Issuu on Google+

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΟΛΟΙ ΙΔΙΟΙ – ΟΛΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΥΠΟΕΝΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΙΔΙ

Donald Zolan πίνακες με παιδιά

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΛΟΓΟΘΕΤΗ ΣΤΑΜΑΤΙΑ- ΤΣΙΜΑΡΗ ΓΕΩΡΓΙΑ


Περιεχόμενα Λογοθέτη Σταματία – Τσίμαρη Γεωργία: Εισαγωγή………..………………. Πουλίζου Ευαγγελία, Αναστασίου Ρένια : Ηλιογέννητη …………………… Τσίμπου Μαρίνα , Καμηνάς Δημήτρης: 6 / 10 / 2013………………………. Καμηνάς Λέων, Ντάρας Κων/νος, Κασιούμη Αλεξία: Κραυγή…………….. Πουλίζου Μαρία, Καραούζα Βάλια, Γραμματικοπούλου Φιλαρέτη, Φουρτούνη Σπυριδούλα: Η βία ……………………………………………… Ζούνη Χρύσα: Ανοίξτε τα μάτια ……………………………………………. Πουλίζου Μαρία: Όλοι ίδιοι, όλοι διαφορετικοί …………………………… Μάντζιος Αλέξανδρος: Ο Σαμπέρ και η Λίντα ……………………………... Κυριακοπούλου Δέσποινα: Μια τελευταία καληνύχτα ……………………… Κασσάρας Εμμανουήλ: Η μικρή ζωή του Άγγελου Σιμωνίδη………………. Γήτα Λυδία, Κοτσίνα Παρασκευή: Δε διαφέρω ……………………………... Πουλίζου Μαρία: Amiri, ένας αδικοχαμένος πρίγκιπας …………………… Τζίμα Μαργαρίτα, Γεωργούλα Ηλιάνα: Διαφορετικότητα…………………… Εικονογράφηση: Πουλίζου Ευαγγελία

2


«Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού»

ΧΑΡΤΗΣ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2000) ΑΡΘΡΟ 21

3


Εισαγωγή Σε διεθνές επίπεδο τους δύο τελευταίους μήνες του χρόνου κυριαρχούν δράσεις αφιερωμένες στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου καθώς και στην προάσπιση των δικαιωμάτων του Παιδιού. Συγκεκριμένα, η 20η Νοεμβρίου έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η 3 η Δεκεμβρίου , ως Παγκόσμια Ημέρα των Ατόμων με Αναπηρία, ενώ η 10η Δεκεμβρίου, έχει ανακηρυχθεί ως Παγκόσμια Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι παγκόσμιες αυτές ημέρες παραπέμπουν στην πιθανότητα διακρίσεων, οι οποίες, μπορούν να λάβουν πολλές μορφές, κρυφές ή ολοφάνερες, δημόσιες ή ιδιωτικές. Θύματα των διακρίσεων είναι τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων που θεωρούνται διαφορετικοί, λόγω της φυλής, του χρώματος, του φύλου, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, της περιουσιακής κατάστασης, του τόπου γέννησης, της αναπηρίας ή του γενετήσιου προσανατολισμού. Επιπρόσθετα,

οι

επετειακές

αυτές

ημέρες

στοχεύουν

στην

υπενθύμιση,

ευαισθητοποίηση και καλλιέργεια στάσεων που αφορούν στην ανεκτικότητα στους ποικίλους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους και, κατ’ επέκταση, στην ενίσχυση της συνοχής των σύγχρονων πλουραλιστικών κοινωνιών. Αναδεικνύουν, επίσης, τον σημαίνοντα ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η πολιτεία και οι φορείς της, μεταξύ των οποίων και το σχολείο, στην ανάληψη μέτρων κατοχύρωσης

των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικότερα υποστήριξης του

δικαιώματος στην διαφορετικότητα. Προς αυτή την κατεύθυνση, το σχολείο μας κατά το χρονικό διάστημα 15-102013 έως 15-12-2013 υλοποίησε τη δραστηριότητα με θέμα «όλοι ίδιοι …όλοι διαφορετικοί» με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς στο πλαίσιο του Προγράμματος «το να είσαι παιδί είναι δικαίωμα». Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς

με στόχο τη στήριξη πρωτοβουλιών,

δράσεων και παρεμβάσεων στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον με γνώμονα: - την ενημέρωση των μαθητών, τόσο για τα δικά τους Δικαιώματα, όσο και για τα Δικαιώματα όλων των ανθρώπων, - την ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών, των γονέων και γενικότερα της κοινωνίας για τη συμβολή της προστασίας των Δικαιωμάτων στην προάσπιση της Δημοκρατίας και του Πολιτισμού μας,

4


- την ανάληψη δράσεων που στοχεύουν στη βελτίωση της ζωής των εμπλεκομένων στην εκπαιδευτική διαδικασία στο σχολικό, οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον. Η συμμετοχή του σχολείου μας στο πρόγραμμα με τη δραστηριότητα «όλοι ίδιοι …όλοι διαφορετικοί» εντάχθηκε στο ευρύτερο πλαίσιο των σχολικών μας δραστηριοτήτων και υλοποιήθηκε με την

εποπτεία της Σχολικής Επιτροπής

Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, την οποία και ευχαριστούμε για τη συμβολή της. Ειδικότερα, ως περιεχόμενο της εκπαιδευτικής δραστηριότητας ορίζεται η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των μαθητών σε θέματα κοινωνικής συνοχής και σεβασμού στη διαφορετικότητα με στόχο την ανάπτυξη εκείνων των στάσεων και συμπεριφορών, οι οποίες θα

τα βοηθήσουν να μεγαλώσουν μέσα

στις

πολυπολιτισμικές, συχνά γεμάτες συγκρούσεις κοινωνίες και τελικά να τις βελτιώσουν. Συγκεκριμένα, οι μαθητές παρατήρησαν και

κατέγραψαν με βιωματικό-

διερευνητικό τρόπο την τρέχουσα σχολική και κοινωνική πραγματικότητα, πληροφορήθηκαν για τα δικαιώματά τους και αναζήτησαν σχετικές με το θέμα βιβλιογραφικές και ηλεκτρονικές πηγές. Η αφομοίωση θεωρητικής γνώσης, καθώς και η μελέτη αντιπροσωπευτικών έργων της Ελληνικής και Ξένης Λογοτεχνίας, τους ενέπνευσε και μέσα από ένα πλαίσιο φθίνουσας καθοδήγησης από τους υπεύθυνους εκπαιδευτικούς εξέφρασαν τις απόψεις τους συγγράφοντας τα δικά τους ποιήματα και διηγήματα. Οι μαθητές επιδόθηκαν με ζήλο και υπευθυνότητα στην υλοποίηση της δραστηριότητας βιώνοντας κατά τα διάφορα στάδια ολοκλήρωσής της τη χαρά της δημιουργίας, την αίσθηση συνδεσιμότητας, τη συνεργασία και την αλληλεπίδραση των μελών της ομάδας. Η διερεύνηση και κριτική αποτίμηση των ηλεκτρονικών πηγών καθώς και η παρουσίαση των εργασιών τους σε ψηφιακή μορφή ενίσχυσε πρακτικές ψηφιακού γραμματισμού και καλλιέργησε ένα «νέο ήθος», στον τρόπο σκέψης και δράσης. Επιπρόσθετα, οι μαθητές καλλιέργησαν μεταγνωστικές ικανότητες μάθησης, εμπνεύστηκαν για τη δημιουργία έργων ζωγραφικής τα οποία διανθίζουν τις γραπτές τους εργασίες και απόλαυσαν τη διαδικασία, κάποιοι μαθητές μάλιστα με τους γονείς τους, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ευχάριστου και θετικού κλίματος στους κόλπους της σχολικής κοινότητας. Οι μαθητές μέσα από τις εργασίες τους προβάλλουν το μήνυμα ότι η διαφορά και, πολύ περισσότερο, η πιθανή δυστυχία ορισμένων συνανθρώπων μας δεν είναι 5


τόσο το αποτέλεσμα κάποιων εγγενών χαρακτηριστικών τους, αλλά κυρίως , είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών αντιλήψεων για τα χαρακτηριστικά αυτά. Εξάλλου, στοιχεία όπως η άγνοια, ο φόβος, η προκατάληψη που χαρακτηρίζουν τις αντιλήψεις αυτές δεν συνάδουν με τη δημοκρατία και τον πολιτισμό που φιλοδοξούν να έχουν οι σύγχρονες κοινωνίες. Εξάλλου, είναι κοινά αποδεκτό πως η ύπαρξή τους επιφέρει μόνο πόνο και δυστυχία, καθώς οδηγεί στην περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό. Όμως, ο αποκλεισμός είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων στάσεων και κοινωνικών κατασκευών οι οποίες διαμορφώνουν, καθορίζουν και κατηγοριοποιούν τα στοιχεία που θεωρούνται ότι συνθέτουν τη διαφορετικότητα κάποιων συνανθρώπων μας. Άλλωστε, ο καθένας μας έχει κάτι που τον ξεχωρίζει και τον καθιστά ύπαρξη μοναδική και ανεπανάληπτη. Σαφώς, η διαφορετικότητα συνιστά, δικαίωμα. Όσο, όμως, κυριαρχεί ο «φόβος» μήπως «Τα ανοιχτά παράθυρα» του Καβάφη αποκαλύψουν έναν κόσμο που υπάρχει και μας φοβίζει, δεν μπορεί να δικαιωθεί. Κάθε φορά που αρνιόμαστε την πραγματικότητα, καταλήγουμε σε έναν βέβαιο αποκλεισμό από τη δυναμικότητα και την αναγκαία εξέλιξη της ζωής. Εδώ, ακριβώς, προβάλλεται το αίτημα της απελευθέρωσης μέσα από τη γνώση, για να απαλλαγούμε από την καθημερινή μικρότητα, εκείνη που δε χάνεται μέσα στη διακύμανση της στιγμής, αλλά ατενίζει τους ορίζοντες και βλέπει το γίγνεσθαι όχι στο συμβάν, αλλά στην αιτιότητα και στη δομή του. Ας έχουμε υπόψη, ότι στις κοινωνίες που επιδιώκουν τη δημοκρατία, τη συνοχή και την πρόοδο κανείς δεν περισσεύει. Αντίθετα, όλοι δικαιούνται να έχουν τη δυνατότητα συνεισφοράς στο μερίδιο που οι ιδιαίτερες συνθήκες και οι ικανότητές τους το επιτρέπουν. Προς την κατεύθυνση αυτή, σημαντικά θα συμβάλει, οι όποιες επιλογές να γίνουν με γνώμονα την ενίσχυση του δημοκρατικού φρονήματος κυρίως στο χώρο της εκπαίδευσης προς την κατεύθυνση αλλαγών που θα διασφαλίζουν τη λειτουργία ενός σχολείου με κεντρικές αξίες: τη διαφορετικότητα και την εκπλήρωση των ξεχωριστών αναγκών του ατόμου. Έτσι, θα καταστεί δυνατή η δημιουργική ολοκλήρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η ισόνομη και ισότιμη διαμόρφωση της προσωπικότητας της μαθητιώσας νεολαίας και η διαμόρφωση ενός σχολείου με κύρια χαρακτηριστικά την άσκηση του διαλόγου με επιχειρήματα, την ευελιξία προσαρμογής σε ατομική και συλλογική κλίμακα, την ανάπτυξη συμπεριφορών, όπως της πρωτοβουλίας και της ομαδικότητας. Με σεβασμό, λοιπόν, στο δικαίωμα της έκφρασης της γνώμης του κάθε ανθρώπου για σημαντικά θέματα που αφορούν την ποιότητα της ζωής του καθώς και 6


το γεγονός ότι οι απόψεις του καθενός μας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, θεωρήσαμε χρήσιμο να κοινοποιήσουμε τη φωνή των μαθητών μας αποτυπώνοντας την στην παρούσα εργασία. Φιλοδοξούμε, στο μερίδιο που της αναλογεί, να συμβάλει στη δημιουργία ενός κόσμου με ευαισθησία, σεβασμό και συνέπεια στον άνθρωπο και τη διαφορετικότητά του.

7


Μια ηλιόλουστη ημέρα της άνοιξης, όπου η φύση ήταν στ��λισμένη με κάθε λογής λουλούδι, κίτρινο, γαλάζιο, κόκκινο, φούξια, γεννήθηκε ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Ήταν τόσο γλυκό και χαριτωμένο που οι γονείς του αποφάσισαν να το ονομάσουν ηλιογέννητη – το κορίτσι του ήλιου. Τις πρώτες νύχτες του, το κοριτσάκι κοιμότανε ήρεμα και γλυκά και η μανούλα του,

τού

τραγουδούσε

τα

πιο

όμορφα

νανουρίσματα. Αλλά εκείνες τις ευτυχισμένες νύχτες έγινε κάτι το ασυνήθιστο και πολύ παράξενο. Το πρώτο βράδυ επισκέφθηκε το κοριτσάκι μια πανέμορφη, με μακριά ξανθά μαλλιά, κοπέλα, που έμοιαζε με αληθινή νεράιδα, βγαλμένη από τα παραμύθια. Πλησίασε στοργικά το κοριτσάκι, έκατσε πάνω από τη μικρή του κούνια, άπλωσε το κατάλευκο χεράκι της και το χάιδεψε τρυφερά στο μικρό του κεφαλάκι λέγοντας: “σου χαρίζω , κόρη του ήλιου σοφία και εξυπνάδα για να λάμπει το μυαλουδάκι σου σαν τον ήλιο σ’ όλο τον κόσμο”. Έπειτα έφυγε ανεβαίνοντας προς τον ουρανό μέσα σ’ ένα κατάλευκο σύννεφο. Τη δεύτερη νύχτα το επισκέφθηκε μια άλλη γυναίκα, φορώντας ένα πανέμορφο μακρύ φόρεμα. Στο κεφάλι της έλαμπε ένα

