Page 1

Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

1

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


2

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Κυριακή Ηλιάδου γεννήθηκε και κατοικεί στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε βοηθός μικροβιολόγου και βοηθός φαρμακείου. Από πολύ νωρίς αντιλήφθηκε την αγάπη της για τα βιβλία και κυρίως για το υλικό σκέψης που αντλούσε μέσα από αυτά. Το 2008 επιχείρησε την πρώτη της συγγραφική απόπειρα με το μυθιστόρημα «Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα» το οποίο βραβεύθηκε στο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για το 2008. Αρθογράφησε στο e-magazine «Πρόβα Γάμου» και τελευταία έχει γράψει δυο διηγήματα, «Μισέλ» και «Καρμική νύχτα». Ασχολείται έντονα με την ψυχολογία και την αναζήτηση του εσώτερου εαυτού και έχει παρακολουθήσει σεμινάριο πάνω στην αντιμετώπιση παιδιών με ειδικές ανάγκες.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

3

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΚΥΡΙΑΚΗ ΗΛΙΑΔΟΥ

Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα Μυθιστόρημα Μυθιστόρημα


4

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κυριακή Ηλιάδου, Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα ISBN: 978-618-80220-2-7 Οκτώβριος 2012

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Επιμέλεια-Διορθώσεις: Σελιδοποίηση:

Βαρβάρα Μπάλου barbalou@ath.forthnet.gr Ηρακλής Λαμπαδαρίου iraklis.lampadariou@gmail.com Κωνσταντίνα Χαρλαβάνη k.charlavani@gmail.com

Εκδόσεις Σαΐτα Αθανασίου Διάκου 42, 652 01, Καβάλα Τ.: 2510 831856 Κ.: 6977 070729 e-mail: info@saitapublications.gr website: www.saitapublications.gr

Άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική χρήση Όχι Παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα

Με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα και του εκδότη, επιτρέπεται σε οποιονδήποτε αναγνώστη η αναπαραγωγή του έργου (ολική, μερική ή περιληπτική, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), η διανομή και η παρουσίαση στο κοινό υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: αναφορά της πηγής προέλευσης, μη εμπορική χρήση του έργου. Επίσης, δεν μπορείτε να αλλοιώσετε, να τροποποιήσετε ή να δημιουργήσετε πάνω στο έργο αυτό. Αναλυτικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη άδεια cc, διαβάστε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

5

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


6

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

7

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΣΟΦΙΑ ΈΝΑ ΠΟΝΕΜΕΝΟ ΤΑΞΙΔΙ .......................................................................................................................................13 ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΧΑΡΑΣ ................................................................................................................................18 ΈΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΑΛΗΤΑΚΟΣ .....................................................................................................................................22 ΟΙ ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ............................................................................................................................28 ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΨΥΧΗ ............................................................................................................................................30 ΟΙ ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ........................................................................................................................................42 Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΗΤΕΡΑ .............................................................................................................................................48 ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ........................................................................................................................................56 ΝΕΑ ΖΩΗ..............................................................................................................................................................70

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΜΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ .........................................................................................................................................81 Η ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ .................................................................................................................................................89 ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ..............................................................................................................................................92 ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ...........................................................................................................................................97 ΤΑ ΒΑΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ..................................................................................................................................103 ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΞΕΝΑΓΗΣΗ .............................................................................................................................112 ΟΙ ΜΩΒ ΛΕΒΑΝΤΕΣ ..............................................................................................................................................116 ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ .......................................................................................................................................123 ΔΙΚΟΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ................................................................................................................................................134 ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ................................................................................................................................143 ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ................................................................................................................................159 ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ .......................................................................................................................................................170 ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΟΣΤΑ ...................................................................................................................177 ΌΛΑ ΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΛΩΣ .........................................................................................................................................182 ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ .........................................................................................................................................184 ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΓΙΑΤΡΟΥ ........................................................................................................193 ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ......................................................................................................................................200 Ο ΛΕΥΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ............................................................................................................................................207 ΠΕΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΗΡΙΟ.....................................................................................................................................219

ΑΜΕΡΙΚΗ ΤΙΚ-ΤΑΚ, ΤΙΚ-ΤΑΚ, Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΡΙΑ.................................................................................................................232 ΤΡΑΓΙΚΕΣ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ .......................................................................................................................................241 ΑΚΑΤΑΛΗΠΤΟΣ ΨΙΘΥΡΟΣ ....................................................................................................................................258 Ο ΞΑΝΘΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ............................................................................................................................................261 ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ .............................................................................................................................................271 ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΨΥΧΗΣ ........................................................................................................................................284 ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ..................................................................................................................................291 ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ........................................................................................................................................301 ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ..............................................................................................................................................307 Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ .............................................................................................................................319

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΨΥΧΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΓΑΠΗ ........................................................................................................................................330


8

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

9

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΠΡΟΛΟΓΟΣ «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν...». Με αυτές τις λέξεις ξεκινούσαν τα παραμύθια όταν ήμασταν παιδιά και, σχεδόν πάντα, κατέληγαν σε ένα όμορφο και χαρούμενο τέλος. Στη ζωή βέβαια και στην πορεία του καθενός μας σ’ αυτήν, ξετυλίγονται παραμύθια που καταλήγουν σε τέλος καλό, παραμύθια με τέλος άσχημο και πολλές φορές παραμύθια ανεξήγητα· αυτά που φτάνουν στο τέλος με πολλά ερωτηματικά και χωρίς να μπορείς να βάλεις μια τελεία. Όλα αυτά μπορεί να συμβαίνουν συγχρόνως και παράλληλα στη ζωή μας. Άλλα να μας κάνουν τη ζωή εύκολη και χαρούμενη, άλλα πάλι, δύσκολη και επίπονη, και κάποια να μπερδεύουν τόσο την κρίση μας με αποτέλεσμα σωρεία λαθών. Από όλα αυτά βέβαια δημιουργείται ένας πίνακας ζωγραφικής με καλλιτέχνη τον καθένα μας, ένας πίνακας με πλούσια και ίσως αντιφατική θεματολογία στον οποίο η τελική πινελιά καθορίζει τον ορισμό του, τον τίτλο με τον οποίο υπογράφει ο καλλιτέχνης. Όταν γεννήθηκε η μικρή Σοφία, της δόθηκε ένα σχεδόν κατάλευκο τελάρο ζωγραφικής. Πάνω του η μοίρα, είχε αχνά χαραγμένες κάποιες βασικές γραμμές, τις οποίες έπρεπε εκείνη να τονώσει, να αλλάξει εάν μπορούσε, να χρωματίσει με φυσικές χρωστικές όπως αίμα, δάκρυα, ελπίδα, χαρά, πόνο. Τον τίτλο αυτού του πίνακα και την κριτική θα τα δώσει ο καθένας μας ανάλογα με το πώς θα τον αντιληφθεί, πώς θα τον αισθανθεί με την καρδιά, πώς θα τον καταλάβει με το μυαλό. Θα βρει στοιχεία που στολίζουν και τον δικό του πίνακα ζωής: ίσως τη συμπονέσουν, ίσως χαρούν μαζί της, ίσως αναρωτηθούν, ίσως συγκρίνουν. Καθένας μας θα κάνει τη δική του μετάφραση χρησιμοποιώντας το δικό του ατομικό λεξικό και τη δική του οπτική για τη ζωή, αναπλάθοντας με αυτόν τον τρόπο μια καινούρια ιστορία.


10

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

11

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΣΟΦΙΑ


12

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

13

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Πρώτο Ένα πονεμένο ταξίδι

Καθισμένη πάνω σε ένα μεγάλο, άσπρο, ξύλινο μπαούλο, στερεωμένο καλά στο κατάστρωμα του πλοίου, κρατούσε σφιχτά το χέρι της μητέρας της. Στα μουτράκια της διακρινόταν στεναχώρια και θυμός. Έβλεπε την ακτή να απομακρύνεται λες και είχε ρόδες, όπως αυτές που είχε το παιδικό καρότσι της όταν το κυλούσε στη μεγάλη κατηφόρα παίζοντας με τις φίλες της. Ένας χείμαρρος από γλυκές παιδικές αναμνήσεις, σχεδόν χθεσινές, κατέκλυσαν το μικρό, καστανόμαλλο κεφαλάκι της και την έκαναν να πονέσει. Γλυκές στιγμές, αθώες, πασπαλισμένες με τη ζάχαρη της γιαγιάς, με το άρωμα της κανέλλας που πλημμύριζε το στόμα της προσπαθώντας να χωρέσει τις μεγάλες, χειροποίητες καραμέλες της. Κάθε τόσο τις έβγαζε πάνω στην παλάμη της, χάζευε το λαμπερό, ρόδινο χρώμα τους και τις ξαναβουτούσε μέσα με ευχαρίστηση. Δυο διάφανες μικρές σταγόνες φάνηκαν στο κατώφλι των πράσινων ματιών της, μα πέταξαν ξαφνικά μαζί με τα άτακτα φτερουγίσματα των άσπρων γλάρων. Σαν δεινοί αλιείς βουτούσαν ορμητικά μέσα στους αφρούς των κυμάτων που σχημάτιζε το πλοίο στην πορεία του. Για λίγο ξέχασε τη θλίψη που της προκαλούσε ο αποχωρισμός από όλα τα γλυκά και τρυφερά που πρόλαβε να ζήσει στα πρώτα παιδικά της χρόνια.


14

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Παρατηρούσε τα πουλιά που έπεφταν με ορμή στο νερό ψαρεύοντας το φαγητό τους και φώναζε χαρούμενη, χτυπώντας τα χέρια της σε κάθε βουτιά τους. Από τότε άρχισε να φαίνεται η δύναμη της θέλησής της. Την αισθανόταν μέσα της να φουσκώνει σαν ποτάμι και να φτάνει με δύναμη στα κατακόκκινα χείλη της ακριβώς τη στιγμή που τα έβλεπε να ξεπετιούνται μέσα από τα κύματα θριαμβευτικά, κρατώντας στο ράμφος τους τη λεία τους. Η καρδιά της Λήδας, της μητέρας της, σκίρτησε με τη χαρά της κόρης της. Τις τελευταίες ημέρες αγωνίστηκε πολύ για να της εξηγήσει τη βιασύνη του ταξιδιού. Το παιδικό μυαλουδάκι δύσκολα μπορούσε να δεχτεί αυτήν την ξαφνική αλλαγή στη ζωή της. Της ήταν αδύνατο να καταλάβει για ποιο λόγο δεν θα βρισκόταν στην τελευταία γιορτή του σχολείου της, όπως όλοι οι συμμαθητές της, όσο και να της εξηγούσε η Λήδα. Όχι ότι μπορούσε να της μιλήσει για την πικρή αλήθεια που έβαψε ξαφνικά μαύρη τη ζωή τους, μα η αντίδραση της Σοφίας ήταν πολύ έντονη. Της στοίχιζε πολύ να τη βλέπει χωρίς το όμορφο, γεμάτο ζωντάνια χαμόγελό της, χωρίς τη λάμψη στα καταπράσινα μάτια της. Κι ο πόνος της γινόταν διπλός, αβάσταχτος. Ο Ορέστης, ο πατέρας της Σοφίας, στεκόταν όρθιος, δίπλα τους. Κοίταζε τις γυναίκες της ζωής του και έσφιγγε τα δόντια. Έπρεπε να κρατήσει, να τα αντέξει όλα, ήταν ο προστάτης τους. Η ακτογραμμή είχε χαθεί πλέον από τα μάτια τους. Λίγα γκρίζα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται στον ουρανό, θέλοντας να ταξιδέψουν μαζί τους. Ένας δυνατός αέρας ξεχύθηκε από τον ορίζοντα με άγριες διαθέσεις. «Σήκω Σοφάκι μου, πρέπει να μπούμε μέσα» της είπε και την τράβηξε μαλακά από το χέρι. Μπήκαν και οι τρεις τους στο σαλόνι του πλοίου. Αρκετοί ταξιδιώτες καθόντουσαν αναπαυτικά στα μικρά μπλε σαλόνια, περιεργαζόμενοι προσεκτικά τους νεοεισερχόμενους. Διάλεξαν ένα. «Κοντά στα παράθυρα, να βλέπει η Σοφία τη θάλασσα» είπε η Λήδα στον Ορέστη. Το βλέμμα της φανέρωνε πολύ αγάπη και για τους δυο τους. Ήξερε βαθιά μέσα της, το ένιωθε, το νήμα της ζωής της έφτανε στο τέλος. Δεν γνώριζε το πότε θα φαινόταν η άκρη του αλλά είχε μικρύνει επικίνδυνα. Έτρεφε βέβαια μια στερνή ελπίδα, ίσως μπορούσε να δέσει την άκρη του με μια καινούρια, από ένα υγιές, καλοτυλιγμένο κουβάρι, μα θα


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

15

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

άντεχε το δέσιμό του το βάρος των ήδη υπαρχόντων προβλημάτων; Αυτό έτρωγε την ψυχή, όχι μόνο της Λήδας, μα και του Ορέστη, που αισθανόταν ανήμπορος να κάνει κάτι για να τη βοηθήσει. Μόλις έξι μήνες πριν ήταν, όταν η Λήδα, κάνοντας όνειρα για τη ζωή τους, είχε αποφασίσει μαζί με τον Ορέστη, να χαρίσουν ένα αδελφάκι στη Σοφία. Και ακριβώς εκεί, μέσα στη χαρά του παραδείσου, φύτρωσε ένα τεράστιο, άσχημο αγκάθι. Απ’ όπου και να το έπιαναν για να το ξεριζώσουν τρυπούσαν τα χέρια τους. Οι αρχικές εξετάσεις ήδη φανέρωσαν τη σαρκοβόρα του διάθεση. Κάθε ημέρα έχωνε τις ρίζες του όλο και πιο βαθιά. «Κακοήθες ογκίδιο» διέγνωσε η βιοψία. Με κοφτερά εργαλεία και μαχητική διάθεση, έπεσαν με τα μούτρα να το ξεριζώσουν από τη ζωή τους. Με πολύ πόνο και κόπο αγωνίστηκαν και πίστεψαν ότι θα τα καταφέρουν, ότι δεν θα ξανάβλεπαν τα απαίσια και βρωμερά λουλούδια του που είχαν την αίσχιστη ικανότητα να καταστρέφουν ό,τι όμορφο πήγαινε να ανθίσει δίπλα τους. Οδυνηρή η καταστροφή που προξένησε το ξερίζωμα, μα δεν το ’βαλαν κάτω· ένας καινούριος αγώνας δημιουργίας ξεκίνησε. Νέα φυτά τοποθετήθηκαν στη θέση των παλιών. Τα περιποιήθηκαν, τα πότισαν με πολύ αγάπη και περίμεναν με ανυπομονησία να ανθίσουν, να μοσχοβολήσουν, να ομορφύνουν τη ζωή. Μέρα με τη μέρα μεγάλωναν. Η Λήδα και ο Ορέστης καμάρωναν τις ελπίδες τους να ψηλώνουν, να βγάζουν φύλλα. Δεν θύμιζε τίποτα πλέον το προηγούμενο άσχημο τοπίο. Κάλυψε τα πάντα η επιθυμία για ζωή. Δύο ολόκληρους μήνες περίμεναν με αγωνία το πρωινό που, γεμάτοι χαρά, θα κόβανε τα πρώτα λουλούδια της προσπάθειάς τους. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Τα λουλούδια ήταν εκεί, πανέμορφα και έτοιμα να μπούνε στο καλάθι της ελπίδας. Όταν όμως τα πλησίασαν μια φρίκη τους έκανε να πισωπατήσουν. Μια έντονη, απαίσια και γνωστή δυσωδία ήταν απλωμένη τριγύρω από την ομορφιά που αγωνιζόταν να ισορροπήσει πάνω στο τεντωμένο σχοινί. Έψαξαν απεγνωσμένα με τα μάτια τους, τα χέρια τους, τα πόδια τους να βρουν το κακό που ξανάρχιζε το καταστροφικό του έργο. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Όλη η ομορφιά τσαλαπατήθηκε, διαλύθηκε, πέφτοντας θύμα της απεγνωσμένης αναζήτησης. Και εκεί, στη μέση του πουθενά, κάτω από λίγα -όρθια ακόμη- καταπράσινα φύλλα, φάνηκε η


16

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ύπουλη καταστροφή που αναγεννήθηκε για να αποτελειώσει το διαβολικό της έργο. Ένας καινούριος πόλεμος, χημικός αυτή τη φορά, προτάθηκε από τους γιατρούς. Τελευταία τους ελπίδα. Αυτή την ελπίδα βάδιζαν αυτή τη στιγμή καθισμένοι και οι τρεις τους στο σαλόνι του καραβιού που έπλεε προς τη Θεσσαλονίκη. Δεμένοι με τα σχοινιά της μοίρας που έτρεχε μπροστά, σέρνοντάς τους άπονα πίσω της, σε κακοτράχαλους δρόμους, πληγώνοντάς τους βαθιά, στο κορμί και την ψυχή. Η οικογένεια της Σοφίας Γαλανού δεν ανήκε στην εύπορη τάξη. Ο πατέρας της, ο Ορέστης Γαλανός, ήταν υπάλληλος σε μια ιδιωτική εταιρία της Χώρας, στο όμορφο νησί της Πάτμου. Η μητέρα της, η Λήδα, κρατούσε ένα μικρό εποχιακό μαγαζί στη Χώρα με είδη λαϊκής τέχνης που απευθυνόταν κυρίως στους τουρίστες. Η καθημερινότητά τους ήταν ήρεμη και ξένοιαστη. Αυτή τη ζωή δεν ήθελε να της πάρουν η Σοφία, δεν ήθελε να της κλέψουν τα γλυκά πρωινά της γιαγιάς Σοφίας, της μητέρας της Λήδας, που την είχε καλομαθημένη, χαϊδεμένη... Ήταν το μοναδικό της εγγόνι και της έκανε όλα τα χατίρια. Την έβαζε να κάθεται στο θρόνο του γαλάζιου παραδείσου, έτσι έλεγε η γιαγιά Σοφία την αυλή της, γεμάτη με πολύχρωμα γεράνια και φουντωτούς βασιλικούς, με τα τσιμεντένια πεζούλια, ο θρόνος που συνήθιζε να κάθεται η μικρή Σοφία και να αγναντεύει τη θάλασσα και τα καράβια που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι της Σκάλας και της έλεγε ιστορίες αληθινές, ψεύτικες, δεν είχε σημασία, για τη Σοφία όλες ήταν παραμύθια που την ταξίδευαν μακριά. Μόνο που το πρώτο αληθινό ταξίδι της ήταν ένα κακό παραμύθι και μια ακόμη πιο πικρή πραγματικότητα. Ο ανελέητος αγώνας όλων αυτών των μηνών με τις ατέλειωτες επισκέψεις στα νοσοκομεία, οδήγησαν την οικονομική τους κατάσταση σε τραγικό σημείο. Τα πενιχρά τους αποθέματα εξανεμίστηκαν πολύ γρήγορα. Και τώρα, η τελευταία τους ελπίδα, το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη και η επείγουσα εισαγωγή της Λήδας σε ένα εξειδικευμένο νοσοκομείο για το οποίο πήραν τις καλύτερες συστάσεις, κρεμόταν στην πολύ επώδυνη απόφαση να πουλήσουν τη μικρή μονοκατοικία τους στη Χώρα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

17

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Λήδα στην αρχή αντέδρασε. Ήταν η προίκα της Σοφίας. Δούλεψαν πολύ για να αποκτήσουν αυτό το σπίτι, μα ο Ορέστης ήταν ανένδοτος στην απόφασή του. Δημιουργήθηκε ένα δυσάρεστο κλίμα στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. Την άμεση λύση την έδωσε η γιαγιά Σοφία. Βλέποντας την κόρη της σε αυτή την τραγική θέση, που καμία μάνα δεν θα ’θελε να είναι, βρήκε τρόπο να ηρεμήσει τη Λήδα αφήνοντας το δικό της σπίτι στη μικρή Σοφία. Τη δική της τραγωδία η γιαγιά Σοφία δεν την άφησε ποτέ να εκδηλωθεί μπροστά στην κόρη της. Πάντα της έδινε κουράγιο και ελπίδα. Μόνο όταν έμενε μόνη πότιζε με δάκρυα το μαντήλι της και προσευχόταν στον Θεό. Το σπίτι πουλήθηκε πολύ γρήγορα, τους πίεζε αφάνταστα ο χρόνος. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί ένα μεγάλο μέρος της πραγματικής αξίας του, μα τίποτα δεν συγκρινόταν με την αξία της ζωής. Τις τελευταίες ημέρες προτού αναχωρήσουν για τον βορρά, μείνανε αναγκαστικά στο σπίτι της γιαγιάς. Πολλά πράγματά τους πουλήθηκαν, μα τα περισσότερα στριμώχτηκαν ασφυκτικά στο σπίτι της. Η μικρή Σοφία πανηγύριζε από χαρά που θα έμεναν στο γαλάζιο παράδεισο. Δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες ημέρες που περνούσε στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Μόνο την τελευταία ημέρα που μάζευαν τα πράγματά τους στις βαλίτσες, τότε κατάλαβε ότι τα λόγια της μητέρας της, που αρνιόταν να δεχτεί μέσα της, έβγαιναν αληθινά. Η Λήδα βέβαια δεν της είπε όλη την αλήθεια για το πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Ήθελε να εξαντλήσει και την έσχατη αχτίδα ελπίδας. Έτσι περιορίστηκε σε πολύ λίγα λόγια, ότι δηλαδή χρειαζόταν να κάνει κάποια θεραπεία για ένα διάστημα και μετά θα ξαναγύριζαν πίσω. Εκείνη, με τα πράσινα ματάκια της και ένα βλέμμα ανιχνευτικό, προσπαθούσε να δει πίσω από τα λόγια της μητέρας της, μα η Λήδα έκρυβε καλά το οδυνηρό μυστικό για χάρη της κόρης της, όπως ακριβώς έκανε με το δικό της τρόπο βέβαια και η δική της μητέρα, κρύβοντας τον πόνο που της έτρωγε τα σωθικά.


18

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δεύτερο Κλεμμένες στιγμές χαράς

Η Σοφία ακούμπησε τους αγκώνες της πάνω στο στρόγγυλο πλαστικό τραπέζι και έχωσε μες στις παλάμες το πιγούνι της. Η Λήδα την κοιτούσε με ενδιαφέρον που προσπαθούσε να δημιουργήσει το δικό της παρατηρητήριο μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού. Έξω ο καιρός είχε αγριέψει. Χοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να χτυπούν το τζάμι. Η θάλασσα πήρε ένα μολυβί χρώμα και τα αφρισμένα κύματα βάφανε με άσπρες πινελιές το μουντό καμβά. Μια κουρτίνα γκρίζας βροχής απλώθηκε από τη μια άκρη του παραθύρου έως την άλλη. Ποταμάκια μικρά ξεχύθηκαν στην εξωτερική πλευρά του τζαμιού, που έχασε τη διαύγεια του και πήρε την όψη μιας παχύρρευστης ζελατίνης. Σαν τη γάτα που ερεθίζεται βλέποντας να περνά ένα ποντίκι μπροστά της, σηκώθηκε χαρούμενη από το παρατηρητήριό της και πλησίασε το παράθυρο, παραμερίζοντας τη γαλαζοκίτρινη κουρτίνα που φάνηκε να την ενοχλεί. Είχε βρει επιτέλους ένα παιχνίδι να εκτονώσει τη φουσκωμένη παιδική ενεργητικότητά της. Με τα μάτια καρφωμένα στα ρυάκια που έτρεχαν ασταμάτητα σαν μικρά φιδάκια, πέρασε απρόσεκτα δίνοντας ένα σκούντημα στο τραπέζι. Η


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

19

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Λήδα άπλωσε βιαστικά το χέρι της για να προστατεύσει ένα κουτάκι χυμό που ετοιμαζόταν να βουτήξει στην μπλε μοκέτα του σαλονιού. «Πρόσεχε κορίτσι μου, δεν θα φύγει τίποτα, μην βιάζεσαι…» την παρατήρησε γλυκά. Ούτε που την άκουσε, είχε ήδη φτάσει στο παράθυρο. Άπλωσε το δείκτη του δεξιού χεριού της και, ακολουθώντας την κάθοδο του νερού, σχεδίαζε παίζοντας με την αστείρευτη φαντασία της. Ο Ορέστης έβαλε το χέρι του πάνω στους ώμους της Λήδας και την αγκάλιασε τρυφερά. «Πήρες τηλέφωνο τη Μαρία;» τη ρώτησε. «Ναι, την ειδοποίησα, μας περιμένει. Χρυσή γυναίκα η ξαδέλφη μου μα άτυχη στη ζωή της. Όσο κι αν αγαπούσε τα παιδιά δεν κατόρθωσε να κάνει οικογένεια. Τώρα ζει μόνη της παρέα με τη Λούση, ένα σκυλάκι... Αυτό είναι η μοναδική συντροφιά της». «Ο καθένας με τις ατυχίες του Λήδα μου» της είπε αναστενάζοντας, έχοντας κατά νου τις δικές τους πληγές. Η Σοφία γύρισε κοντά τους γκρινιάζοντας διαμαρτυρόμενη για το τέλος του παιχνιδιού της. Η βροχή σταμάτησε απότομα και τα ποταμάκια στέρεψαν από νερό σαν τις καυτές καλοκαιρινές ημέρες. Κάθισε στη θέση της απρόθυμα ψάχνοντας τριγύρω της για κάτι άξιο της προσοχής της. Στο τέλος της εξερεύνησης κατέληξε σε ένα αγόρι, περίπου στη δική της ηλικία, που καθόταν με τους γονείς του στο διπλανό τραπέζι. Σηκώθηκε φουριόζα και άρχισε να ψάχνει μέσα στην τσάντα της Λήδας για το ηλεκτρονικό της παιχνίδι ξεφυσώντας και μουρμουρίζοντας. «Μην ψάχνεις άδικα, είναι στη βαλίτσα που αφήσαμε στην καμπίνα» της εξήγησε η Λήδα κόβοντάς της τη φόρα. Στραβομουτσούνιασε, αλλά αποφάσισε να επιτεθεί χωρίς πυρομαχικά. Σηκώθηκε και πλησίασε το διπλανό τραπέζι. Η ματιά της άρπαξε γρήγορα το επιτραπέζιο παιχνίδι που ήταν αφημένο πάνω στο καναπεδάκι, δίπλα στον πιτσιρικά της παρέας. Είχε βρει τον τρόπο επαφής. Ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης φάνηκε στα χείλη της καθώς έσκυβε για να του προτείνει μερικούς γύρους. Οι ώρες κύλησαν σχετικά ήσυχα, μόνο κάποιες ιαχές νίκης ακούγονταν που και που από το πεδίο μάχης του επιτραπέζιου παιχνιδιού.


20

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Ορέστης και η Λήδα, απορροφημένοι στη συζήτηση τους, ούτε που κατάλαβαν ότι πλησίασε η ώρα του φαγητού, η Σοφία όμως εξαντλημένη από τους αμέτρητους γύρους παιχνιδιού, τους το υπενθύμισε φανερά ευδιάθετη από το σκορ της. Το εστιατόριο του πλοίου ήταν γεμάτο την ώρα που πήγαν. Σκέφτηκαν να έρθουν αργότερα αλλά για καλή τους τύχη μόλις είχε αδειάσει ένα τραπέζι στο βάθος της τραπεζαρίας. Η Λήδα με τη Σοφία κάθισαν στο τραπέζι, ενώ ο Ορέστης πήγε να ρίξει μια ματιά στα ταψιά με τα μαγειρευτά φαγητά, που ήταν παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο πίσω από τον μακρύ μπουφέ. Οι μεγάλοι προτίμησαν κάτι ελαφρύ για βραδινό, εκτός από τη Σοφία, που έβαλε μπροστά της ένα πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα και μπόλικο τυρί και βάλθηκε να τα μετακομίσει στο στομάχι της. Το καινούριο διαμέρισμα όμως αποδείχθηκε πολύ μικρότερο από ότι την έκανε να πιστεύει η λαιμαργία της. Έφαγε αρκετά αλλά τα πιο πολλά τα άφησε να διακοσμούν το λευκό πιάτο φτιάχνοντας ροζ φωλιές. Όταν τελείωσαν το φαγητό τους και σηκώθηκαν να φύγουν, η νεαρή τράβηξε βιαστική προς το σαλόνι έχοντας άλλα κατά νου. Όμως ο Ορέστης της έκοψε τη φόρα, πιάνοντάς την από το μπράτσο, και της είπε: «Η μαμά είναι αρκετά κουρασμένη για να καθίσουμε στο σαλόνι. Το ίδιο και εσύ νομίζω μικρή μου». Την κοίταξε χαμογελώντας. «Καλύτερα να πάμε στην καμπίνα μας» της επέβαλλε ευγενικά. Τα μάτια της στράφηκαν στη μητέρα της και με ύφος υπάκουου κουταβιού έπιασε το χέρι της. Η ταλαιπωρημένη υγεία της Λήδας δεν της έδινε και πολλές αντοχές. Το γλυκό νανούρισμα από το γουργουρητό των αεικίνητων μηχανών, τους βύθισε γρήγορα σε ένα ζωοδότη ύπνο. Αρκετές ώρες μετά ο βαθύς ήχος της κόρνας του πλοίου διέκοψε το ρυθμικό δούλεμα τους και τον ανήσυχο τελικά ύπνο του Ορέστη. Παραμέρισε λίγο το κουρτινάκι για να δει έξω. Οι σταγόνες της θάλασσας στην εξωτερική πλευρά του παραθύρου τον εμπόδιζαν να δει καθαρά. Η ημέρα δεν είχε χαράξει ακόμη, πυκνό σκοτάδι και λίγα φώτα μακριά στην ακτογραμμή ήταν όλα κι όλα που έβλεπε. Ο ήχος που άκουσε όμως δεν τον γελούσε. Ήταν η πρώτη ειδοποίηση ότι πιάνανε λιμάνι. Ακούμπησε ελαφριά τη Λήδα στην πλάτη. «Λήδα, πρέπει να φτάνουμε» της ψιθύρισε.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

21

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Εκείνη άνοιξε λίγο τα μάτια της. Το γλυκό φως της λάμπας πάνω στο μικρό κομοδίνο δημιουργούσε μια γαλήνια ατμόσφαιρα. «Αν μπορούσα, θα ήθελα να μην σηκωθώ όλο το πρωινό» του είπε φανερά ξεκούραστη και τέντωσε τα χέρια της προς τον ψευδότοιχο της καμπίνας. Εκείνος γονάτισε δίπλα στην κουκέτα της και την αγκάλιασε τρυφερά. «Το ξέρω καλή μου, έχεις όμως λίγο χρόνο ακόμη... Απόλαυσέ τον...» της είπε σιγανά. Δεν ήθελε να ξυπνήσει ακόμη τη Σοφία. Η ζωντάνια της ήταν εκρηκτική πολλές φορές και η Λήδα χρειαζόταν ηρεμία όσο ποτέ άλλοτε. Ο δεύτερος βρυχηθμός του μεγάλου κήτους που τους κουβαλούσε στην κοιλιά του, τους εξανάγκασε να του δώσουν τη δέουσα προσοχή. «Κορίτσια τέρμα τα χουζούρια» είπε δήθεν αυστηρά ο Ορέστης στη μαμά και στην κόρη που έκαναν αγκαλίτσες στο κρεβάτι της Λήδας. Χαιρόταν κάθε στιγμή που τις έβλεπε αγκαλιασμένες. Φοβόταν τόσο τη στιγμή που θα ήταν αναγκασμένες να αποχωριστεί η μία την άλλη. Τον έπιανε τρέλα όταν το σκεφτόταν, γιατί το σκεφτόταν και αυτό ο Ορέστης, έπρεπε να είναι έτοιμος και για τη χειρότερη εξέλιξη. Οι γιατροί ήταν φειδωλοί στις προβλέψεις τους. Δεν την πολυσυζητούσαν αυτήν με τη γυναίκα του αλλά και οι δύο μέσα τους γνώριζαν, το έβλεπε ο ένας στα μάτια του άλλου.


22

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Τρίτο Ένας μικρός αλητάκος

Η ημέρα είχε πλέον φανερωθεί πετώντας από πάνω της τα μαύρα πέπλα της νύχτας. Η πόλη έβαλε τον καλύτερο ήλιο της για τους υποδεχθεί. Η τρίτη ειδοποίηση του καραβιού τους βρήκε έτοιμους στο κατάστρωμα. Άφησαν τις βαλίτσες δίπλα τους και ακούμπησαν στην κουπαστή. Το βλέμμα τους γλίστρησε πάνω στα όμορφα κτίρια της παραλιακής λεωφόρου. Ανηφόρισε ως τα μακριά κάστρα της παλιάς πόλης, μέχρι το καταπράσινο δασάκι του Σέιχ-Σου. Στο κέντρο της παραλιακής λεωφόρου ο Λευκός Πύργος, ακοίμητος φρουρός της πόλης, καλωσόριζε κάθε πλεούμενο και τους επισκέπτες του που έμπαιναν στο λιμάνι. Το ρυθμικό χτύπημα των μηχανών που τους συντρόφευε αδιάκοπα σε όλο το ταξίδι, απορυθμίστηκε από το φρενάρισμα του μεγάλου όγκου. Ένας δυνατός θόρυβος μεταδόθηκε σε όλο το πλοίο κάνοντάς το να τραντάζεται λες και γινότανε σεισμός. Αυτό κράτησε λίγα λεπτά μέχρι να καταφέρει ο καπετάνιος να του επιβληθεί και να στρέψει το πίσω μέρος του στην προβλήτα του λιμανιού. Ένας ακόμη δυνατός μεταλλικός κρότος τους έδωσε την τελευταία σεισμική δόνηση στο κατέβασμα της μπουκαπόρτας στο τσιμέντο και μετά όλα


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

23

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

γαλήνεψαν. Τώρα μόνο ο σιγανός ήχος που ακουγόταν έκανε αισθητή την παρουσία του, σαν τους κτύπους μιας καρδιάς που ξεκουράζεται μετά από μια δύσκολη και κοπιαστική ημέρα. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, αποσκευές, αυτοκίνητα με τις μηχανές αναμμένες, περίμεναν υπομονετικά το σινιάλο για την έξοδό τους. Η Λήδα φόρεσε ένα ζακετάκι στην αγουροξυπνημένη Σοφία. Η πρωινή υγρασία της θάλασσας σαν μικρές βελόνες, τρυπούσε το δέρμα. Πρώτος βγήκε ο Ορέστης σέρνοντας πίσω του δυο μεγάλες βαλίτσες. Πιο πίσω ακολούθησε η Λήδα, κρατώντας τις μικρότερες τσάντες και τη Σοφία με ένα σακ βουαγιάζ περασμένο λοξά στο στήθος της. Σχεδόν την έσερνε η Λήδα τραβώντας την από το χέρι. Εκείνη περπατούσε μηχανικά, κουνώντας πέρα-δώθε την κρεμασμένη τσάντα που σε κάθε βήμα της χτυπούσε πάνω στα γόνατά και τιναζόταν με δύναμη μπροστά της. Μια γλυκιά νύστα διαγράφονταν κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρά της. Προχώρησαν μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο που έβγαινε σαν πολύχρωμο κύμα από μια παράξενη πηγή. Όταν στάθηκαν στη μεγάλη σιδερένια πύλη του επιβατικού σταθμού, η πόλη είχε ήδη ξυπνήσει. Έμπαινε βίαια στον καθημερινό φασαριόζικο ρυθμό της. Στο πράσινο χρώμα των φαναριών, τα αυτοκίνητα ξεκινούσαν μαρσάροντας, υπακούοντας στην τρέλα των οδηγών τους. Πεζοί περνούσαν τρέχοντας τις διαβάσεις, κυνηγημένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό. Οι τρεις τους σταμάτησαν στο πεζοδρόμιο προσπαθώντας να εγκλιματιστούν σε αυτές τις δονήσεις που διέτρεχαν τα νευρικά τους κύτταρα. Η Σοφία, ξυπνώντας με όλη αυτή τη φασαρία, φώναξε δυνατά στη μητέρα της, τραβώντας της συγχρόνως το χέρι. «Μαμά, πεινάω...». Η ώρα της άφιξής τους στο λιμάνι συνέπεσε πάνω στην ώρα που κανονικά θα προσέφερε πρωινό το εστιατόριο του καραβιού. Τις τελευταίες ημέρες μόνο εκείνη αισθανόταν τη συγκεκριμένη σωματική ανάγκη. Η Λήδα στράφηκε στον Ορέστη και τον ρώτησε: «Θα μπορούσαμε να πάρουμε κάτι για πρωινό. Έναν καφέ για μας...». Ο Ορέστης έψαξε με τα μάτια τριγύρω. Δεν κατάφερε να βρει κάτι που θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν. «Ας περάσουμε απέναντι να δούμε στη γωνία» είπε στη Λήδα λίγο διστακτικά.


24

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Έχουμε και τις βαλίτσες στα χέρια! Ελπίζω να βρούμε κάτι κοντά γιατί η μετακίνησή μας είναι δύσκολη». Στο κόκκινο για τα αυτοκίνητα, όρμησαν στη διάβαση με τις βαλίτσες να τους ακολουθούν χοροπηδώντας. Ίσα που πρόλαβαν να ανεβούν στο πεζοδρόμιο και το καραβάνι ξεχύθηκε πίσω τους. «Περίμενε να ρίξω μια ματιά, μην τρέχουμε άδικα όλοι μας» της είπε και άφησε τις βαλίτσες δίπλα της. Απομακρύνθηκε για λίγο και έστριψε στη γωνία. Η Σοφία κάθισε πάνω σε μια βαλίτσα κοιτάζοντας ανυπόμονα προς τα εκεί που χάθηκε ο πατέρας της. Μα η αυτοσυγκέντρωσή της στην επανεμφάνισή του γρήγορα εξαφανίστηκε παρασυρμένη από τον μικρό επισκέπτη που στάθηκε δίπλα της και την κοίταξε. «Μαμά, κοίτα το! Θέλει να φάει!» λέει στη Λήδα δείχνοντας το ασπρόμαυρο σκυλάκι με το χέρι της. «Μάλλον κρίνεις με τη δική σου πείνα Σοφάκι μου! Αλλά...» σταμάτησε και το κοίταξε, «μπορεί και να πεινάει...» είπε βλέποντας τον μικρό αλητάκο να γλείφεται και να κουνάει την ουρά του. «Να! Έρχεται ο μπαμπάς! Για να δούμε θα βρήκε κάτι;» είπε η Λήδα. «Ανακάλυψα ένα μικρό μαγαζί με μπουγάτσα1, έχει μερικά τραπεζάκια έξω. Πάμε! Θα το χορτάσουμε το κορίτσι μας!» είπε και κοίταξε γελώντας τη Σοφία. Οι τρεις τους με μια σκυλίσια ουρίτσα να τους ακολουθεί περπάτησαν, ευτυχώς τα λίγα μέτρα απόστασης που έπρεπε. Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι. Όσο περίμεναν την παραγγελία τους, η Σοφία ασχολήθηκε με τον μικρό κατεργάρη που μύρισε φαγητό και έκανε τις απαραίτητες διπλωματικές κινήσεις. Τα κέρδη του ήταν μερικά κομμάτια από το πιάτο της που προσγειώθηκαν μπροστά του, τα οποία έφαγε με πολύ ευχαρίστηση. «Σοφία φτάνει» τη μάλωσε ο Ορέστης. «Τελείωνε με το φαγητό σου, πρέπει να φύγουμε. Η θεία σου θα μας περιμένει». Εκείνη, επίσης διπλωματικά, του χαμογέλασε ρίχνοντας κάτω ένα ακόμη κομμάτι κλεφτά. Ήπιε την τελευταία ρουφηξιά από το γάλα της με ένα ροζ καλαμάκι και σηκώθηκαν. 1

Πίτα από φύλλο, γεμιστή συνήθως με κρέμα, τυρί, σπανάκι ή κιμά. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή την έφεραν στην Ελλάδα Μικρασιάτες πρόσφυγες. Η μπουγάτσα είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη Βόρεια Ελλάδα. Μάλιστα η Θεσσαλονίκη και οι Σέρρες φημίζονται για την παρασκευή χειροποίητης μπουγάτσας.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

25

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Έπρεπε να γυρίσουν στον κεντρικό δρόμο αν ήθελαν να βρουν ταξί, είπε ο Ορέστης στη Λήδα βουτώντας από τα χερούλια τις βαλίτσες. Σέρνοντάς τες σαν μικροπωλητής, ή καλύτερα αχθοφόρος, φτάσανε στο σημείο που βρίσκονταν προηγουμένως. Στήθηκαν στο πεζοδρόμιο και περίμεναν. Δεν άργησε να σταματήσει μπροστά τους ένα άσπρο-μπλε αυτοκίνητο με τη χαρακτηριστική ταμπελίτσα στον ουρανό του. Ο Ορέστης κάθισε μπροστά, ενώ η Λήδα και η Σοφία βολεύτηκαν βασιλικά στο πίσω σαλόνι του ευρύχωρου Μερσεντές. Ο οδηγός του, ένας μελαχρινός γεροδεμένος άντρας σήκωσε τις βαλίτσες σαν πούπουλα και τις έβαλε στο χώρο των αποσκευών. Έκλεισε απαλά το καπό του αυτοκινήτου και κάθισε αναπαυτικά στη θέση του. Προορισμός τους ένα προάστιο στη βιομηχανική περιοχή της Θεσσαλονίκης, στη δυτική πλευρά της πόλης. Πολύ κοντά στα πρώτα διόδια για Αθήνα και σχεδόν πάνω στον διεθνή δρόμο. Το ταξί ξεκίνησε αργά κάνοντας έναν κύκλο γύρω από έναν καταπράσινο χώρο στάθμευσης στην Πλατεία Ελευθερίας, όπου τη συγκεκριμένη ώρα έκαναν ουρά τα αυτοκίνητα για παρκάρισμα, και βγήκε στην κεντρική λεωφόρο με κατεύθυνση τη δυτική έξοδο της πόλης. Οι τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ήταν γεμάτες από αυτοκίνητα που μετέφεραν κόσμο στα εργοστάσια. Η περιοχή έσφυζε από κίνηση. Κάπου στο ύψος της Λαχαναγοράς προσπέρασαν ένα μακρύ μπλε αστικό λεωφορείο, σχεδόν άδειο. Λίγους μήνες αργότερα στο ίδιο λεωφορείο δεν θα έπεφτε ούτε καρφίτσα, γεμάτο από τους φοιτητές των ΑΤΕΙ της Σίνδου. Στην έξοδο του αυτοκινητοδρόμου για Σίνδο και σε ένα στένωμα του δρόμου, μια μακριά ουρά από νταλίκες που πήγαιναν να ξεφορτώσουν στη βιομηχανική περιοχή τους καθήλωσε, ευτυχώς για λίγο. Πιο κάτω ο δρόμος απελευθερώθηκε προς ικανοποίηση όλων. Πέρασαν μπροστά από την κλειστή πύλη της σχολής, το κέντρο απεξάρτησης από τα ναρκωτικά «ΙΘΑΚΗ» και συνέχισαν σε μια μεγάλη ευθεία. Στο τέλος της, ακολούθησαν ένα στενό δρόμο που τους οδήγησε στην κεντρική πλατεία. Μια παρέα παιδιών που έπαιζαν στην αυλή ενός κλειστού σχολείου, για τις καλοκαιρινές διακοπές, τράβηξε την προσοχή της Σοφίας. Τα κοίταξε με ένα ύφος που πρόδιδε τη λαχτάρα της να βρίσκεται ανάμεσά τους. Πού να ήξερε τότε, πόσο γρήγορα και πόσο επώδυνα θα συνέβαινε αυτό που λαχταρούσε.


26

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Πέρασαν αργά τον κεντρικό δρόμο. Τα μαγαζιά δεξιά και αριστερά, είχαν από ώρα ανοίξει τις πόρτες για τους πελάτες τους. Η πρωινή δροσιά έβγαλε αρκετούς στην αγορά για τα ψώνια της ημέρας. Η Λήδα κοίταξε φευγαλέα τη μεγάλη ξύλινη ταμπέλα πάνω από την είσοδο ενός μαγαζιού στα αριστερά του δρόμου. «ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΡΤΟΥ» έγραφε και έσπειρε στα χείλη της ένα αμφίβολο χαμόγελο ανάμεικτο με μια ιδέα νόστου. «Τέτοια ώρα βρισκόμουν και εγώ στο φούρνο της κυρίας Σταυρούλας διαλέγοντας μοσχοβολιστό καρβελάκι για τη Σοφία μου» σκέφτηκε, σχεδόν σαν απλή αναφορά χωρίς καμιά άλλη γεύση στην ψυχή της, χωρίς ίχνος ζεστασιάς, άχρωμες εικόνες, παραστάσεις της ζωής που έτρεχε. Για εκείνη όμως έτρεχε αντίστροφα, ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω, έτσι αισθανόταν και βασάνιζε το μυαλό της. Στο σημείο που τερμάτιζε ο κεντρικός δρόμος, μια συστάδα από πανύψηλα, αιωνόβια πεύκα φιλοξενούσαν στην καρδιά τους το όμορφο κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού. Μια γοητευτική συνύπαρξη αιώνων ξεδιπλωνόταν μπροστά τους, ένα μοντέρνο οικοδόμημα περιστοιχισμένο από γηραιούς φύλακες. Το προσπέρασαν στα δεξιά τους και πάνω σε μια στροφή προς τα δεξιά, μια ασπροκόκκινη μπάρα τους έκλεισε το δρόμο επιτακτικά. Η Σοφία έδειξε εμφατικά με το χέρι της τον φύλακα των διαβάσεων που κουνούσε τον σηματοδότη, από ένα υπερυψωμένο φυλάκιο. Πάντα τη γοήτευαν τα τρένα, ήταν κάτι που δεν είχε την ευχέρεια να βλέπει από κοντά. Κάθε φορά που τύχαινε να δει κάποιο στην τηλεόραση, στηνόταν μπροστά στο γυαλί και το παρατηρούσε με προσοχή. Ήταν αναπάντεχο για εκείνη. Με λαχτάρα ανασηκώθηκε ανάμεσα στα δύο μπροστινά καθίσματα και δεν άφηνε να περάσει τίποτα ανεξέλεγκτο από την εποπτεία της. Κουνούσε ανυπόμονα το κορμί της ανεβοκατεβαίνοντας στο κάθισμά της περιμένοντας το πέρασμα του, κοιτώντας πότε από τη μια και πότε από την άλλη μεριά. Ο οδηγός γύρισε το κεφάλι του και τη στραβοκοίταξε ενοχλημένος. Εκείνη μαζεύτηκε λίγο, σταματώντας την τραμπάλα της αλλά όχι και το αδηφάγο βλέμμα της. Το είδε να περνάει μπροστά της με την κόκκινη μηχανή του να αστράφτει. Έβγαζε ένα δυνατό βρυχηθμό και, στο πέρασμά του, αισθάνθηκε το τράνταγμα από το κύλισμά του πάνω στις σιδερένιες ράγες έως το κατάβαθα της ψυχής της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

27

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ένα ηδονικό χαμόγελο έλαμψε στο πρόσωπό της. Όταν χάθηκε και το τελευταίο βαγόνι από τα μάτια της, κάθισε πίσω στο κάθισμα αναπαυτικά, λες και πήρε τη μεγαλύτερη δόση ζάχαρης που μπορούσε να αντέξει ο οργανισμός της. Η απαγορευτική μπάρα σηκώθηκε και ο οδηγός ξεκίνησε. Το αυτοκίνητο χοροπήδησε αρκετές φορές περνώντας τις γραμμές που, από το βάρος των τρένων, δημιούργησε βουναλάκια, σηκώνοντας την άσφαλτο ψηλά. Μετά την τελευταία προσγείωση, έβγαλε φλας και έστριψε δεξιά σε ένα μικρό δρόμο παράλληλο με τις γραμμές του τρένου.


28

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Τέταρτο Οι λουκουμάδες της Μαρίας

Η Μαρία έπλυνε και το τελευταίο κουτάλι και το άφησε να στραγγίσει μαζί με τα υπόλοιπα πιατικά. Έριξε μια ματιά από το παράθυρο της κουζίνας έξω στον κήπο. Η Λούσυ, το μικρό αγαπημένο της κανίς, έπαιζε χαρούμενη κυνηγώντας μια κίτρινη πεταλούδα στον κήπο. Πήρε μια χαρτοπετσέτα από τη θήκη, την άνοιξε και σκέπασε ένα λόφο λουκουμάδες που μόλις είχε βγάλει από το τηγάνι. Τη μία και μοναδική φορά που επισκέφθηκε την ξαδέλφη της στο νησί, η Σοφία τότε θα ήταν επτά-οκτώ χρονών, είχε ξετρελαθεί με τους λουκουμάδες που της είχε κάνει. Έκρινε λοιπόν σήμερα ότι θα ήταν το πιο γλυκό κέρασμα που θα μπορούσε να τους προσφέρει, έτσι, για το καλωσόρισμα. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο του σαλονιού ανήσυχη. Ήταν από τα αγαπημένα της αντικείμενα, το πιο εκλεκτό. Κειμήλιο της μητέρας της. Υπήρξαν πολλές στιγμές που καθόταν αναπαυτικά στην πολυθρόνα της και θαύμαζε τα ανάγλυφα σχέδια πάνω στη χάλκινη πρόσοψή του, τους λεπτεπίλεπτους δείκτες του, άσπρους για να φαίνονται καθαρά, σε κάθε κίνηση. Μα σήμερα κάθε κίνηση του λεπτοδείκτη είχε αποκτήσει έναν


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

29

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

παράξενο θόρυβο, λες και κάποιος κτυπούσε με σφυρί πάνω σε ένα τραπέζι και ο ήχος έφτανε στην καρδιά της, κάνοντάς τη να τρεμουλιάζει. Την αγαπούσε την ξαδέλφη της η Μαρία. Όταν την πήρε τηλέφωνο η Λήδα και της μίλησε για το πρόβλημά της, η Μαρία δεν έκλεισε μάτι όλο το βράδυ. Δεν μπορούσε να το χωνέψει το μυαλό της. Παραμιλούσε μόνη της απευθυνόμενη στον Θεό: «αφήνεις εμένα που είμαι ένα κούτσουρο μονάχο εδώ κάτω... Γιατί τη Λήδα που έχει οικογένεια; Ένα κουκλί να μεγαλώσει;» και την έπαιρναν τα δάκρυα. Αυτά και άλλα τόσα «γιατί» Τον ρωτούσε και Τον ξαναρωτούσε με πολύ πίκρα η Μαρία. Εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που πέθανε η μητέρα της, αδελφή της μητέρας της Λήδας, η Μαρία ζούσε μόνη της. Μοναδική παρέα της, συντροφιά της ήταν η Λούσυ, ένα άσπρο σγουρομάλλικο κανισάκι που, κυριολεκτικά, ήταν η οικογένειά της! Και μια ακόμη ξαδέλφη, στα Ιωάννινα, από την μεριά του πατέρα της. Με τους υπόλοιπους συγγενείς δεν είχε πολλά πάρε-δώσε. Το σπίτι της, μια χαμηλή γραφική μονοκατοικία δίπλα στον σταθμό, ήταν πνιγμένο στα λουλούδια. Η μεγάλη της αγάπη ήταν ο κήπος της. Τις πιο πολλές ώρες της ημέρας βρισκόταν κοντά στα φυτά της, σαν παιδιά της τα είχε. Η ίδια δεν αξιώθηκε να κάνει οικογένεια, δικά της παιδιά, και ένας λόγος που αγαπούσε τόσο την ανεψιά της ήταν και αυτός. Με αυτή τη λαχτάρα, έβλεπε τη Σοφία σαν δική της κόρη. Ένα μπουκέτο φρεσκοκομμένα κόκκινα τριαντάφυλλα, πρωινά, δώριζαν την ομορφιά και το άρωμά τους στο ανοιχτόκαρδο σαλόνι τοποθετημένα με προσοχή σε ένα κρυστάλλινο βάζο. Έσκυψε και απόλαυσε το άρωμά τους. Όλα ήταν στην εντέλεια αλλά παρ’ όλα αυτά, εκείνη στριφογύριζε μέσα στο σπίτι συμμαζεύοντας τα συμμαζεμένα.


30

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Πέμπτο Μια ευγενική ψυχή

Το ταξί προχώρησε στο βάθος του δρόμου, προσπερνώντας τα πρώτα σπίτια. Η Λήδα παρατηρώντας μπροστά αναγνώρισε στα αριστερά του δρόμου τη γνωστή σιδερένια πόρτα της αυλής. «Εκεί αριστερά, μπροστά στο μωβ βουνό» είπε στον οδηγό δείχνοντας μια θεόρατη και ολάνθιστη γλυσίνα με τα μωβ τσαμπιά της να κρέμονται μέχρι το έδαφος. Είχε περιτριγυρίσει όλο το φράχτη ακόμη και την καμάρα πάνω από την πόρτα της αυλής, σχεδόν μετά βίας άφηνε ελεύθερο το πέρασμα προς τον κήπο. Το αυτοκίνητο έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε. Πρώτα κατέβηκαν ο Ορέστης και ο οδηγός, μετά η Λήδα και τέλος η Σοφία. Ένα θεσπέσιο άρωμα κατέκλυσε τα εγκεφαλικά τους κύτταρα, εξαναγκάζοντας τους σε βαθιές ακούσιες εισπνοές. «Σαν να βρισκόμαστε στον παράδεισο» σχολίασε ο άνδρας με το παρουσιαστικό οικοδόμου, λόγω του καλογυμνασμένου σώματός του, και την καρδιά ποιητή. Μύρισε τα μωβ λουλούδια με το χαρακτηριστικό σχήμα, που έμοιαζε με το στόμα του σκύλου, και έκοψε ένα από τον ατελείωτο χείμαρρο λουλουδιών. Μόνο λουλούδια, ούτε ίχνος φύλλου πράσινου, ούτε καν κορμός φαινόταν, φάνταζε σαν να αιωρούνταν από τον ουρανό.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

31

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Το άφησε πάνω στη μαύρη δερμάτινη επιφάνεια του καντράν, πάνω από το τιμόνι και πήγε πίσω στο χώρο των αποσκευών για να κατεβάσει τις βαλίτσες. Τις ακούμπησε κάτω στο τσιμέντο, μπροστά στην αυλόπορτα του πράσινου παράδεισου. Από τη στιγμή που οι επισκέπτες κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, ένα προειδοποιητικό γαύγισμα δήλωνε την παρουσία του φωνακλάδικου φύλακα του σπιτιού. Η Σοφία πλησίασε τη σιδερένια πόρτα επιφυλακτικά, περιμένοντας την άγρια παρουσία που θα αντιστοιχούσε στη φωνή που άκουγε. Άντ’ αυτού αντίκρισε μια άσπρη μαλλιαρή μπαλίτσα που κουνούσε την ουρά της, δείχνοντας την καλή της διάθεση μα κρατούσε και τους τύπους αγριεύοντας. Η Μαρία ακούγοντας τη Λούσυ κατάλαβε την άφιξή τους. «Επιτέλους» ψιθύρισε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα και έτρεξε να τους υποδεχθεί. «Θεία, Θεία, ήρθαμε!» φώναξε η Σοφία βλέποντάς την να έρχεται προς το μέρος τους. Η Μαρία άνοιξε την πόρτα και την αγκαλιά της. «Γεια σου πρασινομάτα πριγκίπισσά μου» της είπε με πολύ αγάπη και την έκλεισε στην αγκαλιά της, αφήνοντας τη Λούσυ να χοροπηδάει τριγύρω τους εκφράζοντας με τον δικό της τρόπο, τη χαρά που αντιλαμβανόταν από την εγκάρδια υποδοχή της αφεντικίνας της. Η Μαρία άφησε τη Σοφία από την αγκαλιά της και στράφηκε στη Λήδα. Άπλωσε τα χέρια της πάνω στους ώμους της, την κοίταξε στα πράσινα νερά των ματιών της, η Σοφία είχε πάρει όλα τα χαρακτηριστικά της Λήδας εκτός από το χρώμα των μαλλιών της, το βαθύ καστανό το είχε πάρει από τον Ορέστη, διακρίνοντας στο βάθος τους ένα τρεμούλιασμα φόβου να σκιάζει τη διαύγειά τους. Την τράβηξε στο στήθος της θέλοντας να μοιραστεί τον ενδόμυχο πόνο που έφτασε στην καρδιά της τρέχοντας μέσα από τα μάτια της Λήδας. «Ψυχή μου...» ψιθύρισε με την καρδιά της. Ο Ορέστης πλήρωσε το ταξί και, τραβώντας τις βαλίτσες, στάθηκε δίπλα τους. «Καλώς ήλθατε! Επιτέλους. Άρχισα ν’ ανησυχώ» είπε κοιτώντας τον πριν τον αγκαλιάσει. «Είχατε καλό ταξίδι;» τον ρώτησε. «Πολύ καλό θα έλεγα, είχαμε σχεδόν τέλειο καιρό εκτός από μια μικρή καλοκαιρινή μπόρα... Όλα καλά» της απάντησε.


32

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όλοι μαζί, εκτός από τη Λούσυ που προπορεύτηκε χοροπηδώντας, διέσχισαν το στενό τσιμεντένιο διάδρομο ανάμεσα από ένα πολύχρωμο, μυρωδάτο ζωντανό χαλί και μπήκαν από την κεντρική είσοδο του σπιτιού στο σαλόνι. Ο Ορέστης φορτωμένος ακολούθησε τη Μαρία στο βάθος του διαδρόμου. Εκείνη άνοιξε την πόρτα ενός απλόχωρου δωματίου. Πλησίασε το παράθυρο, τράβηξε την εμπριμέ κουρτίνα και το άνοιξε. Ένας δροσερός αέρας μπήκε φουριόζος ανεμίζοντας ό,τι ελαφρύ συναντούσε μπροστά του. «Πιστεύω ότι θα βολευτείτε» του είπε τραβώντας ένα μικρό τραπεζάκι μπροστά στο διπλό κρεβάτι. Στάθηκε ακίνητη βάζοντας τα χέρια στη μέση της και κοίταξε γύρω-γύρω. «Είναι όλα στη θέση τους» είπε από μέσα της βλέποντας τις αφράτες λευκές πετσέτες που είχε ακουμπήσει με τάξη πάνω στο έπιπλο της τουαλέτας την προηγούμενη ημέρα. Ο Ορέστης ακούμπησε τη μεγάλη βαλίτσα πάνω στο τραπεζάκι και τη μικρότερη, της Σοφίας, την άφησε δίπλα. «Θα πρότεινα... η Σοφία να έμενε μαζί μου...» είπε κοιτώντας τον, μα εννοούσε περισσότερα και ήταν σίγουρη ότι την καταλάβαινε. «Να είστε πιο άνετα» συμπλήρωσε και περίμενε την απάντησή του. «Αν συμφωνεί η Σοφία, εγώ δεν έχω αντίρρηση... Ας το συζητήσουμε και με τη Λήδα» είπε και γύρισαν στο σαλόνι. Η Λήδα καθόταν αναπαυτικά στον διπλό καναπέ ξεκουράζοντας τα πόδια της σε ένα σκαμνάκι. Η Σοφία είχε χαθεί με τη Λούσυ προς τη μεριά της κουζίνας όταν άκουσε τη φωνή του Ορέστη να την καλεί. Εμφανίστηκε στο σαλόνι ξαναμμένη, ακολουθούμενη από τη Λούσυ που είχε ξεσαλώσει παίζοντας μαζί της. Σχεδόν δεν είχε ακούσει την ερώτηση που της έκανε ο Ορέστης όταν πέταξε ένα «εντάξει» και ξαναχάθηκε με μια άσπρη ουρά να την ακολουθεί. Με μια ευχαρίστηση στο πρόσωπο η Λήδα στράφηκε στον Ορέστη. «Χαίρομαι που βρήκε παρέα η μικρή, τελευταία μου ήταν πολύ μουτρωμένη». Μετά γύρισε προς την ξαδέλφη της: «Ξαδέλφη, θα σου είναι μεγάλος μπελάς να την προσέξεις αυτές τις μέρες;» την παρακάλεσε. «Τι λες Λήδα μου, χαρά μου. Ξέρεις πως την βλέπω σαν παιδί μου. Δεν θέλω να ανησυχείς καθόλου, εσύ κάνε ό,τι χρειάζεται για την υγεία σου και εμείς... θα τα βρούμε με τη Σοφία... να ’σαι σίγουρη».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

33

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Δεν ξέρουμε πόσο καιρό ακριβώς θα χρειαστούμε, Μαρία» συμπλήρωσε ο Ορέστης διστακτικά. «Αύριο θα ξεκινήσουμε ένα καινούργιο φάρμακο και ελπίζουμε να έχουμε καλά αποτελέσματα». Μια μελαγχολία έκανε να βγει προς τα έξω αλλά της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Η Μαρία αντιλαμβανόμενη τη δύσκολη στιγμή, σηκώθηκε όρθια και άλλαξε θέμα επιτυχώς. «Πάω να φέρω τα γλυκά που σας ετοίμασα, ειδικά για τη Σοφία! Και παγωμένο χυμό βύσσινο που ξέρω ότι σου αρέσει πολύ». Απευθύνθηκε στη Λήδα με ένα πλατύ χαμόγελο. Μπαίνοντας στην κουζίνα είδε τη Σοφία να παίζει με τη Λούσυ, κρατώντας στα χέρια της ένα κόκκινο μπαλάκι, το παιχνίδι της σκανταλιάρας σκυλίτσας. «Σοφία, πλύνε τα χέρια σου και έλα να φας ΄΄τ’ αγαπημένα σου΄΄ έτσι δεν τα ’λεγες στο νησί;» τη ρώτησε και πήρε ένα πιάτο από το ντουλάπι. Το γέμισε χρυσαφένια μπαλάκια, τα στόλισε με μπόλικο μέλι κάτω από το λαίμαργο βλέμμα της και το ακούμπησε μπροστά της με έναν αέρα επισημότητας. «Θείτσα μου σ’ ευχαριστώ πολύ!» της είπε ευγενικά βάζοντας ηδονικά έναν λουκουμά στο στόμα της. «Μπορώ να δώσω έναν και στη Λούσυ;» τη ρώτησε βλέποντας τη μικρή ζητιάνα να έχει στρωθεί δίπλα της και να την κοιτάει στα μάτια. «Πολύ λίγο και χωρίς μέλι. Θα πρέπει να ξέρεις ότι τα σκυλιά δεν πρέπει να τρώνε γλυκά γιατί μπορεί να τυφλωθούν» της εξήγησε ως ειδήμων. Την άφησε στην απόλαυσή της και πήγε προς τον πάγκο της κουζίνας να ετοιμάσει τους άλικους χυμούς από βύσσινο. Η Μαρία τίναξε τα τελευταία πέταλα από τα κλαδιά της τριανταφυλλιάς, τα κλάδεψε με προσοχή και τα έβαλε στο μεγάλο πράσινο σάκο με τα ξερά φύλλα. Ένα ροζ χαλί σχηματίστηκε από τα πεσμένα φύλλα. Τα άφησε να γίνουν ένα νόστιμο λίπασμα για τα φυτά της. Η πρώτη ανθοφορία τους ήταν τόσο μεγάλη που την άφησε γεμάτη περηφάνια. Ένας στρόγγυλος καρπός πετάχτηκε παραπέρα με δύναμη από το δύσκολο κόψιμο ενός χοντρού κλαδιού. Η Λούσυ έτρεξε ξωπίσω του μα τα παράτησε γρήγορα ακούγοντας την πόρτα της κουζίνας να ανοίγει. Ένα μελαχρινό κεφαλάκι φάνηκε στο άνοιγμά της. «Έλα, έλα Σοφάκι μου, έλα να με βοηθήσεις!» της φώναξε γλυκά η Μαρία.


34

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Εκείνη πήγε κοντά της. Τα μάτια της στάθηκαν στα καφετιά δερμάτινα γάντια του κήπου που φορούσε η Μαρία για να κλαδέψει τις τριανταφυλλιές. Της έδωσε ένα μικρό σκαλιστήρι και της ανέθεσε ένα μικρό παρτέρι. Της έδειξε πώς θα καθαρίσει όλα τα μικρά χορταράκια, που λαίμαργα μεγάλωναν γύρω από τα φυτά και ποιά, δεν θα έπρεπε να τα ακουμπήσει με τα χέρια της για να μην τσιμπηθεί. Η Σοφία την παρακολούθησε με προσοχή και έπεσε με όρεξη στην καινούρια της ασχολία. «Η περιποίηση του κήπου ήταν η καλύτερη δημιουργική απασχόληση για τη Σοφία» σκέφτηκε η Μαρία κρίνοντας από τον εαυτό της. Υπήρξαν ημέρες, ζορισμένες ψυχολογικά, που έβγαινε στον κήπο με το φως του απογευματινού ήλιου και την έβρισκε η νύχτα ποτίζοντας ακόμη το μικρό λαχανόκηπο. Όταν έμπαινε στο σπίτι, είχε ξεχάσει οτιδήποτε την απασχολούσε, μόνο ένα γλυκό μούδιασμα στο σώμα αισθανόταν ξαπλωμένη στον καναπέ, βλέποντας το αγαπημένο της σήριαλ στην τηλεόραση. Πολύ αργότερα, όταν ο ήλιος είχε πλέον δύσει, ο Ορέστης και η Λήδα βγήκαν στον κήπο. Κάθισαν αναπαυτικά στο μπαμπού σαλονάκι του κήπου απολαμβάνοντας τη βραδινή δροσιά και το συναρπαστικό άρωμα ενός νυχτολούλουδου που ξυπνούσε με τις πρώτες σκιές της νύχτας. Όταν έφερε η Μαρία το δίσκο με τα κομμάτια της τυρόπιτας που έψησε για το βράδυ, πρόσεξε μια κούραση στα μάτια της Λήδας που την ανησύχησε. Δεν είπε τίποτα, σέρβιρε τη πίτα στα πιάτα πειράζοντας τη Σοφία για την ανυπομονησία της. Η Λήδα μόλις που δάγκωσε ένα κομμάτι, πιο πολύ για να ευχαριστήσει την ξαδέλφη της. «Τελευταία δεν έχω και πολύ όρεξη» παραπονέθηκε. Φαινόταν ότι πίεζε τον εαυτό της να φερθεί φυσιολογικά. Η Σοφία έφαγε τρία κομμάτια, ταΐζοντας μερικές μπουκιές και τη Λούσυ που τη σκουντούσε με τα μπροστινά ποδαράκια της. «Δεν μπορώ βρε μπαμπά να μην της δώσω όταν με κοιτάει έτσι, αφού είναι σαν να μου λέει θέλω κι εγώ» δικαιολογήθηκε στον Ορέστη που της έκανε παρατήρηση. «Καλά, καλά… Φτάνει όμως της έδωσες αρκετά!». Μετά από λίγο, η Λήδα, φανερά καταβεβλημένη, ζήτησε συγνώμη και σηκώθηκε. Δεν αισθανόταν πολύ καλά. Τόνισε στην κόρη της να είναι φρόνιμη και πήγε στο δωμάτιο της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

35

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Ορέστης κοίταξε τη Μαρία με νόημα. Εκείνη κατάλαβε χωρίς να πουν κουβέντα μεταξύ τους. Του κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι κι εκείνος πήγε ξοπίσω της. Η Σοφία κοίταξε με αναρώτηση τους γονείς της να φεύγουν, παίρνοντας ένα στενόχωρο ύφος και ακούμπησε το κομμάτι που κρατούσε στο χέρι πίσω στο πιάτο της. Η Μαρία έπρεπε να δράσει άμεσα. Σαν φαεινή της ήρθε η ιδέα, να ξετυλίξει το κουβάρι της ζωής της μικρής συντροφιάς της. Της ανέφερε κάθε λεπτομέρεια για το πώς τη βρήκε, ένα τοσοδούλι κουταβάκι μέσα σε ένα χαρτοκιβώτιο έξω από το σούπερμάρκετ που συνήθιζε να ψωνίζει. Η Σοφία καθηλώθηκε, κρεμάστηκε στην κυριολεξία από τα χείλη της, όταν η Μαρία της ανέφερε, ότι την επόμενη ημέρα έμαθε πως τη μαμά της σκυλίτσας της, την είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο και η μικρή Λούσυ, τότε δεν της είχε δώσει ακόμη όνομα, ήταν ορφανή. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Σοφία κατάλαβε μέσα της τι σημαίνει απώλεια, και πόσο μπορείς να αγαπήσεις ένα ζωάκι, ένα δικό σου ζωάκι που ζει και μεγαλώνει μαζί σου. Η Μαρία της μετέφερε γλαφυρά τα συναισθήματα που της προσέφερε αυτή η μικρή ψυχούλα. «Τα υπόλοιπα Σοφάκι θα έχουμε καιρό να τα πούμε, τώρα πρέπει να μαζέψουμε και να πάμε τα πιάτα μέσα. Θα με βοηθήσεις μέχρι να τα πάμε στην κουζίνα και μετά θα ετοιμαστείς για ύπνο. Όταν θα τελειώσω θα έρθω και εγώ». Η σχέση τους αναπτυσσόταν πολύ καλύτερα από ότι μπορούσε να φανταστεί. Όταν ξύπνησε η Σοφία το επόμενο πρωί, η Λήδα και ο Ορέστης είχαν από ώρα φύγει. Το ραντεβού τους με τον γιατρό Αναστασίου ήταν για τις δέκα. Θα τον συναντούσαν στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου. Τους τον είχε συστήσει ένας πολύ καλός φίλος γιατρός, που έτυχε να τον γνωρίσει σε ένα σεμινάριο ογκολογίας στην Κρήτη. Ήταν ο κύριος ομιλητής πάνω στο θέμα των όγκων του ήπατος, με παρουσίαση ενός νέου φαρμάκου, σε πειραματικό στάδιο βέβαια, στο οποίο όμως αρκετοί ασθενείς αντέδρασαν θετικά με μια σχετικά καλή παράταση ζωής. Αυτή ήταν η έσχατη ελπίδα τους μετά την ανεπιθύμητη μετάσταση στο ήπαρ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το ταξίδι έγινε το συντομότερο δυνατόν. Η Σοφία δεν γνώριζε τίποτα από όλες αυτές τις επώδυνες λεπτομέρειες. Γενικά και αόριστα άκουσε τη Λήδα να της αναφέρει για μια θεραπεία που έπρεπε να κάνει. Και ίσως θα έμενε μόνο σε αυτήν την καθησυχαστική


36

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

εξήγηση, εάν λίγες ημέρες προτού ξεκινήσουν για τη Θεσσαλονίκη, δεν έπιανε τη Λήδα μια τρομερά επώδυνη κρίση, που σχεδόν την έφτασε στην άκρη του περάσματος απέναντι. Από τότε η Σοφία, άκουγε όσες λεπτομέρειες διέρρεαν κατά λάθος πάνω στη συζήτησή τους. Οι κεραίες της ήταν πάντα σηκωμένες. Κάπου μέσα της αισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, και το βασικότερο, η ίδια η υγεία της μητέρας της, τα κρυφά σιγανά λόγια τους που, πολλές φορές, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να ακούσει. Παρότι όμως δεν της φανέρωναν την αλήθεια και την απέκρυπταν, εκείνη αφουγκραζόταν το ένστικτό της που της έστελνε σήματα κινδύνου κατευθείαν στην παιδική καρδούλα της και την έδενε κόμπο. Όλη την ώρα που απουσίαζαν ο Ορέστης και η Λήδα, η Σοφία την πέρασε στον κήπο με τα αυτιά τεντωμένα σε κάθε ήχο αυτοκινήτου που πλησίαζε. Με τη Λούσυ να στριφογυρνάει διαρκώς γύρω της, βρέθηκαν κάποιοι τρόποι να απαλύνουν τη σκέψη της. Πέρασαν αρκετή ώρα παίζοντας με οτιδήποτε μπορούσε να γίνει παιχνίδι. Η Σοφία το πετούσε μακριά προς τον βορινό φράχτη με τις πικροδάφνες και εκείνη έτρεχε αλαφιασμένη ψάχνοντάς το. Με το τρόπαιο στο στόμα, μετά από λίγα λεπτά ή και περισσότερα, ανάλογα με το που είχε στριμωχτεί το παιχνίδι, ερχόταν προς το μέρος της καμαρωτή και στολισμένη με πράσινα παράσημα που μπλέκονταν μέσα στο άσπρο σγουρό της τρίχωμα. Η διαδικασία αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές. Στο τέλος, με τη γλώσσα να κρέμεται έξω από τη δίψα, η Λούση εγκατέλειψε το παιχνίδι ψάχνοντας το πιάτο του νερού. Η Σοφία μπήκε ιδρωμένη στην κουζίνα, πήρε ένα μεγάλο ποτήρι από την ποτηροθήκη, το γέμισε νερό και το κατέβασε μονορούφι. Η Μαρία ετοίμαζε το μεσημεριανό φαγητό έχοντας, τον νου της στραμμένο πάνω της. Όση ώρα έπλενε τα πιάτα, την παρατηρούσε από το παράθυρο της κουζίνας. Δεν ήθελε να μείνει χωρίς κάτι να της τραβάει την προσοχή. Ήταν έτοιμη να της δώσει να ξανασκουπίσει τα ήδη σκουπισμένα μαχαιροπήρουνα όταν η Λούσυ ειδοποίησε με τα γαβγίσματά της για την πολυαναμενόμενη άφιξη. Ακούμπησε πίσω στο συρτάρι τα μαχαιροπήρουνα που κρατούσε στο χέρι και το έκλεισε. Κρέμασε την πετσέτα στο κρεμασταράκι του τοίχου και


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

37

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

πήγε προς την πόρτα της κουζίνας, απ’ όπου η Σοφία είχε βγει σαν τον σίφουνα αφήνοντάς την ορθάνοιχτη. Έριξε μια ματιά πέρα στην αυλόπορτα. Η Λήδα και ο Ορέστης μπήκαν στην αυλή χαμογελαστοί. Η Λήδα έσκυψε και φίλησε τη Σοφία ενώ ο Ορέστης έκλεινε την πόρτα πίσω του. Η Λούσυ χοροπηδούσε γύρω τους σαν ελατήριο προσπαθώντας να τραβήξει την δέουσα προσοχή. Η Μαρία τους παρατηρούσε από μακριά. «Αμέτρητη η αγάπη της μάνας» σκέφτηκε βλέποντας το πρόσωπο της Λήδας να ακτινοβολεί όταν κρατούσε τη Σοφία αγκαλιά. Ο Ορέστης έβαλε το χέρι του στους ώμους της Λήδας και τράβηξε και τις δυο προς το σπίτι. Ήξερε ότι η Λήδα ήταν αρκετά κουρασμένη αλλά δεν ήθελε να χαλάσει και αυτές τις στιγμές. Όλοι τους είχαν ανάγκη από ψυχική τροφή. Η εμφάνιση της Μαρίας στην πόρτα του χολ τους έφερε μέσα. Τους υποδέχθηκε χαμογελαστά. Τα μάτια της εξέταζαν προσεκτικά κάθε έκφρασή τους, κάθε κίνηση, έστω και ανεπαίσθητη, των χειλιών τους μήπως και αντιληφθεί τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την παράσταση που δίνανε, μα ήταν καλοί ηθοποιοί, «πολύ καλοί» σκέφτηκε. Ο Ορέστης αισθανόμενος το άγχος της πήγε να μιλήσει απλά, κάτι σαν τα ιατρικά ανακοινωθέντα που δίνουν οι γιατροί για κάποιο επίσημο πρόσωπο. Στήθηκε όσο πιο ήρεμα μπορούσε, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε. Η Μαρία με τα χέρια σφιγμένα μέσα στις τσέπες της ποδιάς της, παραμιλούσε μέσα της «λέγε βρε Ορέστη!». Μα η Λήδα τον διέκοψε αναγκάζοντάς τους να στρέψουν το βλέμμα τους προς αυτήν με απορία. «Περίμενε Ορέστη, πρώτα θέλω να δώσω κάτι στην κούκλα μου». Πήρε τη Σοφία από το χέρι και κάθισαν στον καναπέ. Έβαλε το χέρι της στην τσάντα κοιτώντας την να παρακολουθεί κάθε κίνησή της με έκδηλη αγωνία. Έβγαλε ένα μικρό πακετάκι τυλιγμένο όμορφα με ένα πολύχρωμο χαρτί. Το ακούμπησε στην παλάμη της και της είπε: «Άνοιξέ το να δούμε, θα σου αρέσει;» Η Σοφία το κράτησε ευλαβικά στο χέρι της και το περιεργάστηκε με ενδιαφέρον. Οι πράσινες λάμψεις των ματιών της συνάντησαν τις όμοιές τους στα μάτια της μητέρας της. Ο Ορέστης και η Μαρία ήταν μάρτυρες μιας τρυφερής στιγμής. «Έλα μωρό μου, άνοιξέ το!» την παρότρυνε ο Ορέστης.


38

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Εκείνη αποφάσισε τελικά να το ανοίξει. Με αργές, λεπτές κινήσεις δεσποινίδας, έλυσε την κορδέλα του και το ξετύλιξε από το χαρτί. Ένα μικρό, λαμπερό πορτοφόλι σε σχήμα φέτας καρπουζιού κεντημένο με χρωματιστές χάντρες την έκανε να βγάλει μια φωνούλα θαυμασμού. «Α, αχ! Είναι υπέροχο μανούλα μου» είπε και άνοιξε τα χέρια της κάνοντας τη μια μεγάλη αγκαλιά. Η Λήδα δεν χόρταινε να τη βλέπει. Αυτές οι στιγμές ήταν το καλύτερό της παυσίπονο. Η Σοφία το κοιτούσε, το ξανακοιτούσε, το γύρισε από όλες τις πλευρές του, χάιδεψε τη λεία γυάλινη επιφάνειά του με τα ακροδάχτυλά της και χάθηκε μέσα στα χρώματά του. «Τώρα Ορέστη, μπορείς να συνεχίσεις». Η Σοφία πήγε να φύγει όταν ο Ορέστης άρχισε να μιλάει. «Σοφία μου, μην φεύγεις. Θέλω να ακούσεις και συ». Εκείνη ξανακάθισε παίρνοντας ένα σοβαρό ύφος. «Από αύριο θα ξεκινήσουμε μια καινούρια θεραπεία». Κάθισε δίπλα της και κράτησε τα χέρια της στα δικά του χέρια. Ήθελε να νιώσει την παρουσία του, να αισθανθεί ότι πάντα θα ήταν δίπλα της, όσο περνούσε από το χέρι του. «Αυτή τη θεραπεία που χρειάζεται να κάνει η μαμά, θα την κρατήσει μερικές ημέρες στο νοσοκομείο», δεν ήξερε πόσες αλλά και τι να της έλεγε. Της μιλούσε και κοιτούσε τα μάτια της, ήθελε να καταλάβει καλά αυτά που της έλεγε. Η Λήδα τους κοιτούσε αμίλητη. Ένα ελαφρύ χαμόγελο κάλυπτε τον κόμπο της ψυχής της. «Εσύ και γω όμως θα πηγαίνουμε κάθε ημέρα και θα της κάνουμε παρέα για να μην στεναχωριέται μόνη της. Έτσι;» τη ρώτησε περιμένοντας με αγωνία την αντίδρασή της. Η Σοφία άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και τον κοίταξε. Αυτό γινόταν πρώτη φορά. Τις προηγούμενες φορές ούτε που το καταλάβαινε. Πήγαιναν και ερχόταν αυθημερόν. Τώρα τι άλλαξε; Σκέψεις που την μπέρδευαν. Σαν τις κόκκινες πασχαλίτσες που κλείνουν τα φτερά τους όταν προσγειώνονται πάνω στα πράσινα φύλλα, έτσι και η Σοφία έκλεισε τα φτερά της ψυχής της και αρκέστηκε σε ένα μονολεκτικό «καλά» και σε ένα τρεμουλιαστό «Μπαμπά». Σαν σφαίρες που εξοστρακίζονται πάνω σε εμπόδια και πηγαινοέρχονται πληγώνοντας ό,τι βρίσκουν στην πορεία τους, τα οδυνηρά


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

39

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

συναισθήματα διατρύπησαν τις καρδιές τους χρησιμοποιώντας τις πύλες των ματιών τους. Το αίμα χτυπούσε με δύναμη μέσα στις φλέβες, σαν χείμαρρος φουσκωμένος μετά από καταιγίδα. Απελευθερώθηκε από τα χέρια του και έτρεξε στη ζεστασιά της αγκαλιάς της. Είχε τόσο ανάγκη να χαθεί μέσα της, στην ασφάλειά της, μακριά από όλα αυτά που της έκοβαν την αναπνοή και την ανάγκαζαν να μεγαλώσει γρήγορα-πολύ γρήγορα. Το μεσημέρι κύλησε σε πολύ χαμηλούς τόνους. Η Λήδα δεν αισθανόταν καλά. Κάθισε στο τραπέζι μαζί τους, πιο πολύ για τη Σοφία. Πίεσε τον εαυτό της να κρατηθεί η όμορφη καθημερινότητα και σήμερα. Από αύριο κανείς δεν ήξερε πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Αγωνίστηκε για να κατεβάσει μερικές μπουκιές από το νόστιμο φαγητό που ετοίμασε με αγάπη η Μαρία. Το συμπέρανε από το λαίμαργο τρόπο που έτρωγε η Σοφία, και το χάρηκε με την καρδιά της, ευγνωμονώντας τον Θεό που ξεπερνούσε γρήγορα τις δύσκολες στιγμές. Αυτή ήταν η νοστιμιά που εισέπραξε η Λήδα. Το πιάτο της φάνηκε αδιάφορο και άγευστο, όπως οτιδήποτε έτρωγε τον τελευταίο καιρό. Μια τάση για εμετό την έκανε να εγκαταλείψει βίαια το τραπέζι. Διαλύθηκε πολύ γρήγορα η ψευδαίσθηση που στήθηκε πάνω σε ένα άσπρο τραπεζομάντιλο. Σαν κάποιος να το τράβηξε από μπροστά τους με ότι καλό είχε επάνω του, όπως πιάτα με πολύχρωμες σαλάτες, φαγητά, ποτήρια γεμάτα κόκκινο κρασί, λαχταριστά φρούτα. Μείνανε ακίνητοι σαν να κοιτούσαν τη σκούρα ξύλινη επιφάνειά του κρατώντας ακόμη τα πιρούνια στα χέρια. Δεν κοιτούσε ο ένας τον άλλο, δεν τολμούσαν να αφήσουν τα βλέμματά τους να ομολογήσουν τις τραγικές σκέψεις που κατέκλυζαν το μυαλό τους. Σηκώθηκαν αμίλητοι. Ο Ορέστης πήγε να δει τη Λήδα προχωρώντας με βαριά βήματα στο διάδρομο. Η Μαρία πάτησε το κουμπί στο μυαλό της που έγραφε πάνω του «φυσιολογική και άνετη στάση» και άρπαξε τη μελαγχολία της Σοφίας από τα μαλλιά. «Θα με βοηθήσεις, σαν μεγάλο κορίτσι, να τακτοποιήσουμε την κουζίνα;» τη ρώτησε καθώς άρχιζε να μαζεύει τα πιάτα. «Βέβαια, θείτσα μου!» της απάντησε πρόθυμα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, σαν του κολυμβητή που φθάνει στην επιφάνεια του νερού μετά από μια απελπιστικά βαθιά βουτιά. Είχε ανάγκη να αυτοσυγκεντρωθεί σε κάτι


40

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

άλλο, να βγει από το δύσβατο, γεμάτο αγκάθια, μονοπάτι που την ανάγκαζαν να διαβεί. Ένα ανάμεικτο κλάμα και γάβγισμα τις θύμισε ότι κάποιον είχαν ξεχάσει έξω στον κήπο. Η Μαρία μάζεψε σε ένα πιάτο ό,τι είχε περισσέψει από τα δικά τους πιάτα και ήταν αρκετά αυτά που έμειναν. «Έλα να σου δείξω που βάζω το φαγητό της. Τώρα το καλοκαίρι της έχω ένα πιάτο κάτω από το κιόσκι κι εκεί της πηγαίνω το φαγητό της. Το χειμώνα όμως το βάζω εδώ στην κουζίνα, σε μιαν ακρούλα κοντά στην πόρτα» και της έδειξε με το χέρι καθώς της άνοιγε για να βγουν στον κήπο. Η Λούσυ μόλις αντιλήφθηκε το πιάτο στα χέρια της Μαρίας, άρχισε να χοροπηδάει ψηλά σαν το μπαλάκι που αναπηδάει στο τσιμέντο. Την ανάγκασε να το σηκώσει ψηλότερα όσο περπατούσαν προς το πράσινο υπερυψωμένο λιβάδι του κίτρινου γιασεμιού, που αναπαυόταν νωχελικά πάνω σε ένα σιδερένιο πλέγμα-κρεβάτι. Στηριζόταν σε τέσσερα περίτεχνα κατασκευασμένα μασιφένια πόδια-κολώνες, φτιάχνοντας ένα κιόσκι που έδινε μια παχιά, βαθιά σκιά τις καυτές ώρες της ημέρας. Άδειασε το φαγητό στο πιάτο της κι η Λούσυ όρμησε λαίμαργα επάνω του. Πήρε το πλαστικό μπολ του νερού και έστειλε τη Σοφία να το γεμίσει. Ένα μπρούτζινο κεφάλι λιονταριού, στερεωμένο πάνω σε μια πέτρινη πλάτη, εκτελούσε χρέη βρύσης, αφήνοντας το νερό να τρέχει από το ανοιχτό στόμα του. Η Σοφία άνοιξε τη στρόφιγγα και από το στόμα του ξεχύθηκε η διάφανη δροσιά. Γέμισε το μπολ και το άφησε κάτω, δίπλα στο φαγητό. Κάθισαν λίγη ώρα οι δυο τους στις μπαμπού πολυθρόνες, χαζεύοντας τη μεσημεριανή κινητικότητα των ιπτάμενων ζουζουνιών πάνω στα ολάνθιστα λουλούδια. Η Μαρία της εξηγούσε με λεπτομέρειες πώς βρίσκουν το φαγητό τους πετώντας, πώς λένε το πράσινο ζουζούνι που μόλις χάθηκε στο βάθος του πηγαδιού μιας κίτρινης πετούνιας, κι εκείνο, με τα παράξενα μαύρα τριχωτά πόδια που προτίμησε εκλεκτικά τα λευκά ντελικάτα λουλούδια του γιασεμιού. Χίλιους τρόπους χρησιμοποιούσε για να κρατάει την ψυχή της ζωντανή. Η αγάπη της ξεχείλιζε κι όπου έπεφταν οι σταγόνες της άνθιζαν γλυκοί καρποί. Την κοιτούσε που έπαιζε με τη Λούσυ χαρούμενη, ολόκληρη κοπέλα γινότανε, μελαχρινή με πράσινα μάτια. Εξέπεμπε μια εξωτική ομορφιά, σου


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

41

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

τραβούσε την προσοχή με την πρώτη ματιά, σκεφτόταν η Μαρία, κλείνοντας για λίγο τα μάτια της στη δροσιά του πράσινου παράδεισου. Η Λήδα πέρασε σχεδόν όλη την υπόλοιπη ημέρα στο δωμάτιο. Λίγη ώρα, προς το βράδυ, κάθισε μαζί τους στο σαλόνι. Το χρώμα της θύμιζε λεμόνι, λες και κάθε στιγμή που περνούσε η ζωή την εγκατέλειπε. Ο Ορέστης καθόταν ανήσυχος. Κοιτούσε συνέχεια το ρολόι του, λες και οι ώρες είχαν κολλήσει. Το αύριο θα ερχόταν πολύ ζόρικα και η βραδιά μπροστά τους φάνταζε ψυχοφθόρα. Η νύχτα του επιφύλαξε ένα ανελέητο πάνε-έλα, από το δωμάτιο στο σαλόνι και αντίστροφα. Δεν έβρισκε ηρεμία πουθενά. Πρόσεχε άγρυπνα τη Λήδα, την ανάσα της, τις αντιδράσεις της, τις δυσφορίες της. «Πρέπει να προλάβουμε το χρόνο» έλεγε στον εαυτό του. «Το χρόνο».


42

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Έκτο Οι διδαχές της Λήδας

Το πρωινό τον βρήκε με δύο αυλάκια χαραγμένα ανάμεσα στα φρύδια, δώρο της άπονης νύχτας. Ευτυχώς η Λήδα σηκώθηκε καλύτερα από το προηγούμενο βράδυ, σαν να μοιράστηκε μαζί του όλες τις δυσκολίες που περνούσε. Η εισαγωγή στο νοσοκομείο έγινε σχετικά γρήγορα. Χωρίς βέβαια να αποφύγουν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, ο Ορέστης έτρεχε από γραφείο σε γραφείο υπογράφοντας και σφραγίζοντας χαρτιά. Η Λήδα τον περίμενε στο τμήμα της πυρηνικής ιατρικής, στο σαλόνι, έξω από το ιατρείο του γιατρού Αναστασιάδη, που πριν από λίγο τους εξηγούσε την πορεία της θεραπείας της. Αν και η οικονομική τους κατάσταση ήταν μετρημένη, ο Ορέστης ζήτησε ένα ήσυχο, μονόκλινο δωμάτιο με τηλεόραση. Ήταν η ελάχιστη πολυτέλεια που μπορούσε να της προσφέρει. Ένα πλήθος εξετάσεων προγραμματίστηκε, μια σειρά θεραπευτικών φαρμάκων ξεκίνησε. Οι επόμενες ημέρες γέμισαν με ένταση, αγωνία και πόνο. Αμέτρητα δρομολόγια ανάμεσα σε αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες, ιονίζουσες ακτινοβολίες και χημειοθεραπείες. Πικρό το παρόν, φαρμάκι το μέλλον.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

43

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η ζωή έκανε κύκλους μη γνωρίζοντας αν θα μείνει ή θα φύγει, κατασπαράζοντας και τα τελευταία αποθέματα ελπίδας. Κάθε απόγευμα ο Ορέστης έπαιρνε τη Σοφία και πήγαιναν στη Λήδα. Την πρώτη ημέρα της επίσκεψης η Σοφία εντυπωσιάστηκε από την επιβλητική είσοδο του μεγάλου νοσοκομείου, τις αυτόματες γυάλινες πόρτες που άνοιγαν μόλις τις πλησίαζε, τους ατέλειωτους διαδρόμους που γέμισαν από κόσμο που έφθανε με αγωνία να δει τους δικούς του ανθρώπους. Ήταν ανώδυνη η πρώτη επίσκεψη, υπερνίκησαν η εξωτερική ομορφιά και η πολυτέλεια, ο πόνος ήταν καλά κρυμμένος, πιο βαθιά, εκεί που τέλειωναν οι μακρινοί διάδρομοι, πίσω από τις μεγάλες άσπρες πόρτες που στο ανοιγοκλείσιμό τους άφηναν να διαρρεύσει κλάμα, δάκρυα και πόνος, πολύς πόνος. Το δωμάτιο της Λήδας έβλεπε σε ένα μικρό καταπράσινο, αυτήν την εποχή, πάρκο. Ήταν ένα ήσυχο δωμάτιο. Η άνεση που της προσέφερε ο Ορέστης, την βοήθησε να κρατηθεί σε μια ήρεμη ψυχολογία, όσο μπορούσε βέβαια, αποφεύγοντας τον ψυχοφθόρο επιπρόσθετο επηρεασμό από τον πόνο και την αγωνία των διπλανών ασθενών. Η Σοφία το περιεργάστηκε με την ησυχία της όσο ο Ορέστης και η Λήδα συζητούσαν για τις πρωινές εξετάσεις. Αυτό που την παραξένεψε πιο πολύ και το τριγύρισε αρκετή ώρα κοιτώντας το και ακουμπώντας το, ήταν το κρεβάτιφορείο, με τα πολλά εξαρτήματα και κουμπιά, όπως και τα διάφορα ιατρικά όργανα πίσω του, πάνω στον τοίχο. Και πάνω από όλα η εικόνα του Χριστού να επιβλέπει τα πάντα. Μετά τη μικρή εξερεύνησή της τους πλησίασε και το θέμα της συζήτησης άλλαξε. Το ενδιαφέρον της Λήδας ήταν έντονο. Ήθελε να μάθει πως πέρασε το πρωινό της με τη Μαρία. Ήθελε να είναι καλά η κόρη της όσο εκείνη ήταν μακριά της. Ώρες-ώρες, όταν ήταν μόνη της, σκεφτόταν το ενδεχόμενο να μην τα καταφέρει, όχι για τον εαυτό της, ούτε καν για τον Ορέστη, όλη η έννοια της ήταν για τη Σοφία. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος πόνος της, κανένα παυσίπονο δεν τον έπιανε. Μόνο σε άσχετους χρόνους και ιδίως όταν ήταν καλά και μπορούσε να σκεφτεί ψύχραιμα, κοιτούσε τον άντρα της στα μάτια με ένα βλέμμα παράκλησης και διαταγής συγχρόνως. «Ορέστη, θέλω να προσέχεις τη Σοφία διπλά» του έλεγε.


44

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Μου το υπόσχεσαι; Καλά;». Στην ουσία δεν το ρωτούσε. Το επιβεβαίωνε στον εαυτό της. Κι εκείνος, ο πονεμένος, δεν είχε λόγια να της απαντήσει. Τα έπνιγε ο πόνος του, τα δάκρυα της ψυχής του που τα κρατούσε διπλοκλειδωμένα μέσα. Οι μέρες που ήρθαν ήταν στείρες. Δεν γέννησαν ούτε μία τοσοδούλα ελπίδα. Μια βασανιστική στασιμότητα να αιωρείται στο χείλος του γκρεμού, σκλήρυνε το βλέμμα όλων. Η Σοφία άρχισε σιγά-σιγά να καταλαβαίνει την άσχημη εξέλιξη. Σε κάθε νέο επισκεπτήριο αισθανόταν σαν κάποιος να της σφίγγει τον λαιμό. Ένας κόμπος στρογγυλοκάθισε στο πίσω μέρος της γλώσσας της και όσο κι αν προσπαθούσε να απελευθερωθεί από αυτόν δεν τα κατάφερνε. Δεν μιλούσε πια για το τι έκανε το πρωινό στον κήπο της θείας, πώς έπαιζε με τη Λούσυ. Έβλεπε τη μητέρα της δίπλα, αλλά την αισθανόταν μακριά της, την κοιτούσε στα ολόιδια πράσινα μάτια με τα δικά της αλλά δεν την έβλεπε όπως πριν. Η κατάσταση χειροτέρευε μέρα με τη μέρα και η μελαγχολία θρονιάστηκε στο πρόσωπό τους. Ένα μήνα μετά, όλες οι προσπάθειες είχαν εξαντληθεί άκαρπα. Η Λήδα βγήκε από το νοσοκομείο αφήνοντας την τελευταία της ελπίδα στον Θεό. Γύρισε στο σπίτι, φανερά καταβεβλημένη, μόνο μια αχτίδα ζωής έφεγγε μέσα της. Η ατμόσφαιρα του σπιτιού, ώρες-ώρες, ήταν πνιγηρή, σχεδόν καταθλιπτική. Όλη την ημέρα της, την περνούσε ξαπλωμένη στο δωμάτιό της. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Η Μαρία, σαν καλός άγγελος, προσπαθούσε να απαλύνει πιο πολύ τον ψυχικό της πόνο, επινοώντας χίλιους τρόπους για να την κάνει να ξεχνιέται. Όμως η Λήδα ήξερε ότι το τέλος πλησιάζει. Τα απογεύματα όταν δρόσιζε λιγάκι, ο καλός της Ορέστης τη βοηθούσε να βγει στον κήπο. Της άρεσε να κάθεται μαζί με τη Σοφία κάτω από την πανέμορφη μανόλια. Η Μαρία είχε μεταφέρει δύο πολυθρόνες από το κιόσκι και τις τοποθέτησε δίπλα στο καταπράσινο δέντρο που ήταν στολισμένο με μεγάλα άσπρα λουλούδια, απλώνοντας γύρω του το ντελικάτο άρωμά τους. Δεν είχε βγάλει πολλά αυτή τη χρονιά, όλα κι όλα έξι ήταν, αλλά υπέροχα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

45

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Καθόταν οι δυο τους στις πολυθρόνες και μιλούσαν. Ήθελε να προλάβει να της μεταφέρει ότι πολύτιμο υλικό είχε φυλαγμένο για εκείνη, τροφή για το μεγάλωμά της. Τώρα έπρεπε να της τα δώσει όλα πρόωρα, όσο πιο πολλά άντεχε γιατί ο χρόνος είχε στερέψει επικίνδυνα. Αισθανόταν ότι την ανάγκαζε να μεγαλώσει πρώιμα αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Πότε της μιλούσε γλυκά με ωραίες παρομοιώσεις, πότε της μιλούσε σκληρά, ένα ζύμωμα που έλπιζε να την οδηγήσει σωστά στη ζωή της. «Η ζωή μωρό μου, είναι ένας πίνακας που θα ζωγραφίσεις μόνη σου. Ο Θεός θα σου δώσει από όλα τα χρώματα και εσύ, σαν μεγάλη καλλιτέχνης, θα τα αναμείξεις και θα κάνεις τις δικές σου μοναδικές αποχρώσεις, θα δώσεις ζωή στα δικά σου μοναδικά σχέδια». «Μην τρομάξεις όταν πιάσεις στα χέρια σου το σκληρό μαύρο, το καφέ, το γκρι. Σφίξε για λίγο την καρδιά σου, μέχρι να δεις δίπλα τους να ζωντανεύουν το ροζ, το σιελ, το άσπρο. Ήρεμα τότε, ανακάτεψέ τα στην αρχή να ξαλαφρώσεις την ψυχή σου, μετά μεγαλώνοντας θα αποκτήσεις την εμπειρία, θα μπορείς να τα χρησιμοποιείς μόνα τους και τότε θα καταλάβεις ότι ποτέ το άσπρο δεν θα ήταν τόσο φωτεινό αν δεν είχε δίπλα του το μαύρο, ποτέ το ροζ δεν θα ήταν τόσο γλυκό αν δεν είχε δίπλα του το μπλε». «Να μην το βάζεις κάτω μωρό μου, να είσαι δυνατή!». «Και μην ξεχνάς ότι θα πέσεις πολλές φορές στο δρόμο σου, σημασία έχει πόσο γρήγορα θα σηκωθείς για να συνεχίσεις». Η Σοφία απεγνωσμένα προσπαθούσε να καταλάβει. Το παιδικό της μυαλό δύσκολα μπορούσε να διαχειριστεί όλα αυτά που άκουγε. Πολλά τα κατανόησε, άλλα τα φύλαξε καλά, σαν πολύτιμο θησαυρό στο βάθος του μυαλού της, όπως τη συμβούλεψε σοφά η Λήδα. «Φύλαξέ τα καλά αυτά που σου λέω, θα έρθει η στιγμή που θα βρεθείς στην ανάγκη να τα χρησιμοποιήσεις και τότε θα τα καταλάβεις γλυκιά μου». Η Σοφία πήρε το δροσερό χυμό από το ψυγείο και γέμισε δυο ποτήρια. Η Μαρία φρόντιζε να υπάρχει πάντα έτοιμη βυσσινάδα για τη Λήδα. Τη στιγμή που έβαζε την κανάτα πίσω στο ράφι της πόρτας του ψυγείου, ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό από τη Λούσυ την τάραξε. Έμεινε με την πόρτα ανοιχτή και αφουγκράστηκε. Ησυχία. Την έκλεισε και πήρε τα ποτήρια στα χέρια, ένα στο κάθε χέρι. Βγήκε έξω απορημένη και τη φώναξε δυνατά. Εκείνη, για πρώτη φορά, δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά της.


