Issuu on Google+


Ιωάννινα Φ. Τζαβέλα 8, 45333 Τηλ.: 26510-36050 e-mail: info@pediabooks.gr


αντί × λόγου

editorial

αντί × λόγου φτασαν τα γενέθλιά μας. Κλείσαμε τα δέκα. Αν ήμασταν άνθρωπος, τώρα θα πηγαίναμε τετάρτη δημοτικού. Θα τρέχαμε στις αλάνες ή θα συλλέγαμε μυρωδάτα χαρτιά αλληλογραφίας, θα κάναμε σούζες με τα ποδήλατα ή θα φτιάχναμε κοτσίδες τα μαλλιά μας, θα στέλναμε ραβασάκια και θα χαρίζαμε δωράκια στο αγαπημένο μας πρόσωπο κοκκινίζοντας από ντροπή. Και στο πάρτυ των γενεθλίων μας θα καλούσαμε όλους τους φίλους μας και θα εμφανίζαμε μια πελώρια τούρτα με δέκα κεράκια στην κορυφή της. Είμαστε περιοδικό όμως - και συγκεκριμένα λογοτεχνικό περιοδικό. Ωραίο θα ήταν ένα πάρτυ με όλους τους συντάκτες και τους αναγνώστες και μια πελώρια τούρτα να μας περιμένει, αλλά δυστυχώς δε θα συμβεί αυτό. Γιατί τα δέκα που κλείσαμε δεν είναι χρόνια, αλλά τεύχη. Τα χρόνια μας είναι μόλις δυόμιση - άντε τρία παρά κάτι. Και στα δυόμισή σου δε γίνεται να έχεις μια πελώρια τούρτα. Γίνεται; Το πολύ πολύ να ανησυχείς μην τα κάνεις επάνω σου και σε μαλώσει η μαμά. Ας αφήσω όμως την σύγκριση περιοδικού-ανθρώπου και ας επιστρέψω στην επέτειό μας. Γιατί ναι, στην τελική γιορτάζουμε τα δέκα μας τεύχη. Μεγαλώσαμε… Μεγαλώσαμε τις σελίδες - μιας και ξεκινήσαμε με είκοσι οχτώ και έχουμε φτάσει σαράντα τέσσερις - μεγαλώσαμε ως συντακτική ομάδα - ξεκινήσαμε έξι άτομα και πλέον από τις σελίδες μας έχουν περάσει πάνω από σαράντα συγγραφείς, ποιητές και αρθρογράφοι μεγαλώσαμε και ως προς τον αριθμό των αναγνωστών - όλο και περισσότεροι μας ζητάτε το περιοδικό και τα σημεία διανομής του όλο και αυξάνονται. Παράλληλα όμως μεγαλώσαμε και εμείς οι ίδιοι. Αποκτήσαμε εμπειρίες, κάναμε νέες γνωριμίες, γίναμε - ελπίζουμε - καλύτεροι στη γραφή μας και μαζί με το περιοδικό ωριμάσαμε. Ωριμάσαμε λοιπόν. Με το παρόν τεύχος ολοκληρώθηκε ένας κύκλος. Τώρα ανοίγουμε έναν άλλον, γιατί σιγά σιγά περνάμε στην εφηβεία. Οι ευθύνες αυξάνονται, αλλά εμείς θα είμαστε εδώ να ανταποκριθούμε. Θα αλλάζουμε και θα εξελισσόμαστε, ελπίζουμε προς το καλύτερο. Ευχαριστώ προσωπικά όλους του συντάκτες που πέρασαν από το περιοδικό και όσους βοήθησαν για την ανάπτυξή του, και κυρίως σας ευχαριστούμε όλοι εμείς για τη στήριξή σας σε όλα αυτά τα τεύχη. Καλή ανάγνωση και χρόνια μας πολλά! × Ευάγγελος Λ. Ευθυμίου

Ιούνιος 2011 Τεύχος 10 Ιωάννινα ISSN: 1792-5819 τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα διανέμεται δωρεάν

έκδοση, αρχισυνταξία, επιμέλεια : Ευάγγελος Ευθυμίου

συντάκτες - συνεργάτες : Νικόλαος Φωτιάδης Αναστασία Βασιλάκου Ιωάννα Σαμαρά Βασίλης Κουστούδας Πέρσα Κατσαμάκη Άντρη Αντωνίου Δημήτρης Νίκου Άννα Νιαράκη Ευάγγελος Ευθυμίου Γιάννης Πλιώτας Γιάννης Φαρσάρης Αμαλία Παπακώστα Άγγελος Σαμιώτης Ισμήνη Μυρτάκη Ελένη Μπάρκα Εύη Μαρκάτη

διόρθωση : Εύη Μαρκάτη

σχεδιασμός - διαμόρφωση : Γιώργος Δημητρίου (~giodim) Ευάγγελος Ευθυμίου

υπεύθυνος διανομής : Αποστόλης Ρουμελιώτης

σύνθεση εξωφύλλου : Γιώργος Δημητρίου (~giodim)

επικοινωνία : τηλέφωνο: +306972978572 web: www.antiepilogou.gr e-mail: antiepilogou@yahoo.gr www.myspace.com/antiepilogou facebook: Λογοτεχνικό περιοδικό αντί x λόγου Το αντί x λόγου μεταδίδει τη δική του ραδιοφωνική εκπομπή, κάθε Σάββατο 14.00-16.00 στη συχνότητα του διαδικτυακού ραδιοφώνου www.mindradio.gr

Το περιοδικό θέλει να μεγαλώσει την παρέα του. Αν κάποιος από εσάς θέλει να συμμετάσχει με τα κείμενά του, είναι ευπρόσδεκτος και θα χαρούμε να επικοινωνήσει μαζί μας.

3


αντί περιεχομένων

4

αντί × λόγου


αντί × λόγου

αντί περιεχομένων

5


αντί × λόγου

διήγημα

Κηφισιά, 27 Απριλίου 1941 Δεν ήθελε να ξημερώσει εκείνο το πρωινό. Όχι, δεν ήθελε. Μακάρι να μπορούσε να σταματήσει για πάντα το χρόνο και να έμενε αιώνια κοιμισμένη στο μικρό της κρεβάτι δίχως να αναγκαστεί ποτέ να βιώσει τον ερχομό εκείνης της μαύρης Κυριακής, δίχως να νιώσει ποτέ την ταπείνωση που από ώρα σε ώρα, από λεπτό σε λεπτό θα βίωνε η έρημη πόλη της Αθήνας. Ωστόσο οι λαμπερές ακτίνες του ανοιξιάτικου ήλιου είχαν αντίθετη γνώμη. Είχαν ήδη προλάβει να διαπεράσουν την κεντητή της κουρτίνα και είχαν έρθει να καρφωθούν στο γερασμένο της πρόσωπο, υποχρεώνοντάς την να ανοίξει τα μάτια της και να αντικρίσει τον ερχομό της καινούργιας μέρας που μόλις είχε γεννηθεί. Το πρωινό φως πλημμύριζε τώρα το δωμάτιό της και βρισκόταν εκεί για να της υπενθυμίσει πως δυστυχώς, όχι μόνο για εκείνη, είχε τελικά ξημερώσει… Σε λίγες ώρες οι Γερμανοί θα έμπαιναν στην Αθήνα. Οι χιτλερικές μοτοσικλέτες θα περνούσαν λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι της, θα κατηφόριζαν την Κηφισίας, θα περνούσαν μπροστά από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, θα συνέχιζαν στη λεωφόρο Αμαλίας και τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και θα έφταναν στην Ακρόπολη. Εκεί, πάνω στον Ιερό Βράχο, αφού θα υπέστελλαν τη γαλανόλευκη σημαία, θα ύψωναν εκείνη που πάνω της ήταν χαραγμένο το σύμβολο της Ναζιστικής Γερμανίας, τη σημαία με το δεξιόστροφο αγκυλωτό σταυρό, τη σβάστικα. Κι από εκείνη τη στιγμή η Αθήνα θα έπαυε πια να είναι ελληνική, να είναι ελεύθερη… Και μόνο στην ιδέα ένιωσε να ανατριχιάζει. Αισθάνθηκε ένα ρίγος να διαπερνάει όλο της το σώμα από άκρη σε άκρη, ακόμα και τα ασθενικά της άκρα, που χρόνια τώρα είχαν σχεδόν παραλύσει από την αρρώστια που την ταλαιπωρούσε. Έκλεισε και πάλι τα μάτια της προσπαθώντας να φανεί δυνατή και να μην κλάψει, ενώ παράλληλα θυμήθηκε τα λόγια που μερικά χρόνια νωρίτερα είχε γράψει στο ημερολόγιό της:

«Είχα ονειρευτεί μια Ελλάδα ελεύθερη, δημοκρατική και ανεξάρτητη…».

Τελικά εκείνο της το όνειρο δεν είχε σκοπό να πραγματοποιηθεί σύντομα. Πάντα κάποιος θα ερχόταν να καταχραστεί εκείνη την ελευθερία, να σφετεριστεί τη δημοκρατία και να κλέψει την ανεξαρτησία αυτής της βασανισμένης χώρας. Ανασηκώθηκε νωχελικά στο κρεβάτι της και άπλωσε με δυσκολία το ένα της χέρι στο κομοδίνο που βρισκόταν ακριβώς δίπλα της. Έβγαλε από το συρτάρι το ημερολόγιό της και το ακούμπησε στα πόδια της για να γράψει. Ίσως για τελευταία φορά…

6


αντί × λόγου

διήγημα

Καθώς γύριζε τις γεμάτες εξομολογήσεις σελίδες του, τα μάτια της έπεσαν πάνω σε εκείνα που είχε γράψει μόλις την προηγούμενη μέρα:

«Αύριο ίσως μπουν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Τηλεφώνησε ο αδελφός μου πως είναι ασφαλέστερο να κατεβούμε σπίτι του, γιατί είναι άγνωστο από πού θα μπουν. Του αποκρίθηκα ότι θα μείνουμε σπίτι μας. Είναι ώρα τώρα να μιλάμε για ασφάλεια, όταν η Αθήνα θα έπρεπε να γίνει ολοκαύτωμα και να καταπιεί χιλιάδες Γερμανούς κάτω από τα ερείπιά της… Τι δύναμη που σου δίνει η γνώση πως έχεις λίγο θάνατο φυλαγμένο στην τσέπη…».

Κοίταξε τα γράμματά της που πάνω στην ασχήμια τους αποτυπωνόταν η δυσκολία της να γράφει, και ένα μελαγχολικό, σχεδόν απεγνωσμένο χαμόγελο χαράχτηκε στα ξεραμένα της χείλη. «Ούτε να γράψω δεν μπορώ πια… Τι τη θέλω τέτοια ζωή;», σκέφτηκε με παράπονο μέσα της και κράτησε ακόμη πιο σφιχτά το στιλό, αποφασισμένη να κάνει μια καλύτερη προσπάθεια αυτή τη φορά. Στην αρχή ζόρισε το ένα της χέρι, στη συνέχεια όμως, βλέποντας πως της ήταν αδύνατον, το έσφιξε και με τις δυο της παλάμες για να μπορέσει τελικά να γράψει. Σκέφτηκε για λίγο αυτά που θα αποτύπωνε στην καθαρή σελίδα του ημερολογίου της και ένιωσε ένα δυνατό πόνο να της τρυπάει την καρδιά, σαν σουβλιά. Ποτέ της δε πίστευε ότι θα έφτανε η ώρα να αναγκαστεί να γράψει κάτι τέτοιο. Όχι, δεν μπορεί να ήταν αλήθεια. Δε δεχόταν να πιστέψει ότι είναι αλήθεια. Μάλλον έβλεπε κάποιο κακό όνειρο, κάποιον εφιάλτη. Κι από λεπτό σε λεπτό θα ξυπνούσε. Μακάρι να ξυπνούσε… Άρχισε να γράφει αργά και βασανιστικά πλημμυρισμένη από πόνο, όχι μόνο επειδή έχανε σιγά σιγά τη δύναμή της να γράφει, όχι μόνο επειδή έχανε αυτό το μεγάλο της έρωτα, αλλά επειδή έχανε και την πατρίδα της, ακόμη έναν έρωτα τρανό για εκείνη. «Πόσους έρωτες θα χάσω ακόμα; Έμεινε άραγε κανείς;», συλλογίστηκε καθώς γέμιζε τη λευκή σελίδα με μαύρα σημάδια:

«Οι Γερμανοί μπαίνουν στας Αθήνας. Καημένη Ελλάδα! Καημένη Ρωμιοσύνη!».

Καημένη, ναι. Και ποιος ήξερε τι άλλο θα ερχόταν ακόμα μετά από εκείνο το πρωινό; Ποιος ήξερε τι άλλο κακό θα ξημέρωνε τις επόμενες μέρες; Όχι! Δε θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να αντικρίσει ούτε ένα Γερμανό στρατιώτη. Δεν ήταν διατεθειμένη να ζήσει ούτε μια μέρα αυτής της Κατοχής, αυτής της δυστυχίας, του τρόμου και της απόγνωσης, αισθήματα που έρχονταν να ριζωθούν στις καρδιές των Ελλήνων και να τους αποτελειώσουν. Καλύτερα να αποτελείωνε η ίδια τον εαυτό της μια ώρα αρχύτερα. Το Γερμανό, πάντως, δε θα τον άφηνε…

7


αντί × λόγου

διήγημα

Άφησε παράμερα το ημερολόγιο και προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι της αφού πρώτα τυλίχτηκε στη μεταξωτή της ρόμπα. Έκανε απλώς ένα βήμα, ίσα που να φτάσει απέναντι στην μπαλκονόπορτα και να ανοίξει τα παραθύρια της, κι ύστερα σωριάστηκε στη βελούδινη πολυθρόνα κοιτάζοντας τον ολάνθιστο κήπο που γέμιζε την ατμόσφαιρα με χρώματα και ευωδιές. Έμεινε εκεί κάμποση ώρα ακίνητη, στην αγαπημένη της γωνιά, να κοιτάζει ζαλισμένη από τον ήλιο το μεγάλο δέντρο που βασίλευε στον καταπράσινο κήπο, χαμένη στην άβυσσο των αναμνήσεών της. Δίπλα της ακριβώς, τοποθετημένο πάνω σε ένα μικρό σκαλιστό τραπεζάκι, βρισκόταν το ραδιόφωνό της. Πόσο το είχε μισήσει εκείνες τις μέρες αυτό το μαραφέτι. Από αυτό μάθαινε τις κινήσεις των Γερμανών που μέρα με την ημέρα εισέβαλλαν όλο και πιο βαθιά στην Ελλάδα. Που μέρα με την ημέρα πλησίαζαν όλο και πιο απειλητικά προς το μέρος της. Το μισούσε γιατί τον τελευταίο καιρό είχε μετατραπεί σε μαντατοφόρος αποκλειστικά θλιβερών ειδήσεων. Ειδήσεων και γεγονότων που θα σημάδευαν για πάντα την ιστορία τούτου του άμοιρου λαού. Μόλις το προηγούμενο βράδυ, κι ενώ ο Ραδιοφωνικός Σταθμός παρέμενε ποιος ξέρει για πόσες ακόμα ώρες ελληνικός, είχε ακούσει:

«Ακούτε τη φωνή της Ελλάδας. Έλληνες, σταθείτε αποφασισμένοι, περήφανοι και αξιοπρεπείς. Πρέπει να φανείτε αντάξιοι της ιστορίας σας. Η ανδρεία και η νίκη του στρατού μας έχει ήδη αναγνωριστεί. Το δίκαιο του σκοπού μας θα αναγνωριστεί και αυτό. Κάναμε το καθήκον μας με εντιμότητα. Φίλοι! Έχετε την Ελλάδα στην καρδιά σας, ζήστε εμπνευσμένοι από τη φλόγα του τελευταίου θριάμβου της και τη δόξα του στρατού μας. Η Ελλάδα θα ζήσει ξανά και θα είναι σπουδαία, γιατί πολέμησε έντιμα για ένα δίκαιο σκοπό και για την ελευθερία. Αδέλφια! Να έχετε κουράγιο και υπομονή. Να έχετε δύναμη ψυχής. Θα ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες. Έλληνες! Με την Ελλάδα στο μυαλό σας θα πρέπει να είστε περήφανοι και αξιοπρεπείς. Υπήρξαμε ένα έντιμο έθνος και γενναίοι στρατιώτες». Η φωνή του εκφωνητή αντηχούσε ακόμα στα αφτιά της. Γεμάτη ένταση, γεμάτη προτροπή να μη χαθεί ποτέ το θάρρος από τις ψυχές των Ελλήνων. Μα πώς να έχεις θάρρος όταν ξέρεις πως σε λίγες ώρες ίσως να κείτεσαι νεκρός, θαμμένος κάτω από τα ερείπια που ίσως προκαλέσουν πιθανοί γερμανικοί βομβαρδισμοί; Πώς να έχεις θάρρος όταν λίγες ώρες μετά ίσως να πέφτεις νεκρός από τα πυρά κάποιου οπλισμένου Γερμανού στρατιώτη; Το θάρρος δεν είχε απομείνει σε κανενός την ψυχή πια.

