Απέναντι του ποταμού - Across the river

Page 1

Απέναντι του ποταμού

Across the river

Ήτουν ένα δεντρόν μιτσίν, που ξέβην μανιχόν του,

δίπλα που έναν ποταμόν, δίχα δεντρά γυρόν του.

Παρέαν του εκάμνασιν, πετούμενα τζιαι ψάρκα,

τζιαι άμαν εσκοτίνιαζεν, εμέτραν τα φεγγάρκα.

There was a little sapling tree sprung up from empty ground,
 who grew beside a river wide with no other trees around.
 By day he had sweet company had fish and fowl for friend,
 but when the days sank into nights he counted passing moons.

Εσιέρετουν να χτίζουσιν, φουλιές πας τα κλωνιά του,

τζιαι τα πουλλούθκι’αγάπαντα, μαντές τζι’ήταν δικά του.

Όσπου μιαν μέραν έφτασεν, ένα στρουφούιν ξένο,
 που πέτασεν π’απέναντι, τζι’ άνοιξεν του τ’ αυκιά του.

“Εν κρίμα να’σαι μόνο σου, όπως το καημένο”,
 τζι’ εφτύς το δέντρον έσιυψεν, τζι’ ελούθην του κλαμάτου.

It pleased him so to hold small nests of birds into his branches blown,
 he cared for each and every one as though it were his own.

Until one day there came to him a foreign sparrow small
 who flew across the river wide and spoke into his ear.
 “It’s a pity you are all alone, you hapless little tree”,
 and all at once the tree bent low and bathed himself in tears.

Πκιον, ήτουν δύσκολον να ζιει, δίχα δεντρά μιτά του,

τζι’ούτε που καταδέχετουν, πουλιά πας τα κλωνιά του.

Ο ήλιος άμαν τζι’ έππεφτεν, έρκετουν η νοσιά του,

τζιαι τούτη εκατάντησεν, η μόνη συντροφκιά του.

And so he could no longer live apart from other trees,
 and would no more permit the birds to nest among his leaves.

And when the day would turn to night his shadow would extend,
 a shadow which, after a time, became his only friend.

Είσιεν το μέσα του καημόν, τον ποταμόν να ρέξει,
 να δει ίντα’ σιει που ποτζιεί , άλλα δεντρά ν’ αμπλέψει.

Άκουεν γέλια τζιαι φωνές, μα τίποτ’ εν εθώρεν,
 τζι’ όσον τζjι’ ι ’ αν εμιαλίνησκεν, να φτάσει εν εμπόρεν.

He felt inside of him a need to cross the river wide,
 to meet the trees that dwelt o’er there far on the other side.

Though glee and mirth surrounded him, he could abide no more,
 but he could never grow enough to reach the other shore.

Όσπου μια μέραν έγυρεν, τζι’ οι ρύζες του’ ξεβήκαν,

απέναντι του ποταμού, έτσι’ όπως τ’ ονειρεύκετουν,

οι κλώνοι του’ βρεθήκαν.

Μα’ ν’ έφτασεν να το χαρεί, ήτουν το ριζικόν του,

να μείνει πας τον ποταμόν, με τον ξερόν του τον κορμόν,

δίχα δεντρά γυρόν του.

Until one day he toppled down tore roots up limb by limb,
 and finally, as he had dreamt, his branches and his leaves were sent to the river’s distant brim.

He did not live to cherish it, it was his destiny
 to lay across the river wide, trunk uprooted and branches dry,

far from the other trees.