Page 1


Πρόλογος

Είναι παιδιά. ∆εκαέξι χρονών. Ξαναµµένα από το αλκοόλ και ανυπόµονα επειδή πλησιάζει το τελετουργικό του Σαββάτου χώνονται µέσα στο σκοτάδι. Αντίθετα απ’ ό,τι συνήθως, το αεράκι είναι ανάλαφρο και, για µια φορά, χλιαρό σαν ανάσα πάνω στο δέρµα, γλυκιά και ελκυστική. Στον αυγουστιάτικο ουρανό µια λεπτή οµίχλη σκεπάζει τα αστέρια, αλλά το φεγγάρι, γεµάτο κατά τα τρία τέταρτα, καταφέρνει να ρίχνει τη φασµατική του λάµψη πάνω στην άµµο που έχει αφήσει υγρή η άµπωτη. Η θάλασσα πηγαινοέρχεται στην ακτή απαλά. Ο αφρός, που φωσφορίζει, ελευθερώνει ασηµένιες φυσαλίδες που µένουν εγκλωβισµένες στη χρυσή άµµο. Τα παιδιά ακολουθούν το δρόµο που κατηφορίζει προς το χωριό. Το αίµα χτυπά στους κροτάφους τους µε δύναµη, σαν κύµα που σπάζει στα πόδια ενός γκρεµού. Στα αριστερά τους, µέσα στο µικροσκοπικό λιµάνι, η φουσκοθαλασσιά σκορπίζει την ανταύγεια του φεγγαριού σε χίλια κοµµάτια. ∆ιαισθάνονται τα βογκητά των µικρών καραβιών που τεντώνουν τα παλαµάρια τους. Τα σκαριά τους χτυπούν το ένα πάνω στο άλλο και ταλαντεύονται µέσα στο σκοτάδι, σαν παιδιά που δίνουν αγκωνιές για να βρουν θέση. Κρατώντας την από το χέρι ο Ουίλιαµ νιώθει τη δειλία της. Έχει γευτεί τη γλυκύτητα του αλκοόλ, ανάµικτη µε την ανάσα της και µε την επείγου-


¶ITEP ME´

[12]

σα ανάγκη του φιλιού της. Ξέρει ότι απόψε θα γίνει δική του. Όµως η ώρα περνά. Το Σάββατο είναι κοντά. Πολύ κοντά. Κοιτάζει κρυφά το ρολόι του πριν αφήσουν πίσω τους τα φώτα του δρόµου. Μόλις µισή ώρα. Η Σέτι ανασαίνει βαθιά. Τροµοκρατηµένη όχι από τη σαρκική σχέση, αλλά από τον πατέρα της, τον οποίο φαντάζεται καθισµένο κοντά στη φωτιά, να βλέπει τη χόβολη να ψυχοµαχεί στο τζάκι, που, όπως συνήθως, θα σβήσει γύρω στα µεσάνυχτα, πριν αρχίσει η ηµέρα της ανάπαυσης. Μπορεί σχεδόν να διαισθανθεί την ανυποµονησία του, που µεταµορφώνεται σιγά σιγά σε θυµό, καθώς η ώρα προχωρά και εκείνη δεν έχει επιστρέψει ακόµα. Πάνω σε αυτό το ευλαβικό νησί τίποτα δεν αλλάζει. Οι σκέψεις της συνωθούνται, αγωνίζονται να εξασφαλίσουν µια θέση ανάµεσα στην επιθυµία που έχει εισχωρήσει στο µυαλό της και στο αλκοόλ, που εξανεµίζει την αντίστασή της. Λίγες ώρες πριν φαινόταν πως αυτό το Σαββατόβραδο θα µπορούσε να διαρκέσει αιώνια. O χρόνος όµως περνά πολύ γρήγορα όταν διαθέτει κανείς µόνο λίγο. Και τώρα δεν διαθέτουν πια καθόλου. Ο πανικός και το πάθος πληµµυρίζουν ταυτόχρονα το στήθος της καθώς οι δυο τους αφήνονται να γλιστρήσουν κοντά στο νερό, στη σκιά ενός γέρικου αλιευτικού που σχεδόν έχει γείρει πάνω στα βότσαλα. Από το ξέσκεπο µέρος του τσιµεντένιου καρνάγιου βλέπουν την ακτή λίγο πιο κάτω, καδραρισµένη από τα χωρίς τζάµια παράθυρα. Η θάλασσα µοιάζει σαν να φωτίζεται από µέσα, σχεδόν λάµπει. Ο Ουίλιαµ αφήνει το χέρι της Σέτι και ανοίγει προσεκτικά την ξύλινη πόρτα, ίσα ίσα για να µπορέσουν να µπουν. Ύστερα σπρώχνει τη Σέτι στο εσωτερικό. Το µέρος είναι σκοτεινό. Μια δυνατή µυρωδιά από γκαζολίνη, αλµυρό νερό και φύκια γεµίζει την ατµόσφαιρα, σαν την υπόξινη οσµή του ανυπόµονου εφηβικού γεννητικού οργάνου. Η σκιά ενός καραβιού τοποθετηµένου στη ρεµούλκα του διαγράφεται πάνω από τα κεφάλια τους, δύο µικρά παραλληλόγραµµα παράθυρα µοιάζουν να παρακολουθούν την ακτή. Εκείνος την κολλά στον τοίχο και εκείνη νιώθει αµέσως το στόµα του πάνω στο δικό της, τη γλώσσα του που ανοίγει βίαια ένα πέρασµα ανάµεσα


