Issuu on Google+

Γιάννης Πέτσας

Το «έβδομο» ανακοινωθέν Μυθιστόρημα


Ο Γιάννης Πέτσας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Μεταξύ 1981 και 1986 σπούδασε στην ΑΣΚΤ, ζωγραφική με δάσκαλους τους Γιάννη Μόραλη και Δημήτρη Μυταρά και σκηνογραφία με το Βασίλη Βασιλειάδη, απ’ όπου και τιμήθηκε με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. Έχει συνεργαστεί με το Υπουργείο Πολιτισμού σε μια σειρά εκθέσεων στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Συνεργάστηκε επίσης στον τομέα των εκδόσεων υπό τον ίδιο φορέα και με την Επιτροπή Υποψηφιότητας Ολυμπιακών Αγώνων. Το 1992 εκθέτει έργα του για πρώτη φορά στην Αθήνα, στην γκαλερί TITANIUM, όπου δίνει μια ανεικονική ταυτότητα. Από το 1995, αναζητώντας νέους δρόμους και διαφορετικά εκφραστικά μέσα, η δουλειά του στρέφεται αρχικά στο χώρο με τρισδιάστατες χάρτινες κατασκευές, σ’ ένα είδος υπερβατικού ρεαλισμού. Παράλληλα με τα εικαστικά ασχολείται με τη συγγραφή. Συγγράφει συνήθως φανταστικά δοκίμια, μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα. «Το “έβδομο” ανακοινωθέν» είναι η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα.


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ Γιάννης Πέτσας Διορθώσεις: Δημήτρης Χρήστου Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Επιμέλεια έκδοσης: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Επιμέλεια εξωφύλλου: Γιάννης Πέτσας Φωτογραφία εξωφύλλου: Μάνος Χατζηκωνσταντής © Copyright: Εκδόσεις «Ιωλκός» & Γιάννης Πέτσας Οκτώβριος 2009 Α΄  Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΩΛΚΟΣ»

• Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684, Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-552-7


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

ΤΟ « Ε ΒΔΟΜΟ» Α ΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Μυθιστόρημα

ΙΩΛΚΟΣ


Ευχαριστώ τη Βιργινία Ρωμάνου για την υπομονή και τη συμπαράστασή της, καθώς και τους Γιάννη και Άσπα Παπαδημητροπούλου, που χωρίς αυτούς δε θα είχε γίνει αυτή η έκδοση.


Στον Paper


Α΄

Μετά το ’74, η Ελλάδα ολοκλήρωσε τις σπουδές της στ’ αμερικάνικα κολέγια, σπουδάζοντας κυβερνητική και παρακυβερνητική, οικονομία και παραοικονομία, θεατρική δημοκρατία και ολοκληρωτική κρατική παρέμβαση, κατασκευασμένο δίκαιο, παραχαραγμένη ιστορία, εξαρτήσεις, ψυχολογία του όχλου, μαζική προσωπικότητα, ηθικά μοντέλα, κατασκευή ειδώλων και παραπληροφόρηση. Απόσπασμα από την Πέμπτη προκήρυξη


ΛΟΓΟΣ Α΄

Γραμμή 1: Pont de Neuilly - Château de Vincennes

Όταν η αγρύπνια απέκτησε την «προσωνυμία» της διάρκειας

και ο χρόνος επεκτάθηκε παραμορφώνοντας εσωτερικά –ανεπαίσθητα– την κοιλότητα των κροτάφων μου, οι αντιδράσεις μου ελαχιστοποιήθηκαν, εξασφαλίζοντας χωρητικότητα στον σκληρό δίσκο της συνείδησης. Καθώς η λάμπα του εκκολαπτηρίου καίει τις ρίζες των μαλλιών μου, ως μόνη ένδειξη επαφής μου με το περιβάλλον, η γλώσσα μου δονείται σαν βουβή καμπάνα και κύματα αγανάκτησης προσκρούουν στο λιμενοβραχίονα του ασύμμετρου κελιού της φυλακής μου. Ο χρόνος σταθεροποιείται μες στην επανάληψη του: απ’ το πώς ανάβεις ένα τσιγάρο, ως τους μοναχικούς περίπατους στη χερσόνησο της μνήμης, στη λιμνοθάλασσα της λήθης. Πάντα με τον ίδιο καιρό, κάτω απ’ την πορτοκαλί άλω των προβολέων και το άγρυπνο βλέμμα της κάμερας, οι αγρύπνιες μας συναντιόνται, παριστάνοντας ότι δε γνωρίζει η μια την άλλη. Δε γνωρίζω προσωπικά κανέναν απ’ τους συντρόφους μου και ο προαυλισμός μας γίνεται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, δήθεν για λόγους ασφάλειας, στην πραγματικότητα όμως για να επεκταθεί ο χρόνος της απομόνωσης και να επιτευχθεί η αλλοίωση της συνείδησης. Ήχοι από μηχανάκια, φρεναρίσματα, συναγερμοί και σειρήνες, βρισιές και φλέματα κάποιου φθισικού περαστικού, 11


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

κορναρίσματα και το αγκομαχητό του φορτηγού στο στήθωμα, ανακατεύονται με το νερό στα παλιά υδραυλικά συστήματα και στα λούκια της αποχέτευσης. Σαν τον τελευταίο αυτοκράτορα της Κίνας ξοδεύω το χρόνο μου, κάνοντας αβέβαια βήματα στα μονοπάτια της σιωπής και της αμφισβήτησης, μελετώντας τη βιβλιογραφία της επανάστασης, κυνηγώντας την αύρα του νυχτερινού ίσκιου μου στις επικλινείς κεραμοσκεπές της αθλιότητας, ανασαίνοντας με κρίσεις άσθματος τα βαριά αποθέματα νικοτίνης, που σαν το θειάφι κιτρινίζουν το χάραμα και τα αδέξια δάκτυλά μου, όπως αναπηδούν στο πληκτρολόγιο της τενεκεδένιας πανοπλίας μου. Όταν για πρώτη φορά αναπάντεχα, καταμεσής του Αυγούστου εμφανίστηκαν οι μουσώνες, οι στέγες δεν άντεξαν και τα ποτάμια πλημμύρισαν. Οι 2.000 σελίδες της δικογραφίας μου επέπλεαν για μέρες στα λασπόνερα, μαζί με ψόφιες γάτες, πνιγμένους τράγους και σαλαμάνδρες της «Αποκάλυψης», και η δυσοσμία ήταν τέτοια που για καιρό κανένας δεν ανέπνεε. Έχασα την όρασή μου σταδιακά και μια φίλη μου Γιουγκοσλάβα μου είπε ότι έτσι έγινε γιατί έτσι ήθελα.  Έγινα καχύποπτος και ίσως αυτός είναι ένας λόγος που δεν την πίστεψα. Θα είχα παροπλιστεί απ’ την οργάνωση και θα έκοβα βόλτες βαθιά μέσα στον τάφο μου, αν μ’ ένοιαζε που δεν μπορώ να δω τα μάτια ή τις γάμπες κάποιας γκόμενας, να γράψω ή να διαβάσω όσα λένε οι εφημερίδες. Καρφίτσωσα στον τοίχο ένα χάρτη απ’ την ανάποδη και κάνω ταξίδια ανέξοδα, καρφωμένος στην καρέκλα μου. Πετάγομαι τις νύχτες και κατεβαίνω τις σκάλες σαν να τα ’χω πιει. Πίνοντας και κατουρώντας γερμανικά και βραζιλιάνικα χαρμάνια, μ’ αναρίθμητα τσιγάρα ξορκίζω τη σιωπή μου στα μαγνητόφωνα, προσπαθώντας να χωρέσω τη ζωή μου σε κασέτες και να καταγράψω την προσωπική μου εμπλοκή, στο αδιέξοδο χρονικό τού επαναστατικού αγώνα. Καθώς η αντιτρομοκρατική, σαν ανεμότρατα, σαρώνει με το δίχτυ της ό,τι κινείται και ό,τι σκέφτεται, και η εξουσία σκυλεύει ό,τι μπορεί: παραπληγικά κουφάρια, απολιθώματα, κουρέλια, γενετικό υλικό κι αποτυπώματα, εγώ, αναιρώντας και ανακατασκευάζοντας τις προανακριτικές μου απολογίες, ακροβατώντας 12


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

μεταξύ διαπραγμάτευσης και αξιοπρέπειας, παρακολουθώ χωρίς ήχο την εκ προοιμίου αμετάκλητη καταδικαστική μου απόφαση, να εκφωνείται μέσα από φιλήδονα ξεχειλωμένα στόματα, να εκσφενδονίζεται με σάλια και βρισιές. Σαν γριά ξεδοντιάρα μάγισσα το προδιαγεγραμμένο μέλλον μου ορίζω με χρησμούς και ευφυολογήματα, και την οργή μου πνίγω με τα χέρια μου, βαθιά μες στο λαρύγγι μου. Από τη μια το στόμα μου θέλω να κλείσω, ράβοντάς το ερμητικά και από την άλλη βόμβες που σκάζουν σκέπτομαι και αλχημείες με πετροχημικά. Κάποτε η Λ. Αλεξάνδρας ήταν γεμάτη μαρμαράδικα. Σήμερα κατά περίεργο τρόπο, εξακολουθούν να φτιάχνουν ταφόπετρες. Εκεί που παλιότερα οι φυλακές Αβέρωφ έριχναν τον ίσκιο τους στη γειτονιά του Γκύζη, σήμερα στο απυρόβλητο, αγέρωχος υψώνεται ο Άρειος Πάγος. Αυτός ο δρόμος είναι αφιερωμένος στα σύμβολα του «αστυνομοκράτους» και παρ’ όλη την κίνηση, με τα κατάλληλα μέτρα απ’ τα υπόγεια της ΓΑΔΑ μέχρι τα κάγκελα του Κορυδαλλού, μεσολαβούν μόνο έντεκα λεπτά αν χρειαστεί. Δεν είμαι εδώ για να εκδίδω αποφάσεις, ούτε για να κάνω ό,τι λέει το πρωτόκολλο. Είμαι στη μέση μιας ρόδας που σηκώνει μέτρα ψηλά ένα μαύρο πνιχτό καπνό σαν πύργο καίγοντας βενζίνη στο εσωτερικό της. Σου κόβει την ανάσα «όπως υψώνεται» σαν σύννεφο και βάφει μαύρες τις προσόψεις των σπιτιών σας. Μόνο μια βροχή καταρρακτώδης θα μπορούσε να σβήσει αυτές τις φωτιές, να ξεβάψει τα κτίρια που γίνονται ένα με τη νύχτα καθώς πέφτει. Κάποτε η νύχτα κράτησε εφτά χρόνια, απ’ τον Απρίλιο του ’67 ως τον Ιούλιο του ’74, και ό,τι μάθαμε το μάθαμε στο σκοτάδι. Τότε είχα μπλέξει με κάτι «κωλοπαρέες». Από ένα τυχαίο γεγονός δε βρέθηκα στα σίδερα και θα μπορούσαν να συμβούν και τα χειρότερα όταν οπλοφορούσα έξω απ’ την αμερικάνικη πρεσβεία. Μετά απ’ αυτό το γεγονός έβαλα πίσω στη θήκη το πιστόλι του πατέρα μου, το έκρυψα βαθιά στο συρτάρι και δεν το άγγιξα ποτέ ξανά. Είχε κυκλοφορήσει και μια ιστορία τότε –θλιβερή στο βάθος της– για κάποιους στου Ζωγράφου, δε θα ’θελα ν’ αναφερθώ σ’ αυτή. Δε θυμάμαι πότε ακριβώς, αλλά νομίζω το Μάρτιο του ’73 έπεσα φάτσα κάρτα με τον πατέρα 13


