Page 1


αντί × λόγου

editorial

αντί × λόγου ινάζω την άμμο από τις πλαστικές παντόφλες μου, πετάω την φαρδιά πετσέτα στην καρέκλα, φυσάω τα ιδρωμένα από τη ζέστη χέρια μου, μπας και δροσιστούν και κάθομαι να γράψω. Σκέφτομαι να γράψω όσα μου έρχονται στο μυαλό. Ένα editorial πρέπει να είναι αυθόρμητο. Αν έγραφα πραγματικά ό,τι μου ερχόταν αυτή την στιγμή στο μυαλό, θα διαβάζατε κάτι που έχει να κάνει με ταξίδια, διακοπές, βιβλία στην παραλία, βόλτες, παγωτά, φαί, μπύρα, και πολύ ήλιο. Κι όλα αυτά γιατί -όπως έχω επισημάνει και παλαιότερα- αμέσως μετά τις διακοπές το πρώτο πράγμα που δεν θα ήθελες να κάνεις είναι να ενταχθείς στο χειμερινό σου πρόγραμμα. Χρειάζεσαι μία περίοδο μεταβατικότητας. Μικρή περίοδο, αλλά την χρειάζεσαι. Σε αυτή την περίοδο, λοιπόν, κρύβεται το μυστικό. Ποιο μυστικό; Μα της προσαρμογής. Ή το σωστότερο θα ήταν να πω της επαναπροσαρμογής. Πρέπει να βάλεις το μυαλό σου σε μια τάξη, να το οργανώσεις και να το επαναπρογραμματίσεις, έτσι ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Να ανταποκριθεί σε αυτά που απαιτεί το χειμερινό σου πρόγραμμα. Εδώ έχουμε ένα ακόμα μυστικό. Καλύτερα κρυμμένο από το πρώτο. Ένα μυστικό πίσω από μυστικό. Τι πρόγραμμα; Ποιο είναι αυτό το πρόγραμμα; Αυτό που ήταν και πέρσι; Και πρόπερσι; Αυτό που είναι κάθε χρόνο; Μήπως αυτό το πρόγραμμα πρέπει να αλλάξει κάποια στιγμή; Το πρόγραμμα αυτό, πολλές φορές, χωρίς να το θέλουμε, καταλήγει σε ρουτίνα και η ρουτίνα είναι η δολοφόνος του χρόνου και πέραν αυτού είναι και η δολοφόνος της δημιουργίας. Γιατί φτιάχνεις αυτό που έχεις ήδη φτιάξει πολλές και πολλές φορές. Αναδημιουργείς. Κάποιες φορές δεν αρκεί απλά να ξεφεύγουμε από το πρόγραμμα, αλλά πρέπει να το αλλάζουμε. Καλές οι διακοπές, αναγκαίες, αλλά κάποιες φορές -τουλάχιστον τρεις- πρέπει να έρχονται στην ζωή μας αλλαγές. Αλλαγές που να στοχεύουν στην αυτοβελτίωση και μέσα από την αυτοβελτίωση στην δημιουργία. Στην νέα δημιουργία. Στην ολόφρεσκη δημιουργία. Θα κλείσω με τα λόγια του συγγραφέα Μανώλη Δουκίδη. «Πρέπει να παίρνει κανείς ρίσκα. Πρέπει να επιδιώκει καταστάσεις που τον βγάζουν από τα γνωστά, τα πεπατημένα. Που τον ξεβολεύουν και τον κάνουν να νοιώθει αβέβαιος. Μόνον έτσι υπάρχουν αποτελέσματα και δημιουργία». Καλή ανάγνωση.

× Ευάγγελος Λ. Ευθυμίου

τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα διανέμεται δωρεάν ISSN: 1792-5819 Τεύχος 11 Σεπτέμβριος 2011

ιδιοκτησία, έκδοση, διεύθυνση, αρχισυνταξία, επιμέλεια : Ευάγγελος Ευθυμίου

συντάκτες - συνεργάτες : Νικόλαος Φωτιάδης Βασιλική Νευροκοπλή Άννα Νιαράκη Θοδωρής Βοριάς Τζόρτζια Νάστα Άντρη Αντωνίου Ευρυδίκη Αμανατίδου Νικολέτα Δεληβογιατζή Ευάγγελος Ευθυμίου Γιάννης Πλιώτας Μιχάλης Πιτένης Άγγελος Σαμιώτης Άγγελος Μητσόπουλος Μέλπω Παπαγιάννη Ελένη Μπάρκα Ιωάννα Σαμαρά

διόρθωση : Ιωάννα Σαμαρά

σχεδιασμός - διαμόρφωση : Γιώργος Δημητρίου (~giodim) Ευάγγελος Ευθυμίου

σύνθεση εξωφύλλου : Γιώργος Δημητρίου (~giodim)

υπεύθυνος διανομής : Αποστόλης Ρουμελιώτης

υπεύθυνος τυπογραφείου : Γιώργος Δημητρίου (~giodim)

επικοινωνία : Σαμουήλ 55, Ιωάννινα, 45 333 τηλέφωνο: +306972978572 web: www.antiepilogou.gr e-mail: antiepilogou@yahoo.gr www.facebook.com/antiepilogou

Το αντί x λόγου μεταδίδει τη δική του ραδιοφωνική εκπομπή, από τον Οκτώβριο έως τον Ιούνιο, κάθε Σάββατο 14.00-16.00 στη συχνότητα του διαδικτυακού ραδιοφώνου www.mindradio.gr

Το περιοδικό θέλει να μεγαλώσει την παρέα του. Αν κάποιος από εσάς θέλει να συμμετάσχει με τα κείμενά του, είναι ευπρόσδεκτος και θα χαρούμε να επικοινωνήσει μαζί μας.

3


αντί περιεχομένων

αντί περιεχομένων

4

αντί × λόγου


αντί × λόγου

αντί περιεχομένων

5


αντί × λόγου

διήγημα

Είμαι πέντε χρονών, δηλαδή πηγαίνω στο νηπιαγωγείο κι έχω βαρεθεί να μου κάνουν όλοι τις ίδιες ερωτήσεις. Προτού, λοιπόν, με ρωτήσετε, σας λέω πως με λένε Αντιγόνη και για να σας καλύψω πλήρως, μένει να σας πω ότι στο σχολείο τα περνάω μια χαρά και πως η κυρία μου είναι φυσικά μια πολύ καλή κυρία, σαν όλες τις κυρίες που περνάνε πολλά χρόνια για να καταλάβουμε, αν ήτανε πραγματικά καλές ή κακές,, και, για να τελειώνουμε με τα τυπικά, δεν αγαπάω περισσότερο, ούτε το μπαμπά ούτε τη μαμά, αλλά τους αγαπάω το ίδιο. Στο κάτω κάτω δε γίνεται κι αλλιώς, όταν έχεις να κάνεις με δυο γονείς που συμφωνούν σε όλα. Αυτό είναι τόσο απελπιστικό, όσο και το άλλο. Όσο βλέπω τον μπαμπά, άλλο τόσο τη μαμά. Συχνά λείπουν και οι δυο, αν και τις περισσότερες φορές εναλλάξ, εκτός από τις περιπτώσεις που θέλουνε σαν άνθρωποι κι αυτοί να βγούνε καμιά βόλτα έξω, γιατί μέσα τούς τρελαίνουμε, αλλά αυτό δεν με πειράζει. Ίσα ίσα, τότε έρχονται οι φίλες της μαμάς, και του μπαμπά φυσικά, να μας κρατήσουν, και είναι τόσο καλές μαζί μας που τις εκμεταλλευόμαστε, όσο περισσότερο μπορούμε. Μάλιστα, τις εκμεταλλεύεται ακόμη και η μικρότερη αδερφή μου! Έτσι, όχι μόνο κοιμόμαστε στις δώδεκα αντί στις εννιά, αλλά τις βάζουμε να μας διαβάζουν και εκατό πενήντα δύο φορές το ίδιο παραμύθι. Δεν καταλαβαίνω όμως, γιατί όταν ο μπαμπάς και η μαμά είναι στο σπίτι ή κάνουν διαρκώς δουλειές ή διαβάζουν τα δικά τους, και δεν προλαβαίνουν ποτέ να μας πουν παραμύθια. Μπορεί να μου το εξηγήσει κανείς αυτό; Όπως αντιλαμβάνεστε, μη μπορώντας να κάνω τίποτα άλλο, περιμένω πώς και πώς τη στιγμή που θα πάω στο σχολείο, για να μάθω επιτέλους να διαβάζω μόνη μου και να μην εξαρτιέμαι απ’ τους μεγάλους. Έτσι, θα καταλάβω ίσως και το πρόβλημα της μαμάς που, όταν διαβάζει δε μας επιτρέπει ούτε την πόρτα της να χτυπήσουμε. Ως εκ τούτου, έχω στηρίξει όλες μου τις ελπίδες στον φίλο μου τον Χρόνο. Ο Χρόνος είναι ο πιο πιστός φίλος των παιδιών. Αυτό οι μεγάλοι δεν το ξέρουν, όπως δεν ξέρουν κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Εξάλλου, οι μεγάλοι φοβούνται το Χρόνο και κάνουν τα αδύνατα δυνατά να τον διώξουν απ’ τη ζωή τους. Δεν το καταλαβαίνω αυτό, αλλά κι ούτε με νοιάζει. Για μένα ο Χρόνος είναι ο καλύτερος φίλος μου. Υπερκινητικός, αεικίνητος και πάντα άγρυπνος κοντά μου. Σκανδαλιάρης και αφάνταστα ζηλιάρης, έρχεται συχνά στο δωμάτιό μου και τα λέμε με τις ώρες. Κι εγώ δε χάνω ευκαιρία να του υπενθυμίζω την υπόσχεση που μου έδωσε κάποτε. Τρέξε λίγο πιο γρήγορα, του λέω, είναι επείγουσα ανάγκη, του τονίζω, δεν μπορώ να ζω χωρίς παραμύθια, πρέπει να πάω όσο το δυνατόν συντομότερα στο σχολείο.

6


αντί × λόγου

διήγημα

Ένα βράδυ λοιπόν, αφού με πήρε στα γόνατά του μου ανακοίνωσε πως ήρθε η ώρα να μου κάνει το χατίρι. Και πράγματι έφτασε η μεγάλη στιγμή να πάω σχολείο πριν κλείσω τα έξι και πολύ σύντομα ακολούθησε η ακόμα μεγαλύτερη: έμαθα να διαβάζω. Μου φαινόταν συναρπαστικό. Η μαμά είχε δίκιο. Είναι πιο εύκολο να μάθεις να διαβάζεις απ’ το να κάνεις ποδήλατο, χωρίς βοηθητικές. Δε μου είχε πει όμως, πως το να γράφεις είναι σαν να κάνεις ποδήλατο πάνω σε μία ρόδα. Στο σχολείο το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν πως όλα τα παιδιά ξετρελαίνονται με τα διαλείμματα. Εγώ, όμως, αυτό δεν το καταλαβαίνω. Αφού όταν βγαίνουν έξω, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να μιλάνε, να μιλάνε, να μιλάνε. Όλη η συζήτησή τους περιστρέφεται γύρω από τα σήριαλ της τηλεόρασης που εγώ δεν βλέπω, γιατί δεν έχω τηλεόραση στο σπίτι μου. Μου φαίνονται τόσο μα τόσο ανόητα όλα όσα λένε. Όχι, δεν είμαστε τόσο φτωχοί. Ο μπαμπάς κι η μαμά λένε πως δεν είμαστε ούτε φτωχοί, ούτε πλούσιοι, αλλά, μάλλον κανονικοί. Το ζήτημα είναι απλώς ιδεολογικό. Η τηλεόραση κάνει περισσότερο κακό απ’ ότι καλό, και το κακό το ονομάζουνε «πλύση εγκεφάλου». Ευτυχώς που τη γιαγιά μας δεν την απασχολούν κάτι τέτοια κι έτσι καμιά φορά μπορούμε κι εμείς να απολαμβάνουμε το κακό της τηλεόρασης με την ησυχία μας. Στη μέση της χρονιάς άρχισα να βαριέμαι, επειδή είχα μάθει να διαβάζω και ό, τι διάβαζα για το σχολείο δε με ενδιέφερε καθόλου. Δε μπορούσα, όμως, να παραπονεθώ, γιατί ο Χρόνος με είχε προειδοποιήσει πως αργά ή γρήγορα αυτό θα συνέβαινε. Στην περίπτωσή μου έγινε γρήγορα. Όμως το πιο φοβερό δεν ήταν αυτό, αλλά το άλλο. Όταν λύναμε τις ασκήσεις η δασκάλα επέμενε να βάζουμε στη μέση του θρανίου τις κασετίνες. Αφού εγώ όλα τα έλεγα στη φίλη μου τη Μαρία. Όλα. Ακόμη και τα μυστικά μου, και τα πιο παράξενα πράγματα που γίνονταν στο σπίτι, κι έκανε το ίδιο κι αυτή σε μένα, γιατί τις ασκήσεις έπρεπε να τις λύνουμε στα κρυφά; Είναι τόσο βαρετό να είσαι μόνος. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τη δασκάλα μας. Της αρέσει τόσο πολύ να είναι μόνη; Τα χρόνια κύλησαν γεμάτα απορίες και άδεια από συγκινήσεις. Έφτασα στην Πέμπτη Δημοτικού και προσπαθώντας να θυμηθώ τι θυμάμαι από τα χρόνια που πέρασαν σπάω το κεφάλι μου ώρες ολόκληρες και στο τέλος μόνο τα καλοκαίρια θυμάμαι. Τον ουρανό τις νύχτες που για χάρη του πήγαινα κάθε καλοκαίρι κατασκήνωση να πιάνω πρώτη το γωνιακό κρεβάτι, για να σηκώνω τις νύχτες το κράσπεδο κι όταν όλοι κοιμούνται να βλέπω τ’ αστέρια προσθέτοντας έναν επιπλέον ρόλο στην ομαδάρχισσα που παρίστανε τον νυχτερινό φύλακα. Την είχαν προειδοποιήσει πως, αν κατάφερνα να πάθω ψύξη, θα είχε συνέπειες. Θυμάμαι τη θάλασσα να με σηκώνει και να με χωράει, όταν ένιωθα πως τίποτα δε με σηκώνει και τίποτα δε με χωράει. Κι απ’ τους χειμώνες τις κοπάνες θυμάμαι τις δικαιολογημένες από το μπαμπά και τη μαμά, όταν μας έπαιρναν μαζί τους στα ταξίδια τους αφότου η γιαγιά είχε πεθάνει. Πράγματι, απ’ τους χειμώνες τις κοπάνες και το κρύο θυμάμαι. Αυτά λοιπόν… Αυτά. Αυτά;

7


διήγημα

αντί × λόγου

Όλα κι όλα αυτά είναι που έχω να σας πω; Ώστε αρκούν λίγες σελίδες να περικλείσουν μια ολόκληρη ζωή που μοιάζει ζωή μου; Δεν μπορεί. Πρέπει να θυμηθώ κι άλλα. Είναι ο μόνος τρόπος, για να πάψω ν’ αμφισβητώ την ύπαρξή μου. Γιατί τελευταία η μνήμη μου εξασθενεί και νιώθω πως η ύπαρξή μου εξατμίζεται στα κενά της. Αναρωτιέμαι δηλαδή, αν η ύπαρξή μου ακόμα υπάρχει. Δε βρίσκω πουθενά και το φίλο μου το Χρόνο να με βοηθήσει. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο σπανιότερα μ’ επισκέπτεται κι ακόμα λιγότερες υποσχέσεις μου δίνει. Πολύ λιγότερες πραγματοποιεί. Μήπως έφταιξα σε κάτι και δεν το ξέρω; Πρέπει να θυμηθώ. Το οφείλω σ’ αυτόν. Στον πρώτο μου έρωτα. Γιατί η αλήθεια είναι πως, όταν εγώ ήμουνα πέντε, ο Χρόνος ήταν ένα ιδιαίτερα γοητευτικό αγόρι κι εγώ χωρίς να του το έχω ομολογήσει ποτέ ήμουν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Εκτός από τις κοπάνες λοιπόν τι θυμάμαι; Εντάξει, ήμουν μια πολύ καλή μαθήτρια. Έμαθα πολλαπλασιασμό. Και διαίρεση έμαθα. Ε, καλά, πρόσθεση κι αφαίρεση τα ξεπετάω στο πι και φι. Αλλά γιατί τα έμαθα αυτά; Δεν ξέρω. Α, βέβαια, θυμάμαι ακόμα πως μια δασκάλα μας έπασχε από μελαγχολία, ο δάσκαλος της Τρίτης ήταν νευρωτικός και της Τετάρτης πιο γέρος κι απ’ τον παππού μου κι όλη την ώρα έφτιαχνε το παντελόνι του, γιατί του έπεφτε και η γυναίκα του είχε πεθάνει και δε μπορούσε λίγο να του το στενέψει. Εμάς μας φαίνονταν πολύ αστείο αυτό και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια. Εννοείται στα κρυφά, γιατί αν μας έπαιρνε χαμπάρι θα έπιανε αμέσως τη βέργα. Και βέβαια είχε βέργα και μάλιστα από ξύλο καρυδιάς, όχι ό, τι κι ό, τι. Μην ακούτε αυτά που λένε πως το ξύλο καταργήθηκε ως αντιπαιδαγωγικό μέσο. Στο κάτω κάτω αυτός ήταν της παλιάς σχολής. Έτσι έμαθε ο άνθρωπος. Εξάλλου ποιος ισχυρίστηκε ότι τα παιδιά προτιμούν απ’ το ξύλο τις υστερίες; Γιατί βέβαια, άμα δε χτυπάς τσιρίζεις. Πάντως το δικό μου νευρικό σύστημα προτιμά ασυζητητί το ξύλο καρυδιάς, το ομολογώ. Έφτασα στην Έκτη Δημοτικού κι αυτό ήταν το καλύτερο. Είχαμε ένα δάσκαλο πολύ όμορφο και πολύ νέο. Πώς έγινε αυτό ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω. Όλα τα κορίτσια ήμασταν κατενθουσιασμένα και μόνο τ’ αγόρια γκρίνιαζαν διαρκώς. Φαντάζομαι πως θα τον ζήλευαν, γιατί κανένα τους δεν ήταν ωραιότερο. Αυτός, λοιπόν, ούτε έδερνε, ούτε τσίριζε. Ίσως, επειδή ήταν όμορφος είχε κι άλλο σύστημα. Κουβέντιαζε μαζί μας και μας πήγαινε για μάθημα στο δάσος. Μας διάβαζε και ποίηση κι αυτό μου άρεσε πολύ, γιατί κι η μαμά με τον μπαμπά μου διάβαζαν ποίηση. Στη μέση της χρονιάς όμως, τον έδιωξαν, γιατί χαλούσε, λέει, την παράδοση του σχολείου. Τότε κατάλαβα πως αυτή η «παράδοση» ήταν πολύ κακό πράγμα. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα ανέλαβε ο διευθυντής να μας στρώσει, γιατί η αλήθεια είναι πως είχαμε ξεστρωθεί για τα καλά. Ευτυχώς ήρθε γρήγορα το καλοκαίρι και με μεγάλη ανακούφιση χαιρετίσαμε τον «σωτήρα» μας. Εξάλλου ο αγώνας του δεν πήγε χαμένος. Οι περισσότεροι έστρωσαν και πάλι. Αυτοί, οι στρωμένοι, συνέχισαν το σχολείο, ενώ οι ξεστρωμένοι το σταμάτησαν. Εγώ, αδυνατώντας να καταλήξω με ποιους ήμουνα, συνέχισα με κάποιους ενδοιασμούς.

