Issuu on Google+


Ο

κόσμος μας αλλάζει. Άλλαζε, αλλάζει και θα αλλάζει συνεχώς. Μάλιστα, οι καιροί που ζούμε μας κάνουν να αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές εντονότερα. Ακούμε συνεχώς τους παλιότερους να λένε πως «εμείς ζούσαμε αλλιώς» ή «στα χρόνια μας ήταν αλλιώς» ή, το κλασικό, «δεν τα φτιάχνουν πλέον όπως παλιά». Οι παλαιότεροι έτσι το βλέπουν, οι νέοι δημιουργούν και όλα τα υπόλοιπα είναι διδακτική ιστορία, οι μελλοντικές γενιές απλά θα κρίνουν. Εκτός αν ανακαλύψουν τη μηχανή του χρόνου και γυρίσουν πίσω να κάνουν αλλαγές. Αν και μπορεί να την έχουν ανακαλύψει και να της έχουν κάνει ήδη. Άρα αυτό που ζούμε είναι ό,τι καλύτερο… Τρομακτικό λιγάκι… Όπως και να έχει οι αλλαγές στη ζωή μας είναι αναπόφευκτες. Και μέσα από τις αλλαγές εξελισσόμαστε. Για την εξέλιξη έχω μιλήσει άμεσα ή έμμεσα και σε παλαιότερα τεύχη, οπότε δε θα πω πολλά. Μονάχα να προσθέσω τα λόγια του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Άρθουρ Κλαρκ: Κάθε επαναστατική εξέλιξη φαίνεται ότι προκαλεί τρεις φάσεις αντιδράσεων: 1. «είναι τελείως αδύνατον», 2. «είναι δυνατό, αλλά δεν αξίζει τον κόπο να το κάνουμε», 3. «το είχα πει εξαρχής ότι ήταν καλή ιδέα». Το λογοτεχνικό περιοδικό «αντί × λόγου» άλλαξε και εξελίχτηκε. Όταν πριν από τρία χρόνια, μία ομάδα νέων ανθρώπων, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό ήταν η αγάπη για τη συγγραφή, δημιουργούσαμε ένα χώρο για την έκφραση, τόσο τη δική μας, όσο και των ανθρώπων που τυχόν μοιράζονταν την ίδια επιθυμία για έκφραση με μας, δεν φανταζόμασταν πως ο χώρος αυτός, το λογοτεχνικό περιοδικό «αντί × λόγου» δηλαδή, θα είχε αυτή την τόσο ανοδική και πετυχημένη πορεία. Επόμενο ήταν, μετά από αυτή την πορεία, ενόσω πέρασαν από το περιοδικό άνω των πενήντα συγγραφέων, ποιητών και συντακτών και ενόσω φτάσαμε αισίως τον Σεπτέμβριο τα έντεκα τεύχη, το περιοδικό να αναβαθμιστεί ξανά. Αυτή τη φορά για τα καλά! Πλέον αφήνουμε πίσω τον όρο «ερασιτεχνικό», μιας και ούτως ή άλλως στο περιοδικό οι περισσότεροι γράφοντες είναι επαγγελματίες λογοτέχνες, αλλά περισσότερο γιατί το περιοδικό θα σταματήσει να διανέμεται δωρεάν στην έντυπη μορφή του και από τον Δεκέμβριο του 2011, με το 120 τεύχος μας, θα πωλείται. Προσθέσαμε τιμή διότι θέλαμε να δώσουμε ένα βάρος

αντί × λόγου

τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο ISSN: 1792-5819 Τεύχος 12 Δεκέμβριος 2011 έκδοση, αρχισυνταξία, επιμέλεια Ευάγγελος Ευθυμίου

συντάκτες

Νικόλαος Φωτιάδης Πασχαλία Τραυλού Γιάννης Φαρσάρης Αναστασία Βασιλάκου Γιώργος Τζιτζικάκης Πέτρος Καππάς Δημήτρης Νίκου Θοδωρής Τσαφής Μαρία Αρχιμανδρίτη Μίλτος Γήτας Μιχάλης Καλαμαράς Κατερίνα Παπανικολάου Λένα Μαντά Λουκάς Καβακόπουλος Νίκος Αραπάκης Δέσποινα Χατζή Ευάγγελος Ευθυμίου Παναγιώτης Φερεντίνος Γιάννης Πλιώτας Νίκος Βλαντής Ελένη Μπάρκα Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης Αγγελική Σχοινά Ιωάννα Σαμαρά

διόρθωση Ιωάννα Σαμαρά

σχεδιασμός - διαμόρφωση

Γιώργος Δημητρίου (~giodim) Ευάγγελος Ευθυμίου

σύνθεση εξωφύλλου Γιώργος Δημητρίου (~giodim)

3

×


editorial

φωτογραφία Νικολέτα Δεληβογιατζή Πάμελα Ρουκουνάκη Λεόντιος Σακέλλης και από τους χρήστες του deviantart που μοιράζονται τις εικόνες τους με δικαιώματα creative commons redkitestring, sachy88, Faerie Mischief 101, mrd, xishan1, d3bmx1j, yohan2, wildlifehoodoo, sharpie91, mathes, Yeaaa, UTR, gazak, Kida Ookami, gangastiaa, ReneBlom, gammon, Ashland, Albert Smirnov, Dynnnad, SteffaMaria, martabonfante, datman125, DarkMetaphor, Magic92, michref, brandozim, FourTuneFame, SaintNate, the nightmare escape, Babylicious, ivanabalabanova, crazy magpie, sanguisgelidus, daroitelisabetta υπεύθυνος διανομής Αποστόλης Ρουμελιώτης

επικοινωνία Σαμουήλ 55, Ιωάννινα, 45 333 τηλέφωνο: +30 26510 70258 κινητό: +306972978572 web: www.antiepilogou.gr e-mail: antiepilogou@yahoo.gr facebook.com/antiepilogou

στο περιοδικό επομένως να φτάνει στα χέρια του αναγνώστη που πραγματικά θέλει να το διαβάσει, αλλά κυρίως να το αναβαθμίσουμε υλικά και ποιοτικά. Σημειωτέον είναι πως η ηλεκτρονική μορφή του περιοδικού θα συνεχίσει να διανέμεται δωρεάν μιας και δεν θέλουμε να αποκλείσουμε κανέναν αναγνώστη από την επαφή του με το περιοδικό. Ελπίζουμε να καλύψουμε τις προσδοκίες σας με την νέα αυτή μορφή του περιοδικού και να δημιουργήσουμε μία ακόμα δυνατότερη σχέση από αυτή που ήδη είχαμε. Καλή ανάγνωση. Ιωάννινα, Νοέμβριος 2011 × Ευάγγελος Λ. Ευθυμίου

ΥΓ. Το περιοδικό θέλει να μεγαλώσει την παρέα του. Αν κάποιος από εσάς θέλει να συμμετάσχει με τα κείμενά του, είναι ευπρόσδεκτος και θα χαρούμε να επικοινωνήσει μαζί μας.

ενισχύστε την προσπάθεια μας γίνεται συνδρομητής στο αντί × λόγου και κερδίστε

έκπτωση 10% κόστος ετήσιας συνδρομής 4,95 € × 4 = 19,80 € - 10% =

17,80 €

κόστος μεταφορικών 1,10 € × 4 = 4,40 € Όσοι γίνεται συνδρομητές εντός μηνός Δεκεμβρίου

άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα ×

4

κερδίζεται ΔΩΡΕΑΝ μεταφορικά*

Επικοινωνήστε μαζί μας για περισσότερες λεπτομέρειες. * Τα δωρεάν μεταφορικά ισχύουν μόνο για αποστολές εντός Ελλάδος. Η τιμή των μεταφορικών για τις χώρες εκτός Ελλάδος διαμορφώνεται αναλόγως. Στην περίπτωση της αντικαταβολής επιβαρύνεστε με τα έξοδα της αντικαταβολής και όχι των μεταφορικών.


μία στήλη για τα περιεχόμενα του Νικόλαου Bruce Φωτιάδη

αντί περιεχομένων

σελ. 8 - Χιονισμένες σκέψεις της Πασχαλίας Τραυλού

Τ

ο χιόνι δημιουργείται μεταξύ, κάτω ή πάνω από τα στρώματα των νεφών, ανάλογα του πλάτους και της θερμοκρασίας των νεφών, από τη συμπύκνωση των υδρατμών σε θερμοκρασία κατώτερη του σημείου πήξεως, αλλά με πολύ βραδύ ρυθμό. Έτσι, το χιόνι αποτελείται από κρυστάλλους πάγου, που ενωμένοι μεταξύ τους χαλαρά σχηματίζουν τις λευκές και ελαφρές χιονονιφάδες. πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Χιόνι

σελ. 14 - βιβλιοπαρουσιάσεις από συντάκτες του αντί

×

λόγου

σελ. 20 - ποίηση Μίλτου Γήτα

Η

ανάγκη κιθάρας με ενισχυμένη ένταση έγινε αισθητή κατά τη διάρκεια της περιόδου των big band και καθώς οι τζαζ ορχήστρες αύξαναν σε αριθμό μελών και κυρίως σε χάλκινα πνευστά. Αρχικά, οι ηλεκτρικές κιθάρες διέθεταν κούφιο αψιδωτό σώμα στο οποίο είχαν προστεθεί ηλεκτρομαγνητικοί μετατροπείς. πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Ηλεκτρική_κιθάρα

σελ. 22 - Ηλεκτρονικός Αναγνώστης, η στήλη του Μιχάλη Καλαμαρά σελ. 24 - Το μεγάλο αντίο της Κατερίνας Παπανικολάου

Ω

ς ουίσκι χαρακτηρίζεται ευρεία κατηγορία οινοπνευματωδών ποτών που αποστάζονται από τη ζυμωμένη πολτοποίηση κριθαριού και ωριμάζουν σε ξύλινα βαρέλια. Οι διαφορετικές ποικιλίες παρασκευάζονται από διάφορα δημητριακά και περιλαμβάνουν: το κριθάρι, τη σίκαλη, τον σίτο και το καλαμπόκι. Η ονομασία ετυμολογείται από μια κελτική λέξη, η οποία σημαίνει νερό της ζωής και αρχικά αναφερόταν σε όλα τα προϊόντα απόσταξης, τα οποία χρησιμοποιούνταν για φαρμακευτικούς σκοπούς. πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Ουίσκι

σελ. 30 - Μία λέξη Χίλιες σκέψεις. σελ. 32 - Ο Αφούφρ και το δέντρο στο κέντρο της γης του Ευάγγελου Ευθυμίου

Α ×

6

υτό το δέντρο ονομάζεται Sequoia, αλλά δεν είναι το ψηλότερο στον κόσμο (είπαμε το ψηλότερο στον κόσμο είναι στο κέντρο της γης), αλλά είναι σίγουρα το μεγαλύτερο σε όγκο δέντρο του κόσμου. Είναι μία Sherman Sequoia 2300 – 2700 ετών. Βρίσκεται στο Giant Forest της Sequoia National Park, στην Καλιφόρνια. Το 2002 ανακηρύχθηκε ως το μεγαλύτερο δέντρο στον κόσμο. Έχει περίπου 1487 κυβικά μέτρα όγκο και 84 μέτρα ύψος. πηγή: http://thesecretrealtruth.blogspot.com


σελ. 39 - Μην κρίνεις ποτέ ένα βιβλίο από την ταινία του σελ. 40 - ποίηση Παναγιώτη Φερεντίνου

Δ

άκρυα για την Ηλέκτρα. Μια ελληνική δραματική ταινία του 1966, της Φίνος Φιλμς σε σενάριο Νίκου Φώσκολου και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη. Ο Γιώργος, ένας γοητευτικός οδηγός, παίρνει τη θέση του σωφέρ στο σπίτι του πλούσιου Τάσου Πετρίδη (Μάνος Κατράκης) και δημιουργεί ερωτικό δεσμό με την γυναίκα του, Λίνα Πετρίδη (Μαίρη Χρονοπούλου). Όταν ο άντρας της τους βλέπει, πεθαίνει και τότε η επικίνδυνα όμορφη κορη του Ηλέκτρα (Ζωή Λάσκαρη) αναλαμβάνει να τους εκδικηθεί για τον χαμό του πατέρα της. Η ταινία έκοψε 328.277 εισιτήρια. πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Δάκρυα_για_την_Ηλέκτρα

σελ. 42 - Ένα πληρωμένο σπαθί, κείμενο στη στήλη Χαρακτηρισμοί του Γιάννη Πλιώτα

Ε

ίναι χτισμένη σε υψόμετρο 667 πάνω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας στις όχθες του ποταμού Μανθανάρες, στο κέντρο της χώρας. Το κλίμα της είναι ηπειρωτικό και παρουσιάζει σημαντικές μεταβολές. Λόγω της τοποθεσίας και της ιστορίας της, η Μαδρίτη θεωρείται ως το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της Ιβηρικής Χερσονήσου. Περίπου 60 χλμ νότια βρίσκεται η ιστορική πρωτεύουσα Τολέδο. πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Μαδρίτη

σελ. 46 - Οι τύχες του κόσμου του Νίκου Βλαντή

Ο

Τυφώνας Κατρίνα, που έπληξε τις πολιτείες Λουϊζιάνα και Μισισίπι τον Αύγουστο του 2005, ήταν ο τυφώνας με το υψηλότερο κόστος καταστροφής στην παγκόσμια ιστορία. Η συνολική ζημιά στις ανθρώπινες περιουσίες εκτιμήθηκε σε 81,2 δισεκατομμύρια $. Σκότωσε τουλάχιστον 1.836 άτομα, με αποτέλεσμα να γίνει ο πιο θανατηφόρος τυφώνας στη νεότερη ιστορία των ΗΠΑ, από το 1928, που ένας τυφώνας σκότωσε τουλάχιστον 4.078 άτομα στο Okeechobee της νότιας Φλόριντα. πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Τροπικός_κυκλώνας

σελ. 52 - Τα Ελενικά, η στήλη της Ελένης Μπάρκα σελ. 54 - ποίηση Κωνσταντίνου Κοκολογιάννη

Η

Ιβηρική χερσόνησος είναι μια από τις μεγαλύτερες χερσονήσους της Ευρώπης που αποτελεί και το νοτιοδυτικό άκρο της. Ονομάζεται από πολλούς και Ιβηρία από το όνομα του αρχαίου λαού των Ιβήρων που την κατοικούσε. Χωρίζεται από την υπόλοιπη Ευρώπη με την οροσειρά των Πυρηναίων, που αποτελούν επίσης το φυσικό σύνορο Ισπανίας-Γαλλίας. πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Ιβηρική_Χερσόνησος

σελ. 56 - Μια φορά κι έναν καιρό, η στήλη της Αγγελικής Σχοινά σελ. 58 - αντί

×

λόγου, η στήλη της Ιωάννας Σαμαρά

7

×


διήγημα Πασχαλία Τραυλού

Χιονισμένες σκέψεις

της Πασχαλίας Τραυλού

Χ

×

8

ιόνιζε… Οι ταράτσες αντίκρυ στο παράθυρό της, της ψιθύρισαν μια ελπίδα στ’ αυτί. Σήμερα θα είχε την ευκαιρία να μείνει σπίτι, να φτιάξει τον αγαπημένο της καφέ, να βάλει την αγαπημένη της μουσική, ν’ ανάψει το τζάκι, να βουλιάξει στην αγαπημένη της πολυθρόνα αντίκρυ στο παράθυρο, να δει μια αγαπημένη ταινία, να μη μιλήσει με ψυχή, να μη σκεφτεί τίποτα που να την πονάει ή τουλάχιστον να προσπαθήσει, να κάνει ό, τι ήθελε επιτέλους… Βαριόταν να μιλάει. Η γλώσσα της είχε πάθει κορεσμό. Δημόσιος υπάλληλος στο γκισέ ενός ασφαλιστικού Ταμείου… «Παρακαλώ» «Μια αίτηση θα ήθελα να υποβάλλω» «Με ποιο θέμα;» «Αυτό…» «Στον τρίτο;» «Ευχαριστώ» «Ενσημα πού μπορώ να αγοράσω;» «Στο ισόγειο, πρώτη πόρτα αριστερά» Ατέλειωτοι, ελλειπτικοί διάλογοι από ανθρώπους που δεν κοιτιούνται στα μάτια. Ατέλειωτοι, ελλειπτικοί διάλογοι αυστηρά μηχανικοί, όπως μια έμπειρη δακτυλογράφος αντιγράφει ένα κείμενο την ώρα που φλυαρεί στο τηλέφωνο. Έτσι και το μυαλό της. Δίνει απαντήσεις μηχανικά, την ίδια στιγμή που ταξιδεύει στο χωρισμό της με τον Παύλο. «Τι να έφταιξε;» Σκάλιζε τους δικούς τους διαλόγους εδώ και κάποιες βδομάδες που επίσης είχαν γίνει μηχανικοί και ελλειπτικοί, όμοιοι μ’ εκείνους του γκισέ την ώρα που δίνει ρέστα, ένσημα, οδηγίες προς… ναυτιλλομένους. Κι όλα αυτά ως τις τρεις. Στη λήξη του ωραρίου και στη λήξη της παράλληλης σκέψης που έμοιαζε κάπως σαν να βρισκόταν στη μυστήρια ζώνη του λυκόφωτος, ζώντας σε δυο παράλληλες ζωές, το μυαλό της αλλάζει τροχιά και κινείται πάνω στις ολέθριες γραμμές της σχέσης της με τον Παύλο. Σχέση, ο Θεός να την έκανε. Κι όμως, και άλλες γνωστές της είχαν καταντήσει να έχουν τέτοιες σχέσεις. Τις σχέσεις της σιωπής και του ρολογιού. Τις σχέσεις που έμοιαζαν με τα αντικαταθλιπτικά χάπια που έκρυβαν όλες λίγο πολύ στις τσάντες τους. Τις δέχονταν για να εξασφαλίζουν πότε πότε την ψευδαίσθηση λίγης γαλήνης, λίγης συντροφιάς. Δεν τους έλειπε τίπο-


τε. Κάθε άλλο. Ούτε της Μυρτώς βεβαίως της λείπει κάτι. Είναι ωραία γυναίκα. Σικ, ψηλή, αδύνατη, με υπέροχα πράσινα μάτια και γυμνασμένο κορμί. Μοιάζει με τα μοντέλα των περιοδικών που φιγουράρουν σαν κρεμασμένη μπουγάδα στα περίπτερα. Μόνο που η Μυρτώ δεν έχει χαμόγελο πια. Κάπου το έχασε. Κάποιος ή κάτι της το έκλεψε. Κι έχει ένα βλέμμα φοβισμένο, σαν κάτι να την κυνηγάει… Η σκέψη της χαράς που δεν έρχεται. Η αγάπη που έχει μέσα της και θέλει να τη χαρίσει, ενώ οι άντρες παραλήπτες ως τώρα της την επιστρέφουν σαν ανεπιθύμητο πακέτο. Τι λάθος κάνει; Ποιος επιτέλους θα της το πει χωρίς να παίζει με τις λέξεις; Σκέφτεται και κλείνει Ταμείο, κλείνει την τσάντα, κλείνει την σιδερένια πόρτα πίσω της, κλείνει τη σκέψη της στο λαβύρινθο μιας ερώτησης για την οποία απάντηση δεν παίρνει. Μετά τις τρεις, το μυαλό της, βδομάδες τώρα κολλούσε στον Παύλο. «Τι να έφταιξε;» αναρωτιόταν. Με αυτή τη σκέψη κοιμόταν και ξυπνούσε και το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έριχνε λίγο νερό στο πρόσωπό της ήταν να ζητιανέψει από το κινητό της ένα μήνυμά του. Αλλά επιτέλους χιόνιζε… Και σκέφτηκε ν’ αντιδράσει. Και ν’ αποδράσει απ’ τη συνήθη αναμονή μιας ελπίδας. Έκλεισε το κινητό και το έβαλε στο συρτάρι. Το ίδιο και τη φωτογραφία του που ακόμη δεν έλεγε να την αποκαθηλώσει από το κομοδίνο της τρεις εβδομάδες μετά. Τη σκέψη του την πάλεψε με κάποιες απαραίτητες δουλειές. Άναψε το τζάκι, έφτιαξε καφέ, πήρε περιοδικά, βιβλία, cds και τα σκόρπισε γύρω από την πολυθρόνα της. Και μια τεράστια σακούλα πατατάκια λες και σήμερα, λόγω χιονιού, η ζυγαριά της θα της έδινε άφεση αμαρτιών. Κάθισε αναπαυτικά και έριξε στα πόδια της μια καρό ξεθωριασμένη κουβέρτα. Πόση γαλήνη της έφερνε η αίσθηση αυτής της παλιάς κουβέρτας, όποτε άγγιζε την επιδερμίδα της! Σαν να έφταιγε η νοσταλγία που την πλημμύριζε από την εποχή της αθωότητας, τότε που η γιαγιά Μυρτώ τη σκέπαζε μ’ αυτό το ύφασμα, όποτε οι γονείς της την άφηναν σ’ εκείνη κάποια σαββατόβραδα, για να βγουν. Είχε συνδυάσει την αίσθηση και την όψη αυτής της κουβέρτας με τα παραμύθια. Κι όταν η γιαγιά της είχε πει μια φορά που ήταν οι δυο τους: «ζήτα μου ό,τι θες», ετούτη την κουβέρτα της γύρεψε η εγγονή της, για να θυμάται τα παραμύθια, εκείνα με τους όμορφους πρίγκιπες. Πού ήταν ο δικός της ετούτη την ασπροντυμένη μέρα που ζητιάνευε λίγη θαλπωρή σε μια κουβέρτα, αφού δεν είχε μια αγκαλιά; Παραμύθια θα ήθελε και τώρα να υπήρχε κάποιος να της πει. Βέβαια της είχε πει πρόσφατα ο Παύλος ένα … παραμύθι από εκείνα όμως, που δε θέλεις να θυμάσαι. «Θέλω να μείνω λίγο μόνος… Να σκεφτώ». «Τι πράγμα;» «Μάλλον δεν κάνω εγώ για σχέσεις» «Και για τι κάνεις;» θέλησε να τον ρωτήσει, αλλά κατάπιε

9

×


διήγημα Πασχαλία Τραυλού

την ερώτηση. Τι νόημα είχε μια απάντηση, αφού βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με μια ειλημμένη απόφαση; «Θέλω να μείνω λίγο μόνος…» Τι ψέμα Θεέ μου!… Τι ηλίθιο επιχείρημα για ένα χωρισμό! Ποιος θέλει πραγματικά να μείνει μόνος! Ποιος είναι τόσο υπεράνω ανασφάλειας, ώστε να προτιμάει τη μοναξιά του. Θέλω να σε ξεφορτωθώ ήθελε να της πει, και το είπε απλώς κομψότερα. «Ένα χάπι ήσουν για την ανία μου, όποτε δεν είχα τίποτε καλύτερο να κάνω. Τρομάζω, όποτε φέρνεις την κουβέντα στα παιδιά». Αχ, γιατί να μη διδάσκεται σαν μάθημα η μοναξιά στα σχολεία; Γιατί να μη διδάσκεται η άμυνα σ’ ένα χωρισμό;» σκεφτόταν, ψάχνοντας το τασάκι και τον αναπτήρα της κι έπειτα κουκουλώθηκε μες στη μοχέρ κουβέρτα της γιαγιάς. Άναψε τσιγάρο και άρχισε να χαζεύει τα δαχτυλίδια του καπνού. Κάτω από το αγαπημένο σκέπασμα τα έβαζε με τον εαυτό της. Απορούσε για την ανεκδιήγητη ανοχή της στην αδιαφορία του Παύλου. Η ανοχή κατέληγε να είναι ενοχή. Τα λόγια του επανέρχονται στο προσκήνιο του μυαλού της σαν ενοχλητικό τερέτισμα τζιτζικιών. Βόμβος δίχως σημασία, δίχως νόημα. «Θα σε δω δύο με τρεις» προέβλεπε πάντα σαν μάντης τη διάρκεια των συναντήσεών τους. Σπίτι της ή σπίτι του. Ή σε κάποιο ρεστοράν, προγραμματισμένο πάντα για ένα δείπνο. Περιθώριο για συζήτηση που να αφορά το μέλλον, το κοινό τους μέλλον, κανένα. Μια μηχανική διαδικασία το ζευγάρωμα. Μια εκτόνωση βιολογική για κείνον, μια προσμονή δίχως αντίκρισμα τα λόγια που του ξέφευγαν την ώρα που … «Πες μου ότι θα είμαστε μαζί για πάντα» διεκδικούσε μια υπόσχεση η Μυρτώ. «Θα είμαστε μαζί, όσο περνάμε καλά» η ευελιξία του Παύλου ήταν το κύριο χάρισμά του. «Αγαπάς τα παιδιά, Παύλο;» «Είναι πολύ πρόωρη μια τέτοια συζήτηση για μας. Πώς σου ‘ρθε;» «Θα ήθελα να παίξουμε χιονοπόλεμο. Άκουσα ότι σε λίγες μέρες θα χιονίσει.» «Τι παιδιαρίσματα είναι αυτά!» Ναι, τον βαριόταν. Ώρες ώρες ένιωθε να ανεβαίνει ένα δηλητηριώδες συναίσθημα μέσα της που ανελισσόταν σαν κισσός κι έβγαινε η φαρμακίλα από τα μάτια της. Όμως δεν του έλεγε τίποτα. Περίμενε. Στωικά. Ήταν τριάντα δύο ετών και βάδιζε στα τριάντα τρία. Και τρία χρόνια ήδη μαζί. «Υπομονή» έλεγε μέσα της. «Ο χρόνος φεύγει κι εσύ θες να γίνεις μάνα… Υπομονή. Καλός είναι ο Παύλος! Αυτοί είναι οι σύγχρονοι πρίγκιπες. Με το κινητό τηλέφωνο συνεχώς στο αυτί και με τον έρωτα περιχαρακωμένο από τους δείκτες του ρολογιού».

×

10

Ώσπου τις τελευταίες εβδομάδες οι συναντήσεις αραίωσαν, τα τηλεφωνήματα το ίδιο, ο Παύλος ήταν κουρασμένος ακόμη και για τα αυτονόητα. Ένα φιλί, μια αγκαλιά, μια


τρυφερή κουβέντα. Βιασύνη μόνο. Αναβολές. Δεν ζούσε χωρίς αγκαλιά η Μυρτώ από παιδί. Κι αυτό που της άρεσε στον Παύλο, ήταν η αγκαλιά του. Μια τεράστια, ζεστή αγκαλιά που ανάδινε το ευχάριστο άρωμα πάντα κάποιου μαλακτικού. Μόνο που σπάνια της τη χάριζε. Και τώρα ξαφνικά προτίμησε τη μοναξιά του αντί για εκείνη. Τα είχε δει τα σημάδια. Αλλά δεν του είπε τίποτα. «Όπως νομίζεις» είχε ψελλίσει κι έπειτα είχε σύρει το βήμα της ως το διαμέρισμα. Δεν αντέδρασε. Αξιοπρέπεια. Τα δάκρυα τα ήπιε η καρό κουβέρτα… Τι κρίμα! Σκεφτόταν. Σε λίγες μέρες θα χιονίσει…. Έτσι προμήνυαν τα δελτία καιρού. Για δες καιρό που διάλεξε… αυτοσαρκαζόταν και γελούσε πικρά. Αν όλα ήταν όπως πριν, κάτω απ’ την καρό κουβέρτα θα ήταν και οι δυο τους, γυμνοί, να καίγονται με θερμοκρασία κάτω του μηδενός έξω απ’ τη τζαμαρία. Τι κρίμα… Όταν χαλάει μια σχέση, πονάει, γιατί χαλούν τα μικρά, καθημερινά όνειρα, πρέπει να διαγράψεις τις καθημερινές, γλυκές προσμονές. Νάτη τώρα μόνη… Με τον καφέ, με τα βιβλία, τη μουσική, τη θέα του χιονιού. Χωρίς την αγκαλιά, χωρίς τον Παύλο, η σκέψη βάλτος. Όχι. Δεν θα επέτρεπε σήμερα στην κατάθλιψη να την τσακίσει. Ούτε θα έκλαιγε. Θα προσπαθούσε να γελάσει. Το γέλιο της σαν να είχε στάξει από τα χείλη και είχε γίνει ένας κακοφορμισμένος σταλακτίτης στο πρόσωπό της καιρό τώρα. Από την προ Παύλου εποχή. Από την εποχή του Νίκου ή μήπως από την εποχή του Στέλιου; Όλες εκείνες οι ιστορίες σαν να είχαν βγει με καρμπόν τελικά. Όλοι προτίμησαν να μείνουν μόνοι… Γιατί το «μαζί» ήταν μια λέξη που τους βάραινε. Χιόνι… Καιρό είχε να δει την πόλη που αγαπούσε χιονισμένη. Από παιδί το λάτρευε το χιόνι. Ώρες ώρες, πίστευε ότι δεν είχε αλλάξει και πολύ αφότου μπήκε στην ενηλικίωση. Παιδική παρέμενε η ψυχή της, τρυφερή και ευάλωτη σαν αγριολούλουδο. Παλιά δεν έχανε ευκαιρία να νιώσει τη ζωντάνια που της ��άριζε, όποτε το αισθανόταν πάνω στη χούφτα της. «Μυρτώ, έλα μέσα θα κρυώσεις!» της φώναζε η μητέρα της. «Άσε με. Δεν κρυώνω!» της απαντούσε ξεκαρδισμένη στα γέλια με τα χιόνια να της έχουν ποτίσει ως και τα εσώρουχα. Τώρα ήταν μέσα, πλάι στο τζάκι, με τα χοντρά της σοσόνια, τον καφέ, την κουβέρτα και πάλι κρύωνε. Πόσο είχε αλλάξει…. Πόσο πολύ είχε μεγαλώσει τελικά; Ένα δάκρυ πήγε να ξεμυτίσει, αλλά δεν το άφησε. «Όχι σήμερα» του είπε. «Από αύριο πάλι. Ξέχνα με σήμερα. Θέλω να μείνω κι εγώ μόνη, χωρίς εσένα». Εστίασε το βλέμμα της στην πορεία του χιονιού. Οι νιφάδες σαν να έγιναν πιο παχιές πιο βιαστικές. Ένας κόκκινος σκούφος ξεπετάχτηκε στο οπτικό της πεδίο. Τον φορούσε ένα παιδί. Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν στα δέκα. Ένα αδύνατο σαν σπιρτόξυλο παιδί, με έναν κόκκινο σκού-

11

×


διήγημα Πασχαλία Τραυλού

×

12

φο κι ένα λευκό, αμάνικο φανελάκι. Το είχε ξαναδεί μαζί με τη μητέρα του. Έμεναν σ’ ένα υπόγειο στην απέναντι πολυκατοικία. Άντρα δεν είχε δει μαζί τους. Μόνο μια ψηλή ξανθιά γυναίκα, σίγουρα ξένη, κι αυτό το πιτσιρίκι έβγαιναν στον ακάλυπτο και μάζευαν ό,τι σκουπίδια έπεφταν από τους υπόλοιπους ορόφους. Και στη μπουγάδα ήταν απλωμένα μόνο γυναικεία ρούχα και φόρμες παιδικές. «Ήμαρτον, Θεέ μου! Θα πουντιάσει!» πετάχτηκε από την πολυθρόνα της. Το χάζευε να τρέχει από δω κι από κει με κάτι ξεχειλωμένα παπούτσια. Μάζευε χιόνι και γελούσε. Άρχισε με τις χούφτες του να φτιάχνει ένα χιονάνθρωπο. Του έβαλε καρότο για μύτη, για στόμα ένα κομμάτι κόκκινη πιπεριά και δυο κράκερ για αυτάκια. Για μάτια δυο ελιές, μόνο που έμοιαζε κάπως αλλήθωρος, καθώς η μία ήταν μεγαλύτερη από την άλλη. Στο τέλος, έβγαλε και τον κόκκινο σκούφο και του τον φόρεσε. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στη βεράντα. «Ε πιτσιρίκο!» Ο μικρός την κοίταξε παραξενεμένος. «Δεν κάνω τίποτα κακό!» της είπε με φοβισμένο βλέμμα. «Δεν είπα κάτι τέτοιο. Μα θα κρυώσεις! Η μαμά σου το ξέρει ότι είσαι στο δρόμο με τέτοιο καιρό;» «Θα ζήσω. Μη σε νοιάζει. Θες να παίξουμε;» «Μπες μέσα θα κρυώσεις!» «Θέλω να παίξω!». «Έλα επάνω!» Ανέβηκε ο μικρός. Δεν σκέφτηκε το ενδεχόμενο να του κάνει κακό. Δε φοβήθηκε. Του άνοιξε, εκείνος πέρασε σαν σίφουνας μέσα, του έβαλε να φάει, του έδωσε να φορέσει ένα ζευγάρι ζεστές πιτζάμες. Του έλειπε ένα δόντι κι η απουσία αυτή έκανε το χαμόγελό του ιδιαίτερα αστείο. «Είσαι σκανταλιάρης το ξέρεις;» «Κι εσένα τι σε νοιάζει;» «Θα το πω στη μαμά σου. Θα στενοχωριόταν πολύ, αν κρύωνες» «Αντέχω». «Ο μπαμπάς σου;» «Θέλω να παίξουμε». Έφαγαν, είδαν τηλεόραση, έπαιξαν ό,τι επιτραπέζιο είχε ξεμείνει στο πατάρι, έφτιαξαν χιονάνθρωπο στον μπαλκόνι, έπαιξαν χιονοπόλεμο, κατέληξαν αγκαλιά κάτω από την καρό κουβέρτα στην πολυθρόνα να του διαβάζει παραμύθια. Δεν είχε ιδέα πόσο ζεστές και τρυφερές είναι οι παιδικές αγκαλιές… Δεν είχε ιδέα τι δύναμη έχουν να γιατρεύουν τη μοναξιά μιας γυναίκας. Η μητέρα του θα ερχόταν το βράδυ. Πέρασαν εκείνη τη μέρα μαζί. Ένιωθε τυχερή που τον είχε το μικρό κοντά της. Γύρω στο απόγευμα η Μυρτώ άνοιξε το κινητό της, θέλοντας να το περιγελάσει. Δεν φοβόταν πια τη σιωπή του. Δεν φοβόταν καθόλου τη σιωπή μιας και άκου-


γε τον μικρό να χαχανίζει γλυκά στο σαλόνι. Παραδόξως είχε ένα μήνυμα. «Μου έχεις λείψει τελικά. Θέλεις να περάσω να σε δω για μια δυο ώρες;» Πληκτρολόγησε γρήγορα την απάντησή της: «Θέλω να μείνω μόνη. Δεν έχω ώρες πια για χάσιμο!» Το δάκρυ τούτη τη φορά δεν το συγκράτησε. Έπρεπε να κυλήσει και να πάρει το ποτάμι του τη λύπη της μαζί του, για να ανακουφιστεί. «Τι θα κάνουμε τώρα;» είπε στο παιδί κι έπειτα άρχισαν να παίζουν κλέφτες και αστυνόμοι σκουντουφλώντας πάνω στα έπιπλα, ώσπου τον πιτσιρίκο τον πήρε ο ύπνος μέσα στην αγκαλιά της. Η Μυρτώ κοιτούσε το χιόνι να πέφτει και να στρώνει το παχύ χαλί του με το παιδί να κοιμάται γλυκά μες στα χέρια της. Δεν ένιωθε παραδόξως μοναξιά. Της αρκούσαν τα βιβλία, τα παιχνίδια, ο μικρός που τιτίβιζε σαν πουλί στο σαλόνι της. Το χιόνι το είχε στρώσει. Στο τζάκι τσιτσίριζαν τα κούτσουρα και τα κάστανα που έψηνε στη φωτιά, ανακαλούσε μνήμες από τη δική της παιδική ηλικία. Γαλήνευε. Ο μικρός τη γαλήνευε, οι αναμνήσεις των παιδικών της χρόνων, τα παραμύθια που επιτέλους μπορούσε να τα διαχωρίσει απ’ την πραγματικότητα. Ευτυχώς χιόνιζε πολύ! «Τι καλά!» συλλογίστηκε. «Ούτε αύριο θα πήγαινε στο γραφείο! Ίσως και ο μικρός να μην είχε σχολείο. «Τι καλά!»

×

Η

ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΡΑΥΛΟΥ γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας. Μέχρι τα δεκαοκτώ της έζησε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Το 1988 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου σπούδασε ελληνική κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή. Τότε έκανε και τις πρώτες συγγραφικές της απόπειρες με μικρά διηγήματα που εκδόθηκαν σε τοπική εφημερίδα της Βέροιας. Ασχολείται με τη μουσική και τη ζωγραφική και ταξιδεύει συχνά. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν με μεγάλη επιτυχία τα οκτώ μυθιστορήματά της: ΜΕ ΜΠΑΛΑΝΤΕΡ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ, ΗΘΕΛΑ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΑΝΤΙΟ, Η ΜΑΤΖΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΟ ΣΥΡΤΑΡΙ, ΦΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΞΙ, το οποίο ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2008,ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΦΟΡΑ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ και ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, καθώς και το δοκίμιο ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ.

13

×


προτάσεις βιβλίων από τους συντάκτες μας

Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει Θεός

προτείνει ο Γιάννης Φαρσάρης

Έ

×

14

τγκαρ στη γλώσσα του, σημαίνει «πρόκληση». Ο πολυβραβευμένος ισραηλινός Έτγκαρ Κέρετ, σαράντα τεσσάρων χρονών σήμερα, θεωρήθηκε από νωρίς συγγραφέας – φαινόμενο και έχει ήδη μεταφραστεί σε 29 γλώσσες, ενώ τα βιβλία του κυκλοφορούν σε 34 χώρες. Στην καταπληκτική συλλογή διηγημάτων του που φέρει τον τίτλο «Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει Θεός» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2004) προκαλεί τον αναγνώστη του να ισορροπήσει ανάμεσα στη λογική και το παράλογο. Όχημά του σ’ αυτήν την περιπλάνηση η αχαλίνωτη φαντασία και η ευρηματικότητά του σε συνδυασμό με τον υφολογικά απέριττο και ανεπιτήδευτο λόγο του. Με μοναδική μαεστρία αποδίδει ευτράπελα στιγμιότυπα της ζωής, που, ιδωμένα υπό διαφορετική σκοπιά, συνιστούν την άλλη όψη των ιδιότυπα τραγικών συμβάντων της. Η συλλογή περιλαμβάνει 25 σύντομα διηγήματα. Αν θέλαμε να προβούμε σ’ ένα χαρακτηρισμό του συνόλου των κειμένων της, θα λέγαμε ότι σε όλα ανεξαιρέτως τα διηγήματα είναι πασιφανής η μυθοπλαστική καινοτομία και η εικονοπλαστική δεινότητα του δημιουργού τους. Ο Κέρετ χειρίζεται το μύθο ποικιλοτρόπως, χρησιμοποιώντας ανά περίπτωση διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές. Παράλληλα, ο συγγραφέας διαθέτει μια ξεχωριστή ικανότητα να «κινηματογραφεί» τα γεγονότα (ο Κέρετ άλλωστε ασχολείται ενεργά και με την έβδομη τέχνη), συνθέτοντας εικόνες εξαιρετικής ζωντάνιας και διαύγειας. Λάτρης της μικρής φόρμας των κειμένων, ο συγγραφέας καλεί τον αναγνώστη να γευτεί μονορούφι τις ιστορίες του. Κι επειδή οι περισσότερες εξ αυτών ολοκληρώνονται με το στοιχείο της έκπληξης και της ανατροπής, θα έλεγε κανείς ότι ο ίδιος ο συγγραφέας κλείνει το μάτι στον αναγνώ-


στη του, υπονοώντας ότι αυτές οι σύντομες και φαινομενικά απλές ιστορίες, στην ουσία χρήζουν περισσότερου χρόνου από μια απλή ανάγνωση, για να γίνουν σε βάθος καταληπτές. Σε όλα τα διηγήματα του Κέρετ, οι ήρωες και τα γεγονότα λειτουργούν αντιστικτικά προς τη συμβατική πραγματικότητα: Ένας ήρωας δεν κατάφερε να γίνει Θεός και γι’ αυτό συμβιβάστηκε με τη δεύτερη επιλογή του να γίνει οδηγός λεωφορείου. Ένας άγγελος αποδείχτηκε ψεύτης με φτερά, τα οποία έκρυβε επιδέξια μέσα στο παλτό του. Άνθρωποι από την κόλαση επισκέπτονται ένα παντοπωλείο, προσπαθώντας να ανοίξουν ένα κουτί Κόκα-Κόλα. Η μήτρα μιας νεκρής γυναίκας αποτελεί έκθεμα σε μουσείο. Ένας μαθητής αισθάνεται ενοχές επειδή φοράει αθλητικά παπούτσια Adidas, γνωρίζοντας το γερμανικό ναζισμό, μυστήριοι σωλήνες οδηγούν στον Παράδεισο, άνθρωποι που μετά θάνατον συναντιούνται στο στέκι του Άδη… Η υπαρξιακή αγωνία του Κέρετ για τη ζωή, εμφανής σε πολλά από τα διηγήματά της συλλογής, αποδίδεται με ιδιοφυή απλότητα, χωρίς κραυγές και εντάσεις. Ο φόβος του θανάτου λες και ξορκίζεται από τα ευφυώς επινοημένα κωμικά στιγμιότυπα ηρώων που έχουν εισέλθει σε μια μεταθανάτια ζωή, η οποία μάλιστα δανείζεται συστατικά στοιχεία από την καθημερινή ζωή προ του θανάτου. Άξια λόγου είναι, συμπληρωματικά, η απουσία ευθέων πολιτικών σχολίων από τα κείμενα της συλλογής. Σε δύο μόνο διηγήματα («Οπλίζω και ασφαλίζω» και «Ο γιος του Αρχηγού της Μοσάντ») σκιαγραφούνται εμπειρίες από τη ζωή στη Μέση Ανατολή, καθώς ο Κέρετ επιλέγει συνειδητά να μην πολιτικολογεί. Πολύ περισσότερο το ενδιαφέρον του εστιάζεται στην αφήγηση με αλληγορίες, αφήνοντας τις όποιες πολιτικές αναφορές ή συνδηλώσεις να εννοούνται. Καταλήγοντας, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στην εξαιρετικής ποιότητας μετάφραση της συλλογής από τα Εβραϊκά στα Ελληνικά που πραγματοποίησε η Μάγκυ Κοέν. Η μεταφράστρια, μένοντας πιστή στο πνεύμα του συγγραφέα, χάρισε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα κείμενο ευανάγνωστο, που αφήνει να διαφανούν οι λεπτές αποχρώσεις του χιούμορ και της ειρωνείας του συγγραφέα. Η ίδια έχει μεταφράσει επίσης και την δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Κέρετ με τίτλο «Ο Εκείνος» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007). Με μεγάλη ανυπομονησία περιμένουμε το επόμενο βιβλίο του που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά με τίτλο «Το κορίτσι στο ψυγείο» τον Μάρτιο του 2012, επίσης από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

×

15

×


προτάσεις βιβλίων από τους συντάκτες μας

Άγιοι και δαίμονες - Εις ταν Πόλιν

προτείνει η Αναστασία Βασιλάκου

Μ

ετά το «Ιμαρέτ- Στη σκιά του ρολογιού» ο Γιάννης Καλπούζος επανέρχεται με το νέο του μυθιστόρημα «Άγιοι και δαίμονες - Εις ταν Πόλιν» που κυκλοφορεί, επίσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στην Πόλη και κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Τζανής. Οι δικές του περιπέτειες, αλλά και των υπόλοιπων Πολιτών - ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας- ξετυλίγονται μπροστά μας από το 1808 έως το 1831. Με οδηγό την εξαιρετική γλώσσα του συγγραφέα ταξιδεύουμε πίσω στο χρόνο, για να θυμηθούμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, μα και για να διδαχτούμε τον έρωτα, τον πόθο, τη φιλία, την αλήθεια, την υποκρισία, την αλαζονεία, το φανατισμό, το φόβο, την αυτοθυσία, την αγριότητα του πολέμου, την αλαζονεία της εξουσίας, καθώς και τη διαφορετικότητα που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στις διάφορες φυλές και θρησκείες. Πρόκειται για μια ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής, αφού βλέπουμε να ζωντανεύουν μπροστά μας γεγονότα και άνθρωποι που σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια. Ο συγγραφέας δημιουργεί ακόμα ένα επικό μυθιστόρημα και μέσω της αφήγησής του θα συγκινήσει, θα ταξιδέψει, θα προβληματίσει, μα και θα διδάξει τον κάθε αναγνώστη.

Λαγού Μαλλί

προτείνει ο Γιώργος Τζιτζικάκης

Έ

×

16

νας συγγραφέας πέρα από το να γράφει και να καταθέτει στο κοινό κάτι που όντως αξίζει να διαβαστεί, έχει και το καθήκον να προτείνει κατά καιρούς και βιβλία που του άρεσαν, καθώς η γραφή ξεκινά με πολύ διάβασμα! Σας προτείνω λοιπόν μια νουβέλα από τις εκδόσεις Εστία, το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, με τίτλο «Λαγού Μαλλί», ο οποίος με κέρδισε με την απλότητα του. Ο παράξενος τίτλος του, είναι μια αντευχή που δίνουν οι ναυτικοί για καλή ψαριά. Το έργο μας λέει την ιστορία κάποιων φίλων στο νησί της Χίου, ανθρώπων που ζούνε την οικονομική κρίση και που μετά την κηδεία ενός από την παρέα, θυμούνται τα έργα και τις ημέρες του, με χαμογελαστή και ζωντανή την εικόνα του, αναπολώντας το παρελθόν που ζήσανε πλάι του. Τραγικός πρωταγωνιστής ο Καπετάν Σίμος, «αναρχικός» κι επαναστάτης, ιδιοκτήτης ενός πλωτού μαγαζιού. Μέσα στις σύγχρονες μέρες που ζει, δε δέχεται το πόσο τρελό του ακούγεται να αντιμετωπίζουν την ψαρότρατα σαν μια επιχείρηση! Λόγος άμεσος και στεγνός από δαιδαλώδεις πλοκές που μπερδεύουν. Χιώτικος, νησιώτικος και ταξιδιάρης, που εμένα με έκανε να σταθώ σε αρκετά σημεία και να δω μέσα του πολλούς που μπορεί να μην καβαλάνε καΐκια, μα αγανακτισμένοι στις μέρες μας, ξέρουν από φουρτούνες, μπουνάτσες και φυσικά...ναυάγια.


Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας

προτείνει ο Πέτρος Καππάς

Τ

α καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει έχουνε πέσει στα χέρια μου, χωρίς τη θέληση μου, όχι «κατά τύχη», μιας και δεν πιστεύω σ’ αυτή. Με βρήκανε δεν τα βρήκα, μου τα προτείνανε, μιας και αγνοούσα την ύπαρξή τους. Έτσι έγινε και με το βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας». Το βιβλίο, συνδυασμός γεγονότων και φαντασίας, περιγράφει τη ζωή του Μάρκου Βαμβακάρη από το 1932 ως το 1940. Πιάνει το νήμα από τότε που έφυγε, παιδί ακόμη, από τη Σύρο. Πως από μπουζουξής της παρέας, που έπαιζε στους τεκέδες και στα κουτούκια ένα όργανο που θεωρούτανε «αντιλαϊκό και παράνομο», κατάφερε, όχι απλά να καθιερώσει το μπουζούκι, αλλά να ακούγονται τα τραγούδια του σε όλη την Ελλάδα. Αυτό όμως που κυρίως απόλαυσα, είναι ο γλαφυρός τρόπος που περιγράφει ανθρώπους και καταστάσεις, δίνοντας μια ολοζώντανη εικόνα του τρόπου ζωής, των συνθηκών, ακόμη και του ντυσίματος της εποχής. Μέσα από απλά καθημερινά περιστατικά ιστορεί την ζωή ανθρώπων που ήρθανε διωγμένοι από την Μικρά Ασία κυρίως. Είναι ένα καλογραμμένο, ευχάριστο και γεμάτο χιούμορ βιβλίο που αξίζει το χρόνο του αναγνώστη. Θα μπορούσα να γράψω πολλά περιγράφοντας το, αλλά είναι καλύτερα να σας αφήσω να το απολαύσετε μόνοι σας.

Ο ύπνος των αγαλμάτων

προτείνει ο Δημήτρης Νίκου

Έ

να νέο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου κατακτά τις πρώτες θέσεις των πωλήσεων σε όλο τον κόσμο. Μια εφιαλτική λογοτεχνική προφητεία αρχίζει να ζωντανεύει μπροστά στα έκπληκτα μάτια μιας ανθρωπότητας ανήμπορης να αντιδράσει. Καμία τεχνολογία, καμία γνώση δε μπορεί να νικήσει αυτόν τον Ύπνο. Καμία λογική δεν μπορεί να τον ερμηνεύσει. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι είναι απλά να περιμένουν, ελπίζοντας ότι θα μείνουν λίγο παραπάνω ξύπνιοι. Στο τρίτο του μυθιστόρημα, ο Νίκος Διακογιάννης αφηγείται μια ιστορία μεταφυσικής φαντασίας, με φιλοσοφικές προεκτάσεις. Ο «Ύπνος των αγαλμάτων», με γλώσσα δυνατή και άμεση, χρησιμοποιεί ως ζωντανό καμβά τη σημερινή πραγματικότητα, για να μας κοινωνήσει αγωνιώδη μηνύματα για το σήμερα και το αύριο της ανθρωπότητας. Το μεταφυσικό θρίλερ της μυθοπλασίας του βιβλίου, δεν είναι άλλο από το πραγματικό θρίλερ των ζυμώσεων και των ρωγμών που βιώνουμε στην εποχή μας σε κοινωνικό, πολιτικό, θρησκευτικό, οικολογικό και βιωτικό επίπεδο. Ένα τολμηρό βιβλίο - κραυγή, για να ξυπνήσει ο άνθρωπος από έναν Ύπνο, που σαν αρρώστεια ναρκώνει τις συνειδήσεις στις σύγχρονες κοινωνίες.

17

×


Hellboy

προτάσεις βιβλίων από τους συντάκτες μας

comic: προτείνει ο Θοδωρής Τσαφής

H

ellboy, ένα πλάσμα φερμένο από την κόλαση, με σκοπό να προκαλέσει το τέλος του κόσμου. Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, οι Ναζί συνεργάζονται με το μάγο Ρασπούτιν, για να τους βοηθήσει να κερδίσουν τον πόλεμο και του ζητούν ένα θαύμα. Το όπλο που τους δίνει είναι ο Hellboy ένα κοκκινόδερμο πλάσμα με δύο κέρατα στο κεφάλι και με τεράστιο πέτρινο δεξί χέρι. Οι συμμαχικές δυνάμεις όμως, σταματούν τα σχέδια των Ναζί και κλέβουν το πλάσμα. Ο Hellboy μεγαλώνοντας επιλέγει το δρόμο του καλού και εντάσσεται στην ομάδα BPRD (Bureau for Paranormal Research and Defense). Δουλειά του από δω και πέρα είναι η προστασία του κόσμου από τέρατα και παραφυσικές απειλές. Ο δημιουργός αυτού του θαυμάσιου κόμικ είναι ο αμερικάνος σχεδιαστής και σεναριογράφος Mike Mignola. Το σχέδιο του είναι μοναδικό και εύκολα αναγνωρίσιμο με λίγες απλές γραμμές, δίνοντας βάση κυρίως στις σκιές. Ο Migola είναι ένα πολυδιαβασμένο άτομο και όλες οι ιστορίες του έχουν συνέπεια, συνέχεια, λυρικότητα, φαντασία και δράση. Το περιεχόμενο τους το αντλούν από τον αποκρυφισμό, το μυστικισμό, τη μαγική παράδοση, το παραφυσικό, τη λαογραφία ειδικά της Ιρλανδίας και της Αφρικής, τη μυθολογία, τη λογοτεχνία τρόμου, γενικότερα κάθε τι που συνήθως εσφαλμένα ονομάζουμε παράξενο. Διάφορα τεύχη της σειράς κυκλοφορούν μεταφρασμένα στα ελληνικά από τις εκδόσεις JEMMA.

Με λύχνο και λύκους

ποίηση: προτείνει η Μαρία Αρχιμανδρίτη

Ό

×

18

ταν οι λέξεις τα υψηλά νοήματα προσκυνούν, εκείνη η μαβιά αιχμηρή μύτη της πένας το χαρτί πονά και φως απελευθερώνει…όχι δεν είναι ισχνό το φως αυτό, αντίθετα σε τυφλώνει και είναι η ίδια η Αλήθεια που τις παλάμες μουδιάζει και δε μπορείς πια με αυτές τα μάτια να κρύψεις. Τίποτα δεν είναι πια κρυφό. Μιλώ για τους στίχους της Αθηνάς Παπαδάκη. «Με λύχνο και λύκους» η ποιητική της συλλογή από τις εκδόσεις «ΝΕΔΑ». Ασυμβίβαστη η ποιήτρια, με την θνητή της φύση να ριγεί, μετρά πεφταστέρια και ψηλαφίζει κρατήρες από νεκρούς μετεωρίτες, στην ψυχή του κόσμου. Προφητική , συλλέγει λυγμούς εμβρύων και μεταπλάθει τις κραυγές σε νανούρισμα. Η γραφή της στάζει αγώνα. Πώς τις εικόνες κανείς ζωντανές τις κρατά και τις καθιστά λύχνο. Πώς τα αισθήματα μπορούν καιόμενα τη νύχτα να φωτίσουν. Βασανίζεται η ποιήτρια πώς η ίδια φωτεινό άστρο τον δρόμο να δείξει. Να διαλαλήσει πως η ποίηση, η αγάπη και η συμπόνια υπήρξαν. Υπάρχουν. Και η ίδια αναρωτιέται σχεδόν κραυγάζοντας «Υπάρχει κάποιος που συνομιλεί με τα άστρα πια;»


ποίηση

από τον Μίλτο Γήτα Αποχρώσεις Θα πεθαίνω και θα γεννιέμαι σε κάθε στροφή των ποιημάτων μου κι ένας αθόρυβος θρήνος θ΄ αναβλύζει απ’ τις τρύπες της ψυχής μου. Γέρνω το σώμα ν’ ακουμπήσω τις σκιές, εκείνες που αλλάζουν αποχρώσεις σε κάθε ματαιοδοξία του μυαλού. Η μοναξιά πίνει κρασί απ ‘το ποτήρι μου κι εγώ από της σιωπής. Απ’ τον παράδεισο που κέρδισα με τα χρόνια λείπουν όλοι τελικά. Κι όμως κάτι πλανιέται στην ατμόσφαιρα μια σχετική ηρεμία προμηνύει πως ο πόλεμος δεν τελείωσε.

Γράμματα Τα κορμιά ακόμη περιμένουν στο σκοτάδι ένα χέρι εφηβικό, σφριγηλό να τ’ αγγίξει. Φεύγουν οι λέξεις, οι αριθμοί τα χρόνια μαραμένα λουλούδια, ο έρωτας ξερό κλαδί. Φώτα και πάλι σβηστά, κρύα βράδια. Σχολικές εκδρομές γεμάτες απουσίες, ξεψυχισμένα φιλιά της νιότης γεμάτα άγνοια. Τα γράμματα στην πόρτα ακόμη περιμένουν να διαβαστούν, να πούνε τις αλήθειες που έφεραν μαζί τους οι καιροί.

Φύσηξε πάλι Φύσηξε πάλι και η ψυχή μου παρασύρθηκε στο δρόμο σου, επέστρεψε από το σκοτεινό λιμάνι του νότου. Φύσηξε πάλι κι όλα τα χρώματα έπαψαν να είναι θαμπά. Η κιθάρα δεν παίζει πλέον φάλτσα. Φύσηξε πάλι, γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι… φύλλα που αγκαλιάζουν και ζεσταίνουν τα κορμιά Φύσηξε πάλι κι η σκόνη αποχωρώντας ξέθαψε τα συντρίμμια μου. Τα βρήκε ο χρόνος και τους έδωσε σχήμα, μήπως και έτσι τελικά μείνουμε εγώ κι εσύ. Εσύ κι ο λευκός άγγελος που σ’ ακολουθεί. ×

20 φωτογραφία φόντου από την Νικολέτα Δεληβογιατζή


Εύθραυστος… Εύθραυστος στις παροδικές ηδονές κάποιων προσπαθώ να αρθρώσω λέξη. Παρασύρομαι, ξεχνιέμαι στο τέλος πάντα χάνω το στόχο μου. Υγρά τα μάτια μου εδώ και χρόνια. Η αντάρα της ψυχής διεισδύει αχαλίνωτα, σκεπάζει σκοτάδι τα σωθικά μου και φουσκώνει μολυσμένο αέρα τα στήθη μου. Εύθραυστος στις παροδικές ηδονές κάποιων.

Μνημείο μνήμης Το σκοτάδι αγκάλιασε την παγωνιά κι η ποίηση μισή γυναίκα, μισή άντρας οδηγεί τη σκέψη στο βυθό. Άνθρωποι που χάνονται για μια φορά, δε συναντώνται ποτέ ξανά. Όσα ζήσανε χαράζονται στο χρόνο και μένουν εκεί μνημείο της μνήμης που το τυλίγει ο αέρας, στάχτη μιας φωτιάς που έκαψε μονάχα, για να φωτίσει το λάθος.

Ο

ΜΙΛΤΟΣ ΓΗΤΑΣ γεννήθηκε το 1984 στα Ιωάννινα όπου διαμένει και εργάζεται ως δημοσιογράφος σε περιφερειακά Μέσα Ενημέρωσης. Άρχισε να γράφει ποιήματα σε ηλικία μόλις 11 ετών. Από την ηλικία των 18 ετών έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Όλη μου η εφηβεία ένα ποίημα», «Ψυχανεμίσματα», «Η πρώτη παρτίδα» και «Στα Σύνορα της Θλίψης», ενώ τον Οκτώβριο του 2009 κυκλοφόρησε ο πρώτος του ποιητικός τόμος με τίτλο «Επαφή», περιέχοντας όλο το δημοσιευμένο ποιητικό του έργο. Επίσης, συμμετείχε, γράφοντας το πρώτο κεφάλαιο στο ομαδικό μυθιστόρημα «Δώδεκα», που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2010. H τελευταία του ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2011 από τις Εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη με τον τίτλο «Ανακωχή» Toν Ιούνιο του 2009 συμμετείχε στην έκθεση ζωγραφικής «Πολύχρωμες Στροφές» στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννίνων, με την ποίηση του να μεταμορφώνεται σε εικαστικά έργα. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε τοπικά, αλλά και πανελλαδικά λογοτεχνικά περιοδικά.

21

×


ηλεκτρονικός αναγνώστης

μία στήλη για τον Ηλεκτρονικό Αναγνώστη

Ήρθε η ώρα να διαβάσουμε ηλεκτρονικά

του Μιχάλη Καλαμαρά

συντάκτης του blog «Ηλεκτρονικός Αναγνώστης» eAnagnostis.gr

Μ

×

22

ε τις πωλήσεις των ηλεκτρονικών βιβλίων να ξεπερνάνε το 13% της συνολικής αγοράς στην Βρετανία, το φετινό καλοκαίρι χαρακτηρίστηκε ως το πρώτο «καλοκαίρι των ebooks». Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την Ένωση Αμερικανών Εκδοτών, σχεδόν 1 στα 5 βιβλία που πωλούνται είναι πλέον ηλεκτρονικά. Αντίθετα, στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο αναγνώστης που θεωρεί τις διακοπές ευκαιρία για να διαβάσει περισσότερα βιβλία περιορίστηκε στα χάρτινα αντίτυπα - συχνά επιβαρύνοντας με αρκετά επιπλέον κιλά τις αποσκευές του. Όσοι διαβάζουν ηλεκτρονικά στην Ελλάδα αποτελούν μια μικρή, αλλά αυξανόμενη κοινότητα. Για το ευρύ κοινό όμως, το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι κάτι άγνωστο και ταυτίζεται με την κουραστική οθόνη του υπολογιστή. Όσοι όμως διαβάζουμε ηλεκτρονικά, βλέπουμε τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής ανάγνωσης και χρησιμοποιούμε, ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες και τις προτιμήσεις του, συσκευές που απέχουν πολύ από τους κλασικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι αναγνώστες που διαβάζουν συστηματικά επιλέγουν τους ηλεκτρονικούς αναγνώστες (ebook readers), τις εξειδικευμένες συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης, όπως το Kindle της Amazon. Μια ματιά στην οθόνη του, ξεκούραστη στην ανάγνωση όσο το χαρτί, πείθει πως μπορεί να αντικαταστήσει ένα τυπωμένο βιβλίο. Το ηλεκτρονικό βιβλίο μάλιστα προσφέρει στον αναγνώστη περισσότερα από το έντυπο, όπως την αναζήτηση μέσα στο κείμενο, τα ενσωματωμένα λεξικά, τη γρήγορη μετάβαση σε υποσημειώσεις και τη δυνατότητα κοινοποίησης σημειώσεων και υπογραμμίσεων Οι επίπεδοι φορητοί υπολογιστές (tablet PC) όπως το iPad μπορεί να κουράζουν κάποιους, όμως επιλέγονται από πολλούς για την πολυχρηστικότητα, την αμεσότητα της αφής, τη φορητότητά τους και τη μεγάλη αυτονομία που προσφέρουν. Δε λεί-


πουν επίσης και αυτοί που διαβάζουν από το κινητό τους τηλέφωνο, όχι γιατί πραγματικά βολεύει περισσότερο από ένα έντυπο βιβλίο, αλλά διότι είναι μια συσκευή που την έχουν παντού και πάντα μαζί τους. Όσοι χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς αναγνώστες, διαπιστώνουν πως πλέον διαβάζουν περισσότερα βιβλία, ενώ μπορούν να διαβάζουν με μεγαλύτερη άνεση βιβλία σε ξένες γλώσσες χάρη στα ενσωματωμένα λεξικά. Η απόσβεση του κόστους της συσκευής, που ξεκινάει από 125 ευρώ, γίνεται γρήγορα χάρη στις φτηνότερες τιμές των ηλεκτρονικών βιβλίων και τα δωρεάν ebooks που προσφέρουν συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοπωλεία. Όμως, με τη βιβλιοπαραγωγή στην Ελλάδα να έχει αγγίξει τα τελευταία χρόνια ακόμα και τα 10.000 βιβλία το χρόνο, συνολικά μόνο 2.500 ψηφιακοί τίτλοι από 60 εκδοτικούς οίκους είναι σήμερα διαθέσιμοι στα ελληνικά. Σε σχέση με τις λίγες εκατοντάδες ebooks που υπήρχαν ένα χρόνο πριν, είναι μια σημαντική πρόοδος, αλλά δεν υπάρχει ακόμα το πλήθος των βιβλίων που θα μας επιτρέψει να στραφούμε αποκλειστικά στην ηλεκτρονική ανάγνωση. Αν και έχουν δημιουργηθεί νέα βιβλιοπωλεία ειδικά για τα ebooks και μερικά e-shops που πωλούσαν μέσω internet τυπωμένα βιβλία έχουν επεκταθεί και στα ηλεκτρονικά, η μεγάλη πλειοψηφία των παραδοσιακών βιβλιοπωλών προς το παρόν δε διαθέτει ηλεκτρονικά βιβλία - αν και τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία είναι ακριβώς οι πλέον κατάλληλοι χώροι ,για να εξοικειωθεί κανείς με το ηλεκτρονικό βιβλίο και τις συσκευές στις οποίες αυτό διαβάζεται. Το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι πλέον μια πραγματικότητα. Οι φήμες για το θάνατο του χαρτιού και του τυπωμένου βιβλίου είναι σίγουρα υπερβολικές. Οι φήμες όμως για την έλευση του ηλεκτρονικού βιβλίου -και στη χώρα μας- είναι απόλυτα βάσιμες. Για τους εκδοτικούς οίκους και τα βιβλιοπωλεία το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το αποδέχονται ή όχι, αλλά αν θα κινηθούν εγκαίρως, για να καλύψουν τις νέες ανάγκες των αναγνωστών. Δεν πρόκειται μόνο για τους αναγνώστες τους όμως. Εταιρείες με τεχνογνωσία και πόρους όπως η Amazon, η Apple και η Google έχουν αποδείξει ότι μπορούν να κινηθούν αποφασιστικά και γρήγορα για να καλύψουν το κενό στην αγορά των ηλεκτρονικών βιβλίων . Όσοι δραστηριοποιούνται παραδοσιακά στο χώρο του βιβλίου και δεν έχουν φροντίσει να ακολουθήσουν τις εξελίξεις των νέων τεχνολογιών, δρέπουν ήδη τους πικρούς καρπούς αυτής τους της ολιγωρίας. Ποτέ πριν η απόσταση ανάμεσα στο «είναι ακόμα νωρίς» με το «είναι πια αργά» δεν ήταν τόσο κοντινή, όσο στην ψηφιακή εποχή.

