Issuu on Google+

Π Ε Ρ Ι Κ Λ Η Σ Γ . Μ ΠΑ Λ Ο Δ Η Μ ΟΣ

η εποχη τησ πανδωρασ

Ποίηση

ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Π Ε Ρ Ι Κ Λ Η Σ Γ . Μ ΠΑ Λ Ο Δ Η Μ ΟΣ

Η εποχή της Πανδώρας Ποίηση

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Τιτλος Συγγραφέας Σειρα Copyright© 2010 Πρώτη Εκδοση ISBN

Η εποχή της Πανδώρας Περικλής Γ. Μπαλοδήμος Ελληνική Ποίηση Περικλής Γ. Μπαλοδήμος Αθήνα, Νοέμβριος 2010 978-960-9499-30-9

Η επιμέλεια της έκδοσης έγινε από τις εκδόσεις οσελότος

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η κατ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com, ocelotos@otenet.gr www. ocelotos. gr

e-mail:


Στους γονείς μου Γιώργο και Ευσταθία


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ...

Για να απαγγείλω

Δ εν είμαι ποιητής για

να σχολιάσω ποίηση, όμως από τη στιγμή που διάβασα τα ποιήματα του Μπαλοδήμου, θυμήθηκα όλα όσα είχα ξεχάσει για την τέχνη και για την ποίηση. Μια ανάγκη, να προσφέρω στον εαυτό μου μια συνολική εικόνα τη ποίησης, με οδηγεί να γράψω αυτές τις γραμμές. Ίσως φανεί, ότι θέλω να σώσω την αυτογνωσία μου και όχι την ουσία της ποίησης. Σκοπός μου όμως, είναι να σώσω τα λίγα κομμάτια ευαισθησίας που έχουν ξεχαστεί μέσα μου, και που τώρα ζητούν να εκφραστούν, έστω κι έτσι, με τη μορφή μιας κριτικής. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι σήμερα ο ποιητής, δεν γνωρίζει τί είναι ποίηση, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις τίμιων αγωνιστών ποιητών. Ο ποιητής σήμερα είναι θύμα της αντιποιητικής παιδείας μας. Αν κάτσεις με έναν σύγχρονο ποιητή να τον «ανακρίνεις», θα διαπιστώσεις τη ρηχότητα, το μιμητισμό και την αναζήτηση της συνταγής της επιτυχίας. Φαίνεται ότι «αυτοί» που ορίζουν τον άνθρωπο και τον καθοδηγούν, γνωρίζουν ότι «Ο πεινασμένος και να φιλοσοφήσει, η φιλοσοφία του, θα είναι η φιλοσοφία της πείνας». Δεν «σπουδάζει» ο νέος ποιητής, ούτε μέσα του, ούτε έξω του, την ουσία της ποίησης. Δεν κατανοεί τη τέχνη σαν κατηγόρημα της ίδιας της ζωής. Η Τέχνη, που είναι η δεύτερη φύση του ανθρώπου, και που αν την κατανοήσει, στέκεται ορθός και κοιτά κατάματα τη φύση και τα μυστικά της. Η τέχνη, που τον κάνει ενεργό μέτοχο της ίδιας της φύσης και όχι υποκείμενο και παθητικό δέκτη της νομοτέλειάς της. Καταλήγοντας, θα έλεγα ότι ζούμε τις τελευταίες στιγμές του πολιτισμού του «τίποτα». Ζούμε την εποχή της μετάβασης και όλοι σιωπούν. Περιμένουν να ορισθούν και πάλι από την αρχή, η ζωή και η ουσία της, που ξεθεμελιώθηκαν από την άκρατη παράδοση του ανθρώπου, στο πολιτισμό της επίφασης και του ψεύδους. Υποψιάζομαι, αν ισχύει το αξίωμα, ότι ο άνθρωπος φυ-


8

Π Ε ΡΙ ΚΛ Η Σ Γ . Μ ΠΑ ΛΟ Δ Η Μ ΟΣ

λακίζεται όταν ξεχνάει την έννοια της ελευθερίας του, τότε αποκτά νόημα η εκδίωξη του ανθρώπου από τον κήπο της ποίησης. Ο μη ελεύθερος άνθρωπος είναι το απόλυτο θύμα των Τυράννων του. Λέγοντας όλα αυτά, δεν έχω σαν σημείο αναφοράς μου τον Ορφέα και τον Μουσαίο. Όχι, έχω κατεβάσει πολύ τον πήχη, για να μπορέσω να συμπεριλάβω και τους νέους ποιητές. Είμαι κι εγώ θύμα της εποχής μου και γνωρίζω, ότι δεν μπορεί να παράξει η ζωή σήμερα αυτά τα μεγέθη. Όχι ότι δεν υπάρχουν τέτοια «μεγέθη», αλλά γιατί η κοινωνία είναι «αλλού» και δεν τα «χρειάζεται». Η τέχνη δολοφονήθηκε από το βάρος του τεχνικού πολιτισμού. Στριμώχτηκε σε μια γωνιά, για να λέμε ότι υπάρχει, γιατί δεν μπορούμε να την εξαφανίσουμε ακόμα και σαν λέξη. Πόσο θλιβερό και τραγικό μαζί είναι, μετά από τόσο «πολιτισμό» να έχουμε φτάσει στο σημείο, να τίθεται επιτακτικά το ζήτημα, να ορισθούν και πάλι, οι ορισμοί για τη φύση της ζωής και οι επαγωγικοί της λόγοι. Να οριστεί και πάλι ο ορισμός της Τέχνης και τα κατηγορήματά της. Η ποίηση σήμερα γενικώς ατιμάζεται, κι αυτό γιατί οι «θεολόγοι», κυβερνούν αυτόν τον κόσμο και όσο συμβαίνει αυτό, γνήσια ποίηση δεν θα «γραφτεί». Το αρχείο που αντλεί τα θέματα του ο ποιητής δεν είναι το χριστιανικό αλλά το μυθικό. Και η μυθολογία είναι η παλαιά διαθήκη του Έλληνα. Η εποχή μας είναι ριζικά αναθεωρητική. Μια εποχή, Λυκόφωτος και Λυκαυγούς συγχρόνως. Βλέποντας λοιπόν το τομίδιο με τα νέα ποιήματα του Μπαλοδήμου, αναρωτήθηκα: «Τί θέλει ένας Διονυσιακός με τους Απολλώνιους». Τί ψάχνει ο «Πενθέας» στο «Παρνασσό» Με την ποίησή αυτή θυμήθηκα. Θυμήθηκα κάτι που ήξερα και το είχα ξεχάσει. Τελικά βρήκα, ότι η ποίησή αυτή με προβλημάτισε, γιατί δεν είναι Κανενός. Κανενός, γιατί το είδος αυτής της γραφής, δεν μπορεί να το μιμηθεί κανείς. Κανενός, γιατί ανήκει στους γνήσιους ποιητές και όχι στους ποιητές. Οι γνήσιοι ποιητές δείχνουν ότι μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά στην ουσία μοιάζουν τα ποιητικά τους δαιμόνια και όχι αυτοί. Η ποίησή τους είναι εσωτερική γραφή και όχι πεποιημένος λόγος. Αυτό ήταν «το κάτι» που με τάραξε. Ήταν, ότι είχα χρόνια να διαβάσω σύγχρονο γνήσιο Ποιητή. Η διαφορά του γνήσιου ποιητή από τον ποιητή είναι, ότι ο πρώτος είναι φυσικό σύστημα, ενώ ο δεύτερος, είναι μόνο ένα πρόσωπο. Ο πρώτος είναι άνθρωπος και σύμπαν μαζί, ενώ ο δεύτερος, μόνο ένας «θνητός και μέροπας». Ο άνθρωπος ποιητής είναι μια προσωπική και κυρίως εγωκεντρική γραφή. Τις πιο πολλές φορές και νευρωτική. Η Ποίηση, είναι «ασθένεια» και πιο σωστά, θεϊκή μανία. «Υπάρχουν τέσσερα είδη μανίας: Η Μαντική, η Τελετουργική, η Ποιητική και η Ερωτι-


Η Ε Π ΟΧ Η Τ Η Σ ΠΑ Ν Δ Ω ΡΑ Σ

9

κή». Η Ποίηση γεννήθηκε στη μητριαρχική εποχή και αντλεί τη μαγεία της από τη Σελήνη. Ποίηση είναι «πάσα αιτία μεταβάσεως οιουδήποτε πράγματος, από την ανυπαρξία στην ύπαρξη». Ποίηση είναι η επιστήμη του ωραίου και όχι η αισθητική του ωραίου. Τί θα πει δηλαδή «αισθητική»; Από αυτή τη λέξη χάθηκε κάθε επικοινωνία με την ουσία του Ωραίου. Λες και κάποιος την έβαλλε εκεί, για να σκοτώσει την αισθαντικότητα. Η αισθαντικότητα εκφράζει την δυναμικοποίηση των πιο ευγενικών δυνάμεων του ανθρώπου. Ενώ η αισθητική, εκφράζει τον τρόπο που κοιτάζει ο σύγχρονος άνθρωπος, το «καινούργιο ωραίο». Η διαφορά είναι τεράστια και πολλαπλά επιζήμια. Η ποίηση εμπεριέχει τρεις πόλους. Τον ποιητή, που φανερώνει τα πράγματα, γιατί « φύσις κρύπτεσθαι φιλείν », τη Μούσα, που «κρατεί» την άρρητη γνώση και την «κενώνει» μόνο στους ποιητές, και τρίτο, τον ενδιάμεσο δαίμονα, τον έρωτα για γνώση. Από αυτά προκύπτει, ότι ο ποιητής είναι μεταξύ του δαιμονίου του και της μούσας του. Ως τέτοιος λοιπόν, είναι Δαίμων. Η ποίηση για τον γνήσιο ποιητή είναι θρησκεία. Η ιερή της τριάδα, ο έρωτας, η μούσα και ο ποιητής, φτιάχνουν την ιερά τετρακτύ τους, αν προσθέσεις τον παθιασμένο άνθρωπο – ακροατή. Ο έρωτας είναι το κύριο θέμα της ποίησης. Είτε αυτό φαίνεται, είτε όχι, ο έρωτας «κινεί» την ποίηση. Η διαδικασία και η σχέση του γνήσιου ποιητή με τη μούσα του, είναι ερωτική. Ο Ποιητής αποκαλύπτει με το σήμαντρο του λόγου του, αμφίσημα, αυτά που η μούσα, ούτε λέγει, ούτε κρύπτει. Αν και η ποίηση είναι τα λόγια που απευθύνει ο ποιητής προς τη μούσα του, ο άνθρωπος έχει να κερδίσει από αυτή τη «συνομιλία». Στο βαθύ του ύπνο μπορεί, να θυμηθεί το δικό του χαμένο μανικό έρωτα και να επιστρέψει να ενωθεί με τις πρώτες αιτίες. Να θυμηθεί τον έρωτα του πλανητικού ανθρώπου, που τον οδηγεί να γίνει, ένα με τον συμπαντικό άνθρωπο. Να γίνει αυτό που ήταν πάντα, ένας Θεός. Έτσι η ποίηση δεν παραμένει ένας παραμυθητικός λόγος, αλλά γίνεται θεραπευτικός. Η δυσκολία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν με τον ποιητικό λόγο, είναι ότι ο ποιητής βλέπει πολύ μακριά και περιγράφει πράγματα άγνωστα, ενώ ο άνθρωπος, βλέπει πολύ κοντά και αδυνατεί να σπάσει τους κώδικες του προφητικού ποιητικού λόγου. Η ποίηση έχει σκοπό να γίνει εν μέρει μόνο κατανοητή. Η ποίηση απευθύνεται σε αυτούς που καταλαβαίνουν. Δεν κατεβαίνει, αλλά ανεβαίνουν οι πολλοί για να τη κατανοήσουν. Η ποίηση είναι υπαινικτική και δεν είναι δυνατόν να την κατανοήσει οποιοσδήποτε. Δεν διδάσκεται και δεν αξιολογείται, από τη φόρμα, το θέμα και την τεχνική επιδεξιότητα. Θα έλεγα ότι είναι αυτόνομο φυσικό σύστημα και γι αυτό η


1 0 Π Ε ΡΙ ΚΛ Η Σ Γ . Μ ΠΑ ΛΟ Δ Η Μ ΟΣ

ποίηση είναι πάντα ποίηση και τίποτα άλλο. Η Σελήνη πήρε τη θέση της Μούσας από τη Γη, που ήταν η πρώτη Μούσα των ανθρώπων. Ως κόρη του δημιουργού, είναι σοφή, εμποτισμένη από το λόγο του. Η Σελήνη δεν αποκαλύπτει την ουσία και την αρετή της, εκτός από τους υιούς του θεού, τους ποιητές. Οι ποιητές έχουν ψυχή που ενεργοποιείται από την Σελήνη. Η αμόλυντη νύφη επιθυμεί το θεόμορφο σύζυγό της, για να οδηγήσει το έργο της σε ακόμα μεγαλύτερη τελείωση. Είναι η αδελφή, η Φίλη, η σύζυγος, η περιστερά, το ιερό πουλί του έρωτα της Αφροδίτης. Είναι η φλεγόμενη αγάπη, το πνεύμα της σοφίας και η υπερουράνια επιθυμία. Ο ποιητής πρέπει να ενώσει τις διαχωρισμένες αντιλήψεις του με την φύση των πραγμάτων και να υπερβεί έτσι τον κόσμο μας, που είναι μαγεμένος από την δυαδικότητα αυτή. Πρέπει να γίνει Διφυής και πάλι. Το τέλειο πνευματικό ζευγάρι μιας προϋπάρχουσας αλήθειας. Η Σελήνη είναι η δημιουργός του ποιητικού οίστρου και αυτό γιατί η σχέση της με τους εκλεκτούς της είναι βαθιά ερωτική. Εμπνέει τους εραστές της και τους αποκαλύπτει τα μεγάλα μυστικά του ουράνιου έρωτα. Η Σελήνη έχει δύο πρόσωπα. Ένα αντρικό και ένα γυναικείο. Το ένα κοιτάει προς τη Γη και το άλλο προς τον Ήλιο. Είναι διφυής και Ερμαφρόδιτη. Οι εραστές που επιλέγει είναι σαν αυτήν. Στην λατρεία της θεάς, από τα πανάρχαια χρόνια, η γλώσσα επικοινωνίας των ποιητών – εραστών της, είναι το αλφάβητο των δένδρων. Το θρόισμα των φύλλων της Ιερής βελανιδιάς μιλάει στα ευαίσθητα αυτιά των ιερέων. Τα φύλλα των δέντρων έχουν ταυτολογηθεί με ένα γράμμα του αλφαβήτου. Μας είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε αυτήν τη διαδικασία σήμερα, γιατί είμαστε πολύ μακριά από την λειτουργία της φύσης. Εμείς αντιλαμβανόμαστε τη φύση από τα φαινόμενα και όχι από τις πρώτες αιτίες που τα δημιουργούν. Έμπνευση, σημαίνει την ποιητική έξαρση με το προσεκτικό άκουσμα του ανέμου, του αγγελιοφόρου της θεάς μέσα στο Ιερό άλσος. Έτσι η ποίηση μετατρέπεται σε προφητεία. Γίνεται ένα είδος αυτόματης γραφής. Η συνήθης κλασική εικόνα της μούσας που ψιθυρίζει στο αυτί του ποιητή, αναφέρεται στη έμπνευση από την κορυφή ενός δέντρου. Η Ελικωνία μούσα, είναι νεράιδα του Ελικώνα που πήρε το όνομα της από την Ελίκη, την Ιτιά, που ήταν αφιερωμένη στους ποιητές. Η Δριάς είναι νεράιδα της βελανιδιάς, η Μελία της Μελιάς, η Καρυάτις της καρυδιάς. Στη Δωδώνη άκουγαν τους ποιητικούς χρησμούς στο άλσος με τις βαλανιδιές και οι Πελειάδες ( Περιστερές ), ιέρειες προκαλούσαν προφητική έκσταση μασώντας βαλανίδια. Σήμερα η ποιητική έκσταση των ποιητών δεν προέρχεται από τον άνεμο – φωνή της Ιτιάς, παρόλο που αυτός ασκεί μεγάλη γοητεία


Η Ε Π ΟΧ Η Τ Η Σ ΠΑ Ν Δ Ω ΡΑ Σ

11

στο Νου τους. Ο παραδοσιακός τρόπος για να ξεσηκώσουν τον άνεμο ήταν να σφυρίξουν τρεις φορές στη Θεά – μούσα. Η Σελήνη είναι η «Παναγία» των Ποιητών. Το παιδί που γεννιέται με τη συμμετοχή του Βόρειου άνεμου, είναι ο τύπος του Παιδιού – Ηρακλή. Κατά σύμπτωση ο Ηρακλής στήνει μνημείο για τα παιδιά του Βορέα, τον Κάλαϊ και τον Ζήτη. Ο Σαίξπηρ στην Τρικυμία, περιγράφει την συνομιλία της μούσας με τον ποιητή: «Ήχους και γλυκά αεράκια που δίνουν χαρά και κακό δεν κάνουν, κάποιες φορές χίλια έγχορδα όργανα σιγοτραγουδούν στ’ αυτιά μου». Στον Μακμπέθ βάζει τις μάγισσες να λένε: «θα σου δώσω ένα άνεμο» «και εγώ έναν άλλο». Η ορατή Σελήνη είναι αμερόληπτη, τρυφερή, αυστηρή, σοφή. Είναι η μόνη γυναίκα ποιητής. Όχι Ποιήτρια. Σε καμιά άλλη γυναίκα δεν επιτρέπει να γίνει ποιητής. Γι αυτό δεν υπάρχει άλλη γυναίκα σαν κι αυτή. Η γυναίκα, ή είναι μούσα ή δεν είναι τίποτα. Θα ήταν καλύτερα αν ήταν σιωπηλές μούσες και να εμπνέουν τους ποιητές – εραστές, της αφέντρας Σελήνης. Η Σάνδη αποκαλεί τον Ιάκωβο τον Α΄, « εστεμμένη μούσα », επειδή ο Ιάκωβος συμπεριφερόταν περισσότερο σαν βασίλισσα παρά σαν βασιλιάς. Η Σελήνη βρίσκεται μεταξύ των δύο κόσμων, του ουράνιου και του Γήινου. Είναι ως εκ τούτου, Δαίμων. Μετέχει δύο φύσεων όπως και οι εραστές της. Είναι και αυτοί δαίμονες, που μεταφέρουν αυτά που ακούνε, σε αυτούς που καταλαβαίνουν. Το θέμα που επιθυμεί να «συζητήσει» με τους ποιητές είναι μόνο ο έρωτας. Πάσχει και μαίνεται από έρωτα. Η Σελήνη «εμπνέει» την ποίηση και οι ποιητές ανταποδίδουν με τον φλογερό τους έρωτα. Χωρίς να το καταλαβαίνουν μπαίνουν στην ομηρία της Σελήνης. Η Σελήνη τους εμπνέει τον οίστρο της ποίησης, και αυτοί από την ηδονή αυτή πέφτουν στα δίχτυα της αγάπης της. Γι’ αυτήν και μόνο τραγουδούν οι ποιητές. Θέλουν με το τραγούδι τους να την κάνουν δικιά τους. Έτσι δέχονται τα συμβάντα της ζωής τους, χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, πότε ευχάριστα και πότε οδυνηρά. Αυτά τους επέβαλλε ως πεπρωμένο τους στη φυσική τάξη των δαιμόνων. Είναι για πάντα μαγεμένοι, δεμένοι από την πιο δυνατή μαγεία. Τον έρωτα. Ο Κητς απευθύνεται στη μούσα του με αυτά τα λόγια: «θρησκεία μου είναι ο έρωτας κι εσύ, το μοναδικό της δόγμα». Ποιητής, γίνεται αυτός που του έρωτα η μούσα θα τον επισκεφθεί. Αυτή η επίσκεψη που γίνεται στη «κούνια» του, περιέχει υποσχέσεις και οράματα, ηδονές και ταξίδια ονειρικά. Του μαθαίνει τον τρόπο να ανοίγει και να κλέβει αρχεία από τον ουρανό με τη συμμετοχή και τη βοήθεια της θεάς – Μούσας. Ο γνήσιος ποιητής είναι ο γνήσιος εραστής. Η εσωτερική επικοινωνία με τη μούσα του είναι η πηγή της


1 2 Π Ε ΡΙ ΚΛ Η Σ Γ . Μ ΠΑ ΛΟ Δ Η Μ ΟΣ

αλήθειας του. Η ένωση επικυρώνεται με το χρόνο και όταν φτάσει ο ποιητής στην εποχή του γάμου, αυτή τον μαγεύει και τον σταυρώνει στο βόρειο δεσμό της. «Μάρτυρα» βάζει τον κοσμικό άξονα. « Μάρτυρας» κι ο ίδιος ο ποιητής στον «αιώνα», γιατί άπαξ και δεθεί με τα ακατάλυτα δεσμά του γάμου με τη Μούσα του, δεν είναι γραφτό του να ελευθερωθεί ποτέ. Είναι άθυρμα στα χέρια της μούσας του. Τότε, ποιος είναι ο ποιητής που βλέπουμε εμείς; Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά του ποιητή και ίσως η μεγαλύτερη παροχή της Μούσας στον εραστή της. Αυτόν που βλέπουμε στη Γη, είναι ο δίδυμος αδελφός του δαίμονα – ποιητή που βρίσκεται στον ουρανό. Είναι ο Νάρκισσος που βλέπει τον εαυτό του στον καθρέπτη του ουρανού. Ο Νάρκισσος ποιητής πάσχει για να μεταφέρει όλα τα ερωτικά του αποθέματα στον δίδυμο αδελφό του στον ουρανό. Δεν τον ενδιαφέρει που θα μείνει «γυμνός» και «μόνος». Χαίρεται που ο αδελφός του θα είναι κοντά στη Μούσα του και θα τον «πληρώνει» με τις ριπές του λόγου του, τις εικόνες και τα συναισθήματα. Οι ποιητές έχουν επίγνωση ότι ο καθένας από τους διδύμους πρέπει να νικάει με τη σειρά του, σε ένα αιώνιο και ιπποτικό πόλεμο, που διεξάγεται για την εύνοια της Θεάς. Στην ψυχή του ποιητή, ζει ένας Απόλλωνας και ένας Μαρσύας. Παλεύουν μέχρι θανάτου, για να επικρατήσει ο ένας πάνω στον άλλον. Ο ποιητής πρέπει να σταθεί δυνατός για να επιβιώσει, για να μην νικήσει η λογική, το πάθος, και το πάθος, τη λογική. Αυτός που βρίσκεται «εδώ» είναι τόσο διαφορετικός από αυτόν που είναι σταυρωμένος στον ουρανό και αυτό θα καταφανεί πιο κάτω, από την ανάλυση του «χαρακτήρα» του ποιητή. Ο γνήσιος ποιητής, οφείλει πάντα να είναι πρωτότυπος και να απευθύνεται πάντα στη μούσα του, και να της λέει την αλήθεια για τον εαυτό του, με τα δικά του παθιασμένα και ιδιαίτερα λόγια. Γι αυτό δεν συζητάει το θέμα του με κανέναν θνητό, γιατί στη συζήτηση οι θνητοί προσπαθούν να περισώσουν τον εαυτό τους και όχι την ουσία της συζήτησης. Η μούσα είναι θεότητα αλλά και γυναίκα. Εάν ο ιερουργός της τέχνης της, ερωτοτροπεί μαζί της με φράσεις από δεύτερο χέρι και με ευφυή λεκτικά τεχνάσματα που χρησιμοποιεί για να κολακέψει το γιο της, τον Απόλλωνα, εκείνη τον απορρίπτει ακόμη πιο αποφασιστικά από ότι απορρίπτει κάποιον αδέξιο που δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη. Για να είσαι εραστής της Θεάς πρέπει να είσαι ιδανικός εραστής. Όσοι δεν το καταφέρνουν να γίνουν, γίνονται ιδανικοί αυτόχειρες. Η απόρριψη από τη θεά, συνοδεύεται πάντα από θάνατο. Η «αναγνώριση» του γνήσιου ποιητή, γίνεται από την αίσθηση της Ελευθερίας που τον διακρίνει. Ο γνήσιος ποιητής είναι ελεύθερος και το πρώτο πράγμα που ερωτεύεται, είναι η ελευθερία του.


Η Ε Π ΟΧ Η Τ Η Σ ΠΑ Ν Δ Ω ΡΑ Σ

13

Δεν αγαπάει κανέναν άνθρωπο, εκτός από αυτούς που εν δυνάμει, μπορούν να του στερήσουν προσωρινά την ελευθερία του. Θέλει διαρκώς, να την χάνει και να μάχεται να την ξανακερδίσει. Είναι μαχητής. Ο δρόμος της ελευθερίας του ξεκινά από τη στέρηση. Στέρηση για τον γνήσιο ποιητή, είναι να εγκλωβιστεί σε στερεότυπες συνθήκες και σε πλάνες της άγνοιάς του. Γι αυτό με μανία προσπαθεί διαρκώς να μαθαίνει. Η ποίηση, σαν μαγική ( Μανική), διαδικασία τον λυτρώνει από αυτές τις «δεσμεύσεις». Ο ποιητής δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι ποιητής, εάν νοιώθει ότι έχει κατακτήσει μόνιμα τη μούσα. Συμβαίνει ότι ακριβώς με την ελευθερία του. Για όλα αυτά, ο ποιητής δεν έχει φίλους. Οι μεγάλες φιλίες, χρειάζονται μεγάλους ανθρώπους. Για να υπάρχει ένας μεγάλος άνθρωπος, πρέπει να υπάρχει και το «ταίρι» του, αλλιώς δεν υπάρχει κι αυτός. Αυτή είναι η πιο τραγική μοίρα, γιατί τραγικός είναι πάντα ο «μόνος». Είναι σαν τον πρωταγωνιστή του αρχαίου τραγικού θεάτρου. Αυτός, που δεν υπάρχει σαν κι αυτόν κανένας άλλος. Το να αρθείς σε κοινωνία φιλίας είναι σαν να ενώνεσαι με το σύμπαν και όπως πολύ εύστοχα λέει ο Πυθαγόρας, «φίλος, είναι ο άλλος εγώ». Τον μοναχικό ποιητή, οι πολλοί τον θεωρούν ως λέπρα, και τον αποδιώχνουν από κοντά τους για να μην κολλήσουν την ιερή αυτή νόσο. Λεπρή είναι και η Μούσα. Άσπρη σαν σκόνη. Ο Κόλριτζ κάνει μια πιστή περιγραφή της μούσας του: «Τα χείλη της ήταν κόκκινα, η όψη της ελεύθερη, οι μπούκλες της κίτρινες σαν χρυσάφι, το δέρμα της λευκό σαν λέπρα….. που κάνει το αίμα του ανθρώπου να παγώνει». Το λευκό είναι το χρώμα της ομορφιάς αλλά και του πτώματος. Ο Παυσανίας συνδέει τη λέπρα με την πόλη Λέπρεον, κοντά στον ποταμό Αλφειό, η οποία υπήρξε αποικία λεπρών και ιδρύθηκε από μια θεά, ονόματι Λεπρέα. Αλφειός και Αλφός όμως, είναι η λευκή λέπρα. Αργότερα τέθηκε υπό την προστασία του «Διός της Λεύκας», όπου λεύκη είναι άλλη ονομασία για τη Αλφιτώ, που είναι η λευκή λέπρα και άλφητον το κριθάλευρο. Οι καθολικοί θεωρούν ότι το ψωμί έχει λέπρα και πρέπει να καθαριστεί δια του μυστηρίου για να φαγωθεί από τους πιστούς. Ο χορός των σατύρων έβαφε τα πρόσωπά του με κιμωλία, αλλά δεν ξέρω αν είχε σχέση με τη λέπρα της θεάς τους και τη λευκότητά της. Υποψιάζομαι ότι όλη αυτή η φρασεολογία της «λέπρας» κρύβει κάτι πολύ σημαντικό για τη φύση της Θεάς – Μούσας. Αυτό όμως μόνο ένας γνήσιος ποιητής μπορεί να το αποκαλύψει. Ο Ποιητής για να αφοσιωθεί στο αντικείμενο του έρωτά του, μπαίνει σε πνευματικό οργασμό, όμοιο με τον ερωτισμό του εραστή. Αυτό και μόνο τον κάνει να μισείται από όλους. Ο ιδανικός, μισείται γιατί σκοτώνει το όνειρο των αμύητων, που φαντάζονται όπως θέλουν αυτοί τον ιδανικό άνθρωπο. Οι άνθρωποι σκοτώνουν αμέσως τον


1 4 Π Ε ΡΙ ΚΛ Η Σ Γ . Μ ΠΑ ΛΟ Δ Η Μ ΟΣ

ιδανικό μόλις τον συναντήσουν, γιατί δεν τον αντέχουν. Σκοτώνουν με σφαίρα το μίσος τους και τον οίκτο τους. Πιστεύω ακόμη ότι μισείται επειδή είναι και παραμένει παιδί και ο λόγος είναι πολύ σοβαρός. Το θέμα αυτό θα το αναπτύξω πιο κάτω, εκεί όπου αναφέρομαι στην παιδικότητα του Ποιητή. Πολλές φορές, γίνεται ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ένεκα της άφατης ομορφιάς που αντικρίζει. Ο σκοπός του ποιητή είναι να μισηθεί από όλους τους ανθρώπους. Αυτό είναι δείγμα, ότι πέτυχε το σκοπό του. Ψάχνει όμως να βρει έναν άνθρωπο, που δεν θα αφήσει τον εαυτό του να τον μισήσει, και αυτό, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει τον κανόνα, που θέλει τον ποιητή μοναδικό και εγωπαθή. Αν βρει έστω και έναν άνθρωπο, που δεν τον μισεί, τότε κάνει τα αδύνατα δυνατά, να τον κάνει να τον μισήσει. Μάλιστα του δίνει και μαθήματα, για να το κάνει πιο αποτελεσματικά. Γνωρίζει ότι όσο μισείται, τόσο και πιο μοναδικός γίνεται, τόσο πιο αγαπημένος της Μούσας του. Ξέρει ότι αυτός που δεν τον μισεί, είναι ο αγαπημένος της θεάς, ο δίδυμος αδελφός του. Ποιος δεν θα ήθελε να μισηθεί από τους ανθρώπους όταν έχει φίλο του, τη μούσα του ουρανού; Οι γνήσιοι Ποιητές φτάνουν εύκολα στην κατάθλιψη και στην αυτοκαταστροφή, όταν τους εγκαταλείπει η μούσα τους. Το παράδειγμα του Μπλέηκ είναι χαρακτηριστικό για την μοναδικότητα της Τέχνης του, γιατί δεν υπήρχε κανείς πριν από αυτόν και κανείς μετά από αυτόν. Αναγκάστηκε να γίνει μόνος του, ένα σύμπαν. Ο γνήσιος Ποιητής είναι μηδενιστής, με την έννοια ότι πρέπει να μηδενίσει όλα τα κοινωνικά θέσφατα και τα επιστημονικά παραδεδεγμένα. Όπως ο γλύπτης παίρνει το ακατέργαστο μάρμαρο για να το μεταμορφώσει σε έργο τέχνης, έτσι και ο Ποιητής απάνω στο μηδέν θα κτίσει την δικιά του αποκάλυψη. Αφού μηδενίσει τα ακούσματα των ανθρώπων, θα δώσει από την αρχή τον ορισμό του κάθε πράγματος, του κάθε εσωτερικού κραδασμού του. Στο τέλος θα παρουσιάσει το έργο του, που θα είναι από το υλικό της νόησης φτιαγμένο. Η αγωνία του μέχρι να ολοκληρώσει την «αποκάλυψη» του νοερού του αγάλματος, θα είναι, αν πέτυχε να φτιάξει ένα έργο πρωτότυπο και γνήσιο αντίγραφο του δαιμονίου του. Ο γνήσιος ποιητής είναι και μένει πάντα παιδί. Γι αυτό κατατρύχεται από την επιθυμία της επιστροφής στην τελειότητα της παιδικής ηλικίας. Αρνείται να την εγκαταλείψει και ενδεχόμενη κατάρρευση της Ναρκισσιστικής ευδαιμονίας του, μπορεί να τον οδηγήσει σε επιθετικότητα και αυτοκαταστροφή. Από τον κόσμο που έρχεται δεν γνωρίζει τα γηρατειά και το θάνατο, γι’ αυτό και τα αγνοεί και τα φοβάται. Ζει σαν να είναι αθάνατος. Η σκέψη του παιδιού είναι ένα αγκάθι στα μάτια των μεγάλων, γιατί δεν μπορούμε να κατανοήσουμε αυτό που συμβαίνει. Το παιδί δεν γνωρίζει ότι Ζει και ακόμα χειρότερα για μας, δεν γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Αυτή η ικανότητα


Η Ε Π ΟΧ Η Τ Η Σ ΠΑ Ν Δ Ω ΡΑ Σ

15

του εγκεφάλου του, το κάνει ελεύθερο, χαρούμενο και αθάνατο. Ο άνθρωπος στέκεται ακόμα ενεός μπροστά σ’ αυτό το φαινόμενο του παιδικού εγκεφάλου και το μόνο που κάνει είναι να διδάξει στο παιδί, αυτά που καταλαβαίνουμε εμείς οι μεγάλοι. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η κανονική γλώσσα του πλανήτη, αλλά εμάς μας φαίνεται άγνωστη και κωδική. Αρνείται να δει την δική μας τραγική ζωή και αμύνεται στην αταξία του νου μας. Τίποτα δεν αγαπά περισσότερο από τα πράγματα που του θυμίζουν την παιδικότητα και γενικά την ανάμνηση αυτού του ποιητικού Πλανήτη. Η ζωή του είναι πάντα μια ανάμνηση. Τα πρόσωπα του είναι αδιάφορα. Ζει μαζί τους, περνά από δίπλα τους, χωρίς να αντιλαμβάνεται τίποτα για τα πάθη τους και την τραγική καθημερινότητά τους. Μιλάει μαζί τους μόνο και μόνο, για να δει αν γνωρίζουν κάτι που δεν το ξέρει αυτός. Πολλοί τον κατηγορούν για μισανθρωπία και ανθρωποφοβία. Όμως αυτός, αγαπά την ανάμνηση των παλιών εποχών, που την βλέπει να ζωντανεύει στη στάση ζωής, στα κορμιά και στα μάτια των άλλων «ανθρώπων». Οι άνθρωποι είναι μόνο εικόνες του παρελθόντος. Είναι αυτά που θα ήθελε να είναι ή αυτά που έχουν αποτελέσει παλαιότερα ένα κομμάτι του εγώ του. Αν οι άνθρωποι δεν είναι εικόνες, τότε το μόνο που μπορούν να είναι, είναι δυνητικοί «οπαδοί του». Ονειρεύεται δε πάντα, ότι θα επιβληθεί ο δικός του κόσμος στη Γη, άσχετα αν γνωρίζει ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Θέλει να κάνει όλο τον κόσμο, να δει αυτό που βλέπει αυτός και έτσι να «δοξαστεί». Με τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι αγαπά, επιμένει και μπορεί να περιμένει χρόνια για να εμφανιστεί αυτό που έχουν μέσα τους, αν δηλαδή έχουν κάποια σχέση με τον Πλανήτη των ποιητών. Αυτή η «ονείρωξη» τον ταλαιπωρεί αφάνταστα στα πραγματικά ζητήματα της ζωής του και στο τέλος τον απογοητεύει. Από όλα τα δεινά του έρωτα που περνάει, δεν μπορεί να λείπει σε καμιά εκδήλωση της ζωής του, το Πένθος. Ο γνήσιος Ποιητής, είναι ο Μεγαπένθης. Αυτό το όνομα του ταιριάζει: Μεγαπένθης. Πενθεί και μονάζει. Είναι πάντα μόνος, και όταν είναι μαζί με άλλους και όταν είναι μόνος. Είναι πάντα μόνος. Πενθεί και μονάζει. Όπως σε όλους τους μεγάλους έρωτες, στη πορεία κάτι πεθαίνει μέσα στον ποιητή, και κάτι εξασθενίζει το μεγάλο όνειρο του ιδανικού έρωτα. Κι αυτό, γιατί ξεθωριάζει η μούσα του και ξεθωριάζει κι αυτός. Από αυτό το συναίσθημα πάσχουν όλοι σχεδόν οι ποιητές. Το πέρασμα του θανάτου. Το αδιέξοδο του ποιητή προκύπτει, γιατί κατατρύχεται από την ιδέα του θανάτου. Αυτό το ξορκίζει, με το να επιζητεί με πάθος τη χαρά. Ο γνήσιος ποιητής διατηρεί πάντα το χιούμορ του, αλλά μέσα από αυτό, κινδυνεύει να τρελαθεί με καλαισθησία, να καταπιεί τις ερωτικές απογοητεύσεις του με καλαισθησία, να απορρίψει το κατεστημένο με καλαισθησία, να πεθάνει με καλαισθησία,


1 6 Π Ε ΡΙ ΚΛ Η Σ Γ . Μ ΠΑ ΛΟ Δ Η Μ ΟΣ

για να μην προκαλέσει αναστάτωση στη κοινωνία. Όλα τα αντέχει ο ποιητής και όλα με καλαισθησία. Μόνο τον οίκτο δεν αντέχει η ψυχή του. Ο οίκτος κατεβάζει τον ποιητή, από την θειότητα στο επίπεδο του ανίερου θνητού ανθρώπου. Αυτός είναι το τελικό κτύπημα. Είναι το καρφί στην παιδική του καρδιά. Ο γνήσιος ποιητής, είναι επικίνδυνος άνθρωπος για την κοινωνία. Ο λαός τον λέει φεγγαρόπληκτο και αλαφροΐσκιωτο. Είναι γεννημένος από το στοιχειό της σελήνης. Αν αποτύχει στον σκοπό του, να γίνει και να μείνει για πάντα ιδανικός, πράγμα που είναι και το πιο συνηθισμένο, τότε μεταστρέφεται στο «ιδανικό κακό». Η μαγεία αρχίζει να ασκεί μεγάλη γοητεία και παρηγοριά στην αποτυχία του. Νομίζει ότι κάποιος του έχει κάνει μάγια και αν και δεν έχει καμία απόδειξη, είναι απόλυτα σίγουρος, από την έλξη που ασκεί πάνω του. Πάντα κάποιος άλλος φταίει. Ποτέ δεν θα παραδεχτεί ότι φταίει ο ίδιος. Και πώς να το παραδεχτεί, αφού η επιλογή της Μούσας να τον επισκεφτεί, ήδη τον έχει κάνει μοναδικό. Από τότε η Μούσα τον έχει ήδη σκοτώσει, αλλά αυτός δεν το γνωρίζει. Ελπίζει πάντα ότι με τον έρωτα, θα φτάσει να γίνει «αυτό» που τον όρισε «αυτή». Ιδανικός εραστής. Η σωρευμένη αποτυχία των στόχων της ζωής, τον γεμίζει με έμμονες ιδέες και ιδεοληπτικές εμμονές. Ο Σαίξπηρ λέει για τους ποιητές ότι με τη μαγική δύναμη του λόγου τους μπορούν «να σκοτώνουν ποντίκια με ρίμες». Ο Τόρπεστ, αυτός ο μέγιστος Ιρλανδός, κάποια μέρα ανακάλυψε ότι τα ποντίκια του είχαν φάει το βραδινό φαγητό και πρόφερε το εκδικητικό, « τα ποντίκια έχουν μυτερές μουσούδες, αλλά μαχητές είναι δειλοί » και τα σκότωσε επί τόπου. Ίσως θα ξέχασε, ότι με μια μαγική επωδή απάντησε ο Οιδίποδας στη μαγική ωδή της μάνας – Σφίγγας και τη γκρέμισε από τον ουρανό, στη κόλαση του θανάτου. Οι Ιέρειες των μουσών στον Ελικώνα, χόρευαν όταν είχαν δυσοίωνη διάθεση, αντίθετα από τη φορά των δεικτών του ρολογιού, γύρω από το αντικείμενο της κατάρας τους. Στην τρίτη στροφή, το θύμα τους είχε γκρεμιστεί κάτω, αν δεν πάθαινε τίποτα χειρότερο. Στους σατιριστές της αρχαιότητας, δόθηκαν τα ποιητικά μέτρα αντεστραμμένα. Η Σελήνη ταξιδεύει από αριστερά προς τα δεξιά. Στην επικινδυνότητα του ποιητή θα μπορούσα να καταγράψω και τη ένδειξη της ειρωνείας. Αυτή αν δεν γίνει κατανοητή από τον αναγνώστη, κινδυνεύει να παρεξηγηθεί. Όμως θα πρέπει να ξέρουμε, ότι η ειρωνεία του ποιητή σκοτώνει τα μάγια της μούσας του. Αυτός είναι ο λόγος που συχνά συναντάμε την ειρωνεία στα έργα τους. ISBN 978-960-9499-30-9 Με την ειρωνεία δεν αφήνουν στο άλλον να υποθέσει πράγματα και να τα καταλογίσει ενάντια στον ποιητή. Τα λέει ο ίδιος πριν ακόμα ο άλλος τα εντοπίσει. Πριν ακόμα και η ίδια η μούσα του, τα χρησιμοποιήσει εναντίον του για να τον απορρίψει. Τόσο έξυπνος


Η Ε Π ΟΧ Η Τ Η Σ ΠΑ Ν Δ Ω ΡΑ Σ

17

είναι ο ποιητής, που για την προστασία του έχει φτάσει να γνωρίζει απόκοσμες τεχνικές του Νου. Τελικά θα έλεγα ότι ο ποιητής είναι ένα φάντασμα από τα μυστήρια της Ελευσίνας και η ζωή του ένα μυητικό δρώμενο. Αυτός μεθυσμένος από τις ναρκωτικές ουσίες του Νάρ��ισσου, άγεται και φέρεται γραπωμένος από τη μαγεία των ποιημάτων του, σε μια μυητική πορεία προς την τελειότητα. Πόσο καλύτερα μπορώ να το εκφράσω αυτό, που με τόσα λίγα λόγια και με αμέτρητη πράξη το φανέρωσε ο χορός του μεθυσμένου Δαυίδ, όταν γυμνώθηκε μπροστά στις θεραπαινίδες σε δημόσιο δρόμο και φώναξε αυτά τα μυητικά ποιητικά λόγια: « Θα παίξω ενώπιον του Γεχοβά και θέλω εξευτελιστεί έτι περισσότερον». Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζω ότι όσα πράγματα και αν καταγράψω για την φύση των ποιητών, δεν θα καταφέρω να βρω το μυστικό τους. Κανείς εξάλλου, δεν μπόρεσε να το αποκαλύψει μέχρι σήμερα. Ευτυχώς! Αυτό μας διδάσκει, πως υπάρχουν κάποια πράγματα στη ζωή, που δεν θα πρέπει να γνωρίζουμε. Να τα αφήνουμε να υπάρχουν χωρίς να αποζητούμε την «λύση» τους. Γιατί φοβάμαι, πως άλλα βλέπουμε και άλλα καταλαβαίνουμε, όταν παρακολουθούμε και επεξηγούμε τις πράξεις των ποιητών. Αν αυτά που πράττει και γράφει ο ποιητής, είναι άθλοι και όχι φαινόμενα του υλικού κόσμου μας, τότε ποιος από μας, έχει την ανάλογη «εμπειρία», για να αποκωδικοποιήσει έναν «άθλο»; Δεν είναι τυχαίο που οι άνθρωποι έβαλλαν τους γνήσιους ποιητές, μπροστάρηδες στην μάχη για να αποκαλύψουν τα μυστικά της ζωής τους. Ο Ποιητής Μπαλοδήμος, δίνει τον ορισμό του ποιητή, μέσα από δύο στροφές της συλλογής του, που εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να εκφράσω, αν και έκανα μια προσπάθεια, αν και είπα τόσα πολλά λόγια, για τόσα λίγα πράγματα. Ο πρώτος ορισμός είναι: « Ποτέ τους δεν κατάλαβαν / ποιας παράστασης θεατρικές ανάγκες / όλη τους τη ζωή υπηρετούσαν./ Σημαδεμένοι με τη σφραγίδα των καταραμένων,/ είχαν ολότελα χαθεί». Ο δεύτερος ορισμός, που πιστεύω ότι κρυπτογραφείται η μοίρα των ποιητών, είναι: «Τα μάταια αξίζουν/ να τα ζήσουμε με πάθος/ αυτά μόνο στηρίζουνε/ των ποιητών τα λόγια/ και την εφήμερη των πραγμάτων/ Ιεροτελεστία πετυχαίνουν». Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ποίησής του είναι τα εξής: Ακολουθεί τον δικό του ιδιαίτερο και πρωτότυπο τρόπο. Η υφή του λόγου του είναι δοκιμιακή. Πεζολογεί, δεν «ριμάρει», εκτός από ελάχιστες στιγμές, και αυτές δείχνουν ότι το κάνει για να «σώσει» τη σκέψη του και όχι τη ρίμα. Παραδόξως αλλά δεν


Η εποχή της Πανδώρας