Page 1

Έντεκα χρόνια πριν A


Σ

ύμφωνα με τις τρέχουσες θεωρίες για τη δημιουργία του Σύμπαντος, αν τελικά όντως δημιουργήθηκε και δεν είχε απλώς μια ανεπίσημη, ας πούμε, έναρξη, αυτό συνέβη πριν από δέκα με είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια. Με βάση τις ίδιες πηγές, η ηλικία της Γης είναι περίπου τεσσεράμισι δισεκατομμύρια χρόνια. Αυτά τα νούμερα είναι ανακριβή. Οι εβραίοι λόγιοι του Μεσαίωνα τοποθέτησαν τη Δημιουργία στο 3760 π.Χ., ενώ οι χριστιανοί ορθόδοξοι θεολόγοι νωρίτερα, στο 5508 π.Χ. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι επίσης ανακριβείς. Το 1654 ο αρχιεπίσκοπος Τζέιμς Άσερ (1580–1656) δημοσίευσε το έργο Annales Veteris et Novi Testamenti, όπου υποστηρίζει πως ο Ουρανός και η Γη δημιουργήθηκαν το 4004 π.Χ. Ένας από τους βοηθούς του, μάλιστα, προχώρησε ακόμα παραπέρα τους υπολογισμούς του και έφτασε στο πανηγυρικό συμπέρασμα ότι η Γη δημιουργήθηκε την Κυριακή, 21 Οκτωβρίου του 4004 π.Χ., στις 9:00 π.μ. ακριβώς, γιατί του Θεού του άρεσε να ξεμπερδεύει νωρίς με τις δουλειές Του, όσο ένιωθε ακόμα φρέσκος. Κι αυτό ανακριβές είναι. Για ένα τέταρτο της ώρας περίπου. Όλη αυτή η ιστορία με τους δεινόσαυρους και τους απολιθωμένους σκελετούς τους είναι μια φάρσα που οι παλαιοντολόγοι δεν την έχουν πάρει χαμπάρι ακόμα. Αυτό αποδεικνύει δύο πράγματα: Πρώτον, ότι μυστήριαι αι βουλαί του Κυρίου, για να μην πούμε αλλοπρόσαλλοι. O Θεός δεν παίζει ζάρια με το σύμπαν· παίζει ένα άδηλο παιχνίδι δικής Του επινόησης που, απ’ τη μεριά κάποιου από τους άλλους παίκτες*, θα μπορούσε να συγκριθεί με το να παίζεις μια

Δηλαδή όλων.

*

19


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

περίπλοκη και δυσνόητη εκδοχή πόκερ σ’ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, με κενά φύλλα, άπειρο ποντάρισμα κι έναν ντίλερ που δεν σου λέει τους κανόνες και χαμογελάει συνεχώς. Δεύτερον, ότι η Γη είναι Ζυγός. Η αστρολογική πρόβλεψη για τους Ζυγούς στη στήλη «Τα Άστρα Σήμερα» στον Διαφημιστή του Τάντφιλντ, την ημέρα που αρχίζει η ιστορία μας, αναφέρει: ΖΥΓΟΣ. 24 Σεπτεμβρίου-23 Οκτωβρίου. Νιώθετε κάπως πεσμένοι και εγκλωβισμένοι στην καθημερινή σας ρουτίνα. Χρονοτριβείτε με οικιακά και οικογενειακά ζητήματα που υπερτονίζονται και διογκώνονται. Αποφύγετε περιττά ρίσκα. Ένας φίλος θα αποδειχθεί σημαντικός για σας. Αναβάλετε σπουδαίες αποφάσεις μέχρι να καθαρίσει το πεδίο μπροστά σας. Ίσως σήμερα σας προκύψει κάποια στομαχική διαταραχή, γι’ αυτό καλύτερα να αποφύγετε τις σαλάτες. Η βοήθεια μπορεί να έρθει από κάπου που δεν το περιμένετε. Όλα αυτά ανταποκρίνονταν απόλυτα στην πραγματικότητα, εκτός από το σημείο με τις σαλάτες.

Δεν ήταν μια σκοτεινή και θυελλώδης νύχτα.

Θα έπρεπε να ήταν, αλλά ο καιρός κάνει τα δικά του. Για κάθε τρελό επιστήμονα που του έρχεται κατά παραγγελία μια καταιγίδα τη νύχτα που το Μεγάλο Έργο του κείτεται ολοκληρωμένο στο χειρουργικό τραπέζι, υπάρχουν δεκάδες άλλοι που περιμένουν άσκοπα κάτω από τον ξάστερο ουρανό ενώ ο Ιγκόρ γράφει υπερωρίες. Όμως δεν πρέπει σας δημιουργεί μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας η ομίχλη (με βροχή αργότερα, και τη θερμοκρασία να πέφτει στους εφτά βαθμούς περίπου). Η ηρεμία της νύχτας δεν σημαίνει πως οι σκοτεινές δυνάμεις δεν βρίσκονται εκεί έξω. Πάντα εκεί έξω είναι αυτές. Βρίσκονται παντού. Πάντοτε. Αυτό είναι το θέμα. 20


καλοι οιωνοι

Δύο επιφανείς εκπρόσωποί τους παραμόνευαν στο ρημαγμένο νεκροταφείο. Δύο σκοτεινές φιγούρες, η μία κοντόχοντρη και κυρτωμένη, η άλλη ισχνή και απειλητική, κι οι δυο τους πρωταθλητές στο παραμόνεμα. Αν ο Μπρους Σπρίνγκστιν ηχογραφούσε ποτέ το «Born to Lurk»*, αυτοί οι δυο θα βρίσκονταν στο εξώφυλλο. Παραμόνευαν εδώ και μια ώρα μες στην ομίχλη, αλλά είχαν κανονίσει τον ρυθμό τους κι ήταν ικανοί να συνεχίσουν να παραμονεύουν για όλη την υπόλοιπη νύχτα αν χρειαζόταν, και να τους μείνει και αρκετό απόθεμα ζοφερής απειλής για να παραμονέψουν μ’ ένα τελευταίο φορτσάρισμα κατά το ξημέρωμα. Τελικά, είκοσι λεπτά αργότερα, ο ένας τους είπε: «Το ξεφτιλίσαμε το αστειάκι. Έπρεπε να ’χει έρθει εδώ και ώρες». Το όνομά του ήταν Χαστούρ. Ήταν Δούκας της Κόλασης.

—πόλεμοι, επιδημίες, αιφνιδιαστικοί λογιστικοί έλεγχοι— έχουν προταθεί σαν αποδείξεις της πλάγιας εμπλοκής του Σατανά στις ανθρώπινες υποθέσεις, όποτε όμως οι φοιτητές δαιμονολογίας μαζεύονται και τα λένε, συμφωνούν πως ο περιφερειακός αυτοκινητόδρομος Μ25 του Λονδίνου βρίσκεται στην πρώτη θέση του καταλόγου των αποδεικτικών στοιχείων. Το λάθος τους, βέβαια, έγκειται στην υπόθεση πως ο άθλιος αυτός δρόμος είναι πηγή του Κακού μόνο και μόνο εξαιτίας των απίστευτων θανάσιμων τροχαίων και του χάους που προκαλεί καθημερινά. Στην πραγματικότητα, ελάχιστοι άνθρωποι στον πλανήτη γνωρίζουν πως το ίδιο το σχήμα του Μ25 είναι η σφραγίδα οντέγκρα στη γλώσσα του Μαύρου Ιερατείου της Αρχαίας Μου, και σημαίνει «Δόξα στο Μέγα Θηρίο, Καταβροχθιστή των Κόσμων». Οι χιλιάδες οδηγοί που σκορπίζουν καθημερινά τα καυσαέριά τους στις φιδίσιες του καμπύλες λειτουργούν όπως το νερό στους θιβετιανούς τροχούς προσευχής, σχηματίζοντας μια απέραντη ομίχλη Κακού χαμηλής ποιότητας, ικανή να μολύνει τη μεταφυσική ατμόσφαιρα σε ακτίνα πολλών δεκάδων χιλιομέτρων. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα του Κρόουλυ. ΧρειάΠολλά φαινόμενα

