Page 1

λεύγα 08 ● σεπτέμβριος 2012

8 Ουτοπία | Πόσοι επενδυτές χρειάζονται για ν’ αλλάξουν μια λάμπα; | Αλήθειες για τις τράπεζες | Τα stage πέθαναν, ζήτω τα stage | Η αυτοκτονία ως μία εκ των αντιμνημονιακών τεχνών | CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα | Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας) | Σκέψεις περί πολιτισμικής αποικιοκρατίας με αφορμή «τα αγγλικά του Τσίπρα» | Δημήτρης Παπαϊωάννου ή το χρονικό του θανάτου του αριστερού καλλιτέχνη | Ο χαρούμενος ύπνος και οι χαμογελαστοί πελάτες του | Πικ εν ρολ με έννοιες | Για ένα σχολείο της κοινότητας | Αυτοκτονία με δόλο | 45άρια | Στην παρανομία | Angus of footby | Και σαν σκιές επιστρέφουμε… | Ψιλή κουβέντα


Η λεύγα 7 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 5.6.2012, παραμένοντας σταθερό σημείο μέτρησης βαθμού ψυχραιμίας. Διακινήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους και εκμεταλλεύτηκε τη θερινή κινητικότητα προκειμένου να εμφανιστεί σε άγονα και γόνιμα νησιά, σε παραλίες γυμνιστών, στο πανηγύρι της Καλομοίρας Τρικάλων και σε αεροσκάφη υπερπόντιων διαδρομών. Στη διάδοσή της συντέλεσαν φίλοι και συνεργάτες, σταθεροί συνοδοιπόροι και περιστασιακοί σχολιαστές, το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθηνών και πλείστοι κοινωνικοί και πολιτικοί χώροι. Έχοντας καταφέρει να μετατρέψει το εύληπτο περιεχόμενό της σε ευρύχωρο t-shirt, η λεύγα προετοιμάζεται για βιωματικά σεμινάρια ηλεκτρονικής εγκράτειας για την ομαλή λειτουργία συλλογικών ψυχοϋποστηρικτικών εγχειρημάτων, αλλά και σύγχρονου μάρκετινγκ προώθησης υποσυνείδητων μηνυμάτων, με στόχο την οριστική επικράτηση των αδιαφανών κέντρων που –σε πείσμα του αρνητικού επενδυτικού κλίματος– εξακολουθούν να τη συντηρούν.

ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ ΝΑ ΠΙΝΕΤΕ ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΡΩΤΕ ΠΑΤΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ Η Ελλάδα είναι μια χώρα ορεινή, με λίγα κοπάδια και μικρή γεωργική παραγωγή, που δυστυχώς έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο από τη δράση αναρχοκομμουνιστών και συνδικαλιστών τα τελευταία χρόνια, ενώ τα μικρά αποθέματα συνήθως πέφτουν βορά των ληστρικών παράνομων μεταναστών.

Τώρα όμως η ΕΕ, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ προσφέρουν στα παιδιά μας γάλα και πατάτες, για να χτιστούν οι Έλληνες του αύριο!

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας,  Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης λεύγα 8 (Σεπτέμβριος 2012) Φωτογραφίες: Γιάννης Βαμιεδάκης, Αχιλλέας Βογιατζής Σχέδιο εξωφύλλου: Robert Spittlehouse Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr

Χωρίς σουφρωμένα χείλη και χωρίς κλαμένα μάτια, αλλά με μεγάλη όρεξη, τα παιδιά της Νέας Σμύρνης υποδέχονται το γάλα και τις πατάτες της διεθνούς βοήθειας, μπροστά σε ειδικά ενημερωτικά πόστερ.


3 levga.gr 2

8 levgamag@gmail.com

Άγης Πετάλας, Ουτοπία

4 Κώστας Σπαθαράκης, Πόσοι επενδυτές χρειάζονται για ν’ αλλάξουν μια λάμπα; 9 Στάθης Στασινός, Η απλή τέχνη της τραπεζικής 14 Στέφανος Βαμιεδάκης, Πρόγραμμα Κοινωφελούς Εργασίας: τα stage πέθαναν, ζήτω τα stage 17 Βιβή Αντωνογιάννη - Γιάννης Βογιατζής, Η αυτοκτονία ως μία εκ των αντιμνημονιακών τεχνών 24 Μάρκο Ζερμπίνο, CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα 32 36 40 46 52 55 61 63

Αλέκος Λούντζης, Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας) Κωνσταντίνος Καλαντζής, Σκέψεις περί πολιτισμικής αποικιοκρατίας με αφορμή «τα αγγλικά του Τσίπρα» Κώστας Περούλης, Δημήτρης Παπαϊωάννου ή το χρονικό του θανάτου του αριστερού καλλιτέχνη Μιχάλης Μεντίνης, Ο χαρούμενος ύπνος και οι χαμογελαστοί πελάτες του Θοδωρής Δρίτσας, Πικ εν ρολ με έννοιες Μπάμπης Μπαλτάς, Για ένα σχολείο της κοινότητας Όλγα Τουλούμη, Μια απάντηση Robert Spittlehouse, Angus of footby

64

67 72

Όλγα Καρυώτη, Και σαν σκιές επιστρέφουμε… Γιώργος Μανουσέλης, Ψιλή κουβέντα


[]

Ουτοπία

Αγαπητέ μου, βρίσκομαι σ’ αυτή τη θαυμαστή εξοχή, εδώ και έξι μέρες, και δεν κουράζομαι να αποθαυμάζω τις καταπληκτικές αρετές αυτού του πάρκου, με τα σκιερά δάση που δεσπόζουν ολόγυρα και τα χαριτωμένα μονοπάτια κατά μήκος των ρυακιών. Η φύση και η σιωπή της, οι γαλήνιες απολαύσεις της, η αμέριμνη ζωή στην οποία μας προσκαλεί, όλα τούτα με γοήτευσαν. Αχ! Ιδού η αληθινή λογοτεχνία, δεν υπάρχει ποτέ λάθος στυλ σε ένα λιβάδι. Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Οι χωριάτες, 1844

Υπάρχουν τόποι που μπορεί κανείς να κατοικήσει κι άλλοι τους οποίους μπορεί να ενοικήσει. Υπάρχουν τόποι στους οποίους μπορεί κανείς να εργαστεί και τόποι στους οποίους μπορεί να ξαποστάσει. Ο κατακερματισμένος χώρος του «πάτριου» εδάφους (αλλού γεννιέσαι, αλλού πεθαίνεις, από αλλού κατάγεσαι), ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο θλιβερά ομοιόμορφος και παραταύτα τόσο επαναλαμβανόμενα, παγιωμένα «διαφορετικός». Οι νοηματοδοτήσεις του άστεως και της επαρχίας, μεταλλάσσονται γοργά, τα σύνορα μεταξύ τους ξαναχτίζονται και γκρεμίζονται σε μία και μόνη στιγμή. Το άστυ μας, όπως εμφανίζεται: ένα παρακμιακό συνονθύλευμα άχαρου δημόσιου χώρου και πύκνωσης μιας εξαντλητικής βιομέριμνας, μια στέρφα γη. Το άστυ εισβάλλει για τα καλά στην επαρχία: μια τρομοκρατική ληστεία, ένα αποτρόπαιο έγκλημα αλλοδαπού, από το πουθενά, σε εποχή διακοπών. Η επαρχία έχει βέβαια θερινές φωτιές που κατακαίγουν μαστιχόδεντρα, μα και το άστυ, μήπως κι αυτό δεν έχει φωτιές στα ήδη αποψιλωμένα βουνά που το περιστοιχίζουν; Το άστυ «εξάγει» στην επαρχία: εξάγει αστούς που κάνουν διακοπές και μαζί τους εξάγει στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών. Το άστυ μετακενώνει στην επαρχία ιδέες και πρακτικές: ρατσιστικό μίσος, ομάδες κρούσης, συγκρουσιακή αλληλεγγύη «αντίστασης», που, αναβαπτιζόμενη στο επαρχιακό κοινωνικό σύμπαν, εκτρέπεται στον προπηλακισμό του φοροεισπράκτορα (μια διακριτή μνήμη «εθνικοαπελευθερωτικής», τοπικής παλικαριάς, αυτή). Ό,τι εμφανίζεται και αποκρούεται ως αστικό σπίλωμα της επαρχίας, απλώς καταυγάζει τη μανιώδη επιδίωξη της τελευταίας να παραμείνει «επαρχία», με κάθε τίμημα. Μα όχι ακριβώς με την έννοια της διαφύλαξης μιας προκαπιταλιστικής, ονειρικής πρόσχωσης της φύσης, όπως θα την ήθελαν κάποιοι κατάκοποι αστοί που δεν παύουν να ερμηνεύουν την επαρχία ως ένα αισθητικό, κοινωνικά άδειο, δοχείο, κατάλληλο να υποδέχεται τα άγχη τους. Απλώς, τα στρατόπεδά της οφείλουν να μείνουν στρατόπεδα (συνοριοφύλακες της περίκλειστης, πάντοτε «ακριτικής» υπαίθρου) και όχι σταθμοί συγκέντρωσης μαυριδερών ζητιάνων (ο διάσπαρτος πληθυσμός του κινδυνώδους, κοσμοπολιτικού μας άστεως). Η επαρχία εξάγει στο άστυ την ψευδαίσθηση ότι «εκεί», έξωθεν της πόλης, υπάρχει ένα φαντασιακό καταφύγιο «αυτονομίας», που πρέπει να μείνει αμόλυντο, σαν μια απέραντη μνήμη παιδικών διακοπών, σαν ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο ακύμαντης κοινωνι-


[]

κής και φυσικής αταραξίας. Αυτό το πεδίο «καταφυγής» από το άστυ, επενδύεται, διόλου τυχαία, με τις ιδέες της νέας «επένδυσης». Επιστροφή στην πατρώα γη, χειροπιαστό χώμα, αγροτουρισμός, υψωμένα ιστία σε ένα κοινωνικό αρχιπέλαγος καπετανέων-skippers, φωτοβολταϊκοί λειμώνες, χυμώδεις κατακόκκινες φράουλες δίχως χημικά. Το μεγακαπιταλιστικό άστυ εισβάλλει ύπουλα στην επαρχία και ανατροφοδοτεί τις φαντασιώσεις πλουτισμού των «ευγενών αγρίων» του χωριού και της κωμόπολης, των ίδιων ανθρώπων που, μέσω του τοπικού τους βουλευτή, διαγκωνίζονταν πάντοτε για τη λήψη προγραμμάτων ανάπτυξης της υπαίθρου, για «μεγάλα έργα», ή απασχολούσαν στρατιές ειρηνοδικών με τις διασυνοριακές διαφορές των αγροτεμαχίων τους. Η επαρχία συναντάται μόνιμα με το άστυ, μα τώρα πια προβάλλει όσο ποτέ στο πρόσφατο παρελθόν, τις αρετές της λυτρωτικής αυτονομίας της. Το αντίβαρο του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού κορεσμού του άστεως, η επαρχία, οφείλει να μείνει ένας τόπος φαντασιωτικής επένδυσης μιας νέας ζωής, από την οποία θα έχουν εξοβελιστεί οι δυσαρέσκειες της αστικής ζωής. Πρέπει πάση θυσία να παραμείνει επαρχία, μα τώρα πια μια νέα επαρχία: όχι ο τόπος στον οποίο επιζούν οι πολιτικές μνήμες μιας ιστορίας που διαμορφώθηκε, εν πολλοίς, «στο βουνό», ούτε ο τοπολατρικός ρομαντισμός της καταγωγικής μας αφέλειας, όπως αποτυπώνεται στην αντίστοιχη, ενοχλητικά επίμονη, ελληνική λογοτεχνία της χωριάτικης νοσταλγίας. Η νέα αυτόνομη επαρχία μας: μια κοιλάδα σιλικόνης, όπου ο τεχνολογικός μινιμαλισμός της «νέας επένδυσης», θα συνδυάζεται με το απέραντο φυσικό πάρκο, της θαλάσσιας και βουνίσιας θέας. Άγης Πετάλας


[]

Κώστας Σπαθαράκης

Πόσοι επενδυτές χρειάζονται για ν’ αλλάξουν μια λάμπα;

Ο

δημόσιος διάλογος περιστρέφεται σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, γύρω από τα προβλήματα της οικονομίας. Ωστόσο η οικονομία ως έννοια έχει πλέον απόλυτα ταυτιστεί με τρομακτικούς αριθμούς, με το ποσοστό της ύφεσης, το δημοσιονομικό έλλειμμα ως προς το ΑΕΠ, τις διαφορές στο κόστος δανεισμού και πάει λέγοντας. Η οικονομία δεν ανακαλεί καμία εικόνα· ακόμα και η τηλεόραση, όταν χρειάζεται να επενδύσει οπτικά τη νιοστή επανάληψη των μέτρων, αναζητά με αμηχανία ταμειακές μηχανές, μετρητές χαρτονομισμάτων, υπαλλήλους της εφορίας επί το έργον, χρηματιστηριακούς δείκτες, και φρεσκοκομμένα κέρματα. Μόνο κάποτε κάποτε εμφανίζονται επί σκηνής κάποια απομεινάρια της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής (κατά προτίμηση για να ντύσουν τη συζήτηση για τον κατώτατο μισθό): κάτι ταλαίπωρα σιδηρουργεία, κάτι ραπτομηχανές στη σειρά κ.ο.κ. Και όσο αποψιλώνεται η έννοια της οικονομίας, όσο γίνεται κάτι εντελώς αφηρημένο και γενικό, τόσο υπερεπενδύεται με προσδοκία, τόσο τονίζεται από κάθε πλευρά η ανάγκη της περιώνυμης «ανάπτυξης», μιας έννοιας που είναι πλέον στο στόμα κάθε Έλληνα, που υπερβαίνει τον διαχωρισμό μνημονιακών και αντιμνημονιακών, αλλά κατά παράδοξο τρόπο μένει ακόμη πιο κενή περιεχομένου και από την οικονομία. Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΗ δείχνει σε ποιο βαθμό έχουν εξαφανιστεί από τον δημόσιο λόγο και τα πιο θεμελιώδη προβλήματα της παραγωγικής βάσης, και ακόμη πόσο έχει υποχωρήσει η λογική του σχεδίου και του σχεδιασμού, ακόμη και σε τομείς όπως η ενέργεια. Η ΔΕΗ, όπως και οι υπόλοιπες κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, αντιμετωπίζεται απλώς ως σφηκοφωλιά κρατικοδίαιτων συνδικαλιστών, που πρέπει να αποκοπεί από τον κρατικό κορμό για να εξυγιανθεί. Από την πλευρά της αριστεράς, το ζήτημα φαίνεται να αφορά κυρίως την τιμολογιακή πολιτική: οι κακοί ιδιώτες

παίρνουν την κρατική περιουσία, αυξάνουν τα τιμολόγια, πληρώνει ο λαός. Η ανικανότητα να εξειδικευτεί η πρόταση να αποτελέσουν οι κρατικές επιχειρήσεις «εργαλεία» ή «μοχλούς» ανάπτυξης, η αδυναμία να δοθεί μια πρακτική απάντηση στο πώς θα γίνει αυτό, προς ποια κατεύθυνση και με ποιους στόχους, διασφαλίζει την ιδεολογική ηγεμονία του αντιπάλου. Αυτοί ξέρουν. Τι ξέρουν όμως; Είναι απόλυτα εμφανές, και κάποτε λέγεται και ανοιχτά, ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση εξωτερικών επενδύσεων στην Ελλάδα, ούτε καν σε τομείς όπως η ενέργεια, τομείς δηλαδή που έχουν εγγυημένη απόδοση και λειτουργία, εγγυημένη ζήτηση κ.λπ. Ό,τι γίνει στον περίφημο τομέα των ιδιωτικοποιήσεων θα γίνει εκ των ενόντων· η καλή τράπεζα Χ θα πάρει τα λεφτά της ανακεφαλαιοποίησης από το κράτος, θα δανείσει τον φιλόδοξο επιχειρηματία Ψ, που θέλει να αγοράσει ένα κομμάτι κρατικής περιουσίας, και μετά από πολύ γκρίνια για την κατάσταση στην οποία το αγοράζει ο επενδυτής, για τους συνδικαλιστές, και αφού το κράτος φορτωθεί τα δάνεια της επιχείρησης (ΑΤΕ, Εγνατία οδός), ο «επενδυτής» θα κάνει το πατριωτικό του καθήκον αγοράζοντας με τα κρατικά λεφτά μια κρατική επιχείρηση. Αυτό προφανώς δεν προσφέρει τίποτα από την άποψη της εισροής πόρων στην οικονομία, αφού δεν μεταβάλλει σε τίποτα την κεφαλαιακή βάση· αφορά απλώς τη διαχείριση της εταιρείας και προφανώς τον έλεγχο των εσόδων της. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι δεν έχει σημασία αν η ΔΕΗ είναι κρατική ή όχι, αν ανήκει σε έναν ιδιώτη, στο ελληνικό ή το καταριανό δημόσιο. Ας βάλουμε στην άκρη την αβάσιμη προκατάληψή μας ότι οι ιδιώτες επενδυτές δεν είναι παρά γεράκια που θέλουν να υπερτιμολογήσουν το ρεύμα και να μας πιουν το αίμα. Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε με ποιο τρόπο, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής της επιχείρησης, θα μπορούσε μια μεγάλη εταιρεία να συμβάλει στην «ανάπτυξη».


[]

Η ευρωπαϊκή στρατηγική της απελευθέρωσης των αγορών ενέργειας από το 2000 και μετά, που είχε στόχο να ανοίξουν οι αγορές και να σπάσουν τα κρατικά μονοπώλια σε ολόκληρη την Ευρώπη, επέβαλε στις μεγάλες κρατικές εταιρείες να ακολουθήσουν μια λογική αποεπένδυσης: να πουλήσουν παραγωγικές μονάδες, να παραχωρήσουν τα δίκτυα, να μην αξιοποιήσουν τη δεσπόζουσα θέση τους στην αγορά, να αυξήσουν τα τιμολόγια, για να καταστεί συμφέρουσα η ιδιωτική επένδυση στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα με τον διαχωρισμό της παραγωγής, του δικτύου διανομής και της κατανάλωσης, επιχειρήθηκε να δημιουργηθούν τρεις χωριστές αγορές στη θέση της μίας, αυτονόητα κρατικά ελεγχόμενης, αγοράς. Το ρεύμα έχει όμως μια ιδιαιτερότητα: δεν αποθηκεύεται, δεν μεταφέρεται μακριά, δεν μπορεί να πουληθεί σε χρηστικά πακέτα, όπως π.χ. αυτά της κινητής τηλεφωνίας. Στην πραγματικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν άλλαξε ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο οι καταναλωτές προσεγγίζουν την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε φυσικά υπήρξε κάποιου τύπου ανταγωνισμός που να μειώνει τα τιμολόγια, όπως ήθελε η νεοφιλελεύθερη φαντασίωση. Αυτή τη στρατηγική αποεπένδυσης ακολούθησε η ΔΕΗ. Από το 2000 και μετά, αφού μετατράπηκε σε ΔΕΗ Α.Ε., λειτουργεί ως ένας από τους πολλούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Διαχωρίστηκε νομικά η εταιρεία παραγωγής (ΔΕΗ), από την εταιρεία που διαχειρίζεται το δίκτυο (ΔΕΣΜΗΕ, και πλέον ΑΔΜΗΕ, 100% θυγατρική της ΔΕΗ), ενώ μια άλλη εταιρεία, ο «Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας» (ΛΑΓΗΕ), διενεργεί τον ημερήσιο ενεργειακό προγραμματισμό, δηλαδή τη χονδρεμπορική αγορά ενέργειας για κάθε μέρα. Πρόκειται για ένα χρηματιστήριο, στο οποίο οι παραγωγοί δίνουν την τιμή ρεύματος ανά σταθμό παραγωγής ενέργειας και ο ΛΑΓΗΕ καθορίζει ποιοι σταθμοί θα λειτουργήσουν, επιλέγοντας από το φθηνότερο κόστος καυσίμου προς το ακριβότερο. Ορίζει έτσι την Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ), με βάση την οποία αμείβονται οι παραγωγοί, δηλαδή την τιμή κόστους με την οποία μπαίνει στο σύστημα ο πιο ακριβός σταθμός παραγωγής. Την όλη διαδικασία εποπτεύει η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), η οποία επιπλέ-

ον καθορίζει διοικητικά ένα μέρος της τιμολογιακής πολιτικής (δηλαδή και πάλι επιβάλλει τιμές στη ΔΕΗ που είναι ο μόνος πωλητής στη λιανική) και προστατεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Όλος αυτός ο μηχανισμός αποτρέπει απλώς τη ΔΕΗ από το να καλύψει μόνη της τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας, και επιτρέπει στους ιδιώτες να λειτουργήσουν επιδοτούμενοι και με εγγυημένο ένα μίνιμουμ κέρδος. Γιατί υπάρχει βέβαια και ένας μηχανισμός επιδότησης: ονομάζεται «Μηχανισμός ανάκτησης μεταβλητού κόστους». Με βάση αυτόν οι ιδιώτες παραγωγοί αμείβονται, προκειμένου να είναι διαθέσιμοι, με βάση το μεταβλητό κόστος, δηλαδή το κόστος του καυσίμου, προσαυξανόμενο με 10%. Το ποσό αυτό το καταβάλλει βεβαίως η ΔΕΗ: το 2010 ήταν 28.469.000 ευρώ, αλλά το 2011 αυξήθηκε σε 130.611.000 ευρώ, και αν δεν καταργηθεί ο μηχανισμός, θα κοστίσει στη ΔΕΗ πάνω από 270 εκ. ευρώ το 2012 (124,7 εκ. ευρώ ήταν μέχρι τον Αύγουστο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα εξαμήνου). Στην πραγματικότητα αυτή η επιδότηση, που διασφαλίζει στους ιδιώτες παραγωγούς ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό κέρδους (10%), που υπολογίζεται με βάση το κόστος του καυσίμου (άρα ανεξάρτητα από τη διακύμανση της τιμής), τους επιτρέπει να κατεβάζουν την τιμή που δηλώνουν στην ημερήσια δημοπρασία, αφήνοντας έξω τη ΔΕΗ. Έτσι, παρότι η (ιδιωτική) παραγωγή από φυσικό αέριο είναι ακριβότερη από τη


[]

λιγνιτική π.χ. παραγωγή, οι ιδιώτες είναι πάντοτε εντός συστήματος, αφού έχοντας εγγυημένο το κέρδος του 10%, μπορούν να προσφέρουν στον ημερήσιο προγραμματισμό τιμές κάτω του κόστους. Κερδίζουν έτσι διπλά, και από την επιδότηση και από την πώληση ενέργειας, αυξάνοντας όμως το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας, ενώ η ΔΕΗ χάνει και από την επιδότηση και το μερίδιό της στην παραγωγή. Άλλωστε η τιμολογιακή πολιτική της ΔΕΗ ρυθμίζεται από το κράτος, όχι μόνο για τους απλούς καταναλωτές αλλά και για τους βιομηχανικούς πελάτες. Η ΔΕΗ αγοράζει υποχρεωτικά κατά την εκκαθάριση της ημερήσιας πώλησης ενέργειας στην Οριακή Τιμή Συστήματος, με βάση την οποία πληρώνει για τις αγορές ενέργειας που έχει κάνει στο σύστημα και πληρώνεται για την ενέργεια που έχει διαθέσει. Η ΔΕΗ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία (μετά τα ΕΛΠΕ), με τζίρο το 2011 5,5 δισ. ευρώ. Η χρηματιστηριακή της αξία όμως έχει πέσει τα τελευταία δύο χρόνια κατά 84% και αποτιμάται σήμερα στα 450 εκατ. ευρώ, παρότι η τελευταία αποτίμηση του ενεργητικού της φτάνει τα 16,6 δισ. ευρώ (είναι η μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου στην Ελλάδα). Η ΔΕΗ κατέχει μονοπωλιακή θέση στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, μετά τη σκανδαλώδη κατάρρευση των δύο εταιρειών Energa και Hellas Power, που προσπάθησαν να εισέλθουν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. (Οι δύο φιλόδοξοι επενδυτές εντόπισαν και προσπάθησαν να αποσπάσουν τα καλά τιμολόγια της ΔΕΗ· μια μικρή διόρθωση όμως στην τιμολογιακή πολιτική της ΔΕΗ αρκούσε για να πέσουν έξω, φεσώνο-

ντας τον διαχειριστή του συστήματος με 200 εκ. ευρώ.) Οι επενδύσεις της ΔΕΗ κατά το υφεσιακό 2011 ανήλθαν σε περίπου 1 δισ. Και όμως η επιχείρηση παρουσίασε το 2011 ζημία (148 εκ. ευρώ, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε κλείσει το έτος με κέρδη 557,9 εκ. ευρώ). Οι μισθοί των 20.821 εργαζομένων ανέρχονται στο ποσό των 834,705 εκ. ευρώ (19,9% των εσόδων), παρά τις μειώσεις του προσωπικού από το 2004 και μετά (το 2004 η ΔΕΗ απασχολούσε 28.019 εργαζόμενους, και η μισθοδοσία απορροφούσε 1,291 δισ. ευρώ). Το άλλο μεγάλο έξοδο της εταιρείας (περίπου 1 δισ. ευρώ) αφορά τις αγορές ενέργειας. Ο παρακάτω πίνακας από τον ισολογισμό της ΔΕΗ για το 2011 δείχνει ακριβώς ποιο είναι το τίμημα που πληρώνει η ΔΕΗ στους ιδιώτες ανταγωνιστές, για να εξιλεωθεί για την κρατικοδίαιτη ύπαρξή της. Η πολύ σημαντική αύξηση του κόστους αγοράς ενέργειας ανάμεσα στο 2010 και το 2011 οφείλεται μόνο εν μέρει στην αύξηση των τιμών των καυσίμων και στους ειδικούς φόρους. Στην πραγματικότητα ο βασικός παράγοντας είναι η αύξηση των αγορών ενέργειας (κατά 24,6%), όχι μόνο λόγω της μειωμένης υδροηλεκτρικής παραγωγής το 2011, αλλά κυρίως λόγω της αυξημένης παραγωγής ιδιωτών. Η τιμή των αγορών ενέργειας από τρίτους αυξήθηκε κατά 24,7%, ενώ η επίπτωση από τον μηχανισμό ανάκτησης μεταβλητού κόστους προσέθεσε άλλα 102,1 εκατ. σε σχέση με το 2010. Είναι φανερό ότι το κόστος της απελευθέρωσης της αγοράς είναι δυσβάσταχτο για τη ΔΕΗ, που συμπιέζεται ανάμεσα σε μια χονδρεμπορική αγορά

Από το ετήσιο δελτίο της ΔΕΗ για το 2011, ποσά σε χιλ. ευρώ

Όμιλος ΔΕΗ 2011 2010

ΔΕΗ Α.Ε. 2011 2010

Διευθέτηση απόκλισης

659.028

434.137

659.028

434.137

Αγορές ενέργειας από το εξωτερικό

94.461

103.251

94.461

103.251

Λοιπές αγορές ενέργειας από το εσωτερικό

119.712

70.378

128.401

77.775

Καθαρή χρέωση για διασφάλιση επαρκούς ισχύος

21.439

(17.698)

21.439

(17.698)

Καθαρή πρόσθετη χρέωση για ΑΠΕ

11.513

9.768

13.413

9.768

Δικαιώματα επί αγορών

8.709

7.970

8.709

7.970

Καθαρή χρέωση για κάλυψη μεταβλητού κόστους παραγωγής

130.611

28.469

130.611

28.469

Λοιπές αγορές

11.507

14.203

11.507

14.203

Σύνολο

1.056.980

650.478

1.067.569

657.875


[]

Ισχύς από ΑΠΕ σε ΜW

Αιολικά Βιομάζα Γεωθερμία Μικρά υδροηλεκτρικά Φωτοβολταϊκά Ηλιοθερμικά Υβριδικά Σύνολο

1664,86 44,53 0,00 212,18 818,29 0,00 0,00 2739,85

Ας θυμηθούμε ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια επιχείρηση όπου το συντριπτικό ποσοστό των εργαζομένων ήταν και είναι συνδικαλισμένοι (περίπου 6.000 εργάτες των λιγνιτωρυχείων στον «Σπάρτακο» και οι υπόλοιποι στη ΓΕΝΟΠ), όπου το συνδικάτο είχε και έχει προβολή, χρήματα, προνομιακές σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ αλλά και με τη διοίκηση της επιχείρησης. Και το αγωνιστικό αντιμνημονιακό προφίλ του προέδρου της ΓΕΝΟΠ δύσκολα μπορεί να κρύψει, όχι μόνο τα σκάνδαλα των χρηματοδοτήσεων του συνδικάτου ή τις διακοπές των στελεχών κ.λπ., αλλά κυρίως τη συναίνεση που, από τη δεκαετία του 1990, προσέφερε ο συνδικαλισμός τύπου ΔΕΗ στον εκσυγχρονισμό και τους διαδόχους του. Ακόμα και σήμερα, οι πιο επιθετικές κινήσεις της ΓΕΝΟΠ (αντίθεση στα χαράτσια, μηνύσεις για την ΟΤΣ κ.λπ.) ακολουθούν και στηρίζουν την πολιτική της επιχείρησης χωρίς να αμφισβητούν τις κεντρικές επιλογές. Στην πραγματικότητα το βασικό ηθικό όπλο των εργαζομένων στη μεγαλύτερη δημόσια επιχείρηση, δηλαδή η «κοινή ωφέλεια», ακυρώνεται από τη γνωστή μαγική τριάδα: μισθάρες, συνταξάρες, κυβερνητικός συνδικαλισμός. Η απειλή ότι στην περίπτωση περαιτέρω ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ θα κατέβουν διακόπτες είναι υπαρκτή και ενοχλεί τους διάφορους επίδοξους επενδυτές, αλλά η ισχύς της μένει να αποδειχθεί επί του πεδίου της μάχης, και μάλιστα απέναντι σε μια εχθρική κοινή γνώμη. Το ελληνικό δημόσιο είναι ακόμη ο βασικός μέτοχος της ΔΕΗ Α.Ε., κατέχοντας το 51% των μετοχών της. Αποτελεί όμως μνημονιακή υποχρέωση η μεταβίβαση τουλάχιστον του 17% μέσω του Ταμείου Αξιοποίησης της Δημόσιας Περιουσίας, ώστε η συμμετοχή του δημοσίου να πέσει στο 34%. Δεν είναι όμως σαφές πώς θα γίνει αυτό, αφού η τιμή της μετοχής βρίσκεται σε απαγορευ-

Πηγή: ΥΠΕΚΑ

που τη διαμορφώνουν στην πράξη οι ιδιώτες, και στην ανάγκη να κρατηθούν σχετικά χαμηλά τα τιμολόγια. Η ΔΕΗ λειτουργεί εξάλλου ως ύστατος προμηθευτής, έχει δηλαδή διά νόμου υποχρέωση να προσφέρει ρεύμα σε όποιον το ζητήσει, και έτσι οφείλει να έχει τη δυνατότητα να καλύψει το σύνολο της ζήτησης. Επιπλέον προβλήματα προκαλεί η επιδότηση των ΑΠΕ. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που τα προγράμματα επιδότησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας οδήγησαν στη δημιουργία μεγάλων μονάδων, εκτός από την οριζόντια διάχυση σε μεγάλο πλήθος μικροπαραγωγών. Και καθώς στην Ελλάδα η ηλεκτρική ισχύς των ΑΠΕ φτάνει πλέον στα 2.739 MW (η ΔΕΗ έχει συνολική εγκατεστημένη ισχύ 12.760 MW), οι εγγυημένες τιμές που συμφωνήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια και είναι κατά πολύ ανώτερες της τιμής πώλησης του ρεύματος στη λιανική διαμορφώνουν ένα πολύ σημαντικό κόστος, το οποίο καλύπτεται απευθείας από το λογαριασμό μας. Οι προσπάθειες να εξορθολογιστεί το κόστος αυτό με τη μείωση των εγγυημένων τιμών παραδόξως δεν καρποφόρησαν και έτσι, τον Αύγουστο 2012, η ΡΑΕ αύξησε το τέλος ΑΠΕ κατά 45,9% (από 5,99 ευρώ/MWh σε 8,74 ευρώ/MWh). Η ιδέα της «πράσινης ανάπτυξης» και των προγραμμάτων τύπου Ήλιος δεν αφορά μόνο τους μικρούς ιδιώτες παραγωγούς, αλλά και σημαντικά κεφάλαια που είδαν στις εγγυημένες τιμές μια αγελάδα που θα μπορούν να αρμέγουν τουλάχιστον ως το 2020. Χαρακτηριστικό του ανορθολογισμού που επικράτησε και της ραντιέρικης νοοτροπίας των επενδυτών είναι ότι μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 είχαν κατατεθεί στη ΡΑΕ αιτήσεις για ΑΠΕ που αντιστοιχούσαν σε συνολικά 68.000 MW, δηλαδή πενταπλάσια από την εγκατεστημένη ηλεκτρική ισχύ της χώρας, ενώ υπολογίζεται ότι οι παραγωγοί ΑΠΕ θα απορροφήσουν πάνω από 1 δισ. το 2013. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού ξοδεύεται βέβαια για τα φωτοβολταϊκά, την ενέργεια των οποίων αγοράζει η φιλόπτωχος ΔΕΗ με μέση εγγυημένη τιμή 290 ευρώ/MWh, ενώ τα αιολικά πάρκα κινούνται στα πιο λογικά πλαίσια των 87,5 ευρώ/MWh. Το γιατί ακούγεται και εξ αριστερών η υπεράσπιση των «μικροπαραγωγών» που διεκδικούν το δικαίωμά τους να εισπράττουν χωρίς να κουνάνε το δαχτυλάκι τους είναι απορίας άξιον.


[]

τικά επίπεδα και δεν πρόκειται να ανέβει σύντομα. Επιπλέον στο 2ο μνημόνιο προβλέπεται η απελευθέρωση της αγοράς λιγνίτη εντός του 2012, ώστε να μπορούν ιδιώτες να συμμετάσχουν στην παραγωγή λιγνίτη μέχρι το 2013. Επίσης το ελληνικό δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση να πουλήσει υδροηλεκτρική παραγωγική ικανότητα και άλλα παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία σε επενδυτές, με ρητή μάλιστα πρόβλεψη ότι οι επενδυτές θα μπορούν να αγοράσουν υδροηλεκτρικούς ή άλλους παραγωγικούς σταθμούς μαζί με τον λιγνίτη. Αν σκεφτεί κανείς ότι το μείγμα καυσίμου της ΔΕΗ περιλαμβάνει 66,4% λιγνίτη, καταλαβαίνει ότι ο τζίρος των 6 δισ. της ΔΕΗ προγραμματίζεται να κοπεί σε μικρότερα πακέτα, που θα έχουν από ένα υδροηλεκτρικούλι, λίγο λιγνιτάκο και ό,τι άλλο ευαρεστηθεί να ψωνίσει ο «επενδυτής». Τα σχέδια που έχουν ως τώρα κατατεθεί για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ κινούνται ακριβώς στην κατεύθυνση της πλήρους αποεπένδυσης και της διάλυσης της επιχείρησης σε μικρά, ανταγωνιστικά δήθεν, φέουδα των μεγάλων παικτών που έχουν ήδη δραστηριοποιηθεί στον τομέα της ενέργειας. Η μηντιακή εικόνα λοιπόν του «επενδυτή» ως κάποιου που θα εισφέρει καινούργιο κεφάλαιο στην επιχείρηση αντιστρέφεται: εδώ ο επενδυτής είναι ο διαχειριστής, ο εκτελεστής της διαδικασίας αποεπένδυσης, της απομείωσης του κεφαλαίου και της αναστροφής της συσσώρευσης. Είναι σαφές ότι η ΔΕΗ είναι προς το παρόν η κότα με τα χρυσά αυγά, ενώ ένας στρατηγικός επενδυτής, ένας φανταστικός Σαουδάραβας, θα πίεζε πρώτα από όλους τους ανταγωνιστές-τρωκτικά που αποσπούν ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας

με την επιδότηση της ΔΕΗ. Η αμοιβαία καχυποψία των ιδιωτών παικτών της αγοράς ενέργειας και ο φόβος μιας ενιαίας επιχείρησης με το μέγεθος της ΔΕΗ (που θα καθορίζει την τιμή και του βιομηχανικού ρεύματος) οδηγούν στην επιλογή της διάσπασης της επιχείρησης. Μόνο που η διάσπαση αυτή είναι εντελώς ανορθολογική: σε μια μικρή αγορά όπως η ελληνική θα περάσουμε απλώς από το κρατικό μονοπώλιο σε μια ομάδα μικρών ιδιωτών, οι οποίοι δεν θα έχουν κανένα λόγο να επενδύσουν ούτε στην παραγωγή ούτε στο δίκτυο χωρίς άμεση ή έμμεση επιδότηση. Η ΔΕΗ δεν θα πουληθεί: το κεφάλαιό της θα διασπαστεί και η διαχείρισή του θα ανατεθεί στους επενδυτές, που θα εισπράττουν διαχειριζόμενοι. Η ΔΕΗ έχει 109 σταθμούς παραγωγής φτηνής ενέργειας, πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα δικτύου, μηχανήματα και εξειδικευμένο προσωπικό. Είναι η κληρονομιά του σχεδίου Μάρσαλ, το πιο απτό αποτέλεσμα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Παράγει. Και ακριβώς γι’ αυτό θα έπρεπε να υπάρχει ένας σχεδιασμός για την αξιοποίηση και την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγικής υποδομής: ο εκσυγχρονισμός των θερμοηλεκτρικών μονάδων, η διασύνδεση των νησιών, η ορθολογική ανάπτυξη των ΑΠΕ, η παροχή ζεστού νερού κ.λπ., θα μπορούσαν να είναι απλοί και πρακτικοί στόχοι, μικροί εξορθολογισμοί. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν συνιστά μακρόπνοο σχέδιο «ανάπτυξης», συγκρίσιμο με τον μεταπολεμικό εξηλεκτρισμό της χώρας. Εκεί οφείλεται άλλωστε η φαινομενική αντιστροφή της διαδικασίας συσσώρευσης – από το μονοπώλιο του κράτους-επενδυτή περνάμε στο καρτέλ των ιδιωτών διαχειριστών. Οι υποσχέσεις της «ανάπτυξης» και των «νέων σχεδίων Μάρσαλ» θα μείνουν εκ των πραγμάτων γενικόλογες. Πρώτον, διότι το κεφάλαιο της ηλεκτρικής ενέργειας έχει κλείσει, η ανάπτυξη (του δικτύου, των υποδομών κ.λπ.) έχει ήδη συντελεστεί, ενώ δεν υπάρχει κάποια σημαντική τεχνολογική εξέλιξη στον χώρο της ενέργειας. Δεύτερον, γιατί ολόκληρη η λογική της «ανάπτυξης» και του σχεδιασμού, το ίδιο το ερώτημα «τι παράγουμε;» (αυτό το πρώτο πληθυντικό που μας υπενθυμίζει τις ευθύνες μας), έρχεται σε αντίφαση με τον ανοργάνωτο και χαοτικό χαρακτήρα της ιδιωτικής επένδυσης, αντιστρατεύεται το πνεύμα της εποχής.


[]

Στάθης Στασινός

Η απλή τέχνη της τραπεζικής (και πώς δεν την εφαρμόζουμε)

Α

ς πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Εν αρχή λοιπόν ήταν ο λόγος. Εντάξει, ας προχωρήσουμε λίγο πιο μπροστά. Εν αρχή ήταν οι τράπεζες. Χωρίς αυτές ο καπιταλιστικός μας κόσμος μας θα ήταν βαρετός, μέσα στην κατάθλιψη και τη μιζέρια. Θα μου πείτε και τώρα είναι· ναι, αλλά αν δεν ήταν οι τράπεζες, θα ήταν ακόμα χειρότερα, άπιστα γουρούνια. Η τράπεζα δεν είναι ένα κανονικό παιδάκι, διότι σε αντίθεση με τα άλλα παιδάκια, μπορεί να έχει στην τσέπη της ένα ευρώ και να δανείζει καμιά εικοσαριά, τα οποία μαγικά τα εμφανίζει από το πουθενά. Αυτό επειδή είμαστε ευγενικοί άνθρωποι το ονομάζουμε πιστωτική επέκταση και όχι τύπωμα, στην ουσία όμως –τη στιγμή που συμβαίνει– είναι ένα και το αυτό. Μπορεί μια τράπεζα να δημιουργεί χρήμα κατά το δοκούν; Όχι ακριβώς, γι’ αυτό η κεντρική τράπεζα της βάζει μερικούς περιορισμούς. Οι δύο βασικοί περιορισμοί που έχει μια τράπεζα είναι η λεγόμενη χρηματοδότηση των δανείων (ρευστότητα) και τα λεγόμενα εποπτικά κεφάλαια. Η ρευστότητα εκφράζεται βασικά από τη σχέση μεταξύ των (ξένων) χρημάτων που διαθέτει μια τράπεζα στο ταμείο προς τα δάνεια που έχει δώσει. Στην παραδοσιακή τραπεζική των παλιών καλών χρόνων, για κάθε 10 ευρώ που μάζευες σε καταθέσεις, έδινες 7-8 ευρώ σε δάνεια. Ο λόγος ήταν πρακτικός: οι τράπεζες δανείζονται από τους καταθέτες βραχυχρόνια και δανείζουν στους δανειολήπτες μακροχρόνια. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ οι καταθέσεις φεύγουν ανά πάσα στιγμή, τα δάνεια δεν μπορούν να αποπληρωθούν το ίδιο γρήγορα. Μια δανειακή σύμβαση έχει συνήθη διάρκεια τουλάχιστον τριών ετών (τα στεγαστικά φτάνουν μέχρι τα 35), τη στιγμή που οι περισσότερες καταθέσεις είναι διαθέσιμες την επόμενη μέρα, άντε το επόμενο εξάμηνο, όταν μιλάμε για προθεσμιακές. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχεις στην τσέπη περισσότερες καταθέσεις από δάνεια, ώστε να είσαι καλυμμένος σε μια κακή στιγμή.

Όπως όλοι ξέρουμε, οι τράπεζες παγκοσμίως πίστευαν μέχρι το 2008 πως δεν υπήρχαν κακές στιγμές. Από αυτή την πεποίθηση δεν είχαν ξεφύγει φυσικά οι ελληνικές τράπεζες, και έτσι η κρίση του Σεπτέμβρη του 2008 τις βρήκε όλες ξεβράκωτες. Το καλοκαίρι του 2008, όλες οι ελληνικές τράπεζες είχαν δανείσει περισσότερα χρήματα από όσα διέθεταν σε καταθέσεις (πλην του κακού και μη βιώσιμου κρατικοδίαιτου ΤΤ). Αυτό το ονομάζουμε χρηματοδοτικό κενό. Το 2009 τα δάνεια που είχαν δώσει οι ελληνικές τράπεζες ήταν γύρω στα 300 δισ. στο εσωτερικό και 45-50 δισ. στο εξωτερικό, ενώ οι συνολικές καταθέσεις ήταν μόλις 290 δισ. στο εσωτερικό και αμελητέες στο εξωτερικό. Και μόλις βγάλεις από την εξίσωση το «οπισθοδρομικό» και κρατικοδίαιτο ΤΤ και τους «βλάχους» της Τράπεζας Κύπρου, η κατάσταση στην ελληνική τραπεζική αγορά ήταν για κλάματα. Τις καλές εποχές οι τρόποι για να καλύψεις αυτό το κενό ήταν κυρίως δύο. Ή θα έπρεπε να κυνηγάς καταθέτες με το δίκαννο στο λιανοπούλι, ή θα έπρεπε να ψάξεις να βρεις τα χρήματα στη χονδρική. Όπως καταλαβαίνετε, οι πιο «μοντέρνοι» Έλληνες τραπεζίτες θεωρούσαν βαρίδι τη λιανική και δανείζονταν πάντα από τη χονδρική αγορά χρήματος. Ακόμα και η Εθνική, ο κατεξοχήν παίκτης της λιανικής, έκανε, αν θυμάστε, αρκετές κινήσεις για να διώξει τους δύστροπους και ακριβούς πελάτες της λιανικής (που χρειάζονται υπαλλήλους να τους εξυπηρετούν). Ακριβώς μετά την κρίση, το ίδιο το μειονέκτημα έγινε πλεονέκτημα. Η Εθνική ξαναθυμήθηκε πόσες καταθέσεις είχε από το περήφανο λιανοπούλι και έβγαλε μισή ντουζίνα πιαρατζούδικες ανακοινώσεις για το ζήτημα. Και το έκανε αυτό διότι οι υπόλοιποι μετά τον Σεπτέμβρη του 2008 βρέθηκαν εντελώς ξεβράκωτοι. Οι αγορές χονδρικής έκλεισαν μια για πάντα και οι περισσότερες τράπεζες του κόσμου θα είχαν κλείσει πριν προλάβει να κλείσει το έτος.


