Issuu on Google+

ΕΛΛΗΝ ΚΗ ΕΠ ΘΕΩΡΗΣΗ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ

ISSN 1792-4944

Τόμος 3 • Τεύχος 4 • ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

Volume 3 • No 4 • OCTOBER-DECEMBER 2012

ΕΛΛΗΝ ΚΗ ΕΠ ΘΕΩΡΗΣΗ

Αθηροσκλήρωσησ

Τόμος 3 • Τεύχος 4 • ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ–ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αθηροσκλήρωσης με διεθνή συμμετοχή

28 Νοεμβρίου–1 Δεκεμβρίου 2012 Συνεδριακό Κέντρο Ξενοδοχείου Divani Caravel Αθήνα Περιλήψεις Προφορικών και Αναρτημένων Ανακοινώσεων

Ηellenic journal of Atherosclerosis


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ Τριμηνιαία Έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης

HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS Three-monthly Journal of the Hellenic Atherosclerosis Society

ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης Μαιάνδρου 9, 115 28 Αθήνα Τηλ.: 210-72 10 055, Fax: 210-72 10 055

OWNER Hellenic Atherosclerosis Society 9 Meandrou str., 115 28 Athens, Greece Tel.: (+30) 210-72 10 055, Fax: (+30) 210-72 10 055

ΕΚΔΟΤΗΣ Τσελέπης Αλέξανδρος

PUBLISHER Tselepis Alexandros

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Διευθυντής Σύνταξης Τσελέπης Αλέξανδρος

Άθυρος Βασίλειος Αντωνοπούλου Σμαραγδή Αχείμαστος Απόστολος Banach Maciej (Poland) Βέμμος Κωνσταντίνος Benetos Athanassios (France) Chapman John (France) Γουδέβενος Ιωάννης Δεδούσης Γεώργιος Δημόπουλος Κωνσταντίνος Ελισάφ Μωϋσής Gavras Haralambos (USA) Giugliano Dario (Italy) Karabina Sonia (France) Καραγιάννης Αστέριος Kariolou Marios (Cyprus) Koenig Wolfgang (Germany) Kokkinos Peter (USA) Κολοβού Γενοβέφα Κωνσταντινίδης Σταύρος Κώτσης Βασίλειος

Αναπληρωτές Διευθυντές Σύνταξης Γανωτάκης Εμμανουήλ Λυμπερόπουλος Ευάγγελος Παναγιωτάκος Δημοσθένης Τζιόμαλος Κωνσταντίνος ΜΕΛΗ Lansberg Peter (The Netherlands) Leslie David (UK) Λιονής Χρήστος Madias Nikolaos (USA) Μανωλόπουλος Ευάγγελος Μηλιώνης Χαράλαμπος Mikhailidis Dimitri (UK) Μπιλιανού Ελένη Μυγδάλης Ηλίας Νικολάου Βασίλειος Ninio Ewa (France) Παππάς Σταύρος Περρέα Δέσποινα Πίτσαβος Χρήστος Schaefer Katrin (Germany) Ταυρίδου Άννα Τέλλης Κωνσταντίνος Τζιακάς Δημήτριος Tsimikas Sotirios (USA) Ferrannini Ele (Italy) Χατζητόλιος Απόστολος Χρυσοχόου Χριστίνα ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Πρόεδρος Άθυρος Βασίλειος

Ταμίας Μπιλιανού Ελένη

Αντιπρόεδρος Γανωτάκης Εμμανουήλ

Μέλη Ελισάφ Μωϋσής Καραγιάννης Αστέριος Λυμπερόπουλος Ευάγγελος Πίτσαβος Χρήστος Τζιόμαλος Κωνσταντίνος Τσελέπης Αλέξανδρος

Γεν. Γραμματέας Παναγιωτάκος Δημοσθένης Ειδ. Γραμματέας Νικολάου Βασίλειος

Αδριανείου 3 & Κατεχάκη, 115 25 Αθήνα (Ν. Ψυχικό) Τηλ.: 210-67 14 371 – 210-67 14 340, Fax: 210-67 15 015 E-mail: BetaMedArts@hol.gr, Ε-shop: www.betamedarts.gr, EN ISO 9001:2000 Υπεύθυνος τυπογραφείου Α. Βασιλάκου, Αδριανείου 3 – 115 25 Αθήνα, Τηλ.: 210-67 14 340

www.atherosclerosis-gr.org

EDITORIAL BOARD

Editor-in-Chief Tselepis Alexandros

MEMBERS Achimastos Apostolos Αntonopoulou Smaragdi Athyros Vassilios Banach Maciej (Poland) Benetos Athanassios (France) Bilianou Eleni Chapman John (France) Chrysohoou Christina Dedousis Georgios Demopoulos Constantinos Elisaf Moses Ferrannini Ele (Italy) Gavras Haralambos (USA) Giugliano Dario (Italy) Goudevenos John Hatzitolios Apostolos Karabina Sonia (France) Karagiannis Asterios Kariolou Marios (Cyprus) Koenig Wolfgang (Germany) Kokkinos Peter (USA) Kolovou Genovefa

Associate Editors Ganotakis Emmanouil Liberopoulos Evangelos Panagiotakos Demosthenes Tziomalos Konstantinos

Konstantinides Stavros Kotsis Vasilios Lansberg Peter (The Netherlands) Leslie David (UK) Lionis Christos Madias Nikolaos (USA) Manolopoulos Evangelos Migdalis Ilias Mikhailidis Dimitri (UK) Milionis Charalambos Nikolaou Vasileios Ninio Ewa (France) Pappas Stavros Perrea Despina Pitsavos Christos Schaefer Katrin (Germany) Tavridou Anna Tellis Constantinos Tsimikas Sotirios (USA) Tziakas Dimitrios Vemmos Konstantinos

EXECUTIVE COMMITTEE Chairman Athyros Vassilios

Treasurer Bilianou Eleni

Vice-Chairman Ganotakis Emmanouil

Members Elisaf Moses Karagiannis Asterios Liberopoulos Evangelos Pitsavos Christos Tziomalos Konstantinos Tselepis Alexandros

Secretary General Panagiotakos Demosthenes Secretary Special Nikolaou Vasileios

3, Adrianiou str., GR-115 25 Αthens-Greece Τel.: (+30)210-67 14 371 – (+30)210-67 14 340, Fax: (+30)210-67 15 015 E-mail: BetaMedArts@hol.gr, E-shop: www.betamedarts.gr, EN ISO 9001:2000 Printing supervision A. Vassilakou 3, Adrianiou str. – GR-115 25 Athens, Tel.: (+30)210-67 14 340

info@atherosclerosis-gr.org


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ Τριμηνιαία Έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης

HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS Three-monthly Journal of the Hellenic Atherosclerosis Society

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

CONTENTS

Προφορικές Ανακοινώσεις ..............................................231

Oral Presentations ..............................................................231

Αναρτημένες Ανακοινώσεις ........................................... 246

Poster Presentations ......................................................... 246

Ευρετήριο Συγγραφέων .................................................. 305

Index of Authors ................................................................ 305

Οδηγίες για τους Συγγραφείς ........................................ 307

Instructions to Authors .................................................... 309


ΜΕΣΟΓΕΙΑΚH ΔΙΑΤΡΟΦH ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚH ΝOΣΟΣ

Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ε Σ

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Ε Ι Σ

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4):231–245

231

Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4):231–245

ΠΑ1 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΝΙΚΟΤΙΝΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ ΣΤΟ ΛΙΠΙΔΑΙΜΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΦΑΙΝΟΤΥΠΟ ΤΩΝ LDL ΣΩΜΑΤΙΔΙΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΙΚΤΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Α. Κεή,1 Α.Δ. Τσελέπης,2 Ε. Λυμπερόπουλος,1 Χ. Ρίζος,1 Μ. Ελισάφ1 1

2

Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, Τομέας Βιοχημείας, Κλινικής Χημείας, Χημικό Τμήμα, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή-Σκοπός: Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα σκεύασμα νικοτινικού οξέος σε συνδυασμό με laropiprant για τη μείωση των εξάψεων. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης του συνδυασμού νικοτινικού οξέος/laropiprant στα επίπεδα των λιπιδαιμικών παραμέτρων καθώς και στην κατανομή των υποκλασμάτων των LDL σωματιδίων σε ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία. ΥλικόΜέθοδος: Στη μελέτη έλαβαν μέρος 40 ασθενείς. Όλοι οι ασθενείς έπαιρναν μια συμβατική δόση στατίνης (10–40 mg σιμβαστατίνη ή 10–20 mg ατορβαστατίνη ή 5–20 mg ροσουβαστατίνη) και δεν είχαν επιτύχει τον στόχο όσον αφορά στα επίπεδα της LDL ή της non HDL-χοληστερόλης. Χορηγήθηκε επιπρόσθετη θεραπεία με νικοτινικό οξύ/laropiprant (1000/ 20 mg) για 1 μήνα και στη συνέχεια 2000/40 mg για τους επόμενους 2 μήνες). Πριν την έναρξη και μετά από 3 μήνες θεραπείας εκτιμήθηκε το λιπιδαιμικό προφίλ καθώς και η συγκέντρωση και ο φαινότυπος των υποκλασμάτων των LDL σωματιδίων με τη χρήση του Lipoprint LDL System. Αποτελέσματα: Η χορήγηση 2000/40 mg νικοτινικού οξέ-

ος/laropiprant προκάλεσε μείωση της ολικής χοληστερόλης κατά 15% (από 213±47 σε 180±44 mg/dL, p<0,001), της LDL-χοληστερόλης κατά 17% (από 119±36 σε 99±38 mg/dL, p=0,001), των τριγλυκεριδίων κατά 44% [από 226 (85–655) σε 126 (39–297) mg/dL, p<0,001], ενώ τα επίπεδα της HDL-χοληστερόλης αυξήθηκαν κατά 19% (από 47±12 σε 56±19 mg/dL, p=0,004), σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα αυτών των παραμέτρων. Επιπρόσθετα, το μέγεθος των LDL σωματιδίων αυξήθηκε κατά 0,8% (από 260±5 σε 262±4, p=0,03), ενώ η χοληστερόλη των μικρών πυκνών LDL σωματιδίων μειώθηκε κατά 43% [από 21 (4–64) σε 12 (4–39) mg/dL, p=0,007] και των μεγάλων LDL σωματιδίων μόνο κατά 10% (από 49±12 σε 44±12 mg/dL, p=0,03) σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν την έναρξη της θεραπείας. Συμπεράσματα: Η συγχορήγηση νικοτινικού οξέος/laropiprant με συμβατική δόση στατίνης βελτιώνει συνολικά τόσο το λιπιδαιμικό προφίλ όσο και τον φαινότυπο των υποκλασμάτων των LDL σωματιδίων, συμβάλλοντας στην επίτευξη των στόχων της υπολιπιδαιμικής αγωγής και πιθανόν στην πρόληψη των καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

ΠΑ2 ACUTE IMPACT OF LOW-DENSITY LIPOPROTEIN (LDL) APHERESIS ON OXIDIZED PHOSPHOLIPIDS IN PATIENTS WITH FAMILIAL HYPERCHOLESTEROLEMIA A.D. Tselepis,1 K. Arai,2,3 A. Orsoni,4 Z. Mallat,5,6 A. Tedgui,6 J.L. Witztum,2 E. Bruckert,4 M.J. Chapman,4 S. Tsimikas2 1

University of Ioannina, Ioannina, Greece, 2University of California San Diego, La Jolla, CA, USA, 3Tokyo Women’s University, Tokyo, Japan, 4Dyslipidemia and Atherosclerosis Research Unit, INSERM UMR-S939, University of Pierre et Marie Curie, Paris, France, 5 Department of Medicine, University of Cambridge, Cambridge, United Kingdom, 6Inserm U970, Paris Cardiovascular Research Center, Paris, Descartes University, Paris, France Background-Aim: Lipoprotein-associated phospholipase A2 (Lp-PLA2) is a novel cardiovascular risk marker, which degrades oxidized phospholipids (OxPL) and is predominantly complexed to apolipoprotein (apo) B-containing lipoproteins in human plasma. Methods: We measured OxPL, lipoprotein (a) [Lp(a)] and Lp-PLA2 pre- and post-apheresis of low density lipoprotein (LDL) in 18 patients with familial hypercholesterolemia (FH) and Low (~10 mg/dL, range 10–11 mg/dL), Intermediate (~50 mg/dL, range 30–61 mg/dL) or High (>100 mg/dL, range 78–128 mg/dL) Lp(a) levels. Using enzymatic and immunoassays, the content of OxPL and Lp-PLA2 mass and activity were quantitated in lipoprotein density fractions plated in microtiter wells, as well as directly on apoB, Lp(a) and apoA-I immunocaptured within each fraction (i.e. OxPL/apoB and Lp-PLA2/apoB). Results: In whole fractions, OxPL were

primarily detected in the Lp(a)-containing fractions, while Lp-PLA2 in the small-dense LDL and light Lp(a) range. In lipoprotein capture assays, OxPL/apoB and OxPL/apo(a) increased proportionally with increasing Lp(a) levels. Lp-PLA2/apoB and Lp-PLA2/apoA-I levels were highest in the Low Lp(a) group, but decreased proportionally with increasing Lp(a) levels. Lp-PLA2/apo(a) was lowest in patients with Low Lp(a) levels and increased proportionally with increasing Lp(a) levels. LDL apheresis significantly reduced levels of OxPL and LpPLA2 on apoB and Lp(a) (50–75%), particularly in patients with Intermediate and High Lp(a) levels. In contrast, apheresis increased Lp-PLA2 specific activity (activity/mass ratio) in buoyant LDL fractions. Conclusions: The impact of LDL apheresis on Lp(a), OxPL and Lp-PLA2 provides insights into its therapeutic benefits beyond lowering apoB-containing lipoproteins. © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


232

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΠΑ3 INTERRELATIONSHIPS OF HEALTH CARE AND NUTRITIONAL SERVICES AND THEIR ROLE ON CARDIOVASCULAR DISEASE RISK STATUS OF OLDER PEOPLE S. Tyrovolas,1 E. Polychronopoulos,1 Y. Tountas,2 D.B. Panagiotakos1 2

1 Department of Nutrition Science-Dietetics, Harokopio University, Athens, Department of Hygiene, Epidemiology and Medical Statistics, School of Medicine, University of Athens, Athens, Greece

Introduction: The arise of CVD risk factors, at alarming rates, leads the public health scientists into examining ways to prevent disease at every stage of life. The aim of this study was to evaluate the interrelationships between nutritional and health care services and the cumulative prevalence of the classical cardiovascular disease risk factors of older individuals living in Greek islands and Cyprus. Material-Methods: During 2005–2009, 1486 older individuals (>65 years) from nine Greek islands and Cyprus Republic were voluntarily enrolled in the Mediterranean Islands study; various socio-demographic, clinical and lifestyle characteristics were recorded. Furthermore, information regarding practising dieticians (n=88) and nutritional services provided in these islands was also recorded. Results: According to CART analysis the most important classification factor was the mean years of the dietician’s practice on an island. In particular, when the dieti-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

cians were practicing for more than 5 years, the sample had a decreased burden of CVD RF score (i.e., 0.4 mean number of CVD RF score) as compared with the islands that dieticians were practicing up to 5 years (i.e., 3.2 mean number of CVD RF score). Furthermore, it seems that both health and nutrition services act more effectively to elders’ cardiovascular health. Specifically, elderly living in areas with active nutritional services for at least five years, with collaboration between dieticians and physicians, reduced the CVD risk factors burden by 42%. Whereas, in areas with dietetic support less than five years, but more than two, the presence of advanced health care system seemed to control the CVD RF burden to the population average. Conclusions: This work has presented the intercorrelation between nutritional and health care services throughout the health-care system in achieving benefits among the elders’ quality of life.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

233

ΠΑ4 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΘΥΡΟΞΙΝΗ ΣΤΟ ΛΙΠΙΔΑΙΜΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ, ΤΟΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΠΗΞΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΥΠΟΚΛΙΝΙΚΟ ΥΠΟΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟ Π. Αναγνωστής,1 Δ. Σελαλματζίδου,1 Ζ.Α. Ευσταθιάδου,1 Σ. Κατεργάρη,1 M. Πουλασουχίδου,1 Α. Σλαβάκης,2 Δ. Κλέτα,3 Μ. Κήτα1 1

Ενδοκρινολογική Κλινική, «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο 2 Εργαστήριο Βιοχημείας, «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο 3 Αιματολογικό Εργαστήριο, «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο, Θεσσαλονίκη Εισαγωγή-Σκοπός: Ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός (ΥΥ) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκληρωτικής νόσου, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στη δυσλιπιδαιμία, διαστολική υπέρταση, τη διαταραχή της πηκτικότητας και τα αυξημένα επίπεδα των δεικτών συστηματικής φλεγμονής, που έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με ΥΥ. Παρόλ' αυτά, αντικρουόμενα στοιχεία υπάρχουν σχετικά με την επίδραση της θεραπείας υποκατάστασης με θυροξίνη σ’ αυτές τις παραμέτρους. Κύριος σκοπός ήταν η μελέτη της επίδρασης της αγωγής υποκατάστασης με θυροξίνη στο λιπιδαιμικό προφίλ, στους παράγοντες πήξης, στα επίπεδα της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hsCRP) και στον μεταβολισμό της γλυκόζης στους ασθενείς με ΥΥ. Υλικό-Μέθοδος: Συγκριτική προοπτική μελέτη, η οποία έλαβε χώρα στην Ενδοκρινολογική Κλινική του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, από τον Νοέμβριο του 2009 μέχρι τον Νοέμβριο του 2011. Σε κάθε ασθενή προσδιορίστηκαν τα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) και ελεύθερης θυροξίνης (FT4) δις προ της έναρξης θεραπείας. Ασθενείς με θυρεοειδεκτομή, σακχαρώδη διαβήτη, νεοπλασματικές νόσους, ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, σε κύηση, καθώς και εκείνοι που ελάμβαναν αγωγή που επηρεάζει τα επίπεδα των λιπιδίων ή τον μηχανισμό της πήξης, αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Στους ασθενείς έγινε καταγραφή των ανθρωπομετρικών χαρακτηριστικών (βάρος, δείκτης μάζας σώματος, περίμετρος μέσης-ισχίων, συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση) καθώς και τα επίπεδα των κάτωθι παραμέτρων στην αρχή και στους 6 μήνες αγωγής, μετά την αποκατάσταση ευθυρεοειδισμού με αυξανόμενη

δόση θυροξίνης: ολική χοληστερόλη (TC), χαμηλής-πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL-C), υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (HDL-C), τριγλυκερίδια (TG), απολιποπρωτεΐνη B (apoB) και A1 (apoA1), λιποπρωτεΐνη (a) [Lp(a)], γλυκόζη και ινσουλίνη νηστείας, δείκτης ινσουλινοαντίστασης (homeostasis model assessment-insulin resistance, HOMA-IR), hsCRP, αντιθρομβίνη III (AT-III), πρωτεΐνη C (PC), πρωτεΐνη S (PS), ινωδογόνο και ομοκυστεΐνη. Αποτελέσματα: Τριάντα δύο ασθενείς (30 γυναίκες/2 άνδρες) μέσης ηλικίας 52,1±13,9 έτη με ΥΥ ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Η μέση τιμή των επιπέδων TSH στην αρχή της θεραπείας ήταν 6,79±2,58 mIU/mL και στο τέλος 2,56±0,81 mIU/mL. Η χορήγηση θυροξίνης και η επίτευξη ευθυρεοειδισμού οδήγησαν σε σημαντική ελάττωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης (από 135,2±18,5 σε 129,7±15,8 mmHg, p=0,03) και της διαστολικής πίεσης μόνο στους ασθενείς με αρχικά επίπεδα TSH >7 mIU/mL (από 79,5±9,8 σε 72,1±7,3 mmHg, p=0,03). Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές αλλαγές όσον αφορά στο σωματικό βάρος, στον δείκτη μάζας σώματος, στην περίμετρο μέσης-ισχίων και στα επίπεδα TC, LDL-C, HDL-C, TG, apoB, apoA1, Lp(a), γλυκόζης, ινσουλίνης, HOMA-IR, hsCRP, AT-III, PC, PS, ινωδογόνου ή ομοκυστεΐνης μετά την επίτευξη ευθυρεοειδισμού. Συμπεράσματα: Εκτός από ελάττωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, η θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη στους ασθενείς με ΥΥ και η επίτευξη ευθυρεοειδισμού δεν είχε επίδραση στο λιπιδαιμικό προφίλ, στους παράγοντες πήξης, στη συστηματική φλεγμονή και στον μεταβολισμό της γλυκόζης στην παρούσα μελέτη.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


234

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΠΑ5 Η ΠΟΔΟΚΥΤΟΥΡΙΑ ΩΣ ΠΡΩΙΜΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΔΙΑΒΗΤΙΚΗΣ ΝΕΦΡΟΠΑΘΕΙΑΣ Ε. Λιουδάκη,1,2 Κ. Στυλιανού,1,3 Γ. Βρέντζος,2 Μ. Παντερή,2 Χ. Χουλάκη,4 Ε. Δαφνής,1,3 Ε. Γανωτάκης2 1

Εργαστήριο Πειραματικής Νεφρολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κρήτη Κλινική Γενικής Παθολογίας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, Ηράκλειο 3 Κλινική Νεφρολογία, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, Ηράκλειο 4 Εργαστήριο Ρευματολογίας, Κλινικής Ανοσολογίας και Αλλεργιολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κρήτη 2

Εισαγωγή-Σκοπός: Η προσβολή των ποδοκυττάρων παίζει σημαντικό ρόλο στην παθογένεση και εξέλιξη της διαβητικής νεφροπάθειας (ΔΝ). Η ποδοκυτταρική βλάβη προηγείται και συμμετέχει αιτιολογικά στην ανάπτυξη της πρωτεϊνουρίας. Πρόσφατα, έχει αναφερθεί η ανίχνευση ποδοκυττάρων ή μορίων αυτών στα ούρα ασθενών με ΔΝ ή άλλες σπειραματοπάθειες. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσουμε την παρουσία ποδοκυτταρικών δεικτών στα ούρα ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) αλλά χωρίς ΔΝ. ΥλικόΜέθοδος: Μελετήσαμε 78 ασθενείς με ΣΔ και 20 υγιείς μάρτυρες. Για τον έλεγχο της ποδοκυττουρίας έγινε ανίχνευση και ποσοτικοποίηση των mRNA τριών ειδικών ποδοκυτταρικών δεικτών (νεφρίνη, ποδοσίνη και συναπτοποδίνη) στα ούρα με τη μέθοδο της real-time qPCR. Επίσης, έγινε καταγραφή των κλινικών και εργαστηριακών δεδομένων των ασθενών και των μαρτύρων. Αποτελέσματα: mRNA συναπτοποδίνης ανιχνεύθηκε στα ούρα τόσο των διαβητικών όσο και των μαρτύρων. mRNA νεφρίνης και/ή ποδοσίνης ανιχνεύθηκε σε 39 (50%) ασθενείς με ΣΔ και σε 5 μάρτυρες. Οι περισσότεροι από τους διαβητικούς ασθενείς (36 από τους 39 ή 92%) είχαν φυσιολογική απέκκριση λευκωματίνης στα ούρα (πίν. 1). Οι διαβητικοί ασθενείς με ανιχνεύσιμα επίπεδα 2 ή 3 ποδοκυτταρικών δεικτών στα ούρα δεν διέφεραν σημαντικά από εκείνους με έκφραση μόνο συναπτοποδίνης όσον αφορά σε παράγοντες όπως ηλικία, φύλο, νεφρική λειτουργία, απέκκριση λευκωματίνης, δείκτη μάζας σώματος, διάρκεια ΣΔ και παρουσία υπέρτασης. Τα επίπεδα mRNA συναπτοποδίνης των διαβητικών παρουσίασαν ασθενή αλλά στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση με τη διάρκεια του ΣΔ (r=0,3, p<0,05) και ήταν υψηλότερα από ό,τι στους μάρτυρες (p=NS). Επίσης, παρατηρήθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων mRNA νεφρίνης και ποδοσίνης τόσο στους διαβητικούς όσο και στους μάρτυρες (r=0,62, p<0,001 και r=0,56, p<0,001, αντίστοιχα). Συμπεράσματα: Η αυξημένη απέκκριση mRNA νεφρίνης και ποδοσίνης στα ούρα ασθενών με ΣΔ και φυσιολογική απέκκριση λευκωματίνης υποδηλώνει ότι οι ασθενείς αυτοί παρουσιάζουν αυξημένη αποβολή ποδοκυττάρων από

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Πίνακας 1. Δημογραφικά και κλινικά δεδομένα ασθενών και μαρτύρων. Διαβητικοί ασθενείς

Υγιείς μάρτυρες

Ν (πλήθος)

78

20

Ηλικία (έτη)

64,6±9,6

55,5±7,6

31:48

5:15

94,3±32,9

84,2±14,8

30,9±4,6

26,9±4

– Νορμολευκωματινουρία

67 (86%)

20 (100%)

– Μικρολευκωματινουρία

9 (11,5%)

0

– Μακρολευκωματινουρία

2 (2,5%)

0

Υπέρταση (αριθμός ασθενών)

52 (66,7%)

Φύλο (άρρεν:θήλυ) 2

ΡΣΔ (mL/min/1,73 m ) 2

ΔΜΣ (kg/m ) Λευκωματινουρία (αριθμός ασθενών)

Διάρκεια ΣΔ (έτη)

9,7±6,9

ΡΣΔ: ρυθμός σπειραματικής διήθησης ΔΜΣ: δείκτης μάζας σώματος ΣΔ: σακχαρώδης διαβήτης

τα ούρα. Η παρατήρηση αυτή υποδεικνύει ότι η ποδοκυττουρία πιθανόν να προηγείται της μικρολευκωματινουρίας. Προοπτικές μελέτες θα αναδείξουν την κλινική σημασία της ποδοκυττουρίας ως προγνωστικού δείκτη ανάπτυξης ΔΝ. Τέλος, είναι σημαντικό να μελετηθεί αν η πρώιμη έναρξη φαρμακευτικής αγωγής κατά την εμφάνιση της ποδοκυττουρίας σε διαβητικούς ασθενείς με φυσιολογική απέκκριση λευκωματίνης μπορεί να αναχαιτίσει την εξέλιξη της ΔΝ.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

235

ΠΑ6 MOΡΙΑΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΑΝΑΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΗΣ ΗDL ME ΑΠΟΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΗ Ε3 ΣΤΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ Ε. Βαλαντή,1 Π. Φωτάκης,2 M. Beck,2 Δ. Καρδάσης,2 B. Zαννής,2 Δ. Σανούδου1 1

Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2 Εργαστήριο Βιοχημείας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κρήτη

Εισαγωγή-Σκοπός: Ο προστατευτικός ρόλος της απολιποπρωτεΐνης E3 (apoE3) στην αθηροσκλήρυνση είναι πολύπλευρος. Απώλεια έκφρασης apoE3 στα ποντίκια οδηγεί σε πρόωρη αθηροσκλήρυνση. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη της επίδρασης ανασυνδυασμένης HDL που περιέχει apoE3 και φωσφολιπίδια (rHDL-apoE3) στη μετανάστευση ενδοθηλιακών κυττάρων, διαδικασία κρίσιμη για την αποκατάσταση του ενδοθηλίου μετά από αγγειακό τραυματισμό, αλλά και την αγγειογένεση. Υλικό-Μέθοδος: Πρωτογενή ανθρώπινα αρτηριακά ενδοθηλιακά κύτταρα εκτέθηκαν σε rHDL-apoE3 ή PBS. Απομονώθηκε ολικό RNA και μέσα από σειρά χημικών αντιδράσεων σημάνθηκε και υβριδοποιήθηκε σε μικροσυστοιχίες Human Gene 1.0 ST Array (Affymetrix) που αξιολογούν σφαιρικά αλλαγές έκφρασης του ανθρώπινου γονιδιώματος (28.869 γονίδια). Χρησιμοποιήθηκαν 5 μικροσυστοιχίες/δοκιμασία και το σύνολο των αποτελεσμάτων αναλύθηκε βιοπληροφορικά. Στατιστικά σημαντικές αλλαγές παρατηρήθηκαν σε 198 γονίδια. Κριτήρια ανάλυσης: fold change=2 και fold discovery

rate ≤0,05. Αποτελέσματα: Η rHDL-apoE3 προκαλεί σημαντικές αλλαγές σε πολλαπλά γονίδια που σχετίζονται με μηχανισμούς ελέγχου μετανάστευσης των ενδοθηλιακών κυττάρων: (1) το μονοπάτι των Rac GTPases και p38MAPΚ που οδηγεί σε κυτταροσκελετική αναδιάταξη (↑VAV3, ↑FLT1, ↑ACE, ↓CXCL1), (2) το PI3K/Akt/eNOS μονοπάτι που καταλήγει στην παραγωγή νιτρικού οξέος (↑TFPI2, ↓IL1RL1, ↓WARS, ↓FHL2), (3) το ERK1/2 μονοπάτι που συμμετέχει σε κυτταροσκελετική αναδιάταξη και στην αποικοδόμηση εξωκυττάριας ουσίας (↑EFNB2, ↑DLL4, ↑PTGS2, ↓ANXA3) και (4) το σηματοδοτικό μονοπάτι ιντεγκρινών στις εστίες κυτταρικής προσκόλλησης (↑ΙD1, ↑COL4A1, ↑PPAP2B, ↓PTGIR). Τα γονίδια που επηρεάζονται σημαντικά από την rHDL-apoE3 ελέγχουν τη μετανάστευση ενδοθηλιακών κυττ��ρων κατά την αποκατάσταση του ενδοθηλίου μετά από αγγειακό τραυματισμό (PTGIR, ID1, ACE), καθώς και κατά την αγγειογένεση (PTGS2, FLT1, COL4A1). Συμπεράσματα: H rΗDL-apoE3 επηρεάζει μοριακούς μηχανισμούς μετανάστευσης των ανθρώπινων ενδοθηλιακών κυττάρων.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


236

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΠΑ7 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΝΙΚΟΤΙΝΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ/LAROPIPRANT ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΙΚΗΣ ΦΩΣΦΟΛΙΠΑΣΗΣ Α2 (Lp-PLA2) ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΙΚΤΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Α. Κεή,1 Κ. Τέλλης,2 Ε. Λυμπερόπουλος,1 Χ. Ρίζος,1 Μ. Ελισάφ,1 Α.Δ.Τσελέπης2 1

Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2Εργαστήριο Βιοχημείας-Κλινικής Χημείας, Χημικό Τμήμα, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η λιποπρωτεϊνική φωσφολιπάση Α2 (Lp-PLA2) του πλάσματος κυκλοφορεί στην πλειοψηφία της (70–80%) συνδεδεμένη με LDL σωματίδια και αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου. Ένα μικρό ποσοστό της Lp-PLA2 του πλάσματος συνδέεται με HDL σωματίδια (HDL-Lp-PLA2) και συμβάλλει στις αντιαθηρογόνες δράσεις της HDL. Μελετήθηκε η επίδραση της χορήγησης νικοτινικού οξέος στην ενεργότητα της Lp-PLA2 σε ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία. ΥλικόΜέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 30 ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία. Όλοι οι ασθενείς έπαιρναν μια συμβατική δόση στατίνης (10–40 mg σιμβαστατίνη ή 10–20 mg ατορβαστατίνη ή 5–20 mg ροσουβαστατίνη) και δεν είχαν επιτύχει τον στόχο όσον αφορά στα επίπεδα LDL ή non HDL-χοληστερόλης. Χορηγήθηκε επιπρόσθετη θεραπεία με νικοτινικό οξύ/laropiprant (1000/20 mg για 1 μήνα και στη συνέχεια

2000/40 mg για τους επόμενους 2 μήνες). Πριν την έναρξη και μετά από 3 μήνες θεραπείας προσδιορίστηκε η ολική ενεργότητα της Lp-PLA2 στο πλάσμα καθώς και η HDL-LpPLA2 των ασθενών. Αποτελέσματα: Η χορήγηση νικοτινικού οξέος/laropiprant οδήγησε σε μείωση της ενεργότητας της Lp-PLA2 του πλάσματος κατά 16% (από 54±11 σε 45±10 nmol/ mL/min, p=0,02) και αύξηση της HDL-Lp-PLA2 κατά 45% (από 2,0±0,7 σε 2,9±1,1 nmol/mL/min, p<0,001) σε σύγκριση με τα επίπεδα αυτών των παραμέτρων πριν την έναρξη της θεραπείας. Συμπεράσματα: Η xορήγηση επιπρόσθετης θεραπείας με νικοτινικό οξύ σε ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία που λαμβάνουν μια συμβατική δόση στατίνης οδηγεί σε μείωση της ενεργότητας της Lp-PLA2 του πλάσματος και αύξηση της ενεργότητας της HDL-Lp-PLA2. Αυτή η δράση του νικοτινικού οξέος πιθανά συμβάλλει στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία.

ΠΑ8 ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΞΕΩΝ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΚΑΙ ΑΓΓΕΙΑΚΩΝ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ ΜΕ ΧΡΗΣΗ ΑΛΓΟΡΙΘΜΩΝ ΕΠΙΒΛΕΠΟΜΕΝΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Γ. Παπαδάκης,3,4 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Κ.Ι. Καλαντζή,1 Ε. Τριχιά,2 Ε. Μπίκα,1 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,1 Δ.Β. Παναγιωτάκος2 1

Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 3 L3S Research Center, Leibniz University of Hanover, Hanover, Germany, 4Εργαστήριο Κατανεμημένης Γνώσης και Συστημάτων Πληροφορικής, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα, 6Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 7Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γενικό Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η αξιολόγηση και σύγκριση εκ των προτέρων και εκ των υστέρων διατροφικών προτύπων, ανάλογα με την ικανότητα ανίχνευσης παρουσίας οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) με χρήση καθιερωμένων μεθόδων επιβλεπόμενης μηχανικής μάθησης. ΥλικόΜέθοδος: Κατά τη διάρκεια 2009–2010, 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΟΣΣ και 250 μάρτυρες (60±12 ετών, 83% άνδρες) και 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ισχαιμικού ΑΕΕ και 250 μάρτυρες (75±9 ετών, 56% άνδρες) εντάχθηκαν στη μελέτη, οι μάρτυρες ήταν άτομα από τον γενικό πληθυσμό και εξομοιωμένοι ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Τα εκ των προτέρων διατροφικά πρότυπα αξιολογήθηκαν με τη χρήση του MedDietScore, ενώ τα εκ των υστέρων με χρήση της ανάλυσης σε κύριες συνιστώσες. Οι ακόλουθοι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης: πολλαπλή λογαριθμιστική παλινδρόμηση, naïve Bayes, δέντρα αποφάσεων, © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

RIPPER, νευρωνικά δίκτυα και SVM, χρησιμοποιήθηκαν για τη σύγκριση των διατροφικών προτύπων αναφορικά με την παρουσία ΟΣΣ ή ΑΕΕ. Η ορθότητα της ταξινόμησης κάθε μοντέλου υπολογίστηκε με τη χρήση του C-statistic. Αποτελέσματα: Για την πρόβλεψη του ΟΣΣ και με χρήση ποικίλων μεθόδων το C-statistic κυμαινόταν μεταξύ 0,587 (RIPPER) και 0,807 (λογαριθμιστική) για την εκ των προτέρων ανάλυση και από 0,583 (RIPPER) έως 0,827 (λογαριθμιστική) για την εκ των υστέρων. Για την πρόβλεψη του ΑΕΕ, το C-statistic κυμαινόταν από 0,637 (RIPPER) έως 0,767 (λογαριθμιστική) και την εκ των προτέρων ανάλυση, και από 0,617 (δέντρο αποφάσεων) έως 0,780 (λογαριθμιστική) για την εκ των υστέρων. Συμπεράσματα: Και οι δύο προσεγγίσεις ανάλυσης διατροφικών προτύπων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση της σχέσης διατροφής-υγείας, επιτυγχάνοντας ισοδύναμη ορθότητα ταξινόμησης μετά από αξιολόγησή τους μέσω σημαντικών μεθόδων μηχανικής μάθησης.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

237

ΠΑ9 ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΚΟΛΕΣΕΒΕΛΑΜΗΣ ΜΕ ΧΑΜΗΛΗ ΔΟΣΗ ΣΤΑΤΙΝΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑΤΙΝΗΣ ΣΕ ΥΨΗΛΟΤΕΡΗ ΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΑΙΜΙΑ Μ. Φλωρεντίν, Ε. Λυμπερόπουλος, Χ. Ρίζος, Α. Κεή, Μ.Σ. Κωσταπάνος, Μ. Ελισάφ Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-σκοπός: Η χορήγηση στατινών έχει συσχετισθεί με αύξηση της αντίστασης στην ινσουλίνη και την εμφάνιση νέου σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ). H κολεσεβελάμη έχει ευνοϊκή επίδραση στον μεταβολισμό της γλυκόζης. Δεν είναι γνωστό αν η χορήγηση κολεσεβελάμης με μικρή δόση στατίνης έχει διαφορετική επίδραση στην αντίσταση στην ινσουλίνη σε σύγκριση με τη χορήγηση μεγαλύτερης δόσης στατίνης σε ασθενείς με διαταραχή γλυκόζης νηστείας (ΙFG) και υπερχοληστερολαιμία. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη αυτή συγκρίναμε την επίδραση του συνδυασμού κολεσεβελάμης (3,75 g/ημέρα)/ροσουβαστατίνης (5 mg/ημέρα) (CR) έναντι της μονοθεραπείας με ροσουβαστατίνη (10 mg/ημέρα) (R) στην αντίσταση στην ινσουλίνη σε ασθενείς με ΙFG και υπερχοληστερολαιμία. Αποτελέσματα: Σαράντα ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε CR (n=20) ή R (n=20) για 3 μήνες. Ο δείκτης Homeostasis model assessment-Insulin Resistance (ΗOMA-IR) μειώθηκε σημαντικά στην ομάδα CR (–32%, p=0,04 σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα), ενώ αυξήθηκε στην ομάδα R

(+15%, p=NS). Τα επίπεδα της ινσουλίνης ελαττώθηκαν στην ομάδα CR (–26%, p=NS) αλλά αυξήθηκαν στην ομάδα R (+15%, p=NS). Οι μεταβολές στον δείκτη HOMA-IR και την ινσουλίνη διέφεραν σημαντικά μεταξύ των ομάδων (p<0,05 και για τις 2 μεταβολές). Τα επίπεδα γλυκόζης ελαττώθηκαν στην ομάδα CR (–5%, p=NS), ενώ δεν μεταβλήθηκαν στην ομάδα R. Παρόμοια ελάττωση παρατηρήθηκε στα επίπεδα της χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών στις 2 ομάδες (–45%, p=0,000) σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα), ενώ τα τριγλυκερίδια ελαττώθηκαν μόνο στην ομάδα R (–24%, p=0,000) σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα και p=0,02 έναντι της ομάδας CR). Συμπεράσματα: Ο συνδυασμός κολεσεβελάμης με μικρή δόση στατίνης πιθανόν έχει ευνοϊκότερη δράση στον μεταβολισμό της γλυκόζης σε σύγκριση με τη χορήγηση μεγαλύτερης δόσης στατίνης σε ασθενείς με IFG και υπερχοληστερολαιμία. Παραμένει να διερευνηθεί αν ο συγκεκριμένος συνδυασμός συσχετίζεται με μικρότερο ποσοστό εμφάνισης νέου ΣΔ.

ΠΑ10 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΡΟΣΟΥΒΑΣΤΑΤΙΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΔΥΑΣΤΙΚΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΡΟΣΟΥΒΑΣΤΑΤΙΝΗ ΚΑΙ ΦΑΙΝΟΦΙΜΠΡΑΤΗ Ή Ω-3 ΛΙΠΑΡΑ ΟΞΕΑ ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΙΚΤΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Σ. Μακαρίου,1,2 Ε. Λυμπερόπουλος,2 Α. Αγγουρίδης,2 Α. Χάλλα,1 Γ. Λιάμης,2 Μ. Ελισάφ2 1

2

Τομέας Υγείας του Παιδιού, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, Τομέας Εσωτερικής Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή-Σκοπός: Τα χαμηλά επίπεδα της 25(ΟΗ) βιταμίνης D [25(ΟΗ)VitD] έχουν αναγνωριστεί ως ένας νέος καρδιαγγειακός παράγοντας κινδύνου. Οι στατίνες και ιδίως η ροσουβαστατίνη φαίνεται ότι αυξάνουν τη συγκέντρωση της 25(ΟΗ)VitD. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η σύγκριση της επίδρασης της ροσουβαστατίνης σε υψηλή δόση με τη συνδυαστική θεραπεία με συνήθη δόση ροσουβαστατίνης συν φαινοφιμπράτη ή ω-3 λιπαρά οξέα στα επίπεδα της 25(ΟΗ)VitD σε ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία. Υλικό-Μέθοδος: Μετά από τυχαιοποίηση χορηγήσαμε σε 60 ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία [low density lipoprotein cholesterol (LDL-C)>160 mg/dL και τριγλυκερίδια (TGs)>200 mg/dL] ροσουβαστατίνη 40 mg (n=22), ροσουβαστατίνη 10 mg και φαινοφιμπράτη 200 mg (n=21) ή ροσουβαστατίνη 10 mg και ω-3 λιπαρά οξέα 2 g (n=17) ημερησίως για 3 μή-

νες. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν οι αλλαγές στα επίπεδα της 25(ΟΗ)VitD του ορού. Αποτελέσματα: Η μονοθεραπεία με ροσουβαστατίνη συσχετίστηκε με 53% αύξηση της 25(ΟΗ)VitD [από 14,6 (1,0–38,0) σε 17,8 (5,3–49,6) ng/mL, p=0,000]. Οι συνδυασμοί ροσουβαστατίνης με φαινοφιμπράτη και ροσουβαστατίνης με ω-3 λιπαρά οξέα συσχετίστηκαν με αυξήσεις 64% [από 14,1 (1,0–48,0) σε 18,4 (6,7–52,4) ng/ mL, p=0,001] και 61% [από 10,4 (6,6–38,4) σε 14,0 (9,6–37,6) ng/mL, p=0,04], αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στις αλλαγές των επιπέδων 25(ΟΗ)VitD μεταξύ των 3 ομάδων. Συμπεράσματα: Η μονοθεραπεία με υψηλή δόση ροσουβαστατίνης, καθώς και οι συνδυασμοί συνήθους δόσης ροσουβαστατίνης με φαινοφιμπράτη ή ω-3 λιπαρά οξέα αυξάνουν σημαντικά και στον ίδιο βαθμό τα επίπεδα της 25(ΟΗ)VitD του ορού. © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


238

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΠΑ11 Η ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΣΚΛΗΡΙΑΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΟΞΥ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟ ΑΓΓΕΙΑΚΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Κ. Τζιόμαλος, Σ. Μπουζιανά, Β. Γιάμπατζης, Α. Παυλίδης, Μ. Σπανού, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δουμαράπης, Ν. Κακαλέτσης, Φ. Ηλιάδης, Χ. Σαββόπουλος, Α.Ι. Χατζητόλιος Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη

Εισαγωγή-Σκοπός: Η αρτηριακή σκληρία είναι ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε διάφορους πληθυσμούς. Ωστόσο, δεν είναι γνωστό αν προβλέπει την έκβαση των ασθενών με οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΑΕΕ). Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της προγνωστικής αξίας της αρτηριακής σκληρίας σε ασθενείς με οξύ ΑΕΕ. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 280 διαδοχικοί ασθενείς (37,5% άνδρες, ηλικία 78,8±6,4 έτη) που εισήχθησαν σε Πανεπιστημιακή Κλινική λόγω ΑΕΕ. Η αρτηριακή σκληρία εκτιμήθηκε με τη μέτρηση του δείκτη ενίσχυσης, της κεντρικής συστολικής αρτηριακής πίεσης και της πίεσης σφυγμού στην κερκιδική αρτηρία με τη συσκευή Sphygmocor. Η έκβαση εκτιμήθηκε με το τροποποιημένο Rankin scale score κατά την έξοδο από το νοσοκομείο. Αποτελέσματα: Ο δείκτης ενίσχυσης εμφάνισε αρνητική συσχέτιση με το τροποποιημένο Rankin scale score κατά την έξοδο από το νοσοκομείο

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

(r=–0,200, p<0,05). Η κεντρική συστολική αρτηριακή πίεση και η κεντρική πίεση σφυγμού εμφάνισαν θετική συσχέτιση με τη διάρκεια νοσηλείας (r=0,180, p<0,05 και r=0,225, p<0,05, αντίστοιχα). Εικοσιπέντε ασθενείς (8,9%) απεβίωσαν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας. Οι ασθενείς αυτοί είχαν χαμηλότερο δείκτη ενίσχυσης από τους ασθενείς που έλαβαν εξιτήριο (18,2±11,3 έναντι 29,9±9,8, αντίστοιχα, p<0,005). Οι άλλοι δείκτες της αρτηριακής σκληρίας δεν διέφεραν μεταξύ των δύο ομάδων. Συμπεράσματα: Η αρτηριακή σκληρία δεν φαίνεται να αποτελεί αξιόπιστο προγνωστικό δείκτη στους ασθενείς με οξύ ΑΕΕ. Η σχετικά προστατευτική επίδραση της υψηλής αρτηριακής πίεσης κατά την οξεία φάση του ΑΕΕ και το γεγονός ότι οι περισσότεροι θάνατοι στους ασθενείς αυτούς οφείλονται σε μη καρδιαγγειακά αίτια πιθανώς δικαιολογούν τη φαινομενικά παράδοξη σχέση μεταξύ αυξημένου δείκτη ενίσχυσης και καλής έκβασης.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

239

ΠΑ12 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΑΘΕΡΩΝ ΣΥΝΔΥΑΣΜΩΝ ΒΑΛΣΑΡΤΑΝΗΣ ΜΕ ΑΜΛΟΔΙΠΙΝΗ Ή ΥΔΡΟΧΛΩΡΟΘΕΙΑΖΙΔΗ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗΣ ΜΕ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΦΩΣΦΟΛΙΠΑΣΗΣ Α2 (LP-PLA2) ΤΟΥ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΥΠΕΡΤΑΣΗ Λ.Γ. Χριστογιάννης,1 Μ.Σ. Κωσταπάνος,1 Κ. Τέλλης,2 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Α.Δ. Τσελέπης,2 Μ.Σ. Ελισάφ1 2

1 Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η αυξημένη ενεργότητα της συνδεδεμένης με λιποπρωτεΐνες φωσφολιπάσης Α2 (Lp-PLA2) του πλάσματος έχει συσχετισθεί με μία αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Υπάρχουν λίγα δεδομένα όσον αφορά στην επίδραση αντιυπερτασικών φαρμάκων, ιδιαίτερα των σταθερών συνδυασμών τους, στην ενεργότητα της Lp-PLA2 του πλάσματος. Η εκτίμηση της επίδρασης των σταθερών συνδυασμών βαλσαρτάνης με αμλοδιπίνη ή υδροχλωροθειαζίδη στην ενεργότητα της Lp-PLA2 του πλάσματος σε ασθενείς με υπέρταση. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 70 ασθενείς με υπέρταση σταδίου ΙΙ ή ΙΙΙ, που δεν έπαιρναν προηγουμένως υπολιπιδαιμικά ή αντιυπερτασικά φάρμακα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στον συνδυασμό βαλσαρτάνης 160 mg/ημέρα με αμλοδιπίνη 5 mg/ημέρα (ομάδα V-A, n=35) ή υδροχλωροθειαζίδη 12,5 mg/ημέρα (ομάδα V-Η, n=35). Πριν την έναρξη της αγωγής, καθώς και μετά από 16 εβδομάδες, εκτιμήθηκε το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα αυτών των συνδυασμών. Παράλληλα, προσδιορίσθηκε το λιπιδαιμικό προφίλ, καθώς και η ενεργότητα της Lp-PLA2 του πλάσματος. Η ενεργότητα της Lp-PLA2 του πλάσματος προσδιορίσθηκε με τη μέθοδο ιζηματοποίησης με τριχλωροξεικό οξύ (TCA) και τη σήμανση με ραδιενεργό τρίτιο (3Η). Η μέτρηση της ενεργότητας πραγματοποιήθηκε έμμεσα με τη μέτρηση των ραδιοσημασμένων οξικών ομάδων που ελευθερώνονται κατά την υδρόλυση του υποστρώματος (3Η)-PAF από το ένζυμο. Αποτελέσματα: Οι

2 συνδυασμοί προκάλεσαν παρόμοιες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική μεταβολή του λιπιδαιμικού προφίλ στην ομάδα V-A. Αντίθετα, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων νηστείας του ορού (TG) κατά 6,8% (p<0,05), ταυτόχρονα με σημαντική μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (HDL-C) κατά 4,9% (p<0,05) στην ομάδα V-H. Η ενεργότητα της Lp-PLA2 του πλάσματος μειώθηκε σημαντικά στην ομάδα V-A (κατά 9,9%, p<0,05). Αντίθετα, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της ενεργότητας της Lp-PLA2 του πλάσματος στην ομάδα V-H (κατά 12,6%, p<0,05, p<0,01 για τη σύγκριση μεταξύ των 2 ομάδων). Οι μεταβολές της ενεργότητας της Lp-PLA2 του πλάσματος δεν συσχετίζονταν με τις μεταβολές της αρτηριακής πίεσης και των λιπιδαιμικών παραμέτρων στις 2 ομάδες. Στην ομάδα V-A παρατηρήθηκε σημαντική συσχέτιση της μείωσης της ενεργότητας της Lp-PLA2 του πλάσματος με τη μείωση των επιπέδων της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης υψηλής ευαισθησίας (hs-CRP) (r=0,943, p=0,005). Συμπεράσματα: Παρά το γεγονός ότι οι σταθεροί συνδυασμοί V-A και V-H δεν διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά στην αντιυπερτασική τους δράση, ο συνδυασμός V-A φαίνεται ότι έχει ευνοϊκότερη επίδραση στην ενεργότητα της Lp-PLA2 του πλάσματος σε σύγκριση με τον συνδυασμό V-H. Αυτό το γεγονός πιθανόν αποδίδεται έως έναν βαθμό στη μείωση της υποκλινικής φλεγμονής που παρατηρείται στην ομάδα V-A.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


240

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΠΑ13 Η ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΣΚΛΗΡΙΑ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΗΣ ΝΕΥΡΟΠΑΘΕΙΑΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 Σ. Χωρεψιμά, Α. Πρωτογέρου, Α. Κόκκινος, Ν. Τεντολούρης Α' Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ «Λαϊκό», Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η αυξημένη αρτηριακή σκληρία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνητότητας στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2). Δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα για τη σχέση της αρτηριακής σκληρίας με τις μικροαγγειοπαθητικές επιπλοκές του ΣΔ2. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθεί αν η αρτηριακή σκληρία επηρεάζεται από την ύπαρξη περιφερικής νευροπάθειας (ΠΝ) σε ασθενείς με ΣΔ2. ΥλικόΜέθοδος: Στη μελέτη έλαβαν μέρος 202 ασθενείς με ΣΔ2 (75 γυναίκες και 127 άνδρες) με μέση ηλικία τα 65 έτη και διάμεση διάρκεια διαβήτη τα 12 έτη. Ελήφθη λεπτομερές ατομικό ιστορικό και πραγματοποιήθηκαν κλινική εξέταση και εργαστηριακός έλεγχος. Η αρτηριακή σκληρία εκτιμήθηκε με μέτρηση της καρωτιδομηριαίας ταχύτητας σφυγμικού κύματος (carotid-femoral pulse wave velocity, cfPWV) με τη

μέθοδο της τονομετρίας με τη συσκευή Sphygmocor. Για τη διάγνωση της περιφερικής νευροπάθειας χρησιμοποιήθηκαν ο δείκτης συμπτωμάτων νευροπάθειας (NSS), o δείκτης νευρολογικής ανικανότητας (NDS) και ο ουδός αντίληψης δονήσεων (VPT). Αποτελέσματα: Οι ασθενείς με ΠΝ (n=56) είχαν σημαντικά μεγαλύτερη cfPWV σε σύγκριση με τους ασθενείς χωρίς ΠΝ (n=146) (11,2±2,7 m/s έναντι 9,7±2,4 m/s, p<0,001). Στην πολυπαραγοντική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με εξαρτημένη μεταβλητή τη cfPWV, μετά από διόρθωση ως προς την ηλικία, το φύλο και τη διάρκεια διαβήτη, αναδείχθηκαν σημαντικές συσχετίσεις με την ηλικία (Β=0,29, p<0,001), τη συστολική αρτηριακή πίεση (Β=0,33, p<0,001) και την παρουσία ΠΝ (Β=0,19, p=0,005). Συμπεράσματα: Η αυξημένη αρτηριακή σκληρία σχετίζεται σημαντικά και ανεξάρτητα με την ύπαρξη ΠΝ στους ασθενείς με ΣΔ2.

ΠΑ14 ΔΕΙΚΤΕΣ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΤΟΥΣ ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ Γ. Δασκαλόπουλος,1 Α. Καρκανάκη,2 Α. Πιούκα,3 Δ. Πανίδης,3 Π. Γκελερής,1 Ν. Πράπας,2 Α. Καραγιάννης, Β. Άθυρος1 1 Β΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2Γ' Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 3Β' Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, «Ιπποκράτειο» Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη

Εισαγωγή-Σκοπός: Το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών (PCOS) αποτελεί τη συχνότερη ενδοκρινοπάθεια στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και συνδέεται με μεταβολικές διαταραχές και υψηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί φαινότυποι του PCOS με τα εξής χαρακτηριστικά: (1) ολιγο-/ανωοθυλακιορρηξία (ANOV), υπερανδρογοναιμία (ΗΑ) και πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών (PCO), (2) ANOV και HA, (3) HA και PCO, (4) ANOV και PCO. Οι δύο πρώτοι φαινότυποι χαρακτηρίζονται ως «βαρύ» PCOS, ενώ οι δύο δεύτεροι ως «ελαφρύτερο». Η ετερογένεια στην κλινική έκφανση και τις μεταβολικές και καρδιαγγειακές επιπτώσεις έχουν προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον για την κλινική σημασία κάθε φαινοτύπου. Η παρούσα μελέτη σχεδιάσθηκε με σκοπό την εκτίμηση των επιπέδων των δεικτών της «χαμηλού επιπέδου φλεγμονής» των αρτηριών από αθηροσκλήρωση (hsCRP και της Lp-PLA2) στους 4 φαινότυπους. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 120 φυσιολογικού ΒΜΙ γυναίκες με PCOS (4 φαινοτυπικές ομάδες των 30 γυναικών) και 30 μάρτυρες, καθώς και 120 υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες με PCOS (4 φαινοτυπικές ομάδες των 30 γυναικών) και 30 μάρτυρες. Οι 10, συνολικά, ομάδες της με© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

λέτης δεν διέφεραν ως προς το ΒΜΙ ή την ηλικία. Σε όλες τις γυναίκες έγινε πλήρης ορμονικός και υπερηχογραφικός έλεγχος και υπολογίσθηκαν ακόμη τα επίπεδα γλυκόζης, ινσουλίνης, hsCRP και Lp-PLA2. Αποτελέσματα: Όσον αφορά στην hsCRP, οι ομάδες 1 και 2 των υπέρβαρων γυναικών έχουν τις υψηλότερες τιμές, αλλά δεν διαφέρουν σημαντικά από τις άλλες ομάδες των υπέρβαρων, παρά μόνο από τις φυσιολογικού ΒΜΙ γυναίκες. Όσον αφορά στην Lp-PLA2, οι ομάδες 1 και 2 των υπέρβαρων γυναικών έχουν σημαντικά υψηλότερες τιμές από όλες τις άλλες ομάδες. H hsCRP συσχετίζεται σημαντικά και θετικά με ΒΜΙ, λόγο περιμέτρου μέσης προς γλουτών, ινσουλίνη, FAI, HOMA-IR, επιφάνεια κάτω από την καμπύλη γλυκόζης, μέσο όγκο ωοθηκών, τριγλυκερίδια, HDL, αρτηριακή πίεση και WBC, ενώ αρνητικά με βάρος γέννησης, FSH, SHBG και λόγο γλυκόζης προς ινσουλίνη. Η Lp-PLA2 συσχετίζεται σημαντικά και θετικά με την ανδροστενδιόνη, LH, προγεστερόνη και ωοθυλακιορρηξία, ενώ αρνητικά με το ΒΜΙ, ΗΟΜΑ-IR, τριγλυκερίδια και HDL. Συμπεράσματα: Οι 2 φαινότυποι που χαρακτηρίζονται ως «βαρύ» PCOS φαίνεται ότι έχουν υψηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο, όταν συνυπάρχουν με παχυσαρκία, οι άλλοι 2 όχι.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

241

ΠΑ15 ADHERENCE TO THE MEDITERRANEAN DIET PROTECTS FROM HAVING A NON-FATAL STROKE INDEPENDENTLY OF DEPRESSION STATUS: A CASE-CONTROL STUDY Ε. Georgousopoulou,1 C.M. Kastorini,1,2 H. Milionis,2 A. Ioannidi,1 Ε. Bika,2 D. Κantas,2 V. Nikolaou,3 Κ. Vemmos,4 J. Goudevenos,2 D.B. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 2School of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, 3 Cardiology Clinic, “Hellenic Red Cross” Hospital, Athens, 4Acute Stroke Unit, Department of Clinical Therapeutics, "Alexandra" Hospital, Athens, Greece

Aim: The aim of this work was to investigate the effect of Mediterranean diet on the likelihood of having a non-fatal stroke taking into account depression status, which is an independent risk factor, Methods: Case-control study with individual matching by age and sex. During 2009–2010, 500 participants were enrolled, 250 were consecutive patients with a first ischemic stroke and 250 population-based, control subjects, one-for-one matched to the patients by age and sex. Among other characteristics adherence to the Mediterranean diet was assessed by the MedDietScore, depressive symptomatology with the Zung Depression Rating Scale. Results: Mild depressive symptomato logy

was present in one between two patients but almost in anyone among controls (p<0.001). Moreover, controls tended to adhere more to Mediterranean Diet than the patients (p<0.001). Higher adherence to the Mediterranean diet was associated with lower likelihood of ischemic stroke (OR=0.90, 95% CI: 0.83–0.97) even after adjusting for depression and other risk factors. Furthermore, depression remained an independent risk factor for having a stroke (OR=1.06, 95% CI: 1.02–1.10) in the same adjusted model. Discussion: Mediterranean Diet should be a target in the prevention of stroke, independently of the depression status of subjects.

ΠΑ16 ACUTE CORONARY SYNDROME PATIENTS UNDERESTIMATE ALMOST ALL TRADITIONAL CARDIOVASCULAR DISEASE RISK FACTORS: A CASE-CONTROL STUDY C.M. Kastorini,1,2 Ε. Georgousopoulou,2 H. Milionis,1 D. Kantas,1 Ε. Τrichia,2 Α. Vemmou,4 V. Nikolaou,3 Κ. Vemmos,4 J. Goudevenos,1 D.B. Panagiotakos2 1

School of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, 2Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 3 Cardiology Clinic, "Hellenic Red Cross" Hospital, Athens, 4Acute Stroke Unit, Department of Clinical Therapeutics, "Alexandra" Hospital, Athens, Greece

Background-Aim: The aim of this work was to investigate the possible differences on health beliefs between acute coronary syndrome (ACS) patients and healthy controls, as far as several cardiovascular risk factors are concerned. Methods: Case-control study with individual matching by age and sex. During 2009–2010, 500 participants were enrolled, 250 were consecutive patients with a first ACS and 250 populationbased, control subjects, one-for-one matched to the patients by age and sex. Among other characteristics, participants were asked to score how important they consider (1 not important – 9 very important) the traditional cardiovascular risk factors such as smoking, passive smoking, unhealthy diet, hypercholesterolemia, diabetes mellitus, hypertension, obesity,

sedentary life, stress and family history of cardiovascular outcome. Results: The differences between stroke patients and controls were observed for almost all health beliefs. Patients considered stress as the most important risk factor (7.8±1.7). Moreover, patients tended to consider all other factors less important than the controls, with passive smoking scored as the least important one, by both patients and controls (5.9±2.5 vs. 6.2±2.0, respectively). Discussion: There is limited knowledge for the cardiovascular risk factors between middle-aged people in Greece, which means that further attempt for dissemination of information according to the cardiovascular risk factors should be carried out, in order to reduce the public misunderstanding.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


242

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΠΑ17 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΑΤΙΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΣΚΛΗΡΙΑ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΝΕΦΡΙΚΗ ΝΟΣΟ Ρ. Καλαϊτζίδης, Δ. Καρασαββίδου, Ο. Μπαλάφα, K. Παππάς, Φ. Ζαρζουλάς, K.Χ. Σιαμόπουλος Νεφρολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-Σκοπός: Στον γενικό πληθυσμό η χορήγηση στατινών έχει δειχθεί ότι μειώνει τον ολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο και την αρτηριακή σκληρία (ΑΣ) των μεγάλων αγγείων. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) η δράση των στατινών δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Σκοπός της μελέτης ήταν η επίδραση της χορήγησης των στατινών στην ΑΣ σε ασθενείς με τελικό στάδιο ΧΝΝ. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 66 ασθενείς μέσης ηλικίας 60,4 (27–74) έτη σε αιμοκάθαρση, [33 σε τεχνητό νεφρό (ΤΝ) και 33 σε περιτοναϊκή κάθαρση (ΠΚ), 54,8% άνδρες, 28,7% διαβητικοί]. Εκτιμήθηκε η ταχύτητα σφυγμικού κύματος (ΤΣΚ) σε καρωτιδο-μηριαίο επίπεδο (Sphygmocor). Σαράντα ένας ασθενείς (23 σε ΠΚ και 18 σε ΤΝ) βρίσκονταν σε σταθερή υπολιπιδαιμική αγωγή τους τελευταίους 3 μήνες. Αποτελέσματα: Μεταξύ των δύο ομάδων (ΠΚ και ΤΝ) δεν υπήρξε σημαντική στατιστική διαφορά στην ηλι-

κία, το λιπιδαιμικό προφίλ, την αναλογία ανδρών και τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης. Στους ασθενείς και στις 2 ομάδες, ΠΚ ή ΤΝ η ηλικία, η συστολική αρτηριακή πίεση, η πίεση παλμού κα ο σακχαρώδης διαβήτης αποτέλεσαν σημαντικούς παράγοντες αύξησης της ΤΣΚ. Στην ομάδα της ΠΚ, οι ασθενείς (n=23) που ελάμβαναν στατίνη παρουσίασαν μικρότερες τιμές ΑΣ σε σύγκριση με αυτούς (n=10) που δεν ελάμβαναν (7,96±2,36 έναντι 11,01±4,8, f=6,95, p<0,02). Στους ασθενείς σε ΤΝ που ελάμβαναν στατίνη (n=18) δεν παρατηρήθηκε διαφορά στην ΤΣΚ σε σύγκριση με όσους δεν ελάμβαναν (n=15) (9,28±2,58 έναντι 9,11±4,01, f=1,45, p=0,88). Συμπεράσματα: H λήψη στατινών στην ΠΚ μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στην ΑΣ των μεγάλων αγγείων σε σύγκριση με τους ασθενείς στον ΤΝ.

ΠΑ18 ΤΑ ΑΥΞΗΜΕΝΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΜΕ ΧΡΟΝΟΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟ ΤΡΟΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ ΚΟΥΝΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ Α. Μικελλίδη,1 Γ. Σταματάκης,2 Ε. Φραγκοπούλου,1 Σ. Αντωνοπούλου,1 Κ. Δημόπουλος,2 Τ. Νομικός1 1

Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2 Τμήμα Χημείας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη εμφανίζουν ενεργοποιημένους μηχανισμούς θρόμβωσης. Η συμμετοχή των αιμοπεταλίων σε αυτούς τους μηχανισμούς δεν είναι πλήρως διευκρινισμένη. Σκοπός της εργασίας ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης, σε συγκεντρώσεις που συναντώνται σε καταστάσεις προδιαβήτη και διαβήτη τύπου 2 στο μεταγευματικό στάδιο, προκαλούν αύξηση της ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων και αίρουν την αντιαιμοπεταλιακή δράση της ινσουλίνης. Υλικό-Μέθοδος: Πλυμένα αιμοπετάλια κουνελιού προεπωάστηκαν με διαφορετικές συγκεντρώσεις ινσουλίνης (0,5–100 pM) και μετρήθηκε η ανασταλτική της δράση στην επαγόμενη από PAF και θρομβίνη συσσώρευση. Επίσης, τα αιμοπετάλια προεπωάστηκαν σε συνθήκες υπεργλυκαιμίας (15 mΜ γλυκόζης) για διαφορετικά χρονικά διαστήματα (5–30 min) και εξετάστηκε η συσσωρευτική ικανότητα των αιμοπεταλίων υπό την επίδραση PAF και θρομβίνης. Επιπλέον εξετάστηκε εάν η προεπώαση των αιμοπεταλίων

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

σε συνθήκες υπεργλυκαιμίας επηρεάζει την ανασταλτική δράση της ινσουλίνης στην επαγόμενη από PAF και θρομβίνη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Η συσσώρευση των αιμοπεταλίων μετρήθηκε με θολωσιμετρικό τρόπο, υπό ανάδευση στους 37 °C σε ειδικό φωτόμετρο. Αποτελέσματα: Η ινσουλίνη αναστέλλει την επαγόμενη από PAF (450 pΜ) και θρομβίνη (0,015 U/mL) συσσώρευση αιμοπεταλίων (IC50 37,5 και 40 pM, αντίστοιχα). Προεπώαση των αιμοπεταλίων για 5–15 min με 15 mM γλυκόζης ενισχύει την επαγόμενη από PAF και θρομβίνη συσσώρευση των αιμοπεταλίων κατά 50% ενώ ταυτόχρονα αίρει την αντιαιμοπεταλιακή δράση της ινσουλίνης. Συμπεράσματα: Τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης, σε συγκεντρώσεις που συναντώνται σε καταστάσεις προδιαβήτη και διαβήτη τύπου 2 σε μεταγευματικό επίπεδο, προκαλούν αύξηση της ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων και αίρουν την ανασταλτική δράση της ινσουλίνης, γεγονός που μπορεί να συνεισφέρει στην ενεργοποίηση των θρομβωτικών μηχανισμών σε καταστάσεις υπεργλυκαιμίας.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

243

ΠΑ19 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΔΙΑΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΣΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΙΜΟΔΥΝΑΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΩΝ ΑΡΤΗΡΙΩΝ: IN VIVO ΜΕΛΕΤΗ ΜΕ ΑΞΟΝΙΚΗ ΣΤΕΦΑΝΙΟΓΡΑΦΙΑ Σ. Κατράνας,1 Α. Αντωνιάδης,1 Α. Κελέκης,2 Γ. Γιαννόγλου1 1

Πανεπιστημιακό ΓΝ ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, Α΄ Καρδιολογική Κλινική, Εργαστήριο Καρδιαγγειακής Μηχανικής & Αθηροσκλήρωσης 2 Πανεπιστημιακό ΓΝ ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, Ακτινολογικό Τμήμα, Θεσσαλονίκη

Εισαγωγή-Σκοπός: Η μελέτη της επίδρασης του καρδιακού κύκλου στην τρισδιάστατη γεωμετρία των στεφανιαίων αρτηριών και στους τοπικούς αιμορρεολογικούς παράγοντες. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 22 ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αξονική στεφανιογραφία για διερεύνηση στεφανιαίας νόσου. Πραγματοποιήθηκε τρισδιάστατη ανασύνθεση του στελέχους-προσθίου κατιόντα κλάδου (n=14), της περισπώμενης (n=5) και της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας (n=9). Ακολούθησε μορφομετρία των αγγείων σε τμήματα μήκους 2 mm και υπολογισμός της καμπυλότητας και στις δύο φάσεις του καρδιακού κύκλου. Με τη χρήση υπολογιστικής ρευστομηχανικής υπολογίστηκε η ενδοθηλιακή διατμητική τάση (ΕΔΤ) και η μοριακή γλοιότητα (ΜΓ). Αποτελέσματα: Στη συστολή παρατηρούνται χαμηλότερες τιμές ΕΔΤ έναντι της διαστολής (4,64 έναντι 8,29 Pa, p<0,001) και αντίστοιχα χαμηλότερες τιμές ΜΓ (0,00240 έναντι 0,00256 kg/(m·sec), p=0,062). Επίσης, η καμπυλότητα των στεφανιαίων αρτηρι-

ών στη συστολή είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τη διαστολή (0,18 έναντι 0,13 mm-1, p<0,001). Επιπροσθέτως, η καμπυλότητα είναι μεγαλύτερη στα τμήματα με αθηροσκληρωτικές αλλοιώσεις από ό,τι στα φυσιολογικά τμήματα (συστολή: 0,20 έναντι 0,17 mm -1, p<0,001, διαστολή: 0,14 έναντι 0,12 mm-1, p<0,001). Συμπεράσματα: Η συστολική φάση του καρδιακού κύκλου σχετίζεται με χαμηλότερη ΕΔΤ και ΜΓ, αλλά και αυξημένη καμπυλότητα στις στεφανιαίες αρτηρίες. Έχει βρεθεί ότι οι χαμηλές τιμές ΕΔΤ και ΜΓ ευνοούν την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης, η οποία επίσης παρατηρείται συχνότερα σε αγγειακές περιοχές με αυξημένη καμπυλότητα. Καθώς η αύξηση του καρδιακού ρυθμού αυξάνει αναλογικά περισσότερο τη συστολική από τη διαστολική φάση, η βλαπτική επίδραση της συστολικής φάσης στις γεωμετρικές και αιμοδυναμικές παραμέτρους ερμηνεύει πιθανώς την αποδεδειγμένη βλαπτική επίδραση της αυξημένης καρδιακής συχνότητας στην ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης.

ΠΑ20 PREDICTIVE VALUE OF ANKLE-BRACHIAL INDEX (ABI) IN THE EVALUATION OF CORONARY ARTERY DISEASE NEEDING REVASCULARIZATION D. Koumoutsea,1 E. Chouliaras,2 V. Tsiligiris,3 I. Griveas,1 S. Kourouklis,1 V. Tzilalis,3 A. Liolios,1 S. Kalakonas,2 K. Lazaridis,4 P. Thalassinou,5 I. Angelakas,3 †K. Karamitsos1 1

Sector of Internal Medicine and Division of Nephrology, 401 General Army Hospital of Athens and Iasis Clinic, Piraeus (Athens Medical Center Group), 2Anaesthesiologists, Department of Critical Care Medicine, 401 General Army Hospital of Athens and Department of Cardiovascular Surgery Hygeia Hospital, Athens, 3Department of Vascular Surgery, 401 General Army Hospital of Athens, 4Department of Cardiology, 401 General Army Hospital of Athens and 417 Veterans Affairs Hospital of Athens, 56thIKA Hospital of Athens, Athens

Background-Aim: Peripheral artery disease which is determined by the ABI, is a common disease and a known major factor of multifocal atherosclerotic disease and vascular-related morbidity and mortality. The aim of this study was to determine the predictive value of ABI on the presence as well as on the severity of coronary artery disease needing revascularization. Material-Methods: A prospective cohort study which lasted three and a half years was conducted by the above collaborating centers, including patients needing a coronorography for silent ischemia or stable angina pectoris. Patients were questioned regarding cardiovascular risk factors, current (ongoing) treatment and pre-existing peripheral artery disease. ABI was measured on admission (at the first day of hospitalization) and defined as abnormal when <0.9. Coronorographic data were carefully registered and stenosis was defined as >50%. Results: 197 patients

were included in this study, 149 males and 48 females with a mean age of 71.7 years. 127 patients (64.46%) had coronary artery disease and 58 (29.44%) had ABI <0.9. Among these 58 patients, 51 had coronary artery disease needing revascularization (OR: 5.15, 95% CI 2.15–12.30). Moreover in multivariate analysis only ABI and advanced age were associated with coronary artery disease. In addition, among patients with more than one (1) cardiovascular risk factor, those with ABI <0.9 had a higher risk to present two (2) or more than two (2) coronary lesions. Thus, there was an inverse correlation (r=–0.2) between ABI and the severity of coronary artery disease. Conclusions: According to the above data, our results demonstrate that in patients with silent ischemia or stable angina pectoris, Akle-Brachial Index (ABI) is predictive of associated severe coronary artery disease needing revascularization. © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


