Page 1


Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Vitra Campus | Weil am Rhein | Γερμανία


Πίνακας Περιεχομένων Εισαγωγή | Tadao Ando Χρονοδιάγραμμα | Tadao Ando Φιλοσοφία περί Αρχιτεκτονικής | Tadao Ando

Η Γεωμετρία των Τοίχων Η Γεωμετρία του Ουρανού Η Αισθητική της Απουσίας

Έργα | Tadao Ando Ένθετο | “Thoughts on Tadao Ando” by Kenneth Frampton Vitra | Weil am Rhein Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Δομή | Λειτουργία Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Φέρων Οργανισμός Τατάμι | Tatami | Tadao Ando και Τατάμι | Το σκυρόδεμα του Ando Σχόλια | Συμπεράσματα Βιβλιογραφία | Πηγές

Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Δομήσιμα Υλικά - Οικοδομική IV Ακαδημαϊκό Έτος: 2012 - 2013 Εξάμηνο 4ο Διδάσκων: Κ. Αδαμάκης Καλύβης Γεώργιος | Λιτσαρδάκη Μιχαέλα - Λουκία


Εισαγωγή | Tadao Ando

Πρώτη δημόσια εμφάνιση ως επαγγελματίας πυγμάχος | 1958

Ο Άντο στο γραφείο του με τον αγαπημένο του σκύλο τον Κορμπυζιέ

Χρόνια αφότου έγινε παγκόσμια γνωστός, ο Ταντάο Άντο παραμένει ακόμη ο Άντο της Οσάκα. Όταν κατηφορίζει στους δρόμους της γενέτειράς του, οι άνθρωποι στο δρόμο τον χαιρετούν αυθόρμητα. Οι διαλέξεις του προσελκύουν παθιασμένους οπαδούς. Συχνά εμπλέκεται σε συζητήσεις με φοιτητές, νοικοκυρές και οδηγούς ταξί σφίγγοντάς τους το χέρι πρόθυμα και υπογράφοντας αυτόγραφα. Στην Ασία, την Ευρώπη και την Αμερική, τα πλήθη συρρέουν στις διαλέξεις του και τραντάζονται στα γέλια. Το μυστικό της απήχησης του Άντο βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στην προσωπικότητά του. Προσεγγίζει κάθε του έργο, ανεξάρτητα από το αντικείμενό του, σαν ζώο που διακινδυνεύει τη ζωή του προκειμένου να αιχμαλωτίσει το Θήραμά του. Κερδίζει τις αδυσώπητες μάχες της ζωής και, μαζί μ’ αυτές, δόξα. Κι όμως, την παραμερίζει και εκσφενδονίζεται μόνος στο βάθος. Κι αυτή είναι η μοναδικότητα της γοητείας του. Ο Άντο αναλογίζεται τις προσωπικές του εμπειρίες, προσθέτει έξυπνες ιδέες κι έπειτα τις ενσωματώνει στην υπόστασή του. Είναι πεπεισμένος ότι είναι αδύνατο να συγκινήσεις τους άλλους μόνο με τη γνώση, χωρίς τη συμβολή της εμπειρίας. Μένει απαθής απέναντι στην αρχιτεκτονική που πηγάζει αποκλειστικά από τη νόηση. Για τον Άντο, η αληθινή αρχιτεκτονική δεν είναι α χώρος που εκφράζεται μέσα από τη μεταφυσική ή την αισθητική, αλλά ο χώρος που ενσωματώνει τη σοφία που αποκτήθηκε με τις αισθήσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν επιδιώκει ούτε την ομορφιά ούτε την δεξιοτεχνία. Εκτιμά μόνο τη ρωμαλέα αρχιτεκτονική, αυτή που ορίζεται από τη νίκη της ενάντια στο δίλημμα, τον πόνο, τον φόβο. Γιατί, σε αντίθεση με την επιφανειακή ομορφιά, η μόνη καλλιτεχνική έκφραση που εμπνέει στον παρατηρητή υψηλά συναισθήματα είναι αυτή για την οποία ο η δημιουργός έχει διακινδυνεύσει τη ζωή ταυ. Η άποψη αυτή βασίζεται στην πίστη του Άντο ότι η ζωή είναι μια διαρκής πάλη και μόνο η σύγκρουση μπορεί να υποκινήσει το πάθος. Οι νεανικές εμπειρίες του Άντο ως επαγγελματία πυγμάχου και οι εμπειρίες της παιδικής ταυ ηλικίας υπήρξαν οι πιο σημαντικές επιρροές του. Ο Άντο περιγράφει την άποψή του για την πυγμαχία και τις εμπειρίες του ως δεκαεφτάχρονου πυγμάχου ως εξής: «Η πυγμαχία είναι ένα πολεμικό άθλημα που βασίζεσαι στον εαυτό σου και μόνο. Τους μήνες που προηγούνται ενός αγώνα, αφιερώνεσαι στην εκγύμναση του σώματος και του μυαλού σου, κάνοντας άσκηση και νηστεία. Είναι ένα δρακόντειο άθλημα όπου ρισκάρεις τη ζωή σου και ασπάζεσαι τόσο τη μοναξιά όσο και τη δόξα. Οι εμπειρίες μου ως πυγμάχου, η ένταση τη στιγμή που πηδάς μέσα στο ρινγκ, η μοναξιά του να πρέπει να αγωνιστείς εντελώς μόνος, χωρίς να βασίζεσαι σε κανέναν, έγιναν η λυδία λίθος της δημιουργικότητάς μου». Αφού επέλεξε την αρχιτεκτονική, ο Άντο ταξίδεψε στον κόσμο με σκοπό να μελετήσει και να γνωρίσει βιωματικά διάφορα κτίρια και χώρους. Ίσως όμως καμία δομή δεν τον επηρέασε τόσο όσο οι εφαπτόμενες κατοικίες στο Ασάχι Γουάρντ της Οσάκα, όπου μεγάλωσε. Για τις εμπειρίες του εκεί, ο Άντο έγραψε: «Μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, ζούσα σε ένα στενό, παραλληλόγραμμο, ξύλινο διώροφο σπίτι σε μια σειρά εφαπτόμενων κατοικιών μαζί με τη γιαγιά μου, που διατηρούσε εκεί ένα μικρό μαγαζί. Οι χειμώνες ήταν τόσο δριμείς που σχεδόν έβλεπες τον αέρα να ορμάει μέσα ενώ τα καλοκαίρια αποπνικτικά ζεστά, με απόλυτη άπνοια. Το σπίτι αυτό ήταν εξίσου απαράδεκτο χειμώνα-καλοκαίρι. Ζώντας εκεί, όμως, άρχισα να οργίζομαι με την κοινωνία και να σκέφτομαι πώς να βελτιώσω τις συνθήκες διαβίωσης. Πιστεύω ότι οι εμπειρίες που έζησα εκεί τροφοδοτούν με ζωτικά καύσιμα την καλλιτεχνική μου ενέργεια». Το έργο με το οποίο ο Άντο έκανε την πρώτη του δημόσια εμφάνιση, η Εφαπτόμενη Κατοικία στο Σουμιγιόσι, ενσωματώνει τέλεια τη διπλή εμπειρία του αρχιτέκτονα ως νεαρού πυγμάχου και παιδιού που έζησε σε μια από τις λιγότερο προνομιούχες γειτονιές, τις λεγόμενες σιταμάτσι, της Οσάκα. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: μοιάζουν τα αρχιτεκτονικά έργα με τους δημιουργούς τους; Γενικά, στην αρχιτεκτονική απαγορεύεται να βασίζει κανείς την κριτική του σε προσωπικές εντυπώσεις. Ωστόσο, όπως ο ίδιος ο Άντο ισχυρίζεται, «η αρχιτεκτονική μοιάζει με τον αρχιτέκτονα», και προδίδει αναπόφευκτα κάτι από το χαρακτήρα του δημιουργού της. Η Εφαπτόμενη Κατοικία στο Σουμιγιόσι, λοιπόν, αντικατοπτρίζει πράγματι τον Ταντάο Άντο; Ο Άντο ονόμασε Κορμπυζιέ τον σκύλο του, ζώο που λάτρευαν τόσο αυτός όσο και η γυναίκα του. Ο Άντο είναι απελπιστικά ευάλωτος απέναντι σε

πληγωμένα πλάσματα. Ως παιδί αγαπούσε τα σκυλιά, τόσο που στο δημοτικό έπαιρνε μαζί και το κατοικίδιό του. Είναι ταυτόχρονα ένας σκληρός αρχιτέκτονας με ατάραχη, κριτική ματιά αλλά κι ένας βαθιά φιλεύσπλαχνος άνθρωπος, ευγενικός με τους ανθρώπους και τρυφερός με τα ζώα. Το κλειδί για την ερμηνεία του «σκληροτράχηλου» ύφους του Άντο βρίσκεται στην εξαίσια ικανότητά του να διαχωρίζει το σκληρό από το στοργικό. Ας επιστρέψουμε στις εντυπώσεις που δίνει η Εφαπτόμενη Κατοικία στο Σουμιγιόσι. Πρώτα από όλα, αποπνέει μυστήριο. Με πρόσοψή που δεν φανερώνει κανένα οικείο αρχιτεκτονικό στοιχείο όπως παράθυρα, στέγη ή μαρκίζα, δημιουργεί την αίσθηση ότι πρόκειται για μη-οικιστική κατασκευή. Η ακαθόριστη δομή του κτιρίου προκαλεί την περιέργεια και σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα. Επιπλέον, η τόσο στενή είσοδος υπονοεί την ύπαρξη ενός δύστροπου πνεύματος που μπορεί θυμωμένο να σου αρνηθεί την πρόσβαση. Η πόρτα, που θυμίζει τη χαμηλή είσοδο ενός παραδοσιακού τεϊοποτείου, σε αναγκάζει να έρθεις σε επαφή με το γύρω τσιμέντο, διεγείροντας έτσι την αίσθηση της αφής. Η ομορφιά της επιφάνειας του τσιμέντου είναι εντυπωσιακή και η επαφή μαζί του αποκαλύπτει το βάθος της δεξιοτεχνίας που υποκρύπτεται. Ζωντανεύει ταυτόχρονα την εμπειρία του απαλού αγγίγματος και την κεντρομόλο αίσθηση της εισόδου σε μια σπηλιά. Αυτός ο δυϊσμός -απαλότητα και σκληρότητα, ευγένεια και απόρριψη- συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Άντο. Ο Ταντάο Άντο γεννήθηκε στην Οσάκα το 1941. “Ήταν δίδυμος. Οι γονείς του προόριζαν τον Ταντάο για κληρονόμο της οικογένειας της μητέρας του κι έτσι τον μεγάλωσε η γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του. Ό,τι και να πούμε για το πόσο επηρεάστηκε ο Άντο από τη γιαγιά του, με την οποία έζησε τόσα χρόνια, Θα είναι λίγο. Άλλοτε σαν πατέρας και άλλοτε σαν μητέρα, έγινε γι’ αυτόν ο σημαντικότερος μέντορας. Προσωπικότητα διαποτισμένη με τον παραδοσιακό ορθολογισμό και την ανεξαρτησία μιας οικογένειας εμπόρων της Οσάκα, μετέδωσε στον εγγονό της την ικανότητα να αντιλαμβάνεται απόλυτα τους Θεμελιώδεις κανόνες αυτού του είδους ζωής. Όταν ήταν παιδί, ο Άντο έβγαλε τις αμυγδαλές του. Το πρωί της εγχείρησης, η γιαγιά του τού έδωσε το λεκανάκι του, την οδοντόβουρτσά του και μια αλλαξιά και τον έστειλε στο νοσοκομείο μόνο του. Παρότι αυτό τον σόκαρε, ο Άντο τώρα αντιλαμβάνεται τις ενέργειες της γιαγιάς του ως παρότρυνση να γίνει αρκετά δυνατός ώστε να ξεπερνά τις κακουχίες μόνος του. Για να επιβιώσει κανείς μονάχος πρέπει να είναι δυνατός. Οι αδύναμοι γίνονται βάρος στους άλλους. Αρχές που, τελικά, οδηγούν στην πεποίθηση ότι ακόμη και ένα άτομο έχει αρκετή δύναμη να αλλάξει τον κόσμο. Για τον Άντο, που μεγάλωσε στο τυπικό σιταμάτσι της Οσάκα, γειτονιά έντονης δραστηριότητας με φτωχικά σπίτια, μαγαζιά και μικρά εργοστάσια, οι δρόμοι έγιναν σχολείο και τα εργοστάσια σχολικές αίθουσες. Κάθε μέρα, μετά το σχολείο, σύχναζε στο μαγαζί ενός μαραγκού, απέναντι από το σπίτι της γιαγιάς του. Εκεί έμαθε να αναγνωρίζει την προσωπικότητα του ξύλου και διαπίστωσε με τα μάτια του ότι το ανθρώπινο χέρι μπορεί να εργαστεί με ακρίβεια εκατοστού του χιλιοστού. Έχυνε λιωμένο μέταλλο σε ξύλινο καλούπι που είχε σχεδιάσει ο ίδιος και φυσούσε γυαλί σε ένα κοντινό εργοστάσιο. Μέσα απ’ αυτές τις εμπειρίες ανέπτυξε μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στα υλικά. Τώρα πια, όταν διαμορφώνει τις λεπτομέρειες ενός έργου, ξεκινά από το μηδέν, δείχνοντας προτίμηση στις ιδέες που πηγάζουν από τον χαρακτήρα και την υπόσταση του κάθε στοιχείου, κι όχι από τα συμβατικά σχέδια. Ο Ταντάο συχνά επισκεπτόταν έναν δεξιοτέχνη μαραγκό, ο οποίος έλεγε, ενώ λάξευε το ξύλο: «ακόμη και το ξύλο έχει χαρακτήρα και πρέπει να το ενθαρρύνεις να πάρει την σωστή μορφή». Η δεξιοτεχνία θέλει επιμονή αλλά φέρνει πράγματα στη ζωή με τρόπο ευγενή, προσφέροντας καθημερινά την αίσθηση της πληρότητας που γεννά η επαφή του σώματος με τα αντικείμενα που δημιουργεί. Ο αρχιτέκτονας απελευθερώνει τη φαντασία του απομακρύνοντας τον εαυτό του από τα υλικά αντικείμενα αλλά μ’ αυτό τον τρόπο χάνει το έρεισμά του από τον υλικό κόσμο. Παρότι ο Άντο απαρνήθηκε τη ζωή του χειροτέχνη για να γίνει αρχιτέκτονας, το οξύτατο ένστικτό του για το ξύλο έχει επιβιώσει. Το χειροποίητο της σχεδίασής του από ξύλο κερασιάς και τα δρύινα έπιπλά του έχουν φτιαχτεί με τεράστια ακρίβεια και καθαρότητα. Κι όπως ήταν αναμενόμενο, έχει επιλέξει διαστάσεις που βάζουν τα όρια του ξύλου σε δοκιμασία. Ο Άντο έκανε την πρώτη του δημόσια εμφάνιση ως πυγμάχος σε ηλικία 17 ετών, επηρεασμένος από τον μικρότερο δίδυμο αδελφό του, Τακάο Κιταγιάμα.

Το σπίτι όπου ο Ταντάο Άντο μεγάλωσε μαζί με τη γιαγιά του


Το ατελιέ στο Ογιόντο | 1989

(Σε ένα βαθύ πηγάδι ανάμεσα σε έναν τοίχο από βιβλία κι έναν τσιμεντένιο τοίχο. Η θέση του Αντο βρίσκεται στο κάτω μέρος.)

Ο Κιταγιάμα, εμπνευσμένος σχεδιαστής εμπορικών χώρων, έχει επηρεάσει με χαρισματικό τρόπο τη διαμόρφωση πολλών μοντέρνων εγκαταστάσεων της Ιαπωνίας. Έχουν συνεργαστεί σε πολλούς από τους πιο σύγχρονους εμπορικούς χώρους της Ιαπωνίας, μεταξύ των οποίων και ο Τριανταφυλλόκηπος στο Κόμπε, η Σκάλα του Τακαμάτσου και το φεστιβάλ της Οκινάουα, αλλά ο Άντο επικεντρωνόταν πάντα αποκλειστικά στην αρχιτεκτονική. Τα χρόνια της πυγμαχικής του καριέρας έδωσαν στον Άντο πολλά σημαντικά μαθήματα ζωής. Παρότι η πυγμαχία προϋποθέτει αγώνα μεταξύ δύο, είναι και ένας αγώνας ατομικός - ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή. Η Θέληση του πυγμάχου καταπνίγει τις σωματικές επιθυμίες, ζωηρεύοντας έτσι τα αισθητηριακά αντανακλαστικά και ασκεί το μυαλό στο να κάνει εκτιμήσεις με ακρίβεια κλάσματος δευτερολέπτου με άκαμπτη αποφασιστικότητα. Η πυγμαχία είναι άθλημα μοναχικό και επικίνδυνο. Ο Άντο το έζησε αυτό σε όλο του το φάσμα σε μια περιοδεία του στην Ταϊλάνδη. Μέσω της πυγμαχίας, ο Άντο εκπαίδευσε αμείλικτα τον εαυτό του στην υποταγή του φόβου κι έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα την αυτοπειθαρχία του πυγμάχου. Γυμνάζεται μισή ώρα κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο. Ακολουθεί το ίδιο πρόγραμμα ασταμάτητα εδώ και πενήντα χρόνια, κάθε βράδυ. Το προσωπικό αυτό τελετουργικό διατηρεί τις αισθήσεις του οξυμμένες ενώ ταυτόχρονα τον αναζωογονεί σωματικά. Επίσης, φανερώνει την βαθύτερη και θεμελιώδη φιλοσοφία του, ότι η δύναμη επιτυγχάνεται με συνεχή άσκηση. Μαθητής γυμνασίου ακόμα, ο Άντο περπατούσε στις γειτονιές του Κυότο και της Οσάκα εξερευνώντας παραδοσιακά γιαπωνέζικα σπίτια και τεϊοποτεία. Ήταν η δική του μέθοδος εκπαίδευσης, που του επέτρεπε να μάθει διαμέσου της εμπειρίας κι όχι της ακαδημαϊκής γνώσης. Αυτά τα ενστικτώδη ταξίδια του έμαθαν την χωρική αίσθηση της ιαπωνικής αρχιτεκτονικής. Στα 18, κέρδισε τα πρώτα του χρήματα ως σχεδιαστής, αναλαμβάνοντας το εσωτερικό ενός νυχτερινού κέντρου. Η ανάθεση αυτή υπήρξε κινητήριος δύναμη χάρη στην οποία εισέβαλε δυναμικά στον τομέα του σχεδιασμού επίπλων και εσωτερικών χώρων και κινήθηκε σταδιακά προς την αρχιτεκτονική. Προσέγγιζε τη δουλειά του σαν τεχνίτης, χρησιμοποιώντας τα χέρια του για να δημιουργήσει αλλά και να σκεφτεί με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο. Αργότερα, δούλεψε στην ανάπλαση της περιοχής Μινατογκάουα, στο Κόμπε. Η εμπειρία αυτή του άνοιξε τους ορίζοντες του πολεοδομικού σχεδιασμού. Όπως πάντα, προσέγγισε τη μελέτη των σχέσεων μεταξύ αρχιτεκτονικής προσπάθειας, δημοτικών κανονισμών, κοινωνικοπολιτικών συστημάτων και οικονομικών μεγεθών με απόλυτη πρακτικότητα. Την εμπειρία αυτή την έβαλε σε εφαρμογή τα επόμενα χρόνια, ερμηνεύοντας κανονισμούς, διαπραγματευόμενος με γραφειοκράτες και δημιουργώντας δημόσια έργα. Ο Άντο διψούσε για γνώση. Η φύση του, όμως, δεν ταίριαζε στο παραδοσιακό σχολικό περιβάλλον. Ο Άντο πίστευε ότι τα ανούσιο ακαδημαϊκό σύστημα της Ιαπωνίας κατέστρεφε την ατομική ιδιαιτερότητα. Ποτέ δεν παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα ούτε και δούλεψε μαθητευόμενος σε αναγνωρισμένο αρχιτέκτονα. Είχε πολλούς μέντορες στη ζωή αλλά κανείς απ’ αυτούς δεν δίδασκε αρχιτεκτονική. Χάραξε το δικό του μονοπάτι στη ζωή με γνώση που πηγάζει κυρίως από την άμεση εμπειρία. Συνεχίζει να συλλέγει βιβλία και διαβάζει καθημερινά μέχρι αργά τη νύχτα, χωρίς όμως να βασίζεται στα βιβλία για να μάθει. Για τον Άντο τα βιβλία χρησιμεύουν ως καταλύτης της σκέψης. Στα 24, ο Άντο παράτησε τα πάντα για να ταξιδέψει στον κόσμο. “Ήταν ήδη διάσημος σχεδιαστής στην Οσάκα και αισθανόταν οικονομικά ασφαλής. Παρόλα αυτά, αποφάσισε να παραμερίσει τα πάντα και να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Εγκαταλείποντας την πολλαπλή καριέρα του ως χειροτέχνης, πυγμάχος, διακοσμητής εσωτερικών χώρων και πολεοδόμος πήρε το δρόμο της αρχιτεκτονικής. Το ταξίδι του τον οδήγησε με πλοίο από τη Γιοκοχάμα στη Ναχόντκα, όπου πήρε τον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο για τη Μόσχα και μετά πήγε στη Φινλανδία. Αφού ταξίδεψε στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, επιβιβάστηκε σε πλοίο από τη Μασσαλία με προορισμό την Ινδία, μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. «Έχεις δει ποτέ τον ορίζοντα από τη Θάλασσα και από τη στεριά;» ενθυμούμενος τον μακρινό ορίζοντα, όπως φαινόταν από τις χιονισμένες στέπες της Σιβηρίας ή από τον Ινδικό Ωκεανό, ο Άντο σημειώνει ότι ο ορίζοντας δεν είναι τόσο εικόνα όσο εμπειρία. Χάρη στα ταξίδια με τρένα και πλοία απόκτησε μια ενστικτώδη αίσθηση της Γης. Η πνευματική γνώση είναι ασύλληπτα διαφορετική από την πραγματική εμπειρία. Κι αυτό είναι κάτι που ένιωσε ιδιαίτερα στο Γάγγη.

Οι άνθρωποι ζούσαν τη ζωή έντονα και ζωηρά μέσα στη ζέστη, δίπλα στο Θάνατο. Στο Γάγγη οι ζωντανοί τελούν τους καθαρμούς τους και αποτεφρώνουν τους νεκρούς τους. Ζωή και θάνατος αναμιγνύονται μέσα στη ζέστη. Νωρίτερα στο ταξίδι του, έμεινε στους αρχιτεκτονικά απλούς, ξεκάθαρους και ψυχοκαθαρτικούς χώρους της Φινλανδίας, ενός κόσμου τόσο μακρινού από την Ινδία. Ο Άντο μιλάει με ζωηρές περιγραφές για τους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες του Ερμιτάζ, τη γεύση του καφέ στο Rautatalo του Άλβαρ Άλτο και το αυστηρό παρεκκλήσι του Heikki Siren με τον εξωτερικό του σταυρό. Κι όμως, δεν ήταν περίεργο για έναν νεαρό της δεκαετίας του ‘60 να παθιάζεται με όλα αυτά; Ο Άντο σχετιζόταν με τον Σύλλογο Τέχνης Γκούταϊ, που εκπροσωπούσε το αβανγκάρντ στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και αρχές της δεκαετίας του ‘60, και προτιμούσε πάντοτε την πειραματική τέχνη σε σχέση με την παραδοσιακή ζωγραφική. Παρόλα αυτά, εκτιμούσε τα έργα του ιμπρεσιονισμού. Η αμερόληπτη μάτια του, που συγκινούνταν περισσότερο από τον ιμπρεσιονισμό παρά από το πρωτοποριακό κίνημα της Ευρώπης, βλέπει τα πράγματα ανανεωτικά. Υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι να παρακάμπτεις κάθε είδους προκατάληψη ώστε να έχεις ειλικρινή ματιά και επισημαίνει την αξία της κριτικής ικανότητας που επιτρέπει την αυτοανάλυση. Η απλότητα και η ζεστασιά των φινλανδικών χώρων ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία του Άντο, αλλά διέκρινε σ’ αυτή την αρχιτεκτονική έναν επικίνδυνο πειρασμό και παρακίνησε τον εαυτό του να πασχίσει για μια αυστηρότερη, λιγότερο εξευγενισμένη αισθητική. Σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει από το ίδιο του το καβούκι, ο Άντο συνέχισε να αποζητά όχι αυτό που του άρεσε αλλά αυτό που πρόβαλλε περισσότερες απαιτήσεις. Αργότερα, όταν ταξίδεψε στην Αμερική, τον άγγιξε βαθιά το στυλ των επίπλων και ο τρόπος ζωής του κινήματος των Σέικερ. Το ταξίδι της νιότης του, σηματοδοτεί για τον Άντο το ξεκίνημα της πορείας του και παραμένει πολύτιμο απόκτημά του ως αρχιτέκτονα. Έκτοτε, προσφέρει μεγάλη υποστήριξη σε σπουδαστές που φοιτούν στο εξωτερικό κι έχει δημιουργήσει ένα ίδρυμα που προάγει τη διεθνή εμπειρία. Μετά από μια σειρά ταξιδιών που κράτησαν περίπου τέσσερα χρόνια, ο Άντο ξεκίνησε τη ζωή του ως αρχιτέκτονας, ανοίγοντας δικό του γραφείο. Ένα χρόνο αργότερα, παντρεύτηκε την Γιουμίκο Κάτο. Το πρώτο επίσημο έργο του ήταν η Οικία Τομισίμα. Αρχικά, το έργο αυτό του ανατέθηκε από έναν προσωπικό φίλο αλλά τελικά ο Άντο το αγόρασε και από τότε στεγάζει εκεί το γραφείο του. Το επεκτείνει και το ανακαινίζει διαρκώς, έχοντας δημιουργήσει έτσι έναν εξαιρετικά ελκυστικό χώρο. Ένας πραγματικός δεξιοτέχνης της ανανέωσης, τόσο στη ζωή όσο και στην αρχιτεκτονική, ένας μάγος που μεταμορφώνει το συμπτωματικό σε αναπόφευκτο. Με το γραφείο αυτό ως ορμητήριο, ο Άντο εμπλέκεται σε διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες. Συχνά διοργανώνει σεμινάρια όπου καλεί φιλόσοφους, επιχειρηματίες και καλλιτέχνες. Στη μνήμη αυτών που πέθαναν στο σεισμό του Κόμπε το 1995, ίδρυσε το Πράσινο Δίκτυο του Χυόγκο, το οποίο έχει φυτέψει 250.000 μανόλιες σε όλη την περιοχή. Επίσης δημιούργησε το Ίδρυμα Δικτύου Ελιάς της Εσωτερικής Θάλασσας του Σέτο, με σκοπό να ενεργοποιήσει τα παιδιά στην αναβίωση των βιότοπων στα νησιά της Εσωτερικής Θάλασσας, φυτεύοντας ελαιόδεντρα και βελανιδιές. Συχνά το βλέμμα του στρέφεται στα παιδιά. Το πόσο υγιής είναι μια κοινωνία μπορεί να εκτιμηθεί μόνο από την υγεία των παιδιών της. Ο Άντο έχει ένα σπάνιο ταλέντο να οργανώνει και να διευθύνει ανθρώπινα δίκτυα και συνεχίζει να αναζητά ευρύτερες δυνατότητες και υπευθυνότητες για τον ρόλο του αρχιτέκτονα μέσα στην κοινωνία.

