Page 1

λεύγα 09 ● νοέμβριος 2012

3

9

Μύθος & Ιστορία | Οι τράπεζες και η ΕΕ | Ο συνεταιρισμός, η Λαμία και η Λάμια | Οι σκοποί, τα μέσα και οι άγιοι της Χαλυβουργίας | Μαϊμούδες-τυφλοί | Η στρατηγική της δίκης: πολιτικοί κρατούμενοι εν έτει 2012 | Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης αι Αθήναι | Η κοινοτοπία της ακροδεξιάς | Τυνησία: ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω; | Cherchez la femme | Restarting Greece ή Ριστάρτινγκ Γκρις; | Στηβ Τζομπς: η αισθητικοποίηση του επιχειρείν | Η κυρία Ζαναντρίς | Υπερασπίζομαι τον εαυτό μου | Ο Σωτήρης | Χαρακίρι | Κουβέντες για την Πολιτική | Ψυχραιμίας εγκώμιο


Η λεύγα 8 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 21 Σεπτεμβρίου του 2012, παρά τις κακοτοπιές που αντιμετώπισαν οι συντελεστές της και τα συστηματικά σαμποτάζ των αντιπάλων της. Διακινήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους, χάρη σε φίλους, συνεργάτες και σταθερούς συνοδοιπόρους, αύξησε τα σημεία διανομής της, πολλαπλασίασε τους συνδρομητές της και εδραίωσε τα δίκτυά διακίνησής της στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αποφάσισε να αντιπαλέψει τη διάχυτη γκρίνια και το αρνητικό κλίμα με νέες συνεργασίες, διεθνείς αποκλειστικότητες και μια καινούργια στήλη αλλά και να συγκρουστεί με τους έμφυλους διαχωρισμούς που είχαν προσπαθήσει να επιβάλουν τα αδιαφανή κέντρα που την κατευθύνουν, διευρύνοντας τη συντακτική της ομάδα.

1952-2012

ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ, ΕΠΑΥΞΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας, Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Μόρφω Μπεληγιάννη, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης, Έλια Χαρίδη

λεύγα 9 (Νοέμβριος 2012) Σχέδιο εξωφύλλου: Σοφία Παπακώστα (www.sophiapapacosta.com) Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr

ενα συγκλονιστικο οδοιπορικΟ στον εσμΟ της νεοελληνικης κοινωνιας Η κυρία Ζαναντρίς παρουσιάζει τις τσακισμένες ψυχές των θυμάτων του σύγχρονου συμμοριτισμού και αναδεικνύει τον αναμορφωτικό λόγο των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων. Οι απατηλές υποσχέσεις του συμμοριτικού παραδείσου φωτίζονται ανάγλυφα στις αφηγήσεις των θυμάτων του: «ήθελα να γίνω μία δημόσια υπάλληλος», «πίστεψα στην ισότητα και βρήκα τον εξισωτισμό», «υπερασπιζόμουν τις συντεχνίες, ναρκοθετώντας το μέλλον μου», «αγάπησα τη ζωή στα άκρα», «μόνη στο βούρκο των Εξαρχείων» συνθέτουν το πανόραμα μίας γενιάς που θα μπορούσε να είχε οδηγηθεί οριστικά στον όλεθρο και στην καταστροφή. Η κυρία Ζαναντρίς υπενθυμίζει σε όλους μας ότι η ιστορία εκδικείται εκείνους που λησμονούν τα διδάγματά της.


9

3 levga.gr 2

levgamag@gmail.com Στέφανος Βαμιεδάκης, Πώς ο Μύθος γίνεται Ιστορία

4 Γιώργος Βασσάλος, Οι τράπεζες και η ΕΕ: από τη χρηματιστικοποίηση στη «δημοκρατία» των μετόχων 10 Μόρφω Μπεληγιάννη, Ο συνεταιρισμός, η Λαμία και η Λάμια 14 Όλγα Καρυώτη, Οι σκοποί, τα μέσα και οι άγιοι 19 Έλια Χαρίδη, «Μαϊμούδες-τυφλοί» ή συρρικνώνοντας το πεδίο άσκησης και διεκδίκησης προνοιακών δικαιωμάτων 24 Κριστόφ, Η στρατηγική της δίκης, 1922-2012 33 37 41 44 47 49 52 58

Κώστας Σπαθαράκης, Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης Καίτη Πάπαρη, Κρίση και «τραύμα»: η άνοδος της ακροδεξιάς και η κοινοτοπία της Γιάννης Βογιατζής, Σημειώσεις για μια παράσταση Δήμητρα Σπανού, Τυνησία: ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω; Κλειώ Χαρέμη, Cherchez la femme Κωστής Καρπόζηλος, Restarting Greece ή Ριστάρτινγκ Γκρις; Κώστας Περούλης, Στηβ Τζομπς: η αισθητικοποίηση του επιχειρείν Robert Spittlehouse, Bella dell’Afasia

59

62 64 65 68 71 72

Η φίλη του Σωτήρη, Δυο λόγια για τον Σωτήρη Ευστάθιος Καψοκεφαλίτης, Αθωνοϊαπωνικόν χαρακίρι Λαοκράτης-Ερρίκος Αποδόμου-Fuchs, Μάκης Μάπας: Κουβέντες για την Πολιτική Ελένη Κυραμαργιού, Ψυχραιμίας εγκώμιο Γιώργος Αναγνώστου, Πλεονάσματα Γευμάτων Γιώργος Μανουσέλης, Ψιλή κουβέντα


[]

Πώς ο Μύθος γίνεται Ιστορία Το χειρότερο, το πιο ανησυχητικό: το δυσοίωνο συμβάν, η διάχυτη βία, η περιφρόνηση των θεσμών, η παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η έκνομη συμπεριφορά πολιτικών ανδρών και κρατικών λειτουργών, ο ευτελισμός της ανθρώπινης ζωής δεν προκαλούν άμεση αντίδραση, δεν αντιδρούμε. Συνηθίζουμε. Συνηθίζουμε σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις βίας, ανασφάλειας, αδικίας, ψέματος, εξευτελισμού. Δεν πονάμε ούτε έξω ούτε μέσα.1

«Κολωνάκι 5, Εξάρχεια 2, Κολωνάκι 5, Εξάρχεια 2», διαφημίζει το προϊόν του (μια μικρή ντουντούκα) ο πλανόδιος μελαψός μικροπωλητής σε πεζόδρομο των Εξαρχείων, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να πείσει ότι η τιμή προσαρμόζεται ανάλογα με το κοινό και το χώρο. Το περιστατικό (πέρα για πέρα αληθινό) δείχνει ότι η ενσωμάτωση των μεταναστών στο ελληνικό (μικροαστικό) habitus έχει ολοκληρωθεί με μεγάλη επιτυχία: μεταπρατισμός, προσαρμογή στη ζήτηση της συγκυρίας, ευελιξία διαπραγμάτευσης, ευφάνταστο πλασάρισμα, υπαινικτικό χιούμορ. Η ντουντούκα είναι αξεσουάρ, πολιτισμικά οικείο και μεστό νοήματος, τόσο στα Εξάρχεια όσο και στο Κολωνάκι. Απευθύνεται σε μια κοινωνία που φωνάζει, ουρλιάζει, αλυχτά και, σαν να μη φτάνει αυτό, επιζητά το κατάλληλο τεχνητό βοήθημα. Και ο Άγιος Παντελεήμονας κραυγάζει και σκούζει, αλλά δεν μάθαμε ποτέ πόσο πάει εκεί η τιμή της ντουντούκας. Ίσως «εκεί» υπάρχει ζήτηση για άλλα προϊόντα, πιθανόν «εκεί» το εμπόριο να ελέγχεται από άλλο μαγαζί. Ελεύθερη οικονομία έχουμε άλλωστε, ποιος ξέρει… Ο πλανόδιος μικροπωλητής είναι το συμπλήρωμα του στεγασμένου μικρομαγαζάτορα: ντουντούκες και ομπρέλες ο ένας, ηλεκτρονικό τσιγάρο και frozen yoghurt ο άλλος. Το εμπόριο άλλωστε είναι στο DNA του Έλληνα από αρχαιοτάτων χρόνων. Ξαφνικά όμως συνειδητοποιούμε ότι στερέψαμε από πελάτες, ότι εκλείπουν οι αγοραστές, ότι στέγνωσε η εσωτερική αγορά και τα παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα μένουν στα ράφια: η Ελπίδα, η Επανάσταση, η Μεταρρύθμιση, ο Εκσυγχρονισμός, οι Διαρθρωτικές Αλλαγές, η Ανάπτυξη σαπίζουν στις αποθήκες, σαν τα ευπαθή προϊόντα. Τόνοι από απούλητες ή χαλασμένες παρτίδες επιστρέφονται μαζικά στους κατασκευαστές και οι αγανακτισμένοι (πωλητές και πελάτες) απειλούν τη μήτρα των προϊόντων αυτών, τη «Μεταπολίτευση», με καταστροφή σαν άλλοι λουδίτες. Η λύση που προκρίνεται από κάποιους, η κατανάλωσή τους ακόμα και μετά την παρέλευση του «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από…», δύσκολα θα ανατρέψει την κατάσταση… Η αιτία του φαινομένου μπορεί να αναζητηθεί στο μύθο του Μιθριδάτη. Σύμφωνα με αυτόν, ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης χορηγούσε στον εαυτό του μη θανατηφόρες δόσεις δηλητηρίου, για να αποκτήσει 1. Νίκος ��������� Γ. Ξυδάκης, ��������� «Το ����������������������������� τρελαμένο εκκρεμές», εφ. Καθημερινή, 14.10.2012.


[]

ανοσία, εξαιτίας του φόβου του μήπως τον δηλητηριάσουν εχθροί ή αντίζηλοι. Όταν όμως μετά από την ήττα του από τους Ρωμαίους αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο, για να μην πέσει στα χέρια τους, απέτυχε και αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει έναν ξένο (έναν μισθοφόρο) για να τον εκτελέσει με το ξίφος του. Η μέθοδος του μιθριδατισμού εφαρμόζεται και μετά το 2009 με απόλυτη, προς το παρόν, επιτυχία. Ταυτόχρονα, συνδυάζεται και με τη φιλοσοφία της «αιώνιας επιστροφής»: επιστροφή στο χωριό, επιστροφή στα βασικά, επιστροφή στην απλότητα, επιστροφή στο πατρικό. Νέα μετανάστευση, ο Καζαντζίδης θα γράφεται με greeklish. Κάθε σπίτι και λαχανόκηπος, σαν την Κούβα στα ’90s. Στο θέατρο, το πλήθος χειροκροτεί και αποθεώνει το «Μεγάλο μας Τσίρκο», ξαναγυρνώντας στο 1973 και στην αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι «ξένοι» που μας βάζουν και τρωγόμαστε. Οι «ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις» μας τελείωσαν γρήγορα, πίσω πάλι στο προ του 1990 μοντέλο της κρατικής διατίμησης. Όλα κάπου τελειώνουν, για να ξαναρχίσουν από την αρχή. Ίσως έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε μια πιο βελτιωμένη εκδοχή μιθριδατισμού: ναι μεν να αποκτήσουμε την πολυπόθητη ανοσία, αλλά και όταν τελικά χάσουμε από τις δυνάμεις του Πομπήιου, να καταφέρουμε από μόνοι μας να αυτοκτονήσουμε με δηλητήριο, όπως άλλωστε αρμόζει σε έναν βασιλικό λαό, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγουμε ντροπιασμένοι στο σπαθί του ξένου μισθοφόρου. Στέφανος Βαμιεδάκης


[]

Γιώργος Βασσάλος

Οι τράπεζες και η ΕΕ: από τη χρηματιστικοποίηση στη «δημοκρατία» των μετόχων

Η

Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πρώτα και κύρια μια ενιαία αγορά και μια νομισματική ζώνη. Η δημιουργία της σχετίζεται άμεσα με το μοντέλο ανάπτυξης που υιοθέτησε ο παγκόσμιος καπιταλισμός τη δεκαετία του ΄70, το οποίο έδινε αυξημένο ρόλο στις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Στα είκοσι χρόνια ύπαρξης της ΕΕ, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν καθοριστική πολιτική επιρροή σε στρατηγικής σημασίας ζητήματα. Σήμερα, προσπαθούν να επιβάλουν ένα νέο είδος «δημοκρατίας». Και ίσως να τα καταφέρουν αν δεν αποσπαστεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα από το κεφάλαιο για να τεθεί υπό λαϊκό-εργατικό έλεγχο. Η ίδια η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ήταν κατά μία έννοια παρά ένα υποπροϊόν του τρόπου με τον οποίο ξεπέρασε προσωρινά ο καπιταλισμός την προηγούμενη μεγάλη κρίση του (1973): της χρηματιστικοποίησης και παγκοσμιοποίησης της οικονομίας. Ας επιχειρήσουμε μια απλοποίηση χάριν συντομίας. Το πρόβλημα, όπως σε κάθε καπιταλιστική κρίση, οφειλόταν στον αντιφατικό μηχανισμό του οικονομικού αυτού συστήματος: κάθε όμιλος αυξάνει την παραγωγική του ικανότητα (και την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου) ώστε να επικρατήσει στον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα είναι η αγορά σαν σύνολο να κατακλύζεται από προϊόντα, να δημιουργείται δηλαδή κατάσταση υπερπαραγωγής. Τα προϊόντα αυτά δεν μπορούν πια να πουληθούν σε τιμές που να εξασφαλίζουν αυξανόμενο κέρδος. Τη δεκαετία του ’70 αυτό ακριβώς παρατηρούνταν: μια σταθερή υποχώρηση του ρυθμού αύξησης της κερδοφορίας. Ο πίνακας στη διπλανή σελίδα δείχνει (επί %) τις μεταπτώσεις στο ποσοστό κέρδους των αμερικανικών εταιρειών την περίοδο 1950-2009 (Henri Houben, La crise de trente ans – La fin du capitalisme?, Aden, Βρυξέλλες 2012). Στο αδιέξοδο αυτό, δύο λύσεις υπάρχουν: ή θα αντιστοιχηθεί η παραγωγή στην κατανάλωση (θα αφιερωθεί δηλαδή στην κάλυψη των ανα-

γκών των ανθρώπων) ή θα (εφ)ευρεθούν και θα κατακτηθούν νέες αγορές, νέα πεδία κερδοφορίας τα οποία –αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα εξαντληθούν κι αυτά στο μέλλον– μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του συστήματος για ένα διάστημα. Στην πρώτη περίπτωση, πρέπει το κέρδος και η συσσώρευση κεφαλαίου να πάψουν να είναι το κίνητρο της οικονομικής ζωής, η κοινωνική τάξη που έχει συσσωρεύσει κεφάλαιο να απομακρυνθεί από την εξουσία και οι άνθρωποι να μπορέσουν να διαχειριστούν τις παραγωγικές τους δυνάμεις συλλογικά και για το κοινό τους καλό. Στη δεύτερη περίπτωση, οι κεφαλαιοκράτες βρίσκουν τρόπους να διατηρήσουν την κερδοφορία και την εξουσία τους μέχρι την επόμενη κρίση, στην οποία θα προσπαθήσουν πάλι να αυτοσχεδιάσουν για να βρουν λύσεις. Το αμερικανικό κεφάλαιο, που βρισκόταν τη δεκαετία του ’70 στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας, επέλεξε ως λύση τη χρηματιστικοποίηση της λειτουργίας των εταιρειών: καθιέρωσε την απόδοση μερίσματος στους μετόχους με βάση το προβλεπόμενο και όχι το πραγματικό κέρδος (Jo Cottenier & Henri Houben: «System crisis», http://goo.gl/0HzzS). Η αξία της μετοχής έγινε έτσι το απόλυτο μέγεθος αξιολόγησης μιας επιχείρησης. Για να μπορέσουν οι εταιρείες να πιάσουν όσο γίνεται την πρόβλεψη κέρδους, προχωρούν σε όλες τις απαιτούμενες περικοπές και ριψοκίνδυνες επενδύσεις. Στο πλαίσιο αυτό μετέφεραν και μεγάλο μέρος της παραγωγής τους στον τρίτο κόσμο. Έτσι πολλαπλασιάστηκαν οι πολυεθνικές εταιρείες με επενδύσεις εκεί αλλά και στο εξωτερικό γενικά (Οι πολυεθνικές εταιρείες είχαν τετραπλασιαστεί από το τέλος του Β΄ Π. Π. ως το 1970, αλλά οκταπλασιάστηκαν από το 1970 ως το 2000). Το μοντέλο αυτό εφαρμόστηκε αρχικά στην General Electric και γενικεύτηκε τάχιστα πρώτα στις ΗΠΑ και μετά σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Υποστηρίχτηκε από τις αλλαγές στη νομο-


[]

θεσία, πρώτα στις ΗΠΑ από το 1979, που ήραν σειρά περιορισμών στη δραστηριότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Από τότε, πολλές βιομηχανικές εταιρείες πετυχαίνουν μεγαλύτερο ποσοστό κερδοφορίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές παρά με την πώληση των προϊόντων τους. Αυτό δεν αλλάζει το ότι η βάση του όλου εποικοδομήματος είναι η υπεραξία που αποσπάται στη σφαίρα της παραγωγής. Δίνει όμως στο κεφάλαιο μεγάλη ευελιξία στη διαχείριση του προβλήματος της κερδοφορίας που παρουσιάζεται σε διάφορες αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών. Το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο ήθελε ν’ ακολουθήσει κι αυτό το μοντέλο της General������ ������������� ����� Electric������������������������������������������� , αλλά υπήρχε ένα σημαντικό εμπόδιο: οι χωριστές εθνικές αγορές δεν παρείχαν τον απαραίτητο «ζωτικό χώρο» για να ανδρωθούν στην Ευρώπη πολυεθνικά συγκροτήματα ικανά να ανταγωνιστούν με αξιώσεις τα αμερικάνικα (και ιαπωνικά) μέσα στο νέο παγκοσμιοποιημένο και χρηματιστικοποιημένο περιβάλλον. Έτσι λοιπόν, εταιρείες όπως η ������������ Phillips���� , η ��������� Volvo���� , η �������� Fiat���� , η Si������������������������������������������ emens������������������������������������� κ.ά. συγκρότησαν το 1983 τη Στρογγυλή Τράπεζα των Βιομηχάνων (Ε���������������� RT�������������� ) για να προωθήσουν την άμεση υλοποίηση μιας υπόσχεσης που δόθηκε στη Συνθήκη της Ρώμης το 1957, όταν δημιουργήθηκε η ΕΟΚ, αλλά φάνταζε εξαιρετικά θολή τις δεκαετίες του ’60 και ’70: τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Το 1985 πέτυχαν την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, που προγραμμάτιζε την υιοθέτηση εκατοντάδων ευρωπαϊκών οδηγιών οι

οποίες θα οδηγούσαν στη δημιουργία της ενιαίας αγοράς μέχρι το 1992. Σημαντική συνδρομή σ’ αυτή την επιτυχία των Δυτικοευρωπαίων καπιταλιστών είχε ο τότε επίτροπος βιομηχανίας Ετιέν Νταβινιόν, μετέπειτα τραπεζίτης στη Société Génèrale de la Belgique και μέλος της Στρογγυλής Τράπεζας (http://goo.gl/pKgUZ). Ενιαίο νόμισμα και χρηματοπιστωτική απορρύθμιση: αχώριστοι φίλοι Η ενοποίηση όμως των αγορών αγαθών δεν ήταν αρκετή. Η ελευθερία κυκλοφορίας των κεφαλαίων έπρεπε να τελειοποιηθεί. Ως αποτέλεσμα της απελευθέρωσής τους, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα σε παγκόσμια κυκλοφορία είχαν φτάσει το 1993 να έχουν αξία διπλάσια από το παγκόσμιο ΑΕΠ (το 1980 είχαν αξία ίση με το παγκόσμιο ΑΕΠ). Το αμερικανικό κεφάλαιο όμως είδε πολύ καλύτερη πρόσβαση στην αγορά χρηματοπιστωτικών προϊόντων και το ευρωπαϊκό χρειαζόταν μια δική του μεγάλη χρηματοπιστωτική αγορά. Χωρίς ένα ενιαίο νόμισμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια πραγματικά ενιαία αγορά. Το αμερικανικό κεφάλαιο δεν έβλεπε αρνητικά μια τέτοια προοπτική, αφού θα άνοιγε και στο ίδιο νέα πεδία κερδοφορίας. Έτσι λοιπόν, η Στρογγυλή Τράπεζα δημιούργησε μια υποομάδα, τον Σύλλογο για τη Νομισματική Ένωση της Ευρώπης (ΑΜ�������������������������������������������� UE������������������������������������������ ), που αποτελούταν κι από κάποιες βιομηχανικές πολυεθνικές, αλλά τα 2/3 των μελών του ήταν τράπεζες συμπεριλαμβανομένων και αμερικανικών. Πρόεδρος μπήκε ο Νταβινιόν. Τη δεκαετία του


[]

’90 ο ����������������������������������������� AMUE������������������������������������� οργάνωσε γύρω στα χίλια συνέδρια σε διάφορες χώρες για να προωθήσει το ευρώ. Η Κομισιόν δημιούργησε την «Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για την εισαγωγή του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος», που αποτελούνταν από τρία μέλη του AMUE��������������������������������������� και άλλους εκπροσώπους εταιρειών. Από τη… μη εταιρική «κοινωνία των πολιτών» υπήρχε ένας μόνο εκπρόσωπος ένωσης καταναλωτών. Τα συμπεράσματα της ομάδας αυτής αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του σχεδίου που ακολούθησε η ΕΕ για την εισαγωγή του νέου νομίσματος. Ήταν λοιπόν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των εκβιομηχανισμένων τραπεζών και των χρηματιστικοποιημένων βιομηχανιών που σχεδίασαν τη δομή του ευρώ, το οποίο άρχισε να κυκλοφορεί ως διεθνές λογιστικό νόμισμα την 1η Ιανουαρίου 1999. Στην κορυφή της δομής αυτής τοποθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με έδρα τη Φραγκφούρτη. Η ΕΚΤ ανέλαβε την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται μαζί με τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών τα συστήματα πληρωμών, ενώ σε αυτήν πέρασε το αποκλειστικό δικαίωμα να εγκρίνει την έκδοση χαρτονομισμάτων. Η διοίκησή της δεν υπάγεται σε κανέναν κοινοβουλευτικό έλεγχο. Διορίζεται έπειτα από μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε κυβερνήσεις. Η σταθερότητα των τιμών μέσω αυστηρών αντιπληθωριστικών πολιτικών καθορίστηκε ως μόνη αποστολή της. Πρόκειται δηλαδή για έναν οργανισμό

που υιοθετεί πλήρως το μονεταριστικό δόγμα του Μίλτον Φρίντμαν, χωρίς να αναφέρει ούτε καν προσχηματικά στόχους όπως η ανάπτυξη, πόσο μάλλον η κοινωνική πρόοδος. Το ίδιο έτος που εισήχθη το ευρώ ως διεθνές νόμισμα υιοθετήθηκε από τα όργανα της ΕΕ το Σχέδιο Δράσης για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες (��������������������������������������������� FSAP����������������������������������������� ). Το σχέδιο είχε συνταχθεί και πάλι από μια ομάδα εμπειρογνωμόνων (����� High� Level�������� ������������� Strate������� gy� ������� Review��������������������������������������� �������������������������������������� Group��������������������������������� ). Και τα δεκαέξι μέλη της εκπροσωπούσαν τράπεζες, ασφαλιστικές, επενδυτικές, traders��������������������������������������� και συνταξιοδοτικά ταμεία. «Κάθε κατακερματισμός της κεφαλαιακής αγοράς πρέπει να καταργηθεί» και το «κόστος κεφαλαιακής και χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο», πρόσταζε το σχέδιο. Θεωρούσε μάλιστα ότι τα ασφαλιστικά ταμεία σε όλη την Ευρώπη έπρεπε να ακολουθήσουν το παράδειγμα των ολλανδικών, που τζόγαραν ήδη στις χρηματαγορές και διέθεταν προϊόντα αξίας ίσης με το 70% του τότε ολλανδικού ΑΕΠ. Τα δάνεια έπρεπε να γίνουν φθηνότερα και με κάθε τρόπο να δημιουργηθεί κεφάλαιο, έστω και πλασματικό. Η κυρίαρχη προπαγάνδα (που λίγοι τότε αμφισβητούσαν) υποσχόταν ότι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα ωφελούνταν, θα δημιουργούνταν θέσεις εργασίας και ανάπτυξη. Καμία ευρωπαϊκή αστική τάξη δεν είχε λόγο να αντιταχθεί, καθώς το πλάνο τις βόλευε όλες: oι χώρες του βιομηχανικού πυρήνα θα μπορούσαν να εξάγουν και να επενδύουν στις υπόλοιπες με μικρότερο κόστος, ενώ τα φτηνά δάνεια πρόσφεραν άμεση αναπτυξιακή προοπτική στις περιφερειακές χώρες. Από το 2003, οι ιδιωτικές τράπεζες της Ευρωζώνης μπορούσαν να δανείζονται με επιτόκιο 2% από την ΕΚΤ. Ειρωνικές φαντάζουν σήμερα οι διαβεβαιώσεις που δίνονταν τότε, ότι «η πολιτική της ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς έχει ήδη εγκαθιδρύσει ένα νομικό πλαίσιο που αποτελεί ανάχωμα απέναντι στα συστημικά ρίσκα», ενώ οι «καταθέτες και οι ασφαλισμένοι είναι καλά προστατευμένοι από το τραύμα της χρεοκοπίας» («Implementing the framework for financial markets», http://goo.gl/5UTFo). Ο δρόμος προς την «ολοκλήρωση» των ευρωπαϊκών χρηματαγορών ήταν ξεκάθαρος: δεν έπρεπε να βασίζεται στην εναρμόνιση των εθνι-


[]

κών ρυθμιστικών πλαισίων, αλλά στον αμοιβαίο σεβασμό κάποιων ελάχιστων κανόνων. Πάνω στη βάση αυτή, το 2001, ένας άλλος Βέλγος τραπεζίτης, ο Αλεξάντερ Λαμφαλουσύ, σχεδίασε την ειδική διαδικασία λήψης αποφάσεων που θα ρύθμιζε την ενιαία ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Ο Λαμφαλουσύ είχε ξεκινήσει την καριέρα του από την ιδιωτική Τράπεζα Βρυξελλών, πριν περάσει στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών. Το 2007 έγινε μέλος της διεύθυνσης του γαλλικού ασφαλιστικού κολοσσού CNP������������� ���������������� Assurances�� ������������. Η διαδικασία που πήρε το όνομα του Λαμφαλουσύ πρόβλεπε τέσσερα στάδια: 1. το συμβούλιο και το κοινοβούλιο υιοθετούσαν (βάσει πρότασης της Κομισιόν πάντα) νομοθετήματα που περιείχαν κατευθυντήριες γραμμές· 2. ειδικές επιτροπές υιοθετούσαν εφαρμοστικά μέτρα· 3. ελεγκτικές αρχές διευκόλυναν τη σύγκλιση των διοικητικών πρακτικών· 4. η Κομισιόν έλεγχε αν τα κράτη-μέλη εφαρμόζουν τα παραπάνω. Οι ελεγκτικές αρχές του τρίτου σταδίου ήταν ντε φάκτο εξαρτημένες από τις συμβουλευτικές τους ομάδες που αποτελούνταν και πάλι κατά πλειοψηφία από εκπροσώπους χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (9 στις 13 της ���������������������������������� CESR������������������������������ , οι 6 της CEBS��������������� ������������������� και η μία της CEIOPS������������������������������������������� ). Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με το τμήμα της Κομισιόν (ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς) που είναι υπεύθυνο για την πρώτη νομοθετική πρόταση («A Captive Commission: The role of the financial industry in shaping EU regulation», http://goo.gl/ plxx5). Η διαδικασία Λαμφαλουσύ εξασφάλισε ότι μόνος σύμβουλος των ευρωενωσιακών θεσμών στη λήψη αποφάσεων θα ήταν οι ίδιες οι τραπεζικο-ασφαλιστικο-λογιστικο-επενδυτικές επιχειρήσεις και ότι καμία απόφαση δεν θα λαμβανόταν χωρίς μακρά διαβούλευση μαζί τους. Το πρώτο νομοθέτημα που είδε το φως της μέρας με βάση τη διαδικασία Λαμφαλουσύ ήταν η «Οδηγία για τις Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων» (������������������������������������������ MiFID������������������������������������� ) το 2004. Η οδηγία αυτή αντικατέστησε την αρχή του από κοινού σεβασμού ελάχιστων ρυθμίσεων με την αρχή της μέγιστης ρύθμισης. Τα κράτη-μέλη δεν επιτρεπόταν από εδώ και πέρα να επιβάλλουν παραπάνω όρια απ’ ό,τι προβλεπόταν σε επίπεδο ΕΕ. Μέχρι το 2005, η αξία των χρηματοπιστωτικών προϊόντων σε παγκόσμια κυκλοφορία είχε φτάσει το 316% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Ένα σύντομο πανηγύρι Η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση δεν είχε παρά πολύ πρόσκαιρα σκεπάσει το βαθύτερο πρόβλημα. Τη δεκαετία του 2000, η διαφορά ανάμεσα σε παραγωγική ικανότητα και παραγωγή ήταν η μεγαλύτερη από ό,τι τη δεκαετία του ’30. Οι παραφουσκωμένες προσδοκίες κέρδους από τις «νέες τεχνολογίες» και τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού διατηρούσαν αξιοπρεπείς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά, με την κερδοφορία στην παραγωγή να αγκομαχά, αναπόφευκτα κάποια στιγμή οι χρηματαγορές έπαψαν να μπορούν να κρύβουν το πρόβλημα. Έτσι έσκασε η φούσκα των ακινήτων στις ΗΠΑ και τράβηξε μαζί της τη Lehman Brothers, η κατάρρευση της οποίας έστειλε ωστικά κύματα στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά. Ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έσπρωχναν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δημοσίου χρήματος σε δάνεια και εγγυήσεις για να σώσουν τις ιδιωτικές τράπεζες, ο Μπαρόζο και ο Βαν Ρόμπεϊ δημιουργούσαν μια επιτροπή σοφών για να επανεξετάσει το ελεγκτικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ. Πρόεδρός της χρίστηκε ο επικεφαλής του ΔΝΤ στη χρυσή περίοδο της έκρηξης του χρέους του τρίτου κόσμου (19781987), ο Ζακ Ντελαροζιέ. Ο Ντελαροζιέ είναι επίσης συνδεδεμένος με την PNB������������������� ���������������������� -������������������ Paribas����������� , που γιγαντώθηκε με τα πακέτα διάσωσης. Πέντε από τα οκτώ μέλη αυτής της επιτροπής προέρχονταν


[]

από γνωστές μεγάλες τράπεζες (��������������� Goldman�������� Sachs�� �������, Citigroup��������������������������������������� , Barclays����������������������������� ������������������������������������� κ.ά. Βλ. «Would you bank on them? Why we shouldn’t trust the EU’s financial “wise men”», http://goo.gl/bD7kv). Πρότειναν την αντικατάσταση των επιτροπών Λαμφαλουσύ από νέες αρχές με αναβαθμισμένο στάτους. Λόγω του θορύβου που είχε προκληθεί για την κυριαρχία των τραπεζικών συμφερόντων στην ΕΕ, οι ευρωβουλευτές πέρασαν κάποιες τροπολογίες που περιόριζαν τον αριθμό των τραπεζο-συμβουλατόρων στο 1/3 των μελών των συμβουλευτικών ομάδων. Του κάκου όμως. Το 2010, όταν δημιουργήθηκαν οι νέες αρχές, έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τη νομοθεσία και με διάφορα τεχνάσματα ξαναέδωσαν την πλειοψηφία στα ίδια περίπου συμφέροντα με πριν. Έτσι, οι ευρωπαϊκές ομοσπονδίες καταναλωτών και μικρών επενδυτών τρέχουν τώρα να βρουν τα δίκια τους στον –διακοσμητικό– Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (http://goo.gl/EQWKu). Για την αντιμετώπιση της κρίσης (των τραπεζών), επίσης, η ΕΚΤ έριξε το επιτόκιο δανεισμού της προς τις τράπεζες στο 1% το 2009 και στο 0,75% το 2012. Άλλη συμβολική φιγούρα του «τέλους του άγριου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού», που κήρυξε ο Σαρκοζί στα τέλη του 2008 και φυσικά δεν ήρθε πότε, είναι ο Τσάρλι ΜακΚρίβυ. Πριν αποχωρήσει από Νο 1 Ευρωπαίος ρυθμιστής των αγορών (Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς), είπε: «κομμάτι της εξήγησης της κρίσης βρίσκεται στο γεγονός ότι ακούγαμε μόνο τους τραπεζίτες». Και μετά έπιασε δουλειά στο τμήμα παραγώγων της Bank� ����� New� ���� York� ����� Mellon���� ���������� ... Το δούλεμα συνεχίζεται Τελικά –τι έκπληξη!– το νέο σύστημα που συμβούλεψαν να στηθεί οι τραπεζίτες για να επιτηρεί τη λειτουργία των τραπεζών απέτυχε παταγωδώς: έκρινε τις ����������������������������������������� Dexia������������������������������������ και Bankia������������������������� ������������������������������� υγιέστατες λίγους μήνες και ένα χρόνο αντίστοιχα πριν από την κατάρρευσή τους. Σε επίσημα έγγραφά της, η Κομισιόν αναγνωρίζει πλέον ότι 4,5 τρισεκατομμύρια ευρώ ή το 1/3 του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ έχουν δοθεί σε δάνεια και εγγυήσεις για να σωθούν οι τράπεζες. Αυτό το βρίσκει «απαράδεκτο». Αλλά τι αντιπροτείνει; Αντί να «σώζουν» οι φορολογούμενοι των κρατών της Ευρωζώνης κάποια κράτη που αδυνατούν να

σώσουν μόνα τους τις τράπεζές τους (π.χ. Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία), να σώζουν συλλογικά όλοι οι φορολογούμενοι όλες τις τράπεζες . Αυτό θα γίνει όταν δοθεί –στα πλαίσια της «Τραπεζικής Ένωσης» – η δυνατότητα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) να χρησιμοποιεί το κεφάλαιό του για να ανακεφαλαιοποιεί τράπεζες, Προς το παρόν, η άμεσα συνδεδεμένη μαζί του ΕΚΤ αναλαμβάνει μεγάλο μέρος του έργου επιτήρησης που μέσα σε ένα μόλις χρόνο έδειξαν ότι αδυνατούν να φέρουν σε πέρας οι... αναβαθμισμένες ελεγκτικές αρχές του Ντελαροζιέ («A Roadmap towards a Banking Union»: http://goo.gl/NrJda). Το κεφάλαιο του ΕΜΣ προέρχεται φυσικά από τους φόρους των εργαζομένων, που αποτελούν σε όλα τα κράτη το συντριπτικό κομμάτι των κρατικών εσόδων. Και, με βάση την πρόσφατη αλλαγή στη Συνθήκη, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να συμβάλουν στον ΕΜΣ το ποσοστό που έχει καθοριστεί ότι τους αναλογεί ανά πάσα στιγμή, χωρίς κανένα κοινοβουλευτικό έλεγχο. Οι αποφάσεις στον ΕΜΣ παίρνονται με πλειοψηφία 85% και ο αριθμός ψήφων κάθε χώρας καθορίζεται από το κατατεθειμένο κεφάλαιο. Η Γερμανία έχει δικαίωμα βέτο αφού διαθέτει πάνω από το 15% των ψήφων. Αυτή λοιπόν θα αποφασίζει ποιες τράπεζες και ποια κράτη θα «σωθούν» και πώς. Επιπλέον, η διοίκηση του ΕΜΣ απολαμβάνει πλήρους νομικής ασυλίας. «Η δημοκρατία τελειώνει εκεί που αρχίζει η πιστωτική αφερεγγυότητα ενός κράτους», είπε κάποιος. Με επίσημη επιστολή, το γερμανικό υπουργείο οικονομικών ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση αυξημένα δικαιώματα για τους ελεγκτές της Τρόικας και μεγαλύτερη αυτοματοποίηση στην εφαρμογή των εντολών τους. Το ίδιο γίνεται στην ουσία σε όλες τις χώρες που είναι υπό την εποπτεία της Κομισιόν και της ΕΚΤ, αφού δανείστηκαν από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης και την ΕΚΤ. «Αφού δεν μπορείτε να πληρώσετε, χάνετε και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής σας»: τόσο απλό και νεοαποικιακό είναι το μήνυμα της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης, που προς το παρόν φαίνεται να εξασφαλίζει τη λαϊκή αποδοχή στις χώρες του κέντρου. Με τα νομοθετήματα για την οικονομική διακυβέρνηση, τον ΕΜΣ και την Τραπεζική Ένωση η δημοκρατική κυριαρχία όπως είχε εγκαθιδρυθεί


[]

με τις αστικές επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα θα δεχτεί ένα ακόμα ισχυρό πλήγμα και θα πάψει να σημαίνει πια και πολλά. Οι εθνικοί προϋπολογισμοί θα συντάσσονται με την υποχρέωση να ακολουθούνται οι έξωθεν συστάσεις όταν ένα κράτος δυσκολεύεται να πληρώσει το χρέος του. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις απαγορεύεται να καταλήγουν σε «απερίσκεπτες» αυξήσεις όταν η οικονομία του κράτους δεν κρίνεται αρκετά ανταγωνιστική ώστε να μπορεί αυτό να πληρώνει το χρέος του. Άλλα, για μια στιγμή: και ποιος τελικά μπορεί να πληρώνει; Πώς γίνεται 13 στις 17 χώρες της Ευρωζώνης να έχουν «υπερβολικά» ελλείμματα; Πώς γίνεται η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου να έχει χρέος πάνω από 100% του ΑΕΠ;��������������������������������������������� �������������������������������������������� Φυσικά και γίνεται, γιατί το διεθνές οικονομικό σύστημα χρησιμοποίησε τα τελευταία 30 χρόνια το χρέος ως βασικό κινητήρα του. Και τώρα ζητάει και τα ρέστα: «Χρωστάτε και δεν έχετε λεφτά. Άρα δώστε τη δημοκρατία σας». Κανένα πρόβλημα για την καπιταλιστική τάξη. Η ΕΕ, λοιπόν, που παρίστανε τον «εγγυητή της δημοκρατίας» στην Ευρώπη μετά την πτώση των «ολοκληρωτικών καθεστώτων» που την «απειλούσαν», έρχεται τελικά να επιβάλει τον τρόπο λειτουργίας των μετοχικών εταιρειών στις σχέσεις αλλά και τη διακυβέρνηση των εθνών: δεν είμαστε πλέον στο μία χώρα = μία ψήφος ή στο μία χώρα = χ ψήφοι, ανάλογα με τον πληθυσμό της, αλλά στο τόσες μετοχές στην ΕΚΤ/στον ΕΜΣ = τόσοι ψήφοι. Και η Γερμανία θα είναι ο ηγεμόνας της νέας αυτής μεταδημοκρατικής μετοχικής Ευρώπης. Κανένας δεν εγγυάται βέβαια ότι το νέο σύστημα θα λειτουργήσει· η ίδια η ΕΚΤ προειδοποιούσε ότι δεν έχει διοικητικά τη δυνατότητα να επιτηρεί 6.000 τράπεζες, ενώ αμφιβολίες ακούστηκαν και από το ίδιο το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών. Όποτε η Γερμανία θεωρήσει ότι η διατήρηση της συμμαχίας δεν ωφελεί τη βιομηχανική της βάση και την κυριαρχία της, η συμμαχία θα διαλυθεί. Η περιβόητη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που θα συνέβαινε στην Ευρώπη μετά το σοκ του 2008 λίγα έχει αλλάξει. Τα νομοθετήματα για τα hedge��������������������� �������������������������� funds��������������� �������������������� (2009), τα παράγωγα και τα CDS����������������������������� �������������������������������� (2011) και η αναθεώρηση της οδηγίας MiFID (2012-13) δεν πρόκειται να φρενάρουν τη γιγάντωση των αγορών πλασματικού

χρήματος, ούτε να περιορίσουν τη χρήση τους για τον έλεγχο εκ μέρους του ολιγοπωλιακού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου υλικότατων πραγμάτων όπως η παραγωγή τροφίμων, η καλλιεργήσιμη γη, οι ενεργειακές και άλλες υποδομές. Οι μηχανισμοί ελέγχου που δημιουργούνται δεν θα έχουν ποτέ την οικονομική και τεχνολογική δυνατότητα να παρακολουθούν την ταχύτητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Δεν πρόκειται καν να περιορίσουν την κερδοσκοπία με το κρατικό χρέος. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, θα ξαναδούμε τον Τσαρλς Νταλάρα του Διεθνούς Τραπεζικού Ινστιτούτου (IIF) να ξαναμπαίνει στη Σύνοδο Κορυφής για να διαπραγματευτεί με τις κυβερνήσεις τους όρους μιας επόμενης μερικής ή ολικής χρεοκοπίας της Ελλάδας ή κάποιας άλλης χώρας. Και οι διάφορες ����������������������������� Barclays��������������������� θα συνεχίσουν να μανιπουλάρουν τα διάφορα συστήματα αυτορρύθμισης, όπως τον δείκτη LIBOR�������������������� ������������������������� , και να βγάζουν δισεκατομμύρια ατιμωρητί. Δεν είναι ότι το σύστημα αφήνει να γίνονται σκάνδαλα· το ίδιο το σύστημα είναι το πιο απροκάλυπτο σκάνδαλο: η τελική λεηλασία της εργασίας και της φύσης, θεσμοθετημένη σε νομοθετήματα και ρυθμιστικά πλαίσια που εισηγούνται οι ίδιοι οι άρπαγες. Τα νέα πεδία κερδοφορίας που επιχειρούν να βρουν είναι η παραπέρα εμπορευματοποίηση της φύσης, με τη δημιουργία μιας αγοράς βιοποικιλότητας και τη συνέχιση της εμπορίας εκπομπών �� CO2, η κερδοσκοπία γύρω από ειδικά ευρωομόλογα για έργα υποδομής (νέες επιδοτήσεις στις πολυεθνικές), η λεηλασία πλουτοπαραγωγικών πηγών μέσω (και ενδοευρωπαϊκών) αποικιοκρατικών ιδιωτικοποιήσεων και πολέμων, και φυσικά η ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης με την επιστροφή σ’ έναν εργασιακό και κοινωνικό 19ο αιώνα (A. Tricarico, «The European crisis in the context of finance capitalism», http://goo.gl/whrsP). Το πλιάτσικο θα συνεχιστεί εκτός αν κατορθώσουμε να αποσπάσουμε το τραπεζικό σύστημα από τους μετόχους και τα όργανα της ΕΕ. Και γι’ αυτό τον σκοπό χρήσιμο θα ήταν να σχηματίζαμε μια πιο συγκεκριμένη ιδέα σχετικά με το από πού θα μπορούσε να χρηματοδοτείται και τι να χρηματοδοτεί ώστε να λειτουργεί, όχι με σκοπό την κερδοφορία του, αλλά ως δημόσια υπηρεσία υπό την εξουσία των εργαζομένων πολιτών.