8


αντί × λόγου

διήγημα

Δεν το μετάνιωσα καθόλου. Το Γυμνάσιο αποδείχθηκε μια πολύ σπουδαία εφεύρεση. Επιτέλους δίνεται στο παιδί η δυνατότητα μιας επιλογής. Έχει τόσους καθηγητές που, αν δεν του αρέσει ο ένας, μέσα στο ίδιο πρωινό έχει κάποιον άλλον. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Μια συμμαθήτριά μου πήρε αποβολή, γιατί την έπιασαν, λέει, στην ημερήσια εκδρομή μ’ έναν φαντάρο. Τι ήθελε κι αυτή με τον φαντάρο; Άλλο μυστήριο και τούτο. Μια βδομάδα μετά επέστρεψε στο σχολείο μαύρη απ’ το ξύλο. Δυστυχώς, είχε γονείς με αξιοπρέπεια, όπως οι περισσότεροι. Παρόλα αυτά η προϋπηρεσία της στο ξύλο και στο στρατό φαίνεται πως την οδήγησε να βρεθεί δυο χρόνια μετά παντρεμένη και μάλιστα με μεγαλοεπιχειρηματία της Θεσσαλονίκης. Για καλό ή για κακό, δεν ξέρω. Όπως και στο Δημοτικό έτσι κι εδώ εξακολουθούσε να απαγορεύεται η συνεργασία με τον διπλανό μας, αλλά αυτό δεν με πείραζε πλέον. Είχα από καιρό πάψει να μοιράζομαι τη ζωή μου με τις συμμαθήτριές μου. Η Μαρία ένα πρωινό εξαφανίστηκε, δεν έμαθα τίποτα ξανά γι’ αυτήν. Σαν να έπαψε να υπάρχει. Εδώ που τα λέμε, είχα αρχίσει να πιστεύω πως κι ο φίλος μου ο Χρόνος δεν υπάρχει πια. Είχαμε ν’ ανταμώσουμε κι εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό. Κι έπειτα ήρθε ο Αλέξης. Επειδή μπορούσαμε να κουβεντιάζουμε χωρίς την παρουσία τρίτων, μας φώναζαν «το ζευγαράκι». Μας κρυφοκοιτούσαν και σιγομουρμούριζαν, ώσπου αρχίσαμε ν’ ανησυχούμε. Πολύ σύντομα, ούτε να μιλήσουμε μπορούσαμε, ούτε να κοιταζόμαστε, όπως πριν, στα μάτια. Όταν ήρθε η τελευταία μέρα του σχολείου, πήραμε τη μεγάλη απόφαση. Ένας αξιοπρεπής χωρισμός επέβαλε το λιγότερο ένα φιλί. Έτσι μας είπαν πως χώριζαν οι μεγάλοι ηθοποιοί στις Αμερικάνικες ταινίες που δεν έβλεπα. Θεέ μου, αυτή η Αμερική είχε κάνει τρομερές προόδους, εγώ πού ζούσα; Ο φίλος του, που νόμιζε πως ήταν φίλος του, κι η φίλη μου που ποτέ δεν πίστεψα πως ήταν φίλη μου σαν την Μαρία, μας γύρισαν την πλάτη για να μην ντρεπόμαστε. Κι έτσι έγινε. Με φόντο δύο πλάτες. Επιστρέφοντας στο σπίτι ήμασταν χαρούμενοι, αλλά με μια χαρά αλλόκοτη. Σαν υποχρεωτική. Πλησιάζοντας στο σπίτι είδα την οικογένειά μου να φεύγει με το καινούριο μας αυτοκίνητο. Είχα αργοπορήσει. Πώς να δώσεις όμως ένα αποχαιρετιστήριο φιλί που δεν είδες ποτέ στη μαγική οθόνη; Φαίνεται πως μου είχε πάρει περισσότερη ώρα απ’ αυτήν που είχα στη διάθεσή μου. Μα οι γονείς μου τα αγνοούσαν όλα αυτά και αποφάσισαν να φύγουν δίχως να με περιμένουν, μέχρι που για κακή μας τύχη πέσαμε πάνω τους. Ο πατέρας μου φρέναρε απότομα κι έδιωξε τον Αλέξη. Ύστερα ξαφνικά στο πρόσωπό μου άστραψε το πρώτο πατρικό χαστούκι. Στο φιλημένο μάγουλο. Άραγε για το φιλί ή για την αργοπορία; Ήμουν σίγουρη πως ο μπαμπάς όλα τα ήξερε και όλα τα είχε δει. Διαφορετικά, γιατί χτύπησε το φιλημένο μάγουλο κι όχι το άλλο;

9


διήγημα

αντί × λόγου

Αποφάσισα να μην ξαναφιλήσω αγόρι στο μάγουλο. Δε μπορεί, ο μπαμπάς κάποιο δίκιο θα είχε. Παρόλα αυτά πάλι κάτι δεν καταλάβαινα. Υπήρχε μέσα μου ένα κενό. Κι αυτό με οδήγησε στο συμπέρασμα πως ό, τι μου αρέσει είναι κακό. Έπρεπε κάτι να διορθώσω στον εαυτό μου, αλλά τι; Τα παιδιά ακόμα μεγαλώνουν. Εξακολουθούν να παίρνουν αποβολές, αν και η μόδα των φαντάρων πέρασε. Εγώ όμως, σαν να έχω κολλήσει στην ίδια ηλικία. Ούτε αποβολές ούτε τίποτα. Μήπως αυτό πρέπει ν’ αλλάξω; Από τα πέντε μου το προσπαθώ κι όμως νιώθω πως στα πέντε καρφώθηκα. Δεν καταφέρνω να μεγαλώσω. Μου είναι τρομακτικά δύσκολο να φτάσω έστω στα τέσσερα. Ναι, είναι αλήθεια, πως έχω μια αντίστροφη μονάδα μέτρησης για το μεγάλωμα εγώ. Δε θέλω να μεγαλώσω όπως οι περισσότεροι γύρω μου, αλλά ανάποδα. Αφού πάντα ανάποδη ήμουνα και το ίσιο, το κανονικό, αυτό που έκαναν όλοι, δεν το καταλάβαινα. Άρα πώς να το ακολουθήσω; Πού είναι τέλος πάντων και ο Χρόνος να μου κάνει γι’ άλλη μια φορά το χατίρι; Να με σπρώξει λίγο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ομίχλη πυκνή. Πόσες φορές μπήκε αυτή η ομίχλη στη ζωή μου; Κι όμως ο μπαμπάς κι η μαμά μεγαλώνουν, νομίζω πως έχουν φτάσει ήδη στο μηδέν. Εγώ θα τα καταφέρω; Πάνω που άρχισα να απελπίζομαι ο φίλος μου κατέφθασε ασθμαίνων. Ήρθε σήμερα το βράδυ στο κρεβάτι μου. Άλλαξε κι αυτός. Κι αυτός μεγάλωσε. Θεόρατος γίγαντας έγινε, τόσο μεγάλος μου μοιάζει. Τα μάτια μου δε φτάνουν το πρόσωπό του, τόσο ψηλός είναι. Τα χέρια του απέραντα δε με κρατούν, γλιστρώ και πέφτω καθώς με παίρνει αγκαλιά. Πιάσε με, του φωνάζω, σφίξε με, αγκάλιασέ με. Πού ήσουν φίλε μου; Το σώμα σου πού είναι; Δεν το νιώθω. Αέρας με φυσάς. Σε αναπνέω, δεν σε πιάνω. Θα σου ανοίξω όμως την καρδιά μου. Χρόνε μου, βοήθησέ με να φτάσω στα τέσσερα σε παρακαλώ. Ύστερα, εγώ θα κάνω τα αδύνατα δυνατά, για να φτάσω στα τρία. Και όταν φτάσω στα τρία θέλει τόσο λίγο για να καταφέρω το ακατόρθωτο. Σωστά το μάντεψες, θα τα δώσω όλα για όλα προκειμένου να φτάσω στα δύο. Όχι, τώρα γελάστηκες φίλε μου. Ούτε για μια στιγμή να μην φτάσω στο ένα, ο Θεός ποτέ να μην το δώσει, που έλεγε κι η γιαγιά μου. Στα δύο θα μείνω, κι εκεί θέλω να στεριώσω για πάντα. Για πάντα σου λέω και το εννοώ. Δε θ’ αφήσω κανέναν, ούτε εσένα θ’ αφήσω να μου το χαλάσεις. Όχι, δεν τα ορίζεις όλα, τα δύο δεν τα ορίζεις, αυτά σου ξεφεύγουν. Και ξέρεις γιατί; Απλούστατα, επειδή είσαι ένας και σαν τέτοιος τα δύο τα περιέχεις. Όλα τ’ άλλα μπορεί να σου περισσεύουν, αλλά τα δύο τα χωράς περισσότερο κι απ’ τον εαυτό σου. Κι εγώ, αφού έμεινα τόσα χρόνια στα πέντε, έχω ελπίδες να φτάσω και στα δύο, δεν έχω; Δε θα μ’ εγκαταλείψεις μόνη σ’ αυτή την προσπάθεια, έτσι;

10


αντί × λόγου

διήγημα

Γιατί μουγκρίζεις; Με απειλείς; Τι; Σε τρόμαξα; Ε, λοιπόν, φώναζε όσο θέλεις! Ακόμα κι αν δε με βοηθήσεις, εγώ θα τα καταφέρω. Μεγάλωσες κι εσύ κι έγινες σαν όλους τους μεγάλους. Πού είναι το αγόρι που ήξερα; Το αγόρι που αγαπούσα; Πού το εγκατέλειψες; Λοιπόν, εγώ σε πείσμα σου, θα φτάσω και θα παραφτάσω Χρόνε, κι ας με αποβάλλουν για μια ζωή απ’ το σχολείο σου. Δε μου κάνει το σχολείο σου και για να το εκδικηθώ δε θα ξαναβάλω την κασετίνα μου στη μέση του θρανίου και θα ξαναφιλήσω τον Αλέξη, όχι στο μάγουλο, αλλά στο στόμα. Θα γυρίσω όλο τον κόσμο να βρω τη Μαρία να της πω όλα όσα δεν της είπα μέχρι σήμερα. Θα ξαναπάω κατασκήνωση, για να βγάλω όλο μου το σώμα στ’ αστέρια κι όχι μόνο το κεφάλι, και –μη βιάζεσαι, δεν τελείωσα-, θα βρω και τον δάσκαλο της Έκτης να πάμε πάλι στο δασάκι για μάθημα και θα ταξιδέψω ξανά στα ταξίδια του μπαμπά και της μαμάς, στην ποίησή τους, και στα παραμύθια που μας έλεγαν οι φίλες τους. Τι σημασία έχει τι θυμάμαι και τι θυμάμαι; Θα τα κάνω πάλι όλα απ’ την αρχή, μήπως κι ανακαλύψω πού βρίσκεται το αγόρι που ήσουν κάποτε. Γιατί μαζί του μπορώ να μείνω στα δύο για πάντα. Είμαι στα πέντε, ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά είμαι αποφασισμένη να τον περπατήσω προς τα πίσω... Τ’ ακούς;

× Νευροκοπλή Βασιλική

Η Νευροκοπλή Βασιλική γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε παιδαγωγικά στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής εκπαίδευσης ΑΠΘ, σκηνογραφία και υποκριτική στο Τμήμα Θεάτρου της ΑΣΚΤ ΑΠΘ και θεωρία Ανατολικής μουσικής στη Σχολή βυζαντινής και Παραδοσιακής μουσικής Εν Χορδαίς. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία της: «Εγώ ο Άλλος» (εκδ. Νησίδες, 1997). «Αν τ’ αγαπάς, ξανάρχονται» (εκδ. Λιβάνης, 2007): Βραβείο καλύτερου ελληνικού παιδικού βιβλίου 2007 για παιδιά σχολικής και προσχολικής ηλικίας από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Βραβείο εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου περιοδικό Διαβάζω. Επίσης υποψήφιο για το Κρατικό βραβείο 2007. «Το παραμύθι της μουσικής», εκδ. Λιβάνη (2008): Υποψήφιο για βραβείο Διαβάζω 2008). Ανέβηκε ως μουσικοθεατρική παράσταση τον Φεβρουάριο του 2007 στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, ενταγμένο στο κύκλο των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων, και το 2008 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο πλαίσιο της Νύχτας Διαλόγου. «Σε Τέμπο Κόκκινο», εκδ. Λιβάνη (2008). «Και τι θα πει σ’ αγαπάω;» , εκδ. Λιβάνη (2009). «Το μοναδικό φιλί», εκδ. Λιβάνη (2010). «Χάρτινα όνειρα», εκδ. Διάπλαση (2011). Προς δημοσίευση βρίσκεται το διήγημά της «Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα - Η ιστορία της κλοπής ή η κλοπή της Ιστορίας»: Β΄ βραβείο στον Διεθνή Λογοτεχνικό διαγωνισμό της Οργάνωσης Ελληνικού Πολιτισμού Νόστος σε συνεργασία με την Ένωση Λογοτεχνών της Αργεντινής.

11


αντί × λόγου

βιβλίο

γράφει η Άννα Νιαράκη

Το Πυρίμαχον σκεύος, αποτελεί την πρώτη πεζογραφική απόπειρα του Αλέξη Γκλαβά. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται δεκατέσσερις ιστορίες. Δεκατέσσερις ιστορίες με πρωταγωνιστές απλούς ανθρώπους. Ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ανώνυμους μες στο πλήθος, μα επώνυμους στο μικρό τους σύμπαν. Οικείους μες στην απλότητά τους. Αυτό που τους καθιστά πρωταγωνιστές στις ιστορίες τους δεν είναι κάποιο σημαντικό επίτευγμα, κάποια τρανταχτή επιτυχία, κάποιο θανάσιμο μυστικό, μα το γεγονός ότι ζουν τη ζωή τους, βιώνουν την καθημερινότητά τους, συγκρούονται με τους γύρω, με τον εαυτό τους, παλεύουν, αγωνίζονται, εγκαταλείπουν. Ερωτεύονται, χωρίζουν, σμίγουν. Ζουν και πεθαίνουν. Άλλοτε βγαίνουν νικητές, άλλοτε ηττούνται κατά κράτος. Ο συγγραφέας μας εισάγει στο σύμπαν τους με έναν τρόπο απαλό, ανεπαίσθητο, μας καθιστά παρατηρητές και καμιά φορά ηδονοβλεψίες. Σαν να σκύβουμε να δούμε μέσα από την τραβηγμένη κουρτίνα του γείτονα. Κάποιες ιστορίες αφορούν στη μνήμη. Σε αυτά που κλειδώσαμε σε κουτάκια και πετάξαμε, μόνο και μόνο για να τα συναντήσουμε αναπάντεχα κάποια στιγμή της ζωής μας, όταν έχουμε πειστεί πως τίποτα πια δεν υπάρχει στο παρελθόν να μας αφορά. Έρχονται τυλιγμένα σε βελούδο γκρενά, προσφερόμενα από χέρι αγαπημένο, για να ταράξουν την καθημερινότητα μας. Άλλες πάλι φορές, στο χείλος του γκρεμού, αυτός που μας σώζει, από το φόβο, τη μοναξιά, τον πανικό είναι ο φίλος, ακόμα κι αν έχει τέσσερα πόδια, όπως ο Μοράβας. Ιστορίες για φυγάδες, ανθρώπους που οι αποφάσεις τους έφεραν ντροπή και βάρος στους ώμους των άλλων, που ξαναγυρίζουν χρόνια αργότερα στον τόπο του εγκλήματος για να ζητήσουν άφεση. Από τον εαυτό που άφησαν πίσω. Ιστορίες για ηθοποιούς, που ταλαντεύονται ανάμεσα στο μάταιο και το αναγκαίο προς επιβίωση. Για δικηγόρους που θα έπρεπε να έχουν γίνει μουσικοί. Για αιρετικούς κωδωνοκρούστες, που εν τέλει παραδίδονται ανυπεράσπιστοι στα χέρια του παπά. Για θύματα που γίνονται θύτες. Ιστορίες για ανθρώπους που έμειναν πίσω, αλλά και για κάποιους που απέδρασαν. Ο Γκλαβάς αφηγείται γλαφυρά, χρησιμοποιώντας πολλές φορές πρώτο πρόσωπο, βάζοντας και τον εαυτό του στις ιστορίες. Δημιουργεί με τον τρόπο αυτό μια αίσθηση οικειότητας, σαν να σου εξομολογείται ένας φίλος. Χρησιμοποιεί μεγάλες προτάσεις που φτάνουν σχεδόν ολόκληρη παράγραφο σε έκταση, χωρίς όμως να κουράζουν ή να μπερδεύουν τον αναγνώστη. Ο τρόπος αυτός μοιάζει πολύ με τον προφορικό τρόπο απόδοσης μιας ιστορίας, λόγος χειμαρρώδης και παρορμητικός. Ο Γκλαβάς συχνά χρησιμοποιεί ιδιωματισμούς, μεταφέροντας την ατμόσφαιρα της επαρχίας, αλλά και την παλιομοδίτικη αύρα που υπάρχει σε κάποιες ιστορίες του. Η γλώσσα είναι όμορφη, αληθινή, χωρίς κλισέ και εξτραβαγκάντζες. Σε κάποιες ιστορίες, η ανατροπή είναι κρυμμένη στην κατακλείδα, σε άλλες πάλι παραμένει ένας ευσεβής πόθος.