1969 | Σε ηλικία 28 ετών, ο Άντο ιδρύει την Tadao Ando Architect & Associates


Χρονοδιάγραμμα | Tadao Ando 1941 ► Γεννιέται στην Οσάκα της Ιαπωνίας. Δίδυμος με τον αδερφό του, τον μεγαλώνει η μητέρα της μητέρας του. Ζουν μόνοι σε ένα βαθύ, στενό, διώροφο σπίτι ξύλινης κατασκευής. Η γιαγιά του είναι ο σημαντικότερος μέντοράς του. 1955 ► Μεγαλώνει σε γειτονιά με φτωχικά σπίτια, μαγαζιά και μικρά εργοστάσια. Μετά το σχολείο, συχνάζει στο μαγαζί ενός μαραγκού και σ’ ένα κοντινό εργοστάσιο γυαλιού και μαθαίνει τη σημασία της δεξιοτεχνίας στην κατασκευή. Οι δρόμοι είναι γι’ αυτόν μια προέκταση του σχολείου. 1958 ► Κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως επαγγελματίας πυγμάχος στα 17. Αποκτά άδεια πυγμαχίας και πηγαίνει να αγωνιστεί στην Ταϊλάνδη. Η εμπειρία του ως επαγγελματία πυγμάχου θα επηρεάσει τη ζωή του όσο τίποτε άλλο. 50 χρόνια μετά, θα συνεχίσει να προπονείται και να ασκείται κάθε βράδυ. 1959 ► Στην ηλικία των 18, του ανατίθεται να σχεδιάσει το εσωτερικό ενός νυχτερινού κέντρου. 1960 ► Ως εικοσάρης, εξερευνά παραδοσιακούς ναούς και τεϊοποτεία στο Κιότο και την Οσάκα. Έχει αποφασίσει να εκπαιδευτεί μέσω της εμπειρίας και όχι του σχολείου. 1965 ► Στα 24 του, ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για να εκπαιδευτεί στην αρχιτεκτονική. Στο πρώτο μέρος του ταξιδιού του επισκέπτεται τη Μόσχα με τον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο και περιηγείται στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Χρόνια αργότερα, Θα συνεχίσει να έχει έντονες αναμνήσεις από την Σιβηρία, τον Ινδικό Ωκεανό και τον ποταμό Γάγγη. Το έχει ονομάσει η Μεγάλη Περιήγηση. 1969 ► Ανοίγει δικό του γραφείο στην Οσάκα αφού ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο επί τέσσερα χρόνια. Το γραφείο του γίνεται για τους νέους αρχιτέκτονες ένας χώρος συναρπαστικός. Παντρεύεται την Γιουμίκο Κάτο, τότε βοηθό του στο γραφείο. 1973 ► Σχεδιάζει την Οικία Τομισίμα στην Οσάκα για έναν φίλο του. Αργότερα θα αγοράσει το σπίτι για να το χρησιμοποιήσει ως αρχιτεκτονικό γραφείο. 1976 ► Ολοκληρώνει το σημαντικότερο έργο του, την Εφαπτόμενη Κατοικία στο Σουμιγιόσι, στην Οσάκα. Το σπίτι είναι αρκετά μικρό αλλά εκφράζει την αποφασιστικότητά του να αναμορφώσει την κοινωνία διαμέσου της αρχιτεκτονικής. 1979 ► Τιμάται με το ετήσιο βραβείο του Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής της Ιαπωνίας. 1980 ► Ολοκληρώνει την Οικία Κοσίνο. Τέσσερα χρόνια αργότερα Θα προσθέσει ένα κυκλικό ατελιέ στα δύο τσιμεντένια κουτιά. 1983 ► Ολοκληρώνει το Οικιστικό Συγκρότημα Ρόκκο Ι, στο Κόμπε. Η κατασκευή στέκεται σε μια απότομη πλαγιά, δεσπόζοντας πάνω από το Κόμπε και τον Κόλπο της Οσάκα. Η επιλογή της τοποθεσίας είναι τολμηρή αλλά ζωτικής σημασίας για το σχεδιασμό. Θα αντέξει στο σεισμό Χανσίν-Αουάτζι χωρίς να υποστεί ζημιές, δείχνοντας έτσι την ασφάλεια και την αντοχή του. 1984 ► Ολοκληρώνει το Time’s Ι, εμπορικό συγκρότημα σε σχήμα πλοίου αραγμένου στην όχθη ποταμού, περιβαλλόμενο από ένα εξαιρετικά όμορφο παλιό αστικό τοπίο. 1985 ► Βραβεύεται με το 5ο Μετάλλιο Αλβάρ Άαλτο από την Ένωση Φιλανδών Αρχιτεκτόνων. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα του απονεμηθούν τα περισσότερα από τα πιο σημαντικά αρχιτεκτονικά βραβεία και μετάλλια του κόσμου.


1997 ► Του απονέμεται το Βασιλικό Χρυσό Μετάλλιο του Βασιλικού Ινστιτούτου Βρετανών Αρχιτεκτόνων στη Μεγάλη Βρετανία. Διορίζεται καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τόκυο. Δημοσιεύει βιβλίο με διαλέξεις του με τίτλο “ Rensen Renpai” (Αλλεπάλληλες Μάχες, Αλλεπάλληλες Ήττες) το οποίοπραγματεύεται τη ζωή του και την αρχιτεκτονική και γίνεται ανάρπαστο στο κοινό των φοιτητών, των επιχειρηματιών και των νοικοκυρών. 1999 ► Ολοκληρώνει το Οικιστικό Συγκρότημα Ρόκκο ΙΙΙ, στο Κόμπε. Ο αγαπημένος του σκύλος, ο Κορμπυζιέ, που έχει το όνομα του ήρωά του, πεθαίνει, προς μεγάλη θλίψη του ζευγαριού. 2000 ► Ολοκληρώνει τον Ναό Κόμιοτζι στο Σάιτζο και τη Fabrica στο Τρεβίζο της Ιταλίας. Ιδρύει το Ίδρυμα Δικτύου Ελιάς της Εσωτερικής Θάλασσας του Σέτο. Ως επικεφαλής της εκστρατείας, επισκέπτεται μικρά νησιά που έχουν υποστεί καταστροφές εξαιτίας της βιομηχανικής μόλυνσης. Η ενασχόλησή του με δραστηριότητες που αφορούν πολίτες και περιβαλλοντικά θέματα απορρέει από το αρχιτεκτονικό του έργο στη Ναοσίμα. Ο Άντο σε μία από της διαλέξεις του | 2005

2001 ► Ολοκληρώνει το Ίδρυμα Τεχνών Πούλιτζερ στο Σαιντ Λούις των Η.Π.Α. 2002 ► Τιμάται με το Χρυσό Μετάλλιο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτόνων και το Βραβείο Κιότο στην Ιαπωνία. Ολοκληρώνει το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Φορτ ΓουόρΘ των Η.Π.Α. Το έργο αυτό βρίσκεται απέναντι από το Μουσείο Τέχνης Κίμπελ, το αριστούργημα του Λούις Καν.

1986 ► Ολοκληρώνει τον Ναό στο όρος Ρόκκο του Κόμπε, γνωστό και με το όνομα Ναός των Ανέμων. Ακολούθησαν πολλά αριστουργήματα θρησκευτικής αρχιτεκτονικής. Επίσης ολοκληρώνει την Οικία Κιντοσάκι στο Τόκιο. 1987-1990 ► Εργάζεται ως επισκέπτης καθηγητής στα πανεπιστήμια Γέιλ, Κολούμπια και Χάρβαρντ. 1988 ► Ολοκληρώνει τον Ναό στο Νερό, στο Χοκάιντο. 1989 ► Βραβεύεται με το Χρυσό Μετάλλιο Αρχιτεκτονικής από τη Γαλλική Ακαδημία Αρχιτεκτονικής. Ολοκληρώνει τον Ναό του Φωτός στην Οσάκα. 1991 ► Ολοκληρώνει τον Ναό του Νερού Χομπούκουτζι στην επαρχία Χυόγκο. 1992 ► Ολοκληρώνεται το Ιαπωνικό περίπτερο στην Expo ‘92 στη Σεβίλη. Αυτή η τεράστια ξύλινη κατασκευή ενσωμτώνει την παραδοσιακή ιαπωνική αρχιτεκτονική και τη σύγχρονη τεχνολογία. Ολοκληρώνει το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Ναοσίμα. Το 1995, θα δημιουργήσει μία προσθήκη που θα συμπεριλαμβάνει ένα μικρό οβάλ ξενοδοχείο με μία μικρή λίμνη στην κορυφή του λόφου.

2003 ► Ολοκληρώνει την Οικία 4 x 4 στο Κόμπε. Δύο χρόνια αργότερα, Θα χτίσει άλλο ένα σπίτι 4 x 4 σε παρακείμενη τοποθεσία. Τα δύο αυτά σπίτια είναι σαν δίδυμα: είναι ίδια σε μέγεθος και σχεδιασμό αλλά κατασκευασμένα από διαφορετικά υλικά και για διαφορετικούς πελάτες. 2004 ► Ολοκληρώνει το Μουσείο Τέχνης Τσίτσου στη Ναοσίμα. «Τσίτσου» στα ιαπωνικά σημαίνει «υπόγειος». Από τότε που κατασκεύασε το Έργο ΙΙ της Νακανοσίμα, το Χωρικά Επίπεδα (1998), ο Άντο ονειρεύεται να δημιουργήσει υπόγεια αρχιτεκτονική. Ο πελάτης αυτού του ιδιωτικού μουσείου είναι ένας από τους επιφανέστερους συλλέκτες τέχνης της Ιαπωνίας. Το Ίδρυμα Λάγκεν δημιουργήθηκε στη Γερμανία για μια σύγχρονη συλλέκτρια έργων τέχνης που εντυπωσίασε τον Άντο και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της εγκατάστασης. 2005 ► Τιμάται με το Χρυσό Μετάλλιο της Διεθνούς Ένωσης Αρχιτεκτόνων στο Παρίσι.

1993 ► Τιμάται με το Βραβείο Αρχιτεκτονικής Κάρλσμπεργκ στη Δανία. Ολοκληρώνει το Οικιστικό Συγκρότημα Ρόκκο ΙΙ, στο Κόμπε. Εγκαινιάζεται το Κέντρο Συνεδριάσεων του Vitra Campus, στο Weil Am Rhein. 1994 ► Ολοκληρώνει το Ιστορικό Μουσείο Τσικάτσου-Ασούκα στην Οσάκα και το Μουσείο Ξύλου στην επαρχία Χυόγκο. 1995 ► Τιμάται με το Βραβείο Ασάχι στην Ιαπωνία και το Βραβείο Αρχιτεκρονικής Πρίτσκερ στις ΗΠΑ. Ολοκληρώνει τον χώρο διαλογισμού της UNESCO στο Παρίσι. Στις 17 Ιανουαρίου γίνεται ο σεισμός Χανσίν-Αουάτζιπου προκάλεσε μεγάλε ζημιές στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Όλα τα έργα παραμένουν άθικτα. Προσφέρει βοήθεια στους ανθρώπους και τα κτίρια που έχουν υποστεί ζημιές από την καταστροφή. Στην τελετή απονομής του βραβελιου Πρίτσκερ,προτείνει την ίδρυση ενός οργανισμού για την υποστήριξη των παιδιών που έχουν χάσει κάποιον γονέα από την καταστροφή και καταθέτει τα χρήματα του βραβείου για το σκοπό αυτό. 1996 ► Οργανώνει το πράσινο δίκτυο του Χυόγκο το οποίο θα φυτέψει 250.000 δέντρα με λευκά άνθη στην μνήμη όσων χάθηκαν στο σεισμό.

Ο Ταντάο Άντο με τη σύζυγό του Γιουμίκο και τον Πωλ Άντριου | Μετά τη βράβευσή του με το Χρυσό Μετάλλιο Αρχιτεκτονικής από τη Γαλλική Ακαδημία Αρχιτεκτονικής στο Παρίσι


Φιλοσοφία περί Αρχιτεκτονικής | Tadao Ando

Η αρχιτεκτονική του Άντο είναι αρχιτεκτονική τοίχων. Για παράδειγμα, καθώς πλησιάζουμε τον Ναό στο Νερό στη Γιουφούτσου του Χοκάιντο, το φυσικό περιβάλλον πλαισιώνεται από έναν μεμονωμένο τοίχο. Στον Ναό του Φωτός, στην Οσάκα, ένας επικλινής τοίχος διαπερνά έναν τσιμεντένιο κύβο. Και στο Μουσείο Τέχνης Τσίτσου της Ναοσίμα, ένας τοίχος που διχοτομείται οριζόντια, περικυκλώνει την εσωτερική αυλή σαν μεσαιωνικό τείχος. Ο Άντο έχει δημιουργήσει πολλούς γενναιόδωρους χώρους με την πειραματική χρήση εμφανούς σκυροδέματος αλλά οι τοίχοι πάντα παίζουν καίριο ρόλο. Τα έργα του Άντο χρησιμοποιούν περιορισμένο φάσμα υλικών και εκφράζουν τη γύμνια της υφής τους. Η ιδιαίτερη προσοχή στα υλικά προσδίδει στο έργο του ασκητισμό και ένταση που το χαρακτηρίζουν. Οι απέριττοι τοίχοι του Άντο αποπνέουν δύναμη και βάρος, και, θα μπορούσε να πεις κανείς, λακωνικότητα. Τα παρθένα υλικά αποκρυσταλλώνουν την πρόθεση του χρήστη τους. Είναι σαν να φωνάζουν «Να είσαι αγνός, όμορφος, δυνατός», σε όσους τα ατενίζουν και ζουν περιστοιχισμένοι απ αυτά. Οι τοίχοι εκφράζουν εσωτερικό σθένος και αποκαλύπτουν τις πεποιθήσεις του Άντο. Οι πρώιμες δημιουργίες του Άντο ήταν τσιμεντένια κουτιά. Ωστόσο, τα αυτάρκη, αυτοδύναμα κουτιά του Άντο σταδιακά άνοιξαν και δέχτηκαν μέσα τους το φως που χύθηκε στις γωνίες φωτίζοντας τους τοίχους. Οι απλές γεωμετρικές του φόρμες καλωσορίζουν τη φύση και το φως προσδίδει στους χώρους του πολυπλοκότητα. Σκηνοθετεί αξέχαστα αρχιτεκτονικά ταμπλώ στο εξωτερικό φως με τοίχους που τέμνουν τον ουρανό και αντανακλούν το νερό. Ο έμφυτος ρυθμός του Άντο είναι αισιόδοξος και δυναμικός, απερίφραστα σαφής. Οι τοίχοι της Οικίας Κιντοσάκι αστράφτουν ζωηρά, είναι τοίχοι όμορφοι, που ξεχειλίζουν αυτοπεποίθηση γεμάτη χάρη. Οι τοίχοι ρυθμίζουν την κίνηση και βάζουν τάξη στη ζωή μας. Οι τοίχοι μας καθοδηγούν, μας εμποδίζουν και εξουσιάζουν τις σχέσεις μας. Οι τοίχοι μας προστάζουν, μας χωρίζουν, μας ενώνουν κι έχουν ευθύνη και δύναμη πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Παρόλα αυτά, ο Άντο έχει καταφέρει να συλλάβει τοίχους που αποπνέουν απόλυτα την ήπια αίσθηση της άνεσης και της ίασης. Ο Άντο δεν διακρίνει τους χώρους σύμφωνα με τη λειτουργικότητα. Διατηρεί παρακείμενους, αμφίσημους χώρους που επιτρέπουν στη ζωή περιθώρια έκφρασης και πραότητας. Ταυτόχρονα, οι τοίχοι του Άντο διατηρούν μια υλική υπόσταση που προκαλεί σε αναμέτρηση το μεταφορικό. Μινιμαλιστικοί καθώς είναι, αποκηρύσσουν τον συναισθηματισμό. Οι μεμονωμένοι τοίχοι του λειτουργούν σαν τα επίπεδα της εννοιολογικής ζωγραφικής, εξαλείφοντας την επιφανειακή αυταπάτη, ανάγοντας τον κόσμο στο πρωταρχικό στοιχείο του. Πέρα από την ορατή ομορφιά, η αρχιτεκτονική του Άντο χαρακτηρίζεται από την ένταση των γυμνών της υλικών. Πώς βλέπει, όμως, ο ίδιος αυτά τα υλικά; «Αυτό που προσπαθώ να εκφράσω με το τσιμέντο δεν είναι η τραχύτητα του Λε Κορμπυζιέ αλλά κάτι πιο αέρινο, πιο φίνο». Πίσω από τον τρόπο με τον οποίο ο Άντο αντιλαμβάνεται το τσιμέντο βρίσκονται οι ρυθμοί της καθημερινής ζωής, Θεμελιωμένοι στη μοναδική ιαπωνική αισθητική. Από τα πρώτα του αρχιτεκτονικά έργα, έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη σε υλικά με μοναδική ένταση, που συνδέονταν στενά με τις παιδικές του αναμνήσεις. Ο Άντο μπορεί να είναι δεξιοτέχνης του τσιμέντου αλλά στα σημεία που μπορεί να αγγίξει ο άνθρωπος βασίζεται σε φυσικά υλικά. Αναπόφευκτα, χρησιμοποιεί φυσικό ξύλο στα πατώματα, τις πόρτες και τα έπιπλα. Καθώς παρακμάζουν τα φυσικά υλικά, γίνονται χώροι εναπόθεσης μνήμης. Ο Θεός μπορεί να βρίσκεται στις λεπτομέρειες αλλά στην αρχιτεκτονική του Άντο οι μνήμες βρίσκονται στις λεπτομέρειες. Η μνήμη κατοικεί στο άγγιγμα των αντικειμένων.

Η κύρια είσοδος του Κέντου Συνεδριάσεων στο Vitra Campus

Η Γεωμετρία των Τοίχων


Η Γεωμετρία του Ουρανού

Κέντου Συνεδριάσεων της Vitra | Άποψη της αυλής

(Απλές μορφές που δημιουργούν περίπλοκο χώρο. Το τμήμα ορατού ουρανού αλλάζει καθώς προχωράς.)

Η φύση παίζει βασικό ρόλο στην αρχιτεκτονική του Άντο και ιδιαίτερα ο ουρανός που τον απομονώνει σύμφωνα με τους σκοπούς του. «Προκειμένου να ξεφύγω από τη θεμελιώδη φύση της αρχιτεκτονικής ως ένα ερμητικά κλειστό κουτί, βασίζομαι στον ουρανό ως το φυσικό στοιχείο που επηρεάζει, όσο κανένα άλλο, την αρχιτεκτονική των εσωτερικών χώρων». Στην αρχιτεκτονική του Άντο, όταν ο ουρανός ξεσπά σε τραγούδι, ένα ολόκληρο κτίριο τραγουδά μαζί του. Είτε σχεδιάζει κατοικία είτε εμπορική ιδιοκτησία ή κτίριο γραφείων, ο Άντο πάντα εστιάζει στο πώς η είσοδος πλαισιώνει τον ουρανό. Η αλληλεπίδραση του φωτός και της σκιάς που δημιουργεί η έντονη διαγράμμιση του ουρανού και οι τρισδιάστατες φόρμες που εκφράζονται με τσιμεντένιους τοίχους προσδίδουν στην αρχιτεκτονική του μαγνητισμό. Κανέναν άλλον αρχιτέκτονα δεν απασχόλησε τόσο πολύ ο ουρανός. Ο ουρανός συνιστά καίριο στοιχείο και στους εξωτερικούς χώρους του Άντο. Έχει ταλέντο στο να ζωντανεύει στενούς και ακανόνιστους χώρους και μια ξεχωριστή ικανότητα να αξιοποιεί ακανόνιστα ή επικλινή οικόπεδα. Το χάρισμά του να «διαβάζει» μια τοποθεσία είναι εκπληκτικό. Φέρνοντας στην επιφάνεια την κρυμμένη δύναμή της, ο Άντο σταθμίζει πολλούς παράγοντες - γεωγραφικό προσανατολισμό, πηγές ανέμου και φωτός, βροχή, διαμορφώσεις απορροής, παρακείμενους τοίχους, ηλικία γειτονικών κατασκευών, ροή ανθρώπινης κίνησης. Ο Άντο αναφέρεται στην τεχνική επεξεργασίας μιας τοποθεσίας σε τρεις διαστάσεις ως « τοποτεχνία». Μ’ αυτή τη διαδικασία, ο ουρανός γίνεται η πιο ζωντανή, η πιο κοντινή πλευρά της ζωής. Ο κενός χώρος που περιορίζεται σε μια τοποθεσία αποκτά δική του, δυναμική φωνή. Ο Άντο αξιοποιεί και την τελευταία γωνία μιας τοποθεσίας. Δεν υπάρχει άψυχος χώρος στην αρχιτεκτονική του. Η κατασκευή μπορεί να επιβάλλεται στον άδειο χώρο αλλά και ο άδειος χώρος μπορεί να επιβάλλεται στην κατασκευή. Η σχέση μεταξύ τοποθεσίας, κατασκευής και κενού χώρου ορίζει τον μαθηματικό τύπο βάση του οποίου ένας περιορισμένος χώρος μπορεί να ζωντανέψει. Η κατασκευή απαιτεί προσωπικότητα ανεξάρτητη αλλά ο κενός χώρος πρέπει να έχει τη δική του λογική. Ο Άντο έχει εφαρμόσει στην προσέγγιση της τοποτεχνίας, ένα είδος τρισδιάστατου σχεδιασμού εσωτερικών αυλών σε συγκροτήματα κατοικιών και εμπορικές εγκαταστάσεις. Στις εμπορικές κατασκευές του, συγκεκριμένα, δημιουργεί μια αίσθηση αντιστροφής μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού χώρου χάρη στην οποία προκύπτουν κτίρια με υψηλό δείκτη αποδοτικότητας. Στους ανοιχτούς χώρους του, η ροτόντα που αγκαλιάζει μια διάφανη οροφή δημιουργεί το αίσθημα της πληρότητας. Στην αρχιτεκτονική του Άντο, κεντρική ιδέα για τους εξωτερικούς χώρους είναι η απόδοση του αστικού πλαισίου με τρόπο αρχιτεκτονικό. Ο Άντο ενσωμάτωσε τον περιβάλλοντα χώρο του εξωτικού λιμανιού Κιτάνοτσο στο Κόμπε σε Πάρκο και Τριανταφυλλόκηπο του Κιτάνο. Το κτίριο Time’s στο Κιότο επιπλέει αθόρυβα, σαν καράβι, στις όχθες του ποταμού Τακάσε. Κι όμως, ένας λαβύρινθος περίπλοκων διαδρόμων στο εσωτερικό του συγκροτήματος παραπέμπει συνειρμικά στους δρόμους της αρχαίας πόλης. Ουρανός και νερό, ιτιές και άνεμος σμίγουν για να δώσουν βάθος σε μια αέρινη προοπτική. Αυτός είναι ο κόσμος της παραδοσιακής γιαπωνέζικης ζωγραφικής.

αρχιτεκτονική του Άντο δεν είναι μινιμαλιστική, όμως έχει ως βάση το απέριττο κουτί. Αλλά ο λιτός τοίχος διεγείρει τη φαντασία. Επιδιώκει την συναισθηματική ταύτιση του παρατηρητή ακριβώς επειδή είναι λιτός. Οι τσιμεντένιοι τοίχοι του Άντο ξεχειλίζουν την ιαπωνική αρετή της καλαισθησίας και μοιάζουν σχεδόν θλιμμένοι. Στερημένοι από εμφανή αρχιτεκτονικά στοιχεία, κεντρίζουν την αυτοσυνειδησία των παρατηρητών, απορροφώντας το βλέμμα τους. Οι στιλπνές, τσιμεντένιες επιφάνειές τους δέχονται τη συναισθηματική μας ταύτιση, σαν μάσκα του θεάτρου Νο, και λειτουργούν σχεδόν σαν καθρέφτης της καρδιάς μας. Οι τοίχοι εκπροσωπούν τον Άντο και γεννούν την ξεχωριστή αισθητική του, αυτή της απουσίας, διεγείροντας, έτσι, τη φαντασία μας. Οι βουβοί τοίχοι αντικατοπτρίζουν το τοπίο και τον άνεμο. Καθώς αντανακλούν την αόρατη κίνηση του ανέμου, ο ήχος του και το σείσιμο των δέντρων διηθούνται στις καρδιές μας σαν παιχνίδια με σκιές. Η αίσθηση αυτή, σαν γιαπωνέζικη ζωγραφική με μελάνι, Θυμίζει φευγαλέα την εναλλαγή των εποχών ή την ποιητική ενός χαϊκού. Αυτή, λοιπόν, είναι η αισθητική της απουσίας που δημιουργούν οι βουβοί τοίχοι. Κι αυτός είναι ο λόγος που η αρχιτεκτονική του Άντο Θεωρείται το αποκορύφωμα της ιαπωνικής αισθητικής. Γιατί ο χώρος του τίποτα είναι η πεμπτουσία του ιαπωνικού πολιτισμού: ένα δοχείο αισθητικών συγκινήσεων, ένα αντικείμενο προορισμένο να προκαλέσει την υποκειμενική συναισθηματική μέθεξη. Παρότι η Εφαπτόμενη Κατοικία στο Σουμιγιόσι αποτελεί αριστούργημα της μεταπολεμικής οικιστικής ιστορίας, τις βροχερές μέρες χρειάζεσαι ομπρέλα για να πας μέχρι την τουαλέτα. Η αυλή δεν έχει οροφή. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη παράλειψη στο συγκεκριμένο σπίτι και, ενώ κανονικά δεν το προσέχεις, είναι ένα τραύμα που επιδεινώνεται στη βροχή, τον αέρα και το φως. Αλλά και η μεγαλύτερη αρετή αυτού του σπιτιού, σ’ αυτό το τραύμα εμπεριέχεται. Γιατί, κεντρική ιδέα του συγκεκριμένου σπιτιού είναι η οικογενειακή αγάπη. Αγάπη σημαίνει να παραχωρείς στον άλλον αυτό που του λείπει. Η οικογενειακή αγάπη χτίζεται γύρω από την “άστεγη” αυλή. Η αυλή γίνεται το ασυνείδητο, διάστικτη από μνήμες μιας κοινότητας, της οικογένειας. Το φως και η βροχή ανακαλούν τις αναμνήσεις που έχουν απορροφηθεί από τη γεωμετρία του χώρου. Λείπει κάτι το οποίο Θα έπρεπε να είναι παρόν κι αυτό διεγείρει το ανθρώπινο πνεύμα. Είναι αυτονόητο ότι, όταν προσκαλείς τη φύση μέσα στο χώρο που κατοικείς, η ζωή γίνεται άβολη. Αλλά υπάρχει κάτι πολυτιμότερο από την άνετη ζωή. Η αυλή της Κατοικίας στο Σουμιγιόσι είναι ένας χώρος αναντικατάστατος στη ζωή της οικογένειας. Γυμνοί τοίχοι και αστέγαστη αυλή. Η αρχιτεκτονική του Άντο, αποφασισμένη να απαλλαγεί από πράγματα και άφοβη απέναντι στην απουσία, δεν είναι μόνο η αισθητική της απουσίας αλλά και μια έκκληση που λέει: «Η αγάπη είναι μια λειτουργία της απουσίας».

Η Αισθητική της Απουσίας Ο Άντο αποκάλεσε κάποτε το έργο του Εφαπτόμενη Κατοικία στο Σουμιγιόσι «Το Προκλητικό Κουτί», διατυπώνοντας την άποψή του ως. εξής: «Με την πρώτη ματιά, η αρχιτεκτονική μου υποδηλώνει την έκθεση, την πρόθεση να δημιουργήσω έναν αφηρημένο χώρο απογυμνώνοντάς τον από κάθε ανθρώπινο, λειτουργικό και πρακτικό στοιχείο. Στην πραγματικότητα, δεν προσπαθώ να επιτύχω έναν χώρο αφηρημένο αλλά αρχετυπικό». Η αρχιτεκτονική του Άντο είναι απλή, δυνατή και εξαιρετικά ανάλαφρη. Συνδυάζει την απλότητα της μορφής με την πολυπλοκότητα του χώρου. Χρησιμοποιεί υλικά γυμνά, με υφή εκλεπτυσμένη. Πάνω απ’ όλα, εκφράζει μια ξεκάθαρη εικόνα της ζωής διαμέσου της απλότητας της μορφής. Η αρχιτεκτονική του Άντο εμπεριέχει πάντοτε μια τολμηρή πρόταση για τη ζωή ή το στοιχείο της αιχμηρής κοινωνικής κριτικής. Η αρχιτεκτονική του φιλοσοφία ακολουθεί σταθερή πορεία από τα πρώτα του έργα μέχρι τα πιο πρόσφατα. Υπ’ αυτή την έννοια, η

Όψη του κτιρίου του Ταντάο Άντο στο Vitra Campus


Έργα | Tadao Ando

Tomishima House | Osaka | Japan | 1973 Uchida House | Japan | 1974 Uno House | Kyoto | Japan | 1974 Hiraoka House | Hyōgo Prefecture | Japan | 1974 Shibata House Ashiya | Hyogo Prefecture | Japan | 1974 Tatsumi House | Osaka | Japan | 1975 Soseikan-Yamaguchi House | Hyōgo Prefecture | Japan | 1975 Takahashi House | Ashiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1975 Matsumura House | Kobe | Japan | 1975 Row House in Sumiyoshi (Azuma House) | Sumiyoshi, Osaka | Japan | 1976 Hirabayashi House | Osaka Prefecture | Japan | 1976 Bansho House | Aichi Prefecture | Japan | 1976 Tezukayama Tower Plaza | Sumiyoshi, Osaka | Japan | 1976 Tezukayama House-Manabe House | Osaka | Japan | 1977 Wall House (Matsumoto House) | Ashiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1977 Glass Block House (Ishihara House) | Osaka | Japan | 1978 Okusu House | Setagaya, Tokyo | Japan | 1978 Glass Block Wall (Horiuchi House) | Sumiyoshi, Osaka | Japan | 1979 Katayama Building | Nishinomiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1979 Onishi House | Sumiyoshi, Osaka | Japan | 1979 Matsutani House | Kyoto | Japan | 1979 Ueda House | Okayama Prefecture | Japan | 1979 STEP | Takamatsu, Kagawa Prefecture | Japan | 1980 Matsumoto House | Wakayama, Wakayama Prefecture | Japan | 1980 Fuku House | Wakayama, Wakayama Prefecture | Japan | 1980 Bansho House Addition | Aichi Prefecture | Japan | 1981 Koshino House | Ashiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1981 Kojima Housing (Sato House) | Okayama Prefecture | Japan | 1981 Atelier in Oyodo | Osaka | Japan | 1981 Tea House for Soseikan-Yamaguchi House | Hyōgo Prefecture | Japan | 1982 Ishii House | Shizuoka Prefecture | Japan | 1982 Akabane House | Setagaya, Tokyo | Japan | 1982 Kujo Townhouse (Izutsu House) | Osaka | Japan | 1982 Rokko Housing One | Rokko, Hyōgo Prefecture | Japan | 1983 BIGI Atelier | Shibuya, Tokyo | Japan | 1983 Umemiya House | Kobe | Japan | 1983 Kaneko House | Shibuya, Tokyo | Japan | 1983 Festival | Naha, Okinawa prefecture | Japan | 1984 TIME’S | Kyoto | Japan | 1984 Koshino House Addition | Ashiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1984 MELROSE, Meguro | Tokyo | Japan | 1984 Uejo House | Osaka Prefecture | Japan | 1984 Ota House | Okayama Prefecture | Japan | 1984 Moteki House | Kobe | Japan | 1984 Shinsaibashi TO Building | Osaka Prefecture | Japan | 1984 Iwasa House | Ashiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1984 Hata House | Nishinomiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1984 Atelier Yoshie Inaba | Shibuya, Tokyo | Japan | 1985 JUN Port Island Building | Kobe | Japan | 1985 Mon-petit-chou | Kyoto | Japan | 1985 Guest House for Hattori House | Osaka | Japan | 1985 Taiyō Cement Headquarters Building | Osaka | Japan |1986 TS Building | Osaka | Japan | 1986 Chapel on Mount Rokko | Kobe | Japan |1986 OLD/NEW Rokkov | Kobe | Japan | 1986 Kidosaki House | Setagaya, Tokyo | Japan | 1986 Fukuhara Clinic | Setagaya, Tokyo | Japan | 1986 Sasaki House | Minato, Tokyo | Japan | 1986 Main Pavilion for Tennoji Fair | Osaka | Japan | 1987

Εφαπτόμενη Κατοικία | Η εσωτερική αυλή | 1975 - 1976

Έργο | Τοποθεσία | Χώρα | Ημερομηνία


Ναός του Φωτός | Εσωτερικό του ναού, με άνοιγμα σε σχήμα σταυρού | 1987 - 1989

Karaza Theater | 1987 Ueda House Addition | Okayama Prefecture | Japan | 1987 Church on the Water | Tomamu, Hokkaido | Japan | 1988 GALLERIA akka | Osaka | Japan | 1988 Children’s Museum | Himeji, Hyōgo | Japan | 1989 Church of the Light | Ibaraki Osaka Prefecture | Japan | 1989 COLLEZIONE | Minato, Tokyo | Japan | 1989 Morozoff P&P Studio | Kobe | Japan | 1989 RAIKA Headquarters | Osaka | Japan | 1989 Natsukawa Memorial Hall | Hikone, Shiga | Japan | 1989 Yao Clinic, Neyagawa | Osaka Prefecture | Japan | 1989 Matsutani House Addition | Kyoto | Japan | 1990 Ito House, Setagaya | Tokyo | Japan | 1990 Iwasa House Addition | Ashiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1990 Garden of Fine Arts | Osaka | Japan | 1990 S Building | Osaka | Japan | 1990 Water Temple | Awaji Island, Hyōgo Prefecture | Japan | 1991 Atelier in Oyodo II | Osaka | Japan | 1991 TIME’S II | Kyoto | Japan | 1991 Museum of Literature | Himeji, Hyōgo | Japan | 1991 Sayoh Housing | Hyōgo Prefecture | Japan | 1991 Minolta Seminar House | Kobe | Japan | 1991 Japanese Pavilion for Expo 92 | Seville | Spain | 1992 Otemae Art Center | Nishinomiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1992 Forest of Tombs Museum | Kumamoto Prefecture | Japan | 1992 Rokko Housing Two | Rokko, Kobe | Japan | 1993 Vitra Seminar House | Weil am Rhein | Germany | 1993 Gallery Noda | Kobe | Japan | 1993 YKK Seminar House | Chiba Prefecture | Japan | 1993 Suntory Museum | Osaka | Japan | 1994 MAXRAY Headquarters Building | Osaka | Japan | 1994 Chikatsu Asuka Museum | Osaka Prefecture | Japan | 1994 Kiyo Bank, Sakai Building | Sakai, Osaka | Japan | 1994 Garden of Fine Art | Kyoto | Japan | 1994 Museum of wood culture | Kami, Hyōgo Prefecture | Japan | 1994 Inamori Auditorium | Kagoshima | Japan | 1994 Nariwa Museum | Okayama Prefecture | Japan | 1994 Atelier in Oyodo Annex | Osaka | Japan | 1995 Nagaragawa Convention Center | Gifu | Japan | 1995 Naoshima Contemporary Art Museum Annex | Naoshima, Kagawa Prefecture | Japan | 1995 Meditation Space, UNESCO | Paris | France | 1995 Asahi Beer Oyamazaki Villa Museum of Art | Kyoto Prefecture | Japan | 1995 Shanghai Pusan Ferry Terminal | Osaka | Japan | 1996 Museum of Literature II, Himeji | Hyōgo Prefecture | Japan | 1996 Gallery Chiisaime (Sawada House) | Nishinomiya, Hyōgo Prefecture | Japan | 1996 Museum of Gojo Culture & Annex | Gojo, Nara Prefecture | Japan | 1997 TOTO Seminar House | Hyōgo Prefecture | Japan | 1997 Yokogurayama Natural Forest Museum | Kochi Prefecture | Japan | 1997 Harima Kogen Higashi Primary School & Junior High School | Hyōgo Prefecture | Japan | 1997 Koumi Kogen Museum | Nagano Prefecture | Japan | 1997 Eychaner/Lee House | Chicago, Illinois United States | 1997 Daikoku Denki Headquarters Building | Aichi Prefecture | Japan | 1998 Daylight Museum | Shiga Prefecture | Japan | 1998 Junichi Watanabe Memorial Hall | Sapporo | Japan 1998 Asahi Shimbun Okayama Bureau | Okayama | Japan | 1998 Siddhartha Children and Women Hospital | Butwal | Nepal | 1998 Church of the Light Sunday School | Ibaraki, Osaka Prefecture | Japan | 1999 Rokko Housing III | Kobe | Japan | 1999 Shell Museum, Nishinomiya | Hyōgo Prefecture | Japan | 1999 FABRICA (Benetton Communication Research Center) | Treviso | Italy | 2000 Awaji-Yumebutai (34.560983°N 135.008144°E) | Hyōgo Prefecture | Japan | 2000 Rockfield Shizuoka Factory | Shizuoka | Japan | 2000 The Pulitzer Foundation for the Arts | St. Louis, Missouri | United States | 2001 Komyo-ji (shrine) | Saijō, Ehime prefecture | Japan | 2001


Ίδρυμα Τεχνών Πούλιτζερ | Εξωτερική Άποψη | 1991 - 2001

Οικία 4x4 | Άποψη από την ακτή | 2001 - 2003

Ryotaro Shiba Memorial Museum | Higashiosaka, Osaka prefecture | Japan | 2001 Teatro Armani-Armani World Headquarters | Milan | Italy | 2001 Hyōgo Prefectural Museum of Art | Kobe, Hyōgo Prefecture | Japan | 2002 Modern Art Museum of Fort Worth | Fort Worth, Texas | United States | 2002 Piccadilly Gardens | Manchester | United Kingdom | 2003 4x4 house | Kobe | Japan | 2003 Invisible House | Treviso | Italy | 2004 Chichu Art Museum | Naoshima, Kagawa | Japan | 2004 Langen Foundation | Neuss | Germany | 2004 Gunma Insect World Insect Observation Hall | Kiryū, Gunma | Japan | 2005 Picture Book Museum | Iwaki, Fukushima Prefecture | Japan | 2005 Morimoto (restaurant) | Chelsea Market, Manhattan | United States | 2005 Sakanouenokumo Museum | Matsuyama, Ehime | Japan | 2006 Omotesando Hills, Jingumae 4-Chome | Tokyo | Japan | 2006 House in Shiga | Ōtsu, Shiga | Japan | 2006 Benesse House | Naoshima, Kagawa | Japan | 2006 21 21 DESIGN SIGHT | Minato, Tokyo | Japan | 2007 Stone Hill Center, expansion for the Clark Art Institute | Williamstown, Massachusetts | United States | 2008 Punta della Dogana (restoration) | Venice | Italy | 2009 Centro Roberto Garza Sada of Art Arquitecture and Design | Monterrey | Mexico | 2012 (In process) Asia University Museum of Art | Wufeng,Taichung | Taiwan | 2012


Tadao Ando 1995 Laureate Essay

Thoughts on Tadao Ando

By Kenneth Frampton Ware Professor of Architecture, The Graduate School of Architecture Planning and Preservation Columbia University, New York

After an informal apprenticeship to a Japanese carpenter and a number of independent study tours in Asia, Europe and the Americas, Tadao Ando first came to public notice with his diminutive Azuma house realized in Sumiyoshi in 1976 for which he received the Japanese Architectural Association prize for architecture. This two-story dwelling, conceived as a megaron inserted within a row of traditional terrace houses, already established the essential principles of Ando’s architecture; his basic concept of creating introspective microcosms to stand against the urban chaos of the late modern world. This was a strategy as he put it, of “using walls to defeat walls.”1 Thereafter this approach manifested itself in a series of reinforced concrete houses each of which was focused in one way or another about an atrium, in particular his Matsumoto and Ishihara houses of the late seventies built in the suburbs of Osaka. Where the first of these focused about a terrace, opening onto a forest reserve, the second number of features in this small three story house established Ando’s basic syntax, comprising in the first instance his habitual use of fair-faced in-situ concrete, inside and out, either as a bounding wall or as a free-standing frame, combined with large areas of plate glass or glass block, framed in steel and painted grey. Evidently influenced to an equal degree by Louis Kahn and Le Corbusier Ando evoked the Japanese tradition through subtle associations as one may judge from the way in which the proportions of the shoji screens in the Ishihara tatami room in the house were echoed by the steel framed, plate glass windows opening on to the atrium, not to mention the affinity obtaining between the shoji and the glass block in-fill above. Where his houses were situated in the midst of nature as in the two-story Koshino House built in the pine woods of Ashiya above Kobe in 1981, Ando arranged for the atrium to flow out into the surrounding landscape. This gesture was given a cross-cultural inflection, through a broad flight of stairs, linking the atrium to the entry and the garden, situated on either side of a narrow, steeply sloping site. This feature, combined with vertical slot windows in the flanking concrete walls, was seemingly derived from the architecture of Luis Barragan, as was the use of zenithal light in the living room. This canonical house was further enriched by other transcultural gestures, such as the built-in dining table that by virtue of a change in floor level permitted one to adopt an oriental or occidental sitting posture at the same table. Of more decisively Japanese provenance however was the exposed skeleton frame of the bedroom wing. This flat roof was capped by a steel rail in such a way as to suggest a traditional dry garden, just as the dimly lit corridors within, evoked the traditional dark interiors, evinced by Jun ‘ichiro Tanizaki’s in his seminal book, In Praise of Shadows of 1933.2 Notwithstanding his focus upon nature as the essential counterform to his architecture, Ando’s concept of the natural has always been oriented towards an ineffable manifestation, bordering on the animistic. Of this he wrote in 1982: “Such things as light and wind only have meaning when they are introduced inside a house in a form cut off from the outside world. The isolated fragments of light and air suggest the entire natural world. The forms I have created have altered and acquired meaning through elementary nature (light and air) that give indications of the passage of time and the changing of the seasons…”3 The range and scale of Ando’s architecture began to expand in the mid-eighties with two relatively large urban works; his Rokko Housing built on a previously unbuildable hillside site overlooking Kobe Harbor and an eight story commercial complex, known as the Festival, completed in downtown Naha, Okinawa in 1984. While the first of these works clearly derived from Le Corbusier’s Roq et Rob terrace housing of


1949, the second was rendered as an introspective seven story cube protected by perforated screen walls from the chaotic metropolis surrounding it on every side. Within this seven by seven bay concrete skeleton Ando stacked a number of open-planned, commercial floors, fed by a narrow light-court housing the necessary vertical circulation, stairs, escalators, etc. As in all of Ando’s buildings everything depended on the way in which light and air were filtered through the enclosing membrane; light entering in this instance through a continuously perforated skin, thereby creating a changing chiaroscuro within the interior of the structure. Between 1985 and 1988 Ando realized four buildings that established him definitively as a public architect of world stature; three of these structures were ecclesiastical—the so called Rokko Chapel and the churches of the Light and the Water, while the fourth, the Children’s Museum in Hyogo, was rendered, together with its spectacular site, as a generic monument. Of the utmost simplicity each of these buildings posited a different theme by treating light, water, wind and topography in a different way. While the first in the series, the Rokko Chapel, transformed the type-form of an early Christian basilica by the addition of a glazed loggia, that subtly reinterpreted the traditional torii approach to a Japanese shrine, the second a wedding chapel, was a minimalist reworking of Kaja and Heikki Siren’s Otaniemi church of 1968. However, unlike this minimalist Nordic essay in brick and timber, the Church-on-the-Water was able to engender images of symbolic power through extremely simple means; above all through an ambiguous three-dimensional use of the cross motif clustered about the four sides of a glazed belvedere so as to suggest the four quarters of an archaic world. Ando set this iconic construction together with the chapel against an expanse of water slowly descending through a set of shallow weips across a carefully contoured landfall. Ando would adopt the same device in his Children’s Museum, wherein sheets of shallow water cascade down the side of the museum, towards the broad panorama of a reservoir backed by mountains. This last, serving as borrowed scenery in the Shakkei tradition, became part of the overall waterscape. The grandeur of this aquatic vista was matched by a promenade architecturale articulating an undulating verdant site with a cranked causeway linking the museum to a metaphysical meditation place and a distant crafts center. Here the allusion was as much indebted to archaic Crete as to the Shinto sites of Japan. Finally at the other end of the scale entirely, the Chapel of the Light at Ibaraki was an exemplary exercise in modesty and discretion. Comprising a simple basilica this diminutive concrete prism was deftly added to an existing religious compound. One single gesture namely an incision in the shape of a cross, spanning the entire plane of the altar wall, converted the symbolic cruciform into an abstract icon of unparalleled intensity by virtue of the fact that the aperture introduced a constantly changing play of light into the interior. When one looks back over the last twenty years of Ando’s prolific practice—some sixty works realized in less than two decades—it becomes clear that his architecture is nothing less than a critically poetic, yet realistic stand against the technological nihilism of the epoch. Like Auguste Perret before him, but in a totally different spirit, Ando has adopted concrete as though it were the tectonic demiurge of our time. With very few exceptions he has treated it as the one substance from which everything must be made; in order to guarantee the ontological presence of his work. It is this, plus the geometrical counterpoint of the volume that assures the phenomenological existentia of the subject within his architecture; the sensual self-awareness of the body-being of which he has written: “The body articulates the world. At the same time, the body is articulated by the world. When “I” perceive the concrete to be something cold and hard, “I” recognize the body as something warm and soft. In this way the body in its dynamic relationship with the world becomes the Shintai. It is only the Shintai in this sense that builds or understands architecture. The Shintai is a sentient being that responds to the world.”4

For all its seemingly universality the particular character of Ando’s concrete depends not only on the spacing of the reinforcement and the extreme care with which it is laid and vibrated but also on the precision of the timber formwork from which it is cast. This, in turn, derives from the Japanese carpentry tradition in which Ando was partially trained and in which he is still steeped, as we may judge from the sublime structure of the all-timber Japanese pavilion that he realized for the Seville World Exhibition of 1992. It is just this tectonic probity plus the poetic strength of his topographic vision that puts Ando’s work into a class apart. This landscapist aspect has never been more clearly demonstrated than in his recent Chikatsu-Asuka Tumuli Museum built in the southern part of the Osaka prefecture. Ando is at once both an unequivocally modern architect and a figure whose values lie embedded in some archaic moment; in a world that while it is divested of every nostalgia, lies nonetheless committed to some other time before the machinations of progress had turned into an ever present nemesis. Like Brancusi he aspires to a transcendent modernity, to a dematerialization under light, to a concrete that paralleling Brancusi’s polished steel, turns momentarily into silk. It is a sense of lexes that resists all spectacular apparatus of techno-scientific display, in order to testify to a moment that lies outside the constant threat of commodification. 1 Tadao Ando, “The Wall as Territorial Delineation,” The Japan Architect, June 1978, pp 12 & 13. 2 Jinichiro Tanizaki, In Praise of Shadows, translated by Thomas J. Harper & Edward G. Sidensticker, Leete’s Island Books, New Haven, CT 1977. 3 Tadao Ando, “From Self Enclosed Modern Architecture Towards Universality,” The Japan Architect, May 1992, p 9. 4 Tadao Ando, “Shintai and Space,” Precis 7. The Journal of the Columbia University Graduate School of Architecture, Planning and Preservation, Rizzoli 1986, sec. 16.</p>

© The Hyatt Foundation For more information, please contact: Martha Thorne, Executive Director The Pritzker Architecture Prize 71 South Wacker Drive Suite 4700 Chicago, Illinois 60606 email: marthathorne@pritzkerprize.com


Vitra | Weil am Rhein Για να κατανοήσει κανείς πλήρως την αξία του Κέντρου Συνεδριάσεων του Tadao Ando στο Vitra πρέπει να μελετήσει την τοποθεσία στην οποία βρίσκεται, καθώς και τα γενικότερα πλαίσια στα οποία χτίστηκε. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να αναγνωριστεί το Vitra όχι μόνο ως μία παραγωγική μονάδα, μία εταιρεία καινοτομιών, αλλά και ως ένα σημείο πολιτιστικής αναφοράς και διαλόγου με έμφαση στην αρχιτεκτονική και το design. Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις του Vitra, γνωστές ως Vitra Campus, βρίσκονται λίγο πιο έξω από το Weil am Rhein στη Γερμανία, στο τρίγωνο που σχηματίζεται από τα σύνορα με την Ελβετία και τη Γαλλία. Μία ποικιλία από κουλτούρες, γλώσσες και νοοτροπίες έχουν ωριμάσει σε μία κοινή οικονομική περιοχή, στην οποία η μεγάλη ποικιλία των επιχειρήσεων της περιοχής απολαμβάνουν την τιμή και φορολογικά πλεονεκτήματα, καθώς και μία ευρεία καταναλωτική αγορά. Με κέντρο την πόλη Basel, η αστική ζώνη έχει πληθυσμό γύρω στους 750.000 κατοίκους και είναι γνωστή για τις διασυνοριακές οικονομικές της σχέσεις. Οι μεταφορικές υποδομές της περιοχής είναι μοναδικές και περιλαμβάνουν εκτός από οδικό, σιδηροδρομικό δίκτυο και δίκτυο αερομεταφορών, λιμάνια κατά μήκος του Ρήνου. Η εταιρεία Vitra είναι μία βιομηχανία κατασκευής και εμπορίας επίπλων. Ιδρύθηκε το 1950 και είναι υποδειγματική ως προς την ποικιλία των προϊόντων της, τα οποία σχεδιάζονται από προσωπικότητες με ιδιαίτερο προσωπικό στυλ. Το μεγάλο φάσμα περιλαμβάνει διακεκριμένα ονόματα όπως οι Charles και Ray Eames, αντικονστρουκτιβιστές όπως ο Robert Venturi, και νεοεισερχόμενους όπως ο Wernen Aisslinger. Αυτό το πνεύμα της σχεδόν άναρχης ποικιλίας προϊόντων αντανακλάται επίσης και στην αρχιτεκτονική του Campus. To Vitra έχει σχεδόν αποκλειστικά συνεργαστεί με ανερχόμενους αρχιτέκτονες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αναγνωρισμένου σε κύρος αρχιτεκτονικού τοπίου στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου. Ο ενθουσιασμός του Vitra για την αρχιτεκτονική ξεκίνησε το 1981 όταν ο Nicholas Grimsaw προσλήφθηκε για να αναπτύξει ένα σχέδιο για ολόκληρη την περιοχή του Campus, αφού μία μεγάλη πυρκαγιά είχε καταστρέψει ένα σημαντικό τμήμα του. Τρία λειτουργικά εργοστάσια κατασκευάστηκαν ως μέρος ενός ομογενοποιημένου σχεδίου. Η υψηλής τεχνολογίας αρχιτεκτονική του Grimshaw ταίριαξαν με την εικόνα του Vitra ως μία εταιρεία υψηλής τεχνολογικής ποιότητας. Αυτή η εταιρική στρατηγική ταυτότητα αμφισβητήθηκε το 1984 λίγο μετά τη συνάντηση του διευθυντή της εταιρείας, Rolf Fehlbaum, με τον Frank O. Gehry στην εγκατάσταση του γλυπτού “Balancing Tools” από τους Claes Oldenburg και Coosje van Bruggen, στο Campus. Οι συζητήσεις με τον Gehry οδήγησαν σε μία καινούρια στρατηγική χωρίς ομοιόμορφη εμφάνιση: “Διαφορετικές, αλλά όχι αυθαίρετες αρχιτεκτονικές πρέπει να συναντηθούν και να ξεχωρίσουν σε αυτό το χώρο μέσω της ζωτικότητας και της μοναδικότητάς τους.” Με αυτό τον τρόπο, σε αντίθεση με την βιομηχανική περιοχή γύρω από το Weil am Rhein, η εταιρεία αποφάσισε να υπογραμμίσει τον σκοπό της εταιρείας μέσα από την ποιότητα της αρχιτεκτονικής του.

Eames Plastic Chairs | 1950

Περιοχή του Weil am Rhein | Γερμανία


Vegetal Chairs | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Πηγή: Προσωπικό Αρχείο

Χάρτης Vitra Campus

Ένας αριθμός κτιρίων, συμπεριλαμβανομένου των χώρων παραγωγής, εμπορίου και έκθεσης των προϊόντων, υλοποιήθηκαν τα επόμενα χρόνια από διεθνής αρχιτέκτονες στους οποίους το Vitra έδωσε την ευκαιρία να χτίσουν εκεί τα πρώτα τους Ευρωπαϊκά κτίρια. Ο Gehry σχεδίασε το εκφραστικό Μουσείο Design του Vitra καθώς κι μία από τις μονάδες παραγωγής, η Zaha Hadid δημιούργησε το δυναμικό πυροσβεστικό σταθμό, ο οποίος σήμερα χρησιμοποιείται για εκδηλώσεις και παρουσιάσεις των “100 Αριστουργημάτων” από τη συλλογή του Μουσείου Design, ο Tadao Ando ένα διαλογιστικό Κέντρο Συνεδριάσεων για σεμινάρια και εκπαιδευτικές καταρτίσεις και ο Alvaro Siza ένα ψευδό-ανόθευτο χώρο παραγωγής. Αυτό το open-air μουσείο αρχιτεκτονικής φιλοξενεί επίσης δύο “ιστορικές αρχιτεκτονικές μορφές” : έναν θόλο του Buckminster Fuller και ένα πρατήριο καυσίμων του Jean Prouve, τον οποίο ο Rolf Fehbaum ανακάλυψε κατά τύχη σε ένα ταξίδι στη Γαλλία. Η πιο πρόσφατη προσθήκη στο Campus είναι το VitraHaus των Herzog &de Meuron (2010), το οποίο πλέον αποτελεί το έμβλημα της εταιρείας, και χρησιμοποιείται ως κατάστημα και χώρος έκθεσης της συλλογής του Vitra Home. Το Vitra έχει δημιουργήσει ένα ζωντανό περιβάλλον με αυτό το σύνολο αντιθέσεων, καθώς και τη διασύνδεση της παραγωγής, με τον πολιτισμό, την ανταλλαγή και το πείραμα. Το αποτέλεσμα δεν είναι η συμβατική προσπάθεια για εταιρική ταυτότητα με αρχιτεκτονική που βασίζεται στην αναγνωσιμότητα, αλλά περισσότερο ένα ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό τοπίο, το οποίο ενθαρρύνει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εργαζομένων, των προϊόντων, το περιβάλλον εργασίας, των πελατών και των επισκεπτών. Αυτή η αμοιβαία σχέση έχει θετική επιρροή στα προϊόντα, το αστικό περιεχόμενο και την εικόνα της εταιρείας. Επιπλέον, τα πολιτιστικά θέματα απευθύνονται και κοινοποιούνται με τα εναλλασσόμενα εκθέματα του Μουσείου Design, τα εργαστήρια Desing (workshops) και μέσω εκδηλώσεων και ξεναγήσεων στους χώρους του Campus που κάνουν την ταυτότητα της εταιρείας απτή και βιωματική. Το campus του Vitra αποτελεί τη χωρική αναπαράσταση των αξιών της εταιρείας, όπου η μάρκα από μόνη της προσελκύει πελάτες και όλους όσους έχουν πάθος για την αρχιτεκτονική και το design.


Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Δομή | Λειτουργία

Το Μονοπάτι | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra Πηγή: Προσωπικό Αρχείο

Στα πλαίσια της πρόσκλησης αρχιτεκτόνων απ’ όλο τον κόσμο για το σχεδιασμό των εγκαταστάσεων του Vitra Campus, ο Tadao Ando κλήθηκε το 1989 να σχεδιάσει ένα συνεδριακό κέντρο για χρήση των στελεχών της εταιρείας. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1993 και ήταν το πρώτο του εκτός Ιαπωνίας. Το κτίριο συνθέτουν τρία στοιχεία - ένας ορθογώνιος όγκος που διατρέχει παράλληλα τους τοίχους της βυθισμένης αυλής, ένας ορθογώνιος όγκος που διαπερνά την αυλή αυτή υπό γωνία 60 μοιρών, και ένας κυλινδρικός όγκος σχηματίζοντας έναν κενό χώρο που συνδέει τους δύο ευθύγραμμους όγκους. Ένα μεγάλο τμήμα του όγκου του είναι κρυμμένο κάτω από το επίπεδο του εδάφους, μειώνοντας σημαντικά το αντίκτυπο του στο περιβάλλον τοπίο και χωρίζοντας το κτίριο σε δύο επίπεδα. Σε αυτά αναπτύσσονται αίθουσες συνεδριάσεων, μία βιβλιοθήκη, ιδιωτικοί χώροι και ένα lobby, τα οποία είναι όλα “ανοιχτά” στην ηρεμία της βυθισμένης αυλής. Ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό είναι το μονοπάτι που οδηγεί στο Κέντρο, το οποίο έχει άμεση συσχέτιση με τα “μονοπάτια του διαλογισμού”, στους κήπους των Ιαπωνικών μοναστηριών. Αυτός ο ασκητικός περίπατος, χάρη στον τοίχο που τον ορίζει, παραλαμβάνει τον επισκέπτη και σταδιακά προσδίδει ένταση και δυναμισμό. Αυτό σε συνδυασμό με τη δομή και την χωρική διάταξη του υπόλοιπου κτιρίου αναδύουν την αίσθηση διαλογισμού, ιδιωτικότητας, ησυχίας και συγκέντρωσης, βασικά στοιχεία του πολιτιστικού υποβάθρου του Tadao Ando και γενικότερα της Ιαπωνικής κουλτούρας. Πολλά χαρακτηριστικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής και της σχεδιαστικής φιλοσοφία του Tadao Ando εντοπίζονται στο κτίριό του στο Vitra. Κάποια από αυτά είναι πιο ευδιάκριτα όπως η χρήση “καθαρών” δομικών υλικών (π.χ. εμφανές μπετόν που κυριαρχεί στην κατασκευή), κάποια άλλα όμως τα ανακαλύπτει κανείς καθώς επισκέπτεται το χώρο. Τα τελευταία ειδικά είναι και αυτά που φανερώνουν την αρχιτεκτονική ιδιοφυία του Ando Το κτίριο εμφανίζεται βαρύ και σε πολλά σημεία αδιαπέραστο. Σε αυτό συμβάλλει κατά κύριο λόγο το οπλισμένο σκυρόδεμα και η δυναμικότητα και καθαρότητα των όγκων που σε όψη δίνουν την εντύπωση της ακεραιότητας. Ωστόσο, το κτίριο δεν εγκλωβίζεται στον εαυτό του αλλά συνδιαλέγεται με το περιβάλλον του με εκπληκτική αρμονία και σεβασμό. Η ενσωμάτωση του κτιρίου με το περιβάλλον είναι ένα από τα βασικά θέματα που θέτει η αρχιτεκτονική του Ando. Σχεδιαστικά αυτό απαντήθηκε από τον αρχιτέκτονα με την εισχώρηση του τοίχου που περιβάλλει την αυλή στον βασικό όγκο του κτιρίου. Ο συμβολισμός αυτής της κίνησης γίνεται αντιληπτός τόσο σε επίπεδο κάτοψης όσο και σε επίπεδο όψης. Ο διάλογος εσωτερικού με εξωτερικό δεν σταματά εδώ. Οι μεγάλες τζαμαρίες των αιθουσών συνεδριάσεων στο οδικό μέτωπο και με θέα την βυθισμένη αυλή εντείνουν την ανάγκη του αρχιτέκτονα να κάνει τον άνθρωπο να μην νιώθει ανοίκειος στον χώρο που βρίσκεται όπως και να του προσφέρει μία ποικιλία οπτικών θεάσεων.

Όπως σχολιάστηκε, το περιβάλλον απασχολεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τον Tadao Ando. Αυτό όμως δεν προκύπτει τόσο ως μία συνθετική τάση του αρχιτέκτονα αλλά ως ένα στοιχείο της παιδείας και της προσωπικότητάς του. Στο Vitra παραδειγματικά αποδεικνύεται αυτή η συνθήκη. Στην έκταση στην οποία κατασκευάστηκε το Κέντρο Συνεδριάσεων, προϋπήρχε δενδροφύτευση με κερασιές. Ο Ando προσπάθησε να μην επέμβει σε αυτό το περιβάλλον, αλλά να εντάξει το κτίριο του διατηρώντας την φύτευση ως είχε. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό και αναγκαστικά ξεριζώθηκαν τρία από τα δέντρα, στη μνήμη των οποίων δημιούργησε τρία ανάγλυφα αποτυπώματα φύλλων πάνω στην εξωτερική τοιχοποιία του κτιρίου. Τα περισσότερα έργα του Ando απαρτίζονται από καθαρούς όγκους και σχήματα. Με ένα βαρύ υλικό σαν το σκυρόδεμα, το οποίο κυριαρχεί στην αρχιτεκτονική του θα περίμενε κανείς τα έργα του να μοιάζουν με κουτιά από μπετόν. Αντιθέτως, εμφανίζονται γεμάτα χάρη μέσα από μία έμφαση στην απλότητα και την καθαρότητα. Σε αυτό συντελεί η σχέση του κτιρίου με τον ουρανό και το φως και το πώς διαχειρίζεται αυτή την σχέση συνθετικά και σχεδιαστικά ο αρχιτέκτονας. Για τον Tadao Ando η τοποθεσία και οι καιρικές συνθήκες είναι πρωτεύουσας σημασίας παράμετροι κατά τη συνθετική διαδικασία. Ως μεγάλος θαυμαστής του Le Corbusier, καδράρει και θέλει να ορίζει την θέαση και την οπτική τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό του κτιρίου. Στο Κέντρο Συνεδριάσεων του Vitra αυτό γίνεται εμφανές στην βυθισμένη αυλή η οποία ορίζεται με έναν υψηλό τοίχο από τη μία και με το ίδιο το κτίριο από την άλλη, τα οποία ταυτόχρονα ρυθμίζουν και το τμήμα του ορατού ουρανού, που μεταβάλλεται καθώς κινείται κανείς στον χώρο.

Φως - Σκιά | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra

Το παιχνίδι φωτός και σκιάς είναι επίσης έντονο στο Κέντρο. Οι μακρόστενες είσοδοι και οι οριζόντιες σχισμές στα τελειώματα των τοίχων εντείνουν ακόμα περισσότερο το αίσθημα αρμονίας και διαλογισμού. Διαχωρίζουν επίσης τη λειτουργία και χρησιμοποιούνται σαν κώδικας ανάγνωσης του κάθε χώρου. Τα μεγάλα ανοίγματα επιλέχθηκαν για τις αίθουσες και το lobby, ενώ οι σχισμές για τους διαδρόμους και τα λιγότερο δημόσιας χρήσης δωμάτια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο φωτισμός σε μία μικρή αίθουσα που χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο από τους εργαζομένους του Vitra. Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία ένα μέρος του δωματίου μόνο δέχεται φωτισμό από το ταβάνι προσφέροντας χαλάρωση και ηρεμία στους χρήστες.

Lobby | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Πηγή: Προσωπικό Αρχείο

Αποτύπωμα Φύλλου| Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra Πηγή: Προσωπικό Αρχείο


Άποψη Μονοπατιού | Κύρια Είσοδος | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra

Φως - Σκιά | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Πηγή: Προσωπικό Αρχείο


Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Φέρων Οργανισμός Όσον αφορά το Κέντρο Συνεδριάσεων στο Vitra Campus, πρόκειται για ένα κτίριο που καταλαμβάνει μία έκταση 508.3 m², ενώ η δομημένη επιφάνεια του είναι 360.92 m². Η διάρκεια σχεδιασμού του έργου υπολογίζεται από τον Ιανουάριο του 1989 έως το Μάιο του 1992, ενώ η υλοποίησή του από τον Ιούνιο του 1992 μέχρι τον Ιούλιο του 1993. Το κτίριο έχει φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα: φέροντα τοιχία με πάχος που κυμαίνεται από τα 25cm έως τα 40cm (των οποίων η μέθοδος κατασκευής εξηγείτε αναλυτικά παρακάτω), ανεστραμμένα δοκάρια (διατομής 40cm x 25cm), και πλάκες πάχους 20cm, οι οποίες φέρουν τις μονώσεις και το δρύινο δάπεδο συνολικού πάχους 20cm, ώστε, σε συνδυασμό με τα δοκάρια, να δίνουν την αίσθηση ενός ενιαίου στοιχείου με πάχος 40cm. Η θεμελίωσή του πιθανότατα γίνεται με πεδιλοδοκούς μικρού πλάτους (ίσως 90cm), κάτι που μάλλον είναι εφικτό λόγο των κατάλληλων συνθηκών εδάφους, σε συνδυασμό με το ήδη βαθύ υπόγειο της κατασκευής, ιδίως μάλιστα αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για ένα κατά τ’ άλλα ισόγειο κτίριο.

Κατασκευαστική Λεπτομέρεια| Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Πηγή: Προσωπικό Αρχείο

Στο έργο αυτό του Άντο χρησιμοποιούνται υλικά που εκφράζουν τη γύμνια της υφής τους, και πιο συγκεκριμένα: ξύλο βελανιδιάς για τα πατώματα, τις εσωτερικές πόρτες και κάποιες επενδύσεις στους τοίχους ∙ γυαλί για τα εξωτερικά κουφώματα (διπλά υαλοστάσια) ∙ και τέλος μέταλλο (πιθανά ανοξείδωτο χάλυβα) για τις κάσες των κουφωμάτων και τα κιγκλιδώματα. Η ιδιαίτερη προσοχή στα υλικά προσδίδει στο κτίριό του ασκητισμό και ένταση που το χαρακτηρίζουν.

Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Κάτοψη

Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Τομή


Τατάμι | Tatami |

Τατάμι | Παραδοσιακό Ιαπωνικό Πατωμα

Το Τατάμι είναι ένα είδος ιαπωνικού πατώματος αριστοκρατικών σπιτιών, που εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα το 17ο αιώνα. Στην παράδοση τα Τατάμι ήταν κατασκευασμένα από έναν πυρήνα άχυρου ρυζιού, καλυμμένο με ένα αχυρένιο μαλακό υφαντό (igusa), ενώ συχνά είχαν περίγραμμα (heri) από χρυσοκέντητο ή απλό πανί. Σήμερα, αποτελούνται συνήθως από συμπιεσμένο ξύλο ή αφρώδες πολυστυρένιο, με μαύρο περίγραμμα. Τα Τατάμι παράγονται σε τυποποιημένα μεγέθη, με το μήκος ακριβώς διπλάσιο από το πλάτος, μια αναλογία του 2:1. Το μέγεθος και οι διαστάσεις ενός Τατάμι ποικίλουν ανάλογα με τους διαφορετικούς τόπους χρήσης του στην Ιαπωνία. Στην περιοχή του Κιότο, ένα Τατάμι (Kyōma Tatami) έχει διαστάσεις 0.955m x 1.91m, στην Ναγκόγια (Ainoma Tatami) 0.91m x 1.82m, στις περιοχές γύρο από το Τόκιο (Edoma ή Kantōma Τatami) 0.88m x 1.76m. Παράλληλα, οι διαστάσεις του Τατάμι, ήταν παρεμφερείς με αυτές της μονάδας Ken, δηλαδή της απόστασης μεταξύ δυο υποστυλωμάτων στην ιαπωνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Το πάχος ενός Τατάμι κυμαίνεται μεταξύ των 5.5cm και 6.0cm. Οι διαστάσεις του Τατάμι, συμπίπτουν με τον ελάχιστο χώρο ύπνου για ένα άτομο, και παλαιότερα σε τατάμι κοιμόντουσαν ιάπωνες ευγενείς και σαμουράι. Σε τατάμι επίσης στρώνεται το φουτόν (futon), το παραδοσιακό κρεβάτι της Ιαπωνίας (αν και σήμερα οι περισσότεροι ιάπωνες χρησιμοποιούν συμβατικά κρεβάτια), το οποίο μαζεύεται και αποθηκεύεται όταν δεν χρησιμοποιείται. Το μισό Τατάμι ονομάζεται Hanjō, ενώ τα Τατάμι μήκους 3/4, που χρησιμοποιούνται στα δάπεδα των δωματίων της “τελετής του τσαγιού” (Chashitsu), λέγονται Daimedatami.

Παραδοσιακή Διάταξη Τατάμι στο Δωμάτιο “Τελετής του Τσαγιού”

Σήμερα το τατάμι στην Ιαπωνία χρησιμοποιείται συχνά ως (συγκριτική) μονάδα μέτρησης εμβαδού, περίπου 1.653 m2 (για ένα συμβατικού μεγέθους Τατάμι της Ναγκόγια). Μερικά συνήθη μεγέθη δωματίων [1] (στην περιοχή της Ναγκόγια): 4½ Τατάμι (Tatami) = 9 shaku × 9 shaku ≈ 2.73 m × 2.73 m 6 Τατάμι (Tatami) = 9 shaku × 12 shaku ≈ 2.73 m × 3.64 m 8 Τατάμι (Tatami) = 12 shaku × 12 shaku ≈ 3.64 m × 3.64 m Τα καταστήματα ήταν παραδοσιακά κατασκευασμένα με εμβαδό 5½ Τατάμι (Tatami) και τα δωμάτια του τσαγιού έχουν μέγεθος περίπου 4½ Τατάμι (Tatami). Στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, πέραν του Ταντάο Άντο (Tadao Ando), ο οποίος συχνά συνθέτει τους χώρους του με αναλογίες Τατάμι, χωρίς αυτά να είναι αναγκαία εμφανή στο πάτωμα, ο Άρης Κωνσταντινίδης χρησιμοποιούσε κάνναβο με διαστάσεις 90cm x 180cm. Διαφορετικές Διατάξεις Τατάμι στο Χώρο

Σημασιολογικά, ο όρος Τατάμι (Tatami) προέρχεται από το ρήμα τατάμου (tatamu), που σημαίνει “διπλώνω” ή “συσσωρεύομαι”. Έτσι υποδηλώνεται και η φύση των πρώτων Τατάμι, τα οποία όντας λεπτά, μπορούσαν να διπλωθούν ή να τοποθετηθούν σε στοίβες για όσο δεν χρησιμοποιούνταν. Αποτελώντας αρχικά καθαρά προνόμιο των αριστοκρατών, το Τατάμι χρησιμοποιείτο μεμονωμένα σε χώρους αντίστοιχους του δυτικού σαλονιού. Μετά τον 17ο αιώνα το πάτωμα αυτό συναντάται και σε κατοικίες χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, όπου καλύπτει πλέον εξ ολοκλήρου (Zashiki) και άλλα δωμάτια εκτός από το “σαλόνι”, ενώ παράλληλα η χάραξή του ακολουθούσε τους κανόνες της θέσης καθίσματος των ατόμων στο χώρο. Τέτοιοι χώροι σήμερα, είναι συνδεδεμένοι με ιερές τελετές καθώς και με την “τελετή του τσαγιού”. Οι σύγχρονες κατοικίες συνήθως έχουν ένα τουλάχιστον τέτοιο πάτωμα, σε χώρο διακοσμημένο ως παραδοσιακό.

[1]: Shaku είναι η μονάδα μέτρησης του μήκους στην Ιαπωνία, όπου 1 shaku ≈ 0.3030303m

Κατασκευή Τατάμι στο Εργοτάξιο | 1860 - 1900


Tadao Ando και Τατάμι | Το σκυρόδεμα του Ando

Ο Άντο έχει πεί για αυτόν τον τοίχο: “Μόνο ο Θεός είναι τέλειος. Για να μην μπορεί να θεωρηθεί το κτίριο στο Vitra τέλειο, επέλεξα να κρύψω τον ένα από τους συνδέσμους στο Τατάμι αυτού του τοίχου. Έτσι, πάντα κάτι θα λείπει.”

[2]: Ο Ταντάο Άντο χρησιμοποιεί εδώ για πρώτη φορά μόνωση στο εσωτερικό της τοιχοποιίας του, αφού όλα τα προηγούμενα έργα του στην Ιαπωνία δεν είχαν κάποια μορφή μόνωσης.

Η Χρήση του Τατάμι από τον Άντο στις Τοιχοποιίες του προσδίδει μια ανθρώπινη κλίμακα στην αρχιτεκτονική του.

Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Τομή Κατασκευαστικής Λεπτομέρειας

Τοιχοποιία | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra Πηγή: Προσωπικό Αρχείο

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω το Τατάμι σχετίζεται άμεσα με το ύψος ενός ανθρώπου. Στο κτίριό του στο Vitra Campus ο Άντο χρησιμοποιεί το Τατάμι στις τοιχοποιίες του τόσο ως συνθετικό, όσο και σαν οικοδομικό - τεχνικό χαρακτηριστικό. Με τον τρόπο αυτό προσδίδει μια ανθρώπινη κλίμακα στην αρχιτεκτονική του. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ταντάο Άντο είναι ο πρώτος αρχιτέκτονας που χρησιμοποιεί ένα στοιχείο της Ιαπωνικής παράδοσης στη σύγχρονη αρχιτεκτονική. Στο Κέντρο Συνεδριάσεων του Vitra χρησιμοποιήθηκαν δύο διαφορετικά πλαίσια (καλούπια) για την κατασκευή του ξυλοτύπου, ένα εξωτερικό ξύλινο και ένα εσωτερικό multiplex πλαίσιο. Το εσωτερικό του ξυλοτύπου επικαλύφθηκε με λάδι για την ευκολότερη αποκόλληση - αφαίρεσή του. Οι πλευρές του ξυλοτύπου συγκρατούνται μεταξύ τους με ειδικούς συνδέσμους (στερεώσεις), που έχουν τη μορφή σωλήνων, επιτρέποντας έτσι τη δημιουργία ενός μπετονένιου τοίχου με ενδιάμεση (εσωτερική) μόνωση [2] στο κατάλληλο, ανάλογα με την περίσταση, πάχος (Εικ. 7). Οι στερεώσεις αυτές παραμένουν στη συνέχεια εκτεθειμένες στη τοιχοποιία, παρέχοντας μια ορατή αναφορά στη διαδικασία κατασκευής του τελικού αρχιτεκτονήματος (Εικ. 8 | Εικ. 9). Τέλος, όσον αφορά το σκυρόδεμα του Άντο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της ανάδευσής του προστίθεται στο τελικό μίγμα μία ποσότητα στάχτης, η οποία βοηθάει αφενός τα υλικά να δέσουν καλύτερα μεταξύ τους, και αφετέρου προσδίδει στη τελική τοιχοποιία αυτές τις απαλές διακυμάνσεις στις διάφορες αποχρώσεις του γκρι. Ένα παρόμοιο σύστημα για το καλούπωμα του σκυρόδεμα ακολούθησε και η Zaha Hadid στον Πυροσβεστικό Σταθμό του Vitra Campus που βρίσκεται στον ίδιο χώρο, με την βασική διαφορά να εντοπίζεται στον αριθμό επανάληψης της χρήσης του ίδιου multiplex πλαισίου ξυλοτύπου. Ο Άντο είχε δώσει σαφείς γραπτές οδηγίες (στο συμβόλαιο για την κατασκευή του κτιρίου) που επέτρεπαν τη χρήση του ίδιου πλαισίου ξυλοτύπου για καλούπωμα μόνο τρείς φορές, σε αντίθεση με τον ξυλότυπο του Πυροσβεστικού Σταθμού, ο οποίος επαναχρησιμοποιούντο για όσες φορές ήταν δυνατό. Με αυτόν το τρόπο το σκυρόδεμα του Κέντρου Συνεδριάσεων αποκτά μια μοναδική αίσθηση στην αφή, μια απαλότητα που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ακουμπάς μπετόν ή καλογυαλισμένο μάρμαρο.


Σχόλια | Συμπεράσματα

Άποψη Εσωτερικού Χώρου | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra

Ένα από τα κύρια στοιχεία, και ίσως το κατ’ εξοχήν γνώρισμα, της αρχιτεκτονικής του Άντο, όπως προκύπτει από τα προηγούμενα, είναι η χρήση του Τατάμι στις τοιχοποιίες του. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σύγχρονης αρχιτεκτονικής, που μεταδίδει με μοναδικό τρόπο την αισθαντικότητα που ο ίδιος ο αρχιτέκτονας επιθυμεί να δημιουργήσει μέσα από τα έργα του. Παρ’ όλο που το Τατάμι αποτελεί καθαρά στοιχείο της ιαπωνικής παράδοσης, ο Άντο το μετατρέπεται σε ένα σύγχρονο παράγοντα αισθητικής και οικοδομικής. Είναι φανερό λοιπόν, πως ένας αρχιτέκτονας καταφέρνει να οδηγηθεί από ένα στοιχείο της παράδοσης, σε ένα στοιχείο πρωτοποριακό, καινοτόμο, ικανό να δημιουργήσει νέες ποιότητες και αισθητικές στο χώρο. Πρόκειται για μία τεχνική αρχιτεκτονικής παραγωγής, γνωστής από αρχαιοτάτων χρόνων, η οποία αν εφαρμοστεί με σύνεση μπορεί να οδηγήσει σε εκπληκτικά αποτελέσματα. Θα πρέπει κανείς να σεβαστεί την παράδοση, να μην προσπαθήσει να την αντιγράψει, αλλά να αφορμιστεί από αυτή και να οδηγηθεί σε νέα μονοπάτια. Μόνο τότε θα μπορέσει να επιτύχει και να θεωρηθεί “Καλός Αρχιτέκτονας”. Ο Ταντάο Άντο , συνεπως, είναι αναμφίβολα ένας “Καλός Αρχιτέκτονας”. Δεν είναι, μάλλον, τυχαίο βέβαια ότι κατάγεται από μια παράδοση, φημισμένη για την φιλοσοφία και το ήθος της. Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο έντονη γίνεται η επιρροή του δυτικού κόσμου από την Ανατολή. Τα στοιχεία που προκύπτουν από αυτήν την ανάμιξη των κουλτούρων, όσον αφορά στην αρχιτεκτονική τουλάχιστον, είναι συνήθως ενδιαφέροντα και άξια λόγου. Στο χέρι του καθενός είναι να παρακολουθεί και να μπορεί να διδάσκεται από αυτό το ιδιαίτερο για την εποχή φαινόμενο. Κάτι ακόμα που θα πρέπει να αναφερθεί εδώ, είναι το γεγονός ότι ο Άντο, πέραν του δανείου του από την παραδοσιακή προς τη σύγχρονη αρχιτεκτονική, χρησιμοποιεί άλλο ένα δάνειο. Μεταφέρει ένα στοιχείο από την Κάτοψη στην Όψη, ο λόγος ξανά για το Τατάμι. Από πάτωμα γίνεται τοίχος και αλλάζει τις αντιλήψεις που είχαμε μέχρι τώρα για την τοιχοποιία. Κλείνοντας αυτήν την εργασία, ας τονισθεί ότι ο Άντο επιδιώκει μια μορφή διαπολιτισμικής κριτικής η οποία προσπαθεί να αντισταθμίσει τις γενικές υποτιμήσεις που έχει υποφέρει η αρχιτεκτονική στα χέρια της τεχνικής. Από αυτή την άποψη, η κριτική του είναι ισχύουσα τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή. Το μέγεθος του έργου ενός τέτοιου αρχιτέκτονα, επομένως, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο από την απλή έρευνα πάνω σε κατόψεις, όψεις κα τομές. Θα πρέπει κανείς, προκειμένου να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη, σφαιρική εικόνα επί του θέματος, να πραγματοποιήσει μία εκτεταμένη έρευνα, εφ όλης της ύλης, πάνω στις αρχές του Άντο στα πιστεύω και στη φιλοσοφία του. Στα πλαίσια πάντα των ορίων της συγκεκριμένης εργασίας και του αντίστοιχου μαθήματος, προσπαθήσαμε να μεταδώσουμε τα στοιχεία αυτά και ίσως να δημιουργήσουμε το έναυσμα για περεταίρω έρευνα και ενασχόληση με το θέμα.


Βιβλιογραφία | Πηγές Βιβλία | Συγγράμματα Masao Furuyama | “ΤΑΝΤΑΟ ΑΝΤΟ *1941, Η Γεωμετρία του Ανθρώπινου Χώρου” | TASCHEN | 2008 Masao Furuyama | “Tadao Ando” | Studio Paperback | 1996 Richard Pare, Tom Heneghan | “I COLORI DELLA LUCE” | PHAIDON | 2003 Francesco Dal Co | “Tadao Ando: Complete Works” | PHAIDON | 1996 Sai Morikawa | “Tadao Ando, An interview with” | Ground Magazins | 27/8/2012 Xianghua Wu | “Concrete Resistance: Ando in the context of critical regionalism” | Pittsburgh University | 2006

Ιστοσελίδες “Tadao Ando” | Wikipedia, the free encyclopedia | http://en.wikipedia.org/wiki/ Tadao_Ando | http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B1%CE%BD%CF%8 4%CE%AC%CE%BF_%CE%86%CE%BD%CF%84%CE%BF | http://fr.wikipedia. org/wiki/Tadao_And%C5%8D “TADAO ANDO and TATAMI” | http://beyondaesthetics.blogspot.gr/2011/11/ tatami-blog-3_02.html “Τατάμι” | http://www.t12online.com/extras/wiki/index.php?title=Tatami “ΤΑΤΑΜΙ” | Wikipedia, the free encyclopedia | http://en.wikipedia.org/wiki/ Tatami

“arch 6271, contemporary german theory, travel seminar 2008” | University of Utah, School of Architecture| http://faculty.arch.utah.edu/ruegemer/classes/2008_fallseminar/downloads/Arch_6271_Final_Book.pdf www.vitra.com http://ruimoraisdesousa.blogspot.gr/2011/03/tadao-ando-vitra-conferencepavilion.html

Θα πρέπει να σημειωθεί πως και οι δύο φοιτητές επισκέφθηκαν και ξεναγήθηκαν στο Vitra Campus το φθινόπωρο του 2012 στα πλαίσια εκπαιδευτικού ταξιδιού στην Ευρώπη. Συνεπώς, πολλές από τις φωτογραφίες και τα κείμενα της εργασίας αποτελούν τμήμα προσωπικού αρχείου.

Άποψη Εσωτερικού Χώρου | Κέντρο Συνεδριάσεων Vitra | Πηγή: Προσωπικό Αρχείο

“Campus_City_collection_vitra” | http://www.christiaanse.arch.ethz.ch/upload/Campus_City_collection_vitra.pdf


Vitra Conference Pavilion by Tadao Ando  
Vitra Conference Pavilion by Tadao Ando  
Advertisement