[10]

Μόρφω Μπεληγιάννη

Ο συνεταιρισμός, η Λαμία και η Λάμια

Τ

ρεις λέξεις και η διάταξή τους, ως συνδηλώσεις μίας μόνο από τις πιθανές ερμηνείες των συνθημάτων, «Λαμιώτη, κλείνουν την τράπεζά σου, σειρά έχει το σπίτι σου… Μας κλέβετε την ιστορία». Συνθήματα τα οποία οι πρώην εργαζόμενοι της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας αντέταξαν «ηρωικά» την 25η Μαρτίου 2012, μία εβδομάδα μετά την απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της από την ΤτΕ. Ο «πρωτεργάτης» των συνεταιριστικών τραπεζών με υποκαταστήματα σε Λαμία, Αταλάντη, Μακρακώμη, Καρπενήσι και Άμφισσα, τίθεται σε ειδική εκκαθάριση και ο Γ. Προβόπουλος δηλώνει ότι τα ζητήματα των θέσεων εργασίας «δεν άπτονται της αρμοδιότητάς του», εγγυώμενος όμως ως αποκλειστικά «αρμόδιος» την ασφάλεια των καταθέσεων. «Παρα-χρήμα» και συγκεκριμένα στις 30 Μαρτίου 2012, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας αναλαμβάνει τη διαχείριση καταθέσεων και δανείων, ενώ οι 45 εργαζόμενοι της Σ.Τ.Λ. (22 χωρίς να λάβουν τις νόμιμες αποζημιώσεις) αναμένουν και απομένουν να «αυτοδιαχειρίζονται την κλοπή της ιστορίας». Η αφετηρία αυτής της ιστορίας λοιπόν χρονολογείται την 25η Ιουνίου του έτους 1900 με την ίδρυση του «ΣυλλόγουΤεχνοεργατών Λαμίας» και η «κλοπή» αυτής, σύμφωνα με τους 45 πρώην εργαζομένους της Σ.Τ.Λ., την 18η Μαρτίου του έτους 2012 όταν, με την υπ’ αριθμ. 34/3/18.3.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ), η ΤτΕ έκρινε «επιβεβλημένη» και μάλλον άκρως συμφέρουσα τη «βίαιη» ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, τη θέση αυτής σε ειδική εκκαθάριση και το διορισμό ειδικού εκκαθαριστή ενόψει του ότι «αδυνατεί να αυξήσει τα κεφάλαια... την έλλειψη επαρκούς ενεχύρου… των ανυπέρβλητων προβλημάτων εξαιτίας των υψηλών ποσοστών μη εξυπηρετούμενων δανείων και της επί μακρόν αδυναμίας εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα

αποκαθιστούσαν την βιωσιμότητα αυτού…» (http://goo.gl/ElBAC). Στα πρώτα του συλλογικά βήματα το Αλληλοβοηθητικό Σωματείο των 582 μελών και των 99 διαφορετικών επαγγελμάτων με έδρα το νομό Φθιώτιδας, λαμβάνει διαδοχικά τη μορφή του Εθνικού και Φιλανθρωπικού Ιδρύματος, του φορέα κοινωνικής ασφάλισης και του γραφείου ευρέσεως εργασίας για τα μέλη του. Έκτοτε κινείται σταθερά σε τροχιά αστικού εκσυγχρονισμού με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας να αποτελεί την εποπτεύουσα αρχή, κατά το Ν. 602/1915 «περί συνεταιρισμών». Ένας νόμος ο οποίος, φέροντας την υπογραφή του τότε υπουργού Εθνικής Οικονομίας Ανδρ. Μιχαλακόπουλου και του Αλ. Ν. Διομήδη, υπουργού επί των Οικονομικών, μετέπειτα συνδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας και πρώτου διοικητή της ΤτΕ, εξακολουθούσε πεισματικά να μην «εκσυγχρονίζεται» για εβδομήντα και πλέον έτη, αναμένοντας με «περισσή» καρτερικότητα την τροποποίησή του, με την υπογραφή του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και «εθνικού μας εκσυγχρονιστή» Κώστα Σημίτη το 1986 (Ν.1667/1986 «περί αστικών συνεταιρισμών»). Η πασοκική σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’80 προβλέπει νομοθετικά για πρώτη φορά τη σύσταση και λειτουργία αμιγών αστικών πιστωτικών συνεταιρισμών, με «σοσιαλιστικό» πεδίο δράσης την παροχή δανείων, εγγυήσεων, ασφαλειών και λοιπών οικονομικών διευκολύνσεων στα μέλη του. Ταυτόχρονα, όμως, κλείνει «νεοφιλελεύθερα» το μάτι στον Στέφανο Μάνο και Ιωάννη Παλαιοκρασσά, οι οποίοι ως υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντίστοιχα εκτιμούν την ολοένα και αυξανόμενη δυναμική των πιστωτικών αστικών συνεταιρισμών και με τον Τραπεζικό Νόμο 2076/1992, ο οποίος ενσωματώνει την 77/78 Τραπεζική Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, θεσπίζεται η νομική μορφή του συνεταιρι-


[11]

στικού πιστωτικού ιδρύματος και παρέχεται σε αυτό η δυνατότητα διενέργειας τραπεζικών εργασιών υπό την εποπτεία της ΤτΕ όπως και οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες.1 Το νομικό αυτό πλαίσιο συμπληρώνεται από την υπ’ αριθμ. 2258/1993 Πράξη του Ε.Ν. Χριστοδούλου Διοικητή της ΤτΕ σύμφωνα με την οποία οι συνεταιριστικές τράπεζες δύνανται να διενεργούν εργασίες που έως τότε αποτελούσαν «αντικείμενο δραστηριότητας των εμπορικών τραπεζών», συναλλασσόμενες, όμως, αποκλειστικά με μέλη τους, με άλλα πιστωτικά ιδρύματα καθώς και με το ελληνικό δημόσιο. Οι συναλλαγές με άλλα πρόσωπα επιτρέπονται με περιορισμούς (πχ. μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει το 50% επί των χορηγήσεών ή των καταθέσεών τους και κατόπιν άδειας της ΤτΕ), οι οποίοι, όμως, αίρονται εφόσον σε αυτές συμμετέχει και μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας. Με την υπ’ αριθμ. 535/6/2.11.1993 απόφαση της ΕΠΑΘ χορηγείται άδεια λειτουργίας συ1. Όταν στα τέλη του 1992 υποβλήθηκε η αίτηση και η τεχνικοοικονομική μελέτη του «Πιστωτικού εν Λαμία Συνεταιρισμού Τεχνοεργατών ΣΥΝ.ΠΕ» στην Τράπεζα της Ελλάδος για τη λήψη άδειας συνεταιριστικής Τράπεζας, αυτός αριθμούσε 13.619 συνεταίρους φυσικά πρόσωπα έναντι 11.593 συνεταίρους που είχε στα τέλη του 1991,σημειώνοντας αύξηση 17,3%. Γεώργιος Εμμ. Τραγάκης, Συνεταιριστικές Τράπεζες στην Ελλάδα, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σ. 42.

νεταιριστικής τράπεζας στον «Πιστωτικό εν Λαμία συνεταιρισμό τεχνοεργατών ΣΥΝ.ΠΕ» ο οποίος μετονομάζεται εφεξής σε «Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας ΣΥΝ.ΠΕ», αναλαμβάνοντας πλέον την ευθύνη πλήρωσης του συνεταιριστικού σκοπού με όρους τραπεζικής «βιωσιμότητας». Το «ριφιφί» Η μονομερής ανάκληση της άδειας λειτουργίας στις 18.3.2012, η «τσαμπουκαλεμένη» είσοδος στο υποκατάστημα της Σ.Τ.Λ. του διορισμένου από την ΤτΕ ειδικού εκκαθαριστή την 19.3.2012, η απόλυση των 45 εργαζομένων αυτής και η τριήμερη απεργία πείνας (21.9.2012 έως και 23.9.2012), η οποία λήγει μετά από συνάντηση των εργαζομένων με τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Χ. Σταϊκούρα, αντιδιαστέλλεται γλαφυρά στην προ δεκαετίας «δημοκρατική» δυνατότητα ενός αμιγώς πιστωτικού αστικού συνεταιρισμού να μετασχηματιστεί, εάν και εφόσον διαθέτει το αναγκαίο κεφάλαιο (από 6 εκ. ευρώ έως 18 εκ. ευρώ ανάλογα με την κατοικία των μελών που εγγράφει) και άρα τα εχέγγυα «βιωσιμότητας», ρευστότητας και επενδυτικής ικανότητας, σε έναν αμιγώς τραπεζικό… συνεταιρισμό που θα θέτει εαυτόν υπό τη «μητρική φροντίδα» της ΤτΕ. Η τελευταία, άλλωστε, το 2000 (2467/16.10.2000 ΠΔ/ΤΕ) και για μία


[12]

συνεχή τριετία επιβεβαιώνει τον «μητρικό» της ρόλο, θέτοντας τη Σ.Τ.Λ. «υπό επιτροπεία» προκειμένου να αντιμετωπιστούν προβλήματα ρευστότητας οφειλόμενα στον υπερβάλλοντα ζήλο «διαχείρισης» των διοικητικών οργάνων της. Το γεγονός αυτό με «διακριτικότητα» αποδόθηκε από τον τότε Διοικητή της ΤτΕ Λουκά Παπαδήμο ως «διοικητική αναταραχή». Εάν λοιπόν κάποιος (όπως η γράφουσα) ο οποίος χαρακτηρίζεται από «αντι-τραπεζικό ιδεοψυχαναγκασμό», αποφασίσει να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από το έτος 2012 στο έτος 1992, στο χρονικό σημείο δηλαδή κατά το οποίο ο εν Λαμία πιστωτικός συνεταιρισμός αποφασίζει να «απογειωθεί» στον «διατραπεζικό γαλαξία», αντίστοιχα μεταθέτει και κατά μία δεκαετία τη χρονική στιγμή της «κλοπής». Το πιστωτικό μεν συνεταιριστικό δε μοντέλο του 1992 ενέπιπτε, mutatis mutandis, στη θέση που ο Μαρξ διατύπωσε σχετικά με τους εργατικούς συνεταιρισμούς της εποχής του ότι, ως μεταβατικό στάδιο προς έναν κοινωνικό τρόπο παραγωγής, αποτελούσαν το «πρώτο ρήγμα στην παλιά μορφή μέσα στα πλαίσια της παλιάς μορφής» και κατά συνέπεια περικλείοντας «όλες τις ελλείψεις του υπάρχοντος συστήμα-

τος, ήταν υποχρεωμένοι να τις αναπαράγουν». Όπερ και εγένετο… ο «Πιστωτικός εν Λαμία Συνεταιρισμός Τεχνοεργατών ΣΥΝ.ΠΕ» ιδία βουλήσει, αιτείται τη μετατροπή του με το Ν. 2076/1992, σε συνεταιριστική τράπεζα εκχωρώντας τελικά σε αυτή όσα μέχρι πρότινος αποτελούσαν χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αστικών πιστωτικών συνεταιρισμών.2 Η 2. Πιστωτικός συνεταιρισμός είναι ο αστικός (δηλαδή ο μη αγροτικός) συνεταιρισμός ο οποίος αναπτύσσει οικονομικοκοινωνική δραστηριότητα με στόχευση τη στήριξη των μελών του σε τοπικό-περιφερειακό επίπεδο, παρέχοντας σε αυτά μεταξύ άλλων, δάνεια, εγγυητικές επιστολές, υποσχετικές εξόφλησης και λοιπές οικονομικές διευκολύνσεις, χωρίς ωστόσο να έχει τη δυνατότητα αποδοχής απλών ή σε κοινό λογαριασμό καταθέσεων. Συνεταιριστική τράπεζα είναι το πιστωτικό ίδρυμα το οποίο προκύπτει από έναν πιστωτικό συνεταιρισμό ο οποίος έχει συγκεντρώσει από την εγγραφή και τις εισφορές των συνεταίρων για την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, το απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο ώστε να συναλλάσσεται με τα μέλη του, άλλα πιστωτικά ιδρύματα και το Ελληνικό Δημόσιο παρέχοντας πλέον διευρυμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (αποδοχή και διαχείριση καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων, χρηματοδοτική μίσθωση (leasing), πράξεις διενέργειας πληρωμών και μεταφοράς κεφαλαίων, έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής (πιστωτικών καρτών), μεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές κ.α. O N. 2076/1992 καθιστά κάθε πιστωτικό συνεταιρισμό ένα «εν δυνάμει» συνεταιριστικό πιστωτικό ίδρυμα…


[13]

αντίφαση συνεταιρισμού–πίστωσης αίρεται και μάλιστα κατά τρόπο θετικό για τη ΤτΕ. Πλέον, το ίσο και αδιαίρετο της συνεταιριστικής μερίδας για όλους τους συνεταίρους, το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι με μία μόνο συνεταιριστική μερίδα, η αύξηση των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας με τη διάθεση νέων μερίδων, η χορήγηση δανείων ανάλογα με το ύψος των συνεταιριστικών μερίδων, τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού, η ταχεία έγκριση των δανείων, η ύπαρξη προσωπικών εγγυήσεων, η συμμετοχή στη διανομή των κερδών, η περιφερειακή πιστωτική πολιτική και η παροχή δανείων για ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών των συνεταίρων3 «πιστώνονται» ως συγκριτικά πλεονεκτήματα των συνεταιριστικών τραπεζών, ενώ ουσιαστικά συνιστούν τον πυρήνα των γνωρισμάτων των αστικών πιστωτικών συνεταιρισμών. Σε αυτό το σημείο η ΤτΕ συνιστά ως «ορθότερη» μία παράφραση γνωστής μαρξικής θέσης: «Τους αστικούς πιστωτικούς συνεταιρισμούς πρέπει να τους βλέπουμε εξίσου όπως και τα συνεταιριστικά πιστωτικά ιδρύματα σαν μεταβατικές μορφές από τον συνεταιριστικό τρόπο παραγωγής στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής μόνο που στους πρώτους η αντίθεση έχει αρθεί αρνητικά και στα δεύτερα θετικά…». Η «κλοπή» τελικά συνέβη και μάλιστα με τρόπο που παραπέμπει στην γνωστή σκηνή της ταινίας «Ριφιφί», αφού ο Τραπεζικός Νόμος 2076/1992, «βουβά», ως «τρύπα στη μεσοτοιχία» που χωρίζει τους αστικούς πιστωτικούς συνεταιρισμούς από τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, επέτρεψε στις δεύτερες να εισέλθουν στον «κυ-

ρίως» πιστωτικό συνεταιριστικό «τόπο» και όχι το αντίστροφο. Η τραπεζική αυτή στρατηγική εντάσσεται αναπόφευκτα σε μια λογική καπιταλιστικής συσσώρευσης η οποία ίσως θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι έλαβε τα χαρακτηριστικά μιας συσσώρευσης «πρωταρχικής». Εάν στη θέση των «κοινοτικών γαιών» τεθούν οι αστικοί πιστωτικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι παρά τις αντιφάσεις τους συνιστούν δομές κοινών πόρων, τις οποίες το κεφάλαιο αποδέχεται, έχει ανάγκη και αξιοποιεί προκειμένου να διασφαλίσει μονιμότητα και διάρκεια στην αναπαραγωγή του, τότε η «πρωταρχική συσσώρευση» καθίσταται μια διαδικασία σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη και όχι μόνο χρονικά και ιστορικά εντοπισμένη. Όλα αυτά βέβαια συνέβησαν το έτος 1992… διότι το έτος 2012 η ΤτΕ ανακαλεί την άδεια λειτουργίας της Σ.Τ.Λ. και μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών της «ειδικής» εκκαθάρισης διατηρεί το «ειδικό» προνόμιο με απόφασή της «να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή σε Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα»,4 αναγκάζοντας όλους εμάς να «επιστρέψουμε» αφενός σε όρους μαρξικούς όπως η επονομαζόμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου, καθώς στον παρόντα χρόνο η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ως ανάδοχος διαχειρίζεται τις καταθέσεις και τα δάνεια της Σ.Τ.Λ., και αφετέρου σε μύθους αρχαιοελληνικούς, καθώς στη «Λάμια έχει δοθεί η δυνατότητα από το Δία να βγάζει και να ξαναβάζει τα μάτια της όποτε αυτή το θελήσει…».

3. Στο άρθρο 2 παρ. 4 περ. ε’ του καταστατικού της Σ.Τ.Λ. αναφέρεται ρητά ότι η τράπεζα, «συντρέχει στην περίθαλψη των απόρων – Μελών Συνεταίρων, των ανικάνων προς εργασία ή αναξιοπαθούντων οικείων και στενών συγγενών τους, με την παροχή βοηθημάτων, την εξεύρεση εργασίας, τη χορήγηση φαρμάκων και ιατρικής περιθάλψεως σε ασθενείς, την προστασία ανηλίκων ορφανών και γερόντων».

4. Η απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Σ.Τ.Λ. αναφέρει ρητά ότι το πιστωτικό ίδρυμα τίθεται σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3601/2007, το οποίο σε σημείο του ορίζει ότι «στ) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και χάριν προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή σε Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά το άρθρο 63Ε. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 63Δ εφαρμόζονται ανάλογα»».


[14]

Όλγα Καρυώτη

Οι σκοποί, τα μέσα και οι άγιοι

Η

μακιαβελική ή ιησουίτικη ρήση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αντηχεί εκκωφαντικά στ’ αυτιά των ενοχικών κομμουνιστών, ενώ αποτελεί αγαπημένο απόφθεγμα τόσο των επικριτών του κομμουνισμού, από τα «αριστερά» και τα δεξιά, ώστε να εντείνει αυτές τις ενοχές, όσο και οποιουδήποτε φονταμενταλιστή, που είναι σε τέτοιο βαθμό βέβαιος για τον σκοπό του και δεν κλονίζεται από καμιά ηθική προσταγή. Είναι, τελικά, μια παρεξηγημένη ρήση που θέλει να πει ότι τα μέσα δεν μπορούν παρά να απορρέουν από τον σκοπό και αυτά με τη σειρά τους να μας καταδείχνουν ποιος εντέλει είναι αυτός ο σκοπός και όχι ποιος θέλουμε να είναι. Δεν είναι μια δικαιολογία για σφαγές εν ονόματι μιας ιδέας, αλλά η ανάδειξη της διαλεκτικής σκοπού και μέσων. Τα μεγάλα διλήμματα του κοινωνικού κινήματος των αρχών του 20ού αιώνα δεν παύουν να προκύπτουν διαρκώς: «κόμμα ή κίνημα;», «κοινωνία ή τάξη;»… Οι επιλογές, φαινομενικά, έχουν γίνει εδώ και δεκαετίες και έχουν χωριστεί τα στρατόπεδα. Γιατί όμως φαινομενικά; Γιατί, καταρχάς, καμία από τις παραπάνω έννοιες δεν έχει μείνει ποιοτικά αμετάλλακτη στην ιστορία και γιατί, κατά δεύτερον, δεν φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερη ενασχόληση με τη θεωρία και την πράξη σε ένα επίπεδο που θα προηγείται της «συνθηματοποίησης» της επιλογής. Σε ένα επίπεδο τακτικής, δηλαδή, που θα αποκαλύπτει την τόσο αξιακή όσο και ορθολογική επιλογή στην οποία προβαίνουν τα πολιτικά υποκείμενα του κοινωνικού κινήματος. Όλοι αυτοί οι όροι μοιάζει, σε ένα πρακτικό επίπεδο, να έχουν καταστεί απώτατοι σκοποί, εκεί που απώτατος σκοπός είναι η… χειραφέτηση του ανθρώπου ή, αλλιώς, η υλική χειραφέτηση. Όταν λοιπόν ένα μέσο, όπως το κόμμα ή το κίνημα, έχει καταστεί απώτατος σκοπός, τη στιγμή που είναι υπαρκτά μορφώματα και άρα δεν μπορεί παρά να είναι και τα δύο (και μέσα και σκοποί), τότε ποιο είναι το… «καθαγιασμένο» μέσο για το «κόμμα/κίνημα»;

Τελικά, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί και οι ταξικοί αγώνες, από αντικειμενικές εκδηλώσεις της εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής κοινωνίας, καθίστανται μέσα προς εξυπηρέτηση του σκοπού «κίνημα/κόμμα» και δεν εκλαμβάνονται ως οι τομές αυτές στις οποίες θα «βουτήξει» το «κίνημα/κόμμα» ώστε να τις επηρεάσει, να τις ενοποιήσει και να τις στρέψει τελικά προς εξυπηρέτηση του σκοπού της χειραφέτησης του ανθρώπου. Ναι, μα το «κίνημα/κόμμα» έχει ως σκοπό τη χειραφέτηση του ανθρώπου, μπορεί αυτόματα να σκεφτεί κανείς. Φυσικά και έχει αυτό τον σκοπό όταν αναφερόμαστε στο «κίνημα/κόμμα» σε ένα αφαιρετικό επίπεδο, όταν όμως είναι υπαρκτό και το βλέπουμε και μπορούμε να το παρατηρήσουμε σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό, τότε μπορούμε και να κρίνουμε κατά πόσο εξυπηρετεί αυτόν τον απώτατο σκοπό-ιδέα. Τον Οκτώβρη του 2011, αφού κάθε ελπίδα αναβίωσης της συνελευσιακής πλατείας Συντάγματος είχε χαθεί, λίγες μέρες μετά την αιματηρή σύγκρουση της 20ης Οκτώβρη και περίπου κατά την πατριωτική (και όχι μόνο) έξαρση της 28ης Οκτωβρίου, οι εργάτες του εργοστασίου του Ασπρόπυργου της Χαλυβουργίας Ελλάδος αποφάσισαν να αντεπιτεθούν στην εργοδοσία τους που ήθελε «πεντάωρο ή 180 απολύσεις». Εκεί που το πλήθος είχε εξαντλήσει τα όριά του, ήρθε η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη να βάλει επιτέλους τα πράγματα στη θέση τους. Οι ταξικοί αγώνες από τη μια έχουν τους αστούς και από την άλλη τους προλετάριους. Οι αστοί λειτουργούν ορθολογικά, υπολογιστικά, ψυχρά και ενωτικά. Τα αστικά κόμματα, οι κρατικοί μηχανισμοί και φυσικά το καρτέλ της επεξεργασίας χάλυβα (Μάνεσης-Αγγελόπουλος-Στασινόπουλος) έδρασαν αρμονικά και μεθοδικά. Διεξήγαγαν τον δικό τους αγώνα με ψυχραιμία φροντίζοντας να αποτρέψουν την επέκταση της απεργίας στον κλάδο, να προβοκάρουν στέλνο-


[15]

ντας τη Χρυσή Αυγή, να εκμεταλλευτούν το παρατεταμένο προεκλογικό κλίμα, να χρησιμοποιήσουν τους μηχανισμούς της αστικής δικαιοσύνης σταδιακά και να κλιμακώσουν την επίθεση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες –όταν το «κίνημα/κόμμα» σε αυτή τη χώρα αποδιοργανώνεται πλήρως και παθαίνει ηλίαση από τον καύσωνα– στέλνοντας τα ΜΑΤ να σπάσουν την περιφρούρηση και το φρόνημα όσων απεργών δεν είχαν λυγίσει. Το αστικό μπλοκ έλαβε σύσσωμο μέρος σε αυτόν τον αγώνα για να καταφέρει να ξεκινήσει να εφαρμόζει τα αντεργατικά μέτρα σε έναν πολύ σημαντικό κλάδο της βιομηχανικής παραγωγής, τον κλάδο του μετάλλου, και να προστατέψει και να ενισχύσει την πολιτική και ιδεολογική του εξουσία πάνω στους εργαζόμενους σε καιρούς όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων. Τα κατάφερε, αν και σε καμία περίπτωση αβίαστα, σε ικανοποιητικό βαθμό. Οι προλετάριοι από την άλλη λειτουργούν κατά κόρον ατομικά. Όσοι εκφράζονται μέσα από κόμματα, οργανώσεις, συλλογικότητες και σωματεία είναι ιδεολογικά διασπασμένοι. Για τις αιτίες αυτής της κατάστασης υπάρχουν μυριάδες κιτάπια. Όσοι από τους προλετάριους έλαβαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μέρος σε αυτόν τον αγώνα βρήκαν την έκφρασή τους μέσα από τα υπάρχοντα γνωστά πολιτικά μορφώματα και ενεπλάκησαν σε αυτόν σε διαφορετικό βαθμό. Εκατέρωθεν, ξεπεράστηκαν αγκυλώσεις με

αποτέλεσμα να υπάρξει υλική στήριξη και να δοθεί δημοσιότητα από όλο το φάσμα της αριστεράς και της αναρχίας. Πώς οδηγηθήκαμε σε αυτό το πρωτοφανές σκηνικό; Η απεργία στη Χαλυβουργία ήταν μια απεργία με οικονομικά αιτήματα μεν αλλά εντός ενός αντιμνημονιακού, αντικαπιταλιστικού πλαισίου που τη μετέτρεψε σε πολιτική. Δεν είχε ως αίτημα την παραίτηση της κυβέρνησης, τη διαγραφή του χρέους, την κατάργηση της μνημονιακής νομοθεσίας κ.λπ., αλλά την επαναπρόσληψη των απολυμένων συναδέλφων και τη δέσμευση της εργοδοσίας ότι δεν θα γίνουν ούτε μειώσεις μισθών ούτε απολύσεις, κόντρα στο τοπίο που επιδιώκει να δημιουργήσει η μνημονιακή νομοθεσία της καπιταλιστικής κρίσης όσον αφορά τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Αυτό ήταν το μεγάλο κατόρθωμα των απεργών χαλυβουργών και κανενός άλλου. Ωστόσο η απεργία αυτή πήρε πολιτικό χαρακτήρα και διάσταση όχι μόνο λόγω της συγκυρίας ή των πολιτικών ταυτοτήτων των ηγετικών στελεχών του σωματείου, αλλά και από το γεγονός ότι μετά από την ηθική και ιδεολογική ήττα που υπέστη η εργατική τάξη από την έναρξη της καπιταλιστικής κρίσης (και δεν μιλάμε για το 2008 στις ΗΠΑ αλλά για τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 παγκοσμίως), ο βιομηχανικός εργάτης, το χαμένο για πολλούς επαναστατικό υποκείμενο, ήρθε ξανά στο επίκεντρο με 272 ημέρες συ-


[16]

νεχόμενης απεργίας και διεκδίκησε την πρωτοπορία όχι απλώς στους εργατικούς, αλλά και στους αντιμνημονιακούς και αντικαπιταλιστικούς αγώνες των καιρών μας: «Όλη η Ελλάδα μια Χαλυβουργία». Επιπλέον, η απεργία διαρκείας σε ένα εργοστασιακό σωματείο ανακάλεσε μνήμες από τους τελευταίους μεγάλους εργατικούς αγώνες των εργοστασιακών σωματείων στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, που έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στην εξέλιξη του εργατικού κινήματος, στη σημασία που απέκτησε ο συνδικαλισμός μετά την πτώση της Χούντας και στη βελτίωση, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, της σχέσης παραγωγικότητας-μισθού προς όφελος του εργαζομένου. Τρίτον, η απεργία διαρκείας των χαλυβουργών ήρθε ως έμπρακτη απάντηση στις μονοήμερες ή ολιγοήμερες απεργίες άλλων κλάδων ή ακόμα και τις γενικές, που διέπονται από ηττοπάθεια και λειτουργούν ως κυματοθραύστες της εργατικής οργής. Η απεργία της Χαλυβουργίας ανεστάλη στις 28 Ιουλίου, μετά από γενική συνέλευση του εργοστασιακού σωματείου, και οι απεργοί πήραν το δρόμο για δουλειά –με όλο το ψυχικό βάρος και την τρομοκρατία που συνεπάγεται αυτό– έχοντας να φροντίσουν για 120 απολυμένους και να αντιμετωπίσουν σωρεία μηνύσεων, αγωγών και κατηγοριών. Επιπλέον, από τις αρχές Νοεμβρίου του 2012, οι εργάτες στο εργοστάσιο της Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Βόλο, που λειτουργούσε για όλο το χρονικό διάστημα της απεργίας στον Ασπρόπυργο ως απεργοσπαστικός μηχανισμός, πήραν ως εργοδοτική επιβράβευση του σαμποτάζ τους εναντίον των συναδέλφων τους μια πρόταση μείωσης του μισθού τους κατά 25% για αόριστο χρονικό διάστημα η οποία κατέληξε σε 18% μείωση για τους επόμενους 4 μήνες, όπως τελικά έγινε δεκτή από τη γενική συνέλευση των σωματείου των εργατών στον Βόλο. Ο Γ. Σιφωνιός, ο πρόεδρος του σωματείου

των χαλυβουργών του Ασπροπύργου, στην εισηγητική ομιλία κατά τη γενική συνέλευσή τους στις 28 Ιουλίου 2012, είπε μεταξύ άλλων: «Τους νικήσαμε όλους, γιατί είχαμε το δίκιο με το μέρος μας, γιατί είμαστε ενωμένοι». Στην τελευταία γενική συνέλευση των χαλυβουργών και την πρώτη μετά την απόφαση αναστολής της απεργίας, στις 26 Οκτωβρίου 2012, η αίσθηση που επικρατούσε ήταν ακριβώς αυτή. Κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν κλόνισε την πεποίθηση ότι ο αγώνας τους ήταν νικηφόρος ακριβώς επειδή έχουν το δίκιο με το μέρος τους και όσοι συνέβαλαν στον αγώνα μέχρι τέλους μένουν ενωμένοι. Είναι αυτό νίκη; Είναι νίκη για τους ίδιους τους πρώην πλέον απεργούς, καθώς συνεχίζουν να στηρίζουν υλικά, ηθικά και θεσμικά τους απολυμένους και οι απολυμένοι συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στις συνελεύσεις και να διατηρούν ενεργοποιημένη την επιτροπή τους. Είναι νίκη δεδομένου ότι, μετά από τόσους μήνες απεργίας, συγκρούσεων και τριβών, ο εργοδότης ακόμα προσπαθεί να συγκροτήσει επιτροπή με τους πρώην απεργοσπάστες για να εξοβελίσει το υπάρχον σωματείο και δεν τα έχει καταφέρει. Είναι νίκη γιατί, όσα κι αν θυσίασαν αυτοί οι εργάτες, μπορούν ακόμα να δουν με ταξικούς όρους τους απεργοσπάστες συναδέλφους τους στον Βόλο και να προσφέρουν την αλληλεγγύη τους στην όποια απόφασή τους μπροστά στην εργοδοτική πρόταση μείωσης του μισθού τους. Άντεξαν να απεργήσουν για εννιά μήνες και επέλεξαν να επιστρέψουν για δουλειά όταν είδαν ότι είχαν τεθεί σε λειτουργία όλοι οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί εναντίον τους, αλλά και όταν είδαν συνάδελφους απεργούς, μπροστά στην ενδεχόμενη έλευση της ήττας, τις εντεινόμενες απειλές και τις δωροδοκίες της εργοδοσίας, να προδίδουν τον αγώνα και να πηδάνε τις μάντρες του εργοστασίου για να επιστρέψουν στο πόστο τους. Σε τελική ανά-


[17]

λυση, δεν σταμάτησαν τον αγώνα, απλώς επέλεξαν μια λιγότερο συγκρουσιακή μορφή κρίνοντας ορθολογικά τις δυνατότητές τους. Για όσες δυνάμεις όμως ενεπλάκησαν στον αγώνα αυτό, πέρα από τους ίδιους τους εργαζόμενους της Χαλυβουργίας Ελλάδος, η λήξη της απεργίας ήταν στην πραγματικότητα μια σοβαρή ήττα. Το ΚΚΕ, και ο συνδικαλιστικός ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής του κόμματος, το ΠΑΜΕ, προσπαθεί μέσα από τον αγώνα των Χαλυβουργών να υψώσει το φρόνημα των μελών του δημιουργώντας νέους ήρωες. Κάτι αναγκαίο αφού το τιμώρησε ο λαός με την ψήφο του στις τελευταίες εκλογές κατεβάζοντας το ποσοστό του σχεδόν στο μισό. Αντί να προβεί σε μια αποτίμηση της απεργίας, της δράσης των μελών του και των στελεχών του μέσα και έξω από το σωματείο, της δράσης άλλων αλληλέγγυων δυνάμεων, της απήχησης στην υπόλοιπη εργατική τάξη, των μέσων που χρησιμοποίησε το αστικό μπλοκ, κ.λπ., ώστε να κάνει αυτή την εμπειρία θεωρητικό εφόδιο για περαιτέρω δράση, αγιοποιεί τους απεργούς, προπαγανδίζει την υπεροχή του, εξαφανίζει κάθε αλληλέγγυα συλλογικότητα που δεν ανήκει στους κόλπους του και ισοπεδώνει όλες τις αντιφάσεις που εκδηλώθηκαν στους κόλπους του αγώνα κάτω από τον τίτλο «Η παρέμβαση των άλλων δυνάμεων και των μηχανισμών» στο κεφάλαιο 5 του Χρονικού του ηρωικού αγώνα των Χαλυβουργών, του βιβλίου που εξέδωσε η Νομαρχιακή Οργάνωση Βιομηχανίας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ. Άλλοι αλληλέγγυοι, ατομικά ή μέσα από συλλογικότητες, που για πολλούς από αυτούς ο ρόλος που έπαιξε το ΠΑΜΕ ήταν να περιορίσει και να ελέγξει τους απεργούς, αποκλείοντάς τους από άλλες κοινωνικές δυνάμεις με πιο συγκρουσιακές και «αγνές» διαθέσεις, ώστε να χρησιμοποιήσει των αγώνα των απεργών της

Χαλυβουργίας προς δικό του πολιτικό όφελος, άσκησαν κριτική θεωρώντας ότι οι απεργοί έπρεπε, όταν τον Ιούλιο επιστρατεύτηκαν τα ΜΑΤ εναντίον τους έξω από τις «πύλες της φωτιάς», να προχωρήσουν σε σύγκρουση (οι αλληλέγγυοι θα ήταν στο πλευρό τους) και να τα δώσουν όλα για όλα. Ποιο θα ήταν όμως το αποτέλεσμα αφού, βάσει συσχετισμών, πάλι η απεργία θα έβγαινε χαμένη; Μα… οι απεργοί θα γινόντουσαν οι δικοί τους ήρωες. Η εικόνα του υπέρμετρου μόχθου του εξαθλιωμένου εργάτη, που κάθε μέρα παίζει κορώναγράμματα την ακεραιότητα του σώματός του και την ίδια τη ζωή του κατέχει μια περίοπτη θέση στο φαντασιακό όλων όσων εντάχτηκαν στις γραμμές του κοινωνικού κινήματος κατά την περασμένη εικοσαετία. Μετά το «τέλος της Ιστορίας», κάποιοι αποφάσισαν να κλείσουν τα αυτιά τους μπροστά στις σειρήνες του εκσυγχρονισμένου λάιφσταϊλ. Απέρριψαν τους τρίτους δρόμους, δεν γοητεύτηκαν από τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης στην ανταγωνιστική αγορά εργασίας, δεν φοβήθηκαν την απειλή της παρωχημένης ανατολής, δεν μπήκαν σε διαταξικό διάλογο. Κατά πόσο όμως αυτό ήταν αποτέλεσμα των υλικών συνθηκών της ζωής τους και όχι της γοητείας που ασκεί στα παιδικά χρόνια ο αιώνιος μύθος του καλού εναντίον του κακού; Επιπρόσθετα, μπορούμε να μιλήσουμε πράγματι για τον πρωτοπόρο βιομηχανικό εργάτη; Οι εργάτες αυτοί μέσω του σωματείου τους ξεκίνησαν μια απεργία με σκοπό να αποτρέψουν τις απολύσεις και τις μειώσεις μισθών στο εργοστάσιό τους. Από αυτόν τον περιορισμένο χωρικά αγώνα θα μπορούσε να ακουστεί το σάλπισμα για την εκκίνηση της ακύρωσης των αντεργατικών μνημονιακών μέτρων και σε άλλους χώρους δουλειάς. Σε τοπικό, σε κλαδικό, σε διακλαδικό και, στο πιο αισιόδοξο σενάριο, σε γενικό επίπεδο. Δυστυχώς, δεν έγινε τίποτα από αυτά.


