Page 1

Α.Β.Γ. Τρία μεγάλα γράμματα γραμμένα μʼ ασβέστη στη ραχοκοκαλιά της Μακρόνησος. ……………………………….. Α΄ Τάγμα Β΄ Τάγμα Γ΄ Τάγμα ………………………………… Μιλούσαμε, ναι, για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη………………………………….. (Κι η Παναγιά του Πόντου φλωροκαπνισμένη απʼ το σούρουπο να σεργιανάει ξυπόλυτη στην αμμουδιά συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών καρφώνοντας μʼ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα). …………………………………………… Α.Β.Γ. (Γαλάζια, η θάλασσα - πολύ γαλάζια Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο). …………………………………………….. Α.Β.Γ. Τα συρματοπλέγματα. Τα φυλάκια μαύρα μεσʼ στη νύχτα Κι οι φωνές απʼ τα φυλάκια μαύρες όλη τη νύχτα: ΑΛΤ-ΑΛΤ. ΤΙΣ ΕΙ; ΤΙΣ ΕΙ; ΤΙΣ ΕΙ; ΟΙ ΟΙ ΟΙ ΟΙ ΟΙ

ΚΟΥΤΣΟΙ ΚΟΥΛΟΙ ΤΥΦΛΟΙ ΤΡΕΛΛΟΙ ΝΕΚΡΟΙ

ΑΛΤ-ΑΛΤ ΑΛΤ ΤΙΣ ΕΙ; ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ Γυρεύουν πίσω το ψωμί που δε φάγανε Γυρεύουν τον ήλιο που τους κλέψανε Γυρεύουν τη ζωή που τους κόψανε ……………………………. Α.Β.Γ. Μια και μάθαμε, σύντροφοι, να πεθαίνουμε Μάθαμε και να ζούμε, σύντροφοι. Η Λευτεριά είναι κοντά. ……………………………………. Αποσπάσματα από το «ΠΕΤΡΙΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ» του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

39


Καψόνι της δίψας: «Το τελευταίο φλυτζανάκι».

Από σκίτσο του 1949.

Προχωρημένο καλοκαιράκι του 1950. Απʼ το Στρατιωτικό Σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο. βγάλανε δυο φανταράκια για αγγαρεία. Κάλμα μπουνάτσα η θάλασσα, γλύκα τʼ απόγευμα και το Σούνιο απέναντι χρυσολουσμένο στις αχτίδες του ήλιου. Αποξεχάστηκαν με την κουβέντα οι αλφαμίτες της συνοδείας, βρήκανε ευκαιρία τα φανταράκια νʼ αράξουν στα βράχια, να βουτήξουν τα πόδια στη θάλασσα. Πλατσουρίζανε το λοιπόν στο νερό κοιτώντας κατά τη μεριά του Λαυρίου κι απολαμβάνανε τα λιγοστά λεπτά της ανάπαυλας. - Α ρε Νικόλα, μίλησε κάποια φορά ο ένας αναστενάζοντας. Για φαντάσου, να μη ήτανε Μακρονήσι το Μακρονήσι και να μην ήσουνα εσύ ο Νικόλας. - Και τι να ʼμουνα ρε αντέδρασʼ ο άλλος, ο Πάτερ Παχόμιος της Κερατέας. - Όχι ρε, μη μου το χαλάς… Ε να ʼσουν, ας πούμε, όπως καθόμαστε τώρα, εσύ η πως την λένε; η… Χάμφρευ Μπόγκαρτ κι εγω ο… - Εντάξει ρε Σπύρο, το δέχομαι, τον προλαμβάνει πονηρογελώντας ο άλλος. - Έτσι για να μη χαλάσουμε την ατμόσφαιρα, η Χάμφρευ Μπόγκαρτ εγώ και συ ο …Ρίτας ο Χαίηγουρθ! Και το βραδάκι θα μας πούνε κι άλλοι αν μας ταιριάζουν οι ρόλοι.

40


Πολλά ακριβομάθανε οι χιλιάδες που «φιλοξένησε» η Μακρόνησος. Κι απʼ όσα φρικτά έχουν γνωρίσει, δυο τα βασικά που θα μπορούσε να ζητήσει αυτός ο τόπος για τον κολασμένο του θυρεό. Τρέλα το ένα. Δίψα το δεύτερο. Σʼ αυτό το νησί, το νεράκι ποτέ του δεν το ʼχει χορτάσει ο άνθρωπος. Με τον καημό του νερού αφήσαν από παλιά, πλήθος αμέτρητο, τα κόκαλά τους στα βράχια του και οι Τούρκοι αιχμάλωτοι και τα προσφυγικά μπουλούκια της Μικρασίας. Πολλοί και πρωτότυποι οι τρόποι να βασανίζεις τον άνθρωπο. Κι απʼ τους χειρότερους σίγουρα είναι και το καψόνι της δίψας. Και τέτοια καψόνια το πολιτικό σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο. πέρασε δύο. Τέσσερις μέρες το πρώτο, τρεις το επόμενο. Αποβραδίς μας είχανε φέρει μπακαλιάρο και λάχανο. Την άλλη μέρα οι στάμνες δε φύγανε να γεμίσουν. Η φοντάνα, μας είπαν, δεν έφερε. Στη σκηνή μας μια στάμνα κι ένα λαγήνι μικρό για ρεζέρβα. Δεύτερη μέρα! Για το καψόνι της πέτρας δε βγάλαν κανένα. Της στάμνας το νερό σώθηκε. Μετρήσαμε το λαγήνι, σαράντα τέσσερα και κάτι φλιτζανάκια μικρά-σαράντα δυο εμείς. Να το μοιράσουμε πρότεινε κάποιος. Ο «κουμπάρος ο Θέμος» έχει άλλη γνώμη. Δεν ξέρουμε λέει πόσο θα κρατήσει ακόμα. Καλύτερα όποιος βρεθεί στην ανάγκη ας το πάρει, θες όλο, θες σε δυο, σε τρεις δόσεις, τη μέρα ή τη νύχτα, μονάχος του. Τρίτη μέρα! Τα παραπέτα κατεβασμένα, όλη η σκηνή ξαπλωμένη, κακόκεφη. Αποφεύγουμε κάθε περίσσια κίνηση ακόμα και την κουβέντα. Με το λαγήνι ξοφλήσαμε. Τρία φλιτζανάκια περίσσεψαν. Για το Βαβάκο. Οι αλφαμίτες λύκοι γυροφέρνουνε όλη μέρα απʼ έξω. Μονάχα ο Χασάπης χώνει τη μούρη του για λίγο: Κουμούνες πως πάει; Χα… Χα… Καμιά κουβέντα μαζί τους, κανένα παράπονο. Με το σούρουπο ξεμυτίζεις νʼ ανασάνεις τʼ αγέρι της θάλασσας, ψάχνεις τις γωνιές, στα σκουπίδια, για φλούδι πορτοκαλιού, λαχανόφυλλο. Κι όλη τη νύχτα στριφογυρνάς να σε πάρει ο ύπνος, να ξεχαστείς. Σαν τον πάρεις για λίγο, χειρότερα. Βλέπεις συντριβάνια, νερά τρεχούμενα, γάργαρα, λαχταριστά. Μόνο πʼ όταν το πίνεις είναι ζεστό, δεν ξεδιψάει κι όλο πίνεις… Είναι κι η στέρνα στην αυλή με τα χρυσόψαρα κι η δαμασκηνιά η ανθισμένη και το λούκι με το νερό. Κάτι σε σφίγγει στο λαιμό να σε πνίξει, δυο χέρια… Πολεμάς να ξεφύγεις, να πιείς… Πετιέσαι. Και ξανά και πάλι απʼ την αρχή, όσο να ξημερώσει. Τέταρτη μέρα! Τʼ αντίσκηνο πυρώνει στον ήλιο. Το σάλιο στέγνωσε, κόλλησε στο λαιμό. Το στόμα ξένο, σαν να πρήστηκε και μια αίσθηση μια γεύση αλλόκοτη. Ως πότε; Να μας αποτελειώσουνε έτσι; Ο Βαβάκος ήρεμος, ήπιε το τελευταίο του φλιτζανάκι. Αρπαχτικές οι ματιές διασταυρώνονται απʼ τις γωνιές, λες και ρωτάνε: Να ʼχει από γνωστικό άραγε πιότερο την ανάγκη να πιεί; Ντρέπεσαι με τη σκέψη… Κατά τις έντεκα ακούστηκε: Παιδιά, πήραν τις στάμνες. Στη μία, τις φέρανε. Βγήκε ένας μας προς νερού του, έσκυψε κι ήπιε. Όλες οι στάμνες… γεμάτες με θάλασσα. Ακόμα μια νύχτα. Μια νύχτα, καυτή, φοβερή, αξημέρωτη. Το μεσημέρι της πέμπτης μέρας! Τις ξαναφέρανε επιτέλους γεμάτες νερό. Το καψόνι είχε τελειώσει…

41


ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ Νύχτα φορτωμένη βήματα που πηγαινοέρχονται δίχως τέλος. Νύχτα οργισμένη με τα μάτια υγρά απʼ το αίμα που στάζει. Νύχτα με σφιγμένες γροθιές με σπασμένα δόντια. Νύχτα τυλιγμένη με σύρματα καρφωμένη με λόγχες. Νύχτα στο στρατόπεδο που ο κόσμος αφουγκράζεται τη βαριά της ανάσα. Νύχτα στο στρατόπεδο που ανάβει μεγάλες φωτιές κι αντηχούνε τραγούδια. Νύχτα στο στρατόπεδο που ενώνει δυο χέρια και δυο μάτια προσφέρουν Αγάπη. Νύχτα στο στρατόπεδο. ΤΑΣΟΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΝ Είνʼ ένα δάσος γύρω μας συρματοπλέγματα ψηλά, κι έχουν απʼ έξω κλείσει την ανοιξιάτικη χαρά που μας χαμογελά. Πίσω απʼ το σύρμα βλέπουμε την όμορφη τη Δύση και την γλυκιάν αυγή. Εμείς που τόσον είχαμε τη λευτεριά αγαπήσει. Άραγε, από το σύρμα αυτό, που το ʼχουμε ποτίσει με τόσα δάκρυα κι αίματα, αν κάποια μέρα ανθίσει, τι λούλουδο θα βγει; ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

42


ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ Τʼ άχαρο σχήμα σου χαράζεται παντού μπλάβα σημάδια αχνά στα σώματά μας πληγές ματώνουνε στα σωθικά μας Μα στις καρδιές μας το γαλάζιο τʼ ουρανού!

«…Πιστέψαμε σε λόγια πλάνα που μας θολώσανε το νου και σε ξεχάσαμε ω μάννα τʼ ωραίου και τʼ αληθινόν…» Από τον «Ύμνο της Μακρονήσου»

Έρχονται οι μπόρες κι οι Βοριάδες ως περνούν αντίσταση δεν βρίσκουν στην ορμή τους Δέντρο, πουλί ή κλαρί, τη δύναμη τους Τα μπράτσα και τα στήθια μας τη σταματούν. Ντρέπετʼ ο γήλιος ως διαβαίνει απʼ το νησί, τόσο σκυφτούς ανθρώπους νʼ αντικρίζει Ντρέπεται για τους δήμιους, μα δακρύζει Κάποια χαράδρα όταν φωτίζει ή μια κορφή! Εδώ ψηλά σαν κάστρα υψώνονται στο φως κορμιά που δεν λυγούν στην καταιγίδα Οι δήμιοι εδώ ας χάσουν κάθʼ ελπίδα Είναι χαράκωμα που δεν πατά ο εχθρός. Μονάχα ο θάνατος θα βγάλει από τʼ αμπρί Εμάς της λευτεριάς τους μονομάχους Ροδίζει στης Μακρόνησος τους Βράχους του ανθρώπου η νίκη φωτοστεφάνωτη, λαμπρή.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ 26 Μάρτη 1949 (απόσπασμα )

(Ο ποιητής μας είναι άγνωστος)

Πώς έγινε γύρω μας αυτός ο κλοιός; Στολές, μάτια αρπαχτικά, ρόπαλα η καρδιά, ένα πιασμένο ποντίκι. -Ένα… δύο… Θα μετρήσουμε ως το δέκαΣε πλειστηριασμό η ζωή ή ο θάνατος ; Από δω ξημερώνει κι άλλη μέρα άλλο τοπίο το γυμνό της γόνατο από κει… Το θυμάμαι ακόμη, κάποτε μάτωσε το δάχτυλό μου ήμουνα παιδί περίμενα από ώρα σε ώρα το θάνατο. Τι να ʼταν, αλήθεια, τότε ο θάνατος; Σήμερα ο θάνατος είναι δύσκολος σήμερα η ζωή είναι μια κλωστή την τυλίγεις γύρω από τη γροθιά σου και κόβεται Κουράγιο, η ζωή είναι και κάτω απʼ το δέρμα ενός λαγού τύλιξε χοντρό αρμίδι γύρω από το χέρι σου σφίξε τη γροθιά να ματώσει. Ετούτος ο θάνατος αξίζει δέκα ζωές. ΜΑΝΟΛΗΣ ΦΟΥΡΤΟΥΝΗΣ

