Page 1

Σε ελεύθερη πτώση


Κάκια Ξύδη

Σε ελεύθερη πτώση

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Τιτλος Συγγραφέας Σειρα Zωγραφικη εξωφυλλου Επιmέλεια Κειmένου Copyright© 2012

Σε ελεύθερη πτώση Κάκια Ξύδη Ελληνική λογοτεχνία [1358]0412/06 Ιωάννα Νικολάου Παναγιώτης Αποστολάτος Κάκια Ξύδη Kαλλινίκου 1, 11254 Αθήνα email: kaksidi@hol.gr

Πρώτη Εκδοση Αθήνα, Απρίλιος 2012 ISBN 978-960-9607-47-6

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η κατ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com, ocelotos@otenet.gr www. ocelotos. gr

e-mail:


Σημείωμα της συγγραφέως

Η ζωή ακολουθεί τη δική της πορεία. Η γραφή λειαίνει τις αιχμηρές γωνίες και ο μύθος συμπληρώνει τα κενά. Το μυθιστόρημα «Σε ελεύθερη πτώση» είναι γραμμένο για την μητέρα μου χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γυναίκα που περιγράφω είναι η μητέρα μου ούτε εγώ η κόρη της. Περιέχει όμως πολλά προσωπικά μου βιώματα. Θέλω να ευχαριστήσω όλους εσάς που με εμπιστευτήκατε και κρατάτε αυτή τη στιγμή το βιβλίο μου στα χέρια σας και όλους αυτούς που με τις προσωπικές τους ιστορίες που μου κατέθεσαν βοήθησαν ώστε αυτό μου το βιβλίο να αποκτήσει υπόσταση και αληθινή χροιά.


Έφυγες Δεν μένεις πια εδώ είσαι στο λόφο με τα πεύκα με του ανέμου τη θλίψη να κυλά μακριά στο ποτάμι Δεν μένεις πια εδώ είσαι δαχτυλίδι στου σύννεφου την άκρη με του άστρου την αντιφεγγιά να δίνει ζωή στις σκιές   Δεν μένεις πια εδώ είσαι παντού στον ήλιο που με τυφλώνει μέσα από τα κληματόφυλλα στο τρίξιμο του μεντεσέ στο γρύλισμα του σκύλου στην υδρορροή που ξεκόλλησε από τη μανία του αγέρα   Μήλα φιρίκια, κάστανα καθαρισμένα, κορδελίτσες ροζ προσεχτικά δεμένες γύρω από πάνινα σακουλάκια με χυλοπίτες φτιαγμένες από φρέσκα αυγά και γάλα από τη γίδα μερίδες χωρισμένες σοφά η ζωή μας. Σελλασία, 17 Αυγούστου 2010

7


Σαν πρόλογος

Ε

κεί ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο μικρόκοσμος του καθενός γινόταν ένα τεράστιο πρόβλημα. Γιατί αν δεν είναι πρόβλημα το πώς θα γυρίσεις από την άλλη μεριά τη μητέρα σου και πώς θα την αλλάξεις, που το κορμί της έχει γίνει σαν βαρίδι, τότε τι είναι πρόβλημα; Η οικονομική κρίση ή οι εκλογές στην Αμερική; Ξέρεις, αυτή ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα αντιμέτωπη με την αρρώστια της μάνας μου. Πρώτη φορά που χρειάστηκε να ξενυχτήσω στο πλάι της προσέχοντας τον ορό. Πρώτη φορά που ήταν αδύναμη και είχα την απόλυτη εξουσία επάνω της. Στο μέλλον θα ερχόμουν πολλές φορές αντιμέτωπη με τον εαυτό μου γι’ αυτόν το λόγο, αλλά εκείνη τη στιγμή αυτό ήταν κάτι που δεν ήξερα και ούτε καν μπορούσα να φανταστώ. Ένας θάλαμος τρία επί οκτώ με τρία κρεβάτια και δύο παραβάν που από τη μια προσπαθούσαν να ξεχωρίσουν τους πόνους και την απελπισία, ενώ από την άλλη να ενώσουν την κούραση και την ελπίδα. Με τη μάνα μου την κυρα-Δωροθέα στο πρώ-