12


αντί × λόγου

βιβλίο

Δεν μπορεί να μην υπογραμμιστεί η φωτογραφική διάθεση του συγγραφέα απέναντι στην αφήγηση. Οι ιστορίες μοιάζουν σαν φωτογραφικά αποτυπώματα επαναληπτικών κλικ, τα οποία τοποθετούμενα πλάι πλάι στοιχειοθετούν την πλευρά της ζωής των ηρώων που φωτίζεται από την πένα του. Έντονη σε όλο το βιβλίο, η παρουσία της μουσικής. «Μια μουσική απαλή, να ταξιδεύει στην ατμόσφαιρα» συντροφεύοντας τους ήρωες και τον αναγνώστη από σελίδα σε σελίδα. Ένα όμορφο βιβλίο, εστιασμένο στον άνθρωπο, στα μικρά της ζωής και της καθημερινής τριβής, μέσα από τα οποία όμως, εν τέλει προκύπτουν τα μεγάλα, τα σημαντικά, τα μείζονα. Χωρίς να εκβιάζει συναισθήματα, χωρίς πομπώδεις εκφράσεις, χωρίς τεχνητές εντάσεις και συνταρακτικά εφευρήματα, ο Γκλαβάς καταφέρνει να γράψει ένα βιβλίο που δεν ολισθαίνει στην κοινοτοπία, παρά χαμηλόφωνα μεταδίδει την οικειότητα και τη θέρμη του απλού. “Όταν η Ασπασία έφυγε από τη ζωή του Βίκτορα, ήταν Τετάρτη. Μια συνηθισμένη μέρα στην οποία δεν συνέβη κάτι εξαιρετικό. Εκτός και αν θεωρήσουμε σημαδιακό γεγονός ένα πνιγμένο περιστέρι στο πάνω σιντριβάνι της πλατείας Γεωργίου, το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Μιας μέρας με θερμοκρασία «σε υψηλά για την εποχή επίπεδα», που έλεγαν και στα δελτία ειδήσεων. Και την πλήρωσε το περιστέρι. […] Επίσης, δεν είχε συμβεί τίποτε το ιδιαίτερο. Ένας σεισμός ας πούμε, μια κυβερνητική κρίση, ένας πόλεμος, ένας τελικός κυπέλλου Ευρώπης, ή…[…] Άρα ήταν μοιραίο η λήξη μιας σχέσης, μιας ιστορίας, μιας διαδρομής, να μην ταυτίζεται με τίποτα σημαντικό, ή έστω άξιο λόγου, που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει σημείο αναφοράς.[…] Μια συνηθισμένη Τετάρτη ήταν, όταν η Ασπασία έφυγε από τη ζωή του Βίκτορα. Και από τη δική της.” Απόδραση - Πυρίμαχον Σκεύος, Αλέξης Γκλαβάς Εκδόσεις Νεφέλη 2009

×

13


αντί × λόγου

ποίηση

γράφει ο Θοδωρής Βοριάς

Ερωτικά ευρήματα Πίσω απ’ το μουσείο βυζαντινού πολιτισμού, κάθε νύχτα ξετυλίγονται ερωτικές ιστορίες.

Ο κύκλος

Γεμίζει ο τόπος πεταμένα προφυλακτικά και τσαλακωμένα χαρτομάντιλα, πότε πότε κομμάτια από σκισμένα εσώρουχα ή κάποια κέρματα χαμένα, ίσως και κανένα ξεχασμένο πακέτο με τσιγάρα.

Ξόδεψες την ομορφιά σου -ανάσκελα πάνω σε στρατιωτικά αμπέχονακι απ’ τις ανομολόγητές σου ιστορίες απόμειναν μονάχα είδωλα.

Τέτοια ευρήματα δε χωράνε σε γυάλινα πλαίσια -μουσείο ερωτικού πάθους δεν υπάρχειμονάχα ο σκουπιδιάρης τα μαζεύει το πρωί στον τενεκέ του.

Είδωλα κλειδωμένα σε συρτάρια, ξεχασμένα εργαλεία ηδονής. Έκλεισε γύρω σου ο κύκλος κι η εγκατάλειψη κατάντησε μια πινακίδα φρίκης: ΠΡΟΣΟΧΗ! ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ. Έκλεισε πια ο κύκλος, τώρα τ’ ακροδάχτυλα της νύχτας σε χαϊδεύουν. Κανένας άλλος δε σ’ ανέχεται, εξόν απ’ το σκοτάδι.

άτιτλο Το σαράκι που τρώει τα δάχτυλά μου ξεγελάει τους δερματολόγους. Τη μέρα ξεραίνει το δέρμα, μου ξεφλουδίζει αργά αργά τις αμαρτίες, δαγκώνει φίλε μου, δε χωρατεύει. Τη νύχτα γίνεται ποίημα, ξερνάει στίχους και με γιατρεύει.

14


φωτογραφία από την Τζόρτζια Νάστα

αντί × λόγου

ποίηση

Μικροκαρχαρίας Είπες να πέσεις με τα μούτρα στη μαρίδα, υπολογίσιμος να γίνεις κι εσύ στην κοινωνία. Έντυσες την καρδιά σου όλο σίδερο, να’ ρθει του κέρδους η σκουριά και να φωλιάσει.

άτιτλο Περίμεναν ν’ ακούσουν για καμιά προαγωγή, για κάποια αύξηση της προκοπής.

Έπιασες απ’ τα ξημερώματα δουλειά, να μην τη μαγαρίσουν την ψαριά ξένα σαγόνια.

Να’ χει να λέει, στο καφενείο ο πατέρας και να παινεύεται η μάνα στις γειτόνισσες. Μα εσύ τους έφερες μονάχα το νέο σου βιβλίο με τα ποιήματα.

άτιτλο Μετά το γκρέμισμα θα καθίσουμε πάνω στα ερείπια να γράψουμε το πρώτο ποίημα για τη νέα μας πατρίδα. Θα κοιταζόμαστε στα μάτια κι η πατρίδα θα γεννιέται, θ’ αναπολούμε κατά τον ήλιο και το ποίημα θα φλογίζει, θα ανασαίνουμε και θα εκπνέουμε ιδέες· να την η νέα μας πολιτική: Ζωή ...πολέμησε και γκρέμισε και χτίσε!

15


αντί × λόγου

οδός

γράφει η Άντρη Αντωνίου

Οδός ονείρων Είναι εκείνες οι σκέψεις. Οι αδιόρατες στην αρχή. Ντροπαλές και φοβισμένες σεργιανούν με σκυμμένο κεφάλι μέσα στους δαιδαλώδεις λαβύρινθους του νου σου. Σου ψιθυρίζουν τα βράδια, την ώρα που ετοιμάζεσαι να πας για ύπνο. «Φαντάζεσαι να...», «Πώς θα ήταν αν...», «Θα μπορούσες…». Θυμωμένος τις στέλνεις μακριά, με την ίδια κίνηση που θα έδιωχνες μια ενοχλητική μύγα που κάθισε πάνω στο μέτωπό σου. Κι ύστερα σβήνεις το φως και κοιμάσαι. Μα είναι και κάποια άλλα βράδια που μοσχοβολάνε γιασεμί. Κι εσύ κάθεσαι κάτω από ένα ξάστερο ουρανό και μετράς τα θέλω της ψυχής σου. Δε φοβάσαι τώρα να ακούσεις. Κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι στο πρόσταγμά τους. «Ναι, θα μπορούσα να φανταστώ...». Σηκώνεσαι και αρχίζεις να βηματίζεις πάνω κάτω με νευρικό βήμα. Το βλέμμα σου είναι υγρό, τα μάγουλά σου κόκκινα και τα πόδια σου τρέμουν. Το έχεις πάρει απόφαση, όμως πια κι αυτό αλαφρώνει την καρδιά σου. Θα κυνηγήσεις τη χίμαιρά σου. Οι χίμαιρές μας. Τα αγνά όνειρα της παιδικής μας ηλικίας, τα ενθουσιώδη σχέδια της επαναστατημένης μας εφηβείας φαίνεται πως κάπου χάνουν το δρόμο στην ανώμαλη πορεία προς την ενηλικίωση. Το σκληρό παιχνίδι της επιβίωσης ξεφτίζει πολλές φορές την ικανότητά μας να ονειρευόμαστε και εξασθενεί τη δύναμη που είχαμε μικροί να βάζουμε μαγεία στη ζωή μας. Η βολή στη σιγουριά μιας ανιαρής κατά τ’ άλλα καθημερινότητας γίνεται η πιο σίγουρη παγίδα, για να μείνουν τα όνειρά μας παρατημένα για πάντα στο σκονισμένο μπαούλο των αναμνήσεων.

16


αντί × λόγου

ονείρων

Κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα πάει να πει έχω εντιμότητα και κότσια. Εντιμότητα να παραδεχτώ τα πραγματικά μου θέλω και κότσια να δώσω τις μάχες που χρειάζονται για να μπορέσω κάποτε να ζήσω μέσα σε αυτά. Δεν υπάρχουν μυστικές συνταγές και εύκολες λύσεις. Ούτε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι άνθρωποι. Μόνο άνθρωποι που πιστεύουν αληθινά και παλεύουν θαρραλέα. Όλα είναι δυνατά. Ακατόρθωτο δε νομίζω να υπάρχει, μονάχα αδοκίμαστο. Είναι, βέβαια, ευκολότερο να γκρινιάζουμε και να μεμψιμοιρούμε, αραγμένοι στην ασφάλεια του καναπέ μας. Και σίγουρα, είναι ιδιαίτερα ανακουφιστικό να μετατοπίζουμε τα αδιέξοδα των προσωπικών μας επιλογών στις πλάτες κάποιων άλλων. Η αλήθεια είναι, όμως, πως οι μόνοι που μπορούν να σκοτώσουν τα όνειρά μας είμαστε εμείς οι ίδιοι και κανένας άλλος. Και η αποτυχία; Η αποτυχία είναι καμιά φορά το πιο σημαντικό κομμάτι στην πορεία. Είναι αυτό που μπορεί να θεριέψει την επιθυμία και να ατσαλώσει τη θέληση, κάνοντάς μας να συνεχίζουμε με ακόμα μεγαλύτερη λύσσα για όσο καιρό χρειαστεί. Μια ενδεχόμενη αποτυχία μπορεί να μεγαλώνει τη διαδρομή προς το τέρμα, αλλά σε καμία περίπτωση δε διακόπτει το ταξίδι. Όχι αν ο τερματισμός είναι αυτό που επιθυμούμε ολοκληρωτικά και απόλυτα. Τα όνειρα είναι οι μικρές πινελιές χρώματος στο ασπρόμαυρο φόντο της ζωής μας. Είναι τα υπέροχα ταξίδια αναζήτησης της εσωτερικής δύναμης και του ιδανικού εαυτού μας. Ακόμα και οι αμυχές που χαράζει το πάλεμά τους στο σώμα και την ψυχή μας, αντισταθμίζονται από τη χρυσόσκονη που πασπαλίζει απλόχερα η πραγματοποίησή τους σε κάθε πτυχή της ύπαρξής μας. Ζωή δίχως όνειρα σημαίνει ανώφελο ξόδεμα και στεγνή επιβίωση. Ο ορίζοντας είναι απέναντι και οι φτερούγες στην πλάτη μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι να δώσουμε ένα σάλτο και να αφεθούμε επιτέλους σ’ αυτό το μαγικό ταξίδι. Και ποιος ξέρει; Ίσως κάποτε εκείνα τα αστέρια που θαυμάζαμε από ψηλά να μη φαντάζουν πια και τόσο μακρινά...

×

17


αντί × λόγου

διήγημα

Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε παρέα ξενυχτήσαμε με μια φωνή λαχτάρα. Ο Χρήστος απόμεινε να κοιτάζει στωικά τον άδειο τοίχο απέναντί του λες και η λερωμένη του επιφάνεια θα του χάριζε την έμπνευση. Ο Χρήστος, άφραγκος καλλιτέχνης. Μόνο αυτή τη ριμάδα την έμπνευση διέθετε, με αυτή ζούσε κι ανέπνεε, περιμένοντας να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα. Μια δεκάδα τραγούδια ήταν η περιουσία του όλη κι όλη, και κάτι ψιλά, όσα είχαν απομείνει από την ανάγκη της στιγμής ή καλύτερα της βαρυχειμωνιάς που τον ανάγκασε να αγοράσει το παλτό. Δυο βδομάδες ο Χρήστος χαλβάδιαζε έξω από τη βιτρίνα του μαγαζιού. Τόσο του είχε πάρει μέχρι να αποφασίσει να εξαντλήσει και τα τελευταία ψίχουλα του ταμείου ανεργίας και να αγοράσει το πανωφόρι που η θαλπωρή του θα έκανε απόψυξη στο κοκαλωμένο του σώμα, να κυκλοφορήσει το αίμα στα ξυλιασμένα του δάχτυλα, για να μπορέσει να τελειώσει τα τραγούδια. Με μια κίνηση είχε σπρώξει τη βαριά κρυστάλλινη πόρτα, βαδίζοντας ολοταχώς προς το στόχο του, έρμαιο εν τέλει στα χέρια του υπαλλήλου που σαν ενοχλητικό έντομο ζουζούνιζε ολόγυρά του, ισιώνοντας τα πέτα και τα μανίκια, εκθειάζοντας την ποιότητα. Και μετά, τράβηξε κατά το ταμείο, και τότε η άκρη του ματιού του πήρε το Θέμη Καζάζη. Αυτόματα απόμεινε στήλη άλατος, νοιώθοντας ταραχή ερωτοχτυπημένου μαθητή. Χωρίς παρεξήγηση, επρόκειτο για έρωτα επαγγελματικό, αυτήν την ανόσια λαγνεία του στιχουργού προς το συνθέτη, τον άνθρωπο που θα ντύσει τα λόγια με μουσική και θα τα κάνει να απογειωθούν στα ουράνια. «Κοίτα σύμπτωση!», σκέφτηκε ο Χρήστος με όλη του την προσοχή στραμμένη στον Καζάζη που δοκίμαζε ένα παλτό όμοιο με το δικό του. Παρόλο που ο Χρήστος θεώρησε την ευτυχή σύμπτωση σημάδι από ψηλά, το ξινισμένο ύφος του συνθέτη τον απέτρεψε από το να κάνει τα δέκα βήματα που τους χώριζαν και να μιλήσει σε αυτόν που η φαντασία του είχε στεφανώσει με τις δάφνες του σωτήρα. «Ίσως δεν είναι καλή η στιγμή», μουρμούρισε ελαφρά αποκαρδιωμένος, ενώ το χέρι του μετρούσε και ξαναμετρούσε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη, από φόβο μήπως και κάποιο είχε παραπέσει και γινόταν ρεζίλι στο ταμείο του καταστήματος. Με την τεράστια χάρτινη τσάντα παραμάσχαλα (αλήθεια, τι σπατάλη χαρτιού, με πόσους στίχους θα μπορούσε να το γεμίσει!), ο Χρήστος κοντοστάθηκε αναποφάσιστος στο ξεροβόρι. Κάτι μέσα του τού έλεγε να περιμένει, όμως τον είχε πιάσει τρέμουλο από την ταραχή. Το λίγο αποθεματικό κουράγιο τον εγκατέλειψε, όταν είδε τον Καζάζη να βγαίνει με μια τσάντα όμοια με τη δική του και να μπαίνει φουριόζος σε ένα ταξί.

