Page 1

λεύγα 10 ● άνοιξη 2013

3

1

2013

Το χαμογελαστό πρόσωπο της εξέγερσης | Μεταξύ κράτους και αγοράς | Εργαζόμενος με μπλοκάκι | Αγάλματα, καλώδια και καπάκια υπονόμων | Καλή νομοθέτηση | Οι δικοί μας Χόροβιτς | Συσκευές αντιβαρύτητας και ιπτάμενα αμάξια | Τα «παιδιά» είναι παιδιά | Οι μιαρές ιερόδουλες της Βίλας «Αμαλίας» | Οι πενήντα αποχρώσεις του κέντρου | Καπιταλισμός ιδεών | Βασανάκια | Το δίκιο του εργάτη | Ο κροκόδειλος | Πολιτική σχολιασμού | Ο κ. Ψ


Η λεύγα 9 τυπώθηκε, κατά την πάγια συνήθειά της, σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 5 Δεκεμβρίου του 2012. Διακινήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους, χάρη σε φίλους, συνεργάτες και σταθερούς συνοδοιπόρους. Εντοπίστηκε να διαβάζεται σε μέσα μαζικής μεταφοράς από τα αστικά λεωφορεία της Αθήνας έως το Eurostar του Λονδίνου και από τα καραβάκια της Κωνσταντινούπολης έως το μετρό των Παρισίων. Η λεύγα, υποδεχόμενη το σωτήριο έτος 2013 και αρνούμενη να συμμορφωθεί στις προλήψεις περί «γρουσούζικης χρονιάς», πραγματοποίησε λαϊκό γλέντι στην αίθουσα των απανταχού Καλομοιριωτών «Η Αγία Παρασκευή», το οποίο διήρκεσε 13 ώρες, με ζωντανή μουσική, καλλιτεχνικά δρώμενα, άφθονο κρασί, επιτραπέζιους χορούς και φαγητό. Η συντακτική της ομάδα παρέκαμψε τις απαγορεύσεις των αδιαφανών κέντρων που την κατευθύνουν και παρακολούθησε θεατρική παράσταση στα άδυτα του οίκου του λαού, υποδέχτηκε με ενθουσιασμό την περαιτέρω βιολογική αναπαραγωγή της (να μας ζήσει!), και σε γενικές γραμμές διατηρεί την ψυχραιμία της.

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας, Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Μόρφω Μπεληγιάννη, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης, Έλια Χαρίδη

λεύγα 10 (Άνοιξη 2013) Σχέδιο εξωφύλλου: Ιωάννα Κεντρή (www.facebook.com/ioanna.kentri) Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr


1

3 2013 levga.gr 2

levgamag@gmail.com Ελένη Κυραμαργιού, Το χαμογελαστό πρόσωπο της εξέγερσης

4 12 15 21 28

Στέφανος Βαμιεδάκης, Μεταξύ κράτους και αγοράς: η ανάδυση του τρίτου πόλου Μόρφω Μπεληγιάννη, Η πέμπτη «του λύκου» ή αλλιώς εργαζόμενος με μπλοκάκι Νίκος Τσιβίκης, Αγάλματα, καλώδια και καπάκια υπονόμων Χλόη Πετρίδου, «Καλή νομοθέτηση»: καλή για ποιον; Κωστής Καρπόζηλος, Οι δικοί μας Χόροβιτς

34 Κυριάκος Μινωτής, Γιατί δεν υπάρχουν συσκευές αντιβαρύτητας και ιπτάμενα αμάξια ή η έρευνα ως αντικείμενο μάρκετινγκ 42 47 52 54 57 62

Λαυρέντης Ανδρέου, Τα «παιδιά» είναι παιδιά Βασίλης Κόκκοτας, Οι μιαρές ιερόδουλες της Βίλας «Αμαλία» και η έντεχνη καλλιέργεια των επιστρατευμένων φόβων Γιάννης Βογιατζής, Σημειώσεις για μια παράσταση Στέφανος Βαμιεδάκης, Οι πενήντα αποχρώσεις του κέντρου Βλάσης Μισσός, Καπιταλισμός ιδεών Robert Spittlehouse, Rock Monkey

63

66 68 72

Αλέξης Φαρμάκης, Πολιτική σχολιασμού Βιβή Αντωνογιάννη, Ο κ. Ψ Γιώργος Μανουσέλης, Ψιλή κουβέντα


[]

Το χαμογελαστό πρόσωπο της εξέγερσης Εικόνα πρώτη: Βίλα Αμαλίας, Αχαρνών και Χέυδεν, Αθήνα, Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013. Μαυροντυμένα αγόρια και κορίτσια, φωνάζοντας συνθήματα «το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι και όχι οι ρουφιάνοι και οι προσκυνημένοι», και υψώνοντας τις γροθιές τους, οδηγούνται στην κλούβα των ΜΑΤ. Η κρατική καταστολή έχει βρει τον νέο μεγάλο εχθρό στις καταλήψεις και τα κοινωνικά κέντρα, από τα οποία απειλείται η κοινωνία. Η ανακατάληψη της Βίλας Αμαλία έχει μόλις τερματιστεί, ο χώρος εκκενώνεται και οι συλληφθέντες-υποστηρικτές του εγχειρήματος δεν δείχνουν να πτοούνται από την ταλαιπωρία, ατομική και συλλογική, που θα ακολουθήσει την προσαγωγή, η οποία σε πολύ λίγο θα μετατραπεί σε σύλληψη, ενώ η παραπομπή σε εισαγγελέα και ανακριτή με τον κουκουλονόμο φαντάζει μονόδρομος. Σχεδόν με σιγουριά, θα έλεγα ότι όλα τα πρόσωπα των συλληφθέντων ήταν χαμογελαστά, όμως τα χαρακτηριστικά τους ήταν σβησμένα, πρόχειρα μουτζουρωμένα στις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Εικόνα δεύτερη: αμαξοστάσιο Μετρό, Σεπόλια, Αθήνα, Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013. Οι απεργοί του μετρό, φορώντας τις πορτοκαλί νιτσεράδες τους και κρατώντας τα φύλλα της επίταξης, που έχουν μόλις παραλάβει, συγκεντρώνονται για ακόμη μια μέρα στο αμαξοστάσιο. Ίσως την τελευταία αυτής της κινητοποίησης. Λιγοστοί αλληλέγγυοι από συλλογικότητες της αριστεράς και βουλευτές της αντιπολίτευσης έχουν φτάσει για να στηρίξουν τον αγώνα τους, που, μετά την επίταξη, έχει περάσει σε μια κρίσιμη καμπή. Οι φωτογραφίες από το αμαξοστάσιο δεν προδιαθέτουν για σύγκρουση. Χαμογελαστοί και χαλαροί οι απεργοί, περισσότερο σκυθρωποί και βρεγμένοι από την ξαφνική νεροποντή οι συμπαραστάτες. Τα ΜΑΤ παρακολουθούν από απόσταση, σίγουρα όχι σε κατάσταση ετοιμότητας. Εξάλλου η σύγκρουση δεν έγινε, γιατί το κίνημα παρακοιμήθηκε και η εξουσία έδρασε ανενόχλητη. Το τελευταίο διάστημα σε κάποια ειδησεογραφικά σάιτ, τα ρεπορτάζ πλαισιώνονται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν υποκατασταθεί από φωτορεπορτάζ. Πολιτικές εκδηλώσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις καλύπτονται από δεκάδες φωτογραφίες που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο. Επαγγελματικές φωτογραφίες, όμορφα πρόσωπα, συνήθως χαμογελαστά και όχι σκυθρωπά και αντίστοιχα με την αποτυχία της κινητοποίησης στην οποία συμμετέχουν, συνοδευόμενα από την κατάλληλη μουσική υπόκρουση. Η νέα μόδα ορίζει και εκτενή φωτογραφικά αφιερώματα από τα κινηματικά πάρτυ και τις κοινωνικές εκδηλώσεις των ποικίλων συλλογικοτήτων, απ’ όπου ακόμη περισσότερες φωτογραφίες-πορτρέτα των παριστάμενων αποτυπώνουν το κλίμα της βραδιάς. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν τη διάδοση των παραπάνω φωτογραφιών, ενώ προσθέτουν μια σειρά από απολίτικα σχόλια και πρόχειρες εξυπνάδες πλάι στις φωτογραφίες που αναρτώνται. Οι με-


[]

γαλύτερες μάχες της αριστεράς είναι πλέον διαδικτυακές και δίνονται στο facebook, αφού η μάχη της κοινωνίας κερδήθηκε στις τελευταίες εκλογές. Πλάι στα σάιτ αυτά συνεχίζει να υπάρχει το indymedia με το μαύρο του φόντο, τις ανακοινώσεις τύπου «όλοι κάτω τώρα», αλλά κυρίως τα πιξελιασμένα του πρόσωπα. Συστηματικά, με επιμέλεια και μεθοδικότητα, οι συντάκτες των κειμένων σβήνουν τα χαρακτηριστικά όσων απεικονίζονται στις φωτογραφίες που αναρτώνται, «γιατί δεν πρέπει μόνοι μας να δίνουμε στο κράτος τα πρόσωπα των συντρόφων μας». Φωτογραφίες λιγότερο επαγγελματικές, λιγότερο προσεγμένες αλλά επιμελώς μουτζουρωμένες. Ταυτόχρονα, η πρακτική αυτή φανερώνει μια διαφορετική αντίληψη δράσης και προσδίδει στις φωτογραφίες μια άλλη διάσταση∙ σημασία έχει το γεγονός που απεικονίζουν και όχι οι συμμετέχοντες, που δεν μπορούν να αναγνωριστούν. Σε μια περίοδο που οι περισσότερες δράσεις μοιάζουν ανίκανες να σταματήσουν τη βία και τον αυταρχισμό της εξουσίας που πολλαπλασιάζεται, την κοινωνική πόλωση που συνεχώς εντείνεται και την καταστολή που επεκτείνεται σε χώρους που μέχρι στιγμής είχαν μείνει ανέπαφοι, αυτό που λείπει δεν είναι σίγουρα ένα φωτογενές πρόσωπο που θα γράφει στη κάμερα και θα έχει αποστηθίσει τα σωστά τσιτάτα. Η νοοτροπία και η αντίληψη της αριστεράς των προσωπικοτήτων είναι πλέον αντικοινωνική και επιζήμια. Οι πολιτικές κινητοποιήσεις και η ενημέρωση ή το ρεπορτάζ γύρω από αυτές δεν μπορούν να υποκατασταθούν από φωτογραφικά στιγμιότυπα που συνθέτουν «άλμπουμ δράσεων», που χαζεύουμε μετά το τέλος τους στην οθόνη του υπολογιστή. Οι φωτογραφικές μηχανές και τα πληκτρολόγια των υπολογιστών δεν προσφέρουν το συλλογικό πνεύμα και το όραμα που χρειάζεται η πορεία προς την αλλαγή. Τη στιγμή της εξέγερσης θα χρειαστεί το χαμογελαστό πρόσωπο, που δεν θα μουτζουρωθεί, ακόμη και στο λινκ του indymedia, και θα γράψει στο βρώμικο τζάμι της κλούβας των ΜΑΤ «σ’ αγαπώ», αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή ας σβήσουν τα φλας και ας σιγήσουν τα πληκτρολόγια. Ελένη Κυραμαργιού


[]

Στέφανος Βαμιεδάκης

Μεταξύ κράτους και αγοράς: η ανάδυση του τρίτου πόλου

Τ

ο κενό που δημιουργεί η προϊούσα κατάρρευση του «κοινωνικού κράτους» στη θαυμαστή περίπτωση της Ελλάδας οδηγεί σε μετατοπίσεις και ανασημασιοδοτήσεις μιας σειράς λειτουργιών και δράσεων που σχετίστηκαν ιστορικά με αυτό. Το κενό αυτό δεν καλύπτεται, γιατί παρά τη διαδεδομένη αντίληψη περί απέχθειας της Φύσης για το «κενό», δεν συμβαίνει απαραίτητα το ίδιο στο κοινωνικό πεδίο. Ο δημόσιος τομέας, νόθο παιδί της Μεταπολίτευσης και της σοσιαλμανίας, συρρικνώνεται γιατί είναι δαπανηρός, αντιπαραγωγικός, αναποτελεσματικός, εκφυλισμένος, συντεχνιακός. Κύριο θύμα των νέων επιτακτικών δημοσιονομικών προτεραιοτήτων, η λεγόμενη κοινωνική πρόνοια αλλάζει χαρακτήρα και φορείς, ενώ το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στην περίπτωση της εκπαίδευσης. Μεταξύ κράτους και αγοράς το πεδίο διευρύνεται. Ο τρίτος τομέας αναδύεται δυναμικά μετά βαΐων και κλάδων: μη κυβερνητικές οργανώσεις, η «κοινωνία των πολιτών», η Εκκλησία, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι εθνικοί ευεργέτες, η φιλάνθρωπος κοινωνία. Η κινητικότητα που παρατηρείται στον τρίτο τομέα υπακούει στο πνεύμα των καιρών και λειτουργεί υποστηρικτικά σε αυτό. Οι νέες τάσεις είναι σε μεγάλο βαθμό αδιαμόρφωτες ακόμα, πράγμα φυσικό σε μεταβατικές περιόδους ρευστότητας και αβεβαιότητας, αλλά μπορεί κανείς να διακρίνει τα στοιχειώδη, αδρά χαρακτηριστικά που εμποτίζουν τη «νέα κατάσταση»: στοχευμένη φιλανθρωπική δράση, σύνδεση γνώσης-αγοράς, χρηματοδότηση «κοινωνικά ωφέλιμης» έρευνας, καινοτομία/εφαρμοσιμότητα, αποτελεσματικότητα. Στην περίπτωση των κάθε είδους κοινωφελών ιδρυμάτων, οι τάσεις αυτές είναι περισσότερο εμφανείς, καθώς το τελευταίο διάστημα τα πιο μεγάλα από αυτά φιλοδοξούν να καλύψουν ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του κενού χώρου μεταξύ κράτους και αγοράς, γεγονός που τα οδηγεί ταυτόχρονα σε μια αναβάθμιση του ρό-

λου τους και σε μια αναπροσαρμογή των στοχεύσεων και της δημόσιας παρουσίας τους. Αυτό βεβαίως δεν γίνεται με ενιαίο και αδιαφοροποίητο τρόπο, ούτε στον ίδιο βαθμό και με την ίδια ένταση. Αλλά, στον βαθμό που εκ των πραγμάτων κινούνται σε μια κοινή «μικροαγορά», οι κινήσεις και οι στοχεύσεις του ενός επηρεάζουν και τις αντίστοιχες των άλλων, σε μια λογική συναγωνισμού και αλληλοσυμπλήρωσης. Εξετάζοντας τα πιο σημαντικά από αυτά και τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν να παρέμβουν στη δημόσια σφαίρα την εποχή της κρίσης, μπορεί κανείς να διακρίνει κάποιες ποιοτικές μεταβολές που πηγάζουν από μια, ρητή ή άρρητη, αναθεώρηση των στοχεύσεων και προτεραιοτήτων τους. Η αναθεώρηση αυτή φυσικά δεν είναι ολοκληρωτική, ούτε συνοδεύεται συνήθως από τυμπανοκρουσίες, αλλά εισάγεται στον επίσημο λόγο τους με μια δυναμική διακριτικότητα. Σε κάθε περίπτωση, είναι ενδιαφέρον να δει κανείς, πέρα από ηθικολογίες, αν και με ποιους τρόπους ιδιωτικοί φορείς μεγάλης οικονομικής επιφάνειας με «παραδοσιακή» δράση στους τομείς της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της τέχνης, αλλά και της φιλανθρωπίας αναπροσαρμόζουν την κοινωνική τους δράση και απεύθυνση σε καιρούς οικονομικής κρίσης, καθώς και τους όρους με τους οποίους επενδύεται ιδεολογικά μια τέτοια τακτική από την πλευρά τους. Χωρίς αμφιβολία, το «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος» (ΙΣΝ) αποτελεί τη ναυαρχίδα των κοινωφελών ιδρυμάτων. Η δραστηριότητά του ξεκίνησε το 1996, έχει παρουσία σε Ελλάδα και εξωτερικό και αυτοπροσδιορίζεται ως «ένας από τους μεγαλύτερους φιλανθρωπικούς οργανισμούς στον κόσμο» με χορήγηση δωρεών «στους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού, της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας». Το μοτίβο «τέχνη/πολιτισμός, παιδεία, υγεία, κοινωνική πρόνοια» συνιστά, όπως θα δούμε, κοινό φάσμα δράσης όλων των κοινωφελών ιδρυμάτων. Πρό-


[]

κειται ακριβώς για τους τομείς τους οποίους το δημόσιο, όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, κατατάσσει στις υπηρεσίες που η χρηματοδότησή τους χαρακτηρίζεται πολυτέλεια. Η οικονομική επιφάνεια του ΙΣΝ τονίζεται διαρκώς, καθώς στην επίσημη ιστοσελίδα του αναφέρονται με αναλυτικές λεπτομέρειες οι χρηματοδοτικές του δράσεις. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, από το 1996 έχει διαθέσει συνολικά 1.021.647.000 ευρώ σε 2.400 μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς σε Ελλάδα και εξωτερικό (109 κράτη), ενώ σημειώνεται ότι η μερίδα του λέοντος (το 80% του συνολικού ποσού) έχει διατεθεί στην Ελλάδα (http://goo.gl/4VSpi). Στην κατανομή των δωρεών, οι τομείς παιδεία και τέχνη-πολιτισμός έχουν απορροφήσει το 32% και 31% αντίστοιχα, η κοινωνική πρόνοια ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής με 28%, ενώ στην Υγεία αντιστοιχεί το 9% (http://goo.gl/ eCkIU). Το ΙΣΝ εισήλθε δυναμικά στη δημόσια σφαίρα με μία κίνηση που συνιστά τομή στη μέχρι τώρα πορεία του. Πρόκειται για τον σχεδιασμό και την κατασκευή ενός συγκροτήματος Πολιτισμού, Τέχνης και Παιδείας με το όνομα «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος», στο οποίο σχεδιάζεται να μεταστεγαστούν η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος και η Εθνική Λυρική Σκηνή. Η συγκεκριμένη δωρεά ανέρχεται σε 566 εκατομμύρια ευρώ και διαφημίζεται με όρους που παραπέμπουν στη γλώσσα του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους κατά την περίοδο της ανοικοδόμησης και των μεγάλων επενδυτικών υποδομών: «Το ΙΣΝ πιστεύει ακράδαντα ότι πρόκειται για ένα έργο μεγάλης εθνικής σημασίας, ειδικά υπό τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα. Παραμένει μαρτυρία και δέσμευση για το μέλλον της χώρας, σε μία κρίσιμη ιστορική συγκυρία. Αποτελεί, επίσης, μοχλό βραχυπρόθεσμης και μεσοπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης, πράγμα πολύ σημαντικό υπό τις τρέχουσες συνθήκες» (http://goo.gl/stSRG). Οι «σύγχρονες κοινωνικο-οικονομικές συν-

θήκες» δίνουν σιγά σιγά τον τόνο στον δημόσιο λόγο του ΙΣΝ. Το αν πρόκειται για ένα επεισόδιο του φωσκολικού σήριαλ «η κρίση ως ευκαιρία» ή αν οι διαμορφωτές πολιτικής των ιδρυμάτων αισθάνονται την ανάγκη να εισαγάγουν συγκυριακά τη διάσταση της κοινωνικής-οικονομικής-ανθρωπιστικής κρίσης, δεν είναι ξεκάθαρο. Ωστόσο, οι κεραίες είναι τεταμένες και οι υποδοχείς σε ετοιμότητα. Στο έντυπο παρουσίασης του προγράμματος δωρεών του Ιδρύματος με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Δωρεές για τη βελτίωση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης» μπορεί κανείς να πάρει μια ιδέα του λόγου που παράγεται σχετικά με την κρίση και τον ρόλο των Ιδρυμάτων: «Τα μηνύματα που λαμβάναμε συνεχώς από το πεδίο δράσης του Ιδρύματος και τους πολυάριθμους δωρεοδόχους μας ήταν ότι το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της χώρας βρισκόταν υπό κατάρρευση, θέτοντας την ευημερία του πληθυσμού σε σοβαρό κίνδυνο. Η σφοδρή οικονομική ύφεση καταστρέφει το κοινωνικό “δίχτυ ασφαλείας” της Ελλάδας, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με ακραίες αλλαγές στο μακροοικονομικό περιβάλλον της χώρας, οδηγεί σε σημαντική κοινωνικοοικονομική υστέρηση για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, και ειδικά τα πλέον ευάλωτα άτομα (παιδιά, ηλικιωμένοι, φτωχοί, άτομα με ειδικές ανάγκες κ.λπ.). […] Οι επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης στην Ελλάδα ενισχύονται από το γεγονός ότι η κρίση έχει ως αποτέλεσμα και την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας. Οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι πολιτικές και οι παροχές που έχουν καθιερωθεί με σκοπό τη δημιουργία “διχτύου ασφαλείας” και την προστασία των κοινοτήτων και, ειδικότερα, των πλέον μειονεκτούντων και ευάλωτων ατόμων, έχουν υποστεί σημαντική υπονόμευση. Αντιλαμβανόμενοι τη σοβαρότητα της κατάστασης, συνειδητοποιήσαμε ότι η ευθύνη μας ήταν αντίστοιχα μεγάλη. Παρότι γνωρίζαμε τότε, όπως και τώρα, ότι ο ρόλος μας είναι να συμπληρώνουμε και όχι να αντικαθιστούμε το έργο και τη στήριξη του κράτους,


[]

αντιλαμβανόμαστε, επίσης, ότι οι συνθήκες που βιώνουμε είναι εξαιρετικές και απαιτούν από εμάς την αντίστοιχη αντιμετώπιση. […] Παρότι έχουμε υπόψη μας τα ερωτήματα που έχουν προκύψει, ως αποτέλεσμα της πρωτόγνωρης φύσης της τρέχουσας κρίσης, όσον αφορά την ικανότητα των οργανισμών/δωρεοδόχων να δράσουν αποτελεσματικά και να αξιοποιήσουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη χρηματοδότηση που λαμβάνουν, το κύριο μέλημά μας είναι να προσφέρουμε άμεση ανακούφιση» (http://goo. gl/2hYCE). Η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και η κρίση εμφανίζονται μυστικοποιημένα ως «φαινόμενα», σαν μια φυσική καταστροφή. Ταυτόχρονα, διακρίνει κανείς μια σχετική αμηχανία ως προς τον ρόλο των ιδρυμάτων σε σχέση με το κράτος: βοήθεια, άμεση ανακούφιση αλλά όχι ρητή υποκατάσταση της κρατικής μέριμνας. Η στάση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί βεβαίως και με βάση την παροιμία «κάνω την ανάγκη φιλοτιμία»: επιθυμία τα ιδρύματα να αποκτήσουν ηγεμονικό ρόλο και βαρύνουσα θέση στο κοινωνικό πεδίο, αλλά ταυτόχρονα αναγνώριση μιας δομικής αδυναμίας από την πλευρά τους να αντικαταστήσουν τις λειτουργίες του κοινωνικού κράτους, ως οικονομικού μεγέθους και μηχανισμού. Ο νέος αυτός λόγος που μετουσιώνεται σε πολιτική μπορεί να εντοπιστεί και σε μια σειρά άλλες πρωτοβουλίες και εκδηλώσεις, όπως π.χ. και το συνέδριο που διοργάνωσε το ΙΣΝ σε συνεργασία με το European Foundation Centre στις 5 και 6 Ιουλίου 2012 στην Αθήνα «για τον ρόλο των ιδρυμάτων στη σημερινή ευρωπαϊκή κοινωνικο-οικονομική κρίση» (http://goo.gl/ atm5J). Παράλληλα, τμήματα του ΙΣΝ που σχετίζονται με τον ερευνητικό-ακαδημαϊκό χώρο δείχνουν διατεθειμένα να συνεισφέρουν και στην ανάδειξη θεμάτων της άμεσης πολιτικής συγκυρίας, όπως το θέμα που με χαρακτηριστική αποστασιοποίηση διοργάνωσε με τη μορφή Συζήτησης Στρογγυλής Τράπεζας το Stavros Niarchos Foundation Centre for Hellenic Studies που εδρεύει στο Simon Fraser University στις 18.1.2013 με θέμα: «Leading Greece Back to Growth: the plans of the greek radical left (SYRIZA)», με τη συμμετοχή του γνωστού διδύμου Σταθάκη-Μηλιού

(http://goo.gl/H8AsE). Η φιλανθρωπία, η ανακούφιση του πόνου ταυτίζεται τεχνηέντως με την κοινωνική πρόνοια, ενώ το παραπάνω πρόγραμμα του ΙΣΝ (διάθεση 100.000.000 ευρώ μέσα στα επόμενα τρία χρόνια «για να συμβάλει στην ανακούφιση των καταστροφικών συνεπειών της κρίσης») γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από τα ΜΜΕ, όπως πιστοποιεί και η σχετική εκτεταμένη συνέντευξη στελεχών του ιδρύματος στο ραδιόφωνο του Alpha (http://goo.gl/YSR3H). Στην πράξη, το μενού που σερβίρεται από το ΙΣΝ έχει ως αιχμή του τη σίτιση στα δημοτικά σχολεία, εγκαινιάζοντας έτσι μια «μόδα των συσσιτίων», που κεντρίζει τα αντανακλαστικά και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων (π.χ. Ίδρυμα Λάτση), παρασέρνοντάς τα, θέλοντας και μη, σε έναν άτυπο αγώνα δρόμου για το ποιος θα μοιράσει τις περισσότερες μερίδες φαγητού στους «μειονεκτούντες». Μέχρι στιγμής πάντως, πρωταθλητής στο άθλημα, με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους, παραμένει το ΙΣΝ (κάτι σαν τον Ολυμπιακό στο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου δηλαδή…) Οι χορηγίες του ΙΣΝ δεν στοχεύουν να υποκαταστήσουν τις υποχρεώσεις του «κοινωνικού κράτους», αλλά κάνουν κάτι πέρα και πάνω από αυτό. Δεν συγκρούονται με τις αρμοδιότητες του κρατικού μηχανισμού, αλλά προτείνουν ένα άλλο μοντέλο που μέχρι τώρα κάθε άλλο παρά είχε ταυτιστεί με την κρατική πρακτική, στην ελληνική της τουλάχιστον εκδοχή: συνεργασία και παραπληρωματικότητα κράτους-ιδιωτών, σωστή διαχείριση, διαφάνεια, αποτελεσματικότητα, έλεγχος, μετρήσιμη ωφελιμότητα. Ποιος θα διαφωνούσε με αυτές τις αρχές; Αυτό συνιστά όχι απλώς μια πολιτική αντίληψη αλλά μια πολιτική πρόταση, ρητή, σαφή, ξεκάθαρη, σχεδόν αγγλοσαξονική: «Το Ίδρυμα ενισχύει με δωρεές οργανισμούς που επιδεικνύουν αποτελεσματική διοίκηση και σωστή διαχείριση και αναμένεται να επιφέρουν αισθητές και διαχρονικές κοινωνικές επιρροές. Επίσης, το Ίδρυμα στηρίζει ενεργά προγράμματα που συμβάλλουν στην σύμπραξη φορέων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ως αποτελεσματικά μέσα υποστήριξης του κοινού καλού» (http://goo.gl/tDruz). Το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση προ-


[]

βάλλει ως ο φορέας μέσω του οποίου συνεχίζεται η κοινωφελής και φιλανθρωπική δράση του πατριάρχη της οικογένειας, εφοπλιστή Ιωάννη Λάτση. Η δράση του εντοπίζεται κυρίως στον ελλαδικό χώρο και περιλαμβάνει την επιστημονική έρευνα, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και την κοινωνική πρόνοια. Μέχρι πρότινος, κύριο μέρος των χρηματοδοτήσεών του αφορούσε τις υποτροφίες σε σπουδαστές με καταγωγή από την ιδιαίτερη πατρίδα του Ι. Λάτση, τον νομό Ηλείας. Τον τελευταίο καιρό όμως το ίδρυμα προσπαθεί να διευρύνει τις δράσεις του, ώστε να μην ταυτιστεί με μια τοπικά και θεματικά περιορισμένη δραστηριότητα. Στην κατεύθυνση αυτή, δίπλα στα προγράμματα που «παραδοσιακά» σχεδιάζει και υλοποιεί με ίδιους πόρους (υποτροφίες, επιστημονικές μελέτες κ.ά.), αναπτύσσει και μια σειρά χρηματοδοτήσεων πρωτοβουλιών τρίτων φορέων και οργανισμών. Η λογική πίσω από αυτές τις χρηματοδοτήσεις είναι μια λογική ανταπόδοσης και αποτελεσματικότητας: «Η προσπάθεια και στις δύο περιπτώσεις είναι η αντιμετώπιση των χρηματοδοτούμενων φορέων ως συνεργατών, μέσα από την παροχή όχι μόνο της οικονομικής ενίσχυσης αλλά και μιας διαρκούς υποστήριξης με στόχο τη δημιουργία συνεργιών, καθώς και τη διασφάλιση της μέγιστης αξιοποίησης της εκάστοτε χρηματοδότησης» (http://goo.gl/D5Jr4). Πρόκειται δηλαδή για επενδύσεις σε ιδέες και

πρακτικές που εντάσσονται σε μια σχέση κόστους-οφέλους, λαμβάνουν υπόψη ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες, υπόκεινται στους όρους μιας μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής και χρηστικής προοπτικής, αλλά ταυτόχρονα δεν φιλοδοξούν να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς τις βασικές, στοιχειώδεις υποχρεώσεις ενός κρατικού μηχανισμού: «Με επίγνωση ότι οι πόροι ενός Ιδρύματος δεν επαρκούν για την κάλυψη των διαρκώς αυξανόμενων αναγκών της κοινωνίας και με απόλυτη συνειδητοποίηση ότι δεν είναι δυνατό οι κοινωφελείς οργανισμοί να υποκαταστήσουν την παρουσία και τον ρόλο του κράτους, το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση επενδύει σημαντικό χρόνο και σκέψη στην εξεύρεση εκείνων των χρηματοδοτήσεων που θα έχουν τη μεγαλύτερη πολλαπλασιαστική ωφέλεια. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό μέσω ενός στρατηγικού και μακρόπνοου σχεδιασμού που μπορεί να συνδυάζει τις αξίες και τις προτεραιότητες του Ιδρύματος με μια διαρκώς ανοιχτή ματιά στην κοινωνία και τις πραγματικές της ανάγκες» (http://goo.gl/D5Jr4). Το Ίδρυμα Ιωάννη Λάτση δείχνει έτοιμο να σταθεί αρωγός στις ανάγκες της δύσκολης συγκυρίας που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Έτσι λοιπόν, παράλληλα με τις συνήθεις δράσεις του, θεώρησε αναγκαίο να παρέμβει και στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας/προστασίας. Τον τελευταίο καιρό λανσάρει το Πρόγραμμα Κοινωνι-


[]

κής Αλληλεγγύης «Είναι καθήκον μας», ως δείγμα της ευαισθησίας που το χαρακτηρίζει απέναντι στα θύματα της οικονομικής κρίσης, αλλά ως ένα βαθμό και ως «απάντηση» σε ανάλογες δράσεις συναφών κοινωφελών ιδρυμάτων, γεγονός που υποδεικνύει ότι η «ευγενής άμιλλα» μεταξύ τους μπορεί με ευκολία να μεταφερθεί από το ποσό των υποτροφιών για σπουδές στις μερίδες φαγητού. Στην ουσία πρόκειται για οργάνωση συσσιτίων σε συνεργασία με λοιπούς φορείς της κοινωνίας πολιτών (ΜΚΟ, Εκκλησία, ΟΤΑ κ.λπ., κατά το παράδειγμα του Ιδρύματος Σ. Νιάρχος όπως είδαμε) και για χρηματοδότηση πρωτοβουλιών οργανώσεων και φορέων με στόχο την ενίσχυση δράσεων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης προς τις πιο ευάλωτες ομάδες του ελληνικού πληθυσμού. Τα προγράμματα αυτά φυσικά απευθύνονται σε Έλληνες πολίτες και έχουν ως σκοπό να λειτουργήσουν παράλληλα με αντίστοιχες δράσεις του κράτους, της Εκκλησίας και των άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων (http://goo.gl/m6ZBr). Κοινά μοτίβα και στρατηγικές συναντά κανείς και σε ένα άλλο ίδρυμα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης. Πολιτισμός, παιδεία, περιβάλλον, υγεία, κοινωνική αλληλεγγύη είναι ανάμεσα στις βασικές προτεραιότητες των δράσεων του ιδρύματος που σύστησε το 1975 ο Αριστοτέλης Ωνάσης προς τιμήν του γιου του Αλέξανδρου. Ο εθνοκε-

ντρισμός υπογραμμίζεται ρητά, αφού «όλες οι δραστηριότητες του Κοινωφελούς Ιδρύματος σχετίζονται με την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό». Στον δημόσιο λόγο του, αποφεύγεται η χρήση της λέξης «φιλανθρωπία» και επιλέγονται όροι όπως «κοινωνική αλληλεγγύη» και «κοινή ωφέλεια», ενώ ρητά αναφέρεται πως «με βάση τους κανονισμούς του Ιδρύματος και τη βούληση του Αριστοτέλη Ωνάση αποκλείεται η ατομική φιλανθρωπία» (www.onassis.gr). Στον τομέα του πολιτισμού, η σύσταση και λειτουργία της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών από το Ίδρυμα Ωνάση προβάλλεται ως το αποκορύφωμα των πρωτοβουλιών της για έναν χώρο πολιτισμού και τέχνης. Πρόκειται στην ουσία για μία προσπάθεια με τη μορφή επένδυσης, αφού νοείται και παρουσιάζεται με τέτοιους όρους: «Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση […] θα απορροφήσει μεγάλο μέρος των πόρων του Ιδρύματος. Το εξαιρετικά υποσχόμενο πρόγραμμά της έχει σχεδιαστεί στρατηγικά για μεγάλο βάθος χρόνου, ώστε να υπηρετήσει και να προάγει τον σύγχρονο ελληνικό και διεθνή πολιτισμό, τα γράμματα και τις τέχνες. Είμαστε βέβαιοι ότι τα οφέλη που θα προκύψουν από την προσφορά της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο στον χώρο του πολιτισμού θα είναι υψηλής ανταποδοτικότητας και θα αγγίξουν όχι μόνο τους Έλληνες αλλά και όλους τους ενεργούς πολίτες ενώ


[]

θα αποτελέσει ιδιαίτερο πόλο έλξης και πηγή μάθησης για τους νέους». Συσχέτιση κόστουςοφέλους, επενδυτική στρατηγική, ανταποδοτικότητα: έννοιες μέχρι χθες άγνωστες στον χώρο των «γραμμάτων και τεχνών» (http://goo.gl/ zib3i). Και πάλι, ποιος μπορεί να διαφωνήσει; Στην εκπαίδευση, τα πράγματα λίγο-πολύ γνωστά: υποτροφίες, ερευνητικά προγράμματα, μελέτες, χορήγηση παιδαγωγικού υλικού και τεχνολογικού εξοπλισμού σε σχολεία, ενίσχυση πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών και σχολείων ελληνικών κοινοτήτων. Η έννοια της συνεργασίας προβάλλεται επίσης, αφού το ίδρυμα προωθεί και υποστηρίζει κοινά εκπαιδευτικά προγράμματα με άλλα κοινωφελή ιδρύματα: «Το Ίδρυμα Ωνάση σε συνεργασία με άλλα 7 μεγάλα Κοινωφελή Ιδρύματα της Χώρας (Ίδρυμα Λαμπράκη-εισηγητής του προγράμματος, Ίδρυμα Ευγενίδου, Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Ίδρυμα Ι. Φ. Κωστοπούλου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Ίδρυμα Μποδοσάκη, Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου) ανέλαβαν από κοινού το 2006 τη συγκρότηση μιας Πρωτοβουλίας με σκοπό να υποστηρίξουν την ανάπτυξη και την εφαρμογή ενός Προγράμματος Εκπαιδευτικών Δράσεων με στόχο την εισαγωγή σειράς καινοτομιών στην εκπαιδευτική διαδικασία». Το πρόγραμμα αυτό δεν είναι απλώς μια μορφωτική πρωτοβουλία για την κάλυψη τυχόν ελλείψεων και αδυναμιών του υπουργείου, αλλά υπηρετεί μία συγκεκριμένη πολιτική: «Η Πρωτοβουλία έχει σαφή Μορφωτικό προσανατολισμό και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις Ευρωπαϊκές επιταγές στο χώρο της εκπαίδευσης και απασχόλησης του 21ου αιώνα, με κύριο χαρακτηριστικό τη σύνδεση Εκπαίδευσης, Απασχόλησης, Πολιτισμού και Ανάπτυξης» (http://goo.gl/ mZ1N0). Όσον αφορά τον χώρο της υγείας, σημείο αναφοράς αποτελεί το παράδειγμα του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, που δώρισε το ίδρυμα στο ελληνικό δημόσιο. Πλάι στα παραπάνω, διαφημίζεται και η υποστήριξη που έχει παράσχει σε έκτακτες περιπτώσεις στο κράτος, αλλά και η συνδρομή στο έργο της Εκκλησίας (http://goo.gl/u82cV). Μέχρι εδώ, συναντά κανείς τον πυρήνα των

τυπικών χαρακτηριστικών ενός κοινωφελούς ιδρύματος, προσαρμοσμένο βέβαια στο ιδιαίτερο στίγμα του συγκεκριμένου φορέα. Φυσικά όμως δεν περιορίζεται εκεί, αλλά προσπαθεί συγχρόνως να αναπτύξει και μια προβληματική πιο πολιτική: «Το Ίδρυμα Ωνάση, ανταποκρινόμενο στις επιταγές της σύγχρονης πραγματικότητας και στις προκλήσεις του μέλλοντος, έχει αναπτύξει σειρά κοινωνικών, μορφωτικών, πολιτιστικών και αναπτυξιακών πρωτοβουλιών παίρνοντας δυναμικά θέση σε σημαντικά γεγονότα αλλά και φλέγοντα προβλήματα της εποχής». Η δική του παρέμβαση στη συγκυρία δεν εξαντλείται σε τετριμμένα ζητήματα, αλλά επιλέγει ένα ζήτημα ευρύτερης, πιο δομικής θα έλεγε κανείς, στόχευσης, τη συσχέτιση μετανάστευσης και ανάπτυξης. Έτσι, με μια σειρά δράσεις (συνέδρια, βραβεία, συναντήσεις, φόρουμ), σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς και κράτη, επιχειρεί να συγκροτήσει και να υποστηρίξει πεδία συνεργασίας και διαλόγου μεταξύ της «Κοινωνίας Πολιτών» και του διακρατικού συστήματος (ΟΗΕ κ.ά.) «με επίκεντρο τους τρόπους με τους οποίους η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη αναπτυξιακών στόχων» (http:// goo.gl/Ala1h). Το Ίδρυμα Ωνάση είναι ίσως το μοναδικό κοινωφελές ίδρυμα που συναρτά τη λειτουργία και τη δράση του τόσο ρητά και ξεκάθαρα με την κερδοφορία. Αναπτύσσει έτσι μια συσχέτιση αιτιώδη, θα έλεγε κανείς, μεταξύ κερδοφορίας και κοινωφελούς δράσης, καθιστώντας έτσι τη δεύτερη παρακολούθημα της πρώτης. Το μοντέλο που ακολουθεί το Ίδρυμα Ωνάση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως και ο τρόπος με τον οποίο αυτό περιγράφεται: «Το σύνολο των δραστηριοτήτων που αναπτύσσει το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, από τη σύστασή του έως σήμερα, οφείλεται στην κερδοφορία του Επιχειρηματικού Ιδρύματος, η οποία επιτεύχθηκε με σκληρή δουλειά, όραμα και σωστό σχεδιασμό από το προεδρείο του, συνεπικουρούμενο από το διοικητικό συμβούλιο. […] Το 2012, η περιουσία του επιχειρηματικού Ιδρύματος είναι τουλάχιστον πενταπλάσια από εκείνη που του κληροδότησε το 1975 ο Αριστοτέλης Ωνάσης, χωρίς να συνυπολογίζεται το ποσό που έχει δια-


[10]

τεθεί για κοινωφελή έργα κατά τη διάρκεια αυτών των 30 ετών» (http://goo.gl/X0AvM). Το Ίδρυμα Μποδοσάκη έχει ως καταστατικούς στόχους τη χρηματοδότηση και προαγωγή έργων στους τομείς της εκπαίδευσης-έρευνας, της υγείας-ιατρικής περίθαλψης και του περιβάλλοντος, μέσω χορήγησης υποτροφιών, χρηματοδότησης φορέων και απονομής βραβείωναριστείων. Η «εξειδίκευσή» του αφορά κυρίως τον τομέα της εκπαίδευσης (ερευνητικά προγράμματα, υποτροφίες, ανέγερση σχολείων), ενώ είναι διακριτή η «προτίμησή» του στις θετικές επιστήμες και τις επιστήμες υγείας. Πρόκειται για ένα κοινωφελές ίδρυμα με έντονο το στίγμα του ιδρυτή του Μποδοσάκη Αθανασιάδη, τις αρχές και τις αξίες του οποίου προτάσσει σε κάθε ευκαιρία το ίδρυμα: εθνοκεντρισμός, ελληνοχριστιανική παράδοση, παραδοσιακές αξίες, ρητορική περί Μεγάλων Ευεργετών. Το στίγμα αυτό, με τη μορφή αρχών που ως υποθήκη άφησε στο ίδρυμά του με τον θάνατό του το 1978 περιέχεται με απόλυτη σαφήνεια στη διαθήκη του: «Καταλείπω εις το Ίδρυμα, ως ηθικήν κληρονομίαν, τας κάτωθι αρχάς, αι οποίαι επιθυμώ να διέπουν αυτό εις πάσαν εκδήλωσίν του: Ελληνική Πατρίς, Aτομική Ελευθερία, Ορθόδοξος Χριστιανική Θρησκεία. Είναι οι τρεις στυλοβάται επί των οποίων δέον να στηρίζεται πάντοτε η Ελληνική Κοινωνία» (http://goo.gl/mQZBC) και πάει λέγοντας. Το ενδιαφέρον είναι ότι το Ίδρυμα Μποδοσάκη είναι αυτό που προβάλλει με τον πιο ρητό, σαφή και δυναμικό τρόπο τη νέα πολιτική αντίληψη για τον ρόλο των κοινωφελών ιδρυμάτων την εποχή της κρίσης. Ο πρόεδρος του Ιδρύματος Δημήτρης Βλαστός αναγνωρίζει ότι η «κρίση» δεν σημαίνει μόνο δυσκολίες στην καθημερινή ζωή και την επιβίωση των χαμηλών τάξεων,

αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί την ανάγκη μεταστροφής και αναθεώρησης των μέχρι τώρα πρακτικών των ίδιων των ιδρυμάτων. Η ανάγκη αυτή δεν είναι άσχετη, όπως αναγνωρίζει, και με τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ίδια τα ιδρύματα: «Έως σήμερα οι άξονες της δράσης μας ήταν η παιδεία, η υγεία και το περιβάλλον. Φτιάξαμε σχολεία, δώσαμε βραβεία, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουμε πρότυπα στην ελληνική κοινωνία. Ενισχύσαμε ινστιτούτα έρευνας, πανεπιστημιακά ιδρύματα. Όταν ήρθε η συμφορά αναλογιστήκαμε αν θα μπορούσαμε να είμαστε θεατές σε αυτήν τη χώρα. Αυτό οδήγησε σε μια αναθεώρηση προτεραιοτήτων και αναπροσανατολισμό. Ενώ βέβαια τα εισοδήματά μας και τα πάγιά μας μειώνονται ραγδαία. Πρώτο και βασικό μέλημά μας η αντιμετώπιση της πείνας. Συνεισφέρουμε σε συσσίτια, υιοθετούμε οικογένειες. Πρώτος διδάξας το Ίδρυμα Νιάρχου, μαζί με τα κοινωνικά παντοπωλεία που ενισχύει ο Μαρινόπουλος» (εφ. Καθημερινή: http://goo.gl/NRxH8). Έτσι, από τη μία καλούνται να αναλάβουν δράσεις που μέχρι τώρα καλύπτονταν με κάποιο τρόπο από τις δημόσιες δομές, από την άλλη αντιλαμβάνονται ότι ούτε θέλουν ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν τη λειτουργία του «κοινωνικού κράτους». Μπροστά σε αυτήν την αντίφαση, υιοθετείται τεχνηέντως μια «αντικρατική» ρητορική, όχι κραυγαλέα αλλά με τη μορφή της νέας πρότασης που ακούει στο όνομα «κοινωνία των πολιτών». Παράλληλα, επιχειρείται η σκιαγράφηση ενός νέου μοντέλου λειτουργίας των ιδρυμάτων, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία. Σκοπός είναι να ξεπεραστεί η αντίληψη για αυτά ως άμεσους φορείς χρηματοδότησης και να λειτουργήσουν πια ως πόλοι συγκέντρωσης και διοχέτευ-


[11]

σης πόρων προς τρίτους, με τη χρήση νέων μεθόδων management. Το παραδοσιακό δίνει τη θέση του στο καινούργιο: «Θέλουμε να βοηθήσουμε πολύ την κοινωνία των πολιτών. Ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών. Ως εκ τούτου, θα φροντίσουμε να πάρουμε προγράμματα που θα χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό για να ενισχυθούν άξιοι φορείς που κάνουν έργο (αειφόρο ανάπτυξη, διαφάνεια, δημοκρατία). […] Οι αλλαγές προσανατολισμού και προτεραιοτήτων έφεραν στην επιφάνεια κι άλλα πράγματα. […] Τα χρήματά μας δεν επαρκούν για να καλύψουμε τόσο τις παραδοσιακές δραστηριότητές μας όσο και τις καινούργιες. Μεταβαλλόμαστε από έναν οργανισμό που έδινε χρήματα μέχρι τώρα σε έναν οργανισμό που προσπαθεί να αντλήσει χρήματα (από funding organisation σε fundraising organisation) από ιδρύματα του εξωτερικού, κεφαλαιούχους του εξωτερικού, φιλέλληνες, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι περισσότερο» (ό.π.). Πρόκειται χωρίς αμφιβολία για μια νέα κατάσταση, την οποία καλούνται να διαχειριστούν και να συνδιαμορφώσουν όσοι μέσω των ιδρυμάτων αναζητούν στον τρίτο τομέα ένα νέο πεδίο όχι μόνο για τη λειτουργία και την αναπαραγωγή τους αλλά και για την αναβάθμιση του ρόλου και του κοινωνικού status τους. Πρόκειται για μια τάση απόλυτα θεμιτή κατά τα άλλα, στον βαθμό που το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος, όπως το ξέραμε τουλάχιστον μέχρι τώρα, δεν φαίνεται διατεθειμένο να διεκδικήσει ξανά τον κοινωνικό του ρόλο, ενώ αντιθέτως ευνοεί ανάλογες δράσεις από τους φορείς του τρίτου τομέα και της «κοινωνίας πολιτών». Από την πλευρά της, η αγορά δείχνει εξίσου διστακτική να εμπλακεί σε τόσο ιδιαίτερες και

ξένες προς αυτήν δραστηριότητες, τουλάχιστον προς το παρόν. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη αυτή, όποια τροπή κι αν πάρει, δεν θα πρέπει να κατανοείται με όρους ανταγωνισμού μεταξύ των τριών παικτών, αλλά μάλλον με όρους συμπληρωματικότητας. Τα πράγματα είναι ωστόσο πιο μπερδεμένα στην περίπτωση των κοινωφελών ιδρυμάτων. Στο επίπεδο της δράσης τους, το μέχρι τώρα «παραδοσιακό» ανώδυνο μοτίβο «υποτροφίες, ερευνητικά προγράμματα, χορηγίες κ.λπ.» αναθεωρείται, αναδιατάσσεται και αποκτά νέα ποιοτική διάσταση: ανάπτυξη λόγου, παρέμβαση στο παρόν, την κοινωνικοοικονομική συγκυρία. Το γεγονός αυτό αντικειμενικά και αναπόφευκτα περιέχει μια πιο «πολιτική» λογική και στόχευση. Δεν πραγματοποιείται ενιαία και αδιαφοροποίητα, αλλά συνιστά μια τάση και εντέλει μια επιλογή που άλλα ιδρύματα την επιλέγουν και την ασκούν με τον δικό τους τρόπο, ενώ άλλα την προσπερνούν. Πρόκειται για μια τάση που ως τέτοια υπόκειται στην ενδεχομενικότητα, αλλά που εγγράφεται σαφώς σε μια νέα κατάσταση την οποία δημιουργούν τα ιδρύματα αυτά, είτε σε συνεργασία μεταξύ τους είτε ανταγωνιστικά είτε με έναν συνδυασμό αυτών, και η οποία αφορά πλέον όλο και περισσότερα κοινωνικά υποκείμενα. Στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ των ιδρυμάτων, πλάι στις τάσεις συνεργασίας που υπάρχουν δεν θα πρέπει να υποτιμήσει κανείς και τη διάσταση του συναγωνισμού, γεγονός που, παρά τον υποτυπώδη «καταμερισμό εργασίας» που ενδεχομένως ακολουθούν, είναι υπαρκτός και οφείλεται εν πολλοίς στα βασικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας των μεμονωμένων μελών της αστικής τάξης: ταυτόχρονα ως σύνολο και όλοι εναντίον όλων.


