Page 1

Τη στιγµή που γράφω αυτές τις γραµµές (µέσα Ιουνίου 2011), πλησιάζουµε στη δέκατη επέτειο από τις τροµερές φρικαλεότητες της 11ης Σεπτεµβρίου 2001, οι οποίες κατά κοινή οµολογία άλλαξαν τον κόσµο. Πριν από µερικές εβδοµάδες, την 1η Μαΐου, ο φερόµενος ως ιθύνων νους του εγκλήµατος, ο Οσάµα µπιν Λάντεν, δολοφονήθηκε στο Πακιστάν από µια οµάδα ελίτ κοµάντος των ΗΠΑ, τους Navy SEALs, αφού είχε πρώτα συλληφθεί, άοπλος και ανυπεράσπιστος, µε την Επιχείρηση Τζερόνιµο. […] Ορισµένοι αναλυτές έχουν παρατηρήσει ότι, αν και ο µπιν Λάντεν εντέλει δολοφονήθηκε, είχε σηµειώσει κάποιες µεγάλες επιτυχίες στον πόλεµό του εναντίον των ΗΠΑ. «Είχε επανειληµµένα ισχυριστεί ότι ο µόνος τρόπος για να διωχθούν οι ΗΠΑ από τον µουσουλµανικό κόσµο και να ηττηθούν οι δυνάστες του ήταν να παρασυρθούν οι Αµερικανοί σε µια σειρά από µικρούς αλλά δαπανηρούς πολέµους που στο τέλος θα τους κάνουν να χρεοκοπήσουν». Ο Έρικ Μαργκόλις γράφει: «“Να κάνουµε τις ΗΠΑ να αιµορραγήσουν”, αυτά είναι τα ακριβή λόγια. Οι Ηνωµένες Πολιτείες, πρώτα υπό τον Τζωρτζ Μπους και έπειτα υπό τον Μπάρακ Οµπάµα, βιάστηκαν να πέσουν στην παγίδα του µπιν Λάντεν… Εξωφρενικά διογκωµένες στρατιωτικές δαπάνες και εθισµός στα δηµόσια χρέη… ίσως είναι οι πιο ολέθριες κληρονοµιές του ανθρώπου που νόµισε ότι θα µπορούσε να νικήσει τις Ηνωµένες Πολιτείες» – ιδίως όταν το ζήτηµα των χρεών το εκµεταλλεύεται κυνικά η Άκρα Δεξιά, σε αγαστή συνεργασία µε το κατεστηµένο των Δηµοκρατικών, για να υπονοµεύσει ό,τι έχει αποµείνει από τα κοινωνικά προγράµµατα, τη δηµόσια παιδεία, τα συνδικάτα και, γενικά, τους εναποµείναντες φραγµούς στην τυραννία των µεγάλων επιχειρήσεων, ένα διαφορετικό θέµα που δεν µπορώ να αναπτύξω εδώ. Το γεγονός ότι η Ουώσινγκτον είχε υποκύψει και εκπλήρωνε τους ευσεβείς πόθους του µπιν Λάντεν ήταν εξόφθαλµα προφανές. Όπως σχολιάζω σε ένα από τα κείµενα που ακολουθούν στο βιβλίο, γραµµένο λίγο µετά την 11η Σεπτεµβρίου, καθένας που έχει γνώση της περιοχής θα αποδεχόταν την άποψη ότι «µια µαζική έφοδος ενάντια σε έναν µουσουλµανικό πληθυσµό θα εισάκουε τις προσευχές του µπιν Λάντεν και των συνεταίρων του και θα οδηγούσε τις ΗΠΑ και τους συµµάχους τους σε µια “διαβολική παγίδα”, όπως το έθεσε και ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών». Ο Μάικλ Σώυερ, υψηλόβαθµος αναλυτής της CIA, υπεύθυνος για την καταδίωξη του Οσάµα µπιν Λάντεν από το 1996, έγραψε λίγο αργότερα ότι «ο µπιν Λάντεν έχει ανακοινώσει µε ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους κήρυττε πόλεµο εναντίον µας. Σκοπεύει να αλλάξει δραστικά την πολιτική των ΗΠΑ και της Δύσης έναντι του ισλαµικού κόσµου» και εν πολλοίς το κατάφερε: «Οι δυνάµεις και η πολιτική των ΗΠΑ ολοκληρώνουν τη ριζοσπαστικοποίηση του ισλαµικού κόσµου, κάτι που ο Οσάµα µπιν Λάντεν προσπαθούσε