Skip to main content

«An unbecoming tree»

Page 1

Μία

«Ένα δένδρο ανοίκειο»
performance (σε τρεις πράξεις) ή τι μας διδάσκει ένα λευκό συνθετικό δενδράκι στο ύψος του ματιού ενός θεατή ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2023

Μέρος Α, στάση α Μία διεθνής έκθεση χειροτεχνίας στο υπέροχο οθωμανοελληνικό

ορφανοτροφείο του Ισλαχανέ της Θεσσαλονίκης. Ανακαινίστηκε το

κόσμημα της πόλης, άραγε γιατί δεν γνωρίζουν οι σύγχρονοι για το Ισλαχανέ;

Εκεί, στο εργαστήριο του καλλιτέχνη Βασίλη Καρκατσέλη κλήθηκαν οι συμμετέχοντες σε μία εισαγωγική δράση με τίτλο: «εγώ και ένας τηλεβόας». Καθώς στόλιζαν το «Λευκό συνθετικό μας Δενδράκι» με παντός είδους φωτογραφίες, δανειζόταν τον τηλεβόα και φώναζαν

ένα σύνθημα δικής τους έμπνευσης. Ζητούσαμε να μας πουν ένα τσιτάτο, ένα σύνθημα.

Υποβοηθητικά, από πριν υπήρχε σχετική παρακαταθήκη (συλλέκτης

συνθημάτων από την καθημερινότητα), όπως: «Μηδέν Άγαν», «Δεν έπαιξε στην TV, άρα δεν υπάρχει θέμα», «Ψωμί ή Ελευθερία ή Παιδεία», «Ουρές να προσκυνήσεις μία εικόνα» και άλλα περισσότερο αγωνιστικά.

Φοβερή εμπειρία η έκπληξη της δυσκολίας να βρει ο καθένας/κάθε

μία κάτι να πει «ζωντανά», μεγαλόφωνα, στην εποχή της

υπερπληροφόρησης και των social media. Φαίνεται πως όταν πρέπει

να συνοψίσεις με παρρησία έναν λόγο εν δράσει, κουμπώνεσαι, κλειδώνεσαι.

Στην εποχή της συγκεντροποίησης των ΜΜΕ, την εποχή της ύψιστης χειραγώγησης της άποψης,

την εποχή που φαίνεται να υποχωρούν οι μεγάλες αφηγήσεις, «ποιος εγώ; Και γιατί; Και τι να πω;

Παρ όλα αυτά, το κοινό ανταποκρίθηκε, κάποια στιγμή πήρε τον τηλεβόα και «εξομολογήθηκε».

Μέρος Α, στάση β

Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα αντιπερισπασμού, έκανε δειλάδειλά την εμφάνισή του το Λευκό Δενδράκι. Ένα Λευκό συνθετικό

Δενδράκι με μικρά πλατανόφυλλα έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα

σε εκθέματα και ήχους. Μία επίσκεψη – υπενθύμιση στους

ανθρώπους που έψαξαν, τους ανθρώπους που κατάλαβαν ότι εκτός από το ότι τα πόδια τους περπατάνε, πως με τα μάτια τους βλέπουν, με τα χέρια τους αγγίζουν, δημιουργούν και έτσι προσπαθούν να κατανοήσουν, να χωροθετήσουν, να διεκδικήσουν ως όντα πολιτισμένα το πέραν από εμάς, τμήμα του οποίου αποτελούμε.

Στα φύλλα του δένδρου συνδέθηκαν χαρτάκια με τα συνθήματα, φωτογραφίες, χαρακτικά, επιγραφές όπως: «κατανοώντας τους κροίσους, ανεφώνησεν: η κρίση τους είναι η κρίση μας» ή

«καταστρέφοντας το ΕΔΩΝΑ των ανθρώπων με το εκείθεν του ανήκειν κρατείν».

Ζωντάνεψε ένα artificial δενδράκι που στα φύλλα του ανθίζουν

ντοκουμεντάκια μιας άλλης ανθρώπινης συνθήκης. Δειλά

εμφανίστηκε ανάμεσα στους χειροτέχνες, δειλά κάποια στιγμή

αποχώρησε στην υπενθύμιση.

