Page 1

διαβά ΖΩ ντας Πρότυπο Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων

Λογοτεχνικό περιοδικό

Τεύχος 02

“Μόνος στο Βερολίνο” του Χανς Φάλαντα: Βιβλιοπαρουσίαση Η ελληνική γλώσσα και το lockdown: Συνέντευξη με τον κ. Γεώργιο Καψάλη Η ελληνική γλώσσα στα ΜΜΕ σε καιρό πανδημίας: Συνέντευξη με την κ. Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη CSI εν Σκιάθω: η υπόθεση της Φραγκογιαννούς “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι” εν έτει 2021 “Ποιητές της παρακμής ή Καταραμένοι ποιητές”: όταν ο πόνος έχει αντίκτυπο στην τέχνη


Ταυτότητα εντύπου

Πρότυπο Γενικό Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων Έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού Σχολικό έτος 2020-21

Συντακτική ομάδα

Βασίλης Αθανασίου Κλεάνθης Αναστασίου Ιοκάστη Ανδρούτσου Κάτια Αποστόλου Άρτεμις Βεζαλή Θάνος Βάντζιος Φιλιώ Βασιλείου Στεφανία Γεωργίου Μιράντα Γιούτσου Ναταλία Γκαρανάση Παναγιώτης Γκατζέλης Ηρώ Γκαρτζονίκα Δέσποινα Δαλάτση Κορίνα Δημοσθένους Απόστολος Έξαρχος Ιλιάδα Ζαχάρη Χρήστος Θεοδώρου Κλεοπάτρα Κυριαζή Βασιλική Μπέλλου Χαρά Νικολίτσα Στέλλα Νούσια Βασίλης Ντέμος Μαρία Ντόντορου Βασίλης Παπαμώκος Μαρία Σκαμνέλου Ραφαήλ Σκούρτης Γιώργος Τίγκας Δημοσθένης Τσερίκης

Εικαστικές δημιουργίες

Βασίλης Αθανασίου Ιοκάστη Ανδρούτσου Ηρώ Γκαρτζονίκα Φιλιώ Βασιλείου Μιράντα Γιούτσου Δάφνη Σιάφη Αντιγόνη Σιόρεντα

Σύμβουλοι έκδοσης

Λαμπρινή Μπότσαρη, ΠΕ02 φιλόλογος Κυριακή Σεβεντεκίδου, ΠΕ02 φιλόλογος


04

«Μόνος στο Βερολίνο» του Χανς Φάλαντα: Βιβλιοπαρουσίαση

05

Η ελληνική γλώσσα και το lockdown Συνέντευξη με τον κ. Γ. Καψάλη

08

Η ελληνική γλώσσα στα ΜΜΕ σε καιρό πανδημίας Συνέντευξη με την κ. Ν. Τσιτσανούδη - Μαλλίδη

11

Λογοτεχνία και Φιλοσοφία: Η σχέση τους από τους προσωκρατικούς έως και τον Αριστοτέλη

13

Ένας δημοσιογράφος διερευνά τα μυστήρια της οικογένειας Βιολάντη

14

CSI εν Σκιάθῳ 1870: η υπόθεση της Φραγκογιαννούς Ψηφιακή αφίσα Λίγα λόγια για το συγγραφέα Η υπόθεση της Φραγκογιαννούς Οι κοινωνικές συνθήκες “Καταζητείται” Ψυχολογικό προφίλ της Φραγκογιαννούς Αγόρευση συνηγόρου υπεράσπισης Το δριμύ κατηγορητήριο της εισαγγελικής αρχής Κόμικς Ένα διαφορετικό τέλος “Η Φόνισσα” του Παπαδιαμάντη: απηχήσεις από το μυθιστόρημα “Έγκλημα και τιμωρία”

29

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι εν έτει 2021… Στιχάκια Ερωτήματα για τον κ. Σολωμό...ως αναγνώστες του σήμερα Το ηρωικό Μεσολόγγι: ποίημα εμπνευσμένο από τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” Μια σελίδα από το ημερολόγιο του Σουλιώτη αγωνιστή “Σε μια πιστή Ελληνίδα”: ο φιλελληνισμός του Ρώσου ποιητή Αλεξάντερ Πούσκιν

33

Συνομιλώντας με έναν ποιητή

39

“Ποιητές της παρακμής ή Καταραμένοι ποιητές”: όταν ο πόνος έχει αντίκτυπο στην τέχνη

41

Η σύγχρονη ποίηση υμνεί τη γυναίκα

42

Η Λογοτεχνία: παράθυρο στον κόσμο

44

Τα social media στη ζωή των εφήβων: Ερωτηματολόγιο/έρευνα


«Μόνος στο Βερολίνο» του Χανς Φάλαντα: Βιβλιοπαρουσίαση Βασίλης Αθανασίου

Το καθηλωτικό μυθιστόρημα «Μόνος στο Βερολίνο» του Χανς Φάλαντα, αποτελεί ένα κλασικό ανάγνωσμα, που χαρακτηρίζεται για τη δεξιοτεχνική πλοκή του. Ο συγγραφέας ολοκλήρωσε το έργο του δύο χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εξιστορεί μία άγνωστη σειρά αντιστασιακών δράσεων σε βάρος του καθεστώτος της Ναζιστικής Γερμανίας την εποχή των πολεμικών συγκρούσεων. Το βιβλίο, έχει καθαρά ηθογραφικό ύφος, καθώς αναδεικνύει στέρεους και ιδιαίτερα φορτισμένους συναισθηματικά και ηθικά χαρακτήρες. Ο Χ. Φάλαντα ξεκινώντας από μία πανοραμική εικόνα της καθημερινότητας διαφόρων προσωπικοτήτων «της διπλανής πόρτας», όπως ο δικαστής Φορμ, η γριά Εβραία Ρόζενταλ, η οικογένεια Περζίκε, επικεντρώνεται στην αντιστασιακή δράση του ζευγαριού Κβάνγκελ. Ο Ότο και η Άννα, αποτελούν φιλήσυχα μέλη μίας κλειστής κοινωνικής ομάδας, που έχουν χάσει τον γιό τους στον πόλεμο. Ως αντίδραση στην απώλεια αυτή, αναπτύσσουν δράσεις διαμαρτυρίας σε βάρος του καθεστώτος με ποικίλες μορφές, οι οποίες αποτυπώνονται με παραστατικό και ζωντανό τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι ήρωες παρουσιάζονται ως άνθρωποι υπέρ άνω πάσης υποψίας, γεγονός που φανερώνεται και από τη δυσκολία της Γκεστάπο, όχι μόνο να τους ανακαλύψει αλλά και να τους αναχαιτίσει. Έντονο είναι και το στοιχείο του συμβολισμού στο μυθιστόρημα, αφού ο συγγραφέας μέσα την ιστορία των Κβάνγκελ προβάλλει τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει σε καθημερινό επίπεδο ο καθένας μας. Το «Μόνος στο Βερολίνο» είναι ένα βιβλίο επίκαιρο, καθώς προβάλλει τις δυσκολίες απλών και καθημερινών ανθρώπων που αναπτύσσουν δράση κάτω από την πίεση συγκεκριμένων πολιτικών και οικονομικών συνθηκών, αποτελώντας ένα δυνατό αναγνωστικό ερέθισμα πολιτικής, πνευματικής και συναισθηματικής επαγρύπνησης του σύγχρονου ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό με ενθουσίασε και το προτείνω ανεπιφύλακτα.


Η ελληνική γλώσσα και το lockdown Συνέντευξη με τον κ. Γεώργιο Δ. Καψάλη, Καθηγητή στο Π.Τ.Δ.Ε. και πρώην πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Μαρία Σκαμνέλου & Γιώργος Τίγκας

Ο Γεώργιος Δ. Καψάλης είναι Καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Διετέλεσε πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κατά την τετραετία 2014-2018. Διαθέτει ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει αυτοτελείς μελέτες και λογοτεχνικά έργα.

Είναι γεγονός ότι με την πανδημία (όπως και με την οικονομική κρίση παλαιότερα) το λεξιλόγιό μας κατακλύστηκε με νέες λέξεις (κυρίως ιατρικές), όρους και εξειδικευμένες-επιστημονικές έννοιες, τις οποίες έπρεπε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να κατανοήσουμε και να αφομοιώσουμε, ώστε να ανταπεξέλθουμε στη νέα πραγματικότητα. Πολλές φορές, μάλιστα, για να αποδοθούν αυτοί οι όροι προτιμήθηκαν ξένες λέξεις προκειμένου να περιγραφούν έννοιες για τις οποίες υπάρχουν ελληνικές λέξεις (π.χ. ''lockdown'' αντί "εγκλεισμός"). Πιστεύετε πως συνολικά “πλούτισε” ή “φτώχυνε” το λεξιλόγιό μας;

Αυτό το οποίο κάνει η γλώσσα μας, στην ουσία, είναι να υπηρετεί και να εξυπηρετεί την επικοινωνία. Το λεξιλόγιο είναι το εργαλείο που χρησιμοποιούμε, για να εκφράσουμε τη σκέψη μας, τα διανοήματά μας, τις επιθυμίες μας κ.λπ. Για την περίπτωση, στην οποία αναφέρεστε, πρέπει, ίσως, να εξετάσουμε σε ποιο βαθμό επιτυγχάνεται, γενικότερα, η επικοινωνία. Προσωπικά έχω την αίσθηση ότι πολλά μέλη της γλωσσικής μας κοινότητας έχουν κατανοήσει μόνο σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο ορισμένων από τους ξενικούς όρους, που έχουν κατακλύσει τη γλώσσα μας. Κατανοούν, απλώς, τι περίπου λέμε, σε τι αναφερόμαστε, όταν χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους, αλλά δεν γνωρίζουν επακριβώς, ούτε ακόμα και το περίφημο “lockdown”, που χρησιμοποιούμε τόσο συχνά. Αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για κάτι αρνητικό, αλλά αυτό που σημαίνει η συγκεκριμένη λέξη και πώς αυτή βρέθηκε στο λεξιλόγιό μας δεν το γνωρίζουν επακριβώς. Μπορεί και να μην τους ενδιαφέρει. Σχετικά με το ερώτημα, αν τελικά πλούτισε ή φτώχυνε το λεξιλόγιό μας, η άποψή μου είναι η εξής: Βασική επιδίωξή μας πρέπει να είναι το ξένο λεξιλόγιο να ενταχθεί στην ευρύτερη λειτουργία της γλώσσας μας. Τι σημαίνει αυτό; Πώς μπορούμε να το πετύχουμε; Καταρχήν, προϋποθέτει άμεση αντίδραση, με άλλα λόγια να αναζητήσουμε τον αντίστοιχο όρο της Ελληνικής. Αν αφήσεις ένα ξένο λεξιλόγιο με την ξενική του μορφή να λειτουργήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο εσωτερικό μιας γλώσσας, δεν μπορείς εύκολα να το απομακρύνεις στη συνέχεια. Επομένως, είναι αναγκαίο ο όρος, τον οποίο θα επιλέξουμε, για να αποδώσουμε τον ξένο όρο, να είναι σύντομος, εύηχος και ακριβής, να αποδίδει δηλαδή επακριβώς τη σημασία της ξένης λέξης. Όλα αυτά είναι ζητήματα, που συνδυάζονται με την αμεσότητα. Προσωπικά, σχετικά με το συγκεκριμένο ερώτημα που θέτετε, θα έλεγα ότι είναι υπερβολικό και το “πλούτισε” και το “φτώχυνε” ως έννοιες, γιατί κάθε λέξη διανύει ένα ταξίδι και μία διαδρομή. Αυτή η διαδρομή προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη. Εάν, λοιπόν, ύστερα από τον Σεπτέμβριο ή ύστερα από έναν μήνα δεν υπάρχει πλέον κορονοϊός, τότε όλο αυτό το λεξιλόγιο θα μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Καταλήγοντας, θεωρώ ότι μπορεί να υπάρχει ένα στοιχείο υπερβολής στους όρους “πλούτισε” ή “φτώχυνε”. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν δεν εντάσσουμε την ξενόγλωσση ορολογία στο λεξιλόγιο της γλώσσας μας, αλλά την αφήνουμε με την ξενική της μορφή, αυτό δεν βοηθάει ούτε την αισθητική ούτε την ουσία της γλώσσας μας, γιατί οι ξενικοί όροι ενοχλούν, όπως ενοχλεί σε ένα κείμενο ακόμη και ένας σπάνιος τύπος. Όταν διαβάζουμε, για παράδειγμα, ένα κείμενο και βρίσκουμε μία λέξη που δεν είναι συνηθισμένη, τότε αυτή η λέξη μάς προκαλεί μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όσο δικαιούται η ίδια. Με άλλα λόγια, συγκεντρωνόμαστε και αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στο τι σημαίνει, γιατί γράφεται έτσι, γιατί χρησιμοποιείται κ.λπ.


Από την αρχή της πανδημίας υπήρξε έντονη διχογνωμία σχετικά με την ορθή απόδοση στα ελληνικά του όρου coronavirus. Τι ισχύει τελικά;

Η λέξη απεδόθη αρχικά με το “κοροναϊός” με άλφα. Αυτός ο όρος προέρχεται από το ιταλικό “corona” και το “ιός”, το virus δηλαδή, και προέκυψε το σύνθετο. Αυτή η λέξη ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μία μεταπλασμένη πλέον λέξη στα ελληνικά. Το πρώτο συνθετικό, το “κορόνα”, είχε να κάνει με το “κορώνα” της αρχαίας ελληνικής, με την πραγματική “κορώνα”, που φορούσαν, για παράδειγμα, οι βασιλιάδες. Άρα, σε αυτήν την περίπτωση, μιλάμε για ένα δάνειο. Το δανείστηκε αρχικά η λατινική και ακολούθως η ιταλική ενέταξε τον όρο στο λεξιλόγιό της. Βέβαια, απλοποιήθηκε ο τρόπος γραφής: το ωμέγα που είχε το “κορώνα”, στη συλλαβή “ρω” γράφτηκε πλέον με όμικρον, γιατί ωμέγα δεν υπήρχε στη λατινική. Το ζήτημα, όμως, υπήρχε στο άλφα: θα λέγαμε κοροναϊός (με “α”) ή κορονοϊός (με “ο”). Το “α”, και στα αρχαία ελληνικά (“κορώνα”) και στα λατινικά και στα ιταλικά είναι η κατάληξη, δηλαδή το μεταβλητό μέρος μιας λέξης. Άρα, δεν μπορούμε να βασιστούμε στην κατάληξη. Αντιθέτως, πρέπει να βασιστούμε στο θέμα της λέξης. Κατά συνέπεια, αποκλείουμε το άλφα. Τι χρησιμοποιούμε ως συνδετικό; Το όμικρον, που είναι το βασικότερο συνδετικό φωνήεν της γλώσσας μας. Επομένως, έχουμε: “κορον-” το πρώτο θέμα, “ο” το συνδετικό φωνήεν και “ιός” το δεύτερο συνθετικό. Άρα, η σωστή μορφή της λέξης είναι “κορονοϊός” (με όμικρον) και όχι “κοροναϊός” (με άλφα). Βέβαια, αν το δεύτερο συνθετικό άρχιζε από άλφα τότε θα επρόκειτο για διαφορετική περίπτωση. Δεν θα ήταν βολικό να πούμε, για παράδειγμα, αξιοαγάπητος, για αυτό και λέμε αξιαγάπητος. Σε αυτήν την περίπτωση, το άλφα, δηλαδή το πρώτο φωνήεν του δεύτερου συνθετικού, επιτελεί και τον ρόλο του συνδετικού, για να μην οδηγούμαστε σε χασμωδία (“ο” και “α”) - δηλαδή να μην ακούγονται πολλά φωνήεντα διαδοχικά. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο ότι ο τύπος είναι σωστά γραμμένος “κορονοϊός” (με “ο”). Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμη ζήτημα: αν η συλλαβή “ρο” γράφεται με ωμέγα (“ρω”) ή με όμικρον (“ρο”). Όπως είπαμε και προηγουμένως, η λέξη αυτή πήγε ως δάνειο στην ιταλική γλώσσα, αλλά επέστρεψε ξανά στην ελληνική. Από τη στιγμή που επέστρεψε, είναι αντιδάνειο. Σε αυτή την περίπτωση τίθεται ένα ερώτημα: Πώς γράφουμε τα αντιδάνεια; Σεβόμαστε την ιστορική ορθογραφία της λέξης, πριν κάνει το ταξίδι, επειδή επιστρέφει σε εμάς ή εφόσον η λέξη πήγε σε μία άλλη γλώσσα και από αυτή την γλώσσα την παίρνουμε πίσω (δεν τη σχηματίζουμε, δηλαδή, ως νέα λέξη), ακολουθούμε και εμείς τις αλλαγές που έχει υποστεί η λέξη; Υπάρχουν ορισμένοι που υποστηρίζουν ότι, αφού το “κορώνα” ήταν μία αρχαία ελληνική λέξη που γραφόταν με ωμέγα, θα πρέπει να γράψουμε και το “κορονοϊός” με ωμέγα. Άλλοι, όμως, ισχυρίζονται ότι, αφού είναι αντιδάνειο, πρέπει όλα τα αντιδάνεια να τα γράφουμε στην απλοποιημένη τους μορφή. Επομένως, δεν κρατάμε στην περίπτωση αυτή την ιστορική ορθογραφία, και κατά συνέπεια πρέπει η λέξη “κορονοϊός” να γραφεί με όμικρον. Γενικά, το ζήτημα έχει να κάνει με το αν υπάρχουν περιθώρια απλοποίησης της ορθογραφίας της γλώσσας μας και, όπως είναι φυσικό, εξαρτάται από τη θέση που παίρνει ο καθένας. Εγώ προσωπικά τα αντιδάνεια τα γράφω με την απλοποιημένη τους μορφή. Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ και στον όρο “lockdown”και το πώς αυτός θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά. Θεωρώ ότι κάθε λέξη έχει σχέση και με κάποια συμφραζόμενα. Έχει, δηλαδή, μία κοινωνική λειτουργία, έχει συσχετιστεί και συνδυαστεί με μία κοινωνική δράση και λειτουργία. Για παράδειγμα, η λέξη “εγκλεισμός” έχει συσχετιστεί περισσότερο με τη φυλακή. Συνεπώς, είναι πιο αυστηρή, πιο σκληρή, θα έλεγε κανείς σε αυτήν την περίπτωση. Πιστεύω ότι η λέξη “απαγόρευση” είναι ίσως πιο φιλική. Δεν είναι, δηλαδή, τόσο έντονη και τόσο “αστυνομοκρατούμενη”, κατά κάποιον τρόπο, ενώ παράλληλα δένει με τα περιεχόμενα, στα οποία θέλουμε να αναφερθούμε (π.χ. “απαγόρευση εξόδου” ή “απαγόρευση κυκλοφορίας”) και, επομένως, λειτουργεί καλύτερα.