να κάνει µε αξιοσηµείωτη αλλά ατελή επιτυχία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ως αποτέλεσµα, πιστεύω ότι είναι θεµιτό να συµπεράνει κανείς ότι οι Ηνωµένες Πολιτείες της Αµερικής παραµένουν ο µόνος απαραίτητος σύµµαχος του µπιν Λάντεν». Και, θα λέγαµε, παραµένουν ακόµη και τώρα, µετά το θάνατό του. Υπήρχε εναλλακτική; Ήταν κάλλιστα πιθανόν το κίνηµα της Τζιχάντ, εν πολλοίς εξαιρετικά επικριτικό απέναντι στον µπιν Λάντεν, να είχε διασπαστεί και να είχε υπονοµευτεί µετά την 11η Σεπτεµβρίου. Το «έγκληµα εναντίον της ανθρωπότητας», όπως δικαίως αποκλήθηκε, θα µπορούσε να είχε αντιµετωπιστεί ως αξιόποινη πράξη, µε µια διεθνή επιχείρηση για τη σύλληψη των πιθανών υπόπτων. Αυτή η δυνατότητα


είχε επισηµανθεί εκείνη την περίοδο, αλλά ως ιδέα δεν είχε καν µπει στο τραπέζι. Θα µπορούσε να είχε ακολουθηθεί το προηγούµενο νοµοταγών κρατών, όπως η απάντηση της Νικαράγουας στον πολυµέτωπο τροµοκρατικό πόλεµο των ΗΠΑ εις βάρος της (που εξετάζω σε παρακάτω κείµενο). Και πάλι, κανείς δεν το σκέφτηκε. Στο βιβλίο 11/9 παρέθεσα το συµπέρασµα του Ρόµπερτ Φισκ ότι το «ειδεχθές έγκληµα» της 11ης Σεπτεµβρίου είχε διαπραχθεί µε «δολιότητα και φοβερή σκληρότητα», µια ακριβοδίκαιη κρίση. Είναι χρήσιµο να έχουµε κατά νου ότι τα εγκλήµατα θα µπορούσε να είναι ακόµη χειρότερα. Ας υποθέσουµε, για παράδειγµα, ότι η επίθεση έφτανε µέχρι το βοµβαρδισµό του Λευκού Οίκου, τη δολοφονία του Προέδρου, την επιβολή µιας σκληρής στρατιωτικής δικτατορίας που θα σκότωνε χιλιάδες και θα βασάνιζε δεκάδες χιλιάδες, ενώ θα εγκαθίδρυε ένα διεθνές κέντρο τροµοκρατίας, που θα υποβοηθούσε την επιβολή παρόµοιων καθεστώτων βασανιστηρίων-και-τροµοκρατίας σε άλλα µέρη του κόσµου και θα πραγµατοποιούσε µια διεθνή εκστρατεία δολοφονιών· και, σαν κερασάκι στην τούρτα, θα έφερνε στα πράγµατα µια οµάδα οικονοµολόγων –ας τους αποκαλέσουµε «Kandahar boys»– που θα οδηγούσαν γρήγορα την οικονοµία σε µία από τις χειρότερες υφέσεις στην ιστορία της. Κάτι τέτοιο, απλώς, θα ήταν πολύ χειρότερο από την 11η Σεπτεµβρίου. […] […] Όσοι έχουν ως αποστολή τους να κυβερνούν τον κόσµο απολαµβάνουν µια πιο καθησυχαστική εικόνα, την οποία φιλοτεχνεί εύστοχα το τρέχον τεύχος της µεγάλου κύρους (και πανάκριβης) επιθεώρησης του Βασιλικού Ιδρύµατος Διεθνών Υποθέσεων στο Λονδίνο. Το εισαγωγικό άρθρο πραγµατεύεται «το όραµα της διεθνούς τάξης» του «δεύτερου µισού του εικοστού αιώνα», που χαρακτηρίζεται από την «καθολική επικράτηση ενός αµερικανικού οράµατος εµπορικής ευηµερίας». Αυτός ο απολογισµός έχει κάποια βάση, αλλά δεν αποδίδει ακριβώς την αίσθηση εκείνων που οι κάννες των όπλων είναι στραµµένες εναντίον τους. Το ίδιο ισχύει και για τη δολοφονία του Οσάµα µπιν Λάντεν, που αποτελεί το τέλος τουλάχιστον µιας φάσης στον «πόλεµο κατά της τροµοκρατίας» τον οποίο κήρυξε