Ποιανού πράγματος όμως;

Μέρος Α στάση γ

Ένα «άλλο σαξόφωνο» δοκίμασε την ακουστική του κτηρίου, την αντοχή στους ήχους του. Επεδίωξε να ακουστεί η αρχιτεκτονική

(ανάκληση της ακουστικής αίσθησης του χώρου). Όταν οι ακουστικές εμπειρίες ενισχύουν, εμπλουτίζουν τις οπτικές εμπειρίες της έκθεσης, τα αισθητικά πεδία αλληλεπιδρούν. «Όπως οι μητέρες των ανθρώπων, τα κτήρια είναι καλοί ακροατές.» (του ζωγράφου Στόουκς) Ο ήχος προσφέρει το χρονικό συνεχές, όπου εντυπώνεται η πλαστικότητα, η αίσθηση συνέχειας των εικόνων της έκθεσης, των δράσεων, της performance σ άλλους χώρους, με άλλες διαστάσεις όπως θα δούμε στη συνέχεια.

«Κάθε κτήριο ή χώρος έχει το δικό του χαρακτηριστικό ήχο και το κατανοείς/εκτιμάς από την ηχώ του.» (Palasmaa)

Το σαξόφωνο κυκλοφορεί ανάμεσα σε μηχανήματα, αρχεία, απομεινάρια άλλων εποχών ανθρώπινης τεχνολογίας και έργα τέχνης του σήμερα, «ψέλνοντας», πλαισιώνοντας τα εργαστήρια και τους χειροτέχνες.

Εκπληκτική η υπόκρουση των σφυριών που ανεβοκατέβαιναν στο

τμήμα κόσμημα και η υπόκρουση των βλεμμάτων.

Μέρος Β

Το ραντεβού με τον Βασίλη (Καρκατσέλη) ήταν για μία πορεία (του

Λευκού μας Δένδρου) στην πόλη ανάμεσα στους θορύβους και τα

καυσαέριά της, αυτή τη φορά χωρίς σαξόφωνο. Πορεία ανάμεσα

στους ανθρώπους και την καθημερινότητά τους, σαν μία παράδοξη

λιτανεία. Θα μας ένωνε το δενδράκι. Η Μανέλ είχε αναλάβει το video.

Η ιδέα μίας επέμβασης εν είδη «τέχνης;» στην πόλη, στην ιστορία, στον πολιτισμό. Η δραματικότητα του καλλιτεχνικού αιτήματος οργανώνει την καλλιτεχνική αναζήτηση σαν μία δημιουργική επαλήθευση αξιών, ορθού λόγου, ιστορίας στην καθημερινή εμπειρία. Ρωτούσαμε τον κόσμο για τα κομμένα δένδρα της πόλης και πήραμε απαντήσεις για ύποπτες σχέσεις του Δήμου με εργολάβους.

Αισθητικά όμως; Βγήκαμε φωτογραφίες στα μεταφυτευμένα νέα δενδρύλλια και όσα κομμένα συναντούσαμε.

Στην Πλατεία Αριστοτέλους δροσιστήκαμε μέσα στον καύσωνα, ξαπλώσαμε στα πλακάκια, ξαναφωτογραφηθήκαμε.

Ήταν καταπληκτικό το πόσοι συμπολίτες μας δήλωσαν

«απαράδεκτο» για την απώλεια δένδρων, φύσης, λόγου.

Ο άνθρωπος των απωλειών.

Μάλλον μία εμπειρία του κόσμου είναι αδύνατη έξω από την «πόλη»

ή το χωριό, αφού το δεντράκι μας θα ταξιδέψει και στο Λιβάδι

Θεσσαλονίκης.

Μέρος Γ Κάθε δύο χρόνια, ο φωτογράφος Θανάσης Ράπτης οργανώνει για το

Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης (www.fkth.gr) στο χωριό Λιβάδι

της Θεσσαλονίκης το «Λιβάδι του Εφήμερου» μία συνάντηση

εικαστικών για παραγωγή εφήμερων έργων, έργων που αφήνονται

να καταστραφούν από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Οι

χειρονομίες, οι performances, το θάψιμο στη γη - όσων έργων

θάβονται, σαν προϊόντα θαμμένα σε διαδοχικά στρώματα ενός

πολιτισμού, έργα που καθιζάνουν και στερεοποιούνται με αργή

καταστροφή, φυσική, σε αντίθεση με τα μοντέλα βιαστικής κατανάλωσης.

Το «Λευκό Δενδράκι» παρόν εκεί.

Από τη μία γύρω τα προϊόντα ενός βιοτεχνικού και αγροτικού πολιτισμού και βεβαίως η ηδονοβλεψία των επισκεπτών θεατών, σε ένα χώρο μακριά απ την πόλη.

Από την άλλη η «αριστοκρατική» σοφία του καλλιτέχνη με την ιδιότυπη μοναδικότητα της κατασκευής ενός έργου, έστω αυτοσχέδιου, όπως ο ήχος ενός σαξόφωνου.

Το «ντοκουμέντο», το αποθανάτισμα μέσω των φωτογραφιών είναι η μνήμη μας, το κέφι των ανθρώπων.