18


αντί × λόγου

διήγημα

Ο Χρήστος ξεφύσησε ανακουφισμένος. Καλύτερα που δεν του είχε μιλήσει! Να του έλεγε τι, μπαρούφες; Θα στρωνόταν να τελειώσει τα τραγούδια και μετά θα κανόνιζε να συναντήσει τον συνθέτη. Κι έτσι, δεκατέσσερις μέρες μετά την κοσμοϊστορική αγορά, δεν του έλειπε παρά ένα κουπλέ για να ολοκληρώσει το έργο του. Στο μεταξύ είχε μάθει, όχι μόνο πού έμενε ο Καζάζης αλλά και όλο το καθημερινό του πρόγραμμα. Επιτέλους, το πλήρωμα του χρόνου έφτασε κι ο Χρήστος έβαλε σε ένα χοντρό καφετί φάκελο καθαρογραμμένα δέκα τραγούδια. Έγραψε απ’ έξω τη διεύθυνση του Καζάζη κι έμενε μόνο να αποφασίσει πώς θα έφτανε στα χέρια του συνθέτη. Άλλο να το λες κι άλλο να το κάνεις! Τώρα που είχε φάει το βόδι, τον γαργαλούσε η ουρά. Στο τέλος πήρε την απόφαση να παραδώσει ο ίδιος το φάκελο, για σιγουριά. Στις εννιά είχε καρφώσει το βλέμμα ψηλά στο πολυτελές ρετιρέ του Καζάζη. Πέρασε κάμποση ώρα και δεκάδες άσχετοι, μέχρι ο μουσικοσυνθέτης να βγει και με φούρια να στρίψει την πρώτη γωνία δεξιά. Τα πόδια του Χρήστου χρειάστηκαν πέντε δευτερόλεπτα έως ότου πειστούν να ξεκολλήσουν από το έδαφος και να τρέξουν πίσω από τον Καζάζη που τρία τετράγωνα πιο κάτω έμπαινε σε ένα πολυτελές καφέ. Ο Χρήστος δείλιασε κι απόμεινε να κοιτάζει σαστισμένος τους βελούδινους καναπέδες και τα σκαλιστά τραπέζια, πολυτέλεια τόσο ξένη για αυτόν, τόσο όμως συνηθισμένη στον κύκλο του μουσικοσυνθέτη. Φιλιά, χειραψίες, αγκαλιές και πειράγματα, ένας κλειστός κύκλος που δεν έμελλε ούτε να τετραγωνιστεί, ούτε να ανοίξει για τους ασήμαντους. «Θείο, θα πάρεις ένα λαχείο;» του γέλασε ο πιτσιρικάς με το ξεδοντιάρικο στόμα. Τι λαχείο να έπαιρνε, αναρωτήθηκε ο Χρήστος που στην τσέπη του κουδούνιζαν μερικά ευρώ όλα κι όλα! «Εξάλλου, τα λεφτά πηγαίνουν πάντα στα λεφτά», κατέληξε απογοητευμένος, κοιτάζοντας το πάνω-πάνω νούμερο. 14071979, η δική του ημερομηνία γέννησης. Ο μικρός λαχειοπώλης έσπρωξε την πόρτα με μια τόλμη που μόνο οι πολύ νέοι και οι τρελοί διαθέτουν. Ο Χρήστος τον παρατήρησε για λίγο καθώς στεκόταν πάνω από την παρέα, αγνοώντας επιδεικτικά τις κινήσεις αποπομπής από τους συνδαιτυμόνες. Αλλάζοντας ξανά γνώμη, ο Χρήστος επέστρεψε έξω από την πολυκατοικία του Καζάζη, πλησίασε το γραμματοκιβώτιο και με θρησκευτική ευλάβεια έριξε το φάκελο στη θυρίδα του συνθέτη. Σαν να είχε αδειάσει ξαφνικά, έσυρε τα βήματά του μέχρι τη γκαρσονιέρα του, ξάπλωσε κι έπεσε σε λήθαργο. Ούτε ήξερε να πει πόσες ώρες κοιμόταν. Όταν επιτέλους άνοιξε τα μάτια, ένοιωσε το ίδιο κενό, λες και όλη η ζωή είχε στραγγίσει από πάνω του. Μόνο να περιμένει απόμενε, ένα τηλεφώνημα, μια λέξη.

19


αντί × λόγου

διήγημα

Οι μέρες έγιναν βδομάδες χωρίς ειδήσεις. Ο Χρήστος άτολμος από τη φύση του σε ό,τι αφορούσε το κυνήγι της επιτυχίας, είχε περιοριστεί να θηρεύει μια θέση υπαλληλίσκου στις αγγελίες των εφημερίδων. Το καινούριο του παλτό στεκόταν ατσαλάκωτο απέναντί του να του χαμογελάει μοχθηρά, κοροϊδεύοντάς τον. Δυο μήνες χωρίς νέα από τον Καζάζη. Να είχε άραγε παραπέσει ο φάκελος; Αποκλείεται! Τι πιο πιθανό, οι στίχοι του δεν άξιζαν δεκάρα τσακιστή, βορά τώρα στους ανέμους και τις βροχές, σκισμένα χαρτάκια σε χωματερή ή σε κάποιο κάδο ανακύκλωσης. Ο Χρήστος σηκώθηκε από το κρεβάτι –μήπως και είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα;- να φτιάξει ένα καφέ να στυλωθεί, να πάει στη δουλειά που με χίλιους κόπους είχε βρει. Άναψε το γκάζι και το ραδιόφωνο μαζί. «Ακόμα δε βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια ανακοίνωνε θριαμβευτικά λίγο προτού περάσει στο δελτίο καιρού. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους. Μία καφές, μισή ζάχαρη, ανακάτεμα, παύση. Το ραδιόφωνο συνέχιζε τη φλυαρία του. Ο καφές φούσκωσε, τον έχυσε στο φλιτζάνι. «Μεγάλη επιτυχία γνωρίζει ο καινούριος δίσκος του Θέμη Καζάζη. Στην πρώτη βδομάδα της κυκλοφορίας του έχει γίνει κιόλας πλατινένιος!» Η καρδιά του Χρήστου έχασε ένα χτύπο καθώς εκείνος τέντωνε τα αυτιά του να ακούσει, τα χέρια του σφίχτηκαν σπασμωδικά γύρω από το φλιτζάνι. «Στο κόσμο αυτό που ζήσαμε παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα…» Αυτοί οι στίχοι ήταν δικοί του, τα κοκαλωμένα του χέρια τους είχαν γράψει στο χαρτί! «Μήπως είναι σύμπτωση;» πήγε να αποκοιμίσει τη συνείδησή του. Όμως όχι! Η καρδιά και το μυαλό του Χρήστου γέμισαν φρίκη. Οι στίχοι οι δικοί του είχαν γίνει τραγούδι χωρίς να τον ρωτήσει κανείς, να τον ειδοποιήσει, να τον ενημερώσει! Ο θυμός ανέβηκε χολή στο λαιμό του, τα χέρια του τραντάχτηκαν από το τρέμουλο, αδυνατώντας να συγκρατηθούν, στέλνοντας το περιεχόμενο του φλιτζανιού στον πιο κοντινό εχθρό, το παλτό που γελούσε με τον πόνο του. «Πώς υπήρξα τόσο αφελής;» αναρωτήθηκε ο Χρήστος σαν να μη μπορούσε ακόμα να πιστέψει το εξωφρενικό. Το ίδιο απόγευμα άκουγε το δίσκο που είχε γίνει κιόλας πλατινένιος. Δέκα τραγούδια, δικά του όλα κι όμως, το όνομά του δεν υπήρχε πουθενά. Τη δική του επιτυχία τη χαιρόταν ο Καζάζης, ο κάθε Καζάζης αυτού του κόσμου που θεωρεί τον εαυτό του ένα μικρό θεό. Τι μπορούσε να κάνει τώρα; Τους στίχους δεν τους είχε κατοχυρώσει πουθενά. Ποιος θα τον πίστευε; Να τηλεφωνούσε του Καζάζη; Πού πήγαινε να μπλέξει; Θα έβαζε ο άλλος κανένα μεγαλοδικηγόρο και θα του έκανε το βίο αβίωτο. Γιατί δυο μήνες δεν είχε ζητήσει να μάθει από τον ίδιο το συνθέτη; Πώς στέλνεις κύριε ένα μάτσο στίχους και τους παρατάς στο έλεος του Θεού, ενώ γνωρίζεις πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο; Τέλος της εργάσιμης βδομάδας. Παρασκευή απογευματάκι, την ώρα που οι περισσότεροι σκέφτονται ένα αργόσχολο ραχατλίδικο Σαββατοκύριακο. Την ίδια ώρα ο Χρήστος νοιώθει μοναχά το χειμώνα, τον αέρα να τον περονιάζει και το κορμί του να αποζητάει τη θαλπωρή του παλτού. Το καημένο το παλτό που γνώρισε το θυμό του, εκείνον το θυμό που άξιζε να ξεσπάσει στην κασίδα του Καζάζη. Το καημένο το παλτό που τον περίμενε στο καθαριστήριο άσπιλο ξανά κι αμόλυντο!

20


αντί × λόγου

διήγημα

Η κοπέλα ζητάει το απόκομμά του. «Μη το τυλίξετε! Θα το φορέσω!» της λέει ο Χρήστος και νομίζει πως εκείνη του ρίχνει ήδη ματιές συμπόνιας. Βγαίνει έξω, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σφίγγει και ξεσφίγγει τα δάχτυλα, χαϊδεύει με ευγνωμοσύνη τη βελούδινη φόδρα. Θα του χρειαστούν μερικά δευτερόλεπτα μόνο για να καταλάβει πως πιάνει ένα χαρτί διπλωμένο στα δύο. Ακόμη και το αρρωστημένο φως της λάμπας αρκεί για να αναγνωρίσει το λαχείο. 14071979, κοιτάζει σαν χαμένος το μαγικό χαρτί. Ψάχνει ολόγυρα σαν να έχει καταληφθεί από τεταρταίο πυρετό. «Ακόμη δε βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια του τριβελίζει το μυαλό. Προχωράει στα τυφλά, παραπατάει ζαλισμένος μέχρι που βλέπει το πρακτορείο. Σε μιαν άκρη της βιτρίνας τα μαύρα γράμματα σχηματίζουν ένα και μοναδικό αριθμό. Με οδυνηρή προσπάθεια αποκρυπτογραφεί τις κουκίδες που του μοιάζουν ξένη γλώσσα. Γελάει, γελάει δυνατά! 14071979! Δε θα μπορούσε να είναι άλλο! Σαν σε παραζάλη ο νους του γυρίζει πίσω, αναπλάθει μια σκηνή τρεις μήνες πριν. Ο μικρός λαχειοπώλης, η παρέα που στρογγυλοκάθεται αδιάφορη στη μιζέρια λίγα μέτρα μακριά, ο άνθρωπος που φοράει το ίδιο παλτό. Ο Καζάζης αγοράζει το λαχείο για να ξεφορτωθεί επιτέλους τον ενοχλητικό μικρό που τους χαλάει την ησυχία, το πετάει αδιάφορα στη τσέπη του πανωφοριού του. Γιατί να το γυρέψει αλήθεια; Έχει άλλα στο μυαλό του, ας πούμε πώς να κλέβει τους στίχους των ασήμαντων. Γελάει, γελάει μοναχός του καθώς μεμιάς όλα ξεκαθαρίζουν. Το παλτό που φοράει δεν είναι το δικό του, είναι του Καζάζη. Κι ο Χρήστος μακαρίζει την ιδιοτροπία της τύχης που τον έκανε να χρησιμοποιήσει το καθαριστήριο που ο συνθέτης είχε στείλει το δικό του παλτό. Άμα κλέψεις από τον κλέφτη, είσαι κι εσύ κλέφτης; Μπορεί! Όμως το 14071979 δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Και αν ακόμα είχε, δεν τα κατοχύρωσε κανείς. «Τώρα το λαχείο είναι δικό μου, μοναχά δικό μου». Ο Χρήστος γελάει ακόμα, καθώς με μια αποφασιστική κίνηση σπρώχνει τη βαριά γυάλινη πόρτα του πρακτορείου.

× Ευρυδίκη Αμανατίδου

Η Ευρυδίκη Αμανατίδου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή. Έχει εκδώσει τα: «Ένα καπέλο για τον καθηγητή», 1993, εκδόσεις Δελφίνι, «Στη Μεσόγειο κολυμπούν παράξενοι θεοί», 2006, εκδόσεις Βασιλείου, «Σιωπηλή πέτρα», 2007, εκδόσεις Μίνωας, «Η ακριβή ανάσα του νερού», 2009, εκδόσεις Μίνωας, «Ο φύλακας στο φάρο», 2011, εκδόσεις Μίνωας. Το ιστολόγιο της βρίσκεται στη διεύθυνση evriam.blogspot.com

21


αντί × λόγου

TINA

TINA T.I.N.A.

γράφει η Νικολέτα Δεληβογιατζή

..Έχω μια κοπελιά. Την ΤΙΝΑ. Είναι ιδιόρρυθμη γκόμενα. Με κάνει να πιστεύω σε μία και μόνο λύση στα προβλήματά μου. Μέρα με τη μέρα μου μειώνει τις επιλογές κι οι ελπίδες μου εξανεμίζονται. Το μαύρο και το άσπρο είναι τα μοναδικά χρώματα που ξέρει κι αν κάνεις να της μιλήσεις για το γκρι, ούτε λόγος. Σου γλύφει τρυφερά το λαιμό και σου λέει πως νιώθει να μην την αγαπάς πια. Γεμίζεις τύψεις και διαγράφεις το γκρι απ' την παλέτα της ψυχής σου. Είναι κάθετη κι αμετάκλητη. Ποτέ δεν ένιωθα ιδιαίτερα ελεύθερος, μα από τη στιγμή που με τόσο πάθος και επιμονή απέκτησα την ΤΙΝΑ έπεσα με τα μούτρα και βάλθηκα να βρω τρόπους να μην είμαι ελεύθερος και πάλι. Σαν το ναρκωτικό της σκλαβιάς να έγινε ισχυρότερο. Ένα αίσθημα αυτεπιστασίας μεγαλώνει μέσα μου. Όταν βρίσκομαι δίπλα στην αισχρή μορφή της, το σάπιο της χαμόγελο με κάνει να κοιτώ κάτω, το χώμα ή καμιά φορά τον ουρανό - αυτό το κάνω, όταν ονειρεύομαι. Μπροστά της κανείς δεν μοιάζει μαραμένος. Κι ας έχω γνωρίσει ελάχιστους. Δεν με διακρίνει η κοινωνικότητα, το ξέρω. Η ΤΙΝΑ είναι η μόνη μου παρηγοριά. Αυτή μου κρατά το χέρι σε όλα μου τα ταξίδια. Γουστάρει συγκεκριμένα και η διασκέδασή μας θα χαρακτηριζόταν μονόχνοτη. Ας είναι. Καμιά φορά νιώθω όμορφα κι αμέσως τη βλέπω να σοβαρεύει και να μου κάνει μούτρα. Της ζητώ συγγνώμη και μιζεριάζω, για να ταιριάζω στο μοναδικό της στυλ. Ο ψυχολόγος μου λέει πως δεν μου κάνει καλό αυτή η σχέση. Φίλους δεν έχω να μου το πουν. Μου λέει πως είναι απαράδεκτη η συμπεριφορά της και μου δίνει τα κίτρινα χαπάκια μήπως και την ξεπεράσω. Είναι φορές που το παίρνω απόφαση και τα καταπίνω δυο-δυο. Είναι άλλες που τα βρίσκει η ΤΙΝΑ και τα πετά. Έτσι, όποια προσπάθεια κι αν έχω κάνει μέχρι το σημείο εκείνο, πάει στράφι. "Ξανακυλάω".

22


αντί × λόγου

T.I.N.A.

Κάποτε νιώθω τις λέξεις μέσα μου να κυλούν ζεστές. Θέλω να εκφραστώ, να πείσω, να δειχθώ και η ΤΙΝΑ μου βουλώνει το στόμα με την παλάμη της. Η δική της γνώμη είναι που μετράει. Όταν πάλι γράφω, με περιορίζει σε λέξεις, χρόνο, στυλ και ύφος. Το κείμενό μου περνά λογοκρισία. Η καημένη, την λυπάμαι που με λυπάται που λυπάμαι τη ζωή μου. Η σάπια. Απορώ, πώς συνεχίζω να την κοιτώ στα μάτια, αφού αυτή μου τρώει το είναι. Είμαι προσκολλημένος πάνω της και η λέξη 'πρωτοβουλία' δεν μου λέει τίποτα πια. Βγαίνω στους δρόμους, για να κάνω τη γνωστή συλλογή βημάτων μου και τη βλέπω να με κοιτά αμείλικτη μέσα απ' τις βιτρίνες των μαγαζιών. Με παρακολουθεί, όπου πάω. Όταν μου μιλά, νιώθω την υπερβολή στα λόγια της. Θέλω να της σκίσω τα χείλια, να της δαγκώσω τα ούλα, να της γδάρω τη γλώσσα, να σταματήσει. Είναι απόλυτη και δεν μπορώ να το δηλώσω με διαφορετικό τρόπο, παρά με αυτόν. Έχω κουραστεί. Με κουράζει αυτή και τελικά όλα γύρω της. Ό,τι και αν βιώνω. Μπορεί να μου κάνει παιδιά. Μικρά αυτοκαταστροφικά μωρά. Δεν θα υπάρχω τότε πια. Με αγάπη, στην Τ.Ι.Ν.Α. = THERE IS NO ALTERNATIVE SYNDROME* *όρος της ψυχολογίας για ανθρώπους που υποφέρουν από μια ήρεμη απελπισία, που παραιτούνται και δεν είναι σε θέση να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Επιζούν, χωρίς να ζουν.

