Page 1

χÁ· 05

ñ È·ÓÔ˘¿ÚÈÔ˜ 2012


Η λεύγα 4 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 15.11.2011, υλο­­ποιώντας την εξαγγελία ότι «μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο». Επε­ κτεί­­νοντας το δίκτυο διανομής της στα διεθνή κέντρα αποφάσεων, τις Βρυ­­ ξέλλες, το Βερολίνο και το μυστηριώδες Οχάιο, υπήρξε ιδιαίτερα κοινωνική, πα­­ρασύροντας τις αδιαφανείς δυνάμεις που την κατευθύνουν σε ξέφρενες δρα­στηριότητες. Συνομίλησε στο βιβλιοπωλείο Εκτός των Τειχών με τα πε­ ριοδικά HUMBA! και κομπρεσέρ, χόρεψε μέχρι πρωίας στο επιβλητικό πάρτι της και εξακολουθεί να ευχαριστεί φίλους και συνεργάτες, κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους, τις εκδόσεις futura και τους σκοτεινούς χρηματοδότες της για την εμπιστοσύνη τους. Και του χρόνου. * Για το σχέδιο του εξωφύλλου χρησιμοποιήθηκαν σκίτσα του Γερμανού καλλιτέχνη και ακτιβιστή Gerd Arntz (1900-1988). Τα σκίτσα του Arntz αποτέλεσαν βασικό μέσο της «Βιεννέζικης Μεθόδου Οπτικής Στατιστικής» που εμπνεύστηκε ο Αυστριακός φιλόσοφος Otto Neurath (1882-1945) για τη δημιουργία μιας οικουμενικής γλώσ­ σας με στόχο τη μετάδοση, με απλές εικόνες, περίπλοκων πληροφοριών για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική. Η μέθοδος αυτή, που επινοήθηκε αρχικά για τη μόρφωση του μεσοπολεμικού προλεταριάτου, μετεξελίχθηκε στο Διεθνές Σύστημα Τυπογραφικής Εικονικής Εκπαίδευσης (ISOTYPE).

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας,  Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Κώστας Περούλης, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης Λεύγα 5 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2012) Φωτογραφίες: Αχιλλέας Βογιατζής, Νένη Πανουργιά Σχέδιο εξωφύλλου: Αχιλλέας Γαλατσίδας Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Από αυτό το τεύχος, η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr


levga.gr 2

levgamag@gmail.com Γιώργος Καράμπελας, Τάξη εναντίον μη Τάξης

4 7 13 19

Ελένη Κυραμαργιού, Στέφανος Βαμιεδάκης, Ασπρόπυργος και Βόλος, τότε και τώρα Όλγα Καρυώτη, Οι Μανωλάδες γίνονται ΕΟΖ Άγης Πετάλας, Ο Λαγός και το Ποντίκι: Το φαινόμενο «ΛΑ.Ο.Σ.» και τα κινούμενα σχέδια της αστικής τάξης

Γιώργος Βασσάλος, Από όλους τους λαούς της Γαλατίας, είναι οι Βέλγοι ο πιο ακυβέρνητος; 23 Ηρακλής Οικονόμου, Λουκάς Παπαδήμος, Μάριο Μόντι, Τριμερής Επιτροπή 29 Χλόη Πετρίδου, Ζητείται νομιμότητα

35 Το Κίνημα, το Κόμμα και μια σύγκρουση… 45 49 53 59

Κωστής Καρπόζηλος, Έθνος κλειστόν: Ελλάς Ελλήνων Αντιμνημονιακών Άννα-Μαρία Πισκοπάνη, «Αντί μιας γαϊδουρινής υπομονής, μια γαϊδουρινή ελπίδα» Κώστας Περούλης, Ορφανός ρατσισμός ή Συμπέθεροι στον ρατσισμό Γιάννης Βογιατζής, Σημειώσεις για μια παράσταση

61

64 69 70 72

Αλέκος Λούντζης, Σάι-φάι. Στιγμιότυπο πέμπτο: Ταινία εποχής Γιώργος Αναγνώστου, Χαλεποί καιροί από Αμερική Βιβή Αντωνογιάννη, Μια νύχτα στο Λουτράκι Γιώργος Μανουσέλης: Ψιλή κουβέντα


[]

Τάξη εναντίον μη Τάξης Στον συρφετό δημόσιων κειμένων που αποκηρύσσουν ή συνιστούν τον ευρωπαϊκό Μεσοπόλεμο ως ιδανική αναλογία για την τρέχουσα κρίση, η βασική έγνοια είναι μία: μην τυχόν «φτάσουν τα πράγματα στα άκρα», μην τυχόν πολωθεί η κοινωνική σύγκρουση και συσταθεί σε αντίπαλα μέτωπα, «όπως τότε», που η Γηραιά Ήπειρος σαρωνόταν από εξεγέρσεις και αντεξεγέρσεις, επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις. Διεθνείς και ντόπιοι ειδήμονες, «συστημικοί» και «αντισυστημικοί», συμφωνούν σ’ αυτό: κάπως πρέπει να ενοποιηθεί η επιφάνεια της σπαραγμένης κοινωνίας, να σκεπαστεί μ’ ένα οποιοδήποτε ιδεολογικό πέπλο η καταρρέουσα βάση. Μια «νέα Ευρώπη», ένα «πατριωτικό κίνημα», ένα «ΕΑΜ της εποχής μας», μια «λαϊκή ενότητα» στη διαμαρτυρία – αντίστροφες ή πλάγιες όψεις του μείζονος καθεστωτικού προτάγματος, της «σωτηρίας», εθνικής, ευρωπαϊκής, νομισματικής, χρηματοοικονομικής, καπιταλιστικής. Λένε οι σοφοί: οτιδήποτε είναι προτιμότερο από το να «εκφυλιστεί» η κρίση σε ταξικό πόλεμο, οτιδήποτε «κάνει» προκειμένου να μην επαναληφθεί το μεσοπολεμικό τέρας, να μην υλοποιηθεί ποτέ-ξανά εκείνο το τριτοδιεθνιστικό σύνθημα, τάξη εναντίον τάξης, που σύντριψε προσωρινά τη Δημοκρατία ανάμεσα στους δίδυμους Ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα. Ακόμα και η ίδια η περίβλεπτη Δημοκρατία μπορεί να θυσιαστεί, ακόμα και πόλεμοι μπορούν να ξεσπάσουν ανά πάσα στιγμή – αρκεί ν’ αποτραπεί ο μισητός ταξικός πόλεμος που θα οδηγήσει την Ανθρωπότητα στον όλεθρο. Το Κόμμα της Τάξης, όπου συνωστίζονται «συστημικοί» και «αντισυστημικοί», έχει ήδη πάρει θέση δίπλα στον νικητή στη σύγκρουση που εκφραζόταν άλλοτε ως «τάξη εναντίον τάξης». Κάτω από τον μανδύα της Δημοκρατίας και της Σωτηρίας ημών, η μια τάξη, η αστική, έχει κατατροπώσει προ πολλού την άλλη, την εργατική, και το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι διαχείριση της νίκης της. Προσοχή, η δουλειά δεν είναι απλή· απαιτείται συνεχής επιφυλακή για να μην εμφανιστεί ξανά, από το πουθενά, το φάντασμα που κάποτε πλανιόταν, λέει, πάνω από την Ευρώπη. Το μέγα ζητούμενο σ’ αυτή τη διαχείριση της νίκης της αστικής τάξης είναι να μη φαίνονται πουθενά εργάτες: ας φαίνονται «μετανάστες», «ισλαμιστές», «πατριώτες», «διαδηλωτές», «γενιά», «πολίτες», «αγανακτισμένοι», «αριστεροί», «αναρχικοί», «αντεξουσιαστές», «ακτιβιστές», «παιδιά», «φοιτητές», μέχρι και… «άνεργοι»· όσο δεν φαίνονται εργάτες, η νίκη παραμένει εξασφαλισμένη. Στα καθ’ ημάς, η αστική τάξη διαχειρίστηκε συνολικά τη νίκη της στον «ελληνικό εμφύλιο» ήδη από τα πρώτα «μετεμφυλιακά» χρόνια. Παράλληλα –και σε αγαστή σύμπνοια– με όλες τις «θερμές» μορφές εξόντωσης της εργατικής τάξης (εξορία, παρακράτος, μετανάστευση, δικτατορία, πογκρόμ μεταναστών, αστυνομική καταστολή), οι διαχειριστές του καθεστώτος εκμεταλλεύτηκαν από νωρίς τη στρατηγική της συγκάλυψης για να δώσουν στην τάξη τους το ενοποιητικό κεφαλαίο αρχικό που έχει ανάγκη κάθε κοινωνική τάξη με αξιώσεις οικουμενικότητας: να κάνουν την αστική τάξη συνώνυμη της Τάξης. Με παροχές κι αντιπαροχές, με υποσχέσεις


[]

κοινωνικής ανέλιξης ή έστω μόνο κοινωνικής επιβίωσης, με μικρογραφίες «ιστορικού συμβιβασμού», μ’ έναν γενικό συμβολικό «εξηλεκτρισμό της χώρας», σε βάρος «κάθε ισχύος των Σοβιέτ», ξαπόστειλε το περιπλανώμενο φαντασματάκι μας στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, απ’ όπου πλέον το βγάζουν τελετουργικά, σαν αποκριάτικη στολή, κάθε λογής καρναβαλιστές: φοιτητοπατέρες κι εργατοπατέρες, κομματικοί ιθύνοντες, διανοούμενοι, «εξεγερμένοι» και βλαχοδήμαρχοι διαφόρων αποχρώσεων, αλλά πάντα ελληνικής πατέντας. Από την πλευρά των ηττημένων, η καθολική υπερίσχυση της αστικής τάξης ως Τάξης έκανε την εργατική τάξη να περιέλθει ουσιαστικά σε κατάσταση μη τάξης, κι έτσι να φαντάζει μοιραία ως μη Τάξη. Ο μηχανισμός παραγωγής του αποβολιμαίου Άλλου, που τόσο έχει αναλυθεί αναφορικά με τον ρατσισμό, τον σεξισμό ή την ξενοφοβία, αποκτά εδώ δομικές διαστάσεις (αν δεν βρίσκει την ίδια τη θεωρητική και πρακτική του μήτρα). Και οι στρατηγικές αντίστασης του πάλαι ποτέ περήφανου κι απειλητικού προλεταριάτου δεν θα μπορούσαν να μην παλινωδούν ανάμεσα στο αίτημα εξόδου του από το περιθώριο της μη Τάξης και το αίτημα δραπέτευσής του από τα υπόγεια της μη τάξης· είτε όμως ζητώντας ν’ αναγνωριστεί ως μέρος της Τάξης είτε ζητώντας να γίνει κι αυτό μέρος –οσοδήποτε θλιβερό– της επικρατούσας τάξης, το θετικά σκεπτόμενο σύγχρονο προλεταριάτο, υπό τις ανάμικτες βιομηχανικές-μαζικές και μεταβιομηχανικές-εξατομικευμένες μορφές του στον σύγχρονο καπιταλισμό, άλλο δεν κάνει από το να χορεύει στον σκοπό που του βαράει ο νικητής, η αστική τάξη-ως-Τάξη. Μήπως θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς; Θα μπορούσε. Μια μη τάξη που καταδικάστηκε να υπάρχει ως μη Τάξη είναι παράλογο να προσβλέπει να γίνει τάξη και Τάξη. Το λογικό –το μόνο πραγματικό για τον Χέγκελ– είναι ν’ αγωνίζεται για να γίνει μη-μη τάξη και μη-μη Τάξη, επιτελώντας εκείνη την περίφημη «άρνηση της άρνησης» που ένας ορισμένος μαρξισμός εκτόπισε έγκαιρα στο Τέλος της Ιστορίας. Τώρα όμως που η Ιστορία μάς Τέλειωσε, και δεν μπορούμε να (θέλουμε να) είμαστε ή να (θέλουμε να) γίνουμε ούτε τακτικοί προλετάριοι ούτε τακτικό (μικρομέγαλο) κομμάτι των αστών, καιρός ν’ αρνηθούμε τον από αμνημονεύτων απαρνημένο εαυτό μας. Δεν είναι λίγο γι’ αρχή. Γιώργος Καράμπελας


[]

Ελένη Κυραμαργιού, Στέφανος Βαμιεδάκης

Ασπρόπυργος και Βόλος, τότε και τώρα

Σ

άββατο απόγευμα, 10 Δεκέμβρη 2011, έξω από την πύλη της Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Ασπρόπυργο. Από μακριά ακουγόταν η κόρνα· όσο το λεωφορείο πλησίαζε, ο ήχος της γινόταν πιο δυνατός και παρατεταμένος. Το λεωφορείο σταμάτησε και οι επιβάτες κατέβηκαν φωνάζοντας συνθήματα: ήταν εργάτες κι εργάτριες κλωστοϋφαντουργείων από τη Νάουσα – μια από τις εκατοντάδες στιγμές έμπρακτης συμπαράστασης στην πολυήμερη απεργία των τετρακοσίων εργατών της Χαλυβουργίας. Από τις 31 Οκτώβρη, τη μέρα που οι εργάτες απέρριψαν με γενική συνέλευση την πρόταση της εργοδοσίας για μερική απασχόληση και μείωση μισθών, η πύλη της Χαλυβουργίας Ελλάδος έγινε σημείο συνάντησης των πιο ετερόκλητων μορφών αλληλεγγύης, που φαίνεται να μοιράζονται μια βασική συμφωνία: ότι η απεργία αυτή αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη των κοινωνικών αντιστάσεων στην εποχή της κρίσης. Όντως: η απεργία στη Χαλυβουργία Ελλάδος δείχνει την ένταση των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, των μετασχηματισμών που επιφέρει η ύφεση και των νέων ερωτημάτων που τίθενται στο εργατικό κίνημα. Η πρώτη μεγάλη απεργία διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα υπογραμμίζει την αργή μετάβαση από την εποχή των μεγάλων συλλαλητηρίων, των πανεργατικών απεργιών δίχως συνέχεια, στο σύνθετο και δύσκολο πεδίο της αντιπαράθεσης οργανωμένης εργασίας κι εργοδοσίας εντός των επιχειρήσεων και των βιομηχανικών μονάδων – εκεί όπου δεν αρκούν τα μεγάλα λόγια και οι θεαματικές μορφές δράσης, αλλά απαιτείται σχέδιο, υπομονή κι ευελιξία. Από αυτή την άποψη, η απεργία στη Χαλυβουργία Ελλάδος παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, ως κρας-τεστ για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας γενικά. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζει τις σημαντικές παρακαταθήκες και την αναγκαιότητα μορφών λαϊκής αλληλεγγύης. Η αντοχή των απεργών προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη απεργιακού

ταμείου στο οποίο έχουν συνεισφέρει εκατοντάδες συλλογικοί φορείς, συνδικάτα και πρωτοβουλίες. Η πολυμορφία του κινήματος αυτού είναι ορατή: από τις συναυλίες συμπαράστασης ως τα αυτοσχέδια πάρτι οικονομικής ενίσχυσης στις γειτονιές της Αθήνας, από τις οργανωμένες παρεμβάσεις των συνδικάτων του ΠΑΜΕ. ως τις μοτοπορείες συνδικάτων βάσης και λαϊκών συνελεύσεων, από τους εκατοντάδες ανθρώπους που σταματούν με το αυτοκίνητο και συνεισφέρουν ως τους ιδιοκτήτες πάγκων της λαϊκής που προσφέρουν τρόφιμα στο απεργιακό συσσίτιο. Από την άλλη, η απουσία της ΓΣΕΕ περιγράφει την ολοκληρωτική αποξένωση του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού από τις διεργασίες του εργατικού κινήματος. Η μία σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε η ΓΣΕΕ, τον Δεκέμβρη, είναι κατάφωρη απόδειξη του κυνισμού και της απόστασής της από την πραγματικότητα: στις δέκα τυπικές αράδες του δελτίου Τύπου για την 24ωρη απεργία συμπαράστασης στο Θριάσιο Πεδίο, ο συντάκτης της «γραμματείας Τύπου και δημοσίων σχέσεων» κατάφερε να μην αναφέρει καν τη Χαλυβουργία και τον πολυήμερο αγώνα των τετρακοσίων εργατών. Αναρωτιέται κανείς: όλα αυτά τα χρόνια, πόσα χρήματα κατέληξαν στα ταμεία της ΓΣΕΕ από τις υποχρεωτικές εισφορές των εργατών της Χαλυβουργίας Ελλάδος; Η κραυγαλέα στάση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ δεν έχει τίποτα κοινό με τις αντιφάσεις στο εσωτερικό του κόσμου της μισθωτής εργασίας, οι οποίες ήρθαν στο προσκήνιο με την απεργία στη Χαλυβουργία. Είναι γνωστό ότι η δεύτερη μονάδα της εταιρείας στον Βόλο συνέχισε να λειτουργεί, υπονομεύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ των απεργών του Ασπρόπυργου. Το σωματείο –και οι εργάτες– του Βόλου δέχτηκαν την πρόταση της εργοδοσίας για ελαστικές σχέσεις εργασίας, ενώ στην κλιμάκωση του αγώνα η μονάδα κάλυψε τις απώλειες από το κλείσιμο του Ασπρόπυργου. Από την πλευρά της εργοδοσίας, ήταν μια προβλέψιμη κίνηση: οι εταιρείες που διαχειρίζονται τη μεταφορά του σκραπ


[]

στις μονάδες της Χαλυβουργίας Ελλάδος πήραν εξαρχής εντολή να κατευθύνουν όλο το φορτίο στο Βόλο. Έτσι η εργοδοσία απέκτησε ένα καθοριστικό πλεονέκτημα – την απρόσκοπτη παραγωγή και την εξαγορά χρόνου ενόψει της κόπωσης των απεργών, που εισέπρατταν από διάφορους καλοθελητές το μήνυμα: «κάθε μέρα που συνεχίζετε είναι ένα βήμα πιο κοντά στο οριστικό κλείσιμο της μονάδας». Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν δύο κρίσιμα ζητήματα. Πρώτον, τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους η ένταση στις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας παράγει συμβιβασμούς και δεν υπακούει σε ευθύγραμμες κλιμακώσεις. Η περίπτωση του Βόλου φωτίζει τη διαβρωτική επίδραση του φόβου της απόλυσης σε καιρούς κρίσης, αλλά και τους εσωτερικούς κατακερματισμούς της εργατικής τάξης. Χρειάζεται εδώ λεπτομερής εξέταση των παραμέτρων της συμφωνίας: της εισήγησης του σωματείου (το οποίο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο Εργατικό Κέντρο Βόλου), της αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης κατόπιν ψηφοφορίας των εργατών, των αμοιβών που εξασφάλισαν οι τελευταίοι τις μέρες της απεργίας, όταν αυξήθηκε η παραγωγή στη μονάδα τους. Πολλά από αυτά τα στοιχεία παραμένουν κρυφά, πίσω από ένα πλέγμα όπου συνυπάρχουν η εξαγορά, η ενσωμάτωση και ο εκβιασμός. Είναι φανερό ωστόσο ότι στην απόφαση των εργατών του Βόλου πρυτάνευσε το άμεσο υλικό συμφέρον. Για πολλούς, η μείωση των ωρών εργασίας δεν φάνταζε καταστροφική, αφού διατηρούν στη γύρω περιοχή μικρές αγροτικές εκτάσεις που εξασφαλίζουν ένα σταθερό συμπληρωματικό εισόδημα. Αντί να εμπλακούν σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση, όπου επικρέμαται ο φόβος της απόλυσης ή της αναστολής λειτουργίας της μονάδας, επέλεξαν το «μικρότερο κακό» των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων. Αυτό δεν αναιρεί τις εργοδοτικές πρακτικές που εξασφαλίζουν με κάθε τρόπο την αναγκαία συναίνεση, αλλά δείχνει ότι είναι ατελείς οι αναγνώσεις εκείνες που αποδίδουν την ενσωμάτωση του εργατικού δυναμικού αποκλειστικά στη δράση του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Έτσι προκύπτει το δεύτερο και κυριότερο ερώτημα: ποια μπορεί να είναι η αποτελεσματικότητα των απεργιακών αγώνων σε εποχή ύφεσης, όταν η παραγωγή μειώνεται και η εργοδοσία καταφέρνει

να κερδίζει χρόνο και χώρο σε βάρος του διεκδικητικού κινήματος; Το ερώτημα είναι συναφές με το «και τώρα τι;» μετά τις πανεργατικές απεργίες, αλλά μεγαλύτερης έντασης, καθώς εδώ πρόκειται για την τύχη των ίδιων των απεργών, την αυτοπεποίθηση του εργατικού κινήματος και την ανάγκη γι’ απαντήσεις που ξεπερνούν τις έτοιμες συνταγές του παρελθόντος. Οι απεργιακοί αγώνες της παρακμής της ελληνικής βιομηχανίας, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οδήγησαν στον γαλαξία των «προβληματικών» και στα εκ προοιμίου ναρκοθετημένα εγχειρήματα της πασοκικής «κοινωνικοποίησης». Σήμερα, τέτοιες προοπτικές είναι ανύπαρκτες – η ύφεση προσφέρει στο κεφάλαιο τους αποτελεσματικότερους μηχανισμούς ελέγχου της εργατικής δυσαρέσκειας: τον φόβο για το αύριο και την επίγνωση ότι χιλιάδες κάνουν ουρά για μια θέση εργασίας. Το εργατικό κίνημα καλείται να απαντήσει σε αυτούς τους μηχανισμούς όχι με ρητορικά σχήματα περί «ενότητας» (των οποίων τα όρια φάνηκαν ήδη στην περίπτωση του Βόλου), αλλά με συγκεκριμένες επεξεργασίες της κατάστασης της παραγωγής, των δυνατοτήτων της και της πιθανότητας να γίνει πράξη το σύνθημα: «εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά». Μια ιστορία από το παρελθόν Η εξιστόρηση των απεργιακών αγώνων στις χαλυβουργικές μονάδες το 1978-1979 μαρτυρεί την κεντρικότητα των συλλογικών συμβάσεων στη συγκρότηση του εργατικού κινήματος: τότε τα συνδικάτα διεκδίκησαν επιθετικά την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης, ενώ τώρα η υπεράσπισή της φαντάζει αμυντικό αίτημα απέναντι στην επέλαση των ατομικών συμφωνητικών και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Στις 30 Νοέμβρη 1978, οι 400 εργάτες της Ελληνικής Χαλυβουργίας (τότε) στον Ασπρόπυργο ξεκίνησαν έναν απεργιακό αγώνα που κράτησε σχεδόν 6 μήνες, με αιτήματα 50 δραχμές αύξηση στο μεροκάματο, μια μπουκάλα γάλα καθημερινά, οκτάωρη και πενθήμερη εργασία. Στην ουσία προσπάθησαν να θωρακίσουν την κλαδική σύμβαση εργασίας που είχε υπογραφεί λίγους μήνες νωρίτερα (τον Ιούλιο) από την ομοσπονδία του κλάδου (Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Μετάλλου, ΠΟΕΜ). Το τοπικό κλαδικό σωματείο, η Ένωση Χαλυβουργών Ελευσίνας-Μεγαρίδος (αντιπροσώπευε τα


[]

τέσσερα εργοστάσια της περιοχής), πίεσε για τήρηση των συμφωνιών, μισθολογικές αυξήσεις και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Την περίοδο που ακολούθησε (Δεκ. 1978 - Απρ. 1979), οι χαλυβουργοί έδωσαν έναν επίμονο και σκληρό αγώνα: σχεδόν κάθε εβδομάδα προχωρούσαν σε δύο 24ωρες απεργίες, και τον Απρίλιο έκαναν και μια 48ωρη. Υπολογίζεται ότι οι απεργίες τους ξεπέρασαν συνολικά τις 45 ημέρες, ενώ πραγματοποίησαν δεκάδες συγκεντρώσεις στο ΕΚ Ελευσίνας και πορείες. Ο βιομήχανος Σαλαπάτας, τότε ιδιοκτήτης της Ελληνικής Χαλυβουργίας, επιχείρησε να κάμψει τον αγώνα των απεργών χρησιμοποιώντας όλο το διαθέσιμο νομικό οπλοστάσιο. Αρχικά προχώρησε σε μήνυση κατά της 11μελούς διοίκησης του σωματείου για παράβαση διατάξεων των Ν. 3239/55 και 330/76, σύμφωνα με τις οποίες όσο ίσχυε η συλλογική σύμβαση δεν επιτρέπονταν διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις. Η δικάσιμος ορίστηκε για τις 13.12, αλλά η εκδίκαση ολοκληρώθηκε στις αρχές του επόμενου έτους με την αθώωση των 11 μελών του σωματείου. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι τη μέρα που εκδικαζόταν η μήνυση της εργοδοσίας της Ελληνικής Χαλυβουργίας συνέβη ένα θανατηφόρο ατύχημα στη Χαλυβουργική. Την περίοδο πριν από την απόφαση είχαν ενταθεί οι πιέσεις κατά της δίωξης, κυρίως από δυνάμεις που ανήκαν στο ΚΚΕ: στις 14.12, αντιπροσωπεία του ΕΚ Ελευσίνας μετέβη στη Βουλή για το θέμα, ενώ ψήφισμα συμπαράστασης εξέδωσαν σαράντα περίπου Σωματεία Μετάλλου. Στις 16.12, βουλευτές του ΚΚΕ κατέθεσαν επερώτηση, ενώ η ΕΣΑΚ-Σ, η συνδικαλιστική παράταξη του ΚΚΕ, κατηγόρησε την ΠΟΕΜ για τη συμβιβαστική της στάση.

Μετά την αθωωτική απόφαση για τους συνδικαλιστές, το σωματείο κάλεσε το υπουργείο Εργασίας να παρέμβει, ενώ ο βιομήχανος προχώρησε σε λοκ-άουτ (18-27.1), κάνοντας χρήση του Ν. 330/76. Ακολούθησε νέα επερώτηση βουλευτών του ΚΚΕ, με το σωματείο να καταθέτει και μήνυση για παράνομο λοκ-άουτ. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια διαπραγμάτευσης των δύο πλευρών στην Επιθεώρηση Εργασίας (14.2.1979), η εργοδοσία απέλυσε τον υπεύθυνο της απεργιακής επιτροπής. Η τακτική του εκφοβισμού κορυφώθηκε αμέσως μετά: στις 11.4.79, στάλθηκε εξώδικο στη διοίκηση του σωματείου με απειλές απόλυσης των 400 εργαζομένων, ενώ απολύθηκαν 10 συνδικαλιστές, 2 μέλη του ΔΣ και 8 μέλη της απεργιακής επιτροπής. Συνολικά, μέχρι τον Ιούνιο του 1979, απολύθηκαν 27 απεργοί χωρίς αποζημίωση, ενώ η εργοδοσία άσκησε επίσης δίωξη κατά του προέδρου και του γενικού γραμματέα της Ένωσης Χαλυβουργών για παράβαση των περιβόητων νόμων 330/76 και 3239/55. Η αθώωση των δύο συνδικαλιστών συνοδεύτηκε από την επίτευξη μιας πρώτης συμφωνίας που, αν και δεν ικανοποίησε πλήρως τα αιτήματα των απεργών, επέτρεψε την ανασυγκρότησή τους. Η εμπειρία από τις κινητοποιήσεις των απεργών, η δημιουργία εργοστασιακών επιτροπών και συνδικάτων σε ποικίλες μονάδες της περιοχής, η δυναμική της ιδέας μιας συνεργασίας των «προοδευτικών δυνάμεων» (την ίδια περίοδο, η ΕΣΑΚ-Σ, σε συνεργασία με την ΠΑΣΚΕ, απέκτησε τον έλεγχο της ΠΟΕΜ) θεμελίωσαν μια μακρά παράδοση στις μονάδες του Ασπρόπυργου – εκεί όπου σήμερα μια απεργία θέτει νέα ερωτήματα για τη μορφή, τη συγκρότηση και τη δομή του εργατικού κινήματος.


[]

Όλγα Καρυώτη

Οι Μανωλάδες γίνονται ΕΟΖ Ή όταν νομιμοποιείται το σύμβολο της εθνικής κυριαρχίας

Μ

ετά τις δηλώσεις του υφυπουργού Οικονομίας της Γερμανίας, Στέφαν Καπφέρερ, σχετικά με την αναγκαιότητα δημιουργίας Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ) για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, ήρθε στην επιφάνεια η προσπάθεια προώθησης τέτοιων εγχειρημάτων που καταβάλλεται εδώ και αρκετό καιρό από διάφορους τοπικούς και περιφερειακούς φορείς, οργανώσεις, διοικητικές αρχές όπως οι Περιφέρειες (με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της Πελοποννήσου), εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια, όπως της Μακεδονίας και της Θράκης κ.ά., και φυσικά το think tank Χρηματοοικονομικό Φόρουμ Θράκης, του οποίου η μελέτη για την υλοποίηση ΕΟΖ στη Θράκη έχει συμπεριληφθεί στον φάκελο του υπουργείου Ανάπτυξης που θα σταλεί για έγκριση στις Βρυξέλλες στις αρχές του 2012. Λέγεται επίσης ότι μετά τη Θράκη θα ακολουθήσουν η Ήπειρος, η Πελοπόννησος, η Θεσσαλία και η Αττική. Στις ΕΟΖ της Ελλάδας, οι επιχειρήσεις θα απολαμβάνουν μείωση φορολογικών συντελεστών τουλάχιστον κατά 10%. Οι διαδικασίες διαγωνισμών και αδειοδοτήσεων και οι διοικητικές διαδικασίες θα γίνονται σε ρυθμούς εξπρές (fast track) μέσω της δημιουργίας, αποκλειστικά για την ΕΟΖ, ανεξάρτητης διοικητικής αρχής που θα επιβλέπει την ταχεία διεκπεραίωση των διαδικασιών για την υλοποίηση των επενδύσεων, θα λειτουργεί με αποκλειστική ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης και θα αποτελέσει υπόδειγμα για την ελαχιστοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών σε όλη την επικράτεια. Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς διαβεβαιώνουν ότι δεν θα θιγούν τα εργασιακά δικαιώματα· η ίδρυση ΕΟΖ στη Θράκη υποστηρίζεται με το επιχείρημα των έκτακτων οικονομικών συνθηκών στη χώρα και των συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού που προκύπτουν λόγω γειτνίασης με τη Βουλγαρία και την Τουρκία, οι οποίες ήδη διαθέτουν ΕΟΖ. Ο Αλέξης Μητρόπουλος, σε άρθρο του για τις ΕΟΖ, γράφει στα Επίκαιρα (22.9.2011): «Το φαινό-

μενο αυτό είναι ομόλογο του πολεμικού φαινομένου, της εκστρατείας, δηλαδή, μιας στρατιωτικής δύναμης εναντίον μιας αδύναμης –συνήθως– χώρας προς κατάκτηση των πλουτοπαραγωγικών της πηγών. Είναι η λεγόμενη διαδικασία της διά των όπλων “πρωτογενούς συσσώρευσης”. Αν υπάρχει κατάκτηση διαρκείας, τότε πρόκειται για την περίπτωση τη αποικιοποίησης ή της δημιουργίας περιφερειακού προτεκτοράτου. Αν ο επιδρομέας αποχωρήσει νωρίς, τότε πρόκειται περί μιας λεηλασίας του οικονομικού και κοινωνικού κεκτημένου της κατακτούμενης χώρας, όπου στη θέση της προηγούμενης παραδοσιακής, οικονομικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής εμφανίζονται τα ερείπια της προκλητικής, ασύστολης, “απελευθερωμένης” από κανόνες, ήθη και έθιμα, πρόσκαιρης και κερδοσκοπικής οικονομικής δραστηριότητας. Αυτή είναι η φύση των Ειδικών Οικονομικών ή Επενδυτικών Ζωνών, που σχεδιάζεται από τους Γερμανούς, υπό τον εύηχο –αν και αρνητικά φορτισμένο για τους προοδευτικούς Έλληνες– τίτλο “Σχέδιο Μάρσαλ” ή, για να δοθεί περισσότερη έμφαση στην κοινοτική “συμπαράσταση”, “γερμανική απόβαση στην Ελλάδα”». Ξαφνικά, η Ελλάδα μοιάζει να μετατρέπεται σε κάποιο παρθένο δάσος των Ινδιών. Ο ελληνικός λαός, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης, γίνεται μαοϊκός ναξαλίτης αντάρτης που μάχεται ενάντια στην απαλλοτρίωση της γης του από τους ξένους ιμπεριαλιστές της χημικής βιομηχανίας και τους ντόπιους κρατικούς εκπροσώπους τους. Ο Δημήτρης Πατέλης, επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας του Πολυτεχνείου Κρήτης και μέλος της προσωρινής πολιτικής επιτροπής του ΕΠΑΜ, γράφει στο blog του ΕΠΑΜ Χανίων σχετικά με τις ΕΟΖ: «Δεν θέλουμε ούτε το νόμισμά τους, είτε ευρώ είτε άλλο που ετοιμάζονται να εφεύρουν, ούτε έχουμε ανάγκη τα παραμύθια τους να αισθανόμαστε ευρωπαίοι –δηλαδή ανώτεροι από το είναι μας– και να είμαστε σκλάβοι τους, αυτή ήταν η μολυσμένη τροφή με την οποία μας έθρεψαν ως πτωχούς ιθαγενείς τις τελευταίες δεκαετίες οι δω-


[]

σίλογοι που σήμερα αποκαλύπτουν το αποτρόπαιο πρόσωπό τους. Τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες προς το παρόν δεν τις προβλέπουν άλλωστε στην επικράτειά τους, ενώ αντίθετα για μας τις ετοιμάζουν ταχύτατα με τη βοήθεια του κ. Τατούλη. Ποιοι λοιπόν άλλοι τον ακολουθούν στο Περιφερειακό Συμβούλιο Πελοποννήσου για να ερημώσουν πολιτισμικά και να αλώσουν εθνικά το λίκνο του νέου Ελληνικού κράτους;». Ακόμα χειρότερα, αυτά τα λόγια παραπέμπουν μάλλον στην εποχή των Κινέζων Μπόξερ που μάχονταν ενάντια στον δυτικό ιμπεριαλισμό και την κουλτούρα του, στις αρχές του 20ού αιώνα. Η ηγεμονική θέση του χρηματιστικού και βιομηχανικού κεφαλαίου γερμανικών συμφερόντων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη είναι προφανής. Στην περίπτωση των ΕΟΖ, η εμπλοκή των Γερμανών τεχνοκρατών υπήρξε καταλυτική, και φυσικά με το αζημίωτο. Η πρόεδρος του Χρηματοοικονομικού Φόρουμ Θράκης, Κατερίνα Καραγιάννη, είναι Ελληνογερμανίδα και πρώην στέλεχος της Deutsche Bank. Τη νομική μελέτη του Φόρουμ για την πραγματοποίηση της ΕΟΖ στη Θράκη εκπόνησε γερμανική εταιρεία. Η ευρωενωσιακή Task Force, που με την έκθεσή της τονίζει την αναγκαιότητα δημιουργίας ΕΟΖ και επίσπευσης του προγράμματος Helios, έχει επικεφαλής τον Γερμανό Χορστ Ράιχενμπαχ, αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανοικοδόμησης και Ανάπτυξης. Ο υφυπουργός Εργασίας της Γερμανίας Χανς Γιόαχιμ Φούχτελ, εντεταλμένος της Ελληνογερμανικής Συνέλευσης κατ’ εντολή Μέρκελ, εγκαθίσταται στο προξενείο της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη για την υλοποίηση της απορρόφησης κονδυλίων του ΕΣΠΑ, με σκοπό τη χρήση

τους για την προσέλκυση γερμανικών επενδύσεων. Η επικέντρωση, ωστόσο, στο ισχυρότερο ευρωπαϊκό κράτος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας λειτουργεί με τρόπο στρεβλωτικό, γιατί απλούστατα οι υπόλοιποι κρίκοι γίνονται δυσδιάκριτοι, καθώς καλύπτονται από τα φούμαρα αριστερών και δεξιών εθνικοπατριωτικών κορωνών. Το χειρότερο, κοιτάζοντας μονάχα τον «εξωτερικό εχθρό», ο ελληνικός κρίκος αυτής της αλυσίδας εξαερώνεται. Η έννοια του ιμπεριαλισμού επιστρέφει στο πρωτόλειο περιεχόμενό της. Οι Γερμανοί θεωρούν ότι εκπολιτίζουν τους νότιους βάρβαρους και οι Έλληνες θεωρούν ότι γίνονται θύματα της επέλασης των βόρειων βαρβάρων. Η ένταση όμως της βαρβαρότητας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το πραγματικό λίκνο κάθε σύγχρονου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, εντείνεται και πολλαπλασιάζεται όσο συγκαλύπτεται η βασική κοινωνική διαιρετική τομή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ενώ ο αντίλογος στις ΕΟΖ επικεντρώνεται στις εργασιακές συνθήκες άγριας εκμετάλλευσης που, όπως γνωρίζουμε, ισχύουν στις ΕΟΖ των λεγόμενων αναπτυσσόμενων χωρών, επικαλείται εξίσου την επερχόμενη συντριβή, από το μεγάλο κεφάλαιο, των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (επιχειρήσεων δηλαδή που απασχολούν από ελάχιστους αλλά μέχρι και 250 εργαζόμενους), οι οποίες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία της επιχειρηματικής δραστηριότητας στη Μακεδονία και τη Θράκη, δίνοντας πάντα έμφαση στον αποικιοκρατικό χαρακτήρα των ΕΟΖ και την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Παραβλέπεται έτσι αφενός η συμβολή των εμπορικών και βιοτεχνικών επιμελητηρίων και του ελληνικού κεφαλαίου στη διαδικασία και επισκιάζεται αφετέρου η σύγκρουση των συμφερόντων των εργατών της Ελλάδας με τα συμφέροντα των μικρών, μικρομεσαίων και μεγάλων αφεντικών. Άλλωστε, οι ομοσπονδίες των επαγγελματοβιοτεχνών που εξανίστανται για το εν λευκώ «ναι» των επιμελητηρίων στις ΕΟΖ δεν το κάνουν επειδή ανησυχούν για την επικράτηση άθλιων εργασιακών συνθηκών και την απαγόρευση του συνδικαλισμού. Μικροί, μεσαίοι και μεγάλοι εργοδότες δεν διστάζουν να καταπατούν εργατικά ή ακόμα και ανθρώπινα δικαιώματα προς αύξηση των κερδών τους χωρίς την ύπαρξη κάποιας ΕΟΖ.


[]

Επιπλέον, παραγνωρίζεται το γεγονός ότι το ούτως ή άλλως καχεκτικό εργατικό δίκαιο της χώρας έχει ήδη αλωθεί εν πολλοίς στο σύνολο της επικράτειας, μια άλωση που είχε ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του 1990, εντάθηκε στην εποχή του ΔΝΤ και συνεχίζεται, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη ΕΟΖ. Μήπως όμως δεν υπάρχουν ήδη άτυπες αλλά και διά νόμου «ΕΟΖ», που λειτουργούν εδώ και χρόνια; Ας θυμηθούμε τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης (άρθρο 4, Ν. 2639/1998) ανάμεσα σε επιχειρήσεις κι εργοδοτικές ενώσεις περιοχών και τα αντίστοιχα εργατικά κέντρα, που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται από το 1997 σε περιοχές με υψηλή ανεργία, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του περιεχομένου των συλλογικών συμβάσεων εργασίας για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, τη δημιουργία γεωγραφικών ζωνών χαμηλού κόστους εργασίας και την περαιτέρω διάσπαση της εργατικής τάξης και των κλαδικών συνδικάτων. Παραγνωρίζεται επίσης το γεγονός ότι η προσπάθεια δημιουργίας Ειδικών Οικονομικών Ζωνών χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, με τη Διασυνοριακή Ελεύθερη Βιομηχανική Ζώνη Οικονομικών Συναλλαγών (ΔΕΒΖΟΣ Α.Ε.) στο Ορμένιο του Έβρου για τη δυνατότητα εκμετάλλευσης εργατών και από γειτονικές χώρες, η πορεία της οποίας έχει υπάρξει αδιαφανής. Μήπως οι Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.), που ξεκίνησαν να μπαίνουν σε λειτουργία από το 1997 και ευνοούν τα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, δεν αποτελούν «ΕΟΖ» που εκμεταλλεύονται Έλληνες και ξένους εργάτες (είτε μετανάστες είτε φοιτητές τουριστικών σχολών στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες) επιφέροντας καταστροφές στο περιβάλλον και την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά; Ας μην ξεχνάμε ότι σε τμήμα του λιμανιού του Πειραιά, ενός από τα τρία λιμάνια στην Ελλάδα που θεωρούνται Ζώνες Ελεύθερου Εμπορίου, η ιδιοκτήτρια COSCO έχει επιβάλει κινεζικές εργασιακές συνθήκες. Οι Αιγύπτιοι αλιεργάτες στη Μηχανιώνα δεν εργάζονται, άραγε, υπό ειδικό καθεστώς όταν το κράτος αποφασίζει ότι πρέπει να ασφαλίζονται πλέον στον ΟΓΑ και όχι στο ΙΚΑ; Πέρα από τις ήδη υπάρχουσες διά νόμου «ΕΟΖ», υφίστανται άτυπες ειδικές οικονομικές ζώνες που η ανάπτυξή τους και η κερδοφορία τους

βασίζεται μεν στη φοροδιαφυγή (η οποία, όταν νομιμοποιείται, λέγεται φοροαπαλλαγή και αναπτυξιακό κίνητρο), αλλά κυρίως στις εξοντωτικές εργασιακές συνθήκες. Η ΕΟΖ της Μανωλάδας στην Πελοπόννησο είναι ένα από τα πιο τρανταχτά (και γνωστά) παραδείγματα. Όταν ο Δ. Καζάκης ανοίγει τα μάτια των τηλεθεατών για τη διαφορά ιδιοκτησίας και κυριότητας, περιγράφοντας τις ΕΟΖ ως περιφραγμένα στρατόπεδα συγκέντρωσης-εργασίας, όπου θα απαιτείται η επίδειξη ταυτότητας ή διαβατηρίου στον οπλισμένο ιδιωτικό μπράβο της πύλης, ξεχνά τους μαντρωμένους και βάναυσα κακοποιημένους μετανάστες που, στερημένοι από τα χαρτιά τους και χρεωμένοι, ζουν όμηροι στην Ηλεία, όπως και τους ξυλοφορτωμένους δημοσιογράφους που τόλμησαν να χώσουν τη μύτη τους σε… ξένα χωράφια. Ξεχνά τη συνέργεια των αρχών αυτού του κυρίαρχου έθνους με τον φιλόξενο πολιτισμό στο έγκλημα που συντελείται στο ιερό άβατο των σχέσεων εκμετάλλευσης. Η υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας, ωσάν αυτή η χώρα να αποτελείται αποκλειστικά από καλούς κι αγαθούς ανεξάρτητους κι ελεύθερους παραγωγούς, που θίγονται από τη «συσσώρευση δι’ απαλλοτριώσεως» του κακού γερμανικού κεφαλαίου, παρατείνει κι εντείνει τον τρόμο και την αθλιότητα των θιασωτών του φανταστικού Δ΄ Ράιχ, ενός τρόμου προκαλούμενου από την αθλιότητα μιας αντίληψης που ακόμα αντιμετωπίζει τις εξελίξεις είτε ως νεοφιλελευθερισμό είτε ως επεκτατισμό είτε ως παγκοσμιοποίηση. Οι ΕΟΖ αποτελούν στην ουσία εργαλείο ανάπτυξης του καπιταλισμού από τον 18ο αιώνα. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δανία το αξιοποιούν περι-


[10]

στασιακά εδώ κι αιώνες. Οι γεωγραφικές περιοχές που για σκοπούς ανάπτυξης της παραγωγής και του εμπορίου εξαιρούνται από τη νομοθεσία της υπόλοιπης επικράτειας διαφοροποιούνται μεταξύ τους ανάλογα με τις συνθήκες και τα επιθυμητά αποτελέσματα, λαμβάνοντας διάφορες ονομασίες (Special Economic Zones, maquiladoras, Export Processing Zones, Free Trade Zones κ.ά.). Οι σύγχρονοι σκοποί των ζωνών αυτών περιλαμβάνουν τη στήριξη ευρύτερων οικονομικών μεταρρυθμιστικών στρατηγικών, την αύξηση των εξαγωγών, την προσέλκυση ξένων (και όχι μόνο) άμεσων επενδύσεων και την αντιμετώπιση της ανεργίας. Στη Δυτική Ευρώπη, οι ζώνες αυτές περιορίζονται στη συσκευασία και την αποθήκευση, εξαιτίας των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαδικασίες επεξεργασίας επιτρέπονται μόνο στην Ελεύθερη Ζώνη Εμπορίου του Αμβούργου στην Γερμανία, στις Ελεύθερες Ζώνες Εμπορίου στα Κανάρια Νησιά και τις Αζόρες στην Ισπανία, στη Μαδέρα της Πορτογαλίας και σε υπερπόντιες περιοχές. Από την ίδια φιλοσοφία πηγάζουν τα πρoγράμματα Ελεύθερων Αστικών Ζωνών στη Γαλλία, κατά τα πρότυπα των Επιχειρηματικών και Ενισχυτικών Ζωνών στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ –όπου εντοπίζονται πάνω από 85 τέτοιες ζώνες για την αναζωογόνηση των υπο­ βαθμισμένων αστικών περιοχών– αντίστοιχα. Οι

επιχειρηματικές ζώνες υποστηρίχθηκαν στην Αγγλία τόσο από τον εμπνευστή τους, φαβιανό σοσιαλιστή καθηγητή Πίτερ Χολ, όσο και από τη συντηρητική κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι ΗΠΑ προχώρησαν στην ψήφιση σχετικών νόμων επί κυβέρνησης Ρέιγκαν, αλλά και Κλίντον. Μελέτες που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις στις εν λόγω περιοχές δεν έχουν υπάρξει. Μετά τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ και της Σοβιετικής Ένωσης, πολλές χώρες στράφηκαν στη λύση των ελεύθερων ζωνών για την προ­ σέλκυση ξένων επενδύσεων και την πρόσδεσή τους στην παγκόσμια οικονομία. Κάποιες είχαν ήδη ξεκινήσει προσπάθειες πριν τη διάλυση, με σκοπό την ενίσχυση των εξαγωγών. Η περίπτωση της Πολωνίας, με 14 ενεργές ΕΟΖ, αποτελεί πα­ ­ράδειγμα του πόσο ευπρόσδεκτες είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξαιρέσεις οι οποίες, ενώ προ­ βαίνουν σε αθέμιτο ανταγωνισμό και παραβιάζουν το ευρωπαϊκό εργασιακό και κοινωνικό κεκτημένο, αποφέρουν κέρδος. Το ελληνικό κεφάλαιο έχει κάνει μεγάλες επενδύσεις στις ΕΟΖ της Αλβανίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας αλλά και της Πορτογαλίας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Κίνα πραγματοποίησε το μεγάλο άλμα προς τον καπιταλισμό με την ίδρυση της ΕΟΖ της Σενζέν, ενός μικρού ψαροχωριού που μέσα σε 25 χρόνια μετατράπηκε σε


[11]

αστική μητρόπολη στην οποία πλέον εμπερικλείονται δεκάδες άλλες ειδικές ζώνες, με διαφορετικά κίνητρα για επενδύσεις. Τα πλαφόν παραγωγής υφασμάτων και ρούχων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που ίσχυαν μέχρι το 2005, ώθησαν τις επιχειρήσεις να μετακινούνται και να επενδύουν σε αναπτυσσόμενες χώρες ώστε να επωφελούνται από τα υψηλά όριά τους. Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση και ο γοργός πολλαπλασιασμός τέτοιων ζωνών (πλέον αριθμούν περί τις 3.500) στην Ασία, τη Λατινική Αμερική, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. Οι περισσότερες από τις θέσεις εργασίας στις ζώνες αυτές συγκεντρώνονται σε λιγότερες από δώδεκα χώρες, με πρώτη την Κίνα. Τα προϊόντα αφορούν κυρίως ένδυση, υφάσματα, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη, και εξαρτώνται από το ήδη υπάρχον επίπεδο βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας. Το συμπέρασμα τελικά είναι ότι οι προσπάθειες ανάπτυξης ΕΟΖ αναλαμβάνονται από χώρες που διαθέτουν τους απαιτούμενους θεσμούς και την τεχνογνωσία. Με άλλα λόγια, σε χώρες όπου τα εργασιακά, αλλά και δημοκρατικά, δικαιώματα δεν είναι πρακτικά κατοχυρωμένα, όπου επικρατούν συνθήκες εξαθλίωσης και υψηλής ανεργίας, και υπάρχει επομένως το απαιτούμενο συγκριτικό πλεονέκτημα για την ανάπτυξη κάποιων βιομηχανικών κλάδων μέσα στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Σύμφωνα με έρευνες του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, παρατηρούνται δύο τρόποι προσέλκυσης επενδυτών όσον αφορά τα εργασιακά: είτε οι ζώνες εξαιρούνται από την εργατική νομοθεσία, είτε δεν λαμβάνονται μέτρα για την εφαρμογή της τελευταίας. Η έκθεση της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελεύθερων Συνδικάτων (ICFTU), το 2003, για τις ΕΟΖ (που αφορούσε μόνο τις αναπτυσσόμενες χώρες) τονίζει την καταστρατήγηση των κριτηρίων εργασίας των Συμβάσεων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας τόσο από την πλευρά των επενδυτών όσο και από την πλευρά των κρατικών αρχών. Η πρόσβαση συνδικαλιστών στον εργασιακό χώρο είναι σχεδόν ανέφικτη. Η επικοινωνία με τους εργάτες μπορεί να γίνει μόνο εκτός της εταιρείας, ενώ οι ζώνες κλείνονται από συρματοπλέγματα με οπλισμένους σεκιουριτάδες και απαιτείται άδεια της διοίκησης για είσοδο. Η συνεχής απειλή της απόλυσης, κα-

θώς οι περισσότεροι εργαζόμενοι έχουν συμβόλαια ορισμένου χρόνου, επιτρέπει στους εργοδότες να παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία. Μαζί με την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, οι εργαζόμενοι συχνά υπογράφουν επιστολές παραίτησης ώστε να απολύονται όποτε το αποφασίσει η διοίκηση. Ο ρυθμός απολύσεων και προσλήψεων είναι ιλιγγιώδης. Οι εργαζόμενοι σπάνια μένουν στις θέσεις τους πάνω από πέντε χρόνια, και η ανανέωση του εργατικού δυναμικού φτάνει ως το 40% κάθε μήνα. Πολλές φορές οι δηλωμένοι εργοδότες είναι πλασματικοί. Οι απειλές απόλυσης, σωματικής βλάβης, ακόμα και θανάτου, αποτρέπουν την οργάνωση των εργατών. Στην Ονδούρα, οι εργαζόμενοι κατάφεραν να φτιάξουν ένα σωματείο (που εκπροσωπεί δύο επιχειρήσεις) το οποίο επιβίωσε και ισχυροποιήθηκε χάρη και στη διεθνή στήριξη. Οι εργαζόμενοι είχαν στόχο να φτιάξουν ένα σωματείο για όλη τη ζώνη, ώστε να μην αναγκάζονται να περνούν αυτή τη διαδικασία για κάθε εργοστάσιο ξεχωριστά, αλλά το υπουργείο Εργασίας αρνήθηκε την αναγνώριση κλαδικού σωματείου. Σε κάποιες χώρες, η διαχειριστική αρχή των ζωνών είναι κρατική και ορίζει μονομερώς τους μισθούς και τους όρους εργασίας. Αλλού η ασφάλεια στρατολογεί εργαζόμενους ώστε να αποτρέπεται η απεργιακή δράση. Εταιρείες κλείνουν και ανοίγουν με άλλες ονομασίες για να ξεφορτωθούν τα σωματεία. Οι εργοδότες στήνουν δικές τους ενώσεις εργοδοτών κι εργαζομένων και κίτρινα σωματεία. Σε χώρες όπου δεν απαγορεύεται η απεργία εν γένει, οι κυβερνήσεις επικαλούνται το εθνικό συμφέρον, καθώς οι εταιρείες στις ζώνες εκλαμβάνονται ως ζωτικής σημασίας για την εθνική οικονομία, με σκοπό οι απεργίες να κηρύσσονται τελικά παράνομες και καταχρηστικές. Ο ελάχιστος ή μέσος μισθός ουσιαστικά δεν διαφέρει από τον μισθό της χώρας όπου βρίσκεται η ΕΟΖ, η έλλειψη συνδικαλισμού και η αδράνεια των Επιθεωρητών Εργασίας επιτρέπει όμως στους εργοδότες να προσλαμβάνουν «μαύρα». Δεν καταβάλλουν υπερωρίες, δεν παρέχουν στον εργαζόμενο τον απαιτούμενο προστατευτικό εξοπλισμό (ειδικά ρούχα, πόσιμο νερό, εξαερισμό) και η πρακτική άσκηση διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε κανονικές συνθήκες. Οι εργαζόμενοι κλειδώνονται στον χώρο εργασίας, με αποτέλεσμα


[12]

πολλούς θανάτους λόγω φωτιάς. Οι γυναίκες, που αποτελούν το συντριπτικό ποσοστό των εργαζομένων στις ΕΟΖ, υποβάλλονται σε εξευτελιστικούς ελέγχους πρόληψης εγκυμοσύνης και απολύονται αν μείνουν έγκυες. Με τη μείωση του κύκλου ζωής των προϊόντων, ιδίως των ηλεκτρονικών, οι γραμμές παραγωγής αλλάζουν συχνά, και οι εργάτες οφείλουν να προσαρμόζονται – αλλιώς αντικαθίστανται. Οι προθεσμίες είναι εξαντλητικές, η πίεση μείωσης του κόστους συνεχής. Οι ώρες εργασίας κυμαίνονται στις 15-16 ώρες· δεν γίνονται σεβαστές ούτε καν οι φυσικές ανάγκες. Στη θεωρούμενη ως επιτυχημένη ζώνη των Φιλιππίνων, οι ουρολοιμώξεις και τα νεφρικά προβλήματα είναι γενικευμένο φαινόμενο. Στην Ελλάδα, τα φαινόμενα αντισυνδικαλιστικού τραμπουκισμού, η «μαύρη» εργασία, τα κίτρινα συνδικάτα, η ανεπάρκεια της Επιθεώρησης Εργασίας, οι δολοφονικές και βάρβαρες επιθέσεις της εργοδοσίας, η ανοχή ή και φανατική στήριξη των αστυνομικών αρχών στους εργοδότες, δεν είναι πράγματα ούτε άγνωστα ούτε καινούργια. Τα εργατικά ατυχήματα δείχνουν τις συνεχείς παραβιάσεις των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας. Η ολοένα εντεινόμενη ευελιξία των εργασιακών σχέσεων, που στην ουσία πάντα ίσχυε στον ιδιωτικό τομέα και πλέον τείνει να επικρατήσει και στον δημόσιο, σε συνδυασμό με την αναστολή των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας ως γενικών και υποχρεωτικών (Ν. 4024/2011), με σκοπό την πλήρη επικράτηση των ατομικών συμβάσεων και την πριμοδότηση της σύναψης επιχειρησιακής σύμβασης με Ενώσεις Προσώπων, καθώς και όσες άλλες αντεργατικές νομοθετικές ρυθμίσεις έπονται, παράλληλα με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, συνιστούν ικανές συνθήκες ώστε να προχωρήσει στην πράξη η δημιουργία νομότυπων, πλέον, ΕΟΖ.

Σε εκδήλωση για τις ΕΟΖ στην Πελοπόννησο, ο Σάββας Ρομπόλης, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, παρουσίασε την εναλλακτική αναπτυξιακή πρόταση της ΓΣΕΕ: τη δημιουργία ολοκληρωμένων συμπλεγμάτων δραστηριοτήτων (clusters) με σκοπό την εξασφάλιση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και των εργασιακών και κοινωνικών συνθηκών παραγωγής τους στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού και διεθνούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος. Με τυφλή προσήλωση στην ανταγωνιστικότητα, προωθείται μια σοσιαλδημοκρατική αντίληψη που επικαλείται την πιο σωβινιστική εκδοχή του εργατικού συνδικαλισμού ποντάροντας στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης άλλων χωρών και την ευημερία της ελληνικής εργατικής τάξης· μέσω της γνώσης, της καινοτομίας και της διά βίου εκπαίδευσης των εργαζομένων, η ευθύνη για την ανεργία μετατίθεται στον ίδιο τον εργαζόμενο, που δεν προσπαθεί αρκετά να εκσυγχρονίσει και να εμπλουτίσει τις δεξιότητές του. Ο αγώνας ενάντια στην ίδρυση ΕΟΖ θα κριθεί ως προς τη δυνατότητά του να συμβάλει στην αποσαφήνιση της ταξικής διάστασης αυτής της εξέλιξης και στη σύνδεσή της με όσες άλλες οπισθοχωρήσεις έχει επιφέρει όχι μια «προδοτική» πολιτική διαχείρισης της κρίσης, αλλά μια πολιτική εντατικοποιημένης αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης του κόσμου της εργασίας, με σκοπό την εξασφάλιση της δυνατότητας αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Θα είναι ένας αγώνας ελλήνων και μεταναστών εργατών, αλλά κι ένας αγώνας αλληλεγγύης στους εργάτες των ΕΟΖ όλων των χωρών, για να αναδειχθεί το αδιέξοδο των συστημικών λύσεων και να συντριβεί η διαστρεβλωτική εθνικοπατριωτική ρητορεία.


[13]

Άγης Πετάλας

Ο Λαγός και το Ποντίκι : Το φαινόμενο «ΛΑ.Ο.Σ.» και τα κινούμενα σχέδια της αστικής τάξης…

Τ

ο ΛΑ.Ο.Σ. είναι πλέον στην κυβέρνηση: κι όμως, οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν για τούτη την (αδόκητη για κάποιους) εξέλιξη, αντίθετα από ό,τι ίσως θα ανέμενε κανείς, κινούνται στο πλαίσιο ενός σχετικά ήπιου σκεπτικισμού. Σε τι οφείλεται άραγε αυτή η νωθρότητα των «δημοκρατών» μας; Ας αποτολμήσουμε κάποιες υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση, φαίνεται ως εάν οι «δημοκράτες» να πιάστηκαν «με τις πιτζάμες». Ο βασανιστικά αργόσυρτος πολιτικός χρόνος του σχηματισμού της νέας κυβέρνησης μεταμορφώθηκε, μέσω της τηλεοπτικής του αναμετάδοσης, σε έναν στατικό πολιτικό χρόνο ταραχώδους ύπνου. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχει μια μερίδα «δημοκρατών» που ξύπνησαν βίαια από το τηλεοπτικό ενύπνιό τους, αναμαλλιασμένοι και αξύριστοι, ενώ την ίδια στιγμή οι υπουργοί του ΛΑ.Ο.Σ. ορκίζονταν ενώπιον του αρχιεπισκόπου, με τις άψογες χωρίστρες και τα λεία μάγουλά τους ν’ αστράφτουν κάτω από τα πολυβολικά φλας των φωτογράφων. Σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, φαίνεται ως εάν οι δημοκράτες μας να είχαν ασυνείδητα συνηθίσει στην ιδέα ότι το ΛΑ.Ο.Σ., εδώ και καιρό, ήταν πράγματι στην κυβέρνηση. H υπερψήφιση του μνημονίου, ο ηγεμονικός καθορισμός της πολιτικής ατζέντας στο ζήτημα του μεταναστευτικού «προβλήματος», η προώθηση του ζητήματος της κατάργησης του ασύλου ως κομβικού στοιχείου για την επίτευξη μιας πλατιάς συναίνεσης στην ψήφιση του νόμου για την παιδεία, τα απλόχερα συγχαρητήρια για την «υπεύθυνη» στάση του ΛΑ.Ο.Σ. από την κυβέρνηση Παπανδρέου και τα στελέχη της, αποτελούν ενδείξεις μιας αρκετά δυναμικής παρουσίας του ΛΑ.Ο.Σ. όχι στο περιθώριο της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά μάλλον στον πυρήνα της. Σύμφωνα με την τρίτη υπόθεση, φαίνεται ως εάν να μην υπάρχουν πια «δημοκράτες». Πράγματι, από την ύστερη Μεταπολίτευση κι έπειτα η «δημοκρατία» θεωρείται δεδομένη και το πολί-

τευμα ακατάλυτο, ούτως ώστε καμία υπαρκτή απειλή δεν φαίνεται να καθιστά αναγκαία ή πολιτικά δραστική την επίκληση της ταυτότητας «δημοκράτης» και τη σύμπηξη, γύρω από την ταυτότητα αυτή, μιας συμμαχίας ή ενός μετώπου ενάντια σε μια (απίθανη) συνταγματική εκτροπή. Σύμφωνα με την τέταρτη και τελευταία υπόθεση, φαίνεται ως εάν οι «δημοκράτες» να έχουν απόλυτη επίγνωση του ότι η σύγχρονη ακροδεξιά δεν αποτελεί παράγοντα δυνητικής αντιδημοκρατικής εκτροπής, αλλά αντίθετα έναν πολιτικό χώρο που κινείται σε ένα άκρο που όμως βρίσκεται εντός του «συνταγματικού τόξου». Με αυτή την έννοια, οι πιο «πεφωτισμένοι ορθολογιστές» από αυτούς αναγνωρίζουν στην περίπτωση ΛΑ.Ο.Σ. όχι μια επιβουλή κατά της «δημοκρατίας», αλλά ένα νόμιμο στόχο πολιτικής κριτικής του λαϊκισμού, τον ίδιο πάνω-κάτω που απευθύνουν και κατά της «ανορθολογικής», «νεοσταλινικής» ή «κινηματικής» αριστεράς. Θα ήμασταν άδικοι αν δεν εντοπίζαμε μια μικρή, μαχητική εξαίρεση σε όλα τούτα: η «ανανεωτική» αριστερά εξέφρασε έντονα την πολιτισμική της αγανάκτηση, με όλη εκείνη τη γλυκερή μελαγχολία που φαίνεται να της προκαλεί η μεγαλυνόμενη σύγκρουση ανάμεσα στη «συντηρητικοποίηση» της «κοινωνίας» και το διαρκώς ματαιούμενο ιδεώδες ενός διανοητικού «αριστερού προοδευτισμού», του οποίου το φορτίο μοιάζει τώρα να μπαρκάρει, μακριά από τη χώρα, σε ένα κοντέινερ πλοίου του εμπορικού μας ναυτικού, υπό τις οδηγίες του νέου υφυπουργού Ναυτιλίας Άδωνη Γεωργιάδη. Η τοξική «αταξικότητα» του ΛΑ.Ο.Σ. Η ανάδειξη της ιδεολογίας και της ιδεολογικής πρακτικής του ΛΑ.Ο.Σ. ως κόμματος της εθνικιστικής και ρατσιστικής ακροδεξιάς έχει συντελεστεί εδώ και καιρό με αρκετά αναλυτικό τρόπο. Το ΛΑ.Ο.Σ. συγκρότησε πράγματι μια συνθετική ακροδεξιά ιστορικότητα, ως κοινότητα καταβολών


[14]

Ludwig Richter (1802-1884), Der Kampf mit dem Drachen.

(η μεταξική δικτατορία, η ελληνική χούντα και ο εμφυλιοπολεμικός αντικομμουνισμός), που λειτούργησε ενοποιητικά για τον κατακερματισμένο ακροδεξιό χώρο. Ταυτόχρονα, συνέπλευσε με τα πρότυπα της νέας ακροδεξιάς: την πολιτική ρητορεία και πρακτική του σεβασμού των κοινοβουλευτικών θεσμών (την ίδια στιγμή που οι «ριζοσπαστικές πρακτικές» του παρελθόντος ανασύρονται μόνο στο εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο, στο πλαίσιο των νοσταλγικών δεσμών που συγκροτούν την ετερόκλητη κοινότητα καταβολών του κόμματος)· τον εξοβελισμό, στο επίπεδο της πολιτισμικής πρακτικής, της «λιτότητας αξιωματικού του στρατεύματος» προς όφελος ενός λαϊφστάιλ σαλντιμπαγκισμού· και τον αγώνα κατά της μετανάστευσης, ως ζητήματος πολιτικής αιχμής και συγκρότησης της δυναμικής ταυτότητας του κόμματος (εις βάρος του παρωχημένου, εν πολλοίς, πολεμικού εθνικισμού έναντι του εσωτερικού ή εξωτερικού εχθρού). Παρότι οι ιδεολογικές πρακτικές του ΛΑ.Ο.Σ. έχουν υπεραναλυθεί, ένα ερώτημα παραμένει

ακόμη αναπάντητο: ποιες κοινωνικές τάξεις εκφράζει και από ποιες κοινωνικές τάξεις (πράγμα κάπως διαφορετικό) αντλεί πολιτική δύναμη; Είναι αλήθεια πως δεν έχουμε καμία πληροφορία για την ταξική σύνθεση του κόμματος, ούτε για τις διαστρωματώσεις της σύνθεσης αυτής. Προχωρώντας στα τυφλά, ας επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια ματιά στο ίδιο το πρόγραμμα του ΛΑ.Ο.Σ.: σε αυτό συναντούμε τον αυτοχαρακτηρισμό του κόμματος ως προστάτη «των μη προνομιούχων Ελλήνων». Στο προγραμματικό κείμενο του ΛΑ.Ο.Σ., ως μη προνομιούχοι χαρακτηρίζονται όσοι έχουν μηνιαίο εισόδημα κάτω των 1.500 ευρώ, σε αντίθεση με τους «προνομιούχους» (όσους έχουν εισόδημα από 1.500 έως 6.000 ευρώ) και τους «πλούσιους» (όσους έχουν εισόδημα άνω των 6.000 ευρώ). Η αποτελεσματική πολιτική εκπροσώπηση των «μη προνομιούχων», διακηρύσσει το ΛΑ.Ο.Σ., απαιτεί την υπέρβαση του σχήματος «αριστερά-κέντρο-δεξιά» και την άντληση σημείων τοποθέτησης από καθεμιά από τις τρεις παραπάνω πολιτικές θέσεις, ανάλογα κάθε φορά με το συμφέρον των «κατώτερων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων». Αν και το ΛΑ.Ο.Σ. διακηρύσσει ότι πιστεύει στην ιδιωτική πρωτοβουλία και την ελεύθερη αγορά ως «κοινωνική δράση για το καλό της κοινωνίας μας», διαπιστώνει ότι χρειάζεται «μια ανθρώπινη λειτουργία των νόμων της αγοράς» καθώς επίσης και λελογισμένος κρατικός παρεμβατισμός όπου το επιβάλλει το συμφέρον της χώρας και «τα ανθρώπινα δικαιώματα» (sic). Από το προγραμματικό κείμενο του ΛΑ.Ο.Σ. απουσιάζει κάθε άλλη ταξική αναφορά, καθώς επίσης και κάθε είδους ειδική υπεράσπιση των μικρών ή μεσαίων επιχειρήσεων έναντι του «μεγάλου κεφαλαίου», εν είδει τυπικού μικροαστικού «αντικαπιταλισμού». Ας περάσουμε κατόπιν στην ιδεολογική πρακτική του κόμματος. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε –οδηγούμενοι σε έναν τέτοιο ισχυρισμό περισσότερο από μια θεωρητική «υπόθεση»– ότι πράγματι η λαϊκότητα της ακροδεξιάς ρητορείας, ο εθνικιστικός αντικοσμοπολιτισμός, η προσήλωση στην «τάξη και την ασφάλεια» κ.ο.κ. είναι αναγνωρίσιμα στοιχεία πολιτικής και ιδεολογικής έγκλησης της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης (κυρίως των μικρεμπόρων, καταστηματαρχών, ιδι-


[15]

οκτητών μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκύρηδων ιδιοκτητών ακινήτων), και ειδικότερα, στην περίπτωση ΛΑ.Ο.Σ., ενός χαμηλού εισοδηματικά, γηραλέου και ημιαστικοποιημένου τμήματός της. Να όμως που στο σημείο αυτό βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια αρχική διάψευση των θεωρητικών μας ευκολιών: στις δημοσκοπικές «ακτινογραφίες» των ψηφοφόρων του ΛΑ.Ο.Σ. καταγράφεται μια δυναμική υπεροχή του κόμματος στις ηλικίες από 24 έως 44 ετών και στους αποφοίτους μέσης και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Όσο για την κοινωνική θέση των ψηφοφόρων αυτών, συναντούμε μια σχεδόν ισοδύναμη διασπορά της απήχησης του κόμματος σε εργοδότες/αυτοαπασχολούμενους (χωρίς δυστυχώς περισσότερα στοιχεία ειδικότερης διαστρωμάτωσης, που θα ήταν πολύτιμα για την εξαγωγή συμπερασμάτων), μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, ανέργους και φοιτητές (sic). Όλα τα παραπάνω μας αναγκάζουν να προβούμε σε μια (ακόμη) πολιτική υπόθεση: το ΛΑ.Ο.Σ. δεν φαίνεται να αποκτά ή να επιδιώκει να αποκτήσει χαρακτηριστικά δυναμικής εμφάνισης μιας τάξης (ή έστω κάποιου τμήματός της), η οποία να διαθέτει κάποιου είδους σπερματική αυτοσυνείδηση για την ανάληψη ενός ενεργητικά διακριτού πολιτικού ρόλου. Το συμπέρασμα αυτό, αν είναι ορθό, θα είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία: στην περίπτωση του ΛΑ.Ο.Σ., μπορούμε να μιλάμε για ένα κόμμα που δεσμεύει πολιτικά κάποια τμήματα της μικροαστικής ψήφου, αλλά όχι κατά τρόπο ώστε να προσδίδει σε αυτή την ψήφο χαρακτηριστικά ανάδυσης μιας έστω αμφίρροπης πολιτικά ταξικής δύναμης όπως είναι η μικροαστική τάξη. Το γεγονός ότι το ΛΑ.Ο.Σ. δεν αναλαμβάνει τον ρόλο μιας συγκρουσιακής πολιτικής έκφρασης της (παραδοσιακής) μικροαστικής τάξης ως τέτοιας το καθιστά ένα κόμμα που μπορεί να λειτουργεί με ακραία ευελιξία σε πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό επίπεδο, προσαρμόζοντας κάθε φορά τον λόγο και την πρακτική του ανάλογα με τη συγκυρία ή και τις διακυμάνσεις του «κοινού νου», η έκφραση του οποίου διαφεύγει από τον περιλάλητο «ξύλινο λόγο» των καθιερωμένων πολιτικών σχηματισμών. Η καταστατική απροθυμία του ΛΑ.Ο.Σ. να επιτελέσει ρόλο προνομιακού εκφραστή μιας συγκεκριμένης τάξης ή μιας ορισμένης μερίδας

της τάξης αυτής απελευθερώνει πλήρως το κόμμα από τις χαρακτηριστικές δεσμεύσεις που συναντιούνται στα τυπικά πολιτικά κόμματα: ο ηγέτης και η ηγετική ομάδα του ΛΑ.Ο.Σ. ενεργούν σχεδόν με απόλυτη αυτονομία έναντι του αφανούς σώματος των «μελών» του ΛΑ.Ο.Σ. (ή των κοινωνικών στρωμάτων που εκπροσωπούνται από αυτό). Ακόμη περισσότερο, η πολιτική-ρητορική αυτονομία και τυχοδιωκτική ευελιξία του ηγετικού πυρήνα του ΛΑ.Ο.Σ. ενδυναμώνεται από άλλο ένα «ελκυστικό» (για όποιον αποσκοπεί σε συμμαχίες) χαρακτηριστικό του: δεν φαίνεται να υπάρχουν στο ΛΑ.Ο.Σ. εκείνες οι δομές με τις οποίες τα τυπικά κόμματα συμμετέχουν κι επενεργούν στους κοινωνικούς χώρους (π.χ. συνδικαλιστικό πεδίο, επαγγελματικούς ή κλαδικούς εργοδοτικούς συλλόγους κ.ο.κ.). Ως αποτέλεσμα, η εκάστοτε πολιτική γραμμή του κόμματος δεν βρίσκει κανένα πεδίο αντιστάσεων ή «καθυστερήσεων», όπως αυτές που συναντώνται στα μαζικά πολιτικά κόμματα εξαιτίας της ταξικής πολυσυλλεκτικότητάς τους (π.χ. συνδικαλιστές ΠΑΣΟΚ, αγρότες ΝΔ).


[16]

Το ποντίκι, ο λαγός και το μαγικό ραβδί της αστικής τάξης Η ραγδαία πολιτική άνοδος του ΛΑ.Ο.Σ. οφείλεται κατά πολλούς στην καιροσκοπική πολιτική πρακτική και τους επιτυχημένους ελιγμούς του, με τους οποίους κατάφερε να καρπωθεί τα οφέλη από την κρίση των κομμάτων του διπολισμού. Το ΛΑ.Ο.Σ. έως σήμερα ακολουθούσε την τακτική του ποντικού: ροκάνιζε σταθερά το τείχος που το χώριζε από την κεντρική πολιτική σκηνή και, τελικώς, τρύπωσε σε αυτήν από τη χαραμάδα. Για να το καταφέρει, αναγκάστηκε να παραμερίσει σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο λόγο του τα «παρωχημένα» ιδεολογικά χαρακτηριστικά που προέτασσε και που προκαλούσαν την αμφιθυμία της (κοσμοπολίτικης και «δημοκρατικής») αστικής τάξης έναντί του. Τελικά, με μια εντυπωσιακή στροφή, εμφανίστηκε ως το πολιτικό κόμμα της σύνεσης και της αστικής συναίνεσης. Η υποστήριξη του μνημονίου (την ίδια στιγμή που οι μόνιμοι εσωτερικοί τριγμοί στο ΠΑΣΟΚ καθιστούσαν μονίμως ασταθή την προώθηση της πολιτικής αυτής, και την ίδια ώρα που η ΝΔ επέλεγε έναν υποκριτικό αντιμνημονιακό λαϊκισμό, αταίριαστο σε σύγχρονο αστικό-φιλελεύθερο κόμμα) αποτέλεσε το διαπιστευτήριο για την οικοδόμηση μιας ανυπόκριτης πολιτικής εμπιστοσύνης με την οποία η αστική τάξη περιέβαλλε εφεξής το ΛΑ.Ο.Σ. Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο «πατριωτισμός» του ΛΑ.Ο.Σ. νοηματοδοτήθηκε ανέλπιστα ως ένας ρεαλιστικός πατριωτισμός της «αστικής σύνεσης» για «τη σωτηρία της πατρίδας» από την κρίση, και όχι ως ένας παροξυσμικός εθνικιστικός αμυντισμός έναντι της «ξένης κατοχής» ή των «Εβραίων τραπεζιτών», όπως ίσως θα περίμενε κανείς από ένα τυπικό ακροδεξιό κόμμα. Έχουμε λόγους να υποθέτουμε ότι σε κάποια αθέατη λόχμη του πολιτικού σκηνικού, σε κάποια δυσδιάκριτη στιγμή του πολιτικού χρόνου, το ΛΑ.Ο.Σ. αναβαθμίστηκε επιτέλους από «ποντικός» στις παρυφές του επίσημου πολιτικού συστήματος σε «λαγό», κατά το κοινώς λεγόμενο, της αστικής τάξης. Το τρωκτικό με την ακροδεξιά ουρά, που κατόρθωσε να «διεισδύσει» στην επίσημη πολιτική σκηνή και να καθιερωθεί σε αυτήν, μεταμορφώθηκε πλέον με το μαγικό ραβδάκι της αστικής τάξης, στον γοργοπόδαρο εντεταλμένο

αγγελιαφόρο και σκαπανέα της, που πίσω του φάνηκαν να ακολουθούν ασθμαίνοντα τα δυσκίνητα, ξεδοντιασμένα λιοντάρια της πολιτικής μας πανίδας, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Ας δούμε τα στοιχεία που έχουμε μπροστά στα μάτια μας και μας κάνουν να διατυπώνουμε αυτή την υποψία: Ο ρόλος του Γ. Καρατζαφέρη στην επιλογή της υποψηφιότητας Παπαδήμου για την πρωθυπουργία, σε μια στιγμή κατά την οποία, για δικούς τους λόγους, οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ φαίνεται ότι δεν την πρόκριναν, συνέπεσε με τη λυσσαλέα προσπάθεια δύο παραδοσιακών συγκροτημάτων ΜΜΕ (που ταυτίζονται αντίστοιχα με το κατασκευαστικό και το ναυτιλιακό κεφάλαιο) να επιβάλουν την ίδια λύση. Αυτή η «σύμπτωση» απόψεων, που εκδηλώθηκε με τη σχεδόν έξαλλη επιμονή του Γ. Καρατζαφέρη να λειτουργήσει ως προωθητική δύναμη για τη «συγκόλληση» του κυβερνητικού μπλοκ υπό τον εκλεκτό τεχνοκράτη, μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο Γ. Καρατζαφέρης έπαιξε ένα ρόλο συνειδητής διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πολιτικής κρίσης. Περιττεύει εδώ να παρατηρήσουμε ότι η επιλογή του Γ. Καρατζαφέρη να υποστηρίξει τον Λ. Παπαδήμο είναι αρκετά παράξενη για ένα ακροδεξιό κόμμα: στο πρόσωπό του ένας ακροδεξιός (και όχι μόνο) θα αναγνώριζε πρωτίστως τον «υπάλληλο της Τριμερούς» και της λέσχης Μπίλντερμπεργκ, τον «εντολοδόχο» της Goldman Sachs και του «άξονα Ουάσινγκτον-Βερολίνου». Παραδόξως, ένας «ακροδεξιός» της κοπής του Γ. Καρατζαφέρη δεν εντόπισε τίποτε από όλα αυτά στην προσωπικότητα του νυν πρωθυπουργού. Ας εξετάσουμε έπειτα τις θέσεις που πήρε το ΛΑ.Ο.Σ. στη νέα κυβέρνηση: ο Μ. Βορίδης χρίστηκε υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και ο Α. Γεωργιάδης υφυπουργός Ναυτιλίας. Ειδικά στην περίπτωση του πρώτου, πολλοί δεν αντιλήφθηκαν τη σημασία του συγκεκριμένου υπουργικού θώκου: η έμφαση δεν βρίσκεται στον τίτλο του ως υπουργού Μεταφορών (δεν πρόκειται, φευ, για το διορισμό ενός λαϊκιστή σε ρόλο κατευνασμού των ταξιτζήδων) αλλά στον τίτλο του ως υπουργού Υποδομών (πρόκειται για τον διορισμό ενός υπουργού που καλείται να διαχειριστεί τις υποθέσεις του κατασκευαστικού κεφαλαίου). Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η ευκολία ή η αμε-


[17]

A. Paul Weber (1893-1980), Kraken.

ριμνησία με την οποία οι εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ «παραχώρησαν» μια τόσο φανερά κρίσιμη υπουργική θέση σε ένα «εξωτικό» πολιτικό πρόσωπο. Αν η αφέλεια ομολογουμένως δεν συγκαταλέγεται στα πολιτικά χαρακτηριστικά των στελεχών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τότε, αναλογιζόμενοι και τη μακρά θητεία του Μ. Βορίδη στις εκπομπές του Γ. Πρετεντέρη, δικαιούμαστε να δηλώνουμε την καχυποψία μας απέναντι στους ιθύνοντες νόες της απονομής στο ΛΑ.Ο.Σ. ενός τέτοιου υπουργείου. Για την επιλογή του Α. Γεωργιάδη στο υφυπουργείο Ναυτιλίας, η υπόθεση βοά: η κρουαζιέρα, για την οποία το συγκρότημα Αλαφούζου έδωσε «μάχες», δηλώθηκε ως πρώτη προτεραιότητα ενός αρχαιολάτρη που σαλπάρει για την Κολχίδα με το μονοπύθμενό του. Η εγκόλπωση του αντικομμουνισμού και η υποστηρικτική ανοχή του ρατσισμού Σημαίνουν όλα τούτα ότι το ΛΑ.Ο.Σ. απόλεσε συνειδητά ή αναγκάστηκε να παραμερίσει οριστικά τα ακροδεξιά χαρακτηριστικά του; Όχι ακριβώς. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε αφενός μεν για μια ροπή θετικής εγκόλπωσης κάποιων τέτοιων χαρακτηριστικών εκ μέρους της αστικής τάξης, αφετέρου δε για μια τάση υποστηρικτικής ανοχής κάποιων άλλων: η αστική τάξη φαίνεται πρόθυμη να αναγνωρίσει και να χρησιμοποιήσει τις

πολύτιμες υπηρεσίες λαϊκού αντικομμουνισμού που προσφέρει το ΛΑ.Ο.Σ. Πράγματι, το αυξανόμενο κύρος του ΚΚΕ καθιστά κρίσιμη την ανάπτυξη ενός αντικομμουνιστικού λόγου τον οποίο το ΠΑΣΟΚ, λόγω καταβολών, αδυνατεί να παραγάγει με την απαιτούμενη ένταση, η δε ΝΔ, ως κληρονόμος των αμαρτημάτων του παρελθόντος, θα ήταν εξαιρετικά ριψοκίνδυνο να αναλάβει· όσο για τον φιλελεύθερο αντικομμουνισμό των ορθολογιστών διανοουμένων, αυτός δεν μπορεί να αγγίξει μεγαλύτερο κοινό από εκείνο που απαρτίζουν οι αναγνώστες της Athens Review of Books… Περαιτέρω, φαίνεται ότι κάποιου είδους αναβαπτισμένος «αυταρχισμός», είναι εξίσου χρηστικός και απαραίτητος. Θα λέγαμε ότι δεν πρόκειται για έναν (ευθειών φασιστικών καταβολών) αυταρχισμό λατρείας του κράτους ή για έναν σύγχρονο «νεοφιλελεύθερο αυταρχισμό», αλλά μάλλον για ένα πιο δραστικό μίγμα πρακτικού, αστικού λαϊκισμού, τον οποίο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «αυταρχισμό του κοινού νου». Πασπαλισμένη με τη σκαμπρόζικη καρατζαφερική ρητορεία (σε αντίθεση με την αποκρουστική παγκαλική αλαζονεία που παρήγαγε τα αντίθετα αποτελέσματα), η επίκληση του «κοινού νου» επιτάσσει την αυταρχική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής «ανομίας» και της «ανυπακοής» που στρέφεται κατά του «κοινού συμφέροντος» (οι


[18]

πορείες διαλύουν τον εμπορικό ιστό της Αθήνας, οι ναυτεργατικές απεργίες στερούν από τους μαγαζάτορες τη δυνατότητα να πουλήσουν φολκλορικά αντικείμενα στους τουρίστες του πολιορκημένου κρουαζιερόπλοιου, οι απεργίες επιδεινώνουν τη θέση των ίδιων των εργαζομένων καταστρέφοντας τις επιχειρήσεις, η φορολογία του κεφαλαίου αποτρέπει την «επένδυση» κ.ο.κ.). Την ίδια στιγμή που η αστική τάξη εγκολπώνεται τις ιδεολογικές πρακτικές του αντικομμουνισμού και του «αυταρχισμού του κοινού νου», στις οποίες πρωτεύει το ΛΑ.Ο.Σ., είναι αναγκασμένη να παραχωρήσει στο κόμμα αυτό έναν χώρο αυτοανάπτυξης, ώστε να μπορεί να διατηρήσει ένα διακριτό πολιτικό στίγμα που, εξαιτίας της συστημικής του απορρόφησης, κινδυνεύει να χάσει. Έτσι, για να αποτραπεί η συγχώνευσή του με το παραδοσιακό πολιτικό κόμμα με το οποίο συγγενεύει (τη ΝΔ), και για να αποτραπεί η καταστροφική ταύτισή του με τον μνημονιακό όλεθρο του ΠΑΣΟΚ, η αστική τάξη είναι πρόθυμη να παραχωρήσει στο ΛΑ.Ο.Σ. ένα ακίνδυνο (και εν πολλοίς αδιάφορο) για την ίδια πεδίο πολιτικής δράσης διαμέσου του οποίου θα μπορεί να διατηρεί μια διακριτή πολιτική-ιδεολογική ταυτότητα και μαζική-λαϊκή απεύθυνση. Αυτό το πεδίο δεν είναι άλλο από το μεταναστευτικό ζήτημα. Έχουμε βάσιμους λόγους να υποπτευόμαστε ότι η ανάδυση του ρατσιστικού κινδύνου, σε μια συγκυρία απόλυτης συστημικής σύμπλευσης του ΛΑ.Ο.Σ. και γενικότερης άμβλυνσης της ακροδεξιάς ρητορικής του, δεν θα ήταν καθόλου αντιφατική. Μόνο που δεν αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο αυτό ως αυτόνομη απόρροια της διείσδυσης του ΛΑ.Ο.Σ. στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας ολέθριας σχέσης στο πλαίσιο της οποίας η ίδια η αστική τάξη είναι πρόθυμη να παραμερίσει τον υποκριτικό λόγο περί «δικαιωμάτων» και τον «πεφωτισμένο» φιλάνθρωπο κοσμοπολιτισμό (με τον οποίο θα προτιμούσε να καλύψει τις

αντιμεταναστευτικές θηριωδίες της), προκειμένου να παραχωρήσει στην πολιτική της εφεδρεία τον απαραίτητο ελεύθερο πολιτικό χώρο για την εξασφάλιση της πολιτικής της αυτονομίας και της μαζικής της απεύθυνσης. Ταυτόχρονα, με τη χειρονομία των εκλογικών μηχανισμών των υπουργείων που δόθηκαν στο ΛΑ.Ο.Σ., καθώς και με την υπεσχημένη υπερπροβολή από τα ΜΜΕ, επιχειρείται να αντισταθμιστεί η απώλεια ψήφων που ενδεχομένως θα επιφέρει η γενναιόδωρη πρόσδεση του ΛΑ.Ο.Σ. στο άρμα της αντιδημοφιλούς μνημονιακής πολιτικής και να διασφαλιστεί η λαϊκή-πολιτική του απήχηση. Έχει, άραγε, γερούς αρμούς η διαφαινόμενη συμμαχία μεταξύ της αστικής τάξης και του ΛΑ.Ο.Σ. ή πρόκειται για ένα στιγμιότυπο αμφίπλευρου, συγκυριακού καιροσκοπισμού; Η θεαματική ρευστότητα με την οποία αναδιατάσσονται οι συμμαχίες, εκπροσωπήσεις και ταυτίσεις στο πολιτικό πεδίο δεν επιτρέπει κανενός είδους πρόβλεψη. Οι «ορθολογιστές δημοκράτες», οι «υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», οι «προοδευτικοί διανοούμενοι» έχουν ακόμη το δικαίωμα να ελπίζουν: είναι πιθανό ο Γ. Καρατζαφέρης ν’αποδειχθεί ένας αναξιόπιστος con­­dottiero, και η αστική τάξη να δώσει σύντομα την εμπιστοσύνη της σε ένα ολοκαίνουργιο πολιτικό σχήμα, αποκαθαρμένο από λαϊκιστικές προσμίξεις. Και τότε οι φιλοπρόοδοι διανοούμενοί μας θα ησυχάσουν: θα μπορούν να ερίζουν για τις τιμές «ορθολογικότητας» και «υπευθυνότητας» των επιλογών μιας νέας κυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα από τις αίθουσες διαλέξεων θ’ αντηχούν ελεύθερα οι ψαλμωδίες της «Ιερότητας του Προσώπου του Άλλου», των «Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» και της «Προστασίας της Ετερότητας», με τις οποίες θα νοστιμίζει η κοινωνική μας έρημος, χωρίς τον φόβο να παρεμβληθεί στη θεία αυτή μελωδία το μεγαφωνικό παράσιτο της φωνής ενός λαϊκιστή τηλεβιβλιοπώλη.