Στο Λιβάδι βιδώσαμε/ τοποθετήσαμε το artificial Λευκό Δεντράκι μας δίπλα και ανάμεσα στους μακρινούς συγγενείς του. Συγγενείς ως

προς τη μορφή, (ανθρωποποιητική λειτουργία το εγκεφάλου), αφού

πρόκειται για εντελώς διαφορετική ύλη/έργο (γάζα, σελοτέιπ, πλαστικό, χαρτί, συνδετήρες).

Ξεχωριστή η βίωση της έντασης ανάμεσα στις κοινωνικές

προβληματικές της διάθεσης να πραγματοποιήσουμε την ιδιαίτερη

ταυτότητά μας.

Άραγε τον επερχόμενο χειμώνα ποιο δένδρο θα καταστραφεί πρώτο;

Ο άνεμος θα σπάσει τα δένδρα και η διαμαρτυρία μας για τα

κομμένα/καμένα δένδρα θα μοιάζει παράταιρη σε έναν τόπο που η φύση οργιάζει.

Ακατανόητο το Λευκό Δενδράκι αν αποκοπεί από το απόθεμα

νοήματος (λόγω υλικού) της κοινότητας των υπολοίπων πχ δένδρων

με τα οποία συνδιαλέγεται. Πάλι το παράδοξο λοιπόν.

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Το Λευκό Δενδράκι συναρμόσθηκε με έναν ιδιαίτερο τρόπο ανάμεσα

στα υπόλοιπα δένδρα, ώστε να διατηρήσει τη θέση του στο συνεχές

ενός ενιαίου χωρίς κενά της φύσης, όντας το ίδιο ένα κενό.

Στην απέναντι πλευρά το απρόσωπο του σοβά και του τσιμέντου μιας

σύγχρονης αστικής κατασκευής. Το Δεντράκι λοιπόν σαν κείμενο

αναφορά στη «θυσία» του Ταρκόφσκι ή «το δένδρο που πληγώναμε»

του Αβδελιώδη.

Οι σειρές των γραμμάτων υπήρχαν στα συνθήματα/έργα, καρφιτσωμένα στα φύλλα του, από τις προκηρύξεις διαμαρτυρίας

που

κυκλοφόρησαν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις για την κοπή των

δένδρων «συναδέλφων» του, στην πόλη της Θεσσαλονίκης ή του

καψίματός τους αλλού, όπως σύντομα θα δούμε. Όλα μακρινός

απόηχος που διαδίδεται μέσα από τις ρίζες, το χώμα.

Εδώ, εκτός τόπου και χρόνου, το κενό ή το πλήρες της εξουσίας του

δημιουργού.

Το κενό φλέγεται.

Ίσως θα πρέπει να ολοκληρώσουμε τη δράση με ένα μαύρο κάδρο σα

φόντο δίπλα στην «εμφύτευση» του δένδρου, ένα κάδρο να δηλώνει το θάνατο της φύσης και του κλίματος. Το μαύρο σαν η απομάκρυνση από τη χρωματική εικονική παλέτα του γύρω χώρου.

Όμως, ας είμαστε περισσότερο αισιόδοξοι, ότι κάτι μπορεί να συμβεί

κι ότι, ίσως, δεν είμαστε οι τελευταίοι που «ξέρουμε και μπορούμε».

Το Λευκό Δενδράκι προεκτείνει την ενέργεια που περικλείεται από το concept στη χειρονομία, από το Λιβάδι στο χώρο, από το χώρο στο οικοδόμημα.

Προτείνεται, δηλαδή, η έννοια της τέχνης αξεδιάλυτα δεμένη με τις

σχέσεις, το τυχαίο, τη χειρονομία, την πόλη, τα συνθήματα, τους

χειροτέχνες, τη φύση, το κλίμα, το σαξόφωνο, το θραύσμα και την ενέργεια που αυτά περικλείουν. Δεμένα όλα με τον απεριόριστο

χώρο της επέκτασης, της διαστολής, της προόδου που νομίζαμε ότι έχουμε. Όλα δεμένα με τις έννοιες του ιδιωτικού και του δημόσιου, του γνωστού και του αγνώστου, σε μία συνεχή αντιστοιχία και διαλεκτική.

Οι έννοιες και το «πραγματικό» διαπλέκονται, οι εντάσεις

συστρέφονται σε έναν κόμπο ο οποίος ορίζει την κριτική και τη δημιουργική αντίληψη, σε έναν κόμπο, ένα είδος

τοποθετούνται τα αντικείμενα –εδώ το Λευκό Δεντράκι- που έτσι αποκτά την ιδιότητα του έργου τέχνης, παρότι η προσδοκία για τον ηδονοβλεψία θεατή παραμένει ανικανοποίητη.