*

ΣτΜ: «Γεννημένος για να Παραμονεύει», κατά το «Born to Run». 21


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

στηκε χρόνια για να το καταφέρει, όπως επίσης και δύο διαρρήξεις, τρεις χακεριές, μια μικρή δωροδοκία και, μια νύχτα γεμάτη υγρασία, όταν όλα τα άλλα είχαν αποτύχει, δύο ώρες σ’ ένα λασπωμένο χωράφι, να μετακινεί τους πασσάλους που σημάδευαν τη χάραξη του δρόμου κατά λίγα μέτρα, που είχαν όμως τεράστια αποκρυφιστική σημασία. Όταν ο Κρόουλυ αντίκρισε το πρώτο μποτιλιάρισμα πενήντα χιλιομέτρων, αισθάνθηκε το υπέροχο θερμό συναίσθημα που σου προσφέρει μια βρωμοδουλειά καλώς καμωμένη. Πήρε έπαινο γι’ αυτό. Τώρα ο Κρόουλυ έτρεχε με εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα κάπου στ’ ανατολικά του Σλαφ. Τίποτα πάνω του δεν έδειχνε ιδιαίτερα δαιμονικό — με τα κλασικά πρότυπα, τουλάχιστον. Ούτε κέρατα, ούτε φτερά. Άκουγε, ομολογουμένως, μια κασέτα Best of Queen, αυτό όμως δεν λέει κάτι, αφού όλες οι κασέτες, αν μείνουν στο αυτοκίνητο πάνω από δυο βδομάδες, μεταμορφώνονται σε Best of Queen. Ούτε ιδιαίτερα δαιμονικές σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό του. Για την ακρίβεια, αυτή τη στιγμή αναρωτιόταν αφηρημένος ποιοι να ήταν ο Μόε και ο Σάντον*. Ο Κρόουλυ είχε σκούρα μαλλιά, και ψηλά ζυγωματικά, και φορούσε παπούτσια από δέρμα φιδιού —μάλλον, δηλαδή, φορούσε παπούτσια— και μπορούσε να κάνει παράξενα κόλπα με τη γλώσσα του. Και, όποτε ξεχνιόταν, είχε μια τάση να σφυρίζει. Επίσης, δεν ανοιγόκλεινε ιδιαίτερα τα μάτια του. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν μια μαύρη Μπέντλεϋ του 1926, από πρώτο χέρι: το χέρι του Κρόουλυ. Τη φρόντιζε πολύ. Ο λόγος που είχε αργήσει ήταν πως απολάμβανε υπερβολικά τον εικοστό αιώνα. Ήταν πολύ καλύτερος από τον δέκατο έβδομο, και ασύγκριτα καλύτερος από τον δέκατο τέταρτο. Ένα από τα καλά που έχει ο Χρόνος, έλεγε πάντα ο Κρόουλυ, είναι ότι σε απομακρύνει σταθερά από τον δέκατο τέταρτο αιώνα· τα πιο σκυλοβαρετά εκατό χρόνια της Θεϊκής —με το συμπάθιο— Δημιουργίας. Ο εικοστός αιώνας ήταν κάθε άλλο παρά βαρετός. Αυτή τη στιγμή μάλιστα, ένα μπλε φωτάκι που αναβόσβηνε στον καθρέφτη τού έλεγε, εδώ και πενήντα *

ΣτΜ: Το τραγούδι των Queen «Killer Queen» αρχίζει με τον στίχο «She keeps her Moët et Chandon in her pretty cabinet». 22


καλοι οιωνοι

δευτερόλεπτα, πως τον ακολουθούσαν δύο τύποι που σκόπευαν να ανεβάσουν το ενδιαφέρον σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Κοίταξε το ρολόι του, που ήταν ειδικά σχεδιασμένο για εκείνους τους πλούσιους δύτες που θέλουν να ξέρουν τι ώρα είναι σε είκοσι μία πρωτεύουσες του κόσμου τη στιγμή που οι ίδιοι πλατσουρίζουν στον βυθό*. Η Μπέντλεϋ βρυχήθηκε καθώς ανέβηκε στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου, πήρε τη στροφή στις δυο της ρόδες και βούτηξε ορμητικά σ’ ένα δενδροφυτεμένο δρομάκι. Το μπλε φωτάκι ακολούθησε. Ο Κρόουλυ αναστέναξε, πήρε το ένα χέρι του απ’ το τιμόνι κι έκανε μισογυρίζοντας μια περίπλοκη χειρονομία πάνω απ’ τον ώμο του. Το φωτάκι που αναβόσβηνε χάθηκε στο βάθος καθώς το περιπολικό σταμάτησε σιγά σιγά, προς μεγάλη έκπληξη των επιβατών του. Αυτό όμως δεν ήταν τίποτα μπροστά στην έκπληξη που θα δοκίμαζαν όταν θα άνοιγαν το καπό και θα έβλεπαν σε τι είχε μεταμορφωθεί ο κινητήρας.

Στο νεκροταφείο, ο Χαστούρ, ο ψηλός δαίμονας, πάσαρε το απομεινάρι ενός τσιγάρου στον Λιγκούρ, τον κοντύτερο και πιο ικανό στο παραμόνεμα. «Βλέπω ένα φως», είπε. «Έρχεται το φαντασμένο καθίκι». «Τι είναι αυτό που οδηγεί;» ρώτησε ο Λιγκούρ. «Αυτοκίνητο. Άμαξα χωρίς άλογα», εξήγησε ο Χαστούρ. «Νομίζω πως δεν τα είχαν την τελευταία φορά που ήσουν εδώ. Όχι για όλο τον κόσμο, τουλάχιστον». «Μπροστά πήγαινε κάποιος με μια κόκκινη σημαία», είπε ο Λιγκούρ. «Έχουν προοδεύσει λιγάκι από τότε, θα έλεγα». «Κι αυτός ο Κρόουλυ πώς είναι;» ρώτησε πάλι ο Λιγκούρ. *

Ήταν ειδικά φτιαγμένο για τον Κρόουλυ. Είναι απίστευτα ακριβό να φτιάξεις ένα τσιπάκι ειδικά για σένα, αλλά η τσέπη του το άντεχε. Αυτό το ρολόι έδειχνε την ώρα σε είκοσι πρωτεύουσες του κόσμου και σε μία πρωτεύουσα σε ένα Άλλο Μέρος, όπου η ώρα είναι πάντα η ίδια: Πολύ Αργά. 23


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

Ο Χαστούρ έφτυσε. «Είναι εδώ πάνω πολύ καιρό», είπε. «Απ’ την Αρχή. Αφομοιώθηκε πια, αν θες τη γνώμη μου. Το αμάξι του έχει και τηλέφωνο μέσα». Ο Λιγκούρ το σκέφτηκε αυτό. Όπως κι οι περισσότεροι δαίμονες, η επαφή του με την τεχνολογία ήταν πολύ περιορισμένη, έτσι ετοιμαζόταν να πει κάτι του στυλ «Θα πρέπει να χρειάζεται πολύ καλώδιο ο τύπος», όταν η Μπέντλεϋ σταμάτησε στην πύλη του νεκροταφείου. «Και φοράει και γυαλιά ηλίου», κάγχασε ο Χαστούρ, «ακόμα κι όταν δεν χρειάζεται». Ύψωσε τη φωνή του. «Δόξα στον Σατανά», είπε. «Δόξα στον Σατανά», επανέλαβε ο Λιγκούρ. «Γεια», είπε ο Κρόουλυ νεύοντάς τους. «Συγνώμη που άργησα, ξέρετε τι γίνεται στον Α40 στο Ντέναμ, και μετά πήγα να κόψω προς Τσόρλεϋ Γουντ, και μετά…» «Τώρα που είμαστε όλοι εδώ», είπε με στόμφο ο Χαστούρ, «είναι ώρα για τον απολογισμό των Πράξεων της Ημέρας». «Ναι. Οι Πράξεις», είπε ο Κρόουλυ, με το ελαφρώς ένοχο ύφος κάποιου που έχει χρόνια να πατήσει στην εκκλησία κι έχει ξεχάσει σε ποια σημεία πρέπει να σηκώνεσαι όρθιος. Ο Χαστούρ καθάρισε τον λαιμό του. «Έβαλα σε πειρασμό έναν παπά», είπε. «Καθώς περπατούσε στον δρόμο και είδε τα όμορφα κορίτσια να κάθονται στον ήλιο, έβαλα στο μυαλό του την Αμφιβολία. Θα γινόταν άγιος, αλλά μέσα σε μια δεκαετία θα ’ναι δικός μας». «Καλό», είπε πρόθυμα ο Κρόουλυ. «Εγώ διέφθειρα έναν πολιτικό», είπε ο Λιγκούρ. «Τον άφησα να νομίζει ότι ένα τόσο δα λαδωματάκι δεν βλάπτει. Σ’ ένα χρόνο θα ’ναι δικός μας». Οι δυο τους κοίταξαν με προσμονή τον Κρόουλυ, που τους χαμογέλασε πλατιά. «Ακούστε αυτό, θα σας αρέσει», είπε. Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο πλατύ και συνωμοτικό. «Μπλόκαρα ολόκληρο το ασύρματο τηλεφωνικό δίκτυο στο κέντρο του Λονδίνου για σαράντα πέντε λεπτά, την ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος», είπε. Έπεσε σιωπή. Μόνο το βουητό των αυτοκινήτων ακουγόταν από μακριά. «Ναι;» είπε ο Χαστούρ. «Και μετά;» 24