φωτοστέφανο από

λουλούδια και από το πρόσωπό της ξεχείλιζε η τρυφερότητα και η αγάπη. Πλησίασε και αυτή την κούνια του μωρού και ακουμπώντας το προσεκτικά σιγομουρμούρισε: «το νήμα της ζωής σου να είναι μακρύ και να φθάσεις τα βαθιά γεράματα, αποκτώντας αμέτρητες εμπειρίες, ρουφώντας το μεδούλι της ζωής». Λέγοντας αυτά τα λόγια το μωράκι χαμογέλασε και τότε παρουσιάστηκε μέσα στο μικρό δωμάτιο ένα ολόγιομο φεγγάρι, πήρε στην αγκαλιά του την πανέμορφη νεράιδα και χάθηκε μαζί της στο ουράνιο στερέωμα, μέσα στη νύχτα. Το τρίτο βράδυ έγινε ξανά το ίδιο. Αυτή τη φορά, όμως, η πανέμορφη νεράιδα έκατσε περισσότερο πάνω από την κούνια του μωρού, τραγουδώντας του γλυκά αλλά αλλόκοτα και παράξενα νανουρίσματα. Το μωρό έπαψε να

8


χαμογελά και μια μάσκα πόνου απλώθηκε στο μικρό του προσωπάκι. Η νεράιδα αυτή ήταν η μάγισσα της ομορφιάς. Κάποτε σταμάτησε το γλυκό τραγούδι της και χτύπησε μαλακά με το μαγικό της ραβδί το κεφαλάκι του μωρού λέγοντας: «ηλιογέννητη , κόρη του ήλιου, όσο μεγαλώνεις να γίνεσαι ακόμη πιο όμορφη, και η ομορφιά σου να γίνει ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Ο χρόνος να μη περάσει από πάνω σου, να είσαι στα βαθιά γηρατειά όμορφη και πάντα νέα. Σαν αντιστάθμισμα , όμως, της ασύγκριτης ομορφιάς που σου χαρίζω ,θα σου παίρνω σιγά- σιγά το φως των ματιών σου. Όσο μεγαλώνεις να βυθίζεσαι στο απόλυτο σκοτάδι και να μη χαίρεσαι την ομορφιά του κόσμου». Έπειτα , ξανά με το μαγικό της ραβδί, έδειξε προς τον ουρανό. Τότε ένα πολύχρωμο λαμπερό σύννεφο ξεκόλλησε από τον ουρανό και άρχισε να κατεβαίνει βιαστικά στη γη. Μπήκε στο δωμάτιο του μωρού, στάθηκε δίπλα στην κούνια , δρόσισε με την αύρα του το χώρο και τυλίγοντας σιγά-σιγά τη νεράιδα χάθηκε προς τον ουρανό. Ο καιρός περνούσε γρήγορα και η ηλιογέννητη μεγάλωνε μέρα με τη μέρα και γινότανε όλο και πιο όμορφη. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν τις ηλιαχτίδες, τα μαλλιά της κυμάτιζαν στους ώμους της σαν τα χρυσωμένα στάχυα του καλοκαιριού. Και η καρδιά της όμως ήταν γεμάτη από αγάπη και καλοσύνη για όλο τον κόσμο. Τι να πεις και για την εξυπνάδα της! Ήταν η πιο έξυπνη απ’ όλες τις φίλες της. Χαιρόταν τη ζωή, αγαπούσε τα χιλιάδες χρώματα της φύσης

και

ολημερίς

τριγύριζε

στα

κατάμεστα από ανθούς λιβάδια μαζεύοντας λογής – λογής λουλούδια. Σκορπούσε απλόχερα την αγάπη της σε όλα τα πλάσματα της γης, σε κάθε γωνιά της οικουμένης. Η ψυχή της πλημμύριζε με καλοσύνη

για όλα τα άψυχα αλλά πανέμορφα στοιχεία του σύμπαντος.

Καθημερινά περιπλανιόταν και

αιχμαλώτιζε όλα τα χρώματα του κόσμου,

κρατώντας τα καλά κλεισμένα στα μύχια της ευαίσθητης ψυχής της. Λες και γνώριζε τι την περίμενε στο μέλλον… Αλήθεια πόσες φορές, αμέτρητες φορές αποκοιμήθηκε γλυκά στην αγκαλιά της φύσης; Αποξεχνιόταν γαλήνια και βυθιζόταν σ’ ένα ευεργετικό ύπνο, ενώ τα αγαπημένα της λουλούδια τη νανούριζαν με τα πιο όμορφα τραγούδια. 9


10


Όσο μεγάλωνε όμως , δυστυχώς, έχανε το φως της. Δεν μπορούσε να αντικρίσει πια την ομορφιά της φύσης , που τόσο πολύ της άρεσε και της γέμιζε τη ζωή της. Βυθίστηκε σε βαθιά μελαγχολία, κλείστηκε στην κάμαρά της αποδιώχνοντας από κοντά της κάθε ανθρώπινη παρουσία. Παρακαλούσε το θεό να την πάρει γρήγορα κοντά του, λέγοντάς του «πάρε με θεούλη , πάρε με κοντά σου, δε θέλω οι άνθρωποι να με λυπούνται. Κάνε με ένα λαμπερό αστέρι να βλέπω από ψηλά, όσα τα μάτια μου, μού έχουν στερήσει. Η ζωή μου δεν έχει πια κανένα νόημα» . Και ο καιρός περνούσε, και όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο όμορφη και ταυτόχρονα πιο έξυπνη γινόταν η ηλιογέννητη. Για να γεμίζει το χρόνο της το όμορφο κορίτσι καθόταν στο παράθυρο του σπιτιού της και ακούγοντας τις φωνές των περαστικών και τα τιτιβίσματα των πουλιών άρχιζε να τραγουδά. Το τραγούδι της ήταν μαγευτικό, η γλυκιά φωνή της έφθανε στα πέρατα της οικουμένης και όλα τα δημιουργήματα σιωπούσαν μαγεμένα για να την απολαύσουν . Ως και τα λουλούδια που τόσο αγαπούσε η ηλιογέννητη έκλειναν ευλαβικά το κεφαλάκι τους. Το χάρισμα της φωνής της ήταν ασύγκριτο σε όλη την οικουμένη. Τι να πει κανείς και για τη σοφία και τη σύνεσή

της.

Από

παντού

συνέρρεαν

άνθρωποι βασανισμένοι και καταπονημένοι από τα προβλήματα της ζωής για να ζητήσουν την πολύτιμη συμβουλή της. Κάποτε , με το πέρασμα των χρόνων , η φήμη της ομορφιάς, της ασύγκριτης εξυπνάδας της και της μαγευτικής φωνής της έφθασε τόσο μακριά, που ένα βασιλόπουλο ξεκίνησε , καβάλα πάνω σ’ ένα κατάλευκο άλογο, για να τη γνωρίσει. Στο μακρινό του βασίλειό επικρατούσε η παγωνιά τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στις σκληρές καρδιές των ανθρώπων. Η κακία μάλιστα του κόσμου ήταν ξακουστή στα πέρατα της γης. Ταξίδευε 3 ολόκληρες μέρες και 3 νύχτες, με ανείπωτες δυσκολίες και κινδύνους, ώσπου το 4ο βράδυ που ήταν γεμάτο από ολόλαμπρα αστέρια και ένα πανέμορφο φεγγάρι έφθασε κάτω από το παράθυρο της κόρης του ήλιου. Η κόρη του ήλιου έστεκε μπρος στο παράθυρο με ξέπλεκα τα μαλλιά της και τραγουδούσε γλυκά, βυθισμένη στο δικό της κόσμο. Το φεγγάρι έλουζε το πρόσωπό της και έμοιαζε 11


12


σαν μια ψεύτικη κούκλα, σαν μια πραγματική νεράιδα. Το βασιλόπουλο μαγεμένο άκουγε τη γλυκιά μελωδία και δεν μπορούσε να χορτάσει την ομορφιά της κόρης. Έτσι ορκίστηκε , παρά το πρόβλημα των ματιών της να την κάνει γυναίκα του και βασίλισσα στο μακρινό του βασίλειο. Ο γάμος τους κράτησε μια ολόκληρη εβδομάδα με γιορτές και πανηγύρια σ’ όλη τη χώρα. Και από τότε έζησαν αυτοί καλά και εμείς ακόμη καλύτερα. Η ηλιογέννητη έγινε η πιο αγαπημένη βασίλισσα του μακρινού βασιλείου, γιατί με τις σοφές της συμβουλές βοήθησε το βασιλόπουλο να κυβερνήσει με απαράμιλλη σύνεση. Η χώρα με τη συμβολή της τυφλής κόρης μεταμορφώθηκε σε στολίδι όλου του τότε κόσμου. Η τρυφερή καρδιά της έδιωξε το σκοτάδι της κακίας από τη μισητή πολιτεία και στις καρδιές των ανθρώπων έλαμψε ο ήλιος της αγάπης. Από παντού κατέφθανε κόσμος, για να θαυμάσει εκείνη τη χώρα με τα πανέμορφα παλάτια, τα μοναδικά έργα τέχνης, τους ανθρώπους με την ευαίσθητη και ευγενική καρδιά, την πανέμορφη βασιλοπούλα και γενικά τη χώρα στην οποία κυριαρχούσε η ζεστασιά της αγάπης. Το παγωμένο βασίλειο του θλιβερού παρελθόντος , όπου κυριαρχούσε κρύο και φοβερός παγετός και βασίλευε το μίσος του κακού, ξεχείλισε από τα φανταχτερά χρώματα της άνοιξης. Χρώματα που ταίριαζαν πια στις ευαίσθητες καρδιές των πολιτών αυτής της ξακουσμένης χώρας. Έτσι η ηλιογέννητη αν και διαφορετική από τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της, λόγω της απώλειας των ματιών της, κατάφερε να φθάσει ως τα βαθειά γεράματα ευτυχισμένη και απολαμβάνοντας την αγάπη , γιατί είχε κάποια άλλα χαρίσματα που το βασιλόπουλο του παραμυθιού μας τα εκτίμησε. Σε όλη τη διάρκεια της κοινής ζωής τους της πρόσφερε απλόχερα την αγάπη του και με τα δικά του μάτια ζωγράφιζε την ομορφιά του σύμπαντος και την αναπαριστούσε στην κόρη του ήλιου, τόσο δυνατά και παραστατικά, που η ηλιογέννητη την ρουφούσε ως το μεδούλι της με τα μάτια της ψυχής της. Ευαγγελία Πουλίζου, Ρένια Αναστασίου 13


.

Γ.Σταύρου άνθρωπος και δέντρο

14


6 / 10 / 2013 Μια ημερομηνία ασήμαντη στο απέραντο του χρόνου. Μια μέρα καθημερινή. Ένα χαμόγελο σβησμένο από τα τόσα χαμόγελα του χθες… Το αναπηρικό καροτσάκι κυλάει στα βρόμικα πεζοδρόμια. Το βλέμμα του μικρού αναβάτη πονεμένο ακουμπάει στους βιαστικούς διαβάτες. Άραγε τι απεγνωσμένα αναζητά; Μαύρα τα φώτα της απέραντης πολιτείας. Αλυσίδα τα λόγια του πνίγονται στους λυγμούς του. Και ο ήλιος πουθενά… Άραγε τι απεγνωσμένα αναζητά; Οι στοχασμοί του παιχνίδια αόρατα, νήματα λέξεων ενός ονείρου που χάνεται. Κι η νύχτα απλώνει τα σκοτεινά της δίχτυα… Άραγε τι απεγνωσμένα αναζητά; Τσίμπου Μαρίνα , Καμηνάς Δημήτρης

15


Donald Zolan πίνακες με παιδιά

16


Κραυγή Αγέρα που φυσάς με μανία πάρε με μαζί σου. Γίνε φωτιά, λαίλαπα, λάβα κάψε τα σωθικά μου. Τα όνειρά μου τσακισμένα πουλιά στο συρματόπλεγμα της απονιάς του κόσμου. Αγέρα που φυσάς με μανία πάρε με μαζί σου. Γίνε χείμαρρος πνίξε με στα ορμητικά νερά σου. Γίνε ποτάμι γοερό σβήσε με στην αγκαλιά σου. Γίνε βροχή ξέπλυνε το μαύρο του δέρματός μου. Ο ψίθυρός μου κραυγή στα πέρατα της οικουμένης. Μικρό παιδί κι’ εγώ ίδιο μ’ εσάς. Η καρδιά μου χτυπά στους ρυθμούς της δικής σας καρδιάς. Τα όνειρά μου είναι τα δικά σας όνε��ρα. Οι αγωνίες μου αγωνίες όλων μας. Το ταξίδι της ζωής μας έ χει το ίδιο τέλος. Αγέρα που φυσάς με μανία πάρε με μαζί σου. Γίνε καταιγίδα καλοκαιρινή λιώσε το πικρό μου δάκρυ. Γίνε ήλιος λαμπερός διώξε την παγωνιά του κόσμου. Καμηνάς Λέων, Ντάρας Κων/νος, Κασιούμη Αλεξία

17


18


Η βία Η βία είναι αόριστη δε λέγεται με εικόνες γι’ αυτό είν’ ανεξέλεγκτη χωρίς να’ χει κανόνες. Παιχνίδι δεν είναι η βία δεν είναι ένα αστείο είναι πράξη αληθινή ανάμεσα σε δύο. Αρχίζει μ’ ένα σπρώξιμο, χωρίς καμιά αιτία τελειώνει μ’ ένα ατύχημα χωρίς αμφιβολία. Συμβαίνει σε αδύναμα ανυπεράσπιστα παιδιά, που έχουνε προβλήματα κρυμμένα στην καρδιά. Διαφέρουν απ’ το σύνολο, μα είναι ξεχωριστά, αφού τον πόνο αντέχουν χωρίς να βγει μιλιά. Μα ως πότε θα ανέχονται να ζουν στα σκοτεινά; Γι’ αυτό μιλήστε τώρα πριν να’ ναι πια αργά. Πουλίζου Μαρία, Καραούζα Βάλια, Γραμματικοπούλου Φιλαρέτη, Φουρτούνη Σπυριδούλα

19


Donald Zolan πίνακες με παιδιά

20


Ανοίξτε τα μάτια Εσείς φαίνεσθε. Αλλά δεν με βλέπετε. Βλέπετε μόνο ένα αναπηρικό καροτσάκι… Ένα φαλακρό κεφαλάκι…. Μια ουλή…. Μια ασθένεια….. Ένα αντικείμενο προς λύπηση. Δεν μπορείτε να δείτε το πρόσωπό μου…. Φοβάσθε. Φοβάσθε να αντικρίσετε την πραγματικότητα. Τη σκληρή πραγματικότητα……. Όμως μπορείτε να την αλλάξετε αυτή…. Ανοίξτε τα μάτια. Κοιτάξτε πέρα από το καροτσάκι! Κοιτάξτε πέρα από την ασθένειά μου… Κοιτάξτε στον κόσμο μου! Δείτε τα πολλά κομμάτια που αποτελούμαι. Όχι, το ένα που κάνει τη διαφορά! Ζούνη Χρύσα

21


22


Όλοι ίδιοι, όλοι διαφορετικοί! Θεωρείς πώς είσαι «άλλος» κι «αταίριαστος» μαζί; Ε, τότε κάνεις λάθος! Σου δείχνω το γιατί: Δεν μ’ ενδιαφέρει ποιον έχεις για Θεό, τον Δία, τον Βούδα, τον Αλάχ ή τον Χριστό! Δεν με πειράζει της επιδερμίδας σου το χρώμα, άσπρο, μαύρο, κίτρινο ή κόκκινο ακόμα. Δεν θα σε κρίνω απ' τον μισθό σου κι απ' την ενδυμασία. Για μένα, νά ’σαι άνθρωπος, αυτό έχει σημασία. Ποιο είναι το πρόβλημα, αν είσαι άνδρας ή γυναίκα, αν «μένεις» στα μαθήματα ή παίρνεις όλο δέκα; Παιδάκι ή παππούς, δεν έχει διαφορά, λεπτός ή παχουλός, δεν βλέπω τα κιλά. Αξία έχει μόνο μεγάλη στη ζωή να έχεις συναισθήματα και μια αγνή ψυχή. Γιατί στην τελική, ίδιοι είμαστε όλοι, καθώς έχουμε αδυναμίες και ιδιαιτερότητες σαφώς. Τον άρρωστο ή τον ξένο μην τους περιφρονείς, αντίθετα, βοήθα τους κι αμέσως θα το δεις, καλύτερα θα νιώσεις και θα συναισθανθείς πως είμαστε όλοι ίσοι, ανώτερος κανείς. Ας τους εντάξουμε στο σύνολο, όλοι μαζί, σαν μια γροθιά, άλλωστε δεν διαφέρουμε καθόλου τελικά! Πουλίζου Μαρία

23


Ο ΣΑΜΠΕΡ ΚΑΙ Η ΛΙΝΤΑ Ο Σαμπέρ, ένα παιδί διαφορετικό από τα υπόλοιπα παιδιά του πλανήτη λόγω του χρώματός του, σε περίοδο κρίσης μετανάστευσε με την οικογένειά του. Η Συρία, πατρίδα του μικρού παιδιού ήταν εξαιτίας του φριχτού πολέμου τόπος φρίκης και δυστυχίας. Η οικογένεια του πίστεψε, λοιπόν, ότι η νέα ζωή σε μια άλλη χώρα θα αποτελούσε ευτύχημα για το μικρό Σαμπέρ και τους ίδιους. Έτσι δεν έχασαν καιρό. Η Ελλάδα, η νέα πατρίδα υποσχόμενη πολλά, ευτυχισμένα και όμορφα χρόνια αποτελούσε το νέο προορισμό, τη γη της επαγγελίας. Οι μέρες περνούσαν και ο καιρός για το μεγάλο ταξίδι είχε φτάσει. Ο μικρός μας ήρωας λίγες ώρες, πριν από την αναχώρησή τους από την πατρίδα είπε στην μητέρα του : "Μαμά, αν φύγουμε, θα χάσω τα πάντα, όλους μου τους φίλους, δεν θα υπάρχει πια ζωή για μένα." Το βλέμμα της μητέρας του αγκάλιασε στοργικά το γιο της και του είπε με φωνή τρεμάμενη από αγωνία : "Φίλοι θα υπάρχουν και εκεί, η μόρφωση δεν θα σου λείψει και η ζωή σου θα είναι όπως πολλά παιδιά ονειρεύονται." Τα λόγια αυτά γαλήνεψαν την ταραγμένη ψυχή του μικρού Σαμπέρ και σηματοδότησαν την έναρξη του ταξιδιού. Συμεών Σαββίδης γύρω- γύρω όλοι 1915

Η νέα ζωή ξεκίνησε και μετά από ένα πολύωρο ταξίδι η Ελλάδα αποτελούσε στέγη για την ξεριζωμένη οικογένεια. Οι πρώτες μέρες πέρασαν και πλέον το σημαντικότερο κομμάτι του νέου ξεκινήματος ήταν εδώ. Η εγγραφή

και η

πρώτη μέρα του Σαμπέρ στο καινούριο σχολείο ήταν εμπειρίες που χαράχτηκαν βαθειά μέσα του και έγιναν τρομακτικοί εφιάλτες της μετέπειτα ζωής του. Οι πρώτες γνωριμίες του με τους συμμαθητές του τον πλήγωσαν ανεπανόρθωτα και σκόρπισαν τα όμορφα όνειρά του. Τα κοροϊδευτικά βλέμματα, τα γιουχαΐσματα των άλλων παιδιών ορμούσαν στην καρδιά του Σαμπέρ σαν τις σφαίρες των πολυβόλων της μακρινής πατρίδας του και τον πονούσαν πολύ περισσότερο.

24


Ένιωθε το θάνατο να φωλιάζει σιγά- σιγά μέσα του, το θάνατο της ψυχής του. Η απογοήτευση, η δυστυχία, η απελπισία και η απόγνωση είναι απλά κάποιες λέξεις, που μάλλον δεν μπορούν να περιγράψουν

τα συναισθήματα, που

πλημμύρισαν σαν ορμητικός χείμαρρος την ευαίσθητη παιδική ψυχή . Ο ρατσισμός είχε διαμορφώσει τον ορισμό του, αφού οι απάνθρωπες συμπεριφορές και η κοροϊδία ήταν το καλωσόρισμα και η υποδοχή του εδώ. Το μελαμψό χρώμα του δέρματος του Σαμπέρ, η διαφορετική θρησκεία

γέννησαν την

απέχθεια και το μίσος των συμμαθητών του. Ο μικρός, όμως Σαμπέρ άντεξε τις δυσκολίες και συνέχισε την προσπάθεια για τη μόρφωσή του, πιο εντατικά από πριν. Οι πρώτες εβδομάδες κύλησαν με απερίγραπτες δυσκολίες, ωστόσο με το πέρασμα του χρόνου η κατάσταση δεν άλλαζε , με αποκορύφωμα μια μέρα του χειμώνα, όπου πέντε άτομα του φέρθηκαν πολύ άσχημα λέγοντάς του ότι δεν έχει θέση εδώ και πως, αν δεν γυρίσει στην πατρίδα του, θα τον χτυπάνε κάθε μέρα. Ο πατέρας του Σαμπέρ θεωρώντας έως τώρα ότι ο μικρός γιος του δεν αντιμετώπιζε προβλήματα, όταν πληροφορήθηκε το περιστατικό αυτό, μίλησε στο δάσκαλό του . Το βράδυ εκείνο, το μικρό αστέρι όπως το αποκαλούσαν οι γονείς του δεν έκλεισε μάτι. Τα δάκρυα είχαν μουσκέψει το σεντόνι του και το κρεβάτι του είχε γίνει μια μικρή λίμνη. Την επόμενη μέρα ο δάσκαλος μίλησε στη ζωηρή παρέα ζητώντας τους επίμονα να ζητήσουν συγγνώμη από το συμμαθητή τους. Ο Σαμπέρ είπε : "Δεν θέλω να μου ζητήσει κανένας τους συγγνώμη, το μόνο που επιθυμώ από τα βάθη της ψυχής μου και έχω τόσο μεγάλη ανάγκη είναι η φιλία."Τα υπόλοιπα παιδιά ρίχνοντας κάποιες ματιές έδειξαν πως κατάλαβαν, όμως μέσα τους είχε ριζώσει ακόμα περισσότερο μίσος. Οι μακρινές υποσχέσεις της μητέρας του, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες του μικρού μετανάστη έμοιαζαν πλέον με έναν εφιάλτη. Μια μέρα ο Σαμπέρ, όταν γύρισε από το σχολείο του, σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση βλέποντας τον πατέρα του καθισμένο στην πολυθρόνα του σαλονιού, τον πλησιάζει και του λέει : "Μου υποσχέθηκες ότι εδώ θα έχω φίλους, μια όμορφη ζωή τουλάχιστον καλύτερη από την πατρίδα μου. Εδώ το μόνο που έχω είναι μια υλικά καλύτερη ζωή, βυθισμένη όμως στην απέραντη μοναξιά. Τα προβλήματά μου κρυμμένα στην ψυχή μου δηλητηριάζουν τα όνειρά μου, αφού δεν έχω ένα φίλο να τα μοιραστώ" .Ο πατέρας, η αλήθεια είναι πως για λίγο έμεινε να τον κοιτάει συλλογισμένος και με απέραντη θλίψη στα 25


κατάμαυρα μάτια του. Μετά από λίγο είπε :"Καταλαβαίνω αγόρι μου, όμως πρέπει να ξέρεις κάτι. Μια μέρα οι συμμαθητές σου θα καταλάβουν και όλα θα είναι όπως παλιά."Το μικρό αγόρι έσκυψε το κεφάλι του και ένα δάκρυ έφυγε από τα μάτια του και μέχρι να φτάσει στο δωμάτιό του τα ρούχα του έγιναν σαν να ήταν στην βροχή για ώρες. Εκείνο τα βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ούτε να ονειρευτεί και να ξεφύγει έτσι για λίγο από τη σκληρή πραγματικότητα. Ξημέρωσε την επομένη, το κουδούνι χτύπησε για προσευχή και για μεγάλη του έκπληξη ο Σαμπέρ διέκρινε στο βάθος του διαδρόμου ένα κορίτσι με το ίδιο χρώμα σαν εκείνου. Η πρώτη ώρα είχε τελειώσει. Ο Σαμπέρ, την ώρα του διαλείμματος είδε τη νέα του συμμαθήτρια να κλαίει με αναφιλητά σε μια γωνία. Μικρά βήματα τον έφερναν όλο και πιο κοντά σαν κάτι κοινό να τους ένωνε. Τελικά έφτασε κοντά της και χωρίς δισταγμό έπιασε το χέρι της και είπε: "Το όνομά μου είναι Σαμπέρ."Το μικρό κορίτσι σκούπισε τα δάκρυά της, σηκώθηκε γρήγορα και απάντησε: "Με λένε Λίντα. "Τα δύο παιδιά κοιτάζοντας ο ένας στα μάτια του άλλου είχαν βρει πια ένα στήριγμα. Ο νεαρός δεν ρώτησε, γιατί

έκλαιγε,

μάλλον

είχε

καταλάβει και οι λέξεις περίσσευαν. Άπλωσε το χέρι του και σκούπισε στοργικά τα πικρά της δάκρυα. Τα δύο παιδιά από τότε έγιναν αχώριστα και έκαναν ξανά όνειρα, όμως ακόμα τα βασάνιζε ο λόγος που είναι μισητά στους άλλους συμμαθητές τους. Πωλ Γκωγκέν 1848-1903 τα παιδιά της Ταϊτής

Ένα μεσημέρι δεν γύρισαν στο σπίτι τους, έμειναν στο παρκάκι,

με τα υπόλοιπα παιδιά, λίγα μέτρα μακριά από το σχολείο. Ο Σαμπέρ διακρίνοντας τους πέντε συμμαθητές του, που είχαν φερθεί άσχημα σε εκείνον αλλά και σε πολλά ακόμα παιδιά, τους πλησίασε και ρώτησε με φωνή τρεμάμενη: "Πείτε μου, σας παρακαλώ, γιατί δεν με έχετε φίλο; Γιατί να μην μπορώ και εγώ να παίζω μαζί σας;" Ο αρχηγός της παρέας, όπως θεωρούσε ο ίδιος τον εαυτό του κοιτάζοντάς τον υποτιμητικά του απάντησε:"Αν δεις το χρώμα σου θα καταλάβεις. Δεν θέλουμε για φίλο 26

έναν ξένο και τώρα


εξαφανιστείτε από τα μάτια μου, εσύ και η φίλη σου." Τα παιδιά έφυγαν όντως, μα πλέον είχαν πάρει την απάντηση σε ό,τι ζητούσαν και παρακάλεσαν με όλη τους την ψυχή το Θεό να αλλάξει το χρώμα του δέρματός τους. Όμως, τώρα ο ένας αντλούσε δύναμη από τον άλλο και γρήγορα ο ήλιος της φιλίας τους διέλυσε το σκοτάδι του μίσους των συμμαθητών τους και τα αρνητικά συναισθήματά που φώλιαζαν στην παιδική ψυχή τους. Έτσι, όταν ο Σαμπέρ γύρισε στο σπίτι του, χαμογελούσε για πρώτη φορά. Οι γονείς του που είχαν ανησυχήσει, για την αργοπορία του, βλέποντάς τον έτρεξαν προς την πόρτα και τον αγκάλιασαν. Ήταν η ομορφότερη μέρα του στην Ελλάδα και αυτό εξαιτίας της όμορφης Λίντα. Τώρα πλέον δεν τον πείραζε η αισχρή και ανάλγητη συμπεριφορά των συμμαθητών του. Αντίθετα οπλίστηκε με ατσάλινη δύναμη και σκέφθηκε πως θα αντέχει και θα υπομένει καρτερικά κάθε μέρα όλο και περισσότερο, μια και δεν είναι πια μόνος του….. Το επόμενο πρωί ο δάσκαλος ανακοίνωσε στα παιδιά πως θα πήγαιναν εκδρομή. Όλοι χάρηκαν και άρχισαν να ετοιμάζονται. Το μέρος, ο προορισμός των μικρών μαθητών ήταν στη φύση, ένα απομακρυσμένο χωριό. Ο δάσκαλος είπε να μην απομακρυνθεί κανένας, όμως για μια ακόμη φορά η πενταμελής παρέα που θεωρούσε ότι διέφερε από τους υπόλοιπους δεν υπάκουσε. Ο Σαμπέρ και η Λίντα αποφάσισαν για πρώτη τους φορά να τους ακολουθήσουν, για να δουν τι το διαφορετικό κάνουν αυτά τα παιδιά. Έπειτα από αρκετή ώρα περπατήματος είχαν καταφέρει να χαθούν από τα μάτια του δασκάλου τους. Τα πέντε παιδιά βλέποντας ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, που είχε την πόρτα του ορθάνοιχτη και έμοιαζε με καταφύγιο φαντασμάτων, αποφάσισαν να μπουν μέσα. Μπαίνοντας στο σπίτι άρχισαν τη βίαιη συμπεριφορά