Κανένα αντικείμενο φετίχ των εδώ έργων δεν προσφέρεται για

καταναλωτική επιθυμία, ίσως μόνο το λίγο τσίπουρο και μερικές

ρέγκες που υποδέχονται την αμηχανία του. Η σχέση δεν παίζεται

μόνο με τη δομή αλλά και τις νοοτροπίες.

Το Λευκό Δενδράκι λοιπόν υποστηρίζει με πάθος την ιδιότητά του, ως

εξόριστου που αντιστικτικά υπογραμμίζει αυτό που πρέπει να

προστατευτεί. Μεταφέρει όλη εκείνη την τρομακτική φόρτιση που

απαιτεί την ακεραιότητα του είναι μας, σα μέρος της φύσης. Το μητρικό κάλεσμα της γης.

Δεν υπάρχει νόημα όταν χάνεται αυτή η συνωμοσία των θνητών όντων προς χάρη της παραμονής μας σε έναν τόπο εξορίας. Στο κενό λοιπόν που βράζει, στο χάος της αναζήτησης έως εμάς, που όταν καταλάβαμε τα μέλη μας, βρήκαμε/επινοήσαμε το έξω μας και διερωτηθήκαμε για την πρώτη αρχή ως όντων με συνείδηση της θέσης τους.

Εκεί το Λευκό Δενδράκι να υπενθυμίζει τη μετατροπή μας από ένα ακόμη θηλαστικό σε πλάσμα πολιτισμένο που αντιτίθεται στα εγκληματικά σχέδια θανάτου και στάχτης.

Τα συντρίμμια/αποκαΐδια ενός κόσμου κλειστού που «πάντα

επαναφορτίζεται και μεγαλώνει» άνευ επαναστατικότητας και ρήξης; Η εξουσία της λήθης και του βιοπολιτικού ελέγχου της υπακοής και

της κανονικότητας με όπλο τη βία και το φόβο.

Αφού διακόπτεται η επικοινωνία με τη φύση, ένα δενδράκι συνθετικό βεβηλώνει την ιερότητα ενός χώρου εφήμερου –θανής –

λήθης των έργων τέχνης. Προορίζεται όμως για δημόσιο διάλογο, ανοίγοντας έναν ευρύ ορίζοντα μεταφορικών σημασιών. Μία βίαιη χειρονομία, που επανέρχεται με την παρουσία του Λευκού Δένδρου,

«εταζέρας», όπου

αναζητά απάντηση στη βιαιότητα του ολοκαυτώματος της φύσης που ακολουθεί. Βίαιη χειρονομία αποσύνδεσης από μία κοινότητα, άρνηση επικοινωνίας με ότι άλλο εκτίθεται εκεί (εκτός ίσως από τη μορφή) εννοιολογημένη στο μυαλό δυνητικών θεατών.

Όμως η performance παραμένει σαν ένα μήνυμα του πράττειν, ως σημαντική εμπειρία του εγκλεισμού στα αποκαΐδια, εκεί όπου ελλοχεύει το artificial.

Όχημα ουτοπικό η αιωνοβιότητα της παντοδυναμίας των δένδρων, ώστε κάθε πηγή να μείνει ανεξάντλητη (αειφορία).

Υστερόγραφο Όταν γράφτηκε το κείμενο

αυτό χιλιάδες δένδρα είχαν απανθρακωθεί από τη θανατοπολιτική των κρατούντων, σε χιλιάδες στρέμματα πυρκαγιών.
η
νεκρής φύσης του Λευκού Δένδρου
κατάθεση στεφάνου
μάχονται για
καλλίτερη ζωή πριν
γι
Γιώργος
Απέμεινε
κατάθεση της
που μεγάλωσε τώρα, σαν άλλη
σε μνημείο των άγνωστων πολεμιστών που
μια
αναχωρήσουν, όπως μαχόμαστε
αυτήν εδώ τη φυλακή μας.
Καμπούρης

Η μπροσούρα αυτή τυπώθηκε τον Αύγουστο του 2023 για να συμπεριληφθεί ως τελευταία προσθήκη στο ανοίκειο έργο μας «Ένα Λευκό Δενδράκι»

που εγκαταστάθηκε στο «Λιβάδι του Εφήμερου VI». Περιλαμβάνει τις φάσεις δημιουργίας του

και τις θεωρητικές συζητήσεις περί της ύπαρξής του.

Κείμενο, performance : Γιώργος Καμπούρης

Φωτογραφίες, performance: Βασίλης Καρκατσέλης

Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook