Page 1

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΤΑΞΗΣ Επιμέλεια: Λίλα Τρουλινού, φιλόλογος

Ζωγραφιά: Βίκυ Καϊλίδου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2016-17


Περιεχόμενα Σημείωμα για τη συλλογή “Δεκαπέντε διδακτικά παραμύθια”…………….....3 Μαρία Αγγελάκη, Μια καινούρια ζωή ……..…………………………….....4 Λευτέρης Γιακουμάκης, Το βιβλίο με τις παροιμίες ………………………...5 Βίκυ Καϊλίδου, Μια γενναιόδωρη πράξη ……………………………….…..6 Μύρωνας Κακαβιάτος, Το λουλούδι της αγάπης ...…………………………8 Σίμων Κατσαλιάκης, Το φιλί του Αντώνιου ……….……………………......9 Λευτέρης Κάτσουρας, Το ανώριμο βασιλόπουλο ………………………....11 Σοφία Μαθιέλη, Ο τριανταφυλλόκηπος ………………...………………....13 Γιάννης Μαθιουλάκης, Ο έρωτας νικητής ... ………………………………14 Όλγα Μουσκουντάκη, Τούρτα γενεθλίων ..………………………………..15 Μαριλή Μπαλαδάκη, Το βασιλόπουλο που αγαπούσε τα χρυσαφικά ……...19 Φρειδερίκη Μπαχού, Το βασιλόπουλο και η κόρη του ράφτη ...…………..21 Μαρία Μπεχλιβανάκη, Η ζεστή καρδιά του κοριτσιού ………………...….23 Αθηνά Ντουνιαδάκη, Ο εγωιστής πρίγκιπας ……………...………………23 Βασιλική Παπαραφτάκη, Ο έρωτας θέλει θυσίες ...………………………...24 Νικολέτα Παπιδάκη, Η χαρά της προσφοράς .…………………………...26

Ζωγραφιά: Νικολέτα Παπιδάκη 2


Σημείωμα για τη συλλογή “Δεκαπέντε διδακτικά παραμύθια” Οι μαθητές της Α΄ Τάξης στο μάθημα των Κειμένων της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας διδάχτηκαν το λαϊκό παραμύθι «το πιο γλυκό ψωμί». Ο ήρωας, ένας βασιλιάς που τα έχει όλα και δεν προσπαθεί για τίποτα, παθαίνει μια παράξενη ανορεξία. Ένας σοφός γέροντας έρχεται να τον βοηθήσει και τον συμβουλεύει να φάει «το πιο γλυκό ψωμί». Το ψωμί είναι το βασικό διατροφικό είδος των απλών ανθρώπων. Το κερδίζει κανείς με τη δουλειά και τον μόχθο από την καλλιέργεια της γης. Ο γέροντας λοιπόν θα υποβάλει τον βασιλιά σε μια δοκιμασία: θα δουλέψει σκληρά για τρεις μέρες και θα παρασκευάσει μόνος του το ψωμί του. Στο τέλος της δοκιμασίας θα κερδίσει ξανά την πολυπόθητη όρεξη, δηλαδή η ζωή του θα αποκτήσει χαρά και νόημα. Στο πνεύμα αυτού του αλληγορικού παραμυθιού, οι μαθητές της Α΄τάξης έγραψαν το δικό τους διδακτικό παραμύθι με ήρωες ένα ανώριμο βασιλόπουλο, έναν σοφό γέροντα και ένα νέο κορίτσι, δομώντας τον μύθο πάνω στα μοτίβα πρόβλημασυμβουλή, δοκιμασία-ικανοποίηση. Ο νέος μέσα από τη δοκιμασία του έρωτα θα ωριμάσει, θα ενηλικιωθεί, θα γίνει υπεύθυνος, μυαλωμένος, θα κερδίσει τη γνώση, τη χαρά της ζωής, τη συντροφικότητα, την αγάπη, την ευτυχία. Οι μαθητές εικονογράφησαν οι ίδιοι τα παραμύθια τους. Δεκατρείς όμορφες ζωγραφιές τους συνοδεύουν τα κείμενα. Λίλα Τρουλινού, φιλόλογος

Ζωγραφιά: Κωνσταντίνα Φανταουσάκη

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΖΩΗ 3


Μαρία Αγγελάκη Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Ζήτησαν πολλές συμβουλές από γιατρούς και έκαναν ό,τι τους έλεγαν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μια φορά πέρασε ένας σοφός γέροντας και τους είπε: - Εγώ ξέρω πώς θα μπορέσετε να κάνετε παιδιά. Πρέπει να πάει η βασίλισσα τα μεσάνυχτα στον κήπο κάτω από τη μηλιά. Μετά να βρει το κίτρινο μήλο ανάμεσα στα κόκκινα και να το κόψει. Ύστερα να το βάλει κάτω από το μαξιλάρι της. Το πρωί, μόλις ξυπνήσει, θα πρέπει να το φάει. Δεν πέρασε ένας χρόνος και η βασίλισσα γέννησε ένα υγιέστατο αγοράκι. Οι γονείς του χάρηκαν πάρα πολύ και του έκαναν όλα τα χατίρια. Έτσι το βασιλόπουλο μεγάλωσε και έγινε πολύ ιδιότροπο. Ήθελε πάντα να γίνεται το δικό του και δεν άκουγε κανέναν. Κάθε μέρα έκανε και πιο πολλές αταξίες. Οι γονείς του ανησυχούσαν πολύ. Μια μέρα δεν άντεχαν άλλο πια και ζήτησαν τη συμβουλή του σοφού γέροντα που τους είχε ξανά βοηθήσει. Αυτός τους είπε ότι για να γίνει το παιδί ήσυχο και υπεύθυνο θα έπρεπε να περάσει από μια δοκιμασία. Τους είπε να στείλουν τον νεαρό πρίγκιπα να μείνει ένα χρόνο στο σπίτι ενός βοσκού χωρίς πολυτέλειες και μεγαλεία. Έτσι και έκαναν. Την επόμενη κιόλας μέρα πήγαν τον νεαρό πρίγκιπα στο διπλανό χωριό, στο σπίτι ενός βοσκού. Τον παρακάλεσαν να είναι αυστηρός μαζί του και να τον βάζει να κάνει από όλες τις δουλειές. Ο βοσκός είχε μια πάρα πολύ όμορφη κόρη. - Χαίρομαι που ήρθες να μείνεις μαζί μας και να μας βοηθάς, του είπε αυτή. Ο μπαμπάς μου είναι πια γέρος και κουράζεται πολύ. Έτσι ξεκίνησε μια καινούρια ζωή για τον πρίγκιπα. Δούλευε από το πρωί ως το βράδυ και κουραζόταν πάρα πολύ. Όμως δεν παραπονιόταν, γιατί του άρεσε να κάνει παρέα με τη βοσκοπούλα, αφού ήταν όλη μέρα μαζί όταν δούλευαν. Ξυπνούσε πρωί και πήγαινε τα πρόβατα να βοσκήσουν. Μετά, όταν γύριζε το απόγευμα, άρμεγε τις αγελάδες, καθάριζε τον σταύλο και τάιζε τα ζώα. Αμέσως μετά έφτιαχνε τυρί και μυζήθρα. Αποκαμωμένος μετά πήγαινε να κοιμηθεί. Έτσι πέρασε ένας χρόνος. Όταν ήρθε η ώρα και γύρισε στο παλάτι, όλοι είδαν πόσο είχε αλλάξει. - Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, είπε η βασίλισσα. - Κι εγώ χαίρομαι, της απάντησε ο γιος της. Θέλω όμως να σου ζητήσω κάτι. - Ό,τι θέλεις, είπε εκείνη. 4


- Αγάπησα την κόρη του βοσκού και θέλω να την παντρευτώ. - Αφού αυτή και ο πατέρας της ήταν η αιτία να γίνεις σωστός και υπεύθυνος άνθρωπος, εμείς δεν έχουμε καμιά αντίρρηση. Κι έτσι παντρεύτηκαν ο πρίγκιπας και η βοσκοπούλα. Όταν ήρθε η σειρά του πρίγκιπα να γίνει βασιλιάς, κυβερνούσε δίκαια και όλοι τον αγαπούσαν. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ζωγραφιά: Μαρία Αγγελάκη

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ Λευτέρης Γιακουμάκης Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια μικρή πόλη ένας σοφός γέροντας. Αυτός έμενε σε ένα φτωχικό σπιτάκι και ζούσε πολύ απλά. Κάποτε απογοητεύτηκε από την αδικία που έβλεπε γύρω του, πήρε μόνο τα σοφά του βιβλία και πήγε να κατοικήσει σε μια καλύβα στο δάσος, κοντά στη φύση. Μετά από λίγο καιρό έψαξε και τον βρήκε μια σεμνή κοπέλα που τον γνώριζε από την πόλη και τον θαύμαζε για τη σοφία του. «Κράτησέ με, σε παρακαλώ» 5