43


Ταχτικός θεατής ο Απόλλωνας, συνήθιζε να στέκει και να με κοιτάει να σκιτσάρω. Ο πατέρας του, ταγματάρχης στον «Οργανισμό Αναμορφώσεως Μακρονήσου». Ο γιος με σπασμένη τη σπονδυλική στήλη, μήνες έκανε στο «Τρελάδικο». Διπλωμένος στα δυο, πετσί και κόκαλο καταφτάνει μες στις μπότες του, ο Απόλλωνας. Δυσκολεύεται να μιλήσει, το κεφάλι του σε σπασμό, πάει πέρα–δώθε ασταμάτητα. Να με κάνεις κι εμένα, μου λέει τʼ ακούς; Αλλά όχι έτσι. Το κεφάλι το θέλω να κουνιέται έτσι δα, μπορείς, μπορείς; Γύρισε ο Κατσιμίχας απʼ το Δαφνί, όπου τον είχαν πάει δεμένο και μας ήρθε επίσκεψη. Μπήκε μες στʼ αντίσκηνο και κάτι πήγε να πει, να κάνει το ζόρικο. Χυμάει πάνω του ο Απόλλωνας, έκανε μερικά βήματα κι άρχισε να χτυπιέται ουρλιάζοντας. Τον βλέπουνε κι άλλοι «Χι-Ψίδες»*, τους πιάνει και κείνους η κρίση και γίνεται το σώσε, μες στη σκηνή. Γούρλωσε τα μάτια του να τους κοιτάει ο Κατσιμίχας κι άξαφνα βάζει κι ο ίδιος φωνή, ουρλιαχτό λύκου και πέφτει με σπασμούς χάμω μαζί τους. Πέρασε μια ώρα όσο να ησυχάσουνε, να ʼρθούνε κι οι αλφαμίτες, να πάρουνε σηκωτό τον Κατσιμίχα για κάτω. Ξανάρθε την μεθεπόμενη: Γιατί ρε δε μου το ʼπατε πως τον πιάνει, μας λέει, να ʼχω το νου μου; Ζήτησε να δει τον Απόλλωνα. Βγήκε εκείνος, στρωθήκαν στα βράχια, στη λιακάδα, κι οι άλλοι τριγύρω. Δες ʼτονε μωρέ πώς έγινε… κάνει ο Κατσιμίχας. Εγώ ρε, σε κατάντησα έτσι; Κόφτηνε Γιάννη την πλάκα, του απαντάει ο Απόλλωνας. Για τα ρέστα σου ήρθες; Λέγε τι θες; Πάρε τσιγάρο. Δε θέλω. Κατάλαβα! Λέω, έτσι κι αλλάξει η κατάσταση, ρε Απόλλωνα, με τα δόντια σου θα με σκίσεις. Άκουσε Γιάννη, αρκετά, το χορτάσαμε στο πετσί μας. Τα ʼδες, μωρέ τα προχθεσινά σου, μπας κι είσαι καλύτερος από μένα; Ας σιάξουν τα πράγματα κι έλα στη Μάκρη να πιούμε το καφεδάκι, να τα ξεχάσουμε. Έλα, φέρʼ το τσιγάρο. Σηκώθηκε όρθιος ο Κατσιμίχας, βάζει τα κλάματα: Για να ξέρετε, ρε, κι ο Κατσιμίχας ήτανε κάποτε σαν κι εσάς. Κάποιος θα βρεθεί να το πει… Ρε Αποστόλη, που είσαι; Πες τους μωρέ πως ήμουν κι εγώ παλικάρι, πέστε το μωρέ κι όσοι με ξέρατε…

Σύρμα. Χτίσιμο καινούργιας σκηνής.

* Ψυχονευρωτικές περιπτώσεις

44

Σχέδιο του 1950.


Για τη Χαράδρα.

Από σκίτσο του 1949.

Τέλη του ʼ56, ύστερα από οχτώμισι χρόνια, βγήκα από το στρατόπεδο του Αϊ-Στράτη με άδεια. Περαστικός από την Αθήνα, στα γραφεία της Ε.Δ.Α. αντάμωσα τον Απόλλωνα. Τρόμαξα να τον γνωρίσω. Στρογγύλεψε, ίσιωσε και το κεφάλι κανονικά, στη θέση του, ακίνητο. Πιάσαμε την κουβέντα. Ε, με κάτι βιβλία τραβιέμαι, μου λέει, όχι πολλά πράγματα, δε βαριέσαι. Α, και που να σου λέω… Χθες βρήκα τον Κατσιμίχα, στους Αγίους Θεοδώρους, στην πλατεία. Μου πιάνει τον ώμο, γεια σου ρε Απόλλωνα, μου κάνει, τι γίνεσαι; Κάτσαμε να τα πούμε. Κάπου τον είχαν κρατούμενο, μπατιρημένος, κακόμοιρος και με το σπίτι του τα ʼχει χαλάσει, χάλια. Σε στύψανε Γιάννη, σαν λεμονόκουπα του λέω. Πλήρωσα τις γκαζόζες, τα ρέστα του τα ʼδωσα. Για καμιά δουλειά, μήπως ξέρεις; μου λέει. Σκέφτηκα στην αρχή. Μετά είπα, τόσοι δικοί μας χωρίς δουλειά… Ξέρεις ακόμα δε συνήρθα από τη μέση μου. Εννιά χρόνια αργότερα ξανάβρα τον Απόλλωνα, τα ʼπαμε όπως πάντα. Ο Κατσιμίχας μου λέει πιάστηκε καλά, κέντρο δικό του, τραγουδάει κι ο ίδιος. Ρώταγε τον Αποστόλη για μένα, να μου πει να τον βρω, να γλεντήσουμε, Δεν πήγα ρε, Γιώργη, δε μου πήγαινε, πώς να στο πω… Στο στρατιωτικό Σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο., την άνοιξη του 1949, στο αποκορύφωμα των καψονιών, διαφωνήσανε για το πώς γράφεται το… «στειλιάρι». Βρήκανε τρόπο το λοιπόν και στείλαν με κάποιον, έτσι για πλάκα, την ερώτηση στην Ακαδημία Αθηνών. Ύστερα από μέρες, κατέφθασε φάκελος επίσημος της Ακαδημίας. Δυο σελίδες, μεγάλες, δακτυλογραφημένες, με τις σφραγίδες τους και τα τέτοια… «Το μελέτησε», έγραφαν, «έκτακτα το ζήτημα, ειδική επιτροπή». Και ανέλυε παρακάτω, γράμμα προς γράμμα, για το πώς και το γιατί, από τα βάθη των αιώνων γράφεται το «στειλιάρι» έτσι κι όχι αλλιώς. Κι είνʼ αλήθεια… παρήγορο, να ξέρεις όταν το δοκιμάζεις στην πλάτη σου πως γράφεται, πούθε έχει η λέξη τις ρίζες της.

45


«Φάλαγγα» στην κορυφή.

Από σχέδιο του 1949.

Το μεγάλο ζόρισμα κράτησε ως τις γιορτές. Μετά μας ήρθανε κι άλλοι απʼ το Ε.Σ.Α.Ι. Φαντάροι του Α.Ε.Τ.Ο. Ήρθε ο «κουμπάρος» μας ο Θέμος Κορνάρος, μερικοί άλλοι μεγαλύτερης ηλικίας από τη Σ.Φ.Α. Κάλμαρε κάπως το κακό, ρουτίνιασε. Από ρούχα συμμαζέψαμε ό,τι απόμεινε, φέρανε κι οι φαντάροι καμπόσα. Στήσαμε το νοικοκυριό μας, άλλο πράμα. Μέχρι και λάμπα με πετρέλαιο αποκτήσαμε, με γυαλί και φυτίλι. Το νερό και το συσσίτιο μας το κουβαλάει η «υπηρεσία». Τʼ ακουμπάν μακριά κι απομακρύνονται βιαστικά μην τους «μολύνουμε». Το φαγητό αρκετό, «τρίτης κατηγορίας», με μπόλικο κίτρινο λίπος, το «γράσσο». «Άπαξ της εβδομάδος» ο κανονισμός προβλέπει γλυκό και κρέας και κάθε δεκαπέντε μέρες, κρασί. Σωματικά, βλέπεις, πρέπει νʼ αντέχουμε για να «επιτευχθεί το έργον της Αναμορφώσεως!». Νερό ελάχιστο, μόνο να πιείς, το πολύ να ξεπλύνεις την αρμύρα απʼ τα μάτια. Η καραβάνα και το κουτάλι έχει γίνει παράδοση πια να καθαρίζονται με ψωμί, με την τελευταία μπουκιά. Τα πρωινά του Σαββάτου αφιερωμένα στη σωματική καθαριότητα! Έξω χαμούρες, ακούγεται, να ξεβρομίσετε. Μʼ όποιον καιρό να ʼναι, κατεβαίνουμε στο Γερμανικό Λιμανάκι, για μπουγάδα και λούσιμο. «Απαγορεύεται αυστηρώς» να επικοινωνείς με το στρατόπεδο του Ε.Σ.Α.Ι. Εφημερίδα, μαχαίρια, τσιγάρο… Το μαχαίρι της σκηνής μας, από κουτάλι ακονισμένο σε πέτρα, έχει όνομα. Νονός ο Λεόντης. Πιάσε τη Λαγουδέρα, ρε Μήτσο, ακούς τα χιώτικά του από την άλλη άκρη τʼ αντίσκηνου. Οι γόπες του τσιγάρου πολύτιμες. Τις τρυπώσαμε στους αρμούς της πέτρας να γλιτώσουν την έρευνα. Αν είναι λίγες, μένουν για το Βαβάκο, σαν φάρμακο. Όταν υπάρχουν περισσευούμενες κάνουν το γύρο της σκηνής για καμιά ρουφηξιά.

46


Κοιμόμαστε στριμωγμένοι, στρωματσάδα πάνω σʼ αφάνες, με τα πόδια στο διάδρομο. Κοντά είκοσι άτομα στην κάθε μεριά. Τις νύχτες, σα μουδιάσουμε, γυρίζουμε στʼ άλλο πλευρό, μαζί τρεις τέσσερις, για ευκολία. Τις πονηρές μέρες, κι έχουν κι αυτές τα σημάδια τους, κοιμάσαι ντυμένος, μʼ ό,τι έχεις. Ξαγρυπνάς κι αφουγκράζεσαι. Έμαθες να ξεχωρίζεις το θόρυβο της σκοπιάς. Το νυχτοπάτημα της έφοδος κι όλο περιμένεις το Αλτ, να σχίσει τη νύχτα. Σαν ακούσεις πνιγμένες κουβέντες, μακρινές, μεθυσμένες φωνές, τότε έχουμε «ντου». Χειρότερα τα νυχτερινά. Γεμίζει τʼ αντίσκηνο αλφαμίτες, ο φακός γλιστρά πάνω κάτω, να κατασταλάξει στον τυχερό. - Στρούχτορας, Παντρεμενάκιας, έξω… Κι έξω η νύχτα, το άγνωστο να σε καταπιούν... Μπορείς να σκάβεις ώρες «το λάκκο σου» είτε στη θάλασσα για «γυμνάσια» είτε «φάλαγγα» στην κορφή. Σαν τελειώσουν κι αν μπορείς, σέρνεσαι μόνος σου πίσω. Αλλιώς θα σε φέρουνε το πρωί σηκωτό, στην κουβέρτα. Άλλες φορές: Όλοι έξω… Στο σκοτάδι αναβοσβήνουν φακοί, ασπρίζουν οι εξαρτύσεις. Μπρος μπρος… το σταυρό σας πουτάνες… Τρέχουμε σκουντουφλώντας μια, δυο, τρεις… γύρω-γύρω απʼ το «σύρμα». Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, μπρος… Αντηχούν παράξενα οι πλαγιές, τις κραυγές, το ποδοβολητό των ανθρώπων. Οι φακοί μες στα μάτια στραβώνουν, τα στειλιάρια δουλεύουν. Αγκομαχάς, πέφτεις πάνω στα βράχια, στʼ αγκάθια, στα σίδερα. Καμπόσοι μένουν πεσμένοι, ανήμποροι, Και κάποιος απʼ τους νεότερους έχει σκεπάσει με το κορμί του, να προφυλάξει ένα σύντροφό του, χτυπημένο βαριά, τον «κουμπάρο» μας. Ωστόσο, ό,τι κι αν πεις, στα ομαδικά «ντου» νιώθεις καλύτερα. Κι αν τύχει μάλιστα στη σκηνή, να σε βαράν μες στα στρώματα, τότε μέχρι που το γλεντάς: Δώστου, Μουτσούνα… επάνω του… Ο Μουτσούνας κατέβασε τον τορβά με το ψωμί και κοπανάει σκούζοντας, αδιάκριτα, όπου βρει. Δεν μπορείς να πνίξεις τα γέλια: Θα σε κάψει η αμαρτία, Μουτσούνα, δεν κάνει… Το ψωμάκι του Θεού είναι για να το τρώμε μωρέ.

Νυχτερινό «ντου».

Σχέδιο του 1950.

47


Ο Θέμος Κορνάρος, ο «κουμπάρος», την ώρα της κουβέντας.

Σχέδιο του 1950.