[10]

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή εμφανίστηκε ο Σούπερμαν με τη μορφή του Τρισέ και της ΕΚΤ, και άρχισε να μοιράζει χρήμα μέσω των γνωστών πια προγραμμάτων «έκτακτης» ρευστότητας. Πρακτικά όσες τράπεζες είχαν υπερβάλλουσες καταθέσεις τις πάρκαραν στην ΕΚΤ και η ΕΚΤ τις έδινε στις «μοντέρνες» τράπεζες που μέχρι πρότινος θεωρούσαν τις καταθέσεις βαρίδι. Καθώς μάλιστα η κρίση προχωρούσε και οι καταθέσεις μειώνονταν, η ΕΚΤ άρχισε να καλύπτει το χρηματοδοτικό κενό (που αυξανόταν συνεχώς) με χρήμα που εμφάνιζε από το πουθενά, προκειμένου να μη μείνουν τα ιδρύματα ακάλυπτα. Αυτού του είδους η «έκτακτη» ρευστότητα συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα, και μάλιστα με απόφαση της ΕΚΤ από το φθινόπωρο του 2011 η «έκτακτη» ρευστότητα απέκτησε τριετή υπόσταση! Το χρηματοδοτικό κενό των ελληνικών τραπεζών βρίσκεται γύρω σήμερα στα 110-130 δισ. ευρώ και καλύπτεται από την ΕΚΤ και τον ELA (που είναι στην ουσία ένας μηχανισμός έκτακτης ρευστότητας του παραρτήματος της ΕΚΤ στην Ελλάδα που ονομάζεται Τράπεζα της Ελλάδος). Για αυτό το κενό εγγυάται το ελληνικό δημόσιο (χα χα). Το δεύτερο πανηγύρι Μόλις περιγράψαμε λοιπόν την πρώτη απάτη που σήμερα συνεχίζει να θέλει να περνάει ως τραπεζική. Και τη λέω απάτη διότι, ενώ τίποτα δεν δουλεύει έτσι όπως λένε οι «κανόνες», όλοι προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει κανένα χρηματοδοτικό κενό και όλα βαίνουν καλώς, απλώς υπάρχει ένας μικρός βραχυχρόνιος λόξιγκας στην οικονομία. Ας πάμε όμως και στη δεύτερη απάτη στην οποία βασίζεται η σύγχρονη τραπεζική.

Ένα από τα βασικά θέματα αυτής της κρίσης είναι πως οι τράπεζες έδωσαν δάνεια σε κράτη, ιδιώτες και επιχειρήσεις τα οποία ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν. Για να το θέσουμε πιο ειλικρινά, οι τράπεζες τόσα χρόνια έκαναν τα στραβά μάτια αποδεχόμενες ότι όλα αυτά τα σπίτια των 300 και των 400 χιλιάδων ευρώ στη suberbia της Αθήνας θα αποπληρώνονταν με μισθούς των 1.500 και των 2.000 ευρώ. Το ίδιο έκαναν σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα για επιχειρηματικά πρότζεκτ, ΣΔΙΤ, συγχωνεύσεις με φανταστικές οικονομίες κλίμακας, εξαγορές και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας. Γιατί το έκαναν αυτό; Μα γιατί κέρδιζαν πάρα πολλά από τη διαδικασία. Θυμάστε που το κακό κρατικοδίαιτο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο δεν τα πήγαινε τόσο καλά; Ο λόγος που δεν τα πήγαινε τόσο καλά ήταν ότι δεν έδινε όλα αυτά τα θαλασσοδάνεια, πιθανότατα από τη συντηρητική του νοοτροπία. Άρα, θα μου πείτε, το ΤΤ τη γλύτωσε. Όχι βέβαια, διότι οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους κατηγορούσαν το ΤΤ για τον συντηρητισμό του τις καλές μέρες, χρησιμοποιούνται και σήμερα προκειμένου να πουληθεί, ακριβώς τη στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι όσο πιο συντηρητικός ήσουν σε αυτό το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο. Γιατί; Διότι όλα αυτά τα δάνεια δεν θα αποπληρωθούν. Και όταν ένα δάνειο δεν αποπληρώνεται, τότε μια τράπεζα είναι αναγκασμένη να το ξεγράψει από το δανειακό της χαρτοφυλάκιο και να το βάλει στις πιθανές ζημιές. Αν π.χ. είχε δανείσει 1 εκ. ευρώ σε μια επιχείρηση που έκλεισε, θα πρέπει αυτό το 1 εκ. να το περάσει στα επισφαλή δάνεια και να υπολογίζει χασούρα ύψους 1 εκ. Για να καλύψει αυτή τη χασούρα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρήματα των καταθετών της (διότι δεν της ανήκουν), αλλά πρέπει να τα βάλει από την τσέπη της. Η τσέπη της τράπεζας ονομάζεται μετοχικό κεφάλαιο, είναι δηλαδή τα χρήματα που έχουν βάλει οι ιδιοκτήτες της. Κάθε τράπεζα έχει υποχρέωση να διαθέτει ένα ποσό από δικά της χρήματα, τα οποία θα χρησιμοποιούσε σε περίπτωση που ένα δάνειο τους έσκαγε στα μούτρα. Αυτή η τσέπη, τα λεγόμενα εποπτικά κεφάλαια, θα έπρεπε να περιέχει τουλάχιστον το 4% των δανείων που είχε δώσει, και 8-9% σύμφωνα με τους καινούργιους κανόνες (της Βασιλείας ΙΙΙ). Αν δεν έχει


[11]

τα χρήματα αυτά στο ταμείο, τότε η τράπεζα πρέπει να τα βρει (είτε από συσσωρευμένα κέρδη παλιότερων ετών είτε από αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου) ή να χάσει την άδειά της. Τις καλές μέρες, όταν έσκαγε ένα δάνειο, η τράπεζα το αφαιρούσε από τα κέρδη της χρονιάς. Είχες χασούρα από δάνεια 10 εκ. και κέρδη 400 εκ.; Τα κέρδη γίνονταν 390 εκ. Τι γίνεται όμως σε περίπτωση που τα κέρδη μιας χρονιάς είναι λιγότερα από τις χασούρες; Τότε η τράπεζα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τα εποπτικά κεφάλαια για να καλύψει τη διαφορά. Στις ελληνικές τράπεζες τα κεφάλαια αυτά έχουν πέσει κάτω από το όριο που έχει ορίσει η κεντρική τράπεζα. Και όπως μπορείτε να φανταστείτε, τόσα χρόνια τρελών κερδών δεν έχουν αφήσει στο σεντούκι αρκετά χρήματα, διότι μέτοχοι και στελέχη έτρωγαν με χρυσά κουτάλια. Κάτι που αφήνει μόνο μία διέξοδο στο πρόβλημα, κι αυτή είναι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή όπως αλλιώς την ξέρουμε... Η ανακεφαλαιοποίηση Σήμερα οι τράπεζες βρίσκονται στο κακό αυτό σημείο να μην έχουν φράγκο στην τσέπη. Τα παπαγαλάκια λένε πως γι’ αυτό φταίει το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, όμως αν το πρόβλημα είναι αυτό, γιατί οι τράπεζες θα πάρουν 50 δισ. (+11δισ. που έχουν πάρει ήδη) σε ζεστό ρευστό από τη στιγμή που η συνολική χασούρα από τα ομόλογα δεν ξεπερνά τα 25 δισ.; Χμμμμ.... Καθώς οι ιδιοκτήτες τους φυσικά δεν θέλουν να βάλουν το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τα ιδρύματά τους (ακόμα και στην περίφημη συγχώνευση Άλφαμπανκ-Γιούρομπανκ, οι μεγαλομέτοχοι δεν έβαζαν φράγκο από την τσέπη τους αλλά αντίθετα έβαζαν κάτι Μεσανατολίτες να κάνουν τα κορόιδα με 500 ψωροεκατομμύρια), περιμένουν από το κράτος να το κάνει. Το ίδιο κακό κράτος που μισούν και δεν θέλουν στα πόδια τους. Αυτό το κράτος λοιπόν, μέσω του διοικητή της ΤτΕ, του ηλιόδωρου κ. Προβόπουλου, αποφάσισε πως από όλες τις ελληνικές τράπεζες τέσσερις είναι αυτές που αξίζει να «σωθούν» με τα χρήματά μας: η Εθνική, η Πειραιώς, η Άλφαμπανκ και η Γιούρομπανκ. Και το ΤΤ κύριε; Το ΤΤ παιδί μου, παρότι είναι η τράπεζα με τα λιγότερα προβλήματα στην Ελλάδα, είναι κρατικό και ως

τέτοιο θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί. Αλλά για να ιδιωτικοποιηθεί θα πρέπει να φανεί προβληματικό. Πώς γίνεται αυτό; Το κράτος έδωσε ήδη 19 δισ. (από τα 50 δισ.) στις 4 διαπλεκόμενες τράπεζες έτσι ώστε να καλύψουν τις χασούρες τους από ομόλογα και θαλασσοδάνεια, την ίδια στιγμή που στο ΤΤ και την Αγροτική δεν έδωσε φράγκο. Άρα η Αγροτική και το ΤΤ έχουν πρόβλημα εποπτικών κεφαλαίων, τη στιγμή που οι 4 όχι. Μαγικό; Και πού να δείτε τη συνέχεια. Να σημειώσουμε εδώ πως οι τέσσερις τράπεζες δεν επιλέχθηκαν με βάση το πόσο καλές ή επιτυχημένες ήταν. Η Γιούρομπανκ για παράδειγμα στα περσινά στρες τεστ της Ευρωπαικής Ένωσης, που ήταν φτιαγμένα για να πετύχουν όλοι (ακόμα και αυτοί που χρεοκόπησαν αργότερα), κατάφερε να αποτύχει, την ίδια στιγμή που το ΤΤ τα περνούσε με σημαιούλες να ανεμίζουν (flying colors το λένε στο Αμέρικα). Η Πειραιώς επίσης ήταν μια κατεξοχήν προβληματική και χρεοκοπημένη τράπεζα, αλλά επιλέχθηκε να επιβιώσει, καθώς αποτελεί την τράπεζα με την οποία έκανε μπίζνες ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, πασοκικό ή νεοδημοκρατικό. Ο κ. Σάλλας όλα τα έσφαζε και τα μαχαίρωνε, κι αν θέλετε να μάθετε τον τρόπο, δεν έχετε παρά να ανατρέξετε στη νόμιμη και ηθική μπίζνα Βουλγαράκη. Αλλά ας επιστρέψουμε στην ανακεφαλαιοποίηση. Με την πρώτη δόση των χρημάτων που πήραν οι 4 ελληνικές τράπεζες από το κράτος δωρεάν, κάλυψαν τα κενά από το κούρεμα και ξεκίνησαν ένα ταχύ πρόγραμμα απορρόφησης του υπόλοιπου τραπεζικού συστήματος. Η τρόικα ήθελε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να συγχωνευθεί σε 2-3 μεγάλους ομίλους, αλλά η επιλογή


[12]

των ομίλων είναι μια καθαρά ελληνική υπόθεση, διότι δεν μπορώ να φανταστώ την τρόικα να επιλέγει την Πειραιώς ή τη Γιουρομπανκ, έστω κι αν ο κ. Μπαρόσο είναι κοτεραδέρφια με τον κ. Λάτση από τα μικράτα τους. Κάπως έτσι λοιπόν το παραμύθι των συγχωνεύσεων ξεκίνησε την άνοιξη με την απορρόφηση από την Εθνική των συναιτεριστικών τραπεζών που έκλεισε η ΤτΕ (ξέρω, δεν μάθατε τίποτα, τις έφαγε το μαύρο το σκοτάδι). Και συνεχίστηκε με την απορρόφηση ενός κομματιού της Αγροτικής από την Πειραιώς, επίσης δωρεάν. Αυτό το κομμάτι είναι το λεγόμενο καλό κομμάτι, καθώς τα θαλασσοδάνεια και διάφοροι άλλοι σκελετοί έμειναν στα χέρια του κράτους, προκειμένου να έχει να πληρώνει. Το ίδιο θα συμβεί οσονούπω και με το ΤΤ, για το οποίο ξερογλύφονται εδώ και χρόνια όλοι οι «μεγάλοι». Το ίδιο θα συμβεί και με την Εμπορική, την οποία οι Γάλλοι, βλέποντας πως μένουν έξω από τον χορό, αποφάσισαν να πουλήσουν, παρά το γεγονός πως έχουν βάλει το χέρι πολύ βαθιά στην τσέπη για να την εξυγιάνουν, από τότε που την ανέλαβαν μετά τη χρηστότατη διοίκηση του κ. Στουρνάρα. Νομίζω ότι το μοτίβο είναι εμφανές: το ελληνικό τραπεζικό σύστημα συγχωνεύεται με τα χρήματα του κράτους και τους ίδιους αποτυχημένους τραπεζίτες να κάνουν κουμάντο. Και ο έλεγχος Μα κύριε, πώς γίνεται οι τράπεζες να παίρνουν 50 δισ. χωρίς να χάνουν τον έλεγχο των τραπεζών τους που δεν αξίζουν όλες μαζί ούτε 5; Στον σοσιαλισμό παιδί μου όλα γίνονται. Σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση, τα 50 δισ. που θα πάρουν

οι τράπεζες θα τα πάρουν με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, άρα είναι προφανές πως οι παλιοί ιδιοκτήτες τους θα χάσουν τον έλεγχο. Μην κρατάτε όμως την αναπνοή σας. Για αρχή ένα μέρος των χρημάτων θα τα πάρουν με τη μορφή CoCos, κάτι απίθανων μετατρέψιμων ομολόγων που κρατάνε τη μετοχική σύνθεση ίδια (δηλαδή την παλιά), παρά το γεγονός πως ο καινούργιος μέτοχος θα βάλει περισσότερα χρήματα απ’ όσα όλοι οι παλιοί, και μετατρέπονται σε μετοχές μόνο μετά από 500 τέρμινα, κι αν οι παλιοί μέτοχοι δεν τα αποπληρώσουν κι αν το μασάζ πετύχει κι αν έχουν την ευγενή καλοσύνη. Ένα άλλο μέρος αυτών των 50 δισ. θα πάει κατευθείαν στα «κακά» κομμάτια της Αγροτικής. Διαχωρίζοντας την Αγροτική σε καλό και κακό κομμάτι, στην ουσία χάρισαν στον Σάλλα τα κομμάτια που δεν θα δημιουργήσουν προβλήματα (λέμε τώρα, διότι πώς να θεωρήσουμε τα δάνεια προς το ΠΑΣΟΚ θα αποπληρωθούν;), ενώ το κακό κομμάτι παραμένει στα χέρια του κράτους. Τέλος, ένα τρίτο μεγάλο κομμάτι θα δοθεί υπό τη μορφή αύξησης κεφαλαίου και θεωρητικά θα βάλουν και οι ιδιώτες μέτοχοι το χέρι στην τσέπη κατά 10%. Δηλαδή για κάθε 1.000 ευρώ ΑΜΚ, οι παλιοί ιδιοκτήτες θα δώσουν μόλις 100. Αν είχατε κι εσείς μια τραπεζική άδεια θα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να γίνετε πλούσιοι. Άρα, αγαπητέ μου, οι τράπεζες θα γίνουν όλες κρατικές; Αμ πριτς που θα γίνουν. Καταρχήν τα 19 δισ. που πήραν πριν από δύο μήνες, τα πήραν χωρίς ΑΜΚ και στην ουσία τα πήραν ως προκαταβολή της ΑΜΚ, η οποία υποτίθεται θα γίνει μέχρι το τέλος του χρόνου. Η κρυστάλινη σφαίρα μου υποψιάζεται πως διάφοροι αδιευκρίνιστοι λόγοι που έχουν να κάνουν με τις ηλιακές καταιγίδες και τον ανάδρομο Εωσφόρο θα καθυστερήσουν την αύξηση κεφαλαίου και άρα όσο δεν υπάρχει αύξηση δεν υπάρχει και νέα μετοχική σύνθεση. Ο πράσινος δράκος της αποκάλυψης διαφωνεί με τη μαγική σφαίρα και πιστεύει πως θα γίνει μια αρχική μικρή αύξηση για να δικαιολογήσει μέρος των 19 δισ. (διότι το άλλο μέρος θα γίνει CoCos όπως είπαμε) και τελικά οι παλιοί μέτοχοι θα βάλουν από την τσέπη τους κανένα δισ. όλοι μαζί, ποσό που ίσως και να μπορέσουν να βρουν.


[13]

Τα υπόλοιπα μέχρι τα 50 δισ. θα τα δώσουν πάλι έναντι και θα παίζουν κατενάτσιο σφυρίζοντας αδιάφορα. Κρυστάλλινη σφαίρα ή πράσινος δράκος δεν έχει μεγάλη σημασία, διότι αυτό που έχει την πραγματική σημασία σε αυτή την περίπτωση είναι αυτό που θα μπορούσε να μας πει και ο τελευταίος Σοβιετικός πολίτης. Το σε ποιον ανήκει το μαγαζί είναι σχετικά αδιάφορο σε σχέση με αυτόν που το διαχειρίζεται. Κι αυτή η πραγματικότητα ισχύει όλο και περισσότερο και στον μεταπολεμικό δυτικό κόσμο. Οι μάνατζερς λοιπόν είναι στην ουσία αυτοί που νέμονται και διοικούν την τράπεζα, αυτοί που παίρνουν τα μπόνους και αυτοί που δίνουν τα δάνεια στους φίλους τους. Κι αυτοί, μέχρι να προλάβετε να πείτε κύμινο, θα έχουν εξαφανίσει τα 50 δισ. και θα ζητάνε κι άλλα. Δεν με πιστεύετε; Κοιτάξτε την περίπτωση της Dexia, που έχει «διασωθεί» ήδη δύο φορές από το γαλλικό και το βέλγικο δημόσιο και πάει ολοταχώς για τρίτη. Στο ενδιάμεσο όμως οι μάνατζερ γίνονται ζάπλουτοι. Μόνο οι επίσημες απολαβές των υψηλόβαθμων διευθυντών και ΔΣ στα 4 ιδρύματα για το 2010 ήταν 34 ολοστρόγγυλα εκατομμύρια ευρώ, για μια χρονιά που τα ιδρύματα πήγαν κατά διαόλου. Πόσο ήταν οι ίδιες αμοιβές για το 2011 όπου τα ιδρύματα πήγαν ακόμα περισσότερο κατά διαόλου; 35 εκ ευρώ, γιατί είχαμε και πληθωρισμό, ας μην ξεχνάμε. Και αυτά αφορούν μόνο τις επίσημες αμοιβές. Δεν περιλαμβάνουν τα χρήματα που παίρνουν μέσω διαφόρων βαλκανικών θυγατρικών και δεν εμφανίζονται, τις αμοιβές που παίρνουν διάφο-

ρες θυγατέρες και υιοί και εραστές και τρέχα γύρευε, τις μπίζνες που κάνουν με διάφορους βουλγαράκηδες οι οποίες αποκλείεται να μην έχουν την προμήθειά τους κ.λπ. Γενικά είναι πολύ προσοδοφόρο να είσαι μεγαλοστέλεχος τράπεζας, κι εγώ χρόνια τώρα το προσπαθώ, και μετά να δείτε πως εγώ τους σκελετούς θα τους κρατήσω επ’ αόριστον όσο τρέχει το μπικικίνι. Και μη νομίσετε, δεν θέλω καν να μπω στο ΔΣ, να μια μικρή θεσούλα θέλω όπως του Φίλιππου Σαχινίδη ως «Ειδικός Συνεργάτης, Γενική Διεύθυνση Στρατηγικής και Οικονομικής Ανάλυσης» της Εθνικής Τράπεζας, και σας υπόσχομαι πως και η κρυστάλλινη σφαίρα θα σβήσει και ο πράσινος δράκος της αποκάλυψης θα ξαναγίνει λούτρινο κουκλάκι κι εγώ δεν θα ξανακούσω φωνές να με καλούν. Αχ, είναι τόσο εύκολο σήμερα να είναι κανείς τραπεζίτης, εδώ ακόμα και τύποι σαν τον Σαχινίδη, τον Στουρνάρα, τον Προβόπουλο και τον Παπαδήμο τα κατάφεραν. Και εγώ, κύριε; Γιατί όχι και εγώ;


[14]

Στέφανος Βαμιεδάκης

Πρόγραμμα Κοινωφελούς Εργασίας: τα stage πέθαναν, ζήτω τα stage

Κ

αι ξαφνικά η ελληνική επικράτεια γέμισε από κοινωφελή εργασία. Μέσα από το διαδίκτυο, στις στήλες των εφημερίδων, από στόμα σε στόμα, οι άνεργοι πληροφορούνται για την προκήρυξη εκατοντάδων θέσεων εργασίας – και μάλιστα κοινωφελούς. Παντού ακούγονται οι μυστικοποιημένες πλέον λέξεις «ΕΣΠΑ», «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού», «Κοινωφελής Εργασία», «Επιχειρησιακό Πρόγραμμα». Φυσικά, δεν τρελάθηκαν στα υπουργεία και άρχισαν ξαφνικά τις προσλήψεις εργαζομένων, από μάγειρες μέχρι ψυχολόγους. Ο λόγος για το πρόγραμμα «Δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο μέσω προγραμμάτων κοινωφελούς χαρακτήρα» ή αλλιώς «Πρόγραμμα Κοινωφελούς Εργασίας» της Γενικής Γραμματείας Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων του Υπουργείου Εργασίας. Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί ένα από τα έργα του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού» (ΕΠΑΝΑΔ), που συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), με συνολικό προϋπολογισμό 591.857.231 ευρώ (βλ. espa.gr: http://goo.gl/FMdto). Σύμφωνα με τους αρμόδιους φορείς του υπουργείου, στόχος του προγράμματος ΕΠΑΝΑΔ είναι η χρηματοδότηση δράσεων «για την πρόληψη και αντιμετώπιση της ανεργίας, την κοινωνική ενσωμάτωση και τη μεταρρύθμιση του τομέα υγείας» (www.epanad. gov.gr). Το πρόγραμμα αυτό εντάχθηκε στα έργα προτεραιότητας του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Ανάπτυξης (ΕΣΠΑ) 2007-2013, ως ένας από τους 4 τομείς που θα χρηματοδοτηθούν από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, και περιλαμβάνει τέσσερα μεγάλα έργα, με βαρύγδουπους τίτλους-σεντόνια όπως «Εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής», «Αναβάθμιση των μηχανισμών επιτήρησης της αδήλωτης εργασίας», «Τοπικά σχέδια για την απασχόληση, προσαρμοσμένα στις ανάγκες των τοπικών αγορών εργασίας (ΤΟΠΣΑ)», «Εκπόνηση θεσμικού, κανονιστικού, διοικητικού και δημοσιονομικού πλαισίου με στόχο την προώθη-

ση της κοινωνικής οικονομίας και τη διευκόλυνση της ίδρυσης και λειτουργίας κοινωνικών επιχειρήσεων», «Ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας για την απασχόληση ευάλωτων ομάδων». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, μετά την υλοποίησή του, το πρόγραμμα θα δημιουργήσει συνολικά 90 με 108 χιλιάδες θέσεις εργασίας. Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του ΕΣΠΑ βασίζεται στις διατάξεις του νόμου 3614/2007 «Διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007-2013» (Βλ. Ν. 3614/2007, ΦΕΚ αρ. 267, 3.12.2007). Εκεί μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ άλλων και τη βασική, στο τυπικό της μέρος τουλάχιστον, δομή του όλου συστήματος, τη διάρθρωσή του, τη γραφειοκρατία και τις διαδικασίες που διέπουν τη λειτουργία του ΕΣΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχή του κειμένου (μέρος Ι, κεφάλαιο Α, άρθρο 1) παρατίθενται μια σειρά ορισμών για τις βασικές λειτουργίες-έννοιες, που δεν απέχουν πολύ από μια οργουελικού τύπου νεογλώσσα, πλήρως τεχνοκρατική: «Επιχειρησιακό Πρόγραμμα», «Άξονας Προτεραιότητας», «Πράξη», «Δικαιούχος» και δεν συμμμαζεύεται. Στο κείμενο του νόμου μπορεί κανείς να διακρίνει σε όλο της το μεγαλείο τη λεξιπλαστική και βερμπαλιστική ικανότητα της ευρωενωσίτικης γραφειοκρατίας, αλλά και τη μετακένωσή της στα καθ’ ημάς από τον ιθαγενή τεχνοκράτη νομοθέτη. Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα το Ε.Π. «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού». Οι άξονες γύρω από τους οποίους στήθηκε είναι, μεταξύ άλλων, η «Ενίσχυση της Προσαρμοστικότητας του Ανθρώπινου Δυναμικού και των Επιχειρήσεων» (άξονας 2: Εργαζόμενοι/Αυτοαπασχολούμενοι), η «Διευκόλυνση της πρόσβασης στην απασχόληση» (άξονας 3: Άνεργοι), η «Πλήρης ενσωμάτωση του συνόλου του ανθρώπινου δυναμικού σε μια κοινωνία ίσων ευκαιριών (Άξονας 4: Ευπαθείς κοινωνικά ομάδες) και η «Εδραίωση της μεταρρύθμισης στον Τομέα της Ψυχικής Υγείας. Ανάπτυξη της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και προάσπιση της Δημόσιας


[15]

Υγείας του Πληθυσμού» (Άξονας 5: Ψυχική και Δημόσια Υγεία). Με βάση τώρα τους παραπάνω άξονες, το πρόγραμμα επιχειρεί να συμπεριλάβει τις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες σε μια σειρά από λεγόμενες «Δράσεις». Έτσι λοιπόν υπάρχουν Δράσεις αναφορικά με Εργαζόμενους/Αυτοαπασχολούμενους, με Ανέργους, με Ευπαθείς Κοινωνικά Ομάδες, με δομές υγείας. Καθεμία από αυτές τις δράσεις (ή πράξεις) τις τρέχει και ο «καθ’ ύλην» αρμόδιος φορέας, δηλαδή ένα νομικό πρόσωπο που έχει αναλάβει εργολαβία την υλοποίηση των «δράσεων» αυτών. Πρόκειται με άλλα λόγια για μεταφορά της ίδιας λογικής που διέπει τον τομέα των κατασκευών: ανάδοχοι, εργολάβοι/υπεργολάβοι. Μεταξύ των φορέων υλοποίησης του προγράμματος αυτού φιγουράρουν κάθε λογής «μαγαζιά»: ο ΟΑΕΔ, η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης, η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών, η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, ο Οργανισμός Εργατικής Εστίας και το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Να που οι «κοινωνικοί εταίροι» (κράτος-εργοδοσία-συνδικαλιστές) βρίσκονται και πάλι στην πρώτη γραμμή της μάχης για την «ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού», δηλαδή στη διαχείριση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Ας δούμε μερικές από αυτές τις δράσεις/πράξεις: στον άξονα Εργαζόμενοι/Αυτοαπασχολούμενοι μπορεί κανείς να δει πράξεις για την «Αναβάθμιση της ΓΣΕΒΕΕ», «Δράσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας» (ΣΕΒ), «Επιμόρφωση Συνδικαλιστών» της ΕΣΕΕ, «Πράσινη Επιχειρηματικότητα και Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη» (ΕΣΕΕ), «Δράσεις επικοινωνίας, πληροφόρησης και δημοσιότητας» της ΓΣΕΕ, «Ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ» και πλήθος καταρτίσεων εργαζομένων, συνδικαλιστών κ.λπ. Στον άξονα Άνεργοι δεν χρειάζεται κανείς ιδιαίτερη φαντασία να βρει τα προγράμματα που έχουν εγκριθεί. Πρόκειται κυρίως για καταρτίσεις ανέργων, επιχορηγήσεις δημοτικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων για πρόσληψη ανέργων και επιχορηγήσεις ασφαλιστικών εισφορών για πρόσληψη ανέργων. Εδώ επίσης εντάσσεται και το πρόγραμμα «Απόκτηση εργασιακής εμπειρίας νέων ως 24 ετών», με βάση το οποίο επιχορηγούνται επιχειρήσεις και εργοδότες του ιδιωτικού το-

μέα να προσλάβουν νέους ηλικίας 16 ως 24 ετών με δωδεκάμηνες συμβάσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καταβάλλοντάς τους το 80% του κατώτατου βασικού μισθού ή ημερομισθίου. Εδώ, τέλος, βρίσκουμε και το περί ου ο λόγος πρόγραμμα Κοινωφελούς Εργασίας, το οποίο έχει κατανεμηθεί σε όλη την επικράτεια. Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή, το πρόγραμμα «Δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο μέσω προγραμμάτων κοινωφελούς χαρακτήρα» συνιστά μια Πράξη που «έχει αντικείμενο τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στους Δικαιούχους, μέσω της πρόσληψης ατόμων για την υλοποίηση προγραμμάτων κοινωφελούς χαρακτήρα σε συνεργασία με συμπράττοντες φορείς» (http://goo.gl/rNUFQ). Σύμφωνα μάλιστα με τους υπολογισμούς, από το πρόγραμμα αυτό ο αριθμός των «ωφελούμενων», δηλαδή των ατόμων που θα προσληφθούν, θα φτάσει τις 57.000. Εδώ παρατηρούμε ότι στη νομή του προγράμματος αυτού ανά περιοχή (Κρήτη, Θεσσαλία, Ήπειρος κ.λπ.) εμπλέκονται δύο κατηγοριών φορείς, οι Δικαιούχοι και οι Συμπράττοντες Φορείς. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3614/2007, ως «δικαιούχος» ορίζεται ο «δημόσιος ή ιδιωτικός οργανισμός, φορέας ή επιχείρηση, αρμόδιος για την έναρξη ή την έναρξη και υλοποίηση πράξεων» και οι δικαιούχοι αυτοί είναι «δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που εκτελούν μεμονωμένο έργο και λαμβάνουν δημόσια ενίσχυση» (κεφ. Α, αρ. 1, παρ. 5). Στους δικαιούχους της «Κοινωφελούς Εργασίας» περιλαμβάνονται Σωματεία, Ιδρύματα, Συνδικαλιστικές Οργανώσεις και Επαγγελματικές Ενώσεις. Στους Συμπράττοντες Φορείς περιλαμβάνονται ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα, καθώς και «κάθε είδους νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που αναπτύσσει νομίμως δραστηριότητες με σκοπό την υλοποίηση δράσεων κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως περιγράφεται στο καταστατικό τους ή άλλο διοικητικό έγγραφο». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν ολόκληρο «αστερισμό» δικαιούχων, καθώς ακριβώς στο πεδίο αυτό γίνεται το έλα να δεις. Πραγματικά εντυπωσιάζεται κανείς από το πλήθος των νομικών προσώπων, εταιρειών, ινστιτούτων κ.λπ. που στη σημαία των δραστηριοτήτων τους βρίσκεται η κοινωφελής εργασία. Ο κατάλογος είναι απλά εν-


[16]

δεικτικός: «Πνοή-Σύλλογος για το παιδί και την οικογένεια», «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου», «Κύτταρο Εναλλακτικών Αναζητήσεων ΝέωνΚΕΑΝ», «Όμορφη Ελλάδα είναι η Καθαρή Ελλάδα», «Παγκόσμιο Δίκτυο Αλληλοβοήθειας “Κράτα Με”», «Ινστιτούτο Ομάδα για τον Κόσμο», «Επόμενη Μέρα-Day After», «Εταιρεία Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας», «Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Έρευνας και Παρέμβασης», «ΕΛΙΞ-Προγράμματα Εθελοντικής Εργασίας» κ.λπ. Και φυσικά εργοδοτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις: εργατικά κέντρα, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, ΙΜΕ/ΓΣΕΒΕΕ, Ένωση Ξενοδόχων Νάξου, Εμποροβιομηχανικός Σύλλογος Μεσολογγίου (http://goo.gl/IYd4g). Δίπλα στους δικαιούχους αντιστοιχεί και ο Συμπράττων Φορέας, ο οποίος τυπικά λειτουργεί ως ο φορέας απασχόλησης και πρόκειται κυρίως για ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού (δήμοι, περιφερειακές ενότητες, περιφέρειες σύνδεσμοι ΟΤΑ), νοσοκομεία, δημοτικές επιχειρήσεις, εργατικά κέντρα, συλλόγους κ.λπ. Προς τι λοιπόν τόσο έντονο ενδιαφέρον για όλο αυτό το αλισβερίσι; Ο διάβολος, λένε, κρύβεται στις λεπτομέρειες. Αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι άλλες από –τι έκπληξη– τους εργασιακούς όρους των «ωφελουμένων». Στην ουσία πρόκειται για προσλήψεις ανέργων με πεντάμηνες συμβάσεις. Επειδή όμως η πρόσληψή τους θα γίνεται στο πλαίσιο προγραμμάτων «κοινωφελούς εργασίας», η αμοιβή της κοινωφελούς εργασίας που θα προσφέρουν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 3996/2011 «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ αρ. 170, 5/8/2011). Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 89 του ν. 3996 «η αμοιβή των προσώπων που απασχολούνται σε προγράμματα κονωφελούς εργασίας δικαιούχων φορέων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα [...], ανεξαρτήτως ειδικότητας και επαγγελματικής εξειδίκευσής τους, ορίζεται σε 25 ευρώ ημερησίως και όχι μεγαλύτερη από 625 ευρώ μηνιαίως, κατά παρρέκλιση των νόμιμων αμοιβών που προβλέπονται από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τις οικείες συλλογικές συμβάσεις» (αρ. 89, παρ. Α1). Φυσικά οι αναλογούσες εισφορές θα καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ μέσω ειδικών προγραμμάτων ασφαλιστικών εισφορών (αρ. 89, παρ. Α2), ενώ οι δικαιούχοι φορείς «δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν οποιαδήποτε

άλλη παροχή στα απασχολούμενα πρόσωπα» (αρ. 89, παρ. Α3). Δηλαδή ένα 25άρι ευρώπουλα την ημέρα και καθάρισες. Φυσικά ο νόμος δεν λέει τίποτα για ωράρια, και ο νοών νοείτω... Δεκάδες χιλιάδες άνεργοι λοιπόν θα απασχοληθούν τους επόμενους 5 μήνες «κατά παρέκκλιση». Και τι πιο φυσικό, δεδομένου ότι, τα 3 τελευταία χρόνια τουλάχιστον, οι «παρεκκλίσεις» στην αγορά εργασίας έχουν αποκτήσει τη δική τους κανονικότητα, έχοντας μετατραπεί σε «συγκλίσεις» προς το προφανές: υποτίμηση της εργατικής δύναμης. Έτσι λοιπόν δεκάδες εργαζόμενοι διαφόρων ειδικοτήτων (οικοδόμοι, υδραυλικοί, , δασοφύλακες, κ.λπ.) θα εργαστούν κοινωφελώς, δηλαδή με 25 ευρώ τη μέρα, μέσω του «Κυττάρου Εναλλακτικών Αναζητήσεων Νέων», προφανώς για να το ενισχύσουν στους σκοπούς του, δηλαδή «για τη δημοκρατία, για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Νέων στην Εργασία, στο περιβάλλον, στην ποιότητα ζωής, στην Κοινωνική Απελευθέρωση, στα πλαίσια μιας σύγχρονης δημοκρατικής και πλουραλιστικής κοινωνίας» (www.kean.gr/skopos). Κατά τον ίδιο τρόπο, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ μέσω των παραρτημάτων που διαθέτει σε όλες τις περιφέρειες της χώρας λειτουργεί ως διαχειριστής ανέργων, αφού σε συνεργασία με Περιφέρειες και Δήμους προσλαμβάνει και διανέμει φτηνή εργατική δύναμη, για «κοινωφελείς» πάντα σκοπούς. Δεν πρόκειται για έκτακτες ανάγκες, αλλά για υπηρεσίες πάγιου χαρακτήρα, που το δημόσιο θα όφειλε «κανονικά» να παρέχει σε μόνιμη βάση: διαμόρφωση/φροντίδα πάρκων, δασοπροστασία/φύλαξη περιοχών υψηλού κάλλους, υπηρεσίες φροντίδας ηλικιωμένων, ΑμεΑ, παιδιών κ.λπ., σίτιση σε ολοήμερα σχολεία κ.ά. Είναι προφανές ότι το επιστημονικό παρακλάδι της κορυφαίας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα έχει ανοιχτά πια θέσει τις υπηρεσίες του στην αναπαραγωγή του συστήματος περαιτέρω υποτίμησης της μισθωτής εργασίας. Διαχειρίζεται την ανεργία, λειτουργεί ως διαμετακομιστικό κέντρο ανέργων και συνεργάζεται με το κράτος «εκτάκτου ανάγκης», «κατά παρέκκλιση» για μια ακόμη φορά από τα συλλογικά συμφέροντα των παραγωγών του πλούτου, εργαζομένων και ανέργων. Μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα να μετατραπεί και επισήμως σε υπηρεσία του υπουργείου Εργασίας;


[17]

Βιβή Αντωνογιάννη - Γιάννης Βογιατζής

Η αυτοκτονία ως μία εκ των αντιμνημονιακών τεχνών

Η

αυτοκτονία ήταν ανέκαθεν σαγηνευτική. Είτε ως αξιοπερίεργο συμβάν είτε ως «κοινωνικό φαινόμενο» ασκεί απροσδόκητη γοητεία. Το μαρτυρούν όλες οι λογοτεχνικές αυτοκτονίες της ιστορίας: αυτοκτονίες μυθιστορηματικών χαρακτήρων, αυτοκτονίες λογοτεχνών. Σε οριακές εποχές, η αυτοκτονία γίνεται πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και ο αυτόχειρας διακύβευμα για το οποίο ερίζουν πολιτικές δυνάμεις. Πάνω απ’ τον (αμήχανο) τάφο του κονταροχτυπιούνται αντίπαλες πολιτικές ιδεολογίες. Ή έτσι φαίνεται. Στην «κρίσιμη» εποχή μας, η σαγήνη της αυτοκτονίας έχει επιστρέψει εμφατικά, θυμίζοντας εποχές από το (όχι και τόσο μακρινό) παρελθόν μας. Αυτοκτονίες: «η ασθένεια της εποχής» Έχουν όντως αυξηθεί οι αυτοκτονίες στις μέρες μας; Αν πιστέψουμε τις δημοσιογραφικές και διαδικτυακές πηγές, το φαινόμενο γνωρίζει «πρωτοφανή» έξαρση. Πέρα από τις αυτοκτονίες που έκαναν αίσθηση και έγιναν πρώτο θέμα στις ειδήσεις (Χριστούλας, Μετοικίδης, γιατρός στη Λαμία), οι εφημερίδες είναι καθημερινά γεμάτες με ειδήσεις για νέες αυτοκτονίες, τα ενημερωτικά site έχουν καθιερώσει σχεδόν μόνιμες στήλες για τους αυτόχειρες, ενώ συνεχώς ξεπηδούν νέα μπλογκ και ιστοσελίδες (με εύγλωττα ονόματα, όπως http:// autoktoniaellada.blogspot.gr) που καταγράφουν και ταξινομούν τις αυτοκτονίες στη χώρα. Από τον χορό δεν θα μπορούσαν να λείπουν, ασφαλώς, και διάφορες ΜΚΟ, οι οποίες, επιδεικνύοντας την κοινωνική ευαισθησία τους, σπεύδουν να βάλουν και αυτές το λιθαράκι τους στον αγώνα κατά της αυτοκτονίας. Η Κλίμακα, π.χ. –ένας «Μη Κυβερνητικός Οργανισμός, με δραστηριότητες που στοχεύουν τόσο στην διάθεση υπηρεσιών ψυχικής υγείας όσο και στην υλοποίηση προγραμμάτων κοινωνικής ενσωμάτωσης ευάλωτων ομάδων πληθυσμού»– δημιούργησε το δικό της μπλογκ (http:// suicidehelp-klimaka.blogspot.gr) προκειμένου να

συνδράμει υποψήφιους αυτόχειρες, αλλά και να βοηθήσει στην καθημερινή καταμέτρηση των αυτοκτονιών. Καθημερινά, ανησυχητικά ρεπορτάζ και δυσοίωνες αναλύσεις κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την «τεράστια αύξηση» του αριθμού των αυτοκτονιών (π.χ. το ΕΚΑΒ ανακοίνωσε ότι, μόνο τον Ιούνιο, σημειώθηκαν 350 απόπειρες αυτοκτονίας, εκ των οποίων, 50 «κατέληξαν»»· η είδηση έκανε αμέσως τον γύρο του ίντερνετ και των Social Media, συνοδευόμενη, συνήθως, από τη δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Σ. Κεδίκογλου, ότι «κινδυνεύουμε να γίνουμε χώρα αυτοκτονιών», βλ. news24.gr: http://goo.gl/B7IgL), ακόμα και η Ελληνική Αστυνομία εξέδωσε ανακοίνωση για να ενημερώσει για τις 110 απόπειρες αυτοκτονίας που κατόρθωσε να αποτρέψει μόνο μέσα στο α΄ εξάμηνο του 2012 (βλ. ΕΛ.ΑΣ., http:// goo.gl/yXEoq).1 Αναλύσεις του φαινομένου, το οποίο, κατά πώς φαίνεται, έχει λάβει «διαστάσεις χιονοστιβάδας», βρήκαν θέση και στον mainstream Τύπο (Ιωάννα Σουφλέρη, «Γιατί τόσες αυτοκτονίες;», εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 8.7.2012: http://goo. gl/TnAhu), αλλά και σε επιστημονικά, πολιτικά ή «εναλλακτικά» έντυπα (π.χ. Α. Γαλανόπουλος, «Φταίει η φτώχεια για τις αυτοκτονίες;», περ. Unfollow: http://goo.gl/AXozZ).2 1. Βέβαια, αν κανείς διαβάσει με προσοχή την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., θα διαπιστώσει ότι στα αίτια των σοβαρότερων περιστατικών καταγράφονται το «σύνδρομο διπλής προσωπικότητας», τα «σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα» και τα «χρόνια ψυχολογικά προβλήματα», αίτια δηλαδή που κάθε άλλο παρά συνδέονται με την τρέχουσα συγκυρία. 2. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι σε σχόλιό του (με τίτλο «Ο Πόλεμος Κατά του Έιντζ και των Αυτοκτονιών») στην ιστοσελίδα του περιοδικού Intellectum, ο αρχισυντάκτης του, Βίκτωρ Τσιλώνης, συνδέει (αθώα, εκ πρώτης όψεως) τις αυτοκτονίες με ένα άλλο «καυτό» θέμα του φετινού καλοκαιριού: «Γιατί νομίζω ότι η σκόνη από τα πτώματα των αυτόχειρων και η ακόμη πιο τεράστια αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών επιβάλλει όλως παραδόξως στην ελληνική πολιτεία να προμηθευτεί πρώτα αντικαταθλιπτικά και οπιούχα φάρμακα για τους ρημαγμένους πολίτες της» [σ.σ.: αντί για φάρμακα για το Έιτζ, προφανώς] (http://goo.gl/q1X8Q).


εφ. Εμπρός, 8.10.1930

[18]

Αν λοιπόν τα πάρουμε όλα αυτά τοις μετρητοίς, ο αριθμός των αυτοκτονιών στη «μνημονιακή Ελλάδα» έχει εκτιναχθεί σε «δυσθεώρητα ύψη», ως αποτέλεσμα φυσικά της (ψυχολογικής) δυσφορίας και της (οικονομικής) απόγνωσης των Ελλήνων πολιτών. Για πρώτη φορά στην ιστορία, τόσοι πολλοί συνάνθρωποί μας αποφασίζουν να δώσουν τέλος στη ζωή τους, εξαιτίας της απελπισίας τους. Για πρώτη; Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν, διαπιστώνουμε ότι οι ελληνικές εφημερίδες, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και, εντονότερα, καθ’ όλη τη δεκαετία του 1930, έδειχναν μια αντίστοιχη εμμονή με τις αυτοκτονίες, οι οποίες ασκούσαν ανάλογη γοητεία. Στον Τύπο όλου του πολιτικού φάσματος, οι αναφορές σε αυτοκτονίες είναι σχεδόν καθημερινές, με πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ, αφιερώματα, συνεντεύξεις με «ειδικούς» (συνήθως νευρολόγους), κύρια άρθρα, ειδησεογραφική κάλυψη κάθε περιστατικού κ.λπ. Οι αυτοκτονίες ονομάζονται «ασθένεια της εποχής» και «επιδημία», ενώ η προσπάθεια να βρεθούν ή να αναλυθούν τα αίτιά τους εξαρτάται από την περίπτωση, αλλά και από την πολιτική ταύτιση και γραμμή κάθε εφημερίδας. Η έξαρση των αυτοκτονιών φέρνει μαζί της και τη δημόσια σαγήνη. Σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Εμπρός, στο φύλλο της 8.10.1930 (με τίτλο «Είνε επιδημία αι αθρόαι αυτοκτονίαι;» και υπότιτλο «η ασθένεια της εποχής»), αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ο γιατρός μας εβεβαίωσε πως η νοσοκόμος αυτή έχει έναν ακατανόητον έρωτα με τους αυτοκτονούντας. Όταν πέση στα χέρια της μία εφημερίς κυττάζει πρώτα γεμάτη αγωνία τη στήλη των... αυτοκτονιών». Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να

υποθέσει ότι είναι φυσιολογικό σε ιστορικά αντίστοιχες περιόδους οικονομικής κρίσης και ύφεσης να αυξάνονται οι αυτοκτονίες, καθώς και ότι η παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα και στα media δεν είναι παρά αντανάκλαση αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας. Κρίση τότε, κρίση σήμερα και, ως εκ τούτου, η φτώχεια και η απελπισία είναι κοινοί παρανομαστές των δύο εποχών, οδηγώντας σε «αναβίωση» του φαινομένου και εκ νέου έξαρση των αυτοκτονιών. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Από την κλασική μελέτη του Ε. Ντυρκέμ για την αυτοκτονία (1897) γνωρίζουμε ότι ο αριθμός των αυτοκτονιών αυξάνεται σταθερά από χρόνο σε χρόνο. Προφανώς, αυτό οφείλεται εν μέρει στους τρόπους και τις μεθόδους καταγραφής των αυτοκτονιών (βελτίωση αρχείων και τεχνολογιών αρχειοθέτησης, άμβλυνση του ταμπού της αυτοκτονίας, το οποίο εξακολουθεί –για θρησκευτικούς ασφαλώς λόγους– να είναι ισχυρό στην Ελλάδα κ.λπ.), αλλά συνιστά και ένα αντικειμενικό δεδομένο. Το επιβεβαιώνουν άλλωστε όσα στοιχεία έχουμε στη διάθεσή μας: στις εκθέσεις της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας φαίνεται ότι, από το 1920 έως το 1938, οι αυτοκτονίες αυξάνονταν σταθερά (και σχεδόν κατά το ίδιο ποσοστό) από χρόνο σε χρόνο (βλ. τις «Στατιστικές των αιτιών των θανάτων» που δημοσιεύονται στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της ΕΛ.ΣΤΑΤ.: http://goo.gl/ F9gAH). Από το 1928 έως το 1938, το ποσοστό των αυτοκτονιών επί του συνόλου του πληθυσμού παρουσιάζει μικρές αυξομειώσεις, ενώ το 1930 –τη χρονιά δηλαδή που το Εμπρός διαπιστώνει μεγάλη έξαρση των αυτοκτονιών–, οι αυτοκτονίες ήταν οι ίδιες την προηγούμενη και την επόμενη χρονιά. Στοιχεία για τα τελευταία χρόνια


εφ. Ριζοσπάστης, 6.10.1933

[19]

φαίνεται να μην είναι διαθέσιμα, παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι αυτοκτονίες στην Ελλάδα αυξάνονταν σταθερά, αλλά όχι θεαματικά, από το 1960 έως το 2009 (βλ. World Health Organization: http://goo.gl/Rb2AZ). Παραμένει, ασφαλώς, ανοικτό το ερώτημα αν τα τελευταία τρία χρόνια οι αυτοκτονίες έχουν αυξηθεί τόσο θεαματικά όσο παρουσιάζονται, ωστόσο ένα σχόλιο του Ντυρκέμ στη μελέτη του παρουσιάζει ενδιαφέρον και θα μας χρησιμεύσει παρακάτω: Άρα, εάν οι βιομηχανικές ή οι οικονομικές κρίσεις αυξάνουν τις αυτοκτονίες, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι προκαλούν πενία, αφού οι κρίσεις ευημερίας έχουν το ίδιο αποτέλεσμα· οφείλεται στο γεγονός ότι είναι κρίσεις, δηλαδή διαταραχές της συλλογικής τάξης. Κάθε ρωγμή της ισορροπίας, ακόμα και αν επιτυγ-

«Δεν μαθαίνουμε ούτε τις μισές αυτοκτονίες» Στον βαθμό που ο δημόσιος λόγος επανέρχεται με τέτοια ένταση στο ζήτημα των αυτοκτονιών είναι εντέλει αδιάφορο αν όντως οι αυτοκτονίες έχουν απογειωθεί ή όχι τα τελευταία χρόνια. Είναι πλέον κοινή αντίληψη ότι οι αυτοκτονίες όχι μόνο έχουν αυξηθεί, αλλά και ότι είναι σίγουρα περισσότερες από όσες «μας λένε» (π.χ. www.antinews. gr: http://goo.gl/wiK5P). Η αυτοκτονία έχει ξαναγίνει (όπως και το ’30) το κεντρικό σύμβολο που υποδεικνύει ότι οι «καιροί έχουν αλλάξει», ότι είναι πλέον ανυπόφορα ζοφεροί, καθώς και ότι η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από πληγές που ολοένα βαθαίνουν· σ’ αυτό συμφωνούν όλες οι αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος. Το σχόλιο του αρθρογράφου της εφημερίδας Εμπρός στο β΄ μέρος του ρεπορτάζ που αναφέρθηκε παραπάνω είναι και εύγλωττο και επίκαιρο:

χάνει, μεγαλύτερη άνεση και μια ανύψωση της γενικής ζωτικότητας, σπρώχνει στον θεληματικό θάνατο. (E.

Τι πεζότης. Πώς άλλαξαν από τότε οι καιροί. Τότε μία

Durkheim, Κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας, μτφρ. Μ.

ερωτική σκηνή, μία ζηλοτυπία και η τραγική συνέπεια

Μαρκάκης, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χ., σ. 275)

αιμάτωνε τους βράχους της Ακροπόλεως και συνεκλό-

Η διαπίστωση ότι οι αυτοκτονίες (ή απλώς η καταγραφή τους;) πολλαπλασιάζονται διαρκώς από χρόνο σε χρόνο έχει οδηγήσει (στα χνάρια του Ντυρκέμ) στο να αποδίδεται συνήθως το εν λόγω φαινόμενο, αφενός, στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης (η οποία προκαλεί τάχα νευρώσεις και άλλες ψυχικές διαταραχές) και, αφετέρου, στη μαζικοποίηση της κοινωνίας (μοναξιά, ανωνυμία κ.λπ.). Με ένα λόγο, στην παρακμή του πολιτισμού.Η ηθικολογία είναι κοινός τόπος στην ψυχολογικοποίηση ή/και την πολιτικοποίηση της αυτοκτονίας.

νιζε την κοινωνίαν. Σήμερα μόνον η πείνα και η δυστυχία οδηγεί προς την αυτοκτονίαν. Και ο αριθμός των ανθρώπων που τερματίζουν βιαίως την ζωήν των αυξάνει καθημερινώς εφ’ όσον εντείνεται η οικονομική κρίσις. Προχθές ένας μάγειρος ετίναξε τα μυαλά του, διότι δεν είχε να φάγη. Αυτό φυσικά δεν ήτο δυνατόν να συμβή εις την ωραίαν εκείνην εποχήν, διότι οι μάγειροι έτρωγαν ή μάλιστα παραέτρωγαν. Εάν δε τότε μια εφημερίς ανέγραφεν ένα τέτοιο γεγονός, όλοι θα απέστρεφον τους οφθαλμούς. Σήμερα όμως εγίναμεν πεζοί, τόσο πεζοί μάλιστα, που μη έχοντες να πληρώσωμεν ούτε το εισιτήριον της Πάουερ... αναγκαστικώς πεζοπορούμεν. (εφ. Εμπρός, 9.10.1930)


[20]

Δύο είναι οι στρατηγικές μέσω των οποίων ενορχηστρώνεται και συγκροτείται αυτή η «συμβολική» λειτουργία των «αυτοκτονιών». Η πρώτη είναι η ψυχολογικοποίηση. Εδώ το στρατήγημα εστιάζει στο άτομο, το οποίο συντρίβεται από τις (εξωτερικές) πιέσεις του «αβίωτου» παρόντος: από την απελπισία, την απόγνωση, την έλλειψη προοπτικής και ελπίδας. Οι κοινωνικές συνθήκες επιδρούν άμεσα στον ψυχισμό και οδηγούν στην αυτοκτονία τους απελπισμένους πολίτες της χώρας που βλέπουν τη ζωή τους να υποβαθμίζεται και δεν βρίσκουν ελπίδα πουθενά. Το κλίμα είναι άλλωστε βαρύ κι όλα γύρω μας είναι σκοτεινά, καταθλιπτικά και μίζερα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι, από τις έξι ομιλίες για ψυχολογικά θέματα που παρουσιάζει online το Ίδρυμα Μποδοσάκη (www.blod.gr), οι τρεις που αφορούν την «ψυχολογία της κρίσης» αναφέρονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην αύξηση των αυτοκτονιών (π.χ. Στ. Στυλιανίδης, «Οικονομική κρίση και ψυχική υγεία: εγώ και εμείς»: http://goo.gl/OXKvV). Σημαντική σημείωση εδώ: για τον συγκεκριμένο (κυρίαρχο και επιστημονικό) λόγο, η κρίση είναι (ή μπορεί να γίνει) και μια ευκαιρία «αναδημιουργίας» του εαυτού (και κατ’ επέκταση της κοινωνίας, βλ. Κ. Ναυρίδης, «Ψυχολογία της κρίσης»: http:// goo.gl/vFMMT), πράγμα που παραπέμπει πιθανόν και σε μια αντίληψη για τη μεταπολιτευτική ιστορία μας: η αύξηση των αυτοκτονιών επί κρίσης συνοψίζει και ολοκληρώνει την παρατεταμένη αυτοκτονία της χώρας ή/και του έθνους, δηλαδή τη

Μεταπολίτευση, όπως θέλει να τη βλέπει ο συγκεκριμένος κυρίαρχος λόγος. Σε κάθε περίπτωση, για τη συγκεκριμένη στρατηγική, η αυτοκτονία είναι η απόληξη μιας προσωπικής διαδρομής, το αποτέλεσμα μιας ατομικής βούλησης: οικονομικά προβλήματα, ανεργία, χρέη. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι κεντροδεξιές εφημερίδες του Μεσοπολέμου αφιέρωναν (εκτενή) πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ για τον τάδε χρηματιστή που χρεοκόπησε, τον δείνα έμπορο που τον κυνηγούσαν οι πιστωτές και οι τοκογλύφοι κ.λπ. Η δεύτερη στρατηγική είναι η πολιτικοποίηση. Κάθε αυτοκτονία είναι ένα ακόμα κάλεσμα για «αντίσταση», κάθε αυτοκτονία είναι μια «πολιτική πράξη». Είτε πρόκειται για την απόγνωση, στην οποία φέρνει τον αυτόχειρα η «πολιτική των μνημονίων», είτε για την εξαθλίωση, τη φτώχεια, την ανεργία κ.ο.κ., η αυτοκτονία είναι αποτέλεσμα της κρίσης και αντίσταση εναντίον της. Οι αυτοκτονίες είναι ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα του «αντιμνημονιακού μπλοκ»: είναι «η ματωμένη πτυχή του μνημονίου» (left.gr: http://goo.gl/eRKl8), είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής των «δοσίλογων» και των «Τσολάκογλου», είναι δολοφονίες (Βαθύ Κόκκινο: http://goo.gl/KTxZT), είναι η «σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι», καθότι «το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει» (autoktoniaellada.blogspot. gr). Σ’ αυτό το ιδιότυπο τσουβάλιασμα αυτοκτονιών και απόψεων περί αυτών, κάθε αυτοκτονία είναι «κοινωνική» και κάθε αυτόχειρας «ένας μάρτυρας της αντίστασης». Αδιάφορο ποιος και γιατί. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ελλείψει άλλων βημάτων αριστερού λόγου, ο Ριζοσπάστης ήταν αυτός που είχε αναλάβει όλο το βάρος της κοινωνικής ανάδειξης των αυτοκτονιών. Για τον Ριζοσπάστη εκείνης της εποχής, όταν «λιποθυμούν στους δρόμους οι φτωχοί απ’ την πείνα» (6.10.1933) οι άνθρωποι αυτοκτονούν από απελπισία γιατί είναι άνεργοι, εξαθλιωμένοι, φτωχοί. Οι δύο στρατηγικές δεν είναι αντίθετες ούτε αλληλοαποκλειόμενες, όπως ίσως φανταζόταν κανείς. Και στις δύο περιπτώσεις, η κίνηση είναι παρόμοια, καίτοι αντίστροφη: στη μία περίπτωση, ο λόγος ξεκινάει από την ψυχολογικοποίηση (τονίζοντας την προσωπική απόγνωση, την κοινωνική απελπισία, αλλά πιθανόν και την εθνική «ενοχή») για να φτάσει στην πολιτικοποίηση, ενώ στην άλλη


ο λόγος αρχίζει από την «αντίσταση» και την «αντίδραση» για να φτάσει, και πάλι, στην ψυχολογικοποίηση («ορίστε σε τι απόγνωση μας έχουν καταντήσει οι κυβερνήσεις σας και οι πολιτικές τους»). Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε την «κραυγή απόγνωσης», στη δεύτερη, την «κραυγή ανατροπής» (τα πρωτοσέλιδα της επομένης της αυτοκτονίας Χριστούλα, στις 5 Απριλίου 2012, είναι ενδεικτικά: «Μήνυμα απόγνωσης με δημόσια αυτοκτονία»: Τα Νεα, «Μάρτυρας για την Ελλάδα»: Ελεύθερος Τύπος, «Κραυγή αφύπνισης»: Αυγή, «Σφαίρα-Κραυγή κατά του πολιτικού συστήματος»: Η Βραδυνή, «Σοκάρουν οι συνεχείς αυτοκτονίες»: Ο Λόγος, «Συνταξιούχος-μάρτυρας της κατοχικής κυβέρνησης του Μνημονίου»: Ελεύθερη Ώρα, «Η απόγνωση όπλισε το χέρι του 77χρονου»: Έθνος). Είναι σαφές ότι, στον δημόσιο λόγο, η ιδεολογική χρήση του συμβόλου των αυτοκτονιών κινείται πάνω στον ίδιο κύκλο. Μάλιστα, η σύμπτωση των δύο στρατηγικών δεν περιορίζεται μόνο στα media. Σε διάλογο που αναπτύχθηκε μεταξύ Ελλήνων ερευνητών μέσα από τις σελίδες της ιατρικής επιθεώρησης Lancet περί των επιπτώσεων της κρίσης στην ελληνική κοινωνία, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ένα: μολονότι δεν είναι σίγουρο ότι η κρίση αυξάνει τις αυτοκτονίες, είναι βέβαιο ότι αυξάνει τις ψυχιατρικές ασθένειες (και τη χρήση αντικαταθλιπτικών), τις επιδημίες (το AIDS φυσικά) και τη βία – όλα αυτά απειλούν την «απόλυτη πηγή πλούτου της χώρας: τον λαό της». Προς επίρρωση των παραπάνω, ορισμένοι εκ των ερευνητών επικαλούνται την περίφημη (και ατεκμηρίωτη) δήλωση του πρώην υπουργού Υγείας, Α. Λοβέρδου, περί αύξησης των αυτοκτονιών κατά 40%. Και άλλοι κλείνουν τον κύκλο με μια πολιτικοεπιστημονική επωδό: Η πενταετία που απαιτείται για να εξαχθούν έγκυρα επιδημιολογικά συμπεράσματα «ίσως είναι πολύ μακριά, αν οι άνθρωποι έχουν πεθάνει λόγω της έλλειψης προληπτικών στρατηγικών για τις αυτοκτονίες». (���� ����� βλ��. Lancet: http://goo. gl/NpD3a, http://goo.gl/T0seY, http://goo.gl/x1m8x, http://goo.gl/whE1Q) Ο κύκλος αυτός έχει ένα κέντρο: οι αυτοκτονίες και η υποτιθέμενη έξαρσή τους «αποδεικνύουν» ότι εκτός από «ανάδελφο», είμαστε και ένα «ηρωικό» έθνος. Μια χώρα χειμαζόμενη, ένα έθνος που συντρίβεται κάτω από την μπότα του

Γιάννης Βαμιεδάκης

[21]

«κατακτητή», με την αρωγή των ντόπιων κολαούζων του, που όμως παραμένει ένα έθνος ηρώων: οι αυτόχειρές του είναι θυσία στους βωμούς που έχουν στήσει οι κατοχικές δυνάμεις και συνάμα οι «πρώτοι νεκροί», «το λίπασμα της λευτεριάς». Το μαρτυρικό έθνος μας αυτοκτονεί μεν, αλλά αντιστέκεται σθεναρά στον κατακτητή. Στο αντιμνημονιακό τσουβάλι όλοι οι καλοί χωράνε. Απέναντι στον πόλεμο που μας κήρυξε όλη η οικουμένη, εμείς αντιστεκόμαστε αγέρωχα και ηρωικά, χορεύοντας τον χορό του Ζαλόγγου. Αυτό που υποκρύπτει ο περί αυτοκτονιών δημόσιος λόγος δεν είναι μόνο η πολιτική και η ιδεολογία (που δεν έχουν θέση στο τσουβάλι), αλλά και η «εθνικοποίηση» της κρίσης. Είναι κοινή γνώση ότι μόνο στην Ελλάδα έχουν εκτιναχθεί οι αριθμοί των αυτοκτονιών τα χρόνια της κρίσης, είναι κοινή γνώση ότι εδώ δίνεται η μεγάλη μάχη. Επιστροφή στην ομαλότητα Πίσω από τον λόγο περί αυτοκτονιών, όμως, δεν κρύβεται μονάχα το «εθνικό μεγαλείο της αυτοθυσίας», αλλά και η επιθυμία για επιστροφή στους «αλλοτινούς καιρούς», στις «καλές εποχές», τότε που οι άνθρωποι αυτοκτονούσαν για κάποιο ιδανικό ή από έρωτα, όχι από πείνα και απόγνωση. Αν οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται όταν διαταράσσεται η κοινωνική ισορροπία, δηλαδή η κανονικότητα, τότε η ανάδειξή τους σε μείζον ζήτημα της δημόσιας σφαίρας υποκρύπτει αυτή τη νοσταλγία για την εποχή της «κοινωνικής ειρήνης». Ο Ντυρκέμ, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν υπέρμαχος του κοινωνικού ελέγχου και πολέμιος της «ανομίας» (της έλλειψης ελέγχου, δηλαδή) παρατήρησε ότι οι αυτοκτονίες δεν μειώνονταν στις


[22]

εποχές της ευμάρειας και της αφθονίας, αλλά κατά τη διάρκεια πολέμων και επαναστατικών περιόδων (1848, 1871). Το συμπέρασμά του ήταν αναπόφευκτο: Τα γεγονότα αυτά υπόκεινται κατά συνέπεια σε μία μόνο ερμηνεία· δηλαδή, ότι οι μεγάλες κοινωνικές αναταραχές και οι μεγάλοι λαϊκοί πόλεμοι εξάπτουν τα συλλογικά αισθήματα, παροτρύνουν εξίσου το αντάρτικο πνεύμα και τον πατριωτισμό, την πολιτική και την εθνική πίστη και, συγκεντρώνοντας τη δραστηριότητα προς έναν μόνο σκοπό, προκαλούν, τουλάχιστον πρόσκαιρα, μια ισχυρότερη ολοκλήρωση της κοινωνίας. Η σωτήρια επίδραση που μόλις δείξαμε ότι υπάρχει οφείλεται όχι στην κρίση, αλλά στον αγώνα που προκαλεί. Καθώς οι αγώνες αυτοί αναγκάζουν τους ανθρώπους να ενώνονται για να αντιμετωπίσουν τον κοινό κίνδυνο, το άτομο σκέπτεται λιγότερο τον εαυτό του και περισσότερο την κοινή υπόθεση. Κατανοούν, άλλωστε, ότι αυτή η ολοκλήρωση μπορεί να μην είναι καθαρά πρόσκαιρη αλλά μερικές φορές μπορεί να επιζήσει από τις άμεσες αιτίες που την υποκίνησαν, ιδιαίτερα όταν είναι έντονη.

Το θέαμα της έσχατης επιλογής Πλάι στην ανάδειξη των αυτοκτονιών ως μια πράξη μαρτυρική και μεγάλη, η λίστα με τις αυτοκτονίες συμπολιτών μας, χειμαζόμενων από την οικονομική κρίση, προβάλλεται ως μια διαρκώς αυξανόμενη λογική ακολουθία της νέας δυσβάσταχτης συνθήκης. Τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων έχουν εδώ τον πρώτο λόγο. Την ώρα που η πολιτικοποίηση των αυτοκτονιών αναδύεται στον πυρήνα του δημόσιου λόγου, την ίδια ακριβώς στιγμή αυτή αποβάλλεται χάριν της λαγνείας της κλειδαρότρυπας. Οι χοντροκομμένες βινιέτες κάτω απ’ τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ («Το ματωμένο μνημόνιο», «Οι αυτοκτονίες του ΔΝΤ») αποτελούν το όριο της απόπειρας να συνδεθεί η αυτοκτονία με την επιφάνεια της πραγματικότητας. Στο επόμενο καρέ, ο φακός ζουμάρει στο αίμα. Η μεγάλη πράξη παραμένει σημείο των καιρών αλλά στην ουσία της είναι, πώς αλλιώς, πρωτίστως ατομική. Και χάριν τηλεοπτικής «οικονομίας», εμπορεύσιμη. Η κρεμασμένη θηλιά στο σαλόνι του υποψήφιου αυτόχειρα (βλ. Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα, «Η Ελλάδα της κατάθλιψης και της ελπίδας») αιχμα-

λωτίζει το βλέμμα και μαζί οποιαδήποτε επεξεργασία με πολιτικούς όρους του υπαρκτού αυτού προβλήματος. Η αυτοκτονία-θέαμα τρομάζει, θυμώνει, την ίδια στιγμή που καθησυχάζει τον θεατή, αναλογιζόμενο από την άλλη πλευρά του γυαλιού τη δική του καλύτερη τύχη, αφού ακόμη δουλεύει έστω για 600 ευρώ, αφού ακόμη παίρνει το επίδομα ανεργίας, αφού ακόμη γελά τα βράδια με τους φίλους του. Ο εθισμός στη βία της τηλεοπτικής εικόνας ενός συνανθρώπου μας που για οικονομικούς λόγους αυτοκτονεί συμβάλλει στην ενοχική αποδοχή των (αυτο)καταστροφικών συνεπειών της κρίσης. Η εικόνα δεν χρειάζεται να αναλύσει για να είναι δυνατή, εδώ δεν ενδιαφέρει η αναζήτηση πολιτικών ευθυνών, το θέαμα όσο πιο πολύ σιωπά τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται∙ «το θέαμα δεν θέλει να καταλήξει πουθενά αλλού παρά στον ίδιο του τον εαυτό» (Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του θεάματος, μτφρ. Π. Τσαχαγέας-Ν. Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1986, σ. 28). Το θέαμα υποτάσσει, καταβροχθίζει τη δυνατότητα κάθε προβληματισμού, αποκοιμίζει κάθε πολιτική εγρήγορση. Το θλιβερό γεγονός μιας αυτοκτονίας ορμώμενης από τη συγκυρία εκπίπτει σε ένα ακόμη στιγμιότυπο μιας σειράς εναλλασσόμενων εικόνων στην επιδερμίδα της πραγματικότητας. Γίνεται ακόμη μια καταγραφή σε μια μακριά λίστα που εξοργίζει και λυπεί, ένα ακόμη νούμερο που περιγράφει και μαζί ναρκώνει την αποχαυνωμένη συνείδηση της κατανάλωσης. Η αισθητικοποίηση του κύματος αυτοκτονιών από τα ΜΜΕ απογυμνώνει εντέλει την ίδια την πράξη από οποιαδήποτε πολιτική συνδήλωση θα μπορούσε αυτή να έχει. Το λειτούργημα της ενημέρωσης, άλλωστε, έχει χαρακτήρα παιδαγωγικό. Ευτυχώς, μετά την αποτρόπαια είδηση μιας ακόμη αυτοκτονίας, έχεις την ευκαιρία να παρακολουθήσεις την περίπτωση της κρίσης που έγινε ευκαιρία, σε ένα χωριό, σε ένα Πανεπιστήμιο, στην αλληλεγγύη του ΣΚΑΪ και της Εκκλησίας. Η αισθητική επικαθορίζει την πολιτική. Ο ένας πότε εξαγνίζει μαρτυρικά και πότε φωτίζει θριαμβικά τον δρόμο του μετέωρου πλήθους, των πολλών. Οι πολλοί συνεχίζουν να είναι ανεξέλεγκτοι και ζωντανοί… Οι συνέπειες της κρίσης έγιναν από νωρίς αντικείμενο προς κατανάλωση. Η αποτύπωσή


[23]

της μπήκε στα σπίτια του τηλεοπτικού κοινού με εικόνες που προκαλούν θλίψη και έλεος: εικόνες αστέγων, κλειστών μικρομάγαζων, ανθρώπων που πηδούν από μπαλκόνια. Στη θέα του μικρού καθημερινού δράματος στο δρόμο, στους χώρους εργασίας, στη μικροκλίμακα της οριοθετημένης πραγματικότητας, προστίθεται η «θεαματική» αναπαραγωγή μιας πραγματικότητας που αφαιρεί, εστιάζει, διογκώνει, παραμορφώνει το υπάρχον. Ο θυμός μετατρέπεται σε οίκτο, αποστροφή, ακόμη και σε μύχια αναζήτηση της επόμενης εικόνας πόνου, που από τη μια τρομάζει από την άλλη καθησυχάζει, μέσω μιας ασυνείδητης διαδικασίας σύγκρισης περιπτώσεων. Η βιωμένη ανέχεια φαντάζει εύνοια μπροστά στα τηλεοπτικά αποσπάσματα αυτοχειρίας, «των μη αντιμετωπίσιμων οικονομικών αδιεξόδων». Η εικόνα του αυτόχειρα μπερδεύεται με τις εικόνες των σκουριασμένων λουκέτων στους δρόμους της Σόλωνος, τους άστεγους επαίτες και τις λιποθυμίες μαθητών από ασιτία. Η εικόνα απορροφά την οργή, εκτονώνει το θυμικό, αμβλύνει τις εντάσεις διά της αποσυμπίεσης του φορτίου αυτού στην εικόνα. Η εικονοποίηση της φρίκης αποσπά το περιεχόμενο από το αντικείμενο∙ για να δημιουργηθεί η εντύπωση αρκεί το απεικόνισμά του. Η απελπισία του κοινού που παρακολουθεί συναντάται με την απόγνωση του αυτόχειρα και ασυνείδητα μπαίνει στη ζυγαριά∙ «εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί». Αν επιλεγεί άλλο ρεφραίν,

όπως σημειώνουν «έγκριτοι» στατιστικογράφοι, καραδοκεί ο κίνδυνος μιμητισμού. Σε κάθε περίπτωση, η θεαματική διάσταση των αυτοκτονιών, στην τηλεοπτική εκδοχή τους, εξειδικεύει την κατάληξη ενώ κυριεύει τη βιωμένη πραγματικότητα ως αφετηρία. Το ανθρωποφάγο θέαμα είναι αδιαμφισβήτητο, απρόσιτο άρα «πραγματικό»∙ είναι αυτό που φαίνεται κι αυτό που φαίνεται είναι τρομακτικό. Το θέαμα σοκάρει, μονώνει, αποτελεί ένα ακόμη γρανάζι στη μηχανή παραγωγής μιας απομακρυσμένης αναπαράστασης ιδιώτευσης. Είναι η άρνηση κάθε δραστηριότητας της συνείδησης, η άρνηση κάθε συνάντησης, κάθε διαλόγου. Το θέαμα είναι η συντήρηση της έλλειψης συνείδησης μέσα στην πρακτική μεταβολή των συνθηκών ύπαρξης. […] Η στάση που το θέαμα αξιωματικά απαιτεί είναι αυτή η παθητική αποδοχή την οποία έχει ήδη εξασφαλίσει με τον τρόπο που εμφανίζεται χωρίς να επιδέχεται αντίρρηση, με το μονοπώλιό του της φαινομενικότητας. […] Ο συγκεκριμένος τρόπος ύπαρξης του θεάματος είναι ακριβώς η αφαίρεση. Μέσα στο θέαμα, ένα μέρος του κόσμου αναπαρίσταται ενώπιον του κόσμου και είναι ανώτερο απ’ αυτόν. Το θέαμα δεν είναι παρά η κοινή γλώσσα αυτού του διαχωρισμού. Αυτό που συνδέει τους θεατές είναι μια μονόδρομη σχέση με το ίδιο το κέντρο που συντηρεί την απομόνωσή τους. Το θέαμα συνενώνει το διαχωρισμένο, αλλά το συνενώνει σαν διαχωρισμένο. (Γκυ Ντεμπόρ, ό.π., σ. 27-34).


[24]

Μάρκο Ζερμπίνο

CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα Ο φασισμός ήταν επανάσταση, η μοναδική που συντελέστηκε πραγματικά σε αυτή τη χώρα και, κατά τη γνώμη μου, αντιπροσώπευε ένα προοδευτικό κοινωνικό όραμα, μια άνθηση της τέχνης, της τιμιότητας, της ειρωνείας. Gianluca Iannone

Ο δέκατος ένατος αιώνας είναι νεκρός. Ο εικοστός αιώνας είναι νεκρός. Εμείς, αντίθετα, αισθανόμαστε περίφημα. Από το Manifesto dell������������������ ’es��������������� tremo���������� centro���� alto

Φ

λωρεντία, 13 Δεκεμβρίου 2011. Είναι περίπου 12:30 το μεσημέρι όταν ο Gianluca Casseri, 50 ετών, παρκάρει το αυτοκίνητό του κοντά στην υπαίθρια αγορά της Πιάτσα Νταλμάτσια, στα βόρεια προάστια της πόλης, και κατευθύνεται με γρήγορα βήματα προς το σημείο όπου συνήθως κάθονται μόνο πλανόδιοι μικροπωλητές από την Αφρική. Μόλις φτάνει στο σημείο, ο άντρας πυροβολεί μερικές φορές με το ρεβόλβερ που κρατάει, ένα Μάγκνουμ 357. Στο έδαφος κείτονται τα άψυχα σώματα του Samb Modou, 40 ετών, και του Diop Mor, 54 ετών· δίπλα τους κείτεται βαριά τραυματισμένος ο Moustapha Dieng, 34 ετών. Ο Casseri επιστρέφει στο αυτοκίνητό του, μπαίνει μέσα και απομακρύνεται βιαστικά. Θα ξαναεμφανιστεί δύο ώρες αργότερα, λίγο μετά τις 14:30, κοντά σε μια άλλη υπαίθρια αγορά της πόλης, αυτή του Σαν Λορέντσο. Εκεί, στο ιστορικό κέντρο της πόλης, η ρατσιστική σφαγή συνεχίζεται: αυτή τη φορά πέφτουν τραυματισμένοι από τις σφαίρες του δολοφόνου ο Sougou Mor, 32 ετών, και ο Mbenghe Cheike, 42 ετών. Λίγο αργότερα, δύο αστυνομικοί εντοπίζουν τον Casseri στο υπόγειο της αγοράς, μέσα στο αυτοκίνητό του. Αυτός, όταν τους αντιλαμβάνεται, τραβάει ξανά το πιστόλι και, ταχύτατα, στρέφει την κάνη στο λαιμό του. Ύστερα τραβάει τη σκανδάλη. Η σφαγή της Φλωρεντίας έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να επανέλθει στο προσκήνιο της επικαιρότητας η ακροδεξιά οργάνωση CasaPound Italia (Οικία Πάουντ Ιταλία, Cpi), μέλος της οποίας, όπως

έγινε γνωστό μετά τη σφαγή, ήταν ο Cassari. Αυτή τη φορά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο ο Gianluca Iannone, ιδρυτής και αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας, όσο και η παρέα του, που συνήθως είναι προσεκτικοί και επιδέξιοι χειριστές της επικοινωνίας, θα προτιμούσαν να μη βρίσκονται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ενώ τα πτώματα των θυμάτων είναι ακόμα ζεστά, η Cpi εκδίδει μια ανακοίνωση στην οποία «εφιστά την προσοχή όλων ώστε να μη συσχετίσουν την τραγωδία της τρέλας που σήμερα προκάλεσε δύο νεκρούς στη Φλωρεντίας με τις πολιτικές δραστηριότητες του κινήματος». «Στο dna της CasaPound Italia», σπεύδουν να διευκρινίσουν οι συναγωνιστές, «η ξενοφοβία δεν επικροτείται, όπως δεν έχει θέση και η ρατσιστική βία». Όσοι γνωρίζουν έστω και λίγο την ιστορία και την πολιτική δραστηριότητα της ��������������� Cpi������������ δεν εκπλήσσονται από τον εκνευρισμό και την ενόχληση των Iannone και σία για τα γεγονότα της Φλωρεντίας. Η CasaPound, προσπαθώντας εδώ και περίπου ένα χρόνο να προβάλει την εικόνα μιας οργάνωσης που τοποθετείται «πέρα» από τις «πεπαλαιωμένες» κατηγορίες της αριστεράς και της δεξιάς, μια πολιτική εμπειρία «αντικομφορμιστική», νεανική, εξεγερμένη και καινοτόμα ακόμα και μέσα στον χώρο της άκρας δεξιάς, ανέκαθεν απέρριπτε ως ψευδείς και προσχηματικές τις κατηγορίες για ρατσισμό, αντισημιτισμό, ομοφοβία και, γενικότερα, κάθε απόπειρα πολιτικών επιστημόνων ή των ΜΜΕ να την συσχετίσουν με την παραδοσια-


[25]

κή ιταλική δεξιά. Ορισμένοι κάπως επιφανειακοί ακαδημαϊκοί αφέθησαν να γοητευτούν από αυτή την «αυτοαφήγηση» που δημιούργησαν εκείνοι που, μεταξύ άλλων, αρέσκονται να αποκαλούνται «φασίστες της τρίτης χιλιετίας». Στη συνέχεια θα εξετάσουμε για ποιο λόγο το κίνημα του Iannone δεν παρουσιάζει καινοτόμα στοιχεία στο εσωτερικό του πανοράματος της ιταλικής άκρας δεξιάς. Για την ώρα, θα ξεκινήσουμε από μια απλούστερη ερώτηση: ποια είναι η CasaPound; Οι «φασίστες της τρίτης χιλιετίας» «Η CasaPound κραυγάζει: θα οικοδομήσουμε τον κόσμο που εμείς θέλουμε! Τη ζωή, έτσι όπως μας την έχουν φτιάξει, την πετάμε ευχαρίστως στα σκουπίδια». Η φράση αυτή, παρμένη από την ενότητα «Ποιοι είμαστε» της ιστοσελίδας της Cpi (���������������������������������������� www������������������������������������� .������������������������������������ casapounditalia��������������������� .�������������������� org����������������� ), δείχνει ότι η CasaPound βρίσκεται, προπαντός λόγω του εκκεντρικού, «φουτουριστικού και νεανικού επικοινωνιακού στυλ της, βαθιά ριζωμένη στην ιστορία του ιταλικού φασισμού. Η ιδέα της «νεότητας στην εξουσία»· η βιταλιστική περιφρόνηση για τον θάνατο· η πρωτοκαθεδρία και η ομορφιά της δράσης έναντι των ιδεολογικών διενέξεων· ο πολιτικός αντικομφορμισμός που δεν μπορεί να χωρέσει στις κατηγορίες της δεξιάς και της αριστεράς, όλα αυτά είναι θέματα παρόντα από την πρώτη στιγμή στο dna της Cpi και μπο-

ρούν να αναχθούν στο πολιτισμικό υπόστρωμα ορισμένων ιταλικών καλλιτεχνικών πρωτοποριών των αρχών του 20ού αιώνα πάνω στο οποίο σχηματίστηκε το κίνημα του φασισμού. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επικοινωνιακής προσέγγισης είναι το πολιτικο-πολιτισμικό μανιφέστο της ομάδας. με τίτλο L’����������������� estremocentroalto (Το ακραίοκέντροψηλά), που ήδη από τον τίτλο του προδίδει την πρόθεση να προκαλέσει σύγχυση και να παίξει με αισθητικό τρόπο πάνω στη διανοητική πρόκληση. Τα μέλη της ����������������������������������������� Cpi�������������������������������������� είναι περήφανα γι’ αυτή τους τη συνήθεια να «ανακατεύουν την τράπουλα»: διοργανώνουν στις έδρες τους συναντήσεις για τον Τσε Γκεβάρα και τον Ούγκο Τσάβεζ· προσκαλούν να μιλήσουν στις εκδηλώσεις τους πρώην μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και ομοφυλόφιλους δημοκράτες βουλευτές· διαδηλώνουν μαζί με αριστερούς φοιτητές για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που προώθησε μια κυβέρνηση της δεξιάς· ιδρύουν ραδιοφωνικούς σταθμούς, εφημερίδες, διαδικτυακούς τηλεοπτικούς σταθμούς· γεμίζουν τους τοίχους των πόλεων με εξαιρετικά προσεγμένες από γραφιστική άποψη αφίσες και προκηρύξεις· προωθούν μουσικά συγκροτήματα, οργανώνουν συναυλίες… Τίποτα δεν θυμίζει την εικόνα μιας δεξιάς αρτηριοσκληρωτικής, στραμμένης στην παράδοση και αυταρχικής.


[26]

Πιθανόν ακριβώς αυτή η επικοινωνιακή της ικανότητα βοήθησε την CasaPound να αποκτήσει μέσα σε διάστημα ενός χρόνου κάποια απήχηση, ιδιαίτερα μεταξύ των φοιτητών της μεσαίας τάξης και του νεανικού λούμπεν προλεταριάτου στο οποίο η ιταλική αριστερά έχει πάψει να απευθύνεται εδώ και καιρό. Η Cpi������������������������� ���������������������������� , γνωρίζοντας τη σημασία που έχει η πρώιμη πολιτική συγκρότηση των νέων γενιών, πολύ σύντομα δημιούργησε μια αδελφή οργάνωση που ανέλαβε την πολιτική δουλειά στα σχολεία και τα πανεπιστήμια: το Blocco���������� ���������������� Studente��������� sco�������������������������������������������� (Σπουδαστικό Μπλοκ, Bs). Οι ακτιβιστές του Blocco���������������������������������������� τα τελευταία χρόνια προσπάθησαν επανειλημμένα να παρεισφρήσουν στα φοιτητικά κινήματα ανεμίζοντας το λάβαρο της «απολίτικης» νεολαιίστικης εξέγερσης ενάντια στην καθεστηκυία εξουσία. Η πιο γνωστή απόπειρα έγινε το 2008 όταν, τις πρώτες ημέρες του κινήματος του «κύματος» που διαμαρτυρόταν ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση την οποία προωθούσε η δεξιά κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, οι φοιτητές του Bs συμμετείχαν στις διαδηλώσεις που πραγματοποιούνταν σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας, προσπαθώντας να περάσουν το μήνυμα μιας ενότητας των νέων, η οποία δεν χρειαζόταν τις πολιτικές κατηγορίες της δεξιάς και της αριστεράς και, κυρίως, του αντιφασισμού.1 Όμως η Cpi δεν αρκείται να παρεμβαίνει στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Πέρα από το προνομιακό πεδίο παρέμβασής της, που, όπως θα δούμε, είναι το ζήτημα της κατοικίας και οι καταλήψεις κοινωνικού και στεγαστικού χαρακτήρα, η προσοχή του κινήματος επικεντρώνεται και στις γυναίκες, με την εκστρατεία «Ώρα να γίνουμε μητέρες»· στην οικονομία, με την πρόταση για εθνικοποίηση κομβικών παραγωγικών τομέων, όπως η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και οι μεταφορές· 1. Τα γεγονότα των επόμενων ημερών, ωστόσο, συνέτειναν σ’ ένα ξεκαθάρισμα: στις 29 Οκτωβρίου 2008, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη κοντά στη Γερουσία, όπου συζητιόταν το κείμενο της μεταρρύθμισης, οι φοιτητές της CasaPound προσπάθησαν να επιβάλουν τα συνθήματα και τα αιτήματά τους, φτάνοντας στο σημείο να επιτεθούν σε όσους ήταν αντίθετοι. Ακολούθησε σύγκρουση με τους φοιτητές αριστερών φοιτητικών ομάδων, που έφτασαν στην πλατεία αργότερα και τελικά κατάφεραν να εξουδετερώσουν τους φοιτητές του Bs. Οι τελευταίοι, από την πλευρά τους, δεν προσπάθησαν να συμμετάσχουν ξανά στις φοιτητικές πορείες.

την εργασία, με την πρόσφατη ίδρυση συνδικάτου με την ονομασία B�������������������������� l������������������������� occo Lav����������������� o���������������� ratori Unitario (Ενωτικό Μπλοκ Εργαζομένων, Blu), το οποίο αντιτάχθηκε στην απελευθέρωση των απολύσεων που προώθησε η κυβέρνηση «τεχνοκρατών» του Μάριο Μόντι, ακόμα και στην εθελοντική εργασία και τη διεθνή συνεργασία, όπου η Cpi επιδεικνύει πρόθυμα τον «τριτοκοσμισμό» της. Η CasaPound� ���������� δίνει εξαιρετική προσοχή στον επικοινωνιακό τομέα: σε μια ιστοσελίδα στο διαδίκτυο που ανανεώνεται τακτικά προστέθηκαν σταδιακά ένα μηνιαίο περιοδικό (L’����������� occidentale), ένα τριμηνιαίο περιοδικό (Fare� �������� Quadrato), ένας διαδικτυακός ραδιοφωνικός σταθμός (Radiobandieranera) και ένας διαδικτυακός τηλεοπτικός σταθμός (Tortugawebtv). Η �������������������������������������� Cpi����������������������������������� έφτιαξε μέχρι και θεατρικό θίασο: το Teatro�������������� non���������� ������������� conforme� ��������� «��������������� ���������������� F�������������� .������������� T������������ . Marinetti� ����������». Μεταξύ «φουτουριστικού» εξεγερτισμού και θεσμικών διασυνδέσεων: Μια σύντομη ιστορία του κινήματος Η οργάνωση, κατά τα λοιπά, δημιουργήθηκε από την πρωτοβουλία μιας ομάδας νεαρών από τη Ρώμη οι οποίοι, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90, συνήθιζαν να συχνάζουν στο «������ Cutty� Shark������������������������������������������ », μια παμπ στην περιοχή Colle Oppio, που βρίσκεται παραδοσιακά υπό τον έλεγχο της άκρας δεξιάς. Οι βραδιές του «���������������� Cutty����������� ���������� Shark����� » σύντομα έγιναν το θέατρο «καλλιτεχνικών» δραστηριοτήτων και δραστηριοτήτων της «αντικουλτούρας», κυρίως μουσικών, με την ίδρυση του συγκροτήματος του Iannone, των Zetazeroalfa.2 «Πηγαίνοντας κόντρα στις παλαιοδεξιές σκληρώσεις», διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της Casa����� Pound����������������������������������������� , «ο καλλιτεχνικός και νεολαιίστικος αναβρασμός αρχίζει να γίνεται αντιληπτός ως ακρο2. Οι Zetazeroalfa ιδρύθηκαν το 1997, εξακολουθούν να είναι ενεργοί και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ιταλικά συγκροτήματα «εναλλακτικής μουσικής της δεξιάς» ή του rock against communism. Μέχρι σήμερα έχουν στο ενεργητικό τους οκτώ άλμπουμ και αρκετές συναυλίες. Οι ζωντανές εμφανίσεις τους έγιναν διάσημες για έναν πολύ ιδιαίτερο τύπο πόγκο που εκτελείται με το τραγούδι «cinghiamattanza», στη διάρκεια του οποίου τα άτομα που συνθέτουν το κοινό ανταλλάσσουν χτυπήματα με τις ζώνες τους. Η μουσική των Zetazeroalfa είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που χρησιμοποιεί η CasaPound για να έρθει σε επαφή με τους νέους. Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε ότι οι στίχοι των τραγουδιών είναι ευθυγραμμισμένοι με το πολιτικό προφίλ της οργάνωσης.


[27]

γωνιαίος λίθος, και όχι ως μια επικίνδυνη αναταραχή που πρέπει να χαλιναγωγηθεί». Η τάση της ομάδας του «��������������������������������� Cutty���������������������������� ��������������������������� Shark���������������������� » είναι σαφώς να δημιουργήσει με αυτό τον τρόπο τους δικούς της κοινωνικούς χώρους στην καρδιά της πόλης, από τους οποίους θα αναπτύξει την κοινωνική συνάθροιση των νέων, πολιτικές πρωτοβουλίες και τον έλεγχο του αστικού χώρου. Για την επίτευξη των σκοπών τους, οι συναγωνιστές μελετούν προσεκτικά και προσπαθούν να επαναλάβουν από τα δεξιά τις εμπειρίες που προωθούν εδώ και δεκαετίες, όχι μόνο στη Ρώμη αλλά και σε ολόκληρη την Ιταλία, οι νεολαίοι της αριστεράς μέσα στο κίνημα των κοινωνικών κέντρων, μακρινό κληρονόμο της πολιτικής εμπειρίας της εργατικής αυτονομίας. Προφανώς τα περιεχόμενα αλλάζουν, αλλά οι μορφές της πολιτικής δράσης, ξεκινώντας από την κατάληψη εγκαταλελειμμένων κτιρίων που χρησιμοποιούνται για στεγαστικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς, αποτελούν δάνειο από την ανταγωνιστική αριστερά. Έτσι, στις 26 Δεκεμβρίου 2003, καταλαμβάνεται στο κέντρο της Ρώμης το κτίριο που θα γίνει η εθνική έδρα του κινήματος. Στην καρδιά της συνοικίας Esquilino, μια πολυεθνική περιοχή κοντά στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Ρώμης, δημιουργείται η πρώτη Κατάληψη Στεγαστικού Σκοπού, αφιερωμένη στον αμερικανό ποιητή Έζρα Πάουντ, ο οποίος είναι πηγή έμπνευσης για τους φασίστες της τρίτης χιλιετίας λόγω των Κάντος του ενάντια στην τοκογλυφία και της κριτικής του στάσης απέναντι τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον μαρξισμό.3 Το σύμβολο που επέλεξε η ομάδα είναι μια χελώνα με οκταγωνική μορφή.4 Στο εσωτερικό του κτιρίου φιλοξε3. Ο Πάουντ (1885-1972) έζησε στην Ιταλία τα χρόνια του φασισμού και δεν παρέλειπε ποτέ να δηλώνει την υποστήριξή του στο φασιστικό καθεστώς. 4. Η χρήση της χελώνας οφείλεται στο ότι είναι ένα ζώο που «έχει την τύχη να μεταφέρει μαζί του το σπίτι του, επομένως για εμάς αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο τρόπο τον κύριο αγώνα μας, δηλαδή το δικαίωμα στην ιδιοκτησία της κατοικίας» (από την ιστοσελίδα του σωματείου). Επιπλέον, η χελώνα στα λατινικά λέγεται testudo, και έτσι ονομαζόταν ένας σχηματισμός που χρησιμοποιούσε ο στρατός της αρχαίας Ρώμης, μέσω του οποίου «απέδειξε το μεγαλείο του κατακτώντας τον τότε γνωστό κόσμο, αποδεικνύοντας ότι η ισχύς, όταν πηγάζει από κάθετη ιεραρχία, προορίζεται να κυριαρχήσει επί της βαρβαρότητας, έστω κι αν υστερεί αριθμητικά».

νούνται μερικές οικογένειες αστέγων, αλλά προπάντων οι πολιτικές, ψυχαγωγικές και πολιτιστικές δραστηριότητες της ομάδας. Μετά το 2004, η Casa Pound αρχίζει να προβάλλεται μέσα από τα ΜΜΕ, και το κίνημα των «κοινωνικών κέντρων της δεξιάς», δηλαδή των Osa και των Αντικομφορμιστικών Καταλήψεων, εξαπλώνεται τόσο στη Ρώμη όσο και σε άλλες πόλεις της Ιταλίας. Στο μεταξύ, η Cpi αναπτύσσει και πιο πολιτική δράση. Το 2007, οι ����������������������� Iannone���������������� και σία προσχωρούν στο ����������������������������������� Movimento�������������������������� Sociale������������������ ������������������������� -����������������� Fiamma����������� Tricolore� ���������� (Κοινωνικό Κίνημα-Τρίχρωμη Φλόγα, Ms���������� ������������ -��������� Ft������� ), ένα κόμμα της άκρας δεξιάς που ιδρύθηκε το 1995, μετά τη διάλυση του Movimento Sociale Italia��� no� (Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα, Msi), άμεσο κληρονόμο του διαλυθέντος Εθνικού Φασιστικού Κόμματος. Για την CasaPound, η περίοδος στο εσωτερικό του Ms-Ft διακρίνεται προπάντων από συμβολικές ενέργειες, όπως η επίθεση, σε ζωντανή μετάδοση, ενάντια στο τηλεοπτικό ριάλιτι Ο Μεγάλος Αδελφός, με σύνθημα «το σπίτι δεν είναι ένα παιχνίδι», και από την επιμονή στην εκστρατεία για το «κοινωνικό στεγαστικό δάνειο». Το τελευταίο, πραγματική σημαία της ομάδας, συνίσταται σε μια πολιτική που αποσκοπεί να αντιμετωπίσει το έντονο στεγαστικό πρόβλημα στη Ρώμη και σε άλλες ιταλικές πόλεις. Η ιδέα είναι να επιτραπεί στο κράτος να κατασκευάσει σε δημόσιες εκτάσεις νέες κατοικίες οι οποίες θα πουληθούν σε οικογένειες που δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, με μηνιαίες δόσεις που δεν


[28]

θα ξεπερνούν το ένα πέμπτο του οικογενειακού εισοδήματος, χωρίς τη μεσολάβηση του τραπεζικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο δεν θα θιγούν τα κέρδη των κατασκευαστικών εταιρειών, όπως δεν θα θιγεί και η αρχή σύμφωνα με την οποία το στεγαστικό πρόβλημα θα λυθεί όταν όλοι αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία, αλλά το κράτος θα εγγυάται τη βιωσιμότητα του χρέους για τις οικογένειες των εργαζομένων. Ο «εισοδισμός» της �������������������������������� Casa���������������������������� ��������������������������� Pound���������������������� στη Fiamma Tricolore τερματίστηκε το 2008, με την εκδίωξη της ομάδας όταν αυτή κατέλαβε την κεντρική έδρα του κόμματος για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στη μη σύγκληση ενός συνεδρίου. Η CasaPound, που αποχώρησε από το Ms-Ft σημαντικά ενισχυμένη και με μια εδαφική δικτύωση που πλέον εκτείνεται σε μερικές από τις πιο σημαντικές πόλεις της Ιταλίας, τον Ιούνιο του 2008 συγκροτήθηκε νομικά ως «σωματείο κοινωνικού σκοπού». Η σχέση της οργάνωσης με την «παραδοσιακή» δεξιά χαρακτηρίζεται από τον γνωστό πραγματισμό που ανέκαθεν διέκρινε τους φασίστες όλων των εποχών. Η Cpi������������������������� ���������������������������� συχνά είχε σκληρές αντιπαραθέσεις με τη θεσμική δεξιά, θέλοντας να προβάλει προς τα έξω, και κυρίως στους νέους που την ακολουθούν, μια εικόνα «καθαρότητας» και ανεξαρτησίας και από τα δύο κύρια πολιτικά

στρατόπεδα (κεντροαριστερά και κεντροδεξιά) της ιταλικής πολιτικής σκηνής. Ωστόσο, η σχέση με το Popolo��������������� ��������������������� della��������� �������������� Libertà����������������������� �������� (Λαός ���������������������� της Ελευθερίας, Pdl��������������������������������������������� ), το κόμμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, και ιδιαίτερα, στο εσωτερικό του, με τον χώρο που ανάγεται στη λεγόμενη «κοινωνική δεξιά», ο οποίος αποτελείται στην πλειοψηφία του από πολιτικά στελέχη προερχόμενα από τον χώρο του νεοφασισμού, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Και δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτική σχέση, καθώς, στις περιοχές στις οποίες το Pdl ελέγχει τις τοπικές αρχές, η �������������������������������������� CasaPound����������������������������� επωφελείται και οικονομικά. Στη Ρώμη, καρδιά του κινήματος, ο δήμαρχος Τζάνι Αλαμάνο, ο οποίος ανήκει στο ���������� Pdl������� , αλλά προέρχεται απευθείας από τις τάξεις της νεοφασιστικής άκρας δεξιάς, τον Μάιο του 2011 αγόρασε το ακίνητο που είχε καταλάβει παράνομα η Cpi� ���� το 2003. Ο δήμος της Ρώμης δαπάνησε περίπου 12 εκατομμύρια ευρώ, αλλά επιτέλους νομιμοποίησε τη θέση των συναγωνιστών της Casa����� Pound����������������������������������������� . Ο Αλεμάνο δεν αρκέστηκε σ’ αυτό, καθώς χάρισε στα παιδιά της ������������������������� Osa���������������������� και μια επιγραφή, με την ονομασία του σωματείου σκαλισμένη με πηχυαίους χαρακτήρες, στο χαρακτηριστικό στυλ της φασιστικής εποχής, που τοποθετήθηκε στην πρόσοψη του κτιρίου. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ: πρόσφατα ο δήμος της Ρώμης παραχώρησε στη Cpi τρία εκτάρια δημοτικής γης στις πύλες της πρωτεύουσας, όπου βρίσκονται ένα δασάκι και δύο μεγάλα, παλιά και ερειπωμένα αγροκτήματα που το σωματείο, εξυπακούεται, μπορεί να ανακαινίσει και να επεκτείνει. Ωστόσο, η Cpi δήλωσε πρόσφατα ότι προτίθεται να κατέβει η ίδια άμεσα στον πολιτικό στίβο τόσο ενάντια στην κεντροαριστερά όσο και ενάντια στον απερχόμενο δήμαρχο της κεντροδεξιάς, στις δημοτικές εκλογές του 2013. Είναι δύσκολο να μη σκεφτούμε ότι πρόκειται καθαρά για θέση τακτικής, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη παρουσία στο εσωτερικό του ψηφοδελτίου της κεντροδεξιάς, κάτι που κατά τ’ άλλα η Cpi έχει κάνει σε πολλές περιπτώσεις, πετυχαίνοντας να εκλέξει στελέχη της που ήταν υποψήφιοι με το Pdl σε διάφορες τοπικές εκλογές. Ο ίδιος ο Iannone, αποσαφηνίζοντας τις σχέσεις με τη mainstream δεξιά, δήλωσε σε μια συνέντευξή του: «Τα πέντε χρόνια διακυβέρνησης από την κε-


[29]

ντροδεξιά συνέβη κάτι που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της δημοκρατίας. Χάρη σε ορισμένους υπουργούς που έχουν τις ίδιες ανάγκες με μας και τους ίδιους στόχους με μας. Μιλάω για τα πρώην στελέχη του Μετώπου της Νεολαίας5 τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, αλλά και για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Η κυβέρνηση αυτή για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πόλεμου δεν εφάρμοσε, δεν άσκησε και δεν κήρυξε τον στρατευμένο αντιφασισμό»6. Μερικές φορές επιστρέφουν Αν σε κάποιους προκαλεί έκπληξη το πολιτικό προφίλ της CasaPound, πρέπει να επισημάνουμε ότι παρουσιάζει σημαντικές αναλογίες με το προφίλ διαφόρων νεοφασιστικών οργανώσεων που εμφανίστηκαν στην Ιταλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια οργάνωση όπως η Terza Posizione (Τρίτη Θέση), που δραστηριοποιήθηκε στη Ρώμη από το 1976 μέχρι το 1980 και στη συνέχεια τα μέλη της προσχώρησαν εν μέρει στην τρομοκρατική οργάνωση των Nuclei Armati Rivoluzionari (Ένοπλων Επαναστατικών Πυρήνων), χρησιμοποιούσε ένα ιδεολογικό και προπαγανδιστικό οπλοστάσιο παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποιεί σήμερα η Cpi.7 Η ιδέα μιας «τρίτης» θέσης απέναντι στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, ενός «εθνικού σοσιαλισμού» ή ακόμη κι ενός «αριστερού φασισμού», δεν είναι επινόηση του Iannone. Οργανώσεις όπως η Terza Posizione, η Avanguardia Nazionale (Εθνική Πρωτοπορία) και το Fuan Caravella (Πανεπιστημιακό Μέτωπο Εθνικής Δράσης Caravella), ή η τάση της Ordine Nuovo (Νέα Τάξη) της οποίας ηγούταν ο Pino Rauti, στο εσωτερικό του Msi, ήταν όλες πολιτικά οντότητες που αμφισβητούσαν τη συμμετοχή του φασισμού στο στρατόπεδο της συντηρητικής, κληρικαλιστικής και παραδοσιακής δεξιάς, με αναφορές στη «σοσιαλιστική» 5. Το Μέτωπο της Νεολαίας (Fdg) ήταν η οργάνωση νέων του Msi. 6. N. Rao, La fiamma e la celtica, Sperling & Kupfer, Μιλάνο 2006, σ. 359. 7. Είναι αξιοσημείωτο ότι από τους τρεις ιδρυτές της Terza Posizione, Roberto Fiore, Peppe Dimitri και Gabriele Adinolfi, ο τελευταίος ανέλαβε τον ρόλο του διανοούμενου αναφοράς και «προστάτη-άγιου» της Casa Pound.

και αντιαστική ρητορική του πρώιμου φασισμού. «Ούτε ΗΠΑ ούτε ΕΣΣΔ», έγραφαν στους τοίχους της Ρώμης τα μέλη της Terza Posizione. Αντικείμενο της διαμάχης ήταν το σχέδιο που προωθούσε η ηγεσία του Msi για να εντάξει πλήρως το κόμμα στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο, παρουσιάζοντάς το ως μια «εθνική» δύναμη έτοιμη να συμπαραταχθεί με την οργάνωση που αποτελούσε την αναφορά των εύπορων τάξεων της Ιταλίας, τη Χριστιανική Δημοκρατία (Dc), σε μια αντικομμουνιστική και φιλοατλαντική προοπτική.8 8. Η ιστορία των οργανώσεων της άκρας δεξιάς που ανάγονται στο τακτικό, στρατηγικό και πολιτισμικό ρεύμα του «εθνικού σοσιαλισμού» και του «αριστερού φασισμού» είναι αρκετά περίπλοκη και πολύπλευρη για να την διατρέξουμε εδώ, έστω και εν συντομία. Ένα άλλο παράδειγμα που είναι ωστόσο σημαντικό να αναφέρουμε σε σχέση με το πιο πρόσφατο φαινόμενο της CasaPound είναι αυτό του Fuan Caravella. Το Πανεπιστημιακό Μέτωπο Εθνικής Δράσης ήταν η οργάνωση των φοιτητών πανεπιστημίου που ανήκαν στο Msi. Στις συγκρούσεις ανάμεσα στους φοιτητές και την αστυνομία που διεξήχθησαν στη Ρώμη, μπροστά από την Αρχιτεκτονική Σχολή, την 1η Μαρτίου 1968, συμμετείχαν και τα μέλη της «Caravella», της οργάνωσης του Fuan στο Πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης. Οι «συγκρούσεις της Βάλε Τζούλια» πέρασαν στην ιστορία ως μια από τις σημαντικότερες στιγμές του ιταλικού «’68», αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν ότι σε εκείνη την περίσταση, πέρα από το πλήθος των αριστερών φοιτητών, ήταν παρόντες και δεξιοί φοιτητές. Η ιδέα που ενέπνεε τα μέλη της Caravella ήταν εκείνη ενός ενιαίου φοιτητικού μετώπου που θα συγκέντρωνε τόσο τους δεξιούς όσο και τους αριστερούς φοιτητές κάτω από το σύνθημα της νεολαιίστικης εξέγερσης ενάντια στην καθεστηκυία εξουσία, μια απόπειρα παρείσφρησης σε ένα κίνημα η οποία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με εκείνη που επιχείρησε το Blocco Studentesco το 2008. Το πείσμα της Caravella, σε κάθε περίπτωση, σύντομα θα ερχόταν σε σύγκρουση με την επίσημη γραμμή του Msi, το οποίο έβλεπε στις διαμαρτυρίες και τις καταλήψεις των φοιτητών ένα μη ανεκτό στοιχείο αταξίας και μια επίθεση στην αρχή της εξουσίας. Επιπλέον, η ηγεσία του νεοφασιστικού κόμματος είχε αντιληφθεί την ολοένα μεγαλύτερη ηγεμονία των μαρξιστικών και αριστερών τάσεων στο φοιτητικό κίνημα, κι έτσι αποφάσισε να αποκηρύξει με τρόπο κατηγορηματικό και βίαιο τη δράση των φασιστών φοιτητών της «Sapienza»: στις 16 Μαρτίου 1968, μια κομματική ομάδα αντιποίνων υπό την καθοδήγηση του Giorgio Almirante, προέδρου του κόμματος, εισέβαλε στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, έπεισε τους φοιτητές της Caravella να αποχωρήσουν από την κατάληψη της Φιλοσοφικής Σχολής, στην οποία συμμετείχαν μαζί με αριστερούς φοιτητές, και σκηνοθέτησε μια σύγκρουση με τους τελευταίους προκειμένου να «εκκενώσει» το κτίριο. Μετά από αυτό το επεισόδιο, η οργάνωση της Caravella επισήμως διαλύθηκε, αλλά στην πραγματικότητα συνέχισε να δρα ως αυτόνομη ομάδα. Ο Μίκης Μάντακας, ο Έλληνας φοιτητής που δολοφονήθηκε στη Ρώμη το 1975 από μέλη αριστερών οργανώσεων, ήταν γραμμένος στο Fuan Caravella.


[30]

Όμως το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο ο νεοφασισμός. Το πρόγραμμα, η τακτική, το «πολιτιστικό» και επικοινωνιακό στυλ της οργάνωσης που ίδρυσε ο Iannone έχουν την προέλευσή τους σε ένα παρελθόν ακόμα πιο μακρινό. Μια «σοσιαλίζουσα» και επίπλαστα αντιαστική τάση υπήρχε ανέκαθεν στον φασισμό, και εναλλασσόταν, ανάλογα με τις ιστορικές φάσεις και τις ανάγκες της τακτικής, με εκείνη την τάση που φανερώνει το πραγματικό, αυταρχικό, φιλοεργοδοτικό και αντιεργατικό πρόσωπο του φασισμού ως καπιταλιστικής αντίδρασης. «Σοσιαλιστικός», ρεπουμπλικανικός και αντικληρικαλιστικός είναι ο πρώιμος φασισμός, ο φασισμός του «προγράμματος του Σαν Σεπόλκρο» –που ονομάστηκε έτσι από την πλατεία του Μιλάνου στην οποία ο Μπενίτο Μουσσολίνι ίδρυσε στις 23 Μαρτίου 1919 τις Fasci di Combattimento–, που επικεντρωνόταν στην αναζήτηση ενός «τρίτου δρόμου» ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Η συμμαχία που σύναψε ο μελλοντικός Ντούτσε με το μεγάλο αγροτικό και βιομηχανικό κεφάλαιο θα σημάνει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τον παραμερισμό της «επαναστατικής» και αντιαστικής ρητορικής του «φασισμού του Σαν Σεπόλ-

κρο», η οποία θα «μπει στο ψυγείο» το μεγαλύτερο διάστημα της φασιστικής κυριαρχίας. Θα εμφανιστεί ξανά με ανανεωμένη ένταση κατά τη διάρκεια της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (Rsi), του καθεστώτος-μαριονέτα που εγκαθίδρυσε ο Μουσσολίνι στην υπό γερμανική κατοχή βόρεια Ιταλία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ των αναφορών της CasaPound υπάρχουν τόσο το πρόγραμμα του Σαν Σεπόλκρο όσο και το Μανιφέστο της Βερόνας, η ιδρυτική πράξης της Rsi.9 Όμως οι φασίστες της τρίτης χιλιετίας εμπνέονται και από τη «Χάρτα της Εργασίας» του 1927, δηλαδή από το ντοκουμέντο στο οποίο ο φασισμός, που πλέον είχε παγιωθεί στην εξουσία, πρόσφερε μια «ώριμη» διατύπωση της κοινωνικής ρητορικής του, στρέφοντάς την αυτή τη φορά σε ανοιχτά αντιδραστική κατεύθυνση. Η «Χάρτα» καθορίζει τις αρχές της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής του καθεστώτος, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν το ρόλο των συνδικάτων, και υπήρξε το βασικό κείμενο της οικονομικής και κοινωνικής θεωρίας του φασισμού, του κορπορατισμού. Η αρχική ιδέα παρέμενε εκείνη ενός «τρίτου δρόμου» ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, αλλά πλέον χωρίς καμία αντιαστική χροιά, καθώς ήταν επικεντρωμένη στην ιδέα της ταξικής συνεργασίας μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Το πολιτικό πρόγραμμα που δημοσιοποίησε η Cpi τον Σεπτέμβριο του 201110 χρησιμοποιεί ευρέως όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και μεμονωμένες φραστικές διατυπώσεις από τη «Χάρτα της Εργασίας», τις οποίες οι Iannone και σία αναπαράγουν χωρίς να αλλάξουν ούτε κόμμα. Έτσι, μαθαίνουμε ότι η εργασία είναι «κοινωνικό καθήκον»11 απέναντι στην εθνική κοινότητα και ότι το ιταλικό έθνος πρέπει «να ξαναγίνει ένας οργανισμός που θα έχει ανώτερους, σε 9. Το Μανιφέστο της Βερόνας προβλέπει στο σημείο 15 το «κοινωνικό στεγαστικό δάνειο» για την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος. Η πρόταση αυτή, όπως είδαμε, αποτελεί τη «ναυαρχίδα» της Cpi. 10. Una nazione. Il programma politico di CasaPound Italia (Ένα έθνος. Το πολιτικό πρόγραμμα της CasaPound Italia), www.casapoundotalia.org/images/unanazione.pdf. 11. Ο ορισμός αυτός εμφανίζεται στο σημείο 2 της «Χάρτας της Εργασίας».


[31]

ισχύ και διάρκεια, σκοπούς, ζωή και μέσα δράσης από τα αντίστοιχα των ατόμων, μεμονωμένων ή ενωμένων σε ομάδες, που το αποτελούν».12 «Η ατομική ιδιοκτησία, καρπός της ατομικής εργασίας και της αποταμίευσης, ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας», συνεχίζουν οι φασίστες της τρίτης χιλιετίας, «πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να τελεί υπό την προστασία του Κράτους. Όμως δεν πρέπει να γίνεται αιτία καταστροφής της φυσικής και ηθικής προσωπικότητας των άλλων ανθρώπων, μέσω της εκμετάλλευσης της εργασίας τους».13 Τόσο πίσω από τη «Χάρτα» του 1927 όσο και πίσω από το πολιτικό πρόγραμμα της Cpi������������ ��������������� , βρίσκεται η ιδέα ενός «ηθικού, οργανικού, περιεκτικού Κράτους, οδηγού και ηθικού σημείου αναφοράς της εθνικής κοινότητας»14, δηλαδή, κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε ο φασίστας φιλόσοφος Τζιοβάνι Τζεντίλε σχολιάζοντας τη θέσπιση της «Χάρτας της Εργασίας», μιας «πολιτικής και οικονομικής ενότητας ως ηθικής ενότητας». Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον, θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, σε σχέση με την περίοδο της ίδρυσής της, η Cpi κάτι έχει αλλάξει. Η καπιταλιστική κρίση που έχει προκαλέσει, τόσο στην Ιταλία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δραστική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων μπορεί να διευκολύνει τον Iannone και τους συναγωνιστές του. Πέρα από τις διαφορές μεταξύ των δύο οργανώσεων, που ίσως να μην είναι τόσο έντονες όσο φαίνεται, αλλά πάντως

υπάρχουν, η πρόσφατη εκλογική επιτυχία, στη γειτονική Ελλάδα, ενός κόμματος όπως η Χρυσή Αυγή, που για πολύ καιρό ήταν περιθωριακό, κάτι θα έπρεπε να διδάξει και στην ιταλική αριστερά. Μια ενδεχόμενη επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, στα πρότυπα της Ελλάδας, θα μπορούσε να αποτελέσει την κατάλληλη ευκαιρία ώστε η CasaPound να πάψει να ασχολείται με τον «πολιτισμό» και να περάσει στη δράση. Μετάφραση από τα ιταλικά: Αχιλλέας Καλαμάρας

12. Η φράση αυτή έχει αντιγραφεί αυτολεξεί από το σημείο 1 της «Χάρτας της Εργασίας». 13. Η «Χάρτα της Εργασίας» στο σημείο 6 αναφέρει αυτολεξεί: «Το κορπορατιστικό Κράτος θεωρεί την ιδιωτική πρωτοβουλία στον τομέα της παραγωγής την αποτελεσματικότερη και χρησιμότερη μορφή εκμετάλλευσης προς όφελος του Έθνους. Καθώς η ιδιωτική οργάνωση της παραγωγής είναι λειτουργία εθνικού ενδιαφέροντος, ευθύνεται για την πορεία της παραγωγής ενώπιον του Κράτους». 14. Una nazione. Il programma politico di CasaPound Italia, ό. π., σ. 2.


[32]

Αλέκος Λούντζης

Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας)

Η

ιστορία της ψυχιατρικής στην Ελλάδα διαπλέκεται με μια μακρά ιστορία εκτοπισμού και απώθησης∙ ενίοτε μεταφορικής και διαχρονικά κυριολεκτικής με τον πιο σκληρό τρόπο. Σταδιακά, το στίγμα που η ανεπάρκειά της απέδωσε στους «αόρατους» ασθενείς σκέπασε σαν μανδύας και την ίδια. Όσο και αν εξελίσσονται οι πρακτικές των ειδικών, όσο και αν αποφορτίζονται οι λέξεις των περιγραφών, η συγκεκριμένη ιστορία εκτοπισμού και επανένταξης, η απόπειρα μεταρρύθμισης, δεν παύει να βηματίζει διστακτικά στο έδαφος που καλλιεργούν η πολιτική και η κοινωνική συνείδηση των υποκειμένων και των «αντικειμένων» της. Είναι γεγονός ότι χάρη στις εντατικές και ριζοσπαστικές παρεμβάσεις μιας μειοψηφίας επαγγελματιών της ψυχικής υγείας τα τελευταία τριάντα χρόνια, η κοινωνική ψυχιατρική κέρδισε σταδιακά τη μάχη των εννοιών από τον βιολογικό επικαθορισμό και άνοιξε μια σωτήρια διάβαση για τη φωνή και εντέλει την ίδια τη ζωή των πασχόντων. Η αναβαπτισμένη όμως «κοινωνική επιστήμη» δεν θα μπορούσε να πάψει να αντανακλά την κοινωνία που την περιέχει. Το σύστημα της απώθησης, και το σύστημα παραγωγής της, έχει ακόμα διαθέσιμα σκευάσματα για κάθε νέα «κοινωνική διέγερση». Ακόμα και σήμερα, ίσως ιδίως σήμερα, οι συνθήκες της καθημερινής συνάντησης με τον πάσχοντα φωτίζουν το ηλεκτρικό νήμα που συνδέει το σκιερό παρελθόν των ελληνικών ψυχιατρικών ιδρυμάτων με το δαιδαλώδες κενό του παρόντος της δημόσιας περίθαλψης. Όσες κοινοτικές ψυχιατρικές δομές παραμένουν λειτουργικές καλούνται σήμερα να αναλάβουν, πλάι στην καθαυτό κλινική εργασία, και το φορτίο αυτής της μεθοδευμένης υπεκφυγής: τη θεραπεία, τη φροντίδα και εν γένει την πλαισίωση μιας ομάδας του πληθυσμού η οποία, όταν γλίτωσε από τον επιστημονικό εκτοπισμό, παγιδεύτηκε στο κενό των κυλιόμενων θυρών.1 1. Φαινόμενο «κυλιόμενων θυρών»: οι διαδοχικές επανεισαγωγές για νοσηλεία του ίδιου ασθενούς, λόγω ανεπάρκειας ή ανυπαρξίας κοινοτικών ψυχιατρικών δομών, συνηθέστατα στο ίδιο ψυχιατρικό ίδρυμα.

Στην τοπική της μεταρρύθμισης, οι ωφελούμενοι και οι επωφελούμενοι δεν έχουν απαραίτητα τα ίδια συμφέροντα. Είτε το κράτος, είτε οι φαρμακοβιομηχανίες, είτε οι «ανήσυχοι» συγγενείς, είτε η «υγιής» πλειοψηφία έβρισκαν πάντα διαφορετικούς λόγους και διάφορους τρόπους ώστε ο παρατατικός της «τρέλας» να μη χωράει σε κανέναν ενεστώτα από όσους μας έτυχαν. Τα σπαράγματα της εμπειρίας των περισσότερων «κληρωτών» αυτής της ιστορίας μοιραία αποσιωπήθηκαν και σταδιακά χάθηκαν στα υποστρώματα της ταξινομητικής αρετής της επιστήμης. Έγιναν μελέτες, διδακτορικά, πειράματα, σκευάσματα, απόπειρες, άλλα σκευάσματα, δομές πρωτοποριακές, δομές με λουκέτα, νέα σκευάσματα και νέα πειράματα στα βάθη εκείνων των δεξαμενών που προστατεύονται από το αδιάκριτο βλέμμα, που η ύπαρξη τους καθησυχάζει όσους επιθυμούν πάση θυσία να αποφύγουν το κακό συναπάντημα. Ποιος άλλωστε θα βουτούσε αυτοβούλως στα βάθη του ωκεανού παρά μόνον αν ήταν η μοίρα του ή η δουλειά του; Ποιος εξωτερικός «υγιής» θα έστρεφε το βλέμμα του στους «εσωτερικούς» πάσχοντες αν η επιδερμίδα της σημερινής πραγματικότητας δεν άνοιγε πληγές σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο, σε κάθε ευάλωτη ή άτρωτη πληθυσμιακή ομάδα, και όχι πια μόνο στους συνήθεις αρρώστους με την ασυνήθιστη συμπεριφορά. Η ανθρωπολογία αυτής της απότομης ανάδυσης σχετικοποίησε τα όρια τόσο, ώστε να μην επαρκεί κανένας ταξινομητικός κώδικας. Αν κάποτε η ψυχιατρική ερμηνευτική της ιστορίας ταυτιστεί με την ιστορία της ψυχιατρικής, ή ακόμα καλύτερα με την Ιστορία, ίσως ο κύκλος κλείσει μέσω μιας ταυτολογίας της χαρούμενης επιστήμης. Προς το παρόν, ο ανυποψίαστος «υγιής» πληθυσμός υποχρεώνεται στη βίαιη αμφιταλάντευση μεταξύ εκείνων που φέρει και εκείνων που τον έφεραν ως το κατώφλι της απωθημένης «ασθένειας». Τα προηγούμενα χρόνια όσοι πάσχιζαν για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, για εκείνη που έγινε και, κυρίως, για εκείνη που αναβλήθηκε, έμεναν


[33]

συχνά με την αίσθηση ότι μιλούσαν κάποια ακατανόητη γλώσσα. Συνήθως, εισέπρατταν μια προβαρισμένη φιλοφρόνηση για το κοινωνικό τους έργο και γενικόλογες υποσχέσεις για την ενίσχυσή του. Η ιστορία και η ειρωνεία τα έφεραν έτσι, ώστε την εποχή που η «υγιής» κοινωνία αποσυντίθεται ο δικός τους αγώνας δικαιώνεται. Έγινε πρωτοσέλιδο, πρώτο θέμα, είδος πρώτης ανάγκης: όλες οι αφηγήσεις καταλήγουν στην ψυχική υγεία, όλοι οι «αναλυτές» κάνουν επίκληση των υπηρεσιών της και επισημαίνουν τη δραματική επέκταση του κύκλου εργασιών της. Η αποσπασματική προσπάθεια να προχωρήσει η αποασυλοποίηση, η ανάγκη να αποκρυσταλλωθεί η τομεοποίηση, να φτιαχτούν επαρκείς μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, δηλαδή τα στοιχειώδη σωματίδια της δημόσιας κοινωνικής ψυχιατρικής, καλύφθηκαν από τη σκιά της συγκλονιστικής διαπίστωσης και της αδήριτης ανάγκης: πλέον πληθυσμός-στόχος των διαφόρων προγραμμάτων είναι δυνητικά ολόκληρος ο πληθυσμός της χώρας. Τη σειρήνα του συναγερμού σήμαναν οι πρώτες ορατές αυτοκτονίες των αόρατων στατιστικών∙ τα δεδομένα αναγκαστικά επικαιροποιήθηκαν. Αργότερα, το δράμα της ταύτισης και της απόστασης εξατομικεύθηκε σε έναν-μόνο-έναν που έπεσε θύμα της εποχής του. Μετά άρχισε να πέφτει ένας κάθε ημέρα που περνούσε. Και εκπονήθηκαν νέες έρευνες, έγιναν συγκρίσεις και φτιάχτηκαν καινούργιες στατιστικές, οι οποίες σύντομα θα συμπληρωθούν από θεωρητικά εργαλεία για τη διάγνωση του φαινομένου και τη διαχείριση των αντιθέσεων που αυτό δημιουργεί. Ωστόσο, για να κλείσει, έστω και πρόχειρα, αυτός ο κύκλος, χρειάζεται να αναλάβει και κάποιος τη θεραπεία∙ και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι δουλειά των ειδικών. Ως εκ τούτου, η καταπακτή της δημόσιας σφαίρας άνοιξε με διαδικασίες fast track: σε δύο χρόνια γράφτηκαν εκατοντάδες μονόστηλα, έγιναν πλείστα αφιερώματα και συνεντεύξεις, γυρίστηκαν σποτ, τηλεοπτικές εκπομπές για κάθε γούστο και κάθε ανάγκη. Για τη «μαζική κατάθλιψη», για την αυτοκτονικότητα, την επιθετικότητα, τις κρίσεις πανικού, τα acting κ.λπ. Όπως είναι φυσικό, όλη αυτή η δημοσιότητα δεν έχει την ενιαία μορφή ούτε την αρραγή βούληση προπαγάνδας. Οι περισσότερες τοποθετήσεις των ειδικών ήταν

μετρημένες, η διαλεκτική σύνδεση με την κοινωνική συγκυρία ήταν, πυκνά, παρούσα στον λόγο τους και οι παρατηρήσεις κατά κανόνα εστιασμένες στο αντικείμενό τους. Θα μπορούσε εύλογα κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η «ψυχολογική» παράμετρος της πραγματικότητας είναι αναγκαία, ως σημαντική στη συγκυρία, και δεν συνεπάγεται την «ψυχολογικοποίησή» της. Στο πεδίο όμως του δημόσιου λόγου τον έλεγχο έχει αυτός που θέτει τις ερωτήσεις και όχι εκείνος που τις απαντά. Κατά δε την αναπαραγωγή του λόγου αυτού, η σημασία μετατοπίζεται όλο και περισσότερο στην παρουσίαση, στην πλαισίωση, στο «μοντάζ» και όλο και λιγότερο στο «κείμενο» καθαυτό. Το περιεχόμενο, όταν συναρθρωθεί σε ένα ικανοποιητικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα, μπορεί να υπηρετήσει όλο και αποτελεσματικότερα τις επιδιώξεις του διαχειριστή του. Και ενώπιον ενός φοβισμένου ακροατηρίου, υπάρχουν φόρμες για να ικανοποιήσουν κάθε επιδίωξη. Όταν ο δημόσιος λόγος κατακλύσθηκε από «ψυχολογικούς» όρους και αποσπάσματα δυσερμήνευτων κλινικών συλλογισμών, όταν ο Λόγος αυτός ενσωματώθηκε και εμπλουτίστηκε «για να καταλάβουν και οι τηλεθεατές μας», το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Ήταν ζήτημα χρόνου οι μετρημένες παρατηρήσεις να υποστούν την αρμόζουσα «δημιουργική αφαίρεση», χάριν των κανόνων του εκάστοτε «Μέσου», και να χρησιμοποιηθούν, μερικά, για τη θεμελίωση του «νέου εθνικού ρεαλισμού». Οι «ερευνητικές δημοσιεύσεις» απέκτησαν ηθικό πρόσημο και επενδύθηκαν με το καθήκον της διαφώτισης και της πρόληψης. Άρχισε μόνο να γίνεται κάπως δυσδιάκριτο αν ο ερευνητικός στόχος ήταν να συμβάλει στην αναχαίτιση του «καταθλιπτικού κύματος της κρίσης» ή να το κατευθύνει ώστε να μη σκάσει σε σημείο που θα βλάψει κρίσιμα συμφέροντα. Προφανώς, μέσα στο ψηφιδωτό συνυπάρχουν κάθε επιδίωξη και κάθε πλάνη, αλλά ο «νέος ρεαλισμός» διέθετε τα επαγγελματικά εχέγγυα για να αποκτήσει την ηγεμονία και ένα ακαταμάχητο επιχείρημα για να τη στηρίξει: το εδώ και τώρα. Η αναζήτηση των αιτίων αναγνωρίζεται, ασφαλώς, ως αναγκαία, η απόδοση ευθυνών είναι απαραίτητη, η κατάργηση των μέτρων είναι ευκταία… Αλλά ο καιρός δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. Η εστίαση στο


Αχιλλέας Βογιατζής

[34]

νωπό τραύμα δικαιολογεί την απόλυτη έμφαση στο παρόν∙ η τελευταία επιβάλλει να το απομονώσουμε για να μην περάσει το βλέμμα στο «εσωτερικό». Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν ερωτώνται πια ως εργαζόμενοι, δεν μοιάζουν άμεσα αφορώμενοι, αλλά μάλλον με ιατρικό προσωπικό μιας ανθρωπιστικής αποστολής που μελετάει και αντιμετωπίζει μια άγνωστη νόσο, ενώ ο λόγος τους παρουσιάζεται όλο και πιο διαχειριστικός, ακόμα και όταν καταγγέλλει. Μετά την αρχική τρικυμία που δημιούργησε στο αστικό πολιτικό προσωπικό ο κοινωνικός αντίκτυπος και η διασπορά της κρίσης, σταδιακά κατά την προσπάθεια ανασύνταξης, ένα μέρος του ηγεμονικού λόγου, εντός αλλά κυρίως εκτός ψυχικής υγείας, επινόησε ανάμεσα σε όλα τα πεζά και τα πραγμώδη και μια ιδιαίτερη «ποιητική»: τα μέτρα που επιβάλλουν την πλήρη εργασιακή αποδόμηση, τη φτώχεια και την εξαθλίωση δεν είναι απαραιτήτως άδικα αλλά πρωτίστως επώδυνα, δεν είναι καν μέτρα, αλλά συμπτώματα μιας ασθένειας, μια βιοτική ατυχία, η οποία αξίζει την υποστήριξη όλων και χρήζει θεραπείας από ειδικούς. Οι μεταφορές δεν λειτούργησαν μόνο εργαλειακά αλλά και εν μέρει ασυνείδητα. Η συστημική κρίση αναβαθμίστηκε σε πολεμική αναμέτρηση με πληθώρα αντιπάλων – τους Γερμανούς, τη γραφειοκρατία, τον κακό μας εαυτό κλπ. Η συγκεκριμένη ρητορεία μετήλθε όλα τα αναγκαία μέτρα εκφοβισμού, του οποίου οι συνέπειες παραπέμπονται,

όπως είναι φυσικό, και αυτές για τους ειδικούς. Οι νεότεροι ως παιδιά της ειρήνης και της ανεργίας ήταν, αναμενόμενα, πιο ευάλωτοι στο πολεμικό σάλπισμα. Αφενός γιατί δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τον ήχο που δεν έχεις ξανακούσει και αφετέρου γιατί όσο η συλλογική πρόσληψη υφαίνεται σε συνθήκες ασφυξίας τόσο πιο πειστική είναι η ονοματοδοσία της. Εντέλει, ακόμα και η επιστημονικοφανής προπαγάνδα δεν αποφεύγει τον άμεσο εκβιασμό, εν προκειμένω την επίκληση της έκτακτης ανάγκης έναντι μιας απειλής πιο αδιόρατης και ολιστικής από τη μετωπική σύγκρουση: «Ένας πόλεμος που δεν διεξάγεται στο όνομα της υπεράσπισης ενός ιδανικού, ενός ηγεμόνα ή μιας χώρας, αλλά ένας πόλεμος που διεξάγεται στο όνομα της επιβίωσης όλων».2 Σε μια τέτοια αναμέτρηση, ο φόβος προλαμβάνει την πράξη και η ενδοβολή της εξουσίας μπορεί να την εδραιώσει καθιστώντας την ανεπαίσθητη. Από αυτή την οδική αρτηρία επιχειρήθηκε και η μετάθεση της δημόσιας προβληματικής από την ανατροπή της αδικίας στη συγκράτηση και τη σταδιακή «επούλωση» των ψυχικών συνεπειών της. Η «ψυχολογικοποίηση» της κρίσης αξιοποιήθηκε ευρέως για τη δόμηση του «νέου ρεαλισμού» και την επίδειξη της «φιλανθρωπίας» του, ενώ αποτέλεσε και αποτελεί το βασικότερο 2. M. Foucault, History of Sexuality, Volume I: An Introduction, μτφρ. Robert Hurley, Random House, Νέα Υόρκη 1978.


[35]

ανάχωμα στην πολιτικοποίηση της αλληλεγγύης. Στο στενότερο πλαίσιο της ψυχικής υγείας, οδήγησε και σε ένα παράδοξο δίλλημα: η ανάδειξη των προβλημάτων της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης μοιάζει να συνοδεύεται από μια προσπάθεια παραπλάνησης των εργαζομένων στην ψυχική υγεία να επικυρώσουν, δια της συμμετοχής ή δια της ανοχής τους, μια μεταφορά με προφανή πολιτική στόχευση και αντιδραστικό περιεχόμενο∙ ως πρόκληση να συνάψουν μια «ανίερη» θεραπευτική συμμαχία. Παρά τις αγαθές προθέσεις, όσο ο δημόσιος Λόγος εστιάζει στο επιφαινόμενο τόσο μυστικοποιούνται τα συμβάντα. Όσοι περισσότεροι ειδικοί, καλοπροαίρετα, απαντούν για το «σύμπτωμα» τόσο ο γενικός πληθυσμός εγκαλείται να αποδεχθεί την έννοια της «ασθένειας». Κάθε μεταφυσική και κάθε προπαγάνδα, όταν τα επιχειρήματα τους αδυνατίζουν υπερβολικά, επιδιώκουν μια σωτήρια αναγωγή. Στη συγκεκριμένη συγκυρία η απόπειρα «εμφύτευσης» των πολιτικών επιλογών των κυβερνώντων στον ευαίσθητο ψυχισμό των κυβερνωμένων φαντάζει ως η προφανής και ίσως και η μόνη επιλογή. Στην πολιτική της ψυχικής υγείας, άλλωστε, τέτοιου είδους μεταθέσεις και αναγωγές είναι ούτως ή άλλως δοκιμασμένες, με πιο απτό παράδειγμα την θεωρητική και οικονομική επένδυση της θεωρίας του burnout: της επαγγελματικής εξουθένωσης ή του καψίματος, μέσω της οποίας, όπως γράφει ο Κώστας Μπαϊρακτάρης, «οι εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, η διαρκής έλλειψη προσωπικού και οι ασυνάρτητες πολιτικές υγεί-

ας, μεταλλάσσονται σε ψυχολογικό πρόβλημα των εργαζομένων».3 Κάπως έτσι σχηματίζεται και η βασιλική οδός για την κυριαρχία του προτάγματος της «ωρίμανσης» του υποκειμένου, μέχρι του σημείου της πλήρους αφομοίωσης του δεδομένου πλαισίου. Η πλαισίωση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας υπό οποιουσδήποτε όρους παρέχει και μια αεροφωτογραφία της κοινότητας. Σήμερα, σε μια μακάβρια αριθμητική, διακρίνονται άνθρωποι να πέφτουν: από το ύψος τους, από τη δουλειά τους, από το σημείο ισορροπίας τους, από ανοιχτά παράθυρα. Οι εργαζόμενοι στη ψυχική υγεία, που εξ επαγγέλματος είναι ταγμένοι στο ύψος του βλέμματος των ανθρώπων που υποφέρουν, κλήθηκαν εσπευσμένα, μετά από χρόνια περιφρόνησης, να απλώσουν τα χέρια και να χαμηλώσουν τα μάτια στο τραύμα. Αλλά ούτε αυτό επαρκεί, έπρεπε ταυτοχρόνως να παραχθεί και μια συνεκτική απάντηση σε ερωτήσεις ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Ζητείται επιτακτικά μια επιστημονικοφανής διάγνωση που να καθησυχάζει ή έστω να ενσωματώνει τα φαινόμενα, ένα σημείο στίξης στον παραλογισμό των ημερών. Σε αυτό το παυσίπονο αίτημα είναι απαραίτητο να επιστρατευθεί η κριτική μνήμη, να μην κλείσει η «οικεία» μεταρρύθμιση τα μάτια στην ευρύτερη απορρύθμιση, να μη συμβάλει στην ιδρυματοποίηση της πραγματικότητας. Εκτός των άλλων, είναι και ζήτημα επαγγελματικής επιβίωσης, γιατί από εδώ και μπρος η ψυχιατρική μεταρρύθμιση ή θα συμπορευθεί με την κοινωνική ή θα ματαιωθεί.

3. Μπαϊρακτάρης, Κώστας, «Η ψυχολογικοποίηση της αλλοτρίωσης», περ. Κοινωνία & Ψυχική Υγεία, τχ. 6, (Δεκ. 2008).


[36]

Κωνσταντίνος Καλαντζής

Σκέψεις περί πολιτισμικής αποικιοκρατίας με αφορμή «τα αγγλικά του Τσίπρα»

Ο

ι θέσεις και επιτελεστικές συγκρούσεις που πλέχτηκαν σε διάφορα κοινωνικά πεδία μετά τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στο αμερικανικό δίκτυο ����������������������������������� CNN�������������������������������� τον Μάη του 2012, συμπυκνώνουν σημαντικά μοτίβα της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής δυναμικής που αξίζουν σχολιασμό. Στην εν λόγω συνέντευξη, η δημοσιογράφος Christiane Amanpour θέτει ερωτήματα στον Αλέξη Τσίπρα, κυρίως όσον αφορά την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη ύστερα από (και παρά) την πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Ο Τσίπρας εμφανίζεται σε μια οθόνη («σύνδεση με την Αθήνα») φέροντας ένα ελαφρύ μειδίαμα και χρησιμοποιώντας μη ορθά, από συντακτική και γραμματική άποψη, αγγλικά. Ανάμεσα σε άλλα, αποκαλεί την καγκελάριο της Γερμανίας «Μαντάμ Μέρκελ» −κάτι που ενέχει φυσικά και κάποια υποτίμηση βάσει της ελληνικής σημασίας του όρου «Μαντάμ»−, ενώ χαρακτηριστικά λέει ότι με τα μέτρα λιτότητας κατευθυνόμαστε «��� directly���� to� ��� the hell�������������������� ������������������������ » (δική μου έμφαση). Την επομένη της συνέντευξης τα «αγγλικά του Τσίπρα», όπως κατοχυρώθηκε θεματικά το ζήτημα, αποτέλεσαν αντικείμενο δημοσιογραφικής παιγνιώδους κριτικής (π.χ. άρθρα στον διαδικτυακό τόπο ������������������������������� Protagon����������������������� ) και σάτιρας, ενώ βρέθηκαν στο επίκεντρο συζητήσεων σε ��������� μπλογκ��� ή και άλλους τόπους. Μια θεμελιώδης κόντρα που αναδύθηκε γύρω από το ζήτημα ήταν ανάμεσα σε όσους είδαν τη συνέντευξη ως δείγμα ντροπιαστικής ανικανότητας (και μη ευρωπαϊκότητας, θα επανέλθω σ’ αυτό) και όσων ανταπαντούσαν ότι η ίδια η μη γνώση αγγλικών είναι μάλλον ελπιδοφόρα, καθώς η σημερινή κατάσταση προκλήθηκε από τους χειρισμούς των ελληνικών (επιδέξιων στα αγγλικά) ελίτ και συγκεκριμένα του Γιώργου Παπανδρέου, του οποίου η ικανότητα στα αγγλικά συστηματικά τροφοδοτεί (δεξιά και αριστερά) ιδέες περί προδοτικής υπακοής σε ξενόφωνες δυνάμεις επιρροής. Και οι δύο πλευρές της αντιπαράθεσης ανά-

μεσα σε όσους «ντρέπονται» για «τα αγγλικά του Τσίπρα» και όσους ανταπαντούν «εντάξει, δεν πήγε σε ιδιωτικό σχολείο και καλό φροντιστήριο!» (υπονοώντας ότι αυτό έκαναν οι επικριτές) συμμερίζονται μια πολύ βασική αρχή: ότι μια συνέντευξη στο CNN������������������������������������������� και κατ’ επέκταση σε ένα μη ελληνικό μέσο επικοινωνίας αποτελεί στιγμή εξέτασης για το ελληνικό πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του. Επίσης, θα έλεγα πως, αντικρίζοντας την τοποθέτηση Τσίπρα εναντίον της «μαντάμ Μέρκελ», αυτό που βιώνεται από τον θεατή είναι ένα αμφίθυμο μείγμα ικανοποίησης (για τη στιγμιαία απελευθερωτική επιθετικότητα ενάντια στο πρόσωπο το οποίο έχει γίνει τοτέμ των μέτρων λιτότητας) και ντροπής για την πιθανή διακωμώδηση και μη σοβαρότητα που εμπνέει τόσο ο τόνος όσο και η γλωσσική ικανότητα του ομιλούντος. Μια παρόμοια αμφιθυμία παρατηρώ εντός «κρίσης» καιρό τώρα από ανθρώπους που, για παράδειγμα, διανέμουν στο διαδίκτυο υλικό ποδοσφαιρικών οπαδών που βρίζουν με ευφάνταστα συνθήματα τη Γερμανία ή υλικό που απεικονίζει επιτελέσεις ανθρώπων που ντύνονται σαν τον Χίτλερ εκφράζοντας έτσι τη δυσαρέσκειά τους για την επιβαλλόμενη λιτότητα. Για πολλούς από αυτούς που διανέμουν το υλικό αυτό, οι παραπάνω πρακτικές (ποδοσφαιρικό σύνθημα, καρναβαλική μεταμφίεση κ.λπ.) είναι εν μέρει αντίθετες στην επίσημη θέση τους περί «σοβαρής» πολιτικής εμπλοκής. Κι όμως με τη διανομή αυτή και τους αστεϊσμούς τους (π.χ. σχόλια στο διαδίκτυο όπως «κοίτα τι τραγουδούσαν οι θεοί...») αναπαράγουν την ίδια την αισθητική της επιτέλεσης και αποκαλύπτουν τον μερικό ενθουσιασμό τους γι’ αυτήν. Στη ρίζα αυτής της αμφιθυμίας, όπου οι αποκηρύξεις της οικονομικής και πολιτικής «κηδεμονίας» βιώνονται ως εν μέρει ντροπιαστικές και εν μέρει απολαυστικές, βρίσκεται ακριβώς η έννοια «κηδεμονία» και οι πολιτισμικές και ψυχικές δυναμικές που τροφοδοτεί. Ας κοιτάξουμε το πώς σκηνοθετείται φαντασιακά ο Τσίπρας σε σχέση με τη Μέρκελ.


[37]

Τόσο στις εύθυμες ελληνικές συζήσεις περί της μαξιμαλιστικής «αυθάδειας» του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ όσο και σε μια σειρά αναπαραστάσεων σε διάφορα παγκόσμια μέσα επικοινωνίας αναδύεται έντονα το μοτίβο του παιδιού που εξεγείρεται παροδικά ενάντια στην εξουσία του γονιού (ή κηδεμόνα). Στις συμπαθούσες αναπαραστάσεις (για παράδειγμα των Βρετανών αναγνωστών και σχολιαστών της εφημερίδας Guardian), «το παιδί» είναι γεμάτο ζωντάνια και τόλμη, αν και παραμένει παιδί καθώς χαρακτηρίζεται από κάποια απερισκεψία, ενώ αποτολμά κάτι που οι ίδιοι οι συμπαθούντες θεωρούν εξαιρετικά απαγορευμένο (αμφισβήτηση ενός νομικού πλαισίου δανειακής σύμβασης, κ.λπ.). Στις λιγότερο συμπαθούσες αναπαραστάσεις, το παιδί είναι ανεύθυνο, θρασύ και αρνείται την πραγματικότητα. Είναι πραγματικά αδύνατον να αγνοήσει κανείς πως οι παραπάνω σημασιοδοτήσεις πατούν σε ιδεολογικά και αισθητικά μοτίβα του 19ου και 20ού αιώνα. Σε σκίτσα, για παράδειγμα, αγγλικών εφημερίδων των αρχών του 19ου αιώνα, η Ελλάδα απεικονίζεται ως φιγούρα ενός αρματολού ο οποίος όμως είναι μικρότερος σε μέγεθος (σαν παιδί) σε σχέση με τις (ενήλικες) φιγούρες που αντιπροσωπεύουν τις «Μεγάλες Δυνάμεις». Είτε εκφέρεται με ενθουσιασμό είτε με απόρριψη, η πρόσληψη, στον αγγλόφωνο δυτικό κόσμο, της ελληνικής «επαναστατικότητας» προσδίδει σε αυτήν στοιχεία απερισκεψίας, παρατολμίας και εντέλει παιδικότητας. Αυτά τα χαρακτηριστικά αναπαρίστανται ως αντίθετα σε μια σημειολογική σφαίρα σύνεσης, αποδοχής και σοβαρότητας στην οποία (θεωρούν ότι) κατοικούν οι παραγωγοί αυτών των αναπαραστάσεων. Ασφαλώς, η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι οι εξεγέρσεις Ινδών αγροτών στον 19ο αιώνα, γίνονταν αντικείμενα αφήγησης από διάφορες ηγεμονικές δυνάμεις με τρόπο που τις παρομοίαζε με άγρια φαινόμενα της φύσης (π.χ. σεισμούς, μπόρες, κ.λπ.), κάτι που στερεί από τις εξεγέρσεις την ιδέα της ρεαλιστικής και στοχευμένης δράσης (βλ. το έργο του �������� Ranajit� ���������������������������� Guha������������������������ ). Θα ήταν όμως απλοϊκό να σταματήσω την ανάλυση εδώ, επαναλαμβάνοντας το προφανές πλέον μάθημα του Έντουαρντ Σαΐντ, ότι στις αναπαραστάσεις Άλλων (της

«Ανατολής», περιθωριακών ομάδων εντός της κυρίαρχης κοινωνίας κ.λπ.) ενυπάρχουν δυναμικές εξουσίας οι οποίες παράγουν τους Άλλους ως αντικείμενα υπό την ισχύ των γραφόντων (και των καθεστώτων που αυτοί εκπροσωπούν). Η διαπίστωση αυτή πρέπει να πλαισιωθεί από ανάλυση για το τι είδους ταυτίσεις και υποκειμενοποιήσεις βιώνουν αυτοί «οι Άλλοι» για τους οποίους παράγονται οι διάφοροι ηγεμονικοί λόγοι. Αυτό το βήμα θα ήταν σημαντικό για να μην καταλήξουμε σε ένα απλό κατηγορώ της ιδεολογικής ηγεμονίας των πολιτικών «κηδεμόνων». Αντίθετα, πρέπει να διαφωτιστεί ο τρόπος με τον οποίο το ελληνικό πολιτικό φαντασιακό ενσωματώνει και αναπαράγει τους ρόλους τους οποίους διανέμουν οι διάφορες κυρίαρχες δυνάμεις. Αποτελεί παλιά διαπίστωση των μελετών της αποικιοκρατίας ότι συχνά σε συνθήκες συμβολικής (αλλά και σωματικής/άμεσης) βίας οι κυριαρχούμενοι ενδοβάλλουν τη λογική αυτών που ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού, και παράγουν εις βάρος τους την ταυτότητα που ορίζει για αυτούς η κυρίαρχη ματιά1 (βλ. το έργο του Φραντς Φανόν). Και ενώ μπορεί να εντοπίσει εθνογραφικά κανείς σε τοπικό επίπεδο στιγμές και πρακτικές που καταδεικνύουν τις αμφισημίες και ατέλειες αυτού του είδους της ηγεμονίας, στο παρόν εθνικό πλαίσιο, το μοντέλο αυτό φαίνεται να θριαμβεύει με άτεγκτη συνέπεια. Θα λέγαμε λοιπόν ότι δεν είναι μονάχα εξωγενής η ματιά που θέτει τους Έλληνες ως παιδιά. Η θεώρηση αυτή αποτελεί κομμάτι ενός κοινωνικού φαντασιακού στην Ελλάδα, το οποίο μερικώς συμμερίζονται άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών θέσεων. Η πρώτη ένδειξη ότι ακόμα και η «εξεγερμένη» ελληνική πρακτική δεν καταφέρνει να απαλλαγεί από το βάρος της δυναμικής την οποία περιγράφω είναι το άγχος για το «πώς φάνηκε ο Τσίπρας» ή και κάθε εκδήλωση διαμαρτυρίας ακόμα και από αυτούς που δεν συμφωνούν με την κριτική ενάντια στα «αγγλικά του Τσίπρα». Υπάρχει στην Ελλάδα μια επιθυ1. Μια εκδοχή αυτής της αντίληψης έχει εκφραστεί στην ελληνική εθνογραφία στα έργα των Argyrou (2002) «Tradition, Modernity and European Hegemony in the Mediterranean», Journal of Mediterranean Studies, 12(1), σ. 23-42 και Herzfeld (2002) «The Absent Presence: Discourses of Crypto-Colonialism», The South Atlantic Quarterly, 101 (4), σ. 899-926.


[38]

μία νομιμοποίησης των πράξεων που επιτελεί κανείς μέσω της επιβράβευσης που θα δώσουν αυτοί οι οποίοι παρακολουθούν και διαμορφώνουν κυρίαρχο ρόλο στη σφαίρα των παγκόσμιων αναπαραστάσεων. Ακόμα και μια λυσσαλέα αντίδραση ενάντια στο επιχείρημα ότι «τα αγγλικά του Τσίπρα» τον εκθέτουν ως μη Ευρωπαίο (και άρα ως οπισθοδρομικό, φαιδρό κ.λπ.) δεν ξεφεύγει λοιπόν από την ιδεολογία που αναγνωρίζει στην ευρωπαϊκότητα τον πρώτο λόγο και πάντοτε ζυγίζει την ελληνική πρακτική βάσει του πόσο ταιριάζει σ’ αυτήν την κατηγορία. Θεμελιώδεις εξελικτικές λογικές του λόγου περί ευρωπαϊκότητας ξεπηδούν κάθε φόρα που αναγνωρίζει κάποιος ότι «είμαστε πίσω», φράση που μπορεί να ταιριάξει με ρητορικά παράπονα ανθρώπων με τελείως διαφορετικές ιδιότητες. «Πίσω» στις τέχνες, στον σχεδιασμό πόλεων, στην τεχνολογία, στην ιατρική, στις υπηρεσίες, στις αντιλήψεις περί φύλου. Το φάσμα είναι πολύ ευρύ και χωρά τα πάντα. Η άλλη πτυχή της δουλικής λατρείας της ευρωπαϊκότητας είναι η βίαιη αποκήρυξη της κηδεμονίας με τρόπο που τελικά παράγει τη θυμηδία αυτών που ορίζουν τις «ιεραρχίες αξιών σε παγκόσμιο επίπεδο»2. Αυτό το δίπολο λατρείας και 2. Δανείζομαι τον όρο από το έργο του Herzfeld, The Body Impolitic: Artisans and Artifice in the Global Hierarchy of Value, Σικάγο 2004, The University of Chicago Press.

βίαιης αποκήρυξης παρατηρεί κανείς σε μία σειρά πρόσφατων πρακτικών και κριτικών, και εδώ μπορεί να χωρέσει κανείς και το «μαντάμ Μέρκελ» του ίδιου του Τσίπρα. Στα πρόσφατα σχόλια, για παράδειγμα της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ (στα οποία οι Έλληνες αναπαρίστανται ως η κακομαθημένη εκδοχή διαφόρων παγκόσμιων πληθυσμών-«παιδιών»), κάποιοι Έλληνες χρήστες του διαδικτύου ανταπάντησαν με αναρτήσεις, που δανείζονται το επιθετικό ιδίωμα για το οποίο έκανα λόγο παραπάνω, σε σχέση με τις «γηπεδικές» επιτελέσεις ενάντια στη Γερμανία. Ακροβατώντας ανάμεσα στο παλιό μοτίβο του «όταν εμείς χτίζαμε Ακροπόλεις, εσείς ήσασταν στα δέντρα» και μια σεξουαλικοποιημένη/σεξιστική επιθετικότητα (που μιλά για την εμφάνιση της εν λόγω γυναίκας ή προβλέπει/απειλεί για το τι θα της συμβεί όταν έρθει στην Ελλάδα), οι αποκηρύξεις αυτές αναπαράγουν τη συμβολική υποτέλεια αυτών που τις εκστομίζουν. Οι ίδιοι τοποθετούν εαυτούς σε μια θέση η οποία αποτελεί το αντικείμενο γελοιοποίησης όχι μόνο από τους πιθανούς «Ευρωπαίους» αναγνώστες αλλά πρωτίστως από μερίδα Ελλήνων οι οποίοι θα διακρίνουν στις αντιδράσεις αυτές οπισθοδρομικό εθνικισμό (καθώς δεν συνάδει με την αστική αισθητική την οποία επιδιώκουν οι τελευταίοι, βλ. σχετικές αναρτήσεις στο


[39]

περιοδικό Lifo). Φυσικά, οι ίδιοι Έλληνες κριτές ίσως νιώσουν και ανομολόγητη ικανοποίηση με τα σχόλια αυτά (όπως τόνισα και παραπάνω) τα οποία και πιθανώς θα αναπαράγουν στέλνοντάς τα ηλεκτρονικά στους φίλους τους («κοιτά ρε τι γράφουν τα άτομα στην Λαγκάρντ!»). Μια παρόμοια −αλλά διαφορετική στην αισθητική και επιτέλεσή της− άμυνα ελληνικότητας παρατηρήθηκε στο βίντεο του youtube���������� ����������������� όπου μια νεαρή ηθοποιός, ελληνοαμερικάνικης καταγωγής, αμύνεται (στην αγγλική γλώσσα) κατά των «στερεότυπων» που βαραίνουν τους Έλληνες καταφεύγοντας σε μια υστερική αφήγηση των προτερημάτων της «Ελλάδας» (η οποία ως «μυθοποιημένο» σύμπλεγμα συνδέει τον ήλιο, τη θάλασσα με την αρχαία φιλοσοφία και την έννοια της «ελεύθερης αγοράς»). Το εν λόγω βίντεο επέσυρε δριμείς και συχνά σεξουαλικοποιημένες, εν μέρει, κριτικές (καθώς η ηθοποιός ενσωμάτωνε την ιδέα μιας ερωτικής κλιμάκωσης στην παθιασμένη αγόρευσή της υπέρ του έθνους), οι οποίες και αυτές με τη σειρά τους εντάσσονται στη συζήτησή μου περί πολιτισμικής αποικιοκρατίας. Αυτοί που χυδαιολογούσαν εναντίον της ηθοποιού αποκλήθηκαν «κάφροι» (όρος που αναπαράγει την ιεραρχική λογική της Ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας) από τους θιασώτες του εγχειρήματος, ενώ το ίδιο το βίντεο υπέστη κριτική από άλλους διότι δανειζόταν την αφηγηματική και αισθητική δομή ενός παρόμοιου βίντεο που φτιάχτηκε πρώτα στον Καναδά. Η διαπίστωση αυτή τόνιζε και πάλι πόσο «πίσω» είμαστε, αφού η ίδια η άμυνα υπέρ του έθνους κατέφευγε σε ένα ιδίωμα που πρωτοφτιάχτηκε στην («πιο ανεπτυγμένη») Δύση. Η οξεία πραγματικότητα σήμερα είναι τέτοια που η βίαιη (ή υστερική) άμυνα μπορεί να αποτελέσει για πολλούς το μόνο παροδικό καταφύγιο όταν συναντά κανείς κριτικές περί Ελλήνων ως απατεώνων, «παιδιών» ή τεμπέληδων, ιδίως στο «εξωτερικό» και ιδιαίτερα εντός «κρίσης», όπου η αίσθηση ότι οι Έλληνες περνάνε ηθικό και πολιτισμικό τεστ έχει ενισχυθεί. Κι εδώ συναντά κανείς το παράδοξο ότι απέναντι σε κριτικές εναντίον των Ελλήνων, άνθρωποι που διακηρύττουν εντός Ελλάδας συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις (π.χ.

εναντίον της «διαφθοράς» του Δημοσίου) συνασπίζονται στρατηγικά κόντρα στην «ξένη ματιά» με αυτούς τους Έλληνες στους οποίους πολιτικά αντιτίθενται. Ο συνασπισμός αυτός συνήθως καταφεύγει σε ένα εννοιολογικό ρεπερτόριο που, μέσω της οργισμένης αποκήρυξης, προσφέρει στιγμιαία ικανοποίηση. Ένα από τα συμπεράσματα που βγαίνουν εδώ είναι ότι είναι τρομερά δύσκολο να παρακάμψει κανείς την ενσώματη εθνική ιδεολογία, καθώς η εθνική ταυτότητα είναι το θεμελιώδες στοιχείο με το οποίο εισέρχεται κανείς στην παγκόσμια ιεραρχία αξιών. Ακόμα και ο πιο συνεπής θιασώτης της ιδέας των ταξικών (και μη εθνικών) συνασπισμών βάλλεται όταν συναντά την (ενίοτε κανιβαλική) δριμύτητα, ιδίως μη Ελλήνων, ομιλητών που επιτίθενται στην «Ελλάδα» για την εγγενή οπισθοδρομικότητα και τεμπελιά της. Οι ομιλητές αυτοί ξυπνούν βαθιά αντανακλαστικά κόντρα στην κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούν επιχειρήματα τα οποία αποτελούν καθημερινές αναλυτικές κατηγορίες για τους Έλληνες πολίτες (π.χ. οι ιδέες περί τεμπελιάς και οπισθοδρομικότητας εκστομίζονται ως κατηγορίες εντός της χώρας σε καθημερινό επίπεδο, σε ουρές των δημόσιων υπηρεσιών, σε χώρους στάθμευσης και πάει λέγοντας). Εν κατακλείδι, μετά από κάποια χρονική περίοδο όπου το άγχος περί ευρωπαϊκότητας είχε υποστεί απώθηση, εν μέσω μιας πλαστής περιόδου ανάπτυξης, σήμερα επιστρέφει δριμύτερο από ποτέ, έχοντας να διαπραγματευτεί δραματικές υλικές και ιδεολογικές συνθήκες. Η συζήτηση στην Ελλάδα λαμβάνει χώρα εντός των εννοιολογικών ορίων που τίθενται από τους κυρίαρχους μηχανισμούς σημασιοδότησης (και σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνονται και πεποιθήσεις που φέρουν τον μανδύα της ριζοσπαστικότητας). Η συζήτηση τείνει να υπενθυμίζει τη δυσχέρεια ενός έθνους κράτους το οποίο συγκροτήθηκε πολιτικά και ιδεολογικά μέσα σε συνθήκες κηδεμονίας οι οποίες κληροδοτούν πολιτισμικές και ψυχικές δυναμικές που επώδυνα επανεγγράφουν συμβολική υποτέλεια στην εμπειρία εθνικών υποκειμένων των αρχών του 21ου αιώνα.


[40]

Κώστας Περούλης

Δημήτρης Παπαϊωάννου ή το χρονικό του θανάτου του αριστερού καλλιτέχνη Από την αριστερά στην πρόοδο χωρίς επιστροφή

Σ

την Πρώτη Ύλη που ανέβασε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο του 2012 λίγες μέρες μετά τις «σημαντικότερες εκλογές της μεταπολίτευσης», ο Δημήτρης Παπαϊωάννου παρουσιάζει επί σκηνής τον εαυτό του κομψά ντυμένο στα μαύρα να μάχεται να πλάσει την πρώτη ύλη της τέχνης του, που είναι το ολόγυμνο λευκό σώμα του Βραζιλιάνου συμπρωταγωνιστή του. Καλλιτέχνης και έργο (και οποιοδήποτε άλλο δίπολο, Πολιτισμός και Φύση, Εγώ και Άλλος κ.λπ.) συμπλέκουν τα «σώματά» τους αξεχώριστα όσο και κρατούν την αυτονομία τους σ’ έναν κόσμο που δεν αποτελείται παρά από το μυημένο κοινό του Φεστιβάλ. Σ’ ένα από τα εξαιρετικά διαδοχικά επεισόδια αυτής της δυϊκής παρουσίασης του εαυτού, και σε ήπιο αυτοσαρκασμό, ο Παπαϊωάννου με τη χρήση ενός μαύρου υφάσματος στο φόντο διαμορφώνει το γυμνό σώμα σε αρχαιοελληνικό άγαλμα με κομμένο κεφάλι και άκρα και το παρουσιάζει προς το κοινό σαν κονφερασιέ, αποσπώντας ένα μαγνητοφωνημένο χειροκρότημα. Ο εαυτός με έναν άλλο πιο χωρικό τρόπο ήταν το θέμα και στην προηγούμενη παράσταση του Παπαϊωάννου. Τον Μάιο του 2011, λίγες μέρες προτού το Σύνταγμα αρχίσει να ζει τις μαζικές στιγμές από τις χιλιάδες κόσμου που αποφάσιζε πρώτη φορά να αφήσει το διαμέρισμά του για την πλατεία, λίγα μέτρα πιο πέρα, στο Παλλάς, ο Παπαϊωάννου παρουσίαζε το Μέσα, μια παράσταση όπου κανείς μπορούσε να παρακολουθήσει ό,τι ο ίδιος ονόμασε «ένα ντοκιμαντέρ για τους ανθρώπους» που δείχνει την «επιστροφή στη φωλιά, στο διαμέρισμα», με τους ερμηνευτές να επαναλαμβάνουν τυποποιημένα για έξι ώρες μια σειρά από κινήσεις που απαρτίζουν τον πανανθρώπινο ιδιωτικό νεκρό χρόνο: κλείσιμο της πόρτας πίσω σου, γδύσιμο, τουαλέτα, ντους, μια ματιά της πόλης απ’ το μπαλκόνι, μοναχικό φαΐ στη κουζίνα, γυμνός ύπνος στο κρεβάτι. Και πιο πριν, στις απαρχές της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, το 2009, παρουσίασε το μαγικό Πουθε-

νά, έναν «μη τόπο» της θεατρικής σκηνής για τα εγκαίνια του Εθνικού Θεάτρου. Ακόμα πιο πριν, το 2006, το επίσης περίκλειστο Δύο για τον (ομοφυλοφιλικό) έρωτα. Ο Παπαϊωάννου παρουσίασε αυτές τις παραστάσεις μέσα σε μια οκταετία από το μεγαλειώδες θέαμα της Τελετής Έναρξης και Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων (απ’ όπου και ο αυτοσχολιασμός στην Πρώτη Ύλη), όπου, αφήνοντας το προσωπικό του σύμπαν για να εκφράσει την κοινωνική στιγμή, απευθύνθηκε στο πανελλήνιο με όρους συλλογικού και εθνικού. Πριν απ’ αυτές τις Τελετές, οι διασημότερες παραστάσεις του, όπως η Μήδεια ή η Ανθρώπινη Δίψα και το Για πάντα, κινούνταν όπως και οι μετα-ολυμπιακές σε ένα προσωπικό, υπαρξιακό και με την ευρύτερη έννοια ανθρωπιστικό σύμπαν μυημένων θεατών. Μπορεί κανείς ειλικρινά να θεωρήσει ότι ο καλλιτέχνης αυτός, μακράν ο σημαντικότερος της γενιάς του, πραγματικά αφοσιωμένος στην τέχνη του αλλά και από ιδιοσυγκρασία, ουδέποτε επιδίωξε τις «τιμές» όταν ανέλαβε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο ίδιος θα δήλωνε με ευκολία την απόστασή του από πολιτικές και ιδεολογίες, από στρατευμένες τέχνες: η συστράτευσή του όμως σε μια «εθνική» υπόθεση, για την οποία «έκοψε» την υψηλή αισθητική του και την «έραψε» πάνω της, έμοιαζε για τους γνώστες εκείνης της εποχής το πιο φυσικό πράγμα. Η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων το 1997 από την «ισχυρή Ελλάδα» σήμανε την επισφράγιση της κυριαρχίας του σημιτικού «εκσυγχρονισμού», αυτού που θεωρήθηκε ως η πληρέστερη ενσάρκωση τόσο της προόδου όσο και της προοδευτικότητας στη χώρα. Ο «εκσυγχρονισμός» στη μακρά πορεία του παρήγαγε πλήθος οργανικών διανοούμενων (από οικονομολόγους σαν τον ίδιο τον Σημίτη ή τον Σπράο, δημοσιογράφους σαν τον Πρετεντέρη και την Τρέμη, επαγγελματίες πολιτικούς σαν τη Διαμαντοπούλου, συγγραφείς-συμβούλους


[41]

σαν τον Θέμελη, κατασκευαστές, τεχνικούς των μεγάλων έργων και μάνατζερ ων ουκ έστιν αριθμός, αργότερα δημάρχους όπως ο Καμίνης κ.ο.κ). Παρήγαγε ακόμα ή αφομοίωσε πλήθος δικτύων και οργανισμών –τα οποία μέχρι και πριν λίγους μήνες προωθούσαν κυβερνήσεις τεχνοκρατών και «αρίστων»– δημιουργώντας μια νέα ελίτ στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ αλλά και κυρίως, το σημαντικότερο, για τον προσδιορισμό των «εκσυγχρονιστών» ως κοινωνικής ομάδας έξω απ’ αυτό. Στο απόγειο της ισχύος της, αυτή η κοινωνική ομάδα ταύτισε τον εαυτό της με τα συμφέροντα του έθνους και συμπύκνωσε την ιδεολογική της κυριαρχία με την αναγόρευση των Ολυμπιακών Αγώνων σε εθνική υπόθεση αλλά και σύμβολο της προσφοράς της στην πρόοδο της χώρας. Όπως το θέλει ο μύθος ήταν ο ίδιος ο Σημίτης, ένθερμος θαυμαστής του ήδη απ’ τα χρόνια της πρώτης Μήδειας, που με προσωπική επιλογή υπέδειξε τον Παπαϊωάννου για Τελετάρχη. Με γκραμσιανούς όρους, ο Παπαϊωάννου ανήκει στους «παραδοσιακούς διανοούμενους», τους καλλιτέχνες και τους φιλοσόφους, δηλαδή, που θεωρούν τους εαυτούς τους ως αυτόνομους από άλλες κοινωνικές ομάδες ή τάξεις, αφοσιωμένους στο πνευματικό τους έργο – πράγμα απολύτως παραπλανητικό, αφού πάντα η λειτουργία τους νομιμοποιεί την εκάστοτε κυρίαρχη τάξη. Ο Γκράμσι επισημαίνει ότι «ένα από τα πιο αποκαλυπτικά χαρακτηριστικά κάθε ομάδας που βαδίζει προς την κυριαρχία είναι ο αγώνας της για την αφομοίωση και την «ιδεολογική κατάκτηση» των παραδοσιακών διανοουμένων». Η τάση αυτή είναι εύλογη, δεδομένου του κύρους και της διεισδυτικότητας που κατέχει η τέχνη και ο στοχασμός – η τέχνη πολύ περισσότερο καθώς κατέχει το προνομιακό πεδίο της αισθητικότητας. Ειδικά στο σημείο που συναντά το θέαμα, η λειτουργία της τέχνης διαφεύγει από τους όρους δημιουργίας της στους οποίους αφοσιώνεται ο καλλιτέχνης, και τρέπεται στη δραστικότερη συλλογική απεύθυνση του πλαισίου που την παράγει. Έτσι, με έναν πυκνωτικό τρόπο, ήταν η «επιτυχία» της Τελετής Έναρξης με τα διθυραμβικά σχόλια του ξένου Τύπου, η αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική της αξία στην πραγ-

ματικότητα, όπως αποκαλύφθηκε στα μάτια του λαού μέσα απ’ την τηλεόραση, που έπεισε τον κόσμο για την επιτυχία και τελικά τη σημασία των Αγώνων και νομιμοποίησε στη συνείδησή του τα έργα και τις ημέρες των εκσυγχρονιστών· κυρίως την ιδεολογία εκείνης της «Άλλης Ελλάδας» στην οποία ήδη τότε πια, με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου, ο μέσος Έλληνας δεν ένιωθε πως ανήκε, αφού δεν μετείχε στον οικονομικό και κοινωνικό πλούτο που η κοινωνική αυτή ομάδα παρήγαγε και διαχειρίστηκε. Ήταν η «μαγεία» της βραδιάς εκείνης που συνέβαλε ώστε ο μέσος Έλληνας να βιώσει αυτόν τον αποκλεισμό περισσότερο σαν ένα θαυμαστό προσωπικό έλλειμμα (σαν μια ανεκπλήρωτη επιθυμία) παρά σαν πεδίο κοινωνικής αντιπαράθεσης. Η λειτουργία επομένως της τέχνης του Παπαϊωάννου υπήρξε η κλασική διάχυση της συναίνεσης από τα πάνω προς τα κάτω. Ο τρόπος αυτής της διάχυσης βρίσκει τον συμβολισμό του στο ίδιο το αισθητικό πεδίο: κι εκείνοι οι πολλοί που το πολιτισμικό τους κεφάλαιο δεν περιλάμβανε συνδέσεις με την αισθητική που πρωτοαποκαλυπτόταν μπρος στα μάτια τους, μπορούσαν απ’ την Ολυμπιάδα και μετά να τη θαυμάζουν με τον τρόπο της υψηλής, πρωτοπόρας τέχνης: για τους πολλούς το «υψηλό» έχει πάντα το χαρακτήρα του επιθυμητού αλλά απρόσιτου, και άρα της «θρησκευτικής» αποδοχής του. Ο Παπαϊωάννου, που διατείνεται το αληθές, ότι απλά έκανε καλά τη δουλειά του, εν συνεχεία ξαναγύρισε στην αυτονομία της τέχνης του επιλέγοντας προσωπικές και αυτοαναφορικές παραστάσεις. Όμως στην πραγματικότητα η οργανική του σχέση με τον «εκσυγχρονισμό» είναι ίσως βαθύτερη και παλαιότερη από τη βραδιά των Ολυμπιακών Αγώνων: η μοναδική του αισθητική, τα ψυχρά λευκά και γκρι ή γήινα παλ χρώματα, η λιτότητα των πρωτογενών υλικών και των καθαρών γραμμών, το μίνιμαλ, έστω και φερμένα όλα απ’ έξω στα τελειώματα ενός παλιότερου ευρωπαϊκού μοντερνισμού, αποτέλεσαν την αισθητική της κοινωνικής του ομάδας: στα ρούχα που φορούσε, στο σαλόνι της που διακοσμούσε, στα λευκά εστιατόρια που έτρωγε και τα τέλεια ψυχρά μπαρ που έπινε, στις διαφημίσεις που της απευθύνονταν.


[42]

Κρίση και πολιτισμική ηγεμονία της αριστεράς: γιατί η αριστερά δεν είχε τώρα τον Παπαϊωάννου της Ο Παπαϊωάννου ουδέποτε δήλωσε αριστερός και η αριστερά –ακόμα και αυτή η εν γένει «μεταρρυθμιστική» που αποτέλεσε ίσως μεγάλο μέρος του φανατικού κοινού του πριν τον ανακαλύψει ο «λαός» το 2004– ουδέποτε τον θεώρησε «δικό της». Ποιους όμως θεώρησε δικούς της; Μεταπολιτευτικά, η αριστερά θεωρήθηκε και θεώρησε και η ίδια ότι είχε επιτύχει μια ηγεμονία στην τέχνη. Ενώ όμως στην περίοδο της κρίσης προσπάθησε και μπόρεσε να αναδείξει στο ευρύτερο «κοινό» διάφορα είδη διανοουμένων, «νέα ονόματα» όπως οικονομολόγους, αρθρογράφους, ειδικούς στα νέα μέσα επικοινωνίας, εργατολόγους κ.λπ., αντλημένους κατά κανόνα από τον έτερο χώρο της ηγεμονίας της, δηλαδή το Πανεπιστήμιο, στην τέχνη, για μία ακόμη φορά τα μεγάφωνα έπαιζαν Μίκη Θεοδωράκη. Ο ίδιος ο Α. Τσίπρας, στη συνάντησή του με τους «ανθρώπους του πνεύματος» στον «πολυχώρο GAZARTE» λίγες μέρες πριν απ’ τις πρώτες εκλογές, αφού θεώρησε τους καλλιτέχνες «φυσικούς συμμάχους», τόνιζε ότι «η ηρωική παρουσία ανθρώπων όπως ο Ρίτσος και ο Κατράκης στη Μακρόνησο, η κοινωνική επίδραση της μουσικής του Θεοδωράκη, η ηγεμονία της αριστεράς στη λογοτεχνία και το θέατρο για χρόνια είναι πράγματα που διαμόρ-

φωσαν με καθοριστικό τρόπο τη φυσιογνωμία της αριστεράς στην Ελλάδα». Ρίτσος, Κατράκης, Θεοδωράκης υπήρξαν η αληθινή πολιτισμική ηγεμονία της αριστεράς. Όμως το κενό τριάντα τουλάχιστον χρόνων που μας χωρίζει οριστικά απ’ την εποχή τους, και που τείνει να αποσιωπάται τώρα από την αριστερά σαν να μην ήταν αυτή «στα πράγματα», στην πραγματικότητα γέμιζε με πλήθος αριστερών καλλιτεχνών που πραγμάτωναν περήφανα αυτήν την περιώνυμη ηγεμονία. Το ότι η αριστερά εν μέσω κρίσης και διαφόρων μορφών αγωνιστικών κινητοποιήσεων δεν μπόρεσε να αναδείξει κάποιο από όλα αυτά τα πρόσωπα ως εκείνη την παρουσία που η τέχνη της θα ανάγει την αριστερή υπόθεση σε «εθνική» (δηλαδή μαζική) με τον τρόπο που έκανε ο Παπαϊωάννου για την υπόθεση του «εκσυγχρονισμού», έχει να κάνει τόσο με αυτά τα πρόσωπα (και δεν εννοείται εδώ το καλλιτεχνικό τους μέγεθος που μόνο αμελητέο δεν υπήρξε) όσο και με την ίδια στη στάση της στον χώρο της τέχνης όλα αυτά τα χρόνια. Και, όπως το θέλει και ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, ο τρόπος που τα πρόσωπα αυτά πραγμάτωσαν την αριστερή ηγεμονία, δεν μπορούσε ίσως παρά να διαμορφώσει με καθοριστικό τρόπο την φυσιογνωμία της αριστεράς την ίδια περίοδο. Υπάρχουν ήδη αρκετές φωνές που μιλούν τώρα για την ανάγκη αυτή, η σύγχρονη «μαζική» στροφή προς την αριστερά να βρει την έκφρασή της στην τέχνη, νέοι καλλιτέχνες να βγουν μπροστά. Υπάρχει όμως μια εμφανής αμηχανία ως προς το τι θα σήμαινε αυτό, ποιοι θα ήταν αυτοί και πώς θα τους βρούμε τελικά μέσα στο σωρό. Αυτό συμβαίνει διότι όσο συνεχίζει να μην αποτιμάται η σχέση αριστεράς και τέχνης τα τελευταία τριάντα χρόνια −σχέση ηγεμονίας στα «καλά χρόνια» αλλά αδυναμίας στα χρόνια της κρίσης όπως αναφέρθηκε− οι όροι διατύπωσης των ερωτημάτων παραμένουν παραπλανητικοί. Υπήρξε μια σαφής παρανόηση ως προς το τι σήμαινε η ηγεμονία της αριστεράς στην τέχνη τα προηγούμενα χρόνια. Στη βάση αυτής της παρανόησης τέμνονται δύο συγκεκριμένοι παράγοντες που προσδιόρισαν στα χρόνια αυτά τον «αριστερό καλλιτέχνη». Ο ένας παράγοντας είναι ότι ήδη από το Πολυτεχνείο και μετά το


[43]

αίτημα μιας αριστερής κοινωνίας συνδέθηκε με το αίτημα της προόδου (της ίδιας κοινωνίας). Τα δύο αυτά συνυφάνθηκαν σε τέτοιο βαθμό που, ενώ ποτέ δεν ταυτίστηκαν, ωστόσο θεωρήθηκαν συμφυή έτσι που τελικά, καθετί αριστερό να θεωρείται προοδευτικό και, κυρίως, καθετί προοδευτικό να θεωρείται αριστερό. Αυτό όπως πια γνωρίζουμε καλά, όχι μόνο δεν είναι δεδομένο, αλλά κυρίως περιέχει μια ιδεολογική χροιά που οδήγησε ώστε η αποϊδεολογικοποίηση της έννοιας της προόδου και της προοδευτικότητας να γίνει προφανώς με μιαν άλλη ριζική ιδεολογικοποίησή της: πρώτος ο «εκσυγχρονισμός», με το ψευδεπίγραφο σοσιαλιστικό πρόσημο του ΠΑΣΟΚ, διεκδίκησε και προσδιόρισε με το δικό του τρόπο την έννοια του «προοδευτικού». Και ήταν ακριβώς αυτό το πρόσημο που οδήγησε στην επιτυχία του εγχειρήματος. Διότι τη δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα θα ήταν ακόμα αδύνατον για τον μητσοτακικό νεοφιλελευθερισμό να επιχειρήσει αυτό το σημαντικό ιδεολογικό εγχείρημα, όπως απερίφραστα το κάνει ο σημερινός νεοφιλελευθερισμός με βορά ολόκληρη την εσχάτως «βαλκανική» Μεταπολίτευσή μας. Και άλλωστε, η ατζέντα εκείνου του σημιτικού προοδευτισμού είχε αληθινά κοινούς τόπους με την αριστερά (σε αντίθεση με την σημερινή του μετεξέλιξη): ήταν κι αυτός αντιεθνικιστικός, αντιρατσιστικός, οικολογικός, φεμινιστικός κ.ο.κ. Το ότι τελικά μπορούσε να είναι άλλο το «της αριστεράς» και άλλο το «της προόδου», ενώ στο πολιτικό πεδίο μπορούσε κάπως να ανιχνευθεί ακόμα και στο εσωτερικό της αριστεράς, στο πεδίο της τέχνης παρέμεινε και παραμένει συσκοτισμένο λόγω και του έτερου παράγοντα προσδιορισμού του αριστερού καλλιτέχνη. Ο παράγοντας αυτός ήταν ότι η τέχνη, λόγω του εγγενούς αμφισβητησιακού αλλά και ανθρωπιστικού χαρακτήρα της, ενεπλάκη μεταπολιτευτικά με έναν «φυσικό» τρόπο με την αριστερή αγωνιστικότητα, αμφισβήτηση, εξορία από τη μια, και τα αριστερά ιδανικά της κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας αλλά και προόδου από την άλλη, που μεταδικτατορικά απολάμβαναν ευρεία αποδοχή και εκτίμησης, οδηγώντας έτσι σε ένα φιλοαριστερό αξιακό σύμπαν. Τη σχέση αυτή επισφράγισαν και κατέστησαν όντως ηγεμονική μείζονες

αριστερές μορφές και κορυφαίοι καλλιτέχνες όπως ο Θεοδωράκης, ο Ρίτσος και ο Κατράκης, αλλά και ο Αναγνωστάκης ή ακόμα και ο πρώτος Αγγελόπουλος. Οι επόμενοι, εξ ορισμού «ελευθερόφρονες» καλλιτέχνες ζυμώθηκαν μέσα σ’ αυτό το αριστερό αξιακό σύμπαν. Μπορούμε να το ξαναπούμε: στη Μεταπολίτευση, η αριστερά στην τέχνη (και όχι μόνο) τράπηκε σταδιακά από συγκεκριμένα πολιτική σε γενικά αξιακή. Και συναισθηματική: το να ήσουν καλλιτέχνης, σήμαινε απαρέγκλιτα πως έπρεπε να έχεις «αριστερές ευαισθησίες». Το αξιακό αυτό σύμπαν επέτρεπε κάθε τύπου «αμφισβήτηση» ή «καταγγελία» να σημαίνει «αριστερή ευαισθησία». Η οποία όμως, για να εντοπίσουμε πλέον ολοκληρωμένα και τον πρώτο «παράγοντα», όλο και απαγκιστρωνόταν με το πέρασμα του χρόνου από τα στενά πολιτικά αιτήματα προς εκείνα τα προοδευτικά, σε ακολουθία (αντί πρωτοπορία) και των καιρών. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε λίγο «εναλλακτικός», λίγο «προοδευτικός», λίγο «επαναστάτης» καλλιτέχνης να βρει τον δρόμο του στο να μπορεί εύκολα να θεωρείται αριστερός, ή έστω «ψιλοαριστερούλης» −αφού κάτι τέτοιο διατηρούσε ακόμη τότε το ειδικό του βάρος («ποιοτικό» και «αξιακό») στο χώρο της τέχνης– χωρίς να χρειάζεται όχι να στρατεύεται, αλλά ούτε καν να απευθύνεται πολιτικά. Σ’ αυτήν την αξιακή (και όχι πολιτική) μείξη όπου το «της αριστεράς»


[44]

έφθινε έναντι του «της προόδου», σταδιακά το ένα υποκατέστησε το άλλο. Και τελικά, αυτή η ισχυροποίηση του «προοδευτικού» έδωσε τη δυνατότητα αυτονόμησής του από το «αριστερό». Έτσι, στην κρίσιμη στιγμή, η τέχνη εξέφρασε οργανικά και την αντίστοιχη εξέλιξη στο πολιτικό πεδίο: την απόσπαση κάθε έννοιας κοινωνικής πολιτικής και δικαιοσύνης από το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού» της χώρας. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να έχει επιφέρει ορατούς τριγμούς στο αριστερό οικοδόμημα της τέχνης. Το αντίθετο όμως. Ήταν αυτή η μείξη αριστερού και προοδευτικού που είχε ήδη επιτρέψει σε μια σειρά καλλιτεχνών να ενσωματωθούν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο στο εκσυγχρονιστικό κράτος, τους οργανισμούς του και τα κάθε λογής συναρτώμενα χορηγικά, χρηματοδοτικά κ.λπ. προγράμματα και παραγωγές, διατηρώντας την ίδια στιγμή «ανέπαφη» την αριστερή τους ταυτότητα απ’ τη στιγμή που αυτή είχε μετατοπιστεί απ’ το πολιτικό προς το (πιο «ανώδυνο») αξιακό πεδίο, ακριβώς υπό τον μανδύα του «προοδευτικού». Έτσι «τον καιρό εκείνο» που σε αντίθεση με τον σημερινό το να συγκαταλέγεσαι στους αριστερούς καλλιτέχνες ήταν τόσο «προϋπόθεση» που άφηνε ακόμα και καλλιτέχνες του διαμε-

τρήματος ενός Βαλτινού «εκτός», θα μπορούσαμε να πούμε πως όλοι έκαναν τη δουλειά τους: οι καλλιτέχνες ένιωθαν και δήλωναν αριστεροί προς γενική ικανοποίηση, αν και συχνά συστημικότεροι του συστήματος· η αριστερά καρπωνόταν την «πολιτισμική ηγεμονία» της που τόσο είχε ανάγκη, αφού εντέλει όλοι οι καλλιτέχνες αριστεροί ήταν· και το κοινό επιβεβαίωνε την κοινωνική ευαισθησία και την προοδευτικότητά ή επαναστατικότητά του, κυρίως όμως απολάμβανε το δικό του μερίδιο στην ηγεμονία που συχνά έλαβε μια λιγότερο ή περισσότερο ελιτιστική σχέση με την τέχνη: είτε έναντι του «ευτελούς λαϊκού» είτε έναντι των πάντων στις «υψηλότερες» μορφές τέχνης που προνομιακά γνώριζε και καταλάβαινε, όπως π.χ. με καλλιτέχνες σαν τον Παπαϊωάννου. Για ένα μικρό αλλά σημαίνον κομμάτι της αριστεράς, ήταν η προσωπική σχέση του με την τέχνη που έγινε ηγεμονική, ταυτοτική όσο και πολιτισμικά κεφαλαιοποιημένη. Έτσι, όταν ήρθε η κρίση, κανένας απ’ το πλήθος των αριστερών καλλιτεχνών της «ηγεμονικής» τελευταίας τριακονταετίας δεν μπόρεσε να εκφράσει το μαζικό κίνημα των ημερών, πολύ περισσότερο δε να το στρέψει βαθύτερα και πιο συνειδητά προς τ’ αριστερά. Ο κόσμος ζήτησε και πάλι τον Μίκη. Σε ποιο σημείο του


[45]

μεταπολιτευτικού χρόνου η συγκεκριμένη πολιτική αριστερά σιώπησε στην τέχνη, με αντίτιμο ίσως αυτήν την «ηγεμονία», είναι ένα ερώτημα μετέωρο και προς διερεύνηση. Η Τελετή Έναρξης −έστω και λόγω και του καλλιτεχνικού μεγέθους του Παπαϊωάννου που μπορούσε πια να στηρίξει αυτήν την καταδήλωση− μπορεί να ειδωθεί συμβολικά ως η στιγμή εκείνη που ο διαχωρισμός αριστεράς και «προόδου» γίνεται ορατός. Συμβολικά επίσης, στον αντίποδα αυτής της σχάσης, στην Τελετή Λήξης γίνεται ορατή η οριστική απώλεια της (πραγματικής) αριστερής ηγεμονίας στην τέχνη, που υφήρπε καιρό πριν: στη «βαλκανική» πλευρά των Νεοελλήνων που παρουσίασε (και που έφτανε ως και τις «γυφτιές» του λαού), σε απόλυτο «κοντράστ» με την υψηλή «μοντέρνα» αισθητική της Τελετής Έναρξης, πρώτο βιολί υπήρξε η παλιά σημαία του αριστερού προοδευτικού κινήματος: ο Σαββόπουλος. Η τέχνη δεν έχει και δεν πρέπει να έχει πιστοποιητικό φρονημάτων – η αυτονομία της είναι ένα κεκτημένο που δοκιμάστηκε και από τα δεξιά και από τα αριστερά και φυσικά βγήκε ζωντανό και κερδισμένο. Ούτε θα σταματήσουμε να θαυμάζουμε κάθε σημαντικό καλλιτέχνη, την ίδια στιγμή που θα κρίνουμε τις λειτουργίες της τέχνης του. Όμως η αριστερά, στον θεσμικό και πολιτικό της ρόλο, οφείλει να πάψει να είναι ένα «φιλότεχνο», «μυημένο» κοινό, που ελιτιστικά πολλές φορές αρκείται να ξεχωρίζει (και να προσεταιρίζεται άνευ όρων) τις ατομικές καλλιτεχνικές αξίες ή, αντίστροφα, να επιθέτει βεβι-

ασμένα όρους αφηρημένης λαϊκότητας – όπως δείχνει και η πολιτική ιστορία του Παπαϊωάννου το πράγμα δεν δουλεύει έτσι. «Αριστερή τέχνη» έτσι κι αλλιώς δεν έχει νόημα να υπάρχει πια με όρους που σφυρηλατήθηκαν μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στο παρελθόν – και η ίδια η έννοια του «αριστερού καλλιτέχνη» είναι ένα επίδικο, αφού είναι υπό κρίση αυτή τη μεταβατική περίοδο το τι και πως θα εξέφραζε αυτός «οργανικά» (και όχι κατ’ όνομα). Αντίθετα, αυτό που μπορεί να κάνει η αριστερά, είναι να επανασυνδέσει στενότερα το προοδευτικό πολιτισμικό με το παραδοσιακό πολιτικό πεδίο όταν επιλέγει να απευθυνθεί μέσω του πεδίου της τέχνης. Να δημιουργήσει και να θέσει τους μηχανισμούς της στην προσπάθεια ανάδειξης των πολιτικών λειτουργιών της τέχνης απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτή, των κοινωνικών αναφορών και πολιτικών προεκτάσεων στο «εσωτερικό» της και των ιδεολογικών μηχανισμών στο «εξωτερικό» της. Με τέτοιες πιο «σφιχτές» προϋποθέσεις, το «ξεσκαρτάρισμα» των προσώπων θα έρθει εντέλει «μόνο του» τόσο για τους παλιούς που είναι να φύγουν, όσο και για τους νέους που είναι να ’ρθουν − κι ας μην υποτιμώνται οι ίδιες οι μάζες σ’ αυτό. Η ευτυχής στιγμή του μεγάλου καλλιτέχνη διαφεύγει έτσι κι αλλιώς πάντα από όλες τις προσπάθειες να παραχθεί ο ίδιος – όπως και οι καλλιτεχνικοί όροι της τέχνης του. Οι όροι, το περιεχόμενο και η δυνατότητα της οργανικότητάς του, όμως, με τα σύγχρονα λαϊκά και προοδευτικά κινήματα, όταν ένας τέτοιος φανεί, είναι μια εργασία ταπεινότερη μεν, αλλά εξόχως πολιτική.


[46]

Μιχάλης Μεντίνης

Ο χαρούμενος ύπνος και οι χαμογελαστοί πελάτες του

Τ

α τελευταία χρόνια, με αφετηρία την Αμερική, έχει θεριέψει η κοινωνική, πολιτική και οικονομική επιταγή για χαρούμενα και χαμογελαστά άτομα. Οι εκφάνσεις αυτής της επιταγής είναι πολλές και ποικίλλουν από τον περί θετικής σκέψης λόγο και την επονομαζόμενη «θετική ψυχολογία» μέχρι την «προπόνηση ζωής και επιχειρήσεων» (life coaching/corporate coaching), και από τη γιόγκα γέλιου μέχρι την άνθηση σαχλοχιουμοριστικών και σατιρικών εκπομπών σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Όλοι αυτοί οι λόγοι και πρακτικές συνιστούν ένα ιδεολογικό πλέγμα το οποίο με τη σειρά του διαμορφώνει μια ψυχική ορθοπεδική που διασταυρώνεται ή, για την ακρίβεια, ανταποκρίνεται στην ανάγκη για λειτουργικούς πολίτες και υπάκουους, παραγωγικούς εργαζομένους. Βασικά χαρακτηριστικά αυτού του πλέγματος, πέρα από την εμμονή της ευτυχίας, είναι ο απόλυτος εξοβελισμός των αποκαλούμενων «αρνητικών» συναισθημάτων, καθώς επίσης και το ατομικιστικό ψ-ιδεολόγημα ότι το άτομο από μόνο του είναι πλέον υπεύθυνο για την προσωπική του χαρά και ευτυχία, ανεξάρτητα από τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζει. Η χαρά και το γέλιο, με άλλα λόγια, είναι θέμα θέλησης, άποψης, στάσης, και με τις κατάλληλες τεχνικές και παραινέσεις, με την κατάλληλη ψυχομηχανική μπορεί να επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό για όλους. Η τάση αυτή δεν έχει αφήσει αμόλυντη και τη «ριζοσπαστική» πολιτική θεωρία και πρακτική που άλλοτε με πρόχειρες αναφορές στη θεωρία του Μπαχτίν περί καρναβαλιού, με αστόχαστες υπόρρητες αναφορές στον Σπινόζα, ή απλώς αναπαράγοντας την κυρίαρχη πλέον αντίληψη περί της θεραπευτικής ιδιότητας του γέλιου φαίνεται ανίκανη όχι απλώς να σκιαγραφήσει διαφορετικές θυμικές και συναισθηματικές τοποθετήσεις για τα ριζοσπαστικά κινήματα, αλλά και να αντιληφθεί πως η ίδια λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της κυρίαρχης ψυχολογικής τάξης πραγμάτων και εγγυάται πως οι ψυχικές ισορροπίες θα παραμένουν ανέπαφες και υπό έλεγχο.

Η δικτατορία της χαράς Στο πολυδιαβασμένο και στην Ελλάδα βιβλίο των Χαρντ και Νέγκρι Commonwealth (Τhe Belknap Press, 2009) εντοπίζουμε εμφανή τα σημάδια αυτής της ψυχικής ορθοπεδικής που, αν και υποτίθεται πως έχει τη ρίζα της στον Σπινόζα, στην ουσία παραπέμπει και γίνεται αντιληπτή ακριβώς λόγω της συνάρτησής της με την κυρίαρχη επιταγή: Μπροστά σε αυτήν την υπεροψία της εξουσίας, αντί να θρηνούμε για τη φτωχή μας τύχη και να παραδινόμαστε στη μελαγχολία, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να γελάμε. Το γέλιο, προσοχή, είναι μία πολύ σοβαρή υπόθεση. Δεν είναι παρηγοριά για την αδυναμία μας, αλλά έκφραση χαράς, σημάδι της δύναμής μας. (σ. 382)

Το σημαντικό στο απόσπασμα αυτό είναι πως η δύναμη στην οποία αναφέρονται οι συγγραφείς δεν είναι συλλογική δύναμη αλλά προσωπική, ατομική δύναμη, που εμπίπτει σε έναν αμερικάνικου τύπου εσωτερισμό και στην επίσης κυρίαρχη ατομικιστική, θετική και μη, ψυχολογία, τη γενεαλογία της οποίας μπορούμε να εντοπίσουμε στο κίνημα της νέας σκέψης στον αμερικανικό προτεσταντισμό του τέλους του 19ου αιώνα, στο κίνημα της διανοητικής υγιεινής στις αρχές του 20ού, καθώς και στα πειράματα που πραγματοποίησε ο ψυχολόγος Elton Mayo στα μέσα της δεκαετίας του ’20 στις μονάδες παραγωγής της Howthorne και τα οποία έθεσαν τα θεμέλια για μία αντίληψη της ατομικής δύναμης άρρηκτα συνδεδεμένης με την ικανότητα του έλεγχου των συναισθημάτων και άμεσα σχετιζόμενης με την προσωπική επιτυχία μέσα στον χώρο εργασίας. Η ατομικιστική διάσταση της δύναμης αυτής επιβεβαιώνεται όταν οι Νέγκρι και Χαρντ παραθέτουν τη φράση –που αποδίδεται στον Φουκώ– ότι «δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς μελαγχολικός για να είναι ακτιβιστής». Δεν είναι απλώς η εμμονή στην ατομική


[47]

χαρά με τον ταυτόχρονο εξοβελισμό της μελαγχολίας που προδίδουν την αναπαραγωγή από τους Νέγκρι και Χαρντ της κυρίαρχης ψυχολογίας. Η αντιδιαστολή χαράς-μελαγχολίας/θρήνου –λες και, αν δεν είναι κάποιος χαρούμενος, είναι απαραίτητα μελαγχολικός και θρηνεί– προδίδει ταυτόχρονα την υιοθέτηση της κυρίαρχης θυμικής διαρρύθμισης και την αδιαφορία για μία επαναστατική θεωρία για το θυμικό και το συναίσθημα, για μία ριζοσπαστική ψυχολογία. Οι «επαναστάτες» συγγραφείς αρκούνται στο να αναπαράγουν την ψυχολογία της μπουρζουαζίας και να στηρίζουν τη χαρούμενη κοσμολογία που ο Χάξλεϊ είχε προβλέψει ήδη στον Θαυμαστό νέο κόσμο. Έτσι συνεχίζουν: Στην παρατεταμένη μάχη ενάντια στους θεσμούς που διαφθείρουν το κοινό, όπως η οικογένεια, η επιχείρηση και το έθνος, θα χύσουμε αμέτρητα δάκρυα αλλά θα συνεχίσουμε να γελάμε. Και στους αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, την αρχή της ιδιοκτησίας και τους καταστροφείς του κοινού μέσω του δημόσιου και ιδιωτικού ελέγχου, θα υποφέρουμε τρομερά, αλλά θα συνεχίσουμε να γελάμε με χαρά. Θα θαφτούν από το γέλιο. (σ. 383).

Εδώ βρισκόμαστε στο σημείο που η ανοησία δίνει τη θέση της στη γελοιότητα. Ο μπανάλ, χιλιαστικής αισθητικής, οπτιμισμός που χτίζεται πάνω στο παλιό ιταλικό σύνθημα una�������� risata� ������� vi� ��� seppellira (ένα γέλιο θα τους θάψει) αφήνει τεράστια ερωτήματα για τη σοβαρότητα της ανάλυσης των εν λόγω συγγραφέων που, αντί να επιδίδονται σε μία ουσιαστική διερεύνηση των αναγκαίων σήμερα θυμικών τοποθετήσεων, επιδίδονται σε ποιητικές αναδιατυπώσεις της χαζοχαρούμενης ηγεμονεύουσας ψ-τάξης. Έτσι, αυτό που καταφέρνουν να πετύχουν οι Νέγκρι και Χαρντ είναι να μεταδώσουν στο «πλήθος» τους μια αισιοδοξία και ένα είδος γιόγκα γέλιου ώστε μπροστά στις δυσκολίες, αποτυχίες και απογοητεύσεις που θα προκύπτουν να μπορούν να είναι λειτουργικοί και παραγωγικοί, αντί να δημιουργούν προβλήματα με τη μελαγχολία τους, τη στρυφνάδα τους, τον θυμό τους. Και κατά προέκταση, να μπορούν σαν καλοί εργαζόμενοι να φοράνε ένα μόνιμο χαμόγελο υποταγής στους χώρους εργασίας και μπροστά

στα αφεντικά τους και να παραμυθιάζονται με μία χιλιαστικά διακοσμημένη μαθημένη αβοηθησιά πως αυτό το γέλιο μια μέρα θα θάψει το κακό αυτού του κόσμου. Φυσικά, η επιταγή για γέλιο και χαρά διασταυρώνεται με την αποκήρυξη της βίας ως πολιτικού μέσου τόσο στις άλλες δυτικές χώρες όσο και στην Ελλάδα, όπου η αριστερά, κοινοβουλευτική και μη, όπως και χώροι της self-style αναρχίας, παρουσιάζουν μία εμμονική απόρριψη της πολιτικής βίας που συγκαλύπτει την επιθυμία για τη ναρκισσιστική διατήρηση της λιγοστής και κατάκοπης άνεσης και ευτυχίας τους κάτω από τη ρητορική των μη ευνοϊκών συσχετισμών δυνάμεων (πότε τα επαναστατικά κινήματα βρίσκονταν σε ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων με τον εχθρό τους;), της μη καταλληλότητας των αντικειμενικών συνθηκών, καθώς και διάφορα εμπριμέ περί κινδύνου αποπολιτικοποίησης του κόσμου. Ίσως να μην είναι τυχαίο πως το παλιό ιταλικό σύνθημα που ανέσυραν οι Νέγκρι και Χαρντ έκανε την εμφάνισή του πρόσφατα και σε αρκετούς τοίχους της Αθήνας. Σε αντίθεση με την ψυχική ορθοπεδική των Χαρντ και Νέγκρι που εγγυάται πως κάτω από την επαναστατική ρητορική τα πράγματα θα παραμένουν τα ίδια, τα ριζοσπαστικά και επαναστατικά κινήματα επένδυαν πάντα στα «αρνητικά» συναισθήματα. Οι επαναστατικές μπριγάδες του Μάο Τσετούνγκ περιλάμβαναν ομάδες που στόχο είχαν να βοηθήσουν τους αγρότες να εκφράσουν την πικρία τους και να διερευνήσουν το τι προκαλούσε αυτή την πικρία. Η μέθοδος του conscientização (συνειδητοποίηση) του Πάουλο Φρέιρε στη Βραζιλία στόχευε στο να αναμοχλεύσει τη δυσαρέσκεια στις τάξεις των καταπιεσμένων. Οι Αμερικανίδες φεμινίστριες τη δεκαετία του ’70 στόχευαν να προκαλέσουν τον θυμό των γυναικών ενάντια στην πατριαρχία. Και τη δεκαετία του ’90, οι Ζαπατίστας μιλούσαν για την «τρυφερή οργή» (μία ενδιαφέρουσα συναισθηματική τοποθέτηση που έδειχνε την ανάγκη για ρήξη με την κυρίαρχη θυμική οικονομία). Και ξαφνικά (όχι και τόσο ξαφνικά) τα τελευταία χρόνια τα «αρνητικά» συναισθήματα έγιναν απαγορευτικά και καλούμαστε από διάφορους «πεφωτισμένους» θεωρητικούς παππούδες να επιδείξουμε την ίδια ψυχική στάση που απαιτείται και στους χώρους των επιχειρήσεων. Φυσικά, όπως έχει εξηγήσει αναλυτικά η


[48]

Sara Ahmed (Ahmed, S., The promise of happiness. Duke University Press, 2010), ούτε ο Σπινόζα ούτε κανένας δεν μπορούν να αποτελέσουν επαρκή επαναστατική βάση για αυτή την επιχειρούμενη θυμική συμμόρφωση. Το κράτος και η εξουσία χρειάζονται και απαιτούν χαρούμενους πολίτες… έστω κι αν πρόκειται για μερικές μόνο ανακουφιστικές στιγμές χαράς και γέλιου μπροστά στο «Αλ τσαντίρι» και το «Ράδιο αρβύλα». Στόχος μας λοιπόν πρέπει να είναι η διακοπή αυτής της τυραννικής επιστροφής στην κανονικότητα που επιφέρει η κυρίαρχη ψυχολογία, η διατάραξη της θυμικής ισορροπίας και των συναισθηματικών δικλείδων ασφαλείας που κρατούν τον κόσμο στη θέση του.

στο κωμικό εν γένει ως επαναστατική τακτική. Ο John Holloway είναι ένας από τους πολλούς θεωρητικούς που έχουν με περίσσια ευκολία υιοθετήσει το καρναβαλικό πνεύμα (στην πιο αποστειρωμένη και μη βίαιη εκδοχή του!).2 Για τον εν λόγω θεωρητικό το καρναβάλι, το γέλιο που προκαλείται από τις θεατρικές και σατιρικές ��������������������������� περδόρμανς στο ���������������� πλαίσιο του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης διακόπτει τη σοβαρότητα της επιχείρησης της κυριαρχίας και της υποταγής. Επιπλέον, υποστηρίζει ο Holloway, ομάδες όπως ο «Παράνομος Επαναστατικός Αντάρτικος Στρατός των Κλόουν» (������������ Clandestine� ����������� Insurgent��, Rebel� Clown������������������������������� ������������������������������������ Army�������������������������� ������������������������������ ) αποτελούν εκφράσεις του γέλιου ως «επαναστατικής αρχής». Το χαρακτηριστικό αυτού του είδους της προσέγγισης είναι η προχειρότητα της ανάλυσης και η ένδεια της θεωρητικοποίησης, οι οποίες σε αφήνουν να απορείς για το πώς πιστεύουν αυτοί οι «ριζοσπάστες» πως θα αλλάξει ο κόσμος. Χαρακτηριστική σε αυτό τον χώρο είναι και η θέση του γνωστού αναρχικού David Graeber, ο οποίος, αναφερόμενος αρχικά στους ������������� Tute��������� Bianche� �������� της ιταλικής Y�a Basta και ακριβώς στο ίδιο καρναβαλικό, φεστιβαλικό πνεύμα, με επιδεικτική ελαφρότητα και μηδενικά επιχειρήματα αναφέρει: Καθώς αυτός ο στρατός παρωδία περνάει μέσα από τα μπλόκα της αστυνομίας, προστατεύοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον από τραυματισμό και σύλληψη, η γελοία αμφίεση φαίνεται να μειώνει τα ανθρώπινα πλάσματα σε χαρακτήρες καρτούν – παραμορφωμένους, άχαρους, ανόητους, κατά βάση ανίκητους. Αυτό το αποτέλεσμα απλώς μεγεθύνεται όταν παρατεταγμένες μεταμφιεσμένες φιγούρες επιτίθονταν στην αστυνομία με μπαλόνια και νεροπίστολα ή, όπως το «ροζ μπλοκ»

Μασκαράδες επαναστάτες Μία άλλη διάσταση που εντάσσεται στο πλαίσιο αυτής της ψυχικής ορθοπεδικής και επίσης συνδέεται με την απόρριψη της βίας από τους διάφορους «επαναστάτες» της «ζώνης της άνεσης» είναι η έμφαση στη σάτιρα,1 στο χιούμορ, στο carnivalesque, 1. Η σάτιρα αποτελεί ένα πολιτισμικό ρεπερτόριο που προηγείται της κυρίαρχης επιταγής για χαρούμενους και χαμογελαστούς πολίτες. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια η σάτιρα και το γέλιο εντάσσονται στο πλέγμα της επιταγής για χαμογελαστούς ανθρώπους και συχνά κυριαρχούνται από τον θεραπευτικό περί γέλιου λόγο με μία ταυτόχρονη απουσία σοβαρής θεωρητικοποίησης.

στην Πράγα και αλλού, μεταμφιέζονται σε νεράιδες και τους γαργαλούν με φτερά και ξεσκονιστήρια (Graeber, D., «The New Anarchists». New Left Review, 2002, 13, σ. 66-67). 2. Αναφέρομαι στο Holloway, J., Crack Capitalism, Pluto Press, 2010. Είναι σημαντικό να πούμε στο σημείο αυτό πως η μπαχτινική παράδοση και οι συνεχιστές της έχουν παρουσιάσει μία αποστειρωμένη εκδοχή του καρναβαλιού αποσιωπώντας το γεγονός πως τα καρναβάλια ήταν πάντα στιγμές απόλυτης ανατροπής του ψυχοκοινωνικού, που περιλάμβαναν βαρβαρότητες, όπως βίαιους ξυλοδαρμούς και ακρωτηριασμούς, μαζικούς βιασμούς γυναικών και νεαρών αγοριών, γελοιοποίηση και βιαιοπραγίες ενάντια σε δύσμορφους ανθρώπους κ.λπ.


[49]

Μάλιστα. Μετά από μία τέτοιου είδους εις βάθος ανάλυση μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι ότι η ανατροπή του καπιταλισμού και ο κομμουνισμός είναι απλά θέμα χρόνου και λίγης μεταμφίεσης ακόμη. Ας σοβαρευτούμε όμως (ή μήπως δεν πρέπει, μιας και η σοβαρότητα ταυτίζεται με την άσκηση εξουσίας;). Η καρναβαλική προσέγγιση διασταυρώνεται επίσης με την απόρριψη της βίας ως πολιτικού μέσου. Είναι συχνό επιχείρημα της καρναβαλίζουσας αναρχίας και αριστεράς πως η βία είναι χαρακτηριστικό της εξουσίας και πως τα επαναστατικά κινήματα πρέπει να αποφύγουν την βία και να οπλιστούν με το κωμικό εν γένει, με το γέλιο (χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της γραμμής είναι ο Simon Critchley). Αυτό που οι θεωρητικοί αυτού του είδους φαίνεται να παραβλέπουν όμως, είναι πως η εξουσία, σε όλα της τα επίπεδα, από το διαπροσωπικό μέχρι το μακροπολιτικό, ασκείται πολύ συχνά με το χιούμορ, τη σάτιρα και το γέλιο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως, σε μία παρέα, ένα αστείο, ένα κορόιδεμα μπορεί να θάψει στα χάχανα και το πιο σοβαρό επιχείρημα ή ότι τα ρατσιστικά και τα σεξιστικά ανέκδοτα επιβάλλουν διά του γέλιου μια κανονιστική λογική. Ας σκεφτούμε επίσης φιγούρες όπως ο Μπερλουσκόνι, ο Τσάβες και ο Αχμαντινετζάντ, οι οποίοι αποτελούν ζωντανά παραδείγματα του γέλιου και του χιούμορ ως μέσου άσκησης της εξουσίας και καταδεικνύουν πόσο εύκολο είναι τελικά να μας θάψει το γέλιο της εξουσίας. Επιπλέον, για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ο «Παράνομος Επαναστατικός Αντάρτικος Στρατός των Κλόουν», που ο Holloway και πολλοί άλλοι εκθειάζουν, καθώς και άλλες παρόμοιες ομάδες, έχουν λάβει αδρή επιχορήγηση από το ������������� British������ ����� Arts� Council���������������������������������������� (έναν κρατικό θεσμό!) για να χρηματοδοτήσουν την «αντικαπιταλιστική» τους δράση σε διάφορες διαδηλώσεις (Corporate Watch: http://goo. gl/Hc2Or). Χρειάζεται να ειπωθεί κάτι άλλο για αυτήν την κρατικά χρηματοδοτούμενη επανάσταση που μας προτείνεται;3 3. Το κράτος δεν φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα απ’ όλα αυτά και μάλιστα τα χρηματοδοτεί. Ίσως γιατί ακριβώς αποτελούν πολιτικά ακίνδυνες τακτικές και βοηθούν ώστε να εκτονώνεται η οργή και να αποφεύγονται πιο βίαιες δράσεις και αντιδράσεις; Ή τελικά κάνει λάθος το κράτος και τρέφει άθελά του ένα φίδι στον κόρφο του; Δύσκολο να απαντηθεί έτσι εύκολα. Το σίγουρο είναι ότι χρειαζόμαστε μία σοβαρότερη ανάλυση από αυτήν των επιγόνων του Μπαχτίν.

Απόνερα όλης αυτής της ατμόσφαιρας, όλης αυτής της λαγνείας του καρναβαλιού, του γέλιου και της χαράς, τα συναντάμε λιμνασμένα και στην Ελλάδα της κρίσης – όχι μόνο στο «λυτρωτικό» γέλιο που προκαλούν για πολλούς αριστερίζοντες τα από την εξουσία χρηματοδοτούμενα «Τσαντίρια», αλλά και σε εναλλακτικές και μη θεατρικές παραστάσεις που θάβουν στο εύκολο χιούμορ και στα χάχανα την ευκαιρία για την ανατροπή του ψυχοκοινωνικού, στις ντουντούκες που ουρλιάζουν ποδοσφαιρικής αισθητικής χιουμοριστικά συνθήματα στις πορείες, σε ένα ευρύτερο πνεύμα διασκέδασης και έλλειψης σοβαρότητας που συναντάει κανείς στην ατμόσφαιρα των διάφορων αντιρατσιστικών φεστιβάλ και συναυλιών όπου η ξενοιασιά, οι μπίρες, οι μπάφοι και το φλερτ, καθώς και οι συχνά βαρετές και άνευρες ομιλίες (ενίοτε από σταρ θεωρητικούς προσκαλεσμένους με γνώμονα το σωστό μάρκετινγκ) επισκιάζουν οποιαδήποτε σοβαρή πολιτική δουλειά (είπαμε, η σοβαρότητα ταυτίζεται με την άσκηση εξουσίας, η πειθαρχία με τον στρατό κ.λπ.). Είναι τα ίδια νερά που συναντάμε στα gay parades, τα οποία, επίσης στο ίδιο καρναβαλικό πνεύμα, πέρα από το να προκαλούν την εγχώρια ετεροσεξουαλική πολιτοφυλακή, είναι αμφίβολης πολιτικής σημασίας.


[50]

Τους αστούς, όπως υποστηρίζει και ο Χομπσμπάουμ (Ξεχωριστοί Άνθρωποι: Αντίσταση, Εξέγερση και Τζαζ, Θεμέλιο 2001), είναι πολύ εύκολο να τους σοκάρεις, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να τους ανατρέψεις πολιτικά. Οι κοινωνίες στις οποίες οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι κρατούνταν αυστηρά στην ταπεινή τους θέση ήταν πάντα εξοικειωμένες με θεσμοποιημένα μαζικά ξεσπάσματα όπως τα καρναβάλια (που συχνά βασίζονταν στο σεξ) που μάλιστα συνήθως προηγούνταν της νηστείας της μεγάλης Σαρακοστής. Δηλαδή: γλεντήστε τώρα γιατί έρχεται πείνα.

2009 στο Λονδίνο. Ας το δούμε συνοπτικά, πριν το εξετάσουμε πιο προσεχτικά: Στην κατακτημένη από τους Μογγόλους Ρωσία του 15ου αιώνα, ένας αγρότης και η γυναίκα του περπατούν σε ένα χωματένιο επαρχιακό δρόμο. Ένας Μογγόλος πολεμιστής πάνω σε ένα άλογο σταματάει δίπλα τους και λέει στον αγρότη πως θα βιάσει τη γυναίκα του. Και μετά προσθέτει: «αλλά μιας και υπάρχει πολλή σκόνη στο έδαφος, εσύ θα πρέπει να μου κρατάς τα αρχίδια ενώ θα βιάζω τη γυναίκα σου ώστε να μην λερωθούν». Όταν ο Μογγόλος τελειώνει τη δουλειά του και φεύγει καλπάζοντας πάνω στο άλογό του, ο αγρότης αρχίζει να γελάει και να χοροπηδάει

Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό… Ας δούμε μία άλλη συναφή διάσταση, αυτή της ικανότητας του γέλιου να παραπλανά, να παρουσιάζεται ως ανατρεπτικό ή ως θεραπευτικό, αλλά στην ουσία να συσκοτίζει, θάβει κάτω από την αστειότητα τη σοβαρή πολιτική ανάλυση. Θα αναφερθώ σε ένα πολιτικό ανέκδοτο το οποίο έχει αναπαραχθεί μαζικά στο Διαδίκτυο και είναι ευρέως γνωστό και στην Ελλάδα. Πρόκειται για ανέκδοτο που αφηγήθηκε ο αρχιμάγιστρος της κεντροαριστεράς Σλαβόι Ζίζεκ κατά τη διάρκεια ομιλίας του με τον πιασάρικο τίτλο «Τι σημαίνει να είναι κανείς επαναστάτης σήμερα», στο πλαίσιο του συνεδρίου «Μαρξισμός» το

με χαρά. Η έκπληκτη γυναίκα του τον ρωτάει: «Μα πώς γίνεται να χοροπηδάς με χαρά; Μόλις με βίασαν βάναυσα». Και ο αγρότης απαντάει: «Του την έφερα, τα αρχίδια του είναι γεμάτα σκόνη». (βλ. YouTube: http://goo.gl/2EmLI)

Μια πρώτη αντίδραση θα ήταν να στρέψουμε το ανέκδοτο αυτό ενάντια στους καρναβαλιστές self-style αναρχικούς και αριστερούς που προαναφέραμε, όλους εκείνους που, ενώ μας «βιάζουν», χοροπηδούν και γελούν γιατί κατάφεραν να ρίξουν λίγη σκόνη στα παπάρια του καπιταλισμού και να κοροϊδέψουν με μαριονέτες και αστειάκια τους μπάτσους και τους κοστουμαρι-


[51]

σμένους των διεθνών οικονομικών οργανισμών. Πραγματικά, τέτοια φαίνεται να είναι και η ανάγνωση του ίδιου του Ζίζεκ, που καταχειροκροτείται από το παρευρισκόμενο πλήθος. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι στο ανέκδοτο, σε συνδυασμό με το μετασχόλιο που κάνει ο Ζίζεκ, που μας αναγκάζει να αντισταθούμε σε αυτή την πρώτη συμφωνία και να επιδείξουμε μεγαλύτερη αναλυτική προσοχή. Κοιτώντας καλύτερα, θα ανακαλύψουμε πως ο ίδιος εύκολος και ουσιαστικά αστόχαστος εγκωμιασμός του γέλιου, αυτή τη φορά με αναφορά στη θεραπευτική του δύναμη (αλά θετική ψυχολογία), ελλοχεύει και στα λόγια του Ζίζεκ. Πρόκειται για έναν εγκωμιασμό που λειτουργεί καταπραϋντικά, πειθαρχικά σε σχέση με το κοινό, και που ταυτόχρονα συσκοτίζει και θάβει την πολιτική ανάλυση κάτω από τα χάχανα του πολιτικοποιημένου κοινού, τόσο του φυσικά παρόντος όσο και του διαδικτυακού. Εξηγώ αναλυτικά. Αφού έχει τελειώσει το ανέκδοτο και την πρώτη του ανάγνωση, ο Ζίζεκ προφανώς κατανοεί πως ο βιασμός της γυναίκας που λαμβάνει χώρα μέσα στο ανέκδοτο ίσως να μην είναι κάτι τόσο αστείο για κάποιους πιο προσεχτικούς – ίσως για τους περισσότερους σε μία δεύτερη, πιο ψύχραιμη ανάλυση. Προκειμένου να αποφύγει μία τέτοια ενοχλημένη αντίδραση ή ίσως και την αίσθηση ενοχής εκ μέρους του κοινού που γέλασε με ένα όχι και τόσο αστείο ανέκδοτο, ο Ζίζεκ επιδίδεται σε μία πράξη συναισθηματικής πειθάρχησης του κοινού και εξηγεί πως σκέφτηκε αρκετά πριν αφηγηθεί το συγκεκριμένο ανέκδοτο και πως, μιλώντας με γυναίκες στο Σαράγιεβο που είχαν βιαστεί, τού είπαν πως το βρώμικο, σεξουαλικό χιούμορ και το γέλιο ήταν ο μόνος τρόπος που είχαν για να επιβιώ-

σουν. Και καταλήγει, παροτρύνοντας εμφατικά το κοινό, «ΝΑΙ, αυτό ακριβώς πρέπει να κάνετε (να γελάσετε)». Το κοινό γελάει και χειροκροτεί ξανά με ενθουσιασμό. Εδώ ακριβώς είναι που προκύπτουν τα δύο βασικά προβλήματα. Πρώτα απ’ όλα, αυτό που πραγματικά θάβεται κάτω από τη θεραπευτική ρητορική του χιούμορ και του γέλιου του κοινού είναι το γεγονός πως το εν λόγω κοινό δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις βιασμένες γυναίκες του Σαράγιεβο. Για ποιον λόγο λοιπόν θα πρέπει να γελάσουν; Η πραγματική διάσταση του προβλήματος γίνεται καλύτερα κατανοητή αν θέσουμε το εξής ερώτημα: θα τολμούσε ο Ζίζεκ να πει το ίδιο ανέκδοτο σε ένα κοινό που θα αποτελούνταν από θύματα βιασμού; Μάλλον όχι, το ανέκδοτό του δεν θα προκαλούσε γέλιο. Επιπλέον, και εδώ γίνεται ορατή η δεύτερη διάσταση του προβλήματος, αν υποθέσουμε πως το κοινό του Ζίζεκ «βιάζεται» από το κεφάλαιο, και άρα γελάει προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δυσχερή του συνθήκη, δεν κάνει με τον τρόπο αυτό το ίδιο πράγμα που κάνει ο χωρικός του ανεκδότου; Γιατί, δηλαδή, να μη δούμε το χοροπηδητό και τα γέλια του αγρότη ως ένα τρόπο να αντιμετωπίσει με το χιούμορ και το γέλιο τη δεινή κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Με απλά λόγια, ο Ζίζεκ, καταλήγει να προτείνει στο κοινό του την ίδια αντίδραση που ο ίδιος απέρριψε στην ανάγνωση του ανεκδότου του ως πολιτικά ατελέσφορη. Ενώ δηλαδή απορρίπτει την κωμική εν γένει αντίδραση του χωρικού, την επαναφέρει από την πίσω πόρτα με μία αστόχαστη και πρόχειρη επίκληση στη θεραπευτική ιδιότητα του γέλιου σε σχέση με το κοινό. Με απλά λόγια, ό,τι να’ ναι. Και ας θυμόμαστε πως γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος.


[52]

Θοδωρής Δρίτσας

Πικ εν ρολ με έννοιες

Γ

ια την αποτελεσματικότητα του δημόσιου λόγου απαιτείται η σταθερότητα και η αυστηρή εμμονή σε μία μόνο ιδέα, και η μέχρι τέλους αξιοποίησή της. Τέτοιες ιδέες σταδιακά εξαντλούν τα αποθέματά τους και αντικαθίστανται από άλλες, ενώ κάποτε συνδυάζονται σε νέους και γκροτέσκους συνδυασμούς. Πού συναντά κανείς τα στερεότυπα αυτά, τις μήτρες των κοινών τόπων κάθε εποχής; Αυτό απαιτεί ιδιαίτερο αισθητήριο αν θέλει κανείς να το κάνει κατά την περίοδο της επώασής τους. Εκ των υστέρων πάντως είναι εύκολη η αναγνώριση και η αποκωδικοποίηση των συμπτωμάτων τους. Το Athens review of books είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα· λειτούργησε σαν ιδεολογικό paint-ball, όπου ο συντάκτης μπορούσε να εξασκήσει ελεύθερα και με ασφάλεια τον αντικομμουνισμό του απέναντι σε σοβιετικούς ψευδοστόχους, που ξεπηδούσαν αιφνιδιαστικά από το πουθενά. Οι συντάκτες του, όποιο θέμα κι αν πραγματεύονταν, κατά κανόνα επανέρχονταν εμμονικά στη «σοβιετία», στον σταλινισμό, στον ίδιο τον Στάλιν (που φυσικά είναι τέρας ισάξιο του Χίτλερ και μισούσε ακόμα και τα παιδιά του), στη γραφειοκρατεία που βασίλευε στον υπαρκτό, αλλά και στη διαβρωτική δράση των αριστερών αξιών. Τα κείμενα θύμιζαν πολύ συχνά το ανέκδοτο με την αναφορική της υπεκφυγής (το οποίο σκουλήκι…): ο Στάλιν μπορούσε να ξεπροβάλλει στην κριτική παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής ή σε ένα σχόλιο για την παράνομη στάθμευση. Αυτός ο ρητορικός τόπος έχει, για διάφορους λόγους, εγκαταλειφθεί. Η ιδέα που τον αντικατέστησε ήταν μια ανανεωμένη μορφή της παραδοσιακής απέχθειας για το Βυζάντιο. Η νέα αυτή εκδοχή όμως δεν αποστρέφεται την «υποκριτική θρησκευτικότητα» του Βυζαντίου, τις δολοπλοκίες της βυζαντινής αυλής, την ολοσχερή κοσμικότητα των βυζαντινών αρχόντων· το στερεότυπο αυτό είναι επίσης πολύ γερασμένο, ίσως να εξαφανίστηκε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, μαζί με την πολιτική ρητορική του αρχ. Χριστόδουλου. Η νέα απέχθεια για το Βυζάντιο δεν στηρίζεται στην

εργαλειοποίηση της θρησκευτικότητας, αλλά στο ακριβώς αντίθετο, σε έναν τύπο πνευματικότητας που υποτίθεται ότι είχε καταλάβει τα πάντα και ο οποίος βρίσκεται ακόμα σαν ραδιενεργό κατάλοιπο στον ελλαδικό χώρο, στη γλώσσα, τα τραγούδια και την ελληνική νοοτροπία. Ο νέος αντιβυζαντινισμός δεν καταγγέλλει πλέον έναν υπερβολικά περίπλοκο και ακατανόητο πολιτικό κόσμο ανίερων συμμαχιών, αλλά την αδράνεια και την ανατολίτικη ραθυμία, την άρνηση να κοιτάξουμε κατάματα τον κόσμο μας, την κούραση από τον κόσμο· όχι πια μια απόλυτη και ρηχή εγκοσμιότητα αλλά το αντίθετό της, μια μηδενιστική αρνησικοσμία. Για την ακόμα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα αυτού του ρητορικού τόπου, κάποιοι πρόχειρα σπεύδουν να τον συνδυάσουν με τον προηγούμενο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από τα καλύτερα: «οι οπαδοί της αδράνειας και της ακινησίας, τα συμφέροντα που […] θέλουν να γίνουμε μια νεοβυζαντινή Βόρεια Κορέα» (Αλ. Παπαχελάς, εφ. Η Καθημερινή, 26.7.2012). Η Βόρεια Κορέα μπορεί να δείχνει αχρείαστη στη συγκεκριμένη ρητορική, ένα απλό κατάλοιπο της προηγούμενης ιδέας. Τονίζεται όμως με τον συνδυασμό αυτόν ότι το κακό δεν ανάγεται μόνο στα τελευταία 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης και στην κυριαρχία των «ιδεών της αριστεράς», αλλά σε έναν ανθεκτικό εσωστρεφή βυζαντινισμό, που ποιος ξέρει από πότε βρίσκεται στα μέρη μας, και ο οποίος προκαλεί κάθε επιγενόμενη παθογένεια. Έτσι δεν ομολογείται η εξάντληση της προηγούμενης ιδέας· αυτό που φαινομενικά είναι μετατόπιση και αντικατάσταση, στην ουσία είναι εμβάθυνση, μας λένε οι εκφραστές της νέας ιδέας. Εύκολα αναγνωρίζεται ο πνευματικός ηγέτης αυτής της προσέγγισης. Ο Στέλιος Ράμφος περιγράφει το έργο του ως έρευνα «των συνεπειών που είχε η ματαίωση της βυζαντινής Αναγέννησης για τη διάπλαση του νεοελληνικού ψυχισμού». Στο τελευταίο του βιβλίο Time out: η ελληνική αίσθησι του χρόνου (Αρμός 2012), ανεπτυγμένη μορφή


[53]

μιας ομιλίας του στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Megaron-plus, ασχολείται με την ελληνική αντίληψη της χρονικότητας υπό αυτό το πρίσμα, ως ειδική εφαρμογή του γενικότερου εγχειρήματός του. Εν συντομία, κατά τον Ράμφο η ελληνική ελλειμματικότητα οφείλεται στο ότι «θεωρούμε τον χρόνο μέσα από το πρίσμα της αιωνιότητος» (!) (σ. 43)· αυτός ο νεοελληνικός σπινοζισμός έχει ως συνέπεια την αποταγή των εγκοσμίων, έναν αόρατο πόλεμο εναντίον του κόσμου (σε απόλυτη συνέχεια με την ησυχαστική παράδοση). Ο συγγραφέας κατηγορεί τους νεοέλληνες: λένε «ψεύτη ντουνιά» (σαν καινούργιοι γνωστικοί μανιχαίοι) και αναγνωρίζουν το αληθινό μόνο στο μη εγκόσμιο. Αυτή η αχρονικότητα συνδυάζεται μάλιστα με το κατεξοχήν σύμπτωμα διολίσθησης στη σοβιετική νοοτροπία, την ύπαρξη ενός γραφειοκρατικού κράτους. Η γραφειοκρατία είναι «ανάχωμα στον χρόνο με έκφρασι την απραξία και την χρονοτριβή» (σ. 27). Οι υφέρπουσες κομμουνιστικές αξίες, κορυφαίο σύμπτωμα των οποίων είναι η γραφειοκρατία και η αντιεπιχειρηματικότητα, συνδυάζονται με τις πρακτικές του ησυχασμού και του ζεν, και τα αποτελέσματα είναι ολέθρια. Ο συνδυασμός αυτός φέρνει πολύ συχνά σε αμηχανία τον ίδιο τον συγγραφέα. Τι φταίει τελικά; Τα τελευταία 40 ή τα τελευταία 500 χρόνια; Διολισθαίνοντας προς τη θέση που κατηγορεί τη Μεταπολίτευση (αν και παραλλάσσοντάς την επί το συντηρητικότερο), ο Ράμφος αναπολεί θρηνητικά μια εξιδανικευμένη προπολεμική Ελλάδα (ακριβώς αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε όπως λέει ο ίδιος), και κολακεύει το κοινό του ιδρύματος Θεοχαράκη, στο οποίο διδάσκει τακτικά, σημειώνοντας ότι ο εθνικός κήπος είναι πρώην βασιλικός ή ονομάζοντας το Άλσος Συγγρού, λέγοντας Άλσος του Συγγρού (σ. 19) –δεν είναι ένα απλό όνομα του άλσους αλλά το όνομα του ιδιοκτήτη–, ή τέλος, υπενθυμίζοντας ότι το κτίριο «όπου στεγάζεται σήμερα η ελληνική Βουλή» είναι ασφαλώς τα παλαιά ανάκτορα. Η «κερδοσκοπική λογική των οικοδομησίμων τετραγωνικών μέτρων» (σ. 19) συνδέεται αόριστα με την ελληνική ιδιοπροσωπία (η εσωστρέφεια θέλει διαμέρισμα, η εξωστρέφεια μονοκατοικία;), και περιγράφεται με βδελυγμία ως ιδιαίτερο εθνικό χαρακτηριστικό. Το σινεμά του Αγγελόπουλου είναι βαρετό (σ. 31-36), όπως και η ελληνική ψυχή, που αποστρέφεται, υποτίθεται, τις ταινίες με πραγματική πλοκή.

Το ερμηνευτικό σχήμα του Ράμφου είναι καθολικό, και φροντίζει να μην μπαίνει ποτέ σε κακοτοπιές. Λέει ότι «στο σπίτι και στην εκκλησιαστική κοινότητα ο χρόνος μονίμως ανακυκλώνεται» (σ. 17), προσπερνώντας κάθε νεωτερική προβληματική για τον χρόνο στο γραφείο ή στο εργοστάσιο. Μιλά για την περίκλειστη κοινωνία της Ελλάδας, χωρίς να εξετάζει τι μπορεί να σημαίνει αυτή η συνθήκη σε άλλους τόπους. Παράλληλα, και προκειμένου να είναι το κείμενο πιο προφορικό, προσγειώνεται άκομψα σε οικείους όρους της επικαιρότητας. Η κλειστότητα του αχρονικού κόσμου συνδέεται με τα «κλειστά» επαγγέλματα (σ. 18), η αμνησία του Νεοέλληνα με τα θεραπευτικά «μνημόνια», που ενεργοποιούν τη μνήμη. Ακόμα και το εθνικό σπορ είναι ύποπτο: σε μια (ενδεχομένως συνειδητά) αδόκιμη χρήση του τάιμ άουτ, ο Ράμφος γράφει πως «παίρνουμε διαρκώς παράτασι από τον καιρό, ζητούμε απανωτά time out “για να δούμε αύριο” τι θα κάνουμε» (σ. 39), και υποτιμά έτσι το τάιμ άουτ από μια στιγμή αναστοχασμού και ανασχεδιασμού σε διάλειμμα για διαφημίσεις, σε περισπασμό από το πραγματικά ενδιαφέρον, σε αναποφασιστικότητα. Η εννοιολογική κακομεταχείριση του τάιμ άουτ δείχνει σε τι ολισθήματα θα υπέπιπτε η μέθοδος Ράμφου αντιμετώπη με πιο αφηρημένες έννοιες, όπως το πικ εν ρολ. Το εγχείρημα του Ράμφου όμως δεν είναι απλώς ερμηνευτικό, είναι και μεταρρυθμιστικό. Η ερμηνεία του είναι μια αναλυτική των ελληνικών συναισθημάτων με στόχο την αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους. Η «εμμονή στο άχρονο παρόν εξάπτει τα συναισθήματα» (σ. 45), αυτή είναι η διάγνωση, και με βάση αυτήν εργάζεται. Ποια συναισθήματα όμως πρέπει να εξάπτονται; «Η ανία, η ραθυμία, η αναβλητικότητα, η ανυπομονησία, η κοντή μνήμη, η νοσταλγία […] αλλά και ο φθόνος ή ο φόβος […] είναι συναισθήματα χωρίς μέλλον» (ό.π.). Ενώ ο φθόνος προβιβάζεται στο «χαρακτηριστικότερο ίσως ελληνικό συναίσθημα» (ό.π.), που γίνεται μάλιστα «συλλογικός τρόπος» (σ. 46), ο Ράμφος, με γνήσια χομπσιανό ήθος, αναγνωρίζει το πρωτείο του φόβου· όχι του φόβου για την απώλεια, που μας κινητοποιεί, όπως στον Χομπς, αλλά του κομπλεξικού φόβου, που παραλύει και ακινητοποιεί, που ωθεί στην οκνηρία: «το άχρονο της μοίρας ακυρώνει τη λογική της προσπάθειας»


[54]

(σ. 15). Παρ’ όλα αυτά, η θεραπευτική του δεν περιέχει κανένα θετικό στοιχείο για την αξιοποίηση αυτού του δυναμικού των συναισθημάτων· είναι απλή ενδοσκόπηση. Τα θετικά συναισθήματα δεν αναδεικνύονται ποτέ· αυτό που επιχειρεί ο Ράμφος είναι να αλλάξει το πρόσημο των παραδεδομένων συναισθημάτων, που φυσικά αφορούν αποκλειστικά τον μικροαστικό ψυχισμό: «οι αντιφάσεις μας, εφ’ όσον τις αναλαμβάνομε, αυτές μας ανεβάζουν» (σ. 56), λέει, εξαιρώντας όμως, υποψιάζομαι, το κοινό του από το καθήκον αυτό. Συναισθήματα συν μέλλον ίσον ευθύνη, συναισθήματα συν παρελθόν ίσον τεμπελιά. Οι λέξεις τεμπελιά και οκνηρία δεν εμφανίζονται βεβαίως, διά λόγους ευπρέπειας, ποτέ στο κείμενο, τα πάντα όμως τις γυροφέρνουν. Πώς να υπερασπιστεί κανείς τον νεοελληνικό ψυχισμό, ιδίως όταν τελευταία εκδηλώνεται στην πιο αποκρουστική του εκδοχή; Το έργο του Ράμφου σε βάζει στον πειρασμό να το κάνεις. Όχι για να αναδειχτούν οι εγγενείς αρετές της φυλής, αλλά γιατί αυτό που φαίνεται να τον ενοχλεί και που αποδέχονται ασμένως όσοι αναπαράγουν τις ιδέες του είναι πως στην Ελλάδα δεν κατόρθωσε να διαμορφωθεί ένα γνήσιο μικροαστικό ήθος. Ο «νεοελληνικός ψυχισμός παραμένει […] αστάθμητος, έρμαιο των συγκυριών της ιστορικότητας», λέει ο Ράμφος. Για να καταστεί αυτός ο ψυχισμός προβλέψιμος θα πρέπει να ανοιχτεί, λέγεται, στη χρονικότητα. Η χρονικότητα όμως είναι στην πραγματικότητα αντίθετη από την ιστορικότητα με την οποία πολύ συχνά την ταυτίζει, είναι ένας χρόνος, δήθεν αυτοκαθοριζόμενος, αλλά στην πραγματικότη-

τα πολύ φτωχός σε περιεχόμενο, αφού αρνείται, υποτίθεται, κάθε περιεχόμενο που του προσφέρεται από έξω, είναι ένα κενό διάνυσμα που κοιτάζει προς το μέλλον. Πόσα περιεχόμενα όμως να φτιάξει κανείς από μόνος του; Τι ιστορία να φτιάξει χωρίς ιστορικότητα; Η διέξοδος προς τη χρονικότητα, που θέλει ο Ράμφος, είναι διέξοδος προς ένα πεδίο κενό και γραμμικό, χωρίς πυκνώματα και αραιώματα, χωρίς φορτία. Αυτή η χρονικότητα όμως, που ο Ράμφος αντιδιαστέλλει από την οπισθοδρομική ιστορικότητα της οποίας είμαστε έρμαια, δεν διαθέτει τελικά το φιλοσοφικό βάθος που επιχειρεί να της προσδώσει. Δεν διαφέρει από το κοινότοπο εκσυγχρονιστικό «να κοιτάμε μπροστά και όχι πίσω στο παρελθόν»· δεν διαφέρει από τις νεοεποχίτικες συμβουλές αυτοβοήθειας: να σκεφτόμαστε μεν συναισθηματικά (όπως κάθε μικροαστός και προλετάριος), αλλά με συναισθήματα που να στρέφονται στο μέλλον και όχι στο παρελθόν, όχι με κομπλεξικά αλλά με παραγωγικά συναισθήματα· δεν διαφέρει από μια παρωχημένη αναπτυξιακή λογική της γραμμικής προόδου, χωρίς καμία ανάλυση της δομής που έχει διαμορφωθεί ιστορικά και εντός της οποίας πρέπει να γίνει το περίφημο άνοιγμα στη χρονικότητα. Είναι καθήκον ασφαλώς του διανοουμένου να απεχθάνεται το περιβάλλον του, να κρίνει –όπως λένε– τους θεσμούς, να ξεσκεπάζει την υποκρισία. Ο τρόπος που το κάνει για παράδειγμα ο Μπέρνχαρντ για την Αυστρία είναι σατιρικός. Και εκείνος εξεγείρεται για τις κρατικές συντάξεις που απολάμβαναν μεταπολεμικά οι Αυστριακοί Ναζί, για την αγραμματοσύνη των προνομιούχων τάξεων στην Αυστρία, για τον ανυπόφορο συναισθηματισμό των μικροαστών και των προλεταρίων. Τελείως διαφορετικός είναι ο τρόπος που το κάνει ο Ράμφος για την Ελλάδα. Στην περίπτωσή του έχει κανείς την αίσθηση ότι βλέπει την προεργασία για την απόπειρα του χειρισμού ενός τμήματος της κοινωνίας, όχι για μια κριτική στην κοινωνία στο σύνολό της. Όπως παραδοσιακά και κοντόφθαλμα διαμαρτύρονται οι κοινωνικοί επιστήμονες πως στην Ελλάδα τα γράμματα και η κουλτούρα δεν ευημερούν επειδή δεν υπάρχει κανονική μεγαλοαστική τάξη, έτσι φτάσαμε σήμερα να διαβάζουμε ότι για τις «δοκιμασίες» μας ευθύνεται η απουσία μιας κανονικής μικροαστικής τάξης.


[55]

Μπάμπης Μπαλτάς

Για ένα σχολείο της κοινότητας

Το παράδειγμα του 35ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας

Τ

α ζητήματα των σχέσεων της αρχιτεκτονικής με την παιδαγωγική έχουν την ιστορικότητά τους, καθώς ανανεώνονται και τοποθετούνται εκ νέου κάθε φορά από τα δρώντα υποκείμενα. Η μετάβαση από το σχολείο στην κοινότητα αφορά αρχιτεκτονικούς σχεδιασμούς του χώρου και συνδέεται με τη λεγόμενη αποσχολειοποίηση.1 Καθώς η σχολική κοινότητα τίθεται ως υπό διεύρυνση, δεν συνδέεται μόνο με ένα κτίριο, αλλά δίνει έμφαση στις δυνατότητες κίνησης και σε μια διαδικασία ώσμωσης με τα κοινωνικά κινήματα. Η προβληματική μας εδώ αφορά, ακριβώς, το πέρασμα στο κοινοτικό σχολείο. Αν θεωρήσουμε ότι, στην παιδαγωγική του μεταμοντέρνου σχεδιασμού του χώρου αλλά και του χρόνου της μετανεωτερικότητας, το σχολείο είναι αποκεντρωμένο, τότε η σχολική κοινότητα γίνεται μια «νήσος» από κτίρια που διευρύνουν τα όρια του σχολείου, έχει θέση παράλληλης κοινωνίας και διέπεται από την πολιτοφροσύνη, εκείνη την πολιτική αντίληψη για τους θεσμούς που τους θέλει να διαφοροποιούνται από το κράτος και το κεφάλαιο. Στόχοι των δικτύων που παράγονται είναι το κοινωνικό κεφάλαιο, η αναγνώριση των ταυτοτήτων και των ετεροτήτων, η κατασκευή της 1. Η αποσχολειοποίηση (deschooling) είναι διαφορετική έννοια από την κατ’ οίκον εκπαίδευση (homeschooling), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συγχέονται. Η υπεράσπιση της αποσχολειοποίησης είναι υπεράσπιση ενός αποκλειστικά δημόσιου σχολείου, ενώ η κατ’ οίκον εκπαίδευση είναι αστικοφιλελεύθερης έμπνευσης και προϋποθέτει την οικογένεια και την υπεράσπισή της. Αντίθετα, η αποσχολειοποίηση στέκεται κριτικά απέναντι στο σχολείο, την οικογένεια και τις σύγχρονες παθολογίες τους. Στόχος της είναι η εύρεση του κοινοτικού σχολείου, ενώ οι αρχιτεκτονικές μορφές της έχουν την αναφορά τους στον αρχιτέκτονα Giancarlo De Carlo. Βλ. Κυριακή Τσουκαλά, Τάσεις στη σχολική Αρχιτεκτονική. Από την παιδοκεντρική λειτουργικότητα στη μεταμοντέρνα προσέγγιση, Επίκεντρο, Αθήνα 2010, σ. 142. Για μια αναρχική αντίληψη της κατ’ οίκον εκπαίδευσης, η οποία αριθμεί σήμερα δύο εκατομμύρια μαθητές στις Η.Π.Α. και μισό εκατομμύριο στη Γαλλία, βλ. Πατ Μοντγκόμερυ, «Εκπαίδευση στο σπίτι: Ένα πολυπρόσωπο φαινόμενο», μτφρ. Α. Κακογιαννάκη, περ. Στο Νησί της Αλφαβήτου, τχ. 4, καλοκαίρι 1998, σ. 21-30.

(έμφυλης) υποκειμενικότητας, η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην υποκειμενικότητα και μια σειρά από αντικαπιταλιστικές πρακτικές που συσχετίζουν εκ νέου τον ριζοσπαστικό υλισμό του χώρου με τις διανοητικές συνθήκες παραγωγής του λόγου. Η κρίση, τόσο η ελληνική όσο και η κρίση της νεωτερικότητας και του παγκόσμιου καπιταλισμού, που οδηγεί στο κλείσιμο σχολείων, τη σχολική αποτυχία και τον αναλφαβητισμό, οριοθετεί αποφασιστικά τις έννοιες της προβληματικής μας. Η κοινότητα ως έδαφος, με όλους τους λανθάνοντες όρους και τις αντινομίες μεταξύ κοινότητας και κοινωνίας, είναι μια έννοια που παράγει υλικότητες, χώρο, ηθική, πρακτικές νοηματοδότησης, αλληλεγγύη, αντι-θεσμούς, ταυτότητες και σύνορα υπό διαπραγμάτευση, ενώ μπορεί να αποκτά και θεραπευτικό περιεχόμενο,2 όταν η χρήση της αποβλέπει στη δημιουργία σχέσεων που αίρουν τις σύγχρονες μορφές αποξένωσης. Η διαμάχη κοινοτισμού και φιλελευθερισμού στην πολιτική φιλοσοφία έφερε στην επιφάνεια τα αδιέξοδα του φιλελευθερισμού, χωρίς ωστόσο να κάνει τον κοινοτισμό αυτόματα υπερασπίσιμο. Η σύγχρονη κριτική συζήτηση για μια κοινότητα χωρίς ταυτότητα και αναγνώριση από το κράτος, μια κοινότητα ενάντια στο κράτος (κατά Agamben),3 μας φέρνει πιο κοντά στο επίκεντρό μας. Η συγκεκριμενοποίηση αυτής της προβληματικής στη γειτονιά των Εξαρχείων μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι μια μορφή οριοθέτησης ενός πριν και ενός μετά την 2. Παράδειγμα, οι θεραπευτικές κοινότητες για τους χρήστες ουσιών· βλ. Ε. Ανδριάκαινα, Παίζοντας με τα όρια: Θεραπευτικές κοινότητες και χρήστες ναρκωτικών, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005, σ. 138-155. 3. Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, μτφρ. Θ. Ζαρταλούδης, Ίνδικτος, Αθήνα 2007. Για μια κριτική στον Agamben, βλ. Richard J. F. Day, Το τέλος της ηγεμονίας. Αναρχικές τάσεις στα Νεότατα Κοινωνικά Κινήματα, μτφρ. Π. Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2008, σ. 229-235.


[56]

εξέγερση αναφορικά με τα τεκταινόμενα στη γειτονιά. Οι επιπτώσεις της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 στα κτίρια διοίκησης, πολιτισμού και εκπαίδευσης, καθώς και στις πολιτικές αντιλήψεις του χώρου, ορίζουν εκ νέου το περιεχόμενο τόσο των θεσμικών κτιρίων όσο και των συλλογικών πρακτικών. Με την εκτροπή της λειτουργίας τους λόγω της εξέγερσης, με τις κινηματικές αποφάσεις που πάρθηκαν τότε, τα δρώντα υποκείμενα μπόρεσαν να εγκαθιδρύσουν νέες λειτουργίες και μια διαφορετική διαχείριση του χώρου, και να αναπτύξουν δεσμούς επικοινωνίας και συνεργασίας. Έτσι ο χώρος γίνεται πλέον οικειοποιήσιμος και αλλάζουν τα πρωτόκολλα χρήσης: μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ξεπέρασμα του θετικιστικού και τεχνοκρατικού λειτουργισμού. Αυτό που χαρακτηρίζει την περίοδο μετά τον Δεκέμβρη του 2008 είναι οι μορφές εδαφικής επανοικειοποίησης κτιστών και άκτιστων χώρων, με αντιιεραρχικές δομές στη λήψη αποφάσεων και τη συνάντηση πολλών και διαφορετικών υποκειμενικοτήτων που αποβλέπουν στην κοινωνική απελευθέρωση. Μια περίπτωση εκτροπής των σημασιών και των πρωτοκόλλων χρήσης μετά την εξέγερση του 2008 είναι και το 35ο Δημοτικό Σχολείο των Εξαρχείων, όπου τέθηκε μεθοδικά ως πρόταγμα το άνοιγμα του σχολείου στη κοινότητα μέσα από διαδρομές αποσχολειοποίησης. Από αρχιτεκτονικής άποψης, πρόκειται για ένα κτίριο του Νικολάου Μητσάκη, ένα μεσοπολεμικό κτίριο-σύμβολο του μοντερνισμού και μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης με όλα τα χαρακτηριστικά της γενιάς του ’30.4 Οι παιδαγωγικές προσεγγίσεις της αρχιτεκτονικής του κτιρίου μέχρι σήμερα αφορούσαν μόνο το κτίριο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (φως, διάλογος δομημένων και ημιυπαίθριων χώρων, κατάργηση της αυθεντίας της έδρας του δασκάλου μέσα από τα μεγάλα παράθυρα, αύλειοι χώροι στον 1ο όροφο, νησιώτικη αισθητική σε μία από τις δύο εισόδους του σχολείου, η οποία συνδυάζει το μοντέρνο με το τοπικό, λειτουργικότητα 4. Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, «Η αρχιτεκτονική του μεσοπολέμου μέσα από τις σελίδες των Τεχνικών Χρονικών», στο Επιστημονικό Συμπόσιο της Σχολής Μωραΐτη Ο περιοδικός Τύπος στον μεσοπόλεμο, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 2627.3.1999, Αθήνα 2001, σ. 163-180.

και αειφορία). Εδώ θα μας απασχολήσουν οι νέες αντιλήψεις για τον μετασχηματισμό του χώρου και τις δυνατότητες οικειοποίησής του. Ο μετασχηματισμός της παιδαγωγικής πράξης σε νέους μεταμοντέρνους αρχιτεκτονικούς σχεδιασμούς αφορά την επέκταση των ορίων της σχολικής κοινότητας και την υιοθέτηση συμπληρωματικών χώρων έξω από το σχολείο.5 Αυτή η μετάβαση από το σχολείο στην κοινότητα μπορεί να κατασκευαστεί ως μια μετάβαση από την παιδική ηλικία στην υποκειμενικότητα και μια εγγραφή στη δημόσια σφαίρα6 που συσχετίζει τη δράση με τη γραφή, τον αλφαβητισμό με τα συναισθήματα και τη δημοσιογραφία με τα κείμενα διαμαρτυρίας, με την τέχνη και την πρόληψη. Ο χρόνος και η δυτική εκδοχή του ως «καθημερινότητας», με όλα τα συναισθήματα που προϋποθέτει, είναι η συμπληρωματική εκδοχή του χώρου, καθώς η κυβερνητικής τάξης διάσπαση του χώρου και του χρόνου δομείται συγχρόνως με κινήσεις επανεδαφικοποίησης και με την παραγωγή ενός νομαδικού υποκειμένου (Deleuze-Guattari). Γράφει ο Lefebvre: «δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων αν δεν λάβουμε υπόψη αυτά τα τρία στοιχεία: την καθημερινότητα, το αστικό, δηλαδή την οργάνωση της πόλης, και τελικά την παραγωγή του χώρου γενικά, που άλλωστε περικλείει αυτές τις δύο αλληλοσυμπληρωματικές πλευρές, την καθημερινότητα και το αστικό. Αν δεν μετασχηματίσουμε τον χώρο, αν διατηρήσουμε τη χωρική μορφολογία του καπιταλισμού, είμαστε καταδικασμένοι να διατηρήσουμε ή να αποκαταστήσουμε τις παραγωγικές σχέσεις».7 Για τον Lefebvre, οι χώροι είναι εκρηκτικοί, και αυτό αφορά και τα 5. Κυριακή Τσουκαλά, Τάσεις στη σχολική Αρχιτεκτονική, ό. π., σ. 154-161. 6. Χαράλαμπος Μπαλτάς, «Εγγραμματισμός, πολιτειότητα και δημόσια σφαίρα: Το παράδειγμα του σχολικού εντύπου Οι φιλίες των παιδιών (2008-2011)», περ. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 165, Ιούνιος-Αύγουστος 2011, σ. 27-55. Η παιδαγωγική του Célestin Freinet είναι αυτή που ταιριάζει στην προβληματική μας, αν και ο Freinet, όπως φαίνεται στην ταινία του Ζαν-Πωλ Σανουά Σκασιαρχείο (1949), δυσκολεύτηκε πολύ να δημιουργήσει γέφυρες μεταξύ σχολείου και κοινότητας. Βλ. Σελεστέν Φρενέ, Το σχολείο του λαού, μτφρ. Κ. Δεναξά-Βενιεράτου, πρόλογος Ελίζ Φρενέ, Οδυσσέας, Αθήνα 1977. 7. Ανρί Λεφέβρ, Μηδενισμός και αμφισβήτηση, μτφρ. Λ. Τρουλινού, Ύψιλον, Αθήνα 1990, σ. 114.


[57]

σχολεία: «αν θελήσουμε να σκεφτούμε συγκεκριμένα έναν μετασχηματισμό της κοινωνίας, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όχι σημειακές πραγματικότητες και ενέργειες, αλλά σφαιρικά σύνολα. Πρέπει να ξέρουμε τι θα κάνουμε μ’ αυτούς τους χώρους που έχουν εκραγεί. Μήπως θα συνεχιστεί η έκρηξη προς μια νέα σύλληψη του χώρου, προς μια νέα σύμβαση των εμπειριών του χώρου, του αρχιτεκτονικού επιπέδου, του πολεοδομικού επιπέδου και του σφαιρικού επιπέδου;»8 Είναι προφανές ότι αδιέξοδα που αφορούν την εκπαιδευτική διαδικασία, όταν μεταφράζονται σε καταλήψεις, απουσίες ή ανυπακοή στις μεταβιβαστικές σχέσεις που προκύπτουν από τη σχέση του μαθητή με τον δάσκαλο, αφορούν την έννοια του χώρου. Όπως γράφει ο Σταύρος Σταυρίδης, «μπορούμε να θεωρήσουμε τις ετεροτοπίες όχι τόπους της ετερότητας αλλά περάσματα προς την ετερότητα».9 Και τέτοιες είναι, μεταξύ άλλων, αυτές που αναδύθηκαν μετά τον Δεκέμβρη του 2008, όπως το Πάρκο Ναυαρίνου, το Πάρκο Κύπρου και Πατησίων ή οι εφήμερες καταλήψεις δημόσιων κτιρίων. Το ριζοσπαστικό αίτημα είναι να μετατραπεί ο χώρος από ανταλλακτική αξία σε αξία χρήσης, 8. Ό. π., σ. 115. 9. Σταύρος Σταυρίδης, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 223 και 225-232.

με την τελευταία να εννοείται ως η ίδια η ζωή και ο χρόνος της πόλης.10 Έτσι, εξεγέρσεις, κοινωνικά κινήματα, νέες υποκειμενικότητες, θεσμικά κτίρια και μετασχηματισμοί των ροών θέτουν νέα ζητήματα διεύρυνσης της σχολικής κοινότητας έξω από τα όρια του σχολείου. Τα ζητήματα του χώρου προεκτείνονται σε ζητήματα που αφορούν την κοινότητα, αλλά συσχετίζονται και με τα δικαιώματα, ιδιαίτερα αυτά της παιδικής ηλικίας. Αν μέχρι σήμερα κινούμαστε εντός ενός διαλόγου που χωρίζει τα δικαιώματα σε αυτά της προστασίας και εκείνα της ελευθερίας, το δικαίωμα του χώρου11 είναι μια επέκταση των τελευταίων, χωρίς όμως να μνημονεύεται ρητά. Η οικειοποίηση του χώρου από την παιδική ηλικία είναι αίτημα της Κριτικής Παιδαγωγικής. Η εφαρμογή της στην ελληνική κοινωνία θα σήμαινε, για την προβληματική που εκτίθεται εδώ, μια συσχέτιση του χώρου με τη γενιά του ’30 και της παιδαγωγικής με τον ελληνικό μοντερνισμό του μεσοπολέμου, καθώς το 35ο Δημοτικό Σχολείο είναι ένα από τα πολλά που χτίστηκαν τη 10. Henry Lefebvre, Δικαίωμα στην πόλη: Χώρος και πολιτική, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης και Κ. Λωράν, Παπαζήσης, Αθήνα 1977, σ. 43. 11. David Harvey, «Το δικαίωμα στην πόλη», περ. Κομπρεσέρ, τχ. 1, Ιανουάριος 2011, σ. 8-22.


[58]

διαφόρων στοιχείων δομικών (υλικά, τρόποι κατασκευής), τοπικών συνθηκών (κλίμα, μορφή εδάφους, ρυμοτομία, προσανατολισμός), όρων (πρόγραμμα), αναγκών, επιστημονικών κατακτήσεων, αισθητικών απαιτήσεων (διευθέτησις, διάταξις, ισορροπία μαζών, αναλογία, αρμονία), προσπάθεια δημιουργίας μιας αδιαίρετου ενότητας, εύρισκα ότι μ’ πλησίαζε διαρκώς όχι μόνον προς τελειότερα πλαστικήν έκφρασιν αλλά και από της πλευράς της εξυπηρετήσεως των αναγκών προς την καλύτερον δυνατή λύσιν […]. Μου εκίνησαν ευθύς εξ αρχής μια ενδόμυχον αντίδρασιν προς την μιμικήν και ανεξέλεγκτον επανάληψιν των –καλών ή κακών– αρχιτεκτονικών μορφών της Δύσεως. Τα μνημεία του τόπου, τα Αρχαία, τα Βυζαντινά, τα Λαϊκά και ακόμη τα παραδείγματα μερικών ειλικρινών αναζητήσεων Ελλήνων και Ξένων που πρόσεξαν την Ελλάδα, μ’ έφεραν να δώσω απ’ αρχής εις τας κτιριολογικάς μου λύσεις μορφάς της παραδόσεως […] έφτασα να πραγματοποιήσω ορισμένα έργα, όπως το Διδακτήριο της οδού Κωλέττη, του Κολωνού, το Διδα-

δεκαετία του ’30 με αρχιτεκτονικές αξιώσεις για μια διαφορετική παιδαγωγική. Το μοντέρνο στη συλλογική συνείδηση της κριτικής αλλά και της δημοσιογραφίας είναι «συχνά συνώνυμο με τη μίμηση των ξένων συρμών, την εγκατάλειψη των ελληνικών συμφραζόμενων, την άμορφη και ασυνάρτητη ανάπτυξη και τον ερμητισμό ή την απουσία έλλογου νοήματος».12 Οι στίχοι του Νίκου Καββαδία για τον αρχιτεκτονικό χαρακτηρισμό της πλώρης, των «σπιτιών» των γυναικών και των σχολείων δείχνουν μια έλλειψη κίνησης, άνεσης και χαράς. Τα σχολεία της γενιάς του ’30, παρά τη διεθνή προβολή τους, έχουν την αναφορά τους σε αυτή την έλλειψη, «στην τάξη ως ιδεολογική και εκπαιδευτική οντότητα»,13 και συνδυάζουν με αντιφατικό τρόπο τη Νέα Αγωγή με τις δασκαλοκεντρικές μεθόδους διδασκαλίας. Να πώς αντιμετώπιζε τις προκλήσεις του έργου του ο ίδιος ο αρχιτέκτονας Ν. Μητσάκης:

σκαλείον Μυτιλήνης, εις τα οποία τρόποι κατασκευής και διάφοροι συνθέσεις αυτών, λειτουργία και νέοι τύποι διαιρέσεως (ανοιχτοί εξώσται κυκλοφορίας αντί εσωτερικών διαδρόμων κ.λπ.), ειδικαί συνθήκαι, ανάγκαι, ψυχικαί, πνευματικαί και αισθητικαί απαιτήσεις κάνουν να πηγάζει μια μορφή πραγματικά ζωντανή που αντιμετωπίζει εις την ουσίαν του το πρόβλημα της νέας Αρχιτεκτονικής μας».14

Ωστόσο, οι προγραμματικές αρχές αυτών των κτιρίων συνδέονταν με την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών, μέχρι σημείου να χαρακτηριστούν κτίρια αριστερής αρχιτεκτονικής.15 Από το ένα κτίριο στα πολλά: ιδού το θέμα μας. Η μετάβαση στην κοινότητα θέτει στο προσκήνιο την παιδαγωγική διάσταση των κοινωνικών κινημάτων και των δημόσιων χώρων, σχετίζει τους θεσμούς με την ένταση των σχέσεων κεφαλαίου και κράτους, δημιουργώντας νησίδες, προσωρινές ζώνες, ροές, δίκτυα, νομαδικά υποκείμενα, οριζο-

Απ’ αρχής του έργου μου απέβλεπα εις την σύνθεσιν. Η εν διαρκή συναρτήσει και αλληλοπαθήσει των 12. Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο: Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του ’30, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 187. 13. Κυριακή Τσουκαλά, Τάσεις στη σχολική Αρχιτεκτονική, ό. π., σ. 61.

14. Νικόλαος Μητσάκης, «Υπόμνημα Σπουδών και Έργων, κεφ. Α΄: Εισαγωγή μετά αναλύσεως ορισμένων έργων» (1935-36), στο Χρήστος Πανουσάκη, Νικόλαος Μητσάκης: 1899-1941, Μουσείο Μπενάκη, Κέντρο Τεκμηρίωσης Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1999, σ. 3-5. 15. Δημήτρης Φιλιππίδης, «Το πρόσωπο και το είδωλο. Η αριστερή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», περ. Διαλεκτική, τχ. 4, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1990, σ. 20.


[59]

ντιότητες και υλικές μετασχηματιστικές πρακτικές για μια νέα σχέση του χρόνου με τους χώρους. Το ζητούμενο για το 35ο Δημοτικό Σχολείο είναι η έξοδος στην κοινότητα, η δυναμική των ομάδων, η ισότητα, οι τόποι της εν δυνάμει ισότητας, η αντιπαλότητα δημόσιου και ιδιωτικού, η δυνατότητα για εξατομίκευση και υποκειμενοποίηση, καθώς και η συγκρότηση παράλληλων κοινωνιών (ή κοινοτήτων) που θα αναπαράγουν καταφατικά στο εσωτερικό τους τρόπους ζωής, όντας συνάμα σε εγρήγορση για να διαφυλάξουν τα όριά τους. Μέρος της αντιπαλότητας είναι η αντιστροφή των υπαρκτών έμφυλων δίπολων (κατοικία/δημόσιος χώρος, βλέπειν/βλέπεσθαι, κατανάλωση/ πολιτική) τα οποία παράγουν εκ νέου, δεν αναπαράγουν απλώς ούτε τίθενται πριν από τη δόμηση του χώρου και τις χωρικές πρακτικές. Οι περιβαλλοντικές προεκτάσεις του θέματος αφορούν τον ριζοσπαστικό υλισμό της παιδαγωγικής της υποκειμενικότητας.16 Για το σχολείο, αυτό θα σήμαινε ένα νέο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό έξω από τα σύνορα του ενός κτιρίου. Η πρακτική αυτή δοκιμάστηκε την περίοδο 2009-2011 και δημιούργησε μια φανταστική ετεροτοπία: το σχολείο της οδού Κωλέττη στο μέλλον δεν θα είναι ένα κτίριο, αλλά μια «νήσος» από αποκεντρωμένα κτίρια, με βοηθητικά κτίρια ολόγυρα, με ήπιες διαδρομές, αειφόρο λειτουργία και ένα βιωματικό εργαστήρι κοινωνικών και φυσικών επιστημών – μια κοινότητα δηλαδή. Το ένα κτίριο μπορεί να είναι το Πολυτεχνείο, το άλλο το Κέντρο Πρόληψης, η Μπλε Πολυκατοικία, το σπίτι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, το Θέατρο Εξαρχείων ή το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Η «νήσος» θα έχει επίσης άκτιστους χώρους: την πλατεία Εξαρχείων, το Πάρκο Ναυαρίνου και το Πεδίο του Άρεως. Και πώς μπορούμε να φανταστούμε αυτή την αρχιτεκτονική «νήσο» στο χωρίς ακτή πέλαγος της νεωτερικότητας, όπως θα έλεγε και ο Adorno; Σ’ αυτή τη «νήσο» θα μεγαλώνουν παιδιά με ποδήλατα σαν σε παράλληλη 16. Για μια εφαρμογή αυτών των αντιλήψεων στο 36ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Λόφος του Στρέφη-Εξάρχεια), βλ. Ίριδα Τσεβρένη, Μεγαλώνοντας στην Αθήνα. Ένα πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης για τη συμμετοχή των παιδιών στη διαμόρφωση του περιβάλλοντός τους, Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Λάτση, Αθήνα 2008, σ. 9-18.

κοινωνία, με την οικονομία της αγοράς ως αντίπαλο. Τα παιδιά θα ποδηλατούν στην πεζοδρομημένη διαδρομή ως το Πεδίο του Άρεως, όπου θα μελετούν τα πουλιά μαθαίνοντας για την ελευθερία. Στο δίλημμα μεταξύ ελευθερίας ή ευτυχίας, η επιλογή της κοινότητας είναι η ευτυχία. Ερχόμαστε όμως αντιμέτωποι με τις πολιτισμικές κατασκευές του «βρώμικου» και του καθαρού, αντανακλάσεις της επιζητούμενης τάξης και συγχρόνως μορφές ενός πολέμου για την αλλαγή της πόλης. Αυτό που βλέπουμε μέσα από την ενεργητική ματιά μας σε προειλημμένες κατηγορίες και σχήματα είναι άνθρωποι, κατασκευές, ελλείψεις του πραγματικού και «άσκοπες» για εμάς εμπειρίες κοινωνικότητας και συνεύρεσης των ανθρώπων, που παίρνουν τη μορφή του «βρώμικου» για το οποίο επιζητούμε την εξαφάνισή του. Ακόμα και σ’ αυτή τη νήσο με τα κτίρια, τα παιδιά στις διαδρομές τους θα ήταν εκτεθειμένα στο «βρώμικο», στην παρουσία ανθρώπων εξαρτημένων, που συγκεντρώνουν πάνω τους την αυτοκαταστροφή, την αρρώστια, την έλλειψη φροντίδας του εαυτού. Ακούμε τον Bauman: Η επιδίωξη της καθαρότητας στη νεωτερικότητα εκφραζόταν καθημερινά με τιμωρητικές ενέργειες ενάντια σε επικίνδυνες ομάδες ανθρώπων. Η επιδίωξη της καθαρότητας στη μετανεωτερικότητα εκφράζεται καθημερινά με τιμωρητικές ενέργειες ενάντια σε κατοίκους κακόφημων δρόμων και αστικών δρόμων με απαγορευμένη κυκλοφορία, καθώς και ενάντια σε πλάνητες και χασομέρηδες. Και στις δυο περιπτώσεις, η «ακαθαρσία» που πάνω της εστιάζεται η τιμωρητική ενέργεια είναι η ακρότητα εκείνης της μορφής που υπό κανονικές συνθήκες προβάλλεται ως καθαρή, το τέντωμα δηλαδή στα άκρα αυτού που θα έπρεπε να παραμείνει σε κάποια όρια αλλά που δεν τα κατάφερε. Με άλλα λόγια, είναι το απόρριμμα, η μετάλλαξη ενός προϊόντος, η οποία το κάνει να κρίνεται ακατάλληλο κατά τον έλεγχο.17

Εδώ εδράζεται η διαρκής παρουσία της αστυνομίας, αυτής της σύγχρονης συνέχειας της πολιτικής με άλλα μέσα, κατά Rancière������������ �������������������� . Η σχολική 17. Zygmunt Bauman, Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, μτφρ. Γ.-Ι. Μπαμπασάκης, Ψυχογιός, Αθήνα 2002, σ. 43.


[60]

κοινότητα μ’ αυτή την έννοια είναι μέρος της αναπαράστασης και συγχρόνως εργάζεται για νέες μορφές αναπαραστατικότητας, για μια εικονοκλασία των τωρινών εικόνων: το αίτημα της λύτρωσης είναι η παρουσία του παρελθόντος στο παρόν. Το μεταπολιτευτικό αίτημα για ένα αρχιτεκτονικά και παιδαγωγικά ανοιχτό σχολείο διατυπώθηκε στο 1ο συνέδριο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (26-29.5.1983), με τις εισηγήσεις της Ιωάννας Παναγιωτοπούλου, της Κυριακής Τσουκαλά, της Ειρήνης Τάτση και του Γιώργου Πατσιλινάκου. Δικές τους ήταν οι πιο ριζοσπαστικές απόψεις που κατατέθηκαν για ένα διαφορετικό σχολείο, το οποίο όμως παραμένει ουτοπία.18 Οι προσπάθειες επαναλήφθηκαν το 2004, με διευθυντή του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων τον Μανόλη Μπαλτά, αλλά δεν τελεσφόρησαν.

18. Βλ. Ι. Παναγιωτοπούλου, «Το σύγχρονο διδακτήριο. Νέες τάσεις στη διαμόρφωση του Δημοτικού Σχολείου», στο 1ο Πανελλήνιο Εκπαιδευτικό Συνέδριο (Δ.Ο.Ε): Δημοκρατική Παιδεία, Αθήνα 1985, σ. 172-184.

Το αίτημα για ένα σχολείο χωρίς κάγκελα, ανοιχτό όλη την ημέρα, δημόσιο με όρους ισότητας και ελευθερίας, που θα υλοποιεί παιδαγωγικούς σκοπούς εκτός του ενός και μοναδικού κτιρίου και θα εγγράφει διαδρομές οι οποίες θα παράγουν ενεργή κριτική τόσο στον φιλελεύθερο θεσμό της οικογένειας όσο και στην παθολογική δομή του σχολείου, παραμένει μια μνήμη προς λύτρωση. Για το μέλλον, μια ριζοσπαστική αρχιτεκτονική, στη σχέση της με την παιδαγωγική, θα κληθεί να αντικαταστήσει τις αφηγήσεις των παιδιών για το σχολείο ως φυλακή με αντιλήψεις για ένα κοινοτικό σχολείο, ένα σχολείο με μετατοπισμένα όρια. Έτσι περίπου εικονίζεται η (ανα)παραγωγή ενός πολιτικού μέλλοντος της εργατικής (αντ)εξουσίας, που θα συνοδεύεται από ριζικούς μετασχηματισμούς του υπάρχοντος σχολείου-φυλακής: μια πρόταση που απαντά στην κρίση κρίνοντας και κρινόμενη.


[61]

Όλγα Τουλούμη

Μια απάντηση

Τ

ο να σταθείς στον κόσμο ως γυναίκα είναι εξίσου ανυπόφορα δύσκολο και επίπονο, και ως επί το πλείστον μοναχικό. Ανυπόφορα μοναχικό, ιδίως όταν προσπαθείς να εξηγήσεις τα αυτονόητα σε ένα συλλογικό «εμείς» στο οποίο, υποθετικά μιλώντας, βρίσκεις μια κοινή πολιτική βάση. Ας πούμε όμως αυτά που δύσκολα λέγονται ή τουλάχιστον ας ανοίξουμε αυτή τη ρημάδα τη συζήτηση που η αριστερά έχει βάλει στην άκρη (ναι, τολμώ να κάνω αυτή τη γενίκευση). Στο προηγούμενο τεύχος ο σύντροφος Νίκος Τσιβίκης αποφάσισε να ανοίξει πόλεμο στη θεσμική οπτική πάνω στο γυναικείο σώμα, και δη στην ίδια την πράξη της θεσμοποίησής του. Και ενώ ο σύντροφος Τσιβίκης έβαζε σε δράση το θεωρητικό οπλοστάσιο του Φουκώ για να μας μιλήσει για την επιστράτευση της ιατρικής επιστήμης στην ενοχοποίηση του πραγματικού στήθους των πραγματικών γυναικών, ο/η υπεύθυνος/η (πάλι δεύτερο αυτό το ρημάδι το φύλο) επί των γραφικών θεώρησε δόκιμο να μας εικονοποιήσει αυτήν την «πραγματική γυναίκα» με μια φωτογραφία μοντέλας, με έναν τεράστιο σταυρό ανάμεσα στα νεανικά της στήθια, η οποία και ατενίζει κάπου αλλού, γιατί φυσικά χρειάζεται αρχίδια για να κοιτάξεις την κάμερα. Κυριολεκτώ. Η στιγμή που η «πραγματική γυναίκα» της φωτογραφίας συναντάει την «πραγματική γυναίκα» του κειμένου είναι μια στιγμή αποκαλυπτική. Είναι μια στιγμή που ο λόγος του προοδευτικού αριστερού βρίσκει σε απόλυτη σύμπτωση την οπτική του νεοφιλελεύθερου συντηρητικού. Και είναι πρόβλημα για μια αριστερά που θεωρεί τον εαυτό της προοδευτική δύναμη στην κοινωνία, να είναι η γυναίκα που φαντασιώνεται ο νεοφιλελεύθερος

Με αφορμή το κείμενο του Ν. Τσιβίκη, «Βυζάκια μέσα: Παράλιες σκέψεις πάνω στη μερική απόκρυψη του ανθρωπίνου σώματος» στο προηγούμενο τεύχος της Λεύγας (Καλοκαίρι 2012), λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη απάντηση.

συντηρητικός η «πραγματική γυναίκα». Νέα, ξανθιά, αδύνατη, με δυο βυζάκια χάρμα οφθαλμών, ενάντια στους νόμους της βαρύτητας και χωρίς δείγμα τριχούλας γύρω από τη θηλή, να κοιτάν απευθείας την κάμερα, γιατί ναι, αυτά τα βυζάκια μπορούν να κοιτάξουν, η ίδια η γυναίκα όχι. Ζήτημα λοιπόν είναι να προβληματικοποιήσουμε επιτέλους την εικόνα αυτής της «πραγματικής γυναίκας» απέναντι στην οποία στηνόμαστε καθημερινά όλες εμείς οι υπόλοιπες που ελπίζουμε κάποια στιγμή να γίνουμε γυναίκες και να γλυτώσουμε από την άλλη, την «πραγματική», που μας έχει φορεθεί από το κεφάλαιο, τις επιστήμες (ανθρωπογνωστικές και μη), τις οικογένειές μας και τους συντρόφους μας, ερωτικούς και πολιτικούς. Ζήτημα είναι να προβληματικοποιήσουμε την πράξη αυτής της επιλογής που θέλει την πραγματική γυναίκα νέα, ωραία και ηδυπαθή. Φυσικά η συγκεκριμένη φωτογραφία αποτελεί μόνο το επιφαινόμενο μιας αδυναμίας της αριστεράς να ανοίξει τη συζήτηση πάνω στη δευτερότητα του φύλου και στη δευτερότητα του ζητήματος αυτής της δευτερότητας. Γιατί η μοντελοποίηση της αισθητικής, για την οποία μας μίλησε ο σύντροφος Τσιβίκης, δεν γίνεται μόνο στις σελίδες των περιοδικών, αλλά και στις ιστοσελίδες των «αριστερών», και ακόμα χειρότερα κάτι καλοκαιρινές Παρασκευές και Σάββατα βράδια, που τ’ άγιο τσιπουράκι κάνει τη δουλειά του, το γυναίκειο ζήτημα ονομάζεται πολιτική ορθότητα και δευτερεύον, και καταλήγει εύκολα και απλά στην παραμεθόριο της πολιτικής μας πράξης. Και φυσικά εξαιτίας της έλλειψης αυτής της συζήτησης αλλά και πρακτικής από τις στιβαρές αγκάλες της αριστεράς, ο σύντροφος Τσιβίκης φτάνει στο συμπέρασμα ότι είναι βήμα προς τα πίσω να προστατεύουν οι γυναίκες τα στήθια τους από τις υπεριώδεις ακτίνες. Δεν είναι βήμα προς τα πίσω, σύντροφε Τσιβίκη και κάθε σύντροφε Τσιβίκη, να χρηματοδο-


[62]

τείται ιατρική έρευνα πάνω στο γυναικείο σώμα. Είναι στην πραγματικότητα πρόοδος, γιατί μέχρι πρότινος το γυναικείο σώμα θεωρούνταν αναλώσιμη ύλη από τον καπιταλισμό. Αν ψάξουμε λίγο την ιστορία του κυρίου Παπανικολάου και του περίφημου τεστ παπ, ή του αντισυλληπτικού χαπιού, θα καταλάβουμε ότι χρειάστηκαν άπειρες μάχες από γενιές γυναικών, υπέροχων και γενναίων γυναικών και ανδρών, για να μπορούμε σήμερα να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως γυναίκες, όσο μπορούμε φυσικά σε αυτήν την κοινωνία. Βήμα προς τα πίσω είναι αυτή η έρευνα να ονομάζεται συντηρητικοποίηση και κοινωνικός έλεγχος, γιατί, μα τον Μαρξ, δεν ξέρω κανέναν μαλάκα που να πέθανε επειδή τραβούσε μαλακία 24 ώρες το 24ώρο, αλλά ξέρω άπειρες γυναίκες που πέθαναν από καρκίνο του μαστού, που αφαίρεσαν τις μήτρες τους, που παίζουν το σώμα τους κορώνα γράμματα για να αρέσουν σε κάτι βλέμματα αδηφάγα, «αριστερά» και μη, που ψάχνουν για «βυζάκια». Μπορώ να το πω πιο απλά; Κινδυνεύω να κατηγορηθώ για λαϊκισμό πια! Ας μιλήσουμε λοιπόν για το γυναικείο ζήτημα, για τη συγχρονισμένη κολύμβηση του μαζέματος των πιάτων στο τέλος ενός τραπεζιού, για την οικιακή εργασία, για την απουσία γυναικείου δημόσιου λόγου σε συμπόσια, συνέδρια, τηλεοπτικά πάνελ, επιτροπές, συντονιστικά για τα ίσα δικαιώματα των γυναικών στον εργασιακό χώρο, για την γυναίκα ως ενεργό υποκείμενο στην παραγωγή της ιστορίας.

Το γυναικείο ζήτημα είναι για την αριστερά πρόβλημα ακριβώς επειδή αποτελεί ζήτημα διαταξικό, και ως τέτοιο δύσκολο και άβολο στην πραγμάτευσή του, καταδικασμένο να μετατίθεται η συζήτησή του επ’ αόριστον, για κάποια άλλη στιγμή, με κάποια άλλη αφορμή, ή ακόμα ακόμα και για «μετά την επανάσταση», όπως απάντησε μισοαστεία μισοσοβαρά άλλος «μεγάλος» σύντροφος όταν κατηγορήθηκε για σεξισμό. Αλλά το γυναικείο ζήτημα δίνει στην αριστερά μια ευκαιρία να καλλιεργήσει στη βάση της αναμονές για κοινωνικές δομές που διαφεύγουν από την ιστορική πεπατημένη. Όχι για μετά την επανάσταση, αλλά για τώρα, για αυτό το κατακαημένο παρόν μας. Και σε αυτόν τον αγώνα, χρειαζόμαστε και οι δύο: και οι γυναίκες και οι άντρες. Και χρειάζεται και μια βαθειά συνειδητοποίηση της προβληματικής του φύλου σε όλη την έκταση του, μια ρηξικέλευθη κριτική σε οποιαδήποτε αβίαστη προβολή του τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, λες και αυτό δεν είναι μια κατασκευή, όπως επίσης και μια πλατειά εφαρμογή αυτής της συνειδητοποίησης στην καθημερινότητά μας. Γιατί, όπως είπε μια άλλη και αυτή τη φορά πραγματικά μεγάλη του γυναικείου κινήματος, που φυσικά έχει όνομα και δύσκολη ιστορία απέναντι στην οποία κατά καιρούς την έχει στήσει η ντόπια διανόηση, με στόμφο και σιγουριά για την πολιτική ορθότητα των απόψεών της, γυναίκα δεν γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι. Είμαστε έτοιμες και έτοιμοι;


[63]

Angus of Footby Angus waits on the windswept pitch with his ball under his arm and his jersey up to his nose

With the incessant rain as an excuse, none of his friends have shown up. Not even Rab or callum or jock.

They don’t like standing in the rain like angus does. They don’t have the faith or endurance like he does.

good things come to those who wait, however, like pneumonia, wet pants and a lingering sense of moral superiority


[64] [64]

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕ ΔΟΛΟ Είχα μόλις επιστρέψει. Ο νους μου τριγυρνούσε συνεχώς στην παιχνιδιάρικη αμεριμνησία του τελειωμένου μου καλοκαιριού. Έπρεπε, πάση θυσία, να αντισταθώ στη μελαγχολία της επιστροφής. Από το διπλανό διαμέρισμα άκουσα τους ήχους ενός θρηνητικού λαϊκού τραγουδιού («ανάθεμα στην τύχη μου, που σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι από την πρώτη τη βραδιά, σου ’δωσα αγάπη και κλειδιά»), που έβγαινε από κάποιο ραδιοφωνάκι, ανάμικτους με εκφωνήσεις εξίσου θρηνητικών ειδήσεων, από τη συσκευή μιας τηλεόρασης που έσκουζε παρεμβατικά: ένα ακαταμάχητα νοσηρό μίγμα. Χτύπησα το κουδούνι του διαμερίσματος. Μου άνοιξε την πόρτα μια κοινή γυναίκα. Ρομαντικώς αδιάφορη, κοινωνικώς λειτουργική, από άποψη ομορφιάς. «Μόλις γύρισα από διακοπές. Μου έχει τελειώσει η ζάχαρη…» ψέλλισα, εκστομίζοντας ένα εύρημα τόσο κοινότοπο όσο η εναρκτήρια σκηνή μιας πορνοταινίας. «Μα φυσικά! Περάστε όμως για λίγο μέσα!», είπε κι εκείνη, φιλόξενα. Πιάσαμε την κουβέντα: είχε δουλειά, ιδιόκτητο διαμέρισμα, παλιό αυτοκίνητο που τσουλούσε ακόμη. Είχε φιλενάδες και χόμπι. Ανύπαντρη εξ επιλογής, έτσι είπε. Ενδιαφέρθηκε για τις ασχολίες μου: «Διευθυντής Προσωπικού σε εταιρεία διαχείρισης ιατρικών αποβλήτων», είπα. «Και είστε καλά στη δουλειά σας;» ρώτησε. «Υπάρχουν δουλειές που ποτέ δεν πέφτουν. Εκείνες που σχετίζονται με το αναπόφευκτο, το τελεσίδικο, το ανεπίστρεπτο…», τόνισα. «Είστε μακάβριος», παρατήρησε. «Όλοι μπορούν να γίνουν μακάβριοι στις μέρες μας», είπα κοιτώντας τον εκφωνητή του δελτίου ειδήσεων από τη σταθερά ανοιχτή τηλεόραση. «Το ζήτημα είναι να είναι κανείς υπερβολικά μακάβριος, έτσι ώστε το πράγμα να δείχνει τουλάχιστον αστείο», συμπλήρωσα. Απομείναμε για λίγο σιωπηλοί, χαζεύοντας τηλεόραση. Οι ειδήσεις έμοιαζαν παρελθούσες ενώ ήταν, υποτίθεται, φρέσκες. Το μέλλον έμοιαζε με παρελθόν που είχε σφηνωθεί σε ένα στατικό, λευκό τραπέζι χειρουργείου, δίχως την παραμικρή φούρια προετοιμασίας μιας επέμβασης. Είδα τότε στα μάτια της, τη φρίκη της παραιτημένης πλήξης. Έκανα την κίνησή μου: «Τι θα λέγατε να απειλήσουμε πως θα πέσουμε παρέα από το μπαλκόνι, έτσι για γούστο; Θα θορυβήσουμε τους γείτονες, τους διαπραγματευτές της αστυνομίας, τους πυροσβέστες!» Αντί να με διαβολοστείλει, συγκατένευσε. Πλησιάσαμε την κουπαστή του μπαλκονιού της. Εκείνη έκανε να αρχίσει τις φωνές, σύμφωνα με το σενάριο της φάρσας που της είχα προτείνει. Της φίμωσα το στόμα με την παλάμη μου και την έσπρωξα μαζί μου στο κενό. Παρακολούθησα την περισυλλογή του πτώματός της από τη χαραμάδα ενός ξεχαρβαλωμένου κάδου σκουπιδιών, ώσπου ένας άστεγος ήλθε να ψαχουλέψει στην επικράτειά μου. Νιαούρισα, έκανα με το σώμα μου την κούρμπα της ανατριχιασμένης κεραμιδόγατας και γρατζούνισα με τα νύχια μου το βέβηλο χέρι. Ήμουν πολύ ευχαριστημένος. Κανείς δεν θα υποπτευόταν τη δολοφονία. Αυτοκτονία λόγω κρίσης θα ουρλιάξουν οι δημοσιολόγοι-επιστήμονές μας: αυτοί που παριστάνουν πως ξέρουν πάντοτε το αίτιο του αιτιατού. Μια ακόμη αναμενόμενη είδηση του παρόντος, ως επανάληψη ενός γεγονότος του παρελθόντος – είχα κάνει ό,τι μπορούσα για να συντηρήσω αυτή τη φριχτή αίσθηση· γιατί είμαι βέβαιος πως πολλοί, χωρίς τη βοήθειά μου τούτη τη φορά, θα πέσουν στο κενό – κανένας δεν μπορεί να αντέξει τον τρόμο του εγκιβωτισμένου χρόνου. Εναλλακτικά μπορεί να επιλέξουν τον πνιγμό: κανείς δεν μπορεί να πλέει συνεχώς σε έναν ωκεανό απαράλλαχτου παρόντος. Άγης Πετάλας


[65] [65]

Η ωρα των ελληνικων μυστικων υπηρεσιων ηρθε... Το κρίσιμο στην παρούσα φάση για την Ελλάδα είναι ο κίνδυνος της διπλής κατοχής. Οικονομικής και διαχειριστικής υπό το νέο καθεστώς της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, αλλά και ως αποτέλεσμα γεωπολιτικού αφελληνισμού της Ελλάδας. Μπορεί να εκτιμάται ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι το αποτέλεσμα μιας ολοκληρωτικής χρεοκοπίας και το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ, αλλά η παραμονή στην διαλυτική για τη Διοίκηση και το αυτόνομο κράτος εξέλιξη από το 2009, προσφέρει την ευχέρεια στην Τουρκία να κυριαρχήσει με γεωοικονομικό τρόπο, στο μισό Αιγαίο και μέρος των ελληνικών νησιών, που θα κηρυχθούν σε διεθνές καθεστώς αποκοπής από την Ελλάδα, αλλά και της Θράκης και Κρήτης στη συνέχεια. Πολλοί συνεχίζουν να μιλούν και να φοβούνται για νέα Ίμια. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όμως είναι μια παράλληλη με τη γερμανική και ευρωπαϊκή, τουρκική, νεο-οθωμανική, ισλαμική επικράτηση σε μέρος της χώρας. Η διπλή αυτή κατοχή θα είναι και το τέλος της Ελλάδας των Ελλήνων, αρκετά χρόνια πριν υπάρξει Ανεξάρτητο Κουρδιστάν ή η Τουρκία πολυδιασπαστεί, ως αποτέλεσμα μιας πραγματικής νέας τάξης πραγμάτων στη Μεσόγειο ή στη σύγκρουση που ήδη επιχειρεί με τη Ρωσία στον Καύκασο και την Κίνα στις επαρχίες των Ουιγούρων-μουσουλμάνων. Για να διατηρηθεί η Ελλάδα, στη βασική εθνική και εθνοτική της συνοχή, οι μυστικές υπηρεσίες και η ΕΥΠ, μαζί με κλιμάκια των ειδικών δυνάμεων, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν στα όρια του νόμου, όπως έχουν εκπαιδευθεί και επιλέξουν, την ξένη επιβουλή και τις «μαύρες επιχειρήσεις» εχθρικών μυστικών υπηρεσιών και ειδικά την Τουρκία, που έχει ήδη εισβάλει στη χώρα, με τις στρατιές των εξαθλιωμένων Ασιατών και Βορειοαφρικανών (τον δρόμο των οποίων άνοιξε το ευρωπαϊκό Δουβλίνο 2 και δεν έκλεισε η ζώνη Σένγκεν ως όφειλε) μέσα στους οποίους πολύ εύκολα μπορεί να κρύψει τους πυρήνες των ισλαμιστών που ελέγχει. Τα 45αρια του έθνους θα πρέπει να μιλήσουν σε «αυθόρμητη» υπηρεσία... Οι πυρκαγιές, οι δολιοφθορές στρατιωτικού υλικού, ακόμη και μέσα στις ελληνικές πολεμικές εγκαταστάσεις, οι συμμορίες με τα Καλάσνικοφ και οι «μισθοφόροι» της τρομοκρατίας, αλλά και του κοινού ποινικού, τα ναρκωτικά, το παραεμπόριο, η λαθρομετανάστευση, η προστασία, η πορνεία, οι εκβιασμοί είναι «εργαλεία» χρηματοδότησης, αλλά και εξέλιξης της άλωσης της Ελλάδας εκ των έσω. Ειδικά σε μια περίοδο που η διοικητική και θεσμική επάρκεια της χώρας μας, έχει κυριολεκτικά κονιορτοποιηθεί, από τα Μνημόνια του χάους και της αποσταθεροποίησης. Μενέλαος Τασιόπουλος, newsbomb.gr, 22.8.2012.


[66]

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ – Θέλεις να δεις με τα μάτια σου το επαναστατικό προλεταριάτο; μου προτείνει, στο Αμβούργο, ένας φίλος. Είναι πέντε το απόγευμα. Τραβάμε για το λιμάνι που, παρ’ όλη την καταστροφή της κρίσης, έχει ακόμα μεγάλη κίνηση. Ξαφνικά ο φίλος μου μου λέει να κατεβούμε μια τεράστια σκάλα. – Θα πάρουμε υπόγειο σιδηρόδρομο; – Όχι… Απλά και μόνο θα επισκεφτούμε το τούνελ κάτω απ’ τον Έλβα. Όταν φτάνουμε κάτω είναι αδύνατο πια να προχωρήσουμε. Ένα μαύρο κύμα ξεχύνεται απ’ το σκοτεινό θόλο. Ξαφνικά, έχουμε μπροστά μας ένα θέαμα αντάξιο του φιλμ Μητρόπολη: πέντε τεράστιοι ανελκυστήρες ανεβάζουν όλον αυτό τον κόσμο προς το φως. Ένας αστυφύλακας μόνος του αρκεί να τον κατευθύνει στον ένα ή στον άλλο ανελκυστήρα. Οι άνθρωποι στοιβάζονται μέσα. Μια αυτόματη πόρτα κλείνει πίσω τους, σαν γκιλοτίνα. Από μακριά φαίνονται σαν πρόβατα στο σφαγείο. – Είναι οι φίλοι απ’ τα ναυπηγεία που γυρίζουν απ’ τη δουλειά. Τους κοιτάζω. Διάολε! Δε μοιάζουν με πρόβατα. Πρόσωπα όλο νιάτα κι ενεργητικότητα. Στα σακάκια και στα κασκέτα, ούτε ένας αγκυλωτός σταυρός. Κάτι μωρά με χιτώνια και λουρίδες τούς ενοχλούν για κάποιο «εθνικό» έργο, ζητώντας εισφορά. Κανένας δε γυρίζει το κεφάλι. Μια κοπέλα κατάφερε όμως να βάλει στο χέρι ενός απ’ αυτούς μια μικρή χάρτινη σημαιούλα. Ήρεμα –με μια κίνηση συγκρατημένης οργής– αρνιέται το έμβλημα. Συνοδέψτε με μέσα στις παλιές γειτονιές του Αμβούργου και της Αλτόνα, στα άθλια και σαρακοφαγωμένα ξύλινα σπιτάκια. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στην καρδιά του μεσαίωνα. Ξαφνικά όμως, πάνω στο πεζοδρόμιο, βλέπεις φρεσκογραμμένο, με μεγάλα άσπρα γράμματα, το σύνθημα: ο κομμουνισμός ζει! Κι αν μπείτε βαθύτερα στα στενά και στα αδιέξοδα, κάτω απ’ τους σκοτεινούς θόλους, θα δείτε γραμμένα στους τοίχους: Να ψοφήσει ο Χίτλερ! Ζήτω η Επανάσταση! Στις αυλές των σπιτιών, χλωμοί άνεργοι σταματάνε το κάπνισμα της πίπας τους για να σας ρίξουν ένα βλέμμα άγριο: – Ακόμα και σήμερα, μου εξηγεί ο οδηγός μου, η αστυνομία δεν παρακολλάει σ’ αυτούς τους μαχαιροβγάλτες. Ξέρει ότι όλοι εδώ είναι αντίθετοι… και ότι ξέρουν να υπερασπίζονται τον εαυτό τους.* * Μετά, το χιτλερικό καθεστώς ισοπέδωσε για λόγους ασφαλείας τις παλιές συνοικίες του Αμβούργου.

Ντανιέλ Γκερέν, «Μετά την καταστροφή (1933)», Πάνω στο φασισμό, 1. Η φαιά πανούκλα, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Κείμενα, Αθήνα 1971, σ. 160-161.


[67]

Όλγα Καρυώτη

Και σαν σκιές επιστρέφουμε…

Ο

Πεπίτο Κονκάρνε είχε να φάει τέσσερις μέρες. Δεν είχε ούτε λεφτά ούτε όρεξη. Είχε όμως μια κυνηγετική καραμπίνα και μπόλικη… μελαγχολία. Ναι, ο Πεπίτο Κονκάρνε πάσχει από μελαγχολία. Μέχρι να αρπάξει την καραμπίνα του και να την ανάψει στο πρώην αφεντικό του, τον Δον Αντριάνο, ο οποίος του χρωστούσε 32.000 ευρώ αποζημίωση –που θα του εξασφάλιζαν αρκετά γεύματα και όρεξη– και σε έναν εργάτη που ρίσκαρε το τομάρι του για να προστατέψει το εν λόγω αφεντικό, δεν ήξερα ότι η μελαγχολία είναι πάθηση, ασθένεια, «πώς-το-λένε» διαταραχή… Εγώ θα έλεγα ότι η μελαγχολία είναι ένα γλυκόπικρο συναίσθημα που με λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον, ενίοτε και δημιουργικό... Ή πολύ κρασί, χωρίς τα άλλα δύο. Ή ένα ντάκιρι, ή πολλά, χωρίς φράουλες κι αηδίες. Αλλά, όπως έχουν πει οι επιστήμονες, η εποχιακή συναισθηματική διαταραχή SAD (Seasonal Αffective Disorder) είναι μια πραγματικότητα. Η έλλειψη ήλιου ενδέχεται να προκαλέσει αυτή την επάρατη νόσο, τη μελαγχολία! Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι ο ασθενής χρειάζεται φωτοθεραπεία σε δόσεις 2.500-10.000 Lux για περίπου 30 λεπτά την ημέρα, κυρίως κατά τις πρωινές ώρες. Μάλλον ούτε ο Πεπίτο το γνώριζε όταν απολύθηκε στις 31 Αυγούστου 2011 και αντί να κάτσει κάτω από ευεργετικούς λαμπτήρες ενόψει φθινοπώρου αρκέστηκε σε συμβατικά χάπια. Ε λοιπόν ούτε έφαγε ούτε πήρε χάπια για τέσσερις μέρες και η μελαγχολία φούντωσε! Βέβαια, κάποιοι ισχυρίζονται ότι και η ανεργία που μαστίζει μια χώρα σε κρίση και ακόμα περισσότερο μια περιοχή όπου το ένα εργοστάσιο κλείνει μετά το άλλο επιδείνωσε την κατάσταση, θόλωσε το μυαλό του, απελπίστηκε. Και αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Δον Αντριάνο. Μια για πάντα. Τώρα που το σκέφτομαι όμως… λείπει ποτέ ο ήλιος από το Μεξικό; Η αστυνομία κινητοποιήθηκε άμεσα. Κατέφθασαν και δυνάμεις των ΕΚΑΜ. Ο Πεπίτο εντέλει ξεκίνησε να συνομιλεί με τους διαπραγματευτές της αστυνομίας και οι δύο τραυματίες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Απαίτησε την καταβολή των δεδουλευμένων και την επαναπρόσληψή του. Αργά το βράδυ ζήτησε τα χάπια του, λίγο μετά τα μεσάνυχτα πείστηκε να παραδοθεί και απελευθέρωσε τους δύο εργάτες που κρατούσε ομήρους. Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Κομοτηνής, Παντελής Μαγαλιός, καταδίκασε το περιστατικό αλλά τόνισε ότι «θα πρέπει να δούμε ποιος όπλισε το χέρι αυτού του ανθρώπου, τι τον έκανε να φτάσει εδώ. Η ανεργία, η οποία έχει διογκωθεί, και το κόψιμο των μισθών είναι προβλήματα που θα τα βρούμε μπροστά μας». Υπήρξαν και άλλες εκδοχές που φώτισαν τα ταξικά χαρακτηριστικά της επίθεσης και την στρεβλή αναπαράστασή της από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης όπου η βία της απόλυσης παρουσιάζεται ως χάδι μπροστά στη βία που εξαπολύει ο απολυμένος, αλλά εμείς ξέρουμε ότι είναι ο άνεμος που ντετερμινιστικά μετατρέπεται σε θύελλα. Ή μήπως όχι; Κατά τη Μαριάννα Τζιαντζή (http://goo.gl/PcIZv): «Τα εγκλήματα ερωτικού “πάθους και τιμής” παραχωρούν τη θέση τους στις αυτοκτονίες και στα εγκλήματα για τη χαμένη τιμή της εργασίας, για τη χαμένη τιμή και αξιοπρέπεια του ανθρώπου. […] Οι τίτλοι τέλους έπεσαν. Το συμβάν “ομηρία στην Κομοτηνή” έληξε με δύο ελαφρούς


[68]

τραυματισμούς. Ένας άνθρωπος που ήδη ένιωθε τελειωμένος, αποκτηνωμένος, νεκροζώντανος, έγινε δυο φορές τελειωμένος, όμως εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι και απολυμένοι ακροβατούν στο τεντωμένο σχοινί της αυτοκαταστροφής». Τα γεγονότα βρίσκουν διέξοδο σε «λυτρωτικές» γενικεύσεις που επιχειρούν να σπείρουν φόβο. Είτε από τα πάνω προς τα κάτω είτε από τα κάτω προς τα πάνω. Ενώ όμως κάθε γενίκευση μοιάζει να έχει τουλάχιστον δύο αφετηρίες, ο φόβος τελικά καταλήγει προς μία κατεύθυνση. Προς τα κάτω. Κοινός τόπος, αριστερά και δεξιά, η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Πολλοί είναι αυτοί ωστόσο που τη βλέπουν να ξεκινά από τη διάρρηξη των σπιτιών «μας». Αυτό διαπίστωσε και ο Εουσένιο Βαρκαρόλα. Κάθε βράδυ που έπεφτε να κοιμηθεί, απίθωνε δίπλα του την κυνηγετική του καραμπίνα. Η οικογένεια του Εουσένιο με σκληρή δουλειά κατάφερε να αποκτήσει δύο εστιατόρια κι ο Εουσένιο ως υποδειγματικός νέος και γιος συνδυάζει σπουδές και δουλειά. Μα οι συνεχείς απόπειρες διάρρηξης του σπιτιού του και των γύρω σπιτιών στην πολύπαθη πόλη του δεν τον άφηναν ήσυχο. Και το κακό έγινε! Αλλοδαποί μπήκαν τελικά στο σπίτι του και απείλησαν με μαχαίρι τη μητέρα. Τους εκφόβισε με την καραμπίνα κι έγιναν καπνός. Για κακή τους τύχη λέγεται ότι τους εντόπισαν αργότερα άλλοι κάτοικοι καθώς επιχειρούσαν να διαρρήξουν κάποιο άλλο σπίτι. Ο Εουσένιο τους καταδίωξε. Και ο Εμβέρ έπεσε νεκρός. Η αστυνομία ήταν κάπου εκεί έξω. Όπως και η αλήθεια. Ο Εουσένιο, πάντα ορθός, παραδόθηκε μόνος του στους μπάτσους. Συντοπίτες του Εουσένιο, μαζί και μέλη της παρακρατικής οργάνωσης Αμανεσέρ Ντοράντο, μαζεύτηκαν έξω από το αστυνομικό τμήμα όπου κρατούνταν ο αυτοβούλως παραδομένος Εουσένιο να ζητωκραυγάσουν το ηρωικό του κατόρθωμα, την παραδειγματική υπεράσπιση της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και της ζωής. Αλλά υπάρχει τέτοια οργάνωση στο Μεξικό; Η πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα της χώρας, Πριμέρ Νούμερο, αμολάει κάθε φορά τα δύο λαγωνικά της στον τόπο του εγκλήματος. Και κάθε φορά δημιουργούν ακόμα έναν. Ο Ντιέγκο Μπατίστα και η Άρια Αλεμάν, πιστά σκυλιά του διαπλεκόμενου Δον Αναστάζιο, αφήνουν την πένα τους να γλιστρήσει αρμονικά στο πεντάγραμμο της φασιστικής εκκωφαντικής συμφωνίας «Κρίση», που κατέληξε στο θερινό Allegro «Ξένιος Ζευς». Πρωταγωνιστές στην αναμετάδοση της ημιτελούς αυτοδικίας του μελαγχολικού Πεπίτο –με αποκλειστική συνέντευξη κατά τη διάρκεια του θρίλερ– και της αυτοδικίας του γενναίου Εουσένιο. Αναρωτιούνται στην περίπτωση του Εουσένιο… ποιος ο θύτης και ποιο το θύμα (http://goo.gl/UsK8U); Ο αναγνώστης τους θα έλεγα εγώ. Ο πολίτης, λένε, έχει το αναφαίρετο δικαίωμα στην προστασία της ατομικής του περιουσίας, της οικογένειάς του και της ζωής του – αρκεί να το κάνει κατά μόνας και όχι ενάντια σε κάποιον που έχει μεγαλύτερη περιουσία, επιφανέστερη οικογένεια και δημόσια ζωή, λέω εγώ. «Όταν οι αρχές δεν μπορούν, κάποιος πρέπει να κάνει τη “βρώμικη” δουλειά», λένε. «Κυρίως όταν το όπλο ενός άγνωστου εισβολέα σε σημαδεύει απειλητικά στο σκοτάδι του δικού σου σπιτιού», λένε. Αλλά όχι όταν σε σημαδεύει απειλητικά εν ώρα εργασίας πρωί πρωί, λέω εγώ, γιατί αυτό δεν είναι πλήρωση του κενού των αναποτελεσματικών αρχών αλλά αποτέλεσμα μελαγχολίας. Το σεβαστό στον λαό παρολίγον θεσμικό κόμμα, που κατάφερε με τη χοντροκομμένη μαεστρία που χαρακτηρίζει τον ισχύοντα εκλογικό νόμο να διατηρήσει τον μανδύα του κινηματικού, ενίσταται απέναντι στην κακή οργάνωση των οργάνων της τάξης για το κακό της αυτοδικίας στην περίπτωση του Εουσένιο: «Η δολοφονία αλλοδαπού στην Παιανία καταδεικνύει με τον πλέον δραματικό τρόπο την απόσυρση του κράτους από την προστασία των πολιτών. Είναι ένα ακόμη σύμπτωμα μιας κοι-


[69]

νωνίας που βυθίζεται στην παρακμή. Η αυτονόητη καταδίκη εγκληματικών πράξεων, όπως και φαινομένων αυτοδικίας δεν αρκεί. Για να εξαλειφθούν τέτοια φαινόμενα απαιτείται η άμεση αντιστροφή της καθοδικής πορείας της χώρας. Η έξαρση της βίας και της εγκληματικότητας είναι ευθέως συνδεδεμένη με τη φτώχεια και την εξαθλίωση, αλλά και με την απόσυρση της αστυνομίας από το έργο της, που δεν είναι άλλο από την προστασία της ασφάλειας των πολιτών. Το γενικευμένο αίσθημα ανασφάλειας και φόβου που πλήττει όλους ανεξαιρέτως τους συμπολίτες μας δεν οφείλεται μόνο στην έξαρση της εγκληματικότητας, αλλά και στη διάλυση της υγείας, της παιδείας, του κοινωνικού κράτους και ως τέτοιο πρέπει να καταπολεμηθεί με ριζική αλλαγή της ασκούμενης πολιτικής». Για να αποσυρθεί το κράτος και η αστυνομία από την προστασία των πολιτών, για να βυθιστεί η κοινωνία στην παρακμή, για να πάρει η χώρα καθοδική πορεία σημαίνει ότι κάποτε το κράτος και η αστυνομία προστάτευαν τον πολίτη, η κοινωνία άκμαζε και η πορεία της χώρας ήταν ανοδική. Πιστός στον Δον Αντριάνο, καθότι στη δούλεψή του δεκαετίες τώρα, από τον κοινό τόπο καταγωγής τους το Αίγιο, στα «Αχαϊκά Πλαστικά», ο Πεπίτο τον είχε ακολουθήσει όταν άνοιξε κι άλλο εργοστάσιο κατασκευής σκουπιδοκάδων, αυτή τη φορά στην Κομοτηνή, αφού είχε φροντίσει ο μεγάλος Δον να απλώσει τα παραποτάμια του σε αρκετούς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για να μοσχοπουλάει σκουπιδοτενεκέδες, σκουπιδιάρες και άλλα σκουπίδια και φούμαρα με κάθε δυνατή άνωθεν βοήθεια. Εξαγωγές, καινοτομίες και άλλες δύο μονάδες στην Ιταλία και τη Γηραιά Αλβιώνα. Ο Πεπίτο ήταν προϊστάμενος στο εργοστάσιο για 10 χρόνια σχεδόν… Σύμφωνα με μαρτυρίες της κόρης του, τον πρώτο καιρό κοιμόταν μέσα στο εργοστάσιο για να μην χάνει χρόνο. Ενδιάμεσα, ο Δον Αντριάνο είχε αντλήσει μπόλικες επιδοτήσεις από τον κρατικό κορβανά, ιδρύοντας μια αεροπορική εταιρεία με σκοπό τη μάσα και την παρουσίαση ανταγωνισμού στην αγορά αερογραμμών της χώρας. Μέχρι να φτιαχτεί το ωραιότατο ιδιωτικό μονοπώλιο του Δον Μπαζίλ. Εκεί η αποστολή του τελείωσε και η αεροπορική εταιρεία έκλεισε. Ο Πεπίτο φυσικά δεν ήταν ο μόνος απολυμένος ούτε ο μόνος απλήρωτος. Εργάτες χωρίς κατάλληλη ασφάλεια και ασφάλιση, απολυμένοι χωρίς αποζημιώσεις και εναπομείναντες απλήρωτοι για δύο με τρεις μήνες εδώ και κάποια χρόνια ήταν ο κανόνας (http://goo.gl/IsFU7). Και για να μην ξε-


[70]

χνιόμαστε ο Πεπίτο το είχε πει στην τούρλα του εγκλήματος που διέπραττε. Τα κέρδη πήγαιναν σε οφσόρ. Το επιχειρησιακό συνδικάτο εργοδοτικό και ο κρατικός έλεγχος μηδενικός. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι πρότινος ξετυλίγεται μια ιστορία που σε καμία περίπτωση δεν έχει να επιδείξει προστασία του πολίτη, ακμάζουσα κοινωνία, ανοδική πορεία της χώρας, κοινωνικό κράτος και τα ρέστα. Έχει όμως να επιδείξει προστασία του αστού. Μα… υπάρχει στο Μεξικό Κομοτηνή; Ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας, πρόκληση σωματικής βλάβης η οποία χαρακτηρίζεται επικίνδυνη απόπειρα εκβίασης, αρπαγή, οπλοφορία, οπλοχρησία και άσκοπους πυροβολισμούς, άσκησε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ροδόπης εναντίον του Πεπίτο. Σύμφωνα όμως με τη δικηγόρο του Πεπίτο, ο ίδιος δήλωσε ότι σέβεται και εκτιμά τον εργοδότη και κουμπάρο του, ότι δηλώνει μετανιωμένος για τις πράξεις του και πως η κατάσταση εκτραχύνθηκε από… λάθος χειρισμούς. Η δικηγόρος πρόσθεσε ότι ο πελάτης της έχει να λαμβάνει αποζημίωση από την εταιρεία, βρίσκεται σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση και πάσχει από μελαγχολία (http:// goo.gl/oZxJN). Ο Πεπίτο Κονκάρνε πλέον αγνοείται… Φήμες λένε ότι βρίσκεται σε κάποιο ιδρωμένο κι ανήλιαγο κελί, προσεύχεται στον άγιο Πέπε και αυτομαστιγώνεται κάθε μέρα 6 με 8 το απόγευμα. Ο Εουσένιο όμως τη σκαπούλαρε ηρωικά. Με ευρεία κοινωνική υποστήριξη στο πλευρό του και με μια απολογία (http://goo.gl/mw8RT) η οποία ουδεμία σχέση είχε με όσα παρουσίασαν σχετικά με το συμβάν οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ, αφέθηκε ελεύθερος. Άλλο να τραυματίζεις κοτζάμ Δον Αντριάνο κι άλλο να στέλνεις στον οξαποδώ έναν Εμβέρ Χότζα, ξεχασμένο εγγονό του πάλαι ποτέ δικτάτορα του προλεταριάτου της λαϊκής δημοκρατίας της Αλβανίας. Κάποιοι λένε ότι ήταν καιρό άνεργος με δυο παιδιά και γυναίκα καρκινοπαθή. Κάποιοι άλλοι ότι ήταν επαγγελματίας διαρρήκτης. Κάποιοι απλώς τον κατατάσσουν στα λούμπεν στοιχεία που δεν μας ενδιαφέρει πώς προέκυψαν και γιατί, τα έχουμε διαγράψει και αν κάνουν ποτέ κάτι αυτό σίγουρα δεν θα είναι για καλό. Τελικά, αυτό που έμεινε και είχε για όλους σημασία ήταν η αλλοδαπή του προέλευση. Όσο ο Εουσένιο ίδρωνε και ξεΐδρωνε δίπλα από την κυνηγετική του καραμπίνα, η Καρμέλα Λοσόχος έψαχνε πανικόβλητη μια δουλειά για το καλοκαίρι σε κάποιο νησί για να βγάλει τα νοίκια του φθινοπώρου. Και βρήκε στην Πάρο. Σε ένα από αυτά τα τρέντι γιαουρτάδικα που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Και νόστιμα και υγιεινά. Μάζεψε τα μπαγκάζια της και έφυγε για το «Νησί». Μεροκάματο 35 ευρώ. Τα μισά ένσημα. Συνάδελφοι 10. Άντρες. Ξαδέρφια του αφεντικού. Στα νησιά όλοι οι ντόπιοι συγγενεύουν με κάποιο τρόπο. Όσο περνούσε ο καιρός οι ώρες εργασίας αυξάνονταν με τα τουριστικά ρεύματα. Όχι όμως και το μεροκάματο. Όσο πιο εντατική γινόταν η δουλειά, το αφεντικό γαμοσταύριζε για πιο γρήγορα, οι συνάδελφοι έβλεπαν όλο και περισσότερα μουνιά να ζητάνε παγωτό γιαούρτι ή δεν ξέρω τι άλλα ασπρουλιάρικα σκατά πουλάνε σε τέτοια μέρη, και οι πελάτες μανούριαζαν για την αναντιστοιχία μεταξύ του μεγέθους του μπαλακίου και της τιμής του μπαλακίου. Κανένα ρεπό. Μόνο στην ακραία περίπτωση που θα έσκαγε μύτη το ΙΚΑ για έλεγχο. Το νοίκι πάντως θα ήταν εξασφαλισμένο. Το αν η Καρμέλα θα επιστρέψει αρτιμελής από την Πάρο, μένει να το δούμε. Κάπου τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου, ο ρεπόρτερ Ντιέγκο θέλησε να δροσίσει το στομάχι του μετά τη δύσκολη αποστολή του στην Πάρο αρχικά για την αποκάλυψη του προσώπου του τρομερού Πακιστανού δράκου βιαστή και κατόπιν για την κάλυψη της συλλογής στοιχείων για τους αντιεξουσιαστές ληστές τραπέζης και δολοφόνους Παριανού ταξιτζή. Θα μείνουμε όμως στον δράκο που ξεσήκωσε θύελ-


[71]

λα ενάντια στους λαθρομετανάστες και ήρθε ως φαράσι στη σκούπα του Υπουργού. Έχω την αίσθηση ότι πλέον το χρώμα αρκεί για να εντοπίσει κανείς τους λαθραίους από τους νόμιμους. Μα πώς δούλευε ο λαθραίος τρία χρόνια κηπουρός σε ξενοδοχείο στην Πάρο; Μα υπάρχει Πάρος στο Μεξικό; Ξαφνικά, έγινε από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης η τρομερή διαπίστωση ότι πολλά αφεντικά προσλαμβάνουν τέρατα λαθρομετανάστες επειδή είναι πιο φτηνά. Και εμείς οι Έλληνες μένουμε άνεργοι! Το βέβαιο είναι ότι αν κάνουμε τους κατάλληλους υπολογισμούς (http://goo.gl/C3BMU), 45 αλλοδαποί αλώνουν καθημερινά το φιλόξενο λίκνο της Δημοκρατίας, την Αθήνα μας. Σε τέτοιο βαθμό που οι περισσότεροι νομοταγείς πολίτες της έχουν τόσο έντονες στομαχικές διαταραχές που ξερνάν… σβάστικες! Το δεύτερο βέβαιο είναι ότι χιλιάδες προστάτες του πολίτη ξεχύνονται μηχανοκίνητοι ή πεζή στις ασφάλτους της πρωτεύουσας για να εξαρθρώσουν αυτή την αιμοσταγή λαθραία σπείρα που κλέβει και δολοφονεί… θέσεις εργασίας (κάτι ψευτοανατομικές καρέκλες που προσφέρουν απλόχερα σε τιμή ευκαιρίας τύποι σαν τον Δον Αντριάνο για όποιον έχει ακόμα γονείς με σύνταξη που θα συνεισφέρουν στο financing των καινοτόμων επιχειρήσεών τους, τόσο καινοτόμων όσο και το εργοστάσιο του Σόχο που πρωτολειτούργησε το 1761 στο Στάφορντσάιρ της Αγγλίας). Εγώ ήμουν διακοπές στην Ύδρα. Απλώς διάβαζα εφημερίδες και έπινα ντάκιρι. Αμέτρητα ντάκιρι. Με φράουλα, όχι όπως αυτά που έπινα στην Κούβα. Το ντάκιρι με φράουλα είναι εντελώς αδερφίστικο, αλλά βαριέμαι να λογοφέρνω με καμένους τίγκα στα στεροειδή μπάρμαν του νησιωτικού Μεξικού. Αυτοί μόνο με φράουλα το ξέρουν. Εκεί που καθόμουν ψιλοζαλισμένος με πήραν σβάρνα τα ΜΑΤ που έτρεχαν να απεγκλωβίσουν τους πράκτορες του ΣΔΟΕ από το αστυνομικό τμήμα της Ύδρας. Γιος ταβερνιάρισσας είχε συλληφθεί με τη διαδικασία του αυτοφώρου, επειδή η μάνα του δεν έκοβε αποδείξεις και οργισμένοι συντοπίτες της είχαν περικλείσει το τμήμα με τους πράκτορες μέσα. Έπεσα από την καρέκλα μου, χτύπησα το κεφάλι μου και έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα συνειδητοποίησα ότι δεν είχε χυθεί σταγόνα από το ντάκιρι με φράουλα. Αλλά εγώ έπεσα. Αυτό έμεινε εκεί. Αγέρωχο και λαχταριστό ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Αλλά και τα ΜΑΤ ήταν ακόμα εκεί. Η Ύδρα όμως είχε φύγει. Ήμουν σε κάποιον περίεργο χώρο που θύμιζε κλειστή αγορά. Έστριψα το κεφάλι μου να δω τι γίνεται και το βλέμμα μου έπεσε σε ένα σφυροδρέπανο ζωγραφισμένο στον τοίχο. Από κάτω έγραφε: «η αντίσταση κάνει γυμνισμό». Υπογραφή: Π.Γ.. Δεν με ένοιαξε. Ούτως ή άλλως, το Μεξικό δεν έχει κανένα νησί που να το λένε Ύδρα. Αναρωτιόμουν όμως τι κάνει ένας πολεμικός ανταποκριτής με ένα ντάκιρι φράουλα στο χέρι φαρδύς πλατύς στα πλακάκια της αγοράς Κυψέλης; Ούτε αγορά Κυψέλης υπάρχει στο Μεξικό. Και αυτό το «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου» σχήμα λόγου ήταν, ξηγημένοι;


[72]


Η λεύγα 7 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 5.6.2012, παραμένοντας σταθερό σημείο μέτρησης βαθμού ψυχραιμίας. Διακινήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους και εκμεταλλεύτηκε τη θερινή κινητικότητα προκειμένου να εμφανιστεί σε άγονα και γόνιμα νησιά, σε παραλίες γυμνιστών, στο πανηγύρι της Καλομοίρας Τρικάλων και σε αεροσκάφη υπερπόντιων διαδρομών. Στη διάδοσή της συντέλεσαν φίλοι και συνεργάτες, σταθεροί συνοδοιπόροι και περιστασιακοί σχολιαστές, το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθηνών και πλείστοι κοινωνικοί και πολιτικοί χώροι. Έχοντας καταφέρει να μετατρέψει το εύληπτο περιεχόμενό της σε ευρύχωρο t-shirt, η λεύγα προετοιμάζεται για βιωματικά σεμινάρια ηλεκτρονικής εγκράτειας για την ομαλή λειτουργία συλλογικών ψυχοϋποστηρικτικών εγχειρημάτων, αλλά και σύγχρονου μάρκετινγκ προώθησης υποσυνείδητων μηνυμάτων, με στόχο την οριστική επικράτηση των αδιαφανών κέντρων που –σε πείσμα του αρνητικού επενδυτικού κλίματος– εξακολουθούν να τη συντηρούν.

ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ ΝΑ ΠΙΝΕΤΕ ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΡΩΤΕ ΠΑΤΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ Η Ελλάδα είναι μια χώρα ορεινή, με λίγα κοπάδια και μικρή γεωργική παραγωγή, που δυστυχώς έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο από τη δράση αναρχοκομμουνιστών και συνδικαλιστών τα τελευταία χρόνια, ενώ τα μικρά αποθέματα συνήθως πέφτουν βορά των ληστρικών παράνομων μεταναστών.

Τώρα όμως η ΕΕ, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ προσφέρουν στα παιδιά μας γάλα και πατάτες, για να χτιστούν οι Έλληνες του αύριο!

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας,  Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης λεύγα 8 (Σεπτέμβριος 2012) Φωτογραφίες: Γιάννης Βαμιεδάκης, Αχιλλέας Βογιατζής Σχέδιο εξωφύλλου: Robert Spittlehouse Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr

Χωρίς σουφρωμένα χείλη και χωρίς κλαμένα μάτια, αλλά με μεγάλη όρεξη, τα παιδιά της Νέας Σμύρνης υποδέχονται το γάλα και τις πατάτες της διεθνούς βοήθειας, μπροστά σε ειδικά ενημερωτικά πόστερ.


λεύγα 08 ● σεπτέμβριος 2012

8 Ουτοπία | Πόσοι επενδυτές χρειάζονται για ν’ αλλάξουν μια λάμπα; | Αλήθειες για τις τράπεζες | Τα stage πέθαναν, ζήτω τα stage | Η αυτοκτονία ως μία εκ των αντιμνημονιακών τεχνών | CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα | Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας) | Σκέψεις περί πολιτισμικής αποικιοκρατίας με αφορμή «τα αγγλικά του Τσίπρα» | Δημήτρης Παπαϊωάννου ή το χρονικό του θανάτου του αριστερού καλλιτέχνη | Ο χαρούμενος ύπνος και οι χαμογελαστοί πελάτες του | Πικ εν ρολ με έννοιες | Για ένα σχολείο της κοινότητας | Αυτοκτονία με δόλο | 45άρια | Στην παρανομία | Angus of footby | Και σαν σκιές επιστρέφουμε… | Ψιλή κουβέντα

Λεύγα 08: Σεπτέμβριος 2012  

Η λεύγα 8 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 21 Σεπτεμβρίου του 2012, παρά τις κακοτοπιές που αντιμετώπισαν οι συντελεστές της...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you