σπάζοντας ό,τι

έβρισκαν μπροστά τους. Έπειτα από λίγο ένας βηματισμός και μια αντρική φωνή ακούστηκε. Τα βαριά βήματα αντηχούσαν μέσα στα χαλάσματα του παλιού σπιτιού τόσο τρομαχτικά και αλλόκοτα που τα μικρά παιδιά πάγωσαν και έμειναν ακίνητα από το φόβο και την αγωνία. Ήταν ένας επικίνδυνος άντρας, με αγριωπό, ζαρωμένο πρόσωπο, και μάτια σκοτεινά από μίσος. Κοίταξε επίμονα τη μικρή συντροφιά που για πρώτη φορά βρέθηκε στη θέση του θύματος. Τα μικρά παιδιά είχαν παγώσει από την αγωνία τους και ένιωθαν τις σταγόνες του φόβου να ρέουν στην παγωμένη από αρνητικά συναισθήματα ψυχή τους. Στη συνέχεια με όση δύναμη τους είχε απομείνει τράπηκαν σε φυγή. Ο τρομαγμένος ήχος της καρδιάς τους ακουγόταν πιο δυνατά απ’ τα βιαστικά τους βήματα. Ο παράξενος 27


άντρας, όμως, ήταν πολύ δυνατός και κυνήγησε την παρέα τρέχοντας πίσω της με ορμή και έτσι κατάφερε να πιάσει έναν απ΄ αυτή. Ο Σαμπέρ και η Λίντα έγιναν θεατές σε κάτι που δεν μπορούσαν ποτέ τους να φανταστούν. Γρήγορα, άφησαν πίσω τους ό, τι τους χώριζε με τα παιδιά αυτά και με όλη τους την ψυχή, ενστικτωδώς αποφάσισαν να τα βοηθήσουν, γνωρίζοντας ότι θέτουν έτσι σε κίνδυνο και τη δική τους ζωή. Η Λίντα τράβηξε την προσοχή του σκληρού άντρα και ο Σαμπέρ χωρίς δεύτερη σκέψη πήρε ένα μεγάλο ξύλο και άρχισε να χτυπάει με μανία τον επικίνδυνο άντρα, στο κεφάλι αιφνιδιάζοντάς τον. Ο παράξενος εισβολέας του παλιού χαλάσματος σωριάστηκε αιμόφυρτος στο έδαφος και τότε ο Σαμπέρ τράβηξε γρήγορα το φοβισμένο συμμαθητή του και την Λίντα και άρχισαν να τρέχουν………. Οι Έλληνες συμμαθητές είχαν δειλιάσει, είχαν τρέξει μακριά, είχαν φύγει και μάλλον αδιαφόρησαν για την τύχη της μικρής, σκληρής παρέας, ενώ εκείνα τα παιδιά, τα μαύρα παιδιά που δεν γνώρισαν στιγμή αγάπης και συμπόνιας ήταν εκείνα που ρίχτηκαν ολόψυχα στον κίνδυνο και έσωσαν τους συμμαθητές τους . Σε λίγο όλοι ήταν καλά, κοντά στις οικογένειές τους….. Ο μικρός Σαμπέρ και η μικρή Λίντα έγιναν αποδεκτοί από το σύνολο, θεωρούνταν ήρωες και η ζωή τους μεταμορφώθηκε, γύρισε κυριολεκτικά στροφή 180 μοιρών. Όλα έγιναν όπως παλιά στην πατρίδα τους, πριν από τον εφιαλτικό πόλεμο, είχαν πια πραγματικούς φίλους και οι εφιάλτες πλέον ήταν μόνο όνειρα που φόβιζαν και τάραζαν συχνά μόνο τον ύπνο τους. Ο Σαμπέρ σήμερα αποτελεί έναν 29χρονο σπουδαγμένο οικογενειάρχη με γυναίκα του την όμορφη Λίντα και νονό του παιδιού τους εκείνο το συμμαθητή που είχαν σώσει... Αλέξανδρος Μάντζιος Επιμέλεια κειμένου : Χρυσαυγή Ζούνη

28


29


Μια τελευταία καληνύχτα Πυκνή ομίχλη απλωνόταν στο Λονδίνο. Η σιγανή βροχή πότιζε τους εμπορικούς δρόμους σιγά- σιγά και εμπόδιζε τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη ζεστασιά και τη θαλπωρή του σπιτιού τους. Και οι λιγοστοί περιηγητές της όμορφης πρωτεύουσας έσφιγγαν το παλτό τους με δύναμη να γλυτώσουν από τον παγερό αέρα του δύσκολου χειμώνα. Στο κέντρο της και σε ένα πανέμορφο κλασικό σπίτι ζούσε μια αγαπημένη οικογένεια. Εκείνη τη μέρα, στην καρδιά του χειμώνα η οικογένεια ακολούθησε τους συνηθισμένους ρυθμούς μιας τυπικής οικογένειας. -Μαμά κατέβα, θα αργήσουμε για το σχολείο, ακούστηκε από το εσωτερικό του σπιτιού μια παιδική φωνούλα. -Ναι, Έμμα έρχομαι. Κατέβηκε η Κρίστι, πήρε την Έμμα στοργικά από το χέρι και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο. Χαμογέλασαν και οι δύο και ξαφνικά μπροστά απ' τα μάτια της Κρίστι πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία οι εικόνες από τη γέννα της κόρης της. Ένα πονεμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Έβαλε το κλειδί στη μίζα και άνοιξε μηχανικά τη μηχανή, ενώ ξαναζούσε τις δραματικές εμπειρίες του παρελθόντος. 19 Ιανουαρίου 1998. Ένα κοριτσάκι γεννιέται. Το κλάμα της μοιάζει με φωνή αγγέλου. Είναι τόσο όμορφη μέσα στην στοργική αγκαλιά της μητέρας της! -Έμμα να τη βγάλουμε λέει ο Ρομπ στην Κρίστι, οι δύο νέοι γονείς της μικρής. -Συμφωνώ μαζί σου Ρομπ, απάντησε η Κρίστι. Ξαφνικά μπαίνει ο γιατρός στην αίθουσα τοκετού με ένα σοβαρό βλέμμα. Οι δύο νέοι γονείς ξαφνιάστηκαν από το βλέμμα του και τον ρώτησαν έντρομοι τι συμβαίνει. -Βγήκαν τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις της κόρης σας και... ,δίστασε για μια στιγμή που για τους νέους γονείς φάνταξε με αιωνιότητα. -Πείτε μας γιατρέ, τον επανέφερε στη σκληρή πραγματικότητα η Κρίστι γεμάτη αγωνία. -Η κόρη σας πάσχει από σύνδρομο ντάουν , είπε γρήγορα, με μια αναπνοή και ξεφύσησε ο γιατρός Μπλέμινγκ.

30


-Μα...μα πώς; ρωτάει ο Ρομπ με ανήσυχο πρόσωπο. Η Κρίστι δεν μίλαγε. Είχε μείνει άφωνη σαν στήλη άλατος. Καυτά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα ροδοκόκκινα μάγουλά της. Ο γιατρός άλλαξε θέμα και είπε: -Ξέρετε, αύριο έρχεται η υπεύθυνη του ορφανοτροφείου. Μπορείτε να της απευθυνθείτε, εάν δεν μπορείτε να αναλάβετε τη φροντίδα της. Και οι δύο γούρλωσαν τα μάτια τους. <<Κάρφωσαν>> με το βλέμμα τους τον γιατρό Μπλέμινγκ και η Κρίστι σχεδόν εκνευρισμένη είπε: -Γιατρέ Μπλέμινγκ, ευχαριστούμε για τη συμβουλή αλλά θα αναλάβουμε τις ευθύνες μας όσο επώδυνες, κι αν είναι. Ο Θεός μας έδωσε αυτή τη ζωή και μας έφερε στη συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί ήξερε ότι θα την αντιμετωπίσουμε και χώνεται στην αγκαλιά του Ρομπ κλαίγοντας με λυγμούς. Ένα δυνατό κορνάρισμα επανέφερε την Κρίστι στην πραγματικότητα. Το μικρό νοερό ταξίδι προς το παρελθόν αποδείχθηκε τελικά αρκετά επικίνδυνο. Έτσι προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην οδήγηση που ήταν αρκετά δύσκολη λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου. Το μουντό και θλιβερό πρωινό την είχε επηρεάσει αρνητικά. Μια βαθιά θλίψη άδραξε την ψυχή της και σκουπίζοντας κρυφά ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπό της σαν παγερή σταγόνα βροχής, στράφηκε με αγωνία στην κόρη της. -Πολύ χαρούμενη σε βλέπω σήμερα Έμμα. Θα κάνετε κάτι στο σχολείο; -Ναι, θα έρθει η δασκάλα της

μουσικής!

Την

προηγούμενη φορά μου είχε πει ότι τα πάω πολύ καλά και ότι έχω πολύ ωραία φωνή. Δεν είναι συναρπαστικό

μαμά;

αποκρίθηκε γεμάτη χαρά η Έμμα. -Αυτό

είναι

υπέροχο

γλυκιά μου. Ιακωβίδης παιδικό κονσέρτο 1894 ιδιωτική συλλογή

31


32


-Και ποιος ξέρει, μπορεί, όταν γίνω 18 και ενηλικιωθώ να γίνω μία σπουδαία τραγουδίστρια, είπε γεμάτη αισιοδοξία και χαρά η Έμμα. Η Κρίστι βούρκωσε. Βύθισε το βλέμμα της στο γλυκό προσωπάκι της Έμμα, παρατηρώντας με προσοχή τις σχιστές κόγχες των ματιών της. Ήξερε ότι η μικρή της κόρη μπορούσε να ζήσει μόνο μέχρι τα 55 της χρόνια, εάν βέβαια δεν παρουσιαζόταν πιο νωρίς κάποιες από τις επιπλοκές του συνδρόμου ντάουν και αυτό της ράγιζε την καρδιά, όποτε το σκεφτόταν. Όλη η υπόλοιπη διαδρομή μέχρι το σχολείο της Έμμα κύλησε στη σιωπή. Πέντε λεπτά αργότερα φτάσανε και η Κρίστι την είδε να χάνεται στο πλήθος των παιδιών που βρίσκονταν στην αυλή του σχολείου. Η Έμμα ανοίγει διστακτικά την εξώπορτα του σχολείου. Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά συνέχισαν όλοι τις δραστηριότητές τους, αδιάφοροι για την παρουσία της. Η Έμμα κοκκίνισε και κοίταζε χαμηλά στο πάτωμα, καθώς περπατούσε. Όπως πέρναγε δίπλα από μία ομάδα μαζεμένων κοριτσιών, την κοίταξαν και άρχισαν να γελάνε για τα μικρά και αδέξια βήματά της. Δεν έδωσε, όμως, σημασία και προχώρησε προς την αίθουσα, όπου είχε μάθημα. -Γεια σου Έμμα. Τι κάνει το μικρό καθυστερημένο μυαλουδάκι σου; της είπε ένας συμμαθητής της προσβλητικά και άρχισε να γελάει ειρωνικά. Πρόσθεσε και άλλα αρνητικά σχόλια μα η Έμμα συνέχισε να τον αγνοεί. Η νοητική στέρηση, αποτέλεσμα της ασθένειάς της, ήταν πολύ μικρή, σύμφωνα με τους γιατρούς και τις ιατρικές εξετάσεις και γι αυτό αντιλαμβανόταν τα πειράγματα και το χλευασμό. Άλλωστε είχε βιώσει ως το μεδούλι της ψυχής της το ρατσισμό πολλές φορές ως τώρα. Έσκυψε λοιπόν, το κεφάλι και, όταν χτύπησε το κουδούνι, ακολούθησε τους συμμαθητές της διστακτικά στο προαύλιο: -Τα προβληματικά δεν χωράνε εδώ, άκουσε δίπλα της μια διαπεραστική φωνή. Η Έμμα χαμογέλασε και μπήκε τελευταία στη σειρά, προσπαθώντας να μη φαίνεται. Βαθιά μέσα της την είχαν τσακίσει, όλα εκείνα, τα αρνητικά σχόλια. Σκεφτόταν, τι είχαν αυτοί που δεν είχε εκείνη; Γιατί θα έπρεπε να της συμπεριφέρονται τόσο άσχημα; Επειδή είναι διαφορετική; Χαμένη στις σκέψεις της μπήκε μέσα στην τάξη της και έκατσε με απόγνωση στο θρανίο. Στη διάρκεια του μαθήματος δεν πρόσεχε και κοίταγε έξω από το παράθυρο τον ουρανό, μιλώντας με τα σύννεφα και αγνοώντας για ακόμα μία φορά τα χαρτάκια που της πετούσαν οι συμμαθητές της. 33


Η μέρα πέρασε ευτυχώς χωρίς άλλα δυσάρεστα απρόοπτα και η Κρίστι ήρθε να την πάρει. Επειδή η Έμμα ήταν αφηρημένη η Κρίστι κόρναρε παρατεταμένα και η Έμμα ήρθε προς το μέρος της. -Γεια σου μαμά είπε άχαρα. -Τι έχεις γλυκιά μου; Σε βλέπω αδύναμη, εξουθενωμένη. Έγινε κάτι; ρώτησε απορημένη η Κρίστι. -Όχι μαμά. Όλα καλά. Απλά είμαι λίγο κουρασμένη και απέφυγε το βλέμμα της κοιτάζοντας την κίνηση του δρόμου. Βυθισμένη στις μελαγχολικές της σκέψεις άκουσε ξαφνικά τη στοργική φωνή του πατέρα της και αναπήδησε. -Επιτέλους ήρθαν οι γυναίκες της ζωής μου είπε εκείνος και τις φυλάκισε και τις δυο στη ζεστή αγκαλιά του. Η Έμμα μόλις τελείωσε το καθιερωμένο οικογενειακό γεύμα απομονώθηκε βιαστικά στο δωμάτιό της. Έκλεισε τα μάτια της για λίγα λεπτά, διώχνοντας το άγχος, την πίεση και τη στεναχώρια από το σώμα της. Πήρε στα χέρια της το αγαπημένο της βιβλίο και βυθίστηκε στις σελίδες του. Ήταν το βιβλίο που μιλούσε για την Έλλεν Κέλλερ. Μια γυναίκα, που παρόλες τις δυσκολίες της ιδιαιτερότητάς της, κατάφερε να γίνει σπουδαία. Ήταν το πρότυπό της και ήθελε τόσο πολύ να της μοιάσει. Αλήθεια πόση ψυχική δύναμη αντλούσε από το θάρρος και το μεγαλείο ψυχής της ΈΛΛΕΝ ΚΕΛΛΕΡ; Ήθελε και εκείνη να δείξει στον κόσμο πως η διαφορετικότητα των ατόμων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με σκληρότητα και ρατσιστική συμπεριφορά από τους συνανθρώπους, αλλά , αντίθετα να είναι αποδεκτή με στοργή και αγάπη , για να αναδείξουν τα ιδιαίτερα ταλέντα τους. Προσηλωμένη στο διάβασμα του βιβλίου της, ξαφνικά τα βλέφαρά της άρχισαν να βαραίνουν και αποκοιμήθηκε. Μερικές ώρες αργότερα η Έμμα ξύπνησε αντικρίζοντας για πολλοστή φορά τους γαλάζιους, φωτεινούς τοίχους του δωματίου της. Δεν ταίριαζαν μ’ αυτή. Η Έμμα είναι ένα μοναχικό, μελαγχολικό παιδί, χαμένο στον κόσμο του, στον κόσμο των βιβλίων και της μουσικής, όπου κανείς δεν μπορεί να της στερήσει το χαμόγελο. Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιο. Κατέβηκε τις σκάλες και είδε τους γονείς της να κάθονται στο τραπέζι της κουζίνας κρατώντας και οι δύο από μία κούπα ζεστή σοκολάτα. Την κοίταξαν με αγάπη, καθώς κατέβαινε τις σκάλες. Εκείνη κοίταξε το ρολόι. Ήταν η δύσκολη μέρα των ιατρικών εξετάσεων.

34


«Εντάξει έχω ακόμη ώρα μέχρι να πάμε στο γιατρό Μπλέμινγκ», σκέφτηκε. Πήρε μια κούπα απ'το ντουλάπι και έβαλε ζεστή σοκολάτα κάνοντας συντροφιά στους γονείς της. Μετά από λίγο η Έμμα και οι γονείς της έμπαιναν στο νοσοκομείο. Στην Έμμα πάντα άρεσε να παίζει με τις κυλιόμενες σκάλες της εισόδου . Μα αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Η μελαγχολία

την είχε κατακλίσει και ένα κακό

προαίσθημα έσφιγγε σαν μέγγενη την ψυχή της. Ξαφνικά η Κρίστι πιάνει σφιχτά το χέρι της Έμμα. Εκείνη ξαφνιάζεται μιας και ήταν χαμένη στις σκέψεις της. Μπήκαν στο ασανσέρ και πάτησαν το κουμπί για τον πέμπτο όροφο. Καθώς ανέβαιναν η Κρίστι και ο Ρομπ προσπάθησαν με τη συζήτηση να αποσπάσουν την προσοχή της δεκατριάχρονης κόρη τους, μα ήταν μάταιο, γιατί είχε χαθεί ξανά στον κόσμο της. Βγήκαν από το ασανσέρ και χτύπησαν την πόρτα του ιατρείου του γιατρού Μπλέμινγκ, που τους υποδέχθηκε εγκάρδια. Στη συνέχεια, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ολοκληρώθηκαν οι εξετάσεις και οι γονείς της Έμμα περίμεναν με αγωνία στο γραφείο του γιατρού, ενώ η μικρή τους κόρη παρατηρούσε από το παράθυρο του διαδρόμου τα σύννεφα , χαμένη στο δικό της κόσμο. -Χμμ...είπε σκεπτικά ο γιατρός πλησιάζοντας, καθώς κοίταζε και ξανακοίταζε τα χαρτιά που κρατούσε στα χέρια του. -Τι συμβαίνει γιατρέ; είπε απορημένος ο Ρομπ ελπίζοντας πως η απάντηση δεν θα τον απογοήτευε. Ο γιατρός Μπλέμινγκ γυρίζοντας το μέτωπό του προς αυτούς και με ελαφρώς βουρκωμένα μάτια είπε διστακτικά. -Εμ...Η μικρή ΄Εμμα...δεν... ανάσαινε βαριά και έκατσε αναπαυτικά στο κάθισμα, δίπλα στους γονείς της Έμμα. Η Κρίστι κρατούσε το χέρι του άντρα της

και το έσφιγγε

σφιχτά

και

απελπισμένα προσπαθώντας να αντλήσει έτσι ψυχική δύναμη. Μάταια , όμως, μια φωνή μέσα της ψιθύριζε πως η μικρή της κόρη δεν θα είναι για πολύ καιρό κοντά της. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι στο πρόσωπό της.

Την ίδια ώρα η Έμμα είδε από το τζάμι τη μαμά της να

κλαίει με λυγμούς. Πλησίασε αναρωτώμενη και έβαλε το αυτί της κοντά στην πόρτα για να ακούσει. -Μου είναι αδύνατον να πιστέψω ότι η μικρή Έμμα , που ομολογώ της έχω υπερβολική αδυναμία, έχει μόνο αυτό το καλοκαίρι ζωής. ΟΙ εξετάσεις της δυστυχώς έδειξαν οξεία λευχαιμία. 35


Η Έμμα πάγωσε. Οι σκέψεις της βγήκαν αληθινές. Όσο και αν δεν ήθελε να το πιστέψει, έπρεπε. Όσο και αν ήθελε να αρχίσει να κλαίει χωρίς σταματημό, έπρεπε να κρατήσει τα πικρά δάκρυά της . Έπρεπε να φανεί δυνατή, όπως φάνηκε και η μητέρα της το βράδυ της γέννησής της. Έτρεξε γρήγορα και πήγε πάλι στην αίθουσα αναμονής. Κάθισε σιωπηλή και έκανε διάφορα σενάρια στο μυαλό της, για το τι θα ακολουθούσε. Τρόμαξε με τις σκέψεις της και κούνησε το κεφάλι της, για να καθαρίσει το μυαλό της. Είδε το πόμολο της πόρτας να λυγίζει και κάποιος να μπαίνει μέσα .Ήταν οι γονείς της και ο γιατρός Μπλέμινγκ. Η Κρίστι δεν μπορούσε να κοιτάξει την κόρη της στα μάτια. Το βλέμμα της φαινόταν τόσο ένοχο….. Ήταν τόσο άθλια ηθοποιός. Σήκωσε τα βλέφαρά της και προσπάθησε να την κοιτάξει στα μάτια. Φαινόταν τόσο λυπημένη, απελπισμένη. Ο Ρομπ αντίθετα, ήταν πολύ καλός υποκριτής. Προσπαθούσε επιτυχημένα να δημιουργήσει ένα ανέμελο ύφος. -Τι έγινε μαμά; τι έχεις; ρώτησε σκόπιμα η Έμμα. -Τίποτα...απλά...τίποτα, όλα καλά είπε τρέμοντας η Κρίστι. -Έλα Έμμα, τελείωσαν οι εξετάσεις, ώρα να φύγουμε ακούστηκε η φωνή του Ρομπ . Με τα λόγια του προσπάθησε να αποτρέψει το ξέσπασμα της Κρίστι που θα τα κατέστρεφε όλα. Σε λίγο είχαν γυρίσει σπίτι τους και η Κρίστι ανεβαίνοντας γρήγορα τις σκάλες κλειδώθηκε στο μπάνιο. Άνοιξε το ντουζ και άφησε το νερό να τρέξει για ώρα, ώσπου ζεστάθηκε και μπήκε κάτω από το καυτό νερό για να χαλαρώσει από την σημερινή μέρα. Ο εσωτερικός της κόσμος κατέρρεε σιγά-σιγά συνειδητοποιώντας ότι από την υπερβολική αγάπη και προστασία για τη μικρή της Έμμα, έχασε άπειρες ευκαιρίες να της χαρίσει εμπειρίες που θα αποτυπώνονταν με ανεξίτηλα χρώματα μέσα στην καρδιά της. Ξαφνικά, χτύπησε η πόρτα. -Κρίστι; Είσαι καλά; Ρώτησε ο Ρομπ που μαζί του είχε και την Έμμα. -Μια χαρά είμαι. Απλά κάνω ένα μπάνιο για να χαλαρώσω. -Εντάξει, εγώ με την Έμμα θα πάμε μια βόλτα μέχρι το εμπορικό κέντρο να ψωνίσουμε. Σε λίγο άκουσε την εξώπορτα να κλείνει απαλά. Βγήκε από το μπάνιο, φόρεσε τα ρούχα της και έκατσε σιωπηλή στο κρεβάτι της. Σκεφτόταν τι θα γινόταν από εδώ και πέρα, πώς θα συμπεριφερόταν στην Έμμα, πώς θα την κοίταζε στα μάτια. Αυτά τα μάτια τα μελαγχολικά που σε ένα καλοκαίρι θα έκλειναν για πάντα. Η Κρίστι ξάπλωσε στο κρεβάτι προσπαθώντας να 36


σταματήσει τα δάκρυα που παρόλες τις προσπάθειές της να τα αποφύγει, δεν είχαν σταματημό. Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και ενοχλημένη με τον εαυτό της μονολόγησε: -Που είναι η Κρίστι που πάντα ήξερα; Η Κρίστι που ποτέ δεν το έβαζε κάτω με ό,τι εμπόδιο προς την ευτυχία της έβαζε ο Θεός; Καθώς νύχτωνε, οι σκέψεις της βάρυναν το υποσυνείδητό της και την γέμιζαν με έντονη ανησυχία. Μετά από πολύωρο και βασανιστικό συλλογισμό αποφάσισε πως, αφού δεν μπορούσε να αποτρέψει τον χαμό της κόρης της, τουλάχιστον ας την έκανε να φύγει χαρούμενη από έναν γκρίζο κόσμο γεμάτο κακία και ρατσισμό. Η νύχτα είχε απλώσει τα πέπλα της και ο Ρομπ με την Έμμα , μόλις είχαν γυρίσει από την έξοδό τους. -Γυρίσατε; προσποιήθηκε χαρωπά η Κρίστι. -Ναι μαμά και ο μπαμπάς μου πήρε πολλά ρούχα που θα μπορώ να τα φοράω παντού! Είπε η Έμμα. Ήταν απίστευτο πως ένα μικρό δεκατριάχρονο κορίτσι μπόρεσε μέσα σε λίγες ώρες να αποδεχτεί το γεγονός ότι σε λίγους μήνες θα έφευγε από τη ζωή, χωρίς να έχει κάνει κάτι αντάξιο της μοίρας της. Σκεφτόταν ότι αφού δεν θα ζήσει για πολύ, τουλάχιστον ας ζούσε την κάθε της στιγμή δημιουργικά και ευχάριστα, πριν ακολουθήσει το τελευταίο ταξίδι της ζωής της. -Λοιπόν αύριο λέω να πάμε για σκι στο χιονοδρομικό κέντρο, τι λέτε; πρότεινε η Κρίστι. -Ναι! Αυτό είναι τέλεια ιδέα. Δεν έχουμε ξαναπάει για σκι απάντησε η Έμμα ενθουσιασμένη. Εσύ μπαμπά τι λες; τον ρώτησε. -Ναι φυσικά. Γιατί όχι; Το πρόσωπό του είχε πάρει μία έκπληκτη έκφραση από την πρόταση της συζύγου του. -Λοιπόν εγώ πάω πάνω να κοιμηθώ, για να είμαι ξεκούραστη αύριο. Καληνύχτα σας είπε η Έμμα και τους φίλησε γλυκά και τους δύο στο μάγουλο. Της ανταπόδωσαν το φιλί και την καληνύχτισαν. Ο Ρομπ άρχισε να κοιτάει επίμονα την Κρίστι περιμένοντας κάποιες εξηγήσεις για την αλλαγή στη διάθεσή της. -Ρομπ...Σκέφτηκα πως ,αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση της Έμμα τουλάχιστον να την κάνουμε να περάσει καλά μέχρι να φύγει, είπε αποφασιστικά η Κρίστι χωρίς να έχει όρεξη να το συζητήσει.

37


-Ναι...Έχεις δίκιο. Ας φτιάξουμε μία λίστα από διάφορους προορισμούς που μπορούμε να πάμε αυτό το καλοκαίρι. -Ναι αυτό θα μας βοηθούσε πολύ, συμφώνησε η Κρίστι, τον τράβηξε από το χέρ�� και κατευθύνθηκαν προς την κρεβατοκάμαρα. Ξάπλωσαν

αγκαλιά

και

τους πήρε ο ύπνος. Ρενουάρ βαρκάδα

Την επόμενη μέρα τους ξύπνησε η Έμμα η οποία ήταν έτοιμη για την εκδρομή τους. Ντύθηκαν και αυτοί και έφυγαν για τον προορισμό τους. Η μέρα τους πέρασε ευχάριστα και με πολύ διάθεση για διασκέδαση. Κάπως έτσι πέρασε όλο το καλοκαίρι της Έμμα με τους γονείς της, έχοντας επισκεφθεί την μισή Ευρώπη, έχοντας γνωρίσει διαφορετικούς

πολισμούς,

διαφορετικές

κουλτούρες,

διαφορετικούς

ανθρώπους

και

τρόπους σκέψης. Διεύρυνε τους ορίζοντές

της

και

έγινε

περισσότερο ανοιχτόμυαλη. Μία από τις πολλές δραστηριότητες που έκανε μέσα στο καλοκαίρι, ήταν να πάρει μέρος σε έναν διαγωνισμό Βερολίνο.

τραγουδιού

στο Πικάσο γυναίκα με μαντολίνο

Διαγωνίστηκε με παιδιά όμοια με αυτήν, με την ίδια πάθηση και έκανε φίλους που για πρώτη φορά δεν υποκρίνονταν και της έμοιαζαν, είχαν τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες επιθυμίες. Διακρίθηκε στη δεύτερη θέση και την επαίνεσαν 38


για τη σπουδαία φωνή της η οποία στο μέλλον θα γινόταν περιζήτητη. Μάλιστα, ένας διάσημος καλλιτέχνης της ζήτησε να συνεργαστούν μα η Έμμα αρνήθηκε ευγενικά, γιατί ο χρόνος της ζωής της τελείωνε. Μια βδομάδα μετά από όλες τις δραστηριότητές της, αυτή και οι γονείς της, ξεκουράζονταν έχοντας σχεδόν ξεχάσει ότι θα ήταν το τελευταίο τους καλοκαίρι μαζί .Ένα συνηθισμένο πρωινό, πήγαν όλοι μαζί στις νεροτσουλήθρες και αφού πέρασαν τη μέρα τους εκεί, γύρισαν εξαντλημένοι . Η Έμμα ένιωθε πολύ κουρασμένη, ήθελε τόσο πολύ να κοιμηθεί. Κατέβηκε τις σκάλες και πήγε στο σαλόνι όπου οι γονείς της έβλεπαν τηλεόραση. Κάθισε και αυτή σε μία γωνιά του καναπέ και τους κοίταζε εξονυχιστικά. Ήταν τόσο δεμένοι, τόσο αγαπημένοι. Έκλεισε τα μάτια για να πάρει μαζί της αυτή την υπέροχη και γλυκιά σκηνή. Τα μάτια της Έμμα ήταν έτοιμα να ξεσπάσουν σε κλάματα, αλλά τα συγκρατούσε με δύναμη. Όμορφα συναισθήματα πλημμύρισαν και ζέσταναν την καρδιά της για τα αγαπημένα της πρόσωπα. Ένιωθε πως έζησαν μαζί τόσες πολλές και όμορφες εμπειρίες, αρκετές για να θυμούνται μετά τον χαμό της και ένα χαμόγελο αγάπης φώτισε το πρόσωπό της και βιαστικά χώθηκε στην αγκαλιά τους. Η Κρίστι την κοίταξε και άρχισε να ξαναζεί τις όμορφες και διασκεδαστικές σκηνές από τα πρώτα , αδέξια βήματα της Έμμα .Προχωρούσε τόσο αργά και ζητούσε ενθάρρυνση από τους γονείς της με τα μικρά, σχιστά και αργά ματάκια της. Το ίδιο αργά όπως και τώρα, το ίδιο μελαγχολικά ματάκια . Δεν χόρταινε τότε να τα θαυμάζει και να τα χαζεύει έχοντας την ψευδαίσθηση πως αυτά τα πανέμορφα ματάκια θα την κοιτάζουν για πάντα. Η Κρίστι την έσφιξε πιο δυνατά στην αγκαλιά της θέλοντας να την κρατήσει εκεί φυλακισμένη για πάντα. Η Έμμα νιώθοντας ως τα κατάβαθα της ψυχής της την αγάπη των Πικάσο μητέρα και παιδί στην παραλία

γονιών της τους φίλησε στοργικά και τους καληνύχτισε για τελευταία φορά. Ανέβηκε τις

σκάλες νιώθοντας κάθε άγγιγμά της να την διαπερνά και να της φέρνει αναμνήσεις αξέχαστες, ανεκτίμητες. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και προσευχήθηκε

39


40


στο Θεό να προσέχει τους γονείς της, αφού αυτή θα λείπει από κοντά τους. Ήταν τόσο κουρασμένη. Ήταν καιρός να ξεκουραστεί. Για πάντα. «Ήρθε η ώρα να κοιμηθώ» μονολόγησε. Έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε βυθισμένη στον αιώνιο ύπνο. Έτσι η μικρή Έμμα έφυγε χαμογελαστή έχοντας ικανοποιήσει όλες τις επιθυμίες της, εκτός από μία. Να ενηλικιωθεί. Έφυγε κουρασμένη για έναν κόσμο που ήταν μόνο για αγγέλους. Όπως ήταν και η ίδια. Ήταν έτοιμη να εξερευνήσει τον κόσμο που την περίμενε, έναν κόσμο χωρίς ρατσισμό και χωρίς κακία. Ο παράδεισος είχε ανοίξει τις πύλες του και περίμενε τον νεόφερτο άγγελο να αναπαυθεί εκεί. Αντίο αγαπημένη Έμμα... Καλό ταξίδι! Κυριακοπούλου Δέσποινα

41


Η μικρή ζωή του Άγγελου Σιμωνίδη Ο κύριος και η κύρια Σιμωνίδη ήταν δύο πολύ καλοί και εξαίρετοι άνθρωποι. Είχαν μια απολύτως φυσιολογική ζωή. Στις 13/11/87 η κυρία Σιμωνίδη γέννησε το γιο της, τον Άγγελο. Ένα πολύ όμορφο και χαρούμενο παιδί. Είχε όμως μια ιδιαιτερότητα, δεν έβλεπε από το αριστερό του μάτι και το χρώμα του ματιού ήταν αλλοιωμένο. Δυστυχώς, η μοίρα έπαιξε άσχημο παιχνίδι στον Άγγελο, όταν στις 13/11/89 ο Άγγελος έχασε τους γονείς του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Έτσι, από εκείνη την ημέρα πήγε να ζήσει με τους θείους του που του συμπεριφέρονταν άσχημα λόγω του προβλήματος του, με την όραση του. Τα χειρότερα ήρθαν,

όταν ο Άγγελος άρχισε το σχολείο. Εκεί

αντιμετώπιζε λεκτική και ψυχολογική βία από τους συμμαθητές του. Δεν είχε ούτε έναν φίλο. Οι θείοι του δεν έκαναν τίποτα, για

να

αλλάξει

η

κατάσταση και μάλιστα τον κακομεταχειρίζονταν και εκείνοι. Καθώς τα χρόνια περνούσαν η ζωή του γίνονταν χειρότερη.

ολοένα

και

Εκείνος,

όμως, έκανε όνειρα για το

Νικηφόρος Λύτρας 1832-1904 κάλαντα

μέλλον του. Ρουφούσε τη γνώση και τις ατέλειωτες ώρες μοναξιάς του είχε συντροφιά τα βιβλία, που τον ταξίδευαν σε μαγικούς κόσμους, όμορφους πέρα από κάθε φαντασία. Σαν έφτασε η ώρα των πανελληνίων εξετάσεων ο Άγγελος κατάφερε να περάσει στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και μάλιστα με υποτροφία. Ήταν ευτύχημα γι’ αυτόν αφού η υποτροφία θα του εξασφάλιζε τα έξοδα των σπουδών του, γιατί οι θείοι του, αν και αρκετά πλούσιοι, δεν είχαν διάθεση να τον βοηθήσουν. Και στο πανεπιστήμιο όμως, ο Άγγελος έζησε τον έσχατο εξευτελισμό και την πιο ντροπιαστική μεταχείριση, που θα μπορούσε να είχε ένα παιδί.

42


Συμφοιτητής του ήταν ο Σπύρος Παππάς, γόνος μιας αφάνταστα πλούσιας οικογένειας που είχε καλομάθει στις ανέσεις και πίστευε ότι όλος ο κόσμος του ανήκει. Από την έναρξη κιόλας της ακαδημαϊκής χρονιάς ο Σπύρος κορόιδευε τον Άγγελο με κάθε αφορμή. Δυστυχώς δεν ήταν μόνο ο Σπύρος που φέρονταν έτσι αλλά και άλλοι συμφοιτητές του, όπως ο Νίκος, η Μυρτώ και ο Βασίλης. Όμως, ο Σπύρος, που τον κακομεταχειρίζονταν πιο απάνθρωπα από όλους, τον έβριζε, τον χτύπαγε, ανέβαζε φωτογραφίες του στο διαδίκτυο, δείχνοντας τον σε εξαιρετικά άσχημη κατάσταση και τον απειλούσε ότι θα τον αφήσει ολικά τυφλό. Η ζωή του είχε γίνει κόλαση, και το κάθε του όνειρο εφιάλτης. Όταν ο Άγγελος τελείωσε με τις σπουδές του σε ηλικία 24 ετών, αποφάσισε να κάνει το μεταπτυχιακό του. Για κακή του τύχη στην ίδια ομάδα βρέθηκε και πάλι ο Σπύρος που συνέχισε την ίδια συμπεριφορά προς τον Άγγελο. Και έτσι ο Άγγελος δεν άντεξε άλλο την απόρριψη, τον εξευτελισμό που βίωνε καθημερινά , λησμόνησε τα όμορφα όνειρά του και αυτοκτόνησε στις 24/11/2013. Στη κηδεία του, εκτός από τους θείους του, παρευρέθηκε και ο Σπύρος που είχε μετανιώσει για την οικτρή συμπεριφορά του και του ζήτησε από τα βάθη της καρδιάς του συγγνώμη. Καθώς φτάνουμε στο τέλος της ιστορίας μας, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να αποκαλυφθεί και ο αφηγητής της. Είναι ο ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας του Άγγελου, ο συμφοιτητής του ο Σπύρος Παππάς, που μια μέρα πριν από το τραγικό γεγονός είχε ήδη συνειδητοποιήσει την απάνθρωπη και ανελέητη συμπεριφορά του. Βλέπετε ο Σπύρος ήταν το μόνο άτομο που είχε ασχοληθεί τόσο πολύ με τον Άγγελο έστω και με αυτόν τον τρόπο και έτσι ο ήρωας μας μια μέρα πριν από τον θάνατο του τού άνοιξε την καρδιά του και του φανέρωσε όλα του τα παράπονα, που είχε κλεισμένα βαθειά στα σεντούκια της ψυχής του. Έτσι ο Σπύρος κατάλαβε τα λάθη του και πίστευε ότι ο μόνος τρόπος για να εξιλεωθεί ήταν να ζητήσει συγχώρεση από τον Άγγελο αλλά και από τον ίδιο τον Θεό. Σαφώς μπορεί ο Σπύρος να μετάνιωσε αλλά σε τέτοια θέματα, δυστυχώς, πολλοί συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να συμπεριφέρονται ανάλγητα σε άτομα που έχουν ανάγκη την αποδοχή και την αγάπη μας. Κασσάρας Μανώλης

43


Ιακωβίδης Το κου - κου

44


Δε διαφέρω Και η δική μου ψυχή πλημμυρίζει από αγάπη. Κι’ εγώ δε σταματώ στιγμή να ονειρεύομαι …….. Και η δική μου καρδιά χτυπά στους ρυθμούς του έρωτα. Δε διαφέρω Το χαμόγελο αγκαλιάζει συχνά και το δικό μου πρόσωπο. Ο πόνος απλώνεται στην ψυχή και το σώμα μου με την ίδια ένταση Η αισιοδοξία και η απόγνωση αράζουν το ίδιο συχνά στην καρδιά μου……. Δε διαφέρω, στο συναίσθημα Δε διαφέρω, στο όνειρο Δε διαφέρω, στην ελπίδα Δε διαφέρω, στη δημιουργικότητα Δε διαφέρω, στον αγώνα για επιβίωση. Αγκάλιασε με…….. Χρειάζομαι την αποδοχή και τη στοργή σου… Γίνε με τη συντροφιά σου ο αέρας που θα αναπνέω. Διώξε με τον ήχο της φωνής σου τη σιωπή μου. Γίνε εσύ η δική μου φωνή……….. Γήτα Λυδία, Κοτσίνα Παρασκευή

45


Amiri, o αδικοχαμένος «πρίγκιπας» «Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι ήσουν πολύ όμορφος, γιατί ήσουν τόσο διαφορετικός! Για εμένα είσαι ο πρίγκιπας της ψυχής μου!», είπε και έβαλε τα κλάματα. Κοίταξε γύρω της. Είδε όλα εκείνα τα πρόσωπα που στην αρχή της σχολικής χρονιάς ούτε που μιλούσαν μεταξύ τους. Τώρα, 17 χρονών παιδιά, ήταν όλα εκεί για το τελευταίο αντίο. Τα γκρι της μάτια, που εξαιτίας των δακρύων πήραν ένα μελαγχολικό γαλάζιο χρώμα, κοίταξαν όλο πίκρα και απόγνωση το κατάμαυρο κουτί. Μα δεν το άντεχε. Γύρισε το κεφάλι και έμεινε να χαζεύει το δάσος. Τότε άρχισε να σκέφτεται και να αναπολεί τα γεγονότα. Οι σκέψεις της ήταν τόσο έντονες που νόμιζες πως όλοι την άκουγαν δυνατά και ξεκάθαρα. Κανείς δε θυμάται πώς ξεκίνησαν όλα, αλλά μάλλον ήταν κάπως έτσι: Ήτανε Τρίτη. Μα όχι μια οποιαδήποτε Τρίτη. Ήταν γραφτό να συμβεί εκείνη η γνωριμία... Ήταν η ώρα της γυμναστικής και όλοι οι μαθητές ήταν έξω για τεστ αντοχής. Ιδρωμένη από το τρέξιμο και τις ασκήσεις, πιάνοντας τα μακριά, καστανά μαλλιά της σε μια ελαφριά κοτσίδα βγήκε από το γυμναστήριο. Πήγε γρήγορα-γρήγορα στην τάξη, για να πάρει μερικά χρήματα. Σε μια καρέκλα στα πίσω θρανία, καθόταν μόνο του το καινούργιο παιδί που είχε έρθει, πριν από ένα μήνα από την Αφρική. Ήταν περίπου αρχές Νοέμβρη και το αλλοδαπό αγόρι δεν είχε καταφέρει ακόμη να βρει κάποιον, έτσι ώστε να κάτσουν μαζί. Του έριξε μια γρήγορη υπεροπτική ματιά και παίρνοντας βιαστικά τα χρήματα από το σακίδιό της, βγήκε από την αίθουσα... -Νάντια, περίμενε! Εκείνη τον άκουσε αλλά δεν του έδωσε απολύτως καμία σημασία. Αναζήτησε τις φίλες της και όλες μαζί κατευθύνθηκαν προς το κυλικείο. Όλες ζήτησαν από ένα χυμό και πλήρωσαν μια- μια ξεχωριστά. Μόλις ήρθε και η σειρά της Νάντιας, έψαξε στην τσέπη τής φόρμας της αλλά τα χρήματα είχαν κάνει φτερά. Κοίταξε κάτω μήπως της έπεσαν καθώς περπάταγαν. Δεν ήταν πουθενά όμως. Τότε ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπάει ελαφρά στον ώμο. Ίσα-ίσα που το κατάλαβε. -Εμ... συγγνώμη απλά ήθελα να σου δώσω τα λεφτά σου. Σου έπεσαν καθώς έκλεινες το φερμουάρ της τσάντας σου. -Ευτυχώς! Νόμιζα πως τα έχασα! του είπε.

46


Πήρε τα χρήματα από το μελαμψό χέρι του, τα έδωσε για το χυμό και ακολούθησε σκεφτική και προβληματισμένη τις φίλες της. Καθώς προχωρούσε, γύρισε το κεφάλι της πίσω και τον κοίταξε. Εκείνος καθόταν εκεί, ακίνητος, βλέποντάς την να φεύγει... Την τρίτη ώρα, στο μάθημα των θρησκευτικών, η Νάντια σκεφτόταν την τίμια πράξη του αγοριού. Τη θεώρησε πολύ γλυκιά και θέλησε να τον γνωρίσει. Έτσι, αφού η καθηγήτρια τους βγήκε για λίγο εκτός της αίθουσας, σηκώθηκε από τη θέση της και πήγε μέχρι το τελευταίο θρανίο της άλλης άκρης της αίθουσας και κάθισε δειλά-δειλά δίπλα του. -Γεια! Συγγνώμη που δεν σε ευχαρίστησα πριν απλά ήθελα να προλάβω τα κορίτσια, του είπε κοκκινίζοντας από ντροπή. -Δεν πειράζει είπε αυτός ευγενικά. -Είδα πως ξέρεις το όνομά μου αλλά εγώ δεν ξέρω το δικό σου. Λοιπόν πώς σε λένε; -Amiri... της είπε διστακτικά. -Σπάνιο αλλά ωραίο όνομα. -Ευχαριστώ. Στη γλώσσα μου σημαίνει "πρίγκιπας". -Μμμ... Νομίζω ότι εμείς θα τα πάμε πολύ καλά του είπε και του χάρισε το πιο γοητευτικό της χαμόγελο. Κάπως έτσι άρχισαν να κάνουν παρέα και να μοιράζονται τα πάντα, τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους για το μέλλον... Μέρα με τη μέρα, τα δύο αυτά παιδιά της δευτέρας λυκείου, δένονταν ολοένα και περισσότερο. Μέρα με τη μέρα, οι φίλες της την απομάκρυναν από την παρέα τους ολοένα και περισσότερο. Μέρα με τη μέρα, τα παιδιά της τάξης και του σχολείου της την σχολίαζαν ολοένα και περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, ο Amiri έκανε την Νάντια να νιώθει ωραία, να γελάει μέχρι δακρύων, να βλέπει τον κόσμο με μια τελείως διαφορετική ματιά απ' ό,τι πριν. Ωστόσο, εκείνη δεν μπορούσε να αποδεχθεί άλλο τον ρατσισμό που βίωνε... Οι δύο νέοι είχαν αναπτύξει πλέον μια αληθινή και δεμένη φιλία. Ο Amiri ανακαλύπτοντας την ομορφιά που έκρυβε μέσα της το 17χρονο κορίτσι άρχισε να 47


την ερωτεύεται όλο και πιο πολύ για την καλή καρδιά και την ευαισθησία της και όχι τόσο για την εμφανή ελκυστική εξωτερική της εμφάνιση. Μετά από ένα ολόκληρο τρίμηνο συζητήσεων και εκμυστηρεύσεων, αποφάσισε να αποκαλύψει στην καλύτερή του φίλη, τα αισθήματά του για εκείνη. Ήταν ημέρα Τρίτη. Σαν την ημέρα που γνωρίστηκαν για πρώτη φορά και ο Amiri ζήτησε από τη Νάντια να της μιλήσει. Πήρε, όσο κουράγιο του είχε απομείνει, και της εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Εκείνη τον κοιτούσε σαστισμένη. Δεν περίμενε και ούτε ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο. Ασυνείδητα, η νεαρή κοπέλα έκανε ένα μικρό βήμα προς τα πίσω. Ξαφνικά, η έκφραση του

προσώπου

χαρούμενη

της

και

από

λαμπερή

μετατράπηκε σε φοβισμένη και απόμακρη. -Amiri λυπάμαι αλλά δεν νιώθω το ίδιο για εσένα. Τα αισθήματα ολοφάνερα

μου μόνο

είναι φιλικά.

Νομίζω πως το καλύτερο αυτή τη στιγμή θα ήταν να

Κ. Μαλέας προσωπογραφία Αιγυπτίου

κρατήσουμε

κάποια

απόσταση. Τον αγκάλιασε σφιχτά και απομακρύνθηκε... Οι μέρες περνούσαν και η κατάθλιψη έβρισκε τον Amiri και πάλι μόνο του, στο περιθώριο. Δεν προσπαθούσε να ενταχθεί πουθενά, ούτε στους δημοφιλείς αλλά ούτε και στους νταήδες ( οι 2 κατηγορίες στις οποίες ήταν χωρισμένη η τάξη). Ήταν σίγουρος πως τον θεωρούσαν ανεπιθύμητο. Πού να φανταζόταν όμως τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια...; Ο καιρός περνούσε. Λίγες εβδομάδες πριν τις απόκριες, ο Amiri βυθισμένος στην απελπισία, αποκομμένος από τους άλλους και με βλέμμα χαμένο στο κενό, κυκλοφορούσε χωρίς να αντιλαμβάνεται το τι συνέβαινε γύρω του. Βλέποντας τον Amiri γεμάτο απελπισία και απόγνωση, τα αρπαχτικά δεν έχασαν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν αυτή την αδύναμη κατάστασή του. Συγκεκριμένα, μια βροχερή μέρα, οι νταήδες του σχολείου τον προσέγγισαν προσπαθώντας να τον πείσουν να ενταχθεί στη συμμορία τους.

48


-Καλημέρα Amiri. Σε βλέπουμε εδώ και καιρό ότι δεν μιλάς σε κανέναν και μας θλίβει το γεγονός αυτό. Γι’ αυτό αναρωτιόμασταν αν ήθελες να μπεις στην παρέα μας. -Και γιατί να το κάνω αυτό; Ρώτησε με περιέργεια εκείνος... -Γιατί αν έρθεις μαζί μας, κανείς δεν θα σε ξαναπειράξει και δεν θα σε κοροϊδέψει. Εμείς θα γίνουμε πραγματικοί φίλοι σου, όχι σαν την Νάντια, από τους δημοφιλείς, που σε έκανε παρέα μόνο από λύπηση. Εμείς δεν θα σε αφήσουμε στο τέλος, επειδή είσαι μαύρος, όπως έκανε εκείνη. Ωστόσο, αν σου αρέσει ακόμα, σου υποσχόμαστε πως θα σε θέλει και αυτή, μόλις γίνεις κακός σαν εμάς. Αρέσουν στα κορίτσια τα κακά αγόρια, όπως εμείς. Η όψη του Amiri αμέσως αγρίεψε. Το πρόσωπό του πήρε έναν μορφασμό οργής και μίσους και ξέχασε αμέσως ό, τι ένιωθε για εκείνη, όλα όσα είχαν βιώσει, τις εμπειρίες που είχαν ζήσει. Αρκέστηκε μονάχα στη φράση «Όχι, δεν θέλω ούτε να την ξέρω πλέον. Αν δεν με θέλει αυτή μια, εγώ δεν την θέλω δέκα. Το μόνο που θέλω αυτή την στιγμή είναι να με δεχτείτε στην ομάδα σας, να γίνω μέλος επιτέλους ενός συνόλου». Τα αγόρια κοιτάχτηκαν πονηρά μεταξύ τους. -Φυσικά και θα σε δεχτούμε. Θα χρειαστεί πρώτα όμως να περάσεις από κάποιες δοκιμασίες. Και οι νταήδες μη χάνοντας καιρό του ανέθεσαν τις 4 δοκιμασίες του, δοκιμασίες που έπρεπε γρήγορα να εκπληρώσει. Αρχικά, αφού θα έκλεβε τα χρήματα όλων των συμμαθητών του, θα ενοχοποιούσε και θα στιγμάτιζε με την κατηγορία του κλέφτη έναν αξιαγάπητο και άριστο μαθητή, τον Ορέστη. Του τόνισαν πως τα κλοπιμαία θα τα έβαζε στη δική του τσάντα. Στη συνέχεια στη γιορτή που είχαν ετοιμάσει στο σχολείο τους για να γιορτάσουν το πνεύμα των αποκριών, με ειδικό φάρμακο που οι ίδιοι θα το προμήθευαν, θα δηλητηρίαζε τα φαγητά και τα ποτά, έτσι ώστε να προκληθεί αναταραχή και εκείνοι ανενόχλητοι και χωρίς ουσιαστική επίβλεψη να γιορτάσουν το δικό τους πάρτι. Η τρίτη όμως δοκιμασία ήταν και η πιο επώδυνη γι’ αυτόν. Στο άκουσμά της, ένιωσε την ψυχή του να βουλιάζει στα σκοτάδια της απελπισίας, τα πόδια του να λυγίζουν αδυνατώντας να κρατήσουν το βάρος του σώματός του. Αυτός που τόσο υπέφερε από την εχθρική και υποτιμητική συμπεριφορά των συμμαθητών του, εξαιτίας του χρώματός του, θα ενεργούσε με την ίδια, απαίσια συμπεριφορά και θα προκαλούσε παρόμοιο πόνο σ΄ ένα κορίτσι, επειδή και αυτή ήταν διαφορετική ως προς την καταγωγή. «Πώς, άραγε θα εύρισκε το κουράγιο να την εξευτελίσει 49


μπροστά σε όλους τους μαθητές του σχολείου;» Η τέταρτη τέλος δοκιμασία ακούστηκε πολύ απλή και ήταν η παράδοση ενός πακέτου, αγνώστου περιεχομένου σε μερικούς μαθητές, στην ίδια ηλικία με αυτόν, από ένα άλλο λύκειο. Ο Amiri συλλογίστηκε αρκετά μετά την πρόταση των δοκιμασιών, παλεύοντας με μύρια συναισθήματα. Τελικά αποφάσισε να ενδώσει, γιατί ήταν μεγάλη η ανάγκη του για αποδοχή και ενσωμάτωση σε μια ομάδα. Ο Amiri αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικός στα αγόρια, καθώς ολοκλήρωσε με απόλυτη επιτυχία τις 3 πρώτες δοκιμασίες. Ο Ορέστης, κατηγορήθηκε για μια πράξη που δεν είχε κάνει και αποβλήθηκε. Όλοι στη γιορτή, μηδενός εξαιρουμένου, έπαθαν τροφική δηλητηρίαση. Σε μερικούς, μάλιστα, υπήρξαν τόσο σοβαρές επιπτώσεις που παρ’ ολίγο να γευτούν την τρομαχτική αίσθηση του θανάτου. Η συμμαθήτριά του, μετά τον εξευτελισμό που υπέστη από τις προσβολές και την εξύβριση του Amiri, δεν ήθελε να έχει καμία επαφή με κανέναν άλλο συμμαθητή της. Ακούστηκε, επίσης, ότι ήθελε να αλλάξει σχολείο εξαιτίας αυτού του περιστατικού, μα αυτά ήταν απλά φήμες. Η καρδιά του Amiri μπρος στο κυκεώνα των εξελίξεων

ράγιζε και

πνιγόταν στις ενοχές. Ήθελε να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του κάπου, σε κάποιον φίλο εμπιστοσύνης. Αλλά σε ποιον; Τους καινούργιους του φίλους δεν μπορούσε και δεν ήθελε να τους εμπιστευτεί. Κάτι μέσα του, τον απέτρεπε από το να τους μιλήσει. Βαθιά στη ψυχή του μια φωνή του ψιθύριζε δειλά-δειλά πως η μόνη αληθινή φίλη που

θα

μπορούσε να τον καταλάβει και να τον

παρηγορήσει, ήταν πάντα η Νάντια. Ζητούσε τόσο απελπισμένα τη συντροφιά της, αλλά ο εγωισμός του ήταν μεγαλύτερος. Παράλληλα, όμως, και η Νάντια, με το πέρασμα του χρόνου, ένιωθε έντονα την επιθυμία να πλησιάσει ξανά τον παλιό της φίλο. Όλο αυτό το διάστημα που δεν μιλούσαν, εκείνη σκεφτόταν τις ωραίες στιγμές, που είχαν μοιραστεί, μιλώντας για τους στόχους και τα όνειρά τους. Όσο περνούσε, λοιπόν, ο καιρός ένιωθε να την κατακλύζει ένα αίσθημα δύναμης και αποφασιστικότητας. Αποζητούσε κάθε στιγμή τη συντροφιά του. Είχε συνειδητο��οιήσει πλέον πως η φιλία τους ήταν πραγματικά όαση γι’ αυτήν και τελικά επέλεξε να του μιλήσει. Έτσι κάποια μέρα, την τελευταία ώρα που είχανε κενό στην χημεία, τον πλησίασε συνεσταλμένα αποφασισμένη να του φανερώσει τα συναισθήματά της θεωρώντας ότι ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή. 50


«Έφτασε επιτέλους η 7η ώρα» σκεφτόταν η Νάντια καθώς πήγαινε προς το μέρος του Amiri που καθόταν βαθιά συλλογισμένος σε μια γωνία, στο προαύλιο του σχολείου. Πλησίαζε σιγά-σιγά σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια, που θα του έλεγε. Αλλά μόλις βρέθηκε δίπλα του, δεν κατάφερε να βγάλει λέξη. Ο Amiri την κοιτούσε, παρακολουθώντας προσεκτικά την προσπάθειά της να αρθρώσει έστω και μια λέξη. Μια ηλιαχτίδα ελπίδας πλημμύρισε την ψυχή του. Απλώνοντας διστακτικά το χέρι του και αγγίζοντάς το δικό της φευγαλέα, τη ρώτησε με φωνή τρεμάμενη: «τι θες εσύ εδώ;» Η Νάντια τον κοίταξε με μάτια πονεμένα και του αποκρίθηκε: «Συγγνώμη, για την ενόχληση. Όλο αυτό τον καιρό που είμαστε χωριστά, δεν έκανα τίποτα άλλο παρά να αναπολώ τα γεγονότα που βιώσαμε μέσα σε μόνο τρεις μήνες. Ήθελα να ξέρεις ότι η αιτία της απομάκρυνσής μου από εσένα δεν ήταν το διαφορετικό σου χρώμα, ούτε τα συναισθήματά σου για μένα αλλά η αναγκαστική απομόνωσή μου από τις υποτιθέμενες φίλες μου. Δεν άντεχα να ζω στο περιθώριο και έτσι αποφάσισα να διαλύσω μια αληθινή φιλία, που μου είχε προσφέρει τόσες όμορφες στιγμές. Προβάλλοντας σαν πρόφαση τα βαθιά σου συναισθήματα για μένα ποδοπάτησα την ψυχή του μοναδικού ατόμου που παρά την διαφορετικότητά του, με καταλάβαινε και με ένιωθε περισσότερο από τον καθένα. Αλήθεια, πόσο λάθος έκανα; Το μετάνιωσα τόσο φριχτά, που δεν μπορείς να φανταστείς! Και οι δυο νιώσαμε και είδαμε το άσχημο πρόσωπο του ρατσισμού, σε διαφορετικά επίπεδα βέβαια. Το ξέρω ότι δεν μπορείς να με συγχωρέσεις τόσο απλά και σε δικαιολογώ. Θα περιμένω, για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί, μέχρι να κερδίσω και πάλι τη φιλία σου». Ο Amiri ακούγοντας τα λόγια της φίλης του νόμιζε πως ονειρευόταν. Με χαρά που ζωγραφιζόταν τόσο έντονα στα ευαίσθητα μάτια του την αγκάλιασε ψιθυρίζοντας στο αυτί της. -Θα σε συγχωρέσω μόνο, εάν με συγχωρέσεις και εσύ! Η Νάντια ξέσπασε σε ένα σπαραχτικό κλάμα χαράς και ανακούφισης. Ο Amiri στη συνέχεια εξομολογήθηκε στη Νάντια όσα συνέβησαν και του προκάλεσαν μεγάλη ντροπή. Της τα εξιστόρησε όλα με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς να παραλείψει τίποτα, ελπίζοντας ότι δεν θα θυμώσει μαζί του αλλά θα σταθεί δίπλα του και θα τον συμβουλέψει. Και πράγματι, αυτό έγινε. Η Νάντια κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες, ώστε να τον φέρει στον ίσιο δρόμο και τα κατάφερε έως ενός σημείου. Ο Amiri είχε μια αγνή καρδιά. Εκείνη ήξερε ότι δεν ήταν εκδικητικός, αλλά αντίθετα 51