8


αντί × λόγου

διήγημα

Κανείς δε θα αντιστεκόταν. Κανείς δε θα έφερνε αντίσταση. Από χθες το απόγευμα όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους κι είχαν ασφαλίσει καλά τα παραθυρόφυλλά τους, βυθισμένοι στο σκοτάδι για να μη μαρτυρούν την παρουσία τους εκεί. Πολλοί είχαν τρέξει να προστατευτούν σε κάποιο καταφύγιο, κυρίως γυναικόπαιδα που οι άντρες του σπιτιού τους είχαν χαθεί στον πόλεμο. Κανείς δεν κυκλοφορούσε στο κέντρο της πόλης. Είχε μείνει έρημη, αδειανή και παντού βασίλευε μια νεκρική σιωπή, τόσο έντονη, που αν άνοιγες καλά τα αφτιά σου, ίσως και να μπορούσες να την ακούσεις. Η πόλη των Αθηνών, ήταν προδιαγεγραμμένο, θα δινόταν ανοχύρωτη και αμαχητί. Κάπου μακριά σαν να άκουσε τον απόηχο των ναζιστικών μοτοσικλετών που διέσχιζαν εκείνη την ώρα τη μεγάλη λεωφόρο για να κατευθυνθούν προς το Σύνταγμα. Πίσω τους ακριβώς ακολουθούσαν τα τεθωρακισμένα οχήματα με τις ερπύστριές τους να μαστιγώνουν βίαια τον ερημωμένο δρόμο της Κηφισίας. Ήταν ακριβώς εκείνη την ώρα που κάτω από αυτές τις ερπύστριες τσακίζονταν και χάνονταν τα μεγαλύτερα ανθρώπινα ιδανικά, η ελευθερία, η δημοκρατία, η ανεξαρτησία και τα όνειρα του ελληνικού λαού. Ήταν ακριβώς εκείνη την ώρα που το όνειρό της για μια ελεύθερη Ελλάδα γινόταν χίλια κομμάτια κάτω από τις ερπύστριες των σιδηρόφρακτων στρατιωτικών μονάδων του κατακτητή. Ο ήχος που άφηναν πίσω τους τα μηχανοκίνητα τροχοφόρα την έκαναν να αναριγήσει. Προς στιγμήν ένιωσε να χάνει τις αισθήσεις της, τα λογικά της. Σταμάτησε να σαλεύει κι έμεινε ακίνητη, σχεδόν σαν υπνωτισμένη να ακούει εκείνη τη φρικιαστική βουή. Μες στη σιωπή που απλωνόταν ολόγυρά της, εκείνος ο ήχος έμοιαζε να γίνεται ένα με τη σπαραχτική φωνή της ψυχής της, που ούρλιαζε γεμάτη απόγνωση για την αδικία που βίωνε ακόμη μια φορά η λατρεμένη της πατρίδα. Όταν λίγα δευτερόλεπτα μετά κατάφερε να συνέλθει, έγειρε τα παραθυρόφυλλα να κλείσουν και στη συνέχεια άναψε το ραδιόφωνο. «Άραγε ανήκει ακόμα στην Ελλάδα;», αναρωτήθηκε σιωπηλά. Η φωνή του Έλληνα εκφωνητή πλημμύρισε το δωμάτιο δίνοντάς της απάντηση στην απορία που είχε:

«Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι… Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια. Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές! Προσοχή! Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δε θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα! Έλληνες! Μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής νίκης! Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!».

9


αντί × λόγου

διήγημα

Ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος προσπαθούσε με όση δύναμη του είχε απομείνει να προετοιμάσει από το δικό του βήμα τον ελληνικό λαό για τη δοκιμασία που τον περίμενε. Η γεμάτη πάθος φωνή του έμοιαζε κάπου κάπου να σπάει, να λυγίζει, μα δεν το έβαζε κάτω. Καθώς εκφωνούσε το τελευταίο ελληνικό δελτίο, έμοιαζε με ηθοποιό κάποιας αρχαίας τραγωδίας που ερμηνεύει το ρόλο του ακριβώς τη στιγμή της κορύφωσής της. Όλα είχαν τελειώσει. Όλα ήταν θέμα χρόνου. Οι Γερμανοί βρίσκονταν προ των πυλών και σε λίγη ώρα όλα θα ανήκαν πια στα δικά τους χέρια. Κι ύστερα ακούστηκε ο Εθνικός Ύμνος. Για τελευταία φορά. Άπλωσε το χέρι της κι έσβησε το ραδιόφωνο ακριβώς τη στιγμή που ακούστηκε η τελευταία του νότα. Με αυτή τη θύμηση ήθελε να φύγει. Πως όλα ήταν ακόμα ελληνικά… Έχωσε τα γερασμένα της δάχτυλα στην τσέπη της μεταξωτής της ρόμπας και χάιδεψε το μικροσκοπικό φιαλίδιο για να σιγουρευτεί ότι βρισκόταν ακόμα στη θέση του. Το είχε βάλει εκεί από το προηγούμενο μεσημέρι, όταν είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της για το δικό της προσωπικό μέλλον. Ένα μέλλον που σε λίγες ώρες θα έπαυε να υπάρχει. Μα ναι, έπρεπε να φύγει. Να δώσει η ίδια ένα τέλος προτού βιώσει τη δυστυχία, το θάνατο και την ταπείνωση που έφερνε μαζί του το τρίτο Ράιχ. Άλλωστε δεν της είχε απομείνει τίποτα που να την κρατάει στη ζωή. Ό,τι αγαπούσε είχε πεθάνει. Όλοι της οι έρωτες είχαν χαθεί. Και πρώτος από όλους εκείνος. Ο μοναδικός άντρας που ερωτεύτηκε και αγάπησε παράφορα στην ζωή της. Είκοσι ένα ολόκληρα χρόνια. Τόσα είχαν περάσει από εκείνον τον τραγικό επίλογο που έμελλε να έχει η ζωή του αγαπημένου της Ίωνα Δραγούμη. Θυμήθηκε που είχε γράψει για αυτόν:

«Ώσπου ήρθε στο τέλος ο θάνατος, άγριος και άκαιρος, και μας χώρισε οριστικά, παίρνοντας εκείνον, το νεότερο, τον εύμορφο, τον αγνό».

Κι έπειτα ακόμη ένας θάνατος. Ο ιός της πολιομυελίτιδας νέκρωνε σιγά σιγά τα άκρα της, τα χέρια της, τα δάχτυλά της. Πώς να κρατήσει πια το μολύβι; Πώς να γράψει; Ακόμη μια αγάπη πέθαινε κι αυτή. Και τώρα είχε έρθει το τέλος του μεγαλύτερου έρωτά της. Το τέλος της Ελλάδας. Της ελεύθερης Ελλάδας. Πού να γύριζε να κοιτάξει; Παντού γύρω της χαμός, απουσία και θλίψη. Σηκώθηκε με όση δύναμη της είχε απομείνει και ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι της. Από εκεί παρήγγειλε να της φέρουν ένα ποτήρι νερό. Η γυναίκα που τη βοηθούσε δεν άργησε να φανεί. Κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό ασημένιο δίσκο και πάνω του είχε ακουμπήσει το ποτήρι με το νερό που της είχε ζητήσει η κυρία της. Αφού το άφησε στο κομοδίνο δίπλα της, ρώτησε την ξαπλωμένη γυναίκα αν χρειαζόταν κάτι ακόμα.

10


αντί × λόγου

διήγημα

«Όχι, σε ευχαριστώ καλή μου», της απάντησε εκείνη και χαμήλωσε το βλέμμα της. Φοβόταν μήπως εκείνη, που την ήξερε τόσο καλά, καταλάβαινε τι ετοιμαζόταν να κάνει. Η γυναίκα της χαμογέλασε γλυκά ανυποψίαστη και αποχώρησε από το δωμάτιο της κυρίας της, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Και τότε έμεινε μόνη της. Έγραψε ακόμη δυο λόγια στο ημερολόγιο που ήταν δίπλα της και το άφησε χαμηλά στα πόδια της. Έπειτα άνοιξε το μικρό φιαλίδιο και διέλυσε το περιεχόμενό του στο νερό. Έφερε το ποτήρι στα χείλη της και μεμιάς κατάπιε την πικρή ουσία που βρισκόταν μέσα του. Δεν είχε να σκεφτεί τίποτα. Δε φοβόταν τίποτα πια. Αντιθέτως χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί ήξερε πως το δηλητήριο θα έκανε γρήγορα τη δουλειά του. Κι ήταν παρήγορη η ιδέα πως σε λίγο θα συναντούσε ξανά εκείνον τον έρωτα που έχασε πριν από είκοσι ένα χρόνια. Θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει κάποτε σε έναν περίπατο που έκαναν μαζί στην εξοχή της Αττικής: «Η ζωή μας χωρίζει. Ίσως ο θάνατος να μας ενώσει σαν έρθει η σειρά σου».

Κι εκείνος της είχε απαντήσει με σιγουριά: «Ο θάνατος θα μας ενώσει». Πώς να μη χαίρεται λοιπόν; Έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε εκεί να περιμένει το τέλος. Ένα τέλος που θα την οδηγούσε, ελεύθερη πια, στον αγαπημένο της. Μα ναι, τώρα ήταν πραγματικά ευτυχισμένη. Ακουμπισμένο στα πόδια της είχε αφήσει ανοιχτό το ημερολόγιό της στη σελίδα που είχε γράψει σήμερα για τελευταία φορά. Είχε φροντίσει να αφήσει στα παιδιά της το τελευταίο της μήνυμα με την ελπίδα πως κάποτε θα τη συγχωρούσαν για το δρόμο που διάλεξε να πάρει:

«Παιδιά μου, ούτε παπά θέλω, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δεν ζω πια. Σας φιλώ όλους με αγάπη. Φροντίστε τον πατέρα σας. Σας φιλώ σφιχτά. Πηνελόπη Δέλτα». × Βασιλάκου Αναστασία

Ονομάζομαι Βασιλάκου Αναστασία και γεννήθηκα στην Αθήνα το 1986. Είμαι απόφοιτος του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από μικρή μου άρεσε η ανάγνωση μυθιστορημάτων και η συγγραφή μικρών ιστοριών. Τον καιρό αυτό ασχολούμαι με τη συγγραφή του πρώτου μου μυθιστορήματος.

11


βιβλίο

αντί × λόγου

γράφει η Ιωάννα Σαμαρά

«Στα βιβλία βρίσκουμε την ψυχή του χρόνου που πέρασε. Τη διατυπωμένη ηχώ του παρελθόντος, όταν το σώμα και τα υλικά στοιχεία που το αποτελούν έχουν τελείως χαθεί σαν ένα όνειρο», λέει ο Τόμας Καρλάιλ. Υπάρχει καλύτερο δώρο από ένα χαμένο όνειρο; Αυτό σκέφτηκα λοιπόν να δωρίσω σε ένα φίλο μου αγαπημένο. Είχα όμως φοβερό πρόβλημα… Tι βιβλίο να διαλέξω; Μαθηματικός γαρ! Και δη άντρας μαθηματικός! Δύσκολα τα πράγματα… Με τα μαθηματικά οι σχέσεις μου ήταν από τα σχολικά χρόνια σχέσεις μίσους και πάθους. Μίσους για τους τύπους, πάθους για τον κύριο Χατζόπουλο το μαθηματικό μας, έναν γλυκύτατο άνθρωπο. Μια μέρα είχα σχεδόν αποκοιμηθεί πάνω στο θρανίο (γνωστό το σύνδρομο της αδιάφορης μαθήτριας θεωρητικής κατεύθυνσης) καθώς αυτός ανέλυε κάποιο θεώρημα. Με κοίταξε με το αυστηρό του ύφος και είπε με στόμφο: «Μόνο δύο γλώσσες έχει ο άνθρωπος, για να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, τα μαθηματικά και την ποίηση. Δυστυχώς, εσύ παιδί μου, μονίμως ονειροβατείς!». «Φταίω εγώ κύριε που δεν καταλαβαίνω τους αριθμούς;», απάντησα αναιδέστατα και δεν ξανασχολήθηκα με το αντικείμενο. Μέχρι πρόσφατα που, με αφορμή τα γενέθλια του φίλου μου, έπιασα στα χέρια μου ένα μικρό ροζ βιβλίο… «Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή». Το μυθιστόρημα της Γιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα (Yoko Ogawa) είναι μια τρυφερή ιστορία αγάπης, στοργής, φιλίας, αγνών αισθημάτων και πάνω απ' όλα μια ιστορία της γοητείας που κρύβουν μέσα τους οι αριθμοί. Κεντρικός ήρωας ένας εξηντάχρονος πρώην λαμπρός καθηγητής μαθηματικών, που στα σαράντα εφτά του χρόνια σε ένα τροχαίο χάνει την ικανότητα της μνήμης του. Πλέον μπορεί να θυμηθεί θεωρήματα που απέδειξε ο ίδιος, όχι όμως το φαγητό που έφαγε το προηγούμενο βράδυ. Κυκλοφορεί με σημειώματα καρφιτσωμένα στο σακάκι του, για να θυμάται βασικά πράγματα της καθημερινότητας, αλλά δεν ξεχνά την ικανότητά του να επιλύει δύσκολα μαθηματικά προβλήματα. Ηρωίδα, από την άλλη, είναι μια τριαντάχρονη ευαίσθητη και πανέξυπνη οικονόμος που αφοσιώνεται στη φροντίδα του. Αντιμετωπίζει ένα σωρό προβλήματα με τις παραξενιές του καθηγητή και τα χάσματα που δημιουργεί η απώλεια της μνήμης του. Η αφηγήτρια της Ογκάουα αντιμετωπίζει με πολύ κουράγιο την περίπτωση του καθηγητή, γιατί νιώθει γρήγορα μια έντονη συμπάθεια (και συμπόνια) για το γέρο αυτό άνθρωπο, ταυτόχρονα όμως γοητεύεται από τις ιστορίες με αριθμούς που της λέει ξανά και ξανά, γιατί ξεχνάει. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή της ιστορίας τους.

12


αντί × λόγου

βιβλίο

«Τι νούμερο παπούτσια φοράτε;» είναι η πρώτη ερώτηση που υποβάλλει στην καινούργια οικιακή βοηθό. Μια ερώτηση που θα της υποβάλλει κάθε μέρα, αφού η βοηθός κάθε μέρα πρέπει να ξανασυστήνεται. «Ποιος είναι ο αριθμός του τηλεφώνου σας;», κι ενθουσιάζεται όταν σ' αυτούς τους αριθμούς βρίσκει μια ωραία μαθηματική σχέση: «Ω, ένας καθαρός αριθμός», αναφωνεί όλο χαρά, «το παραγοντικό του 4» (1×2×3×4=24). Ή, «Μα αυτό είναι υπέροχο. Ισούται με την ποσότητα των πρώτων αριθμών που υπάρχουν μέχρι τα εκατό εκατομμύρια». Τέλος, είναι και ο δεκάχρονος γιος της οικονόμου, τον οποίον ο καθηγητής βαφτίζει «Ρουτ», από την αγγλική λέξη για τη ρίζα των πραγματικών αριθμών, «√», γιατί βρήκε ότι το κεφάλι του ήταν επίπεδο, μοιάζοντας με την τετραγωνική ρίζα. Ειδικά με το παιδί ο καθηγητής θα αναπτύξει μια βαθιά σχέση στηριζόμενη στα μαθηματικά και στο μπέιζμπολ. «Συμπεριφερόταν στο Ρουτ με τους ίδιους τρόπους που το έκανε και με τους πρώτους αριθμούς. Πίστευε ότι όπως οι πρώτοι αριθμοί είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζονται οι φυσικοί αριθμοί, έτσι και τα παιδιά είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για εμάς τους ενήλικους. Πίστευε ότι χάριν των παιδιών ήταν γι’ αυτόν δυνατόν να υπάρχει στο εδώ και το τώρα», θα πει κάποια στιγμή στο βιβλίο η αφηγήτρια. Μεταξύ των τριών αυτών προσώπων δημιουργούνται τρυφεροί δεσμοί. Με κάθε νέα εξίσωση, οι τρεις χαμένες ψυχές σφυρηλατούν μια στοργή πιο μυστήρια από τους νοητούς αριθμούς και ένα δεσμό που διατρέχει βαθύτερα τη μνήμη... Θα περάσουν τα δύσκολα, τα όμορφα, θα γιορτάσουν γενέθλια, θα τρομάξουν σε ασθένειες, θα χωρίσουν και θα ξαναβρεθούν, θα μεγαλώσουν, κι ο Ρουτ θα σπουδάσει καθηγητής μαθηματικών, θα αποκτήσει νόημα η ζωή, διότι θα έχει νόημα ο ένας για τον άλλον... Μοναδική στο να αντλεί ποίηση από την καθημερινότητα και να αναδεικνύει το θαυμαστό και το αλλόκοτο ακόμα και στο ελάχιστο, η Γιαπωνέζα Γιόκο Ογκάουα ανακαλύπτει με άλλα μάτια, και λέξεις, και διάθεση, τη θεϊκή και ποιητική προέλευση των Μαθηματικών στο μυθιστόρημά της. Αγάπη για τους ανθρώπους, ποιητική, σε μελαγχολικούς συνήθως τόνους, διάθεση, χιούμορ, και πολλά μαθηματικά προβλήματα περιέχει ο «αγαπημένος τύπος». Από τις πιο ευαίσθητες ιστορίες, με όλες αυτές τις λεπτές χειρονομίες, τους ήχους, την αυτοσυγκράτηση των αισθημάτων, τα βλέμματα, τις ήσυχες σκέψεις των ηρώων, τον υποβόσκοντα ερωτισμό… Μοιάζει με μαθηματική εξίσωση ζωγραφισμένη από έναν ιμπρεσιονιστή. «Όσο αδύνατο είναι να εξηγήσει κανείς γιατί τα αστέρια είναι όμορφα, άλλο τόσο είναι και να εκφράσει την ομορφιά των μαθηματικών». Μια φράση από το βιβλίο της Γιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα...

×

13


αντί × λόγου

ποίηση γράφει ο Βασίλης Κουστούδας

Χορογραφία Δε με βαραίνουν πια παρά μονάχα σαν τελείες οι ιδιωτικές μου συντριβές, χωμάτινες ή φτερωτές της μνήμης μου διαδρομές σαν πεθαμένες τέμνονται στην ίδια ιστορία! Και δίχως να είναι πουθενά δίχως να υπάρχουν κάπου, σκιές απ' τα σκοτάδια μου σαν μια χορογραφία γεωμετρικά συνθέτουνε τους κύκλους του θανάτου...

Ενώ δεν ήσουν εκεί Και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί, είδα να σε ορίζουν μανιασμένες θύελλες και κύματα μιας άγριας θάλασσας να πλέκουν γαλαξίες τα μαλλιά σου, κι είδα τρικυμίες μέσα στην ψυχή σου που με ναυάγησαν σε όλους τους ωκεανούς του απέραντου, είδα τα αστρικά φαντάσματα των ανθρώπων να με κοιτούν με απορία, τον κόσμο ολόκληρο μέσα στα μάτια σου τον είδα να πεθαίνει και να ανασταίνεται, με μιαν ανάσα, με ένα τίποτα, και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί, με κάθε τρόπο σε ένιωσα και μέσα σε ένα θλιμμένο όνειρο γεύτηκα την ανελέητη μοναξιά των ξεχασμένων θεών, των πεθαμένων ανθρώπων...

Πάει καιρός (20/04/2011) αφιερωμένο στον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Πάει καιρός και μου ’λειψε ο έρωτας, η γεύση των υπέροχων σωμάτων, τα χάδια και οι αναστεναγμοί οι οσμές των ολάνθιστων δερμάτων, πάει καιρός και στέγνωσα και το κορμί μου αδειανό είναι από πόθο, μα υπάρχουν βράδια σαν από κάποια μυστική ζωή, που μέσα μου βαθιά ακόμα υγραίνομαι και νιώθω...

14

Και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί, είδα τη μορφή σου υγρή να πνίγεται μέσα στις αργές μεταμορφώσεις της, και άγριες καταιγίδες να γράφουν τα μαύρα σύννεφα πάνω στα βλέφαρά σου και αστρικά παράδοξα να γεμίζουν τρυφερά τις ατελείωτες νύχτες μου, και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί , ένιωσα μέσα μου βαθιά την αγάπη να με πλημμυρίζει...


αντί × λόγου

ποίηση

άτιτλο (7/4/2011)

Πώς ένα ποίημα αντάξιο του έρωτα να γράψω,

Εκείνο το βράδυ (13/5/2010)

Όχι πως ήτανε να έρθεις, αλλά εκείνο το βράδυ τα παράξενα μονοπάτια των λέξεων με οδήγησαν σε έναν τόπο συνάντησης μυστικό, και όχι πως ήτανε να έρθεις ή πως θα σε άγγιζα με την ανάσα μου, αλλά εκείνο το βράδυ όλα τα πρόσωπα ήταν το πρόσωπό σου

ποια είναι η οσμή των λέξεων και ποιο είναι το χρώμα, η γεύση των μοναδικών φιλιών στο υπέροχό της στόμα, πώς να μου δώσει η ποίηση ό,τι η ζωή μου αρνήθη, δίχως τα χάδια που ξυπνούν το δέρμα από τη λήθη το σπαραγμό να απλώνεται στο στερημένο σώμα, ποια να ’ναι η οσμή των λέξεων και ποιο να ’ναι το χρώμα;

και δεν υπήρχε τίποτε άλλο για να κατονομάσω μες στο σκοτάδι , και όχι πως ήτανε να έρθεις αλλά πως ήρθες, σαν ένα υπέροχο ποίημα στο δέρμα μου επάνω από ένα σου χάδι στο σώμα, στα σπλάχνα, στο αίμα μου μέσα εκείνο το βράδυ...

Μία γαλαξία οδός Είναι και αυτή μία γαλαξία οδός προς τους αιώνιους θεούς και τα μελλούμενα... Σπαράζουν ωστόσο μες στο χρόνο αιωρούμενα, χιλιάδες πλάσματα, νεκρά φαντάσματα, που συνοδεύουν τις κηδείες των ανθρώπων και η σιωπή τους κάποτε γίνεται λυγμός και όποιο σύννεφο, όποιο όνειρο ο νεκρός κι αν διατρέξει, τούτη το ξέρει, πως είναι πια η μόνη οδός...

15 φωτογραφία από την Πέρσα Κατσαμάκη


αντί × λόγου

το μελάνι

γράφει η Άντρη Αντωνίου

Το μελάνι της μοίρας Ας υποθέσουμε πως ένα πρωινό το ξυπνητήρι σας χτυπάει δέκα λεπτά αργότερα από το κανονικό. Σηκώνεστε πανικοβλημένοι και προσπαθείτε να ετοιμαστείτε όσο πιο γρήγορα γίνεται. Λαχανιασμένοι και αναμαλλιασμένοι βγαίνετε στο δρόμο και τρέχοντας φτάνετε στη στάση του λεωφορείου. Με θυμό αντιλαμβάνεστε πως για λίγα δευτερόλεπτα έχετε χάσει το λεωφορείο και πρέπει αναγκαστικά να περιμένετε το επόμενο. Στέκεστε στην άκρη του πεζοδρομίου, χτυπώντας νευρικά το πόδι σας στο έδαφος και ρίχνοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα ανήσυχα βλέμματα στο ρολόι σας. Στο μυαλό σας περιστρέφεται έντονα το ενδεχόμενο της πιθανής απόλυσής σας. Την ίδια ώρα, δυνατές φωνές και σαματάς από την τράπεζα που απέχει λίγα μόνο μέτρα από το μέρος που βρίσκεστε αποσπούν την προσοχή σας. Γεμάτοι περιέργεια πλησιάζετε για να μάθετε από πρώτο χέρι τι ακριβώς συμβαίνει. Με τρόμο συνειδητοποιείτε πως μόλις έχετε γίνει αυτόπτεις μάρτυρες μιας ένοπλης ληστείας. Κάνετε μεταβολή και με γρήγορο βήμα προσπαθείτε να απομακρυνθείτε από τη σκηνή. Εκείνη τη στιγμή ρίχνονται πυροβολισμοί κι ένας απ’ αυτούς βρίσκει στόχο εσάς. Αιμόφυρτοι πέφτετε στο έδαφος, αφήνοντας την τελευταία σας πνοή. Υπερβολικό; Είναι τόσο περιπλεγμένα τα κουβάρια της ζωής των ανθρώπων που τίποτα μάλλον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απίθανο ή υπερβολικό. Δε γίνεται όμως να μην αναρωτηθεί κανείς. Αυτά τα λίγα λεπτά στα οποία κάποιος παρακοιμήθηκε ή εκείνα τα μερικά δευτερόλεπτα για τα οποία έχασε το λεωφορείο ήταν εντελώς συμπτωματικά περιστατικά της ζωής του για τα οποία αποκλειστικά και μόνο υπεύθυνος ήταν ο ίδιος; Ή τούτη η φαινομενικά τυχαία αλληλουχία γεγονότων αποτελεί μέρος μιας προδιαγεγραμμένης πορείας που δόθηκε στον καθένα την ώρα της γέννησής του και την οποία δεν έχει τη δυνατότητα να αποφύγει ή να αλλάξει με κανέναν απολύτως τρόπο;

16


αντί × λόγου

της μοίρας

Με άλλα λόγια, γεννιόμαστε με ένα συγκεκριμένο και αδιαπραγμάτευτο σενάριο ζωής; Ο χ θα γίνει κατά συρροή δολοφόνος, ο ψ θα βρει φρικτό θάνατο στα δεκαέξι του και ο ω θα ευτυχήσει διάγοντας μια πλήρη και γεμάτη μέχρι τα βαθιά γεράματα ζωή; Ή μήπως όλα περιστρέφονται γύρω από τη σφαίρα του τυχαίου και του πιθανού, χωρίς να υπάρχει για κανέναν οποιοδήποτε de facto πλάνο; Ο κατάλληλος άνθρωπος, τη σωστή στιγμή, στο ανάλογο μέρος και τούμπαλιν; Λευκοί καμβάδες όπου με ελεύθερη βούληση και ανάλογους χειρισμούς ζωγραφίζουμε το τοπίο της ζωής μας ή μίζεροι περιπατητές μιας ήδη χαραγμένης πορείας; Και πόσο επηρεάζουμε ο ένας τον άλλο σε αυτό το περίπλοκο και μοναδικό ταξίδι; Ζούμε ανεξάρτητες μεταξύ τους ζωές με εξαίρεση εκείνων των λίγων με τους οποίους συναναστρεφόμαστε καθημερινώς ή μήπως οι βίοι όλων μας συνδέονται με μια σειρά αόρατων κρίκων σε σημείο που οι πράξεις του ενός να έχουν σε βάθος χρόνου αντίκτυπο στη ζωή ενός άλλου, εντελώς αγνώστου και τοποθετημένου χιλιόμετρα μακριά; Αν δεχτούμε δηλαδή πως η κίνηση των φτερών μιας πεταλούδας στον Αμαζόνιο μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα, υπάρχει ενδεχόμενο κάτι τέτοιο να έχει αντίστοιχη αναλογία και στις ανθρώπινες ζωές; Δεν έχω τις απαντήσεις για όλα αυτά τα ερωτήματα. Και το πιο πιθανόν να μην τις έχει και κανένας άλλος. Θέλω όμως να πιστεύω πως δεν είμαστε τα άβουλα πιόνια στη σκακιέρα μιας ανώτερης δύναμης που σπάει πλάκα με το να υφαίνει περίπλοκους ιστούς αράχνης στις ζωές των ανθρώπων. Και πως ακόμη αυτό που ίσως χρειάζεται για να έχει η ζωή του καθενός την αίσια κατάληξη που ονειρεύεται δεν είναι μια ουρανοκατέβατη σύμπτωση ούτε ένα καλογραμμένο πεπρωμένο. Η σκληρή δουλειά, η αφοσίωση στους στόχους που έχουμε θέσει, η άρνηση παραίτησης στις όποιες δυσκολίες και αναποδιές μπορεί να παρουσιαστούν, ενδέχεται να είναι πολύ πιο σοφές κινήσεις ζωής σε σχέση με τη μοιρολατρική θέαση των γεγονότων που ξεδιπλώνονται στο πέρασμα του βίου μας. Απ’ την άλλη πάλι όμως, ποιος μπορεί να πει με σιγουριά;

×

17


διήγημα

αντί × λόγου

Πήγε μεσημέρι πια. Πόσο γρήγορα τρέχει πάντα η ώρα όταν κατεβαίνεις στο κέντρο για δουλειές. Σήμερα ο καιρός χάλασε λιγάκι, το ευχόμουν μέρες. Να τελειώνει επιτέλους αυτή η υγρή ζέστη του διευρυμένου καλοκαιριού που έχει κατσικωθεί εγωιστικά πάνω απ' την Αθήνα. Να δροσιστούν και λιγάκι οι δρόμοι, τα κτίρια, τα δέντρα. Έβγαλε μέχρι και αεράκι, κρύο. Αλλά έτσι όπως είμαι εγώ τώρα, σκέφτομαι μόνο την κούρασή μου. Μια κακή διάθεση χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο με έχει πάρει από πίσω και με ακολουθεί παντού. Όπως θυμάμαι, μικρός έβλεπα σε κινούμενα σχέδια να είναι πάνω απ' το κεφάλι του ήρωα ένα μαύρο κακό σύννεφο που έβρεχε και έριχνε κεραυνούς μόνο εκεί που βρισκόταν αυτός ο ήρωας. Αυτή η κακή διάθεση, τώρα, δε με αφήνει να χαρώ όσο κανονικά θα χαιρόμουν τον αγαπημένο μου φθινοπωρινό καιρό. Ακολουθώντας με τα πόδια από το Σύνταγμα τη λεωφόρο Αμαλίας, έφτασα κοντά στην Ακρόπολη. Πέρασα το άγαλμα της Μελίνας με τα πολλά και όμορφα λουλούδια πάντα γύρω του, μπήκα στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τρύπωσα σε ένα μικρό, κοίλο πλατειάκι στην αρχή της και κάθισα σε ένα τσιμεντένιο... κάτι, που παγκάκι δεν είναι, αλλά ως τέτοιο χρησιμοποιείται. Καθώς καθόμουν, μέσα σε δευτερόλεπτα παραδόθηκα σε ένα λυτρωτικό μούδιασμα που αγκάλιασε όλο μου το κορμί, από τα πόδια ως το λαιμό, σαν ερεθιστικό ερωτικό χάδι που σου ακυρώνει κάθε αντίσταση. Αισθανόμουν τόσο κουρασμένος από το πολύωρο περπάτημα, που θα μπορούσα πολύ εύκολα, έτσι όπως τώρα κάθομαι, να κλείσω τα μάτια και ν' αποκοιμηθώ. Είναι κι αυτό το δροσερό αεράκι... Δε θέλω και πολύ. Στο σημείο που έκατσα, το πλατειάκι χωρίζεται από τον υπόλοιπο κυρίως πεζόδρομο με δυο σειρές από θάμνους και δέντρα. Μια γρήγορη απομόνωση ακόμα και σε σημεία της πόλης με πολύ κόσμο την έχω σχεδόν πάντα ανάγκη σε στιγμές σαν αυτή. Όταν είμαι κουρασμένος, συμβαίνει πολλές φορές να μην αντέχω τους ανθρώπους, τη βαβούρα και τη φασαρία, όλα μ' ενοχλούν και θέλω απλώς να είμαι κάπου μόνος. Απέναντι από το σημείο που κάθομαι αρχίζει ο κλειστός περίβολος χώρος του Ιερού Βράχου. Πάντα κατάφυτος, πάντα ιδιαίτερος, θυμάμαι, όποια στιγμή του χρόνου κι αν έχω περάσει από 'δω, η φύση έχει φροντίσει να στολίσει με τις ωραιότερες αποχρώσεις την πιο δυνατή ζωντανή ανάμνηση ενός μεγαλείου αξεπέραστου. Κάποιες φορές μάλιστα, όταν στα μεγάλα κρύα του χειμώνα η περιοχή καλύπτεται από πάχνη, νομίζεις ότι κρυμμένη μέσα στο λευκό πέπλο για να μη τη δει κανείς, κάνει βόλτες η θεά Αθηνά. Χωρίς το δόρι και την ασπίδα της, χωρίς την περικεφαλαία της, σαν μια απλή κόρη, κατεβαίνει να δει την πόλη της, που ακόμα αγαπά και προστατεύει.

18


αντί × λόγου

διήγημα

Μια γάτα, απ' αυτές τις πανταχού παρούσες πανέμορφες ασχημόγατες των δρόμων, διασχίζει σιγά σιγά αμέριμνη, σαν να κάνει πασαρέλα, την πλατεία. Περνάει μέσα από τα κάγκελα της περίφραξης με τη χαρακτηριστική ευκολία του είδους της και μπαίνει στον, κλειστό για όλους τους υπόλοιπους, χώρο. Πάντα ζήλευα τις γάτες. Αυτή η ικανότητά τους να σκαρφαλώνουν και να χώνονται παντού με τόση άνεση και ευκολία σχεδόν με εξοργίζει. Τις αγαπάω τις γάτες. Και υποψιάζομαι κιόλας, χωρίς να το έχω αναλύσει ποτέ περισσότερο, πως έχω κάτι από το χαρακτήρα τους, ακόμα πολλές φορές κι από το βλέμμα τους. Η ασπρόμαυρη ψιψίνα πήγε σ' ένα μεγάλο υπόστεγο αμέσως μετά την περίφραξη, που προστατεύει απ' τη βροχή και τον ήλιο αρχαία αγάλματα και άλλα ευρήματα από το γύρω χώρο της Ακρόπολης όπου είναι τοποθετημένα, προσωρινά υποθέτω. Θαρρείς σεβόμενη το χώρο που πάταγε και το τι βρίσκεται γύρω της, βάδιζε τώρα πιο αργά κοιτώντας δεξιά κι αριστερά, σαν επισκέπτρια σε κάποιο υπαίθριο μουσείο, και έκλεινε τα μάτια όταν ο αέρας γινόταν κάποιες στιγμές απότομα πιο δυνατός. Τελικά, έκατσε στη βάση ενός αγάλματος και ξάπλωσε μαζεύοντας τα λεπτά μπροστινά της ποδαράκια οκλαδόν. Το άγαλμα στεκόταν από πάνω της τεράστιο, επιβλητικό, μεγαλοπρεπές. Ένα άγαλμα χωρίς κεφάλι και χωρίς χέρια, δεν καταλαβαίνεις αν αναπαριστά άντρα ή γυναίκα. Το μάρμαρο σε όλο το σώμα του αγάλματος σχηματίζει όμορφες πτυχώσεις - θα πρέπει όποιος ή όποια ήταν, να φορούσε έναν πολύ ωραίο λευκό μανδύα ή φόρεμα. Τι κρίμα, σκέφτομαι, να μη μπορώ να το δω ολόκληρο. Το άγαλμα μου δίνει πάντως την εντύπωση ότι απεικονίζει άντρα. Το σώμα του είναι στιβαρό και με διάπλαση στους μυς που δεν ταιριάζει σε γυναικείο κορμί. Τη γάτα, βέβαια, δεν την απασχολούν τέτοια πράγματα. Έχει ξαπλώσει ακουμπώντας με το πίσω της τη βάση του αγάλματος και δέχεται χαλαρωμένη το χάιδεμα του αέρα, άλλοτε ευγενικό και άλλοτε πιο βίαιο, να διαγράφεται σε κύματα πάνω στο δικό της φυσικό μανδύα, τη γούνα της. Σα να προσπαθεί να φτιάξει κι εκείνη πτυχώσεις όπως του αγάλματος. Δείχνει μάλιστα να το απολαμβάνει τόσο πολύ, που, πάντα απαλά, αρχίζει να περιποιείται με τη γλώσσα της τα πέλματα και τα νύχια του ενός μπροστινού ποδιού της. «Γυναίκα», σκέφτηκα μεμιάς. Παρατηρούσα με μεγάλη προσοχή τη γάτα. Οι εκφράσεις της και οι λεπτεπίλεπτες κινήσεις της με είχαν απορροφήσει εντελώς. Μονάχα ένας σκύλος κάποια στιγμή απέσπασε την προσοχή μου. Πετάχτηκε απότομα από τη μεριά του πεζόδρομου, προφανώς εντόπισε τη γάτα από μακριά, στάθηκε στα κάγκελα της περίφραξης και έμεινε να την κοιτάζει. Δεν

19


διήγημα

αντί × λόγου

μπορούσε να κάνει έτσι κι αλλιώς κάτι διαφορετικό, αν και φαινόταν ότι πολύ θα το ήθελε. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένα δυνατό «Λάρυ» ακούστηκε από τον πεζόδρομο και ο σκύλος αμέσως υπάκουσε στο κάλεσμα του αφεντικού του, φεύγοντας τόσο γρήγορα όσο ήρθε. Η γάτα όχι μόνο δεν ενοχλήθηκε από τη σκηνή με το σκυλί, αλλά με μια αρχοντική απάθεια του έριξε μόνο μια ματιά, και όπως ήταν καθιστή, έγειρε στο πλάι ξαπλώνοντας εντελώς στο χορτάρι και έκλεισε τα μάτια. Ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς από πάνω μας και έλουζε χωρίς εμπόδια από σύννεφα ή δέντρα όλη την περιοχή, κάνοντας ακόμα πιο δυνατό το χαλαρωτικό μούδιασμα που συνέχιζα να αισθάνομαι στους μυς μου. Το χρυσό του φως έκανε τα μάρμαρα, τους βράχους, το χώμα και τα φυτά να λαμποκοπούν, και όταν ο αέρας κουνούσε τα φύλλα, τα χορτάρια και τα αγριολούλουδα, φωτεινές αποχρώσεις και αντανακλάσεις ξεπηδούσαν από παντού, δημιουργώντας ένα σκηνικό ονειρικό. Ξαφνικά, όπως χάζευα απορροφημένος τη γάτα, που πλέον έμοιαζε να έχει αποκοιμηθεί, κατάλαβα μια κίνηση από τη μεριά του αγάλματος. Σε μια στιγμή που ο αέρας δυνάμωσε απότομα, οι πτυχώσεις του μανδύα, και ειδικά κάτω στα πόδια, άρχισαν να ανεμίζουν. Στην αρχή νόμιζα ότι μου φάνηκε ότι απλώς δεν είδα καλά και έτσι δεν έδωσα σημασία, αλλά μετά από λίγο, σε άλλο ένα δυνατό ξέσπασμα του αέρα, ο μανδύας του αγάλματος ανέμιζε ολόκληρος. Όχι, δε μου φάνηκε, καλά είδα. Σαν ο αέρας με τη δύναμή του να έσπασε και να έβγαλε πάνω απ' το μανδύα τη σκόνη σχεδόν δυόμιση χιλιάδων ετών και να τον ξαναζωντάνεψε. Ολόλευκος, καθαρός, λάμπει κι ακτινοβολεί πιο δυνατός κι απ' το φως του ήλιου. Μου φαινόταν εξωπραγματικό, αλλά ήταν αληθινό... Τόσο αληθινό που με τρόμαζε! Θα μπορούσα να απλώσω το χέρι μου και να τον πιάσω, να τον χαϊδέψω, να νιώσω την υφή του, αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ, είχα παγώσει ολόκληρος. Ο αέρας είχε δυναμώσει και φυσούσε αρκετά, όχι μόνο κάποιες στιγμές, αλλά τώρα συνέχεια, διαγράφοντας αρμονικά την πορεία του πάνω στο λευκό μανδύα του αγάλματος. Από το πλάι της περίφραξης, ένα γκρουπ τουριστών κατεβαίνει μέσω ενός μικρού στενού προς τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Περπατάνε, ρίχνουν κάποιες ματιές στα αγάλματα και τα υπόλοιπα ευρύματα που βρίσκονται κάτω απ' το υπόστεγο, αλλά φεύγουν χωρίς να σταματήσουν. Μα κανείς δεν το βλέπει; Κανείς δεν το παρατήρησε; Σύντομα οι τουρίστες χάθηκαν μέσα στο υπόλοιπο πλήθος του πεζόδρομου, κατευθυνόμενοι προς το Ηρώδειο. Πώς είναι δυνατόν να μη το είδε κανείς; Μπορείς έτσι εύκολα να προσπεράσεις κάτι τέτοιο; «Τι κρίμα», σκέφτηκα, «να μην έχει το κεφάλι και τα χέρια του». Η ιδέα ότι θα μπορούσε να ζωντανέψει ακόμα και ολόκληρο το ογκώδες μαρμάρινο άγαλμα, να κινηθεί, να φύγει από το υπόστεγο, να πάψει να

20


αντί × λόγου

διήγημα

είναι ένα υπαίθριο έκθεμα αδιάφορο για τους περισσότερους και να περπατήσει, όπως θα έκανε ο άνδρας που το ενέπνευσε στην αρχαία Αθήνα, φάνταζε τρομακτικά γοητευτική. Και γιατί όχι, απόλυτα πιθανή. Μετά από λίγη ώρα που από το δέος και τον τρόμο δεν ένιωθα το σώμα μου, σα να είχα φύγει έξω από αυτό, αισθάνθηκα ένα δυνατό άγγιγμα στον αριστερό μου ώμο. Σήκωσα το κεφάλι και πήρα μια γρήγορη βαθιά αναπνοή, σαν να είχα βυθιστεί στο νερό και κάποιος να με είχε τραβήξει έξω. «Είστε καλά;». Ένας άνδρας της υπηρεσίας καθαριότητας που είχε έρθει με το καρότσι του να σκουπίσει από τα ξερά φύλλα και τα αποτσίγαρα την πλατεία, στεκόταν όρθιος μπροστά μου και μου χαμογελούσε. «Ζαλιστήκατε ή σας πήρε ο ύπνος;». «Μάλλον, δεν ξέρω... Σας ευχαριστώ πολύ», απάντησα αιφνιδιασμένος, χωρίς καλά καλά να έχω ακόμα καταλάβει τι έχει γίνει. «Χρειάζεστε μήπως κάτι να σας φέρω αν δεν είστε καλά;». «Όχι, καλά είμαι, απλώς με πήρε ο ύπνος φαίνεται. Σας ευχαριστώ και πάλι». Ο ευγενικός άνδρας με την μπλε και πορτοκαλί φωσφοριζέ στολή, χαρούμενος που είμαι καλά, με χαιρέτησε και επέστρεψε στη δουλειά του. Εγώ, αφού συνήλθα πίνοντας λίγο νερό από ένα μπουκαλάκι που είχα μαζί μου απ' το πρωί, γύρισα ξανά να κοιτάξω το χώρο του υπόστεγου με τα αρχαία. Το άγαλμα στη θέση του, με τα γκρίζα σημάδια των αιώνων να έχουν επανέλθει στο μαρμάρινο μανδύα του. Η γάτα όμως; Δεν ήταν μπροστά από τη βάση του αγάλματος, εκεί που πριν λίγο είχε κάτσει και είχε ξαπλώσει. Κι αυτή μέρος του ίδιου ονείρου; Ευτυχώς όχι. Η ασπρόμαυρη γάτα, μαζί με πολλές άλλες από τριγύρω, ήταν στα κάγκελα δεξιά του χώρου, στη μεριά του στενού από το οποίο είχα δει να κατεβαίνουν οι τουρίστες. Μια μεγάλη γυναίκα με ρούχα πολλά και βαριά για την εποχή, που κρατούσε πολλές πλαστικές σακούλες, τους είχε πάει φαγητό, και ένα απίστευτο πολύχρωμο γατομπουλούκι είχε σχηματιστεί εκεί με τα νιαουρίσματα να δίνουν και να παίρνουν. Μ' αυτά και με 'κείνα, η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά και έπρεπε να γυρίσω σπίτι. Πήρα τα πράγματά μου και σηκώθηκα από το τσιμεντένιο... κάτι όπου είχα κάτσει και είχε αποδειχθεί πιο βολικό απ' όσο θα περίμενα. Τα πόδια μου ήταν ακόμα κάπως μουδιασμένα, αλλά με τα πρώτα βήματα βρήκα τις δυνάμεις μου και προχώρησα προς το σταθμό του μετρό της Ακρόπολης. Κοίταξα το ρολόι στο κινητό μου τηλέφωνο. Χριστέ μου... Με βρήκε το απόγευμα. × Δημήτρης Νίκου

Ο Δημήτρης Νίκου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Ολοκλήρωσε σπουδές ηχοληψίας και παράλληλα αρθρογραφεί από το 2005 γράφοντας κυρίως για μουσική, ενώ μικρά πεζά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Από τις Εκδόσεις Ίαμβος κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, "Βόλτα στο Φεγγάρι". Το διαδικτυακό του "σπίτι" είναι το ιστολόγιο dimitris-nikou.blogspot.com .

21


αντί × λόγου

η μοναξιά

The mind is sharper and keener in seclusion and uninterrupted solitude. No big laboratory is needed in which to think. Originality thrives in seclusion free of outside influences beating upon us to cripple the creative mind. Be alone, that is the secret of invention; be alone, that is when ideas are born. Ο νους είναι οξυμένος και σε εγρήγορση στην απομόνωση και την αδιατάρακτη μοναξιά. Δεν απαιτείται κανένα μεγάλο εργαστήριο για να σκεφτεί κανείς. Η πρωτοτυπία ανθεί στην απομόνωση, ελεύθερη από εξωτερικές επιρροές οι οποίες μας επιτίθενται για να σακατέψουν το δημιουργικό μας νου. Μείνε μόνος, αυτό είναι το μυστικό της ανακάλυψης, μείνε μόνος, τότε είναι που γεννιούνται οι ιδέες. Nikola Tesla

22


αντί × λόγου

του Τέσλα

γράφει η Άννα Νιαράκη

Σκέφτομαι τον Τέσλα, στις 7 του Γενάρη του 1943, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου να κατεβάζει το διακόπτη της ζωής του βυθίζοντας την απαράμιλλη διάνοιά του στο σκοτάδι. Μόνος. Αυτός που φωταγώγησε τις νύχτες μας… Αναρωτιέμαι, χωρίς αυτόν τόσες μοναξιές πού θα χωρούσαν. Πού θα στοιβάζονταν όλες αυτές οι μεταμεσονύχτιες σκέψεις χωρίς φως. Πόσο αβάσταχτες θα ήταν οι νύχτες μας. Όλες. Στο έλεος μικρών κεριών που θα αργοπέθαιναν τρεμοπαίζοντας, κάνοντάς μας αλλόφρονες παρατηρητές σε ένα σκοτεινό θέατρο σκιών. Με το φως γίναμε πιο ανεκτικοί με τις μοναξιές μας. Ξεχνιόμαστε. Λίγοι είναι αυτοί που συνειδητά εντρυφούν σε αυτή και αναδύονται ολόκληροι και πολλαπλοί. Οι περισσότεροι κατακερματίζουν το χρόνο, τον διαθλούν σαν το κρύσταλλο το φως. Οι απουσίες. Ναι, αυτές αγαπούν το σκοτάδι. Κρύβονται εκεί και σε περιμένουν. Αν δεν έχεις λύσει τις διαφορές σου, αδημονείς για το ξημέρωμα. Εκεί που το πρώτο φως σκοτώνει τη νύχτα με το γάντι και ξαναδίνει στα αντικείμενα το ρεαλιστικό τους σχήμα. Μα η αλήθεια κρύβεται κι αυτή στη φόδρα του μαύρου καπέλου της ζωής ή του θανάτου. Το ίδιο είναι. Για να δημιουργήσεις πρέπει να απομονωθείς. Η αφορμή βρίσκεται έξω, μα η αιτία φωλιάζει μέσα σου. Αν δε σιωπήσουν οι φωνές, δε θα σ’ ακούσεις. Για αυτό η Τέχνη είναι σκληρή για αυτόν που την υπηρετεί και ευγενής για αυτόν που την απολαμβάνει. Ακριβώς επειδή δεν αγαπήσαμε ποτέ τους εαυτούς μας όσο θα έπρεπε, δεν τους δοθήκαμε με αφοσίωση και πίστη, δεν αγαπήσαμε ποτέ και τη μοναξιά. Και το σκοτάδι. Και την απουσία. Και τη σιωπή. Και τη σκληρή υποταγή να γίνουμε. Η ελευθερία δε χαρίζεται. Κατακτάται. Κι όποιος δεν πάλεψε εαυτόν, ουδέποτε έπραξε, ουδέποτε εισέπραξε. Γιατί «πράττω» σημαίνει «είμαι». Και «εισπράττω» σημαίνει «οι άλλοι είναι». Όταν κανείς δεν είναι κανένας, όταν το μόνο που εναλλάσσεται είναι το ρεύμα και οι ρόλοι, τότε είναι σκληρή εξορία το σκοτάδι. Εξορία της μάσκας. Γιατί, αναπόφευκτα, μόνος θα μείνεις. Στιγμές, χρόνια, αιώνες. Θα μείνεις. Κι εκεί κανένας δεν ξορκίζει την ανεπάρκεια ή την αλήθεια σου.

Σβήσε το φως Σβήσε το φως είναι αργά. Αργά για οτιδήποτε. Χρίστος Λάσκαρης Αργά για οτιδήποτε άλλο εκτός από σένα.

×

23


διήγημα

αντί × λόγου

«Πότε θα γυρίσεις μπαμπά;». «Αν βγεις στο παράθυρο θα με δεις αγάπη μου. Ακόμα δεν μπήκα στο αυτοκίνητο. Ακόμα δεν έχω ξεκινήσει». «Ναι… Το ξέρω… Αλλά θα αργήσεις;». «Μα τα είπαμε αυτά. Δε θα κάνω πάνω από τρεις μέρες». «Ναι… Αλλά εγώ δε θέλω να αργήσεις». «Θα κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ και υπόσχομαι να σου φέρω ένα υπέροχο δώρο όταν γυρίσω». «Εγώ δε θέλω δώρο, θέλω εσένα». «Φιλιά πολλά». Το έκλεισα. Δεν ήξερα τι άλλο να της πω… Το κοριτσάκι μου μεγάλωσε. Ο καιρός περνάει και το κοριτσάκι μου μεγαλώνει και εγώ δεν είμαι εδώ να το βλέπω να μεγαλώνει. Θα το καταλάβω άραγε όταν θα μου πει: «Από εδώ ο μέλλοντας σύζυγός μου, μπαμπά»; Ίσως με πει και «πατέρα». Ούτε να το σκέφτομαι… Άλλωστε έχω πει πως σταματάω. Τελευταίο ταξίδι και μετά τέρμα. Ας αναλάβουν άλλοι, τόσοι περιμένουν στην ουρά. Τόπο στα νιάτα. Εγώ ό,τι ήταν να κάνω το έκανα. Και τις εμπειρίες μου τις μάζεψα, και τις διαλέξεις μου τις έδωσα, και τις μελέτες μου τις δημοσίευσα, και τα βραβεία μου τα συνέλεξα… Καιρός λοιπόν να αράξω στο όμορφο γραφειάκι μου και να περιμένω εκεί τους ασθενείς μου. Έστω κι αν αυτοί είναι νοικοκυρές σε απόγνωση, ανέραστοι πενηντάρηδες και αγχωμένα εικοσάχρονα. «Αχ! Γιατί να είναι αυτοί… Γιατί μόνο αυτοί;». Αποφασίστηκε όμως. Ας είναι μόνο αυτοί. Θα μου αφήσουν και χρόνο να αφοσιωθώ στο βιβλίο μου και την οικογένειά μου. «Και στο κοριτσάκι μου…». «Μπαμπά… Μπαμπά…». Ξυπνάω μέσα στον πανικό! Κοιτάω δεξιά μου και βλέπω έναν μουσάτο. Αυτός με φώναξε μπαμπά; Όχι, ήταν το κοριτσάκι μου… Αναγνώρισα τη φωνή του καθαρά… Τι γίνεται; Πού είναι; Πού βρίσκεται; Κοιτάω αριστερά. Σύννεφα. Πολλά σύννεφα. Αρχίζω και συνέρχομαι. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου πολλές φορές, τα τρίβω με τις γροθιές μου, χασμουριέμαι σαν το βασιλιά της ζούγκλας και ανακάθομαι. Όνειρο. Ή μήπως εφιάλτης; Όταν προσγειωθώ να θυμηθώ να την πάρω ένα τηλέφωνο για να ηρεμήσει… Και κυρίως να ηρεμήσω εγώ. Βγάζω από το χαρτοφύλακά μου το φάκελο της υπόθεσης για να ρίξω μια γρήγορη, υπενθυμητική ματιά. Τον στηρίζω στα γόνατά μου και διαβάζω τα μεγάλα έντονα γράμματα στο χαρτονένιο εξώφυλλο: «Αφιλοκερδής Σύλλογος Ψυχολογικής Υποστήριξης και Έρευνας ‘Η Κατανόηση’». Από κάτω έγραφε το όνομά μου και την ιδιότητά μου. «Ψυχίατρος – Ψυχολόγος». «Υπόθεση νούμερο 1298». Ένα μακρόσυρτο «μάλιστα…» βγαίνει από τα χείλη μου. Ανοίγω και ξεφυλλίζω στα γρήγορα τις σελίδες. Τα μάτια μου πέφτουν στις μαρκαρισμένες με φωσφοριζέ κίτρινο χρώμα σημειώσεις μου και στο μυαλό μου αναδύονται όλα τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης. Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που ζωγραφίζει μανιωδώς. Αυτό είναι το γεγονός. Για να ενεργοποιηθεί όμως η ομάδα της «Κατανόησης» σίγουρα κάτι παραπάνω κρύβεται από πίσω. Το ύποπτο μάλιστα στο όλο θέμα είναι πως το ογδόντα τοις εκατό της έρευνας χρηματοδοτείται από την εθνική υπηρεσία πληροφοριών και έχει χαρακτηριστεί ως άκρως απόρρητο. Άρα σίγουρα δεν πρόκειται για μια απλή περίπτωση ψυχασθενούς.

24


αντί × λόγου

διήγημα

Μου θυμίζει το περιστατικό του τριανταπεντάχρονου κτηνοτρόφου από την παραμεθόριο. Και τότε είχε μπλεχτεί η εθνική υπηρεσία πληροφοριών. Περνούσε πολλές ώρες με τα ζώα του. Είχε απομονωθεί έλεγαν οι γύρω του, μέχρι που στο τέλος δε μιλούσε σε κανέναν, και μάλιστα, αν κάποιος του απεύθυνε τον λόγο, εκείνος νευρίαζε ανεξήγητα. Ώσπου μια μέρα άνοιξε το κεφάλι της θείας του με ένα σιδερένιο λοστό. Το θυμάμαι σαν τώρα που είχαμε κλειστεί στο λευκό δωμάτιο του κέντρου θεραπείας και μου ζητούσε επίμονα να του φέρω κάποιο ζώο. Με παρακαλούσε, έκλαιγε, έβριζε, επιτιθόταν. Ζήτησα να φέρουν έναν σκύλο. Αμέσως ο ασθενής ηρέμησε. Αλλά το αξιοπερίεργο δεν ήταν αυτό. Το αξιοπερίεργο ήταν πως έδειχνε να επικοινωνεί με το ζώο. Όχι με τις απλές εντολές του τύπου «σήκω» και «κάτσε», αλλά με μια αμφίδρομη γλώσσα επικοινωνίας. Τα εγκεφαλογραφήματα του ασθενή έδειχναν αλληλεπίδραση σε σχέση με τα εγκεφαλογραφήματα του ζώου. Απίστευτο. Ήθελα να μελετήσω την περίπτωση. Ξαφνικά όμως η έρευνα διακόπηκε με εντολή ανωτέρων. Ο κύριος με το γκρι κοτλέ κουστούμι και το περουκίνι δε με άφησε ούτε τις σημειώσεις να πάρω από το γραφείο μου. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε ο ασθενής. Η υπόθεση βρωμούσε άσχημα και τα γεγονότα έτρεχαν. Ανέλαβα αμέσως άλλη υπόθεση και τα «ξέχασα» όλα. Και τώρα αναρωτιέμαι για ακόμα μια φορά τι ζητάω εδώ μετά από όλα αυτά. Είναι η τελευταία μου αποστολή. Νιώθω σαν στρατιώτης. Υπηρετώ την ιατρική και θέλω η τελευταία μου μάχη να είναι αντάξια της πορείας μου. Μετά την «αποστράτευσή» μου δε θα έχω να ασχολούμαι με τέτοιες υποθέσεις. Μονάχα θα τις αναπολώ. «Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που ζωγραφίζει μανιωδώς», ψιθυρίζω. Ο μουσάτος γυρνάει και με κοιτάει, αλλά δεν του δίνω σημασία. Κόρη πολύτεκνης αγροτικής οικογένειας. Ζει μαζί με τους γονείς της και τα εφτά αδέρφια της σε ένα ορεινό χωριό. Μα γιατί όλες αυτές οι υποθέσεις πρέπει να διαδραματίζονται σε τόσο περίεργα μέρη; Χάθηκε ο κόσμος να γίνουν σε μια πόλη; Πρέπει να πάρω αεροπλάνο, να νοικιάσω αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο, να ταξιδέψω στα κατσάβραχα για ώρες και ποιος ξέρει αν θα βρω ξενοδοχείο της προκοπής εκεί πάνω να κοιμηθώ. Μπορεί και να μη βρω καν. Δε θα την παλέψω να κοιμηθώ στο αυτοκίνητο. Ξεφυσάω από αγανάκτηση και επιστρέφω στο φάκελο. «Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που ζωγραφίζει μανιωδώς», λέω από μέσα μου αυτή τη φορά για να μην κεντρίσω ξανά την περιέργεια του μουσάτου συνταξιδιώτη μου. Δε ζωγραφίζει, όμως, απλώς μανιωδώς, ζωγραφίζει και καταπληκτικά. Ξεπερνάει όλους τους ζωγράφους σε ταλέντο ανά τους αιώνες. Στο φάκελο έχουν επισυνάψει φωτογραφίες από έργα της. Κοιτάω φευγαλέα κάποια. Είναι όλα τους εκπληκτικά. Πραγματικά εκπληκτικά. Η δωδεκάχρονη δεν έχει ποτέ της παρακολουθήσει μαθήματα καλλιτεχνικών και ούτε κάποιος από την οικογένειά της γνωρίζει από ζωγραφική. Υποθέτω πως σε διάμετρο πολλών χιλιομέτρων από το σπίτι τους, δε θα γνωρίζει κανείς κάτι σχετικά με ζωγραφική. Το μορφωτικό επίπεδο σε τέτοιες περιοχές δεν είναι και ιδιαίτερα υψηλό. Κοιτάζω έξω τα σύννεφα και σταματώ να σκέφτομαι για λίγο το οτιδήποτε. Κλείνω το φάκελο και μαζί και τα μάτια μου. Η ξεκούραση προέχει. Δε χρειάζονταν αυτά τώρα. Το κάθε τι με τη σειρά του και στην ώρα του.

Το Φίατ που νοίκιασα στο αεροδρόμιο έδειχνε μια χαρά εμφανισιακά και το σύντομο τεστ ντράιβ που του έκανα το ίδιο έδειξε. Όταν μάλιστα έχεις και τον πωλητή να σου εγγυάται πως το αμάξι που διάλεξες είναι αντάξιο

25


διήγημα

αντί × λόγου

κούρσας φόρμουλα ένα, ε τότε δεν έχεις αμφιβολίες για την επιλογή σου. Οι κακοτράχαλοι δρόμοι της ορεινής επαρχίας όμως είχαν άλλη άποψη και από ό,τι είχα υπολογίσει θα ’πρεπε να είχαν μείνει οχτώ με εννιά χιλιόμετρα ακόμα για το χωριό πριν η μηχανή του Φίατ τα φτύσει εντελώς. Αφού δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη με το γραφείο ενοικίασης και αφότου βριστήκαμε καμιά δεκαριά φορές, τους είπα πού περίπου ήταν το αμάξι και αν ήθελαν ας έστελναν την οδική βοήθεια. Εγώ το παρατούσα. «Και τώρα; Τώρα γιατρέ μου τι κάνουμε;» αναφώνησα. Κοίταξα αποκαμωμένος γύρω μου. Το βουκολικό τοπίο θεωρητικά σε ηρεμούσε, αλλά εγώ μέσα στην ερημιά δεν έδειχνα και τόσο ήρεμος. Εννιά χιλιόμετρα με τα πόδια είναι πολλά και μέχρι να έρθει η οδική βοήθεια, κλάψτε με. Ξαφνικά άκουσα θόρυβο από το δρόμο πίσω μου, κάποιο όχημα σίγουρα. Περίμενα να εμφανιστεί από τη στροφή. Ήταν ένα αγροτικό φορτωμένο με δεμάτια χορτάρι. Έκανα νόημα στον παππού που το οδηγούσε για να σταματήσει. «Τι κάνς ωρέ πατριώτ’ εδώ παν’ ;». «Άσε μπάρμπα… Έμεινα με το αμάξι. Δεν πάει βήμα. Μήπως μπορείς σε παρακαλώ να με πας ως το χωριό;». «Σάλτα παν’ . Θα σ’ πάω στου άψε σβήσε». Ωραίος ο μπάρμπας. Κάθισα στη θέση του συνοδηγού, σφιχταγκάλιασα το χαρτοφύλακα, και όπως είναι φυσικό με τους ανθρώπους της επαρχίας που πάντα είναι ιδιαίτερα ομιλητικοί, πιάσαμε αμέσως τη συζήτηση. Του είπα για αρχή το πρόβλημα με το αυτοκίνητο και τα βρισίδια με το γραφείο ενοικίασης και στη συνέχεια με ρώτησε τι δουλειά είχα εκεί. Όταν του ανέφερα πως είμαι γιατρός και πως πήγαινα στο σπίτι με το κορίτσι που ζωγράφιζε, πάγωσε. Με αγριοκοίταξε λίγο και μουρμούρισε. «Κι άλλος απ΄ τη φάρα σας ήρθε; Νόμιζα τελειώσατ’ . Να ιδώ τι θα καταλάβετε… Εμένα ρωτήστε μωρέ. Μωρ’ εγώ ξέρω τι θέλει εκείνου… Ξέρου καλά…». Έφτυσε το δρόμο και δε μου ξαναμίλησε ώσπου φτάσαμε. Κατέβηκα σε κάτι που έμοιαζε για πλατεία του χωριού. Πλάτανος, βρύση, καφενείο. Σίγουρα η πλατεία. Κατευθύνθηκα προς το καφενείο. Πριν καν προλάβω να πως ένα γεια, με καλωσόρισαν εγκάρδια. Μου δώσανε νερό και θέλανε να με κεράσουνε και καφέ. Αλλά προτού προλάβουν να βάλουν το μπρίκι στη χόβολη είπα τον προορισμό μου. Κάποιοι μου γύρισαν την πλάτη, άλλοι με αγριοκοίταξαν και μια γιαγιά με έφτυσε και με σταύρωσε λες και ήμουν ματιασμένος. Ο ιδιοκτήτης με πήρε από τη μέση και με έβγαλε όχι και πολύ ευγενικά έξω. Ευτυχώς μου έδειξε πού έπρεπε να πάω. Το σπίτι δεν είχε καν περίφραξη. Μονάχα μια τεράστια καταπράσινη από τα αγριόχορτα αυλή και ένα σχετικά περιποιημένο μονοπάτι που οδηγούσε στην είσοδό του. Από εκεί που στεκόμουν έβλεπα κινητικότητα. Κάποια άτομα έκαναν εργασίες. Ανηφόρισα και πλησίασα μια κυρία που πιθανολογούσα πως ήταν η οικοδέσποινα και μητέρα του παιδιού. «Καλημέρα… Τι καλημέρα δηλαδή, κοντεύει απόγευμα… Καλησπέρα…». Καμία απόκριση από κανέναν. Πλησίασα λιγάκι ακόμα προς το μέρος τους. «Είμαι από το Σύλλογο Ψυχολογικής Υποστήριξης και Έρευνας ‘Η Κατανόηση’, νομίζω σας έχουν ειδοποιήσει πως θα έρθω. Συγγνώμη για την καθυστέρηση αλλά είχα ένα πρόβλημα με το αυτοκίνητό μου». Ξανά καμία απόκριση. Συνέχιζαν απτόητοι τις εργασίες τους. Πρόσεξα τότε πως όλοι βάφανε. Η γυναίκα και άλλα τέσσερα παιδιά νεαρής ηλικίας. Κρατούσαν από ένα πινέλο στο χέρι τους και βάφανε τα πάντα. Τα πάντα με ένα χρώμα καφέ. Στον περίβολο του σπιτιού βρίσκονταν σωροί από εκατοντάδες άδεια τενεκεδάκια μπογιάς του ίδιου χρώματος και στη γωνία τακτοποιημένα άλλα τόσα αχρησιμοποίητα. «Συγγνώμη, από το Σύλλογο Ψυχολογικής Υποστήριξης και Έρευνας…» - η γυναίκα με διέκοψε απότομα. «Άκουσα από πού είσαι. Και ναι σε περίμενα. Και ναι άργησες». «Συγγνώμη».

26


αντί × λόγου

διήγημα

«Να πεις στους δικούς σου πως το κοριτσάκι μου δεν είναι δαιμονισμένο». «Πώς είπατε; Ξέρετε, εγώ…». «Και να το πεις και στον παπά. Μην ξεχάσεις!». Έχασα τα λόγια μου. «Μα… Εγώ είμαι γιατρός, από το Σύλλογο Ψυχολογικής…» «Αυτό που σου είπα. Πέρνα μέσα τώρα. Στο δωμάτιό της είναι». Ανέβηκα κάτι ασβεστωμένα τσιμεντένια σκαλοπάτια που ξεχώριζαν μέσα στο καφέ χρώμα που επικρατούσε παντού και προχώρησα προς την είσοδο. Πίσω από τα κάγκελα συνάντησα ένα μικρό παιδάκι που δε θα ήταν μεγαλύτερο από τριών, και προσπαθούσε κι αυτό να βάψει. Του χαμογέλασα. Μου έβγαλε τη γλώσσα κοροϊδευτικά. Το σπίτι έδειχνε μεγαλύτερο από μέσα. Βασικά είχε ένα τεράστιο διάδρομο και δεξιά και αριστερά του πόρτες. Την προσοχή μου τράβηξε το χρώμα του. Είχε το ίδιο καφετί χρώμα όπως και εξωτερικά και η ατμόσφαιρα μύριζε παντού μπογιά. Ήταν σίγουρα φρεσκοβαμμένο και το εσωτερικό του. Παρατηρώντας το χώρο είδα δεξιά μου στοιβαγμένα κάτι κάδρα. Τα είχαν κατεβάσει προφανώς από τους τοίχους για να τους βάψουν. Δεν ήταν πίνακες ζωγραφικής, ούτε φωτογραφίες. Ήταν κορνιζαρισμένα κεντήματα. Μέχρι στιγμής στο σπίτι δεν είχα δει κάτι που να θύμιζε τη τέχνη της ζωγραφικής. Εκτός βέβαια αν εξαιρέσω το μπογιάντισμα σε όλο το σπίτι. «Στο βάθος είναι το δωμάτιό της». Η μητέρα είχε πεταχτεί ξαφνι��ά πίσω μου κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ. Ήπιε μια γουλιά και ξανάπε: «Αυτό με την μπλε την πόρτα είναι. Προσοχή, δε θέλω περίεργες κινήσεις. Ξέρω το όνομά σου. Έχω όλα τα στοιχεία σου. Έχω όλα τα στοιχεία όσων πέρασαν από εδώ». Με κοίταξε βλοσυρά. «Θα βρίσκομαι έξω…», κι έφυγε. Μπλε πόρτα; Όλο το σπίτι καφέ και μια μόνο μπλε πόρτα; «Θα το βρω πιστεύω», σκέφτηκα. Προχώρησα στο διάδρομο με τις πόρτες. «Ο διάδρομος με τις πόρτες», έτσι τον ονόμασα φευγαλέα στο μυαλό μου. Η μπλε βρισκόταν όντως στο βάθος. Στο πάτωμα δίπλα της ένα μισοχρησιμοποιημένο τενεκεδάκι μπλε μπογιάς και ένα πινέλο χωμένο μέσα στο νέφτι. Χτύπησα. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα να μου απαντήσει κάποιος. «Παρακαλώ;», άκουσα μια παιδική φωνή να φωνάζει από μέσα. Άνοιξα και μπήκα.

Το δωμάτιο βρισκόταν στο σκοτάδι. Από τις χαραμάδες των κλειστών πατζουριών, οι λιγοστές ακτίνες που έμπαιναν σταματούσαν πάνω στις βαριές κουρτίνες. Η μοναδική πηγή φωτός ήταν μια ανοιχτή τηλεόραση, κολλημένη στον τοίχο απέναντί μου. «Κάθισε», άκουσα τη φωνή να μου λέει. «Ελπίζω να βλέπεις. Τα μάτια σου θα συνηθίσουν σε λιγάκι. Μην τρομάζεις», και ακολούθησε ένα μικρό σκανταλιάρικο γέλιο. «Η καρέκλα είναι μπροστά σου». Τα μάτια μου όντως μετά από λίγα δευτερόλεπτα συνήθισαν. Είδα ένα τραπέζι στο κέντρο με μια άδεια καρέκλα και κάθισα. Εξετάζοντας το χώρο φευγαλέα είδα ένα κρεβάτι κάτω από το παράθυρο με τις κλειστές γρίλιες και μια ντουλάπα πίσω μου, δίπλα από την πόρτα. Υπήρχαν και άλλα απροσδιόριστα πράγματα σε σκοτεινότερα σημεία. Απέναντί μου η τηλεόραση συνέχιζε να παίζει και τότε πρόσεξα πως λίγο δίπλα της καθόταν ένα κοριτσάκι με πλάτη προς εμένα. Έβλεπα την αλογοουρά του να κρέμεται. Πλάι της στεκόταν σίγουρα ένα καβαλέτο με έναν καμβά που δε διέκρινα αν είχε σχεδιασμένο κάτι πάνω του. Οι σκιές συνεχώς χόρευαν γύρω μου λόγω της τηλεόρασης και ήταν κάπως τρομακτικά. Δεν το έδειξα όμως και απλώς έβηξα προσποιούμενος πως καθαρίζω τη φωνή μου. «Γεια σου», είπα φιλικά για να σπάσω τον πάγο. «Δε χρειάζεται να μου συστηθείς. Ξέρω ποιος είσαι και ξέρω γιατί ήρθες. Ό-