46

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κοίταξε από μακριά τη μητέρα της. Ένα ελαφρύ χαμόγελο αχνοφαινόταν στα χείλη της. Στην αρχή νόμισε ότι την πήρε ο ύπνος. Τα ξανθά μαλλιά της ανέμιζαν από το αεράκι, κρεμασμένα στο πίσω μέρος της πολυθρόνας. Η Σοφία την κοίταξε χαμογελώντας και άφησε τα ποτήρια στο τραπεζάκι, δίπλα της. Είχε τόσο καιρό να τη δει τόσο όμορφη, γλυκιά, ήρεμη. Έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. Αυτό ήταν το τελευταίο φιλί. Ένα κύμα παγωνιάς μεταφέρθηκε αστραπιαία από τα χείλη στην καρδιά και στο μυαλό. Κοκάλωσε. Στην αρχή δεν έβγαινε μιλιά από το στόμα της. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. «Μαμά... μαμά...» ψιθύρισε και τη σκούντησε ελαφριά στον ώμο. Τα δευτερόλεπτα της αιωνιότητας τη βούτηξαν σε μια παγωμένη λίμνη δακρύων. Κάθε της κίνηση ήταν αδύνατη. Μόνο τα μάτια της είχαν γίνει δυο καταπράσινοι καταρράκτες. Και τότε τα τελευταία λόγια της Λήδας, ήχησαν στα αυτιά της σαν κλειδί στην κλειδαριά και ξεμπλόκαραν το παγωμένο της μυαλό «σημασία έχει πόσο γρήγορα θα σηκωθείς». Έτρεξε πίσω στην κουζίνα αφήνοντας τα δάκρυα να βγάλουν προς τα έξω τον πόνο της που ξεχείλιζε. Μέσα από αναφιλητά προσπάθησε να πει δυο λέξεις: «Η μαμά έφυγε». Η Μαρία κατάλαβε αμέσως. Την έκρυψε στην αγκαλιά της και φώναξε τον Ορέστη. Απαρηγόρητος γονάτισε μπροστά της και έκλαψε στην αγκαλιά της, φιλώντας τα χέρια της που ακόμα κρατούσαν δυο άσπρα πέταλα. Την πήρε στα χέρια του και την πήγε στο δωμάτιο. Η αυλαία έκλεισε με τραγικό τέλος. Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα πήρε το πιο δύσκολο τηλέφωνο της ζωής του, στην κυρία Σοφία, τη μητέρα της. Με βαριά καρδιά και λόγια που δεν έβγαιναν, αναγκάστηκε να της δώσει τον μεγαλύτερο πόνο που μπορεί να δεχθεί μια μάνα. Το θάνατο του μονάκριβου παιδιού της. Όσο σκληρή και να ήταν αυτή η νησιώτισσα, χήρα εδώ και πολλά χρόνια, κομματιάστηκε στο άκουσμά του, πνίγηκε από τα λόγια του. Στην κηδεία της Λήδας ήταν ένα ράκος. Δεν πρόλαβε ποτέ να το ξεπεράσει. Άφησε την πονεμένη ανάσα της έξι μήνες αργότερα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

47

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Στο μακρινό ταξίδι την αποχαιρέτισαν λίγοι δικοί της άνθρωποι. Η ταφή ήτανε λιτή και ήσυχη, όπως ήσυχα και αθόρυβα έφυγε, ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη. Ένα γλυκό απόγευμα του Σεπτέμβρη, εκεί, καθισμένη στην άσπρη πολυθρόνα, κάτω από την αγαπημένη της μανόλια, άφησε την τελευταία της πνοή η Λήδα. Στα χέρια της κρατούσε τα πεσμένα λευκά πέταλα από το τελευταίο της άνθος.


48

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Έβδομο Η δεύτερη μητέρα

Ο Ορέστης πολύ γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε ταξίδι επιστροφής στο νησί γι’ αυτόν και τη Σοφία. Το σπίτι είχε ήδη πουληθεί, όμως το σημαντικότερο ήταν, ότι δεν μπορούσε να αντέξει τις αναμνήσεις του. Έπρεπε να σκεφτεί και τη Σοφία, διπλά, όπως είχε υποσχεθεί στη Λήδα, και η Μαρία ήταν το πιο δυνατό της στήριγμα. Η μικρή ήταν μουδιασμένη τις πρώτες ημέρες της απώλειας. Η αγκαλιά της Μαρίας έγινε το καταφύγιό της. «Θέλει το χρόνο της Ορέστη» του έλεγε η Μαρία, που τον έβλεπε στενοχωρημένο με το κλείσιμο της Σοφίας στον εαυτό της. «Είναι πονεμένη η ψυχούλα μου...». «Να σου προτείνω κάτι;» τον ρώτησε. Εκείνος, όπως είχε σκυμμένο το κεφάλι του κοιτώντας το πάτωμα, με τα μάτια γιατί το μυαλό ταξίδευε αλλού, γύρισε και κρεμάστηκε από τα μάτια της. «Έτσι κι αλλιώς, εσύ αποφάσισες να μην γυρίσετε πίσω. Άφησέ την κοντά μου. Μέχρι να τακτοποιηθείς κάπως από δουλειά, θα της κάνει καλό που θα είναι μαζί μου. Είναι τόσο καιρό δίπλα μου και νομίζω ότι τα πάμε πολύ καλά». Τον είδε να σκέφτεται αυτά που του έλεγε και συνέχισε: «Αργότερα, το συζητάς πάλι μαζί της. Σκέψου το Ορέστη, πιστεύω ότι είναι η καλύτερη λύση».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

49

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Ίσως έχεις δίκιο Μαρία, αυτή τη στιγμή η δική σου λογική είναι καθαρότερη από τη δική μου. Θα ήθελα όμως να τη ρωτήσουμε...». Η Μαρία ζώντας τη Σοφία, σαν γυναίκα, πολύ πιο κοντά από τον Ορέστη, ήξερε εκ των προτέρων τη θετική απάντησή της. Εξάλλου αυτός ήταν ο βασικός λόγος που το πρότεινε, είχε διαισθανθεί την ανάγκη της για μια μητέρα, μια γυναίκα που θα μπορεί να τη βοηθάει στα πρώτα της εφηβικά βήματα. Το ότι αγκυλώθηκε επάνω της ήταν αναμενόμενο αποτέλεσμα. Ήταν η σπορά που έκανε η Λήδα όταν πρωτοήρθαν και μέρα με τη μέρα, όσο έβλεπε το ποτάμι να στερεύει, φρόντιζε να ανοίγει καινούρια αυλάκια που θα βοηθούσαν να μεγαλώσει το δικό της λουλούδι. Τελικά ο χρόνος έδειξε ότι η απόφαση που πήρε ο Ορέστης με τη Σοφία ήταν η καλύτερη. Μεγάλωνε δίπλα στη Μαρία ζεστά και όμορφα, αυτοσυγκεντρωμένη στο διάβασμά της. Είχε βάλει στόχο να γίνει σπουδαία αν και ακόμη δεν είχε αποφασίσει τι ακριβώς. Τα πρώτα χρόνια, ο Ορέστης, είχε βρει μια καλή δουλειά σε μια εταιρεία δημοσίων έργων. Το μόνο πρόβλημά του ήταν ότι αναγκαζόταν να λείπει συνέχεια σε διάφορες πόλεις· όπου δηλαδή τον έστελνε η εταιρεία. Πάντοτε όμως τη φρόντιζε, ποτέ δεν της έλειψε τίποτα. Ερχόταν πολύ τακτικά να τη βλέπει κι όταν δεν μπορούσε, μιλούσαν με τις ώρες στο τηλέφωνο. Ήθελε πάντα να μαθαίνει τα νέα της, πώς πηγαίνει στο σχολείο, ειδικά τώρα που πλησίαζαν οι εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, τη ρωτούσε για τις σκέψεις της, τις επιθυμίες της. Ήταν πολύ κοντά της κι ας τους χώριζαν αρκετά χιλιόμετρα απόσταση πολλές φορές. Η Μαρία της έδωσε όση αγάπη είχε φυλαγμένη για το δικό της παιδί, πολλές φορές την κακομάθαινε με τις υπερπροσφορές της αγάπης της. Και επίσης πολλές φορές η Σοφία, σαν παιδί, το εκμεταλλευόταν άθελά της, αλλά την αγαπούσε πολύ, σαν πραγματική της μητέρα. Όταν πήγαινε στον τάφο της μητέρας της, πάντα με λίγα λουλούδια στα χέρια από τον κήπο του πράσινου παράδεισου, καθόταν και της μιλούσε νοερά, ειδικά όταν πιεζόταν από προβλήματα, όταν είχε αναρωτήσεις. Αλλά τις έλεγε και τις χαρές της, πόσο τρυφερά τη φρόντιζαν ο μπαμπάς και η θεία Μαρία. Δεν είχε παράπονα η Σοφία, μόνο που πάντα της έλεγε τελειώνοντας αυτήν την εξομολόγηση: «Μου λείπεις μανούλα μου... Μου λείπεις!».


50

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Μετά από χρόνια μοναξιάς, ο Ορέστης προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του βάζοντας μια νέα γυναίκα δίπλα του. Είχε κουραστεί πια να γυρνάει από πόλη σε πόλη. Στην αρχή του ήταν βάλσαμο καθώς οι καινούριες παραστάσεις τον έκαναν να ξεχνάει την απώλεια της Λήδας. Ο καιρός όμως περνούσε και η ζωή, του έφερε στο δρόμο του τη Δέσποινα, μια ευγενική κοπέλα, συναισθηματική, που κατάφερε να αγγίξει την καρδιά του. Την είχε γνωρίσει από κάποιον συνάδελφο, σε μια επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη. Όταν αποφάσισε να επισημοποιήσει τη σχέση μαζί της, τη γνώρισε στη Σοφία. Την έφερε ένα απόγευμα Κυριακής στο σπίτι της Μαρίας. «Μωρό μου» έβαλε το χέρι του στους ώμους της Σοφίας και την τράβηξε δίπλα του «να σου συστήσω τη Δέσποινα» της είπε. Εκείνη της χαμογέλασε ευγενικά και έδωσε το χέρι της. «Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω, ο μπαμπάς μού είπε τα καλύτερα λόγια». Η Δέσποινα, μια κοντούλα καστανομάλλα, με τσαχπίνικα μάτια και ένα καλοσυνάτο βλέμμα, της ανταπόδωσε το χαμόγελο και κοιτώντας πρώτα τον Ορέστη, με αγάπη, έστρεψε τα μάτια της στη Σοφία. Με ύφος ειλικρινούς εξομολόγησης της είπε: «Ο μπαμπάς σου είναι ο καλύτερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει και...» σταμάτησε θέλοντας να δώσει μια ξεχωριστή νότα σ’ αυτά που θα έλεγε, «Σοφία να ξέρεις ότι σ’ αγαπάει περισσότερο κι από τον εαυτό του». Ήταν μια αλήθεια που η Σοφία τη βίωνε καθημερινά και εκτίμησε που η Δέσποινα ήταν τόσο κοντά στον πατέρα της και καταλάβαινε τις ευαισθησίες του. «Κι από δω» έδειξε τη Μαρία, «ο φύλακας άγγελος και των δυο μας» εννοώντας τον εαυτό του και τη Σοφία. «Αν δεν ήταν η Μαρία, δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρναμε με το Σοφάκι μου!». Έσφιξε το χέρι που είχε στους ώμους της Σοφίας, τη τράβηξε προς το μέρος του και τη φίλησε. «Έλα, έλα... Υπερβολές!» απάντησε η Μαρία με την ταπεινοφροσύνη που τη διέκρινε. «Χαίρομαι κορίτσι μου που σε γνωρίζω και εύχομαι να είστε ευτυχισμένοι, γιατί αξίζει πολλά ο Ορέστης, είναι καλός άνθρωπος και πολύ καλός πατέρας. Αφού είσαι δίπλα του, κατάλαβες πόσο νοιάζεται για τους δικούς του ανθρώπους». Λίγο αργότερα ο Ορέστης και η Δέσποινα έκαναν την επιθυμία τους πραγματικότητα. Μια σεμνή τελετή σε ένα μικρό παρεκκλήσι, με ελάχιστους


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

51

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

συγγενείς και φίλους, τους ένωσε με τα δεσμά του γάμου. Πρώτη φορά, μετά από χρόνια, η Σοφία έβλεπε τον πατέρα της τόσο ευτυχισμένο. «Χαίρομαι τόσο μπαμπά μου... Το αξίζεις πραγματικά. Εύχομαι να είστε πάντα αγαπημένοι» του ευχήθηκε με αγάπη η Σοφία. Με την ίδια αγάπη έδωσε και τις ευχές της στη Δέσποινα. Του ταίριαζε και σαν γυναίκα και σαν άνθρωπος. Στην αρχή της γνωριμίας, ένιωσε λίγο παράξενα βλέποντάς τη στη θέση της μητέρας της, μα η λογική της τη βοήθησε να τακτοποιήσει τα μπερδεμένα της συναισθήματα και να καταλήξει σε σωστά συμπεράσματα. «Χρειαζόταν έναν σύντροφο στη ζωή του, αρκετά χρόνια γεύτηκε τη μοναξιά». Μετά το γάμο ο Ορέστης ζήτησε από τη Σοφία να μείνει μαζί τους. Τώρα πλέον θα έμενε σταθερά στη Θεσσαλονίκη. Είχε ζητήσει να του δώσουν μια θέση στα γραφεία της εταιρείας, κάτι το οποίο δικαιούταν μετά από τόσα χρόνια. Για καλή του τύχη, μια έκτακτη αποχώρηση ενός υπαλλήλου πραγματοποίησε την επιθυμία του. Όλο χαρά περίμενε την κόρη του να ζήσει μαζί τους. Μα η Σοφία είχε άλλα στο μυαλό της. Δεν ήξερε πώς να του το πει βέβαια και κυρίως πώς θα το έπαιρνε. «Μπαμπά, δεν θέλω να στεναχωρηθείς» του είπε κομπιάζοντας. «Για πολλούς λόγους θα ήθελα να μείνω εδώ. Σε παρακαλώ θέλω να με καταλάβεις». Ο Ορέστης την κοίταξε απογοητευμένος. «Εγώ ονειρεύτηκα να ζήσουμε μαζί, όπως παλιά σαν οικογένεια». «Δεν είμαστε όπως παλιά μπαμπά! Έχουν αλλάξει τόσα πράγματα και ένα από αυτά είναι το ότι δεν θέλω να αφήσω τώρα τη Μαρία μόνη, δεν θέλω να αλλάξω σχολείο τώρα στο τέλος, άσε που αν περάσω κάπου μακριά δεν θα έχει κανένα νόημα αυτή η μετακόμιση» και συνέχισε: «Ένα όμως είναι σίγουρο, όπου και να βρισκόμαστε, οι καρδιές μας θα είναι πάντα μαζί... Το ξέρεις, έτσι μπαμπάκα μου;» τον καλόπιασε χαϊδολογώντας τον. Κανέναν δεν ήθελε να πληγώσει. Μόνο όταν είδε ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, που βγήκε με λίγο ζόρι είναι η αλήθεια, τότε μόνο ελευθερώθηκε από το σφίξιμο στο στομάχι. Η Μαρία που ήταν παρούσα στη συζήτηση, άκουγε διακριτικά αλλά δεν παρενέβη, άφησε να βρουν μόνοι τους τις ισορροπίες. Στο βάθος της καρδιάς της όμως δεν ήθελε να αποχωριστεί τη Σοφία.


52

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Είχε βέβαια στο μυαλό της ότι πλησίαζε η ώρα του πανεπιστημίου αλλά δεν σκεφτόταν αρνητικά. Έλεγε κρυφά μέσα της: «μπορεί να περάσει εδώ το κοριτσάκι μου!». Είχε εξαρτηθεί από τη συνύπαρξή της, πιο πολύ κι από αληθινή μάνα της. Σαν να κατάλαβε ότι η συζήτηση έφτασε στο τέλος της, η Λούσυ εμφανίστηκε καμαρωτή στο σαλόνι. Στο στόμα της είχε κρεμασμένο το κόκκινο λουράκι της με το οποίο την έβγαζε βόλτα η Σοφία και το έσερνε πίσω της, σαν μια τεράστια ουρά. Ήρθε και στάθηκε μπροστά στη Σοφία. Άφησε το λουράκι να πέσει μπροστά στα πόδια της και κλαψούρισε με νόημα, σαν να της έλεγε: «είναι ώρα να πάμε τη βόλτα μας». «Τι θέλει το κορίτσι μου;» τη ρώτησε κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει. Εκείνη αντιλαμβανόμενη την προσοχή της άρχισε να χοροπηδάει ακουμπώντας με τα μπροστινά της πόδια τα γόνατα της Σοφίας, αναγκάζοντάς τη με τον τρόπο της να σηκωθεί. «Μπαμπά, θα φύγεις γρήγορα;» ρώτησε τον Ορέστη. «Είναι η ώρα του περιπάτου... αλλά δεν θα αργήσουμε» είπε απολογητικά η Σοφία. «Θα φύγω και γω Σοφία, έχω κάποιες δουλειές να τελειώσω και πρέπει να γυρίσω εγκαίρως γιατί περιμένουμε επισκέψεις στο σπίτι» είπε και σηκώθηκε. Η Σοφία τον φίλησε και βγήκε στον κήπο με τη Λούσυ να τρέχει μπροστά της. Μέχρι την πόρτα της αυλής. Εκεί στήθηκε και την περίμενε ανυπόμονα να περάσει το λουρί στο κρίκο του κόκκινου περιλαίμιού της. Όλα θύμιζαν το φύλο της. Έτσι τα είχε διαλέξει η Σοφία από το μαγαζί για τα ζωάκια. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από τη βιτρίνα του, αφού χανότανε στις γυάλες με τα πολύχρωμα ψαράκια, τα κουτάβια στα καλάθια τους, τα αμέτρητα πουλιά όλων των αποχρώσεων του μπλε και του κίτρινου που αποτελούσαν την πιο αλλοπρόσαλλη χορωδία, στο τέλος υπέκυπτε στον πειρασμό και έμπαινε μέσα. Πάντα κάτι έβρισκε να της αγοράσει, ένα ψεύτικο κόκαλο, ένα μπαλάκι για παιχνίδι. Το τι γινόταν βέβαια στο σπίτι όταν της το έδειχνε επιδεικτικά κρατώντας το ψηλά, δεν λέγεται. Την άφηνε να χοροπηδάει μέχρι να το φτάσει, τη βοηθούσε κι η Σοφία λίγο κατεβάζοντάς το πιο χαμηλά, ήθελε να αισθανθεί την ικανοποίηση ότι τα κατάφερνε. «Πάμε Λούσυ!» της φώναξε και άνοιξε την πόρτα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

53

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Εκείνη βγήκε τρέχοντας προς τα έξω, αναγκάζοντας τη Σοφία να κρατάει κόντρα με το λουρί μέχρι να κλείσει την πόρτα πίσω της. Η διαδρομή ήταν καθιερωμένη, σχεδόν καθημερινή. Μόνο τις βροχερές ημέρες έμεναν καθηλωμένες στο σπίτι. Ο ήλιος μπαινόβγαινε παίζοντας κρυφτό με τα γκρίζα σύννεφα που απειλούσαν επικίνδυνα να μουσκέψουν την ηλιόλουστη μέρα. Η Σοφία κοίταξε τον ουρανό σκεφτική. «Πιστεύω ότι θα προλάβουμε να γυρίσουμε» είπε φωναχτά απευθυνόμενη στη σκυλίτσα σαν να μιλούσε στη φίλη της. Εκείνη βέβαια ούτε που της έδωσε σημασία. Τραβούσε μπροστά απασχολημένη από την αγαπημένη της ασχολία. Έλεγχε κάθε σημείο που είχε σημαδέψει στο προηγούμενο πέρασμα, με το γνωστό τρόπο που χρησιμοποιούν τα σκυλιά, δηλαδή κατουρώντας πάνω σε κάθε ξένη μυρωδιά. Ο δρόμος πήγαινε παράλληλα με τις γραμμές του τρένου. Σ’ αυτό το κομμάτι της διαδρομής την κρατούσε πάντα δεμένη, να την ελέγχει, οι γραμμές ήταν αφύλαχτες και η Λούσυ «σκυλοπαρμένη», έτσι την αποκαλούσε η Σοφία όταν τη φώναζε και δεν την υπάκουε. Ο περίπατος ήταν σταμάτα-ξεκίνα, κάτι σαν δρομολόγιο αστικού λεωφορείου που κάνει στάσεις. Σε μια τέτοια στάση λοιπόν, σε ένα σεβαστό κομμάτι πράσινου χόρτου, η Σοφία έριξε μια ματιά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Η πλατφόρμα είχε αρκετό κόσμο. Όπου να ‘ταν θα περνούσε το τρένο. Πάντα λαχταρούσε από ενθουσιασμό όταν το έβλεπε να έρχεται από μακριά. Στα μάτια της ήταν η έκφραση της δύναμης που μπορεί να σε πάει μακριά. Από τις πλανεύτρες σκέψεις της, την έβγαλε βίαια η Λούση που συνέχιζε ακάθεκτη την εξερεύνησή της. Ο δρόμος σταματούσε απότομα στις διαβάσεις των τρένων. Από το σπιτάκι του φύλακα βγήκε ένας άντρας, γύρω στα εξήντα, με ασημένια γυαλάκια, φορώντας ένα μπλε καπέλο και κρατώντας στο χέρι έναν σηματοδότη για τα τρένα. Πλησίασε κοντά του και τον χαιρέτησε. «Καλησπέρα κύριε Νίκο. Απογευματινός σήμερα;» τον ρώτησε. «Ναι, ναι, Σοφία μου» της είπε χαμογελώντας. «Πάμε βόλτα βλέπω!». Έσκυψε και χάιδεψε τη Λούσυ στο κεφάλι. Εκείνη του κούνησε την ουρά της, ανταποδίδοντας την αγάπη του.


54

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Έρχεται τρένο;» ρώτησε η Σοφία με ενδιαφέρον. «Ναι, η αμαξοστοιχία από Αθήνα» απάντησε και κοίταξε μακριά στο βάθος. «Σε πέντε λεπτά πρέπει να είναι εδώ» συμπλήρωσε. Είχε δημιουργηθεί μια ευγενική φιλία μαζί του, από τις πρώτες κιόλας ημέρες που καθιερώθηκαν οι περίπατοι προς χάριν της μικρής, σκανταλιάρας σκυλίτσας. Ο Νίκος είχε μια κόρη στην ηλικία της Σοφίας, ένα στερνοπαίδι, όπως την αποκαλούσε και κάθε τόσο συζητούσαν για τα μελλοντικά σχέδιά τους. Πάντα ενδιαφερόταν και τη ρωτούσε: «Πού αποφάσισες Σοφία μου να πας; Ιατρική; Φαρμακευτική;». «Δεν αποφάσισα ακόμη κύριε Νίκο, θα δούμε…» του απαντούσε ζορισμένη. Ο χρόνος της επιλογής σε λίγο έφτανε στο τέλος του και έπρεπε να διαλέξει. «Τώρα πάμε να το σκεφτούμε με τη Λούσυ» είπε με χιούμορ. «Πού; Στο γνωστό μέρος;» τη ρώτησε και της έκλεισε το μάτι πονηρά. «Ναι, ναι» του φώναξε γελώντας και πήρε ένα στενό μονοπάτι πίσω από το φυλάκιο, ακολουθώντας μια χορταριασμένη γραμμή, αχρησιμοποίητη για πολλά χρόνια. Πάνω της, αρκετά μέτρα μακρύτερα από το φυλάκιο είχαν εγκαταλείψει μερικά παλιά βαγόνια, ξεχασμένα και φθαρμένα από τον καιρό. Στα νιάτα τους πρέπει να ήταν καλοδιατηρημένα και γυαλισμένα. Τώρα χάσκανε με τις πόρτες ορθάνοικτες και μερικές φορές πρέπει να εκτελούσαν και χρέη ξενοδοχείου για κάποιους περιθωριακούς τύπους, αν έκρινε σωστά η Σοφία από διάφορα αντικείμενα που έβρισκε κατά καιρούς. Πάντα πρόσεχε όταν έφτανε κοντά τους, ακούγοντας τη συμβουλή του κυρίου Νίκου. Άσε που είχε και το «θηρίο» μαζί της που την ειδοποιούσε για κάθε τι απειλητικό. Έτσι την έλεγε κοροϊδευτικά ο Νίκος τη Λούσυ. Όταν πρωτανακάλυψε αυτό το νεκροταφείο βαγονιών, διάλεξε ένα, το πιο ανθεκτικό στο χρόνο, και αποφάσισε να το επισκέπτεται συχνά, να είναι το μυστικό τους κρησφύγετο. «Λούσυ, αυτό θα είναι το δικό μας» της είπε σοβαρά λες και μιλούσε σε άνθρωπο. Η πόρτα του έβλεπε προς τις γραμμές και πέρα μακριά το σταθμό. Η Σοφία καθόταν πάνω στο σιδερένιο πάτωμά του, σαν παρατηρητής μπροστά στην ανοικτή πόρτα και πότε κοιτούσε ελέγχοντας όλη την κίνηση


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

55

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

των τρένων, πότε χανόταν στα όνειρά της, με τη Λούσυ να στριφογυρνάει στα πόδια της, κυνηγώντας ό,τι πετούσε και ό,τι σερνόταν στη γη. Αργότερα του άλλαξε όνομα, το βάφτισε «βαγόνι του ονείρου» εκεί επεξεργαζόταν τα όνειρά της, τις φιλοδοξίες της, έπαιρνε τις αποφάσεις της. Και τη σημαντικότερη απόφαση αυτής της περιόδου της ζωής της εδώ την πήρε, με τρόπο οδυνηρό, σοκαριστικό αλλά καταλυτικό.


56

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Όγδοο Καταλυτική απόφαση Οι άλλοτε όμορφες και ξέγνοιαστες ημέρες της Πασχαλινής γιορτής αυτή τη φορά πέρασαν γεμάτες διάβασμα και φροντιστήρια για τη Σοφία. Μόνο την ημέρα της Κυριακής του Πάσχα, μαζεύτηκαν για το μεσημεριανό γιορτινό τραπέζι ο Ορέστης με τη Δέσποινα, δύο ζευγάρια ακόμη, φίλοι τους, και φυσικά η Σοφία με τη Μαρία στον πράσινο παράδεισο. Αιτία αυτής της συγκέντρωσης ήταν η Μαρία, η οποία επέμενε στην πρόσκληση χωρίς να δέχεται κουβέντα από τον Ορέστη. «Γιατί να ταλαιπωρείσαι τώρα;» της έλεγε ο καημένος ο Ορέστης. «Θα πάμε κάπου έξω να φάμε...» και κομπιάζοντας συνέχισε «Θα μαζευτούμε αρκετά άτομα...». Την κοίταξε στα μάτια περιμένοντας να σκεφτεί τα λόγια του μήπως και αναχαιτιστεί η επιμονή της. Αλλά μάταια. «Άκου να σου πω Ορέστη» ξεκίνησε βαρύγδουπα. «Εγώ τα περισσότερα χρόνια περνούσα αυτές τις ημέρες σαν τα μοναχικά χορταράκια στην άκρη του γκρεμού. Από τότε που ο Θεός έστειλε το θησαυρό δίπλα μου» ακούμπησε με το χέρι της γλυκά τη Σοφία θέλοντας να δείξει με έμφαση ποιος ήταν ο θησαυρός της, «ζωή μου απέκτησε άλλο νόημα». «Ναι, συμφωνώ... αλλά...» παρενέβη ο Ορέστης. «Μην με διακόπτεις, δεν έφυγα από το θέμα» του διευκρίνισε και συνέχισε: «έλεγα λοιπόν ότι αυτές τις ημέρες πάντα τις περνούσα μονάχη και τελευταία με τη


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

57

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Σοφία μου. Αυτή τη φορά όμως που η οικογένεια μεγάλωσε» εννοώντας τη Δέσποινα, «θέλω να μαζευτούμε εδώ, στην αυλή, να ψήσουμε, να γιορτάσουμε, να κάνουμε και εμείς τα πατροπαράδοτα τέλος πάντων και μην ανησυχείς, χίλιοι καλοί χωράνε, που λέει και η λαϊκή σοφία». Ο Ορέστης εγκατέλειψε την προσπάθειά του και ευχαριστημένος -για να πούμε την αλήθεια- συμφώνησε. Έκανε το χατίρι στη Μαρία που ευχαριστήθηκε όσο κανείς άλλος τα έθιμα της γιορτής, από το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών μέχρι το γύρισμα της σούβλας. Μετά το Πάσχα δεν υπήρχε πλέον καμία ημέρα για χάσιμο. Η Σοφία ρίχτηκε με τα μούτρα στο διάβασμα. Μόνο τις απογευματινές βόλτες με τη Λούσυ κράτησε πιο πολύ για να ξελαμπικάρει το μυαλό της από το φορτίο της μελέτης. Τα βιβλία λες και είχαν γίνει η δεύτερη επιδερμίδα της. Όπου πήγαινε τα είχε αγκαλιά. Μέσα στο σπίτι είχε δοκιμάσει όλους τους χώρους για διάβασμα και έξω στον κήπο, κάτω από το κιόσκι με τα γιασεμιά. Πολλές φορές διάβαζε και παρέα με κάποια συμμαθήτριά της από το ίδιο τμήμα, ειδικά τελευταία πολύ συχνά. Νωρίς το πρωί, Κυριακή του Θωμά, φάνηκε στο σπίτι η Έλλη, μια κοκκινομάλλα ψηλή, συμμαθήτρια της Σοφίας και «φωστήρας» όπως τη φώναζε πολύ συχνά. Ήρθε με μια αγκαλιά σημειώσεις και βιβλία στα χέρια και στρώθηκαν έξω στον κήπο με πολύ διάθεση για διάβασμα. Τα άπλωσαν πάνω στο τραπέζι και για πέντε ολόκληρες ώρες δεν σήκωσαν κεφάλι. Μόνο η Μαρία πηγαινοερχόταν φέρνοντας ενισχύσεις όπως τυροπιτάκια, χυμούς, δροσερό νερό. Το μεσημέρι πέρασε χωρίς να το καταλάβουν. Η Λούσυ τους το θύμισε. Σηκώθηκε βαριεστημένα από τη γωνία που είχε βολευτεί όλη αυτήν την ώρα που δεν της έδινε κανείς σημασία και αποφάσισε να ζητήσει τα δικαιώματά της. Πήγε λοιπόν κοντά στην πολυθρόνα της Σοφίας, ανέβηκε με τα μπροστινά της πόδια στο χερούλι της και άρχισε να βγάζει κάτι παράξενα γρυλίσματα με σιγανή φωνή, σαν να μιλούσε με το δικό της τρόπο. Τότε μόνο συνειδητοποίησε η Σοφία ότι κόντευε απόγευμα. Είχε έρθει η ώρα για τον καθιερωμένο περίπατο. «Έλλη, σταματάμε για λίγο; Λέω να κάνουμε μια βόλτα αυτό το απαιτητικό πλάσμα που δείχνει και ανυπόμονο! Να πάρουμε και μια ανάσα... Τι λες;».


58

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Και δεν πάμε;» συμφώνησε ο «φωστήρας» και ακούμπησε το στυλό πάνω στο χάος των σημειώσεων. «Πάω να φέρω το λουρί που την κρατάω και έρχομαι» είπε και κατευθύνθηκε προς το σπίτι με τη Λούσυ να τρέχει ξοπίσω της χοροπηδώντας. Η Έλλη σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και τέντωσε τα χέρια της ψηλά για να ξεμουδιάσει από την ακινησία τόσων ωρών. Η Σοφία μπήκε από την πόρτα της κουζίνας αφήνοντάς την ανοιχτή. Η Μαρία ανακάτευε στο μίξερ τη ζύμη για ένα κέικ που είχε αποφασίσει να φτιάξει για τα κορίτσια. Γύρισε και την κοίταξε με απορία. «Πάμε με την Έλλη μια βόλτα τη Λούσυ» της είπε παίρνοντας από την ξύλινη κρεμάστρα το κόκκινο λουράκι. Όταν το έβλεπε στα χέρια της, την έπιανε κάποιο είδος τρέλας, πηγαινοερχόταν πηδώντας και γαβγίζοντας από τη χαρά της. Ήταν στην πόρτα όταν η Μαρία της φώναξε: «Αν δεις τον Νίκο, τον φύλακα των διαβάσεων, στείλ’ του τα χαιρετίσματά μου και πεσ’ του να περάσει αύριο να του δώσω βερίκοκα για το σπίτι». «Εντάξει» της απάντησε, αλλά ούτε που το άκουσε. Έφταιγε η φασαρία του μίξερ και η αφοσίωσή της στο αλεύρι που έριχνε λίγο-λίγο μέσα στον κάδο, σηκώνοντας ένα άσπρο σύννεφο σαν πάχνη. Έκλεισε την πόρτα και έκανε νόημα με το χέρι της την Έλλη να έρθει προς την πόρτα. Βγήκαν προς τα έξω περνώντας κάτω από το μωβ τούνελ της γλυσίνας. Η Έλλη έκοψε ένα λουλουδάκι και το κράτησε στα δάχτυλά της. Η Σοφία την κοίταξε παράξενα και χωρίς να της πει τίποτα σκέφτηκε: «Ο φωστήρας έχει κρυμμένες ευαισθησίες που κάπου-κάπου φανερώνονται» και κρυφογέλασε. Απέναντι, στο σταθμό, μια επιβατική αμαξοστοιχία ήταν σταματημένη. Τα κορίτσια κοντοστάθηκαν για λίγο παρατηρώντας τον κόσμο που είχε σηκωθεί και χάζευε έξω από τα μισοκατεβασμένα τζάμια των παραθύρων. Η Σοφία τους κοιτούσε σαν πεινασμένη, όπως πάντα, τους ζήλευε. Την έτρωγε η φαντασία της. Προς τα πού πάνε; Τι να σχεδιάζουν άραγε; Σε ποιά πόλη θα βρίσκονται σε λίγες ώρες. Τέτοια ταλάνιζαν τη σκέψη της και φούντωναν την επιθυμία της να βρεθεί κι αυτή μια μέρα στη θέση τους. Η Έλλη πάλι ήταν στον κόσμο της, είχε στρέψει το πρόσωπό της και φαινόταν ότι τους έβλεπε αλλά τόσο επιφανειακά και αδιάφορα που πάντα αναρωτιόταν όταν έπιανε τη Σοφία να τους κοιτάει τόσο λαίμαργα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

59

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Έχω την εντύπωση ότι ανακάλυψα επάνω σου μια καινούρια ασθένεια. Μάλλον πάσχεις από «τρενίτιδα». Μόνο που δεν γνωρίζω κατά πόσο είναι θεραπεύσιμη!». Εκείνη δεν της απάντησε. Τελευταία είχε αντιληφθεί ότι ο φωστήρας αυτός δεν μπορούσε να ψηλαφίσει τα όνειρά της, της χαμογέλασε μόνο και ξαναχάθηκε μέσα τους. Στις διαβάσεις, οι κατεβασμένες μπάρες είχαν σχηματίσει ουρές αυτοκινήτων και από τις δύο πλευρές. Ο φίλος της, ο κύριος Νίκος, στεκόταν ανάμεσα στις γραμμές του τρένου, με τον σηματοδότη στο χέρι. Το βλέμμα του ήταν στραμμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση από το σταθμό. Η Σοφία τον χαιρέτησε από μακριά σηκώνοντας το χέρι της. «Καλημέρα κυρ-Νίκο». «Καλή σου μέρα Σοφία. Βλέπω έχεις μεγάλη παρέα σήμερα» της είπε κοιτάζοντας την Έλλη και τη Λούσυ, που ακάθεκτη τραβούσε τη Σοφία προς το μονοπάτι που ακολουθούσαν κάθε φορά. «Τι έγινε κορίτσια; Αποφασίσαμε επιτέλους;» τις πείραξε από ενδιαφέρον, ως συνήθως. Τον τελευταίο καιρό κάθε φορά που τη συναντούσε, τη ρωτούσε το ίδιο, και εκείνη με μια ηρεμία του απαντούσε πάντα: «θα δούμε, θα δούμε». Σήμερα όμως, κατά προφητικό τρόπο, άλλαξε την απάντησή της: «Έχω την εντύπωση» του είπε σοβαρά «ότι σήμερα, δεν ξέρω πώς, θα αποφασίσω». «Όσο για την Έλλη, μην ρωτάς άδικα. Νομική θα πάει, είναι προαποφασισμένο» του είπε κοιτώντας την Έλλη, που περπατούσε αργά προς το πέρασμα, ένα στενό κατέβασμα πίσω από το σπιτάκι του φύλακα. «Α! Να μην το ξεχάσω! Η θεία σου παραγγέλνει να περάσεις αύριο κάποια στιγμή που θα μπορείς, να σου δώσει βερίκοκα. Το δέντρο φέτος κάνει προσφορές» του είπε γελώντας. Επιτέλους σταμάτησε να κρατάει κόντρα με το λουρί τη Λούσυ, την άφησε ελεύθερη και την ακολούθησε. Η Έλλη αν και περπατούσε με βήμα σημειωτόν, σχεδόν είχε φτάσει αρκετά μέτρα μακριά. Στάθηκε και χάζευε τα ψηλά καφετιά βούρλα που πετάγονταν από τις πράσινες καλαμιές στην άκρη του μεγάλου ανοίγματος, δίπλα στο χωμάτινο μονοπάτι.


60

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Τα πυκνά φύλλα τους, σαν ένα μεγάλο πράσινο στόμα, κατάπιναν και εξαφάνιζαν το συρματόπλεγμα που φυλούσε σε αυτό το σημείο τις γραμμές. Η χλωρίδα, έτσι αποκαλούσε τα φυτά η Έλλη, ήταν το δεύτερο ενδιαφέρον της μετά τα βιβλία. «Ξέρεις ότι τα βούρλα τα βάφουνε με διάφορα χρώματα;» ρώτησε τη Σοφία. «Ναι, έχει και η θεία μου στο σαλόνι μερικά. Είναι βαμμένα χρυσά και τα έχει βάλει σε ένα ψηλό βάζο σε μια άκρη του διαδρόμου. Έχουν μια λιτή και απέριττη ομορφιά». Η Έλλη προσπάθησε να φτάσει ένα αλλά ήταν τόσο δύσκολη η πρόσβαση που εγκατέλειψε την προσπάθεια. Από μακριά φάνηκαν τα βαγόνια. Πρώτο-πρώτο το «βαγόνι του ονείρου». Λίγα μέτρα τις χώριζαν από το παράξενο καταφύγιο όταν στο βάθος του μεγάλου ανοίγματος, η κόκκινη μηχανή της αμαξοστοιχίας που ερχόταν φώναζε με τον τρόπο της την παρουσία της. Η Σοφία στάθηκε για λίγο κοιτώντας το συρμό που κατευθυνόταν στον σταθμό. Ήταν ένα εμπορικό τρένο, φορτωμένο με διάφορα εμπορεύματα. Αυτά που ήταν ευδιάκριτα από μακριά ήταν τα χρώματα των αυτοκινήτων που ήταν ανεβασμένα πάνω στις ειδικές ράμπες των βαγονιών. Έτρεχε σαν ζωύφιο με κόκκινο κεφάλι και μια πολύχρωμη ζώνη στη μέση του. Όσο η Σοφία το ακολουθούσε με το βλέμμα της, η Έλλη φρόντισε να βρει τα κομμάτια από χαρτόνι που είχαν κρυμμένα στη μέσα πλευρά του βαγονιού, δίπλα στη μεγάλη συρταρωτή πόρτα που είχε φρακάρει από τη σκουριά. Τα έστρωσε με προσοχή μπροστά στο άνοιγμα. Με ένα πήδημα κάθισε σε ένα από αυτά και πήρε θέση λες και ετοιμαζόταν να παρακολουθήσει μια παράσταση κάποιου σπουδαίου έργου. Η Σοφία ελευθέρωσε τη Λούσυ από τα δεσμά της και την άφησε ελεύθερη να τριγυρίζει γύρω. Ποτέ δεν απομακρυνόταν πολύ. Μια φορά στην αρχή την έχασε η Σοφία και την έψαχνε σαν τρελή. Έναν ολόκληρο μήνα κράτησε η τιμωρία της. Την πήγαινε εκεί και την άφηνε δεμένη δίπλα της. Όταν την ελευθέρωσε, μετά την τιμωρία της, και αντιλήφθηκε ότι δεν απομακρυνόταν πλέον, αισθάνθηκε περήφανη, «κατάλαβε» έλεγε στον εαυτό της και χαιρόταν σαν έμπειρος εκπαιδευτής σκύλων. «Όχι μακριά!» της φώναξε γνωρίζοντας ότι θα υπακούσει στον τόνο της φωνής της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

61

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κρέμασε το λουράκι σε ένα σιδερένιο κομμάτι, απομεινάρι από το κλείστρο της πόρτας και έβαλε τις παλάμες της πάνω στο σιδερένιο πάτωμα του βαγονιού. Ετοιμαζόταν να δώσει μια ώθηση στο σώμα της για να καθίσει επάνω, δίπλα στην Έλλη. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος από ένα μακρόσυρτο στρίγκλισμα φρένων βίασε ηχητικά την ατμόσφαιρα. Ακολούθησε μια ολέθρια σύγκρουση και γδούποι πάνω στη γη που την έκαναν να τραντάζεται λες και γινόταν σεισμός. Η Σοφία έχασε την ισορροπία της από την ταραχή της και προσγειώθηκε στη χορταριασμένη γη. Η Λούσυ από την τρομάρα της γύρισε πίσω σαν βολίδα κι όπως ήταν πεσμένη η Σοφία κάτω ανέβηκε πάνω της και στριμώχτηκε στην αγκαλιά της. Έτσι καθισμένη χαμηλά, με τη Λούσυ στα χέρια, σήκωσε τα μάτια της και ετοιμάστηκε να ρωτήσει την Έλλη, που είχε καλύτερο οπτικό πεδίο, τι συνέβη. Τα λόγια της εξανεμίστηκαν στο αποσβολωμένο βλέμμα της. Σαν κάποια κακιά νεράιδα της το πάγωσε στην πιο άγρια και φοβισμένη έκφραση. Σηκώθηκε μουδιασμένη αφήνοντας τη σκυλίτσα δίπλα που ούτε βήμα δεν έκανε παραπέρα από το φόβο της. Η Σοφία έκανε ένα πήδημα και βρέθηκε όρθια πάνω στο βαγόνι. Προσπάθησε να δει προς το μέρος που ακούστηκε ο προάγγελος της συμφοράς. Το ίδιο μαγικό ραβδί μεταμόρφωσε και το δικό της πρόσωπο. Ήταν αδύνατον να συλλάβει το μυαλό της αυτό που έβλεπε. Μια σχεδόν άμορφη μάζα σιδερικών είχε σχηματιστεί μπροστά στον σταθμό, σηκώνοντας απειλητικά ένα σύννεφο μαύρου καπνού προς τον ουρανό. Η απόσταση τη δυσκόλευε να δει όσο καλά ήθελε. Έσφιξε τα μάτια της προσπαθώντας να εστιάσει καλύτερα. Τα αυτοκίνητα που είδε πριν από λίγο να περνάνε μπροστά της καμαρωτά, έτοιμα για τα παρθενικά τους ταξίδια, βρέθηκαν άλλα κρεμασμένα από τις ράμπες και άλλα στραπατσαρισμένα στις διπλανές γραμμές. Τότε της ήρθε στο μυαλό, σαν αστραπή, η εικόνα των χαμογελαστών ανθρώπων που χάζευαν ανέμελοι πριν λίγα λεπτά από τα παράθυρα του επιβατικού τρένου περιμένοντας υπομονετικά, την από τη μοίρα, καταδίκη τους. «Σήκω Έλλη, πάμε να δούμε τι γίνεται!». Άρπαξε τη Λούσυ στα χέρια και άρχισαν να τρέχουν το μονοπάτι προς τα πίσω με την αγωνία στα πρόσωπά τους.


62

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όταν φτάσανε λαχανιασμένες κοντά στις διαβάσεις, ήδη γινόταν ένας πανικός. Τα δύο πρώτα βαγόνια της σταθμευμένης αμαξοστοιχίας μαζί με τη μηχανή, η οποία φλεγόταν, βρίσκονταν ξαπλωμένα πάνω στις γραμμές. Γυαλιά σπασμένα παντού. Άνθρωποι που προσπαθούσαν να βγουν από τα παράθυρα. Βαλίτσες, καθίσματα και λαμαρίνες πεταγμένα και σκορπισμένα τριγύρω και ανάμεσα σ’ αυτή την τραγική εικόνα κείτονταν τα κορμιά κάποιων ανθρώπων που δεν πρόλαβαν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους. Η Σοφία ανατρίχιασε, σοκαρίστηκε από το θέαμα, από τη μυρωδιά του θανάτου, ενός βίαιου θανάτου. Ήταν η δεύτερη φορά που τον πλησίαζε τόσο κοντά, που αισθανόταν την παγωνιά του. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Η Έλλη είχε γίνει κάτασπρη από τον τρόμο της. «Κράτα τη Λούσυ, θέλω να πάω πιο κοντά» της είπε και της έβαλε στο χέρι το λουρί. Έσφιξε τα δόντια και πλησίασε την κόλαση. Οι κραυγές της οδύνης ήταν το πιο σπαραξικάρδιο άκουσμα που έκανε την καρδιά της να πονέσει. Έβλεπε και άκουγε τους ανθρώπους που έκλαιγαν και ζητούσαν βοήθεια και έλιωνε. Κάποιοι, αρκετά «τολμηροί» έδωσαν όποια μικρή βοήθεια μπορούσαν μέσα σ’ αυτόν τον όλεθρο, με κίνδυνο της δικής τους ζωής. Σε λίγο ακούστηκαν οι σειρήνες των ασθενοφόρων και της πυροσβεστικής και από πίσω τους, οι ρεπόρτερ των τηλεοπτικών καναλιών. Άνθρωποι με κόκκινες και άσπρες στολές ξεχύθηκαν ανάμεσα στα συντρίμμια προσπαθώντας να σώσουν πολύτιμες ζωές. Οι μηχανές και των δύο τρένων είχαν γίνει ένα σιδερένιο φλεγόμενο όπλο απειλώντας κάθε τι δίπλα τους. Μέσα στη δυστυχία που απλώθηκε σαν κατάρα στον αέρα, ήταν σωτήριο το ότι αποτράπηκε να πάρουν φωτιά τα καύσιμα και η τραγωδία να μην έχει όρια. Μέσα σε λίγα λεπτά μια μαύρη μονοκονδυλιά διέγραψε άκαρδα ό,τι όμορφο είχε ξεκινήσει να γράφει η ζωή. Η μυρωδιά της φωτιάς και του ολέθρου κατέκλυσε κάθε σπιθαμή της μύτης της και του νου της. Στην αρχή της έφερε ναυτία. Έπιασε το στομάχι της και προσπάθησε να την κατανικήσει παίρνοντας μερικές κοφτές ανάσες γυρνώντας το κεφάλι της αλλού… Μα το ξαναγύρισε πολύ γρήγορα. Κάτι την τραβούσε σαν μαγνήτης σε αυτό το σκληρό και αποτρόπαιο σκηνικό. Σε αυτές τις στιγμές του ανθρώπινου πόνου που χαράχτηκαν βαθιά μέσα της, η Σοφία, πήρε την απόφαση που αναζητούσε τόσο καιρό. Θα βοηθούσε με όλο της το


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

63

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

είναι τον ανθρώπινο πόνο, την κραυγή αγωνίας που βαρούσε σαν τύμπανο στα αυτιά της. Τα ασθενοφόρα πολλαπλασιάστηκαν μεταφέροντας στην αγκαλιά τους ανθρώπους που χαροπάλευαν δίνοντας τη μεγαλύτερη μάχη της ζωής τους. Σαράντα οκτώ άτομα μεταφέρθηκαν στα εφημερεύοντα νοσοκομεία. Οκτώ άνθρωποι άφησαν την τελευταία τους πνοή ανάμεσα στα συντρίμμια, καλεσμένοι σε ένα μακάβριο συναπάντημα της μοίρας. Δύο από τους οκτώ ήταν μικρά παιδιά που κλήθηκαν πρόωρα να υπηρετήσουν στο τάγμα των αγγέλων. Οι συνέπειες του δυστυχήματος βύθισαν πολλές οικογένειες στο πένθος. Εικοσιτέσσερις ώρες μετά, οι γραμμές ελευθερώθηκαν από τα χαλάσματα που άφησε στο πέρασμά της η μαύρη σκιά, μα τα σημάδια που άφησε χρειάστηκε πολύς χρόνος για να επουλωθούν και για κάποιους αυτό ήταν ακατόρθωτο. Ο Νίκος δεν ήρθε ποτέ να πάρει τα βερίκοκα που του είχε φυλαγμένα η Μαρία. Τον προφυλάκισαν μαζί με μερικούς ακόμη υπαλλήλους, μέχρι να γίνει η εξακρίβωση των αιτιών του δυστυχήματος και να απαγγελθούν κατηγορίες. Οι πρώτες ημέρες βούλιαξαν την περιοχή σε ένα θλιβερό επίκεντρο. Ήταν το πρώτο θέμα σε όλα τα κανάλια των μέσων πληροφόρησης. Η Σοφία πρόσκαιρα έχασε τις ισορροπίες της. Το μυαλό της δεν μπορούσε να τακτοποιήσει τις σκληρές εικόνες που αντίκρισε. Δεν είχε προετοιμάσει στο μυαλό της κάποια θέση για κάτι ανάλογο και τώρα ήταν αναγκασμένη πρακτικά να το κάνει και μάλιστα υπό την πίεση των εξετάσεων. Απέφευγε να βγαίνει έξω όσο μπορούσε. Όσο για τους καθημερινούς περιπάτους, ούτε λόγος. Καθόταν στον κήπο με τα βιβλία μπροστά της και πολεμούσε με τις ανεπιθύμητες σκέψεις που έσερνε μπροστά στα μάτια της το μυαλό της. Στο τέλος, και με τη βοήθεια της Έλλης, κατάφερε και του επιβλήθηκε. Η Έλλη είχε γίνει καθημερινός επισκέπτης. Κατά παράδοξο τρόπο μετά το δυστύχημα είχε αλλάξει. Έβλεπε περισσότερα πράγματα, όχι με τα μάτια μα με την καρδιά. Κάτι είχε λειτουργήσει καταλυτικά μέσα της. Κάποιο θετικό συναίσθημα αναδύθηκε στην επιφάνεια και την απελευθέρωσε από αυτήν την αμυντική ψυχρότητα που είχε.


64

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Διάβαζαν στηρίζοντας η μία την άλλη, ενθαρρύνοντας η μία την άλλη. Αρκετές ημέρες μετά, ένα απόγευμα, επιχείρησαν να ξαναπάνε το γνωστό τους περίπατο, στα βαγόνια του ονείρου. Μόνο που τώρα το όνειρο απειλούσε να γίνει εφιάλτης. Αντιλήφθηκαν αμέσως την εγκεφαλική μόλυνση που προσπαθούσε να εισχωρήσει στην πηγή που γέννησε όνειρα και ελπίδες για τη δική τους ζωή. Από εκείνη την ημέρα, η διαδρομή άλλαξε. Κράτησαν αμόλυντα τα όνειρά τους και καθάριες τις ελπίδες τους. Την παραμονή των εξετάσεων πέρασε ο Ορέστης από το σπίτι να δώσει τις ευχές του για καλή επιτυχία. Είδε τη Μαρία με έκδηλο άγχος και δεν έχασε την ευκαιρία να την πειράξει. «Εσύ τι δίνεις αύριο Μαρία;». Εκείνη τον κοίταξε με μισό μάτι και σήκωσε επιθετικά την ξύλινη κουτάλα που ανακάτευε το φαγητό. «Ορέστη!» του φώναξε γνωρίζοντας ότι το ύφος της συμπλήρωνε όσα ήθελε να του πει. Η Σοφία τους κοιτούσε και γελούσε. «Στ’ αλήθεια, έχετε πολύ πλάκα» σχολίασε. Πήρε ένα κουτί χυμό από το ψυγείο, δύο ποτήρια και τους άφησε στην κουζίνα να πειράζονται σαν μικρά παιδιά. Ήταν στην πόρτα όταν ο Ορέστης της φώναξε: «Σοφία, μην το ξεχάσω, έχεις «καλή επιτυχία!» και από τη Δέσποινα, σαφής η παραγγελία της «θα της ευχηθείς και καλή δύναμη». «Πέσ’ της, την ευχαριστώ πολύ. Σας ευχαριστώ πολύ». Είκοσι πέντε μερόνυχτα εντατικής δουλειάς και άγχους, ευτυχώς τις περισσότερες φορές ελεγχόμενου, κράτησαν οι εξετάσεις. Έμεινε ικανοποιημένη από τον εαυτό της. Ήξερε ότι έδωσε ότι καλύτερο μπορούσε. Τις αμέσως δύο επόμενες ημέρες έβγαλε όλη την κούραση και την αϋπνία της. Χώθηκε στο κρεβάτι της και δεν έβγαλε την πυτζάμα της παρά στο τρίτο ξημέρωμα. Η Μαρία έπαιζε βουβό κινηματογράφο για να μην ενοχλήσει, μέχρι και τη Λούσυ είχε κάνει έξωση στον κήπο να μην την ανησυχήσει με τα γαβγίσματά της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

65

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όταν συνήλθε και ανέκτησε τους φυσιολογικούς βιορυθμούς, συνειδητοποίησε ότι οι ημέρες αναμονής έπρεπε να γεμίσουν με κάτι ευχάριστο για να μην καταλήξουν σε παράκρουση άγχους. Η πρόταση της Έλλης για μια καλοκαιρινή απόδραση ήρθε την κατάλληλη στιγμή. «Λοιπόν. Άκου. Φεύγουμε για δέκα ημέρες Λιτόχωρο». «Έχουμε σπίτι ελεύθερο και θα βρούμε και αυτοκίνητο. Θα έρθουν όλοι. Η Ηρώ, ο Γιάννης, η Δήμητρα, ο Παύλος και εμείς. Προμηνύεται φανταστικό δεκαήμερο». Μιλούσε κουνώντας στα δάχτυλά της ένα καλαμάκι από τον καφέ που έπινε, σαν μπαγκέτα αρχιμουσικού, δίνοντας έμφαση στα λόγια της. Στο τέλος το ακούμπησε στο στήθος της σαν μαγικό ραβδί και τη ρώτησε: «Τι λες; Πάμε;». «Συμφωνώ και επαυξάνω που θα έλεγε και ο Δημητρίου, ο φιλόλογός μας» είπε ενθουσιασμένη. «Φιλενάδα είσαι θησαυρός. Ψαχνόμουν πώς θα εμπλουτίσω τις ημέρες μου και ήρθες σαν από μηχανής θεός. Ομολογώ ότι η προσφορά σου είναι ό,τι καλύτερο». Ένα μεγάλο μπολ με κατακόκκινα κεράσια εμφανίστηκε στα χέρια της Μαρίας. «Τι πήρε το αυτί μου κούκλες; Για πού ετοιμαζόμαστε;» ρώτησε η Μαρία που άκουσε κάτι όπως ερχόταν. «Θείτσα μου πάμε διακοπές» της είπε όλο χαρά. «Για πού ακριβώς βάλατε πλώρη;». «Θα πάμε στο εξοχικό των γονιών μου, στο Λιτόχωρο» παρενέβη η Έλλη. «Αυτόν τον καιρό δεν είναι κανείς εκεί, οι δικοί μου θα πάρουν άδεια τον Αύγουστο καθώς είναι δικηγόροι και εργάζονται αρκετά. Άλλωστε, όπως ήδη σας έχω πει, αυτός ήταν ο βασικός λόγος που προτίμησα να σπουδάσω Νομική. Οπότε είπαμε να το εκμεταλλευτούμε. Να κάνουμε και κανένα μπάνιο γιατί ακόμα δεν είδαμε τι χρώμα έχει η θάλασσα φέτος». «Α! Πολύ ωραία! Να περάσετε καλά και... προσεκτικά...» είπε με περισσό μητρικό ενδιαφέρον η Μαρία. «Και να ενημερώσεις τον πατέρα σου!» είπε στη Σοφία και τις άφησε να κάνουν τα σχέδιά τους με τον ενθουσιασμό που χαρακτηρίζει την ηλικία τους. Το καλοκαίρι περνούσε πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι φανταζότανε η Σοφία. Ήταν πλουσιοπάροχο σε ό,τι είχε στερηθεί όλο το χειμώνα. Απόλαυσε ό,τι ικανοποιεί τα παιδιά της ηλικίας της, τα παιχνίδια στη θάλασσα, τα


66

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ρομαντικά βράδια στην ακτή με τις κιθάρες και, το σημαντικότερο, τα εφηβικά ερωτικά παιχνίδια. «Ακραίες καταστάσεις! Η εναλλαγή από τον ρομαντισμό στην ψυχρότητα και το αντίστροφο φαίνεται ότι οφείλεται στον ορμονικό αναβρασμό» συλλογίστηκε η Μαρία καθισμένη στην πολυθρόνα του κήπου, βλέποντας την παρέα να κονταροχτυπιέται λεκτικά, λίγο πιο πέρα, καθισμένοι στην τραπεζαρία. Μα αυτό που την μπέρδευε πιο πολύ ήταν η συνύπαρξη δύο αντίθετων συναισθημάτων. Μπορούσαν να μιλούν με τον σκληρότερο τρόπο αλλά συγχρόνως τα μάτια τους να εκπέμπουν γλύκα, ενδιαφέρον για το έτερο φύλο. «Ήταν τόσο διαφορετικά τα πράγματα στη δική μου εφηβική ηλικία» αναστέναξε η Μαρία και στράφηκε ξανά στο βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της. «Μα ίσως να φταίει και η ένταση της αναμονής των αποτελεσμάτων» συμπλήρωσε σαν τελευταία σκέψη. Το αύριο επιφύλασσε ριζικές αλλαγές για την τρυφερή παρέα που, όσο κι αν το έπαιζε σκληρή, βαθιά, μέσα στα μονοπάτια της ψυχής, ένα ήρεμο μάτι, μπορούσε να διακρίνει πολλές ροζ γειτονιές. Το ραντεβού ήταν για τις δέκα το πρωί. Η Σοφία δύσκολα έκλεισε τα μάτια της τη νύχτα. Πέντε φορές μέτρησε η Μαρία, που την άκουγε, σηκώθηκε και έκανε βόλτες, στο σαλόνι, στην κουζίνα... Την έκτη φορά είχε ξημερώσει. Την είδε να είναι έτοιμη, ντυμένη, χτενισμένη, πιάνοντας τα μακριά της μαλλιά με ένα κόκκινο κοκαλάκι, σχηματίζοντας μια καστανή μπούκλα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, να κάθεται στην κουζίνα, κρατώντας ένα φλιτζάνι γάλα και ταΐζοντας τη Λούσυ από τα κουλουράκια που έτρωγε. «Νωρίς βλέπω σηκώθηκες σήμερα!» δήλωσε η Μαρία, δήθεν αδιάφορα, βλέποντας τα πρησμένα μάτια της, σημάδι ότι ο ύπνος ήταν αδειούχος το βράδυ που πέρασε. «Δεν κοιμήθηκα καλά χθες τη νύχτα… Μόλις έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα άσπρα χαρτιά γεμάτα ονόματα, η αγωνία για να εντοπίσω το δικό μου κατέληγε μόνιμα εφιάλτης και στο τέλος ξυπνούσα. Κάποια στιγμή το πήρα απόφαση ότι δεν θα κοιμηθώ και το έριξα στις βόλτες». «Σε άκουγα. Και για να πω την αλήθεια ούτε κι εγώ κοιμήθηκα με την έννοια σου. Δεν νομίζω όμως ότι έχεις λόγο να ανησυχείς, με τόσο διάβασμα» της είπε ενθαρρυντικά η Μαρία. «Θα δεις! Όλα θα πάνε καλά!». Λίγο πριν τις δέκα βρισκόταν έξω από την είσοδο του Λυκείου.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

67

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όλη η παρέα σύσσωμη, στήθηκε, περιμένοντας τις άσπρες σελίδες του ονείρου. Στις δέκα και τέταρτο, η κυρία Ταξιάρχη, Φιλόλογος, βγήκε από το γραφείο των καθηγητών με την κινητή βόμβα στα χέρια. Τη στερέωσε πανήρεμη στον πίνακα των ανακοινώσεων με μικρά κομματάκια κολλητικής ταινίας, σχηματίζοντας μια μακρόσυρτη λίστα. Ο πανικός της στιγμής ήταν αναπόφευκτος. Οι ώρες μιας ολόκληρης χρονιάς ήρθαν αντιμέτωπες με τη συγκεκριμένη στιγμή. Δεκάδες μάτια ανεβοκατέβαιναν ψάχνοντας το όνειρο, την επιθυμία, το στόχο. Σαν την μπίλια της ρουλέτας που σταματά στο τυχερό νούμερο, δύο πράσινα μάτια θρονιάστηκαν στην πέμπτη σειρά της μεσαίας στήλης. Δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από τη χρυσή λάμψη που ακτινοβολούσαν τα γράμματα που σχημάτιζαν το όνομά της. «ΓΑΛΑΝΟΥ ΣΟΦΙΑ του ΟΡΕΣΤΗ, ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ». Μια γλυκιά ανάσα απελευθέρωσης γλίστρησε απαλά στο κάτω χείλος της. Ζεστή, γεμάτη συγκίνηση. Άφησε το σώμα της χαλαρό, να το ξεβράσει η αγωνία των υπολοίπων έξω από τον κύκλο που είχε δημιουργηθεί μπροστά στα μαγικά χαρτιά. Τους άφησε και βγήκε έξω στον αυλόγυρο. Ήθελε να κλάψει αλλά δεν έκλαψε, ήθελε να γελάσει αλλά δεν γέλασε. Περπάτησε λίγα βήματα, μακριά από όλους, εκεί κοντά στις πικροδάφνες, και σταμάτησε. Έκλεισε τα μάτια της και έφερε το γλυκό πρόσωπο της μητέρας της στο μυαλό της, αισθάνθηκε τη ζεστασιά από το βλέμμα της. Ήθελε να είναι η πρώτη που θα ανήγγειλε την επιτυχία της. «Μανούλα μου τα κατάφερα, το όνειρό μου αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά, πέτυχα!» φώναξε μέσα της και ήξερε ότι την άκουγε και χαιρόταν μαζί της. Ένα δάκρυ ευτυχίας κύλησε από τα μάτια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Τώρα μπορούσε να το πει, να το χαρεί, να το φωνάξει. Σκούπισε τα μάτια της και γύρισε χαμογελαστή πίσω στην παρέα που την αναζητούσε. Είχαν περάσει σχεδόν όλοι. Η Έλλη, όπως ήταν αναμενόμενο, πέρασε στη Νομική Θεσσαλονίκης, ο Παύλος Στρατιωτική Ιατρική, μόνο η Ηρώ και ο Γιάννης δεν τα κατάφεραν, η Ηρώ βέβαια είχε εναλλακτική λύση, θα ακολουθούσε μια άλλη επιθυμία της, την κομμωτική, ο Γιάννης όμως είχε ήδη αποφασίσει να ξαναδώσει εξετάσεις. Το γιόρτασαν πανηγυρικά στο “Coffee-Ice-Home” του Αντουάν. Ένα καφέ-μπαρ στην κεντρική πλατεία, το μέρος που φιλοξένησε, όλη τη δύσκολη


68

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

χρονιά που πέρασε τους προβληματισμούς για το μέλλον, τους τσακωμούς για το τίποτα, τις χαρές για το τώρα. Ένας τεράστιος δίσκος, γεμάτος από πολύχρωμα, πολυώροφα και πολυστολισμένα μπολ παγωτού προσγειώθηκε στο τραπέζι με επισημότητα από τα χέρια του Αντουάν. Τους γνώριζε όλους πολύ καλά και τις καλές τους και τις στραβές τους, μα σήμερα όλοι πετούσαν και πιο άξιοι επιβραβεύσεων ήταν αυτοί που χαίρονταν με τη χαρά των άλλων, αυτοί που δεν τα κατάφεραν αλλά ζούσαν τη χαρά των φίλων τους. Αυτό το συγκεκριμένο δεν παρέλειψε να το επαινέσει ο Αντουάν στην παρέα. Ο γευστικός πειρασμός μεταμορφώθηκε πολύ γρήγορα σε γευστική απόλαυση και επισφράγισε γλυκά την επιτυχία τους. Στην άλλη πλευρά, την οικογενειακή, επικρατούσε εορταστική ατμόσφαιρα. Όποιον έβλεπε η Μαρία τον κερνούσε. «Για το κοριτσάκι μου που πέρασε!» έλεγε και καμάρωνε πιο πολύ και από τον Ορέστη, ο οποίος έφτασε το μεσημέρι, μαζί με τη Δέσποινα, φορτωμένοι με μια πανέμορφη ανθοδέσμη με ροζ λίλιουμ και ένα κουτί γλυκά. Η τούρτα που αποκαλύφθηκε στο άνοιγμά του έγραφε με ροζ ζελέ πάνω στο άσπρο γλάσο: «Συγχαρητήρια από όλους μας». Η Σοφία όταν την είδε έμεινε έκπληκτη. «Και πότε τα ετοίμασες όλα αυτά; Πώς ήσουν σίγουρος;» τον ρώτησε με χαρά. «Το ένστικτο του πατέρα! Το ένστικτο!» της απάντησε με περηφάνια, φυλακίζοντάς τη στην αγκαλιά του. «Να ήταν και η Λήδα εδώ! Να σε καμάρωνε!» ψιθύρισε η Μαρία βλέποντάς τους αγκαλιασμένους και χαρούμενους. Ήπιαν στην επιτυχία της και τη γέμισαν εγκάρδιες ευχές και δώρα. Η Δέσποινα της πήρε ένα μοντέρνο ρολόι, ασημένιο, με μαύρο καντράν που αγκάλιαζε τον καρπό σαν βραχιόλι. Η Σοφία ξετρελάθηκε τόσο που επιβράβευσε τη Δέσποινα για την επιλογή της. Όσο για την αγαπημένη της θεία, φρόντισε να την εφοδιάσει με ένα πολύτιμο χρυσό σταυρό, προστάτη της σε όλες τις δυσκολίες της ζωής. «Τώρα που θα φύγεις μακριά μας, να τον φοράς πάντα! Να σε προστατεύει!» της είπε συγκινημένη και της τον φόρεσε. Ακούγοντας τα λόγια της, ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι η ζωή της είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

69

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όταν τελείωσαν με τα δώρα και τις ευχές, ο Ορέστης αγκάλιασε τρυφερά τη Δέσποινα και την τράβηξε κοντά του. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν. Με ένα νεύμα εκείνη έδωσε τη συγκατάθεσή της στον Ορέστη να μιλήσει. Εκείνος με χαρούμενο ύφος έκανε μια ευχάριστη αναγγελία: «Έχουμε και εμείς να σας πούμε κάτι ευχάριστο. Σε λίγους μήνες η οικογένειά μας θα μεγαλώσει με ένα νέο μέλος». Γύρισε στη Σοφία: «θα αποκτήσεις αδελφάκι!» της είπε και η χαρά του δεν κρυβόταν. Η Σοφία δεν πίστευε στα αυτιά της. «Ένα αδελφάκι!» επανέλαβε για να το ακούσει πάλι. Η καρδιά της πλημμύρισε με ένα ζεστό κύμα αγάπης. Αγκάλιασε με θέρμη τη Δέσποινα δείχνοντας έμπρακτα την αγάπη της. «Χαίρομαι τόσο πολύ μπαμπά μου. Εύχομαι να είναι αγόρι! Πάντα ήθελα έναν αδελφό!» του είπε με ένα γλυκό φιλί. Ήταν μια ημέρα χαράς για όλους που τους έδωσε απλόχερα η ζωή, ίσως ξεχρεώνοντας κάποιους παλιούς λογαριασμούς.


70

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Ένατο Νέα Ζωή

Πρώτη και βασική υποχρέωση, ανάγκη καλύτερα, ήταν να κανονίσουν για το σπίτι όπου θα έμενε η Σοφία. Σε μια διήμερη αναζήτηση στις γειτονιές της Αθήνας και με αρκετή τύχη, κατάφεραν να βρουν ένα συμπαθητικό δωμάτιο σε ένα διαμέρισμα, δυάρι, στο Παγκράτι. Η συγκάτοικός της, η Λένα, εκ πρώτης όψεως, αν και πολλές φορές η πρώτη εντύπωση δίνει λάθος πληροφορίες, φάνηκε συμπαθητική. Σπούδαζε Αγγλική φιλολογία και βρισκόταν στο τρίτο έτος σπουδών. Από τις λίγες κουβέντες που αντάλλαξαν στην πρώτη τους επαφή, η Σοφία συμπέρανε ότι δεν ήταν πολύ ομιλητικός τύπος. Όχι που την ένοιαζε και πολύ βέβαια διότι ούτε και η ίδια ήταν πολυλογού και ίσως αυτό να τη βοηθούσε να συμβιώσει καλύτερα. Το σπίτι της άρεσε, το βρήκε αρκετά βολικό, όχι και τόσο καθαρό για τις συνήθειές της αλλά αυτό θα το κανόνιζε αργότερα, σκέφτηκε, διώχνοντας τον μικρό ενδοιασμό της. Κανόνισαν το ενοίκιο και τις υποχρεώσεις που θα μοιράζονταν οι δυο τους. Ευτυχώς ήταν επιπλωμένο και δεν θα είχε παραπανίσια κουβαλήματα παρά μόνο να φέρει τα ρούχα της και τα προσωπικά της πράγματα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

71

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Συμπαθητικό το έκρινε και ο Ορέστης, του οποίου η γνώμη μετρούσε πάντα για τη Σοφία, όπως επίσης του άρεσε και η περιοχή. Θα βολευόταν εύκολα καθώς τριγύρω από το διαμέρισμα υπήρχαν όλων των ειδών τα μαγαζιά για να καλύψουν τις ανάγκες της. Το θέμα «σπίτι» τακτοποιήθηκε σχετικά γρήγορα. Η Σοφία γύρισε πίσω με τα κλειδιά του καινούριου σπιτιού στο ένα χέρι και ένα καλάθι όνειρα στο άλλο. Τώρα, το μόνο που της έμενε ήταν να ετοιμάσει αυτά που ήθελε να πάρει μαζί της. Τα βασικά, δηλαδή ρούχα, παπούτσια, μπουφάν. Αυτά τα κανόνισε γρήγορα, οι υπόλοιπες μικρές λεπτομέρειες ήταν που τις έφαγαν τον πιο πολύ χρόνο. Η Μαρία πηγαινοερχόταν κρατώντας διάφορα πράγματα στα χέρια και όλο ρωτούσε: «Αυτό θα το πάρεις; Εκείνο δεν θα το χρειαστείς;». Ήθελε δεν ήθελε την ανάγκαζε να μπει σε μια υποχρεωτική διαδικασία αναρώτησης. «Να το πάρω; Να μην το πάρω;» ούτε που κατάλαβε πόσες φορές ψέλλισε αυτά τα συγκεκριμένα λόγια. Όλα πέρασαν από αυτόν τον έλεγχο με μία μόνη εξαίρεση: το μικρό πορτοφολάκι με τις χάντρες. Το τελευταίο δώρο της μητέρας της. Το κράτησε στα χέρια της ευλαβικά και το έβαλε με αγάπη στη βαλίτσα με τα πιο πολύτιμά της πράγματα. Αυτό το όμορφο και άψυχο αντικείμενο, κουβαλούσε μέσα του άπειρες μνήμες, στιγμές από μια ζωή που έφυγε μόνο στο επίπεδο της ύλης. Κάθε φορά που η Σοφία το άγγιζε ήταν σαν να άνοιγε το σεντούκι με τους θησαυρούς της Λήδας, ήταν σαν να την έβλεπε μπροστά της, σαν να της μιλούσε, σαν να της γελούσε. Με ένα μεταφυσικό τρόπο αισθανόταν τη ζεστασιά της παρουσίας της, τη φλόγα της αγάπης της να περιτριγυρίζει την καρδιά της και να την ανεβάζει στα ουράνια, ανάλαφρη, λες και είχε εγκαταλείψει το φυσικό της σώμα κάτω στη γη, εκεί που πραγματικά ανήκε. Τελικά κατέφερε να τα συγκεντρώσει όλα σε δύο μεγάλες βαλίτσες. Τις ακούμπησε σε μια πλευρά του τοίχου, στο χολ, αφήνοντας τη Λούσυ να τις μυρίζει χώνοντας την καφετιά μουσούδα της παντού με μεγάλη περιέργεια.


72

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Έσκυψε δίπλα της και της χάιδεψε το σγουρό κεφαλάκι της όπως συνήθιζε να κάνει πάντα. «Φιλενάδα μου, τώρα που θα φύγω θέλω να προσέχεις τη θείτσα μου» της είπε μελαγχολικά, λυπόταν που έπρεπε να τις αποχωριστεί και τις δύο αλλά, η ζωή έχει ένα δικό της μοναδικό τρόπο να οδηγεί τα ανθρώπινα ταξίδια και, ενίοτε, να παρεμβαίνει. Ψυχρή, αδέκαστη αλλά πάντα δίκαιη, άσχετα αν μερικές φορές χαρακτηρίζεται άδικη. Στο βάθος του χρόνου γίνεται αντιληπτή η ιδιόμορφη δικαιοσύνη της. Η Μαρία τις παρακολουθούσε από το άνοιγμα της πόρτας που οδηγούσε στην κουζίνα. Διαισθάνθηκε τη θλίψη της, παρ’ όλο που εκείνη ήταν πνιγμένη από αυτήν. Για μια ακόμη φορά έδειξε το μεγαλείο της καρδιάς της. Τις πλησίασε. «Εμείς θα είμαστε καλά μαζί και θα σε σκεφτόμαστε!» της είπε και ακούμπησε, με αγάπη, το χέρι της πάνω στο μαλλιαρό κεφάλι της σκυλίτσας της. «Εσύ κοίτα να προσέχεις τον εαυτό σου τώρα που θα είσαι μόνη σου. Να τρως καλά! Να ντύνεσαι ζεστά!». Της γέμισε το κεφάλι με χρήσιμες συμβουλές, όπως θα έκανε κάθε καλή μητέρα. Και η Μαρία ήταν η δεύτερη μητέρα της. Η ημέρα της αναχώρησης έφτασε με ανάμεικτα συναισθήματα. Η Σοφία είχε επιλέξει να ταξιδέψει με το βραδινό τρένο, των έντεκα. Ο Ορέστης, είχε αναλάβει να βγάλει το εισιτήριό της. Θα της το έδινε όταν θα ερχόταν να την πάει στο σταθμό. Είχε ήδη αποχαιρετίσει τους φίλους της από νωρίς. Κανείς τους δεν έτυχε να περάσει στην Αθήνα. Θα προτιμούσε να έχει δίπλα της κάποιο φίλο της ή έστω γνωστό της. Καθισμένες στο σαλόνι, ήρεμες μετά από ατέλειωτες αγκαλιές και συμβουλές, περίμεναν τον Ορέστη χαζεύοντας αδιάφορα στην τηλεόραση. Η Λούσυ ήταν η πρώτη που κατάλαβε το ερχομό του. Ειδοποίησε με τα συνήθη γαβγίσματά της σαν καλός φύλακας. Ο Ορέστης μετά από ένα γρήγορο «καλησπέρα» φόρτωσε τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο. Οι τελευταίοι χαιρετισμοί ήταν πολύ υγροί! Τα δάκρυα της Μαρίας δεν άντεξαν το φράγμα των ματιών της και ξεχείλισαν προς τα έξω. Τα μάζεψε γρήγορα όπως-όπως. Όταν της ευχήθηκε «καλό ταξίδι» είχε βρει την ηρεμία της και η φωνή της ήταν σταθερή και καθαρή.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

73

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Στάθηκε στην αυλόπορτα κάνοντας νοητά το σημείο του σταυρού με το χέρι της, μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια της τα κόκκινα φώτα του αυτοκινήτου. Όταν έφτασαν στον σταθμό η μόνη ελεύθερη θέση ήταν μια εντελώς παράνομη στάθμευση. Ο Ορέστης όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Το πάρκαρε κάνοντας μια ευχή· να το βρει στη θέση που το έβαλε όταν θα επέστρεφε. Η κίνηση ήταν αρκετή αυτήν την ώρα έξω από το σταθμό. Κατέβασαν τις βαλίτσες και μπήκαν στη μεγάλη είσοδο. Επικρατούσε ένας μικρός συνωστισμός στο γκισέ των εισιτηρίων. Προσπέρασαν τη μαρμάρινη προτομή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που κοσμούσε επιβλητικά τον χώρο. Πίσω ακριβώς, μια χειροκίνητη άμαξα, καλοσυντηρημένη αντίκα μιας άλλης εποχής, θύμιζε στους ταξιδιώτες τα προνόμια της παρούσης. Η Σοφία την περιεργάστηκε με την ησυχία της όσο ο Ορέστης ενημερωνόταν για την έξοδο από την οποία θα αναχωρούσε η αμαξοστοιχία. Μόλις πήρε την πληροφορία που ήθελε, της έκανε νεύμα με το χέρι του για την πλευρά που θα ακολουθούσαν. Τον πλησίασε σέρνοντας τη μία από τις δύο βαλίτσες, τη δεύτερη την είχε αναλάβει ο Ορέστης. «Φεύγεις από την έξοδο τρία» της είπε περπατώντας. Μπροστά στις θυρίδες φύλαξης του σταθμού σταμάτησε για λίγο. Η Σοφία κοίταξε με απορία τον πατέρα της, η οποία της εξηγήθηκε γρήγορα βλέποντάς τον να ψάχνει την τσέπη του πουκαμίσου του. Έβγαλε ένα άσπρο διπλωμένο εισιτήριο και της το έδωσε. «Θα το φυλάξεις μέχρι το τέλος της διαδρομής» της είπε ενώ έσκυβε να μαζέψει δύο μικρά χαρτάκια με αριθμούς, που δραπέτευσαν από την τσέπη του τη στιγμή που προσπαθούσε να βγάλει το όνειρο της Σοφίας από αυτήν. Η Σοφία το ξεδίπλωσε και το διάβασε. Το όνομά της ήταν τυπωμένο με μαύρα γράμματα, κεφαλαία. «Από ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Προς ΑΘΗΝΑ ώρα αναχώρησης 11 μ.μ.». Στα δάχτυλά της διέκρινες ένα τρέμουλο προσοχής σαν να άγγιζε κάτι εύθραυστο, ευαίσθητο. Αυτό το απλό, άσπρο τυπωμένο χαρτί για κάποιον άλλον θα ήταν απλώς αναγκαίο. Θα το πέταγε χιλιοτσαλακωμένο στον πρώτο κάδο σκουπιδιών που θα έβρισκε μπροστά του, κατεβαίνοντας από το τρένο. Για τη Σοφία όμως έπαιρνε μαγικές διαστάσεις. Το όραμα έγινε πραγματικότητα. Στα μάτια της άστραφτε σαν τα λαμπερά χαρτιά των


74

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

χριστουγεννιάτικων δώρων, ανεβάζοντας στα χείλη της τη λαχταριστή, ζεστή κοφτή ανάσα ενθουσιασμού που τραβάει τις γωνίες των χειλιών στα άκρα, ζωγραφίζοντας ένα πλατύ χαμόγελο ευτυχίας. Το δίπλωσε ελαφριά στη μέση χωρίς τσάκιση, απαλά, και το φύλαξε προσεκτικά σε μια εξωτερική θήκη της τσάντας της που την είχε κρεμασμένη στον ώμο. «Εντάξει;» τη ρώτησε προσπαθώντας να ηρεμήσει την πατρική ανησυχία του. Εκείνη του απάντησε καταφατικά κουνώντας το κεφάλι της πάνωκάτω. Προχώρησαν στον υπόγειο διάδρομο. Μπροστά ο Ορέστης πίσω η Σοφία. Σε μερικά σημεία τα πολυκαιρίσια φθαρμένα πλακάκια στους τοίχους έδιναν μια απαίσια όψη βρώμικης, δημόσιας τουαλέτας. Πολλά από αυτά είχαν πέσει από τη θέση τους δημιουργώντας ανοικτές πληγές στο ήδη άσχημο θέαμα. Στη δεξιά πλευρά, ένα μακρύ χώρισμα από νάιλον έκρυβε από τα μάτια των ταξιδιωτών τις εργασίες ανακαίνισης που θα έσωζαν την τιμή της πόλης. Η Σοφία έσκυψε σε ένα ανεπιτυχές κλείσιμο του νάιλον σαν λαθραίος θεατής και κοίταξε μέσα. Σωροί σπασμένων τσιμέντων δίνανε την όψη βομβαρδισμένου κτιρίου. Το θέαμα της προκαλούσε απογοήτευση. Τράβηξε το κεφάλι της τη στιγμή που ο Ορέστης, σταματημένος μπροστά στα σκαλοπάτια, της φώναξε να τον ακολουθήσει. Πήρε τη βαλίτσα στο χέρι και άρχισε να ανεβαίνει τα μισοσπασμένα σκαλιά προς την έξοδο τρία. Γύρισε και την κοίταξε ρωτώντας τη: «Θα τα καταφέρεις να την ανεβάσεις;». «Ναι, ναι, ανεβαίνω!» του απάντησε και κατέβασε το μακρύ χερούλι της βαλίτσας που μέχρι εδώ την κυλούσε άνετα πάνω στα ροδάκια της. Την έπιασε από το κοντό χερούλι και ξεκίνησε. Την ανέβασε σκαλί-σκαλί. Τελικά της ήρθε πιο βαριά απ’ ότι φανταζότανε αλλά έσφιξε τα δόντια και συνέχισε. Μόνο όταν ανέβηκε και το τελευταίο σκαλοπάτι, μια βαθιά ανάσα και ένα ξεφύσημα, ομολόγησαν το ζόρι της. Προχώρησαν λίγα μέτρα στη μακριά τσιμεντένια πλατφόρμα που χώριζε τις γραμμές, κοιτάζοντας τον κόσμο που περίμενε υπομονετικά με τις


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

75

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αποσκευές παρκαρισμένες δίπλα στα πόδια τους. Βρήκαν ένα κενό σημείο και στάθηκαν μιμούμενοι τους υπόλοιπους. Αναγνωριστικές πτήσεις βλεμμάτων διασταυρώνονταν ανάμεσα στους προσεχώς συνταξιδιώτες. Μερικοί ανήσυχοι, βημάτιζαν νευρικά ανάμεσα στο πλήθος, σκύβοντας πότε-πότε πάνω στο στενό άνοιγμα των γραμμών, κοιτώντας μακριά το σημείο απ’ όπου θα εμφανιζόταν η αμαξοστοιχία. Ένας νεαρός άντρας, φορτωμένος με μικρά μπουκαλάκια νερό, ζήτησε ευγενικά συγνώμη για το ακούσιο σκούντημά του πάνω στην απελπισμένη κίνησή του να σώσει ένα μπουκάλι που ξέφυγε από την αγκαλιά του και ήταν έτοιμο να βουτήξει μέσα στο αόρατο ποτάμι που σχημάτιζαν οι δύο πλατφόρμες. Η Σοφία τον κοίταξε από πίσω την ώρα που απομακρυνόταν. Το βλέμμα της είχε τον χρόνο να τον περιεργαστεί λεπτομερώς. Μαύρο στρατιωτικό παντελόνι, ζώνη, με μια μεγάλη αγκράφα που ενωνόταν με την αριστερή τσέπη του παντελονιού του με μια ασημένια αλυσίδα. Ένα τατουάζ σε σχήμα αετού κοσμούσε το αριστερό του μπράτσο. Η ματιά της ανέβηκε πιο ψηλά, στο ξυρισμένο κεφάλι του. Οι μόνες τρίχες που φαίνονταν ήταν αυτές που σχεδίαζαν ένα καλλιτεχνικό μούσι στο πηγούνι του. Νόμισε ότι τελείωσε την παρατήρησή της όταν το μάτι της σκάλωσε πάνω στο ασημένιο σκουλαρίκι που σημάδευε λαμπερά το λοβό του ενός αυτιού του. Παρ’ όλη τη σχολαστική εξερεύνηση, δεν μπόρεσε να καταλήξει πως μια τόσο εκκεντρική εμφάνιση ήταν δυνατόν να κρύβει τόση ευγένεια στη συμπεριφορά. Η παρέα στην οποία σταμάτησε, απ’ ότι έκρινε, ήταν της ίδιας φιλοσοφίας. Η Σοφία πάντα τους έβλεπε με «μισό μάτι» αυτούς τους τύπους, ήταν κατά κανόνα φασαρτζήδες και ολίγον άξεστοι, γι’ αυτό και μπερδεύτηκε με την ακόμη πιο ανεξήγητη συμπεριφορά του. Η ενδυματολογική κοινωνική ανάλυση διακόπηκε βίαια από τον θόρυβο των βαγονιών του τρένου που εμφανίστηκαν στη γραμμή τρία. Η μηχανή του τα έσπρωχνε σιγανά προς τα πίσω. Τρία βαγόνια περίμεναν υπομονετικά να συνδεθούν μαζί του και να συνεχίσουν την πορεία προς το νότο. Ένας άντρας με μακριά μαλλιά και μπλε σκούρα φόρμα πήδηξε από το τελευταίο βαγόνι ενώ αυτό εξακολουθούσε να φλερτάρει με το σταθμευμένο «έτερον ήμισυ».


76

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Προσγειώθηκε με χαρακτηριστική άνεση ανάμεσα στις σιδερένιες ράγες. Περπάτησε προς το σταματημένο «έτερον ήμισυ» και στάθηκε ισορροπώντας πάνω από το σημείο σύνδεσης. Δύο έμπειρα χέρια ένωσαν τους δύο τεράστιους όγκους σε ένα σφιχταγκάλιασμα τη στιγμή της επαφής. Πολλοί ταξιδιώτες μετατράπηκαν άθελά τους σε θεατές, ικανοποιώντας συγχρόνως την περιέργειά τους. Η Σοφία έβγαλε το εισιτήριο από τη θήκη που το είχε τοποθετήσει πρόχειρα. Έψαξε πάνω του τον αριθμό του βαγονιού και τον αριθμό της θέσης, που ταξίδευε. «Βαγόνι επτά, θέση τριάντα τρία!» είπε φωναχτά στον Ορέστη. Εκείνος άρχισε να ψάχνει τον αριθμό του βαγονιού στα άσπρα πλαίσια, ακριβώς δίπλα στις πόρτες. Από το μπέρδεμά του τον έβγαλε ένας υπάλληλος του τρένου που στεκόταν στο άνοιγμα μιας πόρτας. «Δεύτερο βαγόνι από τη μηχανή» απάντησε στην ερώτησή του. Περπάτησαν αρκετά μέτρα μπροστά αναζητώντας το. Η κολλημένη σκόνη επάνω του δήλωνε έμπρακτα το μακρινό του ταξίδι από την Ορεστιάδα του Έβρου. Στα μισά της διαδρομής απέκτησε έναν συνοδοιπόρο για να συνεχίσουν μαζί ως τον τελικό προορισμό τους, την Αθήνα. Στο βαγόνι επτά, υπήρχε ήδη καθισμένος αρκετός κόσμος, μερικοί εκ των οποίων υπέγραφαν ενδυματολογικά τον τόπο προέλευσής τους. Ο Ορέστης ανέβασε τη βαλίτσα που κρατούσε στα χέρια του από τα στενά σκαλοπάτια της πόρτας. Η Σοφία του έδωσε και τη δική της και ανέβηκε και αυτή. Προχώρησαν στο διάδρομο. Η Σοφία πήγαινε μπροστά κοιτώντας τα μικρά ταμπελάκια με τους αριθμούς των καθισμάτων. Όταν βρήκε τη θέση της, έκανε νόημα στον Ορέστη να πάει προς το μέρος της. Τακτοποίησαν τις βαλίτσες στον ειδικό χώρο αποσκευών. «Θα τα καταφέρεις μόνη σου και με τις δύο βαλίτσες όταν φτάσεις στην Αθήνα;» αναρωτήθηκε φανερά προβληματισμένος. «Θα έπρεπε να έρθω μαζί σου» της είπε γεμάτος ενοχές. «Έλα καλέ μπαμπά! Δεν θα βρω έναν άνθρωπο να με βοηθήσει;» του είπε για να τον καθησυχάσει. «Θα έχω τον απαιτούμενο χρόνο, μην ανησυχείς, δεν είναι στάση αστικού λεωφορείου... στο τέρμα θα κατέβω». Ο Ορέστης πήρε μια ανάσα από τα λόγια της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

77

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Θα με πάρεις τηλέφωνο όταν φτάσεις έτσι;». «Ναι, μπαμπά, μην ανησυχείς!». «Έλα να σε φιλήσω!» της είπε και άνοιξε την αγκαλιά του συγκινημένος. «Καλό ταξίδι μωρό μου, να προσέχεις!». Η Σοφία δεν απάντησε, κούνησε το κεφάλι της μόνο υπομονετικά. Είχε ακούσει τόσες συμβουλές το τελευταίο εικοσιτετράωρο που κόντευε τα όρια της αντοχής της. Ο Ορέστης κατέβηκε από το βαγόνι και στάθηκε από έξω βλέποντάς την από το παράθυρο. Όση ώρα περίμεναν την αναχώρηση του τρένου, ένας νεαρός, περίπου στην ηλικία της, με ένα κόκκινο τζόκεϊ καπέλο, αυτό της τράβηξε την προσοχή, κάθισε στη διπλανή της θέση. Απέναντί της καθόταν ήδη ένα ζευγάρι μετανάστες, μάλλον Αλβανοί, απ’ ότι κατάλαβε από την ομιλία τους, με δύο πιτσιρίκια στην αγκαλιά τους. Στο βάθος του βαγονιού μια οικογένεια Πομάκων με τα χαρακτηριστικά μαύρα τσαντόρ χάζευε με περιέργεια τους νεοαφιχθέντες. Το αποκορύφωμα του πολυπολιτισμού ήρθε όταν τα αυτιά της συνέλαβαν την κινέζικη διάλεκτο από τους επιβάτες που καθόταν πίσω της. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα γελάκι στη σκέψη που άνθισε στο μυαλό της: «Για φαντάσου, το βαγόνι του Νώε!». Το γέλιο της όμως βυθίστηκε όταν έστρεψε το κεφάλι της και συνάντησε το βλέμμα του Ορέστη, που στεκόταν έξω με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του. Μια γεύση μελαγχολίας της έφερε μια πίκρα στο στόμα. Αισθάνθηκε άβολα. Δεν της άρεσαν οι αποχαιρετισμοί. Παρακαλούσε μέσα της να ξεκινήσει γρήγορα το τρένο. Και η παράκληση εισακούσθηκε. Η άχρωμη γυναικεία φωνή ανήγγειλε την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας. «Μπαμ-μπαμ». Οι πόρτες των βαγονιών έκλειναν από το χέρι του υπεύθυνου. Στην τελευταία έδωσε ένα σάλτο και μπήκε μέσα τραβώντας την πίσω του. Το τρένο ξεκίνησε αργά. Τον κοίταξε που τη χαιρετούσε κουνώντας το χέρι του, χαμογελαστός, ώσπου τον έχασε από τα μάτια της. Έμεινε ακίνητη με τη σκέψη του τίποτα να της καθηλώνει το νου. Δεν κατάλαβε πόση ώρα ήταν έτσι, σαν ναρκωμένη, λες και το μυαλό της είχε μείνει πίσω στο σταθμό κοντά του, και το σώμα της ταξίδευε μόνο του. Μια κραυγή απαίτησης από τον μικρό επαναστάτη απέναντι, συναρμολόγησε τα δύο κομμάτια της. Κοίταξε γύρω της να επικοινωνήσει με


78

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

το περιβάλλον, λες και έμπαινε μόλις τώρα. Τα μάτια της σταμάτησαν στο κόκκινο καπέλο δίπλα της. Ένα τεράστιο χαμογελαστό στόμα από ήρωα καρτούν, έδειχνε με καμάρι τα κατάλευκα δόντια του, τυπωμένο πάνω από το γείσο του καπέλου. Της έφερε αυθόρμητα ένα ηχηρό γέλιο στα χείλη της. Ο κάτοχος του καπέλου γύρισε και της χαμογέλασε. «Σου φάνηκε αστείο ε! Και μένα, γι’ αυτό το αγόρασα» της είπε. «Αλήθεια! Είναι πολύ ευρηματικό! Και υγιεινό νομίζω» του είπε συνεχίζοντας να χαμογελάει «εξάλλου το γέλιο είναι υγεία». Το κόκκινο καπέλο άπλωσε το χέρι του και απέκτησε όνομα. «Μιχάλης» της συστήθηκε. «Σοφία» και του έδωσε το δικό της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

79

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΜΙΧΑΛΗΣ


80

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

81

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Πρώτο Καρμική συνάντηση

Το ενδιαφέρον της κεντρίστηκε περίεργα. Με παράδοξο τρόπο ένα αόρατο χέρι πάτησε ένα αόρατο κουμπί και ένα μαγνητικό πεδίο τέθηκε σε λειτουργία. Δυο μάτια, στο χρώμα του μελιού, γέμισαν με γλύκα το βλέμμα της. Άφησε το χέρι του αργά και τα μάτια της καρφώθηκαν στα δάχτυλά της. Ασυναίσθητα. Ένα παράξενο αίσθημα απώλειας γεννήθηκε μέσα της, σαν κάτι να της πήρε αυτή η στιγμιαία επαφή. Τον ξανακοίταξε. Ο Μιχάλης έβγαλε το τζόκεϊ από το κεφάλι του αποκαλύπτοντας τα καστανά κύματα των μαλλιών του. Αφημένα σε ένα μάκρος μέχρι το λαιμό, του χάριζαν μια έντονη γοητεία. Η Σοφία δεν της αντιστάθηκε, την άφησε να κυλήσει μέσα στο κενό της απώλειας που αισθάνθηκε προηγουμένως. Μια μαγική ηρεμία απλώθηκε στα πράσινα μάτια της, γεννώντας ένα ονειροπόλο βλέμμα. Προσπάθησε να το προστατέψει και το έκρυψε ρίχνοντας το βλέμμα κάτω στα δάχτυλα των χεριών της που κάνανε ένα τρελό χορό μεταξύ τους, εκτονώνοντας όλη την ένταση, που ξαφνικά διαδέχθηκε την ηρεμία της. Εκείνος ακούμπησε το καπέλο στα γόνατά του και με έκδηλη ευγένεια στη φωνή του, τη ρώτησε αναγκάζοντάς τη να σηκώσει τα μάτια της.


82

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Που ταξιδεύεις; Αθήνα;». Η Σοφία τράβηξε τα μακριά μαλλιά της προς τα πίσω σαν μια κίνηση ανάσας. «Ναι, Αθήνα πηγαίνω. Για σπουδές». «Σπουδές!» ανασηκώθηκε με ενδιαφέρον. «Δηλαδή... Πού;». «Ιατρική. Πρώτο έτος. Εσύ;» «Εγώ πρώτο έτος ψυχολογίας. Συναφή επαγγέλματα». Κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας. «Πρώτη φορά πας Αθήνα;» τη ρώτησε. «Αν δεν μετρήσεις ένα διήμερο ταξίδι αποκλειστικά για την αναζήτηση σπιτιού ναι… Είναι η πρώτη φορά». «Βρήκες κάτι καλό τουλάχιστον!». «Εκ πρώτης όψεως πρακτικό, το πόσο καλό, θα το δείξει ο χρόνος. Και η νέα μου συγκάτοικος, φοιτήτρια και αυτή, στο τρίτο έτος, Αγγλική Φιλολογία». «Εγώ είμαι τυχερός και άτυχος συγχρόνως. Τυχερός γιατί δεν χρειάστηκε να ψάξω, θα μείνω στο σπίτι της μητέρας μου. Προίκα της δηλαδή από τη γιαγιά μου. Δεν το νοικιάζαμε, το είχαμε ελεύθερο και εκτελούσε χρέη ξενοδοχείου όταν κατεβαίναμε στην Αθήνα. Τώρα θα γίνω μόνιμος κάτοικός του και εδώ ακριβώς έρχεται το άτυχος. Έχοντας ιδιοκτήτρια την κυρία Ρένα, τη μητέρα μου, τα πράγματα είναι δύσκολα. Μου το τόνισε επανειλημμένως “είσαι αποκλειστικά υπεύθυνος γι’ αυτό το σπίτι”». Η Σοφία απολάμβανε το ιδιαίτερο χιούμορ του, τον τρόπο που μιλούσε, τη χροιά της φωνής του. Η παγίδα του έρωτα κόντευε να την καταπιεί ολόκληρη. Καμιά αντίδραση από τη λογική, της έδωσε άδεια επ’ αόριστο. Ποτέ της δεν είχε αντιμετωπίσει τέτοια κατά μέτωπο επίθεση από τον φτερωτό θεό. Παραδόθηκε άνευ όρων, χωρίς δεύτερη σκέψη, ούτε καν πρώτη. Ούτε βέβαια μπορούσε να φανταστεί ότι ο όμορφος άντρας που καθόταν δίπλα της με αυτήν την αφοπλιστική άνεση και το έμφυτο χιούμορ, έκανε την υπέρβαση της ζωής του, της οποίας ηθικός αυτουργός ήταν η ίδια. Το έμαθε λίγο αργότερα, όταν αποφάσισαν να ατενίσουν μαζί το μέλλον και παρουσίασε ο καθένας τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι μιας νεοσύστατης σχέσης. Σχεδόν σε όλη τη διαδρομή συζητούσαν. Ο Μιχάλης γνώριζε καλά την πόλη που θα τους φιλοξενούσε για τα επόμενα χρόνια. Την κατατόπισε για τα βασικά δρομολόγια του μετρό, των αστικών λεωφορείων, τις στάσεις που θα χρησιμοποιούσε για την κίνησή της


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

83

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

μέσα στην πόλη. Πλήρες εγχειρίδιο «πώς να μην χαθείτε στην Αθήνα». Κι όταν εξαντλήθηκε η ξενάγηση, η συζήτηση προχώρησε δειλά σε πιο προσωπικά δεδομένα, ικανά να σκιαγραφήσουν τη ζωή τους, μέχρι τη στιγμή που οι δρόμοι τους συναντήθηκαν. Ούτε κατάλαβαν καλά-καλά πως ξεκλειδώθηκαν έτσι μεταξύ τους. Όταν πέρασε ο ελεγκτής των εισιτηρίων, τα πιτσιρίκια απέναντι τα είχε πάρει ήδη ο ύπνος στις αγκαλιές των γονιών τους. Μια μικρή αναταραχή δημιουργήθηκε μέχρι να βγουν τα αποδεικτικά της νομιμότητας από τις τσάντες, τις τσέπες και να βρεθούν στα χέρια του υπεύθυνου για τον έλεγχο. Τα κοίταζε προσεκτικά, μετά ακουγόταν ένας υπόκωφος ήχος από το διατρητικό μηχάνημα, «κραπ-κραπ», και μικρά μαύρα πηγαδάκια έκαναν την εμφάνισή τους πάνω στο άσπρο χαρτί. Της Σοφίας της φάνηκε κάπως απότομος αλλά μάλλον έφταιγε η συζήτηση που είχε πάρει πολύ ροζ χρώμα και όλα τα υπόλοιπα τα έκανε να φαίνονται μουντά. Η μικρή αυτή διακοπή, την ξαναγύρισε στην πεζή καθημερινότητα και της έδωσε το χρόνο να αναρωτηθεί. «Μήπως βιάζομαι και λέω πολλά;» σκέφτηκε με αμφιβολία. Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω στο κάθισμα και χάθηκε σε μια σιωπή πλημμυρισμένη με τόση γλύκα που όσο κι αν ήθελε να την κρύψει ακτινοβολούσε στο πρόσωπό της. Η αμφιβολία πήγε περίπατο. Ο Μιχάλης έβαλε το εισιτήριο που του επέστρεψε ο ελεγκτής στην τσέπη του παντελονιού του, αυτήν που είχε χαμηλά στο μηρό του, αναγκάζοντάς τον να σκύψει ελαφρώς. Την κούμπωνε με τόση σχολαστικότητα που προβλημάτισε τη Σοφία. «Δεν μπορεί να προσπαθεί πέντε λεπτά να κουμπώσει μια τσέπη!» άκουσε μια εσωτερική φωνή στο μυαλό της καθώς τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού της να ανεβοκατεβάζει το καπάκι της τσέπης. «Κάπου αλλού είναι το μυαλό του» συμπέρανε. Κάποια στιγμή, προφανώς όταν τελείωσε τη σκέψη του, και τι δεν θα έδινε για να την μάθει, ο Μιχάλης ξαναγύρισε στην προηγούμενή του διάθεση κλείνοντας την παρένθεση των εσωτερικών αναρωτήσεων. Γύρισε και την κοίταξε. Το ίδιο έκανε και εκείνη. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Σαν τις μικρές φλόγες δυο κεριών που όταν πλησιάζουν κοντά, ενώνονται σε μια μεγάλη και δυνατή φωτιά, άστραψε το φως της ψυχής τους. Δυο μαγικά χέρια τους σκουντούσαν σε αυτήν την υπέροχη ένωση.