[19]

Γιώργος Βασσάλος

Από όλους τους λαούς της Γαλατίας, είναι οι Βέλγοι ο πιο ακυβέρνητος;

Α

πό τις εκλογές του Ιουνίου του 2010 μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου 2011 το Βέλγιο δεν είχε κυβέρνηση. Αυτό τουλάχιστον γραφόταν στα ΜΜΕ. Ήταν όμως το Βέλγιο κάτι σαν πραγμάτωση της αναρχίας, όπως τη φαντάζονται Δυτικοευρωπαίοι ρεφορμιστές διανοούμενοι για να την απορρίψουν (σαν τον Τζωρτζ Μόνμπιο,1 που απορρίπτει την αναρχία με βάση τη... σομαλική εμπειρία); Κάθε άλλο. Απλούστατα, σε μια χώρα που από το 1916 κυβερνάται από συνασπισμούς κομμάτων, το αποτέλεσμα των εκλογών του 2010 έκανε ασύμφορο τον σχηματισμό κυβέρνησης για τα περισσότερα κόμματα, για λόγους που θα αναλυθούν παρακάτω. Ο τρόπος με τον οποίο λύθηκε το αδιέξοδο ήταν απλός και... δημοκρατικός: συνέχισε να κυβερνά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από τις εκλογές του 2007, αφού αναβαπτίστηκε σε «υπηρεσιακή». Ακόμα όμως κι αν δεν υπήρχε η υπηρεσιακή κυβέρνηση, το Βέλγιο δεν θα ήταν ακριβώς ακυβέρνητο. Πέρα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση (για την οποία στήθηκαν οι κάλπες το 2010), το Βέλγιο έχει άλλες πέντε κυβερνήσεις «καβάντζα»: Φλάνδρα, Βαλονία, Βρυξέλλες, γαλλόφωνη κοινότητα και γερμανόφωνη κοινότητα, έχουν όλες την κυβέρνησή τους και το δικό τους κοινοβούλιο. Οι Βρυξέλλες είναι η μόνη δίγλωσση περιφέρεια. Οι (ολλανδόφωνοι) Φλαμανδοί –που αποτελούν το 60% του πληθυσμού του Βελγίου– έχουν θέσει τις πολιτικές παιδείας και πολιτισμού τόσο στη Φλάνδρα όσο και στις Βρυξέλλες υπό την ενιαία φλαμανδική κυβέρνηση, ώστε να δείξουν ότι θεωρούν και την πρωτεύουσα κομμάτι της, έστω κι αν πάνω από το 80% των κατοίκων των Βρυξελ1. George Monbiot, The Age of Consent. A Manifesto for a New World Order (2003). Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας χωρίζει το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης σε αναρχία, μαρξισμό και δημοκρατικό ρεφορμισμό. Απορρίπτει τις δύο πρώτες τάσεις με χαρακτηριστική ευκολία, και, για να θεμελιώσει το ανεπιθύμητο της πρώτης, φέρνει ως επιχείρημα ότι η απουσία κρατικών δομών στη Σομαλία δεν έχει βελτιώσει τα πράγματα.

λών είναι γαλλόφωνοι. Επειδή όμως οι Βρυξελλέζοι δεν ανέχονται να τους αποκαλούν Βαλόνους και τούμπαλιν, έχει διατηρηθεί η γαλλόφωνη κοινότητα ως διακριτή δομή, υπεύθυνη για τη γαλλόφωνη εκπαίδευση και στις δύο αυτές περιφέρειες (Βρυξέλλες και Βαλονία). Η δε γερμανόφωνη κοινότητα είναι ένα μικρό κομμάτι της Βαλονίας, με 75 χιλιάδες κατοίκους και μερική αυτονομία, σε γλωσσικά κυρίως θέματα. Το συμπέρασμα είναι ότι, με συνολικά 48 υπουργεία σε όλες αυτές τις κυβερνήσεις και υποκυβερνήσεις, και 553 βουλευτές, αυτή τη χώρα των 11 εκατομμυρίων όλο και κάποιος θα βρεθεί να την κυβερνήσει. Και οι ίδιοι οι Βέλγοι αλλά και όσοι έρχονται σε επαφή με τη βελγική πραγματικότητα κάνουν πλάκα με την όλη κατάσταση. Πίσω όμως από αυτό το κουβάρι κρύβεται μια διοίκηση που σπάνια δίνει λογαριασμό στους πολίτες για τις μέρες και τα έργα της. Τα πραγματικά (κοινωνικά κυρίως) προβλήματα επικαλύπτονται από συχνά τεχνητές συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο κύριες γλωσσικές κοινότητες. Η ολική διγλωσσία της εκπαίδευσης και των υπηρεσιών σε όλη την επικράτεια θα έλυνε τα γλωσσικά ζητήματα. Η λύση αυτή όμως δεν συνάδει με την εδώ και δεκαετίες πολιτική επένδυση των αστικών δυνάμεων, και από τις δύο πλευρές, στον κοινοτισμό. Οι κυρίαρχες ελίτ καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες να στρεβλώνουν τα σημαντικά θέματα μέσα από τις κοινοτικές διαμάχες: για τη μη αύξηση των μισθών στη Φλάνδρα φταίνε οι «τεμπέληδες Βαλόνοι, των οποίων η ανεργία πληρώνεται με τους φόρους μας», ενώ για τη μαζική και μακροχρόνια ανεργία τόσο στις λαϊκές γειτονιές των Βρυξελλών όσο και στα ερείπια των ορυχείων και της χαλυβουργίας στη Βαλονία φταίνε οι Φλαμανδοί, που «δεν ξέρουν να μοιράζονται όπως κάναμε εμείς όταν ήμασταν οι πιο πλούσιοι κι αυτοί οι πιο φτωχοί». Το 2008, το βελγικό κράτος παρείχε 20 δισ. ρευστό και 329 δισ. εγγυήσεις για να σώσει τις


Henri Cartier-Bresson

[20]

τράπεζες. Όλα έδειχναν ότι μια μακρά περίοδος οικονομικών δυσχερειών ερχόταν, και η ανάπτυξη ήταν αρνητική το 2009. Το 2010, τα κόμματα του προηγούμενου κυβερνητικού συνασπισμού υπέστησαν όλα πανωλεθρία, εκτός από τους γαλλόφωνους σοσιαλιστές, που θεωρούνται στη Βαλονία οι «εγγυητές του επιδόματος ανεργίας σε δύσκολους καιρούς». Φλαμανδοί και γαλλόφωνοι χριστιανοδημοκράτες και φιλελεύθεροι, καθώς και οι Φλαμανδοί σοσιαλιστές,2 καταβαραθρώθηκαν, ενώ οι Πράσινοι3 δεν ανέβηκαν, έτσι ώστε η εξίσωση να μην μπορεί να λυθεί με την αντικατάσταση κάποιων κομμάτων στην κυβέρνηση από αυτούς. Αυτοί που είχαν σαρώσει ήταν το εθνικιστικό φλαμανδικό κόμμα N-VA, το οποίο είχε μόλις σπάσει τη συμμαχία του με τους χριστιανοδημοκράτες, τινάζοντάς τους κυριολεκτικά στον αέρα. Πήρε ψήφους και από το ανοιχτά ρατσιστικό και αποσχιστικό Vlaams Belang, το κόμμα των απογόνων των φλαμανδικών SS. To N-VA είναι κι αυτό υπέρ της ανεξαρτητοποίησης της Φλάνδρας, αλλά λιγότερο ανοιχτά ρατσιστικό. Το ψήφισαν και πολλοί Φλαμανδοί που σίγουρα δεν είναι υπέρ της απόσχισης, αλλά είχαν κουραστεί από το γαϊτανάκι των κυβερνήσεων συνεργασίας, για τις οποίες θεωρούσαν ότι αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση. 2. Από το 2009, οι Φλαμανδοί σοσιαλιστές συγκυβερνούν τη Φλάνδρα μαζί με τους χριστιανοδημοκράτες και τους εθνικιστές του N-VA. 3. Σημειωτέον ότι στο Βέλγιο όλα τα κόμματα υπάρχουν εις διπλούν: σοσιαλδημοκράτες, χριστιανοδημοκράτες, φιλελεύθεροι και πράσινοι υπάρχουν τόσο σε γαλλόφωνη όσο και σε ολλανδόφωνη (φλαμανδική) έκδοση.

Το Ν-VA δεν είχε συμφέρον να συμμετέχει στην κυβέρνηση, αφού κατά βάση προσπαθεί να αποδείξει ότι το ομοσπονδιακό κράτος δεν λειτουργεί, ενώ τα υπόλοιπα φλαμανδικά κόμματα συναγωνίζονται να αποδείξουν ποιο είναι καλύτερο στην απόσπαση αρμοδιοτήτων από το ομοσπονδιακό στο περιφερειακό επίπεδο. Η «προσωρινή» κυβέρνηση βέβαια μόνο ως τέτοια δεν συμπεριφέρθηκε, αφού πήρε διόλου υπηρεσιακές αποφάσεις, όπως η πανάκριβη συμμετοχή του Βελγίου στον πόλεμο της Λιβύης, ενώ συγκατατέθηκε στην αλλαγή της συνθήκης της ΕΕ για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), συμβάλλοντας και χρήματα για τη σωτηρία των δανειστών της Ελλάδας. Το θετικό της «ακυβερνησίας» ήταν ότι δεν αγγίχτηκαν ζητήματα φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής, όπως οι συντάξεις, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ή η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών. Δεν επιβλήθηκαν δηλαδή «μέτρα λιτότητας» με αποτέλεσμα (κατά διαβολική σύμπτωση) το Βέλγιο να έχει το 2011 ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης στην Ευρωζώνη.4 Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν πριονίστηκε ο συσχετισμός εργασίας-κεφαλαίου με αρκετά σχέδια αναδιάρθρωσης σε πολλές εταιρείες και με την Εθνική Συλλογική Σύμβαση του 2011 να επιβάλλεται τελικά από το κράτος υπέρ των εργοδοτών, παρά τη διαφωνία δύο εκ των τριών εθνικών συνδικάτων. Βλέποντας όμως τα μέτρα λιτότητας σε γύρω χώρες (Αγγλία, Γαλλία), αλλά και την κοινωνική φρίκη στον ευρωπαϊκό νότο, πολλοί Βέλγοι θεωρούσαν ότι ήταν καλύτερα που στη χώρα δεν υπήρχε κυβέρνηση ικανή να πάρει την ευθύνη ανάλογων μέτρων. Πολλοί στην Ελλάδα έκαναν τη σύγκριση λέγοντας ότι «στο Βέλγιο, ενάμιση χρόνο χωρίς κυβέρνηση, λειτουργούσαν τα πάντα, ενώ στην Ελλάδα, μέσα σε μια βδομάδα, όλα σταμάτησαν να λειτουργούν». Ωστόσο, η γενική αποδιάρθρωση στην Ελλάδα δεν οφείλεται στις δυσκολίες σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού, αλλά στα φρενήρη μέτρα ΕΕ-ΔΝΤ: κάθε κυβέρνηση που εφαρμόζει τέτοια μέτρα είναι παράγοντας αστάθειας, όχι σταθερότητας. Αντίστοιχα λοιπόν και στο Βέλγιο, αν επέλθει χάος, δεν θα έχει σχέση τόσο με τον 4. http://epp.eurostat.ec.europa.eu/tgm/table.do?tab=table &init=1&language=en&pcode=tsieb020&plugin=1.


[21]

υπηρεσιακό ή μη χαρακτήρα των κυβερνήσεων, αλλά με τη βιαιότητα των αντεργατικών μέτρων. Τον Οκτώβριο του 2011, η βελγική προσωρινή κυβέρνηση παρείχε μερικά ακόμα δισ. στην τράπεζα Dexia που παρέπαιε. Ένα μήνα αργότερα, η Standard & Poor’s υποβάθμισε τη δανειακή αξιοπιστία της χώρας. Αφού λοιπόν τα πράγματα ζόριζαν, η Κομισιόν, με το γνωστό στιλ που υιοθετεί τελευταία, κάλεσε τα βελγικά κόμματα να σχηματίσουν επειγόντως κυβέρνηση, καθώς είχε κάνει και συγκεκριμένες υποδείξεις για μέτρα που η υπηρεσιακή κυβέρνηση δεν μπορούσε να προωθήσει. Όπερ και εγένετο, με τα ίδια πάλι κόμματα όπως πριν. Η αναμονή των Βέλγων πολιτών μέχρι να τους ανακοινωθεί η κυβέρνησή τους, μετά από μυστικές διαπραγματεύσεις και υπό την πίεση της Κομισιόν και των «αγορών», συνέπεσε με την αντί­στοιχη αναμονή των Ελλήνων και των Ιταλών. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις που προέκυψαν ήταν στην καλύτερη περίπτωση μακρινά ξαδέρφια των όποιων εκλογικών διαδικασιών. Το μόνο δείγμα αντιστοιχίας με τη «λαϊκή εντολή» στο Βέλγιο ήταν η τοποθέτηση ως πρωθυπουργού του αρχηγού του μοναδικού από τα κόμματα που είχε σημειώσει άνοδο στις εκλογές: των γαλλόφωνων σοσιαλιστών. Οι σοσιαλιστές τόλμησαν μάλιστα να χαρακτηρίσουν «προοδευτική» τη νέα κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που ήρθε με ένα πρόγραμμα ριζικών περικοπών των επιδομάτων ανεργίας και αύξησηςσοκ των χρονικών ορίων συνταξιοδότησης. Η επίθεση στις συλλογικές συμβάσεις αναμένεται να ακολουθήσει μετά τις εκλογές στα συνδικάτα, ώστε να μην προκαλέσει την εκλογή ριζοσπαστών αντιπροσώπων των εργαζομένων. Παρότι το κράτος «χρειάζεται ρευστό» για να ανταποκριθεί στο ογκούμενο χρέος του, καμιά αλλαγή δεν θα γίνει στη φορολογική νομοθεσία, που επιτρέπει σε πολυεθνικές να πληρώνουν φόρους της τάξης των 400 ευρώ τον χρόνο (λιγότερα δηλαδή από όσα πληρώνει ένας χαμηλόμισθος τον μήνα), όπως αποκάλυψε έρευνα του Κόμματος Εργασίας του Βελγίου (PTB), του μοναδικού δίγλωσσου και ενιαίου σε εθνικό επίπεδο κόμματος.5 5. Μαρξιστικό κόμμα, γέννημα των απεργιών του 1971. Με εκλογικό ποσοστό σήμερα γύρω στο 1.6%, είναι το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα στη χώρα. Το τροτσκιστικό PSL/LSP είναι επίσης δίγλωσσο, αλλά δεν κατεβαίνει μόνο του κι ενιαία στις εκλογές.

Άλλη μια χώρα λοιπόν στην οποία οι σοσιαλδημοκράτες θα μπουν μπροστά σε μια επιχείρηση κοινωνικής κατεδάφισης, πιστοί στις παραδόσεις τους. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας άρχισαν στο Βέλγιο αφού οι σοσιαλδημοκράτες αντάλλαξαν τη συμμετοχή τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το γενικό δικαίωμα ψήφου. Στον Β΄ Παγκόσμιο, ο επικεφαλής τους, Χένρι Ντε Μαν, υποδέχτηκε τους Ναζί ως ελευθερωτές. Κατά τη χρυσή τριακοντοαετία μετά τον Πόλεμο, επανεδραίωσαν την επιρροή τους. Το Βέλγιο είναι η δεύτερη χώρα στον πλανήτη που εκβιομηχανίστηκε. Η εργατική τάξη οργανώθηκε σε κόμματα και συνδικάτα από τον 19ο αιώνα, ενώ η δράση της είχε παίξει ρόλο και στην ίδια την ίδρυση του βελγικού κράτους το 1830. Έχει δώσει πολλές αιματηρές μάχες, από τον 19ο αιώνα μέχρι τις απεργίες του 1960 και του 1971, αλλά και κατά τη δεκαετία του ’90. Το μοντέλο της ταξικής συνεργασίας στο οποίο έχει γαλουχηθεί για τόσες δεκαετίες («παλεύουμε για να μας σέβονται, αλλά όχι για την εξουσία») φαίνεται ότι φτάνει στα ιστορικά του όρια, μέσα στη μανία με την οποία ο καπιταλισμός επιτίθεται στις εργατικές


[22]

κατακτήσεις του 20ού αιώνα ώστε να αντιμετωπίσει την παγκόσμια κρίση του. Το 2012 αναμένεται θερμό. Στις 2 Δεκεμβρίου, 80.000 εργαζόμενοι διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες αντιδρώντας στο πρόγραμμα λιτότητας της νέας κυβέρνησης. Στις 6 Δεκεμβρίου έγινε γενική απεργία στην περιοχή της Λιέγης, σε συμπαράσταση στους εργάτες της Arcelor Mittal, που θέλει να κλείσει τα μεταλλουργία της περιοχής. Οι εργάτες και τα συνδικάτα τους δεν ζητούν τίποτα λιγότερο από την εθνικοποίηση της μεταλλουργίας με εργατικό έλεγχο. Στις Βρυξέλλες αναπτύσσεται εδώ κι έξι μήνες μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία: οι Επιτροπές Δράσης (Comités Action), που συνενώνουν συνδικαλιστές βάσεις και από τις δύο μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας, τη «σοσιαλιστική» FGTB και τη «χριστιανική» CSC, οι οποίες έχουν ποσοστά συνδικαλισμένων άπιαστα για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και άλλους αγωνιστές, με σκοπό την οργάνωση δράσεων αντίστασης στα μέτρα, πέρα από αυτές που θα αποφασίζουν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες. Στην τελευταία συνέλευση των Comités, ακούσαμε Φλαμανδό εκπρόσωπο των αποσκευοφορέων του αεροδρομίου να μιλά για την ενότητα μεταξύ

Φλαμανδών, γαλλόφωνων και μεταναστών εργατών που γίνεται πράξη στο σωματείο του. Έλεγε, βέβαια, ότι με τους Φλαμανδούς εργάτες χρειάζεται καμιά φορά περισσότερη προσπάθεια, αφού έχουν την τάση να κατηγορούν τους δικαιούχους των επιδομάτων ανεργίας για άδικη απομύζηση των κόπων τους και είναι πιο συντηρητικοί απέναντι στην προοπτική απεργίας. Η φράση αυτή προκάλεσε τον θυμό μιας Ισπανίδας αγωνίστριας, που έλεγε στον διάδρομο: «φεύγω, δεν τους μπορώ τους Φλαμανδούς, αυτός δεν είναι καν πεισμένος ότι πρέπει να κινητοποιήσει τους συναδέλφους του». Χαρακτηριστικό το στιγμιότυπο για τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες που δυσκολεύουν την ενότητα της εργατικής τάξης σε μια χώρα όπως το Βέλγιο, όπου η αστική τάξη έχει χρησιμοποιήσει επί πολλές δεκαετίες τις υπαρκτές διαφορές προκειμένου να κάμψει τους εργαζόμενους. Ας θυμηθούμε όμως και το τηλεφωνικό μήνυμα του εκπροσώπου των απεργών της Ελληνικής Χαλυβουργίας προς τους Βέλγους εργαζόμενους, σε μια εκδήλωση αλληλεγγύης στις Βρυξέλλες: «οι εργαζόμενοι πρέπει να είμαστε παντού μονιασμένοι και αδερφωμένοι απέναντι στην επίθεση που μας γίνεται, παρά τις διαφορές μας».


[23]

Ηρακλής Οικονόμου

Λουκάς Παπαδήμος, Μάριο Μόντι, Τριμερής Επιτροπή Από τη συνωμοσιολογία στην πολιτική κριτική

Έ

νας από τους πιο συνηθισμένους χαρακτηρισμούς που προσάπτεται στη μαρξιστική πολιτική ανάλυση είναι η συνωμοσιολογία. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν στην κουβέντα αναδεικνύεται το ζήτημα του υποκειμένου: ποιος κάνει τι, πώς και γιατί. Η κατηγορία αυτή είναι καταφανώς αστήρικτη. Η συνωμοσιολογία, ως απόδοση της ιστορικής εξέλιξης σε μυστικές ομάδες με σκοτεινούς σκοπούς παγκόσμιας κυριαρχίας, ουδεμία σχέση έχει με την ανάδειξη του ιστορικού υποκειμένου από τον μαρξισμό. Στη συνωμοσιολογία, φταίνε πάντα οι Εβραίοι, οι ιππότες κρυφών ταγμάτων και οι ανθέλληνες ξένοι, μέσα σε ένα απλουστευτικό, μυστικιστικό και ανιστορικό πλαίσιο. Στον ιστορικό υλισμό, δεν «φταίει» κανείς· η κάθε κοινωνική τάξη και ομάδα λειτουργεί και παρεμβαίνει σε έναν ιστορικά καθορισμένο και μεταβαλλόμενο τρόπο παραγωγής, εμπλέκεται σε έναν αγώνα πολιτικοοικονομικής κυριαρχίας και νομιμοποίησης, και υπόκειται σε μια πληθώρα οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών δυνάμεων, ιστορικά μεταβαλλόμενων. Στη συνωμοσιολογία, το υποκείμενο κάνει τα πάντα. Στον ιστορικό υλισμό, το υποκείμενο βρίσκεται σε αδιάρρηκτη αλληλεπίδραση με τη δομή, ενώ συμμετέχει αντικειμενικά σε μια αέναη πάλη με άλλα υποκείμενα, τάξεις, ταξικές μερίδες, συλλογικότητες. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι η άλλη συνήθης κατηγορία εναντίον του ιστορικού υλισμού είναι η ακριβώς αντίθετη: αναγωγισμός, οικονομισμός, έμφαση στη δομή έναντι του δρώντος. Όταν λοιπόν μιλάει για την άρχουσα τάξη ως υποκείμενο, ο ιστορικός υλισμός είναι συνωμοσιολογικός. Όταν δεν μιλάει, είναι αναγωγιστικός. Σατανικό! Τίποτε από αυτά δεν είναι ο μαρξισμός, και επειδή δεν έχει την πολυτέλεια να «χαρίζει» θεματολογίες στους συνωμοσιολόγους, το παρόν κείμενο προσπαθεί να εξετάσει υλιστικά την ταυτόχρονη ανάδειξη του Λουκά Παπαδήμου και του Μάριο Μόντι στους πρωθυπουργικούς θώκους

της Ελλάδας και της Ιταλίας αντίστοιχα. Το κύριο επιχείρημα εδώ είναι ότι τα δύο συγκεκριμένα άτομα αποτελούν επιλογή «έκτακτης ανάγκης» μιας υπερεθνικής χρηματοπιστωτικής μερίδας του κεφαλαίου για την προώθηση βαθιά πολιτικών μέτρων μέσω του μανδύα ενός τεχνοκρατικού, δήθεν απολιτικού μοντέλου άσκησης εξουσίας. Προφανώς και δεν έγιναν ξάφνου ισχυροί οι δύο αυτοί τραπεζίτες μέσω της συμμετοχής τους στην Τριμερή· αντίστροφα, έγιναν μέλη της εξαιτίας της προϋπάρχουσας ισχύος τους, μιας ισχύος που προκύπτει αντικειμενικά από τη θέση τους μέσα στην καπιταλιστική οικονομία. Ο συνδετικός κρίκος των δύο ανδρών, η Τριμερής, μπορεί λοιπόν να μην αφορά αιτιωδώς την πρωθυπουργοποίησή τους, μας βοηθά όμως να κατανοήσουμε καλύτερα την ταξική καταγωγή και λειτουργία τους. Αυτή η διασύνδεση, έστω κι αν δεν εξηγεί την πολιτική ανέλιξη των δύο ανδρών, αποτελεί μια αφορμή για να ασχοληθούμε με άτυπες μορφές συντονισμού των διεθνοποιημένων αστικών τάξεων, δηλαδή με μια υπερεθνικοποίηση του κράτους ως μορφής παραγωγής του γενικού συμφέροντος. Μας υπενθυμίζει, με άλλα λόγια, ότι η αστική εξουσία μπορεί να γεννιέται στον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής, αναπαράγεται όμως στην πολιτική σφαίρα διεθνικά. Η Τριμερής Επιτροπή: Μια σύνοψη Η Τριμερής Επιτροπή ιδρύθηκε το 1973, εν μέσω παγκόσμιας κρίσης και έντασης των τριβών ανάμεσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Σκοπός της ήταν η ενίσχυση του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ των τριών κύριων καπιταλιστικών κέντρων εκείνης της εποχής: των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, και της τότε ΕΟΚ. Η πρωτοβουλία ήταν ξεκάθαρα αμερικανική· ιδρυτής της Επιτροπής υπήρξε ο David Rockefeller, γόνος της γνωστής οικογένειας και τότε πρόεδρος της Chase Manhattan Bank. Πρώτος εκτελεστικός διευθυντής της Επιτροπής την τριετία 1973-1976 υπήρξε ο Zbigniew


[24]

Alan Moore & Eddie Campbell, From Hell (1991-1996).

Brzezinski, εκ των κυριότερων εμπνευστών του αμερικανικού μιλιταρισμού τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η προεδρεία του Τζίμι Κάρτερ ανέδειξε για πρώτη φορά την πολιτική επιρροή της Τριμελούς, καθώς πάνω από είκοσι μέλη της βρέθηκαν σε ανώτερα κυβερνητικά αξιώματα, συμπεριλαμβανομένων του ίδιου του προέδρου Κάρτερ, του αντιπροέδρου Walter Mondale, του υπουργού Οικονομικών Michael Blumenthal, του υπουργού Εξωτερικών Cyrus Vance, του υπουργού Άμυνας Harold Brown και βεβαίως του συμβούλου εθνικής ασφάλειας Brzezinski. Η Τριμερής διακρίνεται σε τρεις υποεπιτροπές: την ευρωπαϊκή, τη βορειοαμερικανική και την υποεπιτροπή Ειρηνικού-Ασίας. Σήμερα, η Επιτροπή αριθμεί 390 μέλη: 160 από την Ευρώπη, 120 από τη Βόρεια Αμερική και 110 από την περιφέρεια Ειρηνικού-Ασίας. Στην αμερικανική υποεπιτροπή συναντάμε ως επικεφαλής τον θεωρητικό των διεθνών σχέσεων Joseph Nye, στην υποεπιτροπή Ειρηνικού-Ασίας τον Yotaro Kobayasi, πρόεδρο της Fuji Xerox, ενώ του ευρωπαϊκού σκέλους της Επιτροπής ηγούνταν ο Μάριο Μόντι, προτού γίνει πρωθυπουργός της Ιταλίας. Η είσοδος στην Τριμερή Επιτροπή γίνεται αυστηρά κατόπιν πρόσκλησης από τις περιφερειακές υποεπιτροπές, όπως συνηθίζεται σε παρεμφερή εγχειρήματα.

Όμως η Τριμελής διαφέρει από αυτά (Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, Λέσχη Μπίλντερμπεργκ), όντας μια οργάνωση με μόνιμη σύνθεση, που δίνει έμφαση όχι σε προσκεκλημένους ομιλητές αλλά σε μόνιμα μέλη. Τα μέλη της Τριμελούς συναντιούνται μια φορά κάθε χρόνο ως ολομέλεια και άλλη μια φορά σε περιφερειακό επίπεδο. Στο πλαίσιο της ιδεολογικής λειτουργίας της, η Τριμερής έχει μια πλούσια εκδοτική δραστηριότητα που περιλαμβάνει εκθέσεις των ετήσιων συναντήσεων, έκτακτες εκθέσεις για ειδικά θέματα και εκθέσεις θεματικών ομάδων που αποτελούνται από ένα μέλος από κάθε περιφέρεια. Η θεματολογία των πιο πρόσφατων εκθέσεων περιλαμβάνει ενδεικτικά την παγκόσμια οικονομική κρίση, τη διασπορά των πυρηνικών όπλων, το Ιράν, την ενεργειακή ασφάλεια και την κλιματική αλλαγή· πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τις διεθνείς σχέσεις, τις τρεις καπιταλιστικές μητροπόλεις και βεβαίως τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Κατά τα λοιπά, η συνωμοσιολογική παρουσίαση της Τριμερούς ως μιας μυστικής, παντοδύναμης ομάδα είναι σαθρή· ούτε μυστική είναι (εφόσον οι συναντήσεις και τα μέλη της είναι δημοσιοποιημένα) ούτε παντοδύναμη (εφόσον σε καμία περίπτωση δεν υποκαθίστανται η ταξική πάλη και οι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί από ένα φόρουμ τριμερούς επικοινωνίας). Αντανακλά όμως η Επιτροπή την ταξική καταγωγή και λειτουργία των μελών της, συντονίζοντας και αναπαράγοντας τις μερικές τους οπτικές και τα επιμέρους συμφέροντά τους. Τα μέλη της Τριμερούς Επιτροπής: Ταξική προέλευση και λειτουργία Σύμφωνα και με την τυπολογία του Stephen Gill, τα μέλη της επιτροπής προέρχονται από τρία βασικά πεδία: το οικονομικό (επιχειρήσεις), το θεσμικό (πολιτικά αξιώματα) και το ιδεολογικό (ερευνητικά κέντρα).1 Για να κατανοήσουμε την ταξική προέλευση και αποστολή της Τριμερούς, ας περιδιαβούμε ενδεικτικά στη λίστα μελών της ευρωπαϊκής περιφέρειας.2 Περιοριζόμαστε στα 1. Stephen Gill, American Hegemony and the Trilateral Commission, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 1991, σ. 4. 2. Βλ. τον επίσημο κατάλογο μελών, στο www.trilateral.org/ download/file/TC_list_10-11_2.pdf.


[25]

ευρωπαϊκά μέλη για λόγους οικονομίας χώρου, όμως ο αναγνώστης μπορεί να είναι βέβαιος ότι οι ίδιες ακριβώς τάσεις κυριαρχούν και στα μέλη από τη Βόρεια Αμερική και την Ασία. Έχουμε καταρχάς τους τραπεζίτες, πολλούς τραπεζίτες. Για λόγους οικονομίας χώρου, παραθέτουμε απλώς τις θεσμικές στέγες κάποιων μελών, δίχως θέσεις κι ονόματα: Banco Santander, Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας, Εθνική Τράπεζα της Δανίας, Banco Santander UK, Société Gé­­ nérale, Εθνική Τράπεζα του Βελγίου, Banco Finantia, Deutsche Bank, Σύνδεσμος Τραπεζών της Τσεχίας, HSBC, Commerzbank, Κεντρική Τράπεζα της Αυστρίας, Unicredit, Σύνδεσμος Γερμανικών Τραπεζών, Allianz, Gruppo Banca Sella, Ένωση Ιταλικών Τραπεζών, Citigroup Πολωνίας, Danske Bank, Intesa Sanpaolo Group, Eerste Group Bank, KBC, Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας, UBS κ.α. Στη συνέχεια, έχουμε τους βιομηχάνους. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς έχουν στενές σχέσεις με την ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων και με εταιρείες όπως η EADS, η Finmeccanica, η BAE Systems και η Thales. Ο κύκλος των συμμετοχών από το βιομηχανικό κεφάλαιο είναι πολυάριθμος, όχι όμως τέτοιου μεγέθους με εκείνον από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Συναντάμε πρόσωπα που συνδέονται με εταιρείες όπως: BP, Fiat, Siemens, Deutsche Telekom, Telenor, Italcementi, Air Liquide, ΕΝΙ, Pirelli κ.α. Άλλα μέλη ενσαρκώνουν στην πράξη τη συνένωση χρηματοπιστωτικού και βιομηχανικού κεφαλαίου. Ενδεικτικά: Eli Leenaars, στέλεχος τόσο της τράπεζας ING όσο και του Ολλανδικού Συνδέσμου Βιομηχάνων· Richard Burrows, πρώην διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιρλανδίας και νυν πρόεδρος της British American To­ bacco· Borja Prado, πρόεδρος της εταιρείας ηλεκτρισμού Endesa και της τράπεζας Medio­­banca. Δεν χρειάζεται, βεβαίως, να αναζητήσουμε στις ατομικές βιογραφίες αυτή τη συνένωση· τη γνωρίζουμε ήδη. Πρόκειται για μια αντικειμενική σύζευξη που, προτού αποκρυσταλλωθεί στα πρόσωπα και στα αξιώματά τους, έχει ήδη πραγματοποιηθεί στην παραγωγή με την παγίωση κι επέκταση του χρηματιστικού κεφαλαίου ως τέκνου της συγχώνευσης τραπεζικών και βιομηχανικών συμφερόντων.

Ο πολιτικός-θεσμικός κλάδος της Τριμερούς περιλαμβάνει μια σειρά εξαιρετικά προβεβλημένων πρώην και νυν πολιτικών προσώπων. Μια ματιά στις ιδιότητές τους επιβεβαιώνει το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας», δηλαδή της τακτικής μετάθεσης υψηλόβαθμων αξιωματούχων από την πολιτική στη βιομηχανία και αντίστροφα. Στην αστική μας «δημοκρατία», ο νομοθέτης συχνά καταλήγει να δίνει συμβουλές στις επιχειρήσεις που διψούν για νομοθετήματα ως μάνατζερ, ενώ ο μάνατζερ εξίσου συχνά καταλήγει να γίνεται νομοθέτης. Τι έχουμε εδώ; Τον αντιπρόεδρο της Nokia και πρώην πρωθυπουργό της Φιλανδίας· τον πρόεδρο της CNP Assurances και πρώην υπουργό οικονομικών της Γαλλίας· τον πρώην πρόεδρο του Nordic Venture Network και νυν υπουργό εξωτερικών της Σουηδίας· τον αντιπρόεδρο της UBS και πρώην αντιπρόεδρο της Κομισιόν· τον αναπληρωτή πρόεδρο της Royal Dutch Shell και πρώην γενικό γραμματέα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης· τον πρόεδρο του Ιδρύματος BMW και πρώην υφυπουργό εξωτερικών της Γερμανίας· τον σύμβουλο της Goldman Sachs και πρώην υπουργό οικονομίας της Τσεχίας· τον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας και πρώην πρωθυπουργό· τον πρόεδρο του Γερμανικού Συνδέσμου Αυτοκινητοβιομηχάνων και πρώην υπουργό έρευνας και μεταφορών της Γερμανίας κ.ά.


[26]

Δεδομένης της ιδεολογικής λειτουργίας της Τριμερούς, αλλά και της ευρύτερης σημασίας της ιδεολογίας για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παγκοσμίως, δεν προκαλεί έκπληξη η συμμετοχή στελεχών από δεξαμενές σκέψης και ινστιτούτα. Ανάμεσα σε μια πλειάδα καθηγητών και ερευνητών, ξεχωρίζουν ο πρόεδρος του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, η διευθύντρια του ιταλικού παραρτήματος του Ινστιτούτου Aspen, ο πρόεδρος του Ιταλικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και ο πρόεδρος του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής στις Βρυξέλλες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό αναπαραγωγής της διεθνοποιημένης αστικής εξουσίας, έτσι δικαιολογείται εύκολα η πλημμυρίδα πρώην κοινοτικών αξιωματούχων στην Τριμερή: λόρδος Brittan, Meglena Kuneva, Erki Liikanen, Abel Matutes, λόρδος Mandelson, Μάριο Μόντι, λόρδος Patten, Jacques Santer, Javier Solana, Peter Sutherland. Οι βιογραφίες τριών πρώην επικεφαλής του ευρωπαϊκού σκέλους της Τριμελούς φωτίζουν ακόμα περισσότερο τη σχέση ανάμεσα στην Τριμερή και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο Max Kohnstamm (επικεφαλής του ευρωπαϊκού σκέλους 1973-76) είχε διατελέσει γραμματέας της Ανώτατης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, από την οποία ξεκίνησε όλη η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. O George Berthoin (1976-92) ήταν προσωπικός σύμβουλος του οραματιστή της ενωμένης Ευρώπης Jean Monnet, καθώς και αντιπρόσωπος της Κομισιόν στη Μεγάλη Βρετανία όταν αυτή έγινε μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τέλος, ο Peter Sutherland (2001-2010) υπήρξε κοινοτικός Επίτροπος σε θέματα ανταγωνισμού και εσωτερικής αγοράς, προτού καταλήξει πρόεδρος της Goldman Sachs. Η «ευρωπαϊστική» κλίση των κορυφαίων μελών της Τριμερούς από την ευρωπαϊκή ήπειρο είναι πραγματικά αξιοσημείωτη, καταρρίπτοντας τον μύθο του ευρωπαϊσμού ως αντίβαρου στις ΗΠΑ. Ιστορικά, οι κύκλοι που επιδίωξαν μια ισχυρή και ενωμένη Ευρώπη δεν αμφισβήτησαν ποτέ την ατλαντική ηγεμονία, παρά μόνο διεκδίκησαν καλύτερους όρους συμμετοχής του ευρωπαϊκού μορφώματος σε αυτήν. Τα ελληνικά μέλη της Τριμερούς αποτελούν μια

μικρογραφία της: Οδυσσέας Κυριακόπουλος, πρόεδρος της S&B Βιομηχανικά Ορυκτά· Παναγής Βουρλούμης, πρώην πρόεδρος του ΟΤΕ και νυν σύμβουλος της N.M. Rothschild· Αλέξης Παπαχελάς, διευθυντής της εφημερίδας Καθημερινή· και βέβαια Λουκάς Παπαδήμος, πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και επίτιμος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ιδεολογική διάσταση της παρουσίας τους στα ελληνικά πράγματα πιστοποιείται όχι μόνο από το όνομα του διευθυντή της Καθημερινής, αλλά και από τη συμμετοχή τόσο του Παπαχελά όσο και του Βουρλούμη στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής με την ιδιότητα του γενικού γραμματέα και του ταμία αντίστοιχα. Στους Έλληνες-πρώην μέλη της Τριμερούς συγκαταλέγονται ο Στέλιος Αργυρός, πρώην πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων, και ο καθηγητής ευρωπαϊκής πολιτικής Λουκάς Τσούκαλης. Αστική εξουσία: Διεθνοποίηση, κρίση και το τέλος της πολιτικής Η περιδιάβαση στα μέλη της Τριμερούς καταδεικνύει την πυκνότητα των άτυπων σχέσεων επικοινωνίας και συντονισμού που ενυπάρχουν εντός των αστικών τάξεων, παράλληλα με τον ανταγωνισμό μεταξύ τους. Και, βέβαια, η δημόσια έκφραση αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της είναι δεδομένη· ιδού ένα δείγμα: «Ο κ. Παπαδήμος πρόβαλε χθες μια αίσθηση ηρεμίας, αλλά και γνώσης της κατάστασης. […] Οι Έλληνες πολίτες θα διαπιστώσουν ίσως ότι πέραν των θαμώνων των τηλεοπτικών παραθύρων υπάρχουν άνθρωποι με γνώση και ήθος, που μπορούν να προσφέρουν στον τόπο όταν βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη. […] Ίσως η ωμή ειλικρίνεια, η επάρκεια, η σωστή διαπραγμάτευση με τους έξω και η ευπρέπεια να είναι ένα, προσωρινά, ισχυρό αντίδοτο στην τρέλα της υστερίας και της βίας […]».3 Όμως η περίπτωση των Παπαδήμου και Μόντι –και η σύνδεσή τους με την Τριμερή– δείχνει κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή προώθηση και αλληλοϋποστήριξη ανθρώπων και θεσμών· δείχνει ότι το ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας και του πολι3. Α. Παπαχελάς, «Ίσως κάτι έχει αλλάξει», εφ. Καθημερινή, 11.11.2011.