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

μου στα επεισόδια της Νομικής. Γύρισα και έφυγα τρέχοντας. Το μεσημέρι τον άκουσα να λέει πως νόμισε ότι με είδε.  Ήταν και αυτός πολύ ταραγμένος.  Έγραψα κάποια συνθήματα και μου πήραν μερικές φορές αποτυπώματα. Αυτή ήταν η προσωπική μου εμπλοκή και η τεράστια πορεία μου στην επανάσταση. Ετών σαράντα πέντε, σχήμα προσώπου ωοειδές και τα μυαλά στα κάγκελα. Ι 141070, στοιχείο ακριβές και εξακριβωμένο, φωτογραφία παιδική, όνομα πατρός Πέτρος και μητρός Καλλιόπη, μάτια στραβά και ύψος φθίνον, κατ’ ευφημισμόν Χριστιανός Ορθόδοξος και  Έλλην υπήκοος, όπως κι εθνικότης ελληνική, χρώματος σιέλ, 2/12 /72 ΚΑ Παράρτημα Ασφαλείας Αθηνών. Εξ αναβολής παρουσιάστηκα στον Αυλώνα 6/12/1986. Παρέμεινα για δύο μήνες στη Σπάρτη. Ξυριζόμουν στις υπαίθριες τουαλέτες μες στο χιόνι κάτω απ’ τους ευκάλυπτους. Μετατέθηκα στο 3ο Τάγμα Εφοδιασμού-Μεταφορών και απολύθηκα αποκεί ακριβώς σ’ ένα χρόνο. Κλείδωσα αυτήν την ιστορία σ’ ένα φωριαμό και πέταξα τα κλειδιά μου στο λιμάνι, δημιουργώντας φαντάζομαι ένα ακόμα πρόβλημα.  Όταν οι φίλοι μου έπεσαν στα ναρκωτικά, στρίμωξα σε μια σακούλα σκουπιδιών δύο φορεσιές και έφυγα από το σπίτι. Σήμερα είμαι θύμα τεχνολογικού κομφορμαλισμού και έχω πέντε νταλίκες πράγματα. Θα τα άλλαζα όλα για ένα παλιό τζιν και ένα ζευγάρι ρόδες. Καθώς ο ήλιος μπαίνει δειλά απ’ το φεγγίτη γκρίζος, φτιάχνω καφέ και ακούω τις εξατμίσεις και τα φρένα που στριγκλίζουν. Ο ταχυδρόμος ρίχνει συχνά φάκελα κάτω απ’ την πόρτα. Ο σκύλος γέρασε και δεν παίρνει χαμπάρι. Η αλήθεια είναι ότι πέθανε εδώ και καιρό. Πολλές φορές γυρνάω σπίτι μου και βρίσκω τη Ρίτα Χέιγουορθ να με περιμένει. Κλέβω σοκολατάκια-μαργαρίτες και σιγαρέτα Παλλάς απ’ το πακέτο τού πατέρα μου και πίνω λικέρ απ’ το μπουκάλι. Τώρα το μυαλό μου είναι γεμάτο κομμάτια από φιλμ. Βλέπω την «Καζαμπλάνκα» και ανακαλύπτω ότι δίπλα μου κάθεται ο Γούντι Άλεν. Με μια κίνηση μαγική η γάτα σαλτάρει στο φίκο και αποκεί στην καγκελόπορτα και ύστερα χάνεται. Την παρακολουθώ κρυμμένος στο σκοτάδι. Σηκώνομαι και ακολουθώ την πορεία της. Κανένα ενδιαφέρον. Η κίνηση είναι που κάνει την πορεία μαγική. 14


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Ύστερα, μετά από χρόνια, ένιωσα ένα τεράστιο αίσθημα απώλειας επειδή κατεδαφίστηκε το σπίτι και η μπουλντόζα ξήλωσε ένα ένα τα πατώματα, τους τοίχους, τις σκάλες και τις πόρτες, τα μπλε πλακάκια και την καμινάδα της κουζίνας, τα τηγάνια που κρέμονταν, τα σοκολατάκια, το λικέρ και τα κρυμμένα μου παιχνίδια, τα παλιά ραδιόφωνα και τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, μαζί με το φίκο, μπορεί και τη γάτα. Όλοι οι φίλοι μου άλλαξαν τηλέφωνα και τώρα κάνω παρέα με πιτσιρικάδες. Δε θυμάμαι ποιος είναι ποιος και έδωσα σ’ όλους διαφορετικά ονόματα. Και όπως ξεθώριαζαν οι εικόνες, αντικατέστησα τα πρόσωπα με άλλα. Τώρα κάνω παρέα με το μισό Χόλιγουντ και ξοδεύω τον καιρό μου γράφοντας σενάρια. Δεν προσπαθώ ν’ αποκωδικοποιήσω τη συγκεκριμένη μου διάθεση, ν’ αποκαλύψω ή ν’ αποκρύψω τι, ν’ απομυθοποιήσω ή να μυθοποιήσω μια κατάσταση. Δυσκολεύομαι ακόμη και να παρακολουθήσω τα ίδια μου τα κείμενα. Γράφω όπως παρακολουθώ ειδήσεις στην τηλεόραση ή όπως ακούω ένα βιβλίο απ’ τη δανειστική βιβλιοθήκη του Φάρου Τυφλών Ελλάδος. Την πρώτη φορά που άκουσα αυτό το μήνυμα: «Δανειστική βιβλιοθήκη του Φάρου Τυφλών Ελλάδος», ήταν σαν να έβγαινα από την κοιλιά της μάνας μου ή σαν να περνούσα κάτω από έναν παγωμένο καταρράκτη. Τόσο βίαιη και εξουθενωτική ήταν αυτή η διαπίστωση.  Όταν μετά από μερικές μέρες τελείωσα επιτέλους τον «Ορλάντο», αναρωτήθηκα αν τάχα είναι τυχεροί ή άτυχοι όσοι υπόκεινται μιας μετάλλαξης. Αργά το απόγευμα βλαστήμησα και σπιρούνισα το άλογό μου. Φαντάστηκα ότι ο ήλιος έγερνε πίσω από ένα δάσος από σημύδες. Αποφάσισα για πολλοστή φορά ότι τίποτα δεν είναι αληθινό και επέλεξα να παίξω στη «Νύχτα των Σαλτιμπάγκων». Κάλπασα μέχρι που η φοράδα ίδρωσε και κουράστηκε. Παράτησα τα ηνία και γυρίσαμε νωχελικά στο στάβλο. Την αγκάλιασα και τη φίλησα. Μυρίζει κάστανο, κοπριά και σπασμένη βρώμη. Την αγαπάω όπως την αγαπούσε και ο Ορλάντο. Τις περισσότερες φορές αυτή η διαδρομή που θυμίζει λαβύρινθο με βγάζει σε αδιέξοδο. Μου λείπουν τεράστια κομμάτια απ’ το παζλ που ούτως ή άλλως είναι μεγάλο, ακατανόητο και 15


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

άναρχο στη δομή του. Μάλλον δε θα καταφέρω ν’ αποδώσω την εικόνα ενός συντεταγμένου κειμένου. Το γραπτό μου μοιάζει πιο πολύ με χωροταξική διευθέτηση έτσι όπως είναι χωρισμένο σε περιφέρειες, τομείς και πτέρυγες, αντί σε παραδοσιακά κεφάλαια και υπομνήματα. Αν και θα το ήθελα, δεν προσεγγίζει καν την έρευνα έτσι όπως είναι συναισθηματικά φορτισμένο, γεμάτο χαρακτηρισμούς και ανακρίβειες, σχόλια και σημειώσεις. Άνετα θα μπορούσε να είναι μια θεατρική παράσταση όπως αυτές που σκαρώνει ο Πίτερ Στάιν ή ένα προσωπικό ημερολόγιο θαμμένο σ’ ένα συρτάρι. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η ιστορία.  Έχω στο νου μου έναν τοίχο γεμάτο φωτογραφίες και σημειώσεις, αποσπασματικές συνεντεύξεις, αποκόμματα από εφημερίδες και σκόρπιες σελίδες, προκηρύξεις και αναρχικά κείμενα, ονόματα, μαρτυρίες και απολογίες, τηλέφωνα συνήθων υπόπτων, το πλάνο μιας ενέργειας, επεξηγήσεις, μουντζούρες και διορθώσεις, κλεμμένες ταυτότητες και διαβατήρια, καταθέσεις λόγου και χρόνου, φωνές, σειρήνες, ανθρώπους, κείμενα και λέξεις κλειδιά. Όλη αυτή η ιστορία μοιάζει σαν ένας μεγάλος σπασμένος καθρέφτης που γέμισε αναπάντεχα το πάτωμα θρύψαλα και βούλιαξε μέσα του μ’ έναν παγωμένο θόρυβο. Ανάμεσα στις φράσεις στο μαγνητόφωνο μεσολαβούν αυτές οι μικρές σιωπές, που δεν είναι ακριβώς σιωπές, αυτές οι αναπόφευκτες διακοπές που μοιάζουν περισσότερο με εκρήξεις. Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι αυτό που θέλω να πω είναι από πριν εκεί, και ότι προσπαθώ να διατυπώσω μια πρόταση σ’ ένα συγκεκριμένο χρόνο. Ο ήχος έχει αυτό το πλεονέκτημα: Προσθέτει ένα φύσημα στις λευκές αράδες. Ενώ μοιάζει επικαλυπτικός, στην ουσία δεν είναι, ιδιαίτερα όταν επανέρχεσαι για να διορθώσεις ένα σαρδάμ ή για να πετύχεις ένα ικανοποιητικό συντακτικό. Από το βάθος της μαγνητοταινίας ξεπηδούν πού και πού κάποιες άτονες φωνές. Είναι ο χρόνος που συμπυκνώνεται στο ένα πέμπτο της ίντσας. Το μαγνητοφωνημένο κείμενο στερείται περιθωρίου, δεν μπορείς να κάνεις παραπομπές. Εμπεριέχει και μια δυσκολία στο να το εποπτεύεις. Πρέπει να επιβεβαιώνεις διαρ16


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

κώς την ύπαρξή του, ανακαλώντας στη μνήμη σου ό,τι έχεις πει ή τρέχοντας μπρος πίσω στον κυλιόμενο διάδρομο της κασέτας. Όπως ένα τρένο χάνεται στις δαιδαλώδεις σήραγγες του μετρό, αφήνοντας πίσω του παγωμένο αέρα, έτσι και η φωνή μου αποθηκεύεται σε μια αριστερόστροφη πορεία, σαν να συστρέφεται καμπυλόγραμμα γύρω απ’ τον εαυτό της. Τίθεται υπό περιορισμό και απομόνωση σ’ ένα σκοτεινό μικροσκοπικό κελί στο εσωτερικό τού μαγνητοφώνου. Εγώ και η φωνή μου ζούμε σε διαφορετικά κελιά. Έχω δύο φωνές. Η μια ζει μαζί μου για χρηστικούς λόγους και η άλλη εκτίει τη δική της ποινή σ’ ένα «Panasonic». Είναι κοινή διαπίστωση ότι το κείμενο έχει την τάση να «αυτοϋπαγορεύεται» και ότι μπορείς απλώς να το λογοκρίνεις. Δεν μπορείς να εκτελέσεις ένα κείμενο. Κάλλιστα όμως ένα κείμενο μπορεί να σε στείλει στο απόσπασμα. Ανακαλύψαμε τη γραφή και χιλιάδες χρόνια αργότερα την τυπογραφία. Φυλακίσαμε τα κείμενα μέσα σε εκατομμύρια τόνους χαρτί, σε πανάκριβες και φτηνιάρικες εκδόσεις. Καλύψαμε χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα με δαύτα. Τα στοιβάξαμε σε απειράριθμα ράφια βιβλιοθηκών. Τα χωρίσαμε σε κατηγορίες: λογοτεχνία, τέχνες, επιστήμες κ.ά. Τα πνίξαμε σε αρχεία στη θάλασσα των φακέλων, και χάσαμε τα ίχνη τους στους διαδρόμους των υποθηκοφυλακείων και στα υπόγεια των κρατικών υπηρεσιών. Τα εντάξαμε στο σύστημα και τα χρησιμοποιήσαμε για εκπαιδευτικούς λόγους. Πολλά απ’ αυτά έπεσαν θύματα μεταρρυθμίσεων. Τα αναγκάσαμε να περιγράφουν τη δραματική επικαιρότητα σαν εφημερίδες και πολλοί τα χρησιμοποιούν για να καθαρίζουν τζάμια. Υποχρεώσαμε δισεκατομμύρια απ’ αυτά να εκτελούν χρέη δημοσίου υπάλληλου.  Όταν φέρουν σε πέρας την αποστολή τους, τα επανασυλλέγουμε απ’ τα σκουπίδια και τα ανακυκλώνουμε. Συνήθως αυτά που έχουν και τη μεγαλύτερη αξία, τα καλύπτουμε διακριτικά με σκόνη, ίσως με την ελπίδα να χάσουν τα χαρακτηριστικά τους και να μην αναγνωρίζονται. Άλλοτε πάλι τα γράφουμε σε διαφορετικές γλώσσες για να μη συνομιλούν μεταξύ τους. Ίσως σ’ αυτό οφείλεται και η ησυχία που επικρατεί στις βιβλιοθήκες. 17


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

Δεν ξέρω αν για μέρες ή για ώρες ήμουν σ’ αυτήν την κατάσταση. Δε θυμόμουν και δεν αναγνώριζα τίποτα. Ίσως ήταν ένα μικρό εγκεφαλικό ή κάτι τέτοιο. Ίσως ήταν μια απλή άρνηση. Από κάπου μακριά ακουγόταν ένα συνεχές κουδούνισμα που όλο και πλησίαζε. Τώρα ακουγόταν πολύ καθαρά. Ανέκτησα σιγά σιγά τις αισθήσεις μου. Σταδιακά μπορούσα να αναγνωρίζω πρόσωπα, έστω και απ’ τη φωνή.  Όλα καλύπτονται πίσω από ένα γαλάκτωμα που εξακολουθεί να παραμένει εκεί, είτε ανοίγω, είτε κλείνω τα μάτια μου. « Είμαι σ’ ένα λευκό κελί» σκέφτηκα. Συγκινούμαι σπάνια πια και κάνω οικονομία δυνάμεων. Πρέπει να δραπετεύσω. Ξέρω ότι ποτέ κανείς δεν έφυγε από ένα τέτοιο κελί και ότι είναι πιθανό να βρεθώ κρεμασμένος ένα πρωί στα κάγκελα του παραθύρου μου σαν την Ουλρίκε Μάινχοφ. «Όσο έχω καιρό» σκέφτηκα, «θα τους βγάλω το λάδι. Θα κάνω ό,τι μπορέσω τουλάχιστον». Αναρωτήθηκα τι μέρα ή τι μήνα έχουμε. Μάλλον δε με έχουν πάρει στα σοβαρά ή τα πράγματα δεν είναι τόσο αυστηρά όσο νόμιζα. Το φαγητό είναι συνήθως καλό, αν και έχω χάσει την αίσθηση της γεύσης. Μου επιτρέπουν να παρακολουθώ τηλεόραση και να κρατάω σημειώσεις στο μαγνητόφωνο. Συχνά παραλαμβάνω δέματα με κασέτες. Τις γεμίζω γρήγορα αποθηκεύοντας πληροφορίες.  Έχω μετατραπεί σε αρχειοφύλακα. Μου έχει επιτραπεί να έχω επισκεπτήριο. Αν θέλω μπορώ να πηγαίνω και εγώ κάπου. «Πρόκειται για ελαστική κράτηση» σκέφτηκα. Τον τελευταίο καιρό απέκτησα ένα κομπιούτερ. Μ’ αρέσει να το αποκαλώ Τσε. Ο κανονισμός της φυλακής το επιτρέπει.  Έχεις ακόμα το δικαίωμα να γεμίσεις τον τοίχο σου με αφίσες ή ό,τι άλλο θέλεις. Ο μόνος περιορισμός είναι ότι δεν έχεις πολύ τοίχο. Με τον Τσε μιλάμε διαφορετικές γλώσσες και είναι αδύνατο να συνεννοηθούμε. Ελπίζω με τον καιρό να τα καταφέρουμε και να μπορεί να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον, διαφορετικά θα περάσουμε τη ζωή μας αδρανείς, ο καθένας στη μοναξιά του. Οι ομοφυλόφιλοι πρέπει να νιώθουν τεράστια μοναξιά.  Έχω πολλούς φίλους ομοφυλόφιλους. Ο ένας πέθανε πριν από εφτά 18


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

χρόνια από AIDS. Ο άλλος ζει στο Σικάγο και έχω πολύ καιρό ν’ ακούσω νέα του. Ο τρίτος είναι ερωτευμένος μ’ ένα Γερμανό που τον λένε Αλεξάντερ Γκρούχερ. Γέλασα πολύ όταν το άκουσα. Οι άνθρωποι που πάσχουν από μοναξιά, γιατί η μοναξιά είναι πάθησ��, κατά έναν περίεργο τρόπο την κουβαλούν μαζί τους. Φαίνεται στα μάτια τους, στον τρόπο που κινούνται ή που μιλούν με τους άλλους. Είναι εγωκεντρικοί και είναι σαν να ζουν μέσα σ’ ένα πλέγμα σαν αυτό της διαφήμισης του «Σανσίλκ». Φαίνεται ανόητο, αλλά έκανα χρόνια ν’ αποκωδικοποιήσω τη διαφήμιση του «Σιλκ Κατ».  Ήταν μια τεράστια μοβ γιγαντοαφίσα που την έβλεπες παντού και κάτω κάτω έγραφε: «Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία». Για μένα φάνταζε απλώς σαν μπάλωμα και αναρωτιόμουν τι ακριβώς ήθελαν να κρύψουν από πίσω. Μια μέρα βλέποντάς τη μέσα από ένα τρόλεϊ, σκέφτηκα ότι προσπαθούν να σπάσουν τη μονοτονία μας. Η πλατεία είχε δύο περίπτερα. Το κεντρικό το κρατούσε μια κοπέλα που την έλεγαν Χριστίνα. Το Καλοκαίρι του ’71 ή του ’72, τότε περίπου που έγιναν και οι πρώτες συλλήψεις, απ’ τα μανταλάκια κάπως λοξά είδα να κρέμονται, όπως κρεμούσαν κάποτε τους πειρατές απ’ τα κατάρτια, οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες». Τα λάστιχα της μαύρης λίμο κατασπάραζαν με 180 χιλιόμετρα την παραμικρή υγρασία που συναντούσε το πέλμα τους στην άσφαλτο της κεντρικής λωρίδας της κενής λεωφόρου. Κάτω από κανονικές συνθήκες και όταν το Ελληνικό ήταν ακόμη διεθνές αεροδρόμιο, από τον πρώην Ανατολικό Αερολιμένα μέχρι το «Ιντερκοντινένταλ», η κλασική διαδρομή μέσω Βουλιαγμένης, Αλίμου, Αμφιθέας και Λ. Συγγρού είναι η συντομότερη. Κάνω τέτοιες ασκήσεις μνήμης συχνά. Ανακαλώ παρόμοια περιστατικά και τα επεξεργάζομαι. Τα εμπλουτίζω με γεγονότα που συνέβησαν σε άλλους ή θα μπορούσαν να συμβούν. Αυτήν τη διαδικασία μ’ αρέσει να την αποκαλώ ενεργητική μνήμη. Παρ’ όλες τις προσθήκες δεν έχω καταφέρει να την κάνω συνταρακτική, αλλά νομίζω τουλάχιστον ότι την έχω κάνει ενδιαφέρουσα. Χρονομετρήσαμε αυτήν τη διαδρομή έξω ακριβώς απ’ την πύλη του αεροδρομίου, μέχρι το ξενοδοχείο. Λογικά αποκλείσαμε τις πιθανές παραλλαγές, και σε ώρα αιχμής κινηθήκαμε 19


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

άλλοτε με 80, και άλλοτε με 90 χιλιόμετρα. Δε γνωρίζαμε όμως την ακριβή ταχύτητα που θα ανέπτυσσε η αυτοκινητοπομπή και γι’ αυτό αποκλείσαμε τη βομβιστική ενέργεια και την επίθεση με ρουκέτα. Προκειμένου να γελοιοποιηθούμε, μετατρέποντας την απόπειρα σε πυροτέχνημα, αποφασίσαμε –και αυτό ήταν κοινή απόφαση– να εγκαταλείψουμε το σχέδιο. Έχουμε νοικιάσει διαμερίσματα σε ακτίνα βολής απέναντι σχεδόν σε όλα τα μεγάλα ξενοδοχεία. Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση τα μέτρα ασφαλείας ήταν τέτοια που δεν είχαμε σχεδόν καμία πιθανότητα επιτυχίας.  Έτσι κλείσαμε το φάκελο. Τα σχέδια που δεν εμπεριέχουν το χαρακτηριστικό της περιοδικότητας και δεν εκτελούνται, συνήθως τα καταστρέφουμε. Εκεί οφείλεται το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δε διέρρευσε και δεν το είδαμε να κρέμεται στα μανταλάκια σαν επιτυχία της αντιτρομοκρατικής και της κυβέρνησης.  Όταν αργότερα στις συζητήσεις μας επανερχόμασταν σ’ αυτό, διαπίστωσα ότι όλοι χρησιμοποιούσαμε την ίδια έκφραση, χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί από πριν. Λέγαμε ότι απλώς είχαμε την πρόθεση. Πριν από μερικά χρόνια, κάμποσα τώρα που το σκέφτομαι, ταξίδεψα στην Ιταλία μόνο και μόνο για να επισκεφτώ τη βάση των Ερυθρών Ταξιαρχιών στη Βία Γκράντολι και ν’ αφουγκραστώ ένα βράδυ τα βήματα στο πλακόστρωτο έξω από τη φυλακή του Μόρο. Ο θόρυβος μιας εξάτμισης δε μου επέτρεψε ν’ ακούσω τίποτα.  Έσυρα το χέρι μου κόμπο με κόμπο στο ρελιέφ του εξωτερικού τοίχου. Αν έκαναν έρευνες σήμερα, με δυσκολία θ’ ανακάλυπταν ένα μακρόσυρτο αποτύπωμα αγνώστων στοιχείων απ’ αυτά που χαρακτηρίζουν συνήθως ως ορφανά. Το πιθανότερο είναι ότι δε θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο, και μάλλον θα περιέπλεκε την κατάσταση. Έχω την αίσθηση ότι τα περισσότερα κελιά στην πτέρυγα που βρίσκομαι πρέπει να είναι άδεια. Κατέληξα αυθαίρετα σ’ αυτό το συμπέρασμα μάλλον από ένστικτο. Παρατήρησα επίσης ότι ο διάδρομος που οδηγεί στην αίθουσα του υποτιθέμενου προαυλισμού, πρέπει να ’χει μήκος γύρω στα σαράντα μέτρα. Αυτό το υπολόγισα από τις λάμπες φθορισμού που απέχουν μεταξύ τους γύρω στα έξι βήματα. Είναι στενός, περίπου δυόμισι μέτρα 20


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

πλάτος και ύψος πέντε. Το κελί μου έχει ύψος δυόμισι μέτρα. Αναρωτήθηκα τι μπορεί να υπάρχει από πάνω. Το γραφείο του αρχιφύλακα; Η αίθουσα επισκεπτηρίων; Μπορεί και άλλα κελιά τα οποία πρέπει να βγάζουν σ’ έναν άλλο διάδρομο, που πρέπει να βρίσκεται ακριβώς από πίσω. Παντού υπάρχουν κάμερες. «Μας παρακολουθούν και στην τουαλέτα» σκέφτηκα. Δεν ξέρω αν η παρούσα κατάστασή μου οφείλεται στην προγενέστερη και τίποτα δεν αποκλείει την πιθανότητα να ισχύει και το αντίθετο, αφού η λογική τείνει να καταρρεύσει, όπως όλα άλλωστε γύρω της, και διχάζεται καθώς οι πυλώνες που ακουμπά τα πόδια της απομακρύνονται, ο καθένας τραβώντας το δρόμο του. «Η λογική αυτοκτονεί σ’ ένα λευκό κελί» σκέφτηκα. «Βυθίζεται όπως η Βενετία στα κανάλια της».

21


ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΓΕΦΥΡΑ

«Χάρτινος Στρατός - Όλοι στο πάτωμα»

Ονειρεύτηκα μια μέρα, ότι μια Δευτέρα πρωί, την ίδια στιγμή

κι από διαφορετικές κατευθύνσεις, πεταχτήκαμε στο δρόμο μέσα από ταξί και καταλάβαμε ταυτόχρονα πέντε ή έξι δημόσιες υπηρεσίες. Είχαμε από πριν διπλοτσεκάρει τα πόστα και τα μέτρα ασφαλείας ήταν όπως πάντα ανεπαρκή και χαλαρά. Κινηθήκαμε αιφνιδιαστικά και εκτελέσαμε την αποστολή ακριβώς σε τρία λεπτά. Προηγήθηκε ανάποδα απ’ ό,τι συνήθως συμβαίνει η ομάδα υποστήριξης, η οποία κατέλαβε θέσεις στις κόκκινες ζώνες. Η σωστή προετοιμασία ενισχύει την αυτοπεποίθηση και ήταν σαν να μπαίναμε στο σπίτι μας. Αναγνωρίσαμε τους συντρόφους μας από ένα κινητό τηλέφωνο-μαϊμού που είχαν κρεμασμένο στο στήθος, όπως κρεμούν τα μικρόφωνα οι ηθοποιοί στις επιθεωρήσεις. Δεν είχαμε αληθινά όπλα. Φέραμε εκμαγεία οπλισμού που δεν ανιχνεύονται από τα συστήματα ελέγχου, γιατί δεν υπήρχε λόγος να διακινδυνεύσουμε προκαλώντας παρατράγουδα στο πλαίσιο μιας άσκησης. Ο στόχος μας ήταν να εποπτεύσουμε το χώρο και να εγκλιματιστούμε στις συνθήκες. Στη συνέχεια, σαν να έληγε ένας συναγερμός, κινηθήκαμε αργά μπαινοβγαίνοντας στις ουρές και ανεβοκατεβαίνοντας τις σκάλες. Διαλυθήκαμε βγαίνοντας απ’ τις εξόδους σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και αφομοιωθήκαμε μέσα στο πλήθος.  Ήταν κάτι που θα μπορούσε να γίνει. 22


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Αργά εκείνο το πρωί ήπιαμε έναν καφέ στο Κεφαλάρι. Η  Όλγα απέναντί μου κάπνιζε ένα πούρο και κάθε τόσο το τίναζε νευρικά στο τασάκι. Καθόμασταν αμίλητοι, χαμένοι στις σκέψεις μας. Η σιωπή πολλές φορές είναι εποικοδομητική και βοηθάει στην εξάσκηση της παρατηρητικότητας. Αναρωτιόμουν αν κάτι δεν πήγε καλά, αν μου είχε διαφύγει κάποια μικρή λεπτομέρεια.  Ήμασταν και οι δύο μας κάπως σκυθρωποί σαν να είχαμε διαπράξει κάποιο έγκλημα ή σαν να είχαμε ξεμείνει εκεί μετά από ένα χωρισμό. Στο πλαίσιο ενός κάποιου συνωμοτισμού και μιας διάθεσης μεταξύ σοβαρού και αστείου, καταφέραμε να συσπειρωθούμε δημιουργώντας στεγανά, όπως αρμόζει σε κάθε οργάνωση πριν αυτή καταλήξει μη κυβερνητική. Χρησιμοποιήσαμε ψευδώνυμα και την οργανωτική δομή της πυραμίδας. Αποκτήσαμε κέντρο ελέγχου και σύστημα συντονισμού. Εισχωρήσαμε στα αρχεία και στους μηχανισμούς του συστήματος. Κατασκευάσαμε επίπεδα πληροφόρησης και παραγωγής προπαγάνδας. Διαχωρίσαμε πλήρως τις αρμοδιότητες και συστήσαμε τουλάχιστον τέσσερις αυτόνομους εκτελεστικούς πυρήνες.  Ένα πρωί, 19 Αυγούστου, μέρος απ’ τα αρχεία μας καταστράφηκε σ’ ένα ατύχημα μαρμελάδας. Σιχαίνομαι το τυπικό που επικρατεί στα μεγάλα ξενοδοχεία την ώρα του πρωινού. Αυτόν τον απίστευτο τζερτζελέ που κάνουν τα μαχαιροπίρουνα. Που μπορείς να πάθεις γαστρίτιδα απ’ τις απίστευτες ποσότητες πορτοκαλάδας ή ασφυξία από πατσουλί, φο μπιζού και κινέζικα χαμόγελα. Στο Ritz Four Seasons στη Λισαβόνα βρέχει συνέχεια το Μάιο. Η θάλασσα του Ατλαντικού μεγαλώνει τις σκιές τα απογεύματα, και ενώ ο ήλιος έχει δύσει από ώρα εξακολουθεί να είναι μέρα και έχεις την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος κόλλησε. Τα ντόκας της Λισαβόνας είναι πάντα γεμάτα. Μπορείς να φας φιλέτο στην πέτρα ή καραβίδες, να πιεις μια παγωμένη «Γκίνες» χαζεύοντας τους κέφαλους, να δεις πώς πασάρουν την κόκα ή ν’ ακούσεις το κάλεσμα της φάλαινας μέσα από μια κόκκινη σιδερένια γέφυρα. Η Λισαβόνα είναι το τέλειο μέρος για να συναντήσεις έναν άγνωστο και διαθέτει ένα χαρακτήρα που σε 23


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

προτρέπει να παίξεις παιχνίδια κατασκόπων. Αποπνέει την ίδια αίσθηση με το Καπαλί Τσαρσί στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσα στα γεύματα, όταν δεν κοιμάμαι, προσπαθώ να συγκεντρωθώ καρφώνοντας τα μάτια μου στις λάμπες φθορισμού στο ταβάνι. Παρακολουθώ τις διαφορές τάσεων, που συμπεραίνω από τις σύντομες διακοπές της τροφοδοσίας. Φαίνεται ότι στα σύντομα διαστήματα της απουσίας μου γίνεται έλεγχος και απολύμανση. Πρέπει να κωδικοποιήσω ό,τι γράφω συγκρατώντας στο μυαλό μου τους κωδικούς, κάνοντάς τους όσο γίνεται πιο περίπλοκους. Κατασκεύασα ένα σχεδιάγραμμα, το οποίο δεν κατέγραψα πουθενά. Μέτρησα δέκα πόρτες στο διάδρομο και η κάθε πόρτα απέχει οκτώ μέτρα από την άλλη. Άρα υπάρχουν ενδιάμεσα κελιά που βλέπουν αντίθετα. Λογικά αυτή η πτέρυγα περιλαμβάνει είκοσι κελιά. Οι πόρτες, οι ώρες των γευμάτων και οι λάμπες φθορισμού διαθέτουν μια εκνευριστική σταθερότητα. Δεν υπάρχει πουθενά κανένα διακριτικό και έχεις την αίσθηση, όπως και στη Λισαβόνα, ότι ο χρόνος κόλλησε. «Ο χρόνος κολλάει και με τεχνητό φωτισμό» σκέφτηκα. Ανακάλυψα έναν τρόπο για να μετράω το χρόνο. Σκέφτηκα ότι τα γεύματα πρέπει να ακολουθούν το δρομολόγιο της αντιβίωσης. Προσθέτοντας σαρανταπεντάλεπτα, από το χρόνο διάρκειας της κάθε πλευράς της κασέτας, κατέληξα ότι η τροφοδοσία γίνεται έξι-δώδεκα-έξι.  Έτσι αποφάσισα πότε είναι μέρα και πότε νύχτα. Από τότε φροντίζω να κοιμάμαι κανονικά χρησιμοποιώντας σαν ξυπνητήρι το πρωινό συσσίτιο. «Κάποιος πρέπει να βάλει μια τάξη εδώ μέσα» σκέφτηκα. Δεν ξέρω για ποιο λόγο έχω μια περίεργη δυνατότητα: ν’ απομαγνητίζω τα ρολόγια που φοράω. Δε θέλω ν’ ασχολούμαι με το αν δουλεύουν ή όχι, κι έτσι προτιμώ να μη φοράω καθόλου. Σε διάστημα εφτά μηνών έχω γράψει έξι προκηρύξεις και ένα κείμενο. Η πρώτη είναι ένας μακροσκελής αυτοπροσδιορισμός της οργάνωσης: Τι είμαστε και τι δεν είμαστε. Η δεύτερη είναι η αναίρεση της πρώτης και η τρίτη εξηγεί το πώς και το γιατί. Η τέταρτη λέει για το τι θα μπορούσε να μας συμβεί και τι πρέπει 24


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

να κάνουμε. Η πέμπτη είναι μια συγκεκριμένη αναφορά σε μια κατάσταση και η έκτη μια αναφορά στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική.  Όλες μου οι προκηρύξεις είναι αναδρομικές. Μέχρι σήμερα δεν έχω εκδηλώσει καμιά πολιτική δράση και ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει μοναχά στο μυαλό μου. Η πολιτική ακόμα με απωθεί και ποτέ δε συμφώνησα με τη νοοτροπία των κομμάτων.  Έχω την αίσθηση ότι η διαπλοκή είναι καθολική και ότι μου έχουν κλέψει κάθε ίχνος αθωότητας. Αναγνωρίζω στη δημοκρατία τα θετικά και τα εύσημα και δέχομαι τη διαφορά ανάμεσα στον καπιταλισμό και τους Ταλιμπάν. Χωρίς επιφύλαξη θα προτιμούσα την αμεσοκρατία του Χακίμ Μπέη, αλλά αυτό είναι μάλλον αδιάφορο. Έχω πολλές ελπίδες παρουσιάζοντας τις προκηρύξεις και αυτό το κείμενο, να γίνω παραγωγός ντομάτας από δεύτερο χέρι, αλλά αυτό είναι κάτι που στη δημοκρατία συνηθίζεται. Δεν μπορώ να συμβιβαστώ με την υποκρισία των πολιτικών και των δημοσιογράφων, ούτε με την επίδραση που προσπαθεί να ασκήσει στις μάζες ο μονόλογος. Αυτός ο λόγος είναι πειρατικός. Στη δεκαετία του ’60 κυκλοφορούσαν πολλά πειρατικά: ταξί και ραδιόφωνα και στις αυλές είχαμε βασιλικούς σε τενεκέδες και λεμονιές. Ως γνήσιοι καρεκλοκένταυροι, οι δημοσιογράφοι νιώθουν ένα είδος κόμπλεξ για το κάτω μέρος του σώματός τους. Γι’ αυτό αποφεύγουν να το δείχνουν! Τη γελοιότητα που αισθάνονται στριμωγμένοι ανάμεσα σε διαφημίσεις, προσπαθούν να την καλύψουν μ’ ένα άρωμα σοβαρότητας, το οποίο σαφώς εξασθενεί καθώς έρχεται σ’ επαφή με τις μυρουδιές της κουζίνας και των αποχετεύσεων. Από την εμφάνισή τους και μόνο μπορείς να διακρίνεις ότι πρόκειται για μισάνθρωπους. Το άλλο μισό βρίσκεται κάτω απ’ το τραπέζι. Πότε με βερμούδα και σαγιονάρες και πότε μ’ ένα παράταιρο παντελόνι. Οι περισσότεροι είναι κακόγουστοι και μοιάζουν να γεννήθηκαν με γραβάτα. Συνήθως πρόκειται για νάρκισσους, με λάιτ σκελετούς στα μυωπικά τους γυαλιά και μακιγιάζ. Οι καλύτεροι απ’ αυτούς φροντίζουν να λείπουν πάντα τα Σαββατοκύριακα, εκτός αν έχουμε εκλογές και είναι εξασφαλισμένη η τηλεθέαση.  Έχω τη 25


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

χειρότερη γνώμη για τους δημοσιογράφους και φοβάμαι ότι αν συνεχίσω να ασχολούμαι μαζί τους θα τους αναβαθμίσω. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πολιτικούς.  Έτσι προτιμώ να ασχολούμαι με τους βασιλικούς και τις λεμονιές. Τα μεταλλαγμένα λεμόνια και οι αγροτικές καλλιέργειες είναι ό,τι πρέπει για να περιγράψει κανείς την περιρρέουσα κατάσταση, όμως θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν ότι η σύνταξη μιας ιδρυτικής διακήρυξης δεν ήταν μες στις προθέσεις μου. Στην πραγματικότητα έχω αργότερα χρόνο ν’ ασχοληθώ με τα λεμόνια. Τότε που ίσως ασχοληθώ και με την παραγωγή ντομάτας. Προς το παρόν μ’ ενδιαφέρουν μόνο τα λεμόνια με ξυραφάκια. Κάποτε στο Παρίσι περνούσα έξω από μια συναγωγή την ώρα που έσκασε μια βόμβα. Τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Απλώς πέρασα αποκεί λίγη ώρα πριν. Το είδα το βράδυ στο νυχτερινό δελτίο και το διάβασα την επομένη στις εφημερίδες. Μπερδεύω τον αριθμό των θυμάτων, κάτι μεταξύ 13 και 64. Ίσως τον συγχέω με κάποια ενέργεια στην Παλαιστίνη. Είμαι πολύ μεγάλος πια για να δικαιολογώ στον εαυτό μου αναρχική διάθεση και είναι εξίσου ανόητο να προσπαθείς να δηλώσεις τη θέση σου απλά μέσα από ένα λευκό ή άκυρο ψηφοδέλτιο. Μπορεί ο καιρός των αγώνων να πέρασε ανεπιστρεπτί και η ιδέα της επανάστασης να αφορά μόνο τη σόου μπιζ. Σήμερα έβρεξε και έμπασε νερά απ’ τη βεράντα.  Έτσι είχα κάτι να κάνω. Συνειδητοποίησα ότι δεν έχω πολλά πράγματα να κάνω. Ίσως σ’ αυτό να οφείλεται η εμμονή μου στην επανάσταση. Παρατήρησα ότι αρνούμαι και αποφεύγω συστηματικά να ασχολούμαι και να σχολιάζω την όποια αρνητική της διάσταση. Κόλλησα να κοιτάω τη μια πλευρά του φεγγαριού. Νομίζω ότι κανείς δεν έχει καταφέρει να δει την άλλη. Δεν μπόρεσα να κάνω κάτι και κάλεσα ένα συνεργείο απόφραξης. Μακάρι να μπορούσα να κάνω το ίδιο και για το σύστημα. Όταν γράφεις φόρα παρτίδα ένα σύνθημα στον τοίχο μιας πρεσβείας είναι σαν να παίζεις ρώσικη ρουλέτα και να ξέρεις ότι θα χάσεις είτε παίξεις μαύρο είτε κόκκινο. Είναι σαν να φωνάζεις τ’ όνομά σου, μ’ όλη σου τη δύναμη για ν’ ακουστείς πάνω απ’ 26


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

τις σειρήνες, τ’ ασθενοφόρα και τα περιπολικά, όταν ανάβεις στο μπουκάλι τα πετρέλαια. Πέτα τη λοιπόν τη ρημάδα, εκεί καταμεσής στο τζάμι, στα παράθυρα, και τηλεφώνησε στο δήμο να ’ρθει να μαζέψει τα σκουπίδια. Αλλιώς θα γίνεις σαν και μένα και θα περνάς τη μέρα σου σ’ ένα γυάλινο τραπέζι κρατώντας σημειώσεις σε μαγνητόφωνα. Η πορεία κατά της «τρομοκρατίας των δημοσιογράφων», που ονομάστηκε πορεία υπέρ της 17 Νοέμβρη λόγω των συνθημάτων που ακούστηκαν και της παρουσίας του Δικτύου και της Πεϊνό, τερμάτισε ακριβώς αποκεί που ξεκίνησε, και τελείωσε αναίμακτα, συγχρόνως με το δελτίο των 7:30΄ μ.μ. «Δεν άνοιξε ρουθούνι» σχολίασαν άκεφα οι «άνκορμεν». Τα όνειρα που κάνουμε διαμορφώνονται και συνήθως προσαρμόζονται στις συνθήκες. Πέρασαν τουλάχιστον τέσσερα καλοκαίρια και οι αντίστοιχοι χειμώνες, μέχρι να καταλήξω στη φόρμα ενός συγκεκριμένου οπτικοακουστικού συστήματος που κατά προσέγγιση θα με αντιπροσώπευε. «Δεν είναι ιδανικό» σκέφτηκα, «αλλά δουλεύει». Υποψιάζομαι ότι η προσαρμογή μου στα νέα δεδομένα είναι αργή, δύσκαμπτη και προβληματική επειδή η παιδεία μου σε ό,τι αφορά τον όγκο είναι ελλιπής.  Έτσι αναπόφευκτα προσέγγισα τις νέες συνθήκες με πατέντες και ανορθόδοξο τρόπο. Στους μη βλέποντες η πληροφορία του ήχου είναι ένα στοιχείο ευρύτερο και ενδεχομένως σημαντικότερο από αυτό της αφής. Ανεξάρτητα απ’ το αν είναι φυσικός, αναλογικός ή ντίτζιταλ, ο ήχος σαφώς δεν αναπληρώνει το κενό της όρασης, υποκαθιστά όμως την πληροφορία με σχετικά αξιόπιστο τρόπο και ενδεχομένως την εμπλουτίζει με πτυχές και τιμές υπολανθάνουσες. Αποδίδω την αποσπασματικότητά μου στο γεγονός ότι γράφω ακούγοντας. Μερικές φορές ενοχλούμαι, αλλά έχω καταλήξει ότι δε γίνεται διαφορετικά και έτσι αποδέχομαι τη σύμβαση.  Όλες οι συμβάσεις μού προκαλούν αλλεργία. Η επαφή μου με το δημόσιο για παράδειγμα, είναι δραματική. Δεν ανέχομαι επίσης τις ουρές και τις καθυστερήσεις, τις αποκλίσεις, τα προγράμματα και τα προκαθορισμένα ραντεβού. Η οποιαδήποτε αναπηρία συ27


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

νιστά εξάρτηση που συνεπάγεται αυτόματα στέρηση ελευθερίας. Η στέρηση της ελευθερίας, εκτός των άλλων, είναι και ο βασικός τρόπος σωφρονισμού που διαθέτει το σύστημα. Είναι προφανές ότι αισθάνομαι αλληλέγγυος σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά του συστήματος γιατί πιστεύω ότι εκτίω εν αδίκω ποινή ισόβιας κάθειρξης. Δεν καταλογίζω σε κανέναν ευθύνες για την προσωπική μου διαταραχή. Θα ήταν παράλογο. Στις μέρες μας το να κυκλοφορείς χωρίς ζώνη είναι εξίσου επικίνδυνο με το να κυκλοφορείς χωρίς αλεξίσφαιρο. Μερικοί βέβαια προτιμούν τις τιράντες. Ο νόμος 4.000 πρέπει να έχει αποσυρθεί. Το συμπέρανα τότε που κάποιος φοιτητής γιαούρτωσε το Γ. Αρσένη σ’ ένα καφενείο στου Ζωγράφου, και κάποια γυναίκα έξαλλη μπουγέλωσε τον Κ. Στεφανόπουλο με κόκκινο χρώμα. Αντιδράσεις σαν και αυτές τις περνούν στο ντούκου παριστάνοντας συνήθως τους μεγαλόψυχους. Θεωρώ ότι το κράτος ασελγεί μόνιμα κατά του πολίτη και κατανοώ πλήρως τέτοιες συμπεριφορές, οι οποίες ενώ εν πολλοίς αποδοκιμάζονται, εμπεριέχουν όμως σε μεγάλο ποσοστό την έγκριση και τη συναίνεση της βάσης και εκφράζουν ίσως πρωτόγονα, αλλά άμεσα και απέριττα τα εξαντλημένα αποθέματα της ανοχής της. Ο τεντιμποϊσμός ήταν η πρόφαση της συντηρητικής κοινωνίας του ’60 και μια προσπάθεια –μέσω της χαλιναγώγησης των ηθών– να αφανιστεί η απειλή της ανατροπής τού συντηρητισμού της. Επρόκειτο για τη μη αποδοχή της διαφορετικότητας και την εκτέλεσή της εν τη γενέσει της. Αυτό το κλίμα, που αποτυπώθηκε στο σελιλόιντ και απετέλεσε την πολιτιστική μας κληρονομιά, ήταν και η αιτία που ευδοκίμησε το παρακράτος το οποίο μας οδήγησε στην ανατροπή του πολιτεύματος με τις γνωστές συνέπειες. Σήμερα αρκετά χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας είναι βέβαιο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κοινωνικές αλλαγές. Πόσο άραγε είμαστε διατεθειμένοι να επηρεάσουμε ετούτες τις αλλαγές; Μπορώ ν’ αραδιάσω ένα κάρο κοινοτοπίες για να περιγράψω την ανεπάρκεια του κράτους, την επίφαση του πολιτισμού και τη χυδαιότητα της κανιβαλιστικής τηλεθέασης. 28


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Η ουσία είναι ότι συμφωνώ με τις ενέργειες κατά του συστήματος, αλλά θεωρώ ότι είναι απαραίτητη η στοιχειώδης λογική για να σταθεί οποιοδήποτε ανατρεπτικό κίνημα. Ο διπολισμός που αδρανοποιεί τα μικρότερα κόμματα εκτός βουλής εξοβελίζοντας από το πολιτικό σκηνικό την απλή αναλογική, αλλά κυρίως η ανεξήγητη στάση των ψηφοφόρων, αποτελούν την αυταπόδεικτη διαπίστωση της νηπιακής ηλικίας τής λογικής σ’ αυτόν τον τόπο. Δυστυχώς στο κεφάλαιο «Συμπεριφορά του Πολίτη» τα φαινόμενα προσθέτουν το χαρακτηρισμό «συμπλεγματική». Η προσπάθειά μας συνίσταται στο να αποτρέψουμε την προσθήκη του όρου «μη αναστρέψιμη». Συνηθίζω να τυποποιώ καταστάσεις και να τις κωδικοποιώ κατασκευάζοντας τέτοιου είδους ρετσέτες. Φροντίζω να διατηρούν την αυτονομία τους σαν να πρόκειται να αποσπασθούν από το κείμενο. Είναι σαν να προσπαθώ να δημιουργήσω αποστάτες. Διαπιστώνω ότι όλες μου οι ενέργειες συγκλίνουν στη μη ένταξη και την αντίσταση. Κατέληξα ότι η μη αποδοχή τού συστήματος δεν είναι θέμα συνθηκών ή παιδείας, αλλά οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στο χαρακτήρα. Ομολογώ ότι αυτό το συμπέρασμα κάπως με βόλεψε γιατί δε με παρουσιάζει ως έρμαιο των καταστάσεων, αλλά ως αποτέλεσμα σύστασης γονιδίων. Επίσης συμπέρανα ότι οι επιλογές που κάνουμε δεν είναι ακριβώς επιλογές και ότι τα πράγματα είναι σαφώς προκαθορισμένα. Απλώς κινούμεθα σε μια ζώνη αναζήτησης και επιλέγουμε μια δεδομένη συντεταγμένη που φέρει τα χαρακτηριστικά της μεγαλύτερης δυνατής προσέγγισης και της μικρότερης δυνατής απόκλισης από τα προσωπικά μας δεδομένα. Μόνο αν οδηγηθούμε σε ακρότητες και επιτρέψουμε απρόβλεπτες και αναπάντεχες, ανεξέλεγκτες και απρόσμενες καταστάσεις, ίσως καταφέρουμε να αποδώσουμε στην έννοια της επιλογής το προσωνύμιο της ανεξαρτησίας. Όλα αυτά προσπάθησα να τα συμπεριλάβω στις προκηρύξεις μου, αλλά μου προέκυψε κάτι διαφορετικό. Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να είναι μια ακόμη προκήρυξη. Η αρχή της ανεξαρτησίας συγκαταλέγεται φαντάζομαι μετα29


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

ξύ των πρώτων άρθρων όλων των συνταγμάτων και των διακηρύξεων υπέρ των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ανήκει στις μάχιμες διατάξεις και είναι ακριβώς αυτές που θίγονται πρώτες. Σε θεωρητικό επίπεδο, οι ανεξάρτητες κοινωνίες είναι πιθανές υπό μια έννοια. Η ανεξαρτησία είναι ένα ηθικό πρόβλημα συνήθως μη συμβατό με τις συντεταγμένες της δομής μιας οργανωμένης κοινωνίας. Συνήθως αρκούμεθα στην απλή διαστρέβλωση και στην παρερμηνεία του όρου και καλύπτουμε το κενό με άλλες παροχές, ενδεχομένως εξίσου σημαντικές. Όταν λόγω συνθηκών ήρθα σε επαφή με ανθρώπους που σχετίζονται με τις κοινωνικές παροχές, διαπίστωσα ότι κινούνται σε περιβάλλον εμβρυακού επιπέδου. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Οι προδιαγραφές του περιβάλλοντος πρόνοιας είναι τόσο περιορισμένες που αποχαρακτηρίζουν την κάθε καλή πρόθεση, συμπεριφορά και πρωτοβουλία. Μια από τις προβλεπόμενες άγραφες διατάξεις του κώδικα ένταξης στη μειονότητα των τυφλών είναι η αυτιστική θωράκιση. Επιβάλλεται μια λεπτή επίστρωση αναισθησίας η οποία μάταια προσπαθεί να καλύψει τον πόνο της ταπείνωσης και να εξιδανικεύσει τις ασύμμετρες παραμέτρους μιας άθλιας πραγματικότητας. Η κάθε ενσωμάτωση εμπεριέχει το στοιχείο τής αποδοχής όρων και για να επιτευχθεί επικαλείται τη διαγραφή της προσωπικότητας. Οι προδιαγραφές των εντάξεων βασίζονται στη γενικότητα. Είναι σταθερές και σχεδόν μη μετατρέψιμες, άκαμπτες, απρόσωπες και συνήθως αναχρονιστικές.  Όπως άλλωστε όλα τα στατικά στοιχεία δόμησης του συστήματος. Η αποδοχή τής κατηγοριοποίησης σε μια μειονότητα παρ’ όλες τις δυσκολίες που εμπεριέχει, είναι μόνο το πρώτο βήμα, γιατί ακολουθεί η ένταξη σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο ως μέλος αυτής της μειονότητας και κάτω από συνθήκες που απέχουν πολύ απ’ το να χαρακτηρίζονται φιλικές. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που προτρέπει τους έχοντες αναπηρίες στη συστολή και την ανοχή, το συμβιβασμό και την αναξιοπρέπεια, προφανώς είναι ατελές. Σε μια κοινωνία δεσποτική που αξίες όπως αλληλεγγύη, κατανόηση και σεβασμός 30


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

τείνουν να εκλείψουν ή είναι υπολανθάνουσες, προκειμένου να οδηγηθούμε σε μια κοινωνία αποβλήτων, αντί να διεκδικούμε μια θέση τηλεφωνητή, ίσως ήταν προτιμότερο να κάνουμε χρήση του συνδρόμου της αυτοχειρίας και να οδηγηθούμε σε μια τελική λύση, μαζικά και οικειοθελώς, μέσα απ’ το πέρασμα της Κασσάνδρας.

31


ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ

Γραμμή 9: Pont de Sèvres - Mairie de Montreuil

Τ

« ο Πέρασμα της Κασσάνδρας» ήταν μια ταινία της δεκαετίας του ’70 και τη σκέφτομαι πάντα όταν κάνω ταξίδια με τρένο. Μου άρεσαν πάντα οι ταινίες με τρένα και αν γύριζα μια, οπωσδήποτε θα τα συμπεριλάμβανα. Ο πατέρας της μητέρας μου, πολύ πριν αυτή γεννηθεί, δούλεψε στους σιδηροδρόμους της Φιλαδέλφειας.  Έβγαλε πολλά λεφτά, δεν ξέρω πώς, και τα ’χασε.  Ήταν οπαδός του Μεταξά και χαρτοπαίκτης. Δεν ξέρω αν βρέθηκε στην Αμερική λίγο πριν τις αρχές της δεκαετίας του ’20, για ν’ αποφύγει τη στράτευση και την πιθανότητα να χαθεί στο Σαγγάριο ή τον έφερε απλά εκεί ο τυχοδιωκτισμός του και η αναζήτηση χρήματος. Ο παππούς μου λοιπόν είχε ζήσει ήδη τη ζωή του όταν γνώρισε τη γιαγιά μου. Είχαν 25 χρόνια διαφορά και η μητέρα μου ήταν το πρώτο τους παιδί. Ο παππούς μου πέθανε το 1954, τρία χρόνια πριν γεννηθώ εγώ στην ίδια διεύθυνση. Αργότερα, κρυμμένος κάτω από το τραπέζι της κουζίνας, άκουσα μια μέρα ότι όταν μπήκαν οι Γερμανοί πέταξε τα πιστόλια του στο βόθρο και έτσι άρχισα να ψάχνω. Ξήλωνα ένα ένα τα πλακάκια, έσκαβα από κάτω, δεν έβρισκα τίποτα και τα ξανάβαζα στη θέση τους. Αυτή η αναζήτηση είχε ως αποτέλεσμα να περπατάμε και τα πλακάκια να κάνουν «κάπα κάπα» και η γιαγιά μου έλεγε: «Ποπό πώς χάλασαν τα πλακάκια!». 32


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Η γιαγιά μου η Ορτάντζα, το γένος Καϊτζή, γεννήθηκε το 1900, στις 28 Οκτωβρίου.  Ήταν περήφανη και δεν παρέλειπε ποτέ με την ιδιαίτερη προφορά της να λέει ότι ήταν «Μακεδόνα». Χαρακτηριστικά τής άρεσαν οι «ντουμάτες μ’ αυγά» και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο σπανακόρυζο. Η αλήθεια είναι ότι έτρωγε ελάχιστα και καθόταν πάντα σε μια γωνία στο τραπέζι γυρισμένη προς τα έξω. Κάπνιζε «Καρέλια» ανελλιπώς μέχρι που πέθανε, στις 5 Γενάρη του ’85.  Όταν γεννήθηκα ήταν 57 ετών. Το γέλιο της το ακούω μέχρι σήμερα. Γελούσε και τραντάζονταν τα ντουβάρια. Στον πόλεμο έκαψε όλες τις βιενέζικες καρέκλες για να μαγειρέψει όπως έλεγε «φασουλάδα».  Όσο ζούσε έχασε τέσσερα απ’ τα εφτά της παιδιά και φορούσε γκρίζες ρόμπες με μικρά πένθιμα λουλουδάκια. Είδε τρεις πολέμους και έμαθε να διαβάζει από μόνη της εφημερίδα.  Έζησε τα «μπεν μιξτ» και τα βήματα του Άρμστρονγκ στο φεγγάρι. Περάσαμε όλη τη δεκαετία του ’60, πότε στο μεγάλο χολ και πότε στα σκαλοπάτια της εξώπορτας μιλώντας με τους περαστικούς και σχολιάζοντας τους γείτονες. Τώρα βρίσκεται σε οικογενειακό τάφο στο Πρώτο και δεν πηγαίνω ποτέ να τη δω. Αντιθέτως φαίνεται ότι αυτή δε με ξέχασε και μ’ επισκέπτεται τακτικά με μια παλιά μπλε ζακέτα. Ο άνθρωπος δε συμβιβάζεται με το θάνατο. Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο το εγχείρημα της αυτοχειρίας. Οι επισκέψεις στα νεκροταφεία μού είναι εντελώς αδιάφορες, αν όχι δυσάρεστες. Οι θλιβερές μαυροντυμένες μακρόσυρτες πομπές που συνοδεύουν συνήθως τους νεκρούς στις κηδείες, φέρουν έντονα το στοιχείο της επανάληψης και μέσω του πόνου ενός τραγικού τελεσίδικου αποχωρισμού, την επιβεβαίωση της ασημαντότητας. Παρακολούθησα εγκεφαλικά την κηδεία του πατέρα μου και προσπάθησα να αποσπάσω κάποια εικόνα από τις ομιλίες και το σύρσιμο των βημάτων. Κατάφερα να καταγράψω ένα έντονο συναίσθημα συγκίνησης, κάποια παραπατήματα και κάποιες στιγμές που αποφάσισα ότι έγιναν κάπως έτσι. Τις διαφορές που ήταν αναπόφευκτες τις απέδωσα σε μια κατάσταση σύγχυσης και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν είχαν και μεγάλη σημα33


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

σία. Ο πατέρας μου βρίσκεται κι αυτός θαμμένος στο Πρώτο. Το πιθανότερο είναι να καταλήξω στην ίδια διεύθυνση. Εν αντιθέσει με τη σιωπή που επικρατεί στις βιβλιοθήκες, η σιωπή που επικρατεί στα νεκροταφεία δεν εγκυμονεί τον κίνδυνο καμιάς επανάστασης και αυτό είναι ιστορικά εξακριβωμένο. Εκείνο που είναι πρόδηλο και σαφές και θα έπρεπε ενδεχομένως να μας παραδειγματίσει είναι η μακαριότητα των νεκρών. Πιθανώς το νόημα της ζωής αποκαλύπτεται μετά θάνατον. Σπάω τη νεκρική σιγή προσθέτοντας λέξεις και φράσεις σ’ αυτό το κείμενο. Είναι σαν ν’ αποσπώ μικρά και μεγάλα κομμάτια από έναν τοίχο και σαν να εισχωρώ έρποντας με τη φωνή μου σ’ ένα στενό διάδρομο, στο σκοτάδι και τη σιωπή της άγραφης πλευράς τής κασέτας. Σ’ αυτές τις στοές που υποκαθιστούν τα κεφάλαια κάνω σύντομα ταξίδια και υπολογίζω την έκτασή τους μοιράζοντας το χρόνο ισομερώς περίπου σε εικοσάλεπτες διαδρομές. Σήμερα βρίσκομαι στην ένατη σήραγγα και έχω διανύσει τέσσερα λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα. Ο χρόνος είναι συμβατικός και συμβολικός και επηρεάζεται από άπειρες παραμέτρους με αποτέλεσμα να παρεκτρέπεται, ν’ αλλοιώνεται και να απορρυθμίζεται. Παρ’ όλα αυτά τον θεωρώ αξιόπιστο μέσο και πολύ καλή συνιστα��ένη προσέγγισης. Μπαίνω στις σήραγγες σε τακτά χρονικά διαστήματα, από μια στοά που την έχω ονομάσει στοά εργασίας. Τη χρησιμοποιώ σαν κέντρο ελέγχου και αποθήκευσης. Υπάρχουν διαμερίσματα που είναι καθαρά και προσβάσιμα. Σε άλλα επικρατεί χάος και είναι γεμάτα σκουπίδια. Το ετερόκλητο υλικό της εξόρυξης συνήθως το αποθηκεύω. Εάν το θεωρήσω σημαντικό το μεταφέρω σε άλλες στοές με την προοπτική να το χρησιμοποιήσω αργότερα. Δουλεύω μ’ αυτόν τον τρόπο αρκετό καιρό τώρα και έχω εξοικειωθεί ικανοποιητικά. Η περατή χωρητικότητα με αναγκάζει κατά καιρούς ν’ ανοίγω και άλλες στοές. Οι στοές είναι μαύρες και πανομοιότυπες.  Έτσι όπως είναι αριθμημένες και χωρισμένες σε ομάδες, μου δίνουν την αίσθηση ενός περίεργου εργοταξίου. Σαν άξονας ή σαν κεντρική αρτηρία, μια φαρδιά πιθανώς πέτρινη αποβάθρα διατρέχει εγκάρσια αυτό το εργοτάξιο. Την έχω ονο34


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

μάσει «απόλυτου κενού». Ακριβώς από πάνω της βρίσκεται το κέντρο πληροφόρησης και ανταποκρίσεων. Δεν έχω καταφέρει να οριοθετήσω την έκτασή της, αλλά μου δίνει την αίσθηση ότι είναι κενή και αχανής. Γι’ αυτό την έχω ονομάσει έτσι. Κινούμαι εκεί πάνω κάτω νευρικά και αμήχανα πριν αποφασίσω να μπω στη στοά εργασίας ή σε μια απ’ τις σήραγγες. Υποθέτω ότι είναι γεμάτη αποτσίγαρα. Συνήθως προτιμώ να δουλεύω νωρίς το πρωί όταν το μυαλό μου είναι ακόμη άδειο. Δεν έχω συγκεκριμένο ωράριο. Άλλωστε μου παίρνει πολλή ώρα για να συγκεντρωθώ και υπάρχουν μέρες που δεν έχω καμιά απολύτως διάθεση. Αποδίδω το γεγονός ότι αισθάνομαι απολύτως οικεία στην απομόνωση εν μέρει στη φύση του επαγγέλματος που ασκούσα κάποτε, αλλά ως επί το πλείστον στον αντιδραστικό και αντικοινωνικό μου χαρακτήρα. Οι συνθήκες απλώς επιβάρυναν την κατάσταση. Θεωρώ τη μοναξιά εποικοδομητική και πολλές φορές την επιδιώκω. Μπορώ να πω μάλιστα ότι τη χαλαλίζω σε ελάχιστες περιπτώσεις. Συνήθως μια με δύο συναντήσεις την εβδομάδα μου είναι υπεραρκετές. Αυτές τις συναντήσεις μ’ αρέσει να τις αποκαλώ επισκεπτήρια. Μου δίνουν την εντύπωση μιας περιοδικής επανάληψης η οποία μου προκαλεί συναισθήματα δυσαρέσκειας και βαρεμάρας. Στα μεγάλα διαστήματα της μοναξιάς μου για να οργανώσω τη σκέψη μου μιλούσα μόνος μου. Αργότερα έκανα μια σκέψη που δεν ξέρω αν είναι σωστή, αλλά τη βρήκα τουλάχιστον ενθαρρυντική και ενδιαφέρουσα. Υπέθεσα ότι είμαι μάλλον δίδυμος με τη φωνή μου. Η αποδοχή αυτής της υπόθεσης μας επέτρεψε ν’ αποκτήσουμε ένα είδος συντροφικότητας. Είναι αρκετά διακριτική και επαρκώς διαθέσιμη. Επιπλέον σέβεται τις απόψεις μου ή τις αντικρούει με επιχειρήματα. Με τον καιρό φθάσαμε σε σημείο να κάνουμε σοβαρούς διαλόγους και πολλές φορές μου παίρνει μέρες για να της δώσω μια απάντηση.  Όταν είμαστε μόνοι μας επεξεργαζόμαστε τις συζητήσεις μας και αν καταλήξουμε κάπου τις μαγνητοφωνούμε. Αυτήν τη σχέση μας φροντίζω να την κρατώ μυστική.  Όταν βρισκόμαστε με τρίτους απλώς την αφήνω να μ’ αντιπροσωπεύει. Εάν το αντικείμενο 35


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

μου είναι αδιάφορο συνήθως αποχωρώ. Μετά από λίγο αυτή η δεύτερη φωνή πέφτει σε αφωνία. Αναρωτιέμαι ποια είναι η πρόθεση της συγγραφής και αν στην περίπτωσή μου υπάρχει πρόθεση ή πρόκληση. Αυτό το ερώτημα μετεωρίζεται σαν κούνια πάνω από το κεφάλι μου. Δεν ξέρω αν με βοήθησε η βαρύτητα, αλλά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η απάντηση πρέπει να βρίσκεται κάπου στη μέση. Οι νόμοι της φυσικής είναι επίσης ένας καλός τρόπος προσέγγισης. Κάνω τέτοιες σκέψεις συχνά και τις χρησιμοποιώ σαν υποστυλώματα. Αν είναι σωστές ή λάθος θα κριθεί εκ του αποτελέσματος. Προς το παρόν μου παρέχουν μια ασφάλεια και μου επιτρέπουν να κινούμαι με μια σχετική άνεση στις στοές και στην αποβάθρα.  Έχω αρχίσει να συμβιβάζομαι με την ιδέα ότι θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες. Το γεγονός ότι μπορεί να θαφτώ ανά πάσα στιγμή κάτω από τόνους υποτιθέμενης λάσπης και χώματος είναι κάτι που με αφήνει μάλλον αδιάφορο. Ίσως σ’ αυτές τις στοές, εκτός των άλλων, να κρύβεται και το μυστικό τού θανάτου. Αυτή η σκέψη έδωσε νέα πνοή στις έρευνες και εκείνο το πρωί, 16 Σεπτεμβρίου, προχώρησα άλλα τέσσερα λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα στην ένατη σήραγγα. Η ένατη γραμμή εκτελεί το δρομολόγιο Pont de Sèvres - Mairie de Montreuil και την έχω πάρει δεκάδες φορές. Με γοήτευσε σε μεγάλο βαθμό η απίστευτη οικειότητα που μου προκάλεσε η επαφή με το μετρό στο Παρίσι. Το γλέντησα αφάνταστα, κάνοντας άπειρες άσκοπες διαδρομές. Μια από τις φιλοδοξίες μου, ή ένα από τα προβλήματά μου αν θέλετε, είναι να καταφέρω να οργανώσω κάποτε αυτές τις σήραγγες σε τέτοιο βαθμό, που να μου δίνουν την ψευδαίσθηση ότι είμαι στο μετρό του Παρισιού. Φαίνεται ότι χρειάζομαι απόλυτα αυτήν την ψευδεπίγραφη αίσθηση ελευθερίας. Είναι σαν να καταστρώνω μέσα απ’ αυτές τις σήραγγες ένα λεπτομερές σχέδιο απόδρασης. Δεν ξέρω σε ποιο βάθος, ίσως δεκάδες μέτρα κάτω απ’ τη γραμμή του RER ή στο σαθρό υπέδαφος της Πατησίων, επέλεξα να εγκαταστήσω το προσωπικό μου δίκτυο. Επειδή έτσι και 36


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

αλλιώς το πρόγραμμα είναι πιλοτικό, για να έχω κάποια συγκεκριμένα σημεία αναφοράς, εκτός της αρίθμησης, αποφάσισα να συμπεριλάβω και ορισμένα διακριτικά κατευθύνσεων. Αυτοί οι κωδικοί διευκολύνουν την πρόσβαση και προσθέτουν ένα στοιχείο αληθοφάνειας. Από εκείνην τη στιγμή την αποβάθρα, δηλαδή την αίθουσα απόλυτου κενού, την αποκαλώ Σατλέ. «Είμαι στο Σατλέ, στη γραμμή εννιά» σκέφτηκα. Στο Σατλέ υπάρχει πάντα μια αναμονή που λέγεται Direction Libre και που δεν ξέρεις ποτέ πού θα σε βγάλει.  Έχει την ιδιορ­ ρυθμία να παρεμβάλλεται και να κάνει «κορεσποντάνς» με όλες τις άλλες γραμμές. Η Direction Libre είναι η αγαπημένη μου διαδρομή. Δεν υπάρχει αστυνόμευση, χρονοδιάγραμμα και κάποιος συγκεκριμένος προορισμός. Η Direction Libre είναι παράνομη και μπορείς να συναντήσεις εκεί ένα σωρό τσαρλατάνους. Στους σταθμούς φυλακές Σταμχάιμ, Φρεν και Σαντέ, μπορείς να κάνεις τις καλύτερες γνωριμίες. Στον Μπριγκάτε Ρόσε μπορείς ν’ αγοράσεις όπλα και στον Μπάαντερ-Μάινχοφ έντυπο υλικό και εκρηκτικά. Ο σταθμός της Αλ Κάιντα είναι νεόδμητος και ήδη κατεστραμμένος. Στο σταθμό Ιράν γκέιτ μπορείς να ποδοπατάς όση ώρα θέλεις τη φάτσα του μπαμπά Μπους. Στη σλαγκ εδώ κάτω, «Grand Zero» λέμε το σταθμό New American Culture Museum και συνήθως τον αποφεύγουμε. Η Direction Libre έχει την ιδιαιτερότητα να παραμένει ανοιχτή όλο το εικοσιτετράωρο, γι’ αυτό την προτιμούν συνήθως φοιτητές, περιθωριακοί και τραβεστί.  Έχω ακούσει να λένε ότι στο Desolation Row, σύχναζαν κάποτε, ο «Καζανόβας», η «Σταχτοπούτα» και ο «Φαντομάς» και ότι βγάζει στη Highway 61. Τώρα απ’ ό,τι ξέρω δε βγάζει πουθενά. Στο σταθμό της Revolution υπάρχει ένα τεράστιο κόκκινο πορτρέτο του Τσε, και αποκεί μπορείς να βρεθείς σε δύο λεπτά στην Κούβα. Ο σταθμός του Γκουαντάναμο είναι γεμάτος Αφγανούς που έφεραν απευθείας από την οροσειρά της Τόρα Μπόρα, και είναι ένα μέρος που κανείς δε θέλει να πάει. Λένε ότι σ’ αυτήν τη γραμμή πολλοί σταθμοί είναι στοιχειωμένοι. Στο Μουσείο για παράδειγμα, στη θέση Granma, λένε ότι μυρίζει εμετό και ξινισμένο πορτοκάλι. Λένε ακόμα ότι στο σταθμό Σάμπρα και Σατίλα, 37


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

μυρίζει ακόμα αίμα και τα βράδια ακούς φωνές, κλάματα και ουρλιαχτά. Θα πρέπει να είναι φοβερό μέρος. Η Σαρανταπόρου είναι ένας κάθετος δρόμος που ενώνει κοντά στο τέρμα την Πατησίων με την Αχαρνών. Εκεί είναι το Ταχυδρομείο, το ΤΕΒΕ και το γήπεδο του Α.Ο. Σπόρτιγκ. Στο νούμερο 11 είναι μια παλιά μονοκατοικία του ’36 ακριβώς πάνω απ’ το σταθμό του Χάρτινου Στρατού. Το 11 τυχαίνει να είναι και η προσωπική μου διεύθυνση. Αν και το σπίτι είναι παλιό και το ισόγειο από πέτρα, νιώθεις κατά καιρούς μια περίεργη δόνηση σε κύματα, και αν έχει ησυχία μπορείς ν’ ακούσεις τα τρένα να περνούν. Το γεγονός ότι δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα το δίκτυο ίσως οφείλεται στην αρχαιολογική υπηρεσία η οποία εμποδίζει τις έρευνες, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να παρενοχλείται κάποιο αρχαίο νεκροταφείο. Εγώ το ανακάλυψα τυχαία μια μέρα, σκάβοντας κάτω από τον παλιό βόθρο, ψάχνοντας απελπισμένα μια οδό διαφυγής. Απ’ την κλασική γραμμή  Ένα, Πειραιάς-Κηφισιά, ο σταθμός τού Χάρτινου Στρατού απέχει μόνο 300 μέτρα, αλλά φαίνεται ότι κανείς δεν έχει διάθεση να ψάξει σ’ αυτήν την πόλη. Πριν από καιρό στο σταθμό Μπριγκάτε Ρόσε αγόρασα ένα σαρανταπεντάρι από κάποιον Άραβα που τον λένε Αχμέτ, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι δουλεύει και πρέπει να βρω έναν τρόπο να το τεστάρω.  Έτσι περνώ τις νύχτες στον υπόγειο ψάχνοντας να βρω το κατάλληλο μέρος. Στην αρχή είπα να πάω κάπου με πολλή φασαρία, μετά στο λιμάνι, αλλά σκέφτηκα ότι ύστερα από την ιστορία με το Σάββα είναι πολύ πιθανό να το φυλούν. Τελικά πήρα τη γραμμή έξι και κατέβηκα στο σταθμό της Παλαιστίνης. Εκεί τυχαία μες στο πλήθος συνάντησα τον Αχμέτ. Δεν πρέπει ποτέ να χαιρετάς τους Μουσουλμάνους με το αριστερό χέρι, γιατί με το άλλο μπορεί να σου καρφώσουν ένα στιλέτο. Του έδειξα το όπλο και τον ρώτησα πού να ρίξω.  Έκανε μεταβολή. Φεύγοντας γύρισε προς το μέρος μου. «Σ’ έναν Αμερικάνο» μου είπε γελώντας. Στο τέλος βρήκα ένα καλό μέρος και έριξα σε έναν τοίχο. Αμέσως μετά την έκανα από μια καμάρα σε ένα σκοτεινό πέρασμα, και αποκεί σ’ ένα πλαϊνό 38


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

σοκάκι όπου πουλούν ακόμα χάντρες, φτηνιάρικα σουβενίρ και καθρεφτά��ια. Ο πυροβολισμός πρέπει ν’ ακούστηκε σαν να ήταν από το άλλο δωμάτιο, αλλά κανείς δε φάνηκε να νοιάζεται. Μετά από μέρες ξαναπήγα και κοίταξα να βρω την τρύπα από τη σφαίρα. Δε βρήκα τίποτα. Φαίνεται ότι μπερδεύτηκα. «Εδώ όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι» σκέφτηκα. Εκείνο το βράδυ ακούμπησα το πιστόλι στο τραπέζι και κάπνισα ένα πακέτο. Το άγγιζα συνέχεια. Φοβόμουν μήπως χαθεί σαν την τρύπα από τη σφαίρα. Προς το παρόν αυτό το όπλο μού είναι άχρηστο, και ενώ το πήρα για να έχω μια οδό διαφυγής σε περίπτωση που χρειαστεί, αυτή η περίεργη ιστορία με το βόθρο ανέτρεψε τα δεδομένα και μου επέτρεψε να έχω μια άμεση πρόσβαση στον Κάτω Κόσμο.  Έτσι το έκρυψα ξανά στο συρτάρι, όπως είχα κάνει τότε με το πιστόλι του πατέρα μου. Στη στάση Φράξια Κόκκινος Στρατός, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Καθολικό Νεκροταφείο, σε μια έκταση περίπου 300 στρεμμάτων έχουν φυτέψει μες στο πράσινο, άψογα ρυμοτομημένους, χιλιάδες μαρμάρινους σταυρούς. Νομίζω ότι ξέρω γιατί το μέρος ονομάζεται «Γερμανικό Φθινόπωρο». Το νεκροταφείο κατασκευάστηκε το ’78 από ένα Γερμανό αρχιτέκτονα που τον έλεγαν Φασμπίντερ, ο οποίος πέθανε τη δεκαετία του ’80, από πρέζα. Το εκμεταλλεύεται η γερμανική πρεσβεία η οποία στεγάζεται ακριβώς δίπλα. Εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί το «Γερμανικό Φθινόπωρο» επιτηρείται τα βράδια από τη δέσμη ενός πορτοκαλί προβολέα, σαν αυτόν της Φρεν.  Έβγαλα το συμπέρασμα ότι εκτός απ’ τους Αγγλοσάξονες, είναι και οι Γερμανοί που φοβούνται τα φαντάσματα. Ιδιαίτερα αυτά του Μπάαντερ και της Μάινχοφ. Γνώρισα τα φαντάσματα του Αντρέας και της Ούλρικε έξι ή εφτά χρόνια μετά το θάνατο του Κασσίμη, μέσα απ’ τις σελίδες της «Αντιπληροφόρησης» που εξέδιδε τότε ακόμη ο ΕΛΑ. Πολλά χρόνια αργότερα συναντηθήκαμε τυχαία σ’ ένα ύποπτο μπαράκι της Λισαβόνας, σ’ ένα δρόμο που δεν μπορώ να θυμηθώ τ’ όνομά του. Εκείνος ήταν αμίλητος και σκεφτικός. Αργότερα πίνοντας έγινε απίστευτα φλύαρος. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι δεν ξέρω 39


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

λέξη γερμανικά. Παρ’ όλα αυτά κατάλαβα όλα όσα είπε, ίσως γιατί τα πίστευε. Η Ουλρίκε δε μίλησε καθόλου εκείνο το βράδυ, μονάχα κάπνιζε και κοίταζε ανήσυχα την πόρτα πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά, που τα φορούσε μάλλον για να κρύβει τους μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια της.  Όλη την ώρα άγγιζε με τα λεπτά μακριά της δάκτυλα ένα φίνο μεταξωτό γαλάζιο μαντίλι, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι είναι στη θέση του. Νομίζω ότι το φορούσε για να κρύβει το σημάδι από το βρόγχο τής κρεμάλας. Ξαφνικά κατά τις τρεις το πρωί ο Αντρέας σταμάτησε απότομα να μιλάει και σκέφτηκα ότι μάλλον πάσχει από κατάθλιψη. «Μια ιστοσελίδα… δεν είναι αυτός ο στόχος της RAF» μου εξήγησε και ήταν φανερά απογοητευμένος. Από τότε έψαξα πολλές φορές σ’ αυτά τα ατελή αρχεία που έχω στη διάθεσή μου και δε βρήκα πουθενά να δόθηκε κάποια εξήγηση –λογική ή παράλογη– για το πώς, ενώ η Ουλρίκε βρέθηκε κρεμασμένη έξω απ’ το κελί της, αυτό χαρακτηρίσθηκε ως «αυτοκτονία». Συναντηθήκαμε πάλι σ’ ένα πάρκιγκ κάποιου αυτοκινητόδρομου του Βελγίου, κάτω απ’ τη γνωστή πορτοκαλί άλω των προβολέων. Αυτήν τη φορά το ραντεβού ήταν προκαθορισμένο. Η Ουλρίκε φορούσε ξανά εκείνο το γαλάζιο μαντίλι. Μου εξήγησε, ότι το φοράει πάντα, όχι για να κρύψει όπως νόμιζα ένα σημάδι, αλλά γιατί αν και πεθαμένοι εδώ και καιρό, αυτή και ο Αντρέας ζούνε πάντα σαν κυνηγημένοι. Εκείνην τη νύχτα –και πρέπει να πω εδώ ότι αυτές οι συναντήσεις γίνονται πάντα νύχτα– η Ουλρίκε δε φορούσε τα μαύρα της γυαλιά και αυτό μου επέτρεψε να δω ότι τα μάτια της είναι μαύρα σαν τα φεγγάρια του Φασμπίντερ. Τη ρώτησα απερίφραστα αν βρίσκει λογικό το γεγονός ότι κάνω παρέα με φαντάσματα. Ανασήκωσε τους ώμους σαν να ’λεγε: «Αν μπορείς κάνε και αλλιώς αλλά είπε: «Έτσι και αλλιώς τα πράγματα είναι παράλογα, κάνε λοιπόν ό,τι σου κάνει κέφι». Όταν πλάκωσε η αστυνομία στο πάρκιγκ με την μπλε σειρήνα της, όλοι εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας. Δε μου έκανε καμιά εντύπωση, ήταν άλλωστε άριστα εκπαιδευμένοι γι’ αυτό. Καθώς μου την έπεφταν οι μπάτσοι, την άκουσα να λέει: «Ψιτ, να μη 40


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

χαθούμε». Γύρισα και πρόλαβα να τη δω να φεύγει με μια μηχανή μεγάλου κυβισμού αντίθετα στο ρεύμα, με μια απίστευτη οικειότητα και μ’ έναν τρομακτικό θόρυβο. Το παράλογο είναι ότι αυτό δε μου φάνηκε καθόλου παράλογο. «Είναι πολύ εύκολο να περάσεις από την άλλη μεριά» σκέφτηκα και καθώς άνοιγαν οι πόρτες, πριν προλάβουν οι μπάτσοι να βγουν απ’ το περιπολικό, εξαφανίστηκα απ’ το πάρκιγκ. Ανεβοκατεβαίνω τελευταία απ’ τον Πάνω στον Κάτω Κόσμο με μεγάλη ευκολία. «Είναι θέμα εξάσκησης» σκέφτηκα. Κατά κάποιο τρόπο η είσοδος κάτω απ’ το βόθρο μοιάζει μ’ αυτήν του σταθμού του Τελεγκράφ. Μόνο που η σκάλα είναι κάθετη, παλιά και σκουριασμένη. Τη σκάλα δεν την έφτιαξα εγώ.  Ήταν εκεί και δεν ξέρω ποιος την έφτιαξε. Μια τέτοια σκάλα πρέπει να υπήρχε και στο παλιό μου σπίτι. Φαίνεται όλες οι μονοκατοικίες έχουν τέτοιες σκάλες. Τα σπίτια ήταν ψηλοτάβανα τότε και πάνω απ’ το παλιό μπάνιο υπήρχε ένα πατάρι όπου μπορούσες να περπατάς όρθιος. Ανέβαινα εκεί από μια αυτοφερόμενη σκάλα που κρεμούσε ο πατέρας μου στον τοίχο από δύο γάντζους, σαν αυτούς που κρεμούσαν παλιά τους θερμοσίφωνες, και παρακολουθούσα σαν να βρισκόμουν σε θέατρο τι συνέβαινε ακριβώς από κάτω στην κουζίνα. Ένα πρωί πριν ξημερώσει μου ’ρθε ξαφνικά μια ιδέα. «Το σπίτι γκρεμίστηκε το ’70» σκέφτηκα, «άρα πέθανε. Άρα είναι εκεί, στην ίδια διεύθυνση». Ομολογώ ότι αυτή η σκέψη με τρόμαξε κάπως και ένιωσα σαν να κόλλησαν τα πόδια μου στο πάτωμα. «Θα είναι εκεί η γιαγιά μου και ο πατέρας μου» σκέφτηκα. «Αν υπάρχει ένα μέρος για να πάνε, θα ’ναι σίγουρα εκεί». Φοβήθηκα ότι αν κατέβαινα εκείνην τη μέρα τη σκάλα, το πιθανότερο είναι να μην ξαναγύριζα. Η γιαγιά μου ήταν ήρεμη όταν πέθανε και ήμουν εκεί την ώρα που ξεψυχούσε.  Ήταν ένας ήρεμος θάνατος. Εν αντιθέσει με τον πατέρα μου, που ταλαιπωρήθηκε και αντιστάθηκε σαν να μην ήθελε να πεθάνει. Εκείνο το πρωί άργησε να ξημερώσει. Ο τίτλος στο «Καρφί» της δεύτερης Κυριακής των δημοτικών εκλογών έγραφε με μεγάλα γράμματα: «Βρικολάκιασε το βρόμικο ’89» και ο νους μου πήγε στο κόκκινο info box της Πύλης 41


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ

του Βραδεμβούργου, που είναι και η μόνη που απέμεινε απ’ το Τείχος του Βερολίνου. Φυσικά ο τίτλος δεν αναφερόταν στο τείχος, αλλά στην απόφαση του ΚΚΕ να συμπράξει και πάλι με τη δεξιά. Σχεδόν όλος ο Οκτώβριος αναλώθηκε με το θέμα των δημοτικών εκλογών και το θέμα της 17 Νοέμβρη υποβαθμίστηκε κάπως. Απ’ ό,τι κατάλαβα απ’ τα λίγα που ξέρω –γιατί δεν πάει και πολύς καιρός που ανεβοκατεβαίνω– κάτω, στην καινούργια πόλη που ανακάλυψα, δε συνηθίζονται οι εκλογές, μάλλον γιατί τίποτα δεν είναι αναστρέψιμο. Παρατήρησα τελευταία μια έντονη κινητικότητα.  Ήταν τότε που όλοι περίμεναν το Σάββα. Απόρησα με το πώς έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν πληροφορίες και υπέθεσα ότι το πιθανότερο είναι μερικοί απ’ αυτούς να χρησιμοποιούν τις σκάλες. Αργότερα έμαθα ότι αυτό ακριβώς συνέβαινε και ότι χρησιμοποιούν γι’ αυτόν το σκοπό τα έρημα σπίτια. Ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονται στα προάστια. Είναι αλήθεια ότι εκείνην την περίοδο δεχθήκαμε πιέσεις να κλείσουμε μετά από 27 χρόνια λειτουργίας το σταθμό της 17 Νοέμβρη. Φυσικά τους αγνοήσαμε και ο σταθμός εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά. Βέβαια υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο –και αυτήν τη στιγμή η υπόθεση βρίσκεται στα δικαστήρια– ο σταθμός να κλείσει οριστικά. Δεν αντιλέγω ότι η διαδρομή της Direction Libre μπορεί να έχει χαρακτηριστεί ως κλασικά επικίνδυνη και σ’ αυτό να έχει συμβάλει η προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση, αλλά είναι η μόνη γραμμή στην οποία επιτρέπεται το κάπνισμα και «απαγορεύεται οποιαδήποτε απαγόρευση».  Έτσι βρίσκω πολύ πιθανό, μια τέτοια εντολή να μην έχει καμιά ισχύ εδώ κάτω. Σ’ αυτήν τη γραμμή όλα μπορούν να συμβούν. Κάτω απ’ τα υπόγεια του «Βίλατζ» υπάρχει ένας κινηματογράφος που κατεδαφίστηκε και δεν έχει παίξει ποτέ ταινίες που γυρίστηκαν μετά το ’80. Αν και έχει πολύ κακό ήχο και μου θυμίζει τις ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις που κάνω εγώ στο «Panasonic» –λες και το κάνει επίτηδες για να ακούς την ταινία με γκαπ στη μέση, πότε απ’ το αριστερό και πότε απ’ το δεξί ηχείο– εξακολουθώ να τον προτιμώ γιατί παίζει ταινίες σαν την «Τζίλντα», το «Γαλάζιο Άγγελο» και την «Κυρία από τη Σα42


ΤΟ «ΕΒΔΟΜΟ» ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

γκάη».  Ένα από τα χαρακτηριστικά του –εκτός από τον ήχο που είναι χάλια και πρέπει να βρίσκεσαι διαρκώς σε εγρήγορση για να καταλαβαίνεις τι γίνεται– είναι και το ότι η οθόνη είναι εντελώς κατεστραμμένη από γκράφιτι, σαν πολιτιστική κληρονομιά μιας κατάληψης.  Έτσι οι υπότιτλοι είναι άσπροι, μπλε και κόκκινοι, και όπως τρεμοπαίζουν μοιάζουν με γαλλική σημαία. Απόψε παίζει τη «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ».

43


«Το “έβδομο” ανακοινωθέν» εξεδόθη στο όνομα των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες το διέψευσαν. Αργότερα αποδείχθηκε ότι ο συγγραφέας του συγκεκριμένου κειμένου, κάποιος ονόματι Πικιαρέλι, παραχαράκτης στο επάγγελμα, το έγραψε κατά παραγγελία «αγνώστου» τινός. Ο ίδιος δολοφονήθηκε το ’84. Παραμένει μυστήριο ποιος και γιατί παράγγειλε το ψεύτικο ανακοινωθέν. Λέχθηκε ότι ο θάνατος του Μόρο ήταν το αποτέλεσμα μυστικής συμφωνίας ανάμεσα στη CIA και την KGB, που δεν επιθυμούσαν την αλλαγή τού μεταπολεμικού συμφώνου τής Γιάλτας την οποία υποστήριζε ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης. Ως σήμερα τίποτα δεν έχει αποδειχθεί και η φήμη εξακολουθεί να πλανάται. Η εκδοχή ωστόσο μοιάζει αληθοφανής. Το παρόν βιβλίο είναι μια παραχάραξη. «Το “έβδομο” ανακοινωθέν» είναι ένα φανταστικό δοκίμιο και παράλληλα μια φανταστική αυτοβιογραφία – ένα μυθιστόρημα. Ακροβατεί μεταξύ ιστορικών γεγονότων και μυθοπλασίας. Τρομοκράτες, παρακρατικοί, στρατηγοί, φύλακες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και δικαστές ζουν, πράττουν και μιλούν ανάμεσά μας. Ανασαίνουν τον αέρα μας, μοιράζονται τις σκέψεις μας. Μας χτυπούν, μας βρίζουν, μας καθοδηγούν. Μας κλείνουν το μάτι και με τη μυθική τους διάσταση εισβάλλουν στο μυαλό και τη φαντασία μας.

44


Το «έβδομο» ανακοινωθέν - Γιάννης Πέτσας - Εκδόσεις Ιωλκός