Issuu on Google+

PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 5

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΣχΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ g

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 6

1996 ©

έπαινος γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς

Copyright Βασίλης Παπαθεοδώρου – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2013

Έτος 1ης έκδοσης: 2013 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης ΒέρνηςΠαρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com ISBN 978-960-03-5583-3


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 7

Στη Ρέα μυλωνά


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 8

Ευχαριστώ τον Κώστα, τη γεωργία, την Ίριδα, τον Ανδρέα Ντ., την κυρία Αγγελική Βαρελά, τον Θωμά Σπ., τον γιάννη Πασχ., την Ντανύ και την φιλία, για την κριτική και την ενθάρρυνσή τους.


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 9

Η

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΟχΗ ΤΟΥ χΡΟΝΟΥ γΙΑ μΕΝΑ ΕΊΝΑΙ Η

άνοιξη. Δεν λέω, και οι άλλες εποχές έχουν τις χάρες τους, ο χειμώνας το τζάκι και τα δώρα των χριστουγέννων, το καλοκαίρι τα μπάνια, τα τζιτζίκια και το καρπούζι, ακόμα και αυτό το φθινόπωρο, που δεν αρέσει σε πολλούς επειδή αρχίζουν τα σχολεία, ακόμα και αυτό φέρνει μια ωραία μελαγχολία στο μυαλό σου την ώρα που πατάς τα κιτρινισμένα ξερά φύλλα στο δρόμο γυρνώντας σπίτι, αλλά την άνοιξη δεν τη συγκρίνω με καμιά άλλη. Δεν μου αρέσει να λέω ότι τότε ξαναγεννιέται η φύση και ντύνεται στα πράσινά της. Όχι, αυτά τα γράφω στις εκθέσεις μου και παίρνω «μπράβο». μου αρέσει όμως να βλέπω τη μέρα να μεγαλώνει, τον ήλιο να ξεθαρρεύει, εμάς να ντυνόμαστε πιο ελαφρά. Επίσης, μου αρέσει να πηγαίνουμε εκδρομές τις Κυριακές, ή όταν λιώνουν τα χιόνια να πηγαίνω μακρινές βόλτες με το ποδήλατό μου στην εξοχή, ενώ ο Ρούντυ τρέχα πίσω μου λαχανιασμένος, αλλά πολύ χαρούμενος. Ο Ρούντυ είναι το σκυλί μου, ένα μεγάλο λυκόσκυλο μό


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 10

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

λις τριών ετών, ένα σκυλί που τρελαίνεται να το χαϊδεύεις στο λαιμό και στην κοιλιά και γυρνάει το πρόσωπό του, προσπαθώντας να σε γλείψει στα χέρια και στα πόδια, δείχνοντας έτσι την ευγνωμοσύνη του. Η άνοιξη μου αρέσει όμως και για άλλον ένα λόγο: για το Πάσχα. Όταν ήμασταν στην Ελλάδα, τότε κατεβαίναμε κάθε χρόνο στο χωριό μας στην Αρκαδία για να κάνουμε Πάσχα και να δούμε τον παππού και τη γιαγιά. Εδώ και κάτι χρόνια όμως που είμαστε στη γερμανία, γιορτάζουμε σε ένα μικρό εκκλησάκι που είχαν χτίσει κάποτε –πριν από πολύ καιρό– οι Έλληνες του μονάχου, έξω από την πόλη, για να βρίσκονται εκεί και να προσεύχονται. Είναι ωραίο να πηγαίνεις τη μεγάλη Εβδομάδα στην εκκλησία. Παλιά, όταν ήμουν μικρότερος, βαριόμουν πάρα πολύ γιατί δεν καταλάβαινα καθόλου τι έλεγε ο παπάς. Όμως, χρόνο με το χρόνο, σταμάτησα να βαριέμαι και τώρα –δίχως ακόμη να καταλαβαίνω τι λένε– φαντάζομαι τον εαυτό μου πολεμιστή του Βυζαντίου, να παρακολουθεί την τελευταία Λειτουργία προτού πάει στη μάχη, μια μάχη ενάντια σε βάρβαρους, απολίτιστους ξένους στρατούς, που ήρθαν να πειράξουν την Πόλη του και τους ανθρώπους του. μπορεί σε αυτό τον πόλεμο να έχανα τη ζωή μου, όμως πάντα πίστευα, την ώρα της Λειτουργίας, ότι όποια και αν ήταν η κατάληξη της μάχης, πάλι εγώ και μόνο εγώ θα ήμουν ο νικητής, γιατί θα είχα αγωνιστεί για την τιμή μου. Όταν δε όλοι μαζί ψάλλαμε, μεγάλη Παρασκευή πια, το «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον...», που μου εξήγησε η μητέρα μου ότι «έαρ» είναι η άνοιξη, τότε εγώ 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 11

ΣχΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

πάντα δάκρυζα, σκεφτόμενος ότι αυτό τον ύμνο θα ήθελα να ακούω όταν πολεμούσα, έναν ύμνο για την άνοιξη. Πω, πω! Ξεχάστηκα με τις διηγήσεις μου και δεν συστήθηκα ακόμα. Λοιπόν, γεια σας! με λένε γιώργο χρονόπουλο και είμαι δεκατριών χρόνων. Πάω στη δευτέρα γυμνασίου, ή στην όγδοη τάξη, όπως λένε εδώ οι γερμανοί, έχω κερδίσει δηλαδή χρονιά. Οι γονείς μου με φωνάζουν πολλές φορές «γιωργάκη», πράγμα που παλιότερα με εκνεύριζε φοβερά, γιατί δεν είμαι και κάνα μωρό, από τότε όμως που ήρθαμε στη γερμανία, πριν τρία τριάμισι χρόνια, δεν με ενοχλεί πια. Και οι ίδιοι οι γονείς μου έχουν καταλάβει ότι «γιωργάκη» θα με φωνάζουν όταν είμαστε μόνοι μας, οι τρεις μας. Και ο πατέρας μου και η μητέρα μου είναι δάσκαλοι, στο ελληνικό Δημοτικό σχολείο αυτής της περιοχής του μονάχου που ζούμε. Ευτυχώς, υπάρχουν Έλληνες και αρκετοί μάλιστα, και έτσι δεν νιώθουμε πάντα τόσο ξένοι και τόσο μόνοι. Στην Αθήνα ζούσαμε σε μια περιοχή που λέγεται Παλιά Κοκκινιά, δεν ξέρω αν την έχετε ακουστά. Η γειτονιά μας είχε πολλά παλιά σπίτια, τριάντα και τριάντα πέντε και σαράντα ετών και, απ’ όσο μου έχουν πει, θεωρείται φτωχή γειτονιά. Εμένα μου άρεσε όμως που έβρισκα κάθε απόγευμα τους φίλους μου στα παγκάκια του περιβόλου της εκκλησίας και παίζαμε ποδόσφαιρο ή μπάσκετ ώς το βράδυ. γι’ αυτό δεν με πείραζε που η γειτονιά ήταν κάπως φτωχή. Ίσως, αν ήταν πιο πλούσια, να μην είχε τόσο ωραίο περίβολο η εκκλησία. 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 12

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

Στη γερμανία ήρθαν οι δικοί μου όταν πήγαινα στην πέμπτη Δημοτικού. Εδώ πληρώνονταν καλά και τους έμενε και ο μισθός τους στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου έπρεπε να πληρώνει το νοίκι για το διαμέρισμά μας στην Κοκκινιά, να βοηθάει οικονομικά τη θεία μου τη Σταματίνα και να στέλνει και κάποια χρήματα στο χωριό, στον παππού και στη γιαγιά. Τώρα που είμαστε στη γερμανία έχουμε ξενοικιάσει το σπίτι μας, αλλά βοηθάμε τη θεία μου και τους παππούδες μου. Ο πατέρας μου λέει ότι πρέπει να μαζέψουμε λεφτά για να αγοράσουμε ένα δικό μας σπίτι. Έτσι κι εγώ έχω σταματήσει να ζητάω πολλά πράγματα, παιχνίδια κυρίως, και όποτε είναι πάω σε φίλους μου να παίξω με τα δικά τους. Δεν σας είπα πως η θεία μου η Σταματίνα είναι η μεγαλύτερη αδερφή του πατέρα μου, περίπου σαράντα πέντε χρόνων. Δεν έχει παντρευτεί και έτσι με αγαπάει σαν δικό της παιδί. Κι εγώ βέβαια την αγαπώ τη θεία μου, γιατί βλέπω ότι παιδεύεται που ζει σχεδόν μόνη της και δεν έχει σταθερή δουλειά. Πότε κρατάει τα μωρά της γειτονιάς, πότε βοηθάει καμιά γειτόνισσα να σιδερώσει, τέτοια πράγματα. Από αυτά τα λίγα που βγάζει όμως, πάντα μου δίνει ένα μικρό χαρτζιλίκι... Αυτήν τη στιγμή που γράφω αυτά τα πράγματα, κάθομαι στο γραφειάκι του δωματίου μου, μπροστά από το παράθυρο. Ο καιρός είναι, όπως τις περισσότερες φορές εδώ στη γερμανία, μουντός, αλλά παρ’ όλα αυτά εμένα μου αρέσει να κοιτώ προς τα έξω, πέρα από τα σπίτια της γειτονιάς και τους ήσυχους, καθαρούς δρόμους, εκεί 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 13

ΣχΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

που αρχίζει το δάσος, στους πρόποδες του λόφου. Κι όταν δεν μπορώ να πάω βόλτα προς τα εκεί, κάνω περιπάτους με το μυαλό μου, τρέχοντας ανάμεσα στους θάμνους και τα δέντρα, με τα χέρια μου ανοιχτά να γρατζουνίζονται από τα άγρια φύλλα και τα κλαδιά τους και με το βλέμμα μου προς τα επάνω να προσπαθεί να αντίκρισα ένα κομμάτι ουρανού. Νιώθω εκείνη τη στιγμή πολύ ελεύθερη τη φαντασία μου και χαίρομαι. χαίρομαι και μου αρέσει αυτό το όνειρο, παρόλο που ο ουρανός δεν είναι ποτέ τόσο γαλανός όσο στην Αρκαδία.




PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 14

Α

ΠΟ ΣΗμΕΡΑ ΘΑ ΕχΟΥμΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΣΥμμΑ-

θητή στην τάξη μας. Τον λένε γιώργο χρονόπουλο και είναι από την Ελλάδα. Ζει στη γερμανία περίπου τρία χρόνια και οι γονείς του είναι δάσκαλοι στο ελληνικό Δημοτικό. γιώργο, καλώς ήρθες και χαιρόμαστε που θα σε έχουμε μαζί μας». «Ευχαριστώ πολύ, κύριε» είπα εγώ. Αυτήν τη σκηνή, αρχές Σεπτεμβρίου ήταν, τη θυμάμαι έντονα ακόμα και τώρα, πέντ’ έξι μήνες πιο μετά. Ο κύριος μίκαελ είναι ο αρμόδιος και υπεύθυνος καθηγητής για το τμήμα μου. Αυτός είναι πιο κοντά στα παιδιά και φρόντιζα να λύνει όποια τυχόν προβλήματα δημιουργούνται. Αυτός ανέλαβε να με συστήσει στα άλλα παιδιά και να με βοηθήσει να ενταχθώ στην τάξη. Όση ώρα μιλούσε ο κύριος μίκαελ, τα παιδιά από κάτω, οι καινούριοι συμμαθητές μου, με κοιτούσαν σοβαροί, εξετάζοντάς με σχεδόν από την κορφή ώς τα νύχια, προσπαθώντας ίσως να ανακαλύψουν κάτι παράξενο πάνω μου. Δεν ένιωσα καθόλου άνετα και πρέπει να είχα κοκκινήσει, πράγμα που το κατάλαβε ο κύριος και βιάστηκε κάπως να κλείσει τη συζήτηση.

«




PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 15

ΣχΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Έπρεπε όμως να βρω κάπου να καθίσω. Επειδή δεν υπήρχαν πολλά θρανία κενά, μου είπε να πάω να κάτσω προς το τέλος, δίπλα στον Αντρέας. «Εκτός αν θέλεις να καθίσεις μαζί με τον Τζάφερ» είπε ένα παιδί από τη δεύτερη σειρά θρανίων, και ένα γέλιο ακούστηκε από όλη σχεδόν την τάξη. Τα μισά παιδιά με ένα πονηρό χαμόγελο κοιτούσαν εμένα και τα άλλα μισά γύρισαν να δουν ένα παιδί που καθόταν μόνο του, στο τελευταίο ακριανό θρανίο. Το αγόρι αυτό ήταν πολύ μελαχρινό, σχεδόν μελαμψό, και όπως έμαθα αργότερα ήταν Τούρκος. Τα μάτια του κοιτούσαν θλιμμένα προς το μέρος των υπολοίπων, θυμίζοντάς μου τα μελαγχολικά μάτια του Ρούντυ, του σκύλου μου, όταν δεν τον πηγαίνω βόλτα ή όταν δεν τον χαϊδεύω. Στην πραγματικότητα όμως, ο Τζάφερ κοιτούσε προς το μέρος μας αλλά δεν μας έβλεπε. Η ματιά του προσπαθούσε να βρει χώρο μέσα από τα σώματα, τις τσάντες και τα θρανία των συμμαθητών μας και να ακουμπήσει στον τοίχο, στην πόρτα ή σε κάποιο άλλο αντικείμενο. Πω, πω! Δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση του. Όχι βέβαια ότι και η δική μου θέση ήταν πολύ καλύτερη. «Σταματήστε τις ανοησίες» φώναξε ο κύριος μίκαελ και ολωνών το γέλιο σταμάτησε μεμιάς. «γκέοργκ, σε παρακαλώ πήγαινε να καθίσεις» μου είπε κι εγώ υπάκουσα. Τη στιγμή που πήγαινα προς τη θέση μου, άκουσα τον διπλανό του παιδιού που προηγουμένως είχε κάνει το σχόλιο να λέει: «Κι άλλος ξένος. γεμίσαμε από δαύτους», ενώ ο διπλανός του κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας μαζί του. 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 16

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

Η αλήθεια είναι ότι ένιωθα άβολα σε αυτή την τάξη. Αυτό το φοβόμουν μήνες πιο πριν, όταν μου είχε πει ο πατέρας μου ότι δεν θα πήγαινα πια στο ελληνικό γυμνάσιο, αλλά στο γερμανικό, για να μάθω πιο καλά τη γλώσσα. «Κι έτσι, γιωργάκη μου, όταν μεγαλώσεις θα μπορέσεις να σπουδάσεις εδώ αν θέλεις, αφού θα γνωρίζεις άριστα τη γλώσσα». Τότε δεν του έδειξα την απογοήτευσή μου, από φόβο μην τον στενοχωρήσω. Αρκετές έγνοιες είχε με τη δουλειά του και με την υπόλοιπη οικογένεια, τον παππού, τη γιαγιά και τη θεία Σταματίνα, στην Ελλάδα. Δεν ήθελα να του φορτώσω μία ακόμα. Αλλά δεν μου άρεσε που θα έχανα τους φίλους μου, αυτούς που έπαιζα σε κάθε διάλειμμα του μαθήματος ποδόσφαιρο και μπάσκετ, όπως παλιότερα στη γειτονιά μου. Οι γονείς μου με καθησύχαζαν πως θα βρω καινούριους φίλους και θα κάνω κι άλλες παρέες. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, τόσο περισσότερο μεγάλωνε το άγχος μου για το καινούριο μου περιβάλλον. Ο πατέρας μου προσπαθούσε πάλι να με καθησυχάσει: «μην ανησυχείς. Είσαι δυνατός χαρακτήρας. Θα τα καταφέρεις». Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν την πρώτη εκείνη μέρα στην καινούρια μου τάξη. Πήγα και κάθισα στο τελευταίο θρανίο, στην ακριβώς απέναντι μεριά από τον Τζάφερ. Τουλάχιστον δεν θα καθόμουν μόνος μου. Θα ήμουν μαζί με τον Αντρέας. «Κάτσε, κάτσε» μου είπε αυτός. «Θα τα περάσουμε 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 17

ΣχΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

ωραία» συμπλήρωσε και χαμογέλασε, δίνοντάς μου θάρρος. χαμογέλασα κι εγώ αυθόρμητα, αναστενάζοντας από ανακούφιση. Ευτυχώς, απ’ ό,τι φαινόταν, δεν θα ήμουν εντελώς ξένος. Το μάθημα είχε αρχίσει κανονικά. μετά κάναμε κάποιες επαναλήψεις, από το καλοκαίρι. Απ’ ό,τι φάνηκε τα θυμόμουν μια χαρά. μάλιστα, μπορώ να πω ότι θυμόμουν περισσότερα από τους άλλους, παρόλο που είχα έρθει από άλλο σχολείο. Αυτό μάλλον δεν άρεσε σε αρκετούς. Κάποιες φορές γύριζαν ο χέλμουτ και ο Ρίχαρντ, οι δυο διπλανοί που κορόιδεψαν στην αρχή, προς το μέρος μου. Ένιωθα ότι με κοίταζαν με ζήλια. Άλλοτε, όταν έλεγα κάποια λέξη λάθος στα γερμανικά, άρχιζαν να γελάνε, παρασύροντας και πολλούς άλλους. «Άσ’ τους να γελάνε» μου είπε ο Αντρέας. «μη σε νοιάζει. Είναι βλάκες». «Ευχαριστώ» του είπα εγώ. Στο διάλειμμα σηκώθηκα να πάω να πιω νερό. «Περίμενέ με, έρχομαι κι εγώ» φώναξε ο Αντρέας. Τον είδα να κλείνει τα τετράδιά του και να προσπαθεί να τα βάλει στην τσάντα του. Το δεξί του χέρι το λύγιζε κάπως περίεργα και δεν μπορούσε να πιάσει καλά. Όταν σηκώθηκε να έρθει προς το μέρος μου, παρατήρησα ότι κούτσαινε από το δεξί του πόδι. «Τελικά δεν είμαστε εγώ κι ο Τζάφερ οι μόνοι ξένοι σε αυτό το τμήμα» σκέφτηκα.

 o


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 18

Τ

Α ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ ΕΔΩ ΣΤΗ γΕΡμΑΝΙΑ ΠΕΡΝΑΝΕ ΔΙΑ-

φορετικά απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Τώρα βέβαια κάτι είπα κι εγώ. Εδώ όλη η ζωή είναι διαφορετική, τα Σαββατοκύριακα δεν θα ήταν; Πολλές φορές όμως μου λείπει το σινεμά που με πήγαιναν οι γονείς μου με τους φίλους μου, οι ταβέρνες και τα ζαχαροπλαστεία που τρώγαμε τις Κυριακές τα μεσημέρια, ή ακόμα οι επισκέψεις σε θείους και θείες και τα παιχνίδια με τα ξαδέλφια μου. μερικές φορές μου λείπει ακόμα και η φασίνα που έκανε η μητέρα μου σαββατιάτικα, όταν άνοιγε διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα στο σπίτι και τίναζε κουβέρτες, σεντόνια και χαλιά. Εδώ όμως έχω βρει και κάνω κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορούσα να το κάνω στην Αθήνα. Κάθε Σάββατο παίρνω το ποδήλατό μου και με τον Ρούντυ παρέα αρχίζω τις μακρινές βόλτες. Λέω στη μητέρα μου ότι θα πάω μέχρι τον Πάνο να παίξουμε. Το ίδιο λέει κι αυτός για μένα στη δικιά του μητέρα. Ο Πάνος είναι ο καλύτερός μου φίλος, ο κολλητός μου. Τρία χρόνια μαζί, διπλανοί στο θρανίο, φέτος χωρίσαμε. Ο Πάνος έμεινε στο ελληνικό σχολείο. Οι δικοί του 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 19

ΣχΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

ήθελαν να έρθει και αυτός στο γερμανικό γυμνάσιο, αλλά δεν τον πίεσαν πολύ. Οι φόβοι του ήταν μάλλον πιο δυνατοί από τους δικούς μου. με τον Πάνο λοιπόν βρισκόμαστε κάθε Σαββατοκύριακο, πολλές φορές και μεσοβδόμαδα. Άλλοτε παίζουμε, άλλοτε τρώμε ο ένας στο σπίτι του άλλου και διαβάζουμε. Το καλύτερο μας όμως είναι να παίρνουμε τα ποδήλατά μας και να πηγαίνουμε πολύ πέρα από το άκρο της πόλης. Εκεί βγαίνουμε από την κεντρική οδό και ακολουθούμε ένα μικρό εξοχικό δρομάκι. Ένα δρομάκι που μας οδηγεί μέχρι το δάσος και που, όσο πάει, γίνεται όλο και πιο κακοτράχαλο. Σε αυτούς τους περιπάτους μάς ακολουθούν ο Ρούντυ και ο μακ, οι σκύλοι του Πάνου. Πότε από πίσω μας, πότε τρέχουν μπροστά και χάνονται, κυνηγώντας ο ένας τον άλλο. Τότε κι εμείς βάζουμε τα δυνατά μας να τους φτάσουμε. Σηκωνόμαστε από τις σέλες και κάνουμε ορθοπεταλιά, προσπαθώντας να συναγωνιστούμε μεταξύ μας, για το ποιος θα χαθεί πρώτος μέσα στο δάσος. Το δάσος είναι το μέρος που βλέπω στα όνειρά μου πως τρέχω, με ανοιχτά τα χέρια, κοιτώντας προς τα πάνω. Κάθε φορά που πηγαίνουμε εκεί ακολουθούμε διαφορετική διαδρομή. Θέλουμε συνέχεια να βλέπουμε, να γνωρίζουμε νέα μέρη. μια φορά όμως –γύρω στα τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου– συνέβη κάτι που σίγουρα δεν θα το ξεχάσω ποτέ: Ήταν μια συνηθισμένη βροχερή μέρα. Έπειτα από το 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 20

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

σχολείο γύρισα σπίτι, έφαγα και ξεκίνησα αμέσως για τον Πάνο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα μια ακατανίκητη επιθυμία εκείνη τη στιγμή να βγω για μια βόλτα στο δάσος. Τα σκυλιά δεν τα πήραμε μαζί, γιατί δεν θέλαμε να αργήσουμε. Το δάσος εκείνη τη μέρα ήταν ασυνήθιστα σκοτεινό. Σκοτεινό αλλά και γοητευτικό μαζί. Κατεβήκαμε από τα ποδήλατά μας και προχωρούσαμε. Το νοτισμένο χώμα μύριζε φρεσκάδα, έμπαινε η μυρωδιά του μέσα μας και μας γέμιζε τους πνεύμονες. Αρχίσαμε να λέμε, όπως συνήθως, αστεία περιστατικά από το σχολείο. Σε κάποια στιγμή ο Πάνος ανέβηκε απότομα στο ποδήλατό του και έφυγε βολίδα προς τα εμπρός. Αυτό ήταν ένα παιχνίδι που κάναμε μερικές φορές, να πιάσουμε ο ένας τον άλλο αφηρημένο εκεί που μιλούσαμε και να του ξεφύγουμε. «Περίμενε! Στάσου!» φώναζα εγώ στον Πάνο. Αυτός δεν με άκουγε. Είχε ήδη ξεφύγει αρκετά. Δεν είχα όρεξη εκείνη την ώρα για κυνηγητό, αλλά αναγκάστηκα να ακολουθήσω. Είναι αρκετά δύσκολο να προσπαθείς να κάνεις ποδήλατο αποφεύγοντας τις πέτρες και τις λακκουβίτσες του μονοπατιού. Και οι δυο μας είμαστε καλά εξασκημένοι, αλλά εγώ πάνω στη βιασύνη μου έκανα μια στραβοτιμονιά και έπεσα. χτύπησα κάπως την πλάτη μου αλλά δεν μ’ ένοιαζε και πολύ. Η μεγάλη μου ανησυχία ήταν τώρα να μη χάσω τον Πάνο. Όχι τίποτ’ άλλο, πώς θα γυρνούσα πίσω μόνος μου και τι θα έλεγα το βραδάκι στη μητέρα του Πάνου και τη δικιά μου. 


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 21

ΣχΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

«Πάνο! Πάνοο! Πάνοοο!» φώναζα με όλη μου τη δύναμη, αλλά μάταια. Κανείς δεν με άκουγε, κανείς δεν απαντούσε. Τα δέντρα γύρω μου θρόιζαν, άπλωναν τα κλαδιά τους, θαρρείς επίτηδες για να μη βλέπω και να μην ακούω. Προχωρούσα κρατώντας το ποδήλατο. Η αγωνία μου ήταν τώρα πολύ μεγάλη. «Πάνοοο!...» Θα γυρνούσα έτσι γύρω στη μισή ώρα. Δεν ήξερα ακριβώς πού βρισκόμουν. γύρω μου κανένα σημάδι ζωής. Λίγο πιο μακριά, τα δέντρα σχημάτιζαν ένα μικρό ξέφωτο. Προχώρησα προς τα εκεί, ελπίζοντας να βρω τον φίλο μου να ξεκουράζεται. με το που έφτασα, ένιωσα μεγάλη έκπληξη. Στο ξέφωτο, στη μέση του δάσους, υπήρχε ένα μικρό, ξύλινο, φτωχικό σπιτάκι, μια καλύβα. Έμεινα ακίνητος, κρατώντας την αναπνοή μου. Δεν ήξερα αν έπρεπε να προχωρήσω ή να γυρίσω πίσω. Ήθελα πολύ να εξερευνήσω αυτή την περιοχή, να δω ποιος μένει σ’ αυτή την παράγκα. Από την άλλη φοβόμουν, καθώς άρχιζε να σκοτεινιάζει. Έκανα ένα βήμα μπροστά, δειλά δειλά. μετά άλλο ένα. Πάτησα κάτι ξερά φύλλα και αυτό ακούστηκε πολύ μέσα στην ησυχία του δάσους. Στο σπιτάκι δεν φαινόταν να υπάρχει ζωή. Έκανα ένα τρίτο βήμα και παραπάτησα. μερικές πέτρες κύλησαν μπροστά, παρασύροντας κι άλλες μαζί τους, και έκαναν θόρυβο. Τρόμαξα και γύρισα να φύγω. Τότε, πέντε βήματα πιο πίσω μου, τον είδα να με κοι


PAPATOEDOROU_PARASTASH sel_Final_Layout 1 14/05/2013 3:49 ΜΜ Page 22

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

τάει. Ένας γέρος με παλιόρουχα και μακριά γενειάδα με κοίταγε αγριεμένος. Η μορφή του ήταν πολύ αυστηρή. Στο χέρι του κρατούσε ένα μπαστούνι. Έκανε να με πλησιάσει. Τότε εγώ γούρλωσα τα μάτια μου και άρχισα να τρέχω φωνάζοντας. Καβάλησα το ποδήλατό μου και, χωρίς να υπολογίζω ούτε πέτρες ούτε κλαδιά, έκανα πετάλι με όλη μου τη δύναμη. Δεν γύρισα ούτε στιγμή να κοιτάξω πίσω μου. Νόμιζα ότι μ�� ακολουθούσε βήμα προς βήμα, ότι ένιωθα την ανάσα του. Στο δάσος τώρα δύσκολα έβλεπες πέρα απ’ τη μύτη σου. Τόσο σκοτεινό ήταν. Το αίμα είχε πάγωσα μέσα μου, ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Είχα λαχανιάσει, τα πόδια μου πονούσαν. Δεν σταματούσα όμως. Αρκετά πιο πέρα έβλεπα ένα αχνό φως να ξεχωρίζει. Προσπάθησα να πλησιάσω. Όσο το έφτανα, καταλάβαινα ότι εκεί κάπου τελείωνε το δάσος και άρχιζε ο δρόμος. Επιτέλους! Κατάλαβα πού βρισκόμουν! Βγήκα στο δρόμο με μεγάλη χαρά που είχα καταφέρει να ξεφύγω. Σε εκατό μέτρα περίπου είδα μια φιγούρα. Κάποιος καθόταν κάτω. Είχε κι ένα ποδήλατο δίπλα του. Ήταν ο Πάνος. «Πάνο!» του φώναξα εγώ μόλις τον πλησίασα. «Πού να σου λέω τι έγινε!» «μα πού ήσουν τόση ώρα;» με ρώτησε αυτός ατάραχος.




Βασίλης Παπαθεοδώρου - Σχολική παράσταση