[27]

A. Paul Weber, Das Gerücht (1953).

τικού προσωπικού παραμένει κομβικής σημασίας για την αναπαραγωγή της αστικής ηγεμονίας. Η εξουσία του κεφαλαίου απαιτεί άτομα με σαφή αντίληψη των συμφερόντων του και με αποδεδειγμένη θητεία στην κυρίαρχη ιδεολογία· απαιτεί «δικούς μας» ανθρώπους, πρόσωπα «συστημένα», μέλη εγνωσμένης αξίας και προσανατολισμού. Με άλλα λόγια, απαιτεί άτομα έτοιμα να προτάξουν το συμφέρον της τάξης που εκπροσωπούν έναντι οποιουδήποτε άλλου μερικού ή καθολικού συμφέροντος. Δεν χωράνε αμφιβολίες και «σκιές» όταν κρίνεται η ηγεμονία της αστικής τάξης· για τη διατήρησή της απαιτούνται πρόσωπα σιδηράς πειθαρχίας και πυγμής, τα οποία να συμμερίζονται με θρησκευτική ευλάβεια την προτεραιότητα αυτού του ταξικού συμφέροντος. Απρόσωπη εξουσία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει. Τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις κρίσιμες θέσεις της εξουσίας πρέπει τα ίδια να διαπαιδαγωγούνται και να κοινωνικοποιούνται μέσα σε έναν αυστηρά προσδιορισμένο αξιακό και ιδεολογικό προσανατολισμό. Άτυπες ιδιωτικές λέσχες προσωπικοτήτων όπως η Τριμερής Επιτροπή παίζουν έναν ρόλο σε αυτήν την κοινωνικοποίηση, διανοίγοντας κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα στα εν λόγω πρόσωπα,

πέρα από εθνικούς και τομεακούς διαχωρισμούς. Τα συμφέροντα του διεθνοποιημένου κεφαλαίου είναι πρωτίστως υλικά, βασίζονται όμως στη μετέπειτα ιδεατή τους αναπαράσταση και στην αντίστοιχη παραγωγή μιας κοινής ταυτότητας όσων πρόκειται να τα υπηρετήσουν. Η εξασφάλιση της συναίνεσης των υπό εκμετάλλευση τάξεων απαιτεί την οικοδόμηση μιας παράλληλης συναίνεσης ανάμεσα στις κυρίαρχες μερίδες των εκμεταλλευτριών τάξεων. Με άλλα λόγια, άτυπες οργανώσεις όπως η Τριμερής συμβάλλουν στην παραγωγή του «γενικού» συμφέροντος ανάμεσα στα μέλη της διεθνοποιημένης αστικής τάξης, ενός γενικού συμφέροντος που στη συνέχεια τα αστικά κράτη καλούνται να προάγουν και να αναπαράγουν. Όταν κάτι τέτοιο φαντάζει αδύνατο σε περιπτώσεις ευρείας κρίσης νομιμοποίησης (τέτοιες υπήρξαν οι περιπτώσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας πριν από την πρωθυπουργοποίηση Παπαδήμου και Μόντι), τότε τα ίδια τα μέλη καλούνται να διαχειριστούν τα πολιτικά πράγματα, υποκαθιστώντας τους πολιτικούς και την πολιτική. Λειτουργούν δηλαδή ως δίοδοι άμεσης και εξασφαλισμένης προώθησης των αστικών συμφερόντων, χωρίς τις αμφισημίες και τις διακινδυνεύσεις της πολιτικής διαμεσολάβησης.


[28]

Στην τρέχουσα συγκυρία, ποιο είναι το μερικό συμφέρον της διεθνοποιημένης αστικής τάξης, που πρέπει πάραυτα να «γενικευθεί»; Καταρχήν, να καταβληθεί στους δανειστές το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας, ώστε να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο ευρωπαϊκό κέντρο. Επίσης, να εξασφαλιστεί η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ, όχι μόνο για να μην πληγούν οι συγκεκριμένοι θεσμοί περιφερειακής ολοκλήρωσης, αλλά και για να αποτραπεί η απειλή του «κακού παραδείγματος» σε άλλους επίδοξους «εξοδούχους». Κρίσιμο επίδικο είναι επίσης η κατανομή των βαρών που προκύπτουν από την κρίση, βάρη τα οποία η άρχουσα τάξη επιθυμεί να μετακυλισθούν στη μισθωτή εργασία και τους μικρομεσαίους, και όχι στο μεγάλο κεφάλαιο. Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοούμε την καταλήστευση πλουτοπαραγωγικών πηγών υπέρ του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, που θα προέλθει από την ιδιωτικοποίηση αυτής της (έστω αδύναμης) παραγωγικής βάσης της χώρας. Τέλος, υπάρχει και μια πολιτική διάσταση στο «γενικό συμφέρον» που εκφράζουν οι Μόντι και Παπαδήμος: η ανάσχεση της λαϊκής δυσαρέσκειας και της ανόδου της αριστεράς μέσω της προβολής εντελώς αόριστων και υποκειμενικών χαρακτηριστικών (αποτελεσματικότητα, αξιοπιστία, σοβαρότητα, ήθος) ενός άφθαρ­ ­­του πολιτικά ηγέτη που καλείται δήθεν να ανταποκριθεί ηρωικά και με σηκωμένα τα μανίκια στις έκτακτες περιστάσεις. Και όλα αυτά, καλυμμένα με έναν μανδύα τεχνοκρατικής αναγκαιότητας και κοινού νου, δήθεν αποστειρωμένου από ιδεολογίες και πολιτικές έριδες. Στο όνομα αυτής της αναγκαιότητας, ακόμα και θεμελιώδεις αστικοδημοκρατικές διαδικασίες, όπως δημοψηφίσματα, εκλογές κ.λπ., παρουσιάζονται περίπου ως εξωτικά και άκρως δηλητηριώδη φρούτα που καλό είναι να αποφεύγονται. Εντέλει, η πολιτική συνολικά εμφανίζεται σαν ένα περιττό βαρίδι που πρέπει να πεταχτεί στη θάλασσα ώστε να πλεύσει με ασφάλεια το καράβι της τεχνοκρατικής, δήθεν ταξικά ουδέτερης σκέψης. Θα ήταν σοβαρό λάθος να αποδώσουμε στην

Τριμερή Επιτροπή και στα μέλη της υπερφυσικές ιδιότητες και συνωμοτικά σχέδια παγκόσμιας παντοδυναμίας. Η επικοινωνία δεν συνιστά συντονισμό. Ο εκάστοτε συντονισμός κάποιων εξεχόντων μελών μιας διεθνοποιημένης αστικής τάξης δεν συνιστά συντονισμό του συνόλου των εθνικών αστικών τάξεων. Και ο συντονισμός δεν συνιστά επίλυση των ενδοϊμπεριαλιστικών διαφορών· εμπορικοί πόλεμοι, διαφωνίες ως προς την επίλυση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, αντιπαραθέσεις ως προς το κούρεμα του δημόσιου χρέους, εντάσεις σε ζητήματα διεθνών επεμ­­βάσεων… τόσες και τόσες περιστάσεις πιστοποιούν την αδυναμία πλήρους εξομάλυνσης των σχέσεων ανάμεσα στα τρία μέρη. Είναι άλλο πράγμα ο συγχρονισμός της αστικής τάξης έναντι των εκμεταλλευόμενων τάξεων και άλλο η κατάλυση των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων· το δεύτερο δεν προκύπτει από το πρώτο. Πάνω απ’ όλα όμως το κύριο πρόβλημα όταν δίνεται υπερβολική έμφαση στα πεπραγμένα οργανώσεων όπως η Τριμερής είναι η άγνοια του ρόλου που παίζει ιστορικά η λαϊκή βούληση, το συλλογικό υποκείμενο των «από κάτω». Τελικός κριτής και διαμορφωτής της ιστορικής εξέλιξης είναι η ταξική πάλη, όχι κάποιο υποτιθέμενο μυστικό σχέδιο παγκόσμιας κυριαρχίας. Στην τρέχουσα συγκυρία, φαίνεται ότι ο συντονισμός και η ταχεία αντίδραση των εκμεταλλευτών υπερνικά την έλλειψη οργάνωσης, οράματος και προγράμματος των εκμεταλλευομένων. Τίποτε όμως δεν μπορεί να προδικάσει την τελική έκβαση της σημερινής πολιτικοοικονομικής κρίσης. Το τέλος της πολιτικής, όπως συμβολίζεται από την τοποθέτηση των Παπαδήμου και Μόντι στους πρωθυπουργικούς θώκους της Ελλάδας και της Ιταλίας, σηματοδοτεί την αδυναμία της αστικής τάξης να αναπαραγάγει με πολιτικά μέσα την ηγεμονία της. Και καθώς ο υλικός αντίκτυπος των μνημονιακών μέτρων θα παγιώνεται μέσα στην κοινωνία, η δήθεν τεχνοκρατική ουδετερότητα του Παπαδήμου και τα δακρύβρεχτα εντιτόριαλ του Παπαχελά ίσως φανούν λίγα απέναντι στην πιθανή ριζοσπαστικοποίηση των μαζών.


[29]

Χλόη Πετρίδου

Ζητείται νομιμότητα

Ο

ι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου αντικατοπτρίζουν την ολική έλλειψη αυτοπεποίθησης των ηγετών της ΕΕ ότι μπορούν να περάσουν τις αντιδραστικές τους θέσεις διά της ενδεδειγμένης οδού, δηλαδή αναθεώρηση των Συνθηκών και εθνική επικύρωση. Έτσι κατέληξαν στη λύση της διακυβερνητικής συμφωνίας η οποία περιπλέκει ακόμα περισσότερο το νομικό τοπίο στην ΕΕ και προδιαγράφει νέες παραβιάσεις της ξεφτισμένης ευρωπαϊκής νομιμότητας. Με αφορμή τα αποτελέσματα της Συνόδου, επιχειρείται εδώ μια επιλεκτική αναδρομή στα περιστατικά καταπάτησης της νομιμότητας, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε ελληνικό επίπεδο, εν όψει της κρίσης. Tα «πάθη» της αρχής της νομιμότητας Πολλά ακούγονται τελευταία για την κατάλυση της δημοκρατίας με τη δικαιολογία της κρίσης, αλλά λιγότερα για τα «πάθη» της αρχής της νομιμότητας. Η τελευταία, ως συνιστώσα του κράτους δικαίου, στοχεύει στην πλαισίωση της πολιτικής εξουσίας και στην αποτροπή αυθαιρεσιών της με βάση το δίκαιο, το οποίο με τη σειρά του εκφράζει βέβαια συγκεκριμένους κοινωνικούς συσχετισμούς. Στην Ελλάδα, τόσο η διαδικασία λήψης αποφάσεων όσο και η τήρηση συνταγματικών και νομοθετικών κανόνων έχουν υπαχθεί σε ένα σχεδόν διαρκές καθεστώς εξαίρεσης κατά τη διάρκεια της κρίσης, που επιβάλλεται χωρίς νομική αιτιολόγηση και δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτικό ή δικαστικό έλεγχο. Κατά τη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Παπανδρέου ο Ευ. Βενιζέλος δήλωνε: «Η διαδικασία πραγματικά έχει μια πρωτοτυπία, γιατί η ίδια η κρίση που ζούμε είναι πρωτοφανής». Η παραβίαση του Συντάγματος βαφτίζεται πρωτοτυπία, ενώ η απόπειρα δικαιολόγησής της γίνεται με όρους αστυνομικού ρεπορτάζ…

Σε επίπεδο ΕΕ, η (νεοφιλελεύθερη) Συνθήκη της Λισαβόνας παραβιάστηκε τόσο από τη διαδικασία «διάσωσης» της Ελλάδας όσο και από τη διαδικασία υιοθέτησης και το περιεχόμενο της νομοθεσίας για την οικονομική διακυβέρνηση, η οποία θέτει τους κρατικούς προϋπολογισμούς υπό την επιτήρηση της Κομισιόν. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος πρόσφατης έκδοσης Ευρωπαίων νομικών, υπεράνω κάθε υποψίας ευρωσκεπτικισμού: «Η έκλειψη της αρχής της νομιμότητας στην ΕΕ». Επειδή όμως η αστική δημοκρατία δεν τολμά (ακόμα) να ρίξει τα προσχήματα, τα νομικά ευφυολογήματα ανά την Ευρώπη μιλούν για «ελαστική» εφαρμογή του δικαίου, κατά το πρότυπο της «ελαστικής» εργασίας. Παράλληλα προωθείται η «αποτελεσματικότητα» ως νέα πηγή νομιμότητας. Οι τάσεις αυτές συνοδεύονται στο πολιτικό επίπεδο από αμφισβήτηση της λαϊκής κυριαρχίας. Η επίκληση της νομιμότητας όμως συνεχίζει να γίνεται με πάθος. H «ελαστικοποίηση» της αρχής της νομιμότητας στην ΕΕ Παρά τις διαβεβαιώσεις, η ΕΕ δρα με εντεινόμενα παράνομο τρόπο ενόψει κρίσης, με στόχο την επέ­ ­κταση του πεδίου των αρμοδιοτήτων της και την επιβολή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της. Σε πρόσφατη συνέντευξη για το νέο «πακέτο» οικονομικής διακυβέρνησης, ο Ζ. Μ. Μπαρόζο, απαντώντας σε ερώτηση για τη νομιμοποίηση της Κομισιόν να αποφαίνεται περί κρατικών προϋπολογισμών, απάντησε ότι αυτή απορρέει από την παραχώρηση κρατικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η προσχώρηση στην ΕΕ. Αφήνοντας στη άκρη το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» της ΕΕ, ας εξετάσουμε αυτό τον συλλογισμό από την άποψη της νομιμότητας. Η ΕΕ είναι πράγματι δημιούργημα της παραχώρησης από τα κράτη μέρους της κυριαρχίας τους. Όπως ορίζει το άρθρο 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), οι αρμο-


Karl Rössing

[30]

διότητές της έχουν αποδοθεί από τα κράτη μέλη. Η παραχώρηση αυτή αντισταθμίζεται, σε επίπεδο ΕΕ, από το γεγονός ότι η τελευταία δεν μπορεί να νομοθετεί παρά μόνο στο μέτρο και για τα θέματα για τα οποία έχει ρητή αρμοδιότητα. Έτσι, κάθε νομοθετικό κείμενο πρέπει να βασίζεται σε διάταξη της Συνθήκης που εξουσιοδοτεί την ΕΕ να ενεργήσει (νομική βάση). Για να διευρυνθούν οι αρμοδιότητες της ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 48 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), χρειάζεται αναθεώρηση των Συνθηκών με διακυβερνητική συνδιάσκεψη και επικύρωση από κάθε κράτος σύμφωνα με τις συνταγματικές του διατάξεις. Παράλληλα προβλέπονται απλοποιημένες διαδικασίες αναθεώρησης, οι οποίες όμως δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ. Ωστόσο, οι αρμοδιότητες της ΕΕ επεκτείνονται διαρκώς χωρίς τις προβλεπόμενες διαδικασίες, σείοντας τη βασιμότητα της δήλωσης του Μπαρόζο. Παλιότερα, οι παράτυπες μέθοδοι επέκτασης ήταν κυρίως έμμεσες, ενώ τελευταία, ενόψει κρίσης, έχουν πάρει πιο άμεση μορφή. Καταρχάς, η ενιαία αγορά βασίζεται στην ελευ­ ­θερία κυκλοφορίας προϊόντων, κεφαλαίων, υπηρεσιών και προσώπων. Εθνικές πολιτικές, όπως φορολογική, κοινωνική κ.ά., αντιμετωπίζονται ως παρεμπίπτοντα εμπόδια στο στήσιμο της αγοράς

(βλ. άρθρα 36 και 114 ΣΛΕΕ). Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ανέπτυξε μια «δημιουργική» νομολογία σχετικά με την κατάργηση τέτοιων εμποδίων. Έτσι, ενώ η ΕΕ δεν είχε αρμοδιότητα να νομοθετήσει επί ορισμένων εθνικών πολιτικών, στην ουσία αποφάσιζε για την ισχύ τους με βάση το αν «έβλαπταν» την ενιαία αγορά. Ως τέτοια εμπόδια έχουν θεωρηθεί η συνδικαλιστική δράση1 ή το κλείσιμο οδικών αρτηριών από διαμαρτυρόμενους αγρότες.2 Περαιτέρω,3 με δύο αποφάσεις-σταθμούς τη δεκαετία του ’60 το ΔΕΕ, βασισμένο στον μόνιμο περιορισμό της κρατικής κυριαρχίας υπέρ της ΕΟΚ, εφηύρε την ειδική της φύση και τη νομική κατασκευή του «άμεσου αποτελέσματος». Έτσι, ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενάντια στο κράτος τους δικαιώματα που απονέμονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο (τέτοια άμεση επίκληση δεν προβλέπεται καταρχήν σε περιπτώσεις διεθνών συνθηκών). Στην ουσία, οι εταιρείες θα αναλάμβαναν μέσω προσφυγών στα εθνικά δικαστήρια να συμμορφώσουν τα κράτη που ήταν απρόθυμα να ανοίξουν τις αγορές τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο αποφάσεις δικαίωναν στην πράξη ιδιώτες που προσέφυγαν, αντίστοιχα, κατά αυξημένων τελωνειακών δασμών και κατά της κρατικοποίησης της εταιρείας ηλεκτρισμού. Άλλος έμμεσος τρόπος για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ είναι η σύναψη διεθνών συμφωνιών τις οποίες διαπραγματεύεται η Κομισιόν. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η εμπορική συμφωνία για την καταπολέμηση της παραποίησης/απομίμησης (ACTA), που στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της καταστολής στο Ίντερνετ και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων μεγάλων εταιρειών-κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η Κομισιόν διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία με τη στήριξη κάποιων κρατών που συνέπλεαν με τις αντιδραστικές θέ1. Υπόθεση C-438/05, The International Transport Workers’ Federation and The Finnish Seamen’s Union v Viking Line ABP and OÜ Viking Line Eesti, 11.12.2007, και C-341/05 Laval un Partneri Ltd v Svenska Byggnadsarbetareförbundet, Svenska Byggnadsarbetareförbundets avd. 1, Byggettan, Svenska Elektrikerförbundet, 18.12.2007. 2. Υπόθεση C-265/95 Επιτροπή κατά Γαλλίας, 9.12.1997. 3. Υπόθεση 26/62 Van Gend en Loos v Administratie der Belastingen, 5.2.1963, και 6/64 Flaminio Costa v ENEL, 15.7.1964.


σεις της, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση των υπόλοιπων χωρών ή του Ευρωκοινοβουλίου.4 Η συμφωνία επεκτείνει τις αρμοδιότητές της ΕΕ, υπαγορεύοντας στα κράτη τα μέσα δικαστικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενης της ποινικής καταστολής, ενώ απειλεί θεμελιώδεις ελευθερίες που προστατεύονται από τα εθνικά συντάγματα αλλά και από τον Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ.5 Αλλά ας έρθουμε στα της «κρίσης», ξεκινώντας από τις περιπτώσεις εμφανούς παραβίασης της νομιμότητας. Πρώτον, αμφισβητείται κατά πόσο η ΕΕ μπορούσε να στήσει τον προσωρινό μηχανισμό στήριξης (European Financial Stability Fund, EFSF), του οποίου η νομική μορφή παραμένει πάντα ασαφής, χωρίς να παραβιάζει τις Συνθήκες της. Συγκεκριμένα, η περίφημη ρήτρα μη διάσωσης (άρθρο 125 ΣΛΕΕ) απαγορεύει την ανάληψη των χρεών ενός κράτους από την ΕΕ ή από τα κράτη μέλη της. Για να παρακαμφθεί η απαγόρευση, χρησιμοποιήθηκε μια διάταξη (άρθρο 122(2) ΣΛΕΕ) που προβλέπει την παροχή ενίσχυσης σε περιπτώσεις έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών φαινομένων, όχι περιοδικών κρίσεων του καπιταλισμού. Έτσι, υποστηρίχθηκε πειστικά ότι ούτε το δημόσιο έλλειμμα ούτε η πιθανότητα χρεοκοπίας αποτελούν «έκτακτες περιστάσεις», άρα η απαγόρευση διάσωσης δεν αίρεται.6 Για το στήσιμο του EFSF θα έπρεπε, επομένως, να προηγηθεί αναθεώρηση των Συνθηκών· αλλά η ανάγκη για «ελαστικότητα» του δικαίου δικαιολόγησε την απουσία της. Επιπλέον, η αρχή της αλληλεγγύης (άρθρο 3(3) και 4(3) ΣΕΕ και 122(1) ΣΛΕΕ) προάχθηκε σε ανώτερο δικαιικό κανόνα προκειμένου να δικαιολογήσει τις εκτροπές. Μόνο που οι Συνθήκες μιλούν για «αλληλεγγύη μεταξύ των Κρατών Μελών», όχι των κρατών με τις τράπεζες, που είναι το πραγματικό περιεχόμενο του ΕFSF. Τρανή απόδειξη ότι το EFSF στήθηκε κατά παράβαση των Συνθηκών είναι το γεγονός ότι ο διά4. Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008 [2008/2133(INI)]. 5. http://en.act-on-acta.eu/Opinion_on_the_compatibility_of_ ACTA_with_the_ECHR_and_the_EU_Charter_of_Fundamental_Rights, επίσης http://www.iri.uni-hannover.de/tl_files/ pdf/ACTA_opinion_110211_DH2.pdf. 6. M. Kerber, «Union monétaire et solidarité financière: Commentaires sur la legalité des aides financières accordées à des Etats de la zone euro au bord de la faillite», Occasional Paper 1/2010, Europolis.

Karl Rössing

[31]

δοχός του, ο (μόνιμος) μηχανισμός στήριξης (Euro­ ­pean Stability Mechanism, ESM), που θα μπει σε εφαρμογή το 2013, ή και νωρίτερα, υιοθετήθηκε κατόπιν τροποποίησης της ΣΛΕΕ, αν και με απλοποιημένη διαδικασία. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι απαιτούνταν κανονική αναθεώρηση, καθώς η χορήγηση οικονομικής βοήθειας, που υπάγεται σε αυστηρές προϋποθέσεις, διευρύνει τις αρμοδιότητες της ΕΕ, ενώ παραμένει το ερώτημα της σχέσης του (τροποποιημένου) άρθρου 136 ΣΛΕΕ με τη ρήτρα μη διάσωσης, η οποία εξακολουθεί να ισχύει.7 Αξίζει, δεύτερον, να σημειωθεί ότι, χωρίς πρόβλεψη στις Συνθήκες, μέσω των διακρατικών συμ­ ­φωνιών για την ίδρυση των ΕFSF8 και ESM9 (που υπογράφονται μόνο από χώρες της Ευρωζώνης) αποδίδεται παράνομα αρμοδιότητα στο ΔΕΕ επί των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των μηχανισμών. Στη μία δε περίπτωση, η αρμοδιότητα αποδίδεται με αιτιολογική σκέψη χωρίς δεσμευτική ισχύ... Τρίτον, όσον αφορά το (πρώτο) πακέτο οικο7. Βλ. και B. de Witte, «The European Treaty Amendment for the Creation of a Financial Stability Mechanism», European Policy Studies, Ιούνιος 2011. 8. http://www.efsf.europa.eu/attachments/20111019_efsf_ framework_agreement_en.pdf. 9. http://consilium.europa.eu/media/1216793/esm%20 treaty%20en.pdf.


Karl Rössing

[32]

νομικής διακυβέρνησης, εκφράστηκαν σοβαρές αμφιβολίες, και εντός του Ευρωκοινοβουλίου,10 για το κατά πόσο η αντεστραμμένη ειδική πλειοψηφία για τη λήψη αποφάσεων ή οι αυτόματες κυρώσεις για ελλειμματικούς προϋπολογισμούς συνάδουν με τη ΣΛΕΕ. Θα έπρεπε εδώ να προστεθούν οι ενστάσεις σχετικά με τη νομιμότητα των μονομερών συστάσεων προς τα κράτη σε θέματα όπως η αντιστοίχιση των μισθών με την ανταγωνιστικότητα ή η φορολογική πολιτική, που υπερβαίνουν το πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΕ. Πέρα από τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων, η νομιμότητα προσβάλλεται ακόμα πιο βάναυσα από το ότι βαρύτατα μέτρα υπαγορεύονται στα κράτη με πράξεις οι οποίες δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και άρα δεν προσβάλλονται, ενώ αντίθετα η μη συμμόρφωση προς αυτές μπορεί να επιφέρει ακόμα και πρόστιμα σε βάρος των κρατών! Πριν από τη Σύνοδο του Δεκεμβρίου, τα σχέδια αναδιάρθρωσης της Ευρωζώνης προέβλεπαν απλές τροποποιήσεις της Συνθήκης προκειμένου να αποφευχθούν επιπλοκές από ανάμιξη δημοκρατικά εκλεγμένων κοινοβουλίων σε διαδικασίες αναθεώρησης. Έτσι, η ακόμη πιο αυστηρή επίβλεψη των κρατικών προϋπολογισμών θα εισαγόταν με «τεχνική προσαρμογή» ενός Πρωτοκόλλου. Τελικά το γλυκό δεν έδεσε, και προκρίθηκε μια νέα διακρατική συμφωνία μεταξύ 26 κρατών μελών. Η συμφωνία, που επιβάλλει το όριο του 10. http://www.europarl.europa.eu/wps-europarl-internet/frd/vod/player?eventCode=20110412-0900-COMMITTEE-JURI&language=en&byLeftMenu=researchcom mittee&category=COMMITTEE&format=wmv#anchor1.

0,5% για το πρωτογενές έλλειμμα, θα αποδίδει νέες αρμοδιότητες στο ΔΕΕ, και πάλι με διατάξεις εκτός οικοδομήματος ΕΕ, για την «επιτήρηση της μεταφοράς αυτού του κανόνα στο εθνικό επίπεδο», ενώ και η φύση των αρμοδιοτήτων είναι ασαφής (η επίβλεψη της εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου δεν ανήκει στο ΔΕΕ, αλλά στην Κομισιόν). Αλλά μήπως οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν στη διάθεσή τους δικαστικά μέσα αποκατάστασης της νομιμότητας; Η ατελής δικαστική προστασία στην ΕΕ έχει συχνά γίνει αντικείμενο κριτικής, ακόμη και από παράγοντες του νομικού της οικοδομήματος.11 Όπως ειπώθηκε, οι πολίτες μπορούν καταρχήν να επιτυγχάνουν την προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο, όταν θίγονται από τα κράτη. Η Κομισιόν έχει επιπλέον τη διακριτική ευχέρεια να φέρει το κράτος-παραβάτη ενώπιον του ΔΕΕ. Ωστόσο, η απόφαση για έναρξη της διαδικασίας παραβίασης περνά από το πολιτικό φίλτρο της Κομισιόν, και ο αριθμός τέτοιων διαδικασιών όλο και μειώνεται.12 Από την άλλη, ένας πολίτης δεν μπορεί να προσβάλει την ευρωπαϊκή νομοθεσία για παραβίαση π.χ. συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του. Ατομική προσφυγή ενώπιον του ΔΕΕ (άρθρο 263(4)) μπορεί να ασκηθεί από «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο […] κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα». Το Δικαστήριο υιοθέτησε από τη δεκαετία του ‘60 μια περιοριστική ερμηνεία του τι σημαίνει «άμεσα και ατομικά»,13 και η προσθήκη της τελευταίας φράσης από τη Συνθήκη της Λισαβόνας δεν αναμένεται να επηρεάσει αυτή τη νομολογία.14 Η διάταξη αποβλέπει και χρησιμεύει βασικά στη δικαστική προστασία των εταιρειών έναντι αποφάσεων της 11. Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα F.G. Jacobs, 21.3.2002, Υπόθεση C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου. 12. M. Smith, «Enforcement, Monitoring, Verification, Outsourcing: The Decline of the Infringement Process», European Law Review 33 (2008), σ. 777. 13. Υπόθεση 107/63 Plaumann, 15.7.1963. 14. Βλ. και Υπόθεση T-18/10 Inuit Tapiriit Kanatami κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, 6.9.2011.


[33]

Επιτροπής που τις επηρεάζουν, σε θέματα ελέγχου του ανταγωνισμού ή συναφή, όπως οι κρατικές επιχορηγήσεις. Δεν δίνει τη δυνατότητα να ελέγχεται η ευρωπαϊκή νομοθεσία από πολίτες σε περίπτωση προσβολής εθνικά προστατευόμενων δικαιωμάτων τους.15 Η χρήση της «ελαστικής» νομιμότητας στον πολιτικό λόγο: Η συζήτηση περί εξόδου ή αποβολής από την ΟΝΕ Μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ένα κράτος μπορεί να αποχωρήσει από την ΕΕ (άρθρο 50 ΣΕΕ). Τέτοια πρόβλεψη δεν υπάρχει σχετικά με την ΟΝΕ. Πάνω στο θέμα αυτό, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε μια γνωμοδότηση το 2009,16 όπου η ρήτρα εξόδου από την ΕΕ χαρακτηρίζεται «ένα από τα μεγαλύτερο σφάλματα» της Συνταγματικής Συνθήκης. Υποστηρίζεται επιπλέον ότι θα έπρεπε να είχε γίνει ειδική πρόβλεψη για την περίπτωση που μια χώρα-μέλος της Ευρωζώνης εγκατέλειπε την ΕΕ, ώστε να προηγηθούν διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των όρων εξόδου από την ΟΝΕ. Η γνωμοδότηση, που βρίθει πολιτικών αντί νομικών επιχειρημάτων, δεν στόχευε να καθησυχάσει φόβους ότι μια χώρα μπορεί να βρεθεί εκτός Ευρωζώνης παρά τη θέλησή της, αλλά απέπνεε ανησυχία για την τύχη της ΟΝΕ σε περίπτωση αποχώρησης από την ΕΕ. Ο αμετάκλητος καθορισμός των ισοτιμιών (που βρίσκεται πλέον μόνο σε ένα Πρωτόκολλο, όχι στη Συνθήκη) θεωρείται, χωρίς περαιτέρω (νομική) επιχειρηματολογία, συνώνυμος της αμετάκλητης συμμετοχής στην ΟΝΕ. Αναφέρεται επίσης ότι «η έννοια της κυριαρχίας, την οποία επικαλούνται οι θιασώτες ενός δικαιώματος για ελεύθερη αποχώρηση [από την ΟΝΕ] είναι ξεπερασμένη». Και ούτε καν συζητείται, για παράδειγμα, η περίπτωση εξόδου μιας χώρας από την Ευρωζώνη χωρίς παράλληλη έξοδο από την ΕΕ. Κι όμως, αντί της εισαγωγής πρόσθετων προϋποθέσεων, που κατά τη γνωμοδότηση αποτελεί νομικό μονόδρομο, τα κράτη θα μπορούσαν να κάνουν την πολιτική επιλογή να κινηθούν προς την αντί15. Υπόθεση C-112/00 Schmidberger, 12.06.2003. 16. Ph. Αthanasiou, «Withdrawal and expulsion from the EU and EMU – Some reflections», ECB Legal Working Paper Series, Δεκέμβριος 2009.

θετη κατεύθυνση, και να επιτρέψουν π.χ. μονομερή έξοδο από την ΟΝΕ χωρίς αποχώρηση από την ΕΕ.17 Στο πολιτικό επίπεδο, οι αντικρουόμενες δηλώσεις επί του θέματος, με αφορμή την Ελλάδα, κάνουν εμφανή τη χρήση της «αυθεντικής» ερμηνείας του δικαίου ως μέσου προπαγάνδας. Στις 3 Νοεμβρίου, όταν φούντωναν τα σενάρια για αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, η Κομισιόν δήλωνε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη χωρίς να εγκαταλείψει την ΕΕ.18 Την ίδια μέρα, ο Γιούνκερ, επικεφαλής του Eurogroup, και λίγο αργότερα ο Επίτροπος Ρεν, δήλωναν ότι η Ευρωζώνη είναι «απολύτως προετοιμασμένη» για μια (απαγορευμένη;) έξοδο της Ελλάδας.19 Στα μέσα Νοεμβρίου, το συνέδριο των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών ψήφισε πρόταση για εθελοντική έξοδο από την Ευρωζώνη, αγνοώντας τα αντίθετα νομικά επιχειρήματα που είχε διατυπώσει η Κομισιόν λίγες μέρες νωρίτερα.20 Η «ελαστικοποίηση» της αρχής της νομιμότητας στην Ελλάδα και οι «γκρίζες ζώνες» (ή τίνος είναι το παιδί…) Στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να εντοπίσει περιπτώσεις αντισυνταγματικών νομοθετικών διατάξεων που υιοθετήθηκαν με «φιλική ενθάρρυνση» από την ΕΕ (δηλαδή, συνήθως παραίνεση της Κομισιόν ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και επικρότηση του Eurogroup). Γνωστά παραδείγματα είναι π.χ. ο Νόμος 4024/2011 για την εργασιακή εφεδρεία, ο 3894/2010 για τις στρατηγικές επενδύσεις ή ο 4021/2011 για τα μέτρα εξυγίανσης («χαράτσια»). Πέρα από τη συζήτηση για τη νομική ισχύ της «ενθάρρυνσης» από την ΕΕ, στην Ελλάδα η πολιτική βούληση για ευθυγράμμιση με τις πολιτικές της ΕΕ και η απροθυμία υπεράσπισης της (συνταγματικής) νομιμότητας κρύφτηκε ενίοτε πίσω από 17. http://www.lemonde.fr/crise-financiere/article/2011/ 11/03/la-grece-peut-elle-sortir-de-la-zone-euro_1597785_ 1581613.html. 18. http://www.reuters.com/article/2011/11/03/greece-eueurozone-idUSL5E7M33BV20111103. 19. http://www.reuters.com/article/2011/11/03/us-eurozonegreece-juncker-idUSTRE7A216B20111103· http://in.reuters. com/article/2011/11/06/idINIndia-60353420111106. 20. http://tvxs.gr/news/kosmos/cdu-enekrine-protasigia-ethelontiki-eksodo-meloys-apo-eyro.


[34]

εφευρέσεις για την υποτιθέμενη υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι του Συντάγματος.21 Όπως προαναφέρθηκε, η παραχώρηση κρατικής κυριαρχίας στην ΕΕ από τα κράτη γίνεται μέσω συνταγματικών ή αντίστοιχων διατάξεων και υπόκειται σε νομικά όρια, όπως η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιδίως ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας.22 Στην Ελλάδα, «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» αποτελεί το άρθρο 28 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι διατάξεις των Συνθηκών «αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου». Είναι ενδιαφέρον ότι η σχέση του εθνικού Συντάγματος με τις Συνθήκες έχει απασχολήσει το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Στην απόφασή του για τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπόκειται σε όρια και ότι τα γερμανικά όργανα δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού. Επιβεβαίωσε έτσι, όπως είχε κάνει με την απόφασή του για το Μάαστριχτ, την υποδεέστερη θέση της ευρωπαϊκής έννομης τάξης έναντι του γερμανικού Συντάγματος. Στην Ελλάδα, πέρα από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 100(1)(ε), δεν υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο, αλλά «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα» (άρθρο 93(4)). Έτσι, στην περίπτωση του «χαρατσιού», ο δικαστής θα κρίνει τη νομιμότητα της πράξης επιβολήςελέγχονταςπαρεμπιπτόντωςτηναντισυνταγ­ ­­ματικότητα του νόμου στον οποίο βασίζεται.23 Ο νόμος όμως εξακολουθεί να ισχύει. Βέβαια, αν ένα από τα ανώτατα δικαστήρια κηρύξει νόμο αντισυνταγματικό, στην πράξη μένει ανενεργός. Αλλά το ΣτΕ δεν έχει δείξει προς το παρόν βούληση υπεράσπισης της νομιμότητας έναντι των αυθαιρεσιών

21. http://www.tvxs.gr/node/91637. 22. http://www.europarl.europa.eu/activities/committees/ studies/download.do?language=en&file=35331. 23. Προς το παρόν, οι προσωρινές διαταγές ορισμένων πρωτοδικείων σε υποθέσεις σχετικές με το χαράτσι δεν υπεισήλθαν σε ζητήματα αντισυνταγματικότητας.

με «ενθάρρυνση» από την ΕΕ, απορρίπτοντας το καλοκαίρι την προσφυγή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά του Μνημονίου Ι με μια νομικά διάτρητη επιχειρηματολογία. Κι ενώ ελληνική κυβέρνηση και ΕΕ διαγωνίζονται για το ποιος θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των λίγων σε βάρος των (ακόμα και συνταγματικά προστατευόμενων) δικαιωμάτων των πολλών, διαγωνίζονται παράλληλα και για το ποιος θα αποποιηθεί πειστικότερα την ευθύνη για τις παρανομίες και τις συνέπειές τους. Έτσι, για παράδειγμα, στο θέμα της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων, ο υπερβάλλων ζήλος της κυβέρνησης στέκει περήφανος στο πλάι των ποντιοπιλατικών τεχνικών της ΕΕ. Ο Επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων δήλωνε πρόσφατα ότι η ΕΕ δεν ζήτησε την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, και ότι δεν φανταζόταν ότι η υπερίσχυση των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών θα σήμαινε κατάργηση των τελευταίων.24 Γενικότερα, η Κομισιόν διακηρύσσει διαρκώς ότι δεν αγγίζει τους μισθούς, καθώς αυτό θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητές της. Κι όμως, η «αντιστοίχιση των μισθών με την ανταγωνιστικότητα», δηλαδή η μείωσή τους, είναι βασική πολιτική της έγνοια.25 Εν αναμονή της μέλλουσας διακυβερνητικής συμ­ ­­φωνίας για την οικονομική διακυβέρνηση, και μετά τις δηλώσεις Παπαδήμου για υιοθέτηση του κανόνα περί ισοσκελισμένων προϋπολογισμών με συνταγματική μεταβολή ή άλλο ισοδύναμο τρόπο (δηλαδή;), τα «πάθη» της νομιμότητας δεν φαίνεται να έχουν τέλος. Η παλιά αίγλη της ευρωπαϊκής νομιμότητας και του κράτους δικαίου εξευτελίζεται αδιάκοπα στον βωμό της διάσωσης του κεφαλαίου. Τα μέτρα που επιβάλλονται από την ΕΕ, με σύμμαχο τις κυβερνήσεις, δεν είναι μόνο αντιλαϊκά και αντιδημοκρατικά, αλλά και παράνομα. Ελλείψει άλλων διεξόδων, μόνη λύση μένει η ανατροπή τους.

24. http://www.chountis.gr/index.php?page=text&Categ oryId=2&id=1456. 25. Βλ. ενδεικτικά http://gesd.free.fr/wagecomp11.pdf.


[35]

Το Κίνημα, το Κόμμα και μια σύγκρουση…

Η στήλη Κοντραπούντο φιλοξενεί διαφορετικές απόψεις για ένα επίμαχο ζήτημα ευρύτερου πολιτικού ενδιαφέροντος. Στο τεύχος αυτό επιλέξαμε ως θέμα τα γεγονότα της Πέμπτης 20 Οκτωβρίου 2011 (δεύτερης ημέρας της 48ωρης γενικής απεργίας) στην πλατεία Συντάγματος. Τα κείμενα που ακολουθούν γράφτηκαν το τριήμερο 22-24 Οκτω­βρίου 2011. Κατ’ εξαίρεση, οι συντάκτες διατηρούν την ανωνυμία τους. 1. A* Ρίξτε παρακάτω ένα βλέφαρο στη δυσοίωνη «ενότητα της αριστεράς» που φτιάχνεται από προχτές, εν μέσω μπουκαλιών, πετρών και παλουκιών. Για το ΚΚΕ δεν χρειάζεται να πω τίποτα, ανοίξτε απλώς την τηλεόραση. ΑΝΤΑΡΣΥΑ http://www.antarsya.org/index.php?option=com_ content&view=article&id=474:2011-10-20-17-0018&catid=62:2009-05-03-17-02-46&Itemid=119 ΚΟΕ http://athens.indymedia.org/front.php3?lang= el&article_id=1345853 Αυγή http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articl eID=646405. Από τον χυλό διασώζεται το άμοιρο ΕΕΚ,1 για προφανείς ιστορικούς και λιγότερο προφανείς κινηματικούς λόγους (η πολλή παρέα με την Α/Κ,2 βλέπετε...). Λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, μαζί με μερικές μη δημοκρατικές, σταχυολογούνται στο http://classwar.espiv.net/?p=1833. Λοιπόν, να το πούμε Ιστορικό Συμβιβασμό όλο αυτό το μελέ ή όχι ακόμα; ΥΓ. Οι κομμουνιστογενείς φίλοι θα έχουν, φαντά1. http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_ id=1345517. 2. http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_ id=1344529.