Κάθε τρεις μέρες κατεβάζουν, με συνοδεία, μερικούς από μάς να ψωνίσουμε στο Ε.Σ.Α.Ι. Η Αναμόρφωση-Αναμόρφωση και το εμπόριο-εμπόριο. Απʼ όσα μας επιτρέπουν, η καντίνα διαθέτει από Βιτάμ κι οδοντόπαστες μέχρι «σαπούνι θαλάσσης». Κι αρπαχτά, αν βολέψει, λίγα τσιγάρα, κάποια εφημερίδα παλιά. Έτσι και τα πετύχουμε, το γλεντάμε. Ο Στελάρας θα κόψει φέτες ψωμιού αλειμμένες Βιτάμ και ζάχαρη, σε τετραγωνάκια μικρά και θα τα μοιράσει τελετουργικά, σαν αντίδωρο. Οι τσιλιαδόροι πάνʼ να φυλάξουν στα πόστα τους, όσο να «ξεκοκαλίσουμε τη φυλλάδα». Διαβάζοντας, το τσιγάρο πάει χέρι-χέρι στη γύρα, με προσοχή μην ντουμανιάσει η σκηνή. Τα πρωινά, το καθημερινό «καψόνι της πέτρας». Φορτωμένον την πέτρα σε κοπανάν στον ανήφορο, περισσότερο ή λιγότερο, κατά το κέφι, τη διαταγή ή τον αλφαμίτη που σου ʼτυχε. Στο προσκλητήριο, πριν ξεκινήσουμε όλο και κάποιοι θα λείπουν. Οι πιο βαριά χτυπημένοι θα μείνουν για λίγο στʼ αντίσκηνο, να συνέλθουν. Οι καλύτερές μας ώρες οι βραδινές. Αυτοσχέδιο το κονσερβοκούτι-λυχνάρι αχνοφωτάει τʼ αντίσκηνο. Τότες περιμαζεύεσαι, νιώθεις πιο πολύ να σμίγεις με τους άλλους. Είναι η ώρα για «αλφάδι», της κουβέντας, ας πούμε. Από τα πιο γερά και ευχάριστα «αλφάδια» ο «κουμπάρος» ο Θέμος. Κι η παρέα γύρω του πάντα η πιο μεγάλη. Κυλάνε τα λόγια του και ζωντανεύουνε άγνωστους, γοητευτικούς και παράξενους κόσμους. Ταξιδεύεις μαζί του στʼ Άγιο Όρος, στις Ινδίες, στην Ισπανία… Ο άνθρωπος κουμπάρε, μας λέει, είναι φτιαγμένος να ζει με τους άλλους τη χαρά και τον πόνο. Αλίμονο σʼ όποιον ξεκόψει και κλειστεί στο καβούκι του. Πριν την ώρα του θα ʼχει πεθάνει κι ας πιστεύει πως το ʼκανε για δικό του καλό. Κυλάει ο χρόνος, ξεχνιέσαι, ξενοιάζεις, προσμένοντας τις κρίσιμες ώρες για «ντου», δέκα με δώδεκα.

48


Παλιά, μια κοπέλα είδε τα σκίτσα μου. Συγκινήθηκε, σώπασε καμπόσο, και μετά: «Ξέρεις» μου λέει, «προτού σας γνωρίσω, αν τάβλεπα, θάλεγα, πως, όποιος τα ʼζησε, δεν θα ξαναγελούσε ποτέ του άλλο». Ίσως υπερβολικά λόγια, μιας πρόσφατης συγκίνησης, ίσως από αντίδραση, στο πείραγμά μου για τα «μούτρα που κρέμασε». Κι όμως… Έτσι κιʼ η θύμηση βγάλει στη φόρα τα τοτεινά, θες από μόνος σου, θες σε κουβέντα, με σύντροφό σου παλιό, λες και είναι ντύμα τους, και τα χειρότερα, ακόμα θα φαντάξουν μέσα στην πλάκα και το καλαμπούρι τους. Πες το αισιόδοξη στάση στη Ζωή. Πες το αυτοάμυνα ενστικτώδικη, ένα το σωστό. Το γέλιο, ο πιο πολύτιμος σύντροφος στην δύσκολη ώρα, η τροφή και η διέξοδος. Γελάς συχνά, γελάς πολύ. Με τη λύσσα τ’ αλφαμίτη, την κούραση του να σε χτυπάει. Με την τρέλα, με τον πόνο, με τις πληγές σου. Μʼ ό,τι σήμερα πια, ποτέ δεν θα γελάσεις.

Με το γέλιο δεμένες κιʼ οι πρώτες απόπειρες για ψυχαγωγία. Δεν χρειάζονται και πολλά. Δυο σεντόνια, μερικοί τσιλιαδόροι, ένα σάλτο. Κιʼ ο Τάσος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός, ζωντανεύει τους τύπους του, «Κίτσος, Μήτσος Άρμα - Πύρμα το στεριώσαμε το σύρμα». «Τι παράξενα βιβλία πούχουν τούτα τα σχολεία!». Ορύεται… χαμηλοφώνως ο Κίτσος. «Τα έργατα τα παινεμένα είνʼ ανάποδα γραμμένα!» Δευτερώνει όλο απορία ο Μήτσος … Μετά ο Μητσάρας ο Ξιφάρας θα μιμηθεί μερικούς τύπους της Αθήνας και το πρόγραμμα τελειώνει ο Φράγκος, μακρύς μακρύς κι’ αδύνατος, ντυμένος μπεμπέκα, με το σουξέ του. «Νύχτα ο λαγός εβγήκε, λαχανόκηπο εβρήκε» Και οι μαξιλαριές, λιγότερο ηχηρές από τα χειροκροτήματα, επιστρατεύονται για να τιμήσουνε κατά πως πρέπει το τέλος αυτής της «σεμνής και ωραίας» εκδήλωσης.

Το σχέδιο της διπλανής σελίδας, με το Θέμο Κορνάρο στο κέντρο, το’ χω κάνει εκ του φυσικού, σε μια από τις «πονηρές» ώρες που περιμέναμε τον ερχομό των βασανιστών. Ο ίδιος δεν το ’χει πάρει χαμπάρι ότι τον ζωγραφίζω κι απόρησε και χάρηκε πολύ σαν το είδε. - Ε δεν θα το φανταζόμουν κουμπάρε μου λέει πως μας εζωγράφιζες τούτη την ώρα… σ’ ευχαριστώ . Από κείνη την μέρα και για χρόνια μετά, ο Κουμπάρος με τις χαρισματικές του ιδιότητες, στάθηκε πολύτιμος παραστάτης στην πάρα πέρα δουλειά μου. Σε τούτη την απεικόνιση τον είχα συλλάβει την ώρα του «αλφαδιού»*, θελημένα, λυτρωτικά, να ξεστρατίζει την σκέψη μας μʼ απίθανες αφηγήσεις από την πολυτάραχη ζωή του, μʼ ανέκδοτα, με θυμόσοφες καλοσυνάτες παρατηρήσεις. Προτού διαβάσω τον Χέμινγουεη, μ’ έχει μάθει εκείνος ότι: ο άνθρωπος δεν είναι νησί… - Ο ατομικιστής, κουμπάρε, μας έλεγε, είναι μια τραγική παραμόρφωση… Η πραγματική ευτυχία είναι να νοιώθεις σφιχτοδεμένος στο σύνολο, όσο να γίνουν δικές σου οι χαρές και οι λύπες των άλλων κι αν χρειαστούνε θυσίες κι είναι μεγάλο το τίμημα, το αξίζει… Στα επόμενα χρόνια ο Κουμπάρος στάθηκε ο μεγάλος μας φίλος. Σεμνός και παληκάρι τις ώρες της μεγάλης δοκιμασίας, απλός και ανθρώπινος, ακόμα και στις όποιες «αδυναμίες» του, ενσάρκωνε στα μάτια μας το ιδανικό του κομμουνιστή, όπως από παλιά το είχαν πλάσει οι προσδοκίες μας. Ταλαιπωρημένος κι άρρωστος δεν θυμάμαι να έλειψε από καμιά χειρονακτική εργασία μέσ’ στο στρατόπεδο. Κι’ αλίμονο σ’ όποιον προθυμοποιούνταν να τον βοηθήσει, βλέποντάς τον να τρεκλίζει κάτω από το βάρος του τσουβαλιού, ή τολμούσε με το χιονιά να πάει στη θέση του να καθαρίσει αποχωρητήρια. Έχουν περάσει απ’ το στρατόπεδο πολλοί αξιόλογοι πνευματικοί άνθρωποι, αγωνιστές, στελέχη μ’ αναμφισβήτητες προσφορές. Ίσως ελάχιστοι να ’χουν προσφέρει όσο εκείνος, σαν «δόσιμο χωρίς μισθό», που κάνανε την «τόλμη και αρετή» πράξη μέσ’ την ζωή τους. Και δεν υπάρχει τρόπος καλύτερος να φρονηματίσεις τους άλλους.

* «Αλφάδι», είχαμε βαφτίσει στο Σύρμα, τις πολύωρες, μέχρι... «οριζοντιόσεως» αφηγήσεις. 49


Νυχτερινό καψόνι. Γύρω-γύρω απ’ το Σύρμα.

Από σχέδιο του 1950


Το νότιο τμήμα στο Σύρμα στην τελευταία περίοδο. Στο βάθος οι σκηνές των γυναικών.

(Από σκίτσο του 1950)

Τέλος Γενάρη, ζορίσαν πάλι τα πράματα. Φέραν τις γυναίκες, τις «Τρικεριώτισσες». Κίνησε πάλι η μηχανή της «αναμόρφωσης» τα γρανάζια της, αδίσταχτα, μελετημένα. Πείρα φριχτή, μηνών καταστάλαγμα, στη διάθεσή της. Δεν κόπασε μήτε στον πόνο της μωρομάνας, μήτε και στ’ άσπρα μαλλιά των γιαγιάδων. Άρπαξε μωρά, τρέλανε, χώρισε. Σύντριψε δεσμούς, σκότωσε συνειδήσεις. Όλα παραδεκτά, να πετύχουνε το σκοπό τους. Γέμισε ο αγέρας ξεριζωμένο μαλλί, ουρλιαχτό, στριγκλιά γυναικεία. Αν θέλεις, σου λένε, να ξαναδείς το παιδί σου, να σμίξεις τον άντρα σου, να φιλήσεις το γέρο πατέρα σου, τον τρελό αδελφό σου, σκύψε, γονάτισε. Σαν μακρινός απόηχος φτάνει το μακελειό στη χαράδρα μας. Και κοντά στις γυναίκες κι εμείς, για να μην αποτελούμε παραφωνία, έχουμε εισπράξει και πάλι το μερτικό μας σε καψόνια και «ντου». Πέρασαν κάμποσες μέρες, καλμάραν τα πράματα κι ένα πρωινό, κατηφορίζοντας για τη θάλασσα, περάσαμε, σʼ όχι μεγάλη απόσταση, απʼ τους γυναικείους «κλωβούς». Μας πήραν χαμπάρι, χύμηξαν, κρεμάστηκαν στο συρματόπλεγμα, βάλανε τις φωνές: Το Σύρμα, κορίτσια, το Σύρμα… Μες στη βαβούρα του πλήθους μόλις ξεχώρισα τη Μαρία. Φίλη μου. Σαλονικιά η κοπέλα. Σούρθηκε κούτσα-κούτσα στα σπασμένα ποδάρια της να ʼρθει να κρεμαστεί στʼ αγκαθόσυρμα, να μου φωνάζει να μου κάνει νοήματα. Πάνω στην ώρα, δεν άντεξε φαίνεται τη συγκίνηση, πέφτει σε κρίση ένας δικός μας. Αυτό ήταν! Νόμισαν οι γυναίκες πως τον έχουν χτυπήσει οι αλφαμίτες, βάζουνε τις φωνές και γίνεται «το σώσε» μες στο στρατόπεδο. Ύστερ’ απʼ ό,τι έγινε για «καθαριότητα» μας κατέβαζαν στη θάλασσα από άλλη χαράδρα. Ένα πρωινό μέσα Φλεβάρη μάθαμε: Ο Κατσιμίχας τρελάθηκε. Τον πήραν δεμένο για το Δαφνί. Είπαν ακόμα ότι χτύπαγε μια κοπέλα, όσο να την τρελάνει. Κι ήτανε, λεν, η κοπέλα του. Μπούκωσε με τα ουρλιαχτά της, την είδε που σφάδαζε κι έπεσε κι εκείνος αναίσθητος δίπλα της με σπασμούς. 51


«Ή àλληλογραφία θα διενεργεÖται âφ’ êπλού δελταρίου âπί τοÜ ïποίου θ’ àναγράφωνται çλίγαι λέξεις •πό τήν έννοιαν ¬τι ï àποστολεύς •γιαίνει». Η ΔΙΑΤΑΓΗ

Είμαι καλά, Μητερούλα… αυγή μου… Σπεύδω να καλοπιάσω το φόβο σου. Είμαι καλά. Κάθομαι κάτω απʼ τον ίσκιο της λύπης μου, κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα. Τρεμούλα των χεριών… Χιόνια που ξεφεύγετε απʼ την μπόλια. Στεναγμέ που μετράς το μισεμό μου… Είμαι καλά. «Πρώτον Σεβαστή μου… «Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω…» Και δε ρωτώ τίποτα. Εδώ δε ρωτούν. Όλοι «είναι καλά». Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απʼ τα κεφάλια τους. Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα… Είμαι καλά. «Πρώτον, Μητερούλα… Υγείαν έχω». Και το στήθος μου φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό. Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα του στα πλευρά μου «Πρώτον, Μητερούλα… Μα συγχώρα με και σήμερα. Συγχώρα με και σήμερα που δε θα μάθεις την αλήθεια. Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει. Δεν περνά τη θάλασσα. Η αλήθεια Μανούλα είναι βόλι. Και δε θα στην πω. «Είμαι καλά». Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω… Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου. Μα συγχώρα με. Συγχώρα με Μητέρα. Για τα χίλια μονότονα «είμαι καλά». Τα χίλια μονότονα ψέματά μου. Πήρα ξανά για να σου γράψω. Έχω την κάρτα μου στα γόνατα. Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί: Το χέρι πια το γράφει μοναχό του το μικρό, πικρό του, μάθημα. «Είμαι καλά». Ξέρω… Αχ, Μητερούλα… Ξέρω, πως σου στέλνω κάθε μέρα, την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω, πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου… Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω. Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη απο δω… «Είμαι καλά».