×

23

×


διήγημα Κατερίνα Παπανικολάου

Το μεγάλο αντίο

της Κατερίνας Παπανικολάου

Ε

×

24

κείνο το πρωινό όλα φαίνονταν διαφορετικά. Το μισάνοιχτο κουτί με τις αναμνήσεις βρισκόταν λίγο πιο πέρα στο πάτωμα. Κοντά μου, όσο του το επέτρεπα πια… Μακριά μου, όσο χρειαζόταν. Τα μπουκάλια ουίσκι γύρω μου στην κουζίνα μαρτυρούσαν την χθεσινοβραδινή τελετουργία. Όλοι οι φίλοι, όλοι οι σημαντικοί ήταν εδώ. Στον αποχαιρετισμό λίγο πριν τον θάνατο, στην γιορτή λίγο πριν να γεννηθεί μια νέα ζωή. Στην μεγαλύτερη αλλαγή που επρόκειτο να σημαδέψει τη ζωή μου. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το φως που πλημμύρισε τα πάντα γύρω μου ήταν γαλήνιο, και με μία ουράνια χάρη και ελαφρότητα ένιωσα σαν να με σήκωσε ψηλά. Σαν να στροβιλίστηκα στιγμιαία με ένα παιχνιδιάρικο τρόπο γύρω από το χώρο, βλέποντας πανοραμικά όλα αυτά που καλούμουν να αντικρίσω για τελευταία φορά. Τυλίχτηκα ακόμη πιο σφιχτά στην εσάρπα που είχα ρίξει στους ώμους μου και άνοιξα την μπαλκονόπορτα. Καθώς η πρωινή φθινοπωρινή ψύχρα ήρθε και τρύπωσε σε κάθε πόρο του κορμιού μου, μία ανατριχίλα ταξίδεψε παντού επάνω μου, κάνοντας με να ριγήσω και να ανοίξω τα μάτια μου ακόμη πιο πλατιά. Το βλέμμα μου μετακινήθηκε από άκρη σε άκρη, παντού, και αγκάλιασε ζεστά ότι μπορούσε να φτάσει. Το χέρι μου ακούμπησε απαλά στην κουπαστή. Κατέβηκα ένα-ένα τα σκαλιά προς τον κήπο και προσπάθησα να αισθανθώ όσο πιο έντονα μπορούσα αυτά που άγγιζα στο πέρασμα μου. Τα σκουριασμένα σε σημεία κάγκελα. Την τριανταφυλλιά που περίμενε και αυτή με τη σειρά της το ξεκίνημα μιας νέας εποχής. Τις πέτρες που σχημάτιζαν σταυρό στο σημείο που είχαμε θάψει την Μπίλυ, το γλυκό μας λαμπραντόρ. Κάθισα στην κούνια που κρεμόταν τόσα πολλά χρόνια εκεί, δεμένη στα κλαδιά της μεγάλης αμυγδαλιάς και άφησα το σώμα μου ελεύθερο να παρασυρθεί σε μία γλυκιά ταλάντωση. Τα πρώτα χρόνια με έσπρωχνε η μητέρα μου. Γυρνούσα το κεφάλι μου και την κοιτούσα έτσι όπως στεκόταν πίσω μου. Εύθραυστη, γλυκιά, αέρινη. Μία αληθινά αγγελική μορφή. Τα ξανθά μαλλιά της κυμάτιζαν μπροστά από το πρόσωπο της και το βλέμμα της γεμάτο ζεστασιά με χάιδευε, ακολουθώντας μαζί με το σώμα μου την τροχιά που διέγραφε η κούνια. Όποτε γυρνούσα το κεφάλι μου με λαχτάρα για να το συναντήσω, την έβλεπα πάντα να χαμογελάει και πάντα αυτό το χαμόγελο έκρυβε μία γλυκιά θλίψη. Και είχε μια γλυκιά θλίψη αποχαιρετισμού. Σαν να ήξερε… Από όταν έγινα πέντε χρονών είχα μόνο τον πατέρα μου να βρί-


σκεται πίσω μου στην κούνια και να μου δίνει ώθηση για να φτάσω πιο ψηλά. Σε ό,τι κι αν προσπαθούσα να πετύχω στην ζωή μου. Ο πατέρας μου δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ. Οι αναμνήσεις από μία ζωή με την μητέρα μου ήταν το μόνο που χρειαζόταν για να γεμίζει την καρδιά του και την ψυχή του μέχρι το τέλος. Έτσι μου έλεγε πάντα. Και το εννοούσε. Μέχρι το τέλος. Δεν απέκτησα ποτέ μου αδέρφια. Εγώ ήμουν ό,τι χρειαζόταν ο πατέρας μου, για να γίνει ευτυχισμένος σαν γονιός. Και αυτό μου το έλεγε μέχρι το τέλος… Το δικό του τέλος… Ήμασταν φοβερό δίδυμο με τον πατέρα μου. Έτσι αισθανόμουν. Kαι η μοναξιά, όσο τον είχα δίπλα μου, δεν χτύπησε ποτέ την πόρτα μου. Οι δυο μας πάντα παλεύαμε μαζί, οι δυο μας μαζί θυμόμασταν, οι δυο μας μαζί αναπολούσαμε, οι δυο μας μαζί ονειρευόμασταν. Και ονειρευόμασταν πολύ. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, όταν κέρδισα υποτροφία για μεταπτυχιακό, όταν πιστέψαμε ότι αυτά ήταν τα ουσιαστικά εφόδια που χρειαζόμουν, για να κάνω σταθερά και εποικοδομητικά βήματα στη ζωή μου. Το βλέμμα μου έπεσε ασυναίσθητα στην γωνία του κήπου, όπου βρισκόταν ακόμη η εγκατάσταση για μπάρμπεκιου που είχε φτιάξει. Γύρω από εκείνη την γωνία μαζευόμασταν στις περισσότερες γιορτές. Από τις πιο απλές, μέχρι τις πιο σημαντικές. «Να δεις πόσο όμορφα πράγματα σε περιμένουν τώρα που ξεκινάς με αυτόν το νέο κύκλο στην ζωή σου. Θα ζήσεις ένα από τα πιο ωραία ταξίδια κοριτσάκι μου…» μου είχε πει με μάτια που έλαμπαν, σε εκείνη την γωνία, την ημέρα που γιορτάζαμε την υποτροφία μου. Κατέβηκα από την κούνια και κατευθύνθηκα σε αυτή τη γωνιά. Άγγιξα τη λαβή από τη σχάρα που ήθελε να πιάνει μόνο αυτός. «Δική μου είναι! Εδώ είναι καθαρά ο τομέας μου!» έλεγε πάντα, δήθεν συνοφρυωνόταν και αμέσως μετά ξεσπούσε σε ένα τρανταχτό γέλιο. Άφησα τη σχάρα λες και τον άκουσα να με μαλώνει ακριβώς εκείνη την στιγμή και ένα μικρό δάκρυ κύλησε αυθόρμητα. Σαν να ήταν από πάντα φυλαγμένο στην ακρούλα του ματιού μου και να περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να χυθεί στο μάγουλο μου, πριν να προλάβω να το συγκρατήσω. Γιατί; Ήθελα να είμαι χαρούμενη εκείνο το πρωινό. Και πίστευα πως ήμουν χαρούμενη. Πίστευα πως είχα καταφέρει επιτέλους να μεταφερθώ από στάδιο της απελπισίας στο στάδιο της ελπίδας, της στωικής ανασκόπησης όλων των γεγονότων της μέχρι τότε ζωής μου. Τι ήταν λοιπόν αυτό το δάκρυ; Δεν ήμουν σίγουρη. Το γεγονός ότι χαμογελούσα ακόμη με έκανε να πιστεύω πως δεν ήταν θλίψη, αλλά ένδειξη ενός φόρου τιμής σε αυτόν τον άνθρωπο που ήταν ο καλύτερος πατέρας, για τον οποίο θα μπορούσα να ελπίζω. Ίσως να δάκρυσα, επειδή εκείνο το πρωινό αποχαιρετούσα και όλα τα άλλα που είχαν σημαδέψει την πορεία μου δίπλα του. Ίσως για αυτόν και μόνο το λόγο να έπρεπε να τον τιμήσω με αυτόν τον τρόπο για άλλη μία φορά ακριβώς εκείνη την στιγμή που οι αναμνήσεις πλημμύριζαν το μυαλό μου. Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος αληθινός, αξιο-

25

×


διήγημα Κατερίνα Παπανικολάου

×

26

κρατικός, με ισχυρές αρχές και κάποιες φορές υπέρ το δέον ρομαντικός. Από αυτούς τους κλασσικούς, παλιούς επιστήμονες που είχαν σαν όραμα να βοηθήσουν στο χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου. Από αυτούς τους ανθρώπους που πίστευαν ότι ο παράδεισος μπορεί να υπάρξει και στη γη… Ίσως να είχε ζήσει σε πιο ρομαντικές εποχές, ίσως να είχε συναναστραφεί με πολλούς άλλους σαν και αυτόν, ίσως το γεγονός ότι η μητέρα μου ήταν ένας άγγελος επί γης να τον είχε κάνει να πιστέψει ότι τον είχε βρει το δικό του παράδεισο για λίγο καιρό, εδώ κάπου δίπλα μας... Πώς αλλιώς θα μπορούσα να εξηγήσω την έκπληξη του, την θλίψη, την απογοήτευση που ένιωθε, παρακολουθώντας εμένα να παλεύω για όλα αυτά που εκείνος θεωρούσε δεδομένα. «Δεν είναι δυνατόν! Πώς έχει αλλάξει έτσι ο κόσμος…» έλεγε και ξανάλεγε σχεδόν μονολογώντας και κουνώντας το κεφάλι του σαν να μη μπορούσε να χωνέψει όλα αυτά που ζούσα στο κομμάτι της δουλειάς μου. Ερευνητικά προγράμματα που κατέληγαν στα «λάθος» χέρια, θέσεις στα πανεπιστήμια που δίνονταν σε απογόνους αυτών που ήδη τις κατείχαν, σαν κληροδότημα, εγώ να …περισσεύω και να μένω εκτός, γιατί οι γνωριμίες μου δεν ήταν αυτές που έπρεπε. Αναστέναξα και περπάτησα πάλι πίσω προς την κούνια. Έσφιξα τα χέρια μου στα σκοινιά και έκατσα για άλλη μία τελευταία φορά επάνω της. Άρχισα να κουνιέμαι ελαφριά, να αφήνομαι στο λίκνισμα, όταν ξαφνικά κατάλαβα ότι το κορμί μου είχε αρχίσει να ταλαντώνεται πολύ έντονα. Είχα αρχίσει να θυμάμαι αυτόν…Είχε έρθει η σειρά του στο ταξίδι των αναμνήσεων και η φόρτιση της θύμησης του με έκανε να αντιδράω ασυναίσθητα με αυτό τον τρόπο. Είχαμε γνωριστεί απλά και όμορφα ένα καλοκαιρινό βραδάκι στο σπίτι ενός φίλου. Φαινόταν ειλικρινής, καλός, τρυφερός, ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να ζεστάνει την ψυχή μου. Να την επουλώσει από τα τραύματα, να φωτίσει λίγο τις σκοτεινές περιοχές της. «Δεν αντέχω άλλο τα βάρη. Συγγνώμη…» μου είπε τελικά λίγο πριν με αφήσει, λίγο πριν να εξαφανιστεί για πάντα από την ζωή μου. «Δεν αντέχω άλλο τα βάρη. Συγγνώμη…» μου είχε πει και αυτή ήταν η τελευταία φράση που άκουσα από τα χείλια του, στην τελευταία πράξη ενός έργου τριών ετών. Μόλις δύο μήνες πριν από εκείνο το πρωινό. Ναι, είχαν περάσει κιόλας δύο μήνες από την στιγμή που μου είχε πει «Συγγνώμη…» με ένα βλέμμα που δε μπόρεσα ποτέ να ξεχάσω. Απολογητικό, ενοχικό, αλλά με μια κρυφή ελπίδα για τη δική του λύτρωση. Ήταν όντως μεγάλο το βάρος για τις δικές του πλάτες. Φυσικά και τον συγχώρεσα, ήταν πάντα ειλικρινής και αυτό όφειλα να του το αναγνωρίσω. Οι προσδοκίες


που μου είχε δημιουργήσει πως θα με έκανε ευτυχισμένη, ίσως να είχαν να κάνουν με τα δικά μου όνειρα, με την δική μου ανάγκη να εξωραΐσω την ζωή μου μέσα από τη σχέση αυτή. Ίσως να είχαν να κάνουν με όλα αυτά, αλλά όχι με τις δικές του δυνατότητες. Όμως, πότε δεν κατάλαβα ακριβώς σε ποια βάρη αναφερόταν. Στα βάρη της ψυχής μου ή στα πρακτικά βάρη της ζωής μου που όσο προχωρούσε ο καιρός με έπνιγαν όλο και περισσότερο; Δεν τον ρώτησα ποτέ, δεν μου εξήγησε ποτέ. Δεν υπήρχε και λόγος άλλωστε. Απλά δεν άντεχε άλλο, αυτό ήταν το μόνο σημαντικό που έπρεπε να κρατήσω από αυτόν τον αποχαιρετισμό. Άλλωστε σε όποια βάρη και να αναφερόταν, αυτά ήταν ήδη δυσβάσταχτα και για εμένα την ίδια… Τα τελευταία δύο χρόνια μόνο πρόσθεταν πράγματα στις πλάτες μου και τίποτε δε φαινόταν να μπορεί να τα ελαφρύνει. Ο πατέρας μου που έσβηνε μέρα με τη μέρα, οι υποχρεώσεις στις οποίες δε μπορούσα να αντεπεξέλθω, το σπίτι που έβλεπα ότι δε θα μπορέσω να το σώσω… Ίσως αυτό το τελευταίο να ήταν το χειρότερο από όλα…Και για εμένα και για τον πατέρα μου… Αυτό το σπίτι ήταν το οίκημα των ονείρων του, αυτό που δημιούργησε με αγάπη μαζί με τη μητέρα μου, αυτό που σε κάθε κομμάτι, σε κάθε γωνία του, σε κάθε σημείο είχε γραφτεί ένα κομμάτι της ιστορίας του. Ένα κομμάτι της ζωής του όλης. Της δικής του ζωής και των ανθρώπων που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο. Όμως η τράπεζα δεν ενδιαφερόταν για τίποτε από όλα αυτά. Όταν ήρθε το χαρτί της απόφασης στα χέρια μου, όταν ήξερα ότι πλέον είχα μόνο λίγο καιρό ακόμη μέσα σε αυτό το σπίτι ο πατέρας μου είχε ήδη φύγει. «Όλα θα πάνε καλά στο μέλλον σου. Θα το δεις. Έχε πίστη σε όλα αυτά τα οποία αξίζουν…» μου είχε πει λίγο πριν να με αφήσει για πάντα και τότε δεν τον είχα καταλάβει, όμως δεν ήθελα να διαφωνήσω. Αυτές τις τελευταίες στιγμές προτιμούσα να πιστεύει πως μοιραζόμουν μαζί του αυτήν την αισιοδοξία του. Στο βλέμμα του είδα ότι δεν τον είχα πείσει, όμως είδα και κάτι άλλο. Κάτι που παιχνιδιάρικα μου έλεγε ότι σύντομα θα καταλάβαινα πολλά περισσότερα. Το τηλεφώνημα που έλαβα μετά από λίγο καιρό επαλήθευσε όλες αυτές τις σκέψεις μου. Όση ώρα μου μιλούσε ο φίλος του στο τηλέφωνο, ήταν σαν να άκουγα και τον πατέρα μου από κάποια γωνία να σχολιάζει, σαν να τον έβλεπα να χαμογελάει, σαν να ήθελε να μου πει με τα μάτια του «σου το είχα πει εγώ…». «Κορίτσι μου…» άκου-

27

×


διήγημα Κατερίνα Παπανικολάου

σα από την άλλη άκρη της γραμμής «εμείς εδώ σε περιμένουμε με μεγάλη χαρά. Το βιογραφικό σου μας κάνει να πιστεύουμε ότι ταιριάζεις πολύ με αυτό που ψάχνουμε. Οι συστάσεις σου …ήταν οι καλύτερες,» έκανε μία μικρή παύση θυμούμενος και αυτός τον πατέρα μου «μακάρι να μπορούσες να είχες έρθει πιο νωρίς κοντά μας, όμως ήξερε ότι αν σου κάναμε την πρόταση πιο πριν θα την απέρριπτες. Δεν θα τον άφηνες ποτέ μόνο του τα δύο τελευταία αυτά χρόνια… Όμως τώρα, το πανεπιστήμιο της Λυών έχει ανοίξει την αγκαλιά του και σε περιμένει. Ελπίζουμε να είσαι το ίδιο ενθουσιασμένη με αυτή την εξέλιξη, όπως είμαστε και εμείς, όπως ήταν και αυτός…». Λίγες μέρες μετά έλαβα και την επίσημη επιστολή που ανακοίνωνε την ένταξη μου στην ερευνητική ομάδα. Λίγες μέρες, αφού έλαβα και την επιστολή από την τράπεζα… Το σπίτι το αποχαιρετούσα εκείνη τη μέρα, παρέα με μία ολόκληρη ζωή. Κατέβηκα από την κούνια και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά, αφήνοντας τον κήπο πίσω μου. Λίγο πριν να σφραγίσω την μπαλκονόπορτα έριξα μία τελευταία αργή ματιά τριγύρω. Τίποτε δεν θα μπορούσε να μου στερήσει στο μέλλον τη θύμηση αυτής της ματιάς… Πήρα το τελευταίο πράγμα δικό μου που υπήρχε στο σπίτι. Το κουτί με τις αναμνήσεις που είχα αφήσει στο πάτωμα. Το σφράγισα καλά, το αγκάλιασα και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Η ζωή μου τελείωνε εκείνη τη μέρα. Η ζωή μου εκείνη την μέρα ξεκινούσε και πάλι.

×

Η

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη και μεγάλωσε την Αθήνα. Είναι πτυχιούχος Φυσικός με διδακτορικό στον ίδιο τομέα. Από τις εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφορούν τα βιβλία της «Μην παίρνεις κι όρκο στον έρωτα» και το μπεστ-σέλερ «Πού πας αγάπη μου!», ενώ από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορεί το τελευταίο της βιβλίο «Ραντεβού πίσω στο χρόνο». ×

2830


μία στήλη για μία λέξη χίλιες σκέψεις

μία λέξη χίλιες σκέψεις

Έμπνευση Χριστούγεννα Κρίση

σχολιάζουν οι συγγραφείς

Λένα Μαντά

Έ

μπνευση: Αυτή η τόσο μικρή λέξη, που κλείνει μέσα της κατάρα και ευλογία. Ευλογία, γιατί μπορείς και δημιουργείς για σένα και τους άλλους, γιατί γίνεται αιτία να σε κάνει να μοιραστείς όσα το μυαλό σου γενάει και κατάρα, γιατί από την στιγμή που θα γεννηθεί σε θέλει δέσμιο, μέχρι να την ολοκληρώσεις, να την υλοποιήσεις, να την αποδώσεις.

Χ

ριστούγεννα: Σε απόσταση αναπνοής από όλους μας τα Χριστούγεννα και νομίζω οτι φέτος θα έχουν ιδιαίτερη σημασία. Το βρέφος στην φάτνη κουβαλάει όλες μας τις ελπίδες και περιμένει οι τρεις Μάγοι μαζί με τα δώρα τους να φέρουν πρόωρα και την Ανάσταση....

Κ

ρίση: Όχι μόνο οικονομική αυτή η κρίση, αλλά και κρίση αξιών και επαναπροσδιορισμός της ίδιας μας της ζωής και των προτεραιοτήτων που είχαμε όλοι μας. Θέλω να ελπίζω ότι θα βγούμε από αυτή, σαφώς ταλαιπωρημένοι αλλά σοφότεροι.

Λουκάς Καβακόπουλος

Έ

μπνευση: Ένα μήνυμα που έρχεται από κόσμους πέρα από την υφιστάμενη πραγματικότητα. Το στέλνουν Ιδέες και Ατμόσφαιρες που με τον πιο επιτακτικό τρόπο σε παρακαλούν να τις βοηθήσεις να έρθουν στον δικό μας κόσμο, ως παράνομοι μετανάστες, για να ζήσουν εδώ και να μεγαλουργήσουν. Και δεν υπάρχει πιο επίμονη παράκληση από εκείνη της Ιδέας που θέλει να γίνει πραγματικότητα...

Χ

ριστούγεννα: Η πιο σκοτεινή μέρα του Χρόνου. Ο θάνατος του Παλιού, η γέννηση του Νέου. Πρόκειται για τον αιώνιο τροχό της Ζωής, για το Ταό, την τελευταία ελπίδα των απελπισμένων δούλων της Αυτοκρατορίας που ποτέ δεν τελειώνει.

Κ ×

30

ρίση: Το Σύμπαν ολάκερο κρατάει μια στιγμή, όπως και η ζωή σου. Θα το βοηθήσεις να επιβιώσει ή θα το αφήσεις να χαθεί, γιατί προτιμάς το σκοτάδι και την ανυπαρξία; Αυτή είναι η πραγματική μας Κρίση, και μόνο για αυτή θα κριθούμε πραγματικά...


Νίκος Αραπάκης

Έ

μπνευση: Πολύ κακό για το τίποτα. Μολονότι ο μύθος της καλά κρατεί, επί της ουσίας πρόκειται για κατασκεύασμα. Γιατί; Διότι όσοι ασχολούνται με τις τέχνες γνωρίζουν ότι όλα τα μεγάλα καλλιτεχνήματα έχουν πίσω τους πολλές ώρες επίπονης εργασίας και ελάχιστη έμπνευση.

Π

άρε δώρα, δώσε δώρα. Φάε και πιες μέχρι σκασμού. Με μια λέξη: Χριστούγεννα. Τουλάχιστον έτσι ήταν μέχρι πρότινος. Φέτος, όλα θα είναι λιγότερα. Εάν αυτό το «λιγότερα» είχε προκύψει από επιλογή και όχι από ανάγκη, θα έλεγα ότι ίσως αυτό να μην είναι τόσο κακό. Δυστυχώς, όμως, όταν το «λιγότερα», για αρκετούς συνανθρώπους μας, θα σημαίνει καθόλου ή τίποτα, δεν μπορώ να το πω.

Κ

ρίση: Μια τόσο μικρή λέξη και χωράει μέσα της δεκάδες άλλες: φτώχεια, ανεργία, απόγνωση… Υπάρχει απάντηση σε αυτή την τόσο μικρή και συνάμα τόσο τρομακτική λέξη; Ναι, υπάρχει και ακούει στο όνομα αλληλεγγύη ή ανθρωπιά.

Δέσποινα Χατζή

Έ

μπνευση: Την έμπνευση δεν τη νιώθω ως απόρροια σκέψης, αλλά ως μια βαθιά στιγμιαία αντίληψη που γεννιέται κάποια στιγμή που ο νους είναι άδειος και εντελώς ήσυχος. Από τη στιγμή λοιπόν που θα γεννηθεί αυτή η έμπνευση, πάνω εκεί μπορείς να πατήσεις και με τη βοήθεια της σκέψης πια, να στήσεις ένα οικοδόμημα- βιβλίο.

Χ

ριστούγεννα: Ένας κοινωνικός και ιδιαίτερα κοσμικός θεσμός που πάνω τους βασίζουμε μια άδεια από ουσία θρησκευτικότητα, άδεια από ανθρωπιά, από συμπόνια και από κατανόηση. Είναι ένα κοινωνικό νταραβέρι που έχει γίνει θεσμός κι οι θεσμοί είναι κάλπικοι μιας κι η ταυτότητα τους είναι κοινωνικοί και διόλου ανθρώπινοι- υπαρξιακοί.

Κ

ρίση: Για ποια κρίση να μιλήσουμε τώρα...φαντάζομαι για την οικονομική, μα εδώ που φτάσαμε κι όπως φτάσαμε δεν είμαστε άμοιροι των ευθυνών μας. Η κοινωνία είμαστε εμείς κι ο καθένας απ’ το μετερίζι του πρέπει πια να δει κατάματα τις ευθύνες του. Ευθύνες για τον εγωκεντρισμό μας, για την αλαζονεία μας για τη βόλεψη μας μες τη μικρή μας κοινωνία που λέγεται σπίτι, οικογένεια κι όλες αυτές τις πολύ εγωκεντρικές «φωλιές» που αναπαυόμαστε μέσα τους με άδειες συνειδήσεις. Θέλω να πιστεύω πως εδώ που φτάσαμε αυτή η κρίση θα φέρει μια άλλη κρίση, μια κρίση στο «μέσα μας». Έτσι θέλω να πιστεύω τουλάχιστον...

31

×


διήγημα Ευάγγελος Ευθυμίου

Ο Αφούφρ και το δέντρο στο κέντρο της γης του Ευάγγελου Ευθυμίου

Κ

×

32

άτω από τη σκόνη και το χώμα που πατάμε, κάτω από τα λαγούμια του τυφλοπόντικα, κάτω από τις πέτρες και τις βαθιές ρίζες των δέντρων, κάτω από τις θαμμένες αρχαίες πολιτείες, πολύ κάτω χαμηλά… πιο κάτω κι από τις υπόγειες σπηλιές με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα βουβά ποτάμια και τους μεγάλους υγρούς βράχους, εκεί κάτω και πιο κάτω, υπάρχει ένα δέντρο. Ένα πολύ περίεργο δέντρο… Είναι τεράστιο, πελώριο, γιγαντιαίο. Αν σε ρωτούσα ποιο είναι το πιο ψηλό βουνό που έχεις δει -όχι που ξέρεις…που έχεις δει- Ε, λοιπόν φαντάσου πως είναι τόσο ψηλό και άλλες δέκα φορές κι ακόμα δέκα. Είναι τόσο ψηλό που άμα σταθείς από κάτω του και κοιτάξεις πάνω θα δεις μονάχα σύννεφα υδρατμών και όχι τα κλαδιά του… Επίσης, ο κορμός του είναι τόσο φαρδύς που όταν στέκεσαι κοντά του δεν κυκλώνει, αλλά ένα ξύλινο τοίχος ορθώνεται από την μία μεριά ως την άλλη. Χίλια άτομα να πιαστούν χέρι χέρι δεν θα μπορέσουν να το αγκαλιάσουν. Και τα φύλλα του; Αχ… τα φύλλα του είναι πραγματικά πανέμορφα. Είναι χρυσαφί και βελούδινα και έχουν στην επιφάνεια τους μικροσκοπικά αυλάκια που σχηματίζουν σχέδια μοναδικά, αυλάκια που εγκλωβίζουν τη σκόνη και στη συνέχεια την αποβάλουν. Γιατί υπάρχει πολύ σκόνη εκεί κάτω. Το πιο θαυμαστό σε αυτά τα φύλλα όμως, είναι πως λαμπιρίζουνε. Όχι γιατί αντανακλούν το φως. Όχι, όχι… Λαμπιρίζουνε, γιατί παράγουν δικό τους φως. Ένα αχνό, απαλό, ξεκούραστο φως που πολλαπλασιάζεται από το αμέτρητο πλήθος τους και γίνεται τόσο δυνατό που φωτίζει όλη την κάτω περιοχή εκεί. Αυτό το φως φτάνει και ως εδώ επάνω που ζούμε εμείς και που αναπνέουμε το οξυγόνο των δικό μας πράσινων φύλλων. Ενώνεται με του ήλιου και γίνονται ένα. Μονάχα που το χειμώνα και ειδικότερα όσο πλησιάζουμε τα Χριστούγεννα, το φως των φύλλων του δέντρου μας μειώνεται και εξασθενεί. Εξασθενεί, γιατί δεν βρίσκεται μόνο του εκεί κάτω. Μαζί του, σε όλη την περιοχή -που πιστέψτε με είναι πάρα πολύ μεγάλη- ζούνε χιλιάδες μα χιλιάδες καλικάτζαροι. Καλικάτζαροι ψηλοί, κοντοί, μεγαλόσωμοι, μικροσκοπικοί, πράσινοι, καφέ, κίτρινοι, μαύροι, με αυτιά μακριά και μεγάλες μύτες, με μαλλιά σκληρά σαν σίδερο και τρίχες σε όλο τους το κορμί. Με καλαμένια δάχτυλα και νύχια γαμψά ή με κοντά δάχτυλα σαν φελλούς, με σπυριά γεμάτα πύον και δόντια μαύρα. Ζούνε εκεί και γυροφέρνουν και σουλατσάρουν και γκιζεράνε με


έναν και μόνο σκοπό. Να καταστρέψουν αυτό το δέντρο. Θέλουν να το καταστρέψουν πρώτον, γιατί μισούνε το φως του. Τα μάτια τους είναι μεγάλα και υγρά και με το φως πονάνε και δεν μπορούνε να δούνε. Ο δεύτερος λόγος είναι, γιατί τα κλαριά του δέντρου αυτού συγκρατούν το ταβάνι της κάτω πλάσης. Έτσι, ο δικός μας κόσμος εδώ πάνω δεν βουλιάζει στα έγκατα της γης χάρη στο στήριγμα των κλαριών αυτών. Οι καλικάτζαροι όμως, μισούνε και τον κόσμο μας. Μισούνε εμάς, μισούνε τη θάλασσα, τον ουρανό μας με τα αστέρια, μισούνε τον αέρα και τη βροχή, τα καταπράσινα λιβάδια μας, τα δάση και τα ποτάμια μας, τα σπίτια με τις αυλές και τα λουλούδια και τις μέλισσες με το μέλι και τις αρκούδες και όλα τα ζώα. Μισούνε ακόμα και τα δρομάκια στο τέρμα του χωριού και τα στενά σοκάκια στις πόλεις. Μισούνε ό,τι, μα ό,τι μας περιβάλει. Οπότε, παίρνουν τα πριόνια τους, τα τσεκούρια τους και ό,τι άλλο κοφτερό έχουν, ακόμα και τα δόντια τους και τα νύχια τους και κόβουν τον κορμό του δέντρου. Κόβουν και πριονίζουν και πελεκάνε με σκοπό να το ρίξουν κάτω, για να καταφέρουν τη μεγαλύτερη σκανταλιά από ποτέ. Γιατί οι σκανδαλιές είναι από τα λίγα πράγματα που αγαπάνε μαζί με την νύχτα και τα σκοτάδια… Αλλά αυτή τους η αγάπη είναι που μας σώζει μέχρι τώρα και δε βουλιάζουμε… Αφού κάθε Χριστούγεννα, στο τέλος του χρόνου δηλαδή, που η μέρα μικραίνει και η νύχτα μεγαλώνει μιας και το φως του δέντρου όπως είπαμε λιγοστεύει, οι καλικάτζαροι μπορούν και διακρίνουν τη δική μας νύχτα. Μία νύχτα σε έναν άλλο κόσμο γεμάτο μισητούς ανθρώπους έτοιμους να πέσουν στις σκανδαλιές τους. Έτσι, μέσα από τρύπες και λαγούμια κρυφά, που δεν τα ξέρουμε εμείς, παρατάνε τον κόσμο τους και την σχεδόν τελειωμένη δουλειά τους και ανεβαίνουν όλοι, μα όλοι εδώ πάνω. Τότε γίνεται κάτι σωτήριο. Όσο βρίσκονται μακριά από το σπίτι τους, το δέντρο που στηρίζει την οροφή του δικού τους και το πάτωμα το δικό μας, αρχίζει και θρέφει. Έτσι, τα φύλλα του δυναμώνουν και φωτίζουν περισσότερο και η μέρα μεγαλώνει ξανά διώχνοντας τους καλικάτζαρους από τα μέρη μας. Επιστρέφοντας, λοιπόν, κάτω σπίτι τους με κοιλιές στρογγυλές και φουσκωτές από τα πολλά γλυκά που μας έχουν κλέψει και έχουν φάει, αντικρίζουν έναν κορμό γερό και στητό σαν να μην είχε πειραχτεί ποτέ του στο παρελθόν. Τότε πιάνουν πάλι τα τσεκούρια και τα πριόνια και ξανά από την αρχή για έναν ακόμη χρόνο, μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα που επαναλαμβάνεται το ίδιο. Και ξανά πάλι τα ίδια και κάθε χρόνο τα ίδια… Ευτυχώς δηλαδή, γιατί, αν δεν γινόταν αυτό, μπορεί να βρισκόμασταν και εμείς εκεί κάτω μαζί τους και να είχαμε τώρα πράσινο χρώμα, καρφιά για μαλλιά και μάτια μεγάλα και υγρά, ζώντας μέσα στα σκοτάδια. Μια φορά όμως, πλησίασαν τόσο κοντά στον στόχο τους που λίγο έλειψε να τον ολοκληρώσουν. Ήταν τότε που ο κλειδοκράτορας των κόσμων παραξενεμένος έριξε μια γρήγορη ματιά προς τα εδώ και εσύ ένιωσες πως βρίσκεσαι ξαφνικά εγκλωβισμένος, τότε που το χέρι του μετρητή του χρόνου δε χτύπησε το τύμπανο του και εσένα σου κόπηκε στιγμιαία η ανάσα, τότε που οι μοίρες έστρεψαν και οι τρεις μαζί το βλέμμα τους δυτικά και προστέθηκε σε εσένα ένα ελάχιστο κομμάτι ζωής, αλλάζοντας ξαφνικά ολόκληρη την τύχη και το ριζικό σου. Για όλα αυτά ευθύνεται ένας καλικάτζαρος. Ένας νεαρός καλικάτζαρος. Γεννήθηκε όπως όλοι οι καλικάτζαροι. Σε μια λασπωμένη γούρνα. Είχε τα φόντα να γίνει μεγάλος και τρανός, ομαδάρ-

33

×


διήγημα Ευάγγελος Ευθυμίου

×

34

χης ή και αρχηγός… ακόμα και πρώτος τσεκουροπελεκητής της φυλής του. Ο μπαμπάς του ήταν ένας πράσινος καλικάτζαρος με τρίχες στα μάγουλα, πόδια χοντροκομμένα και χέρια φαρδιά σαν φτυάρια που όταν κρατούσε τσεκούρι στα χέρια του πελεκούσε τον κορμό τόσο γρήγορα λες και ήταν τρυποκάρυδος και τα κομμάτια ξύλου που έκοβε ήταν ίσα με το άνοιγμα των χεριών του. Τον λέγανε Αγκτρζγκρ, αλλά τον φωνάζανε και Αγκτρζγκρτσέκουρο, επειδή πελεκούσε με τσεκούρι. Η μαμά του ήταν μία μαύρη καλικάτζαρος που καμπούριαζε τόσο που έφτανε σχεδόν το κεφάλι της στα γόνατα. Είχε αραιό κοντό μαλλί που έμοιαζε με ιστό αράχνης και δόντια μυτερά και κοφτερά. Δάγκωνε καθημερινά το δέντρο, φτύνοντας τα κομμάτια δεξιά και αριστερά. Μονάχα πριν γεννήσει είχε σταματήσει τις δαγκωματιές και είχε βρει μια ωραία άνετη λασπωμένη γούρνα, για να φέρει στον κόσμο το παιδί της. Την λέγανε Γκρτζερτ και την φωνάζανε Γκρτζερτδοντού από τα κοφτερά της δόντια. Ο μικρός μας καλικατζαράκος όταν γεννήθηκε ήταν σκουροπράσινος, είχε κοντές σιδερένιες τρίχες στο κεφάλι του σαν πινέζες και χέρια ίδια με του πατέρα του. Είχε ακόμα και το δεξί του αυτί σάπιο που είναι πολύ σπάνιο να γεννηθεί καλικάτζαρος με σάπιο κομμάτι στο σώμα του. Οι περισσότεροι σαπίζουν, αφού γεννηθούν και ενηλικιωθούν. Είχε και μία μύτη πολύ μικρή με μικροσκοπικά ρουθούνια που δυστυχώς ήταν αυτή η αιτία που χάλασε όλη την πορεία. Την στιγμή της γέννησης λοιπόν που γονείς, λοιποί συγγενείς και φίλοι είχαν μαζευτεί γύρω από την γούρνα και τον κοιτούσαν όλο στοργή, θαυμάζοντας το σαπισμένο του αυτί, περίμεναν να ουρλιάξει την πρώτη του κραυγή, για να του δοθεί το όνομα του. Γιατί έτσι παίρνουν οι καλικάτζαροι τα ονόματα τους. Σύμφωνα με το τι θα πρωτοφωνάξουν, πρωτοουρλιάξουν ή πρωτοπούν. Ο καλικατζαράκος μας αργούσε ανησυχητικά να φωνάξει κάτι μιας και δυσκολευόταν να ανοίξει τα μεγάλα του μάτια, για να υγρανθούν και αυτά όπως όλων τον όμοιων του. Κάποια στιγμή όμως, άνοιξε το στόμα του, για να βγάλει την πρώτη του κραυγή, αντιδρώντας στην δυσκολία του αυτή. Μια σκονίτσα όμως, πήγε και κάθισε στη μύτη του και του έκλεισε το ένα ρουθούνι. Οπότε αντί να πει κάτι σαν Αρτζγκρτ ή Αντκτζρτπρ ή Αζτρτγκρτγκ του ήρθε να φτερνιστεί και ο ήχος που έβγαλε ήταν ένα «αφούφρ». Και ιδού το όνομα του. Αφούφρ! Βέβαια, σε εμάς ακούγεται ένα πολύ ωραίο όνομα… Αλλά μόνο σε εμάς. Στους καλικάτζαρους ακούγεται φρικτό και απαίσιο και ακόμα χειρότερα. Γιατί το όνομα στους καλικάτζαρους είναι ιερό και καθορίζει την αξία του καλικάντζαρου. Εν ολίγοις… Όλες οι ελπίδες που είχαν οι γονείς του Αφούφρ για μία τρανή σταδιοδρομία, δόξα και τιμές χαθήκαν με το άκουσμα ενός φτερνίσματος. Ο Αφούφρ μεγάλωνε σαν κοινός πλέον καλικάτζαρος και μάλιστα από τους πιο αδιάφορους. Ήταν ένας από αυτούς που γέμιζαν με πριονίδι τα τσουβάλια και σκούπιζαν τον περίβολο του δέντρου. Καμιά φορά τον άφηναν να γυαλίζει τις λάμες από τα τσεκούρια και τα πριόνια άλλων καλικατζάρων, αφού στον ίδιο δεν είχαν δώσει. Μονάχα υποσχέσεις είχε πάρει πως, όταν σκουπίσει και φτυαρίσει αρκετούς τόνους πριονίδι, θα έπαιρνε τσεκούρι ή πριόνι. Και ο καημένος ο Αφούφρ, κάθε φορά που του επαναλάμβαναν την υπόσχεση, σκούπιζε και φτυάριζε με περισσότερο ζήλο. Πότε πότε όμως έριχνε κλεφτές ματιές σε πρωτοτσεκουράδες και αρχιπριονάδες καλικάτζαρους. Φανταζόταν πως και αυτός μπορεί να φτάσει σε τέτοιο σημείο. Δηλαδή να πελεκάει και να


πριονίζει το δέντρο με θέληση και σβελτάδα. Μάλιστα, κάποιες φορές έπιανε το κοντάρι της σκούπας ή του φτυαριού του και το μετέτρεπε με την φαντασία του πότε σε πριόνι και πότε σε τσεκούρι, πελεκώντας και πριονίζοντας τον αέρα. Έπιανε τον εαυτό του να φαντάζεται τα θρυλικά τσεκούρια των προγόνων του και στα όνειρα του είχε γινόταν ο καλύτερος τσεκουροπελεκητής όλων των εποχών. Καθώς σκούπιζε, σιγοψιθύριζε ασυναίσθητα τραγούδια ξυλοκόπων και σχημάτιζε με τα χείλια του τους ήχους που κάνει το ξύλο καθώς σκίζεται. «Κρακ» και «Σκρουτ» και «Χιρστ». Οι μήνες περνούσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο και ο Αφούφρ μεγάλωνε και δυνάμωνε. Κατά τον Χειμώνα -είχε γεννηθεί αρχές του έτους- ήταν λιγότερο του ενός χρονών, αλλά να ξέρετε πως οι καλικάτζαροι, ναι μεν ζουν πολλά χρόνια, αλλά ενηλικιώνονται πολύ γρήγορα. Έτσι, στους δέκα μήνες ήταν ένας κανονικός καλικάτζαρος. Όλοι τώρα συζητούσαν για τα Χριστούγεννα. Είχε ακούσει για αυτά, αλλά δεν τα είχε ζήσει ποτέ του. Γνώριζε μονάχα πως σήμαιναν σκανταλιές, βόλτες, ξεγνοιασιά, διακοπές, γλυκά και πολλά άλλα καλά. Δεν τον ένοιαζε όμως. Αυτός μονάχα το ξυλοκόπημα και το πριόνισμα σκεφτόταν και τίποτε άλλο. Έβλεπε το δέντρο να πετσοκόβεται και η περίμετρος του κορμού του να μειώνεται μέρα με τη μέρα. Τα φύλλα του είχαν χάσει κατά πολύ την λάμψη τους και κάποια από αυτά είχαν ξεκινήσει να πέφτουν, δημιουργώντας καφετί στρώματα στις επιφάνειες των γκρίζων βράχων. Ώσπου μια μέρα έφτασαν τα Χριστούγεννα. Στην αρχή ο Αφούφρ δεν αντιλήφθηκε τι συνέβαινε. Διέκρινε μία ανησυχία στους τριγύρω του και μία ταραχή, αλλά πίστευε πως είχε να κάνει με τις εργασίες. Αυτός το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν να σκουπίζει και να φτυαρίζει, για να ανέβει βαθμίδα και να αποκτήσει το τσεκούρι του. Όπως του είχαν υποσχεθεί. Είχε καταλήξει πως ήθελε τσεκούρι και όχι πριόνι… Όταν είδε όλους να τρέχουν προς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν του δέντρου και να χώνονται σε τρύπες και σπηλιές για να φύγουν, κατάλαβε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Σταμάτησε τότε έναν χοντρό καλικάτζαρο με κίτρινα σπυριά, φαλάκρα και κοντά πόδια, που προχωρούσε ξωπίσω όλων χωλαίνοντας, για να ρωτήσει τι γινόταν. Απορημένος ο χοντρός καλικάτζαρος του είπε απλά πως είναι Χριστούγεννα, και ξεκίνησε να τρέχει -χωρίς να καταφέρνει και πολλά. Ο Αφούφρ δεν ήξερε τι να κάνει. Κοίταζε τριγύρω του και δεν έβλεπε πουθενά άλλους καλικάτζαρους. Μονάχα τον χοντρό καλικάτζαρο με τα κοντά πόδια. Διέκρινε κάποιους ακόμα πολύ μακριά που χανόταν στις τρύπες των πλαγιών. Είχε μείνει τελευταίος. Αυτός και η σκούπα του. Κοιτούσε αποχαυνωμένος το κενό, αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει ανεκμετάλλευτος. Ξαφνικά, τα αυτιά του -που είχαν σαπίσει για τα καλά- άρχισαν να πιάνουν κάτι ήχους. Στην αρχή ήταν απλά αόριστοι ήχοι στο κενό. Σιγά σίγα όμως, άρχισαν να ακούγονται διαφορετικά. Ακούγονταν γνωστοί. Τόσο γνωστοί