ζομαι, τις αντιρρήσεις τους. Αν και κακώς τις έχουν, και το σωστό θα ήταν να τις κάνουν γαργάρα, ας μην καταπιεστούν αν τους πνίγει το δίκιο τους και θέλουν… σωποδήποτε να εκφραστούν. 2. K* Ακολουθούν όσα σταχυολόγησα εγώ σήμερα, με κάποιες διευκρινίσεις (ομολογώ ότι έχω χάσει, ελπίζω προσωρινά, κάθε διάθεση για χιούμορ) : 1. Δεν είμαι «κομμουνιστογενής». Προσπαθώ, με όλες τις τεράστιες αντιφάσεις μου, να είμαι κομμουνιστής. Αλλά αυτή η ιδιότητα, όπως και η ιδιότητα του μέλους του ΚΚΕ (την οποία δεν κατέχω), είναι για μένα ιδιαίτερα τιμητικές και δεν θεωρώ τον εαυτό μου ούτε κατ’ ελάχιστο αντάξιό τους. 2. Δεν κάνω γαργάρα τίποτε (ειδικά όταν είμαι θυμωμένος). 3. Είμαι απολύτως διχαστικός και δεν επιθυμώ καμία ενότητα, καμίας αριστεράς, εντός ή εκτός εισαγωγικών. 4. Την Τετάρτη, το προδοτικό ΠΑΜΕ αποχώρησε από τη Βουλή, αφήνοντας ελεύθερους αριστεριστές και «παιδιά» να κάνουν το κέφι τους. Απ’ όσο ξέρω, η Βουλή δεν κάηκε, το αστικό κράτος δεν διαλύθηκε, ο ελευθεριακός κομμουνισμός (για τα «παιδιά») ή η έκδοση ευρωομολόγων (για τους «συντρόφους» του ΣΥΡΙΖΑ) δεν επιτεύχθηκαν. Η διαδήλωση πάντως διαλύθηκε στο άψε-σβήσε και οι μάζες των εκατοντάδων χιλιάδων έφυγαν από το Σύνταγμα χωρίς να συνταχθούν με τα «παιδιά», που εξέφραζαν αυθεντικά εκείνη τη στιγμή την «επαναστατική διάθεση των μαζών». 5. α) Όταν το ΠΑΜΕ κάνει προσυγκεντρώσεις στην Ομόνοια, «απέχει» από το «κίνημα». Όταν πάει στο Σύνταγμα, είναι «ιδιοκτησία» του. β) Όταν το ΠΑΜΕ περιφρουρεί, είναι ΚΝΑΤ. Όταν οι μπάχαλοι διαλύουν διαδηλώσεις (βλ. Μάιο, Ιούνιο κ.λπ.) από τις οποίες το ΠΑΜΕ έχει «αποχωρήσει» για να μην υποκύψει στα ανοιχτά προβοκαρίσματα εναντίον του, που κάποιοι επιδι-


[36]

ώκουν, ο αριστερισμός φωνάζει σύσσωμος: «Γιατί δεν έμεινε να περιφρουρήσει τη διαδήλωση;». γ) Όταν οι «Αγανακτισμένοι» κατασκηνώνουν στην πλατεία και δεν επιτρέπουν στο ΚΚΕ να στήσει ούτε ένα πανό, δεν πρόκειται για ιδιοκτησία του Συντάγματος αλλά για νόμιμη απόκρουση του «καπελώματος» από τα σταλινικά «κομματόσκυλα του ΚΚΕ». δ) Όταν το ΠΑΜΕ δέχεται προκλήσεις με συνθήματα, μπουκάλια κ.λπ., και αποχωρεί για να μη γίνει σύρραξη, τότε «το βάζει στα πόδια» και «προδίδει» το κίνημα. Όταν τα συνθήματα, μπουκάλια κ.λπ. γίνονται μολότοφ και μάρμαρα στα γυναικόπαιδα, τότε το ΠΑΜΕ μετατρέπεται σε ΚΝΑΤ. ε) Μισούμε το ΠΑΜΕ-ΚΚΕ, αυτό το προδοτικό μόρφωμα, και είμαστε φυσικά έτοιμοι να του την πέσουμε ανά πάσα στιγμή με κάθε τρόπο, αλλά το ΚΚΕ-ΠΑΜΕ δεν πρέπει να στήνει «διαχωριστικές γραμμές» και «στρατιωτικές περιφρουρήσεις» απέναντι στα υπόλοιπα στοιχεία και «μπλοκ του κινήματος». Την περιφρούρηση

δεν την επιβάλλει, δυστυχώς, η δηλωμένη επιθυμία κάποιων να «βαρέσουν τους κνίτες όπου τους βρουν», αλλά η περιφρούρηση είναι αυτή που προκαλεί σε κάποιους την επιθυμία «να βαρέσουν τους κνίτες όπου τους βρουν». Πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το. στ) Όταν ο αστικός κόσμος παρακαλάει να βρει ευκαιρία να χρεώσει στο ΚΚΕ έναν «εμπρησμό του Ράιχσταγκ» και το ΚΚΕ αυτοπροστατεύεται, τότε χρεώνεται από τον «χώρο» (ή επαινείται προβοκατόρικα από τα κανάλια) ότι «προστατεύει τη Βουλή». ζ) Η ΓΣΕΕ είναι βέβαια «πουλημένη», αλλά το ΠΑΜΕ δεν πρέπει να υπάρχει διότι διαλύει την ενότητα του εργατικού κινήματος. η) Όταν το ΠΑΜΕ έχει στις διαδηλώσεις του χιλιάδες γέρους, γυναίκες, παιδιά, φοιτητές, απλούς εργαζομένους κ.λπ., τότε «κάνει περιπάτους» με «τα μέλη του κόμματος». Όταν περιφρουρεί αυτόν τον κόσμο (για τον οποίο έχει κάποια ευθύνη, σε αντίθεση με κάποιους που δεν αισθάνονται ευθύνη για κανέναν και τίποτε) και


[37]

διατηρεί τη μαζικότητα μιας διαδήλωσης, απέναντι σε 500-1.000-1.500 «ορκισμένους επαναστάτες» και τα αναμενόμενα χημικά των ΜΑΤ, τότε στέκεται ενάντια στο «μαζικό» κίνημα. θ) Οι διαδηλώσεις θα πρέπει να είναι πολύ μαζικές και να κατεβαίνει πολύς και απλός κόσμος. Τα «μπάχαλα» δεν απομακρύνουν τον πολύ και απλό κόσμο από τις διαδηλώσεις, δεν προκαλούν αυτοστιγμεί τη διάλυση του πλήθους, δεν γενικεύουν το φόβο, δεν έχουν κάποιες φορές αθώα θύματα (βλ. Marfin), αλλά ίσαίσα εκφράζουν την «επαναστατική ετοιμότητα» του «μαζικού κινήματος», που την καταπνίγει το ΚΚΕ. Άσε δε που τα μπάχαλα οδηγούν κατευθείαν στην άμεση δημοκρατία. ι) Όταν το ΚΚΕ εξετάζει την ιστορία του και αποτιμά αρνητικά τη «Βάρκιζα», τότε είναι ζαχαριαδικό-σταλινικό, βρυκολακιασμένο κ.λπ. Όταν δεν εκτιμά ότι με «ντου» γίνεται η «επανάστα», τότε είναι το κόμμα της «Βάρκιζας». ια) Το ΚΚΕ δεν είναι ταξικό κόμμα, δεν ξέρει τι σκέφτονται οι άνθρωποι στις λαϊκές γειτονιές και στα εργοστάσια, και δεν έχει σύνδεση με τα (επαναστατικά) αισθήματα και τις επιθυμίες του κόσμου και των μαζών. Το ΕΕΚ, η Α/Κ και τα εντευκτήρια των πανεπιστημιακών του ΣΥΡΙΖΑ φυσικά έχουν. ιβ) Τέλος, για να μην τα πολυλογούμε. όταν το ΚΚΕ- ΠΑΜΕ έχει νεκρούς, τότε τα «ΚΝΑΤ» «αιματοκυλούν αγωνιστές». Βαρέθηκα, σιχάθηκα, μπούχτισα. 3. A* Να ξεκαθαρίσω ότι αυτό που με απασχολεί είναι το ενδεχόμενο μιας νέας κατασκευής της αστικής συναίνεσης και ο ρόλος του ΚΚΕ σε αυτή. Η «ενότητα της αριστεράς» που επικαλέστηκα (ειρωνικά και προβοκατόρικα) σημαίνει απλώς ότι διάφοροι αριστεροί παίζει να είδαν φως και να έσπευσαν να ψαρέψουν στη βάση του ΚΚΕ, ξορκίζοντας, κι αυτοί με τη σειρά τους, τους «δολοφόνους προβοκάτορες» (μια αισχρή παραποίηση της πραγματικότητας που τη συντηρεί μανιωδώς το Κόμμα). Δεν εννοώ ότι θα δούμε κανένα «βρώμικο ‘89» all over again: ούτε ο πρωτότυπος Ιστορικός Συμβιβασμός είχε συγκυβέρνηση στο μενού· αλλιώς κατασκεύασε τη συναίνεση.

Για να μη μασάω τα λόγια μου, ιδού τι πιστεύω. Το ΚΚΕ ανέλαβε ρόλο φρουρού της Τάξης στον δρόμο, για το 48ωρο της γενικής απεργίας τουλάχιστον, επιδιώκοντας: α) να επιβε­­βαιώσει τον ρόλο του ως πρωτοπορίας και μόνου γνήσιου εκ­ ­φρα­στή του «εργατικού-λαϊκού κινήματος» (για αυτό την πέφτει και με τόση λύσσα στο «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ»: το ΚΚΕ θέλει να φτιάξει το δικό του «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ»), και β) να συσπειρώσει και να διευρύνει τη βάση του εξασφαλίζοντας προνομιακή μεταχείριση από το καθεστώς ως «αξιωματική αντιμνημονιακή αντιπολίτευση»: αυτό σημαίνει και μεγαλύτερη προβολή από τα ΜΜΕ και ανοχή σε απεργίες και κινητοποιήσεις (βλέπω ουσιαστικά εδώ ένα δούναι και λαβείν παρόμοιο με αυτό μεταξύ κράτους και ΠΟΕ-ΟΤΑ: το διαπραγματευτικό ατού της ΠΟΕ-ΟΤΑ είναι η επιρροή της στο βαθύ ΠΑΣΟΚ, το αντίστοιχο ατού του ΚΚΕ είναι η προβοκατορολογία του και η δυναμική του στον δρόμο). Προσωπικά δεν δίνω δεκάρα για τις φαντασιώσεις του ευρύτερου «κινήματος», τις μικροαστικές πίπες περί εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα, κ.ο.κ. Το ευρύτερο «κίνημα», από τη μικροαστική αριστερά ως την ομοιοπαθή της αναρχία, είναι τόσο πίσω πολιτικά και οργανωτικά ώστε το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αντιδρά με εξαρτημένα αντανακλαστικά στις πρωτοβουλίες του συστήματος: η αριστερά (μέχρι και ο Φωτόπουλος,3 να πούμε...) ψαρεύει, όπως είπα, στη βάση του ΚΚΕ και η αναρχία ξαναβρίσκει τα αγαπημένα της ΚΝΑΤ ως στόχο των μολότοφ και των μαρμάρων… Ε, όλα αυτά τα ξέρει το ΚΚΕ, μαιτρ του οπορτουνισμού γαρ, και δεν διστάζει λεπτό να τα εκμεταλλευτεί. Έκανε ωστόσο κρίσιμα λάθη την Πέμπτη, με πρώτο και σοβαρότερο την καπηλεία του νεκρού (θα το βρει μπροστά του σύντομα). Έχει επίσης να αντιμετωπίσει τον όλο εργαλειακό χαρακτήρα του συναινετικού εγχειρήματος: αυτά που γράφεις, Κ*, περί «προβοκάτσιας» κατά του ΚΚΕ από το σύστημα είναι όλα εύλογα, και μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, όταν θα πάψει πια να φαίνεται χρήσιμη η λυκοφιλία ΚΚΕ-κα3. http://www.inclusivedemocracy.org/brochures/ 2011.10.12_ _apomonosi_diaspaston_kinimatos.html.


[38]

θεστώτος. Φυσικά το ξέρει αυτό το ΚΚΕ, φυσικά το ξέρει και το καθεστώς. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να προκαθορίσω τη στάση του Κόμματος στο εγγύς μέλλον, ούτε τη στάση του συστήματος απέναντι στο Κόμμα: τα πράγματα είναι ρευστά, η δε κυρίαρχη τακτική του αστικού μπλοκ εδώ κι ενάμιση χρόνο είναι το «βλέποντας και κάνοντας». Αυτή νομίζω ότι θ’ ακολουθήσει και το ΚΚΕ, ως οργανικός παράγοντας του συστήματος. Ας διευκρινίσω, τέλος, ότι δεν έχω τίποτα να καταλογίσω στην τίμια ταξική βάση του ΠΑΜΕ, που από μόνη της θα έπρεπε να καθιστά αυτομάτως απαγορευτική οποιαδήποτε σκέψη πεσίματος σε ένα τέτοιο μπλοκ, παρ’ όλα τα ΚΝΑΤ των περιφρουρήσεων. Αλλά ποιος έχασε το μυαλό του για να το βρουν οι ζάβλακες... 4. Μ* Κατόπιν σύσκεψης του πολίτ μπιρό του εγκεφάλου μου, και αφού μου έφυγαν όλοι οι συναισθηματισμοί, άφησα τις τριτοδιεθνιστικές μάχαιρες και έβαλα τα ταξικά γυαλιά μου. Ομολογώ ότι είναι αρκετά θολά ακόμα.

Τα σημεία του Κ*, με εξαίρεση το πρώτο, με καλύπτουν σε μια πρώτη φάση, ωστόσο αυτά που επισημαίνει ο Α* έχουν κάποια βάση. Λέω κι εγώ τώρα: α) Το ΚΚΕ είναι πρωτίστως ένα πολιτικό κόμμα που λειτουργεί από το 1974 μέχρι σήμερα με κοινοβουλευτικούς όρους, στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος. Διαθέτει μια γραφειοκρατία η οποία, πέρα από την ιδεολογία που υποθέτουμε ότι ενστερνίζεται, οφείλει και να εξασφαλίσει τους όρους αναπαραγωγής της (πολιτικούς και οικονομικούς). Η χυδαία δεκαετία του ‘90 δεν έδωσε πολλές διεξόδους. β) Η «συνεργασία» ΚΚΕ-αστυνομίας (ή αστικού μπλοκ κατ’ επέκταση) είναι μια πραγματικότητα από τότε που ξεκίνησε το αντιτρομοκρατικό δόγμα. Η συνεργασία περιορίζεται στο δεν σας πειράζουμε-δεν μας πειράζετε, και όχι στην ανάληψη αστυνομικών καθηκόντων από την περιφρούρηση του ΚΚΕ, κάτι που βγαίνει εκ του αποτελέσματος, όχι εκ προθέσεως, και πηγάζει και από τη νοικοκυρίστικη λογική («πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα») που διέπει το σύνολο του χώρου του ΚΚΕ (ηγεσίαβάση-φίλοι). γ) Το ΚΚΕ από το 1999 προσπαθεί να ισχυροποιηθεί μέσα από την οικοδόμηση μετώπων με άτομα ή προσωπικότητες, ώστε να αποφύγει την ανάγκη κάθε μετωπικής συνεργασίας με συλλογικότητες. Μπορεί αυτό να του στοίχισε εκλογικά, αλλά προτίμησε να αποφύγει διαχειριστικές θέσεις (σε δήμους ή συνδικάτα) και να μπετονάρει έναν σκληρό πυρήνα που θα αναπτύσσεται αργά και σταθερά. Αυτή η γραμμή επικράτησε θριαμβευτικά στις τελευταίες δημοτικές εκλογές και έγινε αισθητή με την ανάδειξη παλαιών και την ίδρυση νέων μετώπων σε άλλους χώρους. Μέσα σε αυτή την προσπάθεια εξέθρεψε μια λογική Μπους («όσοι δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας»). Αναγκαστικά, δεξαμενή του είναι κυρίως ένα μικροαστικό (περισσότερο ως τοποθέτηση και λιγότερο ως θέση) κομμάτι της κοινωνίας που δεν επιθυμεί ουσιαστική επαναστατική αλλαγή και καλύπτεται από την ασάφεια της «λαϊκής εξουσίας», καθώς δεν χρειάζεται να διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό την καθημερινή πρακτική του.


[39]

δ) Η διαλεκτική μεταξύ μιας βάσης η οποία αρνείται το... σύστημα (λέω σύστημα γιατί ουσιαστικά δεν στοχεύει καθαρά ούτε ενάντια στην αστική δημοκρατία ούτε ενάντια στις σχέσεις παραγωγής), χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία φυσικά να αρνηθεί τον εαυτό της (γιατί δεν μπορεί να τον δει), και μιας ηγεσίας που θέτει ως προτεραιότητα την αναπαραγωγή της, καλυπτόμενη βέβαια πίσω από τη λενινιστική προτεραιότητα του κόμματος έναντι του κινήματος, έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνουμε την εικόνα ότι το ΚΚΕ περιφρουρεί το αστικό οικοδόμημα, σε τελική ανάλυση· αυτό, ωστόσο, δεν γίνεται εσκεμμένα. Εκτός αν μπούμε όλοι σε λογική συνωμοσιολογίας, την οποία εγώ αρνούμαι να ενστερνιστώ, κυρίως επειδή δεν μας αφήνει καμιά διέξοδο πέρα απ’ το να κάτσουμε όλοι σπίτια μας και ν’ αφήσουμε τα σκοτεινά κέντρα και τις συμφωνίες κυρίων να κάνουν τη δουλειά τους. ε) Θεωρώ κακεντρέχεια την εκτίμηση ότι οι υπόλοιποι αριστεροί πήραν τη θέση που πήραν για να εξασφαλίσουν ψηφαλάκια. Το ΚΚΕ, πέρα από την εκνευριστική του εικόνα με τους δεκάδες χιλιάδες στις γραμμές του και την περιφρούρησή του (την οποία πολλοί θα ήθελαν να είχαν), έκανε ένα βήμα προσέγγισης στους υπόλοιπους, με τον δικό του αυτιστικό τρόπο, μετά από αίτημα μέρους της βάσης του. (Δεν θεωρώ ότι ήθελε να κάνει επίδειξη δύναμης στους υπόλοιπους διαδηλωτές. Μια σοβαρή περιφρούρηση δεν αφήνει κανέναν να κάνει βόλτες στο μπλοκ της. Αυτή η ελευθερία, του «κατεβαίνω στη συγκέντρωση όποτε μου γουστάρει και πάω βόλτες πάνω κάτω να δω κάνα γνωστό», έχει καταντήσει αηδία... Από την άλλη, μια σοβαρή περιφρούρηση αφήνει διεξόδους στους εκτός για να μην ποδοπατηθούν σε περίπτωση επίθεσης της αστυνομίας. Αλλά επειδή οι ΚΚΕ έχουν ξεχάσει πώς είναι οι συγκρούσεις, και ζουν στον αστερισμό της απομόνωσής τους, δεν το σκέφτηκαν καν!) Οι διάφοροι «αυθόρμητοι» φυσικά δεν έχουν κανένα εργαλείο ερμηνείας των πραγμάτων και θέλησαν να κάνουν του κεφαλιού τους, δρώντας ως πρωτοπορία όχι μόνο σε επίπεδο λόγου αλλά και σε επίπεδο πράξης, όπως πάντα. Επειδή βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους μοναδικούς οργανωμένους που θα μπορούσαν να τους

Ludwig Meidner, Revolution (1913).

αποκρούσουν, τόσο λόγω μπετοναρισμένης γραμμής όσο και λόγω αντανακλαστικών αυτοπροστασίας, λυσσάξανε και μετά τις φάγανε. Και δικαίως τις φάγανε, γιατί κάποιος τους απάντησε με το ίδιο και χειρότερο νόμισμα. Δεν παίρνω θέση υπέρ της μπαχαλοπορείας ή υπέρ της προκομμένης πορείας. Ούτε θεωρώ ότι οι επιθέσεις της αστυνομίας βρίσκουν πάτημα στα μπάχαλα, αλλιώς θα μπορούσαμε να καθόμαστε όλοι ήσυχα μπροστά στη Βουλή και θα πετυχαίναμε τον στόχο μας. Ούτε ότι φταίει η περιφρούρηση του ΠΑΜΕ που δεν έγινε η είσοδος στα χειμερινά ανάκτορα για να αποτρέψουμε την ψήφιση του νομοσχεδίου. Υπάρχει η στιγμή και το όλο. Η τοποθέτηση και η θέση. Θεωρώ ότι η στιγμή δικαίωσε ένα πλανημένο όλο και η τοποθέτηση άλωσε κάθε έννοια θέσης. Και ότι το αστικό μπλοκ στήνει γλέντι μπροστά στην κοντοθωριά της εργατικής τάξης, ελλείψει σοβαρού πολιτικού υποκειμένου. Δεν ξέρω αν βγάζω νόημα... Επίσης θα ήθελα να επισημάνω τον υπερβολικό βαθμό φλωριάς που πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας. Υπήρξε νεκρός. Εγώ δεν έχω καταλάβει υπό ποιες συνθήκες συνέβη αυτό. Εικάζω ότι έγινε ως εξής: ένταση, αρρυθμία και ανακοπή. Οι «άλλοι» έσπευσαν να κατηγορήσουν το ΚΚΕ ότι εκμεταλλεύτηκε τον νεκρό του παρουσιάζοντάς τον ως θύμα προβοκάτσιας και όχι του κράτους που ρίχνει χημικά. Όλοι τελικά συμβάλλουν στην άποψη ότι οι πορείες πρέπει και μπορούν να είναι ειρηνικές. Ε, όχι! Όλοι τροφοδοτούν τη σημασία της ατομικής αυτοσυντήρησης έναντι του συλλογικού αγώνα, που –τι να κάνουμε– δεν περιορίζεται σε βόλτα. Δεν μπορεί να είναι βόλτα. Τόσο


[40]

εξαιτίας της αστικής καταστολής όσο και εξαιτίας των ενδοταξικών αντιθέ­σεων. Τελικά: δεν έχω πρόβλημα με την περιφρούρηση του ΠΑΜΕ, έχω πρόβλημα με την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ. Τελικά: δεν έχω πρόβλημα με τη σύγκρουση, έχω πρόβλημα με τους νεοφιλελεύθερους όρους υπό τους οποίους λαμβάνει χώρα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μπορώ να συζητήσω με έναν οργανωμένο πολιτικό χώρο, αλλά δεν μπορώ να συζητήσω με το χυμαδιό, που δεν έχει καμιά γραμμή, που ενώνεται υπό τη σημαία του αντι-κκεδισμού. Που λειτουργεί με επιλεκτική ιστορική μνήμη και θυμάται τη Βάρκιζα αλλά ποτέ το ΕΑΜ. Που γουστάρει από τη μια τον Άρη Βελουχιώτη, αλλά χρεώνει σε ένα μεταφυσικό κακό κόμμα την ΟΠΛΑ ή τις σφαγές τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών, λες και δεν υπήρξε μέτοχος σε αυτό και ο άγιος Άρης. Που μπορεί να αποποιηθεί κάθε ευθύνη χρησιμοποιώντας την κουκούλα του αυθόρμητου χυλού ατομικοτήτων, που δεν έχουν να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν και πουθενά. 5. Κ* Καταρχάς, Μ*, αυτό που μπορείς να κάνεις, είναι να γράφεις τέτοια κείμενα, που αν μη τι άλλο πυροδοτούν ενδιαφέρουσες κουβέντες. Από πλευράς μου, χαίρομαι που το πράγμα (και από το κείμενο του Α* και από το κείμενο της Μ* βγαίνει αυτό) πηγαίνει συνεχώς προς τα εκεί όπου βρίσκεται η ουσιαστική διαφωνία. Πρόκειται για μια διαφωνία κατεξοχήν πολιτική και σε μεγάλο βαθμό φιλοσοφική-θεωρητική. Η διαφωνία, θεωρώ, έγκειται στο πρόβλημα που ταλαιπωρεί την αριστερά, και την αριστερά της, από τη γέννησή τους: το πρόβλημα του Κόμματος, και πιο συγκεκριμένα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η ουσία της προβληματικής κινείται γύρω από κλασικά θέματα συζήτησης/ αντιπαράθεσης: λενινιστικό Κόμμα έναντι Κινήματος, πολιτική στα όρια (συνεχώς εντός και εκτός) των γραμμών του συστήματος έναντι αδιάπτωτου αντικαπιταλισμού. Με λίγα λόγια, σε όλη τούτη την αντιπαράθεση (την πάντα γόνιμη, πάντα επίκαιρη), καθένας παίρνει μια θέση που εξαρτάται, νομίζω, κατά βάθος από το κατά πόσο πείθεται από τη σκέψη και τα γραπτά του

Λένιν (όχι ως δόγμα, αλλά ως τεράστια τομή στην πολιτική σκέψη). Τελικά εκτιμώ ότι η λενινιστική σκέψη και πράξη παραμένει ο κεντρικός τόπος προς τον οποίο κανείς συγκλίνει ή από τον οποίο αποκλίνει ώστε να πάρει μια θέση από τη μια ή από την άλλη πλευρά του ποταμού. Θα μπορούσαμε κάλλιστα, αντί να κάνουμε την κουβέντα που κάνουμε τώρα, να συζητάμε π.χ. εξίσου για το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με το Τι να κάνουμε; ή με τον Αριστερισμό. Οι γραμμές θα διαφαίνονταν το ίδιο καθαρά (αιώνια επανάληψη του ίδιου, μήπως, νιτσεϊκέ Α*;). Η Μ* και ο Α* έχουν βάλει ένα σωρό ζητήματα. Ένα από αυτά είναι μια φοβερή δυσπιστία απέναντι στον αντικαπιταλισμό ή τον «αντισυστημισμό» του κόμματος. Έχω την εντύπωση ότι αυτού του είδους η πολεμική (την οποία θυμάμαι τον εαυτό μου να αναπαράγει ανέξοδα τότε που ήμουν στον αριστερισμό) είναι μια πολεμική που ίσως θα ταίριαζε στο ΚΚΕ της δεκαετίας του ‘80, στο ΚΚΕ του «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» ή της ενθουσιώδους υποδοχής της «Περεστρόικας» και του ενιαίου Συνασπισμού. Τα πράγματα από τότε έχουν αλλάξει εντελώς. Ποιος δεν το βλέπει; Και έχουν αλλάξει από τον περιβόητο «σταλινικό» Περισσό, που πλέον δέχεται βολές (από τον ανανεωτικό χώρο) επειδή κριτικάρει (σε ιστορικό επίπεδο, αλλά ουσιαστικά δείχνοντας την πολιτική που θα ακολουθήσει στο μέλλον) τη Βάρκιζα όσο και το ιερό τοτέμ της ενιαίας αριστεράς, την ΕΔΑ (και κατεξοχήν όλο το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, χωρίς πάντα οι κριτικές του να είναι, κατά τη γνώμη μου, εύστοχες προς αυτή την κατεύθυνση, τουλάχιστον ως προς τα αίτια εμφάνισής του). Επίσης, θεωρώ αυτού του είδους την κριτική εκ μέρους της Μ* και του Α* άτοπη, στον βαθμό που οποιοδήποτε έντυπο του Κόμματος και οποιαδήποτε κομματική απόφαση κι αν διαβάσει κανείς, θα δει μια ευθεία, συστηματική, σκληρή κριτική ακριβώς στις σχέσεις παραγωγής, στην αστική «δημοκρατία» κ.λπ., έως σημείου «δογματικής εμμονής». Αμφισβητεί κανείς ότι σήμερα το ΚΚΕ πολιτεύεται με τρόπο ιδιαίτερα ξεχωριστό για ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κόμμα; Υπάρχει ΚΚ στην Ευρώπη που να θέτει σήμερα ως καθημερινό ζήτημα πολιτικής ζύμωσης και προπαγάνδας την κοινωνι-


[41]

Carlo Carrà, Il Funerale dell’anarchico Galli (1911).

Renato Guttuso, I funerali di Togliatti (1972).

κοποίηση των μέσων παραγωγής και την ανακλητότητα των αντιπροσώπων του λαού στο πολιτικό σύστημα στο οποίο προσβλέπει (αυτό είναι λαϊκή εξουσία-λαϊκή οικονομία: τα ντοκουμέντα –για του λόγου το αληθές– υπάρχουν παντού); Που να τα λέει στην τηλεόραση (!!!), στα συνδικάτα, στις διαδηλώσεις; Που να «σεχταρίζει» (όπως κατηγορείται) προτάσσοντας μια τέτοιου είδους πολιτική πρόταση; Θεωρείτε ότι είναι απλό και εύκολο ένα μαζικό κόμμα να τρα­­­βάει μπροστά μια τέτοια, σχεδόν «τρελή» γραμμή (είκοσι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, σε μια Ευρώπη όπου δεν υπάρχει ούτε ένα πολιτικό του αντίστοιχο, εξαιρουμένου ίσως του πορτογαλικού ΚΚ) και να μη γίνεται «ΚΚΕ-μλ» σε ποσοστό λαϊκής αποδοχής; Φίλοι, η προσπάθεια δεν υπήρξε μικρή (σκεφτείτε πως αυτή η γραμμή άρχισε να τίθεται ήδη από τις αρχές του ‘90, την εποχή της πτώσης του Τείχους, την εποχή της «ευημερίας»), το πολιτικό ρίσκο είναι τεράστιο (η περιβόητη γραφειοκρατία του Περισσού δεν θα προτιμούσε, μήπως, έναν υπουργικό θώκο από το να τη «βρίζουν» καθημερινά για τις «εκτός τόπου και χρόνου» «σοσιαλιστικές» της «κορώνες»;). Απορώ πώς δεν τα βλέπετε και πώς δεν τα αναγνωρίζετε όλα αυτά. Μπορώ να καταλάβω να μη θέλει ή να μην αντέχει κανείς να διαβάζει Ριζοσπάστη (ναι, συμφωνώ με την γκρίνια περί «ξύλινων», κακογραμμένων άρθρων – όχι όλων, όχι πάντα) ή ΚΟΜΕΠ, αλλά νομίζω ότι τουλάχιστον είναι άτοπο να αντιμετωπίζουμε το σημερινό ΚΚΕ, με τα χιλιάδες λάθη και προβλήματά του, ως ένα κόμμα

που αλληθωρίζει προς τη σοσιαλδημοκρατία. Γιατί περί αυτού πρόκειται τελικά. Και μια λίγο παράδοξη επισήμανση, για να είμαι καθαρός: θα ήμουν υπέρ του Κόμματος (διαφωνώντας ίσως) ακόμη κι αν έκανε ή κάνει στο μέλλον μια «οπορτουνιστική», με τα σημερινά δεδομένα, στροφή. Πιθανότατα θα ήμουν με το ΚΚ (όπως βλέπω τα πράγματα σήμερα σχετικά το πώς τοποθετούμαι απέναντι στο φαινόμενο «Κόμμα») και στη χαζή δεκαετία του ‘80 και στην περίοδο της ΕΔΑ και στην περίοδο του ζαχαριαδισμού. Όχι από δογματισμό ούτε από τυφλή προσήλωση στον Θεό-Κόμμα ούτε βέβαια από καιροσκοπισμό του τύπου «όπου φυσάει η γραφειοκρατία». Από ακλόνητη πίστη, όμως, ότι ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, κατά μία λοξή, ίσως, αντίληψη που με διακρίνει, επιβάλλεται να είναι ιστορικό, με την έννοια ότι επιτρέπεται και επιβάλλεται να κάνει λάθη, να υποκύπτει σε πιέσεις, να χάνει τον δρόμο του στο χάος της πολιτικής ρευστότητας, να τον ξαναβρίσκει, να θριαμβεύει, να συμμαχεί, να σεχταρίζει και ό,τι άλλο θέλετε. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν υπάρχει αδιαμεσολάβητο κίνημα ούτε αδιαμεσολάβητη πάλη των τάξεων. Και επομένως, στον βαθμό που θεωρώ την πολιτική μορφή-Κόμμα αναγκαία, χρήσιμη και, πολύ περισσότερο, επικαθοριστική της ιστορίας και επικαθοριζόμενη από αυτήν, προτιμώ μια τέτοιου είδους συναρπαστική (πότε θλιβερή, πότε χαρούμενη) οργανική ιστορικότητα από τον ευκολότατο δρόμο μιας στάσης που από μακριά κρίνει πάντοτε και τα πάντα, με μέτρο έναν αδιαφοροποίητο ριζικό «αντισυστημισμό».


[42]

Ναι, εδώ θα μπορούσα να διακρίνω μια ένσταση: μοιάζει, με αυτά που είπα ως τώρα, να υποστηρίζω ένα Κόμμα που είναι κάθε φορά οτιδήποτε, ένα άθυρμα των καιρών και της Ιστορίας. Μέγα λάθος: είμαι με το Κομμουνιστικό Κόμμα, με τη μορφή-Κομμουνιστικό Κόμμα, αν θέλετε, ακριβώς εξαιτίας της καταστατικής αρχής του να είναι και να παραμένει Κομμουνιστικό. Αυτή η καταστατική αρχή (που ως καταστατική αρχή ταιριάζει ακριβώς στην πολιτική μορφήΚόμμα) είναι ο τόπος εντός του οποίου ξεδιπλώνεται η ιστορική ρευστότητα στην οποία υποκύπτει και το Κόμμα ως ένα διαρκές ερμηνευτικό εγχείρημα του εαυτού του και ως ένα πάντα περίπλοκο πρακτικό ενέργημα στον πολιτικό στίβο μιας διαφορετικής κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, διαμορφούμενης συγκυρίας έναντι της οποίας είναι αναγκασμένο να αναμετράται και να τοποθετείται. Εντάξει, ξεσκίστηκα στη φιλοσοφικούρα τώρα... 6. Μ* Κ*, θέλω να κάνω μια επισήμανση: νωρίτερα είπα «βάση» ακριβώς επειδή η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η ανακλητότητα των αντιπροσώπων (αν και πάλι βρίσκω τους όρους ασαφείς στο γενικότερο κόντεξτ της «λαϊκής εξουσίας») αναφέρονται στα έντυπα του κόμματος. Τα έντυπα δεν είναι προϊόν της βάσης, αλλά της ηγεσίας. Δεν πιστεύω ότι η βάση του ΚΚΕ αντιλαμβάνεται τι θα πουν αυτοί οι όροι στην επαναστατική τους διάσταση και τι απαιτείται για την επίτευξή τους. Και το πρόβλημα ξεκινά

από τη συμμετοχή των κομμουνιστών στο αστικό πολιτικό σύστημα και από ό,τι αυτό συνεπάγεται (χωρίς να τους το χρεώνω ως σφάλμα· απλώς η συμμετοχή είχε τις συνέπειές της: οι αστοί βγήκαν κερδισμένοι). Εν προκειμένω, η συγκεκριμένη γραμμή που χάραξε το ΚΚΕ είχε ως παράπλευρη απώλεια την κριτική ικανότητα και συνείδηση των μελών του. Ούτε κι εγώ πιστεύω στο αδιαμεσολάβητο κίνημα ή στην αδιαμεσολάβητη πάλη των τάξεων, αλλά ο τρόπος διαμεσολάβησης είναι κρίσιμος για την επιτυχημένη ή αποτυχημένη έκβασή της. Και το Κόμμα δεν είναι κάτι υπερβατικό: άλλο το Κόμμα των Μαρξ-Ένγκελς, άλλο του Λένιν, άλλο του Στάλιν κ.λπ. Τες πα... Στο φιλοσοφικό κομμάτι δεν σε πιάνω – ίσως είμαι λίγο ουγκ. 7. Α* Επανέρχομαι για ν’ αναδιατυπώσω άλλη μια φορά το σημείο που εμένα με απασχολεί, σήμερα που μιλάμε, περισσότερο απ’ όλα. Και το σημείο αυτό δεν είναι ούτε οι σχέσεις αριστεράςΚΚΕ (νομίζω ότι φάνηκε σε πόση εκτίμηση έχω την αριστερά πλην ΚΚΕ – και αν όχι, περιορίζομαι να επιμείνω στον μαϊμουδίσιο οπορτουνισμό της), ούτε οι σχέσεις ΚΚΕ-ρεφορμισμού (Κ*, δεν πρόκειται περί αυτού: το ΚΚΕ σαφώς και δεν είναι ρεφορμιστικό, ισχύει απόλυτα ότι είναι sui generis σήμερα), ούτε καν οι σχέσεις ΚΚΕ-κυβέρνησης/κράτους (όπως πολύ πρόχειρα το έθεσα σε προηγούμενες αποψάρες μου). Το σημείο λοιπόν που με «καίει» είναι ο ρόλος που καλείται να αναλάβει, και εν πολλοίς αναλαμβάνει κατά τη γνώμη μου, το ΚΚΕ στην εγχώρια αστική συναίνεση, που αναδιαρθρώνεται κι αυτή, όπως όλα τα πράγματα, τούτες τις μέρες. Η Μ* με πρόλαβε στο ιστορικό μέρος του ζητήματος: συμφωνώ ότι το «κακό» ξεκινάει με τη συμμετοχή του Κόμματος στο αστικό πολιτικό σύστημα. Παρ’ όλα τα πλεονεκτήματα, μέχρι σημείου παγκόσμιας πρωτοτυπίας, που απαρίθμησε ο Κ*, η κεντρική αυτή επιλογή συνιστά μια γνήσια αντίφαση ουσίας, που λέει και ο Κάρολος: είναι σύμφυτη με το σύστημα (εν προκειμένω, το αστικό πολιτικό –και όχι μόνο– σύστημα), και μάλιστα το κινεί, το κάνει αυτοκινούμενο, για την ακρίβεια. Όλες οι μεταμορφώσεις, οι μετεξε-


[43]

λίξεις, οι ιστορικές παραλλαγές στις οποίες αναφέρεται ο Κ* πρέπει από αυτή την άποψη να θεωρηθούν συστημικές, και όχι ενδείξεις μιας αφελούς «ιστορικότητας» (του Κόμματος). Και όλες οι καθημερινές, επιφανειακές αντιφάσεις που αντιμετωπίζει το Κόμμα (από τις εθνικιστικές του παρεκκλίσεις μέχρι την εξόχως ενδιαφέρουσα και σχιζοφρενική θεωρία και πρακτική του σε εργασιακά ζητήματα, τους απολυμένους του που δεν είναι απολυμένοι, τις επιχειρήσεις του που δεν είναι επιχειρήσεις, τα αφεντικά του που δεν είναι αφεντικά κ.ο.κ.) πρέπει ομοίως να θεωρηθούν επιφαινόμενα της ίδιας ουσιώδους αντίφασης που το χαρακτηρίζει. Μη συνεχίσω άλλο σε αυτό το μοτίβο, γιατί θα καταλήξω να περιγράφω όχι το ΚΚΕ, αλλά το Κεφάλαιο το ίδιο (ή μήπως δεν διαφέρουν δομικά και τόσο;...), πράγμα που το έχουν ήδη κάνει άλλοι, αρμοδιότεροι από μένα. Το λοιπόν, πώς εκφράζεται τη σήμερον αυτή η «αντίφαση ουσίας» του ΚΚΕ; Τα ΜΜΕ το λένε φόρα παρτίδα, όσο θέλουμε προβοκατόρικα μεν, με τη σιγουριά ωστόσο της συστημικής οπτικής (ομολογώ ότι ούτε εγώ νιώθω ωραία γράφοντας όλη την ώρα «συστημικό» και «σύστημα», αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια): «το ΚΚΕ έσωσε/σώζει/θα σώσει ακόμα μια φορά την αστική δημοκρατία». «Η τελευταία εφεδρεία της αστικής δημοκρατίας πριν τα τανκς», όπως το έχουν θέσει αντίστροφα «τα παιδιά» (τα οποία, παρεμπιπτόντως, συγχύζονται τόσο με αυτή την έκφραση όσο τα μέλη του ΠΑΜΕ με την έκφραση «ΚΝΑΤ»). Θέλει, άραγε, να κάνει τίποτα τέτοιο το ΚΚΕ; Μπορεί, μήπως, να το κάνει; Το βέβαιο είναι ότι το αστικό πολιτικό σύστημα (αφήνω κατά μέρος το οικονομικό: παραείναι «ουσιωδώς αντιφατικό» για να το θίξω) και θέλει από το ΚΚΕ να το κάνει και πιστεύει ότι μπορεί να το κάνει. Κατά βάση, αυτό τρίβει, με εξοργιστική (πράγματι) χαιρεκακία, στα μούτρα του ΚΚΕ: έλα τώρα που δεν θες – αφού μπορείς! Το ίδιο το ΚΚΕ, όμως; «Θέλει»; Εγώ πιστεύω ότι «θέλει», με την έννοια ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Το χρειάζεται το γαμημένο το αστικό πολιτικό σύστημα, είναι όρος της ύπαρξης και της επιβίωσής του, πώς να το κάνουμε; Το θέλει, λοιπόν, το αστικό πολιτικό σύστημα, αλλά όσο γίνε-

ται πιο απογυμνωμένο, πιο «καθαρό», πιο κενό. Το θέλει απονομιμοποιημένο, απαξιωμένο, αποδεκατισμένο, αδύναμο, όλα τα α-στερητικό. Αυτό δεν είναι πολιτική πια, είναι έρωτας... Όταν λοιπόν η μικροαστική μας Ψωροκώσταινα, μαζί με την ποστ-ποστ-μόντερν πιτσιρικαρία της και το «λούμπεν» μεταναστευτικό δυναμικό της, βολοδέρνει στους δρόμους και τα σπάει, βάζει μπουρλότα, πλιατσικολογεί, μουτζώνει τη Βουλή, καταλαμβάνει πλατείες, φαντασιώνεται οδοφράγματα, το ρίχνει στον πετροπόλεμο, κάνει τέλος πάντων όλα αυτά τα ξεκούδουνα που κάνει κατά καιρούς «το κίνημα», όταν δηλαδή «οι θεσμοί» γίνονται ανέκδοτο, τότε ακριβώς είναι που το ΚΚΕ ερωτεύεται απ’ την αρχή ξανά όλη τη διαλυμένη αστική νομιμότητα και την υπερασπίζεται πάση θυσία (γιατί «χίπηδες εμείς δεν είμαστε»). Μην του πείτε όμως του Κόμματος, όταν περνάει αυτή τη φάση του, ότι είναι φόλα μονογαμικό, πιο αντιδραστικό κι απ’ τον μπάρμπα μου τον Λάκη, γιατί τότε τα παίρνει κρανίο – και ξαμολιέται να φάει τους «χίπηδες» ζωντανούς – ή, έστω, να τους αλλάξει μυαλά. Αααχ, έτσι είναι οι μεγάλοι έρωτες... αλλά παρεκτράπηκα. Ας περάσω, κλείνοντας (ή σχεδόν), στο χειρότερο απ’ όλα, στο ότι δηλαδή αυτή η φύση/στάση του ΚΚΕ μοιάζει να είναι και προς τιμήν του. Και μοιάζει να είναι προς τιμήν του, γιατί το αντίπαλο δέος (ο Αλλάχ να το κάνει τέτοιο) μοιάζει να είναι με τη σειρά του το καγκουρομπάχαλο το ίδιο. Πρέπει όμως να θυμόμαστε τη συστημική «αντίφαση ουσίας» που όλα τ’ αλέθει: αν το ΚΚΕ μπορεί ως κοινοβουλευτικό κόμμα να φαντάζει (και να είναι, σε ό,τι το αφορά) επαναστατικό,


[44]

Alberto Savinio, La cité des promesses (1928).