του είπε, «εγώ θα σε φροντίζω και εσύ θα μου μαθαίνεις όλα όσα ξέρεις». Έτσι κι έγινε και ζούσαν μαζί ευτυχισμένοι. Το βασιλόπουλο της χώρας ήταν ένας τεμπέλης και ακαλλιέργητος νέος που δεν ενδιαφερόταν για τον λαό του. Κάποτε βρέθηκε κοντά στο καλύβι του γέροντα και αμέσως του ζήτησε να φύγει από το δάσος γιατί ήταν δικό του. Του δήλωσε μάλιστα πως θα έπαιρνε την κοπέλα μαζί του στο παλάτι για να την παντρευτεί. Ο γέροντας του είπε ότι αυτό θα γίνει μόνο αν μπορέσει και περάσει μια δοκιμασία που θα του έβαζε. Του έδωσε λοιπόν ένα μεγάλο βιβλίο με δερμάτινο εξώφυλλο όπου ο γέρος είχε καταγράψει παροιμίες και γνωμικά που γέννησε η σοφία του λαού. Του είπε να το διαβάσει μέχρι το επόμενο πρωί και να του πει τι διδάγματα έβγαλε. Το νεαρό βασιλόπουλο όμως δεν ήταν συνηθισμένο να διαβάζει ούτε ήταν σε θέση να καταλάβει τα νοήματα και έτσι απέτυχε. Ο σοφός γέροντας του είπε αν θέλει να μείνει λίγο καιρό κοντά του, να του μάθει να είναι πιο εργατικός, δίκαιος, μορφωμένος, για το καλό το δικό του, αλλά και του λαού του. Έτσι κι έγινε. Το βιβλίο με τις παροιμίες του λαού έγινε το αγαπημένο του. Το είχε στο προσκεφάλι του. Μετά από λίγο καιρό το βασιλόπουλο ήταν άλλος άνθρωπος. Ο γέρος του έδωσε την ευχή του και αυτός παίρνοντας την καπέλα μαζί του ξεκίνησε για το παλάτι του. Εκεί παντρεύτηκαν και κυβέρνησαν μαζί για πολλά χρόνια με πολλή αγάπη και δικαιοσύνη.

ΜΙΑ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΗ ΠΡΑΞΗ Βίκυ Καϊλίδου Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε σε ένα μακρινό και απομονωμένο νησί ένας νεαρός πρίγκιπας με την οικογένειά του. Ο πρίγκιπας ήταν ευτυχισμένος, αλλά κάτι έλειπε από τη ζωή του. Μια μέρα εμφανίστηκε μια νεαρή, όμορφη κοπέλα στον κήπο του παλατιού χωρίς κανείς να ξέρει πώς. Φαινόταν χαμένη και φοβισμένη. Ο πρίγκιπας διέταξε να τη φροντίσουν, να της δώσουν φαγητό και έναν από τους ξενώνες για να ξεκουραστεί. Η κοπέλα ήταν τόσο όμορφη που ο πρίγκιπας την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Της έκανε πρόταση γάμου και της έταξε ότι θα έχει ό,τι επιθυμεί, αλλά εκείνη αρνήθηκε γιατί τα πλούτη δεν αποτελούν παράγοντα ευτυχίας. Του είπε ότι τόσοι άνθρωποι στο βασίλειο δεν έχουν να φάνε, μα είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Από την απελπισία του για το πώς θα κερδίσει την κοπέλα, ζήτησε τη συμβουλή ενός γέροντα. Εκείνος του είπε ότι αν θέλει να την κάνει γυναίκα του, πρέπει να ζήσει σαν ένας κοινός μα φτωχός άνθρωπος. Έτσι θα καταλάβει ότι τα πλούτη δεν είναι το παν. Την επόμενη κιόλας μέρα, ντύθηκε με φτωχικά ρούχα και παρακάλεσε την πιο 6


φτωχή οικογένεια του βασιλείου να μείνει μαζί τους για τρεις μέρες. Η οικογένεια με χαρά συμφώνησε, αλλά δεν είχαν δωμάτιο για να κοιμηθεί ο πρίγκιπας. Έτσι του έβαλαν ένα παλιό ράντζο στην είσοδο του σπιτιού για να κοιμηθεί τα τρία αυτά βράδια. Το ίδιο πρωί ο πρίγκιπας πήγε να δουλέψει όπως και όλα τα μέλη της οικογένειας, όμως δεν ήξερε τι είναι δουλειά. Αμέσως άρχισε να δίνει διαταγές, αλλά οι άνθρωποι του εξήγησαν ότι «δουλειά» είναι όταν προσπαθείς με κόπο να αποκτήσεις κάτι και ότι αυτοί δούλευαν σκληρά για να αποκτήσουν τα αναγκαία. Ο νεαρός πρίγκιπας όργωνε όλη μέρα, χωρίς να κάνει διάλειμμα για φαγητό και νερό. Το βράδυ γύρισε και έπεσε ξερός στο σκληρό ράντζο χωρίς διαμαρτυρία. Tην επομένη, ο πρίγκιπας ράβδισε τις ελιές, τις έβαλε σε σακιά και τις πήγε στο ελαιοτριβείο για να φτιάξουν λάδι, πάλι χωρίς φαγητό και νερό. Γύρισε κατάκοπος σπίτι και αποκοιμήθηκε με μιας.

Ζωγραφιά: Μαρία Καϊλίδου Την τελευταία μέρα βοήθησε να φτιαχτεί το ψωμί. Πήρε αλεύρι από τον μύλο, ζύμωσε και έψησε το ψωμί. Το βράδυ, νηστικός για τρεις ολόκληρες μέρες, έφαγε με πρωτόγνωρη όρεξη μια μόνο φέτα ψωμί με λίγο λάδι. Ήπιε μια μεγάλη κούπα νερό και κοιμήθηκε. Το επόμενο πρωί είχε ήδη επιστρέψει στο παλάτι. Το μεσημέρι ο βασιλιάς πήγε να πάρει χρήματα από το θησαυροφυλάκιο. Διαπίστωσε ότι περισσότερα 7


από τα μισά έλειπαν. Έβαλε τους φρουρούς να βρουν τον κλέφτη, αλλά ο πρίγκιπας του είπε ότι με δική του πρωτοβουλία τα χρήματα μοιράστηκαν στον λαό του. Είπε ότι στο παλάτι έχουν παραπάνω από τα αναγκαία, ενώ ο λαός πεθαίνει από την πείνα. Ο βασιλιάς δεν μίλησε και απομακρύνθηκε σκεπτικός. Η κοπέλα ενθουσιάστηκε από τη γενναιόδωρη πράξη του πρίγκιπα και τον επισκέφτηκε στο παλάτι για να μιλήσουν. Του είπε πως χάρηκε πολύ με την πράξη του και ότι αν ίσχυε ακόμη η πρόταση γάμου, ευχαρίστως θα τη δεχόταν. Ο γάμος ήταν το πιο χαρμόσυνο γεγονός της χρονιάς. Ο πρίγκιπας και η φτωχή κοπέλα ζήσαν ευτυχισμένοι, μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος!

ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Μύρωνας Κακαβιάτος Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα βασιλόπουλο που ήθελε να παντρευτεί, αλλά ήταν πολύ ανώριμο για να αποφασίσει από μόνο του ποια γυναίκα τού ταίριαζε. Έτσι κάλεσε όλες τις βασιλοπούλες για να διαλέξει μία. Ο σύμβουλός του, που ήταν πολύ σοφός αλλά γέρος, του είπε πως δεν ήταν απαραίτητο να πάρει βασιλοπούλα για γυναίκα. Το βασιλόπουλο απάντησε: «Καλή ιδέα». Στο δρόμο για την πόλη βλέπουν μια χωριατοπούλα να τραγουδάει με κρυστάλλινη φωνή και γύρω της να είναι μαζεμένος κόσμος. Το βασιλόπουλο είπε να σταματήσουν την άμαξα για να κατέβει. Όταν κατέβηκε και την είδε από κοντά, την ερωτεύτηκε, αλλά δεν πρόλαβε να της μιλήσει. Τότε ο πρίγκιπας ρώτησε τον γέροντα αν την ξέρει και ο γέροντας απάντησε πως ήταν η κόρη του. Κι όταν ο νέος του είπε πως η κόρη του τον μάγεψε με τη φωνή της και την ομορφιά της, ο γέροντας του είπε πως αν τη θέλει πραγματικά, θα πρέπει να περάσει μια δοκιμασία. Το πριγκιπόπουλο δέχτηκε και ο σοφός του είπε να περάσει την επόμενη μέρα πρωί πρωί από το σπίτι του. Το βασιλόπουλο πάει την επόμενη μέρα το πρωί και βρίσκει τον γέροντα. Ο σοφός του λέει : «Θα πρέπει να πας στο Βουνό της αγάπης και να κόψεις το πιο όμορφο λουλούδι, το λουλούδι της αγάπης, για την κόρη μου». Το πριγκιπόπουλο περπατούσε μέρες ώσπου έφτασε στο Βουνό της αγάπης. Άρχισε να σκαρφαλώνει το απότομο βουνό, τα βράχια κατρακυλούσαν κάτω από τα πόδια του και ο άνεμος σφύριζε στ’ αυτιά του. Αυτός συνέχισε να ανεβαίνει μέχρι που έφτασε στην κορυφή του βουνού. Τότε αντίκρισε το λουλούδι της αγάπης, που είχε σχήμα καρδιάς κι ήταν κόκκινο σαν τη φωτιά. Το έκοψε και το έβαλε στο σακίδιό του. Όταν γύρισε πίσω, έδωσε το σπάνιο λουλούδι στην κόρη του γέροντα. Σύντομα η κόρη και αυτός παντρεύτηκαν. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 8


ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Σίμων Κατσαλιάκης Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα πριγκιπόπουλο που λεγόταν Αντώνιος. Ο νέος αυτός ήταν πολύ άμυαλος, επειδή δεν διάβαζε ποτέ. Ήταν μια όμορφη μέρα, το πριγκιπόπουλο έπαιζε στην αυλή με τον σκύλο του τον Μαξ, όταν ξαφνικά είδε μια χαριτωμένη πριγκίπισσα να μπαίνει στο παλάτι. Ο Αντώνιος ξετρελάθηκε με την ομορφιά της και αμέσως πήγε να δει τι ήθελε στο παλάτι του πατέρα του. Η όμορφη πριγκίπισσα λεγόταν Δήμητρα και έψαχνε να βρει φίλους. Ήταν κάθε μέρα μόνη της στο παλάτι του πατέρα της και βαριόταν.

Ζωγραφιά: Ζωή Κουτσογιαννάκη

Όταν άκουσε ο νέος ότι η κοπέλα έψαχνε για φίλους, έτρεξε να της πει ότι αυτός θα ήθελε να γίνει φίλος της. - Εγώ θέλω να γίνω φίλος σου, λέει το πρίγκιπας. - Τότε θα πρέπει να περάσεις μια δοκιμασία, λέει η Δήμητρα. Ο Αντώνιος την κοίταξε απορημένος και ρώτησε : - Και τι δοκιμασία είναι αυτή; 9


- Θα πρέπει να με ελευθερώσεις από την κατάρα που μου έδωσε ο πατέρας μου, να μη μπορώ να αγαπήσω κανένα αγόρι, ακόμα και το πιο όμορφο αγόρι όλου του κόσμου. Ο πρίγκιπας τότε σκέφτηκε ότι για να τον αγαπήσει η πριγκίπισσα, θα πρέπει πρώτα να λυθεί το ξόρκι της. - Θα το κάνω, είπε ο Αντώνιος, με βεβαιότητα και πίστη μες στην καρδιά του. Η κοπέλα παραξενεύτηκε γιατί κανείς δεν ήξερε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να λυθεί αυτή η κατάρα. - Εντάξει, εγώ όμως σε προειδοποιώ ότι κανείς, εκτός από τον παππού μου, δεν ξέρει πώς μπορεί να λυθεί αυτή η κατάρα και ο παππούς μου έχει εξαφανιστεί εδώ και δύο χρόνια. Ο Αντώνιος την επόμενη κιόλας μέρα άρχισε να ταξιδεύει για να βρει τον παππού της Δήμητρας. Έψαχνε για μήνες ολόκληρους, ώσπου μια μέρα τον βρήκε σε μια καλύβα σε ένα μακρινό δάσος. Ο παππούς της πριγκίπισσας ήταν σοφός και τυφλός. Είχε αποσυρθεί από τον κόσμο γιατί δεν άντεχε την ανοησία του. - Καλή σας μέρα, κύριε. Εσείς είστε ο παππούς της πριγκίπισσας Δήμητρας; - Μάλιστα, νεαρέ μου κύριε, και ξέρω γιατί είστε εδώ. Ήρθατε εδώ για να μάθετε πώς λύνεται η κατάρα της εγγονής μου και να ζητήσετε το χέρι της. Το ξόρκι μπορεί πολύ εύκολα να λυθεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα φιλί. Ένα φιλί αγνής και αληθινής αγάπης. Όταν γύρισε ο πρίγκιπας στο παλάτι έδωσε ένα φιλί στην πριγκίπισσα και λύθηκε η κατάρα. Έτσι ο Αντώνιος έμαθε στη Δήμητρα τι είναι η αγάπη και η πριγκίπισσα έμαθε του Αντώνιου να μελετά για να γίνει έξυπνος και σοφός σαν τον παππού της.

ΤΟ ΑΝΩΡΙΜΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ Λευτέρης Κάτσουρας Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στο παλάτι του ένα πλούσιο και ανώριμο βασιλόπουλο. Ήτανε τόσο ανώριμο που έκανε συνέχεια το αντίθετο απ’ ό,τι του έλεγαν. Όλοι είχαν χάσει την υπομονή τους μαζί του. Μια μέρα ήτανε στο μεγάλο του μπαλκόνι και καθότανε. Από κάτω περνούσε μια πολύ όμορφη και φτωχή κοπέλα. Την είδε το βασιλόπουλο και ξετρελάθηκε μαζί της. Εκείνη την ώρα φύσηξε δυνατός αέρας και της άρπαξε το μαντήλι από τα μαλλιά. Το 10


βασιλόπουλο έτρεξε και το μάζεψε. Την επόμενη μέρα πήγε να τη βρει, αλλά την έψαχνε σε λάθος μέρος. Έψαχνε όλη μέρα, αλλά δεν κατάφερε τίποτα και απελπίστηκε. Σκεφτόταν τι να κάνει ώσπου του ήρθε η τέλεια ιδέα: να βάλει έναν ντετέκτιβ. Του περιέγραψε την κοπέλα και του έδωσε το μαντήλι της. Ο ντετέκτιβ έψαχνε πολύ καιρό ώσπου τη βρήκε. Το βασιλόπουλο πέταξε από την χαρά του. Αμέσως έτρεξε να τη συναντήσει. Όμως, δεν άρεσε στην κοπέλα. Αυτός όμως δεν το ήξερε και νόμιζε ότι όλα πήγαν καλά. Την άλλη μέρα ξαναβρέθηκαν κι εκείνη του είπε ότι τον βρίσκει ανώριμο. Το βασιλόπουλο στεναχωρήθηκε πολύ και κατάλαβε ότι κάτι πρέπει να κάνει για να ωριμάσει. Έβαλε τους υπηρέτες του να του βρουν έναν σοφό γέροντα. Τον βρήκαν και την επόμενη μέρα πήγε στο παλάτι του βασιλόπουλου και το ρώτησε: - Σε τι θέλεις να σε βοηθήσω; - Θέλω να με βοηθήσεις να ωριμάσω, γιατί η κοπέλα που μου αρέσει με βρίσκει ανώριμο. Συζητούσαν για πολλή ώρα ώσπου ο σοφός του είπε ότι πρέπει να περάσει κάποιες δοκιμασίες. Εκείνος δέχτηκε. Δεν τον ένοιαζε ούτε η κούραση ούτε η σκληρή δουλειά, ήθελε μόνο να κερδίσει την κοπέλα με την ωριμότητά του. Την επόμενη μέρα ο γέροντας πήγε στο παλάτι του βασιλόπουλου στις πέντε το πρωί. - Ξύπνα, του λέει φωναχτά ο γέροντας . - Από τώρα; Εγώ ξυπνάω μετά τις 12 το μεσημέρι. Άσε με να κοιμηθώ, είπε το βασιλόπουλο. - Άμα θες να κερδίσεις την κοπέλα, ξύπνα! - Αυτό δεν μπορεί να γίνει μετά τις δώδεκα; - Η κοπέλα αυτή δεν θέλει άντρες τεμπέληδες σαν κι εσένα. Αν δεν αλλάξεις, δεν θα την κερδίσεις. Με τα πολλά ζόρια το βασιλόπουλο ξύπνησε. Αμέσως έφυγαν για τη δουλειά. Φτάσανε σε έναν κήπο με εσπεριδοειδή. Τον άφησε εκεί και του είπε: - Αυτά τα δέντρα έχουν πάνω τους φρούτα. Πρέπει να τα μαζέψεις όλα. Έχεις μόνο μια μέρα γι’ αυτό. Θα έρθω να σε πάρω σήμερα το βράδυ. Το βασιλόπουλο δεν είχε ξαναμαζέψει καρπούς από δέντρο, όμως ευτυχώς ο γέροντας του είχε αφήσει ένα μαχαίρι και μία σκάλα. Το βασιλόπουλο τα κατάφερε. Το βράδυ ήρθε ο γέροντας να τον πάρει. Τότε το βασιλόπουλο ρώτησε: - Τώρα είμαι αρκετά ώριμος για να της μιλήσω; - Περίμενε. Η δοκιμασία έχει τρία στάδια. Εσύ έχεις περάσει μόνο το ένα. 11


- Άντε, πάμε τώρα να περάσω και το δεύτερο. - Σύμφωνοι, του λέει ο γέρος. Σε αυτή τη δοκιμασία το βασιλόπουλο έπρεπε να μείνει μόνο του, χωρίς τους υπηρέτες του και τους σωματοφύλακές του, και να ζήσει φτωχικά σαν την κοπέλα που αγαπάει. - Εντάξει, θα το κάνω, είπε το βασιλόπουλο με αποφασιστικότητα. - Πάρε αυτά, θα σου χρειαστούν, είπε ο γέροντας. Και του έδωσε ένα σακίδιο με λίγα παξιμάδια κι ένα κλειδί από ένα μικρό σπιτάκι πάνω σ’ ένα βουνό. Πλησίαζε χειμώνας κι έκανε κρύο. Έμαθε να κόβει ξύλα και να ανάβει φωτιά. Μάζευε κάστανα και τα έψηνε. Πέρασε εκεί μια εβδομάδα και ο γέροντας πήγε να τον πάρει. Το βασιλόπουλο ήταν πιο ώριμο από ποτέ. Όμως το τρίτο στάδιο ήταν το πιο δύσκολο γι’ αυτόν, γιατί έπρεπε να μιλήσει στους γονείς του για τον έρωτά του. Μόλις το είπε στους γονείς του, αυτοί δεν το ενέκριναν γιατί ήθελαν να παντρευτεί μια κοπέλα της τάξης του. Ο νέος δεν τους έδωσε σημασία και πήγε να βρει την όμορφη κόρη. Ήξερε πως με τον καιρό θα την αποδεχόντουσαν. Συνάντησε την κοπέλα και μιλήσανε για πολλή ώρα. Μετά έφυγε από το σπίτι της χαρούμενος, γιατί κατάλαβε πως τώρα τον αγαπούσε κι εκείνη. Στο τέλος παντρευτήκανε και ήταν και οι δύο πολύ ευτυχισμένοι.

Ο ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΚΗΠΟΣ Σοφία Μαθιέλη Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα νέο βασιλόπουλο που ήταν πολυ όμορφο, αλλά και πολύ άμυαλο. Ήθελε να παντρευτεί ένα κορίτσι, αλλά εκείνη δεν τον εμπιστευόταν. Έβλεπε ότι συνεχώς έκανε ανόητες πράξεις και του έλεγε ότι θέλει να παντρευτεί έναν πιο σοβαρό άνθρωπο. Το βασιλόπουλο ήταν λυπημένο και τότε εμφανίστηκε ένας σοφός γέροντας και του είπε τι να κάνει. Θα έπρεπε να αποδείξει στο κορίτσι ότι είναι σοβαρός. Ο γέροντας τον υπέβαλε σε μια μεγάλη δοκιμασία. 12


Κάθε πρωί το βασιλόπουλο θα έπρεπε να κάνει πολλές καλές πράξεις και να βοηθάει τους πολίτες. Έπειτα θα έπρεπε να φροντίζει τον τριανταφυλλόκηπο που βρισκόταν στο πίσω μέρος του παλατιού. Τον τριανταφυλλόκηπο αυτόν θα τον έκανε δώρο στο κορίτσι. Το βασιλόπουλο έκανε όλα όσα του είπε ο γέροντας. Έκανε καλές πράξεις και βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη. Το κορίτσι τα έβλεπε αυτά και τον συμπάθησε. Έπειτα όταν είδε τον τριανταφυλλόκηπο χάρηκε τόσο πολύ που αποφάσισε να μείνει μαζί του. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ζωγραφιά: Κατερίνα Μπολάκη Ο ΕΡΩΤΑΣ ΝΙΚΗΤΗΣ Γιάννης Μαθιουλάκης Κάποτε σε ένα μακρινό χωριό ζούσε ένας πρίγκιπας. Ήταν είκοσι χρονών. Στο διπλανό βασίλειο ζούσε μια πανέμορφη κοπέλα. Ήταν λίγο πιο μεγάλη από το πριγκιπόπουλο και ήταν πριγκίπισσα. Μετά από λίγες μέρες η οικογένεια του πριγκιπόπουλου κάλεσε για τραπέζι την άλλη βασιλική οικογένεια. Εκείνη τη μέρα όλα ήταν έτοιμα. Είχαν κάνει μεγάλη προετοιμασία στο παλάτι, το καθάρισαν, το στόλισαν, έσφαξαν ζώα, όπως γουρούνια, κουνέλια και κότες. Ήθελαν όλα να είναι τέλεια. Την τελευταία όμως στιγμή, ο πατέρας της όμορφης πριγκίπισσας τους ειδοποιεί ότι δεν θα πάνε. Ο οικοδεσπότης βασιλιάς έμαθε ότι ο καλεσμένος του προτίμησε να πάει για κυνήγι και ένιωσε 13


πολύ προσβεβλημένος. Από κείνη τη μέρα ξεκίνησε μια κόντρα ανάμεσα στις δύο βασιλικές οικογένειες. Μια μέρα το πριγκιπόπουλο ενώ πήγαινε έναν περίπατο, συνάντησε την πανέμορφη πριγκίπισσα, κι ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον, αλλά ήταν αυτή η κόντρα που τους χώριζε. Μετά από λίγο καιρό οι δυο οικογένειες έμαθαν ότι τα παιδιά τους είναι ζευγάρι κι έγιναν έξαλλοι. Ο πατέρας του πριγκιπόπουλου του είπε ότι αν την παντρευτεί θα χάσει τον θρόνο. Μέχρι που βρήκαν μια λύση δίκαιη για τα παιδιά. Θα καλούσαν έναν σοφό γέροντα για να τους υποβάλει σε μια δοκιμασία για να δουν αν πραγματικά αγαπιούνται. Η δοκιμασία ήταν η εξής: Αν αγαπιόντουσαν πραγματικά ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα, θα αφήναν το θρόνο του βασιλιά και της βασίλισσας και οι δύο, και θα έφευγαν μαζί για να φτιάξουν μόνοι τους τη ζωή τους, χωρίς την οικονομική υποστήριξη των γονιών τους. Αυτά είπε ο σοφός γέροντας. Το σκεφτήκαν πολύ καλά και συμφώνησαν. Μετά από έναν μήνα έγιναν οι ετοιμασίες και θα πήγαιναν να ζήσουν μόνοι τους σε ένα χωριό μακρινό. Τα μόνα πράγματα που τους έδωσαν ήταν λίγα ζώα: μια αγελάδα, μερικές κότες και δύο κατσίκες για να έχουν γάλα, κρέας και αυγά . Μετά από έξι μήνες οι νέοι είχαν οργανώσει τη ζωή τους και τα πήγαιναν πολύ καλά μόνοι τους. Ο έρωτάς τους τους έδινε δύναμη. Όμως οι γονείς τους άρχισαν να νιώθουν μοναξιά. Κατάλαβαν ότι δεν μπορούν να ζήσουν μόνοι τους και ότι τους χρειάζονται πίσω οι βασιλικές οικογένειες. Έτσι τους παρακάλεσαν να γυρίσουν και να μείνουν μαζί τους. Ο έρωτας των παιδιών είχε νικήσει τη διχόνοια.

14


Ζωγραφιά: Σοφία Μαθιέλη

Από τότε τα πήγαιναν μια χαρά οι δύο βασιλικές οικογένειες. Αντάλλασσαν επισκέψεις και πήγαιναν μαζί στο κυνήγι. Μετά από έναν μήνα τα παιδιά παντρεύτηκαν και σε λίγο καιρό θα έπαιρναν το θρόνο. Ευχαρίστησαν τον σοφό γέροντα που τους έδωσε την ευκαιρία να αποδείξουν τον έρωτά τους. Και από τότε έζησαν ευτυχισμένοι !

ΤΟΥΡΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ Όλγα Μουσκουντάκη Πριν από πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό, όχι μεγάλο βασίλειο, ζούσε με τους γονείς του ένα νεαρό άμυαλο βασιλόπουλο, ο Αρίστος. Αυτό το βασιλόπουλο δεν είχε καθόλου τρόπους, δεν ήταν ευγενικό, ήταν τεμπέλικο και αδιαφορούσε για όλα όσα θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα στη ζωή του. Το μεγάλο του πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε κάτι. Ο νέος ήταν και καλοφαγάς, και ο μάγειρας του έδειχνε διάφορες συνταγές για να μπορεί να τις φτιάχνει μόνος του, για να έχει τη χαρά της δημιουργίας. Ο βασιλιάς είχε απελπιστεί με τον γιο του. Κάλεσε όλους τους γιατρούς και τους ψυχολόγους του τόπου, αλλά δεν είχε μεγάλη ελπίδα, αφού το βασίλειο ήταν πολύ μικρό. Όπως το φαντάστηκε, κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει τον Αρίστο. Μια μέρα το βασιλόπουλο πήγε μια βόλτα στο δάσος μήπως 15


καταφέρει και συγκεντρωθεί και θυμηθεί καμιά συνταγή του μάγειρα, αλλά τίποτα. Στον γυρισμό συνάντησε ένα πολύ όμορφο κορίτσι. - Γεια σου! της είπε το βασιλόπουλο. - Γεια σου! Πώς από εδώ; τον ρώτησε το όμορφο κορίτσι. - Ε, ξέρεις, βγήκα για έναν περίπατο μήπως και θυμηθώ καμιά συνταγή του χοντρού του μάγειρα! Όπως ξέρετε, το βασιλόπουλο δεν είχε καλούς τρόπους και αυτό που είπε στην κοπέλα της φάνηκε περίεργο. - Πώς σε λένε; τη ρώτησε. - Αλεξάνδρα, εσένα; - Αρίστο, με λένε. Θες να έρθεις στο πάρτυ που θα κάνω το Σάββατο στις οχτώ; λέει το βασιλόπουλο. - Θα χαρώ πολύ να έρθω. - Ωραία, θα σε περιμένω. Αντίο Αλεξάνδρα! - Αντίο Αρίστο! είπε η Αλεξάνδρα και έφυγε χαρούμενη. Μόλις το βασιλόπουλο έφτασε σπίτι, λέει στους γονείς του: - Μπαμπά, μαμά, θα κάνω πάρτυ το Σάββατο στις 8, στο παλάτι. Είναι τα γενέθλιά μου. Εσείς καλύτερα να πάτε καμιά βόλτα εκείνη τη μέρα, να μην σας έχω στο κεφάλι μου! - Τι είναι αυτά που λες γιε μου, εμείς δεν έχουμε συμφωνήσει για κανένα πάρτυ! του είπε θυμωμένα ο πατέρας του. - Ναι, δεν έχουμε συμφωνήσει! φώναξε η μητέρα του. - Χαλαρώστε και μην φωνάζετε τόσο πολύ, πονάνε τα αυτιά μου. - Ωραία, θα σε αφήσουμε να κάνεις το πάρτυ που θες, αρκεί να βοηθήσεις στο συμμάζεμα της μεγάλης αίθουσας του παλατιού μετά το πάρτυ. Θα φτιάξεις εσύ την τούρτα που θες, αλλά μόνος σου και δεν θα καλέσεις πάνω από 80 άτομα. Σύμφωνοι; του είπε η μητέρα του. - Σύμφωνοι! Ο Αρίστος ήθελε τόσο πολύ να ξαναδεί την Αλεξάνδρα, αλλά όσες βόλτες και να έκανε δεν την έβρισκε. Την Πέμπτη, δύο μέρες πριν το πάρτυ, ήταν όλα 16


έτοιμα (βασικά σχεδόν όλα). Είχε καλέσει τους φίλους του και είχε αγοράσει πράγματα για να διακοσμήσει το παλάτι, γιρλάντες, κομφετί και πολύχρωμα μπαλόνια. Το μόνο που έμενε ήταν η τούρτα. Ευτυχώς, το φαγητό θα το έφτιαχναν οι μάγειρες. Όμως πώς θα έφτιαχνε την τούρτα, αφού δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε μια δουλειά; Το απόγευμα της Πέμπτης, το βασιλόπουλο πήγε έναν περίπατο μήπως και συναντήσει την όμορφη Αλεξάνδρα. Το βασιλόπουλο ήθελε τόσο πολύ να γίνει σωστός πρίγκιπας! Ήθελε να είναι ευγενικός στο πάρτυ και καλός οικοδεσπότης. Με αυτές τις σκέψεις να τον απασχολούν, έκατσε σε ένα παγκάκι κάτω από ένα δέντρο. Πέρασε από εκεί ένας γέροντας και ο νέος του εξομολογήθηκε το πρόβλημά του. - Ασχολούμαι με την ιατρική εδώ και 27 χρόνια και μπορώ να σε βοηθήσω, του είπε ο γέροντας. - Πρέπει όμως να είμαι σωστός πρίγκιπας μέχρι το Σάββατο. - Θα έρθω να σε πάρω αύριο το πρωί. Θα πρέπει να περάσεις από κάποιες δοκιμασίες. - Και την τούρτα πότε θα την φτιάξω; - Έγνοια σου, όλα θα γίνουν. Την Παρασκευή το πρωί, τον πήρε μαζί του σε έναν κάμπο κάτω από τα χιονισμένα βουνά. Πρώτα το βασιλόπουλο έπρεπε να μαζέψει όλα τα μήλα από ένα μεγάλο περιβόλι μέσα σε λίγες ώρες. Το βασιλόπουλο τα κατάφερε μια χαρά. Έπειτα έπρεπε να κουβαλήσει ένα βαρύ σακίδιο που κρατούσε ο γέροντας γεμάτο με τρόφιμα και να ανέβει μια τεράστια ανηφόρα χωρίς να διαμαρτυρηθεί καθόλου, μόλο που είχε λυσσάξει της πείνας, αφού δεν είχε προλάβει να πάρει πρωινό. Το μόνο πράγμα που του επιτρεπόταν ήταν να του μιλάει ευγενικά, για παράδειγμα να τον ρωτήσει: «Μπορώ σε παρακαλώ να αφήσω για λίγο το σακίδιο και να κάτσω να ξεκουραστώ κάτω από ένα δέντρο;» Παρόλο που ο γέροντας του απαντούσε συνεχώς με ένα ξεκάθαρο «όχι», εκείνος δεν μπορούσε να του πει τίποτα. Δεν μπορούσε να σταματήσει για να πάρει από μέσα ένα μπουκάλι νερό, ούτε και να βγάλει από τους ώμους του το σακίδιο, που ζύγιζε τουλάχιστον 25 κιλά. Το βασιλόπουλο λίγα μέτρα πριν από το τέλος της ανηφόρας ήταν έτοιμο να καταρρεύσει, αλλά έκανε κουράγιο. Μόλις όμως έφτασε στο τέλος της διαδρομής, έπεσε ξερός. - Κατάφερες και αυτήν την δοκιμασία! Μπράβο! Τώρα πάμε για την επόμενη, του είπε ο γέροντας. 17


Η τρίτη δοκιμασία ήταν πιο εύκολη. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να φτιάξει μόνος του ένα γεύμα που να αρέσει στον γέροντα.