[12]

Μόρφω Μπεληγιάννη

Η πέμπτη «του λύκου» ή αλλιώς εργαζόμενος με μπλοκάκι

Ό

σοι έχουν περάσει χρόνια ή έστω μήνες της ανήλικης ή ενήλικης ζωής τους στα ωδεία είναι πολύ πιθανό να θυμούνται ότι τα περισσότερα εγχειρίδια ιστορίας και θεωρίας της μουσικής δεν παραλείπουν να υπογραμμίζουν την κομβική σημασία του «συγκερασμού» στην αρμονία της μουσικής. Σταθμός στη διαδικασία της εναρμόνισης υπήρξε ο μερικός συγκερασμός, ο οποίος, αν και είχε ήδη επιλύσει μια σειρά αρμονικών διαφωνιών, εξακολουθούσε να παρουσιάζει ένα βασικό κουσούρι: η απόσταση μεταξύ δύο τονικών φθόγγων ήταν μεγάλη και έτσι, όταν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ένα διάστημα πέμπτης (σολ δίεση – ρε δίεση), αυτό να είναι έντονα «φάλτσο». Το ενοχλητικό και παράταιρο αυτό διάστημα έχει καταγραφεί στα «κιτάπια» της μουσικής ιστορίας ως πέμπτη «του λύκου». Ο πλήρης μουσικός συγκερασμός δεν άργησε όμως να ολοκληρωθεί, προκειμένου αφενός να αρθεί και αυτό το κακόηχο μουσικό διάστημα και αφετέρου να γεννηθούν τονικότητες αρμονικές. Συγκρατώντας μέρος της προαναφερόμενης μουσικής ορολογίας και επιχειρώντας ένα μεθοδολογικό άλμα, ο μερικός συγκερασμός θα μπορούσε ίσως να αντιστοιχεί στον σκληρό πυρήνα της εργατικής νομοθεσίας, ο πλήρης στον πρόσφατο φορολογικό Ν. 4110/18-1-2013 και των παρελκόμενων Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου και ερμηνευτικών εγκυκλίων και η «φαλτσαδούρα» των δύο μουσικών φθόγγων του διαστήματος της πέμπτης στη διαφωνία που παράγεται από την τεράστια απόσταση που χωρίζει τον εργαζόμενο/«μπλοκάκια»/εργάτη με δελτίο παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών από τον ελεύθερο επαγγελματία/εργοδότη/επιχειρηματία/αφεντικό. Η απόσταση αυτή στη μουσική ορίζεται με έναν ουδέτερο και «φυσικό» τρόπο ως «διάστημα», στο εργατικό δίκαιο με τον όρο «εξάρτηση ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας», στη φορολογική νομοθεσία ως «εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες», στον δε

Κάρολο ως «μισθωτή εργασία» ενώ για έναν άλλο Καρλ, «Αγνοούμενο», η απόσταση αυτή εδράζεται σε θέσεις και σχέσεις ταξικές. Η τονικότητα των εργαζομένων με μπλοκάκι. Η αρχή της ενότητας στην εφαρμογή των κανόνων της εργατικής νομοθεσίας σύμφωνα με την οποία «το εργατικό δίκαιο εφαρμόζεται στον εργαζόμενο με μοναδική προϋπόθεση ότι έχει την ιδιότητα αυτή», αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί μια απόπειρα θεωρητικού συγκερασμού των εννόμων σχέσεων που δημιουργούνται άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και από τη σχέση εργασίας γενικότερα. Στο προστατευτικό δηλαδή σύνολο κανόνων του εργατικού δικαίου εμπίπτει το μαγικό υποκείμενο το οποίο διαθέτει τη μυστηριώδη «ιδιότητα» του εργαζομένου, το μυστήριο της οποίας μάλλον έγκειται στο γεγονός ότι «κουνώντας χαριτωμένα τη μύτη του» παράγει για κάποιους μακρινούς άλλους αγαθά και προσφέρει υπηρεσίες… Καθώς λοιπόν η εργασία καθίσταται «ιδιότητα», η ανεξαρτησία ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της, συνιστά τελικά άρνηση αυτής, αφού «εκείνος που συμφωνεί να παρέχει την εργασία του με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεν γίνεται υπάλληλος ή εργάτης του αντισυμβαλλομένου/εργοδότη αλλά παραμένει ανεξάρτητος/ελεύθερος επαγγελματίας, ο δε αντισυμβαλλόμενός του δεν αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη αλλά γίνεται πλέον πελάτης αυτού». Επειδή όμως η κατασκευή των προαναφερόμενων «εύηχων», αφαιρετικών νομικών σχημάτων απέχει από την τρέχουσα εργασιακή συνθήκη, οι «μπλοκάκηδες» «φαλτσάρουν» όταν συμψηφιστικά αποκαλούνται ελεύθεροι επαγγελματίες, συνάδελφοι, εσωτερικοί και εξωτερικοί συνεργάτες, αφεντικά τελικά του εαυτού τους, αφού εδώ και χρόνια αποτελούν κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας, εργαζόμενοι σε καθεστώς υποκρυπτόμενης εξαρτημένης εργασίας –


[13]

αν όχι σε συνθήκες μαύρης εργασίας. Η τελευταία περίπτωση, παρότι «καθεστώς» και μάλιστα κυρίαρχο, παραμένει (;) «οριακή» για τη θεωρία του εργατικού δικαίου ώστε τελικά η διαπίστωση ύπαρξής της να είναι αποτέλεσμα μιας ad hoc νομολογιακής ερμηνείας, η οποία, αν και γεννά προηγούμενο, παραμένει ωστόσο ερμηνεία ειδικά εντετοπισμένη. Ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, κατά τη γνωστή ρήση των γενικών αρχών του αστικού δικαίου, συναντά καθημερινά τον «μπλοκάκια» πουθενά αλλά και παντού… όταν επισκέπτεται συντετριμμένος επιφανές δικηγορικό γραφείο για την αγωγή διαζυγίου, όταν η αδιαθεσία των καλοκαιρινών διακοπών στα Τζουμέρκα τον αναγκάζει να ζητήσει βοήθεια στο Κέντρο Υγείας του Δήμου Πραμάντων, όταν θέλει να μεταφράσει το πτυχίο και μεταπτυχιακό του τέκνου του για τη συμμετοχή του σε προκήρυξη του ΑΣΕΠ, όταν το πρωί ενημερώνεται από την αγαπημένη του διαδικτυακή σελίδα, όταν μυείται τηλεοπτικά στην τέχνη του food styling, όταν ως φοιτητής παρακολουθεί ταχύρρυθμα τμήματα εκμάθησης μιας δεύτερης ξένης γλώσσας που διδάσκεται δωρεάν σε κεντρικό πολυφροντιστήριο, όταν σπεύδει να «τακτοποιήσει» τους ημιυπαίθριους χώρους και τις αυθαίρετες κατασκευές της πατρικής του οικίας, όταν την Κυριακή, μετά από πολύμηνη αναμονή, βρίσκει στη «μαύρη» εισιτήρια για τη θεατρική παράσταση-γεγονός της χρονιάς, όταν στις 15.30, αποχωρώντας από τη δημόσια υπηρεσία στην οποία εργάζεται, περπατάει στις μύτες των ποδιών του για να μην πατήσει στα σφουγγαρισμένα… Αν και οι ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι εργαζόμενοι με μπλοκάκι λοιπόν εμφανίζουν μια διακλαδική διάχυση (δημοσιογράφοι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, τεχνικοί, εκπαιδευτικοί, μεταφραστές, επιμελητές, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, εργαζόμενοι σε δομές ψυχικής υγείας, ερευνητές) που ομοιάζει στην ατονικότητα ενός free-lancer κατά τη δωδεκαφθογγική μουσική «πρωτοπορία», παρ’ όλα αυτά οι ολοένα αυξανόμενες υποχρεώσεις τους απέναντι σε κράτος και κεφάλαιο συντείνουν στην ύπαρξη ενός κοινού τονικού κέντρου, της μισθωτής εργασίας με μηδενικά δικαιώματα. Η ελαφρότητα με την οποία «τσουβαλιάζο-

νται» στο σχήμα του ελεύθερου επαγγελματία αντιδιαστέλλεται στη γήινη, πραγματική συνθήκη σύμφωνα με την οποία το αντικείμενο της εργασίας, οι προθεσμίες παράδοσης του όποιου έργου και η αμοιβή τίθενται μονομερώς από τον ελεύθερο επαγγελματία/«συνάδελφο»/εργοδότη της άλλης πλευράς. Το δε περίφημο προνόμιο του ελεύθερου επαγγελματία, η «ανάπτυξη πρωτοβουλίας», για τον εργαζόμενο με μπλοκάκι συνεπάγεται ένα και μόνο πράγμα, ανοιχτό ωράριο εργασίας μέχρι «να βγει η δουλειά». Σε αυτό το πλαίσιο «συνεργασίας και συναδελφικότητας», ο εργοδότης δεν υποχρεούται στην υπογραφή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, στην καταβολή των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών (ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ), στην καταβολή της όποιας αποζημίωσης απόλυσης δικαιούται ο εργαζόμενος σήμερα, στην παροχή επιδόματος και αποζημίωσης αδείας, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια μητρότητας και λοχείας. Το δε δικαίωμα στην απεργία, για όσους υποχρεωτικά εγγράφονται σε συντεχνιακά μορφώματα (Δικηγορικοί Σύλλογοι, ΤΕΕ κ.ά.) βαφτίζεται «αποχή», αποφασίζεται κατόπιν πρωτοβουλίας των εργοδοτών και σίγουρα δεν διακόπτει λεπτό την παραγωγή, αφού ο εργαζόμενος με μπλοκάκι «επιτάσσεται» καθημερινά με «φύλλο πορείας» προς την ανεργία. Το «καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο» Στη συγκυρία «μείωσης του κόστους απασχόλησης» ή με απλά λόγια υποτίμησης της εργασιακής δύναμης όταν αυτή «περισσεύει» στο κεφάλαιο, η κανονικοποιημένη μισθωτή εργασία των πάλαι ποτέ Ν. 2112/1920, 3198/1955 κ.ά. έχει «ελαστικοποιηθεί» από την «ευέλικτη» πολυνομοθεσία της διευθέτησης του χρόνου εργασίας και μερικής απασχόλησης (Ν. 3846/2010, N. 3986/2011), της εκ περιτροπής εργασίας (Ν. 3899/2010), της μείωσης του χρόνου καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και επομένως της κοστολόγησης της αποζημίωσης απόλυσης (Ν. 3863/2010), της διευκόλυνσης στην ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου (Ν. 3986/2011), της διαθεσιμότητας και εφεδρείας (Ν. 4024/2013). Σε αυτή τη διαρκώς κλιμακούμενη αποδόμηση των εργασιακών δικαιωμάτων, ο πρόσφατος φορολογικός Ν. 4110/2013 (άρθρο 1,§2) νομιμο-


[14]

ποιεί και θεσμοθετεί την εξαρτημένη εργασία με δελτίο παροχής υπηρεσιών, κρίνοντας ότι έφτασε επιτέλους η ώρα να την ανασύρει από την «αφάνεια».1 Πλέον όσοι εργαζόμενοι με μπλοκάκι «[…] αα) Έχουν έγγραφη σύμβαση με τα φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν τις υπηρεσίες τους, και ββ) Τα φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν τις υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν τα τρία (3), ή εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτόν, ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των ακαθαρίστων εσόδων του εισοδήματος από ατομική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν τις υπηρεσίες αυτές» θα φορολογούνται για εισοδήματά που προέρχονται από «ελευθέριο επάγγελμα» με τον μειωμένο φορολογικό συντελεστή 22%2 που ισχύει για εισοδήματα από «μισθωτές υπηρεσίες», θα διατηρούν την έκπτωση φόρου των μισθωτών ύψους 2.100 ευρώ, θα καταβάλλουν όμως ταυτόχρονα το μειωμένο τέλος επιτηδεύματος των 500 ευρώ (αντί 650), φυσικά ΦΠΑ 23% και παρακράτηση φόρου 20%. Ο «πλήρης» συγκερασμός είναι σχεδόν γεγονός, με κράτος και κεφάλαιο να συμφωνούν ότι ο εργαζόμενος με δελτίο παροχής υπηρεσιών αρκεί να αρνηθεί την «ιδιότητά» του αυτή υπογράφοντας μια οιουδήποτε τύπου «έγγραφη σύμβαση», προκειμένου να φορολογηθεί ως εργαζόμενος. Η προϋπάρχουσα σχέση εξάρτησης από τον εργοδότη επικυρώνεται και επιτείνεται, καθώς η όποια φοροελάφρυνση μετακυλίεται στη διακριτική ευχέρεια υπογραφής έγγραφης σύμβασης εκ μέρους του εκάστοτε εργοδότη. 1. Χαρακτηριστική είναι η σχιζοειδής αναφορά της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 4110/2013, όπου ρητά αναφέρεται ότι: «Με την §2 του άρθρου αυτού προστίθεται προτελευταίο εδάφιο στην §1 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος με το οποίο ορίζεται ότι εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και το εισόδημα από ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά συγκεκριμένες προϋποθέσεις». 2. Ο συγκεκριμένος νόμος, μειώνοντας τις φορολογικές κλίμακες, προβλέπει ως πρώτη κλίμακα φορολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών, γενικώς και αδιακρίτως, 26% από 1-50.000 ευρώ. Εξαιρούνται οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας οι οποίοι για τα 3 πρώτα έτη θα φορολογούνται με συντελεστή 13% έως το ποσό των 10.000 ευρώ. Το τέλος επιτηδεύματος αυξάνεται στο ποσό των 650 ευρώ και καταργείται για τους ελεύθερους επαγγελματίες το έως σήμερα αφορολόγητο των 5.000 ευρώ.

Το νέο άνοιγμα στην αγορά εργασίας συνεπικουρείται από τη φορολογική νομοθεσία χωρίς ένοχα μυστικά, οι εργαζόμενοι με μπλοκάκι συγκροτούν κανονικά και με τον νόμο μια νέα κατηγορία, ενώ για όσους… δεν αντέξουν για πολύ να εργάζονται με μπλοκάκι, η ερμηνευτική εγκύκλιος ΠΟΛ. 1004/04-01-2013 του Υπουργείου Οικονομικών3 υπαινίσσεται τη μαύρη εργασία, αφού πλέον για την παροχή υπηρεσιών από υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών (δηλαδή πρώην επιτηδευματία) σε άλλο υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών… δημόσιο, ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή επιτροπή ή ένωση προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα… για την άσκηση του επαγγέλματός τους… κατά περίπτωση εκδίδεται τιμολόγιο αθεώρητο, τουλάχιστον διπλότυπο. Η καταληκτική αυτή φορολογική «παύση» στην υποχρέωση τήρησης θεωρημένου δελτίου παροχής υπηρεσιών έναντι τόσο του Δημοσίου όσο και των λοιπών νομικών προσώπων και πλείστων άλλων εργοδοτών συνιστά για όλους τους παραπάνω μια «ανάσα», αφού πλέον οι εργαζόμενοι χωρίς μπλοκάκι, υφίστανται την επιπλέον αφαίρεση της διεκδίκησης του δικαιώματος ασφάλισης. Η διπλή αφαίρεση συνεπάγεται διπλή «ανακούφιση», οι μεν εργαζόμενοι με μπλοκάκι δεν απαιτείται (καθότι αδυνατούν) να είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμεροι, οι δε εργοδότες μπορούν να «σφυρίζουν ανέμελα», καθότι απαλλάσσονται επιτέλους από την έως και σήμερα εν τοις πράγμασι παροπλισμένη υποχρέωσή τους για καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Με τη φορολογική απελευθέρωση και αυτού του «πλήκτρου» λοιπόν, πέφτει το πνιγείο ή σουρντίνα και σταματά η δόνηση της χορδής… Οι τονικότητες είναι πλέον συγκερασμένες, καθώς η αρμονία στην παραγωγή «όλους τους χρειάζεται», το «φάλτσο» έχει αρθεί και ο εργαζόμενος με μπλοκάκι «επειδή τη στιγμή εκείνη δεν του ερχόταν τίποτα καλύτερο στο μυαλό, είπε το όνομα με το οποίο τον φώναζαν στις τελευταίες του δουλειές: “Νέγρος”».4 3. «Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 της υποπαραγράφου Ε1 της παραγράφου Ε του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222) περί του «Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών». 4. Φράντς Κάφκα, Ο Αγνοούμενος (Αμερική), Ροές, Αθήνα 2004, σ. 354.


[15]

Νίκος Τσιβίκης

Αγάλματα, καλώδια και καπάκια υπονόμων

Σ

τις 15 και 16 Μαΐου του 1871, η Παρισινή Κομμούνα εκτελεί ίσως το μεγαλύτερο τεχνικό έργο της δίμηνης διακυβέρνησής της. Μια τεράστια σκαλωσιά και ένα ειδικά κατασκευασμένο βίντσι τοποθετούνται γύρω από τον μνημειακών διαστάσεων κίονα της πλατείας Βεντόμ, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το χάλκινο άγαλμα του Ναπολέοντα Α΄. Μπροστά από το βάθρο του κίονα, όλη τη νύχτα εργάτες ξεφόρτωναν κάρα κοπριάς, κατασκευάζοντας μια πλατφόρμα που θα δεχτεί τον κίονα κατά την πτώση του, ενώ άλλοι, μαρμαράδες και λιθοξόοι, κρυμμένοι σε ένα παραβάν στη γένεση του κίονα, τον πελεκούσαν για να υπονομεύσουν τη στατικότητα και να κάνουν ευκολότερη την πτώση. Τεράστιοι κάβοι δέθηκαν σε διάφορα ύψη του κίονα καταλήγοντας σε τροχαλίες που θα έδιναν την αναγκαία έλξη για να τον φέρει κάτω. Οι ανταποκριτές των ξένων εφημερίδων που βρίσκονται στο Παρίσι εκείνες τις μέρες μεταφέρουν στο αναγνωστικό κοινό τους την «παράνοια» των κομμουνάρων και του λάου του Παρισιού, που συρρέει κατά χιλιάδες για να παρακολουθήσει την κυριολεκτική πτώση ενός τυράννου, και σχολιάζουν περιπαιχτικά την αποτυχία της πρώτης μέρας, όταν ο κίονας αρνήθηκε να ενδώσει στις μηχανικές απόπειρες του στρατού των πολιτών του Παρισιού, γεγονός που ανάγκασε τους υπεύθυνους να ανανεώσουν το ραντεβού για την επόμενη. Τελικά ο τύραννος και η κολόνα του έπεσαν και πάνω στα συντρίμμια του οι υπερασπιστές του ελεύθερου Παρισιού έβγαλαν μερικές από τις τελευταίες τους αναμνηστικές φωτογραφίες. Στις 9 Απρίλη 2003, στην κεντρική πλατεία αλ Φιρντούς της Βαγδάτης και ενώ ο ορίζοντας σκο-

τείνιαζε από υπουργεία, δημόσιες υπηρεσίες και μουσεία που είχαν παραδοθεί στις φλόγες και στη λεηλασία, ένα γερανοφόρο τεθωρακισμένο Μ-88 του Μηχανικού του Πεζοναυτών των ΗΠΑ σταθμεύει κοντά στο κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα του δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Ένας μικρός αριθμός Ιρακινών έχουν μαζευτεί γύρω από το άγαλμα και με την ενθάρρυνση των ξένων δημοσιογράφων που διαμένουν στο παρακείμενο κεντρικό ξενοδοχείο προσπαθούν με μια βαριοπούλα και ένα σκοινί να ρίξουν τη μεταλλική εικόνα του τυράννου. Ο διοικητής της μονάδας των Πεζοναυτών αντιλαμβάνεται ότι έχει μια μοναδική ευκαιρία, μια φότο οπορτούνιτι, για μια εντυπωσιακή ιστορία που θα προβληθεί από όλα τα ΜΜΕ, και δίνει εντολή στον κυβερνήτη του γερανοφόρου να «βοηθήσει» τους ιρακινούς να ρίξουν το άγαλμα. Το τηλεοπτικό ρεπορτάζ θα μεταδοθεί ζωντανά σε όλο τον κόσμο και για τις επόμενες 24 ώρες θα παίξει σε κανάλια όπως το Φοξ και το CNN σε συνεχείς επαναλήψεις κάθε πέντε περίπου λεπτά, συμβολίζοντας το τέλος του πολέμου, που τελικά άργησε πολύ να έρθει. Χρόνια μετά, στρατιώτες των κατοχικών συμμαχικών δυνάμεων του Ιράκ συνεχίζουν περιστασιακά να εμφανίζονται επιδεικνύοντας με καμάρι ως τρόπαιο τμήματα από τον χάλκινο αυτόν ανδριάντα του Σαντάμ και επιχειρώντας να πιάσουν μια καλή τιμή σε διαδικτυακές δημοπρασίες. Τις πρώτες πρωινές ώρες της δεύτερης μέρας 1. Ήταν κάποτε πόλη πραγματική, τώρα όμως είναι μια ερημούπολη, έρημη πολιτών, έρημη τειχών και της ασφάλειας που αυτά προσφέρουν· την ονομάζουν παρ’ όλα αυτά ακόμη πόλη με την ελπίδα ότι πάλι κάποτε θα ξαναγίνει.


[16]

του Δεκέμβρη του 2012, σε ένα απόμερο σημείο λίγο έξω από το κέντρο των Χανίων, γνωστό για την πανοραμική θέα της πόλης, ένας νεαρός – ίσως και περισσότεροι– με βαριοπούλα και μεγάλους κόφτες προσπαθεί να ξεστελιώσει από τη τσιμεντένια βάση της τη χάλκινη προτομή ενός αγνώστου με καπέλο αξιωματικού και πουλάδα στο πέτο. Μετά από μερικά χτυπήματα το χάλκινο κεφάλι πέφτει και μπαίνει στην καρότσα που θα το μεταφέρει στο χυτήριο, όπου το αδιάφορο έργο τέχνης θα μετατραπεί και πάλι στα μερικές δεκάδες ευρώ που κάποτε άξιζε η ανακυκλώσιμη πρώτη ύλη του. Η τοπική κοινωνία όμως, το επίσημο ελληνικό κράτος και κυρίως τα ΜΜΕ δεν μοιράστηκαν τον ενθουσιασμό του νεαρού για το πετυχημένο νυχτοκάματο, καθώς στα χαρακτηριστικά του χάλκινου προσώπου αλλά και στη μαρμάρινη επιγραφή που το συνόδευε διάβαζαν το όνομα ενός ήρωά τους, του Χανιώτη σμηναγού Κώστα Ηλιάκη, που σκοτώθηκε το 2006 σε «εικονικές» αερομαχίες με τουρκικά μαχητικά. Μια πρωτοφανούς κλίμακας, για τέτοια περίπτωση, επιχείριση εξαπολύεται προκειμένου να ανευρεθεί η προτομή και ο δράστης. Λίγες μέρες μετά προτομή και νεαρός βρίσκονταν στα χέρια της Αστυνομίας, με τον δεύτερο να εξηγεί ότι η οικονομική του κατάσταση τον ώθησε στην απόπειρα ανακύκλωσης του χαλκού της πρώτης. Οι τρεις παραπάνω ιστορίες χειρισμού μνημείων και δημόσιων σημάτων σε μια πρώτη ανάγνωση μοιάζουν άνισες. Η γεμάτη συμβολικές αναφορές συνείδησή μας βρίσκει εύκολα κατανοητή και αναγνωρίσιμη την ερμηνεία των δύο πρώτων συμπεριφορών. Οι επαναστάτες (μαζί και οι αντεπαναστάτες) πάντοτε θα συντρίβουν τα μνημεία που υμνούν τους καταπιεστές τους, και το γκρεμισμένο από τους κομμουνάρους χάλκινο άγαλμα του Ναπολέοντα, μαζί με τα μνημεία που γκρέμισε η Γαλλική Επανάσταση του 1789, θα γίνει προπομπός για εκατοντάδες αγάλματα ηγετών, βασιλιάδων και δικτατόρων που θα κα-

ταρρεύσουν τους επόμενους δύο αιώνες σε όλο τον πλανήτη. Με μια ειρωνεία της μοίρας μάλιστα θα είναι και πρόδρομος της μοίρας των αγαλμάτων μέχρι και των ίδιων των Μαρξ και Ένγκελς, που θα γκρεμιστούν ή θα απομακρυνθούν από τις πλατείες των πόλεων εκείνων που πίστεψαν με τη δύναμη θρησκευτικής παραβολής την ιστορία της πτώσης του αγάλματος του Ναπολέοντα. Αλλά μήπως δεν είναι δουλειά των στρατιωτών όλων των αιώνων που περάσαν, αλλά και όσων θα έρθουν, να γκρεμίζουν και να βεβηλώνουν με τον βαρύ εξοπλισμό τους τα σύμβολα των ηττημένων λαών και των ηγετών τους; Οι Αμερικάνοι στρατιώτες στις πλατείες της Βαγδάτης το 2003, όπως και οι Βρετανοί σύμμαχοί τους στις πλατείες της Μοσούλης, πρωταγωνίστησαν σε ένα από τα αναρίθμητα επεισόδια συμβολικής επικράτησης που οι ρίζες τους χάνονται στον χρόνο και στα άπειρα ονόματα των νικηφόρων και κατακτητών στρατών της ανθρώπινης ιστορίας. Ο νεαρός όμως στα Χανιά της Κρήτης που καθαίρεσε την προτομή του Ηλιάκη για τον πιο προφανή λόγο, την αξία χρήσης της φυσικής υπόστασης του αγάλματος, δύσκολα εντάσσεται σε κάποια από τις υπάρχουσες θεωρητικές κατηγορίες. Αντίθετα παρόμοιες αλλά με πολύ διαφορετικά κίνητρα περιπτώσεις, όπως η συνεχής υπονόμευση του αγάλματος του Τρούμαν στο κέντρο της Αθήνας από αγωνιστές πόλεως, η εξαφάνιση της προτομής του Άρη Βελουχιώτη στην Άρτα τον Ιούνιο του 2012 ή οι συνεχείς φθορές και καταστροφές των μνημείων του ΔΣΕ που συντηρεί το ΚΚΕ στον Γράμμο, που αποδίδονται σε ακροδεξιούς, τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας με πολλαπλάσια ισχύ, ενταγμένα στην «πολιτική» διαπάλη της μεταμοντέρνας Ελλάδας. Προσεκτικότερη ανάγνωση δείχνει ότι η δράση επιχειρηματικής «ανακύκλωσης» του νεαρού Χανιώτη κάθε άλλο παρά αποσπασματική ή συμπτωματική είναι, και σίγουρα πολύ πιο συστηματική από τις ιδεολογικές εκτονώσεις των πολι-


[17]

τικών ακτιβίστικων ανταγωνισμών. Τα δύο-τρία τελευταία χρόνια, πολυάριθμες περιπτώσεις μεταλλικών απεικονίσεων ηρώων των εθνικών ή λαϊκών μας αγώνων, των τεχνών και των γραμμάτων, που το μόνο που τις συνδέει μεταξύ τους είναι το υλικό τους, ο μπρούντζος (ένα κράμα χαλκού και κασσίτερου), έχουν ακολουθήσει τον δρόμο του σκραπ και του χυτηρίου. Ανατρέχοντας στα διαδικτυακά νέα εντοπίζουμε δεκάδες περιπτώσεις σε όλη την Ελλάδα, χωρίς να προσμετρούνται προφανώς και όσες διέφυγαν από την ηλεκτρονική ειδησεογραφία (δες πίν. 2) Πλατείες μέχρι χθες γνωστές μόνο σε ταξιτζήδες και πλοηγούς GPS, και χωριά που αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα μόνο προορισμούς χειμερινών εκδρομών εμφανίζονται στις τοπικές ειδήσεις να θρηνούν για τις προτομές κάποιου παλαιού δυσανάγνωστου ήρωα, ευεργέτη ή ποιητή. Κανείς δεν φαίνεται να μπορεί να προστατευτεί από τους αδίστακτους κυνηγούς μετάλλου, που ξαφνικά τα τελευταία χρόνια πολλαπλασιάστηκαν σε αντίστιξη με τη μείωση όλων σχεδόν των άλλων επαγγελματικών δραστηριοτητών. Το ξήλωμα των ιστορικών μορφών του παρελθόντος, ελληνικού και διεθνούς, αποτελεί μάλλον μια συνολικότερη δράση και τμήμα μόνο της «διεύρυνσης» της παραγωγικής βάσης της χώρας σε εναλλακτικές μορφές οικονομίας. Οι υστεριάζουσες κορόνες του Τύπου για το έγκλημα που συντελείται εις βάρος της ιστορικής συνείδησης της κοινωνίας αδυνατούν να δουν βασικές παραμέτρους. Συμβάντα όπως αυτό λ.χ. που συνέβη στη Λαμία στις 2.2.2013, όπου τρεις νεαροί φόρτωσαν σε μια καρότσα χωρίς πινακίδες τον μηχανολογικό εξοπλισμό και ό,τι άλλο μεταλλικό βρήκαν σε ένα ολόκληρο χοιροστάσιο απλώς επειδή εκείνη την ώρα έλειπε ο ιδιοκτήτης, δίνουν το πλαίσιο της δραστηριότητας. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η τακτική, σχεδόν εποχική, συγκομιδή των χάλκινων καλωδίων διαφόρων κοινωφελών υπη-

ρεσιών, και κυρίως εκείνων που απλώνονται στις γραμμές του ΟΣΕ (την περίοδο 2009-10 μόνο κλάπηκαν 43,5 χιλιόμετρα καλωδίων και περίπου 20 τόνοι χαλκού και μεταλλικών αντικειμένων). Οι κυνηγοί μετάλλου εδώ απλώς περιμένουν τον περιοδικό κύκλο που προβλέπει κλοπή, αναγκαστική αντικατάσταση και πάλι κλοπή. Πάντως, οι σχάρες αποχέτευσης και τα καπάκια υπονόμων παραμένουν σταθερά στην κορυφή της σχέσης ευκολία απόσπασης/κέρδος (900 συμβάντα μόνο στην Αθήνα το 2011). Με αυτό τον τρόπο χάλκινα ηλεκτροφόρα καλώδια, μεταλλικές ταΐστρες γουρουνιών, η μπρούντζινη προτομή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και τα μαντεμένια καπάκια υπονόμων παύουν να διαφοροποιούνται, παρά μόνο από τη θέση του βασικού τους μετάλλου στον Περιοδικό Πίνακα, και την αντιστοιχία αυτού στον πίνακα 1 με τις ενδεικτικές τιμές σκραπ. Η εξισωτική επίδραση της αγοράς στην αγνότερη και πιο άδολη μορφή της. Δεν πρόκειται βέβαια για εγχώρια πρωτοτυπία, για ιδιαιτερότητα των απαίδευτων βανδάλων Έλλήνων, των ασυνείδητων πειναλέων «λαθρομεταναστών» ή των «τουρκόγυφτων» που ασελγούν πάνω στο σώμα της ελληνικής ιστορικής συνείδησης, όπως αρέσκονται τα ΜΜΕ να χαρακτηρίζουν τους επαγγελματίες της δημιουργικής αυτής ανακύκλωσης. Σε όλες τις χώρες του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου τα δέκα τελευταία περίπου χρόνια, η κλοπή μετάλλου, οικιακού, βιομηχανικού αλλά και δημόσιων έργων τέχνης είναι μια καθημερινή και τεράστια υπόθεση. Ο Χένρυ Μουρ, η Βερόνικα Ράιαν ή η Μπάρμπαρα Χέπγουορθ είναι μερικοί μόνο από τους μεγάλους καλλιτέχνες, γλυπτά των οποίων με ονομαστική αξία εκατομμυρίων ευρώ κατέληξαν στα σκραπατζίδικα για κόψιμο και στα χυτήρια για λιώσιμο. Και το καλλιτεχνικό κόστος είναι μόνο κλάσμα μιας τεράστιας ζημιάς, ενός οικονομικού κύκλου παραοικονομίας και απωλειών για το δημόσιο συμφέρον καθώς μόνο στη Μεγάλη Βρετανία υπολογίζεται ότι οι κλοπές μετάλλων από το σιδηροδρομικό δί-


[18]

κτυο έχουν κοστίσει το τελευταίο έτος καθυστερήσεις ή ακυρώσεις 35.000 δρομολογίων, ενώ στη Γαλλία οι κλοπές μεταλλικού σιδηροδρομικού υλικού για το έτος 2011 άγγιξαν τα 30 εκατομμύρια ευρώ, και ανάλογα νούμερα δημοσιεύονται και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αν αναζητήσει κανείς την αιτία της γιγάντωσης του φαινομένου της κλοπής μετάλλου, προφανώς και θα πρέπει να στραφεί στην οικονομική συγκυρία, οι λόγοι όμως είναι περισσότεροι του ενός και μπλέκονται σε ένα σφιχτό κουβάρι. Η οικονομική κρίση είναι αυτή βεβαίως που δημιουργεί την ανάγκη για εύρεση νέων επαγγελματικών δραστηριοτήτων στις παρυφές της πόλης, της νομιμότητας και της κοινωνικής αποδοχής. Ο «παραγωγικός» αυτός τομέας όμως δεν θα μπορούσε να ανθήσει αν οι ανάγκες των αναδυόμενων οικονομιών της Ανατολής δεν οδηγούσαν τη ζήτηση και τις τιμές των πρώτων υλών σε πρωτοφανή ιστορικά επίπεδα, και αν παράλληλα η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν επέτρεπε τη σχετικά εύκολη και επικερδή εξαγωγή και εισαγωγή μετάλλου σκραπ σε διεθνές επίπεδο και σε τιμές ανταγωνιστικές προς αυτή της φυσικής πρώτης ύλης. Η αφαίρεση μετάλλου είναι ίσως ακόμη πιο χρήσιμο πεδίο για να δούμε, παράλληλα με την οικονομική διάσταση, μια ενδιαφέρουσα έκφραση της έμπρακτης κατάλυσης της κοινότητας με τα χαρακτηριστικά που την είχαμε συνηθίσει στον δυτικό φιλελεύθερο καπιταλισμό, πρόγευση και

κομμάτι μιας δομικής κρίσης των πόλεων που καταφθάνει με ορμή. Μια συμπεριφορά που μοιάζει να έρχεται από το σύμπαν της έκτακτης ανάγκης, όταν τα γερμανικά λάστιχα κλέβονταν για να γίνουν παπούτσια και τα καλάσνικοφ του αλβανικού στρατού για να γίνουν εισόδημα, απόλυτα ταιριαστή σε συνθήκες μόνιμης έκτακτης ανάγκης όπως οι σημερινές. Έτσι η κλοπή μετάλλου, μαζί με την ιδιαίτερη τύχη που επιφυλάσσει ακόμη και σε έργα τέχνης όπως τα γλυπτά, κατορθώνει την ίδια στιγμή να απευθύνεται σε διαφορετικά επίπεδα της κοινωνικής συγκρότησης. Με την προφανή μορφή της κλοπής, αψηφά την έννοια της ιδιοκτησίας, ιδιωτικής αλλά και δημόσιας. Τα μεταλλικά αντικείμενα παύουν να έχουν συγκεκριμένο ιδιοκτήτη, από τη στιγμή που αυτός δεν είναι παρών. Σε μια ισοπεδωτική λογική, η αστική σύμβαση της ιδιοκτησίας αποκτά το πρωτόγονο κυριολεκτικό νόημα της άμεσης κατοχής, που της δίνει ο νομοθέτης: το αντικείμενο ανήκει σε όποιον το φέρει. Ο θρίαμβος αυτής της αμφισβήτησης της έννοιας της ιδιοκτησίας φαίνεται από την αδυναμία να αντιμετωπιστεί με κατασταλτικά μέσα αστυνόμευσης ή φύλαξης. Ο μόνος πραγματικά αποτρεπτικός λόγος είναι βαθιά οικονομικός: όταν ο χρόνος και ο κόπος για την απόσπαση της πρώτης ύλης ξεπερνάει το αναμενόμενο κέρδος, επιβάλλοντας έτσι τους ίδιους κανόνες αγοράς με αυτούς που ισχύουν στη πρωτογενή εξαγωγή των φυσικών πόρων, το αστικό περιβάλ-


[19]

σίδερο α’ σίδερο β’ χαλκός α’ χαλκός β’ ορείχαλκος ψυγεία ορείχαλκου προφίλ αλουμινίου αλουμίνιο μαλακό αλουμίνιο σκληρό ψυγεία αλουμινίου ανοξείδωτο μολύβι μίζες - δυναμό μοτέρ - μετασχηματιστές

200€/t 220€/t 4,80€/kg 4,60€/kg 2,80€/kg 2,60€/kg 1,00€/kg 0,80€/kg 0,90€/kg 0,80€/kg 1,00€/kg 0,80€/kg 0,35€/kg 0,35€/kg

Πηγή: http://www.scrapmetal.gr

1. Ο Βίνκελμαν (1717-1768) υπήρξε θεμελιωτής της μελέτης της κλασικής τέχνης και αρχαιολογίας.

ντας την ίδια την αγορά ή έστω ένα μέρος της. Τα αντικείμενα εντός της ανακυκλωτικής αυτής δραστηριότητας χάνουν πλήρως την αξία χρήσης, συμβολικής ή πρακτικής, και επιστρέφουν στην αρχική αξία της φυσικής τους υπόστασης, που είναι πάντοτε υποπολλαπλάσια της πρώτης. Παρακολουθούμε με θαυμασμό ενά επεισόδιο οικονομικού πρωτογονισμού, ένα προκαπιταλιστικό σύμπτωμα της ανώτερης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Δύσκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει αν η δραστηριότητα αυτή είναι απλώς κομμάτι της εμπέδωσης μιας νέας φάσης του τρόπου που θα συγκροτείται η οικονομική και κοινωνική ζωή στις πόλεις του 21ου αι., αν δηλαδή είμαστε μπροστά σε μια συνολικότερη διόρθωση επί τα χείρω. Στα ίδια φαινόμενα άλλοι πάλι θέλουν να βλέπουν τα πρόδρομα μηνύματα της κατάρρευσης και της εξάντλησης της δυναμικής ενός συστήματος που βρίσκεται μπροστά στο επώδυνο στάδιο της πλήρους μεταμόρφωσης. Το σίγουρο είναι ότι τα αγάλματα λιώνονται σήμερα και θα συνεχίσουν να λιώνονται, ιδίως όταν η αξία τους σε βάρος χαλκού και κασσίτερου ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη. Ίσως στο τέλος μπορούμε να αρκεστούμε στην ασφάλεια που μας προσφέρουν το άγαλμα του σμηναγού Ηλιάκη στα Χανιά, φρουρούμενο από το Υπουργείο Άμυνας, το άγαλμα του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, φρουρούμενο από τη Χρυσή Αυγή, και το κεφάλι του Λένιν στην αυλη του Περισσού, φρουρούμενο από το Κόμμα.

Πίνακας 1: Ενδεικτικές τιμές μετάλλου σκραπ (Δεκ. 2012)

λον μεταμορφώνεται σε ένα απέραντο μεταλλείο. Στον βαθμό όμως που η κλοπή αυτή αφορά αφαίρεση και κοινωφελών υποδομών, αναμετράται με την έννοια της δημόσιας κοινόχρηστης περιουσίας, για την οποία ως τώρα υπήρχε η συναίνεση ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι από κοινού υπεύθυνα όλα τα μέλη της κοινότητας. Ως οριακό παράδειγμα της αποπροσωποιημένης και αλλοτριωμένης συμμετοχής στο κοινωνικό σύνολο, η αφαίρεση λ.χ. του χαλκού από τα καλώδια ηλεκτρισμού του ΟΣΕ ή της ΔΕΗ δεν ενοχοποιεί τον δράστη για όποιες πιθανές ζημιές, ακόμη και θύματα, καθώς η ευθύνη βαραίνει τον απρόσωπο Άλλο της εταιρείας ή της δημόσιας υπηρεσίας. Η αφαίρεση και οι συνέπειές της είναι διαχωρισμένα πεδία, το ένα δεν επικοινωνεί με το άλλο, ακολουθώντας στενά το υπόδειγμα της περιορισμένης ευθύνης του «υγιούς» τμήματος της φιλελεύθερης καπιταλιστικής οικονομίας. Ειδικότερα δε με την ανακύκλωση έργων τέχνης για το μέταλλό τους, καταλύεται το συμβολικό σύμπαν που έχει οικοδομηθεί γύρω από τα φυσικά αυτά αντικείμενα, και μαζί και η ιδεολογία που τα συνοδεύει. Νοήματα μιας με κόπο κατασκευασμένης εννοιοδότησης, είτε παραδοσιακά εθνικής είτε ταξικής είτε αποκαθαρμένης και ουδέτερα πολιτιστικής, ακυρώνονται μονομιάς, μπροστά στο μαχαίρι της πρέσας και τη φωτιά του κλίβανου. Κάτι που ισχύει ακόμη πιο εμφατικά με την πλήρη ακύρωση των χαρακτηριστικών αισθητικής ιεράρχησης της καλλιτεχνικής αξίας του προς λιώσιμο αντικειμένου, τα οποία αναστέλλονται και παύουν να ισχύουν για ένα ολόκληρο κομμάτι της κοινωνίας. Σε κατάσταση σοκ μπροστά στα άδεια βάθρα των αγαλμάτων, σαν νέοι Βίνκελμαν,1 οι περί την τέχνη σήμερα συνειδητοποιούν κάτι που όλοι είχαν απωθήσει, ότι οι πανανθρώπινες και αιώνιες αισθητικές και καλλιτεχνικές αξίες δεν είναι ούτε πανανθρώπινες ούτε μπορούν να ισχύουν για πάντα. Το παράδοξο είναι ότι περιγράφουμε μια παράλληλη οικονομική δράστηριότητα που, ενώ γεννιέται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τις περιρρέουσες οικονομικες συνθήκες, λειτουργεί αψηφώ-


[20]

Πίνακας 2: Ενδεικτικός κατάλογος αφαίρεσης μπρούντζινων μνημείων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια 1.

11.9.2011

Χάλκινο μνημείο Εθνικής Αντίστασης

Πλατεία Εθν. Αντίστασης, Νέα Φιλαδέλφεια

Makeleio.gr http://goo.gl/IZjzG

2.

20.5.2012

Προτομή γυμνασιάρχη Κώστα Γκράτζιου

15ο Γυμνάσιο-Λύκειο, Θεσσαλονίκη

Ermioni blogspot http://goo.gl/0SfWy

3.

14.6.2012

Προτομή Άρη Βελουχιώτη

Μεσούντα, Άρτα

Newsbeast http://goo.gl/N9aF3

4.

21.9.2012

Προτομή Θεόδωρου Τριάντη, τοπικού ευεργέτη

Πάτρα

ΔΕΤΕ http://goo.gl/VSb7l

5.

23.9.2012

Προτομή Αθανάσιου Πετιμεζά, αγωνιστή του 1821

Γαλάτσι

Ελευθεροτυπία http://goo.gl/AaPs3

6.

30.9.2012

Προτομή Χοσέ Μαρτί

Πλατεία Αργεντινής, Αθήνα

Καθημερινή http://goo.gl/F9RDA

7.

30.9.2012

Προτομή Δημήτριου Ψαρρού

Πλατεία Αιγύπτου, Αθήνα

Καθημερινή http://goo.gl/PYVxD

8.

2.12.2012

Προτομή σμηναγού Κώστα Ηλιάκη

Χανιά

ΣΚΑΪ http://goo.gl/ajvLy)

9.

5.12.2012

Απόπειρα κλοπής Προτομής Ελένης Βενιζέλου

Χανιά

Καθημερινή http://goo.gl/OHJ1L)

10. 2012

Ανάγλυφο στη μνήμη του Σωτήρη Πέτρουλα

οδός Σταδίου και Εδουάρδου Λω, Αθήνα

Ελευθεροτυπία http://goo.gl/AaPs3

11. 2012

Προτομή Νίκου Καζαντζάκη

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων

Ελευθεροτυπία http://goo.gl/AaPs3

12. 2012

Προτομή Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων

Ελευθεροτυπία http://goo.gl/AaPs3

13. 2012

Προτομή Θάνου Σκούρα, προέδρου της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ

Κυψέλη, Αθήνα

Ελευθεροτυπία http://goo.gl/AaPs3

14. 2012

Προτομή Αθανάσιου Κ. Λευκαδίτη, ιδρυτή του Ελληνικού Προσκοπισμού

Πλ. Αργεντινής, Αθήνα

Ελευθεροτυπία http://goo.gl/AaPs3

15. 3.1.2013

Άγαλμα Αναστάσιου Στεφάνου, ιδρυτή του πρώτου Εθνικού Δρυμού

Τρίπολη

Newsbeast http://goo.gl/pZ3Yu

16. 18.1.2013

Προτομή Τζάλιου Τζιλιαλή, ευεργέτη και δωρητή των Δελερίων

Δελέρια Τυρνάβου

Ναυτεμπορική http://goo.gl/YcEtY

17. 29.1.2013

Προτομή συν/χη Κωνσταντίνου Δαβάκη

Κεχριάνικα Αν. Μάνης

Δημοκρατία

(ακροδεξιά οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη)

Πηγές • Η ταινία «Πρώτη Ύλη» του Χρήστου Καρακέπελη (78΄, Ελλάδα, 2011). • Brandon R. Kooi, Theft of Scrap Metal, U.S. Department of Justice. Office of Community Oriented Policing Services, Απρίλιος 2010: www.cops.usdoj.gov. • Βασίλης Σ. Κανέλλης, «Στην Ελλάδα οι ήρωες κοστίζουν... 6 ευρώ το κιλό», εφ. Ημερησία: http://goo.gl/so0Nn. • Χρήστος Σιάφκος, «Κλέβουν αγάλματα από την Αθήνα», εφ. Ελευθεροτυπία: http://goo.gl/Ulpcz. • Ιός, «Ο εμφύλιος των προτομών: Εκεί που χάνονται τα αγάλματα», iospress.gr: http://goo.gl/eohDt.


[21]

Χλόη Πετρίδου

«Καλή νομοθέτηση»: καλή για ποιον;

T

oν Μάρτιο του 2012 ψηφίστηκε ο νόμος 4048/2012, με τίτλο «Ρυθμιστική διακυβέρνηση: αρχές, διαδικασίες και μέσα καλής νομοθέτησης». Ως αρχές της καλής νομοθέτησης ορίζονται η αναλογικότητα, η απλότητα του περιεχομένου των ρυθμίσεων, η αποφυγή αντιφατικών ρυθμίσεων, η διαφάνεια, η δυνατότητα υποβολής προτάσεων κατά την κατάρτιση των ρυθμίσεων, η δημοκρατική νομιμοποίηση και άλλα. Μέσα επίτευξης των αρχών, κατά τον νόμο, αποτελούν ιδίως η διαβούλευση, η ανάλυση των συνεπειών των ρυθμίσεων, η απλούστευση, η κωδικοποίηση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων εφαρμογής των ρυθμίσεων. Από μια πρώτη ανάγνωση, θα έλεγε κάποιος, πολύ ωραία και εύνομα όλα αυτά... Από την άλλη, θα μπορούσε να αναρωτηθεί, γιατί θυμηθήκαμε την καλή νομοθέτηση το 2012, μια χρονιά που η παραβίαση συνταγματικών διατάξεων αποτελούσε καθημερινή πραγματικότητα... και ακόμα: γιατί χρειάζεται να θυμίσουμε με κοινό νόμο πράγματα που λέγονται ήδη στο Σύνταγμα, όπως ότι η νομοθεσία πρέπει να θεσπίζεται κατά κανόνα από τη δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή ή ότι οι νόμοι δεν πρέπει να περιορίζουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα παρά μόνο στο μέτρο του αναγκαίου... Προσπαθώντας να απαντήσει σε τέτοιες και άλλες απορίες, η παρούσα ανάλυση θα επικεντρωθεί σε δύο σημεία της ατζέντας της καλής νομοθέτησης: την ανάλυση συνεπειών (ο αγγλικός όρος «Ιmpact Assessment» μεταφράζεται αλλού ως εκτίμηση επιπτώσεων ή αξιολόγηση αντίκτυπου, αλλά κρατάμε εδώ τον όρο του νόμου 4048) και την απλούστευση. Τα δύο σημεία είναι αλληλένδετα και αποτελούν κεντρικούς άξονες της ατζέντας της καλής νομοθέτησης στην ΕΕ, όπου αναπτύχθηκε πριν εισαχθεί (και) νομοθετικά στη χώρα μας. Θεωρητικά η ανάλυση συνεπειών αποτελεί ένα κείμενο συνοδευτικό των νόμων, που χρησιμεύει στην αξιολόγηση των επιπτώσεων διάφο-

ρων πολιτικών επιλογών, και επιτρέπει έτσι στην κυβέρνηση να προβαίνει στη μία ή την άλλη επιλογή, βασισμένη σε έγκυρα και επαρκή στοιχεία. Παράλληλα επιτρέπει στο κοινοβούλιο να ελέγχει τις κυβερνητικές επιλογές και να προτείνει τροπολογίες με βάση τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ή, όπως στις ΗΠΑ, να επιβλέπει με ποιο τρόπο επιλέγει η διοίκηση να εφαρμόσει ένα νόμο και αν ο τρόπος αυτός συνάδει με το σκεπτικό και το πλαίσιο που έθεσε το Κογκρέσο. Η απλούστευση, επίσης στη θεωρία, στοχεύει στην απάλειψη περιττών ρυθμίσεων ή διαδικασιών, στην ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών κ.λπ. Αφήνοντας όμως τη σφαίρα της θεωρίας, ας δούμε από πού μας έρχεται η «καλή νομοθέτηση» – και τι δώρα φέρει... Κατ’ αρχάς ο όρος («better regulation» στα αγγλικά) εμφανίζεται κάπου στην Αγγλία του Τόνι Μπλερ τη δεκαετία του ’90. Οι πολιτικές που προωθούνται με αυτόν τον μανδύα δεν διαφέρουν από εκείνες της Θάτσερ του ’80, απλώς η πολιτικά απονομιμοποιημένη «απορρύθμιση» ντύνεται με... τριτοδρομικό φουστάνι. Το πρόγραμμα της καλής νομοθέτησης υπό τις κυβερνήσεις Μπλερ και Μπράουν περιελάμβανε την αναθεώρηση, απλοποίηση ή κατάργηση νομοθεσίας που θεωρούνταν επιβαρυντική για τις επιχειρήσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, ένας νόμος του 2001 έδινε τη δυνατότητα σε υπουργούς με αποφάσεις τους, χωρίς την έγκριση του Κοινοβουλίου, να καταργούν διατάξεις υπάρχουσας νομοθεσίας εφόσον τις θεωρούσαν «φόρτο». Το 2006 προστέθηκε διάταξη που όριζε ως «φόρτο» και κάθε εμπόδιο στην «αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητα ή την κερδοφορία» (http://goo.gl/Iomdj). Τα καλά Ευρώπαις κτώνται Η θεώρηση της νομοθεσίας ως «φόρτου» έχει μακρά ιστορία στην ΕΕ και άλλους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ. Στην αρχή πιο δειλά, και τελευταία εντελώς ξεκάθαρα (ΕΕ: http://goo.gl/ 4B9Mw), η ατζέντα αυτή στοχεύει στην «απελευ-


[22]

θέρωση» των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από τον «βραχνά» της νομοθεσίας, ιδίως αυτής που προστατεύει το δημόσιο συμφέρον (περιβαλλοντικοί όροι, διατάξεις εργατικού δικαίου, έλεγχος των εταιρικών βιβλίων κ.λπ.). Όπως θα συζητηθεί στη συνέχεια, «απλούστευση» στην ορολογία της ΕΕ σημαίνει απουσία νομοθετικών κανόνων ή την ύπαρξη κανόνων «φιλικών» προς τις εταιρείες. Στο ίδιο μήκος κύματος, η ανάλυση επιπτώσεων, προνομιακό πεδίο δράσης των εταιρικών λόμπι και των «εμπειρογνωμόνων» τους, επικεντρώνεται διαρκώς στην αριθμητική καταμέτρηση κόστους-οφέλους (βλέπε ζημία και κέρδη για τις επιχειρήσεις). Επιπλέον, η ανάλυση γίνεται το κεντρικό πεδίο της (νομοθετικής και πολιτικής) αντιπαράθεσης, αντικαθιστώντας και ναρκοθετώντας τις (όποιες) δημοκρατικές διαδικασίες και τον δημόσιο διάλογο, εκεί όπου επιχειρήματα περί δημόσιου συμφέροντος θα είχαν καλύτερες πιθανότητες απέναντι σε γνώμες «ειδικών» και καλοφτιαγμένες στατιστικές. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή... Το 1986, επί βρετανικής προεδρίας, η ΕΕ υιοθετεί μια διαδικασία που ονομάζεται «ανάλυση συνεπειών για τις επιχειρήσεις» (Business Impact Assessment), στην οποία υποβάλλονται κάποιες νομοθετικές προτάσεις, κατ’ επιλογή της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) Επιχειρηματικότητας της Επιτροπής. Οι άλλες ΓΔ (π.χ. Περιβάλλοντος) υποχρεώνονται να εξηγούν γιατί προτείνουν νομοθεσία επιβαρυντική για τις επιχειρήσεις, και να υποβάλλουν εκτιμήσεις για το κόστος συμμόρφωσης και όποια πρόσθετα τέλη ή διοικητικά βάρη θα επέβαλλαν οι νέες ρυθμίσεις. Ρητός στόχος αυτής της διαδικασίας ήταν να ελαχιστοποιηθούν τέτοιες ρυθμίσεις. Το 1992 η βελτίωση της «ποιότητας διατύπωσης» της ευρωπαϊκής νομοθεσίας εμφανίζεται στα συμπεράσματα της Συνόδου του Εδιμβούργου, και πάλι επί βρετανικής προεδρίας. Συγκεκριμένα, τίθεται ως στόχος η απλούστευση της νομοθεσίας, και λίγο αργότερα τίθεται σε εφαρμογή η πρωτοβουλία SLIM. Όπως εύγλωττα περιγράφει η ονομασία της, η πρωτοβουλία έθετε ως στόχο το «αδυνάτισμα» –επισήμως, την απλούστευση– της νομοθεσίας μέσω της εκ των υστέρων αξιολόγησης της εφαρμογής της.

Το 1997, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η σημασία της ανάλυσης συνεπειών και της καλής διατύπωσης της νομοθεσίας εκφράζεται πλέον σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου. Πρωτόκολλο ορίζει ότι, όταν προτείνει νομοθεσία, η Επιτροπή οφείλει «να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη να είναι το τυχόν βάρος, οικονομικό ή διοικητικό, που βαρύνει την Κοινότητα, τις εθνικές κυβερνήσεις, τις τοπικές αρχές, τους οικονομικούς φορείς και τους πολίτες, το ελάχιστο δυνατό και ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο στόχο». Μια «ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου»1 αναλαμβάνει αργότερα να προετοιμάσει ένα Σχέδιο Δράσης για την καλή νομοθέτηση στην ΕΕ. Η τελική έκθεση της ομάδας (http://goo. gl/VAOJq, 2001) περιλαμβάνει μεταξύ των συστάσεών της την ανάλυση συνεπειών, τη διαβούλευση και την απλούστευση. Η έκθεση θυμίζει ότι όλες οι δυνατότητες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν επιλεγεί ο δρόμος της νομοθετικής ρύθμισης, συμπεριλαμβανόμενης της επιλογής να μην παρθεί κανένα μέτρο. Παράλληλα τονίζει ότι η ανάλυση συνεπειών «δεν αντικαθιστά την πολιτική απόφαση» και ότι «η απλούστευση δεν σημαίνει απορρύθμιση». Τη δεκαετία του 2000, η Επιτροπή θα εκδώσει πλήθος ανακοινώσεων και σχεδίων δράσης σχετικά με την καλή νομοθέτηση, όπως τη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση (http:// goo.gl/qDTYV), το Σχέδιο Δράσης για την Απλούστευση και Βελτίωση του Ρυθμιστικού Περιβάλλοντος (http://goo.gl/5wICw) κ.λπ.,2 ενώ από το 2010, η καλή νομοθέτηση αλλάζει όνομα, και γίνεται «έξυπνη» (http://goo.gl/oN2gU). Ανάλυση συνεπειών Αλλά ας δούμε τι αντιπροσωπεύει και πώς εξελίχθηκε η ατζέντα της ανάλυσης συνεπειών κατά την τελευταία δεκαετία.3 Η διαδικασία αυτή είναι 1. Ομάδες εμπειρογνωμόνων συστήνει η Επιτροπή και τις συμβουλεύεται κατά την κατάρτιση της νομοθεσίας (http://goo.gl/bBRmJ). Η διαφορά της ομάδας υψηλού επιπέδου (Ηigh level group) από τις άλλες συνίσταται στο υψηλόβαθμο των μελών της (διευθύνοντες σύμβουλοι , υψηλόβαθμοι υπάλληλοι της Επιτροπής ή Επίτροποι κ.λπ.). 2. Για πλήρη κατάλογο, βλ. http://goo.gl/0quv2.


[23]

κατά βάση ευθύνη της Επιτροπής, καθώς αυτή προετοιμάζει τα ευρωπαϊκά «νομοσχέδια». Η ανάλυση διεξάγεται πριν αποφασίσει η Επιτροπή προς ποια (πολιτική και νομοθετική) κατεύθυνση θα κινηθεί, και επιτελείται είτε από υπαλλήλους της είτε, μέσω συμβολαίου, από εξωτερικούς οργανισμούς (συμβουλευτικές εταιρείες κ.λπ.). Πριν τη σύνταξη της ανάλυσης, η Επιτροπή «διαβουλεύεται» με τους εμπλεκόμενους φορείς, δηλαδή τους δίνει τη δυνατότητα να εκφράσουν γραπτά τις απόψεις τους εντός 8 εβδομάδων, απαντώντας σε ερωτήσεις που θέτει η ίδια, και λαμβάνει υπόψη τα σχόλια για τη μεταγενέστερη ανάλυσή της (http://goo.gl/RMzIE). Αυτή η διαβούλευση, η οποία επικεντρώνεται συνήθως σε ερωτήσεις για τις συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα, και στην οποία κατά κόρον απαντούν ενώσεις βιομηχάνων και πολυεθνικές,4 αποτελεί για την Επιτροπή σημαία της διαφάνειας στην ΕΕ, και πραγμάτωση της συμμετοχικής δημοκρατίας! Λέγοντας ότι αναζητεί ένα «ευρύ φάσμα απόψεων» (http://goo.gl/3zhzO), η Επιτροπή δηλώνει ουσιαστικά ότι δεν διακρίνει το δημόσιο από το ιδιωτικό συμφέρον, αλλά ότι όλα είναι καλοδεχούμενες «απόψεις»... Προοδευτικά η Επιτροπή αναθεώρησε τις κατευθυντήριες αρχές που έχει δεσμευτεί να τηρεί κατά τη διεξαγωγή της διαβούλευσης, προκειμένου να την κάνει πιο «διαφανή», ενώ η χρήση του όρου «ενδιαφερόμενα μέρη» (interested parties) 3. Για πλήρη κατάλογο, βλ. http://goo.gl/IWeSl. 4. Μερικά παραδείγματα: http://goo.gl/uii7k, http://goo. gl/ZV9r3.

αντικαταστάθηκε σταδιακά από τον όρο «εμπλεκόμενοι φορείς» (stakeholders), που ενέχει την έννοια του οικονομικού συμφέροντος, κατ’ αντιδιαστολή προς τους «πολίτες» (http://goo.gl/uArvn). Αν και η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη ή να απαντά στα σχόλια των εμπλεκόμενων φορέων, η ιδέα αυτή προωθείται, εμπνεόμενη και από το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου οποιοδήποτε λόμπι έχει υποβάλει σχόλια σε διαβούλευση δικαιούται να ζητήσει δικαστική ακύρωση της νομοθεσίας αν αυτά δεν έχουν ληφθεί υπόψη. Όσον αφορά το περιεχόμενο των αναλύσεων, ακόμα και αν μιλάμε πλέον για ολοκληρωμένη διαδικασία ανάλυσης (Ιntegrated Impact Assessment), που θεωρητικά περιλαμβάνει και περιβαλλοντικά και κοινωνικά κόστη και οφέλη, παραμένει η προκατάληψη υπέρ της αποτύπωσης των (αρνητικών) συνεπειών ενδεχόμενης νομοθεσίας επί των επιχειρήσεων, όπως συνέβαινε στις απαρχές του θεσμού (Βusiness Impact Assessment). Επιπλέον η μεθοδολογία υπολογισμού κόστους-οφέλους στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στην ποσοτική μέτρηση, με πολύ αναπτυγμένα μοντέλα (ολλανδικής έμπνευσης) υπολογισμού του κόστους για τις εταιρείες. Έτσι μεροληπτεί υπέρ των άμεσων και στενά οικονομικών μεγεθών, καθώς η αξία ενός υγιούς βρέφους ή τα οφέλη του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης, είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε ευρώ, πόσο μάλλον στα στενά πλαίσια του χρόνου διεξαγωγής της ανάλυσης επιπτώσεων, που συχνά δεν ξεπερνά τους μερικούς μήνες. Γενικότερα τα τμήματα της ανάλυσης που αφορούν μη


[24]

οικονομικές συνέπειες έχουν πολύ συχνά περιορισμένη έκταση. Η εμμονή στην ποσοτική ανάλυση ενισχύθηκε και μέσω του ελέγχου των αναλύσεων από μια νέα επιτροπή «εκτίμησης αναλύσεων συνεπειών» (Ιmpact Assessment Board: IAB), η οποία υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να εξετάζει την ποιότητα και αντικειμενικότητά τους, αλλά στην ουσία ενίσχυσε τη χρηματική έκφραση κόστους-οφέλους, και την αποτίμησή τους σε αυτή τη βάση. Περαιτέρω, η τάση να γίνεται η ανάλυση ολοένα πιο λεπτομερής και αριθμητική, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, όπου η ανάλυση γίνεται αυτοσκοπός, ενώ η νομοθεσία, δικαιολογούμενη με στενά οικονομικούς όρους, απλή απόρροιά της. Αν η νομοθεσία δεν συμφωνεί με τα πορίσματα της ανάλυσης συνεπειών, τόσο το χειρότερο για τη νομοθεσία! Η νομοθετική διαδικασία μεταφέρεται έτσι από τον δημόσιο διάλογο στα σκοτεινά εργαστήρια των «ειδικών» και τους δαιδάλους των αριθμών τους, με το όχημα της ανάλυσης συνεπειών. Ταυτόχρονα, καταπολεμάται ως «ανεύθυνη» η (όποιου είδους) προοδευτική νομοθεσία, είτε κατά την προετοιμασία της από την Επιτροπή, είτε αφού επιληφθούν οι συννομοθέτες (Συμβούλιο και Κοινοβούλιο). Το δεύτερο συνέβη π.χ. με τη νομοθεσία για τον έλεγχο και εγγραφή σε μητρώο των χημικών ουσιών (RΕΑCH), για την οποία οι χημικές βιομηχανίες υποχρέ-

ωσαν την Επιτροπή να διεξαγάγει (σε ανοικτή συνεργασία με τις ίδιες!) συμπληρωματική ανάλυση επιπτώσεων, επειδή κατά την άποψή τους η αρχική ανάλυση δεν τόνιζε αρκετά τις αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητά τους. Η δεύτερη ανάλυση διόγκωσε το κομμάτι των συνεπειών για τις εταιρείες, ενώ υποβάθμισε εντελώς τα οφέλη για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον, και χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια για μια πολύ επιτυχημένη εκστρατεία αποδυνάμωσης της προτεινόμενης νομοθεσίας. Ακαδημαϊκή έρευνα του 2010 που διενεργήθηκε με τη στήριξη οργανώσεων κατά του καπνίσματος αποκάλυψε ότι η δεύτερη μεγαλύτερη καπνοβιομηχανία παγκοσμίως, η British American Tobacco, χρησιμοποίησε την ατζέντα της ανάλυσης συνεπειών προκειμένου να εμποδίσει την υιοθέτηση ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τον περιορισμό του καπνίσματος, σε συνεργασία με άλλες εταιρίες (Coca-Cola, Siemens, Shell κ.λπ.), με τη βοήθεια ενός think tank, που λειτουργούσε ως βιτρίνα του εγχειρήματος. Γενικότερος στόχος ήταν να επισημοποιηθεί η διαβούλευση ως πρόσθετος δίαυλος επαφής με την Επιτροπή (πέρα από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων και τις άτυπες διαβουλεύσεις), και να εμπλέκονται οι εταιρείες σε όσο το δυνατόν πιο πρώιμο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας, ώστε να την κατευθύνουν αποτελεσματικότερα (http://goo.gl/dSqBA). Επηρεάζο-


[25]

ντας π.χ. τη στόχευση των ερωτήσεων προς διαβούλευση, οι εταιρείες προκαταλαμβάνουν το μετέπειτα νομοθετικό έργο. Κατά την ίδια έρευνα, η καμπάνια αυτή οδήγησε και στην εισαγωγή των διατάξεων για την καλή νομοθέτηση στη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Αντί να υπερασπιστεί τον ρόλο του ως εκπροσώπου των λαών και ως δημόσιου στίβου πολιτικής μάχης, το Ευρωκοινοβούλιο συναγωνίζεται σε ζήλο την Επιτροπή για την προώθηση της ατζέντας της ανάλυσης συνεπειών, με μπροστάρηδες Βρετανούς και Γερμανούς συντηρητικούς. Πρώτον, χρησιμοποιεί ολοένα και συχνότερα το δικαίωμά του να ελέγχει και να αξιολογεί τις αναλύσεις επιπτώσεων που του υποβάλλει η Επιτροπή. Δεύτερον, ίσως κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, έχει δυνατότητα να υποβάλλει σε ανάλυση συνεπειών τις τροπολογίες που προτείνει το ίδιο, ακόμα και αν έχουν ήδη ψηφιστεί (!). Στην ουσία, η ανάλυση αυτή αποτελεί όπλο στα χέρια των εντός Κοινοβουλίου συμμάχων των βιομηχάνων και εργοδοτών, ενάντια σε συγκεκριμένα νομοθετήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι τις λίγες φορές που έχει γίνει ανάλυση τροπολογιών, αφορούσε περιβαλλοντική ή κοινωνική νομοθεσία. Προσφάτως, Βρετανοί Τόρις ζήτησαν ανάλυση συνεπειών για μια τροπολογία (που είχε ήδη υπερψηφιστεί από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή) η οποία θα υποχρέωνε τα κράτη μέλη να θεσπίσουν 20 εβδομάδες υποχρεωτικής άδειας μητρότητας με πλήρη μισθό. Οι Τόρις δήλωσαν ότι ελπίζουν πως «μια ανάλυση συνεπειών [...] θα μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα προς το μέρος μας» (http://goo. gl/hRYnk), δηλαδή να αναδειχθεί το κόστος της ρύθμισης για τους εργοδότες (παρότι μέρος των εισφορών καλύπτεται από τους εργαζόμενους). Η έκθεση που συντάχθηκε μόλις εντός μερικών εβδομάδων από συμβουλευτική εταιρεία και παρουσιάστηκε εν συνεχεία στο Κοινοβούλιο αποτύπωνε γλαφυρά το κόστος της ρύθμισης για διάφορα κράτη μέλη, αλλά αδυνατούσε να δώσει στοιχεία για τα οφέλη, π.χ. όσον αφορά την ανάπτυξη και την υγεία των παιδιών. Πάντως, το εγχείρημα πέτυχε το στόχο του να δυσφημήσει την τροπολογία, και από τότε (δηλαδή εδώ και δύο χρόνια) η αντίστοιχη οδηγία έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Το 2011 το Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σχετικά με τη διασφάλιση ανεξάρτητων αναλύσεων επιπτώσεων, με εισηγήτρια τη Γερμανίδα συντηρητική Νίμπλερ (http://goo.gl/xvHXY), κατηγορώντας επισήμως την Επιτροπή ότι οι αναλύσεις της δεν παρουσιάζουν αντικειμενικά όλες τις επιλογές, αλλά χρησιμεύουν απλώς ως δικαιολόγηση της δικής της. Στην πράξη, το ψήφισμα ζητούσε να διοριστούν ως μέλη της επιτροπής εκτίμησης των αναλύσεων (ΙΑΒ) «εμπειρογνώμονες από όλους τους τομείς πολιτικής και όλες τις ομάδες εμπλεκομένων», «να αυξηθεί σε 12 εβδομάδες η ισχύουσα σήμερα διάρκεια της περιόδου διαβούλευσης» και να αναλύεται σοβαρά η «επιλογή μη παρέμβασης». Την περασμένη χρονιά δημιουργήθηκε μια νέα υπηρεσία του Ευρωκοινοβουλίου, με αποκλειστική αρμοδιότητα την αξιολόγηση των αναλύσεων της Επιτροπής και την ανάλυση τροπολογιών του ίδιου του Κοινοβουλίου. Μια από τις πρώτες εκθέσεις της υπηρεσίας (http://goo.gl/ pnOzW) αφορούσε την αξιολόγηση της ανάλυσης της Επιτροπής, που συνόδευε ένα σημαντικό πακέτο (δύο) νομοθετημάτων για τους ορκωτούς λογιστές. Η Επιτροπή, δεδομένου του ρόλου των μεγάλων λογιστικών εταιρειών στην απόκρυψη στοιχείων για τα οικονομικά τραπεζών και γενικότερα στην κρίση, προσπάθησε να αυστηροποιήσει κάπως την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Μετά την κατάθεση των νομοθετικών προτάσεων στο Ευρωκοινοβούλιο, οι τέσσερις μεγάλες λογιστικές εταιρίες, γνωστές ως «Βig Four» (ΚPMG, DeloitteTouche, PricewaterhouseCoopers και Ernst&Young), ξεκίνησαν εκστρατεία επηρεασμού των βουλευτών, που έφτανε και σε εκβιασμούς. Ο Ισπανός σοσιαλιστής Μασίπ, πολέμιος των «τεσσάρων», κατήγγειλε ότι δέχθηκε απειλές ότι δεν θα επανεκλεγεί και ότι οι συνεργάτες του δεν θα ξαναβρούν ποτέ δουλειά στην Ισπανία (http://goo.gl/mUZyD). Και τα δύο νομοθετήματα ανέλαβε, ως εισηγητής του Ευρωκοινοβουλίου, ο βουλευτής Καρίμ, Βρετανός συντηρητικός και υπέρμαχος των «Βig Four». Η έκθεση της υπηρεσίας του Κοινοβουλίου στήριξε ουσιαστικά τις θέσεις των «τεσσάρων», αμφισβητώντας κατά πόσο η Επιτροπή έχει αποδείξει στην ανάλυσή της «την αιτιακή σχέση ανάμεσα σε ένα υποτιθέ-


[26]

μενο πρόβλημα κακής ποιότητας των λογιστικών ελέγχων στην ΕΕ και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης», ενώ δεν έβρισκε δικαιολογημένη την υποχρεωτική αλλαγή ορκωτών λογιστών κάθε έξι χρόνια προκειμένου να αποφεύγονται φαινόμενα σύγκρουσης συμφερόντων (http://goo.gl/ yww4v). Ο εισηγητής Καρίμ πρότεινε τελικά υποχρεωτική αλλαγή κάθε ...25 χρόνια. Απλούστευση Στο πλαίσιο της απλούστευσης, το 2002 η Επιτροπή αρχίζει να μιλά για μείωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, φυσικά ως μέσο βελτίωσής της (http:// goo.gl/FUzdi), και για (εθελοντική) αυτορρύθμιση, ως «ευέλικτη» μορφή νομοθεσίας, συνδέοντας όλα αυτά με την προώθηση της ανταγωνιστικότητας. Προτείνει μάλιστα συγκεκριμένο στόχο μείωσης της νομοθεσίας κατά 25%, μεταξύ άλλων μέσω της κατάργησης «παρωχημένων ή ακατάλληλων» νομοθετικών πράξεων (http://goo.gl/ hhyR4). Το 2009 ο Μπαρόζο κάνει προσωπικό του στοίχημα τη μείωση του 25% (http://goo.gl/eKjli), που τελικώς επετεύχθη με το παραπάνω. Η ατζέντα της απλούστευσης, δηλαδή της κατάργησης των εμποδίων στην κερδοφορία, βάζει ως βιτρίνα της την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (δηλαδή, κατά τον ορισμό της ΕΕ, των επιχειρήσεων με μέχρι 250 εργαζομένους και €50 εκατ. τζίρο), και ειδικά των μικρών επιχειρήσεων (μέχρι 10 εργαζομένους και €2 εκατ. τζίρο), που «μαστίζονται από την κρίση». Ας σημειωθεί ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) αποτελούν το 99% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων (και οι μικρές το 92%)... Και φυσικά όσες δεν καλύπτονται ακόμα, δηλαδή οι πολυεθνικές, θα έρθουν αργότερα και θα ζητήσουν ίση μεταχείριση, αφού «τις χτυπάει κι αυτές βάναυσα η κρίση». Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των μέτρων για την ανακούφιση των ΜΜΕ περιλαμβάνονται οι πιλοτικές αξιολογήσεις της νομοθεσίας ή έλεγχοι καταλληλότητας. Ερωτώνται δηλαδή οι ΜΜΕ τι τους ενοχλεί περισσότερο ανάμεσα σε κάποια βασικά νομοθετήματα (η Επιτροπή τα υπολόγιζε σε 3.600), ώστε να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί. Τέτοιο σκανάρισμα έγινε το 2008, και λόγω της μεγάλης επιτυχίας επαναλήφθηκε το 2011. «Αξιοποιήθηκε» δε ως εργαλείο απλούστευσης και η

ανάλυση συνεπειών, όπου εφαρμόστηκε ένα «τέστ ΜΜΕ»: για κάθε νομοθετική πρόταση, η Επιτροπή εξετάζει αν πρέπει να εξαιρεθούν οι ΜΜΕ από κάποιες ρυθμίσεις, ενώ από τις αρχές του 2012, ισχύει ο κανόνας ότι εξαιρούνται από τη νομοθεσία οι μικρές επιχειρήσεις, εκτός αν αποδεικνύεται με συγκεκριμένη επιχειρηματολογία το αντίθετο! Κατά τα λόγια της Επιτροπής, η νομοθεσία είναι πλέον «κομμένη και ραμμένη» στα μέτρα των μικρών επιχειρήσεων (κατ’ αρχήν, και μετά και των υπολοίπων: http://goo.gl/UTKFv). Ως κερασάκι στην τούρτα, στήθηκε το 2007 μια «ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου» για τα διοικητικά βάρη (http://goo.gl/F6xYb), στην οποία προεδρεύει ο Έντμουντ Στόιμπερ, πρώην αρχηγός των συντηρητικών της Βαυαρίας (CSU), ο οποίος παραιτήθηκε λόγω σκανδάλων από την πρωθυπουργία του κρατιδίου. Στην ομάδα συμμετέχουν βασικά εκπρόσωποι των εργοδοτών και αγροβιομηχάνων. Πρόσφατα ο Στόιμπερ κατηγορήθηκε ότι μεσολάβησε στον Επίτροπο αρμόδιο για θέματα υγείας υπέρ της «χαλάρωσης» ενός υπό διαμόρφωση νομοσχεδίου για τα προϊόντα καπνού και της εισαγωγής μακροχρόνιων εξαιρέσεων για τις ΜΜΕ, μετά από αίτημα καπνοβιομηχανίας της Βαυαρίας, παρά τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία (http://goo.gl/OHz2M). Στην πράξη η ομάδα Στόιμπερ λειτουργεί ως μηχανισμός προώθησης της απορρύθμισης και γραφείο παραπόνων για τις εταιρείες, δίνοντάς τους πρόσβαση στα ανώτερα κλιμάκια της Επιτροπής. Παρά την κριτική στον ρόλο της, ακόμα και από ευρωβουλευτές, η Επιτροπή ανανέωσε πρόσφατα τη θητεία της. Στις αρχές του 2012, η στρογγυλή τράπεζα των βιομηχάνων εξέδωσε ανακοίνωση (http://goo.gl/ rF45E), ζητώντας πάγωμα κάθε νέας νομοθετικής πρότασης αλλά και της εφαρμογής κάθε (υπάρχουσας) νομοθεσίας που αφορά τις εταιρίες, εφόσον δεν έχει άμεσο θετικό αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη. Τον Δεκέμβριο του 2012 η Επιτροπή ανταποκρίθηκε μερικώς στο κάλεσμα (http:// goo.gl/vvJnd), καταρτίζοντας ένα πρόγραμμα με την ευφάνταστη ονομασία «REFIT», προκειμένου να προωθήσει πρωτοβουλίες για πλήρη ποσοτικοποίηση οφέλους και κόστους της νομοθεσίας, και τη μείωση του τελευταίου. Η ομάδα Στόιμπερ ανέ-


[27]

λαβε να παρακολουθεί, από κοινού με επιχειρήσεις και κράτη, την εφαρμογή των μέτρων μείωσης του φόρτου, ιδίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Το φθινόπωρο του 2012, υπουργοί από 13 κράτη μέλη (μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Αγγλία και η Ολλανδία, παικτές-κλειδιά στην καμπάνια της Βritish American Tobacco για την ανάλυση συνεπειών), ζήτησαν από την Επιτροπή να κάνει πιο γενναία βήματα προσαρμογής της νομοθεσίας στις ανάγκες των εταιρειών, και συγκεκριμένα: να υπολογίζει το ετήσιο κόστος της νομοθεσίας για τις εταιρείες και να εξισορροπεί το κόστος από νέα νομοθεσία με την κατάργηση προγενέστερων ρυθμίσεων, να συνεργαστεί περαιτέρω με τις εταιρείες, να λαμβάνει υπόψη εναλλακτικές εκτός νομοθεσίας και να φροντίσει ώστε τα μελλοντικά νομοθετήματα να τίθενται σε ισχύ σε περιορισμένο αριθμό ημερομηνιών κάθε χρόνο, για να βολεύει τις επιχειρήσεις. Συνδικάτα, ενώσεις καταναλωτών και περιβαλλοντικές οργανώσεις απάντησαν στην επιστολή θυμίζοντας ότι αυτό που χαρακτηρίζεται ως «φόρτος» είναι διατάξεις για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος (πρόληψη κινδύνων, ευθύνη εταιρειών για ζημίες που προκαλούν κ.λπ.) ενώ η αυτορρύθμιση έχει αποδειχθεί ανεπαρκής. Παρ’ όλα αυτά, τόσο τα ευρωπαϊκά όργανα όσο και αρκετά κράτη μέλη έχουν επιλέξει στρατόπεδο… Και στα δικά μας... Κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4048 (http://goo.gl/1mxmV), το κανονιστικό καθεστώς στην Ελλάδα είναι «παρεμβατικό, πολυδάπανο, δύσκαμπτο», ενώ απαιτείται μεταρρύθμιση «της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, υπό το πρίσμα της μείωσης της γραφειοκρατίας», για την ενίσχυση «της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον». Στελέχη του υπουργείου Εσωτερικών δήλωναν ότι «στόχος είναι να ελαχιστοποιηθούν οι [...] αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία και στην αγορά» (εφ. Το Βήμα: http://goo.gl/7fZyD). Αντιγράφοντας την ΕΕ, το άρθρο 7 του νόμου προβλέπει ότι η ανάλυση συνεπειών περιλαμβάνει τη μέριμνα για τον «προσδιορισμό των διαθέσιμων εναλλακτικών επιλογών» και τη «στάθμιση των ωφελημάτων,

του κόστους και των διακινδυνεύσεων [...] από την υιοθέτηση της ρύθμισης σε αναφορά με τη βέλτιστη σχέση κόστους-οφέλους της προκρινόμενης εναλλακτικής». Πάντως, πριν ακόμα στεγνώσει το μελάνι του νόμου, έχει παραβιαστεί κατάφωρα τουλάχιστον το γράμμα του –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον νόμο για το Μνημόνιο 3, του οποίου οι διατάξεις είναι κακοδιατυπωμένες, περιέχουν λανθασμένες παραπομπές κ.λπ. Πιο σοβαρό ζήτημα αποτελεί βέβαια η καταστρατήγηση των συνταγματικών διατάξεων που πλαισιώνουν τη διαδικασία της νομοθέτησης –καλής ή ...κακής– ως αποτέλεσμα της ύπαρξης ενός κατ’ ευφημισμόν «άρθρου μόνου» με ατάκτως ερριμμένες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους διατάξεις, ειδικά όταν ρυθμίζονται ζητήματα όπως τα συνταξιοδοτικά, τα οποία το Σύνταγμα επιβάλλει να συζητούνται αυτοτελώς, ή όταν το νομοσχέδιο ψηφίζεται με τη διαδικασία του κατεπείγοντος (βλ. γνωμοδότηση Χρυσόγονου-Καϊδατζή, http://goo.gl/NjNHc). Επιπλέον, το κείμενο του νόμου 4048 χρησιμοποιεί χωρίς διάκριση τους όρους «νομοθετικές» και «κανονιστικές» ρυθμίσεις, που όμως αντιστοιχούν από τη μία σε νόμους ψηφισμένους από τη Βουλή και από την άλλη σε πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή σε πράγματα που σε μια δημοκρατία διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Παρομοίως, η Βουλή μπαίνει στο ίδιο καλάθι με υπουργούς της κυβέρνησης, ως «όργανο θέσπισης ρυθμίσεων». Η δε δημοκρατική νομιμοποίηση της νομοθεσίας βρίσκεται κάπου στο τέλος της λίστας των αρχών της καλής νομοθέτησης, ενώ το Σύνταγμα την επιβάλλει ως γενικό κανόνα, και πλαισιώνει με συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους την έκδοση διαταγμάτων ή πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (άρθρα 43 και 44). Τελικώς, η κατάλυση βασικών πυλώνων της δημοκρατίας και η κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος είναι κι αυτές (μη διακηρυγμένες) πλευρές της «καλής νομοθέτησης», που πηγαίνουν χέρι­χέρι με αυτές που συζητήθηκαν παραπάνω, δηλαδή την απορρύθμιση, ή αλλιώς ελάφρυνση του «φόρτου» για τις επιχειρήσεις, με στόχο την «ανταγωνιστικότητά». Αποτελούν δε όλα αυτά όψεις του ίδιου κάλπικου νομίσματος που λέγεται καπιταλισμός.


[28]

Κωστής Καρπόζηλος

Οι δικοί μας Χόροβιτς

Αναζητώντας τα ίχνη του Χρύσανθου Λαζαρίδη

Τ

ο βιβλίο του Ντέιβιντ Χόροβιτς The Free World Colossus: A Critique of American Foreign Policy in the Cold War κυκλοφόρησε στα ελληνικά σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τέσσερεις δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η έκδοση του Κάλβου με τον διεισδυτικό τίτλο Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ: ανατομία της διεθνούς πολιτικής ζωής (1945-1967) αποτελεί σημείο αναφοράς σε μεταπολιτευτικές βιβλιοθήκες και πάγκους υποψιασμένων παλαιοβιβλιοπωλών. Οι 600 τόσες σελίδες του φοβερού παιδιού της Νέας Αριστεράς αναδείχθηκαν σε δημοφιλές ανάγνωσμα, καθώς παρείχαν στο ελληνικό κοινό μία εκ των έσω κριτική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού· διόλου συμπτωματικά το 1975, οι εκδόσεις Λιβάνη εξέδωσαν την κατάτι παλαιότερη προσέγγιση του συγγραφέα για το ίδιο θέμα κάτω από τον τίτλο Ιμπεριαλισμός και επανάσταση.1 Οι δύο αυτές ταυτόχρονες εκδόσεις συνιστούν τις μοναδικές εμφανίσεις του πολυσχιδούς έργου του Χόροβιτς στα ελληνικά. Δεν πρόκειται για παραδοξότητα αλλά για προϊόν αμηχανίας έναντι της μεταμόρφωσης του ανατόμου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε διαπρύσιο υπερασπιστή του. Ο Ντέιβιντ Χόροβιτς, ο επισκέπτης της καστρικής Κούβας, στην οποία αναζητούσε ένα υπόδειγμα κοινωνικής οργάνωσης μακριά από τα γραφειοκρατικά καθεστώτα της Ανατολής, και μετέπειτα συνοδοιπόρος των Μαύρων Πανθήρων, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 έχει αναδειχθεί σε ιθύνοντα νου ενός εκτεταμένου δικτύου ιδεολογικού και πολιτικού ακτιβισμού του Αμερικανικού νεοσυντηρητισμού. Ανάμεσα στις δραστηριότητες του Horowitz Freedom Center, του βασικού παρατηρητηρίου που έχει οργανώσει ο ίδιος, ξεχωρίζει η διαδικτυακή βάση δεδομένων Discover the Networks: a guide 1. David Horowitz, Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ: ανατομία της διεθνούς πολιτικής ζωής, Κάλβος, 1975, και Ντέηβιντ Χόροβιτς, Ιμπεριαλισμός και επανάσταση, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 1975.

to the political Left (www.discoverthenetworks. org), που καταγράφει τις ποικίλες εκφάνσεις του πολιτικού ριζοσπαστισμού προκειμένου να καταπολεμήσει την «επιρροή [της αριστεράς] στην κοινή γνώμη» – ποιός αλήθεια είναι καταλληλότερος για κάτι τέτοιο; Η μεταμόρφωση του Ντέιβιντ Χόροβιτς δεν υπήρξε σιωπηλή. Άλλωστε η πορεία του, ήδη από τα χρόνια της Νέας Αριστεράς, είναι κατάστικτη από συγκρούσεις και ρήξεις. Το 1987 υπήρξε εκ των βασικών οργανωτών του Second Thoughts Conference, μιας συνάντησης εκπροσώπων του αμερικανικού 1968 που έλαβε χώρα στην Ουάσινγκτον και οργανώθηκε γύρω από την παραδοχή ότι ανήκαν σε μια «καταστροφική γενιά».2 Με τρόπο που δεν επιδεχόταν παρερμηνείες, το συνέδριο είχε ως κύριο άξονα την κατάσταση στη Νικαράγουα· στη δίνη του σκανδάλου Contragate, που είχε στριμώξει το επιτελείο του προέδρου Ρήγκαν, το συνέδριο ενέκρινε την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή και την υποστήριξη στους αντιπάλους των Σαντινίστας. Στη συνέχεια, ο Ντέιβιντ Χόροβιτς περιόδευσε στη Λατινική Αμερική, τον γενέθλιο τόπο του αμερικανικού αντιιμπεριαλισμού της δεκαετίας του ’60, επισκεπτόμενος τη Νικαράγουα στο πλαίσιο μιας προπαγανδιστικής αποστολής για τη μεταστροφή της αμερικανικής κοινής γνώμης υπέρ των ενόπλων Κόντρας. Η ταλάντωση του Χόροβιτς υπενθυμίζει ότι εκτός από τις συνήθεις διαδρομές, από τις τάξεις της οργανωμένης αριστεράς προς τις μεταρρυθμιστικές εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας, υπάρχουν και πιο ενδιαφέρουσες πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές – υπενθύμιση χρήσιμη για όλους, εκτός ίσως από τους κουραστικούς ξερόλες της εγχώριας αριστεράς που ενδόμυχα συνδέουν την πορεία του Χόροβιτς με το γεγονός ότι γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και άρα ήταν 2. Peter Collier – David Horowitz, Destructive Generation: Second Thoughts about the ‘60s, Encounter Books, 1989.


[29]

εκ προοιμίου παίγνιο στα χέρια μυστικών υπηρεσιών και κοινωνικών νομοτελειών. Στην ελληνική μεταπολιτευτική δημόσια συζήτηση, το αριστερό «παρελθόν» υπήρξε καθοριστικό στοιχείο κοινωνικών και πολιτικών στοιχίσεων. Η λειτουργία της γενικής γραμματείας Νέας Γενιάς στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η πορεία των εργοστασιακών σωματείων υπό την ηγεμονία των συνθημάτων της αυτοδιαχείρισης, η παρουσία των εκπροσώπων της εαμικής αντίστασης στα κοινοβουλευτικά έδρανα και οι διαδρομές των προβεβλημένων εκπροσώπων της κομμουνιστικής αριστεράς –από το σοφό παιδί Μίμη έως τη γνωστή σε όλους Μαρία– αποτελούν εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου: της ικανότητας του ΠΑΣΟΚ να επικοινωνεί με το ιστορικό φορτίο της αριστεράς αλλά και με τις ριζοσπαστικότερες εκδοχές του αντιδικτατορικού αγώνα. Η γενίκευση αυτής της τάσης μετά το 1989 συνήθως ερμηνεύτηκε στο πλαίσιο των εξελίξεων στη Σοβιετική Ένωση και στην Ανατολική Ευρώπη. Η ανάγνωση αυτή, ορθή εν μέρει, υποτιμά ότι η μεταστροφή δυναμικών τμημάτων της ελληνικής αριστεράς προς το εκσυγχρονιστικό σύμπαν συνδέθηκε με έναν ταυτόχρονο αναπροσανατολισμό της «συνεπούς» αριστεράς έναντι του ερωτήματος της εξουσίας. Η δεκαετία του ’90 σημαδεύτηκε από τη ρήξη με μια μακρά παράδοση – δράσης και σκέψης– στην οποία η αριστερά συνδεόταν με τη διαχείριση της εξουσίας σε επιμέρους κοινωνικά πεδία, από την τοπική αυτοδιοίκηση έως την πανεπιστημιακή συνδιοίκηση και από τα εργατικά σωματεία έως τους εθνοτοπικούς συλλόγους. Η απόφαση της μετά-1989 αριστεράς να αρνηθεί τη διαχείριση της εξουσίας ως αντίρροπο στην προϊούσα ενσωμάτωσή της, απελευθέρωσε κοινωνικές δυνάμεις που είχαν διαποτιστεί με την αντίληψη ότι η πολιτική πρακτική είναι συνώνυμη με τον στόχο της κατάληψης της εξουσίας – ξεκινώντας από τους επιμέρους κρίκους του μικροεπιπέδου έως το διαρκώς αναβαλλόμενο όραμα του μακρόπνοου κοινωνικού μετασχηματισμού. Μια ματιά στα φυλλάδια υποψηφίων στις εκλογικές αναμετρήσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών, σε συνεντεύξεις κυριακάτικων ενθέτων, σε παρουσιάσεις βιβλίων μαρτυρεί την πυκνότη-

τα των φευγαλέων αναφορών στις «αριστερές καταβολές» υπό στερεότυπες συντάξεις «στρατεύτηκε στην αριστερά» και «πρωταγωνίστησε στο αντιδικτατορικό κίνημα» ή, για τους πιο συστηματικούς, «διετέλεσε μέλος του γραφείου σπουδάζουσας» και άλλους, απειράριθμους, συνδυασμούς εμπειριών. Στη στερεότυπη δημοσιογραφική ερώτηση «νιώθετε ακόμα αριστερός» – εφόσον προϊόντος του χρόνου στη σοσιαλιστική μας πατρίδα η αριστερά μεταφράζονταν στο ισοδύναμο ενός αισθήματος– η απάντηση υπάκουε σε μια προκαθορισμένη αρμονία: αν αριστερά σημαίνει η ευαισθησία για τα κοινωνικά προβλήματα και η επιθυμία της αλλαγής αυτών, ναι παραμένω αριστερός. Το πρόσφατο βιβλίο του Νίκου Μπίστη Προχωρώντας και αναθεωρώντας συμπυκνώνει τη συλλογιστική αυτή και ταυτόχρονα αποτελεί την πρώτη συστηματική απόπειρα αναμέτρησης των μεταπολιτευτικών «πρώην» με τις κατοπινές επιλογές τους.c Τον Φεβρουάριο του 2011, το Βήμα της Κυριακής φιλοξένησε τον στενό συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά και εκ των ιδρυτικών στελεχών του Δικτύου 21, Χρύσανθο Λαζαρίδη, η πολιτική διαδρομή του οποίου ανάγεται στα χρόνια της δικτατορίας στις τάξεις του κομμουνιστικού κινήματος. Η απάντησή του στην εθιμοτυπική ερώτηση του δημοσιογράφου του Βήματος Άρη Ραβανού για το αν είναι «φυσιολογικό» ένας «πρώην “Ρηγάς”» να ανήκει στο «εθνικοπατριωτικό τόξο» ο Λαζαρίδης φρόντισε να αντιστρέψει ευφυώς την ερώτηση καταδεικνύοντας την απόστασή του από το μεταπολιτευτικό «φυσιολογικό»: «Θα ήταν πιο... “φυσιολογικό” να είχα προσχωρήσει στο ΠαΣοΚ; Θα ήμουν πιο “πολιτικώς ορθός” έτσι;».4 Η απάντηση αυτή δεν μαρτυρά μόνο έναν εύστροφο συνομιλητή. Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης σήμερα εκπροσωπεί την πιο δυναμική εκδοχή των πολιτικών μεταμορφώσεων της μεταπολιτευτικής αριστεράς, καθώς συνδέεται με τη διαμόρφωση ενός ιδεολογικού χώρου που αποσκοπεί στην περιθωριοποίηση της αριστεράς και στην επικράτηση

3. Νίκος Μπίστης, Προχωρώντας και αναθεωρώντας: το Πολιτικό και οι προεκτάσεις του, Πόλις, Αθήνα 2010. 4. Άρης Ραβανός, «Χρύσανθος Λαζαρίδης: “δεν είμαι ανεμοδούρας”», εφ. Το Βήμα, 6.2.2011.


[30]

ενός νεοσυντηρητικού ρεύματος που θα παραμερίσει τα συναισθηματικά τσαλαβουτήματα της μεταπολιτευτικής συναίνεσης. Η περίπτωση του Λαζαρίδη εμφανίζει ορισμένες ενδιαφέρουσες παραλληλίες με τον Χόροβιτς στην διαδρομή από τη Νέα Αριστερά στη νεοσυντηρητική σκέψη. Τα πρόχειρα δημοσιογραφικά βιογραφικά επιμένουν στην παρουσία του στο ΚΚΕ εσωτερικού και όχι στην ακατάληπτη για τους πολλούς Β΄ Πανελλαδική, παρότι η τελευταία αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη οργανωμένη εκδοχή της ελληνικής Νέας Αριστεράς, υπό το πρίσμα των ιδεολογικών της αναζητήσεων αλλά και της ρήξης με τους παραδοσιακούς φορείς του κομμουνιστικού κινήματος. Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης ανήκει στη συνδετική γενιά μεταξύ του αντιδικτατορικού αγώνα και των μεταπολιτευτικών προσδοκιών, όντας αντιπρόεδρος της ΕΦΕΕ έως και το 1980· η κόπωση αυτής της γενιάς στο γύρισμα της δεκαετίας του ’70 –με σημείο καμπής ίσως την πορεία του Πολυτεχνείου του 1980– υπήρξε καθοριστική στη διαμόρφωση των ισορροπιών στο εσωτερικό της αριστεράς, αλλά και στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ. Στην εποχή των μεγάλων αποφάσεων –όπου το ερώτημα του βιοπορισμού συναντούσε το επαναστατικό αδιέξοδο του «τώρα τι;»– ο Λαζαρίδης εγκαινίασε τη διαδρομή του στο εξωτερικό, ξεκινώντας από το δημοφιλές London School of Economics. Ακολούθησαν σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατά τη δεκαετία του ’80, όπου παράλληλα ενεπλάκη στην ταραχώδη έκδοση της εφημερίδας Πρωινή, γεγονός που αποτυπώνει την δραστηριοποίησή του στα ελληνοαμερικανικά πράγματα. Ύστερα από μια σύντομη περίοδο ιδιώτευσης, η οποία ανοήτως έχει τροφοδοτήσει τα πιο απίθανα κουτσομπολιά στο διαδίκτυο, επανεμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο στις τάξεις της Πολιτικής Άνοιξης. Δεν ήταν ο μόνος από τις τάξεις της ελληνικής αριστεράς – το εγχείρημα της «υπέρβασης» του παλιού πολιτικού συστήματος αλλά και της εμφατικής επιμονής στη μη αναγνώριση του δικαιώματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στον αυτοπροσδιορισμό της είχε συγκινήσει και άλλους, με κυρίαρχη την περίπτωση του Ανδρέα Λεντάκη.

Η παρουσία των επιφανών εκπροσώπων της αντιδικτατορικής αριστεράς στις τάξεις της Πολιτικής Άνοιξης –αυτού του βραχύβιου σχηματισμού με τον δυσανάλογα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής δεκαετίας του ’90– επιβεβαίωνε την ανάδυση ενός νέου πεδίου συνάντησης, που αναιρούσε τις παραδοσιακές διχοτομήσεις του πρόσφατου παρλεθόντος. Η δεκαετία του ’40 είχε κληροδοτήσει στην ελληνική κοινωνία έναν βαθύ διχασμό γύρω από τη διεκδίκηση του αυθεντικά εθνικού: «εθνικόφρονες» και «απάτριδες» ανταγωνίζονταν για το ποιος είναι ο πιο αυθεντικός εκφραστής των συμφερόντων του έθνους. Η τομή του 1989 και η συνακόλουθη αναζήτηση της υπέρβασης του παρελθόντος επέτρεψε σε ετερογενή ρεύματα να συναντηθούν και να διαπιστώσουν οτι αυτά που τους χώριζαν ανήκαν στο παρελθόν, σε σύγκριση με τις «προκλήσεις» –λέξη φετίχ της εποχής, είτε αναφερόταν κανείς στο μαγικό 1992 είτε στη βαλκανική αστάθεια– του παρόντος. Στον μετασχηματισμό αυτό, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης αναδείχθηκε σύντομα σε ξεχωριστή περίπτωση, καθώς πρωταγωνίστησε στη διαμόρφωση το 1997 του Δικτύου 21, ενός σύγχρονου –στα χαρακτηριστικά δράσης– think tank του νέου, και τόσο παλιού συνάμα, «πατριωτικού χώρου». Το Δίκτυο 21 εξακολουθεί να λειτουργεί, αλλά οι δραστηριότητές του είναι υποτονικές. Αντίθετα, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης εμφανίζεται πλέον ως ο στενότερος σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά, ενώ πρόσφατα δημοσιεύματα τον αναγορεύουν σε βασικό συντονιστή του επικοινωνιακού επιτελείου της Νέας Δημοκρατίας.5 Το τελευταίο δεν κινείται με τους παραδοσιακούς ράθυμους ρυθμούς της ελληνικής δεξιάς, των στοχευμένων πιέσεων σε δημοσιογράφους και της διασποράς non-paper, αλλά αντίθετα επιδεικνύει ιδιαίτερη κινητικότητα, καθορίζοντας τη δημόσια συζήτηση μέσα από «μετωπικές» δομές που δεν δεσμεύονται από την κομματική λειτουργία. Η έκδοση της εφημερίδας Δημοκρατία, η λειτουργία της ιντερνετικής πύλης antinews και η διαδικτυακή 5. Άρης Ραβανός: «Χρύσανθος Λαζαρίδης: σε άνοδο οι μετοχές του πανίσχυρου συμβούλου του Μαξίμου», εφ. Το Βήμα, 24.1.2013.


[31]

«Ομάδα Αλήθειας», η οποία «είναι μια ομάδα πολιτικής ανάλυσης που πρόσκειται στην Νέα Δημοκρατία, χωρίς να την εκφράζει επίσημα» έχουν τροποποιήσει τον επικοινωνιακό χάρτη και ταυτόχρονα διαμορφώνουν τα συγκοινωνούντα δοχεία του σύγχρονου ελληνικού συντηρητισμού. Η περίπτωση της «Ομάδας Αλήθειας» (www. truthteam.gr) είναι η πιο χαρακτηριστική. Εκ προοιμίου μη δεσμευμένη με τη Νέα Δημοκρατία, έχει ως αποκλειστικό ρόλο την ανίχνευση δραστηριοτήτων της εγχώριας αριστεράς που προσφέρονται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση. Το λογότυπο της ιστοσελίδας «ανακάλυψε τα δεδομένα» μαρτυρεί τις παραλληλίες με το αντίστοιχο εγχείρημα του Χόροβιτς: η κοινή βάση είναι η πεποίθηση ότι η αριστερά, όσο και αν μεταμφιέζεται, παραμένει δυνάμει επικίνδυνη για το έθνος. Έτσι στην πρώτη σελίδα της «Ομάδας Αλήθειας» διαβάζει κανείς ότι «ούτε ο Ερντογάν δεν στηρίζει τόσο τις τουρκικές θέσεις όσο το στέλεχος του κ. Τσίπρα», «στέλεχος ΣΥΡΙΖΑ: Να χρησιμοποιείται η “Μακεδονική” γλώσσα στα ελληνικά δικαστήρια», «Ρένα Δούρου: τομή ο νόμος Ραγκούση: να έρθουν και άλλοι μετανάστες». Ο δοκιμαστικός σωλήνας για τη διαμόρφωση της «Ομάδας Αλήθειας» ήταν οι διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις του περασμένου έτους – εκεί για πρώτη φορά ο

επικοινωνιακός μηχανισμός της Νέας Δημοκρατίας μπόρεσε να καθορίσει τη συζήτηση, εστιάζοντας στις φαινομενικές λεπτομέρειες, στις μικρές διαφοροποιήσεις που στο αδαές παραδοσιακό δεξιό σύμπαν φάνταζαν πολύπλοκες σπαζοκεφαλιές αρτικόλεξων, στις περιώνυμες «συνιστώσες». Στην παρακολούθηση των λεπτών αυτών αποχρώσεων είναι κάτι παραπάνω από λογικό να εικάσει κανείς τον συντονιστικό ρόλο του Χρύσανθου Λαζαρίδη, ως του ανθρώπου που διαθέτει το βιωματικό και διανοητικό φορτίο, την αναγκαία κοινωνική τεχνογνωσία για κάτι τέτοιο. Ο ρόλος της «Ομάδας Αλήθειας» συνδέεται με τις διεργασίες γύρω από ένα μαχητικό, συντηρητικό πολιτικό think tank, που θα αντιστρέψει αυτό που ο Μάκης Βορίδης έχει κατ’ επανάληψη περιγράψει ως «ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς». Η εφημερίδα Δημοκρατία αποτελεί σημείο συνάντησης παραπλήσιων ρευμάτων, που εκκινούν από τον κύκλο του Δικτύου 21, με τη δεσπόζουσα μορφή του Φαήλου Κρανιδιώτη, και εκτείνονται στην περιθωριακή, και άρα ιδεολογικά συγκροτημένη, άκρα δεξιά της δεκαετίας του ’80 – ο εκδότης της εφημερίδας Γιάννης Φιλιππάκης εμφανίζεται ως συνοδοιπόρος του Μάκη Βορίδη στις τάξεις των «Ελεύθερων Μαθητών». Η Δημοκρατία πλέον έχει συμπληρώσει σχεδόν τρία χρόνια ημε-


[32]

ρήσιας κυκλοφορίας, σε μια περίοδο καταποντισμού των παραδοσιακών εκδόσεων, καταγράφεται ως η τέταρτη σε κυκλοφορία απογευματινή έκδοση και αποτυπώνει την εμφάνιση ενός απενοχοποιημένου δεξιού αντικομφορμισμού, ο οποίος συγκροτείται γύρω από έναν σκληρό πυρήνα ανεξαρτήτως διαφωνιών για επιμέρους πολιτικές ή τακτικές επιλογές. Πώς το έλεγε μια εφημερίδα τη δεκαετία του ’80; Στηρίζουμε την Αλλαγή, Ελέγχουμε την Εξουσία; Το ανάλογο. Ο ίδιος ο Λαζαρίδης σε ανύποπτο χρόνο κατέθεσε ένα εξαιρετικά διεισδυτικό κείμενο που συνοψίζει την αυτοβιογραφική του διαδρομή, αλλά και τον νέο διαμορφούμενο μηχανισμό. Στη φετινή επέτειο του Πολυτεχνείου απάντησε στην ακροδεξιά ρητορεία για το ανύπαρκτο και καθοδηγούμενο Πολυτεχνείο μέσα από την ιστοσελίδα Antinews – πρόκειται για μια διαδικτυακή πύλη υψηλής αναγνωσιμότητας που στις χειρότερες στιγμές της θυμίζει την Αυριανή των παλιών καλών εποχών. Ο Αλέξης Παπαχελάς τον Οκτώβριο του 2011 σε μια τηλεοπτική συνέντευξη του Λαζαρίδη επανειλημμένως έθεσε το ερώτημα αν σχετίζεται με την λειτουργία της και κατά πόσο εγκρίνει τις υποβολιμαίες επιθέσεις της σε στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Ακόμα και αν δεχτού-

με την κατηγορηματική άρνηση του Λαζαρίδη, το γεγονός παραμένει ότι η ιστοσελίδα Antinews κινείται σε παρεμφερείς σφαίρες προβληματισμού με τις δικές του. Στο πρόσφατο κείμενό του, το οποίο μέσα σε λίγες μέρες συγκέντρωσε 342 σχόλια, υπερασπίστηκε τη μαχητική ρήξη του Πολυτεχνείου με τις κατεστημένες δομές της εποχής, υπερτονίζοντας αυτό που συνομολογούν πολλοί: ότι αποτελούσε και σημείο ρήξης των αντιδικτατορικών οργανώσεων της νεολαίας με την παλιά σκουριά των μηχανισμών που τους καθοδηγούσαν. Η συλλογιστική του κειμένου προχωρά σε μια ανάλυση της γενιάς του Πολυτεχνείου που διαφοροποιείται από τον εσμό του ακροδεξιού εξτρεμισμού, για να αμφισβητήσει από ριζοσπαστικές θέσεις τη δημιουργία του «καθεστωτικού μύθου» που αναγόρευσε το Πολυτεχνείο σε «τελετουργία νομιμοποίησης της αστικής δημοκρατίας». Η κριτική του λοιπόν στην αριστερά δεν περιορίζεται στα γνωστά περί οικειοποίησης, αλλά στην ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο η αριστερά χρησιμοποίησε το Πολυτεχνείο επειδή «όλα τα άλλα που είχε στο “ενεργητικό” της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο “παθητικό” της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι’ αυτό λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο».6 Η κατάληξη του εν λόγω κειμένου είναι δηλωτική για τους τρόπους της ιδεολογικής μεταβολής του Χρύσανθου Λαζαρίδη: παραπέμποντας στον Άρη Αλεξάνδρου –ας σκεφτεί κάποιος τον Φαήλο Κρανιδιώτη να κάνει κάτι τέτοιο– σημειώνει την περιθωριακή παρουσία των πρωταγωνιστών της εξέγερσης στη μεταπολιτευτική ευφορία: «Για τους Σπαρτιάτες, είλωτες και για τους είλωτες, Σπαρτιάτες», αλλά «είμαστε και Σπαρτιάτες και είλωτες! Σπαρτιάτες γιατί μάθαμε να πολεμάμε. Και είλωτες γιατί μάθαμε να υπομένουμε… Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη…». Η αναφορά στους Σπαρτιάτες αποτελεί έναν εξαιρετικό τρόπο επικοινωνίας με το ριζοσπαστικό δεξιό ακροατήριο, που εμπνέεται από περικεφαλαίες και Λεωνίδες, ενώ οι είλωτες κλεί6. Χρύσανθος Λαζαρίδης, «Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες. Και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες…», 17.11.2012: http:// goo.gl/9PUYH.


[33]

νουν το μάτι στους καταπιεσμένους της κοινωνικής καθημερινότητας. Ο νέος συντηρητισμός δεν θα είναι των ελίτ: περιλαμβάνει την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της πατρίδας αλλά και την ταυτόχρονη υπεράσπιση της λαϊκότητας και της «ελληνικότητας» μέσα από τον δημοφιλή αφορισμό «όποιος υποστήριζε την επίσημη ελληνική θέση μέσα στην Ελλάδα θεωρείτο “αθεράπευτα εθνικιστής”». Ταυτόχρονα, δανείζεται τα όπλα του αντιπάλου – όπως η ανασυγκροτημένη ΟΝΝΕΔ της δεκαετίας του ’80 αντέγραψε την οργανωτική δομή των κομμουνιστικών οργανώσεων της νεολαίας. Έτσι η ανασύσταση του ελληνικού συντηρητισμού βασίζεται στον πρωτογενή ακτιβισμό –η «Ομάδα Αλήθειας» ζητά να στείλει κανείς το ψέμα που εντόπισε στην αντιπληροφόρηση... πόσο δηλωτικός ο τίτλος της σελίδας antinews!–, στην ιδεολογική συγκρότηση γύρω από τον αποκαλυπτικό λόγο: δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη. Η κατάρρευση των μεταπολιτευτικών συναινέσεων εμφανίζεται ως ευκαιρία επιστροφής στην πρωταρχική κοιτίδα. Ο Χόροβιτς, σε ένα βιβλίο αυτοβιογραφικής ανάλυσης, περιγράφει την προσωπική του διαδρομή ως ένα ταξίδι αυτογνωσίας και ενοχών –καθότι η Νέα Αριστερά είχε πρωταγωνιστήσει στο κάψιμο της αμερικανικής σημαίας, στην εξύμνηση της «πέμπτης φάλαγγας» στην κοιλιά του Λεβιάθαν, στη ρήξη με τη μεσοπολεμική γοητεία των «εθνικών προοδευτικών παραδόσεων» του Λαϊκού Μετώπου– για την

ανακάλυψη της «αληθινής» Αμερικής.7 Ο Χρύσανθος το μισό αυτό ταξίδι το είχε διανύσει ήδη από τα νιάτα του. Η ιδεολογική και φαντασιακή συγκρότηση της ελληνικής παλιάς και νέας αριστεράς γύρω από την έννοια του έθνους, της εθνικής ιδιαιτερότητας, όπου κακιά σκουριά δεν πιάνει, και της εξάρτησης, κληροδοτεί ένα σημαντικό φορτίο αναφοράς στο αναδυόμενο νέοσυντηρητικό στρατόπεδο. Γι’ αυτό ο Χρύσανθος Λαζαρίδης νιώθει οτι δεν έχει να εξηγήσει κάτι στον δημοσιογράφο που τον ρωτούσε, στις αρχές του 2011, για το αν η πορεία του αποκλίνει από το «φυσιολογικό»: «Το 1973 αγωνιζόμουν για “εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία”. Κανένας δεν με είπε τότε μέλος του... “εθνικοπατριωτικού τόξου”! Για τα ίδια αγωνίζομαι όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν... Για τα ίδια και σήμερα. Στην Ελλάδα του μνημονίου και της τρόικας –σε άλλες εποχές, με άλλους όρους– αγωνίζομαι ακριβώς για τα ίδια: για “εθνική ανεξαρτησία” και “λαϊκή κυριαρχία”. Δεν ξέρω αν είναι “φυσιολογικό” αυτό... Πάντως “πολιτικώς ορθό” δεν είναι! Και πολύ το χαίρομαι».8 Στα δύο χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης θα πρέπει να έχει περισσότερους λόγους να χαίρεται: η ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας συγκινεί όλο και μεγαλύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας αλλά και τους πολιτικούς του αντιπάλους – είναι ωραίο να συναντά κανείς παλιούς φίλους και να ανακαλύπτεις πόσα κοινά έχετε ακόμα να μοιραστείτε.

7. David Horowitz, Radical Son: a Generational Odyssey, Touchstone Books, 1997. 8. Άρης Ραβανός: «Χρύσανθος Λαζαρίδης: “δεν είμαι ανεμοδούρας”», εφ. Το Βήμα, 6.2.2011.


[34]

Κυριάκος Μινωτής

Γιατί δεν υπάρχουν συσκευές αντιβαρύτητας και ιπτάμενα αμάξια ή η έρευνα ως αντικείμενο μάρκετινγκ

Κ

υριακή πρωί, φτιάχνω καφέ και αράζω στη βεράντα με το λάπτοπ. Μου έχει στείλει μέιλ ο φίλος μου ότι βγήκε καινούργιο CD από τους Σάρκα, ένα συγκρότημα που άκουγα όταν ήμουν φοιτητής στο Ηράκλειο. Λίγο Google και βλέπω ότι μπορώ να το παραγγείλω ηλεκτρονικά. Τα έξοδα αποστολής για την Ολλανδία όπου μένω δεν είναι απαγορευτικά. Βάζω την πιστωτική μου κάρτα και σε λίγα δευτερόλεπτα μου έρχεται μέιλ επιβεβαίωσης: «Η παραγγελία σας καταχωρήθηκε και θα παραδοθεί σε 6 μέρες». Πίνω λίγο καφέ. «Αυτά είναι», σκέφτομαι. Να κάθεσαι στο μπαλκονάκι σου και να παραγγέλνεις την αγαπημένη σου μουσική από μία χώρα που είναι 4.000 χλμ. μακριά. Μεγάλη τεχνολογία το Ίντερνετ. Φαντάζομαι κάποιον από το 1970 να με παρακολουθεί εκστασιασμένος από την πρόοδο της τεχνολογίας. Μετά το ξανασκέφτομαι. Αυτός ο άνθρωπος θα έχει δει σειρές όπως το Star Trek, ταινίες όπως το 2001 Space Odyssey και θα έχει διαβάσει συγγραφείς σαν τον Ray Brudbury. Τον φαντάζομαι να με ρωτάει: «Του μίλησες του υπολογιστή για να σου κάνει την παραγγελία;»· «Είχε τις εμπειρίες σου εμφυτευμένες και σε ενημέρωσε αυτός για το CD;»· «Το CD θα τηλεμεταφερθεί;». Μετά θα του εξηγούσα ότι ο υπολογιστής αυτός δεν σκέφτεται και δεν μιλάει, έχει όμως αρκετή τεχνολογία για να μπορώ να επικοινωνήσω με ένα κατάστημα στην Ελλάδα και να παραγγείλω ένα CD. Τον φαντάζομαι τελικά να με κοιτάει απογοητευμένος. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του δοκιμίου του D. Graeber, «Of flying cars and the declining rate of profit» (περ. The Baffler: http:// goo.gl/RvbDN). Στο κείμενο έχει προστεθεί η εισαγωγή και ορισμένα στοιχεία σχετικά με την ελληνική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Στο κείμενο δεν γίνεται καμία αναφορά στην οικονομική κρίση, διότι είναι σημαντικό να παρουσιαστούν κάποια πράγματα πέρα από τον παραμορφωτικό πολλές φορές χαρακτήρα της. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ακόμα και σε οικονομικά περιβάλλοντα που δεν μαστίζονται από ύφεση και «κρίση», ο πραγματικός χαρακτήρας του καπιταλισμού είναι πολύ διαφορετικός από τον προοδευτικό και φιλέρευνο που θέλουν να μας παρουσιάσουν. – Κ.Μ.

Πού είναι όλη η τεχνολογία που οραματίστηκε εκείνη η γενιά; Πού είναι όλα αυτά τα θαύματα που θα ήταν απλώς η συνέχεια των εκπληκτικών ανακαλύψεων και επιτευγμάτων που γίνονταν εκείνη την εποχή; Το 1969 πατήσαμε στο φεγγάρι και το 2012 παραγγέλνουμε μουσική μέσω υπολογιστή; Σιγά τα αυγά! Αναλογίζομαι τις τεχνολογικές ανακαλύψεις με τις οποίες βομβαρδιζόταν καθημερινά ο φανταστικός επισκέπτης μου από το παρελθόν. Γενετική, ανακάλυψη του DNA, θεωρία της σχετικότητας, θεωρία της ψυχανάλυσης, κβαντική μηχανική. Όλα αυτά όμως έγιναν μέσα στο ’60 – ακόμα και τα βασικά στοιχεία της τεχνολογίας του Ίντερνετ υπήρχαν ήδη από τότε. Είναι φυσικό οι προσδοκίες του από το μέλλον να είναι κάτι περισσότερο από έναν υπολογιστή που παραγγέλνει CD! Ρηξικέλευθες ιδέες, όπως η τηλεμεταφορά, σήμερα αντιμετωπίζονται με χλεύη: «Υπάρχουν τεράστια φυσικά όρια», «ποτέ δεν πρόκειται να πετύχουμε». Τέτοια αντιμετώπιση όμως είχαν –από συντηρητικούς κυρίως κύκλους– ιδέες όπως οι τηλεπικοινωνίες, τα διαστημικά ταξίδια και η αεροπλοΐα στις αρχές του 20ού αιώνα. Υπήρχαν ακόμα και θεωρητικές προσεγγίσεις που αποδείκνυαν ότι η πτήση μηχανών βαρύτερων από τον αέρα ήταν πρακτικά αδύνατη. Σήμερα η κοινωνία προβάλλει τεράστια πρακτικά εμπόδια σε μεγάλες ιδέες της επιστημονικής φαντασίας. Αυτό εντοπίζεται ακόμα και στα σύγχρονα έργα επιστημονικής φαντασίας τα οποία αναλώνονται κυρίως σε περιγραφή δυστοπιών, όπου το μέλλον είναι ένας χώρος ολοκληρωτισμού, καταπίεσης και τρομοκρατίας, από τον οποίο απουσιάζει η αισιοδοξία για τεράστιες θεμιτές κοινωνικές αλλαγές οι οποίες θα βασίζονται σε επαναστατικές επιστημονικές ανακαλύψεις. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο οραματισμός ενός καλύτερου μέλλοντος μέσω της τεχνολογίας έχει κατασταλεί και αντικατασταθεί από τον φόβο για το τι μας επιφυλάσσει αυτό το μέλλον. Το ερώτημα εδώ είναι πώς ο καπιταλισμός «ρούφηξε» και αυτό το τελευταίο απομεινάρι της φαντασίας μας;


[35]

Ανταγωνιστικότητα, συνεργατικότητα και άλλα εμπόδια στην έρευνα Σίγουρα δεν φταίνε τα φράγκα. Η χρηματοδότηση της έρευνας έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Μπορεί τα ποσοστά της δημόσια επιχορηγούμενης έρευνας να έχουν πέσει κατακόρυφα, αλλά σε απόλυτους αριθμούς και σε πραγματικές αξίες το δημόσιο δίνει πολύ περισσότερα χρήματα για έρευνα απ’ ό,τι το ’60. Ένα επιχείρημα είναι ότι, από αυτά τα λεφτά, ένα μικρό ποσοστό δίνεται σε «βασική έρευνα», δηλαδή σε πειραματικές και ρηξικέλευθες ιδέες, που έχουν μεν μικρή πιθανότητα να ευοδωθούν, αλλά, αν το κάνουν, θα φέρουν κατακλυσμικές αλλαγές στην κοινωνία (π.χ. τηλεμεταφορά). Ακόμα και για αυτές τις ιδέες όμως η χρηματοδότηση είναι σαφώς αυξημένη σε σχέση με το παρελθόν. Η απάντηση ίσως να κρύβεται στη χρηματοδότηση ολιγάριθμων αλλά γιγαντιαίων πρότζεκτ. Ένα από αυτά ήταν η αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Κόστισε τρία δισ. δολάρια και απασχόλησε χιλιάδες επιστήμονες από πέντε διαφορετικές χώρες. Το αποτέλεσμα; Μέχρι στιγμής δεν μας έχει δώσει κάποιο εύρημα που να έχει άμεση επίπτωση στη δημόσια υγεία. Η δημοσιότητα όμως και η εκμετάλλευσή του από πολιτικούς που το επικαλέστηκαν για τη βελτίωση της εικόνας τους («νοιαζόμαστε για την υγεία των πολιτών»), καθώς και το κόστος της εκστρατείας προώθησης, αλλά και διαχείρισης και συντονισμού του επιστημονικού προσωπικού και του εξοπλισμού, έκαναν επιβεβλημένη την ανάγκη να βαδίσουν σε όσο το δυνατόν πιο βατά επιστημονικά μονοπάτια, αποκλείοντας την εφαρμογή και δοκιμή πραγματικά καινοτόμων ιδεών. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολυδιαφημισμένο επιστημονικό πρότζεκτ, το οποίο λειτουργούσε μάλλον ως επικοινωνιακό μέσο πολιτικών και μεγαλοεπιστημόνων και απέκλειε εξ ορισμού την ανακάλυψη πραγματικά επαναστατικών ευρημάτων. Αλλά και στα μικρότερης κλίμακας ερευνητικά πρότζεκτ τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Υπάρχει η εντύπωση ότι η πραγματική έρευνα και ανάπτυξη γίνεται από μικρές εταιρείες της Σίλικον Βάλεϊ που εφαρμόζουν επαναστατικές, αποκεντρωμένες μεθόδους στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Ακόμα και αν αυτές οι εταιρείες είναι πιο πιθανό να παραγάγουν αποτελέσματα, η αλήθεια είναι ότι η έρευνα και η ανάπτυξη εξακο-

λουθεί να άγεται από τεράστια γραφειοκρατικά πρότζεκτ. Αν κάτι έχει αλλάξει βέβαια, είναι η κουλτούρα αυτής της γραφειοκρατίας Σήμερα η έρευνα γίνεται μέσω ενός πολύπλοκου συνονθυλεύματος δημόσιας, πανεπιστημιακής και ιδιωτικής μίξης, το οποίο έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση της εταιρικής λογικής, σκέψης, ορολογίας ακόμα και οργανωτικής δομής σε όλους τους τομείς. Αυτό οδήγησε μεν στη δημιουργία εμπορεύσιμων προϊόντων, αλλά, από την άποψη της πραγματικής έρευνας, τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, στα πανεπιστήμια ΗΠΑ και Βρετανίας, έχουν αυξηθεί σημαντικά οι ώρες που πρέπει να δαπανώνται σε διαχειριστικά ζητήματα, σε βάρος του χρόνου που αφιερώνονται για έρευνα. Σε πολλά πανεπιστήμια, το προσωπικό που απασχολείται στη διαχείριση και στη διοίκηση είναι περισσότερο από το προσωπικό που ασχολείται με την έρευνα. Ακόμα και το προσωπικό που απασχολείται στην έρευνα ξοδεύει τουλάχιστον τον μισό χρόνο του σε διαχειριστικά θέματα. Σε παγκόσμια κλίμακα τα πράγματα δεν είναι και πολύ διαφορετικά. Η αύξηση της διοικητικής και διαχειριστικής δουλειάς έχει οδηγήσει στην εισαγωγή τεχνικών μάνατζμεντ στην έρευνα, οι οποίες έχουν σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και την εισαγωγή της ανταγωνιστικότητας σε όλους τους τομείς, ωστόσο καταλήγουν εντέλει στο να προσπαθούν να «πουλήσουν προϊόντα». Αιτήσεις χρηματοδότησης, αξιολόγηση χρηματοδοτήσεων, αξιολόγηση φοιτητών, αποφοίτων και αξιολόγηση συναδέλφων, διαφημιστικό υλικό για νέα διεπιστημονικά προγράμματα σπουδών, ινστιτούτων, συνεδρίων ακόμα και ολόκληρων πανεπιστημίων (τα οποία πλέον είναι ένα προϊόν το οποίο πρέπει να προωθηθεί σε μαθητές, φοιτητές και χρηματοδότες). Καθώς λοιπόν το μάρκετινγκ υπεισέρχεται στην πανεπιστημιακή καθημερινότητα, μας μιλάει για δημιουργικότητα, για φαντασία, για το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε έξω από τα καθιερωμένα κ.λπ. Για την ακρίβεια, κάνει ακριβώς το αντίθετο: καταπνίγει όποια πραγματικά δημιουργική φωνή τυχαίνει να υπάρχει. Καμία σημαντική κοινωνική θεωρία δεν έχει εμφανιστεί στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Οι κοινωνιολόγοι έχουν υποβιβαστεί στον ρόλο του επιμελητή: γράφουν εκτενείς αναλύσεις πάνω στον Ντελέζ, στον Φουκώ ή στον Μπουρντιέ και


[36]

άλλους φιλοσόφους του ’70, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η επαναστατική σκέψη αυτών των φιλοσόφων θα απορριπτόνταν από τα σύγχρονα πανεπιστήμια. Κάποτε το πανεπιστήμιο ήταν καταφύγιο των εκκεντρικών, των ευφυών και των μη πραγματιστών. Όχι πια. Τώρα είναι ένας χώρος για αυτοαπασχολούμενους που χτίζουν το επιστημονικό ίματζ τους μέσω μάρκετινγκ. Το αποτέλεσμα είναι να παρατηρούμε μια από τις πιο παράξενες αυτοκαταστροφικές τάσεις της ιστορίας. Να ωθεί μία κοινωνία τα εκκεντρικά και ευφυή μέλη της στο περιθώριο, από όπου κάνουν σποραδικά την εμφάνισή τους με τις οξύτατες διαδικτυακές κριτικές τους. Αν αυτά ισχύουν για τις κοινωνικές επιστήμες, όπου η εργασία είναι εκ φύσεως ατομική και δεν απαιτείται μεγάλη χρηματοδότηση, φαντάζεστε τι γίνεται σε επιστημονικούς τομείς όπως π.χ. η αστροφυσική. Όντως ο αστροφυσικός Jonathan Katz προειδοποίησε πρόσφατα τους φοιτητές που σκέφτονται να ασχοληθούν με την επιστήμη: «Ακόμα και αν έχετε περάσει μέσα από τη συνηθισμένη δεκαετή ακαδημαϊκή διαδικασία που απαιτείται για να γίνει κάποιος καθηγητής, δουλεύοντας με τις ιδέες (και τα συμφέροντα) κάποιου άλλου, θα πρέπει να περιμένετε ότι οι καλύτερες και πιο επαναστατικές ιδέες σας θα κατακρεουργηθούν από την υπόλοιπη κοινότητα. Θα σπαταλάτε την ώρα σας γράφοντας αιτήσεις, αντί να κάνετε έρευνα. Ακόμα χειρότερα, οι αιτήσεις σας για χρηματοδότηση κρίνονται από τους ανταγωνιστές σας και έτσι θα πρέπει να σπαταλήσετε το ταλέντο και τις προσπάθειές σας στο να αντιμετωπίζετε την κριτική, παρά για να λύνετε επιστημονικά προβλήματα. Είναι γνωστό ότι οι αυθεντικές ιδέες είναι καταστροφικές για τις αιτήσεις χρηματοδότησης, ακριβώς επειδή δεν έχει αποδειχτεί ότι δουλεύουν». Νομίζω ότι αυτή είναι μία καλή εξήγηση γιατί σήμερα δεν έχουμε συσκευές τηλεμεταφοράς ή παπούτσια αντιβαρύτητας. Η κοινή λογική λέει ότι αν θέλεις να μεγιστοποιήσεις την επιστημονική δημιουργικότητα, τότε βρίσκεις κάποιους έξυπνους ανθρώπους, τους δίνεις ό,τι μέσα χρειάζονται για να βρουν αυτό που έχουν στο μυαλό τους και μετά τους αφήνεις ήσυχους. Οι περισσότεροι δεν θα βρουν τίποτα, αλλά ένας ή δύο κάτι θα βρουν. Από την άλλη, αν θες να ελαχιστοποιήσεις την πιθανότητα εύρεσης καινοτόμων ανακαλύψεων, πες τους ότι δεν θα τους δώσεις τίποτα, εκτός αν

ανταγωνιστούν μεταξύ τους για να σε πείσουν ότι ξέρουν εκ των προτέρων τι θα ανακαλύψουν. Ο Βρετανός οικονομολόγος D. Harvie μας έχει υπενθυμίσει ότι ο όρος ανοικτός κώδικας (open source) δεν είναι κάτι καινούργιο. Η ακαδημαϊκή έρευνα ήταν ανέκαθεν ανοικτή, με την έννοια ότι οι φοιτητές μοιράζονται τις μεθόδους και τα αποτελέσματα. Μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά είναι προς όφελος όλων. Αυτό δεν ισχύει για επιστήμονες που δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, όπου τα ευρήματα διαφυλάσσονται ζηλότυπα. Η εξάπλωση της εταιρικής λογικής στο πανεπιστημιακό περιβάλλον κάνει τους ερευνητές να θεωρούν ιδιωτικά τα αποτέλεσμα της δημοσίως χρηματοδοτούμενης έρευνας και να περιορίζουν την πρόσβαση σε αυτά. Έτσι, ο καλός εννοούμενος επιστημονικός ανταγωνισμός μετατρέπεται σε ένα μόρφωμα που μοιάζει με τον κλασικό ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς. Υπάρχουν πολλές μορφές ιδιωτικοποίησης, μέχρι και το σημείο να εξαγοράζονται και να αποσιωπούνται μη βολικές ανακαλύψεις από μεγάλες εταιρίες που φοβούνται τις οικονομικές συνέπειες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του μανατζερίστικου ήθους είναι ότι αποτρέπει οτιδήποτε αβέβαιο ή παράξενο, ιδίως αν δεν υπάρχουν προοπτικές άμεσου κέρδους. Όλως παραδόξως το Ίντερνετ μπορεί να είναι μέρος αυτού του προβλήματος. Σύμφωνα με τον Neal Stephenson «οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν δουλέψει σε εταιρικό ή πανεπιστημιακό περιβάλλον έχουν εμπειρίες παρόμοιες με την εξής: Μερικοί μηχανικοί κάθονται σε ένα δωμάτιο, δοκιμάζοντας διάφορες ιδέες. Στη συζήτηση προκύπτει μια ιδέα που φαίνεται να έχει καλές προοπτικές. Τότε κάποιος γκουγκλάρει την ιδέα και λέει ότι αυτή η “νέα” ιδέα είναι στη πραγματικότητα παλιά ή τουλάχιστον κάτι παρόμοιο έχει ξαναγίνει. Αν η παλιά ιδέα είχε αποτύχει, τότε κανένας μάνατζερ δεν θα ρισκάρει τη δουλειά του προσπαθώντας να αναβιώσει μια αποτυχημένη ιδέα. Αν η ιδέα είχε πετύχει, τότε το πιο πιθανό είναι να έχει πατενταριστεί και να είναι πρακτικά άχρηστη, αφού η νομοθεσία προστατεύει τον ιδιοκτήτη της πατέντας και δημιουργεί πολλά προβλήματα σε όποιον προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει έστω και μία παραλλαγή της. Υπάρχουν εκατομμύρια καλές ιδέες που απορρίφτηκαν με αυτόν τον τρόπο». Αυτό το κυρίαρχο γραφειοκρατικό πνεύμα υπάρχει σε όλους τους το-


[37]

μείς της πνευματικής δημιουργίας. Έρχεται περιτυλιγμένο με μια γλώσσα που περιέχει έννοιες όπως «δημιουργία», «καινοτομία» και «επιχειρηματικότητα». Όμως η γλώσσα αυτή στερείται νοήματος. Όταν οι Ρώσοι έστελναν τον Άρμστρονγκ στη Σελήνη Ένα καλό ερώτημα είναι γιατί παρατηρούμε αυτή την επιβράδυνση της επιστημονικής δημιουργίας από το ‘70 και μετά; Την απάντηση θα πρέπει να την αναζητήσουμε στους τεράστιους κρατικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς των αρχών του 20ού αιώνα. Από τον αγώνα για το ποιος θα περάσει πρώτος τη Μάγχη με εναέριο μέσο, ποιος θα κατασκευάσει την πρώτη ατομική βόμβα και ποιος θα ηγηθεί της κούρσας του διαστήματος, η έρευνα ήταν μονόδρομος για την επικράτηση ενός καθεστώτος. Ερευνητές που επιλέγονταν με κριτήρια την ευφυΐα, τις γνώσεις και την… αφοσίωσή τους στην κυβέρνηση απολάμβαναν απόλυτη ελευθερία ως προς τις μεθόδους που μπορούσαν να ακολουθήσουν και τις ιδέες που θέλανε να υλοποιήσουν. Έπαιρναν λευκή επιταγή ως προς τους πόρους και περιορίζονταν μόνο από τη φαντασία τους. Δεν πρέπει να μας ξενίζει ότι η σημερινή δυτική τεχνολογία δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο σε κάποιο υπόγειο κρατικό εργαστήριο με μυστική χρηματοδότηση από εσωστρεφείς επιστήμονες, παρά από κάποιο γκλάμουρ ερευνητικό ίδρυμα, με ερευνητές-γιάπηδες και ανοικτές χρηματοδοτήσεις. Εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε τι εννοούμε με την έννοια «τεχνολογία». Μιλάμε για ανακαλύ-

ψεις όπως οι υπολογιστές, η ηλεκτρονική, οι δορυφόροι, οι τηλεπικοινωνίες, η κβαντομηχανική και η μηχανολογία. Πρόσφατες ανακαλύψεις, όπως τα κινητά τηλέφωνα με οθόνες αφής, τα mp3 players, το GPS, είναι άμεσες και το κυριότερο εμπορεύσιμες εφαρμογές των προηγούμενων τεχνολογιών. Σίγουρα δεν ανοίγουν κάποιο νέο κεφάλαιο στους τομείς της φυσικής ή της χημείας. Μετά την πλήρη επικράτηση της Αμερικής στην κούρσα του διαστήματος, έπαψαν να υπάρχουν και οι τεχνολογικοί ανταγωνισμοί που έτρεφαν τα κυρίαρχα καθεστώτα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ότι, χωρίς τον ανταγωνισμό του διαστήματος, η Αμερική δεν θα είχε κατακτήσει ποτέ τη Σελήνη. Από τότε λοιπόν η έρευνα έπαψε να είναι μονόδρομος για την πολιτική επικράτηση και πέρασε στον ιδιωτικό τομέα, υπό τον έλεγχο του γραφειοκρατικού εταιρικού καπιταλισμού. Οι Αμερικάνοι όμως δεν θέλουν να σκέφτονται τους εαυτούς τους ως ένα κράτος γραφειοκρατών (ακριβώς το αντίθετο), αλλά αν πάψουμε να θεωρούμε τη γραφειοκρατία ως ένα φαινόμενο που ξεκινάει από το κράτος, θα δούμε ότι οι ΗΠΑ είναι ένας τεράστιος γραφειοκρατικός μηχανισμός. Η τελική νίκη επί της ΕΣΣΔ δεν οδήγησε στην κυριαρχία της αγοράς, αλλά εδραίωσε την κυριαρχία της συντηρητικής διευθυντικής ελίτ και της γραφειοκρατίας των μεγάλων εταιρειών, οι οποίες χρησιμοποιούν την ιδεολογία της ανταγωνιστικής και διαφημιστικής λογικής για να καταπατήσουν οτιδήποτε εμπεριέχει επαναστατικές ερευνητικές προδιαγραφές.


[38]

Η Ελλάδα καινοτομεί σε μία Ενωμένη Ευρώπη Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αντιληφθεί από τη δεκαετία του ’80 ότι υστερούσε πάρα πολύ σε βιομηχανία και τεχνολογία σε σχέση με την Αμερική και κάποιες ασιατικές χώρες. Εντόπισε ότι ένας λόγος για αυτό ήταν οι «επιστημονικοί παράδεισοι» που πρόσφεραν γη και ύδωρ σε ταλέντα από όλον τον κόσμο. Για να σταματήσει αυτή την επιστημονική αιμορραγία, δημιούργησε ένα σύστημα που το ονομάζει «πρόγραμμα-πλαίσιο». Το σύστημα αυτό στην ουσία διανέμει ερευνητικά πρότζεκτ σε διάφορα ιδρύματα της Ευρώπης φροντίζοντας σε κάθε πρότζεκτ να συμπεριλαμβάνονται ιδρύματα από πολλές χώρες. Ο σκοπός είναι να τονίσει τη συνεργασία μεταξύ των χωρών με σκοπό τη σύσφιξη των σχέσεων για τη δημιουργία νέας τεχνολογίας. Δεδομένης όμως της έλλειψης βιομηχανίας για να κατευθύνει αυτή την τεχνολογία, οι άξονες του προγράμματος αυτού ορίζονται από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των Βρυξελλών. Εκεί δημιουργήθηκαν φιλόδοξα ερευνητικά προγράμματα τα οποία είναι κακέκτυπα ερευνητικών τάσεων που υπάρχουν στην Αμερική με διαφορά φάσης 2 έως 5 χρόνων – και το χειρότερο, δεν είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις καμία σχέση με τις ανάγκες για τεχνολογία της ευρύτερης ευρωπαϊκής κοινωνίας. Έτσι βλέπουμε να χρηματοδοτούνται πρότζεκτ με πολύ ασαφές περιεχόμενο, γεμάτα ακαδημαϊκές αερολογίες, όπως «σημασιακός ιστός», «αυτοματοποιημένη, ευφυής πλοήγηση», «γενετική παρακολούθηση», «ενοποίηση εταιρικών υπηρεσιών» κ.ά. Το κάθε ερευνητικό ίδρυμα υλοποιεί τα πρότζεκτ σύμφωνα με τον τρόπο που μεταφράζουν οι εκά-

στοτε ερευνητές αυτό το αντικείμενο, δημοσιεύουν άρθρα σε περιοδικά που κρίνονται από συνάδελφους τους, ενώ το συνολικό πρότζεκτ κρίνεται από επιτρόπους της ίδιας της ΕΕ. Τόσο η κρίση που γίνεται από τα επιστημονικά περιοδικά και τα συνέδρια, όσο και η κρίση που γίνεται από τους επίτροπους, είναι ένας εσωτερικός μηχανισμός που αρέσκεται να αυτοεπιβεβαιώνεται και να κινείται ώστε να εγκριθεί η χρηματοδότηση του «επόμενου μέρους του πρότζεκτ». Απ’ όλα αυτά, η κοινωνία δεν αποκομίζει κανένα απολύτως όφελος. Ακόμα και αν προκύψει μια καλή και χρήσιμη τεχνολογία, δεν υπάρχει σχέδιο για την ένταξή της σε ένα δημόσιο οργανισμό ώστε να επωφελούνται οι πολίτες. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο, βγαίνει μια «πιλοτική» έκδοση σε ημιλειτουργικό επίπεδο, η συντήρηση της οποίας σταματάει όταν σταματάει και το πρότζεκτ, με συνέπεια η όποια εγκατάσταση να φθίνει και να εξαφανίζεται σταδιακά. Έτσι με μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βρούμε δημοσιεύσεις σε εφημερίδες για πολλές εκπληκτικές τεχνολογίες που βγήκαν από κάποιο ερευνητικό ίδρυμα και ενσωματώθηκαν σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Θα διαβάσουμε για το τεράστιο κόστος της, θα δούμε χαμογελαστές φωτογραφίες δημάρχων, βουλευτών και καθηγητών, αλλά, αν πάμε να τη χρησιμοποιήσουμε, σίγουρα θα απογοητευτούμε από την προχειρότητα – αν βέβαια εξακολουθεί να υπάρχει. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ερευνητές ξοδεύουν τον χρόνο τους στην τεράστια γραφειοκρατία που απαιτείται ώστε να συντονιστούν δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί, ερευνητικά ιδρύματα από πολλές χώρες με διαφορετικά συστήματα διοίκησης και την έτσι και αλλιώς υπερβολική γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Στον λίγο ελεύθερο χρόνο που τους απομένει, συνήθως διαμορφώνουν κάποια υπάρχουσα δουλειά στις έτσι και αλλιώς ασαφείς απαιτήσεις του πρότζεκτ. Τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτή η δουλειά δίνεται σε φοιτητές μεταπτυχιακούς και μη. Έτσι οι ερευνητές γίνονται διαχειριστές σκόρπιων εργασιών που προσπαθούν να τις «παραχώσουν» στα παραδοτέα του τάδε πρότζεκτ, γράφοντας μακροσκελείς αναφορές για το πόσο υπέροχη και καινοτόμα είναι η προσέγγισή τους, χρησιμοποιώντας ένα ακαδημαϊκό λεξιλόγιο γεμάτο με ορολογία κενή περιεχομένου. Είναι σημαντικό να αντιπαραβάλουμε εδώ τις


[39]

πραγματικές απαιτήσεις που έχει η ελληνική κοινωνία από μια επιστημονική κοινότητα, την οποία άλλωστε αυτή συντηρεί. Από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υλικά και τακτικές εξοικονόμησης ενέργειας διαμορφωμένες στο κλίμα της Ελλάδας, διαχείριση υδάτινων πόρων, διαχείριση καλλιεργειών, κτηνοτροφίας και αλιείας, έρευνα για κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, συστήματα εξυπηρέτησης πολιτών σε απομακρυσμένες κοινότητες, συστήματα για έγκαιρη αντιμετώπιση πυρκαγιών και φυσικών καταστροφών. Εκτός βέβαια από τα κλασικά που χρειάζεται κάθε σύγχρονο κράτος, όπως εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και υγείας. Σε όλα τα παραπάνω παρατηρούμε το οξύμωρο να υπάρχουν πολλά μικρά και μεγάλα ερευνητικά ιδρύματα που να ειδικεύονται σε αυτά, αλλά όταν πρόκειται να δοθούν εκατομμύρια για την αγορά κάποιου συστήματος ή για την υλοποίηση κάποιου έργου, αρχίζει ένα πάρτι από ιδιωτικές εταιρείες που, με τελείως αμφίβολους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, αναλαμβάνουν την έρευνα, τη μελέτη, την εγκατάσταση και την υλοποίηση, παραμερίζοντας τελείως τα ντόπια ερευνητικά ιδρύματα. Αξίζει να εστιάσουμε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στην Ελλάδα υπάρχουν 13 τμήματα ΤΕΙ και ΑΕΙ που ασχολούνται μόνο με την ενέργεια και το περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, τον τελευταίο καιρό είμαστε μάρτυρες ενός χορού δισεκατομμυρίων, όπου ιδιωτικές εταιρείες, μαζί με βουλευτές, επιχειρηματίες και ντόπια συμφέροντα, μάχονται για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων αμφίβολης απόδοσης και τεράστιου περιβαλλοντικού κόστους που κινούνται στα όρια της νομιμότητας (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πάρτι δισεκατομμυρίων που παίζεται στην Κρήτη με τα αιολικά πάρκα: βλ. http://goo.gl/cepAz). Την ίδια ώρα, τα ντόπια ερευνητικά ιδρύματα, εφησυχασμένα με τα ψίχουλα από τα προγράμματα της ΕΕ, αναλώνονται σε άσχετα αντικείμενα, αποκομμένα από τις έστω και μακροπρόθεσμες ανάγκες της κοινωνίας. (Τι κάνει άραγε το ΤΕΙ Κρήτης γι’ αυτό; Μα μελετάει την πυρηνική ανάφλεξη με χρήση laser φυσικά! Βλ. http:// goo.gl/T8OyI.) Θυμίζουν περισσότερο ένα μικρό παιδί που οι μεγάλοι του έχουν δώσει ένα παιχνιδάκι ώστε να απασχολείται την ώρα που αυτοί ασχολούνται με «σοβαρά θέματα». Στον τομέα της δημόσιας διοίκησης υπάρχουν

σαράντα(!) τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ, κάποια από τα οποία μάλιστα ειδικεύονται στην ανάπτυξη λογισμικού και ηλεκτρονικών λύσεων για την υγεία και τη διοίκηση. Επίσης ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας, το ΙΤΕ, έχει ειδικό τμήμα για την υγεία και τις ιατρικές υπηρεσίες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανένα από τα λογισμικά που αναπτύσσουν όλα αυτά τα ιδρύματα δεν έχει χρησιμοποιηθεί από το κράτος. Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι οι εφορίες έχουν το TAXIS και η δημόσια διοίκηση το CAPA – και τα δύο προϊόντα της Ιντρακόμ. Τα νοσοκομεία δεν φημίζονται για τη μηχανοργάνωσή τους, αλλά όπου αυτή υπάρχει θα πρόκειται όλως περιέργως για προϊόντα της Siemens που τρέχουν λογισμικό της Ιντρακόμ. Ένα τελευταίο παράδειγμα είναι τα τμήματα γεωργικής παραγωγής και ανάπτυξης. Έχουμε δέκα τμήματα γεωπονίας, γεωργίας, γεωλογίας και γεωτεχνολογίας. Όλη όμως η αγροτική πολιτική της Ελλάδας κανονίζεται από την ΕΕ και τις Κοινές Αγροτικές Πολιτικές. Αποτέλεσμα; Η παραγωγή μειώνεται, το έλλειμμα εισαγωγών-εξαγωγών των αγροτικών προϊόντων αυξάνεται και πολλοί αγρότες παρατάνε τις καλλιέργειές τους και επιβιώνουν με επιδοτήσεις αμφίβολης διάρκειας (βλ. http://goo.gl/jCRwk). Και αν στην περίπτωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής μιλάμε για «καθαρόαιμη» κρατική γραφειοκρατία, στις υπόλοιπες περιπτώσεις σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανοικτή αγορά», «υγιή ανταγωνισμό» και «έρευνα ορμώμενη από ανάγκες της κοινωνίας η οποία μετατράπηκε σε προϊόν προς όφελος του καταναλωτή». Περισσότερο μιλάμε για ένα συνονθύλευμα από εταιρείες, ΜΜΕ, πολιτικούς και


[40]

τοπικούς άρχοντες που απλώς... επιδίδονται στο συνηθισμένο φαγοπότι. Το σύστημα επικοινωνίας, η ορολογία και οι αξίες που έχουν αναπτύξει μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν μια νέα μορφή γραφειοκρατίας. Τεχνολογία έξω και πέρα από τον καπιταλισμό Αν δεν παρατηρούμε ότι ζούμε σε μια γραφειοκρατική κοινωνία είναι επειδή οι γραφειοκρατικές νόρμες και πρακτικές έχουν εισχωρήσει τόσο πολύ που δεν μπορούμε να τις δούμε ή ακόμα χειρότερα δεν μπορούμε να φανταστούμε τους εαυτούς μας να λειτουργούν διαφορετικά. Όπως και οι ανακαλύψεις νέων μορφών βιομηχανικών αυτοματισμών τον 18ο και 19ο αιώνα είχαν την παράδοξη συνέπεια ότι οδηγούσαν όλο και περισσότερους εργάτες στη βιομηχανική εργασία, έτσι και η πληροφορική και το Ίντερνετ, παρόλο που σχεδιάστηκαν για να μας απαλλάξουν από τις διαχειριστικές εργασίες, μας μετέτρεψαν σε εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης σε διαχειριστικές δουλειές. Όπως οι ερευνητές θεωρούν αναπόφευκτο να αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε διαχείριση αιτήσεων, έτσι και οι νοικοκυρές θεωρούν φυσικό να αφιερώνουν βδομάδες για να συμπληρώνουν αιτήσεις για να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Όλοι μας ξοδεύουμε όλο και περισσότερο χρόνο να εισαγάγουμε κωδικούς για να διαχειριζόμαστε λογαριασμούς πιστωτικών καρτών και να μαθαίνουμε να κάνουμε δουλειές που παλιά γινόταν από μεσίτες, ταξιδιωτικούς πράκτορες και λογιστές. Σε αυτό το τελευταίο, βαρετό τμήμα του καπιταλισμού, κινούμαστε από ποιητικές τεχνολογίες σε γραφειοκρατικές τεχνολογίες. Ποιητικές τεχνολογίες ονομάζω τη χρήση λογικών και τεχνικών μέσων ώστε να υλοποιούμε τις πιο τρελές φαντασιώσεις μας. Με αυτόν τον ορισμό οι ποιητικές τεχνολογίες είναι τόσο παλιές όσο ο πολιτισμός. Ο Lewis Mumford είπε ότι οι πρώτες σύνθετες μηχανές αποτελούνταν από ανθρώπους. Οι Αιγύπτιοι Φαραώ ήταν ικανοί να χτίζουν πυραμίδες επειδή ήταν ειδικοί στις διαχειριστικές διαδικασίες. Ανέπτυξαν γραμμές παραγωγής, διαιρώντας πολύπλοκες διεργασίες σε απλές λειτουργίες και αναθέτοντας καθεμιά σε μία ομάδα από εργάτες. Η τεχνολογία τους ωστόσο δεν ήταν πιο πολύπλοκη από τον λοστό και τον μοχλό. Η διαχειριστική επόπτευση μετέτρε-

ψε έναν όχλο από γεωργούς σε γρανάζια μιας τεράστιας μηχανής. Πολύ αργότερα, όταν είχαν ανακαλυφθεί τα γρανάζια, οι πολύπλοκες μηχανές εμπεριείχαν στον σχεδιασμό τους τις βασικές αρχές οργάνωσης του ανθρώπινου δυναμικού. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε δει αυτές τις μηχανές να χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση απίστευτων φαντασιώσεων: καθεδρικών ναών, διαστημοπλοίων, διηπειρωτικών σιδηρόδρομων. Σίγουρα αυτές οι ποιητικές τεχνολογίες έκρυβαν κάτι τρομερό μέσα τους. Η ποίηση μπορεί να εμπεριέχει καταχθόνιους σκοπούς ή τη χάρη της απελευθέρωσης. Αλλά η διαχειριστική τεχνική υπηρετούσε ανέκαθεν κάποιο φαντασιακό σκοπό. Υπό αυτήν την έννοια, όλα εκείνα τα τρελά σοβιετικά σχέδια, ακόμα και αν δεν πραγματοποιούνταν ποτέ, σημάδεψαν τη κορύφωση των ποιητικών τεχνολογιών. Αυτό που ζούμε τώρα είναι το αντίθετο. Δεν είναι ότι δεν ενθαρρύνεται ο οραματισμός, η δημιουργικότητα και οι τρελές φαντασιώσεις, αλλά ότι οι περισσότερες μένουν μετέωρες. Δεν υπάρχει καν η πρόφαση ότι μπορούν να υλοποιηθούν. Το μεγαλύτερο και πιο δυνατό έθνος της ιστορίας λέει τις τελευταίες δεκαετίες στους πολίτες του ότι δεν πρέπει πια να στοχάζονται φανταστικά συλλογικά εγχειρήματα, ακόμα και αν η μοίρα της Γης εξαρτάται από αυτά. Ποιες είναι οι πολιτικές επιπτώσεις των παραπάνω; Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξανασκεφτούμε μερικές από τις βασικές παραδοχές για τη φύση του καπιταλισμού. Μία είναι ότι ο καπιταλισμός ταυτίζεται με την αγορά, άρα και τα δύο είναι εχθρικά στη γραφειοκρατία, η οποία θεωρείται ότι είναι δημιούργημα του κράτους. Η άλλη είναι ότι ο καπιταλισμός από τη φύση του προωθεί την τεχνολογία. Φαίνεται ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς, μέσα στον ενθουσιασμό τους για τη βιομηχανική επανάσταση των ημερών τους, έκαναν λάθος σε αυτό. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς: είχαν δίκιο όταν επέμεναν ότι η εκμηχάνιση της παραγωγής θα κατέστρεφε τον καπιταλισμό, είχαν όμως άδικο όταν προέβλεπαν ότι ο ανταγωνισμός της αγοράς θα ωθούσε τους εργοστασιάρχες να μηχανοποιήσουν την παραγωγή τους ούτως ή άλλως. Αυτό δεν συνέβη επειδή ο ανταγωνισμός της αγοράς δεν είναι τόσο σημαντικός για τον καπιταλισμό όσο υπέθεταν. Αν μη τι άλλο, η τρέχουσα μορφή του καπιταλισμού, όπου ένα μεγάλο μέρος του ανταγωνισμού φαίνεται να


[41]

έχει τη μορφή εσωτερικού μάρκετινγκ από ημιμονοπωλιακές επιχειρήσεις θα τους εξέπληττε. Οι υποστηρικτές του καπιταλισμού διατυπώνουν τρεις γενικούς ιστορικούς ισχυρισμούς: Πρώτον, ότι έχει φέρει ραγδαία επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο. Δεύτερον, ότι όσο πλούτο και αν αποκτήσει μια μειονότητα, το αποτέλεσμα είναι η αύξηση της συνολικής ευημερίας. Τρίτον, ότι αυτό δημιουργεί έναν πιο ασφαλή και δημοκρατικό κόσμο για όλους. Είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός δεν κάνει πλέον τίποτα από τα παραπάνω. Στην πραγματικότητα, πολλοί από τους υποστηρικτές του εγκαταλείπουν την άποψη ότι είναι ένα καλό σύστημα και υποστηρίζουν ότι είναι το μόνο εφικτό ή τουλάχιστον το μόνο εφικτό για μια πολύπλοκη κοινωνία όπως η δική μας. Αλλά πώς κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι υπάρχουσες οικονομικές δομές είναι και οι μόνες που θα είναι για πάντα βιώσιμες σε οποιοδήποτε μελλοντική τεχνολογική κοινωνία; Απόψεις σχετικά με το αναπόφευκτο του καπιταλισμού πρέπει να βασίζονται σε κάποιο είδος τεχνολογικού ντετερμινισμού. Για αυτό τον λόγο, εάν ο σκοπός του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι να δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο κανένας να μην πιστεύει ότι μπορεί να υπάρχει κάποιο άλλο λειτουργικό οικονομικό σύστημα, τότε πρέπει να καταστείλει όχι μόνο οποιαδήποτε άλλη ιδέα ενός ευτυχισμένου μέλλοντος, αλλά και οποιοδήποτε ριζικά διαφορετικό τεχνολογικό μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, εδώ υπάρχει μία αντίφαση. Οι υποστηρικτές του καπιταλισμού φαίνεται να μην μπορούν να μας πείσουν ότι οι τεχνολογικές αλλαγές έχουν πάψει, αφού αυτό θα σήμαινε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι προοδευτικός. Όχι, θέλουν να μας πείσουν ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι συνεχόμενη, ότι όντως ζούμε σε μια εποχή θαυμαστή, αλλά τα θαύματα παίρνουν τη μορφή μέτριων βελτιώσεων (το τελευταίο iPhone!), φημών για επικείμενες εφευρέσεις (άκουσα ότι σύντομα θα βγάλουν ιπτάμενα αμάξια!), σύνθετων τρόπων να μπερδεύεται η πληροφορία με τη φαντασία, καθώς και ακόμα πιο πολύπλοκες φόρμες για τη συμπλήρωση αιτήσεων. Δεν θέλω να υπονοήσω ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός (ή οποιοδήποτε άλλο σύστημα) μπορεί να είναι επιτυχημένος από αυτή την άποψη. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα της προσπάθειας να πείσεις τον κόσμο ότι προωθείς την τεχνολογική

πρόοδο, ενώ στην πραγματικότητα την καθυστερείς. Οι ΗΠΑ, με τις παρακμάζουσες υποδομές, την παραίτηση μπροστά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και την εγκατάλειψη των επανδρωμένων διαστημικών αποστολών, την ίδια στιγμή που η Κίνα επιταχύνει τις δικές της, δεν τα πηγαίνει και τόσο καλά στον τομέα των δημοσίων σχέσεων. Δεύτερον, ο ρυθμός της αλλαγής δεν μπορεί να αναχαιτίζεται εσαεί. Επαναστατικές ανακαλύψεις θα συμβαίνουν πάντα. Οι άβολες ανακαλύψεις δεν μπορούν να κρύβονται για πάντα. Άλλα, λιγότερο γραφειοκρατικά μέρη του κόσμου ή τουλάχιστον με γραφειοκρατίες όχι τόσο εχθρικές στη δημιουργική σκέψη, σταδιακά αλλά σταθερά θα αποκτήσουν τους απαραίτητους πόρους για να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους. Το Ίντερνετ παρέχει όντως ευκαιρίες για συνεργασίες που μπορούν να σπάσουν τα φράγματα. Πότε θα έρθει η επανάσταση; Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ίσως η τρισδιάστατη εκτύπωση να κάνει αυτό που υποτίθεται ότι θα έκαναν τα εργοστάσια με ρομπότ. Ή ίσως να είναι κάτι άλλο. Αλλά σίγουρα θα συμβεί. Για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε σίγουροι: ότι αυτό δεν θα συμβεί μέσα στο πλαίσιο του σύγχρονου εταιρικού καπιταλισμού ή οποιασδήποτε άλλης μορφής καπιταλισμού. Για να ξεκινήσουμε να εγκαθιστούμε θόλους στον Άρη, πόσο μάλλον για να αναπτύξουμε τα μέσα για να μάθουμε εάν υπάρχουν εξωγήινοι πολιτισμοί, πρέπει να συλλάβουμε ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα. Είναι άραγε υποχρεωτικό το σύστημα να πάρει τη μορφή μιας νέας μαζικής γραφειοκρατίας; Όχι, η αρχή μπορεί να γίνει μόνο με τη διάλυση των υφιστάμενων γραφειοκρατικών δομών. Αν θέλουμε να εφεύρουμε ρομπότ για να πλένουν τα ρούχα μας, τότε θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι αυτό που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό θα βασίζεται σε μια πολύ πιο ισότιμη κατανομή του πλούτου και της εξουσίας. Μόνο τότε η τεχνολογία θα μπορεί να καθορίζεται από τις ανθρώπινες ανάγκες. Αυτός είναι ο καλύτερος λόγος να απαλλαγούμε από το μακρύ χέρι των γιάπηδων και των διευθυνόντων συμβούλων, να απελευθερώσουμε τις φαντασιώσεις από τις οθόνες στις οποίες αυτοί οι άνθρωποι τις κρατούσαν φυλακισμένες και να αφήσουμε τη φαντασία μας να γίνει ξανά η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ιστορίας.


[42]

Λαυρέντης Ανδρέου

Τα «παιδιά» είναι παιδιά

Τ

α «παιδιά» κάτω στις πίστες μιας shoot’ em up κοινωνικής ερήμου κυνηγάνε τους μικροαστούς. Αυτού του είδους η επαναστατικότητα, μια μίξη υπερ-ατομικιστικού εφηβικού θυμού, λαχτάρας για το ζην επικινδύνως και αρχάριου νιτσεϊσμού για αριστούχους gamers, μπορεί να καταλήξει σε ένα σωρό επιλογές αισθητικής περιφοράς του εαυτού: ένα «παιδί» μπορεί να γίνει σκεϊτμπορντάς, γκραφιτάς, κυνικός και χιουμορίστας μπλαζέ-διανοούμενος, ερωτιάρης ανηθικολόγος των φοιτητικών καφενείων, υπαινικτικά σοφός ψευδοκαταθλιπτικός, dj για μουσικά προχωρημένους, ψυχεδελικό ρετρο-φρικιό, ποιητήςμιμητής των μπίτνικ σε περιοδικά που βγάζουν πάντα έως δύο τεύχη, μεταπτυχιακός φοιτητής πολιτισμικών σπουδών, backpacker-ταξιδιώτης στην Παταγονία και τον Γάγγη, διάκονος της εναλλακτικής ιατρικής, μόνιμα προσαχθείς μπακουνικός, πεισματικά αλληλέγγυος, μάγειρας συλλογικής κουζίνας, hacker ή troll, συλλέκτης αντιασφυξιογόνων μασκών και πορνογραφικών εγχειριδίων για το αντάρτικο δωματίου. Ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Όμως, αν η τύχη τα φέρει έτσι, κάποιο «παιδί» μπορεί να πάρει έναν δρόμο ακόμη πιο υπέρπραγματικό. Μπορεί να επιλέξει για ammunition, πραγματικά πυρά. Στο κουρμπέτι, μπορεί να αγοράσει κουμπούρια με ευρώ, με την ίδια ευκολία που παίρνει laser beams και δίνει hydrogen grenades στην άψογη εικονική ανταλλακτική οικονομία ενός game κατάκτησης του κόσμου. Μπορεί να εξυψώσει στο βάθρο της ανιστορικής του λατρείας μορφές όπως η Ουλρίκε Μάινχοφ, και να δει τα λευκά κελιά ως μια καλή διέξοδο ηρωικής αυτοτιμωρίας. Αυτός ο υπερβολικός αισθητισμός μπορεί να πνίξει ένα «παιδί» αν δεν δράσει. Σε αυτή την παραζάλη εφηβικού αισθητισμού, τα μέσα της ατομικής ικανοποίησης είναι σημαντικότερα από τον σκοπό. Οι ηδονές της αδρεναλίνης: καμουφλάζ, πλαστές ταυτότητες, ανάμιξη με τον ποινικό υπόκοσμο, ληστείες τράπεζας, full

face, καλάζνικοφ και Scorpion. Κι όλα τούτα με σκοπό την ηχηρή έκρηξη μιας κατσαρόλας πλάι σε ένα κατάστημα με εσώρουχα, στην Πατησίων, ή (ο κολοφώνας του σκοπού), σε ένα mall, όπου τριγυρνάνε «αλλοτριωμένα» πιτσιρίκια με απαλλοτριωμένο, από την κρίση, χαρτζιλίκι. Ασφαλώς, στο μεσοδιάστημα μπορούν να συμβούν ένα σωρό «ατυχήματα». Αν δεν δεις με τα μάτια σου ένα ρακοσυλλέκτη να σπαρταράει από θραύσματα χύτρας επαναστατικής ταχύτητας, αν δεν δεις μια έγκυο να καίγεται από τα φυτίλια που βάζεις στα θεμέλια του «κράτους», αν δεν δεις έναν οικοδόμο να κείται στο οδόστρωμα από την επαναστατική σου έφοδο εναντίον των «προβάτων του Κόμματος», δεν μπορείς ποτέ να είσαι βέβαιος. Μα, θα αντιτείνει «το παιδί», κλαψουρίζοντας, δεν το «θέλησα» αυτό. Εδώ είναι ο κόμπος: γιατί το «τι θέλει το παιδί», θα έπρεπε να είχε πάψει προ πολλού να είναι ο μοναδικός δείκτης του κόσμου του, ακόμη κι αν η σχεδόν ομόηχη φράση «ό,τι θέλει το παιδί», υπήρξε ενδεχομένως το σύμβολο του θιάσου ναρκίσσων, οι οποίοι το κανάκεψαν. Ανάμεσα στο τι θέλεις, το τι κάνεις και το ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της πράξης σου, μεσολαβεί ένας ολόκληρος, σαρκωμένος κόσμος από σκέψεις, ιδέες, μάζες, τάξεις, ιδεολογίες, εμπόδια, στόχους, ανθρώπους, ζωές, θανάτους, ιστορίες και Ιστορία, αγώνες και συμβιβασμούς, στρατηγήματα και ματαιωμένα πλάνα. Μεσολαβούν οι συναρπαστικές και δραματικές εκείνες αντιφάσεις που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από μια αχόρταγη μωρουδιακή θέληση. Η υπερπραγματικότητα της εφηβικής επαναστατικής παιχνιδο-βίας συναντάται μοιραία και συγκρούεται με την πολυσχιδή, υλικότατη βία του κράτους. Ο άνδρας της αντιτρομοκρατικής, αυτό το παραφουσκωμένο τέρας με την πολεμική εξάρτυση, που βαδίζει σαν καβούρι με τρίκιλα βαράκια στις δαγκάνες του, μοιάζει πράγματι με Robocop (ως εδώ καλά, κάποια ψήγματα κινηματογραφικής υπερπραγματικότητας δικαιώνουν την αισθητικό-


[43]

τητα της διαμάχης), αλλά αν ανοίξει το στόμα του –τι έκπληξη!– ξεστομίζει κάποιες αυθεντικά επαρχιώτικες βρισιές, μερικά ακατανόητα βελβεντοειδή μπινελίκια, που δεν μοιάζουν καθόλου με τη μεταλλική φωνή ενός terminator. Ο ίδιος τύπος –ή οι συνάδελφοί του– διψούν να δίνουν σφαλιάρες και γουστάρουν «ξύλο», γενικώς. Αυτοί οι επαγγελματίες ρέκτες της κλωτσοπατινάδας μπουζουριάζουν το «παιδί» στο άψε-σβήσε, το καθίζουν σε μια καρέκλα δεμένο πισθάγκωνα με χειροπέδες και το κάνουν μαύρο στο ξύλο. Έπειτα, φέρνουν το «παιδί» ενώπιον της Δικαστικής Αρχής. Ούτε λόγος για δικαστή Dredd, εδώ. Ένας τυπικός ανακριτής που έχει βαρεθεί να προσάγουν ενώπιόν του κατακάθια του κοινωνικού χάους: τσιγγάνους χασισοποπωλητές, χουλιγκάνους, μαχαιροβγάλτες της νύχτας, επιχειρηματίες που χρωστάνε ΦΠΑ. Κι ένας εισαγγελέας που, έχοντας απόσχει από τα καθήκοντά του για μήνες, «αγωνιζόμενος» ενάντια στο κόψιμο του μισθού του, ασκεί ποινικές διώξεις, επιλέγοντας ανάμεσα σε εκατοντάδες διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας (η αίσθηση ότι πατάσσει τρομοκράτες είναι τουλάχιστον μια κάποια αναπλήρωση για το κομμένο τμήμα του μισθού του). Ανακριτής και εισαγγελέας δεν δίνουν πάντως δεκάρα για την αισθητική ηρωολατρεία του επαναστάτη, που το «παιδί» θέλει να πλάσει για τον εαυτό του. Για εκείνους είναι ένας ακόμη επικίνδυνος κωλοπαιδαράς, την ίδια ώρα που το «παιδί» (αυτό κι αν δείχνει δύναμη θέλησης κόντρα στην πραγματικότητα!) τους αντιμετωπίζει σαν να ήταν στρατοδίκες του εμφυλίου. Από τις πλαστικοποιημένες ταυτότητες με τις οποίες νοίκιασε τη γιάφκα, το «παιδί» κατασκευάζει τώρα την υπέρτατη πλαστή ταυτότητα: «αιχμάλωτος πολέμου». Πρέπει να είμαστε δίκαιοι, ωστόσο, απέναντι στα αναπάντεχα δράματα. Μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στα «παιδιά» και κάποιο, ας το πούμε, «ιερό παιδί», που έχει βιώσει την αληθινά τραυματική εμπειρία του βίαιου, φονικού, αληθινού θανάτου στο πρόσωπο ενός φίλου, ενός συντρόφου. Είναι πιθανόν η ίδια εμπειρία να οδηγεί, ετούτο το «ιερό παιδί», στην ανάληψη της ενεργητικής, βίαιης αντίδρασης εναντίον ενός «γενικού» θύτη (ένα άσκεπτο όλον, στο οποίο τα πάντα είναι στόχοι ξέφρενου μίσους –μα ποιος μπορεί να κάνει, εδώ,

σκληρές νουθεσίες;). Είναι πιθανόν, το τραύμα να επουλώνεται με την ανάληψη μιας ταυτότητας εκδικητή. Είναι επίσης πιθανόν το τραύμα να αποτελεί μια μοιραία αφορμή για την κατασκευή μιας ταυτότητας τοτεμικού, συμβολικού συν-ήρωα του αθάνατου νεκρού. Τα υπόλοιπα «παιδιά», ενδεχομένως, προσφέρουν σε τούτο το «ιερό παιδί» τον σεβασμό και την τιμητική θέση που επιφυλάσσει κανείς σε έναν βετεράνο ή σε έναν σπάνιο μάρτυρα μιας κομβικής ιστορικής στιγμής. Κι όλοι μαζί χτίζουν την οδυνηρή καρικατούρα μιας συλλογικής, αγωνιστικής φαντασίωσης με τιμητικά σεβάσματα (δίχως πολιτική, δίχως μάζες, δίχως αγώνες, δίχως «προδοτικές» ψυχραιμίες, θεωρίες και διαλεκτικές), που θερμαίνεται και φουντώνει στη μακάρια ζεστασιά των κλειστών κύκλων, των συνωμοτικών κωδίκων και –γιατί όχι;– στη διαβρωτική δράση κρατικών παραγόντων που μπορούν να κινούνται άνετα από περιθωριακού σκορποχωρίου εις περιθωριακόν σκορποχώριον. Όπως και να ’χουν τα πράγματα, την ίδια ακριβώς στιγμή που ο χωροφύλακας, που περιμένει να παρασημοφορηθεί για τη σύλληψη του «παιδιού»-τρομοκράτη, το γλεντάει με κάμποσα βασανιστήρια, ο υπουργός, η κυβέρνηση και οι επιτελικοί ατσίδες τους πανηγυρίζουν. Έχουν, βλέπεις, κι εκείνοι βούληση: μόνο που έχουν μάθει να σκέπτονται πριν δράσουν. Τα κατσαρολάκια του «παιδιού» τούς χαροποίησαν (αφορμή για βαρύγδουπες καταγγελίες κατά της κοινωνικής ανομίας), αλλά τα καλάζνικοφ (αυτά πια!) τους ενθουσίασαν (το δημοκρατικό κράτος, η μόνη διέξοδος ανάμεσα στα «άκρα» που ομνύουν στη βία). Τα κρυφοφασιστικά κτήνη της Δημόσιας Τάξης δημοσιεύουν αβασάνιστα φωτογραφίες βασανισμένων και κερδοσκοπούν πολιτικά με τη χαιρεκακία των νοικοκύρηδων, που, ενώ λίγο καιρό πριν στις πλατείες ήταν έτοιμοι να κάψουν το «μπουρδέλο τη Βουλή» (μαζί με «τα παιδιά»), τώρα μεταμορφώνονται σε υποστηρικτές της πιο αηδιαστικής κρατικής βαναυσότητας. Οι ίδιες οι φωτογραφίες εντείνουν την υπεραπόλαυση ενός ιδιότυπου σαδισμού της κλειδαρότρυπας. Τα φώτοσοπ διεγείρουν ακόμη περισσότερο τη φαντασία, όπως ακριβώς ένα γυμνό σώμα είναι λιγότερο ερεθιστικό από ένα ημίγυμνο. Ο υπουργός μάς καλεί να απολαύσουμε τη βρώμικη δουλειά που έκαναν για


[44]

χάρη μας τα μπόλικα «όργανά» του. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών δεν έγινε για να «φοβίσει» το «λαϊκό κίνημα», ώστε να αποσυρθεί από τις δικές του «μάχες», όπως κάποιοι, σχηματικά, υποστηρίζουν. Όχι, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα: η κυβερνητική νίκη, στο πεδίο αυτό, δεν έγκειται στην «τρομοκράτηση» ενός δυνάμει αντιπάλου που λουφάζει έναντι της φοβερής κρατικής βίας, αλλά, αντίθετα, έγκειται στην ανακίνηση ενός συναισθήματος ταύτισης με την κρατική βία, ενός συναισθήματος στο οποίο ο δέκτης της εικόνας απολαμβάνει πραγματικά, κρυφά ή φανερά, την αποφασιστική επάνοδο του «Νόμου και της Τάξης» και φαντασιώνεται τον εαυτό του να κρατά ο ίδιος τη ρομφαία που θα ξεκληρίσει από την «κοινωνία μας» ληστές, κωλόπαιδα, λαμόγια και «κλέφτες». Εν τω μεταξύ, υπάρχουν εκεί έξω κάμποσοι απεργοί (μικροαστικοποιημένοι δειλοί, το δίχως άλλο) υπό επιστράτευση, έτοιμοι να δοκιμάσουν τα αποτελέσματα της έκρηξης ευνομίας που πυροδότησαν τα εκρηκτικά των «παιδιών». Ε, και; Μα τι μπορεί να νοιάζουν όλα αυτά ένα «παιδί»; Όλοι αυτοί, το κράτος, οι υπουργοί, οι αλλοτριωμένοι υπήκοοι και τα εργαζόμενα ερίφια δεν είναι τίποτε άλλο από παρενθέσεις στο αφήγημα του φαντασιωτικού αυτο-ηρωισμού. Fiat ars et pereat mundus. Οι φθηνοί θιασώτες της «δημοκρατικής νομιμότητας» και οι κήνσορες, που ψάλλουν καταδίκες της βίας «από όπου κι αν προέρχεται», δεν αξίζουν εδώ ιδιαίτερη κριτική προσοχή. Ούτε και οι «σύντροφοι» του παιδιού, στους κλειστούς, ανακυκλούμενους κύκλους του πολιτικού τους περιθωρίου. Η περίπτωση των υπερασπιστών του «παιδιού» αντίθετα, είναι πιο ενδιαφέρουσα, πιο προκλητική, πιο περίπλοκη. Τι ακριβώς βλέπουν εκείνοι στο παιδί; Τι υπερασπίζονται στο πρόσωπό του; Μιλούν κι αυτοί «πολιτικά», δηλαδή αμφίσημα, παράξενα, όχι και πολύ ντόμπρα. Βρίσκουν άραγε στη δράση του «παιδιού» μια κάποια, έστω αμυδρή, πολιτική συγγένεια με τους δικούς τους απώτατους (απώτατοι γι’ αυτούς όσο το άπειρον, εξού και μεσολαβούν ως εκεί κάμποσες κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας ή προοδευτικής ανασυγκρότησης του τόπου) οραματικούς στόχους; Διαφωνούν με τα μέσα που χρησιμοποιεί, αναγνωρίζοντας, άραγε, στον σκοπό του έναν ευγενικό

πολιτικό στόχο (την κατάργηση του κράτους, της ατομικής ιδιοκτησίας, μια κοινωνία ελευθερίας κι αλληλεγγύης); Άβυσσος οι υπεκφυγές ενός αλληλέγγυου βουλευτή αριστερο-ανανεωτικού κοινοβουλευτικού κόμματος... (ο Κέυνς, τι θα ’λεγε άραγε ο Κέυνς για όλα αυτά;) Κάποιοι υπερασπίζονται το «παιδί», επειδή στο πρόσωπό του βλέπουν το πιθανό παιδί τους (μια τόσο γνώριμη κοινοτοπία…). Συμπονούν την παραστρατημένη αλλά αγνή στις προθέσεις της μεταεφηβεία. Βομβαρδίζουν το ακροατήριό τους με ατάκες κοινωνιολογίζοντος μελό, όπως, «η κοινωνία που δεν δίνει διέξοδο και στόχους», «η ελπίδα που έκλεψαν από τα παιδιά μας» και τα ρέστα. Πρόκειται για την άθλια «λογοτεχνία» που μας κληροδότησε η «εξέγερση» του 2008, γεμάτη παιδικής κοπής κενολογίες περί «ονείρων που συντρίβονται». Επιστρέφουμε όμως στους γονείς που κομπάζουν για τον αμείλικτο προοδευτισμό τους: υπήρξαν κάποτε στα νιάτα τους επαναστάτες, ρόκερς, αντισυστημικοί. Δεν εγκατέλειψαν ποτέ αυτό το ωραίο αίσθημα εσωτερικής ελευθερίας και αντισυστημισμού (βαθιά μέσα τους!). Μόνο που γι’ αυτούς, ένα παιδί (το παιδί τους), ήταν με κάποιο τρόπο, μέρος του συστήματος που ήθελαν (ως νάρκισσοι κι αυτοί) να υπερβούν, για χάρη μιας πληρέστερης ατομικής τους ελευθερίας (πιο φιλελεύθερης κι από το φιλελευθερισμό ενός χρηματιστή της Wall Street). Ήταν το τέκνο, το παιδί στην κούνια, η υποχρέωση της ανατροφής, η σιχαμερή ανάληψη του ρόλου του Πατέρα. Πόσο μικροαστικά όλα τούτα, πόσο ξεπερασμένα, πόσο θλιβερά εμπόδια στη ζωή ενός πρώην ρόκερ, ενός «υπαρξιστή» της γενιάς του εξήντα! Αυτοί οι πάντοτε κατανοητικοί ψευδοψυχολόγοι τιμούν πάντως τα νιάτα τους: σε κάθε περίπτωση, δεν θα αντιμετώπιζαν το «παιδί» με την ίδια κοινωνιολογική συμπόνια («φταίει η συντριβή των νεανικών ονείρων»), αν ήταν ένα κρετίνικο χουλιγκανικό φασιστάκι, που λήστευε ένα προπατζίδικο με στόχο να αγοράσει μαχαίρια για να καθαρίσει έναν μετανάστη. Η αγνότητα των διακηρυγμένων στόχων του «παιδιού» (η σάπια κοινωνία πρέπει να αντικατασταθεί από την κοινωνία μιας άπειρης αλληλεγγύης, ποιος διαφωνεί;) προσφέρει ένα κάποιο άλλοθι για να υψωθεί κανείς στο βάθρο του συμπαθητικού παιδιού-θύματος. Οι ίδιοι συ-


[45]

μπονετικοί ψευδοψυχολόγοι πιστεύουν στα νιάτα τους, πιστεύουν στα παιδιά, πιστεύουν στην ίδια τη νεανική ορμή «που οφείλει να αλλάξει τα πάντα» και «να ανατρέψει» ακόμη κι εκείνους τους ίδιους, τους έστω συμπονετικούς «γέρους με τις αμαρτίες τους» (πόσο μεγαλόψυχη αυτοθυσία!). Πλάι στους γονεϊκούς ψευδοψυχολόγους, οι «πραγματικοί» ψυχολόγοι: εκείνοι που δεν χάνουν ευκαιρία να εγκληματολογούν με ψύχραιμη κατανόηση για το «φαινόμενο», κι ακόμα περισσότερο εκείνοι που λατρεύουν να ερμηνεύουν την κρίση, σαν να ήταν μια μανιοκαταθλιπτική στιγμή εθνικής κλιμακτηρίου. Άδικο έχουν όλοι αυτοί; Μήπως η εργατική τάξη δεν έχει πεθάνει; Μήπως η πολιτική δεν είναι η κακή ρουφήχτρα του ρομαντισμού; Μήπως δεν είναι κακό να είσαι, στην ψυχή και στα λόγια, «μαντρωμένος Κνίτης» –τουλάχιστον από τη δεκαετία του εβδομήντα κι έπειτα; Εκείνοι τουλάχιστον είναι πεισμένοι γι’ αυτό, καθότι αείποτε εχθροί πάσης φύσεως δογματισμών (δεν πιστεύουν στους παιδεμούς: στους άχαρους παιδεμούς της οργανωτικής πειθαρχίας, στους μονόχνοτους παιδεμούς της βασανιστικής σκέψης, στους αντιερωτικούς παιδεμούς των αυτοσυγκρατήσεων, στον παιδεμό της εμπλοκής με «καθυστερημένες» μάζες, στον παιδεμό της πολιτικής αντίληψης και πράξης). Και

αυτή η σοφή, αντιδογματική επιλογή είναι που τους έκανε να είναι πάντοτε προοδευτικοί, όντας καλοπιασμένοι επαγγελματίες, ώριμοι ψηφοφόροι ενός υπουργού δικαιοσύνης που «ανατριχιάζει» στην εικόνα των βασανισμένων «παιδιών». Το «παιδί» είναι, λοιπόν, μέσα στην απέραντη ατυχία του, έστω και λίγο τυχερό που επέλεξε μια κάπως ευγενική ιδεολογική επένδυση («αναρχία και ζωή κάτω όλοι οι στρατοί») για να επικαλύψει τον ολοκληρωτικά απολίτικο, παιδικό, βίαιο ναρκισσισμό του. Αν είχε μεγαλώσει σε κάποια άλλη γειτονιά, αν κάποιοι εξαθλιωμένοι έχεζαν στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας του και του έκλεβαν το κινητό του, αν πήγαινε σε υποβαθμισμένο δημόσιο σχολείο και έκανε διαγωνισμό κοφτερής φαλτσέτας και ομαδικού αυνανισμού με αεκτζήδες, Αλβανάκια, Χρυσαυγίτες και Ρωσοπόντιους, είναι πιθανό να κατασκεύαζε τον βολικό, για την περίπτωσή του, μέγα-εχθρό (τον μετανάστη) και να γινόταν ένα πρώτης τάξεως άθλιο φασιστάκι, με τα γήπεδά του και με το παπάκι του σε άγρα αντίπαλης συμμορίας ή σκουρόχρωμου μικροπωλητή. Αλλά το «παιδί» είχε την τύχη (ή την ατυχία) να πλήττει σε σαββατιάτικες εξόδους στα goody’s σε κάποια δασωμένα προάστια (εκεί μπορείς δυσκολότερα να κατασκευάσεις μελαψούς αρχι-εχθρούς, για να ξεβράσεις πάνω τους τον βί-


[46]

αιο εφηβικό ναρκισσισμό σου, μεταξύ άλλων, και επειδή τέτοια μελαψά όντα κυκλοφορούν ελάχιστα γύρω σου). Ταυτόχρονα, το «παιδί», διδασκόμενο λογοτεχνία για το international baccalaureat στο ιδιωτικό του σχολείο, κάτι άκουσε περί Κάφκα. Είχε την τύχη να επιλέγει, από τα δεκατέσσερά του, τρίμηνες διακοπές σε κάποιο εναλλακτικό νησί, υποδυόμενο τον πένητα, για να ρίξει τις ρασταφάρι γκόμενες της παρέας (την ίδια ώρα, μια μεσήλικη μικροαστή λουόμενη, σε ένα θέρετρο γεμάτο αυθαίρετα και ταράτσες με πανωσηκώματα, βουρκώνει με τις περιπέτειες του ματαιωμένου ερωτισμού μιας «μαμάς βορείων προαστίων»). Ζήτημα τύχης ή ζήτημα ταξικής τύχης, μικρή σημασία έχει. Κάποιοι, τέλος, υπερασπίζονται, με την ιδιότητα του ιεροφάντη των δικαιωμάτων, το «παιδί», γιατί βλέπουν στο παραμορφωμένο πρόσωπό του την εκδικητική μανία της κρατικής βαρβαρότητας και της απαράλλακτης ιερότητας του προσώπου του κατηγορουμένου. Ως εδώ καλά. Είναι όμως δύσκολο να πεις αν είναι από ακραιφνή δημοκρατική ευαισθησία που καταγγέλλουν την κρατική καταστολή που υφίσταται το «παιδί». Αν ήταν συνεπείς, θα έπρεπε να βρίσκονται σε επιφυλακή, ώστε να καταγγέλλουν εξίσου την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και τη βάναυση μεταχείριση ενός βιαστή, ενός αστυνομικού δολοφόνου δεκαεξάχρονου παιδιού, ενός παιδεραστή, ενός ρατσιστή, ενός μεγαλοαστού απατεώνα-οικονομικού εγκληματία. Μα, οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι ακριβώς πιστοί στην υπεράσπιση των διαφωτιστικών αρχών του Μπεκκαρία, γιατί δεν ενοχλούνται από πιθανά λιντσαρίσματα τέτοιων αποβρασμάτων (και ευτυχώς, είναι η αλήθεια, η αστυνομία, όντας κομμάτι πιο φιλική απέναντι σε τέτοια υποκείμενα τους απαλλάσσει από τη δύσκολη θέση). Θα μπορούσαν, λοιπόν, να πουν, εξίσου καλά, και να γίνουν κατανοητοί, αυτό που πράγματι θέλουν να αναφωνήσουν, αυτό επί του οποίου, σε μεγάλο βαθμό, έχουν πράγματι χτίσει, την ελευθεριακή κι ελευθεριάζουσα (πασπαλισμένη με αστική, «δικαιωματική» παραφιλολογία), ακτιβίστικη ταυτότητά τους: «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, το όριο και ο ορίζοντας της πολιτικής τους αντίληψης∙ μα κανένας δεν μπορεί να

τους κακίσει επειδή επιλέγουν να αναμετρηθούν με τον κόσμο, την πολιτική και τον εαυτό τους (κι εδώ η παιδικότητά τους συναντά τα ίδια τα «παιδιά», σε μια παραζάλη νεάζουσας αφέλειας), στοχεύοντας σε ένα απλούστατο, προσδιορισμένο, χειροπιαστό, εμφανές κι εμπρόσωπο «κακό». Και οι καλλιτέχνες; Οι σκηνοθέτες; Οι λογοτέχνες; Μήπως δεν είναι το «παιδί» ένας πρώτης τάξης πρωταγωνιστής δράματος, ένας χαρακτηριστικά ελκυστικός οργίλος μπόμπιρας με ωραία, κακιωμένη όψη της κοπής ενός Χωκ Φιν, ενός Ρεμπώ, ενός natural born killer, ενός κλεφτρονιού που έχει δεχτεί τα τετρακόσια χτυπήματα της εποχής του; Ω σενάρια, ω Κάννες! Οι προοδευτικές μαμάδες, οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, οι ριζοσπάστες βουλευτές, οι καλλιτέχνες και οι αντιμπατσικοί ακτιβιστές καταλήγουν να συμπονούνε, όλοι τους, το «παιδί» κατόπιν εορτής. Γιατί η πρότερη, παραλυτική για τους ίδιους, διερώτηση περί του τι θέλεις, τι κάνεις και το ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της πράξης σου είναι μια σύνθετη, αφόρητα πολιτική, αφόρητα ορθολογική διδαχή, κι εκείνοι δεν έχουν καμιά πρόθεση να εμπλακούν σε μικροαστικές, «εξουσιαστικές», «δασκαλίστικες» υποδείξεις. Εντέλει, το «παιδί», ό,τι κι αν υπερασπίζεται κανείς στο πρόσωπό του, αποτυγχάνει να αναγνωριστεί ως αυτό που θα ήθελε να βλέπουν οι άλλοι σε εκείνο: ως «πολιτικό αγωνιστή» και ως «κοινωνικό επαναστάτη», το «παιδί» το έχουν όλοι τους –φίλοι/υπερασπιστές και εχθροί/εκδικητές– εντελώς χεσμένο. Πολλά, πάρα πολλά μπορούν να ειπωθούν ακόμη. Ας πιστώσουμε τουλάχιστον κάτι στα «παιδιά»: η παιδικότητά τους, η μωρή άρνηση της πραγματικότητας από την οποία συντρίβονται, είναι τόσο φλογερά πεισματική, που τουλάχιστον για την ώρα εμμένουν σ’ αυτήν, βρίζοντας κι αφήνοντας σύξυλους τους υπερασπιστές τους, που άθελά τους νοθεύουν, με υποκριτικά και συμπονετικά ήξεις αφήξεις, το μεγαλομανές αφήγημα της ηρωικής, «επαναστατικής» αυτοπυρπόλησής τους. Ως εδώ, όμως. Ο καθένας ας συνεχίσει να κουρδίζει το δικό του πορτοκάλι. Τα «παιδιά» είναι πάντοτε παιδιά.


[47]

Βασίλης Κόκκοτας

Οι μιαρές ιερόδουλες της Βίλας «Αμαλία» και η έντεχνη καλλιέργεια των επιστρατευμένων φόβων

Π

ριν από λίγο καιρό, η διαπόμπευση και η άρση του ιατρικού απορρήτου των ιερόδουλων που βρέθηκαν θετικές στον ιό του AIDS καταπάτησε βάναυσα τα θεμελιώδη δικαιώματά τους. Ταυτόχρονα όμως φανέρωσε με τον πιο εμφατικό τρόπο τις τεχνικές διαπόμπευσης που μετέρχεται η επίσημη εξουσία για να καλλιεργήσει τον φόβο σε περιόδους γενικευμένης κρίσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, διαδραματίστηκε ένας μανιχαϊστικός και ηθικά συμβολοποιημένος αγώνας ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό»: φιλήσυχοι πολίτες εναντίον μολυσμένων εισβολέων. Οικογενειάρχες εναντίον της μιαρής λαθροπόρνης. Υγιείς αυτόχθονες εναντίον άρρωστων μεταναστών. Κάπως έτσι διεξάγεται προσχηματικά ο πόλεμος κατά των «μη κανονικών». Κάπως έτσι κατασκευάζεται ο επίσημος, κρατικός και εξουσιαστικός, λόγος κατά της «άτοπης και αχώρητης ύλης» σε συνθήκες κοινωνικοπολιτικής κρίσης, που τείνει πάντοτε να μετατραπεί –όπως λαμπρά μας έδειξε και ο Ρενέ Ζιράρ– σε τελετουργική και θυσιαστική. Σε αυτόν τον τελετουργικό πόλεμο, σε αυτήν την επίθεση που εξαπολύει η κεντρική εξουσία η οποία, για να εδραιώσει την κυριαρχία της και να προστατεύσει τη «χρήσιμη» ανθρωπομάζα, μετέρχεται –σύμφωνα και με τον Φουκώ – έναν βιολογικό και κοινωνικό ρατσισμό, η πυρά ανάβει μονάχα για το καταραμένο απόθεμα της ζωής που στερείται αξίας και χρήσης μέσα σ’ έναν κόσμο κανονικών και φιλήσυχων πολιτών. Η διαπόμπευση των αλλοδαπών ιεροδούλων, ακόμα κι αν γύρισε μπούμερανγκ πάνω στις αληθινές προθέσεις των κυβερνώντων, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι περισσότερες μολυσμένες πόρνες είχαν ελληνική καταγωγή, αποδεικνύει με τον πιο ωμό και κυνικό τρόπο ότι, σε περιόδους που απειλείται η συλλογική ταυτότητα και η κοινωνική συνοχή, το αρχέγονο και καλά δοκιμασμένο εργαστήριο παραγωγής και τυποποίησης μαγισσών –αν και «εποχικό»– επαναλειτουργεί και αξιοποιεί με ζήλο τα κρατικά κονδύλια που του χορηγούνται.

Αφού «τελειώσαμε» θριαμβευτικά με το πρόβλημα της δημόσιας υγιεινής, έπρεπε να κάνουμε κάτι και για τη δημόσια ασφάλεια. Η περιβόητη δήλωση του σημερινού πρωθυπουργού «θα ανακαταλάβουμε τις πόλεις από τους λαθρομετανάστες», τον Μάρτιο του 2012, εφαρμόζεται σήμερα σε «επαυξημένη έκδοση». Μετά την κυνικά τραυματική και σαρκαστική αντιστροφή του συμβολικού περιεχομένου του Ξένιου Δία, είχαν σειρά οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις του ιστορικού κέντρου. Ως κύριο προπαγανδιστικό όχημα για τα πολλαπλά οφέλη που προσδοκούσε να αποκομίσει η κυβέρνηση από τις επιχειρήσεις εκκένωσης των καταλήψεων (αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης, έλεγχος και καταστολή των ελεύθερων νησίδων της πόλης, στοχοποίηση –για εκλογικούς και πολιτικούς στόχους– της αλληλέγγυας αριστεράς και ταύτισής της με τη βία και την ανομία), χρησιμοποιήθηκε μια φαντασιακή εικόνα που εξιτάρει και ταυτόχρονα τρομάζει την κοινή γνώμη: οι βίλες αποτελούσαν εστίες ανομίας, τερατώδεις και καταπατημένοι χώροι δημόσιας περιουσίας, μέσα στους οποίους προετοιμάζονταν τα μελλοντικά –μικρά και μεγάλα– χτυπήματα των εκκολαπτόμενων εχθρών του κράτους. Επομένως, όταν η αστυνομική επιχείρηση έφερε εις πέρας τον σκοπό της, όταν εκκενώθηκαν οι καταλήψεις και ο δημόσιος χώρος «απελευθερώθηκε» από την ανομία, όλοι οφείλαμε να νιώσουμε ευτυχισμένοι που γλιτώσαμε από έναν ακόμη τρομακτικό κίνδυνο. Ο αγώνας όμως είναι επίμοχθος και πολυμέτωπος. Οι δυνάμεις του «λαϊκισμού» συνεχίζουν να βλάπτουν την αναπτυξιακή και ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας μας. «Καταστροφολόγοι και δραχμολάγνοι», κρατικιστές και κρατικοδίαιτοι, παρασιτικοί και συντεχνιακοί, φοβούνται ότι θα χάσουν τα πλουσιοπάροχα προνόμιά τους και παρεμποδίζουν με τις πράξεις τους το υγιές και παραγωγικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που δεν έχασε την πίστη του στον εαυτό του και τον τόπο


[48]

του. Το Τέρας εισβάλλει παντού και λειτουργεί όπως ο χαμαιλέοντας: στην αρχή έχει την μορφή ενός συνδικαλιστή με βίλα στην Εκάλη. Μετά είναι ένας τεμπέλης δημόσιος υπάλληλος. Στη συνέχεια, ένας φοροφυγάς ελεύθερος επαγγελματίας. Κατόπιν, εργαζόμενος στο μετρό. Ναυτικός και αγρότης. Και η λίστα εμπλουτίζεται καθημερινά. Υπάρχει ένα ζήτημα: στην πυρά, μαζί με τα «μιαρά σώματα» των ιερόδουλων δεν ανέβηκαν και οι «μιαροί» Έλληνες οικογενειάρχες, αφού μια τέτοια πράξη αποκλεισμού δεν θα εξυπηρετούσε τον αρχικό στόχο, τη ρατσιστική δηλαδή και ακραία τερατοποίηση των ξένων, προς όφελος της εθνικής συνοχής και ασφάλειας. Δεν είδαμε πουθενά μια φωτογραφία τους ούτε μάθαμε κάποιο όνομα. Όπως φυσικά δεν είδαμε μέχρι προσφάτως –έστω κι ως προπαγανδιστικό και θεαματικό κοντράστ υπέρ του κοινού περί δικαίου αισθήματος– φωτογραφίες βιαστών, εμπόρων ναρκωτικών, ανθρώπων που δολοφόνησαν μετανάστες και κατηγορούμενων για βιαιοπραγιών εναντίον τους, ακροδεξιών που συμμετέχουν σε εγκληματικές συμμορίες, ώστε να «ισορροπήσει» λίγο η τυφλή ζυγαριά μιας ευνομούμενης κοινωνίας, η οποία «μπατάρει» μονίμως προς τα «αριστερά», με ένα επαρκώς ενημερωμένο photo-book για το next top model των εχθρών

του κράτους: για συμμετέχοντες σε πορείες ενάντια στον ρατσισμό, για επιστρατευμένους απεργούς και για τα παραμορφωμένα πρόσωπα των 20χρονων δαιμόνων του Βελβεντού, βγαλμένα κατευθείαν από την Έπαυλη του Κουφού, δίχως, όμως, το τραγικό μεγαλείο των χρωμάτων του Γκόγια, αφού οι σχέσεις της ελληνικής αστυνομίας με την τέχνη περιορίζονται μονάχα σε άνευρα και δίχως φαντασία φωτομοντάζ. Κι ας μην ξεγελαστούμε από την πρόσφατη κίνηση δημοσιοποίησης των φωτογραφιών δύο ατόμων που «ενδέχεται να εμπλέκονται σε εγκληματικές πράξεις»: η ασφυκτική πίεση και η κατακραυγή της διεθνούς και εγχώριας κοινής γνώμης ανάγκασε την κυβέρνηση να ανασύρει τους πιο «διαθέσιμους» και «φρέσκους λαγούς» από το μαγικό καπέλο των απανταχού «αναλώσιμων», επιχειρώντας να αντιστρέψει το γενικότερο κλίμα και να αποδείξει ότι είναι δίκαιη και δεν κάνει διακρίσεις, ότι η ελληνική αστυνομία δεν διατηρεί σχέσεις με ακροδεξιές οργανώσεις και μετέρχεται όλα τα διαθέσιμα μέσα για να αντιμετωπίσει εγκληματικές πράξεις (απ’ όποιο «άκρο» κι αν προέρχονται) που στρέφονται ενάντια στα γενικότερα αισθήματα ασφάλειας και τάξης. Εξάλλου, αυτή η γελοία λαϊκή οπερέτα υπέρ του κοινού αισθήματος έχει ανεβεί κι άλλες φορές στη σκηνή του σύγχρονου πολιτικού θεά-


[49]

τρου: την απολαύσαμε την ώρα που ετοιμαζοτάν η γκιλοτίνα για τον Άκη, την ανακαλύψαμε στο στικάκι του πρώην τσάρου της Οικονομίας, στα δακρυσμένα μάτια τριών-τεσσάρων πλούσιων φοροφυγάδων. Ως θεατές λυτρωθήκαμε, βιώσαμε την εθνική και προσωπική κάθαρση, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι το χάπι του «θεραπευτικού κανιβαλισμού» το οποίο μας χορήγησαν οι σύγχρονοι γιατροί του νεοφιλελευθερισμού για να καταλαγιάσουν τον θυμό μας αποσκοπούσε μόνο στο να μας ξεγελάσει, στο να μας κάνει να πιστέψουμε ότι οι «κλέφτες θα πάνε τελικώς φυλακή», ότι υπάρχει δικαιοσύνη και ισονομία, ότι όλα έχουν μπει σε μια σωστή τροχιά. Συνεπώς, μια τέτοια σπασμωδική επιχείρηση «ισοφάρισης», ένα τέτοιο βραχύβιο φωτορομάντζο αφιερωμένο στην ίση μεταχείριση και στην «ίση διαπόμπευση» των «ακραίων εχθρών» της κοινωνίας, είναι καταδικασμένο εξαρχής να καεί στις φλόγες της λαϊκής κατανάλωσης, διαδραματίζοντας τον παραπλανητικό, μιντιακό και θεαματικό ρόλο του, μέχρις ότου κατασιγάσουν οι αντιδράσεις και επανέλθει σταδιακά στην πολιτική ατζέντα η συζήτηση για τους πραγματικούς εχθρούς του κράτους. Κατά τη διάρκεια του προπαγανδιστικού πολέμου ενάντια στη «μιαρή λαθροπόρνη», μάθαμε ότι η ευθύνη για τη χρήση προφυλακτικού βαραίνει προφανώς μόνο την ιερόδουλη και όχι τον πελάτη της. Προφανώς, επίσης, η απειλή για τη δημόσια υγεία βαραίνει μόνο την έμφυλη, εθνοτική, κοινωνική ετερότητα και όχι τον τίμιο και αγνό συμπολίτη μας, Έλληνα, εργαζόμενο ή άνεργο, οικογενειάρχη και γείτονα, μελλοντικό ψηφοφόρο του κόμματός μας. Ίσως πάλι οι αρμόδιοι, επηρεασμένοι από το γενικότερο «εθνικοπατριωτικό» κλίμα που προμοτάρει η Χρυσή Αυγή και του οποίου τις light εκδοχές υιοθετεί και η σημερινή, ακροδεξιά κυβέρνηση, πιστεύουν ότι ο Έλληνας είναι απρόσβλητος σε κάθε είδους μόλυνση εξαιτίας του «ισχυρού αίματος» ή του «δυνατού» DNA. Κι αν όχι αμόλυντος, τουλάχιστον εκτός του επίφοβου παιχνιδιού της μεταδοτικότητας. Στην ίδια ακριβώς λογική, τη στιγμή που η κυβέρνηση θυμάται έπειτα από χρόνια την «καταπατημένη» δημόσια περιουσία της και δαιμονοποιεί τη Βίλα Αμαλία ορίζοντάς την ως ανατρεπτική εστία ανομίας, τα αυθαίρετα εξοχικά

συνεχίζουν να σημαιοστολίζονται ανενόχλητα, δάση καταπατούνται και αποψιλώνονται, ξενοδοχειακά συγκροτήματα μετατρέπουν ολόκληρες παραλίες σε μπάζα και εκτρωματικά τσιμέντα ιδιωτικοποιώντας θάλασσες και ακτές, επιχειρηματίες πλουτίζουν παράνομα. Κανένα πρόβλημα, αφού ζητούμενο είναι πάντοτε το κέρδος, του συγγενή, του χρηματοδότη, του καναλάρχη, του γνωστού και φίλου. Οι δυνάμεις της προόδου συνεχίζουν να μάχονται ενάντια στον υποτιθέμενο λαϊκισμό, διαπράττοντας (συν τοις άλλοις) φανερά ένα λάθος «αρχής»: προσπερνούν τις ευθύνες τους, διότι οι ίδιες, με τις καταστροφικές πολιτικές των τελευταίων ετών, γέννησαν και υπέθαλψαν έναν λόγο που τώρα φοβούνται και δαιμονοποιούν. Το «υγιές» και «παραγωγικό» κύτταρο της ελληνικής κοινωνίας –αυτό ακριβώς που τόσα χρόνια το εκπαιδεύανε να Επιθυμεί ακόρεστα και τώρα πλέον οφείλει να μάθει να Επιθυμεί μονάχα τη συλλογική του Ενοχή για το μεγάλο φαγοπότι της Μεταπολίτευσης– στρέφεται ενάντια στο Δημόσιο, επιδιδόμενο σε μια φροϋδική απώθηση της μικροαστικής του ονείρωξης. Ο τερατώδης χαμαιλέοντας θεριεύει καταβροχθίζοντας φόρο επιτηδεύματος και ΦΠΑ, πανάκριβο εισιτήριο στο μετρό και μισθούς της πείνας, υποτιμημένο και θαλασσοπνιγμένο κρητικό λάδι και πατάτες που σαπίζουν στα τελάρα. Στο τέλος της ημέρας, εξουθενωμένοι από τον αγώνα που διεξάγουμε, αντί για προσευχή, οφείλουμε να καταδικάζουμε τη βία, αγνοώντας το γεγονός ότι ο εντοπισμός της υποκειμενικής βίας (της βίας, π.χ., που ασκεί ένα άτομο σπάζοντας μια βιτρίνα ή ένας απεργός παρεμποδίζοντας την ομαλή κυκλοφορία στους δρόμους), όπως εξηγεί και ο Ζίζεκ, προϋποθέτει πάντοτε ένα σημείο μηδέν, έναν τόπο μη βίας, έναν αντιθετικό χώρο αποστειρωμένο από βίαια φαινόμενα. Όμως, για να υπάρξει ένας τέτοιος χώρος, απαιτείται η αόρατη (αόρατη, διότι μια ενδεχόμενη ορατότητά της αντίκειται εξ ορισμού στη νομιμοποίησή της, αίροντας το προνόμιο της φυσιολογικοποίησης στις συνειδήσεις των πολιτών) και βιοπολιτική παρουσία της αντικειμενικής βίας ως εγγυήτριας της αδιατάραχτης και ασφαλούς λειτουργίας του χώρου αυτού. Μιας βίας που δεν καθορίζει μονάχα τι είναι βίαιο και τι όχι, αλλά και διά της βίας


[50]

επιβάλλει είτε κοινωνικοπολιτικά (καταστολή, αστυνόμευση, στρατιωτικές επιχειρήσεις) είτε υπαρξιακά και ψυχολογικά (δομές εκπαίδευσης, δικαιοσύνης, πολιτιστικές δομές) την αποστροφή της βίας. Πριν το Αμήν, λέμε όχι στην «βαρβαρότητα» μιας απεργίας, αλλά αδιαφορούμε για τη βαρβαρότητα των κατοχικών εικόνων των συσσιτίων και της διανομής λαχανικών. Το καθεστώς του φόβου στα χέρια της κρατικής εξουσίας είναι πάντοτε ένα πολύτιμο, αρχέγονο και ψευδεπίγραφο παιχνίδι. Οι αναθυμιάσεις των πρακτικών του διοχετεύονται στην κοινωνία με σκοπό να υποκρύψουν κάτι, να θολώσουν την πραγματικότητα και να εξαλείψουν το κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Η ομίχλη ενός φόβου-ομοιώματος (έτσι όπως όρισε την σημασία του ομοιώματος ο Μπωντριγιάρ, ως μια συνθήκη που υποκαθιστά απειλητικά την πραγματικότητα), αποκρύπτει πάντοτε τον πραγματικό φόβο και το αληθινό πρόβλημα από το οποίο πηγάζει, δημιουργώντας ένα ψεύτικο και παραπλανητικό αντίγραφο του φόβου και του προβλήματος. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, για τη σημερινή κοινωνία δεν είναι οι μετανάστες και οι θύλακες αντίστασης ενάντια στη βαρβαρότητα και την εξαθλίωση, αλλά η ίδια η βαρβαρότητα και η εξαθλίωση τις οποίες τεχνηέντως υποβαθμίζουν καθημερινά οι κυβερνώντες, διαπομπεύοντας και αποκλείοντας όσους δεν συμμορφώνονται στις κυρίαρχες πολιτικές νόρμες και στα επιβαλλόμενα πρότυπα. Το ομοίωμα που βιώνουμε σήμερα ως πραγματικό φόβο είναι ιδιαίτερα έξυπνο και ευέλικτο: εξαρχής προσδένεται στο ηθικοποιημένο άρμα του μανιχαϊσμού, του καλού και του κακού, του ωφέλιμου και του βλαβερού, «τεμαχίζοντας» την κοινωνία σε δύο μέρη. Σε αυτήν τη διαίρεση, δεν έχουν τόση σημασία η ποσότητα και η ποιότητα του πλήγματος που υφίστανται τα δύο αυτά μέρη, ούτε ποιο από τα δύο υποφέρει λιγότερο ή περισσότερο σε συνθήκες καθολικής κρίσης. Το σημαντικό εδώ είναι να γίνει η κατάλληλη διαλογή, να οριοθετηθούν τα σύνορα και να επιβληθούν οι νόρμες του «υγιούς», του «κανονικού» και του «χρήσιμου» κοινωνικού σώματος, πάνω στο οποίο θα ασκηθεί η παραπλανητική και υπνωτική καθυπόταξη στην οποία στοχεύει η επίσημη προπαγάνδα και πάνω στο οποίο θα στηριχτεί ο κυρίαρχος λόγος για να ασκηθεί.

Και για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να επινοηθεί ένα καταραμένο απόθεμα, ο αποδιοπομπαίος τράγος-φορέας της ανασφάλειας και της αταξίας, το βλαβερό εκείνο κομμάτι της κοινωνίας πάνω στο οποίο αντιστοίχως θα φορτωθούν συμβολοποιημένα όλα τα δεινά που μαστίζουν την κοινωνία και πάνω στο οποίο θα ασκηθούν εντατικοποιημένες οι κατασταλτικές πρακτικές της εξουσίας: «ιδού», βροντοφωνάζει η κυβέρνηση, «αυτοί που ευθύνονται για τις άσχημες συνθήκες διαβίωσής σας. Ιδού οι μετανάστες, οι καταληψίες, οι φοροφυγάδες και οι απεργοί!». Σ’ ένα τέτοιο ιδεολογικό παιχνίδι, ελάχιστη σημασία έχει το γεγονός ότι τα θύματα της παγκόσμιας κρίσης είναι κυρίως οι μετανάστες, οι γυναίκες του trafficking, οι άνεργοι και εργαζόμενοι, που έχουν απωλέσει το 40 ή το 50% του συνολικού τους μισθού. Σημασία έχει η εδραίωση του πλασματικού φόβου, η παγίωση της άποψης ότι αυτός που ευθύνεται για τα δεινά μου είναι ο διπλανός μου, ο έγχρωμος που μου κλέβει τη δουλειά, αυτός που παίρνει πενήντα ευρώ παραπάνω από εμένα, αυτός που κλείνει τους δρόμους, αυτός που διοργανώνει συλλαλητήρια και με εμποδίζει να πουλήσω το εμπόρευμά μου. Η ίδια πάντα ιστορία: όταν ο τυφώνας Κατρίνα ισοπέδωσε μια ολόκληρη πολιτεία, η αδυναμία και η αδιαφορία των κρατικών μηχανισμών αξιοποίησε το προαιώνιο ρατσιστικό και φυλετικό μίσος για να «τη βγάλει καθαρή»: για την επίσημη εξουσία, υπεύθυνοι για το χάος που επικράτησε, για όλες τις αληθινές ή φαντασιακές τερατωδίες που διαπράχθησαν, ήταν οι κατώτερες και πιο φτωχές τάξεις, οι έγχρωμοι και οι μετανάστες. Μικρή αλλά ουσιαστική λεπτομέρεια: οι τάξεις αυτές, λόγω της χαμηλής οικονομικής και βιοτικής τους θέσης, επλήγησαν πολύ περισσότερο από τις άλλες, χάνοντας σχεδόν τα πάντα. Μέσα από τα σπάργανα της μαζικής υστερίας για τη θέρμανση, ξεπρόβαλε μια πολύ ενδιαφέρουσα διαφήμιση, απότοκο του καλά σχεδιασμένου προγράμματος προσέλκυσης νέων καταναλωτών. Ο πάτερ-φαμίλιας, εγγυητής της οικογενειακής ασφάλειας, παρακολουθεί με τα κιάλια τον γείτονά του τη στιγμή που του παίρνουν όλα τα υπάρχοντα και ο ίδιος, με μια χαρακτηριστική κίνηση, δηλώνει αδυναμία πληρωμής. Έντρομος, θα καλέσει την αστυνομία και θα δηλώσει ότι γίνε-


[51]

ται ληστεία. Όμως, όταν πληροφορηθεί την αιτία που συμβαίνουν όλα αυτά, θα ηρεμήσει πλήρως. Ο ίδιος έχει βάλει φυσικό αέριο. Προνόησε. Πρόσεξε. Δεν διέπραξε το λάθος που έκανε ο γείτονάς του. Ο φόβος απομακρύνθηκε διαμιάς, το ίδιο και η εικόνα του διπλανού του που διέπραξε ένα μεγάλο σφάλμα, μαζί με την εποποιία της τύχης της στις ατραπούς του χρέους. Εξάλλου, ο τρόμος που ένιωσε δεν ήταν τελικά προϊόν αλληλεγγύης για τον συνάνθρωπό του. Η λειτουργία του ήταν συνειρμική, ενείχε θέση υπομνήματος, ξυπνούσε δευτερογενείς φόβους (μην πάθω το ίδιο!) και η κλήση στην αστυνομία ήταν μια αναπόδραστη ψυχολογική ταύτιση, ένα μελλοντικό προείκασμα εν είδει πρόβας τζενεράλε για το Κακό που ενδεχομένως πλησιάζει. Είναι η στιγμή που το μεγάλο και πατερναλιστικό κράτος-εταιρεία σου σφίγγει το χέρι, σε αγκαλιάζει και σου «κολλάει στο τετράδιο» εκθαμβωτικά αυτοκόλλητα νεοφιλελευ-

θερισμού. Σε επιβραβεύει που έπραξες το σωστό, αυτό που επιτάσσει το κυρίαρχο δόγμα. Που δεν παρασύρθηκες από τον «κακό» γείτονά σου. Που πήρες την τύχη στα χέρια σου, στηρίχτηκες αποκλειστικά στις δικές σου δυνάμεις, κοίταξες το συμφέρον σου και ανταμείφθηκες. Σου ψιθυρίζει στ’ αυτί. Σου λέει ότι θα τα καταφέρεις. Ότι πρέπει να τα καταφέρεις. Ότι οφείλεις να τα καταφέρεις μόνος σου. Να μη χάσεις το σπίτι σου. Την οικογένειά σου. Το προνόμιο της θέρμανσης. Τη δουλειά σου. Την πατρίδα σου. Τη δημόσια περιουσία και την απρόσκοπτη διέλευση στους δρόμους. Την κρουαζιέρα στο Αιγαίο. Να προσέχεις. Είδες τι έπαθαν οι άλλοι. Να εχθρεύεσαι τους άλλους. Να τους αποφεύγεις. Είσαι μόνος σου. Πρέπει να μάθεις να επιβιώνεις. Είναι η κορυφαία στιγμή που η επίσημη εξουσία εγγυάται την ασφάλειά μας. Με άλλα λόγια, έχει ήδη ρίξει το δόλωμα και περιμένει…


[52]

Γιάννης Βογιατζής

Σημειώσεις για μια παράσταση


[53]


[54]

Στέφανος Βαμιεδάκης

Οι πενήντα αποχρώσεις του κέντρου

Ζ

ούμε σε συνθήκες πόλωσης, αναμφίβολα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η εποχή μας συνιστά μια τυπική κατάσταση μετάβασης, κατά την οποία το παλιό δεν έχει πεθάνει ακόμα και το νέο δεν έχει διαφανεί. Προς το παρόν, η πόλωση αυτή αποτυπώνεται πολιτικά με έναν παράδοξο, εκ πρώτης όψεως, τρόπο: στη Βουλή εκπροσωπείται ένα εθνικιστικόναζιστικό κόμμα, ένα προσωποπαγές «αγανακτισμένο» εθνικοπατριωτικό δεξιό κόμμα, ένα πρώην σοσιαλιστικό-πρώην σοσιαλδημοκρατικό-νυν και αεί κεντρώο κόμμα, ένα δεξιό-προς ακροδεξιό κόμμα του φιλελευθεροσυντηρητισμού, ένα δημοκρατικό κόμμα του πολιτισμού και τέλος δύο κόμματα της αριστεράς (ένα της δυτικοευρωπαϊκής κι ένα της ανατολικοευρωπαϊκής). Με λίγα λόγια, φουλ της δεξιάς με ολίγη κεντροαριστερά είναι το μείγμα που δίνει τον κοινοβουλευτικό τόνο. Σε επίπεδο κυβέρνησης, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το τρίο που την συναπαρτίζει αγγίζει την τελειότητα: λειτουργεί ταυτόχρονα ως κυβέρνηση (ΝΔ) και ως αντιπολίτευση (ΔΗΜΑΡ), αλλά και ως κυβερνοαντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ). Ο Χέγκελ σίγουρα θα ενθουσιαζόταν αν καλούνταν να στοχαστεί πάνω σε αυτό. Την ίδια τελειότητα διεκδικεί και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ), όχι με την ίδια πάντως επιτυχία: πλήθος τάσεων, αντιφατικές δηλώσεις, άνοιγμα στο κέντρο και τους νοικοκυραίους, ταυτόχρονη επίδειξη μετριοπάθειας και ριζοσπαστισμού. Αν δει κανείς την εικόνα με όρους ορχήστρας, η μόνη παραφωνία προέρχεται από τα όργανα του κέντρου, που παραδοσιακά καταλαμβάνουν ξύλινα πνευστά όπως κλαρινέτα, φαγκότα, φλάουτα, όμποε. Πρόκειται για τα πιο «ελαφρά», «γήινα», μετριοπαθή θα λέγαμε με πολιτικούς όρους, μεταξύ των πνευστών, γι’ αυτό άλλωστε και ο σοφός μουσικός τα τοποθετεί στο κέντρο από την κλασική εποχή. Αλλά ταυτόχρονα είναι και αυτά που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη σύγχυση στην περίπτωσή μας, φαλτσάροντας ασύστολα. Επειδή όμως ο μεγάλος μαέστρος είναι οπαδός της κλασικής συμφωνικής ορχήστρας και σιχαίνεται τους επικίν-

δυνους νεωτερισμούς, θέλει όσο τίποτε να αποκαταστήσει αυτή την παραφωνία. Μετά τη ραγδαία συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ, φαινόμενο που κατά τον Βαρουφάκη έχει τις ρίζες του στον θάνατο του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού πολιτικού ρεύματος συνολικότερα (http:// goo.gl/oN4Gs), στον χώρο του Κέντρου έχει αρχίσει να επικρατεί κοσμογονία, σύμφωνα με όσα μπορεί να πληροφορηθεί κανείς από τους επαγγελματίες της μικροπολιτικής βαρεμάρας: «Κεντροαριστερές ζυμώσεις» (http://goo.gl/8VlX6), «Κινητικότητα για νέο κόμμα με μετριοπαθείς» (http://goo.gl/Wfnp4) είναι μερικά από όσα αναγγέλλονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να καθησυχαστούν οι ανησυχούντες «μεσαίοι». Κινήσεις, πρωτοβουλίες και παρέες που συγκροτούν και στελεχώνουν ορφανά του σημιτικού εκσυγχρονισμού και του παπανδρεϊκού new age, δυσαρεστημένοι από τον βουλιμικό ναπολέοντα Βενιζέλο, παλιοί και νέοι μεταρρυθμιστές, πρώην μνημονιακοί υπουργοί που επιθυμούν τη ρήξη, τζημερικοί του κέντρου, «στελέχη» και «προσωπικότητες» του μεσαίου χώρου, της μετριοπάθειας και της προόδου, «γνωστοί-άγνωστοι» του πρόσφατου παρελθόντος και ταλιμπάν οραματιστές του μέλλοντος, σαλπίζουν τα χαρμόσυνα νέα: το νέο Κέντρο είναι εδώ, οσονούπω ενωμένο και δυνατό. Η εικόνα θυμίζει σε ένα πρώτο επίπεδο παραδόσεις και διαδικασίες που συναντούσε κανείς στα αριστερά του ΚΚΕ. Ωστόσο, τυχόν αναλογίες είναι εμφανώς παραπλανητικές. Αν στην περίπτωση του εγχώριου αριστερισμού, κύριο τόνο δίνει το σύνδρομο του Ιζνογκούντ, η εγχώρια «εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά» προχωρά σε «ζυμώσεις» και χαρακτηρίζεται από «κινητικότητα» με άξονα άλλες στοχεύσεις. Ο φόβος του κενού, το ένστικτο επιβίωσης, η προοπτική της συστημικής εφεδρείας, το πλασάρισμα στις νέες πολιτικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν στο άμεσο μέλλον, όλα αυτά μπορεί κανείς να τα διακρίνει σε μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού που πλαισιώνει τα νέα μορφώματα που συναντά κανείς στον χάρ-


[55]

τη της «εξωκοινοβουλευτικής κεντροαριστεράς». Κυρίως όμως είναι ένας άλλος φόβος. Η «θεωρία των άκρων» συνιστά την κύρια συγκολλητική ουσία του Κέντρου. Η «πρακτική των άκρων» (κοινωνικές συγκρούσεις, ρατσιστική βία, ένοπλο αντάρτικο κ.λπ.) ενορχηστρώνεται συστημικά και συγκροτεί πεδία κυβερνητικής πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα υπενθυμίζει την ανάγκη να αναζητηθεί το αντίβαρό της στο «θετικό»: μετριοπάθεια, μεταρρύθμιση, συνεργασία, όραμα, ανάπτυξη, προτάσεις. Το άγχος της επόμενης ημέρας είναι εμφανές, στον βαθμό που το πείραμα της «τρικομματικής» είναι πιθανόν να διαλυθεί με πάταγο ή να αρχίσει σταδιακά να αποψιλώνεται. Ο μαέστρος δεν κάνει δουλειά μόνο με κρουστά και έγχορδα, θέλει όλα τα όργανα μπροστά του. Τα πνευστά πρέπει να γυαλιστούν, να καλοκουρδιστούν και να ξαναπάρουν τη θέση τους στη μεγάλη ορχήστρα. Μπροστά σε αντίστοιχες αγωνίες είχε βρεθεί μεταπολεμικά και ο τότε βενιζελογενής χώρος. Αναζητώντας ζωτικό χώρο για την ανασυγκρότησή του, επέλεξε να αντιπαρατεθεί με δύο «άκρα»: το ένα είχε αναφορά στον μεσοπολεμικό «Εθνικό Διχασμό» και οριοθετούσε το σύνορο με τη δεξιά, το άλλο υπήρξε φυσικά η εμφύλια σύγκρουση και συνιστούσε τη βασική διαχωριστική τομή με την αριστερά. Η ταλάντευση, ο κατακερματισμός και η πολυδιάσπαση των πολιτικών δυνάμεων που επιχείρησαν να διαμορφώσουν εκείνη την εποχή το «Κέντρο» δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της σχιζοειδούς αντιφατικότητας ενός τέτοιου εγχειρήματος, αλλά και του έντονα προσωποκεντρικού χαρακτήρα των κατά καιρούς πολιτικών σχηματισμών, αφού Γεώργιος Παπανδρέου και Σοφοκλής Βενιζέλος φιλοδοξούσαν να κατοχυρώσουν την ηγεμονία τους στον χώρο με συνεχείς συνεργασίες, διαμάχες και μετατοπίσεις. Το γεγονός που δρομολόγησε οριστικά την ενοποίηση των δυνάμεων της «μετριοπάθειας» υπήρξε και πάλι ο φόβος για τα «άκρα», που σε κάποια φάση έλαβε σάρκα και οστά απειλώντας τις με οριστικό θάνατο: η συγκρότηση και παγίωση του Ελληνικού Συναγερμού στα 1951-1952 και, κυρίως, ο εκλογικός θρίαμβος της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958. Μετά το 1958, το μεταπολεμικό σύστημα εξουσίας, θορυβημένο μπροστά στο ενδεχόμενο της συνέχισης του εμφυλίου με άλλα μέσα (εκλογικός διπολισμός αριστεράς-δεξιάς) και της συναφούς κοινωνικής πόλω-

σης, βρήκε τη χρυσή ευκαιρία για την ανασυγκρότηση του εφεδρικού πολτού: η Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου αναδύθηκε ρωμαλέα από τον βάλτο, προς ανακούφιση των αστικών δυνάμεων, και δύο κεφάλια ξεπρόβαλλαν. Το ένα θα προβαλλόταν ως μετριοπαθής εκδοχή των εθνικοφρόνων νικητών του εμφυλίου, το άλλο θα καλούσε για «αντιδεξιά» συστράτευση και ενσωμάτωση μερίδας των ηττημένων. Τα κεφάλια ωστόσο κατέληγαν σε ένα λαιμό, και ο λόγος τους πήγαζε από ένα αντιφατικό και αμφίσημο πλήθος φωνητικών χορδών, που καθοδηγούνταν όμως από έναν «χαρισματικό» μαέστρο (τουλάχιστον μέχρι το 1965). Η διάσταση του φόβου και της αγωνίας είναι εξίσου παρούσα και στη σημερινή συγκυρία. Ωστόσο, θα έπασχε έντονα κάθε περαιτέρω προσπάθεια να αναδειχθούν κρίσιμες και ουσιαστικές αναλογίες με το σήμερα. Το σύγχρονο Κέντρο βρίσκεται αντιμέτωπο με άλλου είδους προκλήσεις. Ενώ φιλοδοξεί να εκφράσει ένα σύγχρονο μεταρρυθμιστικό λόγο, η χαρτογράφηση των κινήσεων που το συναπαρτίζουν δίνει την αίσθηση ενός βρυκολακιασμένου παρελθόντος (μακρινού και σχετικά πρόσφατου). Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Η Κίνηση Πολιτών «Πολιτεία 2012» λ.χ. προέρχεται από μια κίνηση που είχε ιδρυθεί το 1996 με το όνομα «Πολιτεία» και σκοπό να υποστηριχθεί «το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα στην κοινωνία και στην πολιτική» (http://goo.gl/JqCBt). Πρόκειται δηλαδή για νεκρανάσταση σημιτικού πολιτικού μορφώματος, με ένα update στον τίτλο. Όσο για τις προτάσεις τους, κοινοτοπίες και γενικότητες, με λίγη από Βουλή των Εφήβων: συνιστούν «νηφαλιότητα και αυτοσυγκράτηση των πολιτικών κομμάτων, συνδικάτων, επαγγελματικών ενώσεων», προτείνουν μέτρα «εξυγίανσης» και «ανανέωσης» του πολιτικού προσωπικού, ζητούν την «εφαρμογή των αναγκαίων διαρθρωτικών μέτρων» για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και υποστηρίζουν την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας με ριζικές αλλαγές σε πρόσωπα και πολιτικές. Φυσικά απορρίπτουν όλα τα κακά πράγματα: τον λαϊκισμό, τη βία, την οπισθοδρόμηση. Το Δίκτυο Π80 μας βυθίζει ακόμη περισσότερο στο πρόσφατο σοσιαλιστικό μας παρελθόν, αφού αποτελείται από στελέχη που «εντάχθηκαν ή συμμετείχαν ενεργά στις κομματικές, νεολαιίστικες ή άλ-


[56]

λες οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980» (http://goo.gl/vreyY). Στην περίπτωση αυτή η ατζέντα είναι πιο ρητή, αφού στόχος είναι να συρθούν ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ και επισήμως στο νέο εγχείρημα «ανασύνθεσης» του χώρου. Σε επίπεδο αρχών, μια ταπεινή τριάδα είναι αρκετή: υπάρχει κενό «υπεύθυνης προοδευτικής αντιπολίτευσης» που πρέπει να καλυφθεί από τη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά, το σημείο αναφοράς πρέπει να παραμείνει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία για να τονιστεί ο διαχωρισμός με τον νεοφιλελεύθερο «μεταρρυθμισμό», ενώ, τέλος, ως αιτία του κακού που μας βρήκε υποδεικνύεται το άρρωστο πολιτικό σύστημα. Ζητούν λοιπόν την ανάδυση ενός νέου «δημιουργικού και τίμιου πολιτικού συστήματος» παρακαλώντας τους μπαμπάδες τους να πάρουν σύνταξη για να δουλέψουν αυτοί, η νέα γενιά, το μαγαζί: «Όσοι πρωταγωνίστησαν ή κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια, ας σεβαστούν τις ανάγκες της εποχής και ας αφήσουν τις νέες δυνάμεις να εκφραστούν» (http://goo.gl/7NswS). Ας ελπίσουμε ότι η συγκινητική παράκλησή τους θα βρει ευήκοα ώτα, αν και θα έπρεπε κανονικά να δυσπιστεί κανείς σε εκρήξεις εφηβικής επαναστατικότητας, όταν αυτές γίνονται στη μέση ηλικία. Φορείς του «νέου», της «ανασύνθεσης», της «ανασυγκρότησης» κ.λπ. συναντά κανείς όμως και αλλού. Στην περίπτωση του «Κοινωνικού Συνδέσμου» λ.χ. το νέο όραμα που προβάλλεται είναι κάτι δυστυχώς παλιό: μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός. Εξίσου νέοι του παρελθόντος είναι και τα ηγετικά-ιδρυτικά μέλη: Γιώργος Φλωρίδης και Γιάννης Στουρνάρας. Στη διοίκηση της κίνησης μπορεί να δει κανείς, χωρίς να εκπλαγεί στο ελάχιστο, τα στρώματα που εκφράζονται μέσω του «Κοινωνικού Συνδέσμου»: επιχειρηματίες, στελέχη επιχειρήσεων, γιατροί, αρχιτέκτονες. Πιο συστηματικά όμως με όρους γενιάς συγκροτείται και εκφράζεται η κίνηση «Νέοι Μεταρρυθμιστές». Με πιο επιθετικό τρόπο, η κίνηση αυτή παρεμβαίνει σε θέματα παιδείας, οικονομίας, πολιτικής, ενώ παράλληλα φιλοδοξεί να έχει συμβολή στα τεκταινόμενα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και στον διάλογο για την κεντροαριστερά. Και στην περίπτωση αυτή, η μεταρρύθμιση, ο εκσυγχρονισμός, ο ευρωπαϊσμός, η επιχειρηματικότητα συνιστούν βασικές καταστατικές αρχές. Η συγκεκριμένη κίνηση εξάλλου διεκδικεί με αξιώσεις και το πρώτο βραβείο συνθηματολογίας με το μότο

«Δημιουργική Ανατροπή. Αριστεία, Ρίσκο, Επιχειρηματικότητα» (http://goo.gl/xd2Mq), που πιθανότατα είναι εμπνευσμένο από την αδίκως παραγνωρισμένη «Σκέψη Διαμαντοπούλου». Η νέα κεντροαριστερά λοιπόν είναι εδώ. Από παντού ακούγεται επίμονα και ιδεοληπτικά: Μεταρρύθμιση, Ανανέωση, Εκσυγχρονισμός, Ευρωπαϊσμός, Επιχειρηματικότητα, Καινοτομία. Από παντού καταδικάζεται το κακό, ταυτιζόμενο ερμητικά με το παρελθόν: όχι στον λαϊκισμό, τη βία, τις συντεχνίες, τα άκρα. Τα πρώτα εκφράζουν το μέλλον, τα δεύτερα ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Φυσικά πρόκειται για πολιτικό λόγο κοινότοπο, χωρίς σοβαρή γείωση και τεκμηρίωση, έντονα ιδεοληπτικό και μανιχαϊστικό, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από ανακαίνιση κλασικών και τετριμμένων μοτίβων του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Ταυτόχρονα, οι εκφραστές του επιχειρούν να πλασαριστούν ως φορείς της ανανέωσης, με όρους τόσο ηλικίας όσο και ιδεών. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η αποθέωση της νεότητας, του φρέσκου κ.λπ. είναι συνήθως σύνδρομο της προχωρημένης ηλικίας. Από την άλλη, βέβαια, η σύγχρονη «εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά» βρίσκεται με τον τρόπο αυτό πλήρως συντονισμένη με τις ευρωπαϊκές της αναφορές: το 2012 είχε ανακηρυχθεί από την ΕΕ ως έτος Ενεργού Γήρανσης και Αλληλεγγύης μεταξύ των Γενεών. Στην πραγματικότητα, οι πενήντα αποχρώσεις του σύγχρονου κέντρου υπενθυμίζουν και αναπαράγουν αυτό που θέλουν να γιατρέψουν: η έλλειψη ηγεμονικής δύναμης που θα καλύψει πολιτικά, ιδεολογικά και ως μηχανισμός τα μετριοπαθή μεσαία στρώματα, νέα και παλιά, θέτει σε κίνδυνο την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος, τη στιγμή μάλιστα που και η οικονομική επιβίωση μεγάλου μέρους των στρωμάτων αυτών καθίσταται όλο και πιο επισφαλής στην παρούσα οικονομική συγκυρία. Η σύγχρονη «εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά» έχει βγει προς αναζήτηση του δικού της μαέστρου, που θα καταφέρει να ξανακουρδίσει τα όργανα, να τα βάψει με παστέλ, ευχάριστα στο μάτι, χρώματα, και να τα βάλει να παίξουν σε «νέους» ρυθμούς, ευρωπαϊκούς πάντα, για να χορέψει χαρούμενη η Ελλάδα της καινοτομίας, της υγιούς επιχειρηματικότητας, του οράματος, την ανάπτυξης, του αιώνια άταφου παρελθόντος.


[57]

Βλάσης Μισσός

Καπιταλισμός ιδεών

Ο

καθαγιασμός των ιδεών μας στις κολυμπήθρες του νου απέχει σημαντικά από την πραγμάτωσή τους επί των χαρακωμάτων που στήνει η πραγματική Ιστορία. Το χάσμα που ορισμένοι υποπτευόμαστε ότι απαλείφουμε, πότε κάνοντας χρήση των αδρών γραμμών της θεωρίας και πότε των πραγματικών περιστατικών του ευρύτερου παρόντος, αποτελεί ψευδαίσθηση ή –αν θέλετε– ένα λογικό άλμα στο κενό. Αυτό κάθε άλλο βέβαια παρά ψεγάδι του χώρου των Ιδεών αποτελεί, αφού η ορθολογικότητα, που οι θεωρίες του καπιταλισμού (δεξιές και αριστερές) πρεσβεύουν ότι διέπει το ίδιο το κοινωνικο-οικονομικό πλέγμα των ανθρωπίνων σχέσεων, αποτελεί παράλληλα το όχημα νομιμοποίησης ή απονομιμοποίησής του. Η κατάρριψη του καπιταλισμού, δηλαδή η υπέρβαση μιας ολόκληρης εποχής υπό εξέλιξη, που σήμερα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τη διαρκή θέσμιση και ισχυροποίηση των αγοραίων αξιών, έχει παραμείνει μια έλλογη, απραγματοποίητη διεργασία. Από την άλλη μεριά, ο Καπιταλισμός υφίσταται στην πράξη και, ως τέτοιος, παράγει και την απαραίτητα έλλογη υποστηρικτική θεωρία. Κατά συνέπεια, το βάρος που είναι αναγκασμένοι να σηκώσουν στις πλάτες τους όλοι όσοι εναντιώνονται στις φρικτές και εκμεταλλευτικές του όψεις, είναι ισοδύναμο με την αντιστροφή της έως τώρα μακρόχρονης ιστορικής αιτιότητας –μια διαπίστωση που ανάγεται σε μια τόσο παλιά κουβέντα, όσο και οι πέτρες που πατούσε ο Αριστοτέλης. Η ανάγνωση της σύγχρονης πραγματικής Ιστορίας, εκείνης που αφουγκράζεται τους πραγματικούς, ζώντες ανθρώπους (αυτούς με σάρκα και οστά), αυτούς που υπήρξαν, κι όχι τα λειτουργικά ευφυολογήματα των αφαιρετικών σχημάτων (εργάζομαι-καταναλώνω), αφενός και αναδεικνύει την ανικανότητα των παρελθόντων κοινωνικών κινημάτων να εκφράσουν και να αποσαφηνίσουν τις απώτερες από τις άμεσες πολιτικές τους επιδιώξεις, επικοινωνώντας τις άμεσα, γρήγορα, εντά-

ξιμα και ζωηρά στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα όπου ενδεχομένως να είχαν απήχηση. Αφετέρου, εκφράζει και την επιπλέον αδυναμία τους (των κινημάτων) να εκφραστούν μέσα από αυτές και να απαντήσουν στα επίκαιρα ερωτήματα του καιρού τους. Είναι πραγματικά πολύ λυπηρό και αποκαρδιωτικό ο σοσιαλισμός να τίθεται επί μία ολόκληρη εκατονταετία (τουλάχιστον) μακριά στο μέλλον. Γίνεται βεβαίως κατανοητό πως μια θεωρία δεν μπορεί να αναχθεί σε περιπτωσιολογία, κυρίως όταν η πραγματικότητα την αρνείται, ούτε να αφουγκραστεί την καθημερινότητα και τον βραχύ χρόνο των βιωμάτων μιας γενιάς. Αυτό, διότι η εξάρτησή της από τις υφιστάμενες δομές και τις ιστορικές ιδιαιτερότητες, με τις οποίες «συνομιλεί», εξαντλείται στο γεγονός ότι αντιτίθεται προς αυτές. Σκοπός της πρέπει να είναι ο ατέρμονος εναγκαλισμός των ελάχιστων αστραπιαίων εκλάμψεων, των διάσπαρτων επιθυμιών που προκύπτουν από τις παρεκκλίσεις από την κυρίαρχη ιδεολογία. Η υφαρπαγή των ευκαιριών που προκύπτουν, όταν ο καπιταλισμός συμβαίνει να μην προσφέρει την υποσχόμενη ανταμοιβή του. Με άλλα λόγια, σε περιόδους κρίσης. Μόνο σε τέτοιες στιγμές τα επικριτικά ερωτήματα μπορούν να βρουν ευήκοα ώτα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αντίληψη του ερωτήματος αποτελεί και την απάντησή του ή ότι έστω είναι προϋπόθεση γι’ αυτήν. Στις κρίσιμες καμπές της καπιταλιστικής επίδοσης, απλόχερα προσφέρεται η δυνατότητα επαναδιατύπωσης του περιεχομένου των κύριων εκφραστικών του μέσων, όπως αυτού της ελευθερίας και της αγοράς. Περί ελευθερίας Η σύγχρονη μορφή των παραγωγικών σχέσεων βλασταίνει στο χώμα της ελευθερίας. Η ιδέα της «ελευθερίας», ως επιδίωξης για παράδειγμα, δεν μπορεί να εξαλείψει την ιστορική της διαδρομή, την πραγματική της πολιτική αποτύπωση στον ευρύτερο χώρο των δυτικών οικονομιών από τον


[58]

19ο αιώνα και ύστερα, όσο κι αν –κάποιοι από εμάς– επιθυμούμε να αποτεινόμαστε προς αυτήν, κάθε φορά που προσπαθούμε να στοιχειοθετήσουμε το δίκαιο των διεκδικήσεων μιας κοινωνικής τάξης ή συντεχνίας ή συλλόγου. Ούτε βεβαίως μπορεί να καυχηθεί για την πλατιά και ριζική διάδοσή της στα ευρύτερα, στα στερημένα από αγαθά πλήθη. Είναι πολύ αμφίβολο αν τα προτάγματα του γαλλικού Διαφωτισμού αφομοιώθηκαν στο ιδιαίτερο περιβάλλον του 18ου αιώνα με την ταχύτητα που υπονοούμε κάθε φορά που αναφερόμαστε σε αυτά. Η απλή και χιλιοειπωμένη έννοια της «ελευθερίας του ατόμου» είναι τόσο ανατρεπτική όταν τη σκεπτόμαστε έναντι της «υποδούλωσης του ατόμου», αλλά ιστορικά ούτε επικράτησε, ούτε κυρίευσε την κρίσιμη εκείνη μάζα του πληθυσμού που θα την επιδίωκε με τρόπο κατάλληλο, ώστε να την καθιστούσε εφικτή, απτή και παρούσα, ισότιμη της ύστερης θεωρητικής κατασκευής της. Αντιθέτως, η ιδέα της ατομικής ελευθερίας ενσωματώθηκε στην εξουσιαστική δομή της κοινωνικής αναπαραγωγής, υποβοηθώντας την εδραίωσή της υπό σύγχρονους όρους κι εντός των νέων συνθηκών. Στο πολυδιαβασμένο πλέον έργο Constitution of Liberty (1976), ο νομπελίστας αρχιμανδρίτης του πούρου νεοφιλελευθερισμού Φρήντριχ Χάγεκ (1974), υποστηρίζει ότι πρέπει να επιμείνουμε στην επαναδιατύπωση του περιεχομένου της

ελευθερίας, στη βάση της άρνησης του ατομικού καταναγκασμού, ώστε να αναδυθεί το αληθινό περιεχόμενο ενός τύπου ελευθερίας και όχι η ελευθερία καθ’ εαυτήν. Ως προς αυτό (δηλ. το αληθινό περιεχόμενο), ο σχετικιστής Χάγεκ αναζητά μια πραγματική, ιστορική βάση για τη θεμελίωση του ζητούμενου τύπου, που δεν είναι άλλη από την «ιστορική ατομικότητα» των πολιτών της ευρωπαϊκής ηπείρου – εκεί όπου θέλει να γεννήθηκε. Κατά τον Αυστριακό διανοητή, η θεμελιώδης έννοια της «ελευθερίας του ατόμου» συγκρούεται σφοδρότερα με την «πολιτική ελευθερία», η οποία αφορά ευρύτερες συλλογικότητες, αποσιωπώντας την ατομική διάσταση. Έτσι, η εμμονή στην ελευθερία του ατόμου αμφισβητεί τις λειτουργίες των αντιπροσωπευτικών (και ειδικότερα των συνταγματικών) διαδικασιών στην ολότητά τους και όχι a priori, αφού υποτίθεται ότι αφουγκράζεται τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Ο Χάγεκ θεωρεί ότι σέβεται την ιστορική παρακαταθήκη των φιλελεύθερων προσεγγίσεων και προσφέρει έτσι ένα εξαιρετικό θεωρητικό τέχνασμα, ώστε να ενσωματώσει ακόμα και τα αμεσοδημοκρατικά αιτήματα ως πραγματώσεις των ατομικών επιθυμιών, απαγκιστρώνοντάς τα όμως από το θεωρητικόιστορικό πλαίσιο στο οποίο το αίτημα για άμεση δημοκρατία αναπτύχθηκε. Συνάμα, ο Χάγεκ επιθυμεί να εντοπίσει τις αλλοιώσεις που υπέστη η ελευθερία κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τότε που οι κεϋνσιανές αναδιανεμητικές πολιτικές κυριάρχησαν στις δυτικές οικονομίες, καλύπτοντας με τον μανδύα τους το στυγερό πρόσωπο ενός καπιταλισμού που δεν θα παρέμενε (όπως φάνηκε) διψασμένος για πολύ καιρό ακόμα. Πώς όμως συνδέεται η ελευθερία με τον καπιταλισμό που οραματίστηκε ο Χάγεκ σε σχέση με εκείνον που απαίτησε ο Κέυνς; Με ποιους όρους ο πρώτος θεωρεί ότι η ιδέα της ελευθερίας δεν ενσωματώνεται στον δεύτερο; Η μεταβολή των όρων αναδιανομής του συνολικού εισοδήματος αποτέλεσε μία από τις κεντρικές προτάσεων του Χάγεκ, την οποία όχι απλώς υποστήριξε, αλλά (και ως προς αυτό του βγάζω το καπέλο) προέβλεψε με σαφήνεια. Ενώ η ευρύτερη κεϋνσιανή προσέγγιση ταυτίζει την αναδιανεμητική πρακτική με τις ανάγκες αναπαραγωγής του κοινωνικού ιστού, η χαγεκιανή έκφανση των


[59]

νεοφιλελεύθερων προτάσεων επιτάσσει την αντιστοίχισή της με το επίπεδο ατομικής ιδιοκτησίας και διασφάλισής του. Εάν η ιδιοκτησία δεν αποτελεί υλικό όρο πραγμάτωσης της ελευθερίας, τότε τι; Εάν ο ιδιώτης δεν προσπαθεί διαρκώς να μεγεθύνει τον ιδιωτικό περιβάλλοντα χώρο του, τότε με ποιον άλλο τρόπο μπορεί να ελέγχει την αποτελεσματικότητα των φιλελεύθερων αιτημάτων του; Εδώ, όμως, θα πρέπει να επισημάνουμε μια πολύ σημαντική έμφυτη τάση που παρατηρείται ιστορικά επί των παραγόμενων αξιών και την οποία είμαστε αναγκασμένοι να προσπεράσουμε αδρομερώς. Η «κτήσις», με όποιο σύστημα μέτρησης κι αν εκτιμηθεί, λόγω του ότι αποτελεί αξία, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ιδιοποίησης, αλλά δύσκολα να διατηρηθεί ως τέτοια, δηλαδή ως αξία. Σε περιόδους καπιταλιστικών κρίσεων, απαξιώνεται η ανθρώπινη εργασία και όλα τα παράγωγά της (από μηχανήματα έως φιλοσοφικά δοκίμια). Συνεπώς, τα «κτήματα», υλικά κι άυλα, που απαξιώνονται μπρος στα κατάπληκτα μάτια των σχολαστικών και αφοσιωμένων επιχειρηματιών, δεν καθίστανται ικανά μέσα πραγμάτωσης της ελευθερίας. Είναι δυνατόν μια τόσο σημαντική πτυχή να διέφυγε της προσοχής του Χάγεκ; (φιλελεύθερος ήταν, όχι ανόητος!) Περί αγοράς Κεντρικό ρόλο, σύμφωνα με τον Χάγεκ, στη διανομή του παραγόμενου προϊόντος είναι απαραίτητο να κατέχει ένας απρόσωπος φορέας, όσο το δυνατόν πιο αποκομμένος από την ανθρώπινη βούληση, όπως η αγορά. Ειδάλλως, ούτε η ατομικότητα εξασφαλίζεται μήτε και το κίνητρο για απόκτηση τίτλων ιδιοκτησίας. Θέση απλή, πρακτική, εφαρμόσιμη από το 1980 και ύστερα, έως και στην Ευρώπη των μνημονιακών δεσμεύσεων. Ακόμα και το μεγάλο κράτος αποτελεί άλλη μια αποτυχία της ελεύθερης αγοράς, την οποία πρέπει –αυτή τη φορά– να διορθώσει η ίδια κι όχι το κράτος. Έτσι ο Χάγεκ, φέρνει τους μεγαλοϊδιοκτήτες ενώπιον των ευθυνών τους και τους παροτρύνει να δράσουν προς όφελος των κεκτημένων (κληρονομημένων) δικαιωμάτων τους. Ο τεχνοκρατισμός στην πολιτική, που σήμερα αναδύεται στην Ευρώπη και εγχωρίως, δεν είναι τίποτε περισσότερο από τον απόηχο αυτής της ανασκευασμένης

σχέσης. Η αγορά, δεν είναι ένας στείρος «τόπος» ανταλλαγών όπου κάποιοι κράζουνε τιμές και κάποιοι άλλοι αποκαλύπτουν τις ζητούμενες ποσότητές τους, είναι κάτι ακόμα. Αποτελεί το ζωτικό περιβάλλον όλων των ιδιο-κτημάτων, παροντικών αλλά και επιδιωκόμενων. Η αξία της ιδιοκτησίας, για τους ομοϊδεάτες του Χάγεκ, προσδιορίζεται με τρόπο απλό από τη σχετική τιμή της, δηλαδή κατά τη σχετικοποίησή της με ένα άλλο αγαθό, με μια άλλη ιδιοκτησία, π.χ. πέντε αυτοκίνητα είναι ισάξια ενός σπιτιού. Είναι, δηλαδή, απαραίτητο η αξία να διατυπωθεί με όρους άλλων αγαθών ή χρήματος, και το τελευταίο σε όρους άλλων νομισμάτων (όπως 1€ = 1,3$). Η απόκτηση και ιδιοποίηση ενός αγαθού δεν κατοχυρώνει την αξία του άπαξ και διαπαντός, αλλά πρέπει να εναποτίθεται στη διαρκή κρίση των εκτιμητών της, να εκτίθεται στην αγορά, στον τόπο όπου αποκτήθηκε. Η νεοφιλελεύθερη σκέψη προσδίδει έτσι στην αξία μια διάσταση, ας πούμε, κοινωνική, αυτή που αναδεικνύεται από τη διαρκή συσχέτισή της με άλλα αγαθά. Τα βάρη της ιδιοκτησίας δεν έχουν να κάνουν τόσο με τη φορολογία της (άλλωστε οι σύγχρονες δυτικές οικονομίες ουσιαστικά αποτελούν φορολογικό παράδεισο για τη μεγάλη ιδιοκτησία), αλλά με την ασίγαστη δραστηριοποίηση που απαιτείται για την διατήρησή της. Κατ’ επέκταση, η πραγμάτωση της ελευθερίας του ατόμου διαμέσου της απόκτησης αγαθών προϋποθέτει και αυτό που τόσοι ονομάζουν αγορά/ές και που τώρα, πίσω-πίσω, σήμανε η ώρα να γίνει αντιληπτό και εν Ελλάδι, τώρα που ο ρόλος του κράτους έχει απαξιωθεί στις διεθνείς αγορές. Η αντίπαλη θεωρητική όχθη συζητά με άλλους όρους και αρνείται την πρωτοκαθεδρία στον ρόλο των αγορών. Η αξία που αποδίδει στο παραγόμενο προϊόν μετράται με βάση μια εξω-αγοραία λογική. Όσο όμως κι αν τα καπιταλιστικά προϊόντα έχουν αξία, το ίδιο το οικονομικό πρότυπο είναι χαμηλά στην αξιακή κλίμακα της επαναστατικής θεωρίας. Βεβαίως, δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να καταλογίσει αναποτελεσματικότητα και ανεπαρκή παραγωγική ισχύ στον καπιταλισμό. Τα υλικά αγαθά που προσφέρει αυτός ο νοσηρός τρόπος παραγωγής είναι πάμπολλα και φορές-φορές προσιτά σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Υποθέτω λοιπόν πως το κύτταρο του εκμεταλλευτικού χαρακτή-


[60]

ρα που του προσδίδουν, θα πρέπει να εντοπιστεί –κατ’ αρχήν– στον τρόπο διανομής των παραγόμενων αξιών του. Με άλλα λόγια, εάν η μαρξική υπεραξία (με δεδομένη την παραγωγή της) παραχωρούνταν στους εργαζόμενους, η θεωρία της εκμετάλλευσης θα έπαυε να ισχύει. Άρα, αρκετά απλοϊκά σκεπτόμενοι, μια εξω-αγοραίου τύπου διανεμητική πρακτική θα έπρεπε να λάβει υπόψη της δύο εκδοχές: πρώτον, ότι θα συντελεστεί με την προϋπόθεση πως η παραγωγική δυναμικότητα δεν θα επηρεαστεί και θα παραμένει στα ίδια επίπεδα ή δεύτερον, ότι η εναλλακτικού τύπου διανομή θα την επηρεάσει και άρα θα πραγματοποιηθεί επί ενός διαφορετικού επιπέδου αξίας (μικρότερης ή μεγαλύτερης). Το πρώτο το θεωρώ χαζό, αλλά όσον αφορά τη δεύτερη εκδοχή, μας προκαλεί στη διατύπωση του ακόλουθου ερωτήματος: θα μπορούσε άραγε κανείς να υποστηρίξει πως η άρση του καπιταλιστικού τρόπου διανομής και η αντικατάστασή του από μια πιο φιλεργατικού τύπου πρακτική θα σημάνει και αύξηση της παραγόμενης αξίας συνολικά – έστω και μακροπρόθεσμα; Ερωτήματα σαν κι αυτό, όσο απλό κι αν ακούγεται, αποτελεί ένα από τα έσχατα εμπόδια για την άρθρωση μιας ουσιαστικής πρότασης που θα δεσμεύεται από μία και μόνο προτεραιότητα: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτή που παραλίγο να έσωζε ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς στα μέσα του 20ού αιώνα. «Ποιος στ’ αλήθεια είμ’ εγώ και πού πάω;» Η εγκαθίδρυση της ελεύθερης αγοράς αποπροσανατόλισε και συνέτριψε τη δυνατότητα συνείδησης των εργαζομένων, απαραίτητη προϋπόθεση των αριστερών προταγμάτων. Ο πληθυσμός του πλανήτη φαίνεται –για λόγους που αξίζει να επανεξετάσει κανείς– να απέρριψε την πρόταση ανατροπής του παγιωμένου ιδιοκτησιακού δικαίου, περίπου στην αρχή του περασμένου αιώνα, και το συμφέρον των εργαζομένων ταμπουρώθηκε –κατά ένα σημαντικό ποσοστό– πίσω από τη διασφάλιση των εθνικών αιτιάσεων (μην ξεχνάμε ότι η διάρθρωση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς (1889–1920) αποτελούνταν κυρίως από εθνικά κόμματα, γεγονός το οποίο από μόνο του αποτελεί προσχώρηση στην επίφαση που προέταξε η μονοπωλιακή φάση του καπιταλισμού).

Ο ιδιοκτησιακός όρος συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με την επιβίωση και όχι με την επιβολή, καθώς η μετάλλαξη του θεσμικού πλαισίου των επιχειρήσεων άφηνε σχεδόν αδιάφορη την επαναστατική θεωρία. Μία από τις κεντρικές τάσεις του περασμένου αιώνα αφορά την περιπλοκή που υπέστησαν τα βασικά μεγέθη του συνολικού εισοδήματος (μισθοί και κέρδη), η οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει δύο βασικές όψεις. Πρωτίστως, οι εργαζόμενοι και οι μεροκαματιάρηδες συνέταξαν τα συμφέροντά τους με τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, μετοχοποιώντας (ακούσατε, ακούσατε) τα ημερομίσθιά τους. Με άλλα λόγια, ενώ το τμήμα που αφορά τους πραγματικούς μισθούς συρρικνωνόταν, η φιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού πρόβαλλε ως λύση, για την επανόρθωση της μειωμένης αξίας των μισθών, τη δυνατότητα τοποθέτησής τους σε άυλους τίτλους. Έτσι, κάθε φορά που ο εργαζόμενος παρακαλεί να ανέλθει ο χρηματιστηριακός δείκτης, ενώ επικροτεί σθεναρότερα την επέκταση της εκμεταλλευτικής ορμής του κεφαλαίου εναντίον του, βλέπει και τις εγχρήματες τοποθετήσεις του να καρποφορούν. Δευτερευόντως, η περιπλοκή επί της διάκρισης των πηγών εισοδήματος συνεχίστηκε με τη μορφή της μικροϊδιοκτησίας, και αυτό είμαστε αναγκασμένοι πλέον να το επισημαίνουμε προτού κάνουμε οποιαδήποτε αναφορά στον ανατρεπτικό χαρακτήρα της –ανύπαρκτης πια– «εργατικής τάξης» της Δύσης. Η περιουσιακή κατάσταση των εργαζομένων ανά την ευρωπαϊκή ήπειρο έχει μεταβληθεί αισθητά κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης περιόδου (δηλαδή, μετά το 1980), αν και με σημαντικές διαφοροποιήσεις κατά τόπους. Η μικρής κλίμακας ιδιοκτησία επήλθε ουσιαστικά από δανεισμό και άλλες παρόμοιου τύπου χορηγήσεις, οι οποίες πέτυχαν πολλαπλούς σκοπούς (όπως η αποδυνάμωση του αγωνιστικού σθένους του κόσμου της εργασίας). Όλοι οι αριστεροί πρέπει να αναγνωρίσουν την πικρή αλήθεια ότι στην Ευρώπη του 2013, η παύση των λειτουργιών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα σήμαινε άμεση πτώση του βιοτικού επιπέδου, ενώ η επανάκτηση του χαμένου μας σθένους θα παρέμενε μια αβεβαιότητα. Παράλληλα ο 20ός αιώνας συνέστησε μια


[61]

αστική τάξη η οποία, αν και βγήκε νικήτρια σε όλες τις κοινωνικές μάχες, παραμένει σαθρή στον πυρήνα της σκέψης της, και μεγαλύτερη απόδειξη αυτού είναι η απάλειψη των ιδεών του σημαντικότερου οικονομολόγου του περασμένου αιώνα, του Κέυνς. Στο τελευταίο κεφάλαιο του μνημειώδους έργου του General Theory (1936), η συγγραφή του οποίου έγινε προς όφελος των αστικών συμφερόντων, διαβάζουμε: «Έχουμε δει ότι, ώσπου να επικρατήσει πλήρης απασχόληση, η αύξηση του κεφαλαίου δεν εξαρτάται καθόλου από μια χαμηλή ροπή προς κατανάλωση αλλά, αντίθετα αναχαιτίζεται από αυτήν, και μόνο σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης η χαμηλή ροπή προς κατανάλωση επενεργεί θετικά στην μεγέθυνση του κεφαλαίου». Παρά ταυτα, η Ευρώπη του 2013, των αυξανόμενων ρυθμών ανεργίας, ανισοτήτων και της χαμηλής κατανάλωσης, διάλεξε την ακριβώς αντίθετη πορεία για την ανατροπή της βαθύτερης υφεσης των τελευταίων δεκαετιών, τη λιτότητα. Η ιδέα μιας αρμονικής αγοραίας επίλυσης των βραχυπρόθεσμων ανισορροπιών της καπιταλιστικής οικονομίας, εντός της οποίας πραγματώνεται η ελεύθερη βούληση των ατόμων, έχει εμποτίσει τον νου των πολιτικών εκπροσώπων της αστικής δημοκρατίας. Στόχος δεν είναι η βιωσιμότητα των χρεών, αλλά η αναγκαιότητα η όποια λύση να προέλθει με αγοραίο τρόπο. Προσοχή όμως. Μια τέτοια παραδοχή ουδόλως παραγνωρίζει την επιδίωξη των συμφερόντων της μεγάλης ιδιοκτησίας, απλώς φωτίζει μια άλλη παραγνωρισμένη όψη η οποία κατατρέχει τα μήκη και πλάτη της πολιτικής και οικονομικής θεωρίας, εκείνης των ιδεών. Στο τέλος του βιβλίου του, ο Κέυνς αναφέρει ότι «οι ιδέες των οικονομολόγων και των πολιτικών φιλοσόφων, τόσο όταν είναι ορθές όσο και όταν είναι εσφαλμένες, ασκούν ισχυρότερη επίδραση από ό,τι συνήθως πιστεύεται… Πρακτικοί άνθρωποι που θεωρούν ότι δεν υφίστανται οποιαδήποτε πνευματική επιρροή, συνήθως, είναι οι δούλοι κάποιου μακαρίτη οικονομολόγου. Παράφρονες στην εξουσία, που ακούν φωνές να τους καλούν, αποκρυσταλλώνουν την τρέλα τους από κάποιον πα-

νεπιστημιακό γραφιά παρελθόντων ετών… αργά ή γρήγορα, οι ιδέες και όχι τα επενδυμένα συμφέροντα είναι εκείνες που είναι επικίνδυνες, για καλό ή για κακό». Η ιδέα της ελεύθερης αγοράς έχει υποστεί την κατεργασία των επικρατούντων πολιτικών θέσεων των τελευταίων 250 περίπου ετών, όπως αυτές καταγράφηκαν κυρίως στην ευρωπαϊκή και βορειοαμερικανική ήπειρο. Εμπεδώθηκε μέσω των οικονομικών συναλλαγών, ενώ γεννήθηκε μέσα στο αίμα των ταξικών συγκρούσεων. Αναπαράχθηκε μέσω των νομικών δικλείδων και της προστασίας του πολίτη, ενώ ανδρώθηκε για να διαρρήξει την κατεστημένη τάξη. Στερούμενος αισιοδοξίας υποπτεύομαι ότι οι ιδέες που μας κατακλύζουν μοιάζουν δυνατότερες των συμφερόντων μας και ο θεωρητικός ήλιος, που μας φωτίζει τους ορίζοντες, ζεσταίνει και απαλύνει τις μετανιωμένες καρδιές μας. Στις λέξεις δεν κατοικούν πλέον νοήματα, αλλά πολιτικές που αγκυλώνουν τη βούληση για τον επόμενο κόσμο. Αυτές τις λέξεις, που ντύνουν των χεριών μας τις σιωπές αν πνίξουμε, ίσως μπορέσουμε να ξαναδιαβάσουμε της Ιστορίας τα μηνύματα χωρίς να μας κατασπαράσσει ο Καπιταλισμός των Ιδεών, χωρίς να εθελοτυφλούμε μπροστά στα σφάλματα της θεωρητικής μας κατάρτισης.


[6]

Meanwhile, in Athens.. OH?

You wanna come to rock-A-rock with me, Hey baby?

Is it a bar?

no way babe! come and see how we rock the rock itself!

At that point, Julie had an idea That maybe he was talking about a kind of transformative meta-rocking variant of the rocking meme.

RockA! Rocka Rockkarock kaRock a Rock mon monkeY-a RocK! RocK!

o!

“Yes!” said Rock-a-Monkey, “That’s exactly how it is and as sure as my name is Rock-a-Monkey I will show you how to rock the Rock, baby” but Julie wasn’t Convinced. It sounded like he was using “rock” as a metaphor for something entirely different. ““When we rock,” She asked him, “Will it lead to rock-a-baby or more like rocking a baby?”

NoN No No no no non no no no no no no no no no no no ok OK yes!!

“Are you trying to trap me with semantics?” says rock-a-Monkey like a monkey and julie frowns at him. “you got me, ROCK-a-Monkey!”


[63]

ΒΑΣΑΝΑΚΙΑ Ο Φ*, γιος της καθαρίστριας του σπιτιού μου, είναι νεαρός αστυνόμος που υπηρετεί στην κρατική ασφάλεια. Λεβέντης από τα μικράτα του : στα μαθητικά του χρόνια πρώτευσε πολλές φορές σε διαγωνισμούς παραδοσιακών χορών, κι όταν έφτασε η ώρα να διαλέξει επάγγελμα, αντικατέστησε επάξια την ποντιακή φορεσιά και τους πυρρίχιους με τη στολή και τα κουμπούρια του αστυνόμου. Ο Φ* είναι βέβαια αστυνόμος της εποχής του: έχει το μυαλό του περισσότερο στο κυνήγι του ποδόγυρου, σε μπαρ όπου συχνάζουν λαϊκές κομμωτριούλες, παρά στις κρατικές υποθέσεις. Τον χαρτζηλικώνω πότε-πότε, για να μου βεβαιώνει ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής ανύπαρκτων ανθρώπων, που με καθιστούν πληρεξούσιο για ένα σωρό ανήκουστες πράξεις. Με ένα σκουλαρικάκι στο λοβό του αριστερού του αυτιού και μια παλαιστινιακή μαντήλα γύρω από τον χοντρολαιμό του, έξυνε βαριεστημένα, με το καλαμάκι του, το ξεραμένο υπόλειμμα καφέ που είχε κολλήσει στα τοιχώματα του ποτηριού του. «Έχω βάσανα», μου είπε. «Ποιος δεν έχει;» σημείωσα θυμόσοφα. Απέτυχα να αντιληφθώ, εξαρχής, το κρυπτικό νόημα των λόγων του. Χτύπησε το φορητό του τηλέφωνο. Είχε επιλέξει μια παλιά ποπ μελωδία να ακούγεται από το ηχείο («βασανάκι μου σ’ αγαπάω, με τη σκέψη σου ξενυχτάω»), κάθε φορά που τον καλούσαν από την υπηρεσία. «Μας κάνουνε Ε.Δ.Ε.», μου είπε λίγο ύστερα. Ρώτησα να μάθω περισσότερα. Μου έκλεισε το μάτι, δείχνοντάς μου το, κατάστικτο από απροσδιόριστα κόκκινα σημάδια, κουτουπιέ των αθλητικών του παπουτσιών. «Πάνω στη συμπλοκή», διευκρίνισε και άνοιξε διάπλατα το στόμα του, δείχνοντας με το δάχτυλο βαθιά μέσα στη σπηλιά του στόματός του. Του έλειπε ένας φρονιμίτης. Ήξερα πως τον είχε αφαιρέσει πολύ παλιότερα, ύστερα από αλλεπάλληλες πλύσεις ούζου, με τις οποίες είχε προσπαθήσει να ανακουφιστεί από τον οξύ πόνο (σιχαινόταν τον πόνο, το καημένο παλικαράκι). Συνέχισε να υποκρίνεται μπροστά μου: «Αυτόν, ποιος θα μου τον αντικαταστήσει; Μου λες;». Είναι προφανές πως αυτή θα ήταν η παιδαριώδης αμυντική του γραμμή έναντι των ελεγκτών της υπηρεσίας εσωτερικών υποθέσεων. «Αν δεν βρέθηκε ο φρονιμίτης σου στον τόπο της συμπλοκής πώς θα αποδείξεις πως ό,τι συνέβη, συνέβη σε συνθήκες μάχης;», τον ρώτησα εγώ, θέλοντας να τονίσω την προχειρότητα του ισχυρισμού του. «Θα πω ότι εξοστρακίστηκε», είπε αρχικά, μα έπειτα, αντιλαμβανόμενος την κοινοτοπία του υπερασπιστικού του επιχειρήματος, το ξανασκέφτηκε: «Πράγματι, χρειάζομαι έναν πρόσφατα ξεριζωμένο φρονιμίτη για αποδεικτικό μέσο» παρατήρησε, ξύνοντας το κεφάλι του. «Εντάξει, θα σου βρω εγώ», προσφέρθηκα να βοηθήσω. Έσπευσα στον οδοντίατρό μου εξηγώντας το επείγον της περίπτωσης. «Ιδού ο σωφρονιστήρας σου» μου είπε ο οδοντίατρος, χρησιμοποιώντας έναν συνώνυμο όρο που αγνοούσα, καθώς απόθετε στη χούφτα μου ένα άψογα σμαλτωμένο δόντι. Όταν τηλεφώνησα στον νεαρό φίλο μου για να του μεταφέρω το καλό μαντάτο, τον άκουσα ήδη ανακουφισμένο: «Δεν χρειάζεται», μου είπε «Ευχαριστώ πάντως για την προσπάθεια. Βρήκα δόντι στην υπηρεσία». Μιλούσε, ασφαλώς, μεταφορικά. Επέστρεψα το άχρηστο πειστήριο της δήθεν συμπλοκής, πίσω στον νόμιμο κάτοχό του. Ο οδοντίατρος σχολίασε : «Σωφρονιστήρες, Κοπτήρες, Τραπεζίτες… αλλά και Κυνόδοντες. Μεγάλες δόξες έχουν, που να με πάρει, στην εποχή μας. Πώς να μη φοβάται έπειτα, ο κοσμάκης, τους οδοντίατρους;». Άγης Πετάλας


[64]

Το δικιο του εργατη και η νομιμοτητα Oι νόμοι μιας Πολιτείας είναι οι κανόνες που ρυθμίζουν τη λειτουργία της και εκφράζουν τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί δικαίου και αδίκου - αυτό δεν είναι απαραίτητο να έχει περάσει κάποιος από τα θρανία της Νομικής Σχολής για να το καταλαβαίνει. Επίσης δεν χρειάζεται να είναι νομικός για να καταλαβαίνει ότι, εφόσον μιλούμε για μια δημοκρατική Πολιτεία, το πεδίο στο οποίο γίνεται η στάθμιση, ο συμψηφισμός των διαφορετικών απόψεων περί δικαίου και αδίκου, ώστε ο νόμος να πάρει την τελική μορφή με την οποία και θα εφαρμοσθεί, εάν προηγουμένως εγκριθεί από την πλειοψηφία των νομοθετών, είναι η Βουλή· και, πάντως, δεν είναι το πεζοδρόμιο ούτε το αμαξοστάσιο του μετρό στα Σεπόλια. Εάν τώρα ένας νόμος δεν μας αρέσει, εάν τον έχει ξεπεράσει η εποχή και η εξέλιξη των πραγμάτων, στη Βουλή αποφασίζουμε πώς θα τον αλλάξουμε· και τον αλλάζουμε μέσω της καθορισμένης κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Τις προηγούμενες ημέρες, με αφορμή την απεργία των εργαζομένων στο μετρό, παρακολουθήσαμε μία αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο εκδοχές της νομιμότητας: τη δημοκρατική, όπως ορίζεται και εφαρμόζεται στις αστικές δημοκρατίες, και την επαναστατική της άκρας Αριστεράς. Οι δικαστικές αποφάσεις έκριναν τις απεργίες στο μετρό παράνομες – και, αν δεν κάνω λάθος, η Δικαιοσύνη είναι ο μόνος αρμόδιος θεσμός σε μια αστική δημοκρατία για να κρίνει αν εφαρμόζονται οι νόμοι ή όχι. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, παρέχοντας την πλήρη πολιτική κάλυψή τους στους απεργούς, αντέταξαν μιαν άλλη αντίληψη περί νομιμότητας, εκείνη που θέλει τον νόμο να είναι «το δίκιο του εργάτη». (Δίκιο, το οποίο, ασφαλώς, εκφράζει αυθεντικά μόνο η Αριστερά και ουδείς άλλος...). Δεν στερείται σημασίας ότι η άκρα Αριστερά, που έσπευσε να υιοθετήσει την παρανομία των απεργών, επιτέθηκε με οξείς τόνους στην απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην επιστράτευσή τους, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «δικτατορική» και «ακροδεξιά». Το δικαίωμα να επιβάλλει «το δίκιο του εργάτη» έναντι της νομιμότητας, το κατέκτησε κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης με την ιδεολογική υπεροχή της, το κατοχύρωσε με τη βία και τον «τσαμπουκά» της και δεν θα δεχθεί εύκολα να το παραδώσει. Είναι το μέσον που έχει στη διάθεσή της για να φθείρει την αστική δημοκρατία και να διαβρώνει κράτος και θεσμούς, ώσπου να επιφέρει τη διάλυσή τους. Αυτός είναι ο τρόπος που διαθέτει, σε περιβάλλον αστικής δημοκρατίας, προκειμένου να επιβάλει συνθήκες οι οποίες θα ευνοούν τους σκοπούς της· διότι μόνον μέσα από την απελπισία που προκαλούν η ανομία, η απουσία κανόνων και η κατάρρευση του κράτους μπορεί να ελπίζει ότι η πλειοψηφία των πολιτών θα την επιλέξει ως διέξοδο από την κρίση. Στρατηγική της άκρας Αριστεράς είναι να επιτείνει την κρίση και να οξύνει τις επιπτώσεις της· δεν είναι να συνεργασθεί με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις με σκοπό να μπει τάξη, να σταθούμε στα πόδια μας και να προχωρήσουμε. Για τον λόγο αυτό, η απόφαση της κυβέρνησης να προτάξει το δίκαιο των πολλών έναντι του δίκιου μιας μερίδας εργαζομένων στις ΔΕΚΟ ήταν και σωστή και γενναία. Κάποτε έπρεπε να μπει ένας φραγμός στην ασυδοσία των συντεχνιών και στους πολιτικούς προστάτες της. Αυτός ο φραγμός δεν είναι παρά η εφαρμογή του νόμου. Στέφανος Κασιμάτης, εφ. Καθημερινή: 27.1.2013.


[65]

ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ Ο Ιβάν Ματβιέιτς επισκέπτεται στις 13.1.1865 στη Μόσχα τη Στοά όπου εκτίθεται ένας κροκόδειλος. Ύστερα από διάφορα επεισόδια, ο κροκόδειλος καταπίνει τον δύσμοιρο Ματβιέιτς, ο οποίος, ως άλλος Ιωνάς, βρίσκεται στην κοιλιά του κήτους. Ο φίλος του συναντά τον αξιότιμο Τιμοφιέι Σεμιόνιτς και ζητά τη γνώμη του για το τι δέον γενέσθαι – ο Γερμανός ιδιοκτήτης του κροκοδείλου αρνείται πεισματικά να ανοίξουν την κοιλιά του [του κροκοδείλου] καθότι αυτό θα συνεπαγόταν απώλεια του κεφαλαίου του. Ακολουθεί η τοποθέτηση του Τιμοφιέι Σεμιόνιτς:

Αυτός φταίει. Ποιος του ’πε να πάει να χωθεί αυτού μέσα; Εδώ σε λίγο θα πρέπει να του πάρουμε και νταντά να τον νταντεύει, και μάλιστα με επιβάρυνση του δημοσίου, πράγμα που δεν προβλέπεται από την υπηρεσία. Και κυρίως ας μην ξεχνάμε ότι ο κροκόδειλος συνιστά ιδιοκτησία, πράγμα που σημαίνει ότι εδώ υπεισέρχεται αμέσως αμέσως ο λεγόμενος οικονομικός παράγων. Και ο οικονομικός παράγων είναι πάνω απ’ όλα. Τον ξέρετε τον Ιγνάτι Προκόφιτς; Κεφαλαιούχος. Είναι μέσα σ’ ένα σωρό επιχειρήσεις και, ξέρετε, τα λέει καλά. «Μας είναι απαραίτητη η βιομηχανία», λέει. «Η βιομηχανία μάς λείπει. Πρέπει να τη δημιουργήσουμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε το κεφάλαιο, τουτέστιν τη μεσαία τάξη, πρέπει να δημιουργήσουμε τη λεγόμενη μπουρζουαζία. Και καθώς κεφάλαια δεν έχουμε, θα πρέπει να προσελκύσουμε κεφάλαια από το εξωτερικό. Θα πρέπει, καταρχάς, να δώσουμε σε ξένες εταιρείες το δικαίωμα να αγοράσουν γη στην πατρίδα μας, όπως γίνεται παντού στο εξωτερικό». «Η κοινοτική ιδιοκτησία της γης», λέει, «αποτελεί δηλητήριο, καταστροφή!». Και, ξέρετε, μιλά με τόσο πάθος! Ε, του πάει, κεφαλαιούχος είναι ο άνθρωπος... όχι υπάλληλος. «Με την κοινοτική ιδιοκτησία», λέει, «ούτε βιομηχανία υπάρχει ούτε και η γεωργία προοδεύει. Πρέπει οι ξένες εταιρείες να αγοράσουν σταδιακά όσο το δυνατόν περισσότερη απ’ τη γη μας κι έπειτα να κατακερματίσουν τις ιδιοκτησίες τους». Και, ξέρετε, το προφέρει έτσι, με αποφασιστικότητα: «να τις κατακερρρματίσουν», λέει, «και μετά να τις πουλήσουν σε ιδιώτες. Κι ούτε καν να τις πουλήσουν, να τις νοικιάσουν». «Όταν», λέει, «όλη η γη θα είναι στα χέρια των ξένων εταιρειών που θα έχουμε προσελκύσει, τότε εννοείται πως θα μπορούν να τη νοικιάζουν ορίζοντας όσο ενοίκιο θέλουν. Και έτσι λοιπόν ο μουζίκος θα αποδίδει τα τριπλάσια για ένα κομμάτι ψωμί και θα μπορείς ανά πάσα στιγμή να τον διώξεις. Φυσικά θα το καταλαβαίνει αυτό, οπότε θα είναι υπάκουος και εργατικός και θα βγάζει με την ίδια αμοιβή την τριπλή δουλειά. Ενώ τώρα, με την κοινοτική ιδιοκτησία, δεν δίνει μία! Ξέρει πως δεν θα πεθάνει δα και της πείνας και κοπροσκυλάει και μεθοκοπάει. Και συν τοις άλλοις θα έχουμε και εισροή συναλλάγματος και δημιουργία κεφαλαίων και τη διαμόρφωση της μπουρζουαζίας. Εδώ και οι Τάιμς έγραφαν τις προάλλες, για τα οικονομικά μας, ότι δεν μπορούμε να ανακάμψουμε επειδή δεν έχουμε μεσαία τάξη, δεν έχουμε φουσκωμένα πορτοφόλια, δεν έχουμε εργατικούς προλεταρίους». [....] Και τι να γίνει δηλαδή με τον Ιβαν Ματβιέτις; Εκεί ακριβώς σκοπεύω να καταλήξω. Εμείς οι ίδιοι κάνουμε ότι μπορούμε για να προσελκύσουμε ξένα κεφάλαια στην πατρίδα μας και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Μόλις τώρα δα το κεφάλαιο του προσελκυθέντος κεφαλαιούχου διπλασιάστηκε μέσω του Ι.Μ. κι εμείς, αντί να προστατεύσουμε τον ξένο επενδυτή, κάνουμε ό,τι μπορούμε προς την αντίθετη κατεύθυνση για να ξεσκίσουμε την κοιλιά του ίδιου του βασικού κεφαλαίου. Είναι λογικό αυτό;». Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο κροκόδειλος, μτφρ. Γιώργος Τσακνιάς, Πατάκης, 1996, σ. 34-35.


[66]

Α. Φαρμάκης

Πολιτική σχολιασμού ­­

Σ

το παρόν ιστολόγιο δεν είναι ευπρόσδεκτοι οι μοναρχοφασίστες, οι σταλινικοί, τα «άκρα», τα «γνωστά κέντρα», οι ρεφορμιστές, οι οπορτουνιστές, οι μπάχαλοι, οι μασκέ πασόκοι, οι δηλωμένοι πασόκοι (αν υπάρχουν ακόμη), και επιφυλάσσομαι κάθε νόμιμου δικαιώματος μου έναντι κάθε νέας απειλής και κάθε επόμενης αναλαμπής. Στο παρόν ιστολόγιο δεν θα δημοσιεύονται σχόλια από trolls, flamers, baiters κτλ., σχόλια από προβοκάτορες, από κρετίνους, από ανώνυμους, από επώνυμους μασκέ, από περιώνυμους εχθρούς του κινήματος. Στο παρόν ιστολόγιο απαιτείται ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση, επικυρωμένο αντίγραφο διδακτορικού τίτλου σχετικού με την ανάρτηση, ακριβής αναφορά άλλων ιστότοπων στις οποίες ο ενδιαφερόμενος συμμετέχει ως σχολιαστής. Αναλόγως του σχολίου, ενδέχεται να ζητηθούν περαιτέρω α) βιβλιάριο ενσήμων, β) εκλογικό βιβλιάριο, γ) ταξιδιωτικό βιβλιάριο, δ) αντίτυπο προσωπικού ημερολογίου. ­­­­­­­­Από το παρόν ιστολόγιο δεν επιτρέπονται οι αναδημοσιεύσεις χωρίς αναφορά της πηγής, οι αλλοιώσεις, οι περιλήψεις, οι παρερμηνείες και γενικότερα οι ερμηνείες. Το παρόν ιστολόγιο περιέχει «ιστορίες για να σκεφτόμαστε διαφορετικά», κουτσομπολιά που έγιναν «ιστορία», γκρίζα διαφήμιση, ασπρόμαυρη διαφήμιση, copy-p­aste, αναδημοσιεύσεις πρακτορείων, πρακτοριλίκια κάθε χρώματος, βιώματα, απόψεις και άλλα βιώματα και άλλες απόψεις κι άλλο copy-paste. Το παρόν ιστολόγιο δεν είναι επιχείρηση, δεν είναι κομματικό όργανο, δεν εκπροσωπεί κανέναν πέραν του κάθε φορά υπογράφοντος συντάκτη του, δεν αποσκοπεί στο κέρδος, δεν ανέχεται την προσωπική προβολή. Κάθε κρίση μεγαλομανίας, ναρκισσισμού, επιθετικότητας ή καφρίλας πρέπει να εκληφθούν ως ανθρώπινες αδυναμίες. Το παρόν ιστολόγιο αποτελείται από ανεξάρτητους παρατηρητές, από «καθημερινούς ανθρώπους», από σπαράγματα μιας συλλογικότητας που δεν συγκροτήθηκε σε σώμα, από ανένταχτους συντρόφους και συντρόφισσες, από δημοσιογράφους χωρίς σύνορα, από σχολιαστές χωρίς τσίπα. Εσύ είσαι το «αυτί» και το «μάτι» του όπου κάτι κινείται (αν εκ των υστέρων διαπιστώσεις παραμορφώσεις στα «ζωτικά σου όργανα», ας ήξερες πού έμπλεκες). Εσύ ανοίγεις τη συζήτηση, εσύ και την τροφοδοτείς (εμείς την κλείνουμε, σε διαγράφουμε, σε μπινελικώνουμε όταν λες μαλακίες). Το παρόν ιστολόγιο είναι αφιερωμένο στην ελευθεριακή επανάσταση, στην ανασύνθεση της λόγιας αριστεράς, στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, στην κυβερνητική προοπτική της κοινοβουλευτικής, στην προάσπιση των συμφερόντων των υποτελών τάξεων, στη συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, στην κατάργηση όλων των στρατών, στο κυνήγι του κόκκινου Οκτώβρη, στη διάσωση της πράσινης παπάγιας, στη διαφώτιση των συνδρομητών παρόχων internet… και σε άλλους μετριοπαθείς στόχους. Το παρόν ιστολόγιο έχει κάνει 666 διαδικτυακά καλέσματα, έχει συμμετάσχει σε 66 συλλογικά happenings, έχει αναρτήσει σειρά από διλήμματα, polls, γκάλοπ, μετρήσεις, έχει λάβει μέρος σε αμέτρητες κινητοποιήσεις, παρεμβάσεις, συνελεύσεις, συλλογικές κουζίνες, διαμαρτυρίες, ιστορικά άλματα. Στήριξε την έκρηξη της αραβικής


[67]

άνοιξης, την άνοιξης της Πράγας, την έκρηξη του κομήτη του Χάλεϊ, ακόμη και τούτη την άνοιξη, ραγιάδες-ραγιάδες. Αυτό το ιστολόγιο δεν κωλώνει πουθενά. Το παρόν ιστολόγιο αντιμάχεται έμπρακτα την εμπορευματοποιημένη ενημέρωση, την καταναλωτική αποβλάκωση, τους πραιτωριανούς, τα παπαγαλάκια, τα τυποποιημένα προϊόντα, τις αναλύσεις των ειδικών, τη βιβλιογραφία, τα blockbuster, το χάσμα των γενεών και τα μητρικά μακαρόνια με κιμά. Το παρόν ιστολόγιο είναι συνδεδεμένο με άλλα 32 φίλια ιστολόγια, με 2 portal, 7 ελεύθερους κοινωνικούς χώρους, 5 κολεκτίβες εργασίας χωρίς αφεντικά, 4 στέκια, 2 περίπτερα και κάτι ψιλά ακόμη που τα ξεχνάω. Διατηρεί λογαριασμό στο facebook, λογαριασμό στο twitter, στην ΕΥΔΑΠ και στην τράπεζα Κρήτης (λευτεριά στον Γιώργο Κοσκωτά). Το παρόν ιστολόγιο στηρίζει και στηρίζεται στην αλληλεγγύη των κινημάτων, στη φιλία των λαών, στην αυτοδιαχείριση των διαχειριστών, στην αυτοδιάθεση των αγανακτισμένων, στην αυτοϊκανοποίηση, στις νησίδες ελευθερίας, στην ελευθεροτυπία και στις απομιμήσεις της. Το παρόν ιστολόγιο είναι ο θάνατος του εμποράκου, το τέλος των εκδοτών, η ρωγμή της λογοκρισίας, ο αποχαιρετισμός στη σύνταξη και το έναυσμα για το παραλήρημα των πολλών. Εφεξής, καθένας και καθεμιά θα απολαμβάνει απόλυτη ελευθερία στον δημόσιο λόγο, θα γράφει ό,τι αισθάνεται και όσο το αισθάνεται, θα σχολιάζει όσο θέλει για ό,τι να ’ναι, θα μεταμορφώνεται πίσω από 12 ψευδώνυμα και ισάριθμα avatar, θα αντικαθιστά τη φυλακή του προσώπου του/της με οποιαδήποτε πειραγμένη φωτογραφία άπειρων προσωπείων, θα διατηρεί την ανωνυμία του/της και όταν με το καλό ανοίξει το δικό του/της ηλεκτρονικό μαγαζάκι μπορεί να προστεθεί στη μονολογική μας συλλογικότητα. Τόσοι αιώνες σιωπηλής και αυταρχικής ανάγνωσης οδήγησαν στον σημερινό αβίωτο κανόνα. Στον εφικτό νέο κόσμο τίποτα δεν «γράφει μόνο του», τίποτα δεν αφήνεται αναπάντητο, καμία ταυτότητα δεν περιορίζει τον αδέκαστο σχολιαστή. Στο παρόν εναλλακτικό ηλεκτρονικό εγχείρημα, κάθε μέλος και κάθε σχολιαστής διατηρούν όσες περσόνες αντέχουν, καταγγέλλουν όλα όσα καταγγέλλονται, αυτοβιογραφούνται με τον πιο ανατρεπτικό τρόπο, ψυχαναλύονται σε δημόσια θέα, διαμελίζουν τα κείμενα και γλεντάνε τις υποσημειώσεις, πλανώνται ελεύθερα σε όλους τους Νοέμβρηδες και όλους τους Δεκέμβρηδες της φαντασιακής τους νιότης. Η αυτοσκηνοθεσία δεν είναι πλέον αποκλειστικό προνόμιο της γενιάς του Πολυτεχνείου, η μεταπολίτευση δεν είναι πουθενά, η μεταπολιτική είναι ακόμα μια λευκή ανάρτηση∙ όταν κανένα κείμενο «δεν λέει τίποτα», όλα τα κείμενα κάτι λένε… Αυτό το ιστολόγιο ανήκει στους χρήστες του (και στα ψάρια του). Αυτό το ιστολόγιο δεν εγγράφεται σε κανένα μόρφωμα, δεν αναγνωρίζει καμία αυθεντία, δεν λαμβάνει υπόψη του καμία οδηγία, δεν χωράει πουθενά - Γ. Αγγελάκας. Αυτό το ιστολόγιο δεν παρακολουθεί το κίνημα, αυτό το ιστολόγιο είναι μέρος του κινήματος, αλλάζει και εξελίσσεται μαζί του. Η νέα αριστερά (την παλιά ξέχνα την) θα γεννηθεί από την έννοια των κοινών - M. Hardt. Βέβαια, η τραγωδία των κοινών (tragedy of the commons) είναι πιθανόν να τη θάψει. Τότε, και μόνο τότε, το κίνημα θα προβεί στην αλλαγή ηλεκτρονικής διεύθυνσης.


[68]

Βιβή Αντωνογιάννη

Ο κ. Ψ

Ο

κ. Ψ σφράγισε ανήσυχος την πόρτα ασφαλείας του σπιτιού του, πατώντας με προτεταμένο χέρι από τη θέση του οδηγού το κόκκινο μπουτόν που είχε πάντοτε κρεμασμένο μαζί με τα κλειδιά του∙ τα κλειδιά για το σπίτι στα νότια προάστια, τα κλειδιά του στούντιο που είχε πρόσφατα αγοράσει στο κέντρο της πόλης, τα κλειδιά του εξοχικού στο Λαγονήσι, τα κλειδιά της Μυκόνου. Οι θύρες της έπαυλης έκλεισαν μαλακά πίσω του, ο φρουρός πήρε ξανά τη θέση του μπροστά τους, χαιρέτησε ευγενικά κι έχωσε ξανά τα χέρια του στις τσέπες∙ το κρύο εκείνου του Δεκέμβρη μούδιαζε όποιο μέρος του σώματος έμενε ακάλυπτο για πάνω από δέκα δευτερόλεπτα. Η μετακόμιση του κ. Ψ στα νότια της πρωτεύουσας ήταν μια από τις συνετότερες αποφάσεις των τελευταίων ετών, το κρύο στα βόρεια του προκαλούσε δερματίτιδες στα χέρια, στα χέρια που ο ίδιος φρόντιζε με τόση επιμέλεια χρυσοπληρώνοντας αισθητικούς, κοσμετολόγους, μανικιουρίστ. Η ευεργετική αύρα της θάλασσας που έμπαινε από το άνοιγμα του σαλονιού στην παραλία απομάκρυνε οριστικά τις αντιαισθητικές κοκκινίλες. Κι όμως ήταν σίγουρος ότι κάτι είχε ξεχάσει… Ένας γρήγορος υπολογισμός πριν στρίψει στη γωνία έδειχνε πως όλα ήταν κανονισμένα στην εντέλεια, η louis vuitton στο πορτ μπαγκάζ με όλα τα απαραίτητα, όπως τον καθησύχασε η οικονόμος, τα κατάλληλα ρούχα για σκι στο βουνό, τα ασημί πέδιλα rossignol, τα πουλόβερ του, το σατέν κοστούμι νούμερο 11 για την εκδήλωση στην πόλη, το τελευταίο βιβλίο της Μαντά και το Όταν έκλαψε ο Νίτσε του Γιάλομ σε αριθμημένο και υπογεγραμμένο αντίτυπο από τον συγγραφέα (τον Νίτσε). Ο Cesar καθόταν αναπαυτικά στο καινούριο κάθισμα στο πλάι του, ήταν λίγο μεγάλο για ένα τσιουάουα, αλλά το μοναδικό με κόκκινο βελούδο στα τελειώματα, το προσωπικό του τηλέφωνο στη θήκη δεξιά του, είχε αποφασίσει ότι θα άφηνε το iphone της δουλειάς σπίτι, Χριστούγεννα ήταν, διάολε, είχε ήδη απαντήσει ευγενικά σε όλες τις προσκλήσεις για κοσμικά καλέσματα ότι θα βρίσκεται εκτός Αθηνών για τις γιορτές, είχε βαρεθεί την περιφορά με τη σαμπάνια στο χέρι και τις συζητήσεις για τους τοπ λαϊκοπόπ δίσκους της χρονιάς και την επόμενη παραγωγή ριάλιτι μουσικών ταλέντων. Αυτή τη φορά, θα χανόταν μες το ολόλευκο χιόνι με ανθρώπους λαϊκούς αλλά αληθινούς, τρώγοντας κυνήγι και τοπικά τυριά, δοκιμάζοντας τα μεστά κόκκινα κρασιά που μόνο τα βουνά της βόρειας Ελλάδας γεννούν. Ήταν τα τρίτα Χριστούγεννα που θα γιόρταζε στο βουνό, στον ίδιο ξενώνα με τους ίδιους ανθρώπους που φαινόταν να τον αγαπάνε και να τον αναγνωρίζουν, που ένιωθε μάλιστα να τους αγαπάει κι αυτός, εκεί που μπορούσε να είναι ο εαυτός του μακριά από τα κοσμικά φλας των παπαράτσι και τις αστραφτερές βεγγέρες. Είχε λοιπόν τα ρούχα που με τόση επιμέλεια διάλεξε, μια δεύτερη vuitton με τα παπούτσια και τις τσάντες του, τα δώρα για τους ντόπιους, τον Cesar που με τίποτα δεν θα την ξαναπατούσε να αφήσει στο pet hotel της Κηφισιάς, αν έβρισκε κανένα πιο χαμηλά μπορεί και να το συζητούσε, τη μία και μοναδική όμως φορά που το τόλμησε τον βρήκε με τις ίδιες κοκκινίλες στα ποδαράκια του, ο Cesar ήταν φτιαγμένος για τα νότια κλίματα όπως και ο ίδιος… Αχ, Cesar, να πάγωνε ο χρόνος τότε που βρεθήκαμε, πάνε χρόνια τώρα, στο Μεξικό, στα δικά σου μέρη, πήγα με τον Τόνι κι έφυγα με σένα, θυμάσαι;


[69]

Ατέλειωτη η Riviera Maya μπρος στα πόδια μας, ήλιος καυτός, τεκίλα κόκκινη από τη γρεναδίνη, η μόνη παραφωνία ήταν ο πάντα μίζερος Τόνι κι οι δερματίτιδές του από την υπερβολική ζέστη όπως ο ίδιος έλεγε, είναι ποτέ δυνατόν αγάπη μου, τον χώρισα κι ησύχασα! Ο ίδιος το μισούσε το κρύο, κι αν τώρα έπαιρνε τα βουνά ήταν γιατί είχε βαρεθεί τον καταναγκασμό της γιορτινής ατμόσφαιρας στην πόλη, κι εκτός αυτού είχε έναν ολόκληρο χρόνο να δει τον Αργύρη, δεν κατέβηκε ούτε μια φορά κάτω φέτος το παλιόπαιδο! Οδηγούσε αργά, ήταν σίγουρος πως κάτι σημαντικό είχε ξεχάσει, ακόμη προλάβαινε να γυρίσει, η ίδια ιδέα του τριβέλιζε το μυαλό από την πρώτη στιγμή που έκλεισε την πόρτα πίσω του. Είχε ήδη φτάσει στο φανάρι της Εθνικής, αναστροφή και πίσω, μα πώς ήταν δυνατόν να το ξεχάσει, πέρασμα από τόσους νέους τόπους κι η σφραγίδα του αφημένη στο συρταράκι του κομοδίνου… Ανέβηκε με τρεις γρήγορες δρασκελιές τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην κρεβατοκάμαρα, ξεκλείδωσε το συρτάρι του κομοδίνου από πεπαλαιωμένο ξύλο οξιάς στα αριστερά του, τράβηξε μαλακά το μεταξωτό ύφασμα κι έβγαλε στην επιφάνεια το καλογυαλισμένο περίστροφο που συντρόφευε επικίνδυνες τσάρκες σε κακόφημες συνοικίες αλλά και τα περίφημα εκείνα γλέντια που ποτέ δεν τέλειωναν χωρίς μια σφαίρα στο ομορφότερο κάδρο του απέναντι τοίχου. Πήρε βιαστικά τον κόκκινο μαρκαδόρο που βρισκόταν πλάι του, αθώο συμπλήρωμα του μαύρου σιδερικού στα αριστερά, για την υπογραφή κάτω από τη βολή. Ανακουφισμένος, μπήκε ξανά στη μαύρη καγιέν και χύθηκε στην ατέλειωτη εθνική με τον Μπετόβεν να τον συντροφεύει μήπως ξεπλυθεί η τόση Πέγκυ Ζήνα που οι ανάγκες της δουλειάς τον υποχρέωναν να μελετάει μανιωδώς. Όταν έφτασε, η ώρα ήταν ήδη οκτώ. Σκοτάδι και ησυχία. Όλα ήταν όπως ακριβώς τα είχε αφήσει. Οδήγησε ως τον ξενώνα στο πιο ψηλό σημείο του χωριού, έσβησε τη μηχανή του αυτοκινήτου, έλυσε τον Cesar κι ανέπνευσαν μαζί τον πιο καθάριο αέρα του κόσμου, χιόνι και καμένο ξύλο αναμεμιγμένο με τη μυρωδιά του κρέατος που σιγοψηνόταν για το βραδινό χριστουγεννιάτικο γεύμα. Ένιωθε τα κακόηχα ρεφρέν να σβήνουν στον παγωμένο αέρα, τα νούμερα των δισκογραφικών να σκορπίζουν στον ανοιχτό ορίζοντα, το φάντασμα της Πέγκυς Ζήνα επιτέλους είχε χαθεί από μπροστά του... Είχε την αίσθηση ότι θα μπορούσε να μείνει για πάντα εδώ… Οι φωνές της κ. Α, που έσπευσε να υποδεχθεί προσωπικά τον υψηλό καλεσμένο, διέκοψαν απότομα τον ρεμβασμό. Μπαίνοντας στο καλαίσθητο σαλόνι του σαλέ, τον υποδέχτηκε το αναμμένο τζάκι κι ένα ποτήρι ζεστό κρασί. Η ευτυχία του είχε πια ολοκληρωθεί. Μετά τα


[70]

πρώτα καλωσορίσματα και τα πρώτα αυτόγραφα στους ενοίκους, αποσύρθηκε στη σουίτα του για ένα καυτό αφρόλουτρο κι ένα απολαυστικό μασάζ πριν τις ετοιμασίες για το εορταστικό δείπνο στο σαλόνι του ισογείου. Ύστερα από μία ώρα, η κ. Α βρισκόταν στο κατώφλι του δωματίου του, προσφέροντάς του την καθιερωμένη σαμπάνια, φρούτα και τυριά. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα τον ενημέρωνε ότι δεν υπήρχε λόγος να βγάλει όλα του τα πράγματα από τις βαλίτσες, η σουίτα ήταν κλεισμένη μόνο για ένα βράδυ, θα ήταν μια περιττή ταλαιπωρία. Πριν πάθει υστερία, ο κ. Ψ μέτρησε το βλέμμα της γυναίκας, καμία ενοχή για την αναστάτωση, το αντίθετο, μια φιλάρεσκη πόζα κι ένα υπαινικτικό χαμόγελο που προφανώς δεν ταίριαζαν στην περίσταση. Όχι, δεν είχε σκοπό να καταστρέψει τις διακοπές του, θα ήταν ευγενικός, θα ζητούσε ήρεμα εξηγήσεις κι αν δεν τακτοποιούνταν αμέσως το θέμα, θα κινούνταν ακόμη και δικαστικά, δεν ήταν δυνατόν να τον εξαπατήσουν έτσι, αυτόν τον καλύτερο πελάτη, σ’ αυτόν χρωστούσαν την αύξηση των κρατήσεων, ποιος θα το ήξερε το κωλοχώρι αν αυτός δεν ερχόταν κάθε Χριστούγεννα εδώ, αυτός ήταν που είχε διαφημίσει την περιοχή χωρίς πολλά πολλά, ναι, μάλιστα, γιατί όχι, αρκούσε η παρουσία του! − Μα μη βιάζεστε κ. Ψ, θα δείτε, μέχρι το βράδυ θα έχει ήδη βρεθεί λύση και είμαι σίγουρη πως θα σας ικανοποιήσει απόλυτα… Το ίδιο ανόητο χαμόγελο, μα τι είχε πάθει η κ. Α, δεν την αναγνώριζε! Δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να εμπιστευθεί αυτή την ημίτρελη σπιτονοικοκυρά, έπρεπε να εμπιστευθεί τις πολύτιμες διακοπές του σ’ αυτήν, έκλεισε με θόρυβο την πόρτα του δωματίου απαιτώντας λύση το συντομότερο δυνατόν και άρπαξε ένα ηρεμιστικό από την τσέπη του σακακιού του. «Άι σιχτίρ βλαχάρα, με σύγχυσες χριστουγεννιάτικα!» σιγοψιθύρισε κατεβάζοντας το στρογγυλό χάπι με μια δυνατή γουλιά σαμπάνιας. Είχε ήδη καθυστερήσει. Τζαζ μελωδίες και χάχανα ακούγονταν από τον κάτω όροφο. Έδεσε προσεκτικά το μοβ φουλάρι στο λαιμό του, άναψε το πούρο του, πήρε αγκαλιά τον Cesar και κατέβηκε αργά τη σκάλα που οδηγούσε στο ισόγειο. Είχε αποφασίσει να μην αφήσει τίποτα να χαλάσει αυτά τα Χριστούγεννα, είχε μάθει καλά τον μηχανισμό απώθησης των δυσάρεστων εκπλήξεων αυτής της ζωής από τον καλύτερο γιόγκι που είχε γνωρίσει ποτέ, πόσες φορές αλήθεια δεν τον χρειάστηκε…


[71]

Το γεύμα ξεκίνησε και έκλεισε με την ίδια πρόποση στην υγειά του, ο κ. Ψ έπινε το τέταρτο μπέρμπον μετά το φαγητό, το γλέντι είχε ανάψει, κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να χορεύουν στο ρυθμό του σουίνγκ που στρίγκλιζε δυνατά, τα πρόσωπα φάνταζαν θολά πίσω από τον καπνό του πούρου, η μορφή του αντιδήμαρχου μπερδευόταν με αυτήν του Αργύρη που γελούσε τρανταχτά, οι χοντροί γοφοί της κ. Α, που χόρευε σαν δαιμονισμένη με τον πρόεδρο του κυνηγετικού συλλόγου, του προκαλούσαν ναυτία, ήταν ώρα να αποχωρήσει… Πραγματικά, η βραδιά είχε κυλήσει όπως ακριβώς την ήθελε, με λάμψη αλλά και οριτζιναλιτέ, με άφθονο κρασί και ζεστούς ανθρώπους∙ ένα τρικυμιώδες αίσθημα πληρότητας τον κατέκλυσε. Όμως, ξαφνικά, η μουσική σταμάτησε, ο αντιδήμαρχος ζήτησε δυνατά το λόγο χτυπώντας μ’ ένα πιρούνι το ποτήρι της σαμπάνιας που κρατούσε κι όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους πάνω του. Μόνο η κ. Α συνέχισε να γελάει νευρικά, κοιτώντας προς τη μεριά του κ. Ψ μ’ ένα βλέμμα γεμάτο προσμονή και βλακεία. Ο αντιδήμαρχος ξεκίνησε το λόγο του μιλώντας για τη σπουδαιότητα της τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής, διαβεβαίωσε τους τοπικούς παράγοντες που τον κοιτούσαν με μεθυσμένα μάτια ότι θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση, ήδη με τα τελευταία πολυτελή συγκροτήματα που χτίστηκαν δίπλα στο χιονοδρομικό κέντρο η ποιότητα του τοπικού τουρισμού είχε ανέβει κατακόρυφα, το τελευταίο κονδύλι θα διατίθετο αποκλειστικά, είπε, για τουριστικές επενδύσεις. Ο κ. Ψ είχε πάψει να ακούει, είχε ήδη αρχίσει να χασμουριέται, όταν άκουσε τον αντιδήμαρχο να λέει πως η αρχή θα γινόταν εκείνη την ίδια στιγμή, ο βαλτωμένος τουρισμός της περιοχής θα συναντούσε επιτέλους την ανάπτυξη, ανάπτυξη πρώτα ποιοτική κι ύστερα, ήταν σίγουρος, και οικονομική και η αρχή θα γινόταν από τον ίδιο τον κ. Ψ, αυτός ήταν η ποιοτική ανάπτυξη, αυτός ήταν η ζωντανή διαφήμιση της περιοχής, αυτός θα ήταν από εκείνη τη στιγμή ο ιδιοκτήτης της πολυτελέστερης βίλας της περιοχής, ελάχιστη απόδειξη της ευγνωμοσύνης του τόπου προς το πρόσωπο του, είπε και έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του το κλειδί της βίλας, προσφέροντάς το μέσα σε μια βελούδινη κασετίνα στον ίδιο. Χειροκροτήματα και γέλια, η μουσική άρχισε ξανά δυνατότερη από ποτέ, η κ. Α τον πλησίασε γελώντας μανιακά: «είδατε, λοιπόν, περιμένατε ποτέ μια τέτοια λύση στο πρόβλημα του δωματίου, από αύριο κιόλας μπορείτε να εγκατασταθείτε, θα σας συνοδεύσει ο Αργύρης!». Οι φωνές άρχισαν να μπερδεύονται ξανά, ε, ναι, αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να μεγάλωσαν μακριά από τα φώτα της μητρόπολης, να μην τους άγγιξε το χάδι της μοντερνιτέ, να φέρουν ακόμα κάποια κουσούρια βαρβαρότητας, αυτοί οι άνθρωποι όμως έχουν ένστικτο, αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν να αναγνωρίζουν την πραγματική αξία των ανθρώπων, αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο έξυπνοι και μαζί τόσο συγκινητικοί, σκέφτηκε, τραβώντας από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το γυαλιστερό του περίστροφο. Οι μορφές των καλεσμένων κοκάλωσαν, η μόνη κίνηση αυτή της κ. Α που έπεφτε σαστισμένη στην αγκαλιά του άντρα της. Οι τρομαγμένες φωνές που γέμισαν το χώρο σκεπάστηκαν από το δυνατό κρότο της βολής και του τζαμιού που έπεφτε από το κάδρο πάνω στο τραπέζι. Η χορευτική φιγούρα του αρματολού έμεινε γυμνή πίσω απ’ το σπασμένο τζάμι στο κάδρο, ο κ. Ψ πλησίασε με τελετουργικά αργά βήματα, έβγαλε το κόκκινο κραγιόνι και υπέγραψε μαλακά «Ψ». Τα γέλια μπλέχτηκαν ξανά με το ξέφρενο ρυθμό της μουσικής. Ο Γουλιέλμος Τέλλος των σουξέ δεν ήταν πια ανέστιος, δεν ήταν ένας ακόμη περαστικός εραστής του φολκλορικού κάδρου της επαρχίας, ήταν ο άνθρωπος μέσα στο κάδρο, παιδί του τόπου και προφήτης της εποχής του.


[72]


Η λεύγα 9 τυπώθηκε, κατά την πάγια συνήθειά της, σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 5 Δεκεμβρίου του 2012. Διακινήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους, χάρη σε φίλους, συνεργάτες και σταθερούς συνοδοιπόρους. Εντοπίστηκε να διαβάζεται σε μέσα μαζικής μεταφοράς από τα αστικά λεωφορεία της Αθήνας έως το Eurostar του Λονδίνου και από τα καραβάκια της Κωνσταντινούπολης έως το μετρό των Παρισίων. Η λεύγα, υποδεχόμενη το σωτήριο έτος 2013 και αρνούμενη να συμμορφωθεί στις προλήψεις περί «γρουσούζικης χρονιάς», πραγματοποίησε λαϊκό γλέντι στην αίθουσα των απανταχού Καλομοιριωτών «Η Αγία Παρασκευή», το οποίο διήρκεσε 13 ώρες, με ζωντανή μουσική, καλλιτεχνικά δρώμενα, άφθονο κρασί, επιτραπέζιους χορούς και φαγητό. Η συντακτική της ομάδα παρέκαμψε τις απαγορεύσεις των αδιαφανών κέντρων που την κατευθύνουν και παρακολούθησε θεατρική παράσταση στα άδυτα του οίκου του λαού, υποδέχτηκε με ενθουσιασμό την περαιτέρω βιολογική αναπαραγωγή της (να μας ζήσει!), και σε γενικές γραμμές διατηρεί την ψυχραιμία της.

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας, Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Μόρφω Μπεληγιάννη, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης, Έλια Χαρίδη

λεύγα 10 (Άνοιξη 2013) Σχέδιο εξωφύλλου: Ιωάννα Κεντρή (www.facebook.com/ioanna.kentri) Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr


λεύγα 10 ● άνοιξη 2013

3

1

2013

Το χαμογελαστό πρόσωπο της εξέγερσης | Μεταξύ κράτους και αγοράς | Εργαζόμενος με μπλοκάκι | Αγάλματα, καλώδια και καπάκια υπονόμων | Καλή νομοθέτηση | Οι δικοί μας Χόροβιτς | Συσκευές αντιβαρύτητας και ιπτάμενα αμάξια | Τα «παιδιά» είναι παιδιά | Οι μιαρές ιερόδουλες της Βίλας «Αμαλίας» | Οι πενήντα αποχρώσεις του κέντρου | Καπιταλισμός ιδεών | Βασανάκια | Το δίκιο του εργάτη | Ο κροκόδειλος | Πολιτική σχολιασμού | Ο κ. Ψ

Λεύγα 10 (Άνοιξη 2013)  

Η λεύγα 10 βούτηξε γκρι-νιάζοντας σε ροζ ανοιξιάτικα νερά, τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 6 Απριλίου του 2013. Επιχείρησε ν...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you