[13] στα χείλη της και τα χέρια του που σφίγγουν τα στήθη της. Αυτό της προκαλεί πόνο και τον σπρώχνει µακριά: «Όχι σαν κτήνος». Η βαριά αναπνοή του αντηχεί µέσα στο σκοτάδι: «∆εν έχουµε καιρό». Νιώθει την ένταση στη φωνή του. Μια αρσενική ένταση, αποτέλεσµα επιθυµίας αλλά και αγωνίας. Εκείνη ακριβώς τη στιγµή αρχίζει να µετανιώνει. Θέλει στ’ αλήθεια η πρώτη της φορά να µοιάζει µε αυτό; Να είναι µερικές γλαυκές στιγµές µέσα σε ένα ετοιµόρροπο καρνάγιο; «Όχι», τον σπρώχνει στο πλάι και αποµακρύνεται προς το παράθυρο για να πάρει λίγο αέρα. Αν βιαστούν, προλαβαίνουν ακόµα να επιστρέψουν πριν από τα µεσάνυχτα. Τότε, αντιλαµβάνεται µια παρουσία, µαλθακή, κρύα και βαριά, και την ίδια στιγµή βλέπει µια µαύρη µορφή να ξεπηδά µέσα από το σκοτάδι. Αφήνει να της ξεφύγει µια κραυγή. «Που να πάρει, Σέτι!» ο Ουίλιαµ την πλησιάζει. Στον πόθο και στην αγωνία του έχει προστεθεί η απογοήτευση. Ξαφνικά τα πόδια του γλιστρούν σαν να έχει πατήσει σε πάγο. Πέφτει και ο αγκώνας του δέχεται όλο το τράνταγµα. Ο πόνος διαπερνά το µπράτσο του. «Γαµώτο!» Το δάπεδο είναι καλυµµένο µε πετρέλαιο. Αισθάνεται το πίσω µέρος του παντελονιού του να ποτίζει σιγά σιγά. Πετρέλαιο καλύπτει και τα χέρια του. Χωρίς να σκεφτεί, ψάχνει στις τσέπες του για να βρει τον αναπτήρα του. Και µόνο όταν µε τον αντίχειρά του στρίβει τον τροχίσκο και εµφανίζεται η φλόγα, συνειδητοποιεί τον κίνδυνο που διατρέχει να µεταµορφωθεί σε ζωντανό πυρσό. Όµως είναι πια πολύ αργά. Το φως ξεπηδά ξαφνικά µέσα στο σκοτάδι. Προσπαθεί να προστατευτεί µε τους βραχίονές του. Οι ατµοί όµως από το πετρέλαιο δεν αναφλέγονται. Τίποτα δεν παίρνει φωτιά. Η λάµψη µόνο της φλόγας αποκαλύπτει ένα θέαµα τόσο φριχτό, που το µυαλό του δυσκολεύεται να το συλλάβει. Ένας άντρας κρέµεται από τα δοκάρια της οροφής µε ένα ξεφτισµένο πλαστικό σκοινί που κάνει το κεφάλι του να γέρνει παράξενα. Είναι µεγαλόσωµος και εντελώς γυµνός, µε τη γαλαζωπή σάρκα του στήθους και των γλουτών του να κρέµεται όλο ζάρες, σαν ρούχο δύο νούµερα µεγαλύτερο.