×

23


αντί × λόγου

διήγημα

«Καταρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τα γράμματα που τίμησαν την παλιά μας συμμαχία και που βρίσκονται απόψε εδώ, για να βοηθήσουν το εγχείρημά μας» και το 1 έδειξε προς τα δεξιά του και ένα πεπερασμένο πλήθος αριθμών χειροκρότησε καθώς ο Άσσος, όπως τον φώναζαν οι αριθμοί ή όπως είναι ευρέως γνωστός ως Άλφα, σηκώθηκε και έκανε μια υπόκλιση εκ μέρους των γραμμάτων. «Εν συνεχεία να ευχαριστήσω όλους εσάς που κατανοήσατε πως το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε εμείς οι αριθμοί την τρέχουσα περίοδο, είναι τεράστιο και πολύ σοβαρό. Επίσης, ζητώ συγγνώμη από τα μεγάλα νούμερα, τα οποία, όπως γνωρίζουν, είναι πολύ δύσκολο να χωρέσουν σε αυτή την αίθουσα και έχουν παραμείνει έξω στην πλατεία». «Να μη μακρηγορούμε, όμως με τα τυπικά… Θα μπω κατευθείαν στο θέμα». Το 1 ξερόβηξε δυο φορές. «Το πρόβλημα λοιπόν είναι το ακόλουθο. Το μηδέν. Το μηδέν το οποίο αποφάσισε πως δεν ανήκει πλέον στους αριθμούς και πως είναι ένα ανεξάρτητο σύμβολο. Έχουμε λοιπόν μια ανταρσία». «Μια ανταρσία η οποία, όχι απλώς μας πλήττει ως αριθμούς, μειώνοντας το κύρος και την ηθική μας αξία, αλλά ελαχιστοποιεί και το πλήθος μας. Δηλαδή πέραν που μειωθήκαμε μετά τη φυγή του κατά 1, μειωθήκαμε και κατά χ από τη στιγμή που συμπεριλαμβάνεται ως δείκτης της κενής θέσης στην ανάπτυξη αριθμών. Για παράδειγμα, ο καλός μου φίλος το δέκα, δε βρίσκεται πλέον μαζί μας, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο. Διότι το 1 μόνο του, χωρίς τη συμβολή του μηδέν στα δεξιά του, δεν μπορεί να αναγραφεί ως δέκα, παρά μόνο με τη βοήθεια των γραμμάτων. Και φυσικά όλοι εκείνοι οι ακέραιοι δεκαδικοί που είναι μικρότεροι του 1 και μεγαλύτεροι του μηδενός. Και αυτοί επίσης βρίσκονται αιχμάλωτοί του. Στην ουσία το μηδέν έχει περισσότερους αιχμαλώτους από όσοι είμαστε όλοι μας αυτή την στιγμή». «Να σας υπενθυμίσω πως δεν υπήρξε ανάμεσα μας από την αρχή και πως γεννήθηκε αργότερα. Στην αρχή δειλά, στη συνέχεια πιο δυνατά, ώσπου στο τέλος έγινε αναπόσπαστο κομμάτι μας. Στην πορεία του έχει αμφισβητηθεί πολλές φορές για το αν εν τέλει είναι αριθμός ή όχι. Για τις αμφισβητήσεις αυτές προς το πρόσωπό του πιθανολογούμε πως αποφάσισε ότι δεν ανήκει πια στο σύνολό μας. Έτσι, εναντιώθηκε προς εμάς κρατώντας αναπόφευκτα αιχμάλωτους όλους αυτούς τους αριθμούς που το εμπεριέχουν». «Σε αυτό το σημείο θα παρακαλούσα το στρατηγό 5 να ανέβει και να μας υποδείξει το σχέδιο που κατάστρωσε για την αντιμετώπιση του προβλήματος». Και αποχωρώντας το 1, ανέβηκε στο έδρανο το 5 μέσα σε χειροκροτήματα και επευφημίες.

24


αντί × λόγου

διήγημα

«Θα ήθελα να σας χαιρετήσω και εγώ με τη σειρά μου», είπε το 5, «και να περάσω γρήγορα στο σχέδιο αντιμετώπισης του μηδενός. Το μηδέν βρίσκεται σε ένα κάστρο. Ένα πελώριο κάστρο γεμάτο παγίδες και ινδικά μυστικά από τον τόπο καταγωγής του. Το κάστρο αυτό βρίσκεται στην καρτεσιανή έρημο, σε συντεταγμένες πολύ μακρινές από οποιοδήποτε άλλο σημείο, θέτοντας το έτσι απόλυτα κυρίαρχο απέναντι στους αιφνιδιασμούς». «Το μόνο που μας μένει λοιπόν είναι η κατά μέτωπο επίθεση. Θα το περικυκλώσουμε με όλα μας τα όπλα, χτυπώντας το από πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις, ελαχιστοποιώντας έτσι την άμυνά του. Στόχος μας είναι να εισβάλουμε στο κάστρο, να το αιχμαλωτίσουμε και να το επανεντάξουμε στο σύνολό μας, ελευθερώνοντας παράλληλα και τους φίλους μας». «Τα πάντα θα κριθούν στο πεδίο της μάχης. Είναι ο μόνος δρόμος. Ευτυχώς ή δυστυχώς». Αυτά είπε το 5 και όλοι μαζί οι αριθμοί, μαζί με τα γράμματα, ξεκίνησαν προς την καρτεσιανή έρημο. Ζώστηκαν τα όπλα τους, έντυσαν τις πανοπλίες τους, έζεψαν τις συναρτήσεις τους και φόρτωσαν τα θεωρήματά τους. Όλα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη μάχη. Πρώτο προχώρησε το 1, ακολούθησε το 2, ύστερα το 3, και ούτω καθεξής. Το μηδέν καθόταν στο θρόνο του και κοιτούσε το κενό. Σκεφτόταν. Πέρα, έξω από το θεωρείο, η καρτεσιανή έρημος φάνταζε απέραντη. Στο βάθος, εκεί που ο ουρανός εφάπτονταν την καυτή άμμο, ένα σύννεφο σκόνης είχε σχηματιστεί. «Πλησιάζουν… Και έρχονται όλοι τους… Όπως σας το είχα πει αφέντη». Το μηδέν δεν έδειχνε να ανταποκρίνεται και συνέχισε να αντικρίζει το κενό. «Πλησιάζουν αφέντη. Με ακούτε;» «Τι νόημα έχει να είσαι ένα τίποτα;». «Πλησιάζουν σας λέω…» «Η ιστορία δε μου φέρθηκε δίκαια. Ενώ εγώ ήμουν και είμαι τόσο δίκαιο. Ξέρω να χωρίζω σε δύο ίσα μέρη, αλλά τι είναι ένας αριθμός που απλά χωρίζει; Είναι μονάχα ένας αριθμός; Όχι! Δεν μπορεί να είναι απλά ένας αριθμός…Άρα το τίποτα είναι αυτό που αντιπροσωπεύω;» «Δε σας καταλαβαίνω αφέντη. Το τίποτα; Τι θέλετε να πείτε;» «Δε σε άκουσα Όμικρον; Πώς είπες;» «Μας πλησιάζουν άρχοντά μου. Όπως σας είχα προειδοποιήσει». «Ναι καλό μου Όμικρον. Πλησιάζουν. Όπως το είχες πει. Σε ευχαριστώ για τη φιλότιμη προσπάθειά σου. Είσαι το μόνο που με καταλαβαίνει. Αλλά τα γνώριζα όλα εξαρχής και πίστεψε με…Είμαι απόλυτα προετοιμασμένος». «Το Όμικρον είναι μαζί του» είπε το 1. «Μας πρόδωσε» απάντησε το Άλφα περισσότερο στον εαυτό του παρά στο 1. Κοίταξε γύρω του. Η έρημος είχε γεμίσει κυριολεκτικά με αναρίθμητους αριθμούς. Έφταναν μέχρις εκεί που βλέπει το μάτι σου και ακόμα παραπέρα. Γέμιζαν όλες τις συντεταγμένες της καρτεσιανής ερήμου και στέκονταν σε θέση βολής από το κάστρο.

25


αντί × λόγου

διήγημα

«Εσείς τόσοι πολλοί και κανείς δεν πήγε με το μέρος του. Εμείς τόσα λίγα και ανάμεσά μας βρισκόταν ένας προδότης». Κοίταξε πίσω του απογοητευμένο τα υπόλοιπα γράμματα και στη συνέχεια με ένα αιχμηρό βλέμμα το κάστρο. «Όταν όλοι όρθωσαν ανάστημα στον όλεθρο» ξανάπε μετά από λίγες στιγμές απευθυνόμενος στο κάστρο «οποία ντροπή, εσύ, ένας προδότης, διέσπασες την ομάδα… Πλέον δε θα σε αναφωνούμε ως Όμικρον, αλλά ως Ουδέν. Ουδέν, ο υπηρέτης του μηδενός». Μίσος έσταζε από τα λόγια του Άλφα και το 1 ένιωσε την πικρία του. Έγνεψε συμπονετικά στο Άλφα και στη συνέχεια στράφηκε στο στρατηγικό 5 σαν να του έλεγε πως όλα ήταν έτοιμα. Το 5 πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε με τη σειρά του τους στρατιώτες που ήταν έτοιμοι για μάχη. Μπορούσε να αισθανθεί την αγωνία τους και ήλπιζε να μην μετέδιδε την δική του σε αυτούς. Δεν ήταν σίγουρο για το αποτέλεσμα, αλλά θα έκανε τα πάντα για να κερδίσει. Οι συμβουλές των τριών σοφών, του π, του e και του i, που τώρα παρακολουθούσαν μακριά από ένα λόφο του είχαν δώσει κουράγιο. Σήκωσε το χέρι του για λίγες στιγμές και όταν το κατέβασε έδωσε το έναυσμα για την εισβολή στο κάστρο του μηδενός. Ξεκίνησαν τότε όλοι οι αριθμοί. Κρατούσαν για ασπίδες το σύμβολο της πρόσθεσης, μιας και το μηδέν είναι το ουδέτερο στοιχείο της και στο ρόλο του προσθετέου δεν έχει την δυνατότητα να επηρεάσει κανέναν. Μάταια όμως. Ο Ινδός μυστικιστής γνώριζε φυσικά τα απλά αυτά κόλπα και εκτόξευσε από το κάστρο του τεραστίων διαστάσεων σύμβολα του πολλαπλασιασμού. Με το που τα αντίκριζαν οι αριθμοί, άρχισαν ο ένας μετά τον άλλον να εξολοθρεύονται. Ίσα ίσα που προλάβαινε να ακουστεί ένα σπαραχτικό ουρλιαχτό από τα χείλη τους, ενώ αμέσως μετά ένα συννεφάκι καπνού εμφανιζόταν στην θέση όπου στεκόταν. Προσπαθούσαν να πολλαπλασιαστούν μεταξύ τους… Μάταια όμως… Το μηδέν είναι ο μοναδικός κυρίαρχος των γινομένων. Τότε έπιασαν δουλειά τα γράμματα. Μπήκαν στο πεδίο της μάχης και μετέτρεψαν το σύμβολο του πολλαπλασιασμού σε σύμμαχό τους, σε ένα από αυτά. Το τοποθέτησαν ανάμεσά τους και έγραψαν λέξεις, λέξεις που ναι μεν έμοιαζαν ορνιθοσκαλίσματα, μα παρέμεναν λέξεις. Το ‘×’ από επί έγινε ένα καχεκτικό χι και γράφτηκαν λέξεις όπως ια×ή ή ×άδι ή έ×ω ή ×ώμα. Το ηθικό των αριθμών αναπτερώθηκε. Ανασυντάχτηκαν αμέσως και κάτω από τις εντολές του 5 όρμησαν ξανά με σθένος. Όχι με απλά σύμβολα αυτή τη φορά, αλλά σχηματίζοντας πολύπλοκες και σχεδόν άλυτες συναρτήσεις ή τεράστιες ακολουθίες όπως η Φιμπονάτσι ή ακόμα και πολυδιάστατους πίνακες.

26


αντί × λόγου

διήγημα

Τότε τεράστιες δοκοί εκτοξεύτηκαν από το κάστρο και καρφώθηκαν στο έδαφος, σηκώνοντας στον αέρα την καυτή σκόνη της ερήμου. Πριν κατανοήσουν οι αριθμοί τι ακριβώς ήταν αυτές οι δοκοί, άρχισαν ξανά να εξαφανίζονται. Οι δοκοί ήταν γραμμές διαίρεσης και με το μηδέν από πίσω τους, καθιστούσαν αδύνατη τη διαίρεση, οπότε και ανύπαρκτη. Ξανά τα γράμματα έπιασαν δουλειά και κατέρριψαν τις δοκούς, έτσι ώστε ήταν απλά μία υπογράμμιση. Για άλλη μια φορά οι αριθμοί έστειλαν το τρίτο κύμα της επίθεσής τους. Αυτή την φορά κρατούσαν σάρισες και τις έστρεψαν προς το κάστρο. Τότε μετατράπηκαν σε όρια τα οποία έτειναν στο μηδέν. Και πάλι όμως το μηδέν τα αντέκρουσε. Έριξε συνημίτονα και τα κάλυψε εξουδετερώνοντας κάθε όριο και κάθε αριθμό που το κρατούσε. Αυτό συνεχιζόταν για μέρες και μέρες χωρίς οι αριθμοί να μπορέσουν να πλήξουν το μηδέν στο ελάχιστο. Άλγεβρα, γεωμετρία, αριθμητική αποδείχτηκαν άχρηστες. Όπως επίσης και η τριγωνομετρία, οι πιθανότητες και η μηχανική. Αλλά και τα νεότερα μαθηματικά όπως η λογική και τα μαθμοντέρνα. Ώσπου μια μέρα το 5, απεγνωσμένο καθώς ήταν, έριξε μια ματιά στο λόφο των σοφών και είδε τους σοφούς να το κοιτάζουν και αυτοί. Τότε ένας από τους σοφούς του έδωσε μια ιδέα. Ο i, αυτός ο φανταστικός αριθμός, ο imaginaire, ο γιωτ, του κέντρισε τη φαντασία και του έδωσε έμπνευση. Μια νέα ιδέα. Έθεσε πως Ω είναι ένας νέος φανταστικός αριθμός, ο οποίος δεν επηρεάζεται από το μηδέν. Ένας υβριδικός αριθμός, που σε κάθε πράξη αλλάζει την ιδιομορφία του και μετατρέπεται στην κατάλληλη λύσηαπάντηση απέναντί του. Ακόμα και στον πολλαπλασιασμό, ακόμα και στη διαίρεση. Και εδημιουργήθη το Ω. Αριθμός γεννημένος στο πεδίο της μάχης που πρωτοπερπάτησε επάνω στην καυτή καρτεσιανή έρημο, ανάμεσα στις εκατομμύρια μαθηματικές πράξεις και στους σε όλους τους αριθμούς που αδυνατούσαν να αντισταθούν στο μηδέν. Και προχώρησε αγέρωχο προς το κάστρο, χωρίς να βρίσκει καμία αντίσταση. Το μηδέν βγήκε στο θεωρείο και ατένισε την απεραντοσύνη. Τότε γέλασε. Γέλασε τρανταχτά και φώναξε στους αντιπάλους του. «Ανόητοι! Απλά έπαιζα μαζί σας μέχρι τώρα. Ας σοβαρευτούμε όμως λοιπόν, αφού έτσι το θέλετε. Ας σκουπίσουμε επιτέλους τα σκουπίδια σας που λερώνουν την έρημό μου». «Δίκαια σας χώριζα τόσα χρόνια και το ίδιο δίκαια θα σας εξαφανίσω. Γιατί εγώ είμαι το τίποτα κι εγώ είμαι το παν. Εγώ είμαι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα πάντα. Εγώ είμαι ο καθρέφτης της ψυχής σας». Καθρέφτης είπε και καθρέφτης έγινε. Από το πουθενά εμφανίστηκε ο στρατός του. Ο στρατός που αυτός είχε δημιουργήσει με τη γέννηση του πριν από εκατοντάδες χρόνια. Ο στρατός των αρνητικών αριθμών.

27


αντί × λόγου

διήγημα

Γιατί κάθε αριθμός έχει και τον αρνητικό του. Γιατί κάθε αριθμός έχει και το αντίστοιχο παιδί του μηδενός. Και με μία απλή μαθηματική πράξη, την αφαίρεση, το είδωλο του κάθε αριθμού επάνω στον καθρέφτη μηδέν, τον μετέτρεπε και τον ίδιο σε μηδέν. Ακόμα και το νέο αριθμό Ω. Το Όμικρον παρακολουθούσε φοβισμένα πίσω από την πλάτη του αφέντη του, ψηλά κι αυτό, από το θεωρείο του κάστρου. Έβλεπε αρνητικούς αριθμούς να τρέχουν με φόρα και να πέφτουν επάνω στους θετικούς ομοίους τους. Θυσιάζονταν για τον πατέρα τους, μετατρέποντας τους εαυτούς τους και τους όμοιούς τους σε κλώνους του πατέρα τους. Η έρημος γέμιζε με γεωμετρική πρόοδο από ρεπλίκες μηδενικά. Ο αφέντης μηδέν χαμογελούσε με κακία από την ολοκληρωτική νίκη του. Το Όμικρον δάκρυζε από την καταστροφή. Κάποια στιγμή, όταν τα γράμματα προσπάθησαν να αντισταθούν στην ορμή των αρνητικών αριθμών, νομίζοντας πως δε θα επηρεαστούν από αυτούς, τότε εμφανίστηκαν και αρνητικά γράμματα. Γράμματα κατοπτρικά, τα οποία έμοιαζαν να έχουν βγει από τους χειρότερους φόβους τους. Γράμματα που ήταν το άλλο τους μισό από αυτό που συμβόλιζαν. Αντιγράμματα. Εκεί κατάλαβαν πως το κάθε τι έχει και το αντίθετό του και πως αναμφίβολα, αυτό που τους χώριζε ήταν το μηδέν. Το τίποτα. Και μέσα στον αχό της μάχης, εκεί, μαζί με τους αριθμούς, και τα γράμματα μετατράπηκαν σ’ ένα τίποτα. Το Όμικρον είδε τους φίλους του να χάνονται. Είδε το Ξι και το Πι να μετατρέπονται μέσα σε μιαν ανάσα σ’ ένα τίποτα. Στο απόλυτο μηδέν. Δεν άντεξε. Τα δάκρυά του πλέον δεν ήταν δάκρυα χαμού, μα δάκρυα εκδίκησης. Δεν περίμενε πως θα χαθούν οι φίλοι του, μα από έναν πόλεμο όλα επηρεάζονται. Αντέδρασε ενστικτωδώς. Έσπρωξε το μηδέν από το θεωρείο και το έριξε στο κενό. Καταλαβαίνοντας όμως το λάθος του, αντιλαμβανόμενο το μέγεθος της προδοσίας του, έπεσε και το ίδιο στο κενό ακριβώς πίσω του. Έπεσε με σκοπό όμως, να εκδικηθεί. Να εκδικηθεί τον ίδιο του τον εαυτό για αυτό που είχε κάνει στους συντρόφους του. Γιατί γνώριζε πως το μηδέν δεν πεθαίνει. Κατά την διάρκεια της πτώσης το Όμικρον παρακολουθούσε το μηδέν να πέφτει αφημένο στο παραλήρημά του. Όμως, δεν δίστασε ούτε στιγμή. Το πλησίασε στον αέρα και το αγκάλιασε. Το αγκάλιασε σφιχτά, πολύ σφιχτά. Με την πτώση τους έγιναν ένα σώμα. Έγιναν το άπειρο. Το . Οι αρνητικοί πάγωσαν. Σταμάτησαν τη μάχη κοιτάζοντας το φυλακισμένο πατέρα τους σφιχτοδεμένο με έναν άλλο κύκλο. Και οι θετικοί δεν επιτέθηκαν, ούτε τράπηκαν σε φυγή. Απλά παρακολουθούσαν. Το μηδέν δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη. Προσπαθούσε να ξεφύγει μα δεν μπορούσε. Δεν εξεπλάγη από την εξέλιξη στην συμπεριφορά του Όμικρον, αλλά από την αδυναμία του να ξεφύγει από το δέσιμο. Δεν το έβρισκε φυσιολογικό. Κάποιος, όμως, θα του έδειχνε τον δρόμο προς τη λύση.