9


Κάκια Ξύδη

το κρεβάτι, και στο δεύτερο την κυρία Στέλλα, τη μάνα της Κατερίνας και της Πέπης. Η κυρία Στέλλα είχε πεσμένο αιματοκρίτη· με είκοσι δύο την έφεραν, και μετά από δύο φιάλες αίμα και έναν ορό σιδήρου που της έριξαν, μόλις και μετά βίας έφτασε το είκοσι πέντε. Ήταν βέβαια ενενήντα ετών, αλλά τυχερή που είχε δύο κόρες οι οποίες την κοιτούσαν στα μάτια μέρα νύχτα. Στο τελευταίο κρεβάτι, η ενενηνταδυάχρονη μάνα της Δέσποινας με δύσπνοια και μεγάλη ανησυχία. Περίμενε και την άλλη κόρη της από την Αθήνα, που κόντευε κι εκείνη τα εξήντα και είχε πρόβλημα με το γόνατο. Δύσκολα περπατούσε, κι όσο για σκάλες, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα. Έπρεπε να κάνει επέμβαση, αλλά ο γιατρός την καθυστερούσε. Η μάνα της είχε καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο. Αυτές ήταν οι τελευταίες της μέρες στη ζωή και θα τις περνούσε σε ένα ψυχρό νοσοκομείο φορώντας αυτήν την καταραμένη μάσκα οξυγόνου που τόσο μισούσε. Έτσι είχε πεθάνει και ο μπαμπάς μου πριν πέντε –γιατί δεν λέω έξι;– χρόνια. Δεν την ήθελε τη μάσκα οξυγόνου και συνεχώς την έβγαζε. Δεν ήθελε τη νοσηλεία. Μας κοιτούσε απόμακρα και έδιωχνε με όλη του τη δύναμη τις νοσοκόμες που προσπαθούσαν να του βάλουν τον ορό. «Τι να τον κάνω τον ορό, τι να τα κάνω τα χάπια;» μας έλεγε με το βλέμμα

10


Σε ελεύθερη πτώση

του, ακούγοντας ήδη τις φωνές που τον καλούσαν από τον άλλο κόσμο. Με τη διαύγεια πνεύματος που είχε ως την ύστατη ώρα, ήξερε ότι το τέλος είχε έρθει και τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να το εμποδίσει. Και αφού μας έδιωχνε με ένα πείσμα ανεξήγητο, έκλεινε τα μάτια του για να ξεκουραστεί κι εγώ έβρισκα την ευκαιρία και του έβαζα για λίγο το οξυγόνο, θέλοντας να κάνω τι; Να παρατείνω λίγο ακόμα τη ζωή; Να είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου; Και η κυρα-Δωροθέα, αν κι έχανε τον άντρα της, πιο λογική είπε: «Μα ας μας πουν επιτέλους, υπάρχει ελπίδα; Αν δεν υπάρχει ας τον αφήσουν ήσυχο, γιατί τον παιδεύουν;» Δύναμη, μεγάλη δύναμη οι παλιές γυναίκες. Αντιμετώπιζαν στωικά και τα μικρά και τα μεγάλα.

• Η κυρία Στέλλα σηκώθηκε αργά αργά και με τη βοήθεια του «πι» της πήγε μια βόλτα στο διάδρομο. Ένα αχνό χαμόγελο είχε χαραχτεί στο πρόσωπο της μάνας μου, κάποιο όνειρο έκανε τον ύπνο της ευχάριστο. Τα σκληρά χαρακτηριστικά της είχαν μαλακώσει και τα ωχρά της χείλη κάτι ψέλλιζαν. Πήρα το χέρι της που το είχε ανεβάσει στο στήθος της, το ίσιωσα, το έβαλα στο κρεβάτι, και κρατώντας το για να μην εμποδίζεται η έκχυση του ορού στη φλέβα παρακολουθούσα τη Ροζίνα από τη Ρουμανία. Στα μάτια κοιτούσε την ετοιμοθάνατη κυρα-Μαρία που

11


Κάκια Ξύδη

βογκούσε συνεχώς επί δώδεκα ώρες. Από την Παρασκευή το βράδυ που είχα πάει εκεί, μέχρι τη Δευτέρα που της άλλαξαν θάλαμο, δεν είχε σταματήσει ούτε πέντε λεπτά να ζητάει βοήθεια. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ», έλεγε και ξανάλεγε, αλλά ποιος να την βοηθήσει; Ήξερε ότι ο δρόμος που διένυε ήταν μοναχικός, και αυτό την φόβιζε. Από τη στιγμή που κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος έχασε το θάρρος της και δεν ήθελε να τον διαβεί. Μήπως και ο πατέρας μου δεν είχε δειλιάσει την τελευταία στιγμή;