52


Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως. Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις. Φτάνει μόνο ναρθεί, νʼ ακουστεί στην εξώπορτα… η φωνή του ταχυδρόμου. Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά. Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου: «Είμαι καλά». Είμαι καλά… Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι. Είμαι καλά… Αφού και μπορώ και το ψελλίζω. Είμαι καλά… Αφού αραδιάζω στο χαρτί, τα τσακισμένα τούτα λόγια. «Είμαι καλά». Αχ, να μπορούσα να ʼχα έναν ουρανό γεμάτο, από ψεύτικα τέτοια πουλιά. Και να τάχυνα στο διάστημα… Για να ʼρχονται – κι όταν εγώ δε θʼ ανασαίνω. Να ʼρχονται και να ραμφίζουνε το τζάμι του σπιτιού μας. (Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα). Και να κελαϊδούνε. Να κελαϊδούνε σμήνη τις ψευτιές: «Είμαι καλά». Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα. Εσύ που μιλάς τη γλώσσα των χεριών. Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί. Έτσι όπως εύρισκες, σαν ήμουνα παιδί, τον πυρετό μου… Και διάβασε πάνω στʼ άγραφο χαρτί. (Σβήσε το «καλά»). Και διάβασε ολόισα απʼ την καρδιά μου : Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα… Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου. Έλιωσε σήμερα κάτω απʼ το λιθάρι. Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου. Βέλαξε κάτω απʼ το μαχαίρι. Μα εσύ, γέλα, ακριβή μου. Γέλα… Πες πως ξύπνησες απʼ όνειρο κακό. Και γέλα να το διώξεις. Γέλα. Κιʼ εγώ… ησύχασε, Μανούλα. «Είμαι καλά». Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά. Είμαι καλά. Χτες κάψανε τα νύχια μου. Τρόμοι μου πήραν τη μιλιά μου. Είμαι καλά. Σεισμοί γκρεμίσανε τα φρένα μου. Είμαι καλά. Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν. Είμαι καλά. Είμαι καλά… Είμαι καλά… Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ. Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω. Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω. Γιʼ αυτό. Το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο. Πάνω σʼ αυτό τον ανεμόδαρτο γρεμνό… Σʼ αυτό το τρελό Νεκροταφείο, Πως όλοι οι νεκροί του: «ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ!!». ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

53


Φιλόξενο το νησί μας, κάθε λίγο και καινούργια μουσαφιριά. Ξένοι και ντόπιοι. Με τον ερχομό τους όλα λουστράρονται, παίρνουν το πανηγυρικό τους το χρώμα. Τους τρελούς, μην τραυματίσουνε την ατμόσφαιρα, τους μεταφέρουν, πότε μες στη «Χαράδρα», πότε στο Στρατιωτικό Σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο. Στο Ε.Σ.Α.Ι. οι «επικίνδυνοι» συμμαζεύονται, μπαίνουν σε αυστηρή επιτήρηση κι εμείς, βραδυκίνητη φάλαγγα, κούτσα-κούτσα την ανηφόρα, για την άλλη μεριά του νησιού. Οι επισκέπτες μας, συχνά «λαμπρά, μεγάλα ονόματα». Ξένοι «προστάτες», να ρίξουμε μια ματιά, αν πιάνει τόπο το χρήμα τους. Να δώσουνε συμβουλές, νʼ αντλήσουν πείρα πολύτιμη. Ήρθαν οι… βασιλείς μας, να θαυμάσουν το «αυθόρμητο εθνικό παραλήρημα». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Κωστάκης ο Τσάτσος, «πνευματικοί» μας πατέρες, να καμαρώσουν τους «Καινούργιους Παρθενώνες». Να διαπιστώσουν το θρίαμβο του «πνεύματος πάνω στην ύλη». Κι ακολουθούν άλλοι, δευτερότεροι. Δημοσιογράφοι, κινηματογραφιστές, να περιγράψουν το «Θαύμα», τις «ειδυλλιακές συνθήκες ζωής». Παπάδες, ιεροκήρυκες, να κηρύξουν το «Ευαγγέλιο της Αγάπης», να μας χαρίσουν «δωρεάν», πέντε δραχμές το ένα, μερικές χιλιάδες «ψυχοσωτήρια» βιβλιαράκια. Χαφιέδες κι αποστάτες να μας διαβάσουν τʼ «Απομνημονεύματα ενός καπετάνιου» και για το πώς βρήκε την «οδόν της τιμής και του καθήκοντος». Από τους επισκέπτες μας οι πιο επίσημοι μεταφέρονται στους ώμους απʼ άκρη σʼ άκρη, και οι εκδηλώσεις και τα μέτρα που παίρνονται, ανάλογα με τα τιμώμενα πρόσωπα. Πανηγυρικό χρώμα έχουνε οι υποδοχές και τα κατευόδια του Βασιλόπουλου. Οι φαντάροι, «αυθόρμητοι», στον «ενθουσιασμό» τους, μπαίνουν στη θάλασσα ξεπροβοδώντας το καΐκι του. Ως το γόνατο στο νερό, τριήμερη η άδεια, πάνω απ’ το γόνατο, πέντε γίνονται οι μέρες. Πατείς με πατώ σε θα τρέξουνε οι φαντάροι να μεταφέρουν σηκωτές τις κυρίες. Τη βασίλισσά μας, τις ξένες, την κ. διοικητού και τον «Ξανθό Άγγελο του τάγματος», την κορούλα της. Κατοσταριές χέρια Σκαπανέων, αχόρταγα για σπονδές στο θεό τους τον Έπαφο, θ’ απλώσουνε κι όποιος προλάβει… Διέρευσαν κουβεντούλες, παινέματα, οσμίστηκε η Διοίκηση το «πονηρόν» κι αποφάσισε πως στο εξής, οι επίσημές μας θα μεταφέρονται χωρίς την αμεσότητα της επαφής των χεριών. Σε καρέκλα επάνω. Τέλειωσαν οι παράτες, φύγαν οι επισκέπτες μας για το Λαύριο, πήρε να σουρουπώνει. Περιμένουμε στην πλαγιά ν’ αδειάσουνε τις σκηνές. Κόσμος πολύς, φωνές, φασαρία. Οι τελευταίοι τρελοί χτυπιούνται σε κρίση, τα φορεία κουβαλάνε αράδα. Μες στις σκηνές όλα λίμπα, το χώμα σκαμμένο, τα ρούχα σκισμένα, ανάκατα, τίποτα όρθιο κι άντε να συμμαζέψεις.

«Όπλα θέλουμε»: Ένα από τα συνθήματα που το γράφανε με ασβεστωμένες πέτρες στις πλαγιές του Α.Ε.Τ.Ο., ή το κραύγαζαν ρυθμικά οι «ανανήψαντες» φαντάροι στις επισκέψεις των επισήμων. Κι ήταν το βασικό απ’ τα προγραμματισμένα, από τα Α2, αιτήματα, για την επανένταξή τους σε μάχιμα τμήματα. Είχα κουβεντιάσει με στρατιώτες ενός τέτοιου «Μακρονησιώτικου τάγματος» πούχανε βοηθήσει, με πολλούς τρόπους, αιχμάλωτους και τραυματίες αντάρτες κι είχαν σώσει ζωές. Κι ήταν λιγοστές εξαιρέσεις, μου έλεγαν, οι περιπτώσεις όπου το «φοβερό αντικομμουνιστικό μένος» να διατηρήθηκε έξω απ’ τις συνθήκες της Μακρονησιώτικης τρομοκρατίας.

54


Πολιτικό Σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο. «Μεταφορά των τρελών».

Από σκίτσο του 1950 55


Αρχές του Μάρτη, παραμονές εκλογών, ανασκουμπώθηκε η Διοίκηση να «διαφωτίσει» για το πώς και γιατί θα ψήφιζε «σύσσωμος εθνικά» η Μακρόνησος. Λύσσαξε ο Ιωαννίδης να επικαλείται τον… αντρισμό κι ο Βασιλόπουλος να μοιράζει ένα-ένα τα ψηφοδέλτια: «Και ουαί και αλίμονο σ’ όποιον δεν…» Γίναν οι εκλογές μ’ όλα τα μέτρα που πάρθηκαν να προλάβουνε τα δυσάρεστα. Και ξημέρωσε η επαύριο, με τους εβδομήντα στους εκατό «αντεθνικώς ψηφισάντων!». Έφριξαν οι «Αναμορφωτές» μας με την τόση «αγνωμοσύνη» κι αυτών ακόμα των έμπιστών τους αλφαμιτών του Λόχου Ασφαλείας. «Κατεθλίβη» και η ψυχή του παπα-Κορνάρου με τους «αμαρτωλούς όφεις που είχαν στους κόρφους των». Υποβιβασμοί, αγγαρείες, κουρέματα στο στρατόπεδο, χαράς Ευαγγέλια στη «Χαράδρα». Πέρασαν μέρες, φύσηξε άλλος αέρας, άλλαξε ο διοικητής του Α.Ε.Τ.Ο. Ξανασάναμε. Φτέρωσε μέσα μας η ελπίδα, κάνουμε πλάκα με τα μούτρα που κρεμάσαν οι αλφαμίτες. Εκείνη τη μέρα, βοήθησε λίγο η τύχη και περισσότερο οι κρατούμενοι που τους μίλησαν κι ήρθαν και στο δικό μας το Σύρμα μουσαφιριά. Βγήκε μπροστά ο Νικολάκης ο Μαλίκης, μίλησε τη γλώσσα τους και τους κάλεσε να περάσουν… Δυο άνδρες και μια γυναίκα οι επισκέπτες μας και μερικοί αλφαμίτες αλαφιασμένοι, ανήμποροι να τους ξεστρατίσουν. Μαζευτήκαμε κάμποσοι, βγήκε κι ο κουμπάρος ο Θέμος, συστήθηκε. Καλώς ορίσατε, τους λέει, σε μια κόλαση, που οι φωτιές της μόλις έχουνε σβήσει…Χρέος σας ανθρώπινο να βοηθήσετε να μην ξανανάψουν… Τους μίλαγε ο κουμπάρος, μετάφραζε ο Νικολάκης κι άρχισε η «παρέλαση». Κατέβαιναν κούτσα-κούτσα τα «πολλαπλά κατάγματα», χέρια στραβοκολλημένα, σπασμένα κεφάλια, σβησμένα μάτια. Κι ήρθε ο Νιόνιος, μια πληγή ολόκληρος, μʼ εγκαύματα 2ου βαθμού… Κι απʼ την κάτω σκηνή των «Ντε-Μπε-σέδων» ανέβαιναν οι «χτικιάρηδες». Χέρια σηκώθηκαν να δείξουν τους αλφαμίτες, όσους σακάτεψαν, τρέλαναν, σκότωσαν: Εσύ…, αυτός…, εδώ… Κι όλο τους έλεγε και τους εξηγούσε ο Νικολάκης στη γλώσσα τους. Βούρκωσε ο Ελβετός και το τρεμάμενο χέρι του δεν μπόραγε να καλογράψει στο βιβλιαράκι. Ο άλλος, ο ξανθοτρίχης χοντρός, έγινε απʼ ό,τι ήταν πιο κόκκινος και η κομψή συνοδός του τραβήχτηκε στην άκρη, όλο αηδία, να σκεπάσει με το μαντηλάκι το στόμα της. Κάμποσες φορές τελευταία είδα την όψη του χτήνους σʼ ανθρώπινο πρόσωπο. Ποτέ τόσο αποκρουστικό, όσο σʼ αυτό το τρυφερό προσωπάκι. Αργότερα μάθαμε πως ο Ελβετός στάθηκε σωστός άνθρωπος κι έγραψε ό,τι είδε και άκουσε. Τι να ʼπανε άραγε, στο κοσμικό σαλονάκι της πρεσβείας τους, ο χοντρός Αγγλοσάξονας και η κομψοντυμένη του συνοδός; Κι ο Νικολάκης, φεύγοντας για την Καβάλα σε λίγο, θα μας αποχαιρετήσει για πάντα. Θα πληρώσει το τόλμημά του στʼ απόσπασμα, με τη ζωή του σαν… «ανυπότακτος». Και καμιά αρχή δε βρέθηκε να βεβαιώσει ότι: «τον χρόνο της ανυποταξίας» υπήρξε κρατούμενος!

«Καταδικάστηκα σε θάνατο, στέκομαι στο πλευρό σας, όρθιος». Νίκος. Το τηλεγράφημα που μας έστειλε ο Νίκος Μαλίκης λίγο πριν την εκτέλεση.

56


Το Σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο. - Ε.Σ.Α.Ι.

Σχέδιο του 1950.

