοβάκικης Αντίστασης. Είχε γράψει, περιμένοντας την εκτέλεση του, το «Ρεπορτάζ με την θηλιά στο λαιμό»! Το είχα διαβάσει στα ρούσικα σε σοβιετικό περιοδικό το 1946, αντλώντας δύναμη απ’ αυτό κατά τις δοκιμασίες στην Ασφάλεια και στο Μακρονήσι αργότερα. Την μετάφρασή του βιβλίου στα ελληνικά, την είχε κάνει ο Κώστας Κουλουφάκος στο στρατόπεδο του Άη Στράτη και το 1961 είχα εικονογραφήσει το εξώφυλλο της καινούργιας έκδοσης. Καλεσμένος στη Σοβιετική Ένωση για τα 30χρονα της αντιφασιστικής νίκης, είχα την χαρά να γνωρίσω την αγαπημένη σύντροφο της ζωής του Ιούλιου Φούτσικ, Γούστα Φούτσικοβα και να είμαστε μαζί ανάμεσα στα οκτώ μέλη που τους απένειμαν το Χρυσό μετάλλιο της Σοβιετικής Επιτροπής Ειρήνης. 16 Στο πρώτο πλάνο, με νωπά ακόμα τα τραύματα, κρύβω τα χτυπημένα μου χέρια. Πρώτος από δεξιά, ο Πασχάλης Πασχαλίδης (ο Τόλιας). Σε λίγο ο Τόλιας θα καταταγεί στον Δ.Σ.Ε. και τον επόμενο χρόνο, ύστερα από μάχη, θα πιαστεί αιχμάλωτος, θα περάσει στρατοδικείο και θα εκτελεσθεί στα δεκαεφτά του χρόνια. 53


Τ’ ΑΠΡΟΣΜΕΝΑ Το πρωινό της ενδέκατης μέρας, άρχισε με καλό οιωνό. Πάλι μας ήρθε και έστησε στο προαύλιο τη μηχανή του ο φωτογράφος. Οι «απέναντι» έχουν χαρές. Τους έβγαλαν φωτογραφίες και σε κάποιους έχουν ανακοινώσει αποφάσεις εκτόπισης. Κι απρόσμενα, βγαίνοντας έξω, μ’ έστησαν να με φωτογραφίσουν και μένα! Τώρα είναι που τα έχω μπερδέψει. Υποθέτω μια μεταγωγή στο Γεντί και το μόνο φυσικά που δε θα μπορούσα να σκεφτώ είναι η απόλυση. Και όμως… Σε λίγο, ο Κρεμανταλάς έφερε τα δερμάτινα κορδόνια απ τ’ άρβυλα, που μου τα είχαν πάρει να μη ...πνιγώ, και μου είπε πως απολύομαι ! Συμμαζεύω όπως - όπως τα ρούχα, αδυνατώντας να το πιστέψω κι όταν ακόμα μου το ξαναλέει ο Ερίνης. Ένας Ερίνης, για φαντάσου, γελαστός και καλότροπος. - Πού να το ήξερα ότι έχεις τέτοιους γονείς! Αμ, εκείνη η αδελφή σου! Τι ομορφιά, τι τρόποι, τι μόρφωση! Εικόνισμα σου λέω να την κάνεις και να την προσκυνάς. Όμως τώρα που φεύγεις, ξέχνα τα όλα και πες μου, τι ξέρεις για τον Μουστάκια… Τον κοιτάω αμίλητος κι αναρωτιέμαι, αν είναι τόσο ανόητος, ή μήπως κάτι μου ετοιμάζουν. - Άντε, άντε, τι στέκεσαι, πήγαινε τώρα. Να βάλεις μυαλό και να το ξέρεις, πως θα σε παρακολουθούμε συνέχεια. Κι αναρωτιέμαι και παλι: «Αν μου στήνουν παγίδα, γιατί μου το λέει;»

Με εμφανή τα ίχνη της πρόσφατης ταλαιπωρίας, φορτωμένος τα ρούχα, δίχως καν να περάσω τα κορδόνια στα άρβυλα, πήρα το τραμ της επάνω γραμμής. Ηλιόλουστη, ανοιξιάτικη η μέρα και να είσαι χωρίς χειροπέδες και το συνοδό ασφαλίτη! Κι αν πραγματικά έχει γίνει το «θαύμα», είναι τόσο θαυμάσιο να ξαναγυρνάς στη ζωή...! Μόνο που κάποια φορά, σηκώνω το κεφάλι και βλέπω τους συνεπιβάτες να με κοιτάνε περίεργα κι έχω πιάσει τον εαυτόν μου να χασκογελά στο κενό. Στο σπίτι, άλλαξα ρούχα και κίνησα ν’ ανταμώσω την αδελφή μου, να χαρεί, να ηρεμήσει κι εκείνη. Περνώντας από την οδό Φράγκων, ανέβηκα για λίγο στο παλιό αρχοντικό της Τράπεζας Αμάρ, όπου και το ραφείο του ξαδέλφου μας Ιωνά. Στο στενάκι από κάτω, το «χρηματιστήριο» της Θεσσαλονίκης, ο χώρος όπου γίνονταν, από τον καιρό ακόμα της Κατοχής, οι παράνομες αγοραπωλησίες χρυσών νομισμάτων. Και εκεί, στη γωνιά της 54