84

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Προς στιγμή όλα γύρω τους εξαφανίστηκαν. Το μόνο που υπήρχε ήταν εκείνος και εκείνη, στο πάντα και στο παντού, εκεί που τα βλέμματα αγκαλιάστηκαν, στριφογυρίζοντας σε μια ανοδική δύνη τόσο καυτή που τους έκοβε την ανάσα, στέλνοντας ένα μικρό λαχάνιασμα στα χείλη. Ο πρώτος που επέστρεψε από τον Παράδεισο ήταν ο Μιχάλης. Ήξερε ότι το μονοπάτι που ανακάλυψε έπρεπε να γίνει δρόμος που να χωράει και τους δυο. Με πολύ επιμέλεια αυτοσυγκεντρώθηκε στο στόχο του. Η καρδιά του χοροπήδησε όταν αισθάνθηκε ότι τα κλαδιά που εμπόδιζαν το διάβα του μονοπατιού έπεφταν κάτω πριν καλά-καλά τα ακουμπήσει και το ελευθέρωναν. Οι λέξεις έβγαιναν όμορφα, ανεμπόδιστα από τα χείλη τους. Οι σκέψεις τους εξωτερικεύονταν αληθινά, καθαρά, συναντώντας πλεόνασμα ανταπόκρισης. Ο ήλιος ανέτειλε χωρίς βιασύνη στον ορίζοντα. Η γέννηση της καινούριας ημέρας που ερχόταν προοιώνιζε άπλετη ομορφιά. Η ζωή, σαν καλή νεράιδα, πήρε στο ένα χέρι τα χρωματιστά μολύβια και στο άλλο τα χρυσά. Ισορρόπησε στο κέντρο του γαλάζιου ουρανού και έστρεψε όλο το ενδιαφέρον της κάτω, χαμηλά στη γη, στον κόκκινο σιδεροκέφαλο κουβαλητή ψυχών που έτρεχε βιαστικά αναζητώντας την. Έβλεπε τις νοητές σκέψεις του καθενός. Ανάμεικτα συναισθήματα συσσωρεύτηκαν μπροστά της για επικύρωση. Εκείνη, με μάτια στα χρώματα της ίριδας, στράφηκε και κοίταξε το χρυσό μπαλόνι που ανέβαινε σιγά-σιγά, πλησιάζοντάς τη. Η ζεστασιά του την τραβούσε κοντά του σαν μαγνήτης. Αναψοκοκκινισμένη, πήρε στα χέρια τα κόκκινα, ροζ, χρυσά και ασημένια μολύβια. Έριξε μια τελευταία ματιά στους αιτούντες και διάλεξε ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Σε αυτούς θα δάνειζε τα ζεστά μολύβια που κρατούσε. Θα τους έδινε την ευκαιρία να ζωγραφίσουν με τα δικά της χρώματα, τα δικά τους σχήματα, όνειρα, ελπίδες. Όταν τα ακούμπησε στα χέρια τους, πίστεψε με όλη της τη δύναμη ότι ήταν άξιοι για το δώρο που τους έδινε. Το τρένο άρχισε να κατηφορίζει ανάμεσα από τα καταπράσινα βόρεια προάστια. Το τελευταίο δίωρο ένας γλυκός ύπνος αγκάλιασε τα βλέφαρά τους. Ο Μιχάλης άνοιξε τα μάτια του, προσπαθώντας να καταλάβει πού βρίσκονταν. Τέντωσε νωχελικά τα χέρια του με φανερή απόλαυση στα χείλη. Σχεδόν είχαν φτάσει. Έσκυψε προς τη μεριά της Σοφίας. Εκείνη είχε


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

85

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ακουμπήσει το κεφάλι της στο παράθυρο, βάζοντας τη ζακέτα της για προσκέφαλο. Η γλυκιά της όψη τον έκανε να διστάσει να την ξυπνήσει. Για λίγο έμεινε να την κοιτάει, κρατώντας το χέρι του μετέωρο. Στο τέλος αποφάσισε και το ακούμπησε μαλακά στον ώμο της. «Σοφία» της είπε σιγανά «Σοφία! Ξύπνα, φτάνουμε». Η Σοφία άνοιξε τα μάτια της κι όπως ακουμπούσε στο παράθυρο, η ευθεία των ματιών της αντίκρισε τα μάτια του που είχαν αγκυλώσει επάνω της. «Το πιο όμορφο ξύπνημα» είπε κρυφά στον εαυτό της. Του χαμογέλασε και ανακάθισε στο κάθισμα προσπαθώντας να μην ομολογήσει άθελα τη σκέψη της. «Φτάσαμε;» τον ρώτησε. «Σε λίγο θα μπούμε στο σταθμό. Έχεις πολλά πράγματα;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον. «Έχω δύο βαλίτσες…» ετοιμάστηκε να του ζητήσει βοήθεια μα σταμάτησε σκεφτική και τον ρώτησε: «Εσύ, έχεις πολλά μαζί σου;». «Α, μπα. Το σπίτι τα έχει όλα, κάτι λίγα ρούχα πήρα μαζί μου» της απάντησε. «Θα μπορούσες να με βοηθήσεις; Να αναλάβεις εσύ τη μια βαλίτσα;». «Μα φυσικά! Τι συμπατριώτες είμαστε!» της είπε με μεγάλη ευχαρίστηση. Η οικειότητα άρχισε να παίρνει οντότητα, όπως ο φυτρωμένος σπόρος που ανασηκώνει γλυκά το χώμα για να φανερώσει την καινούρια ζωή. Το πρώτο φρενάρισμα του τρένου πάνω στις ράγες έγινε έντονα αισθητό, μετά συνέχισε σιγά-σιγά προς το σταθμό μέχρι που ακινητοποιήθηκε εντελώς. Οι πόρτες άνοιξαν και ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει. Αυτοί που δεν είχαν βαριές αποσκευές βγήκαν γρήγορα και άνετα, πρώτοι-πρώτοι. Όλοι οι υπόλοιποι, ανάμεσα τους και η Σοφία με τον Μιχάλη, σχημάτισαν μια ουρά στο διάδρομο περιμένοντας τη σειρά τους. Τα μικρά απέναντι γκρίνιαζαν διαμαρτυρόμενα στο άγριο πρωινό τους ξύπνημα. Η μητέρα τους προσπαθούσε να τα ηρεμήσει με διάφορους τρόπους όσο ο φορτωμένος πατέρας τους φρόντιζε να κατεβάσει τις αποσκευές τους. Η Σοφία τους κοιτούσε με περίλυπο ύφος. Μια σκέψη τολμηρή πέρασε από το μυαλό της, σαν αστραπή, οδηγώντας τη σε μια εύλογη αναρώτηση: «θα μπορούσαμε να είμαστε κι εμείς σ’ αυτήν τη θέση». Την ξενέρωσε εντελώς.


86

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Γύρισε και κοίταξε τον Μιχάλη. Το όμορφο χαμόγελό του και τα γοητευτικά του μάτια, που την κοίταζαν με πονηριά κάτω από το κόκκινο τζόκεϊ, την έφεραν στο παρόν με τον πιο γλυκό τρόπο. Κι έμεινε εκεί αποφασισμένη να το απολαύσει, να το ζήσει. Διέσχισαν το συνωστισμένο πλήθος στην έξοδο του σταθμού, τραβώντας ο καθένας τους από μία βαλίτσα. Ο Μιχάλης έριξε στον ώμο του το δικό του σακβουαγιάζ. Ομολογουμένως ήταν λίγο βαρύ. Το σώμα του πήρε μια ελαφριά κλίση προς τα δεξιά που αντισταθμιζόταν ευτυχώς με τη βαλίτσα που τραβούσε με το αριστερό του χέρι. Η Σοφία περπατούσε μπροστά του ανοίγοντας πέρασμα στον ποταμό των ανθρώπων που έμπαιναν εκείνη την ώρα. Με μερικά σκουντήματα και άλλα τόσα «συγνώμη» κατάφεραν και έφθασαν στη στάση των ταξί. Δεν χρειάστηκε να περιμένουν καθώς η κίτρινη πλημμύρα που συνάντησαν έξω, ομολογούσε ότι οι οδηγοί ήταν ενήμεροι για την ώρα άφιξης της αμαξοστοιχίας. Μπήκαν στο πρώτο που ήταν σταματημένο στη σειρά. Η Σοφία έδωσε τη διεύθυνσή της στον οδηγό και το ταξί ξεκίνησε. Η κυκλοφορία στο κέντρο αυτήν την ώρα ήταν απογοητευτική. Σε ορισμένα σημεία πήγαιναν σχεδόν με βήμα χελώνας. Αυτό βέβαια της έδωσε το χρόνο να εμπεδώσει καλά τα νέα δεδομένα της ζωής της. Χάζευε τις βιτρίνες των μαγαζιών, τον κόσμο που γέμισε ήδη τα πεζοδρόμια, καινούρια μέρη, νέοι άνθρωποι που σιγά-σιγά ενσωματώνονταν στο δικό της κόσμο. Έστρεψε το βλέμμα της δίπλα σε έναν από αυτούς που μπήκε τόσο ομαλά ακριβώς στο ξεκίνημα αυτής της καινούριας ζωής. Πρώτη της φορά αισθανόταν τόσο παράξενα γλυκά, σαν να κυλούσε στις φλέβες της αντί αίμα, σιρόπι που έφτανε μέχρι και τα πιο μικρά κύτταρα της γεύσης της και τη λίγωνε από τη γλύκα. Ήπιε μια γουλιά νερό, ενστικτωδώς, από το μπουκαλάκι που είχε στην τσάντα της. Απομακρυνόμενοι από το πολύβουο κέντρο, ο δρόμος απελευθερώθηκε. Οι στάσεις πλέον ήταν μόνο στα φανάρια. Σε μια διασταύρωση της κεντρικής λεωφόρου, έστριψαν δεξιά, παίρνοντας έναν μικρότερο δρόμο. Μετά από ένα λαβύρινθο στροφών, μπήκαν σε ένα μονόδρομο. Η Σοφία τον αναγνώρισε αμέσως αν και τον είχε διαβεί μόνο μια φορά. Λίγα μέτρα πιο κάτω το ταξί σταμάτησε. Ο οδηγός


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

87

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

κατέβηκε και βοήθησε τον Μιχάλη, ο οποίος ήδη βρισκόταν πίσω στο χώρο αποσκευών και έβγαζε τα πράγματά τους. Η Σοφία άφησε τη μία βαλίτσα που της έδωσε ο οδηγός στο πεζοδρόμιο και έβγαλε το πορτοφόλι της για να τον πληρώσει. Τα υπόλοιπα πράγματα ανέλαβε να τα συγκεντρώσει ο Μιχάλης. Όταν έφυγε το ταξί κοιτάχτηκαν έχοντας στη μέση ένα σκουρόχρωμο βουνό. «Πιστεύω να μην ξέχασες τα κλειδιά σου» της είπε αστειευόμενος. Εκείνη τράβηξε το χέρι από την τσάντα της κρατώντας μια κλειδοθήκη. Από τη μια μεριά της κρέμονταν ένα άσπρο αρκουδάκι και από την άλλη δυο ασημόχρωμα κλειδιά. Το κούνησε προκλητικά μπροστά στα μάτια του δίνοντάς του μια απάντηση χωρίς λόγια. «Ωραία, λοιπόν, ας πάμε!» ήταν η απάντηση του ηττημένου. Μοιράστηκαν κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα και περπάτησαν μέχρι την είσοδο. Ένας τεράστιος όγκος σκουπιδιών τους υποδέχθηκε πολύ αντιαισθητικά. Τα παρέκαμψαν με ένα μορφασμό αηδίας και προχώρησαν προς τον ανελκυστήρα. Το μέγεθός του την προβλημάτισε. «Την πρώτη φορά που ήρθα μου φάνηκε μεγαλύτερο!» μουρμούρισε και αποφάσισαν να ανεβούν ένας-ένας. «Στον τρίτο Μιχάλη!» του φώναξε κλείνοντας την πόρτα και πατώντας το φωτεινό κουμπί για τον τρίτο όροφο. Όταν ο Μιχάλης βγήκε από την πόρτα του ανελκυστήρα με τη βαλίτσα και το σακβουαγιάζ του, η πόρτα ενός διαμερίσματος, ακριβώς απέναντι, ήταν ανοιχτή. «Σοφία!» φώναξε δειλά. «Έλα μέσα» ακούστηκε η φωνή της από το βάθος. Τράβηξε τη βαλίτσα και την άφησε στο μικρό χολ. Δίπλα της ίσα-ίσα που χώρεσε το δικό του σακβουαγιάζ. Μπήκε σε ένα μικρό σαλονάκι. Δύο πολυθρόνες παλιομοδίτικες, ντυμένες με ένα ξεθωριασμένο εμπριμέ βελούδο, είχαν στριμωγμένο ανάμεσά τους ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι. Αυτά ήταν όλα κι όλα που χωρούσαν μέσα. «Αυτόν τον χώρο μάλλον τον προόριζαν για αποθήκη» σχολίασε βλέποντάς τη να βγαίνει από την πόρτα ενός δωματίου και δείχνοντας με το χέρι του τη μικρή τρύπα-σαλόνι. «Μάλλον έχεις δίκαιο» είπε άτονα «αλλά ευτυχώς τα δωμάτια είναι αρκετά μεγάλα, η κουζίνα ανθρώπινη και το μπάνιο, τουλάχιστον με


88

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

καινούρια είδη υγιεινής. Μια εξευγενισμένη ποντικότρυπα» δήλωσε και έβαλε τα χέρια στη μέση της. Η ματιά της στράφηκε στις βαλίτσες της. Αυθόρμητα βγήκε από τα χείλη της το «ευχαριστώ». «Σου είμαι ευγνώμων για τη βοήθεια» και τις έδειξε. «Σου χρωστάω ένα κέρασμα, αλλά» σταμάτησε και κοίταξε προς την κουζίνα «λίγο να συμμαζευτώ και στο υπόσχομαι διπλό». «Εντάξει, εντάξει» είπε συγκαταβατικά ο Μιχάλης. «Ας πάω και γω σπίτι, ευτυχώς δεν έχω καθαριότητα, η κυρία Τούλα, η καθαρίστρια, φροντίζει γι’ αυτό». Σταμάτησε και την κοίταξε πολλά υποσχόμενος με τα μάτια του. «Το βράδυ βρισκόμαστε; Τι λες;» τη ρώτησε βάζοντας το σακίδιό του στον ώμο. «Γιατί όχι; Ευχαρίστως!» του είπε πρόθυμα ανοίγοντάς του την πόρτα. Την έκλεισε απαλά πίσω του. Πρώτη της δουλειά ήταν να τακτοποιήσει τα πράγματά της, την προίκα της, όπως έλεγε όλα αυτά που περιείχαν οι δυο βαλίτσες, μα ρίχνοντας μια πρώτη ματιά γύρω της έκρινε ότι προτεραιότητα είχε ένα χέρι καθαριότητας. Όχι ότι ήταν υπερβολική με την καθαριότητα αλλά μια δυσοσμία που περιφερόταν προκλητικά γύρω της, στήνοντας γιορτή με ένα παχύ στρώμα σκόνης, την ανάγκασε να χρησιμοποιήσει τα λιγοστά απορρυπαντικά που βρήκε μπροστά της. Όσο για την κουζίνα, δεν της άρεσε καθόλου η κατάληψη από μια μαύρη βρωμοπαρέα που μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της έτρεξε να κρυφτεί κάτω από τα ντουλάπια ενοχλημένη. «Από πότε έχει να καθαρίσει αυτή η κοπέλα;» αναρωτήθηκε με απορία κόβοντας ένα κομμάτι χαρτί από μια ξεχασμένη χαρτοσακούλα. Πήρε ένα στυλό από την τσάντα της και άρχισε να γράφει μια λίστα από τα αναγκαία καθαριστικά και πρώτα-πρώτα ένα εντομοκτόνο για τους ανεπιθύμητους επισκέπτες.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

89

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δεύτερο Η συγκατοίκηση

Ήταν αργά το μεσημέρι όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα. Στο άνοιγμά της εμφανίστηκε η Λένα, η συγκάτοικός της, κρατώντας μερικές σακούλες σούπερ-μάρκετ στα χέρια. Μόλις συνειδητοποίησε την παρουσία της, ένα πλατύ χαμόγελο την υποδέχτηκε. «Καλωσόρισες!» της είπε ευδιάθετα. «Απ’ ότι βλέπω έχεις ώρα που ήρθες!» δήλωσε λίγο τρομαγμένη από τον οργασμό τάξης και καθαριότητας που επικρατούσε στο σπίτι. Η Σοφία μολονότι αναρωτήθηκε μέσα της, αν υπάρχει κάποιο απορρυπαντικό μέσα στις τσάντες, δεν είπε κουβέντα, τη χαιρέτισε και πήγε να συνεχίσει τη δουλειά της, μα η Λένα της φώναξε καλοδιάθετα: «Βάζω κάτι να φάμε! Έλα να τα πούμε λίγο» και τράβηξε προς την αγνώριστη κουζίνα, βγάζοντας ένα επιφώνημα θαυμασμού. Ήταν γλυκομίλητος άνθρωπος η Λένα. Λίγο μεγαλύτερη από τη Σοφία. Πιο πολύ έμοιαζε με βόρεια, ψηλή, ξανθιά. Δεν ανοιγόταν όμως εύκολα και δεν έλεγε και πολλά από ότι κατάλαβε η Σοφία από τις πρώτες κιόλας επαφές τους. Μετρούσε τα λόγια της. Στην αρχή νόμισε ότι έφταιγε το ότι δεν γνωρίζονταν ακόμα καλά, αλλά έτσι παρέμεινε και μετά από μήνες.


90

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ιδιαίτερη παρέα δεν έκαναν, παρ’ όλα αυτά υπήρχε συνεννόηση μεταξύ τους. Ποτέ δεν ήρθαν σε έντονη αντιπαράθεση, όπως συμβαίνει συχνά στις συγκατοικήσεις, ειδικά των ορμητικών νέων. Μόνο για το θέμα της καθαριότητας ανέβηκαν οι τόνοι μερικές φορές, μέχρι που στο τέλος βρήκαν κάποια φόρμουλα ισορροπίας. Η Σοφία αναγκαστικά ανέλαβε την καθαριότητα, μιας και η Λένα ήταν ανεπίδεκτη μαθήσεως. Σε εκείνη ανέθεσε τα εξωτερικά ψώνια και διάφορες υποχρεώσεις του σπιτιού. Κάπως έτσι επήλθε αρμονία στην κοινή ζωή τους, αυτοσυγκεντρωμένες η καθεμία στο δικό της στόχο. Όταν χτύπησε το κινητό της Σοφίας η ώρα ήταν εννιά. Εκείνη ήδη είχε οργανώσει τα πολεμοφόδια της καθημερινότητας. Πρόλαβε να κάνει και ένα γρήγορο μπάνιο και τώρα έτοιμη, ντυμένη, βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, παρατηρώντας τον καινούριο χώρο όπου θα φιλοξενούσε τη ζωή της. Απάντησε στο τηλέφωνο λίγο κουρασμένα. Ο Μιχάλης, που το αντιλήφθηκε, τη ρώτησε λίγο διστακτικά: «Μήπως θα προτιμούσες να ξεκουραστείς και εγώ σε ταλαιπωρώ; Να το αφήναμε για αύριο;». «Όχι, όχι! Θέλω να βγούμε» του είπε βιαστικά για να προλάβει μια πιθανή άρνηση από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου. «Εξάλλου πρέπει να αρχίσω να εξοικειώνομαι με την πόλη και εσύ νομίζω είσαι ο καταλληλότερος να μου τη δείξεις, έτσι δεν είναι; Ή μήπως κάνω λάθος;». «Καθόλου, θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ! Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί. Είναι καλά;». «Ναι, ναι, σε περιμένω» του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Εννέα και τριάντα ένας βραχνός θόρυβος από το θυροτηλέφωνο έκανε τα δύο κορίτσια να κοιταχτούν. «Έχει ένα ηλίθιο χτύπο αυτό το κουδούνι!» δικαιολογήθηκε η Λένα για την ηχορύπανση λες κι έφταιγε αυτή. Ο Μιχάλης ανέβηκε πάνω, για πολύ λίγο. Η Σοφία έκανε τις απαραίτητες συστάσεις και έφυγαν σχεδόν αμέσως για τη βραδινή εξερεύνηση. Περπατούσαν δίπλα-δίπλα κατηφορίζοντας τον δρόμο σαν παλιοί καλοί φίλοι. Η Σοφία δεν μπορούσε να πιστέψει πως ούτε καν εικοσιτέσσερις


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

91

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ώρες μπορούσαν να είναι ισάξιες με χρόνια. Σαν να τον γνώριζε από παλιά, ίσως από πάντα. Παρόμοιες σκέψεις στριφογύριζαν και στο δικό του μυαλό παρατηρώντας τον εαυτό του να ανταποκρίνεται στα πρώτα της σχόλια που είχαν σχέση με το σπίτι, με τέτοιο ενδιαφέρον που εξέπληξε και τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μικρός περίπατος που ξεκίνησαν κατέληξε μια μεγάλη αναγνωριστική πτήση. Ο Μιχάλης απεδείχθη δεινός ξεναγός. Την κατατόπισε άριστα. Δρόμους, στάσεις μετρό, σχολές και ό,τι συναντούσαν μπροστά τους σε αυτήν την τελικά μεγάλη περιήγηση. Ένα σουβλάκι σχεδόν στα όρθια ήταν η μόνη στιγμή που σταμάτησαν και πήραν μια ανάσα ξεκούρασης, ικανοποιώντας συγχρόνως και την πείνα τους, την ανάγκη για καύσιμα. Ακριβώς έτσι τα αποκάλεσε ο Μιχάλης, μόλις η μύτη του δελεάστηκε από τη μυρωδιά της τσίκνας ενός σουβλατζίδικου. Σαν σειρήνα που άπλωνε τα άσπρα πέπλα της αφήνοντάς τα να τα παρασέρνει το ελαφρύ αεράκι, κόλλησε πάνω στα ρουθούνια του και τον έσυρε μέχρι εκεί πίσω-πίσω, σε μια ουρά ομοιοπαθών που περίμεναν και αυτοί για ανεφοδιασμό. Τα τακτικά δρομολόγια των αστικών λεωφορείων είχαν από ώρα σταματήσει όταν έφθασαν στο σπίτι της Σοφίας. Με πόδια μουδιασμένα από το περπάτημα, ο Μιχάλης την καληνύχτισε και κατέφυγε στο πίσω κάθισμα από το πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά του. Ήταν η πιο όμορφα κουραστική ημέρα τους σχεδόν μέχρι και τα τελευταία της λεπτά.


92

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Τρίτο Το Πανεπιστήμιο

Το επόμενο πρωινό βρήκε τη Σοφία να ακολουθεί τα χνάρια της νυχτερινής ξενάγησης. Κατέβηκε από το αστικό λεωφορείο μαζί με μια μεγάλη παρέα παιδιών. Προσπέρασε το Λαϊκό Νοσοκομείο και κατευθύνθηκε προς το κεντρικό κτίριο όπου στεγαζόταν η γραμματεία της Ιατρικής Σχολής. Η άγνοιά της, την έκανε να αισθάνεται σαν το ψάρι έξω από το νερό. Έβλεπε τους υπόλοιπους να κινούνται με άνεση στους χώρους αλλά και μερικούς άλλους, μάλλον πρωτοετείς όπως και η ίδια, που προσπαθούσαν να εντοπίσουν τα κτίρια της σχολής με ένα ενδιαφέρον λες και θα κατακτούσαν τον Μύτικα, την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου. Επέλεξε να ακολουθήσει μια τέτοια παρέα που ψάχνανε για το Ανατομείο. Μέχρι το κτίριο με τα πειραματόζωα είχε κάνει ήδη τις απαραίτητες επαφές και γνωριμίες. Ο Γιάννης από τη Σπάρτη, η Μαρία από την Κρήτη, δύο δίδυμοι αδελφοί που πέρασαν και οι δύο Ιατρική από την Αθήνα αλλά και κάποια ακόμα παιδιά που δεν είχε συγκρατήσει τα ονόματά τους παρά μόνο τα πρόσωπά τους. Στο Αμφιθέατρο επικρατούσε ένας μικρός πανικός. Κάποιες αντίπαλες πολιτικοποιημένες ομάδες, τριτοετών απ’ ότι πήρε το αυτί της, διαπληκτίζονταν έντονα. Η Μαρία περνώντας από δίπλα τους, μουρμούρισε σιγανά στη Σοφία:


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

93

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Πάμε, πάμε, δεν θέλω φασαρίες! Ακόμη δεν πατήσαμε το πόδι μας στη σχολή!». Ο Γιάννης κοντοστάθηκε λίγο, να ακούσει το θέμα της αντιπαράθεσης. Η παρέα τον περίμενε λίγο πιο κάτω. Όταν ήρθε κοντά τους η Σοφία τον ρώτησε με περιέργεια: «Κατάλαβες περί τίνος πρόκειται; Γιατί τόση φασαρία;». «Απ’ ότι κατάλαβα, για τις ψήφους των φοιτητικών εκλογών. Και να είστε έτοιμοι! Θα πέσει μεγάλο διπλάρωμα στους πρωτοετείς από όλα τα στρατόπεδα και ίσως και με κάποια ανταλλάγματα» σχολίασε πονηρά κλείνοντας το μάτι στην παρέα που έκανε ένα κύκλο γύρω του. Το κινητό της Σοφίας κουδούνισε μέσα στην τσάντα της. Το έβγαλε και πήγε λίγο παραπέρα για να μπορέσει να μιλήσει αφήνοντας την παρέα να σχολιάζει βροντόφωνα τις απόψεις της. «Ναι… Ποιος είναι;» η φωνή δεν ήταν αναγνωρίσιμη. «Έλα Σοφία, ο Μιχάλης είμαι» της διευκρίνισε. Σαν να ξύπνησε ακούγοντας το όνομά του. «Έλα Μιχάλη», Μιχάλη μου, θα ήθελε να πει, αλλά το άκουσε μόνο αυτή, «Είμαι στη σχολή! Ήρθα να δω για τα προγράμματα αλλά δεν έχει τοιχοκολληθεί τίποτα ακόμη». «Θέλεις να βρεθούμε κατά τις δώδεκα;». Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν έντεκα. «Να το κάνουμε μισή ώρα αργότερα; Γνώρισα μερικούς συμφοιτητές, πρωτοετείς, και θα ήθελα να αποκτήσω κάποια πρόσβαση μαζί τους. Ξέρεις τώρα πως γίνεται. Θα πάμε για ένα καφέ, θα πάρω τα τηλέφωνά τους και πιστεύω ότι θα είμαι εκεί στην ώρα μου. Αλλά που;». «Κατέβα προς το κέντρο και θα πάρω να σου πω. Εγώ έχω να πάρω μια λίστα με τα βιβλία για το μάθημα της Ψυχολογίας. Α! Δεν σου είπα… Είμαι στη σχολή», αυτό μάλλον ήταν το τελευταίο που ενδιέφερε αυτή τη στιγμή τον Μιχάλη. Είχε δέκα ώρες να τη δει και τον έπιασε κάτι σαν στερητικό σύνδρομο αλλά δεν το ομολογούσε ούτε στον ίδιο του τον εαυτό: «τελειώνω και κατεβαίνω». Έκλεισε το τηλέφωνο με ένα αίσθημα πληρότητας η Σοφία. Πλησίασε την ομήγυρη που ακόμα πάλευε με τις λέξεις. Ο Μάνος, ένας από τους δίδυμους, κάρφωσε το γαλανό του βλέμμα πάνω της, μια ψύχρα την έκανε να νιώσει άβολα. «Αυτόν πρέπει να τον προσέχεις!» άκουσε μια σιγανή φωνούλα μέσα της να την προειδοποιεί για αυτό το υπεροπτικό άτομο.


94

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Γύρισε και κοίταξε τον Μάριο, τον άλλο δίδυμο. Πόσο διαφορετικό γαλάζιο εξέπεμπαν τα δικά του μάτια, ήρεμο, γλυκό, ανθρώπινο. Ο Γιάννης, αυτοδιοριζόμενος αρχηγός της νεοσύστατης παρέας, στάθηκε δίπλα στη Μαρία σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Το δυναμικό του ύφος δικαίωνε τη θέση που, ομολογουμένως, κατά κάποιο τρόπο, του προσφέρθηκε από όλους. «Σοφία, θα έρθεις μαζί μας στο ‘‘Μήλο’’;» τη ρώτησε. «Τι είναι το ‘‘Μήλο’’;» «Είναι το στέκι των φοιτητών. Ένα καφέ εδώ κοντά. Ήταν η πρώτη πληροφορία που μας παρείχαν απλόχερα δυο τελειόφοιτοι. Για τις υπόλοιπες ερωτήσεις μας δεν βρήκαμε και τόση διάθεση για ενημέρωση, έκριναν ότι ήταν αρκετά βιαστικοί». «Βέβαια, γιατί όχι» απάντησε ευδιάθετα. Ξεκίνησαν όλοι μαζί σαν παλιοί γνώριμοι. Τελευταίος και ανόρεχτος ο Μάνος. «Μας έκανε τη χάρη να μας ακολουθήσει» σκέφθηκε η Σοφία, κοιτώντας το ανέκφραστο πρόσωπό του. Όταν έφτασαν, το καφέ ήταν κατάμεστο και πολύβουο. Ένα τραπεζάκι που βρέθηκε σε μια άκρη του μαγαζιού, τους φιλοξένησε λίγο στριμωχτά είναι η αλήθεια. Αυτός που φυσούσε και ξεφυσούσε σαν να τον πίεζε ελέφαντας ήταν ο Μάνος. «Αυτός πρέπει να είναι μεγάλο νούμερο» ψιθύρισε η Μαρία σκύβοντας προς το μέρος της Σοφίας, που άρχισε να αντιλαμβάνεται και αυτή το ψώνιο του. Τον άφησαν να ζορίζεται «με την ησυχία του» και ήπιαν τον καφέ τους ανενόχλητοι. Αντάλλαξαν μεταξύ τους πληροφορίες για τον εαυτό τους, απόψεις, τηλέφωνα και υποσχέθηκαν να αλληλοβοηθούνται στις επερχόμενες δυσκολίες. Η συμμετοχή του Μάνου σε όλα αυτά μηδαμινή έως ανύπαρκτη. «Να είναι καλά ο Μάριος!» τους είπε θρασύτατα. Από εκείνη την ημέρα, σε εκείνο το μικρό γραφικό στρόγγυλο τραπεζάκι, που θύμιζε εποχή του εξήντα, δημιουργήθηκε μια όμορφη παρέα από τον Γιάννη, τον αρχηγό, τον Μάριο, τη Σοφία, τη Μαρία και τον… Μάνο. Έφτασαν μέχρι και το πέμπτο έτος με την ίδια διάθεση, όπως και την πρώτη ημέρα. Και με την ίδια αντιπάθεια έφτασε και ο Μάνος, ο οποίος βέβαια τους πούλησε πολλές φορές, ικανοποιώντας την εσωτερική ανάγκη του να μεγαλοπιάνεται. Είχε την τάση να βρίσκει πάντα κάποιους ξύπνιους που τον


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

95

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

δούλευαν αγρίως και, ως συνήθως, στο τέλος κατέληγε στην παρέα για περίθαλψη! Μετά το πρώτο έτος, όταν πλέον όλοι γνωρίστηκαν καλά μεταξύ τους, του τη «βγαίνανε» λεκτικά πολλές φορές λέγοντάς του πικρές αλήθειες. Εκείνος, ενοχλημένος, κρατούσε κόντρα και δεν τους ακολουθούσε, αλλά όταν «οι δικοί του» τον «έφτυναν» και τον παρατούσαν, γύριζε πίσω βάζοντας τον εγωισμό του στην άκρη μα, δυστυχώς, για πολύ λίγο. Μέχρι το τέλος παιζόταν το ίδιο έργο με πανομοιότυπες επαναλήψεις. «Ο ανίατος». Αυτό ήταν το παρατσούκλι με το οποίο τον αποκαλούσαν, όταν βέβαια δεν ήταν παρών ή όταν ήταν στις καλές του, πολύ σπάνιο φαινόμενο. Η παρέα χώρισε κατά τις δώδεκα. Η Σοφία πήρε το αστικό λεωφορείο για την πλατεία Συντάγματος. Κρατούσε το τηλέφωνο στα χέρια με το φόβο μήπως χτυπήσει και δεν το ακούσει. Το χάιδευε με τα δάχτυλά της, όπως θα ήθελε να χαϊδεύει αυτόν που θα το έκανε να κουδουνίσει. Μέσα σε αυτές τις γλυκές σκέψεις, ο ήχος του την έκανε να τιναχτεί απότομα. Κόντεψε να της γλιστρήσει στο πάτωμα. Το άνοιξε και απάντησε χρωματίζοντας με την ανάλογη γλύκα το μονολεκτικό της «Ναι». «Έλα κούκλα μου, που βρίσκεσαι;» τη ρώτησε. «Κούκλα μου!». Αυτή η έκφραση, ακούστηκε αναπάντεχα καλοδεχούμενη στα αυτιά της. Στροβιλιζόταν χαϊδεύοντάς τα, μέχρι που τον συνάντησε μπροστά στο Μουσείο Μπενάκη. Έφτασε λίγο καθυστερημένη. Τον είδε να κάθεται στα σκαλοπάτια. Το κόκκινο μπλουζάκι που φορούσε, είχε μια αδυναμία στο κόκκινο ο Μιχάλης, έδενε τέλεια με το καστανό χρώμα των μαλλιών του. Η καρδιά της χοροπήδησε άτακτα. Δεν πίστευε σε όλα αυτά τα πρωτόγνωρα που της συνέβαιναν. Την είδε καθώς πλησίαζε και σηκώθηκε χαμογελαστός. «Γεια σου κούκλα μου!» επανέλαβε και την ακούμπησε στο μάγουλο με τα δάχτυλα του χεριού του όπως θα χάιδευε ένα τριαντάφυλλο. «Γεια σου δάσκαλε» του είπε γελώντας, εννοώντας τα μαθήματα ξενάγησης. Χαμογέλασε και έβαλε το χέρι του μαλακά στη μέση της. «Θα με ακολουθήσεις;». «Μπορώ να κάνω κι αλλιώς, εσύ είσαι ο ξεναγός!».


96

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Στην πλατεία Κολωνακίου τα τραπεζάκια ήταν γεμάτα από κόσμο που απολάμβανε το ποτό του κάτω από τη δροσιά των λιγοστών δέντρων. Προσπέρασαν με βήμα αργό. Θερμά κύματα εκκολαπτόμενης αγάπης διέτρεχαν τα κορμιά τους στα σημεία επαφής. Οι λαμπερές επώνυμες βιτρίνες τράβηξαν σαν μαγνήτης το βλέμμα τους, μα δεν στάθηκε για πολύ, η ψυχή τους, που είχε ανάγκη από άλλου είδους συναισθήματα, αισθανόταν επαρκώς γεμάτη. Η σιγουριά δίπλα του δεν της έδωσε περιθώριο ούτε μιας αναρώτησης για το που πήγαιναν. Ανηφόρισαν στα στενά δρομάκια του Λυκαβηττού. Τα γραφικά σκαλοπάτια για το τελεφερίκ φάνηκαν να ορθώνονται μπροστά τους περιστοιχισμένα από όμορφα μαγαζιά. Σε ένα κατάστημα λαϊκής τέχνης η ψυχή της βούτηξε σε μνήμες μιας άλλης εποχής. Όταν παιδί ακόμη στριφογύριζε ανάμεσα στα πολυποίκιλα πραγματάκια που στόλιζαν το μαγαζάκι της μητέρας της, αφήνοντας τα μάτια της να ρουφάνε κάθε ενέργεια από ότι της μιλούσε βαθιά μέσα της. Ο Μιχάλης την τράβηξε απαλά από τη μαγεία της βιτρίνας. Συνέχισαν να ανεβαίνουν το πλακόστρωτο. Σε ένα πλάτωμα της μακριάς σκάλας, στο σημείο που διασταυρώνονταν με ένα πολύ μικρό σοκάκι, μια γέρικη κληματαριά τους καλοδέχτηκε στην αγκαλιά της. Το ταβερνάκι που φιλοξενούσε κάτω από τα δροσερά φυλλώματά της, θύμιζε με τις φωτογραφίες που κοσμούσαν το εσωτερικό του, τα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη του, όσα και της γέρικης φίλης του. Από εκείνο το μεσημέρι, ένα παραμύθι άρχισε να ξετυλίγεται, βαμμένο στο ροζ χρώμα του κρασιού που λαμπύριζε στα ποτήρια τους. Ένας νέος πλανήτης εμφανίστηκε στον ουράνιο θόλο, ο πλανήτης του Μιχάλη και της Σοφίας. Αποκλειστικοί και μοναδικοί του κάτοικοι και κάτοχοι. Φρόντιζαν να τον έχουν καθαρό με την ειλικρίνειά τους, να τον ομορφαίνουν με τις θετικές τους σκέψεις, να τον συντηρούν με την αγάπη τους. Κι όταν βαριά σύννεφα και καταιγίδες φώλιαζαν στις καρδιές τους, δεν τον επισκέπτονταν. Παρέμειναν εδώ πάνω στη γη και τα αντιμετώπιζαν, με τη δύναμη που έπαιρναν από την ύπαρξή του, από τη λαχτάρα να ξαναβρεθούν γρήγορα κοντά του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

97

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Τέταρτο Το δώρο της Σοφίας Πεντακόσια χιλιόμετρα βόρεια, μια όμορφη ημέρα ξημέρωσε. Ο λαμπρός ήλιος του Απρίλη είχε από ώρα ανέβει ψηλά στον ουρανό. Μια μεγάλη δέσμη από τις ακτίνες του βρήκε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στα ξύλινα παντζούρια, που ήταν πιασμένα μεταξύ τους με το μάνταλο, χωρίς να είναι ασφαλισμένα. Η Μαρία άλλαξε πλευρό και έβγαλε τα χέρια της από την κόκκινη, ακρυλική κουβέρτα. Το ένα κρεμάστηκε έξω από το κρεβάτι, αποτελώντας από μόνο του μια τεράστια πρόκληση. Η Λούσυ, αντιλαμβανόμενη την κίνηση, σήκωσε το κεφάλι της, που είχε κρυμμένο μέσα στη μεγάλη μαξιλάρα του ψάθινου κρεβατιού της. Βγήκε με αργές κινήσεις. Τέντωσε τα μπροστινά της πόδια, μετά τα πίσω και με ένα παραλήρημα κίνησης, τινάχτηκε ολόκληρη, χάνοντας ελαφρά την ισορροπία της. Κάθισε στα πίσω της πόδια, κοιτώντας το ρόδινο χέρι που λειτούργησε σαν ξυπνητήρι. Αργά και αποφασιστικά αποφάσισε πως ήταν ώρα να ξυπνήσει την αφεντικίνα της. Στόχευσε τη χούφτα της και έχωσε μέσα την υγρή ροζ μουσούδα της. Στο πρώτο σκούντημα δεν κατάφερε τίποτα. Επιχείρησε για δεύτερη φορά και σ’ αυτή στάθηκε πιο τυχερή.


98

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Το ξυπνητήρι της ζωντάνεψε ξαφνικά και της έδειξε την αγάπη του χαϊδεύοντας το κεφάλι της. Βεβαιωμένη ότι τα κατάφερε, έβγαλε ένα γάβγισμα χαράς και ανυπομονησίας. Η Μαρία τράβηξε την κουβέρτα από πάνω της και κάθισε στο κρεβάτι. Μια ξεδιάντροπη αχτίδα του ήλιου τρύπωσε χαμηλά κάτω από το κομοδίνο αποκαλύπτοντας μια τοσοδούλα αραχνίτσα που δεν έχασε την ευκαιρία να κτίσει το σπιτικό της ανάμεσα στα κοντά πόδια του. «Να μην ξεχάσω να το καθαρίσω τη Δευτέρα!» έδωσε εντολή στον εαυτό της. «Για την ώρα, ας ετοιμαστούμε γιατί θα έρθει ο Ορέστης και εγώ θα φοράω ακόμη τη νυχτικιά μου!» απευθύνθηκε στη Λούσυ καθώς η μοναξιά της την οδηγούσε πολλές φορές σε ατελείωτους μονολόγους, η οποία στριφογύριζε ανήσυχη στο άνοιγμα της πόρτας, δείχνοντας της ότι ήταν ώρα για να βγει έξω για την πρωινή ανάγκη της. Η Μαρία σηκώθηκε ευδιάθετη και προχώρησε προς την κουζίνα. Άνοιξε την πίσω πόρτα που έβγαζε στον κήπο και την άφησε να κάνει την προσωπική της τουαλέτα ενώ η ίδια γύρισε πίσω για να ετοιμαστεί. Σήμερα ήταν για εκείνη μεγάλη μέρα. Θα πήγαινε στο κοριτσάκι της. Είχε αρκετούς μήνες να τη δει και της έλειπε αφάνταστα. Ο Ορέστης είχε παραγγείλει να είναι έτοιμη στις δώδεκα. Το ταξίδι τους αναγκαστικά θα γινόταν με το αυτοκίνητο. Έπρεπε να πάρουν μαζί τους και τη μικρή σκυλίτσα. Η Μαρία αν και είχε μια γειτόνισσα που μπορούσε να την κρατήσει για το διήμερο, το απέφυγε. Μάλλον επικράτησε η ανασφάλεια της, δεν της είχε και πολύ εμπιστοσύνη. Ετοιμάστηκε σχετικά γρήγορα. Το μυαλό της ήταν απασχολημένο ψάχνοντας να βρει τι δώρο θα έπαιρνε τελικά στη Σοφία. Έβαλε το μπρίκι πάνω στο μάτι της κουζίνας, έριξε μέσα στο νερό μια κουταλιά μοσχοβολιστό καφέ, λίγη ζάχαρη και στήθηκε δίπλα του, προσέχοντας που και που να μην χυθεί. Αδίκως όμως, το δώρο είχε προτεραιότητα. «Ααααχχ, αχ!» φώναξε σαστισμένη όταν άκουσε τον καφέ να τσιτσιρίζει πάνω στο καυτό μάτι. Ένας καφετί αφρός ξεχύθηκε από το χείλος του μεταλλικού σκεύους και πλημμύρισε τα πάντα. Το σήκωσε από το μαύρο χερούλι του και κοίταξε μέσα. Ο μισός σχεδόν καφές είχε δημιουργήσει μια σοκολατένια λίμνη μπροστά της, πάνω στο


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

99

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

λευκό εμαγιέ. Ότι απέμεινε μέσα, που δεν ήταν ούτε το μισό, το έριξε συνοφρυωμένη στο άσπρο φλιτζανάκι και το ακούμπησε στο τραπέζι. Μουρμουρίζοντας για την απροσεξία της, φυλάκισε τα νερά της λίμνης σε λίγα χαρτιά κουζίνας και τα πέταξε στον κάδο απορριμμάτων. Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε μια πιθαμή και μπήκε μέσα η Λούσυ. Ικανοποιημένη από την πρωινή της βόλτα, πλησίασε με πολύ όρεξη το πιάτο της, κουνώντας τη φουντωτή ουρά της. Η Μαρία είχε φροντίσει να της βάλει λίγο από την κονσέρβα με το φαγητό για σκύλους. Εκείνη το μύρισε προσεκτικά και, ικανοποιημένη, έχωσε τη γλώσσα της στο πιάτο λιχούδικα. Απογοητευμένη η Μαρία από το αποτυχημένο παρασκεύασμά της, κάθισε σε μια άκρη του τραπεζιού και το πήρε μπροστά της. Έβαλε μια γουλιά στο στόμα της και έκανε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας. Ήπιε μια γουλιά ακόμη και ελαφρώς εκνευρισμένη, σηκώθηκε και τον έχυσε, ότι είχε απομείνει δηλαδή, μέσα στον νεροχύτη. «Θα κάνω άλλον όταν επιστρέψω» σκέφτηκε και βγήκε από την κουζίνα προς το χολ. «Την πόρτα της κουζίνας! Αφηρημένη!» μάλωσε δυνατά τον εαυτό της και γύρισε πίσω να την κλείσει. «Τι ‘ναι αυτό σήμερα! Μπα! Δεν είμαι καλά!» είπε κουνώντας πέρα-δώθε το κεφάλι της. Άπλωσε το χέρι της στην κρεμάστρα, πήρε μια πλεχτή λαδί ζακέτα και την έριξε στην πλάτη της. Έβαλε την τσάντα στο αριστερό της χέρι, έριξε μια ματιά στη Λούσυ που έγλειφε τα τελευταία κομματάκια από το πιάτο της, άνοιξε την πόρτα και βγήκε. «Όμορφη ημέρα», σχολίασε καμαρώνοντας τα λουλούδια της που άρχισαν να ξυπνούν από τον χειμωνιάτικο ύπνο τους. Έριξε τα κλειδιά στην τσάντα και διέσχισε το πλακόστρωτο. Στην αυλόπορτα σταμάτησε χαζεύοντας τα μπουμπουκιασμένα τσαμπιά της γλυσίνας. Σε λίγες ημέρες θα αποκάλυπταν το υπέροχο άρωμά τους και τη μωβ πανδαισία του χρώματός τους βοηθώντας τη θριαμβευτική είσοδο της Άνοιξης. Ο ψυχρός ακόμη πρωινός αέρας την έκανε να φορέσει τη ζακέτα της. Όπως τέντωσε το χέρι της να βάλει το μανίκι, το βλέμμα της ακολούθησε τη νοητή γραμμή που έδειχνε το χέρι της. Σταμάτησε σε μια μεγάλη τούμπα φρεσκοβγαλμένο χρώμα, κοντά στο χοντρό στριφογυριστό κορμό της γλυσίνας.


100

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Όπα!» εκφράστηκε έκπληκτη. «Έχουμε επισκέψεις βλέπω! Καιρό είχες να φανείς χρυσέ μου!» μιλούσε απευθυνόμενη στον σκανταλιάρη, ανεπιθύμητο μουσαφίρη που πάντα της δημιουργούσε προβλήματα. Ο γκρίζος μικρούλης τυφλοπόντικας είχε εξαίρετα καταστρεπτική ικανότητα και ασύλληπτη ταχύτητα στο σκάψιμο. Κάθε εμφάνισή του στοίχιζε αρκετές κομμένες ρίζες και μπόλικο ξεριζωμένο γκαζόν. Χρησιμοποιούσε τα δυο μπροστινά ποδαράκια του σαν ηλεκτρικά φτυάρια. Όταν άνοιγε τούνελ αρκετά ψηλά προς την επιφάνεια, λίγο κάτω από το καταπράσινο γκαζόν, νόμιζε κανείς ότι τα χόρτα χορεύουν, μόνο η Λούσυ τρελαινόταν και γάβγιζε σε κάθε κίνηση προσπαθώντας να εντοπίσει τον πραγματικό δράστη που συνελάμβανε μόνο η οσμή της. «Θα ασχοληθώ μαζί σου καταλλήλως όταν επιστρέψω» είπε κλείνοντας τη σιδερένια αυλόπορτα με τα δύο αγγελάκια, από ένα στο κέντρο του κάθε φύλλου. Κοίταξε το ρολόι της. Είχε πάνω από μία ώρα στη διάθεσή της να αποφασίσει ανάμεσα σε δυο επιλογές που την είχαν εντυπωσιάσει μετά από ένα προηγούμενο ψάξιμο στα μαγαζιά. Τις τελευταίες ημέρες δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά τι θα άρεσε περισσότερο στη Σοφία. Την προηγούμενη εβδομάδα καθώς γύριζε από τον οδοντίατρο, περπάτησε λίγο κοιτάζοντας τις βιτρίνες, σε μια προσπάθεια να ξεχαστεί από έναν τραπεζίτη που την ταλαιπωρούσε εδώ και μήνες και την έκανε συχνή επισκέπτρια του οδοντιατρείου. Όταν βγήκε από την είσοδό του, είχε ένα διάχυτο πόνο στην αριστερή μεριά του προσώπου της, σαν μια δαγκάνα να έχει μπήξει τα σιδερένια δόντια της από τα φρύδια μέχρι το πηγούνι. Στάθηκε για λίγο, ζυγίζοντας τις αντοχές της. Δεν ήταν και στα καλύτερά της αλλά η σκέψη της αγαπημένης της Σοφίας τής έδωσε τη δύναμη να συνεχίσει. Το φως της ημέρας είχε σχεδόν σβήσει. Ένα ξεθωριασμένο φεγγάρι, πνιγμένο από την άχνα της νυχτερινής υγρασίας, φάνηκε στο σκοτεινό ουρανό. Πέρασε το δρόμο απέναντι. Η μεγάλη φωτεινή βιτρίνα υποδημάτων ήταν η πρώτη της στάση. Πολλά σχέδια, πολλά χρώματα, άλλα ψηλοτάκουνα, άλλα χαμηλά παρέλαυναν μπροστά της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

101

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Το βλέμμα της σταμάτησε σε ένα ζευγάρι παπούτσια εντελώς αντιφατικό από τα συνηθισμένα. Ένα είδος αθλητικού και επίσημου συγχρόνως, σε καφέ χρώμα, στολισμένο με παγιέτες χρυσαφί και χρυσά γαζιά. Εκείνη δεν θα μπορούσε καν να το φανταστεί στα πόδια της αλλά της Σοφίας πίστευε ότι θα της άρεσε πολύ και αυτό ήταν το ζητούμενο. Κοιτώντας το καλύτερα, το μυαλό της έτρεξε μερικά χρόνια πίσω, όταν ακριβώς σ’ αυτήν τη βιτρίνα είχε μείνει με το στόμα ανοικτό σε μια ανάλογη επιλογή της. Τότε της είχε φανεί τόσο παράξενο το γούστο της, μα με τα χρόνια κατάλαβε ότι αυτό, μαζί με κάτι άλλες όμοιες επιλογές της, ανήκαν στο πεδίο της νεανικής επανάστασής της κατά του συντηρητισμού. Το υιοθέτησε χωρίς αντιδράσεις και να που τώρα τα μάτια της, έμαθαν να το ξεχωρίζουν ανάμεσα σε δεκάδες ζευγάρια παπουτσιών, στημένων προκλητικά απέναντί της. Κατέβηκε τα τρία σκαλοπάτια του μαγαζιού και βρέθηκε ξανά στο πεζοδρόμιο. Έστριψε αριστερά, πήρε τον πεζόδρομο και ανηφόρισε αισθανόμενη πιο ανάλαφρη. Ο πόνος της είχε ημερέψει και ένα ελαφρύ χαμόγελο κατάφερε να φανεί στα χείλη της. Η σκέψη και μόνο της Σοφίας λειτούργησε καταλυτικά μέσα της. Πάντα της άρεσε ο περίπατος στα μαγαζιά του πεζόδρομου, ειδικά τις γιορτές, όταν ερχόταν μαζί της για να κάνουν τις γιορτινές αγορές τους. Πολλοί καταστηματάρχες ήταν γνωστοί της εδώ και χρόνια. Η κίτρινη ζακέτα όμως που τράβηξε την προσοχή της, βρισκόταν στην περίοπτη θέση μιας καινούριας βιτρίνας. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του μαγαζιού. Η υπάλληλος, μια νεαρή κοπέλα, εξυπηρετούσε έναν νεαρό κύριο που βασανιζόταν με ένα δώρο, προφανώς για το κορίτσι του. «Πρώτη φορά το βλέπω. Δεν πρέπει να έχει καιρό που άνοιξε» σκέφτηκε και μπήκε μέσα. Ζήτησε ευγενικά να δει τη ζακέτα. Την περιεργάστηκε από κοντά και διαπίστωσε ότι δεν της άρεσε τόσο όσο θα ήθελε. Παρόλα αυτά ρώτησε την τιμή της και είδε συγχρόνως ένα μαύρο παντελόνι που θα μπορούσε να το συνδυάσει. Βγήκε έξω αφήνοντας τον νεαρό να είναι ακόμη χαμένος ανάμεσα σε μια ντουζίνα μπλουζάκια. Προσπέρασε μερικά μαγαζιά ακόμη χαζεύοντας τις βιτρίνες τους. Στο τέλος, συνειδητοποίησε ότι κάθε σημείο που σταματούσε το ακολουθούσε και


102

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

μια σκέψη με την παρουσία της Σοφίας. Στιγμές χαράς που μετατράπηκαν σε όμορφες αναμνήσεις να στολίζουν τη ζωή της. Όταν γύρισε στο σπίτι, το ρολόι της κουζίνας έδειχνε έντεκα και τριάντα. Άφησε το κουτί με τα παπούτσια πάνω στο έπιπλο του χολ. Τελικά έκρινε ότι αυτό θα την ευχαριστούσε περισσότερο. Η μικρή τσάντα με δύο-τρία ρούχα της ήταν ήδη εκεί, έτοιμη. Ξαναέκανε έναν καφέ, αυτήν τη φορά χωρίς να τον χύσει, και κάθισε να περιμένει τον Ορέστη, ήρεμη απολαμβάνοντάς τον. Κόντευε δώδεκα όταν ο ήχος του τηλεφώνου τάραξε την ησυχία του σαλονιού. Πετάχτηκε από την καρέκλα. Δεν περίμενε τηλέφωνο αλλά κόρνα αυτοκινήτου. Το σήκωσε. «Έλα Μαρία, ο Ορέστης είμαι!». «Τι έγινε; έπαθες τίποτα;» τον ρώτησε ακούγοντας το λαχάνιασμα στη φωνή του. «Το ταξίδι αναβάλλεται επ’ αόριστον!». «Γιατί; Τι συνέβη;». «Είμαστε στην κλινική! Η Δέσποινα γεννάει! Σπάσαν τα νερά και τώρα την έχουν στην αίθουσα τοκετού. Θα πάρω και τη Σοφία να την ενημερώσω!». Η Μαρία χρειάστηκε λίγα λεπτά να συνειδητοποιήσει την τεράστια αλλαγή στο πρόγραμμα που έφερε ο απροσδόκητα ευχάριστος επισκέπτης. Ήταν αγόρι. Της το είχε αναγγείλει με τόση χαρά ο Ορέστης, όταν έκαναν τον τελευταίο υπέρηχο. Και ο πρόωρος ερχομός του ανέτρεψε ευχάριστα τα πάντα. «Έρχομαι εκεί! Ειδοποίησες τη μητέρα της;» τον ρώτησε με αγωνία. «Ναι, ναι, την ειδοποίησα! Έρχεται!» απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η σχέση πλέον του Ορέστη και της Μαρίας είχε περάσει σε πολύ στενό συγγενικό επίπεδο. Τον νοιαζόταν σαν αδελφό της και του συμπαραστεκόταν πάντα. Η Δέσποινα γέννησε δύσκολα. Το μωρό ερχόταν έχοντας τυλιγμένο τον ομφάλιο λώρο στο λαιμό του. Στο παρά πέντε γλύτωσε την καισαρική. Μετά από δώδεκα ώρες βγήκε ο νεαρός κύριος, καταζορισμένος, με ένα χρώμα σαν της μελιτζάνας και διαμαρτυρόμενος έντονα. Ο Ορέστης, η Μαρία και οι γονείς της Δέσποινας κόντεψαν να τρελαθούν από την αγωνία τους. Όταν βγήκε η νοσοκόμα και τους ανήγγειλε τα ευχάριστα και για τους δυο, μητέρα και μωρό, τα γόνατα του Ορέστη λύγισαν. Το ψυχικό του άγχος τον είχε διαλύσει. Μα το χαμόγελο στήθηκε μόνιμα στα χείλη για τον επόμενο καιρό.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

103

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Πέμπτο Τα βαγόνια του ονείρου

Ένα καταπράσινο λιβάδι απλωνόταν μπροστά της, κατάμεστο από κόκκινες παπαρούνες και μικρά, ασπρουλά κεφαλάκια χαμομηλιών. Η Σοφία στεκόταν ψηλά σε ένα λοφάκι, πέρα στην άκρη του λιβαδιού. Προβληματιζόταν για το πού θα έβαζε τα χαμομήλια που σκόπευε να μαζέψει. Από το πουθενά βρέθηκε στο χέρι της ένα μεγάλο καλάθι, σαν αυτά που πουλάνε οι τσιγγάνοι στις γειτονιές της επαρχίας. Ικανοποιημένη από την ποσότητα που μπορούσε να χωρέσει, ξανακοίταξε γύρω της αναζητώντας την πορεία της. Διάλεξε αυτήν προς τον χρυσαφένιο ήλιο, ο οποίος, στεκόταν μεγαλόπρεπα ακίνητος, προκλητικός, σαν της μηνούσε υποσχέσεις «αν με φτάσεις θα μπω στο καλάθι σου». Η Σοφία έπεσε στη μαγική παγίδα του κι έκανε το πρώτο βήμα προς τη μεριά του. Όλο χαρά έσκυψε και άρχισε να μαζεύει τα χαρωπά ανθάκια που μοσχοβολούσαν. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να σκύψει για τρίτη φορά όταν ένας θόρυβος την έκανε να στρέψει το κεφάλι της προς τον ουρανό. «Ζζζζζ...» ένα σμήνος από μέλισσες κατευθυνόταν απειλητικά επάνω της. Στην αρχή πάγωσε από το φόβο της, άφησε το καλάθι να πέσει από τα χέρια της και για δευτερόλεπτα αιωνιότητας έψαχνε τρόπο διαφυγής. Με την αγωνία να κολλάει στα χείλη της, προσπάθησε να την πετάξει έξω, φτύνοντάς τη σε μια ξέπνοη κραυγή.


104

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Άνοιξε τα μάτια της τρομαγμένη. Στο ταβάνι διαγραφόταν η ώρα της ημέρας. Με μια παράξενη αντανάκλαση επάνω του, προερχόμενη από μια γυάλινη επιφάνεια που στεκόταν σαν κάτοπτρο στο απέναντι κτίριο και κατάλαβε ότι η ημέρα προχωρούσε γοργά. «Ζζζζ...» ο ανατριχιαστικός θόρυβος όμως ήταν ακόμα εκεί. Συνειδητοποιώντας ότι ακούει τον ίδιο θόρυβο, πετάχτηκε από το μαξιλάρι της και τον αναζήτησε. Τον εντόπισε στη συρταριέρα, απέναντι από το κρεβάτι της, έτοιμος να γκρεμιστεί κάτω στο πάτωμα, αναβοσβήνοντας ένα μπλε φως στην οθόνη του σαν ένδειξη διαμαρτυρίας. «Δεν το πιστεύω!» είπε φωναχτά «όλος αυτός ο εφιάλτης για μια δόνηση του κινητού! Άντε στο καλό!» μουρμούρισε εκνευρισμένη και το άρπαξε προτού γίνει κομμάτια πέφτοντας κάτω. «Ναι» απάντησε κουρασμένα. «Έλα μωρό μου, ο μπαμπάς είμαι...» έκανε μια μικρή διακοπή ο Ορέστης, δίνοντάς της τον απαραίτητο χρόνο. «Α! Καλημέρα. Πού βρίσκεστε;» ρώτησε κοιτάζοντας τους δείκτες του ρολογιού. Το βραδινό ξενύχτι πάνω στις ανελέητες σελίδες της Ανατομίας εμπόδιζε τα αντανακλαστικά της. «Σοφία μου, βρισκόμαστε καθ’ οδόν προς τη γέννηση. Ο αδελφός σου αποφάσισε να έρθει νωρίτερα από ότι τον περιμέναμε και μας πρόλαβε, ευτυχώς δηλαδή, πριν ξεκινήσουμε με τη Μαρία για εσένα». «Έτσι, το δικό μας ταξίδι αναβάλλεται. Εσύ... Έλα όποτε μπορέσεις» την ενημέρωσε ο Ορέστης. «Δεν πειράζει, μπαμπά μου! Εύχομαι να πάνε όλα καλά με τον τοκετό. Δώσε φιλιά σε όλους. Θα προσπαθήσω να έρθω το συντομότερο...». Η γραμμή έκλεισε απότομα από έλλειψη σήματος. Το ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο και ξαναχώθηκε στο κρεβάτι της. Το βιολογικό της ρολόι απαιτούσε περισσότερο ύπνο και εκείνη το σεβάστηκε δεόντως. Έτσι κι αλλιώς οι επισκέψεις αναβλήθηκαν και ο χρόνος ήταν όλος δικός της. Το στρουμπουλό, ροδαλό, νεοσύστατο μέλος της οικογένειας μονοπώλησε το ενδιαφέρον όλων τις γιορτινές ημέρες του Πάσχα, που συμπορεύτηκαν σχεδόν με την άφιξή του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

105

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όταν τον πρωτοκράτησε η Σοφία στην αγκαλιά της -ένα τοσοδούλη ανθρωπάκι με δύο καστανά μεγάλα μάτια να την κοιτούν με περιέργεια- η καρδιά της πλημμύρισε με θερμά πρωτόγνωρα συναισθήματα. «Ο αδελφός μου, ο μικρός αδελφούλης μου!» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της. Αισθανόταν μια πληρότητα σαν να της επέστρεψε η ζωή κάτι που της είχε στερήσει αρκετά χρόνια πριν. Ήθελε τόσο ένα αδελφάκι σε κείνη την τρυφερή παιδική της ηλικία και αντ’ αυτού της προσφέρθηκε χολή. Στερήθηκε το πιο πολύτιμο για ένα παιδί, τη μητέρα της. «Κοίτα! Κοίτα Ορέστη πως την κοιτάει!» είπε η Δέσποινα καμαρώνοντας. Η Σοφία χαμογέλασε αφήνοντας κατά μέρος τις αναπολήσεις. «Μάλλον αντιλήφθηκε το υποσυνείδητό του, το κοινό DNA!» σχολίασε περισπούδαστα η Σοφία. «Μπαμπά, έχει τα μάτια σου, το πρόσεξες; Και της Δέσποινας το χαμόγελο» συμπλήρωσε. Κοίταξε τον πατέρα της στα μάτια, στο βάθος τους έβλεπε μια γαλήνη, μια χαρά ανείπωτη. Χρόνια είχε να τον δει έτσι, όσο μπορούσε να θυμάται από τότε με το παιδικό της μυαλό. Μια μικρή κραυγή ανησυχίας έκανε το γλυκό προσωπάκι να κατσουφιάσει. «Είναι η ώρα να φάει» τον δικαιολόγησε η στοργική μητέρα μην της τον παρεξηγήσουν. Η Σοφία της έδωσε τη γαλάζια χνουδωτή κουβερτούλα που έκρυβε μέσα το ζωντανό θησαυρό. Εκείνη τον έβαλε στην ασφάλεια της αγκαλιάς της και ο μικρός άγγελος την αντάμειψε πλουσιοπάροχα, χαρίζοντάς της ένα μειδίαμα αγάπης και συγχρόνως εξαγόρασε την προσοχή της για όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του. Τις περισσότερες ημέρες των διακοπών, η Σοφία τις περνούσε στη Σίνδο. Στην ουσία εκεί ήταν το σπίτι της, εκεί μεγάλωσε τα μισά χρόνια της, έως τότε, ζωής της. Η κατά κάποιο τρόπο θετή της μητέρα, η Μαρία, έπλεε πάντα σε πελάγη ευτυχίας. Της έκανε όλα τα αγαπημένα της φαγητά, κάθε επιθυμία της ήταν ευπρόσδεκτη διαταγή. Μέχρι και πακέτα της ετοίμαζε για να πάρει μαζί της, δύο βάζα μαρμελάδα φράουλα που ήταν η αγαπημένη της, κουλουράκια με


106

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

σουσάμι και την τελευταία ημέρα που θα έφευγε, η κουζίνα μοσχοβολούσε από τους αγαπημένους λουκουμάδες. «Η ζωή ξαναγύρισε στο σπιτικό μας!» έλεγε πανηγυρίζοντας. «Έλα, καλέ θεία, όλο υπερβολές είσαι! Πού πήγα, στην άκρη της γης; Εξάλλου έχω έρθει τόσες φορές...». Αν και της άρεσαν οι εκδηλώσεις αγάπης της Μαρίας, η Σοφία για πρώτη φορά στη ζωή της αισθάνθηκε λίγο βαριά. Την είχε αλλάξει η εργένικη ζωή της. Πίστευε ότι είχε μεγαλώσει αρκετά για να έχει ανάγκη τόση περίσσεια ενδιαφέροντος, αν και μέσα της ήξερε ότι αρκετές από αυτές τις ανάγκες καλυπτότανε από το τρυφερό ενδιαφέρον του Μιχάλη. Οι ημέρες της φετινής άνοιξης θύμιζαν κατά πολύ πρώιμο καλοκαίρι. Λίγο οι υψηλές θερμοκρασίες, λίγο η έντονη ηλιοφάνεια έκαναν τη Σοφία να αναζητήσει στο μικρό αποθηκάκι, το κουτί με κάποια από τα καλοκαιρινά ρούχα που είχε αφήσει εδώ τον Σεπτέμβριο. Πέρασε γλυκές ώρες στον πράσινο παράδεισο, πάντα τον έλεγε έτσι, έχοντας δύο παράδεισους, αυτόν τον καταπράσινο και τον άλλο, τον γαλάζιο, την αυλή της γιαγιάς Σοφίας στο νησί. Λίγες αναμνήσεις θυμόταν από τον δεύτερο, αλλά είχε τάξει στον εαυτό της να τις πολλαπλασιάσει το συντομότερο. Σχεδόν καθημερινός επισκέπτης τους ήταν ο Μιχάλης. Η Σοφία δεν έκρυψε τη σχέση της, φρόντισε να τους ενημερώσει όλους απλά και όμορφα. Όχι ότι είχε αντιδράσεις, έτσι κι αλλιώς η σχέση με τον πατέρα της και τη Μαρία βασιζόταν σε αληθινά συναισθήματα και γεγονότα. Αυτό της έδινε και την ελευθερία άλλωστε να αποφύγει το γνωστό κρυφτούλι που συνήθως παίζεται σε αυτές τις καταστάσεις, όταν έχεις δίπλα σου στενόμυαλους ανθρώπους. Ένας βασικός λόγος που η Μαρία διακατεχόταν από μια υστερία ανείπωτης χαράς ήταν και η συγκεκριμένη σχέση. Από την πρώτη στιγμή που γνώρισε τον Μιχάλη, της άρεσε το όμορφο παρουσιαστικό του, μα πιο πολύ εντυπωσιάστηκε από την ευγενική συμπεριφορά του και τον συνετό χαρακτήρα του. Είδε με τα μάτια της καρδιάς, την αλήθεια που εξέπεμπε το ευθύ του βλέμμα όταν κοίταζε τη Σοφία της. Η Μαρία φορώντας το καλύτερό της χαμόγελο, ακούμπησε το δίσκο πάνω στο τραπέζι του κήπου. Ένα πιάτο με μοσχοβολιστό τσουρέκι, χειροποίητο, όχι έτοιμο από το ζαχαροπλαστείο.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

107

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Το σπίτι πρέπει να μοσχοβολάει τσουρέκι, αλλιώς πώς θα καταλάβουμε ότι έχουμε Πάσχα;». Αυτές τις λέξεις θυμόταν η Σοφία κάθε Μεγάλη Τετάρτη, όταν στην κουζίνα του σπιτιού πρωταγωνιστούσαν τα ολόφρεσκα αυγά, ο ζεστός χυλός της μαγιάς με τις εκατοντάδες φουσκίτσες του να σκάνε στην επιφάνειά του και να φανερώνουν τη ζωντάνια του, το μαχλέπι, το κακουλέ και τις βανίλιες που κατακλύζανε τις μύτες με τα υψηλά τους αρώματα. Κι όταν τα έψηνε, έπαιρνε μια καρέκλα και καθόταν δίπλα στο φούρνο, να τα παρακολουθεί να φουσκώνουν και να αποκτούν εκείνο το ηλιοκαμένο χρυσαφί χρώμα, στολισμένα με ολόκληρα αμύγδαλα καρφωμένα ανάμεσα στις πλεξούδες του ζυμαριού. Δυο ποτήρια φρέσκος χυμός πορτοκάλι συνόδευε μια τέτοια πλεξούδα, κομμένη σε φέτες, που στεκόταν προκλητικά μπροστά τους. «Εύχομαι στην υγειά σας!» είπε σχεδόν τραγουδιστά φανερώνοντας την καλή της διάθεση και γύρισε στο σπίτι. «Ευχαριστούμε πολύ» της ανταπάντησε ο Μιχάλης. Η Σοφία, καθισμένη αναπαυτικά στην πολυθρόνα, χαϊδεύοντας με το δεξί της χέρι το κεφάλι της Λούσυ, κοίταζε όλο το τελετουργικό χαμογελώντας. Το γνώριζε καλά αυτό το χαμόγελο της Μαρίας, άνθιζε στα χείλη της όπως τα τριαντάφυλλα, δηλώνοντας την καλύτερη εποχή του χρόνου. «Πάντα νιώθω αυτήν τη ζεστασιά όταν μπαίνω σ’ αυτήν την αυλή, μου μιλάνε τα λουλούδια της, τα δέντρα της», το βλέμμα της ταξίδεψε θλιμμένα πάνω στο αγαπημένο δέντρο της Λήδας, τη μανόλια, που ξαναγεννιόταν, όπως κάθε άνοιξη, «το ξύλινο παγκάκι», συνέχισε. «Κάθε της γωνία κρύβει για μένα και μια ανάμνηση, άλλοτε γλυκιά, άλλοτε πικρή». Η Σοφία μιλούσε και κατέθετε την ψυχή της στον Μιχάλη. Του άνοιγε το βιβλίο της ζωής της και εκείνος μέρα με τη μέρα το λάτρευε, ήθελε να γνωρίσει όλες τις άγνωστες σελίδες του και αυτό του το πρόσφερε απλόχερα και με πολύ αγάπη. «Πρέπει να σε συμπάθησε πολύ η θεία μου, απ’ ότι αισθάνομαι» του είπε, βλέποντάς τη να καταφθάνει με τον δίσκο για έναν δεύτερο γύρο κερασμάτων. Αυτή τη φορά με τη σπεσιαλιτέ της. Βέβαια, να πούμε και την αλήθεια, ήταν πτυχιούχος στα γλυκά του κουταλιού η Μαρία, και η βελούδινη αίσθηση στο στόμα από ένα χρυσαφί βερίκοκο ήταν η εύγεστη απόδειξη του άριστα. «Ναι το αισθάνθηκα και εγώ. Πρέπει να είναι καλός άνθρωπος η θεία σου. Η γλύκα στο χαμόγελο της μου θύμισε τόσο τη γιαγιά μου! Έτσι γλυκιά ήταν και


108

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

εκείνη όταν με δωροδοκούσε με καραμέλες - πάντα κρυφά από την κύρια Ρένα, τη μητέρα μου - προκειμένου να μου αποσπάσει μια αγκαλιά. Την αγαπούσα πολύ!» είπε με ένα τόνο νοσταλγίας στη φωνή του. Ταξίδεψε σαν αστραπή στο πατρικό του σπίτι, όχι πολλά χρόνια πριν, όταν ήταν μικρός, σε εκείνη την όμορφη αυλή με τα πέτρινα σκαλοπάτια που την ταλαιπωρούσαν τόσο την καημένη να τα ανεβεί. Ζούσαν σε ένα διώροφο σπίτι με εξωτερική σκάλα στην Άνω Πόλη. Κάθε φορά που ήθελε να στείλει διάφορα πράγματα επάνω, συνήθως γλυκά για τα παιδιά, τον Μιχάλη και τον αδελφό του τον Άλκη, φώναζε τον Μιχάλη που ήταν ο πιο μικρός. «Έλα αγοράκι μου, εσύ που έχεις δυνατά ποδαράκια, ανέβασε τα επάνω, άντε πουλάκι μου! Την ευχή μου να ’χεις!». Αυτή ήταν η μαγική κουβέντα, όχι μια απλή πρόταση, μα η ίδια η γιαγιά, το ζεστό αεράκι που χάιδευε το κορμί του όταν την άκουγε, η αγκαλιά της, τα χάδια της. Δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι, αλλά κι εκείνη πάντα είχε κάτι να του δώσει πέρα από τη δεδομένη αγάπη της. «Έχει χρόνια που πέθανε;» τον ρώτησε η Σοφία και ήταν σαν να τον ξύπνησε από ένα γλυκό όνειρο. «Αρκετά. Πρέπει να ήμουν δέκα-έντεκα χρονών. Είχε πολλά προβλήματα με την καρδιά της, η οποία στο τέλος την πρόδωσε». «Περίπου σ’ αυτήν την ηλικία έχασα και εγώ τη μητέρα μου. Εκεί κάτω…» και του έδειξε με το χέρι της την μπουμπουκιασμένη μανόλια. Στα πράσινα μάτια της λαμπύρισαν δυο δάκρυα που ήταν έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά της. Τα σκούπισε με μια χαρτοπετσέτα που πήρε από το δίσκο, αποφεύγοντας να συνεχίσει την κουβέντα. Πάντα την πλήγωνε η συγκεκριμένη ανάμνηση, το τελευταίο φιλί. Ο ήχος της κόρνας του τρένου που ακούστηκε από μακριά, ήταν η καλύτερη ευκαιρία να αποδράσουν από το ναρκοπέδιο της μνήμης. Είχε υποσχεθεί στον Μιχάλη να του δείξει τα περιβόητα βαγόνια του ονείρου και η Λούσυ ήταν αδύνατον να μην είναι παρούσα. Το δικαιούταν εξάλλου αφού ήταν η ηθική αυτουργός αυτής της ανακάλυψης και πρώτηπρώτη αυτήν τη στιγμή στην πόρτα. Περίμενε με τόση ανυπομονησία λες και παραπονιόταν με τον τρόπο της, για το πόσο της στοίχισε η απουσία της. Κάνανε το τόσο γνωστό δρομολόγιο δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές, μόνο που τώρα ήταν φραγμένες με σύρμα για λόγους ασφαλείας.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

109

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ευτυχώς το έργο αυτό ήταν σε εξέλιξη και κατάφεραν να τρυπώσουν από κάποιο ατελείωτο σημείο και να φτάσουν στα βαγόνια, τα οποία, όπως διαισθάνθηκε η Σοφία από τις γύρω εργασίες, θα ήταν η τελευταία φορά που τα έβλεπε. «Ο Θεός ήθελε να ξαναφρεσκάρει τη μνήμη μου, τους στόχους μου. Γι’ αυτό με έφερε εδώ αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή» είπε στον Μιχάλη. Κάθισαν οι δυο τους στην ανοικτή πόρτα του χρονομαυρισμένου βαγονιού, που κάποτε καθόταν με την Έλλη, και του έδειξε με ένα μοναδικό τρόπο έκφρασης όλα τα χρώματα, όλες τις αποχρώσεις που άλλοτε της μαύριζαν την καρδιά και άλλοτε την έκαναν ουράνιο τόξο στον ουρανό. Του είπε για το δυστύχημα με το τρένο, τότε λίγο πριν τις εξετάσεις, και την καθοριστική απόφαση που πήρε για το μέλλον της ζωής της. «Κοίταξε τη Λούσυ! Αναγνωρίζει κάθε σπιθαμή αυτής της περιοχής. Έχουμε έρθει τόσες φορές , αμέτρητες. Ήταν το κρησφύγετό μας. Δεν μας πτοούσε τίποτα στον περίπατό μας, ούτε καν το ψιλόβροχο. Μόνο η μαύρη σκιά του δυστυχήματος μας έφραξε το δρόμο. Από τότε δεν ξαναήρθαμε». Σηκώθηκε, πήρε ένα ξύλο από κάτω και το πέταξε μακριά. Παρ’ όλο που τα κανίς δεν φημίζονται για το κυνήγι τους αλλά για το παιχνίδι τους, η Λούσυ της το έφερε πίσω σαν το καλύτερο εύρημα. Και φυσικά περίμενε να της το ξαναπετάξει! «Από τότε λοιπόν έκανες όνειρα για την Ιατρική! Σε ένα γραφικό και συνάμα τραγικό μέρος θα ‘λεγα. Το είχα ακούσει από την τηλεόραση το ατυχές συμβάν αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα το άκουγα και από έναν αυτόπτη μάρτυρα!». «Και τι ειδικότητα σκέφτεσαι να ακολουθήσεις;» τη ρώτησε. Η Σοφία ξαναπέταξε το ξύλο με δύναμη και κοιτάζοντας τη Λούσυ που έτρεχε ξοπίσω του είπε: «Δεν έχω αποφασίσει ακόμη, δεν έχει ωριμάσει ακόμη μέσα μου. Να ‘σαι σίγουρος ότι θα είσαι ο πρώτος που θα το μάθεις» και του ‘σκασε ένα φιλί στο μάγουλο. «Σήκω όμως γιατί πρέπει να προλάβουμε το τραπέζι στις δύο. Ο μπαμπάς θα κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα και θα ετοιμάζεται να χορέψει σαν αναστενάρης». «Με τρελαίνει το χιούμορ σου! Άπαιχτο!» της είπε γελώντας και σηκώθηκε. Η Μαρία ήταν έτοιμη και τους περίμενε καθισμένη στη δροσιά της αυλής. Γέμισε με φρέσκο νερό το πλαστικό πιατάκι για τη Λούσυ, κλείδωσε την πόρτα της αυλής και οι τρεις τους κατευθύνθηκαν προς τη στάση του αστικού λεωφορείου.


110

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία που ήξερε καλά τη θεία της, διαισθανόταν το καμάρι της καθώς περπατούσαν στο δρόμο. Το καταλάβαινε από το στήσιμο του σώματός της, από το ύφος στο πρόσωπό της, από εκείνο το ανεπαίσθητο χαμόγελο στην άκρη των χειλιών της. Χαιρόταν γι’ αυτό γιατί της άξιζε, της είχε προσφέρει πολύ αγάπη η Μαρία και ένα μεγάλο μερίδιο από τη ζωή της. Στις δυο παρά πέντε βρίσκονταν μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο Μιχάλης τις συνόδευσε μέχρι εκεί, έδωσε ραντεβού με τη Σοφία για τις έξι και έφυγε. Προτού έρθουν για τις φετινές διακοπές των γιορτών και σε ανύποπτο χρόνο, ο Μιχάλης είχε εκφράσει την επιθυμία του να την ξεναγήσει στη ζωή του Π.Σ. (προ Σοφίας). Έτσι χαρακτήριζε το κομβικό σημείο στην πορεία της. Ήθελε να την πάει εκεί στη δική του αυλή, είχανε βλέπετε κι οι δυο τους την τύχη να είναι παιδιά της αυλής και όχι του μπαλκονιού, να την πάει εκεί στο μικρό σιδερένιο παγκάκι, κάτω από την ακακία που αγκάλιαζε στοργικά όλες τις παιδικές σκανδαλιές, τα μεγάλα του όνειρα, τις εφηβικές του ανησυχίες. Να της μιλήσει για εκείνα τα ζεστά βράδια του καλοκαιριού όταν με τους φίλους του προσπαθούσαν να καταλάβουν τα κοριτσίστικα καμώματα και νάζια. Να της αποκαλύψει το δικό του καταφύγιο. Και η Σοφία ήθελε να κρατήσει τον λόγο της γι’ αυτήν την τόσο επιθυμητή υπόσχεση που του είχε δώσει. Όλη η χαρά στο μεγαλείο της επί της υποδοχής, άκουγε στο όνομα Παύλος. Πέρα από τα φανταστικά γευστικά συμβάντα πάνω στο τραπέζι της γιορτής, όλα τα υπόλοιπα δρώμενα, είχαν πάλι το ίδιο όνομα. Ασυγκράτητος, ενθουσιώδης, ζιζάνιο στην κυριολεξία, μονοπωλούσε το ενδιαφέρον όλων. Δεν ήξεραν τι να απολαύσουν: το υπέροχο εξοχικό2 της Δέσποινας ή τον αστείο τρόπο που το έτρωγε ο Παύλος. Ξεκαρδίστηκαν όλοι στα γέλια όταν ο Παύλος, σοβαρός, προσπαθούσε να συναρμολογήσει τις λέξεις για να ρωτήσει τη Δέσποινα. «Μαμά, πώτα (πρώτα) φάμε το έτσω (έξω);» και βέβαια εννοούσε το χαρτί της λαδόκολλας που μέσα του ψήνεται αυτό το θεσπέσιο φαγητό. Αν και τα εδέσματα ήταν μια ευχαρίστηση για τους μεγάλους και μια περιπετειώδης ανακάλυψη για τον μικρό, η κατάληξη δεν θα μπορούσε να 2 Είδος γευστικού μαγειρευτού φαγητού, αποτελούμενο από χοιρινό κρέας, πράσινες και κόκκινες πιπεριές, τυριά, μουστάρδα, ρίγανη και ελαιόλαδο, που ψήνεται μέσα σε λαδόκολλα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

111

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

είναι άλλη από τα αγαπημένα τρίγωνα, γεμιστά με γλυκιά κρέμα, της Σοφίας. Έτσι, για να ολοκληρωθεί η αγάπη τους προς αυτήν με την πιο γλυκιά υπογραφή. Η Δέσποινα πήρε τα σημαντικότερα συγχαρητήρια της ζωής της. Η γευστική πανδαισία τους κατέκτησε όλους. Ένα τεράστιο χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στα χείλη της, έκδηλο της χαράς της, που έκανε τον Ορέστη διπλά χαρούμενο. Οι τρεις της παρέας, άφησαν τη Δέσποινα και τη Σοφία να μαζέψουν το τραπέζι και κάθισαν στο σαλόνι, σχολιάζοντας τις σκανδαλιές του Παύλου. Οι ώρες μέχρι τις έξι κύλησαν γλυκά και όσο ήρεμα μπορούσαν με τον μικρό πρωταγωνιστή πανταχού παρών. Ο Μιχάλης ήταν συνεπής στο ραντεβού του. Η Σοφία τον άφησε για λίγο με τους υπόλοιπους για τις καθιερωμένες ευχές και πήγε να φρεσκαριστεί. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Της άρεσε να κάνει καλή εντύπωση όπου κι αν πήγαινε, πόσο μάλλον στο σπίτι του Μιχάλη. Αν και μονοπωλούσε το τζιν στο ντύσιμό της, για τη σημερινή επίσκεψη διάλεξε ένα άσπρο φόρεμα με μια κόκκινη φαρδιά ζώνη που έκανε θαυμάσια αντίθεση με το μελαχρινό κορμί της. Ικανοποιημένη από το είδωλο που έβλεπε στον καθρέπτη, πήρε την τσάντα της και μπήκε στο σαλόνι. Ο Μιχάλης μόλις την είδε σηκώθηκε, χαιρέτισαν τους υπόλοιπους και βγήκαν από την πόρτα, συνοδευόμενοι από τις μουρμούρες διαμαρτυρίας του Παύλου. Όταν κατέβηκαν κάτω, γύρισε και την κοίταξε με την ησυχία του. «Είσαι μια κούκλα! Θα τους κατακτήσεις όλους!» της είπε με θαυμασμό. «Υπερβάλλεις όπως συνήθως, κύριε ψυχολόγε!» όχι ότι το πίστευε βέβαια, αλλά λειτούργησε η μετριοφροσύνη της, παρ’ όλο που μέσα της γοητεύτηκε από τα λόγια του.


112

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Έκτο Μια διαφορετική ξενάγηση

Το ανέβασμα στην Άνω Πόλη από τα Κάστρα, έγινε την καταλληλότερη ώρα της ημέρας. Ένας κατακόκκινος ήλιος ετοιμαζόταν να βουτήξει στον Θερμαϊκό και οι ακτίνες του, σαν παιδιά γεμάτα ζωντάνια, έπαιζαν ανάμεσα στα τείχη και τις πολεμίστρες με το φως και τη σκιά. Το θέαμα ήταν ανεπανάληπτο. Κάθισαν σε ένα από τα πολλά παγκάκια που υπάρχουν στον ανηφορικό δρόμο και το απόλαυσαν τόσο που μετά βίας σηκώθηκαν. Το σπίτι του Μιχάλη βρισκόταν σε μια γραφική γειτονιά της Άνω Πόλης. Το πιο χαρακτηριστικό της στοιχείο, που σε άλλαζε εποχή τόσο δυναμικά, ήταν τα πλακόστρωτα δρομάκια της. Τόσο στενά, ίσα που χωρούσε ένα αυτοκίνητο. Είχε καταφέρει να εξαπατήσει το χρόνο, να τον μπερδέψει τόσο που να διστάζει αν πρέπει να προχωρήσει ή να σταματήσει. Το σπίτι, ένα ανακαινισμένο διώροφο, κρατούσε το παραδοσιακό του ύφος, με ξύλινα χαγιάτια και έναν ψηλό τοίχο που έκρυβε από τα μάτια των περαστικών την εσωτερική αυλή. Βαμμένο κατάλευκο με μόνα έντονα διακριτά τα παραθυρόφυλλά του στο σκούρο χρώμα του ξύλου και τη μεγάλη πόρτα της αυλής, στολισμένη με ένα μπρούτζινο ρόπτρο στο κέντρο της, να φαντάζει σαν αρχοντικό παλιάς εποχής.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

113

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Μιχάλης έβαλε το κλειδί στην πόρτα, την άνοιξε και ξαφνικά βρεθήκανε στον κήπο των θαυμάτων. Έτσι της συστήθηκε η αυλή του σπιτιού της Σοφίας. Δεν είχε δε ποτέ της, ένα τόσο καλλιτεχνικό, τόσο ζωντανό και λειτουργικό χώρο που να μπορεί ένας άνθρωπος αγκαλιασμένος από το περιβάλλον να δημιουργεί, να φαντάζεται, να ξεκουράζεται. Το βλέμμα της δεν ήξερε πού να πρωτοσταματήσει. Κάτω από το κιόσκι που δέσποζε στο κέντρο, ένα ξύλινο αγιορείτικο τραπέζι, έδινε τη δική του βαρύτητα στο χώρο. Το πέτρινο πηγάδι στο κέντρο του πλακόστρωτου με τον κουβά που άλλοτε έβγαζε νερό, τώρα ήταν γεμάτο από ένα κόκκινο χείμαρρο από πετούνιες. Στην άκρη του τοίχου, εκεί κάτω από τη γερασμένη ακακία, ένα σιδερένιο παγκάκι, περιέθαλπε όλες τις παιδικές αναμνήσεις. Και η υπογραφή του κήπου, τα πολλά μικρά και μεγάλα πέτρινα αγάλματα, διάσπαρτα σε κάθε γωνιά του. Δεν ήταν όπως αυτά που είχε στο μυαλό της η Σοφία, τα λαξευμένα πάνω σε ένα κομμάτι πέτρας. Ήταν μια κατασκευή από δεκάδες πέτρες, όλων των μεγεθών και όλων των αποχρώσεων σε μια μοναδική σύνθεση, συναρμολογημένες μεταξύ τους με το κατάλληλο συνδετικό υλικό. Σε απίθανα σχήματα, σε ενδιαφέροντα νοήματα που έδειχναν με τον καλύτερο τρόπο τη διάθεση του δημιουργού. «Έχω μείνει έκθαμβη! Τώρα μπορώ να πάρω μια γεύση, γιατί προτίμησες την ψυχολογία από οτιδήποτε άλλο τεχνοκρατικό. Είχες τα καταλληλότερα δεδομένα και ερεθίσματα. Ποιος ασχολείται με όλα αυτά τα υπέροχα δημιουργήματα εκτός από τον Θεό;». «Αυτά είναι δημιουργίες της κυρίας Ρένας. Πέρα από την επίσημη δουλειά της ως καθηγήτρια φιλόλογος, η ανεπίσημη είναι όλη της η ζωή. Χάνεται με τις ώρες ανάμεσα στα φυτά της, τις πέτρες της και τα χώματα και ό,τι άλλο βάλει ο νους της. Και ιδού το αποτέλεσμα!». «Ομολογώ πως παίρνει άριστα στις καλές τέχνες, στη γεωπονική και όχι μόνο, ίσως είναι κι άλλα που δεν γνωρίζω!». Ανέβηκαν τα πέτρινα σκαλοπάτια και χτύπησαν το κουδούνι. Όχι πως δεν είχε κλειδιά ο Μιχάλης , αλλά ήθελε να τους ειδοποιήσει για την άφιξή τους, η οποία βέβαια έγινε αντιληπτή, γιατί συγχρόνως με το χτύπημα άνοιγε και η πόρτα. Μια ξανθιά γαλανομάτα γλυκύτατη κυρία εμφανίστηκε χαμογελαστή στο άνοιγμα της πόρτας.


114

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Καλώς τους. Πέρασε Σοφία μου. Μας είχε πει ο Μιχάλης ήδη τόσα πολλά για σένα. Σαν να γνωριζόμαστε εδώ και καιρό». Η Σοφία ενθουσιάστηκε από την εγκαρδιότητα και την απλότητά της. Τα συναισθήματα φαίνονταν αμοιβαία. Στην παρέα που καθόταν στο σαλόνι συζητώντας για διάφορα τρέχοντα γεγονότα, προστέθηκε και ο κύριος Θεόδωρος, ο πατέρας του Μιχάλη, καθηγητής Μαθηματικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Η οικογένεια είχε ένα ακόμη μέλος, τον αδελφό του Μιχάλη, τον Άλκη, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό. Σπούδαζε Πληροφορική στο Λονδίνο και λόγω υποχρεώσεων δεν κατάφερε να είναι μαζί τους για τις γιορτές. Ήταν μια οικογένεια περικυκλωμένη από βιβλία, με διαμετρικές αντιθέσεις στα θέματά τους, τις οποίες όμως ισορροπούσαν με θαυμαστό τρόπο και το άμεσο παράδειγμα ήταν ο Μιχάλης. Είχε την ικανότητα να ζυγίζει την ευαισθησία της φιλολογίας και τον ορθολογισμό των μαθηματικών με καταπληκτική ικανότητα κι αυτήν ακριβώς την ικανότητα θαύμαζε η Σοφία. Την απέκτησε με το πέρασμα του χρόνου, όσο του δίνονταν τα ερεθίσματα και από τις δύο πλευρές, τα επεξεργαζόταν και τα τοποθετούσε στην ανάλογη θέση στο μυαλό του, πλάθοντας έτσι ένα χρυσό νόμισμα δύο όψεων, με το οποίο, αναλόγως των γεγονότων που έφερνε μπροστά του η ζωή, το εξαργύρωνε στον τρόπο της συμπεριφοράς του. Πάντα παραδεχόταν η Σοφία τον τρόπο σκέψης του, τα διάφορα οπτικά που χρησιμοποιούσε για να κατασταλάξει σε ένα συμπέρασμα το οποίο ήταν καταπληκτικά κοντά στην πραγματικότητα. Βέβαια και ο κλάδος της Φιλοσοφίας, η Ψυχολογία, που ακολούθησε ο Μιχάλης, εμπλούτισε και ανέπτυξε ότι αξιόλογο είχε πάρει από το οικογενειακό του περιβάλλον. Τον καφέ τους, παγωμένο και συνοδευόμενο από τα κουλουράκια αμυγδάλου της κυρίας Ρένας, τον ήπιαν κάτω από το κιόσκι με τα φαναράκια του κήπου να δίνουν μια γλυκιά ατμόσφαιρα στη βραδιά που έφτανε προς το τέλος της. Ο Μιχάλης ξενάγησε τη Σοφία στους προσωπικούς του χώρους, το δωμάτιό του, που έμοιαζε πιο πολύ με βιβλιοθήκη παρά με υπνοδωμάτιο, την πήγε στην άκρη του κήπου, εκεί που έκανε τα περάσματα από την παιδική στην εφηβική του ζωή. Της μίλησε για τις περίφημες βραδινές συναντήσεις με τους φίλους του κάτω από την ακακία, που μορφώθηκε και αυτή με τα τόσα


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

115

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ερωτοαπαντήματα. Της έδειξε με τη σειρά του και αυτός τις άγνωστες σελίδες της ζωής του. Η Κυριακή τελείωνε με την πιο όμορφη κατάληξη. Καινούρια δεδομένα και για τους δυο, άγνωστες πτυχές της ζωής τους είδαν το φως και πήραν τη θέση τους μέσα στην καρδιά και το μυαλό τους. Ευχαριστημένη και ελαφρώς κουρασμένη, καληνύχτισε τους γονείς του Μιχάλη, τους ευχαρίστησε για τη φιλοξενία και, συνοδευόμενη από τον Μιχάλη, κατηφόρισαν προς το κέντρο της πόλης. Η επόμενη ημέρα ήταν ημέρα αναχώρησης.


116

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Έβδομο Οι μωβ λεβάντες

Η Σοφία ακούμπησε τη βαλίτσα κάτω, τις δυο νάιλον τσάντες με τα φαγώσιμα που είχε ετοιμάσει και είχε φροντίσει επιμελώς να πάρει μαζί της η Μαρία, και έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Ξεκλείδωσε και μπήκε. Το κρεμασμένο στον τοίχο ρολόι που κοσμούσε την ποντικότρυπα, είχε μείνει αυτή η ονομασία για το σαλονάκι από την πρώτη ημέρα που μπήκε στο σπίτι μαζί με τον σχεδόν άγνωστο τότε Μιχάλη, έδειχνε έντεκα. Είχαν φτάσει χωρίς καθόλου καθυστέρηση, μόνο ταξί δυσκολεύτηκαν να βρουν. Στο τέλος βολεύτηκαν σε μια διπλή κούρσα μαζί με ένα παλικάρι από τα Γρεβενά. Πρώτη κατέβηκε η Σοφία. Στο διαμέρισμα επικρατούσε ησυχία. Έβαλε τα κλειδιά στην κλειδαριά της εσωτερικής πλευράς και χάιδεψε τη μισή ασημένια καρδιά που κρεμόταν τώρα από τα κλειδιά της. Δώρο από τον καλό της για τις γιορτές. Την άλλη μισή την κράτησε ο ίδιος. «Μόνο μαζί σου η καρδιά μου θα είναι ολόκληρη» της εξομολογήθηκε ρομαντικά όταν της την έδωσε μέσα σε ένα κόκκινο βελούδινο κουτί. «Θα προσπαθήσω μωρό μου να είμαι πάντα δίπλα σου» του απάντησε χαρίζοντάς του ένα γλυκό φιλί.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

117

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Την ίδια στιγμή ο Μιχάλης καθισμένος στο πίσω κάθισμα του ταξί, κρατούσε στα δάχτυλά του το άλλο μισό και τριβέλιζε στο μυαλό του τα όνειρα της Σοφίας που του εκμυστηρεύτηκε, τις χαλαρές ώρες των διακοπών. Οι στόχοι της τον γοήτευαν μα συγχρόνως τον τρόμαζαν. Εκείνος βάδιζε πιο απλά, έχτιζε τη ζωή του μετρώντας διαφορετικά τα δεδομένα. Όταν του εξέφρασε για πρώτη φορά την επιθυμία της να πάρει ειδικότητα στο εξωτερικό, τη στήριξε, μάλιστα τον συνεπήραν οι φιλοδοξίες της και ο ενθουσιασμός της. Τότε δεν είχε δώσει και μεγάλη σημασία, έβαλε και λάδι στη φωτιά φουσκώνοντας τα μεγαλεπήβολα οράματά της. Όμως τώρα, τα όνειρα άρχισαν να ενσαρκώνονται, αναφέρθηκαν δεύτερη και τρίτη φορά παίρνοντας οντότητα και χτυπώντας κουδούνια στο μυαλό του. Αισθάνθηκε ένα μπούκωμα στο λαιμό του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Σαν από μηχανής Θεός, το αστραφτερό κόκκινο καπό ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου σταμάτησε προκλητικά δίπλα του, περιμένοντας την αλλαγή του σηματοδότη. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω του. Οι καμπύλες του τον μάγεψαν. Το βλέμμα γλιστρούσε ηδονικά πάνω τους μέχρι που το φανάρι άναψε πράσινο και έκανε την αδρεναλίνη του να «χτυπήσει» κόκκινο. Με ένα ξεσηκωτικό σπινάρισμα απομακρύνθηκε σαν σίφουνας. Δευτερόλεπτα το παρακολούθησαν τα μάτια του μέχρι που χάθηκε ανάμεσα στα προπορευόμενα αυτοκίνητα. Πήρε ακόμη μια βαθιά ανάσα, αυτή τη φορά αιτία ήταν το δικό του όνειρο, οι δικές του φιλοδοξίες. Φαινομενικά αντίθετο από τον ήρεμο χαρακτήρα του, αλλά δεν έπαυε να πρωτοστατεί μέσα του. Λίγο προτού φτάσει στον προορισμό του, οι σκέψεις του είχαν προλάβει να φτάσουν σε ένα συμπέρασμα που λειτούργησε σαν ηρεμιστικό στον οργανισμό του. «Σεβασμός στα όνειρά μας!» είπε εκφράζοντας φωναχτά τη σκέψη του. «Είπες τίποτα φίλε;» τον ρώτησε ο οδηγός που δεν άκουσε καλά. «Όχι, όχι… όχι σ’ εσένα, σ’ εμένα το είπα!» συμπλήρωσε γελώντας και του έδειξε με το χέρι του το σημείο που ήθελε να σταματήσει.