Herbert von Reyl-Hanisch, Die Verfolgung (1932).

πρέπει να μπορεί και η μπαχαλοκαγκουριά να φαντάζει (και να είναι, σε ό,τι την αφορά) εξίσου επαναστατική! Μη γελάτε, δεν τρελάθηκα (ακόμα). Περιττεύουν οι αποδείξεις για το πόσο επαναστατική μπορεί να φαντάζει η μπαχαλοκαγκουριά: το βλέπουμε καθημερινά στα Εξάρχεια, εσχάτως δε και στο Σύνταγμα... Λιγότερο φανερό είναι το πόσο επαναστατική μπορεί να είναι η μπαχαλοκαγκουριά. Δεν ισχύουν όμως εδώ τα ίδια κριτήρια ουσίας με αυτά που ισχύουν για το Κόμμα: αν το Κόμμα είναι επαναστατικό όταν περιφρουρεί τη Βουλή (ή, έστω, τις συγκεντρώσεις του) και κάνει πετυχημένες απεργίες (γιατί αυτά το αφορούν), η μπαχαλοκαγκουριά είναι επαναστατική όταν π.χ. «δεν πληρώνει», όταν λουφάρει στη δουλειά, όταν τις παίζει με μπάτσους, όταν κανονίζει να τραμπουκίσει κάνα αφεντικό, κάνα βουλευτή, κάνα δημοσιογράφο – γενικά, όταν περνάει καλά. Μα, θα μου πείτε, είναι αυτά τα πράγματα ταξική πάλη; Ε, λίγο, είναι, ναι. Η ιταλική Αυτονομία βασίστηκε ανέκαθεν σε τέτοιες «βρωμιές» για να φτιάξει τον μπαχαλουά μαρξισμό της – μέχρι και στην τεχνοφρικιάρικη εκδοχή τους τις είδε αυτές τις «βρωμιές», χωρίς, μάλιστα, να λέει μαλακίες (συνήθως). Αλίμονο, αγαπητοί Κ*, Μ*, υπάρ-

χει και αδιαμεσολάβητη ταξική πάλη – και ίσως εκτιμήσετε ότι δεν επικαλέστηκα καθόλου ως εδώ τις υψηλές, «κουλτουριάρικες» μορφές της, όπως τον αντισεξισμό, τον αντιφασισμό, τον αντιρατσισμό, την οικολογία κ.ο.κ., παρόλο που (στο επίπεδο που με ενδιαφέρει) δεν τα θεωρώ κάτι τέτοια φλου ανθρωπισμό, αλλά αυτό ακριβώς που προείπα: αδιαμεσολάβητη ταξική πάλη. Κι έτσι θα κάμουμε επανάσταση, σύντροφε; – θα ρωτήσετε. Πάλι ξύπνησε ο Φρειδερίκος μέσα σου και μας τα γκρεμίζεις νυχτιάτικα (ή πρωινιάτικα); Παραδέχομαι με συντριβή ότι έτσι δεν θα κάμουμε επανάσταση: ακόμα θα μας λείπει απελπιστικά η οργάνωση. Μόνο που αυτή η οργάνωση παρακάμπτει τελείως το Κόμμα, νέου ή παλιού τύπου, για να μη μιλήσω καν για φανταστικά πλάσματα όπως «ο χώρος». «Να οργανώσουμε την απαισιοδοξία», «να λειτουργήσουμε σε σημαντικά σημεία της σφαίρας των εικόνων», ζήταγε ο Μπένγιαμιν. Και αυτό, ξανα-μανά αλίμονο, (μπορεί να) είναι ακόμα κι ένα κάλεσμα διαταξικό – πράγμα που δεν είναι προς περιφρόνηση στην ωραία, διαταξική, αταξική, υπερταξική, ακραιφνώς ταξική, και όλα αυτά μαζί, Ψωροκώσταινά μας. Επιμέλεια: λεύγα


[45]

Κωστής Καρπόζηλος

Έθνος κλειστόν: Ελλάς Ελλήνων Αντιμνημονιακών

«Καταγγελία του Μνημονίου και όλων των δανειακών συμβάσεων που δέσμευσαν τη χώρα μας. Αποδέσμευση από διεθνείς οργανισμούς που δεν εξυπηρετούν τα εθνικά μας συμφέροντα. Ναι στην Ευρώπη των Εθνών, όχι στην Ευρώπη του κεφαλαίου και των τοκογλύφων».

Ο

ι αράδεςαυτέςδενπροξενούνεντύπωση.Ακόμα κι αν ξενίσει ανεπαίσθητα τον υποψιασμένο αναγνώστη εκείνη η Ευρώπη «των Εθνών», αντί του συνηθισμένου και ταλαιπωρημένου «των Λαών», το γενικό νόημα μοιάζει εξαιρετικά οικείο: μία ακόμα ψηφίδα στο πολύχρωμο μωσαϊκό του αντιμνημονιακού λόγου. Στην εποχή της ύφεσης, η έννοια του έθνους κάνει όλο και συχνότερα την εμφάνισή της, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συνείδηση της κρισιμότητας των στιγμών, με εκείνο το αίσθημα του κατεπείγοντος που καθιστά αναγκαίες τις ριζικές αλλαγές, τις υπερβάσεις και τις καθολικές στρατεύσεις. Συχνά οι συζεύξεις αυτές δεν μένουν στη σφαίρα των συνειρμών, αλλά τονίζονται εμφατικά μέσα από τον παραλληλισμό της συγκυρίας με κατάσταση πολέμου – τότε που οι δευτερεύουσες αντιθέσεις υποστέλλονται εν ονόματι του έθνους, το οποίο λειτουργεί ως συγκολλητικός αρμός της κοινωνικής τοιχογραφίας. Στην κορυφή του πολιτικού παγόβουνου, εκεί όπου κυριαρχούν τα αντηχεία της κυβέρνησης του συνταγματικού τόξου, η «εθνική συνεννόηση» και η «εθνική προσπάθεια» αποτελούν σταθερά μοτίβα, νομιμοποιητικούς τόπους της κυβέρνησης, θεμέλια της αναγκαίας πολιτικής και κοινωνικής ομοψυχίας. Στις προγραμματικές δηλώσεις του Λουκά Παπαδήμου (αυτό το περίλαμπρο μαυσωλείο ρητορικής αδιαφορίας), οι στόχοι της κυβέρνησης περιγράφηκαν εξαρχής ως εθνικοί, η χώρα μνημονεύτηκε 22 φορές, η ενότητα και η δραστηριοποίηση (sic) «όλων των δυνάμεων του έθνους» εμφανίστηκε ως προϋπόθεση για να αντιμετωπιστεί «η δυσκολότερη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας της χώρας». Στον αντίποδα,

στην αθέατη πλευρά του παγόβουνου, ένα αντεστραμμένο σύμπαν αποτελούμενο από τα πλέον ετερογενή στοιχεία αναγορεύει με τη σειρά του το έθνος, τη χώρα, την απειλούμενη εθνική ανεξαρτησία σε βασικό πρίσμα ανάγνωσης των εξελίξεων: η Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας εκτιμά ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο «όπου δεν θα κριθούν μόνο ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής επιβίωσης, αλλά και εθνικής, κρατικής, γεωπολιτικής υπόστασης»· ο Μίκης Θεοδωράκης επαναλαμβάνει σε κάθε περίσταση ότι βιώνουμε μια «εθνική καταστροφή»· ο Δημήτρης Καζάκης ερωτά: «Εθνική λύση ή διάλυση;»· και η Χρυσή Αυγή διατυπώνει την πρότασή της «για μια νέα εθνική πολιτική» (από το κείμενο αυτό άλλωστε προέρχονται οι αρχικές αράδες για εκείνη την έρμη την Ευρώπη των «Εθνών», έναντι της Ευρώπης του κεφαλαίου).1 Δεν πρόκειται για περιθωριακό φαινόμενο. Η ερμηνεία της κρίσης ως υπόθεσης εθνικής κυριαρχίας, η απόδοση των ευθυνών στους «δωσίλογους» πολιτικούς και η πυκνότητα των παραλληλισμών της ελληνικής κοινωνίας του 2011 με την «Ελλάδα της κατοχής» είναι στοιχεία που διαποτίζουν την καθημερινότητα, όσο κι αν δεν εμφανίζονται (ακόμα) ως ρεύματα σκέψης και οργανωτικές συγκροτήσεις στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Η εξάπλωση των πολύμορφων εκφράσεων αντιγερμανισμού υπογραμμίζει τη δυναμική αυτών των τάσεων. Η λαϊκή σοφία του κουλουρτζή για τους Γερμανούς «που δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν την Ελλάδα με τα όπλα και τώρα θα την κατακτήσουν με τα λεφτά», ο πρωινός χαιρετισμός του Γιώργου Τράγκα στο 1. Γραφείο τύπου της ΚΟΕ, «Εκτός από την οικονομία, Ευρωπαϊκή Ένωση και κυβέρνηση “εθνικής” ενότητας θα μας “διασώσουν” και στα εθνικά ζητήματα;» (1.12.2011)· Μίκης Θεοδωράκης, «Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών: Αρχές και Βασικές Θέσεις» (1.12.2010)· Δημήτρης Καζάκης, «Εθνική λύση ή διάλυση», εφ. To Ποντίκι, 6.10.2011· Χρυσή Αυγή, «Προτάσεις για μία νέα εθνική πολιτική» (http:// xryshaygh.wordpress.com/theseis).


[46]

«κατεχόμενο προτεκτοράτο», οι προτάσεις του Μανώλη Γλέζου για «μποϊκοτάζ στα γερμανικά προϊόντα», η πλημμυρίδα των λεκτικών και εικονογραφικών παραστάσεων με τα μουστάκια αλά Χίτλερ, τις σβάστικες και τους Γερμανούς που «ξανάρχονται», συγκροτούν ένα πλέγμα το οποίο συντίθεται πάνω στον διαρκή παραλληλισμό μεταξύ παλιάς και νέας «κατοχής». Είναι ενδεικτικό, με τον τρόπο που περιφερειακές μετατοπίσεις περιγράφουν ευρύτερες τάσεις, ότι ακόμα και η Χρυσή Αυγή έχει επιλέξει το τελευταίο διάστημα τη συστηματική υποστολή των συνταυτίσεών της με τη ναζιστική Γερμανία· οι καιροί απαιτούν προσαρμογές για όσους επιδιώκουν να επικοινωνήσουν με τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια. Οι ημέρες της πλατείας Συντάγματος, αυτό το εργαστήριο παράλληλων και αντιφατικών διεργασιών, υπογράμμισαν τη διεισδυτικότητα των αναγνώσεων της κρίσης υπό το πρίσμα της «εθνικής καταστροφής». Τις πρώτες ημέρες, οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι στην ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στα Προπύλαια λειτούργησαν καθοριστικά στη μαζικοποίηση της πλατείας Συντάγματος, προσκομίζοντας ένα φορτίο συνθημάτων όπου κυριαρχούσε ο αντιπολιτικός τόνος, η εικόνα της εθνικής ταπείνωσης και η επικείμενη τιμωρία των προδοτών. Σήμερα δεν έχει απομείνει ίχνος από τις οργανωτικές συγκροτήσεις του Ιουνίου του 2011, όπως π.χ. τους ιδιαίτερα δραστήριους «300 Έλληνες»· το αποτύπωμα όμως του λαϊκού πατριωτικού ριζοσπαστισμού που μορφοποιήθηκε στις εκδηλώσεις της πλατείας Συντάγματος είναι εμφανές σε εκδηλώσεις οργής για το πολιτικό σύστημα, όπως π.χ. στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. Είναι επίσης εμφανές στην κινητικότητα που εμφανίζουν νεοπαγείς οργανώσεις, όπως π.χ. το Ενιαίο Παλλαϊκό Μέτωπο (ΕΠΑΜ) υπό την ηγεσία του Δημήτρη Καζάκη. Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι παρόμοιοι σχηματισμοί βρίσκονται –και θα παραμείνουν– στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Είναι όντως πολύ πιθανό· άλλωστε, η καθημερινότητα του ΕΠΑΜ διανθίζεται από οργισμένες καταγγελίες αποχωρούντων,διάπυρες ανακοινώσεις και μεγαλόσχημες διακηρύξεις τοπικών επιτροπών. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά, που συχνά φαντάζουν γραφικά, φωτογραφίζουν τη

φύση της δυναμικής του. Το ΕΠΑΜ και οι άλλες παρεμφερείς οργανώσεις (όπως η θεοδωρακική Σπίθα) λειτουργούν ως σημεία συνάντησης ενός ετερογενούς δυναμικού, συχνά επιβαρυμένου με εμπειρίες προηγούμενων πολιτικών στρατεύσεων, που αναζητεί χώρους έκφρασης σε νέα οργανωτικά σχήματα. Το ΕΠΑΜ διαθέτει πλέον έναν ικανό μηχανισμό (με περίπου τριάντα τοπικές επιτροπές) και κυρίως έναν εκπρόσωπο που έχει αναδειχθεί σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του αναδυόμενου εθνικού αντιμνημονιακού λόγου. Η πορεία του Δημήτρη Καζάκη από την αφάνεια στην καθημερινή προβολή συνιστά ένδειξη της ρευστότητας που δημιουργεί η κρίση εκπροσώπησης και της ιδιότυπης προβολής που απολαμβάνουν οι οικονομολόγοι, οι οποίοι εμφανίζονται ως οι σύγχρονοι μάντεις της καθημερινότητας. Σε διάστημα ενός μήνα (από τα μέσα Νοεμβρίου έως τα μέσα Δεκεμβρίου 2011), ο Καζάκης, στο βιογραφικό του οποίου περισσεύουν οι ασάφειες και στον λόγο του οι βεβαιότητες, μίλησε σε δεκαεπτά δημόσιες εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, οργανωμένες από δήμους, φορείς, συλλόγους και σωματεία· έχει επίσης ημερήσια ραδιοφωνική εκπομπή στο Ράδιο 9, σε ζώνη υψηλής ακροαματικότητας, αρθρογραφεί στο Ποντίκι (συνεχίζοντας μια συνεργασία ετών) και φιλοξενείται συχνά πυκνά σε τηλεοπτικούς σταθμούς με αντιμνημονιακό προφίλ, όπως το Kontra Channel του πασίγνωστου Γιώργου Κουρή. Το κείμενό του «Τι είναι και τι θέλει το ΕΠΑΜ», γραμμένο τον Ιούλιο του 2011 (για να υπενθυμίζει τη σχέση του σχηματισμού με την πλατεία Συντάγματος), συμπύκνωσε την αντίληψη περί ενός νέου μετώπου σωτηρίας που θα επιδιώξει μια «εθνική λύση» η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την επιστροφή σε ένα «εθνικό νόμισμα». Ταυτόχρονα, το ιδρυτικό κείμενο του ΕΠ.Α.Μ. καθιστούσε σαφή την προκείμενη των αναλύσεων περί «κατοχής» και «προδοσίας»: το όνομα της νέας οργάνωσης, ο τίτλος του κειμένου και η συλλογιστική των ιστορικών αναλογιών παρέπεμπαν ευθέως στην ίδρυση ενός «νέου ΕΑΜ». Με τον τρόπο αυτό, ο Καζάκης προστέθηκε στη μακρά λίστα όσων επαγγέλλονται την ίδρυση ενός «νέου Ε.Α.Μ.»: από τον Μίκη Θεοδω-


Νένη Πανουργιά

[47]

ράκη και τη Σοφία Σακοράφα ως τον Αλέξη Τσίπρα και δεκάδες σχολιαστές και αρθρογράφους από το ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό ακροατήριο της αριστεράς. Η πύκνωση των σχετικών αναφορών προκύπτει από την εκτίμηση ότι η πολιτική του μνημονίου καταλύει την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία, οπότε το «νέο ΕΑΜ» προβάλλει ως πρόταση αντιστασιακής ενότητας πάνω σε ένα πρόγραμμα ελάχιστης συμφωνίας (ο Καζάκης ευφυώς το αποκαλεί το «Μέτωπο του Όχι»). Πρόκειται για μια πρόταση που αποσκοπεί σε βραχυπρόθεσμα εκλογικά οφέλη, εκμεταλλευόμενη το κοινό αίσθημα περί «κατοχής», στην οικειοποίηση ενός ισχυρού ιστορικού φορτίου και στην αναζήτηση συμμαχιών μεταξύ όσων πολιτικοποιήθηκαν τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, υπό την ηγεμονία του συνθήματος της εθνικής ανεξαρτησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναζήτηση της «εθνικής σωτηρίας» μετατρέπεται σε σταθερό ζητούμενο του Συνασπισμού, ενός κόμματος με σημαντικές παραδόσεις ευρωπαϊσμού και αντιεθνικισμού. Η καταληκτική πρόταση του Αλέξη Τσίπρα στην κοινοβουλευτική συνεδρίαση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην παραπαίουσα κυβέρνηση Παπανδρέου («σωτηρία της πατρίδας είναι η εφαρμογή του Συντάγματος, της δημοκρατίας,

της λαϊκής κυριαρχίας, της εθνικής ανεξαρτησίας») αποτυπώνει την επιστροφή σε ρητορικά και αναλυτικά σχήματα που προετοιμάζουν την εμφάνιση του «νέου ΕΑΜ».2 Ο αναπροσανατολισμός του Συνασπισμού, αν αναλογιστεί κανείς π.χ. την ταλάντωση μεταξύ των τοποθετήσεών του τον Δεκέμβρη του 2008 και τον Δεκέμβρη του 2011, περιγράφει διαδεδομένες αντιλήψεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τα στενά όρια του κομματικού μηχανισμού της Κουμουνδούρου και σχετίζονται με την αναγόρευση του αντιμνημονιακού μετώπου σε αυτοσκοπό. Με τον τρόπο αυτό, ο αντιμνημονιακός λόγος λειτουργεί ως συλλογική κολυμπήθρα αντίστασης στην οποία εξαγνίζεται κάθε μορφή λαϊκής έκφρασης που στρέφεται κατά του πολιτικού συστήματος, ακόμα κι όταν παίρνει τη μορφή επιδοκιμασίας του στρατεύματος, στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου, ή στρέφεται κατά των εργατικών συνδικάτων, στην πλατεία Συντάγματος. Οι αντιλήψεις αυτές επικοινωνούν με την αναζήτηση ενός ισχυρού εθνικού ηγέτη3 και είναι πιθανό να τροφοδοτήσουν στο 2. http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=24939. 3. Αριστείδης Μπαλτάς, «Καθαρές κουβέντες», εφ. Η Αυγή, Ενθέματα, 17.4.2011.


[48]

προσεχές διάστημα υπόγεια πολιτικά ρεύματα που επωάζουν λύσεις «εθνικής ενότητας» για την υπέρβαση της μεταπολιτευτικής διάταξης των κομματικών σχηματισμών. Η χοροεσπερίδα των συνδικαλιστών της Νέας Δημοκρατίας τις παραμονές των Χριστουγέννων, στην ταβέρνα «Το Αντιμνημόνιο του Καραβάνα» στη Δάφνη, υπό τους ήχους τραγουδιών του ΕΔΕΣ και συνθημάτων για εθνική ανεξαρτησία, υπενθυμίζει με τον δικό της τρόπο ότι ο αντιμνημονιακός αγώνας δεν είναι κτήμα αποκλειστικά εκείνων που οραματίζονται ένα «νέο ΕΑΜ». Το «Μέτωπο του Όχι» και οι ιστορικοί παραλληλισμοί με την «Κατοχή» δημιουργούν την αίσθηση μιας νέας εθνικής ενότητας, ενός ενοποιητικού αφηγήματος που υποβαθμίζει την ένταση των σχέσεων κεφαλαίου κι εργασίας στο εσωτερικό της ίδιας της «χώρας», τις διαιρετικές τομές όχι μεταξύ «προδοτών» και «Ελλήνων», αλλά μεταξύ εκμεταλλευτών και υπό εκμετάλλευση εργαζομένων και ανέργων. Η γενικόλογη καταγγελία για τους «τραπεζίτες», τους «πλούσιους» και τους «προνομιούχους» εξανεμίζεται

όταν η συζήτηση μετατίθεται στη συμπίεση του κόστους εργασίας στα χρόνια της κρίσης, στις συνθήκες εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, στην εκμετάλλευση της μεταναστευτικής εργασίας, στην επίθεση στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Συνολικότερα, η αναγόρευση της τρόικας σε δαίμονα, της Μέρκελ σε «στρούντελ πατημένο από τανκ της Βέρμαχτ» (σωστά μαντέψατε: Τράγκας) και των πολιτικών σε «προδότες» εμφανίζει το ελληνικό κεφάλαιο άμοιρο ευθυνών, συσκοτίζει τη στρατηγική συμπόρευση με τις επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξωραΐζει το πρόσφατο παρελθόν της φαινομενικής ευδαιμονίας. Ο εθνικός αντιμνημονιακός λόγος απαιτεί άμεσες, παραστατικές και απλουστευτικές ερμηνείες της κρίσης. Εν ονόματί του, η αριστερά καλείται να προσαρμόσει τον προγραμματικό της λόγο στα ζητήματα που θέτει η ίδια η καθημερινότητα, μεταθέτοντας για το μέλλον τους στόχους του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Αν κάτι ξεχωρίζει στη συζήτηση για το «νέο ΕΑΜ» είναι ακριβώς αυτό: η προσφυγή σε παρελθοντικά σχήματα ανάλυσης και πράξης, προκειμένου να προσπεραστεί το επιτακτικό πρόβλημα της στρατηγικής και προγραμματικής απάντησης στη νέα ιστορική εποχή που εγκαινίασε η ύφεση. Παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη για μια αντίστροφη ιεράρχηση προκύπτει από την ίδια την ένταση του κοινωνικού ζητήματος. Το ερώτημα των χιλιάδων διαδηλωτών της 29ης Ιουνίου, των απεργών της Χαλυβουργίας Ελλάδος, των σιωπηλών και σκεπτικών περιπατητών στην πορεία του Πολυτεχνείου, των πολυάριθμων πρωτοβουλιών που τροποποιούν τον χάρτη της κοινωνικής κριτικής, αναφέρεται σε ένα ερώτημα για το σήμερα και το αύριο που δεν μπορεί να αντλήσει έμπνευση από το οπλοστάσιο του παρελθόντος, πόσο μάλλον από το επισφαλές, σε συνθήκες διεθνούς κρίσης, καταφύγιο της εθνικής ανεξαρτησίας. Η συζήτηση για το πρόγραμμα, για την επαναστατική στρατηγική, για μια πειστική πρόταση κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση αν πρόκειται να έχει νόημα –με την έννοια τόσο του περιεχομένου όσο και του σκοπού– η περιπέτεια των επερχόμενων κοινωνικών κλυδωνισμών.


[49]

Άννα-Μαρία Πισκοπάνη

«Αντί μιας γαϊδουρινής υπομονής, μια γαϊδουρινή ελπίδα»

Σ

ε λιγότερο ενδιαφέροντες καιρούς, ο χρόνος απασχολεί τους ανθρώπους στις αρχές ενός νέου έτους, ή όταν καλούνται να πάρουν αποφάσεις με μακροχρόνιες συνέπειες, ή όταν πρέπει να αποδεχτούν γεγονότα της ζωής, όπως μεγάλες απώλειες, που τους υπενθυμίζουν την ανθρώπινη περατότητα. Αντίστοιχα, ο χρόνος απασχολεί τις κοινωνίες όταν καλούνται να πάρουν αποφάσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα, κατά τη διεξαγωγή εκλογών ή, κατ’ εξαίρεση, για τη διαχείριση έκτακτων γεγονότων, όπως η χρεοκοπία ή ο πόλεμος· τότε αναθεωρούν, αναπροσαρμόζονται και καταρτίζουν σχέδια με γνώμονα το μέλλον. Τα δύο τελευταία χρόνια, ενόψει της παγκόσμιας κρίσης, οι συζητήσεις για το υποκειμενικό και το συλλογικό μέλλον είναι πιο έντονες και συχνές από ποτέ, ενώ πολλοί, ειδικά από τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων, ήρθαν αντιμέτωποι με την απρόσμενη συνειδητοποίηση του πόσο άρρηκτα συνδεδεμένα είναι αυτά τα δυο. Σε ένα κείμενο εξαιρετικά επίκαιρο αν και γραμμένο στις αρχές του 1970, ο Άγγλος κοινωνικός ψυχολόγος Τζων Κοέν μιλά για τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τον χρόνο δίνοντας έμφαση όχι στον παρελθόντα χρόνο, όπως συνηθίζουν οι ψυχολόγοι, αλλά στον μέλλοντα.1 Το μέλλον, λέει, το βαραίνουν τυχαιότητες που για να τις εκλογικεύσουμε επινοούμε μηχανισμούς. Σε θεοκρατικές κοινωνίες, οι άνθρωποι επιχειρούσαν να μαντέψουν τη βούληση των θεών για να μάθουν το ατομικό αλλά και το συλλογικό τους μέλλον. Πλέον οι άνθρωποι, αποδεχόμενοι την τυχαιότητα, επιχειρούν να προβλέψουν το μέλλον τους υπολογίζοντας πιθανότητες και κάνοντας σχέδια που ελπίζουν ότι δεν θα ανατραπούν. 1. Τζων Κοέν, «Ο άνθρωπος, ο χρόνος και το τυχαίο», αρχικά δημοσιευμένο στα πρακτικά της συνάντησης του Ρουαγιομόν με τίτλο Problèmes de la personne, Mouton, Παρίσι 1973· ελλ. μτφρ. Μαβίνα Πανταζάρα, στον συλλογικό τόμο Πανόραμα του προσώπου, επιμ. Ντίνα Σαμοθράκη, Αρμός, Αθήνα 2000, σ. 82-93.

Η ελπίδα πρόσφερε έναν άλλο δρόμο στον άνθρωπο για να τιθασεύσει το μέλλον και την αβεβαιότητά του. Τις επιλογές του για το μέλλον τις κάνει πια βασισμένος στην ελπίδα. Η ελπίδα εμφανίζεται σε δυο μορφές, οι οποίες σκιαγραφούν δυο τύπους ανθρώπων: αυτούς που επιθυμούν να μειώσουν τα δεινά τους κι εκείνους που εύχονται να αυξήσουν τις χαρές τους. Οι κρατικές πολιτικές, με την αρωγή των ΜΜΕ, συχνά υποδεικνύουν στους πολίτες την πιο συνετή επιλογή. Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1980, η επίσημη πολιτική σε όλο τον δυτικό κόσμο ενθάρρυνε την αποταμίευση. Στις μνήμες των σημερινών τριαντάρηδων υπάρχει η θύμηση των πιο «σοβαρών» παιδικών δώρων τους: ένας κουμπαράς για να μάθει το παιδί από νωρίς την αξία της αποταμίευσης, ένας λογαριασμός στο ταχυδρομικό ταμιευτήριο με ένα πρώτο μικρό ποσό προς αξιοποίηση στο μέλλον, διαφημίσεις στην τηλεόραση που έσπερναν τον σπόρο της οικονομίας στα ελληνικά νοικοκυριά, τα οποία συνήθως γνώριζαν καλά από δεινά και ήθελαν πάση θυσία να τα μειώσουν. Τις επόμενες δεκαετίες, η κρατική πολιτική μετακινείται, από την αποταμίευση και την επένδυση στο μέλλον, στην επένδυση στο παρόν με υποθήκη το μέλλον. Η εκτεταμένη δανειοδότηση για απόκτηση κατοικίας, για αγορά ακριβών καταναλωτικών προϊόντων, ακόμα και για ολιγοήμερες διακοπές, προπαγανδίστηκε από την τηλεόραση, προωθήθηκε με κάθε μέθοδο του σύγχρονου μάρκετινγκ και τελικά έγινε κοινωνικά αποδεκτή. Η ελληνική κοινωνία, από κοινωνία που επένδυε στην ασφάλεια, στο «κάτι να υπάρχει για τα στερνά μας, για τη δύσκολη ώρα», μετατράπηκε σε μια κοινωνία που επένδυε στην απόλαυση, στη μετάθεση κάθε δυσκολίας σε ένα μακρινό μέλλον και στην πίστη σε μια αέναη ανάπτυξη, σε μια διαρκή αύξηση των εσόδων. Επίσημα, και οι δυο πολιτικές έχουν στόχο την καλύτερη δυνατή κατανομή των πόρων αλλά, ωθώντας τα άτομα σε δήθεν προσωπικές επιλογές, έχουν έναν απώτερο στόχο: το κέρδος. Στην πρώτη


[50]

την προσδοκία καλύτερων ημερών; – Η επίσημη απάντηση ήταν: η ανάπτυξη. Αν και τα δάνεια δεν δίνονταν ως έστω πρόσκαιρες χαρές, αλλά για να αποπληρωθούν παλιότερα δάνεια, υπήρχε ωστόσο ακόμα η ελπίδα ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της. Συγχέοντας τις προσωπικές με τις συλλογικές επιλογές, η κοινή γνώμη ενδόμυχα έτεινε προς το δεύτερο. Η ελληνική κοινωνία άργησε να αντιδράσει, εθισμένη προσωπικά και συλλογικά σε μια αέναη δανειοδότηση, σε μια μετάθεση στο μέλλον οποιασδήποτε δυσάρεστης κατάστασης. Ένα στα δύο ελληνικά νοικοκυριά είναι χρεωμένο, λένε οι στατιστικές – και η μέθοδος της εκ νέου δανειοδότησης για να αποπληρωθούν παλιότερα δάνεια ήταν οικεία σε κάποια από αυτά.

περίπτωση, της αποταμίευσης, κερδίζουν οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι τράπεζες· στη δεύτερη, το χρηματιστήριο και οι αγορές που κινούνται με πλαστικό χρήμα. Τόσο οι συνετές όσο και οι ασύνετες προσωπικές επιλογές μεταφράζονται σε κέρδος, αρχικά για τα κράτη και πλέον για το παγκόσμιο δικτυωμένο οικονομικό σύστημα. Μια σειρά από διλήμματα-τεστ μπορούν να δείξουν πόσο σύνθετο είναι τελικά να διαλέξει κανείς τρόπο για να μειώσει τα δεινά και να αυξήσει τις χαρές του. Το δίλημμα τίθεται ως εξής: «μπορεί κανείς να διαλέξει μεταξύ ενός χρόνου στην κόλαση και μετά εννιά χρόνων στον παράδεισο ή χιλίων χρόνων στην κόλαση και εννιά χιλιάδων στον παράδεισο»; Δεν υπάρχει τρίτη εκδοχή· αν δεν διαλέξετε ένα από τα δυο, θα μείνετε για πάντα στην κόλαση. Πρόκειται στην πραγματικότητα για το ερώτημα αν προτιμά κανείς μικρότερη προστασία και μικρότερη ανταμοιβή ή μεγαλύτερη προσπάθεια και μεγαλύτερη ανταμοιβή. Ένα αντίστοιχο δίλημμα τέθηκε αρχικά στην ελληνική κοινωνία. Το δίλημμα είχε ως εξής: «θέλετε να γίνετε Αργεντινή ή να δανειστείτε από τους εταίρους με ανταλλάγματα»; Θέλετε για δέκα χρόνια να γυρίσετε τριάντα χρόνια πίσω και μετά να έχετε ελπίδα να ανασυγκροτήσετε τη χώρα σας, ή θέλετε μια αργή αλλά βέβαιη υποβάθμιση της ζωής σας, αλλά το μεγάλο βάρος να μεταβιβαστεί στις επόμενες γενιές; Τι μπορεί να δημιουργήσει

Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και η ελπίδα απομακρύνεται, κερδίζει έδαφος το ισοδύναμό της, ο φόβος. Όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιλέξουν αυτό που μπορεί να τους δώσει ελπίδα, επιλέγουν εκείνο που τους προξενεί μικρότερο φόβο. Το δίλημμα τίθεται πλέον ως εξής: θα προτιμούσατε μια πιθανότητα στις δέκα να μείνετε δέκα χρόνια στην κόλαση ή μια πιθανότητα στις εκατό να μείνετε εκατό χρόνια στον κόλαση; Τι προτιμάτε: τη δραχμή που θα σας απαλλάξει από πιστωτές και επιτήρηση, από διαρκώς νέα μέτρα και εθνική υποτίμηση, ή το ευρώ που θα σας απαλλάξει από τη βαλκανοποίηση, την άμεση ερήμωση από νέους ανθρώπους, τη φτώχεια (κυρίως το πρώτο διάστημα), αλλά με το επιτόκιο συνεχώς να αυξάνεται, να γίνεται δυσβάστακτο, χωρίς να υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο αν κάτι πάει στραβά; Ενώ πριν παζαρεύαμε τα δεινά προσδοκώντας σε κάποια οφέλη, τώρα παζαρεύουμε μεταξύ δεινών. Τα μέχρι πρότινος αόρατα νήματα που συνέδεαν τις προσωπικές επιλογές κι ελπίδες με τις επίσημες πολιτικές είναι πλέον ορατά. Νέα παραπλήσια διλήμματα τίθενται τώρα και σε προσωπικό επίπεδο. Τι επιλέγεις: να ζεις στο νοίκι, σε σπίτι κατώτερο των προσδοκιών σου, ή να ζεις με τον διαρκή φόβο ότι θα σου πάρουν το σπίτι γιατί δεν κατόρθωσες να αποπληρώσεις μια δόση του στεγαστικού δανείου σου; Σε δύσκολες περιόδους, η ελπίδα αναζητείται με μεγαλύτερη ένταση όχι μόνο σε συλλογικό επίπεδο αλλά και σε ατομι-


κό, συχνά με τους ίδιους όρους ενός διχαστικού πλέγματος επιλογών. Να μείνω ή να φύγω; Να δυσκολευτώ τα πρώτα χρόνια στο εξωτερικό και μετά να απολαύσω τους καρπούς των κόπων μου ή να μη χάσω τη βολή μου, ρισκάροντας σε ένα παγκόσμια αβέβαιο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο, αλλά να μην ονειρεύομαι καλύτερες μέρες; Κάποιοι προτείνουν ένα νέο δίλημμα: άστυ ή επαρχία; Η ελληνική επαρχία φαντάζει ως μια νέα ουτοπία, εντός αλλά κι εκτός της κοινωνίας. Η φυγή στη φύση, η επιστροφή στη γη, στην τέχνη του παππού ή του πατέρα, αποτελεί για κάποιους μια νέα εκκίνηση, κάτι σαν κληρονομιά ενός πλούσιου παρελθόντος, μιας παράδοσης που αφέθηκε ανυπόθηκη και ανεκποίητη. Δεδομένου ότι κανείς δεν ξεφεύγει από τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας στην οποία ζει και συναλλάσσεται, θα επιβεβαιωθούν οι ελπίδες ότι οι νέες εστίες θα γίνουν κοιτίδες/σπόροι δημιουργίας και υγιούς παραγωγικότητας ή μήπως θα διαψευστούν ως μια άκυρη εκκίνηση; Τις δόσεις σε αυτό το εκρηκτικό κοκτέιλ οδύνης-ηδονής τις επιλέγει καθένας μόνος του. Οι απαντήσεις σε αυτά τα διλήμματα εξαρτώνται από το ποια λύση θα θεωρηθεί ή θα παρουσιαστεί ως η πιο συνετή ή, για την ακρίβεια, από το ποιος φόβος θα θεωρηθεί ο πιο άμεσος προς αποφυγή. Το ζαλιστικό σούσουρο των διλημμάτων παρ’ ολίγον να συνοψιστεί σε μια ερώτηση και να τεθεί στους πολίτες υπό μορφή δημοψηφίσματος. Όμως το ερώτημα που θα συμπύκνωνε ατομικά και προσωπικά διλήμματα τελικά δεν διατυπώθηκε: είχε μόνο μια αόριστη μορφή, «νέο μνημόνιο ή…;». Διαφορετικές εκδοχές του διατυμπανίζονταν από τους τηλεοπτικούς σταθμούς, με κύρια εκείνη του διλήμματος «ευρώ ή δραχμή». Αυτό το τελευταίο δίλημμα βρισκόταν σε κατάσταση αναμονής για αρκετό διάστημα. Στις τηλεοπτικές συζητήσεις, τα κυβερνητικά στελέχη αρνούνταν να απαντήσουν στις σχετικές δημοσιογραφικές ερωτήσεις, λέγοντας ένα ξερό «δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα» ή «είναι κακό ακόμα και να συζητάμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς επιβαρύνουμε τη θέση μας». Ώσπου, από το θολό φόντο μιας συζήτησης, το ζήτημα ήρθε σε πρώτο πλάνο. Πενήντα-πενήντα έδειχναν οι πρώτες δημοσκοπήσεις για το δημοψήφισμα. Η τελική απά-

Yves Marchand & Romain Meffre

[51]

ντηση θα εξαρτιόταν από τη μετάφραση που θα δινόταν σε προσωπικό επίπεδο, από το τι θα θεωρούσε ο καθένας ότι θα σήμαινε η απάντησή του για το δάνειο, για τη δουλειά, για τη ζωή του εν γένει. Αυτή την απάντηση, ενδόμυχα πολλοί τη φοβήθηκαν, γιατί λίγοι είχαν εμπιστοσύνη στην ωριμότητα, στην ψύχραιμη σκέψη των πολιτών, πόσο μάλλον στις δυνατότητες χειραφέτησής τους μέσω μιας σοβαρής ενημέρωσης κι ενός έντιμου πολιτικού λόγου. Το δημοψήφισμα αποτράπηκε με εξωτερική παρέμβαση. Μέσα σε λίγες ώρες, το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» μετατράπηκε στο δίλημμα-μη δίλημμα «ευρώ ή χάος». Ομοίως αποτράπηκαν και οι εκλογές, και μαζί τους η απάντηση σε ένα νέο πολιτικό δίλημμα αναφορικά με τον καταρρέοντα δικομματισμό. Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας «επιλέχθηκε» ως η πιο συνετή επιλογή. Μια αδύναμη κυβέρνηση, χωρίς λαϊκή εντολή, ορίστηκε προκειμένου να αποφευχθεί το «δυσοίωνο άγνωστο», τα «αχαρτογράφητα νερά». Η ανάγκη αποτροπής αυτού του εξαιρετικού κινδύνου δεν απαιτούσε πια θυσίες σε δόσεις, αλλά ένα αντίστοιχο μεγάλο τίμημα. Ζούμε πλέον μια νέα διολίσθηση των προσδοκιών. Τα διλήμματα αποκτούν ολοένα πιο δαιδαλώδη μορφή. Νέα επώδυνα μέτρα ή εκλογές που οδηγήσουν σε μια εκτεταμένη περίοδο ακυβερνησίας, καθώς οι πολίτες δεν θα μπορέσουν να απαντήσουν ποιο από τα κόμματα εξουσίας


[52]

προτιμούν, με αποτέλεσμα να επιστρέψουμε ξανά στο δίλημμα «σωτηρία με κάθε τίμημα ή χάος»; Το συλλογικό υποκείμενο δεν προσδοκά πια· υπομένει. Αντί η κοινωνία να θέτει αιτήματα για την εκπλήρωση των εφικτών στόχων και αναγκών της, καλείται να απαντά σε συνεχώς πιο δυσοίωνα και δυσεπίλυτα διλήμματα. Από την άλλη, το σχέδιο για το συλλογικό μέλλον που έχει επιλεγεί με γνώμονα τη σύνεση μόνο συνετό δεν είναι. Η σύνεση επιβάλλει όταν μια πράξη απαιτεί ένα τίμημα, να διασφαλίζεται και η διάρκεια του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Πρέπει να προσδιορίζεται κάθε φορά με σαφήνεια ότι κάθε μέτρο είναι κατάλληλο για τον στόχο, ανάλογο των θυσιών αλλά και ικανό να φέρει βέλτιστα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου· διαφορετικά, το σχέδιο σωτηρίας ούτε φόβους αποτρέπει ούτε παράθυρα ελπίδας ανοίγει. Η κατάσταση στην οποία άνθρωποι και κοινωνίες νιώθουν ασφυκτικά δεσμευμένοι από

κατασκευασμένα διλήμματα, που υπηρετούν συγκεκριμένες πολιτικές, δεν είναι νέα. Διχαστικά διλήμματα έμπαιναν σε διάφορες περιόδους στην ιστορία. Ο Κοέν γράφει στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για το δίλημμα μεταξύ κομμουνισμού και φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Τότε, και τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα ζητούσαν από τις κοινωνίες να ανεχθούν παραβιάσεις δικαιωμάτων για να αποφύγουν τον κίνδυνο η καθεμιά να μετατραπεί στην άλλη. Μια πιθανότητα που, όπως προβαλλόταν από την κάθε επίσημη πολιτική, ισοδυναμούσε με τον ύψιστο κίνδυνο, σχεδόν με ολοκληρωτική καταστροφή. Ποια είναι η λύση για να βγει κανείς από τα διχαστικά, εξωτερικά κατασκευασμένα διλήμματα; Ο Κοέν κλείνει το κείμενό του λέγοντας ότι οι πολιτικές αυτές έχουν ως πρότυπο ανθρώπου, ως αποδέκτη των διλημμάτων τους, τον γάιδαρο του Μπουριντάν, ένα άβουλο πιόνι που στο τέλος αναγκάζεται να υποκύψει στην ξένη βούληση. Προτείνει να τον αντικαταστήσουμε με τον γάιδαρο του Βαλαάμ, που όταν βρέθηκε σε θανάσιμο κίνδυνο, κατόρθωσε να τον νικήσει ανακαλύπτοντας την άγνωστη μέχρι τότε ικανότητά του να επικοινωνεί και να φωνάζει για να ακουστεί. Όταν βρήκε τη δική του φωνή, βρήκε δύναμη και ελπίδα. Γιατί η απελπισία δεν είναι το ίδιο με το να ζεις χωρίς ελπίδα, και γιατί, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, χωρίς ελπίδα θα ήταν αδύνατο να βρούμε το ανέλπιστο. Σε καιρούς διάχυτης προσωπικής και συλλογικής απελπισίας, σε αυτά τα δυο, τις άγνωστες ικανότητές μας και το ανέλπιστο, θα μπορούσαμε να στηρίξουμε τις ελπίδες μας για τον νέο χρόνο.