καλοι οιωνοι

«Κοίτα, δεν ήταν εύκολο», είπε ο Κρόουλυ. «Αυτό είν’ όλο;» είπε ο Λιγκούρ. «Κοιτάξτε να δείτε…» «Και πώς ακριβώς αυτό εξασφαλίζει ψυχές για τον αφέντη μας;» είπε o Χαστούρ. Ο Κρόουλυ κατάφερε να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Τι να τους έλεγε; Πως είκοσι χιλιάδες άνθρωποι βάρεσαν κόκκινο; Πως μπορούσες να ακούσεις αρτηρίες να μπουκώνουν σ’ ολόκληρη την πόλη; Και πως όλοι αυτοί γύρισαν και τα έβαλαν με τη γραμματέα τους ή τον τροχονόμο ή όποιον άλλο βρήκαν μπροστά τους, κι εκείνοι με τη σειρά τους τα έβαλαν με άλλους, και πάει λέγοντας; Με κάθε είδους εκδικητικό και μνησίκακο τρόπο που, εδώ είναι το ωραίο, σκαρφίστηκαν από μόνοι τους. Για όλη την υπόλοιπη μέρα. Οι αλυσιδωτές συνέπειες ήταν ανυπολόγιστες. Δεκάδες χιλιάδες ψυχές κηλιδώθηκαν, σχεδόν χωρίς να κουνήσεις το δαχτυλάκι σου. Αυτό όμως δεν μπορούσες να το πεις σε δαίμονες σαν τον Χαστούρ και τον Λιγκούρ. Μυαλά του δέκατου τέταρτου αιώνα κι οι δυο τους. Χρόνια ολόκληρα ξοδεύουνε για μια ψυχή. Ομολογουμένως, αυτό δείχνει μαστοριά, αλλά στις μέρες μας είσαι αναγκασμένος να σκέφτεσαι διαφορετικά. Να σκέφτεσαι εκτεταμένα, όχι μεγαλεπήβολα. Σ’ έναν κόσμο πέντε δισεκατομμυρίων ανθρώπων, δεν γίνεται να τσιμπάς έναν έναν τον κάθε μασκαρά· πρέπει ν’ απλώνεις τις δυνάμεις σου. Αλλά δαίμονες σαν τον Λιγκούρ και τον Χαστούρ δεν τα καταλαβαίνουν αυτά. Ποτέ δεν θα σκέφτονταν τα τηλεοπτικά κανάλια στην ουαλική γλώσσα, για παράδειγμα. Ή τον ΦΠΑ. Ή το Μάντσεστερ. Ο Κρόουλυ ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με το Μάντσεστερ. «Οι Ιθύνοντες φαίνονται ικανοποιημένοι», είπε τελικά. «Οι καιροί αλλάζουν. Λοιπόν, τι συμβαίνει;» O Χαστούρ έσκυψε πίσω από μια ταφόπλακα. «Αυτό συμβαίνει», είπε. Ο Κρόουλυ κοίταξε το καλάθι. «Ωχ», είπε. «Όχι». «Ναι», είπε ο Χαστούρ μειδιώντας. «Από τώρα;» «Nαι». «Και… ε… εγώ πρέπει να…;» 25


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

«Ναι». Ο Χαστούρ το διασκέδαζε. «Mα γιατί εγώ;» είπε με απόγνωση ο Κρόουλυ. «Με ξέρεις, Χαστούρ, δεν είναι, ξέρεις, η ειδικότητά μου…» «Πώς, ίσα ίσα», είπε ο Χαστούρ. «Ειδικότητά σου. Κομμένο και ραμμένο στα μέτρα σου. Πάρ’ το. Οι καιροί αλλάζουν». «Ναι, αλλάζουν», είπε ο Λιγκούρ χασκογελώντας. «Έρχεται το τέλος τους, σε πρώτη φάση». «Γιατί εγώ;» «Προφανώς χαίρεις μεγάλης εκτίμησης», είπε μοχθηρά ο Χαστούρ. «Για μια ευκαιρία σαν κι αυτή, ο Λιγκούρ από δω θα ’δινε και το δεξί του χέρι ακόμα». «Βέβαια», είπε ο Λιγκούρ. Το δεξί χέρι κάποιου, τουλάχιστον, σκέφτηκε. Τόσα δεξιά χέρια υπάρχουν, γιατί να χαραμίσεις ένα απ’ τα καλά; Από τα βάθη του ρυπαρού του αδιάβροχου, ο Χαστούρ έβγαλε ένα ντοσιέ. «Υπόγραψε. Εδώ», είπε αφήνοντας μια φριχτή παύση ανάμεσα στις λέξεις. Ο Κρόουλυ ψαχούλεψε αφηρημένα στις τσέπες του κι έβγαλε μια πένα. Ήταν πολύ κομψή και είχε μαύρο ματ χρώμα. Φαινόταν τρομερά αεροδυναμική. «Ωραία πένα», είπε ο Λιγκούρ. «Γράφει και κάτω απ’ το νερό», μουρμούρισε ο Κρόουλυ. «Τι άλλο θα σκεφτούν πια;» αναρωτήθηκε ο Λιγκούρ. «Ό,τι και να ’ναι, καλά θα κάνουν να το σκεφτούν γρήγορα», είπε ο Χαστούρ. «Όχι. Όχι Α. Τ. Κρόουλυ. Το πραγματικό σου όνομα». Ο Κρόουλυ έγνεψε πένθιμα και σχεδίασε στο χαρτί μια πολύπλοκη, κυματιστή σφραγίδα που έλαμψε κοκκινωπά για μια στιγμή στο μισοσκόταδο και μετά ξεθώριασε. «Και τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μ’ αυτό;» είπε. «Θα λάβεις οδηγίες». Ο Χαστούρ συνοφρυώθηκε. «Γιατί τέτοια μούτρα, Κρόουλυ; H στιγμή που περιμέναμε τόσους αιώνες πλησιάζει!» «Ναι. Βέβαια», είπε ο Κρόουλυ. Τώρα δεν θύμιζε πολύ την ευλύγιστη μορφή που ξεπήδησε τόσο ευλύγιστα από την Μπέντλεϋ λίγα λεπτά νωρίτερα. Η έκφρασή του είχε κάτι το εξουθενωμένο. «Η στιγμή του αιώνιου θριάμβου μας περιμένει!» 26


καλοι οιωνοι

«Αιώνιου. Ναι», είπε ο Κρόουλυ. «Κι εσύ είσαι το όργανο αυτού του ένδοξου πεπρωμένου!» «Όργανο. Ναι», μουρμούρισε ο Κρόουλυ. Σήκωσε το καλάθι σαν να ήταν έτοιμο να εκραγεί. Πράγμα το οποίο, κατά κάποιο τρόπο, θα γινόταν σύντομα. «Εμ. Ωραία», είπε. «Εγώ να πηγαίνω, λοιπόν. Έτσι; Να τελειώνουμε. Όχι πως βιάζομαι να τελειώνουμε», πρόσθεσε αμέσως, γνωρίζοντας τι θα μπορούσε να συμβεί αν ο Χαστούρ έδινε δυσμενή αναφορά. «Αλλά με ξέρετε. Πάντα πρόθυμος». Οι πρεσβύτεροι δαίμονες δεν είπαν τίποτα. «Λοιπόν, να πηγαίνω εγώ», ψέλλισε ο Κρόουλυ. «Τα λέμε παιδιά, ε… τα λέμε. Ωραία. Τσάο». Καθώς η Μπέντλεϋ γλίστρησε στο σκοτάδι, ο Λιγκούρ ρώτησε «Tι θα πει αυτό;» «Ιταλικά είναι», είπε ο Χαστούρ. «Σημαίνει “φαγητό”, νομίζω». «Περίεργο να πει τέτοιο πράγμα». Ο Λιγκούρ κοίταξε τα φώτα του αυτοκινήτου που απομακρύνονταν. «Τον εμπιστεύεσαι;» είπε. «Όχι», είπε ο Χαστούρ. «Σωστά», είπε ο Λιγκούρ. Τι αλλόκοτος που θα ’ταν ο κόσμος, σκέφτηκε, αν οι δαίμονες άρχιζαν να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον.