Η χρήση της γλώσσας στην εποχή της πανδημίας αντανακλά τη γενικότερη απειλητική και δυσοίωνη κατάσταση. Οι νέες λέξεις που ήρθαν για να περιγράψουν το φαινόμενο είναι ως επί το πλείστον αρνητικού περιεχομένου και σχετικές με το θάνατο. Πιστεύετε πως θα πρέπει να επιδιώκουμε στην καθημερινότητά μας τη χρήση λέξεων και εννοιών θετικού προσήμου, προκειμένου να ενισχυθεί η ψυχολογία των ανθρώπων ή οι λέξεις θα πρέπει πάντα να αποτυπώνουν τη σκληρή πραγματικότητα;

Πιστεύω στη δύναμη των λέξεων. Οι λέξεις είναι οι φορείς της σκέψης μας και της έκφρασής μας, άρα εμπεριέχουν μια ουσιαστική δράση. Επομένως, πρέπει να αποτυπώνουν την πραγματικότητα με ρεαλισμό και με αλήθεια. Δεν χρειάζεται ούτε να ωραιοποιούμε ούτε να παρουσιάζουμε απειλητικές κάποιες καταστάσεις. Ούτε το αρνητικό ούτε το θετικό, αλλά το ουσιώδες και το αληθές είναι αυτό που πρέπει να ειπωθεί. Θεωρώ, λοιπόν, ότι δεν μπορούμε να ανεβάσουμε την ψυχολογία κάποιου, χρησιμοποιώντας νοήματα, τα οποία δεν υφίστανται, απλά και μόνο, για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός μας. Προσωπικά, υποστηρίζω πως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε λέξεις που δεν ανήκουν στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Αρχηγοί κρατών, επιστήμονες και ΜΜΕ αναφέρονται καθημερινά στην πανδημία του κορωνοϊού μιλώντας για “πόλεμο”, “αόρατο εχθρό”, “μάχες” που πρέπει να κερδηθούν και “τελική νίκη”. Η μεταφορά αυτή αρχικά είχε, όπως και όλα τα αντίστοιχα σχήματα λόγου, ως σκοπό να κάνει μια δύσκολη και ασαφή έννοια πιο κατανοητή στο ευρύ κοινό. Όμως, η συνεχής και άκριτη χρήση μιας τέτοιας ρητορικής διχάζει την κοινωνία - γιατί ως “εχθρό” δεν βλέπουμε μόνον τον ιό, αλλά και όσους τον φέρουν ή δεν συμμορφώνονται με τα μέτρα. Εσείς πιστεύετε ότι ορθώς χρησιμοποιήθηκε - αρχικά τουλάχιστον- αυτή η ορολογία προκειμένου να τονιστεί η σοβαρότητα της κατάστασης ή δημιουργεί πιθανές παρεξηγήσεις και παρερμηνείες;

Νομίζω ότι πολλές από τις ερμηνείες που έχουν δοθεί δεν χρησιμοποιήθηκαν, για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες σκοπιμότητες, αλλά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όσο κανείς βιώνει καταστάσεις μακριά από το στενό του περιβάλλον, δεν ενδιαφέρεται και δεν ανησυχεί για όσα συμβαίνουν γύρω του. Όταν, όμως, μας αφορούν προσωπικά ή οικογενειακά, γίνονται μέρος της καθημερινότητάς μας. Δεν κυριαρχεί, δηλαδή, η υπερβολή, για παράδειγμα στα νοσοκομεία της Αθήνας, όταν οι ΜΕΘ είναι γεμάτες. Πραγματικά, αυτό είναι και μάχη και πόλεμος. Απλά βρισκόμαστε σε αυτή τη φάση και εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι τέτοια συμβάντα δεν μας αγγίζουν. Όλα αυτά που βίωσε η ανθρωπότητα και βιώνει ακόμα σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα που υπάρχει δημιουργούν όλη αυτήν την ανασφάλεια που μας περιβάλλει. Σε αυτό συμβάλλει και η άμεση και γρήγορη πληροφόρηση των πολιτών. Η τοποθέτησή μας σε αυτό το θέμα θα πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ουσία της υπόθεσης. Άρα, λοιπόν, δεν νομίζω ότι υπήρχε υπερβολή και μάλιστα σκόπιμη με κρυφές επιδιώξεις. Θα έκανα μια διαφοροποίηση σε σχέση με τους όρους της οικονομικής κρίσης, που αναφέρατε στην αρχή και τους όρους του Covid-19. Όσον αφορά την εξάπλωση του ιού πρόκειται καθαρά για θέμα υγείας. Ακόμα και για τον υπερτονισμό της προσωπικής ευθύνης και στάσης μας να χρησιμοποιήθηκαν αυτές οι έννοιες, αν αναλογιστούμε αυτά που έζησε και ζει ακόμα η ανθρωπότητα, σε σχέση με την πανδημία, για εμένα, δεν αποτελούν υπερβολή. Για να είμαι ειλικρινής, μετά από τόσο καιρό, έχω την αίσθηση ή καλύτερα την ψευδαίσθηση πως έχει περάσει αυτό το πράγμα. Όταν, όμως, βρίσκομαι στο σπίτι και βλέπω τις ειδήσεις και την παραστατικότητα, με την οποία μεταδίδουν τα τεκταινόμενα, είναι προφανές πως το θέμα της υγείας έχει τον πρωταρχικό ρόλο. Καλώς ή κακώς, μάλλον καλώς για την ακρίβεια, δίνεται τόση βαρύτητα. Με άλλα λόγια, πίσω από την υπερβολή, δεν κρύβεται η σκοπιμότητα, αλλά η προφύλαξη από τον κίνδυνο και η συνειδητοποίηση των συνεπειών από την κοινωνία που δυστυχώς δεν ήταν διόλου προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο, χωρίς να φέρει αποκλειστικά η ίδια την ευθύνη. - Σας ευχαριστούμε θερμά, κ. Καψάλη, για την πολύ κατατοπιστική και ενδιαφέρουσα συνέντευξη! - Εγώ σας ευχαριστώ για την πρόσκληση και σας εύχομαι ολόψυχα καλή πρόοδο!


Η ελληνική γλώσσα στα ΜΜΕ σε καιρό πανδημίας Συνέντευξη με την κ. Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Π.Τ.Ν. του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Βασίλης Αθανασίου Η κ. Νικολέττα Τσιτσανούδη – Μαλλίδη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Γλωσσολογίας και Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Διευθύνει το Εργαστήριο Κοινωνικών Θεμάτων, ΜΜΕ και Εκπαίδευσης, καθώς και το Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ». Είναι Associate in Linguistics στο Center for Hellenic Studies του Πανεπιστημίου Harvard.

Έντονη ήταν, κυρίως στην αρχή της πανδημίας, η παρουσία υποστηρικτών συνωμοσιολογικών αντιλήψεων, οι οποίες διατυπώθηκαν στον καθημερινό λόγο με εκφράσεις όπως: "το τσιπάκι του Bill Gates", "το εργαστήριο στην Ουχάν", "ο έλεγχος κάθε πολίτη με μοναδικό barcode". Σε ποιο βαθμό, κατά την άποψή σας, μπορεί να επηρεαστεί η κοινή γνώμη σε περιόδους κρίσεων μέσω ιδιαίτερων χειρισμών στη γλώσσα;

Η γλώσσα είναι ένα κορυφαίο εργαλείο επικοινωνίας, αλλά και όχημα αξιολογικών κρίσεων και διάδοσης/συντήρησης αρνητικών στερεοτύπων. Ασφαλώς και μεταξύ των λειτουργιών της είναι η ιδεολογική λειτουργία που σχετίζεται με την προπαγάνδα και τη χειραγώγηση. Οι καταναλωτές των δημόσιων λόγων μπορεί να γίνουν πολύ ευάλωτοι στον ιδεολογικό εμποτισμό, ειδικά όταν ο λόγος που τους απευθύνεται είναι επιβαρυμένος και έντεχνα προσχεδιασμένος. Δεν υπάρχουν αθώα κείμενα, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Πολύ περισσότερο σε περιόδους κρίσεων τις οποίες έχουμε το θλιβερό προνόμιο να βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Στις περιόδους αυτές η γλώσσα ίσως να διαδραματίζει έναν εντονότερο ρόλο, καθώς η ανάγκη για επικοινωνία πιθανολογεί κανείς πως είναι μεγαλύτερη και κρισιμότερη. Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και συγκεκριμένα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, έχουμε εντάξει τα τελευταία 9 χρόνια ένα μάθημα για τη γλώσσα των ΜΜΕ ενημέρωσης και τον κριτικό γραμματισμό. Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη σημασία στην εξουσιαστική και κοινωνικοποιητική διάσταση της γλώσσας, τη διαμόρφωση των εξουσιαστικών σχέσεων με όχημα τη γλώσσα, την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, αλλά και τη διαμόρφωση μιας ενεργής στάσης απέναντι στους δημόσιους λόγους. Οι πολίτες, όλοι μας καλούμαστε να αποκρυπτογραφούμε και να «αποσυναρμολογούμε» τα μηνύματα και να διεκδικούμε δεξιότητες αλφαβητισμού των ΜΜΕ και επικοινωνιακής αγωγής, που συμβάλλουν στη διαμόρφωση κριτικού πνεύματος. Οφείλουμε όμως να λειτουργούμε όχι μόνον ως κριτικοί αποδέκτες, αλλά και ως ενεργοί επιτελεστές της επικοινωνίας (performers), εγκαταλείποντας τον περιοριστικό ρόλο του παθητικού αποδέκτη. Πάντως για τη δύναμη της γλώσσας θα δεχθώ, όπως αναφέρω και σε ένα βιβλίο που τώρα γράφουμε μαζί με τον καθηγητή του Χάρβαρντ, Νικόλα Πρεβελάκη, ως καταπραϋντική συνθήκη εμψύχωσης, αυτό που γράφει ο Jurgen Buchmann1 μιλώντας για την αλχημεία της αμφιβολίας και τη μεταμόρφωση κάθε πρότασης σε πειστήριο προδοσίας, ότι «για τους κατοίκους αυτής της περιοχής πρέπει να ειπωθεί ότι δεν διαθέτουν καμία δική τους γλώσσα. Αντί για αυτή, μαθαίνουν με ζήλο τη γλώσσα του εκάστοτε Αφέντη τους, που αλλάζει συχνά, επειδή η επαρχία αποτελεί αντικείμενο νέων διαρκώς κατακτήσεων». Άλλωστε, σύμφωνα με μία μαρτυρία, στα αραβικά κάθε λέξη έχει τέσσερις διαφορετικές σημασίες: «Χαρακτηρίζει καταρχάς ένα πράγμα, κατόπιν το αντίθετό του, επιπροσθέτως κάτι που έχει να κάνει με τις καμήλες, και τέλος μία χυδαιότητα». Ακούμε συχνά διαχωρισμό κοινωνικών ομάδων σε «ψεκασμένους» και «μη ψεκασμένους», σε «επιθυμούντες το εμβόλιο» και σε «μη επιθυμούντες το εμβόλιο», σε «αρνητές του ιού» και σε «μη αρνητές». Ποια θεωρείτε ότι είναι η σκοπιμότητα ευρείας χρήσης του διχοτομικού λόγου στα ΜΜΕ;

Από το άθικτο «εγώ» στο αξιολογικό «εμείς», λοιπόν… Από την αξιολόγηση στη διχοτόμηση. Όπως και στον πολιτικό λόγο, έτσι και στον δημοσιογραφικό, αποσιωπάται ή μετατίθεται το υποκείμενο της ομιλίας από το «εγώ» στο αξιολογικό «εμείς», οπότε αυτό αντιδιαστέλλεται και αντιπαρατίθεται αυτόματα με τους «άλλους» χωρίς αυτοί να ορίζονται πάντα, ούτε όμως και να αποδεικνύεται με 1

Γραμματική των Γλωσσών της Βαβέλ , 2019, μτφρ. Στ. Γρ. Σταμπουλού, εκδ. Gutenberg, σ.σ. 29, 39,50.


επιχειρήματα το γιατί δεν έχουν «αυτοί» τις αξιολογικές δυνατότητες που άρρητα λανθάνουν στο «εμείς». Αυτού του είδους η ορατή ή συγκαλυμμένη αντιπαράθεση, παραπέμπει και σε ένα άλλο χαρακτηριστικό του ιδεολογικού λόγου, τη διχοτόμηση, σύμφωνα με την Φραγκουδάκη. Η αντιπαράθεση δύο δοσμένων αξιών υφίσταται εκ των προτέρων και η κάθε δήλωση βασίζεται στη συνεχή, έμμεση και υποβαλλόμενη, αντίθεση μεταξύ του κακού και του καλού, του ηθικού και του ανήθικου, του σωστού και του λάθους, του προοδευτικού και του αντιδραστικού. Ο υποστηρικτής του διχοτομικού ή διασπαστικού λόγου τοποθετεί τον εαυτό του εξαρχής από την πλευρά του ηθικού, του αληθούς και του σωστού, που καλείται να αντιπαρατεθεί με το κακό, το ανήθικο, το λάθος ή το ψευδές, χωρίς να χρειάζεται να τεκμηριώνει το γιατί ο ίδιος είναι ταυτισμένος με αυτές τις αξίες, καθώς και μόνον η επίκλησή τους αρκεί για να βρίσκεται εικονικά τουλάχιστον συνδεδεμένος και ταυτοποιημένος μαζί τους. Το «εγώ» εμφανίζεται συνήθως άθικτο, δεν επιδέχεται κριτική με έναν τρόπο σχεδόν αξιωματικό. Αυτού του είδους όμως οι δοσμένες θέσεις σε συνδυασμό με έναν έντονα αξιολογικό χαρακτήρα μπορούν να οδηγήσουν σε διακρίσεις και διασπάσεις ή αποκλεισμούς, ειδικά μάλιστα όταν έχουμε να κάνουμε με πολύ προβεβλημένους λόγους, λόγω των ισχυρών διαύλων από τους οποίους μεταδίδονται. Επιπλέον, ο τηλεθεατής/ακροατής ή και αναγνώστης ενός τέτοιου λόγου αισθάνεται περισσότερο ασφαλής όταν δεν διαταράσσεται η εικόνα και το status του δικού του γλωσσικού κόσμου, και έτσι πιθανόν γίνεται σχετικά ευκολόπιστος στην όποια κατηγοριοποίηση και αξιολόγηση του προτείνεται. Μια τέτοια συλλογιστική διαδικασία κατηγοριοποιήσεων επιτρέπει εξάλλου τη γρήγορη εξαγωγή πιθανών αξιολογικών κρίσεων, παρά την απουσία ικανών πραγματικών δεδομένων, ως προς το μέγεθος, τη σχετικότητα και την ποιότητα. Τι συστήνετε για την αποφυγή του διχοτομικού λόγου στα μέσα ενημέρωσης, αλλά και στην κοινωνία ευρύτερα;

Σε εποχές διαρκώς εξελισσόμενων μεταβολών, η εστίαση στη διεκδίκηση λιγότερο ηγεμονικών και επιβλητικών κειμένων δεν μπορεί παρά να συνδέεται με πρακτικές που επιδιώκουν τη μείωση του σωβινισμού και του ρατσισμού. Κατά το διάστημα 2016-17, ως εμπειρογνώμων Local Expert Committee με ειδίκευση στη γλώσσα των ΜΜΕ, στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα της ΕΡΤ Α.Ε. «Respect Words», εργάστηκα στο πλαίσιο μιας ομάδας, για τον διαμοιρασμό καλών πρακτικών για την αντιμετώπιση της ρητορικής του μίσους στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ. Στον κώδικα δεοντολογίας που συντάχθηκε, ως πρώτη και σημαντικότερη πρακτική συστήσαμε τότε την «προσεκτική χρήση της γλώσσας», τονίζοντας ότι οι διαμορφωτές της οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τις ιδεολογίες και τους συνειρμούς πίσω από τις λέξεις. Προτάθηκαν η αποφυγή της γλώσσας της υπερβολής, της υπεραπλούστευσης, των προκαταλήψεων και της ποινικοποίησης, αλλά και της ένταξης των λόγων σε «αποδεκτές αφηγήσεις». Διατυπώθηκε η προτροπή για έλεγχο και μετριασμό της άκριτης αναπαραγωγής στερεοτυπικών στάσεων, για μια ολιστική και εν πολλοίς ανθρωπιστική πλαισίωση των θεμάτων, τα οποία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πάντα ως θέματα «νόμου και τάξης». Προσοχή συστήθηκε και στη χρήση της λανθασμένης ορολογίας, αλλά και στον σεβασμό της ιδιωτικότητας των ανθρώπων των ευπαθών ομάδων, κ.ά. (Respect Words, 2018). Παρατηρείται έντονα κατά τη διάρκεια της πανδημίας το γεγονός ότι οι διαφημιστικές καμπάνιες έχουν αλλάξει ριζικά τη στρατηγική τους. Είναι φανερό ότι έχουμε περάσει από επιθετικά σποτ σε πιο ήρεμα με παραινετικό και συναισθηματικό χαρακτήρα. Πού αποδίδετε αυτή την αλλαγή; Τι εξυπηρετεί;

Οι τακτικές δόμησης της συναίνεσης ή και υποταγής στα περιοριστικά μέτρα, λόγω της πανδημίας, και η έμφαση που δόθηκε από γλωσσικής άποψης, στις έννοιες της πειθαρχίας, της συμμόρφωσης και της ατομικής ευθύνης, παρουσιάζουν ερευνητικό ενδιαφέρον. Ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα με τους αναπαραστατικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς διαμόρφωσης της πραγματικότητας, επιστρατεύτηκε να συμβάλλει στην (ανα)παραγωγή της αναγκαίας κοινωνικοπολιτικής συγκατάθεσης, με τον διαμεσολαβητικό ρόλο των μέσων επικοινωνίας. Η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιήθηκε ήταν λαϊκή ή λαϊκότροπη, με περιγραφική, εκφραστική και επιφωνηματική λειτουργία. Ο λόγος, πληθωρικός και εξουσιαστικός σε αρκετά σημεία του, κάλεσε τους πολίτες σε μία νέα εγρήγορση. Ο αποδέκτης/παραλήπτης εξυψώθηκε (από ακροατής/εξουσιαζόμενος σε


συνομιλητή/παίκτη/συνδιαμορφωτή), μέσα από τις επικλήσεις της σημασίας του ρόλου του («ατομική ευθύνη», «συνειδητός πολίτης» κ.ά.) αλλά και της σημασίας της έννοιας της «εμπιστοσύνης» που εμφανίστηκε ως προαπαιτούμενο για την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Ο μεταφορικός λόγος έπαιξε τον ρόλο του. Ο ιός παρουσιάστηκε ως μία έμψυχη και προσωποποιημένη οντότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ανθρωποειδούς («πιο έξυπνος από εμάς», «είναι ακούραστος»). Η μεταφορά μοιάζει να χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αποδοθούν τα έμφοβα περιβάλλοντα και να προκληθούν αντίστοιχα αντανακλαστικά στους αναγνώστες. Πώς κρίνετε, γενικότερα, το χειρισμό της πανδημίας από τα Μ.Μ.Ε.;

Η σφοδρή υγειονομική κρίση επέβαλε νέες συνθήκες και στην επικοινωνία, δεδομένου ότι τα ειδικά λεξιλόγια εισέβαλλαν με μεγάλες ταχύτητες και έπρεπε άμεσα να γίνουν κατανοητά, σε κλίμα πρωτόγονου φόβου (που ως συνθήκη δεν διευκολύνει την κατανόηση), περιοριστικών μέτρων (που δεν συμβάλλουν στην ηρεμία της κοινότητας) και αβεβαιότητας για την επόμενη μέρα (που προκαλεί κραδασμούς στις έννοιες της συγκατάθεσης και της εμπιστοσύνης, έννοιες βασικές για την εξασφάλιση μιας στοιχειώδους «συνεννόησης» μεταξύ εξουσιαζομένων και εξουσιαστών). Τα μέσα ενημέρωσης αποτελούν έναν κεντρικό πυρήνα εκπομπής δημόσιου λόγου στη δημόσια σφαίρα και κλήθηκαν σε αυτή τη σοβαρή κρίση να ανταποκριθούν. Σε μεγάλο βαθμό διαδραμάτισαν έναν πολύ σημαντικό ρόλο ως προς την μετάδοση της πληροφορίας που αφορούσε στο τι είναι ο ιός, πώς προστατευόμαστε από αυτόν. Θα έλεγα ότι παρακολούθησαν τον λόγο των ειδικών, ο οποίος και πήρε τον μεγαλύτερο χρόνο στην αντζέντα της ενημέρωσης, σε σημείο να χρησιμοποιείται πλέον και ο όρος ειδικοδημία. Κατασκευάστηκε ένα κυρίαρχο νόημα, το οποίο βασίστηκε κυρίως στη δεδομενικότητα: ο φόβος για τον άγνωστο νέο ιό και συνεπώς η αναγκαστική συναίνεση, ώστε η τήρηση των μέτρων να είναι μια αποδεκτή νέα πραγματικότητα για την αντιμετώπισή του. Συγκροτήθηκε ένας μηχανισμός παραγωγής υπακοής στα μέτρα που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο του κομψά αναφερόμενου ως lockdown και όχι ως, λόγου χάρη, «γενική συσκότισης (ή σκέτο «συσκότισης»), που θα θύμιζε την περίοδο της κατοχής. Από την άλλη, χωρίς να αποτυπώνεται ευθέως, αλλά κυρίως υπαινικτικά, υπέβοσκε και υποβόσκει ένα “blame game”. Η ιστορία της ενοχοποίησης του θύματος (“blaming the victim”) δεν είναι καινούρια. Σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, την αναγνωρίσαμε στην περίπτωση του εννιάχρονου μνημονιακού καθεστώτος. Ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα με τους αναπαραστατικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς διαμόρφωσης της πραγματικότητας, επιστρατεύτηκε να συμβάλλει στην (ανα)παραγωγή της αναγκαίας κοινωνικοπολιτικής συγκατάθεσης, με τον διαμεσολαβητικό ρόλο των μέσων επικοινωνίας, πυροδοτεί σειρά ερωτημάτων. Το ίδιο ισχύει και για τον βαθμό κατά τον οποίο οι παραλήπτες των δημοσίων λόγων συμμορφώθηκαν στις συστάσεις των ειδικών, προκειμένου να συμβάλλουν με τη συμπεριφορά τους στην ανάσχεση του πανδημικού κύματος. Από το ρεπερτόριο των πιθανών αποκρίσεων που υπήρχε στη διάθεση των ακροατών, σε αρκετές των περιπτώσεων, η μόνη αντίδραση που επιτρεπόταν, ήταν αυτή της αποδοχής. Πρόκειται για ζητήματα, τα οποία απαιτούν, όπως προανέφερα και στο ξεκίνημα της συζήτησή μας, απαιτούν αυξημένες δεξιότητες κριτικού γραμματισμού από την πλευρά των πολιτών/καταναλωτών, οι οποίοι θα πρέπει να είναι σε θέση να αναδημιουργούν και να αμφισβητούν τις προσφερόμενες αντιλήψεις και να λαμβάνουν θέση αναστοχαστική απέναντι στις κυρίαρχες απόψεις και επιβολές. - Σας ευχαριστώ πολύ, κ. Τσιτσανούδη, για την ξεχωριστή εμπειρία που μου προσφέρατε, καθώς και για τον ιδιαίτερα αναλυτικό και κατατοπιστικό σας λόγο. - Κι εγώ ευχαριστώ πολύ, Βασίλη. Στο Πρότυπο Λύκειο Ζωσιμαίας παράγεται ένα εκπαιδευτικό έργο πολύ υψηλού επιπέδου, χάρη στο έμψυχο δυναμικό των εκπαιδευτικών. Είμαστε περήφανοι που συνεργαζόμαστε με το σχολείο σας και περήφανοι για τους δασκάλους σας, επιτρέψτε μου μάλιστα μία ειδική αναφορά στην κυρία Κική Σεβεντεκίδου, την οποία τιμώ ιδιαίτερα. Αγαπητέ Βασίλη, εύχομαι ένα λαμπρό μέλλον στις σπουδές σου και είμαι βέβαιη ότι σε λίγα χρόνια θα καμαρώνουμε εσένα και τους συμμαθητές σου στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και για την προσφορά σας στην κοινωνία. Καλή επιτυχία!


Λογοτεχνία και Φιλοσοφία: Η σχέση τους από τους προσωκρατικούς έως και τον Αριστοτέλη Δημοσθένης Τσερίκης Για κάποιους από εμάς η φιλοσοφία είναι τρόπος σκέψης! Ο Δημοσθένης μελέτησε τη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία και επιχείρησε μία προσέγγιση πολύ κατατοπιστική! Προσωκρατικοί και Πλάτωνας Η δυτική ποίηση και λογοτεχνία γεννήθηκαν μαζί, στην Ιωνία και στην κάτω Ιταλία τον 6 ο αιώνα π.Χ. Δεν συνήθιζαν ωστόσο να είναι διαχωρισμένες. Αντιθέτως συνυπήρχαν δίχως στεγανά. Οι πρώτοι φιλόσοφοι και επιστήμονες εκφράζονταν ποιητικά, είτε επειδή μέσα από την ποίηση μπορούσαν να μεταφέρουν την αλήθεια στους απλούς ανθρώπους, είτε επειδή πίστευαν πως η αλήθεια είναι τελικά άρρητη και μόνο μέσω μεταφορών και συμβόλων μπορεί να προσεγγιστεί. Προσωκρατικοί φιλόσοφοι όπως ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής έγραψαν τα έργα τους αξιοποιώντας στην δομή και στην πλοκή στοιχεία από το απόλυτο λογοτεχνικό έργο, τα ομηρικά έπη, και οι φιλοσοφικού τύπου σκέψεις τους εκφράζονται μέσα από το κατεξοχήν μέσο, την επική ποίηση, που αντιμετωπίζεται ως θεματοφύλακας της σοφίας. Πριν τον Πλάτωνα δεν υπήρξε η διάκριση μεταξύ φιλοσοφικής και ποιητικής προσέγγισης των πρακτικών προβλημάτων του ανθρώπου αφού ήταν ανήκουστη μια διάκριση μεταξύ κειμένων που αναζητούσαν την αλήθεια με σοβαρό και μεθοδικό τρόπο και κειμένων που είχαν ως στόχο την ψυχαγωγία. Όμως αυτή η στενή σχέση δεν κράτησε για πάντα. Στην πορεία της Ευρωπαϊκής σκέψης η λογοτεχνία τελικά κατέληξε να αποκληθεί ancilla philosophiae,υπηρέτης της φιλοσοφίας. Για να καταλάβει κάποιος το γιατί, θα πρέπει να πάει πίσω στον Πλάτωνα, ο οποίος στην Πολιτεία (Βιβλίο Χ) έφτασε στο σημείο να κυνηγήσει τους ποιητές έξω από την πόλη. Παρόλο που στην συνέχεια εμφανίζεται λιγότερο ακραίος, δεν παύει να προσδίδει στην λογοτεχνία μια κατώτερη θέση. Οι λόγοι που ο Πλάτων εμφανίζεται απορριπτικός προς την λογοτεχνία της εποχής του, της οποίας η κύρια μορφή ήταν η ποίηση, μπορούν να κατανοηθούν μέσα από τον πυρήνα της φιλοσοφικής του σκέψης. Αρχικά, κατά τον Πλάτωνα, ο ποιητής γράφει ένα ποίημα μέσω θείας έμπνευσης, έκστασης, και όχι μετά από μια μακρά και ενδελεχή έλλογη διανοητική διεργασία. Επιπλέον, η ποίηση επηρεάζει το συναίσθημα και όχι τον λόγο, όμως τα συναισθήματα (πάθη) δεν μπορούν να οδηγήσουν με ασφάλεια τον άνθρωπο. Ο Πλάτων ασκεί επίσης κριτική στην ποίηση διότι δεν μπορεί να πάρει τη θέση της φιλοσοφίας και δεν μπορεί να βελτιώσει τους πολίτες. Η ποίηση δεν μπορεί να συμβάλλει στην ηθική αναβάθμισή τους, καθώς δεν διακρίνει μεταξύ ηθικού και ανήθικου και δεν οδηγεί θετικά την ηθική συγκρότηση των αναγνωστών της στη δικαιοσύνη, αλλά αντίθετα, τους διαφθείρει. Όμως ο κύριος λόγος που η λογοτεχνία είναι κατώτερη της φιλοσοφίας στα μάτια του, έχει να κάνει με την κοσμοθεωρία του. Στην οντολογική του αλυσίδα, η ‘ιδέα’, δηλαδή η πραγματική ουσία του αντικειμένου, βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας, ενώ τα αντικείμενα στην φύση, που είναι απλά ατελείς αντιγραφές, στη βάση. Οι τέχνες και η λογοτεχνία συγκεκριμένα, αναφέρονται στην γήινη πραγματικότητα και συνεπώς είναι κατά τον Πλάτωνα αντιγραφές της αντιγραφής. Με άλλα λόγια η λογοτεχνία απομακρύνεται διπλά από την αληθινή πραγματικότητα διότι μιμείται κάτι που είναι ατελές αντίγραφο της ‘ιδέας’ και δεν αποδίδει τον ουσιαστικό χαρακτήρα του πράγματος αλλά κάτι περιστασιακό και τυχαίο. Η αλήθεια της ποίησης, δεν είναι η αλήθεια της διάνοιας. Παρόλα αυτά, ο Πλάτων αναμφίβολα αναγνωρίζει την γοητεία που ασκεί η ποίηση στην φαντασία και τον συναισθηματικό κόσμο (όπως και η ρητορική, προς την οποία έχει ανάλογη στάση) και για αυτό ακριβώς τον λόγο την κατακρίνει, επειδή εμποδίζει την έλλογη κατανόηση. Παραδέχεται την έλξη και την δύναμη της λογοτεχνίας και δεν διστάζει να την αξιοποιήσει υπό τους δικούς του όρους και προϋποθέσεις για τον τίμιο σκοπό του, την παιδεία των πολιτών. Για την κατανόηση των έργων του, χρησιμοποιεί τον μύθο, την εικόνα, την μεταφορά και δίνει στην φιλοσοφική του σκέψη ένα λογοτεχνικό περίβλημα. Για να εκφράσει για παράδειγμα την Ιδέα του Αγαθού καταφεύγει στην μεταφορά του ήλιου και δημιουργεί μια αναλογία, την αλληγορία του Σπηλαίου. Η διαλογική φύση των φιλοσοφικών του


έργων εμπεριέχει θεατρικότητα. Οι διάλογοι είναι ‘θεατρικοί’, αλλά υπό μια νέα έννοια, ένα θέατρο αποκαθαρμένο από τα ‘πάθη’, ένα θέατρο της διάνοιας (Nussbaum,1986,133). Αριστοτέλης Η πρώτη κριτική στην αρχαιότητα απέναντι στις θέσεις του Πλάτωνα για την ποίηση έρχεται από τον Αριστοτέλη(Μετά τα φυσικά). Ο Αριστοτέλης αξιοποιεί τους όρους με τους οποίους έθεσε το ζήτημα ο Πλάτων και συμφωνεί στο ότι η ποίηση είναι μίμηση, για αυτό και στο Περί Ποιητικής δεν δίνεται ορισμός της μίμησης, που σημαίνει ότι ο όρος είναι γνωστός και ότι δεν παρουσιάζει πρόβλημα [Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια θεωρούνται μίμησης πράξεως (Περί Ποιητικής, 1462b)]. Αυτός ο ορισμός της Λογοτεχνίας ως παγκόσμιας μίμησης αποτελεί μία από τις πιο αρχέγονες αισθητικές θεωρίες. Ο Αριστοτέλης, διαφωνώντας με τον Πλάτωνα, αναγνωρίζει την ποίηση ως μια αποδεκτή νοητική πρακτική. Κατά τον Αριστοτέλη, δεν γνωρίζουμε τον κόσμο μέσω των ‘ιδεών’, αλλά μέσω των αισθήσεων, για αυτό η μίμηση της ποίησης είναι αποδεκτή διότι λειτουργεί ως πηγή πληροφορικών που αφορούν την ενδεχομενικότητα. Συγκεκριμένα, απαντάει στην κριτική του Πλάτωνα με 4 κύρια επιχειρήματα. Πιστεύει πως η ποίηση είναι ικανότητα που εμπλέκει έλλογη οργάνωση με βάση κανόνες που γίνονται κατανοητοί από το λόγο και όχι αποτέλεσμα της έμπνευσης και μόνο. Επιπλέον, η ποίηση όχι μόνο αναπαριστά την πραγματικότητα με χρήσιμο τρόπο από τον οποίο μπορούμε να διδαχθούμε, αλλά παράλληλα η ποίηση αναφέρεται σε έννοιες που αφορούν τις πράξεις του αγαθού ανθρώπου και ο ποιητής συλλαμβάνει άμεσα την αλήθεια επικεντρωνόμενος στο γενικό παρά στο ειδικό και περιστασιακό της ανθρώπινης εμπειρίας. Τέλος, η ποίηση εγείρει συναισθήματα, αλλά με τρόπο που τελικά αυξάνει την ικανότητα μας να τα ελέγχουμε: μέσω της κάθαρσης. Στο Περί Ποιητικής η ανατίμηση της Λογοτεχνίας από τον Αριστοτέλη έχει μεγάλη σημασία. Στα διασωθέντα αποσπάσματα, επικεντρώνεται στην σχέση μεταξύ τραγωδίας(ύψιστης μορφής μίμησης) και πραγματικότητας. Στους ερχόμενους αιώνες, το έργο του αποτελεί σημείο προσανατολισμού για την Λογοτεχνία γενικότερα σε σχέση με την φύση. Συγκρίνοντας την τραγωδία με την ιστορία, ο Αριστοτέλης επιδεικνύει την υπεροχή της τραγωδίας και την ηθική της χρήση για τους πολίτες. Η τραγωδία είναι πιο αληθινή από την ιστορία καθώς αποστασιοποιείται από ένα συγκεκριμένο γεγονός με σκοπό να αποκομίσει ένα παγκόσμιο νόημα «η ποίηση έχει ως θέμα της πιο πολύ τα καθόλου, ενώ η ιστοριογραφία τα καθ’ έκαστον» (Περί Ποιητικής 1451a). Ο Αριστοτέλης καταστέλλει την διάκριση του Πλάτωνα μεταξύ της διάγνωσης, την έμμεση αναπαράσταση της πραγματικότητας μέσω ενός αφηγητή, και της ορθής μίμησης, δηλαδή της άμεσης απομίμησης της φύσης, ένα παράδειγμα της οποίας είναι οι διάλογοι στην επική ποίηση. Ακόμα, ο Αριστοτέλης οριοθέτησε τον τρόπο σκέψης στην λογοτεχνική αναπαράσταση. Όντας η φυσική μίμηση της πραγματικότητας, η Λογοτεχνία εκλαμβάνεται και ως μια διαδικασία παραγωγής συναισθημάτων. Πέρα από το να είναι αντιγραφή της φύσης, ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι αντιπροσωπεύει το συγκεκριμένο με σκοπό την αποκάλυψη της ουσίας. Συνεπώς, κάθαρσις είναι το μέσο με το οποίο κάποιος φτάνει σε μια κατάσταση εσωτερικής ηρεμίας και διαλογισμού για την αγνή ουσία των πραγμάτων. Από όταν γεννήθηκαν, η Φιλοσοφία και η Λογοτεχνία δεν έπαψαν ποτέ να έχουν μια στενή και αμφίδρομη σχέση. Παρόλο που ο Πλάτωνας καταδίκασε την Λογοτεχνία, δίνοντάς της την θέση της αντιγραφής της αντιγραφής στην οντολογική του αλυσίδα, ο Αριστοτέλης επανέφερε την αξία της, δίνοντάς της ηθικό νόημα, ακόμα και μια φιλοσοφική διάσταση. Για σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια από τότε, αυτή η κρίση της Λογοτεχνίας οδηγεί την θεωρητική ενασχόληση για την σχέση των δύο πεδίων, τόσο από την πλευρά των φιλοσόφων όσο και από την πλευρά των λογοτεχνών.


Ένας δημοσιογράφος διερευνά τα μυστήρια της οικογένειας Βιολάντη Κλεοπάτρα Κυριαζή Μια εβδομάδα έχει περάσει πλέον από τον σοκαριστικό θάνατο της νεαρής Στέλλας Βιολάντη, η οποία είχε βρεθεί υποσιτισμένη στη σοφίτα της οικίας της, στη Ζάκυνθο. Μάλιστα, μαρτυρίες αναφέρονται σε “ομηρία” της κοπέλας, καθώς φαίνεται ότι ο πατέρας της, Παναγής Βιολάντης, την κρατούσε κλειδωμένη στη σοφίτα του σπιτιού τους, προσφέροντάς της μόνο ψωμί και νερό. Τη δύσκολη κατάσταση που βιώνει η οικογένεια Βιολάντη, λόγω του χαμού της νεαρής, περιγράφει στους δημοσιογράφους η μητέρα της κοπέλας, Μαρία Βιολάντη. -Κυρία Βιολάντη, μαρτυρίες αναφέρουν ότι η αιτία του υποσιτισμού της κόρης σας υπήρξε μια τιμωρία εις βάρος της από τον σύζυγό σας. Αληθεύουν οι μαρτυρίες αυτές; -Δυστυχώς, είναι αλήθεια. Ο άντρας μου τιμώρησε πολύ σκληρά τη Στέλλα. Φυσικά, παραφέρθηκε και εκείνη, μα ο Παναγής ήταν υπερβολικά σκληρός μαζί της. -Για ποιον λόγο τιμώρησε ο σύζυγός σας την κόρη σας; -Όλα ξεκίνησαν, όταν η Στέλλα μου γνώρισε έναν νεαρό, τον Χρηστάκη Ζαμάνο. Με τα πολλά πολλά, τα παιδιά ερωτεύτηκαν. Έτσι, η κόρη μου αποφάσισε να του στείλει μια επιστολή, στην οποία ομολογούσε τα αισθήματά της. Για να ανταποδώσει, ο Χρηστάκης έγραψε και εκείνος ένα γράμμα, με το οποίο τη ζητούσε σε γάμο. Το γράμμα, όμως, δεν ήταν για τη Στέλλα, αλλά για τον Παναγή. Φυσικά, όταν το διάβασε ο άντρας μου έγινε έξαλλος. -Γιατί; Δεν ενέκρινε ο σύζυγός σας τον γάμο των παιδιών; -Όχι, όχι. Αντιθέτως, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση τον Χρηστάκη για γαμπρό του. Βλέπετε, ο Χρηστάκης δεν κατάγεται από καλή οικογένεια, ούτε και καλή δουλειά έχει. Ως απλός υπάλληλος εργάζεται στο αγγλικό τηλεγραφείο του νησιού. Όπως καταλαβαίνετε, ο Παναγής θύμωσε πολύ με την πρόταση του νεαρού, γιατί ο γάμος του με την κόρη μας θα κατέστρεφε το καλό όνομα της οικογένειάς μας. Έτσι, έπιασε μια μέρα τον Χρηστάκη και εκείνος του έδωσε το γράμμα που του είχε στείλει η Στέλλα. Ύστερα, ήρθε στο σπίτι σε έξαλλη κατάσταση. Φώναζε τόσο πολύ στη μικρή, που μέχρι και εγώ τον φοβήθηκα. Την κλείδωσε, λοιπόν στη σοφίτα του σπιτιού, ταΐζοντάς την για μέρες μόνο ψωμί και νερό, λες και ήταν στη φυλακή για κάποιο τρομερό έγκλημα. -Και εσείς τι κάνατε για την κατάσταση αυτή; Ήσαστε υπέρ της τιμωρίας αυτής; -Για να είμαι ειλικρινής, η τιμωρία του Παναγή ήταν πολύ σκληρή. Όσο λάθος και αν ήταν η συμπεριφορά της Στέλλας, θα μπορούσε να ήταν πιο επιεικής. Εγώ από μεριάς μου παρότρυνα τη Στέλλα να ξεχάσει τον έρωτά της με τον Χρηστάκη, και να ζητήσει συγγνώμη από τον πατέρα της. Μόνο έτσι θα μπορούσε να γλιτώσει από το βασανιστήριο που έζησε. Εκείνη όμως το είχε βάλει πείσμα. Δεν την ένοιαζε τίποτα, αρκεί να ήταν μαζί με τον Χρηστάκη. Έτσι, λοιπόν, πέρασε δώδεκα βασανιστικές μέρες κλειδωμένη στη σοφίτα. Ήταν τρομερά εξαθλιωμένη, ειδικά τις τελευταίες μέρες και από την πείνα, αλλά και από τον καημό της να παντρευτεί τον Χρηστάκη. -Ο Χρηστάκης γνώριζε για την κατάσταση της κόρης σας; -Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω εγώ, είναι ότι τελικά κλέφτηκε με άλλη κοπέλα. Μέρες μετά μάθαμε ότι ο Χρηστάκης απλώς την κορόιδευε. Δεν ήταν ποτέ ερωτευμένος μαζί της. Πάντως, όταν το έμαθε ο Παναγής χάρηκε. Ήταν για αυτόν η κατάλληλη ευκαιρία να δείξει στη Στέλλα ότι η συμπεριφορά της ήταν λανθασμένη. Όταν, όμως, μπήκε στη σοφίτα, τη βρήκε νεκρή. Δεν άντεξε άλλο. Τελικά τη νίκησαν η πείνα και η στενοχώρια της. -Πώς βιώνετε τον χαμό της κόρης σας, εσείς και η οικογένειά σας; -Η τελευταία εβδομάδα ήταν τρομερά δύσκολη. Χωρίς τη Στελλίτσα μας το σπίτι μοιάζει άδειο, και οι ζωές μας άχαρες. Ο θάνατός της στοίχισε πολύ σε όλη την οικογένεια. Τουλάχιστον, θα μπορεί εκείνη να μας βλέπει από ψηλά. Ας την έχει ο Θεός καλά. Θα λείψει σε όλους μας.


CSI εν Σκιάθῳ 1870: η υπόθεση της Φραγκογιαννούς Μαθητές/τριες από το Α1 και Α4 Σκιάθος, τέλη 19ου αι. Μια βασανισμένη γυναίκα αναλαμβάνει μια "αποστολή" λύτρωσης των θυμάτων από τα δεινά της ζωής και διαπράττει ειδεχθείς φόνους… Μια κοινωνία ψάχνει το φονιά αθώων κοριτσιών… Μία έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη... πολλά εγκλήματα περιμένουν την εξιχνίασή τους… Η δικαιοσύνη πρέπει να αποκατασταθεί και ο ένοχος να τιμωρηθεί! Ποιος θα τα βγάλει πέρα σε αυτό το δύσκολο έργο; Μα, φυσικά, το ειδικό τμήμα ερευνών της συντακτικής ομάδας του περιοδικού “διαβάΖΩντας”! Ψηφιακή αφίσα του επεισοδίου CSI Κάτια Αποστόλου


Λίγα λόγια για το συγγραφέα Βασίλης Ντέμος Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851 και απεβίωσε τον Ιανουάριο του 1911. Ήταν ένα από τα εννέα παιδιά του δάσκαλου και ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Γκιουλώς Μοραΐτη. Ο νεαρός Αλέξανδρος μεγάλωσε μέσα σ’ ένα κλίμα γεμάτο ευλάβεια και θρησκευτικότητα. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του και στη Σκόπελο, φοίτησε στο γυμνάσιο της Χαλκίδας και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα (Βαρβάκειο). Τον Σεπτέμβριο του 1874, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου όμως ποτέ δεν αποφοίτησε. Έμαθε αγγλικά και γαλλικά μόνος του. Για να ζήσει έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και δημοσίευσε κείμενα και μεταφράσεις στις εφημερίδες. Στα 20 του πήγε στο Άγιο Όρος μαζί με τον ξάδερφό του. Γύρισε στην Αθήνα και όλη του η ζωή κύλησε λιτά και ασκητικά ανάμεσα στη βιοπάλη, τη συγγραφή και την εκκλησία. Δεν έλειπε ποτέ από τον κυριακάτικο εκκλησιασμό στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι, όπου έψελνε ως δεξιός ψάλτης για 7 ολόκληρα χρόνια. Από το 1902 ως το 1904, ο Παπαδιαμάντης μένει στη Σκιάθο απ' όπου δημοσιεύει τη "Φόνισσα". Το έργο του περιλαμβάνει περίπου 180 διηγήματα και νουβέλες που αναφέρονται στις φτωχές τάξεις της Αθήνας και της Σκιάθου και ελάχιστα ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Στο προσωπικό ύφος του Παπαδιαμάντη ανήκουν ακόμα η έντονη λατρεία της φύσης, η θρησκευτική ευλάβεια και η βυζαντινή μελωδία, που είναι διάχυτη στο έργο του. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: «Όσον ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη». Η υπόθεση της Φραγκογιαννούς Βασίλης Ντέμος Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Φραγκογιαννού, μία ηλικιωμένη χήρα, η οποία έζησε μία βασανισμένη ζωή ως παιδί, ως σύζυγος, αλλά και ως μητέρα. Η πρωταγωνίστρια είχε μάθει να υπηρετεί χωρίς αντιρρήσεις τους ανθρώπους του περιβάλλοντός της. Για τον λόγο αυτό κατάλαβε ότι η ζωή για μία γυναίκα είναι γεμάτη βάσανα. Η ίδια πίστευε ότι η γέννηση ενός κοριτσιού δεν φέρνει τίποτα άλλο παρά δυστυχία, όχι μόνο στο ίδιο το παιδί, αλλά και στην οικογένειά του, ιδίως αν η οικογένεια είχε οικονομικά προβλήματα. Ένα απόγευμα, καθώς ξενυχτάει στην κούνια της άρρωστης νεογέννητης εγγονής της, περνούν από το μυαλό της όλες οι δύσκολες στιγμές της ζωής της. Το μυαλό της θολώνει και σκοτώνει το βρέφος, ενώ ο θάνατος θεωρείται από τον γιατρό φυσιολογικός. Στην αρχή νιώθει τύψεις για αυτό που έπραξε, ωστόσο κατά βάθος δεν μετανιώνει για την πράξη της. Αντίθετα, τής γίνεται έμμονη ιδέα ότι η μοίρα την έχει τάξει να σώσει τον κόσμο απαλλάσσοντάς τον από μικρά κορίτσια. Τα επόμενα εγκλήματά της έχουν για θύματα τρία μικρά αθώα κοριτσάκια. Η Φραγκογιαννού δεν έχει καθόλου τύψεις για τις πράξεις της, αλλά και δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει το κακό που έχει κάνει. Η χωροφυλακή την υποψιάζεται και αποφασίζει να την συλλάβει, με αφορμήν όμως ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει. Ειδικότερα ένα κοριτσάκι πνίγηκε μέσα σε ένα πηγάδι και κοντά στο πηγάδι βρισκόταν η Φραγκογιαννού. Αν και η ίδια είχε ευχηθεί να πνιγεί το παιδί, ποτέ δεν έσπρωξε το κοριτσάκι μέσα στο πηγάδι. Στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τους χωροφύλακες, η Φραγκογιαννού αποφασίζει να καταφύγει στο ερημητήριο ενός ασκητή και να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά της. Την στιγμή όμως που προσπαθεί να ξεπεράσει ένα στενό πέρασμα, η παλίρροια την προλαβαίνει και η γερόντισσα πνίγεται.


Οι κοινωνικές συνθήκες Μαρία Ντόντορου Το έγκλημα έγινε πολύ καιρό πριν και σε μέρος άγνωστο σε πολλούς από εμάς... Η «Φόνισσα» λαμβάνει χώρα στη Σκιάθο περίπου το 1870, ενώ οι αναδρομές στο παρελθόν του έργου φτάνουν μέχρι 1830. Εκείνη την περίοδο η Σκιάθος και η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκονται σε μια ενδιάμεση περίοδο, στο μεταβατικό στάδιο μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους και κατά τη διάρκεια της σταδιακής επέκτασης του νέου ελληνικού κράτους. Ο Παπαδιαμάντης μεταφέρει τον αναγνώστη μέσα από το έργο του στην συγκεκριμένη κοινωνία και εποχή ώστε αυτός να κατανοήσει την κατάσταση που επικρατούσε στην κοινωνία του νησιού, την κοινωνική θέση της γυναίκας τότε και τις ανισότητες μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων της εποχής. Συγκεκριμένα έχουμε μια παρουσίαση με παραστατικό τρόπο των κοινωνικών και ηθικών συνθηκών της σκιαθίτικης αλλά και της ελλαδικής κοινωνίας. Προβάλλεται πολύ έντονα η εξαιρετικά μειονεκτική κοινωνική θέση της γυναίκας, η παραγκώνιση και εξαθλίωση της γυναικείας ύπαρξης. Υπάρχει άδικη κατανομή των ρόλων σε βάρος των γυναικών που είναι υποταγμένες στις πατριαρχικές και ανδροκρατικές αντιλήψεις. Οι οικονομικές συνθήκες που επικρατούν είναι δύσκολες και το βιοτικό επίπεδο χαμηλό. Παράλληλα, όμως, διακρίνονται κάποια αδύναμα βήματα προόδου και αλλαγής ορισμένων κοινωνικών δομών, πράγμα αναγκαίο μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Τέλος, η προίκα αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας εκείνη την εποχή και παρατηρούμε ότι πράγματι διατρέχει την ιστορία ως ένα βασικό κοινωνικό ζήτημα.


«Καταζητείται» Δάφνη Σιάφη & Αντιγόνη Σιόρεντα Βασικό συστατικό κάθε αστυνομικής έρευνας που σέβεται τον εαυτό της είναι η συγκέντρωση των καταθέσεων, η ανάκριση των μαρτύρων, η αναζήτηση των κινήτρων, η εξακρίβωση του άλλοθι ή της ευκαιρίας για δράση των μαρτύρων, η εξακρίβωση της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων. Πρώτα, όμως, πρέπει να συλλάβει η αστυνομία την Φραγκογιαννού...


Ψυχολογικό προφίλ της Φραγκογιαννούς Βασίλης Παπαμώκος Πίσω από κάθε πράξη κρύβεται ένας άνθρωπος και η άβυσσος της ανθρώπινης ψυχής! Πολλές φορές για να διαλευκανθεί κάποιο έγκλημα δεν αρκούν μόνο τα γεγονότα αλλά χρειάζεται η ψυχογράφηση των εμπλεκόμενων προσώπων, υπόπτων ή μη. Αυτή την εργασία την κάνουν ειδικοί επιστήμονες, ψυχολόγοι της αστυνομίας και, στην περίπτωσή μας, εμείς! Ήταν τελικά τρελή η Φραγκογιαννού; Η μελέτη του έργου δεν επιτρέπει σε κάποιον να απαντήσει καταφατικά σε αυτή την ερώτηση. Φαίνεται πως κατά τη διάπραξη των φονικών η Φραγκογιαννού έχει πλήρη συναίσθηση των πράξεών της. Τα φονικά δηλαδή δεν αποτελούν ένδειξη ψυχικής ανισορροπίας της ηρωίδας. Αξίζει να τονιστεί ότι πριν τον πρώτο φόνο, τον πνιγμό της νεογέννητης εγγονής της, δεν παρουσιάζει κάποια στοιχεία διαταραγμένης προσωπικότητας και φαίνεται να έχει πλήρη επίγνωση των πράξεών της. Επίσης, στον πνιγμό των δύο κοριτσιών του Γιάννη του Περιβολά στη στέρνα, εκεί όχι μόνο δεν φαίνεται πνευματικά και ψυχικά ανισόρροπη, αλλά αντιθέτως γνωρίζει τι πρόκειται να κάνει, αφού προσπαθεί να οργανώσει ακόμα και την τελευταία λεπτομέρεια του εγκλήματός της προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή. Πώς αξιολογείται, όμως, η μετάνοιά της από τους ειδικούς; Από την μία μεριά, μπορεί κανείς να θεωρήσει γνήσια την μετάνοια της Χαδούλας, καθώς εκείνη μετά τις πράξεις της φαίνεται να μετανοεί. Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι συνεχίζει να εγκληματεί, ενώ βασανίζεται από εφιάλτες για τα φρικτά εγκλήματά της, αποδεικνύει πως η μετάνοιά της δεν είναι γνήσια. Ούτε μια στιγμή δεν μετανιώνει πραγματικά αφού διαπράττει τα φονικά. Αντιθέτως, τα καλύπτει και καθησυχάζει έτσι την όποια ανθρώπινη ταραχή που πιθανόν θα ένιωθε για τα αποτρόπαια έργα της.


Αγόρευση συνηγόρου υπεράσπισης Κορίνα Δημοσθένους Αξιότιμοι κ. Πρόεδρε, κ.κ. Δικαστές, κ.κ. Ένορκοι, Καλείται σήμερα το Δικαστήριό Σας να αποφανθεί για την ποινική μεταχείριση της κατηγορουμένης· να αποφασίσει για το μέλλον αυτής της γυναίκας, της Χαδούλας-Φραγκογιαννούς. Μιας γυναίκας, που με τις πράξεις της απασχόλησε το πανελλήνιο. Μιας γυναίκας, που αρκετοί έσπευσαν, και ιδίως ο τύπος, να χαρακτηρίσουν ως ψυχρή δολοφόνο, ως ψυχρή εκτελέστρια αθώων κοριτσιών. Στάθηκαν όμως μόνο στο αποτέλεσμα, χωρίς να ερευνήσουν τους βαθύτερους λόγους που την οδήγησαν στις αποτρόπαιες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Κατά την ακροαματική διαδικασία, καταβλήθηκε η μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια, τόσο απ’ το Δικαστήριό Σας, όσο και από τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, προκειμένου να φωτιστεί κάθε πτυχή της υπόθεσης και να αναδειχθούν τα πραγματικά αίτια της εγκληματικής της συμπεριφοράς. Εκ μέρους μου, θα ήταν μάταιο και πολύ περισσότερο ανήθικο και απάνθρωπο να αμφισβητήσω το γεγονός ότι η κατηγορουμένη αφαίρεσε τη ζωή των άτυχων αυτών κοριτσιών, πράξεις που και η ίδια ομολόγησε από την πρώτη στιγμή της σύλληψής της, στεκόμενος μάλιστα προσωπικά με ιδιαίτερο σεβασμό μπροστά στον άφατο πόνο των γονιών και των οικείων τους. Ποια όμως είναι πράγματι η Φραγκογιαννού;;;; Είναι η κοινή φόνισσα;;; Κι αν την αντιμετωπίσετε ως τέτοια, καταδικάζοντάς την σε ισόβια, θα έχετε αποδώσει στο τέλος της ημέρας δικαιοσύνη;;; Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Σκοπός της ποινικής δίκης, εξάλλου, δεν είναι η εκδίκηση αλλά η ανάδειξη της αλήθειας, των αιτίων και των υπαίτιων ενός εγκλήματος. Όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, η κατηγορουμένη είχε μια πολύ δύσκολη έως τραυματική παιδική ηλικία. Προέρχεται από φτωχή, πολυμελή οικογένεια κι έτσι από μικρή έζησε άσχημες καταστάσεις. Βίωσε την οικονομική ανέχεια, αλλά και την ενδοοικογενειακή βία από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, τη σκληρότητα, την αδιαφορία. Ένιωθε, όπως και ήταν, συνεχώς παραμελημένη. Διδάχθηκε πως ο ρόλος μιας γυναίκας αρχίζει και τελειώνει στο να υπηρετεί το σύζυγο-αφέντη και να φροντίζει τα παιδιά τους· τίποτε περισσότερο· χωρίς κανένα δικαίωμα ή προοπτική για εκείνη. Μαθημένη πάντα να υπηρετεί χωρίς αντιρρήσεις τους ανθρώπους του περιβάλλοντός της. Δυστυχώς, ανάλογες καταστάσεις βίωσε και αφού ενηλικιώθηκε και σχημάτισε τη δική της οικογένεια, χωρίς προίκα, χωρίς καμιά βοήθεια. Μετά το θάνατό του συζύγου της, επωμίστηκε το βιοπορισμό των παιδιών της, στην προσπάθειά της δε αυτή αντιμετώπισε κι άλλα βάσανα, πολλές δυσκολίες μα κυρίως κοινωνικό ρατσισμό. Αυτή η εκμετάλλευση, αυτή η απαξίωση, αυτός ο οικογενειακός και κοινωνικός ρατσισμός και αποκλεισμός που υπέστη από μικρή ηλικία, την οδήγησαν τελικώς στον παραλογισμό. Στα πρόσωπα όλων των κοριτσιών, στα πρόσωπα όλων των μικρών θυμάτων της έβλεπε πλέον τον ίδιο της τον εαυτό, έβλεπε την προδιαγεγραμμένη ζωή της κάποτε μικρής Χαδούλας που είχε πια γεράσει. Η κατηγορούμενη δεν αφαίρεσε τις ζωές των άτυχων αυτών παιδιών από ανθρωποκτόνο τάση, ούτε με πρόθεση να βυθίσει στο πένθος και τη θλίψη τις οικογένειές τους. Αντιθέτως, ο παραλογισμός της, την ώθησε να πιστεύει ότι έτσι λύτρωνε τα αθώα αυτά μικρά κορίτσια από την προβλέψιμη, βασανιστική και υποτακτική μοίρα που τα περιμένει και άλλοι είχαν καθορίσει για εκείνα. Με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και διαταραγμένη τη λογική της, της έγινε έμμονη ιδέα, διαμορφώθηκε σε πεποίθηση ότι μόνον ο πρόωρος θάνατος θα τα απάλλασσε από τα μελλοντικά μαρτύριά τους, ότι ήταν μια πράξη θεάρεστη. Γιατί όμως; Πολύ απλά, γιατί η πικρή της πείρα, “εξηκοντούτης” πλέον, της είχε δείξει ότι η ζωή για μία γυναίκα είναι γεμάτη βάσανα και πως η γέννηση ενός κοριτσιού δεν φέρνει τίποτα άλλο παρά δυστυχία, όχι μόνον στο ίδιο το παιδί, αλλά και στην οικογένειά του, ιδίως εάν είναι φτωχή. Παραλογιζόμενη όμως στρέφεται κατά του θύματος και όχι κατά του θύτη, επιλέγοντας να διορθώσει τη θέση της γυναίκας στον κοινωνικό χώρο με ανορθόδοξα μέσα: το θάνατο. Ξεκίνησε έτσι απ’ την ίδια τη νεογέννητη εγγονή της, βρέφος μέσα στην κούνια του, και συνέχισε, χωρίς να συνειδητοποιεί το κακό που πράγματι έκανε.


Κατά το στάδιο της προδικασίας, τόσο από τις συζητήσεις που είχα μαζί της σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά που επέδειξε κατά τη διάρκεια τέλεσης των εγκλημάτων, γρήγορα αντιλήφθηκα ότι πρόκειται περί μιας ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας. Γι΄ αυτό το λόγο και αιτήθηκα να υποβληθεί σε δικαστική ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Όλοι μέσα σε αυτήν αίθουσα ακούσαμε σήμερα όσα κατέθεσε ο διακεκριμένος ψυχολόγος που διενέργησε την πραγματογνωμοσύνη. Ύστερα από πληθώρα ερωτήσεων και επιμελή εξέταση κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα, που επανέλαβε κι εδώ ενώπιόν Σας, ότι η κατηγορούμενη είναι ψυχικά ασταθής και διαταραγμένη σε επίπεδο συνείδησης, αδυνατώντας να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών της σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για αυτό. Επιλογικά, και με πολύ απλά λόγια, η κατηγορουμένη δεν έχει «σώας τάς φρένας». Συντρέχει, επομένως, στο πρόσωπό της περίπτωση ανικανότητας προς καταλογισμό και γι αυτό το λόγο ζητώ από το Δικαστήριό Σας την αθώωσή της με το παράλληλο επιβαλλόμενο θεραπευτικό μέτρο της νοσηλείας της σε δημόσιο ψυχιατρικό ίδρυμα επί μια πενταετία, προς αποφυγή τέλεσης ανάλογης βαρύτητας εγκλημάτων, μέχρι την αποκατάσταση της ψυχικής της υγείας. Τέλος, αν το Δικαστήριό Σας αποφασίσει την ενοχή της κατηγορουμένης, κρίνοντας ότι η δεδομένη ψυχική της διαταραχή απλώς μειώνει σημαντικά τον καταλογισμό της χωρίς όμως να τον αποκλείει, ζητώ την επιβολή μειωμένης ποινής κάθειρξης αντί για εκείνη των ισοβίων και την άμεση εισαγωγή της σε ψυχιατρικό παράρτημα καταστήματος κράτησης, με την σωρευτική αναγνώριση στο πρόσωπό της ελαφρυντικών περιστάσεων, «λόγω του πρότερου έντιμου βίου που διήγε». Ζάκυνθος, εν έτει 1871 Ο πληρεξούσιος δικηγόρος υπεράσπισης της Χαδούλας-Φραγκογιαννούς


Το δριμύ κατηγορητήριο της εισαγγελικής αρχής Απόστολος Έξαρχος Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, λόγω της έλλειψης εισαγγελικών αρχών στις μικρότερες κοινότητες, στις δίκες οι οποίες πραγματοποιούνταν τον ρόλο του εισαγγελέα αναλάμβανε κάποιος από τους προκρίτους της κοινότητας. Έτσι, στη δική μας περίπτωση ο πρόεδρος της κοινότητας έχει επιφορτιστεί με την αγόρευση κατά της "Φόνισσας" και εδώ είναι τα λεγόμενα του: «Αξιότιμε κύριε δικαστά και αξιότιμοι κύριοι ένορκοι, αγαπητοί μου συμπολίτες, Σήμερα, κληθήκαμε εδώ για την εκδίκαση μιας υπόθεσης, η οποία έχει ταράξει σχεδόν όλους τους κατοίκους της περιοχής μας, όχι μόνο για την απανθρωπιά των εγκλημάτων, αλλά και για την ψυχρότητα και την ηρεμία με την οποία τα αντιμετώπισε ο αυτουργός τους. Πραγματικά και τώρα που στέκομαι μπροστά σας, αναριγώ και μόνο στη σκέψη ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει και να φέρει εις πέρας κάτι τόσο φρικτό. Ας περάσουμε όμως στα γεγονότα. Η Φραγκογιαννού, είναι στους περισσότερους από εσάς γνωστή ως μία θεοσεβούμενη, γηραιά χήρα η οποία περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της στο σπίτι της ή στην εκκλησία. Η γυναίκα όμως η οποία στέκεται μπροστά μας δεν είναι παρά μία διεστραμμένη φόνισσα, η οποία δολοφονούσε κατά συρροή ανήλικα παιδιά! Η Φραγκογιαννού, μέσα σε μισό περίπου χρόνο, διέπραξε πέντε φόνους*1, μικρών αγνών και αθώων κοριτσιών, με συνταρακτικότερο όμως όλων, αυτόν της μονάκριβης, νεογέννητης εγγονής της η οποία ζούσε τον δικό της Γολγοθά έχοντας προβλήματα υγείας. Οι πέντε αυτές ανθρωποκτονίες δεν έγιναν εν βρασμώ ψυχής ούτε εξαιτίας προγενέστερης έχθρας. Αλήθεια, όμως, πώς θα μπορούσε κανείς να τρέφει μνησίκακα αισθήματα για αυτά τα γλυκύτατα πλάσματα που ζούσαν αμέριμνα τα ξέγνοιαστα χρόνια της παιδικής ηλικίας ώσπου ένας αρρωστημένος νους τους πήρε τη ζωή; Αυτό το τέρας, γιατί περί τέρατος πρόκειται, έδρασε με προσοχή και προμελέτη, φροντίζοντας να κρύβει τη δράση της με τέτοιον τρόπο ώστε να καλύπτει τα ίχνη της με τον πέπλο του “δυστυχήματος”. Ακριβώς αυτές οι ακριβείς και χωρίς δισταγμούς ενέργειες της με πείθουν ότι κανένα ελαφρυντικό για πνευματική η συναισθηματική αστάθεια δεν θα μπορούσε να έχει πραγματική βάση. Οι πράξεις αυτές δείχνουν άνθρωπο αποφασισμένο, δυναμικό και σίγουρο, τόσο για τα κίνητρα όσο και για τα αποτελέσματα των αποφάσεων του. Προτού κλείσω, θα ήθελα να αναφερθώ στην αγόρευση υπεράσπισης της Φραγκογιαννούς. Το μόνο επιχείρημα που προέβαλε η γυναίκα ήταν ότι τα κορίτσια αυτά θα μεγάλωναν, θα γίνονταν γυναίκες και θα βίωναν την ίδια καταπίεση που έζησε και αυτή. Τοιουτοτρόπως, αυτοπαρουσιάζεται ως κάποιου είδους “λυτρωτής” του φύλου της. Εγώ θα διαφωνήσω μαζί της, διότι ανεξαρτήτως αιτίας και αφορμής, κανένας άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τη ζωή του συνανθρώπου του, ποτέ δεν είχε και ποτέ κανείς δεν θα έχει*2. Εν κατακλείδι, θεωρώ άσκοπο να αναφέρω λεπτομέρειες τόσο για τα εγκλήματα όσο και για τη συμπεριφορά του ανθρώπου που τα διέπραξε· πιστεύω ότι όσα ειπώθηκαν σήμερα είναι αρκετά. Προσωπικά, δεν έχω να προτείνω κάποια ποινή παρά μόνο παρακαλώ τον κύριο δικαστή και του κυρίους ενόρκους να αναλογιστούν, πριν αποφασίσουν, την βαρβαρότητα και την σκληρότητα των πράξεων αυτής της φόνισσας. Ευχαριστώ πολύ» *1 Χάριν ποιητικής αδείας, ξέρουμε ότι η Φραγκογιαννού ομολόγησε όλους τους φόνους τους οποίους διέπραξε, υποκύπτοντας στην πίεση των αρχών και έχοντας χάσει κάθε ελπίδα, ενώ ανέλαβε και την ευθύνη για το δυστύχημα στο πηγάδι. *2 Πρόκειται για ειρωνεία αφού μετά τη δίκη, η Φραγκογιαννού πιθανότατα θα καταδικάζονταν είτε σε εκτέλεση είτε σε υποχρεωτικό εγκλεισμό σε κάποιο μοναστήρι ή φυλακή.


Ηρώ Γκαρτζονίκα

Ιοκάστη Ανδρούτσου


Ένα διαφορετικό τέλος Ηρώ Γκαρτζονίκα Αποφασισμένη να τελειώσει τα βάσανά της, η Φραγκογιαννού ένιωθε τη ζωή της να τελειώνει μέσα στο νερό. Ο χρόνος κυλούσε και η γυναίκα βρισκόταν ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο, όταν δύο γεροδεμένοι άντρες την τράβηξαν έξω από το νερό και η ίδια βρέθηκε στη βάρκα τους. «Σε πιάσαμε.» της είπε ο χωροφύλακας, γεμάτος περηφάνια και αυτοπεποίθηση. «Τώρα θα πληρώσεις για της αμαρτίες σου και εμείς θα πάρουμε αύξηση.» Οι δύο άνδρες πάνω στη βάρκα χαμογελούσαν ως τα αυτιά, καθώς το όχημα πλησίαζε προς την ακτή. Σαν μαθεύτηκαν τα νέα, όλο και περισσότερος κόσμος πλησίαζε στην αμμουδιά για να αντικρίσει τη φόνισσα. Από όλον τον κόσμο, όμως, η Φραγκογιαννού ξεχώριζε μόνο την κόρη της. Τα μάτια της όμορφης Δελχαρούς- τα οποία ήταν όμοια με της μητέρας της- είχαν χάσει την λάμψη και τη ζωντάνια τους, καθώς δάκρυα κυλούσαν στα όμορφα μάγουλά της. Η δύσμοιρη Δελχαρώ δεν είχε χάσει μονάχα το τέκνο της, την ευτυχία και την νιότη της, αλλά και την ίδια της τη μητέρα. Η Φραγκογιαννού ένιωσε την καρδιά της να ραγίζει. Είχε απογοητεύσει το παιδί της, τους είχε απογοητεύσει όλους. Αυτό σκεφτόταν πριν φτάσει στην ακτή, ωστόσο, όλα άλλαξαν από την στιγμή που τα πόδια της ακούμπησαν στην άμμο. Εκκωφαντικές, δυνατές φωνές, κραυγές και προσβολές κατευθύνονταν προς το πρόσωπό της, προσβολές που της άξιζαν. Τα μάτια της Φραγκογιαννούς αντίκρισαν τους πικραμένους γονείς των δύο κοριτσιώνεκείνων των αθώων κοριτσιών που τόσο μάταια και πικρόκαρδα είχε σκοτώσει- τα εχθρικά βλέμματα των γειτόνων της, το απογοητευμένο πρόσωπο του ιερέα του χωριού… Η γυναίκα άκουσε προσβολές για εκείνη, προσβολές για την οικογένεια της, προσβολές για την κόρη της. Ήξερε ότι τις άξιζαν. «Γιατί το έκανες αυτό μάνα, γιατί το έκανες αυτό σε εμένα;» διαμαρτυρήθηκε η Δελχαρώ γεμάτη δάκρυα. «Μου κατέστρεψες τη ζωή!» «Σε μισώ! Φόνισσα!» φώναξε, καθώς τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Εκείνη τη στιγμή, βλέποντας την κόρη της να την απεχθάνεται, τον κόσμο να την κατακρίνει και τη ζωή της μίζερη και πανάθλια, η Φραγκογιαννού άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυά κυλούσαν στα μάγουλά της και οι λυγμοί της ήταν τόσο δυνατοί και επίπονοι, που οι φωνές όλων τριγύρω της σταμάτησαν. «Αϊ- Γιάννη μου, σχώρα με!», είπε, γονατισμένη και εξαντλημένη στην ακτή. «Είμαι μία φόνισσα! Καταστρέφω τις ζωές των ανθρώπων και κατέστρεψα και την δική μου, αλλά θα αλλάξω, το υπόσχομαι!» Η φωνή της ήταν βροντερή και απελπισμένη, καθώς η γυναίκα ζητούσε εξιλέωση. Ζητούσε μία ευκαιρία να αλλάξει, μία ευκαιρία να απαλλαγεί από την φόνισσα που είχε μέσα της. «Δώσε μου μία ευκαιρία! Δώσε μου ένα σημάδι, Αϊ Γιάννη μου, δώσε μου ένα σημάδι ότι μπορώ να αλλάξω!» αναστέναξε η Φραγκογιαννού, αλλά… Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Μάνα.» την σκούντηξε η Δελχαρώ. «Μάνα, αποκοιμήθηκες!» Η θεία Χαδούλα σηκώθηκε απότομα και συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σε έναν πολύ διαφορετικό χώρο. Βρισκόταν στο σπίτι της. Με μάτια γουρλωμένα και γεμάτα τρόμο, η ηλικιωμένη σηκώθηκε από την πολυθρόνα όπου είχε αποκοιμηθεί και ακούμπησε το πρόσωπο της κόρης της. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι είναι αληθινή. Έπειτα κοίταξε την κούνια που βρισκόταν δίπλα της, εκεί όπου το βρέφος βρισκόταν. Ο βήχας της εγγονής της ήταν βαρύς. Ωστόσο, η εγγονή της ήταν εκεί. Η κόρη της ήταν εκεί. Και το σημαντικότερο, εκείνη ήταν ακόμα εκεί: η αγαθή θεία Χαδούλα, όχι η φόνισσα. Δεν θα γινόταν ποτέ φόνισσα. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της, καθώς ξαφνικά αγκάλιασε την κόρη της, φιλώντας την στο μάγουλο. «Πρέπει να τρέξω, πρέπει να φύγω!», της είπε γεμάτη χαρά, καθώς η Δελχαρώ ήταν απόλυτα προβληματισμένη, ανήσυχη και ξαφνιασμένη με την απρόσμενη συμπεριφορά της μητέρας της.


«Πού πηγαίνεις τέτοια ώρα;» είπε η νεαρή, καθώς η Φραγκογιαννού φορούσε το παλτό της. «Στον Αϊ- Γιάννη, να κάνω τάμα!» απάντησε εκείνη. Και δίχως καθυστέρηση, με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά, η θεία Χαδούλα, που πλέον ήταν κάθε άλλο παρά φόνισσα, έτρεξε στο ερημοκλήσι. Ο Αϊ-Γιάννης της είχε στείλει το σημάδι που ζητούσε. Κάτια Αποστόλου Η Φραγκογιαννού απείχε ακόμη ως δέκα βήματα από τον Αϊ-Σώστη , όπως και οι στρατιώτες από αυτήν . Με το λιγοστό κουράγιο που της είχε απομείνει κατάφερε να φτάσει στο μοναστήρι και να ξεφύγει από τους διώκτες της . Τις πρώτες μέρες δεν την έπιανε ύπνος , σκεφτόταν μήπως έρθουν πάλι να την ψάξουν . Οι μοναχοί εκεί την υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες και την έκαναν να μετανοήσει για ότι έγκλημα είχε διαπράξει .Είχε αλλάξει πλέον φιλοσοφία ζωής , είχε στραφεί προς το μέρος του Θεού πράγμα που της έδινε δύναμη να συνεχίσει . Οι μήνες πέρασαν όπως και τα χρόνια και η ζωή στο μοναστήρι για την Φραγκογιαννού κυλούσε ήρεμα χωρίς καμία έγνοια , μέχρι που μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά της η κόρη της . Εκείνη σάστισε δεν ήξερε τι να κάνει , ένας καταιγισμός συναισθημάτων την είχε κατακλίσει και τα πόδια της είχαν κολλήσει στο έδαφος . Δεν πίστευε στα μάτια της . Η κόρη της δίστασε λίγο αλλά χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξε και την αγκάλιασε , καμιά τους δεν μιλούσε ώσπου η Φραγκογιαννού μες στη συγκίνηση αναφώνησε «Συγχώρεσε με για ότι έχω κάνει!» και ξεψύχησε στα χέρια της κόρης της .

Ναταλία Γκαρανάση Η Φραγκογιαννού, με τόσο τρέξιμο και λαχάνιασμα, είχε διψάσει οπότε πλησίασε κοντά στη πηγή και έσκυψε να πιει νερό. Πριν προλάβει καλά καλά να πιεί την πρώτη γουλιά, γλίστρησε και έπεσε με τόση δύναμη στο έδαφος που τα πόδια έτρεμαν να σηκώσουν το βάρος της γριάς γυναίκας. Ο πόνος ήταν αφόρητος και σαν να μην έφτανε αυτό οι δύο διώκτες της πλησίαζαν όλο και πιο κοντά στο σημείο όπου εκείνη τώρα βρίσκονταν ξαπλωμένη. «Δεν μπορώ να κουνηθώ, είναι αδύνατο να περπατήσω» ψιθύρισε με δάκρυα στα μάτια, και άρχισε να καταστρώνει σχέδια για να ξεφύγει τη σύλληψή της που έμοιαζε να πλησιάζει όλο και περισσότερο. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να τη σώσει πια, είχε έρθει το τέλος της. Μετά από λίγο την εντόπισαν, την συνέλαβαν και την κουβάλησαν μέχρι την πόλη στο σπίτι του χωροφύλακα. Ήταν ένα ήσυχο βράδυ,


οι δύο άνδρες δεν ήθελαν η παρουσία της φόνισσας να ταράξει το χωριό. Σκόπευαν να την κλειδώσουν στην αποθήκη έως ότου ξημερώσει, για να την πάνε στον πρόεδρο του χωριού να τη δικάσει. Τα είχαν συμφωνήσει όλα, θα φύλαγαν ένας ένας την αποθήκη σε βάρδιες και με την πρώτη αχτίδα φωτός στον ορίζοντα θα την οδηγούσαν μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια και τα πυκνά δέντρα στο σπίτι του αστυνομικού. Έτσι και έγινε στην αρχή τουλάχιστον. Κλείδωσαν την γριά γυναίκα σε μία στενή μικρή αποθήκη λίγα μέτρα μακριά από το σπιτικό του χωροφύλακα και με την σειρά ξεκίνησε να φρουρεί πρώτος ο αγροφύλακας την βαριά ξύλινη πόρτα. Πέρασε αρκετή ώρα και ο νεαρός αγροφύλακας είχε αρχίσει να κουράζεται. Τότε ήταν που η μικρότερη κόρη του χωροφύλακα, η Αννούλα, είχε βγει από το δωμάτιό της και κοιτούσε επίμονα τον άντρα που έμοιαζε να περιμένει για κάτι μπροστά από την παλιά αποθήκη. Της είχε φανεί τόσο περίεργο αυτό που συνέβαινε και αποφάσισε να κοροϊδέψει τον άντρα που στέκονταν όρθιος τόσες ώρες χωρίς λόγο. «Έι εσύ!» είπε η Αννούλα με βαριά φωνή που έμοιαζε αντρική. «Εσύ, ναι εσύ, έλα εδώ!» είπε και αμέσως άρχισε να γελάει όσο πιο σιγανά μπορούσε. Ο αγροφύλακας άκουσε τις φωνές και νομίζοντας πως είχε έρθει η ώρα να ξεκουραστεί απομακρύνθηκε από την αποθήκη και πήγε να βρει τον αντικαταστάτη του. Το κορίτσι γελώντας κατέβηκε τις σκάλες και πλησίασε την αποθήκη για να δει προς τα πού πήγε ο παράξενος κύριος. Ξαφνικά ακούστηκε μέσα από τους τοίχος η φωνή της Φραγκογιαννούς που έμοιαζε έτοιμη να καταρρεύσει. «Σε παρακαλώ, όποιος και να είσαι, βοήθησέ με» ψιθύρισε και αμέσως το κορίτσι της απάντησε «Ποια είσαι;». «Είμαι μια γριά κυρία κουρασμένη που θέλει βοήθεια, πέφτω στα πόδια σου κοριτσάκι μου άνοιξε την πόρτα». Η μικρή φοβισμένη κοίταξε γύρω της, επικρατούσε απόλυτη ησυχία. «Γιατί σας κλείδωσαν στην αποθήκη καλή μου κυρία;» ρώτησε η Αννούλα. «Εγώ δεν έκανα κάτι κακό, κάποιο λάθος έχει γίνει. Πώς σε λένε κοριτσάκι μου;». «Αννούλα με λένε». «Αννούλα κόρη μου, άνοιξε μου την πόρτα πρέπει να φύγω, αν δεν με ελευθερώσεις θα με τιμωρήσουν χωρίς να έχω σφάλει για κάτι». «Εντάξει θεία θα σε ελευθερώσω, αλλά μην πεις σε κανέναν πως ήμουν έξω τέτοια ώρα το βράδυ». Η Αννούλα ξεκλείδωσε και έσπρωξε με δύναμη την πόρτα και η Φραγκογιαννού, με τη λιγοστή δύναμη που της είχε απομείνει, σηκώθηκε και βγήκε βιαστικά έξω. «Να σε έχει ο Θεός καλά παιδί μου» είπε η γριά και με αργά αλλά σίγουρα βήματα κίνησε προς τον γιαλό. Το κορίτσι είχε τρομάξει με την ταλαιπωρημένη όψη της γυναίκας που πίστεψε στ’ αλήθεια ότι κάποιος ήθελε να την βλάψει. Σφράγισε την ξύλινη πόρτα και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο σπίτι. Όταν γύρισαν οι δύο άνδρες όλα φαίνονταν κανονικά. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και έτσι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Εντωμεταξύ, η Φραγκογιαννού είχε κλέψει ένα βαρκάκι από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι παππούδες για το ψάρεμα και είχε ξεκινήσει ήδη την απόδρασή της πλέοντας προς μια μακρινή ακατοίκητη βραχονησίδα. Ιλιάδα Ζαχάρη Μετά από πολλή ώρα κυνηγητού και σκαρφαλώματος στους βράχους η Φραγκογιαννού κουράστηκε και δυστυχώς οι δύο νομάτοι κατάφεραν να την πιάσουν και να την πάνε στο δικαστήριο. Εκεί υπήρχαν οι γονείς των παιδιών, που είχε σκοτώσει η Γιαννού, ο δικηγόρος που θα την υπερασπιζόταν, ο δικαστής και πολλοί ακόμα που θα έπαιρναν μέρος στην δίκη. Όμως, παρόλο που ο δικηγόρος προσπάθησε να δώσει στον δικαστή να καταλάβει ότι η νεαρή κοπέλα είχε παιδικά και ψυχικά τραύματα και να της δώσουν κάποια ελαφρυντικά, , ο εισαγγελέας και οι θυμωμένοι γονείς κατάφεραν να τον πείσουν, ότι πρέπει να μπει φυλακή ισόβια, καθώς διέπραξε τρομερό έγκλημα, που περιλάμβανε την δολοφονία τόσων μικρών κοριτσιών.


Θάνος Βάντζιος Η Φραγκογιαννού αναστατώθηκε σαν άκουσε βήματα. Από μακριά ξεπρόβαλαν δύο χωροφύλακες και την πλησίαζαν. Έπρεπε να διαφύγει. Για καλή της τύχη, το μέρος τής ήταν γνωστό από μικρή και γνώριζε όλα τα απόκρημνα περάσματα διαφυγής. Καθώς ο ήλιος έδυε, κατάφερε και επέστρεψε στο χωριό. Ξαφνικά όμως τότε συνειδητοποίησε το πραγματικό βάρος των πράξεών της. Τον πόνο που προξένησε σε τόσες οικογένειες. Το πόσο εύκολα στέρησε τη ζωή από μικρά παιδιά, χωρίς να τους δώσει την ευκαιρία να έχουν μία καλύτερη ζωή από τη δική της. Έτσι αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στην κατάσταση. Κατευθύνθηκε προς το σπίτι της για μία τελευταία φορά. Να ακουμπήσει τους τοίχους μέσα στους οποίους ζούσε, να μαζέψει χώμα από τον κήπο της, να το αποχαιρετήσει. Στη συνέχεια, βάδισε κοιτώντας τη μοίρα της στα μάτια… (Αστυνομικό γραφείο) Είχε πλέον σκοτεινιάσει. Ο πάρεδρος του χωριού όμως ήταν ακόμα εκεί. Όταν είδε τη γριά Χαδούλα να μπαίνει μέσα ξαφνιάστηκε. «Τι σε φέρνει στο τμήμα τέτοια ώρα Χαδούλα;» «Ήρθα να ομολογήσω τα εγκλήματά μου και να παραδοθώ.» αποκρίθηκε ατάραχα η γριά. Βλέποντας τη απορία στο βλέμμα του παρέδρου, του ομολόγησε όλες τις αμαρτίες της. Όταν ολοκλήρωσε την φρικτή της ιστορία, ο πάρεδρος ήταν άσπρος σαν το πανί. «Πώς αντέχει η ψυχή και η συνείδησή σου ενώ σε βαραίνουν τόσο βαριά αμαρτήματα;» «Βασανίζομαι πολύ! Για αυτό θέλω να σου ζητήσω μια χάρη, αν και γνωρίζω ότι δεν την αξίζω.» «Σε ακούω.» «Θέλω να διατάξεις την εκτέλεσή μου! Δεν μπορώ να ζω άλλο έτσι. Δείξε ανθρωπιά και απάλλαξέ με από το μαρτύριό μου.» Ο πάρεδρος έγνεψε καταφατικά με το παγωμένο βλέμμα του. Την επόμενη μέρα, ο πάρεδρος ανακοίνωσε τα εγκλήματα της Χαδούλας μπροστά σε όλο το χωριό και διέταξε την εκτέλεσή της. Λίγο πριν την στιγμή της κορύφωσης, ρώτησε την Φραγκογιαννού αν είχε κάποια τελευταία λόγια. Εκείνη κατέβασε το κεφάλι και σκέφτηκε για ένα λεπτό, ώσπου άρχισε να λέει: «Έκανα πράγματα φρικτά. Δεν ντρέπομαι όμως. Γιατί η ζωή που έζησα αυτή ήταν άχαρη και πολύ σκληρή. Το έγκλημα ας μαθευτεί. Το όνομά μου ας χλευαστεί. Στα κορίτσια όμως εγώ εύχομαι να μην ζήσουν όπως εγώ». Και σώπασε. Στη συνέχεια ο πάρεδρος έδωσε την εντολή γριά εκτελέστηκε μπροστά σε όλους. Αυτό ήταν το τέλος της γριάς Χαδούλας. Της ΦΟΝΙΣΣΑΣ…


Άρτεμις Βεζαλή Μετά από αρκετή ώρα που έτρεχε για να ξεφύγει από τους χωροφύλακες, η Φραγκογιαννού αντίκρισε το ερημητήριο του Αγίου Σώστη, όπου θα πήγαινε να εξομολογηθεί για το κακό που προκάλεσε. Το μόνο που τους χώριζε πλέον ήταν ένας βράχος που πρόβαλε από την θάλασσα σχηματίζοντας ένα στενό πέρασμα, ίσα που χώραγε το ένα της πόδι, ενώ τα κύματα που έσκαγαν σε αυτό, το καθιστούσαν δύσκολο σε κάποιον να περάσει χωρίς να γλιστρήσει. Αυτό το πέρασμα έπρεπε τώρα να περάσει η Φραγκογιαννού, ρισκάροντας τη ζωή της για να ξεφύγει από τα χέρια των χωροφυλάκων. Την πλησίαζαν, το καταλάβαινε από τα βαριά βήματά τους, που αντηχούσαν στους βράχους και ακουγόταν ολοένα και πιο δυνατά. Έπρεπε λοιπόν να βιαστεί, αυτή ωστόσο κοντοστάθηκε σκεπτική, λες και περίμενε κάτι να συμβεί. Μόλις, λοιπόν, οι χωροφύλακες την έφτασαν, αυτή περίμενε υπομονετικά με την πλάτη γυρισμένη να φτάσουν αρκετά κοντά της ώστε να μπορέσει να δράσει. Και μόλις αυτό έγινε γύρισε απότομα χωρίς αυτοί να το περιμένουν και τους έσπρωξε προς τη θάλασσα. Οι χωροφύλακες απροετοίμαστοι για το γεγονός αυτό έχασαν την ισορροπία τους και έπεσαν από τα βράχια στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Και έτσι τώρα η Φραγκογιαννού καθόταν ακίνητη στην άκρη του βράχου παρατηρώντας τα άψυχα κορμιά τους να επιπλέουν στην επιφάνεια της θάλασσας, έχοντας διαπράξει δυο ακόμη φόνους…


«Η Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη: απηχήσεις από το μυθιστόρημα «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι Στέλλα Νούσια

Στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι ένας φτωχός πρώην φοιτητής της Νομικής σχεδιάζει και εκτελεί τον φόνο μιας γριάς τοκογλύφου, της Αλιόνας και τον μη προσχεδιασμένο φόνο της αδερφής της, Λιζαβέτας, που κάνει την απρόσμενη είσοδο της την ώρα του πρώτου φονικού. Στα ίδια πλαίσια βαδίζει και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη με κεντρική ηρωίδα τη γριά Χαδούλα, η οποία πνίγει στην κούνια της τη νεογέννητη εγγονή της και στη συνέχεια τρία ακόμη μικρά κορίτσια. Οι δύο κεντρικοί ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με το πρόβλημα του κακού, το οποίο προσπαθούν να ‘θεραπεύσουν’ με διαφορετικό τρόπο. Στο έργο του Ντοστογιέφσκι το κακό παρουσιάζεται προσωποποιημένο, στη μορφή της Αλιόνας, που εκμεταλλεύεται τους φτωχούς και απελπισμένους πελάτες της. Συνεπώς, ο φορέας του κακού φέρει ευθύνη, αφού κατέχει ισχυρή θέση και οδηγείται σε πληκτικές για τον αδύναμο συνάνθρωπο πράξεις. Αντιθέτως, στη Φόνισσα το κακό παρουσιάζεται απρόσωπο. Και στις δύο περιπτώσεις εντάσσονται στην κατηγορία του εξωτερικού κακού. Η γριά ενσαρκώνει το πρόβλημα της κοινωνικής αδικίας και οικονομικής εκμετάλλευσης των ασθενέστερων από κάποιον ισχυρότερο, ενώ στο έργο του Παπαδιαμάντη παίρνει τη μορφή κοινωνικών θεσμών (θεσμός της προίκας, κακή μοίρα των γυναικών στις αρχές του 20ου αι.). Αναλαμβάνουν ενεργό δράση με αυτοδικία απέναντι στην πηγή του κακού. Καταφεύγουν σε ομοιοπαθητικό τρόπο για να κατατροπώσουν το κακό με ένα βαρύτερο κακό. Συγκεκριμένα, στη Φόνισσα τίθεται και το πρόβλημα του πόνου στη ζωή των ανθρώπων σε συνάρτηση με το ζήτημα της θεοδικίας. Η ηρωίδα δολοφονεί ασθενικά κορίτσια, τα οποία μέσα από τις περιγραφές του Παπαδιαμάντη δείχνουν να υποφέρουν, με το σκεπτικό πως ‘λυτρώνει’ τόσο τα ίδια όσο και τους γονείς τους. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μη προσχεδιασμένες ατομικές πράξεις υποτιθέμενης συνέργειας με το θείο που αποσκοπούν στην εσωτερική λύτρωση των ανθρώπων που εμπλέκονται. Το μέσο και ο στόχος των ηρώων είναι ο εξής: πολεμάμε το ‘κακό’ με το ‘κακό’ για να επιτευχθεί εν τέλει το καλό. Τέλος, στον Ντοστογιέφσκι μπαίνει στο στόχαστρο ο ‘κακός’ άνθρωπος, ενώ στον Παπαδιαμάντη τίθεται υπό αμφισβήτηση ο ‘καλός’ Θεός.


Ελεύθεροι Πολιορκημένοι εν έτει 2021… Μαθητές/τριες από το Α1 Ο Δ. Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» τοποθετεί την Άνοιξη στην υψηλότερη θέση της αναβάθρας των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες. Ο Φρ. Γκ. Λόρκα (1898-1936) γράφει : «Δύο άνθρωποι σεργιανούν στην ακροποταμιά. Ο ένας είναι πλούσιος, ο άλλος φτωχός. Ο ένας έχει γεμάτη την κοιλιά του. Ο άλλος με τα χνώτα του μολύνει τον αέρα. Κι ο πλούσιος αναφωνεί: «Ω τι όμορφα κυλά η βάρκα στο νερό! Κοίταξε το κρίνο που άνθησε στην ακροποταμιά!» Κι ο φτωχός μουρμουρίζει «Πεινάω, δεν βλέπω τίποτα. Πεινάω πεινάω πολύ.» Με αφορμή τις διαφορετικές οπτικές των δύο ποιητών επιχειρήσαμε χρησιμοποιώντας τη λέξη πείνα και άνοιξη να γράψουμε στίχους που απηχούν τη δική μας οπτική. Στιχάκια από τους μαθητές του Α1 Η άνοιξη είναι όμορφη, καθώς η φύση ξυπνά. Όμως, όταν υπάρχει πείνα πάντοτε είναι βαρυχειμωνιά. Και σαν ήρθε η άνοιξη με τα λουλούδια και τις ευωδίες, έτσι ήρθε και η πείνα με του πολέμου τις κακουχίες. Μαύρη η ψυχή μου τον χειμώνα με τις μπόρες και τα χιόνια, μα τώρα ήρθε η άνοιξη με χαρούμενες γιορτές και δώρα. Στην πείνα όλοι υπόκεινται, κανείς δεν την δαμάζει. Άνοιξη και μυρωδιές, και η φαντασία οργιάζει. Πάντα μετά από έναν μακρύ χειμώνα, έρχεται η άνοιξη. Το μεγάλο βάσανο των πολιορκημένων δεν ήταν η πείνα, η φτώχεια και η σκλαβιά. Αυτό που πραγματικά επιζητούσε η ψυχή τους ήταν η χαρά και μαγεία της άνοιξης. Την άνοιξη αναγεννάται όλη η φύση, εποχή που μοιάζει με γιορτή για όλη την γη, αλλά ακόμα και τότε η πείνα κυριαρχεί. Σαν την άνοιξη ανθίζει, σαν τον ποταμό κυλάει, κι αν χειμώνας θε να έρθει, δε θα πάψει να πεινάει. (αίνιγμα και η απάντηση είναι η ανθρώπινη ψυχή) Άνοιξη βγαίνουν τα πουλιά και χαίρετ' όλη η φύση, το Μεσολόγγι διάλεξε το στίγμα του ν' αφήσει. Η ανθρώπινη καρδιά ζει χειμώνες και καλοκαίρια, όλοι είναι πεινασμένοι για το φως εκείνο που θα φωτίσει την ψυχή τους και θα διώξει τις αναμνήσεις του πολέμου. Όταν η άνοιξη εμφανίζεται ξεγελούν την πείνα τους και είναι έτοιμοι να δεχτούν την ολοκλήρωση του ψυχικού καλοκαιριού. Κι όταν ήρθε η άνοιξη κι άνθισαν τα λουλούδια, η πείνα τότε τελείωσε, γέμισαν με καλούδια. Την άνοιξη λουλούδια ανθίζουν και η γη μοσχοβολάει, οι άνθρωποι χαμογελούν και η πείνα κανέναν δε "χαλάει". Η καρδιά του σαν την άνοιξη, ζωντανή και ανθισμένη. Μα η ψυχή του πείναγε και ήταν μαραμένη.


Ερωτήματα για τον κ. Σολωμό…ως αναγνώστες του σήμερα Απόστολος Έξαρχος Όλοι γνωρίζουμε το ποίημα "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" το οποίο αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του Διονυσίου Σολωμού, παρόλο που ποτέ δεν το ολοκλήρωσε. Αυτή ακριβώς η ημιτελής φύση του έργου του προσδίδει μίας μορφής γοητεία, προσφέροντας ελευθερία στον αναγνώστη και τροφή για σκέψη, αλλά παράλληλα γεννά απορίες τις οποίες μόνο ο ίδιος ο ποιητής θα μπορούσε να απαντήσει… ✔ Κατά καιρούς έχουμε ακούσει διάφορες ερμηνείες για τον τίτλο "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι". Ποια ήταν η αρχική σας έμπνευση; Πιστεύετε ότι και σήμερα, στην καθημερινή μας ζωή μπορούμε να είμαστε "ελεύθεροι πολιορκημένοι"; 

Τι θεωρείτε ότι βασάνισε πιο πολύ τους Μεσολογγίτες: ο σωματικός πόνος (πείνα, εξάντληση) ή ο ψυχικός (σκέψεις για το επερχόμενο τέλος τους και οι φόβοι τους για ένα άδοξο τέλος στην Επανάσταση);

✔ Στο σχεδίασμα Β μία γυναίκα παρομοιάζει τους κατοίκους με ποτάμια που καταλήγουν στη θάλασσα, δηλαδή ότι, αν και έζησαν ζωές διαφορετικές, εν τέλει οδηγήθηκαν σε ένα κοινό τέλος. Πιστεύετε ότι το τέλος αυτό ήταν μονόδρομος ή δική τους επιλογή;

✔ Στο ποίημα σας βλέπουμε ότι τοποθετείτε την Άνοιξη και τα κάλλη της Φύσης σε προεξέχουσα θέση στις δυσκολίες των υπερασπιστών του Μεσολογγίου. Πιστεύετε ότι όταν ο άνθρωπος συναντά δυσκολίες τείνει να επιστρέφει στην Φύση, δηλαδή στις ρίζες του;

✔ Στο σχεδίασμα Γ χρησιμοποιείτε τη φράση "με λογισμό και μ' όνειρο",η οποία μετά την έκδοση του έργου σας έμελλε να αποτελέσει έμπνευση για πλήθος φιλολόγων,αλλά και καλλιτεχνών. Ποια ήταν η αρχική σύλληψη που σας οδήγησε στην έκφραση αυτή;

✔ Εάν γράφατε ένα ακόμη, ένα τέταρτο σχεδίασμα με το οποίο το έργο σας αυτό θα ολοκληρωνόταν, θα αναφερόσασταν, κυρίως, στην ολοκλήρωση της "κατάρας" των Μεσολογγιτών ή στην πιθανή τους λύτρωση;


Το ηρωικό Μεσολόγγι: ποίημα εμπνευσμένο από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» Μιράντα Γιούτσου Άνοιξη βγαίνουν τα πουλιά και χαίρετ’ όλη η φύση, το Μεσολόγγι διάλεξε το στίγμα του ν’ αφήσει. Ο Κιουταχής πολιορκεί την άγια τούτη πόλη, μα οι αντρείοι Έλληνες του αντιστέκοντ’ όλοι. «Έλληνες ρίξτε τ’ άρματα, σ’ εμάς παραδοθείτε, τώρα δεν έχετε φυγή και σκλάβοι μας θα ζείτε» - Ακόμα κι αν πεθάνουμε με το σπαθί στο χέρι, στον τόπο μας τον ιερό δε μπαίνει ξένο ασκέρι. Κι ο Κιουταχής προσπάθησε, μα έχασε τη μάχη. Μπαίνει ο Ιμπραήμ μπροστά, στ’ αλόγου του τη ράχη. «Τούτο το φράγμα δεν περνάς με αρκετές χιλιάδες; Θα στο περάσω το πολύ μέσα σε δυο βδομάδες!». Πειράχτηκε ο Κιουταχής, τον Ιμπραήμ αφήνει. Το Μεσολόγγι άντεχε και μάθημα του δίνει. Τα πράγματα είναι δύσκολα για τους Μεσολογγίτες, που με ανδρεία μάχονται σαν Αθηναίοι οπλίτες. Η πείνα και η στέρηση τους έχουν εξαντλήσει, την άνοιξη οι πατριώτες μας έχουνε πεθυμήσει. Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα οι Έλληνες δε λυγίζουν και με καινούρια δύναμη τον τόπο υπερασπίζουν. Παρ΄όλη την ανδρεία τους οι πολιορκημένοι γνωρίζουν πως δεν αντέχουνε εκεί παγιδευμένοι. Σχεδίασαν την έξοδο κι από την πόλη βγήκαν, μα οι προδότες βάναυσα στους Έλληνες φερθήκαν. Κι αρχίζει μια ανελέητη σφαγή πολλών Ελλήνων και φαίνοντ’ οι ωμότητες των Λιάπηδων εκείνων. Το Μεσολόγγι έπεσε, το πήρανε οι ξένοι, μα η δόξα των αγωνιστών εις τους αιώνες μένει. Οι Έλληνες επέδειξαν τεράστια ανδρεία γι’ αυτό και τους απαθανάτισε η ένδοξη ιστορία.

Μία σελίδα από το ημερολόγιο του Σουλιώτη αγωνιστή Θάνος Βάντζιος, Α1 Μεσολόγγι, 2 Απριλίου 1826 Ημερολόγιό μου, Μπήκε ο Απρίλης και εμείς εδώ, ακόμα πολεμάμε. Άλλαξαν μήνες και εποχές, μα στόχος μένει ένας. Οι Τούρκοι το έδαφος αυτό ποτέ να μην πατήσουν. Σου λέω όμως κάτι λυπηρό. Εγώ, που τόσο πίστευα και είχα αισιοδοξία, αρχίζω να κοιτάω πια στα μάτια την αλήθεια. Τα βόλια πέφτουν σαν βροχή, βροχή από αστροπελέκια, μα για εμάς τους Έλληνες τελειώνουν τα τουφέκια. Τελειώνει πια και η τροφή, μα το ήθος δεν πεθαίνει. Όσο παλεύει η ψυχή, το Μεσολόγγι μένει. Λιγοστοί μείναν από εμάς, Έλληνες παλικάρια, που μένουμε όρθιοι όσο μπορούμε ακόμα. Το ψύχος ξέρεις ταίριαζε στο κλίμα του πολέμου. Στο κρύο κανείς δεν νιώθει ζωντάνια και ευεξία. Τώρα όμως που ήρθε η Άνοιξη σε πειρασμό μας βάζει. Με τα λουλούδια, τα φυτά, το δροσερό αγιάζι. Μας βλέπω να αντέχουμε το πολύ άλλη μια βδομάδα. Μετά το τέλος έρχεται, θα πέσουνε κεφάλια. Τον θάνατο δεν τρέμω, αν θέλει ας με πάρει. Προστάτευσα τον τόπο μου, θα το έκανα και πάλι. Το σώμα δεν θα υπάρχει πια, θα είναι μες το χώμα. Η δική μου όμως η ψυχή, θα πολεμάει αιώνια.


«Σε μια πιστή Ελληνίδα»: Ο φιλελληνισμός του Ρώσου ποιητή Αλεξάντερ Πούσκιν Ραφαήλ Σκούρτης Πιστή γραικιά μην τον θρηνείς έχει σαν ήρωας πέσει. Βόλι πικρό του χώρισε τα στήθια του στη μέση. Μην τον θρηνείς, τάχατες συ δεν τού ΄δειξες το δρόμο σαν κίνησε περήφανος μ’ όπλο βαρύ στον ώμο. Και τού ΄πες με μελωδική φωνή, μπροστά σου νά τος ανοίγει ο δρόμος της τιμής από θυσίες γιομάτος. Σ’ αποχαιρέτησε σεμνή κι αμίλητα ο καλός σου, σαν νά ΄ξερε πως παντοτινός θά ΄ναι ο αποχωρισμός σου. Αλαφροχάιδεψε μ’ ευχή το τρυφερό βλαστάρι των σπλάχνων του που κράταγες στον κόρφο με καμάρι. Κι όταν στητή μαστίγωσε τον άνεμο η παντιέρα της λευτεριάς η ολόλαμπρη κι έφτασε η τίμια ώρα. Καθώς ο Αριστογείτονας μυρτιάς κλαδί είχε δέσει στην ατσαλένια σπάθα του που κρέμασε στη μέση. Έτσι κι αυτό απόμεινε στη μάχη ένας γενναίος, γι’ αυτό που δεν ορίζεται και δε μετριέται χρέος. Α. Πούσκιν Η Ελληνική Επανάσταση αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλές μορφές τέχνης σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Μία από αυτές είναι και η ποίηση. Ο Ρώσος ποιητής Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν είναι ο δημιουργός του ποιήματος “Σε μια πιστή Ελληνίδα”, σε μετάφραση Κώστα Βάρναλη. Υπήρξε θερμός


θαυμαστής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και μέσω της ποίησής του είναι έκδηλα τα φιλελληνικά του αισθήματα. Το ποίημα περιγράφει μια πιστή στο καθήκον και ορθόδοξη Ελληνίδα η οποία βίαια αποχωρίστηκε τον άνδρα της, ο οποίος ηρωικά έπεσε στο πεδίο της μάχης. Σεμνά και αμίλητα ο ήρωας την αποχαιρέτησε σαν να ήξερε ότι ο αποχωρισμός θα είναι για πάντα. Χάιδεψε το παιδί του, το οποίο κρατούσε στην αγκαλιά η μάνα, δίνοντάς του ευχή. Ωστόσο περήφανος ξεκίνησε για την μάχη με όπλο βαρύ γιατί ο δρόμος της τιμής είναι γεμάτος θυσίες. Ο ποιητής την ενθαρρύνει όμως να μην θρηνεί τον άνδρα της γιατί είναι ένας ήρωας, ένας γενναίος πολεμιστής που σκοτώθηκε για να μπορέσει κάποια στιγμή η ολόλαμπρη σημαία της λευτεριάς να κυματίζει στητή στον άνεμο. Ο δρόμος της θυσίας άνοιξε με την σειρά του τον δρόμο της λευτεριάς. Στη μάχη χάθηκε ένας θαρραλέος για να έρθουν τα κλαδιά μυρτιάς να κοσμήσουν τα ατσαλένια σπαθιά των πολεμιστών μέσα από την πολυπόθητη στιγμή της απελευθέρωσης του γένους. Με ένα τέτοιο ποίημα ο Αλεξάντερ Πούσκιν εκφράζει έντονα τον φιλελληνισμό του και την αγάπη του για το Ελληνικό γένος. Ταυτίζεται απόλυτα με τον πόνο και την αγωνία των Ελλήνων για την περιπόθητη στιγμή της λύτρωσης, της λευτεριάς. Διαχωρίζει τον απλό θάνατο από τον ηρωικό θάνατο με κάποιο σκοπό. Παρακινεί και εμψυχώνει με θαυμαστό τρόπο τον Έλληνα να προχωρήσει τον ιερό του αγώνα!!!

Συνομιλώντας με έναν ποιητή Στα πλαίσια της δημιουργικής γραφής μας ζητήθηκε να συνομιλήσουμε με έναν λογοτέχνη μέσα από μία δική μας ποιητική δημιουργία. Αρχικά, διαβάσαμε το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη που τιτλοφορείται «Στο Παιδί μου...» «Στο Παιδί μου...» Μ. Αναγνωστάκης Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο. Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια. Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι, Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας. Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά. Στη συνέχεια, κληθήκαμε να προβάλουμε μιαν αντίρρηση, να σχολιάσουμε, να απορήσουμε, να ζητήσουμε εξηγήσεις κ.λ.π. Ουσιαστικά, το παιχνίδι μας προσπάθησε να επεκτείνει την ιδέα του ποιήματος–διαλόγου, μετατρέποντας την δημιουργική γραφή σε μέρος νοητού διαλόγου, δηλαδή σε αντίλογο. Έτσι, το αυθεντικό ποιητικό κείμενο και το παραχθέν ποίημα από τον καθένα/καθεμιά μας κάθε φορά συνδιαμόρφωσαν μιαν ενότητα. Πραγματικά, το αποτέλεσμα ήταν αποκάλυψη και το απολαύσαμε: Κορίνα Δημοσθένους Κύριε Αναγνωστάκη, Τα παραμύθια μεγάλωσαν πολλές γενιές μοιράζοντας μαθήματα ζωής. Ο λύκος μας έδειξε πως τα φαινόμενα πολλές φορές απατούν,


και οι παγιδευμένες στον πύργο πριγκίπισσες, μας έμαθαν ότι πάντα υπάρχει ελπίδα, ακόμη και αν όλα φαντάζουν αδύνατα. Καλοκαιρινά βράδια ατελείωτα πέρασαν μιλώντας για τα ταξίδια του Γκιούλιβερ, θαυμάζοντας το θάρρος της Πεντάμορφης. Έτσι τα χρόνια πέρασαν ήρεμα, αφήσαμε την φαντασία μας να τρέξει, να πετάξει, να ταξιδέψει…. Όμως, όπως κάθε παραμύθι κάποια στιγμή φτάνει στο τέλος του, ήρθε ο καιρός που εκλογικεύσαμε όσα είχαμε μάθει. Ξεχωρίσαμε την φαντασία ,το ονειρικό από την πραγματικότητα, το καλό από το κακό , το δίκαιο από το άδικο. Πάντα όμως οι αναμνήσεις των παιδικών παραμυθιών θα είναι χαραγμένες στην καρδιά μας. Ιοκάστη Ανδρούτσου Μα όχι, κύριε Αναγνωστάκη, τα θέλουμε τα παραμύθια. Λύκους βλέπουμε καθημερινά και το σκοτάδι κάθε βράδυ μας πλακώνει. Καταλαβαίνω ότι θέλετε να λέτε τα πράγματα με το όνομά τους, όμως η πραγματικότητα είναι ένας εφιάλτης. Όταν όλα μοιάζουν γκρίζα, όλοι έχουμε ανάγκη να ξεφύγουμε. Ναι, δεν πρόκειται να ζήσω ποτέ τα ταξίδια της Πεντάμορφης. Οι σκύλοι θα με κυνηγούν παντού. Στα όνειρα μου όμως, είμαι όποια θέλω, και κάνω ό,τι θέλω. Σήμερα θέλω να γίνω η Χιονάτη, αύριο θέλω να γίνω ένας υπερήρωας, ίσως μια άλλη μέρα θελήσω να γίνω ένα πουλί. Γιατί να μη γίνω πουλί, κύριε Αναγνωστάκη; Όσο πιο μαύρη είναι η πραγματικότητα, τόσο πιο πολύχρωμα πρέπει να είναι τα παραμύθια. Γι’ αυτό πείτε μου, σας παρακαλώ, κι άλλα. Και μην ανησυχείτε, γιατί ξέρω την αλήθεια, κι ας είμαι παιδί. Απόστολος Έξαρχος Αγαπητέ φίλε Αναγνωστάκη, Τα παραμύθια δεν είναι ψέματα. Τα παραμύθια είναι μια κρυμμένη αλήθεια. Με δαύτα μεγαλώσαμε, με δαύτα μεγαλώνουμε. Γιατί και μεγάλος να 'σαι πάντα θα σε συγκινούν, από σχολιαροπαίδι μέχρι επιστήμονα μεγάλο και άρχοντα τρανό, και το παραμύθι θα 'ναι συνοδοιπόρος, στη σκέψη και στο πνεύμα κατοικώντας. Η σκέψη, φίλε μου, αρετή μεγάλη, και η φαντασία ακόμη μεγαλύτερη. Εκεί όπου η γλώσσα δαγκώνει να μιλήσει για το έρεβος του κόσμου και του ανθρώπου για το μεγάλο κακό και καλό. Στο σκότος το παραμύθι μιλά σε γλώσσα αγνή, αληθινή, ανόθευτη. Είσαι φίλος μου καλός γι' αυτό σου λέω


ότι και ο Αίσωπος φίλος μου καλύτερος. Ο Όμηρος σύντροφος μου από νήπιο, ένας μικρός Οδυσσέας να πλέει στην Ιθάκη της μητέρας του. Στα μάτια του παιδιού ελπίδα, φως και αγάπη. Αχ, και τι δεν θα 'δινα να ακούσω ένα ακόμη παραμύθι. Χρήστος Θεοδώρου Όχι κύριε Αναγνωστάκη. Εγώ δεν θα αδειάσω τη γεμάτη με παραμύθια βιβλιοθήκη μου. Μου αρέσει που ταξιδεύω σε φανταστικούς τόπους με τους φίλους μου τους ιππότες που τρέχουμε μαζί να σκοτώσουμε τον δράκο. Ειλικρινά δεν θα σταματήσω να επισκέπτομαι το σπίτι των αρκούδων, οι οποίοι κάθε φορά με φιλεύουν από κάτι! Μου αρέσει να ονειρεύομαι, να διαβάζω παραμύθια, να μεταφέρομαι σε τόπους αγνούς , μαγικούς μακριά από τη σκληρή πραγματικότητα. Θέλω ακόμη να ζήσω σαν παιδί πριν βγω στην ενήλικη ζωή. Ηρώ Γκαρτζονίκα Ναι, κύριε Αναγνωστάκη, να μας πάρετε σας παρακαλώ τα παραμύθια. Δεν θέλω να φοβάμαι το Δράκο και τον λύκο τον κακό, μα τον πραγματικό Δράκο και λύκο, και όσο γρηγορότερα μάθω για το σκοτάδι, τόσο πιο εύκολα θα προσαρμοστώ σε αυτό. Δεν θέλω να ονειρεύομαι απόκρυφα βασίλεια και κάστρα μαγικά, πρίγκιπες, νεράιδες, μάγισσες και γοργόνες και να ξυπνήσω μια μέρα, ώριμη πια, νοσταλγώντας τα χρόνια που οι κίνδυνοι ήταν μονάχα εικόνες. Δεν θέλω να αναμένω ούτε το ευτυχισμένο τέλος, δίχως να γνωρίζω ότι εκείνο ποτέ δεν θα υπάρξει. Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέτε την αλήθεια στα παιδιά! Θάνος Βάντζιος Συμφωνώ μαζί σας, κύριε Αναγνωστάκη Δεν ωφελούν τα παραμύθια Και δεν χρειάζεται ο κόσμος Μαγεία με ξόρκια αλλά αλήθεια Πρίγκιπες, δράκοι και νεράιδες Ιστορίες όλες φανταστικές Μα το μόνο που δημιουργούν Είναι εικόνες πλασματικές Στον κόσμο υπάρχει διαφθορά Τα πράγματα γίνονται χειρότερα Στα παιδικά όμως παραμύθια Όλα καλά και ωραιότερα Ας μην ξεγελάμε τα παιδιά


Να μιλάμε με ειλικρίνεια Όχι με ψέματα και αστεία Αλλά ακρίβεια και σαφήνεια Ιλιάδα Ζαχάρη Όχι κύριε ποιητή μας, μην μας παίρνετε τα παραμύθια! Θέλω ακόμα να θυμάμαι την παιδική μου ηλικία. Θέλω ακόμα να ξεφεύγω από την βαρετή καθημερινότητα των μεγάλων και να μου έρχονται αναμνήσεις από όταν ήμουνα μικρό κοριτσάκι που μου διάβαζε η μαμά μου την Κοκκινοσκουφίτσα και άλλα παραμύθια για να κοιμηθώ το βραδύ. Εξάλλου όλα αυτά είναι που μας έκαναν πιο θαρραλέους! Κι έτσι αντιμετωπίζουμε και ξεπερνάμε τους φόβους μας! Γι΄ αυτό σας παρακαλώ μην μας παίρνετε τα παραμύθια… Στεφανία Γεωργίου Μα πόσο δίκιο έχετε κ. Αναγνωστάκη! Κουραστήκαμε πια με όλα αυτά τα παραμύθια. Θέλουμε ως παιδιά να ξέρουμε την αλήθεια, να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής κατάματα. Θέλουμε να ξέρουμε ότι το μονοπάτι της ζωής δεν είναι στρωμένο με ροδοπέταλα, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να ξέρουμε ότι η ζωή είναι ωραία. Δεν θέλουμε, λοιπόν, αυτά τα παραμύθια. Θέλουμε να μας λέτε τα πράγματα με το όνομά τους, την αλήθεια! Κάτια Αποστόλου Όχι κύριε Αναγνωστάκη είναι αδύνατο να μην αρέσουν σε ένα παιδί τα παραμύθια... Είναι ωραίο να κάνει ταξίδια σε φανταστικούς κόσμους παρέα με τους Δράκους , την Πεντάμορφη και τον Λύκο . Τι νόημα έχει να μαθαίνεις κάτι χωρίς να το θέλεις; Γιατί να χάσουμε την παιδικότητά μας μαθαίνοντας από μικρά την πραγματική σημασία των λέξεων και τις δυσκολίες της ζωής ; Θα τα μάθουμε όλα όταν πρέπει. Φιλιώ Βασιλείου Από παιδί μου άρεσαν τα παραμύθια Κι ήταν της μάνας μου η πιο γλυκιά συνήθεια Μάγισσες, πρίγκιπες, νεράιδες, βασιλιάδες Κι ο ήρωας μου που νικούσε εχθρούς χιλιάδες. Χάνομαι μέσα στο όνειρο μου Και την αλήθεια δεν μπορώ να βρω Βρίσκομαι μέσα στον λήθαργο μου Και με τους ήρωες πολεμώ Το νόημα του παραμυθιού πρέπει να καταλάβω Αν όντως ο κακός λύκος φέρνει τα πάνω κάτω Την βασίλισσα να σώσω, happy end να δώσω


Μα θα είναι χαρούμενο στα αλήθεια; Η τελικά είναι όλα παραμύθια Γι΄ αυτό, σας παρακαλώ, κ. Αναγνωστάκη, μη μου στερήσετε τα παραμύθια! Κλεάνθης Αναστασίου Πάντοτε μου άρεσαν τα παραμύθια, πιο πολύ όμως αυτά που διέγειραν τη φαντασία, και με ταξίδευαν σε τόπους αλλιώτικους και ονειρικούς. Έτσι κι αλλιώς δεν βλάπτει ως παιδί, να μην γνωρίζεις την αλήθεια, επειδή, όταν έρθει η ώρα, θα την μάθεις και αναγκαστικά θα την αποδεχτείς. Γι΄ αυτό αφήστε με να ζήσω ως παιδί. Παναγιώτης Γκατζέλης Σαν παιδί πάντοτε μου άρεσε να ακούω παραμύθια Για ήρωες που ζούσαν σε κάστρα η ακόμα και στα φτωχικά τους σπίτια Και σαν μικρός που ήμουν με τέτοια φαντασία, να θαρρώ πως όλα είναι αλήθεια Μα πάντοτε στα παιδιά δεν άρεσαν τα παραμύθια; Τώρα όμως μεγάλωσα και τελείωσαν της φαντασίας τα ταξίδια Στα όνειρα μου πλέον δεν εμφανίζονται παλάτια, ούτε χρυσά μονοπάτια Μοναχά του κόσμου η πικρία και σκοτάδια Α φτάνει πια! Μακάρι και στους μεγάλους να άρεσαν τα παραμύθια! Ναταλία Γκαρανάση Κύριε Αναγνωστάκη είναι αλήθεια στο παιδί σας δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια. Δεν θέλει να του μιλούν για Δράκους και Νεράιδες παρά μόνο θέλει να ξέρει της ζωής την κάθε πικρή συνήθεια. Κύριε Αναγνωστάκη, πάντως, οφείλετε να το παραδεχτείτε όλα τα παιδιά αγαπούν τα παραμύθια. Γιατί τα ενθουσιάζουν οι μαγικοί τόποι και οι τρέλες μαζί τους φτάνουν σε άλλους γαλαξίες και αστέρες. Κύριε Αναγνωστάκη επιτρέψτε μου να σας βεβαιώσω το παιδί σας κατά βάθος εκτιμά τα παραμύθια. Ξέρει πως να εμπιστεύεται το πιστό σκυλί, ξέρει πως να απομακρύνεται από τον άγριο λύκο. Κύριε Αναγνωστάκη είναι αλήθεια στο παιδί σας δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια Ίσως απλά δεν ήθελε να υποκύψει μπροστά στο «και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Ίσως ήθελε μόνο να ξέρει ότι ο κόσμος των παραμυθιών μπορεί να υπάρξει και στ’ αλήθεια.


Μιράντα Γιούτσου Δεν είναι έτσι κύριε Αναγνωστάκη, μη μας στερείτε τα παραμύθια. Θέλω να έρχεται η νεράιδα των Δοντιών Να μου δίνει χρυσά νομίσματα τα βράδια. Θέλω να ξέρω πως ο πρίγκιπας ξύπνησε την Ωραία Κοιμωμένη Και πως η Χιονάτη δε φαρμακώθηκε απ’ το μήλο. Θέλω να ζω σε έναν φανταστικό κόσμο, Όπου το καλό πάντα νικάει. Θέλω να με νανουρίζουν οι νεράιδες Και να μου κρατά συντροφιά η Πεντάμορφη. Θέλω να μου ψιθυρίζουνε πριγκίπισσες όταν ονειρεύομαι Και να μου δείχνουν το παλάτι. Θέλω να μου μιλούν τα αστέρια για τόπους μακρινούς Και το φεγγάρι να με σκεπάζει απαλά. Θέλω να ακούω τις φράσεις «Μια φορά κι έναν καιρό» Και «Ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Παράλληλα, όμως, μαθαίνω για τους κινδύνους, Για τους καλούς και τους κακούς ανθρώπους Και τιμώ τους ήρωες και τους αγωνιστές. Τα παραμύθια αποτελούν μόνο ένα ευχάριστο διάλειμμα Από τη μονοτονία της καθημερινότητας. Άλλωστε, κύριε Αναγνωστάκη, Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, Αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα. Δέσποινα Δαλάτση Κύριε Αναγνωστάκη, έχετε δίκιο, το ομολογώ! Σαν έφηβη, τώρα, μπορώ να σας το εγγυηθώ. Όταν ήμουν πιο μικρή, είχα ένα παράπονο απ’ την πλοκή: «Γιατί, μαμά, πάντα να κερδίζουν οι καλοί; Γιατί να μην αφήσει ο πρίγκιπας την Πεντάμορφη να αποκοιμηθεί; Πώς το καημένο το σκυλί είναι πάντα πιστό; Και πώς ο δράκος κρατήθηκε και δε τους πήρε όλους στο κυνηγητό;» Εσείς οι μεγάλοι νομίζετε πως δεν έχουμε μυαλό και πως το αποκτούμε μόλις γίνουμε δεκαοχτώ. Κι όμως σας διαβεβαιώ, το ξέρουμε από πρώτο χέρι πως όλοι οι κακοί, λίγο ή πολύ δε φταίνε. Και πως οι ήρωες οι μισητοί δε θέλανε απ’ την αρχή να φέρουνε την καταστροφή. Κι άμα τον δράκο οι άλλοι δράκοι τον μισούσαν; Κι αν τον λύκο όλοι τον περιφρονούσαν; Αυτά κι άλλα πολλά πρέπει εν τέλει να μαθαίνετε σε όλα τα παιδιά. Πώς να μην κρίνουν κάποιον από μια του μόνο συμπεριφορά. Συμφωνώ, λοιπόν, μαζί σας με μεγάλη χαρά, πρέπει να λέμε πάντα την αλήθεια στα παιδιά!


«Ποιητές της παρακμής ή Καταραμένοι ποιητές»: όταν ο πόνος έχει αντίκτυπο στην τέχνη. Κορίνα Δημοσθένους, Ναταλία Γκαρανάση Ο όρος καταραμένοι ποιητές αναφέρεται σε ποιητές οι οποίοι έζησαν σε διαφορετικά μέρη και αιώνες, αλλά παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά ως προς τον τρόπο ζωής τους. Στην πλειοψηφία τους πρόκειται για ασυμβίβαστους ανθρώπους που ζούσαν περιθωριοποιημένοι από την υπόλοιπη κοινωνία και συχνά δέχονταν σκληρή κριτική λόγω των απόψεων, των ιδεολογιών και γενικά της συμπεριφοράς τους. Η απομόνωση τους οφείλεται σε παράγοντες όπως την κατάχρηση αλκοόλ, ναρκωτικών, την διάπραξη εγκλημάτων, την βία και γενικά κάθε κοινωνικά μη αποδεκτή πράξη. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται η ομοφυλοφιλία, η αθεΐα, κάποιες ψυχολογικές αστάθειες, με συχνά άμεση απόρροια τον πρόωρο, τραγικό τους θάνατο. Όπως είναι λογικό, τα βιώματα, οι σκέψεις και ο πόνος τους είχαν αντίκτυπο στην τέχνη και αποτυπώθηκαν στα ποιήματά τους, από τα οποία λίγα αναγνωρίστηκαν και εκτιμήθηκαν από το κοινό όσο οι δημιουργοί τους βρίσκονταν εν ζωή. Η φράση πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον ρομαντικό ποιητή Αλφρέντ ντε Βινύ που αποκάλεσε όλους τους ποιητές “ράτσα των παντοτινά καταραμένων από τους ισχυρούς της Γης”. Στην αρχή “καταραμένοι” ποιητές θεωρούνταν οι Γαλλικής καταγωγής, Φρανσουά Βιγιόν, Κάρολος Μπωντλαίρ, Αρθούρος Ρεμπώ, Πωλ Βερλαίν, Ιζιντόρ Ντυκάς (Λωτρεαμόν) και άλλοι. Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή πολλοί ποιητές της χώρας μας χαρακτηρίζονται ως “Έλληνες καταραμένοι ποιητές”και το έργο τους είναι όσο αξιόλογο όσο και των Ευρωπαίων ομοίων τους. Οι κύριοι εκπρόσωποι των καταραμένων ποιητών της Ελλάδας αποτελούν οι Κώστας Καρυωτάκης, Ναπολέων Λαπαθιώτης και Μαρία Πολυδούρη, ενώ σε αυτούς συγκαταλέγονται, επίσης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης(1863-1933), η Κατερίνα Γώγου(1940-1993). ο Γιώργος Μακρής(1923-1968) κ.α. Οι ποιητές υπήρξαν αρκετά πρωτοπόροι για την εποχή τους και σε αντίθεση με τα λογοτεχνικά ρεύματα που επικρατούσαν, εκείνοι παρέμειναν ανεπηρέαστοι και πιστοί στην καταθλιπτική, απαισιόδοξη και δραματική τέχνη τους, ώστε να οδηγηθούν στην λύτρωση και στην κάθαρση από τις αμαρτίες και τη δυστυχία τους.

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928) Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς σπουδαίους ποιητές όπως ο Σεφέρης, Ρίτσος και ο Βρεττάκος και με την αυτοκτονία του δημιούργησε τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση. Ο Καρυωτάκης, στο ποίημα “Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων”, ένα ποίημα για να τιμήσει εκείνους τους ποιητές που παρά την προσπάθειά τους έμειναν στην αφάνεια, τουλάχιστον όσο ζούσαν, αυτοαποκαλείται άδοξος. Και σύμφωνα με όσα ο ίδιος γράφει, δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Ο Κώστας Καρυωτάκης πέθανε ως “ιδανικός αυτόχειρας”, αυτοκτονώντας με πιστόλι στην καρδιά, δίχως να γνωρίσει την αίγλη του μεγάλου Έλληνα ποιητή, της οποίας χαίρει πλέον. Το έργο του αναγνωρίστηκε δυστυχώς μετά τον θάνατό του.


Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944) Ο Λαπαθιώτης έζησε ελεύθερα μια ζωή γεμάτη πάθη και καταχρήσεις, ανεπηρέαστος από τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής, προκαλώντας έτσι συνεχώς την “καλή κοινωνία”. Ό,τι μπορούσε να πράξει για να μπει στον “κύκλο” των καταραμένων ποιητών, το έπραξε, το έζησε, το έγραψε και πέθανε νωρίς ως «ιδανικός αυτόχειρας» και αυτός. Ομοφυλόφιλος, άθεος, ναρκομανής και αριστερός, ήταν όλα όσα του απαγόρευε η εποχή του να είναι. Ένας αντισυμβατικός άνθρωπος που περιπλανιόταν κάθε βράδυ στη νυχτερινή Αθήνα, ένας λάτρης των απολαύσεων, που αγαπούσε οτιδήποτε ωραίο. Δεν είχε όρια στη διασκέδαση και στις κραιπάλες και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι πράξεις του σκανδάλισαν την εποχή. Μιλούσε χωρίς φόβο για την σεξουαλικότητα του, για τα πιστεύω του, για τις ιδέες του. Είχε εθιστεί σε ναρκωτικές ουσίες, γεγονός που του προκάλεσε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε στο σπίτι του με το πιστόλι του πατέρα του, σε ηλικία 56 ετών. Μαρία Πολυδούρη (1902-1930) Μία γυναίκα ανεξάρτητη που δεν φοβήθηκε να προβάλλει τα πιστεύω της, να κυνηγήσει τα όνειρά της και να διεκδικήσει τον μεγάλο της έρωτα. Η κλειστή και συντηρητική κοινωνία της Καλαμάτας δεν ήταν ακόμη έτοιμη για μια τόσο «προχωρημένη» γυναίκα σαν την Πολυδούρη, που συγκινείται από την Οκτωβριανή Επανάσταση, εμπνέεται από τους φεμινιστικούς αγώνες, και είναι τελικά μια από τις λίγες γυναίκες που γράφουν στον Ελευθέριο Βενιζέλο επιστολή, ζητώντας του την καθιέρωση της γυναικείας ψήφου. Το 1921 συναντά για πρώτη φορά έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδος τον Κώστα Καρυωτάκη. Ο έρωτας που αναπτύσσεται είναι σφοδρός και το πάθος της για εκείνον καθηλωτικό. Όπως συμβαίνει όμως με τις ζωές όλων των «καταραμένων» καλλιτεχνών, δεν θα έχει το αίσιο τέλος που όλοι ονειρεύονται. Ο Καρυωτάκης διαγνώστηκε με σύφιλη μια ανίατη και στιγματική για την εποχή ασθένεια και έτσι της ζήτησε να χωρίσουν. Φυσικά, η Πολυδούρη αρνείται και αντ’ αυτού προτείνει να παντρευτούν ακόμη και αν δεν αποκτήσουν ποτέ οικογένεια. Ωστόσο, ο περήφανος Καρυωτάκης δεν δέχεται την πρόταση της, καθώς την θεωρεί υποτιμητική, και δεν θέλει να προβεί σε τέτοιο απαξιωτικό “συμβιβασμό”. Τον Ιούλιο του 1928 η Πολυδούρη έρχεται στην δυσάρεστη θέση να μάθει ότι ο αιώνιος έρωτας της αυτοκτόνησε και το συγκλονιστικό αυτό γεγονός αποτελεί άλλη μια ευκαιρία για «απελευθέρωση» όπως μόνο οι σπουδαίοι καλλιτέχνες μπορούν να «αξιοποιήσουν» τέτοια τραγικά γεγονότα. Στις 29 Απριλίου του 1930, έχοντας ήδη ζήσει έναν συναρπαστικό, αλλά και «ασύδοτο» για την εποχή βίο, η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια, πεθαίνει από ένεση μορφίνης σε κλινική στα Πατήσια. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν έξω από τα κοινωνικά πλαίσια και εναντιώθηκαν στις προκαταλήψεις που επικρατούσαν. Δεν συμβιβάστηκαν με όσα «πρόσταζε» λογοτεχνικά η εποχή τους, ούτε επέτρεψαν στον κοινωνικό τους περίγυρο να τους αποθαρρύνει και να τους απομακρύνει από το έργο τους. Η ποίηση είναι κατάρα και ευλογία… και αναρωτιόμαστε, ήταν τελικά καταραμένοι;


Η σύγχρονη ποίηση υμνεί τη γυναίκα Βασιλική Μπέλλου & Χαρά Νικολίτσα Διαβάζοντας το "Μονόγραμμα" του Οδυσσέα Ελύτη και άλλα ποιήματα γραμμένα από σύγχρονους ποιητές εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ότι η μοντέρνα ποίηση συχνά υμνεί την γυναίκα. Στην σύγχρονη ποίηση η γυναίκα τις περισσότερες φορές ταυτίζεται με τον έρωτα, την άνοιξη, το καλοκαίρι, το όνειρο, το ταξίδι, μα και το άγνωστο. Σε πολλά ποιήματα η γυναίκα παρουσιάζεται όμορφη, με μακριά -συνήθως ξανθά- μαλλιά, εκφραστικά μάτια -τα οποία καθρεφτίζουν κάθε όνειρο και ελπίδακαι εύκολα καταλαβαίνουμε τον θαυμασμό του ποιητή για την ομορφιά αυτή. Πολλές φορές οι ποιητές στην προσπάθεια τους να δείξουν τον μεγάλο θαυμασμό τους,συνδέουν στα ποιήματα τους τη γυναίκα με την μεγάλη τους αγάπη, την ποίηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα του Χρίστου Λάσκαρη: "Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη, όταν την είδα να έρχεται από μακριά: μισή γυναίκα μισή όνειρο. Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω στεφανωμένη με άνθη κερασιάς. Τότε κατάλαβα τι δύναμη έχουν τα ποιήματα" Η σύγχρονη ποίηση όμως δεν υμνεί μόνο την ομορφιά της γυναίκας, αλλά και τη γυναίκα ως άτομο, ως χαρακτήρα και ως άνθρωπο, στοργικό, αλλά δυναμικό και μάχιμο που τα βάζει με την ζωή και βγαίνει νικήτρια. Αμέτρητα ποιήματα έχουν γραφτεί, για να περιγράψουν το πόσο άξια είναι η γυναίκα, πόσο εύκολα καταφέρνει να ξεπερνά τις δυσκολίες. Αμέτρητα, επίσης, ποιήματα έχουν γραφτεί για τη "μάνα". Τα ποιήματα αυτά εκφράζουν την αγάπη και τον αμέριστο σεβασμό του ποιητή για μια γυναίκα, εκείνη που τον έφερε στον κόσμο ετούτο, τη μάνα του. Το παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα του Γεωργίου Βιζυηνού “Η μητέρα” είναι ένα από τα αμέτρητα αυτά ποιήματα, που παρουσιάζουν την ατέλειωτη αγάπη και στοργή της μητέρας, του ανθρώπου που μας νοιάζεται όσο κανένας άλλος στον κόσμο αυτό: "Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω φιλά να γειάνει την πληγή. Αυτή, τι πρέπει να αφήσω και τι να κάμω μ'΄οδηγεί. Πώς το λοιπόν τέτοια μητέρα να κάμω εγώ να λυπηθεί, που όλη νύχτα κι όλη μέρα για το καλό μου προσπαθεί;" Η γυναίκα τροφοδοτεί με ζωή την ανθρωπότητα, όπως η ποίηση τροφοδοτεί με ζωή την ομορφιά του νου και της ψυχής. Αφού λοιπόν η γυναίκα δημιουργεί και οι ποιητές δημιουργούν, άρα είναι δύο δυνάμεις δημιουργικές, αμφίδρομες, οι οποίες μας φέρνουν κάτι καινούργιο, κάτι νέο, μια νέα οντότητα σχεδόν εκ του μηδενός. Εν κατακλείδι, η γυναίκα αποτελούσε και θα αποτελεί αιωνίως πηγή έμπνευσης για τους ποιητές όλου του κόσμου. Γιατί η γυναίκα και η ποίηση έχουν πολλά κοινά.


Η Λογοτεχνία: παράθυρο στον κόσμο Δέσποινα Δαλάτση Κουίζ: είστε άραγε γνώστες της λογοτεχνικής μας κληρονομιάς; 1. Ποια είναι η συγγραφέας του γνωστού μυθιστορήματος «Ματωμένα Χώματα»; α) Άλκη Ζέη β) Διδώ Σωτηρίου γ) Ζωρζ Σαρή 2. Ποιο από τα παρακάτω ΔΕΝ ανήκει στα έργα ενός από τους πιο σημαντικούς Έλληνες λογοτέχνες, του Νίκου Καζαντζάκη; α) «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» β) «Ο Φτωχούλης του Θεού» γ) «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» 3. Ποιο χαρακτηριστικό έργο της κρητικής λογοτεχνίας είναι ποιμενικό ειδύλλιο; α) «Ερωτόκριτος» β) «Ερωφίλη» γ) «Η Βοσκοπούλα» 4. Ποιο ήταν το επάγγελμα του Νίκου Καββαδία πριν ασχοληθεί επαγγελματικά με την συγγραφή; α) ζωγράφος β) ναυτικός γ) συνθέτης 5. Ποιο ήταν το ψευδώνυμο του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα Δημήτρη Ραδόπουλου; α) Γ. Αλισάνογλου β) Γιαννικοδάσκαλος γ) Μ. Καραγάτσης 6. Ποιος από τους παρακάτω συγγραφείς έγραψε «Το τέλος της μικρής μας πόλης», συλλογή διηγημάτων που αναφέρεται στην πόλη των Ιωαννίνων; α) Μιχάλης Γκανάς β) Δημήτρης Χατζής γ) Λορέντζος Μαβίλης 7. Ποιο εφηβικό-παιδικό βιβλίο διαδραματίζεται στο νησί της Αίγινας; α) «Ο θησαυρός της Βαγίας» β) «Το ψέμα» γ) «Τα στενά παπούτσια» 8. Ποιος Έλληνας ποιητής εξύμνησε το Αιγαίο όσο κανένας άλλος; α) Οδυσσέας Ελύτης β) Γιώργος Σεφέρης γ) Κωστής Παλαμάς


9. Από ποιον Ρώσο συγγραφέα επηρεάστηκε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και έγραψε την “Φόνισσα”; α) Αντόν Τσέχοφ β) Φιόντορ Ντοστογιέφσκι γ) Λέων Τολστόι 10. Ποια από τις παρακάτω ποιητικές συλλογές ΔΕΝ ανήκει στην ποιήτρια της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, Κική Δημουλά; α) Χλόη θερμοκηπίου β) Έρεβος γ) Νηπενθή Σωστές απαντήσεις: 1-β, 2-γ, 3-γ, 4-β, 5-γ, 6-β, 7-α, 8-α, 9-β, 10-γ Εάν είχατε:  0-4 σωστές απαντήσεις: ο πλούτος της λογοτεχνίας και της ποίησης είναι απερίγραπτος και ίσως να σας εκπλήξει, αν διαβάσετε λίγο παραπάνω!  5-7 σωστές απαντήσεις: ίσως χρειάζεται να εμβαθύνετε περισσότερο, ώστε να ανακαλύψετε τα μυστικά της Νεοελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης… Ωστόσο, κάνετε ήδη πολύ καλή δουλειά, συνεχίστε έτσι!  8-10 σωστές απαντήσεις: συγχαρητήρια, είστε ένας σωστός «γκραν-μετρ» της λογοτεχνίας, αφού καταφέρατε να αριστεύσετε σε αυτό το αρκετά δύσκολο λογοτεχνικό κουίζ!


Τα social media στη ζωή των εφήβων: Ερωτηματολόγιο/έρευνα Ιλιάδα Ζαχάρη Για τις ανάγκες του 2ου τεύχους του περιοδικού μας, ετοιμάσαμε ένα ερωτηματολόγιο, το οποίο διανεμήθηκε στους μαθητές της Α΄ τάξης του σχολείου μας ηλεκτρονικά και αφορούσε τη σχέση των εφήβων με τα κοινωνικά δίκτυα (social media). Έχοντας συγκεντρώσει τις πληροφορίες που χρειαζόμασταν, καταλήξαμε σε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα που περιγράφουν τη σχέση των εφήβων της σημερινής εποχής με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Στην έρευνά μας, έλαβαν μέρος περίπου 60 μαθητές ηλικίας 15-16 χρονών, οι περισσότεροι εκ των οποίων χρησιμοποιούν συχνά έως και πάρα πολύ τα social media, ενώ ελάχιστοι είναι εκείνοι οι μαθητές που χρησιμοποιούν σπάνια τα κοινωνικά δίκτυα. Μεγάλο ήταν το ποσοστό των παιδιών που ασχολούνται 3-4 χρόνια, λιγότερο από το μισό ήταν το ποσοστό εκείνων που ασχολούνται 5-6 χρόνια, πολύ λίγοι εκείνοι που ασχολούνται 1-2 χρόνια και σχεδόν καθόλου αυτοί που ασχολούνται πάνω από 6 χρόνια. Οι λόγοι για τους οποίους χρησιμοποιούν οι νέοι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η επικοινωνία, μετά ακολουθεί η ενημέρωση και η επιθυμία τους να συμβαδίζουν με το πνεύμα της εποχής και τελευταία η αναζήτηση φίλων. Με μεγάλη διαφορά την πρωτιά στη συχνότητα χρήσης έχει το Instagram, μετά ακολουθούν το Tik Tok, το Snapchat, το Viber και το Twitter. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες θεωρούν πως η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν τους προκαλεί κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά τους, ωστόσο κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι ενίοτε μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, ενώ μερικοί δηλώνουν πως δεν γνωρίζουν. Σε μια από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις, κατά την γνώμη μας, «Ποια ένδειξη θεωρείς την πιο ισχυρή για τον εθισμό ενός εφήβου στο social media;» αναδείχτηκε η παραμέληση των μαθημάτων, το ότι αποφεύγουν τη βόλτα με ένα φίλο ενώ αντίθετα προτιμάται η περιήγηση στο διαδίκτυο. Επιπρόσθετα, στις ενδείξεις συγκαταλέγονται ο μεγάλος εκνευρισμός, μειωμένη απόδοση στο σχολείο και μεγάλη προσπάθεια απόκρυψης των ωρών που βρίσκεται κάποιος μαθητής online. Αξίζει να αναφερθούμε και στο άγχος που προκαλείται στους νέους για το πώς θα φαίνεται η εικόνα τους (κυρίως η εξωτερική) και αυτό παρατηρείται σχεδόν στους μισούς εφήβους, ενώ κάποιοι άλλοι δεν έχουν τέτοιου είδους ανησυχίες ή επέλεξαν να απαντήσουν ότι δεν τους έχει προβληματίσει το συγκεκριμένο ζήτημα. Σύμφωνα με την πληροφορία αυτή, δεν μας φάνηκε καθόλου περίεργο, ότι οι περισσότεροι συμφωνούν με την χρήση φίλτρων για την επεξεργασία των φωτογραφιών τους. Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένοι μαθητές που διαφωνούν με αυτή τη διαδικασία. Όταν οι μαθητές μας ερωτήθηκαν για το «Ποια είναι η πιο συχνή τους δραστηριότητα στα μέσα», οι πιο πολλοί απάντησαν να στέλνουν μηνύματα, ύστερα να ενημερώνονται και να συζητούν για διάφορα θέματα που τους απασχολούν, να παρακολουθούν την δραστηριότητα των φίλων τους και όσους ακολουθούν στα διάφορα social media και ελάχιστοι να βλέπουν ταινίες. Τέλος, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε την άποψη των νέων για το αν «πρέπει οι γονείς να ελέγχουν τις κινήσεις των παιδιών τους στα κοινωνικά μέσα». Περίπου οι μισοί θεωρούν πως θα ήταν καλό να γίνεται αυτό, κάποιοι άλλοι όμως απάντησαν αρνητικά ή δεν ήξεραν τι να απαντήσουν, και αυτό είναι λογικό, καθώς ο καθένας έχει τη δική του προσωπική ζωή και νιώθουν ότι δεν πρέπει να παραβιάζεται από κανέναν, ακόμα και από τους πιο κοντινούς τους ανθρώπους. Όμως, δεν θα ήταν κακό οι γονείς να ελέγχουν ενίοτε την ενασχόληση των παιδιών τους με το διαδίκτυο, καθώς υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει τουλάχιστον να ενημερώνουν τα παιδιά τους για τους κινδύνους του διαδικτύου και έτσι αυτά να είναι σε θέση να προστατεύουν τους εαυτούς τους.


διαβάΖΩντας

Profile for seventekidou

διαβάΖΩντας 2ο τεύχος  

Λογοτεχνικό περιοδικό Πρότυπο ΓΕΛ Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων

διαβάΖΩντας 2ο τεύχος  

Λογοτεχνικό περιοδικό Πρότυπο ΓΕΛ Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων

Advertisement

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded