Page 1

Εκλογές 2012 Ταξική κουζίνα

Σκιώδης εµφύλιος

Επιστροφή στο χωριό Σπόροι/ Κοινοκτηµοσύνη

Αντίπερα όχθη

Cyborgs στις Άλπεις

Μικροαστοί

λεύγα 07 ● καλοκαίρι 2012

Οργή/Λαιµαργία (scanned)

Θεµιστοκλέους (comic)

Βυζιά/ Απελευθέρωση

Ο Έλληνας

Καλλιτεχνική απεργία

Ηθικόν ακµαιότατον

Ναζί & Μπολσεβίκοι

Απεργίες ΕΕ/Εργατικοί αγώνες

Τεχνητή αναπνοή

Ψιλή κουβέντα (comic)

Υγειονοµικοί κίνδυνοι


Η λεύγα 6 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 20.3.2012, επιβεβαιώνοντας γι’ άλλη μια φορά την εξαγγελία ότι μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο. Στο σπίτι της, στην οδό Καλλιδρομίου, κατάφερε με τα «διορθωτικά» αυτοκόλλητά της να γίνει, από αντικείμενο βιομηχανικής εκτύπωσης, τέχνεργο χειρονακτικής εργασίας. Συνέχισε, στις δύσκολες μέρες της κρίσης, να επεκτείνει το δίκτυο διανομής της στα κέντρα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού και να καλύπτει Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Βανκούβερ και από το Κάρντιφ μέχρι το Ρέθυμνο· ως αναντικατάστατο ανάγνωσμα, βρήκε επίσης πιστούς συνδρομητές εντός κι εκτός των συνόρων. Με τον Χέγκελ κάτω από το μαξιλάρι της και χωρίς επαναστατικές αυταπάτες, διείδε τις επερχόμενες εκλογές και φρόντισε να τις προλάβει, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετεκλογική και προεκλογική συγχρόνως λεύγα 7. Ραντεβού ξανά τον Σεπτέμβρη.

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας,  Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης λεύγα 7 (Καλοκαίρι 2012) Φωτογραφίες: Στέφανος Βαμιεδάκης, Αχιλλέας Βογιατζής Εικονογράφηση: Στέλλα Δημητρακοπούλου (stelladimitrakopoulou.blogspot.com) Σχέδιο εξωφύλλου: Δημήτρης Καμπίτης Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης

- Σε κυνηγάει το Αντάρτικο Πόλης; - Σε ενοχλεί η πορεία και η κινητοποίηση που κλείνει το οδόστρωμα; - Βρήκες μετανάστες στο υπόγειό σου; - Ανησυχείς ότι οι κομμουνιστές θα σε σφάξουν στον ύπνο σου με κονσερβοκούτι;

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΗ ΛΥΣΗ με τα νέα πρωτοποριακά προγράμματα:

MPATSOS TAKE-OUT και MPATSOS DRIVE-THRU

ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΟΥΣ Α. ΧΕΡΣΑΙΑ ΜΕΣΑ 1. Λεωφορεία μεταφοράς προσωπικού: 120 €/ώρα 2. Φορτηγά / γερανοφόρα οχήματα: 90 €/ώρα 3. Περιπολικά οχήματα: 40 € /ώρα 4. Μοτοσυκλέτες: 20 € /ώρα Β. ΠΛΩΤΑ ΜΕΣΑ Ταχύπλοα περιπολικά σκάφη: 200 €/ώρα Γ. ΕΝΑΕΡΙΑ ΜΕΣΑ Ελικόπτερα: 1500 €/ώρα Δ. ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ Αστυνομικά σκυλιά μετά των συνοδών αυτών: 50 €/ώρα Ε. ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας: 30€/ώρα ΣΤ. ΧΡΗΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ: 25 €/ώρα Ζ. ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: 30 €/ώρα Η. ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΜΕ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ: 6% ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ.

Εδώ και χρόνια οι συγκεκριμένες υπηρεσίες της ΕΛΑΣ προσφέρονταν δωρεάν και προνομιακά για κάποιους χωρίς την οποιαδήποτε καταβολή αποζημίωσης προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Με τη συγκεκριμένη προσφορά, η Κοινωνία γίνεται ξανά Ένα με το Κράτος. Ενάντια στην Κοινωνία. Ενάντια στο Κράτος. Όλοι Μαζί Μπορούμε.

Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στις περιπτώσεις που η κοστολόγηση γίνεται ανά ώρα, ως ελάχιστος χρόνος χρέωσης λογίζεται η μία ώρα. Πέραν της πρώτης ώρας, χρόνος μικρότερος των τριάντα λεπτών δεν προσμετράται, ενώ χρόνος μεγαλύτερος των τρίαντα λεπτών λογίζεται ως ώρα.


7 3 levga.gr 2

levgamag@gmail.com Βιβή Αντωνογιάννη, Τεχνητή αναπνοή

4 9 15 19

Στέφανος Βαμιεδάκης, Επιστροφή στο χωριό: Το νέο success story Χλόη Πετρίδου, «Ανεύθυνοι αγώνες, τέλος!» Χρήστος Τσάκας, Οι εκλογές, το κίνημα και η καυτή πατάτα της αντι-ηγεμονίας

Γιώργος Καράμπελας, Το δεύτερο στάδιο του νέου ελληνικού εμφυλίου (δεν άρχισε ακόμα) 23 Κώστας Σπαθαράκης, Η ταραγμένη θάλασσα των μικροαστών

28 Απεργία σε κρίση 38 44 47 49 53 56

Σοφία Μπέμπεζα, Καλλιτεχνική απεργία: Το έργον δεν έλαβεν τέλος Βασίλης Κόκκοτας, Έγινε η απώλεια συνήθειά μας… Γιάννης Βογιατζής, Σημειώσεις για μια παράσταση Μιχάλης Μεντίνης, Η πάλη των τάξεων... με τα κρεμμυδάκια Νίκος Τσιβίκης, Βυζάκια μέσα Robert Spittlehouse, Impermanent

57

60 65 70 72

Αλέκος Λούντζης, Σάι-φάι. Στιγμιότυπο έβδομο: Σπόροι, ζεύγη, βδέλλες Κώστας Περούλης, Στο υπηρεσιακό Νίκος Γ. Κουρμούλης, Ηθικόν ακμαιότατον Γιώργος Μανουσέλης, Ψιλή κουβέντα


[]

Τεχνητή αναπνοή Μια ανάσα πριν το σχηματισμό κυβέρνησης. Μια ανάσα πριν το μεγάλο κομπρεμί. Μια ανάσα πριν τις επαναληπτικές εκλογές. Μια ανάσα πριν την «κατάρρευση» της ευημερούσας χώρας. Μια ανάσα μετά το «αντιμνημονιακό» έπος. Χωρίς ανάσα από την έφοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή. Εισπνοή Λίγο πριν ξημερώσει Κυριακή. Στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών εξπρές, αγανακτισμένοι κάτοικοι των πέριξ, βιντεοσκοπημένη προεκλογική συγγνώμη από τους λάθος σωτήρες. Λόγοι μεταμέλειας και ωμού εκβιασμού, λόγοι αλλαγής και απαλλαγής, εκτιμήσεις και προγνωστικά, μπάλα και πολιτική, κλωτσιές και κάλπες. Λιώνουν τα μάτια μας στο φως της τηλεόρασης. Αναποφάσιστοι και αποφασισμένοι, θυμωμένοι και φοβισμένοι, αισιόδοξοι και κουρασμένοι, φτάσαμε μετά από εξαντλητικές παρατάσεις στην υπέρτατη στιγμή του πολιτεύματος, στην πεμπτουσία της διαδικασίας. Κάτι, όμως, δεν πήγε όπως είθισται… Η φωνή του λαού βγήκε φάλτσα. Αυτό ήταν και το μόνο κοινό συμπέρασμα. Οι «ώριμοι» εξεπλάγησαν, οι «ανώριμοι» ευφράνθηκαν, οι αγανακτισμένοι ξέδωσαν, άπαντες σκιάχτηκαν στον ήχο του στρατιωτικού παραγγέλματος. Ποιος είναι έτοιμος να ξαναβαρέσει προσοχές στη διαλυμένη Ευρώπη; Η εξάντληση παρατείνεται με νέους συσχετισμούς. Η «παλιά φρουρά» θα αυτοσχεδιάσει με χίλιους διαφορετικούς συνδυασμούς, delete και restart, νέους τριαντάρηδες ηγέτες­-παιδιά του σωλήνα, σενάρια καταστροφής, εθνικές ανάγκες. Το συνειδητό αναλώνεται σε καυτά διλήμματα: Ιουλιανά ή 1989; Το ασυνείδητο αλλού αντλεί χαιρέκακες απολαύσεις και αλλού ακονίζει τις φοβίες του. Η ιστορική στιγμή κάνει λούπα: η Βαϊμάρη, ο Ανένδοτος, ο Ιστορικός Συμβιβασμός, η μετα-μεταπολίτευση και τα λοιπά. Όλες οι ιστορικές στιγμές έχουν το σπέρμα της επανάληψης και όλες οι προφητείες ένα ψιχίο (αυτο)επιβεβαίωσης. Όλες εκτός από την Ιστορία, που γράφει ανεξίτηλα και σβήνει επιμελώς τις εναλλακτικές εκδοχές. Ανάμεσα στην καθαρότητα και την ενσωμάτωση, ανάμεσα στη γεροντική γκρίνια και τον εφηβικό ενθουσιασμό χάσκει μια απορία-σύνθημα: Θα ήταν νόμιμες οι εκλογές αν μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα; Οι εκλογείς της «αναγκαστικής ψήφου», όσοι έχασαν δουλειά και εστία, δεν θεώρησαν εαυτούς υποχρεωμένους να απαντήσουν, άρπαξαν μία ελπίδα αντί καμίας, αντί της επανάληψης. Η βιάση του παρόντος ερμηνεύει από τηλεπαράθυρα και πάνελ τον εξαναγκασμό τους, επιχειρεί να τον εντάξει στο κάδρο των δεδομένων εξαναγκασμών της τάξης που οφείλει να αναδιπλωθεί για να μην απομακρυνθεί από την εξουσία. Η άλλη τάξη, πριν κόψει τις


[]

αλυσίδες της, οφείλει να βεβαιωθεί ότι δεν θα τις αντικαταστήσει με καινούργιες. Εκπνοή Ο μύχιος πόθος των «μικρομεσαίων» δεν είναι η αναδιανομή, αλλά η απαλλαγή από την ενοχή. Ο πρωταρχικός φόβος δεν είναι η αδικία, αλλά η οσμή και η όψη της. Η θολή πολυσπερματική αντιμνημονιακή ρητορική λειτουργεί αντισηπτικά. Όλες οι ταυτίσεις είναι εφικτές, από την εθνική υπεροχή έως την ταξική συνείδηση. Από το μηδέν ως το άπειρο. Απορρέει από παντού και δίνει ελπίδα, νανουρίζει, εξοργίζει, καθησυχάζει, ερεθίζει όταν λείπει. Ελλείψει –ακόμη– δραστικής συνείδησης, τα γενόσημα κάνουν χρυσές δουλειές: υπεύθυνο, καμμένο, πατριωτικό, οικολογικό, νεοφιλελεύθερο, φιλοευρωπαϊκό… ας μην τα τσουβαλιάσουμε όλα. Στην παντομίμα των παιδιών, οι συνομήλικοι στο τέλος πρέπει να καταλάβουν την αναφορά, πρέπει να αποκαλυφθεί το πρωτότυπο, αλλιώς δεν τελειώνει η υποκριτική. Στο τέλος της διαδικασίας, ο λαός επιβάλλει τη βούλησή του, αλλά και την υφίσταται. Άλλως η Ιστορία εκτρέπεται σε άλλη διαδικασία. Και αν τελικά γίνει καμιά «στραβή», αν λείψει το ευρώ και επιστρέψει η δραχμή ή η κάλπικη λίρα, αν η «επανάσταση» ξηλώσει το βελούδο, αν ανοίξουν τα κλουβιά και βγουν οι καλεσμένοι έξω… θα ζήσουμε. Θα έχουμε, λένε, απ’ όλα λιγότερα: λιγότερα ρευστά, λιγότερους εξαναγκασμούς, λιγότερη ασφάλεια, ίσως και ενοχές. Βιβή Αντωνογιάννη


[]

Στέφανος Βαμιεδάκης

Επιστροφή στο χωριό: Το νέο success story

Πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι αυτήν την εποχή στην ελληνική κοινωνία έχει γίνει μια βαθιά τομή, μια μεγάλη αλλαγή. Είναι μια βαθιά αλλαγή στα πρότυπα ζωής, της οποίας, επειδή βρισκόμαστε στο επίκεντρο της κρίσης, δεν μπορούμε ακόμα να κατανοήσουμε τις διαστάσεις της. Νομίζω ότι είμαστε σε μια εποχή μιας αντίστροφης πορείας, όπου ο μετεμφυλιακός μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας, με την περιβόητη αστυφιλία τις πρώτες τρεις δεκαετίες, από το ’50 μέχρι το ‘80, δίνει τη θέση του σε μια αντίστροφη πορεία αυτήν την εποχή. […] Πριν από μερικά χρόνια το όραμα ενός μέσου Έλληνα ήταν καταναλωτικά πρότυπα, καριέρα χωρίς ελεύθερο χρόνο, χωρίς προσωπική ζωή, που επέφερε την αλλοτρίωση. Σήμερα ο κόσμος απορρίπτει αυτό το πρότυπο ζωής, αλλάζει τα πολιτισμικά και βιοτικά του πρότυπα. Ζητά καλύτερη ποιότητα ζωής, καλύτερες ανθρώπινες σχέσεις σε μικρότερες κοινωνίες, μεγαλύτερη ασφάλεια και επιστροφή στις ρίζες.

Τ

ο παραπάνω απόσπασμα δεν προέρχεται από έκθεση μαθητή Λυκείου στις πανελλαδικές με θέμα «Πόλη και χωριό». Αντίθετα, πρόκειται για απόσπασμα από τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στις 27 Μαρτίου 2012 ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κ. Σκανδαλίδης (Υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων: http:// goo.gl/rR7qJ). Η συνέντευξη αυτή δόθηκε στο πλαίσιο της παρουσίασης των αποτελεσμάτων μιας έρευνας που διενεργήθηκε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη από την Κάπα Research για λογαριασμό του ΕΛΓΟ «Δήμητρα». Σύμφωνα λοιπόν με την έρευνα αυτή, το 68,2% των ερωτηθέντων δήλωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στην επαρχία και το 19,3% έχει ξεκινήσει κάποιες ενέργειες για την εγκατάστασή του στην ύπαιθρο. Οι μισοί περίπου από αυτούς που θέλουν να φύγουν εκδήλωσαν την επιθυμία τους να ασχοληθούν με τον αγροτικό τομέα (τόσο στις παραδοσιακές καλλιέργειες, όσο και σε εναλλακτικά-βιολογικά προϊόντα) και ακολουθούν σε μικρότερα ποσοστά (5-18% περίπου) ο τουρισμός-πολι-

τισμός, η εκπαίδευση, η ενέργεια-ΑΠΕ, το εμπόριο, ο αγροτουρισμός κ.λπ. Μάλιστα, από το σύνολο των ερωτηθέντων, το 70,3% δήλωσε ότι θα έφευγε ακόμα και για το ίδιο ή και μικρότερο εισόδημα, αν έτσι εξασφάλιζε μια «πιο ανθρώπινη ζωή». Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε επίσης στο γεγονός πως τα 2/3 όσων δήλωσαν επιθυμία για φυγή είναι άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και σχεδόν το 60% άτομα νέας ηλικίας (25-39 ετών). Στην ίδια συνέντευξη Τύπου, ο Κ. Σκανδαλίδης συνεχίζοντας την back to roots παρλάτα δίνει γραμμή: «ο κόσμος δοκιμάζεται, υποφέρει, ταλαιπωρείται από τη δημοσιονομική κρίση. Κάτω από αυτό οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους, αναζητούν έναν ιδιωτικό και οικογενειακό χώρο στη ζωή τους». Ανταποκρινόμενος λοιπόν σε αυτήν την αναγκαιότητα, ο υπουργός ανέλαβε την επεξεργασία και εφαρμογή ενός συνολικού στρατηγικού σχεδίου για τη Μεγάλη Επιστροφή: «Θελήσαμε να μεταφέρουμε την πρωτοβουλία για αυτούς τους ανθρώπους και επικεντρώσαμε τις πολιτικές μας στο να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις επιστροφής στην αγροτική ανάπτυξη και αγροτική παραγωγή». Οι πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν διάφορους «πυλώνες»: εξυγίανση του οικονομικού περιβάλλοντος της αγροτικής ανάπτυξης, εξυγίανση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας των αγροτών, συνεργασία με τους αγρότες ως εκπροσώπους κοινωνικών εταίρων και μέτρα ενίσχυσης και υποστήριξης των Ελλήνων αγροτών. Στον τελευταίο αυτό «πυλώνα» εντάχθηκε και η πολυδιαφημισμένη ρύθμιση σχετικά με τη διανομή γης σε νέους αγρότες και ανέργους, καθώς και η επίσης χιλιοπαιγμένη προώθηση νέων καλλιεργειών με εξωτικά ονόματα όπως στέβια, τρούφα, αλόη, ιπποφαές, μύρτιλο κ.λπ. Ο Τύπος, ηλεκτρονικός και έντυπος, αντιμετώπισε το θέμα με μια κραυγαλέα λεπτότητα, που έφτανε από τη συγκατάβαση μέχρι τον ενθουσιασμό: «η κρίση οδηγεί τους νέους στην επαρχία», «επιστροφή στην ύπαιθρο σκέφτονται οι νέοι»,


[]

«σκέψεις επιστροφής στην ύπαιθρο “καλλιεργούν” όλο και περισσότεροι νέοι», «οι νέοι επιστρέφουν στην ύπαιθρο για ποιοτικότερες συνθήκες ζωής», «κύμα επιστροφής των νέων στα χωριά» κ.λπ. Στις περισσότερες περιπτώσεις φυσικά πρόκειται για απλό copy/paste του σχετικού δελτίου Τύπου με τα αποτελέσματα της έρευνας, χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, ενώ οι παλαιοπασοκικές παρλαπίπες του Κ. Σκανδαλίδη ευλόγως μένουν εκτός. Τόσο από το επίσημο δελτίο Τύπου όσο και από την αναπαραγωγή του γεννιούνται ορισμένα εύλογα ερωτήματα: ο υπουργός μεταφράζει το ποσοστό του 68,2% που εκδηλώνει την επιθυμία επιστροφής σε περίπου 1.500.000 ανθρώπους. Στη συνέντευξη Τύπου δεν αναφέρεται το δείγμα της έρευνας, αλλά από τον Ριζοσπάστη πληροφορούμαστε ότι αυτό αφορούσε 1.500 άτομα (εφ. Ριζοσπάστης: http://goo.gl/JTPx3.). H «ρουκέτα» του ενάμιση εκατομμυρίου αναπαράγεται άκριτα από τα ΜΜΕ, διορθωμένη ωστόσο στο επίπεδο του «ένα με ενάμιση εκατομμυρίου». Από μια διαβολική σύμπτωση μάλιστα, σε ένα εκατομμύριο υπολογίζονται (μέχρι σήμερα τουλάχιστον) οι άνεργοι της χώρας. Οι συνειρμοί είναι παραπάνω από προφανείς, κάποιοι μας κλείνουν το μάτι πονηρά… Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει μάλιστα και κάτι άλλο, που παραπέμπει σε εκ του πονηρού παιχνίδι με τις λέξεις: ενώ σύμφωνα με την επίσημη έρευνα το περίφημο 68,2% «δηλώνει επιθυμία» να φύγει από τις πόλεις, σε κάποια ΜΜΕ μεταφράζεται ως «ένα με ενάμιση εκατομμύριο» που «σχεδιάζει την επιστροφή του». Από την έκφραση μιας θεωρητικής-υποθετικής επιθυμίας μέχρι την εικόνα εκατοντάδων χιλιάδων νέων που αγόρασαν νιτσεράδες και γαλότσες και έχουν αρχίσει να παίρνουν τα βουνά και τα λαγκάδια υπάρχει διαφορά. Φυσικά, δεν μένει ασχολίαστο από τα ΜΜΕ και το ευτυχές εύρημα ότι οι επτά στους δέκα που θα γυρίσουν στα χωριά συμβιβάζονται και με μικρότερες απολαβές. Μαθημένοι εδώ και δύο χρόνια σε αντίστοιχους «συμβιβασμούς» στο αστικό εργασιακό παρόν, οι υποψήφιοι αγρότες (θα πρέπει να) μεταφέρουν το «κεκτημένο» αυτό και στην νέα ζωή της υπαίθρου, με αντάλλαγμα βέβαια «μια ζωή πιο ανθρώπινη». Κατά συνέπεια, αν διαβάσει κανείς πίσω από τις γραμμές ακόμα και της πιο «ουδέτερης» ανα-

παραγωγής της έρευνας αυτής στον Τύπο, δεν μπορεί παρά να διακρίνει ότι σαφώς συγκροτείται σε κεντρικό επίπεδο ένα νέο ιδεολόγημα, ή πιο απλά «φτιάχνεται κλίμα»: ήρθε η ώρα οι πρώην γιάπηδες, οι νέοι άνεργοι με πτυχία, όσοι την ψάχνουν αλλιώς, άτομα με όρεξη για δουλειά, οι φορείς της νέας επιχειρηματικότητας και του εναλλακτικού, η νέα γενιά της πρωτοβουλίας να τολμήσουν τη μεγάλη υπέρβαση προς την καινοτομία και τη ρήξη με το παρελθόν της ευκολίας, του βολέματος. Ή, για να το πούμε με τα λόγια του υπουργού, «νέοι άνθρωποι, νέο αίμα, νέοι που θέλουν να καινοτομήσουν στην επιχειρηματικότητα». Αυτή η ευκαιρία (διάβαζε: διέξοδος από την κρίση) παραδόξως δεν βρίσκεται στον ουρανό που την ψάχναμε μέχρι τώρα, αλλά –κυριολεκτικά– στη γη. Η επιστροφή στο χωριό και το χωράφι ως απάντηση στην κρίση λοιπόν. Να που το γλυκό δένει σιγά σιγά: πού να τρέχεις τώρα μετανάστης στην Ουψάλα, το Βερολίνο και τη μακρινή Αδελαΐδα. Η εσωτερική μετανάστευση βολεύει περισσότερο. Αναδίπλωση στη θαλπωρή του έθνους-κράτους, αλλά με «μεταμοντέρνους» όρους. Το «Μένουμε Ελλάδα» βρήκε το συμπλήρωμά του στο «επιστροφή στο χωριό». Η τάση αυτή εκφράζεται με τον καλύτερο τρόπο από τα έντυπα του βαριεστημένου εναλλακτικού lifestyle. Στη δική της αναπαραγωγή της σχετικής έρευνας, η Lifo επιλέγει τον εξυπνακίστικο τίτλο «Οι νέοι επιλέγουν ύπαιθρο. Από τα σαλόνια στα αλώνια!». Το κοινό ενθουσιάζεται, αφού σύμφωνα με σχόλιο ανώνυμου που ακολουθεί το δημοσίευμα, «οι καλύτεροι αγρότες είναι οι Νοτιοαφρικανοί Μπόερς. Είναι τόσο καλοί που πολλά αφρικανικά κράτη εξαρτώνται για παραγωγή τροφίμων αποκλειστικά από αυτούς» (εφ. Lifo: http://goo.gl/Vv10g). Ο αναγνώστης εδώ φτάνει να φαντασιώνει ένα μέλλον για την Ελλάδα που ίσως δεν έχει περάσει ακόμα από το μυαλό της άρχουσας τάξης: να μετατραπεί στο απαρτχάιντ των Βαλκανίων! Ένα άλλο σχόλιο που αντιπροτείνει να γίνουμε νίντζα αντί για αγρότες επεκτείνει τα όρια των οραμάτων της νέας γενιάς από την Αφρική του αποικιακού 20ού αιώνα στη φεουδαρχική Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Το νέο trend με τίτλο «επιστροφή στο χωριό» δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά μπορεί κανείς να διακρίνει μια συστηματική καλλιέργειά του τα


[]

τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια από την κυρίαρχη ιδεολογία: εφημερίδες και, κυρίως, τηλεοπτικά κανάλια. Η προσπάθεια αυτή επιχειρεί να εμφανίσει την αναδίπλωση στην επαρχία ως μια συνταγή διεξόδου και επιτυχίας, μέσα από την ανάδειξη ατομικών περιπτώσεων, που επιλέγοντας τη στρατηγική της «νέας πράσινης επιχειρηματικότητας», υποδεικνύονται στην καλύτερη περίπτωση ως σύγχρονο success story και στη χειρότερη ως το τελικό καταφύγιο, ως επιστροφή στη ζεστή μήτρα της μάνας-γης. Στη μία περίπτωση είναι ο 45χρονος επιχειρηματίας που από εμπορικός αντιπρόσωπος άνοιξε ξενώνα στα Ζαγοροχώρια ή ο γιατρός που μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην Αθήνα κατέφυγε στο νησί και από τότε ζει ευτυχισμένος (περ. ΒΗΜΑDeco: http://goo.gl/2sqEx). Αλλού είναι ο πρώην επιθεωρητής της ΔΕΗ που επέστρεψε στη γενέτειρά του ως κοινοτάρχης-πάτερ φαμίλιας και μετέτρεψε το φτωχικό χωριό της Μαγνησίας σε χάικ-τεκ σύμπλεγμα με αιολικό πάρκο, βιολογικό σφαγείο, σύγχρονες κτηνοτροφικές μονάδες κ.λπ., ή η πρώην οικονομολόγος που τώρα παράγει χειροποίητες παραδοσιακές λιχουδιές από τοπικά προϊόντα του Έβρου χάρη στην ίδρυση και λειτουργία του τοπικού γυναικείου αγροτικού συνεταιρισμού. Μαζί με αυτούς, δεν λείπει φυσικά και ο πρώην τραπεζικός υπάλληλος που μετατράπηκε σε επιτυχημένο σαλι-

γκαρά, κι αυτό απλά ψάχνοντας στο ίντερνετ για «κάτι πρωτότυπο-πρωτοποριακό» (βλ. www. eisodima.gr: http://goo.gl/ZnE8l). Λίγο πιο πεζή είναι η περίπτωση του τριανταεξάχρονου που έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και γύρισε στο χωριό του στις Σέρρες για να γίνει κτηνοτρόφος, αφού στην απόφασή του τον οδήγησε η συρρίκνωση του εισοδήματός του λόγω της κρίσης (περ. Επίκαιρα: http://goo.gl/fQJOn). Και ο κατάλογος των «πρώην» που βρήκαν κέρδη, ευκαιρίες, μακροζωία, ηρεμία και ασφάλεια στο χωριό δεν έχει τέλος. Τα τηλεοπτικά κανάλια την περίοδο αυτή βάραγαν [και βαράνε ακόμα] στο ίδιο βιολί: σε κάθε δελτίο ειδήσεων και ενημερωτική εκπομπή κι από ένας επιτυχημένος (νέο)αγρότης-επιχειρηματίας, ριάλιτι εκπομπές με ξελιγωμένες γκόμενες που ψάχνουν γαμπρό από το χωριό μαθαίνοντας να αρμέγουν («Αγρότης μόνος ψάχνει») κ.λπ. Τα επίσημα στοιχεία έρχονται να επιβεβαιώσουν την τάση αυτή. Σύμφωνα με έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ, την περίοδο 2008-2010 η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα αυξήθηκε, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, κατά 7% και η αύξηση αυτή μεταφράζεται σε 38.000 νέες θέσεις εργασίας. Η περιβόητη ΕΛΣΤΑΤ από την πλευρά της, ανεβάζει σε 60.000 τα άτομα που επέστρεψαν στη γεωργία το 2010. Ο παράδεισος ήταν δίπλα μας τόσο καιρό, απλώς εμείς δεν τον βλέπαμε. Οι αντιφάσεις ωστόσο του ιδεολογήματος περί μαζικής επιστροφής είναι έντονες. Καταρχάς, δεν φαίνεται να ανατρέπεται ριζικά η ιστορική τάση αστικοποίησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μεταπολεμικά: μεταξύ 1951 και 2001 ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε από 37,7% σε 75,1% του συνολικού πληθυσμού, ενώ ο αγροτικός από το 47,5% μειώθηκε στο 24,9% (τα στοιχεία της απογραφής του 2011 δεν είναι ακόμα διαθέσιμα).1 Αν για την ίδια περίοδο (1951-2001) εξετάσουμε την κατανομή του οικονομικά ενεργού πληθυσμού κατά τομέα δραστηριότητας, βλέπουμε ότι το μερίδιο του πρωτογενούς τομέα μειώνεται από 48,1% σε 13,4%. Σε απόλυ1. Μέχρι και το 1991 η ΕΣΥΕ χρησιμοποιούσε στην κατανομή και την κατηγορία «ημιαστικός», ενώ από το 2001 χωρίζει τον πληθυσμό σε αστικό και αγροτικό. Η κατηγορία αυτή μεταξύ 1951-1991 διατήρησε μια σταθερότητα, κυμαινόμενη μεταξύ 14,8% και 12,8%.


[]

τους αριθμούς η τάση αυτή είναι ακόμα πιο χαρακτηριστική: την ίδια πάντα περίοδο, ο πραγματικός αστικός πληθυσμός αυξάνεται από 2.800.000 περίπου σε 8.200.000 περίπου και ο αγροτικός πληθυσμός μειώνεται σχεδόν κατά ένα εκατομμύριο. Το 2000 οι αγροτοκτηνοτρόφοι της χώρας ανέρχονταν σε 720.000, ενώ μία δεκαετία αργότερα ο πληθυσμός τους μειώθηκε στις 500.000 περίπου. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για την τελευταία δεκαετία δείχνουν βέβαια ένα μικρό ρεύμα επιστροφής, αλλά πρόκειται για μια κίνηση με σύνθετα χαρακτηριστικά: από τη μία (με βάση πάντα την ανάλυση της απογραφής του 2001) είναι κάπως μεγαλύτερο το ποσοστό όσων μετακινούνται από αστικές σε αγροτικές/ημιαστικές περιοχές από το ποσοστό του πληθυσμού που μετακινήθηκε προς τις αστικές, από την άλλη η φυσική αύξηση του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών είναι πολύ μικρότερη από αυτήν των αστικών και ημιαστικών. Το κυριότερο είναι πως αυτοί που κινούνται προς τις αγροτικές περιοχές, δεν φαίνεται να το κάνουν με σκοπό την ενασχόλησή τους με τον πρωτογενή τομέα, αντίθετα «η αναστροφή της αστικοποίησης οδηγεί και σε μια σημαντική αλλαγή στην αναλογία ενεργού και μη ενεργού εργατικού δυναμικού προς όφελος του πρώτου, καθώς η ραγδαία αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων, η πλειονότητα των οποίων δεν δηλώνει απασχόληση στον αγροτικό τομέα, πιθανότατα συνεπάγεται την αλλαγή στη θεώρηση της υπαίθρου ως χώρου κατοικίας και κατανάλωσης».2 Ας δούμε και κάποια άλλα οικονομικά στοιχεία, που κάθε άλλο παρά δυναμικότητα δείχνουν για τον πρωτογενή τομέα. Σύμφωνα με αυτά, το 2001 η συνεισφορά του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ της χώρας ήταν κάτι λιγότερο από 7% και αντιπροσώπευε μόνο το 23% των συνολικών εξαγωγών, ενώ το επίσημο εισόδημα των αγροτών μειώθηκε κατά 22% περίπου την περίοδο 2006-2011. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν και πόσοι επι2. Α. Παπαδόπουλος, Χρ. Χαλκιάς, Α. Φακά, «Η επανεξέταση της ελληνικής υπαίθρου μέσα από δυναμική μεθοδολογική προσέγγιση και την αξιοποίηση των γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τχ. 125, 2008, σ. 105· η έμφαση δική μου.

στρέφουν στο χωριό, αλλά με ποιους όρους γίνεται αυτό, ποια είναι τα πραγματικά χαρακτηριστικά αυτού του φαινομένου και πώς αυτό ιδεολογικοποιείται από το κράτος και τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς. Η πλειονότητα αυτών που επιστρέφουν έχει ήδη στην ιδιοκτησία της ακίνητη περιουσία (γη δηλαδή). Πρόκειται λοιπόν για ένα τμήμα των μικρομεσαίων στρωμάτων που, αφού τσακίστηκε από την κρίση, στρέφεται στα οικογενειακά κτήματα ως ύστατο καταφύγιο. Σύμφωνα και με τον υποψιασμένο Ριζοσπάστη, «μπρος στο φάσμα της ανεργίας και της πείνας, για όσους έχουν γονείς, σπίτια και χωράφια στα χωριά, λογικά η πρώτη σκέψη είναι να γυρίσουν πίσω» (http://goo.gl/vHEtr). Αυτό ακριβώς το φαινόμενο επιχειρεί η κυρίαρχη τάξη να ελέγξει και να χειριστεί με τρόπο ανώδυνο για το σύστημα. Οι διαχειριστές της εξουσίας και τα φερέφωνά τους εξυμνούν συστηματικά την τάση αυτή. Όλο το κυρίαρχο πολιτικό φάσμα συγκλίνει στην επικρότηση του έργου «επιστροφή στο χωριό»: από τον Γιώργο Κύρτσο, τον Άνθιμο και τη Χρυσή Αυγή, μέχρι την ανανεωτική αριστερά.3 Η διαφαινόμενη προλεταριοποίηση των μικρομεσαίων-μικροαστικών στρωμάτων των πόλε3. Βλ. στο YouTube: http://goo.gl/SdE4s και http://goo.gl/ EyGbD. Επίσης, στο site www.ananeotiki.gr: http://goo. gl/I9Q28.


[]

ων μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, η κυρίαρχη τάξη και οι εκφραστές της υιοθετούν μια στρατηγική για τη διαχείριση του κινδύνου της προλεταριοποίησης και επιχειρούν πάση θυσία να τη μετατοπίσουν γεωγραφικά, διοχετεύοντάς την στην ύπαιθρο και μετατρέποντάς την, ει δυνατόν, στο αντίθετό της: επιχειρηματικότητα, καινοτομία κ.λπ. Ταυτόχρονα, ακόμα και αυτοί που επιλέγουν τη μετεγκατάσταση αρνούνται, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, να το κάνουν με όρους μισθωτής απασχόλησης. Το παράδειγμα της Ημαθίας είναι χαρακτηριστικό: πριν λίγους μήνες δύο ενώσεις αγροτών στην Ημαθία είχαν απευθύνει πανελλαδικό κάλεσμα ζητώντας Έλληνες εργάτες για τη συγκομιδή του ροδάκινου ρίχνοντας ως κίνητρο 23 ευρώ μεροκάματο για εξαήμερη εργασία, εξασφαλισμένα ταϊστικά και διαμονή και ένσημα ΟΓΑ. Στο κάλεσμα αυτό ανταποκρίθηκαν οχτώ άτομα πανελλαδικά, αναγκάζοντας τους εργοδότες να στραφούν στην Αλβανία για εισαγωγή εργατικού δυναμικού (εφ. Καθημερινή: http://goo.gl/yI6AY). Η όλη ιστορία μπορεί να χαρακτηριστεί η αντίστροφη όψη του ιδεολογήματος «να φύγουν οι νέοι στο εξωτερικό για να προκόψουν». Η καλλιέργεια της ψευδαίσθησης της νέας επιχειρηματικότητας υποκρύπτει φυσικά την αδυναμία του συστήματος να διαχειριστεί την καταστροφή εργατικής δύναμης που προκαλεί η καπιταλιστική κρίση στην Ελλάδα, μια κλασική αδυναμία διαχείρισης του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού. Στο σημείο αυτό, όμως, το κράτος βρίσκει και έναν αναπάντεχο σύμμαχο. Πρόκειται για το ρεύμα του lifestyle αριστερούλικου-προοδευτικού εναλλακτισμού, που ενώ φαινομενικά προβάλλε-

ται ως το αντίπαλο δέος ιδεολογικά με αιτήματα ρήξης, αντικαπιταλισμού κ.λπ., στην ουσία έχει υιοθετήσει την ίδια λογική μετονομάζοντάς την σε «κολλεκτίβες», «αυτόνομα δίκτυα παραγωγήςανταλλαγής» κ.λπ. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ένα ρεύμα που μέσα από την αφελή εξιδανίκευση της ζωής στην επαρχία δεν προωθεί τίποτε άλλο από μια σύγχρονη μορφή νεορομαντικού αναχωρητισμού. Μια πιο «λάιτ» μορφή του παραπάνω μπορεί να θεωρηθεί και το πρόσφατο «κίνημα της πατάτας», που είχε ως στόχο την «κατάργηση» των μεσαζόντων και γνώρισε δόξες, ενώ την ίδια λογική εξυπηρετεί και το σάιτ gineagrotis.gr μέσω του οποίου μια οικογένεια μπορεί να «υιοθετήσει» ψηφιακά τον προσωπικό της αγρότη (gineagrotis. gr: http://goo.gl/L2imm). Σε κάθε περίπτωση, το ιδεολόγημα με τίτλο «επιστροφή στο χωριό» θα παίζεται για καιρό ακόμα, γιατί αποτελεί μια βολική και κυρίως ανώδυνη για το σύστημα εναλλακτική, αλλά και επειδή παράλληλα πατάει στη διάχυτη απελπισία μεγάλου μέρους των νεόπτωχων στρωμάτων των πόλεων. Πρόκειται όμως χωρίς αμφιβολία για ιδεολόγημα με συγκεκριμένα όρια, αφού όσο κι αν ωραιοποιείται, η πραγματικότητα δεν παύει να το απογυμνώνει: το ζευγάρι νέων αγροτών-επιχειρηματιών που ήταν καλεσμένοι σε εκπομπή της ΝΕΤ μάλλον χάλασε τις προσδοκίες δημοσιογράφων και κοινού όταν, σε ερώτηση για το πόσο προσοδοφόρα είναι η νέα τους δουλειά, απάντησε αφελώς «ε, μην τα παραλέμε, ένα μικρό συμπλήρωμα βγάζουμε». Ωστόσο η τάξη αποκαταστάθηκε παρ’ όλα αυτά, όταν στο τέλος όλοι συμφώνησαν πως «η ζωή είναι πιο ωραία στο χωριό».


[]

Χλόη Πετρίδου

«Ανεύθυνοι αγώνες, τέλος!»

Η ΕΕ ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της με τα εργατικά δικαιώματα Εσωτερική αγορά über alles Από την υπογραφή των ιδρυτικών Συνθηκών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ, ΕΚΑΕ) τη δεκαετία του ‘50 μέχρι σήμερα, οι επιχειρηματικές ελευθερίες και ο «ανόθευτος» ανταγωνισμός, δηλαδή οι ελευθερίες του κεφαλαίου, προηγούνται σε σχέση με τα δικαιώματα και μέτρα προστασίας της εργασίας. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται τόσο στη δομή των Συνθηκών, όπου οι οικονομικές ελευθερίες έχουν περίοπτη θέση, ενώ λείπει αντίθετα μια λίστα θεμελιωδών ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όσο και στα νομικά εργαλεία και το πεδίο δράσης της ΕΕ, που είναι αντίστοιχα ισχυρά και διευρυμένα στην περίπτωση των «οικονομικών ελευθεριών», με άμεσες εξουσίες κύρωσης, ενώ αντίθετα πολύ περιορισμένα στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής. Συναφώς, οι εταιρείες έχουν άμεση πρόσβαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΔΕΕ), για να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους που θίγονται π.χ. από αποφάσεις της Κομισιόν σε θέματα ανταγωνισμού, ενώ αντίθετα για τα συνδικάτα δεν υπάρχει καμία ειδική ούτε γενική πρόβλεψη για την υπεράσπιση των εργατικών κεκτημένων έναντι σε νομοθετήματα της ΕΕ που τα αποψιλώνουν. Υποτίθεται βέβαια ότι οι αναδιανεμητικές πολιτικές, όπως η κοινωνική και η φορολογική, έχουν αφεθεί βασικά στην αρμοδιότητα των κρατών, δηλαδή στο επίπεδο μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, ενώ τα «τεχνοκρατικά» θέματα της οικονομίας και της επίβλεψης των αγορών τα αναλάμβανε η ΕΕ. Αλλά αυτή η διάκριση ούτε απόλυτη ούτε σαφής είναι, και στην πραγματικότητα το πεδίο των οικονομικών ελευθεριών-πυλώνων της ΕΕ, έχει de facto και de jure επεκταθεί και συρρικνώσει τις δυνατότητες άσκησης εθνικής κοινωνικής πολιτικής και οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων, ανάγοντας μισθούς, κοινωνικές παροχές και εταιρική φορολογία είτε σε παράγοντες ανταγωνισμού και δείκτες ανταγωνιστικό-

τητας που πρέπει να προσαρμοστούν αναλόγως, είτε σε εμπόδια για την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς που πρέπει απλά να εξαλειφθούν. Πρόσφατο παράδειγμα τέτοιου επεκτατισμού αποτελεί το πακέτο της οικονομικής διακυβέρνησης, που βάζει ολόκληρους τους κρατικούς προϋπολογισμούς υπό εποπτεία ΕΕ, ενώ κατά καιρούς το ΔΕΕ έχει ερμηνεύσει ως εμπόδια στην εσωτερική αγορά το κλείσιμο οδικών αρτηριών από διαμαρτυρόμενους αγρότες,1 αλλά και, όπως θα συζητηθεί στη συνέχεια, τη συνδικαλιστική δράση. Ισχύει ότι με τις τροποποιήσεις των Συνθηκών, η ΕΟΚ, που έγινε ΕΚ, και τώρα ΕΕ, «είδε» σταδιακά τις νομοθετικές της αρμοδιότητες στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, συμπεριλαμβανόμενων των εργασιακών, να επεκτείνονται, ενώ τα σχετικά νομικά εργαλεία γίνονταν ισχυρότερα: με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη εισάγεται η δυνατότητα υιοθέτησης ελάχιστων ευρωπαϊκών προδιαγραφών για τις εργασιακές συνθήκες, ενώ με το Μάαστριχτ αναγνωρίζεται επίσημα ο ευρωπαϊκός κοινωνικός διάλογος ως μέσο προετοιμασίας της νομοθεσίας.2 Επιπλέον, κατά ορισμένους η Συνθήκη της Λισσαβόνας θέτει σε άλλη βάση τη σχέση μεταξύ αγοράς και εργασιακών δικαιωμάτων διότι αναγράφεται πλέον ως στόχος της εσωτερικής αγοράς η «κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας», ενώ ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων εξισώνεται με τις Συνθήκες. Ωστόσο, πέρα από τις εντυπώσεις, ο ευρωπαϊκός κοινωνικός διάλογος έχει αποτύχει παταγωδώς,3 ενώ οι χρηματοδοτούμενες από την Κομισιόν ευ1. Υπόθεση C-265/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 9.12.1997. 2. Με βάση αυτό τον διάλογο, αν η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και η Ένωση Ευρωπαίων Εργοδοτών (BusinessEurope) συμφωνούσαν σε μια νομοθετική πρόταση μπορούσαν να την υποβάλουν κατευθείαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για έγκριση. 3. Οι Ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι δεν έχουν καταφέρει να καταθέσουν καμία κοινή νομοθετική πρόταση, παρά μόνο κάποιες καμπάνιες με οφέλη κυρίως για τους εργοδότες, όπως για τη μερική απασχόληση.


[10]

ρωπαϊκές ομοσπονδίες συνδικάτων έχουν καιρό να δώσουν δείγματα μαχητικότητας. Ακόμα κι αν ο Χάρτης προστέθηκε στα «συνταγματικά» κείμενα της ΕΕ, είναι αμφίβολο κατά πόσο το ΔΕΕ θα του δώσει πλήρη νομική ισχύ. Τέλος, ακόμα και σήμερα, η υιοθέτηση ελάχιστων προδιαγραφών, μεταξύ άλλων, προστασίας της υγιεινής και της ασφάλειας του χώρου εργασίας (άρθρο 153 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, (ΣΛΕΕ)), υπόκειται στον όρο ότι: «αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα παρεμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων». Σύμφωνα με τους ορισμούς της Κομισιόν, «μικρομεσαίες» είναι το 99% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή: http://goo.gl/jc4d7). Υποθέσεις Βίκινγκ-Λαβάλ: Εργατικοί αγώνες υπό αίρεση Η αντίθεση θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων και αγοράς δεν είναι καινούρια ιστορία. Δείγματα είχαν φανεί και στο νομοθετικό επίπεδο, όπως με την περίφημη Οδηγία Μπολκεστάιν, αλλά και στη νομολογία του ΔΕΕ. Το τελευταίο, με δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν με διαφορά λίγων ημερών το 2007, έριξε τελικώς το γάντι στα συνδικάτα, θέτοντας τη συλλογική δράση για την υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων υπό την αίρεση της μη παρεμπόδισης της άσκησης των οικονομικών ελευθεριών. Οι δύο αποφάσεις εκδόθηκαν κατόπιν αιτημάτων εθνικών δικαστηρίων για ερμηνευτικές υποδείξεις σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιόν τους. Αφορούσαν δράσεις σκανδιναβικών συνδικάτων κατά εταιρειών που ετοιμάζονταν να εκμεταλλευτούν τις νέες «ευκαιρίες» που πρόσφερε η ΕΕ με τη διεύρυνση του 2004 και την εισροή φθηνού εργατικού δυναμικού από τα νέα κράτη-μέλη. Στην υπόθεση Βίκινγκ,4 το 2003, η ομώνυμη φινλανδική ακτοπλοϊκή εταιρεία ανακοίνωσε στο φινλανδικό συνδικάτο ναυτεργατών ότι σκόπευε να εγγράψει ένα από τα πλοία της, μέχρι τότε υπό φινλανδική σημαία, στα νηολόγια της Εσθονίας 4. Υπόθεση C-438/05, The International Transport Workers’ Federation and The Finnish Seamen’s Union v Viking Line ABP and OÜ Viking Line Eesti, 11.12.2007.

και να προσλάβει εσθονικό πλήρωμα. Το συνδικάτο απείλησε την εταιρεία με απεργία ζητώντας να εφαρμοστούν οι φινλανδικοί νόμοι και συλλογικές συμβάσεις και να μη γίνουν απολύσεις, ακόμα και στην περίπτωση που άλλαζε η σημαία. Παράλληλα, η διεθνής ομοσπονδία συνδικάτων εργαζομένων στις μεταφορές έστειλε εγκύκλιο στα μέλη της καλώντας τα να μη διαπραγματεύονται με την εταιρεία Βίκινγκ, και απείλησε να μποϋκοτάρει όλα τα πλοία της εταιρείας, αν αυτή δεν συμμορφωνόταν. Η εταιρεία υποχώρησε, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις του συνδικάτου, αλλά η εγκύκλιος της διεθνούς ομοσπονδίας παρέμεινε σε ισχύ, στο πλαίσιο της πολιτικής της ενάντια στις σημαίες ευκαιρίας, πράγμα που εμπόδιζε τη Βίκινγκ να προχωρήσει σε αλλαγή σημαίας. Μόλις η Εσθονία εισήλθε στην ΕΕ, το 2004, η εταιρεία, επικαλούμενη την ελευθερία εγκατάστασης υπό το ευρωπαϊκό δίκαιο, επιτέθηκε στη συνδικαλιστική ομοσπονδία και το φινλανδικό συνδικάτο ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων (η ομοσπονδία είχε την έδρα της στο Λονδίνο), ζητώντας την ανάκληση της εγκυκλίου. Η πρωτόδικη απόφαση δικαίωσε την εταιρεία, αλλά τα συνδικάτα άσκησαν έφεση. Τότε το βρετανικό δικαστήριο ζήτησε υποδείξεις από το ΔΕΕ. Στην πολυαναμενόμενη απόφασή του, το ΔΕΕ αρνήθηκε να εξαιρέσει τη συνδικαλιστική δράση από τις εξουσίες δικαιοδοσίας του, παρόλο που, όπως ειπώθηκε, η ΕΕ δεν έχει παρά μόνο περιορισμένες αρμοδιότητες στον τομέα των εργασιακών σχέσεων, ενώ το δικαίωμα της απεργίας εξαιρείται ρητά από τη δράση της (άρθρο 153 [5] ΣΛΕΕ). Έτσι, το Δικαστήριο θεώρησε τη συνδικαλιστική δράση ως περιορισμό της ελευθερίας εγκατάστασης της Βίκινγκ, δηλαδή της δυνατότητας να αυξήσει τα κέρδη της πληρώνοντας χαμηλότερους μισθούς στην Εσθονία. Τέτοιοι περιορισμοί κατ’ αρχήν απαγορεύονται. Όμως, το ΔΕΕ εν τη σοφία του έκρινε ότι, ενδεχομένως και εξαιρετικά, μπορεί τέτοια δράση να δικαιολογηθεί με βάση συγκεκριμένους όρους, δηλαδή θα πρέπει να σκοπεύει να προστατεύσει θέσεις ή συνθήκες εργασίας, να έχουν εξαντληθεί οι άλλοι τρόποι επίλυσης της διαφοράς, και ευρύτερα, να είναι η δράση αναγκαία και όχι δυσανάλογη σε σχέση με το σκοπό που υπηρετεί. Η τελι-


[11]

κή κρίση για το αν αυτοί οι όροι τηρούνται ανήκει, όχι στα συνδικάτα, αλλά στα δικαστήρια. Με αυτόν τον τρόπο, το ΔΕΕ έχρισε το εκάστοτε εθνικό δικαστήριο τοποτηρητή της σκοπιμότητας οποιασδήποτε συλλογικής δράσης. Στη δεύτερη υπόθεση,5 η λετονική εταιρεία Λαβάλ, μέσω της σουηδικής θυγατρικής της, είχε υπογράψει συμβόλαιο κατασκευής ενός σχολείου στα προάστια της Στοκχόλμης, για την υλοποίηση του οποίου εισήγαγε Λετονούς εργάτες. Το ισχυρό σουηδικό συνδικάτο οικοδόμων ζήτησε από τη Λαβάλ να υπαχθούν οι εργάτες στο καθεστώς της σουηδικής κλαδικής συλλογικής σύμβασης, αλλά η εταιρεία αρνήθηκε, με το επιχείρημα ότι είχε ήδη υπογράψει αντίστοιχη συλλογική σύμβαση στη Λετονία: το ωρομίσθιο των Λετονών οικοδόμων αντιστοιχούσε περίπου στο μισό των Σουηδών. Μετά από σειρά αποτυχημένων προσπαθειών διαπραγμάτευσης, το συνδικάτο μπλόκαρε το εργοτάξιο της Λαβάλ, μην αφήνοντας εργάτες να εισέλθουν ούτε υλικά να παραδοθούν. Ένα μήνα μετά την έναρξη της κινητοποίησης, το συνδικάτο των ηλεκτρολόγων κήρυξε απεργία αλληλεγγύης, καλύπτοντας όσα 5. Υπόθεση C-341/05, Laval un Partneri Ltd v Svenska Byggnadsarbetareförbundet, Svenska Byggnadsarbetareförbundets avd. 1, Byggettan, Svenska Elektrikerförbundet, 18.12.2007.

μέλη του εργάζονταν σε σουηδικές εταιρείες που αναλάμβαναν εργασίες στα εργοτάξια της Λαβάλ. Η εταιρεία κατέφυγε στα σουηδικά εργατικά δικαστήρια κατά των δύο συνδικάτων, ζητώντας την παύση των κινητοποιήσεων και αποζημίωση. Η προσωρινή απόφαση του σουηδικού δικαστηρίου δικαίωσε τα συνδικάτα, αλλά η Λαβάλ την προσέβαλε, και τότε το δικαστήριο απευθύνθηκε στο ΔΕΕ. Δύο μήνες μετά, και ενώ το ζήτημα είχε πάρει διπλωματικές διαστάσεις και η πίεση από τα συνδικάτα κορυφωνόταν με νέες δράσεις αλληλεγγύης, η Λαβάλ διέκοψε τις εργασίες της στη Σουηδία, ενώ η σουηδική θυγατρική της κήρυξε πτώχευση. Ο σουηδικός Σύνδεσμος Βιομηχάνων από την αρχή στήριξε τις ενέργειες της λετονικής εταιρείας κατά των σουηδικών συνδικάτων και συνέβαλε στην κάλυψη των δικαστικών εξόδων της. Όπως και με την υπόθεση Βίκινγκ, το ΔΕΕ αρνήθηκε να εξαιρέσει τη νόμιμη συνδικαλιστική δράση από το νομικό φίλτρο ή τη μέγγενη της εσωτερικής αγοράς. Θεώρησε βέβαια και πάλι ότι, κατ’ εξαίρεση, μπορεί να δικαιολογηθεί, εφόσον στοχεύει στην αποφυγή του κοινωνικού ντάμπινγκ. Ένα επιπλέον στοιχείο αφορούσε την ερμηνεία μιας Οδηγίας του 1996 για τους προσωρινά αποσπασμένους (και νοικιασμένους) εργαζόμενους, που υποχρέωνε τα κράτη-μέλη υποδοχής


[12]

να τους προστατεύουν, σε θέματα μισθών και ασφάλισης, με αντίστοιχο τρόπο όπως αυτούς που ζουν και εργάζονται μόνιμα στο έδαφός τους. Η Οδηγία είχε υιοθετηθεί ως μέτρο προώθησης της ελευθερίας εγκατάστασης μέσω της καταπολέμησης του αθέμιτου ανταγωνισμού (συνθήκες εργασίας = όροι ανταγωνισμού). Σε αντίθεση με την περίπτωση που θα είχε υιοθετηθεί ως μέτρο κοινωνικής πολιτικής, παρέμενε ασαφές αν τα κράτη-μέλη μπορούν να υιοθετούν μέτρα πιο προστατευτικά για τους εργαζόμενους από αυτά της Οδηγίας ή αν οι όροι της Οδηγίας αποτελούν πλαφόν: το ΔΕΕ απάντησε το δεύτερο. Ο εργοδότης είχε υποχρέωση να συμμορφώνεται μόνο με τις ελάχιστες προδιαγραφές της Οδηγίας, όπως ενσωματώθηκε στο σουηδικό δίκαιο με κανόνες «γενικής εφαρμογής», αλλά όχι στις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις που θέτουν αυστηρότερους όρους, και επομένως η δράση των σουηδικών συνδικάτων δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί με τα κριτήρια του ΔΕΕ. Ενώ η υπόθεση Βίκινγκ λύθηκε τελικώς εξωδικαστικά, στη Λαβάλ το σουηδικό εργατικό δικαστήριο, ακολουθώντας την (πρακτικά δεσμευτική) συμβουλή του ΔΕΕ, μετέβαλε την προηγούμενη απόφασή του, με την οποία είχε κρίνει τις κινητοποιήσεις νόμιμες, και επιδίκασε υπέρ της εταιρείας αποζημίωση και δικαστικά έξοδα με τόκο,

συνολικά περίπου 342.000 ευρώ (60.000 για ηθική βλάβη, 230.000 δικαστικά έξοδα, και 52.000 ευρώ τόκο). Το ποσό αυτό θα μπορούσε εύκολα να είναι κατά περίπου 140.000 ευρώ μεγαλύτερο, αν το δικαστήριο είχε δεχτεί και το αίτημα για αποζημίωση υλικής βλάβης, που απορρίφθηκε λόγω έλλειψης επαρκών αποδείξεων. Με τις δύο αποφάσεις του, το ΔΕΕ άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Έθεσε τις συνδικαλιστικές ελευθερίες υπό την αίρεση της μη παρεμπόδισης της εσωτερικής αγοράς και έστρωσε το δρόμο για τη δικαστικοποίηση των ευρωπαϊκών εργατικών αγώνων, εκθέτοντας τα συνδικάτα στον κίνδυνο αγωγών αποζημίωσης. Λόγω της δυσκολίας πρόβλεψης του κατά πόσο μια κινητοποίηση ή απεργία θα μπορούσε να κηρυχθεί παράνομη, τα σουηδικά συνδικάτα είναι έκτοτε πολύ πιο επιφυλακτικά στο να απαιτούν συλλογική σύμβαση. Γενικότερα, απειλείται ευθέως το κοινωνικό μοντέλο χωρών όπως η Σουηδία και η Δανία, αλλά και η Γερμανία, όπου μεγάλο ποσοστό των μισθών αποτελούν αντικείμενο κλαδικής διαπραγμάτευσης και ευθύνη των συνδικάτων. Και αν μερικά από τα ισχυρότερα συνδικάτα στην Ευρώπη, τα σκανδιναβικά, δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των μελών τους, αυτό δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστους τους εργατικούς αγώνες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η απόδειξη ήρθε


[13]

λίγους μήνες μετά, όταν η British Airways χρησιμοποίησε τη νομολογία Βίκινγκ-Λαβάλ για να αποτρέψει το συνδικάτο και την επαγγελματική ένωση των πιλότων και μηχανικών αεροσκαφών να προχωρήσει σε απεργία ενάντια στην επιδείνωση των συνθηκών εργασίας από τη σχεδιαζόμενη ίδρυση θυγατρικών της εταιρείας σε άλλες χώρες της ΕΕ. Η εταιρεία αποφάσισε να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και αποζημίωση ύψους 100 εκατομμυρίων λιρών για κάθε ημέρα απεργίας, που ισοδυναμούσε με απειλή χρεοκοπίας για τα συνδικάτα. Ως αποτέλεσμα, οι κινητοποιήσεις αναστάλθηκαν. Η επιβεβαίωση της αντεργατικής εκτροπής: ο Κανονισμός Μόντι ΙΙ Η νομολογία Βίκινγκ-Λαβάλ, που επιβεβαιώθηκε και με άλλες αποφάσεις του ΔΕΕ, προκάλεσε εύλογα την ανησυχία ακόμα και αυτών των γραφειοκρατικών συνδικαλιστών ηγεσιών στην Ευρώπη για την τύχη των εργατικών δικαιωμάτων και αγώνων. Για να καθησυχάσει αυτά τα ρίγη, αλλά κυρίως για να εξασφαλίσει τη στήριξη των σοσιαλδημοκρατών για την επανεκλογή του, ο Ζοζέ Μπαρόζο υποσχέθηκε το 2009 στο Ευρωκοινοβούλιο ότι θα πάρει μέτρα για να προστατεύσει τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, μεταξύ αυτών και το δικαίωμα της απεργίας (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή: http://goo.gl/Ft1hN). Ανέθεσε λοιπόν στον Μάριο Μόντι, τραπεζίτη της Goldman Sachs και νυν πρωθυπουργό της Ιταλίας, ως εξωτερικό εμπειρογνώμονα, να ερευνήσει πώς θα μπορέσει η ΕΕ να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις δυνατότητες που προσφέρει η εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης της με τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Ο Μόντι κατέθεσε τον Μάιο του 2010 τις προτάσεις του, που περιλάμβαναν την υιοθέτηση ενός νέου Κανονισμού κατά το πρότυπο του λεγόμενου Κανονισμού Μόντι Ι, που ο ίδιος είχε περάσει όταν ήταν Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς. Ο νέος Κανονισμός, όπως και ο προηγούμενος, θα «αποσαφήνιζε» τη σχέση ανάμεσα στο δικαίωμα της απεργίας και της συλλογικής δράσης με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, κατατάσσοντας θεμελιώδη δικαιώματα μεταξύ των εμποδίων για την ολο-

κλήρωση της αγοράς και ασκώντας πίεση στα κράτη-μέλη για να τα εξαλείψουν. Τελικά, τον περασμένο Μάρτιο, η Κομισιόν εξέδωσε την πρόταση για τον Κανονισμό Μόντι ΙΙ. Αντί να βάζει τέλος στις εκτροπές του ΔΕΕ και το τεστ της «αναλογικότητας», απλά τις επισφραγίζει. Ανοίγει έτσι την κερκόπορτα για μια άνευ προηγουμένου απογύμνωση του δικαιώματος της απεργίας από κάθε δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικής πίεσης. Το άρθρο 2 παρ. 1 περιέχει ένα απαράδεκτο «ήξεις αφήξεις» της σχέσης θεμελιωδών δικαιωμάτων, όχι μόνο του συνεταιρίζεσθαι αλλά θεωρητικά ακόμη και της ζωής, με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Δείχνει έτσι η Κομισιόν σε πόση εκτίμηση έχει και τον νεόκοπο Χάρτη της ΕΕ, ο οποίος ρητά προστατεύει το δικαίωμα της απεργίας (άρθρο 28). Επιπλέον, κάνει σαν να έχει εφεύρει τον τροχό, παραλείποντας κάθε αναφορά σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και κείμενα προστασίας ανθρωπίνων και εργασιακών δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, δικλείδες ασφαλείας στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας προβλέπονται τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),6 στην οποία υποτίθεται ότι η ΕΕ ετοιμάζεται να προσχωρήσει, όσο και των Συνθηκών του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ΔΟΕ), από τις οποίες δεσμεύονται όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Τέτοιες δικλείδες απαιτούν φυσικά έναν βαθμό ασφάλειας δικαίου, και περιλαμβάνουν έναν έλεγχο καταχρηστικότητας σε περιπτώσεις όπως επείγουσα εθνική κατάσταση, αναγκαίο μίνιμουμ παροχής κάποιας δημόσιας υπηρεσίας ή αποφυγή ανεπανόρθωτων και εντελώς δυσανάλογων ζημιών για τρίτους, αλλά φυσικά όχι την ελευθερία του επιχειρείν και του κερδοφορείν. Η Κομισιόν όχι μόνο τις αποσιωπά, αλλά αντιστρέφει και τον συλλογισμό, σε πλήρη αντίθεση με τη νομική φύση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: αντί για τον περιορισμό, θα πρέπει να δικαιολογείται η ίδια η άσκησή τους! Ο όρος «αναλογικότητα» απαλείφθηκε τελικά στο κυρίως κείμενο, αλλά 5. Ερμηνεύοντας το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφάνθηκε ότι η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά και το δικαίωμα της απεργίας (βλ. Enerji Yapi-Yol Sen v Turkey (2009), Demir and Baykara v Turkey [2008], ECHR 1345).


[14]

παραμένει στις αιτιολογικές σκέψεις, ενώ η ιδέα της τήρησης ενός αόριστα αναγκαίου μέτρου προκειμένου οι συλλογικές δράσεις να είναι σύννομες συνάγεται ευθέως από την ουσία των διατάξεων. Τα δικαστήρια έχουν την τελική εξουσία κρίσης της σκοπιμότητας και, εντέλει, της νομιμότητας μιας απεργίας, ενώ τα συνδικάτα μένουν εκτεθειμένα σε απειλές αποζημιώσεων. Το προσχέδιο του Κανονισμού που είχε διαρρεύσει τον Γενάρη προέβλεπε ότι οι απεργίες που έχουν συνέπειες μόνο σε εθνικό επίπεδο εξαιρούνταν κατ’ αρχήν από το πεδίο του Κανονισμού, καθώς δεν επηρεάζουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μετά όμως από την αντίδραση της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας εργοδοτικών οργανώσεων, της ΒusinessEurope, η διάταξη αυτή αποσύρθηκε από το τελικό κείμενο, κι έτσι όλες οι απεργίες θα μπαίνουν στον μύλο της ΕΕ. Τέλος, τα κράτη, ως ρουφιάνοι της ΕΕ, υποχρεώνονται να ενημερώνουν, και προληπτικά, τα άλλα κράτη και την Κομισιόν για τυχόν περιστατικά και δράσεις που μπορούν να βλάψουν την εσωτερική αγορά (βλ. το κεφάλαιο) ή το σύστημα εργασιακών σχέσεων (βλ. τη συμπίεση των μισθών), ή να προκαλέσουν κοινωνική αναταραχή (βλ. εργατικούς αγώνες) σε άλλα κράτη. Συνδικαλιστές στη δυτική Ευρώπη ετοιμάζονται για νομικές προσφυγές, σε περίπτωση υιοθέτησης του Κανονισμού, για παραβίαση τόσο της συνθήκης του ΔΟΕ όσο και της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Άλλωστε, η αντίθεση της νομολογίας Βίκινγκ-Λαβάλ στη Συνθήκη Νο 87 του ΔΟΕ για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι έχει ήδη διαπιστωθεί από την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΔΟΕ, ένα από τα εποπτικά σώματα του οργανισμού, όταν το 2010 το συνδικάτο των πιλότων της British Airways προσέφυγε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου για τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν. Βέβαια, η υιοθέτηση του Κανονισμού δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς η Κομισιόν επέλεξε να υποβάλει την πρόταση όχι ως μέτρο κοινωνικής πολιτικής, αλλά τη στήριξε σε μια νομική βάση-μπαλαντέρ που δεν αφήνει στο Ευρωκοινοβούλιο καμία δυνατότητα τροποποίησής της, πέρα από ένα ναι ή ένα όχι, και απαιτεί ομοφω-

νία στο Συμβούλιο – κάτι που θα είναι μάλλον δύσκολο να επιτευχθεί δεδομένων των ενστάσεων των σκανδιναβικών χωρών. Θα έλεγε έτσι κανείς ότι ο Μπαρόζο ήθελε απλώς να βγει από την υποχρέωση... Ακόμα όμως κι αν ο Μόντι ΙΙ δεν έχει αίσιο τέλος, η πρόταση δείχνει σε κάθε περίπτωση τον δρόμο και προετοιμάζει μελλοντικές επιθέσεις. Τη στιγμή που οι ευρωπαϊκές Συνθήκες φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, δίνοντας ανώτατη νομική ισχύ σε όρους εξοντωτικής δημοσιονομικής λιτότητας, η ΕΕ αρνείται να επιβεβαιώσει την ανώτατη ισχύ εθνικά και διεθνώς κατοχυρωμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Υποτίθεται ότι συζητάει την (αμφισβητούμενη) καθιέρωση ευρωπαϊκού κατώτατου μισθού, ενώ από την άλλη συντονίζει την καταστολή των αγώνων, νομοθετικά και πρακτικά. Καταδεικνύεται και πάλι πόσο μακριά είναι η ΕΕ από το όνειρο της ευρωπαϊκής οικογένειας που υποσχέθηκαν οι εθνικές ελίτ στους λαούς τους για να τους παρασύρουν στο εγχείρημά τους. Οι Σκανδιναβοί εργαζόμενοι άκουγαν ότι δεν θα πειραχτεί το κοινωνικό τους κράτος και τα συστήματα εργασιακών σχέσεων. Στον Νότο, πάλι, το όνειρο ενός κοινωνικού κράτους στα πρότυπα του ανεπτυγμένου Βορρά, μαζί με τη φενάκη ευημερίας των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ύπνωσαν τους εργαζόμενους, ενώ στα ανατολικά κράτη το δικαίωμα της απεργίας χρησιμοποιήθηκε ως εγερτήριο σάλπισμα για την είσοδο στον εργασιακό παράδεισο της Ευρώπης. Αντίθετα με τις υποσχέσεις, οι δύο αποφάσεις σταθμοί του Δικαστηρίου (Βίκινγκ και Λαβάλ) επιτίθενται, ακριβώς, σε σκανδιναβικά συνδικάτα, ενώ οι εργαζόμενοι στον Νότο ξυπνούν τώρα στον εφιάλτη των Μνημονίων που θέλουν ανοιχτά να τους βάλουν σε ανταγωνισμό με τους λαούς της ανατολικής Ευρώπης για το ποιος θα ρίξει περισσότερο τους μισθούς του και θα δεχθεί πιο αγόγγυστα την εργασιακή σκλαβιά. Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η υπεράσπιση του δικαιώματος της απεργίας και των συλλογικών συμβάσεων ενάντια στα σχέδια επίθεσης της ΕΕ μπορεί να γίνει μια πλατφόρμα κοινής δράσης μαχόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε όλη την ήπειρο.


[15]

Χρήστος Τσάκας

Οι εκλογές, το κίνημα και η καυτή πατάτα της αντι-ηγεμονίας

Το έδαφος Ας ξεκινήσουμε με μια κοινοτοπία: το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να ερμηνευτεί εάν δεν σταθμίσουμε τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και την Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτή η απλή παραδοχή ωστόσο, στην οποία θεωρητικά θα μπορούσε να συμφωνήσει «κάθε λογικός άνθρωπος», δεν φαίνεται να είναι και τόσο αυτονόητη. Κι αυτό γιατί είναι σαφές ότι η χρονική στιγμή κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές βρίσκεται εντός μιας περιόδου που μπορεί να ξεκίνησε δυο χρόνια πριν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να τερματίζεται άμεσα. Και όπως κάθε περίοδος που βιώνεται παροντικά είναι πολύ δύσκολο να αποτιμηθεί… Μια πρώτη απόπειρα ανίχνευσης των βασικών χαρακτηριστικών της περιόδου μέχρι την ημέρα των εκλογών –τα οποία διαμόρφωσαν εν πολλοίς τα κριτήρια με τα οποία «προσήλθε στην κάλπη ο Έλληνας ψηφοφόρος»– πρέπει πρωτίστως να σταθμίσει τον συσχετισμό που διαμορφώθηκε στην κοινωνία ανάμεσα στους φορείς υλοποίησης των κυρίαρχων πολιτικών και όσων αμφισβητούν αυτές τις πολιτικές. Ήδη όμως αυτή η περιγραφή του προβλήματος αναδεικνύει δύο προβλήματα: αφενός, τον ετεροπροσδιορισμό των φορέων αμφισβήτησης των κυρίαρχων πολιτικών σε σχέση με εκείνους που διέθεταν την πρωτοβουλία των κινήσεων για τη χάραξη της κυρίαρχης γραμμής «εξόδου από την κρίση»· αφετέρου, το ερώτημα για το είδος και τη φυσιογνωμία της αντίπαλης κατεύθυνσης και για τους όρους που απαιτούνται για την ανάδειξή της σε αντίπαλη στρατηγική. Η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών κινητοποιήσεων και των πολιτικών απαντήσεων απέναντι στην επίθεση που δέχονται τα τελευταία δύο χρόνια οι δυνάμεις της εργασίας είναι ένα από τα δημοφιλέστερα θέματα των διαφόρων αριστερών και κινηματικών εντύπων και δεν θα μπορούσε να εξαντληθεί εδώ.

Ωστόσο, για την εξαγωγή συμπερασμάτων κρίσιμα είναι δύο βασικά χαρακτηριστικά: Πρώτον, η επιλογή τής μέχρι πρότινος κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του αστικού πολιτικού προσωπικού της ψήφισης με κάθε κόστος όλων των προβλεπόμενων αντιλαϊκών-αντεργατικών μέτρων· στόχος τόσο η πάση θυσία προώθηση της πολιτικής τους όσο και η βίωση από τη μεριά της κοινωνικής πλειοψηφίας της ηττοπάθειας και του αδιεξόδου των κοινωνικών αγώνων για την ανατροπή αυτής της πολιτικής. Δεύτερον, το πολιτικό και κοινωνικό κόστος που πράγματι κατέβαλαν τα κόμματα που στήριξαν αυτή την πολιτική, διαλύοντας τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις τους και μαζί με αυτές τις αυταπάτες για μια «πιο ήπια διαχείριση της κρίσης». Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά: μπορεί τα κινήματα της τελευταίας διετίας να μην πέτυχαν την άμεση ανατροπή των πολιτικών του μνημονίου και των εκφραστών τους στον δρόμο (όσο κοντά κι αν έφτασαν μερικές φορές), αλλά το κόστος για το αστικό πολιτικό σύστημα ήταν τεράστιο: εξομοίωση στα μάτια της πληττόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας των βασικών πυλώνων της αστικής πολιτικής (ΠΑΣΟΚ - ΝΔ) και όποιου συνέπραξε σε αυτήν (ΛΑΟΣ, ΔΗΣΥ)· κάψιμο πολιτικών εφεδρειών (αρχικά της ΝΔ, που σύρθηκε εν μια νυκτί στη στήριξη των μνημονιακών δογμάτων και κατόπιν της ύστατης εφεδρείας των κυβερνήσεων «εθνικής ενότητας/σωτηρίας» και τεχνοκρατών)· απαξίωση των πωρωμένων εκδοτικών συγκροτημάτων και καναλιών· και τελικά, κλονισμός της ύψιστης λειτουργίας της κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας, δηλαδή της διασφάλισης σταθερότητας του συστήματος διά της απόσπασης συναίνεσης στις κυρίαρχες πολιτικές. Από την άλλη μεριά, είναι σαφές ότι ο πολιτικός βολονταρισμός του αστικού πολιτικού προσωπικού είχε απτά αποτελέσματα: διάχυση ενός παραλυτικού προβληματισμού μετά από κάθε κινητοποίηση για τη δυνατότητα ανατροπής του


[16]

μνημονίου και των κυβερνήσεων· έντονη κινηματική νηνεμία που άγγιζε τα όρια της απογοήτευσης και της παθητικότητας στο μεσοδιάστημα των κινητοποιήσεων κλίμακας· εμπέδωση της ηττοπάθειας ως γενικευμένης αίσθησης, αλλά και πραγματικών ηττών στο πεδίο της εφαρμογής των νέων μέτρων στους χώρους δουλειάς και την καθημερινότητα των λαϊκών στρωμάτων· και, τελικά, αδυναμία συμπύκνωσης των αντιμνημονιακών αντανακλαστικών σε μια πολιτική κατεύθυνση. Η στιγμή Το αποτέλεσμα των εκλογών εικονίζει ανάγλυφα τις βασικές αυτές τάσεις. Η συντριβή των «κομμάτων του μνημονίου» είναι πράγματι εκκωφαντική (αν και όχι μονοσήμαντη). Η ανάδειξη μιας σαφούς αντίπαλης στρατηγικής όχι. Δεν θα μπούμε στον πειρασμό να αθροίσουμε ποσοστά για να περιγράψουμε την επιρροή των διάφορων πολιτικών χώρων (ακραίοι νεοφιλελεύθεροι, ακροδεξιά, κεντροαριστερά κ.λπ.) ούτε των οιονεί μετώπων (μνημονιακοί - αντιμνημονιακοί) για να καταδείξουμε τη ρευστότητα και τις αντιφάσεις του μετεκλογικού τοπίου. Αντίθετα, το στοιχείο που προσδίδει στην πολιτική συγκυρία την ιδιαίτερη πρωτοτυπία και δυναμική της είναι το ίδιο το γεγονός του κατακερματισμού, στη βάση των αντιθέσεων που διαπερνούν κάθετα (τοποθέτηση στο ιδεολογικό φάσμα) και οριζόντια (τα διακυβεύματα της συγκυρίας) όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Από την άποψη αυτή, είναι σαφές ότι η αδυναμία αποφασιστικής νίκης, ενός συντριπτικού πλήγματος εκ μέρους ενός «στρατοπέδου» οδηγεί σε μια προσωρινή κατάσταση «καταστροφικής ισορροπίας» σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Η μορφή όμως που παίρνει αυτή η «ισορροπία» μάς υπενθυμίζει ακριβώς ότι ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν διεξάγεται από ομογενοποιημένα αντίπαλα στρατόπεδα, σε μια πολεμική σκηνή όπου ο εχθρός είναι πάντα ορατός και οριοθετημένος. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: ως προς την αναζήτηση κυβερνητικών λύσεων εκ μέρους της «συμμαχίας των προθύμων» είναι μόνο το αυθαίρετο όριο του 3% που στο βωμό της ενίσχυσης του πρώτου κόμματος και της «ισχυρής κυβέρνησης» δεν επέτρεψε σε μια σειρά φανατικών «μνημονιακών» νεοφιλελεύθερης ή ακροδεξιάς υφής

–προς τους οποίους κατευθύνθηκε τμήμα της ψήφου αποδοκιμασίας του «δικομματισμού»– να εισέλθουν στη Βουλή και να προσφέρουν απλόχερα τη στήριξή τους στην (κοινοβουλευτικά) απρόσκοπτη συνέχιση της κυρίαρχης πολιτικής (ΛΑΟΣ, ΔΗΣΥ, Δημιουργία ξανά!, ΔΡΑΣΗ). Από την άλλη μεριά, ο μεγάλος νικητής αυτών των εκλογών, ο αριστερός κυβερνητισμός που εκπροσωπήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, αναδείχτηκε ως πειστική λύση μόνο χάρη στην προσωρινή ήττα του δρόμου της ανατροπής των κυρίαρχων πολιτικών από ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα που θα ήταν ικανό να περιγράψει και να υλοποιήσει μια αντιηγεμονική στρατηγική. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη το πολιτικό, οργανωτικό και εκλογικό σημείο αφετηρίας της αριστεράς στην αρχή της περιόδου που διανύουμε (ας πούμε χονδρικά, δυο χρόνια πριν) είναι σαφές ότι η νίκη αυτή είναι σχετική: μια μεγάλη εκλογική άνοδος ενός τμήματος της αριστεράς που προς το παρόν δεν φαίνεται να συγκροτεί ξεκάθαρη εκλογική πλειοψηφία και το οποίο φέρει όλα τα προβλήματα, τις ανεπάρκειες, τους υποκειμενισμούς και τις αυταπάτες της μεταπολιτευτικής (ανανεωτικής ή παραδοσιακής) αριστεράς είναι σαφές ότι δεν προοιωνίζεται την ανάδειξη μιας αντίπαλης στρατηγικής (με όρους εκπροσώπησης ενός αντίπαλου κοινωνικού συνασπισμού υπό μια ορισμένη ηγεμονία). Πολύ περισσότερο που οι εκλογικές ή μετεκλογικές αναγκαιότητες επιβάλλουν υποχωρήσεις και συμβιβασμούς προς τους πιθανότερους εταίρους της αστικοποιημένης σριστεράς (ΔΗΜΑΡ) και οικολογίας (Πράσινοι). Η γοητεία του αριστερού κυβερνητισμού γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθεί με τα εκλογικά αποτελέσματα των άλλων δύο πόλων της αριστεράς. Το ΚΚΕ οριοθετήθηκε σε όλους τους τόνους από το ενδεχόμενο συμμετοχής του σε «κυβέρνηση της αριστεράς», δίνοντας έμφαση στην κατάκτηση της κοινωνικοοικονομικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τα σύμμαχα στρώματα ως προϋπόθεση της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας για την εγκαθίδρυση της «λαϊκής εξουσίας και της λαϊκής οικονομίας». Το πρόταγμα αυτό, προσκρούοντας στην απουσία απτής περιγραφής του τρόπου με τον οποίο θα υλοποιηθεί σε έναν ορατό χρόνο, σε συνδυασμό με την


Στέφανος Βαμιεδάκης

[17]

προβολή της πιεστικής ανάγκης για άμεσες λύσεις από ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο είναι προφανές ότι δεν οδήγησε σε αποφασιστική διεύρυνση της επιρροής του. Από την άλλη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρθρώνοντας ένα λόγο πρωτόγνωρα συγκεκριμένο για τα δεδομένα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, κατόρθωσε να καταγραφεί για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές ως διακριτός πολιτικός χώρος και όχι ως υποσημείωση. Ωστόσο, και στην περίπτωσή της, η πιεστική ανάγκη για άμεσες λύσεις, παρά την αυξημένη διεισδυτικότητά της σε ένα ευρύτερο αριστερό δυναμικό, αντικειμενικά περιόρισε την εκλογική της καταγραφή, ωθώντας τμήμα του δυνητικού ακροατηρίου της στην ελπίδα της κυβερνητικής αλλαγής. Οι προοπτικές Πέρα από τα σενάρια της επόμενης μέρας (τα οποία θα είναι παρελθόν όταν θα κυκλοφορεί αυτό το τεύχος), τις επαναληπτικές εκλογές και τις φημολογούμενες συνεργασίες, οι προοπτικές που ανοίγονται από δω και πέρα είναι τόσο ρευστές όσο και συγκεκριμένες. Μέσα από τους απειράριθμους συνδυασμούς που μπορεί να συνεπιφέρει το ανακάτωμα της τράπουλας, διακρίνονται και οι συντεταγμένες της επανεκκίνησης του πολιτικού συστήματος. Οι συσσωματώσεις και οι

συνεργασίες ενόψει επόμενων εκλογών εξακολουθούν να ευνοούν με βάση την αριθμητική μια διάδοχη κατάσταση που μπορεί να εγγυηθεί μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθαρών αστικών λύσεων (με μόνο αγκάθι το μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, που κινδυνεύει να επιστραφεί ως μπούμερανγκ στους εμπνευστές του). Ωστόσο, η συνέχιση του ίδιου μοντέλου θα συνθλίψει πολύ γρήγορα όλους τους προθύμους που φάνταζαν σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση ως μια «συμπαθής» εκπροσώπηση της (ατομικής) «κοινής λογικής» του κάθε αρχηγίσκου (Μπακογιάννη, Τζήμερος, Μάνος), ενώ θα επιταχύνει και τις φυγόκεντρες τάσεις εντός των δύο πρώην μεγάλων αστικών κομμάτων. Γι’ αυτό και ως ιδανική συστημική λύση φαντάζει η στρατηγική της ενσωμάτωσης. Μόνο που στους καιρούς που ζούμε η ενσωμάτωση δεν θα έρθει με τη σταδιακή μετάλλαξη (δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου), αλλά θα επιδιώκει να αποδείξει ότι «είμαστε όλοι ίδιοι», επισείοντας τον κίνδυνο της «καταστροφής», δηλαδή της χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ. Το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού δεν προβλέπει ενσωμάτωση διά της εξαγοράς, αλλά διά του ωμού εκβιασμού και των αντικειμενικών αναγκαιοτήτων της συσσώρευσης. Ο βαθμός της μεγαθυμίας των πρώτων μετεκλογικών ημερών


Στέφανος Βαμιεδάκης

[18]

εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΕΒ περί ψήφου ανοχής προς τον ΣΥΡΙΖΑ, στο βωμό της κυβερνητικής σταθερότητας είναι αντιστρόφως ανάλογος με τον πανικό τους μπροστά στην αμφισβήτηση, έστω και ενός «και» του μνημονίου. Προσέρχονται όμως σε αυτή τη μάχη με όπλο τους καταναγκασμούς που επιβάλλει η ανάληψη της διαχείρισης του κράτους και την προσήλωση της κυβερνητικής αριστεράς στο πλαίσιο που ορίζουν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη, και πολιορκητικούς κριούς τα κόμματα της άνευ όρων ευρωπαϊκής νομιμοφροσύνης (ΔΗΜΑΡ, Πράσινοι).

Η προσδοκία μιας κυβερνητικής λύσης από την αριστερά και όχι από τους κάθε λογής μεσσίες είναι μια πολιτική εξέλιξη που μπορεί να φέρει σε καλύτερες θέσεις μάχης τα κοινωνικά κινήματα. Ωστόσο, η τάση αυτή, αν δεν είναι απλή φωτογραφία της στιγμής (των εκλογών), σίγουρα υπόκειται στη ρευστότητα της συγκυρίας. Για την ακρίβεια, είναι η ίδια ένα διακύβευμα (ίσως το κορυφαίο) της συγκυρίας. Σε καθοριστικό παράγοντα για την όποια έκβαση αναδεικνύεται για μία ακόμη φορά η χάραξη της ορθής διαλεκτικής ανάμεσα στον κοινοβουλευτικό ρόλο που καλείται να παίξει η αριστερά και την ενδυνάμωση των κινημάτων. Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για το ευρώ και την ΕΕ φαίνεται ότι εγκαταλείπει τον χώρο της ιδεολογικής εμμονής και στρογγυλοκάθεται στο επίκεντρο της πολιτικής πρακτικής, χωρίς κανείς –αδιάφορο αν κατέχει κυβερνητικές θέσεις– να μπορεί την υποτιμήσει ή να θεωρήσει την όποια απάντηση ήσσονος σημασίας. Γιατί εκτός των άλλων, η οριοθέτηση έναντι μιας αντιδημοφιλούς εκλογικά, μάχιμης κινηματικά και αμφιλεγόμενης οικονομικά και πολιτικά θέσης, συνιστά την επιτομή του προβλήματος «του λαού και του τόπου», που τυχαίνει να γίνεται τώρα και πρόβλημα της αριστεράς. Από την (αν)ικανότητά της να απαντήσει ορθά στο ερώτημα αυτό θα κριθεί και η (αν)ικανότητά της να κατακτήσει με πραγματικούς όρους την περίφημη «ηγεμονία» – που παρά τα θρυλούμενα, ποτέ δεν είχε. Το βάθεμα της κρίσης είναι μπροστά, οι αντιθέσεις αναφορικά με τη διαχείρισή της οξύνονται και οι προκλήσεις μεγαλώνουν…


[19]

Γιώργος Καράμπελας

Το δεύτερο στάδιο του νέου ελληνικού εμφυλίου (δεν άρχισε ακόμα)

Α

ς είμαστε σοβαροί: «νέος ελληνικός εμφύλιος» δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει πουθενά αλλού εκτός απ’ την οθόνη του μυαλού μας. Στην τρέχουσα φάση αναδιάρθρωσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, μετά από δεκαετίες εντατικής υλικής και διανοητικής προσαρμογής των κοινωνικών τάξεων του δυτικού κόσμου στο καλούπι (ή το «επιστημικό καθεστώς», αν προτιμά κανείς τη θεωρητική αργκό) του μεταμοντερνισμού, οι άνθρωποι και οι κόσμοι τους έχουν εγκλωβιστεί για τα καλά, φαίνεται, σε ένα χωροχρονικό κενό όπου τίποτα δεν συμβαίνει στ’ αλήθεια. Ελεύθεροι εσωτερικοί «εαυτοί» στέκουν ανήμποροι να αλλάξουν οτιδήποτε μέσα τους ή γύρω τους, την ώρα που οι περιβάλλοντες κόσμοι επιβάλλονται σαν μοίρα, με κανόνες αναπόδραστους, τους οποίους τηρούν υποχρεωτικά, εκόντες άκοντες, συνειδητά ή ασυνείδητα, οι ως ανωτέρω ελεύθεροι «εαυτοί». Τέτοια προκαθορισμένη αρμονία του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου δεν θα μπορούσε να σχεδιάσει ούτε ο ικανότερος φιλοσοφικός απολογητής του κλασικού απολυταρχισμού· και τέτοια άνευ έργων ή λόγων δικαίωση της «θείας χάριτος» και των εκλεκτών της ασφαλώς δεν θα ονειρευόταν ούτε ο ίδιος ο Καλβίνος. Γι’ αυτό, ό,τι μπορούμε ακόμα να παρατηρήσουμε και να αναλύσουμε δεν θα το δούμε να εκτυλίσσεται πουθενά στον «έξω κόσμο». Το μόνο που μας μένει είναι να το αναπαραστήσουμε στην οθόνη του μυαλού μας, καθώς αναφέραμε, ελπίζοντας ότι αυτή θα μπορέσει τουλάχιστον να φωτίσει την επικράτεια των κυρίαρχων αναπαραστάσεων καλύτερα απ’ ό,τι η οθόνη της τηλεόρασης, του υπολογιστή μας ή του smartphone μας. Το πρώτο στάδιο του νέου ελληνικού εμφυλίου αναδύθηκε στις αρχές Μαΐου του 2010 και ολοκληρώθηκε ακριβώς δύο χρόνια αργότερα, με τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2012. Έχουν σημασία τα ρήματα: «αναδύθηκε», αλλά δεν άρχισε·

«ολοκληρώθηκε», αλλά δεν τέλειωσε. Βρισκόμαστε ακόμα, εδώ και χρόνια, στο εν λόγω πρώτο στάδιο, αλλά είναι φανερό ότι δεν έχουμε πια τίποτα να περιμένουμε από δαύτο: όλες του οι μορφές εμφανίστηκαν και εξαντλήθηκαν, όλα τα εικονικά του γεγονότα συνέβησαν, όλες οι εικονικές του μάχες δόθηκαν. Πράξη πρώτη: το μέτωπο «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» στήθηκε για πρώτη φορά στους δρόμους της Αθήνας στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη «μεγαλύτερη διαδήλωση στην ιστορία της Μεταπολίτευσης», όταν ελληνικές σημαίες ανέμιζαν μανιασμένες πάνω στα σκαλιά του Άγνωστου Στρατιώτη, ενώ παραδίπλα τρεις εργαζόμενοι πέθαιναν από αναθυμιάσεις μέσα στο φλεγόμενο κτίριο της Marfin Bank. Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ακόμα κατέκλυζαν την ίδια ώρα τους γύρω δρόμους, δίνοντας την εντύπωση ότι η πτώση του πολιτικού συστήματος που «έκανε τη χώρα βορά των Γερμανών/δανειστών/αγορών/τραπεζών/τοκογλύφων» ήταν ζήτημα λίγων ημερών το πολύ. Τίποτα τέτοιο, φυσικά, δεν συνέβη. Όλως αντιθέτως, κατά τον επόμενο χρόνο, η Τρόικα, αυτός ο νέος «στρατός κατοχής», έγινε ήρεμα-ήρεμα μέρος της καθημερινότητάς μας, η σύνθλιψη θεμελιωδών εργασιακών και κοινωνικών κεκτημένων και δικαιωμάτων εξελίχθηκε χειρουργικά, και το θέατρο του δρόμου περιορίστηκε σε κάποιες αραιές 24ωρες ή 48ωρες τελετές που έφεραν ψευδεπίγραφα την επωνυμία «γενική απεργία», προκαλώντας γνήσια έκπληξη σε πλήθος παρατηρητών, συνήθως εκτός Ελλάδας – «σε μας έχει χρόνια να γίνει γενική απεργία, ενώ εσείς έχετε κάνει δέκα μέσα σε λίγους μήνες!»: εδώ όμως συγκρίνονταν, ολοφάνερα, μήλα με πορτοκάλια. Πράξη δεύτερη: ακριβώς ένα χρόνο μετά «τα γεγονότα» της 5ης Μαΐου 2010, και φαινομενικά χωρίς καμία σχέση με αυτά, δολοφονείται στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα σε μια σχεδόν γκετοποιημένη μεταναστευτική συνοικία με όλα τα κομφόρ (πορνεία, συμμορίες του δρόμου, αστυνομοκρα-


[20]

τία, ακροδεξιούς παρακρατικούς), ένας Έλληνας οικογενειάρχης – δράστες, κάποιοι μετανάστες· κίνητρο, η ληστεία. Αμέσως ξεσπούν εκτεταμένα ρατσιστικά πογκρόμ σε όλη την ευρύτερη περιοχή, ενώ η δημόσια ατζέντα κυριαρχείται για μερικές εβδομάδες από τα θέματα της «λαθρομετανάστευσης», της «εγκληματικότητας» και της «αναβάθμισης της ποιότητας ζωής στην πρωτεύουσα». Καταστηματάρχες, «επιτροπές κατοίκων», ένας νεοεκλεγείς δήμαρχος και ποικίλοι ειδικοί ένθεν κακείθεν συμφωνούν, για πρώτη φορά τόσο κατάφωρα, στην εξής θέση: όταν η εργασία και η ζωή των κατοίκων της χώρας υποτιμάται τόσο βάναυσα και τόσο σχεδιασμένα, το πρόβλημα προκαλείται, ακριβώς, από την κατεξοχήν σύγχρονη φιγούρα υποτιμημένης ζωής και εργασίας – τον μετανάστη. Το μέτωπο «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» ανακάμπτει ως μέτωπο ενάντια στον εσωτερικό-εξωτερικό εχθρό, αυτόν που λαθραία εισέβαλε στη ζωή μας και απειλεί να μας μιάνει παρόν, παρελθόν και μέλλον με την παρουσία του. Πράξη τρίτη: μόλις λίγες μέρες μετά τα παραπάνω «γεγονότα», στα τέλη Μαΐου του 2011, «ο λαός μας αποφασίζει να πάρει το μήνυμα» των Ισπανών «αγανακτισμένων» και να ξεχυθεί στις πλατείες όλης της χώρας, ζητώντας, ακομμάτιστα και ειρηνικά, την απαλλαγή του από τον «ξένο ζυγό» και την παραδειγματική τιμωρία των «προδοτών πολιτικών». Απείρου κάλλους σκηνές διαδραματίζονται ιδίως στην πλατεία Συντάγματος,

επίκεντρο του κινήματος της μούντζας, όπου πλανόδιοι πωλητές, γραφικοί πατριώτες και λογής-λογής «συνήθεις ύποπτοι» –αριστεροί, εναλλακτικοί, καλλιτέχνες…– ενώνουν τις δυνάμεις τους τα απογεύματα (γιατί τα πρωινά δουλεύουν, τηρώντας τους όρους του «ξένου ζυγού»), κάνοντας συνελεύσεις όπου κηρύσσεται η άμεση δημοκρατία και γενικώς… περνώντας καλά. Η εμφάνιση των Ελλήνων «αγανακτισμένων» αποφορτίζει την αφόρητη πίεση που ασκείται το προηγούμενο διάστημα στους ανυπεράσπιστους εσωτερικούς-εξωτερικούς εχθρούς της πλατείας Βικτωρίας και του Αγίου Παντελεήμονα, το ίδιο όμως το μέτωπο «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» δεν αλλάζει χαρακτήρα· παραμένει στραμμένο ενάντια στον εχθρό, εσωτερικό και εξωτερικό τώρα (οι κατακτητές και οι δοσίλογοι…), αφήνοντας εκκρεμές το ερώτημα: ποιοι είμαστε «εμείς»; Πράξη τέταρτη: αμέσως μετά το καλοκαίρι, όταν πια οι πλατείες είχαν ησυχάσει, το μέτωπο «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» φάνηκε να επανέρχεται προς στιγμή στις συνθήκες μαζικότητας που είχε όταν πρωτοεμφανίστηκε, τον Μάιο του 2010. Στις 19 και 20 Οκτωβρίου εκτυλίχθηκε μία ακόμα (ομολογουμένως εντυπωσιακή) τελετή με την επωνυμία «γενική απεργία», η οποία έφερε στο προσκήνιο μια νέα παράμετρο: την υπόκωφη μέχρι τότε, ανοιχτή στις 20 Οκτωβρίου, σύγκρουση ανάμεσα στις «ακομμάτιστες», «κινηματικές», «λαϊκές», «αντιμνημονιακές» μάζες και την κοινο-


[21]

βουλευτική κομμουνιστική αντιπολίτευση, το ΚΚΕ. Η «αντίφαση ουσίας» την οποία φέρει ενδογενώς, εδώ και δεκαετίες, το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα συναντήθηκε στον δρόμο με τη μικροαστικού τύπου λαϊκή «αγανάκτηση», με επίδικο τον έλεγχο της πλατείας Συντάγματος, αν όχι και την πεισματικά φετιχοποιημένη «είσοδο στη Βουλή». Το θέαμα του πετροβολήματος και της «παλουκιάδας» μεταξύ Κόμματος και Κινήματος μπροστά απ’ τη «Βουλή των προδοτών» εν πολλοίς προεικόνισε το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου 2012, συνιστώντας μια αναπαράσταση εμφυλίου σε μπουκάλι: η «αντιμνημονιακή» παράταξη άρχισε να συγκροτεί το «εμείς» της, μη διστάζοντας να στραφεί ενάντια σε διαδηλωτές εργάτες που δεν ήθελαν, δεν ήξεραν ή εμποδίζονταν σκόπιμα (το ίδιο κάνει) να δουν τους εαυτούς τους ως «εξεγερμένους». Στις 5 Μαΐου 2010, τη νύφη είχαν πληρώσει, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, τρεις άτυχοι τραπεζικοί· στις 20 Οκτωβρίου 2011, τον ρόλο του εξιλαστήριου θύματος ανέλαβε ο ίδιος ο μηχανισμός του ΚΚΕ, εν μέσω καταιγισμού χημικών, με έναν οικοδόμο να χάνει τελικά τη ζωή του από έμφραγμα. Πράξη πέμπτη: τον Φεβρουάριο του 2012, και ενώ το δεύτερο μνημόνιο είχε ήδη δρομολογηθεί από τη συγκυβέρνηση δεξιών, νεοδεξιών και ακροδεξιών υπό τον τέως αρχιτραπεζίτη του εκσυγχρονισμού, οι τελετές των «γενικών απεργιών» έλαβαν και επισήμως τέλος, όταν μια θλιβερή λιτανεία εργατοπατέρων στις 11 Φεβρουαρίου ακολουθήθηκε την επομένη από μια εκθαμβωτική «Κυριακή των αγανακτισμένων» με γνωρίσματα που έλειπαν παντελώς από το «κίνημα των πλατειών» της προηγούμενης άνοιξης. Αυτή τη φορά, ο χημικός πόλεμος από την αστυνομία απαντήθηκε με γενικευμένα επεισόδια, πλιάτσικα, εκτεταμένες καταστροφές «νεοκλασικών» και άλλα τινά. Το «εμείς» της «αντιμνημονιακής» παράταξης, με αυξημένη αυτοπεποίθηση πλέον, έπαψε προσωρινά να αναζητά εχθρό για να αυτοπροσδιοριστεί και κατέθεσε εμφατικά τη νεοπαγή του «ταυτότητα»: παραμένοντας μέσα σε ακραίες συνθήκες στον δρόμο, συμμετέχοντας ενεργητικά ή παθητικά στις καταστροφές τραπεζών και καταστημάτων, πετώντας ακόμα και πέτρες ενάντια στην αστυνομία. Ο «εμφύλιος σε μπουκάλι»

του Οκτωβρίου μετατράπηκε σε «λαϊκή εξέγερση» σε μπουκάλι τον Φεβρουάριο: όποιος δεν είχε τον νου του, θα μπορούσε στιγμιαία να πιστέψει ότι φτιαχνόταν απ’ το πουθενά λαϊκό κίνημα χωρίς μικροαστικά συμπλέγματα, χωρίς δηλαδή την πάγια ανάγκη για εσωτερικούς-εξωτερικούς εχθρούς που, μόνη αυτή, συμφιλιώνει τον πάσχοντα μικροαστό με τον εαυτό του. Φευ… Πράξη έκτη: η προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 ξεκινά και διεξάγεται μέσα σε έναν πυρετό μέτρων, εξαγγελιών, συζητήσεων για «το μεταναστευτικό». Από το πουθενά. Χωρίς την παραμικρή αφορμή. Σε χρόνο-ρεκόρ στήνονται στρατόπεδα συγκέντρωσης-«κέντρα φιλοξενίας», «σκούπες» πραγματοποιούνται καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας, η «ασφάλεια» γίνεται κεντρικό ζήτημα σε τηλεοπτικά προεκλογικά σποτ και πάνελ, ενώ το εντελώς πρόσφατο δεύτερο μνημόνιο, και μαζί του το επερχόμενο «δεύτερο μεσοπρόθεσμο», περνούν σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Αίφνης ξεκινούν και τα ρατσιστικά εγκλήματα στην επαρχία, από «μεμονωμένους ψυχοπαθείς», σύμφωνα με τους επίσημους απολογισμούς. Τουναντίον, είναι τέλεια ενορχηστρωμένη η κρατική καμπάνια διαπόμπευσης και ποινικοποίησης οροθετικών ιερόδουλων του κέντρου της Αθήνας, με την οποία κορυφώνεται η κραταιά εκστρατεία για την πάταξη διαφόρων «υγειονομικών βομβών», από τους 300 μετανάστες απεργούς πείνας του περσινού χειμώνα μέχρι τις ιερόδουλες, τους αστέγους, και (ακόμα) πάει λέγοντας. Θεάρεστο «κλιματάκι» για εκλογές, δεν είναι έτσι; Πράξη έβδομη· αυλαία: στις 6 Μαΐου 2012, το αποτέλεσμα των εκλογών περιορίζει τα κόμματα της συγκυβέρνησης σε ένα αξιοθρήνητο συνολικό ποσοστό του 32%, τετραπλασιάζοντας απεναντίας την εκλογική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ (σχεδόν 17%), δίνοντας στους νεόκοπους Ανεξάρτητους (και τηλεοπτικά Καμμένους) Έλληνες ποσοστό άνω του 10% και… εικοσαπλασιάζοντας (και βάλε) το παραδοσιακά αμελητέο ποσοστό των νεοναζί της Χρυσής Αυγής (7% από 0,29%). Μέσα στην εκλογική αποτίμηση της αντιπαράθεσης «μνημονίου/αντιμνημονίου», σχεδόν απαρατήρητο περνά το ελάχιστα ανεβασμένο ποσοστό του ΚΚΕ, ομοίως το 6% της πρωτοεμφανιζόμενης Δη-


[22]

μοκρατικής Αριστεράς (του ΠΑΣΟΚ), όχι όμως και το συνολικό 7% των –προσωρινά εξωκοινοβουλευτικών– αμιγώς νεοφιλελεύθερων κομμάτων, δύο εκ των οποίων έσπευσαν ήδη να έλθουν εις γάμου κοινωνία (το τρίτο και βαρύτερο επέστρεψε στο δεξιό μαντρί). Αναμενόμενα, εκτός κοινοβουλίου έμεινε προς το παρόν και ο καθεστωτικός αρχιλαγός της προηγούμενης διετίας, ο λάιτ ακροδεξιός και φουλ τυχοδιωκτικός ΛΑ.Ο.Σ. Η παράσταση ολοκληρώνεται χωρίς συμβάντα, αλλά με πολλές «εκπλήξεις», απαραίτητο συστατικό κάθε σωστού λαϊκού θεάματος: αριστεροί σοσιαλδημοκράτες «των κινημάτων», κρυφοχουντικοί φιλελεύθεροι και πατενταρισμένοι ναζιστές δίνουν από κοινού τον τόνο σε ένα μετεκλογικό τοπίο πιο γκρίζο κι από το εξώφυλλο της προ-προηγούμενης Λεύγας. Η πολιτική λογική λέει ότι αυτή η τριπλέτα δεν μπορεί να αποτελεί κανενός είδους «ενότητα»· μόνο που, δυστυχώς για την πολιτική λογική, υπάρχει και η κοινωνική βάση. Είτε τα «υπεύθυνα» επιτελεία των «πρόθυμων» κομμάτων αποφασίσουν να προτάξουν το συμφέρον της τάξης τους και να σχηματίσουν άλλη μια συγκυβέρνηση, είτε ο νεοπαγής αριστερός κυβερνητισμός μετατραπεί σε ένα είδος κυβερνητικού κινηματισμού που η χώρα έχει να δει από την εποχή του «Ανένδοτου» και ξεκινήσει άλλη μία προεκλογική περίοδος, το κοινωνικό υπόβαθρο των πολιτικών εξελίξεων θα παραμείνει απαράλλακτο, εμμόνως κολλημένο σε αυτό που ονομάσαμε «πρώτο στάδιο του νέου ελληνικού εμφυλίου»: μια ευρύτατη κοινωνική πλειοψηφία, με χαρακτηριστικά ενός ολοένα πιο αγριωπού και απροκάλυπτου κανιβαλισμού, εσωστρεφούς, εξωστρεφούς ή και τα δύο μαζί, ασφαλώς δεν προοιωνίζεται καμιά ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή, όποια εξωτερική μορφή κι αν (έχει) πάρει το εγχώριο πολιτικό σύστημα τις αμέσως επόμενες (ή προηγούμενες) εβδομάδες. Στο μέτωπο «μνημόνιο/αντιμνημόνιο», όλοι πλέον είναι φανατικά «αντιμνημονιακοί» και όλοι αποδέχονται, κρυφά ή φανερά, «λίγο» ή «πολύ»,

το κακό που με κάθε τρόπο ξορκίζουν· «μνημόνιο» είναι το όνομα αυτού που λατρεύουμε να μισούμε αλλά που δεν μπορούμε να αποφύγουμε, κι έτσι καταφεύγουμε σε κάθε διαθέσιμη φούσκα (κινηματική, πατριωτική, ρατσιστική, καταναλωτική) για να του κρυφτούμε. Σε αυτό το πρώτο «εμφυλιοπολεμικό στάδιο», η διχασμένη και διχαστική ψυχολογία του μικροαστού είναι το άλφα και το ωμέγα: ο «λαός» τρώγεται με τα ρούχα του και τρώει τις ίδιες του τις σάρκες – μόνο μην του το πείτε. Το δεύτερο στάδιο του νέου ελληνικού εμφυλίου, που δεν άρχισε ακόμα και δεν προβλέπεται να αρχίσει σύντομα, συνίσταται στην υπέρβαση της μικροαστικής ψυχολογίας και την πολιτικοποίηση των εικονικών ταυτοτήτων· συνίσταται, με άλλα λόγια, στην ανεύρεση της πολιτικής ιδεολογίας, αυτού του ξεχασμένου «πράγματος» που φτιάχνεται από μια γερή δόση προκαταλήψεων, αλλά και από κάμποσα βιώματα, αρκετές μεζούρες μνήμης, μια γενική αντίληψη της ιστορίας, μια στάλα θάρρους. Ό,τι χάθηκε στις δεκαετίες της ευημερίας, μέσα στον πανζουρλισμό των πολιτισμικών, καταναλωτικών, ιδιωτικοποιημένων «ταυτοτήτων», κορυφαία έκφραση του οποίου υπήρξε η δυσοίωνη εκλογική αποδέσμευση της μικροαστικής πλειοψηφίας από «τα δύο μεγάλα κόμματα», θα χρειαστεί να ανακαλυφθεί ξανά από την αρχή, προκειμένου να εμφανιστεί επιτέλους μια κάποια ρωγμή στη σφαίρα των κυρίαρχων εικόνων. Η διαδικασία είναι απλή, αν και φαντάζει σήμερα τόσο κοσμογονική όσο και ο σχηματισμός σπονδυλικής στήλης στην εξέλιξη των ειδών: πριν βολευτώ ξανά στα επόμενα εικονικά διλήμματα μετά το «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» («φιλοευρωπαϊσμός ή αντιευρωπαϊσμός», «ευρώ ή δραχμή», «κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά»), να θυμηθώ να θυμάμαι και να ρωτάω για ό,τι δεν θυμάμαι. Δεν είναι πολύ ευχάριστο, αλλά προτείνεται ανεπιφύλακτα ως άμεσο αντίδοτο διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν.


[23]

Κώστας Σπαθαράκης

Η ταραγμένη θάλασσα των μικροαστών

Ο

ιστορικός του μέλλοντος θα περιγράψει πιθανότατα το οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από τον Μάιο του 2010 ως μια εξωγενή προσπάθεια να συντριβούν δύο βασικές σταθερές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: πρώτον, η ραχοκοκαλιά της μικρής ιδιοκτησίας, των αυτοαπασχολούμενων, των μικροεπιχειρηματιών κ.λπ., μέσω του ανοίγματος των επαγγελμάτων, της φορολόγησης και της πίεσης στο γενικό διαθέσιμο εισόδημα· δεύτερον, ο μέσος και ο κατώτερος μισθός, μέσω της διάλυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, της περικοπής των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, της αύξησης της ανεργίας. Οι δύο αυτοί στρατηγικοί άξονες επενδύθηκαν με τον αντίστοιχο ιδεολογικό εξοπλισμό. Ως προς το πρώτο σκέλος, το ερώτημα που τέθηκε ήταν αν «θα εξακολουθήσουν τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας να είναι αιχμάλωτα της θάλασσας των μικροϊδιοκτητών που ζουν από τη φοροδιαφυγή και τις κακής ποιότητας υπηρεσίες ή θα άρουν τα εμπόδια, δίνοντας την δυνατότητα σε νέους “παίκτες” να μπουν στην αγορά, προσφέροντας φθηνότερες και καλύτερες υπηρεσίες, εξαφανίζοντας ταυτόχρονα μεγάλες ομάδες μικροεπαγγελματιών».1 Ως εδώ όλα καλά: έχουμε μια ευδιάκριτα και ανοιχτά ταξική στρατηγική που υποτίθεται ότι λέει επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους. Η «ελληνική οικονομία» δεν αντέχει πια να πληρώνει τους διάφορους επαγγελματίες, που ως «οργανωμένα συμφέροντα» απομυζούν ένα απαράδεκτα υψηλό ποσοστό από το κοινωνικό προϊόν. Γι’ αυτό είδαμε τον παγκόσμιο καπιταλισμό να κρατάει την ανάσα του όσο ο Ραγκούσης έδινε την τιτάνια μάχη του με τους αγριεμένους ταξιτζήδες του Λυμπερόπουλου. Γι’ αυτό το ωράριο των φαρμακείων και η έδρα των δικηγόρων αποτέλεσαν τη 1. Τάσος Τέλλογλου, «Η θάλασσα των μικροϊδιοκτητών», Protagon, 26.3.2012.

λυδία λίθο για την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τα παρασιτικά αυτά στρώματα των μικροεπαγγελματιών πρέπει να εξαφανιστούν και να υπαλληλοποιηθούν. Αλλά κάτι κρύβεται στη συνέχεια της ανάλυσης αυτής, που δείχνει ότι το αληθινά σημαντικό δεν είναι το πρώτο σκέλος της στρατηγικής, αλλά το δεύτερο. Η γραφίδα του αρθρογράφου μας το αποκαλύπτει, έστω εμμέσως: «[…] τα δύο κόμματα εξουσίας διασφάλιζαν μέχρι σήμερα την κυριαρχία τους σε μία άγραφη συμφωνία με εκείνους που εκφράζουν τη θάλασσα των μικροϊδιοκτητών. Η μεταρρύθμιση της ελληνικής οικονομίας και η διατήρηση αυτού του “κοινωνικού συμβολαίου” είναι έννοιες ασύμβατες. Αν τα κόμματα που διεκδικούν την ψήφο μας θέλουν να είναι ειλικρινή, πρέπει να το πουν ότι μας υπόσχονται λιγότερη κοινωνική προστασία, περισσότερο ανταγωνισμό, περισσότερο καπιταλισμό, δηλαδή. Διαφορετικά η επιβίωση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας θα είναι πολύ δύσκολη.» Όλη η λογική που διέπει την οικονομική πολιτική των τελευταίων ετών κρύβεται σε αυτές τις γραμμές, αφελής, μωροφιλόδοξη και εντελώς αποσπασμένη από την πραγματικότητα. Τι σημαίνει «περισσότερος καπιταλισμός»; Οι τεμαχικές συμφωνίες με επιμέρους επαγγελματικές κατηγορίες, που αναδεικνύονται διαρκώς ως ελληνικό παράδοξο, ως αποτέλεσμα της κακοδαιμονίας του ελληνικού κράτους, των επάρατων πελατειακών σχέσεων κ.λπ., αποτελούν κοινό τόπο σε κάθε χώρα της ανεπτυγμένης Δύσης. Πίσω όμως από τη νεοφιλελεύθερη φαντασμαγορία των «μεγάλων παιχτών» που θα επενδύσουν στα ελληνικά ταξί, μετατρέποντάς τα από σακαράκες σε πολυτελείς λιμουζίνες με όλα τα κομφόρ, και φέρνοντας άφθονα κεφάλαια σε μια Ελλάδα που θα ξημερωθεί σε ένα όραμα ανάπτυξης και ευημερίας (όχι πλαστής αυτή τη φορά), κρύβεται ένα σοβαρότερο επίδικο της πολιτικής πάλης.


Σοφία Δημητρακοπούλου

[24]

Μέσω του εκβιασμού για την έξοδο από το ευρώ, πρέπει να διαρραγεί το κοινωνικό συμβόλαιο και με τους υπόλοιπους συμβαλλόμενους: τους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. «Λιγότερη κοινωνική προστασία, περισσότερος ανταγωνισμός, περισσότερος καπιταλισμός», δηλαδή εξαφάνιση του κοινωνικού μισθού για όλους και «εξορθολογισμός» του πραγματικού μισθού, δηλαδή της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Έτσι πρώτα άρχισε να ξηλώνεται προσεκτικά το ζιβάγκο της ισχυρής Ελλάδας: υψηλόμισθοι του δημοσίου και των ΔΕΚΟ, παρατρεχάμενοι, ταλαίπωροι συμβασιούχοι κ.λπ., αλλά και όλοι όσοι αντάλλαξαν την κοινωνική και πολιτική τους συναίνεση με ένα κομματάκι από την πίτα του δημοσίου χρήματος: τυφλοί που έβλεπαν, κουφοί που άκουγαν, ανάπηροι που περπατούσαν, αλλά κυρίως που έριχναν στην κάλπη το σταυρωμένο ψηφοδέλτιο. Το σκιάχτρο του μικροαστού Με ένα μυστήριο τρόπο η καταγγελία από τη μεριά της αριστεράς (με την ευρύτατη δυνατή έννοια) της «επίπλαστης ευμάρειας», και της «ψεύτικης ανάπτυξης» των τελευταίων χρόνων, η καταδίκη του μικροαστικού και νοικοκυρίστικου

ονείρου της καταναλωτικής ευημερίας, συμπίπτει σήμερα με τον κυρίαρχο λόγο, ή μάλλον είναι ο κυρίαρχος λόγος. Η κριτική στις πελατειακές σχέσεις που άρχισε δειλά δειλά να εμφανίζεται στη δημόσια συζήτηση από την πρώτη πασοκική τετραετία, για να θριαμβεύσει επί εκσυγχρονισμού, είναι πλέον το μόνο εργαλείο με το οποίο κατανοείται η πολιτική πραγματικότητα της Μεταπολίτευσης. Η αριστερά κατήγγελλε όλα αυτά τα χρόνια τη διαπλοκή, τη μίζα, τον συμβιβασμό, την τηλεοπτική αποχαύνωση, το συνδικαλιστικό κομπρεμί, τον διαμοιρασμό του δημοσίου χρήματος σε ημετέρους, την εξαγορά ψήφων, τη σκανδαλώδη φοροδιαφυγή εκτεταμένων στρωμάτων, την πεμπτουσία, με δυο λόγια, του οργανωμένου πασόκου ή νεοδημοκράτη, και δικαιώθηκε απολύτως. Κανονικά λοιπόν θα έπρεπε να είμαστε ευχαριστημένοι από την πορεία του δημόσιου διαλόγου. Τα τελευταία τρία χρόνια πέρασαν από την πασαρέλα της δημόσιας καταγγελίας όλες οι κοινωνικές κατηγορίες που ταυτίστηκαν με τα πιο αποκρουστικά μεταπολιτευτικά φαινόμενα. Ό,τι περισσότερο μισούμε το είδαμε να εξευτελίζεται και να πιέζεται, να κατηγορείται ότι μαζί τα φάγανε, ότι τους ψήφιζε για ένα διορισμό, ότι έκανε τις βρωμοδουλίτσες του στην εφορία παρέα με έναν παλιόφιλο από την κλαδική, ότι δεν δίνει απόδειξη, ότι χρηματίζει και χρηματίζεται, ότι έχαψε τις επιδοτήσεις και τις έκανε Καγιέν, ότι πήρε πρόωρη σύνταξη στα σαράντα και κάτι, ότι καταπάτησε δημόσιες εκτάσεις και έχτισε αυθαίρετα, ότι πάρκαρε παράνομα και έσβησε την κλήση, ότι καταχράστηκε και το ελάχιστο ποσό δημόσιου χρήματος που βρέθηκε στα χέρια του. Και μαζί κατηγορήθηκε για όλο το αισθητικό αίσχος που αγόραζε και κατανάλωνε και προωθούσε: τον Κωστόπουλο, το πασοκομπαρόκ, τα φαραωνικά μπετά με τις πισίνες, το τηλεοπτικό καρακιτσαριό, τη χυδαία και βλακώδη επίδειξη «πλούτου», τον απροκάλυπτο σεξισμό και τον εκμεταλλευτικό ρατσισμό, τη μαγκιά, και όλα τα κακά πράγματα που σιχαινόμαστε εκ βαθέων. Αυτή είναι η Ελλάδα, έτσι δεν έλεγε ο εκσυγχρονιστής; Όμως την ίδια στιγμή που απαγγέλλονταν οι κατηγορίες επιβαλλόταν και η καταδίκη: η μείω-


ση της αγοραστικής δύναμης και η ανεργία χτύπησαν πρώτα βίαια τα απροστάτευτα στρώματα της εργατικής τάξης (μετανάστες και ανειδίκευτους εργάτες: το συντριπτικό ποσοστό των εγγεγραμμένων ανέργων είναι απόφοιτοι της βασικής εκπαίδευσης), και μετά άρχισαν να ανεβαίνουν της κοινωνίας τα σκαλιά, για να φτάσουν στον πυρήνα της μικροαστικής ασφάλειας: αυτοαπασχολούμενοι και δημόσιοι υπάλληλοι είδαν μέσα σε ένα εξάμηνο να καταστρέφονται οι όροι ζωής που πίστευαν ότι τους είχε διά βίου εξασφαλίσει η κοινωνική τους «συναίνεση». Από τα όνειρα για καινούργιο εξοχικό, αυτοκίνητο, ηχοσύστημα, τώρα τις νύχτες παραδίνονται στους εφιάλτες του στεγαστικού, των πιστωτικών καρτών, του τέλους ακινήτων, του σουπερμάρκετ, του πετρελαίου. Από μια ζωή στρωμένη βρέθηκαν να αυτοκτονούν μαζικά, να πνίγονται στο άγχος, να τσακώνονται ολημερίς, και να ακούνε τα σχολιανά τους από κάθε σοβαρό άνθρωπο, αφού οι ίδιοι ευθύνονται για την κατάντια τους: πελάτες και όχι πολίτες, ψήφιζαν όποιον τους έταζε περισσότερα λεφτά και όχι όποιον μεριμνούσε στ’ αλήθεια για το καλό του «τόπου». Κινητοποίηση Πώς αντέδρασε λοιπόν η μικροαστική μάζα στο δίκαιο αλλά ανυπόφορο αυτό κατηγορητήριο, που ακουγόταν οργουελλικά από κάθε μεγάφωνο τα τελευταία δύο χρόνια; Πρώτα απ’ όλα αιφνιδιάστηκε. Κατέβηκε στο δρόμο στις 5 Μαΐου, τρόμαξε με τη Marfin, ψήφισε καθησυχασμένη ΠΑΣΟΚ στις δημοτικές εκλογές, και μετά πήρε την κατηφόρα: μέχρι το καλοκαίρι του 2011, οι παραδοσιακές ταυτίσεις με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ άρχισαν να καταρρέουν, οι προσβάσεις στο δημόσιο χρήμα να στερεύουν (το όνειρο των φωτοβολταϊκών κέντριζε μέχρι την άνοιξη του 2011 το μικροαστικό φαντασιακό), και η πίεση στο εισόδημα άρχιζε να γίνεται αισθητή. Και τότε άρχισε η κινητικότητα των πλατειών, χωρίς ξεκάθαρο χαρακτήρα, χωρίς άμεσους πολιτικούς στόχους. Το μικροαστικό ακροατήριο διεκδίκησε για πρώτη φορά τον λόγο: για να αυτοψυχαναλυθεί, να καθαρθεί από τις αμαρτίες του, να αναζητήσει εντός των ψυχικών και ιδεολογικών ορί-

Σοφία Δημητρακοπούλου

[25]

ων του μια διέξοδο από το χάος στο οποίο βυθιζόταν. Αυτή η αναζήτηση βλέπουμε τώρα ότι κατέληξε σε δύο κεντρικά συμπεράσματα: πρώτον, έπρεπε να αποσυρθεί η εμπιστοσύνη των πλατιών μικροαστικών στρωμάτων από τα δύο κόμματα εξουσίας, για λόγους συμβολικούς (αλλά πολύ σύντομα και για λόγους υλικούς)· δεύτερον, ότι έπρεπε να αναζητηθούν μορφές οργάνωσης διαφορετικές από τις παραδοσιακές. Οι διάφοροι σχηματισμοί που ξεπήδησαν πανελλαδικά από το κίνημα των αγανακτισμένων (ομάδες, όμιλοι προβληματισμού, φόρουμ συζητήσεων και οργανώσεις, από το ΕΠΑΜ μέχρι την ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής), ήταν η εκδήλωση αυτής της μικροαστικής κινητικότητας, η οποία καταγράφηκε δημοσκοπικά, αλλά κυρίως εμφανίστηκε δυναμικά στις 28.10.2011 σε ένα κατεξοχήν μικροαστικό event, στις παρελάσεις, ρίχνοντας την κυβέρνηση Παπανδρέου. Η κινητοποίηση των μικροαστικών μαζών προκαλούσε παραδοσιακά αναφυλαξία στην αριστερά, και μάλιστα στην ανανεωτική. Η ρητορική του αντιλαϊκισμού εφόρμησε στα ταπεινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, στις εθνοκεντρικές εμμονές, στην ψεύτικη λαϊκότητα και στη μη αριστερή τοποθέτηση των αποπροσανατολι-


Σοφία Δημητρακοπούλου

[26]

σμένων μικροαστών, που αντί να κάθονται ήσυχοι αποφάσισαν να βρίζουν, να μουντζώνουν και να σκούζουν, σαν αγανακτισμένοι πελάτες, που δεν τους άρεσε το σέρβις. Με την κυβέρνηση Παπαδήμου, η μικροαστική μάζα άρχισε να πολώνεται πολιτικά, θέτοντας ως στόχο της πολιτικής της κινητοποίησης την κατάργηση του επάρατου μνημονίου. Τα ρεύματα των αγανακτισμένων κατέληξαν στις δεξιές εκδοχές τους στους αντιμνημονιακούς των Καμένων και της Χρυσής Αυγής, ενώ εξ αριστερών διοχετεύτηκαν κατά βάση στον Σύριζα. Όσο μάλιστα η θηλιά στον λαιμό έσφιγγε, με το τέλος ακινήτων, με την αύξηση της τιμής της βενζίνης και του πετρελαίου, με την ανεργία των τέκνων, η διάθεση κινητοποίησης αυξανόταν. Στις 6 Μαΐου πια μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων ψήφισε μετρώντας τα ψιλά στο πορτοφόλι και με το μυαλό στον επερχόμενο χειμώνα. Και προσπερνώντας τον μπαμπούλα της δραχμής, έκλεισε τα μαγαζιά πασόκων και νεοδημοκρατών, επιτελώντας μια τελετουργική κάθαρση. Αιφνίδια ριζοσπαστικοποίηση, θυμική αντίδραση ή αναδρομή στις παλιές καλές μέρες των απαρχών της Μεταπολίτευσης;

Ο «λαός» Και έτσι γεννήθηκε εκ δεξιών και εξ ευωνύμων η ιδέα ότι αναγεννάται από τις στάχτες του ένα νέο ΠΑΣΟΚ, που θα μαζέψει στις γραμμές του όλα τα λαμόγια, τους αντιμεταρρυθμιστικούς θυλάκους της δημόσιας διοίκησης, τους ξεπουλημένους συνδικαλιστές, τους τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους, τους κρατικοδίαιτους αυτοαπασχολούμενους, τους φοροφυγάδες, τους κοπρίτες μικροαστούς και γενικά ό,τι σιχαίνεται κανείς περισσότερο. Όχι ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι κρυφοί πόθοι... Αλλά παρ’ όλα αυτά το εκλογικό αποτέλεσμα, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, δείχνει ότι η μικροαστική κινητικότητα, έστω και διστακτικά, παύει να είναι απολιτίκ και αντικομματική, και αναζητά πλέον πολιτική διέξοδο. Και αυτό γιατί το πρόβλημα της επιβίωσης χτυπά πλέον την πόρτα πολύ πλατιών στρωμάτων, ενώ υπάρχει ένας πολιτικός χώρος που είναι πρόθυμος να υποδεχτεί τους πικραμένους και διαψευσμένους πελάτες-ψηφοφόρους. Το ότι ο δημόσιος λόγος επιμένει να αγνοεί το πρόβλημα της επιβίωσης ή να το θεωρεί περίπου φυσικό φαινόμενο αποδεικνύει μόνο ότι οι όροι αυτής της δημοσιότητας είναι ασταθείς και η σχέση της με την πραγματικότητα διαβρωμένη. Είναι λοιπόν εύλογο να δει κανείς όλο αυτό το φαινόμενο με διάθεση σκωπτική, με ειρωνείες για τη μικροαστική φύση όλου του εγχειρήματος και προφητείες για την άμεση συντηρητικοποίησή του. Είναι λογικό να αναρωτιέται τι επαφή μπορεί να αποκτήσει ένα κόμμα υποψηφίων διδακτόρων με τις πλατιές λαϊκές μάζες που το ψήφισαν στις 6 Μαΐου. Τα στοιχεία που δικαιώνουν αυτές τις αμφιβολίες είναι άφθονα και όσο πάει θα πληθαίνουν. Όμως το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι αυτή η κριτική (που θα συνηχεί βολικά με την κριτική των «σοβαρών ανθρώπων» για τυχοδιωκτισμό και λαϊκισμό) προϋποθέτει την ύπαρξη μιας άλλης τάξης, μιας άλλης κοινωνικής κατηγορίας εν ονόματι της οποίας θα ασκείται. Προϋποθέτει ότι εμείς οι άλλοι έχουμε αποφασίσει πως μας είναι αδιάφορη η μικροαστική τάξη, ότι την περιφρονούμε, έστω και όταν αγωνίζεται για τους όρους επιβίωσής της. Στην πραγματικότητα οι αντιφατικές στάσεις


[27]

απέναντι στο φαινόμενο της μικροαστικής κινητοποίησης και στο συνακόλουθο εκλογικό αποτέλεσμα αποδεικνύουν ότι, από τότε που αχρηστεύτηκε η ενοποιητική έννοια του «λαού» και του «λαϊκού» (ή υπέστη μια ριζοσπαστική στένωση ώστε να αφορά μόνο την εργατική τάξη), οι κοινωνικές ομαδοποιήσεις γίνονται με βάση πολιτισμικά κριτήρια. Μικροαστοί είναι όσοι ευθύνονται για τα γνωστά θανάσιμα αμαρτήματα της τάξης τους, οι βολεμένοι και συμβιβασμένοι, οι πασοκάνθρωποι με το κακό γούστο, οι αναγνώστες του Πρώτου Θέματος και οι ακροατές του Τράγκα. Ο «μικροαστός» γίνεται έτσι η καμπούρα της κοινωνίας, ο αποδιοπομπαίος τράγος όπου φορτώνουμε ό,τι μας ενοχλεί και μας προσβάλλει, όπως άλλωστε κάνουν και οι σχολιαστές του Protagon και της Καθημερινής. Και καθώς δεν υπάρχει στην Ελλάδα αστική τάξη, μπορούμε να φορτώσουμε όλη μας τη δυστυχία στη θάλασσα των μικροϊδιοκτητών, στα μικρομάγαζα με τις κακές υπηρεσίες, στους τεμπέληδες και βολεμένους. Γιατί τα πράγματα έχουν και την ψυχαναλυτική τους διάσταση: οι γιοι και οι κόρες των «μικροαστών», παρότι ζουν ακόμη από το συρρικνούμενο «μικροαστικό» εισόδημα, τίποτα δεν σιχαίνονται περισσότερο από αυτό το αφελές ριζοσπαστικό αεράκι που φυσάει στη μικροαστική λιμνοθάλασσα. Δεν έχουν άδικο: ο «λαός» εξεγείρεται φαντασιακά, βρίζει τους κακούς

Γερμανούς, δεν έχει σηκωθεί από τους καναπέδες, δεν έχει κλείσει την τηλεόραση, πέρασε από τα απεργιακά συλλαλητήρια έχοντας πάει το πρωί στη δουλειά. Παραμένει φοβισμένος, με σκυμμένο κεφάλι, περιμένοντας κάποιον να τον σώσει από τα δεινά. «Οι αντιφάσεις στους κόλπους του λαού», δηλαδή οι κοινωνικές και πολιτισμικές αντιθέσεις που θα μπορούσαν δυνάμει να καταστούν μη ανταγωνιστικές, δεν επιλύονται πια με τις γενικόλογες επικλήσεις της «κοινωνίας» και της «λαϊκής οικογένειας». Δεν αρκεί όμως αντίστροφα η καταγγελία της αυταπάτης που είναι τάχα η «ουσία» του μικροαστού. Θα μπορούσαμε πιο απλά να σκεφτούμε λίγο την αμηχανία μας απέναντι στον κόσμο που εμφανίστηκε στις μεγάλες διαδηλώσεις. Οι «παλιοί» και οι «μάχιμοι» βρίσκονταν ξαφνικά μαζί με διάφορους άσχετους, περίεργους, τρομοκρατημένους τύπους που κατέβαιναν πρώτη φορά στον δρόμο και δεν ήξεραν ούτε με ποιους να πάνε, ούτε τι γίνεται ούτε τι νόημα έχουν όλα αυτά. Το αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν μάλλον μια αμοιβαία δυσπιστία. Αν δεν ξεπεραστεί αυτή η δυσπιστία, όχι μόνο θα ενταθεί η εσωστρέφεια ενός ριζοσπαστισμού που αναζητά περισσότερο τη θεωρητική δικαίωση παρά οποιοδήποτε πρακτική νίκη, αλλά και τα μικροαστικά αντανακλαστικά θα υπερισχύσουν, επιβεβαιώνοντας τους καχύποπτους.


[28]

Απεργία σε κρίση

Στη στήλη Κοντραπούντο αυτού του τεύχους φιλοξενείται μια συζήτηση για την απεργία ως μορφή αγώνα σήμερα, με αφορμή ένα φιλικό e-mail που έλαβαν μέλη της ΣΟ του περιοδικού, αναφορικά με την πολύμηνη απεργία στη Χαλυβουργία Ελλάδος. Το σύντομο αυτό κείμενο, αν και δεν γράφτηκε για να δημοσιευτεί, ανοίγει τον διάλογο, και οι τοποθετήσεις που ακολουθούν το παίρνουν ως έναυσμά τους. Οι συντάκτες διατηρούν την ανωνυμία τους, καθώς η παρούσα στήλη, παρά το ενίοτε οξύ ύφος των αντιπαραθέσεων που φιλοξενεί, δεν υποθάλπει προσωπικές αντιπαλότητες ή συγκρίσεις.

Δ. Δ. Άκουσα με ενθουσιασμό για την απεργία στη Χαλυβουργία. Ήταν η πρώτη εργοστασιακή απεργία μετά από πολύ καιρό, όταν πλέον οι απεργίες αφορούν αποκλειστικά σχεδόν τις ΔΕΚΟ και το Δημόσιο. Το σωματείο της Χαλυβουργίας Ελλάδος έλεγε ότι σε μια κερδοφόρα επιχείρηση η εργοδοσία, με πρόφαση την οικονομική κρίση, ήθελε να συρρικνώσει περαιτέρω το εισόδημα των εργαζομένων μεγιστοποιώντας τα κέρδη της, και ορθότατα αυτό δεν μπορούσε να γίνει δεκτό. Όσο περνούν όμως οι μήνες και η εργοδοσία δεν αντιδρά, προβληματίζομαι. Είναι πράγματι η Χαλυβουργία κερδοφόρα σε αυτή τη συγκυρία; Διότι αν δεν είναι κερδοφόρα, όλα, κατά τη γνώμη μου, πάνε περίπατο. Και εξηγούμαι. Τι είναι μια απεργία στον ιδιωτικό τομέα; (Στον δημόσιο τομέα είναι τελείως άλλο πράγμαν αλλά δεν είναι του παρόντος). Ας πούμε, σε ένα εργοστάσιο: τι κάνουν τελικά οι εργαζόμενοι απεργώντας; Αυτό που καταλαβαίνω, με βάση τα αραχνιασμένα μαρξιστικά μου διαβάσματα, είναι ότι στερούν από τον εργοδότη την υπεραξία που παράγεται από τη δουλειά τους, δηλαδή το κέρδος του. Και επειδή το μόνο που ενδιαφέρει τον καπιταλιστή είναι το κέρδος –γι’ αυτό άλλωστε έχει και την επιχείρηση–, πιέζεται και αναγκάζεται να υποχω-

ρήσει ή προσπαθεί να σπάσει την απεργία με τρομοκρατία, απεργοσπάστες κλπ., προκειμένου να συνεχιστεί η παραγωγή, δηλαδή το κέρδος του. Όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν ότι η επιχείρηση είναι τη στιγμή της απεργίας κερδοφόρα, διότι αν συγκυριακά δεν είναι, η απεργία τού είναι απλώς βολική, μιας και δεν υποχρεώνεται να πληρώνει μισθούς (αν μονίμως μπαίνει μέσα, το μόνο υγιές είναι να την πουλήσει ή να την κλείσει, εκτός αν την κρατάει με θαλασσοδάνεια σαν τον Κουρή, προκειμένου να τρώει το μεγαλύτερο μέρος ο ίδιος). Στην περίπτωσή μας, οι απεργοί έχουν σταματήσει την παραγωγή και ο Μάνεσης κάνει τον Βούδα. Θα μου πείτε, αύξησε την παραγωγή στον Βόλο. Μα αν η ζήτηση που υπάρχει μπορεί να καλυφθεί από τον Βόλο, ποιος ο λόγος να κρατάει ανοικτό το εργοστάσιο της Ελευσίνας, αφού κάλλιστα μπορεί να το κλείσει και να το ξανανοίξει άμα περάσει η οικονομική κρίση; Κάποιοι, αριστεριστές νομίζω, έγραφαν σε ένα πανό: «δεν μοιραστήκαμε τα κέρδη, δεν θα μοιραστούμε τώρα τις ζημιές». Ωραίο ακούγεται, αλλά περιγράφει ακριβώς το αδιέξοδο, γιατί το μόνο πράγμα που μπορούν να πετύχουν οι εργαζόμενοι στον καπιταλισμό είναι να διεκδικήσουν να μοιραστούν τα κέρδη (όσο αυτά υπάρχουν)· τις ζημιές έτσι κι αλλιώς θα τις υποστούν.

Λ. Κ. Αγαπητέ/-ή, Φαίνεται ότι ο ενθουσιασμός σου για την απεργία στη Χαλυβουργία δεν ήταν και τόσο αυθεντικός. Αλλιώς δεν θα έμπαινες σε όλον αυτό τον κύκλο επιχειρημάτων, που στην ουσία τους παρομοιάζουν πολύ με όσα ακούγονται κατά Φάληρο και Μεσογείων μεριά. Τα ερωτήματα και οι απόψεις που θέτεις είναι εσφαλμένα, αντιδραστικά και προβοκατόρικα: «Είναι πράγματι η Χαλυβουργία κερδοφόρα σε αυτή τη συγκυρία; Διότι αν δεν είναι κερδοφόρα, όλα, κατά τη γνώμη μου, πάνε περίπατο.» «Τι


[29]

κάνουν οι εργαζόμενοι τελικά απεργώντας;»: έχεις φτάσει στο σημείο να υπονοείς ότι μπορεί στον καπιταλισμό να μην έχουν κέρδη τα αφεντικά! Ας τα πάρουμε από την αρχή. Αναρωτιέσαι τι είναι πλέον μια απεργία στον ιδιωτικό τομέα, και όντως αποδεικνύεις ότι τα μαρξιστικά διαβάσματά σου είναι από εντελώς αραχνιασμένα, ως και ανύπαρκτα. Μια απεργία, λοιπόν, στον ιδιωτικό τομέα έχει στόχο να σαμποτάρει την παραγωγή, να σταματήσει την κυκλοφορία εμπορευμάτων και χρήματος και, όπως λες κι εσύ, να στερήσει τον καπιταλιστή από το κέρδος του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Φαντάζομαι ότι δεν σε ενδιαφέρει τόσο η απεργία ως στιγμή μέσα στο ιστορικό προτσές (ο αραχνιασμένος Μαρξ…) και δεν μπορείς να αντιληφθείς την κοινωνική κίνηση ως μέρος της παγκόσμιας ανθρώπινης ιστορίας – δηλαδή της ιστορίας όλων των ως τώρα κοινωνιών ως ιστορίας της πάλης των τάξεων. Παρ’ όλα αυτά, πριν εκφράσεις μια άποψη τόσο στείρα και ρεφορμιστική, θα έπρεπε να έχεις υπ’ όψη σου και τα παρακάτω: Η απεργία είναι και μια αφορμή να συναντηθείς με συναδέλφους έξω από το καταπιεστικό 8ωρο (στην καλύτερη περίπτωση) και να συζη-

τήσεις για τους όρους εργασίας σου και τους αγώνες που είσαι διατεθειμένος να κάνεις. Η απεργία είναι η κατάληξη μιας μακράς και χρονοβόρας διαδικασίας αγωνιστικών κινητοποιήσεων, ματωμένων συζητήσεων, δισταγμών και αμφιβολιών. Η απεργία, τέλος, είναι μια στιγμή (άλλοτε αποφασιστική άλλοτε όχι) της ταξικής πάλης, η οποία τελικό σκοπό έχει (βερμπαλιστικός μεν, μόνος σκοπός δε) να απελευθερωθούν οι εργαζόμενοι από τη μισθωτή σκλαβιά και να αυτοκαταργηθούν ως τάξη. Μαρξιστικά τα παραπάνω, αραχνιασμένα ακούγονται, επίκαιρα όμως όσο ποτέ και απαραίτητα. Αναρωτιέσαι: «Είναι πράγματι η Χαλυβουργία κερδοφόρα σε αυτή τη συγκυρία;» Η προφανής απάντηση είναι μία: δεν είναι δουλειά των εργαζομένων και των ταξικών τους συμμάχων να ασχολούνται με τα κέρδη ή μη κέρδη των εκμεταλλευτών τους. Θα μπορούσα να παραθέσω μια ντουζίνα επιχείρηματα για να αποδείξω το αυταπόδεικτο – ότι τα αφεντικά στον καπιταλισμό πάντα έχουν κέρδη. Είναι επίσης γνωστό τοις πάσι το ότι οι νόμοι και το αστικό κράτος έχουν δώσει στους καπιταλιστές δεκάδες εργαλεία για να μπο-


[30]

ρούν να το κρύβουν αυτό ή να κρατάνε χωριστά τις υγιείς επιχειρήσεις τους από αυτές που δεν τα πάνε και τόσο καλά. Από ποιο πρόσφατο παράδειγμα θες να ξεκινήσουμε; Από τη Χαλυβουργία και τον Μάνεση, ο οποίος είναι μεγαλομέτοχος στην Alpha Bank και τα μέλη της οικογένειάς του διαχειρίζονται τεραστίων διαστάσεων funds; Από την Ελευθεροτυπία και τη Μάνια Τεγοπούλου, στην επιχείρηση της οποίας από το 2005 μέχρι σήμερα αντλήθηκαν κεφάλαια συνολικού ύψους 81.036.762 ευρώ και δόθηκαν στους μετόχους; Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Εντούτοις, ακόμα και με τα τερτίπια των αφεντικών, που παρουσιάζουν τις επιχειρήσεις τους ως «μη κερδοφόρες», πείθοντας κάποιους αφελείς σαν εσένα να λένε: «ε, και τι να κάνει (ο κακομοίρης); – αφού δεν έχει να πληρώσει», απαντήσεις άμεσες, ταξικές και εργατικές υπάρχουν. Ένα οργανωμένο εργατικό κίνημα θα μπλόκαρε την παραγωγή σε όλες τις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου αφεντικού (πόσο διαφορετικά θα είχε εξελιχθεί η απεργία στη Χαλυβουργία αν σε αυτήν έπαιρνε μέρος και το εργοστάσιο του Βόλου;). Οι οργανωμένοι εργάτες θα επιτίθονταν σε όλα τα σημεία όπου ο συγκεκριμένος εργοδότης αντλεί υπεραξία και βγάζει χρήμα. Το «να μπουκάρουμε στις βίλες των αφεντικών» ή οι σφαίρες στα πόδια «κακών αφεντικών» στην Ιταλία του ‘70 μπορεί να ακούγονται

ως παιδιάστικες και απλοϊκές συνταγές, αλλά είναι και αυτές στιγμές της ταξικής πάλης. Συμπερασματικά, λοιπόν, και συνοπτικά: τα αφεντικά πάντα έχουν κέρδη (αλλιώς παύουν να είναι αφεντικά), άμεσες ταξικές απαντήσεις υπάρχουν (αρκεί να υπάρχει οργανωμένο και δυναμικό εργατικό κίνημα). Επειδή το τελευταίο –το οργανωμένο και δυναμικό εργατικό κίνημα– δεν έχει επιτευχθεί ακόμα, εξαιτίας και απόψεων και λογικών σαν αυτές που εκφράζεις εσύ, το πιο σημαντικό σε μια απεργία στη σημερινή εποχή είναι αυτά που ανέφερα αρχικά. Ακριβώς, δηλαδή, η δυναμική που προσφέρει μια απεργία στη συγκρότηση της εργατικής τάξης ως τέτοιας. Φυσικά, ούτε αυτό είναι θέσφατο, δεν ισχύει για όλες τις απεργίες, σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά η απεργία σημαίνει πάντα ότι παίρνεις το ρίσκο να συγκρουστείς με το αφεντικό, ότι δίνεις την αποφασιστική μάχη βάζοντας μπροστά τα εργατικά σου συμφέροντα και θυσιάζεις ημερομίσθιο, ασφάλεια και οτιδήποτε άλλο προκειμένου να διεκδικήσεις –ως μέρος της τάξης σου– αυτά που σου ανήκουν.

Η. Ζ. Η απεργία στη Χαλυβουργία αντιμετωπίστηκε από τους περισσότερους με ενθουσιασμό, όχι μόνο γιατί ήταν η πρώτη απεργία διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα εδώ και πολλά χρόνια, αλλά και γιατί οι ίδιοι οι απεργοί επέδειξαν πρωτοφανή αντανακλαστικά, αντοχή και ταξική συνείδηση. Οι απεργίες τα τελευταία χρόνια σε κάθε τομέα έρχονται από την αρχή αντιμέτωπες με αντιφάσεις και δυσκολίες (εργοδοτικό μπλοκ, απεργοσπασίες, οπισθοχωρήσεις κ.ο.κ.) που, στην περίπτωση των χαλυβουργών του Ασπρόπυργου, έκαναν πολύ αργά την εμφάνισή τους. Όλα αυτά δημιούργησαν την ελπίδα ότι η απεργία διαρκείας σε κάθε εργασιακό χώρο μπορεί να επιτευχθεί, όταν οι εργαζόμενοι αντιδρούν με ενότητα, αποφασιστικότητα και συνείδηση της θέσης τους στη παραγωγική διαδικασία. Το σωματείο της Χαλυβουργίας Ελλάδος έλεγε ότι σε μια κερδοφόρα επιχείρηση η εργοδοσία, με πρόφαση την οικονομική κρίση, ήθελε να συρρικνώσει περαιτέ-


[31]

ρω το εισόδημα των εργαζομένων μεγιστοποιώντας τα κέρδη της, και ορθότατα αυτό δεν μπορούσε να γίνει δεκτό.

Η Χαλυβουργία Ελλάδος ήταν κερδοφόρα επιχείρηση όλα τα προηγούμενα χρόνια. Με βάση τα στοιχεία που έβγαλε στη δημοσιότητα το σωματείο των χαλυβουργών (αν θεωρήσουμε ότι είναι αληθή), ο Μάνεσης δεν έχει υποστεί πλήγμα στα κέρδη του. Ακόμα όμως κι αν η οικονομική κρίση επηρέασε τις επιχειρήσεις του σε σχέση με παλαιότερα, με το «τσεκούρι» στους μισθούς και τις εργατοώρες προσπάθησε μάλλον να «εξισορροπήσει» κάπως τη χασούρα του (για την οποία προφανώς δεν ευθύνονται οι εργάτες). Να μην έχει δηλαδή αισθητή μείωση στο κεφάλαιο που συσσωρεύει από τη δουλειά των εργατών του σε καθημερινή βάση, και τώρα και όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται (αν πιεστεί συνδικαλιστικά/πολιτικά) να κρατήσει τους μισθούς στα ίδια επίπεδα ή ότι η επιχείρησή του έχει πάψει να είναι βιώσιμη. Οι εργάτες πρέπει πάντα να απαιτούν να έχουν ακριβή γνώση της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης στην οποία εργάζονται, αλλά και πρόσβαση στα οικονομικά της στοιχεία, αποκαλύπτοντας όποτε μπορούν και τις «απατεωνιές» της εργοδοσίας. Επιπλέον, όταν ο εργαζόμενος διεκδικεί μισθούς και δικαιώματα και στο γενικό πολιτικό πεδίο και στο πιο ειδικό, πρέπει να έχει σαν μέτρο πρώτα τις δικές του ανάγκες, σε συνδυασμό βέβαια με τις αντικειμενικές συνθήκες. Μπορεί για παράδειγμα ένας χαλυβουργός να ζήσει με 100 ή 200 ευρώ λιγότερα τον μήνα; Μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του, να συντηρήσει το σπίτι του και την οικογένειά του; Αν όχι, η απαίτησή του από τον Μάνεση πρέπει να είναι ακριβώς αυτή, να μη στερηθεί δηλαδή ούτε ένα ευρώ από τον ήδη πενιχρό μισθό του, γιατί αλλιώς θα εξαθλιωθεί. Η κρίση στην Ελλάδα αναγκάζει αρκετές μικρές επιχειρήσεις να βάζουν λουκέτα, στερώντας θέσεις εργασίας και δικαιώματα από τους εργαζόμενους (ίσως αναπόφευκτα εν καιρώ καπιταλιστικής κρίσης), αλλά η Χαλυβουργία Ελλάδος δεν είναι μια μικρή επιχείρηση και ο Μάνεσης παραμένει μια χαρά βιομήχανος. Οι μήνες έχουν περάσει, η εργοδοσία όμως

έχει αντιδράσει στη Χαλυβουργία. Πώς; Κάνοντας και άλλες απολύσεις, παραμένοντας ανυποχώρητη και δείχνοντας ουσιαστικά τα δόντια της, στην προσπάθειά της να τρομοκρατήσει και να καταστείλει τον αγώνα των εργαζόμενων. Ο κάθε εργοδότης επιλέγει σε κάθε συγκυρία αν θα υιοθετήσει μια πιο διαλλακτική θέση απέναντι στους εργάτες του ή αν θα οξύνει κι άλλο τα πράγματα, περιμένοντας πως κάποια στιγμή θα υποχωρήσουν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Μάνεσης επέλεξε τον δεύτερο δρόμο, πατώντας πάνω σε αντικειμενικές δυσκολίες. Το ηθικό των απεργών έχει υποστεί σημαντικό πλήγμα, το κύμα αλληλεγγύης δεν έχει τον ενθουσιασμό του πρώτου καιρού, ο συνδικαλισμός είναι διαλυμένος, τα άλλα δύο εργοστάσια σε Βελεστίνο και Βόλο δουλεύουν κανονικά κ.ο.κ. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη: η απεργία θα είχε πολύ περισσότερες πιθανότητες νίκης αν μπορούσε να πυροδοτήσει αγώνες και σε άλλους εργασιακούς χώρους με αντίστοιχες συνθήκες (απολύσεις, εργοδοτική τρομοκρατία, μειώσεις μισθών), πόσο μάλλον στα άλλα δύο εργοστάσια του Μάνεση. Με αυτό τον τρόπο, τα προτάγματα του αγώνα θα εξαπλώνονταν, οι εργάτες θα αποκτούσαν δίκτυα και αλληλεγγύη μεταξύ τους, και το εργοδοτικό μπλοκ θα υποχωρούσε πιο εύκολα. Υπό τις παρούσες συνθήκες, όμως, οι εργάτες


[32]

του Ασπρόπυργου βρίσκονται πλέον με την πλάτη στον τοίχο, πιο πολύ από ποτέ από τη μέρα που ξεκίνησε η απεργία. Η απεργία τού είναι απλώς βολική, μιας και δεν υποχρεώνεται να πληρώνει μισθούς (αν μονίμως μπαίνει μέσα, το μόνο υγιές είναι να την πουλήσει ή να την κλείσει, εκτός αν την κρατάει με θαλασσοδάνεια σαν τον Κουρή, προκειμένου να τρώει το μεγαλύτερο μέρος ο ίδιος).

Ένας εργοδότης, και κυρίως ένας εργοδότης του βεληνεκούς του Μάνεση, δεν κερδίζει κατά βάση από τους μισθούς που πληρώνει στους εργάτες, αλλά, όπως αναφέρθηκε, από την υπεραξία που καρπώνεται σε συνδυασμό με άλλες «βρωμοδουλειές». Με πιο απλά λόγια, ο Μάνεσης πληρώνει στους εργάτες του το λιγότερο που μπορεί για να αναπαράγουν αυτοί την εργατική τους δύναμη, ενώ ο ίδιος καρπώνεται σε κεφάλαιο το μεγαλύτερο προϊόν της δουλειάς τους. Επομένως, όχι μόνο δεν κερδίζει από μια απεργία διαρκείας, αλλά χάνει όλες τις δουλειές που θα μπορούσε να είχε κλείσει και ολοκληρώσει τόσο καιρό. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι ο Μάνεσης, παρά την κρίση στην Ελλάδα, παίρνει πολλές παραγγελίες και δουλειές από το εξωτερικό, οι οποίες αυτή τη στιγμή έχουν παγώσει, αφού το εργοστάσιο με τις πιο πολλές υποδομές και επενδύσεις (αυτό του Ασπρόπυργου) δεν λειτουργεί. Το να πάρει επομένως την απόφαση να βάλει λουκέτο στη δική του επιχείρηση, στην οποία έχει επενδύσει κεφάλαια, υποδομές, φήμη κ.ο.κ., δεν είναι τόσο απλή υπόθεση. Παρόλο που το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται σχεδόν κάθε φορά από την εργοδοσία σαν εκβιασμός για να μην προχωρούν οι εργάτες σε κινητοποιήσεις, σε πολύ λίγες περιπτώσεις έχει επιβεβαιωθεί. Η ζήτηση που υπάρχει στον Βόλο δεν καλύπτει προς το παρόν ολόκληρη την παραγωγή, και κυρίως δεν μπορεί να την καλύψει μακροπρόθεσμα. Κατά τη γνώμη μου, οι εργαζόμενοι στον καπιταλισμό δεν πρόκειται ποτέ να μοιραστούν τα κέρδη των καπιταλιστών, γιατί σε αυτήν την περίπτωση δεν θα υπήρχε καπιταλισμός. Ακόμα και στην πιο «συμπαθητική» μορφή του (σοσιαλδημοκρατία), το σύστημα βασίζεται εκ φύσεως στην

εκμετάλλευση, στο ξεζούμισμα των εργατών και στη συσσώρευση κεφαλαίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να πετυχαίνουν κατακτήσεις και να οξύνουν τις διεκδικήσεις τους. Όσο για τη ζημιά σε περίοδο κρίσης, κατά κάποιον τρόπο τη μοιράζονται θέλουν δεν θέλουν (απολύσεις, ανεργία, και πάει λέγοντας…), προσπαθώντας όμως πάντα να την περιορίσουν όσο πιο πολύ γίνεται. Αν όμως οξύνουν τις μορφές αγώνα τους, δυναμώσουν τον πραγματικό συνδικαλισμό βάσης και την αλληλεγγύη μεταξύ τους, θα επιφέρουν σταδιακά ρήγματα στο υπάρχον πλαίσιο, προετοιμάζοντας ίσως μια συνολική ανατροπή, φοβίζοντας την εργοδοσία και πετυχαίνοντας κατακτήσεις και στα επιμέρους. Η έκβαση της ταξικής πάλης σε κεντρικό επίπεδο εξαρτάται σίγουρα από πολύ πιο σύνθετους παράγοντες. Η απεργία στη Χαλυβουργία, ανεξάρτητα από τη νίκη ή την ήττα της, και παρόλο που η τακτική και η στρατηγική της δεν είναι απαραιτήτως σωστή σε όλες τις περιστάσεις (αρκετή κουβέντα, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει για τον ρόλο της ηγεσίας του σωματείου), μπορεί να δώσει χρήσιμα διδάγματα και πείρα, και είναι πιθανό να αποτελεί την αρχή μιας εργατικής συγκρότησης και αντεπίθεσης.

Σ. Β. Η συζήτηση για τον σκοπό, το νόημα και τις επιπτώσεις της απεργίας σε μια μονάδα παραγωγής είναι φυσικά πολύ παλιά. Στο αρχικό κείμενο θίγονται μια σειρά από ζητήματα που, με αφετηρία τη συγκεκριμένη περίπτωση της Χαλυβουργίας και του αγώνα των εργαζομένων σε αυτή, είναι ευκαιρία να ξαναγίνουν αντικείμενο συζήτησης. Είναι δύσκολο να τοποθετηθεί κανείς πάνω στο αρχικό κείμενο γιατί σε αυτό εμπεριέχονται ανάκατα υποθέσεις, θεωρητικοί προβληματισμοί και εμπειρικά δεδομένα. Ας προσπαθήσουμε να δούμε κάποια σημεία, επιχειρώντας ταυτόχρονα μια πρώτη τοποθέτηση. Τι συμβαίνει όταν έχουμε μια οικονομική κρίση; Καταστροφή κεφαλαίων, μηχανημάτων και εργατικής δύναμης, αυτά που οι αστοί οικονομολόγοι αποκαλούν «συντελεστές της παραγωγής». Το ζήτημα είναι ωστόσο αν και κατά πόσον οι ίδιοι


[33]

οι εργαζόμενοι προκαλούν με τον αγώνα τους για βελτίωση της θέσης τους (μισθοί, συνθήκες εργασίας κ.λπ.) την επιδείνωση της επιχείρησης. Ας επικαλεστώ κι εγώ λίγο χοντροκομμένο Μαρξ: τυχόν γενική αύξηση του μισθού των εργαζομένων επηρεάζει αρνητικά το ποσό της υπεραξίας που καρπώνεται (κοινώς «παντελονιάζει») η εργοδοσία, το οποίο σημαίνει απλώς και μόνο μείωση του γενικού ποσοστού κέρδους της· νομίζω όλοι μπορούμε να ζήσουμε με αυτό. Μέσα σε μια δεδομένη επιχείρηση, λοιπόν, οι εργαζόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να αγωνίζονται για βελτίωση της θέσης, τους και ο εργοδότης από την πλευρά του το ίδιο. Το αν μια επιχείρηση είναι ή όχι κερδοφόρα «εκεί έξω», δηλαδή στη σφαίρα της κυκλοφορίας, της διανομής του παραγόμενου προϊόντος (εμπόρευμα), δεν έχει να κάνει με τις μισθολογικές διεκδικήσεις (και κατακτήσεις) των εργαζομένων. Η απόσπαση της υπεραξίας, που με τη σειρά της μεταφράζεται σε κέρδος, γίνεται έτσι κι αλλιώς στο πλαίσιο της μισθωτής εργασίας και του εργοστασιακού συστήματος. Το πρόβλημα προκύπτει αν αυξάνεται το κόστος του κεφαλαίου που καταβάλλει ο εργοδότης σε άλλες αξίες (κόστος δανεισμού, επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, κόστος πρώτων υλών κ.λπ.): αυτές είναι οι «με-

ταβλητές» που μπορούν να οδηγήσουν τον μεμονωμένο εργοδότη σε μεγάλη και απότομη μείωση του ποσοστού του κέρδους του και στο τέλος τη χρεοκοπία. Το παράδειγμα των «προβληματικών» στη δεκαετία του ‘80 είναι χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη. Η Πειραϊκή-Πατραϊκή την πάτησε κυρίως λόγω του υπέρμετρου δανεισμού, γεγονός που στη συγκυρία της δεκαετίας του ‘70 (οικονομική κρίση, εκτίναξη επιτοκίων, είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ-κατάργηση προστατευτικών δασμών κ.λπ.) οδήγησε σε επιδείνωση της κεφαλαιακής της διάρθρωσης και σε πλήρη εξάρτησή της από το τραπεζικό κεφάλαιο (Εθνική Τράπεζα) και το κράτος (που την εποχή εκείνη ήταν pretty much ένα και το αυτό). Εκεί δεν είχαμε καμία υπονομευτική δράση σωματείου, αφού μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 το εργατικό δυναμικό βρισκόταν υποκείμενο σε έναν εργοδοτικό, πατερναλιστικό μηχανισμό που είχαν συγκροτήσει οι ιδιοκτήτες Κατσάμπας-Στράτος. Αλλά ακόμα και μετά την ίδρυση εργοστασιακού σωματείου, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό προκαλούσε προβλήματα, αφού οι πρώτες σημαντικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην Πειραϊκή-Πατραϊκή της Πάτρας ξέσπασαν το


[34]

1990, όταν η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προωθούσε μαζικές απολύσεις (πάνω από 1.600) στα εργοστάσια της επιχείρησης. Επρόκειτο δηλαδή για καθαρά αμυντικές κινήσεις, καταδικασμένες σε αποτυχία, από εργαζομένους που εκπροσωπούσαν μια επιχείρηση πρωτοπόρα επί πολλές δεκαετίες στο ελληνικό εμπορικό-βιομηχανικό σύμπαν και που σε μεγάλο βαθμό θα μπορούσε να τους χαρακτηρίσει κανείς, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, ως εργατική αριστοκρατία στον κλάδο τους. Το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ στη Θήβα έγινε πεδίο έντονων ταξικών αγώνων όταν ο ιδιοκτήτης του ουσιαστικά το παράτησε στις αρχές της δεκαετίας, ως χρεοκοπημένο. Οι εργαζόμενοι επί σχεδόν 10 χρόνια έδωσαν τα πάντα για τη σωτηρία και την ανάκαμψη της επιχείρησης. Τι έκαναν στην ουσία: αύξησαν την παραγωγικότητα, αφού πήραν υπό τον έλεγχό τους όλα τα στάδια της παραγωγής (αγορά πρώτων υλών, ύφανση, προϋπολογισμούς, μελέτες βιωσιμότητας, διαχειριστικούς ελέγχους, πώληση τελικών εμπορευμάτων και υποπροϊόντων κλπ.). Όταν την άφησε ο Μιχαηλίδης, από τα 29.000 αδράχτια της επιχείρησης δούλευαν τα 12.000.

Όταν ανέλαβαν οι εργαζόμενοι, τα αδράχτια που λειτουργούσαν αυξήθηκαν στις 22.000. Η παραγωγή επί Μιχαηλίδη είχε πέσει στους 2,5 τόνους τη μέρα, ενώ μετά εκτοξεύτηκε στους 5,5 τόνους (αύξηση πάνω από 100%). Σχεδόν το σύνολο της παραγωγής πουλιόταν, σε περίπου 400 μικρές βιοτεχνίες σε όλη την Ελλάδα. Για την ιστορία, ο ιδιώτης (ο Βασιλειάδης, της ομώνυμης πλεκτοβιομηχανίας) που αγόρασε το 1992 τη ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ και την ΤΕΞΤΙΛΙΑ κλαίγεται τώρα, κατηγορώντας την Eurobank ότι του έκλεψε τις υπό εκκαθάριση επιχειρήσεις του και ότι «άφησε στον δρόμο 750 εργαζομένους». Άτιμη κενωνία… Ας δούμε τώρα και μια περίπτωση πολυεθνικής. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 έκλεισε το εργοστάσιο της Goodyear Hellas που λειτουργούσε στη Σίνδο. Τότε είχαν κατηγορηθεί οι εργαζόμενοι, ότι οδήγησαν σε λουκέτο το εργοστάσιο επειδή δεν δέχτηκαν μειώσεις προσωπικού και απαιτούσαν την υπογραφή ικανοποιητικής συλλογικής σύμβασης. Φυσικά, δεν οδήγησαν οι διεκδικήσεις των εργαζομένων από τη μια μέρα στην άλλη στην πτώχευση μια μονάδα που μέχρι τότε κάλυπτε το 10% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής της μητρικής εταιρείας, που είχε κέρδη 1,7 δισ. δραχμές, που είχε μόλις κάνει επενδύσεις στην αναβάθμιση του μηχανολογικού εξοπλισμού της ύψους 900 εκατ. δραχμών, που διατηρούσε μερίδιο 50% στην ελληνική αγορά και που οι εξαγωγές της ανέρχονταν σε 5 δισ. δραχμές. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά: η πολυεθνική αποφάσισε τη μεταφορά παραγωγικών μονάδων από τη δυτική Ευρώπη στις χώρες της ανατολικής, πράξη που περιγράφτηκε πολύ εύστοχα από τον τότε πρόεδρο της εταιρείας ως «γεωγραφική διαφοροποίηση της παραγωγικής ικανότητας». Επρόκειτο για μια επιθετική στρατηγική διαφύλαξης και μεγιστοποίησης της κερδοφορίας της εταιρείας. Έρχομαι τώρα στον πυρήνα της προβληματικής: έχει νόημα η απεργία σε μια επιχείρηση που δεν είναι κερδοφόρα; Η απάντηση που υπονοείται από το αρχικό κείμενο είναι «όχι». Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε. Αλλά τότε θα έπρεπε να αντιστρέψουμε το ερώτημα: «Έχει νόημα ο εργοδότης να κρατάει σε λειτουργία μια επιχείρηση που δεν είναι κερδοφόρα;». Σύμφωνα με αυτή τη


[35]

λογική, οφείλει να την κλείσει αμέσως μόλις χάσει την κερδοφορία της. Στην περίπτωση, λοιπόν, της Χαλυβουργίας θα πρέπει να αποδειχτεί, πέραν κάθε αμφιβολίας, ότι πρόκειται όντως για μια κερδοφόρα μονάδα. Το ερώτημα όμως δεν τέθηκε τόσο γενικά. Αντιγράφω και υπογραμμίζω: «Όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν ότι η επιχείρηση είναι τη στιγμή της απεργίας κερδοφόρα…». Η συγκυριακότητα δεν τονίζεται τυχαία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP (Business Leaders in Greece), το 2008 η Χαλυβουργία Ελλάδος Α.Ε. ως όμιλος εταιρειών βρισκόταν στην 87η (έναντι της 117ης το 2007) θέση ανάμεσα στους 200 ομίλους με τα μεγαλύτερα κέρδη EBITDA (κέρδη προ φόρων κ.λπ.) και ως εταιρεία στην 109η θέση (έναντι της 150ης το 2007) μεταξύ των 500 μεγαλύτερων εταιρειών. Ως εταιρεία, είχε αυξήσει τον κύκλο εργασιών της κατά 37,7% σε σχέση με το 2007 και τα κέρδη EBITDA κατά 23% σε σχέση με το 2007. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε πόσο αυξήθηκε ο μισθός των 900 εργαζομένων τη χρονιά αυτή… Στην αντίστοιχη έκθεση της ICAP για το 2010, η Ελληνική Χαλυβουργία Α.Ε. απουσιάζει. Το ίδιο όμως ισχύει και για τη Χαλυβουργική Α.Ε. των Αγγελόπουλων. Το 2010, η μόνη εταιρεία χάλυβα που εκπροσωπείται στη λίστα της ICAP στον κλάδο «ΒιομηχανίαΜεταλλουργικά Προϊόντα» είναι η Ελληνική Εταιρεία Χάλυβος Α.Ε., η γνωστή Hellenic Steel. Οι εργαζόμενοι λοιπόν στη Χαλυβουργία Ελλάδος «έπρεπε» να έχουν απεργήσει το 20072008. Τότε ήταν η ευκαιρία τους να «μοιραστούν τα κέρδη». Αν η κήρυξη της απεργίας πρέπει, για να νομιμοποιείται και να έχει πιθανότητες επιτυχίας, να συναρτάται κάθε φορά με την κερδοφορία, τότε έχουμε το εξής «παράδοξο»: ο αδύναμος κρίκος της αλυσίδας (ο μισθωτός) διεκδικεί την άρση της εργασιακής του συνθήκης για να μετατραπεί σε μερισματούχο. Σύμφωνα με το δικό μου το μυαλό, ο μισθωτός δεν «μοιράζεται τα κέρδη», γιατί είναι ο αποκλειστικός παραγωγός του εμπορεύματος. Το σύνθημα αυτό όντως περιγράφει ένα αδιέξοδο, αλλά όχι για τον λόγο που επικαλείται το κείμενο στο τέλος του. Κι αφού ο λόγος για συνθήματα, θα συμφωνήσω με μια πρόταση που είχε γίνει προς την εργατική τάξη πριν από 150 περί-

που χρόνια: «Αντί για το συντηρητικό σύνθημα: “Ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα”, θα πρέπει να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα: “Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας”».

Γ. Κ. Είναι σημαντικές οι πτυχές του ζητήματος που έχουν αναδειχθεί από τη συζήτηση μέχρι εδώ, ωστόσο έχω έντονα την αίσθηση ότι ο πυρήνας του αρχικού –και ομολογημένα ρεφορμιστικού– προβληματισμού δεν θίγεται απευθείας. Θα μου επιτρέψετε να συνοψίσω το θεωρητικό σκέλος της δικής μου τοποθέτησης με τα λόγια μια ιδρυτικής μορφής του ιταλικού εργατισμού (σημειώνοντας ότι τα πλάγια γράμματα δηλώνουν έμφαση του πρωτοτύπου, ενώ τα έντονα έμφαση της μεγαλειότητάς μου): Τι κάνουν λοιπόν οι εργάτες όταν μάχονται τα αφεντικά τους; Δεν είναι αλήθεια πως, πάνω απ’ όλα, λένε «όχι» στη μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εργασία; Δεν είναι αλήθεια πως, πάνω απ’ όλα, αρνούνται να δεχθούν εργασία από τον καπιταλιστή;


[36]

Ψέματα! Η αλήθεια είναι ότι αυτός που παρέχει την εργασία είναι ο καπιταλιστής. Ο εργάτης, από την άλλη, είναι εκείνος που παρέχει το κεφάλαιο. Είναι ο κάτοχος εκείνου του μοναδικού, συγκεκριμένου εμπορεύματος που αποτελεί τη συνθήκη για όλες τις άλλες συνθήκες της παραγωγής. […] Εξαρχής οι συνθήκες της εργασίας βρίσκονται στα χέρια του καπιταλιστή. Και, πάλι εξαρχής, το μόνο πράγμα που βρίσκεται στα χέρια του εργάτη είναι οι συνθήκες του κεφαλαίου. Αυτό είναι το ιστορικό παράδοξο που σημαδεύει τη γέννηση της καπιταλιστικής κοινωνίας, αυτή είναι και η ακατάλυτη συνθήκη που παραμένει ωσεί παρούσα στη «αέναη αναγέννηση» της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο εργάτης δεν μπορεί να είναι εργασία παρά σε σχέση με τον καπιταλιστή. Και ο καπιταλιστής δεν μπορεί να είναι κεφάλαιο παρά σε σχέση με τον εργάτη… Ήρθε πια η ώρα να βάλουμε μπρος τον αγώνα, τη Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως το στα-

μάχη που θα διεξαχθεί σε μια νέα ιστορική περίοδο

μάτημα της εργασίας δεν σημαίνει άρνηση να παρα-

και θα διεξαχθεί ευθέως και άμεσα μεταξύ του κεφα-

χωρήσει κανείς τη χρήση της εργατικής του δύναμης.

λαίου και της εργατικής τάξης. Είναι η σύγκρουση των

Γιατί αυτή η χρήση έχει ήδη παραχωρηθεί στον καπι-

μερών που περιέγραψε ο Μαρξ στη γνωστή του ανα-

ταλιστή με την υπογραφή του συμβολαίου που αφο-

λογία με «τα γιγάντια παπούτσια του προλεταριάτου

ρά το συγκεκριμένο εμπόρευμα. Ούτε από την άλλη

και τα ξεφτισμένα, φτιαγμένα για νάνους, πολιτικά πα-

πρόκειται για άρνηση να παραχωρηθεί στο κεφάλαιο

πούτσια της μπουρζουαζίας».1

το προϊόν της εργασίας. Γιατί το προϊόν της εργασίας ανήκει νομικά στο κεφάλαιο, και άλλωστε ο εργάτης δεν ξέρει τι να το κάνει. […] Είναι ένα στιγμιαίο μπλοκάρισμα της εργασιακής διαδικασίας και παρουσιάζεται σαν διαρκής απειλή που αποκτά τα περιεχόμενά της από τη διαδικασία δημιουργίας της αξίας. Η αναρχοσυνδικαλιστική «γενική απεργία» που θα προκαλούσε, υποτίθεται, την κατάρρευση της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν είναι λοιπόν παρά αφελής ρομαντισμός. Γιατί ήδη περιλαμβάνει ένα αίτημα στο οποίο κατά τα φαινόμενα αντιτίθεται (το λασαλιανό αίτημα του «δίκαιου μεριδίου των καρπών της εργασίας»), με άλλα λόγια τη δίκαιη «συμμετοχή» στα κέρδη του κεφαλαίου. Οι δύο αυτές αντιλήψεις συνυπάρχουν σε εκείνη την εσφαλμένη «διόρθωση» που κάποιοι επέβαλαν στον Μαρξ και η οποία έχει γίνει αρκετά δημοφιλής στις πρακτικές του επίσημου εργατικού κινήματος· μιλάω για την ιδέα σύμφωνα με την οποία «οι εργαζόμενοι» είναι οι πραγματικοί «πάροχοι

Τι μας θυμίζει εδώ ο γερο-Τρόντι; Θεωρητικά μιλώντας, ότι υπάρχει ο Λασάλ, αλλά υπάρχει και ο Μαρξ. Πολιτικά μιλώντας, ότι υπάρχει ο αναρχοσυνδικαλισμός, αλλά υπάρχει και ο επαναστατικός κομμουνισμός. Επί του προκειμένου μιλώντας, τέλος, ότι μπορούμε να ενθουσιαζόμαστε με (ή να αμφιβάλλουμε για) μια οποιαδήποτε απεργία, μπορούμε να εξοργιζόμαστε με (ή να δείχνουμε κατανόηση για) τον πάσα ένα καπιταλιστή ιδιοκτήτη, μπορούμε ν’ απορρίπτουμε μετά λόγου γνώσης (ή να ξορκίζουμε μετά βδελυγμίας) τη διαδεδομένη αντίληψη ότι η κερδοφορία ή η χασούρα μιας δεδομένης καπιταλιστικής επιχείρησης σχετίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τους εργατικούς αγώνες, αλλά φαίνεται πως δεν μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε τι εστί εργασία και τι κεφάλαιο, τι εστί εργαζόμενος και τι αφεντικό. Φαίνεται πως έχουμε ενστερνιστεί κι εμείς, λιγό-

της εργασίας» και ότι είναι δική τους δουλειά να υπερασπιστούν την αξιοπρέπεια αυτού του πράγματος που προσφέρουν, ενάντια σε όλους εκείνους που επιζητούν να το υποβαθμίσουν.

1. Μάριο Τρόντι, «Η στρατηγική της άρνησης» [1965], στο AUTONOMIA: απόψεις, αγώνες, μαρτυρίες των Ιταλών Αυτόνομων (1970-1980), Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, Αθήνα 2010, σ. 49-51.


[37]

τερο ή περισσότερο, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, την καπιταλιστική πίστη στο σύστημα: ο εργαζόμενος εργάζεται, άρα παρέχει την εργασία· το αφεντικό «έχει το μαγαζί», άρα παρέχει το κεφάλαιο. Το μείζον πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτά τα αξιώματα δείχνουν τον κόσμο αντεστραμμένο, γιατί αυτή είναι η μοίρα των πίστεων και των αντιλήψεων στην επικράτεια του εμπορεύματος και του θεάματος. Νομίζω ότι, αντιστρέφοντας την οπτική, όλες σχεδόν οι απορίες της συζήτησης παίρνουν τον δρόμο της λύσης τους. Αν ο εργαζόμενος –δηλαδή η εργατική δύναμη– παρέχει το κεφάλαιο και το κεφάλαιο παρέχει απλώς την εργασία, α) δεν υπάρχει κερδοφορία ή χασούρα για το κεφάλαιο, αλλά μόνο κερδοφορία ή χασούρα για τους εργαζόμενους, η οποία εξαρτάται από τη γενική κατάσταση της ταξικής αντιπαράθεσης και τη συστημική της έκφραση: από αυτή την άποψη, κάθε «κρίση» είναι μια ευκαιρία και μια απόπειρα του κεφαλαίου να επικρατήσει εκ νέου κάθε φορά στους εργαζόμενους, αδιάφορο αν στην πορεία κάποια αφεντικά «χάσουν τα μαγαζιά τους»· β) ένας καπιταλιστής δεν μπορεί έτσι απλά «να κλείσει το μαγαζί» όταν αυτό «δεν πάει καλά», καθώς ούτε το «μαγαζί» είναι στ’ αλήθεια «δικό του» ούτε του επιτρέπεται να κρίνει ο ίδιος αν «πάει καλά» ή όχι: όλα αυτά είναι άμεση συνάρτηση της ταξικής αντιπαράθεσης και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συστημικής ισορροπίας στο πλαίσιο της οποίας το κάθε μεμονωμένο αφεντικό, όπως και οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης, εκφράζουν άμεσα, και ανά πάσα στιγμή, γενικά ταξικά συμφέροντα, όχι τα στενά εννοούμενα συμφέροντα της τσέπης τους (το ίδιο ισχύει κατ’ αναλογία και για την απορία «μα γιατί δεν υποκύπτει στις πιέσεις των εργαζομένων το αφεντικό;»: το αφεντικό δεν πιέζεται στ’ αλήθεια από τους εργαζόμενους, αλλά από τον γενικό ταξικό ανταγωνισμό)· γ) μια απεργία, ακόμα κι αν είναι τόσο επιμήκης και δυναμική όπως αυτή στη Χαλυβουργία, δεν μπορεί ποτέ να «νικήσει» ως τέτοια, ούτε καν αν πάρει διαστάσεις «γενικής απεργίας»: η γενίκευση της μορφής πάλης που συνιστά η απεργία αναπόφευκτα φτάνει σε ένα όριο στο οποίο η απεργία αυτοκαταργείται στην άμεση πολιτική αντιπαράθεση

της μιας τάξης με την άλλη· αν δεν φτάσει σε αυτό το όριο, τότε ο αναρχοσυνδικαλισμός συγχέεται επικίνδυνα με τον συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ· αν πάλι δεν συμβεί η ίδια η γενίκευση της μορφής πάλης της απεργίας, τότε είτε η εργατική τάξη δεν είναι ικανή για μια τέτοια γενίκευση είτε εμποδίζεται σκόπιμα στην προσπάθειά της να την πετύχει. Φυσικά, η προηγούμενη αντιστροφή οπτικής μοιάζει με επαναστατική επιστημονική φαντασία σήμερα: η παρατεταμένη (μικρο)αστικοποίηση των εργαζομένων και του εργατικού κινήματος έχει κάνει τον Λασάλ κάτι σαν αναπόδραστο ορίζοντα των εργατικών αγώνων, στην Ελλάδα και παντού. Τουναντίον, τα αφεντικά ξέρουν καλύτερα: σκέφτονται (ή αναγκάζονται να σκέφτονται) γενικά, προτού πράξουν ειδικά (βάζοντας λουκέτα, κάνοντας απολύσεις, χρωστώντας δεδουλευμένα, μπαίνοντας σε Άρθρα 99, κ.ο.κ.). Το ευχάριστο για εμάς είναι ότι αυτή τους η «ικανότητα», για την οποία δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε ότι είναι ανεξάντλητη, τα στρέφει ακατάπαυστα το ένα εναντίον του άλλου, κάνοντας το «γενικό ταξικό συμφέρον» τους ασταθές και άδηλο μακροπρόθεσμα, ακόμα και στα δικά τους μάτια. Η σημερινή κρίση είναι μια τέτοια στιγμή πλήρους συστημικής ακατανοησίας· έχουν υπάρξει κι άλλες στο παρελθόν, και, κατά κανόνα, η γενική απάντηση των αφεντικών σε τέτοιες στιγμές είναι ο πόλεμος (ακούγεται αστείο, αλλά είναι αλήθεια: ένα πέταγμα πεταλούδας σαν την απεργία στη Χαλυβουργία μπορεί να οδηγήσει την τάξη των αφεντικών ακόμα και σε παγκόσμιο πόλεμο…). Η δική μας απάντηση, η κλασική –και μονίμως ανεύρετη– μετατροπή του καπιταλιστικού πολέμου σε ταξική επανάσταση, ούτε που έχει αρχίσει ν’ αχνοφαίνεται. Και πριν αρχίσουμε να οικτίρουμε πάλι τη διαρκή απουσία «επαναστατικού φορέα», ας σκεφτούμε πόσα δεινά μάς έχει φέρει ο καθρέφτης στον οποίο αρεσκόμαστε να κοιταζόμαστε για ν’ αποκτήσουμε μια εικόνα του εαυτού μας: τα βλέπουμε όλα ανάποδα εδώ και πολύ καιρό· πριν ο τροχός της ιστορίας μάς ξαναφέρει σε όρθια στάση, είναι λογικό να μας ξαπλώσει πρώτα ανάσκελα ή μπρούμυτα. Αλλά, εδώ που φτάσαμε, και τέζα να βρεθούμε, θα ‘ναι μια πρόοδος.


[38]

Σοφία Μπέμπεζα

Καλλιτεχνική απεργία: Το έργον δεν έλαβεν τέλος

Τ

ι είναι μια καλλιτεχνική απεργία; «Είναι ουσιώδες ότι η μειονότητα συνηγορεί στην αναγκαιότητα της μετάβασης σε μια ενεργό καλλιτεχνική απεργία, χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα της πολιτιστικής βιομηχανίας ώστε να τεθεί σε πλήρη αντίφαση με την ίδια. Πρόθεση δεν είναι να σταματήσει ο κανόνας της παραγωγής, αλλά να μεταβληθεί το πιο περιπετειώδες μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής, έτσι ώστε να παραχθούν επαναστατικές ιδέες, μορφές και τεχνικές». Το παραπάνω ζήτημα τέθηκε για πρώτη φορά το 1968 στο δοκίμιο του Alain Jouffroy Τι θα γίνει με την Τέχνη;1 Ήδη από την πρώτη αυτή αναφορά αντιλαμβάνεται κανείς ότι η καλλιτεχνική απεργία συνιστά έναν ιδιαίτερο τύπο απεργίας. Στη δεκαετία που ακολούθησε, ο Gustav Metzger, ο καλλιτέχνης που συνέταξε το μανιφέστο AutoDestructive Art (1960), κάλεσε τους συναδέλφους του να σταματήσουν την καλλιτεχνική παραγωγή για τρία χρόνια, από το 1977 μέχρι το 1980. Οι καλλιτέχνες κλήθηκαν να σταματήσουν να παράγουν έργα, να μην πωλούν και να μη δείχνουν τα έργα τους σε εκθέσεις. Σε αυτήν την απεργία δεν ανταποκρίθηκε κανείς... Ο Stewart Home, περίπου μια δεκαετία αργότερα, επανέφερε την ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας στο πλαίσια του Νεοϊσμού και των Art Strike Papers. Το πρόταγμα ήταν και πάλι τρία χρόνια απεργία με σκοπό την ενθάρρυνση μιας κριτικής συζήτησης γύρω από την έννοια της τέχνης. Στην έντυπη έκδοση του YAWN, ενός φανζίν που κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της «απεργίας» μεταξύ 1990 και 1993, γίνεται σε έναν βαθμό αντιληπτή τόσο η πρόθεση των απεργών καλλιτεχνών όσο και τα χαρακτηριστικά της απεργίας: «Σίγουρα, η πρόταση της καλλιτεχνικής απεργίας είναι παράδοξη, απίστευτη, παράλογη, παράξενη, ασυνάρτητη, εξτρεμιστική, μαζοχιστική, ρεαλιστική 1. Περιέχεται στο Art and Confrontation, New York Graphic Society, 1968.

και απαιτητική, αλλά είναι μια κοινωνική δράση που έχει ως πρωταρχικό στόχο της την εσκεμμένη πρόκληση ενόχλησης». Επίσης, στο Art Strike Papers (1990-93) τονίζεται ότι έστω κι αν ορισμένα άτομα αποφασίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην απεργία, για την περίοδο που ξεκινάει την 1η Ιανουαρίου 1990, ο αριθμός τους θα είναι τόσο μικρός ώστε η απεργία είναι απίθανο να οδηγήσει στο κλείσιμο κάποιων ιδρυμάτων τέχνης ή γκαλερί. Ωστόσο, η απεργία θα μπορέσει να καταδείξει ότι η κοινωνικά επιβεβλημένη ιεραρχία επί της τέχνης μπορεί να αμφισβητηθεί επιθετικά. Απ’ όσο γνωρίζουμε (και παρά τη μεγάλη απήχηση των Art Strike Papers στην Αμερική, στη Μ. Βρετανία, στην Ιρλανδία και στη Γερμανία), ούτε σε αυτό το κάλεσμα ανταποκρίθηκε κανείς. Οι μόνοι που συμμετείχαν ενεργά στην απεργία (και παρέμειναν «ανενεργοί» στο διάστημα των τριών χρόνων) ήταν οι εμπνευστές της: ο Stewart Home, ο Tony Lowes και ο John Berndt. Τι συμβαίνει άραγε με αυτές τις απόπειρες καλλιτεχνικής απεργίας; Μπορούν ή όχι οι καλλιτέχνες και κατ’ επέκταση οι πολιτισμικοί παραγωγοί να ανασκευάσουν και να μποϊκοτάρουν τις ίδιες τους τις καλλιτεχνικές πρακτικές που συνδέονται με την άμεση παραγωγή εικόνων, ήχων, λέξεων, αντικειμένων, καταστάσεων κ.ά.; Πώς νοείται σήμερα η καλλιτεχνική παραγωγή/εργασία και τι θα σήμαινε μια καλλιτεχνική απεργία; Η αποχή από την καλλιτεχνική παραγωγή ενέχει κυρίως μια λογική στρατηγικής προετοιμασίας σε έναν μακροκοινωνικό ορίζοντα, η οποία αμφισβητεί τον καλλιτεχνικό αυθορμητισμό των ιστορικών, αλλά και ορισμένων νεότερων πρωτοποριών. Σύμφωνα με τον Metzger, μια καλλιτεχνική απεργία δεν θα περιοριζόταν σε μια απλοϊκή κίνηση άρνησης του πεδίου της τέχνης ούτε σε μια οριστική ρήξη με το σύστημα παραγωγής της τέχνης. Μια καλλιτεχνική απεργία θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από παύση των παρα-


[39]

γωγικών εργασιών, κάτι παραπάνω από μια απλή αρνητική χειρονομία. Η παύση της καλλιτεχνικής παραγωγής θα σήμαινε αποχή από την καθημερινή αμεσότητα της παραγωγής για ένα χρονικό διάστημα, με στόχο την προετοιμασία για μια κριτική θεώρηση των παραγωγικών μηχανισμών και την εμβάθυνση στη θεωρία. Σήμερα, η καταιγιστική παρουσία του θεωρητικού λόγου μέσω της επιμελητικής πλαισίωσης της παραγωγής μάς κάνει πιο επιφυλακτικούς. Ποια «εμβάθυνση στη θεωρία», σε ποιες θεωρίες, θα μπορούσε να βοηθήσει τον καλλιτέχνη στη συγκρότηση ενός νέου ορμητηρίου; Σε σχέση με την έννοια της καλλιτεχνικής απεργίας που πρότεινε ο Metzger, ένας σύγχρονος διανοητής, ο Gerald Raunig, θέτει το εξής ερώτημα: τι θα σήμαινε μια τέτοια απόπειρα, δηλαδή να διακόψει κανείς το μεταφορντιστικό καθεστώς του χρόνου σε ένα πεδίο όπως το καλλιτεχνικό, το οποίο προϋποθέτει κατά κανόνα την ασυνέχεια και τη συχνή διακοπή;2 Ο Raunig υποστηρίζει ότι η καλλιτεχνική απεργία δεν είναι μόνο μια ύστερη προσαρμογή της ιδέας της γενικής απεργίας στο καλλιτεχνικό πεδίο, 2. Βλ. G. Raunig, Kunststreiks als Zeitgewinn, 2011.

αλλά σε σημαντικό βαθμό είναι και μια πρωτοποριακή άρνηση των μεταφορντιστικών παραγωγικών διαδικασιών. Η εν λόγω άρνηση δεν ταυτίζεται με την πλήρη αδράνεια του συστήματος, εντούτοις όμως μπορεί να αποβεί «παραγωγική» στη δημιουργία νέων θεωρητικών εργαλείων και στη σύναψη κοινωνικών συμμαχιών. Μια απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αναθεώρηση της έννοιας του χρόνου μέσα από τις πρακτικές της καλλιτεχνικής παραγωγής. Η έννοια της χρονικότητας, την οποία τονίζει ο Raunig, είναι σημαντική, προκειμένου να δούμε τους όρους μιας καλλιτεχνικής απεργίας, καθώς και τις μετατοπίσεις που προκύπτουν μέσα από αυτήν. Αναρωτιόμαστε: πώς θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε έναν άλλο χρόνο προκειμένου να εστιάσουμε στην έννοια της πολιτισμικής παραγωγής και στις επιμέρους διαδικασίες της καλλιτεχνικής παραγωγής με ορμητήριο τη θεωρία; Η πρόταση του Metzger, και κατά συνέπεια ο σκοπός της απεργίας, θα λέγαμε ότι εξυπηρετεί μια διπλή αναγκαιότητα: την ανάδυση νέων φορμών απεδαφικοποίησης και επανεδαφικοποίησης (Deleuze/Guattari). Η απεδαφικοποίηση προκύπτει με την άρνηση της επιβεβλημένης χρονικότητας, της ατέρμονης παραγωγής και της διαρκούς ορατότητας


http://culturalsymptoms.wordpress.com

[40]

στα πλαίσια του σύγχρονου καπιταλιστικού μοντέλου. Για παράδειγμα, μια καλλιτεχνική απεργία θα αμφισβητούσε την ψυχαναγκαστική συμμετοχή σε μια πληθώρα δραστηριοτήτων του πεδίου της τέχνης, την υπερδραστηριοποίηση λόγω του «άγχους της ορατότητας». Μια απεργία θα αμφισβητούσε την υπερεγωτική φωνή που λέει «να είσαι κι εσύ παρών/παρούσα» και θα διεκδικούσε έναν «άλλο χρόνο». Σε ένα άλλο –όχι απαραίτητα παράλληλο– επίπεδο, η διαδικασία της απεδαφικοποίησης συμπληρώνεται από την επανεδαφικοποίηση, δηλαδή τη μετατόπιση της παραγωγής σε έναν άλλο χρόνο (και τόπο), εστιάζοντας στην κοινωνική διάσταση της τέχνης, αλλά κυρίως στο πολιτικό γίγνεσθαι. Είναι σαφές ότι μια καλλιτεχνική απεργία δεν μπορεί να προκύψει εν κενώ, πόσο μάλλον ως οξυδερκές αστείο λευκών ανδρών καλλιτεχνών από την εποχή των 60s. Μία εγκάρσια αναδιάταξη με σημερινούς όρους είναι αναγκαία. Η καλλιτεχνική απεργία, στη διαδικασία της επανεδαφικοποίησης, χρειάζεται να συνδεθεί και να αναζυμωθεί με ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά μορφώματα, π.χ. κοινωνικά κινήματα, κινήσεις πολιτών, ακτιβιστικές ομάδες.3 3. Βλ. ενδεικτικά το παράδειγμα των Ισπανίδων ακτιβιστριών Precarias a la Deriva.

Αλλά ας δούμε ποιους/ποιες θα μπορούσε να αφορά σήμερα η ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας. Ποια είναι τα υποκείμενα που μπορούν να προβούν σε αυτήν; Κάτι τέτοιο μοιάζει να αφορά κυρίως καλλιτέχνες ή με την τέχνη απασχολούμενους, όσους και όσες ζουν και εργάζονται σε επισφαλείς συνθήκες στον λεγόμενο δυτικό κόσμο, και κατά συνέπεια στον ελλαδικό χώρο, όντας κομμάτια της δημιουργικής βιομηχανίας. Σήμερα, υπό τις συνθήκες του μεταφορντισμού, του καπιταλισμού της γνώσης ή σε τελευταία ανάλυση του σημειοκαπιταλισμού,4 η καλλιτεχνική παραγωγή και εργασία αποκτούν διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά σε σχέση με παλαιότερες εποχές. Μερικά από αυτά εντοπίζονται στο ευρύτερο φάσμα των επισφαλών εργαζομένων και άλλα είναι περισσότερο συνδεδεμένα με την καλλιτεχνική παραγωγή. Πιο συγκεκριμένα, η καλλιτεχνική παραγωγή συνδέεται άμεσα με το σώμα του/της εργαζόμενου/ης (όπως π.χ. στη μουσική, στο θέατρο, στον χορό, στις περφόρμανς κ.α.), όσο και με την πα4. Στον σημειολογικό καπιταλισμό, τα αγαθά που κυκλοφορούν στον κόσμο της οικονομίας και της πληροφορίας είναι σημάδια, στοιχεία, εικόνες, προβολές, προσδοκίες (Franco Berardi/Bifo, 2011)


[41]

ραγωγή ενός προϊόντος που έχει κυρίως συμβολική αξία, αλλά ενδεχομένως και αγοραστική αξία. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Isabell Lorey, οι καλλιτέχνες, ενεργώντας ταυτόχρονα ως παραγωγοί, φορείς παροχής υπηρεσιών και ατομικοί επιχειρηματίες, στέκονται άμεσα σε αντίθεση με τους εαυτούς τους ως κεφαλαιοποιημένες μορφές ζωής, στις αξίες που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει, με έναν τρόπο που μοιάζει να είναι εντελώς διαφορετικός από τη σχέση που ο Μαρξ ορίζει ως «παραγωγική εργασία».5 Το φαινόμενο που παρατηρείται έντονα σήμερα είναι ότι η καλλιτεχνική εργασία και κατ’ επέκταση οι δραστηριότητες ενός αρκετά μεγάλου μέρους των καλλιτεχνικών παραγωγών «εξαργυρώνονται» στη σφαίρα του συμβολικού κεφαλαίου. Επίσης, αξίζει να τονιστεί ότι πολλοί καλλιτέχνες (προκειμένου π.χ. να εμπλουτίσουν το βιογραφικό τους) εργάζονται σε μεγάλο βαθμό είτε αμισθί, συμμετέχοντας με το έργο τους σε εκθέσεις χωρίς την παραμικρή αμοιβή, είτε με μικρή/ελλιπή και σποραδική χρηματοδότηση (κατά κανόνα για την παραγωγή ενός έργου ή την υλοποίηση ενός πρότζεκτ). Στον στίβο της αναγνωρισιμότητας αλλά και της επιβίωσης, παρατηρούμε όλο και περισσότερους καλλιτέχνες να ανταγωνίζονται αλλήλους για το κομμάτι της πίτας που γίνεται όλο και μικρότερο. Όλο και περισσότεροι επισφαλείς πολιτισμικοί παραγωγοί προστίθενται στο ενεργό κομμάτι της δημιουργικής βιομηχανίας, σε καθεστώς πολλαπλής εκμετάλλευσης της εργασίας τους αλλά και αυτοεκμετάλλευσης. Σε αυτά ακριβώς τα φαινόμενα εστιάζουν, για παράδειγμα, οι 5. Βλ. Isabell Lorey, Virtuosos of Freedom. On the Implosion of Political Virtuosity and Productive Labour, 2008.

W.A.G.E., μια ομάδα καλλιτεχνών με έδρα τη Νέα Υόρκη. Οι δράσεις τους συνοδεύονται από μια μαχητική ρητορική που έχει ως σκοπό όχι μόνο την κριτική στάση, αλλά και την κινητοποίηση των πολιτισμικών παραγωγών ενάντια στη διαρκώς αυξανόμενη επισφάλεια στο καλλιτεχνικό πεδίο. Σε παρόμοιο επίπεδο δραστηριοποιείται και η κολλεκτίβα Carrotworkers στο Λονδίνο, διεκδικώντας από μουσεία, οργανισμούς και άλλους καλλιτεχνικούς φορείς τη δίκαιη αμοιβή (πολλές φορές την ίδια την αμοιβή, το αυτονόητο που εκλείπει) των πολιτισμικών παραγωγών, όπως π.χ. νεαρών πρακτικάριων και βοηθών επιμελητών, ιστορικών της τέχνης, καλλιτεχνών κ.ά. Τέτοια παραδείγματα είναι ορατά σε περιορισμένο μόνο βαθμό, πράγμα που καθιστά επιτακτική την ανάγκη αναθεώρησης της καλλιτεχνικής εργασίας από τους ίδιους τους παραγωγούς και τους πολιτισμικούς φορείς εν γένει. Επίσης, γίνεται εμφανές ότι οι καλλιτεχνικοί παραγωγοί (αυτο)παγιδεύονται και πολλές φορές αυτοαναιρούνται μέσα από διαδικασίες που υποτίθεται ότι επιλέγουν ελεύθερα. Έτσι, το ζήτημα που τίθεται στη συνέχεια είναι αφενός η συνειδητοποίηση της λειτουργίας της σύγχρονης δημιουργικής βιομηχανίας και αφετέρου οι αντίξοοες συνθήκες του (αυτο)εγκλωβισμού των καλλιτεχνών μέσα σε αυτή. Η εν λόγω βιομηχανία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην επιβεβλημένη «αυτονομία», στη συνεχή δημιουργικότητα και στην καινοτομία ως μέτρο επιτυχίας. Δίνεται έμφαση στη διεπικοινωνία και στη δικτύωση, καθώς και στον προσανατολισμό του δημιουργικού δυναμικού με γνώμονα τη συνεχή


[42]

ανάπτυξη στο μέλλον – στοιχείο που αναγνωρίζουμε άλλωστε ως σημαντικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας. Σε αυτά τα πλαίσια παρατηρείται μια σποραδική, αβέβαιη και ευκαιριακή απασχόληση (βλ. εφήμερες συμβάσεις, ανεπίσημα συμβόλαια, μαύρη εργασία κ.ά.). Στο κομμάτι της πολιτισμικής παραγωγής, οι συνθήκες αυτές (παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στο καθεστώς της επισφαλούς εργασίας εν γένει) οδηγούν το μεγαλύτερο μέρος των αυτοαπασχολούμενων πολιτισμικών παραγωγών στην αναζήτηση παντός είδους εργασιών (εξίσου επισφαλών) προκειμένου να διασφαλίσουν τα προς το ζην και κατά συνέπεια τη δυνατότητα να δρουν στο καλλιτεχνικό πεδίο. Στα παραπάνω προστίθεται η μη σαφής διάκριση μεταξύ εργασίας και ιδιωτικής σφαίρας, αλλά και η απουσία της διάκρισης ελεύθερου χρόνου και χρόνου εργασίας, ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας του πολιτισμικού παραγωγού στο σύγχρονο καπιταλιστικό μοντέλο. Γυρίζοντας πίσω στην ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας, το κύριο ερώτημα που μας απασχολεί αφορά μια ουσιαστική ρήξη με τους ηγεμονικούς πλην μηχανιστικούς κανόνες της πολιτιστικής βιομηχανίας. Μια τέτοια ρήξη προϋποθέτει μια καθολική αμφισβήτηση του καλλιτεχνικού υποκειμένου, πράγμα διόλου εύκολο, μιας και η συγκρότηση του εν λόγω υποκειμένου ενέχει μεταξύ άλλων τα συμπτώματα της αυτοκυριαρχίας, της αυτορύθμισης, της (αυτο)κυβερνητικότητας – εντέλει τον μύθο της αυτονομίας. Κι ενώ η ανάδυση ενός διαφορετικού καλλιτεχνικού υποκειμένου δείχνει να προκύπτει μέσα από την ορατή πλέον δυσανεξία στους κόλπους του πεδίου της τέχνης, την ίδια στιγμή παρατηρούμε μια διάχυτη αμηχανία μεταξύ των υποκειμένων: πολλές φορές προσκόλληση σε «ρομαντικές» εκδοχές της φιγούρας του καλλιτέχνη κι άλλες φορές εθελοτυφλία. Οι αντιφάσεις που παρατηρούνται στη συγκρότηση του καλλιτεχνικού υποκειμένου, λόγω της αναγκαιότητας του αυτοπροσδι-

ορισμού μέσα από την καλλιτεχνική πράξη αλλά και έξω από αυτήν, είναι ορατές και εξηγήσιμες. Όμως η καλλιτεχνική πράξη –τουλάχιστον έτσι θα θέλαμε– οφείλει να παραμείνει ένα πεδίο διαρκούς αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού στο εσωτερικό της, αλλά και στη σχέση της με το κοινωνικοπολιτικό πεδίο. Εν κατακλείδι, θα λέγαμε ότι η προτεινόμενη αναδιατύπωση της σημασίας της καλλιτεχνικής απεργίας συνοψίζεται στα εξής σημεία: • Αμφισβήτηση του εαυτού. Η διττή συνθήκη που καθιστά τους καλλιτέχνες θύτες και θύματα διαφαίνεται εδώ ως το κυριότερο χαρακτηριστικό των υποκειμένων δράσης. Αν όμως (παρα)δεχτούμε ότι το κυρίαρχο πνεύμα επιβάλλεται μεν σε ένα βαθμό, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητα αντικειμενική αναγκαιότητα, τότε τα υποκείμενα δράσης θα πρέπει να ενστερνίζονται την αυτοκριτική διαδικασία και να επωμίζονται τις ευθύνες τους. • Διεκδίκηση ενός άλλου χρόνου. Πράγμα που μπορεί να κάνει τη φαινομενική αδράνεια μια στρατηγική προετοιμασία για να συμπεριληφθούν επιμέρους όψεις και δυναμικές. Μια καίρια δυναμική είναι η συνειδητοποίηση της ριζικής συγγένειας των καλλιτεχνικών παραγωγών με το σύγχρονο πρεκαριάτο και η πολιτική σημασία μιας τέτοιας συμμαχίας (κοινής δράσης). • Ρήξη με τους κατεστημένους κανόνες της παραγωγής μέσα στο σύστημα παραγωγής. Βασική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η προάσπιση της δυνατότητας ριζικών μετασχηματισμών μέσα στους θεσμούς και η συλλογική αμφισβήτηση μιας μονολογικής ουσίας του συστήματος – π.χ. αυθεντία ή αμετάβλητη κυριαρχία των υπαρχόντων θεσμών της τέχνης. Οι καλλιτέχνες/πολιτισμικοί παραγωγοί που επιστρατεύουν και ενσωματώνουν τις πρακτικές της άρνησης, της ριζικής αντιπαράθεσης ή της σύγκρουσης εντός και εκτός των θεσμικών μηχανισμών της τέχνης θα λέγαμε ότι ενσαρκώνουν την ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας ως ριζοσπαστικό


Goldsmith, UK 2011

[43]

πρόταγμα. Επίσης, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, ακολουθώντας τη σκέψη του Raunig, ότι αποτελούν μια άλλου τύπου «πολεμική μηχανή». Μια τέτοια συλλογική οργανική μηχανή, της οποίας τα μέρη δεν συνδέονται άμεσα, χωρικά ή τοπικά, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πολυμηχανής η οποία μορφοποιείται, δικτυώνεται και δρα σε περισσότερα από ένα επίπεδα, και είναι ίσως ικανή να «πολεμήσει» τις επιμέρους πολιτικές και πολιτιστικές ηγεμονίες. Η όχι και τόσο παράτολμη ιδέα της καλλιτεχνικής απεργίας σήμερα δύναται να είναι ένα κομμάτι της ευρύτερης πολυδιάστατης μηχανής που εστιάζει στην εγρήγορση και την

ενεργή προετοιμασία για τις μάχες που έπονται. Η προτεινόμενη αναδιατύπωση της καλλιτεχνικής απεργίας αποσκοπεί σε μια νέα θεώρηση της σημασίας της, η οποία διαφέρει σε έναν βαθμό από αυτήν που τόνισαν οι πρωτεργάτες της τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό που προέχει να δούμε είναι πώς η καλλιτεχνική απεργία συναρθρώνεται με εκείνους τους συλλογικούς φορείς που κρίνουν κι επιχειρούν να ανασυντάξουν σε βάθος ή να ανατρέψουν τον καταστατικό πυρήνα τους. Στο τέλος, λοιπόν, ίσως δεν μένει παρά να αναρωτηθούμε και να ρωτήσουμε: ποια είναι η δική σου απεργία;


[44]

Βασίλης Κόκκοτας

Έγινε η απώλεια συνήθειά μας…

Η τερατωδία της υποκατάστασης και ο στυλάτος ρομαντισμός των Άλπεων Η διαχειριστική αθανασία Υπάρχει ένα σατανικό σχέδιο: στην υψηλότερη κορυφή των Άλπεων, μέσα σε ένα γυμναστήριοβιτρίνα μεταφυσικής επιχειρηματικότητας, διεξάγονται νέα πειράματα αθανασίας. Ο δρ. Φρανκεστάιν απέτυχε στο μεγαλεπήβολο έργο του, δημιουργώντας μια τερατώδη φύση, σύμβολο της ολέθριας τιμωρίας που περιμένει όσους διαπράττουν την ύβρη να υποδυθούν επιστημονικά τον ρόλο του Μεγάλου Δημιουργού. Αντί για το τέλειο, απέθαντο ον, ξεφύτρωσε μια εκτρωματική φυλή αποκρουστικών πλασμάτων. Οι σύνεδροι, ως επί το πλείστον υπέρλαμπροι νεοσσοί της βιομηχανικής επανάστασης, διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Κάποιοι απ’ αυτούς επινόησαν στιγμιαία την ύπαρξη κινητών τηλεφώνων και iPhones για να επισημάνουν τα λάθη του πειράματος στο επιτελείο τους. Υποκλινόμενοι στην ίδια τους την ευφυΐα, χαμογελώντας θλιμμένα για την απέραντη μοναξιά του φιλόδοξου πνεύματος που τους διακατέχει, έγραψαν τελικά μια βιαστική επιστολή και τη λέξη Doppelgänger ως επικεφαλίδα. Από τότε μέχρι σήμερα επινοήθηκαν αναρίθμητα τεχνητά όντα με μαγικές, σχεδόν ανθρώπινες, ιδιότητες, μιας και η μαγεία μπορεί να γίνει πιστευτή μόνο όταν φυσικοποιείται. Τα νέα μηχανικά πλάσματα που αποθέωσε η Ντόνα Χάραγουέι στο περίφημο μανιφέστο της, αντί να συνδράμουν με τη γέννησή τους στον καθορισμό των ορίων της ανθρώπινης φύσης, αποκαλύπτουν καινούργιους δεσμούς, υποσχόμενα την αιώνια ζωή και τη συντριβή της απώλειας. Στο βασίλειο του μεταμοντέρνου, κατεξοχήν βασίλειο της τερατωδίας, η έννοια του υψηλού συνοψίζεται στην εικόνα του βιονικού ανθρώπου, στο Cyborg, που εκφράζει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο η αιτιότητα της μοντέρνας τεχνολογίας απολήγει στο αντίθετό της, σε ένα μετα-ανθρώπινο πλάσμα δίχως καταγωγή και παρελθόν, προσανατολισμένο μονάχα

σε ένα ατέρμονο παρόν, απαλλαγμένο απ’ τον πόνο και τον θάνατο. Οι άνθρωποι όμως δεν αρκούνται σε μια επιστημονικά βαλσαμωμένη ύπαρξη, αλλά ούτε και στη μηχανική φαντασμαγορία ενός Μαρινέττι. Ό,τι αποθεώνεται σε επίπεδο κεντρικού σχεδιασμού, η φαντασιακή δηλαδή ονείρωξη των πολυεθνικών για έναν εργατικό στρατό από ανθρωποειδή, δεν επαρκεί για να καλύψει τις συναισθηματικές και ψυχολογικές ανάγκες της καθημερινότητας. Δεν θέλουν μια μεταλλική κόρη ούτε ένα γιο από πολυεστέρα. Θέλουν τον ίδιο τους τον γιο και την ίδια τους την κόρη. Και αν όχι αυτούς, τότε κάποιους που θα μοιάζουν με αυτούς και θα υιοθετούν την εν γένει συμπεριφορά τους. Δίχως καζάνια που κοχλάζουν και μαγικά φίλτρα, μακριά από τις πολύπλοκες καλωδιώσεις, τα αμέτρητα φώτα που λάμνουν εορταστικά πάνω από το κεφάλι των επιστημόνων, στις Άλπεις σχεδιάζεται μια επιχείρηση που λύνει (ή φαντάζεται πως λύνει) το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρώπινης φύσης. Η υποκατάσταση των αγαπημένων προσώπων διοχετεύεται μέσα απ’ το επιτυχημένο management κάποιων ανθρώπων που σκέφτηκαν ότι θα κατορθώσουν να παρηγορήσουν τους θλιμμένους συγγενείς ερμηνεύοντας τον ρόλο των αποθανόντων προσώπων. Ο ηθοποιός είναι ο νέος αγγελιοφόρος της αθανασίας και της επούλωσης των πληγών, και σκηνή του η ανθρώπινη ύπαρξη που πενθεί. Η τέχνη, κατά μία τρομακτική και ειρωνική έννοια, νικάει τον θάνατο για άλλη μια φορά, τη στιγμή που η επιδείνωση της απώλειας δεν προκαλείται από την καθαυτή απουσία, αλλά από την έλλειψη της διαδραματισμένης συνθήκης. Την αποστέρηση του γεγονότος, της συνήθειας, του ψυχαναγκασμού. Μέσα σε ένα τεχνητό δραματικό θέατρο δεν έχει σημασία η ομοιότητα της εξωτερικής εμφάνισης αλλά το ύφος, το ήθος και το στυλ. Οι πυροκροτητές της συναισθηματικής κάθαρσης.


[45]

Η τυραννία της ανάγκης και το στυλ της απώλειας Μπροστά σε αυτόν τον μεταμοντέρνο ευφυή σχεδιασμό, ο άνθρωπος-ηθοποιός καλείται να υποδυθεί ένα πιστό και υπάκουο ανθρωποειδές, προσδίδοντάς του όλα εκείνα τα εγγενή και φυσικά χαρακτηριστικά τα οποία το ίδιο δεν διαθέτει. Το μέλλον, επομένως, δεν είναι ο άνθρωπος αλλά ο ουτοπικός σωσίας του. Ένας σωσίας-συνοδός, ένας σωσίας-εραστής, ένας σωσίας-υπηρέτης, ένας σωσίας-εργάτης, ένας σωσίας που περιφέρει με παιδιάστικο ενθουσιασμό το Οιδιπόδειό του και τρώει τα νύχια του ώστε να προκαλέσει τη συγκίνηση των συνταραγμένων πελατών του. Η υποκατάσταση που συντελείται, το νέο δηλαδή είδωλο στο οποίο εμφυσά πνοή ο διαχειριστής της Ανάγκης –ταβιανικός υπάλληλος με έφεση στις πολεμικές τέχνες και στον ναζιστικό σαδισμό– εξουδετερώνει την παρουσία της Διαφοράς, γι’ αυτό, όπως μας έδειξε και ο Ρενέ Ζιράρ, είναι και τερατώδες. Θα μπορούσε να έχει πέντε κεφάλια, τραγόμορφο σώμα, βλέμμα λιονταριού, αλλά του απαγορεύεται να μην υπηρετεί πιστά τον ρόλο του ανδρείκελου, ταγμένου πάντοτε στην εκάστοτε αποστολή του. Κάθε παρέκκλιση, κάθε αυτοσχεδιασμός, κάθε ταύτιση ισοδυναμεί με βίαιη τιμωρία, μιας και οι λειτουργίες της Ανάγκης φέρουν

πάντοτε μια οξεία και επιτακτική δριμύτητα, παρόλο που ο εξορθολογισμένος και τεχνοκρατικός πολιτισμός μάχεται να την αμβλύνει. Ο σωσίας, αναστημένος εξολοθρευτής της απώλειας, ανέρχεται στους ουρανούς της εικονοκλαστικής φαντασίωσης και διακηρύττει περίλαμπρα την επίλυση των θνητών προβλημάτων. Κωδικοποιεί τις αναμνήσεις και τις εντάσσει στην ψυχή του με λοβοτομή. Χαϊδεύεται εφηβικά κάτω από τον ωκεανό των νεανικών posters. Όταν βασανίζεται διατηρεί πεισματικά το στυλ, αντί να διασώσει την αξιοπρέπειά του. Μετατρέπει τον Λόγο σε άγουρο ψέλλισμα, βγαλμένο από τα χείλη ενός κακού ηθοποιού. Μεταμορφώνει το χιούμορ σε αυτιστική, μονήρη μάντρα που εξυπηρετεί αντί να εκφράζει. Ξυπνάει τη νιότη με ένα παγερό τρέμουλο στις μαραγκιασμένες καρωτίδες των ηλικιωμένων. Συμμετέχει στην εορταστική φρίκη των ανισόρροπων. Ξεσηκώνει τον Πατέρα και τον προσκαλεί σε μια punk/ alternative αποδομητική γελοιοποίηση της εξουσίας του. Είναι κομμουνιστικός: σε όλους ανάλογα με τις ανάγκες τους. Είναι χαμαιλέοντας, αλλάζει χρώματα μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων. Είναι οι ρόλοι του, μα όχι ο εαυτός του. Διότι, τελικά, το σημαντικότερο διακύβευμα μέσα σε ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης είναι η απώλεια. Όχι όμως των άλλων αλλά του ίδιου μας του εαυτού.


[46]

Ο χαμένος ρομαντισμός Συνοψίζοντας τον συλλογισμό της Σούζαν Σόνταγκ στο βιβλίο της Η γοητεία του Φασισμού, αντιλαμβανόμαστε ότι τα δύο κεντρικά ζητήματα της διαχρονικής προβληματικής του ρομαντισμού είναι η επανένωσή μας με τον φυσικό-πνευματικό κόσμο και η μνήμη. Όταν ο σωσίας-άνθρωπος ανακαλύψει μια χαραμάδα ταύτισης με τον ρόλο του, όταν διακρίνει στην πορεία της ερμηνευτικής προσαρμογής του μνήμες από αυτό που ήταν ή έμοιαζε να είναι, όταν επιθυμεί να ενωθεί με τον κόσμο και να κατασκευάσει από την αρχή το παζλ της ύπαρξής του, επέρχεται με εκκωφαντικό τρόπο η συντριβή. Είναι ακριβώς η ίδια παλιά ιστορία: τη στιγμή που γίνεσαι κάτοχος της απαγορευμένης γνώσης, συνθλίβεσαι από το βάρος της πραγματικότητας και χάνεις την κατασκευασμένη σου αθωότητα. Στο σημείο εκείνο που συναντιούνται ο υπαρξισμός με το μεταφυσικό αστυνομικό μυθιστόρημα, το είναι με την αέναη αναζήτηση του είναι (μιας και κάθε άνθρωπος είναι ένα είδος ντετέκτιβ, από τον Οιδίποδα μέχρι τον Φίλιπ Μάρλοου), βλασταίνει η τρομερή και απογυμνωμένη αλήθεια του κόσμου που μας φέρνει αντιμέτωπους με την αλήθεια του εαυτού μας. Τα προσωπεία, τότε, διαλύονται βίαια, τα ανεπούλωτα τραύματα βάφουν με αίμα τους πολυκαιρισμένους κοθόρνους και οι

ρόλοι κατακερματίζονται, προδίδοντας το γυάλινο, ψυχρό τους βλέμμα. Τραγωδία, συνεπώς, είναι να αποφεύγεις να προφέρεις το όνομα του Φόβου αλλά αυτό να μπερδεύεται διαρκώς στο στόμα σου. Να απωθείς την ψυχολογική και φιλοσοφική του μετεωρολογία και αυτή να επανέρχεται σαν ανοίκειος παγετός. Να διαγράφεις τυφλές τροχιές πάνω από τις εκτάσεις του, επιχειρώντας να ξορκίσεις το ταμπού της απώλειας, αλλά να είσαι ήδη μολυσμένος. Η φράση-κλειδί είναι αυτή που ξεστομίζει ο αρχηγός των ανθρωποειδών, ο Ρόι, στην ταινία Blade Runner: «το πρόβλημα τελικά είναι πάντοτε ο θάνατος». Το πρόβλημα τελικά είναι πάντοτε η οριστική απώλεια. Η ίδια αγωνία καταδεικνύεται και από τον Χάιντεγκερ στο Είναι και Χρόνος: μπροστά στον θάνατο η ύπαρξη βιώνει ένα βαθύτατο αποπροσανατολισμό, τη μέγιστη και πιο ριζική ανοικειότητα. Αντιμέτωποι όμως με αυτήν την τερατώδη αγωνία καλούμαστε να επιλέξουμε αυτοβούλως και να ανακτήσουμε τον έλεγχο του εαυτού μας. Με άλλα λόγια, ο θάνατος, η έσχατη δυνατότητα του μη-είναι, προσφέρει ταυτόχρονα τη δυνατότητα να υπάρξουμε αυθεντικά. Και για να υπάρξουμε αυθεντικά, επιτρέψτε μου, δεν αρκεί μόνο το περίτεχνο και αυτάρεσκο κινηματογραφικό στυλ. Απαιτείται και η αλήθεια. Του καθενός από εμάς…


[47]

Γιάννης Βογιατζής

Σημειώσεις για μια παράσταση


[48]


[49]

Μιχάλης Μεντίνης

Η πάλη των τάξεων... με τα κρεμμυδάκια

Τελετουργίες Μετάβασης Σύμφωνα με τον Λεβι-Στρώς (Tο ωμό και το μαγειρεμένο), το αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό της μετατροπής ενός ωμού υλικού σε μαγειρεμένο φαγητό αποτελεί και μια μεταφορά για τη σχέση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές φυλές και πολιτισμούς οι τελετουργίες μετάβασης εμπεριέχουν σχεδόν πάντα ένα στοιχείο «μαγειρέματος»… με καπνό, με ατμό, με ζεστό νερό, με καυτές πέτρες. Το «μαγείρεμα» είναι μία διαδικασία μετάβασης από την ωμή βιολογία στον μαγειρεμένο πολιτισμό, και αν κάποιος τύχει να ξαναπέσει βαθιά μέσα τη βιολογία κινδυνεύοντας να «σαπίσει» λόγω της ακατέργαστης «ωμότητάς» του, ο εξαγνισμός για την επαναφορά στον πολιτισμό θέλει φωτιά… ή τουλάχιστον το κάπνισμα ενός θυμιατού. Αν και οι δικές μας κοινωνίες έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τέτοιου είδους τελετουργίες μετάβασης, παρ’ όλα αυτά διατηρούν, τόσο στο επίπεδο της γλώσσας όσο και των γενικότερων πρακτικών, τη σημασία του «μαγειρέματος» ως την πράξη που σφραγίζει τη μετάβαση σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης. Ας θυμηθούμε τη φράση που θέλει τους νέους να πρέπει να «ψηθούν» για να αντέχουν, ή ας σκεφτούμε πως το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση κατά τη διάρκεια της εφηβείας γίνεται μέσα από ένα ιδιότυπο «ψήσιμο»… με τον καπνό του τσιγάρου, με το «κάψιμο» του κεφαλιού με ουσίες, με τη θερμότητα της ερωτικής πράξης… με Sex, Drugs and Rock ‘n’ Roll. Χωρίς ένα είδος «ψησίματος», λέει ο Χάρπουρ,1 χωρίς μια ιερουργία μύησης στον πολιτισμό, χωρίς την τελετουργία μετάβασης από την ωμότητα και την ανωριμότητα της βιολογίας στη μαγειρεμένη ωριμότητα του πολιτισμού, κινδυνεύουμε να μείνουμε για πάντα ανώριμοι, σε σχέσεις εξάρτησης, εγωκεντρικοί και αβέβαιοι για το ποιοι είμαστε. 1. Patrick Harpur, The Philosophers’ Secret Fire. Α History of the Imagination, Penguin, Λονδίνο 2002.

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα γινόμαστε κοινωνοί ενός μοναδικού φαινομένου τελετουργικής μετάβασης, βασισμένης στο ψήσιμο, στο μαγείρεμα. Πλήθος τηλεοπτικών εκπομπών μαγειρικής, ριάλιτι σόου με εκλεπτυσμένη, αισθητική κουζίνα (και για παιδιά!), καθώς και αμέτρητα περιοδικά και βιβλία συνταγών συνθέτουν την εικόνα αυτής της περίεργης τελετουργικής μετάβασης από την παραδοσιακή, ρεπερτοριακή και «ανώριμη» κουζίνα του ανατολίτικου συλλογικού εαυτού στην «ώριμη», βασισμένη στη φαντασία και τη γνώση εκλεπτυσμένη κουζίνα του αυτόνομου ατόμου της «πολιτισμένης» (καπιταλιστικής) Δύσης. Σε εμπειρικό επίπεδο, το πέρασμα αυτό είναι πλέον αρκετά εμφανές πάνω στο ελληνικό τραπέζι, το εορταστικό, το κοινωνικό όχι μόνο των μεγαλοαστικών στρωμάτων, αλλά και των μεσαίων στρωμάτων κυρίως των νεότερων γενεών. Την τελευταία δεκαετία και κάτι, το τραπέζι αυτό παρουσίασε μια σταδιακή μετάβαση από αυτό που θα ονομάζαμε παραδοσιακή ελληνική κουζίνα σε ένα είδους δυτικότροπης κουζίνας. Παρά το γεγονός ότι η καθημερινή διατροφή παρέμενε σε μεγάλο βαθμό παραδοσιακή (αν και με αρκετές δημιουργικές μικροπαρεμβάσεις), κουζίνα της Aνατολής δηλαδή, τα γεύματα με καλεσμένους είχαν αρχίσει να κυριαρχούνται από την αισθητική μαγειρική τεχνοτροπία της Δύσης. Οι ντοματοσαλάτες και οι μαρουλοσαλάτες έμοιαζαν πλέον βασανιστικά φολκλορικές και παραχωρούσαν τον μικρό αλλά κεντρικό επιτραπέζιο χώρο τους στον πιο φινετσάτο συνδυασμό «ρόκα-παρμεζάνα-προσούτο-λιαστές ντομάτες»… με βινεγκρέτ, ή τα πομπώδη side plates με ζυμαρικά. Τα σουτζουκάκια, τα ντολμαδάκια, τα ριγανάτα και τα συναφή υποσκελίστηκαν από το πιάτα fusion, ή τις ιδιότροπες μακαρονάδες. Οι σπανακόπιτες και τα τυροπιτάκια παραγκωνίζονταν από τα κις λοραίν, ενώ τα γλυκά του ταψιού με φύλο ή σιμιγδάλι, με σιρόπι μελιού και συχνά άρωμα κανέλας, αποδεικνύονταν ξεδιάντροπα μη ευρωπαϊκά, υπερβολικά επαρχιώτικα μπροστά στο νεοφερμένο και εντυπωσιακότερο τρικολόρε τσιζ-κέηκ.


[50]

Πάνω στο ελληνικό τραπέζι των τελευταίων χρόνων παίζεται άλλη μια σκηνή του ατέρμονου άλυτου μετεωρισμού ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση που χαρακτηρίζει και βασανίζει τον ελλαδικό χώρο από το Βυζάντιο και μετά. Πάνω στο ελληνικό τραπέζι παίζεται όμως και ένα ακόμη επεισόδιο της ταξικής πάλης, αφού επιχειρείται, μέσω του ψησίματος και της μετάβασης σε έναν πιο «πολιτισμένο» καπιταλιστικό χρονότοπο, μια τελετουργική μετάβαση από τη «βαρβαρότητα» του ταξικού ανταγωνισμού, στον πολιτισμό της συναίνεσης, της ταξικής ειρήνης και της επιχειρηματικότητας των ανώτερων, δημιουργικότερων, στρωμάτων. Νεοφιλελεύθερη μαγειρική Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε πριν μερικούς μήνες μια γνωστή ηθοποιός, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι «οι Έλληνες είμαστε αμόρφωτοι. Προσπαθούμε να το παίξουμε Ευρώπη, ενώ είμαστε Ανατολή».2 Αυτή η αντίληψη, που δεν ανήκει αποκλειστικά στην ίδια αλλά σε μια ολόκληρη τάξη, ή καλύτερα σε έναν ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό προσανατολισμό, και τείνει, μέσω της υποστασιοποίησής της από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, να αναχθεί σε εθνική αυτοκριτική, επισκιάζοντας κάθε ταξική ανάλυση, έχει και μια 2. Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους, Συνέντευξη στο περιοδικό Εγώ, τχ. 9-15, Φεβρουάριος 2012, σ. 24-27.

πολυεπίπεδη διατροφική διάσταση – η «αμορφωσιά», συνδέεται με τη «βαρβαρότητα» της λαϊκής, προλεταριακής κουζίνας (όπως θα δούμε παρακάτω). Γνωρίζουμε από τον Νόρμπερτ Ελίας (Η εξέλιξη του πολιτισμού) πως οι διατροφικές συνήθειες είναι άρρηκτα δεμένες με μορφές ψυχισμού και σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι, στη δική μας περίπτωση, για παράδειγμα οι δυνατές γεύσεις σκόρδου και κρεμμυδιού που έχουν πολλά από τα παραδοσιακά φαγητά, η δυνατή μυρωδιά του σώματος και του ιδρώτα που αναδύεται μετά τη βρώση τους, όπως και ο συχνός ερευγμός ή τα αέρια που συνοδεύουν την κατανάλωσή τους, έχουν από καιρό καταστεί αντικείμενο αποστροφής και, μαζί με τις σχέσεις μεγαλύτερης εγγύτητας μεταξύ των σωμάτων που τις συνοδεύουν, συνδέονται με την έλλειψη πολιτισμού, τη βαρβαρότητα, το άξεστο και το αμόρφωτο των κατώτερων τάξεων… των μεταναστών! Από την άλλη, η δυτικότροπη διατροφή δεν συνδέεται απλώς με έναν ψυχισμό περισσότερο αυτόνομο, αλλά διασταυρώνεται και με ένα ολόκληρο πλέγμα αποστειρωμένων σχέσεων μεταξύ ατομικοτήτων, και φυσικά με την ανάγκη για υγιές, ευέλικτο, και δυναμικό σώμα στις υπηρεσίες του κεφαλαίου. Έτσι, πάνω στα τηγάνια που τσιτσιρίζουν και στις κατσαρόλες που αχνίζουν στην TV, συντελείται κάτι περισσότερο από μια απλή μαγειρική διασκέδαση. Αυτό που συντελείται είναι μια ψυχαγωγία με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, ένας διατροφικός (και συνάμα ηθικοαισθητικός) εκπολιτισμός, μια μετάβαση, μεταξύ άλλων, από έναν ψυχισμό σε έναν άλλον, από έναν ελλιπώς ατομικοποιημένο, ανατολίτικο, «βάρβαρο» εαυτό (των κατωτέρων στρωμάτων), προς ένα πλήρως αυτόνομο, επιχειρηματικό, δημιουργικό και προτεσταντικού τύπου «εγώ» (των ανώτερων στρωμάτων). Αυτού του είδους η αγωγή επιβάλει πως, ακόμη και αν το φαγητό που ετοιμάζεται είναι παραδοσιακό, το άτομο θα πρέπει να το ξαναανακαλύψει, να το επανεφεύρει δημιουργικά – σπάζοντας τη σύνδεση της μαγειρικής πράξης με τη συνήθεια της παράδοσης. Η άποψη της γνωστής ηθοποιού για τους Έλληνες δεν συναντάται απλώς με αφοριστικές διατυπώσεις, αλλά και με πιο διεισδυτικές και θεωρητικά θεμελιωμένες αναλύσεις, όπως αυτή του διανοούμενου του κράτους και της εξουσίας Στέλιου Ράμφου Ο Ράμφος εντοπίζει και εκείνος την αιτία των προ-


[51]

βλημάτων της ελληνικής κοινωνίας στην κατάσταση του ελληνικού-ανατολίτικου ψυχισμού και της αδυναμίας του να αποσπαστεί από οικογενειακούς δεσμούς, να αυτοπροσδιοριστεί και να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, δημιουργική δράση και αυτοτέλεια.3 Αν και ο Ράμφος δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στο φαγητό, η όλη προσέγγισή του με έμφαση στην παιδεία και την ανάγκη για δυτικοποίηση του ελληνικού ψυχισμού, στηρίζει και αναπαράγει το ιδεολογικό πλέγμα πάνω στο οποίο πατάει η απόρριψη της Ανατολής και η στροφή προς τη δημιουργική και αισθητική κουζίνα της «πολιτισμένης» Δύσης. Όλα αυτά ίσως να μην ήταν και τόσο προβληματικά αν ο Ράμφος, μέσα στην αλαζονεία που του προκαλεί η σχέση του με τα ανώτερα στρώματα και την εξουσία –ήταν προσωπικός σύμβουλος του πρωθυπουργού του Μνημονίου Γ. Παπανδρέου– δεν παρέβλεπε να διαπιστώσει, είτε από κακή ανάλυση είτε επειδή δεν τον ενδιαφέρει η ταξική ανάλυση, πως τέτοιου είδους ψυχικές διεργασίες και σχέσεις ήταν, πολλές φορές, και συνεχίζουν να είναι, ο μόνος τρόπος επιβίωσης για τους προλετάριους. Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι η επιστροφή στην ανατολική, παραδοσιακή κουζίνα είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρηθεί μία φτωχή μεν αλλά σταθερή οικιακή οικονομία μέσα στην κρίση – με μια κατσαρόλα φακές τρώει μία οικογένεια για μέρες. Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική διάσταση του θέματος «μαγειρική». Ας επιστρέψουμε σε αυτό που λέγαμε. Η προσπάθεια πλήρους μετάβασης στον ψυχισμό και τον χρονότοπο της «πολιτισμένης», καπιταλιστικής Δύσης είναι εύκολα αναγνώσιμη τόσο στα ανάλογα ριάλιτι και τις εκπομπές μαγειρικής που κατακλύζουν την τηλεοπτική πραγματικότητα όσο και στις ταινίες σχετικού περιεχομένου που έχουν κυκλοφορήσει την τελευταία δεκαετία. Η Πολίτικη κουζίνα (2003, σκην. Τάσος Μπουλμέτης), για παράδειγμα, αν και εκφράζει τη νοσταλγία για μια ανατολικότητα που χάθηκε για πάντα, εκφράζει ταυτόχρονα μια σειρά από ανατολίτικα στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο… τα υπερφορτωμένα τραπέζια, τη λαίμαργη, πληθωρική κατανάλωση φαγητού, τον εαυτό που ετεροπροσδιορίζεται 3. Στέλιος Ράμφος, Το αδιανόητο τίποτα (Αρμός 2010) και Η λογική της παράνοιας (Αρμός 2011).

μέσα από τους σημαίνοντες άλλους, στην εν λόγω περίπτωση μέσα από το εκτεταμένο οικογενειακό δίκτυο κ.λπ. Μερικά χρόνια αργότερα, στο Επικίνδυνες μαγειρικές (2010, σκην. Βασίλης Τσελεμέγκος), αυτά τα ανατολίτικα χαρακτηριστικά, αν και πλέον αρκετά λειασμένα, βρίσκονται σε μια ανταγωνιστική σχέση με μια άλλη μορφή εαυτού, δημιουργικού και αυτόνομου, δυτικότροπου, με μία προτεσταντικού χαρακτήρα ακρίβεια και εργασιακή πειθαρχία. Εξηγώ. Στην ταινία βλέπουμε ένα σεφ υψηλής κουζίνας με πολλά χρόνια σπουδών και εργασιακής εμπειρίας στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι και στη Βαρκελώνη (δηλ. με δυτική παιδεία), τον Δαμοκλή Δήμου (Γιώργος Χωραφάς) και έναν ναυτικό μάγειρα, τον Δημήτρη Σαυρίδη (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης), οι οποίοι και οι δύο γνωρίζουν, ερωτεύονται και κοιμούνται, χωρίς να το ξέρουν, με την ίδια γυναίκα, τη Νανά (Κάτια Ζυγούλη). Αν και ο βαπορίσιος μάγειρας απέχει αρκετά από τον ανατολίτικο ψυχισμό που περιγράφεται στην Πολίτικη κουζίνα, παρ’ όλα αυτά, παραμένει ανατολίτικος. Σε αντίθεση με τον σεφ που παρουσιάζεται να έχει μόνο συνεργάτες και ερωμένη –ένα αυτόνομο άτομο απαλλαγμένο από οικογενειακούς δεσμούς, κεντρικό στοιχείο της ζωής του οποίου είναι η καριέρα του–, ο μάγειρας διατηρεί ακόμη, αν και σε περιορισμένη έκταση, στενούς οικογενειακούς δεσμούς (έχει μια


[52]

αδερφή) αλλά και φίλους, και βλέπει τη δουλειά του περισσότερο ως ένα τρόπο να βιοπορίζεται παρά ως διαδικασία αυτοπραγμάτωσης και κοινωνικής καταξίωσης. Πρόκειται για δύο διαφορετικά είδη ψυχισμού που διαφέρουν φυσικά και ως προς τις μαγειρικές τους επιλογές, Στην εκλεπτυσμένη, δημιουργική, δυτικότροπη τεχνοτροπία του σεφ αντιπαραβάλλεται η πιο πραγματιστική, ρεπερτοριακή, ανατολίτικη προσέγγιση του μάγειρα. Γκουρμέ συναίνεση Πάνω σε αυτή την πολιτισμική διάσταση του φαγητού που προαναφέραμε, εγγράφεται και η ταξική διάσταση. Τα γκουρμέ εδέσματα του σεφ δεν εντάσσονται σε καμία παράδοση, δεν έχουν όνομα, –στην ταινία είναι η Νανά που τα δοκιμάζει και τους δίνει όνομα ανάλογα με το τι της θυμίζει η εμφάνισή τους ή η γεύση τους– και η προετοιμασία τους απαιτεί πολύ φαντασία και δημιουργικότητα, που στη συνέχεια μετατρέπονται σε πειθαρχημένη, εκλογικευμένη και προσεχτικά εκτελεσμένη ιερουργία. Ο σεφ, με άλλα λόγια, είναι εκπρόσωπος μιας διαφορετικής μορφής παραγωγής των υψηλότερων, επενδυτικών, επιχειρηματικών στρωμάτων, όπως και των επονομαζόμενων «δημιουργικών τάξεων» (creative class), ή της μισθωτής μπουρζουαζίας (Ζίζεκ). Από την άλλη, η τεχνοτροπία του μάγειρα, είναι περισσότερο ρεπερτοριακή, ακολουθεί ένα συνδυασμό μαθημένης συνήθειας και απρόσεχτης, ακαλλιέργητης έμπνευσης, που συχνά υπακούει τις επιθυμίες αυτών για τους οποίους προετοιμάζεται. Πρόκειται για τη μαγειρική των λαϊκών στρωμάτων, των προλετάριων, ο ψυχισμός των οποίων δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν συνάδει με την επιταγή για επιχειρηματικότητα. Σε μια σκηνή της ταινίας, οι δύο άντρες περπατούν στο δρόμο και συνομιλούν για τη μαγειρική. Ο σεφ, παρομοιάζει τη μαγειρική του με μοριακή φυσική, για να πάρει την απάντηση από τον μάγειρα ότι αυτού του είδους η εκλογίκευση καταστρέφει τη μαγεία του τυχαίου. Επιπλέον, επιχειρηματολογεί ο μάγειρας: «δοκίμασε να ταΐσεις μοριακή φυσική κουνημένους μετά από δώδεκα μποφόρ και τα ξαναλέμε». Η απάντηση του σεφ είναι ενδεικτική τόσο της προσέγγισής του στη μαγειρική όσο και του τρόπου με τον οποίον βλέπει την εργατική τάξη: «δεν μπορεί το κριτήριο ενός σεφ να καθορί-

ζεται από τα άγρια ένστικτα τριάντα βαρβάρων», απαντάει. Αυτό που είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο δεν είναι απλώς ότι ο μάγειρας ως περισσότερο ανατολίτης ετεροπροσδιορίζεται και συνδέει τη μαγειρική του με τις επιθυμίες και διαθέσεις αυτών για τους οποίους μαγειρεύει, ενώ ο σεφ, ως γνήσιο δυτικοποιημένο, αυτόνομο άτομο, αυτοπροσδιορίζει τα κριτήρια της μαγειρικής του. Αλλά, ότι αυτή η διαφοροποίηση παίρνει ένα καθαρά ταξικό χαρακτήρα. Οι ναυτικοί περιγράφονται ως «βάρβαροι με άγρια ένστικτα», βρίσκονται έξω από τον «πολιτισμό». Χρειάζονται λοιπόν μια τελετουργία ψησίματος, μια γευστική εκπαίδευση, ώστε να μεταβούν από την αγριότητα των ενστίκτων στον πολιτισμό… της συναινετικής επιχειρηματικότητας. Εξηγώ και πάλι. Η ταινία κλείνει με τους δύο άνδρες να «συνεταιρίζονται». Η επιχειρηματικότητα προβάλει ως η λύση του προηγούμενου ανταγωνισμού τους – για τον οποίο ο μάγειρας (πειθαρχώντας) έχει πλέον μετανιώσει και θεωρεί μια ανόητη πράξη! Οι όροι της συνεργασίας αυτής δεν τίθενται όμως αμοιβαία αλλά ορίζονται από τον εκπρόσωπο του νέου είδους ψυχισμού και εκπροσώπου της νέας παραγωγικότητας. Το εστιατόριο που οι δύο άνδρες ανοίγουν δεν είναι μια ταβέρνα ή κάποιο σουβλατζίδικο, αλλά ένα ακριβό εστιατόριο υψηλής κουζίνας. Και ενώ ο σκηνοθέτης μάς δείχνει τον μάγειρα, την αδερφή του και το φίλο του να δουλεύουν μέσα σε καθεστώς απόλυτου πανικού στην κουζίνα την ημέρα των εγκαινίων, ο σεφ υπογράφει αντίτυπα του βιβλίου με συνταγές που μόλις έχει εκδώσει, και κάνει δημόσιες σχέσεις με τους ευκατάστατους καλεσμένους-πελάτες. Ο ταξικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο έφτασε στο τέλος του. Το πέρασμα από τη «βαρβαρότητα» της Ανατολής στον καπιταλιστικό «πολιτισμό» της Δύσης απαιτεί τον κατευνασμό του ταξικού ανταγωνισμού, την αποχαυνωτική συναίνεση με τους όρους των ελίτ. Όταν στην τελευταία σκηνή ο μάγειρας αστειεύεται με τον σεφ ότι εκείνος (ο μάγειρας) θα έπρεπε να είχε γράψει το βιβλίο, η απάντηση του σεφ δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρεξήγησης για τη μεταξύ τους σχέση: «μάθε να διαβάζεις πρώτα», του απαντάει, μια καθαρή αναφορά στο χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, άμεσα σχετιζόμενου με την ταξική του θέση. Αυτά, προς βρώση και συμμόρφωση.


[53]

Νίκος Τσιβίκης

Βυζάκια μέσα

Παράλιες σκέψεις πάνω στη μερική απόκρυψη του ανθρωπίνου σώματος

Έ

χουν περάσει περισσότερα από 25 χρόνια από τότε που η Μελίνα Τανάγρη καλούσε και τις υπόλοιπες Ελληνίδες να βγάλουν τα βυζάκια τους έξω, στο ομώνυμο τραγούδι, για να αντιμετωπίσουν την πολιτική και κοινωνική κρίση των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του ’80. Σήμερα, και ενώ η κρίση είναι πιο πραγματική και πιο αισθητή για όλους, οι ελληνικές παραλίες μοιάζουν εντελώς διαφορετικές από τότε. Τα μονοπάτια μετατρέπονται σε εύκολους χωματόδρομους για τα τζιπάκια και οι χωματόδρομοι σε κανονικές ασφάλτους με πάρκινγκ. Τουαλέτες, ντουζιέρες και καντίνες εξυπηρετούν πλέον μερικά από τα πιο δυσπρόσιτα μέρη, και ομπρέλες διατίθενται ακόμη και για όσους δεν αντέχουν να τις βλέπουν. Κι όμως, μέσα σ’ αυτό το γαϊτανάκι της προόδου των εγκαταστάσεων για λουόμενους μια παλιά συνηθισμένη εικόνα σπανίζει σε βαθμό εξαφάνισης: τα ελεύθερα από την τυραννία του πάνω μέρους του μπικίνι βυζάκια, γυναικεία στήθη δηλαδή που να απολαμβάνουν ανεμπόδιστα τη ζεστασιά του ήλιου και την αγκαλιά της θάλασσας. Το φαινόμενο των γυναικών που από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 διεκδικούσαν σταθερά το δικαίωμα να απαρνηθούν το πάνω μέρος του μαγιό τους έμοιαζε την εποχή εκείνη ως ένα φυσιολογικό στάδιο προς την πλήρη απελευθέρωση του σώματος και τη χειραφέτηση του γυναικείου ερωτισμού. Οι γυμνόστηθες ή τόπλες υπήρξαν ένα δυναμικό στοιχείο των ελληνικών παραλιών που γρήγορα εξαπλώθηκε και προσπέρασε φραγμούς ηλικίας, γεωγραφικούς περιορισμούς ή ταξικές διαφοροποιήσεις. Η μεγάλη αυτή διάδοση προκάλεσε τόσο την αντίδραση του συντηρητικού, συνήθως χριστιανορθόδοξου, κομματιού της ελληνικής κοινωνίας, που έβλεπε στα ελεύθερα στήθη το εισαγωγικό στάδιο για την πλήρη αποκάλυψη του σώματος και την πτώση στην αμαρτία του γυμνισμού, όσο και την αδιαφορία ή και εχθρότητα ενίοτε του προοδευτικού και αριστερού κοινωνικού χώρου που άλλοτε το θεωρού-

σε ανάξιο λόγου και άλλοτε μειοδοσία μπροστά στην πλήρη απελευθέρωση. Δεν έλειψαν οι στιγμές που σε αρκετές παραλίες, χωρίς κάποια ιδιαίτερη σήμανση, οι τόπλες γυναίκες ανταγωνίζονταν σε αριθμό ακόμη και τις ευπρεπώς ενδεδυμένες. Χαρακτηριστική άλλωστε είναι η ανάμνηση των πρώτων δημόσιων φωτογραφιών της επίσημης αγαπημένης του Έλληνα πρωθυπουργού Δήμητρας Λιάνη, στην Αυριανή του 1987, οι οποίες φυσικά την απεικόνιζαν γυμνόστηθη να απολαμβάνει το μπάνιο της και να χαριεντίζεται με την παρέα της. Όσο κι αν η εικόνα της ημίγυμνης, ενίοτε και γυμνής, αεροσυνόδου προκάλεσε, το σκάνδαλο το σήκωσε η Αυριανή σχεδόν μόνη της, ανάμεσα στις καταγγελίες για το «ποιόν του Μάνου Χατζιδάκη» και άλλες τέτοιες προσωπικές κίτρινες επιθέσεις, ενώ ο κυρίαρχος λόγος, δημοσιογραφικός και πολιτικός, το αποδέχθηκε χωρίς μεγάλες αντιστάσεις. Για την ίδια την κοινή γνώμη, από την άλλη, οι περισσότερες συζητήσεις περιστράφηκαν γύρω από το ακανθώδες ζήτημα του τι περιεργαζόταν με το χέρι της σε κάποιες από τις πόζες, κι όχι τόσο για την απουσία ένδυσης. Η φάση αυτή της αποκάλυψης του γυναικείου σώματος ήταν στενά συνδεδεμένη με μια άκρατη αισιοδοξία προσωπικής και πολιτικής χειραφέτησης για τις Ελληνίδες, που σε μεγάλο βαθμό είχε ήδη συντελεστεί στη Βόρεια Ευρώπη και Αμερική τη δεκαετία του ’70 και μόλις τότε έφτανε καθυστερημένα στο νοτιότερο άκρο της Βαλκανικής, τη μικρή σοσιαλιστική μας πατρίδα. Κι όμως, με ξεκάθαρο τρόπο, η πρώτη δεκαετία του 21ου αι. έχει σημάνει μια ρητή υποχώρηση του γυμνοστηθισμού στις ελληνικές παραλίες, χωρίς ευτυχώς να είναι ακόμη παράνομος, όπως στις περισσότερες πολιτείες των Η.Π.Α. Η εμφάνιση στις παραλίες γυναικών που τολμούν να απαλλαγούν από ένα τουλάχιστον από τα κομμάτια υφάσματος που καλύπτουν το σώμα τους είναι κάτι σπάνιο πλέον, εκτός από ειδικές και εξαιρετικές περιστάσεις – μια τάση που δεν σχετίζεται μόνο με τις αλλαγές στη μόδα ή με την ευκαι-


[54]

ρία που προκύπτει για τις βιομηχανίες ενδυμάτων να πουλήσουν και πάλι τα σαφώς ακριβότερα διμερή μαγιό τους. Η συντηρητική αυτή αναδίπλωση γίνεται σαφέστερη αν αναζητήσουμε την υπερβολή της. Ακόμη και στα νεαρά κοριτσάκια, κάτω των 10 ετών, που μολονότι ανατομικά δεν διαθέτουν τίποτα για να κρύψουν, συστηματικά πια οι Ελληνίδες μητέρες ολοένα και περισσότερο τους φοράνε το τοπ του μπικίνι· μια κίνηση σχεδόν τελετουργική προκειμένου να ξορκίσουν την παιδική αθωότητα και να επισπεύσουν την ωρίμανση με ένα σημείο προληπτικής ντροπής για τις εξελίξεις που θα επισυμβούν. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια πορεία στη διαδικασία της απελευθέρωσης του σώματος στη παραλία, που έρχεται από την επινόηση τον 19ο αιώνα του καλοκαιρινού μπάνιου στη θάλασσα και αρχικά σήμαινε την πλήρη κάλυψη/απόκρυψη του γυναικείου (και ανδρικού) σώματος και τη σταδιακή του αποκάλυψη κατά τις επόμενες δεκαετίες. Κομβικά σημεία σ’ αυτή την πορεία υπήρξαν το μπανιερό, αρχικά ολόσωμο, που άφηνε όμως ελεύθερα τα πόδια, τα μπράτσα και την πλάτη κατά τον Μεσοπόλεμο, η διάδοση του μπικίνι τη δεκαετία του ’50, το τόπλες ή μονοκίνι της δεκαετίας του ’80 και τα τάνγκα και στρινγκ της δεκαετίας του ’90.

Μια πορεία προόδου που σε στιγμές της έμοιαζε ευθύγραμμη, με τελικό σταθμό την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου σώματος, έστω στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης διαδικασίας όπως το μπάνιο στη παραλία. Μια πορεία δηλαδή προς έναν οργανικό και λειτουργικό γυμνισμό. Μια συμπεριφορά που στην κατάληξή της θα αποτελούσε κομμάτι συνολικότερων αναθεωρήσεων και παρέμενε προνόμιο ως τότε μόνο λίγων και πρωτοπόρων, που είτε σχετίζονταν με κινήματα υγιεινής ζωής, όχι σπάνια με ακροδεξιές θεωρήσεις, είτε αργότερα συνδυάστηκε με κινήματα ατομικής απελευθέρωσης, όπως οι χίπις. Σήμερα πια, απότοκο μιας συνισταμένης των παραπάνω πρωτοπόρων ομάδων είναι και ο αναθεωρητικός γυμνισμός με χαρακτηριστικά του 21ου αιώνα. Ένας τρόπος έκφρασης σχετικά εξοβελισμένος στο περιθώριο, προνομιακό πεδίο για νεοχίπιδες και παλαιοφρικιά, υγιεινιστές, άθεους ή αρχαιόθρησκους, αλλά σίγουρα μύστες των ανατολικών μυστηρίων οι οποίοι, καλά απομονωμένοι στην άγονη γραμμή της άγονης γραμμής, δεν διαταράσσουν τίποτα και δεν απειλούν την κοινωνική ηρεμία. Επιστρέφοντας όμως στην απώλεια των απλών ελεύθερων στηθών, χρειάζεται να αναλύσουμε τον μηχανισμό της συντηρητικής αναδίπλωσης που παρουσιάζει χαρακτηριστικά κοινά με πλήθος άλλων αντίστοιχων διεργασιών στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, θεμελιωμένος από τη μία στο επιστημονικό πεδίο και από την άλλη στον χώρο της ελευθεροβουλίας. Πρωταρχικό ρόλο παίζει η «σκληρή επιστήμη», με βασικό εργαλείο τις ιατρικές έρευνες που στοιχειοθετούν την οιονεί ορθολογική και για λόγους υγείας απαγόρευση μιας κοινωνικής έκφρασης. Αυτή τη φορά αντενδείκνυται η ελεύθερη έκθεση του γυναικείου στήθους στον ήλιο, και επομένως στην κοινή θέα, και η απαγόρευση/σύσταση προστίθεται σ’ αυτές κατά του καπνίσματος, κατά του φαγητού, κατά του ποτού, κατά του ελεύθερου έρωτα κ.ο.κ. Οι αναρίθμητες απειλές για την υγεία της εκτιθέμενης (ακτινοβολίες, καρκίνος, βλάβη στους αδένες και στη θηλή, κ.ο.κ.) συγκροτούν ένα κινδυνολογικό αφήγημα που απηχεί απόμακρα τον απόλυτα τεκμηριωμένο από την ιατρική του παρελθόντος φόβο της τύφλωσης από την κατάχρηση του αυνανισμού. Κι αν η μαλακία τη γλιτώνει σήμερα, ο λόγος είναι μάλλον ότι ανήκει στη σφαίρα


[55]

του ιδιωτικού, όπου και μόνο επιτρέπεται πλέον η αχαλίνωτη (και ακίνδυνη) έκφραση, αντίθετα με το δημόσιο πεδίο το οποίο υπόκειται σε ασφυκτικό έλεγχο προκειμένου να αποκλειστούν οι όποιες «παρεκκλίνουσες» συμπεριφορές. Η ιατρικοποίηση του κοινωνικού ελέγχου, άλλωστε, αποτελεί συνολικότερα σήμερα ένα από τα βασικά εργαλεία περιορισμού και ρύθμισης της συλλογικής ζωής. Από μόνη της όμως η ιατρικοποίηση δεν αρκεί, ιδίως καθώς φαντάζει στα κοινωνικά υποκείμενα απόλυτη, ένα προσωπείο που αποφεύγει όσο τίποτα άλλο ο απολυταρχικός καπιταλισμός του 21ου αι. Η ανάγκη συμπλήρωσης του ελέγχου βρίσκει την απάντησή της στην ιδεολογικοποίηση του μηχανισμού μέσα από το παιχνίδι της ελεύθερης επιλογής – ελεύθερης στον βαθμό που κινείται βέβαια εντός συγκεκριμένων πατρόν και εναλλακτικών τρόπων κατανάλωσης. Η μοντελοποίηση της αισθητικής και η τυραννία του τέλειου σώματος που ξεπηδά από τις πλαστικές σελίδες των περιοδικών υψηλής μόδας και από τις σκηνές ταινιών σκληρού πορνό επιβάλλουν με απόλυτο τρόπο τα αντίστοιχα πλαστικά στήθη και οπίσθια. Ανθρώπινα μέλη που ασφυκτιούν και υπερίπτανται αγνοώντας κάθε φυσικό νόμο, ιδίως αυτόν της βαρύτητας. Το πραγματικό στήθος, το στήθος δηλαδή των πραγματικών γυναικών, γίνεται κατ’ αναλογία αντικείμενο μετρήσιμο με βάσει νέα μετρικά συστήματα. Καθότι όμως έρμαιο της υπέρτατης τελειότητας της ανθρώπινης φύσης, που δεν είναι άλλη από την απειράριθμη ποικιλομορφία, το στήθος που δεν μπορεί να συμμορφωθεί στους πλαστικούς κανόνες καθίσταται στοιχείο ατέλειας που έχει ανάγκη ένα κομμάτι υφάσματος για να κρυφτεί. Η ομορφιά της ποικιλίας γίνεται ιδιαιτερότητα και το δικαίωμα στο διαφορετικό γίνεται βίτσιο. Είναι άραγε υπερβολικό ή ταπεινό να αναζητά κανείς στις παραλίες το υπό εξαφάνιση πλέον θέαμα των ελεύθερων στηθών; Δύσκολα μπορεί να μη συνδεθεί η ματαίωση αυτή με πλήθος άλλων που βιώνει κανείς σήμερα σε όλα σχεδόν τα επίπεδα· ματαιώσεις μιας κοινωνίας που μέχρι πρόσφατα εγγυόταν τη διαρκή βελτίωση των συνθηκών ζωής αλλά και τη συνεχή διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών με το γκρέμισμα του ενός μετά το άλλο των ορίων του κομφορμισμού. Τα κρυμμένα και πάλι βυζάκια μήπως δεν είναι τίποτά άλλο από μια υλο-

ποίηση, και μάλιστα εξαιρετικά συμβολική, της υποχώρησης των ελευθεριών των γυναικών, μιας κοινωνικής ομάδας που, ενώ ακόμη αγωνιά για ζητήματα χειραφέτησης, εισέρχεται οικειοθελώς στην περιστολή των κεκτημένων της; Αλλά και πέρα από την πίεση που δέχεται το γυναικείο φύλο, ως μια διακριτή κοινωνική ομάδα, τα βήματα προς τα πίσω αφορούν συνολικότερα τις δυτικές κοινωνίες. Στο σχετικά έλασσον ζήτημα του γυμνού στήθους μπορεί κανείς να διακρίνει μια ατελή προσπάθεια αυτοσυνειδητοποίησης και απελευθέρωσης που φτάνει σε απότομο τέρμα. Αν οι κοινωνίες μας έκαναν ένα βήμα προς την ενηλικίωσή τους και προσέγγισαν με την απελευθέρωση του γυναικείου στήθους το συλλογικό ψυχαναλυτικό στοματικό μας στάδιο, το οποίο αντιστοιχεί στο πρωτογενές συναίσθημα που προσφέρει το γυναικείο-μητρικό στήθος, με την εκ νέου κάλυψη και πλαστικοποίηση του στήθους εισερχόμαστε και πάλι ως κοινωνία σε μια περίοδο καθήλωσης και άρνησης να σταθούμε απέναντι στο σώμα και το είναι μας. Αυτό που μας απομένει πλέον είναι, απογοητευμένοι από την απόκρυψη, να βιώσουμε τη συνολική μας παλινδρόμηση, όπου το ενοχοποιημένο σώμα τρέχει να κρυφτεί και πάλι πίσω από το τοπ του μπικίνι, όσο μικρό κι αν είναι αυτό.


[56]

Harry stands there bathing in the voices of a warm spring afternoon, burdened by the beauty of impermanence that swirls gently around him like the pink cherry blossom. Soon enough all of this will come to an end. Night will fall, the petals will lie rotting in the gutter and the cops will come to fight for their stolen helmet.


[57]

ΠΕΡΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ Ένιωθα άρρωστος, μα δεν μπορούσα να σιγουρευτώ αν επρόκειτο για ένα κρυωματάκι ή αν είχα κολλήσει κάποιον από εκείνους τους ιούς που κάθε τόσο εμφανίζονται με νέες μορφές θανατηφόρας γρίπης και που φέρουν συνήθως το όνομα του ζώου που ευθύνεται για την εξάπλωσή τους. Από τα έντερα άγριων πτηνών, από τα ρουθούνια τρελών αγελάδων, από τα περιττώματα μεξικάνικων γουρουνιών ως τον δικό μου οργανισμό, μεσολαβούσαν κάποιοι επικίνδυνοι ανθρώπινοι φορείς ιών και ιώσεων, του οποίους νόμιζα πως είχα εντοπίσει: το σπίτι μου βρίσκεται στην περιοχή Στιλλχάουζεν. Όταν μετακινούμαι με τρένο, κατεβαίνω στην αντίστοιχη στάση, που κι αυτή ονομάζεται, ασφαλώς, «Στιλλχάουζεν». Η περιοχή δεν ονομαζόταν πάντοτε Στιλλχάουζεν, μα πήρε πρόσφατα το όνομά της από το γιγαντιαίο πολυκατάστημα παιδικών παιχνιδιών και ρούχων, που χτίστηκε σ’ εκείνο το μέχρι πρότινος χέρσο προάστιο των Αθηνών. Ακολούθησε η κατασκευή μιας υπερμοντέρνας στάσης ηλεκτρικού σιδηροδρόμου με το ίδιο όνομα, προς την οποία ταξιδεύουν καθημερινά, μέσα σε πακτωμένα βαγόνια, χιλιάδες ευεπίφορα σε ιώσεις παιδάκια, συνοδευμένα από εγκληματικούς γονείς και παππούδες που αδιαφορούν για το αν τα βλαστάρια τους μπορούν να μεταδώσουν τις ασθένειές τους σε συνειδητούς, εξ επιλογής άτεκνους επιβάτες σαν του λόγου μου. Ο γιατρός Χ., τον οποίο επισκέφθηκα για να κάνει διάγνωση της περίπτωσής μου, εδρεύει στο κέντρο της Αθήνας. Μετανάστες που εμπορεύονται μπιχλιμπίδια στο πεζοδρόμιο του διπλανού φαρμακείου κάνουν δυσάρεστη την πρόσβαση στο ιατρείο του. Αφού ο Χ. μου έγραψε κάμποσες εξετάσεις, πιάσαμε κουβέντα για θέματα της επικαιρότητας: «Είμαι πολύ ευχαριστημένος με την επιχείρηση-σκούπα της αστυνομίας στη γειτονιά μας. Σύντομα θ’ απαλλαγούμε από το τεράστιο υγειονομικό πρόβλημα που έχουν προκαλέσει όλοι αυτοί οι λαθρομετανάστες», είπε ο Χ. «Καλά είναι όλα αυτά, γιατρέ», του απάντησα, «μα, εγώ τουλάχιστον, τα θεωρώ ημίμετρα και προεκλογικές κορώνες. Αναρωτιέμαι πώς θ’ αντιμετωπίσει κανείς την υγειονομική βόμβα που συνιστούν τα χιλιάδες παλιόπαιδα που μπαίνουν μαζί μου στο βαγόνι για το Στιλλχάουζεν. Κάπως δεν πρέπει κανείς να τα απομονώσει;». «Και πώς θα ξεχώριζε κανείς τα παιδιά από τα λαθρομεταναστόπουλα;» αναρωτήθηκε εκείνος. «Θα εξάλειφε, μήπως, αυτός ο διαχωρισμός την απειλή μεταφοράς ιώσεων στον οργανισμό μου;» ανταπάντησα. «Σίγουρα όχι, αλλά αν εφάρμοζε κανείς ένα μέτρο για όλα τα παιδιά, ασχέτως καταγωγής, ένα οριζόντιο μέτρο (χα! τι ανακάλυψη τούτη η φοβερή φράση), σίγουρα κάποιοι θα αντιδρούσαν, και δικαίως», είπε σκεπτικός. Δεν συμμεριζόμουν τον συντηρητισμό του Χ. Καθότι ακραιφνής φιλελεύθερος, θεωρώ πως ένα πρόβλημα είναι πάντοτε ένα αντικειμενικό δεδομένο. Καθόλου δεν με απασχολεί αν οι φορείς του προβλήματος είναι ντόπιοι ή ξένοι, μελαψοί ή λευκοί. Γι’ αυτό και έγραψα στον υπουργό Υγείας μια επιστολή με την οποία, αφού τον συγχαίρω για την απομόνωση σε στρατόπεδα των λαθρομεταναστών που αντικειμενικά σκορπούν τον τύφο και την ελονοσία στην πόλη μας, τον καλώ να αποτρέψει την έκρηξη μίας ακόμη υγειονομικής βόμβας. Κι επειδή σιχαίνομαι τις καταγγελίες που δεν συνοδεύονται από πρακτικές και εφαρμόσιμες προτάσεις, ιδού η λύση που του πρότεινα: ένα ξεχωριστό βαγόνι-καραντίνα στο οποίο θα ταξιδεύουν οι μικροί βομβιστές ιώσεων, στη σιδηροδρομική γραμμή για το Στιλλχάουζεν. Άγης Πετάλας


[58]

ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜΟΣ; Αγαπητέ μου φίλε απ’ την Αριστερά, Όχι ως φιλοφρόνηση, αλλά ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές, ομολογώ ότι μου άρεσες, είσαι ωραίος τύπος! Χτες το βράδυ θα μπορούσα ν’ ανοίξω συζήτηση μαζί σου για ώρες μπροστά απ’ τις χιλιάδες του πλήθους που μας άκουγαν, επειδή είχα την αίσθηση ότι το κεντρικό ζήτημα των ομοιοτήτων και των διαφορών μας τέθηκε εδώ στο φόρουμ των Γερμανών εργατών, τους οποίους και αφορά σε τελευταία ανάλυση. Και λόγω της ίδιας αίσθησης σου γράφω αυτές τις αράδες. Έχεις καταλάβει απόλυτα περί τίνος πρόκειται. Συμφωνήσαμε για τις αιτίες. Κανένας έντιμος άνθρωπος σήμερα δεν θ’ αρνιόταν τη νομιμότητα των κινημάτων των εργατών. Το σημαντικό είναι η εκπλήρωση και η διατύπωση του τελικού στόχου αυτών των κινημάτων. Γεννημένα απ’ την ανάγκη και την εξαθλίωση, στέκουν σήμερα ενώπιόν μας ως ζωντανοί μάρτυρες του διχασμού και της αδυναμίας μας, της έλλειψής μας σε εθνικό θάρρος και θέληση για το μέλλον. Δεν χρειάζεται πια να συζητάμε αν το αίτημα του Γερμανού μισθωτού για κοινωνική ανταμοιβή είναι δικαιολογημένο, όπως δεν χρειάζεται να συζητάμε αν η στερημένη από δικαιώματα τέταρτη τάξη επιτρέπεται, ή πρέπει, να ζει ή όχι. Εθνικός ή διεθνής ο δρόμος και ο στόχος; – αυτό είναι το ζήτημα. Και οι δυο παλεύουμε ειλικρινά και αποφασιστικά για ελευθερία, και μόνο για ελευθερία· θέλουμε στο πλήρωμα του χρόνου ειρήνη και κοινότητα, εσύ του κόσμου, εγώ του λαού. Ότι αυτό το πλήρωμα δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σ’ αυτό το σύστημα, είναι εντελώς ξεκάθαρο και φανερό και για τους δυο μας. Να μιλάμε για γαλήνη σήμερα σημαίνει να κάνουμε σπίτι μας το νεκροταφείο· να είσαι φιλειρηνικός κάτω απ’ αυτή την κυβέρνηση σημαίνει να είσαι πασιφιστής και δειλός. Κι εσύ όπως κι εγώ ξέρουμε ότι μια κυβέρνηση, ένα σύστημα ολότελα αναληθές ενδογενώς είναι καταδικασμένο ν’ ανατραπεί, και ότι επομένως πρέπει κανείς να θυσιαστεί και να παλέψει για το νέο κράτος. Χτες θα μπορούσαμε να ’χαμε γράψει και οι δυο το ίδιο απ’ αυτή την άποψη, στο λεύκωμα του αστού δειλού της μαυροκοκκινόχρυσης Σοσιαλδημοκρατίας. Μέχρι εδώ, θα συμφωνούσαμε. Γιόζεφ Γκέμπελς, «Εθνικοσοσιαλισμός ή μπολσεβικισμός;» [NS-Briefe, 25/10/1925], στο Φωνές από τη Βαϊμάρη, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος (εδώ τροποποιημένη), Ύψιλον, Αθήνα 2011.


[59]

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ Όφειλα να παραδεχτώ, προς μεγάλη μου έκπληξη και απογοήτευση, ότι αυτός ήταν ο Μορντό Ναούμ: ένας άνθρωπος με βαθιές πεποιθήσεις, που επιπλέον απείχαν πολύ από τις δικές μου. Και όλοι μας ξέρουμε πόσο δυσάρεστο είναι να έχεις σχέσεις συνεταιρισμού και, πολύ περισσότερο, να συμβιώνεις με έναν ιδεολογικό σου αντίπαλο. Η βάση της ηθικής του ήταν η εργασία με την ευρύτερη έννοια, την οποία αισθανόταν σαν ιερό καθήκον. Εργασία ήταν, αυτό και μόνον αυτό, οτιδήποτε φέρνει κέρδος χωρίς να περιορίζει την ελευθερία. Η αντίληψή του για την εργασία περιλάμβανε, λοιπόν, πέρα από κάποιες θεμιτές δραστηριότητες, και το λαθρεμπόριο, τις κλοπές, τις απάτες – όχι όμως και την ένοπλη ληστεία, δεν ήταν βίαιος. Αντίθετα, θεωρούσε επιλήψιμες, καθότι ταπεινωτικές, όλες τις δραστηριότητες που δεν εμπεριέχουν πρωτοβουλίες και ρίσκο ή που προϋποθέτουν πειθαρχία και ιεραρχία. Οποιαδήποτε εργασιακή σχέση, οποιαδήποτε έμμισθη δουλειά, ακόμα κι αν ήταν καλά αμειβόμενη, την τοποθετούσε στην κατηγορία της «δουλικής εργασίας». Δεν ήταν όμως δουλική εργασία να οργώνεις το δικό σου χωράφι ή να πουλάς ψεύτικες αντίκες στους τουρίστες στο λιμάνι. Όσο για τις υψηλές δραστηριότητες του πνεύματος, για τη δημιουργική εργασία, δεν άργησα να καταλάβω πως ο Έλληνας ήταν διχασμένος. Επρόκειτο για λεπτά θέματα, τα οποία έπρεπε να εξετάζονται κατά περίπτωση. Ήταν θεμιτό, για παράδειγμα, να κυνηγάει κανείς την προσωπική επιτυχία πουλώντας κακούς πίνακες ή παραλογοτεχνία και άρα βλάπτοντας τον διπλανό του, αλλά αποδοκιμαστέο το να εμμένει πεισματικά σ’ ένα αντιπαραγωγικό ιδεώδες· αμαρτωλό να αποτραβιέται από τον κόσμο στις σκέψεις του· θεμιτός και μάλιστα αξιέπαινος ο δρόμος εκείνος που αφιερώνεται στον διαλογισμό και τη γνώση, εφόσον δεν απαιτεί να λαμβάνει δωρεάν το ψωμί του από την κοινωνία των ανθρώπων. Και η γνώση εμπόρευμα είναι και μπορεί και πρέπει να ανταλλάσσεται. […] Η βιογραφία του δικού μου Έλληνα ήταν γραμμική: ένας άνθρωπος δυνατός και ψυχρός, μοναχικός και λογικός, που είχε ζήσει από την παιδική του ηλικία μέσα στο άκαμπτο πλέγμα μιας εμπορευματικής κοινωνίας. Ήταν ή είχε υπάρξει ανοικτός και σε άλλα πράγματα. Δεν έμενε αδιάφορος στον ουρανό και τη θάλασσα της πατρίδας του, στις χαρές ενός σπιτικού και μιας οικογένειας, στις διαλογικές συζητήσεις. Τα απωθούσε όμως στο περιθώριο της δραστηριότητας και της ζωής του, ώστε να μη διαταράσσει αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «le travail d’homme». Η ζωή του ήταν ένας διαρκής πόλεμος, και θεωρούσε δειλό και τυφλό οποιονδήποτε αρνιόταν το σιδηρούν σύμπαν του. Είχαμε υποστεί και οι δυο το Λάγκερ: εγώ το είχα βιώσει σαν μια τερατώδη στρέβλωση, μια βρώμικη διαστροφή της ιστορίας μου και της ιστορίας του κόσμου· εκείνος, σαν μια θλιβερή επιβεβαίωση διαβόητων πραγμάτων. «Πόλεμος υπάρχει πάντα», «l’homme est un loup pour l’homme», παλιά ιστορία. Για τα δύο χρόνια του στο Άουσβιτς, δεν μου μίλησε ποτέ. Πρίμο Λέβι, Η ανακωχή, μτφρ. Ζακ Σαμουήλ, Μέδουσα/Σέλας, Αθήνα 1997, σ. 51, 56-57.


[60]

Αλέκος Λούντζης

Σάι-φάι. Στιγμιότυπο έβδομο: Σπόροι, ζεύγη, βδέλλες

Το συνταρακτικό γεγονός, τη στιγμή που γεννιέται, αλλάζει περισσότερο την εικόνα για τη ζωή παρά τη ζωή την ίδια.1

– Το φανταζόμουν πως θα σε βρω εδώ. Ποιος μαγειρεύει σήμερα στο 4ο και έχει τέτοια ουρά; – Είναι η σειρά της Φλώρας. Οι μισοί έχουν έρθει για το φαΐ και οι «πιο μισοί» για την εικόνα. Μειδίαμα κατανόησης. – Τι έχει το μισομενού, λοιπόν; – Πού να ξέρω, δεν είμαι απ’ αυτούς. Στην ταμπέλα πάντως γράφει «μεξικάνικο», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. – Φασόλια, δηλαδή. – Το πιθανότερο. Με πολύ κόκκινο πιπέρι. – Μάλιστα… Άρα κανονικό μεξικάνικο, όχι μαλακίες. – Κανονικότατο. Σπουδαίο πράγμα η ωραία γεύση στις μέρες μας, οι λέξεις όμως σπουδαιότερο. Δυνατά γέλια. Οι ταλαντώσεις των σωμάτων χαλάνε τη στοίχιση της ουράς, αλλά με ένα μικρό σπρωξίδι και λίγα μπινελίκια εκατέρωθεν επανέρχεται η τάξις. Άσε η εικόνα! Καμιά φορά δεν μετράει τι περιέχει το πιάτο σου αλλά ποιος σ’ το γεμίζει. – Καίρια παρατήρηση. Να την επαναλάβεις και το βράδυ. Γι’ αυτό σε έψαχνα, υπάρχει πάλι φημολογία ότι διέρρευσε και αλλάζουμε εκτάκτως τοποθεσία. Οι «σπόροι» στις οχτώ, οι υπόλοιποι ελάτε κατά τις εννιάμιση. Είπαμε να αποφύγουμε οποιοδήποτε γραπτό μήνυμα. Το σεμινάριο θα γίνει στο υπόγειο… Τα σεμινάρια διεξάγονταν και Πριν, αν και κανείς δεν θυμάται με ακρίβεια τις λεπτομέρειες. Λένε πως έμοιαζαν με ομαδική θεραπεία τέως φερέλπιδων που αδικήθηκαν από την Αδικία. Οι αστικοί μύθοι αναφέρουν ότι τις ονειρεμένες μέρες ο τόπος ήταν γεμάτος σεμινάρια: για τη βιολογική καλλιέργεια, για την ανασύνθεση της λόγιας αριστεράς, για τη μεσαιωνική ποίηση, για τη δημιουργική γραφή, για ωραία και ξέγνοιαστα πράγματα. Η συμμετοχή σε κάποιο από τα προσφερόμενα αποτελούσε πρωτίστως αισθητική επιλογή ή προσωπική επένδυση. Δυστυχώς, η περιγραφή της προϊστορίας ήταν αποκαλυπτική μόνο της απόστασης που μας χώριζε. Ο ίλιγγος της απότομης κατηφόρας σε απάλλασσε σήμερα από τέτοιες έγνοιες. Καθείς πιανόταν απ’ ό,τι έφτανε το χέρι του, απ’ ό,τι γλιστρούσε απ’ το χέρι του διπλανού του, από το Σεμινάριο ­– «τον τελευταίο ενδιάμεσο σταθμό, το κοινό μας σπίτι, το ιστορικό μας καθήκον… Τέλος για σήμερα, μπορείτε να πηγαίνετε». Το μοτίβο των συναντήσεων πήγαινε κάπως έτσι: η ημερομηνία ήταν εκ των προτέρων γνωστή, καθώς προέκυπτε από μια απλή εξίσωση η οποία θα είχε λυθεί προ πολλού, αν κανείς ενδιαφερόταν. Η τοποθεσία ανακοινωνόταν ηλεκτρονικά την ίδια 1. «Σάι-φάι. Στιγμιότυπο έκτο: Ένα δεύτερο, Λεύγα 6, Μάρτιος 2012, σ. 65.


Αχιλλέας Βογιατζής

[61]

μέρα, καμουφλαρισμένη με έναν πρωτόλειο συνειρμικό κώδικα, ο οποίος θα είχε σπάσει σε 10 λεπτά, αν κανείς ήθελε να τον σπάσει. Μόνο το περιεχόμενο ήταν πάντοτε «έκπληξη», και κατά κάποιο τρόπο πάντα η ίδια, η οποία θα είχε και αυτή διαρρεύσει σε όλη την οικουμένη, αν η τελευταία δεν είχε άλλα πράγματα στο μυαλό της. Ωστόσο, η ευχάριστη συνωμοτική διάθεση περνούσε, παρά την κάπως τουριστική μορφή της, στο ακροατήριο – ένας ελαφρύς ηλεκτρισμός σε θώπευε, με πάσα αξιοπρέπεια, όταν έσκυβες για να περάσεις την πόρτα του συνήθως υπόγειου χώρου όπου διεξαγόταν το Σεμινάριο. Την ακριβή ώρα, τα αλουμίνια σφράγιζαν την κοσμοχαλασιά και ξεκινούσε η διάπλαση των παίδων. Ήταν όλοι καθισμένοι σε παράταξη, κι ας έμοιαζε με κύκλο. Άκουγαν και κάπνιζαν, έγνεφαν και συμφωνούσαν, γέμιζαν και άδειαζαν τα ποτήρια. Στις κορυφώσεις, οι πιο ικανοί ίσα που προλάβαιναν να παρεμβάλουν μια φράση. Η μοναδική ατάκα, η πολυαναμενόμενη στιγμή για το νεαρό μέλος του χορού, προσέλκυε αστραπιαία τα βλέμματα, λαμπύριζε και χανόταν αναπάντητη σαν φορμαλιστικό τέχνασμα. Τόσοι μήνες πρόβα, τόσο διάβασμα, τόσοι συγγενείς και φίλοι προσκεκλημένοι για μία μόνο πρόταση, και αυτή άνευ σημασίας. Γιατί η μη σημασία της προσωπικής συμμετοχής ήταν το πρώτο και θεμελιώδες μάθημα του Σεμιναρίου. Με τον ίδιο τρόπο, δεν είχε σημασία ούτε ο εισηγητής, η θεματική ή η επιμέρους σύνθεση, καθώς παρουσία Του κάθε βραδιά είχε οικοδεσπότη και κάθε παριστάμενος ήταν πρωτίστως καλεσμένος. Το κλασικό ρεπερτόριο περιλάμβανε κατά κανόνα εγκύκλιες σπουδές: ιμπρεσιονισμό, ριζοσπαστική πολιτική θεωρία, κριτική των μέσων, λυρική ποίηση και τα λοιπά. Από την αρχή ήταν έκδηλη η ανυπομονησία για τον τελικό μονόλογο. Στο σκέλος της ερμηνείας, ο ρυθμός των παρατηρήσεών Του γινόταν καταιγιστικός και οι όποιες μικρότητες –η αναπόφευκτη κρίση μεγαλείου– διορθώνονταν με λίγο προοδευτικό βερνίκι λόγιας γλώσσας· στη λανθάνουσα διάλεκτο το κοινό απολάμβανε άλλη μια σπάνια επίδειξη γνώσεων, μια επίδειξη σπανιότητας εν γνώσει Του. Από κάτω, οι μισοί νεαροί θιασώτες πάσχιζαν να ξεχωρίσουν από το σωρό και οι


[62]

άλλοι μισοί συμβιβάζονταν με την οικειότητα μαζί Του, που ήθελε κι αυτή τον κόπο της. Η «πηγή» ανάβλυζε, ερεθιζόταν, κυλούσε άλλοτε χαϊδευτικά κι άλλοτε ανάλγητα πάνω στις ακατέργαστες σκέψεις των νεαρών, σαγήνευε, κερνούσε έναν γύρο και αποσυρόταν. Στην ουρά του χαρταετού έμενε όλος αυτός ο κωδικοποιημένος πλούτος, η ανεκτίμητη ευκαιρία προσέγγισης του υψηλού, η υπόσχεση της συντροφικότητας. Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτή ήταν μόνο η εγωιστική, η σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Η αιτία της συνεύρεσης, η αληθινή αποστολή της, δεν μπορούσε παρά να αφορά τους απόντες. Το φέγγος της προοριζόταν για την εμπειρία που γίνεται κτήμα όλων, που απελευθερώνει το ασυνείδητο των σκλάβων, που προσφέρει στις υποτελείς τάξεις το εισιτήριο για τον πυρήνα της Ιστορίας. Γιατί «τα πάντα ήταν κοινά», και εκείνοι το ήξεραν καλύτερα από τον καθένα, τους το είχε αναλύσει με τριάντα τρεις διαφορετικές θεωρίες, με όλες τις δυνατές και αδιανόητες αφορμές. Τώρα, δεν έμενε παρά οι απόστολοι να σκορπίσουν και να μοιραστούν τη γνώση Του(ς)… Το 70 σεμινάριο ήταν ασυνήθιστα εξειδικευμένο. Μαζί Του εμφανίστηκε κι ένας ξερακιανός μ’ έναν γυαλιστερό λευκό υπολογιστή, πιο λεπτό και από φύλλο συκής, ο οποίος έκανε χτυπητή αντίθεση με το ηλιοκαμένο δέρμα και το απλανές σαν καρτούν βλέμμα του. Άρχισε να ρητορεύει υπό την ήπια πατρική συγκατάβασή Του. Μετά από 17 λεπτά κοπιαστικής προσπάθειας να συλλάβουμε, μονομιάς, όλες τις νέες τάσεις της μόδας, επικρατούσε απόλυτη σύγχυση: Freeware, το πλήθος, p2p, «κινήματαπλατφόρμες», Ratio credit, ανακατάληψη του δημόσιου χώρου, Seeds, Peers, Leechers, υπέρβαση του καπιταλισμού. Τα αλέθετε στο μπλέντερ, κατόπιν τα τοποθετείτε σε ένα πυρίμαχο σκεύος σκεπασμένα. Περιμένετε είκοσι λεπτά ή 20 χρόνια για να φουσκώσουν, και τα ψήνετε σε χαμηλή φωτιά για μιάμιση ώρα ή μιάμιση ζωή. Με ένα κλικ καλείτε όλους τους διαδικτυακούς σας φίλους στο ιστορικό δείπνο. Καλή σας όρεξη. Τα μάτια Του μάλωναν πότε εμάς και πότε εκείνον, τον συμβούλευαν να χαμηλώσει για να προλάβουμε, μας παρακινούσαν να τεντωθούμε για να ακολουθήσουμε. Θα έβαζα στοίχημα ότι ούτε Εκείνος καταλάβαινε την επιστημολογία για μπλιμπλίκια του ξερακιανού, αλλά για κάποιο λόγο θεωρούσε όλη αυτή την ντετερμινιστική φλυαρία αναγκαία – δεν ήμουν έτοιμος να δεχτώ ότι η σούμα των σεμιναρίων θα κατέληγε σε ένα μαγικό μικροτσίπ που υποκαθιστά τη συνείδηση. Τη γαλήνη της ρέμβης και της νοερής ειρωνείας διέκοψε βίαια ο ξερακιανός, αποκαλώντας μας «τεχνοφοβικούς με παρωχημένες μικροαστικές αντιλήψεις», και ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να γεμίσει η πίστα λουλούδια· ο Λόγος Του σταμάτησε τη δράση εν τη γενέσει της. Φύγαμε για πρώτη φορά ξινισμένοι, κουβαλώντας βιδωμένες αμφιβολίες και ακατανόητες σημειώσεις, περισσότερες από τα προηγούμενα έξι σεμινάρια αθροιστικά ­­– η προσβολή και η επιτήδευση είναι εξαιρετικά αφροδισιακά. Σκορπίσαμε αμίλητοι στην άκρη του δρόμου και βρεθήκαμε σε είκοσι λεπτά, σαν να είχαμε ραντεβού, στο βραδινό συσσίτιο. Δεν ξέρω αν θα έχανα το στοίχημα για Εκείνον, δεν ξέρω καν αν θα έβρισκα ποτέ το θάρρος να Τον ρωτήσω, αλλά τώρα, μετά και από αυτό, είχαμε μπροστά μας ένα σκληρό δεδομένο: η ύλη ολοκληρώθηκε, το κουδούνι χτύπησε, ήταν η ώρα να τζογάρει η νεολαία. Μου έμενε μόνο η απορία αν το έκανε επίτηδες, αν το είχε προβλέψει και αυτό, αν ήταν ο τρόπος Του να μας ρίξει στα ανοιχτά ή αν απλώς σκόνταψε και έπεσε απ’ το βάθρο Του. Η ρήξη είχε ήδη γίνει και η διάσπαση ήταν θέμα χρόνου. Κάποιοι είπαν ότι ήταν θέμα ελεύθερου χρόνου και κάποιοι ανάγκη του καιρού. Οι πιο υπο-


Αχιλλέας Βογιατζής

[63]

ψιασμένοι δεν έχασαν χρόνο με τις προφορικές διαφωνίες και ξεκίνησαν άμεσα τις καλωδιωμένες δημόσιες σχέσεις. Όπως και να ’χει, μετά το 7ο το πέλμα ελαφροπατούσε και το θυμικό έβραζε. Η επιστήμη φάνταζε πιο κοινότοπη από την εμπειρία, η κριτική πιο απλοϊκή απ’ τη μυθοπλασία και ο μεταβατικός καιρός με χαμένο χρόνο. Η καθημερινότητα είχε βγάλει τόσα αγκάθια που κοβόσουν απ’ την όψη· όταν κανείς δεν αγγίζει κανέναν, η ζωή συνεχίζεται αλλά δεν ανανεώνεται. Μετά το 7ο δεν υπήρχε φρένο, ο οργανισμός είχε συνηθίσει την αντιβίωση και δεν τον έπιανε, δεν αντέχαμε άλλο μάθημα. Ήταν η στιγμή των γεγονότων, και κάποιος έπρεπε να τα διαδραματίσει. Το 7ο σήμανε Πάσχα, το πέρασμα από τη μαθητεία στην αυτόνομη καριέρα. Αρκούσε να μουτζουρώσουμε τα ξεπερασμένα γραπτά και να εκδώσουμε τα σκονάκια. Εν αρχή συμφωνήσαμε μόνο σε μια καταστατική αρχή, σε μια βασική διάκριση για να προστατέψουμε τον Σκοπό και τους εαυτούς μας. Αυτή η προσωρινή κατανομή αποτελούσε το όχημα που θα μας κουβαλούσε έως την κοινοκτημοσύνη. Τότε, κατά την άφιξη, αμέσως μετά την (αυτο)πραγμάτωση… δεσμευτήκαμε να αναθεωρήσουμε το καταστατικό μας. Seeds: οι σπόροι, οι πομποί, η μήτρα, οι κάτοχοι, οι γνώστες, η πηγή Peers: τα ζεύγη, οι ισότιμοι, τα μέλη, οι διανομείς, οι μικρομεσαίοι Leechers: οι βδέλλες, τα παράσιτα, οι πληβείοι, οι ζήτουλες, οι περιττοί Η βάφτιση έλυσε τον γρίφο και έθεσε τα όρια, όπως κάθε βάφτιση, φανέρωσε τους ημέτερους και τους όχι-ακόμα-ημέτερους. Ο κύβος ερρίφθη και η οργάνωση άστραψε σαν ηλεκτρική λυχνία. Οι θύλακες ξεφύτρωναν παντού, πολλαπλασιάζονταν, γέμιζαν, επανεκκινούσαν, άτμιζαν σαν μουσειακές μηχανές, έπαιρναν αντίγραφα ασφαλείας και απειλούσαν φαντασιακά τον κόσμο ολόκληρο. Τα μηχανήματα δεν έχουν όρια, μέτρο τους είναι το επόμενο μοντέλο, και μοντέλο τους είσαι εσύ. Το σύνθημα έμοιαζε ακαταμάχητο. Τα ενθουσιώδη σχόλια των αγνώστων θα σβήσουν τα πικρόχολα των γνωστών.


[64]

Θα δημιουργηθεί μέγα πλήθος. «Και αν όχι, τι έχουμε να χάσουμε;». Η αναδιανομή ας ξεκινήσει από ’δω, με τα είδη εν επαρκεία. Η απόφαση των «σπόρων» είναι ειλημμένη, θα το δημοσιεύσουν. «Αν όχι τώρα, τότε πότε, αν όχι εμείς, τότε ποιοι;». Θα το αναρτήσουν, θα ανοιχτούν, ας κριθούν από τους κρινόμενους, χωρίς μεταφυσική και θεωρητικές υπεκφυγές, χωρίς την εμμονή των νοσταλγών και την προφητεία των δασκάλων τους. Σε μια ζωή και μόνο, πρέπει κάποια στιγμή να δοκιμάσεις. Αν όχι τώρα, ή έστω κάπου εδώ κοντά, μη σώσει και γίνει. Θα το τολμήσουν, δεν γεννάται θέμα, «ήρθε η ώρα μας». Με μια κίνηση θα ικανοποιήσουν το θέλημα του μέντορά τους και θα κόψουν τον ομφάλιο λώρο, θα δικαιώσουν την αυθεντία του και θα την καταργήσουν, θα ανοιχτούν στις μάζες και θα τους μάθουν γράμματα. Με το πάτημα ενός κουμπιού. Όλες οι Ιστορίες, άλλωστε, έχουν ένα σημείο εκκίνησης. Το τελικό κείμενο θέσεων προέκυψε ένα αλλόκοτο ψηφιδωτό: συρραφές από σημειώσεις του σεμιναρίου, λίγος τεχνο-οπτιμισμός, για να καβαλήσουν το κύμα, και άφθονο, ρέον συναίσθημα. «Τα προσωπικά βιώματα είναι η πιο αυθεντική πρώτη ύλη, είναι το κλάμα της γενιάς μας για την προδοσία που της επεφύλασσαν, είναι η αποδοχή της ισοτιμίας κάθε μικροϊστορίας που θα μας επιτρέψει να παρέμβουμε στη μεγάλη». Ομολογουμένως, βγήκε κάπως απλοϊκό, αλλά δεν είχε καμία σημασία. Η πόρτα που άνοιξε δεν θα κριθεί από το πόμολο. Ο καθένας μπορούσε τώρα να αφήσει το προσωπικό του στίγμα, και μάλιστα χωρίς κανείς να μπορεί να εντοπίσει τα ίχνη. Χωρισμένοι, αχώριστοι, πένητες, μικρομεσαίοι και φερέλπιδες κατέγραφαν το μανιφέστο του ψευδωνύμου τους, σημείωναν την αλήθεια τους, μέσα στις τόσες άλλες, αποφαίνονταν οριστικά για την οικουμένη, σαν να τελείωνε η καημένη στη γειτονιά τους. Ήταν εκθαμβωτική αυτή η αυτοσχέδια βιομηχανία παραγωγής λέξεων. Ήταν το οριστικό χτύπημα στην αυταπάτη του κεντρικού σχεδιασμού, ήταν η εκδίκηση της ελευθερίας. Έφτασαν να «εργάζονται» 35 servers σε ακτίνα 100 χιλιομέτρων· εντός της ανωνυμίας, η διαχείριση της σφραγίδας έγινε πιο βαριά από το περιεχόμενο. Δεν είσαι το νούμερο 8 και όλοι σε ξέρουν με αυτό, μα εσύ περιμένεις τη στιγμή να πεις ποιο είναι το όνομά σου. Μέχρι τότε, τριγυρνάς με την παλιά σου μάσκα και αφουγκράζεσαι τις ανάμεικτες εντυπώσεις των περαστικών, εκείνου του πλήθους των εν αγνοία τους αναγνωστών και συναγωνιστών σου. – Τρωγόταν, τελικά, το μεξικάνικο; – Με τίποτα, στη δεύτερη μπουκιά μασούσες τον ντενεκέ της κονσέρβας. – Έτσι είναι οι έθνικ γεύσεις, πικάντικες. Τουλάχιστον χαζέψατε λίγο Φλώρα. – Μην παίζεις με τα νεύρα μου. Ήταν, λέει, αδιάθετη και μας σερβίρισε ένας καραφλός που του έπεφτε η κουτάλα κάτω κάθε τρία λεπτά. Περσινά ξινά φασόλια.


[65]

Κώστας Περούλης

Στο υπηρεσιακό

Κ

αι με τις μάλλινες κάλτσες πάγωνε. Tις ένιωθε σαν ξύλα. Καλύτερα, μήπως μαζεύονταν λιγότεροι. Μακάρι να ξανάβρεχε. Άμα βρέξει σώθηκαν. Κοίταξε πάνω στο σκοτάδι. Είχε ρίξει όλη νύχτα, έλεγε μέσα του σταμάτα ρε, σταμάτα. Άσε μας και τίποτα για αύριο. Κοίταξε κάτω όλη την Αιγαλέου. Ξαναχτύπησε στον Κώτσια. Ο Κώτσιας βγήκε. Έμενε σ’ ένα προσφυγικό στο ισόγειο πάνω στη λεωφόρο. Κοίταξε τον ουρανό, έβαλε την κουκούλα του μπουφάν και το κασκόλ γύρω απ’ το στόμα και κλείδωσε. «Πάμε απ’ του Ποθάκου», είπε Στρίψανε και κάπως έκοψε το κρύο στην κάθετη. Παντού νέκρα. Ο Ποθάκος άνοιγε κανονικά στις εφτά με τους γέρους. Τώρα που ’χε βγει ο Μιχαλολιάκος είχε αραιώσει πολύς κόσμος γιατί το καφενείο ήτανε του Μελά. Κι αυτός που πήγαινε και ’πινε κάνα ουίσκι το απόγευμα το ’χε κόψει, γιατί θα πήγαινε ο θείος του να βρει τον Μιχαλολιάκο μήπως τον πάρουνε απ’ τα ΜΑΤ και τον κατεβάσουνε Πειραιά. Θα ’κανε βραδινές στην πολυκατοικία του στη Δεληγιώργη. Το καλύτερο πόστο. Βόμβα δεν του ξαναβάζανε οι Μανιάτες, τα βρήκανε, τον βγάλανε δήμαρχο, και οι γριές από τα διαμερίσματα κατεβάζανε αναψυκτικά και φαγητά γιατί τις φυλάγανε. Βέβαια με τον Μαντούβαλο τώρα ποτέ δεν ξέρεις. Δεν είπε τίποτα γιατί ο Κώτσιας, αν και είχε κατέβει απ’ τη Λαμία, λέγανε ότι ήτανε από τότε από το ντου στις φοιτητικές στο πανεπιστήμιο με τον Κατσαφάδο, που τα ’χε καλά με τον Μελά πριν να διαγραφεί. Τώρα είχε πλευρίσει την κόρη του Μιχαλολιάκου. Βγήκανε στη γωνία και γυρίσανε στην Αιτωλικού. Κοιτάξανε μέσα απ’ την τζαμόπορτα. Κλειστός ο Ποθάκος. Περάσανε απέναντι και μπήκανε στον Καρακατσάνη. Ήταν η καινούργια στα ψωμιά. Βγήκε κι ο Καρακατσάνης από τους φούρνους. Αυτός ο άνθρωπος είχε περιουσία κι ακόμα ξύπναγε στις τέσσερις. Η κοπέλα έσκυψε κάτω απ’ τον πάγκο και φάνηκε το σουτιέν της. «Α ρε παιδιά. Τι φταίτε και σεις;», είπε ο Καρακατσάνης. Το ’παιζε προοδευτικός. Έδινε λεφτά για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Τους έβαλε δυο φέτες ψωμί με λάδι και βγήκανε. Τους ξύρισε ο αέρας. Άρχισαν να κατεβαίνουν την Αιτωλικού σχεδόν τρέχοντας. Ψυχή δεν είχε. Ο Κώτσιας έπιανε το ψωμί με το πέτσινο και το ’τρωγε μέσα απ’ το κασκόλ. Κοίταζε τα ξενοίκιαστα μαγαζιά κι έτρωγε. Είχε πεθάνει όλη η Αιτωλικού, τα τυροπιτάδικα, τα κομμωτήρια. Περάσανε το φαρμακείο του Παυλογιάννη, την Παναγιά Οδηγήτρα. Είχε το εικόνισμα μέσα στην είσοδο, πάνω απ’ τη νοσοκόμα της ρεσεψιόν και έκανε τον σταυρό του. Φτάσανε στον Βασίλαινα. Παλιά είχε έρθει ο Τσώρτσιλ όταν ήτανε μπακάλικο. Μετά που το ξανανοίξανε με ανακαίνιση, σε στυλ Κολωνάκι, τα εγγόνια με κάτι χρηματοδότες, μαζευόντουσαν μαζί με τους Μανιάτες και άνθρωποι του Συνασπισμού. Τώρα οι Βασίλαινες τους είχαν διώξει, βάλανε δικηγόρο και τους δώσανε τα λεφτά τους πίσω. Σ’ όλο το δρόμο είχε σκουπίδια, είχανε χυθεί ένα μήνα τώρα απεργία στην άσφαλτο. Είχε κατεβάσει μπουλντόζες ο Ζαντίδης και τα ’χανε σπρώξει στα οικόπεδα, αλλά τώρα τα ξανάπαιρνε ο αέρας και τα νερά. Ούτε ζώα δεν είχε στα οικόπεδα. «Θα ’χει πάνω από δύο εκατομμύρια λέει σήμερα», είπε. Ο Κώτσιας δε μίλησε. Πήγαινε ίσια μπροστά με το μπουφάν. Είχε φάει. «Λες να ’χει δύο εκατομμύρια;» ξανάπε επίμονα και νευρίασε με τον εαυτό του.


[66]

Στην Κερατέα βγήκε ένας με φιάλη υγραέριο, την άναψε και τους έλιωσε τις ασπίδες σα φλογοβόλο, είχε πει τις προάλλες ένας πρωτοετής. «Το υγραέριο δε διαφέρει ουσιωδώς απ’ τη μολότωφ», του ’χε απαντήσει ο Κώτσιας. Η φωνή του ήταν ψυχρή και φιλική. «Η ασπίδα δε λιώνει. Κράτα την απ’ την ανάποδη για να πιάνεις τη λαβή από το δερμάτινο αντί το μεταλλικό μέρος. Αλλιώς την πετάς όταν πέφτουν τα μάρμαρα». Τον σεβόταν γιατί είχε κλείσει τα εικοσπέντε αλλά κατά τ’ άλλα μαλάκας ήτανε. Δεν του άρεσε σαν άνθρωπος. Δεν μπορούσες να καταλάβεις ποιον ψήφιζε. «Μπορούσα να πάρω χαρτί γιατρού. Έχω μέσο. Αλλά ανεβαίνω», του πέταξε. Στο βάθος είδε στη λάμπα τα κόκκινα κεραμίδια του Γκλάμουρ. «Εμείς το τρώμε όλο το χημικό», ξανάπε. «Οι μάσκες ληγμένες είναι, θα μείνουμε παράλυτοι». Επίτηδες το ’πε, επειδή δεν του μίλαγε. Ο Κώτσιας είχε απαντήσει σ’ έναν στο ίντερνετ ότι η CS υπάρχει σε μικρή ποσότητα στα δακρυγόνα. «Η δηλητηρίαση στις αναπνευστικές οδούς επιφέρει ανικανότητα αντίδρασης. Όταν η δηλητηρίαση είναι πιο έντονη, προκαλείται πανικός, και το άτομο αδυνατεί να εισπνεύσει και να εκπνεύσει. Σε πολύ μεγάλες δόσεις προκαλούνται εγκαύματα στο δέρμα και εκτεταμένη καταστροφή των ιστών. Η άμεση επαφή με τα μάτια μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή του κερατοειδούς. Γι’ αυτό να μη βγάζεις τη μάσκα σου». Σα να τον άκουγε με ’κείνη τη φωνή του. «Εμείς όμως τη ρίχνουμε σε μικρές ποσότητες στους πολίτες». Στο Γκλάμουρ έπαιζε ακόμα μουσική. Σκέτος τσιμεντόλιθος ήτανε, ένα ισόγειο και δεν είχε Ελληνίδες. Πήγαιναν και οικογενειάρχες. Δίπλα στην αυλή, στο συνεργείο του Παντελεάκου, έφτιαχνε παπιά στα οφ. «Εγώ δεν τη βγάζω τη μάσκα σήμερα», έκανε. Όπως πέρναγαν, η πόρτα του Γκλάμουρ άνοιγε πίσω τους. Ήθελε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά ντράπηκε. Φτάσανε στις γραμμές του τρένου. Είχε ζεσταθεί πιο καλά. Η μισή Αιτωλικού κι ούτε ένα αυτοκίνητο. Κανονικά τώρα ξυπνάγανε για Ασπρόπυργο να πάνε να δουλέψουνε. Όλοι πάνω θα ’τανε σήμερα, ξεκούραστοι. Είχε κάνει τη μαλακία και είδε ειδήσεις. Ο


[67]

Κώτσιας του ’χε πει να μη βλέπει ειδήσεις απ’ την προηγούμενη μέχρι και δυο μέρες μετά. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ, δυο τρεις ώρες. Ξύπναγε συνέχεια. Προσπαθούσε ν’ ακούσει άμα βρέχει. Ο Κώτσιας ήταν που του ’χε πει ότι με τη βροχή οι μισοί κάθονται σπίτι. Ότι καμιά φορά είναι θέμα τύχης αν θα ’χει εκατό ή τρακόσιες χιλιάδες. «Καμιά φορά εκεί που κανένα απλυτάκι μού πετάει πέτρα, βάζω ένα σημάδι πάνω του», του ’χε πετάξει επίτηδες να τσακωθούνε μια μέρα, «το μπουφάν ή το παντελόνι του». Κοιτάω να δω που θα πάει. Τον βάζω στο μάτι. Άμα κάνουμε ντου, τρέχω προς το μέρος του». «Πολίτες αποκρούεις, όχι ανθρώπους», είχε πει ο Κώτσιας. Υπάλληλος ήτανε. Μοίραζε τις γκλομπιές όπως θα μοίραζε φάκελα σε θυρίδες. «Να του δώσω τον αριθμό μητρώου μου να του πω έλα στα μανιάτικα να με βρεις, ε; Φαντάζεσαι; Να κατέβουν οι αναρχικοί στα μανιάτικα; Θα τους θάψουμε στο Σχιστό». Γύρισε και τον κοίταξε που περπάταγε δίπλα του, κάτω απ’ το αστυνομικό μπουφάν ήτανε χωρίς σώμα. «Ούτε εμείς πάμε στα Εξάρχεια», είχε απαντήσει. «Διαίρει και βασίλευε». Είδανε το λιμάνι μέσα απ’ τα τελευταία μηχανουργεία στου Παπαστράτου. Αρχίζανε τα κτίρια των ναυτιλιακών. Μπιρώ βέριτας, η αλτομέρ, η θεομάρ, η ρίνα ελλάς πιο κάτω, η όιλ τρέιντινγκ στο τέλος. Στα φιμέ τζάμια τους δε φαινόταν τίποτα. Ο θείος του άμα έπαιρνε σύνταξη θα πήγαινε υπεύθυνος ασφαλείας στον Μελισσανίδη. Διάβασε με δυσκολία τα φουγάρα του Βιτσέντζου Κορνάρου για Κύθηρα. Και στις άλλες πορείες είχε πάει σχεδόν άυπνος. Σα να μην έβλεπε σε όλο το πλάτος, αλλά κάπως μόνο ίσια μπροστά που δεν είχε κοιμηθεί. Αλλά σε βάθος. Αυτό βοήθαγε που βαρούσε σα μηχανή. «Αστοχείς και ξοδεύεις δυνάμεις έτσι», του ’χε πει ο Κώτσιας. Όποιος τη φάει σωστά, τα μαζεύει και πάει σπίτι του. Άρα μείον ένας. Άρα, θα τελειώσουμε πιο νωρίς. Στην αρχή ένιωθε τα πόδια του να παίρνουνε φτερά απ’ τα ντου ή την παράταξη. Αλλά μετά από τις πρώτες ώρες δεν το άντεχε άλλο. Έχουν κρατήσει τη θέση τους, έχουν αποκρούσει τα κύματα που πέφτουν πάνω τους να σπρώξουν, να τους πετάξουν πέτρες και καδρόνια, αλλά όσο πιο πολύ χτυπούσε στα τυφλά τόσο ένιωθε σα να περίμενε να περάσει το ωράριο, το σώμα του από την αρχική υπερένταση γινότανε σα μηχανικό. Ξαφνικά ένιωθε σα να μην είχε καταφέρει τίποτα τόσες ώρες. Σα να βαρούσε για το τίποτα. Τότε προσπαθούσε να βάλει κάποιον στο μάτι. «Λένε ότι θα ’ναι όλα τα επαγγέλματα, ε;», έκανε. «Μεταλλουργοί, χαλυβουργοί, χυτήρια, διυλιστήρια, χημικές, οικοδομικές, φορτηγατζήδες, ταξιτζήδες, μαγαζάτορες, σκουπιδιάρηδες, σερβιτόροι, ιδιωτικοί, δημόσιοι, συμβασιούχοι, ωρομίσθιοι, απολυμένοι, άνεργοι, φοιτητές, μαθητές, θα κατέβουν οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι ψαράδες απ’ τα νησιά. Μέχρι και το ΠΑΜΕ λέει έδωσε ελεύθερο. Οι οικοδόμοι λέει ρε μπροστά, με τους λιμενεργάτες. Και τους φορτηγατζήδες. Βγήκε ένας από την ΠΝΟ και είπε ότι έκανε βάρη όλη τη βδομάδα το αρχίδι». Είχε υψώσει τη φωνή του, σχεδόν με λυγμούς. Κοίταξε στα καράβια. Ήταν δεμένα ένα μήνα. «Εμείς τι φταίμε άμα τους γαμήσουμε;», έκανε πνιχτά Ο Κώτσιας είχε σταματήσει. Σα να ’νιωσε ξαφνικά πιο κρύο απ’ την απουσία δίπλα του, και γύρισε ανήσυχος να τον ψάξει. Κοίταζε κι αυτός τα καράβια. Είχε τραβηχτεί το κασκόλ κάτω απ’ το παγωμένο πρόσωπό του, ήταν σαν άγιος με την κουκούλα τέτοια ώρα. «Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων», είπε. «Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες». Η φωνή του σα να τον ησύχασε. «Μιλάνε όλοι αυτοί για ιερό καθήκον», έκανε. Δεν


[68]

ήταν βέβαιος αν κόλλαγε, αλλά είχε νιώσει μέσα του να το πει. Ο ουρανός χάραζε. «Το κράτος δεν είναι ουδέτερο γιατί το χρησιμοποιεί η ιθύνουσα τάξη. Το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας ορισμένης τάξης. Η ουδετερότητά μας έγκειται μόνο στο ότι θα κάναμε το ίδιο κι άμα ήταν κυρίαρχη μια άλλη τάξη». Είχε γυρίσει και τον κοίταζε τώρα κι αυτός, ο Κώτσιας δηλαδή με τα άψυχα μάτια του, κάπως όπως έστριψε το λαιμό όμως η κουκούλα έπεσε και τα μαλλιά του σηκώθηκαν ανάκατα στον αέρα και του ’δωσαν την αίσθηση ενός φριχτού ανθρώπου. «Εγώ δεν έχω κοιμηθεί σχεδόν καθόλου», του έκανε. «Ούτε ’γω», έκανε κι ο Κώτσιας. Ένιωσε ξαφνικά πως είχανε μια αποστολή πιο συγκεκριμένη, ένα σκοπό. Βγήκανε Ακτή Μιαούλη. Όλο το λιμάνι ανοίχτηκε μπροστά τους φωτισμένο μέχρι κάτω τον ΟΛΠ, και μύρισε η θάλασσα. Από την άλλη ο αέρας έφερε μουσική απ’ τη Σίσα. Έβγαινε κόσμος απ’ τις γκαραζόπορτες και μίλαγε ρωσικά. Κάτι γκόμενες πάτησαν σε σκατά και γέλαγαν. Απ’ το δρόμο μάρσαρε μια Πόρσε. Αλλά τους είδε και σταμάτησε. Περάσανε απέναντι τη λεωφόρο να μπούνε να κόψουνε μέσα απ’ το λιμάνι μέχρι τον Ηλεκτρικό. Τα φώτα του λιμανιού σβήσανε απ’ το χρονοδιακόπτη. Αμέσως τα καράβια μαύρισαν. Μπήκαν απ’ το πορτόνι του φράχτη αλλιώς θα ’πρεπε να τρέχουνε στην Ε4. Η θάλασσα του πάγωσε το στήθος. Ήταν ερημιά. Ο χειμώνας μέσα στο λιμάνι τον ένιωθες σα να ’σουν άρρωστος. Ένιωσε την αρβύλα του να βουλιάζει με δύναμη σε μια μαλακή μάζα και τράβηξε το πόδι του με αηδία. Τα πόδια του ήταν γεμάτα ψόφια πουλιά. Είχε βουλιάξει μέσα σε τρία, τα ’χε λιώσει το ένα μέσα στο άλλο γιατί είχαν γίνει κοκκινόμαυρος πολτός. Δεν ήταν πολύ μεγάλα. Αλλά τα ’χε βρει γεμάτα. Δίπλα του ήταν καμιά δεκαριά άλλα πεταμένα το ένα πάνω στο άλλο. Γύρισε, άλλη καμιά κατοσταριά, μπορεί και πεντακόσια, μπάλες μπάλες απ’ τον αέρα και τη βροχή. Σήκωσε το κεφάλι. Όσο φως είχε βγει, είδε τη προβλήτα γεμάτη πτώματα. Μέχρι πέρα το μάτι, που έκανε γωνία στον Πελοποννήσου, στην άσφαλτο, τα παρτέρια, τα υπόστεγα των εκδοτηρίων είχαν σκεπαστεί από ψοφίμια, στα κράσπεδα, τους πάγκους, τα τραπεζοκαθίσματα αμέτρητα σα χαλί. Είχανε πέσει και στη θάλασσα και επιπλέανε σαν πίσσα. Πισωπάτησε αλλά το τακούνι του έλιωσε τέσσερα ακόμα κεφαλάκια απ’ το λαιμό. «Τι ’ναι αυτά ρε;», του ’φυγε μ’ ένα ανατρίχιασμα από την ίδια του τη φωνή, «τι ‘ν’ αυτά γαμώ την Παναγία μου;» ούρλιαξε. «Νεκρά», έκανε ο Κώτσιας. Τον κοίταξε, ήταν ανέκφραστος. «Τι νεκρά; Πού πέθαναν;» «Πού να ξέρω». Το βλέμμα του ήταν παγωμένο. Κοίταζε σα να μέτραγε, σα να σκεφτόταν μόνο πώς θα καθαριστούνε τόσες βρωμιές. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό. «Από κεραυνούς. Πετάγανε ψηλά και πέσανε μέσα στην καταιγίδα», έκανε. Ένιωσε ξαφνικά ότι δεν μπορούσε να κουνηθεί μην πατήσει πάνω τους. Αυτό όμως τον έκανε να τρομάξει ακόμα πιο πολύ, ότι είχε κολλήσει εκεί μέσα, σ’ αυτή τη μάζα. «Είσαι σίγουρος;», έκανε μ’ ένα παρακλητικό τόνο. «Είναι καμένα. Δεν τα βλέπεις;» «Είναι μαλακά. Πατιούνται σα να ’ναι ζωντανά». «Βράχηκαν εδώ κάτω, γι’ αυτό», απάντησε. «Δεν μυρίζουν», είπε. «Είναι μαλακά», ξανάπε. «Μερικά ζούνε». «Δεν ζει κανένα», έκανε ο Κώτσιας. «Είναι νεκρά και καμένα». «Είναι μαλακά», έκανε.


[69]

Στο βάθος απ’ την Ε5 φάνηκε το λιμενικό τζιπ. Πέρασε λιώνοντας τα πρώτα στρώματα αλλά τελικά σταμάτησε μετά από λίγο και έμεινε ακινητοποιημένο μπροστά στα βόνταφον για Μύκονο. «Δεν πρόκειται να βρέξει άλλο. Καθαρίζει», είπε. «Θα ’χει δύο εκατομμύρια». «Θα είμαστε ογδόντα - ενενήντα χιλιάδες», γέλασε ο Κώτσιας. «Έλα», έκανε. «Μην είσαι προληπτικός». «Πάμε έξω από το λιμάνι», κλαψούρισε. «Όχι, από δω», ένιωσε το χέρι του Κώτσια να σφίγγει στο μπράτσο του. «Σε παρακαλώ», έκανε σχεδόν κλαίγοντας. Ο Κώτσιας τον τράβηξε μαλακά και προχωρήσανε μπροστά μέσα στα ψοφίμια. Προσπάθησε να μη ρίξει όλο το βάρος του στο βήμα του, να πατήσει κάπως πιο ελαφριά πάνω στη μάζα, αλλά πάλι βούλιαξε μέσα σε κάποιο κομματάκι από πεντ’ έξι, το ’λιωσε σαν κρεατάκι και έκανε πατινάζ στον πολτό και το σώμα του έχασε την ισορροπία του. Ο Κώτσιας όμως τον συγκράτησε, τον άρπαξε πιο σφιχτά και τον στήριξε, και τον παρέσυρε μπροστά. Αφέθηκε στο μπράτσο του και στοίχισε το βήμα του στο δικό του. «Μην κοιτάς κάτω», του έκανε. Γύρισε το κεφάλι έξω απ’ το φράχτη του λιμανιού, στα γραφεία. Είδε τη Γιούρομπανκ, την Ανέκ, τη Δαναός, την Εθνική Τράπεζα, το μέγαρο της Αιτζίαν με την πύλη από λευκά μάρμαρα, όλες τις εταιρείες. Ήταν σα να πέταγε έτσι που περπάταγε κοιτώντας προς τα πάνω, και ένιωσε ασφάλεια που κρατιόντουσαν. Σχεδόν τρέχανε τώρα, τα πόδια του πέφτανε απ’ τον διασκελισμό με όλο τους το βάρος, πάταγε μαλακά κεφαλάκια και στηθάκια ή έσπαγε φτερούγες αλλά δεν τα ’νιωθε καθόλου, ήταν σα να ’χανε αναληφθεί στους αιθέρες. Στο πέρασμά τους πετάγονταν κάτω απ’ τους σωρούς αρουραίοι που τρώγανε απ’ τα πτώματα. Είχε πολλά ξεκοιλιασμένα όσο προχωράγανε όλο και βαθύτερα στις μάζες, δαγκωμένα και κομμένα σε κομμάτια, πνιγμένα στο αίμα τους, σε μερικά είχαν πέσει δύο και τρεις αρουραίοι στο ίδιο, κρεμόντουσαν σαν τσαμπιά πάνω στο σωρό. Αλλά όλα αυτά σα να ’ταν χαμηλά κάπου πολύ πιο κάτω, κάπου αλλού τώρα. Ο Κώτσιας είχε κολλήσει δίπλα του, ένιωθε τη ζεστασιά του. Τον τράβαγε μπροστά με την ίδια δύναμη και μόνο όσο προχωράγανε πιο βαθιά τον ένιωθε σιγά σιγά να χάνει κάπως τη σταθερότητά του, να παραπατάει πού και πού, να βγαίνει λίγο απ’ την πορεία του. «Τους γαμάμε;», ψέλλισε. «Ακούς το υπηρεσιακό;» ψιθύρισε ο Κώτσιας. Απέναντι στο βάθος, έξω από τον Ηλεκτρικό, άκουσε το υπηρεσιακό που περίμενε με αναμμένη τη μηχανή. «Έλα αγόρι μου», του έκανε.


[70]

Νίκος Γ. Κουρμούλης

Ηθικόν ακμαιότατον

– Σειρούλα, να σου πω κάτι; Η τηλεόραση έδειχνε κάποιον γκριζομάλλη με γυαλάκι, να αναλύει ψύχραιμα, λογιστικά, μαθηματικά, την πτώση. Ήταν, λέει, πρωθυπουργός μιας χώρας τελματωμένης από καιρό. Η «σειρούλα» καθόταν ένα τραπεζάκι πιο μπροστά, και παρόλο που ενοχλήθηκε από την ερώτηση, δεν έδειξε να ταράζεται. Είχε μάθει άλλωστε, στο κέντρο όπου παρουσιάστηκε, να έχει αυτό το σοβαρό – «λεβέντικο» το έλεγε ο διοικητής εκεί– ύφος του «αγαθού και φιλότιμου» στρατιώτη: – Για πες… Απάντησε με ένα ψεύτικο ενδιαφέρον, που οι φίλοι και οι σύντροφοί του θα το αναγνώριζαν. Εκεί μέσα όμως δεν είχε φίλους και συντρόφους. Όχι ότι περιφερόταν ακοινώνητος μέσα στον τετραγωνισμένο χώρο, που περιτριγυριζόταν από συρματόπλεγμα. Ίσα-ίσα, πάντα με χαμόγελο, μιλούσε με συναδέλφους και ανωτέρους, έξυπνους, βλάκες, αμόρφωτους, καλλιεργημένους, βαρετούς και ενδιαφέροντες. Όλοι τον συμπαθούσαν, «το καλύτερο παιδί» έλεγαν. Συμπάθεια ήταν και για τον έμμισθο καραβανά που τον ρώταγε: – Μιλούσα με έναν αριστερό προχθές… – Και τι έλεγε; – Να, έλεγε ότι τέτοια ανέχεια ούτε στη χούντα δεν είχαμε. Ο καραβανάς ανασηκώθηκε, κατεβάζοντας τα πόδια από την καρέκλα. Μετά άνοιξε τα γαριδάκια που είχε μπροστά του και, αναμασώντας και ψιλοφτύνοντας, συνέχισε: – Και ξέρεις κάτι, θα σου πω, να το ξέρεις δηλαδή, αν ο στρατός βγει έξω αυτή τη φορά δεν θα μείνει όσο τότε. –Τι εννοείς; Ότι θα μείνει για να εξασφαλίσει τη μετάβαση στην πολιτική σταθερότητα και θα αποχωρήσει μετά, όπως στην Αίγυπτο, παραδίνοντας την εξουσία στις νικήτριες πολιτικές δυνάμεις; – Εννοώ ότι, αν ο στρατός πάρει την εξουσία, θα κάτσει, όχι εφτά, αλλά δεκαεφτά χρόνια. – Δεν νομίζω, ανταπάντησε λακωνικά και άμεσα, ο στρατιώτης. Έπειτα σηκώθηκε από την καρέκλα του και προφασίστηκε φούρια για κάτι που είχε να κάνει: – Πρέπει να φτιάξω την τροφοδοσία του φυλακίου, έχω δουλίτσα, και αφού άνοιξε την πόρτα στο «μαγαζάκι», όπως το έλεγε, καταπιάστηκε με κούτες και τεφτέρια. Το προτιμούσε απ’ το να μιλάει με τον καραβανά. Λίγη ώρα αργότερα ένας άλλος καραβανάς μπήκε στο «μαγαζάκι». Η «σειρούλα» κι άλλος ένας στρατιώτης συζητούσαν για το ενδεχόμενο να τους κατεβάσουν στον δρόμο. Στην τηλεόραση έδειχνε πλάνα απ’ την πορεία στην πρωτεύουσα, διάφοροι απογοητευμένοι κι απελπισμένοι μιλούσαν στην κάμερα, ταΐζοντας μιζέρια το ήδη μίζερο τηλεοπτικό κοινό. – Πότε θα κατέβουμε κι εμείς στο δρόμο..., συλλογίστηκε μεγαλόφωνα ο καραβανάς. – Να δω και τον στρατό με πανό και πλακάτ και τι στον κόσμο, σχολίασε μεγαλόφωνα η «σειρούλα», μειδιώντας. Ο καραβανάς σοβαρεύτηκε:


[71]

– Ο στρατός δεν κατεβαίνει ΠΟΤΕ με πλακάτ, απάντησε κοφτά. – Τι εννοείς; έκανε ο άλλος στρατιώτης, ότι θα μας κατεβάσουν απέναντι στους φίλους και τις οικογένειές μας; – Εγώ ΔΕΝ υπάρχει πιθανότητα να το κάνω αυτό, τοποθετήθηκε με έντονο ύφος η «σειρούλα». – Βρε θα το κάνεις, είπε ο καραβανάς, γνέφοντας με το κεφάλι του. Τα σαρδόνιο χαμόγελό του έφερε στη «σειρούλα» μια ναυτία αναστάτωσης, προϊδεάζοντάς τον για το τι επρόκειτο ν’ ακούσει. – Θα το κάνεις και θα γουστάρεις κιόλας. Όταν ο λοχαγός θα βρίσκεται πάνω απ’ το κεφάλι σου με το περίστροφο στο χέρι να σε σημαδεύει, θα το κάνεις. Μετά τους δύο πρώτους θα γουστάρεις κιόλας, να τους βλέπεις να τσακίζονται και να κόβονται στη μέση κι εσύ να πυροβολάς, έλεγε παραληρώντας ο καραβανάς, κραδαίνοντας ένα φανταστικό πολυβόλο που μάλλον κλωτσούσε. Τα μάτια του κοιτούσαν τον τοίχο, αλλά έβλεπαν αυτό που έλεγε, γυάλινα, παγωμένα. Την άλλη μέρα το πρωί, στο διοικητήριο, τα υψηλόβαθμα στελέχη συζητούσαν μεταξύ τους. Η «σειρούλα», σε στάση προσοχής, περίμενε να του δώσουν εντολή να μπει στο γραφείο και άκουγε: – Αυτοί πάνε για πόλεμο, Ιούνιο-Ιούλιο θα έχουμε πόλεμο, ήταν η φράση που πρόλαβε ν’ ακούσει πριν το βλέμμα των ανωτέρων πέσει πάνω του. Ύστερα παρέδωσε την παραγγελία κι έφυγε. Ο καιρός ήταν ηλιόλουστος, μετά από μια βδομάδα κρύου και χιονιά. Μονάχα η λάσπη, η πάχνη της υγρασίας και η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος θύμιζαν τη μουντάδα των προηγούμενων ημερών. Παραδίπλα, ένας λοχαγός έτρεχε τους στρατιώτες του λόχου του για την «προβλεπόμενη» εκγύμναση φωνάζοντας: «Η-ΘΙ-ΚΟΝ;» — «Α-ΚΜΑΙ-Ο-ΤΑ-ΤΟΝ!», απαντούσαν οι στρατιώτες. Έτρεχαν σε τριάδες, με βάθος πέντε αντρών και τον λοχαγό πίσω αριστερά να τρέχει μαζί τους, δίνοντας το ρυθμό. Η «σειρούλα» όμως τον έβλεπε μ’ ένα περίστροφο στο χέρι.


[72]


Η λεύγα 6 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 20.3.2012, επιβεβαιώνοντας γι’ άλλη μια φορά την εξαγγελία ότι μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο. Στο σπίτι της, στην οδό Καλλιδρομίου, κατάφερε με τα «διορθωτικά» αυτοκόλλητά της να γίνει, από αντικείμενο βιομηχανικής εκτύπωσης, τέχνεργο χειρονακτικής εργασίας. Συνέχισε, στις δύσκολες μέρες της κρίσης, να επεκτείνει το δίκτυο διανομής της στα κέντρα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού και να καλύπτει Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Βανκούβερ και από το Κάρντιφ μέχρι το Ρέθυμνο· ως αναντικατάστατο ανάγνωσμα, βρήκε επίσης πιστούς συνδρομητές εντός κι εκτός των συνόρων. Με τον Χέγκελ κάτω από το μαξιλάρι της και χωρίς επαναστατικές αυταπάτες, διείδε τις επερχόμενες εκλογές και φρόντισε να τις προλάβει, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετεκλογική και προεκλογική συγχρόνως λεύγα 7. Ραντεβού ξανά τον Σεπτέμβρη.

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας,  Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Κώστας Περούλης, Άγης Πετάλας, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης λεύγα 7 (Καλοκαίρι 2012) Φωτογραφίες: Στέφανος Βαμιεδάκης, Αχιλλέας Βογιατζής Εικονογράφηση: Στέλλα Δημητρακοπούλου (stelladimitrakopoulou.blogspot.com) Σχέδιο εξωφύλλου: Δημήτρης Καμπίτης Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης

- Σε κυνηγάει το Αντάρτικο Πόλης; - Σε ενοχλεί η πορεία και η κινητοποίηση που κλείνει το οδόστρωμα; - Βρήκες μετανάστες στο υπόγειό σου; - Ανησυχείς ότι οι κομμουνιστές θα σε σφάξουν στον ύπνο σου με κονσερβοκούτι;

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΗ ΛΥΣΗ με τα νέα πρωτοποριακά προγράμματα:

MPATSOS TAKE-OUT και MPATSOS DRIVE-THRU

ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΟΥΣ Α. ΧΕΡΣΑΙΑ ΜΕΣΑ 1. Λεωφορεία μεταφοράς προσωπικού: 120 €/ώρα 2. Φορτηγά / γερανοφόρα οχήματα: 90 €/ώρα 3. Περιπολικά οχήματα: 40 € /ώρα 4. Μοτοσυκλέτες: 20 € /ώρα Β. ΠΛΩΤΑ ΜΕΣΑ Ταχύπλοα περιπολικά σκάφη: 200 €/ώρα Γ. ΕΝΑΕΡΙΑ ΜΕΣΑ Ελικόπτερα: 1500 €/ώρα Δ. ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ Αστυνομικά σκυλιά μετά των συνοδών αυτών: 50 €/ώρα Ε. ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας: 30€/ώρα ΣΤ. ΧΡΗΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ: 25 €/ώρα Ζ. ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: 30 €/ώρα Η. ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΜΕ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ: 6% ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ.

Εδώ και χρόνια οι συγκεκριμένες υπηρεσίες της ΕΛΑΣ προσφέρονταν δωρεάν και προνομιακά για κάποιους χωρίς την οποιαδήποτε καταβολή αποζημίωσης προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Με τη συγκεκριμένη προσφορά, η Κοινωνία γίνεται ξανά Ένα με το Κράτος. Ενάντια στην Κοινωνία. Ενάντια στο Κράτος. Όλοι Μαζί Μπορούμε.

Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στις περιπτώσεις που η κοστολόγηση γίνεται ανά ώρα, ως ελάχιστος χρόνος χρέωσης λογίζεται η μία ώρα. Πέραν της πρώτης ώρας, χρόνος μικρότερος των τριάντα λεπτών δεν προσμετράται, ενώ χρόνος μεγαλύτερος των τρίαντα λεπτών λογίζεται ως ώρα.


Εκλογές 2012 Ταξική κουζίνα

Σκιώδης εµφύλιος

Επιστροφή στο χωριό Σπόροι/ Κοινοκτηµοσύνη

Αντίπερα όχθη

Cyborgs στις Άλπεις

Μικροαστοί

λεύγα 07 ● καλοκαίρι 2012

Οργή/Λαιµαργία (scanned)

Θεµιστοκλέους (comic)

Βυζιά/ Απελευθέρωση

Ο Έλληνας

Καλλιτεχνική απεργία

Ηθικόν ακµαιότατον

Ναζί & Μπολσεβίκοι

Απεργίες ΕΕ/Εργατικοί αγώνες

Τεχνητή αναπνοή

Ψιλή κουβέντα (comic)

Υγειονοµικοί κίνδυνοι

Λεύγα 07: Καλοκαίρι 2012  

Η λεύγα 7 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 5.6.2012, παραμένοντας σταθερό σημείο μέτρησης βαθμού ψυχραιμίας. Διακινήθηκε με ό...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you