Βαλαωρίτου, ένοιωσα και πάλι ν’ ανοίγει μπροστά μου η κόλαση. Δυο ασφαλίτες και ένας χωροφύλακας μου φράζουν τον δρόμο! «Στον τόπο», φωνάζουν. «Τα χέρια ψηλά!» Μου ήρθε ζαλάδα και σφίξιμο. Ο ένας από τους ασφαλίτες ορμάει κατ’ επάνω μου. «Τα κοκοράκια»,17 φωνάζει, «κατέβαινέ τα…» και… μου ’ρθε να τον φιλήσω! «Δεν υπάρχουν…», του φωνάζω κι εγώ. «Δεν είχα, δεν έχω… Ψάξτε παντού...» κι αναστημένος σηκώνω τα χέρια. Ήταν η πρώτη από τις δυο απανωτές συμπτώσεις, που θα μου σμπαραλιάσουν τα νεύρα. Η υπηρεσία, όπου δουλεύει σαν διερμηνέας η Έλλη, βρίσκεται στις αρχές της Διοικητηρίου. Κοίταξα με τρόπο, μήπως με παρακολουθούσε κανείς και είδα, λες κι έβλεπα χάρο μπροστά μου, τον Νικηφόρο! Πανύψηλος, με την πλάτη προς το «Αττικόν», να κοιτάει προς τη κάτω μεριά της πλατείας Βαρδάρι, όπου το Κόκκινο κτίριο, το Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης και η πλατεία γεμάτη από στρατό και χαφιέδες. Έκανα πως κοντοστάθηκα να χαζέψω βιτρίνα και έστριψα στο δίπλα στενό.

Γενάρης 1947. Στο σπίτι μας, γιορτάζοντας την αποφυλάκιση μου.18

17

Κοκοράκια: Χρυσά γαλλικά νομίσματα με την απεικόνιση πετεινού. Οι λίρες αυτές είχαν μεγάλη ανεπίσημη συναλλαγματική πέραση την περίοδο της Κατοχής και του Εμφύλιου. 18 Είναι η τελευταία μου φωτογραφία με τον πατέρα. Στο πρόσωπο του είναι εμφανή τα σημάδια της αρρώστιας, για την οποία δε γνωρίζω ακόμα. Τον επόμενο χρόνο, που θα είμαι εξορία, ο πατέρας θα πεθάνει με τον καημό της απουσίας μου και ύστερα από οκτώμισι χρόνια ζωής σε στρατόπεδα, θα ξανασμίξουμε και πάλι με μάνα και αδερφή. 55


Το βράδυ στο σπίτι, χαρές και κομπρέσες, αλοιφή στα αιματώματα και κουνέλι στιφάδο, για χάρη του ... «ασώτου». Με ρωτάνε, τους λέω τα λιγότερα, αλλά θέλω να μάθω πολλά, να ξεδιαλύνω τα ως τα τώρα ακατανόητα, που δεν μπορούσα να ξέρω. Έμαθα το λοιπόν ότι ο «κύριος Τζώνος, ο Διοικητής της Γενικής Ασφαλείας, είναι πρωτοξάδελφος του Ευάγγελου», του αρραβωνιαστικού της `Έλλης, «προσωπικός φίλος και προϊστάμενος του Παπατσώρη»! «Είχε μεσολαβήσει», μου λένε, «και υποσχέθηκε να κάνει ότι περνούσε από το χέρι του». Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο θα βοηθούσε το χέρι του οικοδεσπότη της Γενικής, αν δεν κρατούσα το στόμα κλειστό. Όμως σίγουρα το χέρι των φίλων του παραήταν βαρύ. Βέβαια, συνετέλεσε κι ο προσεχής ερχομός της Επιτροπής Ερεύνης του Ο.Η.Ε., μα περισσότερο το καινούργιο, που βγήκε από τη συζήτηση και εξηγεί τα «ανεξήγητα», είναι το ότι ο Λευτέρης απέφυγε να τους πει ότι φιλοξενήθηκε σπίτι μας. «Και να που είμαστε πάλι», τους λέω, «μαζί, και ζω και μιλάμε!» «Ναι, αλλά μπορούσαν και να σε είχαν σκοτώσει», λέει η μάνα. - Μπορούσαν. - Και δεν ήτανε τρόπος να το αποφύγεις; «Ήταν…», της λέω, «αν εκτελούσαν άλλον στη θέση μου.» Η μάνα συννέφιασε, ο πατέρας κι η Έλλη, αμίλητοι, παρακολουθούν τη συζήτηση. «Μάνα», το τόλμησα, «θα το ήθελες για να ζήσω, να είχα στείλει το Γιαννάκη στ’ απόσπασμα;» «Όχι. Ποτέ…», μου το πέταξε και κίνησε αναστατωμένη για την κουζίνα. Και συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα και ο ίδιος, τι αποζητούσα ν’ απαντήσει. Η κατηγορηματικότητα της με είχε ξαφνιάσει. Και τι έχει απογίνει όλη αυτή η ατομικιστική φιλοσοφία κι ο «ορθολογισμός» σου, βρε μάνα; Ή μήπως την έχω αδικήσει; Ένοιωσα στη συνείδησή μου η μάνα ν’ ανεβαίνει ψηλά, να την νοιώθω «σωστή», να τη νοιώθω «δική μας» και ταυτόχρονα, μέσα μου, να κατασταλάζει μια γεύση από πίκρα. Κι αργότερα, κι ως τα σήμερα, πόσες φορές κι αν δεν είχα σκεφτεί: «Άραγες, πότε και ποιες «δικές» μας, «αγωνίστριες» μανάδες θα μπορούσαν ν` απαρνηθούν, έστω και φραστικά, για χάρη ενός άλλου, το σπλάχνο τους;» Κάποιες μέρες μετά την απόλυση, απέκτησα επαφή και παρέδωσα την έκθεση των συμβάντων στην Κομματική μου οργάνωση. Με το Νικηφόρο δεν ξαναβρεθήκαμε άλλο. Τις μέρες που με είχανε πιάσει, τον είχαν συλλάβει κι εκείνον, αλλά τον άφησαν με την μεσολάβηση του θείου του, μητροπολίτη Καλλίνικου. 56