• Τα χέρια του διέγραφαν φανταστικούς κύκλους, αμύνονταν και πολεμούσαν τον «εχθρό». Του μιλούσε με λόγια ακατάληπτα, τον φοβέριζε, τον απειλούσε. Σήκωνε το στήριγμα του ορού λες και ήταν παιδικό παιχνίδι και γινόταν το όπλο του ενάντια στις σκιές που τον απειλούσαν από τον απέναντι τοίχο. «Όχι, δεν πρόκειται να με πάρεις», του έλεγε θέλοντας να τον ξεγελάσει γι’ άλλη μια φορά. Όπως είχε γίνει πριν δύο μήνες, όταν ήμασταν στο θάλαμο είκοσι εννέα. Μπήκαμε με λοίμωξη, κάναμε τις μάσκες μας, πήραμε την ενδοφλέβια αντιβίωσή μας, τον ξεγελάσαμε και πήγαμε σπίτι μας. Το ίδιο και το Μάιο, το ίδιο και τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς. Κάποτε πήγα στο Ολυμπιακό Στάδιο για να παρακολουθήσω τα Τσικλητήρεια. Είδα τον Μπούμπκα από κοντά. Ήταν ένας από τους τελευταίους

12


Σε ελεύθερη πτώση

του αγώνες. Μου έκανε τεράστια εντύπωση ο τρόπος που προετοιμαζόταν για το άλμα του. Έμενε μόνος του και κοιτούσε συνεχώς τον πήχη. Βημάτιζε δεξιά αριστερά, πάνω κάτω και μιλούσε. Κάθε τόσο κοιτούσε το ύψος και του μιλούσε. Ναι, μιλούσε στο ύψος όπως μιλάμε στο φίλο μας, στον αδελφό μας. Τσακωνόταν και απειλούσε τον πήχη όπως κάνουμε με τον εχθρό μας ή τον κακό γείτονα. Τα έβαζε με τον αέρα, χειρονομούσε εναντίον του όπως κάνουμε στο δρόμο όταν κάποιος μας καθυστερεί ή μας κλείνει και δεν μπορούμε να περάσουμε. Τέλος, αφού συμφιλιωνόταν με όλους, η όψη του γαλήνευε, έπιανε γερά το κοντάρι του και άρχιζε την προσπάθεια. Έπαιρνε φόρα, έτρεχε στο διάδρομο, αλλά λίγο πριν ανυψωθεί σταματούσε. Κάτι δεν του άρεσε και σταματούσε. Πηδούσε μόνο όταν ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Όταν έγινε φίλος με τον αέρα, με τον κόσμο, με τον πήχη και με το κοντάρι του, έκανε το άλμα του –το οποίο βεβαίως ήταν επιτυχημένο– στα έξι μέτρα και δέκα εκατοστά. Έτσι και με τον πατέρα μου, πέρασε όλη η ζωή από μπροστά του. Με μισά λόγια ανάμεσα στις στιγμές διαύγειας και στον ύπνο που όσο πήγαινε γινόταν και πιο βαρύς, άνοιγε τα μάτια του, με κοιτούσε, μου κρατούσε σφιχτά το χέρι και μου έλεγε: «Καλά έκανα που την πήρα τη μάνα σου, καλά πε-

13


Κάκια Ξύδη

ράσαμε. Είχε δίκιο ο θείος ο Ξενοφών τελικά. Μην την παρεξηγείς, είναι καλή, πέρασε δύσκολη ζωή κι αυτή, σ’ αγαπάει όμως, να το ξέρεις αυτό, όλο την έννοια σου έχει». Ήθελα εκείνη τη στιγμή να του πω «Μόνο του Λεωνίδα την έννοια έχει», αλλά δεν μπορούσα να αντιμιλήσω στην κατάσταση που βρισκόταν. Άλλωστε αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του πατέρα μου και έπρεπε να τα ακούσω με σεβασμό. Μετά θυμήθηκε τη βραδιά που πήρε για πρώτη φορά στα χέρια του το γιο του τον Λεωνίδα, στον οποίο είχε δώσει το όνομα του πατέρα του. Μίλησε με ικανοποίηση για τον Πάνο, που έγινε πολιτικός μηχανικός και έκανε οικογένεια. Είπε κι άλλα για μένα –άλλωστε μόνο εγώ ήμουν στο πλάι του εκείνη τη στιγμή–, μου είπε πόσο περήφανος ήταν που ανέβαινα ένα ένα τα σκαλιά της δικαστικής ιεραρχίας με επιτυχία, και ένα παράπονο τον πήρε όταν σκέφτηκε ότι δεν με είχε καμαρώσει ακόμα νυφούλα. Ζήτησε τον Λεωνίδα, ζήτησε τον Πάνο με την οικογένειά του, αλλά όταν ήρθαν ήταν πλέον αργά. Είχε ήδη πέσει σε κώμα, είχε φύγει. Έτσι, αφού μόνο εγώ βρισκόμουν εκεί, με έβαλε να του υποσχεθώ ότι θα προσέχω τη μάνα μου μέχρι το τέλος, και σιγά σιγά έπεσε σε λήθαργο. Ο άλλος κόσμος τον είχε απορροφήσει, ο πόλεμος είχε τελειώσει, και μόνο κάτι μυστικές συνομιλίες είχαν μείνει για να κλείσει