35

×


διήγημα Ευάγγελος Ευθυμίου

×

36

που τον έκαναν να ξυπνήσει και να αναρωτηθεί. Ήταν ήχοι από τον κορμό του δέντρου. Ήχοι που πρόδιδαν πως το δέντρο αργοπέθαινε. Γύρισε και το αντίκρισε. Έδειχνε ετοιμόρροπο. Ταλαντεύονταν δεξιά και αριστερά και τα τελευταία κομμάτια της καρδιάς του κορμού έτριζαν μαρτυρικά, προσπαθώντας να κρατήσουν τον τεράστιο όγκο των κλαδιών ψηλά στην θέση τους. Μέσα στην απόλυτη ησυχία οι συριστικοί ήχοι ταξίδευαν στον άδειο χώρο και η ηχώ τους μετέτρεπε το τοπίο σε χορωδία θλίψης. Όμως ο Αφούφρ έλαμπε. Το δέντρο ήταν μπροστά του, ολομόναχο και τον περίμενε. Οι ήχοι πόνου που έβγαζε, στα αυτιά του ακούγονταν σαν κάλεσμα. Τον καλούσε για την μία και μοναδική ευκαιρία που επιτέλους του παρουσιάστηκε. Να πελεκήσει το δέντρο. Δάκρυσε από χαρά. Έκανε βήματα μπροστά, παραπατώντας από την συγκίνηση. Πέταξε την σκούπα και άνοιξε τα χέρια διάπλατα σαν να ήθελε πρώτα να αγκαλιάσει το δέντρο από αγάπη για αυτό που του πρόσφερε. Τα μάτια του είχαν θολώσει και δεν έβλεπε που πατούσε. Κάτι στο έδαφος έκλεινε το δρόμο του και τον έκανε να σκοντάψει και να σωριαστεί φαρδύς πλατύς. Γύρισε να δει τι ήταν. Σοκαρίστηκε. Μας πως ήταν δυνατόν η τύχη να του χαμογελάει τόσο; Όχι απλά να του χαμογελάει, αλλά να τον σηκώνει στους ώμους της. Ήταν ένα τσεκούρι. Ένα κανονικό τσεκούρι. Κοφτερό, στιβαρό που γυάλιζε και καθρέφτιζε στην λάμα του το χαμογελαστό και έκπληκτο πρόσωπο του Αφούφρ. Σίγουρα κάποιος βιαστικός καλικάτζαρος το είχε παρατήσει και είχε φύγει άρον άρον για τα Χριστούγεννα. Το άρπαξε αμέσως. Το ψηλάφησε, το χάιδεψε, του ψιθύρισε λέξεις, το γύρισε σβούρες, το πέταξε ψηλά στον ουρανό, ξαναπιάνοντας το με ευκολία. Έσκισε τον αέρα με περίτεχνες κινήσεις. Το τσεκούρι ήταν προέκταση του σώματος του και ας μην το είχε πιάσει άλλη φορά ποτέ του. Τότε όρμησε μπροστά, κραδαίνοντας το σφιχτά και βγάζοντας από τα πνευμόνια του μία άναρχη κραυγή επίθεσης. Πλησίαζε… και όλο και πλησίαζε τον κορμό του δέντρου, ώσπου ελάχιστα μέτρα πριν το φτάσει έκανε ένα μεγάλο άλμα προς τα πάνω του. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλάει πολύ αργά. Τα πρόσωπο του είχε τεντώσει, το στόμα του είχε παγώσει στο σχήμα της κραυγής, τα μπράτσα του είχα φουσκώσει από την ενέργεια και η λάμα του τσεκουριού πλησίαζε τον κορμό. Ώσπου τον χτύπησε. Το δέντρο έτριξε και ταλαντεύτηκε ακόμα δυνατότερα, βγάζοντας έναν σπαρακτικό ήχο από τα εναπομείναντα σώθηκα ��ου. Τα δάκρυα του φάνηκαν αμέσως. Μία χρυσοκαφετί βροχή από εκατομμύρια φύλλα που αφέθηκαν στο έλεος της βαρύτητας. Πέθαινε. Πιθανόν ήθελε ένα τσεκούριασμα ακόμα. Μονάχα ένα. Ένα. Ο Αφούφρ θα έκοβε και θα έριχνε το δέντρο. Θα γινόταν θρύλος. Χαμογέλασε και κοίταξε ψηλά. Μια φωνή τότε ακούστηκε. «Αγκράατζτ!» Ο Αφούφρ δεν έδωσε σημασία. «Αγκράατζτ σε ευχαριστώ. Ε! Αγκράατζτ σε ευχαριστώ λέω». Ο Αφούφρ γύρισε να κοιτάξει. Ήταν ένας καλικάτζαρος πολύ πολύ αδύνατος με μισόκλειστα μάτια γεμάτα τσίμπλες. Ήταν κάποιος από την φυλή των υπναράδων το δίχως άλλο.


«Αγκράατζτ δεν σε λένε; Σε άκουσα να το φωνάζεις, όταν πελεκούσες το δέντρο». Ο Αφούφρ τον κοίταζε ανέκφραστος. Ο άλλος καλικάτζαρος χασμουριόταν συνεχόμενα πολλές φορές. «Αγκράατζτ» σκέφτηκε ο Αφούφρ. Τι ωραίο όνομα. «Ναι Αγκράατζτ με λένε» είπε τελικά. «Σε ευχαριστώ πολύ που με ξύπνησες, γιατί αλλιώς θα έχανα όλο αυτό». «Είναι εκπληκτικό, σχεδόν έχει τελειώσει» είπε ο Αφούφρ. «Μα τι λες… Τώρα μόλις άρχισε. Δεν το μυρίζεις;». «Είναι η κατάρρευση του αυτό που μυρίζει» είπε ο Αφούφρ. «Τι είναι; Μα όχι… Για μύρισε καλύτερα…» Ο Αφούφρ άνοιξε όσο μπορούσε να μικροσκοπικά ρουθούνια του και έριξε μια καλή ρουφηξιά. Τι ήταν αυτό; Δεν το είχε ξαναμυρίσει… Δεν ήταν σίγουρα πριονίδι. Δεν ήταν σίγουρα το δέντρο, ούτε τα ξερά του φύλλα και δεν ήταν ούτε η κατάρρευση του που τόσο ποιητικά είχε δηλώσει προηγουμένως. Τι ήταν όμως; «Τι είναι;» ρώτησε. «Είναι γλυκά, ζαβολιές, σκανταλιές, διακοπές, νύχτα, κρύο, βροχή και χιόνι. Είναι τα Χριστούγεννα. Σου αρέσουν τα Χριστούγεννα έτσι Αγκράατζτ;» «Δεν έχω ζήσει άλλα Χριστούγεννα. Δεν ξέρω πώς είναι. Αλλά μυρίζουν φανταστικά». «Πάμε τότε πάνω, πριν μας φάνε τα καλύτερα γλυκά οι υπόλοιποι». «Μα αν κόψουμε το δέντρο δεν θα είναι μόνιμα Χριστούγεννα εδώ κάτω;» «Τι μου λες; Πάνω είναι τα μυρίζω και τα μυρίζεις… Και οι άλλοι γλεντάνε εις βάρος μας. Πρέπει να φάμε και εμείς ένα κομματάκι. Βιάσου Αγκράατζτ». Το ξανασκέφτηκε. Ήταν τώρα ο Αγκράατζτ και πάνω ήταν τα Χριστούγεννα. Έτρεξε ξωπίσω από τον μισοκοιμισμένο καλικάτζαρο και χώθηκε στην πρώτη ανοδική τρύπα που βρήκε. Το δέντρο φυσικά έθρεψε. Αλλά ήταν τόσο κοντά, τόσα δα κοντά για να καταρρεύσει. Αλλά δεν κατέρρευσε και ούτε πρόκειται ποτέ. Γιατί είναι η μοίρα του καλικάτζαρου τέτοια να υποκύπτει στα εφήμερα, γιατί είναι η μοίρα του να παρασύρεται από το τώρα, γιατί πολύ απλά η λιχουδιά είναι το δόλωμα. Το πραγματικό φαί βρίσκεται αλλού. Νοικοκυρές συνεχίστε να φτιάχνεται γλυκά τα Χριστούγεννα. Θα είμαστε για πάντα ασφαλείς.

×

Ο

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ κατάγεται από το Καναλάκι Πρέβεζας και ζει στα Ιωάννινα. Του αρέσει να γράφει διηγήματα και διαλέγει τις μπάλες παγωτού σύμφωνα με το χρώμα και όχι με την γεύση. Διαβάζει και κόμικ.

37

×


μία στήλη για να μην κρίνεις ποτέ ένα βιβλίο από την ταινία του

πρόταση ταίνιας

kiss kiSS bAng banG

Β

του Θοδωρή Τσαφή

ιβλία σε ταινίες ή αλλιώς ταινίες βασισμένες σε βιβλία δεν είναι πάντοτε ένας επιτυχημένος συνδυασμός. Συμβαίνει συχνά όμως και αυτό, γιατί ένα βιβλίο παρέχει στην ταινία πολλές διευκολύνσεις όπως την πλοκή του, τους χαρακτήρες του, τους διαλόγους του και τέλος τους αναγνώστες του. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει και με τα κόμικς. Μία πρόχειρη λίστα τέτοιων ταινιών θα περιείχε τον «Άρχοντα τον Δαχτυλιδιών», τον «Harry Potter», τον «Νονό», το «Twilight» η πλειοψηφία, δηλαδή, των εισπρακτικά πετυχημένων ταινιών. Σε αυτό το άρθρο δε θα διαλέξω μια από αυτές, άλλα μια λιγότερο γνωστή, άσημη αν θέλετε, εξίσου καλή, ίσως καλύτερη σύμφωνα με το δικό μου γούστο βέβαια. Η ταινία που προτείνω έχει τον εξής απλό, αφελή τίτλο Kiss Kiss Bang Bang (2005) και έχει κάτι από ταινίες νουάρ, κάτι από αστυνομικά έργα, κάτι από μαύρη κωμωδία, κάτι από ρομάντζο, όπως μια καλή χολιγουντιανή σαλάτα. Πρωταγωνιστούν ο Robert Downey Jr, ένας από τους αγαπημένους μου ηθοποιούς, επειδή βγάζει μοναδική φυσικότητα στην οθόνη, ο Val Kilmer και η Michelle Monagham. Την ιστορία μας την αφηγείται ο Harry Lockhart (Robert Downey) ένας μικροαπατεώνας και κλέφτης που, ενώ προσπαθεί να ξεφύγει από την αστυνομία που τον καταδιώκει, παίρνει μέρος σε μια οντισιόν για ένα ρόλο σε αστυνομική ταινία. Οι παραγωγοί ενθουσιάζονται με την ερμηνεία του και του δίνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Έτσι, ταξιδεύει μέχρι το Χόλυγουντ όπου γνωρίζει τον γκέι ντεντέκτιβ «Gay» Perry van Shrike (Val Kilmer), για να τον βοηθήσει να προετοιμαστεί για τον ρόλο του στην ταινία, παρακολουθώντας, δηλαδή, πως ένας πραγματικός ντεντέκτιβ εργάζεται. Στο Χόλυγουντ ο Harry συναντά και την παιδική του αγάπη Harmony Lane (Michelle Monagham), η οποία κυνηγά το παιδικό της όνειρο να γίνει ηθοποιός. Η δράση ξεκινά, όταν ο Harry και ο Perry μπλέκουν σε μια υπόθεση απαγωγής και δολοφονίας νεαρής μεγαλοκληρονόμου. Η ταινία εγγυάται πολλά παραπάνω από δύο ώρες ανάλαφρης διασκέδασης και είναι βασισμένη σε μια νουβέλα του Brett Haliday, με τίτλο Bodies Are Where You Find Them. Τέλος, υπάρχει ένα ανέκδοτο με 2 ποντίκια στο σινεμά που ένα βράδυ μασουλάνε ταινίες σελιλόιντ. Όπότε λέει το ένα στο άλλο: -Ποια ταινία τρως εσύ; -Τον Τιτανικό. -Καλή; -Καλή, άλλα λίγο βαριά μου κάθεται. Εσύ ποια ταινία τρως; -Εγώ τρώω τον Κώδικα Da Vinci. -Καλή; -Καλή είναι … άλλα το βιβλίο ήταν καλύτερο. ×

38

×


ποίηση

από τον Παναγιώτη Α. Φερεντίνο Βρε αυτοί οι άνθρωποι... Βρε αυτοί οι άνθρωποι, βάλθηκαν να με μάθουν τα λόγια εύκολα να λέω... Φυγάς. Ανθρώπου και ανθρώπινου φυγάς. Πες μου, γιατί ξερίζωσες και πούλησες και έφτυσες μια μέρα τη σκιά σου; Κουρσάρους στη γη σου άφησες τόσα και τόσα τίποτα να πίνουν, να ξερνούν και να μεθάνε το αίμα σου. Το δικό σου –κάποτε– αγνό αίμα.

×

40

Φυγάς. Πως ζεις άνθρωπε φυγάς; Ποιας σάρκας, ποιας ψυχής ποιας λύτρωσης, ποιας σωτηρίας σπόρος στέρφος εσύ; Ένα ξέρω –άνθρωπε– ένα! Κι άλλο δεν ξέρω, μα δε θα το πω... δρόμο –δικό σου– χάραξε εδώ το τέλος, η μέση εδώ κι η αρχή. Κομμάτια ο εαυτός μου... ακόμα κρέμεται στον ήλιο και ξεραίνεται. Και φτύνουν οι περαστικοί και πίνουν, και γελάνε κοιτώντας με· τι θέλω και κρατώ; τι θέλω και υπάρχω; Ξέρω τι πληρώνω· τα εκατομμύρια δευτερόλεπτα, που πίστεψα πως υπάρχεις... Άνθρωπε! Την ανημπόρια μου γελούν να ορίσω τέλος. Όπως και τότε, στην αρχή, που με κορόιδευαν με νανουρίσματα και παραμύθια δώρο για την τύχη μου –λέει– να ‘ρθω στη γη.


Δυο δάκρυα Θέλω να πάρω αυτά τα δάκρυα άφησέ τα. Μάρτυρας ιστορίας· γκόλφι για μέρες μοναξιάς για μέρες ίδιες. Στο υπόσχομαι θα φύγω! Δεν θέλω τίποτα δυο δάκρυα – αυτά τα δυο. Και ναι, θα φύγω.

Ο

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΣ γεννήθηκε στην Πάτρα το 1983. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών(2002-2007), στο Α’ Εργαστήρι Ζωγραφικής, και Χαρακτική (2004-2007) στο Β’ Εργαστήρι Χαρακτικής. Το 2005 κερδίζει υποτροφία από την Ακαδημία Αθηνών για Ανώτατες σπουδές τέχνης στο Παρίσι, όπου το 2006 συμμετέχει στο πρόγραμμα Erasmus (Université Paris 8 Vincennes-Saint-Denis), στα πλαίσια των προγραμμάτων ανταλλαγών φοιτητών. Σήμερα, είναι τελειόφοιτος του Τομέα Χαρακτικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Από το 2008, εργάζεται στο Εικαστικό Εργαστήρι του Δήμου Πατρέων ως καθηγητής Σχεδίου-Ζωγραφικής. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος εκθέσεων, Μπιενάλλε και Διαγωνισμούς, όπου απέσπασε αξιόλογες κριτικές για το έργο του. Δουλειά του έχει παρουσιαστεί στην Ελληνική και Κυπριακή τηλεόραση. Μέρος του έργου του έχει παρουσιαστεί και βρίσκεται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές σε Ελλάδα, Κύπρο, Γαλλία, Σερβία και Καναδά. Με τη συγγραφή ασχολείται τα τελευταία δέκα χρόνια, κυρίως με το διήγημα, την αρθρογραφία και την ποίηση. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Αφέντης του «τόσο δα» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από την «Άνεμος» εκδοτική.

41

×

φωτογραφία φόντου από την Πάμελα Ρουκουνάκη


Χαρακτήρες Βιβλία και Ιστορία

μία στήλη για Χαρακτήρες, Βιβλία και Ιστορία

Ένα πληρωμένο σπαθί

του Γιάννη Πλιώτα

Δ

εν ήταν ο πιο τίμιος ή πιο θεοσεβούμενος άντρας, ήταν όμως γενναίος. Ονομαζόταν Διέγο Αλατρίστε υ Τενόριο και είχε πολεμήσει σαν στρατιώτης στα ισπανικά εκστρατευτικά σώματα στη Φλάνδρα. Όταν τον γνώρισα, ψευτοζούσε στη Μαδρίτη νοικιάζοντας για τέσσερα μαραβέδι τις υπηρεσίες του σε ελάχιστα καλές δουλειές, συχνά σαν πληρωμένος φονιάς για λογαριασμό ατόμων που δεν είχαν την ικανότητα ή το θάρρος να τακτοποιήσουν τα ίδια τις υποθέσεις τους. Ξέρετε, ένας απατημένος σύζυγος από δω, μια αντιδικία ή μια αμφισβητούμενη κληρονομιά από κει, μισοπληρωμένα χρέη από χαρτοπαίγνια και διάφορα άλλα.

Τ

α παραπάνω λόγια περιγράφουν το λοχαγό Αλατρίστε, το δημοφιλή ήρωα μιας σειράς έξι μυθιστορημάτων του Ισπανού συγγραφέα Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε. Παράλληλα, θα μπορούσαν να περιγράφουν έναν κλασικό, στερεοτυπικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, τον πολεμιστή-παρία που όταν ήταν νεότερος υπηρετούσε υψηλά ιδανικά, μα πλέον επιβιώνει πουλώντας τις υπηρεσίες του στον υψηλότερο πλειοδότη. Ο χαρακτήρας μας είναι σκοτεινή φιγούρα, ασύγκριτος στην τέχνη της μάχης και της εξαπάτησης, συνήθως βασανίζεται από ενοχές, αλλά πάντοτε το κρύβει επιμελώς κάτω από την κυνικότητά του. Πάντα θα κλέβει το ενδιαφέρον μας, γιατί ακολουθεί το δικό του κώδικα ηθικής και γιατί ο τυχοδιωκτισμός ασκεί ιδιαίτερη γοητεία, τη γοητεία του ανομολόγητου και ανέφικτου. Αν και η ηθική του μισθοφόρου είναι αμφισβητήσιμη και κλίνει προς το ουδέτερο (ή και το κακό), καθώς οι σελίδες του βιβλίου λιγοστεύουν, αποδεικν��εται ότι παρότι αρνείται με σθένος να το παραδεχτεί, τελικά είναι με την πλευρά των καλών. Αν οι περισσότεροι καλούμασταν να διαλέξουμε ρόλο σε ένα βιβλίο, θα προτιμούσαμε την περιπέτεια από την ασφάλεια. ×

42


Ένας ακόμα ήρωας που πιθανότατα θα έκανε συντροφιά στο λοχαγό Αλατρίστε σε ένα κακόφημο πανδοχείο, υπάρχει στο εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα της Ρόσα Μοντέρο «Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά» (εκδ. Άγκυρα, μτφ. Ντίνα Σιδέρη). Και αυτός ο ήρωας φέρνει το εξής απρόσμενο: είναι γυναίκα. Η υπόθεση ξεκινάει στα βάθη του Μεσαίωνα και ανάμεσα στα σύνορα Ισπανίας και Γαλλίας, όταν οι φεουδαρχικοί πόλεμοι σαρώνουν τον κόσμο. Ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, προκειμένου να γλιτώσει τη ζωή του, μεταμφιέζεται σε αγόρι, ντύνεται την ατσαλένια πανοπλία και αποφασίζει να υποδυθεί τον ξεπεσμένο ιππότη που πουλάει το σπαθί του. Συνάπτει συμμαχίες για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της και κρύβει για χρόνια την ταυτότητά της. Δεν αργεί να διαπιστώσει ότι η σκοτεινή πραγματικότητα δεν προσφέρεται για ονειροπολήσεις, αλλά τουλάχιστον ταξιδεύει μακριά από τη ζωή του δουλοπάροικου και ωριμάζει, γίνεται σοφή. Ενώ το τέλος πλησιάζει, η ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με την προφανή κρίση συνείδησης και δέχεται να παραχωρήσει τις υπηρεσίες της σε έναν ανώτερο σκοπό.

Πηγαίνοντας σε παλιότερες εποχές, ο Ιταλός Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι στην περίφημη τριλογία του για τον Μέγα Αλέξανδρο, φύλαξε αρκετό χώρο για τον Μέμνονα τον Ρόδιο, έναν Έλληνα στρατηγό που οδήγησε στρατιές για λογαριασμό του Δαρείου. Αν και ενάντια στους ομόδοξούς του, ο Μέμνονας δεν καταπάτησε τη συμφωνία με τον Πέρση εργοδότη του και πολέμησε γενναία, τόσο ώστε να κερδίσει το θαυμασμό του βασιλιά των Μακεδόνων (αργότερα όμως ο Αλέξανδρος εκμεταλλεύτηκε περιστάσεις και κατέκτησε τη γυναίκα του). Στην ιστορία του διακρίνεται ξεκάθαρα πόσο σημαντική είναι η τιμή και ο όρκος για έναν μισθοφόρο, όπως και ότι πολλές φορές δεν επιτρέπει στο συναίσθημα να μπει στο δρόμο των αποφάσεών του.

Ένας ακόμα ήρωας που πουλάει τις υπηρεσίες του για να ζήσει, είναι ο Γκέραλτ από τη Ρίβια, ήρωας μιας πολύ πετυχημένης σειράς φάνταζυ βιβλίων από την Πολωνία («Wiedźmin» ή «The Witcher» στα αγγλικά). Οι περιπέτειες του απόκληρου Γκέραλτ πρωτοδημοσιεύθηκαν το 1992, αλλά στη δυτική Ευρώπη έγινε γνωστός δεκαπέντε χρό-

43

×


Χαρακτήρες Βιβλία και Ιστορία

νια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε και έκανε μεγάλη επιτυχία το ομώνυμο παιχνίδι για υπολογιστές. Ο μονολιθικός Γκέραλτ ανήκει στη μυστική κάστα των Witcher και είναι ταγμένος στο να προστατεύει με αμοιβή τους ανθρώπους από τέρατα. Ταυτόχρονα είναι εξόριστος από τις κοινωνίες τους, μοιράζεται τους ρόλους τού διώκτη και διωκόμενου, ζει στο περιθώριο χωρίς να επιζητά την αποδοχή. Είναι ένας κλασικός “καταραμένος” ήρωας, χωρίς φίλους και χωρίς πιθανότητες να κερδίσει την κάθαρση. Στα ελληνικά δεν έχει μεταφραστεί κάποιο από τα βιβλία, αλλά αξίζει να αναζητήσετε στο amazon τις αγγλικές μεταφράσεις των «The Last Wish» και «Blood of Elves».