Η Σοφία μοίρασε τα πράγματα στο δωμάτιο και την κουζίνα και μπήκε κατ’ ευθείαν στο μπάνιο. Το είχε άμεση ανάγκη μετά το ταξίδι.


118

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Άφησε το νερό να τρέξει πάνω στο σώμα της και αισθάνθηκε τους μύες της να χαλαρώνουν. Πήρε μια βαθιά ανάσα ξεκούρασης και βοηθούμενη από τη μυρωδιά του αφρόλουτρου, άφησε τη φαντασία της να την ταξιδέψει εκεί που την έστελνε, σ’ ένα μωβ κήπο με λεβάντες. Κρυμμένος σ’ ένα απάνεμο σημείο, ανάμεσα στα κατάλευκα πεζούλια απ’ όπου μπορούσες να αγναντεύεις τα πέρατα του Αιγαίου. Δεν πρόλαβε να μαζέψει πολλές αναμνήσεις η Σοφία από το σπίτι της γιαγιάς στο νησί. Ένα νησί που όσο εκείνη μεγάλωνε, άρχισε σιγά-σιγά να αισθάνεται την ιδιαιτερότητά του, το μεγαλείο του. Ήταν αρκετά μικρή όταν αναγκάστηκαν να φύγουν βιαστικά για λόγους πολύ πονεμένους. Από αυτά τα λίγα λοιπόν που θυμόταν, αυτό το μέρος ήταν εφαλτήριο για το όνειρο, η θαλασσιά πόρτα του μέλλοντος, το αισθανόταν μέσα της, δεν μπορούσε να το αναλύσει με το παιδικό της μυαλό αλλά οι δονήσεις διέτρεχαν το κορμί της μέχρι το τελευταίο άκρο. Καθόταν στο πεζούλι κοιτάζοντας τη θάλασσα, της μιλούσε με λόγια που μόνο η καρδιά της καταλάβαινε κι όταν στα χείλη της σχηματιζόταν ένα συγκεκριμένο χαμόγελο, τότε αισθανόταν ότι ήταν ελεύθερη να φύγει, γεμάτη από αισιοδοξία που τότε βέβαια δεν ονομάτιζε ως συναίσθημα. «Πρέπει να ξαναπάω στο νησί, το συντομότερο» είπε και έκλεισε τη βρύση όπως θα έκλεινε ένα παράθυρο δεδομένων στην οθόνη του υπολογιστή. Πήρε μια λευκή πετσέτα και την τύλιξε γύρω της. Μια υπέροχη αίσθηση καθαριότητας την οδήγησε στην απαλότητα των σεντονιών του κρεβατιού. Πολύ γρήγορα ο Μορφέας την πήρε στην αγκαλιά του, για μακρινά ταξίδια. Όταν άνοιξε τα μάτια της, το φως της ημέρας την είχε αποχαιρετήσει, αντιφέγγιζαν τα φώτα του δρόμου μέσα στο δωμάτιο και σχημάτιζαν φιγούρες σκιάς στο ταβάνι. Σηκώθηκε και ετοίμασε κάτι πρόχειρο να φάει. Κάθισε στο σαλόνι με τον δίσκο μπροστά της, και έβαλε το στόμα της να τρώει και το μυαλό της να οργανώνεται για τις επόμενες κινήσεις της. «Διακοπές τέλος» μονολόγησε. «Τώρα δουλειά!» είπε και δάγκωσε ένα μεγάλο κομμάτι από τα τοστ που υπήρχαν στον δίσκο. Οι ημέρες που ακολούθησαν ήταν φορτωμένες τρέξιμο. Η σχολή είχε ανοίξει και οι επισκέψεις στη γραμματεία για πληροφορίες είχαν πληθύνει. Ενημερώσεις για την εξεταστική που κατέφθανε


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

119

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

απειλητικά, για τα επερχόμενα μαθήματα, τα συγγράμματα, τα εργαστήρια που γίνονταν όλο και πιο απαιτητικά, όλα αυτά εξαντλούσαν και τα τελευταία αποθέματα των δυνάμεών της. Το βράδυ προσπαθούσε να ξαναγεμίσει τις μπαταρίες του οργανισμού της, σοφιζόμενη διάφορους τρόπους χαλάρωσης. Που λόγος για εξόδους αυτόν τον καιρό. Η επικοινωνία της με τον Μιχάλη περιορίστηκε κι, ως επί το πλείστον, μιλούσαν στο τηλέφωνο καθώς ούτε και εκείνος είχε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Είχε αποφασίσει να παρακολουθήσει και ένα σεμινάριο ψυχολογίας για άτομα με ειδικές ανάγκες και αυτό του είχε γεμίσει όλη την ημέρα του. Τον είχε ενθουσιάσει η ιδέα από την πρώτη στιγμή που είδε την ενημερωτική αφίσα αναρτημένη στον πίνακα ανακοινώσεων της σχολής του. Ήταν μια ομάδα ατόμων με ειδικές απαιτήσεις στις συναναστροφές τους. Τον ενδιέφερε να γνωρίσει τους ιδιαίτερους τρόπους επικοινωνίας με αυτά τα άτομα, ειδικά με τα παιδιά, που για έναν απλό, φυσιολογικό άνθρωπο δεν είναι εύκολο. Κι όσο πλησίαζαν προς το τέλος των σπουδών οι καταστάσεις δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο. Ο καθένας τους ήταν απορροφημένος με τις προσωπικές του υποχρεώσεις και ασχολίες, ελάχιστος ο χρόνος που αφιέρωναν για τον εαυτό τους στο επίπεδο της διασκέδασης. Κάπου-κάπου προέκυπτε κάποια έξοδος στον κινηματογράφο, λίγο πιο συχνά για φαγητό και με τίποτα δεν συζητούσαν για απομάκρυνση από το κέντρο, έστω για μια εκδρομή, έξω από τις ημέρες των διακοπών τους. Βέβαια και το φθινόπωρο δεν ενέπνεε αποδράσεις. Οι βροχές ήταν καθημερινό φαινόμενο, σχεδόν όλο τον Νοέμβριο. Ακολούθησαν και κάτι γερά κρύα που τους καθήλωσαν εντελώς. Κάπου στις αρχές του Δεκέμβρη άρχισε να αλλάζει λίγο το σκηνικό της διάθεσής τους. Κάτι οι βιτρίνες που γέμισαν στολίδια, κάτι οι μουσικές υποκρούσεις στα καταστήματα, ήρθε και το πρώτο χιόνι του χειμώνα και τους ξεσήκωσε. Ήταν Δευτέρα πρωί, όταν η Σοφία ανοίγοντας την κουρτίνα της κουζίνας έμεινε με το στόμα ανοικτό. Δεν πίστευε στα μάτια της ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν τα ψίχουλα από το επάνω διαμέρισμα αλλά… χιόνι! Ψιλό, ίσα που φαινόταν στην αρχή, μα όσο περνούσε η ώρα, ο αττικός ουρανός μεταμορφωνόταν σε παραμυθένιο. Γεμάτος άσπρες πεταλούδες που πετούσαν και στροβιλίζονταν από το ελαφρύ αεράκι, και που ποτέ τους δεν έβρισκαν χώρο κατάλληλο για να προσγειωθούν. Η θερμοκρασία της ασφάλτου έδινε απαγορευτικό και σαν κακιά μάγισσα τις μεταμόρφωνε σε υγρές στάλες,


120

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ικανές να σβήσουν κάθε φωτιά εκτός από μία, αυτήν που άναψαν στην καρδιά της Σοφίας. Άρπαξε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε τον αριθμό του Μιχάλη. Άκουγε τον ήχο της κλήσης ενώ χτυπούσε ρυθμικά το δάχτυλό της στο τζάμι της μπαλκονόπορτας, δείγμα της ανυπομονησίας της. Η γραμμή άνοιξε και μια αγουροξυπνημένη φωνή της απάντησε, με ένα βαρύ «ναι». «Έλα, εγώ είμαι» είπε η Σοφία. «Είδες τι γίνεται έξω;». «Όχι, τι γίνεται; Με ξύπνησες...». Δεν πρόλαβε να συνεχίσει αυτήν την επικοινωνία με παύσεις, όταν η Σοφία του είπε ασυγκράτητη: «Λοιπόν, τι θα κάνουμε τα Χριστούγεννα;». Του ήταν δύσκολο να συνδέσει τα Χριστούγεννα με το πρωινό τηλεφώνημα υπό το καθεστώς της νύστας. «Ρε Σοφία, τι είδες στον ύπνο σου; Χιονάνθρωπους;» της είπε, αδυνατώντας να την καταλάβει. «Όχι, αληθινό χιόνι που πέφτει έξω και χωρίς να κοιμάμαι! Μάλλον εσύ δεν ξύπνησες ακόμη!» δεν τον άφησε καν να της απαντήσει. «Καλά, καλά... Θα τα πούμε στις δώδεκα στο ‘‘Μήλο’’» του πέταξε και έκλεισε το τηλέφωνο κοιτώντας μαγεμένη τον ουρανό. Συνέχισε να χιονίζει όλη την ημέρα χωρίς όμως «να δούμε άσπρη ημέρα» που λέει μια λαϊκή έκφραση, εννοώντας φυσικά τον εξαγνισμό των πάντων από την κάλυψη του άσπιλου χιονιού. Πλησίαζε δώδεκα όταν ο Μιχάλης μπήκε στο ‘‘Μήλο’’, το καφέ απέναντι από την Ιατρική Σχολή. Η Σοφία, καθισμένη σ’ ένα τραπεζάκι στον ημιώροφο, ήταν βουτηγμένη σε μια εφημερίδα όταν, σαν να τον αισθάνθηκε, σήκωσε τα σμαραγδένια μάτια της, τον κοίταξε και του είπε περιπαικτικά: «Τώρα που ξύπνησες, είδες τι γίνεται έξω!». «Σοφάκι, άσε το δούλεμα και πες μου τι ιδέες κατέβασε το μυαλό σου; Εσύ για να παίρνεις τηλέφωνο πρωί-πρωί κάτι σκαρφίστηκες!». «Άκου λοιπόν! Πως θα σου φαινόταν να κάνουμε μια αλλαγή αυτά τα Χριστούγεννα; Κάθε φορά τις γιορτινές ημέρες συνηθίζουμε να τις περνάμε οικογενειακά. Αυτήν τη φορά, έλεγα, να πάμε οι δυο μας κάπου που θα έχει πολύ χιόνι, και συγκεκριμένα, μου ήρθε στο μυαλό το Πήλιο, το χιονοδρομικό κέντρο στα Χάνια. Τι λες;» του είπε, και κρεμάστηκε από τα χείλη του περιμένοντας τη γνώμη του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

121

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Καλή η ιδέα σου, μα δεν είναι αργά για να βρούμε ξενοδοχείο; Ήδη μπήκαμε στον Δεκέμβριο! Το θεωρώ δύσκολο έως ακατόρθωτο». «Μην το βλέπεις αρνητικά. Η τύχη είναι με τους τολμηρούς. Και εμείς θα το τολμήσουμε. Διαισθάνομαι ότι κάτι θα βρούμε» του είπε αισιόδοξα. «Αυτό θα το τακτοποιήσω εγώ και θα σου κάνω και έκπληξη. Εσύ όμως θέλω να με βοηθήσεις σε κάτι άλλο. Προχθές που ερχόμουν στο σπίτι σου σταμάτησα για λίγο στο μαγαζί με τα χριστουγεννιάτικα διακοσμητικά. Πάντα λάτρευα αυτά τα εποχιακά μαγαζιά. Μου ανασύρουν από μέσα μου τόσο γλυκά συναισθήματα που παραξενεύομαι κι εγώ η ίδια πού είναι κρυμμένα όλα αυτά μέσα μου τον υπόλοιπο καιρό;». Ο Μιχάλης την κοιτούσε προσπαθώντας να καταλάβει που ήθελε να καταλήξει. Η Σοφία συνέχισε: «Εκεί λοιπόν που τα μάτια μου χάθηκαν μέσα στις χρυσαφί τρέσες και στα χρωματιστά λαμπάκια, νομίζω ότι είδα τον φίλο σου τον Γιώργο. Δουλεύει εκεί!». «Ναι, σαν εποχιακός υπάλληλος για τις ημέρες των γιορτών. Γιατί ρωτάς;» της απάντησε. «Να» του είπε δειλά. «Θα ήθελα να δουλέψω σε ένα τέτοιο μαγαζί. Έτσι κι αλλιώς τα μαθήματα σταματάνε για τις γιορτές κι εγώ θα ήθελα λίγα χρήματα ακόμη για το ταξίδι που αποφασίσαμε...». «Μα δεν είναι σίγουρο ακόμη» τη διέκοψε ο Μιχάλης. «Για μένα είναι» του είπε αποφασιστικά και συνέχισε: «Μα πιο πολύ το θέλω για να ζήσω σ’ αυτό το περιβάλλον που ξεχειλίζει από τη λάμψη του παραμυθιού. Θα μου κάνεις τη χάρη να τον ρωτήσεις αν θέλουν κάποιο άτομο ακόμα, σε οποιαδήποτε θέση, δεν με απασχολεί, φτάνει να ‘μαι εκεί μέσα». «Εντάξει. Θα σταματήσω επιστρέφοντας στο σπίτι και θα τον ρωτήσω. Αν έχω καλά νέα θα σε ενημερώσω αμέσως». «Θα περιμένω εναγωνίως την απάντηση». Η επιθυμία της Σοφίας πραγματοποιήθηκε προς μεγάλη της ικανοποίηση. Κι ενώ σχεδόν ολόκληρη την ημέρα ήταν όρθια εξυπηρετώντας τους πελάτες, η ίδια όταν γύριζε στο σπίτι αργά το βράδυ, είχε μια ζέστη στην καρδιά λες και περνούσε όλη την ημέρα μπροστά σε ένα τζάκι κάνοντας όνειρα και ευχές. Δεκαπέντε ολόκληρες, στην κυριολεξία, ημέρες δουλειάς και ούτε μία δυσβάσταχτη. Κάθε ημέρα της είχε δώσει ένα χρώμα σαν τα πολύχρωμα λαμπιόνια που στόλιζαν το τεράστιο Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο κέντρο του μαγαζιού.


122

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Με τόση θετική ενέργεια, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι η τύχη τους για την κράτηση του ξενοδοχείου θα ήταν σίγουρη. Μια βραδινή εξόρμηση στο διαδίκτυο και ένας επιμελής έλεγχος στις ηλεκτρονικές σελίδες των ξενοδοχείων, τους έδωσε το πολυπόθητο δίκλινο το οποίο προήλθε ως δώρο, εξαιτίας μιας ακύρωσης της τελευταίας στιγμής. Το τριήμερο της Πρωτοχρονιάς είχε ήδη προγραμματιστεί.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

123

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Όγδοο Ασυνήθιστες Ασυνήθιστες γιορτές

Με τις βαλίτσες γεμάτες ζεστά ρούχα, ανηφόρισαν προς την εθνική οδό. Τα αυτοκίνητα είχαν σχηματίσει μια τεράστια ουρά περιμένοντας να περάσουν τα διόδια. Η Σοφία διάλεξε ένα ραδιοφωνικό σταθμό με χριστουγεννιάτικη μουσική δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα και κάνοντας πιο ευχάριστη την αναμονή τους. Το ταξίδι τους μέχρι το Βόλο ήτανε ευχάριστο αν και ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και το κρύο δριμύ. Τα δύσκολα τα περίμεναν στο ανέβασμα του Πηλίου. Οι αντιολισθητικές αλυσίδες ήταν το πρώτο πράγμα με το οποίο εφοδιάστηκε ο Μιχάλης, γιατί μετά το μετεωρολογικό δελτίο του τριημέρου ήτανε σίγουρος ότι θα τις χρειαζόντουσαν. Η πόλη του Βόλου, φωτισμένη από χιλιάδες λαμπάκια, τους προϋπάντησε εορταστικά. Η Σοφία δεν χόρταινε να βλέπει τις πανέμορφα στολισμένες αυλές των σπιτιών καθώς ανηφόριζαν προς την Μακρινίτσα, το μπαλκόνι του Πηλίου. «Έχεις ξαναέρθει προς τα εδώ;» ρώτησε τον Μιχάλη. «Ήρθαμε στο Βόλο ένα καλοκαίρι με μια παρέα αγοριών αλλά κατέληξε σε μια αποτυχημένη εκδρομή. Δεν τα βρήκαμε μεταξύ μας, μαλώσαμε για ανούσια


124

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

πράγματα και τη διαλύσαμε στα μισά από ότι είχαμε προγραμματίσει, επιστρέφοντας άδοξα». «Εγώ πρωτοήρθα σε μια μονοήμερη εκδρομή με το σχολείο» είπε η Σοφία και συνέχισε: «Μας ανέβασαν μέχρι τη Μακρινίτσα. Είχαμε συναντήσει αρκετά σχολεία τότε που κάνανε την ίδια διαδρομή. Απ’ ότι θυμάμαι, είναι ένα καταπληκτικό μέρος η Μακρινίτσα. Σταματήσαμε σε ένα μεγάλο ανοίχτωμα, από όπου μπορούσες να ξαπλώσεις το βλέμμα σου κάτω στην πόλη, στο λιμάνι μέχρι το βάθος του Παγασητικού κόλπου, όσο μακριά μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη όραση. Το καλοκαίρι που είχαμε έρθει, στην πλατεία αυτή υπήρχαν δεκάδες τραπεζάκια. Μπορούσες να απολαύσεις αυτό το υπέροχο θέαμα, πίνοντας τον παγωμένο καφέ σου κάτω από τα θεόρατα φουντωτά πλατάνια. Αυτήν την εποχή όμως απ’ ότι βλέπω, κρίνοντας από την κίνηση των αυτοκινήτων, το ενδιαφέρον ανεβαίνει πιο επάνω, προφανώς στο χιονοδρομικό κέντρο των Χανίων». Τα αυτοκίνητα, με τα πέδιλα του σκι δεμένα στις οροφές τους, δήλωναν εμφανώς τον σκοπό των ταξιδιωτών. Συνεχίζοντας προς τα πάνω, το τοπίο άρχισε να αλλάζει και τα χιόνια που προηγουμένως φαίνονταν σε απόσταση, πλησίασαν σιγά-σιγά μέχρι το δρόμο. Εκείνη τη στιγμή δεν χιόνιζε, έτσι τα αυτοκίνητα κινούνταν με προσοχή αλλά χωρίς να χρησιμοποιούν αλυσίδες. Η νύχτα ήδη τους είχε σκεπάσει αφήνοντας ένα μαγευτικό αντιφέγγισμα στο λευκό του χιονιού από τα φώτα των αυτοκινήτων. «Πως είπες λέγεται ο ξενώνας;» ρώτησε ο Μιχάλης. «‘‘Ερατώ’’, έχει το όνομα της ερωτικής μας Μούσας». «Μάλλον πρέπει να ρωτήσουμε προς τα πού βρίσκεται» είπε ο Μιχάλης, προσπερνώντας το σχόλιό της και ψάχνοντας συγχρόνως με τα μάτια του για κάποια ταμπέλα, αλλά τον πρόλαβε η Σοφία: «Σταμάτα εκεί δεξιά πριν τη διακλάδωση, βλέπω μια μεγάλη πινακίδα με πολλά ονόματα». Ο Μιχάλης σταμάτησε το αυτοκίνητο με τέτοιο τρόπο, που τα φώτα του να τη φωτίζουν. «Δεξιά, στα πεντακόσια μέτρα» εντόπισε τη θέση της η Σοφία, χαρούμενη. «Ωραία, φύγαμε!» συμφώνησε ο Μιχάλης και έκανε όπισθεν για να βγει στην άσφαλτο, προσέχοντας να μην κολλήσει το αυτοκίνητο στα χιόνια. Πήραν έναν κατηφορικό δρόμο στα δεξιά της διακλάδωσης. Το νυχτερινό σκηνικό θύμιζε έντονα παραμύθι.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

125

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα, μόνο ο δρόμος σαν στριφογυριστό φίδι έδινε αντίθεση στο τοπίο. Τα βαρυφορτωμένα έλατα κάπου-κάπου έριχναν και από μια τούφα χιόνι, χαϊδεμένα από το νυχτερινό αεράκι. Τα φώτα από τις εισόδους και τους κήπους ζωγράφιζαν μια ειδυλλιακή πινελιά που έκαναν την περιοχή να μοιάζει με νεραϊδοχώρα. Το προαύλιο του ξενώνα, σε αντίθεση με τον δρόμο, ήταν στρωμένο με χιόνι. Οι ρόδες του αυτοκινήτου κύλησαν μαλακά προς την είσοδο. Ο Μιχάλης σταμάτησε το αυτοκίνητο και κατέβασε τις βαλίτσες. Τις ακούμπησε στο καθαρισμένο από το χιόνι πλατύσκαλο και πήγε να παρκάρει το αυτοκίνητο, στο βάθος της αυλής μπροστά από ένα σιντριβάνι που έμοιαζε σαν βαρέλι ξεχειλισμένο από άσπρο αφρό. Η Σοφία τον περίμενε δίπλα στις βαλίτσες, τυλιγμένη σφιχτά με το μπουφάν της. Μέχρι να επιστρέψει ο Μιχάλης κοντά της, της ήρθε ασυναίσθητα να δοξάσει τον Θεό, που κατάφερε να βρει αυτό το πανέμορφο μέρος έστω και την τελευταία στιγμή. Ο ξενώνας ήταν πετρόχτιστος, από πράσινη Πηλιορείτικη πέτρα και οι αψίδες στην μπροστινή πλευρά, του έδιναν ένα μεγαλειώδες ύφος. Στην εσοχή μιας τέτοιας αψίδας περιτριγυρισμένης με λαμπιόνια κρυβόταν η είσοδός του. Ανέβηκαν τα λίγα σκαλάκια και άνοιξαν τη γυάλινη πόρτα. Ένα ζεστό κύμα αέρα με μυρωδιά κανέλας τους χάιδεψε το πρόσωπο. Πλησίασαν στην υποδοχή και δώσανε τα απαραίτητα στοιχεία στον υπάλληλο που τους καλωσόρισε ευγενικά. «Το δωμάτιό σας έχει τον αριθμό δεκαεννέα και θέα προς το βουνό» τους διευκρίνισε ο νεαρός με το μπορντό γιλέκο και το σηματάκι του ξενώνα κεντημένο πάνω στο αριστερό τσεπάκι του γιλέκου του. Ο Μιχάλης πήρε το κλειδί στο χέρι του και χαμογελαστοί προχώρησαν προς τον ανελκυστήρα που τους περίμενε με τις πόρτες ανοιχτές. Περνώντας μπροστά από την πόρτα του σαλονιού, το βλέμμα τους κοντοστάθηκε στο όμορφο θέαμα που αντίκρισαν. Ένα πέτρινο τζάκι σιγόκαιγε στο βάθος του, χαρίζοντας χρυσαφί ανταύγειες στον γύρο χώρο, συναγωνιζόμενο ένα δίμετρο έλατο στολισμένο για τα Χριστούγεννα με λαμπερές μπάλες και χρωματιστά φωτάκια. Το εορταστικό σκηνικό συμπλήρωναν δεκάδες κεράκια ρεσώ αναμμένα και διάσπαρτα πάνω στα τραπεζάκια.


126

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Υπήρχε αρκετός κόσμος καθισμένος αναπαυτικά στους καναπέδες, απολαμβάνοντας τη θαλπωρή της βραδιάς με ένα ποτήρι κρασί να συμπληρώνει τα χρώματα της γιορτής. Η πρώτη αυτή εντύπωση τους ικανοποίησε. Ήταν ακριβώς αυτό που ονειρευόταν η Σοφία. «Έλα, Σοφία, πάμε να αφήσουμε τα πράγματα και να ξεκουραστούμε λίγο» την προέτρεψε ο Μιχάλης, βλέποντάς τη να κολλάει στις ομορφιές που ξετυλίχθηκαν μπροστά της. «Κατεβαίνουμε αργότερα» της υποσχέθηκε απευθυνόμενος στον παιδικό ενθουσιασμό της. Ανέβηκαν στον πρώτο όροφο. Το δωμάτιο βρισκόταν στο τέλος του διαδρόμου. Ο Μιχάλης έβαλε το κλειδί στη δρύινη πόρτα και άνοιξε. «Ουάου! Έξοχα! Υπέροχο δωμάτιο!» αναφώνησε ενθουσιασμένη η Σοφία. Προχώρησε στο βάθος ψάχνοντας να βρει το παράθυρο πίσω από την τεράστια εκρού κουρτίνα που κάλυπτε ολόκληρο τον τοίχο. Ο κρύος αέρας που τρύπωσε την έκανε να το κλείσει γρήγορα. Κάθισε χαριτωμένα πάνω στο κρεβάτι και χάιδεψε με την παλάμη της, την μπορντό κουβέρτα που το σκέπαζε. «Πιστεύω ότι θα περάσουμε υπέροχα. Συμφωνείς;» ρώτησε τον Μιχάλη, με τη βεβαιότητα στο βλέμμα της, να μην του αφήνει περιθώριο ούτε για ίχνος αμφισβήτησης. «Έως τέλεια κορίτσι μου!» της απάντησε. «Κάνουμε ένα μπανάκι, να φύγει η κούραση του ταξιδιού και πάμε για φαγητό γιατί το στομάχι μου θα αρχίσει να διαμαρτύρεται έντονα σε λίγο» συμπλήρωσε. Προτίμησαν κάτι ελαφρύ για βραδινό και μετά από ένα πέρασμα από το σαλόνι, καθώς η Σοφία το έκρινε απαραίτητο, ένα ζεστό καφέ στις φλόγες του τζακιού, επέστρεψαν στο δωμάτιο, σχετικά νωρίς. Κρίνανε ότι ήταν αρκετή η κούρασή τους και την επόμενη ημέρα σκόπευαν να κάνουν πολλά πράγματα. Σε ανύποπτο χρόνο είχε καρφωθεί στο μυαλό της Σοφίας να μάθει σκι και ένας από τους λόγους της εδώ παρουσίας τους ήταν και αυτός, μόνο που δεν το ομολόγησε αρχικά στον Μιχάλη. Ήθελε να αποφύγει με κάθε τρόπο το πείραγμα, έστω και καλοπροαίρετα, ενός δεινού σκιέρ, αλλά μάταια, δεν μπόρεσε να το αποτρέψει.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

127

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Και να ‘τη τώρα, οργανωμένη, με μια κατακόκκινη στολή, σκούφια, μπαστούνια και τα πέδιλα του σκι, να γυροφέρνει με τις πρώτες βασικές κινήσεις στην πίστα των αρχαρίων. Ο Μιχάλης που ήταν η κυρίως αιτία αυτής της εμμονής, της έκανε τον δάσκαλο στην αρχή και την άφησε να εξασκηθεί ενώ εκείνος κατευθύνθηκε προς τις πίστες. «Την επόμενη φορά, αν είσαι καλή μαθήτρια, θα σε πάρω μαζί μου επάνω, για σήμερα όμως μάθε καλά τα βασικά που σου έδειξα» της είπε πριν χαθεί στο λευκό τοπίο. Τον κοίταζε με ένα αίσθημα ζήλιας καθώς πήγαινε προς τον αναβατήρα για τις πίστες. Το συρματόσχοινο με τα καρεκλάκια που κρέμονταν σαν χάντρες στο λαιμό του βουνού τράβηξε το βλέμμα της. Έμεινε για λίγο ακίνητη, στηριζόμενη στα μπαστούνια της και φαντάστηκε τον εαυτό της να κατεβαίνει την πίστα με τη δεινή ικανότητα ενός σκιέρ. Πήρε μια βαθιά ανάσα, στήθηκε στα πόδια της και χρησιμοποίησε το πείσμα της για να φτάσει τη φαντασίωσή της. Δύο ώρες μετά, εξαντλημένη από τη γνωστή της επιμονή και αρκετές βουτιές στο χιόνι, έβγαλε τα χιονοπέδιλά της και μπήκε στο χώρο ανάπαυσης, αφήνοντάς τα έξω, κάτω από ένα τεράστιο υπόστεγο. Ο ζεστός αέρας που την αγκάλιασε, έκανε τις κλειδώσεις των δαχτύλων της να μουδιάσουν, παρ’ όλο που φορούσε γάντια, και να κάνουν παρέα, χρωματικά, με την κατακόκκινη μύτη της. Η μυρωδιά της υπέροχης τοπικής συνταγής από πιπεριές και λουκάνικα, το γνωστό σπετζοφάϊ, την έκανε να κοιτάξει με απόγνωση προς την πόρτα, ελπίζοντας στην εμφάνιση του Μιχάλη. «Ο καλός Θεός με λυπήθηκε!» μονολόγησε όταν τον είδε να μπαίνει μέσα. Εκείνος την πλησίασε χαμογελαστός και κάθισε δίπλα της. «Πεινάω σαν λύκος! Τι λες να φάμε;». Δεν πρόλαβε να τελειώσει την ερώτησή του. «Αυτό το πιάτο, που κατέκλυσε τις δυο από τις πέντε αισθήσεις μου και σε λίγο ελπίζω να το γευτεί η τρίτη» είπε δείχνοντας με το δάχτυλό της ένα πιάτο αχνιστό που περνούσε προκλητικά μπροστά της εκείνη τη στιγμή, στα χέρια μιας κοπέλας που κατευθυνόταν προς το διπλανό τραπέζι. «Κατάλαβα, κατάλαβα!» είπε αντιλαμβανόμενος τι του έδειχνε και σηκώθηκε πηγαίνοντας προς τον πάγκο αυτοεξυπηρέτησης.


128

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο αέρας του βουνού σε συνδυασμό με τον αθλητισμό, τους προδιαθέτησε στο να απολαύσουν το φαγητό τους μέχρι το τελευταίο ψίχουλο. Ικανοποιημένοι σε όλα τα επίπεδα, παρέδωσαν τον εξοπλισμό τους στο μαγαζί που τον είχαν νοικιάσει και ξεκίνησαν προς τον ξενώνα. Ο κόσμος, που είχε κατακλύσει τα ξενοδοχεία αυτές τις εορτάσιμες ημέρες, ήταν πολύς. Όλοι προσπαθούσαν να βρουν διάφορους τρόπους να περάσουν ευχάριστα τις πολύτιμες ώρες της ξεκούρασης τους. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι τοπικοί ιθύνοντες είχαν προετοιμάσει εορταστικές συναθροίσεις για να ικανοποιήσουν κάθε επιθυμία τους. Υπήρχε το κλασικό «ρεβεγιόν» της Πρωτοχρονιάς που ετοίμαζε ο κάθε ξενώνας χωριστά στο δικό του χώρο και με το δικό του τρόπο. Επίσης μια μουσική εκδήλωση οργανωμένη ανάλογα για τη συγκεκριμένη βραδιά από την τοπική αρχή στην κεντρική πλατεία και, τελευταία, μια εναλλακτική πρόταση, μια ιδιαίτερη γιορτή για την αλλαγή του χρόνου που θα στηνόταν στον προαύλιο χώρο του χιονοδρομικού κέντρου. Ο Μιχάλης και η Σοφία προτίμησαν να επιλέξουν την τελευταία πρόταση σαν κάτι το ξεχωριστό, πρωτόγνωρο και όχι πάντα εφικτό. Επειδή λοιπόν τους περίμενε αυτή η γιορτή, έξω από τα γνωστά δεδομένα, προτίμησαν να ξεκουραστούν μόλις επέστρεψαν στο δωμάτιό τους αντί του αρχικού προγράμματός τους, που περιελάμβανε έναν περίπατο στο χωριό. «Τι ώρα λες να ανεβούμε στο καταφύγιο;» ρώτησε η Σοφία τεντώνοντας νωχελικά τα χέρια της που είχαν πιαστεί από την πρωινή άσκηση. «Κατά τις οκτώ νομίζω θα είναι καλά» της απάντησε ο Μιχάλης. «Απ’ ότι έμαθα, θα έχει διάφορα συμβάντα και καλό φαγητό. Θα το προσφέρουν σε μπουφέ οπότε θα σερβιριστούμε με την άνεσή μας. Εκεί βέβαια δεν θα υπάρχουν οι πολυτέλειες ενός «ρεβεγιόν», θα λειτουργήσουμε πιο απλά, εκτός αν αυτό σε φοβίζει και άλλαξες γνώμη» της είπε χαϊδεύοντάς την προκλητικά με την άκρη της κουβέρτας το μάγουλο. Εκείνη αντί να του απαντήσει, έβγαλε το μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της και αφού του ‘δωσε μερικά δήθεν χτυπήματα, του απάντησε με όσο σοβαρό ύφος μπορούσε προσπαθώντας να κρατήσει τα γέλια της: «Εγώ όχι, αλλά μάλλον εσύ έχεις στο μυαλό σου ‘‘ρεβεγιόν’’ στο δωμάτιο και πιο συγκεκριμένα στο κρεβάτι!». «Δεν θα ήταν καθόλου άσχημα!» της είπε και σηκώθηκε βιαστικά για να αποφύγει ένα μαξιλάρι που ετοιμαζόταν να εκσφενδονιστεί πίσω του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

129

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όλο το πρωινό ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και τα προγνωστικά του καιρού περίμεναν χιόνι το οποίο δεν άργησε να φανεί. Την ώρα που έβγαιναν από τον ξενώνα οι άσπρες νιφάδες του, έπεφταν απαλά γύρω τους. Ντυμένοι ζεστά με μπουφάν, μπότες για τα χιόνια, και τις κουκούλες να σκεπάζουν τα κεφάλια τους, πήραν το δρόμο για το χιονοδρομικό κέντρο. Στο πέρασμά τους από τα διάφορα καταλύματα, κρυφοκοίταζαν μέσα σαν μικρά παιδιά, τις ετοιμασίες που γίνονταν. Παντού στολίδια κρεμασμένα, δυο ελαφάκια φωτεινά έσερναν ένα επίσης φωτεινό έλκηθρο μπροστά από μια αυλή, ένας κατακόκκινος Άγιος Βασίλης χαμογελούσε καμαρωτός στο πεζούλι ενός παραθύρου. Δεν ήξεραν τι να πρωτοτυπώσουν στη μνήμη τους. «Όλα, θέλω να τα θυμάμαι, είναι τα πιο γραφικά μου Χριστούγεννα!» εξηγούσε με έκσταση στον Μιχάλη που έπαιζε με ένα μικρό κουτάβι μπροστά στην είσοδο μιας αυλής. Όχι για πολύ βέβαια γιατί η εμφάνιση της μητέρας του, μιας θηλυκιάς κόλεϊ το έκανε να τρέξει δίπλα της, επιστρέφοντας από τη μικρή του απόδραση. Άκουγαν τις μπότες τους να τρίζουν πάνω στο χιόνι σε κάθε βηματισμό τους. Όσο όμως ανέβαιναν προς τα πάνω, τα γέλια και οι φωνές του κόσμου που ενώθηκαν μαζί τους, εξουδετέρωσαν κάθε άκουσμα. Καθώς πλησίασαν αρκετά κοντά στο καταφύγιο που φάνταζε φωτεινά διαγραμμένο στην πλαγιά του βουνού, είδαν κόσμο μαζεμένο μπροστά σε έναν πάγκο στημένο πρόχειρα. Πήγαν κοντά και με έκπληξη είδαν δυο κοπέλες να προσφέρουν φαναράκια και δάδες στον κόσμο που έφθανε, και με τα οποία θα συμμετείχαν στη γιορτή της αλλαγής του χρόνου ανάβοντάς τα. Με παιδική χαρά πήραν δυο φαναράκια. Με τα λάφυρα στα χέρια τους και συντροφιά με τους υπόλοιπους, μπήκαν στη μεγάλη σάλα. Ένα τεράστιο έλατο, στολισμένο με κόκκινες μπάλες και χρυσαφί φιόγκους, τους υποδέχθηκε εορταστικά. Μια μακριά σειρά από τραπέζια ενωμένα μεταξύ τους, είχε διαμορφωθεί σε μπουφέ γεμάτος εδέσματα, ικανά να ικανοποιήσουν τις γαστριμαργικές τους επιθυμίες. Και στις δυο άκρες του, υπήρχαν ποτά για όλους. Με ένα ποτήρι κόκκινο γλυκό κρασί και ένα πιάτο στο χέρι γεμάτο λιχουδιές, τριγύριζαν τρώγοντας και κάνοντας αστεία με τους υπόλοιπους συνδαιτυμόνες. Είχε δημιουργηθεί ένα οικείο κλίμα στις παρέες. Λίγο έφταιγε το κρασί, λίγο η απλότητα της περίστασης, σίγουρα πάντως το διασκέδαζαν όλοι με την ψυχή τους.


130

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Δέκα λεπτά πριν τις δώδεκα, βγήκαν όλοι έξω. Άλλοι άναψαν τα φαναράκια, άλλοι τις δάδες και περίμεναν το σήμα για την αντίστροφη μέτρηση. «Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα…» ακούστηκε σαν ιαχή κάνοντας αντίλαλο με την αντίπερα πλαγιά. Ένας ποταμός φωτεινών αστεριών γέμισε το μαύρο φόντο του ουρανού. Άλλα άνοιγαν σαν πολύχρωμες ομπρέλες, άλλα σαν ασημένια βροχή, άλλα σφύριζαν και στροβιλίζονταν, μα όλα φώτιζαν όλη την περιοχή και το λευκό του χιονιού που τους αντιγύριζε το φως λες και καθρεφτίζονταν πάνω του. «Καλή χρονιά, μωρό μου!» ευχήθηκε η Σοφία. «Καλή χρονιά, κορίτσι μου!» της απάντησε με ένα φιλί. Οι ευχές πηγαινοέρχονταν από χείλη σε χείλη, εγκάρδιες, ζεστές, κόντρα στο θερμόμετρο που άγγιζε το μηδέν. Με τα φαναράκια αναμμένα στα χέρια, έμοιαζαν σαν ένα παράξενο καραβάνι, κάποιων άλλων εποχών που βγήκε να ψάξει το χαμένο αστέρι της καρδιάς τους. Κάποιοι τυχεροί το βρήκαν, κάποιοι άλλοι περίμεναν την επόμενη χρονιά, μα κανείς τους δεν εγκατέλειπε. Ήταν περασμένες τρεις όταν έφθασαν στο δωμάτιο τους, ευτυχισμένοι και ψιλοζαλισμένοι από το κρασί. Την πρώτη μισή ημέρα του χρόνου τους φιλοξένησε στοργικά το κρεβάτι τους. Ένας γλυκός, παθιασμένος έρωτας ήταν το πρώτο δώρο της χρονιάς, του ενός προς τον άλλον, μέχρι που ένα ηδονικό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη τους, φανερώνοντας την ευτυχία τους. Αργά το μεσημέρι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη φωλιά τους. Ντύθηκαν και κατέβηκαν στην τραπεζαρία. Οι περισσότεροι έπαιρναν πρωινό παρά μεσημεριανό. Αυτό μείωσε την αμηχανία της στιγμής. Ο καφές τους τόνωσε αρκετά, οπλίζοντάς τους με διάθεση για έναν περίπατο τριγύρω. Σχεδόν όλο το βράδυ χιόνιζε, μα σήμερα, αρχιμηνιά, ένας ολόλαμπρος ήλιος εμφανίστηκε περήφανα στον ουρανό. Οι ακτίνες του ξαπλώθηκαν πάνω στις χιονισμένες σκεπές που άρχισαν να λαμπυρίζουνε από τις λιωμένες νιφάδες μετατρεπόμενες σε κρυστάλλινες σταγόνες. Τούφες χιόνι άρχισε να εγκαταλείπει τα κλαδιά των δένδρων, αφήνοντας στην πτώση τους ένα παφλασμό και τινάζοντάς τα προς τα πάνω, απελευθερωμένα από το βάρος του. «Ο καιρός ανοίγει απ’ ότι φαίνεται» είπε ο Μιχάλης.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

131

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Θα μας διευκολύνει στην αυριανή περιήγηση» συμπλήρωσε «Λέω να πάμε στον Αϊ Γιάννη πρώτα. Η θάλασσα του χειμώνα έχει μια άγρια ομορφιά, με συναρπάζει! Όπως κι αυτή η μπαλιά· πιάστην!» του είπε η Σοφία, σχηματίζοντας με τα χέρια της μια χιονόμπαλα την οποία προσγείωσε επάνω του επιτυχώς. Τον πέτυχε στο λαιμό. Λίγο χιόνι γλίστρησε αδιάκριτα μέσα στο μπουφάν του. Αυτό ήταν και η αφορμή του πιο ανώδυνου λευκού πολέμου, που τα μόνα θύματά του ήταν τα βρεγμένα ρούχα τους. «Μέσα σ’ αυτήν την ασπρίλα δεν μπορώ να σηκώσω και άσπρη σημαία! Παραδίνομαι!» της είπε τρυφερά και την αγκάλιασε από τη μέση. «Παραδίνομαι στα χέρια σου μεγαλειοτάτη!» της ψιθύρισε στο αυτί και την χάιδεψε με την καυτή του ανάσα. Η Σοφία άφησε το χιόνι να πέσει από τις παλάμες της, σήκωσε τα χέρια της, τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα φιλί γεμάτο πάθος. Το σημείο συνάντησης δυο μεγάλων δυνάμεων πάντα προκαλεί δέος. Αυτή ήταν η καταλληλότερη λέξη «ΔΕΟΣ». Αυτή η λέξη με τις δυο συλλαβές ήταν η μόνη που μπορούσε να περιγράψει το συναίσθημα του θεάματος. Τεράστιοι γκρίζοι βράχοι ορθώνονταν στην άκρη της απέραντης θάλασσας. Έμοιαζαν γίγαντες, που η αντίστασή τους στα κύματα, τα ανάγκαζε να εκσφενδονίζονται με δύναμη στον αέρα σαν ένα άσπρο σύννεφο που ανεβαίνει ψηλά με τέτοια δύναμη συμπαρασύροντας ότι έβρισκε στο διάβα του. Ένας φυσικός μαγνητισμός λειτούργησε μέσα τους και τους προκάλεσε την επιθυμία να πλησιάσουν κοντύτερα. Κατέβηκαν με προσοχή τα γλιστερά, πράσινα βράχια. Τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά, ώστε να μην μουσκευτούν από τα νερά που έσκαγαν με δύναμη στην επιστροφή τους, σχηματίζοντας μια τεράστια ομπρέλα. Η δύναμη της φύσης, το μεγαλείο της, η αγριάδα της και συγχρόνως η συνειδητοποίηση της ταπεινότητας της ύπαρξής τους, μεταφράστηκαν σε καταλυτικά συναισθήματα εξαγνισμού. «Ώρες, ώρες, και λυπάμαι που είναι λίγες, όπως τώρα, αισθάνομαι μέσα μου τη σοφία του Θεού. Οι άνθρωποι ξεχνάμε τόσο εύκολα ότι σε κλάσματα δευτερολέπτου έρχεται η ανατροπή και σχεδόν πάντα μας βρίσκει απροετοίμαστους, χαμένους στη ματαιοδοξία μας». «Γιατί το λες αυτό;» τη ρώτησε ο Μιχάλης.


132

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Το πρώτο συναίσθημα που σου προκαλεί η μάχη των φυσικών στοιχείων, όταν είσαι πολύ κοντά τους και αισθάνεσαι τον κίνδυνο, είναι ο φόβος, μετέπειτα έρχονται οι ανθρώπινες, υγιείς σκέψεις. Αυτό λείπει από τον τεχνοκρατικό, ψεύτικο πολλές φορές, τρόπο ζωής που κάνουμε. Συνήθως, ενώ βλέπουμε τέτοιου είδους φυσικές μάχες στην καθημερινότητα της ζωής, σε διαφορετικά συμβάντα και συχνά με δραματικά αποτελέσματα, περνάνε δίπλα μας και δεν τις αφήνουμε να μας αγγίξουν, βάζουμε μαύρα γυαλιά, δεν τις προσέχουμε καν! Δεν αφουγκραζόμαστε την εσωτερική εκείνη φωνούλα που μας προειδοποιεί το πόσο επικίνδυνα κοντά μας είναι και ανά πάσα στιγμή μπορούν να γίνουν δικές μας, να κολλήσουν τραγικά πάνω στο πετσί μας. Αυτός είναι ο λόγος που μας βρίσκουν εγκληματικά απροετοίμαστους με επιπτώσεις βαριές, πρώτα-πρώτα απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό» του εξήγησε η Σοφία. «Εσύ όμως για να αισθάνεσαι την έλξη να βρεθείς εδώ, σημαίνει ότι υπάρχει μέσα σου, έστω και σε μια υποτυπώδη μορφή, αυτή η αναζήτηση της ταπεινοφροσύνης, που ενισχύεται και τροφοδοτείται από την επαφή με τη φύση και σε οδηγεί σε σωτήριους λογισμούς. Έτσι δεν είναι ή κάνω λάθος;» τη ρώτησε ο Μιχάλης. «Η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να μην την αφήσω να κοιμάται μέσα μου ‘‘εν ειρήνη’’. Δεν τα καταφέρνω όμως καλά. Βλέπεις υπάρχουν τριγύρω μας τόσα υπνωτικά δρώμενα που με δυσκολεύουν πολύ». «Σκέψου» του είπε δίνοντας έμφαση στα λόγια της «ότι ο εν λόγω Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, το όνομα του οποίου φέρει το συγκεκριμένο μέρος που βρισκόμαστε, ακριβώς αυτό το συναίσθημα της ταπεινοφροσύνης ήθελε να ανασύρει από τις καρδιές των ανθρώπων γράφοντας την Αποκάλυψη, το θεόπνευστο βιβλίο που εκτιμώ ότι είναι από τα σημαντικότερα μετά την Αγία Γραφή». «Συμφωνώ με αυτά που λες. Είναι οι εποχές δύσκολες για τον άνθρωπο, πρέπει να αγωνιστεί για να δει την αλήθεια, που πολλές φορές είναι μπροστά στη μύτη του» της είπε ο Μιχάλης. Η Σοφία έμεινε για λίγο σιωπηλή. Φάνηκε στο βλέμμα της ότι ταξίδευε με το μυαλό. Μετά από λίγο τον κοίταξε και του είπε: «Σου έχω υποσχεθεί όμως, όπως και στον εαυτό μου και το χρωστάω και στους δυο μας, μια προσκυνηματική επίσκεψη στον άγιο αυτό τόπο που γράφτηκε αυτό το μελλοντολογικό βιβλίο». «Αν και ήμουν μικρή και δεν καταλάβαινα πολλά-πολλά, το μέρος αυτό με τραβούσε σαν μαγνήτης όταν ζούσαμε στο νησί. Η μητέρα μου με πήγαινε συχνά, μα


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

133

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

πιο πολύ η γιαγιά Σοφία. Ίσως γι’ αυτό στριφογυρνάει συνέχεια μέσα στο μυαλό μου!». «Εκεί θα σε πάω! Εκεί που η ανθρώπινη υπόσταση εκμηδενίζεται προς στιγμή, με θεϊκή παρέμβαση και αναδύεται η Χάρις Του!». Άφησαν τους επιβλητικούς βράχους και κατέβηκαν στην ηρεμία της ακτής. Η Σοφία έσκυψε και πήρε μια άσπρη ολοστρόγγυλη πέτρα από τα εκατομμύρια πέτρες που ήταν στρωμένη όλη η ακροθαλασσιά. Η επιστροφή τους περιελάμβανε μικρές στάσεις στα καταπράσινα χωριά που στολίζουν όλο το βουνό του Πηλίου. Το απογευματάκι τους βρήκε στα Καλά Νερά. Με θέα τη θάλασσα και ένα ποτηράκι ούζο στο χέρι να απολαμβάνουν τους γευστικούς μεζέδες που τους ετοίμασε με πολύ μεράκι η κυρία Ευσταθία, ιδιοκτήτρια και μαγείρισσα μιας γραφικής ταβέρνας, στην άκρη ενός μικρού κολπίσκου. Το λάφυρο της εκδρομής εκτός από την αθώα κλοπή στην παραλία του Αϊ Γιάννη, ήταν και ένα μικρό γλαστράκι με μια καταπράσινη αζαλέα, φορτωμένη με μικρά μπουμπούκια. Μεγαλωμένη σε αυλές και κήπους, η Σοφία δεν θα μπορούσε παρά να τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για τα λουλούδια. Τη φρόντιζε σαν μικρό μωρό και περίμενε εναγωνίως την άνοιξη να της ανταποδώσει την αγάπη, αποκαλύπτοντας την ομορφιά της. Και η άνοιξη ήρθε. Ένα πρωινό του Μαΐου, τη στιγμή που η Σοφία ψέκαζε τα φυλλαράκια της με τη δροσιά του νερού, είδε το πρώτο δειλό μπουμπουκάκι να προσπαθεί να ανοίξει τα φούξια πέταλά του. Σαν τα κλωσσόπουλα που βγαίνουν από το αυγό σπάζοντας σιγά-σιγά το κέλυφός του. Τα μετρούσε τα λουλούδια της λες και ήταν πολύτιμα γι’ αυτήν. Τριάντα πανέμορφα ανθάκια μέτρησε η Σοφία όλο τον μήνα, μέχρι που στο τέλος δεν φαινόταν ούτε ένα πράσινο φύλλο καθώς όλα είχαν καλυφθεί από την ομορφιά της ζωής, της αναγέννησης, της ανθοφορίας, της ωριμότητας. Ένας ημιτελής κύκλος ζωής, χωρίς θάνατο. Αυτόν συνήθως απέφευγε να τον αναφέρει η Σοφία, γνώριζε πολύ καλά όμως την ύπαρξή του.


134

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Ένατο Δίκοπο μαχαίρι

Η μικρή αζαλέα, χρόνο με το χρόνο μεγάλωνε και κάθε άνοιξη φρόντιζε να ανταμείβει τη Σοφία με το παρουσιαστικό της. Ήταν πλέον ένας σεβαστός θάμνος και μοναδικός. Δεν ήταν απλώς ένα φυτό, του μιλούσε, το χάιδευε, του έβαζε μελωδική μουσική. Για εκείνη, ήταν μια ζωντανή ύπαρξη. Σαν να την καταλάβαινε αλλά δεν μπορούσε να της μιλήσει ή μάλλον μιλούσε με τη δική του ιδιαίτερη γλώσσα. Τον είχε τοποθετήσει σε μια περίοπτη θέση, μπροστά στο παράθυρο, χωρίς πολύ ήλιο και καμάρωνε γι’ αυτόν. Βέβαια είχε φροντίσει να μάθει όλες του τις απαιτήσεις σαν φυτό από ένα κατάλληλο βιβλίο για την περιποίησή τους. Όσο ενηλικιωνόταν η αζαλέα, τόσο η Σοφία πλησίαζε προς το πτυχίο κι όσο κι αν απέφευγε τον θάνατο, όχι με την κυριολεξία της λέξης επάνω στον άνθρωπο, αλλά των καταστάσεων και των γεγονότων της ζωής, τόσο αισθανόταν να την πλησιάζει. Χωρίς αποδείξεις, ούτε καν ενδείξεις, μόνο κάτι αόριστα σφιξίματα στο στομάχι την προϊδέαζαν και της θύμιζαν κάποιες δυσάρεστες καταστάσεις από το παρελθόν. Η ζωή του Μιχάλη και της Σοφίας όλα αυτά τα χρόνια, κυλούσε πότε βιαστικά, πότε αργά ανάλογα με τα συναισθήματά τους, μέσα από διάφορα μικροπροβλήματα και σε άμεση αντιπαράθεση με τους στόχους τους. Ο


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

135

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αγώνας ήταν σκληρός και ο πήχης που έθεσε η Σοφία στον εαυτό της ήταν πολύ ψηλός. Μέσα στο πέρασμα του χρόνου τα ψήγματα της συγκεκριμένης επιθυμίας για την ειδικότητα της ογκολογίας, μεγάλωσαν και πήραν μέσα της ένα καθοριστικό και ξεκάθαρο σχήμα. Ήταν πλέον σίγουρη. Ήταν αυτό που θα ακολουθούσε, όσο ψηλότερα της επέτρεπαν οι ανθρώπινες δυνάμεις της. Από τη στιγμή που το οριστικοποίησε μέσα της, δρομολόγησε έναν προγραμματισμό στις κινήσεις της. Άρχισε να ψάχνει στο διαδίκτυο και να ρωτάει τη γνώμη των καθηγητών της για τα καταλληλότερα ιατρικά κέντρα όπου θα μπορούσε να πάρει την ειδικότητα που ήθελε. Είχε διάφορες προτάσεις και επιλογές που έπρεπε να κυνηγήσει με στόχο πάντα την καλύτερη. Της πήρε αρκετό καιρό η οριστική της επιλογή, το τίμημα της οποίας την ταλαιπωρούσε ακόμη ψυχικά. Ένας οξύς πόνος στο στομάχι της θύμισε και της ξεκαθάρισε συγχρόνως το πρόβλημα, το οποίο άρχισε να σχηματίζεται και να γίνεται ορατό. «Αυτό ήταν λοιπόν που ενεργοποιούσε το ένστικτό μου και έστελνε τα σήματά του στο σώμα μου» συλλογίστηκε. «Αυτός είναι ο μεταφορικός θάνατος μιας σχέσης και η μετατόπιση της σε ένα άλλο επίπεδο, πιο μακρινό...». Το βλέμμα της έμεινε να κοιτάει το άσπρο χρώμα του τοίχου, αφήνοντας το μυαλό απερίσπαστο να τρέχει. Ήξερε ότι έπρεπε να κάνει το καλύτερο και το καλύτερο, κατά την κρίση της, ήταν μια υποτροφία για ένα ιατρικό κέντρο στην Αμερική. Η Αμερική ήταν δίκοπο μαχαίρι γι’ αυτήν, καίριο σημείο διασταύρωσης, αλλαγή πορείας της ζωής της. Τα δύο κομμάτια του εαυτού της πάλευαν μεταξύ τους με θύμα εκείνη την ίδια. Ήξερε ότι έπρεπε να διαλέξει, ήξερε πως ότι και να άφηνε πίσω της θα την πονούσε. «Θα μου στοιχίσει πολύ η απουσία του Μιχάλη! Είναι μέρος της ζωής μου και πρέπει να βρω μια θέση να το τοποθετήσω μέσα μου, τουλάχιστον να μην με πονάει πολύ! Αλλά πάλι, δεν μπορώ να αρνηθώ τον εαυτό μου και το όνειρο της ζωής μου. Χωρίς αυτό θα είμαι μισή και τότε θα πονάω περισσότερο. Πρέπει όμως να το κατανοήσει αυτό ο Μιχάλης μου. Όχι ότι είναι εύκολο... Δεν ξέρω, δεν ξέρω...» μονολόγησε φωναχτά σε κατάσταση απόγνωσης. «Ας με καταλάβει Θεούλη μου!» είπε και έβαλε τα χέρια στο κεφάλι της. Έκλεισε τα μάτια της και ευχήθηκε να βρεθούν τρόποι συνεννόησης.


136

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Δεν μπορεί! Τι στο καλό ψυχολογία σπούδασε! Θα τα βρούμε» είπε αποφασιστικά ανοίγοντας τα μάτια της. Μέσα τους έλαμψε μια αχτίδα ελπίδας. Πιεσμένη από τις σκέψεις της, διάλεξε να εκτονωθεί, εξαντλώντας το σώμα της σε ένα περίπατο που θα την εμπόδιζε να σκέφτεται άλλο. Άρπαξε την τσάντα της και βγήκε στο δρόμο. Στην αρχή σχεδόν έτρεχε, δεν ήξερε που πάει, μόνο βάδιζε ώσπου τα βήματά της, την οδήγησαν σε ένα αλσύλλιο και σε μια ταμπέλα που έκανε την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά. «Είναι σημάδι από τον Θεό. Δεν θα κάνω πίσω! Θα τα καταφέρω!». Προχώρησε προς το μέρος που οδηγούσε η ταμπέλα. Χαμένο ανάμεσα σε μια συστάδα γέρικων πεύκων, αντίκρισε ένα μικρό εκκλησάκι, ίσα που χωρούσαν μέσα πέντε άτομα. Πάνω από τη σιδερένια είσοδο υπήρχε μια μαρμάρινη πλάκα με χρυσά γράμματα «ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, δωρεά της οικογένειας Μελετίου εις ανάμνηση της αγαπημένης κόρης μας Σοφίας». Η σύμπτωση του ονόματος τη συνεπήρε. «Κάτι μου λέει ο Θεός! Πρέπει να το αντιληφθώ! Γιατί να φθάσω εδώ;» οι σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό της με ταχύτητα φωτός. Γύρισε το πόμολο και η πόρτα άνοιξε. Μπήκε δειλά μέσα. Ήταν σαν ένα μεγάλο εικονοστάσιο. Έκανε το σταυρό της και κοίταξε να δει αν υπήρχαν κεράκια, μα δεν βρήκε τίποτα. Το βλέμμα της τριγύρισε στις εικόνες. Σταμάτησε σε μια που μίλησε στην καρδιά της· «ο Άγιος Ιωάννης» έγραφε στο κάτω μέρος με βυζαντινή γραφή. Ο χρόνος σταμάτησε. Ούτε που κατάλαβε πόση ώρα στεκόταν όρθια με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της. Ένα ζεστό κύμα αέρα της χάιδεψε το πρόσωπο και την έφερε στην πραγματικότητα. Μια γαλήνη επικρατούσε μέσα της, σαν θεϊκή παρέμβαση, σωτήρια, καταλυτική. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου!» είπε και βγήκε με μια γλυκιά έκφραση να έχει ανθίσει στο πρόσωπό της. «Πρέπει να βρω τη δύναμη και το κουράγιο να του το πω, να τον προετοιμάσω γι’ αυτά που θα έρθουν» σκέφτηκε. Ο Μιχάλης ήξερε ότι η Σοφία θα έφευγε από κοντά του αλλά για λίγο μέχρι να τελειώσει το αγροτικό της. Με τίποτα δεν έβαζε στο μυαλό του την τροπή που θα έπαιρναν τα γεγονότα. Μάλλον, δεν ήθελε καν να το σκεφτεί,


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

137

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

γιατί τις επιθυμίες της, τις είχε ακούσει, αλλά τις θεωρούσε αόριστες και ίσως μη πραγματοποιήσιμες. Και να τώρα που πλησίαζαν επικίνδυνα. «Γιατί σήμερα η μέρα δεν μου πάει καλά από το πρωί; Όλο αναποδιές μου συμβαίνουν!» αναρωτιόταν η Σοφία την ώρα που έκλεινε το παράθυρο. Ο αέρας που σηκώθηκε ξαφνικά, χτυπούσε βασανιστικά το παραθυρόφυλλο και την είχε εκνευρίσει. Το δείπνο ήταν για τις εννέα. Η Σοφία κοίταξε για δέκατη φορά το ρολόι στον τοίχο. Οι λεπτοδείκτες του είχαν χάσει την απαλότητα στην κίνησή τους και συμπεριφέρονταν σαν σκουριασμένες ακτίνες που αγωνίζονταν να μετακινηθούν. «Δείπνο με επιδόρπιο φαρμάκι!» σκέφτηκε και πήγε να την πάρει από κάτω αλλά δεν το άφησε, στυλώθηκε στο πείσμα της. «Όχι, πρέπει να του το πω και θα τα καταφέρω!». Στις εννέα και τέταρτο χτύπησε το κουδούνι. Ρίχνοντας μια τελευταία βιαστική ματιά στο τραπέζι πήγε προς την πόρτα. Ο Μιχάλης εμφανίστηκε χαμογελαστός με ένα μπουκάλι κρασί στα χέρια. Της το πρόσφερε μαζί με ένα ζεστό φιλί. «Με τι θα μας κακομάθεις πάλι σήμερα;» τη ρώτησε κουνώντας επιδεικτικά τη μύτη του και προσπαθώντας να μαντέψει τι έκρυβαν οι μυρωδιές. «Κάθισε στο τραπέζι και θα δεις!». «Πάντως ότι και να είναι, μυρίζει υπέροχα!» της είπε τραβώντας την καρέκλα για να καθίσει. «Άνοιξε το κρασί και φέρνω τα υπόλοιπα…». Μια πιατέλα με ρολά μοσχαριού περιχυμένα με άσπρη σάλτσα και πατατούλες για γαρνιτούρα ήταν το εκλεκτό φαγητό που του ετοίμασε. Το απόλαυσαν μαζί με το κρασί που το συνόδευε, σαν τέλειος σύντροφος το ταίρι του. «Με άριστα το δέκα παίρνεις… δέκα!» της είπε αφήνοντας το πιρούνι στο πιάτο του φανερά ευχαριστημένος. «Είστε πολύ ευγενικός κύριέ μου! Σας ευχαριστώ πολύ». «Ας κάνουμε και μια τελευταία πρόποση. Σε ό,τι πραγματικά επιθυμείς, να το καταφέρεις, να το χαρείς, μην αφήσεις τίποτα να στο χαλάσει!» της είπε προφητικά. Τα λόγια του κρασιού βγαίνουν εύκολα από τα χείλη, αλλά πολλές φορές μπαίνουν δύσκολα στ’ αυτιά.


138

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία έπιασε το νήμα από την τελευταία του πρόταση και προσπάθησε με μια τεχνητή απλότητα, σαν να ήταν κάτι φυσικό, να του μεταφέρει τις αποφάσεις της. Όσο και να έδειχνε άνετη, η ψυχή της έφτασε στα χείλη όταν ξεστόμισε τη λέξη «Αμερική». Τελικά ήταν πιο δύσκολο απ’ ότι φανταζόταν ή ήθελε να πιστεύει. Τα λόγια της δημιούργησαν μια τραγελαφική κατάσταση. Μετά από λίγα λεπτά σιωπής, μόνο οι μελωδίες του ψηφιακού δίσκου έμειναν ανεπηρέαστες, ο Μιχάλης, με όλη την γαλήνη του κόσμου, που επιστράτευσε από τις αποθήκες της ψυχραιμίας του, θέλησε να μάθει τις μικρές λεπτομέρειες από τις σκέψεις που την οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση. Τόσο ήρεμα που η Σοφία προβληματίστηκε στην αρχή. Μα εκείνο το τρεμόπαιγμα στην άκρη των χειλιών του, για κάποιον που τον γνώριζε καλά όπως η ίδια, της έδωσε την πραγματική διάσταση. Αν άνοιγε την ψυχή του, θα έβλεπε ένα τοπίο που σάρωνε μια άγρια καταιγίδα. Ακριβώς τη στιγμή που σκάει η μανιασμένη θάλασσα πάνω στο βράχο, όπως εκεί στους βράχους του Αϊ Γιάννη, έτσι έσκασαν και τα λόγια της μέσα του και σήκωσαν όλη τη θλίψη στον αέρα να στροβιλίζεται με ασυγκράτητη ταχύτητα. Μόνο που εδώ μιλάμε για τον Μιχάλη. Όταν πονούσε γινόταν σφίγγα, δεν έβγαζε τίποτα προς τα έξω, τουλάχιστον γι’ αυτούς που δεν τον γνώριζαν. Του πήρε αρκετό χρόνο να αποδεχτεί μέσα του την απόφασή της. Στην αρχή δεν συζητούσε τίποτα για το θέμα, πάντα η κουβέντα έβρισκε άλλο δρόμο. Η Σοφία δεν επιχειρούσε με τίποτα να ξαναφέρει τη συζήτηση στην επιφάνεια. Την άφησε να ωριμάσει μέσα του, περιμένοντας τον βοηθό χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Στην πραγματικότητα ο Μιχάλης βρισκόταν σκληρά αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Ήξερε τα σωστά λόγια, τις σωστές συμβουλές που θα έδινε σαν ψυχολόγος σε κάποιον ασθενή του, μα τώρα είχε τον δυσκολότερο ασθενή μπροστά του που ήταν η καρδιά του. Κάθε συμβουλή της λογικής του στην αρχή έπεφτε στο κενό, πολύ κουφός ασθενής, δεν καταλάβαινε με τίποτα, αλλά η επιμονή του από τη μια και ο αβάσταχτος πόνος από την άλλη, έπρεπε κάπως να δρομολογηθούν και να ισορροπήσουν. Αφού θρήνησε μέσα του την επερχόμενη απώλεια, η ψυχή του μαλάκωσε, εκεί ακριβώς έλαμψε η αγάπη του. Πάντα ήθελε το καλύτερο για τη Σοφία, ήθελε να τη βλέπει ευτυχισμένη. Ποτέ του δεν της είπε πόσο δύσκολα πέρασε. Δεν ήθελε να τη γεμίσει με ανασταλτικές ενοχές για ότι σκόπευε να κάνει. Την άφησε καθαρή και


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

139

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αμόλυντη από πικρίες. Και κάποια στιγμή, κατάφερε να ξανασυζητήσει το θέμα, το οποίο από μόνο του είχε τόσες παραμέτρους προς λύση που η βοήθειά του τελικά ήταν αναγκαία για τη Σοφία. Ήταν ο μόνος πραγματικά δικός της άνθρωπος που μπορούσε να της συμπαρασταθεί όχι τόσο στα πρακτικά προβλήματα, αλλά καίρια στις αποφάσεις. Αξιολογούσε τις απόψεις του, τις κρίσεις του και σχεδόν πάντα άκουγε τις αντιρρήσεις ή τις αμφιβολίες του. Και το συγκεκριμένο εγχείρημα ήταν μεγάλο γι’ αυτή, επ’ ουδενί δεν έπρεπε να γίνουν σοβαρά λάθη και εσφαλμένες εκτιμήσεις. Το πρώτο σκαλοπάτι και το πιο καθοριστικό για τα επόμενα ήταν η υποτροφία. Το πάλεψε με όλες της τις δυνάμεις. Ήταν δύσκολο. Μπήκε σ’ έναν κόσμο το συγκεκριμένο διάστημα της εξεταστικής περιόδου που δεν αναγνώριζε τίποτε άλλο πέρα από ιατρικούς όρους. Καλά που κρατούσε κάποιες ισορροπίες ο Μιχάλης στην καθημερινότητα και δεν την άφησε να χαθεί μέσα σ’ αυτούς. Μετά από ένα δύσκολο, τον πιο δύσκολο μήνα της ζωής της μέχρι εκείνη τη στιγμή από άποψη διαβάσματος, και έχοντας κόντρα την αγωνία της για την επιτυχία, κατάφερε να φτάσει στους επιθυμητούς βαθμούς και να κρατήσει στα χέρια της το πολυπόθητο διαβατήριο για την Αμερική, την υποτροφία της. Το πρωινό που την ειδοποίησε ο Γιάννης, ο αρχηγός της φοιτητικής τους ομάδας, ότι βγήκαν οι βαθμολογίες, της ήταν αδύνατον να το αντιμετωπίσει μόνη της. Άρπαξε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε τον αριθμό του πολύτιμου βοηθού της. «Μιχάλη, βοήθεια! Δεν μπορώ να πάω μόνη, τα πόδια μου δεν με πάνε και τα μάτια μου αρνούνται να δουν!». «Τι έπαθες κορίτσι μου; Πού να πας; Τι να δεις; Ηρέμησε και πες μου» της είπε γλυκά. «Βγήκαν οι βαθμολογίες, και δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω μόνη μου, σε παρακαλώ χρειάζομαι συμπαράσταση…» του είπε με το άγχος να χορεύει πάνω στην ανάσα της. «Κι εγώ τι κάνω ‘βρε κουτό! Σε λίγο θα είμαι εκεί, ετοιμάσου! Αν και εγώ δεν έχω καμιά αμφιβολία για την επιτυχία σου, με τόσο διάβασμα! Πες πως την έχεις στο χέρι σου!».


140

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Δεν ξέρω, δεν ξέρω! Αν δεν το δούμε με τα μάτια μας δηλαδή με τα δικά σου γιατί εγώ δεν αντέχω να δω, τότε μόνο... Έλα ξεκίνα, μην αργούμε!» του είπε αντιμετωπίζοντας ένα κύμα άγχους ακόμη που την περιέλουσε. Όταν πλησίασαν τις αναρτημένες βαθμολογίες, μπήκε πίσω του, τον αγκάλιασε από τη μέση, ακούμπησε το κεφάλι της στην πλάτη του και του είπε: «Τώρα που στηρίζομαι πάνω σου, λέγε! Αργά και καθαρά, μην τυχόν τα αυτιά μου ακούσουν αυτά που θέλω εγώ να ακούσω!». Βαθμό με βαθμό τα χέρια της χαλάρωσαν από τη μέση του και στον τελευταίο τον άφησε. «Περίμενε με ένα λεπτό, έρχομαι!» του είπε. Εκείνος την κοίταξε με αναρώτηση. Απομακρύνθηκε από κοντά του προς μια κατεύθυνση που δεν είχε κόσμο. Από μακριά την είδε να σταματάει μπροστά σε έναν τοίχο, σαν κάτι να ξέχασε και προσπαθούσε να το θυμηθεί. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Η Σοφία, όπως και στην αρχή αυτής της σταδιοδρομίας, θεωρούσε αυτονόητο το να ενημερώνει πρώτα τη μητέρα της, έστω και νοητά, καθώς πίστευε ότι την άκουγε όπου και να ήταν. Έτσι και τώρα ήθελε να είναι η πρώτη που θα μάθαινε για την επιτυχία της. Ο Μιχάλης δεν μετρούσε ως πρώτος, τον θεωρούσε ένα με τον εαυτό της. Γύρισε χαμογελαστή με τα χέρια ψηλά να ζητωκραυγάζει. «Τα καταφέραμε μωρό μου! Τα καταφέραμε!» του είπε αγκαλιάζοντάς τον. Εκείνος, συγκινημένος, κοίταξε τα πράσινα μάτια της που ακτινοβολούσαν χαρά. «Μπράβο σου κορίτσι μου, το άξιζες και το κατέκτησες με το σπαθί σου!» της είπε περήφανος. Η Σοφία βέβαια δεν παρέλειψε να του εκμυστηρευτεί την αιτία της ολιγόλεπτης, ανεξήγητης πριν από λίγο απουσίας της, και το πόσο είχε σημασία γι’ αυτήν. Εκείνος χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτα. Επιτέλους, ο δρόμος άνοιγε διάπλατος μπροστά της, μόνο που θα ήταν πολύ μοναχικός δρόμος. Αυτό δεν την ικανοποιούσε αλλά δεν ήταν ικανό να τη σταματήσει. Είχε κάνει ήδη την επιλογή της. «Πρέπει να επικοινωνήσω με τον πατέρα μου και τη Μαρία, να τους πω τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα. Δεν γνωρίζουν και πολλά, τους ανέφερα βέβαια πάνωπάνω για το εξωτερικό αλλά όχι για την Αμερική. Θα το κάνω μόλις γυρίσω στο


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

141

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

σπίτι. Τώρα πρέπει να κάνω κάτι άλλο που μας υποσχέθηκα!» είπε με έναν οίστρο ενεργητικότητας. «Πάω για εισιτήρια, η Πάτμος μας περιμένει!». «Εξαιρετική η ιδέα σου! Θα το γιορτάσουμε όπως πρέπει!» της είπε δείχνοντας ενθουσιασμένος αλλά μέσα του μια φωνούλα σαν μυτερή βελόνα του τσίμπησε την καρδιά με τα λόγια της: «Αυτές θα είναι οι τελευταίες καλοκαιρινές διακοπές!». Άλλαξε θέμα, θέλοντας να απομακρυνθεί από αυτό που τον κυνηγούσε. «Με το αγροτικό τι σκέφτεσαι να κάνεις; Έκανες καμία νύξη για αυτό στον κύριο Καλίρη; Πιστεύω ότι θα σε βοηθήσει». «Το σίγουρο είναι ότι αν μπορεί να επέμβει, θα το κάνει ευχαρίστως» του απάντησε η Σοφία με σιγουριά. Από τα πρώτα χρόνια των σπουδών της η Σοφία έδειξε να ξεχωρίζει ως φοιτήτρια. Ο στόχος ήταν τόσο καθορισμένος μέσα της και η αγάπη της γι’ αυτό το λειτούργημα, που το αποτέλεσμα αυτών των δύο της έδινε πάντα το προβάδισμα στις αποδόσεις της. Η πρώτη επιβράβευσή της ήταν η θέση της βοηθού του που της προσέφερε ο καθηγητής Καλίρης. «Ένας Άνθρωπος με το άλφα κεφαλαίο» έτσι τον αποκαλούσε η Σοφία. «Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα πρώτα του λόγια στο αμφιθέατρο» είπε στον Μιχάλη. «Την πρώτη ημέρα είχα διαλέξει να καθίσω σε μια θέση κάπου στις μεσαίες σειρές. Σε λίγο μπαίνει μέσα ο καθηγητής, ξέρεις, με το κλασικό ύφος ενός πανεπιστημιακού, με το χρυσό γυαλάκι του, τη μαύρη δερμάτινη τσάντα στο χέρι. Μου θύμισε τον μαθηματικό του Λυκείου, μέχρι που άρχισε να μιλάει. Εκεί άλλαξαν όλα. Αφού μας καλωσόρισε και μας ευχήθηκε καλές σπουδές, μας έδωσε μερικές χρήσιμες συμβουλές σχετικά με τα μαθήματα, τα εργαστήρια και άλλα διάφορα. Στο τέλος, λοιπόν, αυτού του συμβουλευτικού λόγου, έκλεισε με τα εξής καταπληκτικά λόγια: “Να μην ξεχάσετε ποτέ ότι πρώτα πρέπει να λειτουργείτε σαν άνθρωποι και μετά ως γιατροί και αυτό πρέπει να το αισθάνεται ο ασθενής που θα έχετε μπροστά σας. Αυτή η διαφορά είναι που κάνει το επάγγελμα λειτούργημα!”. Γι’ αυτό σου λέω ότι αν περνάει από το χέρι του θα το προσφέρει απλόχερα» του είπε η Σοφία. Και είχε απόλυτο δίκιο. Της πρόσφερε την ευκαιρία να είναι κοντά του, ως περιστασιακή βοηθός του, φροντίζοντας να καλύψει τη θέση του αγροτικού γιατρού σε μικρή απόσταση από την Αθήνα. Αυτό της έδινε τη δυνατότητα να


142

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

πηγαινοέρχεται χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει τόπο διαμονής και χωρίς να χάσει τις απαιτούμενες επαφές της. «Έτσι, λοιπόν, έχουμε ακόμη ένα χρόνο μπροστά μας για να είμαστε μαζί» δήλωσε χαρούμενος ο Μιχάλης, έχοντας στο μυαλό του το μεγάλο ταξίδι, που στο βάθος της ψυχής του, φάνταζε σαν ο μεγαλύτερος εχθρός του. «Αισίως, αλλά ας μην το βλέπουμε σαν το τέλος του κόσμου. Έτσι κι αλλιώς θα έχουμε κάποιες από τις διακοπές των εορτών να περάσουμε μαζί, κάτι ίσως από τα καλοκαίρια και, πάνω απ’ όλα, το διαδίκτυο που όλα τα φέρνει κοντά, θα είναι σαν να είμαστε μαζί» του είπε προσπαθώντας να μικρύνει την απόσταση του Ατλαντικού. «Καλά το είπες, ‘‘σαν’’» και το τόνισε λεκτικά. «Αλλά αυτή ήταν η επιλογή σου και πρέπει να τη σεβαστώ. Εξάλλου, νομίζω ότι στο έχω αποδείξει» της είπε προσπαθώντας να απαλύνει την μπηχτή που της έριξε. «Είσαι ο καλύτερος! Ο μοναδικός!» του είπε με έμφαση η Σοφία, και κάποιες ενοχές την άγγιξαν προς στιγμήν καθώς αισθάνθηκε ότι τον εκμεταλλευόταν. Αμέσως όμως τις σκούντησε και τις έσπρωξε λίγο βίαια προς το πίσω μέρος του μυαλού της, άθικτες. Προς το τέλος του Ιουλίου η Σοφία τήρησε την υπόσχεσή της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

143

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δέκατο Το νησί της Αποκάλυψης Αποκάλυψης

Ο «Ποσειδώνας» ήταν ένα μεγάλο πλοίο της γραμμής που έπιανε λιμάνι σε πολλά νησιά εξυπηρετώντας τις καλοκαιρινές αποδράσεις των ανθρώπων προς αυτά. Με αυτό διάλεξε να ταξιδέψουν προς την Πάτμο, την ενέπνευσε το όνομά του. Έντεκα η ώρα ακριβώς, βρισκόταν στο λιμάνι έτοιμοι για επιβίβαση. Ο κόσμος που περίμενε μπροστά του είχε ξεκινήσει ήδη να ανεβαίνει στο πλοίο. Ανέβηκαν τα σκαλιά μέχρι το πρώτο κατάστρωμα. Δεν πήραν καμπίνα, θα ταξίδευαν ημέρα και η διαδρομή ήταν πάρα πολύ όμορφη για να την περάσουν μέσα σε ένα κλουβί. Βόλεψαν τα πράγματά τους σε μια πλευρά του καταστρώματος, πάνω σε ένα παγκάκι και ακούμπησαν στην κουπαστή χαζεύοντας τον κόσμο που συνέχισε να ανεβαίνει. Κάθε επαφή με καράβια και θάλασσα προκαλούσε στη Σοφία ανάμεικτα συναισθήματα, μα αυτήν τη φορά προτίμησε να κρατήσει μόνο τα όμορφα. Το καράβι μετέφερε και πολλά φορτηγά με εμπορεύματα που τροφοδοτούσαν τα νησιά. Κάθε φορά που ένα μεγάλο όχημα έμπαινε μέσα, το πλοίο ταλαντεύονταν γλυκά σαν μια τραμπάλα που τη διασκέδαζε και χαιρόταν σαν παιδί.


144

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Μιχάλης κρατώντας τη από τη μέση, την κοιτούσε διακριτικά, φυλάσσοντας στο μυαλό και στην ψυχή του όσες περισσότερες στιγμές μπορούσε. Κατά τις δώδεκα, οι κάβοι ελευθερώθηκαν από τα σιδερένια άγκιστρά τους και το πλοίο σήκωσε άγκυρες. Οι μηχανές ξεκίνησαν να το σπρώχνουν αργά σε μια πρόσθια πορεία. Με σιγανή ταχύτητα βγήκαν από το λιμάνι του Πειραιά και το πλοίο έβαλε πλώρη ανατολικά. Πέρασαν ανοικτά από τις ακτές της Αττικής. Στο βάθος διακρινότανε ο ναός του Απόλλωνα, πάνω στο ακρωτήριο του Σουνίου, αγέρωχα απομεινάρια μιας λαμπρής εποχής. «Έχει μια άλλη μεγαλοπρέπεια βλέποντάς τον από τη θάλασσα» είπε η Σοφία. «Φαντάσου πόσο μεγαλειώδης θα φαινόταν την εποχή του, όταν τα καράβια περνούσαν από μπροστά του και σίγουρα όχι σαν αυτό που ταξιδεύουμε» σχολίασε ο Μιχάλης. Σε λίγο οι στήλες του ναού έγιναν δυο μακρινά σημάδια στη θάλασσα. Άφησαν την κουπαστή και κάθισαν στις θέσεις τους. «Αυτό που απολαμβάνω στα δρομολόγια με τα πλοία είναι τα υπέροχα νησιώτικα τραγούδια που ακούγονται από τα μεγάφωνά τους, όπως τώρα δένουν τόσο με το γαλάζιο της θάλασσας!» είπε η Σοφία. «Ο κόσμος που ανεβοκατεβαίνει πιάνοντας λιμάνι και η λαχτάρα των κατοίκων στην άφιξη των πλοίων. Απ’ ότι μου έλεγε ο μπαμπάς, η ζωή στα νησιά είναι δύσκολη, ειδικά τον χειμώνα. Το καλοκαίρι, με τους επισκέπτες, γίνονται τουλάχιστον τα περισσότερα πολυκατοικημένα. Όταν πέσει όμως η θερμοκρασία και τα μποφόρ κατακλύσουν το Αιγαίο, ο Αίολος έχει πανηγύρια και οι νησιώτες λιτανείες». «Από πότε έχεις να πας στο νησί;» τη ρώτησε ο Μιχάλης. «Η τελευταία φορά που πήγα» έκανε μια μικρή παύση, και συνέχισε: «ήταν στην κηδεία της γιαγιάς Σοφίας, μαζί με τον μπαμπά, πριν μπω στο Πανεπιστήμιο. Μου στοίχισε ο θάνατός της. Ήταν τόσο δύσκολο για μένα! Δύο πρόσωπα πολύ αγαπημένα μου έφυγαν σχεδόν μαζί. Γι’ αυτό και όλα αυτά τα χρόνια το απέφευγα, όλες οι αναμνήσεις είχαν πόνο, που ζωντανεύει σαν φάντασμα που και που. Ακόμα και τώρα». «Το νοικιάζατε τα καλοκαίρια;». «Το νοικιάσαμε σε ένα ζευγάρι Αυστριακών συνταξιούχων για αρκετά χρόνια. Είχαν λατρεία με το νησί, αλλά η φράου Ματίνα, έτσι έλεγαν την κυρία Χέφνερ, πέθανε πέρσι και ο κύριος Μάρκους, ο σύζυγός της, επέστρεψε στην Αυστρία, κοντά στον γιο του. Ήταν και μεγάλης ηλικίας πλέον για να ζήσει μόνος του».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

145

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Τώρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;». «Μάλλον θα το ξανανοικιάσω. Είναι η μοναδική κληρονομιά από τη μαμά και τη γιαγιά μου και θα προσπαθήσω να το κρατήσω σε καλή κατάσταση, έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για μένα. Ο μόνος τρόπος λοιπόν να γίνει αυτό είναι να υπάρχει κάποιος να το φροντίζει γιατί εγώ...» είπε και κούνησε το κεφάλι της, γνωρίζοντας ότι με το μέλλον που την περίμενε δεν θα μπορούσε να έρθει στο νησί, παρά μόνο σαν επισκέπτρια. «Πού ξέρεις, μπορεί κάποτε να έρθεις να μείνεις, γιαγιά με άσπρα μαλλιά και μπαστουνάκι στο χέρι!» είπε και γέλασε ο Μιχάλης βγάζοντας ένα βιβλίο από το σάκο του. «Μπορεί... Μπορεί...» ψιθύρισε και το βλέμμα της χαμήλωσε. Το μυαλό της βυθίστηκε σε ένα κενό σκέψης σαν να βρέθηκε σε ένα άδειο δωμάτιο με άσπρους τοίχους, δίχως παράθυρα, δίχως πόρτα, μόνο φως, πολύ φως. Ενοχλήθηκε από το λευκό του, σαν να την τύφλωνε, έκλεισε ασυναίσθητα τα βλέφαρα κι όταν τα ξανάνοιξε, αντιλήφθηκε ότι αυτό που κοιτούσαν τα μάτια της και όχι το μυαλό της ήταν το πάτωμα. Τα παγκάκια του καταστρώματος, σιδερένια και άκομψα, ήταν βαμμένα με λαδομπογιά σε μπλε σκούρο χρώμα. Η επιφάνειά τους ήταν ανώμαλη λες κι όταν τα βάφανε έπιασε αμμοθύελλα και κόλλησε πάνω στη φρέσκια λαδομπογιά. Στο δάπεδο ήταν στερεωμένα με δυο μεγάλες σιδερένιες βίδες. Εκεί ακριβώς σε μια μικρή εσοχή που σχημάτιζε η περίσσεια της μπογιάς, κάτι τράβηξε την προσοχή της. Σαν να ξύπνησε. «Τι είναι αυτό;» είπε στον Μιχάλη και έσκυψε να δει πιο καλά. Όπως καθόταν πάνω στο παγκάκι σαν να καβαλούσε άλογο, έγειρε το σώμα της και τεντώθηκε. Ήταν σε μια απόσταση που τα μάτια της το έβλεπαν, τα χέρια της όμως δεν το έφταναν. Ανασηκώθηκε, έσκυψε περισσότερο και άπλωσε το αριστερό χέρι της, σε μια κίνηση που θύμιζε τον περίφημο πίνακα του Μιχαήλ Άγγελου, σε εκείνην την καταπληκτική απεικόνιση του τεντωμένου σε τέλεια χαλαρότητα δείκτη του χεριού του. «Έλα, λίγο ακόμη!» είπε στον εαυτό της και το έπιασε στα δυο της δάχτυλα. Το έφερε κοντά της, παίρνοντας μια ανάσα και το περιεργάστηκε με τον δεξί δείκτη. «Τι είναι;» ρώτησε ο Μιχάλης και έσκυψε προς το μέρος της σφίγγοντας τα μάτια του για να δει καλύτερα. Μια θαλασσιά πέτρα σε σχήμα σταγόνας πιασμένη στη κορυφή της από μια χρυσή παλάμη, κουνήθηκε μέσα στη χούφτα του αριστερού χεριού της. Την άφησε να κυλάει μια δεξιά, μια αριστερά, κουνώντας το χέρι της. Σε κάθε


146

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

κίνησή της μικρές αστραφτερές λάμψεις τη περιτριγύριζαν. Τη περιεργάστηκε με το βλέμμα της. «Είναι πολύ όμορφη! Κοίταξέ τη!» είπε στον Μιχάλη και άπλωσε το χέρι της. Εκείνος έπιασε το χέρι της με τα δικά του και τη πλησίασε κοντά στα μάτια του. «Σαν μια μικρή λίμνη στο οροπέδιο του χεριού σου, υπέροχο γαλάζιο του ουρανού σε μια ηλιόλουστη ημέρα» είπε αποκαλύπτοντας τη φαντασία του. «Τίνος να ’ναι άραγε;» αναρωτήθηκε η Σοφία. «Όποιος και να το έχασε ήταν άτυχος!» συμπέραινε κουνώντας το κεφάλι του και ακούμπησε την πλάτη του πίσω, άπλωσε τα πόδια του μπροστά και ξαναχάθηκε στο βιβλίο του. Η Σοφία έμεινε να την κοιτάει χαμογελώντας. «Αυτή θα είναι το τυχερό μου! Δεν θα την έβλεπα εκεί που είχε κρυφτεί. Ήταν μέσα στην εσοχή που δημιούργησε μια φουσκάλα αέρα, όταν έσκασε, στο μπλε χρώμα της λαδομπογιάς. Το χρυσό της κράτημα γυάλισε και μου κίνησε το ενδιαφέρον» είπε μάλλον στον εαυτό της, γιατί ο Μιχάλης δεν έδειξε καμία αντίδραση. Την καθάρισε από τη σκόνη με λίγο νερό και της αποκαλύφθηκε ακόμη πιο λαμπερή. Η ματιά της βυθίστηκε στα κρυστάλλινα νερά της και η δροσιά της τής έφερε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά. Πήρε από δίπλα την τσάντα της, την ακούμπησε μπροστά της και έκανε ένα βαθούλωμα στο ύφασμά της. Την ακούμπησε με προσοχή επάνω. Ξεκούμπωσε από το λαιμό της την αλυσίδα που φορούσε με το χρυσό σταυρουδάκι που της είχε χαρίσει η Μαρία, και την πέρασε από τον χρυσό της κρίκο. Τη σήκωσε στο φως του ήλιου και τη θαύμασε. Τη φόρεσε στο λαιμό της αισθανόμενη σαν να εμπλουτίστηκε με μια στάλα δύναμης, ίσα με το γαλάζιο της θάλασσας. Ένα νεαρό ζευγάρι τους πλησίασε. Η κοπέλα ρώτησε εάν οι θέσεις δίπλα τους ήταν ελεύθερες. Ο Μιχάλης τους απάντησε καταφατικά. Έβαλαν τα πράγματά τους κάτω από το παγκάκι, στο πάτωμα και κάθισαν. Ήταν περίπου στην ίδια ηλικία με τη Σοφία και τον Μιχάλη. Η κοπέλα είχε μακριά, ξανθά, μαλλιά, πιασμένα με ένα λαστιχάκι στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Μικρές τούφες από τον ξανθό χείμαρρο ξέφευγαν από το δέσιμο των μαλλιών της και ανέμιζαν σαν τρελές, γύρω από το πρόσωπό της. Το θαλασσινό αεράκι δεν άφηνε τίποτα στη θέση του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

147

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Φορούσε τζιν, κοντό παντελόνι, ξεφτισμένο σαν πολυκαιρίσιο χαλάκι. Στο άσπρο μπλουζάκι της, λαμπερές χάντρες σχεδίαζαν γράμματα φτιάχνοντας τη λέξη «ΠΑΡΟΣ». Το αγόρι, μελαχρινό με πολύ κοντό μαλλί, ιδανικό για το καλοκαίρι και ντύσιμο επώνυμο μέχρι και τα παπούτσια του, έδειχνε με τον τρόπο του, και με το ανάλογο ύφος που εν μέρει το έκρυβε πίσω από ένα γυαλί ηλίου, επώνυμο κι αυτό, το «life style» της εποχής. «Λίγο αταίριαστο ζευγάρι» έκρινε ο Μιχάλης ψιθυριστά στη Σοφία. Η Σοφία κοίταξε την μπλούζα της. «Ωραία η Πάρος;» τη ρώτησε χαμογελαστά. «Α! Ναι. Εξαίρετη! Αν θέλεις βέβαια ζωντανές διακοπές. Είναι κοσμοπολίτικη, έχει ωραία βραδινή ζωή και πολλά ξενύχτια» της απάντησε ευδιάθετα. «Εκεί πηγαίνετε;» ρώτησε ο Μιχάλης τον νεαρό. «Όχι, όχι...» του απάντησε αργά, γεμάτος σοβαροφάνεια. «Έχουμε άλλο προορισμό. Πάμε στην Πάτμο, πιο ήσυχα, πιο γραφικά...». «Μάριος» τους συστήθηκε θεωρώντας ότι είχε ήδη καθυστερήσει να το κάνει «...και από εδώ η Αντιγόνη» είπε δείχνοντάς την. Οι συστάσεις ολοκληρώθηκαν και από την άλλη μεριά. «Κι εμείς στην Πάτμο πηγαίνουμε» είπε ο Μιχάλης χαλαρά, κόντρα στο στημένο λόγο του Μάριου. «Η Σοφία κατάγεται από εκεί και έτσι είπαμε να αποδράσουμε μερικές ημέρες από την πόλη, για χαλάρωση». Η Αντιγόνη συμμάζεψε μια τούφα από τα μαλλιά της, που κουνιόταν σαν κουρτίνα μπροστά στα μάτια της, και προσπάθησε να τη στερεώσει πίσω από το αυτί. Δεν τα κατάφερε όμως και την παράτησε να ανεμίζει, κάνοντας ανενόχλητη την ερώτησή της στη Σοφία. «Εμείς δεν το ξέρουμε καθόλου το νησί, είναι πρώτη φορά που πάμε, αλλά ακούσαμε ότι είναι ήσυχο σε σχέση με άλλα». «Όντως είναι ένα ιδιαίτερο μέρος. Συνήθως οι επισκέπτες του πηγαίνουν για θρησκευτικούς λόγους, συνδυάζοντας και τις διακοπές τους. Έχει πολύ όμορφες παραλίες» της απάντησε η Σοφία. «Αν θέλετε όμως ησυχία, πιστεύω ότι θα μείνετε ικανοποιημένοι» συμπλήρωσε ο Μιχάλης κοιτάζοντας τον Μάριο που άκουγε αμίλητος. Τους ευχήθηκαν «καλές διακοπές» και ο Μιχάλης ξαναπήρε το βιβλίο του στα χέρια ψάχνοντας τον σελιδοδείκτη.


148

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία κάθισε όσο αναπαυτικά μπορούσε και επιδόθηκε σε ένα μαγικό αγνάντεμα της θάλασσας. Οι δύο συνταξιδιώτες διάλεξαν, όλως παραδόξως για τον Μιχάλη, να παίξουν τάβλι. «Αυτό το παιχνίδι δεν ανήκει στον χαρακτήρα του» σκέφτηκε ο Μιχάλης, λειτουργώντας σαν ψυχολόγος. Του φάνηκε αντιφατικό με την προηγούμενη παρουσίασή του. Η Αντιγόνη πήρε μια μαύρη ζακέτα από την τσάντα που είχε στα πόδια της και την έστρωσε πάνω στις ξύλινες σανίδες. Ο Μάριος έβγαλε από ένα κομψό τσαντάκι ένα μακρόστενο θαλασσί κουτί. Το άνοιξε και το ακούμπησε με προσοχή πάνω στη ζακέτα της Αντιγόνης. Τα άσπρα και μπλε στρόγγυλα, μαγνητικά πούλια φανερώθηκαν στο άνοιγμα, κολλημένα μεταξύ τους σε ένα παράξενο έργο τέχνης. Η Αντιγόνη τα ξεχώρισε ένα-ένα και τα τοποθέτησε στην κατάλληλη θέση. Ο Μάριος κραδαίνοντας τα ζάρια στη χούφτα του, έβγαλε μια αγωνιστική κραυγή και ένα επιθετικό χαμόγελο λέγοντας στην Αντιγόνη: «Ετοιμάσου τώρα να πεθάνεις!». Ο Μιχάλης έμεινε άναυδος. Δεν πίστευε αυτό που άκουσε από το στόμα του Μάριου. Υποψιαζόταν τι μπορεί να κρύβεται κάτω από τη μάσκα του καθωσπρεπισμού, μα αυτό αποκαλύφθηκε ασύλληπτα γρήγορα. Κρυφοχαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του και την ίδια στιγμή η Αντιγόνη του έδινε την καταλληλότερη απάντηση: «Δεν θα σου είναι και τόσο εύκολο όσο θα ‘θελες!». Το πλοίο έπλεε ήρεμα προς τον προορισμό του. Το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου πλημμύρισε το οπτικό πεδίο της Σοφίας. Σαν κάποιο μαγικό χέρι να έριξε ένα κουβά γεμάτο μπλε χρώμα στο πάτωμα, σχηματίζοντας μεγάλα ρυάκια που τρέχουν μακριά προς κάθε κατεύθυνση, περιλούζοντας ό,τι βρίσκουν στο διάβα τους. Δύο από αυτά τρύπωσαν από τις πόρτες των ματιών της και διέτρεξαν με δύναμη τα στριφογυριστά μονοπάτια του εγκεφάλου της. Το κόκκινο αίμα ανακατεύτηκε με το γαλάζιο της θάλασσας. Σχεδόν αισθανόταν την αλμυρή γεύση της στην άκρη της γλώσσας της. Χιλιάδες μικρές σταγονίτσες, γεμάτες θάλασσα στριμώχνονταν αδιαχώρητα στην επιφάνεια του μετώπου της, στις κοιλότητες των ματιών


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

149

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

της, ισορροπούσαν πάνω στις βλεφαρίδες της και, στο τέλος, κατρακυλούσαν πάνω στα κόκκινα χείλη της, προσπαθώντας να ανοίξουν την πόρτα του κάστρου της. Προσπαθώντας να πείσουν τη βασίλισσα του κάστρου να τις προσφέρει τη φιλοξενία της. Οι γλυκές νότες ενός μπάλου την ανέδυσαν στην επιφάνεια του πελάγους. Ένα σαντούρι την υποδέχθηκε τρεμοπαίζοντας τις χορδές του, και ο κάτασπρος αφρός της θάλασσας την αγκάλιασε και την ακούμπησε στο παρόν. Ανασηκώθηκε στη θέση της και τέντωσε τα χέρια της ψηλά, λες και μόλις ξύπνησε από ένα μαγικό όνειρο. Όχι πολύ μακριά στον ορίζοντα, φάνηκε το πρώτο λιμάνι. Ένας οργασμός κίνησης κατέκλυσε το πλοίο. Οι επιβάτες που θα κατέβαιναν άρχισαν να συνωστίζονται στις εξόδους. Ο καπετάνιος, από τον θάλαμο ελέγχου, ετοιμαζόταν να μανουβράρει το πλοίο για αποβίβαση και οι λοστρόμοι με τους χοντρούς κάβους στα χέρια, ήταν έτοιμοι να τους πετάξουν στην προβλήτα για να δέσουν το πλοίο στη στεριά. Τόσο αντιφατικές καταστάσεις στριμωγμένες στο ίδιο δρομολόγιο. Από τη μία η ξενοιασιά των διακοπών και από την άλλη ο ιδρώτας της εργασίας, και οι δύο ταξιδιώτες της ίδιας στιγμής του χρόνου, που σχεδόν ποτέ δεν ταξιδεύει μόνος του. Ένας τραχύς θόρυβος υπερκάλυψε τη φασαρία που επικρατούσε. Οι χοντρές, σιδερένιες αλυσίδες που κρατούσαν τις άγκυρες, κατέβαιναν αργά με στόχο το βυθό. Ακούστηκε ένα δυνατό «πλαφ» και χάθηκαν από τα μάτια τους. Ο καταπέλτης απελευθερωμένος, αγωνιούσε για την τσιμεντένια επαφή με την προβλήτα. Η συνάντησή τους αποδείχθηκε σκληρή. Άνθρωποι και αυτοκίνητα ξεχύθηκαν επάνω του. Κόρνες, φωνές, μηχανές που μάρσαραν ανεβαίνοντας τα ψευτοσκαλιά του, ολοκλήρωσαν την ένταση της στιγμής. Ένας υπεύθυνος με άσπρη ναυτική στολή, κανόνιζε την έξοδο των οχημάτων και του κόσμου. Κουνούσε τα χέρια του δίνοντας οδηγίες, στηρίζοντάς τες ηχητικά με μια σφυρίχτρα στο στόμα. Στην προβλήτα οι κράχτες των ξενοδοχείων συνωστίζονταν για το ψάρεμα πελατών. Κάποιοι άλλοι επί της υποδοχής, φώναζαν δυνατά τα ονόματα των καταλυμάτων, να τα ακούσουν οι άρτι αφιχθέντες. Ο καπετάνιος από ψηλά παρατηρούσε με προσοχή τα συμβάντα. Σαν βρύση που στερεύει ρίχνοντας την τελευταία της σταγόνα, ένα κόκκινο φορτηγό φάνηκε να σκαρφαλώνει προς την έξοδο. Ο υπεύθυνος με


150

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

την άσπρη στολή στράφηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, ατενίζοντας την ουρά των αυτοκινήτων που περίμεναν υπομονετικά τον δικό τους εγκλεισμό στα υπόγεια του καραβιού και άρχισε η αντίστροφη διαδικασία. Ένας μικρός κυματισμός γεννιόταν στην επιφάνεια της θάλασσας κάθε φορά που ένα μεγάλο όχημα κρυβόταν μέσα στα σωθικά του και ένα σμήνος γλάρων καραδοκούσε σε κάθε κίνηση του νερού, το μεσημεριανό του. Οι επιβάτες κρεμασμένοι στα κάγκελα του καταστρώματος σχολίαζαν αναμεταξύ τους τα δρώμενα τα οποία εξελίσσονταν με ταχύτητα σκυταλοδρομίας. Περίπου σε μισή ώρα μπήκε και ο τελευταίος αθλητής, ένα άσπρο μικρό φορτηγάκι με μια ταμπέλα στα πλευρά του «Ζαχαρώδη ο Σάκης». Και πριν καλά-καλά χαθεί κι αυτό μαζί με τα άλλα στο βάθος του καραβιού, ο μελαχρινός άντρας με τη σφυρίχτρα να κρέμεται στο στήθος του, έκανε νόημα με το χέρι του να σηκωθεί η μπουκαπόρτα. Βημάτιζε ακόμα πάνω της όταν τα γκρίζα συρματόσχοινα άρχισαν να την τραβούν προς τα πάνω. Η περιστασιακή παρέα όλη αυτήν την ώρα κρατούσε τα πρακτικά εισόδου και εξόδου, πόσοι μπήκαν, πόσοι βγήκαν σχολιάζοντας και γελώντας. «Πάμε στο πλαϊνό της πλώρης να δούμε τον απόπλου!» φώναξε ο Μιχάλης με φανερό ενδιαφέρον αφήνοντας τους άλλους πίσω του να τον ακολουθούν. Η είσοδος στο κάτω μέρος, όπου μαζεύονταν οι κάβοι, οι αλυσίδες από τις άγκυρες και άλλα αναγκαία εργαλεία, ήταν απαγορευμένη για το κοινό. Μπορούσες όμως να δεις τις μεγάλες σιδερένιες μπομπίνες που τυλίγονταν επάνω τους οι χοντρές αλυσίδες, αφήνοντας κρεμασμένες σαν σκουλαρίκια τις δύο άγκυρες του πλοίου. Οι κάβοι τυλίγονταν γύρω-γύρω σχηματίζοντας με τον εαυτό τους μια χοντρή, καφετιά σωλήνα. Όλοι έτρεχαν και εκτελούσαν εντολές. Η Σοφία ακούμπησε στις παλάμες το σαγόνι της και στερέωσε τους αγκώνες της πάνω στην κουπαστή. Παρατηρούσε με προσοχή και προσπαθούσε να καταλάβει την όλη διαδικασία, όταν ένα αέρινο χαστούκι τη χτύπησε στο μάγουλο. Σαν σκιά είδε, ένα ουρανοκατέβατο καφέ φίδι που τιναζόταν σαν τρελό στον αέρα. Πέρασε λίγα εκατοστά από το αριστερό της μάγουλο. Με μια ακαριαία αντίδραση τινάχτηκε προς τα πίσω σαστισμένη. Γύρισε και κοίταξε τους υπόλοιπους που στέκονταν λίγα βήματα παραπέρα, ο τρόμος είχε θρονιαστεί στο βλέμμα τους. Ο Μιχάλης έτρεξε σαν βολίδα δίπλα της. Την έπιασε από το μπράτσο και τη ρώτησε: «Είσαι καλά μωρό μου;».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

151

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Έφαγα ένα χαστούκι από κάτι καφετί που δεν κατάλαβα τι ήταν!» είπε και ακούμπησε το χέρι της πάνω στο μάγουλο της. «Για δες, κοκκίνισε;» τον ρώτησε. «Λίγο ευτυχώς! Μωρό μου ήσουν πολύ τυχερή! Να ‘ξερες τι μπορούσες να είχες πάθει!» της είπε χλωμός ακόμα από αυτό που είδαν τα μάτια του. «Είσαι καλά Σοφία; Έπαθες τίποτα;» τη ρώτησαν, ακουμπώντας τη φιλικά στον ώμο η Αντιγόνη και ο Μάριος, φανερά ταραγμένοι και αυτοί. «Θα μου πείτε τι ήταν αυτό που συνέβη τελικά; Μια καφέ σκιά είδα μόνο!» είπε και κοίταξε τον Μιχάλη. «Ένας κάβος Σοφία μου, ένας κομμένος κάβος που θα μπορούσε να σου είχε κόψει το κεφάλι σαν μαχαίρι!» της είπε ο Μιχάλης και ο τρόμος γεννιόταν στα μάτια του και μόνο που το ανέφερε. Την κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά του, τρέμοντας στη σκέψη ότι θα μπορούσε να την είχε χάσει. Τα μάτια του υγράνθηκαν, αλλά κράτησε την ψυχραιμία του σφίγγοντάς τη στα χέρια του. Ήταν εδώ, δίπλα του. «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ!» είπε σαν προσευχή μέσα του. Η ανάσα του επανήλθε στον κανονικό ρυθμό. Τα μηνίγγιά του ξεσφίχτηκαν. Οι καρποί του χαλάρωσαν. Μα πριν προλάβουν να συνέλθουν από τη σκέψη, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, μια περίεργη ακινησία του καραβιού και μια ακόμα πιο περίεργη κινητικότητα στην πλώρη τους έφερε όλους μαζί μπροστά. Ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί όταν έφτασαν και το μόνο που άκουγαν, καθώς δεν μπορούσαν να δουν, ήταν επιφωνήματα λύπης. «Το καημένο το παιδί!». «Τι να έπαθε άραγε;». Από τα λόγια του ενός και του άλλου κατέληξαν σε κάποιο συμπέρασμα. «Χτύπησε ένας εργάτης, στο κεφάλι. Απ’ ότι κατάλαβα κόπηκε ένας κάβος την ώρα που κρατούσε κόντρα το καράβι την πλώρη του, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει στο κεφάλι» είπε ο Μάριος και συμπλήρωσε «εσύ Σοφία, ήσουν η τυχερή της ημέρας, πέρασε ξυστά από το πρόσωπο σου το κομμένο του κομμάτι και μετά έπεσε στη θάλασσα». Η Σοφία τον άκουγε άναυδη. Τότε μόνο συνειδητοποίησε τον κίνδυνο που την προσπέρασε. Ο Μάριος βλέποντας ένα κενό που δημιουργήθηκε στα κάγκελα έτρεξε για να δει καλύτερα.