27


διήγημα

αντί × λόγου

πως τα ξέρει όλα και η μαμά μου. Δεν κάνω τίποτα κακό. Δεν είμαι δαιμονισμένη, εντάξει; Και να το πεις και στον παπά αυτό. Όλα γίνονται άθελά μου… ή σχεδόν άθελά μου», και ένα μικρό χαριτωμένο σκανταλιάρικο γελάκι ακούστηκε ξανά. «Αλλά αυτό μην το πεις στον παπά ότι στο είπα αυτό, ούτε στη μαμά». Η αντίδρασή της με είχε κομπλάρει κάπως, αλλά δεν ήθελα να το δείξω. Εκείνη δεν είχε γυρίσει να με κοιτάξει όση ώρα μιλούσε, παρά συνέχιζε να παρακολουθεί με ενδιαφέρον την οθόνη. «Γιατί είναι κλειστό το φως;», ρώτησα με απορία. «Έτσι μου αρέσει να βλέπω τηλεόραση». «Και τι βλέπεις εκεί με τόσο ενδιαφέρον;», ξαναρώτησα. «Είναι ένα ντοκιμαντέρ για το Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Το έχω ξαναδεί, αλλά κάθε φορά που το δείχνει εγώ το βλέπω από την αρχή». «Βλέπεις πολύ τηλεόραση;». «Ναι, ναι! Βλέπω πάρα πολύ. Μου κάνει καλό. Βασικά οι άλλοι μού λένε πως μου κάνει καλό. Κρατάει το μυαλό μου απασχολημένο και έτσι δε σκέφτομαι πολύ και άρα δε ζωγραφίζω πολύ. Ειδικά αν οι εικόνες είναι γρήγορες και περνάνε μπροστά από τα μάτια μου τότε δε σκέφτομαι τίποτα. Να έτσι… Φαπ φαπ φαπ φαπ φαπ φαπ…» και έβαλε τα χέρια μπροστά από το πρόσωπό της και τα κούνησε περίεργα. Ακόμα ένα σύντομο, γάργαρο γελάκι βγήκε από τα χείλη της. «Σου αρέσει η ζωγραφική έχω μάθει…». «Όχι, δε μου αρέσει. Μου αρέσουν όμως οι ζωγράφοι γιατί μου μοιάζουν κάπως. Ειδικά ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι». «Και αυτό το καβαλέτο δίπλα σου και ο καμβάς; Γιατί βρίσκονται εδώ τότε;». «Μου τα έκανε δώρο ένας κύριος σαν και εσάς πριν λίγο καιρό». «Α, μάλιστα». Είχα ήδη ανοίξει το φάκελό μου και προσπαθούσα να κρατήσω σημειώσεις μέσα στα σκοτάδια. «Βέβαια τα χρησιμοποιώ…». «Τα χρησιμοποιείς; Μα δε σου αρέσει η ζωγραφική μου είπες μόλις. Τα χρησιμοποιείς παρά τη θέλησή σου;». «Όχι ακριβώς, απλά γίνεται από μόνο του. Δεν είναι ότι δε θέλω, αλλά ούτε και ότι θέλω». «Έχεις ζωγραφίσει δηλαδή κάτι;». «Ναι». «Μπορώ να το δω;». «Ναι». Πίστευα θα ανοίξει το φως, αλλά έπιασε το καβαλέτο και το έφερε κοντύτερα στην τηλεόραση για να φωτίζεται. Ήταν η Μόνα Λίζα. Το γνωστότερο έργο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Αν και στο σκοτάδι μπορούσα να διακρίνω πως δεν ήταν κάποια αφίσα ή μια απλή εκτύπωση κολλημένη στον καμβά. Σίγουρα είχε ζωγραφιστεί πάνω του. Το ταλέντο της μικρής ήταν τεράστιο. «Εσύ το έκανες;». «Ναι, λίγο πριν μπεις». «Λίγο πριν μπω;». «Ναι». «Το ολοκλήρωσες;». «Όχι. Το έφτιαξα». «Δε σε καταλαβαίνω…». «Να… Έβλεπα το ντοκιμαντέρ και έφτασε στο αγαπημένο μου σημείο. Εκεί που έλεγε για τη Μόνα Λίζα. Έλεγε για το πώς τη ζωγράφισε, πόσο καιρό έκανε, ποια ήταν αυτή και όλα αυτά. Και φυσικά έλεγε για το χαμόγελό της. Τότε μου πέρασε η ιδέα πως η καημένη η κυρία είναι μόνιμα με ένα χαμόγελο στο στόμα και όλοι αναρωτιούνται γιατί γελάει. Αλλά αυτή ήταν κανονικός άνθρωπος. Αποκλείεται να χαμογελούσε μια ζωή ξέρεις. Δεν ήταν σαν κούκλα Μπάρμπι. Έκανε και άλλα πράγματα. Σκέφτηκα τότε πως μέσα σε αυτά σίγουρα θα έκλαιγε. Αν είχε ζωγραφιστεί έτσι όλοι τώρα θα αναρωτιόνταν γιατί άραγε να κλαίει». Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και πλησίασα το καβαλέτο. Πήρα τον καμβά στα χέρια μου και τον γύρισα προς την τηλεόραση για να φωτίζεται ακόμα

28


αντί × λόγου

διήγημα

περισσότερο. Αντίκρισα ένα αριστούργημα. Η Μόνα Λίζα βρισκόταν εδώ λες και είχε κλαπεί από το μουσείο του Λούβρου. Μονάχα που… Μονάχα που δε χαμογελούσε μυστήρια, αλλά δάκρυζε. Ήταν λυπημένη και δάκρυζε. Η εικόνα ήταν ανεπανάληπτη. «Η Μόνα Λίζα σίγουρα μπορούσε να δακρύζει», άκουσα να μου λέει. Την αντίκρισα για πρώτη φορά στο πρόσωπο. Με κοίταξε και αυτή στα μάτια. «Φανταστείτε όμως, η Μόνα Λίζα τρόμαζε κιόλας. Σίγουρα το έκανε». Το βλέμμα μου έπεσε στον καμβά ξανά. Κάτι δεν έβλεπα καλά; Είχε αλλάξει. Η Μόνα Λίζα δε δάκρυζε πλέον, αλλά ήταν τρομαγμένη. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει από τον τρόμο. Γύρισα τον καμβά ανάποδα να δω αν είχε κάποιο μηχανισμό. Μήπως ήταν κάποια οθόνη. Τίποτα. Σκέτο ύφασμα. Τον ξαναγύρισα και χάιδεψα το πρόσωπο της Μόνα Λίζα. «Ή ακόμα», μου ξαναλέει, «η Μόνα Λίζα ξεκαρδιζόταν και στα γέλια. Χαχα. Ναι, για φαντάσου το». Ο πίνακας άλλαξε ευθύς μπροστά μου. Η Μόνα Λίζα είχε σκάσει από τα γέλια. Είχε ανοίξει το στόμα της και έδειχνε πως γελούσε με όλη της την καρδιά. Άφησα τον πίνακα στο καβαλέτο και έψαξα τον διακόπτη απ’ το φως. Ήταν δίπλα από την πόρτα όπου μπήκα. Τον άνοιξα. Έμεινα να κοιτάζω το δωμάτιο σοκαρισμένος. Κάθε επιφάνειά του ήταν ζωγραφισμένη. Παντού. Από τους τοίχους και τα έπιπλα, μέχρι τις κουρτίνες και το χαλί στο πάτωμα. Σχέδια σε κάθε στιλ ζωγραφικής. Μπαρόκ, ιμπρεσιονισμός, σουρεαλισμός, εξπρεσιονισμός, κυβισμός, απεικονίζοντας το οτιδήποτε. Σκηνές από την καθημερινή ζωή, σκηνές από διάφορες περιοχές του κόσμου, πορτραίτα… τα πάντα! «Και εγώ θέλω να ξεκαρδιστώ στα γέλια κύριε, και εγώ θέλω να τρομάξω. Και ακόμα θέλω και να τρέξω, να χοροπηδήσω, να κάνω κωλοτούμπες. Αλλά δε με αφήνουν. Δε με αφήνουν ούτε να τα σκέφτομαι αυτά. Όχι η μαμά. Οι άλλοι στο χωριό. Λένε να μείνω εδώ και να μην κάνω τίποτα. Μόνο να βλέπω τηλεόραση για να ξεχνιέμαι. Εγώ δε θέλω όμως. Θέλω να βγω έξω. Δε φταίω εγώ για όλο αυτό, κύριε. Ναι, μου αρέσει, μου αρέσει να φαντάζομαι…Αλλά δε φταίω. Εσείς δε φαντάζεστε δηλαδή; Δεν κάνετε όνειρα;». Όση ώρα μιλούσε είχα μείνει να κοιτώ μια μεγάλη εικόνα στον τοίχο που έδειχνε ένα αντρόγυνο και οχτώ παιδιά. Τα πρόσωπά τους από χαμογελαστά μετατράπηκαν σε λυπημένα. Ξεφύσηξα. Ήρθε ο καιρός να πάρω σύνταξη από όλα αυτά. Ναι, σίγουρα. Να πάω σπίτι μου, να πάω στο γραφείο μου. «Όλα θα πάνε καλά, κορίτσι μου», είπα. Αλλά έλεγα ψέματα. Δεν ήξερα αν θα πάνε καλά ούτε αν θα πάνε άσχημα. Δεν ήξερα τίποτα. Της χαμογέλασα όμως και χαμογέλασε και αυτή. Γύρισα να φύγω. «Ξεχάσατε αυτό κύριε. Το φάκελό σας. Η μαμά μου είπε ότι έχετε ένα κοριτσάκι και εσείς. Μη με ρωτάτε πού το έμαθε. Όλα τα ξέρει η μαμά μου. Να της δώσετε αυτό. Είναι ένα δώρο από εμένα», και μου έδωσε το φάκελό μου. Βγήκα έξω στην αυλή. Η μητέρα της συνέχιζε το βάψιμο. «Λοιπόν;», με ρώτησε. «Δεν είμαι ο κατάλληλος για την περίπτωση της κόρης σας. Θα δώσω την αναφορά μου και θα ζητήσω αντικατάσταση. Και δε θα παραλείψω να πω στον παπά πως δεν είναι δαιμονισμένη. »Επίσης να προσέξετε τον κύριο με το γκρι κοτλέ κουστούμι και το περουκίνι όταν έρθει». Κατηφόρισα το μονοπάτι της αυλής. Κοίταξα το φάκελό μου. Δώρο για την κόρη μου; Μα πώς; Τον άνοιξα. Δεν υπήρχαν σημειώσεις. Όλες οι σελίδες είχαν γεμίσει από υπέροχες ζωγραφιές. Ανάθεμα η αναφορά. Ανάθεμα ο κύριος με το γκρι κοτλέ κουστούμι και το περουκίνι. Τα κάλυψα όλα. Το κοριτσάκι έπρεπε να ζήσει φυσιολογικά. Το κοριτσάκι έπρεπε να συνεχίσει να φαντάζεται. × Ευάγγελος Λ. Ευθυμίου

29


ταινία

γράφει ο Γιάννης Πλιώτας

αντί × λόγου

Τα τελευταία χρόνια, μετά το φαινόμενο του Lost και του Southpark, καθώς και την έκρηξη του ίντερνετ, αποκτήσαμε άμεση

πρόσβαση σε μερικούς πολύ θελκτικούς «απαγορευμένους» καρπούς. Ένας από αυτούς ήταν οι σύγχρονες αμερικάνικες σειρές· όταν μεγάλωνε η γενιά μου, στην ελληνική τηλεόραση παιζόταν ακόμα η Δυναστεία, ο Ιππότης της Ασφάλτου, η Λάσυ, οι Ντιουκς (!) και διάφορες άλλες που έφταναν στη χώρα μας ταξιδεύοντας στο χρόνο. Και η αλήθεια είναι ότι ήμασταν και ευχαριστημένοι από τις ληγμένες κονσέρβες, γιατί έλειπε το μέτρο σύγκρισης και οι εγχώριοι παραγωγοί αντέγραφαν τους Αμερικάνους με αρκετά χρόνια καθυστέρηση. Πλέον όμως, έχουμε την ευχέρεια να παρακολουθούμε ακριβώς ό,τι προβάλλεται στον υπόλοιπο κόσμο, ακριβώς στο χρόνο που προβάλλεται και ενώ αυτό διαμορφώνεται. Σήμερα παίζεται ένα επεισόδιο; Αύριο έχει κυκλοφορήσει σε torrents. Και για να προλάβω όσους ερυθριούν στο άκουσμα της λέξης, σημειώνω ότι αυτή η διαδικασία δε χρειάζεται να είναι «παράνομη», άλλωστε τα περισσότερα μεγάλα δίκτυα της Αμερικής προσφέρουν τα επεισόδια των σειρών τους ελεύθερα, λίγες ώρες μετά την πρώτη προβολή. Βέβαια, δεν υποστηρίζω ότι οι σειρές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού (ή και στην Αγγλία) είναι στην πλειονότητά τους αξιόλογες, σαβούρα υπάρχει κι εκεί μπόλικη. Αλλά είναι αναμφισβήτητο πως υπάρχουν αρκετές οι οποίες θα σας προσφέρουν πολλές ώρες ευχάριστης ψυχαγωγίας*. Το Game of Thrones του George R. R. Martin είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς επικής φαντασίας A song of ice and fire, που πρωτοεκδόθηκε το 1996, αμέσως απόκτησε φανατικό κοινό και έκτοτε απέσπασε πολλές λογοτεχνικές βραβεύσεις. Όχι άδικα, γιατί πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο, στιβαρό βιβλίο, που δίνει ιδιαίτερο βάρος στην ανάπτυξη των χαρακτήρων και στις δολοπλοκίες που υφαίνονται πίσω από την κατάκτηση ενός θρόνου. Ήταν θέμα χρόνου και συγκυριών να μεταφερθεί το βιβλίο στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη, και αυτό έγινε φέτος υπό τις ευνοϊκότερες προϋποθέσεις. * Τα πολύ πρόσφατα Spartacus: Blood and Sand (Starz), Pillars of the Earth (Starz) και το συναρπαστικό Sherlock (BBC), είναι μερικές πολύ καλές επιλογές.

30


αντί × λόγου

ταινία

Πριν λίγες εβδομάδες - και μετά από τέσσερα χρόνια προετοιμασίας - έκανε πρεμιέρα η ομώνυμη σειρά στο κανάλι HBO, που έχει επανειλημμένα διακριθεί για τις προσεγμένες παραγωγές του. Η πρώτη σεζόν του Game of Thrones αποτελείται από δέκα επεισόδια και έχει αποσπάσει πολύ θερμά σχόλια από κοινό και κριτικούς. Αν και βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή, για μένα είναι με διαφορά η καλύτερη φάνταζυ σειρά που έχει προβληθεί, και υποψιάζομαι ότι θα θέσει τόσο ψηλά τον πήχη, ώστε θα είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί στο μέλλον. Ξεκινώντας από την αρτιότητα στον τεχνικό τομέα (φωτογραφία, σκηνικά, κοστούμια) και προχωρώντας σε σκηνοθεσία, σενάριο και ερμηνείες, το Game of Thrones διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για να αφήσει το στίγμα του. Παρακολουθώντας έστω και μερικά λεπτά, αμέσως ο θεατής αντιλαμβάνεται το μέγεθος της παραγωγής (πέντε με δέκα εκατομμύρια δολάρια (!) κόστισε το αρχικό επεισόδιο) και τη φροντίδα που έδειξαν οι δημιουργοί για να αναπαραστήσουν τη μεσαιωνική εποχή και ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει το καστ που περιλαμβάνει σπουδαίους Βρετανούς ηθοποιούς, ανάμεσά τους κι ο «πολύς» Sean Bean. Στο μυθικό Seven Kingdoms ένας βασιλιάς που αντιμετωπίζει εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους ζητάει από έναν ευγενή να γίνει το δεξί του χέρι. Στην Ανατολή ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου ζει εξόριστος με την αδερφή του και απεργάζεται την επιστροφή στην πατρίδα μαζί με ένα στρατό εισβολέων. Στα παγωμένα βόρεια σύνορα υπάρχει το Τείχος για να προστατεύει τους ανθρώπους από ακατανόμαστους, αρχαίους κινδύνους. Για την υπόθεση είναι κρίμα να μην ανακαλύψετε τα υπόλοιπα μόνοι σας. Έτσι ή αλλιώς, ακόμα και αν δεν είστε οπαδοί των σπαθιών, της μαγείας και ακόμα κι αν πάντα μπερδεύατε τον Μπόρομιρ με τον Άραγκορν, το Game of Thrones είναι σχεδόν υποχρεωτικό να διεκδικήσει ένα μερίδιο από το χρόνο σας. Είτε ως βιβλίο (8,99 $ από το Amazon**), είτε ως σειρά, είτε σε συνδυασμό αυτών των δύο.

× **Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία στη σειρά: A Game of Thrones, A Clash of Kings, A Storm of Swords, A Feast for Crows (στην Ελλάδα μπορείτε να τα βρείτε σε μετάφραση από

τις εκδόσεις Anubis). Στις 12 Ιουλίου κυκλοφορεί η πολυαναμενόμενη συνέχεια, A Dance with Dragons.