¶ITEP ME´

[14]

Λείες, γυαλιστερές κουλούρες ξεφεύγουν από µια τοµή που διασχίζει την κοιλιά του από τη µια άκρη ως την άλλη και κρέµονται ανάµεσα στα πόδια του. Η σκιά του, έτσι όπως προβάλλεται πάνω στους ξεφτισµένους τοίχους µε τα γκράφιτι, µοιάζει να χορεύει στο ρυθµό της φλόγας, λες και τα φαντάσµατα πανηγυρίζουν την άφιξη ενός νεοφερµένου. Πίσω από το πτώµα ο Oυίλιαµ διακρίνει το πρόσωπο της Σέτι. Χλοµό, µε κύκλους κάτω από τα µάτια, µαρµαρωµένο από τον τρόµο. Για µια στιγµή πιστεύει ότι το πετρέλαιο που λιµνάζει γύρω του είναι αγροτική καύσιµη ύλη ανακατεµένη µε κόκκινη χρωστική ουσία, ως ένδειξη φοροαπαλλαγής. Τελικά όµως αντιλαµβάνεται ότι πρόκειται για αίµα, πηχτό, γλοιώδες, που ήδη στεγνώνει και βάφει τα χέρια του καφετιά.


Kεφάλαιο 1

I

Ήταν αργά και η ζέστη αποπνικτική. Ο Φιν δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί, καταπλακωµένος από το σκοτάδι του γραφείου του, που τον κρατούσε καθηλωµένο στο κάθισµά του σαν δύο τεράστια χέρια, µαύρα και απαλά. Ο φωτεινός κύκλος που έριχνε η λάµπα πάνω στο γραφείο του αποσπούσε την προσοχή σαν πεταλούδα της νύχτας και του έκαιγε τα µάτια. Θαµπωµένος δυσκολευόταν να τακτοποιήσει τις σηµειώσεις του. Πλάι του διέκρινε την αστραφτερή οθόνη του υπολογιστή του, που το υπόκωφο ροχαλητό του δεν κατάφερνε να ταράξει τη γύρω γαλήνη. Θα έπρεπε να είναι στο κρεβάτι από ώρα, αλλά χρειαζόταν να τελειώσει οπωσδήποτε εκείνη τη µελέτη. Tα µαθήµατα δι’ αλληλογραφίας ήταν η µόνη του διέξοδος και εκείνος δεν είχε κάνει τίποτα ως την τελευταία στιγµή. Ανοησία. Ένιωσε κάτι να κινείται πίσω από την πλάτη του, κοντά στην πόρτα, και στράφηκε οργισµένος πάνω στο κάθισµά του περιµένοντας να δει τη Μόνα. Oι επιπλήξεις όµως δεν πρόλαβαν να βγουν από τα χείλη του. Αντί για τη Μόνα, είδε κατάπληκτος απέναντί του έναν άντρα τόσο ψηλό, που έδινε την εντύπωση ότι δυσκολευόταν να σταθεί όρθιος. Το κεφάλι του έγερνε στο πλάι, για να αποφύγει να ακουµπήσει στο ταβάνι. Τα δωµάτια δεν ήταν ψηλά, αλλά αυτός πρέπει να ήταν γύρω στα δυόµισι µέτρα. Είχε τεράστια πόδια και φορούσε ένα σκού-


¶ITEP ME´

[16]

ρο παντελόνι που σούρωνε σχηµατίζοντας πιέτες γύρω από ένα ζευγάρι µαύρες µπότες. Το βαµβακερό, καρό πουκάµισό του στένευε στη µέση και από πάνω φορούσε ένα ορθάνοιχτο άνορακ µε ανασηκωµένο γιακά και την κουκούλα να κρέµεται στην πλάτη. Τα κρεµαστά µπράτσα του κατέληγαν σε τεράστια χέρια, που πρόβαλλαν µέσα από πολύ κοντά µανίκια. Τα σκοτεινά και ανέκφραστα µάτια του έκαναν το πρόσωπό του πένθιµο. Μακριά και λιπαρά µαλλιά κρέµονταν πίσω από τ’ αυτιά του. Ο Φιν τον έκανε καµιά εξηνταριά χρονών. Ο άντρας παρέµενε βουβός, ακίνητος, και κοίταζε επίµονα τον Φιν. Η σκιά του, όπως σχηµατιζόταν από το φως, διαγραφόταν πάνω στο γραφείο όµοια µε αγάλµατος. Τι έκανε, για όνοµα του Θεού, αυτός ο άνθρωπος εκεί; Ο Φιν ένιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται και τον φόβο να τον πληµµυρίζει, να τον τυλίγει σαν γάντι. Ύστερα, πολύ µακριά, άκουσε τη δική του φωνή, το βογκητό ενός παιδιού µέσα στο σκοτάδι: «Ένας τύπος αλλό-κοτος...» Ο άντρας συνέχισε να τον κοιτάζει επίµονα. «Είναι ένας τύπος αλλό-κοτος εκεί...» «Τι συµβαίνει, Φιν;» Ήταν η φωνή της Μόνα. Πανικόβλητη τον κουνούσε από τον ώµο. Ενώ άνοιγε τα µάτια και κοιτούσε το φοβισµένο και ανήσυχο πρόσωπό της, πρησµένο ακόµη από τον ύπνο, άκουσε τον εαυτό του να βογκά: «Αλλόκοτος τύπος...» «Για όνοµα του Θεού, τι συµβαίνει;» Τραβήχτηκε µακριά της και ξάπλωσε ανάσκελα παίρνοντας βαθιές ανάσες για να ξαναβρεί την αναπνοή του. Η καρδιά του χτυπούσε να σπάσει: «∆εν ήταν παρά ένα όνειρο. Ένα κακό όνειρο». Η εικόνα του ανθρώπου µέσα στο γραφείο του ήταν ακόµα εκεί, σαν παιδικός εφιάλτης. Έριξε µια µατιά στο ξυπνητήρι πάνω στο κοµοδίνο του. Τέσσερις και εφτά. Προσπάθησε να καταπιεί το σάλιο


[17] του, αλλά το στόµα του ήταν στεγνό και κατάλαβε ότι δεν θα κατάφερνε να ξανακοιµηθεί. «Με κατατρόµαξες». «Λυπάµαι». Ο Φιν έσπρωξε τα σκεπάσµατα και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Έκλεισε τα µάτια και έτριψε το πρόσωπό του, αλλά ο άντρας ήταν πάντα εκεί, χαραγµένος στον αµφιβληστροειδή του. Σηκώθηκε όρθιος. «Πού πηγαίνεις;» «Να κατουρήσω». Στις µύτες των ποδιών διέσχισε το χαλί και άνοιξε την πόρτα που έβγαζε στο διάδροµο. Η λάµψη του φεγγαριού σχηµάτιζε γεωµετρικά σχέδια γλιστρώντας µέσα από παράθυρα ενός αόριστα γεωργιανού ρυθµού. Στα µισά του διαδρόµου πέρασε µπροστά από την ανοιχτή πόρτα του γραφείου του. Ήταν κατασκότεινο και ανατρίχιασε στη σκέψη του γίγαντα που είχε εισχωρήσει εκεί στη διάρκεια του ονείρου του. Η εικόνα που διατηρούσε στο µυαλό του ήταν ακόµα ολοκάθαρη και έντονη. Eκείνη η παρουσία ήταν πολύ δυνατή. Όταν έφτασε στην πόρτα του µπάνιου, σταµάτησε για λίγο, όπως κάθε βράδυ εδώ και ένα µήνα, και το βλέµµα του έπεσε στο δωµάτιο που βρισκόταν στην άκρη του διαδρόµου. Η πόρτα ήταν µισάνοιχτη και το φεγγαρόφωτο σκορπούσε στο εσωτερικό φωτεινές πιτσιλιές. Μέσα στο δωµάτιο δεν υπήρχε παρά ένα τροµερό κενό. Ο Φιν, αποκαρδιωµένος και µε το µέτωπο λουσµένο στον ιδρώτα, έστρεψε αλλού το βλέµµα του. Ο παφλασµός των ούρων καθώς ανακατεύονταν µε το νερό γέµισε το µπάνιο µε έναν θόρυβο οικείο και καθησυχαστικό. Η κατάθλιψη έφτανε πάντα µαζί µε τη σιωπή. Eκείνο το βράδυ όµως το συνηθισµένο κενό είχε καλυφθεί. Η εικόνα του άντρα µε το άνορακ είχε πάρει τη θέση όλων των άλλων σκέψεών του, σαν πουλάκι που καταλαµβάνει µια φωλιά. O Φιν αναρωτιόταν αν τον γνώριζε, αν υπήρχε κάτι οικείο σε εκείνο το µακρύ πρόσωπο, σε εκείνα τα ανακατεµένα µαλλιά.


[18]

¶ITEP ME´

Και ξαφνικά θυµήθηκε την περιγραφή της Μόνας για τον άντρα που βρισκόταν µέσα στο αυτοκίνητο. Φορούσε άνορακ, όπως της φάνηκε. Θα πρέπει να ήταν εξήντα χρονών, µε γκρίζα, µακριά και λιπαρά µαλλιά.

ΙΙ

Πήρε λεωφορείο για να πάει στην πόλη και κοίταζε µέσα από το τζάµι τα γκρίζα δοκάρια των κτιρίων να παρελαύνουν, ίδια µε τρεµάµενες εικόνες ενός παλιού ασπρόµαυρου φιλµ. Θα µπορούσε να είχε πάρει το αυτοκίνητό του, αλλά το Εδιµβούργο δεν ήταν πόλη φτιαγµένη για οδήγηση. Όταν έφτασε στην Πρίνσες Στριτ, τα σύννεφα είχαν σκορπίσει και ο ήλιος κέρδιζε κατά κύµατα τις πρασιές των κήπων που απλώνονταν κάτω από τον πύργο. Το πλήθος των φεστιβαλιστών είχε µαζευτεί γύρω από κάποιους καλλιτέχνες του δρόµου που έφτυναν φωτιές και έκαναν ταχυδακτυλουργίες. Μια οµάδα τζαζίστες έπαιζαν µπροστά από τις αίθουσες τέχνης. Ο Φιν κατέβηκε στο σταθµό Γουέβερλι, διέσχισε τις γέφυρες ως την παλιά πόλη και κατευθύνθηκε νότια, µετά το πανεπιστήµιο, πριν στραφεί ανατολικά, στη σκιά του Σάλσµπερι Κραγκς. Ο ήλιος διέγραφε µια διαγώνιο πάνω στην πρασινωπή απότοµη πλαγιά που ανηφόριζε προς τους λόφους δεσπόζοντας στα κτίρια των κεντρικών της Αστυνοµίας, τµήµα «Α». Στο διάδροµο του πρώτου ορόφου οι συνάδελφοι που συναντούσε του έκαναν νόηµα µε το κεφάλι. Ένας από αυτούς ακούµπησε το χέρι στο µπράτσο του και του είπε: «Τα συλλυπητήριά µου, Φιν». Εκείνος αρκέστηκε να κουνήσει το κεφάλι.


[19] Ο Μπλακ, ο γενικός επιθεωρητής, µόλις που σήκωσε τα µάτια από τα ντοσιέ του και του έδειξε µε το χέρι την καρέκλα που βρισκόταν απέναντι από το γραφείο του. Είχε χλοµό, στενόµακρο πρόσωπο και διάλεγε χαρτιά µε δάχτυλα λεκιασµένα από τη νικοτίνη. Όταν τελικά έστρεψε τα µάτια του στον Φιν, το βλέµµα του θύµιζε γεράκι: «Λοιπόν, πώς πηγαίνουν οι σπουδές σου;» Ο Φιν ανασήκωσε τους ώµους: «Καλά». «∆εν σε ρώτησα ποτέ γιατί άφησες το πανεπιστήµιο. Ήσουν στη Γλασκόβη, γι’ αυτό ίσως;» Ο Φιν έγνεψε ναι. «Επειδή ήµουν νέος, σερ. Και ανόητος». «Γιατί µπήκες στην αστυνοµία;» «Επειδή αυτό έκαναν εκείνη την εποχή όσοι έρχονταν από τα νησιά και δεν είχαν ούτε δουλειά ούτε ειδίκευση». «Γνώριζες τότε κάποιον στην υπηρεσία;» «Μερικά πρόσωπα». Ο Μπλακ τον κοίταξε συλλογισµένος: «Ήσουν καλός αστυνοµικός, Φιν. Όµως αυτό δεν σου ταιριάζει πια, έτσι δεν είναι;» «Και όµως αυτό είµαι». «Όχι. Αυτό ήσουν. Μέχρι ένα µήνα πριν. Αυτό που συνέβη ήταν τραγωδία. Όµως η ζωή συνεχίζεται και εµείς πρέπει να προχωράµε. Όλοι κατάλαβαν ότι χρειάζεσαι χρόνο για το πένθος σου. Ο Θεός ξέρει πόσο συχνά συναντάµε το θάνατο στο επάγγελµά µας, ώστε να το κατανοούµε αυτό». Ο Φιν τον κοίταξε µνησίκακα: «∆εν έχετε ιδέα τι σηµαίνει να χάνει κανείς ένα παιδί». «Όχι, αυτό είναι αλήθεια». ∆εν υπήρχε ίχνος συµπάθειας στη φωνή του Μπλακ: «Έχω χάσει όµως κοντινούς µου ανθρώπους και ξέρω ότι δεν έχει


¶ITEP ME´

[20]

κανείς άλλη επιλογή παρά να συµβιβαστεί µε την ιδέα». Ένωσε τα χέρια µπροστά του σαν να ήθελε να προσευχηθεί: «Ωστόσο το να αναµασά κανείς το γεγονός δεν είναι υγιές, Φιν. Είναι νοσηρό». ∆άγκωσε τα χείλη του: «Είναι λοιπόν καιρός να πάρεις µια απόφαση, για να ξέρεις τι θα κάνεις µε τη ζωή σου. Και µέχρι να την πάρεις, εκτός αν υπάρχει κάποιος σοβαρός ιατρικός λόγος που σε εµποδίζει, θέλω να επανενταχθείς στην υπηρεσία». Η πίεση που του ασκούσαν να ξαναρχίσει τη δουλειά δεν είχε σταµατήσει να εντείνεται. Από τη Μόνα ως τις καλές συµβουλές των φίλων, χωρίς να παραλείπονται οι εκκλήσεις των συναδέλφων. Είχε αντισταθεί σε όλα αυτά, επειδή δεν έβλεπε πώς θα µπορούσε να ξαναγίνει εκείνος που ήταν πριν από το δυστύχηµα. «Πότε;» «Αµέσως. Σήµερα». Ο Φιν δέχτηκε την επίθεση και κούνησε το κεφάλι: «Έχω ανάγκη από λίγο χρόνο». «Είχες χρόνο, Φιν. Τώρα, ή επανέρχεσαι ή παραιτείσαι». Ο Μπλακ δεν περίµενε την απάντησή του. Άπλωσε το χέρι πάνω από το γραφείο του και, από ένα σωρό πολύπαθους φακέλους, τράβηξε έναν και τον έσπρωξε προς τον Φιν: «Θυµάσαι τη δολοφονία του Λιθ Γουόκ το Μάιο;» «Ναι». Ο Φιν δεν άγγιξε το φάκελο. ∆εν χρειαζόταν. Θυµόταν πάρα πολύ καλά το γυµνό σώµα που ήταν κρεµασµένο από το δέντρο ανάµεσα στην εκκλησία της Πεντηκοστής και στην τράπεζα. «Υπήρξε κι άλλη», είπε ο Μπλακ. «Πανοµοιότυπος τρόπος ενέργειας». «Πού έγινε;» «Στο Βορρά. Την αποκάλυψε το σύστηµα πληροφορικής HOLMES. Στην πραγµατικότητα, το HOLMES είχε την καταπληκτική ιδέα να σε συµπεριλάβει στην έρευνα».


[21] Ο Μπλακ ανοιγόκλεισε τα µάτια και κοίταξε τον Φιν µε βλέµµα όλο σκεπτικισµό: «Μιλάς τουλάχιστον πάντα τη διάλεκτο;» Ο Φιν παραξενεύτηκε: «Τα γαελικά; Έχω να µιλήσω γαελικά από τότε που εγκατέλειψα το Λιούις». «Καλά θα κάνεις λοιπόν να ασχοληθείς πάλι. Το θύµα είναι από τα µέρη σας». «Από το Κρόµποστ;» ο Φιν έδειχνε κατάπληκτος. «Ένα δυο χρόνια πιο µεγάλος από σένα. Λέγεται», ο Μπλακ συµβουλεύτηκε ένα χαρτί που βρισκόταν µπροστά του, «Μακρίτσι. Άνγκους Μακρίτσι. Τον γνωρίζεις;» Ο Φιν παραδέχτηκε πως ναι, τον γνώριζε.

ΙΙΙ

Ο ήλιος, που µπαίνοντας από το παράθυρο απλωνόταν στο σαλόνι, έµοιαζε να τους µέµφεται για τη λύπη τους. Κόκκοι σκόνης που τους είχε αιχµαλωτίσει το φως αιωρούνταν µέσα στην ασάλευτη ατµόσφαιρα. Μπορούσαν να ακούσουν το θόρυβο των παιδιών που έπαιζαν µπάλα στο δρόµο. Λίγες µόνο εβδοµάδες νωρίτερα θα µπορούσε να πρόκειται για τον Ρόµπι. Το τικ-τακ του ρολογιού που ήταν τοποθετηµένο πάνω στη θερµάστρα έδινε ρυθµό στη σιωπή. Τα µάτια τής Μόνας ήταν κόκκινα, αλλά τα δάκρυά της είχαν στεγνώσει και είχαν παραχωρήσει τη θέση τους στο θυµό: «∆εν θέλω να φύγεις». Αυτή είχε γίνει η επωδός του τσακωµού τους. «Σήµερα το πρωί ήθελες να πάω να δουλέψω».


¶ITEP ME´

[22]

«Θέλω όµως και να επιστρέφεις στο σπίτι. ∆εν θέλω να ξαναβρεθώ µόνη για ολόκληρες εβδοµάδες», πήρε µια βαθιά και τρεµουλιαστή ανάσα, «µε τις αναµνήσεις µου. Με... µε...» Ίσως να µην έβρισκε ποτέ τις λέξεις για να τελειώσει τη φράση της. Tο έκανε ο Φιν αντί για εκείνη: «Με την ενοχή σου;» ∆εν είχε πει ποτέ ότι τη µεµφόταν για οτιδήποτε. Και όµως αυτό συνέβαινε. Είχε προσπαθήσει µε όλη του την καρδιά να το αποφύγει. Εκείνη τον πυροβόλησε µε το βλέµµα της και εκείνος είδε τόσο πόνο στα µάτια της, που µετάνιωσε αµέσως για τα λόγια του: «Ούτως ή άλλως, η υπόθεση δεν θα κρατήσει παρά λίγες µέρες». Πέρασε το χέρι του µέσα από τις ξανθές και σφιχτές µπούκλες των µαλλιών της: «Νοµίζεις στ’ αλήθεια ότι έχω όρεξη να πάω εκεί; ∆εκαοκτώ χρόνια τώρα κάνω το παν για να µη συµβεί κάτι τέτοιο». «Και τώρα ακριβώς αρπάζεις την ευκαιρία. Για να το σκάσεις». «Αχ, µη γίνεσαι γελοία». Ήξερε όµως ότι η γυναίκα του είχε δίκιο. Και δεν ήταν µόνο η Μόνα την οποία ήθελε να αποφύγει. Όλα τον έσπρωχναν να επιστρέψει εκεί όπου παλιά η ζωή ήταν τόσο απλή. Να ξαναβρεί την παιδική του ηλικία, τις ρίζες του. Ξαφνικά του ήταν εύκολο να αγνοήσει το γεγονός ότι είχε περάσει το σπουδαιότερο µέρος της ενήλικης ζωής του προσπαθώντας να αποφύγει αυτή τη στιγµή. Του ήταν εύκολο να ξεχάσει πως όταν ήταν έφηβος τίποτα δεν του φαινόταν πιο σηµαντικό από το να εγκαταλείψει το νησί. Θυµόταν επίσης πόσο εύκολο είχε αποδειχτεί να παντρευτεί τη Μόνα. Για ένα σωρό λανθασµένους λόγους. Για να µην είναι µόνος. Για να έχει ένα πρόσχηµα να µην επιστρέψει. Kαι όµως, µέσα σε δεκατέσσερα χρόνια, το µόνο πράγµα που είχαν οικοδοµήσει ήταν ένα είδος διευθέτησης, µια θέση που ο καθένας από τους δύο είχε εξασφαλίσει µέσα στη ζωή του για τον άλλο. Ένας χώρος που καταλάµβαναν και οι δύο χωρίς στην πραγµατικότητα να τον µοιράζονται. Εί-


[23] χαν υπάρξει συνένοχοι. Είχε δηµιουργηθεί πραγµατική ζεστασιά ανάµεσά τους. Αµφέβαλλε όµως αν υπήρξε έστω και µια µέρα αγάπης. Πραγµατικής αγάπης. Όπως πολλοί άλλοι, ήταν µαζί επειδή δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν. Ο Ρόµπι ήταν µια γέφυρα ανάµεσά τους. Όµως ο Ρόµπι δεν ήταν πια εδώ. «Έχεις ιδέα τι έζησα αυτές τις τελευταίες εβδοµάδες;» είπε η Μόνα. «Το σκέφτοµαι, αλήθεια». Η Μόνα κούνησε το κεφάλι: «Όχι. ∆εν ήσουν υποχρεωµένος να περνάς κάθε λεπτό που χωρίζει την ανατολή του ήλιου από τη δύση µε κάποιον που η σιωπή του ήταν µια ατέλειωτη κραυγή µοµφής. Το ξέρω ότι µου κρατάς κακία, Φιν. Όσο όµως κι αν µε κατηγορείς, εγώ θα κατηγορώ τον εαυτό µου δέκα φορές περισσότερο. Και εγώ τον έχασα, Φιν. Ήταν και δικό µου παιδί». Τα δάκρυα είχαν επιστρέψει και της έκαιγαν τα µάτια. Εκείνος δεν έβρισκε τίποτα να της πει. «∆εν θέλω να φύγεις», η ίδια πάλι επωδός. «∆εν είναι δική µου επιλογή». «Και όµως µπορείς να επιλέξεις. Πάντα µπορεί κανείς να επιλέξει. Επί εβδοµάδες επέλεξες να µην επιστρέψεις στη δουλειά. Μπορείς να επιλέξεις να µην επιστρέψεις στο νησί. Πες τους απλούστατα όχι». «∆εν µπορώ». «Φιν, αν πάρεις αυτό το αεροπλάνο αύριο...» Ο άντρας περίµενε το τελεσίγραφο καθώς εκείνη προσπαθούσε να βρει το κουράγιο να φτάσει ως το τέλος. Τίποτα όµως δεν ήρθε. «Λοιπόν, Μόνα, τι θα γίνει αν πάρω αύριο αυτό το αεροπλάνο;» Την προκαλούσε για να την αναγκάσει να το πει. Έτσι το λάθος θα ήταν δικό της, όχι δικό του. Έστρεψε αλλού το βλέµµα της και δάγκωσε το κάτω χείλος της ώσπου το µάτωσε:


