Issuu on Google+

Η κλεμμένη ζωή ενός εύθυμου ανθρώπου Δημήτρης Πολίτης

Η κλεµµένη ζωή ενός εύθυµου ανθρώπου ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ

ο σΕ ΚεΔ λ Ο Σ ότ ΕΙΣ ο ς ο σ ε λ ότ ο ς


Όλα τα πρόσωπα και οι περιγραφές του βιβλίου είναι αποκλειστικά προϊόντα της φαντασίας του συγγραφέα, εμπνευσμένα όμως από ορισμένα πραγματικά περιστατικά και γεγονότα.

Τιτλος Η κλεμμένη ζωή ενός εύθυμου ανθρώπου Συγγραφέας Δημήτρης Πολίτης Σειρα Ελληνική λογοτεχνία [1358]1011/21 Φωτο εξωφυλλου Lighthouse cliffs, Clare island, Ιρλανδία, © Erik Mac Giolla Copyright© 2011 Δημήτρης Πολίτης Πρώτη Εκδοση Αθήνα, Ιανουάριος 2012 ISBN 978-960-9607-09-4

Η επιμέλεια της έκδοσης έγινε από τις εκδόσεις οσελότος

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η κατ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com, ocelotos@otenet.gr www. ocelotos. gr

e-mail:


Στον Ντόναλ

CS Ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου τους Ελένη Παπαευθυμίου, Μαρία Αναγνωσταρά, Δημήτρη Λαζάρου και Σοφία Κλειώση για την εμψύχωση, την αμέριστη συμπαράσταση και για το ότι πίστεψαν σ’ αυτό που για μένα ήταν δύσκολο να πιστέψω.


Η τραγωδία είναι η απομίμηση μιας πράξεως που είναι σοβαρή, λόγω του ότι έχει μέγεθος, αυτοτέλεια... με επεισόδια που προκαλούν τον οίκτο και τον τρόμο, με τα οποία συντελεί την κάθαρσή της απ’ αυτές τις συγκινήσεις (Αριστοτέλης, 384-322 π.Χ.)

CS Τo πιο δύσκολο πράγμα είναι το να γνωρίζεις τον εαυτό σου (Θαλής ο Μιλήσιος, 643-548 π.Χ.)

CS Τα παλιότερα αμαρτήματα είναι οι νεότεροι τρόποι ζωής (William Sheakspear, 1564-1616 μ.Χ.)

4S

δημητρησ πολιτησ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Νέα Υόρκη, Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2003, 07:12 μ.μ.

Υ

πάρχουν στιγμές στη ζωή μας που σε τελείως ανύποπτο τόπο και χρόνο ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με άτομα παντελώς άγνωστα, τα οποία όμως μας θυμίζουν έντονα πρόσωπα γνωστά, πρόσωπα οικεία, πρόσωπα από το περιβάλλον μας και από το παρελθόν μας. Μπορεί για παράδειγμα, σ’ ένα κατάμεστο λεωφορείο που διασχίζει αγκομαχώντας τ’ άχρωμα κι απρόσωπα προάστια μιας άσχετης μεγαλούπολης του κόσμου να έρθει να σταθεί δίπλα μας κάποια πολύ γνώριμη ύπαρξη. Μια καχεκτική μεσόκοπη γυναίκα με τ’ αχτένιστο μαλλί της, τη λιγδωμένη καπαρντίνα της, βαρυφορτωμένη με τις λογιών-λογιών παραφουσκωμένες πλαστικές σακούλες της, που περιεργάζεται ακατάπαυστα με το αδιάκριτο βλέμμα της γεμάτο υποψία τους πάντες και τα πάντα γύρω της. Θα ορκιζόταν κανείς ότι είναι ίδια κι απαράλλαχτη η κυρα-Βιολέττα, η αντιπαθητική θυρωρίνα-κέρβερος της πολυκατοικίας των παιδικών μας χρόνων. Άλλοτε πάλι, σε τόπο μακρινό κι εξωτικό στα πέρατα της γης, στην κατάφωτη και θορυβώδη πλατεία ενός ασφυκτικά γεμάτου θεάτρου, λίγο προτού σβήσουν τα φώτα της αναμονής για ν’ αρχίσει η πολυαναμενόμενη βραδινή παράσταση, έρχεται και στρογγυλοκάθεται στην τελευταία διπλανή άδεια θέση μια ροδαλή σαρανταπεντάρα μέσα στα φρουφρού και τ’ αρώματα, φτυστή η δεσποινίς Καραθάνου. Η τροφαντή και καλοκάγαθη γεροντοκόρη που, ντυμένη στ’ ασφυκτικά στενά της ρούχα που αποκάλυπταν προκλητικά προς τέρψη των αρρένων μαθητών της τις ζουμερές καμπύλες της, πάσχιζε μάταια πριν από δύο ολάκερες δεκαετίες, στ’ άγουρα χρόνια της εφηβείας μας, να εκτελέσει τα χρέη καθηγήτριας της μουσικής. Στο άγριο κι όμως αθώο περιβάλλον των τελευταίων τάξεων του λυκείου η κλεμενη ζωη ενοσ ευθυμου ανθρωπου