Ζωγραφιά: Όλγα Μουσκουντάκη

- Για να φτιάξεις το φαγητό, μπορείς να χρησιμοποιήσεις μόνο τα υλικά και τα τρόφιμα που υπάρχουν στην τσάντα μου, καθώς και τα μήλα που μάζεψες. Το βασιλόπουλο πεινούσε τόσο πολύ που αμέσως θυμήθηκε όλες τις συνταγές του μάγειρα. Ο γέροντας περίμενε το φαγητό του. Το βασιλόπουλο ετοίμασε ένα γεύμα απλό και νόστιμο. Έφτιαξε μια μηλόπιτα που δεν χρειαζόταν ψήσιμο. Έφτιαξε επίσης πατατοσαλάτα και για επιδόρπιο μια δροσερή φρουτοσαλάτα. O σοφός γέροντας έμεινε ευχαριστημένος. Του άρεσαν όλα. Έφτασε το Σάββατο. Η ημέρα γενεθλίων και το πάρτυ του Αρίστου. Όλα ήταν έτοιμα. Το παλάτι ήταν στολισμένο και η τούρτα με τα δεκαοκτώ κεριά στο τραπέζι. Οι καλεσμένοι άρχισαν να έρχονται με τα δώρα. Ο Αρίστος ήταν καλοντυμένος και καλωσόριζε τους καλεσμένους πολύ ευγενικά. Ήταν και ο γέροντας εκεί. Όλα ήταν τέλεια. Ο Αρίστος ζήτησε από την Αλεξάνδρα να χορέψει μαζί του και αυτή δέχτηκε, αφού ήταν ερωτευμένη μαζί του. Όταν άρχισαν να φεύγουν οι καλεσμένοι, το βασιλόπουλο ευχαρίστησε τον σοφό γέροντα για τη βοήθεια. Έφυγαν όλοι, εκτός από την Αλεξάνδρα και ο Αρίστος ξαναχόρεψε μαζί της. Τον επόμενο χρόνο ο Αρίστος παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα και έκαναν δύο παιδιά. Μην νομίζετε ότι το βασιλόπουλο είναι 18


πάντα μυαλωμένο και ευγενικό. Κάποτε κάνει και τις χαζομάρες του!

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑΦΙΚΑ Μαριλή Μπαλαδάκη Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πρίγκιπας σε ένα θεόρατο παλάτι φτιαγμένο από ατόφιο χρυσάφι στολισμένο με διαμάντια. Αυτό το πριγκιπόπουλο, όμως, είχε ένα ελάττωμα: του άρεσαν τα χρυσαφικά και οι πολυτέλειες τόσο πολύ που δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Μια μέρα ο πατέρας του αρρώστησε βαριά και πέθανε. Τον διαδέχθηκε εκείνος στον θρόνο. Όμως το βασιλόπουλο ήταν άπληστο, ήθελε κι άλλα πλούτη, κι έτσι άρχισε να εκμεταλλεύεται τους κατοίκους του χωριού. Μια μέρα πήγε στο σπίτι ενός γέροντα για να μαζέψει φόρους και είδε μια όμορφη κοπέλα να κάθεται μαζί με τον γέροντα. Την ερωτεύτηκε αμέσως, όπως κι εκείνη. Ο γέροντας το κατάλαβε κι έτσι, αφού πλήρωσε τους φόρους του, κάλεσε το βασιλόπουλο για φαγητό το βράδυ. Ο γέροντας, αν και φτωχός, θα έκανε τα πάντα για την ανιψιά του. Το βασιλόπουλο στολίστηκε και πήγε στη φτωχογειτονιά όπου έμενε ο γέροντας. Η κοπέλα υποκλίθηκε στο βασιλόπουλο και το οδήγησε στο τραπέζι. Το βασιλόπουλο είδε ότι το τραπέζι είχε φτωχικό φαγητό, αλλά δεν είπε τίποτα. Καθώς λοιπόν τρώγανε, το βασιλόπουλο ρώτησε την κοπέλα: - Θέλεις να με παντρευτείς; - Φυσικά! είπε το κορίτσι. - Ε, τότε θα φορέσεις ένα νυφικό κεντημένο με χρυσή κλωστή και μαργαριτάρια, γιατί θα παντρευτούμε σε μία βδομάδα! - Μα δεν μπορώ να φτιάξω ένα τέτοιο νυφικό… - Δεν μπορείς! - Όχι! - Ε, τότε πώς περιμένεις να σε παντρευτώ; Τότε το βασιλόπουλο σηκώθηκε θυμωμένο από το τραπέζι και έφυγε χωρίς άλλη λέξη. Η κοπέλα κλείστηκε στο δωμάτιό της και άρχισε να κλαίει. Τότε ο γέροντας αποφάσισε ότι έπρεπε να τους βοηθήσει! Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, ο γέροντας ξεκίνησε για το παλάτι. Το βασιλόπουλο, μόλις τον είδε, του είπε : 19


- Έχω μετανιώσει για τη συμπεριφορά μου απέναντι στην ανιψιά σου… - Όμως, βασιλιά μου, απάντησε ο σοφός γέροντας, εγώ ξέρω πως θα σε συγχωρέσει! - Αλήθεια; - Ναι! - Πώς; - Έλα μαζί μου, βασιλιά μου, έχω κάτι να σου δείξω. Τότε ο γέροντας τον οδήγησε στις φτωχές γειτονιές και του έδειξε τι συμφορές είχε προκαλέσει η απληστία του στους απλούς και βασανισμένους ανθρώπους. Το βασιλόπουλο είδε τους ανθρώπους του να υποφέρουν: να είναι στους δρόμους μάνες και παιδιά ξυπόλητα και να πεθαίνουν από την πείνα. Είδε τι είχε προκαλέσει στον λαό του και δάκρυσε! - Εγώ το έκανα αυτό; - Ναι, βασιλιά μου, αλλά μπορείς να το αλλάξεις! - Ναι, έχεις δίκιο, μπορώ να επιστρέψω τους φόρους και να δώσω σε όλους ξανά μια ωραία ζωή, αλλά πρώτα πρέπει να ζητήσω μια μεγάλη συγνώμη από τη μελλοντική μου γυναίκα! Κι έτσι έγινε: η κοπέλα συγχώρεσε το βασιλόπουλο, το παντρεύτηκε και μετά μοίρασαν τους θησαυρούς του παλατιού στους φτωχούς και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΡΑΦΤΗ Φρειδερίκη Μπαχού Μια φορά και ένα καιρό σε μία πόλη, τη Διαμαντούπολη, ζούσε ένα όμορφο και καλό βασιλόπουλο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα, ήταν άμυαλο και ανώριμο. 20


Οι γονείς του προσπάθησαν να βρουν στην πόλη ένα καλό γιατρό, αλλά δεν τα κατάφεραν. Γι’ αυτό το λόγο έστειλαν τους δούλους τους στις γειτονικές πόλεις να βρουν τον καλύτερο γιατρό του κόσμου. Κανείς δεν μπορούσε να τον γιατρέψει, ώσπου μια μέρα το βασιλόπουλο βγήκε βόλτα στην πόλη και είδε ένα σοφό γέροντα μέσα σε ένα καφενείο που προσπαθούσε να λύσει τα προβλήματα των ανθρώπων. Ζήτησε και το όμορφο βασιλόπουλο να τον βοηθήσει. Ο σοφός γέροντας δέχτηκε κατευθείαν, όμως έπρεπε να τον υποβάλει σε κάποιες δοκιμασίες. Το βασιλόπουλο τον πήρε και πήγαν στο παλάτι. Το άλλο πρωί ο σοφός γέροντας ξύπνησε το βασιλόπουλο στις εννέα, ώρα που γι’ αυτόν ήταν ξημερώματα. Αμέσως του είπε από ποιες δοκιμασίες έπρεπε να περάσει: για δύο μέρες θα έπρεπε να βγαίνει στην πόλη με καθημερινά ρούχα και όχι με χρυσά, για να μαθαίνει τα προβλήματα του λαού του. Η δεύτερη δοκιμασία ήταν να ψάξει και να βρει μια όμορφη και καλή κοπέλα για να την παντρευτεί. Όταν τα άκουσε αυτά το βασιλόπουλο του φάνηκαν βουνό, γιατί δεν είχε συνηθίσει να του λένε τι να κάνει. Τελικά δέχτηκε να περάσει μόνο την πρώτη δοκιμασία. Τη δεύτερη δοκιμασία δεν ήθελε να την κάνει, γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί. Την επόμενη μέρα το βασιλόπουλο πήγε στην πόλη ντυμένος με απλά ρούχα και άρχισε να συζητάει με τους πολίτες για τα προβλήματά τους. Δεν πίστευε ποτέ του ότι οι άνθρωποι είχαν τόσα πολλά προβλήματα και αποφάσισε να κάτσει όλη μέρα και να τους βοηθήσει. Το βράδυ γύρισε στο παλάτι του κουρασμένος και πήγε κατευθείαν να κοιμηθεί. Την επόμενη το βασιλόπουλο πήγε στην πόλη και αυτή τη φορά βοήθησε στο χτίσιμο ενός σπιτιού, με αποτέλεσμα να σκιστεί το μανίκι από το σακάκι του. Τότε κατάλαβε ότι η δουλειά γίνεται πιο καλά και πιο γρήγορα με ανθρώπους γύρω του. Στο παλάτι για μια ακόμα φορά γύρισε εξαντλημένος, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να φάει. Το πρωί σηκώθηκε πεινασμένος και ενώ έτρωγε, σκέφτηκε να κάνει και τη δεύτερη δοκιμασία, αφού τελειώνοντας την πρώτη ένιωθε καλύτερος άνθρωπος.

21


Ζωγραφιά: Κώστας Καρατζάκης

Έτσι ξεκίνησε να βρει την κοπέλα που θα γινόταν γυναίκα του, αλλά πρώτα πήγε στον ράφτη για να του μπαλώσει το σακάκι του που είχε σκιστεί την προηγούμενη μέρα. Όταν έφτασε στο ραφτάδικο, είδε μια όμορφη κοπέλα, η οποία του έκανε μεγάλη εντύπωση. Γνωρίστηκαν και μετά από λίγο καιρό το βασιλόπουλο αποφάσισε να πάει να τη βρει και να την παντρευτεί. Το όμορφο βασιλόπουλο, αφού πέρασε και από τις δύο δοκιμασίες, άρχισε να σκέφτεται και να λογικεύεται. Κατάλαβε ότι όταν χρησιμοποιείς το μυαλό σου και βοηθάς τους άλλους, μπορεί να κουράζεσαι, αλλά αποκτάς καινούργιες εμπειρίες και η ζωή σου έχει ενδιαφέρον.

Η ΖΕΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ Μαρία Μπεχλιβανάκη

22


Κάποτε σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας βασιλιάς, μια βασίλισσα και ένα όμορφο βασιλόπουλο. Το βασιλόπουλο όμως ήταν πάντα κλεισμένο στο δωμάτιό του και δεν χαμογελούσε. Οι γονείς του ανησύχησαν πολύ, γι’ αυτό έστειλαν ντελάληδες στα γειτονικά βασίλεια για να βρουν έναν άνθρωπο να κάνει το βασιλόπουλο χαρούμενο και να βγει από το δωμάτιό του. Την άλλη μέρα ήρθαν μουσικοί που έπαιζαν πολύ ωραίες μελωδίες. Ήρθαν γελωτοποιοί που έκαναν αστεία νούμερα, που ακόμα και ένα μικρό παιδί θα διασκέδαζε. Ώσπου μια ηλιόλουστη μέρα πέρναγε από το βασίλειο ένας σοφός γέροντας. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον κάλεσαν στο παλάτι τους για να τους συμβουλέψει τι να κάνουν. Ο σοφός γέροντας τους είπε πως το βασιλόπουλο θα έβγαινε από το δωμάτιό του και θα χαμογελούσε αν έβρισκε ένα κορίτσι που θα του έκλεβε την καρδιά. Την επόμενη μέρα πήγαν οι ντελάληδες σε όλο το βασίλειο και στα γειτονικά. Ήρθαν στο παλάτι όμορφες κοπέλες με λαμπερά φορέματα, αλλά το βασιλόπουλο τίποτα. Ο λαός του ήταν πολύ θλιμμένος. Μετά από κάποιες εβδομάδες πέρασε κι ένα φτωχό κορίτσι με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια που λαμπύριζαν σαν τα φώτα του παλατιού. Όμως όλοι την κοίταξαν περιφρονητικά, επειδή φορούσε κουρέλια κι ήταν ξυπόλυτη. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τη ρώτησαν τι ήθελε εκεί πέρα, γιατί το βασιλόπουλο θα έπρεπε να παντρευτεί ένα πλούσιο κορίτσι. Τότε η νέα απάντησε πως «δεν έχει σημασία αν είσαι φτωχός ή πλούσιος. Σημασία έχει να έχεις ζεστή καρδιά. Εκεί βρίσκεται ο πλούτος, στην ψυχή!». Το άκουσε το βασιλόπουλο και βγήκε έξω και είπε «αυτήν θα παντρευτώ». Έτσι παντρεύτηκαν και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Ο ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ Αθηνά Ντουνιαδάκη Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα παλάτι ένας πρίγκιπας. Τον έλεγαν Ιωάννη κι έδινε διαταγές μόνο για το συμφέρον του και ούτε που τον ένοιαζε για τους υπόλοιπους και ειδικότερα για τον λαό του. Όλοι οι συγγενείς του και το προσωπικό του, επειδή είχαν βαρεθεί τις ιδιοτροπίες του, κάλεσαν στο παλάτι έναν γέρο σοφό για να του βάλει μυαλό. Μόλις έφτασε ο γέροντας , πήγε κοντά στον πρίγκιπα και του έκανε την εξής ερώτηση: «Πώς νοιώθεις όταν εσύ καλοπερνάς και οι άλλοι δουλεύουν για σένα;» Ο νεαρός πρίγκιπας, μόλις άκουσε αυτήν την ερώτηση, απάντησε βιαστικά: «Μια χαρά, έτσι κι αλλιώς καθήκον τους είναι να με υπηρετούν». Μετά ο γέροντας τον ρώτησε: «Σου αρέσουν οι δοκιμασίες;» Και ο Ιωάννης του απάντησε: «Φυσικά και μου αρέσουν». Τότε ο γέροντας τον υπέβαλε σε μια δοκιμασία. «Πρέπει να ντυθείς χωρικός και να μοιράσεις στους φτωχούς λεφτά μέσα σε σακουλάκια. Αν το κάνεις αυτό, 23


θα νιώσεις τη χαρά της γενναιοδωρίας και θα υπάρχει και ανταμοιβή!» Ο Ιωάννης πήγε μαζί με τον γέροντα, ντύθηκε χωρικός, έβαλε τα χρήματα που πήρε από το θησαυροφυλάκιο του παλατιού σε σακουλάκια και τα μοίρασε στον λαό του. Ο Ιωάννης ρώτησε τον γέροντα: «Και τώρα τι θα γίνει;» Ο γέροντας του είπε να περιμένει λίγο και θα δει. Ξαφνικά ο Ιωάννης είδε παιδιά να γελούν, μανάδες να ταΐζουν τα μωρά τους, ανθρώπους χαρούμενους να μοιράζονται το φαγητό τους, μεροκαματιάρηδες να ξαποστάζουν από τη σκληρή δουλειά πίνοντας ένα ποτήρι κρασί, κι όλα αυτά με τα λεφτά που μοίρασε. Ο Ιωάννης έμεινε άφωνος. Τότε ο γέροντας τον έπιασε από τον ώμο και του είπε: « Έκανες τον λαό σου ευτυχισμένο, επειδή έδωσες λίγα λεφτά στον καθένα. Πόσο μάλλον που από τώρα θα κυβερνάς δίκαια και θα νοιάζεσαι για το καλό του. Έλα τώρα να σου γνωρίσω την κόρη μου Μαρία». Η Μαρία ήταν μια όμορφη και καλοσυνάτη κοπέλα. Δούλευε εθελοντικά στο ορφανοτροφείο και ήξερε από ανθρώπινη δυστυχία. Ο Ιωάννης την αγάπησε και σε λίγο παντρεύτηκαν. Κοντά της ο Ιωάννης έπαψε να είναι εγωιστής και να νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του. Άρχισε να αγωνίζεται για τον λαό του, για να προσφέρει στα παιδιά έναν κόσμο καλύτερο.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΕΛΕΙ ΘΥΣΙΕΣ Βασιλική Παπαραφτάκη Μια φορά κι έναν καιρό σε έναν μακρινό τόπο ζούσε ένα άμυαλο πριγκιπόπουλο που τα είχε όλα. Μια μέρα καθώς έκανε έναν περίπατο αντίκρισε μια ψιλόλιγνη σιλουέτα να κάθεται σε ένα παγκάκι και να κοιτάει τον ήλιο που δύει. Κοίταξε λίγο καλύτερα και είδε μια όμορφη κοπέλα με χρυσές μπούκλες και με μεγάλα γαλανά μάτια. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε την καρδιά του να σταματά! Την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Γύρισε στο παλάτι κι ήταν αμίλητος, δεν έβγαινε λέξη από το στόμα του. Ήταν συνεχώς αφηρημένος. Ο πατέρας του ο βασιλιάς έφερε τους καλύτερους γιατρούς, αλλά ο πρίγκιπας δεν γιατρεύτηκε. Όλο το βασίλειο έμαθε για τη στενοχώρια του πρίγκιπα. Αυτό το έμαθε και ένας σοφός γέροντας. Την επόμενη μέρα πήγε ο γέροντας στο παλάτι και εξέτασε προσεκτικά τον πρίγκιπα και στο τέλος του είπε ότι ο έρωτας που νιώθει για κείνη την κοπέλα είναι πολύ μεγάλος και ότι θα πρέπει να τη βρει και να της πει τι νιώθει. Ο πρίγκιπας συνόδεψε τον σοφό ως την έξοδο και τι να δει; Την αγαπημένη κοπέλα! Γράπωσε τον γέροντα από τον ώμο λέγοντας ότι αυτή που στεκόταν δίπλα στο κάρο είναι αυτή που έχει ερωτευτεί. Ο γέροντας γέλασε και είπε στον πρίγκιπα ότι αυτή ήταν η κόρη του. Εκείνη την στιγμή ο πρίγκιπας ένιωσε πολύ αμήχανα, τα πόδια του έτρεμαν, κρύος ιδρώτας έλουζε το κόκκινο απ’ τη ντροπή πρόσωπό του. Ο 24


γέροντας φώναξε την κόρη του για να τη γνωρίσει στον πρίγκιπα και τους άφησε μόνους τους να συζητήσουν. Η κοπέλα ρώτησε τον πρίγκιπα πώς συντηρείται και κείνος υπερήφανος απάντησε ότι δεν κάνει τίποτα, απλώς κάθεται και ο λαός τον πληρώνει. Η κοπέλα θύμωσε, σήκωσε ψηλά το κεφάλι της και έφυγε εξοργισμένη. Όταν γύρισε στην καλύβα της, είπε τα πάντα στον πατέρα της. Έτσι ο γέροντας πήγε στο παλάτι και ρώτησε ξεκάθαρα τον πρίγκιπα εάν ήθελε να κερδίσει την καρδιά της κόρης του. Αυτός απάντησε ότι ήθελε ολόψυχα. Τότε ο σοφός του είπε ότι για τρεις μέρες θα έπρεπε να πάει μαζί του στην καλύβα. Ο πρίγκιπας συμφώνησε και ακολούθησε τον γέροντα. Το χάραμα άρχισαν να σκάβουν το χωράφι και να βγάζουν τις πέτρες από το χώμα. Ο πρίγκιπας διαμαρτυρόταν, αλλά ο γέροντας δεν του έδινε σημασία.

Ζωγραφιά: Φάνης Ξηράκης Τη δεύτερη μέρα καθάρισαν τους στάβλους με τις αγελάδες οι οποίες είχαν γεμίσει τον χώρο με κοπριές. Ο πρίγκιπας όμως αρνήθηκε και είπε πως του φαίνεται αδιανόητο να καθαρίζει τις ακαθαρσίες των αγελάδων. Αλλά τι να κάνει; Ο γέροντας του τόνισε ότι ο έρωτας θέλει θυσίες και έτσι συνέχισαν το 25


καθάρισμα. Την τρίτη μέρα άρχισαν να καθαρίζουν την καλύβα, όμως αυτή τη φορά ο πρίγκιπας δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου. Ωστόσο η κοπέλα, που είχε δει πόσο σκληρά εργάστηκε ο πρίγκιπας, είχε αλλάξει γνώμη για αυτόν. Το βράδυ λοιπόν που ο πρίγκιπας καθόταν μόνος του στην καλύβα και ξεκουραζότανε, πήγε η κοπέλα και του είπε ότι τον δέχεται με έναν όρο ότι δεν θα σταματήσει να εργάζεται σκληρά. Ο πρίγκιπας συμφώνησε και μετά από ένα μήνα παντρεύτηκαν και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ Νικολέτα Παπιδάκη Κάποτε ζούσε ένα πολύ πλούσιο βασιλόπουλο που ό,τι ζητούσε το είχε. Μια μέρα το βασιλόπουλο ξεπέρασε τα όρια κι άρχισε να αγοράζει ό,τι έβλεπε μπροστά του. Οι γονείς του την πρώτη μέρα δεν του είπαν τίποτα, γιατί νόμιζαν ότι θα του περάσει αυτή η ιδιοτροπία. Τη δεύτερη ημέρα ξύπνησε το βασιλόπουλο ορεξάτο να αγοράσει ρούχα, παπούτσια, πανάκριβα κοσμήματα, άλογα, άμαξες και άλλα πολλά. Οι γονείς του δεν του είπαν πάλι τίποτα, γιατί νόμιζαν ότι σύντομα θα του περάσει αυτή η τρέλα. Ξημέρωσε η τρίτη μέρα και το βασιλόπουλο δεν είχε σταματήσει να αγοράζει πανάκριβα πράγματα. Τότε οι γονείς του αισθάνθηκαν ότι δεν μπορούν να ανεχτούν άλλο τις σπατάλες του γιου τους κι άρχισαν να αναζητούν κάποιον που να μπορέσει να τον θεραπεύσει. Όποιος θα το κατάφερνε, θα έπαιρνε όσο χρυσό ήθελε. Την επόμενη μέρα το παλάτι ήταν γεμάτο αγνώστους που ήθελαν να θεραπεύσουν το βασιλόπουλο και να διεκδικήσουν τον χρυσό. Αλλά κανείς δεν το κατάφερε. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν στενοχωρημένοι. Μετά από λίγες ώρες, ένας σοφός γέροντας χτύπησε την πόρτα του παλατιού και προσφέρθηκε να βοηθήσει. Τον οδήγησαν στο βασιλόπουλο και άρχισε αμέσως να του κάνει ερωτήσεις: «Μήπως έχεις άγχος για κάτι αυτές τις ημέρες;» ήταν η πρώτη του ερώτηση. «Φυσικά και όχι, για ποιο πράγμα να έχω άγχος, εγώ;» απάντησε. «Τότε, μήπως δεν σ’ αρέσει εδώ που μένεις;» «Μα τι μου λέτε, εδώ είναι παράδεισος. Ο οποιοδήποτε θα ήθελε να μένει εδώ». «Υπάρχουν ακόμη αρκετά πράγματα που χρειάζεσαι αληθινά;» «Ναι, χρειάζομαι σίγουρα πάρα πολλά ακόμα!».

26


Ζωγραφιά: Θοδωρής Μπροδιούκ

Με την τελευταία απάντηση, ο γέροντας κατάλαβε αμέσως τι πρέπει να κάνει το βασιλόπουλο για να γίνει καλά, και του είπε: «Ξέρω τι πρέπει να κάνεις για να μην έχεις την ανάγκη να αγοράζεις συνέχεια. Πρέπει να πας στο κοντινό χωριό και να μοιράζεις σε όποιον φτωχό βλέπεις μπροστά σου δύο καρβέλια ψωμί και μια φορεσιά». «Σύμφωνοι», είπε ο νέος. Χωρίς να χάνει χρόνο, πήρε δύο σακιά, στο ένα έβαλε μέσα ψωμί και στο άλλο όσα ρούχα χρειαζόταν και πήγε αμέσως στο κοντινό χωριό. Μόλις έφτασε, είδε πολλές οικογένειες φτωχές και τους μοίρασε ψωμί και ρούχα. Το μικρό βασιλόπουλο είδε αυτό το μεγάλο χαμόγελο στα χείλη αυτών των ανθρώπων και άκουσε αυτό το χαρούμενο «ευχαριστώ» στα αυτιά του. Ένιωσε μέσα του μια πληρότητα, ένιωσε γεμάτος τώρα που προσέφερε στους άλλους. Δεν ήθελε άλλο να αγοράζει πράγματα για τον εαυτό του, αλλά να δωρίζει στους άλλους γύρω του. Μέσα από κείνη την δοκιμασία κατάλαβε τι χρειαζόταν. Χρειαζόταν ευτυχία, φιλία, χαρά. Εκείνη την ημέρα έκανε πολλούς φίλους, αλλά η καλύτερη ήταν ένα νεαρό κορίτσι που το έλεγαν Εύα. Ήταν ένα τόσο όμορφο κορίτσι. Περνούσαν τέλεια μαζί. Οι γονείς του βασιλόπουλου ήθελαν να δώσουν τον χρυσό στον γέροντα, όμως αυτός δεν το δέχτηκε και είπε: «Δεν χρειάζομαι πλούτη για να είμαι ευτυχισμένος. Αυτό που έκανα με κάνει ευτυχισμένο από μόνο του». 27


Ζωγραφιά: Βίκυ Καϊλίδου ***

Οι σελίδες μας στο Διαδίκτυο:

f

Γυμνάσιο Πλατανιά Χανίων Πολύχρωμη σκέψη-Λίλα Τρουλινού και http://www.gymnasio-platania.gr

28

Profile for vasilis papastamos

Δεκαπέντε διδακτικά παραμύθια  

Συλλογή παραμυθιών των μαθητών και μαθητριών της Α' Γυμνασίου Πλατανιά το σχολικό έτος 2016-2017

Δεκαπέντε διδακτικά παραμύθια  

Συλλογή παραμυθιών των μαθητών και μαθητριών της Α' Γυμνασίου Πλατανιά το σχολικό έτος 2016-2017

Advertisement