εκ νέου ο Πρόεδρος Τζωρτζ Μπους τη δεύτερη 11η Σεπτεµβρίου.1 Ας παραθέσουµε κάποιες σκέψεις πάνω στο γεγονός αυτό και τη σηµασία του. Την 1η Μαΐου 2011, ο Οσάµα µπιν Λάντεν σκοτώθηκε στη σχεδόν ανυπεράσπιστη κατοικία του από µια αποστολή κρούσης 79 Navy SEALs, που εισήλθαν στο Πακιστάν µε ελικόπτερο. Αφού η κυβέρνηση έδωσε διάφορες µακάβριες περιγραφές και µετά τις απέσυρε, οι επίσηµες αναφορές έκαναν όλο και πιο σαφές το γεγονός ότι η επιχείρηση ήταν ένας φόνος εκ προµελέτης, µια πολλαπλή παραβίαση στοιχειωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου, αρχής γενοµένης από την ίδια την έφοδο. Φαίνεται πως δεν έγινε καµία προσπάθεια να συλληφθεί το άοπλο θύµα, κάτι που υποθέτει κανείς ότι θα µπορούσαν να το καταφέρουν 79 κοµάντος οι οποίοι δεν συνάντησαν αντίσταση – εκτός, όπως αναφέρεται, από τη σύζυγό του, επίσης άοπλη, την οποία και πυροβόλησαν ευρισκόµενοι σε νόµιµη άµυνα όταν εκείνη «όρµησε» εναντίον τους, σύµφωνα µε τον Λευκό Οίκο. Μια αληθοφανή αναπαράσταση των γεγονότων προσφέρει ο βετεράνος ανταποκριτής από τη Μέση Ανατολή Γιόχι Ντρέζεν και οι συνάδελφοί του, στο περιοδικό Atlantic. Ο Ντρέζεν, που είχε εργαστεί παλαιότερα ως πολεµικός ανταποκριτής για τη Wall Street Journal, είναι επικεφαλής ανταποκριτής του ειδησεογραφικού οµίλου του National Journal, καλύπτοντας στρατιωτικά θέµατα και θέµατα διεθνούς ασφάλειας. Σύµφωνα µε τη δική τους έρευνα, ο σχεδιασµός του Λευκού Οίκου φαίνεται να µην είχε λάβει υπόψη του την επιλογή να συλληφθεί ζωντανός ο µπιν Λάντεν: «Η κυβέρνηση είχε καταστήσει σαφές στη µυστικοπαθή Μεικτή Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων του Στρατού ότι ήθελε τον µπιν Λάντεν νεκρό, σύµφωνα µε έναν


ανώτερο αξιωµατούχο των ΗΠΑ, που είχε γνώση των συζητήσεων. Ένας υψηλόβαθµος αξιωµατικός που ενηµερώθηκε σχετικά µε την έφοδο, δήλωσε ότι οι SEALs γνώριζαν πως η αποστολή τους δεν ήταν να τον πάρουν µαζί τους ζωντανό». Οι συντάκτες του κειµένου προσθέτουν: «Για πολλούς στο Πεντάγωνο και τη CIA, που είχαν ξοδέψει σχεδόν µια δεκαετία κυνηγώντας τον µπιν Λάντεν, ο φόνος του ήταν µια αναγκαία και δικαιολογηµένη πράξη εκδίκησης». Επιπλέον, «αν ο µπιν Λάντεν είχε συλληφθεί ζωντανός, θα είχε φέρει την κυβέρνηση αντιµέτωπη µε µια σειρά από δυσάρεστες νοµικές και πολιτικές προκλήσεις». Ήταν λοιπόν καλύτερο να τον δολοφονήσουν, να ξεφορτωθούν το πτώµα του στη θάλασσα, χωρίς καν τη νεκροψία η οποία είναι έπειτα από έναν φόνο, είτε θεωρείται δικαιολογηµένος είτε όχι – µια πράξη που, προβλέψιµα, προκάλεσε θυµό και σκεπτικισµό σε µεγάλη µερίδα του µουσουλµανικού κόσµου. Όπως παρατηρεί η έρευνα του Atlantic: «Η απόφαση να δολοφονηθεί αδίστακτα ο µπιν Λάντεν ήταν η σαφέστερη έως σήµερα απόδειξη µιας όψης της αντιτροµοκρατικής πολιτικής της κυβέρνησης Οµπάµα που έχει ελάχιστα επισηµανθεί. Η κυβέρνηση Μπους συνέλαβε χιλιάδες ύποπτους ως µαχητές και τους έστειλε σε στρατόπεδα κράτησης στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και τον Κόλπο του Γκουαντάναµο. Η κυβέρνηση Οµπάµα, απεναντίας, εστίασε την προσοχή της στην εξόντωση συγκεκριµένων τροµοκρατών, αντί να προσπαθήσει να τους συλλάβει ζωντανούς». Είναι µια σηµαντική διαφορά µεταξύ Μπους και Οµπάµα. Οι συγγραφείς παραθέτουν µια δήλωση του πρώην Δυτικογερµανού καγκελάριου Χέλµουτ Σµιτ, ο οποίος «ανέφερε στη γερµανική τηλεόραση ότι η έφοδος των ΗΠΑ ήταν “σαφέστατα µια παραβίαση του διεθνούς δικαίου” και ότι ο µπιν Λάντεν θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό κράτηση και να είχε οδηγηθεί σε δίκη». Η δήλωση αυτή φέρνει τον Σµιτ αντιµέτωπο µε τον υπουργό Δικαιοσύνης των ΗΠΑ Έρικ Χόλντερ, ο οποίος «υπερασπίστηκε την απόφαση να φονευθεί ο µπιν Λάντεν µολονότι δεν αποτελούσε άµεσο κίνδυνο για τους Navy SEALs, λέγοντας σε µια επιτροπή της Βουλής… ότι η έφοδος υπήρξε “σύννοµη, θεµιτή και από πάσης απόψεως ενδεδειγµένη”». Η απόθεση της σορού χωρίς να διενεργηθεί αυτοψία επικρίθηκε επίσης από τους συµµάχους των ΗΠΑ. Ο διάσηµος Βρετανός δικηγόρος Τζέφφρεϋ Ρόµπερτσον, που υποστήριξε την επιχείρηση, αλλά διαφώνησε µε την εκτέλεση κυρίως βάσει των πραγµατικών περιστατικών, χαρακτήρισε τον ισχυρισµό του Οµπάµα ότι «απονεµήθηκε δικαιοσύνη» ως «παραλογισµό» που θα έπρεπε να ήταν προφανής σε έναν πρώην καθηγητή συνταγµατικού δικαίου. Το πακιστανικό δίκαιο «απαιτεί τη διενέργεια ειδικής δικαστικής έρευνας σε περίπτωση βίαιου θανάτου, και το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωµάτων επιµένει ότι το “δικαίωµα στη ζωή” επιτάσσει τη διεξαγωγή έρευνας όταν επέρχεται βίαιος θάνατος συνεπεία κυβερνητικής ή αστυνοµικής ενέργειας. Συνεπώς οι ΗΠΑ είχαν την υποχρέωση να πραγµατοποιήσουν µια έρευνα που θα ικανοποιούσε την παγκόσµια κοινή γνώµη, όσον αφορά τις αληθινές περιστάσεις αυτού του φόνου». Ο Ρόµπερτσον προσθέτει ότι «ο νόµος επιτρέπει, για λόγους νόµιµης άµυνας, να ανοίξει κανείς πυρ εναντίον ποινικών παραβατών αν αυτοί (ή οι συνεργοί τους) προβάλουν αντίσταση κατά τρόπο που θα έθετε σε κίνδυνο εκείνους που επιχειρούν να τους συλλάβουν. Θα πρέπει, ει δυνατόν, να τους δοθεί η ευκαιρία να παραδοθούν, αλλά ακόµη και αν δεν προσέλθουν οικειοθελώς µε ψηλά τα χέρια, θα πρέπει να συλλαµβάνονται ζωντανοί αν αυτό είναι εφικτό χωρίς κίνδυνο. Συνεπώς, το πώς ακριβώς ο µπιν Λάντεν κατέληξε να “πυροβοληθεί στο κεφάλι” (ιδίως αν πυροβολήθηκε στο πίσω µέρος του κεφαλιού, εν είδει εκτέλεσης) χρήζει εξηγήσεων. Προς τι µια βιαστική “ταφή στη θάλασσα” χωρίς τη διενέργεια νεκροψίας, όπως απαιτεί ο νόµος;»


Ο Ρόµπερτσον αποδίδει το φόνο στην «έµµονη πίστη της Αµερικής –µόνης µεταξύ των προηγµένων κρατών– στη θανατική ποινή, [που] αντανακλάται στην εκδήλωση ικανοποίησης από τον τρόπο θανάτωσης του µπιν Λάντεν» – αν και ορισµένοι από όσους υποστήριξαν ότι «η δολοφονία του Οσάµα µπιν Λάντεν ήταν δίκαιο και αναγκαίο εγχείρηµα» δεν εξέφρασαν χαρά, µολονότι επικρότησαν το φόνο ενός ανυπεράσπιστου κρατουµένου από µια οµάδα ελίτ κοµάντος η οποία δεν αντιµετώπιζε καµία απειλή. Ο Ρόµπερτσον µας υπενθυµίζει κάτι πολύ χρήσιµο: «Τα πράγµατα δεν ήταν πάντοτε έτσι. Όταν είχε έρθει η ώρα να κριθεί η µοίρα ανθρώπων πολύ πιο µοχθηρών απ’ ό,τι ο µπιν Λάντεν –δηλαδή, της ηγεσίας των Ναζί– η βρετανική κυβέρνηση ήθελε να τους δει απαγχονισµένους έξι ώρες αφότου αιχµαλωτίστηκαν. Ο Πρόεδρος Τρούµαν προέβαλε ενστάσεις, µνηµονεύοντας το συµπέρασµα του δικαστή Ρόµπερτ Τζάκσον ότι “µια εκτέλεση µε συνοπτικές διαδικασίες δεν θα γινόταν εύκολα αποδεκτή στη συνείδηση των Αµερικανών, ούτε και θα τη θυµούνταν τα παιδιά µας µε υπερηφάνεια… Η µόνη οδός είναι να κριθεί η αθωότητα ή η ενοχή των κατηγορουµένων κατόπιν δικαστικής ακρόασης, απαλλαγµένης από πάθη στο µέτρο που οι καιροί το επιτρέπουν, και βάσει κριτηρίων που θα καταστήσουν σαφείς τους λόγους και τα κίνητρά µας”». […] Ο Έρικ Μαργκόλις σχολιάζει ότι «η Ουώσινγκτον δεν δηµοσιοποίησε ποτέ τα αποδεικτικά στοιχεία του ισχυρισµού της ότι ο Οσάµα µπιν Λάντεν βρισκόταν πίσω από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου», γεγονός που, υποθέτει κανείς, αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους «οι δηµοσκοπήσεις δείχνουν ότι το εν τρίτον των Αµερικανών που ρωτήθηκαν, πιστεύουν ότι πίσω από την 11η Σεπτεµβρίου βρισκόταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ και/ή το Ισραήλ», ενώ στον µουσουλµανικό κόσµο ο σκεπτικισµός είναι ακόµη µεγαλύτερος. «Μια ανοικτή δίκη στις ΗΠΑ ή στη Χάγη θα είχε εκθέσει αυτούς τους ισχυρισµούς στο φως της ηµέρας», συνεχίζει, ένας πρακτικός λόγος για τον οποίο η Ουώσινγκτον θα έπρεπε να είχε τηρήσει το νόµο. Σε κοινωνίες που επαγγέλλονται κάποιον σεβασµό στο νόµο, οι ύποπτοι συλλαµβάνονται και προσάγονται σε δίκαιη δίκη. Και τονίζω µε έµφαση «οι ύποπτοι». […] […] H Επιτροπή που συνέταξε το πόρισµα για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεµβρίου προσκόµισε µεγάλο αριθµό έµµεσων αποδείξεων για το ρόλο του µπιν Λάντεν την 11η Σεπτεµβρίου, κυρίως βάσει των όσων της είχαν αναφερθεί σχετικά µε οµολογίες κρατουµένων στο Γκουαντάναµο. Είναι αµφίβολο αν πολλές από αυτές θα γίνονταν δεκτές σε κάποιο ανεξάρτητο δικαστήριο, αν λάβουµε υπόψη τον τρόπο που είχαν αποσπαστεί αυτές οι οµολογίες. Σε κάθε περίπτωση, όµως, τα συµπεράσµατα µιας έρευνας που παραγγέλθηκε από το Κονγκρέσο, όσο πειστικά και αν τα θεωρήσει κανείς, πολύ απλά δεν στοιχειοθετούν την κρίση ενοχής από ένα αξιόπιστο δικαστήριο, τη µόνη πράξη µε την οποία ένας κατηγορούµενος, από «ύποπτος», γίνεται «καταδικασµένος». Γίνεται πολύς λόγος για την «οµολογία» του µπιν Λάντεν, αλλά επρόκειτο για «καύχηµα» και όχι για οµολογία, µε αξιοπιστία ανάλογη της δικής µου «οµολογίας» ότι κέρδισα το µαραθώνιο της Βοστόνης. Το καύχηµα µας λέει πολλά για το χαρακτήρα του, αλλά δεν µας λέει τίποτε για την ευθύνη του για κάτι που ο ίδιος θεωρούσε ως µεγάλο επίτευγµα και ήθελε να του το πιστώσουν. […] Αξίζει να προσθέσουµε ότι η ευθύνη του µπιν Λάντεν αναγνωρίστηκε σε µεγάλο µέρος του µουσουλµανικού κόσµου, όπου αρκετοί καταδίκασαν τη δράση του. Ένα


αξιοσηµείωτο παράδειγµα είναι ο διακεκριµένος Λιβανέζος κληρικός σεΐχης Φαντλάλαχ, που χαίρει µεγάλου σεβασµού από τη Χεζµπολάχ και τις σιιτικές οµάδες γενικότερα, αλλά και εκτός Λιβάνου. Ο Φαντλάλαχ είχε προσωπική εµπειρία από δολοφονίες. Υπήρξε στο παρελθόν στόχος δολοφονικής απόπειρας: µε παγιδευµένο µε βόµβα φορτηγό έξω από ένα τζαµί, µια επιχείρηση που την οργάνωσε η CIA το 1985. Ο ίδιος γλίτωσε, αλλά ογδόντα άλλοι σκοτώθηκαν, κυρίως γυναίκες και κορίτσια καθώς αποχωρούσαν από το τζαµί – ένα από εκείνα τα αναρίθµητα εγκλήµατα που δεν καταχωρίζονται στα χρονικά της τροµοκρατίας µε το παραπλανητικό επιχείρηµα της «αναρµοδιότητας [να γίνει δεκτή µια τέτοια καταχώριση]». Ο σεΐχης Φαντλάλαχ καταδίκασε απερίφραστα τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου, όπως έκαναν και πολλές άλλες επιφανείς προσωπικότητες στον µουσουλµανικό κόσµο, ακόµη και εντός του κινήµατος της Τζιχάντ. Μεταξύ άλλων, ο ηγέτης της Χεζµπολάχ Σαγιέντ Χασάν Νασράλα, καταδίκασε απερίφραστα τον µπιν Λάντεν και την ιδεολογία της Τζιχάντ. Ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στο κίνηµα της Τζιχάντ, ο Γκέργκες, υποστηρίζει ότι το κίνηµα θα µπορούσε να έχει ήδη διασπαστεί αν οι ΗΠΑ είχαν εκµεταλλευθεί την ευκαιρία αντί να του δώσουν πνοή, ιδίως µε την επίθεση στο Ιράκ, ένα δώρο στον µπιν Λάντεν, που οδήγησε σε αλµατώδη αύξηση των τροµοκρατικών ενεργειών, όπως άλλωστε είχαν προεξοφλήσει οι υπηρεσίες πληροφοριών. Το ότι όντως το είχαν προεξοφλήσει, κάτι που ήταν ήδη σαφές τότε, επιβεβαιώθηκε από την πρώην επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών MI5 ενώπιον της επιτροπής Τσίλκοτ, που ερεύνησε τους λόγους που οδήγησαν στον πόλεµο [στο Ιράκ]. Επιβεβαιώνοντας άλλες αναλύσεις, δήλωσε στην κατάθεσή της πως τόσο οι βρετανικές όσο και οι αµερικανικές µυστικές υπηρεσίες γνώριζαν ότι ο Σαντάµ δεν αποτελούσε σοβαρή απειλή και ότι η εισβολή ήταν πιθανόν να επιφέρει αύξηση των τροµοκρατικών ενεργειών. Καθώς επίσης ότι οι εισβολές στο Ιράκ και το Αφγανιστάν είχαν ριζοσπαστικοποιήσει τµήµατα µιας γενιάς µουσουλµάνων που είδαν τις στρατιωτικές δράσεις ως «επίθεση εναντίον του Ισλάµ». Όπως συχνά συµβαίνει, η ασφάλεια δεν ανήκει στις πρώτες προτεραιότητες της κυβερνητικής δράσης. […] Παροµοίως, είναι αναντίρρητο το ότι οι Μπους και Σία όντως διέπραξαν το «ύψιστο διεθνές έγκληµα», το έγκληµα της επίθεσης. Το έγκληµα έχει οριστεί µε αρκετή σαφήνεια από τον δικαστή Ρόµπερτ Τζάκσον, τον αρχιδικαστή των ΗΠΑ στη Δίκη της Νυρεµβέργης, σε έναν ορισµό που υιοθετήθηκε αργότερα από µια δεσµευτική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωµένων Εθνών. «Επιτιθέµενο», πρότεινε ο Τζάκσον στο Δικαστήριο κατά την εναρκτήρια αγόρευσή του, είναι ένα κράτος που πρώτο αυτό διαπράττει ενέργειες όπως «η εισβολή των ενόπλων δυνάµεών του, µε ή χωρίς την κήρυξη πολέµου, στο έδαφος ενός άλλου κράτους…» Κανείς, ούτε και ο πιο ακραίος υποστηρικτής της επίθεσης, δεν αρνείται ότι οι Μπους και Σία έκαναν ακριβώς αυτό. […] Μας αποµένουν δύο επιλογές: είτε οι Μπους και Σία είναι ένοχοι του «ύψιστου διεθνούς εγκλήµατος» που περιλαµβάνει όλα τα δεινά που επακολούθησαν, εγκλήµατα που ξεπερνούν κατά πολύ όσα αποδίδονται στον µπιν Λάντεν· είτε δηλώνουµε ότι η Δίκη της Νυρεµβέργης ήταν µια φάρσα και ότι οι σύµµαχοι είναι ένοχοι ανθρωποκτονίας υπό το πρόσχηµα µιας δίκης. Και πάλι, είναι κάτι εντελώς ανεξάρτητο από το ζήτηµα της ενοχής των κατηγορουµένων: όπως αυτή


στοιχειοθετήθηκε από το Δικαστήριο της Νυρεµβέργης, όπως αυτή υπήρξε ευθύς εξαρχής προϊόν εύλογης εικασίας στην περίπτωση του µπιν Λάντεν, αν και η ευκαιρία να αποδειχθεί ενώπιον δικαστηρίου η κατηγορία αποκλείστηκε από τον Οµπάµα. […] Αξίζει επίσης να σκεφτούµε το όνοµα που δόθηκε στην επιχείρηση: Επιχείρηση Τζερόνιµο. Η αυτοκρατορική νοοτροπία έχει τόσο βαθιές ρίζες που ελάχιστοι φάνηκαν ικανοί να αντιληφθούν ότι ο Λευκός Οίκος εκθείαζε τον µπιν Λάντεν, αποκαλώντας τον «Τζερόνιµο» – τον Ινδιάνο αρχηγό των Απάτσι, ο οποίος πρωτοστάτησε στη θαρραλέα αντίσταση απέναντι στους εισβολείς που επιδίωξαν να επιβάλουν στον λαό του το πεπρωµένο «εκείνης της άµοιρης φυλής γηγενών Αµερικανών που την εξοντώνουµε µε τόσο ανελέητη και ύπουλη βαναυσότητα, µία από τις βδελυρές αµαρτίες αυτού του έθνους, για την οποία πιστεύω ότι ο Θεός κάποια µέρα θα το κρίνει», όπως το έθεσε η µεγάλη εκείνη αυθεντία της στρατηγικής, ο Τζων Κουίνσυ Άνταµς, πνευµατικός αρχιτέκτονας του δόγµατος του «Έκδηλου Πεπρωµένου», πολλά χρόνια αφότου είχε και ο ίδιος συµβάλει στις αµαρτίες αυτές. Ορισµένοι όντως κατανόησαν τι συµβαίνει, κι αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Οι εναποµείναντες αυτής της άµοιρης φυλής διαµαρτυρήθηκαν έντονα. Το ίδιο συνέβη και αλλού, ιδίως στο Μεξικό, όπου υπήρξε µεγάλη κατακραυγή και δυσπιστία – µεταξύ ανθρώπων που δεν είχαν ξεχάσει ότι η «βδελυρή αµαρτία» έγινε σε εδάφη που είχαν κλαπεί από το Μεξικό µε έναν επιθετικό πόλεµο. Η απερίσκεπτη επιλογή του ονόµατος θυµίζει την ευκολία µε την οποία βαφτίζουµε τα φονικά µας όπλα µε τα ονόµατα των θυµάτων των εγκληµάτων µας: Απάτσι, Μπλάκχωκ, Τόµαχωκ… Μπορεί να αντιδρούσαµε διαφορετικά αν η Λουφτβάφε σκόπευε να αποκαλέσει τα µαχητικά της αεροσκάφη «Εβραίος» και «Τσιγγάνος». Τα προαναφερόµενα παραδείγµατα θα εντάσσονταν στην κατηγορία του «δόγµατος περί αµερικανικής εξαίρεσης», αν δεν ήταν γεγονός ότι όλα τα ισχυρά κράτη καταπνίγουν µε ευκολία τα δικά τους εγκλήµατα, τουλάχιστον τα κράτη που δεν ηττώνται και δεν εξαναγκάζονται να αναγνωρίσουν την πραγµατικότητα. Παρόµοια παραδείγµατα από τον σύγχρονο κόσµο είναι αµέτρητα. […] Όπως προαναφέραµε, η Επιχείρηση Τζερόνιµο θα µπορούσε να αποτελέσει τη θρυαλλίδα που θα τίναζε στον αέρα το Πακιστάν, µε ολέθριες συνέπειες. Ίσως η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιλαµβανόταν τη δολοφονία ως «πράξη εκδίκησης», όπως συµπεραίνει ο Ρόµπερτσον. Και ίσως η απόρριψη της επιλογής µιας δίκης αντανακλά µια διαφορά ανάµεσα στη νοµική κουλτούρα του 1945 και τη σηµερινή, όπως ο ίδιος υποστηρίζει. Όποιο και αν ήταν το κίνητρο, σχεδόν αποκλείεται να ήταν η ασφάλεια. Όπως και στην περίπτωση του «ύψιστου διεθνούς εγκλήµατος» στο Ιράκ, η δολοφονία του µπιν Λάντεν είναι ένα ακόµη παράδειγµα του σηµαντικού γεγονότος ότι συχνά η ασφάλεια δεν ανήκει στις πρώτες προτεραιότητες της κυβερνητικής δράσης, αντίθετα µε όσα πρεσβεύουµε. Θα µπορούσαµε να πούµε πολλά ακόµη, ωστόσο ακόµη και τα πιο προφανή και στοιχειώδη γεγονότα θα πρέπει να µας έχουν δώσει αρκετή τροφή για σκέψη όταν εξετάζουµε την 11η Σεπτεµβρίου και τις συνέπειές της, καθώς και το τι προµηνύεται στο µέλλον. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Ο πρώτος πόλεµος κατά της τροµοκρατίας κηρύχθηκε από την κυβέρνηση Ρέηγκαν, που ανέλαβε την εξουσία ανακοινώνοντας ότι πρώτιστος σκοπός της εξωτερικής της πολιτικής θα ήταν η τροµοκρατία που καθοδηγείται από κράτη, «η µάστιγα των νεότερων χρόνων», «µια σύγχρονη επιστροφή στη βαρβαρότητα» κτλ. Η εντυπωσιακή ρητορεία είχε ένα αντίκρισµα αξιοσηµείωτο, αν και όχι ακριβώς σύµφωνο µε τις προθέσεις της. Ο φόρος τιµής του πολέµου κατά της τροµοκρατίας του Ρέηγκαν περιλάµβανε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς στην Κεντρική Αµερική, πάνω από ένα εκατοµµύριο στην Ανγκόλα και τη Μοζαµβίκη στην Αφρική, όπου ο Ρέηγκαν υποστήριζε ένθερµα το καθεστώς του Απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής στον αγώνα του εναντίον «µιας από τις πλέον διαβόητες τροµοκρατικές οµάδες» στον κόσµο (1988, το Αφρικανικό Εθνικό Κονγκρέσο του Νέλσον Μαντέλα), δεκάδες χιλιάδες στη Μέση Ανατολή και άλλους πολλούς ακόµη. Όλοι αυτοί οι νεκροί καταποντίστηκαν σε ένα κενό µνήµης µαζί µε άλλα ζητήµατα ήσσονος σηµασίας.

ypirxe_enallaktiki  

ypirxe enallaktiki

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you