πολύ ευαίσθητος και τρυφερός. Απλά ήταν συναισθηματικά ευάλωτος και επηρεάστηκε εύκολα από εκείνους που ήθελαν να τον εκμεταλλευτούν για προσωπικό τους όφελος. Ο Amiri προσπαθώντας να ξεφύγει από την τέταρτη δοκιμασία ανακοίνωσε στους νταήδες συμμαθητές του ότι τελικά δεν ήθελε να είναι στην ομάδα τους. Τα αγόρια δέχτηκαν να τον αφήσουν ήσυχο αυτόν και τη φίλη του, με την προϋπόθεση ότι θα εκτελούσε οπωσδήποτε την τελευταία του δοκιμασία. Αφελής καθώς ήταν εκείνος, θεώρησε ότι μια παράδοση δεν θα ήταν και κάτι το σπουδαίο και έτσι δέχθηκε. Ήταν Σάββατο βράδυ, γύρω στις 11:20, και το αφρικανό αγόρι, περίμενε κρυμμένο έξω από το σπίτι του αρχηγού των νταήδων που μόλις τον είδε να φθάνει κοντά στο σπίτι του, βγήκε για πέντε λεπτά και του έδωσε το πακέτο που έπρεπε να παραδώσει μαζί με τις οδηγίες που χρειαζόταν για να εκτελέσει επιτυχώς την αποστολή του. Του τα έδωσε βιαστικά και μπήκε πάλι στο σπίτι του. Ο Amiri, αφού σιγουρεύτηκε ότι οι πληροφορίες ήταν σωστές, ξεκίνησε να πάει στο μέρος της παράδοσης του δέματος. Όσο προχωρούσε ονειρευόταν το πόσο πιο ωραία θα ήταν από εδώ και πέρα η ζωή του με την καλύτερη του φίλη. Σκεφτόταν ότι από την στιγμή που θα έδινε ένα τέλος σε αυτή την ιστορία αυτός και η Νάντια θα περνούσαν τα καλύτερα τους χρόνια μαζί, από την αποφοίτηση του λυκείου μέχρι και την μετέπειτα στο πανεπιστήμιο ζωή τους δεμένοι, ο ένας με τον άλλον. Όλες οι ιστοριούλες και οι μικρές ευχές τους θα γίνονταν πραγματικότητα. Καθώς ονειροπολούσε, άκουσε τρομοκρατημένη τη Νάντια να τον φωνάζει. Εκείνος γύρισε τρομαγμένος και ξαφνιασμένος το κεφάλι του και έψαχνε να βρει από που ακούστηκε η φωνή της. Εκείνη τρέχοντας του φώναζε: «Άφησε αμέσως αυτό που κρατάς κάτω. Είναι παραλαβή ναρκωτικών. Σου στήνουν παγίδα». Εκείνος την κοιτούσε σαστισμένος ενώ η Νάντια με λαχανιασμένη ανάσα, του εξήγησε τι επρόκειτο να συμβεί. -Είχα πολλές αμφιβολίες, όταν μου είπες για αυτό που σου ανέθεσαν να κάνεις. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα σε άφηναν να γλιτώσεις τόσο απλά και εύκολα. Γι’ αυτό σε ακολούθησα. Προφανώς δεν ήμουν η μόνη που είχε αυτή την ιδέα, γιατί τους είδα να βγαίνουν έξω δέκα λεπτά, αφότου έφυγες και να κουβεντιάζουν. Τους άκουσα να αναφέρουν τη λέξη “ναρκωτικά”. Είπαν ότι μόλις γίνει η δουλειά θα σε βρούνε και θα σε ξυλοφορτώσουν.

52


Το μυαλό του Amiri θόλωσε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τα παρατήσει και να προσπαθήσει να σωθεί ή να συνεχίσει μήπως και τους αλλάξει γνώμη. Όλα μέσα του ήταν μπερδεμένα. Δεν φανταζόταν ποτέ πόσο αδίσταχτοι και μέχρι που μπορούσαν να φθάσουν για να υλοποιήσουν το σκοπό τους. Πώς γίνεται να έπρατταν τόσο εγκληματικά; Στο κάτω-κάτω ήταν μόνο παιδιά... -Άσε κάτω το δέμα και πάμε να φύγουμε. Θα βρούμε τρόπο να ξεφύγουμε από αυτή την πλεκτάνη. Όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς, του είπε η Νάντια και τον χάιδεψε απαλά στην πλάτη, να τον καθησυχάσει. Φαινόταν πολύ ήρεμη και σίγουρη. Του πήρε από το χέρι το πακέτο με τα ναρκωτικά και το έριξε αηδιασμένη σε έναν κάδο. Αμέσως μετά επανέλαβε: -Μην ανησυχείς. Είμαι εγώ εδώ. Μαζί θα το ξεπεράσουμε και αυτό. Εκείνος της χαμογέλασε και περπάτησε αργά και σταθερά πλάι της. Η Νάντια του μιλούσε προσπαθώντας έτσι να του αποσπάσει την προσοχή και να τον κάνει να ξεχαστεί. Όμως κάτι την έκανε να σταματήσει απότομα. Ο Amiri δεν είχε αντιληφθεί τίποτα. Η Νάντια φοβισμένη τού έσφιξε με δύναμη το χέρι και τα γκρι της μάτια κοίταξαν έντρομα τα δικά του. Τότε η Νάντια άρχισε να τρέχει, τραβώντας τον από το χέρι. Ο Amiri την ακολουθούσε χωρίς να έχει καμία επαφή με το περιβάλλον. Κοίταξε πίσω του και είδε να τους κυνηγάνε οι νταήδες. Ο Amiri ξύπνησε από τον λήθαργο που βρισκόταν και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο που διέτρεχαν. Ολόκληρη η ζωή του πέρασε μπροστά από τα μεγάλα μαύρα μάτια του σαν σε κινηματογραφική ταινία. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, έτοιμη να σπάσει. Μερικές σταγόνες αγωνίας δρόσισαν το μελαμψό μέτωπό του. Σήκωσε το κεφάλι, προσέχοντας να μην τον πιάσουν τα αγόρια και παρατήρησε τον ουρανό που ήταν γεμάτος σύννεφα. Από το πουθενά, μια εκτυφλωτική λάμψη κατευθυνόταν προς το μέρος του και τότε...

53


Ένα εκκωφαντικό ουρλιαχτό βγήκε από το στόμα της Νάντιας και γύρισε πίσω. Χτυπούσε απελπισμένα το στήθος του, καθώς έκλαιγε με σπαραχτικούς λυγμούς. Μια καταρρακτώδης βροχή έλουσε την Νάντια, που είχε τυλίξει τον Amiri στο βρεγμένο κορμί της. Τα πέντε αγόρια είχαν μείνει ακίνητα και παρακολουθούσαν την κοπέλα να είναι πάνω από το πεσμένο παιδί. Ο αρχηγός της ομάδας τους πήγε κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο. Εκείνη δεν ήθελε να τον αντικρίσει. Του γύρισε την πλάτη και κοίταξε το δρόμο, ψάχνοντας να βρει το αμάξι που τον χτύπησε. Αλλά είχε εξαφανιστεί. Σαν να το κατάπιε η γη. Η Νάντια και η παρέα των νταήδων τη βοήθησαν να τον μεταφέρουν στο κοντινότερο νοσοκομείο. Η Νάντια δέχθηκε τη βοήθειά τους, επειδή σκέφτηκε ότι και ο Amiri θα έκανε ακριβώς το ίδιο. Δεν κρατούσε ποτέ κακία σε κανέναν και πόσο μάλιστα σε μερικά παιδιά που δεν είχαν βρει ακόμα το κατάλληλο άτομο που θα τους υποδείξει το σωστό και το λάθος. Τους ζήτησε, συγκρατώντας το θυμό της, να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους. Αυτή όμως έμεινε δίπλα του βγάζοντας τη νύχτα με μια λεπτή κουβέρτα. Περίμενε ως το ξημέρωμα στο νοσοκομείο, ελπίζοντας ότι θα αναρρώσει. Δυστυχώς, οι γιατροί δεν βρήκαν καμία βελτίωση. Η Νάντια μπήκε στο θάλαμό του και του έδωσε ένα ζεστό αποχαιρετιστήριο φιλί στο μάγουλο και έκατσε εκεί να τον παρατηρεί, χαϊδεύοντας τα σγουρά μελαχρινά μαλλιά του. Την ίδια ημέρα, πήγε στο σπίτι του και ενημέρωσε τους γονείς του, που δεν είχαν καταφέρει να κοιμηθούν καθόλου από την ανησυχία τους, με τα θλιβερά νέα. Λίγο πριν περάσει την εξώπορτα, οι γονείς του την πρόλαβαν και της έδωσαν το ημερολόγιο του παιδιού τους και η Νάντια το δέχτηκε συγκινημένη... «Όλοι είμαστε διαφορετικοί. Όλοι είμαστε ίδιοι.» Αυτή ήταν η φράση που της έκανε περισσότερο εντύπωση στο ημερολόγιο του. Αυτές οι λέξεις, λοιπόν, απηχούσαν στο μυαλό της καθ’ όλη τη διάρκεια της κηδείας του φίλου της. Κοίταζε διερευνητικά τα μάτια όλων των συμμαθητών της. Μπορούσε έτσι να διαβάσει τις ψυχές τους. Συνειδητοποίησε πως κανένας δεν σκεφτόταν πια με ρατσιστικό τρόπο. Όλα τα παιδιά με βουρκωμένα μάτια έδιναν το τελευταίο αντίο στον Amiri και ένα γλυκό συναίσθημα ανακούφισης διέλυσε για λίγο το πικρό σκοτάδι της απόγνωσής της. Μέσω του θανάτου ενός τόσο υπέροχου και καλοκάγαθου παιδιού, όλοι πήραν ένα μάθημα ζωής, σκέφθηκε. Έπρεπε να χαθεί ένα τόσο αθώο πλάσμα, για να επέλθει η αγάπη και η συμπόνια… Ο αέρας 54


που φυσούσε με ορμή και ανέμιζε τα μακριά μαλλιά της, της θύμιζε τον Amiri που την άγγιζε τρυφερά στο πανέμορφο πρόσωπό της και της έλεγε απίθανες και φανταστικές ιστορίες. Έκλεισε τα μάτια και άφησε το περιβάλλον να μιλήσει για αυτή που θρηνούσε μαζί τους για την απουσία του χαρισματικού αυτού αγοριού. Όλα τα στοιχεία της φύσης στεναχωρημένα και θλιμμένα ταίριαζαν με τις εκφράσεις και τα συναισθήματα των παιδιών. Από τον γκρίζο και συννεφιασμένο ουρανό μέχρι και το θρόισμα των φύλλων που άρχιζαν να πρασινίζουν και πάλι καλωσορίζοντας την άνοιξη. Και ο καιρός περνούσε χωρίς το ευαίσθητο αγόρι που τόσο παράκαιρα και τραγικά έχασε τη ζωή του. Κανείς και περισσότερο από όλους η Νάντια, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Χάραξε, στιγμάτισε τις έως τότε ανούσιες υπάρξεις τους και τους βοήθησε να συνειδητοποιήσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής. Τι σημαίνει να είσαι πάνω απ’ όλα άνθρωπος… Πουλίζου Μαρία

55


56


Διαφορετικότητα

Κοινωνία , όλοι - εμείς, μαζί μια αλυσίδα….. Οι κρίκοι της διαφορετικοί , μα η ομορφιά τους ίδια. Σαν τα λουλούδια του ανθού μέσα σε περιβόλι είναι και οι άνθρωποι σ’ αυτή, μαύροι, λευκοί κι όλοι. Ίδιος ο πόνος και η χαρά, ίδια κι η αγάπη, ίδια τα συναισθήματα σε μια καρδιά γεμάτη. Η διαφορετικότητα είναι απλά μια λέξη μα δύσκολα πολύ κάποιος να την αντέξει. Βουβός ο πόνος του διαφορετικού σαν νεκρικό σεντόνι τα δίχτυα του τα παγερά μεσ’ στην ψυχή του απλώνει. Αξίες είναι η ισότητα και η δικαιοσύνη, με νόημα βαθύτερο, για όποιον τού, τις δίνει. Ίδιοι είναι και οι φίλοι μου και δεν με ενδιαφέρει, αν είναι ξένοι ή Έλληνες. Κανείς δεν διαφέρει. Στην κοινωνία είμαστε όλοι μια αλυσίδα. Κι όλοι μαζί στεκόμαστε μπροστά στην καταιγίδα. Τζίμα Μαργαρίτα, Ηλιάνα Γεωργούλα

57


58


59


Γυμνάσιο Σταυρακίου Ιωαννίνων Σχολικό έτος 2013 - 2014

60


ΟΛΟΙ ΙΔΙΟΙ - ΟΛΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ [το δικαίωμα να είσαι παιδί]