[53]

Κώστας Περούλης

Ορφανός ρατσισμός ή Συμπέθεροι στον ρατσισμό Ο αντιρατσισμός στην ελληνική θεατρική σκηνή

Π

ηγαίνοντας κανείς στο Θέατρο του Νέου Κόσμου για να δει το αντιρατσιστικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Ντένις Κέλι Τα Ορφανά, ένα σημαντικό σύγχρονο έργο του διεθνούς ρεπερτορίου παιγμένο από ταλαντούχους νεαρούς ηθοποιούς, όπως ο Όμηρος Πουλάκης ή η Μαρία Κίτσου, θα περιμένει σε μια μακριά ουρά μαζί με ευγενικούς μεσήλικες, με κασκόλ ή πασμίνες σε γήινα χρώματα και καλόγουστα smartphones, προβληματισμένους/ες τριανταπεντάρηδες/τριανταπεντάρες, με απλό χτένισμα και κοκάλινα γυαλιά, που συνομιλούν χαμηλόφωνα για κάποιο καινούργιο νομοσχέδιο, και πολύχρωμη εναλλακτική νεολαία, εικόνα των πρώτων νιάτων όλων, αλλά ακόμα επιμελώς ατημέλητης κοπής. Στο στενό γκισέ, κάποιος νεαρός φοιτητής ή απόφοιτος δραματικής σχολής τού κόβει ενθαρρυντικά το εισιτήριό του, ενώ μέσα κάποιος άλλος στέκεται υπομονετικά μπροστά στην καλαίσθητη έκδοση του έργου και του προγράμματος, που μπορεί κανείς να αγοράσει και να χαζέψει στην όμορφη αυλή του κτιρίου πίνοντας ένα ποτήρι κρασί. Αν πάλι πάει στο θέατρο Κιβωτός για να δει το αντιρατσιστικό έργο Συμπέθεροι απ’ τα Τίρανα, του επιτυχημένου ελληνικού συγγραφικού διδύμου Ρέππα-Παπαθανασίου, παιγμένο από καταξιωμένους Έλληνες ηθοποιούς του σανιδιού και της τηλεόρασης, όπως ο Γιώργος Παρτσαλάκης ή η Βάσια Τριφύλλη, θα διασχίσει αντίθετα, μέσα από ξενοδοχειακές τζαμαρίες και κόκκινες φανταχτερές μοκέτες,ολόκληρες σειρές από γυαλιστερές πολύχρωμες γιγαντοαφίσες με τα υπόλοιπα έργα του διδύμου που παρουσιάζει στα άλλα της θέατρα η Ελληνική Θεαμάτων. Νωρίτερα, περιμένει σε μια μακριά ουρά μαζί με Αλβανούς, ντυμένους με τα χοντροκομμένα γκρι ή μωβ σακάκια τους και τα τριμμένα μπλε μάλλινα από μέσα, ή σπανιότερα, αν πρόκειται για νεολαία, με πέτσινο μπουφάν από πάνω και μπλουτζίν και αθλητικό παπούτσι άγνωστης μάρκας από κάτω· αλλά και μαζί με Έλληνες, κυρίους με λαμέ σακάκια και πουκάμισα, που συνοδεύουν ευδιάθετα κυρίες

με κρεπαρισμένο ξανθό ή κορακί μαλλί και λεπτό τακουνάκι στην μπότα, ή αλλιώς με υπαλληλικά κίτρινα πουλοβεράκια οι άντρες και φούστα κάτω απ’ το γόνατο συν ζακετούλα εποχής οι γυναίκες. Στο στενό γκισέ, μια μεσήλικη κυρία με μαλλί κομμωτηρίου και χρυσά γυαλιά τού κόβει το εισιτήριο αφού ελέγξει τα χαρτονομίσματα του αντιτίμου για τη γνησιότητά τους στο ειδικό μηχάνημα, και του δίνει ένα πάντα γυαλιστερό δισέλιδο «πρόγραμμα», μικρογραφία από τις γιγαντοαφίσες που κρέμονται τριγύρω. Όπως αναφέρει στην πρώτη φράση της η Εισηγητική-Αιτιολογική Έκθεση του ολοκαίνουργιου νομοσχεδίου της χώρας για την Καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας, «αποτελεί σταθερή επιλογή της Ελληνικής Δημοκρατικής Πολιτείας η ουσιαστική προώθηση της ισότητας ενώπιον του νόμου και η εξάλειψη κάθε μορφής διακρίσεων». Μέσα από μια μακροσκελή διακήρυξη όπου παρελαύνει όλη η ελληνική προσήλωση σε Διεθνείς Συμβάσεις, Οικουμενικές Διακηρύξεις και Χάρτες για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, καταλήγει σε ένα κείμενο νόμου όπου προβλέπονται σκληρές ποινές για κάθε μορφή εκδήλωσης ρατσισμού και ξενοφοβίας. Οι εκδηλώσεις που αναγνωρίζει είναι είτε «άμεσες», όπως η δημόσια υποκίνηση μίσους ή βίας, είτε πιο «έμμεσες», όπως ο εγκωμιασμός ή η άρνηση ή εκμηδένιση της σημασίας ρατσιστικών εγκλημάτων. Στον νόμο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο ως μέσα τέλεσης, ενώ στην εισηγητική έκθεση διευκρινίζεται ότι η επιστημονική έρευνα ως διά μαγείας δεν χειραγωγείται από την ποινικοποίηση της «σχετικοποίησης» «αναγνωρισμένων» ιστορικών εγκλημάτων ρατσισμού. Η τέχνη, πάλι, δεν αναφέρεται πουθενά· φαίνεται ότι δεν θεωρείται στις μέρες μας αποτελεσματικό μέσο διακινδύνευσης αξιών. Και, πράγματι, μια άλλη διευκρίνιση της εισηγητικής έκθεσης (σαν να έγινε από άλλους ανθρώπους αυτή και από άλλους ο νόμος), αφού επισημάνει τον κίνδυνο προσβολής


[54]

Ο ίδιος ο νόμος κάνει να μοιάζει εύλογα απλό το who is who των ρόλων. Ωστόσο, ο μηχανισμός παραγωγής και κατανομής των ρόλων αυτών με βάση μια συγκεκριμένη οργάνωση των «ερμηνευτικών» προσδοκιών δεν είναι απλώς υπερβολικά λεπτή δουλειά για έναν νόμο, αλλά αυτό ακριβώς που προσπαθεί να αποκρύψει η λαμπρή απλότητά του. Οι θεατρικοί ρόλοι, το παλιό αντιδάνειο των κοινωνικών ρόλων, είναι πάντα πιο πρόσφοροι για τέτοιες λεπτοδουλειές.

Norman H. Gershman, «We are Secular Muslims and Proud Nationalists. Family of Jusuf Sadik Mimonaj», Besa: Muslims Who Saved Jews in World War II (2008).

της ελευθερίας της έκφρασης από την ποινικοποίηση, προτείνει να μη διώκονται εκδηλώσεις «που θεωρούνται εντελώς απρόσφορες να οδηγήσουν στη θυματοποίηση συγκεκριμένης ομάδας ή προσώπου εξαιτίας των φυσικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους ή του γενετήσιου-σεξουαλικού προσανατολισμού τους». Για το θέατρο, τουλάχιστον, αυτό θα ήταν μάλλον η σάτιρα, το μόνο είδος αρκετά μαζικό για να φτάσει να ελεγχθεί και να κριθεί τελικά «απρόσφορο». Αλλά, πάλι, το ελληνικό θέατρο δεν φαίνεται να κινδυνεύει να παραβεί τον νόμο. Οι δημιουργοί του, του «καλλιτεχνικού» ή του «εμπορικού» ρεπερτορίου, τάσσονται αναφανδόν στον αγώνα κατά του ρατσισμού. Έργα και παραστάσεις διατίθενται να επιτελέσουν εκείνη την ιδεολογική αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας που ο νόμος απλώς έρχεται με τη σειρά του να περιφρουρήσει σαν άλλος Κέρβερος. Οι ξένοι βρίσκουν επιτέλους ολοκληρωμένα τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία, μετά κι εκείνον τον λίγο παλιότερο νόμο για τους όρους (μη) απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας. Αν ο «Άλλος» είμαστε «Εμείς», πρέπει πρώτα να βρουν τη θέση τους οι «ντόπιοι»: ποιοι είναι ρατσιστές και ποιοι όχι· ποιοι διακηρύσσουν με πάθος τα ανθρώπινα δικαιώματα και ποιοι τα κυνηγούν με τα (προπαγανδιστικά) τσεκούρια· ποιος αλλοδαπός τελικά αξίζει να τον προστατεύει το αντιρατσιστικό υποκείμενο από το ρατσιστικό.

Ορφανός ρατσισμός Το Θέατρο του Νέου Κόσμου συστήνει κατά κανόνα πολιτικά έργα και διαθέτει πια ένα κοινό του εξοικειωμένο ή και ταυτισμένο με τις επιλογές του. Τα έργα αυτά κινούνται πάντα στο πνεύμα ενός (διεθνούς) προοδευτικού λόγου: παλαιστινιακό, μετανάστες, σταλινισμός, πόλεμος του Ιράκ κ.ο.κ. Ειδικά το θέμα του ρατσισμού τού έδωσε μεγάλες επιτυχίες, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τα Ορφανά, που παίζονται για δεύτερη χρονιά και έφτασαν να αποσπάσουν διάφορα βραβεία κοινού του Αθηνοράματος. Στο έργο, ένα ζευγάρι αστών σε μια υποβαθμισμένη συνοικία του Λονδίνου γιορτάζει με ένα δείπνο τη δεύτερη εγκυμοσύνη του. Ξαφνικά εισέρχεται ο αδερφός της γυναίκας λερωμένος με αίματα, παιδί αμόρφωτο, άνεργο και παραβατικό, κάνοντας λόγο για έναν μαχαιρωμένο μετανάστη που κείτεται λίγο πιο κάτω στον δρόμο. Σταδιακά (και αναμενόμενα), αποκαλύπτεται μέσα από τις αντιφάσεις του ότι ο δράστης είναι ο ίδιος, και ότι μάλιστα κρατά τελικά τον αιμόφυρτο μετανάστη δέσμιο σε μια αποθήκη όπου τον πήγε για να τον βασανίσει, αλλά τώρα πια δεν ξέρει τι να τον κάνει: φοβάται ότι αν τον ελευθερώσει, εκείνος θα τον αναγνωρίσει στην αστυνομία. Με την εκβιαστική παρέμβαση της αδερφής του, που απειλεί τον άντρα της με έκτρωση για να προστατεύσει τον «δικό της άνθρωπο», πείθει τον μετρημένο, με καλή δουλειά και οικογένεια, προοδευτικό αστό κουνιάδο του να πάει στην αποθήκη και, φορώντας κουκούλα, να συμμετάσχει στα βασανιστήρια του μετανάστη για να τον εκφοβίσουν να μη μιλήσει. Με την επιστροφή του στο σαλόνι, ο άντρας αυτός έχει αλλάξει. Όχι μόνο δεν περίμενε ότι θα μπορούσε ποτέ να βασανίσει άνθρωπο, αλλά αναρωτιέται


[55]

μήπως το ευχαριστήθηκε. Συγχρόνως, από άβουλο έρμαιο της ανθρωπιστικής του ρητορικής, έχει γίνει αποφασιστικό άτομο που φτάνει να αρθρώσει αυτό που ένιωθε σε όλο το έργο: να διώξει τον αδερφό της γυναίκας του, τον νεοναζί, από το σπίτι του. Η εκδίωξη όμως του «φιδιού» από τον αστικό παράδεισο δεν αναιρεί τη συνειδητοποίηση της προσωπικής του τερατωδίας: απαιτεί από τη γυναίκα του να μη φέρει σ’ αυτό τον κόσμο –τον δικό του κόσμο– το παιδί του. Στο έργο του Κέλι, ο μετανάστης δεν εμφανίζεται ποτέ. Το (αντι)ρατσιστικό βάρος του έργου λοιπόν, πέφτει σε αυτούς –τους ημεδαπούς Άγγλους– που θα τον βασανίσουν. Απ’ τη μια, ο αμόρφωτος νεοναζί· απ’ την άλλη, ο ανθρωπιστής αστός. Ο ίδιος ο ιδρυτής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, που σκηνοθέτησε το έργο, κάνει λόγο για τον ελληνικό Άγιο Παντελεήμονα. Ακριβώς. Αυτό που υπερθεματίζει η παράστασή του –παρασύροντας μαζί της και μεγάλο μέρος της κριτικής, που θεώρησε απλή αστοχία του συγγραφέα το ότι η ρατσιστική βία αποδίδεται μονομερώς σ’ έναν συγκεκριμένο κοινωνικό τύπο (τον φτωχό, αμόρφωτο νεοναζί)– είναι το ποιος είναι ο Ρατσιστής. Και αυτό που υποβαθμίζει είναι ακριβώς το πώς ο «ανθρωπιστής αστός» καταλήγει να κάνει το ίδιο πράγμα με το «κοινωνικό απόβλητο». Τη στιγμή που η απειλητική φιγούρα του «απόβλητου» κυριαρχεί υποκριτικά με την υπερβολή της στη σκηνή, η πορεία του «οικογενειάρχη» προς την τελική πράξη, όπου σε κάθε ευκαιρία έχει επιδείξει την τάση του για μικροφασισμούς της καθημερινότητας ή έχει γίνει αποδέκτης τέτοιων, κάνοντας την αδυναμία του ανθρωπιστική ρητορική, η ίδια η κομβική σκηνή της επιστροφής του στο σαλόνι του, όταν το «κτήνος» έχει πια αναδυθεί από μέσα του, το ότι τελικά είναι αυτός και η αστική του ζωή το πραγματικό αντικείμενο του φθόνου/πόθου του «απόβλητου», και όχι το εύκολο θύμα-μετανάστης, όλα αυτά δεν βρίσκουν το χώρο ούτε το βάρος τους στην παράσταση. Ό,τι βλέπουμε στη σκηνή είναι μόνο ένα προσωπικό δράμα του «οικογενειάρχη» που εκβιάστηκε από τον φασίστα να καταπατήσει τις ανθρωπιστικές αρχές του. Η απονεύρωση του έργου είναι τόσο εκκωφαντική όσο και τα χειροκροτήματα του κοινού.

Caravaggio, Narcissus (1597-1959).

Ο ρατσιστής/φασίστας έχει εντοπιστεί από το κοινό, είναι χωρίς αμφιβολία κάποιος άλλος, που δεν ανήκει στην τάξη του, στη μόρφωση και στην επαγγελματική του κατηγορία. Η συμμετοχή του αστού ήταν ένα δραματουργικό εύρημα έμπλεο δραματικότητας, εντελώς διαφορετικής τάξης όμως από το πραγματικό πρόσωπο του ρατσισμού που συναντά κανείς έξω, στους δρόμους του Αγίου Παντελεήμονα: το πρόσωπο του «κακού» ορφανού. Η παράσταση καταγγέλλει τον ρατσιστή που μετά βεβαιότητας δεν βρίσκεται στο κοινό της, αλλά προσπερνάει στα γρήγορα τον ρατσιστή που θα μπορούσε το κοινό της να κρύβει βαθιά μέσα του. Τούτο το ανώδυνο πέρασμα είναι αρκετά ενδεικτικό για μια Σκηνή που, παρά τη δηλωμένη πολιτική της πρόθεση, συχνά φαίνεται δυστυχώς να αδυνατεί να ξεβολέψει το προοδευτικό κοινό της. Τελικά, ξανάρχεται στο νου ο καινούργιος αντιρατσιστικός μας νόμος: η προοδευτική ελληνική κοινωνία έχει ήσυχη τη συνείδησή της, αφού τα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύονται πια από τα προπαγανδιστικά τσεκούρια της Χρυσής Αυγής. Η προοδευτική ελληνική κοινωνία δήλωσε τον αντιρατσισμό της εντοπίζοντας το ρατσιστικό υποκείμενο: η ίδια είναι επομένως το αντιρατσιστικό υποκείμενο. Και δεν μπορεί να έχει


[56]

ποτέ καμιά ανάμιξη στην (πρωτογενή) παραγωγή του ρατσισμού – το πολύ-πολύ να είναι κι αυτή ένα ακόμα θύμα του. Συμπέθεροι στον ρατσισμό Ένα μεσοαστικό αντρόγυνο της νεοελληνικής επαρχίας περιμένει τη μονάκριβη κόρη του που σπουδάζει στην Αγγλία να επιστρέψει για τις διακοπές των Χριστουγέννων, μαζί με τον ανέλπιστο μέλλοντα γαμπρό, Λόρδο Άλφρεντ. Παράλληλα, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τα κληρονομικά του με την αδερφή της γυναίκας και τον άντρα της: το εκ των κληρονομιαίων οικοπέδων που της αναλογεί θα αποκτήσει αξία λόγω της ανέγερσης παρακείμενου χιονοδρομικού κέντρου. Ο κουνιάδος, μεγαλύτερο «λαμόγιο» από τον πατέρα, φυτεύει «αρχαία» στο οικόπεδο, ώστε οι δικαιούχοι να θεωρήσουν ότι δεν θα είναι αξιοποιήσιμο και να το αποποιηθούν. Οι τελευταίοι, παρά την εθνικοπατριωτική ρητορική τους για την ιστορία του Έλληνα, προσπαθούν να λαδώσουν τον εντόπιο υφυπουργό Πολιτισμού με μελλοντικές «βιλίτσες» επί του οικοπέδου, ώστε να μπαζωθούν τα αρχαία. Η κόρη καταφτάνει με τον γαμπρό, που είναι φυσικά Αλβανός, κηπουρός σε κάποιον Λόρδο. Στις καλύτερες κωμικές σκηνές του έργου που προσφέρει η «αναγνώριση», ο πατέρας φλερτάρει με το εγκεφαλικό, ενώ η μάνα δείχνει κατανόηση αφού, φυσικά, είχε κάποτε Αλβανό εραστή. Όταν οι παράλογες απαιτήσεις του υφυπουργού και των υφισταμένων του φέρνουν τη συμφωνία σε αδιέξοδο, τη λύση δίνουν οι γονείς του Αλβανού: καταφτάνουν κρυφά, καθώς εργάζονταν παράνομα στο σπίτι του Υπουργού Πολιτισμού, με αποτέλεσμα οι δημοσιογράφοι να τους κυνηγούν μαζί με το σκάνδαλο και την αστυνομία, και γίνονται «διαπραγματευτικό» όργανο στα χέρια του ζευγαριού, που, από κει που θέλει να τους πετάξει έξω μαζί με τον γαμπρό, τους καλοπιάνει και τους προσφέρει καταφύγιο. Ο πατήρ Αλβανός, φυσικά, ήταν ο εραστής της μητέρας και, ως αντικείμενο του πόθου και της παραμελημένης αδερφής της, μαθαίνει για το κόλπο του κουνιάδου με τα «αρχαία», δίνοντας τη φθηνότερη δυνατή τελική λύση κι έναν γάμο κοινωνικής ανόδου στο παιδί του. Οι Ρέππας-Παπαθανασίου είναι ένα σημαντικό φαινόμενο της μαζικής κουλτούρας στο

νεοελληνικό θέατρο και σινεμά. Τα έργα τους παρουσιάζουν το εξής ενδιαφέρον: αν και προβάλλουν εικόνες της νεοελληνικής κοινωνίας αποτελούμενες αποκλειστικά από εύκολα στερεότυπα, προσπαθούν να σατιρίσουν τα στερεότυπα, όχι ως τέτοια, αλλά ως αποκλειστικές βαθύτερες δομές της κοινωνίας αυτής, χάριν ενός εκσυγχρονισμού της που πιστεύουν ότι θα επιφέρουν με τη σάτιρά τους. Στους Συμπέθερους, μεγάλη επιτυχία τους που παίζεται πλέον για 4η χρονιά, ξεκινούν να προβάλουν τα προοδευτικά αντιρατσιστικά ήθη με τρόπο κάπως ανάλογο του Ντένις Κέλι: καταδεικνύοντας το ποιόν των «ντόπιων» – εν προκειμένω, τη νεοελληνική υποκρισία της εθνικής ρητορικής περί της ένδοξης ιστορίας της φυλής. Σε αντίθεση όμως με τον μετανάστη του Ντένις Κέλι, οι Αλβανοί εισέρχονται στη σκηνή. Το βάρος αναπόφευκτα μετατοπίζεται σε αυτούς. Ο νεαρός, καταρχάς, ο οποίος πρέπει να γίνει αποδεκτός από το (ελληνικό) κοινό ως γαμπρός: μπορεί στην Αγγλία ο «μέσος Αλβανός» να είναι αλλιώτικος, στην Ελλάδα πάντως δεν τον έχουμε ξαναδεί, γιατί σπουδάζει στο πανεπιστήμιο κλασική και τζαζ μουσική (!), μοιάζοντας πιο πολύ με μοντέρνο εναλλακτικό «επαναστάτη-καλλιτέχνη» που οι γονείς του –οι παράνομοι Αλβανοί στην Ελλάδα– τον έστειλαν να σπουδάσει στο αγγλικό πανεπιστήμιο. Κοιτάζοντας κανείς ανάμεσα στο κοινό τους πραγματικούς νεαρούς Αλβανούς, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί τι έβλεπε το συγγραφικό δίδυμο μπροστά του όταν συλλάμβανε τον «ήρωά» του, ο οποίος μετά βίας έχει πέντε-δέκα ατάκες: ίσως μια επιθυμητή εκδοχή του προοδευτικού αντιρατσισμού: ελληνόπαιδες και αλβανόπαιδες εξισώνονται μέσα από την κατανάλωση του παγκοσμιοποιημένου προϊόντος – του «αγγλικού πανεπιστημίου». Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα όταν εισέρχονται στη σκηνή οι γονείς του: ντυμένοι με ρούχα που πια δεν φορούν οι Αλβανοί ούτε στα χωριά της χώρας τους, πρέπει να προσποιηθούν στην τοπική ελληνική κοινωνία τους Μυλόρδους που κατέφθασαν από το Λονδίνο: η μόνη λύση, καθώς δεν μιλούν αγγλικά καλύτερα απ’ ό,τι ελληνικά, είναι να εμφανιστούν ως κωφάλαλοι. Το ότι σατιρίζεται ο (ξεπερασμένος πια εδώ και δεκαετίες) αρχοντοχωριατισμός των Ελλήνων,


Yves Marchand & Romain Meffre

[57]

που επιμένουν να μη βλέπουν μπροστά τους Αλβανούς που τους κόβει η λόρδα αλλά Άγγλους Λόρδους, δεν αναιρεί το κύριο στοιχείο της παράστασης: στο έργο, οι Αλβανοί δεν ακούγονται (κυριολεκτικά!) σχεδόν ποτέ. Παρότι βρίσκονται στη σκηνή συνέχεια, παραμένουν θλιβερές βουβές καρικατούρες. Οι Αλβανοί κάτω από τη σκηνή, που κατακλύζουν το θέατρο με την προφανή ελπίδα να δουν τους εαυτούς τους σε μια θεσμική, πλέον, πολιτισμική επικύρωση της θέσης τους στην Ελλάδα –κάτι καθόλου αυτονόητο, αν σκεφτεί κανείς πόσα χρόνια θα πρέπει να περάσουν για να δουν π.χ. οι Πακιστανοί τους εαυτούς τους ως «ήρωες» σε μια mainstream, sold out ελληνική θεατρική παράσταση (το οποίο σημαίνει: να είναι σε γλωσσική, οικονομική και νομική θέση να την παρακολουθήσουν οι ίδιοι, κι όχι μόνο οι Έλληνες «προοδευτικοί»)–, όχι μόνο δεν αρθρώνουν μέσω του έργου λόγο ως υποκείμενα, αλλά είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουν, ως αποδεκτές, εικόνες του εαυτού τους που δεν υπάρχουν και, κυρίως εντέλει, γελώντας με την καρδιά τους, να νιώσουν βολικά με αυτές που πραγματικά υπάρχουν, να εσωτερικεύσουν την αληθινή θέση τους στην ελληνική κοινωνία, την οποία υποτίθεται ότι επιδιώκει να ανατρέψει το έργο: μετά τη σιωπή τους, η τελική αποδοχή του γαμπρού και των γονιών του, που αποτελεί τη «νίκη» ενάντια στον ρατσισμό, συνοδεύεται από την αληθινά συγκαταβατική αποστροφή των Ελλήνων γονιών – ο πατέρας θα πάρει τον συμπέθερο να «βοηθάει» στα χωράφια

και η μητέρα θα πάρει τη συμπεθέρα να «βοηθάει» στις δουλειές στο σπίτι. Η ανωτερότητα του Έλληνα, στον οποίο απευθύνεται το συγγραφικό δίδυμο, αν και σατιρίζεται, τελικά αναπαράγεται, το ίδιο και τα κοινωνικά όρια του «προστατευόμενου» Αλβανού στην Ελλάδα. Ωστόσο, αν ο βλαχο-νεοέλληνας (που «τα έφαγε» μαζί με τους πολιτικούς του) είναι εν προκειμένω το ρατσιστικό υποκείμενο, ποιος είναι τότε το αντιρατσιστικό; Εδώ δεν βρίσκεται στη σκηνή ούτε στο κοινό, όπως στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Ο προοδευτικός αστός συνέγραψε εδώ το έργο και επινόησε την παράσταση για να διορθώσει και να εκσυγχρονίσει τα ήθη της κοινωνίας – ακριβώς όπως έκανε και με τον αντιρατσιστικό νόμο. Αν πήγαινε ποτέ να δει μια παράσταση των Ρέππα-Παπαθανασίου, όπως και στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, δεν θα αναγνώριζε πουθενά τον εαυτό του. Εδώ βρίσκεται η διαφορά από το Θέατρο του Νέου Κόσμου: σε αντίθεση με την παράσταση του Θεοδωρόπουλου, οι Ρέππας-Παπαθανασίου επιτίθενται στο (ελληνικό) κοινό στο οποίο απευθύνονται – γιατί σίγουρα ο μορφωμένος, προοδευτικός αστός δεν θα είναι στο κοινό τους. Από την άλλη, όμως, ο ρόλος του θεματοφύλακα των προοδευτικών αξιών της κοινωνίας (ας μην ξεχνάμε την άλλη επιτυχία του διδύμου, το Ράους, όπου τα γνωστά λαμόγια-Έλληνες αποτρέπονται, λόγω της έλευσης της Τρόικας, από το να κάνουν με ευρωπαϊκές επιδοτήσεις οίκο ανοχής το σπίτι του Σικελιανού) προφανώς έδωσε


[58]

στο συγγραφικό δίδυμο κεντρική θέση στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο, δίπλα σε ολόκληρη την ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, έκανε μία και μοναδική παραγγελία έργου για το αφιέρωμά του στις «Πατρίδες»: ένα έργο με θέμα τους μετανάστες. Ο αντιρατσισμός, ως αδιαμφισβήτητη συναίνεση στα μοντέρνα κράτη της Δύσης, κάθε άλλο παρά έχει συμπαγείς αιτιολογικές βάσεις· αντίθετα,στη ρευστότητα του περιεχομένου του αποκρύπτει πλήθος συγκρουόμενων ιδεολογικών συμφερόντων. Πίσω από την ηθική βάση της ισότητας και του δικαιώματος στην ταυτότητα – ατομική και συλλογική όλων των ανθρώπων, η ηθικολογική προοδευτική εκδοχή του, που τον θέλει αναπόσπαστο κομμάτι της καπιταλιστικής «ανεκτικής» κοινωνίας, συγκαλύπτει το πρώτιστο ενδιαφέρον της τελευταίας για τη σωστή αξιοποίηση των «ανθρώπινων πόρων» της: την επικερδή διαίρεσή τους σε ντόπιους και ξένους εργαζομένους της και συγχρόνως την εξίσωσή τους στην οικουμενική κατανάλωση του παγκοσμιοποιημένου εμπορεύματος. Ορίζοντας τον εαυτό της ως το Αντιρατσιστικό Υποκείμενο, εξασφαλίζει τη δυνατότητα να ορίζει τι είναι ρατσισμός και τι όχι, και, κυρίως, τη δυνατότητα να ταυτίζει την επιθυμητή ενσωμάτωση του ξένου στην παραγωγική/καταναλωτική διαδικασία με τη ρητορική των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ώστε τελικά να τη νομιμοποιεί. Για να το πετύχει αυτό, όμως, πρέπει πρώτα να ορίσει το εύληπτο ρατσιστικό υποκείμενο. Έτσι εξηγείται και η αντίφαση της έντασης της αντιρατσιστικής ρητορικής, την ίδια στιγμή που ο αντιρατσισμός αποτελεί πλέον αναμφισβήτητη πολιτισμική αξία στη Δύση και

στις κρατικές της εφαρμογές – οι οποίες τελικά δεν στοχεύουν παρά μόνο σε μικρές μειοψηφίες τύπου Χρυσής Αυγής. Όπως και στον αντιρατσιστικό νόμο, στην ελληνική σκηνή το μόνο που δεν βρίσκει τη θέση του είναι οι μηχανισμοί παραγωγής και κατανομής του ρατσισμού: οι διεθνείς και τοπικές οικονομικές σχέσεις (εκμετάλλευσης) και οι (μεταναστευτικές) πολιτικές επιλογές που τον παράγουν, όπως παράγουν και τους ίδιους τους ρατσιστές ή τους λόγους που τον αναπαράγουν. Είναι απλό: οι πρώτες δεν τιμωρούνται, οι δεύτεροι τιμωρούνται. Οι πρώτες δεν φαίνονται στη σκηνή, οι δεύτεροι «λάμπουν» ως μοναδικοί πρωταγωνιστές. Δεν υπάρχει, άλλωστε, πουθενά «υποκίνηση μίσους ή βίας» ή «εγκωμιασμός ρατσιστικών εγκλημάτων», όπως όρισε τον ρατσισμό ο νόμος. Αφού στην ελληνική –και όχι μόνο– προοδευτική κοινωνία της «εξάλειψης των διακρίσεων» ο ρατσισμός απαιτεί «καθαρούς» ρόλους για τα υποκείμενα και αντικείμενά του, το ελληνικό θέατρο δεν κινδυνεύει με λογοκρισία από τον αντιρατσιστικό νόμο, αφού το μόνο που διακινεί είναι εξίσου «καθαρά» αντιρατσιστικά ήθη. Πάνω και κάτω από τη σκηνή, αυτός που ασκεί τον ρατσισμό έχει πέσει απ’ τον ουρανό και είναι το αναγνωρίσιμο «κακό», που απειλεί, αλλά τελικά πιστοποιεί τον προοδευτισμό μας· αυτός που τον υφίσταται υποστασιοποιείται μέσα από την απαραίτητη σιωπή στην αποκλειστική οικονομικοκοινωνική (και τελικά φυλετική) θέση που του επιφυλάσσεται ως προϋπόθεση για να του παραχωρηθεί ο ρόλος του προστατευόμενου «αγαθού». Πίσω από τη σκηνή, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης και ο συντάκτης του νόμου δύσκολα θα ανακάλυπταν τις προσωπικές τους διαφορές.


[59]

Γιάννης Βογιατζής

Σημειώσεις για μια παράσταση


[60]


[61]

Η ΚΥΡΙΑ ΚΡΑ* REVISITED Οι εποχές στο νου της κυρίας Κρα* δεν είναι παρά σύνολα ημερολογιακών ημερών που τα χωρίζει ένα αδιαπέραστο φράγμα. Ακόμη κι αν στην πραγματικότητα δεν ελέγχει τη ρευστή αταξία του κλίματος, το δυναμικό της πείσμα δεν της επιτρέπει να το παραδεχθεί, κι έτσι παριστάνει πως αλυσοδένει τις εποχές, εγκλωβίζοντας την καθεμιά τους σε ένα διαφορετικό κάθε φορά δωμάτιο του διαμερίσματός της· από κει δεν ξεμυτίζει ούτε η ίδια ούτε οι καλεσμένοι της, ώσπου ν’ ανατείλει η πρώτη μέρα της αμέσως επόμενης εποχής, οπότε πια μεταφυτεύει τον εαυτό της και τον επισκέπτη της στο κατάλληλο δωμάτιο: εκείνο το ασυνήθιστα ζεστό σούρουπο του ελληνικού Δεκέμβρη, με δέχτηκε λοιπόν στο χειμωνιάτικο δωμάτιο όπου, πλάι στο τζάκι με το περίτεχνο γύψινο περίγραμμα, ορθωνόταν το άγαλμα ενός μελαγχολικού φαύνου. Η κυριά Κρα* έχυσε καυτό τσάι στο πορσελάνινο φλιτζάνι μου, και την ώρα που οι υδρατμοί ανέβαιναν στο ήδη κάθιδρο από τη ζέστη μέτωπό μου, με ένα σχεδόν σαδιστικό μειδίαμα με ρώτησε αν θα ήθελα να στάξει λίγο παγωμένο γάλα στο ρόφημά μου – μια ομολογουμένως γενναιόδωρη προσφορά δροσιάς από πλευράς της. Πριν προφτάσω να απαντήσω, ξεκίνησε να μιλά, με τη χαρακτηριστικά ενθουσιώδη, γεροντίστικη φωνή της: «Ακούστε τώρα, αγαπητέ μου, μια φοβερά διδακτική ιστορία που ανακάλυψα ξεφυλλίζοντας ένα χρονικό της ελληνικής βασιλικής οικογένειας. Τον Ιούλιο του 1889, η πριγκίπισσα Σοφία, σύζυγος του διαδόχου Κωνσταντίνου και κόρη της περίφημης Γερμανίδας αυτοκράτειρας Φρειδερίκου, βρισκόταν στο κρεβάτι του τοκετού. Η ελληνική βασιλική οικογένεια είχε αναθέσει καθήκοντα μαιευτήρα σε έναν Λαμιώτη γιατρό, βουλευτή Φθιώτιδας, ύστερα από τις σχετικές συστάσεις που είχε λάβει για το πρόσωπό του από κάποιον διάσημο Βιεννέζο συνάδελφό του. Οι έντονες αντιρρήσεις της αυτοκράτειρας Φρειδερίκου για την επιλογή Έλληνα μαιευτήρα –εξ ορισμού ύποπτου για προχειρολογία και ανικανότητα– δεν εισακούστηκαν ποτέ. Σαν ήλθε η ώρα της γέννας, ο μετέπειτα Γεώργιος Β΄ της Ελλάδας κινδύνεψε να στραγγαλιστεί από τον ομφάλιο λώρο που περιέσφιξε τον λαιμό του· ο Λαμιώτης βουλευτής στάθηκε φυσικά εντελώς ανίκανος να τον αφαιρέσει, ώσπου μια Γερμανίδα καμαριέρα, η Έγκαρντ, κατόρθωσε να σώσει το μωρό από σίγουρο πνιγμό. Ιδού τι είχε συμβεί: Ο βουλευτής Φθιώτιδας είχε κάποτε φιλοδωρήσει τον γιο του Βιεννέζου γιατρού με ένα ρουσφέτι παρασημοφόρησης, και εκείνος εις αντάλλαγμα τον διαπίστευσε στη βασιλική οικογένεια. Όσο για την Έγκαρντ, που επενέβη ανέλπιστα την κατάλληλη στιγμή, αυτή ήταν στην πραγματικότητα διακεκριμένη μαία. Είχε εισδύσει ως απλή υπηρέτρια στη βασιλική οικογένεια υπό τις εντολές της καχύποπτης Αυτοκράτειρας Φρειδερίκου, που δεν είχε σκοπό να αφήσει τη ζωή της κόρης και του εγγονού της στα χέρια ενός επαρχιώτη σκιτζή. Η πρωσική προνοητικότητα έσωσε τον διάδοχο του ελληνικού θρόνου από τον βέβαιο θάνατο στον οποίο θα τον οδηγούσε ένας Έλληνας κομπογιαννίτης βουλευτής. Δεν πιστεύετε, αλήθεια, κύριε Δ*, πως αντί άλλης πολιτικής φλυαρίας αυτή η εξαιρετικά συμβολική ιστορία θα ήταν ικανή να πείσει για την ανάγκη να τοποθετηθεί ένας σοβαρός Γερμανός τοποτηρητής επικεφαλής των υπουργείων μας;» Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, μακαρίζοντας για μια ακόμη φορά την οξυδέρκεια της καλής μου φίλης. Άγης Πετάλας


[62]

ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΒΙΟΤΟΠΟ ΤΗΣ ΓΗΡΑΙΑΣ ΕΥΡΩΠΗΣ «Η Ευρώπη είναι ένα πρόγραμμα πολιτισμού, που δεν πρέπει να του επιτραπεί να αποτύχει», τόνισε ο διάσημος Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στο Ινστιτούτο Γκαίτε στο Παρίσι. Στη σχετική ανταπόκριση του Spiegel, ο Γερμανός φιλόσοφος υπογράμμισε πως γι’ αυτό τον λόγο «δεν είναι απλώς εφικτή η ύπαρξη της παγκόσμιας κοινότητας, είναι απαραίτητη - για να συμφιλιώνει τη δημοκρατία με τον καπιταλισμό. Πρέπει σήμερα να θεσπίσουμε τη συνεργασία ανάμεσα στους πολίτες και τα κράτη, για να δημιουργήσουμε την παγκόσμια κοινότητα των πολιτών», λέει, και συμπληρώνει πως «αλλιώς διατρέχουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε σε μια κατάστασης μόνιμης έκτακτης ανάγκης και τα κράτη να καθοδηγούνται από τις αγορές», παραπέμποντας σχετικά στον τίτλο των Financial Times που συνόψισε τις ιταλικές εξελίξεις ως εξής: «Ο αγώνας της Ιταλίας να εγκαταστήσει τον Μόντι». […] «Κάποια στιγμή μετά το 2008, κατάλαβα ότι το πρόγραμμα της επέκτασης, της ενοποίησης και του εκδημοκρατισμού δεν προχωρούσαν αυτόματα», […] «ότι είναι αναστρέψιμα, ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ ζούμε την αποσυναρμολόγηση της δημοκρατίας. Πριν, δεν πίστευα ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Κι όμως, φτάσαμε σε ένα σταυροδρόμι», σημειώνει… Δυο μέρες πριν, σε μιαν εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Descartes, ο Xάμπερμας είχε ανατρέξει στα «λάθη που έγιναν στην οικοδόμηση της ΕΕ. Υπήρξε έλλειψη πολιτικής ενοποίησης κι ένας ενσωματωμένος στο σύστημα καπιταλισμός». Κατά την ανάλυσή του, «δεν είναι τα κράτη που έχουν δικαιώματα. Μόνον οι πολίτες έχουν δικαιώματα, αυτοί είναι οι ιστορικοί πρωταγωνιστές», λέει, και προσθέτει πως «η Ευρώπη δεν είναι μια κοινοπολιτεία κρατών, αλλά κάτι νέο. Πρόκειται για μια νομική κατασκευή την οποία συμφώνησαν οι λαοί της Ευρώπης σε συνεννόηση με τους πολίτες της Ευρώπης, με εμάς δηλαδή», λέει, και ζητά από το κοινό του «να σώσουμε τον βιότοπο της γηραιάς Ευρώπης»… Ο Χάμπερμας πιστεύει ότι αυτό θα γίνει αν «τα ΜΜΕ βοηθήσουν τον κόσμο να αντιληφθεί την τεράστια επιρροή που δέχεται η ζωή τους από την ΕΕ και αν οι πολιτικοί αντιληφθούν την τεράστια πίεση που θα υποστούν, αν η ΕΕ αποτύχει και δεν προχωρήσει ο εκδημοκρατισμός της». […] Μολονότι δηλώνει «αισιόδοξος», αντικρούει τις ρητορείες της «πολιτικής ηττοπάθειας» και σημειώνει πως «ακόμη και στην κρίση μπορούμε να βγούμε με μιαν Ένωση που θα είναι πιο δημοκρατική και πολιτικά αποτελεσματική». Στην κατακλείδα της ομιλίας του, ο Γερμανός φιλόσοφος είναι δηλητηριώδης. Προειδοποιώντας για τον κίνδυνο εκτροχιασμού της ΕΕ, παρέπεμψε στη γερμανική ιστορία: «αν αποτύχει τούτο το ευρωπαϊκό εγχείρημα», είπε, «τότε το ερώτημα θα είναι ένα: πόσο καιρό θα χρειαστούμε για να επανέλθουμε στο status quo. Θυμηθείτε τη Γερμανική Επανάσταση του 1848: όταν απέτυχε, χρειαστήκαμε 100 χρόνια για να ξανακερδίσουμε το επίπεδο δημοκρατίας που είχαμε τότε»...

Χ. Πουλίδου, «Γιούργκεν Χάμπερμας: “Να σώσουμε τον βιότοπο της γηραιάς Ευρώπης”», εφ. Η Αυγή, 29.11.2011


[63]

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΡΟ ΦΗ ΚΙΝΗΣΗ Στη γνωστή ταινία του Άλαν Πάρκερ Το εξπρές του μεσονυχτίου, οι έγκλειστοι μιας βάρβαρης φυλακής έχουν σαν ανώτερο δικαίωμα από τους κανονισμούς το «ελεύθερο» να ξεμουδιάζουν πού και πού βαδίζοντας κυκλικά και υποχρεωτικά στη γραμμή γύρω από έναν κατακό­ρυφο στύλο που βρίσκεται στο πιο σκοτεινό υπόγειο. Στην περίφημη σκηνή όπου ένας από τους φυλακι­σμένους αρχίζει ξαφνικά να βαδίζει αντίστροφα, πάλι βέβαια αναγκα­στικά γύρω από το στύλο, μπαίνει το ζήτημα της ματαιότητας και της ση­μασίας αυτής της επιλογής. (…) Το ση­μαντικό βέβαια ζήτημα σ’ αυτή τη σκηνή (και στη σύγχρονη ζωή της εργατικής τάξης) βρίσκεται στην «επιλογή», στην απόφαση της αντί­στροφης κίνησης. Η τάση της αντίστροφης κίνησης του εργατικού κινήματος επιβάλλε­ται πρώτα απ’ όλα από τους γιγαντι­αίους μετασχηματισμούς της εποχής,από τις ριζικές ανακατατάξεις των βασικώντηςαντιθέσεων,κυρίωςαυτώνπουσυνδέονταιμετηνεκρηκτικήόσοχιλιοαλυσοδεμένη δημιουργικότητα του κόσμου της εργασίας. (…) Η τάση για ένα ριζικό μετασχηματισμό της αριστερής πολι­τικής καθορίζεται με σχετική αυτο­τέλεια και από την αντιφατική πο­ρεία «συνειδητοποίησης» της νέας κατάστασης από τους ίδιους τους ερ­γαζόμενους. Αυτή η διαδικασία σφραγίζεται από την εσωτερική πα­λινδρομική κίνηση της εργατικής τά­ξης ανάμεσα στην υποταγή και την εξέγερση,ανάμεσα στην επιβίωση και τη διεκδίκηση της πραγματικής ζωής, ανάμεσα στην άμυνα και την επίθεση, την απώθηση και την επι­θυμία… Από τη χαραυγή κιόλας της νέας εποχής, μετά την έκρηξη του ‘68, όλα τα παλιά και νέα ρεύματα που αναδύθηκαν ή αναβαπτίστηκαν στη δίνη των νέων επαναστατικών γεγονότων σύντομα εγκατέλειψαν τη στρατηγι­κή κατεύθυνση της αντίστροφης κίνησης και υποτάχτηκαν φυσιολογικά στο δίπολο περιθωριοποίηση-ενσω­μάτωση. Η βάση αυτής της υποταγής δεν είναι βέβαια το γεγονός ότι όλοι αυτοί δεν αποστρέφονται την περι­θωριοποίηση ή δεν ξορκίζουν τους κίνδυνους της ενσωμάτωσης.Φτάνει κανείς να θυμηθεί τον «εισοδισμό» των τροτσκιστικώνομάδων,τιςπα­ρεμβατικέςαυταπάτεςτωνδιάφο­ρωναριστερώντάσεωνμέσα στα παραδοσιακά εργατικά κόμματα, το κινηματικό παραλήρημα και την «πλειοψηφική απεύθυνση» των αυ­τόνομων, την ερωτική ενωσιολογία των αριστερών ευρωκομουνιστών, το ένοπλο μάρκετινγκ των τρομο­κρατικών ή αναρχικών ομάδων, και τις στενές επαφές τρίτου τύπου των μπλοκ της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στις εκδηλώσεις του επί­σημου εργατικού κινήματος. (…) Η βάση της υποταγής τους βρίσκεται στην κοινή μηχανιστική διάκριση που διατηρούν αυτές οι τάσεις, με όλες τις διαφορές τους, ανάμεσα στο άμε­σο (για την πλειοψηφία) και το στρατηγικό (για την πρωτοπορία) πρόγραμμα και στόχο. Ανάμεσα στην τακτική και τη στρατηγική,ανάμεσα στη δράση και τη ζύμωση,ανάμεσα στο «κοινωνικό» και το «πολιτικό» (…),ανάμεσα τελικά στο «επαναστατι­κό» περιεχόμενο και την αστική μορφή της πολιτικής τους. Η υπέρβαση του δίπολου περιθωριοποίηση-ενσωμάτωση δεν πραγματοποιείται με το να αλλάξει κανείς από καιρό σε καιρό τις δό­σεις ανάμεσα στα δύο, ανάμεσα στο «όραμα» και στους «συσχετισμούς».Αλλά με το να προωθεί πρακτικά στη ζωή ένα άμεσο πρόγραμμα ανα­τροπής της κυρίαρχης πολιτικής και των υπαρκτών συσχετισμών από τη σκοπιά των επαναστατικών ελευθε­ριών που έχει ανάγκη η εργαζόμενη πλειοψηφία.

Κώστας Τζιαντζής, «Για μια εργατική αντίστροφη κίνηση», εφ. Πριν, 29.9.1996 (Πηγή: kokkinhshmaia.wordpress.com)


[64]

Αλέκος Λούντζης

Σάι-φάι. Στιγμιότυπο πέμπτο: Ταινία εποχής Ο παράδεισος δεν είχε γη. Ήταν εσωτερικού χώρου… είχε υποκοριστικό… χωρούσε ελάχιστους και ήταν δικός μας. Ακουγόταν πειστικό!1 Απόσπασμα ημερολογίου του ιατρικού επισκέπτη Μπε-Εν-Πε 32Α

«Σ

φίξαμε τις ζώνες για να αποφύγουμε τον μανδύα. Δεθήκαμε σταυρωτά στο κάθισμα μήπως και διατηρήσουμε τη θέση μας. Η σύντομη πτήση ήταν σύντομη. Οι τρόφιμοι είχαν τον νου τους στην προσγείωση. Οι τρόφιμοι είχαν τον νου τους. Δεν χρειάστηκε επεξήγηση· το βεβιασμένο σινιάλο υποχώρησης ήταν αρκετό. Το ιδανικό ελιξίριο έμεινε σαν διαφήμιση χωρίς προϊόν. Περιττό. Στη θέση ενός, θα τα πάρουμε όλα. Μα όλα τα σκευάσματα μαζί δεν είναι συνταγή, είναι απελπισία. Χαρούμενη επιστήμη και θλιμμένοι μεσάζοντες πετούσαμε στα σύννεφα. Κάτω από τα ιπτάμενα πούπουλα η βροχή λάσπωνε την έρημο. Οι τρόφιμοι είχαν τον νου τους. Τα πρώτα νέα μετά την ανάκληση ήταν τόσο απειλητικά ώστε κανείς δεν βιαζόταν να μάθει τα δεύτερα. Ωστόσο οι φόβοι των «δημιουργών» της Μπε-Εν-Πε για διαρροές δεν επιβεβαιώθηκαν.2 Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Η εταιρεία δεν κινδύνευε από τα επίλεκτα στελέχη, από τους «λειτουργούς» της. Σιγά μην κινδύνευε. Κανείς δεν ήπιε νερό, κανείς δεν σηκώθηκε για κατούρημα, κανείς για κανέναν εντός θαλάμου της ήττας. Η τσιριχτή φωνή των αεροσυνοδών ήταν το τελευταίο δόλωμα για την υστερία. Δεν τσίμπησε κανείς. Οι τρόφιμοι είχαν τον νου τους. Το αντίδοτο της πλήρους αποτυχίας κρατούσε μέχρι τα τελευταία λεπτά στον αέρα. Ένα σωτήριο τηλεφώνημα, μια απότομη αλλαγή πορείας, ένα μιλιγκράμ λογικής πριν την άνευ όρων παράδοση στην ουσία. Στην ήπια βουτιά του αεροσκάφους, το στομάχι χώνεψε την αυταπάτη σαν τριγωνομετρικό υπόδειγμα. Εμείς που μουλιάσαμε τα ακόρεστα μέλη μας στην απόλαυση ενώ τα υπόλοιπα μέλη αγωνιούσαν, εμείς που φωτογραφίζαμε τον πολύχρωμο βυθό ενώ μας κατάπινε, εμείς που σπαταλήσαμε την τελευταία ευκαιρία για όλους, λάβαμε τουλάχιστον ένα μικρό αντίδωρο για την εξορία. Ότι εμείς –όχι άλλοι, αλλά εμείς– οι τελευταίοι κοινοί επισκέπτες του παραδείσου. Ένα μικρό αντίδωρο μεγαλομανίας για την προσγείωση. Η τροχοδρόμηση έβαλε τέλος στη συλλογική προσευχή. Καθώς το σιδερένιο πουλί τσουλούσε ράθυμα στην ασφάλτινη νησίδα, εμείς, οι πρώην συνεπείς, αρχίσαμε να εποπτεύουμε το περίγραμμα του απαράλλακτου τοπίου που είχαμε ταχθεί να αλλάξουμε. Λύσαμε απρόθυμα τις ζώνες ασφαλείας και βαδίσαμε αργά, με πλήρη συνείδηση πια, προς την είσοδο της μεγάλης κλινικής όπου απελευθερώθηκαν οι δόσεις. Σταθήκαμε αμίλητοι σε μια νοητή σειρά παράταξης, δέκα μέτρα μακριά από τον κυλιόμενο διάδρομο. Πλησιάζαμε ένας ένας, τελετουργικά, να κοινωνήσουμε και να συλλέξουμε τα ατομικά μας είδη. Τότε κοιτάξαμε για πρώτη φορά, αποφεύγοντας βλέμματα αλλήλων, γύρω μας… τα άλλα μέλη, το σκηνικό, τις κοντινές εξόδους σε περίπτωση αναγνώρισης. Σκορπίσαμε χωρίς άλλο προς όλες τις κατευθύνσεις. Στα πρώτα μέτρα αέρος-εδάφους τραβήξαμε βουλιμικά μια τζούρα του αγαπημένου τόπου. Ανάμικτη νικοτίνη κάθε 1. «Σάι-φάι. Στιγμιότυπο τέταρτο: Μιλιγκράμ», Λεύγα 4, Νοέμβριος 2011, σ. 64. 2. Ό.π., σ. 66.


[65]

είδους, ληγμένα ψυχοφάρμακα κάθε μάρκας – και γίναμε καπνός. Οι τρόφιμοι είχαν τον νου τους». (11η εβδομάδα μ.Γ.3) Στην έξοδο των cargo, επιβιβάστηκα στο ασημένιο τζιπ κι επιτέλους η απόσταση από το έδαφος μου φάνηκε ιδανική. Ο ανώνυμος οδηγός με υποδέχθηκε με το γνωστό μελετημένο χαμόγελο και τις επεξεργασμένες κατά τα συμφέροντα και τα γούστα μου πληροφορίες. Ο προσωπικός μου ανώνυμος ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες επιλογές των τελευταίων ετών. Ένας εχέμυθος δουλευτής από την αρχαία Ανατολή, αποκλειστικός αντιπρόσωπος της πιο ανελαστικής εταιρείας: της καταγωγής. Ξεκινήσαμε την καθιερωμένη μας δίωρη περιήγηση σε όσα έπρεπε να δω. Δέχθηκα την ξενάγηση αδιαμαρτύρητα και από το υπερυψωμένο μου βάθρο χάζευα, ήδη ανακουφισμένος, πελάτες και συνεταίρους. Καθώς τριγυρίζαμε, μιλούσε αργά αλλά ακατάπαυστα. Αναρωτιόμουν πώς παίρνει ανάσα και σκεφτόμουν τα δικά μου. Ήμουν χωρίς αμφιβολία ένας από τους ελάχιστους παίχτες που ευνοήθηκαν τόσο κατά τη μεγάλη ησυχία.4 Ίσως ο τελευταίος της σειριακής μου κατάταξης που πρόλαβε τέτοια μεγαλεία, που δοκίμασε γεύση και οσμές από τα σύμβολα της μητρικής σειράς των «δημιουργών». Στις ημέρες της ομοιομορφίας όλα μύριζαν πιο έντονα. Όπως έρεαν οι ποταμοί, τα γεγονότα και τα μοντέλα, όπως εναλλάσσονταν η τεχνολογία αιχμής με τις αιχμές για τους «καθυστερημένους», όπως χάνονταν τα ονόματα, τα χαρακτηριστικά και οι ατέλειες... το μόνο διακριτικό, το τελευταίο ρομαντικό κατάλοιπο ήταν αυτή η μυρωδιά – η ακαταμάχητη τρυφερότητα της βρώμας, το έσχατο ανθρώπινο κεκτημένο. Κάποια στιγμή το σπικάζ με ερέθισε και συγκεντρώθηκα στο κινούμενο θέαμα. Η ευεργετική επίδραση ήταν εμφανής διά γυμνού οφθαλμού. Οι κόγχες των ασθενών όπου πρότερα λαμπύριζε η αγωνία τώρα αρμένιζαν αλλήθωρα στη γαλήνη της καταστολής. Κατάφωτες πλατείες κι εταιρικά πάρκινγκ, αλυσίδες υπερκαταστημάτων και προαύλια σχολείων, είχαν όλα αποκτήσει την άσπιλη λευκότητα του χειρουργείου. «Λειτουργοί» και απλοί «εφαρμοστές», οι ασκούμενοι για ένταξη και σύσσωμο το πλήθος των ανωνύμων, ακόμα και κάποιοι αδύναμοι χαρακτήρες ανάμεσα στους «δημιουργούς», έδειχναν κουρνιασμένοι στην απόλυτη ρύθμιση της ουσίας. Ξεκίνησα να ρωτάω. Με τέτοια ένταση και ταχύτητα που είναι βέβαιο ότι κι εκείνος θαύμασε την αναπνευστική μου επάρκεια. Μου απαντούσε αυτόματα. Κάθε φορά αντιφατικά, κάθε φορά πιο επιβλητικά, με μεγαλύτερη βεβαιότητα, με πιο ενοχλητικό στόμφο, στην ίδια πάντα ερώτηση. Έφτιαχνε σενάρια, χανόταν στην αφήγηση, κοιτούσε με απλανές βλέμμα τον δρόμο και έφτανε ως το τέλος. Σε κάθε ιστορία και διαφορετικό, στο ίδιο πάντα μοτίβο, χωρίς πλέον να περιμένει την ερώτηση. Αυτή ήταν η πρώτη μου καθαρή δόση· τη μετάλαβα σε ένα έθνικ γλωσσικό ικρίωμα με ντελιριακό παλμό, από τα πιο οικεία ανώνυμα χείλη. Κι όμως, θα μπορούσα να το είχα φανταστεί, θα έπρεπε να το είχα εντάξει στο επιχειρηματικό πλάνο. Ήταν η μία τοις χιλίοις σε χίλιες εκδοχές, σε πλάνο ατομικό, ραμμένη στα μέτρα σου, με ανθρώπινο πρόσωπο: το δικό σου. Όλα τα όρια χαράσσονταν και καταργούνταν κατά περίσταση: το τέλος της ιστορίας, το τέλος της ταξικής πάλης, το τέλος της μικρής μας πόλης, το τέλος της μεταπολίτευσης, το τέλος του κόσμου – το τέλος όποιου έχετε ευχαρίστηση. Οι προφητείες ήταν 3. μ.Γ.: μετά τα Γεγονότα. 4. «Σάι-φάι. Στιγμιότυπο τρίτο: Αφωνία», Λεύγα 3, Σεπτέμβριος 2011, σ. 60-64.


[66]

το ναρκωτικό του καιρού, η πιο άμεση απειλή και είδος πρώτης ανάγκης. Τις πίναμε όπως τα σκευάσματα, μονορούφι. Η συνειδητοποίηση της πτώσης είχε μηχανικά αντικατασταθεί από την αδράνεια της απόλυτης πίστης. Σε κάθε ζευγάρι μάτια διαφορετική, σε κάθε γωνιά του δρόμου άλλη. Οι άπειρες πιθανότητες είχαν πολλαπλασιαστεί άπειρες φορές με τη μονάδα και όλες οι εξαιρέσεις είχαν ενταχθεί στον κανόνα: κάθε ημέρα της εβδομάδας είχε άλλη χρονολογία, κάθε ανάσα άλλη μυρωδιά, κάθε τέλος άλλη αιτία, σαν τυχαία παρενέργεια ψυχοφαρμάκου. Η καθοριστική τράμπα είχε γίνει ταχυδακτυλουργικά, όπως αλλάζεις ένα ποτήρι νερό με ένα ποτήρι νερό. Στο δεύτερο, μέσα σε μια δίνη από φουσκαλίτσες και ζαχαρώδεις κόκκους, διαλυόταν αργά το 7ο αναβράζον δισκίο της ημερήσιας δόσης. Είναι αλήθεια πως ακούγεται βαρύ, αλλά παρά τις στερεοτυπικές διαδόσεις δεν υπήρχε σοβαρός κίνδυνος. Το μικρόβιο, λένε, εκκολάφθηκε σε μια αίρεση περιθωριακών, που για αιώνες τρέφονταν με τις φαντασιώσεις της κόκκινης σκόνης των αρχών του αιώνα 19 (με την αρχαία αρίθμηση), ενώ πιο ψαγμένες φατρίες πήγαιναν ακόμα πιο πίσω, μνημόνευαν ακόμα και μια βίαια εξέγερση των παλιών εργατών γης στα δεκαπέντε και κάτι. Φυσικά, οι περιθωριακοί αποσιωπούσαν επιμελώς πώς κατέληξαν αυτές οι ιστορίες, αλλά αυτό ήταν συνηθισμένο στις προφητείες. Αρχικά δεν θορύβησε κανέναν. Τα ναρκωτικά των περιθωριακών ήταν ούτως ή άλλως εκτός εμπορίου. Κατά τη διάρκεια των Γεγονότων,5 όμως, η συμφορά πέρασε από τα υγρά λαγούμια στην επιφάνεια και διαχύθηκε παντού. Εκμεταλλεύτηκε όλα τα αδύνατα σημεία του καιρού, ξελόγιασε τις πιο αθώες αναζητήσεις, κόλλησε ύπουλα σαν τσίχλα στο κράσπεδο. Όλοι οι περαστικοί, κυνηγοί ή κυνηγημένοι, την πάτησαν τουλάχιστον μια φορά. Κατά τη διάρκεια της απουσίας μου απλώς ξηλώθηκε το πέπλο της συγκάλυψης. Η ακαταμάχητη γοητεία της προφητείας είχε μπολιάσει και τους πιο αεροστεγείς διαύλους του πολιτισμού μας: τους ενσωματωμένους δέκτες ψυχαγωγίας, τον ατομικό ψηφιακό αισθητήρα παραβάσεων, ακόμα και τις μήτρες τεχνητής νοημοσύνης – το άβατο των «δημιουργών». Φάρμακα και προφητείες, η συνταγή των συνταγών... Οι κουρνιασμένοι έβλεπαν ασπρόμαυρους εφιάλτες με αραιωμένη φασολάδα,τραχανά και ανατιναγμένες γέφυρες. Βούιζαν τα αυτιά τους από γερμανικά εμβατήρια και ματωμένες επετείους. Όταν πετάγονταν από τον βαθύ ύπνο, έβλεπαν τον τόπο τους κατεχόμενο, σπαρασσόμενο, ξένο. Ξεσπούσαν γιορτινά, εθιμοτυπικά, συντεταγμένα, και πόνταραν τα ρέστα τους στον επόμενο διαχειριστή, στον αυτοσκοπό μιας σωτηρίας, στο υψηλό των ημερών· σε έναν σοβαρό άνθρωπο, για να τους γράψει τη δόση τους ή να τους πει ένα παραμύθι. Στην αγορά κυκλοφορούσαν τα πάντα εν αφθονία: σενάρια φυσικών καταστροφών,δόσεις κοσμολογικής μυθολογίας,τηλεοπτικές εκδοχές επέλασης μεταλλαγμένων όντων και τα λοιπά. Ήταν όμως η εποχή της προσγείωσης, και οι τρόφιμοι είχαν μάθει να φοβούνται τη σκιά τους –ή έστω τον ίσκιο του διπλανού– περισσότερο από κάποια αφηρημένη νέμεση. Παρά την ποικιλία των εμπορευμάτων, είχαν εντέλει συνειδητοποιήσει ότι τα πιο επικίνδυνα θηρία βρίσκονταν ανάμεσά τους, ενίοτε και στον καθρέφτη τους. Έτσι επιδόθηκαν στο παρηγορητικό παιχνίδι των αναχρονισμών και των αναγωγών για να εντοπίσουν την άγνωστη απειλή, να ανακαλύψουν τα ίχνη και τους κλώνους της, να την κρατήσουν σε απόσταση ασφαλείας από τον κατατρομοκρατημένο εαυτό. Στη ρουλέτα της ιστορίας μπήκαν όλες οι ιστορίες και όλα τα απωθημένα. Ο φόβος άλλαζε μάσκα σαν τρελός: πότε ήταν το άγνωστο σμήνος των ανωνύμων, πότε οι κόκκινοι νοσταλγοί, πότε ο εσωτερικός εχθρός, πότε ο εξωτερικός, ενίοτε και ο παρά5. «Σάι-φάι. Στιγμιότυπο πρώτο: Βάθος πεδίου», Λεύγα 1, Μάρτιος 2011, σ. 48-51.


Αχιλλέας Βογιατζής

[67]

ξενος γείτονας του πρώτου ορόφου. Παρά την καταιγιστική ανανέωση της έρευνας και της μόδας, σε πρώτη ζήτηση παρέμεναν τα ξανθωπά βόρεια στρατιωτάκια που σάρωσαν τον αιώνα 19, είτε στολισμένα με τα αυτοκρατορικά τους άμφια είτε καθοδηγούμενα από εκείνο το μανιακό καρτούν με την αηδιαστική τρίχινη λωρίδα κάτω από τη μύτη. Γι’ αυτό και οι περισσότερες αφηγήσεις διανθίζονταν με ένα δυσνόητο αστείο που βασιζόταν στο γνωμικό κάποιου θεωρητικού του παλιού κόσμου με εξαιρετικά οικείο όνομα. Η ατάκα ήταν ένα είδος περιπαικτικού σχολίου για τις επιδόσεις ενός βόρειου φύλου με μεγάλη επιρροή τότε στα πράγματα. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ήξερε την ακριβή μετάφραση, την καταγωγή του φημισμένου ρήτορα, ποιο φύλο ειρωνευόταν και ποιο ήταν το πεδίο του ανταγωνισμού· μόνο ο μουσικός ήχος της φράσης είχε επιβιώσει, σαν ρεφρέν τραγουδιού κάποιας νεκρής γλώσσας που σώθηκε τυχαία από το ναυάγιο κι επιπλέει στον αφρό των ημερών. Είχε βοηθήσει βέβαια και η προφητική αντήχηση του ονόματος του ρήτορα. Ήταν κι αυτός όπως κι εμείς «ενταγμένος», επώνυμος με διακριτικά, ασφαλής από το χάος χωρίς όνομα· ένας χαμένος πρόγονος, ένας δικός μας άσημος στην πλεκτάνη της διασημότητας των αρχαίων. Η δική του εταιρεία λεγόταν ΛΙ-ΝΕ-ΚΕΡ ή κάπως έτσι. Α, και δεν μάθαμε ποτέ τον εξατομικευμένο του αριθμό· αλλά αυτός ήταν αναμενόμενο να χαθεί στα βάθη της ιστορίας. Σε αδρές γραμμές, το ευφυολόγημα έλεγε πως όσοι είναι επίμονοι στο κεφάλι και γρήγοροι στα πόδια στο τέλος επικρατούν. Κοινότοπες εξυπνάδες. Μετά τα ανέκδοτα ακολούθησαν τα μαθηματικά. Η χιλιαστική πανδημία εδραίωσε την ανάγκη καταστολής. Τα φάρμακα εδραίωσαν τη θέση των «δημιουργών» τους. Η μαζική κατανάλωση έφερε υψηλά κέρδη, τα κέρδη γενική ευφορία – ε, και η υπερβολή της έφερε και μερικές στραβές. Όπως είπα, δεν υπήρχε στ’ αλήθεια σοβαρός κίνδυνος, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη διασπορά πλήθους ανεύθυνων διαδόσεων για δήθεν παρενέργειες.


[68]

Σχηματικά, διακρίνονταν στις εξής κατηγορίες: Τις κοινότοπες: λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, εκχυμώσεις, ανορεξία με απώλεια βάρους, παγκρεατίτιδα, αιματολογικές δυσκρασίες, κολπική αιμορραγία. Τα λιμά: κοιλιακό άλγος, πυρετός, δυσπεψία, ναυτία, εμετός, διάρροια, φαρυγγίτιδα, ξηροστομία, δύσπνοια. Και τα παράπονα: παράνοια, ψύχωση, καταναγκαστική συμπεριφορά, βλάβες των νεύρων, φυσιολογική και ψυχική εξάρτηση. Για τις δύο πρώτες κατηγορίες, είναι αποδεδειγμένο ότι με την κατάλληλη τροποποίηση της δόσης τα συμπτώματα υποχωρούν σε 2-4 εβδομάδες: ψιλοπράγματα. Για την τρίτη, στενάχωρο βέβαια αν σου τύχει, αλλά είναι εντελώς εγωιστικό να φορτώνεις την κακή σου τύχη στην επιστήμη ή στις πλάτες μας. Είναι γνωστό ότι η βασική τομή έγινε με την πρόοδο των νευροεπιστημών. 120.000 ανεξάρτητες έρευνες σε 3.000.000 ανώνυμα δείγματα απέδειξαν με μεθοδολογική ακρίβεια αυτό που ήδη γνωρίζαμε καλά: ότι πλέον μόνο η υποβολιμαία κριτική αναγνωρίζει ως παρενέργεια τη διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος (σύγχυση,κατάθλιψη, επιθετικότητα, άγχος, κεφαλαλγία, ζάλη, εφίδρωση, αϋπνία, δυσκινησία, πανικός). Στο συγκαιρινό απόγειο της προληπτικής υγιεινής και του ορθού λόγου, αυτές οι ασήμαντες αμυχές ήταν απλό παράσημο από τη μία και μόνη θετική ενέργεια, την εργασία. Είναι ακόμα η σεξουαλική δυσλειτουργία (καθυστερημένη εκσπερμάτωση, ανοργασμία, ανικανότητα, μείωση της libido και τα ρέστα) που πιπιλούσαν διαρκώς κάποιοι λίγοι μανιακοί. Αλλά, καθώς λέει και η ανώνυμη σοφία: άμα δεν σου σηκώνεται, μένεις με την πιπίλα. Οι μανιακοί ήταν πάντοτε δυσλειτουργικοί και σκέφτονταν μόνο το κρεβάτι τους. Τέλος, είχαμε να κάνουμε και με τα συμπτώματα των ανώνυμων «ευαίσθητων»: σπασμοί, αλλεργικές αντιδράσεις, υπομανία ή μανία, βίαιη συμπεριφορά και κυρίως έντονες σκέψεις θανάτου (αυτοκτονικός ιδεασμός) κατά τη σισύφεια προσπάθεια ανάρρωσης από την κατάθλιψη. Θα ακουστεί σκληρό, το ξέρω, αλλά κάποιες φορές, για κάποιους, ίσως να είναι καλύτερο να μην αναρρώνουν. Νισάφι πια με την γκρίνια! Η ανοιχτή κοινωνία όμως φρόντισε για όλους, ακόμα και για δαύτους. Η εταιρεία εκτύπωσε χιλιάδες φύλλα πορείας της διάθεσης. Τα πολύτιμα αντίδοτα διανέμονταν παντού: σε φαρμακεία, περίπτερα, στη λαϊκή, με delivery, ακόμα και χέρι με χέρι. Οι πλασιέ και οι καλοθελητές έφτασαν σε κάθε πόρτα. Η διαπραγμάτευση ήταν εξαντλητική και οι ευκαιρίες σε όλα τα χρώματα και milligram. Η χαπακωμένη «μέση διάθεση» διώχνει κάθε αδιαθεσία. Ο κόσμος λύνει τα πραγματικά του προβλήματα γιατί η πραγματικότητα εξαφανίζεται. Όταν κάποιος συνδρομητής λαμβάνει με συνέπεια όλες τις δόσεις, τότε η έσχατη, η υπερβολική, είναι κερασμένη. Έπρεπε να υποκλιθείς στη σοφία τους. Οι «δημιουργοί» δικαίωσαν τον τίτλο τους. Φάρμακα και προφητείες: μόνο έτσι μπορούσες να καλουπώσεις τον αέρα. Το είδωλο της μανίας δεν καθρεφτιζόταν πουθενά γιατί οι διαφάνειες εξαφανίστηκαν. Όλα ήταν ρυθμισμένα. Μετά το σοκ της πλήρους απελευθέρωσης, το δόγμα των συνταγών ήταν η αποστομωτική απάντηση. Αν υπήρχε ένα τελευταίο αδύναμο σημείο, ήταν μόνο αυτό: η απόλυτη ρύθμιση. Για να βαδίσει όμως κανείς την ανηφόρα, έπρεπε να κινείται με μοιρογνωμόνιο και να ψιθυρίζει στα κρυφά το όνομά του. Η απόλυτη εξατομίκευση – αυτός ήταν ο παράδεισος που αντικατέστησε τον χαμένο, η μόνη αληθινή παρενέργεια. Όλα τα άλλα ήταν κοινά και ανώνυμα…


[69]

Γιώργος Αναγνώστου

Χαλεποί Καιροί από Αμερική Τις δυσκολίες των βουνών τις ξεπεράσαμε· Τώρα μας περιμένουν Οι δυσκολίες των πεδιάδων. Μπέρτολτ Μπρεχτ (μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη)

Τώρα που το συλλογικό mojo μουλιάζουμε σε πολυπολιτισμικό ντάκαρι Κι ο καθένας με μια ταυτότητα αγκαζέ στριφογυρίζει Τώρα που η Ιστορία κονκάρδες κληρονομιάς διαφημίζει Κι ο καθένας ένα τραύμα δημόσια θεραπεύει Τώρα που η αγορά με ρυθμούς σάλσας μας θωπεύει Και οι απανταχού τεμενάδες προς τη μεσαία τάξη προωθούμενοι Τώρα που οι περικοπές μεσαιωνικοί πελέκεις αιωρούμενοι Και κεράκι ανάβουμε που διαφυλάξαμε, τι θαύμα, την αξιοπρεπή μας τη δουλειά Τώρα που τα περιοδικά μόδας, αρώματα μεθυστικά, χαλκομανίες στα χαλιά Μετάλλια ευαισθησίας απονέμουν, η διαφήμιση καταχώρισε Τώρα που το nine-to-five σε seven-to-seven ξεχείλισε Και σαν ευρυχωρία πλέον την καμπάνα του φορούμε Τώρα που adjuncts και lecturers ποδοπατούμε Σε χώρους που προοδευτικούς αποκαλούμε Τώρα που οι ποιητές πάλι προς τις κοιλάδες της ομοιοκαταληξίας ροβολούμε Και οι ακαδημαϊκοί στοιχειωμένοι στοιχημένοι σε Ford assembly line γεννοβολούμε Τώρα ποιος ο εχθρός; Σε ποιες πεδιάδες; Ποιες οι αγωνίες μας;


[70]

Βιβή Αντωνογιάννη

Μια νύχτα στο Λουτράκι

Ο

κρουπιέρης ανακατεύει την τράπουλα.Κάποιος παίκτης (εκτός εκείνου που παίρνει πρώτος χαρτιά) κόβει. Οι παίκτες στοιχηματίζουν. Ο κρουπιέρης μοιράζει τα φύλλα ένα-ένα, στους παίκτες και στον εαυτό του. Το παιχνίδι ξεκινά. Ρέστα ή πάσο. Τα χαρτιά τοποθετούνται κάτω κλειστά. Κανένας δεν επιτρέπεται να αγγίξει τα χαρτιά αφού πάρει την απόφασή του. Ο ικανός παίκτης, όταν ο ίδιος δεν έχει δυνατό χαρτί, θα προσπαθήσει μέσω της μπλόφας να υπολογίσει σωστά την πιθανότητα να πάνε πάσο οι υπόλοιποι παίκτες. Χωρίς μπλόφες, «το παιχνίδι» θα ήταν πολύ ανιαρό. Πότε όμως αξίζει πραγματικά η μπλόφα; Όταν ο αριθμός των αντιπάλων είναι μικρός, όταν το πονταρισμένο ποσό είναι μεγάλο, όταν μιλάς τελευταίος, όταν δεν κινδυνεύεις από αρχάριους ή απελπισμένους που δύσκολα πάνε πάσο, λόγω άγνοιας κινδύνου στην πρώτη περίπτωση, επειδή δεν έχουν τίποτα να χάσουν στη δεύτερη. Χρήσιμες συμβουλές: Ποτέ μην υποτιμάτε τον αντίπαλο. Αντίθετα, πάντα να έχετε επίγνωση κάθε κίνησης και απόφασής του, αν θέλετε να είστε ο τελευταίος παίκτης του τραπεζιού. Η μπλόφα δεν πρέπει να γίνεται συνήθεια. Αν αποκαλυφθείς, πρέπει να περιμένεις μέχρι την επόμενη. Να είστε απρόβλεπτος. Η επιθετικότητα είναι σημείο κλειδί σε κάθε νικηφόρα στρατηγική. Μπερδέψτε τους αντιπάλους με τις κινήσεις σας. Η ικανότητα εναλλαγής από επιθετικό σε παθητικό παίκτη είναι κρίσιμη. Μάθετε πότε και πώς να ενεργείτε. Όταν ένας αντίπαλος «απλώνεται», ο έξυπνος παίκτης «μαζεύεται». Όταν «μαζεύεται», ο καλός παίκτης «απλώνεται». Και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, δεν χτυπάτε εσείς, χτυπάει η «συγκυρία». Στο πεδίο της συγκυρίας, τώρα, η «μπάνκα» κρατούσε το παιχνίδι με το μέρος της, μοιράζοντας με συνέπεια τα χαρτιά, επιθετικά μα συνάμα επιφυλακτικά, ελέγχοντας κάθε βήμα και αντίδραση πριν προχωρήσει στην επόμενη κίνηση. Τα νέα οικονομικά μέτρα μετρήθηκαν και μοιράστηκαν με προσοχή, υπολογίζοντας το ρίσκο της πιθανής κοινωνικής έκρηξης. Ο δημόσιος λόγος, πολιτικός, δημοσιογραφικός, τηλεοπτικός, στάθηκε αρωγός. Τα χαρτιά κρατιούνταν κλειστά μέχρι τέλους. Ήταν το τρίτο τραπέζι στη σειρά. Είχαν προηγηθεί άλλα δύο, κρίσιμης σημασίας και αυτά. Στο πρώτο, η μπάνκα ήταν πανίσχυρη. Μιλούσε μόνο δύο φορές. Στην αρχή και ξανά στο τέλος. Όλοι οι παίκτες πήγαν αμέσως πάσο. Η μπάνκα μάζεψε όλες τις μάρκες από το τραπέζι. Η μπλόφα ήταν γρήγορη. Αρκούσε η γλώσσα του σώματος και δυο-τρεις προτάσεις στη γαλλική και τη γερμανική με ύφος επιθετικό.Η διεθνών προδιαγραφών μπάνκα και οι ντόπιοι ασκούμενοί της στο τέλος μοιράστηκαν τα κέρδη τους στα σκοτεινά. Δεν υπήρχαν παράθυρα, δεν υπήρχαν ρολόγια (ποτέ δεν υπάρχουν «εντός»), αλλά οι μακριές αλυσίδες των ATM και των ενσωματωμένων συμβολαιογράφων περίμεναν με τρυφερή λαχτάρα στην άκρη της σάλας να σφίξουν στην αγκάλη τους τον άτυχο της βραδιάς. Όσο ο χρόνος είναι σταματημένος, το παιχνίδι πάντα συνεχίζεται… Πριν από το μεγάλο τραπέζι με τους πολλούς παίκτες,προηγήθηκε ένα άλλο.Μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα. Στο παρασκήνιο, η μπάνκα σχολίαζε με τον πιο τρομολαγνικό τρόπο την επιθετικότητα του προηγούμενου κρουπιέρη. Ήταν κι αυτό μέρος της μπλόφας· μισό το ήξεραν, μισό το πίστευαν. Το δεύτερο παιχνίδι κράτησε ως το πρωί. Οι μπλόφες έδιναν κι έπαιρναν απ’ όλους τους ομοτράπεζους αυτή τη φορά. Στο τέλος, βγήκαν όλοι κερδισμένοι. Το πιο κρίσιμο παιχνίδι ήταν το τελευταίο, το μεγάλο τραπέζι. Οι παίκτες του δεύτερου τρα-


[71]

C. M. Coolidge, A Friend in Need (1903-1906).

πεζιού έπρεπε να συγκεντρωθούν και να ενώσουν τις δυνάμεις τους μπροστά στη σημαντική αυτή πρόκληση. Όρισαν μάλιστα νέο dealer με καθαρό πρόσωπο, γυαλιά και λευκά γάντια. Η μπάνκα αυτή τη φορά μίλησε. Μίλησε πολύ. Μίλησε για έκτακτη εθνική ανάγκη, για χάος και άβυσσο, για κολασμένες μέρες και εξαργύρωση σε δραχμές. Απευθύνθηκε σε προσκεκλημένους και ακάλεστους παίκτες, που τώρα προσέρχονταν από διάφορες κατευθύνσεις (ακροδεξιά, κεντροδεξιά, κεντροαριστερά, κέντρο-απόκεντρο), μηρυκάζοντας ότι δυστυχώς κάποιοι από το πλήθος πρέπει να θυσιαστούν· δεν υπάρχει περιθώριο αποτυχίας: το deal για να πάρουμε τη δόση μας πρέπει να πετύχει. Η μπάνκα σήμανε την ώρα να διαλέξουν. Αν τώρα πάνε πάσο, τα πενήντα χρόνια μιζέριας θα διαλύσουν μόνο δύο γενιές· αν κάνουν call, οι συνέπειες είναι άγνωστες και καταστροφικές. Οι παίκτες δοκίμασαν να απλώσουν το βλέμμα τους πίσω από την μπάνκα. Οι οθόνες επαναλάμβαναν τις ίδιες λέξεις, με μουσική υπόκρουση βραδινού δελτίου: «σοκ», «κατάρρευση», «πραξικόπημα»,«ενότητα»,«ευθύνη», «κοινωνική ειρήνη». Όλα δούλευαν ρολόι.Κάποιοι πόνταραν, κάποιοι ντούκου, λίγοι αποχώρησαν και όλοι κοίταζαν εμμονικά τις μάρκες τους στην τσόχα. Έπρεπε να διαφυλαχθούν και τα κεκτημένα. Η ένταση είχε καταλάβει πυρετικά όλους τους παίκτες, επαγγελματίες κι ερασιτέχνες, ξένους και γηγενείς. Απ’ έξω, στο κατάμεστο Λουτράκι, το δειλινό έπεφτε και η μάζα αγωνιούσε για την κατάληξη της παρτίδας. Για μια στιγμή τούς πέρασε από το μυαλό να εισβάλουν και να τη διακόψουν. Επικίνδυνες σκέψεις,προγονόπληκτες,οπισθοδρομικές,«κόκκινες»,συνδικαλιστικές.Ευτυχώς πρυτανεύει η λογική και ο κανόνας του παιχνιδιού. Ακόμα. Η τελευταία μεγάλη μπλόφα φάνηκε να πιάνει. Οι φωνές του πλήθους κόπασαν για λίγο. Στην παρτίδα αυτή τα κέρδη δεν μετρούνταν με μάρκες, αλλά με τον θόρυβο και την «ανανέωση». Δεν είχε πια σημασία η συγκεκριμένη παρτίδα, τα άμεσα μέτρα, το «διακύβευμα». Τώρα μετρούσε η διάρκεια, η προσμονή κάθε επόμενης παρτίδας, ο εθισμός. Όποιος έκανε το συγκεντρωμένο πλήθος να τσιτώσει αλλά να σωπάσει, να φοβηθεί αλλά να παραμείνει στο κάδρο, κέρδιζε την παρτίδα και μαζί μια καλή θέση στο τραπέζι. Αρχικά πέρασε. Η αμφισβήτηση χαμήλωσε. Όλοι ήξεραν για την μπλόφα, όλοι περίμεναν κι επόμενη παρτίδα, όλοι φαντασιώνονταν ότι αυτή τη φορά μπορεί να ήταν ανάμεσα στους προσκεκλημένους. Ακόμα και οι ισοβίως απ’ έξω. Το επόμενο παιχνίδι πόκας περιλάμβανε έναν περίτεχνο σχεδιασμό.Θα στήνονταν παντού παραβάν και θα καλούσαν τον όχλο να ρίξει σιωπηρά ο καθένας μια μάρκα· για τη χαρά της συμμετοχής, για το εφέ ότι αυτός αποφασίζει για τους επόμενους παίκτες. Μέσα στην ένδεια, την πίκρα, την καταστολή, θα στηθεί μια γιορτή για το Λουτράκι, για τη δημοκρατία, για όλη την οικουμένη. Θα πιάσει;


[72]


Η λεύγα 4 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 15.11.2011, υλο­­ποιώντας την εξαγγελία ότι «μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο». Επε­ κτεί­­νοντας το δίκτυο διανομής της στα διεθνή κέντρα αποφάσεων, τις Βρυ­­ ξέλλες, το Βερολίνο και το μυστηριώδες Οχάιο, υπήρξε ιδιαίτερα κοινωνική, πα­­ρασύροντας τις αδιαφανείς δυνάμεις που την κατευθύνουν σε ξέφρενες δρα­στηριότητες. Συνομίλησε στο βιβλιοπωλείο Εκτός των Τειχών με τα πε­ ριοδικά HUMBA! και κομπρεσέρ, χόρεψε μέχρι πρωίας στο επιβλητικό πάρτι της και εξακολουθεί να ευχαριστεί φίλους και συνεργάτες, κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους, τις εκδόσεις futura και τους σκοτεινούς χρηματοδότες της για την εμπιστοσύνη τους. Και του χρόνου. * Για το σχέδιο του εξωφύλλου χρησιμοποιήθηκαν σκίτσα του Γερμανού καλλιτέχνη και ακτιβιστή Gerd Arntz (1900-1988). Τα σκίτσα του Arntz αποτέλεσαν βασικό μέσο της «Βιεννέζικης Μεθόδου Οπτικής Στατιστικής» που εμπνεύστηκε ο Αυστριακός φιλόσοφος Otto Neurath (1882-1945) για τη δημιουργία μιας οικουμενικής γλώσ­ σας με στόχο τη μετάδοση, με απλές εικόνες, περίπλοκων πληροφοριών για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική. Η μέθοδος αυτή, που επινοήθηκε αρχικά για τη μόρφωση του μεσοπολεμικού προλεταριάτου, μετεξελίχθηκε στο Διεθνές Σύστημα Τυπογραφικής Εικονικής Εκπαίδευσης (ISOTYPE).

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας,  Κωστής Καρπόζηλος, Όλγα Καρυώτη, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Κώστας Περούλης, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης Λεύγα 5 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2012) Φωτογραφίες: Αχιλλέας Βογιατζής, Νένη Πανουργιά Σχέδιο εξωφύλλου: Αχιλλέας Γαλατσίδας Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com Από αυτό το τεύχος, η λεύγα εκδίδεται και διανέμεται υπό την αιγίδα της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Εργαστήρι Κοινωνικών, Πολιτιστικών, Φιλοσοφικών, Οικολογικών Ερευνών» (Καλλιδρομίου 57-59, 106 81 Αθήνα) Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr


χÁ· 05

ñ È·ÓÔ˘¿ÚÈÔ˜ 2012

Λεύγα 05: Ιανουάριος 2012  

Η λεύγα 5 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 15.1.2012 παραμένοντας σταθερή στην εξαγγελία ότι «μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο»...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you