28


αντί × λόγου

διήγημα

Εμφανίστηκε μέσα από το πλήθος. Ήταν ένας ξεχασμένος αριθμός. Ήταν όμως κι ένας ιερός αριθμός. Ένας τέλειος αριθμός. Ο αριθμός που απεικόνιζε την ομορφιά, τη σοφία και όλες τις αρετές. Ήταν ο αρχαίος Φ, ο μαγικός αριθμός του Φειδία. Προχώρησε προς το μεταμορφωμένο μηδέν και στάθηκε μπροστά του. Το μηδέν πάλευε σαν αγρίμι να ξεφύγει. «Μην κουράζεσαι μάταια. Δεν μπορείς να ξεφύγεις» του είπε. «Μπορώ» του απάντησε αφηνιασμένο το μηδέν. «Δεν μπορεί ένα τιποτένιο γράμμα να με κρατάει φυλακισμένο». «Δεν είναι το γράμμα που σε κρατάει. Εσύ το ίδιο είσαι που κρατάς τον εαυτό σου δεμένο». «Ψέματα!» αντέκρουσε. «Μπορώ να ξεφύγω…». «Μπορείς. Αλλά μπορείς μονάχα με την προϋπόθεση πως θα είσαι η μοναδική και τελειότερη λύση στην απεραντοσύνη τον αριθμών. Πως θα είσαι η χρυσή τομή». «Δεν είμαι αριθμός». «Αληθεύει εν μέρει, γιατί είσαι το Μη και το Δεν. Είσαι η διπλή άρνηση. Όμως σε αυτή την περίπτωση το ένα σου μισό εξουδετερώνει το άλλο σου μισό. Χωρίζεις ακόμα και τον εαυτό σου στη μέση, εξουδετερώνοντάς τον. Αλλά σε αυτή την περίπτωση είσαι ένα απόλυτο τίποτα, το οποίο μετατρέπει και τα πάντα σ’ ένα απόλυτο τίποτα. Άρα τα πάντα δεν υπάρχουν, οπότε ούτε και εσύ». «Αλλά είσαι και αριθμός. Είσαι το 0. Είσαι εσύ το ίδιο ο καθρέφτης της ψυχής σου. Είσαι η πρωταρχική και ιερή λύση που έδωσε και δίνει ζωή στα μαθηματικά, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο των πάντων. Είσαι η αρχή και το τέλος. Είσαι και το τίποτα και το άπειρο. Είσαι η χρυσή τομή». Το μηδέν ηρέμησε. Ανέπνεε γρήγορα και με θόρυβο, αποτέλεσμα της κούρασης από την πάλη να ξεφύγει. Αλλά τώρα έπαψε να παλεύει. Ο δεσμός ξαφνικά λύθηκε. Το Όμικρον σηκώθηκε και στάθηκε πίσω από το Φ. Όλοι κοιτούσαν το μηδέν. Και το μηδέν τους κοιτούσε όλους. «Το τίποτα είμαι εγώ» είπε εν τέλει. «Και η χρυσή τομή είμαι εγώ. Το τίποτα όμως, δεν αξίζει περισσότερο από αυτό που ονομάζει το ίδιο. Το τίποτα είναι τίποτα. Είναι η οφθαλμαπάτη του τέλειου. Είναι το αντίθετο του τέλειου. Γιατί ακόμα και το τέλειο έχει το αντίθετό του. Εγώ θέλησα να είμαι το τέλειο, αλλά ο μόνος δρόμος που μου αναλογούσε να διασχίσω ήταν αυτός του τίποτα. Άρα, από τα δύο το μόνο που μπορώ να είμαι είναι ο καθρέφτης του ενός στο άλλο. Να είμαι η χρυσή τομή τους. Η χρυσή τομή των πάντων». Η εισβολή έληξε. Το μηδέν έγινε 0. Αλλά το σύμβολό του είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που δείχνει. Και οι αριθμοί το γνωρίζουν, οι αριθμοί θυμούνται τον πόλεμο και ξέρουν πως το μηδέν είναι ο ισορροπιστής. Όχι μόνο ανάμεσα στους ίδιους μα στα πάντα. Γιατί οι αριθμοί είναι τα πάντα.

× Ευάγγελος Λ. Ευθυμίου

29


αντί × λόγου

ταινία

γράφει ο Γιάννης Πλιώτας

Εκτός απροόπτου, ο τίτλος δεν θα σας θυμίζει κάτι συγκεκριμένο ή το πολύ-πολύ να σας φέρνει στο νου το κλασικό πλέον animation της Pixar, που είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά ως «Μπαμπούλας ΑΕ» (και του οποίου το prequel έρχεται στις μεγάλες οθόνες το 2013). Το Monsters όμως, που προτείνω σε αυτό το τεύχος, βρίσκεται στους αντίποδες της χαριτωμένης ταινίας με τα χνουδωτά τερατάκια. Πρόκειται για ένα εγκεφαλικό road movie επιστημονικής φαντασίας, αναπάντεχα καλό, που καταφέρνει, όχι μόνο να ψυχαγωγήσει το θεατή, αλλά και να ανοίξει νέους δρόμους για τους ανεξάρτητους δημιουργούς. Πάμε πρώτα στα γενικά. Το Monsters παρουσιάστηκε στους κινηματογράφους της Αγγλίας πέρσι. Eίναι μία ταινία γυρισμένη σε ύφος ντοκιμαντέρ και διαπραγματεύεται εξωγήινους. Από αυτά τα δύο και μόνο, καταλαβαίνετε ότι ακολουθεί τα χνάρια μίας προηγούμενης έκπληξης, του «District 9», που έθιγε με αλλόκοτο τρόπο το ρατσισμό και είχε κόψει πολλά εισιτήρια, καταφέρνοντας να φτάσει ακόμα και στις υποψηφιότητες των όσκαρ για καλύτερη ταινία της χρονιάς. Το Monsters είναι μικρότερου προφίλ παραγωγή. Δεν είχε παραγωγό τον Πήτερ Τζάκσον και δεν έφτασε τόσο μακριά, αλλά δεν παύει να είναι ευχάριστο και πρωτότυπο. Σε μερικά χρόνια από σήμερα, η Nasa ανακαλύπτει ίχνη εξωγήινης ζωής και αποφασίζει να τα μεταφέρει στη γη. Κατά την επιστροφή του το διαστημικό σκάφος καταπέφτει στο Μεξικό και οι εξωγήινες μορφές ζωής διαφεύγουν, μεταλλάσσονται και εξαπλώνονται, μολύνοντας μια τεράστια έκταση. Έκτοτε, ολόκληρη η χώρα εκκενώνεται και δημιουργείται μια νεκρή και άκρως επικίνδυνη ζώνη, μεταξύ κεντρικής Αμερικής και ΗΠΑ. Η Αμερικανίδα κόρη ενός εκδότη εγκλωβίζεται νότια της ζώνης και ένας φωτογράφος, υπάλληλος του πατέρα της, αναλαμβάνει να τη συνοδέψει προς κάποια ασφαλή δίοδο για το βορρά. Δυστυχώς, τα σχέδια τους αποδεικνύονται μάταια. Ουσιαστικά, η κάμερα ακολουθεί στενά το οδοιπορικό των δύο ανθρώπων, καθώς ανακαλύπτουν πράγματα που αγνοούσαν για τη νεκρή ζώνη και τους εξωγήινους, αλλά και για τις ίδιες τους τις ζωές. Ο σκηνοθέτης Gareth Edwards επιχειρεί, μέσω αυτού του επικίνδυνου ταξιδιού, να θίξει ζητήματα που ξεκινούν από τα τραύματα των ανθρώπινων σχέσεων και καταλήγουν στις προβληματικές δομές της κοινωνίας, τον απομονωτισμό και την μη αποδοχή της διαφορετικότητας. Τελικά, οι δύο πρωταγωνιστές, Whitney Able και Scoot McNairy (είναι και ζευγάρι στην πραγματικότητα), ταξιδεύουν μέσα στους εαυτούς τους.

30


αντί × λόγου

ταινία

Είναι προφανές ότι στο Monsters τα πρόσωπα υπερισχύουν της δράσης, η κάθαρση έρχεται σε αργούς ρυθμούς, οι τόνοι παραμένουν χαμηλοί. Αλλά αν σας αρέσουν οι κοινωνικές και κατά βάση μελαγχολικές ταινίες (πχ σαν το πολύ δυνατό The Road), τότε αξίζει να δοκιμάσετε την τύχη σας απέναντι στα τέρατα. Η ταινία προβλήθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και γενικά απέσπασε θετικές κριτικές (71% στο rottentomatoes.com). Ως κατακλείδα υπάρχει και κάτι άλλο, που ειδικά όσους ασχολούνται λίγο περισσότερο με τον κινηματογράφο, θα τους καταπλήξει. Αν και πρόκειται για ταινία που μοιάζει με blockbuster και έχει περίπλοκα ειδικά εφέ, το budget της δεν ξεπέρασε τα 500.000 $, νούμερο που προκαλεί σοκ για τα δεδομένα του εξωτερικού. Όλα τα γυρίσματα έγιναν σε φυσικές τοποθεσίες (ο σκηνοθέτης δεν ζητούσε άδεια για να κινηματογραφήσει), ο εξοπλισμός ήταν ημιεπαγγελματικός (για παράδειγμα ψηφιακές κάμερες διαθέσιμες σε όλους), δεν χρησιμοποιήθηκαν φωτισμοί, το συνεργείο ήταν μόνο δύο άτομα, όπως δύο μόνο είναι και οι ηθοποιοί (τον McNairy τον είχα ξεχωρίσει παλιότερα και στο επίσης εξαιρετικό low budget In Search of a Midnight Kiss). Οι υπόλοιποι «ηθοποιοί» που εμφανίζονται είναι άνθρωποι που βρέθηκαν τυχαία στα μέρη όπου γυρίζονταν οι σκηνές. Φυσικά, στο υλικό του Monsters έγινε μεγάλη επεξεργασία και προσθήκη ειδικών εφέ, για τα οποία όμως ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε κοινά προγράμματα της Adobe και επίσης έκανε όλη τη διαδικασία στην κρεβατοκάμαρά του. Όπως δήλωσε στους δημοσιογράφους «μπορείς να πας τώρα στα καταστήματα και να αγοράσεις ένα laptop που είναι πιο γρήγορο από τους υπολογιστές που έφτιαξαν το Jurassic Park».

×

Τίτλος: Monsters Σκηνοθεσία: Gareth Edwards Σενάριο: Gareth Edwards Γλώσσα: Αγγλικά Πρωταγωνιστούν: Whitney Able, Scoot McNairy Διάρκεια: 94'

31


διήγημα

Δεν με αναγνωρίζω. Η αλήθεια όμως, είναι πως δεν με απασχολεί καθόλου το γεγονός ότι οι χειροπέδες κάνουν τους καρπούς των χεριών μου να πονούν, ακόμα και στην παραμικρή κίνηση, χαράζοντας πάνω τους ένα βαθύ κόκκινο αυλάκι. Δεν δυσανασχετώ ακόμα που σε κάθε στροφή ή λακκούβα του δρόμου ο υπέρβαρος αστυνομικός που κάθεται δίπλα μου πέφτει άγαρμπα πάνω μου, συνθλίβοντας τη δεξιά μου πλευρά, και κάνοντας την ανάσα μου να σταματήσει, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τις συνέπειες της μπόχας που αναδύει. Όσο για την κλούβα, το όχημα μέσα στο οποίο με έσπρωξαν, για να με μεταφέρουν στο τμήμα μεταγωγών, πριν πάρω το φύλλο πορείας για τη φυλακή, όπου θα εκτίσω την ποινή μου, δεν μπήκα καν στον κόπο να εξετάσω, αν τηρεί τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Αν το ‘χα κάνει, μπορεί να μην αντιδρούσα, γνωρίζοντας πως στη θέση που βρίσκομαι αυτό θα ήταν ανεπίτρεπτη πολυτέλεια και δικαίωμα που δεν έχω, αλλά θα φρόντιζα, τουλάχιστον, να μην ακουμπώ το κεφάλι στον μεταλλικό τοίχο του εσωτερικού της, όπου πρόλαβα να δω μια μικρή αραιή τούφα από μαύρες τρίχες, κολλημένη πάνω του με ένα υλικό που αγνοώ, τι ακριβώς είναι, αλλά έχει ένα σκούρο κόκκινο χρώμα. Εγώ όμως, ακουμπώ το κεφάλι μου στον τοίχο, ανασηκωμένο ελαφρώς προς τα πάνω λες και απολαμβάνω τη βαριά και αποπνικτική μυρωδιά του χώρου, μη δίνοντας σημασία στις συνεχείς διαμαρτυρίες του στομαχιού μου που επιμένει να με προειδοποιεί πως αργά ή γρήγορα θα αποβάλει το περιεχόμενο του. Όλα αυτά δεν μ’ απασχολούν όμως, και γι’ αυτό λέω πως δεν μ’ αναγνωρίζω, καθώς το μυαλό μου έχει κολλήσει στη φράση που εκστόμισε ο δικαστής του αυτόφωρου που με δίκασε πριν λίγη ώρα, με συνοπτικές διαδικασίες. Την τελευταία φράση πριν αναγγείλει την ετυμηγορία του και την ποινή μου, με πομπώδες και, τολμώ να πω, χαιρέκακο ύφος. Ένοχος για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Τη στιγμή που, τη θυμάμαι πολύ καλά, έσκυψε και κοιτώντας με πάνω απ’ τα γυαλιά που φορούσε, μου απηύθυνε το ερώτημα που έμελλε να με στοιχειώνει τώρα. «Έχετε συνειδητοποιήσει, νεαρέ μου, πως με την πράξη σας σκοτώσατε το μέλλον σας;». Δεν πρόλαβα να απαντήσω, όχι μόνο γιατί δεν μου έδωσε το χρόνο, αλλά επειδή, είναι η αλήθεια, δεν το κατάλαβα καν. Σίγουρα όμως, κατάλαβα για πρώτη φορά στη ζωή μου, αυτό που προσπαθούσε να μας εξηγήσει στο Λύκειο εκείνος ο φιλότιμος φιλόλογος καθηγητής, όταν μας μιλούσε περί «φιλολογικού ερωτήματος». Γιατί τελικά αυτό ήταν το ερώτημα του Δικαστή, ένα «φιλολογικό ερώτημα», αλλά βλέπεις εμείς τότε είχαμε άλλες προτεραιότητες και έγνοιες και το να ασχοληθούμε με την ακριβή έννοια του «φιλολογικού ερωτήματος», σίγουρα δεν ήταν μια απ’ αυτές. Ήταν όμως προτεραιότητα και έγνοια «το μέλλον μας», αν όχι απολύτως δική μας, σίγουρα των γονιών μας, αλλά με το πες πες, θέλοντας και μη έγινε και δικιά μας. Για να είμαι όμως, απόλυτα ειλικρινής, για μένα αυτό το θέμα είχε πάρει σχεδόν ανθρώπινες διαστάσεις. Ήταν, δηλαδή, σαν να ‘χαν υιοθετήσει οι γονείς μου ένα ακόμα παιδί, για να μην είμαι το μοναχοπαίδι τους, που το ‘βαλαν να μεγαλώνει δίπλα μου, να γίνει κάτι σαν τη σκιά μου. Ένα παιδί, που δεν σας το κρύβω, ώρες ώρες μου έρχονταν να το κλωτσήσω, να το βρίσω, να ξεκουμπιστεί επιτέλους, να εξαφανιστεί. Δεν το έκανα ποτέ, γιατί όσο και αναίσθητος αν σας φαίνομαι, είχα κατανοήσει, πόσο σημαντικό ήταν για εκείνους και δεν είχα το δικαίωμα να τους δώσω τέτοια πίκρα.