μες στη νύχτα κάπου στα δυτικά του Άμερσαμ, ο Κρόουλυ έπιασε μια κασέτα στην τύχη και πάλεψε να τη βγάλει απ’ την εύθραυστη πλαστική θήκη της χωρίς να βγει από τον δρόμο. Στο φως των προβολέων ενός αυτοκινήτου από το αντίθετο ρεύμα είδε πως σύμφωνα με την ετικέτα ήταν οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Λίγη απαλή μουσική, αυτό ακριβώς χρειαζόταν. Την έβαλε στο κασετόφωνο. «Σκατάσκατάσκατά. Γιατί τώρα; Γιατί εγώ;» μουρμούρισε καθώς τον περιέλουσαν τα γνώριμα ακόρντα των Queen. Και ξάφνου, ο Φρέντι Μέρκιουρι του μίλησε: ΓΙΑΤΙ ΣΟΥ ΑΞΙΖΕΙ, ΚΡΟΟΥΛΥ. Ο Κρόουλυ ευχήθηκε μέσα απ’ τα δόντια του. Τα ηλεκτρονικά συστήματα σαν μέσο επικοινωνίας ήταν δική του ιδέα, και περιέργως το είχαν δεχτεί από Κάτω, αλλά ως συνήθως το κατάλαβαν τελείως

Επιταχύνοντας

27


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

στραβά. Είχε την ελπίδα πως θα πείθονταν να γίνουν συνδρομητές στην Τηλεφωνική Εταιρεία, αλλά αυτοί απλώς παρεμβάλλονταν σ’ ό,τι τύχαινε να ακούει εκείνη τη στιγμή και το παραμόρφωναν. Ο Κρόουλυ ξεροκατάπιε. «Ευχαριστώ πολύ, άρχοντα», είπε. ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΠΟΛΥ Σ’ ΕΣΕΝΑ, ΚΡΟΟΥΛΥ. «Ευχαριστώ, άρχοντα». ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ, ΚΡΟΟΥΛΥ. «Το ξέρω, το ξέρω». ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΛΛΑ, ΚΡΟΟΥΛΥ. «Άσ’ το πάνω μου, άρχοντα». ΑΥΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΚΡΟΟΥΛΥ. ΚΑΙ ΑΝ ΚΑΤΙ ΠΑΕΙ ΣΤΡΑΒΑ, ΟΣΟΙ ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΘΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΑΚΡΙΒΑ. ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΕΣΥ, ΚΡΟΟΥΛΥ. ΕΙΔΙΚΑ ΕΣΥ. «Κατανοητό, άρχοντα». ΟΡΙΣΤΕ ΟΙ ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΟΥ, ΚΡΟΟΥΛΥ. Κι αμέσως ήξερε. Το μισούσε αυτό. Μπορούσαν πολύ απλά να του τα πουν, δεν ήταν ανάγκη να του πετάνε παγερή γνώση κατευθείαν μες στο μυαλό. Έπρεπε να πάει σ’ ένα συγκεκριμένο νοσοκομείο. «Κανένα πρόβλημα, άρχοντα, θα είμαι εκεί σε πέντε λεπτά». ΚΑΛΩΣ. I see a little silhouetto of a man scaramouche scaramouche will you do the fandango… O Κρόουλυ χτύπησε με δύναμη τα χέρια του στο τιμόνι. Όλα του πήγαιναν τόσο καλά αυτούς τους τελευταίους αιώνες, όλα στο τσεπάκι του τα είχε. Αλλά έτσι είναι, νομίζεις πως βρίσκεσαι στην κορυφή του κόσμου, κι από το πουθενά σου πετάνε τον Αρμαγεδδώνα. Ο Μεγάλος Πόλεμος, η Έσχατη Μάχη. Ουρανός εναντίον Κόλασης, τρεις γύροι, μια Πτώση, καμία συνθηκολόγηση. Κι αυτό ήταν. Κόσμος γιοκ. Αυτό σημαίνει συντέλεια του κόσμου. Κόσμος γιοκ. Μόνο αιώνιος Παράδεισος ή, αναλόγως τον νικητή, αιώνια Κόλαση. Ο Κρόουλυ δεν ήξερε ποιο ήταν χειρότερο. Φυσικά, η Κόλαση είναι χειρότερη εξ ορισμού. Θυμόταν όμως και τον Παράδεισο πώς ήταν, και τα κοινά του με την Κόλαση δεν ήταν λίγα. Πρώτα απ’ όλα, πουθενά δεν μπορούσες να πιεις ένα ποτό της προκοπής. Και η βαρεμάρα του Παράδεισου συναγωνίζεται σε ασχήμια την αιώνια φασαρία της Κόλασης. 28


καλοι οιωνοι

Τρόπος διαφυγής δεν υπήρχε, όμως. Δεν γίνεται να ’σαι δαίμονας και να ’χεις ελεύθερη βούληση. …I will not let you go (let him go)… Τουλάχιστον το πράγμα δεν ήταν για φέτος. Θα είχε χρόνο να κάνει κάποια πράγματα. Να ξεφορτωθεί τις μακροπρόθεσμες μετοχές του, για αρχή. Αναρωτήθηκε τι θα συνέβαινε αν σταματούσε το αυτοκίνητο επιτόπου, σ’ αυτόν τον άδειο, σκοτεινό και νοτισμένο δρόμο, άρπαζε το καλάθι, το στριφογύριζε και μετά το άφηνε και… Σίγουρα κάτι φριχτό, αυτό θα συνέβαινε. Ήταν άγγελος κάποτε. Δεν το ’θελε να Εκπέσει. Απλώς έκανε παρέα με τα λάθος άτομα. Η Μπέντλεϋ έτρεχε ορμητικά μέσα στο σκοτάδι, με την ένδειξη της βενζίνης στο μηδέν. Έδειχνε το μηδέν για πάνω από εξήντα χρόνια τώρα. Δεν είναι και τόσο άσχημα να είσαι δαίμονας. Δεν χρειάζεται να αγοράζεις βενζίνη, για παράδειγμα. Η μόνη φορά που ο Κρόουλυ έβαλε βενζίνη ήταν το 1967, για να πάρει εκείνα τα αυτοκόλλητα για το παρμπρίζ, με τις τρύπες από σφαίρες, που διαφήμιζαν την ταινία του Τζέιμς Μποντ και του ψιλοάρεσαν τότε. Στο πίσω κάθισμα, το πραγματάκι μέσα στο καλάθι άρχισε να κλαίει· η στριγκλιά αντιαεροπορικής σειρήνας των νεογέννητων. Υψίσυχνη. Άναρθρη. Και αρχέγονη.

Ωραία κλινική, σκεφτόταν ο κύριος Γιανγκ. Θα ήταν και ήσυχη, αν δεν υπήρχαν οι καλόγριες. Τις συμπαθούσε τις καλόγριες. Όχι πως ήταν κανένας, ξέρεις, παπικός ή κάτι τέτοιο, όχι. Απλώς, όταν έπρεπε να αποφύγει να πάει στην εκκλησία, η εκκλησία που απέφευγε ήταν η Αγία Καικιλία, μια σοβαρή αγγλικανική εκκλησία, και δεν θα ονειρευόταν ποτέ να αποφύγει καμιά άλλη. Όλες οι υπόλοιπες, εξάλλου, μύριζαν λάθος — οι Κάτω εκκλησίες μύριζαν βερνίκι για πατώματα, και το θυμίαμα στις Άνω εκκλησίες του φαινόταν κάπως ύποπτο. Βαθιά στη δερμάτινη πολυθρόνα της ψυχής του, ο κύριος Γιανγκ ήξερε πως ο Θεός ένιωθε αμήχανα με κάτι τέτοια. Του άρεσε όμως να βλέπει καλόγριες γύρω του, με τον ίδιο τρόπο

29


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

που του άρεσε να βλέπει τον Στρατό της Σωτηρίας. Σ’ έκαναν να νιώθεις πως όλα είναι εντάξει, πως κάποιοι, κάπου, συγκρατούν ακόμα τη γη στον άξονά της. Αυτή ωστόσο ήταν η πρώτη του επαφή με το Φλύαρο Τάγμα της Αγίας Μπέριλ*. Η Ντίρντρε τις είχε συναντήσει σε κάποια από τις αποστολές της, πιθανώς σ’ εκείνη με τους απαίσιους λατινοαμερικάνους που πολεμούσαν άλλους απαίσιους λατινοαμερικάνους, και τους παπάδες μες στη μέση να τους σιγοντάρουν αντί να ασχολούνται με αμιγώς παπαδίστικες έγνοιες όπως, ας πούμε, την οργάνωση του συνεργείου καθαρισμού της εκκλησίας τους. Το θέμα είναι ότι κανονικά οι καλόγριες θα έπρεπε να είναι σιωπηλές. Είχαν το σωστό σχήμα, σαν εκείνα τα κωνικά πράγματα που βάζουν για ηχητική μόνωση στα δωμάτια που δοκιμάζεις το στερεοφωνικό σου. Αυτές όμως δεν έβαζαν γλώσσα μέσα τους. Γέμισε καπνό την πίπα του —καπνό το λένε, αλλά δεν είναι καπνός αυτό, δεν είναι ο καπνός που ήταν κάποτε— και αναρωτήθηκε *

Η Αγία Μπέριλ Αρτικουλάτους της Κρακοβίας λέγεται ότι μαρτύρησε στα μέσα του πέμπτου αιώνα. Σύμφωνα με τον θρύλο, η Μπέριλ ήταν μια νεαρή κοπέλα που μνηστεύθηκε παρά τη θέλησή της έναν ειδωλολάτρη, τον πρίγκιπα Κάσιμιρ. Την πρώτη νύχτα του γάμου τους παρακάλεσε τον Θεό να παρέμβει, έχοντας την αόριστη προσδοκία πως θα εμφανιζόταν ίσως εκ θαύματος κάποια γενειάδα — μάλιστα, γι’ αυτό το ενδεχόμενο, είχε καβατζώσει ήδη ένα μικρό ξυράφι με φιλντισένια λαβή κατάλληλο για κυρίες· αντ’ αυτού, ο Θεός χάρισε στην Μπέριλ τη θαυματουργή ικανότητα να φλυαρεί ακατάπαυστα για οτιδήποτε της κατέβαινε στο κεφάλι, όσο ασήμαντο κι αν ήταν αυτό, χωρίς να σταματά να πάρει ανάσα ή να φάει. Σύμφωνα με μία εκδοχή του θρύλου, την Μπέριλ τη στραγγάλισε ο πρίγκιπας Κάσιμιρ τρεις βδομάδες μετά τον γάμο τους, ο οποίος έμεινε ανολοκλήρωτος. Μαρτύρησε παρθένα, φλυαρώντας ώς το τέλος. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή του θρύλου, ο Κάσιμιρ αγόρασε ωτοασπίδες, και η Μπέριλ πέθανε στο κρεβάτι της, μαζί του, σε ηλικία εξήντα δύο ετών. Το Φλύαρο Τάγμα της Αγίας Μπέριλ έχει ορκιστεί να μιμείται συνεχώς την Αγία Μπέριλ, με εξαίρεση ένα μισάωρο το απόγευμα της Πέμπτης, όταν οι καλόγριες επιτρέπεται να το βουλώσουν και, αν το επιθυμούν, να παίξουν πινγκ-πονγκ. 30


καλοι οιωνοι

τι γίνεται άραγε έτσι και ρωτήσεις μια καλόγρια πού είναι οι αντρικές τουαλέτες. Μπορεί ο Πάπας να σου στέλνει καμιά αυστηρή επίπληξη ή κάτι τέτοιο. Άλλαξε στάση αδέξια και κοίταξε το ρολόι του. Όλα κι όλα, όμως. Στο θέμα της παρουσίας του στη γέννα οι καλόγριες είχαν πατήσει πόδι. Κι ας ήταν η Ντίρντρε κάθετη. Είχε αρχίσει πάλι τα διαβάσματα. Στο δεύτερο παιδί τής καρφώνεται ξαφνικά στο μυαλό πως ο τοκετός είναι η πιο χαρούμενη και δυνατή εμπειρία που μπορούν να μοιραστούν δυο άνθρωποι. Αυτά παθαίνεις όταν την αφήνεις να παραγγέλνει τις δικές της εφημερίδες. Ο κύριος Γιανγκ δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στις εφημερίδες που έχουν ένθετα με τίτλους όπως «Lifestyle» και «Επιλογές». Όχι πως είχε τίποτα εναντίον των χαρούμενων και δυνατών εμπειριών που μοιράζονται οι άνθρωποι, κάθε άλλο, ο κόσμος μάλλον τις έχει ανάγκη αυτές τις εμπειρίες. Κατέστησε όμως σαφές στη γυναίκα του πως αυτή ήταν μια εμπειρία που μπορούσε κάλλιστα να τη μοιραστεί μόνη της. Οι καλόγριες είχαν συμφωνήσει. Δεν έβλεπαν κανένα λόγο να συμμετέχει ο πατέρας στη διαδικασία. Αν το καλοσκεφτείς, αναλογίστηκε ο κύριος Γιανγκ, αυτές πιθανότατα δεν βλέπουν κανένα λόγο να συμμετέχει ο πατέρας οπουδήποτε. Πίεσε με το δάχτυλο τον υποτιθέμενο καπνό μες στην πίπα του και κοίταξε την επιγραφή στον τοίχο του διαδρόμου που του συνιστούσε, για το καλό της υγείας του, να μην καπνίσει. Αποφάσισε, για το καλό της αξιοπρέπειάς του, να βγει και να καθίσει στο προαύλιο. Αν υπήρχαν και τίποτα απόμεροι θάμνοι εκεί έξω, για το καλό της κύστης του, τόσο το καλύτερο. Περιπλανήθηκε στους άδειους διαδρόμους ώσπου βρήκε μια πόρτα που έβγαζε σε μια αυλή υγρή από τη βροχή, γεμάτη κάδους σκουπιδιών. Αναρρίγησε και σκέπασε με τις χούφτες του την πίπα για να την ανάψει. Οι γυναίκες το παθαίνουν αυτό σε μια ορισμένη ηλικία. Μετά από είκοσι πέντε άμεμπτα χρόνια γάμου, τους τη βαράει στα καλά καθούμενα κι αρχίζουν να κάνουν κάτι ρομποτικές ασκήσεις φορώντας ροζ καλτσάκια χωρίς πέλματα και να σε κατηγορούν γιατί δεν χρειάστηκε να δουλέψουν ποτέ στη ζωή τους. Φταίνε οι ορμόνες, ή κάτι παρόμοιο. 31


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

Φρενάροντας απότομα, ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα στους κάδους σκουπιδιών. Ένας νεαρός άντρας με μαύρα γυαλιά βγήκε στο ψιλόβροχο. Κρατούσε κάτι που έμοιαζε με πορτμπεμπέ και σύρθηκε σβέλτα προς την είσοδο. Ο κύριος Γιανγκ έβγαλε την πίπα από το στόμα του. «Ξεχάσατε τα φώτα σας αναμμένα», είπε φιλικά. Ο άντρας τον κοίταξε με το κενό βλέμμα κάποιου που τα φώτα είναι το τελευταίο πράγμα που τον απασχολεί κι έκανε μια αόριστη χειρονομία προς την Μπέντλεϋ. Τα φώτα έσβησαν. «Πολύ βολικό αυτό», είπε ο κύριος Γιανγκ. «Υπέρυθρες;» Με κάποια έκπληξη παρατήρησε πως ο άντρας δεν έδειχνε βρεγμένος. Και ότι το πορτ-μπεμπέ μάλλον δεν ήταν άδειο. «Άρχισε ή ακόμα;» ρώτησε ο άντρας. Ο κύριος Γιανγκ ένιωσε ελαφρώς περήφανος που έδινε τόσο άμεσα την εντύπωση του πατέρα. «Ναι», είπε. «Εμένα μ’ έβγαλαν έξω», πρόσθεσε με ανακούφιση. «Από τώρα; Ξέρουμε πόσο έχουμε ακόμα;» O κύριος Γιανγκ το πρόσεξε αυτό το έχουμε. Υπάρχουν και γιατροί με γονικές ευαισθησίες, όπως φαίνεται. «Νομίζω πως… ε… προχωράμε», είπε ο κύριος Γιανγκ. «Σε ποιο δωμάτιο είναι;» ρώτησε βιαστικά ο άντρας. «Στην Αίθουσα Τρία είμαστε», είπε ο κύριος Γιανγκ. Έψαξε στις τσέπες του και βρήκε το τσαλακωμένο πακέτο που, σύμφωνα με την παράδοση, είχε μαζί του. «Θα θέλατε ένα πούρο για τη χαρμόσυνη περίσταση;» είπε. Αλλά ο άντρας είχε φύγει. Ο κύριος Γιανγκ έβαλε προσεκτικά το πακέτο στην τσέπη του και κοίταξε συλλογισμένος την πίπα του. Πάντα βιαστικοί αυτοί οι γιατροί. Οποιαδήποτε ώρα, να προσφέρουν εκεί που τους έταξε ο Θεός.

Υπάρχει ένα κόλπο που γίνεται μ’ ένα μπιζέλι και τρία φλιτζάνια,

που είναι πολύ δύσκολο να το παρακολουθήσεις. Κάτι παρόμοιο, αλλά με στοίχημα μεγαλύτερο από μια χούφτα κέρματα, πρόκειται να γίνει τώρα. 32


καλοι οιωνοι

Η αφήγηση θα επιβραδύνει ώστε να γίνει αντιληπτό το ταχυδακτυλουργικό κόλπο. Η κυρία Ντίρντρε Γιανγκ γεννάει στην Αίθουσα Τοκετού Τρία. Θα κάνει ένα χρυσόμαλλο αγοράκι, που θα το ονομάσουμε Μωρό Α. Η σύζυγος του αμερικανού διπλωματικού ακόλουθου, η κυρία Χάριετ Ντάουλινγκ, γεννάει στην Αίθουσα Τοκετού Τέσσερα. Θα κάνει ένα επίσης χρυσόμαλλο αγοράκι, που θα το ονομάσουμε Μωρό Β. Η αδελφή Μαίρη Πολύλογα είναι μια πιστή σατανίστρια από την ημέρα που γεννήθηκε. Φοίτησε σε Σαββατική Σχολή, όπου διακρίθηκε στην καλλιγραφία και τη σπλαχνοσκοπία, κερδίζοντας άφθονα μαύρα αστεράκια. Όταν της πρότειναν να καταταγεί στο Φλύαρο Τάγμα, δέχτηκε υπάκουα, όντας άλλωστε φυσικό ταλέντο στον συγκεκριμένο τομέα και, σε κάθε περίπτωση, γνωρίζοντας πως θα βρίσκεται ανάμεσα σε πρόσωπα φιλικά. Αν μάλιστα καλλιεργούσε τις ικανότητές της, θα μπορούσε να διακριθεί και για την εξυπνάδα της. Από καιρό όμως είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως το να είσαι ελαφρόμυαλη, όπως το έθετε, σου εξασφαλίζει ένα πιο άνετο ταξίδι στη ζωή. Για την ώρα, μόλις της είχαν δώσει ένα χρυσόμαλλο αγοράκι, το οποίο θα ονομάσουμε Αντίχριστο, Φονιά των Βασιλέων, Άγγελο της Αβύσσου, Μέγα Θηρίο, γνωστό και ως Δράκοντα, Πρίγκιπα του Κόσμου Τούτου, Πατέρα του Ψεύδους, Σπόρο του Σατανά και Άρχοντα του Σκότους. Προσέξτε καλά. Όλα αρχίζουν και γυρίζουν… «Αυτός είναι;» ρώτησε η αδελφή Μαίρη κοιτάζοντας το μωρό. «Κι εγώ που περίμενα μυστήρια μάτια. Κόκκινα, ή πράσινα. Και μικρά πατουσάκια σαν οπλές. Ή μια μικρή ουρίτσα». Τον περιεργαζόταν ενώ μιλούσε. Ούτε κέρατα είχε. Ο γιος του Διαβόλου φαινόταν ανησυχητικά φυσιολογικός. «Ναι, αυτός είναι», είπε ο Κρόουλυ. «Για φαντάσου», είπε η αδελφή Μαίρη. «Κρατάω στα χέρια μου τον ίδιο τον Αντίχριστο. Και κάνω μπανάκι τον Αντίχριστο. Και μετράω τα μικρά του δαχτυλάκια…» Τώρα μιλούσε απευθείας στο μωρό, χαμένη σ’ έναν δικό της κόσμο. Ο Κρόουλυ κούνησε το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό της. «Αδελφή Μαίρη; Ναι; Αδελφή Μαίρη, μ’ ακούς;» «A, με συγχωρείτε. Σκέτη γλύκα είναι, πάντως. Στον μπαμπά του 33


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

μοιάζει; Πάω στοίχημα ότι του μοιάζει. Στον μπαμπακούλη του μοιάζει, μωρέ…;» «Όχι», είπε ξερά ο Κρόουλυ. «Και τώρα, αν ήμουν στη θέση σου, θα τον πήγαινα μέσα, στους θαλάμους». «Λέτε να με θυμάται όταν μεγαλώσει;» ρώτησε με καημό η αδελφή Μαίρη προχωρώντας με αργά βήματα στον διάδρομο. «Να προσεύχεσαι για το αντίθετο», είπε ο Κρόουλυ, κι έγινε καπνός. Η αδελφή Μαίρη προχώρησε στον διάδρομο με τον Αντίχριστο, Φονιά των Βασιλέων, Άγγελο της Αβύσσου, Μέγα Θηρίο, γνωστό και ως Δράκοντα, Πρίγκιπα του Κόσμου Τούτου, Πατέρα του Ψεύδους, Σπόρο του Σατανά και Άρχοντα του Σκότους στην αγκαλιά της. Βρήκε ένα καροτσάκι και τον ξάπλωσε μέσα. Τον γαργάλησε, κι εκείνος σαν να γουργούρισε. Ένα σεβάσμιο κεφάλι εμφανίστηκε από μια πόρτα. «Αδελφή Μαίρη, τι κάνεις εδώ;» είπε. «Δεν θα έπρεπε να είσαι στην Αίθουσα Τέσσερα;» «O αφέντης Κρόουλυ είπε…» «Πήγαινε από κει, καλή μου. Τον σύζυγο τον είδες πουθενά; Δεν είναι στην αίθουσα αναμονής». «Μόνο τον αφέντη Κρόουλυ είδα, και μου είπε…» «Το ξέρω, το ξέρω», είπε ξερά η αδελφή Χάρις Ευφραδή. «Εγώ πάω να βρω αυτόν τον δύστυχο. Εσύ μπες στο δωμάτιο και πρόσεχέ την, εντάξει; Είναι λίγο ζαβλακωμένη, αλλά το μωρό είναι μια χαρά». Η αδελφή Χάρις σταμάτησε. «Γιατί ανοιγοκλείνεις έτσι το μάτι σου; Έχεις κάτι;» «Ξέρεις!» σφύριξε με νόημα η αδελφή Μαίρη. «Τα μωρά. Η ανταλλαγή…» «Ναι, ναι. Όλα στην ώρα τους. Μην αφήνουμε όμως τον πατέρα να τριγυρνάει έτσι, ε;» είπε η αδελφή Χάρις. «Δεν ξέρεις τι μπορεί να δει. Οπότε εσύ περίμενε εδώ και πρόσεχε το μωρό, ναι, καλή μου;» Προχώρησε στο βάθος του γυαλισμένου διαδρόμου. Η αδελφή Μαίρη μπήκε στην αίθουσα τοκετού σπρώχνοντας το καρότσι. Η κυρία Γιανγκ ήταν κάτι παραπάνω από ζαβλακωμένη. Είχε αποκοιμηθεί αμέσως, με την έκφραση αποφασιστικής ικανοποίησης που παίρνει κάποιος όταν ξέρει ότι, για μια φορά τουλάχιστον, τα τρεχάματα θα τα αναλάβουν κάποιοι άλλοι. Δίπλα της κοιμόταν 34


καλοι οιωνοι

το Μωρό Α. Ήταν ζυγισμένο και είχε μια καρτούλα με το όνομά του πάνω. Η αδελφή Μαίρη, που είχε μάθει να είναι χρήσιμη, έβγαλε την καρτούλα, την αντέγραψε και καρφίτσωσε το αντίγραφο στο άλλο μωρό. Τα δυο τους φαίνονταν ίδια. Ήταν μικρούλικα, γεμάτα κοκκινίλες κι έφερναν κάπως, αν και όχι πάρα πολύ, στον Ουίνστον Τσόρτσιλ. Και τώρα, σκέφτηκε η αδελφή Μαίρη, ευχαρίστως θα έπινα ένα φλιτζάνι τσάι. Οι περισσότερες στη μονή ήταν σατανίστριες της παλιάς σχολής, σαν τους γονείς και τους παππούδες τους. Μ’ αυτές τις αρχές είχαν μεγαλώσει και, αν το καλοσκεφτόσουν, δεν ήταν ιδιαίτερα κακές. Οι περισσότεροι άνθρωποι, άλλωστε, δεν είναι κακοί. Παρασύρονται απλώς από νέες ιδέες, όπως για παράδειγμα το να φοράς ψηλές στρατιωτικές μπότες και να πυροβολείς ανθρώπους, ή να φοράς άσπρα σεντόνια και να λιντσάρεις ανθρώπους, ή να φοράς ξεβαμμένα τζην και να παίζεις κιθάρα στους ανθρώπους. Δώσε στους ανθρώπους ένα καινούριο πιστεύω μαζί με την κατάλληλη αμφίεση, κι οι καρδιές και τα μυαλά τους θ’ ακολουθήσουν. Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι πως το να σε αναθρέφουν σύμφωνα με τις σατανιστικές αρχές χάνει ένα μέρος από την αίγλη του. Πλέον είναι κάτι που το κάνεις τα σαββατόβραδα· τον υπόλοιπο καιρό ζεις απλώς τη ζωή σου όσο καλύτερα μπορείς, όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι. Η αδελφή Μαίρη, εξάλλου, ήταν νοσοκόμα, και οι νοσοκόμες, σε ό,τι κι αν πιστεύουν, πριν και πάνω απ’ όλα είναι νοσοκόμες, πράγμα που απαιτεί να φοράς το ρολόι σου ανάποδα, να μένεις ψύχραιμη σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και να ψοφάς για ένα φλιτζάνι τσάι. Έλπιζε να εμφανιστεί κάποιος σύντομα· τα δύσκολα είχαν περάσει, και τώρα αποζητούσε το τσάι της. Κάτι που ίσως συμβάλλει στην κατανόηση των ανθρώπινων σχέσεων είναι το γεγονός πως οι μεγαλύτεροι θρίαμβοι και οι μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν προκαλούνται από ανθρώπους που είναι κατά βάση καλοί ή κακοί, αλλά από ανθρώπους που είναι κατά βάση άνθρωποι. Στην πόρτα ακούστηκε ένα χτύπημα. Η αδελφή Μαίρη άνοιξε. «Τι έγινε, γεννήθηκε;» ρώτησε ο κύριος Γιανγκ. «Είμαι ο πατέρας. Ο σύζυγος. Και τα δύο, δηλαδή». H αδελφή Μαίρη περίμενε ότι ο αμερικανός διπλωματικός ακό35


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

λουθος θα έμοιαζε στον Μπλέικ Κάριγκτον ή στον Τζέι Αρ Γιούιν*. Ο κύριος Γιανγκ δεν έμοιαζε με κανέναν από τους Αμερικανούς που είχε δει στην τηλεόραση, με εξαίρεση ίσως τον καλόκαρδο επιθεωρητή στις αστυνομικές σειρές ποιότητας**. Απογοητεύτηκε λίγο. Ούτε η ζακέτα του της έλεγε πολλά. «Ω, ναι, βέβαια», του είπε καταπίνοντας την απογοήτευσή της. «Συγχαρητήρια. Τη γυναίκα σας την πήρε ο ύπνος, την καημενούλα». Ο κύριος Γιανγκ κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της. «Δίδυμα;» αναφώνησε. Έκανε να πιάσει την πίπα του. Την άφησε. Μετά την ξανάπιασε. «Δίδυμα; Κανείς δεν μίλησε για δίδυμα». «Όχι, όχι!» είπε με φούρια η αδελφή Μαίρη. «Αυτό είναι το δικό σας. Το άλλο είναι, ε… είναι κάποιου άλλου. Απλώς το προσέχω μέχρι να επιστρέψει η αδελφή Χάρις. Όχι», επανέλαβε, δείχνοντας τον Αντίχριστο, Φονιά των Βασιλέων, Άγγελο της Αβύσσου, Μέγα Θηρίο, γνωστό και ως Δράκοντα, Πρίγκιπα του Κόσμου Τούτου, Πατέρα του Ψεύδους, Σπόρο του Σατανά και Άρχοντα του Σκότους, «αυτό εδώ είναι το δικό σας. Σίγουρα. Απ’ την κορυφή ώς τις… ε… τα νυχάκια του», πρόσθεσε βιαστικά. Ο κύριος Γιανγκ κοίταξε το μωρό εξεταστικά. «Ναι», είπε διστακτικά. «Αυτός μάλλον πήρε απ’ το δικό μου σόι. Όλα… ε… τα έχει εντάξει, έτσι;» «Ναι, βέβαια», είπε η αδελφή Μαίρη. «Είναι ένα φυσιολογικό παιδάκι», πρόσθεσε. «Πολύ, πολύ φυσιολογικό». Ακολούθησε μια παύση. Οι δυο τους έμειναν να κοιτάζουν το μωρό που κοιμόταν. «Δεν έχετε πολύ έντονη προφορά», είπε η αδελφή Μαίρη. «Είστε καιρό εδώ;» «Δέκα χρόνια περίπου», είπε ο κύριος Γιανγκ λιγάκι σαστισμένος. «Μεταφέρθηκε η δουλειά, βλέπετε, μεταφέρθηκα κι εγώ». «Πρέπει να είναι πολύ συναρπαστική η δουλειά σας, πάντα το πίστευα αυτό», είπε η αδελφή Μαίρη. Ο κύριος Γιανγκ πήρε μια έκ ΣτΜ: Χαρακτήρες από τις γνωστές αμερικανικές σαπουνόπερες της δεκαετίας του ’80 Δυναστεία και Ντάλας. ** Όπου ντετέκτιβ είναι μια γριούλα και δεν γίνονται κυνηγητά με τα αυτοκίνητα, εκτός κι αν δεν τρέχουν πολύ. *

36


καλοι οιωνοι

φραση ικανοποίησης. Δεν είναι πολλοί αυτοί που εκτιμούν τις συναρπαστικές διαστάσεις της λογιστικής. «Φαντάζομαι πως ήταν πολύ διαφορετικά εκεί που ήσασταν πριν», συνέχισε η αδελφή Μαίρη. «Υποθέτω πως ναι», είπε ο κύριος Γιανγκ, που δεν το είχε σκεφτεί ποτέ ώς τότε. Το Λούτον, απ’ όσο θυμόταν, έμοιαζε αρκετά με το Τάντφιλντ. Ίδιοι φράχτες στα σπίτια και στο σταθμό του τραίνου, ίδιοι άνθρωποι… «Πιο ψηλά κτίρια, ας πούμε», είπε σχεδόν απεγνωσμένα η αδελφή Μαίρη. Ο κύριος Γιανγκ την κοίταξε. Το μόνο ψηλό κτίριο που θυμόταν ήταν τα γραφεία της τράπεζας Αλάιανς & Λέστερ. «Και θα πηγαίνετε και σε πολλά γκάρντεν πάρτι, φαντάζομαι», είπε η καλόγρια. Α, τώρα βρισκόταν στο στοιχείο του. Η Ντίρντρε ήταν μανούλα σε κάτι τέτοια. «Ναι, πολλά», είπε με ζέση. «Η Ντίρντρε φτιάχνει τις μαρμελάδες, κι εγώ συνήθως βοηθάω στις άχρηστες πολυτέλειες, τον λευκό ελέφαντα*, που λένε». Η αδελφή Μαίρη πρώτη φορά άκουγε για το συγκεκριμένο έθιμο των ανακτόρων, αν και, ομολογουμένως, το παχύδερμο ταίριαζε άψογα. «Θα ’ναι κάτι σαν φόρος τιμής, φαντάζομαι», είπε. «Έχω ακούσει ότι οι ξένοι επίσημοι φέρνουν διάφορα δώρα στη βασίλισσα». «Ορίστε;» «Είμαι μεγάλη φαν της βασιλικής οικογένειας, ξέρετε». «Α, κι εγώ το ίδιο», είπε ο κύριος Γιανγκ πηδώντας με ανακούφιση στο νέο κομμάτι πάγου που βρέθηκε να επιπλέει σ’ αυτόν τον χείμαρρο συνειρμών. Ναι, τουλάχιστον με τη βασιλική οικογένεια *

ΣτΜ: Ένα αντικείμενο μεγάλης σχετικά αξίας αλλά ελάχιστης χρησιμότητας, που κοστίζει πολύ η συντήρησή του. Λέγεται ότι ο βασιλιάς του Σιάμ δώριζε αλμπίνους ελέφαντες στους αυλικούς που δεν χώνευε, για να καταστραφούν οικονομικά από το κόστος συντήρησής τους. Πιο πρόσφατα, ο «λευκός ελέφαντας» είναι ένα παιχνίδι που συνηθίζεται σε κάποιες φιλικές συγκεντρώσεις, κατά το οποίο γίνεται μια τυχαία ανταλλαγή άχρηστων και συνήθως αστείων αντικειμένων. 37


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

ξέρεις πού βρίσκεσαι. Με τους κανονικούς, φυσικά, αυτούς που πηγαίνουν σε εγκαίνια και χαιρετάνε τον κόσμο και κόβουν κορδέλες. Όχι μ’ αυτούς που ξενυχτάνε στις ντίσκο και ξερνάνε πάνω στους παπαράτσι*. «Χαίρομαι», είπε η αδελφή Μαίρη. «Νόμιζα ότι εσείς δεν τους πολυγουστάρατε, με όλη αυτή την επανάσταση και τα σερβίτσια του τσαγιού στο ποτάμι». Συνέχισε να φλυαρεί, σύμφωνα με τις αρχές του Τάγματος, που όριζαν ότι τα μέλη του πρέπει να λένε πάντα ό,τι έρχεται στο μυαλό τους. Ο κύριος Γιανγκ ήταν έξω από τα νερά του, αλλά και πολύ κουρασμένος για να ενοχληθεί ιδιαίτερα. Προφανώς η μοναστική ζωή κάνει τους ανθρώπους λιγάκι περίεργους. Ευχόταν να ξυπνήσει η κυρία Γιανγκ, όταν μια λέξη μέσα στη φλυαρία της αδελφής χτύπησε μια ευαίσθητη χορδή στο μυαλό του. «Υπάρχει μήπως περίπτωση, να μπορούσα ίσως να έχω ένα φλιτζάνι τσάι;» πήρε το θάρρος. «Πω-πω», έκανε η αδελφή Μαίρη φέρνοντας το χέρι στο στόμα της, «μα τι μ’ έχει πιάσει τόση ώρα;» O κύριος Γιανγκ δεν το σχολίασε. «Θα το φροντίσω αμέσως», είπε εκείνη. «Μήπως θέλετε καφέ; Έχει ένα απ’ αυτά τα αυτόματα μηχανήματα στον πάνω όροφο». «Τσάι, ευχαριστώ», είπε ο κύριος Γιανγκ. «Α, μα εσείς έχετε γίνει τελείως δικός μας», είπε εύθυμα η αδελφή Μαίρη βγαίνοντας με φόρα έξω. Ο κύριος Γιανγκ, μόνος με μια κοιμισμένη σύζυγο και δύο κοιμισμένα μωρά, σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Ναι, μάλλον έφταιγαν οι αγρύπνιες και οι γονυκλισίες. Καλοί άνθρωποι, βέβαια, αλλά δεν είχαν εντελώς σώα τα φρένα τους. Είχε δει κάποτε μια ταινία του Κεν Ράσελ με καλόγριες.** Δεν φαινόταν να γίνονται τέτοια πράγματα εδώ, αλλά όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά, και πάει λέγοντας… Αναστέναξε. Αξίζει ίσως να σημειωθεί εδώ ότι ο κύριος Γιανγκ πίστευε πως παπαράτσι είναι ένα είδος ιταλικού μουσαμά. ** ΣτΜ: Οι Δαιμονισμένες (The Devils, 1971), η ιστορία μιας νεαρής γαλλίδας καλόγριας που κατηγορείται ως σατανίστρια. *

38


καλοι οιωνοι

Και τότε, το Μωρό Α ξύπνησε κι έπιασε έναν αληθινά εντυπωσιακό ολοφυρμό. Ο κύριος Γιανγκ είχε χρόνια να έρθει αντιμέτωπος μ’ ένα μωρό που κλαίει. Ούτε ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλός σ’ αυτά. Έτρεφε πάντα μεγάλο σεβασμό για τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, και η ιδέα να χτυπήσει μαλακά στον πισινό μια μικροσκοπική εκδοχή του του φαινόταν τουλάχιστον αγενής. «Καλωσόρισες στον κόσμο», του είπε βαριεστημένα. «Μετά από λίγο συνηθίζεις». Το μωρό σταμάτησε να κλαίει και τον αγριοκοίταξε σαν να ήταν κανένας δύστροπος στρατηγός. Η αδελφή Μαίρη διάλεξε εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να μπει με το τσάι. Μπορεί να ήταν σατανίστρια, αλλά είχε φέρει κι ένα πιατάκι με μερικά γλασαρισμένα μπισκοτάκια. Ήταν από εκείνα που τα βρίσκεις μόνο στον πάτο κάποιων κουτιών με ποικιλία βουτημάτων. Του κυρίου Γιανγκ ήταν ροζ σαν χειρουργικά σκεύη και είχαν σχεδιασμένο επάνω έναν χιονάνθρωπο από άσπρο γλάσο. «Τέτοια μάλλον δεν θα έχετε εσείς», είπε η αδελφή. «Είναι αυτά που λέτε κούκις. Εμείς εδώ τα λέμε μπισ-κότα». Ο κύριος Γιανγκ ήταν έτοιμος να της εξηγήσει ότι ναι, κι αυτός μπισκότα τα έλεγε, και ακόμα και στο Λούτον μπισκότα τα λένε, αλλά μια άλλη καλόγρια όρμησε μέσα ξέπνοη. Κοίταξε την αδελφή Μαίρη, συνειδητοποίησε πως ο κύριος Γιανγκ δεν ήξερε καν πώς είναι μια πεντάλφα και περιορίστηκε στο να δείξει το Μωρό Α και να κλείσει το μάτι. Η αδελφή Μαίρη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και έκλεισε κι εκείνη το μάτι. Η καλόγρια πήρε το μωρό έξω. Αλλά, αντίθετα με άλλους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, το κλείσιμο του ματιού μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Η καλόγρια που μπήκε, για παράδειγμα, ήθελε να πει: Πού στο διάολο είσαι τόση ώρα; Το Μωρό Β γεννήθηκε, ετοιμαζόμαστε για την ανταλλαγή, κι εσύ βρίσκεσαι σε λάθος δωμάτιο με τον Αντίχριστο, Φονιά των Βασιλέων, Άγγελο της Αβύσσου, Μέγα Θηρίο, γνωστό και ως Δράκοντα, Πρίγκιπα του Κόσμου Τούτου, Πατέρα του Ψεύδους, Σπόρο του Σατανά και Άρχοντα του Σκότους, και πίνεις τσάι. Καταλαβαίνεις πως λίγο έλειψε να με πυροβολήσουν; 39


T e r r y P r a t c h e tt

και

Neil Gaiman

Και, για την ίδια πάντα, το απαντητικό κλείσιμο του ματιού της αδελφής Μαίρης σήμαινε: Εδώ είμαι, με τον Αντίχριστο, Φονιά των Βασιλέων, Άγγελο της Αβύσσου, Μέγα Θηρίο, γνωστό και ως Δράκοντα, Πρίγκιπα του Κόσμου Τούτου, Πατέρα του Ψεύδους, Σπόρο του Σατανά και Άρχοντα του Σκότους, αλλά δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα μπροστά σ’ αυτόν τον παρείσακτο. Ενώ η αδελφή Μαίρη, από την άλλη, κατάλαβε ότι το κλείσιμο του ματιού της άλλης καλόγριας ήθελε να πει κάτι σαν: Μπράβο σου, αδελφή Μαίρη, άλλαξες τα μωρά μόνη σου. Δείξε μου τώρα το μωρό που περισσεύει, να το πάρω και να σ’ αφήσω να πιεις το τσάι σου με την εξοχότητά του τον Αμερικανό ακόλουθο. Οπότε το δικό της κλείσιμο του ματιού σήμαινε: Ορίστε, καλή μου, να το Μωρό Β, πάρ’ το και άσε με να συνομιλήσω με την εξοχότητά του. Πάντα ήθελα να ρωτήσω γιατί έχουν εκείνα τα ψηλά κτίρια με τους καθρέφτες. Όλες αυτές οι λεπτές επικοινωνιακές αποχρώσεις πέρασαν εντελώς απαρατήρητες από τον κύριο Γιανγκ που, εντελώς αμήχανος μπροστά σ’ αυτή τη μυστηριώδη συναλλαγή, αναλογιζόταν πως ο κύριος Ράσελ αν μη τι άλλο ήξερε τι έλεγε. Η άλλη καλόγρια ίσως και να καταλάβαινε το λάθος της αδελφής Μαίρης, αν δεν είχε τρομάξει με τους άνδρες των μυστικών υπηρεσιών στο δωμάτιο της κυρίας Ντάουλινγκ, που είχαν το καχύποπτο βλέμμα τους καρφωμένο συνέχεια πάνω της. Ο λόγος ήταν πως είχαν εκπαιδευτεί να αντιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο απέναντι σε όσους φοράνε φαρδιά, μακριά φορέματα και καλύμματα στο κεφάλι, και τώρα αντιμετώπιζαν αλληλοσυγκρουόμενα ερεθίσματα. Οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν αλληλοσυγκρουόμενα ερεθίσματα, βέβαια, δεν είναι και οι καλύτεροι για να κρατούν όπλα, ειδικά όταν έχουν μόλις γίνει μάρτυρες μιας φυσιολογικής γέννας, μιας διαδικασίας που οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου αμερικάνικος τρόπος να φέρνεις καινούριους πολίτες στον κόσμο. Η κυρία Γιανγκ ανασάλεψε. 40


καλοι οιωνοι

«Έχετε αποφασίσει για το όνομα;» ρώτησε πονηρά η αδελφή Μαίρη. «Μμ;» είπε ο κύριος Γιανγκ. «Α. Μάλλον όχι. Αν ήταν κορίτσι θα τη βγάζαμε Λουσίντα, από τη μητέρα μου. Ή Ζερμέν. Αυτό άρεσε στη Ντίρντρε». «Το Γουόρμγουντ* είναι ωραίο όνομα», είπε η καλόγρια ανατρέχοντας στα κλασικά. «Ή το Ντάμιεν. Και το Ντάμιεν είναι ωραίο».

41

Καλοί Oιωνοί  

Η συνεργασία των δύο κορυφαίων συγγραφέων του Φανταστικού της Βρετανίας, Neil Gaiman και Terry Pratchett.

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you