Έμαθα ότι λίγες μέρες μετά την δική μου την σύλληψη, ο Παπατσώρης είχε συλλάβει την Ελπινίκη. Την βασάνισαν άγρια, δεν της πήρανε λέξη και την άφησαν. Σε μια Θεσσαλονίκη στρατοκρατούμενη και κυκλωμένη ολούθε, με την Ελπινίκη γίναμε αχώριστοι. Ανάμεσά μας, παρόντες οι δυο νεκροί, μια απέραντη τρυφερότητα κι όνειρα, να βγούμε στο καινούργιο τ` αντάρτικο. Και «θα είμαστε πάντα μαζί, κι αν είναι κι ως την τελευταία πνοή μας, στην ίδια ομάδα!» Ο Γρηγοράκης, σπάζοντας τον κλοιό, δύο φορές είχε κατέβει στην πόλη και μου έστειλε μήνυμα. Δυο φορές ετοιμαστήκαμε, αλλά δεν μπόρεσε να μας πάρει. Μπορεί και να υπερίσχυσαν τελικά οι απόψεις που μας ήθελαν στις οργανώσεις της πόλης. Και η σπάθη των στρατοδικείων και της εκτέλεσης να βαραίνει επάνω μας. Κατά το Μάρτη, ο σύντροφός μας, ο Πρόδρομος, είχε πιάσει δουλειά σε συνεργείο συντήρησης των γραμμών του σιδηρόδρομου. Μαζί με τους εργάτες που μετέφεραν τα καμιόνια στην ύπαιθρο, είχανε φύγει για «πάνω» ο Νικηφόρος και μια σειρά στελέχη επώνυμα κι είχαμε πάρει απόφαση, παρόλες τις αντιρρήσεις να φύγουμε. Είχα πει και στους δικούς μου πως θα έφευγα και παρακάλεσα την μάνα να μου πλύνει κάποια εσώρουχα και το χοντρό μου πουλόβερ. Η μάνα με άκουσε αμίλητη και την επόμενη μέρα, βάζοντας μπουγάδα, σαν να έπιασε το αυτί μου λυγμό. Κρυφοκοίταξα από τη χαραμάδα της πόρτας και την είδα να κλαίει. «Να σου φέρω», της λέω, «και τις μάλλινες κάλτσες;» Της το είπα έτσι, θέλοντας να μιλήσω μαζί της, μιας και από τότε που της είπα πως θα έφευγα, δεν έβγαλε λέξη. Η μάνα σκούπισε με το μανίκι τα μάτια της και ξαναπήρε το απροσπέλαστο ύφος της. Μόνο που δεν κρατήθηκε για πολύ. «Την πρώτη φορά», ξέσπασε, «όπως μας τα είχανε πει, γευτήκαμε τον καημό του χαμού σου. Σ` έχει φυλάξει η Παναγιά και μας γύρισες με σακατεμένα τα χέρια, ας είναι. Όμως τώρα φοβάμαι, φοβάμαι πολύ, πως δε σε ξαναδούνε τα μάτια μας.» Κι ήρθε η σειρά μου, να κρυφοσκουπίσω το δάκρυ και να ψάχνω να βρω τα λόγια που θα της έλεγα. Αποφασίσαμε με την προτελευταία αποστολή να φύγει η Ελπινίκη και με την επόμενη, θα φεύγαμε εγώ με τον Πρόδρομο και θα έκλεινε ο «δρόμος».