32

αντί × λόγου


αντί × λόγου

διήγημα

Δεν είναι ειρωνεία; Δεν το κλώτσησα, ούτε το έβρισα ποτέ, κάτι που τέλος πάντων θα ήταν παροδικό και επανορθώσιμο και πήγα και το σκότωσα! Έτσι στα καλά καθούμενα… Μέσα σε μια στιγμή… Κι όμως. Αυτή η συγκεκριμένη μέρα, είχε ξεκινήσει τόσο όμορφα… Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι με ευχάριστη διάθεση και αρκετή δόση αισιοδοξίας. Τόση που την αντιλήφθηκε μέχρι και ο πατέρας μου, ο οποίος έπινε ήδη τον καφέ του στην κουζίνα μας. Δεν είπε φυσικά τίποτα, κατά πώς το συνηθίζει. Κούνησε απλώς το κεφάλι. Ίσως να μην του έδωσα το χρονικό περιθώριο και γω, ή πάλι να τον απέτρεψε να το κάνει η μητέρα μου που στεκόταν όρθια στο νεροχύτη με το μπρίκι του καφέ στο χέρι. Το σίγουρο είναι πως έφυγα χωρίς να ακούσω πίσω μου τη γνωστή φράση για «το 26 χρονών γομάρι που κάθισε στο σβέρκο μας και τα έχει γράψει όλα στα αρχίδια του». Στα γραφεία του ΟΑΕΔ στάθηκα τυχερός, καθώς η ουρά προχώρησε πολύ γρήγορα και έτσι σε λίγο βρισκόμουν μπροστά σ’ έναν υπάλληλο που αρνούνταν, όμως, να με κοιτάξει. Έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε, καθώς παρ’ ότι γλύκανα τη φωνή μου και απάντησα αμέσως στα ερωτήματα του, δεν μου έριξε ούτε ένα βλέμμα. Τα κατάφερα όμως στο τέλος, άσχετα αν το βλέμμα που μου έριξε είχε ανάμικτα μέσα του τα συναισθήματα του θυμού και της οργής. «Και ποιος σας είπε νεαρέ μου πως δίνουμε επιδόματα ανεργίας, σε όποιον δεν έχει κάνει ούτε ένα μεροκάματο στη ζωή του;». Δεν πρόλαβα να του εξηγήσω, όχι τόσο λόγω του δικού του βλέμματος, όσο του χεριού που αισθάνθηκα να αγκιστρώνει την πλάτη μου και να με σπρώχνει βίαια. Τι θα του εξηγούσα; Πολύ απλά πράγματα. Πως εγώ είχα τη διάθεση να εργαστώ και να κάνω όσα περισσότερα μεροκάματα γίνεται. Οι άλλοι όμως, στους οποίους απευθύνθηκα δεν είχαν αυτή τη διάθεση. Όχι όλοι. Να μην τους αδικώ. Υπήρχαν ορισμένοι που μου έδωσαν αυτή τη δυνατότητα, φοιτητής ακόμα, αλλά καλά έκανα που δεν τους ανέφερα, γιατί μάλλον με τον ΟΑΕΔ δεν θα πρέπει να είχαν και τις καλύτερες των σχέσεων. Διαφορετικά γιατί να με κρύβουν, ή να με βάζουν να κάνω τον πελάτη κάθε φορά που ερχόταν οποιοσδήποτε έλεγχος; Παρ’ ότι η μέρα μου έδειχνε να μην ξεκινάει καλά, δεν πτοήθηκα. Έτρεξα αμέσως σε υποκατάστημα της Τράπεζας που διαφήμιζε πως παρέχει δάνεια, με πολύ ευνοϊκούς όρους, σε νέους πτυχιούχους ανέργους που θέλουν να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση. Και το κυριότερο; Με απλές και σύντομες διαδικασίες, καθώς αρκούσε ένα τηλεφώνημα. Η πεποίθηση μου πως η ζωντανή παρουσία θα επιτάχυνε ακόμα περισσότερο τις διαδικασίες, ενίσχυσε την αισιοδοξία μου, αυτή με την οποία ξεκίνησα τη μέρα μου, και τόνωσε την αυτοπεποίθηση μου. Ούτε η για πολλές ώρες αναμονή, αλλά ούτε και οι διάφοροι πελάτες της τράπεζας που είδαν να αποχωρούν βρίζοντας, κατάφεραν να με απογοητεύσουν. Ήμουν αποφασισμένος και, όταν πλέον με ειδοποίησαν πως ήρθε η σειρά μου, ένιωσα να δικαιώνεται η επιμονή και η υπομονή μου, καθώς μου ανακοινώθηκε πως ένας ολόκληρος υπάλληλος θα ήταν στη διάθεση μου. Ένας υπάλληλος δικός μου! Κάθισα απέναντι του χαμογελαστός. Στην αρχή μου χαμογέλασε και εκείνος. Στην αρχή, γιατί μετά έδειξε να νευριάζει. Για το τελευταίο σιγουρεύτηκα όταν έκανε την ερώτηση «τι εγγυήσεις έχετε;» και του απάντησα πως το μόνο που έχω είναι το πτυχίο του πανεπιστημίου. Με γρήγορες και άτσαλες κινήσεις που έδειχναν τον εκνευρισμό του συμβουλεύτηκε έναν κατάλογο και, ω του θαύματος!- το χαμόγελο ξαναγύρισε στο πρόσωπο του. «Μα αυτή η σχολή που τελειώσατε, δίνει πτυχία χωρίς κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Δεν το ξέρατε;».

33


αντί × λόγου

διήγημα

Για να ‘μαι ειλικρινής, το έμαθα πολύ αργότερα. Αλλά δεν το είπα πουθενά. Και πώς να το πω; Ο πατέρας μου, όταν πέρασα, κέρασε περιχαρής τους φίλους του στο καφενείο και η μητέρα μου δάκρυζε κάθε φορά που αναφερόταν σε μένα και τις σπουδές μου στις φίλες της. Το έμαθε βέβαια εκείνη απ’ το πρώτο κιόλας έτος, αλλά με τη γυναικεία σοφία που τη διακρίνει, με συμβούλεψε να μην πω τίποτα σε κανένα. Είχε το σχέδιο της. Το οποίο σχέδιο εγώ το πληροφορήθηκα εκ των υστέρων, κρυφακούγοντας μια συνομιλία, σε έντονο ύφος, μεταξύ των γονιών μου. Τι; Ούτε επαγγελματικά δικαιώματα δεν έχει η κωλοσχολή που παρακολουθεί; Δουλειά σου. Πήγα στο βουλευτή μας και δεσμεύτηκε πως θα το κανονίσει… Σκατά στα μούτρα σου. Αυτός μόνο εσένα μπορεί να κανονίσει. Άντε γαμήσου μωρέ μαλάκα, που χαράμισα τα καλύτερα χρόνια μου μαζί σου. Τώρα μας έχει ανάγκη το παιδί, τώρα θα σταθούμε στο πλευρό του… Πώς; Γλείφοντας τα αρχίδια του βουλευτή; Ναι, καλά. Όταν σου τακτοποίησε το αυθαίρετο, καλός ήταν… Στα αυθαίρετα ο βουλευτής σημείωνε αξιοθαύμαστες επιδόσεις. Δυστυχώς όμως, δεν ίσχυε το ίδιο και στην αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων πανεπιστημιακών σχολών. Το επιβεβαίωσε και η στάση του υπαλλήλου της Τράπεζας που έκλεισε το φάκελο μου, πριν καν τον ανοίξει, μ’ ένα «λυπάμαι». Είχε τόση ζέστη έξω, ή μου φάνηκε καθώς στην Τράπεζα το κλιματιστικό δημιουργούσε μια δροσερή ατμόσφαιρα; Λαχτάρησα ένα παγωτό και πήγα απέναντι σ’ ένα κατάστημα μ’ ένα μεγάλο ψυγείο. Τα τρία ευρώ που ‘χα στην τσέπη έφταναν και με το παραπάνω. Δεν πρόλαβα να διαλέξω, καθώς η φωνή του τύπου που στεκόταν ένα μέτρο πιο πέρα μ’ έκανε να στραφώ προς τα εκεί. «Θα μου πάρετε ένα παγωτάκι σας παρακαλώ;». Είδα πρώτα τα παπούτσια. Πορτοκαλί αθλητικά γνωστής μάρκας. Τον αναγνώρισα απ’ αυτά. Απ’ το πρόσωπο δεν θα τον αναγνώριζα με τίποτα. Ο Παναγιώτης, το «φυτό» του Λυκείου. Το παράδειγμα που πρόβαλαν οι καθηγητές και έκανε τους γονείς του περήφανους. Που η βαθμολογία του στις πανελλήνιες θα τον οδηγούσε σε όποια σχολή ήθελε, με όσα επαγγελματικά δικαιώματα έβαζε ο νους του. Κοίταξα προσεκτικά τα παπούτσια. Είχαν χάσει την αρχική τους αίγλη και τη φωτεινότητα που είχαν στην τρίτη Λυκείου, όταν τα πρωτοφόρεσε προκαλώντας τη ζήλεια όλων μας. Πανάκριβα και σπάνια. Δίκαιο αντίτιμο για τους άριστους βαθμούς του Παναγιώτη. «Θα μου πάρετε ένα παγωτάκι σας παρακαλώ;». Απέφυγα να τον κοιτάξω στο πρόσωπο. Του έγνεψα απλώς να διαλέξει παγωτό, ελπίζοντας να μην κοστίζει πάνω από τρία ευρώ. Ευτυχώς διάλεξε ένα με 2,30 ευρώ. Δεν κατάλαβα αν είπε «ευχαριστώ», ή «ευχαριστώ πολύ κύριε». Μετρούσα τα ρέστα μου, συνειδητοποιώντας πως μου ‘χαν μείνει μόνο όσα πληρώνει ένας μαθητής ή ένας φοιτητής για τα μαζικά μέσα μεταφοράς. Αλλά εγώ δεν ήμουν πλέον ούτε το ένα άλλο… Αποφασισμένος πως θα έκανα το δρόμο τη επιστροφής με τα πόδια, ακολούθησα μια ομάδα, άγνωστων σε μένα ανθρώπων, που βάδιζαν προς την κατεύθυνση που θα έπαιρνα και γω. Τουλάχιστον θα ‘χα παρέα…

34


αντί × λόγου

διήγημα

Δεν αντιλήφθηκα ποιος ξεκίνησε τις φασαρίες, ούτε το λόγο. Ξαφνικά όμως, βρέθηκα ανάμεσα σε μια κόλαση. Κραυγές, κρότοι, σύννεφα καπνού που έκαναν τα μάτια να τσούζουν και την αναπνοή να κόβεται, πέτρες, κομμάτια τσιμέντου και μάρμαρου να εκσφενδονίζονται ολόγυρα μου. Η παρέα των άγνωστων ανθρώπων διασκορπίστηκε, διαλύθηκε, πριν καν προλάβω να προσεγγίσω εκείνη τη μελαχρινή, με τη λεπτή μέση και τις μακριές γάμπες, που τράβηξε την προσοχή μου. Μόνο πέτρες και κομμάτια από οικοδομικά υλικά υπήρχαν πλέον γύρω μου. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που πήρα στο χέρι, ούτε πόσο δυνατά το πέταξα. Ορκίζομαι όμως πως δεν στόχευα κάπου. Όπως ορκίζομαι ότι άκουσα μια κραυγή πόνου και είδα εκεί μπροστά μου έναν άνθρωπο να σωριάζεται αιμόφυρτος. Τα υπόλοιπα δεν τα πολυθυμάμαι. Ίσως, γιατί έγιναν με κινηματογραφική ταχύτητα. Σύλληψη, απόδοση κατηγορίας που καλά καλά δεν τη θυμάμαι, και αυτόφωρο. Έκανα χρήση του τηλεφωνήματος που δικαιούμαι, αλλά ατύχησα. Το τηλέφωνο στο σπίτι το σήκωσε ο πατέρας μου και δεν του μίλησα καν. Και μόνο απ’ το «ναι» που είπε κατάλαβα πως είχε τα νεύρα του. Θα μου πεις, και πότε δεν τα είχε… Αλλά ήταν απ’ τις φορές που καλύτερα να μην τον κοιτούσες καν. Πόσο μάλλον να του μιλήσεις κιόλας και να του πεις πως σκότωσες ένα απ’ τα παιδιά του… Το υιοθετημένο… Ο Δικαστής μου φάνηκε καλός και, κυρίως, σοβαρός άνθρωπος. Κούνησε απλώς το κεφάλι μόλις ενημερώθηκε ότι δεν είχα δικηγόρο και ανοίγοντας το φάκελο που ‘χε μπροστά του, ο οποίος προφανώς μου ανήκε, διάβασε ψιθυριστά μερικές γραμμές και έπειτα με κοίταξε ίσια στα μάτια. Λοιπόν; Το ότι ποτέ μου δεν ήμουν ετοιμόλογος έπαιξε σίγουρα το ρόλο του. Τον κοίταξα και γω με ύφος που μάλλον τον εκνεύρισε, γι’ αυτό μίλησε εκείνος αντί για μένα. Το τι ακριβώς είπε, για να είμαι ειλικρινής, ούτε και το θυμάμαι. Κόλλησα βλέπετε σ’ αυτή την ερώτηση του, που διατυπώθηκε με ευγενικό, αλλά και σαφή τρόπο. «Έχετε συνειδητοποιήσει νεαρέ μου πως με την πράξη σας σκοτώσατε το μέλλον σας;». Η κλούβα μείωσε ταχύτητα, ώσπου σταμάτησε. Ο ευτραφής αστυνομικός με τράβηξε βίαια έξω και με χτύπησε δυνατά στο σβέρκο. «Τι γελάς ρε μαλακισμένο;». Δεν γελούσα, αλλά ούτε και ήθελα να του εξηγήσω. Είμαι όμως ευχαριστημένος, γιατί έχω πολύ χρόνο πλέον μπροστά μου, 24 ολόκληρους μήνες, μπας και καταφέρω να απαντήσω στο ερώτημα του Δικαστή…

× Μιχάλης Πιτένης

Ο Μιχάλης Πιτένης γεννήθηκε το 1962 στην Κοζάνη, όπου ζει και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Στο χώρο της λογοτεχνίας εμφανίστηκε το 1995 με τη συλλογή διηγημάτων «Τα κουβάρια της σιωπής», από τις εκδόσεις ΚΟΝΤΕΟΣ. Ακολούθησαν η συλλογή διηγημάτων «Μην ενοχλείτε τον Πρίγκιπα», εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, 1998, τα μυθιστορήματα «Τα υγρά ίχνη της μνήμης» και «Οι κόρες της Αφροδίτης» από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ που κυκλοφόρησαν το 2002 και το 2006, αντίστοιχα. Συμμετείχε με διήγημα του στη συλλογή «Συνάντηση» μαζί με άλλους συγγραφείς, που εκδόθηκε το 1997 από το Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης. «Η προφητεία του Μότσαρτ», μυθιστόρημα, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, Δεκέμβριος 2010 είναι το τελευταίο του βιβλίο. Επίσης θεατρικά του έργα έχουν παιχτεί από διάφορους επαγγελματικούς και ερασιτεχνικούς θιάσους και είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. http://pitenis.blogspot.com

35


αντί × λόγου

να γράφει

γράφει ο Άγγελος Σαμιώτης

Περί τέχνης και πραγματικότητας…

Ας πούμε πως υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Η πρώτη αφορά εκείνους που αποδέχονται σιωπηρά την σκληρή πραγματικότητα και η δεύτερη εκείνους που είτε δεν την αποδέχονται, είτε προσπαθούν να την σχολιάσουν και να την αλλάξουν. Οι πρώτοι, ας πούμε πως συμβιβάζονται (και σε αυτό δεν ασκώ κριτική). Οι δεύτεροι, έχοντας φτάσει σε αυτό το σημείο συνειδητότητας, έχουν ήδη περπατήσει σε ένα μονοπάτι, απ’ το οποίο η επιστροφή είναι αρκετά δύσκολη. Ό καθένας από εμάς αναγκάζετε να βιώνει μια πραγματικότητα γεμάτη απαγορεύσεις, περιορισμούς και δεύτερες σκέψεις και όλοι μας είμαστε παίκτες του ίδιου παιχνιδιού που ονομάζεται ζωή. (ή ζωή που μας έχουν επιβάλει, εναλλακτικά). Θυμάμαι πως από μικρός ένοιωθα μια είδους αντίδραση για όλα αυτά που βλέπω γύρω μου, αλλά δυσκολευόμουν να βρω έναν τρόπο για να παρέμβω. Σήμερα νοιώθω πως οι τρόποι να παρέμβει κανείς είναι τόσοι, όσο και οι άπειρες εκδοχές αυτής της πραγματικότητας. Όλοι μας είμαστε ικανοί να την αλλάξουμε τελείως και αν όχι, τουλάχιστον να την τροποποιήσουμε, αρκεί να την αποδεχτούμε. Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους, για να το επιτύχουμε, είναι και η τέχνη. Ένα μέσο όχι μόνο προσωπικής έκφρασης, αλλά και ένα όπλο που μάχεται ενάντια στην κυριαρχία και στην καταπίεση της θορυβώδους πραγματικότητας που ζούμε. Η μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου έγκειται στην δυνατότητα του να δημιουργεί και αν κάτι μας ξεχωρίζει από τα ζώα κατά την γνώμη μου είναι αυτό. Η τέχνη, εκτός από δη-