C 5


μας, που θύμιζε σε πολλά μια καθόλου τροπική αλλά ιδιαίτερα απρόβλεπτη κι επικίνδυνη ζούγκλα, ειδικά για κάποιον που είχε την ατυχία να συγκαταλέγεται εκείνη την εποχή μεταξύ των ταλαίπωρων καθηγητών μας. Κι όπου εμείς, με τη σειρά μας, την ανταμείβαμε γενναιόδωρα με το να της κάνουμε καθημερινά τη ζωή κάτι παραπάνω από πατίνι. Έτσι ακριβώς, μερικά χρόνια πριν, ένα χιονισμένο βράδυ στη Νέα Υόρκη με φόντο τις κατάφωτες χριστουγεννιάτικες βιτρίνες του Μανχάταν, έπεσα πάνω σε κάποιο νεαρό, φτυστό αντίγραφο του Άλκη. Ο Άλκης ήταν ο «κολλητός μου», ο καλύτερός μου φίλος στα παιδικά, τα μαθητικά και τα νεανικά μου χρόνια. Σε περίοπτη θέση, αντικατοπτριζόμενη στη στιλπνή επιφάνεια του μαύρου γυαλιστερού πιάνου που δεσπόζει στο χώρο υποδοχής του πατρικού μας, στέκεται ακόμα περήφανα στη λεπτή ασημένια κορνίζα της μια μικρή μαυρόασπρη φωτογραφία από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού για να θυμίζει αυτή τη βαθιά και μακρόχρονη φιλία μας. Δε θυμάμαι πότε ακριβώς τραβήχτηκε. Σίγουρα πρέπει να προέρχεται από μια μαθητική παρέλαση στον εορτασμό κάποιας εθνικής επετείου. Φοράμε κι οι δύο λευκά κοντά σορτσάκια, λευκά πουκαμισάκια και μπλε σκούρα ασορτί πουλοβεράκια. Στεκόμαστε χεράκι-χεράκι χαζογελώντας και κοιτάζοντας τον φωτογραφικό φακό ενώ λίγο πιο πίσω μας στέκεται σκυθρωπός και σοβαρός ο Χρήστος, ο τρίτος της παρέας. Με τον άγνωστο που μου θύμισε τον Άλκη ήρθαμε αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο εκείνο το βράδυ. Κι ύστερα αναγκαστήκαμε, στριμωγμένοι από την ασφυκτική πολυκοσμία γύρω μας, να περάσουμε ξυστά ο ένας δίπλα από τον άλλο, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής. Αισθάνθηκα για κλάσματα του δευτερολέπτου έντονο το ζεστό αποτύπωμα της ανάσας του στο πρόσωπό μου. Συνέβη καθώς ετοιμαζόμουν να περάσω τις μπρούντζινες περιστρεφόμενες πόρτες της εισόδου σ’ ένα από τα λαμπερά πολυκαταστήματα της Πέμπτης Λεωφόρου, ενώ εκείνος έβγαινε φουριόζικα φορτωμένος με λογιών-λογιών πακέτα και χρωματιστές τσάντες με ονόματα από γνωστούς οίκους και φίρμες ρούχων της πόλης. Ψηλόλιγνος, τυλιγμένος σ’ 6S