[18]

Η σημερινή γενιά των αγωνιστών είναι μπολιασμένη με τις βασανισμένες ιστορίες των ανθρώπων που συγκρότησαν την εργατική τάξη και την αριστερά στην Ελλάδα, των συνδικαλιστών και των κομμουνιστών του μεσοπολέμου, των αντιφασιστών της αντίστασης, των διωγμένων αντιφασιστών της απελευθέρωσης, των ανταρτών του ΔΣΕ, των εξόριστων, των διωγμένων αριστερών, των αντιδικτατορικών αγωνιστών και των συνδικαλιστών της δεκαετίας του 1970. Αυτό που κατάφερε να κάνει η πασοκική αλλαγή του 1981 ήταν να παραδώσει όσα στοιχεία είχαν απομείνει από όλους αυτούς τους αγώνες σε έναν κυρίαρχο λόγο, που με μαγικό τρόπο τα τσουβάλιασε όλα σε αριστερή μεταπολιτευτική διαφθορά, υπερελευθερία και γραφειοκρατική σοβιετία. Ακριβώς όπως και στη Μακρόνησο τσουβάλιαζαν τους εξόριστους μαζί με γάτες και τους έριχναν στη θάλασσα. Αυτό που έμεινε στη σημερινή γενιά ήταν ό,τι γλίτωσε από αυτό το τσουβάλιασμα και το μόνο που γλίτωσε ήταν τα… πεθαμένα μας. Η αίσθηση δικαίου για τους περισσότερους αυτής της γενιάς ξεκίνησε να αναβλύζει από το συναίσθημα της ιστορικής αδικίας που υπέστη το κοινω-

νικό κίνημα και όχι από την κατανόηση της σύγχρονης κοινωνικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Το «δίκιο του εργάτη» λοιπόν είναι το δίκιο του αδικημένου αριστερού της ιστορίας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και όχι του εκμεταλλευόμενου μέρους της καπιταλιστικής σχέσης. Ο απεργός χαλυβουργός έγινε ο άγιος, ο εκπρόσωπος του Θεού (του κόμματος/κινήματος) επί γης. Καθένας και καθεμιά περίμενε από τις κινήσεις και τις ενέργειές του την ιστορική του δικαίωση, την αναβίωση ενός μύθου που οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι είναι ο μύθος των ηττημένων. Είναι ήρωες οι ηττημένοι, αλλά ήρωες που έχουν χάσει, είτε πεθαίνοντας είτε συμβιβαζόμενοι με τον κοινοβουλευτισμό. Αυτό που παρατηρεί κανείς στους χειρισμούς των αστών είναι η ψυχρή λογική, ο επαγγελματισμός και ο συγχρονισμός με το σήμερα. Οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης βρίσκονται δέσμιοι σε ένα φαντασιακό, σε ένα δημιούργημα που έχει προκύψει μέσα από έναν συγκεκριμένο τρόπο συναισθηματικής διαχείρισης της ιστορικής μνήμης. Οι ταξικοί αγώνες δεν χρειάζεται να παράγουν ήρωες και μύθους, αλλά γνώση και συνείδηση.


[19]

Έλια Χαρίδη

«Μαϊμούδες-τυφλοί» ή συρρικνώνοντας το πεδίο άσκησης και διεκδίκησης προνοιακών δικαιωμάτων

Η

ελληνική ιστορία αναγνώρισης προνοιακών επιδομάτων για άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) ξεκινάει τυπικά το 1951, με την ψήφιση του νόμου 1904 «περί προστασίας και αποκαστάσεως των τυφλών». Αποτελεί τον πρώτο σχετικό με την τυφλότητα νόμο που θεσπίζεται στην Ελλάδα, περιλαμβάνει ρυθμίσεις κυρίως για θέματα εκπαίδευσης, περίθαλψης και ειδικής επαγγελματικής κατάρτισης και προβλέπει την παροχή οικονομικού βοηθήματος σε όσους είναι εγγεγραμένοι στα γενικά μητρώα τυφλών. Δεν τίθεται όμως σε εφαρμογή παρά μόνο το 1963, όταν ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών (Π.Σ.Τ.) πραγματοποιεί μία από τις πρώτες διαμαρτυρίες του έξω από το υπουργείο Παιδείας. Επιτυγχάνεται τότε η έναρξη καταβολής του προνοιακού επιδόματος και θα χρειαστούν σχεδόν είκοσι χρόνια ακόμη μέχρι να επεκταθεί στο σύνολο των Ελλήνων τυφλών. Ο σχετικός νόμος (1480) ψηφίζεται το 1981 με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία, αλλά το έδαφος είχαν ήδη αρχίσει να προετοιμάζουν τα γεγονότα του 1976. Στις 2 Μαΐου ο «Οίκος Τυφλών» Καλλιθέας –σημερινό «Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών»– καταλαμβάνεται για πέντε μήνες από τους οικοτρόφους του και τον Π.Σ.Τ., οι οποίοι διεκδικούν το δικαίωμά των τυφλών στην αυτοδιάθεση, την εκπαίδευση και την εργασία.1 Και ενώ κατορθώνουν να κερδίσουν τη συμπάθεια της κοινής γνώμης (όταν, για παράδειγμα, η τότε διοίκηση του Οίκου κόβει την παροχή ρεύματος και νερού στο κτίριο, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής στηρίζουν τους καταληψίες προσφέροντάς τους καθημερινά φαγητό και οτιδήποτε άλλο χρειάζονται), εγείρουν παράλληλα τις υποψίες του κράτους, με αποτέλεσμα αρμόδιοι υπάλληλοι να πραγματοποιούν

επισκέψεις στα σπίτια των τυφλών, προκειμένου να διαπιστώσουν την ανάγκη τους για οικονομική βοήθεια. Έτσι, αν κάποιος έχει το σπίτι του στρωμένο με χαλιά ή διαθέτει τηλεόραση, δεν κρίνεται αρκετά άπορος ώστε να του αποδοθεί το επίδομα που προβλέπει ο νόμος του ’51. Τη σύγχρονη εκδοχή τέτοιων και παρόμοιων άλλων αφηγήσεων περί διαπίστωσης των «αληθινών» τυφλών ενσαρκώνουν οι σημερινοί «μαϊμούδες-τυφλοί», όπως ονομάζονται όσοι καταθέτουν πλαστά πιστοποιητικά οπτικής αναπηρίας, προκειμένου να εισπράξουν προνοιακά επιδόματα ή αναπηρικές συντάξεις που στην πραγματικότητα δεν δικαιούνται. Το πρώτο στίγμα του «φαινομένου» έδωσαν οι περίφημοι «τυφλοί της Ζακύνθου», όταν το 2011 αποκαλύφθηκε ότι σε σύνολο 35.000 κατοίκων οι δικαιούχοι επιδόματος τυφλότητας έφταναν τους 700. Το ποσοστό αυτό θεωρήθηκε ότι ξεπερνά κατά πολύ «τα αριθμητικά όρια του φυσιολογικού», και αποτέλεσε έτσι την αφορμή να ξεκινήσει σχετική έρευνα σε πανελλαδικό επίπεδο. Εν μέσω οικονομικής κρίσης, ωστόσο, και ενώ οι καταγγελίες για την αδικαιολόγητη αύξηση των επιδομάτων τυφλότητας στο νησί είχαν ήδη ξεκινήσει από το 2006 και οι υποψίες από το 2001, το κυνηγητό για «μαϊμού» αναπηρικά επιδόματα και συντάξεις κάθε κατηγορίας φαίνεται πως βρίσκει την αιτιολογία του αλλού. Αναγγέλοντας τη σύσταση του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ), Τα Νέα παρουσιάζουν το σκοπό ύπαρξής του: Στόχος είναι ο περιορισμός στο 8%-9%, που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ, του αριθμού των αναπηρικών συντάξεων, από 14,5% που είναι σήμερα. Εκτιμάται ότι σήμερα περίπου 60.000 με 70.000 ανάπηροι-μαϊμούδες παίρνουν αναπηρικές συντάξεις. Συνολικά, οι δι-

1. Για μια συνεπή κινηματογραφική αποτύπωση των τότε κινητοποίησεων, βλ. το μεγάλου μήκους ντοκυμαντέρ της Μαίρης Χατζιμηχάλη-Παπαηλιού «Ο αγώνας των τυφλών» (1977).

καιούχοι αναπηρικών συντάξεων υπολογίζονται στις 350.000 και το Υπουργείο Εργασίας ευελπιστεί να τις μειώσει στις 160.000 (Τα Νέα, 30.5.2011).


[20]

Ή, με οικονομικά μεγέθη: Το 4% των προνοιακών επιδομάτων που δίνονται στη χώρα μας, πηγαίνουν σε λογαριασμούς μη δικαιούχων […] από τα 6,2 δισ. ευρώ που δίνονται κάθε χρόνο για προνοιακά επιδόματα στην Ελλάδα, τα 250 εκ. ευρώ καταβάλλονται παράνομα (Έθνος, 14.8.2011).

Το ΚΕΠΑ λοιπόν υπάγεται στο ΙΚΑ και αρχίζει να λειτουργεί την 1η Σεπτεμβρίου του 2011. Καταργώντας όλες τις σχετικές υγειονομικές επιτροπές που λειτουργούσαν μέχρι τότε (με εξαίρεση αυτές του στρατού, του ναυτικού, της αεροπορίας και της αστυνομίας), οι αρμοδιότητές του αφορούν σε οτιδήποτε σχετίζεται με την πιστοποίηση της αναπηρίας: τον χαρακτηρισμό των ατόμων ως ΑμεΑ και τον καθορισμό του ποσοστού αναπηρίας τους για την καταβολή της ανάλογης σύνταξης, καθώς και για όλες τις κοινωνικές και οικονομικές παροχές ή διευκολύνσεις που προβλέπονται σχετικά. Αναμένεται επίσης το 30% των αιτούντων «να κοπούν» ή να διαγνωστούν με μικρότερο ποσοστό αναπηρίας. Συμπληρωματικά προς τη λειτουργία του ΚΕΠΑ και προκειμένου να γίνει ένα πρώτο «ξεσκαρτάρισμα», το Φεβρουάριο-Μάρτιο 2012 πραγματοποιείται η απογραφή όλων των δικαιούχων αναπηρικών επιδομάτων και συντάξεων. Τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά, μας ενημερώνουν, καθώς 50.000 άτομα περίπου δεν προσήλθαν ως όφειλαν στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών. Πιο συγκεκριμένα, από τα 240.292 άτομα που ήταν εγγεγραμένα ως δικαιούχοι το 2011, δεν παρουσιάστηκαν τα 203.998. Αφήνοντας ένα μικρό ποσοστό κωλύματος προσέλευσης, η απουσία τους ερμηνεύτηκε αυτόματα ως απάτη, με αποτέλεσμα να ενταχθούν στις κατηγορίες διπλοεγγραφών, χρήσης πλαστών δικαιολογητικών και θανάτων δικαιούχων. Αποκαλύπτεται έτσι μια «πρωτοφανής λεηλασία» του δημόσιου ταμείου και των Ελλήνων φορολογουμένων, η οποία προέρχεται κυρίως από την ελληνική περιφέρεια. Το κόστος που προκύπτει από τις χιλιάδες «ανάπηρους-μαϊμούδες» της πρώτης φάσης υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 110 εκ. ευρώ, ενώ από τη δεύτερη φάση απογραφής

που πρόκειται να διεξαχθεί μέσω των ΚΕΠΑ αναμένεται να φτάσει τα 230 εκ. Σε αυτά τα πλαίσια, «η μεγαλύτερη απάτη προνοιακών επιδομάτων» αφορά και πάλι την κατηγορία της τυφλότητας, καθώς 3.500 από τους 23.500 δικαιούχους (15% του σχετικού πληθυσμού) δεν απογράφηκαν. Μεταξύ των περιοχών που παρουσίασαν ασυνήθιστα ποσοστά (π.χ., Ηράκλειο, Φλώρινα, Καβάλα, Πιερία, Χίος), στη Ζάκυνθο εντοπίστηκαν τα υψηλότερα: από τους 700 δικαιούχους επιδόματος τυφλότητας προσήλθαν οι 100-180 (από τις πληροφορίες στον Τύπο δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία) και μεταξύ αυτών μόνο οι 60 αναγνωρίστηκαν ως πραγματικά τυφλοί. Η διαδικασία επανελέγχου που πραγματοποιείται το Σεπτέμβριο έρχεται να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Για την ακρίβεια, από τα 388 άτομα που κλήθηκαν να παρουσιαστούν στα ΚΕΠΑ, 146 δεν προσήλθαν. Μεταξύ των 221 δικαιούχων, επομένως, που εξετάστηκαν προέκυψε ότι το 17,65% είναι τυφλοί (34 εφ’ όρου ζωής και 5 για ένα έτος), ενώ το υπόλοιπο 82,35% των μη τυφλών (182 άτομα) αναμένεται να αυξηθεί κι άλλο εξαιτίας του μεγάλου αριθμού μη απογραφέντων. Η περίπτωση της Χίου ακολουθεί, καθώς από τα 416 άτομα που επανεξετάστηκαν (κλήθηκαν 460) τα 239 δεν είναι τυφλά. Αποδεικνύεται έτσι ότι το 60% των δικαιούχων ή 6 στους 10 τυφλούς εισπράττουν επίδομα «μαϊμού». Και καθώς η λογική των ποσοστών ομογενοποιεί τις περιπτώσεις που συνοψίζει, χωρίς να παρέχει λεπτομέρειες για εκείνους που απαρτίζουν τις κατηγορίες της, το φαινόμενο των «μαϊμούδων-τυφλών» συγκροτείται και σε ένα άλλο επίπεδο πέραν των επίσημων αριθμών: σε αυτό που ο Μισέλ Φουκώ ονομάζει «μικροφυσική της εξουσίας», εννοώντας εκείνη την εξουσία που «ενεργοποιείται από τα συστήματα και τους θεσμούς, αλλά που η εγκυρότητά της τοποθετείται, κατά κάποιον τρόπο […] στα ίδια τα σώματα με την υλικότητά τους και τις δυνάμεις τους» (Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Ράππα, Αθήνα 1989, σ. 39). Έτσι, παράλληλα με τις καταγγελίες πολιτών ή ακόμη και συγγενών, που δέχεται καθημερινά το υπουργείο Υγείας, τα ΜΜΕ φέρνουν στην επιφά-


[21]

νεια πλήθος άλλων «οργιαστικών» αποδείξεων για την ύπαρξη «μαϊμούδων-τυφλών». Παραθέτω ενδεικτικά:

φροντίζει. Σε σχετικό πόρισμα του ΣΔΟΕ αποκαλύπτεται ότι ο τυφλός «μαϊμού» πάρκαρε το ΙΧ του, μήκους 4,1 μέτρων, ανάμεσα σε δύο οχήματα σε κενό χώρο 4,5 μέτρων (Έθνος, 26.7.2012).

Οικοδόμος στη Μυτιλήνη με 100% αναπηρία τυφλότητας εργάζεται σε οικοδομή, τυφλός ταξιτζής οδη-

Άλλη μια υπόθεση με επίδομα μαϊμού αποκαλύφθηκε

γούσε στη Λακωνία, άλλος ήταν ανεβασμένος σε σκα-

στην Πάτρα. Δημόσιος υπάλληλος έπαιρνε το επίδο-

λωσιά και άλλος δούλευε ως ντιλίβερι. Σε χωριό της

μα τυφλού και παράλληλα είχε αναδειχθεί πρωταθλη-

Λακωνίας […] ένας τυφλός που έπαιρνε 1.000 ευρώ

τής στο μπιλιάρδο (������������� www���������� .��������� skai����� .���� gr��).

το μήνα εντοπίστηκε από ανθρώπους του ΟΓΑ να παίζει τάβλι στο καφενείο (Τα Νέα, 1.2.2011). Δικαιούχος επιδόματος τυφλότητας προσήλθε στο ΚΕΠ και υποδείκνυε στους υπαλλήλους πώς να συμπληρώσουν

την

αίτηση

απογραφής

(Έθνος,

20.3.2012). […] Η καταγγελία αφορούσε 14 κατοίκους του μικρού αυτού χωριού [της Εύβοιας], οι οποίοι δήλωναν τυφλοί. Κατά σύμπτωση και οι 14 πιάστηκαν από τους ελεγκτές του υπουργείου Υγείας να παίζουν στο καφενεδάκι του χωριού μπιρίμπα και μάλιστα ο ένας απ’ αυτούς (με πάθηση ολικής τύφλωσης στα χαρτιά) κρατούσε και σημειώσεις (Το Βήμα, 4.4.2012). Με εξαιρετική… μαεστρία πάρκαρε το αυτοκίνητό του 60χρονος από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έπαιρνε για χρόνια επίδομα... τυφλότητας, ενώ ανάλογο επίδομα φέρεται να εισέπραττε και η σύζυγός του για να τον

Παρουσιάζοντας παρόμοιες λεπτομέρειες σχεδόν για κάθε κατηγορία αναπηρίας και συνοδεύοντάς τις με μία ανάλογη ατμόσφαιρα «αποκάλυψης πρωτοφανούς σκανδάλου», το φαινόμενο των «αναπήρων-μαϊμού» αποκτά, όπως είναι αναμενόμενο, τεράστιες διαστάσεις. Η αντίδραση που ακολουθεί από τα συνδικαλιστικά όργανα των αναπήρων είναι έντονη και αφορά τόσο τη στάση των ΜΜΕ όσο και τον τρόπο που πραγματοποιείται η πιστοποίηση της αναπηρίας. Σχετικά με τα ΜΜΕ, καταγγέλλεται κυρίως η πρόωρη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της απογραφής, η δημοσίευσή τους δηλαδή χωρίς να έχει προηγηθεί η ανάλυσή τους. Όπως επισημαίνει ο Νομαρχιακός Σύλλογος ΑμεΑ Καβάλας, «ο αριθμός των ατόμων που δεν απογράφηκαν δεν παραπέμπει από μόνος του σε  μαϊμούδες, επιδημίες και βιομηχανίες». Αυτό που επιβάλλεται αντιθέτως είναι ο διαχωρισμός μεταξύ


[22]

των μαϊμούδων και των «πραγματικά» αναπήρων που δεν απογράφηκαν για λόγους που δεν σχετίζονται με απάτη (αδυναμία των δήμων να χορηγήσουν τις απαιτούμενες βεβαιώσεις ή των ΚΕΠ να εξυπηρετήσουν τους πολίτες, λήξη της ισχύος της απόφασης πιστοποίησης αναπηρίας, σωματική αδυναμία, αμέλεια, θάνατος κ.λπ.). «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από την απογραφή! Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από την επανεξέταση και τον επανέλεγχο!», υπογραμμίζει από την πλευρά του ο πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας ΑμεΑ, Ι. Βαρδακαστάνης, για να συνεχίσει λέγοντας ότι η συνομοσπονδία είχε ήδη από το 2003 παρατηρήσει την ασυνήθιστη αύξηση των επιδομάτων τυφλότητας στη Ζάκυνθο και ζητήσει εισαγγελική παρέμβαση χωρίς ωστόσο να εισακουστεί. Αυτό που καταδεικνύεται με άλλα λόγια δεν είναι η ίδια η πιστοποίηση της αναπηρίας, αλλά ότι η διαδικασία με την οποία πραγματοποιείται καταλήγει να ταλαιπωρεί τους πραγματικούς δικαιούχους. Έτσι, η κυβερνητική απόφαση να σταματήσει από 1.4.2012 η καταβολή αναπηρικών επιδομάτων και συντάξεων σε όσους δεν απογράφηκαν, έχει ως αποτέλεσμα 40.000 άτομα να μην μπορούν να εισπράξουν τα χρήματα που δικαιούνται. Την παρακώλυση αυτή επιβαρύνουν οι επιπλέον καθυστερήσεις που προκύπτουν λόγω των οργανωτικών ελλείψεων των ΚΕΠΑ και της υποστελέχωσής τους ως προς τις ειδικές ιατρικές επιτροπές. Η διαδικασία επανελέγχου των αιτήσεων αργοπορεί τόσο πολύ, που οι εκτιμήσεις προβλέπουν ενάμιση με δύο χρόνια αναμονής προκειμένου κάποιος να λάβει την πιστοποίηση της αναπηρίας του. Στα παραπάνω έρχεται τέλος να προστεθεί και το σημαντικό ζήτημα της μέτρησης, καθώς με τον νέο Κώδικα Εκτίμησης Βαθμού Αναπηρίας αυτό που προκύπτει είναι η μείωση των ποσοστών αναπηρίας. Πρακτικά κάτι τέτοιο σημαίνει ότι πολλά άτομα που μέχρι πρότινος είχαν διαγνωστεί με ποσοστό ικανό να τα εντάξει στο κλιμακωτό φάσμα των παροχών, με τις νέες μετρήσεις θα πάψουν αυτόματα να εμπίπτουν στην κατηγορία των ΑμεΑ. Και θεωρητικά σημαίνει ότι η μέτρηση της αναπηρίας σχετίζεται άμεσα με την αναγνώριση του προνοιακού επιδόματος ή άλ-

λων σημαντικών δικαιωμάτων. Η περίπτωση της τυφλότητας είναι χαρακτηριστική αυτού. Όπως προκύπτει από τον νόμο του ’51, ο οποίος βρίσκεται σε ισχύ μέχρι και σήμερα, Τυφλός κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου νοείται παν πρόσωπον, το οποίον στερείται παντελώς της αντιλήψεως του φωτός ή του οποίου η οπτική οξύτης είναι μικροτέρα του ενός εικοστού (1/20) της φυσιολογικής τοιαύτης.

Μεταφράζοντάς τον σε ποσοστά, νομίμως τυφλός και επομένως δικαιούχος προνοιακού επιδόματος είναι αυτός που η αναπηρία του κυμαίνεται μεταξύ 95-100%, αυτός δηλαδή που δεν βλέπει καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Όσοι εμπίπτουν στις υπόλοιπες ποσοστιαίες διαβαθμίσεις (80, 67, 50 και 33% οπτική αναπηρία) χαρακτηρίζονται ως «άτομα με προβλήματα όρασης» (ή μερικώς βλέποντες). Αναγνωρίζονται έτσι ως κάτι λιγότερο από τυφλοί, απολαμβάνουν λιγότερα προνόμια και σίγουρα όχι αυτό του επιδόματος. Εν ολίγοις, ενώ εκείνο το άτομο που έχει διαγνωστεί με 80% αναπηρία είναι στην πράξη τυφλό (δεν έχει για παράδειγμα τις ίδιες ευκαιρίες εργασίας ή την ίδια άνεση κίνησης με έναν βλέποντα), βάσει των ιατρικών αξιολογήσεων και του ορισμού του τυφλού ατόμου καθίσταται «παράνομος» ή «μαϊμού» και καταδικάζεται ως τέτοιος. Το ποιος είναι ανάπηρος ή όχι, συνεπώς πραγματικός δικαιούχος της κρατικής εύνοιας ή μαϊμού, διαμορφώνεται στη βάση μετρήσεων και ποσοστών. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: το ίδιο σύστημα που πιστοποιεί την αναπηρία, κατασκευάζει και τους «ανάπηρους-μαϊμού» του, ενώ με τους ίδιους πάλι όρους μέτρησης και ποσοτικοποίησης επιχειρεί να τους αποκαλύψει. Ή διαφορετικά, και προκειμένου το κράτος να αποδείξει ότι έχει εισέλθει σε μια διαδικασία διαφάνειας και συμμαζέματος της μέχρι πρότινος οικονομικής του ασυδοσίας, κατασκευάζει το «φαινόμενο» των ανάπηρων-μαϊμούδων ως αδιάσπαστο μέρος του συστήματος πιστοποίησης αναπηρίας, για να μπορέσει στη συνέχεια να το «εξαρθρώσει». Το μέγεθος ενός τέτοιου παραλογισμού αποκρύπτεται εντέλει πίσω από την κοινωνική και πολιτική παθογένεια πολιτών, γιατρών


[23]

και πολιτικών αρχών της περιφέρειας (τονίζεται ότι οι δικαιούχοι επιδομάτων αυξήθηκαν έντονα κατά τη διάρκεια του 2010, έτους δημοτικών και περιφερειακών εκλογών) –και σίγουρα όχι του σύγχρονου κράτους πρόνοιας–, την οποία τα ΜΜΕ αποκαλύπτουν καθημερινά και με απόλυτη συνέπεια. Εν μέσω οικονομικής κρίσης λοιπόν, και με υπερβολικές εκφράσεις που εκτείνουν το φάσμα της υποτιθέμενα γενικευμένης παθογένειας από την κατάσταση ασθένειας (απόστημα που έσπασε, επιδημία τυφλότητας, κρούσματα συνταξιούχων) μέχρι αυτήν της εγκληματικότητας (όργιο εξαπάτησης, τα πλοκάμια του κυκλώματος, σύσταση συμμορίας που χρήζει ποινικής αξιολόγησης), το φαινόμενο τον «ανάπηρων-μαϊμούδων» θυμίζει την ανησυχία που έχει επικρατήσει στην αμερικανική κοινωνία από τη δεκαετία του ’90 σχετικά με τον πολλαπλασιασμό όλων εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται ως θύματα. Εν ολίγοις, ο «φόβος» που αναπαράγεται είναι ότι όλο και περισσότεροι πολίτες (π.χ. γυναίκες, Αφρικανοί, ανάπηροι κ.λπ.) υιοθετούν την ταυτότητα του θύματος προκειμένου να διεκδικήσουν αποζημιώσεις ή να προασπίσουν τα δικαιώματά τους. Στην πραγματικότητα ωστόσο πρόκειται για «ψεύτικα θύματα», τα οποία, υπερβάλλοντας τον πόνο τους, μετατρέπονται σε θύτες: εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος τους κρατικούς πόρους και απειλούν επιπλέον να μετατρέψουν την ευρύτερη κοινωνία σε ένα σύνολο παθητικών, ευθυνόφοβων και εξαρτώμενων ατόμων ή, σύμφωνα με ένα πιο ακραίο σενάριο,

επιθετικών και πιθανών εγκληματικών προσωπικοτήτων. Το «αληθινό θύμα» αντιθέτως είναι εκείνο που, σαν κύριος του εαυτού του, αποφεύγει να προβάλλει το άδικο που έχει υποστεί· εκείνο με λίγα λόγια που στην πιο ιδανική του μορφή αρνείται ότι είναι θύμα (Alyson M. Cole, The Cult of True Victimhood. From the War on the Welfare to the War on Terror, Stanford University Press, Στάνφορντ 2007, σ. 3). Ο λόγος αυτός περί αληθινού ή ψεύτικου θύματος έχει αποτελέσει κάτι πολύ παραπάνω από ένδειξη συντηρητισμού. Κάνοντας υπερβολικά δύσκολη την καταγγελία της κοινωνικής αδικίας που ευνοεί κάποιους εις βάρος κάποιων άλλων, η εξιδανικευμένη εικόνα του «αληθινού θύματος» έχει ως πολιτική συνέπεια τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, των σύγχρονων προοδευτικών πολιτικών και των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 (ό.π., σ. 19). Σε αυτά τα πλαίσια, ο λόγος των αναπηρικών οργανώσεων μοιάζει μάλλον αντιφατικός. Από τη μία πλευρά, η προθυμία εκ μέρους τους να συμμετάσχουν στη διαδικασία απογραφής και επανελέγχου της αναπηρίας των μελών τους, προκειμένου να διαχωριστούν οι πραγματικοί ανάπηροι από τους μαϊμούδες, αποτελεί αναπαραγωγή του ίδιου του συστήματος που επιχειρεί να τους καταδικάσει. Από την άλλη ωστόσο, οι κατηγορίες που εκφράζουν ότι οι νέες πολιτικές πιστοποίησης λειτουργούν ως προκάλυμμα για επιπλέον περικοπές στον τομέα των προνοιακών επιδομάτων και συντάξεων, παραμένουν όχι μόνο εύστοχες, αλλά και προφητικές.


[24]

Κριστόφ

Η στρατηγική της δίκης, 1922-2012 Αντί προλόγου Για να το πούμε με δυο λόγια: η επιστροφή στους αγώνες που δόθηκαν τον προηγούμενο αιώνα εντός και εναντίον των μηχανισμών της δικαστικής και σωφρονιστικής εξουσίας δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο ή το ανεπίκαιρο. Στο εδώ και στο τώρα, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση-διαχείριση της κρίσης εξελίσσεται εν πολλοίς με τη μορφή κοινωνικού πολέμου χαμηλής έντασης, με την επιστράτευση όλου του νομοθετικού και δικονομικού οπλοστασίου του αστικού κράτους. Κάθε αγωνιζόμενος άνθρωπος μπορεί πλέον να (για την ακρίβεια: είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα) βρεθεί αντιμέτωπος με την κρατική καταστολή, παλιά ή/ και νέα, προληπτική ή/και τιμωρητική – και θα χρειαστεί να ξέρει, ή να θυμάται, τότε ότι αυτό που αντιμετωπίζει δεν είναι ένα φαινόμενο που του ενέσκηψε εξ ουρανού, αλλά μια διαδικασία με ιστορία τόσο από τη δική μας μεριά όσο και από τη μεριά του αντιπάλου. Το κείμενο που μεταφράζουμε παρακάτω συνοψίζει την πολύμορφη γαλλική εμπειρία του 20ού αιώνα. Για το σήμερα, καθένας και καθεμία μπορεί να αντλήσει από αυτήν τα διδάγματα που θεωρεί χρησιμότερα. λεύγα

Η

πρόσφατη ιστορία, η ιστορία των αντιαποικιοκρατικών αγώνων της περιόδου 19501960, έπειτα η ιστορία των αγώνων στην καθημερινότητα ή στις φυλακές τη δεκαετία του 1970, έδειξε μέχρι ποιου σημείου το δίκαιο εν γένει και οι δικαστικές διώξεις συγκεκριμένα αποτελούν χώρους αγώνα που είναι αναγκαίο να αντιμετωπίζονται ως τέτοιοι σε μια δεδομένη στιγμή. Όταν όμως ακούει κανείς ορισμένες ατζέντες, έχει την εντύπωση ότι η μνήμη αυτή χάθηκε και παρέμεινε αμετάδοτη. Το κείμενο που ακολουθεί ανασύρει κάποιες στιγμές αυτής της μνήμης. Εδώ και σαράντα χρόνια, ο αριθμός των κρατουμένων δεν παύει να αυξάνεται, δικαιολογώντας, χωρίς καμιά πραγματική συζήτηση, την ανέγερση νέων φυλακών, στο όνομα του «εξανθρωπισμού» των συνθηκών κράτησης. Την 1η Απριλίου 2012, ο πληθυσμός των φυλακών ανερχόταν σε 67.161 κρατουμένους. Τον Φεβρουάριο, το κοινοβούλιο ψήφισε την κατασκευή 24.000 νέων θέσεων. Την ίδια εποχή περίπου, ο Jean Marie Delarue, γενικός ελεγκτής των καταστημάτων κράτησης, παρουσιάζοντας την ετήσια έκθεσή του, δήλωνε σε μια συνέντευξη στο France Inter ότι, αν η Δικαιοσύνη τιμωρούσε όπως πριν από Πηγή: περ. Courant Alternatif, τχ. 220, Μάιος 2012 (http://goo.gl/RvBp7). Η ελληνική μετάφραση παραλλάσσει ελαφρά τον τίτλο. – Σ. τ. Μ.

30 χρόνια, θα υπήρχαν σήμερα 30.000 κρατούμενοι. Σημείωσε επίσης ότι ο αριθμός των κρατουμένων διπλασιάστηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια, πράγμα που δεν συνέβη και με τον συνολικό γαλλικό πληθυσμό. Οι ποινές που επιβάλλονται είναι βαρύτερες. Οι��������������������������� �������������������������� όροι���������������������� ��������������������� μη������������������� ������������������ προφυλάκισης������ ����� μειώνονται��������������������������������������� . Περισσότεροι������������������������� ������������������������������������� άνθρωποι���������������� ������������������������ στέλνονται����� ��������������� στη� ���� φυλακή������������������������������������� . Μπορούμε ����������������������������������� έτσι να συναγάγουμε ότι η καταστολή επιτάθηκε, πολλώ δε μάλλον αφού ο αριθμός των κρατουμένων δεν είναι παρά η κορυφή του δικαστικού παγόβουνου. Το παραπάνω νούμερο δεν συμπεριλαμβάνει τον αριθμό των διώξεων, των μέτρων δικαστικού ελέγχου, των προστίμων, των ποινών με αναστολή, των καταδικών σε κοινωφελή εργασία, κ.ο.κ. Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της πολιτικής της «μηδενικής ανοχής» –που θα ήταν σωστότερο να την ονομάσουμε «μέγιστη αδιαλλαξία»– απέναντι στους φτωχούς, τους ξένους, τους «παραβατικούς», ανθρώπους από πολύ διαφορετικούς χώρους που δεν αποδέχονται την κατεστημένη τάξη, όλους εκείνους που δεν συμμορφώνονται σε ένα μοντέλο και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτού του κοινωνικού πολέμου που δεν λέγεται με το όνομά του.1 Η������������������������� κατάσταση��������������� ������������������������ αυτή���������� �������������� δεν������ ��������� έχει� ����� τίποτα����������������������������������������� το�������������������������������������� ���������������������������������������� μοιραίο������������������������������ ������������������������������������� . Είναι ���������������������������� προϊόν μιας πολιτικής 1. Γι’ αυτή την εφαρμογή της πολιτικής της «μηδενικής ανοχής», βλ. το βιβλίο του δικαστή Serge Portelli, Le Sarkozysme sans Sarkozy, Grasset 2008.


[25]

που υλοποιείται από πολιτικούς, αστυνομικούς, δικαστές, ειδικούς κάθε λογής και λοιπούς εγκληματολόγους που αναμεταδίδονται από δημοσιογράφους. Είναι μια διαδικασία, αλλά μια διαδικασία δεν είναι αναπόφευκτη. Μπορεί να αναχαιτιστεί, να εκτραπεί. Αυτό ακριβώς συνέβη τη δεκαετία του 1970, με τους αγωνιστές της Επιτροπής Δράσης των Φυλακισμένων [�������������������� Comit��������������� é ������������� d������������ ’����������� Action����� ���� des� Prisonniers������������������������������������ , CAP· στο εξής: ΕΔΦ] που μετασχημάτισαν σε χώρο αγώνα αρκετές δικαστικές υποθέσεις.2 Η ΕΔΦ έβγαλε τη στρατηγική της δίκης από την αρένα των πολιτικών δικών και την εγκατέστησε στο κοινωνικό πεδίο και τις προεκτάσεις του στη δικαιοσύνη του «κοινού ποινικού δικαίου», τη δικαιοσύνη της καθημερινότητας. Η στρατηγική της δίκης3 είναι ο τίτλος ενός βιβλίου του δικηγόρου Ζακ Βερζές [�������� Jacques� Ver���� g���������������������������������������������� è��������������������������������������������� s�������������������������������������������� ], που δημοσιεύτηκε το 1968 και γράφτηκε με αφετηρία την εμπειρία του Βερζές από την υπεράσπιση του αλγερινού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης [ΜΕΑ], αλλά και την εμπειρία του κομμουνιστή δικηγόρου Μαρσέλ Βιλάρ [Marcel Willard], που είχε διοριστεί από τον Δημητρώφ για τη δίκη της πυρπόλησης του Ράιχσταγκ, το 1933 στη Λειψία. Ο Βιλάρ ήταν ένας από τους πυλώνες της Διεθνούς Κόκκινης Βοήθειας, που ιδρύθηκε στη Μόσχα το 1922, με αποστολή να υποστηρίζει τους φυλακισμένους κομμουνιστές και τις οικογένειές τους ανά την υφήλιο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Κόκκινη Βοήθεια δημιούργησε τη Διεθνή Νομική Ένωση. Σε αυτό το πλαίσιο άρχισε να συλλαμβάνεται η υπεράσπιση με πολιτικούς όρους στο πλαίσιο μιας δίκης. Η ένωση αυτή διαλύθηκε το 1939, με την απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας [ΚΚΓ]. Μετά την Απελευθέρωση, η δικαστική μάχη ξανάρχισε με τις διαδοχικές δίκες των αγωνιστών των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων (Μαδαγασκάρη, Ακτή Ελεφαντοστού, Αλγερία), με τις ρήξεις και τις συνέχειές τους. Έπειτα, τη δεκαετία του 1970, στο πολύ τεταμένο πλαίσιο εκείνης της περιόδου, βγήκε από το πολιτικό της γκέτο για να 2. Περισσότερα για την ΕΔΦ στο Christophe Soulié, Liberté sur paroles, contribution à l’histoire du comité d’action des prisonniers, Analis 1995 (διακίνηση: L’Envolée). 3. Jacques Vergès, La stratégie judiciaire, Minuit 1968 [ελλ. έκδ.: Η στρατηγική της δίκης, μτφρ. Μ. Κουμπούρα & Γ. Σπανός, Πλέθρον 2003].

επεκταθεί στο σύνολο του κοινωνικού πεδίου και των αντιφάσεών του, με αφετηρία ένα κίνημα, την ΕΔΦ, που είχε διακηρύξει άμα τη εμφανίσει του ότι όλοι οι κρατούμενοι είναι πολιτικοί. Στη συνέχεια, θα αναφερθούμε αφενός σε αυτή την ιστορική διαδικασία που όρισε κατά κάποιον τρόπο τις σχέσεις ανάμεσα στον δικαστικό θεσμό, τον κατηγορούμενο και τον δικηγόρο, ιδίως στο πλαίσιο των αντιαποικιοκρατικών αγώνων, και αφετέρου στα εργαλεία, τις μεθόδους που επιτρέπουν να ορίσουμε καλύτερα την ελεύθερη υπεράσπιση, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, και που έθεσαν από τη δική τους σκοπιά το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στις υπερασπιστικές πρακτικές και τους κοινωνικούς αγώνες. Η εργαλειοποίηση της δίκης για προπαγανδιστικούς σκοπούς Το 1922, ιδρύεται στη Μόσχα η Διεθνής Κόκκινη Βοήθεια, με αποστολή την παροχή βοήθειας και αρωγής στους φυλακισμένους κομμουνιστές αγωνιστές σε όλο τον κόσμο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη νομική υποστήριξη, αναλαμβάνοντας συγχρόνως μια δουλειά προπαγάνδας με αφετηρία αυτή τη δικαστική πραγματικότητα. Ο Γάλλος κομμουνιστής δικηγόρος Μαρσέλ Βιλάρ διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Μερικά χρόνια αργότερα, η Κόκκινη Βοήθεια δημιουργεί τη Διεθνή Νομική Ένωση [ΔΝΕ] προκειμένου να απευθυνθεί άμεσα στους επαγγελματίες του δικαίου (δικηγόρους, καθηγητές κ.ά.). Ο στόχος είναι να στρατολογηθεί το δίκαιο στην πολιτική μάχη.4 Ο νεολογισμός «αθωωτισμός» δεν υπήρχε ακόμα, αλλά θα μπορούσε να είχε κάνει ήδη την εμφάνισή του στις αντιπαραθέσεις για ζητήματα υπεράσπισης των φυλακισμένων αγωνιστών. Έτσι, η ΔΝΕ παραπέμπει στην «Επιστολή για την υπεράσπιση» του Λένιν,5 που γράφτηκε το 1905 και απευθυνόταν σε φυλακισμένους στη Μόσχα, μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Ρωσίας. Σε αυτήν, ο Λένιν αμφιταλαντεύεται 4. Για τη ΔΝΕ, βλ. Sharon Elbaz και Liora Israël, «L’invention du droit comme arme politique dans le communisme français. L’association juridique internationale (19291939)», Vingtième Siècle. Revue d’histoire, 1/2005, No 85, σ. 31-43. 5. Βλ. στα αγγλικά: http://www.marxists.org/archive/lenin/ works/1905/jan/19.htm. – Σ.τ.Μ.


[26]

ανάμεσα στην άρνηση κάθε νομιμότητας του δικαστικού θεσμού και την εκμετάλλευση όλων των μέσων έκφρασης που προσφέρει η διασφάλιση των δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Ο Λένιν επιμένει στην αναγκαιότητα να εργαλειοποιούνται τα δικαστήρια για τους σκοπούς της πολιτικής προπαγάνδας. Σε αυτή τη βάση, η ΔΝΕ θα προσπαθήσει να κάνει το δίκαιο ένα εργαλείο πολιτικής πάλης, ξεκινώντας από μια μάχη για τα δικαιώματα της υπεράσπισης και χρησιμοποιώντας σε πολύ διαφορετικά πλαίσια τα μέσα που παρείχαν οι αστικές δημοκρατίες ή αυταρχικά καθεστώτα. Τη δεκαετία του 1930, τα μέλη της ΔΝΕ έρχονται αντιμέτωπα με το αποικιοκρατικό ζήτημα, στο πλαίσιο της υπεράσπισης Ινδοκινέζων αγωνιστών. Αποκηρύσσουν, λοιπόν, και την ταξική και τη φυλετική δικαιοσύνη. Από αυτή την εμπειρία της ΔΝΕ, ο Βιλάρ θα γράψει ένα βιβλίο, το Η υπεράσπιση κατηγορεί, που εκδόθηκε το 1938 και από το οποίο θα εμπνευστεί εν μέρει ο Βερζές για να γράψει τη Στρατηγική της δίκης το 1968. Ο τίτλος του βιβλίου του Βιλάρ αναγγέλλει μια ανατροπή. Δεν είναι πλέον ο εισαγγελέας που κατηγορεί, αλλά η υπεράσπιση. Πρόκειται για σημαντική αντιστροφή

στον τρόπο κατανόησης της υπεράσπισης. Ο Βιλάρ ορίζει τον ρόλο του δικηγόρου ως ρόλο ενός αγωνιστή που οφείλει να τίθεται στην υπηρεσία των συντρόφων του ενώ συγχρόνως θέτει στη δική τους υπηρεσία τα εφόδια της νομικής του εμπειρίας. Όμως αυτός ο τύπος υπεράσπισης παραμένει περιχαρακωμένος στο πλαίσιο δικών με κατηγορούμενους πολιτικούς αγωνιστές. Περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος γινόταν κατήγορος είχαν ήδη υπάρξει, όπως στη δίκη του ιλεγκαλιστή αναρχικού Ζακόμπ στην Αμιένη το 1905. Με την κίνηση, ωστόσο, της ΔΝΕ, η υπεράσπιση συλλαμβάνεται και αναλύεται θεωρητικά σε ένα πλαίσιο πολύ πιο συλλογικό, με διαφορετικές πρακτικές, με γραπτά που μπορούν να κυκλοφορήσουν και να αγγίξουν κι άλλους κύκλους. Σε όλη αυτή την περίοδο, ο Μαρσέλ Βιλάρ θα εκπαιδεύσει δικηγόρους τους οποίους θα ξανασυναντήσουμε σε όλες τις δικαστικές μάχες που συνδέονται με το αποικιοκρατικό ζήτημα –ιδίως τη δίκη των βουλευτών της Μαδαγασκάρης, τον Οκτώβριο του 1948, τη δίκη των ηγετών της Αφρικανικής Δημοκρατικής Συνέλευσης (Ακτή Ελεφαντοστού) και τις δίκες των αγωνιστών για την ανεξαρτησία της Αλγερίας– από τη δεκαετία του 1950 και μετά.


[27]

Οι δικηγόροι οργανώνονται σε συλλογικότητα Στην Αλγερία, πριν από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας, η γαλλική κυβέρνηση πριμοδότησε τη δικαστική οδό. Από το 1950 και μετά, η αστυνομία αποδιαρθρώνει την Ειδική Οργάνωση [ΕΟ] του Κινήματος για τον Θρίαμβο των Δημοκρατικών Ελευθεριών [ΚΘΔΕ] με τη σύλληψη 363 αγωνιστών, από τους οποίους οι 252 παραπέμπονται σε ποινικά δικαστήρια με τις κατηγορίες της εγκληματικής οργάνωσης, της κατοχής όπλων και της προσβολής της ασφάλειας του κράτους. Στη Γαλλία, το πλαίσιο δεν είναι διόλου ευνοϊκό. Τα τοπικά πολιτικά κόμματα απέχουν από την υπόθεση. Οι κατηγορούμενοι αγωνιστές εγκληματοποιούνται σε δίκες κοινού ποινικού δικαίου οι οποίες διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών.6 Έτσι οι δικηγόροι θα παίξουν κεντρικό ρόλο, καθώς θα γίνουν ο σύνδεσμος ανάμεσα στους φυλακισμένους κατηγορούμενους, το κίνημα στο οποίο ανήκουν αυτοί και το οποίο ορίζει τους πολιτικούς στόχους της υπεράσπισης, και την ευρύτερη ενημέρωση, ιδίως στη μητροπολιτική χώρα. Επιπλέον, πρόκειται για μια πολύ συγκεκριμένη κατάσταση, όπου δικάζονται άνθρωποι από τους θεσμούς ενός κράτος το οποίο δεν αναγνωρίζουν. Απέναντι σε αυτό το πλαίσιο, το ΚΘΔΕ επιλέγει να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Οι δικηγόροι οργανώνονται σε συλλογικότητα προκειμένου να αναλαμβάνουν εκ περιτροπής τις υποθέσεις στη Γαλλία και στην Αλγερία, και να μπορούν να ανταποκρίνονται συνεχώς στη νέα κατάσταση. Η σχέση δικηγόρου/πελάτη αναδιαμορφώνεται με την εφαρμογή ενός συστήματος συλλογικής υπεράσπισης. Και παρόλο που οι κατηγορούμενοι δεν αναγνωρίζουν τους γαλλικούς θεσμούς, οι δικηγόροι τους παρεμβαίνουν επίσης με ενστάσεις επί της διαδικασίας, υποστηρίζοντας την ακυρότητα των αγορεύσεων, καταγγέλλοντας τις αστυνομικές μεθόδους (χρήση βασανιστηρίων), την παραβίαση των δημόσιων ελευθεριών και τη μη νομιμότητα της αποικιοκρατίας: «Ο δικηγόρος που εμπλέκεται στις δίκες της ΕΟ συμβάλλει στην 6. Elbaz Sharon, «L’avocat et sa cause en milieu colonial. La défense politique dans le procès de l’Organisation spéciale du Mouvement pour le triomphe des libertés en Algérie (1950-1952)», στο Politix, τόμ. 16, τχ. 62, 2003, σ. 65-91.

τελική διατύπωση, με νομικούς όρους, μιας πολιτικής επιχειρηματολογίας που έχει καταρτιστεί εκτός δικαστηρίου από το ΚΘΔΕ. Ταυτόχρονα, όμως, οι δικηγόροι προσπαθούν να δώσουν στις οργανωτικές στρατηγικές ένα νομικό έρεισμα, αποσυνθέτοντας τους μηχανισμούς του Άρθρου 80 (που δημιουργούσε τις έκτακτες νομικές προϋποθέσεις γι’ αυτές τις δίκες). Η επιχειρηματολογία τους επικεντρώνεται στη νομική σημασία του όρου “αρχή τέλεσης” [entreprendre], που κατά την άποψή τους διαφέρει από την “απόπειρα” [tenter], καθότι δηλώνει την αρχή μιας δράσης η οποία μένει ν’ αποδειχθεί στην περίπτωση της ΕΟ».7 Αυτή η μάχη για το νόημα των λέξεων θα εμφανιστεί ξανά στις πρακτικές της ελεύθερης υπεράσπισης. Από τον νομικό λόγο, λοιπόν, η υπεράσπιση μπορεί να ξαναγυρίσει στον πολιτικό λόγο, δείχνοντας τις αντιφάσεις ανάμεσα σε αυτές τις διώξεις που γεννήθηκαν από τους θεσμούς της Τρίτης Δημοκρατίας, η οποία διακήρυσσε ανοιχτά τον ιμπεριαλισμό της, και την Τέταρτη Δημοκρατία, η οποία αναγγέλλει στο Προοίμιο του Συντάγματός της ότι «η Γαλλία προτίθεται να οδηγήσει τους λαούς που έχει υπ’ ευθύνη της στην ελευθερία της αυτοκυβέρνησής τους και της δημοκρατικής διαχείρισης των υποθέσεών τους» (Άρθρο 18 του Προοιμίου του Συντάγματος της 27ης Οκτωβρίου 1946). Σε αυτό το πλαίσιο, η υπεράσπιση επιστρέφει σε μια περίπλοκη δίκη στην οποία παρεμβαίνουν, σε διαφορετικά επίπεδα, οι στρατευμένοι δικηγόροι και οι πολιτικοί ιθύνοντες. Εστιάζει σε δύο όψεις: στη δημοσιότητα των συνεδριάσεων, έναντι του κανόνα του «κεκλεισμένων των θυρών», και στην καταγγελία της γενικευμένης πρακτικής των βασανιστηρίων, έναντι της προβολής των ομολογιών των κατηγορουμένων. Η θέση αυτή της συλλογικότητας είναι γεμάτη αντιφάσεις. Αποτελείται εν μέρει από κομμουνιστές δικηγόρους. Η θέση όμως του ΚΚΓ είναι κάτι παραπάνω από διφορούμενη στο ζήτημα της αλγερινής ανεξαρτησίας. Ομοίως, οι δικηγόροι αυτοί συγχρωτίζονται και με άλλους συνηγόρους, δικηγόρους άλλων πολιτικών πεποιθήσεων, αλλά και παραδοσιακούς δικηγόρους με έδρα το Αλγέρι. 7. Elbaz Sharon, ό.π., σ. 79.


[28]

Ρήξη ή συναίνεση; Οι αντιφάσεις θα οξυνθούν στους κόλπους της συλλογικότητας με τις δίκες του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης, που συνδέονταν άμεσα με την κατάσταση πολέμου μετά το 1954, και ιδίως με την έλευση του Ζακ Βερζές. Το 1956 το γαλλικό κοινοβούλιο ψηφίζει την εκχώρηση απόλυτων εξουσιών στον στρατό. Οι κομμουνιστές βουλευτές δίνουν κι αυτοί την ψήφο τους. Το 1957 ξεκινά η μάχη του Αλγερίου, που φέρνει αντιμέτωπους τους Αλγερινούς μαχητές για την ανεξαρτησία της χώρας και τη δεύτερη μεραρχία αλεξιπτωτιστών υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μασσού. Δικηγόρος από το 1955 και μέλος του ΚΚΓ, ο Βερζές φτάνει στην Αλγερία το 1957. Διαπιστώνει τότε ότι διαφωνεί αναφορικά με την οργάνωση της υπεράσπισης των αγωνιστών του ΜΕΑ. Η πρώτη συλλογικότητα υπεράσπισης του ΜΕΑ είχε διαλυθεί με τη σύλληψη όλων των Αλγερινών δικηγόρων κατά τη μάχη του Αλγερίου. Ο Βερζές ξαναθέτει τις βάσεις τις υπεράσπισης και το 1958 το ΜΕΑ συντάσσεται μαζί του. Στο μεταξύ, ο Βερζές είχε εγκαταλείψει το ΚΚΓ (μη ανανεώνοντας την κάρτα μέλους του). Γεννιέται έτσι η δεύτερη συλλογικότητα.8 Το βιβλίο του Μαρσέλ Βιλάρ είναι ο οδηγός του. Διαβάζοντάς το, ο Βερζές αντιλαμβάνεται ότι το σύστημα της υπεράσπισης εξαρτάται προπάντων από το πλαίσιο: «Όσο το σκεφτόμουν», λέει, «διαπίστωνα ότι στην πραγματικότητα δεν είναι ο πολιτικός χαρακτήρας του αδικήματος που καθορίζει το ύφος της υπεράσπισης». Το κριτήριο διάκρισης είναι η στάση απέναντι στο δικαστήριο. Αυτή μπορεί να είναι στάση ρήξης ή στάση συναίνεσης. Υπάρχει συναίνεση ανάμεσα στον κατηγορούμενο, τον δικηγόρο του, τον εισαγγελέα, τον 8. J. Vergès, J. Lapeyrie, S. Douailler και P. Vermeren, «La stratégie judiciaire hier et aujourd’hui», στο Les Révoltes logiques, τχ. 13, χειμώνας 1981, σ. 64-81.

πρόεδρο, τον γραμματέα, όταν η υπεράσπιση προσπαθεί να δείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει ελαφρυντικά και ότι δεν είναι τόσο κακός όσο φαίνεται. Υπάρχει ρήξη όταν ο κατηγορούμενος εκφράζει έναν αντίλογο που δεν μπορεί να αφορά τη δικαιοσύνη. Η λογική της καταστολής θέλει το έγκλημα, δηλαδή το νομικό αδίκημα, να παραμένει απομονωμένο από το πλαίσιό του. Για να κρίνει ένα αδίκημα, πρέπει να το απομονώσει. Η υπεράσπιση ρήξης, κατά τον Βερζές, είναι ένας τρόπος απεγκλωβισμού της δίκης, ανοίγματός της στη ζωή. Η υπεράσπιση ρήξης σημαίνει να αφαιρείς από τη δικαιοσύνη τη μυσταγωγία της, να αποκαλύπτεις τον χαρακτήρα της ως νομικής βίας και να κάνεις να αντιπαρατίθενται σε μια δίκη δύο βίες, αυτή του νόμου και αυτή του ατόμου. Προϋποθέτει επίσης τη συγκατάθεση του κατηγορουμένου και απαιτεί ένα μίνιμουμ οργάνωσης. Έτσι προκύπτει η έννοια εκείνη της οποίας η εφαρμογή θα ενισχυθεί: η έννοια της ομάδας υπεράσπισης. Ο ρόλος του δικηγόρου περνάει λίγο περισσότερο σε δεύτερο πλάνο.9 Το 1962, η Αλγερία ανεξαρτητοποιείται. Οι φυλακισμένοι αγωνιστές απελευθερώνονται. Ο Βερζές γράφεται στον δικηγορικό σύλλογο του Αλγερίου και εγκαθίσταται στη χώρα. Διευθύνει την επιθεώρηση Αφρικανική επανάσταση. Υπερασπίζεται������������������������������������ ����������������������������������� επίσης����������������������������� ���������������������������� Παλαιστίνιους��������������� �������������� αγωνιστές����� . ��� Θα εγκαταλείψει αρκετά σύντομα την Αλγερία, επιστρέφει μετά το πραξικόπημα του Μπουμεντιέν, ταξιδεύει πολύ. Τον Μάρτιο του 1970 εξαφανίζεται· εμφανίζεται ξανά στο Παρίσι μόλις τον Δεκέμβριο του 1978 και έρχεται αμέσως σε επαφή με την ΕΔΦ μέσω του συγγραφέα Ζωρζ Αρνώ. Το 9. Αναφορικά με τις υπερασπιστικές πρακτικές που εφάρμοσε η δεύτερη συλλογικότητα συνηγόρων του ΜΕΑ, βλ. το βιβλίο των Hervé Hamon και Patrick Rotman Les porteurs de valise, Seuil 1982.


[29]

1968, είχε δημοσιεύσει τη Στρατηγική της δίκης. Η Επιτροπή Δράσης των Φυλακισμένων θα οικειοποιηθεί το βιβλίο του Βερζές και θα το κάνει πραγματικό εργαλείο πάλης σε ό,τι αφορά τις προβληματικές της. Η ΕΔΦ συστάθηκε στα τέλη του 1972, με πρωτοβουλία πρώην κρατουμένων του σωφρονιστικού καταστήματος του Μελάν που είχαν διεξαγάγει εκεί υποδειγματικούς αγώνες ενάντια στη φυλακή. Στόχος τους ήταν να συνεχίσουν τον αγώνα ενάντια στη φυλακή, προτάσσοντας αφενός άμεσες διεκδικήσεις, αλλά και δομώντας και πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές, όπως η κατάργηση της φυλακής. Για τον σκοπό αυτό, προτίθενται να δημιουργήσουν μια μεγάλη συσπείρωση κρατουμένων και πρώην κρατουμένων με κοινό άξονα μια ταξική ανάλυση της φυλακής, και αυτή ακριβώς η ανάλυση τους κάνει να διακηρύξουν ότι κάθε κρατούμενος είναι πολιτικός κρατούμενος. Όμως στο εσωτερικό της ΕΔΦ έχει αναδυθεί μια άλλη ομάδα ανθρώπων που δεν είχαν υποστεί μακροχρόνιες φυλακίσεις, που ήταν ενάντια στη φυλακή και τη δικαιοσύνη, αλλά δεν είχαν ως στόχο να δημιουργήσουν ένα μαζικό κίνημα, και που εκτιμούσαν ότι έστω και ένας μόνο αγωνιζόμενος κρατούμενος έδινε την ευκαιρία στο σύνολο μιας εξωτερικής ομάδας να αγωνιστεί ενάντια στη φυλακή. Θα τους ονομάσουμε ομάδα των «ακτιβιστών». Η δική τους στρατηγική ήταν αυτή που εφαρμόστηκε στις μεγάλες εκστρατείες της ΕΔΦ: το δικαίωμα ανάγνωσης στη φυλακή, η διάδοση του περιοδικού της Επιτροπής, η εκστρατεία ενάντια στις φυλακές υψίστης ασφαλείας». Για τον Ζαν Λαπερί, μια από τις κεντρικές φυσιογνωμίες αυτής της ομάδας, το σημαντικό είναι να αγωνίζεσαι για να κερδίσεις, δηλαδή να εστιάζεις σε στόχους εφικτούς, απτούς, εγγράφοντάς τους συγχρόνως στην προοπτική του κινήματος. Σε αυτή την οπτική, η στρατηγική γίνεται θεμελιώδης: πρέπει να ορίζεται η κατάσταση, να

καθορίζεται ένας πολιτικός στόχος προς επίτευξη και να εφαρμόζεται μια τακτική, ιδίως με τη συγκρότηση ενός μετώπου πάλης με βάση τις αντιφάσεις του συστήματος. Ο Λαπερί ανακαλύπτει τη Στρατηγική της δίκης, το βιβλίο του Βερζές, όντας φυλακισμένος στο Μπλουά, το 1976, μετά την ανάκληση μιας αναστολής. Εκεί, ο δικηγόρος του, Κριστιάν Ρεβόν, του πάει το βιβλίο, που απηχεί αμέσως όσα ήδη σκεφτόταν διαισθητικά και ο ίδιος. Ένας συσχετισμός δύναμης που ενυπάρχει σε κάθε δικαστική υπόθεση Έτσι, η στρατηγική της δίκης περνά στο πεδίο του «κοινού ποινικού δικαίου». «Η παρουσία μας στο πεδίο του δικαίου», λέει ο Ζαν Λαπερί, «είχε ανέκαθεν ως αρχή ότι η παρανομία είναι η πρόσοψη. Το αξιακό μας σύστημα είναι απλό: αποδεικνύουμε στο πεδίο του δικαίου, όποτε αυτό μας εξυπηρετεί, ότι οι άλλοι είναι εκείνοι που είναι ανίκανοι να σεβαστούν οποιαδήποτε νομιμότητα και οποιοδήποτε δίκαιο».10 Το 1975, συγκροτούνται τα πρώτα νομικά εργαστήρια. Αγωνιστές της ΕΔΦ όπως η Ανιές Ουάν και ο Ζαν Λαπερί καταπιάνονται με το εργαστήρι του 19ου διαμερίσματος του Παρισίου, δίπλα στον νομικό Ντομινίκ Νοκοντί και τον δικηγόρο Κριστιάν Ρεβόν. Στο τεύχος 45 του περιοδικού της ΕΔΦ, τον Οκτώβριο του 1977, το συγκεκριμένο νομικό εργαστήρι εξηγεί τη θέση του: το άτομο πρέπει να μάχεται μέσα στον συσχετισμό δύναμης που ενυπάρχει σε κάθε δικαστική υπόθεση την οποία ζει μέρα με τη μέρα. Αυτή είναι η βάση της εμπειρίας του εργαστηρίου του 19ου διαμερίσματος. Τίθενται δύο αρχές: η συλλογική συζήτηση και η αυτοϋπεράσπιση (στη συνέχεια, ο όρος αυτός θα εγκαταλειφθεί προς χάριν της «ελεύθερης υπεράσπισης»). 10. «La stratégie judiciaire hier et aujourd’hui», ό.π.


[30]

Οι απομονωμένοι, αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν αποδεκτή την αλήθεια τους –την αλήθεια του χρεωμένου, του οιονεί άστεγου, του κλέφτη, του περιθωριακού– είναι αυτοί που απευθύνονται κατά κανόνα στα εργαστήρια. Το αίτημα είναι συνήθως ατομικό. Η συλλογική συζήτηση έχει ως στόχο να σπάσει την απομόνωση και να κάνει να συνειδητοποιήσουν όλοι ότι το πρόβλημά τους δεν αφορά μόνο τους ίδιους. Καθένας εκφράζει τη δική του άποψη για το τι μπορεί να επιτρέψει στο άτομο να τοποθετήσει το πρόβλημά του στο κοινωνικό, ψυχολογικό και οικογενειακό του πλαίσιο. Η νομική πλευρά παρεμβαίνει μετά, και συζητιέται κι αυτή με το άτομο, προκειμένου να το συμπεριλάβει όσο το δυνατόν καλύτερα. Ο στόχος αυτής της συζήτησης είναι να πάρει το ίδιο το άτομο στα χέρια του το πρόβλημά του, με τη βοήθεια μιας ομάδας. Με αυτή την ανταλλαγή, το πρόβλημα τοποθετείται μέσα στον συσχετισμό δύναμης που βρίσκεται στη βάση του. Το αληθινό πρόβλημα δεν είναι νομικό. Τοποθετείται στο πλαίσιό του και χρησιμεύει για την ανάλυση του μηχανισμού του συσχετισμού δύναμης που λαμβάνει χώρα, ώστε να διευκρινιστούν τα κίνητρα και ο στόχος προς επίτευξη, αφού ληφθούν υπόψη οι επιθυμίες του ατόμου, και τέλος να προταθούν πιθανές λύσεις. Η υπεράσπιση ρήξης επιβάλλεται όταν το πρόβλημα είναι ανεπίλυτο με τα παραδοσιακά νομικά μέσα. Τοποθετείται λοιπόν σε ένα δεύτερο επίπεδο. Μπορούμε να μιλήσουμε για στάση ρήξης ενός ατόμου όταν επιδιώκει να ανατρέψει

το νόημα των νομοθετικών κειμένων, αλλά και κανόνων, συνηθειών, καλών τρόπων, που συχνά δεν είναι παρά η θεσμική έκφραση ενός προκαθορισμένου συσχετισμού δύναμης. Συνίσταται, έτσι, στη μετατόπιση της συζήτησης από το νομικό πλαίσιο στο κοινωνιολογικό, το ψυχολογικό, το πολιτικό κ.ο.κ. Όπως βλέπουμε, η έννοια της υπεράσπισης ρήξης, που πλάστηκε μέσα στη βία της καταστολής των αντιαποικιοκρατικών αγώνων, καθώς την οικειοποιούνται στρατευμένοι νομικοί μιας λαϊκής συνοικίας του Παρισιού, περνά στο πεδίο της δικαιοσύνης της καθημερινότητας. Έπειτα, η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται πια σε μια συνεδρίαση, αλλά παίρνει υπόψη όλο το εύρος της δικαστικής διαδικασίας, στην οποία η εκδίκαση στο ακροατήριο αποτελεί απλώς την κατάληξη. Εδώ ακριβώς γίνεται κεντρικό το ζήτημα της πρόσβασης στη δικογραφία. «Τι κάνει ο κατήγορος;», ρωτά ο Ντομινίκ Νοκοντί. «Χρησιμοποιεί μεθόδους παλιές όσο και ο άνθρωπος: αφού δεν έχει αποδείξεις, πείθει τον εαυτό του σωρεύοντας επίσημες αναφορές, εκθέσεις επί εκθέσεων αναφορικά με ό,τι προσάπτεται σε κάποιον. Αν ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει, η υπόθεση έχει λήξει. Τα στοιχεία του κατηγόρου θα γίνουν αποδείξεις». Είναι θεμελιώδες λοιπόν να υπάρχει πρόσβαση στη δικογραφία, ώστε να ξέρει κανείς σε τι βασίζεται στ’ αλήθεια η κατηγορία, δηλαδή για ποιο πράγμα ακριβώς κατηγορείται κάποιος. Η Ανιές Ουάν θα δώσει τον δικό της επιμέρους αγώνα γι’ αυτό το ζήτημα. Το 1976, σύρεται στα δικαστήρια για εξύβριση αστυνομικού. Στην πραγματικότητα, είχε προβάλει αντίσταση σε αστυνομικούς που, δρώντας εντελώς παράνομα, ήθελαν να την εμποδίσουν να πουλάει το περιοδικό της ΕΔΦ έξω από τη φυλακή της Σαντέ στο Παρίσι. Η Ουάν υπερασπίζεται τον εαυτό της χωρίς δικηγόρο. Κάνει σκόνη τις κατηγορίες, που βασίζονται μόνο στις μαρτυρίες των αστυνομικών, και διεκδικεί για την υπεράσπισή της πρόσβαση στη δικογραφία της. Της������������������ το��������������� ����������������� αρνούνται����� �������������� . Το ��� εφετείο επικυρώνει την άρνηση αυτή. Προσφεύγει λοιπόν στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο, το οποίο εκδίδει, τον Φεβρουάριο του 1978, μια μετριαστική απόφαση που αναγνωρίζει σε κάθε κατηγορούμενο το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση


[31]

όλων των στοιχείων της δικογραφίας. Οι δικηγόροι, όμως, διατηρούν τη θέση των μεσαζόντων, καθώς η πρόσβαση στη δικογραφία πρέπει να γίνεται μόνο με δική τους μεσολάβηση. Το δικαστήριο αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι ο δικηγόρος μπορεί να παυτεί εν συνεχεία από τον πελάτη του, αφού ο τελευταίος ενημερωθεί για τη δικογραφία. Το ζήτημα της θέσης του δικηγόρου τίθεται εκ νέου. Η ΕΔΦ διακηρύσσει ότι η υπεράσπιση πρέπει να είναι ελεύθερη για να είναι αποτελεσματική. Το 1977, η ΕΔΦ υπενθυμίζει ότι: «Ο κατηγορούμενος, ο ενοχοποιούμενος, ο εγκαλούμενος είναι πάντα κύριοι της δικογραφίας τους, ο δικηγόρος δεν είναι παρά όργανό τους. Εναπόκειται κατ’ αρχάς στους πελάτες των δικηγόρων να μην αφήνουν επαγγελματίες να τους υπεξαιρούν τις εξουσίες τους». Ομοίως, η Μπαμπέτ Αουερμπάχερ, νομικός, μέλος του κινήματος «οργισμένοι ανάπηροι» (handicapés méchants) και όχι ακόμα δικηγόρος, διακηρύσσει ότι ένας κατηγορούμενος πρέπει να διασφαλίζει ο ίδιος την υπεράσπισή του και να επιλέγει μόνος του ποιος θα τον συνδράμει. Γι’ αυτό όμως πρέπει να απαιτεί τον σεβασμό των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, με ισότιμο καταμερισμό του χρόνου ομιλίας και τη δυνατότητα να θέτει ο ίδιος ερωτήσεις στους μάρτυρες. Η ελεύθερη υπεράσπιση Το 1980, η ΕΔΦ αυτοδιαλύεται. Ο Ζαν Λαπερί κρατά τον τίτλο και ξεκινά μια δεύτερη σειρά του περιοδικού, που γίνεται η επιθεώρηση της στρατηγικής της δίκης. Στο μεταξύ, η Μπαμπέτ Aουερμπάχερ έχει γίνει δικηγόρος και δουλεύει μαζί με τον Ζακ Βερζές. Ο Ντομινίκ Νοκοντί μπαίνει κι αυτός στην ομάδα, μαζί με τον δικαστή Ετιέν Μπλος, τον μόνο δικαστικό που έγραψε ποτέ στο περιοδικό. Η επιθεώρηση είναι κεντρικό στοιχείο αυτής της κατάδυσης της στρατηγικής της δίκης 11. Βλ. Μισέλ Φουκώ, «Υπερασπίζομαι τον εαυτό μου», στο ανά χείρας τεύχος. Αυτό το άγνωστο κείμενο του Φουκώ δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά μαζί με το παρόν άρθρο, στο περιοδικό Courant Alternatif, τον Μάιο του 2012. Γράφτηκε από τον Φουκώ για τη συνάντηση της Σεντ Μπομ, το 1980, όπου κυκλοφόρησε συνυπογραμμένο από τους Ζαν Λαπερί, Ντομινίκ Νοκοντί και τους δικηγόρους του Δικτύου Ελεύθερης Υπεράσπισης Ανρί Ζυραμί, Κριστιάν Ρεβόν και Ζακ Βερζές.

σε πολύ κοινές υποθέσεις. Τα συγκεκριμένα αυτά παραδείγματα επιτρέπουν να κατανοηθεί η λειτουργία του δικαστικού θεσμού. Συμβάλλουν στο να απομυστικοποιηθεί το δίκαιο και να τοποθετηθεί ξανά στο πλαίσιό του. Δείχνουν επίσης ότι είναι δυνατό να κερδίσει κανείς χρησιμοποιώντας αυτές τις μεθόδους. Ο όρος «ελεύθερη υπεράσπιση» αντικαθιστά την «υπεράσπιση ρήξης», που είχε ήδη καταστεί τετριμμένη. Δύο συναντήσεις –κρηπίδες της ελεύθερης υπεράσπισης– εμβάθυναν αυτή τη νέα έννοια: το 1980 στη Σεντ Μπομ, κοντά στην Εξ-αν-Προβάνς,11 και το 1983 στο Λιγκούρ, κοντά στη Λιμόζ. Εκεί, οι πρακτικές συζητήθηκαν και αναλύθηκαν παρουσία πλήθους ενδιαφερομένων. «Η ελεύθερη υπεράσπιση», λέει ο Ζαν Λαπερί, «είναι η αναγκαιότητα που αντιμετωπίζει κάθε διωκόμενος ο οποίος βρίσκεται μόνος του απέναντι στη δικαστική εξουσία σε μια δίκη. Μπροστά σε ένα δικαστήριο, δεν υπάρχει εναλλακτική. Η μόνη επιλογή που έχουν οι διωκόμενοι είναι ή να αποδεχτούν να χάσουν ή να θελήσουν να κερδίσουν. Η δικαστική φιλοσοφία είναι απλοϊκή, η καταπολέμησή της είναι απλή. Αντιθέτως, και από την άλλη μεριά, τα πεδία μάχης όπου διεξάγεται αυτός ο αγώνας είναι πολλαπλά, μεταβαλλόμενα και περίπλοκα». Η ΕΔΦ δεν υπάρχει πια, ούτε το Νομικό Εργαστήρι του 19ου διαμερίσματος, ούτε το Δίκτυο Ελεύθερης Υπεράσπισης, ούτε η Επιτροπή Δράσης Φυλακή-Δικαιοσύνη· υπάρχει ακόμα όμως αυτή η εργαλειοθήκη που φτιάχτηκε στον αγώνα, σε αντιπαράθεση πολύ σκληρή μερικές φορές με την εξουσία, αλλά και με νίκες. Και η εργαλειοθήκη αυτή δεν ζητάει παρά να ξαναγίνει χρήσιμη, να αναπτυχθεί. Είναι ασφαλώς ένα από τα ζητούμενα της εποχής μας, τώρα που ένας ορισμένος αριθμός ανθρώπων έρχονται άμεσα ή έμμεσα αντιμέτωποι με την καταστολή. Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας


[33]

Κωστής Σπαθαράκης

Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης

Ο

ι μέρες του Μαΐου του 1936 υπήρξαν πράγματι κρίσιμες. Στις 29 Απριλίου οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης είχαν ξεκινήσει απεργία διαρκείας, ζητώντας αύξηση του ημερομισθίου και εφαρμογή της σύμβασης με τους καπνέμπορους, η οποία διασφάλιζε ένα κατώτατο όριο στο μεροκάματο και η οποία είχε καταπατηθεί μέσα στην κρίση το 1931. Η απεργία επεκτείνεται σε πολλές πόλεις, με συγκρούσεις απεργών και αστυνομίας. Στις 9 Μαΐου ο στρατός και η χωροφυλακή χτυπούν τους απεργούς στη Θεσσαλονίκη. Ολόκληρη την προηγούμενη χρονιά, μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα της 1ης Μαρτίου 1935, οι αντιβενιζελικοί, με προεξάρχοντα τον Κονδύλη (τον «νικητή του Στρυμόνα») είχαν εξαπολύσει ένα όργιο τρομοκρατίας ενάντια στα στελέχη και τους οπαδούς των Φιλελευθέρων αλλά και ενάντια στους κομμουνιστές. Θα ακολουθήσουν εκλογές, από τις οποίες απείχαν οι Φιλελεύθεροι, το νόθο δημοψήφισμα και η επάνοδος του βασιλιά, ο διορισμός της κυβέρνησης και νέες εκλογές στις 26.1.1936. Η οριακή νίκη των Φιλελευθέρων στις εκλογές δεν επέτρεπε τον σχηματισμό κυβέρνησης, αλλά έμοιαζε να ακυρώνει προσώρας τα δικτατορικά σχέδια, ενώ η συμφωνία Σοφούλη-Σκλάβαινα (στις 19 Φεβρουαρίου), που υλοποιούσε τη λαϊκομετωπική στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς αναδεικνύοντας συγχρόνως τη βαθιά διαίρεση της βενιζελικής παράταξης, έφερνε στο πολιτικό προσκήνιο το ημιπαράνομο ΚΚΕ. Η πολιτική κρίση όμως συνεχιζόταν, και οι Φιλελεύθεροι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν τη συνοδοιπορία με τους κομμουνιστές. Και καθώς στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, το κοινοβούλιο προτίμησε να αυτοκαταργηθεί: στις 25 Απριλίου έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στη δοτή κυβέρνηση Μεταξά και διέκοψε τις εργασίες της

μέχρι τον Σεπτέμβριο, παρέχοντας συγχρόνως στην κυβέρνηση την εξουσιοδότηση να κυβερνά με διατάγματα. Η δικτατορία του Μεταξά θα έρθει ως φυσική συνέχεια. Τα «αιματηρά γεγονότα» της Θεσσαλονίκης παίρνει ως αφορμή ο Κανελλόπουλος για να αναπτύξει την προσφιλή του θεματική της ελληνικότητας και να προσδιορίσει εκείνο το κέντρο που μπορεί να αποτελέσει ισχυρό ανάχωμα στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. «Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης αι Αθήναι»: το σχήμα των δύο άκρων μεταξύ των οποίων δεσπόζει η ελληνική μεσότης, όπως εκφράζεται από τον Κανελλόπουλο, δεν αποτυπώνει απλώς την κρισιμότητα των ημερών του ’36, το φόβο ενός αστού δημοκράτη, που δεν μπορεί να υποστηρίξει τη δικτατορία, απέναντι στην επελαύνουσα κόκκινη απειλή. Έχει προετοιμαστεί για πολλά χρόνια μέσα από την πνευματική και πολιτική του διαδρομή. Από το 1929, μαζί με τους Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο και Μιχάλη Τσαμαδό, ο Κανελλόπουλος συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή του συντηρητικού περιοδικού Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών, κυρίως όμως αρθρογραφεί συστηματικά στην Ιδέα, περιοδικό προγραμματικά αντικομμουνιστικό, που αγωνίζεται, σύμφωνα με τις θέσεις που συνέγραψε ο Γ. Θεοτοκάς, μέλος της συντακτικής επιτροπής υπό τον κομμουνιστοφάγο και μετέπειτα συνεργάτη των Γερμανών Σπύρο Μελά, για την «ανόρθωση του ιδεαλισμού» και πολεμά τις «υλιστικές και αιτιοκρατικές θεωρίες που αρνιούνται την ελευθερία, την ατομικότητα, τον ρόλο της θέλησης, την πίστη στις ανώτερες και πιο ευγενικές δυνάμεις του ανθρώπου [...]».1 Σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον αναπτύσσεται στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο συναφής με το σχήμα του Κανελλόπουλου προβληματισμός περί

Το άρθρο του Κανελλόπουλου ανακάλυψε και μας υπέδειξε η Καίτη Πάπαρη, την οποία ευχαριστούμε.

1. «Βασικές αρχές», περ. Ιδέα, τόμ. 1, τχ. 1, Ιανουάριος 1933, σ. 1-2, όπως παρατίθεται στο Τ. Καγιαλής, «Λογοτεχνία και πνευματική ζωή», στο Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμ. Β2, σ. 295-366: 319.


[34]

ελληνικότητας που θα ταλαιπωρήσει τα επόμενα χρόνια τον ελληνικό μοντερνισμό. Όμως ο Κανελλόπουλος δεν είναι απλώς ένας συντηρητικός διανοούμενος που μάχεται εναντίον της διάδοσης των κομμουνιστικών ιδεών. Είναι επίσης ένας μαχόμενος πολιτικός. Και το ζήτημα της ελληνικότητας ως αισθητικό και πνευματικό πρόβλημα αντανακλά άμεσα το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της περιόδου: πώς μπορεί να συνενωθεί ο αστικός κόσμος (και συνεπώς το «έθνος»), να υπερβεί τον διχασμό βενιζελικών και αντιβενιζελικών, να εκσυγχρονίσει το κράτος και να αντιταχθεί αποτελεσματικά στον αρχικά φασματικό αλλά προοδευτικά υπολογίσιμο κίνδυνο του κομμουνιστικού κινήματος. Οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό ποικίλλουν και μαζί τους ποικίλλουν οι πολιτικές διαδρομές των διανοουμένων στη δεκαετία του ’30, οι εναλλασσόμενες εντάξεις και αποχωρήσεις, οι συμμαχίες και οι αντιπαλότητες, αλλά και η πάλη γύρω από την αισθητική και τις πολιτικές της προεκτάσεις. Δεν πρέπει οπωσδήποτε να θεωρούμε ότι αυτές οι συγκρούσεις αποτελούν μόνο επιφαινόμενα, πίσω από τα οποία κρύβεται η βαθύτερη κίνηση προς τον πολιτικό αυταρχισμό και τη δικτατορία. Ο Κανελλόπουλος θα παραμείνει ακραιφνής δημοκράτης: στη δύσκολη περίοδο της επικράτησης του Κονδύλη αρθρογραφεί μαχητικά υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, στις εκλογές της 26.1.1936 συμμετέχει ως επικεφαλής του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος» (με αξιοθρήνητα αποτελέσματα, 0,77%), ενώ μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας εκτοπίζεται. Αποτελεί τον ιθύνοντα νου της ΠΕΑΝ, και το 1942 διαφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου συμμετέχει στην κυβέρνηση Τσουδερού ως αντιπρόεδρος και υπουργός Εθνικής Άμυνας. Κατά την απελευθέρωση θα βρεθεί ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης πλάι στον Άρη Βελουχιώτη στην Πελοπόννησο. Η μετέπειτα πολιτική πορεία του, ώς την ηγεσία της ΕΡΕ, αλλά και η στάση του κατά τη Μεταπολίτευση, αποτυπώνουν τις διαδοχικές προσαρμογές στις νέες πραγματικότητες. Ωστόσο, πίσω στη δεκαετία του ’30, η υπέρβαση του διλήμματος «Μόσχα ή Ρώμη», που από μόνο του μαρτυρεί τη γοητεία που ασκούσε το επιτυχημένο παράδειγμα του ιταλικού φασισμού σε μεγάλο τμήμα του ελληνικού πνευματικού και

πολιτικού κόσμου, δεν υπήρξε εύκολη: πολλοί φιλελεύθεροι διανοούμενοι θα συνεργαστούν με τη δικτατορία του Μεταξά είτε άμεσα, αναλαμβάνοντας δημόσιες θέσεις, είτε έμμεσα, συμμετέχοντας στην καθοδηγούμενη από το καθεστώς πνευματική κίνηση, αρθρογραφώντας στο Νέον Κράτος κ.λπ. Από το χώρο των γραμμάτων και των τεχνών δεν θα υπάρξει καμία οργανωμένη αντίσταση στη μεταξική δικτατορία. Το σχήμα ενός εθνικού κέντρου έναντι των (αντεθνικών) άκρων, παρά την απόλυτη ανεπάρκειά του να περιγράψει και να εξηγήσει τις ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις του Μεσοπολέμου, δεν έμεινε μια ακαδημαϊκή πρόταση ούτε ένας απλός ρητορικός τόπος. Αφενός η σύνδεσή του με τις πολιτικές αναζητήσεις του φιλελεύθερου χώρου που προέκυπταν από τη σταδιακή αποσύνθεση του βενιζελισμού μέσα στη δεκαετία του ’30, θα το καταστήσει οδηγητικό νήμα και πολιτικό σύνθημα για πολιτικούς όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, προσφέροντας την ιδεολογική βάση του Κέντρου για πολλές δεκαετίες (παρότι ο Κανελλόπουλος θα το αφήσει πίσω του μεταπολεμικά, συντασσόμενος με τη δεξιά). Αφετέρου η αταξική του λογική («είμεθα κατά κύριο λόγο Έλληνες και όχι αστοί ή εργάται, ιδιοκτήται ή ακτήμονες»), η επίκληση του αρχαιοελληνικού πνεύματος και ο πλαστικός πατριωτισμός του επέτρεψαν στο σχήμα αυτό να συνυπάρξει αρμονικά με τον τρίτο ελληνικό πολιτισμό και τις κορπορατιστικές λογικές του Μεταξά. Εξάλλου η αρχαιοελληνική Αθήνα, που υπόρρητα επικαλείται ο Κανελλόπουλος, ως σύμβολο της δημοκρατίας, ως ορθολογικό κέντρο έναντι των ανορθολογικών άκρων, θα αποδεικνυόταν, μεταπολεμικά ιδίως, βασικό θεμέλιο της αυτοκατανόησης του αντικομμουνιστικού κράτους. Μετά τη συντριβή και την ηθική καταδίκη του φασισμού, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική: οι πιο ακραίες μορφές καταστολής του κομμουνιστικού κινήματος, η αθώωση των δοσιλόγων, ο Εμφύλιος, μόνο εν ονόματι της δημοκρατίας είχαν πλέον νόημα και νομιμοποίηση. Οι «νέοι Παρθενώνες» της Μακρονήσου (για τους οποίους ο Κανελλόπουλος, υπουργός Δημοσίας τάξης και μετά Αεροπορίας το 1947, και υπουργός Στρατιωτικών το 1949, δήλωνε άγνοια μεταπολιτευτικά) θα απο-


[35]

τελέσουν την κορωνίδα της αντικομμουνιστικής αγριότητας, αλλά και τον συμβολικό τόπο σύνδεσης του εμφυλιακού κράτους με την αφελή αρχαιολατρία που είχε σημαδέψει το ελληνικό κράτος από τον 19ο αιώνα. Στο τοπίο της Μακρονήσου έχει αποτυπωθεί υλικά αυτή η αρχαιολογική σύλληψη των «Αθηνών» ως μεσότητας και πεμπτουσίας της διαχρονικής ελληνικότητας: οι αναβαπτισμένοι κρατούμενοι κατασκευάζουν αγάλματα της θεάς Αθηνάς, ανάγλυφα αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών, αντίγραφα του Ερεχθείου, του ναού της Αθηνάς Νίκης και ένα αντίγραφο του Παρθενώνα σε κλίμακα 1:20.2 Τη Μακρόνησο άλλωστε επισκεπτόταν συχνά όλη η χορεία των συντηρητικών διανοουμένων του ’30 (Κωνσταντίνος Τσάτσος, Σπύρος Μελάς, Στράτης Μυριβήλης, Ανδρέας Καραντώνης, Λίνος Πολίτης), διδάσκοντας «ελληνισμό» σε όσους είχαν πιστέψει στους προβατόσχημους λύκους του σλαβισμού.

σία, που θα χρησιμοποιεί τον «ψυχικό οπλισμό» αντί του «πυρός και του θανάτου». Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι ακριβώς εδώ διαμορφώνεται η ιδεολογική μαγιά που θα δικαιολογήσει τη μεταγενέστερη πορεία των φιλελεύθερων διανοουμένων του ’30. Γιατί ο κοινός τόπος των δύο άκρων έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: ενώ στο ιδεολογικό επίπεδο τα άκρα είναι δύο, το ίδιο το σχήμα χρησιμεύει και αποσκοπεί στην πρακτική καταπολέμηση του ενός, δηλαδή της αριστεράς σε όλες τις εκδοχές της. Ο πραγματικός αντίπαλος είναι η Μόσχα. Το «κέντρο» αποκτά έτσι έναν κοσμοϊστορικό ρόλο, γίνεται η ουσία της δημοκρατίας, η οποία πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στους επίδοξους ανατροπείς της. Αλλά συγχρόνως αυτό το «κέντρο» μετακινείται και συμπαρασύρει όλο το πολιτικό φάσμα. Η βασική κατεύθυνση αυτής της μετακίνησης, όπως το βλέπουμε και σήμερα, είναι το «ισχυρόν κράτος»:

Θεωρώ καθήκον μου να εξάρω την εμπνευσμένη προ-

Αι Αθήναι πρέπει να χρησιμεύσουν ως η οδός, η οποία

σπάθεια του προκατόχου μου υπουργού κυρίου Στρά-

θα μας οδηγήση, χωρίς φασισμούς και κομμουνισμούς,

του και του τότε αρχηγού του επιτελείου αντιστρατή-

εις την συγκρότησιν κράτους ισχυρού, αρυομένου την

γου κυρίου Βεντήρη, οι οποίοι ίδρυσαν και εις πείσμα

ισχύν και ιστορικήν του δικαίωσιν όχι μόνο από το πα-

όλων των συκοφαντιών και αντιδράσεων οργάνωσαν

ρελθόν, αλλά και από το μέλλον, όχι από την ακινησί-

το υπέροχον αυτό σχολείο εθνικής μετάνοιας και ανα-

αν, αλλά από την κίνησιν, εξασφαλιζομένης της ελευ-

βαπτίσματος των άσωτων υιών της Ελλάδος, ως και

θέρας κοινωνικής εξελίξεως εν ονόματι αυτού τούτου

την διοικητική και εκπαιδευτική ικανότητα του συ-

του εθνικού μας κράτους. [...] ενώ θεωρούμεν όλα τα

νταγματάρχου Μπαϊρακτάρη και των αμέσων βοηθών

κοινωνικά καθεστώτα παροδικά, πιστεύομεν αντιθέ-

του. Το έργον της Μακρονήσου, αναγνωριζόμενο ήδη

τως εις την Ελλάδα ως αιωνίαν εθνικήν και κρατικήν

διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπο άξιον μιμήσεως

οντότητα! Δι’ αυτό ζητούμεν να δώσωμεν εις το ελλη-

εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου, αποτελεί

νικόν κράτος δύναμιν αποκλείουσαν την υπηρετικήν

τίτλον τιμής διά όλους οι οποίοι συνέβαλαν και συμ-

του στάσιν απέναντι οιασδήποτε (οσονδήποτε ισχυ-

βάλλουν εις την πραγματοποίησιν του.

ράς) κοινωνικής τάξεως.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, περ. Σκαπανεύς, Σεπτέμβριος 1949

Κι όμως το άρθρο του Κανελλόπουλου του 1936 είναι στην πραγματικότητα μια υπεράσπιση της δημοκρατίας έναντι του δικτατορικού κινδύνου, είναι μια συνηγορία υπέρ ενός μη αυταρχικού κράτους, που θα διαμεσολαβεί τις ταξικές αντιθέσεις και δεν θα υπηρετεί μονόπλευρα την εργοδο2. Βλ. Γιάννης Χαμηλάκης, Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα, μετάφραση: Νεκτάριος Καλαϊτζής, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012, στο κεφ. 6.

Το ελληνικό πολιτικό τοπίο μετά την Κατοχή δείχνει μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η μετακίνηση του κέντρου σε συνθήκες κοινωνικής έκρηξης, και κυρίως τι σημαίνει «ισχυρόν κράτος». Η παρατήρηση (που έμοιαζε με υπόσχεση) ότι «όσον περισσότερον υποχωρεί το κράτος εις τας ανάγκας της κοινωνίας τόσον ισχυρώτερον και δυναμικώτερον γίνεται» θα ξεχαστεί εύκολα, για να δώσει τη θέση της στο έργον της Μακρονήσου. Και μπορεί σήμερα τη θέση της ελληνικότητας του ’30 να έχει πάρει ένας ξεφτισμένος ευρωπαϊσμός, η λογική όμως είναι ακριβώς η ίδια: το κέ-


[36]

ντρο ανακαλύπτει το κράτος και την επιβολή της νομιμότητας (την ίδια στιγμή που το αποψιλώνει από τις οικονομικές και προνοιακές του λειτουργίες), υποσχόμενο σε όσους κάθονται ήσυχοι ένα ευρωπαϊκό New Deal, χαμένο σε ένα ομιχλώδες μέλλον. Ο στόχος είναι η «ενότης», η ενοποίηση του αστικού κόσμου απέναντι στον εξτρεμισμό, τον λαϊκισμό και τις παραφυάδες του. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η ταύτιση των δύο άκρων και το ξέπλυμα της ακροδεξιάς (που τόσο όμορφα λειτούργησε στην περίπτωση των Βορίδηδων)· ο πραγματικός σκοπός είναι να μαντρωθεί οποιοσδήποτε λόγος απειλεί να ξεφύγει από τις σταθερές του συστήματος. Η αριστερά καλείται να καταδικάσει τη βία από όπου κι αν προέρχεται, να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, να αποφύγει τις ακραίες ενέργειες κ.λπ., για να μην ταυτιστεί με τους νεοναζί, για να μη δικαιολογήσει την εκτροπή. Άλλο που δεν θέλει... Η εξηγητική δυσλειτουργία του σχήματος των δύο άκρων αναπληρώνεται πάντως και με το παραπάνω από τις ψυχολογικές του προεκτάσεις. Γιατί οι διανοούμενοι, ιδίως οι προερχόμενοι από την αριστερά (όπως εκείνοι οι παλιοί βενιζελικοί), έχουν τύψεις για την προσχώρηση στο κυρίαρχο στρατόπεδο. Και δεν υπάρχει καμιά πνευματική έκφραση που να μην αποσκοπεί στη δικαιολόγηση των μελλοντικών κινήσεων, στην πολιτική, τη διανοητική ή την πρακτική σκακιέρα. Τα νοητικά

σχήματα δεν χρησιμεύουν μόνο για την εξήγηση της παρούσας πραγματικότητας, αλλά και δικαιολογούν, νομιμοποιούν και τελικά επιβάλλουν τη μελλοντική διαμόρφωσή της, ιδίως προδιαγράφοντας τις στρατηγικές τοποθέτησης έναντι του συστήματος εξουσίας. Η θεωρία των άκρων, που ταυτίζει την οποιαδήποτε έκφραση μιας φασματικής αριστεράς με τους ναζί, στο όνομα ενός ορθολογικού κέντρου, δεν αποτελεί απλώς μια εύλογη εξήγηση για την κρίση εκπροσώπησης (οι μάζες τρελάθηκαν και ψηφίζουν ό,τι να ’ναι), δεν αποτελεί απλώς ένα καταπραϋντικό για τις τύψεις των φιλελεύθερων διανοουμένων. Μαζί με τον «λαϊκισμό» και δυο τρία άλλα νοητικά σχήματα (γιατί η πνευματική οκνηρία και η αναπαραγωγή του κοινού τόπου είναι απολύτως απαραίτητες, όταν θέλει κανείς να αρνηθεί την πραγματικότητα) συγκροτούν το φανταστικό ιδεολογικό σύμπαν που θα επιτρέψει μια αυριανή μετακίνηση του «κέντρου» προς ανοιχτά αυταρχικές λύσεις. Όπως παραστατικά το διατυπώνουν οι παλαμίζοντες στίχοι του Κανελλόπουλου, ο κεντρώος διανοούμενος-πολιτευτής βολεύεται παντού: Στάσου όπου βρίσκεσαι. Σε κάθε θέση χαίνει ένα βάραθρο κι υπάρχει μια κορφή. Για όποιονε ξέρει να μην πέσει παντού είναι κέντρο και παντού είναι μέση, παντού είναι μια χαρά κρυφή.3

3. Αίμος Αυρήλιος, Απλοί φθόγγοι σε στίχους, Πυρσός, Αθήνα 1938, σ. 16.


[37]

Καίτη Πάπαρη

Κρίση και «τραύμα»: η άνοδος της ακροδεξιάς και η κοινοτοπία της

Κ

υρίαρχος προβληματισμός σήμερα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας σε κρίση είναι η ανάδειξη και κοινοβουλευτική άνοδος της ακροδεξιάς, μια εξέλιξη ιδιαιτέρως ανησυχητική, καθώς θυμίζει την επανάληψη ενός γνωστού στην ιστορία μοτίβου κοινωνίας σε κρίση και υποδηλώνει ότι η κοινωνία ολισθαίνει σε μια βαθιά κοινωνική και πολιτισμική πλέον κρίση. Η πολιτική αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε προ τριετίας εξελίχθηκε ραγδαία σε ένα καθεστώς που θυμίζει «κατάσταση εξαίρεσης».1 Οι κυβερνώσες πολιτικές δυνάμεις – ακολουθώντας από τη Μεταπολίτευση πρακτικές υπονόμευσης του πολιτικού συστήματος– επέλεξαν την εφαρμογή μέτρων ακολουθώντας τη λογική του «δόγματος του σοκ» ένεκα της «κοινής σωτηρίας». Η πρακτική αυτή, όμως, φαίνεται πλέον να έχει παρεκτραπεί από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, καθώς τα μνημόνια και τα έκτακτα μέτρα έχουν πλέον μετασχηματιστεί σε τεχνική διακυβέρνησης τέτοια ώστε απειλεί να μεταβάλει ριζικά κάθε έννοια συνταγματικής διακυβέρνησης, προβάλλοντας μια διακυβέρνηση η οποία οδεύει σταδιακά από τη δημοκρατία στον απολυταρχισμό. Η πολιτική και οι πρακτικές που εφαρμόζονται στη χώρα μέχρι τώρα έχουν αποφέρει μια αποδόμηση του κοινωνικού ιστού, ενώ παράλληλα τείνουν πλέον να οδηγήσουν σε εκφασισμό της δημοκρατίας και το ερώτημα που τίθεται είναι αν το κράτος ολισθαίνει ή έχει ήδη ολισθήσει σε «αποτυχημένο» κράτος. Ο κοινωνικός αντίκτυπος των πρακτικών αυτών καθίσταται εμφανής στα κύματα νεόπτωχων, στην αύξηση των αυτοκτονιών, στην ολοένα μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας (επισήμως στο 26%) και επισφάλειας στην εργασία, στην ολοένα μεγαλύτερη υποβάθ1. G. Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης. Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, Πατάκης, Αθήνα 2007.

μιση νευραλγικών τομέων, όπως της υγείας και της παιδείας, εντέλει στην αγωνία μιας κοινωνίας για το πόσο σύντομα θα βρεθεί στα όρια της επιβίωσης, αλλά και στην οργή της για την προστασία και συγκάλυψη φαινομένων, όπως του πελατειακού κράτους, ασχέτως αν μέχρι πρότινος ένα μέρος της συναινούσε σε αυτό. Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: μήπως η συγκεκριμένη διακυβέρνηση της πολιτικής εξουσίας για να υπερασπιστεί, έστω και κατ’ επίφαση, τη δημοκρατία είναι αυτή η ίδια που οδηγεί στην καταστροφή της; Η οικονομική-πολιτική κρίση τείνει να λάβει διαστάσεις κοινωνικής-πολιτισμικής κρίσης. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το γεγονός ότι η έννοια του πολίτη απογυμνώνεται σταδιακά από κάθε νομική υπόσταση. Η αστική δημοκρατία που μέχρι τώρα υποτίθεται ότι λειτουργούσε με βάση τον στοιχειώδη, τουλάχιστον, σεβασμό στα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του πολίτη, βαθμιαία του τα αποστερεί, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών αδυνατεί να διαχειριστεί την κατάσταση. Τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα αισθάνονται ότι η κοινωνία της οποίας είναι μέλη στρέφεται εναντίον τους, παύοντας να αποτελεί πηγή δικαίου και ασφάλειας, και λειτουργεί πλέον απειλητικά, διαταράσσοντας την κοινωνική τάξη και διαρρηγνύοντας τον κοινωνικό ιστό. Αυτή η κατάσταση αποσταθεροποίησης, καθώς βάλλει μια κοινωνία συθέμελα, θα μπορούσε να αποτελεί ένα κοινωνικό και πολιτισμικό «τραύμα». Ο όρος «πολιτισμικό τραύμα» κατ’ αναλογία με το «ψυχικό τραύμα» έχει εμφανιστεί στην ιστοριογραφία τα τελευταία τριάντα χρόνια. Το ψυχικό τραύμα αποτελεί ναρκισσιστικό πλήγμα για το υποκείμενο. Στην ψυχολογία υπάρχει μια διπλή τάση ανάμνησης (αναβίωσης) και επιλησμονής του: αφενός το υποκείμενο μπορεί να το αντιμετωπίσει με άρνηση και αποφυγή και αφετέρου να το αναβιώνει μέσω καταναγκαστικών


[38]

επαναλήψεων.2 Σε κάθε περίπτωση έχει παθογόνες επιπτώσεις στην εξέλιξη της διαμόρφωσης και της οργάνωσης της προσωπικότητας του υποκειμένου. Μπορούμε να μιλάμε για ανάλογες παθογόνες επιπτώσεις σε συλλογικό/κοινωνικό επίπεδο; Μπορεί η ακροδεξιά να αποτελεί παθογόνο σύμπτωμα που απορρέει από μια κατάσταση κρίσης; Το τραύμα σε επίπεδο συλλογικών υποκειμένων αναφέρεται σε συμβάντα κατά τα οποία οι πολίτες αισθάνονται να ασκείται πάνω τους συμβολική και υλική βία και αδικία, να συντελείται προδοσία και οι ίδιοι να είναι ολοένα και περισσότερο έκθετοι και ανίσχυροι να ανατρέψουν την κατάσταση. Το «πολιτισμικό τραύμα» προκύπτει από βίαιες εμπειρίες κοινωνικού μετασχηματισμού ή ρήξης, διαλύοντας το μέχρι τότε συλλογικό κανονιστικό ή γνωστικό πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής και των κοινωνικών πρακτικών και οδηγώντας σε πολιτισμικό αποπροσανατολισμό.3 Εφόσον πρόκειται για ρήξη ή ριζικό μετασχηματισμό σε συλλογικό/εθνικό επίπεδο, γεγονότα που 2. Γ. Δεμερτζής-Β. Ρουδομέτωφ, «Πολιτισμικό τραύμα: μια προβληματική της πολιτισμικής κοινωνιολογίας», Επιστήμη και Κοινωνία, τχ. 28, Αθήνα, χειμώνας 2011-2012, και J. Edkins, Trauma and the Memory of Politics, Cambridge University Press, 2003. 3. J. Alexander, The Meaning of Social Life: A Cultural Sociology, Oxford University Press, 2003.

μπορούν να «τραυματίσουν» είναι ένα πραξικόπημα, μια οικονομική κρίση και ύφεση, η ριζική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου μιας χώρας, η υποχρεωτική μετανάστευση πληθυσμών, η εθνική εκκαθάριση ή γενοκτονία, τρομοκρατικές ενέργειες κ.ά. Τα αισθήματα του τραύματος τόσο σε ατομικό/ψυχικό όσο και σε συλλογικό/πολιτισμικό επίπεδο συνίστανται στον τρόμο, την αγωνία, το φόβο, την ντροπή, την ταπείνωση, το θυμό, την αηδία, την ενοχή. Ιδιαίτερα σε μια κοινωνία, τα συμπτώματα του τραύματος συνίστανται στην αύξηση της ανομίας, στη συνολική δυσπιστία προς το κράτος και τους θεσμούς, στη συλλογική ενοχή/ντροπή, στην κρίση νομιμότητας, στην πολιτισμική καθυστέρηση, στην αύξηση των κοινωνικών τριβών.4 Το πολιτισμικό τραύμα λοιπόν προκύπτει ως παράγωγο από μια κατάσταση κρίσης. Δεν ταυτίζεται με αυτή, αλλά κατασκευάζεται. Πρόκειται για μια εκ των υστέρων αναπαράσταση που η δημιουργία της είναι διαμεσολαβημένη από τη συνδρομή του φαντασιακού και έχει ως διακύβευμα τη συλλογική ταυτότητα. Η διαδικασία κατασκευής ενός «πολιτισμικού τραύματος» ξεκινάει από 4. P. Sztompka, «Cultural Trauma. The Other Face of Social Change», European Journal of Social Theory, τόμ. 3, τχ. 4, Νοέμβριος 2000, σ. 449-466.


[39]

ένα φρικτό συμβάν και αποτυπώνεται ως τραύμα στη δημόσια σφαίρα μέσα από μια διαδικασία κοινωνικής (ανα)νοηματοδότησης που αναλαμβάνει κάθε φορά ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος με τη συνδρομή των ελίτ, των ΜΜΕ και άλλων μηχανισμών. Η «επίσημη» εκδοχή της ερμηνείας του τραύματος διαμεσολαβείται από μια εκ νέου ταξινόμηση, συμβολοποίηση και αναπαράσταση των γεγονότων, οδηγώντας σε ένα επιλεγμένο και κατασκευασμένο δημόσιο αφήγημα που προβάλλεται ως «επίσημο» έναντι των «ανεπίσημων» και αντίπαλων εκδοχών του. Η αποτύπωση αυτή δημιουργεί μια παράδοση που αναβιώνεται συμβολικά προκειμένου να αναπαραχθεί ο κυρίαρχος λόγος (Βλ. Γ.Δεμερτζής-Β.Ρουδομέτωφ, ό.π.). Έτσι, ενώ ένα ακραίο συμβάν βιώνεται συλλογικά, τη διαδικασία κατασκευής του ως τραύμα διεκδικούν και αναλαμβάνουν συγκεκριμένοι φορείς, κοινωνικές ομάδες με ιδεολογικά και υλικά συμφέροντα· τέτοιες ομάδες μπορεί να είναι οι ελίτ, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και περιθωριακές ομάδες, παρίες (Βλ. J. Alexander, ό.π.). Αναλογικά με το ατομικό/ ψυχικό τραύμα, λοιπόν, σε συλλογικό/πολιτισμικό επίπεδο ως παθογόνος επίπτωση μπορεί να θεωρηθεί και η άνοδος της ακροδεξιάς. Η ακροδεξιά, στην προσπάθειά της να καρπωθεί πολιτικά την κρίση, προβάλλει το μοντέλο της θυματοποίησης του συλλογικού υποκειμένου και της δημιουργίας μιας μοιρολατρικής κουλτούρας. Σε τι συνίσταται δηλαδή ο λόγος της; Στο πλήγμα της εθνικής αξιοπρέπειας, στη μετάλλαξη της εθνικής ταυτότητας, στην απώλεια της εθνικής ιδιαιτερότητας και μοναδικότητας. Ο παραληρηματικός πολιτικός λόγος που αρθρώνει αποτυπώνεται στη χρήση έκνομων πρακτικών που βρίσκουν ανταπόκριση τόσο εκλογικά όσο και κοινωνικά ως αντίδραση απέναντι σε αυτό που ασκείται. Δείγματα αυτής της διαρκούς και ολοένα εντεινόμενης πρακτικής είναι τα ανηλεή πογκρόμ εναντίον των μεταναστών και η ρατσιστική βία, η τρομοκρατία των ταγμάτων εφόδου (χωρίς να παραλείπεται η αγαστή συνεργασία με την αστυνομία), η εξύβριση βουλευτών στη Βουλή (π.χ. προσφάτως το «σκάσε» των βουλευτών της Χρυσής Αυγής στον Βενιζέλο αποτυπώνει την οργή ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας), οι εξτρεμιστικές συμπεριφορές, όπως οι προπηλακισμοί θεατών και ηθοποιών

στο θέατρο Χυτήριο με αφορμή την προσβολή στο θρησκευτικό αίσθημα, και άλλες όμοιες πρακτικές, από τη συναίνεση στο «κούρεμα» των χρεών της ΠΑΕ μέχρι την οργάνωση συσσιτίων ή αιμοδοσίας ή και τη δημιουργία γραφείων ευρέσεως εργασίας αποκλειστικά για Έλληνες κ.ά. Το ποσοστό του 7% της ακροδεξιάς από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση της 17ης Ιουνίου, αλλά και η προβλεπόμενη αύξηση στο 14%, όπως προκύπτει από πρόσφατη δημοσκόπηση (Δημοσκόπηση VPRC, Οκτώβριος 2012), φέρνοντας ενδεχομένως τη Χρυσή Αυγή τρίτο κόμμα σε επόμενες εκλογές, προβληματίζει έντονα την πλειονότητα του δημοκρατικού και αριστερού κόσμου. Βεβαίως, ανάμεσα στους 400.000 ψηφοφόρους της συγκαταλέγονται κοινωνικές ομάδες που ερμήνευσαν με τον πιο επιφανειακό και ανώδυνο τρόπο την κρίση του συστήματος και που αδυνατούσαν να δουν τον δομικό και συστημικό χαρακτήρα της,5 καθώς επίσης και περιθωριοποιημένες ομάδες ή ένα μέρος της νεολαίας που αισθάνονται ότι μέσα από τέτοιου είδους παρακρατικές συμμορίες αποκτά ταυτότητα ή ότι αυτές οι οργανώσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως εγγυητές των συμφερόντων ή προστάτες τους. Κατά κύριο λόγο, όμως, τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής ίσως δεν μπορούν να εκληφθούν τόσο ως ιδεολογική συσπείρωση όσο ως συναίνεση μιας μερίδας πολιτών στις αντιμνημονιακές πρακτικές, ως μια απάντηση στην ταπείνωση και τη βία που αισθάνονται ότι τους ασκείται και ως αποτέλεσμα της απορρύθμισης και της δυσπιστίας προς τους θεσμούς και το κράτος που έχουν προκαλέσει οι κυβερνώσες πολιτικές δυνάμεις. Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου, ορισμένοι αναλυτές ερμήνευσαν την ψήφο προς τη Χρυσή Αυγή ως ψήφο «τιμωρίας» στην πολιτική εξουσία απέναντι στη μνημονιακή πολιτική. Η ακροδεξιά, έτσι, φαίνεται ότι προσφέρει ασφάλεια, παρηγοριά στην αδικία, ότι τιμωρεί αποδίδοντας «τα δίκαια». Προβάλλεται, δηλαδή, ως αντικρατικό και αντισυστημικό καταφύγιο των κατατρεγμένων με βασική ιδεολογική συνιστώσα της συγκρότησής της τον εθνικισμό και με σκοπό 5. Χ. Βερναρδάκης, «Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου και οι νέες τομές στο κομματικό σύστημα», εφ. Αυγή, 24 Ιουνίου 2012.


[40]

να καρπωθεί πολιτικά το κλίμα. Επιχειρεί, δηλαδή, να οικοδομήσει κοινωνικές συμμαχίες, μέσα από ένα φιλολαϊκό προφίλ (πχ. μέσα από τα λαϊκά συσσίτια) που συνυπάρχουν, όμως, με νεοναζιστικές πεποιθήσεις. Το κράτος, επίσης, δεν είναι άμοιρο ευθυνών, καθώς όλη η δράση της καθημερινά λαμβάνει χώρα με την ανοχή του. Ο λόγος της ακροδεξιάς σήμερα θυμίζει σε πολλά το λόγο της ναζιστικής Γερμανίας κατά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία τη δεκαετία του 1930. Και τότε και τώρα η ακροδεξιά χρησιμοποιεί για να ανέλθει εκλογικά τον λόγο του θύματος έναντι των καταπιεστών του. Προσφέρει έναν ιδεολογικά εθνικιστικό λόγο σε ένα τραυματισμένο και πληγωμένο έθνος. Και η απήχησή της προήλθε τότε όπως και τώρα κυρίως από τη μεσαία τάξη, που είχε διαλυθεί από την κρίση. Όπως οι ναζί, έτσι και οι νεοναζί της σημερινής ακροδεξιάς, φαντασιώνονται και ευαγγελίζονται έναν εσχατολογικό, αποκαλυπτικό λόγο ως απάντηση στο πραγματικό και μέσω αυτού προβάλλουν οράματα μεγάλων εποποιιών τις οποίες καλούνται να αναβιώσουν.6 Σε τι έγκειται λοιπόν η κοινοτοπία (banalité) της ακροδεξιάς σήμερα, όπως και κατά το παρελθόν; Η δαιμονοποίησή της εμποδίζει την ορθολογική προσέγγιση του φαινομένου και της κοινοτοπίας του. Το κόμμα της Χρυσής Αυγής αποτελεί μια κλασική μορφή λαϊκισμού, που προσπαθεί να χτίσει την εικόνα της φιλεργατικής οργάνωσης, πολιτευόμενη με όρους αίματος και φυλής ή πολιτευόμενη στη βάση του σωβινισμού, εξαιρετικά καχύποπτη απέναντι στις θεσμικές διαδικασίες.

6. J. Chapoutot, Εθνικοσοσιαλισμός και Αρχαιότητα, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012.

Οι πρακτικές της ακροδεξιάς, εκφράζοντας μια μερίδα του κοινωνικού συνόλου, φανερώνουν εξ αντανακλάσεως τις ίδιες πρακτικές που αισθάνονται ότι επιβάλλει το κράτος σε αυτούς. Ο πολιτικός της λόγος, πέρα από την ικανοποίηση που προσφέρει η αυτοδικία ενός «κράτους εν κράτει», είναι δημαγωγικός και λαϊκιστικός, καθώς διεκδικεί να δημιουργήσει μια αφήγηση του «τραύματος», με συγκεκριμένες εθνικές και σωβινιστικές προκείμενες. Η άνοδος της ακροδεξιάς σήμερα αποτελεί πρωτίστως αδυναμία/σύμπτωμα της κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος, καθώς διαρρηγνύονται οι σχέσεις εκπροσώπησης. Καταδεικνύει την κατάργηση κάθε έννοιας πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων μέσα από τις τεχνικές διακυβέρνησης που έχουν καθιερώσει οι πολιτικές δυνάμεις σε κατάσταση κρίσης για την «κοινή σωτηρία». Δεδομένων των παραπάνω, το ερώτημα που προκύπτει αφορά την ανεκτική στάση του κράτους έναντι της Χρυσής Αυγής: η ανοχή των πολιτικών δυνάμεων εκφράζει πράγματι την ανικανότητα της κυβέρνησης και των πολιτικών οργάνων να αντιδράσουν επαρκώς ή η Χρυσή Αυγή, που αναδύεται ως δύναμη μέσα από τη ρήξη των σχέσεων εκπροσώπησης, αντανακλά την αυταρχική θωράκιση και σκλήρυνση της ίδιας της αστικής δημοκρατίας, καθώς οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, μπροστά στην απώλεια μορφών της λαϊκής κυριαρχίας προτιμούν ως αρωγό το αόρατο χέρι του παρακράτους της ακροδεξιάς έναντι του κινδύνου να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα ευρύ λαϊκό μέτωπο αμφισβήτησης των κυρίαρχων πολιτικών;


[41]

Γιάννης Βογιατζής

Σημειώσεις για μια παράσταση


[42]


[43]


[44]

Δήμητρα Σπανού

Τυνησία: ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω;

Σ

τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου η Τυνήσια Habiba Ghribi κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στα 3.000 μέτρα με φυσικά εμπόδια. Η ίδια αφιέρωσε το μετάλλιό της στον αραβικό κόσμο, στις Τυνήσιες γυναίκες και στη νέα Τυνησία, τη γενέτειρα της αραβικής άνοιξης. Πίσω στην Τυνησία όμως, δεν μοιράζονται όλοι τον ίδιο ενθουσιασμό για το μετάλλιό της, κι ας αποτέλεσε η νίκη της ορόσημο για την αθλητική ιστορία της χώρας. Υπήρξαν φωνές που επέλεξαν να εστιάσουν στην ενδυμασία της, δηλαδή το τυπικό σορτς και μπλουζάκι που φοράνε οι αθλήτριες του στίβου. Για μερίδες της κοινωνίας, η Ghribi αγωνίστηκε με τα «εσώρουχά» της και αυτό αποτελεί τέτοια ντροπή που θα έπρεπε ακόμα και να της αφαιρεθεί η ιθαγένεια. Η χώρα δεν χρειάζεται μετάλλια από ακάλυπτες και γυμνές γυναίκες! Η αναφορά της Ghribi στις γυναίκες και στη νέα μέρα για τη χώρα της, αλλά και η συζήτηση για την ενδυμασία της δεν είναι τυχαία, καθώς αυτή την περίοδο οι γυναίκες στην Τυνησία βρίσκονται σε αναβρασμό. Αφορμή αποτελεί το προσχέδιο για το νέο σύνταγμα, που στο άρθρο 28 αναφέρει πως η γυναίκα είναι «συμπληρωματική του άντρα στην οικογένεια και συνεργάτης του στην ανάπτυξη της χώρας». Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει πυροδοτήσει μια δημόσια αντιπαράθεση που συνοδεύεται από κινητοποιήσεις. Η πιο σημαντική ήταν στις 13 Αυγούστου, ημέρα εθνικής γιορτής των γυναικών, όπου τουλάχιστον 6.000 γυναίκες και άντρες συμμετείχαν σε διαμαρτυρία εναντίον του προσχεδίου, αλλά και του μετριοπαθούς ισλαμικού κόμματος που ηγείται του κυβερνητικού συνασπισμού. Για την ιστορία, θα πρέπει να σημειωθεί πως η Τυνησία από τη συγκρότησή της ως ανεξάρτητο κράτος αποτελεί ένα φάρο για τα δικαιώματα των γυναικών μέσα στον αραβικό κόσμο. Άμεσα υιοθέτησε μια αρκετά προοδευτική νομοθεσία για την ισότητα των φύλων, που αναγνώρισε τις γυναίκες ως πολίτες και ισχύει έκτοτε. Στο σύνταγμα

της νέας χώρας διακηρύχθηκε η αρχή της ισότητας, ενώ το 1956 τέθηκε σε ισχύ ο Κώδικας Προσωπικής Κατάστασης, που εισήγαγε ένα σύνολο προοδευτικών ρυθμίσεων, το οποίο έχει υποστεί έκτοτε πολλές τροποποιήσεις. Με βάση αυτόν, η πολυγαμία και η αποκήρυξη καταργούνται, επιτρέπεται στις γυναίκες να ζητήσουν διαζύγιο, θεσπίζεται μια ελάχιστη ηλικία για γάμο και προβλέπεται η συναίνεση και των δύο συζύγων πριν από το γάμο. Όλα αυτά επέτρεψαν στις γυναίκες να εισέλθουν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και σε «μη παραδοσιακούς» τομείς εργασίας (πχ. ιατρική, στρατός, μηχανική), καθώς και να ανοίξουν τραπεζικούς λογαριασμούς και να δημιουργήσουν επιχειρήσεις. Επιπλέον, οι γυναίκες κέρδισαν το δικαίωμα ψήφου το 1957, ενώ από το 1962 η πρόσβαση στην αντισύλληψη είναι νόμιμη, καθώς και η έκτρωση ήδη από το 1965 – τη στιγμή που στις ΗΠΑ αυτό έγινε το 1973 και στην Ελλάδα το 1984. Όλο αυτό το ευνοϊκό νομοθετικό πλαίσιο για τις γυναίκες εφαρμόστηκε προφανώς με αντιφάσεις και ανάμεσα σε λεπτές πολιτικές ισορροπίες, εκφράζοντας ένα όραμα «εκσυγχρονισμού» και απομάκρυνσης από το Ισλάμ. Η πολιτική στόχευση ήταν τριπλή: πρώτον, η ικανοποίηση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων ισχυρών χωρών, κυρίως της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Δεύτερον, η αποδυνάμωση των ισλαμιστών που ήταν πολιτικοί αντίπαλοι και αντιδυτικοί. Τρίτον, η ενσωμάτωση των εργατικών αγώνων. Η βασική κριτική είναι πως αναπαρήγαγε έναν κρατικό φεμινισμό που στόχευε στην ένταξη των γυναικών στο εργατικό δυναμικό και αποτελούσε κομμάτι ενός προγράμματος συνολικών μεταρρυθμίσεων σε διάφορους τομείς. Επιπλέον, μετά από τη δεκαετία του ’80, και ιδιαίτερα επί δικτατορίας Μπεν Αλί, χρησιμοποιήθηκε ως επίφαση δημοκρατικότητας απέναντι στις επικρίσεις των δυτικών για τις καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βέβαια, το ισλαμικό στοιχείο ως σύστημα αξιών


[45]

και ταυτότητας των κατοίκων συνέχισε να αποτελεί ισχυρό παράγοντα οργάνωσης της κοινωνίας. Το κράτος ποτέ δεν επιδιώχθηκε να μετατραπεί σε κοσμικό, απλώς η νομοθεσία βασίστηκε σε μια χαλαρή ερμηνεία της σαρίας. Κατά τη δεκαετία του ’90, οι ισλαμικές ομάδες συγκροτήθηκαν ως ο ισχυρότερος πόλος αντιπολίτευσης, εκφράζοντας και οικονομικά συμφέροντα ισχυρών χωρών της Μέσης Ανατολής, αλλά και μερίδες της κοινωνίας που εξαθλιώνονταν. Βγήκαν εκτός νόμου και καταπιέστηκαν ενώ, επί Μπεν Αλί, επικράτησαν ακόμα και διώξεις κατά γυναικών επειδή φορούσαν μαντίλα. Εκτός όμως από τις πολιτικές συμφωνίες και τα συμφέροντα των από πάνω υπάρχει η αυτενέργεια και ο αγώνας των ίδιων των υποκειμένων. Θα πρέπει να σημειωθεί πως το εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα της Τυνησίας αντανακλούσε πραγματικές δυναμικές μέσα στην κοινωνία. Η σύγχρονη ιστορία της χώρας είναι και ένα αποτέλεσμα εργατικών αγώνων, κάτι που δεν είναι αυτονόητο για μια αραβική χώρα. Οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και την κοινωνία κατά τις δεκαετίες 1950-1960, μεταξύ των οποίων η ισότητα των φύλων, έγιναν πραγματικότητα και λόγω της δύναμης των συνδικάτων και των πιέσεων που ασκούσαν. Αργότερα, οι όποιες παραχωρήσεις του Μπεν Αλί, παρά τον αυταρχισμό του καθεστώτος, ήταν αποτέλεσμα του κινδύνου στα αριστερά του και της ανάπτυξης αυτόνομου φεμινιστικού κινήματος στη χώρα κατά τη δεκαετία του ’80 που διεκδικούσε περισσότερες ελευθερίες, ουσιαστική ισότητα και δημοκρατία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, οι γυναίκες στην Τυνησία μπορούν να μορφωθούν, να εργαστούν χωρίς άδεια από άντρα ή σύζυγο, να διεκδικήσουν ακόμα και αξιώματα και έχουν το δικαίωμα ελέγχου του σώματός τους. Σαν σύνολο, αυτές οι ρυθμίσεις ρίζωσαν στην κοινωνία και αποτέλεσαν μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη, καθώς έδωσαν δυνατότητες και αυτοπεποίθηση στις γυναίκες, ενώ γαλούχησαν γενιές αντρών και γυναικών με μια ιδέα ισότητας. Στην πράξη βέβαια, παρά το πλέγμα προστασίας των δικαιωμάτων των γυναικών, η καθημερινή εφαρμογή είχε αποκλίσεις, γεωγραφικές, οικονομικές και κοινωνικές. Παρατηρείται φεμινοποίηση της φτώχειας, όπως σε

όλα τα μέρη τα ποσοστά ανεργίας είναι υψηλότερα για τις γυναίκες, ενώ η νομοθεσία για την ισότητα στην εργασία συχνά δεν τηρείται. Μέσω παρελκυστικών πρακτικών πολλές γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση −πόσο μάλλον στην έκτρωση− και δεν ενθαρρύνονται να διεκδικήσουν αξιώματα ή ακόμα και να εργαστούν μακριά από την περιοχή κατοικίας τους. Για μια μερίδα της τυνησιακής κοινωνίας, ο ρόλος, η τιμή και η κοινωνική αποδοχή της γυναίκας συνδέεται άμεσα με την προσήλωσή της στην οικογένεια και την ανατροφή παιδιών. Κατά την περίοδο της αραβικής άνοιξης στην Τυνησία, όπως και σε άλλες χώρες του αραβικού κόσμου που βρέθηκαν στη δίνη της εξέγερσης, οι γυναίκες αγωνίστηκαν για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά τους ως πολίτες. Διαμαρτυρήθηκαν, ονειρεύτηκαν, ανοίχτηκαν στην κοινωνία και στον κόσμο, τραυματίστηκαν και σκοτώθηκαν. Οργανωμένες αυτόνομα, σε συλλογικότητες και εργατικά σωματεία διεκδίκησαν δημοκρατία και ισότητα για όλους και όλες. Άλλωστε, οι γυναίκες της Τυνησίας ήταν πάντοτε παρούσες στους κοινωνικούς αγώνες, ιδιαίτερα σε συνδικαλιστικούς. Αποτελούν το 40% του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου UGTT, εκπροσωπώντας κυρίως ευάλωτους κλάδους εργασίας, όπως η υφαντουργία. Επιπλέον, έχουν οργανώσει και πρωτοστατήσει σε σημαντικά κινήματα διεκδικήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, όπως στις εξεγέρσεις της Κάφσα το 2008.1 Κατά την αραβική άνοιξη συμμετείχαν στις γενικές απεργίες καθώς και σε επιτροπές και οργανώσεις γειτονιάς που θα υλοποιούσαν τα οράματα της εξέγερσης. Μετά την πτώση του Μπεν Αλί πραγματοποίησαν πορείες και διαμαρτυρίες γυναικών για να επεκτείνουν –και όχι απλά να διατηρήσουν– τα δικαιώματά τους ως γυναίκες, όπου πέτυχαν την ψήφιση ενός νόμου για την ισότιμη συμμετοχή στις εκλογές του 2011. Για εκείνες η εξέγερση εξέφρασε πέρα από την απόγνωση και μια ελπίδα χειραφέτησης και κοινωνικής δικαιοσύνης. 1. Ίσως η πιο σημαντική κινητοποίηση στην Τυνησία τα τελευταία 20 χρόνια. Ξέσπασε λόγω εργατικού ατυχήματος στα ορυχεία της φτωχής περιοχής Κάφσα και διήρκεσε έξι μήνες. Συμμετείχαν, εκτός από τους εργάτες και τις οικογένειές τους, πολλές κοινωνικές ομάδες, όπως μαθητές, δάσκαλοι, φοιτητές κ.λπ.


[46]

Η συμμετοχή τους στην ανατροπή του καταπιεστικού καθεστώτως ήταν ελπιδοφόρα και για έναν ακόμη λόγο. Σχημάτισε μια εικόνα απομακρυσμένη από τα στερεότυπα του κόσμου για τις γυναίκες στον αραβικό κόσμο. Στα μάτια των δυτικών τουλάχιστον, η συμμετοχή τους ανέδειξε ακόμη περισσότερο ως ρεαλιστική τη δυνατότητα συγκρότησης μιας νέας κοινωνίας με λιγότερη καταπίεση και περισσότερο σεβασμό. Αν και είναι απλουστευτικό να θεωρούμε πως κάθε εξέγερση οδηγεί με ακρίβεια σε ένα καλύτερο αύριο, ενάμιση χρόνο μετά την αραβική άνοιξη την αρχική ελπίδα διαδέχεται ο προβληματισμός. Παρά την ψήφιση του νόμου για ισότιμη συμμετοχή, οι γυναίκες όχι μόνο δεν ηγήθηκαν σε καμία λίστα, αλλά στις περισσότερες υποεκπροσωπήθηκαν. Μετά τις εκλογές, λιγότερο από το 1/4 της βουλής είναι γυναίκες, ενώ στην κυβέρνηση των 41 προσώπων μόνο 3. Σήμερα, το μετριοπαθές ισλαμικό κόμμα Ennahda αποτελεί την πρώτη δύναμη στη χώρα και κατέχει την πλειοψηφία στην προσωρινή κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία συμμετέχουν οι σοσιαλδημοκράτες και οι κεντροαριστεροί, υπέρμαχοι και οι δύο του κοσμικού κράτους. Από την πρώτη μέρα, το ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών τέθηκε ψηλά στην ατζέντα και απασχόλησε τον δημόσιο λόγο

τόσο στη χώρα όσο και διεθνώς. Όμως, τα αρχικά καθησυχαστικά μηνύματα των εκπροσώπων της πλειοψηφίας διαδέχτηκε το επίμαχο απόσπασμα που προτείνουν. Εάν αυτό εγκριθεί, σημαίνει ότι το σύνταγμα θα εγγυάται τα δικαιώματα των γυναικών επειδή πηγάζουν από τον ρόλο που έχουν ως συμπληρωματικές του άντρα και όχι επειδή είναι ανεξάρτητα ανθρώπινα όντα που δικαιούνται ανθρώπινα δικαιώματα. Δηλαδή ίσχυε ό,τι μέχρι σήμερα, και ακόμα και το προηγούμενο καταπιεστικό καθεστώς σεβάστηκε τουλάχιστον θεσμικά. Μια ενδεχόμενη περιστολή των δικαιωμάτων των γυναικών σημαίνει ουσιαστικά την εγκαθίδρυση ενός ακόμη συστήματος που θα εγγυάται περισσότερη καταπίεση για τον μισό πληθυσμό της χώρας, και μαζί τη διάψευση των όποιων ελπίδων γέννησε η αραβική άνοιξη. Οι σημερινές διεκδικήσεις τους πιάνουν το νήμα της εξέγερσης που συντάραξε τον αραβικό κόσμο και αποτελούν μια συνέχιση των οραμάτων που αυτή ενέπνευσε πρώτιστα στους ίδιους τους εξεγερμένους/ες για μια πιο δίκαιη κοινωνία, με ελευθερία και αξιοπρέπεια. Σε μια στιγμή καμπής, αποκαλύπτουν τα πολλά πρόσωπα της καταπίεσης, υποδεικνύοντάς μας πως οι αγώνες μπορούν και πρέπει να διενεργούνται σε πολλαπλά επίπεδα.


[47]

Κλειώ Χαρέμη

Cherchez la femme Μια άλλη απάντηση

Π

ρέπει καταρχάς να κάνω σαφές ότι δεν έχω ασχοληθεί ποτέ σε θεωρητικό επίπεδο με τα ζητήματα φύλου. Το μοναδικό υπόβαθρο για τη συγγραφή της παρούσας επιστολής είναι η προσωπική εμπειρία στη ζωή και σε οργανώσεις της αριστεράς, κάποια σκόρπια διαβάσματα κλασικών, αλλά και μοντέρνων, του μαρξισμού και οι εικόνες που έχω από φίλες που είναι ιδιαίτερα δραστήριες όσον αφορά το φύλο. Ο λόγος που αποφάσισα να γράψω στη Λεύγα ήταν η απάντηση της συντρόφισσας Τουλούμη στο άρθρο του συντρόφου Τσιβίκη της Λεύγας 7 που δημοσιεύτηκε στη Λεύγα 8, η οποία με γέμισε ερωτήματα. Τολμώ να πω ότι πολλά από αυτά κατέληξαν ρητορικά! «Το να σταθείς στον κόσμο ως γυναίκα είναι εξίσου ανυπόφορα δύσκολο και επίπονο, και ως επί το πλείστον μοναχικό», ξεκινά η συντρόφισσα Τουλούμη… Αμέσως σκέφτηκα: «τι είναι γυναίκα;». Το σκεφτόμουν καιρό και δεν μπορούσα να δώσω απάντηση… Αποφάσισα ότι απάντηση δεν υπάρχει. Η γυναίκα, στην παραπάνω πρόταση, δεν είναι παρά μια αφαίρεση. Στη θέση της λέξης αυτής θα μπορούσε να είναι ο άνδρας, ο ομοφυλόφιλος, ο διεμφυλικός, ο διαφυλικός… σε τελική ανάλυση, ο άνθρωπος! Επιπλέον, μεγάλο μέρος της απάντησης αφορά την «πραγματική γυναίκα», δηλαδή τη «γυναίκα-φαντασίωση του καπιταλιστικού-νεοφιλελεύθερου-συντηρητικού προτύπου». Από αυτή τη δεύτερη «γυναίκααράχνη» δεν φαίνεται να ξεφεύγει κανείς, ούτε ο σύντροφος Τσιβίκης! Ακόμα και οι αριστεροί άντρες αυτή ποθούν να κατακτήσουν και οι γυναίκες την εικόνα αυτής ποθούν να αποκτήσουν. Η επιλογή που θέλει την πραγματική γυναίκα νέα, ωραία και ηδυπαθή πρέπει να προβληματικοποιηθεί στην πράξη κατά τη συντρόφισσα Τουλούμη. Υπό τέτοιο πρίσμα, το γυναικείο ζήτημα είναι σίγουρα διαταξικό. Κατά πόσο όμως θα πρέπει να απασχολεί την αριστερά μια διαταξική προσέγγιση του γυναικείου ζητήματος; Πώς προσδιορίζουμε εντέλει

το γυναικείο ζήτημα; Είναι ένα γενικό ζήτημα, ή θα πρέπει να το δούμε πιο συγκεκριμένα, και όχι ιδεολογικά, αλλά γειωμένο στους υλικούς του όρους; Μπορούμε να μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα με τον ίδιο τρόπο στην Ελλάδα και με τον ίδιο τρόπο στο Ιράν; Μπορούμε να δούμε με τα ίδια μάτια τα εμπόδια στην καριέρα μιας μορφωμένης γυναίκας της μεσαίας τάξης και την καταπίεση μιας ανειδίκευτης εργάτριας στον χώρο δουλειάς; Μπορεί η ανεπάγγελτη μητέρα και σύζυγος του μεσοαστού να συνασπιστεί με τη νοικοκυρά, μητέρα και σύζυγο του εργάτη; Ο καπιταλισμός αντιμετώπισε τόσο το σώμα του άντρα όσο και της γυναίκας ως αναλώσιμη ύλη και συνεχίζει να το κάνει ακάθεκτος, δεν κάνει διακρίσεις στην εκμετάλλευση, απλώς αλλάζουν οι μορφές της εκμετάλλευσης μέσα από τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων. Εκτός από τον καρκίνο του μαστού, υπάρχει και ο καρκίνος του προστάτη, αλλά και ο καρκίνος του πνεύμονα που αφορά και τα δύο φύλα. Η έρευνα και η επιστήμη μπορεί να έχουν προχωρήσει, αλλά σε ποια κατεύθυνση, αν όχι στην κατεύθυνση της ατομικής ευθύνης; Η προπαγάνδα για την ατομική προστασία από τις υπεριώδεις ακτίνες ή το τσιγάρο ταυτόχρονα με την προπαγάνδα και τις κρατικές μεθοδεύσεις κατά της δημόσιας υγείας και ασφάλισης, την συνεχή υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσης και τις χρηματιστηριακές αγορές εκπομπών ρύπων είναι το λιγότερο εξοργιστική. Δεν ξέρω κατά πόσο συνιστά ακόμα πρόβλημα η μειωμένη γυναικεία παρουσία στον δημόσιο λόγο. Όσον αφορά την αριστερά, η γυναικεία παρουσία δεν υπολείπεται σε καμία περίπτωση. Αλλά γυναίκες εκπροσώπους βρίσκουμε και στις συλλογικότητες των αντιπάλων, στους κρατικούς θεσμούς και στον επιχειρηματικό κόσμο. Γυναίκα είναι η Αλέκα Παπαρήγα αλλά και η Ντόρα Μπακογιάννη. Γυναίκα είναι η Κωνσταντίνα Κούνεβα αλλά και η Ελένη Καταβάτη.


[48]

Η πολιτική αναγνώριση των γυναικών από το κράτος έχει επιτευχθεί. Οι γυναίκες επίσης εκπροσωπούνται σε κοινωνικούς θεσμούς. Η επιστήμη βρίσκεται εκεί για να εξυπηρετήσει αυτόν ή αυτήν που μπορεί να πληρώσει το αντίτιμο. Το πρόβλημα στην ουσία συνεχίζει να αναπαράγεται μέσα από την λεγόμενη ιδιωτική σφαίρα. Αυτήν επικαλούνται και όλες οι στερεοτυπικές αναπαραστάσεις του λόγου. Αν η πραγματική γυναίκα πρέπει να είναι νέα, ωραία και ηδυπαθής, και ο πραγματικός άντρας πρέπει να είναι στιβαρός, γοητευτικός και επιτυχημένος. Ποια γυναίκα ονειρεύεται να συναντήσει έναν άνεργο πολιτικό επιστήμονα που μένει με τους γονείς του, έχει πατήσει τα 35, έχουν αρχίσει να αραιώνουν τα μαλλιά του και έχει φάει τη ζωή του να διαβάζει πολιτική φιλοσοφία αντί να κάνει πουσάπς στο γυμναστήριο; Ποια γυναίκα θέλει να γνωρίσει έναν οικοδόμο που έχει να κάνει μεροκάματο ένα χρόνο και η κοιλιά του έχει φτάσει στον όγδοο μήνα από τις μπίρες; Κι όμως, η στρουμπουλή και ανέραστη γνωρίζει τον ντροπαλό και άνεργο, και η ζωή συνεχίζεται με κάπως

ματαιωμένα όνειρα, αλλά δεν βαριέσαι… υπάρχει μια συντροφιά. Το βέβαιο είναι ότι τα παιδιά τους θα επηρεαστούν πάλι από τα πρότυπα μιας κοινωνίας που έχει ανάγκη την οικογενειακή οργάνωση για την αναπαραγωγή της και που έχει εμπορευματοποιήσει τον έρωτα γιατί πολύ απλά βγάζει κέρδος. Μήπως τελικά αυτό με το οποίο θα πρέπει να ασχοληθεί η αριστερά είναι ο θεσμός της οικογένειας, αλλά φοβάται από τη μια να αγγίξει την δομή πάνω στην οποία επιβιώνει ο Έλληνας και η Ελληνίδα (άλλα κράτη έχουν κράτος πρόνοιας) και από την άλλη να μη φανεί η ενδεχομένως συντηρητική πλευρά που μπορεί τελικά να προκύψει; Το πρόβλημα δεν είναι αν θα αποδεχτεί η αριστερά να ασχοληθεί με ένα διαταξικό θέμα, αλλά αν, πρώτον, θα καταφέρει να το αντιληφθεί ως αυτό που είναι, δηλαδή ταξικό και αν, δεύτερον, θα έχει το σθένος να εισβάλει στην ιδιωτική σφαίρα των ανθρώπων που την απαρτίζουν, αλλά και της εργατικής τάξης, αν θα έχει το σθένος να αναδείξει μια κουλτούρα ζωής και να την απαιτήσει από τον ίδιο της τον εαυτό.


[49]

Κωστής Καρπόζηλος

Restarting Greece ή Ριστάρτινγκ Γκρις; Σ’ αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης, [οι άνθρωποι] επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους, για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ’ αυτή τη δανεισμένη γλώσσα, τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας. Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Σ

τις 25 Σεπτεμβρίου του 2012 σε μια μικρή αίθουσα στο Παρίσι, ο Ζακ Ντελπλά (Jacques Delpla) άνοιξε το λάπτοπ του, διόρθωσε διακριτικά την ημερομηνία του powerpoint που είχε ξεμείνει από τον Ιούλιο όταν είχε μιλήσει στη Μήλο προσκεκλημένος στο 11ο CRETE (Conference on Research on Economic Theory and Econometrics) και ξεκίνησε να παρουσιάζει τις θέσεις του για το πολυφορεμένο εσχάτως θέμα της ελληνικής κρίσης.1 Μέλος του γαλλικού συμβουλίου οικονομικών αναλύσεων (Conseil d’analyse économique), υψηλόβαθμο στέλεχος της BNP-Paribas και σύμβουλος της ρωσικής κυβέρνησης στα χρόνια της μετάβασης στην ελεύθερη αγορά, ο Ζακ Ντελπλά απασχόλησε τον ελληνικό Τύπο μόνο το καλοκαίρι του 2012, όταν συνέδεσε την ενδεχόμενη μονομερή καταγγελία του μνημονίου με σενάρια γενικευμένης αποσταθεροποίησης και δη μιας τουρκικής εισβολής σε «ολόκληρη την Κύπρο, στα Δωδεκάνησα ή στη Θράκη».2 Μέχρι εδώ τίποτα ξεχωριστό· ένα ακόμα δημοσίευμα από αυτά που κατά τον προεκλογικό ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσαν «πράξη προσβολής της εθνικής αξιοπρέπειας και υπονόμευσης της δημοκρατίας στη χώρα μας».3 Σύμφωνα με την ελληνική δημόσια συζήτηση, οι «ξένες» −ή στις πιο προσεκτικές εκδοχές οι «διεθνείς»− τοποθετήσεις μπορούν να είναι, κατά περίσταση, είτε προσβλητικές είτε συμφέρουσες για τη μονίμως ακαθόριστη εθνική «μας» υπόθεση. Έτσι, τον Ιούνιο του 2011 ο Παναγιώτης Λαφαζάνης,

αφού πρώτα χαρακτήρισε τον Ντελπλά «έγκριτο οικονομολόγο», κατέθεσε κοινοβουλευτική ερώτηση, «επειδή δεν είναι δυνατόν όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι επιστήμονες και μελετητές να ανακινούν και να θυμίζουν, σε τούτες τις κρίσιμες στιγμές, μείζονες εθνικές αξιώσεις και η ελληνική κυβέρνηση να κωφεύει και να σιωπά» αφορμή ήταν μια αυτονόητη δήλωση του Ντελπλά για την αλληλεξάρτηση Ελλάδας και Γερμανίας.4 Είναι βέβαιο ότι η παρουσίαση του Ζακ Ντελπλά με τίτλο Restarting Greece Afresh θα εξόργιζε τους υπερευαίσθητους περί των εθνικών, ενώ θα ενθουσίαζε τους υπερφίαλους συγγραφείς των ανεπίδοτων επιστολών προς την τρόικα. Οι τραγ(ι)κοποιήσεις του εθνικού αντιμνημονιακού λόγου και τα λυτρωτικά ωσαννά της αθηναϊκής βιβλιοφιλίας που συγκροτούν τα κατοπτρικά άκρα της δημόσιας συζήτησης αντιδρούν εξίσου αντανακλαστικά σε κάθε τοποθέτηση που σχετίζεται με το «ελληνικό ζήτημα», εφόσον αντιλαμβάνονται την παγκόσμια οικονομική κρίση αποκλειστικά ως εγχώρια υπόθεση. Η ενδεχόμενη ανάγνωση του σχεδίου Ντελπλά −ας το ονομάσουμε συμβατικά έτσι− υπό αυτό το πρίσμα θα αποδυνάμωνε την πιο ενδιαφέρουσα διάστασή του: την πρόταση ριζικού μετασχηματισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίστοιχα, η καταγγελία της προοπτικής αυτής ως συμφέρουσας για τις δυνάμεις του κεφαλαίου συνιστά κοινοτοπία − θα κατηγορούσε ποτέ κανείς έναν οπαδικό σύνδεσμο για ποδοσφαιροφιλία;

1. Η παρουσίαση του Ζακ Ντελπλά στη Μήλο «Restarting Greece Afresh» είναι διαθέσιμη στο http://goo.gl/l8bJV. 2. Ενδεικτικά, Ζακ Ντελπλά, «Σώστε την Ελλάδα από την καταστροφή», εφ. Το Βήμα, 3.6.2012. 3. «Κατάφωρη προσβολή της εθνικής αξιοπρέπειας», εφ. Η Αυγή, 16.6.2012.

4. «Ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Π. Λαφαζάνη με θέμα: Η ανακίνηση του θέματος των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων αλλά και της διαγραφής μεγάλου μέρους του ελληνικού χρέους από ξένους έγκυρους επιστήμονες και μελετητές», 24.6.2011 (http://goo.gl/JGIzO).


[50]

Αν το σχέδιο Restarting Greece Afresh παρουσιάζει ενδιαφέρον, αυτό έγκειται στον τρόπο που οι οικονομοτεχνικές προτάσεις διασυνδέονται με μια ριζοσπαστική πολιτική προοπτική και την πεποίθηση ότι η κρίση δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για ένα μεγάλο άλμα προς τα εμπρός στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ομοσπονδοποίησης. Η τεχνοκρατική ενατένιση ενός άμεσου μέλλοντος ρήξης με το φορτίο της εθνικής κυριαρχίας συνιστά τομή πολλαπλάσιου ριζοσπαστισμού σε σχέση με τα φληναφήματα που αναζητούν τη «ρήξη με τον μεταπολιτευτικό μας κακό εαυτό»,5 ή την αναδίπλωση στο εξαϋλωμένο εθνικό κράτος. Ο Ζακ Ντελπλά εκκινεί διαπιστώνοντας την αποτυχία των πολιτικών της τρόικας και την αναγκαιότητα ενός ριζικού αναπροσανατολισμού στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης. Στο έδαφος αυτό, προτείνει την υπαγωγή της υπό πτώχευση ελληνικής οικονομίας στο πνεύμα του άρθρου 11 του αμερικανικού δικαίου (ανάλογο με το δημοφιλές στα καθ’ ημάς άρθρο 99), το οποίο αναγνωρίζει την αναγκαιότητα αναδιοργάνωσης του χρέους και την επιδίωξη μιας «νέας αρχής». Η «νέα αρχή», η τομή μεταξύ των συσσωρευμένων προβλημάτων του παρελθόντος και των προοπτικών του μέλλοντος, διασφαλίζεται από την ισχύ των οικονομικών και κοινωνικών συμβολαίων που συνάπτονται πέραν μιας ορισμένης ημερομηνίας σε βάρος των παλαιότερων. Με τον τρόπο αυτό, εγκαινιάζεται ένας νέος κύκλος δανεισμού με κίνητρο την προτεραιότητα στην αποπληρωμή, εκκαθαρίζοντας έτσι «τις παρελθούσες υποχρεώσεις που κατακρήμνισαν την Ελλάδα στη χρεοκοπία και στο οικονομικό χάος». Το δεύτερο σκέλος της «νέας αρχής» αναφέρεται στην επίτευξη μιας «αποκεντρωμένης και εθελοντικής εσωτερικής υποτίμησης», η οποία συνδέεται με τη συμπίεση του κόστους εργασίας, αλλά και τη θέσπιση ενιαίου ευρωπαϊκού ταμείου απασχόλησης σε συνδυασμό με την εφαρμογή ευρωπαϊκών συμβάσεων εργασίας προσανατολισμένων στο τοτέμ της ευελισφάλειας (flexicurity). Η «νέα αρχή» προϋποθέτει μια πολιτική τομή, η οποία θα επιτρέπει την υπέρβαση των σημερινών οικονομοτεχνικών περιορισμών και αγκυλώσεων.

Στο έδαφος αυτό προτείνεται η αναγόρευση της Ελλάδας στην «πρώτη χώρα πραγματικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης», δηλαδή τον μετασχηματισμό του εθνικού κράτους σε ομοσπονδιακό κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης − και προοπτικά την υπαγωγή περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών στο ίδιο μοντέλο. Η οριστική εγκατάλειψη της εθνικής κυριαρχίας, η οποία έτσι και αλλιώς έχει υποστεί ποικίλους μετασχηματισμούς στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αντισταθμίζεται από οικονομικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα τον ανεμπόδιστο εκσυγχρονισμό, την απελευθέρωση των αμυντικών δαπανών και την εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας, εφόσον ο Ευρωστρατός θα αντικαταστήσει τον νυσταλέο ελληνικό στρατό, την αντικατάσταση των αντιδημοκρατικών ελεγκτικών μηχανισμών στην Αθήνα από ένα σύστημα δυαδικής νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, ελληνική και ευρωπαϊκή βουλή και κυβέρνηση. Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα θα εγκαινιάσει τη μετάβαση από την καταχνιά της κρίσης στη φωτεινή «νέα αρχή», δηλαδή τη ριζική μεταμόρφωση του ευρωπαϊκού τοπίου. Το σχέδιο Ντελπλά υπενθυμίζει ότι ο τεχνοκρατικός λόγος, και τα ερευνητικά κέντρα που τον φιλοξενούν, μπορεί να παρέχει ριζοσπαστικές εκδοχές του πολιτικού, που υπερβαίνουν τους λογιστικούς ισολογισμούς και τα κρυπτικά αρκτικόλεξα της χρηματιστηριακής καθημερινότητας. Η υπόμνηση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη δεδομένης της αντιμετώπισης του δυτικού τεχνοκρατισμού ως αθύρματος αυτών που «αισθάνονται υπερβολικά καλοί με τα νούμερα […] [αλλά βρίσκονται μακριά από τη “ζωή εκεί έξω”]».6 Η απαξίωση των τεχνοκρατών, ιδιαίτερα δημοφιλής στις τάξεις της αριστεράς, εμφανίζει εντέλει την οικονομική κρίση και τις πολιτικές λιτότητας ως προϊόν ηθικών προαιρέσεων (τα «άπληστα golden boys»), ενώ ταυτόχρονα υποβάλλει την ιδέα ενός παρηκμασμένου προσωπικού που κινείται σε προκαθορισμένες ράγες. Η συλλογιστική αυτή έχει μια λανθάνουσα συνέπεια: αναπαράγει τη βεβαιότητα του «αδιεξόδου», ενός επικείμενου τελικού σταδίου σαν το τελευταίο level του ηλεκτρονικού παιχνιδιού, υποτιμώντας έτσι τις δυνατότητες, και ικανότητες, του

5. Ανδρέας Λοβέρδος: «Προχωρώ σε ρήξη με το παρηκμασμένο πολιτικό σύστημα», 22.10.2012.

6. Λώρη Κέζα, «Ανόητοι τεχνοκράτες», εφ. Το Βήμα, 22.10.2012.


[51]

τεχνοκρατικού κόσμου να συμβάλει σε στρατηγικούς αναπροσανατολισμούς. Η ρητορική του σχεδίου Ντελπλά υιοθετεί την προοπτική της επαναστατικής μεταβολής μέσα από την αναζήτηση της «νέας αρχής» στο πλαίσιο του κυρίαρχου συστήματος σκέψης, αυτή η «νέα αρχή» θα είναι μια επανεκκίνηση απαλλαγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος − ας θυμηθούμε εδώ τον τίτλο «Restarting Greece». Στο ολισθηρό έδαφος της τεχνολογικής μετωνυμίας, πρόκειται για την αναζήτηση ενός κοινωνικού control+alt+delete, εφόσον το πρόγραμμα έχει κολλήσει, το οποίο όμως προϋποθέτει και την απεγκατάσταση του παρωχημένου λογισμικού της εθνικής κυριαρχίας. Οι αστικοί τεχνοκρατικοί σχεδιασμοί, που εκτείνονται πέρα από την αναζήτηση του διαχειριστικού, υπογραμμίζουν την αμηχανία της αριστεράς που εμφανίζεται ως ο συντηρητικός κληρονόμος μιας πάλαι ποτέ ριζοσπαστικής παράδοσης, μιας παγιωμένης στο παρελθόν ισορροπίας που έχει οριστικά διασαλευτεί. Η ιερή αγανάκτηση για τη «χώρα που καταστρέφεται», ανεξαρτήτως ευγενών προθέσεων, υπογραμμίζει την καταφυγή σε σχήματα σκέψης που καθόρισαν την ιστορική εξέλιξη της αριστεράς, αλλά αδυνατούν να περιγράψουν το περιεχόμενο της περίφημης εθνικής κυριαρχίας σε ένα πεδίο διεθνών μεταβολών που εκτείνεται από τους τ(ρ)όπους παραγωγής έως τις βιοκλιματικές συνθήκες. Αυτή η δυσκολία έχει ένα πολύ χειροπιαστό και ελάχιστα συζητημένο υπόστρωμα: την υποχώρηση των χώρων αυτόνομης από τους κρατικούς μηχανισμούς τεκμηρίωσης και έρευνας, που θα μπορούσαν να ανατροφοδοτήσουν τα επαναστατικά πολιτικά προγράμματα.7 Η μη ενσωματωμένη αριστερά μετά το 1989 δαιμονοποίησε την τεχνοκρατική σκέψη, ως συνώνυμη της αστικής διαχείρισης, με αποτέλεσμα αφενός οι «κόκκινοι 7. Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος σε ένα οξυδερκές κείμενο σημείωνε: «θα έλεγε βεβαίως κάποιος ότι το δίλημμα [κόκκινοι ή ειδικοί] είναι ανύπαρκτο, καθώς η προφανής απάντηση είναι: κόκκινοι ειδικοί· άνθρωποι δηλαδή που έχουν την ανιδιοτέλεια και το πάθος αλλά και την εξειδικευμένη γνώση να υπηρετήσουν ένα στόχο. Είναι όμως αυτό πάντοτε εφικτό; Και ακόμη, πώς φτιάχνονται οι κόκκινοι ειδικοί; Μέσα από ποιους μηχανισμούς μπορούν να παραχθούν και να αναπαραχθούν; Μήπως στις σημερινές συνθήκες η μία ιδιότητα τείνει να αποκλείσει την άλλη;», Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Κόκκινους ή ειδικούς;», Ενθέματα, εφ. Η Αυγή, 12.9.2010.

ειδικοί» του παρελθόντος να στελεχώσουν εναλλακτικά εκσυγχρονιστικά προγράμματα και αφετέρου η ίδια να αναπαράγει απροβλημάτιστα επί μακρόν επεξεργασίες προηγούμενων δεκαετιών που το περιεχόμενό τους έφθινε όλο και περισσότερο. Η αναντιστοιχία αυτή γίνεται ορατή όταν η συζήτηση μεταβαίνει από την κατάδειξη των μηχανισμών της κρίσης, εκεί που ο παραδοσιακός πυρήνας ανάλυσης εμφανίζεται επαρκής, στη σκιαγράφηση της υπέρβασής της. Η αναδίπλωση σε εθνικά σχήματα αυτόνομης ανάπτυξης, ιδίως εφόσον δεν συνοδεύεται από ένα πειστικό, αναλυτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, εμφανίζεται ως μια καρικατούρα του παρελθόντος με ανυπολόγιστες συνέπειες για την κοινωνική πλειοψηφία. Η επίκληση ενός εναλλακτικού ευρωπαϊκού σχεδίου, εφόσον δεν συνοδεύεται από χειροπιαστές ενδείξεις οργανωτικής και κοινωνικής συγκρότησης του ριζοσπαστικού διεθνισμού, παραπέμπει σε ευχολόγιο σχολικού τετραδίου. Και στο τέλος τι μένει στο επίπεδο του προγραμματικού λόγου; Η εύκολη, κληροδοτημένη από τα παλιά, αναζήτηση των στίχων του Μαγιακόβσκι για τη σκιαγράφηση του μέλλοντος, εφόσον «το μέλλον δε θάρθει από μονάχο του, έτσι νέτο-σκέτο, αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς». Παρ’ όλα αυτά, εφόσον «εμείς» εμφανιζόμαστε διστακτικοί να πάρουμε μέτρα, δηλαδή να καταγράψουμε, να φανταστούμε και να σχεδιάσουμε, το «μέλλον» φαίνεται να έρχεται με τη μορφή της επανεκκίνησης. Άλλωστε το ποίημα έχει και άλλους στίχους, πιο ενοχλητικούς για τις βεβαιότητές μας· «σαν τη φλοκάτα και το χρόνο επίσης, ο σκόρος την καθημερινότητας τον κατατρώει στιγμή-στιγμή». Ο «σκόρος της καθημερινότητας» εγκλωβίζει τη σκέψη στα πιεστικά προβλήματα του παρόντος και σαν εκείνον τον άλλο «κοριό» του Μπρεχτ μπορεί εντέλει να καθορίσει την αναμέτρηση.


[52]

Κώστας Περούλης

Στηβ Τζομπς: η αισθητικοποίηση του επιχειρείν

Σ

τις σημαντικότερες σελίδες του βιβλίου του Μισέλ Ουελμπέκ Ο Χάρτης και η Επικράτεια, ο συνονόματος ήρωας Μισέλ Ουελμπέκ σχολιάζει έναν πίνακα του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, ζωγράφου Ζεντ Μαρτέν, που απεικονίζει τον Μπιλ Γκέιτς με τον Στηβ Τζομπς να παίζουν μια παρτίδα σκάκι στην κατοικία του τελευταίου στο Πάλο Άλτο. Ο Ουελμπέκ αναφέρει ότι, διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Γκέιτς, δεν στάθηκε στις κυνικές ομολογίες του ότι δεν είναι απαραίτητα πλεονέκτημα για μια επιχείρηση να προτείνει τα πιο καινοτόμα προϊόντα, αλλά αρκεί να παρατηρεί τους ανταγωνιστές της –κι εδώ εννοεί την Apple– και να πλημμυρίζει την αγορά με αντίγραφα σε χαμηλότερη τιμή. Περισσότερο συγκινητικά, λέει, του φαίνονται τα αποσπάσματα όπου ο Γκέιτς εκφράζει την βαθιά πίστη του στον καπιταλισμό, την πίστη ότι το καλό της αγοράς ταυτίζεται τελικά πάντα με το γενικό καλό. Τότε είναι που εμφανίζεται ο Μπιλ Γκέιτς, στη βαθιά του αλήθεια, σαν μια ύπαρξη γεμάτη πίστη κι αυτήν την πίστη, αυτήν την ειλικρίνεια του τίμιου καπιταλιστή κατάφερε να αποδώσει ο Ζεντ Μαρτέν, απεικονίζοντάς τον, με τα χέρια ελαφριά ανοιχτά, ζεστό και φιλικό, τα γυαλιά του να λάμπουν με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που δύει πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Τζομπς αντίθετα, αδυνατισμένος από την αρρώστια, με ανήσυχο πρόσωπο και αραιό μούσι, επίπονα στηριγμένος στο δεξί του χέρι, θύμιζε έναν από εκείνους τους περιοδεύοντες ιεροκήρυκες που βρίσκεται για δέκατη ίσως φορά να επαναλαμβάνει βιαστικά το κήρυγμά του μπροστά σ’ ένα αραιό και αδιάφορο εκκλησίασμα που ξαφνικά καταλαμβάνεται από αμφιβολία. Ωστόσο, ο ακίνητος, αδυνατισμένος Τζομπς που βρισκόταν στη θέση του χαμένου, ήταν εκείνος που έδινε την εντύπωση ότι ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. […] Στο βλέμμα του έλαμπε ακόμα εκείνη η φλόγα που δεν συναντάμε μόνο στους ιεροκήρυκες και τους προφήτες, αλλά και στους εφευρέτες που

τόσο συχνά περιγράφει ο Ιούλιος Βερν. Κοιτάζοντας πιο προσεχτικά τη θέση των πιονιών στη σκακιέρα που ζωγράφισε ο Μαρτέν, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν ήταν απαραίτητο να χάσει ο Τζομπς και ότι μπορούσε, εάν θυσίαζε τη βασίλισσα του, να τελειώσει σε τρεις κινήσεις με ένα θρασύ ματ του αξιωματικού. Κατά τον ίδιο τρόπο μας δίνεται η εντύπωση ότι μπορεί, με μια λαμπρή διαίσθηση κάποιου νέου προϊόντος, να επιβάλει ξαφνικά στην αγορά νέους κανόνες.

Ο Ουελμπέκ εξέδωσε το μυθιστόρημά του ένα χρόνο πριν από τον θάνατο του Στηβ Τζομπς. Και, όπως κάθε μεγάλος εγωπαθής συγγραφέας, θα απολαμβάνει σίγουρα το γεγονός ότι η Apple τελικά έγινε ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, και κυρίως ότι όλες οι νεκρολογίες του Τζομπς μιμήθηκαν κάτι από το δικό του άγγιγμα. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Ουελμπέκ, που σημειώνει έγκαιρα αυτό που έμελλε να χαρακτηρίσει όλες τις αγιογραφίες του Τζομπς, δηλαδή τον χαρακτηρισμό του ως «καινοτόμου οραματιστή», αποφεύγει να κάνει λόγο για το μέσο επίτευξης των «οραμάτων» του που τον έκανε τόσο διάσημο, δηλαδή την αισθητική. Γιατί τα μεγάλα «έργα» του Τζομπς, το ipod, το iphone, το ipad, περισσότερο από τεχνολογικά επιτεύγματα, υπήρξαν αισθητικά επιτεύγματα. Αντίθετα, ο Ουελμπέκ αισθητικοποιεί τον ίδιο τον Τζομπς. Με μια πρώτη ματιά αυτό μοιάζει παράδοξο: ένας ασθενικός ιεροκήρυκας που σαν τρελός προφήτης οραματίζεται κάποια αλήθεια για τον κόσμο δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με την υψηλή αισθητική των πανάκριβων λαμπερών προϊόντων του δισεκατομμυριούχου Τζομπς. Ο Ουελμπέκ όμως έχει βαθιά γνώση για τη λογοτεχνία και τους δικούς της ήρωες, εκείνους που ακόμα και σήμερα επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Οι Γερμανοί ρομαντικοί φιλόσοφοι και λογοτέχνες του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, ασθενικοί και πεισιθάνατοι συχνά κι οι ίδιοι όσο και οι ήρωες των έργων τους, αντικατέστησαν στη μυθολογία


[53]

τους τον ιερέα με τον καλλιτέχνη και τον –νεκρό από την λαίλαπα του Διαφωτισμού– Θεό με την τέχνη. Στον ορθολογισμό αντέταξαν τη μεταφυσική, η τέχνη που κήρυτταν αυτοανακηρυσσόταν σε μια ανορθολογική παν-επιστήμη. Πώς; Η αισθητική εμπειρία, συμπυκνωμένη απόλυτα μέσα στο πρωτότυπο έργο τέχνης, έγινε μια μυστικιστική εμπειρία/γνώση του κόσμου: μόνο η διαίσθηση του ιδιοφυούς καλλιτέχνη μπορούσε να συλλάβει το πνεύμα μιας εποχής, μόνο η φαντασία του μπορούσε να το μεταδώσει στους υπόλοιπους ανθρώπους. Και, ακόμα περισσότερο, για να ξαναρθούμε στον καινοτόμο Τζομπς και τα προϊόντα του, ο καλλιτέχνης θεωρήθηκε ένα με το έργο του, κι αυτό με όλους τους ανθρώπους – τούτο ήταν το όραμα μιας ενότητας του κόσμου όπου ο καλλιτέχνης μόνος μπορούσε να συνδέεται συναισθητικά και να βλέπει στο «εσωτερικό» όλων των ανθρώπων με τη «συμπαθητική» φαντασία του. Συχνά «καταραμένος» και γεμάτος αγωνία, ο ρομαντικός καλλιτέχνης και οι ήρωές του υπήρξαν επαναστατικές ιδιοφυΐες απέναντι στον «πεζό» τρόπο ζωής των αστών. Όταν επομένως ο Ουελμπέκ αισθητικοποιεί τον καινοτόμο Στηβ Τζομπς με τους όρους του ρομαντικού καλλιτέχνη, δεν κάνει άλλο απ’ το να μιλάει για τα προϊόντα του ως προϊόντα αισθητικής, ως έργα τέχνης. Μοιάζει με ιεροσυλία για έναν λογοτέχνη να συνταιριάζει τόσο ιερές έννοιες της ρομαντικής φιλοσοφίας και τέχνης, όπως η «διαίσθηση» και το «όραμα», με ένα καταναλωτικό προϊόν, το οποίο θα άλλαζε τους κανόνες της αγοράς με τον ίδιο τρόπο που η μοναδική ιδιοφυΐα του καλλιτέχνη κατά τον Καντ ξαναγράφει τους κανόνες της τέχνης. Ένα χρόνο μετά ωστόσο, η αδερφή του Τζομπς, καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και συγγραφέας και η ίδια, στον επικήδειο λόγο της επικύρωσε όλα τα θεωρητικά εργαλεία γι’ αυτόν τον «καλλιτέχνη με την πίστη στο ιδανικό»: «Η καινοτομία δεν ήταν η υψηλότερη αξία του Στηβ. Η ομορφιά ήταν [...]. Η φιλοσοφία του για την αισθητική μού θυμίζει μια ρήση που πάει κάπως έτσι: “Η μόδα είναι αυτό που μοιάζει όμορφο τώρα αλλά φαίνεται άσχημο αργότερα. Η τέχνη μπορεί να φανεί άσχημη με την πρώτη ματιά αλλά γίνεται όμορφη αργότερα”. Ο Στηβ πάντα απέβλε-

πε στο όμορφο αργότερα. Γι’ αυτό ήταν πρόθυμος να παρεξηγηθεί στο τώρα». Έτσι, την τελευταία του μέρα, όταν βαριανασαίνοντας έφυγε απ’ τη ζωή, «ακόμα και τότε είχε ένα αυστηρό, όμορφο ακόμα προφίλ, το προφίλ του απόλυτου, του ρομαντικού» (http://goo.gl/iD2He). Ακόμα κι αν η αδερφή του παρασύρθηκε λιγάκι από τα λογοτεχνικά της ενδιαφέροντα, ο βιογράφος του Τζομπς Walter Isaacson θα γράψει στον δικό του «επικήδειο» με τον τίτλο «η ιδιοφυΐα του Στηβ Τζομπς»: Τα ευφάνταστα νοητικά άλματά του ήταν ενστικτώδη, απροσδόκητα και κατά καιρούς μαγικά. Πυροδοτούνταν από διαίσθηση, όχι από αναλυτική αυστηρότητα […]. Μου είπε ότι άρχισε να εκτιμά τη δύναμη της διαίσθησης, σε αντιδιαστολή με αυτό που αποκαλούσε «δυτική ορθολογική σκέψη», όταν περιπλανιόταν στην Ινδία, αφού εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο. […] Είχε πολλή φαντασία και ήξερε πώς να την εφαρμόζει. Όπως είπε ο Αϊνστάιν «η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση» […]. Η ικανότητα να συγχωνεύει κανείς τη δημιουργικότητα με την τεχνολογία εξαρτάται από την ικανότητά του να συντονίζεται συναισθηματικά με τους άλλους. […] [Ο Τζομπς] μπορούσε να «ζυγίζει» τους ανθρώπους, να καταλαβαίνει τις εσώτερες σκέψεις τους, να τους καλοπιάνει, να τους τρομάζει, να στοχεύει στις βαθύτερες αδυναμίες τους και να τους ευχαριστεί κατά βούληση […] [σ]το σταυροδρόμι των ανθρωπιστικών και των θετικών επιστημών. Αυτή είναι η φόρμουλα της αληθινής καινοτομίας, όπως έδειξε η σταδιοδρομία του Στηβ Τζόμπς. (http://goo.gl/kYYs7)


[54]

Ακόμα και αν ο βιογράφος του –επαγγελματίας συγγραφέας κι αυτός– παρασύρθηκε επίσης λιγάκι από τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, δύσκολα θα μπορούσε να πει τελικά κανείς κάτι τέτοιο για τον ίδιο τον Τζομπς. «Η τεχνολογία από μόνη της δεν είναι αρκετή», είπε ο Τζομπς στο τέλος του λόγου του παρουσιάζοντας το iPad 2, τον Μάρτιο του 2011, λίγους μήνες πριν πεθάνει. «Είναι η τεχνολογία παντρεμένη με τις ελευθέριες τέχνες που παράγει τα αποτελέσματα που κάνουν τις καρδιές μας να τραγουδούν». Με μια «επανάσταση» στο μάρκετινγκ, ήταν η ίδια η προσωπική ιστορία του Τζομπς που, νέος και αδέκαρος, περιφρονούσε τα χρήματα μπροστά στους οραματισμούς του, ήταν οι ίδιοι οι διαπρύσιοι λόγοι του και η σκηνική του παρουσία με το μπλου τζην και το μαύρο ζιβάγκο καθώς παρουσίαζε τα προϊόντα της Apple που επικύρωναν την πρωτοτυπία των «καινοτόμων» δημιουργημάτων – οι άνθρωποι έκαναν ουρά για να τον παρακολουθήσουν όσο και για να αγοράσουν κάποιο απ’ τα γκάτζετ του. Από τα εκατοντάδες χιλιάδες μηνύματα που αναρτήθηκαν στην διεύθυνση της Apple rememberingsteve@ apple.com, κάποιος έγραψε ότι «θα μας λείπεις για πάντα αληθινέ ΗΡΩΑ», κάποιος άλλος, «ένας οραματιστής και ήρωας», ένας άλλος «μάς πληγώνει να χάνουμε έναν τέτοιον απίστευτο οραματιστή και καλλιτέχνη», και πάει λέγοντας – σίγουρα όλοι αυτοί δεν ήξεραν να πουν τι είναι ο ρομαντικός καλλιτέχνης, αλλά ήξεραν να το νιώσουν. Εντέλει, όπως συνόψισε το περιοδικό Wired, μετά βεβαιότητας χωρίς να έχει υπόψη του τη «συμπαθητική» φαντασία» των Γερμανών ρομαντικών, «ο Στηβ Τζομπς ήταν τόσο ταλαντούχος, οραματιστής και αποφασισμένος. Συνδύαζε μία έμφυτη κατανόηση της τεχνολογίας με μια υπερφυσική αίσθηση για αυτό στο οποίο θα ανταποκρίνονταν οι πελάτες του» (http://goo.gl/irUCe). Και ο ίδιος ο Στηβ Τζομπς ταυτίστηκε τελικά με τα καινοτόμα «έργα» του σε τέτοιο βαθμό που οι εμφανίσεις του ενώ κατέρρεε από τον καρκίνο προκειμένου

να παρουσιάσει μια ακόμα έκδοση του iphone, τον έκαναν τελικά έναν αληθινό καλλιτέχνη που αφήνει την ψυχή του πάνω στη σκηνή. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε όχι από εκπρόσωπο της οικογένειας αλλά από την ίδια την Apple. Αισθητικοποίηση του επιχειρείν τώρα Μπορεί η «εφαρμοσμένη αισθητική» να αποτελεί πια έναν από τους πάγιους τόπους του μάρκετινγκ ως δημιουργία αξίας και μετάδωσής της στον καταναλωτή, όμως η περίπτωση του Στηβ Τζομπς ξεφεύγει απ’ τα πλαίσια, όπως και οι πωλήσεις των προϊόντων της Apple. Γιατί άραγε ο καπιταλισμός χρειάζεται τους όρους του γερμανικού ρομαντισμού για να ντύσει τον ήρωά του – συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Τζομπς ως δημιουργού της περσόνας του; Σίγουρα η πολιτισμική κληρονομιά του ρομαντισμού είναι να μας συναρπάζουν εκείνες οι προσωπικότητες που ονομάζουμε «επαναστάτες» και «ιδιοφυΐες». Σε τι εξυπηρετεί όμως η ρομαντικοποίηση του επιχειρηματία, η αισθητικοποίηση του επιχειρείν; Στην μεταμοντέρνα εποχή της αποκέντρωσης του υποκειμένου και του απρόσωπου χρηματιστικού κεφαλαίου, τα ονόματα των πάλαι ποτέ «Ροκφέλερ» έπαψαν να έχουν κάποια σημασία μέσω της γοητείας που ασκούσαν στο συλλογικό φαντασιακό – εκτός αν επρόκειτο για προσωποποιήσεις του ίδιου του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως ο Σόρος και ο Μπάφφετ ή κάποιοι Άραβες σεΐχηδες ή Ρώσοι ολιγάρχες που κουβαλούν ακόμα τα σημάδια μιας προκαπιταλιστικής εποχής. Ο Τζομπς υπήρξε ακριβώς το αντίδοτο σε ό,τι αποτέλεσε τον πυρήνα της κρίσης του ύστερου καπιταλισμού: το απρόσωπο χρηματιστικό κεφάλαιο των επενδυτικών τραπεζών και των hedge funds αποσύρθηκε ως διά μαγείας στη σκιά και στη θέση του εμφανίστηκε το μελαγχολικό πρόσωπο του Τζομπς-ήρωα,1 1. Η Apple κατέχει το μεγαλύτερο hedge fund του κόσμου, καθώς τα ταμειακά της διαθέσιμα που το χρηματοδοτούν ξεπερνούν τα 120 δισ. δολάρια (http://goo.gl/J4USS).


[55]

που, αίφνης, σε άλλη μια αντικαπιταλιστική στροφή, φάνηκε να συνδέεται οργανικά με το προϊόν της «εργασίας» του, με αυτό που παράγει η διάνοιά του. Σαν τον ρομαντικό καλλιτέχνη που ταυτίζεται με τα δημιουργήματά του, ο Τζομπς πάνω απ’ όλα ήταν τα γκάτζετ του: η λιτή αισθητική τους ήταν η συνέχεια της μαυροντυμένης λιτής μορφής του. Το στυλ τους το στυλ του. Ο καπιταλισμός στην ύψιστη μορφή του της καινοτομίας, λέει ο Τζομπς, δεν αλλοτριώνει τον εργαζόμενο απ’ το προϊόν της εργασίας του, αντιθέτως τον συνδέει οργανικά με αυτό. Δεν έχει καμία σημασία αν κάποιο εξάρτημα του μαζικού προϊόντος φτιάχνεται στην Κίνα και κάποιο άλλο στο Μεξικό. Δεν έχει καν σημασία αν ο Τζομπς δεν είχε από κάτω του παρά στρατιές σχεδιαστών, μηχανικών και διαφημιστών, να δημιουργούν τα προϊόντα, όντας απλά το «ιδιοφυές» σκυλίσιο αφεντικό. Αυτό που έμενε κάθε φορά ήταν η παρουσίαση απ’ τον ίδιο τον Τζομπς, σαν να ήταν η φυσική του και μόνο παρουσία που αναιρούσε την πραγμοποίηση του προϊόντος μετατρέποντάς το σε μοναδικό «έργο τέχνης» και όχι το αντίστροφο. Είναι γνωστή η ιστορία με το «πρωτότυπο» iphone 4 του Τζομπς, το οποίο ξέχασε σε μια συνάντηση και μετά τηλεφωνούσε για να το βρει. Όπως εξήγησε κάποτε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, σε μια εποχή που έγινε δυνατή η τεχνική αναπαραγωγιμότητα του πρωτότυπου έργου τέχνης (αρχικά τυπογραφία έναντι χειρόγραφου και αργότερα δίσκοι αντί για ζωντανή μουσική, φωτογραφίες αντί για ζωγραφικούς πίνακες, ταινίες αντί για ζωντανές θεατρικές παραστάσεις), το έργο τέχνης έχασε ανεπιστρεπτί την αύρα του, δηλ. το «εδώ και τώρα» του, την ανεπανάληπτη παρουσία του πρωτοτύπου, τη μοναδικότητα και τη γνησιότητά του. Το έργο τέχνης έγινε με την τεχνολογική εξέλιξη από μοναδιαίο πρωτότυπο μαζική παραγωγή αντιγράφων. Τούτη η απολεσθείσα αύρα ωστόσο, η οποία κατάγεται από την

αρχική θέση των έργων τέχνης στις θρησκευτικές τελετουργίες και τη συνακόλουθη λατρευτική τους αξία, επέτρεψε την είσοδο του έργου τέχνης στην πολιτική, καθώς μέσω των αντιγράφων ανοίχτηκε στις μάζες. Υπάρχει κάτι που ξεπερνάει τον τυπικό φετιχισμό του εμπορεύματος – το χαμένο iphone του Στηβ Τζομπς αποκλήθηκε το «πρωτότυπο» σαν να μην υπήρχε από πίσω μια γραμμή παραγωγής που βγάζει εκατομμύρια πανομοιότυπες συσκευές. Αυτή η πονηρή αντιστροφή, όπου η τεχνική αναπαραγωγή ενός εμπορεύματος μετατρέπεται σε πρωτότυπο έργο τέχνης μέσω ταύτισης «καινοτομίας», ιδιοφυΐας και αισθητικής, οδηγεί στην αντεστραμμένη επανεισαγωγή της χαμένης «λατρευτικής αξίας»: στα αποχαιρετιστήρια μηνύματα για τον Τζομπς, κάποιος ανώνυμος έγραψε απλά ότι «χάρη σ’ αυτόν έχουμε τώρα συσκευές που δεν είναι “απλά συσκευές”». Ή, με άλλους όρους, τα πλήθη έκαναν μεταμεσονύχτιες ουρές για ένα πανάκριβο προϊόν εν μέσω παγκόσμιας κρίσης, η Apple έγινε η εταιρεία με τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αξία στον κόσμο. Ο Τζομπς-ωςκαλλιτέχνης προσέδωσε στα προϊόντα της Apple την χαμένη «αύρα» του έργου τέχνης και, αν ζούσε ο Μπένγιαμιν, θα αναγκαζόταν τώρα να ξανασκεφτεί τις δυνατότητες του καπιταλισμού να αναπαράγει πρωτότυπες κοινωνικές λειτουργίες υπό μορφή εμπορεύματος. Επί της ουσίας, το συμβολικό επίπεδο του δημιουργού και του δημιουργήματος επενδύει τη μαζικότητα του εμπορεύματος, η οποία έτσι αποκρύπτεται. Και αντίστροφα, τούτη η νέα «αύρα» στην υπηρεσία του μάρκετινγκ επέτρεψε ώστε η αέναη επανάληψη του μαζικού προϊόντος να πολλαπλασιάζει το «έργο τέχνης» όχι πια ως αντίγραφο, αλλά ως «πρωτότυπο»: κάθε νέα έκδοση του iphone, κάθε νέα έκδοση του ipad, κάθε νέα application, ξαναθέτει την αυθεντικότητα της «καινοτομίας» απ’ την αρχή. Εντελώς ειρωνικά, αν η απώλεια της


[56]

αύρας των έργων τέχνης κατέστη κάποτε δυνατή με τα «αναλογικά» μέσα, τον δίσκο βινυλίου, το χαρτί, το φιλμ, η επάνοδος της «αύρας» με τα νέα ψηφιακά μέσα έγινε με την απώλεια της αύρας σε δεύτερο βαθμό, την απώλεια δηλαδή της δικιάς τους αύρας που απέκτησαν με το χρόνο το βινύλιο, το φιλμ και το βιβλίο λόγω της πρώτης εμφάνισης των ψηφιακών μέσων. Ο Μάρτιν Τζαίη (Martin Jay) έγραψε ότι η αισθητικοποίηση της πολιτικής, που πρώτος ο Μπένγιαμιν εντόπισε στις ρητορικές των φασιστών και στην από μέρους τους ρομαντικοποίηση του πολέμου, οικειοποιήθηκε το δόγμα –των νεορομαντικών αισθητιστών του τέλους του 19ου αιώνα– «τέχνη για την τέχνη». Αναφέρει ότι σε μια επίσκεψή του στο Παρίσι το 1891, ο Όσκαρ Ουάιλντ λέγεται ότι είχε πει πως «όταν ο Μπενβενούτο Τσελλίνι σταύρωσε έναν ζωντανό άνθρωπο για να μελετήσει τους σπασμούς των μυών του κατά την ώρα της επιθανάτιας αγωνίας του, ο πάπας δίκαια του έδωσε άφεση αμαρτιών», γιατί «τι είναι ο θάνατος ενός αγνώστου ατόμου όταν αυτός ο θάνατος δίνει τη δυνατότητα ν’ ανθίσει ένα αθάνατο έργο;». Από κει δεν ήταν παρά ένα βήμα μέχρι τον υπουργό του Μουσσολίνι Τσιάνο που «παρομοίωνε τις εκρήξεις βομβών που ρίχνονταν εναντίον των ατάκτως φευγόντων Αιθιό-

πων το 1936 με λουλούδια που άνθιζαν ξαφνικά». Ο καπιταλισμός, τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας, εγκατέλειψε τον πόλεμο (στη Δύση βέβαια) ως μέσο επίλυσης των κρίσεών του – στην πρόσφατη κρίση του όμως η αισθητικοποίηση του επιχειρείν φάνηκε να μπορεί να αντικαταστήσει εκείνην της βίας. Οι ατάκτως φεύγοντες Αιθίοπες δεν είναι άλλοι από τους κάθε λογής έγκλειστους Κινέζους που αυτοκτονούν, μην αντέχοντας τις συνθήκες εργασίας που τους επιβάλλονται προκειμένου να προλάβουν τις παραγγελίες της Apple. Ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς όταν μπορεί να δει την συγκινητική ομορφιά του νέου ipad; Σίγουρα όχι τα εκατομμύρια των πτυχιούχων καταναλωτών της πάντα διψασμένης για «δημιουργία» μεσαίας τάξης της Δύσης, που, αν και συχνά επισφαλείς εργαζόμενοι ή άνεργοι και οι ίδιοι σ’ έναν κόσμο ραγδαίας φτωχοποίησης, όπου όλα τα παραδοσιακά μέσα κοινωνικής συναίνεσης δυσκολεύονται πια να λειτουργήσουν συνεκτικά, δεν έχουν, ως άλλοι συνεπαρμένοι Ιταλοί στρατιώτες που ρίχνουν τις βόμβες (στους εαυτούς τους), παρά να κάνουν μια απλή αισθητική κρίση για να πειστούν πως τουλάχιστον ένα προϊόν της Apple, φτιαγμένο από μια ιδιοφυΐα, αξίζει τα λεφτά του, γιατί σου δίνει κάτι απ’ τη «μαγεία» του. Γιατί, όπως «παραδέχτηκε» ολόκληρος Διευθυντής του MoMA της Νέας


[57]

Υόρκης, συγκρίνοντάς τον αντίκτυπο του Τζομπς σήμερα με εκείνον του Μπομπ Ντύλαν στη γενιά του, η επιμονή του Τζομπς στην αισθητική τελειότητα, «έκανε το να κατέχεις ένα προϊόν της Apple μια βαθιά προσωπική δήλωση» (http://goo. gl/ZPmiZ). Βέβαια ο Τέρι Ήγκλετον θα του απαντούσε ότι οι αισθητικές κρίσεις υπό τους ρομαντικούς όρους του «απόλυτου», της «ενότητας» του κόσμου και της «κοινότητας», αν και μοιάζουν υποκειμενικές και προσωπικές, έχουν τελικά ένα ομογενοποιητικό αποτέλεσμα κι ας πάει να δει τις πανέμορφες ταινίες της Ρίφφενσταλ για τις ναζιστικές παρελάσεις. Καλά νέα δηλαδή για τις μαζικές πωλήσεις ενός προϊόντος το να σε κάνει να νιώθεις ξεχωριστός όσο και μέλος μιας «ξεχωριστής» κοινότητας. Ο Μπένγιαμιν απ’ την πλευρά του, επεσήμανε απλώς στη δική του εποχή ότι «στο βιασμό των μαζών, τις οποίες [ο φασισμός] εξανδραποδίζει με τη λατρεία ενός φύρερ, αντιστοιχεί ο βιασμός ενός μηχανισμού, που υποτάσσει στην παραγωγή λατρευτικών αξιών». Δεν χρειάζεται να πάει μακριά κανείς – η παρωδία βρίσκεται πάντοτε δίπλα σου. Την ίδια στιγμή που προτάσσεται ότι η Ελλάδα «δεν παράγει», ότι έχει από ανάγκη την πολυπόθητη «ανάπτυξη», αυτή η διαδικασία αυτομάτως μεταφράζεται σε «καινοτομία», σε νέους επιχειρηματίες-κακέκτυπα του ειδώλου τους Τζομπς και οραματιστές φοιτητές διοίκησης επιχειρήσεων και μάρκετινγκ, που ως μοναχικοί ήρωες στην Ελλάδα της μιζέριας και του βολέματος θα σπάσουν το κατεστημένο και με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, τα βιολογικά σαλιγκάρια και τα μαγικά μανιτάρια, θα κατακτήσουν τον κόσμο. Κάπως έτσι η παραγωγή αποσυνδέεται ιδεολογικά από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας και ανάγεται σε ένα «ανώτερο» πεδίο όπου τέτοιες εντάσεις γίνονται αόρατες και, σε κάθε περίπτωση, θα έμοιαζαν μικρότητες όταν μιλάμε για την αληθινή «τέχνη»

του επιχειρείν. Μπροστά στον αντιπαραγωγικό «δημόσιο υπάλληλο» της ΔΕΗ –η οποία αποτελεί μια από τις πλέον παραγωγικές επιχειρήσεις της Ελλάδας– αντιπαρατάσσεται με επιτυχία από τα συστημικά ΜΜΕ και τις διάφορες πρωτοβουλίες «rebranding greece» ο «καινοτόμος επιχειρηματίας», ο οποίος με μία μόλις ιδιοφυή έκλαμψη θα σώσει τη χώρα με τις εξαγωγές του στο εξωτερικό. Η καινοτομία έγινε μέσα σε μία νύχτα αυταξία, κι αν το λαιφστάιλ του «πετυχημένου» στη Μύκονο δεν πουλάει πια στην Ελλάδα της κρίσης, ο νέος «πετυχημένος» Έλληνας είναι εδώ. Τι κι αν γι’ αυτόν κάποιοι θα δουλεύουν part-time με 350 ευρώ το μήνα; Τι κι αν σε έναν τέτοιον αντιστοιχούν δεκάδες χιλιάδες άνεργοι – ας πρόσεχαν που δεν είναι αρκετά «ιδιοφυείς», αρκετά «επαναστάτες». Τι κι αν στους αμέτρητους καλοπληρωμένους «διαγωνισμούς καινοτομίας», με τους γνωστούςάγνωστους χορηγούς σαν τον ΣΕΒ, τη Eurobank κ.ο.κ., μπορεί κανείς να συναντήσει τις πλέον παιδαριώδεις ιδέες, με ελάχιστη χρησιμότητα για το κοινωνικό σύνολο; Τι κι αν όλοι επί της ουσίας αναγνωρίζουν ότι εκτός απ’ το ποντίκι, τις οθόνες αφής και άλλα τέτοια παρδαλά, καμία αληθινή καινοτομία δεν παρήγαγε ποτέ η Apple του Τζομπς; Τι κι αν η Apple τελικά συνελήφθη συχνά να κλέβει τις «καινοτομίες» των άλλων – το ποντίκι π.χ. ήταν μια ιδέα κλεμμένη απ’ τη Xerox που ο Τζομπς κατέστησε εμπορεύσιμη. Εδώ μέχρι και ο Ουελμπέκ παρασύρθηκε μάλλον λιγάκι. Αρκεί όμως η επίκληση ενός άλλου «ομότεχνου» σαν τον μεγάλο ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ, που είπε ότι «οι μέτριοι καλλιτέχνες αντιγράφουν, οι μεγάλοι κλέβουν», για να αλλάξουν όλοι ήσυχα πλευρό με το iphone στο προσκεφάλι (http://goo.gl/gNYWf). Με λίγα λόγια τέλος πάντων, ο καλαισθητικός μακαρίτης κύριος Τζομπς, στην εποχή της κρίσης του ύστερου καπιταλισμού, αποτέλεσε το έσχατο μαρκετινγκ του καπιταλισμού για τον εαυτό του.


[58]

Bella dell’Afasia I’m trying to do the script for The cartoon strip that i’m making but everything that I write sounds false or unnatural. What can I do?

Everyone has something that they know about. Don't try to write something clever. Just Tell the truth.

Why does it have to be one or the other? Can’t it be clever as well as true? I’m sure it’s possible to have both, and I really want it to sound intelligent. No, just tell the truth as you see it, otherwise you’ll get distracted by trying to sound clever and end up with nothing Ok, thanks, but I reckon I’ll just concentrate on being clever and hope I get lucky with the Truth. Right, but in that case, maybe we should accept the ultimate truth that you’re a bit stupid?


[59]

Παρα-φθορες Αριστοκρατικά ανεπάγγελτος, άτεκνος κι ανύπαντρος, εύπορος εκ κληρονομιάς, ο Γ* έχει αφιερώσει τη ζωή του στην υπεράσπιση του αστικού πολιτισμού, τον οποίο, όπως μου είπε πρόσφατα, ποτέ δεν είδε να κινδυνεύει τόσο πολύ όσο τώρα, που τα δύο άκρα λυσσομανούν. Ειδήμων στη σοβαρή μουσική, ο Γ* λατρεύει τον Μαγεμένο Αυλό του Μότσαρτ. Στην όπερα αυτή, οι πρωταγωνιστές, ύστερα από χαριτωμένες περιπέτειες, καταλήγουν στο ναό του Μέγα Ιερέα Zαράστρο, μιας υποβλητικής φιγούρας που συμβολίζει τη φιλία, την αγάπη, την ενότητα, το νόμο και την αδελφοσύνη, αστικές αξίες που, υπό το κράτος του Λόγου, οδηγούν σε μια ιδιότυπη θεογνωσία. Ο Γ* προσπάθησε κάποτε, χωρίς επιτυχία, να στήσει μια δική του πεφωτισμένη στοά, που της έδωσε τον τίτλο «Όμιλος ενοίκων ναού του Zαράστρο», με σκοπό την προώθηση και εξύψωση των μεγάλων ιδανικών του αστικού πολιτισμού. Η ομάδα διαλύθηκε σύντομα, αφού, με τόση διχόνοια και αλληλοϋπονομεύσεις (περιλαμβανομένης μιας ερωτικής αντιζηλίας ανάμεσα στους διεκδικητές της ίδιας γυναίκας), τα μέλη της δεν κατάφεραν ούτε καν να πλησιάσουν, μεταφορικώς μιλώντας, τα περίχωρα του ναού του Zαράστρο. Όμως ο Γ* δεν έπαψε ποτέ να γοητεύεται υπέρμετρα από το σύμβολο- Zαράστρο. «Όπως γνωρίζεις, φίλε Γ*, στήνω κάπου κάπου για γούστο κάποια “τραπεζάκια” στα οποία η παρέα μου κι εγώ επικοινωνούμε με κάποια πνεύματα. Γιατί δεν δοκιμάζουμε να μιλήσουμε με το πνεύμα του Zαράστρο, μήπως μας αφήσει να μπούμε για λίγο στο ναό του;» τού είπα μια μέρα. «Μα ο Ζαράστρο είναι ένα καλλιτεχνικό πρόσωπο, δεν υπήρξε ποτέ, είναι ένα σύμβολο της αστικής αρετής», απάντησε με ανέλπιστο πραγματισμό ο Γ*. «Οι ιδέες, οι αισθητικές μορφές έχουν αυθύπαρκτη πνευματική ύπαρξη, δεν το πιστεύεις;» είπα εγώ. Έξυσε για λίγο το κεφάλι του και συμφώνησε να δοκιμάσουμε μια επίσκεψη στο ναό του τρισμέγιστου αστικού πολιτισμού. Το τραπέζι άρχισε να τρίζει, καθώς καλούσα το πνεύμα του Ζαράστρο, το πνεύμα της φώτισης και της σοφής νομοθεσίας. Στο σκοτάδι των σφαλισμένων ματιών μας, μια κουρτίνα ανασηκώθηκε αφήνοντάς μας να εισχωρήσουμε νοερά σε ένα ναό. Ήταν ένας μικρός ορθόδοξος ναΐσκος στο προαύλιο μιας φυλακής. «Ποιος μας καλεί; Ζαράστρο εσύ;» αναφώνησα στο πνευματιστικό μου παραλήρημα. «Η κυρία Ζαναντρίς», απάντησε μια γυναικεία φωνή. Αναγνώρισα αμέσως μια παλιά, σπουδαία φίλη: στιχοπλόκος πατριωτικών τερατουργημάτων, αγαπημένη διανοούμενη του Γενικού Επιτελείου Στρατού κατά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, ορκισμένη εχθρός του κομμουνιστικού Κάιν. Μια λεζάντα άστραψε πάνω από το πρόσωπο της κας Ζαναντρίς που έγραφε : «Η κα. Ζαναντρίς εν μέσω των συμμοριτισσών των φυλακών. Με την διαφώτισιν που τους έκαμεν η εκλεκτή διανοούμενή μας, όλες αυτές ανένηψαν και εκοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων. Αγάπη, αδελφοσύνη, συγχώρησις». Ο Γ* άρχισε να αισθάνεται άβολα. Ξύπνησε απότομα και με σκούντηξε κι εμένα να επανέλθω. «Τι σημαίνουν όλες αυτές οι γελοιότητες;», ρώτησε θυμωμένος. «Α, μια λάθος σύναψη. Φαίνεται πως ο Ζαράστρο δυστυχώς δεν υπήρξε ποτέ, και τα πνεύματα μας οδήγησαν στο μόνο ιστορικό πρόσωπο με κάπως παραπλήσιο όνομα. Από το ναό του Ζαράστρο στο ναό της κυρίας Ζαναντρίς. Λυπάμαι, αλλά φαίνεται πως το ιδανικό σου, φίλε μου, επιζούσε πάντοτε σε μια παραφθορά των ονομάτων», είπα και χάιδεψα στοργικά το σαστισμένο κεφαλάκι του Γ*. Άγης Πετάλας


[60]

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΕΜΠΟΡΑΚΟΥ (ΕΝΙΑΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΥΠΑΙΘΡΙΩΝ ΠΩΛΗΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ) ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ (Αρ.αποφ 3360,αυξ.αριθ.796ΕΙΔ.6015) Α.Φ.Μ.: 998396754 – Δ.Ο.Υ. ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ Ν.ΠΛΑΣΤΗΡΑ 44 – ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΑΤΤΙΚΗΣ Τ.Κ. 13561 THΛΕΦΩΝΑ ΓΡΑΦΕΙΟΥ 210/8547918/919 FAX ΓΡΑΦΕΙΟΥ 210/8547920

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Η ανάλγητη συγκυβέρνηση και το Κράτος της ατιμωρησίας, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ για όλους εμάς τους υγιώς σκεπτόμενους μικροεμποράκους, βρίσκει ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ!!! Παρά τις συνεχείς (επί σειρά ετών) εκκλήσεις μας για πάταξη του παρεμπορίου, οι εγκάθετοι καρεκλοκέντητοι, σιωπούσαν ΩΘΩΝΤΑΣ στο θάνατο τους Έλληνες βιοπαλαιστές μικροπωλητές δείχνοντας ΑΝΕΧΕΙΑ σε όλους αυτούς που με ένα σεντόνι καταπατούσαν όλους τους δρόμους της χώρας, ασκώντας παρεμπόριο με οφέλη δεκάδων δις ευρώ ετησίως. Οι αυθόρμητες «κινήσεις ΜΑΤ» μελών της Χρυσής Αυγής σε διάφορες Εμποροπανηγύρεις ανά την Επικράτεια μας βρίσκουν απολύτως σύμφωνους με την παρότρυνση!!! αυτή η δράση τους να επεκταθεί σε όλους τους υπαίθριους χώρους της χώρας (σχετικό έγγραφο θα σταλεί από το Φορέα μας προς τη Γραμματεία της Χρυσής Αυγής) ΕΡΧΕΤΑΙ!!! στην μνήμη πολλών συναδέλφων μας, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας περί του νομίμου δικαιώματος του πολίτη ακόμα και να προβεί σε σύλληψη δράστη για αυτόφωρο πλημμέλημα, καθώς και τον συνδυασμό των άρθρων 259 και 15 του Ποινικού Κώδικα για τις ποινικές ευθύνες των οργάνων τους στα εγκλήματα της λαθρεμπορίας και της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ ΥΠΑΙΘΡΙΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ Αρ.πρωτ. εξερχ. 121/09-08-2012.


[61]

Υπερασπιζομαι τον εαυτο μου 1. Ας αποφύγουμε κατ’ αρχάς το ολοένα επανερχόμενο πρόβλημα του ρεφορμισμού και του αντιρεφορμισμού. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε υπ’ ευθύνη μας τους θεσμούς που χρειάζεται να μετασχηματιστούν. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπερασπιστούμε εαυτούς τόσο, και τόσο καλά, όσο και οι θεσμοί είναι αναγκασμένοι να μεταρρυθμιστούν. Η πρωτοβουλία λοιπόν πρέπει να περάσει σε μας όχι με τη μορφή προγράμματος αλλά με τη μορφή αμφισβήτησης και με τη μορφή δράσης. 2. Έχω την ικανότητα να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου όχι επειδή υπάρχουν νόμοι, όχι επειδή έχω δικαιώματα· μόνο στον βαθμό που υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, υπάρχουν τα δικαιώματά μου και με σέβεται ο νόμος. Πρωτίστως, λοιπόν, η δυναμική της υπεράσπισης μπορεί να δώσει στους νόμους και στα δικαιώματα μια αξία απαραίτητη για μας. Το δίκαιο δεν είναι τίποτα αν δεν παίρνει ζωή στην υπεράσπιση που το προκαλεί· και μόνο η υπεράσπιση δίνει, έγκυρα, ισχύ στον νόμο. 3. Στην έκφραση «Υπερασπίζομαι τον εαυτό μου», η αυτοπαθής αντωνυμία είναι κεφαλαιώδης. Πράγματι, το ζητούμενο είναι να εγγραφεί η ζωή, η ύπαρξη, η υποκειμενικότητα και η ίδια η πραγματικότητα του ατόμου στην πρακτική του δικαίου. Υπερασπίζομαι τον εαυτό μου δεν θα πει αυτοαμύνομαι. Αυτοάμυνα σημαίνει θέλω ν’ αποδώσω ο ίδιος δικαιοσύνη, δηλαδή να ταυτιστώ μ’ έναν θεσμό εξουσίας και να προεκτείνω μόνος μου τη δράση του. Υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, αντιθέτως, σημαίνει αρνούμαι να παίξω το παιχνίδι των θεσμών εξουσίας, και χρησιμοποιώ το δίκαιο για να περιορίσω τις δράσεις τους. Έτσι εννοούμενη, η υπεράσπιση έχει απόλυτη αξία. Δεν μπορεί να περιοριστεί ή ν’ αφοπλιστεί από το γεγονός ότι η κατάσταση ήταν χειρότερη άλλοτε ή θα μπορούσε να είναι καλύτερη αργότερα. Υπερασπίζεται κανείς τον εαυτό του μόνο στο παρόν: το απαράδεκτο δεν είναι σχετικό. 4. Το να υπερασπίζεσαι, λοιπόν, τον εαυτό σου απαιτεί συγχρόνως μια δραστηριότητα, εργαλεία και έναν στοχασμό: το ζητούμενο δεν είναι να πάρουμε υπ’ ευθύνη μας τη χήρα και το ορφανό, αλλά να κάνουμε όσους θέλουν να υπερασπιστούν εαυτούς να μπορέσουν να έρθουν στο φως. Για τον στοχασμό: το να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου είναι μια συχνά περίπλοκη πραγματικότητα, που κανένας βολονταρισμός δεν μπορεί να τη διαλύσει. Χρειάζεται επομένως μια επιστροφή στις πράξεις που αναλήφθηκαν, μια μνήμη που να τις συντηρεί, μια πληροφόρηση που να τις μεταδίδει και μια οπτική που να τις συσχετίζει με άλλες. Θα αφήσουμε φυσικά σε άλλους την έγνοια να καταγγείλουν τους «διανοούμενους». Για τα εργαλεία: δεν θα τα βρούμε ετοιμοπαράδοτα στους νόμους, τα δίκαια και τους θεσμούς που υπάρχουν, αλλά σε μια χρησιμοποίηση αυτών των δεδομένων που η δυναμική της υπεράσπισης θα την κάνει καινοτόμα. Μισέλ Φουκώ, «Se défendre», περ. Courant Alternatif, τχ. 220, Μάιος 2012.


[62]

Η φίλη του Σωτήρη

Δυο λόγια για τον Σωτήρη

Η βιβλιοθήκη του Σωτήρη Σαν σύμπαν φτιαγμένο από τον Μπόρχες. Στα κάτω ράφια, πολλά χαρτιά και ανακατεμένες σκέψεις. Και ανεβαίνοντας ένα σκαλί, στα αριστερά, ζούσε η στερημένη από γυναίκες οικογένεια. Με τον Λιόσα, το κουφάρι του Στάρετς, τον δολοφονημένο πατέρα και την Κάτια Ιβάνοβνα. Δεν είχαν αφήσει πολύ χώρο για τους διπλανούς τους. Ο Φρανς συχνά παραπονιόταν γιατί το σανατόριο είχε μαζέψει πια τόσο κόσμο που δεν χωρούσαν. Κι έτσι κάποιοι φυματικοί δραπέτευσαν, γιατί οι πληροφορίες από το κάτω ράφι έλεγαν ότι τρία βιβλία παραπέρα κάποιοι βρίσκονταν ήδη στην αναζήτηση του χαμένου χρόνου και ότι ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ο ξανακερδισμένος χρόνος υπήρξε. Η μόνη που έμενε πεισματικά αδιάφορη για τον χρόνο ήταν η Έμμα, που έχοντας φύγει οριστικά απ’ τη Γιονβίλ, αποφάσισε να μείνει αυτοκτονημένη και μια για πάντα μακριά από τον Σαρλ, που γέρναγε πια σιωπηλός, κρατώντας ακόμα εκείνη την τούφα απ’ τα μαλλιά της. Πάνω από εκατό χρόνια μοναξιάς ήταν μόνοι τους οι μεμονωμένοι. Μπωντλαίρ, Ρεμπώ, Λόρκα. Οι ποιητές δεν συνδιαλέγονται. Τοποθετούνται. Λίγο πιο πάνω ο Τομ άκουγε την Ελίζ να παίζει Μπαχ στο τσέλο, τη στιγμή που ντυνόταν επιμελώς για να εκτελέσει πριν το δείπνο δυο φονικά, που του είχαν ζητήσει οι συνδαιτυμόνες της Λέσχης των Τιποτένιων, ενώ παρακάτω η γυναίκα εκείνη, γνωστή με το παρατσούκλι Μοιραία, ετοιμαζόταν να του ακυρώσει τα σχέδια. Ο Χάντλστον της είχε βρει όπλα και ο Ποτς θα αγόραζε τον κόπο της. Στα ανοιχτά, την περίμενε η παλιά τριανδρία. Συνταγματάρχης Λιάπκιν, ίλαρχος Γιούγκερμαν και εκείνο το σκέτο κάθαρμα ο Ρασπούτιν, απελευθερωμένος από την καταδίωξη του Μαλτέζου ναύτη και της τρελής Μπιοσκόπ. Το ξεκαθάρισμα θα γίνει. Αρκεί να μην μπει πάλι στην μέση εκείνος ο μπάσταρδος, ο Φαμπιό, σκέφτηκε η Μπένε Γκέζεριτ και κατηφόρισε για να συναντήσει τον Πατριάρχη, μακρινό απόγονο κάποιου Εκκλησιαστή. Γιατί στο ύψος του ματιού απλωνόταν η Μασσαλία. Πάντα στο ύψος του ματιού την είχε ο Σωτήρης. Για να βλέπει τον ήλιο της. Και παραπάνω οι ονειροπόλοι. Ζενέ, Κολτές, Καμύ. Ζούσαν στα ύψη και είχαν ελευθερία για φονικά, αλητείες και αλήθειες. Η πόλη του Σωτήρη Με τα σφιγμένα σώματα των περαστικών στο πρωινό ξύπνημα, τη μουγγαμάρα στις στάσεις των λεωφορείων, τον δρόμο για την Λένορμαν με τους γενναίους κάτω από τη γέφυρα να συνωστίζονται και τα κουρέλια απλωμένα στο κιγκλίδωμα, τη μέρα να προσπερνά και όλοι να κοιτούν μόνο μπροστά, ποτέ πλάι. Κι ύστερα πάλι, δουλειές του απογεύματος που σαν ακυρωθούν, μακραίνει ο ήλιος το τελείωμα της μέρας, γίνεται πάλι δρόμος, δυο-τρεις κουβέντες στο καφενείο που συνήθισε τότε που όλα ήταν ζόρικα μα ωραία, ένα μικρό νεύμα σε γνώριμα πρόσωπα που δείχνουν πια λιγότερο αγέρωχα και πιο στριμωγμένα. Ακατανίκητη η πόλη, βγαίνουν οι οικογένειες και συζητούν πριν δύσει ο ήλιος στα μπαλκόνια τους, άχρηστοι πλέον και άδειοι οι δρόμοι, καλοί να τους αλώνουν πιτσιρικάδες με σκέιτμπορντ και ιδρωμένες μπλούζες στο χέρι. Φώτα ψηλά που κάηκαν −κανείς δεν φαίνεται να τα αλλάζει− σκύλοι ξαπλωμένοι ή πεθαμένοι στα


[63]

πεζοδρόμια, εφημερίδες εργοδοτικές που έρχονται, εκείνες που έχουν φύγει κάπως αξιοπρεπώς, ματατζήδες που γλείφονται κρυφά στα φανάρια, δυο μάτια που τον κοιτάνε, τα ταξί στα περίπτερα, ο κόσμος που τρώει, τα αγαπημένα ζευγάρια, εκείνα που δεν είναι πια, μια σπηλιά πιο μέσα της −είχε κάτσει λίγο εκεί, το θυμάται− τα σκυλάδικα, μια αφίσα στον τοίχο, οι σακάτηδες στου μετρό τα πέριξ, τα παλιά τους βήματα, κουβέντες στα τελειώματά τους, φωτογραφίες στις γωνίες των δρόμων −κάπου στις άκρες τους και αυτοί− το φεγγάρι που γέμισε και όπου να ’ναι θα ξεράσει φως, τα δέντρα που είναι μόνα τους και γερνούν και γέρνουν πάνω απ’ τα κάγκελα της λεωφόρου. Η γκόμενα του Σωτήρη Η ώρα είναι 2:20. Καμιά φορά μένει ώρα εκεί, άλλες πάλι προχωράει και δεν το παίρνει πρέφα, μόνο τα χέρια της, συνήθως ιδρώνουν στις πορείες όταν ζορίζεται να ανασάνει. Η κοπέλα αυτή που πάνω στο δέρμα της απλώνονταν ουλές −μεμονωμένα περιστατικά− και που μετρούσε το χρόνο όταν κατούραγε, βλέποντας τις ζωές τους να μικραίνουν. Η γυναίκα αυτή που είδε το όνειρο να κάθεται στην άκρη του χεριού της και ύστερα το έχασε, σαν φακελάκι σε κάποια αόριστη γαμημένη κάλπη. Η γυναίκα αυτή. Πήρε ένα χέρι. Και μετά πήρε και ένα δάχτυλο πάνω σε σκανδάλη. Το όραμα του Σωτήρη Που είδε τους δρόμους παραδομένους στις φλόγες και έκτοτε δεν μπορεί να συνέλθει. Η σκέψη του Σωτήρη – Για το φετινό κωλοκαίρι Η πόλη. Γεμάτη δρόμους. Μεγάλους, μικρούς, κάποιες αδιεξόδους, μα και λεωφόρους. Εκεί που οι δρόμοι της πόλης στενεύουν από τα κτίρια και τις σκιές τους. Ίσκιος την μέρα, σκοτάδι τη νύχτα. Τα φώτα του δρόμου. Τη νύχτα. Ποιος δεν είδε το κίτρινο φως που πέφτει και που όταν βρέχει, βρέχει παντού εκτός από κάτω από τα φώτα του δρόμου. Τα έργα των ανθρώπων. Αγάλματα, κήποι, μουσεία, βιβλιοθήκες. Τα κτίρια των ανθρώπων. Τα πράγματά τους. Αυτοκίνητα, μηχανές, αποτσίγαρα, σκουπίδια. Η κίνηση όλων αυτών. Η κίνηση της πόλης, των κτιρίων, των ανθρώπων, των έργων τους και των σκουπιδιών τους. Μέρα-νύχτα, μέρα-νύχτα, μέρα-νύχτα. Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του. Μου ’πρηξες τα αρχίδια, κύριε πόλη-τσ-man. Θα φύγω ρε. Θα φύγω. Και άντε γαμηθείτε όλοι.


[64]

Ευστάθιος Καψοκεφαλίτης

Αθωνοϊαπωνικόν χαρακίρι

Λάβαμε και δημοσιεύουμε αυτούσια –τηρώντας τη γλώσσα και την ορθογραφία του πρωτότυπου– την παρακάτω επιστολή από τον εν Χριστώ αδελφό ημών μοναχό Ευστάθιο Καψοκεφαλίτη. – λεύγα

Ο

ι συντάκται του προηγουμένου τεύχους, οι οποίοι καλώς περί αυτοκτονίας έγραψαν, ελησμόνησαν (ασφαλώς, διότι δεν ημπορώ να πιστέψω ότι δεν εγνώριζαν) την ημετέραν μακράν παράδοσιν της εθνικής αυτοκτονίας. Θα ήθελα, λοιπόν, συμπληρών την παράλειψιν ταύτην, να διεξέλθω δι’ ολίγων τα περί του ιερού μαρτυρίου και του υπέρ πατρίδος θανάτου, επεξηγών πώς τα στοιχεία ταύτα συνενώθησαν ίνα τελειωθεί το απαράμιλλον κράμα του ήρωος-θύματος. Ως πρώτην πηγήν της παραδόσεως ταύτης οφείλομεν να αναγνωρίσωμεν το νέφος των νεομαρτύρων και το συναφές ιερόν κίνημα των Κολλυβάδων, το εν τη δεκαετία του 1760 αρξάμενον. Οι νεομάρτυρες, εξωμόται οι πλείστοι, δημοσία διεδήλουν την επιστροφήν αυτών εις τους κόλπους της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας, το δυσώνυμον του Μωάμεθ όνομα καταρώμενοι και τον εκούσιον θάνατον υπό χειρών απίστων προσδεχόμενοι. Οι πατέρες της ημετέρας αγιωτάτης Εκκλησίας, άριστα μετά των Οθωμανών συνδιάγοντες, δεν ενεθάρρυνον τοιαύτην φλογεράν παρρησίαν και πίστεως ομολογίαν, πλην των εν τω αγιωνύμω όρει Κολλυβάδων. Οι Κολλυβάδαι, αντί να στηρίζουσι τους χριστιανούς όπως διαφυλάξωσι κρυφίως την πίστην, ως και οι πατέρες αυτών εποίουν ανά τους αιώνας της δουλείας, εκήρυττον μετά ζήλου τον υπέρ πίστεως θάνατον. Τους δε προς το μαρτύριον επειγομένους προέτρεπον: «αίματα πωλείτε, και ουρανούς αγοράζετε: ή πρώτον ή ύστερον εσείς είναι ανάγκη φυσική, διά να αποθάνετε· λοιπόν κάμετε την ανάγκην ταύτην φιλοτιμίαν», ως φησί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης εν τω Νέω αυτού Μαρτυρολογίω, δι’ ου το ημέτερον φιλόθεον Γένος εις την μαρτυρικήν παράδοσιν εμύησεν. Ύστατος δε αλλ’ ουχί έσχατος των νεομαρτύρων υπήρξεν ο άγιος Γεώργιος ο Νέος ο εξ Ιωαννίνων, εν έτει 1838 μαρτυρήσας, καθώς οι μυσαροί Οσμανλήδες, διά της χάρτας του Τανζιμάτ (1839 κ.ε.), έπαυσαν πλέον τους φόνους. Αλλ’ εκτός της ανωτέρω νεομαρτυρικής παραδόσεως, το Γένος ημών πολλάκις ποτήριον θανάτου προέκρινεν πιείν αντί του εμπεσείν εις τας χείρας των εχθρών. Εν Ζαλόγγω και εν Κουγκίω (1803), εν τη Ιερά Μονή του Σέκου (1821), ως και εν Μεσολογγίω (1821), αλλά και αργότερον εν Αρκαδίω (1866), το ημέτερον Γένος επαιδεύθη ενδόξως εις την υπέρ πατρίδος αυτοχειρίαν. Αι δύο αύται παραδόσεις, μετά των εικόνων, του ψυχικού φόρτου και των συναξαρίων αυτών, μείγνυνται εις μίαν κραταιάν εθνικήν παράδοσιν, διά της συγκροτήσεως της ιδέας του εθνομάρτυρος: οι Βαλαωρίτης, Τέρτσέτης και άλλοι πολλοί, καθώς και το ταλαίπωρον κράτος ημών, ετίμησαν ως εθνομάρτυρα τον πατριάρχην Γρηγόριον Ε΄. Διελθούσα δε από των νεομαρτύρων προς τον εθνομάρτυρα, επλούτισεν η του Γένους συνείδησις, τον εκούσιον θάνατον ως ιερόν άμα και εθνικόν προσδεξαμένη. Και η μεν αγία Εκκλησία την αυτοκτονίαν καλώς καταδικάζει, ως άρνησιν της του Θεού Προνοίας, αλλά το ιερόν μυστήριον του μαρτυρίου αναγνωρίσασα, τους εθνομάρτυρας δοξολογεί και ευλαβείται μετά των λοιπών αγίων. Και πολλάκις σήμερον, αναμιμνησκόμενοι των παλαιών ενδόξων ημερών, μέγα το του θανάτου ιερόν κλέος υπολαμβάνομεν, περί δε της πράξεως του ήρωος ουδαμώς ερωτώμεν ή κρίνομεν, ανάξιοι όντες. Και αυτοί ούτοι οι αντίθεοι, εθνομηδενισταί και ολετήραι του έθνους, οι κομμουνισταί, προσέλαβον το εθνομαρτυρικόν ιδεώδες και διά τους μυστικούς αυτών σκοπούς εχρήσαντο. Το «αθωνοϊαπωνικόν χαρακίρι», ως ονόμασεν ο πολύς Μανουήλ Γεδεών την προς τον θάνατον ορμήν των παλαιών εκείνων νεομαρτύρων, ενεγράφη εις τα μύχια της συνειδήσεως του Γένους, δι’ ο και σήμερον παράγει νέους μάρτυρας, καίτοι αυτοκτόνους.


[65]

Λαοκράτης-Ερρίκος Αποδόμου-Fuchs

Μάκης Μάπας: Κουβέντες για την Πολιτική (απόσπασμα-προδημοσίευση)

Δ

ημοσιεύουμε εδώ, κατόπιν άδειας, ένα μικρό απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του πολιτικού επιστήμονα Λαοκράτη-Ερρίκου Αποδόμου-Fuchs (εφεξής Λ.Ε.Α.F.), με τίτλο Μάκης Μάπας: Κουβέντες για την Πολιτική. Το βιβλίο αυτό συνιστά, όπως σημειώνει ο Λ.Ε.Α.F, στην εισαγωγή του, ένα διαρκές project. Ο Λ.Ε.Α.F., επιχειρώντας να αποτυπώσει τη νέα λαϊκότητα της εποχής μας χωρίς θεωρητικές διαμεσολαβήσεις και προσπαθώντας να ιχνηλατήσει το αυθεντικό πολιτικό συναίσθημα των μαζών, κατέγραψε και απομαγνητοφώνησε (και σύντομα θα δημοσιεύσει σε έναν κομψό τόμο) τις αυθόρμητες πολιτικές απόψεις ενός χαρακτηριστικά άσημου, έως σήμερα, ανθρώπου (πρόκειται για τον κατά καιρούς μισο-προλετάριο, κατά καιρούς μισομικροαστό, κατά καιρούς μισο-μεσοαστό και διαρκώς ματαιωθέντα μισο-μεγαλοαστό Μάκη Μάπα) που, όπως επισημαίνει ο Λ.Ε.Α.F., αποτελεί ένα είδος «ένσαρκου αρχετύπου της σύγχρονης, λαϊκής πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης». Το βιβλίο περιέχει την παράθεση εκτενών απόψεων του ένσαρκου λαϊκού αρχετύπου «Μάκης Μάπας», επί παντός πολιτικού και κοινωνικού επιστητού, και συνοδεύεται από μια μακροσκελή εισαγωγή του φιλόδοξου πολιτικού επιστήμονα που τις επιμελήθηκε και τις ερανίστηκε, στην οποία ο Λ.Ε.Α.F., αναλύοντας το υλικό του με τα πιο σύγχρονα εργαλεία της κοινωνικής θεωρίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής επιστήμης και της ψυχανάλυσης παρουσιάζει, με εξαιρετικά περίτεχνο λόγο, τα πρωτότυπα θεωρητικά του πορίσματα. ΓΙΑ ΤΟ ΚΚΕ Μου λένε για το κουκουέ. Να σου πω εγώ για το κουκουέ. Λοιπόν, είμαι τότε το τρία, το τέσσερα, δεν καλοθυμάμαι, και δουλεύω οδηγός σε μια εταιρεία με κατεψυγμένα και κάνω τροφοδοσίες στα σουπερμάρκετ με το φορτηγό. Πάω λοιπόν μια μέρα στο λογιστήριο να πάρω το μισθό, το μηνιάτικο. Μπαίνω μέσα, χτυπάω στον Μπάμπη το Λογιστή να του πω ένα γεια, κάτι μιλάει αυτός στο τηλέφωνο, μου λέει «πέρνα μέσα, τελειώνω». Κλείνει το τηλέφωνο, μου λέει πάρε την απόδειξη και στο ταμείο να εισπράξεις. Βλέπω την απόδειξη, χίλια εκατό καθαρά. Πάω στο ταμείο και μου μετράει ο Γιώργος ο ταμίας χίλια ενενήντα. «Στάσου, ρε Γιώργο», του λέω, «ξέχασες ένα δεκάρικο». «Όχι ρε συ», μου λέει, «παρακρατήσεις, να πούμε, είναι το δεκάρικο», μου λέει και μου γέρνει το κεφάλι προς τη μεριά του Μπάμπη του Λογιστή. Εγώ χαμπάρι. «Τι κουνάς το κεφάλι σου, ρε παλιομαλάκα;» του λέω. «Μη μου πεις ότι κάνεις μπάζες από το ταμείο στην υγειά των συναδέλφων που δεν κοιτάνε τις αποδείξεις τους και τρώνε την παραμύθα για παρακρατήσεις; Θα πάω να πω στα παιδιά να κοιτάξουνε τις αποδείξεις τους, Γιώργη, κι άμα έχεις κάνει τη λαδιά στα παιδιά, θα σε γαμάμε από τον κώλο μέχρι την Καλαμάτα. Καλαματιανές μαλακίες δεν έχει εδώ Γιωργάκη έτσι; Αυτά στο χωριό σου Γιώργο». «Ρε μαλάκα Μάκη, τρελάθηκες, ρε;». Τσίτωσε που τονε μπινελίκωνα. «Τρελάθηκες, ρε μαλάκα, που θα φάω εγώ λεφτά από τα παιδιά; Σύρε γαμήσου, ρε Μάκη, που θα με πεις και κλέφτη. Να πας στον Μπάμπη να σου τα πει, όχι να τα ακούω εγώ για τις μαλακίες του. Ρε Μπάμπηηη…» φωνάζει αυτός.


[66]

«Έλα ρε μαλάκα, τι φωνάζεις κι έχω κόσμο;» φωνάζει από πέρα ο άλλος, ο μουλωχτός. «Άντε ρε Μάκη να τονε δεις να σου τα πει», μου λέει. Αρχίζω και τα παίρνω άσχημα. «Πού είμαι, ρε μαλάκες, στην εφορία και με πάτε από τον Άννα στον Καγιάφα για ένα δεκάρικο, μη σας γαμήσω όλους δευτεριάτικα;». Μπαίνω μέσα στου Μπάμπη. «Τι ’ναι, ρε Μάκη, και κάνεις έτσι;» μου λέει. Έτσι κι έτσι του λέω. «Έχεις δίκιο, ρε Μάκη. Σόρρυ, ρε συ, ξέχασα να σου δώσω τα κουπόνια για το δεκάρικο», μου λέει και μου δίνει δυο κουπόνια με ένα σφυροδρέπανο απάνω, ΚΚΕ κι εξόρμηση και τα λοιπά. Κι είχε απάνω κι ένα φολκσβάγκεν μικρή φωτογραφία, κλήρωση και ο τυχερός και κάτι τέτοια. Όπα λέω, λόττο το κάνανε το Κόμμα κι αυτοί. ΟΠΑΠ να πούμε, κι ο Κόκκαλης που του ‘χανε δώσει κάτι με κληρώσεις, χαριστικά, κομμουνιστής δεν ήτανε; «Τι ’ναι αυτά ρε μαλάκα;» του λέω. «Ε, δεν είπαμε, ρε Μάκη, κουπόνια, ρε Μάκη, για το Κόμμα». «Και ποιος σου ’πε, ρε μαλάκα, ότι θέλω να πάρω κουπόνια για το Κόμμα; Να στο κάνω το δεκάρικο χάρισμα, να σε κεράσω καφέ και τυρόπιτα και κρουασάν σοκολάτα και να το χέσω το δεκάρικο, αλλά όχι να το δώσω στο Κόμμα, με παρακράτηση, ρε Μπάμπη, και έτσι στα μουλωχτά. Τι είναι το Κόμμα ρε, το ΙΚΑ και κάνει παρακρατήσεις; Μήπως να μου κρατήσεις και για το επικουρικό του Κόμματος, ρε μαλάκα;» «Και ποιος, ρε μαλάκα Μάκη, σου τα δίνει τα χίλια εκατό που παίρνεις;» μου λέει ο καργιόλης. «Ο Χατζηπροδρόμου μου τα δίνει, ρε» του λέω εγώ. Χατζηπροδρόμου το λέγανε το αφεντικό. Τώρα την έχει πάρει την εταιρεία ένας άλλος και έχει τον κόσμο απλήρωτο κάνα εξάμηνο. «Παπάρια σου δίνει ο Χατζηπροδρόμου, Μάκη, παπάρια, όπως το ακούς. Άμα δεν ήτανε το σωματείο να έχει σύμβαση κλαδική, τι θα σου ’δινε, ρε Μάκη, ο Χατζηπροδρόμου; Τα παπάρια του θα σου ’δινε. Και τότε που απολύσανε τη Λίτσα κι έλεγες κι εσύ “πουστιά της παίξανε της κοπέλας”, ποιος έκανε χαμό, ρε Μάκη, και τηνε πήρανε πίσω; Και τώρα μου κάνεις φασαρία για ένα δεκάρικο; Φέρ’ τα πίσω, ρε μαλάκα, τα


[67]

κουπόνια. Φέρ’ τα πίσω και πήγαινε πάρε το δεκάρικο. Άι στο διάολο που πρέπει να εξηγώ στον καθέναν εδώ μέσα το συμφέρον του. Αλλά άμα σου πει ο Χατζηπροδρόμου “τελειώσαμε Μάκη”, γιατί έχει βρει κάνα πιτσιρικά που δεν θα βαράει το τριαξονικό στα κάγκελα του Αβραμόπουλου και που δεν θα κάνει μετά τον Κινέζο, “δεν ξέρω πώς έγινε” και κάτι τέτοια αδερφίστικα, τότε, Μάκη, μην περιμένεις να βγει κανένας να σε στηρίξει». «Ρε Μπάμπη», του λέω, «να σου κάνω μια ερώτηση;» «Κάνε μου», μου λέει ο ινστρούχτορας. «Δε μου λες, ρε Μπάμπη, άμα βγει το ΚΚΕ, εγώ θα μπορώ να βγω στην πλατεία και να λέω ότι η Παπαρήγα είναι μαλάκω και να μη με πειράζει κανείς;» «Αυτό είναι το πρόβλημά σου, ρε Μάκη; Έλεος δηλαδή…» «Ναι, ρε Μπάμπη, αυτό είναι το πρόβλημά μου. Και ξέρεις γιατί; Γιατί κι η Παπαρήγα να ’βγαινε, πάλι στο γαμήσι θα με είχατε κι εσείς και θα μου κάνατε παρακρατήσεις για το γαμοκόμμα και τουλάχιστον θέλω να μπορώ να βρίζω αυτόν που θα με γαμάει. Τουλάχιστον αυτό, ρε Μπάμπη, κι εσείς ούτε αυτό δεν μπορείτε να μου το πείτε χωρίς περικοκλάδες και μαλακίες ότι ο λαός έτσι και το Μάαστριχ αλλιώς». «Τελειώσαμε Μάκη, τελειώσαμε. Άντε γιατί έχουμε και δουλειές. Φέρ’ τα κουπόνια πίσω να τελειώνουμε». «Όχι ρε», του λέω, «θα τα πάρω τα κουπόνια». Σιγά μη σου κάνω τη χάρη να βγεις να λες ότι ο Μάκης έκανε φασαρία για ένα δεκάρικο. Για κωλόχαρτο το ’χω το δεκάρικο. Και τα κουπόνια σου για κωλόχαρτο τα ’χω. Άμετε γαμηθείτε όλοι εδώ μέσα», είπα και σηκώθηκα κι έφυγα και δεν το πήρα το δεκάρικο, έτσι από περηφάνια. Και άκου να δεις τώρα, πώς το εκμεταλλεύτηκε ο πούστης: μου κράταγε το δεκάρικο από το μισθό κανονικά, όποτε είχανε εξόρμηση, σαν να μην είχε τρέξει τίποτα. Τσίπα, ρε, δεν είχε να πει: «Εντάξει ο Μάκης είπε δεν θέλει κουπόνια, τέρμα η παρακράτηση». Σου λέει «αυτός είναι περήφανος και δεν τα ζητάει, ας του τα κρατάω εγώ να τα δίνω στο μοναστήρι, να γίνεται η δουλίτσα της Παπαρήγας». Τέτοιος πούστης σου λέω. Για να ’μαι και ειλικρινής ρώτησα και για εκείνα τα κουπόνια μην τυχόν μου κληρώθηκε τουλάχιστο το φολκσβάγκεν. Έπιασα το Γιώργο τον ταμία που κι αυτός στο Κόμμα ήτανε, κολαούζος του Λογιστή, σήκω-κάτσε, αλλά, εντάξει, πιο σεμνός από τον άλλονα, και του λέω: «Δεν κοιτάς εκεί πέρα στο Κόμμα μέσα, τι γίνηκε με την κλήρωση μπας και μου πέτυχε ο λαχνός;». Μου λέει «θα κοιτάξω και θα σου πω». Έρχεται την άλλη μέρα και μου λέει: «Κληρώθηκε σε ένα σύντροφο από την τάδε κόβα, αχτίνα, νομαρχιακή», πώς τις λένε τώρα δεν θυμάμαι. «Ντάξει», του λέω. Σιγά μην έγινε κλήρωση, να πούμε, πήρανε τα λεφτά τα συντρόφια κι άντε ψάξε εσύ τώρα αν υπήρχε ποτέ φολκσβάγκεν και ποιος το πήρε. Κι άμα το πήρε δικός τους, χέστα, υποχρεωτικό χάρισμα στο Κόμμα θα του ’πανε του ταλαίπωρου, όπως λένε και στους βουλευτές τους που τους παίρνουνε όλο το μισθό στον Περισσό. Τέλος πάντων, κάμποσο καιρό μετά, άνοιξα της γυναίκας μου εκείνο το ρουχάδικο και παραιτήθηκα από τον Χατζηπροδρόμου για να φτιάξουμε το μαγαζί. Κι εκεί, ρε φίλε, κατάλαβα τι είναι επιχείρηση και τι ζοριλίκια έχει. Αλλά για την επιχειρηματικότητα που λένε τώρα όλοι, και τι μαλακίες λένε, θα σου πω άλλη φορά, γιατί μη νομίζεις, έκανα κι επιχειρηματίας, να πούμε, ένα φεγγάρι στις καλές εποχές. Θα σου πω εγώ τι χρειάζεται για να πάρει μπρος η επιχειρηματικότητα. Απόσπασμα από το Μάκης Μάπας: Κουβέντες για την Πολιτική, επιμέλεια-επιλογή: Λαοκράτης-Ερρίκος Αποδόμου-Fuchs.


[68]

Ελένη Κυραμαργιού

Ψυχραιμίας εγκώμιο

Α

πό νωρίς το πρωί της Κυριακής, οι περισσότεροι ήταν ανυπόμονοι, κοιτούσαν συνεχώς τον ουρανό από τα παράθυρα των σπιτιών τους ή ενώ περπατούσαν, σαν να περίμεναν να δουν τον τυφώνα να καταφτάνει σαν κινηματογραφικό τέρας, που ξεπροβάλλει πίσω από τους ουρανοξύστες βγάζοντας φωτιές και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του. Όσο η ώρα πλησίαζε 7, τα βλέμματα προς τον ουρανό αυξάνονταν, ο ουρανός σκοτείνιαζε και ο αέρας δυνάμωνε, αλλά το τέρας θα αργούσε ακόμη αρκετά. Τις επόμενες 36 ώρες η τροπική καταιγίδα Sandy θα έφτανε στις ανατολικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών και η Νέα Υόρκη θα ήταν μία από τις πολιτείες που θα βίωνε τις επιπτώσεις από το πέρασμά της. Αρκετές μέρες πριν, είχε αρχίσει η προετοιμασία. Στην τηλεόραση και τις εφημερίδες οι αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες (New York City Office of Emergency Management) συνιστούσαν ψυχραιμία και πειθαρχία, ενώ ανακοίνωναν μια σειρά από μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ώστε να μην επικρατήσει πανικός όταν θα έφτανε η τροπική καταιγίδα. Μετριασμένη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος και του τηλεφώνου ώστε να μην καταρρεύσουν τα δίκτυα, επαρκείς προμήθειες σε ξηρά τροφή και νερό, καθώς και φακοί και κεριά σε περίπτωση που υπήρχε διακοπή. Τα καταφύγια (σχολεία και γήπεδα) όπου θα κατέφευγαν όσοι έπρεπε να εκκενώσουν τα σπίτια τους −στις παραθαλάσσιες περιοχές κυρίως− ήταν έτοιμα και πλήρως εξοπλισμένα από τον Ερυθρό Σταυρό. Όσοι θα κατέφευγαν σε αυτά έπρεπε να έχουν μαζί τους είδη προσωπικής υγιεινής και φάρμακα που χρησιμοποιούσαν. Υπήρχαν υποδομές για να φιλοξενήσουν ηλικιωμένους και άτομα με ειδικές ανάγκες, ενώ είχαν διαμορφωθεί και χώροι για τα κατοικίδια. Αστυνομία και εθελοντές είχαν ενημερώσει πόρτα-πόρτα τις επικίνδυνες περιοχές, τονίζοντας πως «σε περίπτωση που συμπολίτες μας επιλέξουν να παραμείνουν σε περιοχές που απειλούνται, θα θέσουν σε κίνδυνο όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά και όσους κληθούν να τους διασώσουν». Στις πολυκατοικίες, οι διαχειριστές είχαν αναρτήσει ανακοινώσεις για την απομάκρυνση επίπλων και αντικειμένων από τα μπαλκόνια – ώστε να μην παρασυρθούν από τους σφοδρούς ανέμους. Η ανακοίνωση για το κλείσιμο του μετρό στις 7 το απόγευμα της Κυριακής και η απόσυρση των λεωφορείων δύο ώρες αργότερα θορύβησαν και τους πιο ψύχραιμους. Τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα έκλεισαν το μεσημέρι της Κυριακής, ώστε «να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να επιστρέψουν με ασφάλεια στα σπίτια τους», τα ράφια των σουπερμάρκετ άδειασαν και τα καρότσια στις τεράστιες ουρές είχαν προμήθειες για μέρες αποκλεισμού. Πράγματι στις 7, όλοι βρίσκονταν στα σπίτια τους, τα φωτισμένα παράθυρα στους ουρανοξύστες και οι έρημοι δρόμοι ήταν ο καλύτερος μάρτυρας ότι οι κάτοικοι του Μανχάταν είχαν πειθαρχήσει στις οδηγίες. Η προεκλογική εκστρατεία προσαρμόστηκε στα καιρικά δεδομένα. Ο Ομπάμα ακύρωσε την περιοδεία του και επέστρεψε στην Ουάσινγκτον ώστε να συντονίσει τις επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση της τροπικής καταιγίδας, τονίζοντας ότι αυτό αποτελεί απόλυτη προτεραιότητά του αυτή τη στιγμή, ενώ ο Ρόμνει κατευθύνθηκε προς τις κεντρικές πολιτείες. Η Sandy άλλαξε την προεκλογική ατζέντα οκτώ μόλις μέρες


[69]

πριν τις προεδρικές εκλογές −βγάζοντας στην επιφάνεια θεωρίες συνωμοσίες για τις ικανότητες του προέδρου Ομπάμα να ελέγχει ακόμη και τα καιρικά φαινόμενα και να τα χρησιμοποιεί προς όφελός του− και ενώ η ανταλλαγή πυρών είχε κορυφωθεί ανάμεσα στους δύο διεκδικητές και τα επιτελεία τους. Αρκετοί εκλογικοί αναλυτές σχολίαζαν ότι η διαχείριση της κρίσης αλλά και το μέγεθος των καταστροφών θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και προς τις δύο πλευρές. Είχε προηγηθεί μια πολύ εντατική εβδομάδα αντεγκλήσεων, που ξεκίνησε με την τηλεοπτική αναμέτρηση στις 22 Οκτωβρίου και συνεχίστηκε με την πρόκληση του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Αμερικανό πρόεδρο να επιδείξει το αμερικανικό διαβατήριο και το πτυχίο του, αποδεικνύοντας πως είναι Αμερικανός πολίτης, απόφοιτος πανεπιστημίου, και εκείνος θα δωρίσει 5 εκατομμύρια δολάρια σε όποιο ίδρυμα ή φορέα του επιδείξει ο Ομπάμα. Ακολούθησε το τουίτ της Αν Κόλτερ ότι «ο Ρόμνει ήταν πολύ ευγενικός με έναν καθυστερημένο» (Romney’s decision to be kind and gentle to the retard), προκαλώντας πλήθος σχολίων και συζητήσεων. Οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν ξεπεράσει τα όρια του πολιτικού πολιτισμού θίγοντας εθνικές μειονότητες και κατηγορίες πληθυσμού, οι οποίες τις επόμενες μέρες βρέθηκαν αντιμέτωπες και με τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Αυτή ήταν η πρώτη σελίδα της ανταπόκρισης που ετοίμαζε για το περιοδικό στην Ελλάδα. Δυο μέρες πριν είχε δεχτεί ένα e-mail, μια φωνή από το παρελθόν, όπως συνήθιζε να αποκαλεί τους φίλους που είχαν χαθεί για καιρό. Του ζητούσε ένα σύντομο κείμενο που θα συνδύαζε τις αμερικανικές εκλογές και την τροπική καταιγίδα που θα χτυπούσε τις ανατολικές Πολιτείες των ΗΠΑ. Δέχτηκε με χαρά την πρόσκληση, δεν του ήταν εύκολο να γράφει, όμως η νοσταλγία του για την Ελλάδα μεγάλωνε −αυτός ήταν ο δεύτερος χρόνος του στην Νέα Υόρκη− και το θεώρησε σαν μια ευκαιρία για επαφή με την «πατρίδα». Εξάλλου έπρεπε να παραμείνει στο σπίτι λόγω της Sandy και από τότε που αποχωρίστηκε με το Μαξ −τον απολαυστικό Αμερικανό συγκάτοικο των πρώτων μηνών− ο χρόνος στο σπίτι περνούσε πιο δύσκολα. Στις 7 ακριβώς το απόγευμα της Κυριακής, είχε επιστρέψει στο σπίτι −στην καρδιά


[70]

του Μανχάταν, στους 60 δρόμους, στον εικοστό όροφο− τακτοποίησε τα πράγματα από το σουπερμάρκετ στα ράφια και στο ψυγείο της μικροσκοπικής κουζίνας και έκατσε στο καναπέ ανοίγοντας την τηλεόραση. Προσπαθούσε να σκεφτεί αν η κίνησή του να πάει στο σουπερμάρκετ, παρότι είχε όσα θα χρειαζόταν για μια βδομάδα απόλυτου εγκλεισμού στο σπίτι, ήταν αποτέλεσμα του ελληνικού κατοχικού συνδρόμου ή της αμερικανικής υπερβολής να έχουμε τα πάντα και σε τεράστιες ποσότητες παρότι το σουπερμάρκετ είναι απέναντι και ανοιχτό 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Γέλασε με τις σκέψεις του και βυθίστηκε στην ηρεμία του καναπέ του. Έκλεισε την τηλεόραση 29 ώρες αργότερα, η τροπική καταιγίδα είχε απομακρυνθεί από την πόλη, αφήνοντας νεκρούς και ανυπολόγιστες ζημιές ακόμη και μερικούς δρόμους κάτω από το σπίτι του, αλλά χωρίς κανένα ορατό σημάδι στην πολυκατοικία ή στη γειτονιά του. Ξύπνησε ανακουφισμένος αλλά και λίγο απογοητευμένος, βγήκε μια γρήγορη βόλτα, όπου επιτρεπόταν, να αποτιμήσει τις ζημιές και να ξεκινήσει να γράφει το κείμενό του. Έκανε το λάθος πριν αρχίσει το γράψιμο να χαζολογήσει στο ίντερνετ, κυρίως σε ελληνικά σάιτ που, λόγω της διαφοράς ώρας, ήταν γεμάτα με κείμενα για «τον τυφώνα που έπληξε τις Ηνωμένες Πολιτείες». Διάβασε προσεκτικά περισσότερα από είκοσι κείμενα. Κανένα από αυτά δεν είχε γραφτεί από κάποιον που βρισκόταν σε κάποια από τις πολιτείες που είχαν πληγεί –ούτε βέβαια σε κάποια άλλη πολιτεία. Όλοι οι αρθρογράφοι βρίσκονταν στην Ελλάδα – κάποιοι από αυτούς είχαν επισκεφτεί κάποτε τη Νέα Υόρκη, ενώ κάνας δυο προγραμμάτιζαν ταξίδι τις επόμενες μέρες για να καλύψουν τις αμερικανικές εκλογές. Σύντομα αλλά γλαφυρά κείμενα, με αρκετή πληροφορία που είχαν αλιεύσει από το διαδίκτυο ή την τηλεόραση, αλλά που πραγματικά δεν είχαν κάτι ουσιαστικό να πουν. Έκλεισε τον υπολογιστή του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε όσα θα έγραφε. Στο μυαλό του όμως τριγυρνούσε μια σκέψη: «όταν γράφουμε πρέπει να θέλουμε κάτι να πούμε, γράφουμε γιατί κάπου στοχεύουμε, δεν γράφουμε για να γεμίσουμε σελίδες». Ενώ στην πραγματικότητα ήταν επαγγελματίας γραφιάς −ερευνητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Νέας Υόρκης, με πάνω από 1.500 σελίδες ερευνητικό έργο− ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει όλους αυτούς που έγραφαν χωρίς να έχουν πραγματικά κάτι να πουν. Απεχθανόταν τα κείμενα σε πρώτο ενικό που αναφέρονταν σε προσωπικές εμπειρίες − τι χρωστάνε οι άλλοι να διαβάζουν τι μου συνέβη ή πώς βίωσα ένα γεγονός. Απεχθανόταν τις ωραιοποιημένες εντυπώσεις από τα ταξίδια, που μαζί με την κατάλληλη φωτογραφία, θα κερδίσουν δεκάδες σχόλια από τους «φίλους μας» στο facebook για το πόσο ζηλεύουν που δεν ήταν μαζί μας. Απεχθανόταν και τις εκτενείς ανταποκρίσεις ή αναλύσεις όλων των μη ειδικών που έπαιρναν το πληκτρολόγιο παραμάσχαλα και έγραφαν την αποψάρα τους. Και το ελληνικό διαδίκτυο είχε γεμίσει από τέτοια κείμενα, κείμενα χωρίς ουσία, κείμενα που δεν έλεγαν τίποτα. Έγραψε ένα σύντομο απολογητικό e-mail στον φίλο-εκδότη για την αδυναμία του να γράψει κάτι ουσιαστικό για το θέμα, έκλεισε τον υπολογιστή και πήγε μια βόλτα στην πνιγμένη από τον τυφώνα Νέα Υόρκη.


[71]

Γιώργος Αναγνώστου

Πλεονάσματα γευμάτων

1. αστών παϊδάκια ρεύονται μπαϊράκια επανάστασης αμνών

2. φαγοπότι αστάκια αστακοί αστειάκια

3. Διαλεκτικό έμβασμα στέρησης έδεσμα ταίρι της

4. Συνθήκη λευκά τραπεζόμαντηλα λαϊκά ποτά υπερτιμημένα

5. συμπόσιο συν πόση πόση!

6. Ξεθεωμένη Αφθονία ρουτίνα το ξεκοκάλιασμα κουρτίνα η μασέλα.


[72]


Η λεύγα 8 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 21 Σεπτεμβρίου του 2012, παρά τις κακοτοπιές που αντιμετώπισαν οι συντελεστές της και τα συστηματικά σαμποτάζ των αντιπάλων της. Διακινήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους, χάρη σε φίλους, συνεργάτες και σταθερούς συνοδοιπόρους, αύξησε τα σημεία διανομής της, πολλαπλασίασε τους συνδρομητές της και εδραίωσε τα δίκτυά διακίνησής της στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αποφάσισε να αντιπαλέψει τη διάχυτη γκρίνια και το αρνητικό κλίμα με νέες συνεργασίες, διεθνείς αποκλειστικότητες και μια καινούργια στήλη αλλά και να συγκρουστεί με τους έμφυλους διαχωρισμούς που είχαν προσπαθήσει να επιβάλουν τα αδιαφανή κέντρα που την κατευθύνουν, διευρύνοντας τη συντακτική της ομάδα.

1952-2012

ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ, ΕΠΑΥΞΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας, Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Μόρφω Μπεληγιάννη, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης, Έλια Χαρίδη

λεύγα 9 (Νοέμβριος 2012) Σχέδιο εξωφύλλου: Σοφία Παπακώστα (www.sophiapapacosta.com) Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr

ενα συγκλονιστικο οδοιπορικΟ στον εσμΟ της νεοελληνικης κοινωνιας Η κυρία Ζαναντρίς παρουσιάζει τις τσακισμένες ψυχές των θυμάτων του σύγχρονου συμμοριτισμού και αναδεικνύει τον αναμορφωτικό λόγο των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων. Οι απατηλές υποσχέσεις του συμμοριτικού παραδείσου φωτίζονται ανάγλυφα στις αφηγήσεις των θυμάτων του: «ήθελα να γίνω μία δημόσια υπάλληλος», «πίστεψα στην ισότητα και βρήκα τον εξισωτισμό», «υπερασπιζόμουν τις συντεχνίες, ναρκοθετώντας το μέλλον μου», «αγάπησα τη ζωή στα άκρα», «μόνη στο βούρκο των Εξαρχείων» συνθέτουν το πανόραμα μίας γενιάς που θα μπορούσε να είχε οδηγηθεί οριστικά στον όλεθρο και στην καταστροφή. Η κυρία Ζαναντρίς υπενθυμίζει σε όλους μας ότι η ιστορία εκδικείται εκείνους που λησμονούν τα διδάγματά της.


λεύγα 09 ● νοέμβριος 2012

3

9

Μύθος & Ιστορία | Οι τράπεζες και η ΕΕ | Ο συνεταιρισμός, η Λαμία και η Λάμια | Οι σκοποί, τα μέσα και οι άγιοι της Χαλυβουργίας | Μαϊμούδες-τυφλοί | Η στρατηγική της δίκης: πολιτικοί κρατούμενοι εν έτει 2012 | Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης αι Αθήναι | Η κοινοτοπία της ακροδεξιάς | Τυνησία: ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω; | Cherchez la femme | Restarting Greece ή Ριστάρτινγκ Γκρις; | Στηβ Τζομπς: η αισθητικοποίηση του επιχειρείν | Η κυρία Ζαναντρίς | Υπερασπίζομαι τον εαυτό μου | Ο Σωτήρης | Χαρακίρι | Κουβέντες για την Πολιτική | Ψυχραιμίας εγκώμιο

Λεύγα 09: Νοέμβριος 2012  

Η λεύγα 9 τυπώθηκε, κατά την πάγια συνήθειά της, σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 5 Δεκεμβρίου του 2012. Διακινήθηκε με όλους τους δυν...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you