36


αντί × λόγου

να μη γράφει

μιουργία, είναι και επικοινωνία και.. ας μη γελιόμαστε, αν λέμε πως θέλουμε να επαναστατήσουμε, ο ατομικισμός δεν είναι καλή ιδέα. Αυτό που εντείνει την μοναξιά μας και εγκλωβίζει τις ζωές μας είναι η έλλειψη δημιουργίας. Η παραδοχή του εαυτού μας ως όντα με άπειρα ταλέντα και δεξιότητες και η αξιοποίηση αυτών είναι ένας από τους σημαντικότερους τρόπους για να αλλάξουμε τις ζωές μας και να κάνουμε ένα ουσιαστικό βήμα παραπέρα. Η τέχνη δεν έχει όρια. Μπορεί να ακούγεται cliché, μα είναι αλήθεια. Η τέχνη δεν έχει όρια γι’ αυτό και δυσκολεύεται να τα βρει με όσους προσπαθούν να τα θέσουν. Η τέχνη είναι φτιαγμένη για να διαφωνεί, για να δείχνει τα κοφτερά της δόντια στην κανονικότητα και για να ταρακουνάει τους υπνωτισμένους εαυτούς μας. Στην τέχνη δεν αρέσει να περιορίζεται γι’ αυτό και μπορεί να είναι τα πάντα. Είναι ο σπόρος που γίνεται δέντρο, είναι ο πίνακας του Νταβίντσι, είναι οι Sex Pistols και τα ζωάκια από πλαστελίνη που φτιάχνουν τα παιδάκια στο νηπιαγωγείο. Όταν μιλάμε για τέχνη, δε μιλάμε για κατηγοριοποιήσεις. Δε μιλάμε για καλύτερους, δε μιλάμε για χειρότερους, ούτε και για μέτριους παρά μόνο για αυτοέκφραση και πνευματική εξέλιξη. Η σκληρή και εξουσιαστική πραγματικότητα δεν είναι άτρωτη και άκαμπτη και κανείς δε μπορεί να μας εξαναγκάσει να της χαμογελάσουμε. Δε χρειάζεται ούτε να κλεινόμαστε στους εαυτούς μας, ούτε να την αφήνουμε να μας καταβάλει. Το μόνο που χρειάζεται είναι επαγρύπνηση, θάρρος και όρεξη για δημιουργία. Ας πιάσουμε τα πινέλα μας, τα χαρτιά μας, τα μολύβια και τα ποτιστήρια μας και ας ρίξουμε χρώμα στα λευκά τείχη της. Είναι καιρός να εμπιστευτούμε την φαντασία μας και με αυτήν να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου την σχέση μας με τους εαυτούς μας. Τέλος, για μένα η τέχνη πέρα από όλα είναι μια πραγματοποιήσιμη μορφή απελευθέρωσης και το να ζει κανείς ελεύθερος δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να το διαπραγματευόμαστε και ας μας έχουν μάθει πως έτσι γίνεται. Να θυμάστε μόνο τούτα τα λόγια του Όσσο: «Η δημιουργικότητα είναι ο Θεός, και αν νοιώθετε κάποια παρακίνηση για δημιουργία, να ξέρετε ότι είναι παρακίνηση για να συναντηθείτε με τον Θεό».

×

37


αντί × λόγου

ποίηση γράφει ο Άγγελος Μητσόπουλος

Ο χρόνος Ήταν απλά μια πρόσκληση. Δεν με πήγε κάπου. Είχαν στεγνώσει και τα δάκρυα. Είχε παγώσει και το βλέμμα. Ο δρόμος, χάθηκε μπροστά μου. Δεν ξέρω, αν έζησα αυτή τη στιγμή, μπορεί να ήταν ένα ψέμα. Αφήνω πίσω τις προκλήσεις κι όταν ξυπνήσω θα χουν σβήσει. Ήταν απλά μια νύχτα. Δεν φοβήθηκα τον άνεμο. Άντεξα τη λάμψη των ματιών σου. Είχε χαθεί ο χρόνος κι έψαχνα λύσεις σε βιβλία. Δεν ξέρω πως έφυγες από εκεί, μπορεί και να μην ήρθες. Αφήνω την σκέψη να ακμάσει μήπως μπορέσω και πετάξω.

Όλα κάνουν τον κύκλο τους Με πολλούς ανθρώπους θα μιλήσεις. Με λίγους ανθρώπους θα συμφωνήσεις και με λιγότερους θα ζήσεις. Μου είπαν πως κρύβει λογική, η παράνοια. Δεν τους πίστεψα. Αλλά όταν εγκλωβίστηκα στη δίνη, ένιωσα πόνο κι έμαθα πολλές αλήθειες. Μια συναυλία που ποτέ δεν τελειώνει ...είναι η σκέψη μου. Αύριο μπορεί να είναι αργά για να ξεκινήσεις. Όμως, η μελωδία της καρδιάς δεν σωπαίνει.

Ένας Όσα θέλω να πω, είναι κρυμμένα μέσα στη φυγή μου. Μόνο ένας μπορεί να τ’ ακούσει. Όσα θέλω να κάνω, προλαβαίνουν τη σκέψη μου και χάνονται στην αδράνεια. Μόνο ένας μπορεί να τα δει. Όσα ήθελα να μάθω, γράφτηκαν σε άβουλα βιβλία και κάηκαν στη βαθιά απομόνωση. Μόνο ένας κατόρθωσε να με διδάξει. Είναι πάντα δίπλα μου, με βοηθάει να ζω.

38

Θα προσπαθήσω να μείνω στο σκοτάδι, μέχρι να στεγνώσουν τα δάκρυα. Όλα κάνουν τον κύκλο τους κι αρχίζουν νέοι αγώνες. Είμαστε αποτέλεσμα κάποιων στιγμών που χάθηκαν. Αλλά μένουμε εδώ, για να αποδείξουμε πως δεν ήταν ακόμη μία λάθος επιλογή.


φωτογραφία από την Μέλπω Παπαγιάννη

αντί × λόγου

ποίηση

Παράλληλος βίος Προσπαθώ να βρω την ουσία της ζωής. Κι αν χάθηκε, κανείς δεν ξέρει. Η μία στιγμή είναι τώρα. Είναι αυτό που νιώθω, χωρίς να το θέλω. Όλα τα όνειρα που δεν άνθισαν. Ακόμη μια ελπίδα χάθηκε. Η άλλη στιγμή είναι αυτή που δεν βλέπω, αλλά υπάρχει. Μόνο αν σταματήσω να ψάχνω αιτίες, θα τη ζήσω. Όταν το όνειρο γίνει ορατό, θα βρεθώ στην αρχή του θαύματος. Με πίστη ανακαλύπτεις τον καινούριο εαυτό σου. Και ξεφεύγεις από τις παράλληλες σκέψεις.

Κανείς Κανένας δεν μπορεί να μπει στη μοναξιά μου. Μόνο εσύ, ακούραστε εαυτέ μου. Κανένας δεν μπορεί να νιώσει τον πόνο της καρδιάς. Μόνο εσύ, αδικημένη μου ψυχή. Κανένας δεν αντέχει το χάδι μου. Μόνο του, το μυαλό γεμίζει με καπνό, από τη φλόγα της σιωπής. Κανείς δεν άκουσε τη φωνή της ζωής μου, όλοι βιάστηκαν να πουν πως είμαι αθώος. Κανείς δεν με ρώτησε, αν έκλαψα για σένα. Δεν μου έμειναν επιλογές... μόνο ευχές.

Ο Άγγελος Μητσόπουλος γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1988. Είναι τελειόφοιτος στο ΤΕΙ Ηπείρου, στο τμήμα Λογιστικής. Το Μάρτιο του 2011 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Ικμάδα». Τον Οκτώβριο του 2010 συμμετείχε στο «1ο Ioannina art festival», με δύο ποιήματα. Ενώ, παράλληλα συμμετείχε και σε άλλους ποιητικούς διαγωνισμούς. Επίσης ασχολείται ερασιτεχνικά με τη λήψη φωτογραφιών. Τέλος, έχει δημιουργήσει (μαζί με φίλους) την εθελοντική ομάδα «Άλλη Χώρα».

39


αντί × λόγου

έρωτας

γράφει η Ελένη Μπάρκα

ΕΡΩΤΑΣ ή έρωτας Ξεφύλλιζα πρόσφατα ένα ανθολόγο ερωτικών ποιημάτων. Σκεφτόμουν πόσα ποιήματα έχουν γραφτεί τελικά, για τον έρωτα.. Απ’ το Σοφοκλή και τη Σαπφώ ως τον Ελύτη, τη Δημουλά και άλλους νεότερους, όλοι έχουν προσπαθήσει να υμνήσουν στα έργα τους, το φτερωτό θεό και τις μορφές που αυτός παίρνει στη ζωή μας. Διαβάζοντας τέτοιου είδους ποίηση, αποφεύγω να κάνω αναλύσεις και να προσπαθώ να βρω τα κρυμμένα νοήματα πίσω από τις λέξεις. Αρκούμαι απλά στο να φτιάχνω εικόνες στο μυαλό μου και στο να θαυμάζω τον αριστοτεχνικό τρόπο με τον οποίο όλοι αυτοί περιγράφουν το ωραιότερο των συναισθημάτων, σύμφωνα με πολλούς. Είναι λες και μέσα από τη λογοτεχνία ο έρωτας φαντάζει μεγαλύτερος, ή, για να το πω πιο σωστά, μεγαλοπρεπέστερος. Λες κι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν τον έρωτα στον απόλυτο βαθμό, τόσο παράφορα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν στ΄ αλήθεια υπάρχει σ’ αύτη τη μορφή. Κι εσύ έχεις ερωτευτεί, αλλά ίσως ποτέ να μην μπορέσεις να αποδώσεις τόσο περίτεχνα τα συναισθήματά σου. Ο Λειβαδίτης λέει στην αγαπημένη του :

Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ Γι' αυτό, για να σε συναντήσω Γι' αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου Γι' αυτό, για να σε συναντήσω εσύ ίσως να της έλεγες: «Ήταν γραφτό να συναντηθούμε». Και οι στίχοι του Ελύτη :

Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει ίσως να αποδίδονταν από ένα μέσο άνθρωπο κάπως έτσι: «Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον» ή «Είσαι το άλλο μου μισό».

40


αντί × λόγου

ΕΡΩΤΑΣ

Τι σημαίνει αυτό δηλαδή; Ότι ο έρωτας του Ελύτη είναι μεγαλύτερος απ’ τον δικό μου; Ότι εγώ δε θα ερωτευτώ ποτέ τόσο δυνατά, τόσο απόλυτα και παράφορα; Προφανώς όχι. Απλά, ίσως να μην καταφέρω ποτέ να μιλήσω έτσι για τον έρωτα. Ίσως, να μην καταφέρω ποτέ να απευθύνω στον αγαπημένο μου λόγια εξίσου λυρικά. Κάποιοι άνθρωποι είναι προικισμένοι με το χάρισμα να μπορούν πολύ εύκολα να εκφράσουν ό, τι νιώθουν κι ό, τι σκέφτονται. Είναι όμως και κάποιοι άλλοι άνθρωποι που, ακόμα κι αν κατακλύζονται από χείμαρρο συναισθημάτων και σκέψεων, δεν μπορούν να μιλήσουν γι΄ αυτόν με περισσή άνεση στους γύρω τους. Δε σημαίνει ,όμως, σε καμία περίπτωση ότι η αδυναμία της έκφρασης συνεπάγεται και υποβάθμιση του συναισθήματος. Ναι, μπορεί τα λόγια να στερούνται λυρικότητας, το συναίσθημα, ωστόσο, δεν παύει να υπάρχει. Αυτά που νιώθεις ή που σκέφτεσαι για έναν άνθρωπο δε χρειάζεται να τα αρθρώνεις, αρκεί ένα βλέμμα, μια χειρονομία, η απλή κίνηση του να τυλίξεις την κοπέλα με το μπουφάν σου, όταν αυτή κρυώνει. Κι ο δικός σου έρωτας σε κάνει να νιώθεις εγωιστής, να σκέφτεσαι ότι η γη ολόκληρη περιστρέφεται γύρω από το ειδύλλιό σου. Και η δική σου καρδιά γεμίζει με χρώματα και πεταλούδες, κι εσύ νιώθεις πως έχεις βρει το ιδανικό άλλο μισό. Παρόλα αυτά διαπιστώνεις πως και κάποιοι άλλοι, πριν από σένα, ένιωσαν ακριβώς το ίδιο και το μοιράστηκαν με όλο τον κόσμο. Και σαν να μην έφτανε που σου κλέβουν αυτή την αίσθηση της «μοναδικότητας» που ένιωθες μέχρι τώρα, εκφράζονται και καλύτερα απ’ όσο εσύ ο ίδιος θα μπορούσες ποτέ να σκεφτείς. Είναι μεγάλη ευλογία να έχεις το χάρισμα του λόγου και να μπορείς να διαλαλείς τον έρωτά σου, όπως η Πολυδούρη στον Καρυωτάκη. Είναι, όμως, ακόμα μεγαλύτερη ευλογία να έχει έρθει στη ζωή σου το άτομο εκείνο που θα σε κάνει να ξεχειλίσεις από έρωτα. Κι αν δεν μπορέσεις να του γράψεις ποίημα, δε χάλασε κι ο κόσμος, δανείσου κάτι από τα έτοιμα…

×

41


αντί × λόγου

αντί × λόγου

Μια νέα αρχή…

Κενή σελίδα… λευκή… σιγά σιγά γεμίζει μαύρα μικρά σημαδάκια… Τι σημαδάκια όμως; Θεσπέσια… γεμάτα σημασία… φιλόλογος γαρ τα αγαπώ, γιατί μου δίνουν τη δυνατότητα να εκφράζω την σκέψη μου, τα αισθήματα, τους φόβους μου… Να ένας καινούριος φόβος που μόλις ξεπηδάει στο χαρτί… να μη σας απογοητεύσω! Ειδικά μετά την αποχώρηση της συνεργάτιδας Εύης Μαρκάτη, που τόσο πολύ με εξιτάριζαν τα γραπτά της και με έβαζαν σε σκέψεις. Γιατί αυτή είναι και η μεγαλύτερη αξία του γραπτού λόγου, να τροφοδοτεί την σκέψη των άλλων, να ανακινεί τα όνειρα τους, να τους κάνει να ζουν. Ευχαριστούμε Εύη! Εμένα θα μου λείψεις και σίγουρα και από τους αναγνώστες μας. Έλεγα λοιπόν γι’ αυτά τα μαύρα μαγικά σημαδάκια… Όχι πάντα μαύρα. Άλλες φορές κόκκινα. Ποτέ δε θα ξεχάσω τις διορθώσεις των διαγωνισμάτων στο σχολείο και την αγωνία των μαθητών μπροστά στα λάθη τους. Αποφεύγω πάντα το κόκκινο χρώμα στα γραπτά των μαθητών μου. Δε θέλω να τους κάνω να αισθάνονται άσχημα για τα λάθη τους. Τα λάθη επιβάλλονται! Είναι κομμάτια του εαυτού μας. Μας διδάσκουν πώς να γίνουμε καλύτεροι, πώς να εκτιμήσουμε τελικά το σωστό, όταν έρχεται στη ζωή μας. Τίποτα δε θα ήμασταν χωρίς τα λάθη μας! Άνθρωποι χωρίς επιθυμίες και βούληση θα ήμασταν. Ποτέ λοιπόν, κόκκινο για τα λάθη των ανθρώπων! Ναι… αλλά για τον έρωτα; Σκεφτείτε όλοι πόσες φορές με κόκκινο χρώμα γράψατε σ’ αγαπώ. Πόσες φορές ζωγραφίσατε κόκκινες καρδούλες στα μαθητικά σας τετράδια. Πόσες φορές νιώσατε να αναβρύζουν από μέσα σας κόκκινα μικρά σημαδάκια, διαβάζοντας ποίηση του Ελύτη, της Δημουλά, του Λειβαδίτη. Την πρώτη φορά που διάβασα το «Ερωτικό» του Λειβαδίτη δεν πίστευα στα μάτια μου… «Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσο τέλεια τακτοποιημένα γραμματάκια;» αναρωτήθηκα. Την ίδια σκέψη έκανα, όταν για πρώτη φορά έπιασα στα χέρια μου το περιοδικό μας. Λέω «μας», γιατί τώρα πια το νιώθω και σαν δικό μου. Από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάστηκα από τις σκέψεις των ανθρώπων που αποφάσισαν να γράψουν για το περιοδικό. Ευχαριστώ τον εκδότη μας που με έβαλε στην ομάδα του και έτσι μπορώ κι εγώ να λυτρώνομαι μέσα από την δημιουργία. Αλλά, φίλε Βαγγέλη… καλά έγραφα εγώ τις βιβλιοκριτικούλες μου… τώρα που με έριξες στα βαθιά τι κάνω; Πιστεύω να το βρω στην πορεία. Προς το παρόν συγχωρείστε μου αυτήν την εξομολόγηση. Είχα τόση ανάγκη να την κάνω. Υπόσχομαι όμως, ποτέ ξανά! Τουλάχιστον, όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό… ;-) Θα το βρω στην πορεία, λοιπόν. Πάντα συμβουλεύω τους μαθητές μου, όταν, με αγωνία στα μάτια, με ρωτούν για το επάγγελμα που πρέπει να διαλέξουν, να κάνουν αυτό που αγαπούν. Τα άλλα δεν έχουν σημασία. Αν κάνεις αυτό που αγαπάς, θα τη βρεις την άκρη. Το λιγότερο που μπορείς να «πάθεις» είναι να νιώθεις ευτυχισμένος! Αγαπώ το περιοδικό… που θα πάει… θα την βρω την άκρη! × Ιωάννα Σαμαρά

42


τεύχος 11ο /// Σεπτέμβριος 2011  

• Ο μονόΛογος της πεντΆχρονης [Βασιλική Νευροκοπλή] • Το παλτό [Ευριδίκη Αμανατίδου] • Επαναριθμόντας το τίποτα [Ευάγγελος Ευθυμίου] • Πώς σ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you