δημητρησ πολιτησ


ένα μακρύ καμιλό παλτό με σηκωμένο το γιακά κι ένα πλεκτό βυσσινί κασκόλ στριμμένο λίγο άτσαλα γύρω από το μακρύ λαιμό του, έμοιαζε καταπληκτικά με τον παιδικό μου φίλο. Η ίδια ακριβώς ψηλόλιγνη φιγούρα με το γρήγορο, ανυπόμονο περπάτημα. Το ίδιο μακρόστενο με καθαρές γωνίες πρόσωπο με τα περίπου τέλεια και ψηλά ζυγωματικά, με την κατάλευκη ολοκάθαρη σχεδόν παιδική επιδερμίδα. Το ίδιο επίμονο, ερευνητικό και ελαφρά υπεροπτικό βλέμμα, τα ίδια ατίθασα και στιλπνά καστανά τσουλούφια που δημιουργούσαν ασύμμετρες γυαλιστερές μπούκλες γύρω από το πλατύ μέτωπό του. Τα ίδια σκούρα μαύρα μάτια που μπορούσαν να σε καρφώσουν με μία και μόνη ματιά, η ίδια μόνιμη υποψία ενός σαρκαστικού χαμόγελου στα χείλη του. Αμέτρητες φορές γνωστοί και φίλοι τον είχαν απορρίψει αυτόματα από τις παρέες τους μετά από την πρώτη και μοναδική γνωριμία, μόνο και μόνο απ’ αυτό του το χαμόγελο, γι’ αυτό του το βλέμμα. Μία και μόνη ματιά του ήταν αρκετή να σε «αδειάσει» στιγμιαία. Γιατί το βλέμμα του είχε κάτι το ερευνητικό, το υπεροπτικό και το σαρκαστικό συνάμα. Σε συνδυασμό με το ελαφρύ ειρωνικό χαμόγελο που ήταν σχεδόν μόνιμα σχηματισμένο στα χείλη του, ήταν σα ν’ ασκούσε μια συνεχή, σιωπηλή αλλά αυστηρότατη κριτική στους πάντες και τα πάντα γύρω του. Κοντοστάθηκα για λίγο, γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω και λοξοκοίταξα διακριτικά το νεαρό της Πέμπτης Λεωφόρου. Την ίδια στιγμή γύρισε κι εκείνος προς το μέρος μου κι οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Το βλέμμα του με κάρφωσε σ’ εκείνη τη γωνιά ανάμεσα στα πολύχρωμα φώτα, τα πακέτα με τα δώρα και το χαρωπό ανθρώπινο λεφούσι που έσφυζε από ζωή τριγύρω μας. Όλοι και όλα γύρω μου σταμάτησαν, βουβάθηκαν μονομιάς. Έμεινα να στέκομαι εκεί σα στήλη άλατος, μαρμαρωμένος μέσα στο κρύο και το ψιλόχιονο. Αθέλητα ο νους μου άρχισε να βυθίζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον σκοτεινό λαβύρινθο των αναμνήσεων. Σκοτεινές πτυχές του παρελθόντος κι απόμακρες καταχωνιασμένες γωνιές της θύμησης, που προσπαθεί κανείς για πολλά χρόνια μάταια να ξεχάσει και να η κλεμενη ζωη ενοσ ευθυμου ανθρωπου

C 7


θάψει μέσα του, άρχισαν να φωτίζονται και να ξαναπαίρνουν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μου. Εικόνες ολοζώντανες που ξετυλίγονταν μπροστά μου η μία μετά την άλλη αργά, ανελέητα και βασανιστικά. Στυλωμένος εκεί, παγωμένος από το τσουχτερό κρύο και τις αναμνήσεις, αναρωτήθηκα ακόμα μια φορά γιατί να συμβαίνει αυτό που συμβαίνει. Εκεί ακριβώς που νόμιζα ότι μπόρεσα να ξεφύγω, εκεί που νόμιζα ότι τα σκοτεινά κεφάλαια από τα περασμένα είχαν κλείσει οριστικά, εκεί που νόμιζα ότι οι μολυσμένες πληγές του παρελθόντος είχαν κάπως επουλωθεί, ανακάλυπτα για μια ακόμη φορά ότι τίποτα απ’ αυτά δεν είχε συμβεί. Μια τυχαία συνάντηση με έναν άγνωστο ξένο ήταν αρκετή για να μου το επιβεβαιώσει. Όρθιος, ίσα-ίσα που στεκόμουνα στα πόδια μου που έτρεμαν, διερωτήθηκα για μια φορά ακόμη πώς ήταν δυνατόν να έχει συμβεί ό,τι συνέβη. Αναλογίστηκα αν πράγματι είχα ζήσει όλα αυτά που μου θύμισε η απρόσμενη συνάντηση με τον άγνωστο νεαρό της Πέμπτης Λεωφόρου. Αναρωτήθηκα πώς μπορώ και συνεχίζω να ζω κανονικά μετά απ’ όλα όσα είχαν συμβεί. Αναρωτήθηκα αν απλά συνεχίζω να ζω την ίδια τη ζωή μου ή μήπως είχα κάπως καταφέρει να ξεκλέψω και να ζω τη ζωή κάποιου άλλου. Βουτηγμένος σ’ αυτές τις μαύρες σκέψεις, εξακολούθησα να στέκομαι εκεί ακίνητος στο πλάι της εισόδου, αποσβολωμένος για κάμποσο ώσπου να συνέλθω. Για τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα που μου φάνηκε ότι διήρκεσε εκείνη η στιγμή, έχασα κάθε επαφή με το περιβάλλον μου, αγνόησα παντελώς ό,τι συνέβαινε γύρω μου. Οι ανυπόμονοι περαστικοί πλάι μου με προσπερνούσαν φουριόζικα σκουντώντας με και σπρώχνοντάς με ελαφρά από δεξιά κι αριστερά. Η μοναδική μου αντίδραση εκείνη τη στιγμή ήταν να γυρίσω συνειδητά το κεφάλι μου προς την αντίθετη κατεύθυνση, σχεδόν με αποστροφή, για ν’ αποφύγω όπως-όπως το βλέμμα του άγνωστου ξένου. Προσποιήθηκα, χωρίς μεγάλη επιτυχία πρέπει να ομολογήσω, ότι τάχα χάζευα έναν Αϊ-Βασίλη που στεκόταν εκεί λίγο παράμερα από τον ορμητικό χείμαρρο των περαστικών. Με την τριμμένη και πολυκαιρισμένη στολή του και τη βρόμικη ψεύτικη γενειάδα του, τραγουδούσε παράφωνα 8S

δημητρησ πολιτησ


χριστουγεννιάτικους ύμνους με τη συνοδεία μιας ξεχαρβαλωμένης κουδούνας. Μπροστά του, ένα σκουριασμένο τενεκεδάκι συγκέντρωνε την γιορτινή ευσπλαχνία και τον οβολό των περαστικών με προορισμό τους άστεγους της πόλης και τον αμερικάνικο «Στρατό της Σωτηρίας». Προτού προλάβω να συνέλθω από τις σκέψεις μου και προτού τολμήσω να κοιτάξω ξανά προς τη μεριά του, ο άγνωστος είχε γίνει άφαντος. Είχε εξαφανιστεί μέσα στο χιονιά, τα φώτα και το πολύβουο πλήθος. Ίσως για να συνεχίσει, βιαστικός όπως φαινότανε, τα χριστουγεννιάτικα ψώνια του στις νυχτερινές λεωφόρους και τα στενά της λαμπερής μεγαλούπολης που πάλλονταν στην κυριολεξία, γεμάτα από τα ζωηρά γιορτινά χρώματα, από ζωή κι από κίνηση.

CS

η κλεμενη ζωη ενοσ ευθυμου ανθρωπου

C 9


CS ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αθήνα, Τετάρτη 25 Αυγούστου 1999, 06:30 μ.μ.

Ο

ζεματιστός ήλιος του Αυγούστου είχε αρχίσει να γέρνει κουρασμένος προς τον ορεινό όγκο του Αιγάλεω, έχοντας ταλανίσει ανελέητα για μία ακόμη μέρα την πολυκύμαντη ελληνική πρωτεύουσα. Ήταν προχωρημένο απογευματάκι στην απλόχωρη αυλή πίσω από την παλιά διώροφη μονοκατοικία, κάπου στα βόρεια προάστια της Αθήνας. Το απογευματινό μελτεμάκι δυνάμωνε αραιά και πού, προσπαθώντας μάταια να δροσίσει τις χλιαρές μαρμαρόπλακες της αυλής. Έφερνε στο πέρασμά του τη γλυκιά μυρωδιά από τα τεράστια παραγινωμένα σύκα της συκιάς που κάλυπτε για δεκαετίες ολόκληρες με το χνουδωτό ξερικό της φύλλωμα μια από τις γωνιές του κήπου. Τα τσουρουφλισμένα από τις ανελέητες ακτίνες του μεσημεριάτικου ήλιου δέντρα και φυτά του κήπου θρόιζαν στο διάβα του ζεστού αέρα καθώς η μολυσμένη μεγαλούπολη προσπαθούσε να πάρει μια ανάσα ζωής μέσα στο αυγουστιάτικο καμίνι. Η ώρα περνούσε και καθώς ο ήλιος ολοκλήρωνε ακόμα μια φορά το τακτικό ημερήσιο δρομολόγιό του και χάνονταν βήμα-βήμα πίσω από τις κρυψώνες της δύσης, το φως του ουρανού είχε αρχίσει σιγά-σιγά να ξεθωριάζει χάνοντας το έντονο γαλάζιο του χρώμα. Το λαμπερό χρώμα της ημέρας αδυνάτιζε όλο και πιο πολύ δίνοντας τη θέση του σ’ ένα απαλό γκρίζο. Η μεριά της δύσης είχε βαφτεί βαθυκόκκινη. Ο χώρος τριγύρω είχε πλημμυρίσει από φωνές παιδιών που έπαιζαν κι έτρεχαν ανέμελα στις γύρω βεράντες και τους κήπους. Τα πρώτα φώτα είχαν κιόλας ανάψει. Ο βόμβος των τηλεοράσεων που ξεχυνόταν από τις βεράντες και τ’ ανοιχτά παράθυρα καθώς έπαιζαν όλες στη διαπασών, συμπλήρωνε το θορυβώδες σκηνικό του καλοκαιρινού δειλινού. Η ατμόσφαιρα τώρα είχε αλλάξει ύφος, είχε γεμίσει από άλλου είδους μυρωδιές. Το βαρύ άρωμα που είχε αρχίσει να αναδύεται σιγά-σιγά από τα νυχτολούλουδα και 10S

δημητρησ πολιτησ


τις γαρδένιες του κήπου ανακατευόταν με την ευωδιά από τα τηγανητά κολοκυθάκια που θα στόλιζαν σε λίγο το βραδινό τραπέζι κάποιας γειτόνισσας. Μισοξαπλωμένος ράθυμα γι’ αρκετή ώρα σε μια παλιά ξύλινη σεζλόνγκ, είχα κλείσει τα μάτια μου κι απολάμβανα με όλες τις αισθήσεις μου το τέλος της ημέρας και τα πρώτα ανεπαίσθητα δείγματα δροσιάς που έφερναν μαζί τους οι πρώτες βραδινές ώρες. — Χμμμ... κάτι τέτοιες στιγμές είναι που κάνουν το ελληνικό καλοκαιράκι μοναδικό! σκέφτηκα κι ανασηκώθηκα για λίγο, σκύβοντας να χαϊδέψω τον Πάρη. Κι εκείνος, σα να συμμερίστηκε απόλυτα τη σκέψη μου, με κοίταξε κατάματα, κούνησε νωχελικά την παχιά κανελιά ουρά του και με αργές ληθαργικές κινήσεις ξαπλώθηκε με όλη του την άνεση στο χλιαρό μαρμάρινο πλακόστρωτο μπροστά στα πόδια μου. Ακριβώς απέναντί μου η μητέρα μου, ξαπλωμένη κι αυτή αναπαυτικά στη δική της σεζλόνγκ, ξεφύλλιζε αδιάφορα ένα περιοδικό. — Ξέρεις, σκέφτομαι να γραφτώ σ’ ένα μεταπτυχιακό τμήμα βιβλιοθηκονομίας κι ευρωπαϊκής τεκμηρίωσης στο Τρίνιτυ Κόλιτζ1 την άλλη βδομάδα όταν με το καλό επιστρέψω στο Δουβλίνο, της είπα κάποια στιγμή. Θα ήταν καλό για την καριέρα μου στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο. Κατέβασε την εφημερίδα στα γόνατά της και με κοίταξε στοργικά με το γαλάζιο βλέμμα της μέσα από τ’ αυστηρά παλιομοδίτικα γυαλιά της. — Κι άλλα πτυχία; Τι τα θέλεις κι άλλα πτυχία, βρε παιδάκι μου... βρες μια καλή κοπέλα και παντρέψου να δούμε κι εμείς κανένα εγγονάκι, είναι επιτέλους καιρός! μου απάντησε κι αμέσως μετά, αλλάζοντας ύφος και τόνο στη φωνή της, βιάστηκε να συμπληρώσει αναστενάζοντας: ...όμως το ξέρω ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Και ξανάστησε ενοχλημένη το περιοδικό μπροστά στο πρόσωπό της. Ο Πάρης τώρα είχε ξαπλώσει φαρδύς πλατύς με τη μουσού1 Trinity College η κλεμενη ζωη ενοσ ευθυμου ανθρωπου

C 11


δα του να τρίβεται σχεδόν πάνω στα γυμνά πόδια μου. Αισθανόμουν το άρρυθμο χνότο του καυτό να καίει τον γυμνό μου αστράγαλο. Εξακολουθούσε να με κοιτάζει στα μάτια ακατάπαυστα με το γεμάτο αφοσίωση καστανό σκυλίσιο βλέμμα του. Τον κοίταξα για λίγο κι εγώ και στράφηκα προς τη μεριά της μητέρας μου χωρίς να πω τίποτα. Τι να της πω άλλωστε; Το ξέραμε πολύ καλά κι οι δυο μας ότι είχε απόλυτο δίκιο. Ένα σκηνικό που θα συμπεριλάμβανε οικογένεια και παιδιά ήταν για μένα εκτός πραγματικότητας. Η ομοφυλοφιλία μου εκδηλώθηκε από την πρώτη στιγμή που σα μικρό παιδί άρχισα να κοιτάζω με διαφορετικό μάτι τ’ άλλα αγοράκια κι όχι τα κοριτσάκια γύρω μου. Επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα, όταν σαν έφηβος απέκτησα σεξουαλικές ορμές κι ονειρώξεις. Ποτέ το αντικείμενό τους δεν ήταν γυναίκες. Είχα γεννηθεί κι είχα μεγαλώσει μοναχοπαίδι, προστατευμένος από το ήρεμο, καλόζωο, ασφαλές και συντηρητικό περιβάλλον μιας τυπικής μεγαλοαστικής αθηναϊκής οικογένειας. Δεν είχα δείξει ποτέ ίχνος θηλυπρέπειας στη συμπεριφορά μου και στις άλλες προτιμήσεις μου. Παρόλο που θα μπορούσα να χαρακτηριστώ γενικά ως ένα συνεσταλμένο, ευαίσθητο, ευγενικό και συναισθηματικό αγόρι, είχα περάσει τα παιδικά μου χρόνια στις δεκαετίες του εξήντα κι εβδομήντα τρέχοντας ελεύθερα κι αλητεύοντας στους ήσυχους κι ασφαλείς δρόμους της σχεδόν μεγαλοαστικής τότε Κυψέλης, που δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που είναι σήμερα. Είχα αναλώσει ώρες ατέλειωτες παίζοντας ανέμελα στους φρεσκοασφαλτοστρωμένους εκείνη την εποχή δρόμους της, δείχνοντας μια ιδιαίτερη έφεση στον πετροπόλεμο, το ποδόσφαιρο και τις αθλητικές αναμετρήσεις με τις παρέες της γειτονιάς. Είχα αποκτήσει από πολύ μικρός μάλιστα μια φοβερή μανία με τα φορτηγά αυτοκίνητα, ίσως λόγω του εντυπωσιακά τεράστιου όγκου τους στα μάτια ενός νήπιου. Άγνωστο για ποιον λόγο, τα σκουριασμένα σκουπιδιάρικα του δήμου που περνούσαν μια δυο φορές την εβδομάδα να καθαρίσουν τη γειτονιά μας από τα σκουπίδια ήταν τα πιο αγαπημένα μου! Ακόμα κρατάω βαθιά μέσα μου έντονες τις πρώτες αναμνήσεις ενός από τα πιο προσφιλή μου παιχνίδια των νηπιακών μου 12S

δημητρησ πολιτησ


χρόνων: εμένα όρθιο με τις πιτζάμες μου να χοροπηδάω χαρωπός στον γαλάζιο βελούδινο καναπέ του σαλονιού μας ο οποίος, στην οργιώδη και χωρίς σύνορα παιδική μου φαντασία, μετατρέπονταν σ’ ένα τεράστιο σκουπιδιάρικο. Να φωνάζω στους άλλους να μου πετάξουν μαξιλάρια που κι αυτά στη φαντασία μου μετατρέπονταν σε τενεκέδες σκουπιδιών για να γεμίσω το βελούδινο φορτηγό της φαντασίας μου! Αν και η προοπτική τού να γίνει το παιδί τους ένας επιτυχημένος σκουπιδιάρης δεν ξετρέλαινε ακριβώς τους γονείς μου, έβρισκαν την όλη υπόθεση φοβερά αστεία και μου έκαναν το χατίρι κάθε φορά που τους το ζητούσα. Κι όταν όλα τα μαξιλάρια στο σαλόνι βρισκόντουσαν πια το ένα πάνω στο άλλο στοίβα στον καναπέ, τρέχανε πρόθυμα στα πάνω υπνοδωμάτια να φέρουν κι από εκεί καινούργιες εφεδρείες για να μου πετάξουν! Και στο τέλος, όταν δε βρίσκανε πια άλλα μαξιλάρια, καταλήγαμε όλοι μαζί ξελιγωμένοι στα γέλια στον γαλάζιο καναπέ να παίζουμε μαξιλαροπόλεμο. Ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων πέντε χρονών τότε. Αξίζει ίσως ν’ αναφέρω ότι, κόντρα σ’ αυτό που πιστεύει ο κόσμος για άτομα «σαν κι εμένα», με κούκλες κι άλλα κοριτσίστικα παιγνίδια δεν ασχολήθηκα ποτέ. Δε μου τράβηξαν ποτέ την προσοχή ιδιαίτερα. Τέτοιου είδους στερεότυπα για τους πάντες και τα πάντα αφθονούν στις μέρες μας, όπου «ετικέτες» κολλιούνται στον καθένα με απίστευτη ευκολία, με απερίγραπτη επιπολαιότητα και γρηγοράδα. Κι όμως, η προσωπική μου εμπειρία μού έδειξε ότι το να έχεις τέτοια συναισθήματα δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι είσαι «γυναικωτός», ότι πρέπει απαραίτητα να σκέφτεσαι και να συμπεριφέρεσαι σα γυναίκα ή να εύχεσαι να ήσουν γυναίκα. Το αντίθετο θα έλεγα. Αισθάνεσαι απόλυτα άντρας. Απλά το αντικείμενο του πόθου σου είναι άλλοι άντρες. Τα ιδιαίτερα αυτά συναισθήματα και την προτίμηση για το ίδιο φύλο τα θυμάμαι από μικρός, σχεδόν από τότε που απέκτησα μνήμη. Στην απλή παιδική λογική μου ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι ήταν κάτι το ασυνήθιστο ή κάτι με το οποίο θα ’πρεπε ν’ ασχοληθώ ιδιαίτερα. Η σεξουαλική έλξη για το ίδιο φύλο έκανε την εμφάνισή της στα πρώτα δύσκολα χρόνια της εφηβείας μου. Με βρήκε όπως ήταν αναμενόμενο η κλεμενη ζωη ενοσ ευθυμου ανθρωπου

C 13


Μια αλλιώτικη αγάπης. εντελώς απροετοίμαστο. Στην αρχήιστορία μού πήρε χρόνο να καταΜε τρεις Μαζίτελικά µε µιακατάλαβα, έµµεση η λάβω τι ακριβώς μουπρωταγωνιστές. συνέβαινε. Κι όταν αλλά δυνατή κραυγή διαµαρτυρίας. πρώτη μου αντίδραση ήταν να πανικοβληθώ εντελώς. Κατατρομοκρατήθηκα με όλη τη σημασία της λέξης. Όταν είσαι έφηβος προσπαθείς ν’ αφομοιωθείς όσο περισσότερο μπορείς στη Πώς μπορεί να αισθάνεται κάποιος μέσα του όταν μάζα του συρμού, στο σύνολο των άλλων εφήβων γύρω σου, αντιληφθεί διαφορετικός πολλούς; και να τους κάνεις ναότι σεείναι δεχτούν σα μέλοςαπό στιςτους παρέες τους. Το Πώς μπορεί να αισθάνεται κάποιος μέσα του να είσαι εντελώς διαφορετικός κι έξω από τα πρότυπα όταν και τοεί-να αναγκασμένος ασφυκτικά προσπαξεχωρίζειςναι σαν τη μύγα μες να στουποκρίνεται γάλα από τους άλλους συνομηθώντας μόνιμα να κρύψει και να συγκαλύψει αυτό που λίκους σου, φαντάζει απόλυτα καταστροφικό στο μυαλό αυτής πραγματικά είναι; της ηλικίας. Τον πανικό μου τον διαδέχτηκε η τελική παραδοχή ότι δεν υπάρχουν πολλά που θα μπορούσα να κάνω για είναι ν’ αλΠώς μπορεί να αισθάνεται κάποιος μέσα του όταν λάξω την αναγκασμένος κατάσταση αλλά και η απόφασή μου να προσπαθήσω να ζει μια ζωή που ουσιαστικά δεν του ν’ αγνοήσω αυτόμε που συνέβαινε, να του το ξεχάσω, να μην του ανήκει, τηνμου πλειοψηφία γύρω να πιστεύει ότι με δώσω περισσότερη σημασία. Ο φόβος και το αρχικό σοκ αυτην ύπαρξή του και μόνον καταπατά τους νόμους της τής της ανακάλυψης με είχαν κάνει να πιστέψω ανόητα ότι με φύσης και της ηθικής τάξης; το να αψηφήσω τα συναισθήματά μου, αυτά θα εξαφανιστούν ναμαγείας. αισθάνεται κάποιος τουκαι όταν από μόναΠώς τους,μπορεί έτσι διά Η πίεση στο μέσα σχολείο στις μπλέκεται άθελά του στα σκοτεινά γρανάζια μιας περίσυναναστροφές μου ήταν αφόρητη. Το να είσαι διαφορετικός εργης καιήταν πολύτρεις επικίνδυνης ιστορίας; από ότι σήμερα. εκείνη την εποχή φορές χειρότερο Στην καλύτερη ήσουν κι ανελέηΗ τύχηπερίπτωση και τα τερτίπια τηςστόχος μοίραςσυνεχούς και του πεπρωμέτου κραξίματος και παρενόχλησης από τους συνομηλίκους σου νου μπορούν συχνά να οδηγήσουν σε απρόβλεπτες και τους καταστάσεις, συμμαθητές σου. Στη χειρότερη, θα κι μπορούσες, έτσι επικίνδυνα μονοπάτια ανεξέλεγκτα χωρίς λόγο, να βρεθείς πεταμένος σε κάποια γωνιά, πλακωμέαποτελέσματα. νος τόπι στο ξύλο με ένα δυο σπασμένα δόντια, μελανιασμένος και ημιαναίσθητος. Για να ρίξω στάχτη στα μάτια των άλλων προσπάθησα να κάνω και δυο τρεις πρόσκαιρες πλατωνικές σχέσεις με κάποιες κοπελίτσες της ηλικίας μου. Κάποια στιγμή, εκεί γύρω στα δεκαοχτώ μου, σταμάτησα να έχω κάθε είδους σχέσεις. Αποφάσισα, έτσι αφελέστατα, με την άκρατη αυτοπε978-960-9607-09-4 ποίθηση και την έπαρση που σου δίνουν ISBN δεκαοχτώ ολόκληρα ΔΟ Σ Ε Ι Σ χρόνια ζωής, ότι θαοΕ Κσπεράσω τη ζωή μου ανέραστος, ότι το κεε λ ότ ο ς φάλαιο αυτό της ζωής μου είχε κλείσει οριστικά. Ότι το θέμα αυτό πλέον δε με αφορούσε. Έτσι, κλείστηκα όσο περισσότερο Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 μπορούσα στον εαυτό μου κι αφιερώθηκα απερίσπαστος στις E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com πανεπιστημιακές μουgrσπουδές. www. ocelotos. 14S

δημητρησ πολιτησ


Έξι χρόνια αργότερα, στα είκοσι τέσσερά μου, ήταν αναπόφευκτο να έχω την πρώτη μου σεξουαλική επαφή –σπρωγμένος από την τύχη και την άκρατη περιέργεια– μ’ έναν άγνωστο της μιας νύχτας. H εμπειρία αυτή μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω ένα και μόνο πράγμα: η πιθανότητα ν’ αλλάξει o σεξουαλικός προσανατολισμός μου και οι προτιμήσεις μου σ’ αυτόν τον τομέα ήταν ισοδύναμη με την πιθανότητα να γίνω ένας από τους επόμενους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Έφτασα λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ήταν απλό χάσιμο χρόνου και ενέργειας το να μην παραδέχομαι τον εαυτό μου έτσι ακριβώς όπως είναι και σταμάτησα να το παλεύω και να το πολεμάω. Αποφάσισα να μην αντιστέκομαι περισσότερο, σαν κάπως να συμβιβάστηκα με την όλη ιδέα. Συμβιβάστηκα με την ιδέα τού να ζω μια διπλή, πολλές φορές σκληρή, σχεδόν σχιζοφρενική ζωή. Μια ζωή που επιβάλλουν ακόμα και σήμερα, στις «προοδευτικές» κοινωνίες που ζούμε, η ανύπαρκτη ανοχή και οι αφόρητες κοινωνικές πιέσεις για οτιδήποτε διαφορετικό που ξεχωρίζει από τη μάζα. Πιέσεις που αναγκάζουν άτομα σαν εμένα να ξεχωρίζουν άβολα από το σύνολο και να στριμώχνονται στο περιθώριο, επειδή απλά είχαν την ατυχία να έρθουν στον περίεργο κόσμο μας μ’ έναν ακόμα πιο περίεργο γονιδιακό συνδυασμό. «Πώς θα μπορούσε κανείς να προγραμματίσει εκ των προτέρων τον εαυτό του για το τι ακριβώς θ’ αγαπήσει και θα ερωτευτεί στη ζωή του;» είχα αναρωτηθεί συχνά προσπαθώντας κατά κάποιο τρόπο να δικαιολογήσω και να δεχτώ τον εαυτό μου έτσι όπως ήταν, να κλείσω τ’ αυτιά μου στην κοροϊδία, το βρίσιμο και τις προσβολές που είχα συχνά υποστεί χωρίς λόγο, χωρίς ποτέ να βλάψω κανέναν, μόνο και μόνο γι’ αυτό που ήμουνα, μόνο και μόνο γιατί απλά υπήρχα όπως υπήρχα. Είχα επίσης οδηγηθεί άπειρες φορές από τις περιστάσεις στο ίδιο και μοναδικό συμπέρασμα: ο αγγλικός όρος «gay» που έχει επικρατήσει σχεδόν διεθνώς για να περιγράφει άτομα «σαν κι εμένα» με όλα τα υπονοούμενα που κάτι τέτοιο συνεπάγεται είναι εντελώς οξύμωρος, άστοχος κι αν μη τι άλλο άδικος. Πέρα για πέρα. Η πραγματική σημασία της λέξης έχει να κάνει με κάτι «εύθυμο» και «χαρωπό», εύκολο κι ανέμελο, ζωηρό και πολύχρωμο. η κλεμενη ζωη ενοσ ευθυμου ανθρωπου

C 15


Η κλεμμένη ζωή ενός εύθυμου ανθρώπου