152

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Μιχάλης τον παρατηρούσε όλη αυτήν την ώρα, μετά από το συμβάν και ήταν σαν να έβλεπε άλλον άνθρωπο. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του και την είπε φωναχτά στον εαυτό του: «Αχ αυτά τα γεγονότα της ζωής που συμμαζεύουν τα ασυμμάζευτα του χαρακτήρα μας!». Ακολούθησε τα κορίτσια που στριμώχτηκαν δίπλα στον Μάριο μήπως δουν κάτι περισσότερο. Η αναστάτωση πλέον ήταν ολοφάνερη. Πολλοί άνδρες με στολές και μη είχαν σκύψει πάνω από έναν σχετικά νέο άνθρωπο που ήταν ξαπλωμένος στο σιδερένιο δάπεδο. Ένα κόκκινο ρυάκι έτρεχε από τη μύτη του. Κάποιος, πιθανόν γιατρός, προσπαθούσε να εκτιμήσει την κατάστασή του εξετάζοντάς τον. Οι υπόλοιποι εργάτες, φανερά σοκαρισμένοι, είχαν μαζευτεί σε μια γωνιά και παρατηρούσαν με αγωνία. Ο άντρας που τον εξέταζε σηκώθηκε όρθιος, πέρασε το χέρι από το μέτωπό του, προσπαθώντας να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Έβγαλε το κινητό του τηλέφωνο από την τσέπη του παντελονιού του και μίλησε με κάποιον. Μετά ξανάσκυψε πάνω του κρατώντας του το χέρι. «Του παίρνει τον σφυγμό» ψιθύρισε η Σοφία στον Μιχάλη. Προσπάθησαν να φτιάξουν ένα πρόχειρο σκίαστρο για να τον προστατέψουν από τις καυτές ακτίνες του μεσημεριάτικου ήλιου. Δεν τον κούνησαν ούτε ένα χιλιοστό. Μόνο του έβρεχαν που και που το πρόσωπο. Σε λίγο ο ήχος της σειρήνας του ασθενοφόρου έσκισε τον αέρα δηλώνοντας την επείγουσα κατάσταση. Σταμάτησε μπροστά στον καταπέλτη που ξανακατέβηκε, άγνωστο ποια στιγμή, και δυο τραυματιοφορείς χάθηκαν στα έγκατα του πλοίου. Σε λίγο εμφανίστηκαν μπροστά με ένα φορείο στα χέρια. Για λίγο μπερδεύτηκαν ναυτικοί και νοσοκόμοι στο λευκό των στολών τους. Κινήθηκαν πολύ γρήγορα. Τον τοποθέτησαν με προσοχή πάνω στο φορείο, ακινητοποιώντας τον λαιμό του με ένα κολάρο και τον έδεσαν με ιμάντες πάνω στο φορείο. «Κάποια κρανιοεγκεφαλική κάκωση θα έπαθε ο άνθρωπος!» έκρινε η Σοφία. «Το χτύπημα θα ήταν πολύ δυνατό, σκέψου τι αισθάνθηκες εσύ από το ωστικό του κύμα!» της απάντησε ο Μιχάλης. Το ασθενοφόρο έφυγε ουρλιάζοντας για τις πρώτες βοήθειες. Το πλοίο, αντιθέτως, έφυγε πολύ σιωπηλά συνεχίζοντας την πορεία του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

153

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Με ανάμεικτα συναισθήματα στην ψυχή, γύρισαν στις θέσεις τους. Ο Μάριος με την Αντιγόνη πήγαν στο μπαρ του πλοίου να φέρουν καφέδες, χρειαζόντουσαν κάτι να τονώσουν το νευρικό τους σύστημα. Ο Μιχάλης αγκάλιασε τη Σοφία στοργικά και εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του αισθανόμενη ασφαλής κοντά του. Μείνανε σ’ αυτήν την τρυφερή στάση λίγη ώρα, μιλώντας με τη ζεστασιά του κορμιού τους, με την απαλή επαφή των χεριών τους. Στην άλλη άκρη του διαδρόμου, φάνηκαν η Αντιγόνη με τον Μάριο κρατώντας στα χέρια ένα χάρτινο δισκάκι που περιείχε τέσσερα πλαστικά ποτήρια με διαφορετικά χρωματιστά καλαμάκια στο καθένα. «Ήρθαν οι παραγγελίες! Ο γλυκός με το κόκκινο καλαμάκι για τη Σοφία! Μιχάλη το πράσινο είναι δικό σου, Μάριε εσύ παραλαμβάνεις το μωβ. Ε, κι ότι έμεινε είναι δικό μου. Όλα εντάξει;» ρώτησε σαν καλή οικοδέσποινα η Αντιγόνη, μαζεύοντας την ξανθιά κουρτίνα των μαλλιών της που συνέχιζε να την ενοχλεί. Με τον καφέ στα χέρια και με μια συζήτηση για τις τρέχουσες κινηματογραφικές ταινίες, το κλίμα ελάφρυνε. Σιγά-σιγά το χαμόγελο ξαναβρήκε τη χαμένη θέση του. Τα σμαραγδένια μάτια της Σοφίας βρήκαν τη λάμψη τους και ο Μιχάλης... Ο Μιχάλης ήταν ευτυχισμένος που την είχε κοντά του, σώα και ασφαλή. Η κόρνα του καραβιού ακούστηκε τρεις φορές. Αλάθητο σημάδι ότι έπιανε λιμάνι. Ο ήχος χτύπησε πάνω στο βουνό εκεί που τώρα ετοιμαζόταν να κρυφτεί ο ήλιος στη δύση του και αντιλαλώντας, διασκορπίστηκε στις χρυσές ακρογιαλιές. Η Σοφία σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στην κουπαστή. Το πεινασμένο βλέμμα της σταμάτησε στη Μονή του Ιωάννου του Θεολόγου που ορθωνόταν ψηλά στο βουνό περήφανη για την ιστορία της. Ένα ρίγος τη διαπέρασε σαν κεραυνός στο σώμα της. Χίλιες θύμησες της κτυπούσαν την πόρτα του μυαλού. «Όχι τώρα, όχι τώρα!» συμβούλεψε τον εαυτό της. Η Αντιγόνη κρατώντας ένα χάρτη στα χέρια της και κοιτώντας τον, την πλησίασε. «Η Χώρα είναι αυτή απέναντι ψηλά στο βουνό;» τη ρώτησε. Άφησε τις σκέψεις της στην άκρη και απάντησε στην Αντιγόνη σαν ντόπια:


154

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Ναι. Και στη μέση, εκεί στους ψηλούς τοίχους… Βλέπεις;» της έδειξε τεντώνοντας το χέρι της, «είναι το μοναστήρι του Αϊ Γιάννη. Αρκετά πιο κάτω, εκεί στα πολλά δέντρα, είναι το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης. Να πάτε οπωσδήποτε. Όποιος έρχεται στην Πάτμο και δεν επισκέπτεται το άγιο αυτό μέρος, φεύγει άδειος». «Κορίτσια κατεβαίνουμε! Τα υπόλοιπα αργότερα» είπε ο Μιχάλης και πέταξε τα άδεια ποτήρια του καφέ στον κάδο απορριμμάτων. Στο λιμάνι της Σκάλας αποβιβάστηκε αρκετός κόσμος μα οι περισσότεροι συνέχιζαν για Ρόδο. Το καράβι αναχώρησε αμέσως. Ήδη ήταν αρκετά καθυστερημένο εξαιτίας του ατυχήματος. Η Σκάλα ήταν ένα ήσυχο μέρος. Μερικές ταβερνούλες στόλιζαν την προκυμαία του και προσέφεραν τα καλά του νησιού στους επισκέπτες του. «Ήσυχη βραδιά» είπε ο Μάριος, ακουμπώντας την επώνυμη βαλίτσα του με πόνο στο τσιμέντο της προβλήτας. «Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε κοιτώντας τους υπόλοιπους της παρέας. «Να πάρουμε όλοι ένα ταξί και ν’ ανεβούμε στη Χώρα;» ρώτησε η Αντιγόνη κοιτώντας τον Μιχάλη και τη Σοφία, που αναζητούσε με το βλέμμα της παλιές αναμνήσεις. Η γραμμή της προκυμαίας ζωγράφιζε μια λαμπερή καμπύλη. Από μακριά τα φώτα των μαγαζιών, λαμποκοπούσαν μέσα στο σκοτάδι που τους είχε προλάβει. Έλαμπαν, διπλά και τρίδιπλα καθρεφτιζόμενα μεσ’ τα νερά, σαν διαμαντένιο κολιέ κάτω από τους δυνατούς προβολείς μιας πολυτελούς βιτρίνας. Γλυκές μουσικές ακούγονταν από μακριά. Η Σοφία κοίταξε τον Μιχάλη ικετευτικά, χρησιμοποιώντας μια καλή δικαιολογία. «Να τρώγαμε κάτι προτού ανέβουμε;» ρώτησε, κοιτάζοντας συγχρόνως την Αντιγόνη και τον Μάριο, περιμένοντας την άποψή τους. Με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού της και χοροπηδώντας, έτσι για να εκτονωθεί, συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι της η Αντιγόνη. Χοροπηδούσε σαν καγκουρό μέχρι την άκρη της θάλασσας και πάλι προς τα πίσω στο δρόμο, στη στάση των ταξί όπου είχαν σταματήσει για να αποφασίσουν τι θα κάνουν. Ο κόσμος τριγύρω ήταν ελάχιστος, οι περισσότεροι είχαν φύγει είτε με ταξί, είτε με ανθρώπους δικούς τους που τους περίμεναν. Ένας παππούς με άσπρα μαλλιά και ένα μπαστούνι στο χέρι καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα στην πόρτα ενός μικρομάγαζου, κάτι σαν περίπτερο.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

155

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κοιτούσε την Αντιγόνη, πίσω από τα χοντρά γυαλιά του. Τα ξανθά μαλλιά της τραβούσαν την προσοχή όλων, μικρών και μεγάλων. Κάποιες αναμνήσεις θα θύμιζαν και σ’ αυτόν. Είχε πάρει ένα βλέμμα καθισμένου ταξιδευτή, που άλλα βλέπουν τα μάτια του και άλλα το μυαλό του. Τελικά συμφώνησαν όλοι να φάνε κάτι και μετά ν’ ανεβούν με ταξί στη Χώρα. Η Σοφία δεν ήξερε σε τι κατάσταση θα έβρισκε το σπίτι, αλλά το είχαν συζητήσει με τον Μιχάλη και ρισκάρισαν τη διαμονή τους για το πρώτο βράδυ, την επόμενη θα αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε τυχόν πρόβλημα. Η Αντιγόνη και ο Μάριος είχαν κλείσει ένα δωμάτιο στη Χώρα, οπότε δεν είχαν πρόβλημα. «Λοιπόν! Ώρα να φεύγουμε» είπε ο Μιχάλης «διαφορετικά μας βλέπω να κάνουμε πρωτότυπες διακοπές, στην αποβάθρα!». «Αντιγόνη! Η νυχτερινή γυμναστική τέλος! Τα πράγματα σου και φύγαμε!» φώναξε με επιτακτικό ύφος, φυσικά αστειευόμενος, ο Μάριος. Η Αντιγόνη σταμάτησε απότομα, τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και με ένα ύφος ειρωνικού παιδιού, πήρε το σακίδιό της και του είπε: «Διατάξτε αρχηγέ!» ανταποδίδοντάς του το αστείο. Με τις σχετικά λίγες αποσκευές στα χέρια, περπάτησαν στην παραλία, αναζητώντας το μαγαζί που θα τους τραβούσε το ενδιαφέρον. Το κάθε ένα είχε τη χάρη του. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαν άποψη για την ποιότητα του φαγητού, οπότε τους έμεινε να κρίνουν μόνο από την εξωτερική παρουσίαση. «Να! Να! Εκεί! Στην αυλή με τους βασιλικούς, μπροστά στη θάλασσα!» είπε η Σοφία δείχνοντας με το χέρι της. «Τι λέτε;». Ο ενθουσιασμός της τους έπεισε όλους. Ένας μικρός σχετικά χώρος κάτω από μια άσπρη τέντα, είχε διαμορφωθεί σε μια πολύ γραφική ταβερνούλα. Μετά βίας χωρούσε δέκα τραπέζια. Τα πρώτα ήταν σχεδόν πάνω στο κύμα. Γύρω-γύρω, σαν περίγραμμα, είχαν τοποθετηθεί γλάστρες βαμμένες λευκές, φορτωμένες με τεράστιους αγιορείτικους βασιλικούς. Η ευωδία που διέχεαν στον αέρα, χαϊδεμένοι από το θαλασσινό νοτιαδάκι, ήταν μαγευτική. Ένα φαναράκι του παρελθόντος έκλεινε μέσα του το ηλεκτρικό φως του παρόντος πάνω από κάθε τραπέζι. Μια νησιώτικη μουσική συνόδευε το όλο σκηνικό λες και έβγαινε μέσα από το σιγανό κυματισμό της θάλασσας.


156

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Διάλεξαν ένα τραπέζι μπροστά σχεδόν σε απόσταση αναπνοής από τη γαλάζια βασίλισσα της περιοχής. Τα κορίτσια επέλεξαν τη θαλασσινή θέα, τα αγόρια πήραν ότι απόμενε. Οι ψάθινες καρέκλες τους υποδέχθηκαν φιλόξενα. Τα μακριά κλαδιά μιας κληματαριάς που ζούσε στη σιδερένια κατασκευή της τέντας, κουνιόντουσαν νωχελικά στη θαλασσινή πνοή του ανέμου. Τα αναμμένα φώτα από τις βάρκες που ψάρευαν μέσα στη θάλασσα, φαίνονταν σαν γιρλάντα από λαμπιόνια που άλλαζε συνεχώς σχήματα. Και μακρύτερα, σχεδόν βουτηγμένο στη θάλασσα, έκανε την εμφάνισή του ένα καινούριο φεγγάρι, στέλνοντας μια χλωμή δέσμη φωτός να πατινάρει αμφίβολα πάνω στο κύμα. «Η απόλυτα ρομαντική βραδιά!» εκφράστηκε με θαυμασμό η Σοφία. Ετοιμάστηκε να ακουμπήσει την πλάτη της πάνω στον Μιχάλη και να χαθεί στην αγκαλιά του, μα ξανακάθισε στη θέση της, βλέποντας να πλησιάζει στο τραπέζι τους ένα ξανθό αγόρι με μακριά μαλλιά, μαζεμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Φορούσε μια φαρδιά βερμούδα καρό και ένα άσπρο πουκάμισο. Με τίποτα δεν θύμιζε η εμφάνισή του σερβιτόρο, μόνο το χάρτινο τραπεζομάντιλο κρεμασμένο στο χέρι του καθοδήγησε τη σκέψη της. Όση ώρα έστρωνε το τραπεζομάντιλο και το στερέωνε με τα ειδικά πιαστράκια πάνω στο τραπέζι, τους συστήθηκε. Η καταγωγή του ήταν από την Ιταλία και τον έλεγαν Ραφαέλο. Ξέμεινε στην Πάτμο σε κάποιες προηγούμενες διακοπές. Τα ελληνικά του ομολογούσαν την ξένη καταγωγή του. Πήρε την παραγγελία τους για τον καπετάν Μανώλη, έτσι έλεγαν το αφεντικό και ενίοτε μάγειρα, ανάλογα με τα κέφια του, και χάθηκε στο βάθος του μαγαζιού. Μέχρι να έρθουν οι νοστιμιές που παρήγγειλαν και με αφορμή την περίπτωση του Ραφαέλο, η συζήτηση περιστράφηκε στην εκούσια και ακούσια μετανάστευση. Ο Μάριος με ύφος δέκα καρδιναλίων παινευόταν για το πόσο συχνός επισκέπτης ήταν και γνώστης των νησιών του Αιγαίου. Άρχισε να μετράει περιπτώσεις ίδιες ή παρόμοιες με αυτήν του Ραφαέλο. «Δεν θυμάσαι Αντιγόνη!» ήθελε και την επιβεβαίωσή της, «πέρυσι, στην Πάρο! Το παιδί στο μπαράκι! Δεν θυμάμαι το όνομά του, ήταν από την Αγγλία, για διακοπές είχε έρθει και αυτός και έφτασε να γίνει μόνιμος κάτοικός της». Εδώ και τρία χρόνια, μόνο το χειμώνα, για τρεις μήνες, ανέβαινε στο Λονδίνο για να δει την οικογένειά του. Και δεν σκόπευε να επιστρέψει στο άμεσο μέλλον.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

157

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Πήρε μια ανάσα και συνέχισε. Οι υπόλοιποι προτίμησαν να τον αφήσουν να ρητορεύσει. «Στην Κρήτη, πριν τρία χρόνια, στο Ρέθυμνο συγκεκριμένα, εκεί που νοικιάσαμε με την Αντιγόνη, σημειωτέον ήταν το πρώτο καλοκαίρι που περάσαμε μαζί, γνωρίσαμε τον Ρενέ». «Πιστεύω να τον θυμάσαι Αντιγόνη!» γύρισε και την κοίταξε. Η Αντιγόνη σαν να ξύπνησε από τον κόσμο της, ακούγοντας το όνομά της και του Ρενέ, του έδωσε μια συγκαταβατική απάντηση. «Ναι, ναι, ο Ρενέ! Με ένα τεράστιο τατουάζ στην πλάτη, έναν αετό με ανοιγμένα φτερά! Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση…». Και να ήθελε να συνεχίσει η Αντιγόνη, ο Μάριος ήταν ασυγκράτητος. Τη διέκοψε πριν καλά-καλά βάλει τελεία. «Αυτός λοιπόν είχε πάει στην Κρήτη για διακοπές. Ήταν από τη Λυών. Γάλλος. Αφού γύρισε σχεδόν ολόκληρη την Κρήτη, έναν ολόκληρο μήνα, κατέληξε στο Ρέθυμνο. Βρήκε δουλειά, υπάλληλος σε μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα και ήταν πολύ ικανοποιημένος. Είχε γνωρίσει και μια κρητικιά και ήταν έτοιμος να γίνει μόνιμος κάτοικος του νησιού…». Ευτυχώς η άφιξη του Ραφαέλο, τους έσωσε από τις επόμενες εμπειρίες του και τον ανάγκασε να σταματήσει βιαίως. Ως δια μαγείας το τραπέζι γέμισε πιάτα. Η πείνα τους έφερε «σιγή ιχθύος». Μόνο ο χτύπος των ποτηριών και των πιρουνιών δήλωνε την παρουσία τους. Ένα τέταρτο αργότερα, η απόλαυση του φαγητού και του ποτού έκανε τα βλέμματά τους να ξανασυναντηθούν με μια νιρβάνα ευχαρίστησης στα μάτια τους. Δειλά-δειλά η συζήτηση ξανάνοιξε. Ο Μιχάλης πίστεψε ότι μετά το φαγητό τα πνεύματα θα ήταν πιο ήρεμα, αλλά έκανε λάθος. Η Αντιγόνη και ο Μάριος ήταν συνάδελφοι σε μια ιδιωτική εταιρία, δηλαδή μισθωτοί. Ο Μάριος, ο οποίος μονοπωλούσε τη συζήτηση, παραπονιόταν για τον μικρό μισθό του. Οι απαιτήσεις και οι γκρίνιες πολλές. Ο Μιχάλης και η Σοφία έδειξαν εκνευρισμένοι από την απληστία του, μέχρι που ο Μιχάλης δεν άντεξε άλλο και τον έβαλε στη θέση του: «Τι να πούμε κι εμείς Μάριε! Που τόσα χρόνια που σπουδάζουμε συντηρούμαστε από τις οικογένειές μας και παράλληλα δουλεύουμε περιστασιακά σε κάποιες εργασίες ημιαπασχόλησης, για κάποια επιπλέον χρήματα, ίσως για λίγες


158

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ημέρες διακοπών. Εσύ δεν έχεις αφήσει νησί για νησί και παραπονιέσαι και από πάνω!». Η Σοφία βλέποντας ότι οι τόνοι της συζήτησης ανεβαίνουν, παρενέβη όσο πιο ευγενικά μπορούσε: «Παιδιά νομίζω ότι είναι ώρα να φεύγουμε, η κούρασή μας φαίνεται άρχισε να γίνεται εμφανής!». Σηκώθηκαν ελαφρώς μουτρωμένοι και πήγαν προς τη στάση των ταξί.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

159

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Ενδέκατο Γλυκόπικρες αναμνήσεις

Όταν φτάσανε στη Χώρα, πρώτοι κατέβηκαν ο Μάριος με την Αντιγόνη. Ήταν η τελευταία φορά που τους έβλεπαν. Όχι ότι θα το επεδίωκαν αλλά τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν εκτός προγράμματος. «Αφήστε μας εδώ» είπε η Σοφία στον ταξιτζή. Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από ένα στενό δρομάκι μόνο για πεζούς ή δίτροχα. Με τις αποσκευές στα χέρια καθώς ήταν αδύνατον να χρησιμοποιήσουν τις ρόδες τους πάνω στο πλακόστρωτο που δεν το επέτρεπε, περπάτησαν μια μικρή απόσταση. Η συγκίνηση όμως της Σοφίας μεγάλη. Χιλιάδες μηνύματα ξαναήρθαν σαν σίφουνας στην πύλη του μυαλού. «Όχι τώρα, όχι τώρα!» ξαναείπε στον εαυτό της. Έβαλε το κλειδί στην μπλε ξύλινη πόρτα και άνοιξε. Έψαξε το διακόπτη στα δεξιά της. Ένα χλωμό φως από το σκονισμένο γυαλί της λάμπας έφεξε το χώρο. Μπήκαν μέσα και ακούμπησαν τις βαλίτσες τους δίπλα στον καρυδένιο καλόγερο που εκτελούσε χρέη κρεμάστρας. Όλα, ή σχεδόν όλα, ήταν όπως τα θυμόταν. Το σκυριανό σκαλιστό σαλονάκι της γιαγιάς που το λάτρευε σαν παιδί. Ήταν κειμήλιο από την προίκα της. Ο μπουφές με τον καθρέφτη του που τον κρατούσαν από τα ράμφη


160

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

τους, δύο γλάροι σκαλισμένοι, στο χέρι, στις επάνω άκρες του ξύλινου πλαισίου. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Ένα σιδερένιο διπλό κρεβάτι με μια κάτασπρη κουνουπιέρα να κρέμεται από την οροφή του σαν κορώνα, ήταν το κυρίαρχο στοιχείο του χώρου. «Την κουνουπιέρα πρέπει να την έβαλε η κυρία Ματίνα. Η γιαγιά δεν είχε κάτι τέτοιο» είπε η Σοφία κάνοντας απογραφή των αναμνήσεών της. Οι βασικές παρεμβάσεις όμως έγιναν στην κουζίνα και στο μπάνιο, όπως αντιλήφθηκε στο πέρασμά της. Η εποχή που επικρατούσε εδώ, σε αντίθεση με το παρελθόν της κρεβατοκάμαρας και του σαλονιού, ήταν το παρόν. Δεν έλειπε ούτε μία ηλεκτρική συσκευή, από αυτές που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη. Τη μαγεία του μπάνιου και της βεράντας θα τα ανακάλυπταν με το πρώτο φως της ημέρας. «Εκ πρώτης όψεως, καλά τα βλέπω τα πράγματα» παρατήρησε η Σοφία. «Εκτός από τη σκόνη που κάνει πάρτι παντού και θα το συνεχίσει και απόψε το βράδυ. Εμείς θα το αντέξουμε;» τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον με τα βλέφαρά της να έχουν βαρύνει από τη νύστα. «Ξέρεις τι σου προτείνω» της είπε χαμογελαστά. «Πες ότι είμαστε αναγκασμένοι να περάσουμε τη νύχτα στο σταθμό, ας πούμε των τρένων, περιμένοντας κάποιο καθυστερημένο δρομολόγιο, και κοιμόμαστε με τα ρούχα μας, όχι στα παγκάκια βέβαια», κοίταξε με νόημα το άνετο διπλό κρεβάτι, «αλλά πολύ πιο άνετα και ας φανταστούμε ότι φτάσαμε πρωί-πρωί και ξεκούραστοι. Δεν είναι καλύτερα;». «Έχεις δίκιο, και μέχρι το μεσημέρι θα τα έχουμε βάλει όλα σε μια σειρά» του είπε αισιόδοξα. «Δεν με παίρνει να κάνω και κάτι άλλο, αισθάνομαι σαν πτώμα από την κούραση!» δικαιολογήθηκε και τράβηξε το άσπρο προστατευτικό κάλυμμα του κρεβατιού. Ο ύπνος λειτούργησε σαν αυτοσυντήρηση για τα κορμιά τους. Περίπου στις επτά το πρωί η Σοφία άνοιξε άθελά της τα βλέφαρα. Ένα απέραντο γαλάζιο ήταν όλο το οπτικό της πεδίο. «Πού είμαι;» αναρωτήθηκε τα πρώτα δευτερόλεπτα. Έκλεισε τα μάτια της και τα ξανάνοιξε. Μαζί με το απέραντο γαλάζιο ήρθε και η συνειδητοποίηση. Κάτι φτερούγισε μέσα της και την τίναξε από το κρεβάτι.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

161

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Μιχάλη σήκω! Σήκω να δεις το όνειρό σου να ζωντανεύει!» του είπε, σκουντώντας τον μαλακά. Εκείνος άνοιξε τα μάτια για λίγο, γέλασε και γύρισε στην άλλη πλευρά. Η Σοφία τον άφησε και σηκώθηκε. Έκανε τα δάχτυλά της χτένια και τράβηξε τα μακριά μαλλιά της προς τα πίσω. Άνοιξε την αραχνοΰφαντη κουρτίνα και βγήκε στον Γαλάζιο Παράδεισο. Ξυπόλητη, όπως έκανε παιδί. Περπάτησε πάνω στις ίδιες πατημασιές, κάθισε στο ίδιο σημείο στο πεζούλι, με το ένα γόνατο λυγισμένο και το αγκάλιασε με τα χέρια της. Ακούμπησε το πηγούνι της πάνω του και άφησε τον εαυτό της ελεύθερο. Και να ’σου οι αναμνήσεις ξαναχτύπησαν για τρίτη φορά την πόρτα του μυαλού της. Αυτήν τη φορά όμως τις καλοδέχθηκε ολόψυχα και τις τράταρε με τα γλυκά συναισθήματα της καρδιάς της. Πέρασαν τόσα χρόνια, χρόνια γεμάτα με καινούριες θύμησες, κι όμως δεν άλλαξε σε τίποτα εκείνο το παιδικό φτερούγισμα στην καρδιά. Κοίταξε τη γαλάζια πόρτα του μέλλοντος, αυτή ήταν η θάλασσα για εκείνην όπως τότε και τώρα, αυτό το συναίσθημα ανάβλυζε και φούσκωνε μέσα της σαν κύμα όπως τότε και τώρα. Πήρε δυο βαθιές ανάσες και η μυρωδιά, της έφερε το πολυπόθητο χαμόγελο όπως τότε και τώρα. Μόνο που αισθανόταν κοντά, πιο κοντά στο μέλλον που έγραφε η μοίρα της. Έλυσε τα χέρια της και ελευθέρωσε το γόνατό της. Ξάπλωσε πάνω στο φαρδύ πεζούλι και αφέθηκε στο χάδι του ουρανού. Γλάροι πετούσαν ψηλά κεντώντας δαντέλες στον αέρα. Αυθόρμητα ήρθε στα χείλη της μια λέξη. «Μαμά, μαμά!». Οι αναμνήσεις την κατέκλυσαν σαν δυνατή μπόρα, την πονούσαν με τη δύναμη της καταιγίδας πάνω στο γυμνό σώμα, παιδεύτηκε, κόντεψε να πνιγεί κάποιες στιγμές, μα στο τέλος, όπως η βροχή καθαρίζει ό,τι περιλούζει, έτσι ξεπλύθηκε και η ψυχή της, έλαμψε σαν καλογυαλισμένο ασήμι που μπορείς να καθρεφτιστείς μέσα του. Η πλήρης ακινησία τής δυνάμωσε τις αισθήσεις. Αισθάνθηκε την παρουσία του πίσω της. Γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι της και συνάντησε το πρόσωπο του Μιχάλη, βλέποντάς τον ανάποδα. «Μωρό μου, σηκώθηκες!» του είπε και του έδωσε ένα ζεστό φιλί στα χείλη. Σηκώθηκε όρθια και τον κοίταξε στα μάτια.


162

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Να το δώρο που σου υποσχέθηκα, ντυμένο με γαλάζιο περιτύλιγμα. Μέσα του κρύβει όλα τα όνειρα, τις επιθυμίες, τις φαντασιώσεις. Στο χαρίζω με όλη μου την καρδιά. Παρ ’το!» του είπε και του έδειξε την απεραντοσύνη της θάλασσας που αποκαλύπτονταν σε όλο το μεγαλείο της, από τον βασιλικό θρόνο της αυλής της γιαγιάς Σοφίας. «Το δώρο μου γλυκιά μου, είσαι εσύ! Η ύπαρξή σου, η ανάσα σου, το χάδι σου, το φιλί σου» ψιθύρισε και την πήρε στην αγκαλιά του. Αυτή η στιγμή έμεινε χαραγμένη στην καρδιά τους για όλα τα μετέπειτα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν. Ήταν δώρο Θεού, αυτό που τους εμπόδισε να πνιγούν από τα κύματα της ζωής. Λειτουργούσε σαν φάρος που τους έδειχνε πάντα το δρόμο για την έξοδο από τους ύφαλους της ζωής. Η κόρνα του καραβιού, που έμπαινε στο λιμάνι της Σκάλας, τους γύρισε στην πραγματικότητα. Τέντωσε τα χέρια της ψηλά, όπως έκανε κάθε πρωί μόλις ξυπνούσε, και τον κοίταξε γεμάτη ζωντάνια. «Εγώ αναλαμβάνω την καθαριότητα, κι εσύ τα ψώνια» του είπε. «Μαγαζιά θα βρεις λίγο πιο κάτω από το σημείο που κατεβήκαμε χθες με το ταξί. Πάρε τα αναγκαία, γάλα, τυρί, φρούτα και ό,τι άλλο κρίνεις ότι θα χρειαστούμε». «Α! Πέρνα και από τον φούρνο και μαζί με το ψωμί, διάλεξε και λίγα κουλουράκια για το πρωινό». «Καλή η μοιρασιά!» της είπε ο Μιχάλης προχωρώντας πίσω της και πήγε να εκτελέσει το μερίδιό του από τη συμφωνία. Μόλις εκείνος έφυγε, η Σοφία, σαν καλή νοικοκυρά, μάζεψε τα μαλλιά της με ένα κοκάλινο πιαστράκι και χάθηκε μέσα στο σπίτι με τα κατάλληλα εργαλεία. Το επόμενο δίωρο οι αράχνες και οι κατσαρίδες σήμαναν συναγερμό. Δεχόντουσαν ανελέητα πυρά στα οχυρά τους. Και, δυστυχώς γι’ αυτές, τον συγκεκριμένο πόλεμο τον έχασαν από μια σκούπα, μια σφουγγαρίστρα και ένα κιλό πυρομαχικού απορρυπαντικού που είχε μείνει από την κυρία Ματίνα. Καταϊδρωμένη από τη μάχη η Σοφία, αλλά και από την καλοκαιρινή θερμοκρασία που πλησίαζε προς τα υψηλότερα επίπεδα της ημέρας, έβαλε τα χέρια της στη μέση και τριγύρισε το σπίτι για επιθεώρηση. Όλα τα φυλάκια ήταν υπό πλήρη έλεγχο, άστραφταν από καθαριότητα. «Ας περιμένουμε και την έγκριση από το επιτελείο που θα καταφτάσει σε λίγο!». Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο της και ο Μιχάλης, το επιτελείο, εμφανίστηκε στην πόρτα ζητώντας βοήθεια. Τα χέρια του ήταν γεμάτα νάιλον σακούλες με ψώνια.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

163

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Εφοδιασμό για τον τριακονταετή πόλεμο έκανες;» τον ρώτησε και πήρε μερικές σακούλες για τον ελαφρύνει. «Σοφία, άσε το δούλεμα! Βλέπω η διάθεσή σου χτύπησε κόκκινο, μάλλον εδώ θα ’πρεπε να ζούμε συνέχεια» είπε και ακούμπησε τα πράγματα στο τραπέζι της κουζίνας. Μέχρι να γεμίσει η κανάτα της καφετιέρας, κι αυτή προίκα από την κυρία Ματίνα, έβαλαν τα τρόφιμα στη θέση τους. «Ένα ζεστό φλιτζάνι καφές είναι η καλύτερη αποζημίωση! Κάθισε στον γαλάζιο Παράδεισο», δεν την έλεγε αυλή, της ερχόταν πολύ φτωχή έκφραση, «και θα τα φέρω εγώ» είπε η Σοφία ψάχνοντας έναν δίσκο στο ντουλάπι. Στο άκουσμα της λέξης που βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη της, το μυαλό της ταξίδεψε αστραπιαία σε έναν άλλο παράδεισο, με διαφορετικά χρώματα πράσινα, μωβ, κόκκινα, κίτρινα. Η αυλή της θείας Μαρίας ήταν γεμάτη χρώματα, σε αντίθεση με αυτόν που ξεχείλιζε από άσπρο, γαλάζιο και λίγο γκρι. Τα χέρια της, όσο σκεφτόταν, γέμισαν τα φλιτζάνια με καφέ, τα έβαλε πάνω στο δίσκο μαζί με τα γαλατάκια, τη ζάχαρη και ένα πιάτο με τα κουλουράκια που έφερε ο Μιχάλης. «Αν μέναμε βέβαια εδώ θα συμπληρώναμε μερικές πινελιές χρωματιστές!» συλλογίστηκε και βγήκε έξω. Άφησε το δίσκο στο τραπεζάκι και όρμησαν και οι δυο τους στα κουλουράκια που μοσχοβολούσαν και τους προκαλούσαν, επικίνδυνα τελικά γι’ αυτά. Απολάμβαναν το υπέροχο πρωινό τους σε έναν εξίσου υπέροχο τόπο. Έφερε το φλιτζάνι με τον καφέ στα χείλη της και ήπιε μια γενναία γουλιά, μα πριν καλά-καλά το ξανακουμπήσει πίσω στο πιατάκι του ένα «κλατς» ακούστηκε και μια πήλινη γλάστρα, ουρανοκατέβατη, προσγειώθηκε λίγο παραπέρα, μπροστά στην πόρτα της κουζίνας. Έσκασε σκορπίζοντας γύρω της καφέ κομμάτια πηλού. Ένα κόκκινο γεράνι κύλησε στα πόδια της αφήνοντας μια χωμάτινη γραμμή στην πορεία του. Μέσα στην τρομάρα της η Σοφία έκανε και χιούμορ. «Είδες! Ο ουρανός βρέχει χρώματα για την αυλή μας!» είπε και κοίταξε προς το μέρος απ’ όπου έπεσε το επουράνιο δώρο. Ένα ξανθό κεφάλι εμφανίστηκε στο διπλανό μπαλκόνι να κοιτάζει κάτω.


164

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Χίλια συγνώμη για την αναστάτωση. Ελπίζω να μην χτύπησε κανείς! Με συγχωρείτε πολύ, αλλά αυτό το γατί είναι πολύ σκανδαλιάρικο, χίλια συγνώμη…» είπε στεναχωρημένη η νεαρή κοπέλα. «Μπορώ να κατέβω να τα μαζέψω;» τους παρακάλεσε ευγενικά αισθανόμενη ένοχη. Το γατί, που τελικά ήταν ένας όμορφος αρσενικός γάτος, ήταν η αφορμή για τη γνωριμία με την Κέλλυ. Ένα κουκλίστικο πρόσωπο με ζεστό καστανό χρώμα στα μάτια και μια φραντζούλα να στολίζει το μέτωπο, εμφανίστηκε στην πόρτα τους με μια σκούπα και ένα φτυάρι στα χέρια. Στο βλέμμα της ακτινοβολούσε η αθωότητα των δεκαεννέα χρόνων της. Όχι βέβαια ότι της ήταν δύσκολο της Σοφίας να τα καθαρίσει αλλά της άρεσε αυτή η ανορθόδοξη γνωριμία. Η Κέλλυ σκούπισε τα χώματα και τα σπασμένα κομμάτια, τα έβαλε όλα σε μια σακούλα και είπε διστακτικά κοιτώντας μερικές άδειες γλάστρες που ήταν στριμωγμένες σε μια γωνία. «Αυτό το λουλούδι θα θέλατε να το βάλετε σε κάποιο γλαστράκι;». «Κάτι θα κάνουμε και γι’ αυτό. Θα πιεις έναν καφέ μαζί μας;» τη ρώτησε ο Μιχάλης. «Εγώ σας αναστάτωσα κι εσείς θα με κεράσετε!» είπε χαμηλώνοντας τα μάτια γεμάτη ενοχές. «Αυτός ο γάτος εδώ και δυο ημέρες που ήρθαμε, δεν έχει ξεκολλήσει από το μπαλκόνι μας. Η φίλη μου η Τατιάνα, κάνουμε μαζί διακοπές» τους διευκρίνισε «λέει ότι την ερωτεύτηκε και δεν ξεκολλάει από δίπλα μας». «Έλα τώρα… Δεν χρειάζεται να απολογείσαι, χρειαζόμασταν λίγο χρώμα στην αυλή μας! Ήρθε λίγο αλλοπρόσαλλα αλλά είναι καλοδεχούμενο» είπε η Σοφία γεμίζοντάς της ένα φλιτζάνι μυρωδάτο καφέ. Ένα άσπρο περιστέρι προσγειώθηκε χαριτωμένα στο τσιμεντένιο πεζούλι διακόπτοντας τη συζήτησή τους. Έκανε μερικά βήματα κοιτάζοντας τη μικρή παρέα που έστρεψαν τα κεφάλια τους για να το δούνε. Ο Μιχάλης έτριψε ένα κομμάτι από τα κουλουράκια που έφερε προηγουμένως από το φούρνο και πέταξε μερικά μπροστά του. Με την ουρά του να ανεβοκατεβαίνει σε κάθε του τσίμπημα, έφαγε μερικά ψιχουλάκια και απογειώθηκε ευχαριστημένο. Πίνοντας την τελευταία της γουλιά η Κέλλυ σηκώθηκε. Τους ευχαρίστησε ευγενικά, πήρε τη σκούπα και το φτυάρι, κάνοντας μια αστεία φιγούρα και, χαμογελώντας, έφυγε.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

165

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία γύρισε την άσπρη, πάνινη πολυθρόνα της να βλέπει προς τη θάλασσα, άπλωσε τα πόδια της πάνω στο πεζούλι και ξαναπήρε το φλιτζάνι της στο χέρι. «Μιχάλη, προτείνω το μεσημέρι αυτό να περιέχει μεγάλη δόση ξεκούρασης. Δεν κοιμηθήκαμε και πολύ καλά το βράδυ… Να βάλουμε και ένα πλυντήριο με αυτά που μαζεύτηκαν. Σε έπεισα;» τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον στα μάτια, κατεβάζοντας επιδεικτικά λίγο τα γυαλιά ηλίου που φορούσε. «Με έπεισες, όχι ότι ήθελα και πολύ δηλαδή. Εγώ όμως θα προτιμήσω το κρεβάτι από την πολυθρόνα. Καλή σου ξεκούραση» της ευχήθηκε και μπήκε μέσα. Έμεινε μόνη της να ατενίζει το πέλαγος. Κάτω στο λιμανάκι, ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο ετοιμαζόταν να πλευρίσει την αποβάθρα. Με μια μικρή κίνηση, σαν του κάβουρα, έφερε την παραγεμισμένη κοιλιά του στο πλάι. Ο πύργος ελέγχου του καραβιού έμοιαζε με σφυροκέφαλο καρχαρία. Προέκτεινε και τις δύο άκρες του προς τα έξω, σαν σφυρί, βοηθώντας τον καπετάνιο να ελέγχει τα πλαϊνά του πλοίου. Οι τουρίστες είχαν μαζευτεί στο πλαϊνό κατάστρωμα, έτοιμοι για αποβίβαση. Μια σκάλα πετάχτηκε έξω από τα πλευρά του. Άρχισαν να κατεβαίνουν. Σαν χρωματιστά μυρμήγκια φαινόταν από μακριά που όλα ακολουθούσαν τον αρχηγό. Πέντε τουριστικά λεωφορεία, σε εμφατικό κόκκινο χρώμα, τους περίμεναν για την προκαθορισμένη ξενάγηση. Η Σοφία τεντώθηκε στην πολυθρόνα της προσπαθώντας να δει την αναχώρηση του κόκκινου καραβανιού. Κόντεψε να πέσει στην προσπάθειά της. Έγειρε τόσο πολύ το σώμα της στο πλάι που ξαφνικά ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο. Η πολυθρόνα ισορροπούσε επικίνδυνα, ρίχνοντας όλο το βάρος της στα δύο πολυκαιρίσια, μαυρισμένα ξυλοπόδαρα. Τινάχτηκε απότομα όρθια, αφήνοντάς τη να σκάσει κάτω σαν ώριμο καρπούζι. «Μάλλον η ζέστη με παραπήρε!» σκέφτηκε. Τίναξε το άσπρο πανί της και την τοποθέτησε πάλι στη θέση της. Μάζεψε το δίσκο με μια ελαφρώς αποχαυνωμένη και νυσταλέα όψη. Τον άφησε στον πάγκο της κουζίνας, όσο πιο μαλακά μπορούσε. Η απόσταση μεταξύ της κουζίνας και της κρεβατοκάμαρας δεν ήταν πάνω από πέντε-έξι μέτρα, μα της φάνηκε η πιο ηδονική απόσταση. Βούτηξε μπρούμυτα στο άσπρο σεντόνι του κρεβατιού, σπρώχνοντας λίγο το σώμα του Μιχάλη που είχε απλωθεί κατέχοντας βασιλικό μερίδιο πάνω του. Αγκάλιασε το μαξιλάρι με το ασπροκέντημα της γιαγιάς και ακούμπησε απαλά το μάγουλό της απολαμβάνοντας τη μυρωδιά της λεβάντας. Το μυαλό


166

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

της δεν πρόλαβε να εμπεδώσει την αίσθηση της απόλαυσης, την εγκατέλειψε βίαια, σαν το κουκούτσι που φτύνουμε όταν τρώμε ένα κεράσι με λαιμαργία, όχι ευγενικά και στο χέρι μα φτύνοντάς το αγενώς στο χώμα. Μωβ όνειρα κατέκλυσαν τον κόσμο του μυαλού της. Περπατούσε ξυπόλητη στην άκρη του γιαλού. Οι πατημασιές της άφηναν σημάδια πάνω στην υγρή άμμο. Τις έβλεπε αλλά δεν ήταν δικές της, ήταν πολύ μεγάλες για να είναι δικές της. Συνέχισε να περπατάει, μα ξαφνικά η θάλασσα έβγαλε προς τα έξω ένα κύμα που έφτανε μέχρι τα πόδια της, αφρισμένο, θυμωμένο. Όμως δεν ήταν αφρός της θάλασσας, ήταν αφρός από σαπούνι που κολλούσε στα πόδια της και την αηδίαζε. Μια γλίτσα που από άσπρη έγινε ξαφνικά πράσινη. Δεν μπορούσε να την αποφύγει. Πατούσε μια εδώ και μια εκεί, ψάχνοντας να βρει ένα καθαρό μέρος και, αντ’ αυτού, βρέθηκε να πατάει πάνω σε ψόφια ψάρια, μαυρισμένα και σαπισμένα! «Ααααχ!» φώναξε η Σοφία. Η κραυγή της βγήκε σαν τσίριγμα από τα χείλη της. Κάθισε στο κρεβάτι, πιάνοντας το κεφάλι της με τα χέρια. Οι παλάμες της γέμισαν ιδρώτα, που κυλούσε ως τις άκρες των μαλλιών της. «Τι ταλαίπωρο ύπνο έκανα! Τι όνειρο ήταν αυτό!» οι ερωτήσεις χωρίς απαντήσεις στροβίλιζαν στο μυαλό της. Γύρισε προς το μέρος του Μιχάλη. Κοιμόταν σαν μωρό. Η φλέβα του λαιμού του μόνο φαινόταν ξυπνητή. Κάρφωσε το βλέμμα πάνω της, μετρώντας τους χτύπους της, αυτό λειτούργησε αγχολυτικά μέσα της, όχι όμως καταλυτικά. Κάτι μέσα της φώναξε «καλά που δεν ξύπνησε ο Μιχάλης» και φυσικά δεν του είπε τίποτα για το όνειρο. Ένα μικρό αγκάθι βρήκε ένα άνοιγμα και καρφώθηκε στο στήθος της. Ακούμπησε ξανά στο μαξιλάρι της, δεν είχε πια την ίδια αίσθηση, την ίδια μυρωδιά. Με τον δείκτη του χεριού της έσπρωχνε το μεγάλο της δάχτυλο σε μια κίνηση, σαν να ήθελε να βγάλει το αγκάθι από μέσα της, μια κίνηση έντασης εκφρασμένη άφωνα, στα χέρια. Όλο το υπόλοιπο σώμα ακίνητο, μόνο τα δάχτυλα λειτουργούσαν σαν έμβολο μπρος-πίσω. Τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι, το βλέμμα στο πουθενά. Την ξαναπήρε ο ύπνος, η ένταση την είχε εξαντλήσει. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιζαν ανήσυχα, ακαθόριστες συσπάσεις έδιναν παράξενους μορφασμούς στο όμορφο πρόσωπό της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

167

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ένα χέρι ταξίδεψε απαλά πάνω στο μάγουλό της, εκφράζοντας σε ένα άγγιγμα όλη την αγάπη του ιδιοκτήτη του. Μια ανάλαφρη κίνηση στην άκρη των χειλιών της του απάντησε ότι το μήνυμα έφτασε στον παραλήπτη. Άνοιξε τα βλέφαρα της και τον κοίταξε. Άκουγε τα πιο γλυκά λόγια που μπορούσε να ακούσει άνθρωπος, όχι από τα χείλη του μα από δυο καστανούς ήλιους που φώτιζαν και ζέσταιναν την ψυχή της. Έσκυψε πάνω της και τη φίλησε γλυκά. Είπαν τα πιο όμορφα λόγια, χωρίς καμία λέξη, χωρίς ούτε ένα επιφώνημα. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πριν από αρκετή ώρα. Βασίλευε μια υπέροχη σιγαλιά έξω. Η νύχτα είχε ξαπλώσει στο νησί αφήνοντας στον ουρανό τα άστρα της και το φεγγάρι για βοηθούς της. Η Σοφία άφησε τον Μιχάλη στην κουζίνα να πλύνει λίγα φρούτα και εκείνη μπήκε στο μπάνιο. Προσπάθησε με το νερό να ξεπλύνει το μυαλό της από τις σκέψεις που το τριβέλιζαν. Δύσκολο, πολύ δύσκολο. Επιβλήθηκε όμως στον εαυτό της. Επ’ ουδενί δεν ήθελε να την καταλάβει. Η διαίσθησή της δεν τη γελούσε. Κάτι τους περίμενε στη στροφή και σίγουρα όχι καλό. Ήξερε μέσα της ότι αν του το έλεγε, θα έπαιζαν θέατρο και οι δυο, θα ήταν παρόντες σωματικά και απόντες εγκεφαλικά. Προτίμησε να το παλέψει μόνη της. «Μπορεί και να μην σημαίνει τίποτα» παρηγόρησε τον εαυτό της. Τύλιξε το σώμα της με μια άσπρη πετσέτα και με μια επιβαλλόμενη άνεση στον εαυτό της προχώρησε προς την αυλή. Μια ζεστή ανάσα της γλύκανε την καρδιά. Η λάμψη ενός κεριού πάνω στο παλιό στρόγγυλο τραπεζάκι, το πιάτο με τα φρούτα δίπλα του, δυο ποτήρια με κρασί και η φιγούρα ενός αγαπημένου άνδρα κάτω από το φεγγαρόφωτο θα αιχμαλώτιζαν και την πιο δύσκολη γυναίκα. Κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα. Έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στο μυαλό της να καταγράψει αυτό που έβλεπε μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Κάθισε δίπλα του σιωπηλή. Πήρε ένα ζουμερό ροδάκινο και το έφερε στο στόμα της. Η γεύση του και το άρωμά του κυριάρχησε προς στιγμή. «Μμμμ… είναι υπέροχο!» σχολίασε και τον παίνεψε για την άριστη επιλογή του. Εκείνος χαμογέλασε αλλά δεν μίλησε. «Έχεις κάτι. Σε βλέπω λίγο μελαγχολικό ή είναι ιδέα μου;» παρατήρησε η Σοφία.


168

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Αισθάνομαι κάπως περίεργα, είναι αλήθεια, αλλά δεν ξέρω το γιατί» της απάντησε αργόσυρτα. «Το διαισθάνεσαι αυτό που έρχεται αλλά τι;» είπε άηχα στον εαυτό της. «Προτείνω σήμερα να αφήσουμε τα τριζόνια να έχουν το λόγο γιατί με τη συναυλία που ξεκίνησαν, δεν βλέπω να μας επιτρέψουν να συζητήσουμε» είπε ακούγοντας τη νυχτερινή χορωδία και βρίσκοντας την καταλληλότερη δικαιολογία για να αποτρέψει μια συζήτηση που πιθανόν να κατέληγε σε μια οδυνηρή ομολογία. Η βραδιά ξεκίνησε όμορφα και ήρεμα χωρίς κανείς και τίποτα να φαίνεται ικανό να τους τη διαταράξει. Μια ελαφριά πνοή ανέμου, αρωματισμένη με τη μοσχοβολιά ενός νυχτολούλουδου, που έκλεψε στο πέρασμά της από κάποιο κήπο, παντρεύτηκε σαγηνευτικά με το άρωμα του κρασιού. Αυτή η αρμονία των δύο αισθήσεων σχεδόν πλησίαζε μια τελειότητα που παράσερνε μαζί της κάτι από τις υπόλοιπες τρεις. Και όπως λειτουργεί το εκκρεμές στην κίνησή του από το ένα άκρο στο άλλο, αυτή η τελειότητα την τρόμαξε. Τι μυστικά θα φανέρωνε στο άλλο άκρο, πόσο οδυνηρά; Και για ποιον; Σκέψεις βασανιστικές που σαν σφουγγάρι, έσβησαν κάθε όμορφο γραμμένο στον πίνακα της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής. Το χαμόγελο σαν φυλακισμένο πουλί, δραπέτευσε από τα χείλη πνιγμένο από τον δήμιο των σκέψεων. Οι σκιές της νύχτας κάλυψαν την απόδρασή του. Μόνο το φεγγάρι ήταν μάρτυρας αυτής της θλίψης. Ένα αστέρι έσβησε, πέφτοντας σαν δάκρυ από τον ουρανό. Και μετά όλα ησύχασαν, μετά τίποτα, κενό. Το πέρασμα της νυχτιάς εξασθένισε την ένταση της ψυχικής δύσπνοιας, η καινούργια ημέρα έφερε ένα δροσερό αεράκι, ανάσα ζωής από το βαθύ γαλάζιο της θάλασσας. Τα ήσυχα κύματα του ύπνου τους τα ανατάραξαν τα τιτιβίσματα μιας παρέας πουλιών που τσακωνόντουσαν χαρούμενα για τα εβένινα πούπουλα μιας χελιδόνας. «Σήκω υπναρά! Αν και σήμερα δεν ξεκουνηθούμε καλύτερα, να βρούμε συνταξιοδοτικό ταμείο!» μουρμούρισε η Σοφία τραβώντας του το σεντόνι. Και με μια παραποιημένη φωνή, όπως ακούγεται από ένα μεγάφωνο, άρχισε να μιλάει:


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

169

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Κυρίες και κύριοι, σήμερα το πρόγραμμα σας προσφέρει μια ξενάγηση στο ιερό σπήλαιο της Αποκάλυψης. Φορέστε την κατάλληλη ψυχολογία σας και να είστε έτοιμοι…» εδώ η φωνή της έγινε επιτακτική, «σε μισή ώρα!».


170

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δωδέκατο Το σπήλαιο

Το ταξί ήταν σταματημένο σε ένα σκιερό μέρος του δρόμου. Ο οδηγός του, στηριζόμενος στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, απολάμβανε ένα κουτάκι χυμό. Στάθηκε όρθιος καθώς τους είδε να έρχονται κοντά του. Τους καλημέρισε και τους ρώτησε: «Προς τα πού πηγαίνουμε;». «Κατηφορίζουμε προς το Ιερό Σπήλαιο» του απάντησε με συγκρατημένο σεβασμό η Σοφία. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε αργά. Η διαδρομή μέσα στα στενά δρομάκια της Χώρας, που σε μερικά σημεία ήταν πλακόστρωτα, ανθεκτικά απομεινάρια μιας άλλης εποχής, και σε κάποια άλλα, στρωμένα με τσιμέντο, επεμβάσιμα κομμάτια της καινούριας, γινόταν προσεκτικά. Σε ορισμένα δε σημεία ήταν τόσο στενό το πέρασμα, που μια συνάντηση αυτοκινήτων κατέληγε μοιραία σε πρόβλημα. Περνώντας μπροστά από τα επιβλητικά τείχη του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη, έσκυψε το κεφάλι της προς το τζάμι του παραθύρου. Βλέποντάς τα είπε στον Μιχάλη: «Στην επιστροφή, προτείνω να το επισκεφτούμε. Απ’ ότι γνωρίζω υπάρχουν πολλά κειμήλια, εικόνες και χειρόγραφα αυθεντικά που μπορούμε να δούμε».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

171

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Προτού προλάβει να απαντήσει ο Μιχάλης, στην κυριολεξία έμεινε με το στόμα ανοικτό, ο οδηγός του ταξί έκανε την πρώτη του ερώτηση: «Από πού είστε παιδιά;». Και κάπως έτσι αρχίζει πάντα η κουβέντα μέσα σ’ ένα ταξί, ειδικά στα απόκεντρα μέρη, δηλαδή σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, εκτός από τις μεγάλες πόλεις. Εκεί συμβαίνει πιο σπάνια. Κάτι η φιλοξενία του Έλληνα, κάτι η απίθανη περιέργειά του να χώνεται παντού και πέφτει η γνωστή ερώτηση. Ο Δημήτρης ήταν ντόπιος, γέννημα θρέμμα της Χώρας. Αυτή τη δουλειά, του οδηγού, την έκανε πολλά χρόνια. «Έχουν δει εμένα τα μάτια μου… τόσα και τόσα!» έλεγε με υπερηφάνεια για τις γνώσεις του. «Έχω πάρει κούρσα με το ταξί ανθρώπους από όλο τον κόσμο, τι Αμερικανούς, Γερμανούς, Άγγλους, πολλούς, πολλούς» έλεγε καμαρώνοντας. «Και από Θεσσαλονίκη, από την πατρίδα σας έρχονται πολλοί!». «Ας είναι καλά το ιερό σπήλαιο! Αυτό μας κουβαλάει εδώ τον κόσμο που θέλει να προσκυνήσει. Πολλοί όμως έρχονται και από απλή περιέργεια. Ο Θεός το ευλόγησε το νησί μας και μπορούμε να βγάζουμε ένα καλό μεροκάματο. Η ζωή για τους νησιώτες είναι δύσκολη. Ο τουρισμός μας σώζει κατά κάποιο τρόπο αλλά, δυστυχώς, μας αλλοιώνει σαν ανθρώπους». «Καλά τα λες Δημήτρη, έχεις δίκιο» συμφώνησε ο Μιχάλης όταν εκείνος σταμάτησε το μονόλογό του. Ούτε ανάσα δεν είχε πάρει. Έκρινε λάθος όμως, γιατί ο Δημήτρης είχε όρεξη για κουβέντα. «Το χρήμα παιδιά» συνέχισε «είναι δίκοπο μαχαίρι, έλεγε ο παππούς μου. Κόβει ψωμί, αλλά σκοτώνει και ανθρώπους». Η Σοφία δεν τον άκουγε ιδιαίτερα, η όμορφη διαδρομή της είχε αναταράξει τις μνήμες. Τη νύχτα που φτάσανε δεν είδαν και πολλά, σχεδόν τίποτα, με την κούραση που είχαν και το σκοτάδι που επικρατούσε. Κάπου στη μέση της διαδρομής το ταξί έβγαλε φλας δεξιά και έστριψε ανηφορίζοντας ανάμεσα στα ελαιόδεντρα. Το αυτοκίνητο πήγε λίγο ακόμη και σταμάτησε σε ένα μεγάλο άνοιγμα που χρησίμευε ως χώρος σταθμεύσεως. Βλέποντας τα λεωφορεία που ήταν σταματημένα και συμπεραίνοντας ότι θα υπήρχε πολύς κόσμος μέσα, συνεννοήθηκαν με τον Δημήτρη να έρθει να τους πάρει σε δυο ώρες. Το ταξί έκανε αναστροφή και απομακρύνθηκε. Οι οδηγοί των λεωφορείων κάθονταν στη σκιά μιας μεγάλης, γέρικης ελιάς.


172

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ένα ξύλινο τραπέζι και δυο πάγκοι, τους φιλοξενούσαν την ώρα της αναμονής, μέχρι οι επισκέπτες να τελειώσουν την ξενάγησή τους. Μια ομάδα τουριστών, μάλλον Γάλλοι απ’ ότι συμπέραναν ακούγοντας τη διάλεκτό τους, ανέβαιναν εκείνη την ώρα με τον ξεναγό τους. Συναντήθηκαν σε ένα πλατύσκαλο, ανάσα για την ανάβαση. Έτσι όπως ήταν βαμμένα άσπρα τα σκαλοπάτια με ασβέστη, θύμιζαν την ουράνια σκάλα προς τον Παράδεισο. Ο καθένας ανάλογα με την πίστη του θα μπορούσε να ανακαλύψει τον παράδεισό του στον συγκεκριμένο ιερό τόπο. Κατέβαιναν αργά απολαμβάνοντας το φυσικό τοπίο γύρω τους, έτσι κι αλλιώς θα περίμεναν αρκετή ώρα για να μπούνε στο σπήλαιο. Δεξιά και αριστερά τα κλαδιά των ελαιόδεντρων υποκλινόντουσαν από το βάρος των καρπών τους. Κάποια από αυτά φαίνεται ότι ήταν πιο θεοσεβούμενα, κόντευαν να ακουμπήσουν τη γη. Η ιερότητα του χώρου κατά κάποιο ιδιαίτερο τρόπο, επηρέαζε οτιδήποτε βρισκόταν γύρω του. Όταν φτάσανε στο προαύλιο υπήρχε αρκετός συνωστισμός. Βρήκαν ένα πεζούλι κάτω από τη σκιά ενός δέντρου και κάθισαν. Η θέα ήταν καταπληκτική. Σαν ζωγραφισμένο χαλί απλωνόταν μπροστά τους, το λιμάνι της Σκάλας, με τα ψαροκάικα, την όμορφη παραλία του που διέγραφε την απαρχή ενός φυσικού κύκλου που σχημάτιζε ο κόλπος, μετά συνέχιζε με αμμουδερές παραλίες μέχρι το ακρωτήριο του Κουμανά. Το νησί ήταν από τα λίγα καταπράσινα νησιά του Αιγαίου. Γραφικά καραβάκια πηγαινοερχόταν στο λιμάνι, κάνοντας ημερήσιες εκδρομές στις γύρω παραλίες και νησάκια. Ούτε που κατάλαβαν πως πέρασε η ώρα. Όταν γύρισαν τα κεφάλια τους είχαν φύγει σχεδόν όλοι. «Σήκω Σοφία, πάμε» είπε ο Μιχάλης και την τράβηξε από το χέρι. Τίναξε τη φούστα της και προχώρησαν μαζί. Κοντοστάθηκαν μπροστά στην είσοδο. Η εντελώς ιδιόμορφη κατασκευή, τους κέντρισε το ενδιαφέρον. Ένα τεράστιο κομμάτι γκρίζου βράχου ορθωνόταν επιβλητικά πάνω από τα κεφάλια τους. Χαμηλά, κοντά στη βάση του βράχου, ένα κομμάτι τοίχου τον ένωνε με τη γη. Σ’ αυτό το κομμάτι του τοίχου είχαν αφήσει μια πόρτα και δυο μικρά παραθυράκια. Σαν ένα μικρό κατάλευκο ξωκλήσι, απ’ αυτά που είναι γεμάτα τα ελληνικά νησιά, παρουσιαζόταν μπροστά τους. Δρασκέλισαν την πόρτα, αισθανόμενοι έναν ενστικτώδη σεβασμό προς τον ιερό χώρο. Ευθεία μπροστά τους παρουσιαζόταν ο Άγιος Ιωάννης σε μια


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

173

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

μεγάλη εικόνα βυζαντινού ρυθμού, πλαισιωμένη από την εικόνα του Κυρίου και από άλλες μικρότερου μεγέθους, διαφόρων αγίων της Εκκλησίας. Ένα καντηλέρι με μια αναμμένη λαμπάδα σιγόκαιγε μπροστά στο εικόνισμα του Χριστού και αρκετές καντήλες ήταν κρεμασμένες από το βράχο μπροστά στα εικονίσματα. Για λόγους ασφαλείας δεν επιτρεπόταν το άναμμα κεριών μέσα στο σπήλαιο. Το βλέμμα τους το περιεργάστηκε. Το μισό ήταν χτισμένο κανονικά όπως ένα εκκλησάκι. Το άλλο μισό ήταν ο ιερός χώρος του βουνού, μια σπηλιά μέσα στον βράχο. Θαυμαστό το σημείο εισόδου του Αγίου Πνεύματος. Άφησε τα σημάδια της θεϊκής του δύναμης πάνω στον σκληρό βράχο, σχίζοντας τον σε τρία κομμάτια, όση και η Τριαδική του Υπόσταση. Η Σοφία παρατήρησε την πορεία του ρήγματος που ξεκινούσε από τη δύση προς την ανατολή. Στην αριστερή πλευρά του ένα χρυσό κορδόνι απαγόρευε τον κόσμο να πλησιάσει περισσότερο. Πίσω από αυτό, βρισκόταν λαξευμένο από τον χρόνο πάνω στο βράχο το προσκέφαλο του Αγίου και δεξιά, λίγο πιο ψηλά, ένα βαθούλωμα που ο γέροντας ακουμπούσε τα χέρια του όταν προσεύχονταν. «Αυτά τα έχω πάντα ζωντανά στη μνήμη μου, από παιδί, από τότε που με έφερνε η γιαγιά Σοφία» είπε στον Μιχάλη με σιγανή φωνή. Εκείνος είχε στρέψει την προσοχή του σε μια ταμπελίτσα που διευκρίνιζε αυτό που έβλεπε. Μια σχεδόν επίπεδη επιφάνεια πάνω στο βράχο χρησίμευε σαν τραπέζι στο συνοδό του Πρόχορο για να αποτυπώσει στο χαρτί τον Λόγο του Κυρίου, δια στόματος Αγίου. «Γράψον ουν α είδες, α είσι και α μέλλει γενέσθαι» (Αποκάλυψις, κεφ. Α΄, στρ. 19). «Γράψε λοιπόν τα όσα είδες, αυτά που γίνονται και αυτά που θα γίνουν αργότερα». Βγήκαν αμίλητοι, λες και δεν ήθελαν να ξεφύγει από το στόμα τους ούτε μία από τις χρυσές λέξεις που καταγράφηκαν στην καρδιά του καθενός. Μια βαθιά ανάσα τις σφράγισε στην ψυχή τους. Η Σοφία κοίταξε γύρω της, είχε χάσει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Η ματιά της συναντήθηκε με του Μιχάλη, του έπιασε το χέρι και ανηφόρισαν μέσα σε μία παράξενη ψυχική γαλήνη. Έξω, στον χώρο στάθμευσης, ο Δημήτρης τους περίμενε, όπως είχαν συνεννοηθεί, να τους πάει πίσω στη Χώρα.


174

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Σε αυτή τη διαδρομή τα λόγια ήταν λιγοστά, λες και κάποια δύναμη προστάτευε το νόημα της επίσκεψης. Τους άφησε έξω από τα ψηλά τείχη της Μονής, τους ευχήθηκε «καλή συνέχεια» και πήρε ένα ζευγάρι που περίμενε, για το επόμενο δρομολόγιο. Ο βασικός λόγος του ταξιδιού ολοκληρώθηκε με αυτή την επίσκεψη. Ξεναγήθηκαν στους ιερούς χώρους, εντυπωσιάστηκαν με την απλότητα και την καθαριότητά τους και μείνανε άναυδοι με τα παμπάλαια ιερά χειρόγραφα και κειμήλια που διατηρούσαν εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια οι σεβάσμιοι ηγούμενοί της. Όταν βγαίνανε προς το δρόμο η Σοφία αναρωτήθηκε φωναχτά: «Λες να είχε δίκιο ο πατέρας Χαράλαμπος, ο ιερέας, που μας υποδέχθηκε στο ιερό σπήλαιο;». «Τι εννοείς δηλαδή;» τη ρώτησε με περιέργεια ο Μιχάλης. «Ότι “όποιος επισκέπτεται το ιερό σπήλαιο, δεν έρχεται τυχαία”». «Δεν ξέρω να σου απαντήσω γι’ αυτό, ξέρω όμως ότι αισθάνομαι κάτι που δεν μπορώ να προσδιορίσω» είπε παίρνοντας ένα ύφος στο πρόσωπό του, σαν να προσπαθούσε να συλλάβει κάτι και του ξέφευγε. Έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν να ήθελε να ξεφύγει από κάτι που τον ενοχλούσε και βάδισαν προς το κέντρο της Χώρας. «Μετά από αυτό το χρέος ψυχής, όλες οι παραλίες είναι δικές μας!» του είπε η Σοφία με αναζωογονημένη διάθεση. Όσο πλησίαζαν προς το κέντρο, ο κόσμος γινόταν περισσότερος. Τα δρομάκια ήταν γεμάτα με μικρά μαγαζιά που άπλωναν τα εμπορεύματά τους έξω για να διευκολύνουν τις αγορές των επισκεπτών, οι οποίοι, στο τέλος βέβαια, είχαν πρόβλημα με το τι να διαλέξουν. Τόσα αναμνηστικά, δωράκια, μικρά-μεγάλα, ακριβά-φτηνά, σοβαρά-αστεία, σκέτος πειρασμός και για τα μάτια και για το πορτοφόλι. Η άλλη πλευρά του νησιού. Η Σοφία απέφυγε ενστικτωδώς να περάσει από το χώρο που κρατούσε φυλαγμένο στον αέρα του, τις παιδικές της αναμνήσεις από το μαγαζί της μητέρας της. Δεν ήταν σίγουρη ακόμη για το συγκεκριμένο τόλμημα. Σταμάτησαν σε ένα μαγαζί και άφησαν το βλέμμα τους να πλανηθεί πάνω στα όμορφα αντικείμενα, ψάχνοντας να βρουν κάτι που θα τους εντυπωσίαζε. Η Σοφία κοίταξε κάτι κρεμαστά φαναράκια σε χρωματιστό βιτρό, παραπέρα τη γοήτεψε ένα τοσοδούλη μικρό Ευαγγέλιο σε χρυσαφί χρώμα που μέσα του είχε τη φωτογραφία του Αγίου Ιωάννη. Ένα κομπολόι από


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

175

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

κεχριμπάρι έλαμψε στις ακτίνες του ήλιου καθώς το περιεργαζόταν με τα δάχτυλά της. Κοίταξε τον Μιχάλη. «Θα σου άρεσε να σου το κάνω δώρο;» τον ρώτησε. «Θα προτιμούσα το διπλανό του, εκείνο με το μάτι του τίγρη. Να χάνεται το βλέμμα σου στα χρυσαφένια νερά από τις πέτρες του. Ναι, εκείνο θα μου άρεσε!» της είπε γοητευμένος. Τελικά, μετά από αρκετή ώρα, κατέληξαν στο χρυσαφί κομπολόι για τον Μιχάλη, η ίδια της δε προτίμησε το μικρό Ευαγγέλιο. Ενθουσιασμένοι και χαρωποί σαν μικρά παιδιά με τα δώρα τους, φύγανε αγκαλιασμένοι. Η αίσθηση της πείνας τους έκανε να αναζητήσουν το κατάλληλο μέρος για να την κατευνάσουν. Τα βήματα, τους οδήγησαν στο ταβερνάκι του Αποστόλη του φιλόσοφου. Έτσι τον έλεγαν οι φίλοι. Ένας ψηλός, ξερακιανός γαλανομάτης που κάθε άλλο παρά ταβερνιάρη θύμιζε. «Όταν ανοίγει το στόμα του να μιλήσει όλοι κάθονται προσοχή!» δήλωσε με συμπάθεια ένας πελάτης από ένα διπλανό τραπέζι. «Είναι το καλύτερο παιδί!» συμπλήρωσε ένας άλλος. «Δεν αφήνετε τις κολακείες λέω ’γω! Ξέρετε ότι δεν τα πάω καλά μαζί τους» μουρμούρισε στρώνοντας ένα λευκό τραπεζομάντιλο με σχολαστικότητα στο τραπέζι τους. «Από τις κινήσεις και μόνο, μπορείς να καταλάβεις τι είδους άνθρωπος είναι ο απέναντί σου» είπε ο Μιχάλης στη Σοφία μόλις απομακρύνθηκε από κοντά τους. «Ναι, κύριε ψυχολόγε, θα συμφωνήσω μαζί σου» του απάντησε. Πολύ αργότερα, σχεδόν μετά το φαγητό τους, κάθισε για λίγο στα τραπέζι τους ο Αποστόλης, να γνωρίσει τους καινούριους φίλους. «Όσοι έρχονται στο μαγαζί μου γίνονται και φίλοι μου» τους είπε καμαρώνοντας. Έτσι, το έφερε η κουβέντα και τους είπε για τη ζωή του. Χρόνια στη Γερμανία, ο Άπο, έτσι τον φώναζαν εκεί. Εργάτης σε μια φαρμακοβιομηχανία. «Κουραστική δουλειά, ατέλειωτη ορθοστασία μέσα σε χιλιάδες χημικά» έλεγε και η έκφραση των ματιών του έδειχνε ότι δεν ήθελε να τα θυμάται, το έφερε όμως η συζήτηση. Μετά από έναν αποτυχημένο γάμο με μια Γερμανίδα, τα βρόντηξε και ήρθε στην πατρίδα, όπως την έλεγαν και οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες.


176

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Άνοιξα αυτό το ταβερνάκι, και είδα το φως του Θεού» έλεγε και ακτινοβολούσε η ζωή μέσα του. Οι αναποδιές της ζωής τον ανάγκασαν να ασχοληθεί, να την ψάξει βαθιά από όσες πλευρές μπορούσε. Να την φιλοσοφήσει, εξ’ ου και το παρατσούκλι του. Πάντα βέβαια με το καλό νόημα. Όλοι τον αγαπούσαν. Το μαγαζί του ποτέ δεν ήταν άδειο. Είχε και ένα τραπέζι κοντά στην κουζίνα, πάντα στρωμένο για τους καλούς φίλους, για ένα ποτηράκι κρασί που πίνανε στην υγειά του. Η Σοφία και ο Μιχάλης, κατευχαριστημένοι, υποσχέθηκαν να ξανάρθουν. Μια υπόσχεση που δεν ευοδώθηκε να την κρατήσουν, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

177

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δέκατο τρίτο Το όνειρο παίρνει σάρκα και οστά

Ήταν περασμένες τρεις όταν το κινητό του Μιχάλη έκοψε σαν μαχαίρι τη σιγαλιά της νύχτας. Το φως της οθόνης σαν αστραπή φώτισε το ταβάνι. Ήταν η ώρα που ο εφιάλτης της προηγούμενης νύχτας γινότανε μια αδυσώπητη, άγρια πραγματικότητα. Ο Μιχάλης αναδύθηκε βίαια από την ευδαιμονία των ονείρων. Με κλειστά μάτια άπλωσε το χέρι του και ψαχούλεψε το κινητό του. Η πρώτη αίσθηση της αφής του κατάλαβε ότι δεν τον παρέπεμψε σωστά. Στη δεύτερη, το έπιασε και το έφερε στο αυτί του. «Ναι, ποιος είναι;» ήταν η πρώτη και τελευταία ήρεμη ερώτησή του. Μια μπουκωμένη γυναικεία φωνή μιλούσε κοντανασαίνοντας. «Έλα Μιχάλη μου, μ’ ακούς;» ρώτησε η μητέρα του. «Ναι, ποιος εί…ναι» ρώτησε, αλλά κατάλαβε αστραπιαία. Τινάχτηκε από το κρεβάτι. Δεν πρόλαβε να απαντήσει για δεύτερη φορά στην ερώτησή του, η μητέρα του. «Έλα ρε μαμά, τι έγινε; Γιατί παίρνεις τέτοια ώρα;» την έπνιξε στις ερωτήσεις ενώ η καρδιά του άρχισε να χοροπηδάει στο στήθος του. «Ο πατέρας σου αγόρι μου, βρίσκεται στο νοσοκομείο. Πριν από μία ώρα, αισθάνθηκε μια αδιαθεσία και έχασε τις αισθήσεις του, κάλεσα ασθενοφόρο και τον μετέφεραν στο Παπαγεωργίου. Ο γιατρός είπε ότι είχε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο.


178

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Αγόρι μου», οι λυγμοί της άρχισαν να ακούγονται «σε παρακαλώ, έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς… Λείπει και ο αδελφός σου…» μιλούσε και έκλαιγε «…είναι η θεία σου μαζί μου… αλλά σε παρακαλώ… έλα…» η φωνή της σταμάτησε. «Έλα, μαμά…» ακούστηκε η φωνή του Μιχάλη. Ένας πνιχτός θόρυβος ακουγόταν από το κλάμα που προσπαθούσε να συγκρατήσει στα χείλη της. Τα λόγια της του φάνηκαν σαν σφυριές στο κεφάλι που του έδιωχναν το αίμα προς τα πόδια, σαν να μαζεύτηκε όλο εκεί και γίνανε ασήκωτα. Η Σοφία που παρακολουθούσε όλη αυτήν την ώρα τις αντιδράσεις του, κατάλαβε ότι αυτό που φοβόταν ήρθε πιο γρήγορα απ’ ότι φανταζότανε. Άπλωσε το χέρι της και τον ακούμπησε στον ώμο του. Τινάχτηκε προς στιγμήν, δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε ξυπνήσει και καθόταν δίπλα του, ακούγοντας το τηλεφώνημα. «Μαμά, θα έρθω όσο πιο γρήγορα μπορώ, μην στεναχωριέσαι, θα πάνε όλα καλά», το πίστευε αδιόρατα μέσα του «θα ειδοποιήσω και τον Άλκη να έρθει, μην μου στεναχωριέσαι» της επανέλαβε. Ο Άλκης, ο αδελφός του, έμενε πλέον μόνιμα στο Λονδίνο. Βρήκε μια καλή θέση σε μια μεγάλη εταιρία υπολογιστών και προτίμησε για κάποιο χρονικό διάστημα να εργασθεί εκεί. Έκλεισε το τηλέφωνο και το ακούμπησε δίπλα του. Οι στιγμές της σιωπής φάνηκαν αιωνιότητα για τη Σοφία. Του έδωσε όμως τον απαιτούμενο χρόνο να συνειδητοποιήσει το γεγονός προτού αρχίσει να ρωτάει. Την πρόλαβε όμως σαν βροντή. Γύρισε και την κοίταξε, μια αγωνία κρυβόταν πίσω από το σκληρό βλέμμα του. Έμπλεξε τα δάχτυλα των χεριών του σφιχτά, σαν να ήθελε να δώσει κουράγιο το ένα στο άλλο. «Ο πατέρας μου Σοφία…» πήρε μια ανάσα «…έπαθε εγκεφαλικό. Τον έχουν στο νοσοκομείο και πρέπει να πάω το γρηγορότερο δυνατόν. Είναι στην εντατική απ’ ότι κατάλαβα από τα λεγόμενα της μητέρας μου». «Λυπάμαι μωρό μου, εύχομαι να πάνε όλα καλά» του είπε με όλη της τη συμπόνια. «Πιστεύω ότι θα τα καταφέρει ο κύριος Θεόδωρος, είναι δυνατός άνθρωπος και την αγαπάει τη ζωή» τον ενθάρρυνε βάζοντας το χέρι της στην πλάτη του. «Αύριο, δηλαδή σε λίγες ώρες, φεύγεις με το πλοίο για Ρόδο και συνεχίζεις αεροπορικώς για Θεσσαλονίκη. Πάνε Μιχάλη μου, η κυρία Ρένα δεν πρέπει να το αντιμετωπίσει αυτό μόνη της. Δώσ’ της όλη τη συμπάθειά μου. Εύχομαι τα καλύτερα».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

179

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Μόλις είχε χαράξει όταν ειδοποίησαν για ταξί. Η Σοφία πήγε μαζί του μέχρι το λιμάνι της Σκάλας και γύρισε πίσω με το ίδιο μόλις έφυγε το καράβι. «Θα μείνω μερικές ημέρες ακόμη, να συνεννοηθώ με το γραφείο ενοικιάσεων και μετά θα γυρίσω στην Αθήνα. Να με πάρεις μόλις φτάσεις και έχεις κάτι νεότερο…» του είπε την ώρα που εκείνος φορτωμένος με τις σκέψεις του ανέβαινε στο πλοίο. Οι ημέρες που ήρθαν ήταν δύσκολες για όλους, μα πιο πολύ για τον Μιχάλη, όπως ήταν αναμενόμενο. Η κατάσταση της υγείας του κυρίου Θεόδωρου στην αρχή ήταν στάσιμη. Ανείπωτη η αγωνία τους. Η ψυχική υγεία της κυρίας Ρένας πλησίαζε τα όρια της αντοχής της. Ο Μιχάλης και ο Άλκης κρατούσαν όσο μπορούσαν τον έλεγχο. Ο φιλεύσπλαχνος Θεός όμως έδωσε τέλος στη δοκιμασία όλων, και, την τέταρτη ημέρα, η υγεία του παρουσίασε βελτίωση, μέρα με τη μέρα όλο και καλυτέρευε η κατάστασή του. «Αυτό ήταν τηλεφώνημα ζωής Μιχάλη μου. Χαίρομαι τόσο με τα ευχάριστα που μου ανήγγειλες. Τους χαιρετισμούς μου σε όλους και ειδικά στον πατέρα σου και περαστικά του!» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο που της έφτιαξε την ημέρα. Τόσες ημέρες αγωνίας της είχαν τσακίσει τα νεύρα. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του σαλονιού, που όλες αυτές τις ημέρες τη φιλοξενούσε μαζί με τις έννοιες της, και πήγε στην κουζίνα. Αισθάνθηκε ξαναγεννημένη. Άναψε τη μηχανή του καφέ και ξαναπήρε το τηλέφωνο στα χέρια. Αισθάνθηκε την ανάγκη να ακούσει τον δικό της πατέρα, να μάθει τα νέα τους, να κατευνάσει τη στιγμιαία ανασφάλειά της. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο η αίσθηση ότι όλα ξαναγύρισαν στον κανονικό ρυθμό, της έδωσε τη διάθεση, που την είχε εγκαταλείψει όλες αυτές τις ημέρες, να συμμαζέψει και να καθαρίσει λίγο το σπίτι. Έπρεπε να το αφήσει στοιχειωδώς καθαρό. Δεν της πήρε και πολύ ώρα η φροντίδα αυτή. Μόλις τελείωσε έκανε τον συνηθισμένο έλεγχο. Τα ρούχα μπήκαν στη θέση τους, τα διασκορπισμένα ποτήρια βρήκαν τη θέση τους στο πλυντήριο πιάτων, το πάτωμα άστραφτε. Προτίμησε να περπατήσει ξυπόλητη πάνω στη δροσιά της γκρίζας πέτρας που ήταν στρωμένο το δάπεδο. Έβαλε σε μια κούπα καφέ και βγήκε στην αυλή που σήμερα έμοιαζε πάλι με τον γαλάζιο Παράδεισό της. Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και βάλθηκε να χαζεύει το σιδερένιο, στρόγγυλο τραπεζάκι που ήταν μπροστά της. Το θυμήθηκε πως ήταν την εποχή της γιαγιάς, μισοξεφτισμένο και αδικημένο, σε μια άκρη της αυλής να κρατάει στις πλάτες του, σαν τον Άτλαντα, μερικές γλάστρες. Η τελευταία κάτοχός του όμως είχε ξεχωρίσει σ’


180

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αυτό κάτι περισσότερο, το περιποιήθηκε, το έβαψε με μαύρη λαδομπογιά και του έδωσε μια εξέχουσα θέση στο κέντρο της αυλής. «‘‘Πως μπορείς να μετατρέψεις ένα άχρηστο αντικείμενο σε λειτουργικό” θα μπορούσε κάλλιστα, να είναι ο τίτλος ενός άρθρου σε ένα περιοδικό για το σπίτι» σκέφτηκε φανερώνοντας την καλή της διάθεση. Από τις σκέψεις της, τη διέκοψε μια φωνή που την καλούσε. Γύρισε το κεφάλι της και είδε την Κέλλυ. Αυτές τις ημέρες που ήταν μόνη, είχαν συναντηθεί δυο-τρεις φορές και τα είπαν. Σήμερα όμως τα κορίτσια φεύγανε και τη φώναξαν για να τη χαιρετήσουν. «Και εγώ μάλλον αύριο, θα επιστρέψω στην Αθήνα, σχεδόν τελείωσα με τις υποχρεώσεις μου» είπε στην Κέλλυ. «Χάρηκα για τη γνωριμία μας και εύχομαι να περνάτε πάντα καλά» τις ευχήθηκε η Σοφία. Το ίδιο πρωί, η Σοφία, είχε περάσει από το γραφείο ενοικιάσεων και έδωσε τα στοιχεία για το σπίτι. Θα περίμενε το απόγευμα ένα ζευγάρι που ήθελαν να το δουν. Από αύριο όμως θα άφηνε το κλειδί στο γραφείο και θα αναλάμβαναν αυτοί εάν δεν έκλεινε σήμερα η συμφωνία με τους καινούριους ενοικιαστές. Δεν μπορούσε και δεν είχε χρόνο να περιμένει άλλο. Οι υποχρεώσεις της στην Αθήνα την περίμεναν. Η κόρνα από ένα εκδρομικό καΐκι της τράβηξε ευχάριστα την προσοχή. Αφέθηκε στη μαγεία της πλεύσης του και λίγο μελαγχόλησε. «Τι κρίμα που δεν προλάβαμε να κάνουμε ούτε μια βόλτα με τον Μιχάλη στα γύρω νησάκια με το καραβάκι!». Κατσούφιασε λίγο, μα σκέφτηκε τα χειρότερα που θα μπορούσαν να συμβούν. Η κατήφειά της έφυγε πολύ γρήγορα. Το υπόλοιπο απόγευμα, ασχολήθηκε με τις τελευταίες υποχρεώσεις και ετοίμασε τη βαλίτσα της. Οι ενοικιαστές που περίμενε τελικά δεν ήρθαν, οπότε το θέμα θα το αναλάμβανε το γραφείο ενοικιάσεων. Εκείνη, το μόνο που έπρεπε να κάνει, ήταν, να τους αφήσει τα κλειδιά, το πρωί, προτού φύγει. Έκανε έναν έλεγχο στο σπίτι, να δει μήπως ξέχασε τίποτα. Πάνω στο τραπέζι του σαλονιού είδε τα δύο κουτάκια με τα αναμνηστικά τους δωράκια. Τα πήρε να τα βάλει στη βαλίτσα της μαζί με τα υπόλοιπα πράγματα. Κοντοστάθηκε πριν τα βάλει μέσα. Άνοιξε το μικρότερο


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

181

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

από τα δύο και έπιασε στα χέρια της το μικρό χρυσό Ευαγγέλιο. Το άνοιξε. Είδε την μορφή του Αγίου Ιωάννη και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της. «Λες και αυτό το ταξίδι, έγινε για μια και μόνη συγκεκριμένη επίσκεψη!». Το έκλεισε με αργές κινήσεις και το ξαναέβαλε στο κουτάκι του. Πήρε και τα δύο, τα έβαλε στη βαλίτσα, ανάμεσα στα ρούχα της και άφησε έξω αυτά που θα φορούσε αύριο στην επιστροφή. Έκλεισε το επάνω μέρος της βαλίτσας χωρίς να τραβήξει το φερμουάρ και την άφησε σε μια μεριά της κρεβατοκάμαρας. Έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Ο ύπνος ήρθε γρήγορα, βαθύς και χωρίς όνειρα.


182

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Κεφάλαιο Δέκατο τέταρτο Όλα βαίνουν καλώς

Κάπου επτακόσια μίλια βορειότερα η νύχτα εξελισσόταν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Ο Μιχάλης πήρε τον καφέ στα χέρια του και βγήκε έξω στο προαύλιο του κυλικείου. Τις νυχτερινές ώρες δεν είχε και πολύ κόσμο το νοσοκομείο. Τα τραπέζια έξω ήταν σχεδόν άδεια. Εκείνος όμως προτίμησε ένα παγκάκι αριστερά από την είσοδο του παρεκκλησιού. Κάθισε σε μια άκρη του και ακούμπησε το ποτήρι του στην ξύλινη σανίδα, δίπλα του. Στην άλλη πλευρά, ένας αδέσποτος μάγκας, καθόταν καμαρωτός μπροστά στο παγκάκι. Ήταν μια διασταύρωση ανάμεσα σε λυκόσκυλο και κυνηγετικό. Η ανάγκη για παρέα του Μιχάλη τον οδήγησε στο συγκεκριμένο παγκάκι αλλά δεν υπολόγισε καλά. Κοίταξε το σκύλο. Είχε πάρει τα χρώματα του λύκου και τα χαρακτηριστικά του κυνηγόσκυλου. Και βέβαια δεν ήταν μόνος, υπήρχε ολόκληρη παρέα διασκορπισμένη τριγύρω. Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε στα χέρια αλλά, καθώς δεν υπήρχε τίποτα για φαγητό, τον αγνόησε επιδεικτικά, ακουμπώντας το κεφάλι του κάτω με μια βαριεστημένη ματιά. Ο Μιχάλης πήρε τον καφέ στα χέρια και προσπάθησε να τακτοποιήσει τις σκέψεις του. Τις τελευταίες ημέρες με όλα τα γεγονότα να τρέχουν, δεν


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

183

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

προλάβαινε να τα οργανώσει στο μυαλό του. Πετούσε ανάκατα τα συμβάντα στον προθάλαμο του εγκεφάλου του και περίμενε μια κατάλληλη στιγμή για το συμμάζεμα, και αυτή ήταν η καταλληλότερη. Ο κύριος Θεόδωρος, κατάφερε να ξεφύγει τον κίνδυνο και αυτό ήταν το πιο σημαντικό θετικό δεδομένο. Οι ώρες στην εντατική για τον πατέρα του ήταν από τις χειρότερες. Σαν να ισορροπούσε πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί με τον κίνδυνο να εξαφανιστεί στο κενό, χωρίς προστατευτικό δίχτυ να τον περιμένει από κάτω. Ήτανε άθλος γι’ αυτόν που το επιχειρούσε. Δεν ήταν επιλογή του, ήταν αναγκασμένος να το κάνει, μονόδρομος, ή μπροστά ή χάνεσαι. Όσο για τους θεατές αυτού του άθλου, η αγωνία ξεχείλισε από τις ψυχές τους. Η κυρία Ρένα είχε καταβληθεί ψυχικά και σωματικά, ήταν η πρώτη που ο Μιχάλης την ανάγκασε κατά κάποιο τρόπο να πάει στο σπίτι να ξεκουραστεί. Την πήγε ο Άλκης και έμεινε αυτός κοντά στον πατέρα του. Μια κίνηση του φίλου-σκύλου που μοιράζονταν το παγκάκι τον ξαναγύρισε στο παρόν. Ένα υπόλοιπο κομμάτι τοστ που έπεσε από κάπου παραδίπλα, τον έκανε να σηκωθεί χαρωπά από τη θέση του προς αναζήτησή του. Σηκώθηκε και ο Μιχάλης. Ανέβηκε στον θάλαμο και έριξε μια ματιά στον αγαπημένο ασθενή. Κοιμόταν ήσυχα. «Ο Γολγοθάς απομακρύνεται σιγά-σιγά» σκέφτηκε ο Μιχάλης και άφησε τη σκέψη του να φιλοσοφήσει. «Όλη η ζωή ανεβοκατεβάσματα. Το βάρος του σταυρού που σηκώνουμε διαφέρει κάθε φορά, και είναι ένα με το κορμί, δεν μπορείς να το δώσεις πουθενά, ούτε να το μοιραστείς, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αντέχεις να το σηκώνεις. Αυτή είναι η σωτηρία σου, που σε σηκώνει όρθιο και σε βοηθάει να μην σέρνεσαι στο χώμα, να το κουβαλάς μέχρι την κορυφή και πάλι πίσω. Να αντέχεις! Να αντέχεις!» είπε και ξαναείπε ο Μιχάλης.


184

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δέκατο πέμπτο Δύσκολη επιστροφή

Μια γλυκιά μελωδία άρχισε να απλώνεται στο ήσυχο δωμάτιο ώσπου έφτασε στα αυτιά της Σοφίας. Την άφησε να παίξει όλη. Της άρεσε. Είχε διαλέξει ένα απαλό ρυθμικό κομμάτι από τη χορευτική παράσταση που είδαν τελευταία “The lord of the dance” και το πέρασε στην αφύπνιση του κινητού της τηλεφώνου. Στη δεύτερη φορά που χτύπησε, σηκώθηκε. Έστειλε μια νοητή σκέψη αγάπης στον Μιχάλη και άφησε το δωμάτιο στη σιγαλιά του. Σε μισή ώρα ήταν έτοιμη, είχε καλέσει ταξί και δεν ήθελε να την περιμένει. Μ’ ένα κόκκινο μαντήλι στο κεφάλι να συγκρατεί τα πλούσια μαλλιά της και το αγαπημένο τζιν παντελόνι της, στάθηκε στην εξώπορτα, κρατώντας το κλειδί στο χέρι. «Ποιος ξέρει πότε θα ξανάρθω, και πώς άραγε;» σκέφτηκε. Αυτό το «πώς» την έβαλε σε αναρώτηση. «Γιατί το είπα αυτό;» σκέφτηκε χωρίς να μπορεί να δώσει μια απάντηση. Κούνησε το κεφάλι της με ένα ύφος άγνοιας, τράβηξε την πόρτα και κλείδωσε. Το κλειδί το έβαλε στην τσέπη του παντελονιού της. Πήρε τη βαλίτσα της στα χέρια και αφού έλεγξε το εισιτήριό της, στην τσάντα που είχε στον ώμο της, κατηφόρισε στο γνωστό σημείο που συνήθιζε να περιμένει ο οδηγός του ταξί.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

185

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Παρ’ όλη την επιθυμία της να τον περιμένει, την πρόλαβε. Την καλημέρισε ευδιάθετα. «Για τη Σκάλα φαντάζομαι, πάμε;» ρώτησε παίρνοντας τη βαλίτσα της. «Ναι, αλλά έχουμε να κάνουμε μια μικρή στάση να αφήσω κάτι σ’ αυτό το γραφείο ενοικιάσεων» και του έδειξε το καρτελάκι του γραφείου. «Δεν θα αργήσω, μισό λεπτό, θα αφήσω τα κλειδιά και φύγαμε» του είπε κατεβαίνοντας και χάθηκε σε μια αυλή φορτωμένη με φούξιες μπουκαμβίλιες. Γύρισε γρήγορα, όπως υποσχέθηκε. «Πάμε για το λιμάνι τώρα. Και εύχομαι να μην έχει καθυστέρηση το πλοίο» είπε και κάθισε στο άνετο σαλόνι του αυτοκινήτου. Ο δρόμος κατηφόριζε γλυκά προς το λιμάνι της Σκάλας ανάμεσα στα δέντρα. Στη διασταύρωση προς το ιερό σπήλαιο γύρισε το κεφάλι της. Με τη σκέψη της ακούμπησε την παλάμη της στο σημείο προσευχής. Αισθάνθηκε τη δροσιά του βράχου στα δάχτυλά της. Ενστικτωδώς τα έκρυψε στην παλάμη της, δεν ήθελε με τίποτα να χάσει αυτή την αίσθηση. Έκλεισε τα μάτια της και αυτοσυγκεντρώθηκε στη δροσιά που χάιδευε τη χούφτα της. Η πρωινή κίνηση στο λιμάνι της Σκάλας ήταν αυξημένη. Αυτοκίνητα με ταξιδιώτες, φορτηγά με εμπορεύματα, φορτηγά-ψυγεία για μεταφορά ψαριών, όλα έτοιμα, παραταγμένα το ένα πίσω από το άλλο, περίμεναν το βασικό μεταφορικό μέσον με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι οδηγοί των οχημάτων, άλλοι μισοκοιμισμένοι πάνω στο τιμόνι, συνήθως των φορτηγών, άλλοι κάνοντας βόλτες, ανυπόμονοι, γύρω από τα αυτοκίνητά τους κι άλλοι μες την τρελή χαρά που και αύριο να ερχόταν το καράβι ούτε που θα τους ένοιαζε, αυτοί ειδικά απολάμβαναν κάθε τι που συνέβαινε γύρω. Η Σοφία καθισμένη πάνω στη βαλίτσα της και στραμμένη προς το πέλαγος, άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί ακολουθώντας το πέταγμα των γλάρων. Κρατούσαν και αυτοί βασικό ρόλο στην παράσταση της άφιξης του πλοίου, ήταν οι συνοδοί και παρατηρητές συγχρόνως. Ο ήλιος λαμπύριζε πάνω στο γαλάζιο νερό και διασκορπιζόταν σαν χρυσόσκονη τριγύρω. Η βαριά μυρωδιά όμως από τα στεκούμενα, σαπισμένα φύκια στην άκρη της προβλήτας, χαλούσε τον χρυσοκέντητο πίνακα. Την παραφωνία έσωσε το αραχνοΰφαντο δίχτυ που απλώθηκε στο τσιμέντο της προκυμαίας από δύο νεαρούς ψαράδες.