Αν και λόγω των αμφιλεγόμενων κινήτρων τους οι χαρακτήρες μισθοφόροι δεν κατάφεραν να κερδίσουν θέση σε όλο το εύρος της μυθοπλασίας -για παράδειγμα απουσιάζουν από τα λαϊκά παραμύθια-, παρ’ όλα αυτά απέκτησαν διαχρονικά τη δική τους φωνή στην αφήγηση γενικότερα. Χωρίς να είναι φανερό με την πρώτη ανάγνωση, μπορούμε ξεκινώντας από τους σκληροτράχηλους Μύριους του Ξενοφώντα να τραβήξουμε μια νοητή γραμμή και να μεταφερθούμε μερικά εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, φτάνοντας ως τον εμβληματικό Χαν Σόλο του Πολέμου των Άστρων.

Πολλοί αναγνώστες θα ήθελαν έστω για λίγο να μοιραστούν τον γκρίζο βίο του αντιήρωα, να κινδυνέψουν δίχως να ξέρουν πού θα ξημερώσουν και να κοιμηθούν με το γρασίδι για προσκέφαλο όπως ο «Hedge Knight» του George R.R. Martin. Ίσως αυτό να οφείλεται στην έμφυτη περιέργειά μας, που μπορεί ακίνδυνα να χορτάσει με το περιεχόμενο ενός καλού βιβλίου. Ίσως στην αγάπη μας για όποιον αποφασίζει να χαράξει το δικό του μονοπάτι.

×

×

44

*το απόσπασμα προέρχεται από το πρώτο κεφάλαιο του ιστορικού μυθιστορήματος Ο Λοχαγός Αλατρίστε, εκδ. Πατάκη, μτφ. Δημήτρη Δημουλά


διήγημα Νίκος Βλαντής

Οι Τύχες του Κόσμου

του Νίκου Βλαντή

Μ

×

46

Κρυφοαντεγραμμένο από το Βιβλίο του Κόσμου• όταν ο Ιεζεκιήλ δεν ήταν εκεί.

πορείς να φανταστείς τι σημαίνει ο άνεμος να φυσάει με εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα; Θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω: ας πούμε πως είναι σχεδόν δυνατόν να σε σηκώσει και να σε πάρει μαζί του. Ένα παιδάκι πάντως σίγουρα μπορεί να το παρασύρει στο διάβα του. Υπάρχει κι ένα παραμύθι εδώ, που λέγαν στα νήπια παλιά, πως, όπως τον ακούς να βουίζει, γιατί πίστεψέ με, πράγματι τον ακούς να βουίζει απειλητικά, αν για μια στιγμή πιστέψεις πως η πρόθεσή του είναι καλή, πως δεν είναι π.χ. παρά ένας γέρος άνδρας που σου ζητάει να ζεσταθεί, και του ανοίξεις την πόρτα σου λοιπόν και του πεις να μπει, θα σου κλέψει την ψυχή. Και τότε (ω Φρίκη των Ουρανών), θα γίνεις και εσύ ένα με τις κραυγές των παγιδευμένων στον άνεμο ψυχών και, όταν θεριεύει, θα ακούγεται στ’ ανακάτεμα των ιαχών και η δική σου η ασθενική φωνή να λέει άνοιξέ μου, κουράστηκα, βαρέθηκα να ’μαι αέρινος, θέλω να ζεσταθώ. Ναι, ξέρω, η επόμενη ερώτηση που σου ’ρχεται στο νου είναι πού είναι το εδώ; Όμως όχι, δεν θα σου πω πιότερα απ’ όσα σου είπα την άλλην φορά. Μοιάζει να μην αντιλαμβάνεσαι πως όσα σου αποκαλύπτω θέτουνε σε κίνδυνο τη ζωή μας και ναι, καλά κατάλαβες, συμπεριλαμβάνω και τη δική σου. Μάθε λοιπόν, ξανά, πως το εδώ αναφέρεται σε ένα νησί του Βόρειου Ατλαντικού που (όπως γνωρίζεις πια για τα καλά) το ζώνει ο άνεμος• κι ας μείνουμε σ’ αυτό, για το καλό ολωνών μας. Τώρα βέβαια, που κάθουμαι στη βεράντα και γράφω βιαστικά ετούτην την επιστολή σε εσένα, έχει λιακάδα. Εμπρός μου απλώνονται οι βραχώδεις οι λοφοπλαγιές που σβήνουν μέσ’ στη θάλασσα. Στενά δρομάκια ανοίγουν δρόμο ανάμεσα στα ωκεάνια φυτά και, σαν περπατάς ανάμεσά τους, τα λουλούδια τα κεντημένα πάνω τους χρυσίζουν στο βλέμμα σου καθώς τα αγκαλιάζουν οι ηλιαχτίδες. Ο άνεμος φυσάει απαλά, χαϊδεύει τα φύλλα στο πέρασμά του. Ανάμεσα στα βρύα ξεπροβάλλουν κι υψώνονται μουριές ωριμασμένες, και τ’ άγρια μούρα τους έχουν ένα χρώμα εκθαμβωτικό μωβ, που όμοιό τους αμφιβάλλω ότι έχεις δει μέσ’ στη μουντή ζωή της πόλης με τις γκρίζες εικόνες της, αδύνατον να σου το περιγράψω. Κι αν απ’ την άκρια του γκρεμού λίγο ανασηκωθείς και απλώσεις προσεκτικά το βλέμμα σου να διακρίνεις χαμηλά, τότε θα δεις τα κύματα να θωπεύουν απαλά τις σπηλιές των βράχων, κι ετούτα να φτιάχνουνε σπηλιές τυρβώδεις, με το νερό ν’ αφρίζει. Αν έβγαινα έξω λοιπόν για τον καθιερωμένο πρωινό μου περίπατο, αντί να σπαταλώ το χρόνο μου να σου


γράφω, θα με κατάπινε θαρρείς το τοπίο που για χάρη σου περιγράφω. Τότε να δεις τι θαύματα θα γέμιζαν τη θέα μου: τα βράχια τα κυματοσκαμμένα θα μοιάζανε στα έκθαμβα μάτια μου καφεκόκκινα σχεδόν, θα χρύσιζαν κι αυτά μέσ’ στις σπηλιές τους• η θάλασσα θα ’παιρνε χρώμα σκούρο βαθύ, τελείως διαφορετικό από το γκριζογάλαζο που συνήθως θα μας χάριζε. Τα στενά μονοπάτια, που σε φθάνουν μέχρι τους γκρεμούς, με έδαφος κεντητό θαρρείς από μια πράσινη κρούστα μαλακή ενός ωκεάνιου γρασιδιού θα σφύζαν από δραστηριότητα. Θα ’βλεπα και θα σου περιέγραφα περιχαρής λαγούς να τρέχουν φουριόζοι μέσα και έξω απ’ τα μονοπάτια, ενώ φασιανοί θα περπάταγαν καμαρωτοί κι ενοχλημένοι που μπήκα στο διάβα τους, κοτσύφια θα διασταυρώνονταν στον ουρανό για χάρη μου, και περήφανα κι υπεροπτικά τα γλαροπούλια θα ’βλεπα να έχουν θρονιαστεί στα βράχια που είναι φυτεμένα στα βαθιά, καθένα κι άρχοντας ενός μικρού νησιού. Βέβαια, μη νομίζεις πως ετούτη η χαρά Θεού θα κράταγε πολύ• όχι, δεν θα ’τανε παρά η ησυχία πριν απ’ την καταιγίδα. Προτού προλάβω καν να αντιληφθώ πώς άλλαξε ο καιρός, προτού καν το αναλογιστώ σπίτι να μαζευτώ, τα σύννεφα θα έκρυβαν τον ήλιο, θα σηκωνόταν άνεμος και ξάφνου τα χρώματα θα αλλάζαν όλα με μιας, και θα ’παιρναν νέους τόνους, ένας καινούργιος υποσύννεφος φωτισμός θα τα ζωντάνευε ενόσω η πλάση σκοτείνιαζε, θα έδινε στη μοναξιά των κάμπων από άγρια στάχυα το χρώμα της σκουριάς• θ’ άρχιζε και να βρέχει ξαφνικά, μία βροχή λεπτή, επίμονη, και με τον άνεμο μαζί ετούτη θα ’μπαινε μέσα μου, θα τρύπωνε απ’ τα ρούχα μου ό,τι και αν φορούσα, θα την ανέπνεα, θα φώλιαζε βαθιά μέσ’ στην ψυχή μου• και ξέπνοος, μα και αναζωογονημένος θα ’παιρνα εγώ το δρόμο του γυρισμού. Όμως, αντί να περιπλανιέμαι στις ακτές, κάθομαι και σου γράφω και ξέρεις, υπάρχει λόγος σοβαρός γι’ αυτό, που θέλω μαζί σου να τον μοιραστώ, κι ας μην σε ξέρω τόσο καλά όσο θα ’θελα. Σήμερα έρχονται οι Επτά, κι αυτό μ’ αναστατώνει. Το ξέρω μέρες τώρα, κι έχω βαλθεί το σπίτι να ετοιμάσω, την απομακρυσμένη αγροικία που μ’ έχουν βάλει να επιστατώ, όπως ξέρεις. Χρόνια έχει κάτι τέτοιο να συμβεί, και εγώ είχα βυθιστεί γλυκά στην ωκεάνια αχλή, για να ’μαι ειλικρινής, διήγαγα δίχως έννοιες ζωή, μέσ’ στα διαβάσματά μου και τις μοναχικές μου βόλτες στις ακτές. Όμως, μάλλον συμβαίνουν επικίνδυνα και κρίσιμα πράγματα στη γη και έτσι πρέπει οι Επτά να βρεθούν να συζητήσουνε ξανά τις Τύχες του Κόσμου. Το πέτρινο σπίτι το παλιό εδώ και μέρες βάζει τα καλά του να Τους υποδεχθεί. Οι αραχνιασμένοι του διάδρομοι καθαρίστηκαν, έβγαλα α��ό τα έπιπλα τα σεντόνια τους και τα ξεσκόνισα, άνοιξα σήμερα και όλα τα παράθυρα, να αεριστούνε τα δωμάτια όπου θα κοιμηθούν, έστρωσα νέα σεντόνια στα κρεβάτια τους. Έσφαξα κι ένα αρνί απ’ το μαντρί μας, κι έκανα και στο ψάρεμα εγώ υπερωρίες, ενώ έκοψα κι ό,τι είχε ο κήπος μας να δώσει τέτοιαν εποχή, κατέβηκα στο κελάρι και πήρα κρασί, πατάτες, κολοκύθες και τυρί, κι έτσι ετοιμάστηκα για το μεγάλο δείπνο που απόψε θα δοθεί. Σεντόνια έστρωσα καθαρά στα ξύλινα τεράστια κρεβάτια, ετοίμασα και την Τραπεζαρία του

47

×


διήγημα Νίκος Βλαντής

×

48

Ωκεανού, αυτήν με την τζαμαρία που βλέπει τη θάλασσα, ενώ κατέβηκα νωρίς το πρωί και στο χωριό κι έκανα λίγα ψώνια διακριτικά, με ρώτησε η ταμίας του μαγαζιού προς τι όλα αυτά, της είπα πως περίμενα παρέα, και τίποτε άλλο. Από το μεσημέρι και μετά, θα αρχίσουν να έρχονται οι Επτά. Ίσως και μάλιστα με τη σειρά, εφόσον θυμάμαι πράγματι καλά, πώς είχε γίνει την προηγούμενη φορά. Ουδέποτε μαζί, μα ο καθένας μόνος του, με τρόπο ξέχωρο. Κάτσε να θυμηθώ, τι είχε συμβεί πριν χρόνια, κι ύστερα θα σου πω. Ένας τους, ο πιο ηλικιωμένος, είχε έρθει σαν ναυτικός που σπίτι του γυρνούσε, γενειοφόρος, πρόσχαρος, με ημίπαλτο, κασκέτο και γυλιό στην πλάτη του. Αυτός πήρε το πλοίο κι όλοι οι ντόπιοι συνταξιδιώτες του νομίσαν πως τον ξέρανε, πως ήτανε ξάδελφος κάποιου γνωστού τους, μα δεν θυμόντουσαν ποιανού, κι έτσι τον άφησαν να ’ρθει με δίχως ερωτήσεις. Σαν έφτασε το πλοίο αγκομαχώντας στο λιμάνι, όλοι βυθίστηκαν στη φούρια τους, να βρούνε τα μπαγάζια τους, να πάνε σπίτια τους, τον ξέχασαν• κι όσο για εκείνον, πήρε μονάχος, περπατώντας στο ψιλόβροχο το δρόμο για τη μακρινή αγροικία. Άλλος, σε διαβεβαιώ, μέσα στην καταιγίδα θα έρθει μ’ ένα μικρό ιστιοφόρο, μ’ αυτό έχει άλλωστε γυρίσει τον πλανήτη πάνω από μια φορές• με κίνδυνο θα προσεγγίσει το νησί μας που είναι όλο ξέρες και βράχια, έως μια παραλία υπήνεμη μακριά απ’ το λιμάνι. Ντυμένος με τ’ αδιάβροχα σε χρώμα μπλε διακριτικό θα πάρει το δρόμο προς τα εδώ. Άλλος θα ρισκάρει ακόμη πιο πολύ: θα βγει από το ξακουστό υποβρύχιο με τ’ όνομα Ναυτίλος• κι αυτός θα προσπαθήσει να φτάσει σαν δύτης στην ακτή. Μα σταματώ εδώ• το βλέπω ήδη πως ένα μειδίαμα απλώνεται στα χείλη σου• νομίζεις πως τα βγάζω απ’ το μυαλό μου αυτά• καλύτερα να μη σου πω πώς θά ’ρθουν οι άλλοι: θα ’ναι φοβάμαι λιγότερο πιστευτό. Βέβαια, σε κατανοώ, γιατί αγνοείς πως είναι οι Επτά που ορίζουνε τις Τύχες του Κόσμου, κι ότι συχνά μαζεύονται να συζητήσουνε γι’ αυτές, να τις ορίσουνε ξανά, κι ένα από τα μέρη που γίνεται αυτό είναι και το νησί μας, το πέτρινο σπίτι το παλαιό όπου είμαι επιστάτης. Νομίζεις πως οι πολιτικοί• έστω, οι τράπεζες, κάνουν κουμάντο εκεί που ζεις, ότι αποφασίζουνε αυτοί τι θα συμβεί, με τρόπο περίπου διαφανή. Αυτά είναι πλάνες, και αυταπάτες σου, για να ’σαι ήσυχος τις νύχτες• μα ούτως ή άλλως, κι ο ίδιος ο κόσμος είναι ξέρεις ένα μέρος πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι πιστεύεις, άλλος τελείως απ’ όπως θες να τον βλέπεις, και είναι λογικό να μη γνωρίζεις την Αλήθεια, στην τσιμεντένια φυλακή που είσαι κλεισμένος μαζί με εκατομμύρια αλλωνών. Μα, μιας και σ’ έχω ήδη εμπιστευτεί (ίσως και λόγω που είμαι μόνος μου εδώ πέρα τόσα χρόνια, και μ’ έφαγε η υγρασία, κι η μοναξιά), θα σου αποκαλύψω και λίγα ακόμη: γιατί βρίσκονται εφέτος. Ναι, το γνωρίζω, βλέπεις μου στείλανε απ’ το Διοικητήριο μια επιστολή να αντιγράψω επτά φορές με τρόπο επίσημο, παλαιό, στο χέρι καλλιγραφία• να βάλω τα αντίγραφα σε ισάριθμους φακέλους, με βουλοκέρι να τους κλείσω. Και να τους βάλω μετά στα τρία υπνοδωμάτια για να τους βρουν, να τους αφήσω στο προσκέφαλό τους. Μα μία στιγμή: μάλλον ξαφνιάστηκες. Ναι, οι Επτά, όσο κι αν είναι ισχυροί, μοιράζονται δωμάτιο τουλάχιστον ανά δύο• το σπίτι είναι μικρό• κάποιοι τους μάλιστα οι τρεις θα μείνουνε σε μια κάμαρη απλόχωρη που είναι μπροστινή (τι τύχη! αυτοί που σου


περιέγραψα). Ίσως και να σε βοηθά αυτό να καταλάβεις πώς λειτουργούν οι Επτά. Τα λούσα και τις ανέσεις τ’ αφήνουνε για τους πολιτικούς που είναι οι λαοπλάνοι, βιτρίνα σπατάλης κι ανοησίας ώστε να κρύβονται Αυτοί (μα κι Άλλοι σαν Αυτούς, που έχουν στις πλάτες τους τον πλανήτη). Εκείνοι αντίθετα ζούνε στη στέρηση, και την εγκράτεια, για το καλό του Κόσμου. Γυρνώ στο θέμα μου: πράγματι κρυφοκοίταξα τι έχουν να αποφασίσουν. Κι απ’ ό,τι είδα, το θέμα που δεσπόζει στις συζητήσεις τους είναι η Ελλάδα. Ακούς ειδήσεις τελευταία; Ετούτη η χώρα, η μήτρα των Θεών, ο ομφαλός του Κόσμου, το λίκνο του πολιτισμού ταλαιπωρείται άδοξα: διαλέξαν οι Επτά να αρχίσουν από εκεί του Κόσμου το στροβίλισμα που φέρνει την αλλαγή. Και ο κόσμος της διαμαρτύρεται – Έλληνες απαράλλαχτοι, αιώνες τώρα, αμετανόητοι, περήφανοι, αγύριστα κεφάλια• ανυπόταχτοι, ξεροκέφαλοι, καβγατζήδες, σαν τους Βρεττονούς – βγαίνουνε στους δρόμους όλοι τους και κάνουνε φασαρίες, και οι πολιτικοί που ορίστηκαν εκεί να επιτηρούν και να καμώνονται πως κυβερνούν, όλο και εξευτελίζονται γιατί όλο και μεγαλύτερα τα ψέματα που πρέπει να λένε. Κι είναι η κατάσταση έκρυθμη, μα και θα δυσκολέψει. Ωστόσο, απ’ ό,τι διάβασα στο τέλος της ενημερωτικής επιστολής, έχει ένα Σχέδιο όλο αυτό, για κάποιο λόγο γίνεται, και δεν είναι τυχαίο. Αφήνεται να υπονοηθεί πως κάτι καλό θα βγει• από τα συμφραζόμενα μού φάνηκε πως, στην πραγματικότητα, στοχεύουν μάλλον οι Επτά τον κόσμο να αφυπνίσουνε, και το αρχίσαν από εκεί, και ύστερα θα τ’ απλώσουνε σ’ ολάκερη τη Γη• θέλουν οι άνθρωποι να θυμηθούν πως είναι Ουράνιοι, τα τέκνα των αγγέλων, πως δεν εξαρτώνται από τα χρήματα, την ύλη και τα πράγματα• κι ούτε γεννήθηκαν να ζούνε σε κλουβιά, κι ούτε εκατομμύρια μαζί να είναι στοιβαγμένοι• και τότε, αφού όλα αυτά τα θυμηθούν, χέρι με χέρι ελπίζουν πως θα πιαστούν, αδελφικά (όπως γινότανε και στην αρχή του Χρόνου), κι έτσι θα υψώσουν τον Ύμνο των Επουράνιο ξανά προς τους Αιθέρες, κι αυτό (Θεέ βοήθα μας!) θα φέρει την Κοσμική Αλλαγή. Μα, για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι σημαίνουν όλα αυτά που σου ’γραψα. Από μνήμης τα γράφω, κι ίσως κακώς, κι είναι καλύτερο (για ’μένα και για ’σένα) να τα ξεχάσουμε. Σ’ τα είπα μόνο για να καταλάβεις, γιατί βρίσκω πως είναι κρίσιμη πολύ η αποψινή βραδιά, το ίδιο κι η αυριανή: πιστεύω πως παίζονται ξανά οι Τύχες του Κόσμου. Ξάφνου, με ράπισε ο άνεμος, με το χάδι του το υγρό. Σηκώνεται ξαφνικά. Αρχίζει. Ο ουρανός σκοτείνιασε• μα μη φοβάσαι• έτσι συμβαίνει πάντα εδώ. Με μιας αλλάζουν όλα. Κουμπώνω τη ζακέτα μου. Ώρα να σου στείλω το γράμμα μου, να κλείσω τον υπολογιστή, να πάω μέσα. Να ζεσταθώ, να αρχίσω τις τελικές προετοιμασίες για το δείπνο. Μία στιγμή να ξεπιαστώ και έρχομαι πάλι να σου γράψω τα λόγια τα τελευταία μου, να σ’ αποχαιρετίσω. ... Λοιπόν, πρέπει να σ’ αφήσω το συντομότερο, και θα περάσουν μάλλον δυο τρεις μέρες τουλάχιστον έως να έχεις νέα μου. Να μην ανησυχήσεις. Και μη μου γράψεις, σε παρακαλώ, επ’ ουδενί! Θα σου απευθυνθώ εγώ, όταν θα έχουν τελειώσει όλα αυτά και εφόσον είναι πράγματι

49

×


διήγημα Νίκος Βλαντής

ακόμη αυτό εφικτό. Ο αγέρας φυσάει ολοένα πιο δυνατά. Το φως χαμηλώνει, γίνεται ωκεάνιο. Το πέτρινο σπίτι δείχνει ακόμη πιο πέτρινο, η πέτρα του άχρονη, γκρίζα, καφέ, μαύρη, ενίοτε θολώνει στην υγρασία, μοιάζει να ’ναι θαλασσινή, να ανήκει στον βυθό, το σπίτι από σύννεφα σαν να ’τανε φτιαγμένο, σύννεφα μα και φύκια στις σχισμές της πέτρας του, μια κατοικία επουράνια και υποθαλάσσια μαζί. Όπως και κάθομαι εδώ κουκουλωμένος, βλέπω τον άνεμο να περνά από εμπρός μου με γρήγορη ταχύτητα• φαντάζεσαι; Τον διακρίνω καθαρά όπως κινείται, μάζες αέρινες περνούν σαν να ’τανε βαγόνια τραίνου. Όμως, το πιο σημαντικό, ο λόγος που πρέπει να σ’ αφήσω ευθύς αμέσως και δίχως χρονοτριβές, είναι πως, σαν βγήκα απ’ τον κήπο του σπιτιού, και κοίταξα στα πεταχτά προς τη μακρινή λοφοπλαγιά που ’ζωνε ο άνεμος, διέκρινα μια φιγούρα. ένας ψηλός άνδρας, που κρατάει γυλιό, καμπουριασμένος για να αντέξει του ανέμου τις ριπές, έρχεται αγκομαχώντας προς τα εδώ. Ήταν Αυτός. Ο Μοναχικός Ταξιδιώτης. Ο Ταξιδευτής Άγγελος. Ο Αρχαίος Ναυτικός. Κατά κόσμον Ζοσουά Μαλγκόρν. Στην πραγματικότητα: Ο πρώτος των Επτά.