14


Σε ελεύθερη πτώση

η υπόθεση. Δεν φοβόταν, δεν έλπιζε, δεν περίμενε τίποτα πια. Η καρδιά του τον είχε προδώσει. Ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου στα εξήντα του είχε οδηγήσει αργά και σταθερά σε καρδιακή ανεπάρκεια, που αυτή με τη σειρά της ήταν η αιτία να συσσωρευτεί αίμα και υγρό στους πνεύμονες, με αποτέλεσμα η αναπνοή του να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Αν και τρία χρόνια μικρότερος από τη μάνα μου, τελικά πήγε πρώτος σε ηλικία εβδομήντα ετών. Δεν περίμενα ποτέ ότι ο πατέρας μου θα άφηνε την αρρώστια να τον φθείρει. Φαίνεται όμως πως όταν έρχεται εκείνη η ώρα κανένας δεν το αντιλαμβάνεται, κανένας δεν θέλει να φύγει οικειοθελώς από αυτή τη ζωή και την τελευταία στιγμή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, προσπαθώντας να ξεγελάσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν πολύ περήφανος άνθρωπος και, όπως έλεγε, όταν θα καταλάβαινε το τέλος θα έδινε μια και θα έπεφτε σε κάποιον γκρεμό με το αυτοκίνητό του. Φοβόμασταν πολύ με τη μάνα μου. Φοβόμασταν κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, μήπως μας πουν τα κακά νέα. Από μια έκρηξη δυναμίτη είχε καταστραφεί το τύμπανο του αριστερού του αυτιού και με τα χρόνια ατόνησε και το άλλο. Έτσι, η ακοή του ήταν σε άθλια κατάσταση, όπως και τα αντανακλαστικά του. «Μπαμπά μου μην οδηγείς, σε παρα-

15


Κάκια Ξύδη

καλώ», του έλεγα. «Τι θέλεις, να με πεθάνεις πριν από την ώρα μου;» «Αχ, αυτός ο γιατρός! Δεν είδε ότι δεν ακούει; Όχι τίποτε άλλο, θα πάρουμε και κανέναν αθώο στο λαιμό μας», έλεγα στη μάνα μου κάθε φορά που του ανανέωναν το δίπλωμα. Και η μαμά στωικά τον ακολουθούσε. Δεν μιλούσε. Αλλά και να μιλούσε, ποιος την άκουγε πλέον; Χρόνια και χρόνια είχαν περάσει από τον καιρό που η μαμά διέταζε κι εκείνος δεν μιλούσε ποτέ, παρά μόνο άκουγε. Άκουγε και έσκυβε το κεφάλι. Στα τελευταία του όμως αντέδρασε· μάλλον δεν σήκωνε ο οργανισμός του άλλη καταπίεση. Καθυστερημένα, αλλά αντέδρασε. Δεν άκουγε κανέναν, ό,τι και να του έλεγε. Έκανε μόνο ό,τι ήθελε αυτός. Αντιστράφηκαν οι ρόλοι λίγο πριν το τέλος.

• «Το κοριτσάκι, ήρθε το κοριτσάκι… Έλα, έλα, κοριτσάκι μου», άπλωσε τα αδύναμα και μαυρισμένα από τους ορούς χέρια της με λαχτάρα για να το πιάσει. Στο πρόσωπό της είχε απλωθεί ένα γλυκό χαμόγελο. Το μαγουλάκι της κόκκινο, έκανε αντίθεση με τα κάτασπρα και αραιά πλέον μαλλιά της, ενώ τα μάτια της –που είχαν γίνει σαν δυο μικρά μπλε κουμπάκια– χαμογελούσαν κι έδειχνε ευχαριστημένη. «Ποιος είναι, μαμά;» την ρώτησα παραξενεμένη.