186

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η ομορφιά του ζωντανού πίνακα εξουδετέρωσε κάθε τι άσχημο, το πέταξε στην κυριολεξία έξω από το οπτικό πεδίο του μυαλού. Στο βάθος του ορίζοντα, μια βροντερή κόρνα δήλωνε την άφιξη του θαλάσσιου μεταφορέα. Σε λίγο θα υποκλινόντουσαν όλοι με χαρά μπροστά του. Η επιστροφή κατέληξε ένα ταξίδι περισυλλογής για τη Σοφία. Το πρώτο μισάωρο δημιουργήθηκε αρκετή ένταση μέχρι να τακτοποιηθούν οι καινούριοι επιβάτες, μετά η κατάσταση ηρέμησε και ο καθένας βρήκε κάτι να απασχοληθεί και να περάσει ευχάριστα την ώρα της διαδρομής. Η Σοφία διάλεξε ένα σχετικά μοναχικό σημείο, στο εσωτερικό σαλόνι. Ακούμπησε τη βαλίτσα δίπλα της και κάθισε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα δίπλα σε ένα παράθυρο από τη σκιερή μεριά του πλοίου. Η θέα της θάλασσας πάντα την ηρεμούσε. Έβγαλε ένα βιβλίο από την τσάντα της και το άφησε στο τραπέζι μπροστά της. Ένας κοντόχοντρος κύριος με μαύρα, κοκάλινα γυαλιά καθόταν σε μια πολυθρόνα λίγο πιο πέρα. Ανασηκώθηκε αδιάκριτα από τη θέση του προσπαθώντας με περιέργεια να δει τον τίτλο του βιβλίου, αλλά δεν τα κατάφερε καθώς, ατυχώς γι’ αυτόν, το βιβλίο ήταν ανάποδα. Έτσι εγκατέλειψε την προσπάθειά του στρέφοντας κάπου αλλού την προσοχή του. Η Σοφία ενοχλημένη από την κίνησή του, πήρε το βιβλίο στα χέρια και έστρεψε το κορμί της προς το παράθυρο. Δεν το άνοιξε, το ακούμπησε στα πόδια της και άφησε το βλέμμα της να χαθεί στα αφρισμένα κύματα. Όταν βγήκαν στα ανοιχτά, το καράβι έχασε τη γλυκιά πλεύση του. Συναντώντας στο διάβα του τον άρχοντα των ανέμων, τον Αίολο, δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον αντιμετωπίσει. Η αναμέτρηση ήταν ζόρικη και το ταρακούνημα, δυσάρεστο. Όλοι προσπάθησαν να καθίσουν κάπου, η ισορροπία δεν είναι το ευκολότερο κατόρθωμα όταν το καράβι ανεβοκατεβαίνει στα κύματα. Πολλοί ήταν αυτοί που ζαλίστηκαν και ζήτησαν νάιλον σακούλες, για την αηδιαστική εξέλιξη μιας ναυτίας. Οι προνοητικοί είχαν εφοδιαστεί με τα κατάλληλα χάπια, τα γνωστά χάπια ταξιδιού, και από θέση ισχύος κοιτούσαν με οίκτο τα κιτρινισμένα πρόσωπα των υπολοίπων, που φορούσαν το ύφος της απέχθειας προς τον εμετό που τους τριγύριζε απειλητικά. «Δεν βλέπω να μπορώ να διαβάσω» είπε στον εαυτό της η Σοφία, σε μια έσχατη προσπάθεια να ανοίξει το βιβλίο της. Το έκλεισε απρόθυμα και το άφησε δίπλα της, με τον τίτλο του να φαίνεται. Έτσι. Από αντίδραση προς τον αγενή συνεπιβάτη της, που κάτωχρος


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

187

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

από τη ναυτία, δεν ήθελε πλέον να βλέπει τίποτα. Είχε κλείσει τα μάτια και πάλευε ανάμεσα στην περιέργεια και στη ναυτία του. Οτιδήποτε μπορούσε να μετακινηθεί πάνω στα τραπέζια είχε μαζευτεί σε ελάχιστο χρόνο. Οι σερβιτόροι τρέχοντας στην κυριολεξία, καταφέρνοντας θαυμάσια να ισορροπούν με εμφανή την εμπειρία τους, μάζεψαν ποτήρια, φλιτζάνια, πιάτα και τα ασφάλισαν πίσω από το μεγάλο μπαρ του σαλονιού. Στερέωσαν τους κάδους σκουπιδιών και κάποια άλλα μικροαντικείμενα που βρισκόταν πάνω στον ξύλινο πάγκο και εξαφανίστηκαν. Μέσα σε λίγα λεπτά, ένα μπαράκι που έσφυζε από ανθρώπους, κατέβασε τα ρολά ασφαλείας αστραπιαία και όλοι χάθηκαν σαν κυνηγημένοι. Ένας άνδρας μάλλον υπαξιωματικός, κορδωμένος μέσα στην άσπρη στολή του, περιφερόταν με ύφος στο σαλόνι. Πιάνοντας που και που για να ισορροπεί, έδινε εντολές στους επιβάτες να μην σηκώνονται από τις θέσεις τους, προκειμένου να αποφύγουν τυχόν ατυχήματα. Ο σαραντάρης κύριος με την άσπρη λουλουδάτη βερμούδα, τις σαγιονάρες στα πόδια, διαφημίζοντας αγενώς τα άκοφτα νύχια του, και ύφος παντογνώστη, απευθύνθηκε περίοπτα στη γυναίκα του που καθόταν δίπλα. «Θα έχουμε καιρό, θα έχουμε καιρό!». Το είπε δυο φορές να το εμπεδώσει όχι τόσο η σύζυγος, άλλα όλοι οι γύρω του. Εκείνη, ούτε που τον άκουσε, φορτωμένη με δυο μωρά στην αγκαλιά, πιθανόν δίδυμα, κρίνοντας από την ομοιότητά τους, και ζωσμένη με τα σύνεργα εκτάκτου ανάγκης, μπιμπερό, πιπίλες, καπελάκια, παιχνίδια, προσπαθούσε να τα κρατάει ήσυχα. Γύρισε και τον κοίταξε με βλέμμα απόγνωσης που δεν κράτησε πολύ, ένα χεράκι της τραβούσε με απαίτηση το πηγούνι της, αγωνιζόμενο να το προσέξει. «Σου μιλάω!» της έλεγε με την τσιριχτή φωνούλα του ο μικρός μπόμπιρας απαιτώντας τη να τον κοιτάξει. Η κατάσταση εξελισσόταν δραματικά. Μια αποκρουστική δυσοσμία απλώθηκε στον χώρο. Τα μποφόρ του αέρα, τους είχαν καθηλώσει όλους. Η Σοφία προσπαθούσε να κρατήσει τον αυτοέλεγχό της, αλλά μάταια. Κακολόγησε έντονα τον εαυτό της που υπερεκτίμησε τις αντοχές της. Σαν να περνούσε ανάμεσα από συμπληγάδες, έφτασε καταϊδρωμένη στην τουαλέτα. Δεν είχε πλέον το περιθώριο να αντιδράσει πολιτισμένα. Σαν έσχατη λύση αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ένα υπόθετο που για καλή της τύχη βρέθηκε στον πάτο της τσάντα της, σαν σωσίβιο για να κατευνάσει τη ναυτία που την έζωνε επικίνδυνα.


188

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της, μα τρόμαξε με το παρουσιαστικό της στον καθρέφτη. Βγήκε σχεδόν βίαια έξω διότι η τουαλέτα την τελευταία ώρα είχε γίνει ο πιο σημαντικός χώρος του καραβιού. Παρ’ όλη τη δυσκολία της στην κίνηση, έκρινε ότι έπρεπε να βγει επειγόντως στον καθαρό αέρα. Στηρίζοντας το σώμα της σε ό,τι έβρισκε για να πιαστεί και με μια πορεία σχεδόν μεθυσμένου, κατάφερε να βγει στον εξωτερικό διάδρομο. Ο αέρας την άρπαξε από το πρόσωπο. Τα μαλλιά της, παρ’ όλο που φορούσε το μαντήλι, ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος μπροστά της. Τα άφησε αναγκαστικά να της μαστιγώνουν το πρόσωπο, γιατί τα χέρια της είχαν αναλάβει τη σημαντική αποστολή να την κρατήσουν όρθια. Γύρισε μόνο το σώμα της κόντρα στον άνεμο σε μια προσπάθεια να απελευθερώσει το πρόσωπό της και το οπτικό της πεδίο. Το στομάχι της, της δημιουργούσε μια απαίσια ανακατωσούρα. «Πρέπει κάπου να καθίσω» είπε και, κρατώντας μια σιδερένια κουπαστή, έφτασε σε ένα παγκάκι. Αυτοί που προέβλεψαν είχαν το πλεονέκτημα να διασκεδάζουν με την όλη κατάσταση και να απολαμβάνουν το παιχνίδι με τα κύματα που, θυμωμένα, χτυπούσαν βίαια την καρίνα του πλοίου. Η Σοφία τους ζήλεψε. «Έπρεπε να κινηθώ πιο γρήγορα, όταν αντιλήφθηκα τι επρόκειτο να συμβεί. Τώρα καθηλωμένη εδώ...» είπε και πήρε βαθιές ανάσες, θέλοντας να βοηθήσει στην πιο γρήγορη δράση του φαρμάκου. Όπως άφησε τη ματιά της να τρέχει πάνω στους άσπρους αφρούς των κυμάτων, κάτι της τράβηξε την προσοχή, μια καμπυλωτή κίνηση, χρωματικά αντίθετη από το λευκό. «Αχ! Αχ! Δεν με γελούν τα μάτια μου, είναι...» τα επόμενα δευτερόλεπτα σιγούρεψε με χαρά την αναρώτησή της «...είναι δελφίνια!» φώναξε πανηγυρικά και έκανε να σηκωθεί, ξεχνώντας, δυστυχώς, ότι βρισκόταν πάνω σε ένα ασταθές δάπεδο. Χάνοντας την ισορροπία της, τη στιγμή που το πλοίο σερφάριζε πάνω σε ένα ψηλό κύμα, βρέθηκε ξαπλωμένη κάτω, στο υγρό, σιδερένιο κατάστρωμα. Μουρμούρισε θυμώνοντας με τον εαυτό της, αλλά σηκώθηκε γρήγορα και έψαξε απεγνωσμένα με τα μάτια της να τα ξαναβρεί. «Να τα, να τα!» είπε και αυτή τη φορά στερέωσε τα χέρια της δυνατά πάνω στον σιδερένιο σωλήνα της κουπαστής.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

189

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η χαρά και η ομορφιά της ζωής γεννιόταν μέσα στα μανιασμένα κύματα. Θαύμασε την υπέροχη κίνησή τους, τη χάρη τους, το παιχνίδι με το κύμα, τη συντροφικότητα με τον θαρραλέο, σιδερένιο συνταξιδευτή τους. Κι όπως άξαφνα εμφανίστηκαν από τα βάθη του παλατιού του Ποσειδώνα, έτσι ξαφνικά βούτηξαν, ψάχνοντας τη γοργόνα, την αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου, στο βαθύ μπλε του πελάγους. Ένα βύθισμα του πλοίου της θύμισε το φτερούγισμα στο στήθος, όταν μικρή ανέβαινε στις πολύχρωμες βαρκούλες του λούνα παρκ. Σημάδι ευοίωνο ότι η ναυτία σιγά-σιγά την εγκατέλειπε και τώρα μπορούσε και αυτή να απολαύσει άνετα το παιχνίδι με τα κύματα, το οποίο όμως ατυχώς δεν κράτησε για πολύ. Ο αέρας έκοψε απότομα, σαν να βγήκαν έξω από τα όρια ενός αέρινου διαδρόμου. Ένα γλυκό αεράκι τώρα της χάιδευε τα μάγουλα, καλοπιάνοντάς την και ζητώντας της συγνώμη για την ταλαιπωρία που προξένησε. Επέστρεψε πίσω να κάνει έναν μικρό έλεγχο στα πράγματά της. Με όλα αυτά ξεχάστηκε εντελώς. Στο σαλόνι επικρατούσε ακόμη το απόλυτο χάος. Πνιγμένη από την μπουκαδούρα του, έριξε γρήγορα μια προσεκτική ματιά στη βαλίτσα της. Ο κοντόχοντρος κύριος ήταν σε μια επιεικώς άθλια κατάσταση. Όσο για τον παντογνώστη, παρέδωσε τα όπλα της γνώσης πάνω στον καναπέ, σε μια αστεία στάση ύπνου, με το στόμα ανοικτό να θαυμάζει το ταβάνι. Έβγαλε ένα πνιχτό γέλιο και βγήκε πάλι έξω. Δειλά-δειλά την ακολούθησαν και κάποιοι άλλοι, λες και μόλις ξυπνούσαν από χειμερία νάρκη, συνειδητοποιώντας τα θύματα, από τον ιδιόμορφο πόλεμο με τον εσωτερικό κόσμο του οργανισμού τους. Η Σοφία κοίταξε το λερωμένο παντελόνι της, από το άτσαλο πέσιμό της στο κατάστρωμα. «Έπεσε και αυτό θύμα της τρικυμίας» σκέφτηκε, βλέποντας τους υπόλοιπους επιβάτες να προσπαθούν να ανασυγκροτηθούν και παρηγορήθηκε. Βαμμένα σκούρο πράσινο τα παράλια του Σαρωνικού κόλπου άρχισαν να φαίνονται αχνά. Μικρά σημάδια που όσο πλησίαζε το πλοίο, παίρναν όγκο και το χρώμα τους άρχιζε να ποικίλει. Την είσοδο στον κόλπο τη σφράγιζαν πάντα οι στήλες του ναού του Σουνίου. Η κίνηση των πλοίων αυξήθηκε σημαντικά· εμπορικά, επιβατικά, κρουαζιερόπλοια, δήλωναν εμφανώς ότι πλησιάζανε στο λιμάνι του Πειραιά.


190

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όλοι οι επιβάτες άρχισαν να ετοιμάζονται για την αποβίβαση με πολύ βιασύνη απ’ ότι φαινόταν και κατάκοποι από την ταλαιπωρία του ταξιδιού. Ένα ταχύπλοο ιπτάμενο δελφίνι πέρασε πολύ κοντά τους, ξεκινώντας με χάρη για τον προορισμό του. Στη θέση που θα έδενε το καράβι που τους μετέφερε ένα άλλο, μόλις είχε σηκώσει τις άγκυρές του για μακρινά ταξίδια. Η διαδικασία πρόσδεσης, ρουτίνα για τους ναυτικούς, και τους επάνω στο πλοίο και τους κάτω στην αποβάθρα, έγινε πολύ γρήγορα. Ο κόσμος ξεχύθηκε στη μαρίνα, κατευθυνόμενος ο καθένας στον προορισμό του. Η Σοφία επιβιβάστηκε σε ένα ταξί μαζί με άλλα τρία άτομα. Θα τους άφηνε, τον καθένα σε διαφορετικά σημεία μιας, όχι και τόσο σύντομης, διαδρομής. Αλλά αυτές τις ώρες συνήθως όλοι θέλουν να φτάσουν μια ώρα γρηγορότερα στο σπίτι τους, έτσι συμβιβάζονταν με κάποια χιλιόμετρα παραπάνω, παρά να περιμένουν για το επόμενο με άγνωστο το πότε θα εμφανιζόταν. Η κυκλοφορία στους δρόμους ήταν η ίδια γνωστή, απεγνωσμένη κίνηση των μεγαλουπόλεων. Μποτιλιαρίσματα, κόρνες και ατέλειωτη φασαρία. Κατά ένα παράξενο τρόπο όμως η Σοφία αισθανόταν τόσο βολικά, όπως τα ψάρια στο νερό. Σαν να επέστρεψε από έναν άλλο πλανήτη. Κάτι τα γεγονότα με τον πατέρα του Μιχάλη, κάτι η επίσκεψη στο ιερό σπήλαιο και τελευταία, η κακοδιάθετη επιστροφή, την ταξίδεψαν πολύ μακριά από αυτό που συναντούσε πάλι μπροστά της, οικείο, γνώριμο, με μια αίσθηση απατηλής ασφάλειας. Ο εγκεφαλικός επεξεργαστής της μετέφραζε με δικό του λεξικό: …κυκλοφοριακό χάος: όλα καλά όπως κάθε μέρα, …ατμοσφαιρική ρύπανση: η ίδια γνώριμη μυρωδιά της πόλης, …φωτισμένα καταστήματα: όλα κυλούν ήρεμα και κατά δύναμη καταναλωτικά. Έψαξε στην τσάντα το πορτοφόλι της, έβγαλε δέκα ευρώ και πλήρωσε το μερίδιό της. Έσυρε τη βαλίτσα της μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας, μουρμουρίζοντας νευρικά που ο οδηγός την ανάγκασε να περπατήσει αρκετά μέτρα, προκειμένου να μην χάσει έναν ακόμη πελάτη. «Άντε στο καλό! Άλλη φορά δεν θα μπω σε πολλαπλή κούρσα. Πάντα τελικά εξυπηρετείται ο ταξιτζής πιο πολύ από τους πελάτες του» είπε θυμωμένη περισσότερο με τον εαυτό της και την ανυπομονησία της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

191

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ακόμη σιγομουρμούριζε μπαίνοντας στο σπίτι. Άφησε τη βαλίτσα της στο χολ και πέταξε στην κυριολεξία όλα της τα ρούχα. Κουβαλούσαν επάνω τους όλη τη ναυτία της, τη σκόνη και την ταλαιπωρία του καραβιού. Ένα καλλίγραμμο, σφιχτοδεμένο κορμί γλίστρησε κάτω από το νερό της ντουζιέρας. Το άφησε να πέσει δροσερό πάνω στην ηλιοκαμένη επιδερμίδα της. «Επιτέλους! Το γουρούνι γίνεται άνθρωπος» είπε αυτοσαρκαζόμενη. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ξέφυγε από τα χείλη της, συμπαρασύροντας μαζί του προς το σιφόν όλη την αίσθηση της βρωμιάς που είχε επάνω της. «Το μπάνιο μου σήμερα θα είναι μια τελετουργία περιποίησης» είπε αποφασιστικά στον εαυτό της. Άνοιξε το ντουλαπάκι του μπάνιου και πήρε μια κρέμα σώματος, με άρωμα καρύδας, άθικτη. Την είχε αγοράσει κάποια στιγμή μαζί με άλλα πράγματα, μόνο και μόνο για το άρωμά της. Αυτή τη στιγμή έκρινε ότι ήταν η καταλληλότερη για να τη χρησιμοποιήσει. Την πήρε και πήγε στο δωμάτιο, έβαλε μια σεβαστή ποσότητα στη μια παλάμη και την ένωσε με την άλλη, μοιράζοντάς την και στις δύο. Είχε ήδη ακουμπήσει τα χέρια της στο αριστερό της πόδι όταν χτύπησε το τηλέφωνο. «Η μελωδία της διακοπής» είπε λογοκρίνοντας τη στιγμή και άφησε όλη την κρέμα πάνω στο σώμα της, σχηματίζοντας δύο άσπρα βουναλάκια πάνω στους μηρούς της. Με ένα αστείο περπάτημα μαϊμούς πλησίασε το έπιπλο της συρταριέρας και πήρε το τηλέφωνο από την τσάντα της. Ακούστηκε μια γνώριμη φωνή στην άλλη άκρη: «Έλα μωράκι μου, έφτασες; Πώς ήταν το ταξίδι σου;» ρώτησε με φανερό ενδιαφέρον ο Μιχάλης. «Ναι, έχει μισή ώρα περίπου που μπήκα στο σπίτι, κατακουρασμένη, καταβρώμικη και καταπιασμένη με την ανασυγκρότησή μου» του απάντησε. «Όσο για το ταξίδι ήταν λίγο χάλια αλλά αυτά θα τα πούμε από κοντά» συμπλήρωσε με βιαστικό τόνο. «Καλά, καλά, ξεκουράσου. Εγώ θα έρθω μάλλον μεθαύριο. Ο πατέρας μου θα μείνει μία εβδομάδα ακόμη στο νοσοκομείο. Θα μείνει ο Άλκης με την κυρία Ρένα», πολλές φορές ο Μιχάλης αναφερόταν καλοπροαίρετα στη μητέρα του φωνάζοντάς την με το όνομά της. «Η υγεία του εξελίχθηκε πολύ καλά, θα τον παρακολουθήσουν λίγο ακόμη, θα κάνει κάποιες τελικές εξετάσεις και μετά θα πάρει εξιτήριο. Θα σε ξαναπάρω μόνο εάν αλλάξει κάτι».


192

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Έγινε Μιχάλη μου, θα σε περιμένω, φιλάκια!». «Φιλάκια κι από μένα, γεια» της απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Σοφία γύρισε πίσω με το ίδιο πιθηκίσιο τρόπο, πήρε την κρέμα πάνω από το κρεβάτι και συμπλήρωσε λίγο ακόμη στα χέρια της. Μετά, σαν καλή μάγισσα, εξαφάνισε τα άσπρα υγρά βουναλάκια από τους μηρούς της και τα μετέτρεψε σε χιλιάδες μικροσκοπικούς κόκκους ενυδάτωσης που απελευθέρωσαν ένα υπέροχο άρωμα γύρω της. Ευχαριστημένη με τον εαυτό της, βούρτσισε τα πλούσια μαλλιά της που ήδη είχαν στεγνώσει και κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι. Περνώντας από το χολ συναντήθηκε μοιραία με τη βαλίτσα της. Την κοίταξε και της μίλησε όπως θα μιλούσε σε μια φίλη της. «Εμείς θα τα πούμε αύριο». Και απλώθηκε ηδονικά στα δροσερά σεντόνια της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

193

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δέκατο έκτο Εσωτερικές ανησυχίες της νέας γιατρού

Η επιστροφή του Μιχάλη σηματοδότησε την απαρχή μιας δραστήριας περιόδου, εντελώς διαφορετικής και συγχρόνως γεμάτης ενθουσιασμό. Η Σοφία έπρεπε να δηλώσει την παρουσία της στον τόπο όπου θα έκανε το αγροτικό της, όπως κάνει κάθε πτυχιούχος νέος γιατρός. Ο Μιχάλης έψαχνε να βρει έναν χώρο για να στεγάσει το γραφείο του. Με πολύ χαρά του υποσχέθηκε την αμέριστη βοήθειά της στο στήσιμό του, εκείνος δε δεν χρειαζόταν να υποσχεθεί τίποτα, ήδη της προσέφερε τη βοήθειά του εδώ και καιρό. Παράλληλα λοιπόν στήριζε ο ένας τον άλλον στις εκάστοτε ανάγκες του. Το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, ένα πρωινό Τετάρτης και με μπόλικη διάθεση, πήραν την εθνική οδό προς Θεσσαλονίκη. Ήταν η ημέρα της ανίχνευσης. Η Σοφία είχε άκρατη περιέργεια να δει το μέρος όπου θα εργαζόταν, το χώρο που θα τη φιλοξενούσε μια ολόκληρη χρονιά. Η πρωινή κίνηση τους βασάνισε λίγο, δεν ήταν όμως ικανή να πτοήσει το ηθικό τους, τουλάχιστον όχι σήμερα. Το εργατικό δυναμικό της χώρας έπιανε δουλειά αυτήν την ώρα.


194

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η περιοχή δεξιά και αριστερά, γεμάτη εργοστάσια, έδινε αμέσως το στίγμα της βιομηχανικής παραγωγής. Όσο ανηφόριζαν ψηλότερα, οι τεράστιοι όγκοι των εργοστασίων με τις καμινάδες τους να στέλνουν γκρίζα μηνύματα στον ουρανό, άρχισαν να λιγοστεύουν. Μπροστά στην πύλη ενός εργοστασίου χημικών, ένα τεράστιο, κόκκινο πανό βρισκόταν κρεμασμένο πάνω της, κρύβοντας την ονομασία του. Οι ζωγραφισμένες μαύρες νεκροκεφαλές τράβηξαν την προσοχή της Σοφίας. «Η διαμαρτυρία των οικολόγων κατά της περιβαλλοντολογικής ρύπανσης στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλλον ταρακούνησε τους υπεύθυνους» είπε η Σοφία στον Μιχάλη κρίνοντας από τις κινήσεις που έβλεπε. Κάτω από την έμπρακτη και έγγραφη διαμαρτυρία, άνθρωποι της οργάνωσης με μαύρα ρούχα, προσπαθούσαν να ενημερώσουν τους εργάτες, μιλώντας τους και δίνοντάς τους φυλλάδια με τα οποία προφανώς τους πληροφορούσαν για την ασφάλεια στους χώρους εργασίας. «Φαίνεται ότι μάλλον κατάφεραν και τους έπεισαν οι οικολόγοι. Βλέπεις!» και έδειξε με το χέρι της «οι περισσότεροι στέκονταν μαζί τους και δεν μπαίνουν για δουλειά!». Ο Μιχάλης κοίταξε προς τα εκεί εστιάζοντας το βλέμμα του στο ψηλό κτίριο που στεκόταν επιβλητικά στη δεξιά πλευρά ενός μεγάλου προαυλίου. Κούνησε το κεφάλι του και σχολίασε το γεγονός: «Κάποιοι βέβαια πίσω από τις τεράστιες αδιαπέρατες τζαμαρίες των γραφείων, θα βλέπουν σαν ταύροι το συγκεκριμένο κόκκινο πανί, αλλά μάλλον είναι αρκετά στριμωγμένοι για να αφήσουν το θυμό τους να εκφραστεί. Θα περιοριστούν σε μια κατασκοπευτική φτηνή παρακολούθηση, τουλάχιστον προς στιγμή...» και συνέχισε αναλύοντας τη γνώμη του: «Τα βρώμικα παιχνίδια των φαινομενικά νόμιμων συμφωνιών παίζονται κάτω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με δικούς τους άγραφους νόμους και κανόνες, ικανούς να αφαιρέσουν χιλιάδες ζωές χωρίς κανένα φόβο, μήτε σταλιά ενδοιασμού!». «Φόβος! Ενδοιασμός!» επανέλαβε η Σοφία σαν να άκουγε κάτι παράξενο και εξέφρασε και εκείνη την άποψή της γι’ αυτό το θέμα: «Αυτές οι έννοιες, ανήκουν σε άγνωστο λεξιλόγιο στα επίπεδα των χρηματικών συναλλαγών και ξέρεις πολύ καλά πως το κεφάλαιο, κάθε τι άγνωστο το θεωρεί και εχθρικό. Ισχύει μια τερατώδης εξίσωση: «Μη αναγνωρίσιμο = επικίνδυνο». Την άνοιξη είχα δει στις εφημερίδες κάποια πρωτοσέλιδα για επικίνδυνες διαρροές χημικών. Ανυπόγραφες καταγγελίες τις ονόμαζε το ρεπορτάζ και πώς να


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

195

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

υπογραφούν; Όταν κάθε υπογραφή έρχεται στα ίσα της ζυγαριάς με μια ζωή και συγκεκριμένα του υπογράφοντος. Μόνο σκόρπιες κουβέντες για να τραβήξουν την προσοχή των δημοσιογράφων και του κόσμου και μηδαμινές ελπίδες για μια λάθος κίνηση των ισχυρών στη σκακιέρα τους» είπε η Σοφία εκνευρισμένη. Η ελαφριά συννεφιά της πόλης, εδώ στα ψηλά πύκνωνε αρκετά. Ένα βοριαδάκι την έπαιρνε σαν καπνισμένες μπάλες από βαμβάκι και την έστελνε πάνω στο τσιμεντένιο συγκρότημα της πόλης. Εγκλωβισμένη ανάμεσα στα ψηλά κτίρια, έπαιζε για λίγο μέσα στους λαβύρινθους των μεγάλων λεωφόρων και μετά χανόταν προς τη θάλασσα. Μερικές φορές ήταν άτυχη στο παιχνίδι της. Έπεφτε πάνω στον ζεστό εχθρό των υπερθερμασμένων τσιμέντων που την εξαφάνιζε, μετατρέποντάς την αρχικά σε διάφανες χοντρές σταγόνες, οι οποίες κατέληγαν σε μια γκριζωπή λάσπη, στο χαμηλό επίπεδο των πεζοδρομίων, συμπαρασύροντας μαζί τους τη μαύρη σκόνη των καπνισμένων κτιρίων. «Άχαρη μεταμόρφωση» συμπέραινε η Σοφία εγκαταλείποντας τη φαντασία της. Οι μεγάλες, πράσινες ταμπέλες της εθνικής οδού φάνηκαν μακριά επισημαίνοντας τον οδικό κόμβο που πλησίαζαν. Ο Μιχάλης έβγαλε φλας και πήρε τη δεξιά έξοδο. Ανέβηκε στην αερογέφυρα και συνέχισε σε ένα στενό δρόμο. Τα θερισμένα σιτάρια έμοιαζαν με σκαντζόχοιρους ξεβαμμένους από τον ήλιο. Στις άκρες του δρόμου, η πράσινη κορδέλα από αγριόχορτα, έδινε πνοή ζωής και ισορροπούσε τον κύκλο της. Μια μακριά ευθεία, σαν βιαστής της φύσης, διαπερνούσε τη γη, χωρίζοντάς τη σε δυο κομμάτια, και κάπου στο τέλος της, σαν κρεμασμένο κόσμημα, φάνηκαν τα πρώτα σπίτια. Πέρασαν ένα μικρό γεφυράκι και μπήκαν στον κεντρικό δρόμο. Τα περισσότερα σπίτια ήταν χαμηλές μονοκατοικίες. Προς το κέντρο μόνο συνάντησαν κάποια διώροφα κτίρια, που ξεχώριζαν με τον όγκο τους από τα υπόλοιπα. Το αγροτικό ιατρείο στεγαζόταν σε ένα αναπαλαιωμένο οίκημα δίπλα στο Δημαρχείο. Ο Μιχάλης κοίταξε την επιγραφή πάνω από την είσοδό του. «Αυτό είναι Σοφία. Πώς σου φαίνεται;» τη ρώτησε. «Συμπαθητικό θα έλεγα, τουλάχιστον από έξω. Το χωριό όμως είναι πολύ όμορφο» είπε κοιτάζοντας απέναντι το καταπράσινο περιποιημένο παρκάκι με


196

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

το εντυπωσιακό σιντριβάνι στο κέντρο του, που τους υποδέχθηκε στην πλατεία σαν επίσημους καλεσμένους. Παρκάρισαν το αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο. Η καλοσυντηρημένη πόρτα του φαινόταν από το δρόμο ανοικτή. Η Σοφία πήρε την τσάντα της και κατέβηκε. Το παρουσιαστικό της δεν θύμιζε σε τίποτα γιατρίνα, με τζιν και αθλητικά παπούτσια. Μάλλον για φοιτήτρια θα την περνούσε κάποιος που την έβλεπε. Προχώρησε σε ένα στενό διάδρομο στρωμένο με άσπρες πλάκες, περνώντας κάτω από μια φυσική, πράσινη αψίδα που σχημάτιζε μια τριανταφυλλιά γεμάτη από κλαδάκια, με στρόγγυλα απομεινάρια των ξανοιγμένων λουλουδιών. Υπήρχαν όμως και κάποιοι ρόδινοι επαναστάτες που, κόντρα στην εποχή, δεν το έβαζαν κάτω, επέμεναν να ανοίγουν περήφανα τα κόκκινα πέταλά τους. Ο Μιχάλης χάιδεψε ένα με τα δάχτυλά του και ακολούθησε τη Σοφία. Εκείνη στάθηκε στην είσοδο και χτύπησε την πόρτα. Μια κυρία εμφανίστηκε, με μια σκούπα στο χέρι και ένα χαμόγελο στα χείλη. «Ο γιατρός δεν ήρθε ακόμη. Μάλλον αύριο...» της είπε περνώντας τη για ασθενή και συνέχισε τη δουλειά της. Η Σοφία δίστασε λίγο, πρώτη φορά την περίμεναν κάπου πρώτα με το επάγγελμά της και μετά με το όνομά της. «Εγώ είμαι η καινούρια γιατρός. Το όνομά μου είναι Σοφία Γαλανού» δήλωσε χαμογελώντας. Η κυρία Ελένη, η καθαρίστρια του ιατρείου, αποδείχθηκε μια ευγενική γυναίκα που εκδήλωσε τη χαρά της με ένα θερμό καλωσόρισμα. Η Σοφία έριξε μια ματιά στο εξεταστήριο και στον υπόλοιπο χώρο γύρω της. Στα λίγα τετραγωνικά μέτρα του ασπροβαμμένου σαλονιού υπήρχαν μερικά δερμάτινα καθίσματα και ένα τραπέζι στη μέση. Αυτά ήταν όλη κι όλη η επίπλωσή του. Πάνω στη γυάλινη επιφάνεια του τραπεζιού, μερικά ενημερωτικά φυλλάδια για υγιεινό τρόπο διατροφής και ένα μικρό ανθοδοχείο με πλαστικά λουλούδια αντιστάθμιζαν την αυστηρή λιτότητά του. Γύρισε και κοίταξε τον Μιχάλη. Είχε σταυρώσει τα χέρια στο στήθος του και της χαμογελούσε περιμένοντας να τελειώσει τη συλλογή εντυπώσεων. «Σε θαυμάζω κορίτσι μου, σε θαυμάζω!» της είπε ολόψυχα. Τον ευχαρίστησε με ένα ζεστό βλέμμα της. Βγήκαν έξω ψάχνοντας για την κυρία Ελένη που εκείνη τη στιγμή μάζευε μερικά ξερά κλαδιά στον αυλόγυρο. Τη ρώτησαν για να πάρουν μερικές πληροφορίες για το χωριό που ενδιέφεραν τη Σοφία, όπως τα


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

197

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

δρομολόγια των λεωφορείων που θα ήταν το μεταφορικό μέσο της από την επόμενη κιόλας ημέρα. Την αποχαιρέτισαν και τριγύρισαν για λίγο στο χωριό σαν επισκέπτες, προτού πάρουν τον δρόμο της επιστροφής. Οι πρώτες σταγόνες της βροχής που άρχισε να πέφτει, ακούμπησαν στο τζάμι του αυτοκινήτου και γλίστρησαν πάνω στη λεία επιφάνειά του, σχηματίζοντας δεκάδες ρυάκια. Όσο πλησίαζαν στην Αθήνα, τα ρυάκια μετατράπηκαν σε ποτάμια. Όταν έφτασαν στο σπίτι, έβρεχε καταρρακτωδώς. Έγιναν μούσκεμα μέχρι να πλησιάσουν στην είσοδο, ενώ τα πόδια τους κολυμπούσαν μέσα στα αθλητικά παπούτσια. Τα παντελόνια από τα γόνατα και κάτω στάζανε νερό, λες και μόλις βγήκανε από τη θάλασσα. Οι πατημασιές τους σχημάτιζαν μικρές λιμνούλες πάνω στα μάρμαρα της εισόδου. Σε κάθε βήμα τους ακουγόταν ένα γλιστερό τρίξιμο. Άνοιξαν την πόρτα του σπιτιού, μπήκαν μέσα και στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλο. Μια φλόγα ξεπετάχτηκε μέσα από τα υγρά τους ρούχα. Χωρίς μιλιά άρχισαν να τα πετούν στο πάτωμα, αφήνοντας τα βλέμματα να μιλούν σπινθηρίζοντας. Ένας μουσκεμένος λοφίσκος σχηματίστηκε ανάμεσά τους. Άπλωσαν τα χέρια τους να υπερπηδήσουν το νοητό εμπόδιο. Ακούμπησαν τα δάχτυλά τους ένα-ένα ερεθιστικά αργά και άφησαν την αφή να πυροδοτήσει τις σπίθες των ματιών. Ώσπου λαμπάδιασε και μετουσιώθηκε σε μια χρυσή φλόγα αγάπης που τους στροβίλιζε στην απύθμενη δίνη του έρωτα. Το πρωινό της επόμενης ημέρας, περιμένοντας στη στάση του λεωφορείου, αισθανόταν σαν πρωτάκι στο σχολείο. Ντυμένη πιο επίσημα, ήθελε να κερδίσει τις πρώτες εντυπώσεις. Ένα μαύρο παντελόνι και ένα μπορντό σακάκι ήταν η επιλογή της από τη ντουλάπα, που αισθάνθηκε ότι ήταν η πιο κατάλληλη. Το ηλιόλουστο ξεκίνημα της ημέρας, σφράγιζε την πορεία της θετικά. «Μέχρι και ο καιρός έχει διάθεση σήμερα!» σκέφτηκε και κοίταξε προς την ανατολή τον ήλιο που έσκαγε μύτη ανάμεσα από δύο ψηλά κτίρια. Η διαδρομή, μικρή και ευχάριστη, δεν της έδωσε το χρόνο για αγχωτικές σκέψεις. Το λεωφορείο σταμάτησε στην πλατεία, σχεδόν μπροστά στο ιατρείο. Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια του είδε την πόρτα ανοικτή.


198

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Η κυρία Ελένη με πρόλαβε» σκέφτηκε ένοχα καθώς δρασκέλιζε το δρόμο βιαστικά. Από την είσοδο της αυλής μπορούσε να δει άνετα στο χώρο αναμονής του ιατρείου. Τα τέσσερα άτομα που περίμεναν τον γιατρό ήταν η αιτία ενός στραβοπατήματος που το έσωσε την τελευταία στιγμή με αξιοπρέπεια. Δεν ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητη, αλλά λίγο τρακ το είχε. Μέχρι που φόρεσε την άσπρη ιατρική ποδιά. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, έβγαινε προς τα έξω η γιατρός. Βέβαια αυτό δεν ίσχυε από την αρχή της καριέρας της. Παιδεύτηκε αρκετά μέχρι να ξεπεράσει την ευαλωσία της πρωτάρας. Τις πρώτες ημέρες που, σαν φοιτητές ακόμη, άρχισαν να επισκέπτονται τα νοσοκομεία για τα μαθήματα και την πρακτική εργασία τους, υπήρχαν αρκετά άτομα, ανάμεσά τους και η Σοφία, που έβλεπαν τους ασθενείς πίσω από ένα προβληματικό συναισθηματικό οπτικό. Τα βράδια της γέμιζαν από σκέψεις για τον κύριο Μίμη, που είδε το πρωί, με την ανεπάρκεια καρδιάς, ή την κυρία Μαρία, με το σοβαρό αναπνευστικό πρόβλημα. Έφτανε στο σπίτι κουβαλώντας στο μυαλό και στην ψυχή της τα προβλήματα των ανθρώπων που έβλεπε ως γιατρός. Μέχρι που κάποια στιγμή κατέρρευσε, δεν μπορούσε πλέον να κοιμηθεί καλά και οι ανθρώπινες δυνάμεις της άρχισαν να την εγκαταλείπουν. Ήρθε αναγκαστικά αντιμέτωπη με τον εαυτό της. Για καλή της τύχη όμως υπήρχε πάντα ο σωτήρας Μιχάλης, ο οποίος έβλεπε ανήσυχος μέρα με τη μέρα το πνίξιμό της. Αν και την είχε προειδοποιήσει, η αγαπημένη του, ολίγον ξεροκέφαλη, όπως την έλεγε ο ίδιος πολλές φορές, δεν τον άκουσε, έως ότου ένα βράδυ την έπιασε υστερική κρίση. Πέντε ολόκληρες ώρες έκλαιγε από την πίεση που δημιούργησε στον εαυτό της. Τα μάτια της είχαν πρηστεί από το κλάμα. Στο τέλος όταν πια απόκαμε, ο Μιχάλης της είπε μιλώντας σαν ψυχολόγος: «Και τώρα που εκτονώθηκες και απέκτησες μάτια ψαριού, έλα κάτσε να το συζητήσουμε. Νομίζω ότι βρίσκεσαι στο κατάλληλο σημείο να δεις καθαρά τα πράγματα!». Εκείνη ήταν η τελευταία φορά που ζόρισε τόσο τον εαυτό της. Κατάλαβε ότι κάτω από αυτήν την ψυχολογία που λειτουργούσε, ήταν αδύνατον να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο, αφού δεν μπορούσε να βοηθήσει ούτε τον εαυτό της. «Πρέπει να το δεις διαφορετικά Σοφία. Ο ασθενής πονάει και έχει μόνο το δικό του πρόβλημα να αντιμετωπίσει. Εσύ δεν μπορείς να ταυτίζεσαι με τα


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

199

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

προβλήματα δέκα ή είκοσι ανθρώπων. Είναι πρακτικώς ανέφικτο και αδύνατον για οποιονδήποτε άνθρωπο» της είπε ο Μιχάλης συμβουλευτικά. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι συνειδητοποιώντας το πόσο δίκιο είχε και ότι αυτή τη φορά έπρεπε να τον ακούσει. Ήταν η τελευταία φορά που η υπερβολική ευαισθησία της την οδήγησε σε λάθος δρόμο. Καλημέρισε χαμογελώντας τον κόσμο που περίμενε και μπήκε στο εξεταστήριο, αφήνοντας τα πράγματά της στην καρέκλα του γραφείου της. Η κυρία Ελένη την είχε υποδεχθεί με τον πιο όμορφο τρόπο, ένα βάζο τριαντάφυλλα, τα τελευταία της εποχής, τα οποία την ευδιαθέτησαν με την παρουσία τους. Έβαλε την άσπρη της ποδιά, άφησε τα ακουστικά της πάνω στο γραφείο και φώναξε τον πρώτο ασθενή. Μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη αυτή η πρωινή διαδικασία έγινε καθημερινή συνήθεια.


200

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δέκατο έβδομο Το καινούριο γραφείο

O Ορέστης αισθανόταν πολύ υπερήφανος για την κόρη του. Όλες του τις θυσίες τις ανταπέδωσε με συναισθήματα χαράς η Σοφία. Σαν καλός πατέρας πάντα τη στήριζε και τη νοιαζόταν. Έτσι και τώρα, προνοώντας για τις ανάγκες της, αποφάσισε να την εκπλήξει με το δώρο του. Ήταν σχεδόν έτοιμοι να φύγουν. Η Σοφία έκλεισε το παράθυρο του σαλονιού καθώς ο καιρός είχε ψυχράνει τελευταία. Το ραντεβού ήταν στις έξι προκειμένου να δουν ένα διαμέρισμα που ο Μιχάλης θα διαμόρφωνε σε γραφείο για τη δουλειά του. Είχαν κάποιο περιθώριο στην ώρα, το οποίο τους έδινε ικανοποιητική άνεση στις κινήσεις τους. Έβαζε λίγο ροζ κραγιόν στα χείλη της όταν η τσάντα της άρχισε να δονείται και να φέγγει σαν λάμπα με κρυφό φωτισμό. Βοηθούμενη από τη λάμψη του, το βρήκε σχετικά γρήγορα μέσα στο μικρομάγαζο του γυναικείου αξεσουάρ. Κοίταξε την αναγνώριση. «Ο μπαμπάς μου είναι! Εύχομαι να μην καθυστερήσουμε!» είπε στον Μιχάλη ανοίγοντας τη γραμμή: «Έλα μπαμπά μου! Τι κάνετε;» τον ρώτησε με ενδιαφέρον. «Καλά είμαστε κορίτσι μου, όλα καλά. Πήρα να μάθω τι κάνει η νέα γιατρός μας! Όλα εντάξει;».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

201

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Τέλεια, καταπληκτικά! Μόλις με βλέπουν οι ασθενείς μου τρέχουν να φύγουν» είπε με το ιδιαίτερο χιούμορ της. «Τι του λες του ανθρώπου βρε Σοφία» φώναξε ο Μιχάλης από την κουζίνα, που πολλές φορές τον εκνεύριζαν οι ακραίες της εκφράσεις. «Για να έχεις διάθεση για αστεία εσύ, συμπεραίνω ότι όλα πήγαν καλά» της είπε ο Ορέστης και συνέχισε μπαίνοντας στο θέμα: «Τώρα πες μου, πότε σκοπεύεις να έρθεις;». «Δεν ξέρω ακριβώς μπαμπά μου, είμαστε λίγο πιεσμένοι με το γραφείο του Μιχάλη» του απαντάει βλέποντας τον Μιχάλη να κοιτάει το ρολόι του. «Καταλαβαίνω αλλά το δώρο για το πτυχίο σου που ήθελα να σου κάνω έκπληξη και μου την χάλασες, ποιος θα το κατεβάσει στην Αθήνα; Εγώ δεν ευκολύνομαι να στο φέρω» της είπε και την άφησε άφωνη. Μια σιωπή με πολλές τελίτσες της έδωσε τον απαιτούμενο χρόνο να αναλύσει τα λόγια του, αλλά ήθελε να βεβαιωθεί ότι κατάλαβε καλά. «Μπαμπά! Για ποια έκπληξη μιλάς; Τι εννοείς;» τον ρώτησε δήθεν απονήρευτα. «Το αυτοκίνητό σου Σοφία. Ήθελα να σου κάνω έκπληξη αλλά κατέληξε να γίνει τηλεφωνικά. Λοιπόν πότε θα ανεβείς να το πάρεις;». Η αντίδρασή της ήταν εκρηκτική. Τον χιλιοευχαρίστησε και σχεδόν χοροπηδώντας από τη χαρά της, του υποσχέθηκε ότι θα πήγαιναν το Σαββατοκύριακο. Ο Μιχάλης που δεν είχε ακούσει τη συνομιλία με τον Ορέστη, έμεινε να την κοιτάει σαν χαζός. «Μα την Κυριακή είχαμε άλλο πρόγραμμα» είπε προσπαθώντας να καταλάβει τι γίνεται. Εκείνη κλείνοντας το τηλέφωνο όρμησε πάνω του αγκαλιάζοντάς τον. «Το πιο αναγκαίο δώρο ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή» του είπε και συνέχισε να τον φιλάει. «Το Σαββατοκύριακο πάμε να το πάρουμε» δήλωσε αποφασιστικά. «Τι να πάρουμε και από που;» ρώτησε ζητώντας της διευκρινίσεις για αυτά που συνέχισε να μην αντιλαμβάνεται. Η Σοφία με ένα πλατύ χαμόγελο ξεκαθάρισε τις απορίες του: «Μεθαύριο, ημέρα Σάββατο, εσύ και εγώ, αν θέλεις φυσικά», αυτό το είπε δήθεν σοβαρά, «ανεβαίνουμε στη Θεσσαλονίκη για να πάρουμε το πιο απαραίτητο και χρήσιμο δώρο που μου έκανε ο πατέρας μου, ακριβώς τη στιγμή που το είχα ανάγκη. Ένα καινούριο αυτοκίνητο!» του είπε γεμάτη ενθουσιασμό. «Μπράβο τον Ορέστη!» είπε με θαυμασμό ο Μιχάλης.


202

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Λες και διαβάζει τηλεπαθητικά τις σκέψεις μου» πρόσθεσε η Σοφία. «Κάποια καθυστερημένα δρομολόγια τις τελευταίες ημέρες με ανάγκασαν να ασχοληθώ έντονα με αυτό το θέμα και τσουπ, ως δια μαγείας, έγινε πραγματικότητα η επιθυμία μου. Αυτό που λατρεύω στον πατέρα μου είναι ότι νοιάζεται και πραγματοποιεί αυτά που κρίνει πως έχω ανάγκη προτού καν το αναφέρω. Όπως τελευταία που του ανακοίνωσα το ταξίδι για την Αμερική, έψαξε και βρήκε έναν ξάδελφό του που ζει στη Νέα Υόρκη και προετοίμασε τον άνθρωπο που θα με βοηθήσει στις πρώτες μου κινήσεις. Τον αγαπώ πολύ Μιχάλη!» είπε συγκινημένη η Σοφία. «Χρυσός άνθρωπος Σοφία, συμφωνώ μαζί σου. Πάμε όμως γιατί θα στήσουμε κάποιον άλλον άνθρωπο στο ραντεβού μας» είπε ξανακοιτάζοντας το ρολόι του. «Ναι, ναι, έχεις δίκιο» του είπε με ενοχή και πήγε προς την πόρτα που ο Μιχάλης ήδη είχε ανοίξει και την περίμενε. Ο Μιχάλης βρήκε παρκάρισμα στα δεξιά του δρόμου, κάτω από μια πορτοκαλιά. Ο συγκεκριμένος ήταν γεμάτος από δέντρα φορτωμένα πορτοκάλια που, κατά ένα παράδοξο αλλά εξηγημένο τρόπο, ξεπρόβαλαν από τη μέση των δέντρων και επάνω, από την κάτω μεριά που μπορούσαν να φτάσουν τα χέρια των περαστικών δεν υπήρχε ούτε ένα. Της Σοφίας της άρεσε πολύ το θέαμα αλλά σχολίασε με το γνωστό καυστικό χιούμορ της: «Κρίμα! Δεν άφησαν ούτε ένα για μας! Σ’ αυτήν τη γειτονιά δεν πρέπει να είναι κανείς άρρωστος, με τόση βιταμίνη C». Με το βλέμμα προς τα πάνω, δεν αντιλήφθηκε μια σκουρόχρωμη γάτα που πετάχτηκε με βιασύνη από ένα κάδο σκουπιδιών. Κόντεψε να πέσει μέσα στην αγκαλιά της. Τρομαγμένη πισωπάτησε, βγάζοντας μια έντονη κραυγή. Ο Μιχάλης που την είχε δει, έβαλε τα γέλια από την αντίδρασή της. Πήρε μια ανάσα για να συνέλθει από την τρομάρα της και τον ακολούθησε. Εκείνος προπορευόταν ψάχνοντας τον αριθμό που ήθελαν πάνω στις εισόδους των πολυκατοικιών. Σταμάτησε σε μια γυάλινη τζαμαρία με μια χαλκοδουλεμένη πόρτα στο κέντρο της. «Εντυπωσιακή είσοδος, λες να είναι ακριβό το ενοίκιο;» είπε η Σοφία και τον κοίταξε. «Αν ανεβούμε επάνω θα το μάθουμε» της απάντησε κοιτώντας τα ονόματα στον πίνακα των θυροτηλεφώνων. Πάτησε το κουδούνι με το όνομα που του είχαν δώσει στο τηλέφωνο.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

203

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η βαριά πόρτα με τον χαρακτηριστικό ήχο του ανοίγματος, απελευθερώθηκε από την κλειδαριά με ένα ελαφρύ σκούντημα. Το ασανσέρ ήταν σταματημένο στο ισόγειο. Το πήραν και πάτησαν το κουμπί για τον πέμπτο όροφο. Βγήκαν στον διάδρομο. Μια από τις τέσσερις δρύινες πόρτες ήταν μισάνοικτη. Την άνοιξαν δειλά και προχώρησαν μέσα στο άδειο διαμέρισμα. Ο χώρος ήταν λουσμένος από τις τελευταίες ηλιόλουστες ακτίνες της ημέρας. Φάνταζε τεράστιος χωρίς έπιπλα, το μόνο του στολίδι ήταν το βαθύ, κόκκινο μάρμαρο στο δάπεδο. Η εμφάνιση του κυρίου Αναστασίου τους έκανε να αφήσουν την παρατήρησή τους και να στρέψουν την προσοχή τους προς αυτόν. Αποδείχθηκε πολύ χαριτωμένος και καλόβολος άνθρωπος. Το βασικό του μέλημα ήταν να το διατηρήσουν σε καλή κατάσταση, εξάλλου αυτό γινόταν αντιληπτό από την άριστη διατήρησή του και από τους προηγούμενους ενοικιαστές. Ο Μιχάλης έδειχνε πολύ ικανοποιημένος από όλα και επιπλέον τα γαλάζια πλακάκια του μπάνιου με τα κοχύλια στο κέντρο, έδιναν μια γαλήνια νότα, ιδανική για το σκοπό που προοριζόταν ο χώρος. Μόνο ευχόταν μέσα του να μην υπερβαίνει το ενοίκιο τις χρηματικές του δυνατότητες. Και σαν θαύμα, η ευχή του πραγματοποιήθηκε προς μεγάλη του χαρά. Έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν ικανοποιημένοι και οι δύο. Υπέγραψαν το συμβόλαιο και ο κύριος Αρτέμης του παρέδωσε τα κλειδιά. Του ευχήθηκε καλές δουλειές και έφυγε, αφήνοντάς τους να κάνουν σχέδια για τη διακόσμησή του. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον στις ιδέες, στα έπιπλα, στα χρώματα, στους πίνακες. Μετά από δύο ώρες ανταλλαγής προτάσεων, κατέληξαν σε μια μίξη επιλογών που φάνταζε στο μυαλό και των δύο ένα υπέροχο αποτέλεσμα. Από την επόμενη ημέρα ο Μιχάλης άρχισε να ψάχνει για αυτά που αποφάσισαν. Θα τα ανακάλυπτε στα μαγαζιά και θα τα αγόραζαν μαζί ρίχνοντας μια τελευταία ματιά από κοντά και η Σοφία. Το Σαββατοκύριακο, όπως το υποσχέθηκαν στον Ορέστη, ταξίδεψαν στη Θεσσαλονίκη για την επίσημη παραλαβή του δώρου: ένα κατακόκκινο αυτοκίνητο την περίμενε γυαλισμένο σε ένα σταθμό αυτοκινήτων κοντά στο πατρικό της σπίτι, ανεβάζοντας την αδρεναλίνη της. Ο Ορέστης το άφησε εκεί περισσότερο για ασφάλεια, παράλληλα όμως δεν ήθελε να το πάρει λερωμένο η Σοφία και ο βροχερός καιρός του φθινοπώρου ήταν ενάντιος στην επιθυμία του.


204

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία, βαθιά συγκινημένη, τον ευχαρίστησε με τον πιο γλυκό τρόπο. Μια τεράστια θερμή αγκαλιά στολισμένη με δυο ηχηρά φιλιά έκαναν τον Ορέστη να είναι δυο φορές ευχαριστημένος. Είχε και μια αναρώτηση μέσα του αν θα της άρεσαν τα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου, μα τώρα βεβαιώθηκε και με το παραπάνω ότι η επιλογή του ήταν σωστή. Οι ώρες που είχαν στη διάθεσή τους ο Μιχάλης και η Σοφία για να δουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, ήταν απελπιστικά λίγες. Η Σοφία έκρινε απαραίτητη την επίσκεψη, έστω και για λίγο, στο σπίτι του Μιχάλη. Ήθελε να δει τον πατέρα του μετά την περιπέτεια της υγείας του. Ο κύριος Θόδωρος της φάνηκε αρκετά καταβεβλημένος αλλά και στο πρόσωπο της κυρίας Ρένας η ταλαιπωρία και η αγωνία των δύσκολων ημερών πρόσθεσε κάποιες ρυτίδες επιπλέον. Όσο για τη θεία Μαρία δεν νοείτω ταξίδι στη Θεσσαλονίκη χωρίς επίσκεψη στον πράσινο παράδεισο, μόνο που αυτήν την εποχή έφερνε πιο πολύ προς το δίχρωμο. Κίτρινες ανταύγειες πετάγονταν από παντού και υπέγραφαν με το δικό τους, χαρακτηριστικό τρόπο, τον χρόνο που κυλούσε ασταμάτητα. Τη διαδρομή της επιστροφής τη μοιράστηκαν στην οδήγηση, φθάνοντας με τον τρόπο αυτό αρκετά ξεκούραστοι στην Αθήνα, τόσο που βρήκαν τη διάθεση να προετοιμάσουν το πρόγραμμα της εβδομάδας που σχεδόν θα τους ακουμπούσε σε λίγη ώρα. Η Σοφία κανόνισε τα απογεύματα που δεν είχε ιατρείο να τα αφιερώσει όλα στο στήσιμο του γραφείου του Μιχάλη. Μια ολόκληρη εβδομάδα τους πήρε η συλλογή των επιλογών τους. Το τελευταίο κομμάτι ήταν ένας ξύλινος καλόγερος για τα πανωφόρια. Τον ανακάλυψαν σε ένα μαγαζί με αντίκες στην Πλάκα. Φτιαγμένος από έβενο, στο επάνω μέρος του κατέληγε σε τρία κεφάλια λιονταριού, σκαλισμένα περίτεχνα πάνω στο μαύρο ξύλο. «Πολύ επιβλητικό το παρουσιαστικό του» το χαρακτήρισε μόλις το είδε η Σοφία. «Δηλώνουν μια αίσθηση δύναμης σαν αυτή που θα αναζητούν οι άνθρωποι που θα έρχονται σ’ εσένα» του είπε καθώς έβγαιναν από την πόρτα του μαγαζιού, αφού πρώτα κανόνισαν την ημέρα που θα το φέρνανε. Την Παρασκευή το πρωί, ο Μιχάλης βρισκόταν στημένος στο γραφείο και παρελάμβανε τα πράγματα που αγόρασαν. Είχαν συνεννοηθεί με όλους να τα φέρουν τη συγκεκριμένη ημέρα, ούτως ώστε το Σαββατοκύριακο που είχαν


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

205

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

μπροστά τους να είχαν τον απαραίτητο χρόνο για να τα τοποθετήσουν με την άνεσή τους. Η Σοφία, τελειώνοντας από το ιατρείο, ήρθε κατευθείαν στο γραφείο. Η μετακίνησή της τώρα, ήταν πολύ πιο άνετη με το αυτοκίνητο. Μόνο με τα παρκαρίσματα έχανε χρόνο, όπως και όλοι οι πολίτες αυτής της πόλης, που δεν είχαν την τύχη να έχουν δικό τους χώρο στάθμευσης. Είχε πάρει μαζί της από το σπίτι και μια τσάντα με πρόχειρα ρούχα, ένα ελαστικό παντελόνι και ένα βαμβακερό μπλουζάκι που θα την μετέτρεπαν στο λεπτό σε μια σωστή νοικοκυρά. Όταν έφτασε έξω από την πόρτα, ο διάδρομος ήταν γεμάτος χαρτοκιβώτια, φελιζόλ και νάιλον σακούλες. Μπήκε μέσα τη στιγμή που ο Μιχάλης ξεπακετάριζε τον ξύλινο καλόγερο. Τον φίλησε πεταχτά και έβγαλε τα ρούχα εργασίας από την τσάντα που κρατούσε. Σε ένα λεπτό ήταν έτοιμη για δουλειά. Τα άνοιξαν όλα και τα άπλωσαν στη μέση του ευρύχωρου δωματίου που θα χρησίμευε αργότερα σαν χώρος αναμονής. Για λίγη ώρα χαλάρωσαν πίνοντας ένα παγωμένο φραπέ που είχε φροντίσει να αγοράσει ο Μιχάλης από το περίπτερο της γειτονιάς. Δεν πρόλαβε να τελειώσει ο καφές όταν άρχισαν να πέφτουν βροχή οι προτάσεις και από τις δύο πλευρές. Έπιαναν κάθε αντικείμενο ξεχωριστά και μετά από τέσσερις-πέντε γνώμες, κατέληγαν στην καταλληλότερη, όχι πάντα ομόφωνα βέβαια. Υπήρχαν και κάποιες έντονες διαφωνίες που ανέβαζαν τους τόνους αλλά, στο τέλος, κάπου έβρισκαν μια μέση λύση και προσγείωναν τα πυρομαχικά των λόγων της αντιπαράθεσης. Μετά από τον αναίμακτο πόλεμο των δυο ημερών για την κατάκτηση των οχυρών του γραφείου, δηλαδή ενός καναπέ, δυο μαύρων δερμάτινων πολυθρόνων, δύο πινάκων ζωγραφικής του Τσόκλη με φανταστικά θαλασσινά θέματα, έφτασε η λήξη του το απόγευμα της Κυριακής με συνθηκολόγηση και υπογραφές και από τις δύο πλευρές. Κατακουρασμένοι και καταϊδρωμένοι κάθισαν να απολαύσουν το δημιούργημά τους. «Είναι καταπληκτικό!» είπε η Σοφία. «Τέλειο!» συμπλήρωσε σαν υστερόγραφο ο Μιχάλης. Η ειρήνη γιορτάστηκε με ένα ευχαριστήριο φιλί προς τη βασική βοηθό του εγχειρήματος, που σήμερα εκτελούσε χρέη διακοσμήτριας. Ο χειμώνας περνούσε με μια εύφορη και ήρεμη καθημερινότητα.


206

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία αφιέρωνε τα πρωινά της στο ιατρείο και κάποια απογεύματα στις εργασίες της στο Πανεπιστήμιο, δίπλα στον καθηγητή Καλίρη. Παρακολούθησε και μερικά ενισχυτικά μαθήματα Αγγλικών που έκρινε ότι της ήταν αναγκαία, ειδικά πάνω στην ιατρική ορολογία. Ο Μιχάλης άνοιξε το γραφείο του και απέδειξε ότι του ταίριαζε πολύ το επάγγελμα που είχε διαλέξει. Οι πελάτες του μέρα με τη μέρα πλήθαιναν και αυτό του έφερε ιδιαίτερη χαρά, γιατί ήταν η επιβράβευση των προσπαθειών του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

207

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δέκατο όγδοο Ο λευκός φάκελος

Οι εποχές εναλλάσσονταν χωρίς κανείς τους να βάλει στο μυαλό, την κλεψύδρα του χρόνου που συνέχιζε να μετρά αντίστροφα, άσχετα εάν οι δυο τους δεν την έβλεπαν ή δεν ήθελαν να τη δουν, βολεμένοι στην ομαλή ζωή τους. Και ενώ το καλοκαίρι είναι η εποχή που τα σύννεφα δεν συνηθίζουν τις επισκέψεις τους στον καθάριο ουρανό, φοβούμενα τη λάμψη και τη θερμότητα του θερινού ήλιου, για τη Σοφία και τον Μιχάλη οι εποχές αντιστράφηκαν. Ερχόταν παράξενα αυτό το καλοκαίρι. Γεμάτο μουντές και άχρωμες ημέρες σαν να ζούσαν στο άλλο ημισφαίριο, εκεί που η χειμωνιάτικη ψύχρα έκανε τους ανθρώπους να κουμπώνονται μέχρι τα αυτιά. Από την ημέρα που έφθασε ο φάκελος στο κουτί του ταχυδρομείου, η αλλαγή ήρθε ραγδαία. Πρωινό Σαββάτου. Ο ήλιος του Ιουλίου στην κοντινότερή του επαφή με τη γη προμήνυε μια πολύ θερμή ημέρα. Με τις τσάντες θαλάσσης στον ώμο, κάλεσαν τον ανελκυστήρα για το ισόγειο. Η διάθεση για μια βουτιά στη δροσερή θάλασσα, απελπιστικά ανυπόμονη.


208

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η δροσιά που επικρατούσε στο χολ της εισόδου, τους σταμάτησε για μια στιγμιαία ανάσα προτού βγουν στο καμίνι του δρόμου. Η ματιά της Σοφίας έπεσε άθελά της στα μεταλλικά γραμματοκιβώτια. Το λευκό χρώμα στη σχισμή του κουτιού της τράβηξε την προσοχή. Το άνοιξε και πήρε έναν φάκελο στα χέρια της. Τα γραμματόσημα στο επάνω μέρος δεξιά και η διεύθυνση αριστερά, δήλωναν εμφανώς τον αποστολέα του. Με ένα πλάγιο βλέμμα ο Μιχάλης κοίταξε τα γραμματόσημα που προέρχονταν από την άλλη άκρη του Ατλαντικού, αντιλαμβανόμενος και αυτός την προέλευσή του. Αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στο στομάχι αλλά δεν το έδειξε. Η Σοφία δεν τον άνοιξε, ούτε καν τον είδε καλά-καλά, μόνο δήλωσε με ένα προσποιητό ουδέτερο τόνο στη φωνή: «Είναι από Αμερική». Τον έβαλε στην πλαστική τσάντα με τα διακοσμητικά δελφίνια στο πλαϊνό της και την πέρασε στον ώμο, στέλνοντας στο πίσω μέρος του μυαλού της τις καταιγιστικές σκέψεις που άρχισαν να τη ζώνουν. Προσπάθησε να ξαναβρεί την προ-φακέλου ψυχολογία αλλά η προσπάθειά της ήταν μάταιη. Όλη τη χρονιά που πέρασε τα κατάφεραν αρκετά καλά οι δυο τους μα τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσουν κατά πρόσωπο την αλήθεια που τους πλησίαζε σαν ορμητικός χείμαρρος. Σε όλη τη θαλασσινή τους βόλτα, μια λευκή νάρκη είχε φωλιάσει στο μυαλό τους. Τα χαριτωμένα λόγια της δήθεν άνεσης, δεν ήταν ικανά να την εξουδετερώσουν. Και το φυτίλι της φαινόταν αρκετά μακρύ ώστε να κάνει την αγωνία τους μεγαλύτερη. Το απόγευμα, επιστρέφοντας, διάβασαν στη λευκή νάρκη την ημερομηνία της έκρηξής της: 20 Σεπτεμβρίου. Από όλο το γράμμα ένας αριθμός και μια λέξη έλεγαν τα πάντα. Αυτή ήταν η προκαθορισμένη ημερομηνία που η Σοφία έπρεπε να παρουσιαστεί στο Ιατρικό Κέντρο της Νέας Υόρκης για την ειδικότητά της. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Αυτός ο Αύγουστος δεν θύμιζε σε τίποτα τους προηγούμενους. Γεμάτος υποχρεώσεις και προετοιμασίες για το υπερατλαντικό ταξίδι, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αλλά ούτε και υπήρχε διάθεση για θαλασσινές επιδρομές όπως άλλοτε. Η γραφειοκρατία ήταν ένα αρκετά δύσκολο κομμάτι της ετοιμασίας. Χαρτιά για το διαβατήριο, βεβαιώσεις για τη βίζα, αεροπορικά εισιτήρια και


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

209

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

τόσες άλλες μικρολεπτομέρειες έβαλαν τη Σοφία να τρέχει σε έναν τρελό ρυθμό. Και σ’ όλα αυτά μαρτυρικός βοηθός της ο Μιχάλης. «Κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να τη διώξω από δίπλα μου, είμαι τρελός, τρελός!» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του καθώς περίμενε υπομονετικά στην ουρά των διαφόρων υπηρεσιών για μια σφραγίδα ή μια υπογραφή πάνω στα χαρτιά της Σοφίας. Ήξερε όμως μέσα του ότι αυτό ήταν το σωστό, κανείς δεν έπρεπε να τη σταματήσει παρά μόνο ο Θεός και ο εαυτός της. Μετρούσε ήδη τις τελευταίες ημέρες για το αγροτικό της η Σοφία. Στη θέση της ερχόταν αντικαταστάτης ένας νέος γιατρός από τα Ιωάννινα. Τον είχε γνωρίσει όταν ήρθε να ιχνηλατήσει την περιοχή όπως και η Σοφία πριν από ένα χρόνο. Του μετέφερε τις καλύτερες εντυπώσεις της για τους κατοίκους, τη φιλοξενία τους, και τη συμπάθεια της προς την κυρία Ελένη. Την τελευταία ημέρα την αποχαιρέτησε με τον ίδιο γλυκό τρόπο που την είχε υποδεχθεί, με ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα. Η Σοφία συγκινήθηκε πολύ από τη χειρονομία της. Τα πήρε μαζί της και τα κράτησε μια ολόκληρη εβδομάδα στο βάζο, αλλάζοντάς τους νερό κάθε μέρα στην προσπάθειά της να αντέξουν όσο περισσότερο γίνεται. Αλλά και κάποιος άλλος στεναχωρήθηκε ιδιαίτερα από την αναχώρηση της Σοφίας. Ήταν ο Κώστας, ο οποίος από την πρώτη στιγμή που την είχε συναντήσει στο Ιατρείο, της έδειξε θερμό ενδιαφέρον. Κάθε φορά που σφράγιζε τις συνταγές που της πήγαινε, δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από πάνω της. Ως μοναδικός φαρμακοποιός στο χωριό, οι επισκέψεις του ήταν σχεδόν καθημερινές στο ιατρείο, πότε για συνταγές, πότε για φάρμακα και πάντα με τον καλό λόγο στα χείλη. Η Σοφία αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα τι συνέβαινε αλλά δεν του έδωσε περιθώρια να ελπίζει. Εκτός αυτού μια συνάντηση με τον Μιχάλη ένα μεσημέρι που πήγε να την πάρει από το ιατρείο, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Παρ’ όλα αυτά, τα αισθήματα του Κώστα δεν έπαψαν να είναι θερμά προς το πρόσωπό της, πάντοτε βέβαια μέσα στα πλαίσια της ευγένειας. Ποτέ δεν την έφερε σε δύσκολη θέση, η μόνη παρορμητική κουβέντα του ήταν την τελευταία ημέρα όταν την αποχαιρέτησε. «Θα μου λείψεις πολύ Σοφία μου» της είπε και μια θλίψη απλώθηκε στα μάτια του.


210

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία αισθάνθηκε πολύ άβολα. Έφυγε παίρνοντας λίγη από τη στεναχώρια του όμως τα δικά της έντονα προβλήματα εξοστράκισαν πολύ γρήγορα τις σκέψεις της γι’ αυτόν. Ενημέρωσε εγκαίρως τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος ότι αποχωρεί από τη ζεστή «ποντικότρυπα» που τη φιλοξένησε στοργικά τόσα χρόνια. Λίγα τα πράγματα που είχε να πάρει, όπως με λίγα είχε έρθει. Η καινούρια συγκάτοικος, που είχε αντικαταστήσει τη Λένα όταν έφυγε, κράτησε τα περισσότερα μικροπράγματα της Σοφίας, εκτός από ένα που προσωπικά η ίδια θέλησε απαραιτήτως να το αναλάβει ο Μιχάλης. «Θέλω να την κρατήσεις εσύ και να με σκέφτεσαι όταν τη βλέπεις» του είπε την ημέρα που του πήγε τη φουντωτή αζαλέα. «Κι αν χαλάσει κάποια στιγμή, θα πρέπει να σταματήσω να σε σκέφτομαι;» τη ρώτησε πειράζοντάς τη. «Εγώ ούτε είπα, ούτε εννοούσα κάτι τέτοιο. Απλά όσο ζει, θα είναι κάτι που θα σου θυμίζει εμένα!» του διευκρίνισε αμήχανα. «Πολλά θα μου θυμίζουν εσένα Σοφία μου!» της απάντησε ο Μιχάλης εννοώντας φυσικά τα αυτονόητα. Μόνο ρούχα, παπούτσια, τα προσωπικά της μικροπράγματα, τις φωτογραφίες των αγαπημένων της και τα βιογραφικά της έγγραφα ήταν αυτά που γέμισαν τις βαλίτσες της. Τις αναμνήσεις της, της τακτοποίησε ασφαλισμένες σε μια θυρίδα του μυαλού της. Ξεκαθάρισε τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού, δεν της άρεσε ποτέ να αφήνει εκκρεμότητες, και παρέδωσε το κλειδί στην πρώην πλέον συγκάτοικό της. Τις τελευταίες ημέρες θα τη φιλοξενούσε στο σπίτι του ο Μιχάλης. Το αυτοκίνητό της το ανέλαβε ο πατέρας της, να το κάνει ότι έκρινε εκείνος καλύτερα. Τρεις ημέρες πριν την αναχώρηση της, το πήγαν με τον Μιχάλη στη Θεσσαλονίκη και συγχρόνως αποχαιρέτισε και τους δικούς της. Οι στιγμές συγκινητικές, αμήχανες. Αντιφατικά συναισθήματα εναλλάσσονταν στις ψυχές όλων. Η χαρά της προόδου της, ερχόταν σε σύγκρουση με τη λύπη τους, εξαιτίας του μακροχρόνιου αποχωρισμού της. Ο μόνος ενθουσιασμένος μέσα στον παιδικό του κόσμο ήταν ο μικρός Παύλος. Ήδη είχε ετοιμάσει μια λίστα με τα παιχνίδια που ήθελε να του φέρει η αδελφή του από την Ντίσνειλαντ, όταν θα ερχόταν να τους επισκεφτεί με την πρώτη ευκαιρία.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

211

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Ορέστης της έδωσε ένα χαρτί με τη διεύθυνση και το τηλέφωνο του Γιάννη, του ξενιτεμένου εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αγαπημένου του ξαδέλφου. «Γιάννης ο Έλληνας, έτσι τον φωνάζουν στην Αμερική» της είπε. «Τηλεφώνησέ του μόλις φτάσεις να έρθει να σε πάρει. Τον έχω ενημερώσει περίπου τι ώρα θα είσαι εκεί και απ’ ότι μου είπε, μένει αρκετά κοντά στο αεροδρόμιο που θα προσγειωθείτε». «Μπαμπά μου, σ’ ευχαριστώ πολύ. Θα με διευκολύνει αφάνταστα να έχω κάποιον δικό μου άνθρωπο σε μια πόλη που δεν γνωρίζω καθόλου» του είπε η Σοφία που ήδη άρχισε να ψυχοπλακώνεται από τους δύσκολους αποχαιρετισμούς που πλησίαζαν. Δύο πατρικά δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια του Ορέστη την ώρα που η κόρη του τον αγκάλιασε. «Να προσέχεις κορίτσι μου» της είπε προστατευτικά στο αυτί όταν την κρατούσε στην αγκαλιά του. «Θα προσέχω, μην ανησυχείς! Θα επικοινωνήσω μαζί σας μόλις φτάσω» του είπε καθησυχάζοντάς τον. Οι επόμενες δύο στάσεις ήταν καθιερωμένες. Με πολύ συμπάθεια στο πρόσωπο της, οι γονείς του Μιχάλη της έδωσαν τις καλύτερες ευχές τους για την πρόοδό της. Μόνο στο σπίτι της θείας Μαρίας εκτυλίχθηκαν μελοδραματικές στιγμές. «Αχ, μωρό μου! Πολύ μακριά φεύγεις, κορίτσι μου!» δεν υπήρχαν λόγια που να εκφράσουν τον πόνο της. Οι λέξεις της λούζονταν από τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της. Αυτός ο αποχωρισμός της ήρθε πολύ βαρύς της Μαρίας. Αισθανόταν ότι την έχανε μέσα από την αγκαλιά της. «Μην στεναχωριέσαι θείτσα μου, θα έρθω σύντομα να σας δω» την παρηγόρησε γνωρίζοντας κατά βάθος το ανέφικτο των λόγων της. Η Λούσυ δεν έφυγε ούτε ένα λεπτό από δίπλα της. Δεν κουνούσε την ουρίτσα της, δεν της έκανε χαρούλες, μόνο στεκόταν κοντά της, κοιτάζοντάς τη με τα μαύρα, μικρά ματάκια της και με ύφος θλιμμένο, λες και ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε τη φίλη της. Έξι μήνες αργότερα, όταν η Σοφία βρισκόταν ήδη στη Νέα Υόρκη, έμαθε από τον Ορέστη το τραγικό της τέλος, όταν σε μια μικρή απόδρασή της από τον πράσινο παράδεισο, βρέθηκε κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού, συναντώντας τη μοίρα της για το μεγάλο ταξίδι. Τις πρώτες ημέρες του


212

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

θλιβερού νέου η Σοφία ήταν απαρηγόρητη. Την είχε συνέχεια στο μυαλό της. Αναπολούσε τις όμορφες στιγμές που πέρασε μαζί της αλλά και τις επώδυνες όταν εκείνη προσπαθούσε να την παρηγορήσει με κάθε τρόπο, κάνοντάς της διάφορα παιχνίδια. Την αφοσίωσή της και τη λαχτάρα της, όταν η Σοφία έπιανε το λουράκι του περιπάτου στο χέρι της και το κουνούσε προκλητικά μπροστά της φωνάζοντάς της: «Έλα Λούσυ, πάμε βόλτα!». Σε κάθε άσπρο σκυλάκι που συναντούσε στο δρόμο, την έφερνε συνεχώς στην σκέψη της. Της πήρε αρκετό καιρό για να ξεπεράσει τη μελαγχολία της. Η επιστροφή τους με το τρένο ήταν πολύ σιωπηλή. Είχαν διαλέξει το εξπρές, ήθελαν να γυρίσουν γρήγορα πίσω στην Αθήνα. Ο χρόνος που τους απόμενε ήταν μετρημένος. Την τελευταία ημέρα πριν την αναχώρησή της, η Σοφία την αφιέρωσε ολόκληρη στον Μιχάλη. Ήθελε να του αφήσει γλυκές αναμνήσεις. Κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πώς θα εξελισσόταν τα γεγονότα, τι θα τους επιφύλασσε το μέλλον. Περιπλανήθηκαν όλο το πρωινό τους στα μέρη που πρωτοπερπάτησαν μαζί, στις γωνιές όπου άρχισε σιγά-σιγά να δημιουργείται αυτός ο υπέροχος δεσμός που ήταν πολύ βαθύτερος από μια απλή ερωτική σχέση. Τους συνέδεσαν δυνατά αισθήματα, πάνω από τα συνηθισμένα, η φιλία, η συντροφικότητα και η αγάπη στην ευρεία της μορφή, λάξευσαν μια σχέση που καμιά απόσταση δεν μπορούσε να εξανεμίσει. Έντονα τα συναισθήματα αναδύονταν και αυτήν την τρυφερή στιγμή του απογεύματος, που τους βρήκε ξαπλωμένους αγκαλιά στον καναπέ του σαλονιού, στο σπίτι του Μιχάλη. Με μια υπέροχη μελωδία να στολίζει ηχητικά τις στιγμές, που σαν χάντρες ενός κομπολογιού, χωρίς ασφάλεια στην άκρη, έπεφταν αθόρυβα στο πάτωμα και έτρεχαν να κρυφτούν σε κάθε μικρή γωνιά του. Η Σοφία άπλωσε το χέρια της και του χάιδεψε τα μαλλιά. «Θυμάμαι την πρώτη ημέρα που σε γνώρισα στο τρένο που φορούσες ένα κόκκινο τζόκεϊ καπέλο και σου έκρυβε τα όμορφα μαλλιά σου» του είπε νοσταλγικά. «Τότε με είχε πιάσει μια μανία με τα καπέλα, δέκα είχα εκείνο το καλοκαίρι! Κι εσύ όμως θυμάσαι πόσα σκουλαρίκια φορούσες; Αφού απορούσα πώς τα χωρούσες όλα στα αυτιά σου!» την αντέκρουσε με μια χρονικά καθυστερημένη αναρώτηση.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

213

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Σε εκείνη την ηλικία τελικά, μου φαίνεται ότι κάνουμε οριακά πράγματα, σύμφωνα βέβαια με τα όρια που έχει ο καθένας μας» συμπέρανε η Σοφία. «Αν και τα δικά μας ήταν λίγο για γέλια! Δεν νομίζεις;» του είπε κοροϊδευτικά. «Είχαμε ένα δικό μας μέτρο συγκράτησης. Σε κάποιους άλλους μπορεί να φαινόταν συντηρητικό, αλλά ο καθένας αποφασίζει μόνος τα όρια που βάζει στον εαυτό του» είπε στηρίζοντας τη γνώμη του ο Μιχάλης. «Εγώ δεν νομίζω ότι υπήρξαμε συντηρητικοί ούτε τότε ούτε τώρα, εξάλλου ο συντηρητισμός είναι μια πολύ γενική έννοια και θα σου το αποδείξω αμέσως». Σταμάτησε για λίγο να τακτοποιήσει τον ειρμό της σκέψης της και το αριστερό της χέρι που είχε μουδιάσει κάτω από το δικό του. «Τόσα χρόνια δημιουργήσαμε μια σχέση η οποία δεν στηρίχτηκε στην ερωτική έλξη μόνο. Μεγαλώσαμε μαζί στα πρώτα βήματα της ζωής, αγωνιστήκαμε μαζί, θυμώσαμε μαζί, χαρήκαμε μαζί και γίναμε εραστές μαζί. Συμφωνείς ως εδώ;» τον ρώτησε. «Συμφωνώ» απάντησε παρακολουθώντας τον συλλογισμό της. «Και τώρα θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ευθέως. Πιστεύεις ότι αν σβήσουμε την τελευταία ιδιότητα ‘‘εραστές’’, ότι αυτό από μόνο του έχει την ικανότητα να διαγράψει όλες τις προηγούμενες;». «Όχι βέβαια, νομίζω πως μια σχέση πρέπει να καταλήγει σ’ αυτό, δεν πρέπει να είναι η βάση της» της απάντησε. «Ακριβώς λοιπόν γι’ αυτό το λόγο, επειδή συμφωνούμε, σου λέω ότι όποια κι αν είναι η ερωτική πορεία του καθενός μας λόγω καταστάσεων που φέρνουν οι καθημερινές ανάγκες του, πιστεύω ότι όλα τα υπόλοιπα που δημιουργήσαμε εσύ και εγώ με πολύ κόπο, δεν πρόκειται να τα αλλοιώσει καμία απόσταση. Και με αυτόν, συμπερασματικά το συλλογισμό μου, σου αποδεικνύω ότι κάθε άλλο παρά συντηρητικοί είμαστε, απλώς, είχαμε και έχουμε ένα δικό μας κώδικα αντίληψης των εννοιών στη ζωή». Ο Μιχάλης κατάλαβε ξεκάθαρα ότι η Σοφία του έδινε επισήμως την ερωτική του ελευθερία. Το θεωρούσε μακρινό θέμα τώρα που βρισκόταν ακόμη στη ζεστή αγκαλιά της αλλά δεν παρέλειψε να εκτιμήσει μέσα του τον ορθολογισμό της. Την κρατούσε απαλά στα χέρια του και τα μακριά μαλλιά της χάιδευαν το αριστερό του χέρι, έτσι όπως ακουμπούσε το κεφάλι της πάνω του. Την κοίταξε από το πλάι. Τα βλέφαρά της ανοιγόκλειναν σαν ακοίμητοι φρουροί του πράσινου θησαυρού των ματιών της.


214

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ακούμπησε απαλά τον δείκτη του στα χείλη της και διέγραψε ένα πολύ αργόσυρτο κύκλο γύρω τους. Ό,τι έβλεπε επάνω της ήθελε να το καταγράψει όσο πιο δυνατά μπορούσε στη μνήμη του, σε εκείνο το ροζ κουτάκι με τις πολύτιμες στιγμές του. Τις σωτήριες στιγμές του, που κάθε φορά που έχανε την αισιοδοξία του, την ελπίδα του, έτρεχε σαν φοβισμένο παιδί να μπει στην αγκαλιά της μητέρας του, κι αυτή την παρήγορη αγκαλιά, σαν μεγάλο παιδί, την έβρισκε εκεί! Μόλις άνοιγε το μελωδικό ροζ κουτί με τους θησαυρούς της ψυχής του, καλά φυλαγμένους, απρόσιτους στον οποιονδήποτε. Όση ώρα το μυαλό του επεξεργαζόταν τις σκέψεις του, το βλέμμα του καρφώθηκε στην άκρη της κουρτίνας. Ένα δροσερό αεράκι τρυπώνοντας από τη μισόκλειστη πόρτα του μπαλκονιού την κυμάτιζε βελούδινα. Ακριβώς αυτήν την πουπουλένια κίνηση αισθανόταν μέσα στα φύλλα της καρδιάς του, που του έκοβε την ανάσα. Μια απότομη βαθιά εισπνοή κάλυψε την οργανική άπνοιά του και τον έφερε πίσω στο παρόν. Η Σοφία κοιμόταν γλυκά στο χέρι της καρδιάς του. «Άραγε πότε θα αισθανθώ ξανά τη ζεστασιά της ανάσας της πάνω μου;» αναρωτήθηκε. Έκλεισε τα μάτια του, τα σφράγισε, τίποτα δεν ήθελε να του ξεφύγει, ήταν η πιο πολύτιμη συλλογή του. Το αεροπλάνο πετούσε στις έξι και σαράντα πέντε. Προορισμός το Γκάτγουικ της Βρετανίας, ο ενδιάμεσος σταθμός για Νέα Υόρκη. Η Σοφία προτιμούσε το απ’ ευθείας δρομολόγιο Αθήνα-Νέα Υόρκη αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε πτήση την ημέρα που έπρεπε να φύγει. Έτσι συμβιβάστηκε με αυτήν την εναλλακτική λύση. Ρύθμισαν την αφύπνιση του κινητού να τους ξυπνήσει από έναν ύπνο που ποτέ δεν ήρθε πραγματικά. Πέντε και τέταρτο, μια απαλή μελωδία ακούστηκε, παράταιρα με την ψυχολογία τους. Αμίλητοι και οι δύο σηκώθηκαν να ετοιμαστούν. Τα μάτια της Σοφίας, ελαφρώς πρησμένα, ομολογούσαν κάποια κρυμμένα νυχτερινά δάκρυα που ξέφυγαν πάνω στο μπράτσο του Μιχάλη. Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη του μπάνιου. Η λάμπα που ξεφύτρωνε μέσα από ένα γυάλινο διακοσμητικό λουλούδι, έστελνε βίαια το φως επάνω της. Τραβήχτηκε λίγο πίσω, ενστικτωδώς σαν αυτοπροστασία. Μια μελαγχολική σκιά πλανιόταν στα μάτια της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

215

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Τελικά ήταν πιο δύσκολος ο αποχωρισμός από ότι φανταζότανε και προετοίμαζε, όταν ήταν καθισμένη στην πολυθρόνα του σαλονιού της, με όλα τα γνωστά προσωπικά αντικείμενα γύρω της να της προσδίδουν ασφάλεια. Γύρισε και κοίταξε το ραφάκι στον καθρέφτη. Το ασημένιο μπουκάλι του αρώματος με το μαύρο κομψό καπάκι του την παρότρυνε να την ανοίξει. Πήρε μια βαθιά ανάσα από τις πικρές νότες του. «Ο Μιχάλης σε άρωμα!» είπε φωνακτά. Πήρε ένα βαμβάκι από τα στρόγγυλα του ντεμακιγιάζ και ψέκασε δυοτρεις φορές επάνω του. Το ακούμπησε προσεκτικά πάνω στο μπουκάλι. Πλύθηκε με δροσερό νερό και περιποιήθηκε το πρόσωπό της. Ένα ελαφρύ μακιγιάζ τη βοήθησε να αναβαθμίσει λίγο τη διάθεσή της. Τα μαλλιά της τα άφησε λυτά πάνω στους ώμους της, χρησιμοποιώντας τα σαν προπέτασμα για την κάλυψή της, σαν στιγμιαία σωτηρία, καθώς η συναισθηματική διαχείριση φάνταζε δύσκολη. Βγήκε από το μπάνιο παίρνοντας το βαμβάκι με το άρωμα και παραχώρησε τη θέση της στον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Μπήκε στην κουζίνα και άναψε τη μηχανή του καφέ. Άνοιξε ένα συρτάρι, κάτω από το φούρνο μικροκυμάτων, και τράβηξε ένα μικρό σακουλάκι νάιλον από μια δεσμίδα σακούλες διαφόρων μεγεθών. Το άνοιξε και τοποθέτησε μέσα τον απαλό, λευκό μεταφορέα των μοσχομυριστών αναμνήσεων. Πήρε το πορτοφόλι από την τσάντα της και το έβαλε πίσω από τη φωτογραφία του Μιχάλη. Γυρνώντας, γέμισε δύο κούπες αχνιστό καφέ. «Έβαλα καφέ!» του φώναξε. Ήπιε μια γουλιά, σκέτο, όπως τον προτιμούσε πάντα και άρχισε να ντύνεται. Αν και ο καιρός ήταν ζεστός στην Αθήνα και ντύθηκε ελαφριά, προνόησε και για ένα τζιν μπουφάν που θα κρατούσε στα χέρια. Ο Μιχάλης μπήκε σοβαρός στην κουζίνα και κάθισε δίπλα της στο τραπέζι. Ήπιε βιαστικά τον καφέ του. «Είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε όσο εκείνη έκανε έναν τελευταίο έλεγχο στα χαρτιά της. «Ναι, πάμε» του είπε άτονα και σηκώθηκε. Όταν βγήκαν από την είσοδο, οι σκιές της νύχτας σκέπαζαν τις σκιές της ψυχής τους. Η νυχτερινή γαλήνη της πόλης έκανε τα βήματά τους και το κύλισμα από τις βαλίτσες να ακούγονται σαν παράξενη χορωδία πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου. Τις φόρτωσαν στο αυτοκίνητο του Μιχάλη και


216

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ξεκίνησαν. Ανέβηκαν τη λεωφόρο Κηφισίας για να βγουν στην Αττική Οδό με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η Σοφία ρουφούσε με τα μάτια της ότι έβλεπε στη διαδρομή. Δεν ήξερε σε πόσο καιρό θα μπορούσε να ξαναδεί την Αθήνα. Τα χρόνια που έζησε εδώ ήταν αρκετά και σημαντικά για να χαράξουν πολύτιμες στιγμές στη ζωή της. Στον κόμβο της Αττικής Οδού η κίνηση των αυτοκινήτων έγινε μεγαλύτερη. Πλήρωσαν τα διόδια και υπολόγισαν την ώρα. Θα έφταναν εγκαίρως. Στο ραδιόφωνο ακουγόταν ήσυχα, μελωδικά τραγούδια που μιλούσαν κατευθείαν στην ψυχή. Και ξαφνικά η φωνή ενός άλλου Μιχάλη, του Χατζηγιάννη, πλημμύρισε με την αισθαντικότητά της τα κύματα του αέρα: «Να γυρίσεις πίσω, σου ζητώ με πόνο, μια καρδιά που για σένα χτυπά, μην αργείς, μην αργείς!». Ο Μιχάλης χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το δρόμο της είπε με πολύ γλύκα: «Αυτά τα λόγια σου τα αφιερώνω με όλη μου την αγάπη». Η Σοφία άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το μάγουλο σαν μια κίνηση ευχαρίστησης. Δεν είπε κουβέντα, ένα μελαγχολικό χαμόγελο μόνο διαγράφηκε στα χείλη της. Τα φώτα του αεροδρομίου φάνηκαν από μακριά που φώτιζαν όλη την περιοχή με άσπρες και πορτοκαλί ανταύγειες. Έφτασαν πολύ γρήγορα. Ο χρόνος έξω έτρεχε, μέσα της προσπάθησε να τον φρενάρει έστω και λίγο, αλλά συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα την άκαρπη προσπάθειά της. Στο χώρο στάθμευσης υπήρχαν αρκετά αυτοκίνητα. Αυτήν την ώρα η πόλη άρχιζε να ξυπνάει, για το αεροδρόμιο όμως δεν υπήρχε νύχτα, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο γυάλινος ανελκυστήρας τους ανέβασε στον επάνω όροφο. Προχώρησαν προς την είσοδο αναχωρήσεων. Στον μεγάλο, ηλεκτρονικό πίνακα αναβόσβηνε η πτήση 709 για Γκάτγουϊκ. Στη θέση οκτώ ήδη είχε σχηματιστεί μια ουρά από κόσμο που στριφογύριζε ανάμεσα στις μπλε διαχωριστικές κορδέλες. Μπήκαν στη σειρά για τον έλεγχο των εισιτηρίων και την παράδοση των αποσκευών. Δεν τους πήρε πάνω από μισή ώρα. Η υπάλληλος έλεγξε το εισιτήριο της Σοφίας. «Παράθυρο ή διάδρομος;» τη ρώτησε κοιτάζοντάς την. «Παράθυρο» της απάντησε επιλέγοντας τη θέση της η Σοφία.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

217

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Της έδωσε πίσω το εισιτήριο μαζί με την κάρτα επιβίβασης και τον αριθμό της θέσης της, και ζύγισε τις βαλίτσες της κοσμώντας τες με το ταξιδιωτικό, χάρτινο βραχιόλι. «Είστε έτοιμη» της είπε με ένα τυπικό χαμόγελο. «Αναχωρείτε από την έξοδο τρία» την πληροφόρησε, και γύρισε το βλέμμα της στον επόμενο της σειράς. Η Σοφία πήρε τα χαρτιά και προχώρησε με τον Μιχάλη πλάι της. Μακρύτερα στον διάδρομο το φως της εξόδου τρία ήταν ήδη αναμμένο. Η κλεψύδρα που μετρούσε το χρόνο είχε ρίξει και τους τελευταίους κόκκους της, σχηματίζοντας ένα βουναλάκι στην κάτω μεριά από στριμωγμένες στιγμές ζωής. Η καρδιά της χοροπηδούσε κάνοντας την ανάσα της να παραπατάει, αδυνατώντας να ακολουθήσει το ρυθμό της. Κοίταξε με απόγνωση γύρω της. Δεξιά της είδε την είσοδο από τις τουαλέτες και λίγα μέτρα πιο πέρα, ένα ψηλό, πράσινο μπέντζαμιν που κοσμούσε μια πήλινη γλάστρα με αρχαίους μαιάνδρους. Πήρε το χέρι του Μιχάλη και τον τράβηξε προς τα εκεί. Ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο, σε ένα τεχνητό κρησφύγετο που δημιουργούσε το φυτό με τον τοίχο. Έβαλε τα χέρια της στους ώμους του Μιχάλη, βύθισε το βλέμμα της καρδιάς της μέσα στα μάτια του και του είπε: «Ψυχή μου, μην ξεχάσεις ποτέ, ότι είσαι το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου, ό,τι και να συμβεί...» όταν έλεγε αυτά τα τελευταία λόγια είχε αγκαλιάσει το πρόσωπό του με τα χέρια της και το κρατούσε, σε μια προσπάθεια να διαφυλάξει ότι τα λόγια της θα πήγαιναν κατ’ ευθείαν στον προορισμό τους. «Σ’ αγαπώ καρδιά μου!» του ψιθύρισε ακουμπώντας τα χείλη της στα δικά του. Ο Μιχάλης ανταποκρίθηκε με θέρμη και μάζεψε στην καρδιά του όλα τα κύματα αγάπης που φθάσανε μέσα του. «Δεν θα το ξεχάσω μωρό μου! Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» της είπε, γεμίζοντας φιλιά όλο της το πρόσωπο. Δάκρυα δεν χύθηκαν, είχαν πέσει όλα την προηγούμενη νύχτα, στις πολύ προσωπικές τους στιγμές. Το είχαν υποσχεθεί άλλωστε και οι δύο να μην χάσουν τον έλεγχο των συναισθημάτων τους. Και το κράτησαν, ακουμπώντας και οι δύο επικίνδυνα τα όρια τους. Βαδίζοντας μαζί τα λίγα εναπομείναντα μέτρα του διαδρόμου, με το χέρι του να αγκαλιάζει τη μέση της, έδινε τις τελευταίες συμβουλές και επιθυμίες του: «Θέλω να προσέχεις τον εαυτό σου! Να μου τηλεφωνήσεις μόλις


218

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

φτάσεις και όποτε αισθανθείς την ανάγκη να μιλήσεις μαζί μου, οποιαδήποτε ώρα, μην διστάσεις να με πάρεις». Της έδωσε ένα ακόμη φιλί και την άφησε να απομακρυνθεί γλυκά προς τον σωματικό έλεγχο. Σαν τα χάρτινα βαρκάκια που τα αφήνεις στην άκρη του γιαλού και ένα άδηλο, υπόγειο ρεύμα τα τραβάει γλυκά προς τα μέσα ενώ εσύ τα βλέπεις να απομακρύνονται από σένα με διχασμένα συναισθήματα χαράς και λύπης. Έτσι έμεινε να κοιτάει ο Μιχάλης τη Σοφία του. Όταν χάθηκε πλέον από τα μάτια του, τότε και μόνο τότε, επέτρεψε να ανοίξει η πόρτα ασφαλείας των ματιών του και να αφήσει να τρέξει η σταγόνα που ξεχείλιζε από το ποτήρι της απώλειας. Πολύ αργότερα θα καταλάβαινε ότι ήταν αναντικατάστατη.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

219

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δέκατο ένατο Πετώντας με το θηρίο

Η Σοφία πέρασε από την γκρίζα μαγνητική αψίδα για τον σωματικό έλεγχο και παίρνοντας τα προσωπικά της πράγματα από τον κυλιόμενο ιμάντα, ακολούθησε τους προπορευόμενους επιβάτες. Αισθανόταν ένα τεράστιο κενό μέσα της. Προσπάθησε να το διαχειριστεί μα εκείνο είχε φωνή και την κορόιδευε με υστερικό γέλιο. «Μόνη σου, μόνη σου!» φώναζε και ξαναφώναζε. Ο πανικός σαν δύο τεράστια χέρια της έσφιγγε τον λαιμό. Περπατούσε και τα πόδια της ακολουθούσαν μηχανικά ένα κόκκινο μπουφάν που έβλεπε μπροστά της. Μέσα στο μυαλό της κουνούσε απελπισμένα τα χέρια της προσπαθώντας να βγει στην επιφάνεια της δίνης που την τραβούσε προς τα κάτω. Την έσωσε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που βγήκε αστραπιαία όταν το δεξί της πόδι μπλέχτηκε στη σιδερένια επαφή της βοηθητικής προέκτασης, με την είσοδο στο αεροπλάνο. Κόντεψε να ξαπλωθεί πάνω στην κινητή ράμπα. Προσπάθησε να στηριχτεί στο πλάι, γλίστρησε όμως το χέρι της και βρέθηκε με τα γόνατα στο πάτωμα. Μια αεροσυνοδός έτρεξε προς το μέρος της και με πολύ ενδιαφέρον τη ρώτησε αν είναι καλά.


220

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Ναι, ναι, μην ανησυχείτε κάπου σκάλωσε το πόδι μου» δικαιολογήθηκε με ντροπή για τον εαυτό της. «Βίαιη σωτηρία, αλλά αναγκαία!» σκέφτηκε αργότερα, καθισμένη στη θέση της, δίπλα στο παράθυρο, όπως είχε ζητήσει. Όχι ότι είχε τελειώσει με την εσωτερική της αγωνία αλλά τουλάχιστον την είχε περιορίσει κάπως. Κοίταξε τους υπόλοιπους επιβάτες γύρω της. Μιλούσαν, γελούσαν, κάποιοι πάλι ήταν κατηφείς, ίσως προσπαθούσαν να ελέγξουν τους δικούς τους φόβους. Παρηγορήθηκε και έριξε μια ματιά έξω. Άνδρες με μπλε στολές πηγαινοέρχονταν κάτω, στα πόδια του αεροπλάνου. Η γλυκιά φωνή της αεροσυνοδού την ξαναγύρισε μέσα: «Είστε εντάξει; Τακτοποιηθήκατε; Μήπως χρειάζεστε κάτι;». «Όλα εντάξει, σας ευχαριστώ» απάντησε και αισθάνθηκε να χαλαρώνει λίγο-λίγο. Με μια ελαφριά κίνηση, το αεροπλάνο ξεκόλλησε από την επαφή με το κτίριο, σαν κουτάβι που αφήνει τη θηλή της μάνας του. Ένα μικρό αυτοκίνητο το τράβηξε βγάζοντάς το στον ανοιχτό διάδρομο. Άρχισε να τροχηλατεί προς τον διάδρομο απογείωσης. Πέρα στην ανατολή, ο ήλιος αποφάσισε να κάνει την επίσημη εμφάνισή του. Μπροστά και πάνω από τα καθίσματα η λέξη «προσδεθείτε» αναβόσβηνε επιβλητικά. Ο θόρυβος από το φουλάρισμα των κινητήρων έδωσε το σήμα της εκκίνησης. Η αίσθηση της απελευθέρωσης από τη βαρύτητα της γης, ήταν καταλυτική για τη Σοφία. Ακριβώς την ίδια απελευθέρωση αισθάνθηκε και αυτή από το βάρος που την έπνιγε όλη αυτή την ώρα. Το άφησε πίσω της και πήρε απόφαση ότι αρχίζει μια καινούρια ζωή και έπρεπε να την ακολουθήσει χωρίς άλλη καθυστέρηση. Ήταν η πρώτη φορά που πετούσε και η αίσθηση της απογείωσης, την πλημμύρισε με παράξενους χτύπους την καρδιά μέχρι που το αεροπλάνο πήρε οριζόντια θέση φθάνοντας στο επιθυμητό του ύψος και χάραξε πορεία προς τον βορρά. Κοίταξε έξω την αγαπημένη πόλη που άφηνε. Ποτέ δεν την είχε δει από τόσο ψηλά. Το θέαμα τη γοήτευσε. Ο φάρος του πολιτισμού, η Ακρόπολη, της έφερε ρίγη συγκίνησης. Το απέραντο γαλάζιο που απλωνόταν γύρω κεντώντας γήινες δαντέλες έγινε κόσμημα στο μυαλό της. Και ένας χρυσός ήλιος επέβλεπε όλο αυτό το σκηνικό της ομορφιάς, ανεβαίνοντας γοργά προς τον ουρανό.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

221

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο χρόνος που καταβρόχθιζε τις αποστάσεις, της τα πήρε όλα σχεδόν από τα μάτια της, μόνο τη χρυσή μπάλα τής άφησε να ζεσταίνει την καρδιά της. Βόλεψε το σώμα της σε μια πιο αναπαυτική στάση και έβγαλε ένα βιβλίο, καθώς πάντα κουβαλούσε κι από ένα μαζί της, για να περάσει το δίωρο του ταξιδιού. Κρατώντας το ακόμη στην αγκαλιά, η μυρωδιά του καφέ της απέσπασε ευχάριστα την προσοχή. Το πρωινό στο αεροπλάνο ήταν μια εμπειρία που δεν είχε ξαναζήσει. Πού να ήξερε ότι θα της γινόταν μια απλή συνήθεια στο μέλλον. Ένα κομμάτι κέικ, μερικά κρουασάν, όλα συσκευασμένα σε διάφανα πλαστικά, συνόδευαν το ρόφημα που λειτούργησε σαν ηρεμιστικό για τη Σοφία. Ο νεαρός κύριος που καθόταν δίπλα της, τη βοήθησε να ανοίξει το τραπεζάκι μπροστά της. Τον ευχαρίστησε λέγοντάς του κάπως αμήχανα, πως ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε με το συγκεκριμένο μέσο. Εκείνος χαμογέλασε και της είπε: «Για όλους μας υπάρχει μια πρώτη φορά. Εξάλλου μάλλον το χρωστάω γιατί κι εμένα βρέθηκε κάποιος να με βοηθήσει την πρώτη φορά, πολλά χρόνια πριν βέβαια». «Τώρα πια ταξιδεύω τόσο συχνά που έγιναν ρουτίνα όλα αυτά. Πού πηγαίνεις αν δεν γίνομαι αδιάκριτος;» τη ρώτησε βάζοντας ένα μικρό κρουασάν με σοκολάτα στο στόμα του. «Πηγαίνω στη Νέα Υόρκη. Τελείωσα ιατρική και πηγαίνω να πάρω ειδικότητα». «Ειδικότητα! Τι ακριβώς;» ρώτησε ζητώντας διευκρινίσεις. «Ογκολογία» του απάντησε εξηγώντας του μερικές λεπτομέρειες επ’ αυτού. Στο τέλος, τον ρώτησε με ενδιαφέρον και τον σκοπό του δικού του ταξιδιού. «Εγώ πηγαίνω για δουλειές της εταιρείας που εργάζομαι. Είμαι εμπορικός αντιπρόσωπος σε μια πολυεθνική εταιρεία ρούχων και τα αεροδρόμια έχουν γίνει το δεύτερο σπίτι μου. Αρκετά κουραστικό θα έλεγα τώρα, γιατί στην αρχή μου άρεσε πολύ. Μάλλον μεγάλωσα φαίνεται» είπε γελώντας αυτοσαρκαζόμενος. Η Σοφία τον άκουγε και όση ώρα μιλούσε τον παρατηρούσε. Ήταν ένας γοητευτικός σαραντάρης, το πιο πιθανόν εργένης, με ωραίο παράστημα, κομψά ντυμένος, αλλά έκρινε ότι κάτι σαν να του έλειπε, δεν μπορούσε να συλλάβει τι, αλλά δεν έδωσε και πολύ σημασία.


222

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Σχεδόν είχε τελειώσει ο καφές στο πλαστικό φλιτζάνι της όταν την παρότρυνε να κοιτάξει κάτω από το παράθυρο. Η Σοφία έσκυψε το κεφάλι της προς το τζάμι. «Τι είναι αυτές οι μαύρες τρύπες μέσα στο γάλα;» τον ρώτησε με απορία. Γέλασε με το χιούμορ της και της απάντησε ανάλογα: «Οι μαύρες τρύπες είναι λίμνες και το γάλα είναι η χιονισμένη οροσειρά των Άλπεων όπως τα βλέπουμε από ψηλά. Είμαστε πάνω από την Ελβετία». «Φανταστικό τοπίο!» μουρμούρισε έκπληκτη. «Δεν έχω δει ποτέ κάτι ανάλογο!» είπε κοιτάζοντας μαγεμένη. «Είμαστε στα μισά της διαδρομής. Σε μία ώρα περίπου θα προσγειωθούμε στο Γκάτγουϊκ και εκεί θα αλλάξουμε αεροπλάνο για Νέα Υόρκη. Ποτέ σχεδόν δεν ταξιδεύω με ανταποκρίσεις αλλά κάτι δεν πήγε καλά και αναγκάστηκα να φύγω εκτάκτως, σχεδόν άρον-άρον!» της εξήγησε. Κοίταξε το μπουφάν που είχε στριμώξει δίπλα της και της είπε: «Απ’ ότι βλέπω», δείχνοντας το μπουφάν «προνόησες για τον καιρό!». «Στα υπερατλαντικά ταξίδια πολλές φορές ξεκινάς από καλοκαίρι, συναντάς τον χειμώνα βόρεια και ξαναγυρνάς πίσω απ’ όπου ξεκίνησες. Ξέρεις η Νέα Υόρκη βρίσκεται στον ίδιο γεωγραφικό παράλληλο με την Αθήνα και έχει σχεδόν ίδιο καιρό, οπότε δεν θα αισθανθείς κλιματολογική αλλαγή. Όλα τα άλλα βέβαια είναι πολύ διαφορετικά. Είναι η χώρα του ατομικισμού κρυμμένου καλά πίσω από τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που κάνουν εράνους σε όλη τη γη, χωρίς να γνωρίζουμε ποτέ σε ποιών τις τσέπες καταλήγουν. Θα το ζήσεις και συ...» είπε και έδωσε το δίσκο του στην αεροσυνοδό που περνούσε δίπλα του μαζεύοντάς τους. Η Σοφία άκουγε, δεν μιλούσε, ήταν σαν σφουγγάρι που συνέλεγε σταγόνες πληροφοριών, αχόρταγα. Το βλέμμα της σταμάτησε πάνω στα χέρια του Αντρέα. «Ανδρέας Λιγαράς» της συστήθηκε στην αρχή της γνωριμίας τους. Τα χέρια του της θύμισαν τον Μιχάλη της, ακόμη ήταν ο Μιχάλης της. Που να ήταν; Τι να έκανε; Οι πιο κοινές αναρωτήσεις κάποιου που είναι μακριά από τον αγαπημένο του. Ήταν χαμένη στα ερωτηματικά της όταν ένα κενό αέρος στην πτήση την έκανε να βγάλει μια κραυγή τρόμου άθελά της: «Ααααχ!». Σαν πουλιά πέταξαν μακριά όλες της οι απορίες. Έμεινε με τα μάτια γεμάτα αγωνία. Κοίταξε ενστικτωδώς τον Ανδρέα που τον είχε πάρει ο ύπνος, κοίταξε και γύρω της τους υπόλοιπους επιβάτες. Δεν είδε σε κανέναν τη δική της ανησυχία. Με λογικούς συνειρμούς, ακούμπησε χαλαρά την πλάτη της στο κάθισμα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

223

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Για να μην ανησυχεί κανείς, μάλλον θα είναι φυσικό» συμπέρανε. Το αεροπλάνο άρχισε σιγά-σιγά μια καθοδική πορεία, κατεβαίνοντας τα αόρατα σκαλοπάτια του ουρανού. «Μάλλον φτάνουμε» σκέφτηκε. Γκρίζα σύννεφα τους υποδέχθηκαν αφιλόξενα, ρίχνοντας πάνω τους το συνηθισμένο, για εδώ, ψιλόβροχο. Η Βρετανική ύπαιθρος είχε στρωμένα πράσινα χαλιά και κάποιες αγροικίες σπαρμένες μέσα της, προσπαθούσαν να εξισορροπήσουν το μουντό τοπίο. Με πολλά τραντάγματα και μέσα σε μια βροχή που πλέον είχε δυναμώσει και χτυπούσε με δύναμη στο παράθυρο, το αεροπλάνο προσγειώθηκε λίγο άτσαλα στο μικρό αεροδρόμιο. Ήταν η πρώτη ταξιδιωτική εμπειρία της που την οδήγησε, κατευθείαν μόλις κατέβηκαν, εκεί που και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος του. Ο Αντρέας ήταν πολύ εξυπηρετικός. Αισθάνθηκε τυχερή. Όταν βγήκε, την περίμενε έξω, στον μακρύ διάδρομο, μιλώντας στο κινητό του. Είχε γυρισμένη την πλάτη του και μιλούσε έντονα. «Κάτι θα στράβωσε στο πρόγραμμά του» σκέφθηκε η Σοφία, και περίμενε σιωπηλά πίσω του. Αντάλλαξε μερικές βρισιές με τον συνομιλητή του και κατέβασε το τηλέφωνο από το αυτί. Γύρισε τόσο απότομα που η Σοφία τινάχτηκε. Δυο αυλάκια στο μέτωπό του δήλωναν την έντασή του. «Τρέχει κάτι σοβαρό;» ρώτησε επιφυλακτικά η Σοφία. «Σοβαρό για τη δουλειά μου» της είπε με νευρικό τόνο. «Μια παραγγελία που έπρεπε να βρίσκεται πριν από μένα στη Νέα Υόρκη θα έρθει καθυστερημένη, με αποτέλεσμα να την περιμένω μία ολόκληρη εβδομάδα ακυρώνοντας ένα άλλο ραντεβού στο Μόναχο» μιλούσε και συγχρόνως το μυαλό του φαινόταν να τρέχει. Η Σοφία παρατήρησε το στρες που τον κατέκλυσε, έβγαινε από τα λόγια του, τις συσπάσεις του προσώπου του, τις κινήσεις των χεριών του, που έγραφαν κύκλους στον αέρα ακολουθώντας τα λεγόμενά του. «Δεν μπορεί να υπάρξει κάποια λύση; Ίσως κάποια αλλαγή. Εγώ βέβαια δεν γνωρίζω τίποτα από τη δουλειά σου, αλλά λέω μήπως υπάρχει κάποια εναλλακτική λύση» του πρότεινε σαν συμβουλή η Σοφία, προσπαθώντας να χαμηλώσει τους τόνους.


224

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Μπορεί να γίνει αλλαγή, αλλά κάθε αναβαλλόμενο ραντεβού στοιχίζει στις διαπραγματεύσεις» της είπε και συνέχισε, παίρνοντας απόφαση ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα. «Υπάρχει τέτοιος σκληρός ανταγωνισμός» σταμάτησε τα λόγια του και χάθηκε για λίγο η σκέψη του, μάλλον σε αρνητικά πεδία, από ότι έδειχνε η σκοτεινιά των ματιών του. «Έλα πάμε στην αίθουσα αναμονής, έχουμε ένα δίωρο μπροστά μας» είπε με ύφος παγωμένο και, χωρίς να την κοιτάξει καν, άρχισε να περπατάει προς το βάθος του διαδρόμου. Η Σοφία τακτοποίησε την τσάντα της στον ώμο και άρχισε σχεδόν να τρέχει από πίσω του. «Καλά που δεν έχω και βαλίτσες μαζί μου» μονολόγησε. Τον παρατηρούσε καθώς βάδιζε πίσω του. Η έντασή του τον κυνηγούσε. Το στιλάτο κουστούμι του, ξαφνικά της φάνηκε άχαρο και φτηνό. Ποτέ της δεν είχε βιώσει τόσο έντονα αυτό το κυνηγητό της ζωής. Τον λυπόταν έτσι που τον έβλεπε και μια σκέψη κουδούνισε στο μυαλό της: «Χοντρό το αντίτιμο της επιτυχίας!». Ακόμη όμως δεν γνώριζε το δικό της αντίτιμο. Μπήκαν από μια μεγάλη πόρτα σε ένα λαβύρινθο από σκαλοπάτια. Οι τεχνικές εργασίες στο τμήμα αυτό βρισκόταν σε δυναμικό επίπεδο. «Αυτό το βρωμοαεροδρόμιο ποτέ δεν θα τελειώσει με τα μπαλώματά του…» έβρισε μέσα από τα δόντια του ο Αντρέας. Η Σοφία δεν έβγαλε μιλιά, η θέση της ήταν δύσκολη. Πέρασαν κάτω από τις στημένες σκαλωσιές. Έφτασαν σε μια γκρίζα, σιδερένια πόρτα. Την άνοιξαν προς τα μέσα και άλλαξαν οπτικά πλανήτη. Έτσι της φάνηκε μπροστά σε αυτό που αντίκρισε. Ένα τεράστιο, κυκλικό σαλόνι φιλοξενούσε ένα απίστευτο πλήθος κόσμου. Στάθηκε προς στιγμή σαν χαμένη αλλά πολύ γρήγορα αναζήτησε την εκρού πλάτη του συνοδού της, που κατευθύνθηκε προς τα αριστερά. Ο Αντρέας σταμάτησε στο μαγαζί με τα αφορολόγητα. Η Σοφία δεν κατάλαβε τι αγόρασε, εκείνη προσηλώθηκε στα μπουκαλάκια με τα αρώματα. «Πάμε να πιούμε ένα καφέ ακόμα;» τη ρώτησε. Παραξενεύτηκε τόσο από την ήρεμη ερώτησή του, που στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κάποιος άλλος συνταξιδιώτης Έλληνας που μιλούσε σε κάποιον δικό του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

225

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Τι λες θα έρθεις;» την ξαναρώτησε. «Ναι, ναι, πάμε» του απάντησε καταφατικά και αισθάνθηκε να χαλαρώνει από την πίεση που, άθελά του, της μετέφερε προηγουμένως. «Μάλλον εμπέδωσε την αναποδιά που του προέκυψε» σκέφτηκε η Σοφία και τον ακολούθησε σαν κουτάβι. Ο τεράστιος αυτός χώρος προεκτεινόταν σε δύο επίπεδα ψηλά. Πέρασαν μπροστά από τα μικρά μαγαζιά που ήταν απλωμένα κυκλικά στο ισόγειο και πήραν την κυλιόμενη σκάλα για το πρώτο επίπεδο. Όση ώρα η σκάλα ανέβαινε, σήκωσε τα μάτια της κοιτάζοντας επάνω. Ένας υπέροχος θόλος άφηνε το ελάχιστο φως της σημερινής βροχερής ημέρας να τρυπώσει μέσα. Σ’ αυτό το επίπεδο, τα περισσότερα καταστήματα κάλυπταν τις διατροφικές ανάγκες των ταξιδιωτών. Ο Αντρέας διάλεξε ένα τραπεζάκι σε ένα καφέ ακριβώς δίπλα στο κυκλικό κάγκελο και ιπποτικά της έδωσε την καλύτερη θέση πειράζοντάς τη. «Απ’ ότι κατάλαβα σου αρέσουν τα παράθυρα με θέα, εμείς σας προσφέρουμε μπαλκόνι με θέα». Το βρήκε αρκετά αστείο αλλά όχι αρκετό για να δικαιολογεί το ανεξήγητο νευρικό γέλιο που την έπιασε. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να βγάλει από μέσα της, όλη τη συσσωρευμένη πίεση που άρχισε να τη γυροφέρνει, πλήττοντάς τη με έναν ελαφρύ πονοκέφαλο. Τον απέφυγε με καταπληκτική δεξιοτεχνία, αφήνοντας τον Αντρέα με μεγάλη αναρώτηση, καθώς την έβλεπε να επανέρχεται μετά την κρίση γέλιου που την έκανε να συγκρατεί το στομάχι της από το τράνταγμα. Μόλις σταμάτησε να γελάει συνειδητοποίησε ότι είχε πολύ καιρό να διασκεδάσει με αυτό τον τρόπο. Οι τελευταίες ημέρες πριν το ταξίδι ήταν επιβαρημένες με πολύ συγκίνηση, πίεση και τρέξιμο. Τώρα καθόταν με έναν άγνωστο άνδρα, σε ένα άγνωστο μέρος για ένα ταξίδι σε μια άγνωστη χώρα, αλλά για ένα τόσο γνωστό προορισμό που μόνο αυτός τη βοηθούσε να ξεπερνάει τις ανασφάλειές της. Όση ώρα ο Αντρέας έβλεπε στον κατάλογο που υπήρχε πάνω στο τραπέζι τι θα μπορούσε να συνοδέψει τον καφέ τους, η Σοφία κόντεψε να στραβώσει το λαιμό της, παρ’ όλη τη διακριτικότητα που τη χαρακτήριζε, παρατηρώντας έναν κλασσικό τύπο Άγγλου που έπινε το τσάι του στο διπλανό τραπέζι. Αν βρισκόταν στο σπίτι της και όχι σε ένα δημόσιο χώρο, θα είχε μείνει με το στόμα ανοικτό, βλέποντας τις απόλυτα τελετουργικές κινήσεις του, προσεγμένες μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Από τον


226

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

τρόπο που κρατούσε το κουταλάκι για να βάλει ζάχαρη στο φλιτζάνι του, το απαλό κυκλικό ανακάτεμα του, την άηχη επιστροφή του στο λευκό πορσελάνινο πιατάκι μέχρι και την λεπτεπίλεπτη κίνηση όταν ακούμπησε το φλιτζάνι στα χείλη του. Ο Αντρέας που αντιλήφθηκε τι τράβηξε την προσοχή της σε βαθμό που άγγιζε τα όρια της αδιακρισίας, της είπε χαμογελώντας: «Μην ξεχνάς πως βρισκόμαστε στην Αγγλία και υπάρχουν πολλοί, σε πληροφορώ, παραδοσιακοί τύποι, ίσως χωρίς τα κιλτ3 τους αλλά αυτές τις συνήθειές τους στην απόλαυση του τσαγιού τους δεν τις αλλάζουν με τίποτα!». «Ομολογώ ότι μένω έκπληκτη, ίσως φταίει η ταχύτητα της εποχής που έχει συμπαρασύρει μαζί της, στον δικό της ρυθμό, ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας. Να δεις που σε λίγα χρόνια, τέτοιου είδους απολαύσεις θα ανήκουν σε επαναστατικά κινήματα» του είπε σαν μελλοντολόγος. Ένας σβέλτος σερβιτόρος τους πλησίασε να πάρει την παραγγελία τους σε ρυθμό, εντελώς αντεπαναστατικό. Και οι δύο παρήγγειλαν καφέ, κόντρα στο κατεστημένο της χώρας που τους φιλοξενούσε για το προσεχές δίωρο. Όμως αυτό που τίμησαν δεόντως, ήταν οι υπέροχες πουτίγκες με σοκολάτα. Ζήτησαν και ένα δεύτερο φλιτζάνι καφέ, φανατικοί λάτρεις του καφέ κι οι δύο, καθώς το ένα, τους φάνηκε λίγο για να συνοδεύσει τα διάφορα θέματα που συζητούσαν περιμένοντας την πτήση τους. Ένα μεγάλο, παραδοσιακό ρολόι, όχι ηλεκτρονικό, κρεμασμένο από την οροφή, τους θύμισε ότι πλησίαζε η ώρα να περάσουν από νέο έλεγχο για την επιβίβαση τους στο τεράστιο τζάμπο τζετ που θα τους ταξίδευε στη μακρινή ήπειρο. Μάζευαν τα πράγματά τους, όταν μια φωνή από τα μεγάφωνα του αεροδρομίου, τους υπενθύμιζε τον αριθμό της πτήσης που ετοιμαζόταν για αναχώρηση και τον αριθμό της εξόδου των επιβατών προς το αεροπλάνο. Σηκώθηκαν ευδιάθετοι που το ταξίδι τους έμπαινε στην τελική ευθεία. Η Σοφία στράφηκε προς τον Αντρέα την ώρα που απενεργοποιούσε το κινητό του, το οποίο είχε χτυπήσει αρκετές φορές όση ώρα περίμεναν και άλλες τόσες το είχε χρησιμοποιήσει και ο ίδιος, και με πολύ ειλικρίνεια του είπε: «Πάντως, σε ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια, θα ήταν αρκετά δύσκολα τα πράγματα για μένα την πρωτάρα. Χώρια που είσαι και καταπληκτική παρέα» 3

Παραδοσιακή φορεσιά


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

227

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

σταμάτησε για λίγο και έσφιξε τα φρύδια της περιπαιχτικά «…όταν δεν νευριάζεις βέβαια και όταν σου περισσεύει χρόνος από τα τηλεφωνήματά σου». «Αν έβλεπες τον εαυτό σου όταν φτάσαμε.! Σαν ταύρος σε υαλοπωλείο ήσουν!». «Που να δεις και τα χειρότερά μου. Αυτά για μένα δεν ήταν τίποτα. Ώρεςώρες, ούτε εγώ ο ίδιος δεν ανέχομαι τον εαυτό μου!» της είπε σαν εξομολόγηση την ώρα που κατέβαιναν στο ισόγειο. Στην έξοδο αναχωρήσεων γινόταν το αδιαχώρητο. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά απλώνονταν σε μια τεράστια ουρά. Κρατώντας τις κάρτες μετεπιβίβασης, στάθηκαν στη σειρά, εφοδιασμένοι με αρκετή υπομονή. Λίγο πριν φτάσουν μπροστά στη χαριτωμένη αεροσυνοδό, που έκανε τον έλεγχο, ο Αντρέας ευχήθηκε στη Σοφία καλό ταξίδι. «Σοφία, σ’ αυτό το θηρίο» έτσι αποκαλούσε τα τζάμπο τζετ ο Αντρέας διότι τον έβρισκε πιο αντιπροσωπευτικό τον χαρακτηρισμό του, «δεν θα έχουμε την τύχη να καθίσουμε μαζί. Προσπάθησε να περάσεις ευχάριστα τις ώρες της πτήσης, οι οποίες είναι οδυνηρά πολλές… ειδικά οι τελευταίες» και μόνο στη σκέψη τους, το πρόσωπό του πήρε ένα ύφος σαν να έτρωγε λεμονόφλουδες. Η Σοφία γέλασε βλέποντας την αντίδρασή του, που τη θεώρησε λίγο υπερβολική. «Μην γελάς καθόλου!» της είπε με νόημα και συνέχισε. «Να σε δω τι θα κάνεις στο τελευταίο δίωρο, όταν ήδη θα έχεις δει δύο ταινίες, θα έχεις ακούσει μουσική για μια εβδομάδa… Άντε, να κοιμηθείς και δυο ώρες, και τα πόδια σου θα ζητάνε απεγνωσμένα βοήθεια, ζητώντας από εσένα να τα κινήσεις, να ξεμουδιάσουν από την ασφυκτική ακινησία τους». «Έλα βρε Αντρέα! Μήπως τα παραλές;» τον αποπήρε η Σοφία, φέρνοντας στο μυαλό της τις έντονες αντιδράσεις του, που είχε βιώσει αυτές τις λίγες ώρες που τον γνώριζε. «Α! Και το πιο σημαντικό!» της είπε στηρίζοντας ακάθεκτα την άποψή του. «Έχει και πιο σημαντικό;» τον ρώτησε αστειευόμενη. «Έλα πες μου…». «Σήμερα, για πρώτη φορά στη ζωή σου, θα έχεις το προνόμιο να απολαύσεις δυο φορές την ανατολή και ανάμεσά τους τη δύση σε χρόνους ασυνήθιστους!». Η Σοφία τον κοίταξε με απορία. «Την πρώτη ανατολή την είδαμε στην Αθήνα την ώρα που φεύγαμε, τη δύση θα τη δούμε πάνω από τον Ατλαντικό κατά τη διάρκεια της πτήσης και τη δεύτερη ανατολή στη Νέα Υόρκη!».


228

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Σοβαρολογείς;» τον ρώτησε, «Δεν το έχω σκεφτεί αυτό!». «Απολύτως, εκτός αν σε πάρει ο ύπνος!» της απάντησε ως ειδήμων. Τα λόγια του καρφώθηκαν στο μυαλό της. Είχαν φθάσει ήδη στην είσοδο του αεροσκάφους και τα άκουγε ακόμη στα αυτιά της. Οι δρόμοι τους χωρίστηκαν μετά την είσοδο. Εκείνη πήγε προς τα δεξιά, εκείνος προς τα αριστερά. Η αναταραχή που επικρατούσε λόγω του συνωστισμού, δεν κράτησε πολύ. Σιγά-σιγά όλοι τακτοποιήθηκαν στις θέσεις τους. Όταν ηρέμησε και μπόρεσε να δει τριγύρω της και πέρα στο βάθος, τότε κατάλαβε γιατί ο Αντρέας το έλεγε θηρίο, ήταν τεράστιο! Ταξίδευε στην τουριστική θέση εν αντιθέσει με τον Αντρέα, που είχε το προνόμιο μιας μπίζνες κλας θέσης. Αυτό δεν τη στεναχώρησε τόσο, όσο το ότι δεν ήταν δίπλα στο παράθυρο. Τακτοποίησε τα λίγα πράγματά της και ξεναγήθηκε στα ψυχαγωγικά μέσα που προσέφερε η πτήση ενός τζάμπο τζετ. Φανερά πιο ήρεμη και κατατοπισμένη, έβαλε τα ακουστικά στ’ αυτιά της να απολαύσει τη μουσική που ακουγόταν στο μουσικό κανάλι. Το μοναχικό της ταξίδι, ανάμεσα σε τετρακόσιους ογδόντα επιβάτες, της έδωσε χρόνο να γυρίσει για λίγο πίσω. Μια ερωτική μελωδία την έκανε να ψιθυρίσει αυθόρμητα «Μιχάλη μου…». Μια φράση που την έλεγε αρκετά συχνά τον πρώτο καιρό, ειδικά στις δυσκολίες της. Μια ζεστασιά απλώθηκε στο κορμί της και τη συντρόφεψε σαν καλός φίλος στο ταξίδι της. Όταν το μούδιασμα στα πόδια της άρχισε να την ενοχλεί έντονα, συνειδητοποίησε ότι είχαν περάσει ήδη τέσσερις ώρες. «Μάλλον είχε δίκιο ο Αντρέας…» είπε μέσα της «…κι εγώ τον έκρινα σαν υπερβολικό! Και έχουμε μπροστά μας άλλες τέσσερις ώρες, ωχ!» βόγκηξε. Μετά από λίγο δεν άντεξε, σηκώθηκε και πήγε μέχρι το πίσω μέρος του αεροσκάφους, προς τις τουαλέτες. «Τουλάχιστον είναι κι αυτός ένας τρόπος για να περπατήσω λίγο, μήπως και ξεκουνηθεί το αίμα που λίμνασε μέσα στις φλέβες μου!» είπε αισθανόμενη χιλιάδες τσιμπήματα στα πόδια της. Το τελευταίο δίωρο της φάνηκε όντως πολύ δύσκολο. Κατάφερε να κοιμηθεί λίγο, αλλά ξύπνησε απότομα αισθανόμενη το στομάχι της να έρχεται προς τα πάνω. Αιτία ένα απότομο κατέβασμα του αεροπλάνου. Ταρακουνήθηκε για λίγα λεπτά αλλά η τακτική του πιλότου να κατέβει χαμηλότερα απεδείχθη σωτήρια.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

229

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ανησύχησε προς στιγμή, όμως είχε ήδη μια προηγούμενη εμπειρία, οπότε κατάφερε να ελέγξει τις σκέψεις της. Παρ’ όλα αυτά έπιασε τον εαυτό της να σφίγγει ασυναίσθητα το πλαστικό σακουλάκι που της έδωσε η αεροσυνοδός όταν έμπαιναν στο σκάφος με διάφορα χρηστικά αντικείμενα για το ταξίδι. Όπως το κρατούσε σφιχτά, είδε πίσω από τη διαφάνειά του ένα κόκκινο χρώμα που της τράβηξε την προσοχή. Το άνοιξε και ένα μαλακό, χνουδωτό πραγματάκι βρέθηκε στα χέρια της. Η έκπληξή της ήταν μεγάλη όταν συνειδητοποίησε ένα ζευγάρι καλτσάκια για την ξεκούραση των ποδιών από τα παπούτσια. «Αν δεν φορούσα τα δικά μου, στ’ αλήθεια θα μου ήταν πολύ χρήσιμα» είπε χαμογελώντας και τα ξαναέβαλε στη θέση τους. Η αναγγελία που ακούστηκε από το ηχητικό σύστημα ήρθε σαν βάλσαμο για το σώμα της. Πλησίαζαν στη Νέα Υόρκη και περίπου σε δέκα λεπτά θα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο του Λα Γκουάρντια. «Επιτέλους! Θα ξεδιπλωθώ από το πακετάρισμα!» αναφώνησε, αδιαφορώντας για τους διπλανούς της «έτσι κι αλλιώς δεν φαίνεται να γνωρίζουν ελληνικά!» συμπέρανε με μια δόση αμφισβήτησης. Μάζεψε τα ψιλοπράγματά της με ιδιαίτερη χαρά. Ακούμπησε τα ακουστικά στη θέση τους, και έκλεισε το τραπεζάκι μπροστά της. Ήταν έτοιμη. Η επαφή των τροχών με το έδαφος ανεπαίσθητη έως τέλεια. Ο καιρός στη Νέα Υόρκη, αν και ήταν χαράματα την ώρα που φθάσανε, προμηνυόταν ηλιόλουστος και ζεστός, όπως τους είχε ενημερώσει ο κυβερνήτης. Της φάνηκε τόσο παράξενο που ξεκίνησε με το χάραμα από την Αθήνα και χάραμα έφτανε στη Νέα Υόρκη. «Τέλεια! Αθήνα-Νέα Υόρκη σε χρόνο μηδέν! Σαν να διακτινίστηκα μέσα από ένα όνειρο».


230

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

231

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΑΜΕΡΙΚΗ


232

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Πρώτο ΤικΤικ-τακ, τικτικ-τακ, η μεγάλη απορία

Το τζάμπο πλησίασε σε μια πύλη του τεράστιου αεροδρομίου. Ακούμπησε τα πλευρά του απαλά στην πτυσσόμενη είσοδο που προεξείχε από το κεντρικό κτίριο και η πόρτα του άνοιξε. Οι αεροσυνοδοί, χαμογελαστοί, προσπαθούσαν να διευκολύνουν τον κόσμο στην αποβίβαση, χωρίς βέβαια να παραλείψουν να τους ευχαριστήσουν που προτίμησαν τη συγκεκριμένη αεροπορική εταιρία. Εξάλλου αυτή ήταν η πολιτικών όλων των εταιριών. Η Σοφία έριξε μια ματιά μήπως δει τον Αντρέα αλλά η ροή του κόσμου την παρέσυρε γρήγορα προς τα έξω. Περνώντας μέσα από ένα σκιερό τούνελ βρέθηκαν στον απέραντο χώρο των αφίξεων. Τρία φωτεινά νούμερα τους κατεύθυναν προς τις εξόδους. Μπήκε στη σειρά σε ένα από αυτά για να περάσει από τον έλεγχο διαβατηρίων και ειδικά τον έλεγχο της βίζας. Κανονική ανάκριση, γιατί έρχονται; Πόσο καιρό θα μείνουν; Πού θα μείνουν; «Πολύ αντιφατικά μέτρα για τη χώρα της ελευθερίας!» σκέφτηκε η Σοφία ειδικά μετά τα γεγονότα της ενδεκάτης Σεπτεμβρίου, τα μέτρα ασφαλείας ήταν επιεικώς ασφυκτικά. Ο μελαμψός υπάλληλος της επέστρεψε τα χαρτιά κοιτώντας τη με ένα καχύποπτο βλέμμα που την εκνεύρισε. Τα έριξε στην τσάντα της και προχώρησε προς την παραλαβή των αποσκευών.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

233

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όπως περνούσε προς τον κυλιόμενο ιμάντα για να πάρει τις βαλίτσες της, παρατηρούσε γύρω της τον κόσμο. Έμεινε έκπληκτη από τις φυσιογνωμίες που περνούσαν δίπλα της, ανθρώπους από όλα τα σημεία αυτού του πολυποίκιλου πλανήτη. Πιο πολύ όμως της έκανε εντύπωση η ενδυμασία του αραβικού λαού. Ένα μαύρο σύννεφο την προσπέρασε και την άφησε άφωνη. «Τικ-τακ, τικ-τακ» ακούστηκε. Γύρισε πίσω της αλλά δεν ήταν κανείς τόσο κοντά της. Μα δεν έκανε λάθος, ήταν ο ήχος που κάνουν τα τακούνια πάνω στο μάρμαρο! Ξαναγύρισε μπροστά της και τότε μόνο συνειδητοποίησε, μετά από μια προσεκτική ματιά ότι το μαυροφορεμένο σύννεφο, έκρυβε τα γοβάκια αλλά όχι τον ήχο τους. «Δεν το πιστεύω αυτό που βλέπω!» είπε στον εαυτό της. «Είναι σαν μαύρα φαντάσματα με τακούνια!» ξαναείπε και την έπιασε ένα νευρικό γέλιο. Έβαλε το χέρι της μπροστά στα χείλη να το κρύψει διακριτικά. Ευτυχώς είχαν απομακρυνθεί αρκετά και δεν έγινε αντιληπτή η αυθόρμητη αντίδρασή της. Όπως στήθηκαν γύρω από τον ιμάντα περιμένοντας τις βαλίτσες τους να εμφανιστούν από το σημείο εξόδου, της ήρθε στο μυαλό το τρενάκι του τρόμου στο λούνα παρκ. Κάθε λίγο, άνοιγε ένα τεράστιο στόμα κουνώντας τα πλαστικά δόντια του και έφτυνε προς τα έξω μια αποσκευή. Το ενδιαφέρον της τραβήχτηκε ξαφνικά απέναντι, στις γυναίκες με τα μαύρα που την προσπέρασαν προηγουμένως. Μόνο τα μάτια τους φαίνονταν. Μαύρα, λαμπερά, αλλά χρεωμένα με μια νότα φόβου σε κάθε συνάντησή τους με άλλα βλέμματα. Δεν ξεχώριζες εύκολα ηλικία. Μόνο από κάποιες απρόσεκτες κινήσεις τους, μπορούσες να αντιληφθείς ότι κάτω από την μαύρη σαρία, κρυβόταν γυναίκες ντυμένες με ρούχα υψηλής ραπτικής, και χρυσαφικά εκατομμυρίων στα χέρια. Αναγκαστικά το μυαλό έμπαινε σε σύγχυση καθώς ήταν δύσκολο για μια γυναίκα μεγαλωμένη στη δύση να καταλάβει αυτήν τη νοοτροπία. Απορροφημένη από το θέαμα που της τράβηξε την προσοχή, ούτε που κατάλαβε πότε το σιδερένιο στόμα πέταξε τις βαλίτσες της πάνω στην τεράστια γλώσσα του. Τις είδε τη τελευταία στιγμή που ήδη είχαν περάσει από μπροστά της. Έμεινε να τις κοιτάει, σαν το τρένο που έχασε, όση ώρα γύριζαν ολόκληρο το κύκλο για να ξαναφτάσουν μπροστά της. Αυτή τη φορά τις περίμενε, τις άρπαξε πάνω από τον ιμάντα και, περνώντας μέσα από το πλήθος που στεκόταν πίσω της, έψαξε τις ταμπέλες για την έξοδο.


234

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Λίγο πριν βγει από τη μεγάλη, αυτόματη τζαμαρία αποφάσισε να τηλεφωνήσει στον Γιάννη, όπως της είχε πει ο πατέρα της. Κάθισε σε ένα κάθισμα και ακούμπησε τις βαλίτσες δίπλα της. Οι περίεργοι τύποι που κυκλοφορούσαν τριγύρω, την έκαναν να είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Έβγαλε το τηλέφωνο από την τσάντα της και το κοίταξε. Το πήρε τελευταία στιγμή από ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας κοντά στο σπίτι του Μιχάλη. Ο υπάλληλος της εξήγησε ότι έπρεπε να είναι πολλαπλών συχνοτήτων για να μπορεί να επικοινωνήσει με την Ευρώπη. Και είχε να κάνει αρκετά τηλέφωνα, και πρώτα-πρώτα στον ξάδελφο του πατέρα της, τον Γιάννη, που λογικά θα την περίμενε. Ψάχνοντας στον κατάλογο του κινητού της εμφανίστηκε το όνομά του στα αγγλικά «Τζον». Πάτησε το κουμπί της κλήσης και περίμενε, ο χαρακτηριστικός ήχος της αναμονής ακούστηκε στην άλλη μεριά. «Εμπρός» απάντησε στα αγγλικά μια γυναικεία φωνή. «Μπορώ να μιλήσω στον κ. Τζον παρακαλώ;» της ζήτησε η Σοφία με τα άπταιστα αγγλικά της. «Μια στιγμή, περιμένετε να τον φωνάξω» την παρακάλεσε η συνομιλήτριά της. Σε λίγο μια βαριά αντρική φωνή απάντησε: «Ναι…». Η Σοφία δεν μίλησε, της ήρθε ξαφνικό, περίμενε ότι θα απαντούσε στα αγγλικά. «Ναι…» ξαναείπε με τον ίδιο τόνο ο Τζον. «Καλημέρα, είμαι η Σοφία, η κόρη του Ορέστη». Μιλούσε αργά-αργά, δίνοντας χρόνο στον συνομιλητή της να καταλάβει ποια του μιλούσε. «Α! έφτασες Σοφία, καλωσόρισες κορίτσι μου!» την υποδέχθηκε εγκάρδια στο τηλέφωνο. «Λυπάμαι που δεν ήμουν εκεί…» και κομπιάζοντας συνέχισε «και δεν θα μπορέσω να έρθω… Θα σου είναι εύκολο να έρθεις με ένα ταξί;» τη ρώτησε και περίμενε την απάντησή της. «Ναι, βέβαια» είπε η Σοφία άκεφα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. «Μου έτυχε κάτι πολύ έκτακτο… Θα τα πούμε μόλις έρθεις. Θα τα καταφέρεις έτσι;». Ακούστηκε ανήσυχος. «Μην στενοχωριέσαι θείο, μπορώ να σε λέω θείο;» τον ρώτησε.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

235

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Και βέβαια… χαρά μου! Θα σε περιμένω…» της είπε και έκλεισε τη γραμμή χωρίς πολλά λόγια. Η Σοφία πήρε μια βαθιά ανάσα, δεν περίμενε φυσικά μια τέτοια υποδοχή αλλά εντάξει «μπορεί να συμβαίνει κάτι σοβαρό» σκέφτηκε. «Δύσκολα ξεκινάμε Μιχάλη μου!» ψιθύρισε αλλά δεν άφησε το μυαλό της να πετάξει, αισθανόταν έντονα την ανασφάλεια του χώρου για τέτοιου είδους ταξίδια. Ένα χέρι την ακούμπησε στον ώμο και την έκανε να τιναχτεί από το κάθισμά της, σηκώνοντας ασυναίσθητα το δεξί της χέρι. «Ήσυχα γλύκα, μην ταράζεσαι! Έπαθες κάτι;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον ο Αντρέας. «Ουφ…» ξεφύσηξε η Σοφία. «Με τρόμαξες Αντρέα… Συγνώμη αν σε χτύπησα…» του δικαιολογήθηκε. «Όχι, εντάξει. Εσύ είσαι καλά;» την ξαναρώτησε βλέποντάς την κάπως προβληματισμένη. «Καλά είμαι, να… περίμενα το θείο μου να έρθει να με πάρει, αλλά κάτι του έτυχε και προφανώς θα φύγω με ταξί. Σ’ εκείνον τηλεφωνούσα και με βρήκες. Εσύ όμως γιατί είσαι ακόμη εδώ;». «Μην μου λες, κατάλαβα, κάποιο τηλεφώνημα θα φταίει…» του είπε και τον είδε να χαμογελάει. «Λοιπόν, κοίτα να δεις τι θα κάνουμε. Επειδή θα φύγω κι εγώ με ταξί, θα φύγουμε μαζί και θα σε αφήσω όπου θέλεις. Φτάνει βέβαια να βολεύει και να μην με βγάλει πολύ από το δρόμο μου». «Πού μένει ο θείος σου;» τη ρώτησε. Η Σοφία άνοιξε την τσάντα της, πήρε ένα χαρτί και του διάβασε τη διεύθυνση. «Αχα! Έφυγες από την Ελλάδα για να βρεθείς σε μια μικρότερη στο κέντρο της Νέας Υόρκης. Γνωρίζεις πιστεύω ότι στην Αστόρια μένουν πάρα πολλοί Έλληνες!» της είπε ο Αντρέας εμφατικά. «Ναι, κάτι έχω ακούσει και απ’ ότι μου έχει πει ο πατέρας μου, ο θείος Τζον… ‘‘Τζον ο Έλληνας’’, έτσι των φωνάζουν εδώ, έχει ένα μικρό μαγαζί και πουλάει τα παραδοσιακά μας εδέσματα, γύρο και σουβλάκια». «Α! Πολύ ωραία! Θα περάσω κάποιο βράδυ να δοκιμάσω τις νοστιμιές του». «Σήκω, όμως, γιατί αργούμε. Θα σε αφήσω στην Αστόρια και μετά εγώ συνεχίζω για το Μανχάταν» της είπε βιαστικά μόλις κοίταξε το ρολόι του.


236

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Τυχερή, μέσα στην ατυχία μου! Σ’ ευχαριστώ πολύ ρε Αντρέα, εύχομαι να στο ανταποδώσω κάποια στιγμή» του είπε ενώ τακτοποιούσε το μπουφάν της και ένα μικρό βαλιτσάκι πάνω στις μεγάλες βαλίτσες, κάνοντας δύο μικρούς πύργους. Ο Αντρέας έχοντας λιγότερα, προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει μέχρι έξω. Πήραν ένα ταξί, από τα πολλά που περίμεναν ακριβώς μπροστά στην πόρτα. Ο Αντρέας έδωσε τη διεύθυνση του Τζον και εξήγησε στον οδηγό ότι θα συνέχιζαν μετά για το ξενοδοχείο του στην 42η οδό στο Μπρόντγουεϊ. Καθώς το ταξί προχωρούσε στη μεγάλη λεωφόρο, η Σοφία ρώτησε τον Αντρέα: «Πόσο λες να μείνεις στη Νέα Υόρκη;». «Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα…» έμεινε λίγο σκεπτικός. «Θυμάσαι, πιστεύω, το τηλεφώνημα στο αεροδρόμιο του Γκάτγουϊκ!» γύρισε και την κοίταξε με νόημα. «Δεν ξέρω τι θα γίνει. Πρέπει να πάω στην εταιρεία και να δούμε τις επόμενες κινήσεις, αλλά μάλλον το δεκαπενθήμερο θα είναι σίγουρα αναγκαίο, απ’ ότι προβλέπω». «Εσύ, τι σκοπεύεις να κάνεις;» τη ρώτησε. «Σίγουρα το πρώτο που έχω να κάνω είναι να δηλώσω τη θέση μου στο νοσοκομείο και φυσικά να δω που θα μείνω. Είναι από τα πρώτα βασικά θέματα που πρέπει να ασχοληθώ. Τις πρώτες ημέρες βέβαια, θα φιλοξενηθώ στο σπίτι του θείου Τζον, για να μπορέσω να τα τακτοποιήσω όλα αυτά». Ο οδηγός του ταξί, έβλεπε που και που στο πίσω μέρος από τον καθρέφτη, παραξενεμένος που άκουγε την άγνωστη γι’ αυτόν ομιλία τους. Στο τέλος δεν άντεξε και ρώτησε ευγενικά: «Από πού έρχεστε;». «Μόλις φθάσαμε από την Ελλάδα» του απάντησε ο Αντρέας στα αγγλικά. Μόλις άκουσε τη λέξη «Γκρις», σαν να άναψε ένα λαμπάκι στο κεφάλι του. «Ω! Ναι! Οι Ολυμπιακοί αγώνες!» απάντησε ενθουσιασμένος. «Ευχάριστο που μας θυμούνται από τους Ολυμπιακούς αγώνες και όχι από τίποτα άλλο!» σχολίασε χαμογελαστά κοιτώντας τη Σοφία. «Αν και νομίζω ότι άλλος ήταν ο λόγος της ερώτησης!» της είπε κουνώντας το κεφάλι του. «Δηλαδή;» τον ρώτησε με περιέργεια εκείνη.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

237

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Μετά τα τρομοκρατικά γεγονότα, επικρατεί στη χώρα μια γενική καχυποψία και ειδικά με τους σκουρόχρωμους όπως είμαστε εμείς». «Πρόσεξες ότι από τη στιγμή που έμαθε την καταγωγή μας, ούτε που μας έδωσε πλέον σημασία, σιγουρεύτηκε ότι δεν έχουμε κακές διαθέσεις. Ορισμένες φορές οι άνθρωποι από το φόβο τους λειτουργούν σαν τα άλογα, με παρωπίδες». «Πάντως ένα είναι σίγουρο» είπε η Σοφία «όλοι οι ταξιτζήδες του κόσμου είναι το ίδιο περίεργοι!». Μετά από μια μικρή σχετικά διαδρομή, μπήκαν στην ελληνική γειτονιά. Έτσι θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κάποιος βλέποντας τα ελληνικά μαγαζιά που φύτρωναν δεξιά και αριστερά. Το ταξί έστριψε δεξιά, στο σηματοδότη του κεντρικού δρόμου και μπήκε σε έναν μικρότερο. Τα ξύλινα διώροφα σπίτια, έδειχναν περιοχή όπου ζούσε το εργατικό δυναμικό της χώρας. Μια παρέα παιδιών που τσακώνονταν στο πεζοδρόμιο, της τράβηξε την προσοχή και την έκανε να χαμογελάσει. Το αυτοκίνητο έκοψε ταχύτητα και κυλούσε γλυκά στο μονόδρομο. «Τελικά τα παιδιά σ’ όλο το πλανήτη είναι ίδια. Συμφωνείς;» ρώτησε τον Αντρέα. «Ίδια είναι Σοφία… Μα μερικά είναι προνομιούχα σε σχέση με κάποια άλλα. Ειδικά εδώ! Στη χώρα των δύο άκρων». «Θα δεις παιδιά κακομαθημένα από την καλοπέραση που ψάχνουν να βρουν το νόημα της ζωής σε εντελώς λάθος μέρη και με λάθος τρόπους. Και παιδιά που η ζωή είναι τόσο σκληρή μαζί τους από την τόσο τρυφερή ηλικία τους που, όχι μόνο δεν ψάχνουν το νόημά της, αλλά το αισθάνονται στο πετσί τους, είτε είναι άσπρο, είτε μαύρο, είτε κίτρινο…». «Αυτό που λες με βρίσκει σύμφωνη, αλλά νομίζω ότι όλοι έχουμε μερίδιο γι’ αυτό που συμβαίνει» του είπε η Σοφία. «Και το πιο τραγελαφικό είναι το εξής» συμπλήρωσε ο Αντρέας και ξεκίνησε να μιλάει σαν κάποιος άλλος άνθρωπος: «Στις υπανάπτυκτες χώρες της Αφρικής, όπως τις ονομάζουμε εμείς οι πολιτισμένοι», ο ειρωνικός του τόνος ήταν πολύ αιχμηρός, «τα παιδιά στερούνται βασικά πράγματα για το σώμα τους, όπως τροφή και νοσηλεία, όσο για τη πνευματική εκπαίδευση, ας μην το συζητάμε καλύτερα. Στην αντίπερα όχθη, στις ανεπτυγμένες χώρες, στα περισσότερα παιδιά, όχι όλα, στο τονίζω αυτό, παρέχονται αυτά τα προνόμια, φαντάσου! Φτάσαμε να αποκαλούμε τα στοιχειώδη, προνόμια! Με ένα πολύ βασικό και ύπουλο αντάλλαγμα, την αθωότητα της παιδικής ψυχής τους.


238

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Φροντίζουν με χίλιους δόλιους τρόπους να την αφαιμάσσουν από την παιδική ηλικία και όταν πια μεγαλώνουν, καταλήγουν καλοταϊσμένα σώματα, άδεια από οράματα, από πίστη, από την ελπίδα κάποια μέρα να βγουν από το τέλμα της ανυπαρξίας. Μπροστά τους δεν βλέπουν καμία διέξοδο, έχουν πάψει πλέον να την αναγνωρίζουν». «Αντρέα, με αφήνεις έκπληκτη. Ποτέ δεν περίμενα πως ένας άνθρωπος με τα δικά σου επαγγελματικά ενδιαφέροντα θα έβρισκε χρόνο να εμβαθύνει σε νοήματα όχι και τόσο οφθαλμοφανή!». «Τα φαινόμενα πολλές φορές μας απατούν Σοφία» της είπε τη στιγμή που το ταξί σταματούσε μπροστά σε μια γαλάζια ταμπέλα με μεγάλα άσπρα γράμματα που έγραφε στα αγγλικά «Ωκεανός». «Εδώ είμαστε!» αναφώνησε η Σοφία και πήρε το μπουφάν και την τσάντα της. Γύρισε προς τον Αντρέα και με ύφος γεμάτο ευγνωμοσύνη του είπε: «Να πω ένα ακόμη ευχαριστώ. Θα είναι λίγο… Αλλά η ζωή είναι μικρή… Κάπως θα στο ξεπληρώσω!». Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε. Την ώρα που ο οδηγός κατέβαζε τις βαλίτσες της, η Σοφία έσκυψε στο παράθυρο και του είπε δυο τελευταία λόγια: «Αν βρεις χρόνο και… διάθεση, το τηλέφωνό μου το έχεις, θα ήθελα να σε κεράσω κάτι, εκεί που θα μας πας εσύ βέβαια γιατί εγώ δεν γνωρίζω ούτε που είμαι. Καλά ξεμπερδέματα με τη δουλειά σου». «Θα προσπαθήσω Σοφία, θα προσπαθήσω!» της απάντησε αλλά το μυαλό του ήδη έτρεχε αλλού. Η Σοφία το κατάλαβε και δεν είπε τίποτα άλλο. Στάθηκε στο πεζοδρόμιο και κοίταξε το ταξί που απομακρυνόταν. Μετά γύρισε προς τη γαλάζια ταμπέλα, πάνω από τη μεγάλη τζαμαρία του μαγαζιού. Όλα ήταν κλειστά. Κοίταξε πάνω στα παράθυρα του σπιτιού. Δυο λευκά κουρτινάκια τα στόλιζαν, θυμίζοντας τις όμορφες στιγμές της ζωής που άφησε πίσω της. Αποφάσισε να χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας που υπήρχε δίπλα στην είσοδο του μαγαζιού. Πάτησε το κουμπί και περίμενε. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε. Ένας γκριζομάλλης, ροδαλός άντρας με ένα παραδόξως μαύρο μουστάκι φάνηκε στο άνοιγμα. «Είστε ο θείος Γιάννης;» ρώτησε δειλά. «Καλώς την! Καλώς την!» της είπε και την αγκάλιασε.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

239

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Πέρασε μέσα…». Τη βοήθησε παίρνοντας τη μία βαλίτσα της και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα που υπήρχε στο μεγάλο διάδρομο που χρησίμευε μάλλον και σαν αποθήκη για το μαγαζί. Ήταν γεμάτος στοίβες από κάσες με αναψυκτικά και μπύρες. Η Σοφία παρατήρησε ανεβαίνοντας μια μικρή εσωτερική πόρτα που προφανώς οδηγούσε στο μαγαζί. Μπήκαν σε ένα ευρύχωρο σαλόνι με όμορφους καναπέδες και πολλές φωτογραφίες. Άφησε τη βαλίτσα που κρατούσε στο χέρι της και στάθηκε λίγο επιφυλακτική. Πολύ ησυχία επικρατούσε στο σπίτι. Αισθάνθηκε κάπως άβολα. «Κάθισε κορίτσι μου! Να σου φέρω κάτι να πιεις…» της είπε προσπαθώντας να την κάνει να αισθανθεί άνετα, μα τα λόγια έβγαιναν με κόπο από τα χείλη του. Η Σοφία το αισθάνθηκε αλλά κάθισε στον καναπέ και δεν ρώτησε τίποτα. Ο Γιάννης χάθηκε για λίγο στην κουζίνα. Αυτό της έδωσε χρόνο να εξοικειωθεί με το ζεστό, σπιτικό περιβάλλον γύρω της. Ήταν έτοιμη να ρωτήσει για τη θεία Ελπίδα, μα το χτύπημα του τηλεφώνου τη σταμάτησε. Τον άκουσε που μιλούσε σιγανά και από τον τόνο της φωνής του αντιλήφθηκε ότι σίγουρα κάτι σοβαρό συνέβαινε. Όταν γύρισε στο σαλόνι με ένα ποτήρι στο χέρι, είχε μεταμορφωθεί σε κάτωχρο φάντασμα, μόνο οι μικρές φλεβίτσες στα μάγουλά του είχαν κρατήσει το χρώμα τους. Η Σοφία αναστατώθηκε. Τον έβλεπε που αγωνιζόταν να φερθεί φυσιολογικά, μα του ήταν αδύνατον. «Θείε… δεν σε βλέπω καλά, συμβαίνει κάτι;» τον ρώτησε ανήσυχη. Την κοίταξε έτοιμος να κλάψει. «Δεν έπρεπε να έρθουν έτσι τα πράγματα…» μονολόγησε. «Θείε» του είπε γλυκά, «πες μου σε παρακαλώ τι συμβαίνει;». «Έχουμε σοβαρό πρόβλημα Σοφία, με τον Άρη, τον γιο μου. Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε είναι στην εντατική και χαροπαλεύει» της είπε και δύο δάκρυα φάνηκαν στα ρυτιδιασμένα μάτια του. «Γιατί, τι έγινε;» ψιθύρισε η Σοφία. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, της ανέφερε τι ακριβώς συνέβη το προηγούμενο βράδυ στο μαγαζί, ακριβώς μπροστά του. Ακόμη δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που είδαν τα μάτια του. Μιλούσε για το συμβάν λες και αφορούσε κάποιον άγνωστο.


240

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Στήθηκε ένας καβγάς από το τίποτα με δύο μεθυσμένα γομάρια. Πορτορικανούς. Λόγια στα λόγια, ο Άρης προσπάθησε να τους βγάλει έξω από το μαγαζί». «Είναι δυνατό παλικάρι…» ένας αναστεναγμός ανέβηκε στα χείλη του «αλλά αυτοί οι ύπουλοι…» είπε σφίγγοντας τις γροθιές του «ο ένας τους έβγαλε μαχαίρι και το έμπηξε στην κοιλιά του παιδιού μου». Τον έπιασαν τα κλάματα. Η Σοφία τον αγκάλιασε. «Έλα θείε μου, μην στεναχωριέσαι… Θα το ξεπεράσει. Εσύ δεν είπες ότι είναι δυνατό παλικάρι;» τον παρηγορούσε χωρίς να γνωρίζει τίποτα για τη σοβαρότητα της κατάστασής του, αλλά αυτήν τη στιγμή ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει. Σκούπισε τα μάτια του και συνέχισε: «Το τηλεφώνημα ήταν από την Ελπίδα, τη θεία σου. Είναι μαζί του στο νοσοκομείο» . Μιλούσε και ακουγόταν σαν να μασούσε πέτρες. «Σε ποιο νοσοκομείο βρίσκεται;» ρώτησε η Σοφία. «Στο Ιατρικό Κέντρο στο Μανχάταν» της απάντησε. Η Σοφία σάστισε. «Δεν το πιστεύω, εκεί θα πάρω την ειδικότητά μου» μουρμούρισε. «Η πρώτη επαφή με το μέλλον μου βάφτηκε με αίμα». Ο Γιάννης ούτε που την άκουγε, είχε χαθεί στις σκέψεις του. Τον άφησε για λίγο έτσι, στον κόσμο του. Μετά τον ρώτησε δειλά: «Τώρα τι γίνεται;» Σαν να ξύπνησε ξαφνικά. «Εγώ πρέπει να πάω στο νοσοκομείο, εσύ κάτσε να ξεκουραστείς. Έλα να σου δείξω το δωμάτιο σου, θα πάρεις το διπλανό από του Άρη» είπε και σηκώθηκε με νευρικότητα. Η Σοφία δεν το δέχθηκε με τίποτα. «Δεν το συζητώ. Θα έρθω μαζί σου» του είπε αποφασιστικά. «Θα ξεκουραστώ αργότερα. Μόνο να κάνω ένα τηλεφώνημα στον πατέρα μου ότι έφτασα καλά». Τα τηλεφωνήματα ήταν δύο. Ένα στον Ορέστη και ένα στον Μιχάλη. Χωρίς πολλά λόγια τους ανέφερε ότι έφτασε καλά και ότι θα τους ξαναέπαιρνε αργότερα. Μετέφερε τα πράγματά της εκεί που της έδειξε ο Γιάννης, άλλαξε ένα μπλουζάκι στα γρήγορα και γύρισε πίσω στο σαλόνι. «Θείε, είμαι έτοιμη, μπορούμε να φύγουμε» του είπε και τον ακολούθησε.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

241

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Δεύτερο Τραγικές συμπτώσεις

Λίγα μέτρα πιο κάτω από το μαγαζί ήταν παρκαρισμένο ένα λευκό βαν. Μπήκαν μέσα και αμίλητοι ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Πέρασαν τη γέφυρα του Κουίνσμπορο πάνω από το Ιστ Ρίβερ, βγήκαν στη δεύτερη λεωφόρο και κατευθύνθηκαν προς το Ιατρικό Κέντρο της Νέας Υόρκης. Ένα ατελείωτο συγκρότημα από κτίρια ξαπλώνονταν παράλληλα με τη λεωφόρο του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, έχοντας στα πόδια τους το ποτάμι που αργά κυλούσε προς τον Ατλαντικό. Όταν μπήκαν στο νοσοκομείο, η Σοφία δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί βλέποντας με τα μάτια του γιατρού το περιβάλλον που θα εργαζόταν ή αν έπρεπε να λυπηθεί με την τραγική κατάσταση που βρήκε μπροστά της. Η ευαίσθητη ψυχή της άφησε τη χαρά για αργότερα. Όσο όμως και αν η λογική της θύμιζε το υπαρκτό πρόβλημα, τα αδηφάγα μάτια της ρουφούσαν κάθε τι που έβλεπε σε όλη τη διαδρομή· από το χώρο στάθμευσης μέχρι την τεράστια αίθουσα υποδοχής και τους πεντακάθαρους διαδρόμους που οδηγούσαν στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο χώρος αναμονής των επισκεπτών ήταν λιτός και ψυχρός, όπως σε όλα τα νοσοκομεία. Υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι που περίμεναν νέα για τους δικούς τους ανθρώπους. Στα πρόσωπά τους έβλεπες καθαρά την αγωνία τους.


242

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Σε ένα κάθισμα, μια γυναίκα στριφογύριζε μηχανικά ένα χαρτομάντιλο στο χέρι της. Τα μάτια της, πρησμένα και κατακόκκινα, δεν άφηναν περιθώρια για καμία παρερμηνεία της τραγικής κατάστασης που βρισκόταν. Ο Γιάννης την πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. Γύρισε και τον κοίταξε με ένα βλέμμα… απόγνωσης, το αδιέξοδο βλέμμα μιας μάνας, αυτό που μιλάει και κραυγάζει «δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σώσω το παιδί μου». Κάθισε δίπλα της και εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του κλαίγοντας σιγανά. Η Σοφία έμεινε να παρακολουθεί σαν άγαλμα λίγο πιο πέρα. Κοιτούσε αμήχανα ακόμη το βάθος του διαδρόμου, όταν ένα δροσερό χέρι ακούμπησε το μπράτσο της. Η Ελπίδα, που την έβλεπε για πρώτη φορά, όπως και ο Γιάννης, αγωνίστηκε πολύ για να αρθρώσει δύο γλυκές κουβέντες και γρήγορα ξαναγύρισε στη βουβαμάρα του προσωπικού της Γολγοθά, με τα μάτια καθηλωμένα στην πόρτα της εντατικής. Σε κάθε άνοιγμά της πεταγόταν όρθια, με τη δίψα στα χείλη για κάποιο ελπιδοφόρο νέο. Η Σοφία προσπάθησε να ρωτήσει έναν γιατρό που έβγαινε, αλλά γρήγορα αντιλήφθηκε τα κουδούνια του συναγερμού από κάποιο κρεβάτι της μονάδας και τραβήχτηκε πίσω. Δεν είπε τίποτα γι’ αυτό στους θείους, δεν ήθελε να τους φορτώσει περισσότερη αγωνία απ’ αυτήν που ήδη είχε φωλιάσει στην ψυχή τους. Ο Άρης έδινε τον δικό του, δύσκολο αγώνα. «Λυπάμαι θεία που δεν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα. Αύριο το πρωί όμως που θα έρθω να είσαι σίγουρη ότι θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να μάθω κάτι περισσότερο». Ήταν τα μόνα λόγια παρηγοριάς που μπορούσε να πει. Δεν έβγαινε τίποτα άλλο από τα χείλη της. Καθισμένοι και οι τρεις, κοιτούσαν πότε την πόρτα και πότε τους υπόλοιπους που βρίσκονταν στην ίδια δύσκολη θέση. Ένα ζευγάρι μόνο, άφησε να βγει προς τα έξω μια ελπιδοφόρα λάμψη για τον άνθρωπό τους που αγωνιζόταν στο γήπεδο της ζωής. Η κούραση του ταξιδιού κρεμάστηκε στα βλέφαρά της. Ούτε που κατάλαβε πότε την πήρε ο ύπνος. «Σοφία! Σοφία σήκω» της είπε χαμηλόφωνα ο Γιάννης.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

243

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Άνοιξε τα μάτια της. Δεν άργησε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν. Τινάχθηκε όρθια, τραβώντας τα μαλλιά της προς τα πίσω με τα χέρια της σε μια κίνηση σαν να έπλενε με τον αέρα το πρόσωπό της. «Πάμε σπίτι να ξεκουραστείς. Εγώ θα ξαναγυρίσω αργότερα…» είπε και ρώτησε την Ελπίδα αν ήθελε κάτι από το σπίτι. Εκείνη απάντησε αρνητικά και τους ακολούθησε με το βλέμμα της όσο απομακρυνόταν στον μακρύ διάδρομο. Κόντευε δώδεκα όταν ο Γιάννης έφυγε από το σπίτι για να επιστρέψει πίσω στο νοσοκομείο. Έδωσε μερικές οδηγίες στη Σοφία, για να μπορεί να εξυπηρετηθεί στο σπίτι και την προειδοποίησε με έντονο ύφος: «Σοφία, δεν ανοίγεις σε κανέναν. Το κατάλαβες καλά; Άσε να χτυπούν όλα τα κουδούνια, δεν θα απαντήσεις σε κανέναν. Δεν ξέρουμε αυτοί οι αλήτες πώς θα αντιδράσουν!». Την καληνύχτισε και έφυγε. Εκείνη φοβήθηκε τόσο πολύ που κλείδωσε όλες τις πόρτες πίσω της. Και θα μεγάλωνε και άλλο ο φόβος της, αν δεν ήταν απελπιστικά νυσταγμένη. Δεν πρόλαβε ούτε έναν απολογισμό για τα γεγονότα της ημέρας να κάνει. Μιας ημέρας, που συνέβηκαν τόσα πράγματα όσα δεν θα έβαζε καμία λογική, κανενός μυαλού. Μόνο μία λέξη, σαν προσευχή, βγήκε από τα χείλη της και έκλεισε τα βλέφαρά της: «Μιχάλη μου!». Ο ύπνος ήρθε πολύ βαθύς, χωρίς όνειρα, σαν τεράστιο κενό χρόνου. Ο ήχος του τηλεφώνου την ξύπνησε βίαια. Έτρεξε προς τη συσκευή, ψάχνοντας για την αναγνώριση της κλήσης, όπως της είχε πει ο θείος της. Τον καθησύχασε με τα λεγόμενά της για το σπίτι και τον ρώτησε αν είχαν κάποιο θετικό νέο. «Τίποτε ακόμη… Περιμένουμε» απάντησε θλιμμένα. «Ντύνομαι και έρχομαι. Θα πάρω ταξί. Σε μία ώρα το πολύ θα είμαι εκεί» του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Έκανε ένα γρήγορο ντους και ντύθηκε. Έψαξε στη βαλίτσα της για κάτι σοβαρό. Κατέληξε σε μια μαύρη φούστα και ένα θαλασσί πουκάμισο. Βγαίνοντας στο σαλόνι τα μάτια της έπεσαν σε μια οικογενειακή φωτογραφία. Ο θείος Γιάννης, η θεία Ελπίδα και ο Άρης δίπλα τους, μπροστά στον πάγκο του μαγαζιού, στολισμένο με δύο μικρές σημαιούλες, μια ελληνική και μια αμερικάνικη. «Ωραίο παιδί ο Άρης» σκέφτηκε βλέποντάς τον. «Έχει αρχαιοελληνικό παρουσιαστικό».


244

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Πρέπει να είναι στην ηλικία μου» παρατήρησε κρατώντας την ασημένια κορνίζα με τη φωτογραφία. Μελαχρινός με ελαφρώς μακρύ μαλλί και κατά παράδοξο τρόπο γαλανά μάτια. «Τα πήρε από την Ελπίδα» είπε θυμούμενη τα κοκκινογάλανα, κλαμένα μάτια που αντίκρισε χθες στο νοσοκομείο. Άφησε τη φωτογραφία στη θέση της, πήρε την τσάντα της, έριξε μια ματιά στα χαρτιά που έπρεπε να καταθέσει, τα ξαναέβαλε μέσα και κατέβηκε τα σκαλιά. Διπλοκλείδωσε, όπως της είπε ο θείος της, και βγήκε στον κεντρικό δρόμο να βρει ταξί. Το βρήκε σχετικά γρήγορα. Έδωσε τη διεύθυνση και απόλαυσε τη διαδρομή που χθες, με όλη την ένταση, σχεδόν την αγνόησε. Ο καινούριος τόπος μονοπώλησε τις σκέψεις της. Μόνο όταν σταμάτησαν στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου, προτίμησε να τις αφήσει στην άκρη. Σκέφτηκε πρώτα να δει τους θείους της αλλά άλλαξε γνώμη. «Όχι, πρώτα θα δηλώσω τη θέση μου και αν μπορέσω να μάθω κάτι πιο πρόσφατο για τον Άρη». Ανέβηκε στη γραμματεία και ζήτησε τον καθηγητή Ντέιβις. Της έδειξαν μια πόρτα στην άκρη του διαδρόμου, με τις μπλε λωρίδες στο δάπεδο. Χτύπησε την πόρτα και περίμενε απάντηση. Μια σοβαρή φωνή απάντησε: «Περάστε». Μπήκε μέσα. Ο άνθρωπος που καθόταν πίσω από το γραφείο σίγουρα δεν ταίριαζε με τη φωνή που ακούστηκε. Ένας κοντούλης, γλυκύτατος κύριος την καλωσόρισε στο τμήμα του και της ευχήθηκε καλή αρχή στη δύσκολη, ομολογουμένως, ειδικότητα που είχε διαλέξει. «Από σήμερα ανήκετε στο δυναμικό του νοσοκομείου μας και θα ήθελα να γίνετε το δεξί μου χέρι. Έρχεστε, απ’ ότι είδα στο βιογραφικό σας, με έξοχες συστάσεις και σας εύχομαι να γίνουν περισσότερες» της είπε. Η Σοφία αισθάνθηκε υπερήφανη για τα καλά του λόγια και του υποσχέθηκε ότι θα έδινε τον καλύτερό της εαυτό. Την κατατόπισε σχετικά με τις υποχρεώσεις της και τη σύστησε στους γιατρούς του τμήματός του. Την παραξένεψε η απλότητα αυτού του τόσο σημαντικού ανθρώπου. Πάνω σ’ αυτήν βασίστηκε και βρήκε την ευκαιρία να θίξει το θέμα του Άρη.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

245

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Γνώριζε βέβαια ότι δεν θα είχε ιδέα καθώς το τμήμα της ογκολογίας δεν είχε σχέση με το χειρουργικό, πόνταρε όμως σε κάποια παραπομπή σε κάποιον γνωστό γιατρό στην εντατική. Και, ω του θαύματος, πέτυχε! «Θα ζητήσεις την κυρία Μπελμόντ» της είπε. «Πες της ότι σε στέλνω εγώ και θα σε εξυπηρετήσει σε ό,τι θέλεις να μάθεις». Τον ευχαρίστησε και του ζήτησε την άδεια να ενημερωθεί για τον ξάδερφό της. «Κάτι μου λέει ότι σήμερα θα έχουμε καλές εξελίξεις» είπε ευδιάθετη. «Από το πρωί φαίνεται η καλή μέρα» έλεγε στον εαυτό της την ώρα που χτυπούσε την πόρτα της γιατρού Μπελμόντ. Το αυστηρό παρουσιαστικό της γιατρού, την έκανε να περιορίσει λίγο τον ενθουσιασμό της. Μα την όλη κατάσταση ξεκλείδωσε το μαγικό κλειδί που λεγόταν «καθηγητής Ντέιβις». Μόλις η γιατρός Μπελμόντ άκουσε το όνομα του, φάνηκε έντονα η εκτίμηση που έδειχνε στο πρόσωπό του και προθυμοποιήθηκε να της δώσει ό,τι πληροφορία ήθελε. Το προαίσθημά της βγήκε αληθινό. Ο Άρης ήταν πλέον εκτός κινδύνου. «Το μαχαίρι πέρασε χιλιοστά δίπλα από το ήπαρ και δεν έπληξε κανένα ζωτικό όργανο ανεπανόρθωτα» την πληροφόρησε. «Το κρίσιμο εικοσιτετράωρο πέρασε επιτυχώς. Αύριο, αν η κατάστασή του είναι σταθερή, θα βγει από την εντατική». Αυτά ήταν τα πιο υπέροχα νέα που άκουγε από τα χείλη της γιατρού. Το χαμόγελο άνθισε επισήμως και στα δικά της. Μπορούσε να χαρεί με την ψυχή της, χωρίς να σκιάζει τίποτα την εξαιρετική πορεία που διαγραφόταν για το μέλλον της. Την ευχαρίστησε με ένα πλατύ χαμόγελο και έτρεξε να ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα στον Γιάννη και την Ελπίδα. Ο ανελκυστήρας σταμάτησε απαλά στον όροφο της εντατικής μονάδας. Βγήκε και έστριψε αριστερά στο διάδρομο σύμφωνα με τις οδηγίες που πήρε. Πέρασε τη γραμματεία της εντατικής και μπήκε στον χώρο αναμονής. Δύο ψυχούλες καρδιοχτυπούσαν πάνω στα σκληρά μπλε καθίσματα του νοσοκομείου, κρατώντας η μια το χέρι της άλλης. Τους συμπόνεσε όπως τους αντίκρισε από μακριά. Ήταν τόσο χαρούμενη που θα τους ανήγγειλε ένα τόσο ευχάριστο νέο, που αισθάνθηκε τα πόδια της να έχουν βγάλει φτερά πηγαίνοντας προς το μέρος τους.


246

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Γιάννης την είδε πρώτος. Σηκώθηκε όρθιος. «Σοφία, ήρθες καλά κορίτσι μου;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον παρ’ όλο τον πόνο του. Η ευαισθησία του αυτή συγκίνησε πολύ τη Σοφία. «Θείε μου, άσε με εμένα…» με μάτια γεμάτα λάμψη, ξεστόμισε τα λόγια της ανάστασης: «Ξεφύγαμε τον κίνδυνο, θείε! Πάμε πολύ καλά!». Δεν πρόλαβε ούτε το στόμα του να ανοίξει ο Γιάννης για να εκφράσει την χαρά του, η Ελπίδα που άρπαζε ότι κουβέντα πετούσε γύρω της, κατάλαβε ότι η Σοφία ενημερώθηκε και όρμησε πάνω της, της αγκάλιασε τα χέρια εκλιπαρώντας την να μιλήσει: «Πες μας σε παρακαλώ, τι έμαθες; Τι είπαν οι γιατροί;». Με φωνή ήρεμη και χαρούμενη, τους ανακοίνωσε αργά όλες τις πληροφορίες που έμαθε από τη γιατρό Μπελμόντ. Η χαρά τους ήταν τόσο μεγάλη, που το κουράγιο που τους είχε απομείνει, δεν έφτανε για να την εκφράσει. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, δοξάζοντας τον Θεό που προστάτεψε το μονάκριβο παιδί τους. Με την άνεση πλέον των κινήσεων που της έδινε η ιατρική ιδιότητά της, μπήκε στην εντατική μονάδα για να δει τον Άρη. Έβαλε μια αποστειρωμένη, πράσινη ρόμπα, ένα καπελάκι στο κεφάλι, πλαστικά σακουλάκια στα παπούτσια της και μια λευκή μάσκα στο πρόσωπο. Τα μέτρα προστασίας στον συγκεκριμένο χώρο ακολουθούνταν από όλους, μηδενός εξαιρουμένου. Ανέφερε το όνομα του ασθενή που ζητούσε στην υπεύθυνη προϊσταμένη, η οποία, εφαρμόζοντας σωστά τους κανονισμούς, της έκανε μια πληθώρα ερωτήσεων. Η Σοφία αισθάνθηκε ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει τα δύο ονόματα-κλειδιά που είχε στη διάθεσή της. Αμέσως ένα χέρι σηκώθηκε και μια ευγενική φωνή, της έδειξε το κρεβάτι του Άρη, πέρα στο βάθος μιας πτέρυγας. Η Σοφία πλησίασε κοντά. Ακόμη τον είχαν σε καταστολή, δικτυωμένο με χιλιάδες σωληνάκια και καλώδια για να παρακολουθούν ανά πάσα στιγμή την πορεία της υγείας του. Έριξε μια ματιά στις αναφορές των μηχανημάτων. Δεν είδε κάτι που να την ανησυχήσει ιδιαίτερα. Σε λίγο την πλησίασε χαμογελαστά η ξανθιά, χοντρή κυρία που έφερε τον τίτλο της προϊσταμένης του τμήματος.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

247

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Τα διαβατήρια που χρησιμοποίησα έκαναν θαυμάσια δουλειά!» σκέφτηκε και έφερε στο νου της τον καθηγητή Ντέιβις και τη γιατρό Μπελμόντ. «Πάει πολύ καλά! Το μεσημέρι θα βγει από την καταστολή, το άκουσα που το ανέφεραν οι γιατροί το πρωί» της είπε δείχνοντας το ενδιαφέρον της. Ίσως ξοφλούσε με αυτό ή ίσως πιστωνόταν. Η Σοφία δεν γνώριζε, όμως αυτό που την ενδιέφερε τώρα ήταν μόνο ο Άρης και τίποτα άλλο. Της έριξε ακόμη ένα χαμόγελο και έστρεψε τον τεράστιο, άσπρο πισινό της στο διπλανό κρεβάτι, για να μπήξει μια σύριγγα με φάρμακο στο μπουκάλι του ορού που κρεμόταν ψηλά. Η Σοφία κοίταξε τον Άρη. Μια γλυκιά ηρεμία απλωνόταν στο αρκετά ταλαιπωρημένο πρόσωπό του. Ο τεχνητός ύπνος έδινε ζωτικό χρόνο στον οργανισμό του να αντεπεξέλθει από το σοκ και τη δυσκολία του χειρουργείου. Τον χάιδεψε στο χέρι ψιθυρίζοντας: «Γεια σου ξάδελφε! Χάρηκα που σε γνώρισα έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες». Πάντα πίστευε η Σοφία ότι ένα μέρος του υποσυνείδητου ακούει λόγια που κάποιες φορές θυμάται. Σ’ αυτό πόνταρε και του χάρισε απλόχερα τη συμπάθειά της. Έβγαλε ό,τι πλαστικό φόρεσε προηγουμένως στον προθάλαμο, τα έκανε μια πράσινη μπάλα και τα έριξε στον ειδικό κάδο απορριμμάτων. Πήρε την τσάντα της και βγήκε ευχαριστώντας το ξανθό βουνό που την κοιτούσε καθισμένη στο γραφείο της. Δύο ζευγάρια μάτια περίμεναν με χαρούμενη αγωνία την έξοδό της. Μόλις την είδαν την πλησίασαν και οι δύο. «Είναι καλά. Κοιμάται» απάντησε στον καταιγισμό των άηχων ερωτήσεών τους. «Στο βραδινό επισκεπτήριο θα μπορεί να σας μιλήσει. Πάτε τώρα να ξεκουραστείτε, δεν υπάρχει κανένας λόγος να είστε εδώ. Να έρθετε την ώρα του επισκεπτηρίου και μην ανησυχείτε, εγώ θα ξαναέρθω να τον δω!». Είπε αρκετά λόγια για να τους στείλει κάπως ήρεμους στο σπίτι, όσο ήταν δυνατόν βέβαια, και εκείνη γύρισε στο τμήμα της, συναισθηματικά γεμάτη από όλη την εξέλιξη. Το ίδιο βράδυ, επιστρέφοντας από το νοσοκομείο η Σοφία, κλείστηκε στο δωμάτιό της, χαρούμενη που τελικά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα


248

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

κατέληξε στην απόφαση να μείνει στο σπίτι του θείου της, και έκανε τα τηλεφωνήματα που εκκρεμούσαν από την προηγούμενη μέρα. Πρώτα πήρε τον πατέρα της. Ο Ορέστης από τη μια χάρηκε που η κόρη του έδειχνε τόσο ικανοποιημένη από την επαφή της με τον επαγγελματικό της χώρο, και από την άλλη λυπήθηκε πολύ για τη στεναχώρια του Γιάννη από το ξαφνικό κακό, ευτυχώς όμως αναστρέψιμο, που τους βρήκε. Της ζήτησε να μεταφέρει τους χαιρετισμούς και τα περαστικά του στον αγαπημένο του ξάδερφο, σχεδόν υπερπηδώντας τα δικά της νέα. Με κάποια άλλα δεδομένα, θα την είχε ταράξει στις ερωτήσεις, για κάθε μικρή λεπτομέρεια. «Ευτυχώς που δεν το έκανε» σκέφτηκε η Σοφία που δεν είχε και πολύ χρόνο διαθέσιμο σήμερα. Πριν ξεκινήσει για την Αμερική, ο Ορέστης της είχε δώσει μερικές πληροφορίες για τον ξάδερφό του. «Μεγαλώσαμε μαζί» της είχε αναφέρει. «Ήμασταν πολύ αγαπημένοι, όλες τις σκανδαλιές μαζί τις κάναμε. Στα δεκαοκτώ του, από κάποια φυτίλια που του έβαλαν στο μυαλό, αποφάσισε να φύγει για την Αμερική καθώς ήθελε να κάνει μια καλύτερη ζωή. Και από τότε, δεν ξαναήρθε. Τα νέα του, που και που, μας τα έλεγε από το τηλέφωνο. Μόνο αυτήν την επικοινωνία κρατήσαμε. Είχε την αίσθηση ότι αυτό τον έδενε με τις ρίζες του. Τη γυναίκα του, την Ελπίδα, εκεί την γνώρισε. Μια φορά, πριν χρόνια, μας είχε στείλει μια φωτογραφία τους, όταν άνοιξαν το μαγαζί που έχει τώρα. Σαν να έβλεπα άλλον άνθρωπο στη φωτογραφία!». Η Σοφία θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της. «Ιδιόμορφη αγάπη μεταξύ ανδρών!» σκέφτηκε. Μόνο έτσι μπορούσε να εξηγήσει τη συγκίνηση του Ορέστη όταν άκουσε το πρόβλημα του Γιάννη. Δεν παρέλειψε βέβαια να τον ενημερώσει για την εγκάρδια φιλοξενία που συνάντησε σε δύσκολα χρονικά στιγμές. Έκλεισαν ευχαριστημένοι το τηλέφωνο και η Σοφία έστειλε τους χαιρετισμούς και τα φιλιά της στη Δέσποινα και τον Παύλο. «Και τώρα το πιο δύσκολο και οδυνηρό τηλεφώνημα» είπε δαγκώνοντας τα χείλη της και έψαξε στον τηλεφωνικό κατάλογο του κινητού στο γράμμα ΚΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ. Με αυτή την τρυφερή λέξη είχε περάσει τον αριθμό του στη μνήμη του κινητού της. Το «ναι» του Μιχάλη ακούστηκε σαν να της απαντούσε ο ίδιος ο εαυτός της. Μα ήταν η ζωή της, η καθημερινότητά της, τα αισθήματά της, άσχετα αν τους χώριζε ένας ωκεανός. «Έλα μωρό μου, ψυχούλα μου τι κάνεις;».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

249

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Τον γέμισε με τρυφερά επιφωνήματα, είχε ανάγκη να του πει, είχε ανάγκη να τα ακούσουν τα αυτιά της, ήταν μια ψευδαίσθηση της παρουσίας του δίπλα της. «Μου λείπεις κορίτσι μου, μου λείπεις, αισθάνομαι τόσο άβολα μόνος μου!». Σιώπησε για δευτερόλεπτα και μετά, προκειμένου να σωθεί από το τσουνάμι που ερχόταν κατά πάνω του, άλλαξε θέμα: «Πες μου όμως, τι συνέβη; Στ’ αλήθεια ανησύχησα με το πρώτο σου τηλεφώνημα… που δεν ήταν τηλεφώνημα, κάτι σαν τελεσίγραφο έμοιαζε» ρώτησε ο Μιχάλης. Του εξιστόρησε με όσο πιο λίγα λόγια μπορούσε την άσχημη κατάσταση που βρήκε μόλις έφτασε, η οποία ευτυχώς εξελίχθηκε θετικά. Ο περισσότερος χρόνος όμως αφιερώθηκε στο όνειρό της που έπαιρνε σάρκα και οστά. Αν και ήταν πολύ νωρίς ακόμη, τα μηνύματα ήταν ελπιδοφόρα και γεμάτα ικανοποίηση. Ο Μιχάλης, που γνώριζε κάθε της έκφραση, από τον τόνο της φωνής της κατάλαβε ότι ήταν απόλυτα ευχαριστημένη. «Χαίρομαι τόσο πολύ κούκλα μου που όλα ήρθαν όπως τα περίμενες! Και μην ξεχνάς! Πάντα είμαι εδώ για σένα!». Συζήτησαν διάφορα για το ταξίδι και τις εντυπώσεις της. Κανείς τους δεν ήθελε να κλείσει το τηλέφωνο αλλά ο χρόνος ήταν αμείλικτα σκληρός για τις τσέπες τους. «Θα τα ξαναπούμε γρήγορα, σ’ αγαπώ» του είπε σκουντώντας την αισιοδοξία της ν’ ανέβει προς την επιφάνεια. «Φιλάκια ψυχή μου και εγώ σ’ αγαπώ!» της ανταπέδωσε και έκλεισε το τηλέφωνο. Δέκα ημέρες κάθισε ο Άρης στο νοσοκομείο. Ο Γιάννης και η Ελπίδα, καθημερινοί επισκέπτες, ανελλιπώς. Όταν βγήκε ο Άρης από την εντατική, αποφάσισαν να ξανανοίξουν το μαγαζί. Η Σοφία προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει. Αισθανόταν κι η ίδια ένα μικρό κομματάκι αυτής της οικογένειας. Η ζωή σιγά-σιγά επέστρεφε στους προηγούμενους ρυθμούς, βέβαια όχι ακριβώς τους ίδιους, η αλλαγή που ήρθε με την παρουσία της, ευχαρίστησε την Ελπίδα, απ’ ότι παραδέχθηκε αργότερα, αφ’ ότου ηρέμησε, και μετά την επιστροφή του Άρη στο σπίτι. Η Σοφία κάτι περισσότερο από ευχαριστημένη εξοικειώθηκε με τον χώρο εργασίας της, έκανε χρήσιμες γνωριμίες και άρχισε να μαθαίνει την πόλη, με μέτρο βέβαια γιατί και ο χρόνος της ήταν περιορισμένος.


250

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η επιχορήγηση της υποτροφίας, της έδινε μια σημαντική άνεση, εξοικονομώντας επιπλέον και τα χρήματα του ενοικίου για τα προσωπικά της έξοδα. Ο δε Γιάννης ήταν ανένδοτος: «Θα μείνεις μαζί μας! Υπάρχει ένα άδειο δωμάτιο στο σπίτι και μπορείς να το χρησιμοποιήσεις!». Για ενοίκιο βέβαια, ούτε λόγος να γίνει. Μια φορά θύμωσε τόσο πολύ όταν η Σοφία του το έκανε νύξη, που την έκανε να καταλάβει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει ούτε ένα δολάριο. Ο Άρης ξαναβρήκε τις δυνάμεις του και γύρισε πίσω στους γύρους και τα σουβλάκια. Το τι γινόταν στο μαγαζί όταν ξαναπήρε τους παλιούς ρυθμούς, η Σοφία δεν το πίστευε. Νόμιζε ότι βρισκόταν στην πλατεία Ομονοίας. Κι όταν η πελατεία υπερέβαινε τα αναμενόμενα, κατέβαινε κι εκείνη για βοήθεια. Πίστευε ότι ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να προσφέρει σ’ αυτούς τους ανθρώπους που την αγκάλιασαν με την αγάπη και το ενδιαφέρον τους. Τον πρώτο καιρό, πολλά απογεύματα, όταν τελείωνε από το νοσοκομείο, της άρεσε να παίρνει τον χάρτη της πόλης, να σχεδιάζει μια διαδρομή στα γύρω προάστια και να την απολαμβάνει με διάφορα μεταφορικά μέσα. Έτσι έμαθε να κυκλοφορεί με άνεση, σε σχέση με τον λίγο χρόνο που ζούσε εδώ. Πολλές φορές, τα πρωινά της Κυριακής, που το μαγαζί ήταν κλειστό, το κανόνιζαν με τον Άρη και έπαιρναν το αυτοκίνητο και για πιο μακρινούς προορισμούς. Με αυτόν τον τρόπο γνώρισε μέρη που είχε μόνο ακουστά ή που είχε δει σε κάποια ταινία. Ο Άρης, μεγαλωμένος σε αυτήν την τεράστια πόλη, έγινε προσωπικός ξεναγός της. Την πήγε στη θρυλική γέφυρα του Μπρούκλιν, στο αφροαμερικάνικο Χάρλεμ και φυσικά, πρώτα-πρώτα, στο σήμα κατατεθέν της Αμερικής, το άγαλμα της Ελευθερίας και το νησάκι Έλις που φιλοξενεί το μουσείο μεταναστών αλλά και σε πολλά άλλα μέρη, πέρα από τα φώτα και τη λάμψη. Ένας ποταμός χρωμάτων πλημμύρισε τον πίνακα της ζωής της και εκείνη, χρησιμοποιώντας τα ακροδάχτυλά της, έκανε προσμίξεις και έφτιαχνε σχέδια ήρεμα, δυναμικά, εξτρεμιστικά και δειλά κάποια ρομαντικά. Στον τομέα της δουλειάς της, αισθανόταν πλήρης, όμορφα γεμάτη. Μόνο τα αισθηματικά της μπήκαν στο ψυγείο και το κουτί φύλαξης έγραφε πάνω του «Μιχάλης».


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

251

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Έκανε διάφορες γνωριμίες, πιο πολύ με Έλληνες που γνώριζε στο μαγαζί του Γιάννη και κάποιες σχέσεις μικρής διάρκειας πάντα όμως το ποτήρι της ψυχής της έμενε άδειο, ώσπου στο τέλος, το γύριζε ανάποδα και συγκεντρωνόταν πάλι στη δουλειά της. Ήταν η μόνη που την ικανοποιούσε. Οι επαφές της με τον Μιχάλη, όχι πολύ πυκνές αλλά σταθερές. Μάθαινε για τη δουλειά του που εξελισσόταν πάρα πολύ καλά. Πού και πού τον ρωτούσε για τις σχέσεις του, μεταξύ σοβαρού και αστείου, αλλά μέχρι στιγμής δεν αντιλήφθηκε κάτι σοβαρό στα λεγόμενά του. Κάπου μέσα της χαιρόταν αλλά δεν το έδειχνε αν και το έβρισκε πολύ εγωιστικό από μέρους της. Η εργασία της πήγαινε περίφημα, ο καθηγητής Ντέιβις έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος μαζί της, προωθώντας τη σε υψηλά πόστα. Αλλά και οι σχέσεις της με τους υπόλοιπους συναδέλφους της, οι περισσότερες, ήταν σε ένα υγιές, ανταγωνιστικό επίπεδο. Τα σκαλιά των στόχων της τα ανέβαινε σταθερά και με πολύ δουλειά. Οι άδειες που έπαιρνε πολύ λίγες, κι όταν αποφάσιζε να έχει κάποιες ημέρες ξεκούρασης, πάλι στην δουλειά της τις αφιέρωνε παρακολουθώντας διάφορα σεμινάρια. Ήδη είχε αρχίσει να βλέπει την κορυφή και να απολαμβάνει την εκτίμηση σημαντικών γιατρών της ειδικότητάς της. Αυτή τη φορά όμως η τριήμερη άδεια που ζήτησε, είχε ένα πολύ συγκεκριμένο σκοπό και προορισμό. Η σκέψη του αδελφού της και η προγραμματισμένη επίσκεψη στην Ελλάδα για τις ημέρες του Πάσχα, την έκαναν να αποδεχθεί αμέσως την πρόταση που δέχθηκε από τον Άρη και την κοπέλα του, την Μπάρμπαρα, να τους ακολουθήσει στη μαγική χώρα της Ντίσνεϋλαντ. Η εκδρομή προγραμματίστηκε και όλες τις λεπτομέρειες ανέλαβε να τις διεκπεραιώσει ο Άρης. Φρόντισε να βγάλει τα αεροπορικά εισιτήρια μετ’ επιστροφής για το Ορλάντο, έκλεισε δύο δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο από τα αμέτρητα που υπάρχουν στην περιοχή λόγω τουρισμού και όλα ήταν έτοιμα το πρωινό της Πέμπτης να προσυπογράψουν ένα όμορφο ταξίδι, στη σφαίρα της παιδικής φαντασίας. Η Σοφία είχε να ετοιμάσει τη βαλίτσα της από την ημέρα που έφτασε στη Νέα Υόρκη. Το συνειδητοποίησε όταν την ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι της και άρχισε να βάζει μέσα τα προσωπικά της πράγματα. Κάθισε δίπλα της και επέτρεψε το μυαλό της να ταξιδέψει για λίγο πίσω, αρκετά μίλια μακριά, σε έναν άλλο ουρανό, πιο γαλανό, πιο γλυκό που


252

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

καθρεφτιζόταν μέσα του όλη η ομορφιά των νησιών της πατρίδας της. Έβγαλε έναν μελαγχολικό αναστεναγμό και συνέχισε το γέμισμα. Στις εννέα ακριβώς βρισκόταν καθοδόν προς το αεροδρόμιο J.F. Κένεντι. Θα άφηναν το αυτοκίνητο του Άρη στον φυλαγμένο χώρο στάθμευσης και θα το έπαιρναν Κυριακή βράδυ επιστρέφοντας. Αν και οι τρεις τους ήταν γύρω στα τριάντα, η συγκεκριμένη εκδρομή τους παρέπεμπε αρκετά χρόνια πίσω. Η Μπάρμπαρα, μια εντυπωσιακή ξανθιά, με αμερικάνικο στυλ, ήταν η ψυχή της παρέας. Με το αστείρευτο χιούμορ της, τους έβαλε σε ένα κεφάτο κλίμα μιας παιδικής εκδρομής. «Φαίνεται ότι ο προορισμός της εκδρομής άρχισε να επηρεάζει τη συμπεριφορά μας» είπε ο Άρης σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τον εαυτό του που ήταν έτοιμος να βουτήξει στο όνειρο, εκεί που τα κορίτσια ήδη πλατσούριζαν προπορευόμενες και κάνοντας παιχνίδια με τις κυλιόμενες βαλίτσες τους. Η αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου για τις γραμμές του εσωτερικού ήταν κατάμεστη και χωρίς καμία απορία, οι περισσότεροι επιβάτες της συγκεκριμένης πτήσης, θύμισαν κάποιες προηγούμενες, ανέμελες εποχές. Μόνο στο τυπικό μέρος του χρόνου γιατί σήμερα, η διάθεσή τους έκανε ένα πισωγύρισμα, σέρνοντας μαζί της τα απαραίτητα χαρακτηριστικά, τις σκανδαλιές και το γέλιο μέχρι δακρύων. «Τουλάχιστον δεν θα μας παρεξηγήσουν οι συνταξιδιώτες μας» είπε η Σοφία ομολογώντας κατά κάποιο τρόπο την εμπειρία των χρόνων της. Μέσα στο αεροσκάφος δημιουργήθηκε ένα απίστευτο πανδαιμόνιο. Μάταια οι αεροσυνοδοί έδιναν οδηγίες για τις θέσεις. Πήρε λίγο χρόνο για να ηρεμίσουν τα πνεύματα και να μπει κάποια τάξη. Η πτήση, ευτυχώς, ήταν μικρής διάρκειας για να αντέξει τόση συσσωρευμένη ζωτικότητα. Μέχρι να τους προσφερθούν ένας χυμός πορτοκάλι συνοδευόμενος από τα, παραδοσιακά για την Αμερική, πατατάκια, η φωτεινή ένδειξη «προσδεθείτε» αναβόσβηνε για την προσγείωση. Ο καιρός απίθανα ζεστός για την εποχή. Τις τελευταίες ημέρες θερμά ρεύματα αέρα ανηφόρισαν από τον κόλπο του Μεξικού προς το εσωτερικό της χώρας, δίνοντας μια γεύση καλοκαιριού. «Αν κρατήσει ο καλός καιρός όλο το τριήμερο θα είμαστε πολύ τυχεροί» είπε ο Άρης, βάζοντας το μπουφάν που φορούσε, στο σακβουαγιάζ που κρατούσε στα χέρια.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

253

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Μπάρμπαρα μόλις είδε την κίνησή του, έβγαλε επιδεικτικά και εκείνη το δικό της αποκαλύπτοντας ένα κατακόκκινο εξώπλατο μπλουζάκι. «Εγώ σου τα έλεγα κύριε… αλλά εσύ ‘‘ανόητη ξανθιά’’ με φωνάζεις συνέχεια!» του είπε βρίσκοντας ευκαιρία να τον επιπλήξει για κάτι που όσο κι αν το έκανε για αστείο ο Άρης, φαινόταν να την ενοχλεί. Το ταξί που πήραν από το αεροδρόμιο τους άφησε μπροστά στην είσοδο του ξενοδοχείου. Ο Άρης το κοίταξε απ’ έξω. Δεν του άρεσε και τόσο. «Ας μπούμε μέσα να δούμε, αν δεν μας αρέσει, αύριο θα ψάξουμε για κάτι καλύτερο» είπε στα κορίτσια που κατσούφιασαν. Η υποδοχή στη ρεσεψιόν ήταν επαρκώς εξυπηρετική. Πήραν την πλαστική κάρτα-κλειδί και προχώρησαν προς τον ανελκυστήρα, περνώντας σε ένα αστραπιαίο ακουστικό ταξίδι συγχρόνως από Γερμανία, Ιαπωνία και Αραβία. «Μου θυμίζει τη Βαβέλ!» έκρινε γελώντας η Σοφία. Ο ανελκυστήρας σταμάτησε στον έβδομο όροφο. Τα δωμάτια είχαν ζητήσει να είναι διπλανά. Ο διάδρομος ήταν στρωμένος με μια φτηνή μοκέτα που σε αρκετά σημεία, ο χρόνος είχε δημιουργήσει ανοίγματα σαν τεράστια στόματα, αποκαλύπτοντας από κάτω μια άλλη, χειρότερη. Η Μπάρμπαρα στράβωσε το στόμα της με μια αίσθηση αηδίας και συμπλήρωσε τη διαφωνία της: «Αν είναι έτσι και τα δωμάτια, εγώ δεν μπαίνω μέσα!». Ο Άρης αισθάνθηκε υπόλογος, βλέποντας και την απογοήτευση της Σοφίας. Αρκέστηκε σε έναν ψίθυρο: «Ας δούμε πρώτα…». Σωτήρια αποδείχθηκε η πολύ καλύτερη όψη των δωματίων, θυμίζοντας έντονα ένα πετυχημένο λίφτινγκ. Καινούριες μοκέτες στο πάτωμα, πεντακάθαρες κουρτίνες στα παράθυρα και ολάνθιστοι κήποι στους τοίχους έδιναν μια πνοή αναγέννησης. Η Σοφία πλησίασε το παράθυρο και άνοιξε την κουρτίνα. Τα δωμάτια βλέπανε σε μια εσωτερική αυλή. Κάτω, στο βάθος, φαινόταν μια τρύπα με νερό, έτσι χαρακτήρισε το δείγμα της πισίνας που έβλεπε από ψηλά. Άφησε το αποκαρδιωτικό θέαμα και πήγε προς το μπάνιο. Η Μπάρμπαρα την ακολούθησε. Έσκυψε πάνω από τον ώμο της για να σχηματίσει μια προσωπική άποψη. Γύρισε και κοίταξε τη Σοφία και, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, της είπε ψάχνοντας τη συγκατάβασή της: «Κάπως θα τα καταφέρουμε, τι λες; Τουλάχιστον είναι καθαρά».


254

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Ευτυχώς θα χρησιμοποιήσουμε μόνο τα κρεβάτια και το μπάνιο αφού θα λείπουμε σχεδόν όλη την ημέρα» της απάντησε η Σοφία. Ο Άρης πήρε μια ανάσα ανακούφισης που οι γυναίκες έδειχναν να αποδέχονται, έστω και στα όρια, την υπάρχουσα κατάσταση. Με το ξαφνικό κέφι που άνθισε, γλιτώνοντας μια νέα αναζήτηση ξενοδοχείου, απευθύνθηκε με πομπώδες ύφος προς τα κορίτσια που τον κοίταξαν έκπληκτες: «Το μόνο άσχημο και λυπηρό συγχρόνως θα είναι, το ότι θα ανήκουμε στους άτυχους που δεν θα έχουν τη χαρά να γευτούν τη δροσιά και την απλοχωριά της ιδανικής, ολυμπιακών διαστάσεων, πισίνας, κρίμα…, κρίμα…» είπε με σοβαρό ύφος και κουνώντας τα χέρια του σαν τους βουλευτές στο κοινοβούλιο. Η Σοφία και η Μπάρμπαρα άρχισαν να σφυρίζουν γιουχάροντάς τον για τις φανφάρες που έλεγε. «Καλά, καλά, με πείσατε, σταματάω!». Κανόνισαν να ξεκουραστούν για μια ώρα και η Σοφία αποσύρθηκε στο δικό της δωμάτιο, αφήνοντάς τους να μοιράζονται τα πλούσια υπάρχοντα της, κατά φαντασία, βασιλικής σουίτας. Έξω από το ξενοδοχείο, ένα μικρό λεωφορείο περίμενε τους πελάτες του, να τους μεταφέρει στα τριγύρω πάρκα. Στη στάση του ήδη περίμενε αρκετός κόσμος. Μπήκαν τελευταίοι και βάδισαν στο στενό διάδρομό του. Ευτυχισμένοι που περίσσεψαν γι’ αυτούς κάποια καθίσματα στο βάθος του, στριμώχτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Όσο το λεωφορείο εκτελούσε το γνωστό του δρομολόγιο, οι τρεις τους προσπαθούσαν να βγάλουν μια κοινή απόφαση από πού θα άρχιζαν την ξενάγηση. Η επιλογή τους παίδεψε λίγο, όμως στο τέλος συμφώνησαν να κατεβούν στη στάση για το πάρκο Έπκοτ, αφήνοντας το πάρκο της Ντίσνεϋλαντ για την επομένη, που θα είχαν ολόκληρη την ημέρα στη διάθεσή τους. Όταν κατέβηκαν από το μικρό λεωφορείο στον τεράστιο χώρο στάθμευσης που υπήρχε ειδικά για τα οχήματα των ξενοδοχείων, δεν πίστευαν στα μάτια τους σε αυτό που αντίκρισαν: μια κινούμενη λαοθάλασσα κατευθυνόταν προς την είσοδο. Μπήκαν σε μια από τις δεκάδες ουρές για να κόψουν εισιτήρια, οπλισμένοι με αρκετή υπομονή. Όση ώρα περίμεναν κινούμενοι σαν τις χελώνες, ο Άρης ενημέρωσε τα κορίτσια για τα εκθέματα του πάρκου:


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

255

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Δεν θα προλάβουμε να δούμε πολλά περίπτερα, εγώ λέω να κάνουμε μια επιλογή!» τις είπε. «Εγώ θα ήθελα να δω το περίπτερο του Μεξικού και του Καναδά» αποφάνθηκε η Μπάρμπαρα, ανεμίζοντας ένα ενημερωτικό φυλλάδιο. «Εγώ θα έλεγα να αποφασίζουμε προχωρώντας. Αν κάτι μας τραβάει την προσοχή ας το δούμε, δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στο μυαλό μου» πρότεινε η Σοφία. Ο Άρης συμφώνησε με τη Σοφία κάνοντας την Μπάρμπαρα να ξινιστεί που δεν την επικρότησε, μα της πέρασε πολύ γρήγορα. Ένας υπέροχος υδάτινος χορός, συνοδευόμενος από μια ενθουσιώδη μουσική υπόκρουση σε ένα τεράστιο σιντριβάνι, αποτελούσε ένα θέαμα που δεν περνούσε απαρατήρητο από κανένα, πόσο μάλλον από την Μπάρμπαρα. Ακουγόταν σαν τα ντραμς μιας ορχήστρας, πάντα ξεχώριζε με τη φασαρία της. Δίπλα σε αυτήν την οπτικοακουστική φαντασία, δέσποζε με την επιβλητικότητά της μια πανύψηλη ασημένια σφαίρα. Τρύπωσαν μέσα της από μια στενή, μεταλλική ράμπα και ένα μικρό, σκοτεινό τούνελ τους οδήγησε σε έναν έναστρο ουρανό μιας παγωμένης νύχτας του χειμώνα. Και το διαστημικό ταξίδι τους σε αυτόν τον τεράστιο θόλο με τα χιλιάδες αστεράκια να κρέμονται πάνω από τα κεφάλια τους, ξεκίνησε μέσα σε μια άκατο, ακολουθώντας τη γέννηση του πολιτισμού από την αρχή του έως σήμερα. Μαγεμένοι από το Χολιγουντιανό υπερθέαμα, έμειναν έκπληκτοι και συγχρόνως τρομερά υπερήφανοι, όταν οι πρώτες μορφές του επεξηγηματικού βιντεοσκοπημένου μηνύματος που προβάλλονταν στον τεχνητό ουρανό, δεν ήταν άλλες, από τους μπροστάρηδες των επιστημών, παγκοσμίως. Αριστοτέλης, Πυθαγόρας, Σωκράτης, Ιπποκράτης. «Ποιον να πρωτοθυμηθεί κανείς!» αναρωτήθηκε η Σοφία καμαρώνοντας. Η συνέχεια, εξίσου θαυμάσια, τους θύμισε όλες τις σημαντικές ανακαλύψεις από το ηλεκτρικό ρεύμα μέχρι την κατάκτηση του διαστήματος. Όταν βγήκαν έξω, η Μπάρμπαρα φαινόταν λες και μόλις είχε ξυπνήσει από ένα όμορφο όνειρο. Το γαλήνιο χαμόγελό της προβλημάτισε τόσο τον Άρη όσο και τη Σοφία καθώς δεν είχαν συνηθίσει σε τέτοιου είδους αντιδράσεις από μέρους της. Δήλωναν φανερά μια εσωτερική αναζήτηση, ίσως πρωτόγνωρη. Περπάτησαν αμίλητοι έως τη σκάλα της τεχνητής λίμνης. Γύρω της είχαν τοποθετηθεί περίπτερα με τα αξιοθέατα διαφόρων κρατών. Στην ξύλινη


256

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αποβάθρα αρκετός κόσμος περίμενε την άφιξη ενός μικρού καραβιού που θα τους πήγαινε απέναντι. Ήταν ένας γραφικός εναλλακτικός τρόπος πρόσβασης στα περίπτερα που φαίνεται να συγκινούσε πολλούς. Η Μπάρμπαρα μόλις είδε το πλοιάριο να πλησιάζει, ξαναβρήκε τον παλιό, καλό εαυτό της. «Ας πάμε με το καραβάκι!» γουργούρισε ναζιάρικα στον Άρη αγκαλιάζοντάς τον. «Να της κάνουμε τη χάρη;» ρώτησε εκείνος τη Σοφία. «Ναι, συμφωνώ και εγώ με την Μπάρμπαρα, θα κερδίσουμε λίγο χρόνο περισσότερο από το να πάμε με τα πόδια» του απάντησε η Σοφία και μπήκαν στο πλοιάριο. Είχε σκοτεινιάσει πλέον όταν, κατάκοποι από το περπάτημα της επιστροφής προς την κεντρική πλατεία κοντά στην είσοδο, αποφάσισαν να φάνε κάτι προτού γυρίσουν στο ξενοδοχείο. Πήραν από ένα σάντουιτς με λουκάνικο και κάθισαν σε ένα τραπεζάκι από τα πολλά που υπήρχαν διάσπαρτα στο γρασίδι γύρω από τη λίμνη. Υπήρχε αρκετός κόσμος τριγύρω τους και, όσο περνούσε η ώρα, συνωστίζονταν ακόμη περισσότερος. Όλοι είχαν στραμμένη την προσοχή τους προς το κέντρο της λίμνης. Ήταν φανερό πως όλοι περίμεναν το θέαμα της βραδιάς. Ο Άρης κοίταξε τα κορίτσια που μπήκαν και αυτές στο στάδιο της αναμονής των πυροτεχνημάτων. Σε λίγη ώρα όλα τα φώτα χαμήλωσαν, συμπαρασύροντας μαζί τους στην ύφεση το βουητό του πλήθους. Μια μαγική εικόνα χρωμάτων και σχημάτων αναδύθηκε από το κέντρο της λίμνης μεταμορφώνοντάς τη σε φλεγόμενο ηφαίστειο. Ουράνια ηλεκτρονική μουσική, άρτια δεμένη με την κίνηση του φωτός, στροβιλίζονταν σαν χορευτικό ζευγάρι πάνω από τη λαμπερή επιφάνειά της, καθρεφτίζοντας μέσα της χιλιάδες μικρές λάμψεις που αναβόσβηναν με διαφορετική ένταση και σε διαφορετική θέση. Σε κάθε αποκορύφωμα της φωτεινής βολίδας που ανέβαινε στον ουρανό, ανοίγοντας σε βεντάλιες απείρων χρωμάτων, ακούγονταν ένα μακρόσυρτο επιφώνημα θαυμασμού. «Είναι σαν παραμύθι!» φώναξε η Μπάρμπαρα στη Σοφία που χάζευε και αυτή μαγεμένη. Κούνησε το κεφάλι της σαν επιβεβαίωση.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

257

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Θα μπορούσα να τα κοιτάω κάθε βράδυ» συμπλήρωσε χωρίς να τραβήξει τα μάτια της από τον ειρηνικό εναέριο πόλεμο που διαδραματίζονταν πάνω από τα κεφάλια τους. Και το απόλαυσε με την ψυχή της και τα επόμενα δυο βράδια, στη Ντίσνεϋλαντ, συνοδεύοντας την παρέλαση των ηρώων των παραμυθιών και στο πάρκο της Γιουνιβέρσαλ, της εταιρείας παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών. Η Σοφία δεν ξέχασε τον βασικό λόγο του ταξιδιού της, παρ’ όλη τη μαγεία του παραμυθιού που την έστειλε σε ταξίδια μακρινά και όχι πάντα συνδεδεμένα με όμορφα συναισθήματα. Φορτώθηκε μπλούζες με ήρωες ταινιών κινουμένων σχεδίων, καπελάκια, κλειδοθήκες, ό,τι αναμνηστικό φαντάστηκε ότι θα ενθουσίαζε τον μικρό Παύλο. «Ο πιτσιρικάς μου το δήλωσε ρητά, επίσκεψη χωρίς το σινάφι των καρτούν δεν γίνεται!» δικαιολογήθηκε η Σοφία για τις τσάντες που τους φόρτωσε στην επιστροφή τους για το σπίτι. «Θα έπρεπε να είναι εδώ όμως, να τα δει από κοντά!» είπε αισθανόμενη ότι αυτά που θα του πήγαινε ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που θα ζούσε από κοντά. «Ε, όταν μεγαλώσει αρκετά, θα τον φέρεις να τα δει!» της είπε η Μπάρμπαρα θέλοντας να την αισιοδοξήσει. «Ναι, έχεις δίκιο» της απάντησε η Σοφία αλλά κάπου βαθιά μέσα της, ένα αρνητικό συναίσθημα της έκοβε το δρόμο. Η έμφυτη ευγένειά της, την οδήγησε να τους ευχαριστήσει ολόψυχα, πολλές φορές, γι’ αυτό το υπέροχο και ανεπανάληπτο ταξίδι στον παραμυθένιο κόσμο της παιδικής της ζωής και όχι μόνο αυτής.


258

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Τρίτο Ακατάληπτος ψίθυρος ψίθυρος

Επέστρεψαν Κυριακή απόγευμα στη Νέα Υόρκη. Η Σοφία είχε μπροστά της όλο το βράδυ για να ξεκουραστεί καθώς γύρισαν ξεθεωμένοι από το περπάτημα. Το πρωινό της Δευτέρας επέστρεψε πάλι στους κανονικούς της ρυθμούς. Μπήκε ευδιάθετη στον ειδικό χώρο που άφηναν τα πράγματά τους οι γιατροί και φόρεσε την ιατρική της μπλούζα. Έβαλε τα ρούχα της στο προσωπικό της ντουλάπι, το κλείδωσε και βγήκε. Κατευθύνθηκε προς το γραφείο των γιατρών. Περνώντας μπροστά από το γραφείο του καθηγητή Ντέιβις, είδε την πόρτα ελαφρώς ανοικτή. Κοντοστάθηκε, αυτό δεν το έβλεπε συχνά, κοίταξε δειλά μέσα. Τον είδε, καθισμένο στο γραφείο του να κρατάει το κεφάλι με τα δυο του χέρια, σε μια στάση ανησυχητική. Χτύπησε την πόρτα για να κάνει αισθητή την παρουσία της. «Καλημέρα σας» του είπε διστακτικά. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Η Σοφία είδε πόνο στα κουρασμένα μάτια του. «Είστε καλά;» ψέλλισε με σιγανή φωνή και προχώρησε προς το γραφείο του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

259

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Εκείνος πήρε δυο σελίδες στα χέρια και τα κράτησε με τέτοιο τρόπο σαν να έκαιγαν! «Μόλις έμαθα κάτι πολύ δυσάρεστο» της είπε και σταμάτησε απότομα. Η Σοφία δίστασε στην αρχή να ρωτήσει. Τον γνώριζε αρκετά χρόνια, είχανε πολύ στενές σχέσεις, μα μόνο σε ό,τι είχε σχέση με τη δουλειά, σε προσωπικό επίπεδο δεν είχαν ανταλλάξει παρά μερικές πληροφορίες για τη ζωή του ο καθένας. Στο τέλος υπερνίκησε το δισταγμό της και τον ρώτησε: «Αν δεν είμαι αδιάκριτη… έχει σχέση μ’ εσάς;». Στην αρχή σιώπησε στην ερώτησή της, ήταν αρκετά κλειστός σαν χαρακτήρας. Ο πόνος του όμως τον ανάγκασε να ξεφύγει από κάθε αναστολή και να της εκφράσει την τραγική θέση στην οποία βρισκόταν: «Δεν ξέρω πώς να το χειριστώ Σόφι», έτσι τη φώναζε όταν ήταν μόνοι τους, της είπε και σταμάτησε. «Τι ακριβώς; Δεν καταλαβαίνω» τον ρώτησε με έντονο ενδιαφέρον. «Είμαι σαράντα χρόνια γιατρός, βρέθηκα ανάμεσα σε χιλιάδες περιπτώσεις ανθρώπων που πάσχουν από καρκίνο και τώρα…» σταμάτησε και πήρε μια ανάσα, συνέχισε όμως γρήγορα, μήπως και υποκύψει στην υπεκφυγή: «… η αγαπημένη μου σύντροφος…» μιλούσε κρατώντας το βλέμμα χαμηλά λες και τα βαριά του λόγια κρέμονταν πάνω στα βλέφαρά του. «Σόφι, έχει καρκίνο… Στο τελευταίο στάδιο… και δεν ξέρω πώς να της το πω» της είπε συντετριμμένος. Της ήρθε σαν κεραυνός. Δεν περίμενε να ακούσει κάτι ανάλογο. «Αν ήταν στην αρχή θα το παλεύαμε… Μα τώρα…» συμπλήρωσε και κατέβηκε όλα τα σκαλιά της απογοήτευσης. Η Σοφία, αν και σοκαρισμένη από την καταρράκωσή του, βρήκε τη λογική, απόρησε και η ίδια με τον εαυτό της αργότερα, να του αντιπαρατεθεί, προκειμένου να τον τραβήξει από το βάθος του πηγαδιού της απελπισίας που έπεφτε. «Θα σας πω τα λόγια που κατέγραψα, όταν ένας σπουδαίος και δυναμικός γιατρός απευθυνόταν σε κάποιον ασθενή του που βρισκόταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα σας». «Σας τα μεταφέρω επί λέξει: «Μην αφήσεις την αρρώστια να σε βγάλει νοκάουτ, η πίστη σου είναι η μισή θεραπεία, την άλλη μισή ασ’ την σε μας!». Σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε. Η Σοφία συνέχισε δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη ένταση στα λεγόμενα της, που άρχισαν να δρουν σαν φάρμακο κατά της λιγοψυχίας που τον κυρίευσε.


260

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Με αυτές τις υπέροχες ενθαρρυντικές λέξεις, είχατε καταφέρει να πείσετε την κυρία Μάθιου, θυμάμαι ακόμη και το όνομά της, να πετάξει από πάνω της το θλιβερό μανδύα της εγκατάλειψης, στον αγώνα για τη ζωή της». «Πρέπει να θυμάστε πολύ καλά ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της ψυχικής παροχής» του τόνισε. «Κατάφερε το ακατόρθωτο και νίκησε, κερδίζοντας αρκετά χρόνια επιπλέον, πολύτιμων στιγμών με την οικογένειά της». Σαν το ραβδάκι της καλής νεράιδας, τα λόγια της, τον ακούμπησαν και τον μεταμόρφωσαν στον ήρεμο άνθρωπο που η Σοφία γνώριζε πολύ καλά. Πίσω από αυτήν ακριβώς την επιφανειακή ηρεμία, άρχισαν να κινούνται τα γρανάζια της μαχητικότητας. Τα πρόδιδε η λάμψη στο βλέμμα του, οι κινήσεις των βολβών των ματιών του σε ένα τρελό χορό με τις σκέψεις του, παρακινούμενα όλα από την μαγική αύρα της ελπίδας. «Δόξα τον Θεό!» είπε μέσα της και αποχώρησε διακριτικά, αφήνοντάς τον να οργανώνει τις κατά μέτωπο επιθέσεις του προς τον ορατό εχθρό. Έκλεισε την πόρτα του γραφείου του απαλά μα εντελώς απροειδοποίητα και θρασύτατα, άνοιξε μια άλλη, πετώντας προς τα έξω αδηφάγες σκέψεις που συσσωρεύτηκαν όση ώρα μιλούσε μαζί του, ώσπου βρήκαν την ευκαιρία και απαίτησαν την προσοχή της. «Αν παραπάτησε ο καθοδηγητής μου, με την τόση εμπειρία, τι θα έκανα άραγε εγώ; Εγώ!» αναρωτήθηκε στηρίζοντας την πλάτη της στον τοίχο του διαδρόμου. Ποτέ της δεν είχε βιώσει αυτήν την ερώτηση, όπως σήμερα. Μιλώντας με τους συναδέλφους της, πολλές φορές συζήτησαν το ενδεχόμενο να προσβληθεί κάποιος τους, από το μαχαίρι που κρατούσαν καθημερινά στα χέρια τους, αλλά όλες οι απόψεις τους ήταν τόσο μακρινές σαν να αφορούσαν τους ασθενείς τους. Ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκε την ανάσα του φόβου τόσο κοντά της αλλά ακόμη και τώρα, σε απόσταση ασφαλείας. Πάντα υπήρχε ένας ακατάληπτος ψίθυρος μέσα της, από την ημέρα που πέθανε η μητέρα της ότι υπάρχει περίπτωση να συμβεί και στην ίδια. Ο πραγματικός λόγος που αποφάσισε να ακολουθήσει την ειδικότητα αυτή δεν ήταν άλλος από μια κατά πρόσωπο αντιμετώπιση μαζί του, με όλα τα όπλα της γνώσης και τη μαχητικότητα ενός αγωνιστή. Μα ακόμη δεν είχε έρθει η ημέρα της τελικής αναμέτρησης.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

261

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Τέταρτο Ο ξανθός άγγελος

Η ημερομηνία για το ταξίδι στην Ελλάδα πλησίαζε. Κι όσο οι ημέρες πλησίαζαν τόσο η λαχτάρα μεγάλωνε. Ήξερε ότι θα ήταν λίγες εμπρός στο μέγεθος της επιθυμίας της. Μόνο μιας εβδομάδας στιγμές, μοιρασμένες ανάμεσα στον Μιχάλη και τον Ορέστη, στους δύο πιο σημαντικούς άντρες στη ζωή της, τον μικρό Παύλο δεν τον θεωρούσε άντρα ακόμη. Την προπαραμονή, το απόγευμα, μόλις τελείωσε από τη δουλειά, ανηφόρισε την οδό Μπρόντγουεϊ για μια βόλτα στα καταστήματα του κέντρου. Έπρεπε να πάρει μερικά δωράκια για όλους, δεν ήθελε να πάει με άδεια χέρια, που μέχρι στιγμής, ήταν γεμάτα μόνο από τις παραγγελίες του Παύλου. Διάλεξε ένα κατάστημα με αναμνηστικά δώρα. Ήταν γεμάτο κόσμο. Η πόλη πάντα είχε επισκέπτες από όλη την υφήλιο. Όταν όμως άκουγε τη μητρική της γλώσσα, χαιρόταν ιδιαίτερα. Όπως σήμερα, την ώρα που διάβαινε την είσοδο του μαγαζιού, μια πιτσιρίκα γύρω στα δώδεκα, τραβούσε τη μητέρα της να της δείξει κάτι που διάλεξε. «Έλα καλέ μαμά να σου το δείξω… Είναι πολύ ωραίο, θα δεις» έλεγε αγωνιζόμενη να την πείσει για την πολυπόθητη αγορά.


262

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Προχώρησε προς τα μέσα χαμογελώντας και αρχίζοντας την αναζήτηση γύρω της για να βρει κάτι που θα της άρεσε. Στριφογύρισε αρκετή ώρα στους διαδρόμους με τα χιλιάδες όμορφα αντικείμενα παραταγμένα δελεαστικά πάνω στα ράφια. Το βλέμμα της σταμάτησε σε μια υπέροχη μινιατούρα που παρίστανε το άγαλμα της Ελευθερίας. Στη λευκή, μαρμάρινη βάση του φιλοξενούσε ένα κομψότατο ρολογάκι και πάνω της στεκόταν περήφανη η γυναικεία μορφή, κρατώντας στα χέρια της τον πυρσό και το κείμενο της ανεξαρτησίας. Αυτό το διάλεξε για τη Δέσποινα, ευχόμενη να της αρέσει. Η επόμενη επιλογή ήταν ιδιαίτερα απαιτητική. Οι λάμψεις του διάφανου κρυστάλλου που διαθλούσε το φως της βιτρίνας, τη μάγεψε. Το Εμπάιρ Στέιτ, ο ψηλότερος ουρανοξύστης του Μανχάταν, βρισκόταν μπροστά της, έχοντας μια παράξενη πολύχρωμη ουρά σαν παγόνι, που δημιουργούσε η ανάλυση του φωτός. Δεν υπήρχε περίπτωση να διαλέξει κάτι άλλο για τον Μιχάλη. Το βρήκε καταπληκτικό, γοητεύτηκε τόσο που δεν αναρωτήθηκε καν αν θα του αρέσει, το θεώρησε βέβαιο. Ικανοποιημένη πλήρως, προχώρησε και στην τρίτη επιλογή της η οποία φάνηκε να την προβληματίζει. Στο τέλος κατέληξε σε μια κοσμηματοθήκη από οπαλίνα, στο σχήμα ενός μεγάλου μήλου, το σήμα κατατεθέν της Ν. Υόρκης. Όταν το άνοιγες στη μέση, σηκώνοντας το μισό επάνω κομμάτι, ακουγόταν μια γλυκιά μελωδία. «Αυτή θα αρέσει πολύ στη θεία Μαρία!» είπε και έδωσε να της το τυλίξουν. Πήρε και μερικά καπελάκια με τα αρχικά της πόλης κεντημένα με χρυσή κλωστή στο γείσο για τους τρεις αρσενικούς. Ευχαριστημένη και με τις τσάντες στα χέρια, βγήκε έξω. Πότε πέρασε μία ολόκληρη ώρα, ούτε που το κατάλαβε. Αισθανόταν τόσο χαρούμενη σαν να κρατούσε θησαυρούς, ήταν το λιγότερο που μπορούσε να τους προσφέρει. Κοντά στο κτίριο του Δημαρχείου, ένα ιταλικό καφέ τη δελέασε και μπήκε μέσα. Διάλεξε ένα τραπέζι κοντά στην τζαμαρία και κάθισε. Παρήγγειλε έναν εσπρέσσο με ένα κομμάτι μηλόπιτα και βόλεψε το σώμα της στην καρέκλα, κοιτώντας προς τα έξω τον κόσμο που περνούσε. Πάντα της έκανε εντύπωση, από την πρώτη ημέρα που πάτησε το πόδι της σ’ αυτήν την πόλη, η ποικιλότητα των λαών, όπως ο κύριος που περνούσε εκείνη τη στιγμή μπροστά της, με το μαύρο, μακρύ παλτό του, τις μπούκλες που περιέβαλαν το


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

263

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

πρόσωπο του και προεξείχαν φουντωτές μέσα από το ψηλό, μαύρο καπέλο του. «Ή χρηματιστής στη Γουόλ Στριτ είναι ή έμπορος διαμαντιών» σκέφτηκε ποντάροντας στο δεύτερο και πίνοντας μια γενναία γουλιά από τον αχνιστό καφέ που μόλις της είχαν σερβίρει. Ο ατμός που ανέβαινε από το φλιτζάνι, ζωγράφιζε σχέδια και σκέψεις που την ταξίδεψαν μακριά. Οι τελευταίες τηλεφωνικές επαφές με τον Μιχάλη είχαν μιαν άλλη γεύση, τον αισθάνθηκε λίγο απόμακρο, λίγο προβληματισμένο. Της είχαν δημιουργήσει μια σύγχυση μέσα της. Ενδόμυχα πίστευε ότι ίσως να ήταν καθοριστική η μικρή επιστροφή της. Κοίταξε το ρολόι της. Πλησίασε εννέα. Σηκώθηκε, μάζεψε τις χάρτινες τσάντες της από τη διπλανή καρέκλα και βγήκε έξω. Ο δρόμος ήταν ακόμα γεμάτος από κόσμο που έκανε τα ψώνια του και χάζευε τις λαμπερές βιτρίνες. Πέρασε τη διάβαση των πεζών και τράβηξε προς τη στάση του μετρό. Όσο πλησίαζε προς το σπίτι είδε από μακριά τα φώτα του «Ωκεανός», του μαγαζιού του Γιάννη, να λαμπυρίζουν, όπως αστράφτουν οι ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιου πάνω στη θάλασσα. Αρκετοί πελάτες περίμεναν μπροστά στον πάγκο σερβιρίσματος. Φτάνοντας κοντά, είδε τον Γιάννη να της κουνάει το χέρι. Πλησίασε κοντά του να ακούσει τι ήθελε να της πει με το νεύμα του. Ο θόρυβος από το ηλεκτρικό μαχαίρι που έκοβε τα κομμάτια του κρέατος, την εμπόδισε να καταλάβει τα λόγια του. Τον ξαναρώτησε πιο δυνατά: «Τι συμβαίνει;». «Σοφία, μπορείς να βοηθήσεις λίγο;» την παρακάλεσε. Ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί έτσι, αισθάνθηκε ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε. «Βέβαια. Κατεβαίνω σε πέντε λεπτά» τον καθησύχασε. Έψαξε με τα μάτια της για την Ελπίδα αλλά δεν την είδε πουθενά. Ξανακοίταξε το πρόσωπο του θείου της. Οι σταγόνες ιδρώτα σχημάτιζαν ρυάκια στους κροτάφους του. Ο Άρης, παραδίπλα, ετοίμαζε τις παραγγελίες γεμίζοντας τις ξεροψημένες πιτούλες με πολύχρωμα υλικά. Την κοίταξε και αυτός με ένα ικετευτικό βλέμμα που φώναζε «βοήθεια». Χωρίς να χάνει άλλο χρόνο, ανέβηκε επάνω να αφήσει τα πράγματα που κρατούσε στα χέρια της. Άνοιξε την εσωτερική, κεντρική πόρτα και μπήκε στο σαλόνι. Επικρατούσε μια παράξενη ησυχία. Περίμενε τη θεία της να κάνει επέλαση στη κουζίνα, ως συνήθως, για τις ενισχύσεις του μαγαζιού. Παραξενεύτηκε.


264

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Θεία Ελπίδα…» φώναξε πηγαίνοντας προς την κουζίνα. Μια σιγανή φωνή, σε σχέση με αυτό που περίμενε να ακούσει, της ανταποκρίθηκε. Μπαίνοντας μέσα την είδε καθισμένη στο τραπέζι με ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι μπροστά της. «Θεία! Είσαι καλά;» τη ρώτησε ανήσυχη. «Μου ήρθε μια ζάλη κι ο Θείος σου με έδιωξε άρον-άρον από το μαγαζί. Ίσως να έπεσε η πίεσή μου. Είχαμε πολύ κόσμο κάτω… Τώρα όμως είμαι καλύτερα και λέω να κατέβω» της απάντησε και έκανε να σηκωθεί. «Ούτε να το συζητάς. Θα πάω εγώ» της δήλωσε με τόνο που δεν δεχόταν άρνηση η Σοφία. «Εσύ κάτσε να ξεκουραστείς!». Και σαν αρμόδια επί του θέματος, της έκανε ένα μικρό έλεγχο. «Έλα, μια χαρά είναι η πίεσή σου, κοίτα να ξεκουραστείς λίγο…» της είπε μετρώντας τη με το πιεσόμετρο. Την άφησε στο τραπέζι και πήγε να αλλάξει ρούχα. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά βρισκόταν πίσω από τον πάγκο και έκοβε ολόφρεσκα λαχανικά. Ο Γιάννης ήταν πάντα απαιτητικός με την ποιότητα που πρόσφερε στους πελάτες του, γι’ αυτό και η φήμη του «Γιάννη του Έλληνα» ξεπερνούσε κατά πολύ τα σύνορα της γειτονιάς του. Ήταν προχωρημένη ώρα κι ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει το πόστο της, όταν μέσα στον καθρέφτη που είχε μπροστά της, αντίκρισε ένα μακρινό αλλά γνωστό πρόσωπο. Γύρισε το κεφάλι πίσω για να δει καλύτερα. «Ναι, δεν κάνω λάθος… Είναι ο Αντρέας» σκέφτηκε. Και όντως, δεν την απατούσε η μνήμη της, ήταν ο άνθρωπος που τη βοήθησε την πρώτη φορά που ταξίδευε προς τη Νέα Υόρκη. Δεν την κατάλαβε. Και πώς να την καταλάβει άλλωστε, με το άσπρο καπελάκι που φορούσε στα μαλλιά και την μακριά ποδιά. «Μπορεί να είναι άσπρα και αυτά αλλά σε άλλο πόστο» σκέφτηκε την ώρα που πλησίαζε τον Άρη. Του ετοίμαζε δύο σάντουιτς όταν η Σοφία, μίλησε αρκετά δυνατά για να τραβήξει την προσοχή του Αντρέα. «Αυτά κερασμένα από εμένα στον κύριο γιατί του τα χρωστάω εδώ και πολύ καιρό!». Και οι δυο τους, ο Αντρέας και ο Άρης την κοίταξαν περίεργα. Το χρονικό διάστημα που χρειάζεται το μυαλό για να ανασύρει εικόνες και σκέψεις από τα βάθη της μνήμης, δίνει μια όψη χαμένου στο πρόσωπο.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

265

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Τέτοια έκφραση πήρε κι ο Αντρέας ψάχνοντας μέσα του να θυμηθεί. Ο Άρης βέβαια δεν καταλάβαινε τίποτα, κοιτούσε μια τη Σοφία, μια τον Αντρέα, κουνώντας τα χέρια του πάνω στις τηγανιτές πατάτες. Την αμηχανία τους διέλυσε το φωτεινό λαμπάκι που άναψε στο μυαλό του Αντρέα. «Σοφία!» ψέλλισε, με ένα τεράστιο βλέμμα απορίας. «Αυτά στα κερνάω, σαν μικρό δείγμα ευχαρίστησης για την προθυμία σου να συνδράμεις στο πρώτο αεροπορικό μου ταξίδι» του είπε χαιρετώντας τον με μια ζεστή χειραψία βγαίνοντας προς τη μεριά του. «Σου ομολογώ ότι από την ημέρα που σε άφησα στο απέναντι πεζοδρόμιο, ο δρόμος μου δεν με ξανάφερε προς τα εδώ, παρά μόνο σήμερα και εντελώς τυχαία. Δεν φανταζόμουν ότι μπορούσα να σε βρω μέσα στη συγκεκριμένη στολή εργασίας. Σε βλέπω πολύ αλλαγμένη, δεν θα σε γνώριζα αν δεν μιλούσες. Και τα μαλλιά σου! Αν θυμάμαι καλά, είχες ένα χείμαρρο πάνω στους ώμους, που τώρα είναι κρυμμένος μέσα στο σκουφί του μάγειρα» της είπε κάνοντας ανάλυση των διαφορών. «Εσύ πάλι, δεν έχεις αλλάξει καθόλου» έκρινε η Σοφία. «Όπως σε γνώρισα, έτσι είσαι. Πού τον κλείδωσες και δεν σε πήρε είδηση;» του είπε χαμογελώντας εννοώντας τον χρόνο. Ο Αντρέας ξεκαρδίστηκε στα γέλια από τη σοβαροφανή παρατήρησή της. Μίλησαν για λίγη ώρα, δίνοντας ο καθένας το στίγμα της πορείας του, και αποχαιρετίστηκαν εγκάρδια, αφήνοντας στην τύχη να προγραμματίσει την επόμενη συνάντηση τους, αν υπήρχε. Η Σοφία κρέμασε την ποδιά και τον σκούφο στην κρεμάστρα του μαγαζιού και από την εσωτερική πόρτα ανέβηκε τα σκαλοπάτια. Η Ελπίδα κοιμότανε. Η γλυκιά ησυχία του σπιτιού λειτούργησε σαν ηρεμιστικό πάνω της. «Ένα γρήγορο μπάνιο και κατευθείαν στο κρεβάτι» είπε στον εαυτό της. «Αύριο είναι η τελευταία ημέρα δουλειάς και έχω να τακτοποιήσω αρκετές εκκρεμότητες». Μα μία και μοναδική τριβέλιζε το μυαλό της, ψάχνοντας να βρει τα κατάλληλα λόγια, λόγια που θα μπορούν να κατανοηθούν από το μικρό μυαλουδάκι ενός δεκάχρονου παιδιού. Όλα αυτά τα χρόνια συνειδητοποίησε ότι οι σχέσεις με τους ασθενείς της ξεπερνούσαν σε πολλές περιπτώσεις το δίδυμο ασθενής-γιατρός. Τέτοια ήταν και η συγκεκριμένη.


266

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Την πονούσε αφάνταστα, πρώτα ως άνθρωπο και δεύτερον ως γιατρό γιατί είχε εξαντλήσει όλες τις επίγειες δυνάμεις, για τη σωτηρία του μικρού Ζανού. Σκεφτόταν το ολόλαμπρο βλέμμα του όταν τον πρωτοείδε πριν έξι μήνες και το ξανθό, σγουρό μαλλί του, σαν άγγελος της φάνηκε, και τώρα… έβλεπε συνέχεια μπροστά της τον «άγγελο» χωρίς τις μπούκλες του, με την ταλαιπωρία στο κορμάκι του από τις χημειοθεραπείες… Μόνο η παιδική του αθωότητα έλαμπε στα μεγάλα, μελιά μάτια του όταν την αντίκριζε. Έπρεπε να του εξηγήσει για το ταξίδι της, έπρεπε να καταλάβει ο μικρός της φίλος, ήθελε να την καταλάβει. Για αρκετή ώρα στριφογύριζε στο κρεβάτι της. Αποκοιμήθηκε με τη σκέψη του και ξύπνησε με αυτήν. Τράβηξε την κουρτίνα στο παράθυρό της που έβλεπε στο πίσω μέρος, σε μια καταθλιπτική εσωτερική αυλή. Σε μια γωνιά της, ένας σωρός από σπασμένες καρέκλες συνέθεταν ένα παράξενο θλιβερό δημιούργημα. Ένας γκρίζος συννεφιασμένος ουρανός υπέγραφε ένα εξίσου μίζερο τοπίο. «Δύσκολη ημέρα προμηνύεται» είπε και την έκλεισε ανόρεχτα. Έφτασε λίγο καθυστερημένη στο νοσοκομείο. Η κίνηση στους δρόμους ήταν απελπιστική σήμερα. Με βήματα βαριά και αργά, μπήκε από την πόρτα του προσωπικού. Η σημερινή εφημερία από μόνη της σχεδίαζε εμπόδια σαν βουνά, ο κόσμος πολύς στους διαδρόμους κι εκείνη κουβαλώντας το βαρύ φορτίο με το αγγελικό πρόσωπο στην ψυχή. «Αργότερα, αργότερα» είπε στον εαυτό της φέρνοντας στο μυαλό της το γλυκό προσωπάκι. Συνέχισε μηχανικά τις υπόλοιπες κινήσεις της, ενημέρωση στο γραφείο των γιατρών, επισκέψεις στους θαλάμους νοσηλείας, έκτακτα περιστατικά· όλα αυτά που ήταν η καθημερινότητά της, η ζωή της. Πλησίαζε μεσημέρι. Τέτοια ώρα συνήθως έκανε διάλειμμα για φαγητό, μα σήμερα δεν κατέβαινε τίποτα στο στομάχι της. Βγήκε από το γραφείο των γιατρών και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο τριακόσια πέντε. Το μυαλό της έτρεχε τόσο που η απόσταση της φάνηκε μηδενική. Γύρισε μαλακά το χερούλι της πόρτας και μπήκε μέσα βάζοντας το καλύτερό της χαμόγελο. Ο Ζανού την κοίταξε με τους τεράστιους ήλιους του


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

267

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

προσώπου του και άπλωσε το χεράκι του ανταποκρινόμενος στο χαμόγελό της. Παρ’ όλα τα σωληνάκια που του εμπόδιζαν την κίνηση, την τράβηξε κοντά του και την αγκάλιασε, απαλά, αέρινα, όση ήταν και η δύναμη που τον εγκατέλειπε αργά αλλά αμετάκλητα σταθερά. Η μητέρα του, κάθισε σε μια πολυθρόνα του θαλάμου και τους κοιτούσε. Πως και πως περίμενε την καθημερινή επίσκεψη της Σοφίας διότι είχε καταλάβει την αδυναμία που της έδειχνε ο Ζανού και τη χαρά του όταν την έβλεπε. Ο ψυχικός πόνος της μάνας ήταν αβάσταχτος, ήλπιζε βέβαια πάντα για κάποιο θαύμα αλλά τα ισχυρά παυσίπονα που έπαιρνε το μωρό της, τρυπούσαν την καρδιά της ξεριζώνοντας κάθε ημέρα και από ένα κομμάτι της. Η Σοφία κάθισε δίπλα του και τον ρώτησε με ενδιαφέρον λεπτομέρειες για το βιβλίο που διάβαζε. Μετά του διηγήθηκε μια πραγματική ιστορία με τον δικό της ήρωα, όταν ήταν παιδί. Μια φιγούρα σκαλισμένη σε ξύλο, με καμπούρα στην πλάτη και γυμνά, τεράστια πόδια, που ο καημένος πάντα ήταν νηστικός, δεν χόρταινε ποτέ. Ο Ζανού ενθουσιάστηκε με τον ήρωα της αγαπημένης του φίλης. Η Σοφία έκρινε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή, να του αναφέρει για την απουσία της τις επόμενες ημέρες, κάτι που δεν του άρεσε καθόλου. Το μουτράκι του συνοφρυώθηκε. «Σου υπόσχομαι όμως, όταν επιστρέψω, να φέρω μαζί μου μια φιγούρα του και να παίξουμε μαζί του» του είπε και άρχισε να του εξηγεί, δείχνοντάς του με τα χέρια της πως μπορείς να ζωντανέψεις μια μαριονέτα, να της δώσεις κίνηση, ομιλία, ζωή. Ο Ζανού, σαν παιδί, ταξίδεψε με τα λόγια της πλάθοντας ιστορίες. Το χαμόγελο ξανάνθισε στο προσωπάκι του. Κρατώντας την υπόσχεσή της για ενέχυρο, της έδωσε σαν αντάλλαγμα τη φιλική του άδεια για το μακρινό ταξίδι που θα έφερνε κοντά του τον ήρωα της αγαπημένης του φίλης. Άπλωσε τα δυο χεράκια του και την αγκάλιασε. «Μου υπόσχεσαι ότι θα γυρίσεις γρήγορα;» τη ρώτησε με ένα τρεμόπαιγμα αμφισβήτησης στα μάτια του. «Στο υπόσχομαι κούκλε μου, θα είναι ένα μακρινό ταξίδι αλλά θα γυρίσω γρήγορα, σαν αστραπή, για χάρη σου… και όχι μόνη μου… Σύμφωνοι;» του είπε κλείνοντάς του το μάτι, σαν μια πονηρή, αμοιβαία συμφωνία μεταξύ τους. «Τώρα όμως πρέπει να σε αφήσω, πρέπει να δω μερικούς ασθενείς προτού φύγω…».


268

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και χαιρέτισε τη μητέρα του. Εκείνη την ευχαρίστησε και της ευχήθηκε καλό ταξίδι. Με το πόμολο στο χέρι, γύρισε και τον κοίταξε. Τα ματάκια του ήταν καρφωμένα επάνω της. «Θα με περιμένεις! Εντάξει;» του είπε εμφατικά. Ο Ζανού δεν μίλησε, μόνο κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του, χαρίζοντάς της το τελευταίο του γελάκι. Βγήκε από το δωμάτιο χαμογελώντας, μόλις όμως έκλεισε την πόρτα πίσω της το χαμόγελό της χάθηκε, λες και το άφησε δίπλα του να τον συντροφεύει τις ημέρες της απουσίας της. Μια σατανική σκέψη έκανε να λιμνάσει στο ήδη βεβαρημένο μυαλό της, αλλά την απαρνήθηκε επιρρίπτοντάς τη στο ψυχικό της σφίξιμο. Την τελευταία ώρα ενημέρωσε τους συναδέλφους της για τους ασθενείς που είχε υπό την επίβλεψή της, έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες και εντολές και έφυγε προσπαθώντας να μην πάρει μαζί της μεγάλο μερίδιο της έννοιάς της γι’ αυτούς αν και ο Ζανού κατείχε το μεγαλύτερο. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, τα πρωινά σύννεφα είχαν κάνει φτερά και ένας νυσταγμένος ήλιος είχε πάρει τον κατήφορο προς τη δύση του. Προτίμησε να πάρει ένα ταξί για να επιστρέψει στο σπίτι. Αισθανόταν πολύ πιεσμένη και είχε να ετοιμαστεί και για το ταξίδι. Η διαδρομή δίπλα στο ποτάμι τη χαλάρωσε κάπως. Χάζευε τα πλοιάρια που έπλεαν γλυκά στα ήσυχα νερά και φαντάστηκε τον εαυτό της μαζί με τους επισκέπτες που θαύμαζαν τη θέα της πόλης. Όλως παραδόξως, ο δρόμος δεν είχε μεγάλη κίνηση αυτοκινήτων, έφτασαν πολύ γρήγορα στη γέφυρα του Κουίνσμπορο και έστριψαν δεξιά για την Αστόρια. Η Ελπίδα ετοιμαζόταν να κατέβει στο μαγαζί όταν η Σοφία μπήκε στο σαλόνι. «Σου σιδέρωσα τα ρούχα που μου έδωσες και τα άφησα πάνω στο κρεβάτι σου» της είπε αφού την καλησπέρισε και βγήκε κρατώντας στο αριστερό της χέρι τις φρεσκοσιδερωμένες, κατάλευκες ποδιές του μαγαζιού. Η Σοφία έβγαλε τα παπούτσια της μπροστά στην παπουτσοθήκη και περπάτησε ξυπόλητη ως το δωμάτιό της. Με τα χέρια στη μέση στάθηκε στο κέντρο του δωματίου, σκεπτόμενη τα πράγματα που έπρεπε να βρουν χώρο να στριμωχτούν μέσα σε μια βαλίτσα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

269

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Τα δώρα πρέπει να μπουν ανάμεσα στα ρούχα, για να μην σπάσουν» συλλογίστηκε βαδίζοντας προς την ντουλάπα. Σε λίγο άρχισαν να πετούν ρούχα σε μια διαδρομή ντουλάπα-κρεβάτι. Οι επιλογές δεν της πήραν πολύ χρόνο, όσο το να τα τακτοποιήσει σωστά για να χωρέσουν όλα. Πριν το ρολόι δείξει δώδεκα ήταν σε όλα έτοιμη. Ήρεμη και χαλαρή, κάθισε να απολαύσει μια μπύρα μπροστά στην τηλεόραση όταν η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα η Ελπίδα. Άφησε κάποια πράγματα στην κουζίνα και επέστρεψε στο σαλόνι. Κάθισε σε μια πολυθρόνα και άπλωσε τα πόδια της σε ένα ταμπουρέ. Ο φλεβίτης της την ταλαιπωρούσε πολύ τελευταία. «Θεία, πρέπει οπωσδήποτε να ασχοληθείς με τα πόδια σου. Έτσι όπως πας, θα δεις τις φλέβες σου να γίνονται δέντρα και μάλιστα αιωνόβια» σχολίασε η Σοφία κοιτάζοντας τις πρησμένες γάμπες της. Εκείνη έκανε μια γκριμάτσα πόνου και συμφώνησε μαζί της, κουνώντας το κεφάλι της. Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες για τα συμβάντα της ημέρας και για το επικείμενο ταξίδι της. «Θα ήθελα και εγώ, κάποια ημέρα, να καταφέρω να επισκεφτώ την πατρίδα μου» είπε με παράπονο «…αλλά αυτή η δουλειά δεν μας αφήνει με τίποτα!». Η Ελπίδα καταγόταν από την Καστοριά, τη γραφική πόλη της Μακεδονίας. Είχε φτάσει στην Αμερική με τα αδέλφια της, που ζούσαν τώρα πλέον σε άλλες πολιτείες, και από τότε, όπως και ο Γιάννης, δεν επέστρεψαν ποτέ. Η νοσταλγία που της έβγαινε, όταν προλάβαινε να σκεφτεί, την ξεσήκωνε μέχρι το επόμενο πρωινό που έμπαινε στον αγώνα της ζωής. Κάποιες φορές που ήταν πολύ απογοητευμένη γινότανε μακάβρια: «Ούτε οριζόντια δεν θα φτάσω στην πατρίδα μου!» αλλά κι αυτό το ξεχνούσε γρήγορα. Έτριψε λίγο τα κουρασμένα πόδια της και σηκώθηκε. Η Σοφία κατέβηκε να αποχαιρετίσει τον θείο της και τον εξάδελφο της. Ο Άρης προθυμοποιήθηκε να την πάει στο αεροδρόμιο αλλά η Σοφία ήταν ανένδοτη, δεν ήθελε με τίποτα να χαλάσει το πρόγραμμά τους, αναγκάζοντας τον θείο της να πάει μόνος του για τα ψώνια του μαγαζιού. Της έδωσαν τους χαιρετισμούς τους προς όλους και της ευχήθηκαν καλό ταξίδι. Ανεβαίνοντας, καληνύχτισε και την Ελπίδα η οποία ήταν χωμένη μέσα στο νεροχύτη πλένοντας πιατικά.


270

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ένα κίτρινο ταξί σταμάτησε μπροστά στο σπίτι στις εννέα το πρωί. Ο Γιάννης και ο Άρης είχαν αρκετές ώρες που είχαν φύγει. Η Ελπίδα τη βοήθησε να κατεβάσει τα πράγματά της, τη φίλησε και στάθηκε έξω από την πόρτα μέχρι που το ταξί χάθηκε από τα μάτια της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

271

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Πέμπτο Μικρή επιστροφή

«Όμορφη ημέρα, καμιά σχέση με τη χθεσινή» σκέφτηκε χαρούμενη η Σοφία που με το μυαλό της ήδη άρχισε να πετάει. Η πτήση της ήταν κατευθείαν για Αθήνα. Τις πρώτες ημέρες είχε αποφασίσει να τις περάσει με τον Μιχάλη. Προτίμησε όμως να κάνει μια κράτηση για δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο, δεν ήθελε να τον επιβαρύνει, δεν ήξερε καν αν ζούσε μόνος, ταξίδευε σε λίγο θολά νερά σε σχέση με αυτό το θέμα. Δεν του είπε βέβαια τίποτα για το πού θα μείνει, παρά μόνο την ημέρα που θα έφτανε στην Αθήνα. Πρωί Μεγάλης Δευτέρας. Ξεκινούσε η Μεγάλη Εβδομάδα, προετοιμάζοντας τη μεγάλη θρησκευτική εορτή του Πάσχα. Η Αθήνα, ντυμένη στα γιορτινά της, περίμενε τον κόσμο της για τα καθιερωμένα ψώνια, λαμπάδες, αυγά, τσουρέκια και φυσικά, το παραδοσιακό αρνάκι για το τραπέζι της Κυριακής. Ο Μιχάλης ξύπνησε με μια εξηγημένη χαρά και, σιγοτραγουδώντας, ετοίμασε τον καφέ του. Τις προηγούμενες ημέρες είχε κανονίσει να φωνάξει την κυρία Μαρία, τη γυναίκα που του καθάριζε το σπίτι. «Θέλω να το αστράψεις, περιμένω υψηλό καλεσμένο» ήταν η εντολή που της έδωσε.


272

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κρατώντας τώρα τον καφέ του στο χέρι, έκανε ένα γύρο σαν επιθεωρητής καθαριότητας. Έμεινε ικανοποιημένος και έκπληκτος με τον εαυτό του. «Ακόμη την αγαπάω τόσο δυνατά! Σαν να μην έφυγε ποτέ!» είπε φωνακτά. Αυτήν την εβδομάδα είχε κανονίσει να μην δουλέψει, θα την αφιέρωνε στη Σοφία και σχεδίαζε να πάει μαζί της στη Θεσσαλονίκη, για να είναι μαζί το βράδυ της Ανάστασης. Πήρε τηλέφωνο στο αεροδρόμιο και έμαθε την ώρα άφιξης της πτήσης από Νέα Υόρκη. Δεν της είχε πει τίποτα, ήθελε να της κάνει έκπληξη. Στην Κάτια είχε αναφέρει ότι περίμενε την καλύτερή του φίλη και δεν θα την έβλεπε για τις γιορτές επειδή θα έφευγε. Η Κάτια ήταν η παράξενη σχέση του Μιχάλη, εντελώς ανοιχτή σε όλα, χωρίς καμία δέσμευση σε τίποτα και αυτή! Όπως και με άλλες κοπέλες όλα αυτά τα χρόνια. Καμιά τους δεν μπόρεσε να μπει στη θέση της Σοφίας γιατί στην πραγματικότητα ποτέ δεν άδειασε. Ντύθηκε και βγήκε να αγοράσει μερικά τρόφιμα για το ψυγείο και απαραιτήτως τα κόκκινα, αγαπημένα τριαντάφυλλα της Σοφίας. Είχε πολύ χρόνο μέχρι το βράδυ να τα έχει όλα στην εντέλεια. Το τεράστιο αεροσκάφος ετοιμαζόταν για προσγείωση στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Κατέβαινε σιγά-σιγά παίρνοντας την ευθεία του αεροδιαδρόμου, μέχρι που οι ρόδες του ακούμπησαν σταθερά στην άσφαλτο. Ο ήχος του φρεναρίσματος ακούστηκε δυνατά και μετά γλυκά-γλυκά πλησίασε προς το κεντρικό κτίριο να αφήσει το πολύτιμο υλικό του. Της Σοφίας της φάνηκε πολύ σύντομο το ταξίδι σε σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της. Κάτι η απ’ ευθείας πτήση, κάτι τα όνειρα της επιστροφής, βρέθηκε με τη βαλίτσα στο χέρι, το χαμόγελο καρφωμένο στα χείλη και την καρδιά να χτυπάει σαν καλοκουρντισμένο ρολόι. Δεν βιαζόταν, ρουφούσε με τα μάτια της όλα αυτά που της έλειψαν, τον αέρα της Ελλάδας, τα γνωστά πρόσωπα και τους ακόμη πιο γνωστούς ήχους, μα ένας ήταν κάτι παραπάνω από γνωστός. «Σοφία μου!». Τα αντανακλαστικά της λειτούργησαν πιο γρήγορα από τη σκέψη της. Γύρισε το κεφάλι και έψαξε με τα μάτια τις νότες που έκαναν την καρδιά της να χορεύει. Τον είδε πίσω της να της χαμογελά. «Ο μελαχρινός μου άγγελος». Ήταν η πρώτη, εσωτερική φωνή που ακούστηκε στο αντίκρισμά του. Μετά παραδόθηκε στα δάκρυα χαράς που κύλησαν από τα μάτια της και χάθηκε στην αγκαλιά του. Είχε να αισθανθεί


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

273

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

έτσι από την ημέρα που η ζωή άλλαξε τους δρόμους τους. Τώρα, κοντά του, συνειδητοποιούσε το μέγεθος της αγάπης της, την οποία ο χρόνος διατήρησε αλώβητη. «Μιχάλη μου. Καρδούλα μου» του ψιθύρισε τρυφερά. Δεν ήθελε να τον αφήσει από τα χέρια της. Μια σκιά αμφιβολίας όμως, την έκανε να τραβηχτεί απρόθυμα. Προς στιγμή μετάνιωσε που άφησε τον εαυτό της αχαλίνωτο, μπορεί τα δεδομένα να έχουν αλλάξει, της έλεγε η λογική της, αλλά η καρδιά της συλλάμβανε πολύ σωστά την πραγματικότητα, όπως και η ακοή της. «Ψυχή μου, μου έλειψες τόσο πολύ! Μου έλειψες! Μου έλειψες!». Τα λόγια του ήχησαν σαν τραγούδι στα αυτιά της. Δεν χρειαζόταν να της πει τίποτα άλλο, μιλούσαν τα γλυκά φιλιά του, η ζεστή αγκαλιά του, εκμηδενίζοντας οποιαδήποτε αμφισβήτησή της. Αγκαλιασμένοι, κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο στον χώρο στάθμευσης. Τα λόγια ήταν πολύ φτωχά για να περιγράψουν τα θεϊκά συναισθήματα που πλημμύρισαν τις καρδιές τους. Σαν να ξαναβρήκε ο καθένας τους το χαμένο κομμάτι του εαυτού του. Ο Μιχάλης έβαλε τη βαλίτσα στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου ενώ η Σοφία κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Το βλέμμα της χάιδεψε το μικρό μπλε δελφινάκι που κρεμόταν από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, θυμίζοντας της στιγμές χαράς μαζί του. Ο Μιχάλης κάθισε στο τιμόνι. Την κοίταξε ξανά και ξανά, δεν χόρταινε να τη βλέπει. Τη φυλάκισε για λίγο ακόμη στην αγκαλιά του και μετά την άφησε απρόθυμα, περνώντας τη ζώνη ασφαλείας μπροστά του. Στη διαδρομή για το σπίτι του η Σοφία ακύρωσε την κράτηση του ξενοδοχείου. Ήταν ανένδοτος σε κάθε τυπική αντίρρησή της. Στην πραγματικότητα, κρυφά μέσα της, επιθυμούσε να μείνει μαζί του αλλά περίμενε τη δική του καθοριστική απόφαση. Από τις πρώτες κουβέντες τους αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε να κλείσουν πολλά κενά που δημιουργήθηκαν από τον καλοπροαίρετο χωρισμό τους, τουλάχιστον στα βασικά θέματα που υπήρχαν στη ζωή του καθενός. Έπρεπε το νήμα της ζωής να φτάσει μέχρι το παρόν και να δεθεί μαζί του τόσο καλά που να μπορεί να αντέξει και την επόμενη αναγκαστική απομάκρυνσή τους. Ήταν μια κατάσταση που πλήγωνε βαθιά και τους δύο, ξέρανε όμως ότι δεν μπορούσαν να κάνουν πίσω, τουλάχιστον όχι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η ψυχή τους παλινδρομούσε συνέχεια ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη.


274

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία μιλούσε, γελούσε, τον κοιτούσε, τον χάιδευε. Ήταν τόσο χαρούμενη σαν το εικοσάχρονο κορίτσι που θυμόταν, τότε στην αρχή της γνωριμίας τους. «Δεν φανταζόμουν ποτέ πόσο πολύ θα μου έλειπαν όλα αυτά· οι δρόμοι που περνάμε, τα γνωστά μέρη, οι αγαπημένες μας γωνιές!» του είπε συνεπαρμένη από τα συναισθήματα που συλλάμβανε σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι. Ο Μιχάλης πάρκαρε το αυτοκίνητο και κατέβηκαν. Περπάτησαν μέχρι την είσοδο με τη Σοφία να παρατηρεί κάθε γνωστή και άγνωστη λεπτομέρεια. «Ουπς! Να οι πρώτες αλλαγές!» είπε βλέποντας την καινούρια πόρτα της εισόδου. «Ναι, ναι, τεράστια αλλαγή!» της απάντησε με χιούμορ και μπήκαν στον ανελκυστήρα. Η υποδοχή που της επιφύλαξε ο Μιχάλης, μεταμορφώνοντας το σπίτι σε ένα κατακόκκινο ανθοκήπιο, δεν της άφησε κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τα μύχια συναισθήματά του. Σαν χείμαρρος η αγάπη του διέτρεξε κάθε σημείο του κορμιού της. Του την ανταπέδωσε έμπρακτα, με όλη τη δύναμη της ψυχής της, με όλη τη θέρμη της αγκαλιάς της, με όλο το πάθος των φιλιών της. Ποτέ τους δεν έκαναν νύξη για τα δεκανίκια που χρησιμοποίησε ο καθένας τους, τον καιρό της συναισθηματικής τους αναπηρίας, αποσιωπήθηκαν σαν κοινό μυστικό επιβίωσης της σχέσης τους που φάνταζε ολόλαμπρη μπροστά τους. Δυσαρεστημένοι συνειδητοποίησαν ότι οι ημέρες που είχαν μπροστά τους για να τις περάσουν μαζί ήταν οδυνηρά λίγες, μα έστω και μέσα σ’ αυτό το τόσο μικρό κομμάτι του χρόνου, το άνθος της αγάπης τους έβγαλε νέα, πράσινα φυλλαράκια, υποσχόμενο πολλά για το μέλλον. Εικοσιτέσσερις ώρες, ήταν αρκετές για να αποδείξουν και στους δυο ότι κατ’ ουσία τίποτε δεν είχε αλλάξει, μόνο η πρακτική της καθημερινότητας ήταν το μεγάλο εμπόδιο. Στον ολόδικό τους χρόνο, βρήκαν τις παραμέτρους και τις συνισταμένες να ξεδιαλύνουν θέματα, να διευκρινίσουν αμφισβητήσεις, να χαρούν τον αναγεννημένο έρωτά τους. Θα ’λεγε κάποιος ότι δεν χώρισαν ούτε μία ημέρα, αν και αυτό ακριβώς ήταν η μεγάλη δοκιμασία, το τεστ αντοχής, αυτού του τόσου σημαντικού δεσμού. Το αγωνίστηκαν όμως με αμοιβαίες υποχωρήσεις και κατανοήσεις και το κέρδισαν επάξια. Είχαν βρει τη χρυσή τομή και αυτό ήταν το σημαντικότερο.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

275

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία του μετέφερε με όσες περισσότερες λεπτομέρειες θυμόταν, τα γεγονότα στην πρώτη της αεροπορική πτήση, τις πρώτες ημέρες που σημαδεύτηκαν με την τραγική περιπέτεια του Άρη, που ευτυχώς είχε αίσιο τέλος, την καθημερινότητά της, τη χαρά της για την πορεία της καριέρας της και για τα πονεμένα σημεία που κουβαλούσε μέσα της. Του μίλησε για τον μικρό φίλο της, τον Ζανού. Ήταν η μόνη στιγμή, από όλη την αναφορά της που τα πράσινα μάτια της μελαγχόλησαν και μια πικρία τα σκίασε. Ο Μιχάλης την άκουγε ευλαβικά, όπως πριν πολλά χρόνια με την ίδια ευλάβεια, άκουγε παραμύθια από τα χείλη της γιαγιάς του, με τη διαφορά ότι τώρα τα παραμύθια ήταν ζωντανά και απαιτούσαν τη συμμετοχή του. Της έδωσε κι εκείνος με τον δικό μου τρόπο την εξέλιξη της δουλειάς του, έδειχνε φανερά ικανοποιημένος και περήφανος, της μίλησε για τα συχνά ταξίδια του στη Θεσσαλονίκη και στο τέλος, την άφησε έκπληκτη όταν της ανέφερε πόσο συχνά επισκεπτόταν τον πράσινο παράδεισο, που τώρα, με την απουσία της Μαρίας είχε μεταπηδήσει στο στάδιο της ζούγκλας. Τα τηλέφωνα από τον Ορέστη δεν έπαψαν να χτυπούν όλες αυτές τις ημέρες. Η οικογένειά της ανυπομονούσε να τη δει, ειδικά ο μικρός καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα από τη στιγμή που έμαθε ότι η αδελφή του συνοδευόταν από σωματοφύλακες φανταστικών ικανοτήτων, με τελικό αποδέκτη τον ίδιο. «Τους το υποσχέθηκα! Παρασκευή πρωί να είμαι εκεί!» είπε στον Μιχάλη, επισημαίνοντας τα χρονικά περιθώρια. «Πρέπει να είμαι εκεί, αλλιώς τους βλέπω όλους να κατασκηνώνουν στο σαλόνι σου!». «Θα είμαστε εκεί Παρασκευή, προς το μεσημέρι» της είπε συγκαταβατικά, ακουμπώντας με τον αντίχειρα τη λεία, κρυστάλλινη επιφάνεια της μινιατούρας του Εμπάιρ Στέιτ, που απολάμβανε μια προνομιούχο θέση στο κεντρικό τραπέζι του σαλονιού, ανάμεσα σε προσωπικά, χρηστικά αντικείμενα. «Έχεις ανέβει σ’ αυτόν τον ουρανοξύστη;» τη ρώτησε αφήνοντας το δάχτυλό του να ακουμπάει την κορυφή του. Του απάντησε αρνητικά προσθέτοντας: «Πήγα σε αρκετά αξιοθέατα, στο άγαλμα της Ελευθερίας, στο μουσείο Γκούγκενχαϊμ, στο Μπρόντγουεϊ αλλά σ’ αυτόν δεν ανέβηκα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Δεν είπαμε ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία; Όλα έρχονται στην ώρα τους ασχέτως αν το κατανοούμε ή όχι». Ο Μιχάλης έσπρωξε το κρυστάλλινο αντικείμενο σε μια θέση κατά την κρίση του καλύτερη. Από τη στιγμή που του το έδωσε η Σοφία, έψαχνε να βρει


276

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

την πιο κατάλληλη, μετακινώντας το πότε εδώ και πότε εκεί. Το άφησε κάτω από τη λάμπα εξετάζοντας προσεκτικά την οπτική του γωνία, μετά γύρισε και τη ρώτησε: «Πάμε να κάνουμε μια βόλτα σ’ ένα δικό μας αξιοθέατο που είναι και αγαπημένο μας;». «Εννοείς στην Πλάκα;» ρώτησε και τα μάτια της άστραψαν σαν σμαράγδια. «Ναι. Μου έχει λείψει τόσο ο περίπατος μαζί σου!» της είπε παραπονιάρικα. «Μετά χαράς! Πάω να ετοιμαστώ» του απάντησε και σηκώθηκε. Σε μισή ώρα, κατέβαιναν χέρι-χέρι στοχεύοντας ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Αθήνας. Η γραφική αγορά της, τους υποδέχθηκε φορώντας τα γιορτινά της. Οι βιτρίνες ήταν στολισμένες με όλα τα χρώματα της άνοιξης, κυρίαρχο χρώμα το κόκκινο. Κατά παράδοση τα αυγά βάφονται κόκκινα το Πάσχα, συμβολίζοντας το αίμα του Θεανθρώπου, στη διακόσμηση όμως των μαγαζιών υπήρχαν αυγά σε ό,τι χρώμα μπορούσε να φανταστεί το μυαλό. Στολισμένα με χάντρες, με πούπουλα, με ζωγραφιές, δεμένα με κορδελίτσες να κρέμονται από ξερά κλαδιά, στα οποία αχνοφαινόταν η καινούρια πράσινη ζωή, έτοιμη να ξεπεταχτεί, συμβολίζοντας την αναγέννηση της φύσης. Και κοτούλες… πολλές κοτούλες, μικρές, μεγάλες και όλο το σόι τους, πουλάκια και κοκοράκια. Τα πιτσιρίκια τρελαίνονταν μπροστά τους, βλέποντάς τα να τσιτσιρίζουν και να κουνούν τα φτερά τους σαν αληθινά. Μπήκαν σε ένα από τα πολλά μαγαζιά και αγόρασαν ένα πράσινο καλαθάκι με χρωματιστά αυγά για τη Δέσποινα. «Ας πάρουμε και κάτι ανάλογο των ημερών!» είπε η Σοφία και κοντοστάθηκε. «Λέω να πάρουμε ακόμη ένα για την κυρία Ρένα. Τι λες; Θα χαρεί η μητέρα σου, δεν συμφωνείς;» και χωρίς να περιμένει ιδιαίτερη συγκατάθεση, παρήγγειλε να της τυλίξουν άλλο ένα. Με δύο κόκκινες, εορταστικές τσάντες στα χέρια, συνέχισαν τον περίπατό τους ανάμεσα στο πλήθος που πηγαινοέρχονταν, γελώντας και απολαμβάνοντας την όμορφη ατμόσφαιρα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

277

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο δρόμος για τη Θεσσαλονίκη ήταν γνώριμος και αγαπημένος και για τους δυο, με πολλές αναμνήσεις καρφωμένες σαν σηματοδότες σε διάφορα σημεία του. Ένα μέρος που λάτρευε ιδιαίτερα η Σοφία, ήταν η Κοιλάδα των Τεμπών. Δεν χρειάστηκε καν να ζητήσει από τον Μιχάλη να σταματήσει, το είχε προνοήσει ήδη από μόνος του. «Θέλω να αισθανθώ ξανά, τα δυναμικά, ψυχικά κύματα που μου προσφέρει» του είπε σαν μαγεμένη με το που μπήκαν στον στενό, φιδίσιο δρόμο, σχεδόν σκαρφαλωμένο στα πλαϊνά του βουνού, λίγο πιο πάνω και παράλληλα με το ποτάμι. Η φύση οργίαζε και από τις δύο πλευρές του δρόμου. Μια ταμπέλα ενημέρωνε τους επισκέπτες για την ύπαρξη του μικρού παρεκκλησιού της Αγίας Παρασκευής. Άφησαν το αυτοκίνητο σε μια εσοχή του βουνού που είχε δημιουργηθεί σαν χώρος στάθμευσης και κατέβηκαν τα σκαλοπάτια της υπόγειας διάβασης για να περάσουν στην απέναντι μεριά. Λίγα σκαλιά ακόμη τους οδήγησαν στη μικρή αγορά που είχε στηθεί με διάφορα είδη λαϊκής τέχνης και αναθήματα. Πιο κάτω, χαμηλότερα, ένα στενό μονοπάτι οδηγούσε στη μεγάλη κρεμαστή γέφυρα. Τα νερά του Πηνειού κυλούσαν ορμητικά προς τη θάλασσα. Μεγάλες, κάτασπρες πέτρες στέκονταν εμπόδιο στο διάβα του και δημιουργούσαν μικρούς, αφρισμένους καταρράκτες. Τεράστια πλατάνια, εγκάρδιοι φίλοι του φυτικού βασιλείου κλείνανε ευλαβικά τα κλαδιά τους πάνω στα καθάρια νερά του, σαν ένα δείγμα ευγνωμοσύνης προς αυτόν, για τη μεγαλοπρεπή ύπαρξή τους. Μια τόσο δα στενή λωρίδα γης, ανάμεσα σε δυο ψηλά βουνά, κι όμως γεμάτη από κίνηση, ήχο και χρώμα. Η γέφυρα, κρεμασμένη από χοντρά συρματόσχοινα, ένωνε τις δυο άκρες του ποταμού. Η Σοφία περπατούσε μπροστά από τον Μιχάλη. Σε κάθε βήμα αισθανόταν το τραμπάλισμά της. «Να σταματήσουμε λίγο;» τον ρώτησε όταν έφθασαν στη μέση. Εκείνος συμφώνησε μαζί της και ακούμπησε τα χέρια του στα πλαϊνά σίδερα, χαζεύοντας τον υδάτινο γίγαντα που περνούσε κάτω από τα πόδια τους. Η ματιά της Σοφίας ξεκίνησε από τα χαμηλά καθρεφτίσματα του νερού, ανέβηκε σιγά-σιγά ακολουθώντας τα απότομα βράχια του βουνού, σταμάτησε


278

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

στις παράξενες δημιουργημένες σπηλιές του και χάθηκε ψηλά στον ουρανό, δοξάζοντας τον Δημιουργό. Αυτήν τη μαγική στιγμή αναζητούσε πάντα η Σοφία σε αυτό το μέρος. Την ζωντανή απόδειξη της ρήσης «Τα πάντα εν σοφία εποίησε». Το ορμητικό νερό κατέβαζε διάφορα αντικείμενα στο κύλισμά του και δημιουργούσε παράξενους συνδυασμούς στις άκρες του ποταμού, εκεί που τα φυσικά εμπόδια πλήθαιναν. Ένας σχετικά μεγάλος κορμός, κλεμμένος από κάποιο γέρικο πλατάνι, βρήκε σθεναρή αντίσταση σε έναν πέτρινο όγκο και σταμάτησε. Μια πλαστική, κόκκινη κορδέλα, φερμένη από ένα μαγικό αέρινο χέρι, μπλέχτηκε με καλλιτεχνικό τρόπο στα νεκρά κλαδιά του, δημιουργώντας μια όμορφη σύνθεση με φόντο τον ειδυλλιακό τόπο. «Μπαίνουμε στο αγίασμα;» τον ρώτησε ξαφνικά η Σοφία. «Εσύ κανονίζεις το χρόνο μωρό μου, όχι εγώ!» της απάντησε και έβαλε το χέρι του στον ώμο της προχωρώντας. Κατέβηκαν από τη γέφυρα σε ένα προαύλιο, βαμμένο κάτασπρο με τον ασβέστη, τονίζοντας την καθαρότητα του χώρου. Ένα μικρό εκκλησάκι ήταν χτισμένο κάτω από τους πανύψηλους βράχους, και, ακριβώς δίπλα του, μια μικρή εσοχή οδηγούσε στα έγκατα της γης. Το ασβεστωμένο, τσιμεντένιο τούνελ οδηγούσε βαθιά στη γη. Όσο προχωρούσαν προς τα κάτω, το ύψος του χαμήλωνε, στο τέλος περπατούσαν σχεδόν σκυφτοί, εξαναγκάζοντας τους σε μια επιβεβλημένη προσκυνηματική στάση. «Σοφία, πρόσεξε μην γλιστρήσεις!» της είπε όταν έφτασαν στο σημείο που ανάβλυζε η πηγή με τη χάρη της Αγίας. Εκείνη έσκυψε και έμπηξε ένα αναμμένο κεράκι στο δοχείο με την άμμο, δίπλα στη μικρή λιμνούλα που σχηματιζόταν ανάμεσα στους βράχους. Οι πιστοί της πρόσδιδαν θεϊκή χάρη. Ο Μιχάλης έσκυψε με δυσκολία και ακούμπησε το διάφανο νερό. Με το υγρό χέρι του ακούμπησε το χέρι της Σοφίας. Μια γλυκιά θέρμη πλημμύρισε τις καρδιές τους. Την άφησαν να ταξιδέψει στα πέρατα του κορμιού τους βοηθώντας τη με τη σιωπή τους. Ανέβηκαν προς τα έξω με τον ίδιο σκυφτό τρόπο που μπήκαν. «Δεν ξέρω αν φταίει η θρησκευτικότητα των ημερών ή η ευαισθησία μου, εγώ αισθάνομαι σαν να πατάω πάνω σε πούπουλα» του είπε, πιάνοντας το χέρι του.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

279

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Μόλις επέστρεψαν στο αυτοκίνητο, η Σοφία έβγαλε την άσπρη, πλεκτή ζακέτα που φορούσε, τη δίπλωσε και την άφησε στο πίσω κάθισμα. Η θερμοκρασία, όσο πλησίαζε το μεσημέρι, θύμιζε πιο πολύ καλοκαίρι. Ο Μιχάλης βλέποντας την κίνησή της τη ρώτησε προτού μπει στο αυτοκίνητο: «Θέλεις να οδηγήσεις;». «Όχι, όχι. Προτιμώ να απολαύσω την όμορφη διαδρομή. Αλήθεια, μου έλειψαν όλες αυτές οι λεπτομέρειες που πριν ούτε καν παρατηρούσα». Κοντά στον Πλαταμώνα σταμάτησαν για ανεφοδιασμό σε ένα πρατήριο βενζίνης. Όση ώρα ο νεαρός υπάλληλος γέμιζε το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου, η Σοφία προετοίμαζε με το μυαλό της μια μικρή παράκαμψη στη διαδρομή τους. Του την ανέφερε μόλις βγήκαν από το πρατήριο και πριν την έξοδό τους στην Εθνική Οδό. Ο Μιχάλης συμφώνησε ευδιάθετος μαζί της. Πάντα τον γοήτευε αυτό το μικρό αλλά υπέροχο κομμάτι της φύσης, όπου αντάμωνε το βουνό με τη θάλασσα, το χθες με το σήμερα. Κατέβηκαν το δρόμο μέχρι την παραλία του Πλαταμώνα. Τα γραφικά του λιμανάκια φιλοξενούσαν ήδη τους πρώτους επισκέπτες του καλοκαιριού. Ο δρόμος ανηφόριζε στενός, συνεχίζοντας σε μια καταπράσινη διαδρομή με τη θάλασσα να απλώνεται πανήρεμη, στα δεξιά τους, ακριβώς κάτω από την παλιά σιδηροδρομική γραμμή που κάποτε χάριζε γραφικά ταξίδια στους επιβάτες των τρένων. Το μέλλον τους τα έκλεψε και τους οδήγησε στα έγκατα του βουνού, μέσα σε ένα τεράστιο τούνελ, κάτω από τα βαριά θεμέλια του μεγαλόπρεπου κάστρου του Αγίου Παντελεήμονα, ζωντανή ανάμνηση μιας άλλης, πολύ μακρινής, εποχής. Πέρασαν από μια βαθιά ρεματιά, γεμάτη γέρικα πλατάνια και σκαρφαλώνοντας τη μεγάλη ανηφοριά, ξαναβγήκαν στην Εθνική Οδό. «Γραφικότητα, τέλος. Σε μια ώρα είμαστε Θεσσαλονίκη» ανέφερε ο Μιχάλης σαν ταξιδιωτική αναγγελία. Η Σοφία έβαλε τα γυαλιά ηλίου και ακούμπησε αναπαυτικά το κεφάλι της πίσω, με ένα ίχνος μειδιάματος στα χείλη. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι μια ημέρα θλίψης για τους Χριστιανούς όλου του κόσμου, είναι ημέρα πένθους. Όμως, σε μια γειτονιά της πόλης, η ανάσταση ήρθε γρηγορότερα. Όλη η οικογένεια σύσσωμη, τους υποδέχθηκε στην πόρτα με αγκαλιές και φιλιά. Ο Ορέστης, την έκλεισε στην αγκαλιά του και τα πατρικά


280

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

συναισθήματα του ξεχείλισαν. Η Δέσποινα χαιρόταν διακριτικά δίπλα τους, αφήνοντας πατέρα και κόρη να εκφράσουν την αγάπη τους. Όσο για τον μικρό Παύλο, δεν ξεκόλλησε από κοντά της, ώσπου η Σοφία να πραγματοποιήσει την υπόσχεση που του είχε δώσει, πριν φύγει. Ικανοποιημένος με τα πολύτιμα δώρα του στα χέρια, εξαφανίστηκε στο δωμάτιό του και άφησε τους υπόλοιπους να ανταλλάξουν τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής που κύλησε, στο μεγάλο αυτό διάστημα που η Σοφία έλειπε στην Αμερική. Η Δέσποινα ευχαρίστησε τη Σοφία για τα δώρα που τους έφερε και προσέφερε και εκείνη τα δικά της με πολύ χαρά. Ο Μιχάλης κάθισε λίγη ώρα μαζί τους, τους είπε τα νέα του, χάρηκε για τα δικά τους. Ήταν, κατά κάποιο τρόπο, σαν μέλος της οικογένειας και πολύ αγαπητός. Κάπου-κάπου, όταν ερχόταν να δει τους γονείς του, περνούσε και από το σπίτι του Ορέστη για μια καλημέρα. Και ήταν πάντα καλοδεχούμενος. Σηκώθηκε να φύγει σχετικά γρήγορα, κατά την αντίληψη του Ορέστη. «Οι γονείς μου θα με περιμένουν, ανυπόμονοι, έχω και καιρό να τους δω…». «Πως είναι ο πατέρας σου;» τον ρώτησε με ενδιαφέρον ο Ορέστης. «Καλύτερα. Παίρνει τα φάρμακά του, φροντίζει τη διατροφή του… Αυτά που πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος της ηλικίας του για να αποφύγει ή να ελαττώσει τα προβλήματα υγείας». Ο Ορέστης κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας, κρύβοντας πονηρά κάποιες ενοχές που συνόδευαν το θέμα «διατροφή». Μα η Δέσποινα τις έπιασε στον αέρα και με ένα νεύμα των ματιών της, του δήλωσε ότι από αυτήν δεν μπορούσε να κρυφτεί. Η Σοφία συνόδευσε τον Μιχάλη ως την πόρτα. Εκείνος κοντοστάθηκε. «Σκέφτηκα να περάσουμε μαζί το βράδυ της Ανάστασης, τι λες;» τη ρώτησε. «Θα πρέπει να το συζητήσω και με τον μπαμπά!». «Περίμενε να το αναφέρω πρώτα εγώ στους δικούς μου, δεν ξέρω πως θα είναι ο πατέρας μου, και σου τηλεφωνώ να στο επικυρώσω». «Που προτείνεις να πάμε;» τον ρώτησε. «Το μοναστήρι στην Άνω Πόλη έχω στο μυαλό μου, λίγο πιο πάνω από το σπίτι μου» απάντησε ο Μιχάλης. «Έρχεται πολύς κόσμος το βράδυ αυτό… είναι πολύ όμορφα!». «Εντάξει, περιμένω τηλεφώνημά σου» του είπε ευδιάθετα και ανταπόδωσε το φιλί του καθώς έβγαινε από την πόρτα.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

281

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η Σοφία γύρισε στο σαλόνι και κάθισε με τον πατέρα της. Συζήτησαν αρκετά θέματα σχετικά με τη νέα της ζωή, τον θείο Γιάννη, την περιπέτεια του Άρη. Του μετέφερε τους εγκάρδιους χαιρετισμούς τους και την υπόσχεση ότι κάποια στιγμή θα τους επισκεφτούν. Ο Ορέστης άκουγε με προσοχή τη Σοφία, όσο η Δέσποινα πηγαινοερχόταν ασταμάτητα με μια άσπρη ποδιά, δεμένη στη μέση της, ετοιμάζοντας τα παραδοσιακά εδέσματα της Λαμπρής. «Μόνο η Μαρία δεν μπόρεσε να βρίσκεται εδώ» ανέφερε με θλίψη ο Ορέστης στη Σοφία, η οποία τον κοίταξε με απορία. «Γιατί που είναι;». «Περίμενα ότι θα ήμασταν όλοι μαζί το Πάσχα» είπε και μια απογοήτευση απλώθηκε στο πρόσωπό της. «Γνωρίζεις ότι εδώ και αρκετά χρόνια μένει στα Ιωάννινα με την ξαδέρφη της. Από τότε που σκοτώθηκε η μικρή σκυλίτσα προτίμησε να ενώσει την μοναξιά της με της ξαδέρφης της. Η αλήθεια είναι ότι είχε σκοπό να έρθει να σε δει, αλλά πριν δεκαπέντε ημέρες η ξαδέρφη της μπήκε στο νοσοκομείο και την ξέρεις τώρα την Μαρία. Δεν της πήγαινε η καρδιά να την αφήσει μόνη τέτοιες ημέρες. Πάρε την ένα τηλέφωνο, θα χαρεί να σε ακούσει!». «Οπωσδήποτε θα επικοινωνήσω μαζί της. Η γλυκιά μου… Θα είναι χάλια που δεν κατάφερε να έρθει» είπε η Σοφία γνωρίζοντας τη χρυσή ψυχή της «κατά συνθήκη» μάνας της. «Όμως συμφωνώ με την απόφασή της. Δεν είναι εύκολο να ξεπερνάς την ύπαρξη, έστω και ενός ζώου, που ζει μαζί σου χρόνια ολόκληρα. Εγώ που το έζησα πολύ λιγότερα, όταν έμαθα το χαμό του από το τηλεφώνημά σου, έκανα μία εβδομάδα να το συνειδητοποιήσω. Πόσο μάλλον η καημένη η θεία!» πρόσθεσε φανερά στεναχωρημένη. «Της έφερα ένα μικρό δωράκι, θα το αφήσω να της το δώσετε όταν έρθει να σας επισκεφθεί» ενημέρωσε τον Ορέστη η Σοφία. Την ώρα που αποφάσισαν να διαλύσουν την παρέα, για λίγη ξεκούραση, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Μιχάλης. «Σοφία, όλα εντάξει για το βράδυ, ρώτησε και τον Ορέστη» την πληροφόρησε. «Περίμενε να τον ρωτήσω, μην κλείσεις» του είπε. Ο Ορέστης και η Δέσποινα συμφώνησαν ομόφωνα με την πρότασή του. Η ώρα συνάντησης ορίστηκε για τις ένδεκα το βράδυ μπροστά στην πύλη της μονής.


282

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ντυμένοι με τα καλά τους και με τις λαμπάδες στο χέρι, συναντήθηκαν για πρώτη φορά όλοι μαζί, στη μεγάλη, ξύλινη πόρτα. Ο κόσμος πολύς. Προχώρησαν προς τον αυλόγυρο της εκκλησίας. Οι περισσότεροι στέκονταν γύρω-γύρω καθώς η πρόσβαση προς το εσωτερικό της ήταν αδύνατη. Κάτω η πόλη έλαμπε στην ανοιξιάτικη βραδιά. Με πολύ ευλάβεια και υπομονετικά, περίμεναν να φτάσει κοντά τους το άγιο φως, μετά το «Δεύτε λάβετε φως» του Ιερέα. Σαν φωτεινό ποτάμι που κυλούσε μέσα στο σκοτάδι, ξεχύθηκε με δύναμη από το εσωτερικό της εκκλησίας. Ανάψανε τις λαμπάδες τους και η λάμψη του μεταπήδησε στα πρόσωπά τους, προετοιμάζοντας τις καρδιές τους για το σημαντικότερο γεγονός των ημερών. Οι καμπάνες ήχησαν χαρμόσυνα στο άκουσμά του. «Χριστός Ανέστη!». Φιλιά αγάπης πετούσαν από τα χείλη των πιστών με στόχο τις καρδιές των συνανθρώπων τους. Άλλα έφταναν το στόχο τους και χάριζαν φως, άλλα ήταν ψεύτικα και χάνονταν στο σκοτάδι. Ο Παύλος έβγαλε το κόκκινο αυγό από την τσέπη του και πήρε το ύφος του αγωνιστή. «Έλα Μιχάλη να τσουγκρίσουμε τα αυγά μας!» φώναξε. Τον Μιχάλη τον νίκησε, όπως και τη Σοφία, αλλά την πάτησε από την κυρία Ρένα, που του έσπασε το αυγό και τον άφησε εμφανώς δυσαρεστημένο. «Μην τα θέλεις όλα δικά σου αγόρι μου!» του είπε γλυκά ο Ορέστης. «Νίκησες τους σημαντικότερους» είπε δείχνοντας τη Σοφία και τον Μιχάλη που γελούσαν με τα καμώματά του. Οι γονείς του Μιχάλη κάθισαν ως το τέλος της λειτουργίας περιμένοντας τη Θεία Ευχαριστία. Οι υπόλοιποι με το μικρό ζιζάνιο να τους ζαλίζει, προτίμησαν να φύγουν για το σπίτι, έχοντας κατά νου και την πατροπαράδοτη μαγειρίτσα που θα ολοκλήρωνε γευστικά τα εορταστικά δρώμενα των ημερών. Το πρωινό της Δευτέρας ήρθε πολύ γρήγορα για όλους και για αυτούς που έμεναν πίσω και γι’ αυτούς που έφευγαν. Η αναχώρηση για την Αθήνα έφερε στιγμές που, ειδικά η Σοφία, δεν συμπαθούσε καθόλου και το δυσκολότερο μέρος δεν είχε έρθει ακόμη.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

283

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Το χάραμα της Τρίτης βρήκε τη Σοφία και τον Μιχάλη στο αεροδρόμιο. Την ώρα που η Σοφία περίμενε στον έλεγχο εισιτηρίων, γύρισε στον Μιχάλη και του είπε μια σημαδιακή κουβέντα, από ότι απεδείχθη αργότερα: «Έχω ένα παράξενο προαίσθημα». Εκείνος την κοίταξε προσεκτικά. «Ενώ έχω προγραμματίσει πολλά πράγματα για το επόμενο χρονικό διάστημα, κάτι μου λέει μέσα μου, και δεν ξέρω τι», αυτό το είπε δίνοντας έμφαση στα λόγια της «ότι θα επιστρέψω πιο γρήγορα από ότι υπολογίζω». «Ίσως μωρό μου…» και χαμογελώντας συνέχισε: «Ξέρεις τι λέει ο σοφός λαός; Όταν ο άνθρωπος κάνει προγράμματα, ο Θεός τα βλέπει από ψηλά και γελά! Ίσως λοιπόν να έχει βάλει τα γέλια τώρα και εσύ πιάνεις κάποιες μακρινές νότες του γέλιου του». «Λες;» αναρωτήθηκε μεταξύ σοβαρού και αστείου τη στιγμή που έπαιρνε πίσω το εισιτήριο που της έδωσε ο υπάλληλος, ευχόμενος το τυπικό «καλό ταξίδι». Ένας ακόμη δύσκολος αποχωρισμός διαγραφόταν στο πολύβουο αεροδρόμιο. «Η επόμενη φορά που θα έρθω» του είπε σοβαρά, «θα είναι με εισιτήριο χωρίς επιστροφή, σου το υπόσχομαι». Ο Μιχάλης χαμογέλασε και την αγκάλιασε καθώς εκείνη συνέχιζε να μιλάει. «Πέρασα μαζί σου υπέροχα, όπως μόνο εσύ μπορείς να το καταφέρνεις». «Σ’ αγαπάω ψυχή μου. Θα προσπαθήσω να γυρίσω όσο πιο γρήγορα μπορώ!» του είπε με την καρδιά της. «Θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω, όπως πάντα!». Ο Μιχάλης είχε εδώ και καιρό συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει με τίποτα από αυτήν την αγάπη. Ό,τι και να έκανε αποτύγχανε παταγωδώς ώσπου το πήρε απόφαση. Στα θέματα της καρδιάς, το κλειδί κλείδωσε και εξαϋλώθηκε. Περπατούσε σκυφτός με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν του όταν, καθώς πλησίαζε το αυτοκίνητό του, άκουσε το δυνατό θόρυβο της απογείωσης. Γύρισε το κεφάλι του και είδε το αεροπλάνο να ανεβαίνει προς το σκοτεινό ουρανό. Μόνο τα φώτα του που αναβόσβηναν, δήλωναν την αθόρυβη πλέον παρουσία του. Μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε τον μοναχικό δρόμο της επιστροφής.


284

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κεφάλαιο Έκτο Ξεκαθάρισμα ψυχής

Το πολύωρο ταξίδι αυτήν τη φορά της φάνηκε χρήσιμο. Της έδωσε όσο χρόνο ήθελε, να σκεφτεί, να προγραμματίσει, να αποφασίσει και να κάνει τις επιλογές της. Είχε πλέον κατασταλάξει μέσα της ότι ο Μιχάλης ήταν ένα πρόσωπο άρρηκτα δεμένο με τη ζωή της. Αν στο πρώτο τους χωρισμό είχε αναρωτήσεις και για εκείνον και για τον ίδιο της τον εαυτό, τώρα το ήξερε καλά, το αισθανόταν ότι και στο υπόλοιπο ταξίδι της ζωής θα ήταν συνοδοιπόρος της. Αυτή η καθοριστική απόφασή της, ανέτρεψε αρκετά από τα αρχικά της σχέδια. Όταν η πορεία της καριέρας της άρχισε να ανεβαίνει και οι στόχοι της πλησίασαν σε ανώτερα επίπεδα, είχε αποφασίσει να παραμείνει στη Νέα Υόρκη και μετά το τέλος της ειδικότητάς της. Η ολιγοήμερη όμως επιστροφή της, δημιούργησε τη μεγάλη ανατροπή. Τώρα η καρδιά της επαναστάτησε και της χάλασε όλα τα σχέδια. Και μ’ αυτόν τον επαναστάτη απέναντί της δεν είχε άλλη επιλογή παρά να συμβιβαστεί μαζί του. Θα τελείωνε με την ειδικότητά της και θα γύριζε πίσω. Θα έβρισκε δουλειά σε ένα νοσοκομείο των Αθηνών. Ήξερε ότι με τα χαρτιά που είχε στα χέρια της θα είχε άνετα το προνόμιο της επιλογής.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

285

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο εσωτερικός πόλεμος είχε πάρει το δρόμο της ύφεσης, βρέθηκαν οι διαπραγματεύσεις που έφεραν την ειρήνη στα δυο στρατόπεδα της ψυχής της. Δεν ήταν καθόλου εύκολες οι υποχωρήσεις που έπρεπε να κάνει, να θυσιάσει όνειρα ζωής με αντάλλαγμα, την ίδια τη ζωή που οραματιζόταν δίπλα στον Μιχάλη. Με ένα χαμόγελο νίκης κατέβηκε από το αεροπλάνο. Πόσο διαφορετικά φαινόταν όλα γύρω της αυτό το βροχερό πρωινό, η λιακάδα της ψυχής της, την έκανε να χαμογελάσει ακόμη και τη στιγμή που ένας βιαστικός οδηγός εκσφενδόνισε με τις ρόδες του αυτοκινήτου του, ένα σωρό βρομόνερα επάνω της. Κοίταξε τα χάλια της και την έπιασαν τα γέλια. Ήταν η καλύτερη αφορμή να εκτονώσει τη χαρά της για τις αποφάσεις που πήρε. Η άλλη της οικογένεια, αυτή της Νέας Υόρκης, την υποδέχθηκε με πολύ χαρά. Τη θεωρούσαν το μέσον επαφής με την πατρίδα. Στο σφιχταγκάλιασμά τους παρατηρούσες την προσπάθεια να μυρίσουν τον αέρα του Αιγαίου, τη μυρωδιά του βασιλικού επάνω της. Στρώθηκαν όλοι στο σαλόνι με μια γαβάθα ποπ κορν στα χέρια και βρέθηκαν να βλέπουν με τη φαντασία τους την καλύτερη ταινία που παιζόταν στη ζωή τους τα τελευταία χρόνια. Ο τίτλος της ήταν: «Μια οικογένεια μεταναστών ονειρεύεται τη γαλάζια πατρίδα». Όταν στέρεψαν οι ατελείωτες ερωτήσεις τους, το ποπ κορν είχε αδειάσει από το μπολ και το τέλος της ταινίας ήρθε σχεδόν δακρύβρεχτο. Ο Γιάννης κλαψούρισε στην Ελπίδα: «Τι λες γυναίκα, θα καταφέρουμε να πάμε το καλοκαίρι;». Η Ελπίδα, που αυτήν τη συγκεκριμένη πρόταση την είχε ακούσει τόσες φορές που στο τέλος σταμάτησε να τις μετράει, δεν του απάντησε. Είχε πάψει να του απαντάει, όταν κατάλαβε ότι απ’ αυτό το όνειρο κρατιόταν ο Γιάννης. Μέσα της το είχε κατατάξει σε κάτι τόσο μακρινό έως απραγματοποίητο. Επανερχόμενη λοιπόν στο παρόν, σηκώθηκε αμίλητη από τον καναπέ, και η παρέα διαλύθηκε πηγαίνοντας ο καθένας στη δουλειά του. Η Σοφία πήγε στο δωμάτιό της και άνοιξε τη βαλίτσα της. Ξεχώρισε τα δώρα που είχε στείλει ο πατέρας της και μαζί με τα δικά της τα έδωσε στην Ελπίδα. Τακτοποίησε στη θέση τους τα πράγματά της, έβγαλε ότι ήταν για πλύσιμο και τα έριξε στο καλάθι με τα άπλυτα που υπήρχε στο μπάνιο.


286

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Το μικρό δελφινάκι από γαλαζοπράσινο κρύσταλλο, το έβαλε δίπλα στο κομοδίνο της. Ήταν το δώρο του Μιχάλη. Μέσα του έκρυβε όλο το γαλάζιο χρώμα του Αιγαίου. Το κοίταξε στο κεφαλάκι του. Ακόμη και άψυχο, ένα χαμόγελο έσκαγε κάτω από τη μύτη του και τις χάιδευε την ψυχή. Πριν κλείσει τα μάτια της, ακούμπησε τα δάχτυλα της πάνω του και αφέθηκε να ταξιδέψει στα όνειρά της μαζί του, περνώντας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού με τον πόθο να συναντήσει αυτόν που της το χάρισε. Το πρωινό τη βρήκε ευδιάθετη. Ακόμη και το ίδιο δρομολόγιο που έκανε ανελλιπώς κάθε ημέρα, σήμερα άλλαξε χρώματα. Κουβαλούσε ακόμη μέσα της την αιγαιοπελαγίτικη αύρα που σαν μαγικό ραβδάκι μεταμόρφωνε τα πάντα γύρω της. Μόνο στην είσοδο του νοσοκομείου το ραβδί έσπασε και η μαγεία χάθηκε. Εκεί η αλήθεια ήταν πολύ σκληρόπετση για να μπορεί να αλλάξει μόνο με ένα όμορφο συναίσθημα. Ανέβηκε στην κλινική, χαιρέτισε την προϊσταμένη στη γραμματεία και κατευθύνθηκε προς τον ειδικό χώρο όπου άλλαζαν τα ρούχα τους με τις ιατρικές ποδιές. Άνοιξε με το προσωπικό της κλειδί και μπήκε μέσα. Φόρεσε την άσπρη στολή, έβαλε τις πλαστικές γαλότσες και κρέμασε τα ακουστικά στο λαιμό της. Πήρε ένα πακέτο από την τσάντα της χαμογελώντας και βγήκε έξω. Προχώρησε προς το γραφείο των γιατρών για ενημέρωση. Τον πρώτο που είχε στο μυαλό της ήταν ο μικρός της φίλος, ο Ζανού. Κρατώντας με αγάπη το δώρο του στα χέρια, φαντάστηκε το χαμόγελο της χαράς του. Όλες τις ημέρες που έλειπε υπήρξαν πολλές στιγμές που τον συλλογίστηκε. Μια από αυτές ήταν το πρωινό που κατέβηκαν με τον Μιχάλη στην αγορά, στην Πλάκα. Εκεί, σε ένα μικρό μαγαζάκι με αντίκες, χωμένο σε ένα υπόγειο που θύμιζε άλλες εποχές, κατόρθωσε να βρει μια μαριονέτα με τη φιγούρα του αγαπημένου της καταφερτζή Καραγκιόζη. Σκαλισμένη στο ξύλο και ζωγραφισμένη στο χέρι με χρώματα φωτεινά και ζεστά, με τη χαρακτηριστική του καμπούρα και μια μύτη σαν μελιτζάνα, την έκαναν να βάλει τα γέλια όταν την κράτησε στα χέρια της. Κούνησε τα βοηθητικά ξυλάκια και του έδωσε κίνηση στα χέρια και τα πόδια, ζωντανεύοντας τις αναμνήσεις της. «Ετοιμάζομαι για μεγάλο ταξίδι φίλε μου!» είπε στον Μιχάλη, παραμορφώνοντας τη φωνή της να μοιάζει με του φιγουριάρη που κρατούσε στα χέρια της.


Ένα ουράνιο τόξο μέσα στη νύχτα

287

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Μιχάλης κατάλαβε για πού προοριζόταν. Παρήγγειλε να της τον τυλίξουν καλά γιατί ο δρόμος του θα ήταν μακρύς. Κρατώντας τον τώρα τυλιγμένο σε ένα άσπρο χαρτί, άνοιξε την πόρτα του γραφείου των γιατρών και μπήκε μέσα. Οι περισσότεροι συνάδελφοι ήταν ήδη εκεί και συζητούσαν μεταξύ τους. Την καλωσόρισαν ευγενικά, κάνα δυο τη ρώτησαν με περιέργεια πώς τα πέρασε, πώς είναι η Ελλάδα αυτήν την εποχή. Τους ανταπάντησε ευδιάθετα και το βλέμμα της έψαξε να βρει την Κλερ, τη νεαρή γιατρό που άφησε στη θέση της. Η Κλερ, μια κοντούλα ασιάτισσα, γνώριζε από πρώτο χέρι το πρόβλημα του Ζανού. Ήταν δίπλα στη Σοφία όλο αυτόν τον καιρό και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που την άφησε υπεύθυνη, ειδικά για τον μικρό της ασθενή. Ήταν ενήμερη από τη Σοφία για όλες τις λεπτομέρειες και την άσχημη τροπή που πήρε η πορεία της υγείας του. Η Σοφία την είδε σε ένα γραφείο στο βάθος, χωμένη μέσα σε μια στοίβα εξετάσεων διαφόρων ασθενών. Ήταν αδύνατον να φανταστεί την προσπάθειά της να κερδίσει χρόνο προτού αναγκαστεί να της αναφέρει τη βόμβα που θα της έκαιγε τα χέρια. Την πλησίασε χαμογελαστή και την ακούμπησε στον ώμο. «Κλερ, πες μου τι έγινε όσο καιρό έλειπα και πρώτα-πρώτα πες μου πως πάει ο Ζανού;». Εκείνη συνέχισε να ψάχνει τα χαρτιά της χωρίς να σηκώσει τα μάτια της, σαν να μην την άκουσε. Ένα ρίγος διαπέρασε τη Σοφία που, αδιόρατα, αισθάνθηκε ότι κάτι δεν πάει καλά. «Κλερ, σου μιλάω! Πες μου τι κάνει ο μικρός;» την ξαναρώτησε επιτακτικά σφίγγοντας το μπράτσο της. Η Σοφία δεν χρειάστηκε να πάρει απάντηση με λόγια. Την απάντηση την έδωσε και μόνο η στροφή του κεφαλιού της Κλερ, που την ανάγκασε να δει τη Σοφία στα μάτια. Το χαμόγελο της Σοφίας φτερούγισε μακριά σαν κυνηγημένο πουλί. Δύο κατάμαυρα μάτια γεμάτα θλίψη την κοιτούσαν και δυο δάκρυα φάνηκαν δειλά και μπερδεύτηκαν με σιγανές λέξεις: «Έφυγε Σόφι, έφυγε…». Σαν κεραυνός ακούστηκαν οι ψίθυροί της. Τόσο δυνατός που σχεδόν την έριξαν στη διπλανή καρέκλα.


288

Κυριακή Ηλιάδου

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

«Γιατί, γιατί…» μουρμούρισε και πικρά δάκρυα κύλησαν στα χείλη της. Δεν ήθελε να κατανοήσει, να δεχτεί αυτό που μόλις είχε ακούσει. «Δεν πρόλαβα… του είπα να με περιμένει…» έλεγε ασυνάρτητες κουβέντες σκυμμένη πάνω στο γραφείο με την Κλερ δίπλα της να της συμπαραστέκεται. Το ήξερε ότι κάποια στιγμή θα έφευγε αλλά όχι τόσο γρήγορα, όχι τώρα. Την βρήκε ολοκληρωτικά απροετοίμαστη. «Πότε… τελείωσε;» ψέλλισε με φωνή τρεμάμενη. «Πριν δυο ημέρες… Έφυγε γλυκά μεσ’ τον ύπνο του, χαμογελαστός σαν άγγελος. Η μητέρα του συντετριμμένη, με μάτια να θυμίζουν ποταμό, μου είπε ότι την τελευταία ημέρα σε έψαχνε συν