Πέρασαν μέρες, ξάνοιξε ο καιρός, πληθύναμε κι εμείς μες στο Σύρμα και στήσαμε καινούργιες σκηνές. Κι όλο μας έρχονται κι άλλοι, φαντάροι του Α.Ε.Τ.Ο., πολίτες απʼ το Ε.Σ.Α.Ι., τη Σ.Φ.Α. Απʼ το Ε.Σ.Α.Ι. φύγαν χιλιάδες, άδειασε το στρατόπεδο, λείψαν οι «υπηρεσίες». Τώρα που το νερό το κουβαλάμε μονάχοι μας κάτι περισσεύει για μια μπουγάδα και λούσιμο. Είδε απόειδε η Διοίκηση κι αναγκάστηκαν να μας δώσουν τρία καζάνια και το συσσίτιό μας «σε είδος», να το μαγειρεύουμε μόνοι μας. Αρχές του Μάη, λίγους-λίγους, μας πέρασαν όλους από το «Γ' Κέντρο…» γιʼ ακτίνες κι εξέταση. Και σύμφωνα με τις γνωματεύσεις, μας χώρισαν στους «Χι-Ψίδες», με τα ψυχονευρωτικά τους τα διάφορα και στους «Ντε-Μπεσέδες», με τα σακατεμένα πνεμόνια. Κι είναι αλήθεια πως για τους γιατρούς μας στο Μακρονήσι δεν υπήρχε κανένα παράπονο. Λιγοστοί ήταν εκείνοι που δεν τίμησαν τον «όρκο του Ιπποκράτη». Μετά τις εκλογές, ξανάβγαλα κάμποσο αίμα, μʼ ανέβηκε ο πυρετός και με πήγαν για μερικές μέρες στʼ αναρρωτήριο του Α.Ε.Τ.Ο. Από κει και πέρα μόλις ξαναγύρισα πίσω, φρόντιζα να ʼχω ξέχωρα προσόψια και πιατικά, μην κολλήσω στους άλλους χτικιό. Με τόσο αίμα σκέφτομαι δύσκολα τα βγάζεις πέρα, ακόμα κι όταν είσαι ελεύθερος. Και να μου τύχει ένας μπελάς, με τον Κωστή, τον καινούργιο συγκάτοικο. Συνέχεια να κρύβω το κύπελλό μου, να το ξετρυπώνει εκείνος και να τον βλέπω να το κρατά και να πίνει. Κι όλο τυχαία μου απαντά, δε βαριέσαι, παράτε με. Έτσι ξεπίτηδες… να μην το παίρνω κατάκαρδα. Καινούργια πρόσωπα, καινούργιες γνωριμίες κι η κάθε μια τους ένας κόσμος ολάκερος. Πόσα έχει περάσει, πόσα έχει να πει ο καθένας μας, να ξεδώσει! Άλλα θα ξεχειλίζουνε σʼ αφηγήσεις, ώρες ατέλειωτες κι άλλα πάλι, που ʼναι κρυμμένα στα κατάβαθα της ψυχής, δε θα ειπωθούνε ποτέ. Κι όπως κυλά η κουβέντα ζωντανεύουν οι κορφές της Αρβανιτιάς του ʼ40, ζωντανεύει τʼ αντάρτικο, τα στρατόπεδα της Γερμανίας, μεσανατολίτικες ιστορίες, τραγωδίες της θάλασσας. Κι ως τα πρόσφατα, τα δικά μας. Συμβαίνει, σαν παρατραβά ιστόρηση. να πεταχτεί ο Στελάρας: Άντε ρε Κυριακάκη μας έπρηξες. Δυο μέρες είναι που κίνησες με το κάρο απʼ το Ματχάουζεν. Βρες αυτοκίνητο αδερφέ μου, να τελειώνουμε. Κι είναι φορές που με ομόφωνη συγκατάθεση οι μαξιλαριές ανακαλούν τον ταραξία στην τάξη. Κι ακούμε, ακούμε και μαθαίνουμε όλο και πιο πολλά, για το μυστηριώδες Γ' Τάγμα Σκαπανέων του Σκαλούμπακα, το «Γαλάζιο Τάγμα», το «Κολαστήριο». Τις εφιαλτικές νύχτες μες στις σπηλιές του της θάλασσας, τη δίψα, τις «πομπές των ξεβράκωτων με τις ροκάνες», και τους «γενίτσαρους» αδελφούς, που σε σκοτώνουν για να ζήσουν οι ίδιοι.

57


Κι η Σ.Φ.Α. εφιάλτης κακός, έστελνε τα μαντάτα της. Διοικητής της ο γερο-διεστραμμένος συνταγματάρχης, ο Σούλης. Ο εντεταλμένος «νʼ αναμορφώσει» τʼ ανήλικα! Αρχιβασανιστής της παντοδύναμος, ο Κοθράς. Κι άκουγες, απʼ όσους τα ʼχουνε ζήσει, λέξεις παράξενες, φοβερές, δεμένες με τον πόνο τʼ ανθρώπου: «Λαμαρίνα καυτή», «αεροπλανάκι», «βδομάδα παθών», «γλαροφωλιά», «Κόρακας». Άκουγες για τις καυτές «βδομάδες στον ήλιο» και το «κρέμασμα το ανάποδο». Να σε δένουν μες στο σακί και μετά…» για τον πάτο της θάλασσας» και «πέτρες στο κεφάλι» και «σφίξιμο στʼ αχαμνά», όσο να σε τρελάνει ο πόνος… «Φτάσαμε διακόσιοι σαράντα νεολαίοι στις δεκαεννιά του Φλεβάρη κι η ‘‘παραλαβή’’ άρχισε απʼ το καΐκι. Μπάφιασαν να μας χτυπάν ως το σούρουπο και κόπασαν, να ξαποστάσουν. Κι όπως έπεφτε το σκοτάδι ένα γύρω στα βράχια, στα ματωμένα κορμιά, φάνηκε στʼ άσπρο του άλογο, στην κορφή, βαρύγδουπος, σπιρουνάτος ο διοικητής. Να επιθεωρήσει το “πεδίο της μάχης”, να καθορίσει την τύχη μας. Κι οι ορντινάντσες του, δυο νεαροί κομψοντυμένοι, να ψάχνουν ανάμεσά μας, για το “χαρέμι” του. Και μετά πάλι, χτυπάγαν, χτυπάγαν… Κι όσοι απομείναμε… γυμνοί, βρεμένοι, στην ατέλειωτη παγωμένη νύχτα, πάνω στους βράχους…». Κι όλο κι ερχόντανε κάποιος να μας φέρει μαντάτα. Πότε για τα παιδιά που πνίγηκαν στο πέρασμα για τʼ απέναντι, πότε για τις αυτοκτονίες τις ομαδικές στα ανήλικα. Θα ʼρθει αργότερα από τη Σ.Φ.Α. κι ο “δάσκαλος”, ο μπάρμπα Κώστας ο Γέμελος, σουρνάμενος στις πατερίτσες του. Ζωντανεύουν με την ιστόρηση οι θρυλικές μορφές του Βλάχου, του Παπαμερκουρίου, των ηρωικών νεολαίων μας, η σεμνή γαλήνια μορφή του Τατάκη και των συντρόφων του. Ορόσημα πίστης και αντοχής. «Κάθισε να πιεί το πρωινό του ο πλοίαρχος κι έρχεται από πάνω του ο Κοθράς: Το τσάι, του λέει, θα το πίνεις όρθιος. Του απάντησε, τότε, πράος, ατάραχος ο Τατάκης, πως το τσάι οι άνθρωποι το πίνουνε καθιστοί, κ. Κοθρά. Κι ήρθε η κλοτσιά να κυλήσει στα βράχια το κύπελλο. Και την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια: Οι άνθρωποι το τσάι το πίνουνε καθιστοί. Και πάλι η κλοτσιά, και τρίτη, τέταρτη, πέμπτη μέρα, τα ίδια. Όσο να το πάρει απόφαση ο Κοθράς, πως “το τσάι το πίνουνε καθιστοί”. Έβγαλε δεκατέσσερις μήνες στα βασανιστήρια ο πλοίαρχος. Κι έβαλε τότε στοίχημα ο Κοθράς και του ʼπε στις οχτώ του Ιούνη: Εγώ ανέλαβα να σε σπάσω. Του ʼβαλε κι όριο χρονικό. Και του απάντησε ο Τατάκης: Κρίμα είναι και θα το χάσετε… Τον στήσανε φορτωμένο μʼ όλα τα ρούχα βρεμένα, κατά τη συνήθεια, στην κορφή. Και ξυπνάγαμε κάθε πρωί, μια, δυο, τρεις, τέσσερις βδομάδες, να κοιτάμε, αν στέκει ο πλοίαρχος. Όσο να ξεχειλίσουν τα πόδια μες στα παπούτσια του κι άλλο να μη λυγάνε. Να μάθουν έλεγε, πως οι κομμουνιστές έχουν δικά τους πλάνα να ξεπεράσουν. Όσο που στις παραισθήσεις του, να βλέπει πολλούς και να ρωτάει το μοναδικό του σύντροφο στο αντίσκηνο, τι γίναν οι άλλοι που είχανε, φύγαν για κάτω; Έχασε τελικά ο Κόθρας και οι άλλοι που βάλαν το στοίχημα. Μόνο που δεν έζησε ο πλοίαρχος, να το χαρεί. Μέσα στη χιονοθύελλα της γεναριάτικης νύχτας του 1950, οι βασανιστές, Κληρονόμος, Λαμπράκος, Βραχλιώτης, αποτέλειωσαν με τα ρόπαλα στους βράχους της Σ.Φ.Α., το Δημήτρη Τατάκη».

58


Το καψόνι της ορθοστασίας

Από σχέδιο του 1950.

Από το δημοσίευμα στην εφημερίδα «Μάχη» του 1950:

«…Στις 8 του Γενάρη ο διοικητής είπε: Κρατάμε με τα όπλα τους φυλακισμένους πολίτες μη σας λυντσάρουν. Αυτό δείχνει νέο «πογκρόμ» που προετοιμάζεται. Δεν ξέρω αν μέχρις ότου φθάσει στα χέρια σας η επιστολή θα υπάρχουμε στη ζωή… Π. Κουτσόγιωργας.» Σημ. «Μάχης»: «Το γράμμα αυτό έφθασε σε μας τέλη Ιανουαρίου. Εν τω μεταξύ πληροφορηθήκαμε ότι ο αναφερόμενος μέσα στο γράμμα Τατάκης πέθανε».

59


Τα καζάνια του συσσίτιου.

Σχέδιο του 1950.

Μάθαμε περισσότερα για το μακελειό του Α.Ε.Τ.Ο. που έγινε πέρσι, στις είκοσι εννιά του Φλεβάρη. «…Άρχισαν να μαζεύονται χιλιάδες φαντάροι, στο θέατρο στην πλαγιά, να μας «λειτουργήσουνε». Οι πρώτοι καθίσαμε, κι οι άλλοι φάλαγγα ατέλειωτη όλο κι ανέβαιναν. Και μαζεμένοι όπως ήμασταν, βάλαν με τα πολυβόλα καταπάνω μας, από το δίπλα φυλάκιο. Τα ʼχασε ο κόσμος, αγρίεψε. Πήραμε στα χέρια μας τους νεκρούς, τους χτυπημένους και κατεβήκαμε κάτω στο διοικητήριο, να ζητήσουμε να μη μας σκοτώνουν, να θάψουμε τʼ αδέλφια μας. Μας το υποσχέθηκε με το λόγο της «τιμής» του ο Βασιλόπουλος. Και μας βρήκε η αυγή να ξημερώνουμε τους νεκρούς μας, φρουρά τιμητική, κυκλωμένους. Μας ζώσαν ένα γύρο με τʼ αυτοκίνητα κι οι προβολείς τους να καρφώνουν απάνω μας. Κίνησε το Τρίτο Τάγμα του, ο Μπαρούχος ο «μονόφθαλμος» κι ο Σφακιανός κι άλλοι του Β.Ε.Τ.Ο. και οι αλφαμίτες δικοί μας. Κι από τη θάλασσα μας βάζαν με τα μυδράλια του περιπολικού, του «Φ.Τ.», και τα μεγάφωνα του, να μας λένε την ανακοίνωση του Μπαϊρακτάρη. Να εγκαταλείψουμε τους «δολοφόνους κομμουνιστές να γίνουμε «Έλληνες». Κι οι «γενίτσαροι με τα κράνη, τις μπαλάσκες, τις θερινές στολές από πάνω, μασκαράτα φριχτή, κίνησαν κατά πάνω μας σε παράταξη. Οι πρώτοι με τα μπαμπού, τα πιστόλια κι άλλοι πίσω τους με τα τόμιγκαν να γαζώνουν. Κίνησε ο κόσμος, μπουλούκι πολύβουο, αγριεμένο, στο μόνο πέρασμα προς τη θάλασσα. Και στʼ αντίσκηνα είχε ανάψει το μακελειό. Και σκότωναν, σκότωναν αδιάκριτα, για ένα «ΟΧΙ», μέσα στʼ αντίσκηνα, στους διαδρόμους, στα στρώματα, τραυματίες κι αρρώστους. Στριμώχθηκε, πλήθος μεγάλο στη στενή τη λουρίδα κατά τα μαγειρεία, στη θάλασσα και τραγουδούσαν όλοι μαζί τον Ύμνο τον Εθνικό. Και πέφτανε οι σφαίρες μες στο σωρό και δεν πέφταν οι χτυπημένοι από το στρίμωγμα το πολύ… Και φέρανε το πρωί της άλλης καΐκι, κι όλη μέρα φόρτωναν σε κουβέρτες, κουφάρια για τʼ απέναντι.

«Κύμα αυτοκτονιών ενέσκυψεν εις το υπʼ εμέ τάγμα. Γνωστοποιείται ότι όστις από τούδε αποπειράται αυτοκτονίαν, θα παραπέμπεται εις το στρατοδικείον». Από την ημερησία διαταγή του Διοικ. Βασιλόπουλου, λίγες μέρες μετά τα γεγονότα. 60


Όμορφη η άνοιξη, όπου κι αν είναι. Πέρασαν οι εκλογές, ξάνοιξε ο καιρός, σταμάτησαν τα καψόνια. Ευκαιρία να ξαποστάσει το κορμί, να λιάσουμε λίγο τα σακατλίκια μας. Τʼ απογεύματα αράζουμε στην πλαγιά, στην άκρη του Σύρματος, κατά το Νότο. Καρμίνι ο ήλιος στη δύση του, έχει ντύσει τα πάντα στα κόκκινα. Το Σούνιο στο βάθος, μενεξεδιά αχνή σιλουέτα, ορθώνει τρίαινες τις κολόνες του κι η θάλασσα λάδι απλώνετʼ απέραντη, να σμίξει τον ουρανό στον ορίζοντα. Τʼ αεράκι ζεστό φουσκώνει το στήθος και μια παράξενη γλυκιά ταραχή, κι ούτε ξέρεις… Να ʼναι η χαρά του ζωντανού, που τα νιώθει ένα γύρω, τα χαίρεται; Το ξύπνημα της φύσης, η επιστροφή στη ζωή; Και θέλεις πιότερο ακόμα, να παλέψεις, να ζήσεις. Όπως και να ʼναι. Με το τσακισμένο κορμί και τα νεύρα σου, τα σακατεμένα πνεμόνια, τα «αιματηρά» και τα «δέκατα» που δε λένε να σταματήσουν. Βραδιάζει. Τέτοια ώρα και οι γυναίκες μαζεμένες στα δικά τους συρματοπλέγματα, στην άκρη του «κλωβού» που κοιτάει κατά δω, πασχίζουν να ξεχωρίσουνε τους δικούς τους. Το τραγούδι τους βάλσαμο μας το φέρνει τʼ αγέρι μες στη Χαράδρα, πότε αδύναμο, ξεψυχισμένο, πότε πιο δυνατό. Το μάθαν κι αυτές, πως αύριο, όλο το Σύρμα, φεύγουμε για το «Τέταρτο». Η τελευταία βραδιά μας, η αλησμόνητη. Θα μας πουν το στερνό τους τραγούδι, τʼ αποχαιρετιστήριο, όλο προσδοκία, λαχτάρα, υπόσχεση.

«…Αεράκι απαλό, μοσχομυρισμένο πέτα σε παρακαλώ, στον αγαπημένο. Πες του πως τον αγαπώ, με μια αγάπη αιώνια Πες του πως τον καρτερώ κι ας περνούν τα χρόνια».

Μερικές απʼ τις γυναίκες θα τις γνωρίσουμε μετά από χρόνια στον Αϊ-Στράτη, μʼ άλλες θʼ ανταμώσουμε έξω. Ως τότε, θα μείνουν σαν σύνολο μες στην ψυχή μας, μια απρόσωπη τρυφερή ανάμνηση. Συντρόφισσές μας στις δύσκολες ώρες.

Το Σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο. - Ε.Σ.Α.Ι. την άνοιξη του 1950.

61


ΤΟ ΝΗΣΙ Πάντα διαβαίνει ο άνεμος απʼ εδώ πάνω ο δρόμος του είναι ετούτο το κανάλι κι αγάπη του άγρια το νησί. Ποτές δεν ήρθε φουσκοδέντρης ούτʼ οδηγός καλής βροχούλας ούτʼ άνοιξε ένα ανθόματο ούτε ξεδίπλωσε ένα φύλλο σε δέντρου κλαδί. Μύλου φτερό δεν κίνησε ποτές και μήτε βάστηξε παιδιάστικον αητό στην αγκαλιά του. ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ Είναι κουραστικά τα λόγια του. Το ξέρω. Μας πώς να γίνει; Μέσα στις συλλαβές του υπάρχουν πάντα οι κραυγές των ημερών που τον βασάνιζαν. Είνʼ το σακάκι του περασμένης μόδας και συμφωνεί πως, διάβολε οι αριστεροί θάπρεπε λίγο να συγχρονιστούνε. Μʼ αν έτσι σφιχτά το ʼχει κλεισμένο Είναι για να μη σʼ ενοχλεί το τρύπιο του πλεμόνι. Έμεινε τʼ οπτικό πεδίο του στενό, Που η σφαιρική δική σου όραση… Μα βλέπεις, ακόμα βαραίνουν στη ματιά του οι πέτρες που χρόνια του κλείναν τον ορίζοντα. Κι αλήθεια, σε γνώση και διπλώματα ούτε που γίνεται να παραβγεί μαζί σου. Μόνο που εκείνος θα ξαναπάει αύριο εξορία ενώ εσύ, όλο και θʼ αναβάλλεις τη στιγμή της πράξης περιμένοντας τις πρόσφορες συνθήκες.

Φυσάει κι ουρλιάζει λες για να σκεπάζει βογκητά και θρήνους. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ 1952

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

«Δεν δύναται τις ειμή να συμφωνήσει με το αναμορφωτικόν έργο της Μακρονήσου». Ι. Σπυρόπουλος, πρύτανης Πανεπιστημίου.

«Προτείνω η νήσος αυτή να μη λέγεται πλέον Μακρόνησος αλλά «Μακαρώνησος». Ι. Καλλιτσουνάκης, καθηγητής Πανεπιστημίου.

62


ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΜΑΚΡΟΝΗΣΙ (Απόσπασμα) ‰ «…Oχι! Δέν ντρέπομαι πού φοβÄμαι! ^ Ο φόβος μοÜ δόθηκε - ¬πλο πολύτιμο νά προφυλάει τή ζωή μου. ^Ο φόβος μου εrναι ¬πλο δικό μου. Μάταια πασκίζουν νά τό στρέψουν âνάντια σέ μένα. Κι ï πόνος ¬ταν ôγριος ξυπνάει, καθώς μέ χτυποÜν μέ τό ρόπαλο ¦ καθώς μέ κλωτσιές μέ κυλάνε στίς λάσπες, εrναι ¬πλο δικό μου. ‰Ας νομίζουν πώς τάχα τό γύρισαν âνάντια σ’ ¬τι öχω âγώ àποφασίσει. ^Ο πόνος μου, ¬ταν ôγριος ξυπνάει, μοÜ φωνάζει πώς εrμαι γερός, πώς μπορ΅ νά νικήσω. ^Ο πόνος μοÜ δείχνει τί àξίζω -ùχι στά μάτια τ΅ν ôλλων, ùχι στά μάτια τοÜ Κόμματος οûτε στά μάτια τ΅ν αéριαν΅ν γενε΅ν- τί àξίζω âγώ, στά δικά μου τά μάτια! ^Ο πόνος μου, ¬ταν ôγριος ξυπνάει, στέκει δίπλα μου σύντροφος, τραγουδώντας μαζί μου θούρια πού μεθÄνε κι àνεμίζοντας ¬λο καί πιό ψηλά τά λάβαρα τÉς âπανάστασης. Δέν ντρέπομαι, λοιπόν, πού τρέμω àπ’ τό φόβο. Δέν ντρέπομαι πού πονάω καί βογγάω œσπου στοιχειώνει ™ χαράδρα. Δέν ντρέπομαι πού θέλω νά ζήσω. Γιατί θέλω νά ζήσω àπροσκύνητος. Καί πάλι, καθόλου γιά χάρη τ΅ν ôλλων, καθόλου γιά χάρη τοÜ Κόμματος, καθόλου γιά χάρη τ΅ν αéριαν΅ν γενε΅ν - νά ζήσω àπροσκύνητος μονάχα γιά μένα! Καί κανένας γι’ αéτό νά μή μοÜ χρωστάει τιμές…». ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ

Κατά τον κ. Ι. Τσάτσο η Μακρόνησος είναι: «Αναρρωτήριο ψυχών». «…συνέχιση του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού…» «Εθνική κολυμβήθρα…» «Νέα Εδέμ στα μάτια της Ελληνικής Ιστορίας…».

63


Ο Αϊ-Γιώργης μετά την επιστροφή από Α.Ε.Τ.Ο. - Β.Ε.Τ.Ο.

Από σχέδιο του 1950.

Στη μεταφορά μας για το Τέταρτο Τάγμα, τα πράγματά μας φύγαν με το καΐκι. Μαζί και οι πιο βαριά από μας, που δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Οι άλλοι κινήσαμε ποδαρόδρομο. Πίσω μας στη «Χαράδρα» αφήσαμε αδειανά, ξεφτισμένα αντίσκηνα, μουχλιασμένες αφάνες, πραμάτειες αχρείαστες. Κι ένα κομμάτι απʼ τη ζωή μας, που θα βαραίνει λίγο ή πολύ πάνω μας τα υπόλοιπα χρόνια. Στο ξεπροβάδισμα μας, οι γυναίκες κρεμασμένες στα δικά τους συρματοπλέγματα, μας στέλνουν το στερνό τους χαιρετισμό. Κινώντας, μερικοί από μας γυρίζουνε τα κεφάλια τους. Μια τελευταία ματιά στο «Γολγοθά», το Λόχο Ασφαλείας, την Πύλη…

64


Πληροφορήθηκαν οι κρατούμενοι στον «Αϊ–Γιώργη» τον ερχομό μας, βγήκαν όλοι τους στην κορφή, να κοιτάν να πλησιάζει η φάλαγγα: Έρχονται, έρχονται…, το Σύρμα, τα παιδιά του Α.Ε.Τ.Ο. Κι ως μπήκαμε στο στρατόπεδο με το τραγούδι στο στόμα κι ας σκούζανε φοβέρες οι αλφαμίτες, χύθηκαν ακράτητοι πάνω μας, γίναμε ένα μαζί τους. Απʼ όσους έζησαν τούτες τις ώρες, ποιος θα ξεχάσει κείνο το ξέσπασμα, το παραλήρημα της χαράς. Αγκαλιές, δάκρυα, γέλια… Στις πλαγιές του «Αϊ-Γιώργη», τους πυκνοκατοικημένους κλωβούς λες και τους έχει σαρώσει βομβαρδισμός. Μπροστά μας μια νεκρή πολιτεία, σπαρμένη ξερολιθιές και πεζούλες… Οι λιγοστές μεγάλες σκηνές, που στήθηκαν σιμά στην «κεντρική λεωφόρο», θα μας φιλοξενήσουν, ωσότου αποφασίσει τα… περαιτέρω η εξουσία. Για την ώρα, ζούμε το σμίξιμό μας με τους «μεγάλους». Σπάνιο να μη συναντήσεις κάποιο συγγενή, γνωστό, πατριώτη, φίλο. Κι όλο ρωτάνε και ρωτάμε, να μάθουμε. Θα μας ιστορήσουν «τα πάθη» τους, για τους βασανιστές, τον «πατέρα» τους Τζανετάτο, τον Ξυρουχάκι, τον Καραφώτη… Για τον Έβδομο Λόχο και το «θέατρο» με τις παραστάσειςβασανιστήρια, για την «αναμόρφωση» των γερόντων και των ανάπηρων… Αμ εκείνος πάλι ο «ανανήψας» που τον χτύπησαν και του χύσαν το μάτι. Να διαβάζει σʼ «επιστολή» του πως «Στο Μακρονήσι βρήκα το φως μου!». Κι είναι όσα λένε τόσο μα τόσο «γνωστά», σαν να τα ʼχουμε ζήσει.

Δρόμος προς το Δ' τάγμα. Στην κορφή δεξιά το πολιτικό Σύρμα του Β.Ε.Τ.Ο.

Σχέδιο του 1950

65


Πολλές οι προσωπικότητες, στο στρατόπεδο του Αϊ-Γιώργη, της Αντίστασης, των γραμμάτων, της τέχνης. Κι όσοι είχαμε «αμαρτάνει» πάνω σε χαρτί με σχέδια ή γραφτά κι όσοι ακόμη από μας δεν το τόλμησαν, κάνουμε όνειρα να τα μοιραστούμε μαζί τους, νʼ αντλήσουμε γνώσεις πολύτιμες για πολλούς. Καμπόσοι μʼ ενδιαφέρον και ταραχή θα ξεφυλλίσουν τα μακρονησιώτικα σκίτσα μου και ξέχωρʼ απʼ όλους θα μου μείνει εκείνη η εικόνα του Μάνου Κατράκη. Καθιστός στα χαλάσματα τα ʼχει πάρει στα χέρια του και να τον κοιτάω να σοβαρεύεται μονομιάς, να πισωγυρίζει τα φύλλα, με τρεμάμενα δάχτυλα να ξανακοιτάζει σκεφτικός κάποιο σχέδιο και στο κακοξυρισμένο του μάγουλο να κυλάει το δάκρυ. Το καλοείδε κάποια φορά, σηκώθηκε απότομα και με φίλησε σταυρωτά: Σʼ ευχαριστώ, μου λέει, που το μπόρεσες… και συνέχισέ τα, τ’ ακούς, μου κάνει κουνώντας το δάχτυλό του, αλλιώς θα ʼναι σαν να τους έχεις προδώσει. Περνάνε οι μέρες, απαγκιασμένοι κι εμείς, μʼ ένα αίσθημα σιγουριάς, στο καινούργιο μας περιβάλλον, αναμασάμε τις εντυπώσεις και τις κρυφοκαλαμπουρίζουμε που και που μεταξύ μας: Λίγο το ʼχεις, λέμε να κάτσεις να χέ…, κό… με κό…, με κοτζάμ στρατηγό! Μετά την επιστροφή μας στο στρατόπεδο του Αϊ-Γιώργη, το νεοκαταχτημένο προνόμιό μας ήταν το μπάνιο. Αυστηρές οι διαταγές, καθορισμένες οι ώρες και η φρουρά πάνοπλη πάνω στους βράχους να μας φυλάει. Εδώ και καιρό οι εφημερίδες πανηγυρίζουν το κατόρθωμα του Ζιργάνου που έχει περάσει κολυμπώντας τη Μάγχη. Το συζητάμε εμείς, το συζητάν κι οι φρουροί χωροφύλακες και γεμίζει η ψυχή μας… «Εθνική περηφάνεια». Του ʼρθε λοιπόν του Αντώνη, θες για να επιδείξει την κολυμβητική του δεινότητα, θες για να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της φρουράς, θες απλώς ξεχάστηκε και μια και δυο τράβηξε στʼ ανοιχτά. Θορυβήθηκε με την «απόδραση» η Εξουσία κι όσο να βαρέσουν συναγερμό, ξεμάκρυνε ο Αντώνης κατά το Λαύριο κι έγινε ένα τόσο δα κουκιδάκι. Μας βγάλαν έξω από τη θάλασσα με φωνές, να παρακολουθούμε μʼ αγωνία να τον ζυγώνει η βάρκα. Και λέγαν αργότερα, οι κακές οι γλώσσες, πως την ώρα που βρίζοντας οι χωροφύλακες τον τράβαγαν από τη θάλασσα, το μόνο που άκουσαν, ήταν να τους ρωτάει ο αθεόφοβος: Τι χρόνο έπιασα ρε παιδιά; Παραδειγματική στάθηκε η τιμωρία του «δραπέτη». Ως τη μέρα της αναχώρησής μας για τον Αϊ-Στράτη, τον είχαν στη ρεματιά νηστικό, διψασμένο, ζωσμένο με χαμηλό συρματόπλεγμα, όσο να μπορεί να μπουσουλάει στα τέσσερα. Και στους συντρόφους του, από τότε για χρόνια, ο Αντώνης θα μείνει γνωστός σαν «Ζιργάνος».

«ΤΟ ΤΡΑΓΙ».Γελοιογραφία φίλου και συγκρατούμενου. Έγινε την άνοιξη του 1950 σʼ ανάμνηση «ποδοσφαιρικής συνάντησης» μέσα στο Σύρμα. Φυσικά η μπάλα ήταν ένα κουβάρι κουρέλια κι ο αγώνας ανάμεσα σε σακατεμένους ανθρώπους ένα μάλλον τραγικό θέαμα. Ωστόσο είμασταν νέοι, χαιρόμασταν τις ανοιξιάτικες καλοσύνες, το σταμάτημα των βασανιστηρίων. Χαιρόμασταν την επιστροφή στη ζωή.

66


Στ’ αρματαγωγό. Από το Μακρονήσι για τον Αϊ-Στράτη.

(Από σχέδιο του 1950)

Στις είκοσι του Ιούλη φεύγουμε για Αϊ-Στράτη. Συμμαζέματα, κουβαλήματα, έγνοιες, όσα να φορτωθεί στʼ αρματαγωγό το στρατόπεδικό μας νοικοκυριό. Να συνεχίσουμε τη ζωή μας για κάμποσα χρόνια ακόμα, μακριά απʼ τα σπίτια μας.

«…Αγαπητέ κ. Φρανσουά Μωριάκ. Απαντώντας στο τηλεγράφημά σας με ημερομηνία 7-2-49, Έχω την τιμήν να σας γνωρίσω τα εξής: Οι κ.κ. Λουκάς Καστανάκης και Δ. Φωτιάδης είναι εξαίρετα στην υγεία τους και ανήκουν στη 2α ομάδα της Μακρονήσου (σχολή για πολίτες). Τους συμπεριφέρονται με εξαιρετικά πολιτισμένο τρόπο, όπως άλλωστε και σʼ όλους τους άλλους, που βρίσκονται σʼ αυτό το πρωτότυπο σχολείο για εθνική αναμόρφωση». Π. Κανελλόπουλος

67


Αριστερά: «Ξεφόρτωμα πλοίου τη νύχτα». Σινική μελάνη και τέμπερα, 1955. Δεξιά: «Πλημμύρα». Ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο σε φυσικό μέγεθος. Στην κορυφή δεξιά το φυλάκιο του Αη-Μηνά κι ο σταυρός απʼ το μνημείο στους νεκρούς εξόριστους της κατοχής. Μέσα στη κρύπτη του τριάντα τρία κρανία με τʼ όνομα του καθενός.

Στα βορεινά του Αιγαίου, καταμεσίς του πελάγου, το ανεμόδαρτο νησί του Αϊ-Στράτη. Σʼ έναν όρμο του, αφιλόξενο, μας ξεμπάρκαραν τ’ αρματαγωγά σε δυο δόσεις, να στήσουμε στην ερημιά καινούργιο στρατόπεδο. Αρνηθήκαμʼ εμείς, «πατήσαμε πόδι», αγριέψαν εκείνοι, στρέψαν τα πολυβόλα επάνω μας, αλλά τελικά έγινε τ’ «αδύνατο» δυνατό και κουβαληθήκαμε στις ρεματιές, κοντά στο μοναδικό χωριό του νησιού. Από δω και μπρος θα περάσαν άλλα έντεκα χρόνια. Έντεκα χρόνια κάτω από την τέντα τʼ αντίσκηνου με ξεθωριασμένες από το χρόνο τις θύμισες. Τον χειμώνα χιόνι και λασπόνερα, το καλοκαίρι η κάψα του πυροδομένου πανιού, η σκόνη, τα έντομα. Παλεύουμε να οργανωθούμε, όσο μας το επιτρέπουν οι περιορισμοί κιʼ στερήσεις, να αντέξουμε για πολύ, να αντλήσουμε γνώση για κείνα που πιστεύουμε κι αγαπάμε. Το πρώτο διάστημα οι πιο πολλοί νεολαίοι τʼ Α.Ε.Τ.Ο. θα μείνουμε στις παραδίπλα σκηνές, παρέες παρέες, όπως είμαστε τότε, στο «Σύρμα». Και για πολύ καιρό, νυχτιάτικα στις ρεματιές του στρατόπεδου, θ’ ακούγονται στο μεσούπνι κραυγές και στεναγμοί εφιάλτη, κληρονομιά της Μακρόνησος και η μεγάλη σκηνή με τους νεολαίους θα γίνει γνωστή σαν «Τρελάδικο». Η εκτόπισή μας ανανεώνεται χρόνο με το χρόνο με το δικαιολογητικό πώς... «δεν έληξε εισέτι ο πόλεμος»! Στα χρόνια αυτά θα γνωρίσουμε τις περιβόητες «άδειες», την «κατ’οίκον εκτόπισις», την χαφιεδοκρατία, τους κάθε λογής εκβιασμούς και τους «πειρασμούς» της «ελεύθερης» κοινωνίας.

68


Γυάρος 1967. Το χτίριο της φυλακής κι ο όρμος με το λιμανάκι.

Πρώτη νύχτα της Χούντας, το καμιόνι φρενάρει απότομα. - Όλοι κάτω. Χάμω τα πράγματα, μεταβολή, τέσσερα βήματα εμπρός. Πήχτρα σκοτάδι, ερημιά και πίσω απ’ τις πλάτες μας οι φαντάροι οπλίζουν τ’ αυτόματα. Περιμένεις, τα δευτερόλεπτα γίνονται ώρες, όσο ν’ ακούσεις και πάλι: Πάρτε τα πράγματα σας κι ακολουθήστε, για να περάσουμε στα υπόστεγα, να σμίξουμε με τους άλλους κρατούμενους. Στον Ιππόδρομο ξαναζήσαμε το κλίμα του μακρονησιώτικου άγχους. Λοχίας διατάζει τον ταγματάρχη, παγώνει η αίθουσα όσο να ξεδιαλέξει εκείνος, έναν-έναν, αυτούς που θα βασανίσουνε έξω. Θα μας πετάξουνε τον Ηλιού μισοπεθαμένο, αιμόφυρτο, θα πιστολίσουν έτσι χωρίς λόγο τον Παναγιώτη Ελή για να ξεψυχίσει σε λίγο στα χέρια μας. Τι; Ποιοι; Γιατί; Κι η Αθήνα μας παραδίπλα να στέκει βουβή, απλησίαστη. Ύστερα, κλούβες-καμιόνια και αρματαγωγά και η στρατιά των ταλαιπωρημένων ανθρώπων στον ανήφορο για το κάτεργο. Γυάρος, το άλλο κολασμένο νησί. Κατάξεροι βράχοι, αφάνες, φίδια, ποντίκια και η «συκιά του Γλάστρα» κι’ αγέρας πολύς, κόβει φωνή κι ανάσα, σακατεύει τα νεύρα. Σκοπιές, πολυβολεία, αγκαθόσυρμα ζώνουν το χτίριο της φυλακής. Η αρμύρα τρώει τους νοτισμένους τοίχους, τα σίδερα, τους ανθρώπους. Τ’ αντίσκηνα στους γύρω όρμους τα δέρνει ο άνεμος, πνίγονται μέσα στη σκόνη, μουσκεύουν στην υγρασία της νύχτας. Αρχές φθινόπωρου οι περισσότεροι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα της Λέρου, Λακκί και Παρθένι, οι γυναίκες στην Κρήτη, στις Φυλακές Αλικαρνασσού. Στο Λακκί, το στρατόπεδο φυλακή στα ριζά ενός απόκρημνου βράχου. Υγρό, ανήλιαγο το χτίριο, παλιά στρατώνα των Ιταλών, ζωσμένο ολούθε με συρματόπλεγμα και σκοπιές και μια λωρίδα στενόμακρη στην άκρη του γιαλού, για προαύλιο. Παλιότερα εδώ είχανε στεγαστεί τα περιβόητα «αναμορφωτήρια» της Φρειδερίκης για τα παιδιά των αγωνιστών και τα ορφανά του Εμφυλίου. Θάλαμος Γ2, ένας απʼ όλους, άτομα διακόσια σαράντα, σιδηροκρέβατα σε τρία πατώματα και ο διάδρομος ανάμεσα τους, πόντοι εξήντα. Περισσότερο τις νύχτες, η μπόχα του κοντινού οχετού αβάσταχτη πλημμυράει το στρατόπεδο και δεν υπάρχει τρόπος να φυλαχτείς, ένα μέσο ακόμα μεςʼ τ’ άλλα, να εκβιάζουνε συνειδήσεις. Γυάρος, Λέρος, Αλίκαρνασσός, Ωρωπός, άλλα τριάμιση χρόνια αβεβαιότητας, στερήσεων, απομόνωσης, στα στρατόπεδα της «Ελλάδος των Ελλήνων Χριστιανών».

Δεξιά: Γυάρος 1967. Εσωτερικό θαλάμου της φυλακής. Αριστερά: Λέρος 1968. Το κεντρικό κτίριο της φυλακής στο Λακκί. Σχέδια με σινική.

69


Μερικές φωτογραφίες: Οι τρεις πρώτες στον Αϊ–Στράτη το 1948. Η τέταρτη, κάτω, μετά το Μακρονήσι. Στη δεξιά σελίδα: Στον Αϊ–Γιώργη, στο Μακρονήσι, το 1949. Είναι η «ειδυλλιακή» περίοδος, προτού μας μεταφέρουν στα «τάγματα».

Με το σκύλο, τον Κόκκινο.

Υπηρεσία στο στρατόπεδο. Αϊ–Στράτης 1951. Με μερικούς φίλους απʼ το Α.Ε.Τ.Ο. Αποχαιρετιστήρια φωτογραφία την παραμονή της μεταγωγής μου στη Θεσσαλονίκη για στρατοδικείο.

70


Κουβαλάμε πέτρα για τη σκηνή μας.

Αϊ-Γιώργης 1949

Με τους ανάπηρους της Αντίστασης.

Αϊ-Γιώργης 1949

Μπροστά στις σκηνές μας.

Αϊ-Γιώργης 1949

71


Μερικές φωτογραφίες: Στις δυο φωτογραφίες αυτής της σελίδας: Οι διανοούμενοι-καλλιτέχνες στον Αϊ-Γιώργη. Στη δεξιά σελίδα: Φωτογραφίες από τις τρεις μεταγενέστερες επισκέψεις στο Μακρονήσι.

Στο στρατόπεδο του Αϊ-Γιώργη. Ο Μ. Κατράκης, ο Γ. Ρίτσος και ο Μ. Κέτσης.

Η σκέψη μου για τη «Μακρόνησο» ήταν να κυκλοφορήσει σαν λεύκωμα μόνο με τα σχέδια εκείνης της περιόδου και κάποιες λεζάντες. Ωστόσο, με την επεξεργασία του υλικού γεννήθηκε η ανάγκη για μια πληρέστερη ξενάγηση του αναγνώστη στις κακοτράχηλες ιδιομορφίες της τότε πραγματικότητας. Έτσι, λίγο λίγο, δουλεύοντας, τα επεξηγηματικά σημειώματα πήραν έκταση και μορφή περʼ απʼ ό,τι περίμενα. Ήταν τα πρώτα μου άτολμα βήματα στα «ξένα» οικόπεδα της λογοτεχνίας κι ο φόβος μήπως το παρακάνω με «φιλολογικότητες» σίγουρα έχει λειτουργήσει σαν ψαλίδα λογοκρισίας. Όταν είχα ολοκληρώσει τα κείμενα είπα να κάνω χρήση της πάντα τόσο φιλικής διάθεσης του Γιάννη Ρίτσου μʼ όλη τη βιαστική δουλειά, που όπως πληροφορήθηκα, είχε εκείνες τις μέρες. Να μοιραστώ μαζί του την αγωνία που μʼ έτρωγε και τους ενδοιασμούς για το… τόλμημα. Έλα, μου απάντησε στο τηλέφωνο για λίγο και τα ξαναλέμε όταν ξεμπλέξω. Μάζεψα κι εγώ σχέδια και χειρόγραφα και πήγα αργά μεσημέρι στο σπίτι του. Τα παίρνει εκείνος και βυθίστηκε για ώρα να τα κοιτάει και να τα διαβάζει αμίλητος κι όλο να ξαναγυρίζει, φυλλομετρώντας, στα προηγούμενα. Όπως μʼ έχει αναστατώσει, μου κάνει κάποια φορά, δεν είμαι σε θέση αυτή τη στιγμή να το κρίνω σαν λογοτέχνημα, ένα μπορώ να σου πω, κι είναι σπουδαίο, πως ξανάζησα τη Μακρόνησο. Και κοίτα καλά, μην το δώσεις για διόρθωμα κανενός» συνέχισε απαντώντας σʼ άλλη ερώτηση μου. «Ξαναδούλεψέ το, αποφεύγοντας όσο γίνεται τα επίθετα, όπως το κάνεις άλλωστε, κι άφηνε τις καταστάσεις να μιλάν από μόνες τους». Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει και το «για λίγο» έγινε… ώρες! Ξεπροβοδώντας, στην ξώπορτα, μου λέει με χαμόγελο: …Είμαι βέβαιος Γιώργη πως σε κρατάνε τα πόδια σου για να μην καταδεχτείς δανεικά δεκανίκια». Και δεν ξέρω ειπωμένες τόσο λίγες κουβέντες, όσο αυτές, που να βάραιναν τόσο θετικά, τόσο καθοριστικά στην παραπέρα δουλειά μου.

Ομάδα διανοούμενων-καλλιτεχνών στο στρατόπεδο του Αϊ-Γιώργη. Διακρίναμε στην κάτω σειρά τους: Φ. Ανωγειανάκη, Μ. Κατράκη, Φ. Καμπάνη, Γ. Ρίτσο, Τ. Καρούσο και πάνω, τους Μ. Κέτση και Χ. Δαγκλή.

72


Στα χαλάσματα της σκηνής μας στο «Σύρμα» του Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. το καλοκαίρι του 1963. Με τον Μίκη Θεοδωράκη.

Στο καΐκι με τους: Μ. Θεοδωράκη, Τ. Ζωγράφο, Γ. Θεοδωράκη. Μπροστά στην πύλη του 7ου Λόχου, το φθινόπωρο του 1981. Με τους: Κ. Χαρδαβέλα, Τ. Ζωγράφο, Β. Τσαλίκη, Μ. Θεοδωράκη.

Το Μακρονήσι το επισκέφτηκα -λεύτερος πια- τη χρονιά που ετοίμαζα τούτο το λεύκωμα κιʼ απʼ το στρατόπεδο του ΑϊΓιώργη, στο Σύρμα του Α.Ε.Τ.Ο.* κι ως τα βράχια της Σ.Φ.Α., το περπάτησα σʼ όλο το μάκρος του. Ξαναπήγα εκεί, άλλες δυο φορές, το Νοέμβρη του 1981 για δημοσιογραφικό ρεπορτάζ στα «Νέα» και το καλοκαίρι του 1982 ξεναγώντας το συνεργείο της Γαλλικής Τηλεόρασης με το σκηνοθέτη J. E. Jeannesson. Κι η αλήθεια είναι πως νιώθεις κάπως παράξενα να περπατάς τούτα τα μέρη σαν επισκέπτης και νʼ ανιστορείς και νʼ ακούς: Τον Μπιθικώτση τον πρωτογνώρισα σε κάποια μεταγωγή, μας λέει ο Μίκης καθώς κατηφορίζαμε για το λιμανάκι του Α.Ε.Τ.Ο. Μας είχανε στήσει διψασμένους στον ήλιο οι αλφαμίτες κι οι ίδιοι στρωθήκαν στον απέναντι καφενέ να πιούν τις μπιρίτσες τους. Κι ήτανε η έγνοια και η επιμονή του Γρηγόρη, που καθόνταν μαζί τους, να τον αφήσουν να μας φέρει λίγο νερό… Αργότερα στην Αθήνα ο Γιάννης Κατσιμίχας του έκανε τον «προστάτη». Θα σου τον δώσω, ρε ψηλέ, το Γρηγόρη, έτσι που είσαι καλό παιδί, μου λέει κάποια φορά και στη συνέχεια μου ζήταγε να τον κάνω τραγουδιστή. Του τʼ αρνήθηκα φυσικά, εκείνος είχε γίνει έξω φρενών κι ορκίστηκε να ματαιώσει μια συναυλία μας σʼ ελληνική παροικία της Γερμανίας. Την άλλη μέρα ο Κατσιμίχας μας κυνηγούσε με τ’ αυτοκίνητό του στους δρόμους του ΜπάντενΜπάντεν πυροβολώντας τʼ αμάξι μας. Με τα πολλά καταφέραμε να του ξεφύγουμε κάνοντας μανούβρες λες κι ήμασταν σε ταινία γκαγκστερική κι η συναυλία πραγματοποιήθηκε τελικά το ίδιο βράδυ, με περιφρούρηση των Λαμπράκηδων.

Καλοκαίρι του 1982. Ξεναγώντας το συνεργείο της Γαλλικής τηλεόρασης.


74

Ο Αϊ-Γιώργης μετά την επιστροφή από Α.Ε.Τ.Ο.-Β.Ε.Τ.Ο.

Από σχέδιο του 1950.


ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Δυσυπόστατη φύση, ρευστή, αντιφατική, πολύπλευρη. Κοινωνία και άτομο αντάμα φωλιάσανε μέσα μας. Κι αντιπαλεύουν συνέχεια τα δυο, ένστιχτο κι υποχρέωση, ο «εαυτούλης» και οι άλλοι, πιο θα σταθεί το πιο δυνατό. Προσπάθεια, αγώνας, συνθήκες, πείρα, βιώματα, στο καμίνι που διαμορφώνει το ΕΙΝΑΙ μας. Έξω, στην κοινωνία, μπορείς να προβάλεις «βιτρίνα», να δείχνεις ωραίος. Αλλιώς όταν είσαι κρατούμενος, στη συμβίωση. Κι αν τύχει για χρόνια, να ζεις με τους άλλους, τότε όλο και πιο πολύ η ρουτίνα της καθημερινής σχέσης ξεφτά τα φτιασίδια, φανερώνει λίγο λίγο τον πραγματικό εαυτό μας. Κι αν είσαι νέος, όλα πιο εύκολα κι όλα τα βλέπεις ασπρόμαυρα, χωρίς ημιτόνια. Μικρά-μεγάλα, όμορφα-άσχημα, αψεγάδιαστους «Ήρωες» και «Κακούς». Τα πάντα απόλυτα, ξεκαθαρισμένα, απλά! Με το ΝΑΙ και το ΟΧΙ τους. Περνάνε τα χρόνια. Μιας ζωής η πείρα κι η γνώση καθίσαν στους ώμους. Θες δε θες, γέρνεις στο βάρος τους να προσέξεις τη διαλεκτική αντιφατικότητα της ζωής. Σίγουρα, τα δύσκολα χρόνια στο Μακρονήσι σου μάθαν πολλά. Έζησες κι είδες «αξίες» που πίστευες, στο σκαμπανέβασμα της δοκιμασίας. Άλλες, τσακίσαν στη θύελλα. Άλλες, έφθειρε ο χρόνος αργά αργά. Άλλες καινούργιες, πιο άξιες, πήραν τη θέση τους. Είδες την ανθρωπιά να ξεδιπλώνει στης βίας τον άνεμο. Την όψη του χτήνους. Τα πάθη τα ταπεινά να προβάλλουνε μανιτάρια στη μούχλα. Είδες… Μεγαλόπρεπος μες στο μύθο του φαντάζει ο «Ήρωας», σε απόσταση. Σπάνια, κι όταν είναι, τον ξεχωρίζεις από κοντά, όπως τουλάχιστο τον θέλει ο θρύλος. Στην ανθρώπινή του υπόσταση, χωρίς μεταφυσική. Γνώρισες συμμαχητές στο κοινό μας ταμπούρι κάτω από το λάβαρο των κοινών ιδανικών, του σοσιαλιστικού μας ΕΜΕΙΣ. Να πολεμούν και να πέφτουνε εν τιμή, νικητές σ’ έναν αγώνα μέχρις εσχάτων, με την ψευδαίσθηση της συνειδησιακής τους αυτάρκειας. Περήφανοι, περιχαρακωμένοι, φορές φορές, μέχρι αλαζονείας, στο υπερτροφικό τους ΕΓΩ. Γνώρισες άνθρωπο, στην κρίσιμη ώρα, να μπαίνει ασπίδα ζωντανή, να προφυλάξει με το κορμί του ένα σύντροφό του αδύναμο. Ν’ αρνιέται τη γουλιά του νερού, για να τη δώσει σε άλλον, όταν η δίψα, καμίνι, στεγνώνει τα σωθικά. Κι έζησες σ’ άλλες στιγμές της ρουτίνας, μετά από χρόνια, τον ίδιο. Να μετράει με τη μεζούρα στο χέρι, «με τον πόντο», το «δικαίωμά» Του, το «βιος» Του. Ανθρώπους που τα πρόσφεραν όλα στο σύνολο και λες και το ξεχάσαν μετά. Ήρωας; Δεν ξέρω. Νομίζω μοναχά, Άνθρωπος. Κάπως δύσκολο – μα θάταν καλό – να τον γνωρίσεις, να τον αγαπήσεις, έτσι ως έχει. Να εκτιμήσεις σωστά το λίγο, το σταθερό καταστάλαγμα της πίστης σου, αυτόν τον σπόρο για μια καλύτερη μοίρα. Πράξεις παραδείγματα! Ηρωικές Εποχές! Στο ρέμα της ζωής με το φούσκωμα και τα πισωγυρίσματα, στην πορεία του προς τα μπρος. Η ιστορία τα καταγράφει, τα κρίνει. Ο άνθρωπος διαβαίνει και χάνεται. Αυτή θα ʼναι η κληρονομιά του στους άλλους, να συνεχίσουν.

75


“MAKRONISSOS” designs and texts by George Farsakidis. Makronissos, a long and narrow, withering arid island, not far from Athens. From 1947 to 1950 it served as a concentration and torture camp for more than 100.000 political opponents of the right wing establishment, with the assistance of NATO. All of its commanders were people with heavy criminal records, thirst for power, perverted. This is where the beloved of the Americans and subsequent dictator of the country Ioannidis, begun his carreer as a torturer. (I display him in page 22 above the corpses of our comrades, blackmailing a derainee to denounce his ideas.) Apart from the various racks, which drove many to death or madness, the most apalling perhalps was psychological blackmail and the atmosphere of anxiety. And the target was «reformation»: to reduce everyone into a being without personality, without opinion,without will. Most of the designs and texts were made clandestinely, during my detention in Makronissos. “MAKRONISSOS”. Dessens et Textes de Georges Farsakidis Non loin d’ Athènes, une ile deserte, rectangulaire en proie aux vents: Makronissos. Entre 1947 et 1950, sous les auspices de l’ OTAN, Makronissos était un immense camp de concentration pour les quelques 100.000 détenus politiques, adversaries de la Droite au pouvoir. Les commandants du camp avaient, dans leur totalité, des casiers judiciaries chargés, et étaient assoifés de pouvoir et dégénérés. C’ est ici qu’ a commence sa carrier comme tortionnaire, l’enfant cheri des Americains, et future dictateur Ioannidis. (Je le présente en page 22, debout devant des cadavers de nos camarades, en train de faire chanter un détenu poyr qu’ il zénie ses convictions politiques). En dehors de tortures varies, qui souvent menaient à la mort où la follie, le plus atroce a peut être été, le chantage psychologique et la querre des nerfs. Quant au but poursuivi de la “reeducation”, c’ était transformer l’ home à un être impersonnel sans volonté et opinion. La plupart des dessins et des textes de l’ album ont été faits en cachette, Durant ma detention à Makronissos. “MAKRONISSOS” Zeichnumgen und Texte fon Giorgios Farsakidis Nicht weit von Athen entfernt liegt eine schmale, langestreckte, windpeitsche und trockerne Insel. Sie heisst Makronissos. In den Jahren 1947 bis 1950 war auf Makronissos mit Hilfe der NATO ein Konzentrationslager eingerichtet, in dem die über 100.000 politische Gegner der Rechtskonservativen gefoltert wurden. Sie kommandanten des Largrs, alle mit einem schweren Strafregister vorbelastet, waren zwangshaft autoritätsfixiert mit sadistischen Neigungen. Hier began Ioannidis, von den Amerikanern auserwählt und späterer Diktator, seine Karriere als Folterer. Er ist auf Seite 22 dargestellt, wie er über den Leichen unserer Genossen steht und einen Gefangenen erpresst, seine überzeugung zu verleugnen. Ausser den werschiedenen, bis zum Tob und Wahnsinn getriebenen Folterungen, war das Schlimmste die psychologische Erperssung und die standige Verbreitung des Schreckens. Das ziel dieser “Umerziehung” war es den Menschen zu einem unpersönlichen Wesen ohne eigene Meinung und ohne Willen zu degradieren. Die moisten Zeichnungen und Texten des Albums hade ich Heimlich während meiner Haftzeit auf Makronissos angefertigt.

76


“MAKRONISSOS”, plans et textes de George Farsakides. Non lantano da Athena un isola lunga e stretta colpita dal vento. II periodo 1947-50 con l’ aiuto della N.A.T.O., Macronissos ha funziionato come lager d tortura per gli avversari della Destra che superavano in numero I 100.000. I suoi Comandanti, nel loro insieme, con delle fedine penali aggravate, naniaci del potere, pervesi. Qui ha inziato la sya carrier, quale torturatore, l’ eletto dagli Americani, in seguito dittatore Ioannidis. (Lo raffiguro in pagina 22 sopra I cadaveri dei nostril compagni mentre ricatta un detenuto per sconfessare le proprie idee). Oltre le varie torture fino alla morte e la follia, forse quella più atroce, à stat ail ricatto psicologico ed il clima dell’ ansia. E l’ intent della riforma: ridurre l’ individuo un essere impersonale senza opinione e volontà. La piùparte di questi disegni ed I testi del mio album gli ho stesi di nascosto, durante la mia detenzione a Macronissos. “MAKRONISSOS” – dibujos y textos de Georgios Farsakidis. No muy lejos de Athens, una isla de formato oblong arida y fystigada por los vientos, Macronissos. Durante el period de 1947-1950, con la ayuda de la O.T.A.N., Macronissos ha funcionado como campo de tortura de los mas de 100.000 adversrios politicos de la Derecha. Sus comandantes, en su totalidad, tenian antecedents penales recargados, eran ambiciosos (tenian sed de poder) y eran depravados (corruptos). Aqui iniciaba su carrera de verdugo el elegido de los Americanos y posterior Ditador Ioannidis. (Fotografia suya en la pag 22 sobre los cuerpos de nuestros companeros, chantageando uno de los detenidos para renunciar a sus ideas). A demás de la variedad de torturas que conducian a la muerte y a la locura, quizá la mas horrible ha sido el chantage psicologico y el clima de angustia. Y objective de la reformación: Que el hombre fuese llevado a ser una persona sin indentidad, sin opinion y volntad. La mayoria de los dibujos y textos del diario han sido hechps por mi a las escondas durante mi permanencia en Macronisso.

77


Η « Μ Α Κ Ρ ΟΝ Η Σ ΟΣ » ΜΕ ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΡΣΑΚΙΔΗ ΜΟΝΤΑΖ ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ευχαριστώ όλους όσους με βοήθησαν, μ’ όποιον τρόπο, στην έκδοση αυτού του Λευκώματος.

78

Γ.Φ.


79

Βιβλίο Μακρόνησος - Νο2  

Βιβλίο Μακρόνησος - Νο2