Page 1

(Mια ιστορία στα πλαίσια του προγράμματος αγωγής υγείας: ''Ταξίδι στη χώρα των συναισθημάτων'')

Υπήρχε κάποτε σε τόπο μακρινό μια παράξενη πόλη, η ξακουστή Κλοτσομπουνία. Οι κάτοικοί της δεν έμοιαζαν με τους συνηθισμένους ανθρώπους. Ήταν όλοι τους πράσινοι. Ναι ,ναι καλά ακούσατε: πράσινοι! Και μη φανταστείτε ότι ήταν εξωγήινοι. Ήταν πράσινοι από το κακό τους! Η αγάπη και η χαρά ήταν άγνωστα συναισθήματα γι΄αυτούς. Ποτέ δε χαμογελούσαν. Μέσα τους φώλιαζαν μόνο αρνητικά συναισθήματα: η ζήλια, ο θυμός, το μίσος. Τόσο πολύ μισούσε ο ένας τον άλλον, που μιλούσαν μεταξύ τους μόνο όταν ήταν να τσακωθούν.


Τα σπίτια τους βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο και οι αυλές τους είχαν ψηλά τείχη για να μην μπορεί κανείς να τους πλησιάσει. Οι περισσότεροι ήταν πλούσιοι και τα χρήματα τα είχαν αποκτήσει από κλοπές και από απάτες. Το μίσος αυτό άλλαζε χέρια από γενιά σε γενιά και κανείς δεν ήξερε πώς και γιατί ξεκίνησε. Μια μέρα έφτασε στην κεντρική πλατεία της Κλοτσομπουνίας ένας απεσταλμένος του άρχοντα της χώρας κι άρχισε να διαλαλεί με βροντερή φωνή: – Ακούσατε,ακούσατε, κάτοικοι της Κλοτσομπουνίας,ο άρχοντας της χώρας γιορτάζει τα πεντηκοστά γενέθλιά του κι αποφάσισε να χαρίσει σ΄εναν κάτοικο κάθε πόλης δώρα μεγάλης αξίας και πολλά χρήματα. Τα δώρα όμως θα τα κερδίσει αυτός που στο τέλος του μήνα θα έχει κάνει τις περισσότερες καλές πράξεις. – Πώς; Άκουσαν καλά τ΄αυτιά μου; Τις περισσότερες καλές πράξεις; Αποκλείεται,αναφώνησε ο κύριος Τρομάρας που άκουσε από το σπίτι του τη φρικτή αυτή ανακοίνωση. Δεν υπάρχει περίπτωση! Δε θέλω ούτε χρήματα ούτε δώρα!,ξαναφώναξε κι άρχισε να εκτοξεύει δεξιά κι αριστερά ό,τι έβρισκε μπροστά του. Καθώς όμως έριχνε μια παντόφλα στο κεφάλι του άμοιρου του απεσταλμένου ,μια τρομερή σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Αμέσως του κόπηκε η λαλιά.Κρύος ιδρώτας άρχισε να τον λούζει.Δε θα μπορούσε να συμβεί τίποτα χειρότερο απ' αυτό που σκέφτηκε...


Την ίδια στιγή στο σπίτι του κύριου Φαγωμάρα εκτυλίσσοντανοι ακριβώς οι ίδιες σκηνές.Αντικείμενα λογής λογής εκτοξεύονταν στον κακόμοιρο τον απεσταλμένο του άρχοντα της χώρας από το παράθυρο και διάφορες βρισιές ακούγονταν: – Να φύγεις αμέσως από δω! Δεν έχουμε ανάγκη τα δώρα και τα καλοπιάσματα του άρχοντα.Άκου εκεί καλές πράξεις! Κανείς δε νοιάζεται σ' αυτήν την πόλη για τους άλλους,κανείς εδώ δεν αγαπάει κανέναν! Ξαφνικά η ίδια φρικτή σκέψη που είχε έρθει στο μυαλό του κύριου Τρομάρα, πέρασε κι απ΄το δικό του μυαλό. Αμέσως άρχισε να τρέμει από το φόβο του.... Για να μην πολυλογούμε τα ίδια σκέφτονταν όλοι οι κάτοικοι της πόλης: ο κύριος Μπουνιάς, ο κύριος Γροθιάς, ο κύριος Κακόκεφος, ο κύριος Ζηλιάρης, η κυρία Πονηρή, η κυρία Κακούργα, η κυρία Γκρινιάρα,η κυρία Εγωίστρια... Όλοι οι Κλοτσομπουνίτες κλείστηκαν φοβισμένοι στα σπίτια τους προσπαθώντας να βρουν λύση στο πρόβλημα που ξαφνικά άρχισε να τους βασανίζει. Όσο όμως κι αν προσπαθούσαν ,καμία λύση δεν μπορούσε να βρεθεί, εκτός από μία.... Σιγά σιγά τα φώτα άρχισαν να σβήνουν κι όλοι εκείνο το βράδυ είδαν στον ύπ νο τους τους χειρότερους εφιάλτες. Τι βασάνιζε όμως τους πράσινους ανθρώπους; Γιατί ενώ όλοι φώναζαν στην αρχή στη συνέχεια σώπασαν; Μα είπαμε πως οι άνθρωποι αυτοί ήταν γεμάτοι κακία και μίσος. Κανείς δεν ήθελε το καλό του άλλου. Σκέφτηκαν λοιπόν πως έστω κι ένας αν δεχόταν να κάνει καλές πράξεις ,θα κέρδισε εκείνος τα δώρα του άρχοντα . Και κάτι τέτοιο δεν το ήθελε κανείς από τους κατοίκους της Κλοτσομπουνίας.Έπρεπε να βρεθεί μία λύση...


Την επόμενη μέρα ένας λαμπερός ήλιος ξεπρόβαλε πάνω από τις κρύες στέγες των πράσινων ανθρώπων. Ο κύριος Τρομάρας είχε σηκωθεί από τ΄άγρια χαράματα. Έκανε ένα χλιαρό μπάνιο για να χαλαρώσει έπειτα από την εφιαλτική νύχτα που πέρασε, έβαλε τα καλά του και στάθηκε πολλή ώρα μπροστά στον καθρέφτη κάνοντας πρόβες.Τι πρόβες; Θα μάθουμε σε λίγο... Μόλις ένιωσε πως έμαθε καλά τον ρόλο του , άνοιξε τη βαριά ξύλινη πόρτα του σπιτιού του και με βήμα γοργό ξεκίνησε για την αγορά. Στο δρόμο συνάντησε την κυρία Πονηρή φορτωμένη ψώνια. – Καλημέρα σας ,κυρία Πονηρή. Πώς είστε ,αγαπητή μου,σήμερα; ρώτησε μ΄ένα πλατύ χαμόγελο. – Πολύ καλά,καλέ μου κύριε Τρομάρα.Εσείς τι μου κάνετε;απάντησε αυτή με το ίδιο χαμόγελο. – Καλά είμαι κι εγώ. Αφήστε με να σας βοηθήσω με τα ψώνια σας. – Ω,μην μπαίνετε σε κόπο. – Μα τι λέτε τώρα;Ευχαρίστησή μου. Είναι πολύ βαριά για σας. – Να ,ξέρετε, αγόρασα τρόφιμα και φάρμακα. Τα πηγαίνω στον κύριο Φοβερό.Έμαθα πως είναι άρρωστος και δεν μπορεί να βγει από το σπίτι. – Τι καλή πράξη!είπε όλο συμπόνια ο κύριος Τρομάρας. Και συνέχισε:Κι εγώ πηγαίνω στην αγορά ν΄αγοράσω ρούχα, βιβλία και παιχνίδια για τα φτωχά παιδιά του κύριου Μαχαιροκέφαλου.


Μόλις έφτασαν έξω από το σπίτι του κύριου Φοβερού, ο κύριος Τρομάρας αποχαιρέτησε ευγενικά την κυρία Πονηρή και συνέχισε τον δρόμο του. Καθώς προχωρούσε σκεφτόταν: “Α, την άτιμη!Θέλει να κερδίσει αυτή τα δώρα για να μην τα πάρει κάποιος άλλος. Παραλίγο να πιστέψω πως ήταν πραγματικά καλή! Φαίνεται πως έκανε κι αυτή πολλές πρόβες μπροστά στον καθρέφτη χαμογελώντας. Δεν πρόκειται όμως να την αφήσω να πετύχει τον σκοπότης!Τρέχω να προλάβω να κάνω εγώ τις περισσότερες καλές πράξεις.” Τις ίδιες σκέψεις έκανε κι η κυρία Πονηρή. Την ίδια στιγμή παρόμοιες σκηνές σκηνές συναντούσες σε κάθε γωνιά της Κλοτσομπουνίας.Όλοι είχαν σηκωθεί απ΄τ΄άγρια χαράματα και ξεχύθηκαν στους δρόμους για να κάνουν καλές πράξεις. Ο κύριος Μπουνιάς πήγε στο ορφανοτροφείο για να μοιράσει δώρα στα ορφανά παιδιά. Ο Κύριος Γροθιάς σκέφτηκε να ταίσει τ΄αδέσποτα σκυλιά της πόλης . Η κυρία Κακούργα αποφάσισε να καθαρίσει την πόλη από τα σκουπίδια.Ο κύριος Ξεροκέφαλος επισκέπτηκε το γηροκομείο της πόλης για να κρατήσει συντροφιά στους ηλικιωμένους. Όλοι κάτι καλό βρήκαν να κάνουν .Ιδρύθηκαν εθελοντικές οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος, των άστεγων και άρρωστων κατοίκων, των αδέσποτων ζώων... Ο απεσταλμένος του άρχοντα της χώρας ,που είχε εγκατασταθεί στην πόλη για να παρακολουθεί τους Κλοτσομπουνίτες ,δεν πίστευε στα μάτια του!


Αυτοί οι άνθρωποι που μόλις χθες τον έβριζαν και του πετούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους , είχαν γίνει καλοί και χαμογελαστοί. Απολάμβαναν την κάθε στιγμή της ζωής τους κι ήταν πάντα έτοιμοι να βοηθήσουν όσους είχαν ανάγκη. Γκρέμισαν τα τείχη στις αυλές τους για να μπορούν να έρχονται πιο εύκολα επισκέπτες στο σπίτι τους και φύτεψαν στις αυλές τους πολύχρωμα λουλούδια. Η καλοσύνη τους έγινε γνωστή παντού κι άνθρωποι απ΄όλον τον κόσμο επισκέπτονταν την Κλοτσομπουνία για να ζήσουν όμορφες στιγμές και ν΄απολαύσουν την καλοσύνη και φιλοξενία των πράσινων ανθρώπων που κάποτε ήταν τόσο κακοί. Ένα πρωινό ακούστηκε στην πόλη η δυνατή φωνή του απεσταλμένου του άρχοντα που καλούσε τους πολίτες σε συγκέντρωση στην κεντρική πλατεία. Μόλις μαζεύτηκαν όλοι οι κάτοικοι εκείνος είπε: “Αγαπημένοι μου, Κλοτσομπουνίτες,όλον αυτόν τον καιρό παρακολουθώ ενθουσιασμένος την τεράστια αλλαγή στη ζωή σας.Προσπάθησα να βρω αυτόν που έκανε τις περισσότερες καλές πράξεις και να του δώσω τα δώρα του, αλλά δεν τα κατάφερα.Είστε όλοι το ίδιο καλοί. Μίλησα στον άρχοντα για την καλοσύνη σας κι επειδή χάρηκε πολύ αποφάσισε να δώσει σε όλους σας δώρα και χρήματα. Οι πράσινοι άνθρωποι δεν πίστευαν στ΄αυτιά τους. Ώστε ο μήνας έφτασε στο τέλος του! Και τώρα; Θα επέστρεφαν και πάλι στην προηγούμενη ζωή τους; Θα κυρίευε και πάλι το μίσος και η κακία στη ζωή τους; Θ΄άρχιζε και πάλι ο πόλεμος κι η φαγωμάρα μεταξύ τους; Όχι κάτι τέτοιο δε θα το ήθελαν.


Είχαν ανακαλύψει το αληθινό νόημα της ζωής. Στην αρχή δυσκολεύτηκαν να συνηθίσουν στην καλοσύνη ,αλλά σιγά σιγά κατάλαβαν πως δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από το αληθινό χαμόγελο και την αγάπη. Άρχιζαν να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον χωρίς να το καταλάβουν. – Δε θέλουμε ούτε δώρα ούτε χρήματα!απάντησαν.Ο άρχοντας μας έκανε το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε:Μας έμαθε να αγαπάμε.Από τότε που η αγάπη μπήκε στη ζωή μας όλα άλλαξαν. – Δεν υπάρχουν πια μίση, κακίες, ζήλιες και βιαιότητες που κατέστρεφαν τις ζωές μας.Τώρα μόνο χαρά πλημμυρίζει τις καρδιές μας.Όταν ο άνθρωπος έχει αγάπη, δε χρειάζεται κανένα άλλο δώρο για να είναι ευτυχισμένος. Πήγαινε λοιπόν πίσω και πες του άρχοντα να μοιράσει τα δώρα και τα χρήματα στους φτωχούς ανθρώπους που τα΄χουν ανάγκη. Μετά απ΄ αυτά τα λόγια άρχισαν όλοι ν΄αγκαλιάζονται και να φιλιούνται.Και τότε συνέβη κάτι μαγικό!Οι πράσινοι άνθρωποι της Κλοτσομπουνίας άρχισαν ν΄αλλάζουν χρώμα. Άλλοι έγιναν μελαχρινοί με σκούρο δέρμα , άλλοι ξανθοί με ανοιχτόχρωμα μάτια ,άλλοι καστανοί με σχιστά μάτια, άλλοι κοκκινομάλληδες. Όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους ,αλλά δεν ήταν ακριβώς ίδιοι. Με την αγάπη στην καρδιά θα κατάφερναν από εδώ και στο εξής να ξεπερνούν τις δυσκολίες τις ζωής και να διώχνουν μακριά κάθε φόβο ,κάθε πόνο και λύπη. Αποφάσισαν ν΄αλλάξουν και τα ονόματά τους καθώς και το όνομα της πόλης τους. Θα την ονόμαζαν Ευτυχούπολη. Από τότε μέχρι σήμερα οι κάτοικοι της Ευτυχούπολης ζουν χαρούμενοι και μονοιασμένοι απολαμβάνοντας το πιο πολύτιμο δώρο, την α γ ά π η... Σχ.Έτος:2013-2014

Κείμενο: Ξένια Τσιαμή

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ  

Πρόγραμμα Αγωγής Υγείας