¶ITEP ME´

[24]

«Μην περιµένεις να µε βρεις εδώ όταν θα επιστρέψεις. Αυτό είναι όλο». Την κοίταξε για αρκετή ώρα: «Αυτό θα ήταν ίσως η καλύτερη λύση». Το δικινητήριο αεροπλάνο, που µπορούσε να µεταφέρει έως τριάντα εφτά επιβάτες, τραντάχτηκε από τα αέρια ρεύµατα ενώ έκανε στροφή για να πλησιάσει το Λοχ α Τούαθ και να ετοιµάσει την κάθοδό του στη µικρή πίστα που σάρωνε ο άνεµος του αεροδροµίου του Στόρνογουεϊ. Τη στιγµή που εγκατέλειπαν το χαµηλό και πυκνό στρώµα που σχηµάτιζαν τα σύννεφα, ο Φιν µπόρεσε να δει την γκριζόµαυρη θάλασσα καθώς έσπαγε σε άσπρα θραύσµατα πάνω στα µακριά δάχτυλα του µαύρου βράχου που προεκτεινόταν από τη χερσόνησο του Άι, ένα άγρια κοµµένο κοµµάτι γης, γνωστό στους νησιώτες µε την ονοµασία Πόιντ.* Είδε πάλι τα χαραγµένα στο τοπίο γνωστά µοτίβα που έµοιαζαν µε τα χαρακώµατα του Μεγάλου πολέµου, µε τη διαφορά ότι εδώ οι άνθρωποι δεν τα είχαν σκάψει για να αλληλοσκοτωθούν, αλλά για να ζεσταθούν. Αιώνα τον αιώνα, η εξαγωγή της τύρφης είχε αφήσει αυτές τις χαρακτηριστικές σπαθιές πάνω στις τεράστιες εκτάσεις όπου δεν φύτρωνε τίποτα. Μέσα στον όρµο το νερό, ανατριχιασµένο από το αδιάκοπο πέρασµα του ανέµου, έµοιαζε παγερό. Ο Φιν είχε ξεχάσει αυτό τον αέρα, αυτή την αέναη ώθηση που κατέληγε εδώ αφού κάλυπτε τρεις χιλιάδες µίλια στον Ατλαντικό. Πέρα από το καταφύγιο που πρόσφερε το λιµάνι του Στόρνογουεϊ, δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου δέντρα στο νησί. Όση ώρα είχε κρατήσει η πτήση ο Φιν προσπαθούσε να µη σκέφτεται. Ούτε την επιστροφή του στο γενέθλιο νησί, ούτε την οδυνηρή σιωπή που είχε συνοδέψει στο σπίτι την αναχώρησή του. Η Μόνα είχε περάσει τη νύχτα στο δωµάτιο του Ρόµπι. Την άκουγε να κλαίει * Σηµείο. (Σ.τ.M.)


[25] στην άλλη άκρη του διαδρόµου όση ώρα εκείνος ετοίµαζε τις αποσκευές του. Το πρωί έφυγε χωρίς να πει λέξη και, τη στιγµή που έκλεινε την πόρτα, ήξερε ότι εγκατέλειπε τη Μόνα. Αναγνώριζε τώρα τις παλιές αποθήκες που εκτείνονταν κατά µήκος της πίστας του αεροδροµίου και στο βάθος διέκρινε τον ολοκαίνουργιο τερµατικό σταθµό του φέρι. Ο Φιν ένιωσε να τον πνίγει η συγκίνηση. Είχε περάσει τόσος καιρός. ∆εν ήταν προετοιµασµένος για το κύµα των αναµνήσεων που ξαφνικά τον πληµµύρισαν.


Οι κυνηγοί των Χάιλαντς - Πίτερ Μει  

απόσπασμα από το βιβλίο

Advertisement