57


Θεσσαλονίκη 1947. Στη Ν. Ελβετία με την Ελπινίκη Βετλή και τον φίλο μου Πρόδρομο.19

Μια μέρα πριν φύγει, βολτάροντας κατά τα μέρη της Νέας Ελβετίας και συζητώντας τις λεπτομέρειες, είχαμε βγάλει φωτογραφία οι τρεις μας και το ίδιο βράδυ είχα μεταφέρει τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί της στο σπίτι του Πρόδρομου. Μεγαλοβδομαδιάτικα πιάσανε τον Πρόδρομο, να τον περάσουν στρατοδικείο. Είχα πάει με τους δικούς του στις φυλακές του Κιλκίς και τον είδα για λίγο. Στη φυλακή, ο επικεφαλής της φρουράς, ένας νεαρός ανθυπολοχαγός, συμμαθητής στο γυμνάσιό μας και παλιά επονίτης. «Και τώρα», λέγαμε, «για φαντάσου, να έχεις δεσμοφύλακα τον Στελάκη, βλοσυρό και απρόσιτο, να σου πουλάει αγριάδα!» Κατά τη δεύτερη μετάβαση στο Κιλκίς, με απέτρεψαν να πάω στη φυλακή, λέγοντας ότι: «Ο Στέλιος μετάνιωσε πού σε είχε αφήσει να φύγεις και απείλησε, αν πέσεις στα χέρια του, να σε γδάρει». Κρύφτηκα κοντά στο σταθμό, περιμένοντας να επιστρέψουν τα αδέλφια του Πρόδρομου, που θα μου πούνε ότι: «Σε μάχη, κοντά στα Αμάραντα του Κιλκίς, σκοτώθηκε η Ελπινίκη». Και τη διαδρομή εκείνη της επιστροφής, την έχω αποθέσει στη μνήμη μαζί με τις θλιβερότερες στιγμές της ζωής μου. Δέκα χρόνια αργότερα, βρέθηκα και πάλι στη Θεσσαλονίκη, σαν «αδειούχος εξόριστος». «Ξέρεις», με πληροφόρησαν, «η μητέρα τους δεν κλειδώνει τις νύχτες την πόρτα, περιμένοντας να γυρίσουν τα δυο της παιδιά». 19

Αποχαιρετιστήρια φωτογραφία και η τελευταία της Ελπινίκης. Την επόμενη μέρα θα έχει φύγει για να καταταχθεί στον Δ.Σ.Ε. 58


Η ΔΙΚΗ

Απόσπασμα από το παραπεμπτήριο βούλευμα για το στρατοδικείο

Μετά την μεταφορά μας από τη Μακρόνησο, τον Ιούλη του 1951, συμπληρώθηκε ένας χρόνος ζωής στο στρατόπεδο του Άη Στράτη. Δεν είχε καταλαγιάσει ακόμα ο μακρονησιώτικος εφιάλτης κι έφτασε ο απόηχος της τελευταίας ομοβροντίας του εκτελεστικού αποσπάσματος. Οι «νικητές», ισοφάριζαν τους λογαριασμούς του Εμφύλιου, απαντώντας με εκτελέσεις στην Έκκληση της Στοκχόλμης.20 Ο μακρονησιώτης φίλος και σύντροφός μας, Νίκος Νικηφορίδης και άλλα έξι ανταρτόπουλα, που πιάστηκαν λαβωμένα, οι Θ.Ορφανίδης, Μόσχος Στογιάννης, Κων. Σπρίντζος, Κων. Μήτσας, Χαρ. Παπαδόπουλος και Ρήγας Παραθυράς, άλλα επτά νεκρά παλικάρια, προστέθηκαν στις εκατόμβες των εκτελεσμένων του Εμφυλίου. Εκείνες τις μέρες με είχαν καλέσει στην Διοίκηση και μου ανακοίνωσαν την παραπομπή μου στο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Η κατηγορία, σύμφωνα με το βούλευμα, αφορούσε τη συμμετοχή μου σε ένοπλη ομάδα, τρομοκρατικές επιθέσεις, κατοχή οπλισμού και σύνδεση με τα ένοπλα τμήματα της υπαίθρου. Στο ίδιο κατηγορητήριο, σαν αρχηγός αναφέρεται και ο Νικηφόρος Καλλίνικος. Όμως από τους επτά «συμπράξαντες», τελικά, είμαι ο μόνος που θα περάσω από δίκη και οι δύο μάρτυρες, που στηρίζουν τις κατηγορίες σε βάρος μου, είναι ο Μιχάλης κι ο Φάνης. Θα έφευγα με το επόμενο καράβι και είχα να κρύψω, στον πάτο της βαλίτσας και μιας σκακιέρας, τις «παράνομες» σημειώσεις και τα μακρονησιώτικα σχέδια, να μπουγαδιάσω, να αποχαιρετίσω τους φίλους και τέλος, να κουβεντιάσω τη νομική πλευρά της υπόθεσης. Με το «Αλεξάνδρα», της «αγόνου γραμμής», έως τον Πειραιά θα συνταξιδέψω με τον Καρούσο, που τον μετέφεραν σε νοσοκομείο της Αθήνας για εξετάσεις. Κατά τις σύντομες διαδρομές, από το λιμάνι ως το Τμήμα Μεταγωγών, θα μου μείνουν στη μνήμη ο απόηχος της πολύβουης 20

Ο Νίκος Νικηφορίδης εκτελέστηκε, επειδή μάζευε υπογραφές για την Έκκληση της Στοκχόλμης, για τη διεθνή ύφεση και Ειρήνη! 59


καθημερινότητας και εικόνες αξέχαστες, ιδωμένες μέσα από την κλούβα, μιας ζωής που κυλούσε στο πλάι, παραέξω από μας. Την επόμενη μέρα, με το καράβι που μας πάει στη Θεσσαλονίκη, θα χαρώ ανέλπιστα, συνταξιδεύοντας με την γειτονοπούλα μας, Ελένη Π. και άλλες δυο πολιτικές συγκρατούμενές της, που μετάγονταν εκεί για αναθεώρηση δίκης. Οι κοπελιές δείχνουν χαρούμενες, αισιοδοξώντας για το αποτέλεσμα, κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει με μένα Ξημερώματα, μπαίνοντας στο Θερμαϊκό, ψυχοπλακώθηκα κοιτώντας την πολιτεία ν` αχνοδιαγράφεται στο βάθος του κόλπου. Μια πολιτεία, που η θύμηση του κάθε στενού της ανάδευε μέσα μου άγχη και απειλές του Εμφύλιου. Σ’ αυτή την πόλη, τη γεμάτη από πάθη και μνήμες, στην πόλη που αγάπησα τόσο, αν ήτανε μπορετό, έτσι τουλάχιστον είχα πιστέψει, ας μη ξαναγυρνούσα ποτέ.

Αη Στρατης 1951. Αποχαιρετιστήρια φωτογραφία.21

21

Στην «αποχαιρετιστήρια» φωτογραφία, που βγάλαμε στην αμμουδιά του Αη Στράτη, όλοι χαμογελάμε, κατά πως πρέπει όταν ξεπροβοδάνε κάποιον που μπορεί να μην ζήσει ή να μην τον ξαναδούνε ποτέ. 60


Όπως ήταν επόμενο, μετά τον Αη Στράτη, οι Νέες Φυλακές της Θεσσαλονίκης μου είχαν φαντάξει άχαρες κι αφιλόξενες. Με την εκτέλεση του Νικηφορίδη και των συντρόφων του, τους πολιτικούς κρατούμενους, τους είχαν μεταφέρει στο Επταπύργιο. Τώρα, στη Πρώτη Ακτίνα της φυλακής βρίσκονται ποινικοί βαρυποινίτες, ενώ στη δική μας, τη Δεύτερη, οι πιο ελαφρές ποινικές περιπτώσεις, κάποιοι «πολιτικοί» υπόδικοι, σαν κι εμένα και ένας ανήλικος, συγκατηγορούμενος του Νικηφορίδη, ο Λεωνίδας ο Δούκας. Ο Λεωνίδας θα με μυήσει στα πολλά και «μυστήρια» που συνέβαιναν στη φυλακή. Θα μου μιλήσει για τον Στακτόπουλο,22 που είναι γραμμένος στα βιβλία της φυλακής, αλλά που ποτέ δεν τον είδε κανένας, για τον μηχανισμό που διακινεί με τα «βαποράκια» ναρκωτικά, αλλά και για τους κοντά σαράντα ανήλικους που στεγάζονται σε ξέχωρο χώρο της φυλακής και τα ολονύκτια όργια που γίνονται εκεί με τους φύλακες και κάποιους επώνυμους «αξιότιμους» συμπολίτες μας. Οι σχέσεις μου με τους συγκρατούμενούς στο κελί μας καλές. Έχω φέρει μαζί μου κάποια απαραίτητα σύνεργα και φιλοτεχνώ χειροτεχνήματα, μήπως μπορέσω και βοηθήσω οικονομικά τους δικούς μου. Με τη μάνα και την αδελφή μου βλεπόμαστε πάντα, παρουσία του φύλακα, μέσα από ένα πυκνό, διπλό, μετάλλινο πλέγμα και τα όσα μου φέρνουν στο επισκεπτήριο περνάν από έλεγχο ιδιαίτερα αυστηρό. Μετά το πρωινό, προς το τέλος της πρώτης βδομάδας, ξυπνώντας μέσα μου μνήμες μακρονησιώτικης αγριάδας, ακούστηκαν τα μεγάφωνα, να καλούν τους κρατούμενους στο προαύλιο για… «Εθνική αγωγή»! «Άλλο», πρέπει να σκέφτηκαν, οι εγκέφαλοι της εθνικοφροσύνης, «ένας εθνικόφρων ποινικός παραβάτης κι άλλο αριστερός» και αποφάσισαν να την εφαρμόσουν κι εδώ. Επιθεωρώντας τα άδεια κελιά, ο φύλακας με βρήκε να ζωγραφίζω κι έγινε έξω φρενών. - Ρε συ! Τι κάνεις εδώ; Γρήγορα έξω. «Είμαι πολιτικός κρατούμενος», του απάντησα ήρεμα «και στην Εθνική Αγωγή δε θα πάω». Ξαφνιάστηκε, εκείνος κι είχε αγριέψει για τα καλά. - Τι έκανε λέει! Θα σε τσακίσω καθίκι... «Ρωτήστε πρώτα», του λέω, «τη διεύθυνση». Ο φύλακας έτρεξε να ζητήσει βοήθεια, τον πληροφόρησαν προφανώς, και επέστρεψε. «Καλά, μείνε», μου λέει καλμαρισμένος. «Μη βγαίνεις».

22

Ο Στακτόπουλος ήταν ο κυριώτερος μάρτυρας κατηγορίας που εκβιάστηκε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της Ασφάλειας σχετικά με την δολοφονία του γνωστού Αμερικανού δημοσιογράφου Πόλκ. 61


Ήταν η μοναδική φορά, στη διάρκεια της, κοντά δίμηνης, παραμονής μου στις «Νέες φυλακές», που ήρθα σε σύγκρουση με την εξουσία της φυλακής. Κι άθελά μου, από εκείνη τη μέρα, πρέπει να αναβαθμίστηκα σαν «σκληρός» στη συνείδηση των άλλων κρατουμένων! Ακόμα κι ο περιβόητος Στράτος,23 που τον έχουν μετάθεση από την Γυάρο, μου μιλάει στον πληθυντικό και μου φέρνεται, «με το γάντι». Ωστόσο, την επόμενη Κυριακή, βγήκα μαζί με τους άλλους στο εκκλησίασμα, μόνο που όταν, σ’ ένα νεύμα του αρχιφύλακα γονάτισαν όλοι κουτουλώντας με το κεφάλι τη γη, βρέθηκα ο μόνος όρθιος, ανάμεσα σε κοντά εξακόσιους κρατούμενους. «Τον βλέπεις τον ξανθ��τρίχη, με το θυμιατό;», μου είπε ο Λεωνίδας. «Πέρυσι, σαν χωροφύλακας «άνευ θητείας», συνοδεύοντας εφτά αιχμαλώτους αντάρτες τους έσφαξε, σαν τραγιά. Όμως εφέτος, κάνοντας τον νταή, είχε πετάξει χειροβομβίδα, σκότωσε εθνικόφρονα και τώρα είναι όλο ρουφιανιές και γλειψίματα, μήπως τη σκαπουλάρει όπως και την πρώτη φορά.»

Χειμώνας του 1957. Με την παρέα μας στη γωνία της πλατείας Αριστοτέλους. Επάνω δεξιά, διακρίνεται ο Λεωνίδας Δούκας, μετά την αποφυλάκιση του.

Κάποιες μέρες, μετά το εκκλησίασμα, είχαν πάρει τον νεαρό σφαγέα για δίκη. Έφυγε χαμογελαστός, ντυμένος με τα καλά του, σίγουρος για την «ευσπλαχνία της μητέρας πατρίδας». Το απόγευμα επέστρεψε ράκος, με μια καταδίκη κάμποσων χρόνων και τον μετέφεραν στην Πρώτη Ακτίνα. 23

Στράτος: Περιβόητος τραμπούκος και βασανιστής στη Γυάρο. Στις εγκληματικές του ενέργειες καταλογίζονται και οι ενέσεις σε κρατούμενους με μολυσμένες με σύφιλη σύριγγες. 62


Την επόμενη μέρα, με πήρε παράμερα ο αναγνωρισμένος απ’ όλους σαν αρχηγός της φυλακής, ένας βαρυποινίτης, γεμάτος κοψίματα και τσαμπουκάδες για να μου «εμπιστευθεί» ότι: «Επτά ανταρτάκια, που λες συντροφάκο, έσφαξε το κωλόπαιδο. Εφτά κι εμείς στο κελί μας και λέμε, ευκαιρία να πάρουμε το αίμα τους πίσω. Το λοιπόν, κρεμάσαμε κουβέρτα, τον περνάγαμε νουμεράδα όλη τη νύχτα και το πρωί τον πήρανε με φορείο». Εγώ να μη πιστεύω στ’ αυτιά μου, και εκείνος να επιμένει να του πω, αν έκαναν καλά κι ... εκδικήθηκαν! Είχε παρακαλέσει η αδελφή μου, το Διευθυντή της φυλακής, να επιτρέψει να με δει από κοντά και να με φιλήσει η μάνα. «Λυπάμαι», της είπε εκείνος. «Ο αδελφός σας θεωρείται πολύ επικίνδυνος». «Μα τι κάνει, πως φέρνεται;», επέμενε η Έλλη. «Μην ανησυχείτε…»,της λέει χαμογελώντας ο Διευθυντής. «Οι λόγοι είναι πολιτικοί. Κατά τα άλλα, ο αδελφός σας είναι ο πιο συμπαθητικός κι ευγενικός μας κρατούμενος». Θλιβερά τα νέα που μου έφεραν οι δικοί μου. Βέβαια, για τις εκτελέσεις της Αλίκης, του Ανδρέα, του Δημητράκου και του Πασχαλάκη του Τόλια το είχα μάθει, όμως για το χαμό του Γρηγοράκη και τον Παναγιώτη της κυρά Λένης, δεν το ήξερα. Γνώρισα κι έναν συγκρατούμενό μας, που είχε υπηρετήσει στο τμήμα του Φάνη. «Μετά την αποχώρηση των δικών μας», μου είπε, «ο Φάνης παρέμεινε επικεφαλής σε μια από τις «ομάδες αυτοκτονίας». Προς τα τέλη του χρόνου, τα αποσπάσματα μας είχαν ζώσει ασφυκτικά και οι ελάχιστοι που είχαμε απομείνει, όλοι μας τραυματίες. Κι ο ίδιος ο Φάνης, κόσκινο από σφαίρες». Τις επόμενες μέρες, έφτασε αναπάντεχα και σωτήριο, το μαντάτο. Το περιβόητο «Γ΄ Ψήφισμα», με το οποίο στάλθηκαν τόσοι και τόσοι στα εκτελεστικά αποσπάσματα, καταργείται και οι σχετικές υποθέσεις παραπέμπονται σε ορκωτά δικαστήρια. «Έτσι και η δική σου υπόθεση», μου είπε ο δικηγόρος μου, «θα είναι η πρώτη που θα δικαστεί σε κακουργιοδικείο με ενόρκους!» Μία ακόμα από τις τόσες φορές που «τη γλίτωνα». Οι δικοί μου έχουν προσλάβει δυο δικηγόρους, τον κ. Μέλο, έναν πεπειραμένο παλαίμαχο και τον κ. Κιούση. Ο κ. Κιούσης είναι νεώτερος, «με μέσα, και διασυνδέσεις» και το σπουδαιότερο, σαν έφεδρος υπολοχαγός στον Εμφύλιο, υπήρξε διοικητής της μονάδας του κυβερνητικού στρατού, όπου είχε υπηρετήσει ο Μιχάλης! Μόλις το μάθαμε, η αδελφή μου έτρεξε να βρει τον Μιχάλη. Ταράχτηκε εκείνος, βούρκωσε που την είδε. «Πώς μπόρεσε», της είπε, «να το κάνει ο Φάνης! Στην Ασφάλεια κρέμονταν η ζωή μας, από μια κουβέντα του αδελφού σου και δεν του πήρανε 63


λέξη». Της είπε ακόμα, πως όταν του είχαν φέρει τις καταθέσεις του Φάνη και υπέγραψε τη δική του, δεν ήξερε καν που βρισκόμουν κι αν ζούσα. Τελικά, ο Μιχάλης είχε δώσει το λόγο του, ότι στη δίκη θα αναιρέσει την μαρτυρία. Με την ευχάριστη τροπή που πήρε η υπόθεση, κινητοποιήθηκε και πάλι ο άντρας της εξαδέλφης μας, ο καλός μας ο Ιωνάς. Γνώστης της πιάτσας, είχε πιάσει έναν - έναν τους ενόρκους, να τους πείσει πως ήμουνα το «χρυσό το παιδί». Μίλησε ως και με τον ίδιο τον εισαγγελέα (έναν Καβαλιώτη μακρινό συγγενή μας, και μέτοχο, κατά την Γερμανική Κατοχή, σε μεγάλη χαρτοπαιχτική λέσχη της πόλης μας)! Την μέρα της δίκης, μου πέρασαν χειροπέδες, επιστήσανε την προσοχή του συνοδού χωροφύλακα για το ότι είμαι «πολύ επικίνδυνος» και κινήσαμε για τα δικαστήρια με τα πόδια. Διαβάζοντας το κατηγορητήριο «από έδρας», ξαναζωντάνεψαν οι εφιάλτες του Εμφύλιου, η παλιά γειτονιά και οι δικές μας αποκοτιές. Ο Φάνης, που προφανώς δε θεωρήθηκε αξιόπιστος μάρτυρας, «δεν προσήχθη» από τις Φυλακές της Κεφαλονιάς και ο μόνος μάρτυρας κατηγορίας έμεινε ο Μιχάλης, ο οποίος, όπως μάθαμε, πολεμώντας στις τάξεις του Κυβερνητικού στρατού, «τιμήθηκε με μετάλλιο ανδρείας»! Αγορεύοντας, η «κατηγορούσα αρχή» κατακεραύνωσε σφόδρα την «επάρατο ανταρσία» και στη συνέχεια, διαβάστηκε η κατάθεση του Φάνη, που περιέγραφε για το πώς στον Λάκκο, νυχτιάτικα, είχα παραλάβει τον οπλισμό και ξεπροβόδισα κάποιους για το αντάρτικο. Παίρνοντας τον λόγο ο δικηγόρος μας, ο κύριος Μέλος, άρχισε την δική του αγόρευση όλο πάθος και ευστροφία, κατακεραυνώνοντας τους ξενοκίνητους «μητραλίες» κομμουνιστές, για να καταλήξει, σχετικά με την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας, στο ότι: «Ένα δεν μπορούμε να αρνηθούμε σ’ αυτούς τους φανατικούς μιας εθνοκτόνου ιδεολογίας. Την τυφλή, μέχρι αυτοθυσίας, όπως γνωρίζετε, υπεράσπιση των αρχών των. Ένας κομμουνιστής που προδίνει, κατηγορώντας συντρόφους του, δεν μπορεί να είναι κομμουνιστής. Εξ ου και η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί αναληθής κι αναξιόπιστη… Κύριε πρόεδρε, κύριοι δικασταί! Προσέξατε την μορφήν του κατηγορουμένου, αυτή την αθώα, ευγενική φυσιογνωμία και πείτε μου αν είναι ικανός να διαπράξει τα όσα του καταμαρτυρεί το κατηγορητήριο...» Έριξα ασυναίσθητα μια ματιά στο πλάϊ, που καθόταν η μάνα και διέκρινα στο πρόσωπο της ένα αδιόρατο, όλο ειρωνία χαμόγελο. Ήρθε η σειρά του Μιχάλη να καταθέσει, ο οποίος προς μεγάλη μου απογοήτευση είπε: «Βέβαια, ήτανε θεοσκότεινα και δεν είδα το πρόσωπό του. Αλλά για να το λέει ο Φάνης και όπως τώρα τον βλέπω, πρέπει να είναι αυτός».

64


Απαντώντας στην ερώτηση του προέδρου, αν συμμετείχα στην επίθεση με χειροβομβίδα στο αστυνομικό τμήμα, ο Μιχάλης ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη, τονίζοντας με καμάρι: «Εγώ και μόνο την πέταξα…», επιδεικνύοντας ταυτόχρονα και το κυβερνητικό «μετάλλιο ανδρείας». Τον κοιτούσα με απογοήτευση ν’ απομακρύνεται, να κοντοστέκεται και να ξαναπλησιάζει την έδρα, ζητώντας από τον πρόεδρο να μου υποβάλει κάποια ερώτηση, για ν’ ακουστεί η φωνή μου. Κάτι με ρωτάει ο πρόεδρος, κάτι του απαντώ κι ακούω το Μιχάλη ν’ ανακαλεί: «Όχι, κύριε πρόεδρε, τη θυμάμαι καλά τη φωνή του, σαν να την ακούω και τώρα. Όχι, αυτή δεν είναι η φωνή που είχα ακούσει». Με την αναίρεση της μαρτυρίας απ’ τον Μιχάλη, οι κατηγορίες «κατέρρευσαν» και το δικαστήριο με απάλλαξε παμψηφεί! Επιτέλους, μπόρεσα να φιλήσω ανεμπόδιστα τους δικούς μου, να χαιρετήσω κάποιους συγγενείς μας και φίλους, να ευχαριστήσω τον Μιχάλη που «αποκατέστησε την αλήθεια». Το χωροφυλακάκι με συνεχάρη για την αθώωση: «Από τώρα πια είσαι ελεύθερος», μου είπε. Στην επιστροφή πρότεινα και το δέχτηκε με χαρά, να τον κεράσω μια μπύρα. Μόνο που την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας στον Αη Στράτη, έως το Τμήμα Μεταγωγών θα με συνόδευε και πάλι ο ίδιος και του είχαν γίνει και πάλι συστάσεις να με προσέχει γιατί είμαι «πολύ επικίνδυνος». «Κι εγώ, για φαντάσου», μου λέει, «σου είχα βγάλει τις χειροπέδες και είχα ακουμπήσει το αυτόματο πλάι σου!» Κατά την επιστροφή μου στον Αη Στράτη, στο τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, ανταμωθήκαμε και πάλι με τον Καρούσο, που κατασυγκινημένος μ’ αγκάλιασε και μου είπε: «Φεύγοντας, σε κλαίγαν τα μάτια μου, μήπως σ’ έβλεπα για τελευταία φορά». Ο Λευτέρης, στη δεύτερη δίκη που έγινε, δικάστηκε σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέστηκε, όπως μου είπανε, «λόγω του δεδικασμένου». Μέσα στο 1947, πριν από την δεύτερη σύλληψη μου για τον Αη Στρατή, τον είχα επισκεφτεί στις Φυλακές του Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ). Ο Λευτέρης συγκινήθηκε, βούρκωσε που με είδε κι ήτανε και η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε. Με τον Μιχάλη και τον Φάνη, ένδεκα χρόνια αργότερα, μετά την κατάργηση του στρατόπεδου του Άη Στράτη, βρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη, αλλά στη κουβέντα μας δεν θίξαμε καθόλου κάποια από εκείνα που μας είχαν πονέσει πολύ.

65


11 Ημέρες & 3 Χρονιές