Τίτλος: Game of Thrones (Παιχνίδι του Στέμματος) Σενάριο: David Benioff, George R.R. Martin, D.B. Weiss Συγγραφέας: George R.R. Martin Γλώσσα: Αγγλικά Πρωταγωνιστούν: Sean Bean, Peter Dinklage, Jason Momoa, Emilia Clarke Διάρκεια επεισοδίου: 55'

31


αντί × λόγου

διήγημα

Κάθε φορά που χτυπάει το κινητό μου μες στα μαύρα μεσάνυχτα, στη μνήμη μου αναδύεται σαν τώρα η μέρα που δήλωσα «μαιευτήρας» στην επιλογή της ειδικότητας. Εκείνο το βράδυ σηκώθηκα κουρασμένος με τον αντίλαλο «επείγον περιστατικό» στα αφτιά και, χωρίς να κοιτάξω το ρολόι μου, ξεκίνησα να ντύνομαι μηχανικά με τα χθεσινά ρούχα. Στο δρόμο δε συνάντησα καθόλου κίνηση και λίγη τζαζ συνόδευσε τον εσπρέσσο στο χάρτινο ποτηράκι, βοηθώντας με να ξυπνήσω. Λίγο πριν ανοίξει η πόρτα του ασανσέρ που οδηγούσε κατευθείαν στα χειρουργεία, πήρα βαθιά ανάσα και ένιωσα την αδρεναλίνη να κυλάει στις φλέβες. Παρήγγειλα άλλον έναν εσπρέσσο στην πρώτη νοσοκόμα που συνάντησα και μπήκα στο γραφείο της προϊσταμένης για να ενημερωθώ. Άλλη μια δύσκολη γέννα με περίμενε με μια δικιά μου εγκυμονούσα που παρακολουθούσα. Τα νερά είχαν σπάσει πρόωρα, όμως η γέννα δεν προχωρούσε, όπως με ενημέρωσαν. Φόρεσα μέσα σε δευτερόλεπτα την πράσινη στολή, ρούφηξα μονομιάς τις δυο γουλιές εσπρέσσο, και μπήκα στον θάλαμο να δω την κοπέλα και το συνάδελφο που την είχε προσωρινά αναλάβει. Ελάχιστα λεπτά μετά αποφάσισα να προχωρήσω σε καισαρική για να μην το διακινδυνέψω. Ειδοποίησα την προϊσταμένη να αναλάβει την προετοιμασία της επέμβασης και βγήκα στον προθάλαμο να ενημερώσω το σύζυγο και τους συγγενείς. Ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος στο χώρο αναμονής και με έλουσαν στις ερωτήσεις. Πήρα παράμερα το νεαρό άντρα της κοπέλας και του εξήγησα ήρεμα πώς έχουν τα πράγματα, και τους λόγους που επέβαλλαν καισαρική. Γυρίζοντας να καθησυχάσω την ανησυχία και των υπολοίπων, μου έκανε εντύπωση η μορφή μιας γριάς που ερχόταν με φόρα προς το μέρος μου. Ήταν μαυροφορεμένη, όπως όλες οι γριές, με το τσεμπέρι σφιχτά φορεμένο να αφήνει ξέσκεπα μόνο τα δυο της μάτια και το σκαλιστό μπαστούνι με δυσκολία να αντέχει το βάρος της. Από τα συμφραζόμενα κατάλαβα πως ήταν η γιαγιά της κοπέλας, που έδειχνε περισσότερο αγχωμένη απ’ όλους τους υπόλοιπους. Κάτι προσπάθησε να μου ψελλίσει, κοιτώντας με με θολωμένο βλέμμα, όμως η κόρη της την τράβηξε μακριά μου. Έτριψα με δύναμη τα μάτια μου, καθώς ο ύπνος μου ήταν ελάχιστος, και τρύπωσα στο χειρουργείο για να ξεκινήσει η καισαρική. Είχα καταφέρει μετά από τόσα χρόνια να φτιάξω ένα πολύ καλό όνομα ως γιατρός και αυτό, αν εξαιρέσεις τα ξενύχτια, είχε πολλαπλά οφέλη. Το σημαντικότερο για μένα δεν ήταν τα λεφτά και η κοινωνική καταξίωση, αλλά ήταν το δικαίωμα να έχω τα καλύτερα παιδιά στην ομάδα μου. Όλοι οι συνεργάτες μου ήταν ένας κι ένας διαλεγμένοι από εμένα, και αυτό μ’ έκανε να αισθάνομαι σιγουριά, όποια κι αν ήταν η δυσκολία του περιστατικού.

32


αντί × λόγου

διήγημα

Την ώρα ακριβώς που φόραγα τα λαστιχένια γάντια, μπήκε φουριόζα μια πιτσιρίκα νοσοκόμα στο χειρουργείο και μου ψιθύρισε χαμηλόφωνα στο αφτί πως κάτι παράξενο συμβαίνει. Την ακολούθησα έξω στο διάδρομο και μου περιέγραψε συνοπτικά την εμπειρία της με τη γριά γιαγιά της κοπέλας. Πάνω στην αναμπουμπούλα του άγχους των συγγενών την είχε πλησιάσει και της είχε σιγοψιθυρίσει με τρόπο: «Πες στο γιατρό, άμα βγει μαγαρισμένο να το πνίξει επιτόπου. Αλ-

λιώς, την κατάρα μου να ‘χει γιατί θα μας καταστρέψει. Κι εμένα πιάνουν οι κατάρες μου να του πεις, γιατί είμαι γεννημένη στη λίγωση του φεγγαριού…».

Σοκαρίστηκα με τα λόγια της νοσοκόμας, όπως είχε σοκαριστεί και η ίδια, και της ζήτησα διευκρινίσεις που δεν μπορούσε να μου δώσει. Την παρακάλεσα να κρατήσει το στόμα της κλειστό, πρόσταξα τους συνεργάτες μου να με περιμένουν πέντε λεπτά και βγήκα ξανά στην αίθουσα αναμονής με αργά βήματα και την πράσινη μάσκα να αιωρείται στο δεξί μου αφτί. Όλοι ανησύχησαν με την πρόωρη έξοδό μου, όμως τους καθησύχασα μ’ ένα νεύμα και κατευθύνθηκα νευρικά προς τη γριά που καθόταν ανήσυχη σε μια γωνιά. Με το που με είδε να την πλησιάζω παρουσία όλων, γούρλωσε τα μάτια και ξάπλωσε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα μπροστά στα πόδια μου. Η λιποθυμία της τέντωσε τα νεύρα όλων περισσότερο κι εγώ αναγκαστικά επέστρεψα στα ενδότερα να ξεκινήσουμε την διαδικασία της γέννας. Ήταν μυστηριώδης αυτή η γριά και τα λόγια που είπε στη νοσοκόμα στριφογύριζαν συνέχεια στο μυαλό μου, διογκώνοντας την απορία και την περιέργειά μου. Αποφάσισα να μην πω τίποτα σε κανέναν και να αφοσιωθώ στην υγεία μάνας και νεογνού. Μισή ώρα αργότερα, άλλη μια ζωή είχε έρθει στον κόσμο από τα χέρια μου. Μετά από μια πρώτη επισκόπηση, το παρέδωσα στη μαία και στο νεογνολόγο αναμένοντας με αυξανόμενη αγωνία. Αφού όλοι αποφάνθηκαν πως είναι υγιέστατο, το πήρα ξανά στην αγκαλιά μου, προσπαθώντας να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε η γριά με τη φράση «μαγαρισμένο». Μένοντας με την απορία, το άφησα στη μητέρα του και βγήκα στο μπαλκόνι για ένα γρήγορο τσιγάρο. Η υπόλοιπη μέρα μου ήταν φορτωμένη κι εγώ άυπνος, όμως στιγμή δεν έφυγε από το μυαλό μου η εντολή της γριάς «να το πνίξω». Μου φάνηκε τόσο αποτρόπαια μια τέτοια σκέψη μιας γιαγιάς για το δισέγγονό της, που ήθελα διακαώς να λύσω την απορία. Επισκεπτόμουν διαρ-

33


αντί × λόγου

διήγημα

κώς την κοπέλα στο δωμάτιό της τις ερχόμενες μέρες, δήθεν για να την εξετάσω, μέχρι να πετύχω τη γιαγιά μοναχή. Με κοίταξε με βλέμμα κοφτερό όταν της ζήτησα να βγει στον προθάλαμο και την α��ολούθησα. Στο χρόνο που μεσολάβησε μέχρι να γυρίσει η κόρη της από το κυλικείο, της ζήτησα να μου ανοίξει την ψυχή της. Αφού με όρκισε να μην πω τίποτε σε κανέναν ξεκίνησε την αφήγηση, γιατί φαινόταν ότι ήθελε σε κάποιον να τα πει… «Πάνε εξήντα τόσα χρόνια τώρα, γιατρέ, ήμουν-δεν ήμουν δεκαεφτά χρονών στο χωριό, όταν βρέθηκα κι εγώ για δεύτερη φορά στο κρεβάτι του πόνου της χαράς. Με είχε παντρέψει ο πατέρας μου στα δεκατέσσερα με το μακαρίτη τον άντρα μου, καλός ήταν, τίμιος και εργατικός, δεν το μετάνιωσα που τον πήρα. Είχαμε κάνει ήδη την κόρη μας και ο μακαρίτης ο άντρας μου περίμενε πώς και πώς να του κάνω και το γιο. Ήτανε δύσκολες τότε οι γέννες γιατρέ, τα ξέρεις φαντάζομαι, οι μισές έμεναν στο κρεβάτι επιτόπου, κι εγώ είχα δύσκολη εγκυμοσύνη. Όταν έσπασαν τα νερά, η μάνα μου μήνυσε να φωνάξουν επειγόντως την καλή τη μαμή από το διπλανό χωριό, γιατί η δικιά μας ήταν νέα και δεν της γέμιζε το μάτι. Ήρθε η μαμή με το μουλάρι και με βρήκε να τυραννιέμαι άσχημα στο κρεβάτι και να βογγώ. Έβγαλε όλες τις γυναίκες έξω, κράτησε μόνο δύο να τη βοηθούν και ρίχτηκε στον αγώνα. Δε θυμάμαι τίποτα γιατρέ, παρά μονάχα εμένα να σφαδάζω και τη μαμή να παλεύει πάνω από το κορμί μου. Και μέσα στον πόνο μου, άκουσα ένα κλάμα μωρού αλλά μετά σιωπή. Η μαμή φώναξε τη μάνα μου να της μιλήσει. “Το χάσαμε το παιδί, αλλά σώσαμε τη μάνα”, της ανακοίνωσε και της έδειξε ένα ματωμένο σεντόνι που είχε τυλίξει σφιχτά το άψυχο βρέφος. Έσπευσε κατόπιν να αποχωρήσει, παίρνοντας μαζί της το σεντόνι, γιατί δεν έκανε όπως είπε να μείνει στο σπίτι. Η στενοχώρια για το χαμένο παιδί δεν κράτησε για πολύ, καθώς άλλο κακό μας βρήκε χειρότερο. Μία από τις γειτόνισσες που βοήθησαν τη μαμή στη γέννα δεν άντεξε πάνω από δυο μέρες και ξεφούρνισε το μυστικό. Το μωρό είχε γεννηθεί ζωντανό, όμως το δέρμα του ήταν πίσσα μαύρο και η μαμή χωρίς δεύτερη σκέψη το έπνιξε αμέσως. Ξέσπασε τότε ένα τεράστιο σούσουρο στο χωριό για τη γυναίκα που γέννησε μαύρο παιδί και όλων το μυαλό πήγε στο κακό. Ήμουνα δεκαεφτά χρονών άγουρο κοριτσόπουλο, το τι ακούστηκε για μένα δεν φαντάζεσαι. Λέγαν πίσω από την πλάτη μου ότι με είχαν δει να μιλώ με το γύφτο πραματευτή που ερχόταν κάθε μήνα στο χωριό. Ήταν ο μόνος με σκουρόχρωμο δέρμα και ήταν ο βασικός ύποπτος. Η μαμή βέβαια ποτέ δεν επιβεβαίωσε το γεγονός, όμως η γλώσσα της γειτόνισσας ήταν κακός μάρτυρας.

34


αντί × λόγου

διήγημα

Από τη στενοχώρια μου δεν έκανα άλλο παιδί, και ζούσα πάντα με την απορία πώς μου 'τυχε εμένα τέτοιο κακό. Την απορία μου την έλυσε η αδερφή μου, λίγο πριν ξεψυχήσει σε βαθιά γεράματα. Ήταν άτεκνη η καημένη η μακαρίτισσα, αν και είχε δυο αποτυχημένες γέννες – τα ξέρεις γιατρέ, ήταν δύσκολα τα πράγματα τότε. Ε λοιπόν, κι αυτήν την ξεγέννησε η ίδια η μαμή του διπλανού χωριού – δεν εμπιστευόταν τη δικιά μας η μάνα μας – και μόλις άκουσε το κλάμα του δεύτερου παιδιού σηκώθηκε να το κοιτάξει από τη λαχτάρα της να είναι υγιές. Και είδε με τα μάτια της το μωρό να είναι μαύρο και τη μαμή να το πνίγει και να το τυλίγει στο σεντόνι. Χύμηξε στη μαμή να της βγάλει τα μάτια, όμως εκείνη με πείσμα της εξήγησε πως ένα μαύρο παιδί θα είχε μαύρη ζωή, γιατί δε θα μπορούσε να το αποδεχτεί η κοινωνία και ήταν καλύτερα να γεννηθεί νεκρό. Ξέρεις κάτι γιατρέ; Είχε δίκιο η μαμή. Γι’ αυτό έστειλα τη νοσοκόμα να σου μηνύσει να το πνίξεις. Όταν γεννούσε η κόρη μου, είχα βρει εγώ η ίδια το γιατρό και τον είχα καταραστεί, αλλά ευτυχώς γεννήθηκε άσπρο. Κι όταν ρώτησα την αδερφή μου τι πήγαινε στραβά και γεννούσαμε εμείς μαύρα παιδιά, μου είπε πως η ρίζα μας ήταν κακή. Η προπρογιαγιά μας ήταν η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και την ποθούσε ένας Τούρκος στρατηγός που επισκέφθηκε το χωριό. Της πρότεινε να τον ακολουθήσει και να παντρευτούν, όμως αυτή αρνήθηκε σθεναρά απειλώντας να αυτοκτονήσει. Ο Τούρκος τότε θύμωσε κι έστειλε ένα βράδυ τον πιο σκληρό του πολεμιστή, ένα θεόρατο μαύρο κι άγριο άντρα να την εκδικηθεί. Και από τότε μαγάρισε το αίμα μας γιατρέ, γιατί ήταν άτυχη η προγιαγιά μας και γκαστρώθηκε με το σιχαμένο. Η ομορφιά είναι κατάρα, γιατρέ, γιατί σε θέλουν οι λάθος άνθρωποι. Και από τότε γεννιούνται πού και πού μαύρα μωρά στο σόι μας, γιατί τα γονίδια λένε κρατάνε εφτά γενιές. Όλα ευτυχώς προλάβανε και τα πνίξανε στη γέννα και δεν έζησε κανένα. Τελειώνουνε οι γενιές γιατρέ, τελειώνουνε, όπου να ‘ναι να ξεμαγαρίσουμε. Γι’ αυτό σου είπα, πνίξε το άμα βγει καραμπογιά, να ζήσει ευτυχισμένη η εγγόνα μου. Πνίξε το και τελειώνουν οι αναθεματισμένες οι γενιές…». × Γιάννης Φαρσάρης

O Γιάννης Φαρσάρης γεννήθηκε στην Ιεράπετρα το 1973. Σπούδασε Επιστήμη Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Εκπαίδευση Ενηλίκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης και εργάζεται ως Καθηγητής Πληροφορικής. Το μυθιστόρημά του με τίτλο «Johnnie Society» και η συλλογή μικρών ιστοριών «Εβδόμη Εσπερινή» διανέμονται ελεύθερα σε μορφή ψηφιακού βιβλίου στο δικτυακό τόπο www.openbook.gr .

35


αντί × λόγου

να γράφει

γράφει η Αμαλία Παπακώστα

Να γράφει κανείς ή να μη γράφει Ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αγγλικής λογοτεχνίας είναι ο Ιρλανδός William Butler Yeats, για τον οποίο στη σχολή είχαμε ξεχωριστό μάθημα, στο οποίο αναλύαμε τα ποιήματά του σε σχέση με τη ζωή και τη βιοθεωρία του. Αυτό όμως που εμένα με συγκλόνισε και με προβλημάτιζε στο μάθημα για το συγκεκριμένο ποιητή ήταν το γεγονός ότι κάποια στιγμή στη ζωή του, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι άλλωστε, ερωτεύτηκε. Ερωτεύτηκε όμως τρελά, παθιασμένα και δίχως ανταπόκριση. Γνώρισε μια πανέμορφη ηθοποιό από την Ιρλανδία, που μάλιστα μαχόταν έντονα για τα ιρλανδικά θέματα, αλλά παράλληλα έλεγε και έντονα «όχι» στις προτάσεις γάμου από τον ερωτοχτυπημένο ποιητή. Αυτός ο ποιητής λοιπόν χειρίστηκε αυτή την άρνηση - τη «χυλόπιτα» που θα έλεγαν οι σύγχρονοι άνθρωποι αν τον σχολίαζαν στα διάφορα καφέ - ξεσπώντας στην ποίησή του και δημιουργώντας αριστουργήματα. Το κομμάτι αυτό από την ζωή του μεγάλου ποιητή στοιχειώνει τη σκέψη μου εδώ και τόσα χρόνια και δε σταματώ να προβληματίζομαι… Αν η πανέμορφη Maud είχε ενδώσει στην πρόταση του ερωτευμένου William, κάποια αριστουργηματικά ποιήματα που κοσμούν την παγκόσμια ποιητική ανθολογία και έχουν συγκινήσει χιλιάδες λάτρεις του ποιητικού λόγου δε θα είχαν γραφτεί ποτέ. Από την άλλη βέβαια ένας ερωτευμένος άντρας θα βίωνε μοναδικές στιγμές με την αγάπη του. Τι να προτιμήσω, αναρωτιέμαι, τα λόγια που καθρεπτίζουν έναν άτυχο έρωτα ή τον ίδιο τον έρωτα υγιή, γεμάτο χρώματα και αρώματα και λόγια αγάπης που βγαίνουν από στόματα και δεν αραδιάζονται στα λευκά χαρτιά;