16


Σε ελεύθερη πτώση

«Το κοριτσάκι είναι, δεν το βλέπεις;» μου απάντησε με φυσικότητα. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο σε ένα συγκεκριμένο σημείο στην αριστερή γωνία του ταβανιού, πάνω από την πόρτα του θαλάμου. Το έβλεπε, ήμουν σίγουρη γι’ αυτό. Το καλωσόριζε, του μίλαγε, το κανάκευε, και όλο της το σώμα ήθελε να πάει κοντά του. «Έλα, γιαγιά, να πάρεις το χάπι σου», διέκοψε την τρυφερή στιγμή η νοσοκόμα. «Εσύ, κορίτσι μου, είσαι παντρεμένη;» την ρώτησε έχοντας συνέλθει, σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. «Ναι, γιαγιά, παντρεμένη είμαι». «Έχεις παιδιά;» «Έχω ένα κοριτσάκι». «Το είδα, πριν λίγο ήταν εδώ». Η νοσοκόμα με κοίταξε απορημένη. Την κοίταξα κι εγώ με νόημα. «Μη δίνεις σημασία», της είπα. Γύρισε να φύγει φτύνοντας τον κόρφο της. «Άκου είδε το κοριτσάκι μου... Θε μου φύλαγε!»

17


Ένα τηλεφώνημα σε ανύποπτο χρόνο, μια δίκη που μοιάζει αδιάφορη και μια γυναίκα καθισμένη στο έδρανο, άλλοτε κριτής μα συνήθως κρινόμενη στα μάτια της μητέρας της. Μεγαλωμένη σε μια τυπική ελληνική οικογένεια, η Βασιλική τόλμησε να ανοίξει τα φτερά της και να ζήσει. Σπούδασε, ερωτεύτηκε, βίωσε τον πόνο αλλά και την ευτυχία, και κάπου εκεί πριν το τέλος… Η μοίρα παίζει τελικά παράξενα παιχνίδια και ο χρόνος πάντα συνηγορεί υπέρ της. Κι εκεί που όλα φαντάζουν ιδανικά, έρχεται η ανατροπή. Γιατί το παρελθόν βρίσκει πάντα τρόπο να πατήσει στο παρόν και να ανατρέψει το μέλλον. Πώς είναι δυνατόν αυτό που κάποτε φάνταζε ονειρεμένο να μετατρέπεται σε εφιάλτη δίχως τέλος; Κι όταν η ζωή σου όλη καταρρέει, είναι δυνατόν να σηκωθείς ξανά όρθιος και να οικοδομήσεις τα πάντα από την αρχή σε νέα θεμέλια; Την ελεύθερη πτώση λίγοι την τολμούν, μα ακόμα λιγότεροι επιβιώνουν από αυτήν. Αν όμως τα καταφέρεις, στέφεσαι νικητής για πάντα…

ISBN 978-960-9607-47-6 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr


Μέρος πρώτο

Ένα Η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Βασιλική Δικαίου, Πρωτοδίκης, Έχοντας υπόψη την από 10-6-1995 αίτηση της… κατά του… με την οποία, για όσους λόγους αναφέρει στην αίτηση αυτή, ζητεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής του τίτλου που αναφέρει στην ίδια αίτηση. Αφού σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο Επειδή η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση…

• Το παλιό μαύρο τηλέφωνο με την υπερυψωμένη υποδοχή του ακουστικού κουδούνισε δυνατά διακόπτοντας τη Βασιλική και σκορπώντας έναν οξύ διαπεραστικό ήχο στο ευρύχωρο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου της Ουίλιαμ Κινγκ. «Δεν πρόκειται να με αφήσουν να τελειώσω απόψε», μουρμούρισε, και με την άκρη του ματιού της το αγριοκοίταξε λες και αυτό έφταιγε που χτυπούσε μέσα στη νύχτα. Το βλέμμα της πήγε αμέσως απέναντι, στο φτιαγμένο από ξύλο τριανταφυλλιάς παραλληλόγραμμο κουτί του εκκρεμούς με το τζαμένιο πορτάκι. Μέσα υπήρ-

19

Σε ελεύθερη πτώση  

Ένα τηλεφώνημα σε ανύποπτο χρόνο, μια δίκη που μοιάζει αδιάφορη και μια γυναίκα καθισμένη στο έδρανο, άλλοτε κριτής μα συνήθως κρινόμενη στα...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you