Και συγκεντρώθησαν εις νήσον μακρινή του Ατλαντικού οι Άγγελοι, εκεί εις τον τόπον τής πάλαι ποτε Οικίας τους, τον ωκεάνιο, και αφικνούντο εκεί ενδεδυμένοι ανθρώπινη μορφή για να ορίσουν για μία στερνήν φορά τις Τύχες του Κόσμου. Ελ-Ελ-Ευ-Ει. Ες αεί. Νήσος Ουεσσάν, Σεπτέμβρης 2011, εν αναμονή επουράνιας ελπίδος•

×

Ο

×

50

ΝΙΚΟΣ ΒΛΑΝΤΗΣ γεννήθηκε το 1973. Έχουν εκδοθεί δέκα βιβλία του. Τελευταία του έργα το Tractatus Magico-Philosophicus (Mαγικό Κουτί, 2010) και το www.cosmowave.gr (διαδικτυακό έργο, ελεύθερο δικαιωμάτων). Διηύθυνε το περιοδικό Index (2006). Ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Μαγικό Κουτί (2007) και το περιοδικό Litteraterra (2009). Μετέφρασε έργα των Lee Frank Baum και William Morris. Επιμελήθηκε τα βιβλίων των εκδόσεων Μαγικό Κουτί και συμμετείχε σε συλλογικούς τόμους. Ζει εκτός Ελλάδος.


τα Ελενικά

μία στήλη για τα Ελενικά

Η ευτυχία είναι…. άγχος ; της Ελένης Μπάρκα

Ξ

ύπνησα ένα πρωί και συνειδητοποίησα ότι δε μου λείπει τίποτα… Σφύζω από υγεία, τα επαγγελματικά μου είναι καλύτερα από ποτέ και τα προσωπικά μου πάνε τέλεια… Χρειάζομαι λίγο χρόνο, για να συνειδητοποιήσω ότι δεν εξακολουθώ να κοιμάμαι, ότι δεν πρόκειται για όνειρο, ότι αυτό που μου συμβαίνει είναι η πραγμ��τικότητα. Την αμέσως επόμενη στιγμή, ωστόσο, νιώθω αυτά τα πολύ ενοχλητικά «τσιμπηματάκια» άγχους και αρχίζω να αναρωτιέμαι τι θα συμβεί, αν ποτέ σπάσει ένας απ’ τους κρίκους στην αλυσίδα της τόσης ευτυχίας μου… Αρχικά, σκέφτηκα πως πρόκειται για ακόμα μια ανώριμη και σίγουρα ανασφαλή αντίδραση από μέρους μου. Συζητώντας το όμως αργότερα κατάλαβα πως τελικά υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Άρχισα, λοιπόν, να σκέφτομαι, γιατί ακόμα κι όταν όλα πάνε τέλεια, οι σκέψεις και η ανασφάλεια δεν παύουν να υπάρχουν. Ακόμα κι αν η ζωή σου θυμίζει εκείνες τις ωραίες ζωγραφιές που φτιάχνουν τα παιδάκια στο νηπιαγωγείο με τα πολύχρωμα σπιτάκια, με τα δεντράκια και με έναν τεράστιο, φωτεινό ήλιο να καλύπτει όλο σχεδόν το πάνω μέρος του χαρτιού, εσύ θες να πάρεις τον γκρι σου μαρκαδόρο και να φτιάξεις ένα συννεφάκι στην πάνω δεξιά γωνία.

Γιατί λοιπόν, να νιώθεις έτσι; Τι φταίει; Σκέφτεσαι ίσως ότι δε σου αξίζει όλο αυτό, ότι είναι κάτι παραπάνω από σένα… Τι το τόσο εξαιρετικό έχεις κάνει στη ζωή σου και έχει γίνει τόσο ονειρική; Μπορεί βέβαια, να είναι θέμα κάρματος. Προφανώς έχεις φερθεί πολύ σωστά στη ζωή σου, σ’ αυτήν ή στην προηγούμενη (λίγη σημασία έχει ), και τώρα ήρθε η ώρα να ανταμειφθείς γι’ αυτό… Μπορεί ο Θεός απλά να σε συμπαθεί πολύ και να στα προσφέρει όλα απλόχερα… Ή μπορεί και να είσαι κάποιο είδος πειράματος γι’ αυτόν σε μια εργασία με θέμα : «Πόση ευτυχία μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;» Ή απ’ την άλλη μπορεί όλο αυτό το ιδανικά πλασμένο σκηνικό να είναι απλά ένα διάλειμμα, προτού να γυρίσεις ξανά στην κατάσταση εκείνη που πάντα κάτι θα σου λείπει. Οπότε, καλά θα κάνεις να μην καλομάθεις τώρα και μετά αδυνατείς να προσαρμοστείς στην πρότερη, περισσότερο οικεία για ×

52


σένα κατάσταση! Δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα αρχίσεις πάλι να γκρινιάζεις σε φίλους, γνωστούς, συγγενείς για τη ζωή σου κι όλα τα στραβά που συμβαίνουν σ’ αυτήν… Οπότε σκοπός σου τώρα θα πρέπει να είναι να κρατάς τα πόδια σου και τα μυαλά σου όσο το δυνατόν πιο κοντά στη γη, για να μην είναι μετά η προσγείωση ανώμαλη και με πολλαπλά κατάγματα! Δε θες, αλλά δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά! Ο αρνητισμός, η αίσθηση ότι κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, κάτι θα’ ρθει να σου χαλάσει την ευτυχία ξεπηδούν για λίγο απ’ το πίσω μέρος του μυαλού σου και θέλουν να βγουν στην επιφάνεια. Το ξέρεις κι ο ίδιος ότι δεν πρέπει να αναλώνεσαι σε τέτοιες σκέψεις. Το ξέρεις πως αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να αγνοήσεις κάθε αρνητική σκέψη και να χαρείς την κάθε στιγμή, να βιώσεις έντονα όλο αυτό που σου συμβαίνει και να μείνεις έτσι για όσο η Μοίρα, ο Θεός (ή ό, τι άλλο τελοσπάντων είναι) σου το επιτρέπει. Πού ξέρεις; Μπορεί όντως η ζωή να σου χρωστάει πολλά και τώρα να στα ξεπληρώνει. Δεν αξίζει να κοιτάς με καχυποψία κάθετι υπέροχο που έρχεται στο δρόμο σου. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να σταματήσεις να αναζητάς την αιτία που συμβαίνουν όλα αυτά και να αρχίσεις να τα απολαμβάνεις απαλλαγμένος από σκέψεις, ανασφάλειες και άγχος. Τι σημασία έχει λοιπόν η «αιτία του καλού», όταν η κάθε μέρα που περνάει είναι πάντα πολύ καλύτερη απ’ την προηγούμενη; Ακόμα κι αν αυτό δεν κρατήσει για πάντα, τι πειράζει; Τουλάχιστον θα μπορείς να διατείνεσαι πως στη ζωή σου υπήρξες τυχερός / τυχερή και πως έζησες πράγματα που άλλοι άνθρωποι δεν είχαν την ευκαιρία να ζήσουν ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή τους. Άλλωστε, πολλές φορές η ζωή είναι σαν καρδιογράφημα, έτσι όπως πρέπει να βλέπεις τη γραμμή να ανεβοκατεβαίνει στο χαρτί, για να συνειδητοποιείς ότι όντως ζεις, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αυτά τα σκαμπανεβάσματα που όλοι βιώνουμε, σ’ όλη τη διάρκεια της πορείας σ’ ετούτο τον κόσμο είναι το σημάδι εκείνο, που έρχεται συχνά να σου θυμίζει ότι αυτό που σου συμβαίνει λέγεται ΖΩΗ!

× 53

×


ποίηση

από τον Κωνσταντίνο Κοκολογιάννη Χαμένος Βάρκα χωρίς όνομα Βάρκα χωρίς κουπιά, χωρίς πανί Και είμαι μέσα της χωρίς πυξίδα στη θάλασσα της θλίψης Θάλασσα γκρι, ήσυχη, μακάβρια και εγώ επιπλέω Πού πάω; Η μελαγχολία, σαν ομίχλη παγωμένη, καλύπτει τα πάντα. Περνάει μέσα από τους πόρους του δέρματος και πλημμυρίζει την καρδιά μου, την ψυχή μου, το μυαλό μου. Θέλω να ουρλιάζουν, αλλά η φωνή δε βγαίνει. Και αυτή είναι παγωμένη, όπως όλο το σώμα μου. Εφιάλτες ζωντανοί από την Ιβηρική με ακολουθούν Και ούτε οι άγγελοι με το γλυκό χαμογελαστό πρόσωπο που έρχονται να με βοηθήσουν, μπορούν να ηρεμήσουν τον πόνο μου. Οι εφιάλτες είναι παρόντες και με τρελαίνουν Θέλω να κόψω το κεφάλι μου και να το ρίξω στη θάλασσα έτσι δεν θα πρέπει να σκέπτομαι πια ... «Την εύκολη λύση ψάχνεις πάλι» μια φωνή από το πουθενά μου λέει και συνεχίζει: «Πάλεψε πολέμησε δεν πρέπει να φοβάσαι να χάσεις »

×

54

Απαντώ: «Κάνει κρύο και είναι σκοτεινά δες τα χέρια μου είναι μικρά ματωμένα από ξυλοδαρμούς γεμάτα αντρικά υγρά. Κοίτα το σώμα μου μελανιασμένο από τη βία και την αυτοτιμωρία. Κοίτα τα πνευμόνια μου μαύρα από το χόρτο Δεν ανασαίνω. Και την ψυχή μου Πόσο μπορεί να αντισταθεί ζωντανή, αλλά νεκρή από την εκπαίδευση των γονέων; «Πάλεψε πολέμησε έχεις τη δύναμη. Δεν πρέπει να φοβάται, αν χάσεις.

φωτογραφία φόντου από τον Λεόντιο Σακέλλη


Δε θα χάσεις, μόνο θα νικήσεις » Πάντα η ίδια φωνή … «Τι μπορώ να κερδίσω;» ρώτησα «Τον εαυτό σου» μου απαντά «Τον Άγγελό μου, θα τον έχω; Πρέπει να τον μοιράζομαι με τους εφιάλτες; Ή θα τον απομακρύνουν για πάντα μακριά από μένα; Απάντα! Απάντα! Δεν έχεις μια απάντηση τώρα; Δεν έχεις μια απάντηση στο πιο σημαντικό ερώτημά μου; Πού είσαι; Χάθηκες;» Μόνος Νιώθω μόνος στη μέση της λυπημένης θάλασσας Με τους εφιάλτες που σιγά-σιγά μου αφαιρούν τη ζωή

Η μάσκα Χαμογελώ, γελώ, κάνω αστεία. Η μάσκα. Δε ζηλεύω, δε θυμώνω, είμαι υπομονετικός. Φταίει η μάσκα. Ζηλεύω; Θυμώνω;... Δεν ξέρω… Είναι η μάσκα. Ποιος είμαι; Τι νιώθω; Νιώθω; Κατατονία.. είναι η μάσκα. Την πετώ! Την πέταξα;... Είμαι εγώ;... Ποιος είμαι εγώ; Η Μάσκα.

Ο

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΚΟΛΟΓΙΑΝΝΗΣ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977, έζησε για 19 χρόνια σε διάφορες πόλεις τις Ελλάδος λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του, έφυγε για 9 χρόνια στην Ιταλία (Reggio Calabria) όπου σπούδασε. Τα τελευταία 6 χρόνια ζει και εργάζεται στην Λευκωσία. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί στην Antologia Aperta - 5 Incerti SOS (Bottiglie di naufraghi) Edizioni del Calatino, με το ψευδώνυμο Konstantinos Alkimos Amvyx, Antologia di poeti conteporanei ‘La Maschera’ - Poesia e rivoluzione, Sulla via di Muro Lucano - Alla ricerca di San Gerardo Majella, Itinerario Poesia 8. Διαχειρίζεται το μπλογκ http://logoskaitexni.blogspot.com

55

×


μια φορά κι έναν καιρό

μία στήλη για μια Φορά κι έναν Καιρό...

Ψάχνοντας το κουκί και το ρεβίθι

της Αγγελικής Σχοινά

«Θα σας πω ένα παραμύθι, Το κουκί και το ρεβίθι»

Ο

αφηγητής κάνει ένα χαιρετισμό και το παραμύθι αρχίζει… Η φράση αυτή δεν δείχνει να έχει ιδιαίτερο νόημα πια. Τα κουκιά, όμως, και τα ψημένα ρεβίθια (στραγάλια) ήταν κάτι αντίστοιχο με τους δικούς μας ξηρούς καρπούς, απαραίτητα σε κάθε παρέα πριν αρχίσει η αφήγηση. Στη λαϊκή παράδοση οι λέξεις αυτές ανιχνεύονται σε παραμύθια, εξιστορήσεις, παροιμίες και ρήσεις όπως: «κουκιά τρως, κουκιά μαρτυράς», «τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω», «για μια χούφτα στραγάλια». Ήταν υποτιμημένες τροφές συνδέονταν με τη φτώχεια, την πείνα και την ανέχεια. Κάπου εκεί κοντά, στη φτώχεια, στην πείνα, στα λαϊκά δηλαδή στρώματα, συναντάμε και το παραμύθι ως είδος ψυχαγωγίας. Οι άνθρωποι έβαζαν μέσα στα παραμύθια τους φόβους, τις ελπίδες, τις υποχρεώσεις, τα διδάγματα, τα αστεία γεγονότα για να παρηγορούνται, να μαθαίνουν και να διασκεδάζουν. Η λέξη παραμύθι σήμερα έχει διαφορετική χροιά. Έχει αποκοπεί από την αρχική της έννοια και κάποιες φορές έρχεται και σε αντίθεση με αυτή (το ίδιο δεν συμβαίνει και με τη φράση «το κουκί και το ρεβίθι» όταν κοσμεί την είσοδο ακριβών εστιατορίων;). Τη λέξη παραμύθι τη συναντάμε στον Όμηρο στο ρήμα «παραμυθέομαι» που σημαίνει συμβουλεύω. Αργότερα εμφανίζεται στα κείμενα του Ηροδότου και του Πλάτωνα με την έννοια του παρηγορώ. Μια έννοια κοντινή σε εκείνη του μύθου διαφορετική όμως από την παρηγοριά. Στις μέρες μας η ίδια λέξη χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει καθετί το παιδικό, το παιδιάστικο, το μαγικό, το υπέρλογο ή και το ψεύτικο. Το λαϊκό-παραδοσιακό παραμύθι όμως δεν είναι αυτό ή δεν είναι μόνο αυτό. Οι ορισμοί του παραμυθιού από τα κείμενα των λαογράφων μέχρι τα λεξικά λογοτεχνικών όρων ή τις διάσπαρτες αναφορές στο διαδίκτυο, σχετίζουν το παραμύθι με την παράδοση, τη λαϊκότητα, τον προφορικό λόγο. Εξαιτίας της απλότητας του, το παραμύθι έχει αμφισβητηθεί ως προς τη λογοτεχνική του αξία και την ωριμότητά του ως πνευματικό προϊόν. Οι άνθρωποι που το ανέπτυξαν, το διέδωσαν, το διαφύλαξαν ως ψυχαγωγία μα και σαν πολιτιστική κληρονομιά, το μεταβίβαζαν κυρίως προφορικά από γενιά σε γενιά, δεν είχαν τη γνώση να το γράψουν. Σήμερα το «πες μου ένα παραμύθι» έχει αντικατασταθεί από το «διάβασέ μου ένα παραμύθι». Το παραμύθι το συναντάμε γραπτό, εμπλουτισμένο λεξιλογικά, εικονογραφημένο και να απευθύνεται σε παιδιά. Μοιάζει με λογοτεχνικό

×

56


κείμενο, διαφέρει από την αρχική του μορφή στο ύφος, τις αφηγηματικές τεχνικές, τη γλώσσα. Δεν θυμίζει την αμεσότητα, την απλότητα, την αυθεντικότητα του προφορικού λαϊκού παραμυθιού που απευθυνόταν ανεξαιρέτως σε όλες τι ηλικίες. Τι έκανε όμως τη λέξη παραμύθι να αλλάξει νόημα και πώς η λαϊκή ψυχαγω��ία έγινε λογοτεχνικό ανάγνωσμα για παιδιά; Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες ο γραπτός λόγος διαφέρει από τον προφορικό. Στην Ελλάδα το φαινόμενο αυτό ίσως είναι εντονότερο και ενδεχομένως οφείλεται στην πολύ πρόσφατη καθιέρωση της δημοτικής (της γλώσσας του λαού και των παραμυθιών) ως επίσημης γλώσσας του κράτους (το 1976). Γυρίζοντας ακόμα 50 ή 60 χρόνια πριν (χρόνια μηδαμινά μπροστά στην ιστορία του παραμυθιού) η κοινή γραφόμενη, όπως αναφέρει και ο Λίνος Πολίτης, ήταν η καθαρεύουσα, η γλώσσα της αστικής τάξης, μια γλώσσα που το μεγαλύτερο ποσοστό του λαού αγνοούσε. Το παραμύθι κατά την μεταφορά του από τον προφορικό στον γραπτό λόγο πέρασε έτσι από τα λαϊκά στρώματα της κοινωνίας στους αστικούς κύκλους, αποκτώντας ένα πιο λόγιο ύφος. Σκοπός του γραπτού-λόγιου παραμυθιού έγινε η ψυχαγωγία αποκλειστικά των παιδιών, ένας τρόπος να πλουτίσουν τη φαντασία και το λεξιλόγιό τους. Συνεπώς, στην εποχή μας η λέξη παραμύθι προκαλεί σύγχυση. Συχνά γίνεται προσπάθεια να ωραιοποιηθούν τα λαϊκά παραμύθια, για να μπορούν να σταθούν επαρκώς ως λογοτεχνικά κείμενα. Στην προσπάθεια αυτή όμως, χάνεται το ιδιαίτερο στίγμα της παράδοσης, αφού το παραμύθι ως είδος εμπίπτει στην προφορική λογοτεχνία. Έτσι, κάθε κείμενο με μακροσκελείς προτάσεις, λογοτεχνικά τεχνάσματα, επιτηδευμένες περιγραφές, πληροφορίες που δεν απομνημονεύονται και δεν αναπαράγονται εύκολα στον προφορικό λόγο, έρχεται σε αντίθεση με την αρχική ιδέα του παραμυθιού. Επειδή όμως ο λαός αλλάζει και μαζί του οι λέξεις, σε μια προσπάθεια επανακαθορισμού της λέξης θα μπορούσαμε να χωρίσουμε το παραμύθι με τη σημερινή του έννοια σε λαϊκό και λόγιο. Βέβαια, αν λάβουμε υπόψη ότι αποδέκτης του λόγιου παραμυθιού προσδοκάται να είναι αποκλειστικά το παιδικό κοινό, τότε πάλι τίθεται το ερώτημα: ποια είναι τα περιθώρια χρήσης των παραπάνω λογοτεχνικών στοιχείων μέσα στο παραμύθι; Ψάχνοντας λοιπόν «το κουκί και το ρεβίθι» βρίσκουμε περισσότερα στοιχεία από έναν παραμυθιακό χαιρετισμό. Βρίσκουμε κομμάτια της ιστορίας του παραμυθιού. Ψάχνοντας τη λέξη παραμύθι ένα είναι σίγουρο, βρίσκουμε συναισθήματα, μυρωδιές, ήχους, γεύσεις και εικόνες. Τα παραμύθια έτσι ή αλλιώς είναι μπαχάρια, κρατούν τις πιο δυνατές μνήμες και τις περνούν με αγάπη και σεβασμό στους επόμενους…

×

57

×


‘‘Πολλοί αναγνώστες θα ήθελαν έστω για λίγο να μοιραστούν τον γκρίζο βίο του αντιήρωα, να κινδυνέψουν δίχως να ξέρουν πού θα ξημερώσουν και να κοιμηθούν με το γρασίδι για προσκέφαλο, όπως ο «Hedge Knight» του George R.R. Martin. Ίσως αυτό να οφείλεται στην έμφυτη περιέργειά μας, που μπορεί ακίνδυνα να χορτάσει με το περιεχόμενο ενός καλού βιβλίου. Ίσως στην αγάπη μας για όποιον αποφασίζει να χαράξει το δικό του μονοπάτι.’’ Γιάννης Πλιώτας Χαρακτηρισμοί σελ. 42



τεύχος 12ο /// Δεκέμβριος 2011