36


αντί × λόγου

να μη γράφει

Θαυμάζουμε αυτό που δημιούργησε ένας άνθρωπος πάνω στον πόνο του και τον πικρό καημό του, ηδονιζόμαστε και συμπάσχουμε και αναλύουμε κάθε στίχο, κάθε λέξη, κάθε γράμμα… Μήπως όμως θα ήταν προτιμότερο η τέχνη να έχανε λίγη από την αίγλη της και η ουσία της ζωής να έπαιζε τον πρώτο ρόλο; Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω, είμαι ικανή μέχρι το τέλος του άρθρου να αραδιάζω τα ερωτήματά μου στον αναγνώστη μου, ή γιατί όχι σε κάποια μεταφυσικά μονοπάτια όπου οι νεκροί ποιητές ακούν… Όσο γι’ αυτό, μπορώ σίγουρα να απαντήσω. Ο ίδιος ο ποιητής ασφαλώς θα διάλεγε το «ναι» το μεγάλο, γλυκό και μελωμένο «ναι» της καλλονής ηθοποιού που τον απέρριψε. Κάποιος θα αντιπρότεινε τώρα πως αυτό το «ναι» ίσως πυροδοτούσε μιας άλλης μορφής ποίηση, ενδεχομένως πιο μαγευτικής. Δεν ξέρω… Έχω σοβαρές επιφυλάξεις, ποιος ερωτευμένος θα αφήσει την αγκαλιά και τα φιλιά και τη ζωή την ίδια για να γράψει… Να γράψει τι και να υμνήσει τι, αν δεν το βιώσει σε όλο του το μεγαλείο; Ο πόνος από την άλλη, μοναχικός και αμείλικτος, σε οπλίζει με ένα μπουκέτο καλοξυσμένα μολύβια και δίχως να το καταλάβεις κολυμπάς στα χαρτιά σου και κάνεις μικρά και μεγάλα θαύματα, άνθη ποιητικά, αρωματισμένα από την καρδιά και τη σκέψη σου. Κι όμως θαρρώ πως τα σεντόνια της όμορφής σου Maud είχαν πιο γλυκό άρωμα…

×

37


αντί × λόγου

ποίηση

Existence, well what does it matter? (I exist on the best terms I can)

γράφει ο Άγγελος Σαμιώτης

Εκπτώσεις Εκπτωτικές τάσεις Να ξεπουλήσω ό,τι μου απέμεινε Σε αισχρή τιμή. Είναι η καρδιά μου και ο πέτρινος δρόμος του εγώ μου. Πέτρα που διψάει για βροχή. Να διαβρωθεί, να σπάσει, να γίνει λακκούβα.. Εκπτωτικές τάσεις και μια ελκυστική βιτρίνα Γεμάτη λαιμαργία για βλέμματα και θαυμασμό Περάστε και πάρτε ό,τι σας κάνει κέφι, κόσμε! Συναίσθημα επί 80% Μυαλό τζάμπα! Το αφεντικό τρελάθηκε σας λέω! Περάστε και ποδοπατήστε. Τα δικά σας ιδανικά! Φορέστε τα παρακαλώ, ελεύθερα.. Δείτε αν σας κάνουν. Εκπτωτικές τάσεις Εκπτώσεις έχουμε! Μόνο αφήστε με στους τέσσερις τοίχους μου.. Εδώ που νιώθω ασφάλεια...και κλειδώνω την ταμειακή.

38

Να μπορούσα να δω.. Ό,τι δε θέλω Ό,τι θέλω… Να αγνοήσω Να μπορούσα να υπάρξω Χωρίς να υπάρχω Να δώσω τις απαντήσεις Χωρίς να ξέρω τις ερωτήσεις Να γίνω εσωστρεφής Χωρίς να πονέσω Να μιλήσω Και να μην ακούσει κανείς Να μπορούσα να αυτοκτονήσω Χωρίς να πεθάνω Ξανά.. Να αφήσω πίσω Χωρίς να σβηστούν οι μνήμες Να ακούσω τους ήχους Χωρίς να αισθάνομαι Να μπορούσα να δω… Παραπέρα… Να παίξω με αυτά που βιώνω Χωρίς να πιστεύω Χωρίς να απαιτώ Να μπορούσα να καταλάβω το ποιος είμαι Χωρίς να είμαι Να αμφιβάλλω Και να ’ναι όλα ξεκάθαρα Να μπορούσα να αγαπήσω Χωρίς το χαμόγελο Να ακουμπήσω Με δίχως χέρια Να μπορούσα να διαγράψω τη ζωή και να κλάψω που δεν ξέρω τι σημαίνει Δεν προσπαθώ Αλλά μπορώ και βρίσκω δικαιολογίες Και όμως δε θα ‘χω πάντα το χώρο και το χρόνο Να είμαι και να μην είμαι Παράλληλα…


αντί × λόγου

ποίηση

Κήπος 16/12/2010 – 8:42

Και τι θέλουμε εμείς οι άθλιοι υποκριτές; Να κατακτήσουμε, οριοθετώντας τις σάρκες μας Όπως οριοθετούμε τις ζωές μας. Να χορέψουμε σέρνοντας τα βήματά μας. Ξαπλώνω και δεν ξέρω αν κοιμάμαι, αν βουλιάζω ή αν πεθαίνω. Και τι θέλουμε εμείς οι μικροί σφαγιαστές της καθημερινότητας; Να συγκινήσουμε όπως συγκινημένοι νιώθουμε διαρκώς.. Γιατί μάθαμε και εμείς να λέμε «ίσως» αντί για «όχι». Και έτσι δεν έχουμε το χρόνο στο πλευρό μας. Νομίζουμε πως αυτός είναι ο δικός μας αγώνας. Κι όμως βαριανασαίνουμε γιατί ήδη όλα τέλειωσαν και κανείς από ’μας δεν ήταν παρών. Και τι θέλουμε όλοι εμείς οι απαιτητικοί; Να πλουτίσουμε, έτσι όπως πλουτίζουν οι άλλοι όταν μας εξαργυρώνουν. Πάντα απ’ έξω κοιτάζουμε Μόνο αυτό δεν ξέρουμε να κάνουμε άλλωστε; Και τι θέλουμε όλοι εμείς οι βάρβαροι; Να ματώσουμε την κανονικότητα! Με τον ίδιο τρόπο που η κανονικότητα ματώνει τους εαυτούς μας. Και τι άλλο έμεινε να πούμε εμείς οι φλύαροι; Εμείς που υποθέτουμε, που στραγγίζουμε τις καρδιές μας, που κρεμόμαστε από αστέρια και ποδοπατημένες ιδέες.. Δείξε μου άλλη μια φορά το πλάνο. Πες μου το σχέδιο. Κοιτάζω και δεν ξέρω αν τυφλώνομαι, αν δακρύζω ή αν απολαμβάνω τη θέα. Γιατί είναι η ρουτίνα του θανάτου που την κάνουμε παράδειγμα. Προτιμώ να κοπώ μαζί σου παρά μονάχος. Και τι σκατά ψάχνουμε εμείς οι εξερευνητές; Μπερδεύτηκα. Δεν ξέρω. Δεν ακούω. Και τι ρόλο παίζει αυτός ο όχλος στον κόσμο μου; Οι σειρήνες; Τα φωτάκια; Δεν καταλαβαίνω. Μπερδεύτηκα τώρα. Είμαι ολοκαίνουριος και δεν ξέρω αν παλιώνω, αν είμαι μεταχειρισμένος ή αν έχω μάρκα. Και τι άλλο έμεινε να ζήσουμε εμείς οι έμπειροι; Όλα τα είδαμε. Όλα τα ξέρουμε. Όλα τα προβλέψαμε. Όλα τα τραγουδήσαμε. Οπότε... τι άλλο έμεινε;

39 φωτογραφία από την Ισμήνη Μυρτάκη


αντί × λόγου

καθρέφτη

γράφει η Ελένη Μπάρκα

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου… Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια πολύ όμορφη γυναίκα. Κάθε μέρα κοιτούσε το μαγικό της καθρέφτη και τον ρωτούσε ποια είναι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο. Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: «Εσύ, βασίλισσά μου, είσαι η πιο όμορφη». Τα χρόνια περνούσαν κι η γυναίκα δε φαινόταν να κουράζεται στιγμή απ΄ το γεγονός ότι η ομορφιά της είναι αξεπέραστη. Ζούσε στη «ρουτίνα» της και με την καθημερινή επιβεβαίωση που έπαιρνε απ’ τον καθρέφτη της ήταν τρισευτυχισμένη. Μια μέρα όμως όλα άλλαξαν… Η απάντηση τότε ήταν διαφορετική: «Δεν είσαι πια η πιο όμορφη». Απίστευτο! Μετά από τόσα χρόνια στην κορυφή της ομορφιάς εκθρονίζεται από ένα κοριτσάκι; Είναι δυνατόν να υπάρχει στον κόσμο ομορφιά που, όχι απλώς συγκρίνεται με τη δική της, αλλά την ξεπερνάει κιόλας;... Οι ισορροπίες στην ζωή της κλονίζονται. Πώς, λοιπόν, να μη θέλει να βγάλει την αντίζηλό της απ’ τη μέση; Εντάξει, στο παραμύθι είμαστε όλοι με το μέρος της κοπέλας. Ωστόσο, ειλικρινά, εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση της βασίλισσας; Πώς θα αντιδρούσατε αν κάποιος ή κάτι ερχόταν ξαφνικά στην ζωή σας και σας έπαιρνε κάτι που θεωρούσατε δεδομένο; Νιώθουμε ότι έχουμε ξεχωριστή θέση στη ζωή κάποιου, όταν ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι μια χαρά μπορεί να ζήσει τη ζωή του και με κάποιον άλλον στη θέση μας… Κι όχι απλώς ζει χωρίς εμάς, αλλά έχει καταφέρει να ζει και καλύτερα… Τότε έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνεις πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια απ’ το χιλιοειπωμένο «ουδείς αναντικατάστατος». Ναι, η ηρωίδα κρατούσε για χρόνια τα σκήπτρα της ομορφιάς, όμως αυτό δε σημαίνει ότι δε θα βρισκόταν ποτέ κάποια ομορφότερη να την αντικαταστήσει. Και τώρα αυτή τι θ’ απογίνει; Ίσως το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει ήταν να είναι η ωραιότερη.

40


αντί × λόγου

καθρεφτάκι

Έχοντας μάθει να ζεις μια δεδομένη κατάσταση, να μοιράζεσαι τα πάντα με ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, να κάνεις τη δουλειά σου καλύτερα απ’ τον καθένα, πώς να αντιμετωπίσεις μια μεγάλη ανατροπή; Με ποιο δικαίωμα έρχεται κάποιος και αποφασίζει να σου στερήσει αυτό που είναι τόσο σημαντικό για σένα, αυτό για το οποίο κουράστηκες; Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ξαφνικά ο καθρέφτης σου δεν καλύπτεται απ’ τη δική σου ομορφιά και ψάχνεται για κάτι παραπάνω! Τόσα χρόνια τα βρίσκατε μια χαρά και τώρα δεν είσαι αρκετός-αρκετή γι’ αυτόν… Κανένας ανθρώπινος εγωισμός, μεγάλος ή μικρός, δεν μπορεί να δεχτεί εύκολα πως υπάρχει και κάτι άλλο, καλύτερο από αυτόν. Κι όμως, μπορεί να βρεθεί κάποιος περισσότερο καταρτισμένος από σένα στη δουλειά, κάποιος που θα εξελιχθεί σε καλύτερο σύντροφο από ό,τι ήσουν εσύ, κάποιος πιο όμορφος, πιο έξυπνος, πιο οτιδήποτε… Τι κάνουμε τότε λοιπόν; Παραδεχόμαστε την υπεροχή του άλλου και συνεχίζουμε την ζωή μας ή του δίνουμε το δηλητηριασμένο μήλο για να τον βγάλουμε απ’ τη μέση; Δε λέω, δελεαστική η δεύτερη επιλογή, αλλά πού να τρέχεις τώρα να βρεις δηλητήριο; Δέξου ότι υπάρχει και κάτι άλλο παραπάνω απ’ τον εαυτούλη σου και συνέχισε να ζεις την ζωή σου… Μπορεί για ένα συγκεκριμένο άτομο να μην ήσουν η καλύτερη επιλογή για σχέση, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε θα είσαι για κάποιον άλλο στο μέλλον. Κι αν δεν κάνεις για μια δουλειά, θα είσαι ό,τι πρέπει για την επόμενη… Όσο για τον καθρέφτη σου… Αντικατάστησέ τον… Αν εσύ δεν του κάνεις μία, αυτός δε σου κάνει δέκα!!! Και η ηρωίδα στο παραμύθι κακώς προσπαθούσε να βγάλει απ΄ τη μέση την κοπέλα. Αν το σκεφτούμε καλύτερα, δεν είναι και το καλύτερο πράγμα στον κόσμο να παντρευτείς έναν πρίγκιπα και να ζεις όλη σου τη ζωή με βάση το πρωτόκολλο, τους τύπους και τις υποχρεώσεις που θα σου επιβάλλει το ανάκτορο. Άσε που μπορεί τελικά να εξελιχθεί σε βάτραχο…

×

41


αντί × λόγου

αντί × λόγου

Χρονικό

Αυτό μου έχει συμβεί πολλές φορές: όταν προσπαθώ να εξηγήσω σε ένα μικρό μαθητή την έννοια των χρόνων στη γραμματική, αρχίζω να αισθάνομαι μέσα μου το μέγιστο παράδοξο της γλώσσας: για να την εξηγήσεις, το βασικό όργανο που έχεις είναι αυτή η ίδια. Με λέξεις πρέπει να μιλήσεις για τις λέξεις, με ρήματα σχηματισμένα σε χρονικούς τύπους πρέπει να αναλύσεις αυτούς τους ίδιους χρονικούς τύπους. «Παρατατικός είναι ο χρόνος που δείχνει ότι μια πράξη γινόταν με κάποια διάρκεια στο παρελθόν» είναι η πιο συνήθης και απλοϊκή πρώτη ανάλυση αυτού του χρόνου. Όμως για να την κάνω, είπα το ρήμα «γινόταν», που βρίσκεται σε χρόνο παρατατικό. Κι από τον παρατατικό παρατείνονται οι ενοχές και οι ανησυχίες μου. Παρηγοριέμαι λίγο όταν σκέφτομαι ότι για το φυσικό ομιλητή μιας γλώσσας, όταν αυτός πρέπει να βγάλει τον εαυτό του έξω από τη γλωσσική του εμπειρία και να αναλύσει τα πράγματα που λέει και σκέφτεται σε καθημερινή βάση ασυνείδητα, κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Αλλά τότε θυμάμαι την ανεπανάληπτη Άννυ Σάλιβαν, που χωρίς τις λέξεις, χωρίς τις εικόνες, δίδαξε στο τυφλό και κωφάλαλο κορίτσι τον κόσμο, πέρα από το δεδομένο και το χειροπιαστό, κοντά στο αόριστο και το άυλο. Κι έτσι εμπνευσμένη, αρχίζω να κάνω σχεδιαγράμματα και σκίτσα, κουνάω τα χέρια σαν το μίμο και ταρακουνάω τις εφησυχασμένες μου εκπαιδευτικές πρακτικές. Ψάχνω στο λεξικό την ετυμολογία της λέξης χρόνος, αλλά δεν υπάρχει μία καθολικά αποδεκτή άποψη που να βεβαιώνει το έτυμό της. Ήθελα να μπορούσα να καταλάβω πώς απέδωσε γλωσσικά ο νους αυτή την αόριστη έννοια, που για τον καθορισμό της επιστρατεύουμε αριθμούς και συστήματα, λεξιλόγια και συντακτικά, τόσο συμβατικά για την ίδια της την υπόσταση, που είναι κάπως ρευστή και υποκειμενική πολλές φορές. Και στην ελληνική υπάρχουν μόνο οκτώ χρόνοι και κανάς-δυο χρονικοί τύποι για να δηλωθούν οι σχέσεις ανάμεσα στις ενέργειες και τα πράγματα, μόνο οκτώ χρόνοι για να αρθρώσεις τα ρήματα των βιωμάτων σου, των επιθυμιών σου και των σχεδίων σου. Δέσμια των λέξεων κι εγώ, δεν έχω άλλο τρόπο να σας πω ότι ο δικός μου χρόνος στο περιοδικό τελείωσε. Δε θα μπορούσα να το κάνω απλώς απέχοντας ως διορθώτρια και συντάκτρια στο τεύχος - χρειάζομαι τις λέξεις. Ούτε ξέρω αν αφορά κανέναν αυτό το αποχαιρετιστήριο κείμενο, πόσο μάλλον όσους από εσάς διαβάζετε πρώτη φορά την τελευταία σελίδα. Όμως δε γίνεται να παραιτηθώ χωρίς ευχαριστώ και συγγνώμη. Έκανα λάθη, βλέπω καμιά φορά παλιότερα τεύχη και θυμώνω με τα λάθη μου στη διόρθωση - μπορεί όχι κραυγαλέα, ωστόσο υπαρκτά. Συγγνώμη, λοιπόν, συντάκτες και αναγνώστες, για τα λάθη μου, και ένα από καρδιάς ευχαριστώ σε όσους αφιερώσατε το χρόνο σας στα κείμενά μου, και σε ολόκληρο το περιοδικό. Ιδιαίτερα ευχαριστώ εσένα Βαγγέλη. Αν κάτι θέλω να πω, είναι ότι, όλο τον καιρό που πέρασα εδώ, εξέφρασα κυρίως σκέψεις πάνω στις λέξεις, γιατί νομίζω ότι μας αποκαλύπτουν ένα μέρος του κόσμου. Ψιθυρίζοντας από τα ένδον τους ήχους μιας νόησης παρελθούσας, αφηγείται η καθεμιά από αυτές μια μικρή ιστορία για την ανθρωπότητα. Η μόνη μου ανησυχία είναι μήπως τις θίγω με τόση παρακολούθηση. Αλλά δεν αγαπώ, δεν αγαπούσα, δε θα αγαπώ, δε θα αγαπήσω, δεν αγάπησα, δεν έχω αγαπήσει, δεν είχα αγαπήσει και δε θα έχω αγαπήσει τις λέξεις ποτέ αρκετά ώστε να τις αφήσω. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε (και) τούτη την εξομολόγηση. × Εύη Μαρκάτη

42



τεύχος 10ο /// Ιούνιος 2011