244

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΠΑ21 Η Lp-PLA2 ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ HDL (HDL-Lp-PLA2) ΣΥΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΤΑΘΕΡΗ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟ Κ. Τέλλης,1 Λ. Ραλλίδης,2 Ι. Λεκάκης,2 Ι. Ρίζος,2 Χ. Βαρούνης,2 Α. Χαραλαμπόπουλος,3 Μ. Ζολινδάκη,4 Ν. Δαγρές,2 Μ. Αναστασίου-Νανά,2 Α.Δ. Τσελέπης1 1

Ερευνητικό Κέντρο Αθηροθρόμβωσης, Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2Β' Καρδιολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αττικό, Αθήνα, 3Καρδιολογικό Τμήμα, 4Βιοχημικό Εργαστήριο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, Πειραιάς

Εισαγωγή-Σκοπός: Η λιποπρωτεϊνική φωσφολιπάση Α2 (LpPLA2), κυρίως αυτή που συνδέεται στη χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL), είναι ένας νέος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Ο ρόλος όμως της Lp-PLA2 στην αθηροσκλήρωση μπορεί να εξαρτάται από το είδος της λιποπρωτεΐνης με την οποία συνδέεται. Η μελέτη εξέτασε την προγνωστική αξία της Lp-PLA2 που συνδέεται με τη λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL) (HDL-Lp-PLA2) σε ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο (CAD). Υλικό-Μέθοδος: Σε ολικό και σε απεμπλουτισμένο από ΑpoΒ (κλάσμα HDL) πλάσμα 524 ασθενών με σταθερή CAD, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για μέσο όρο 34 μήνες, μετρήθηκαν η μάζα και η ενεργότητα της Lp-PLA2, τα λιπίδια και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη. Ως πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο καρδιακός θάνατος ενώ ως δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η εισαγωγή στο νοσοκομείο με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ACS), επέμβαση επαναγγείωσης, αρρυθμίες ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Αποτελέσματα: Εκατόν είκοσι τρεις ασθενείς (25,8%) παρουσίασαν καρδιαγγειακά συμβάματα (24

καρδιακό θάνατο, 47 ACS, 28 επέμβαση επαναγγείωσης, 22 εκδήλωση αρρυθμίας, 2 εγκεφαλικά επεισόδια). Τόσο η ενεργότητα όσο και μάζα της Lp-PLA2 του ολικού πλάσματος που μεταφέρεται κυρίως με την LDL, προέβλεψαν τον καρδιακό θάνατο [hazard ratio (HR): 1,013, 95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI): 1,005–1,021, p=0,002 και HR: 1,040, 95% CI: 1,005–1,076, p=0,025, αντίστοιχα] ανεξάρτητα από τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Αντίθετα, η ενεργότητα και η μάζα της HDL-Lp-PLA2 συσχετίστηκαν με μειωμένο κίνδυνο καρδιακού θανάτου (HR: 0,972, 95% CI: 0,952–0,993, p=0,010 και HR: 0,689, 95% CI: 0,496–0,957, p=0,026, αντίστοιχα) ανεξάρτητα από τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Συμπεράσματα: Ο προσδιορισμός της Lp-PLA2 στο ολικό πλάσμα είναι προγνωστικός δείκτης καρδιακού θανάτου, ενώ η HDL-Lp-PLA2 συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο καρδιακού θανάτου σε ασθενείς με σταθερή CAD, ανεξάρτητα από τους κλασικούς καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου.

ΠΑ22 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΦΛΕΓΜΟΝΩΔΟΥΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΚΑΓΡΕΛΟΡΗΣ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΛΟΠΙΔΟΓΡΕΛΗ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΟΞΥ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ Μ.Ε. Τσουμάνη, Κ.Ι. Καλαντζή,1 Ι.Β. Ντάλας,1 Ι.Α. Γουδέβενος,1 Α.Δ. Τσελέπης. Ερευνητικό Κέντρο Αθηροθρόμβωσης, 1Καρδιολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-Σκοπός: Τα αιμοπετάλια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις φλεγμονώδεις αντιδράσεις που συμβαίνουν κατά την ανάπτυξη και μετά τη ρήξη της αθηρωματικής πλάκας. Συνεπώς, τα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα μπορεί να ασκούν αντιφλεγμονώδεις δράσεις διαμέσου της αναστολής της ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων με συνέπεια τη μείωση της μεμβρανικής έκφρασης ή έκκρισης φλεγμονωδών παραγόντων. Διερευνήθηκε η αντιφλεγμονώδης δράση της τικαγρελόρης, συγκριτικά με την κλοπιδογρέλη, σε ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ACS) που υποβλήθηκαν σε διαδερμική στεφανιαία επέμβαση (PCI). Υλικό-Μέθοδος: 30 ACS ασθενείς (24 άνδρες, ηλικία 65±12 έτη) έλαβαν δόση φόρτισης είτε 600 mg κλοπιδογρέλης (n=15) είτε 180 mg τικαγρελόρης (n=15) ακολουθούμενη από ημερήσια δόση 75 mg και 90 mg αντίστοιχα. Με κυτταρομετρία ροής, προσδιορίστηκε η μεμβρανική έκφραση της Ρ-σελεκτίνης, η πρόσδεση του γλυκοπρωτεϊνικού υποδοχέα-ιντεγκρίνη GPIIb/IIIa (PAC-1), πριν και 5 ημέρες μετά τη φόρτιση, καθώς και η αντίσταση στην αντιαιμοπεταλιακή αγωγή με τη μέθοδο φωσφορυλίωσης VASP (τιμές PRI, platelet reactivity index). Αποτελέσματα: Και τα δύο αντιαιμοπεταλια-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

κά φάρμακα παρουσιάζουν στατιστικά σημαντική μείωση της έκφρασης της P-σελεκτίνης, 5 ημέρες μετά τη φόρτιση συγκριτικά με τις τιμές πριν τη φόρτιση (από 59,0±19,0% σε 7,6%±2,0%, p<0,01) για την τικαγρελόρη, (από 61,0±20,0% σε 24,0±15,0%, p<0,05) για την κλοπιδογρέλη. Η ανασταλτική δράση της τικαγρελόρης ήταν σημαντικά μεγαλύτερη με αυτή της κλοπιδογρέλης (αναστολή 87±11,5% έναντι 60±15%, p<0,05). Παρομοίως, τα δύο φάρμακα παρουσιάζουν στατιστικά σημαντική μείωση της έκφρασης του PAC-1, 5 ημέρες μετά τη φόρτιση (από 16,8±7,9 σε 3,69±1,8 για την τικαγρελόρη και από 21±6,7 σε 6,6±2,2 για την κλοπιδογρέλη, p<0,05 και για τις δύο συγκρίσεις). Η ανασταλτική δράση της τικαγρελόρης ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με αυτή της κλοπιδογρέλης (αναστολή 78±21% έναντι 60±12%, p<0,05). Κανείς ασθενής υπό τικαγρελόρη δεν εμφάνισε αντίσταση (PRI: 10,2±5%) ενώ αντίσταση στην κλοπιδογρέλη εμφάνισαν 2 ασθενείς (PRI: 51,7% και 57,4%). Συμπεράσματα: Σε ACS ασθενείς, η τικαγρελόρη εμφανίζει ισχυρότερη αντιφλεγμονώδη δράση που σχετίζεται με τα αιμοπετάλια από την κλοπιδογρέλη. H σημασία αυτού του φαινομένου σε κλινικό επίπεδο πρέπει να διερευνηθεί.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

245

ΠΑ23 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗ ΑΛΚΟΟΛΙΚΗΣ ΛΙΠΩΔΟΥΣ ΝΟΣΟΥ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ (ΜΑΛΝΗ) Α. Σιάννη,1 Α. Γανωτοπούλου,2 Π. Παρασκευάς,1 Ε. Γκόβα,1 Θ. Δαλαδήμος,1 Λ. Σκορδά,1 Γ. Σκουφογιάννης,3 Ι. Λιούρης1 1

Α' Παθολογική Κλινική, Κωνσταντοπούλειο Γενικό Νοσοκομείο Ν. Ιωνίας, Αθήνα, 2 Γ' Παθολογική Κλινική «Τζάνειο» Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά, Πειραιάς, 3 Ιδιώτης Ιατρός Ακτινολόγος, Πειραιάς

Εισαγωγή-Σκοπός: Η ΜΑΛΝΗ περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα ηπατικών παθήσεων που εκτείνεται: (α) από την απλή ηπατική στεάτωση (λιπώδες ήπαρ) όπου δεν μεταβάλλεται η λειτουργικότητα και η ιστολογική εικόνα του ήπατος, (β) τη μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα (ΜΑΣΗ) όπου έχουμε ιστολογικές αλλοιώσεις τύπου αλκοολικής ηπατίτιδας (στεάτωση, λοβιακή φλεγμονή, σωμάτια Mallory, ίνωση) και διαταραχές της ηπατικής βιοχημείας (αύξηση τρανσαμινασών) και (γ) την κίρρωση ως αποτέλεσμα της ΜΑΣΗ. Να μελετηθεί η σχέση της ΜΑΛΝΗ σε ασθενείς με ΜΣ. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 180 ασθενείς με μέσο όρο ηλικίας 62±13 έτη με ΜΣ σύμφωνα με τα κριτήρια NCEP-ATP II. Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε υπερηχογράφημα ήπατος και βιοχημικό έλεγχο (γλυκόζη νηστείας, ολική χολερυθρίνη, HDL-χοληστερόλη, LDL-χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, ALT, AST, γ-GT, ALP). Τα αποτελέσματα της έρευνας εκφράστηκαν ως μέση τιμή ±σταθερή απόκλιση (mean standard deviation SD). Για τη μονοπαραγοντική ανάλυση μεταξύ των 2 ομάδων, οι συνεχείς μεταβλητές μελετήθηκαν βάσει του student t-test. Στατιστικά σημαντικό θεωρήθηκε το p-value <0,05. Αποτελέσματα: Από τους 180 ασθενείς με ΜΣ που υποβλήθηκαν σε υπερηχογράφημα ήπατος, η ΜΑΛΝΗ διαπιστώθηκε σε 78 (43%), από τους οποίους οι 42 ήταν άνδρες (54%) και οι 36 γυναίκες (46%) και κατατάσσονται στην ομάδα Α. Από τους υπόλοιπους 102 ασθενείς (57%) που δεν εμφάνισαν ΜΑΛΝΗ, οι 46 ήταν άνδρες (45%) και οι 56 ήταν γυναίκες (55%) και κατατάσσονται στην ομάδα Β. Όλοι οι ασθενείς υπεβλήθησαν σε βιοχημικές εξετάσεις και τα συγκριτικά αποτελέσματα των δύο ομάδων καταγράφονται στον κάτωθι πίνακα. Συμπεράσματα: Η ΜΑΛΝΗ είναι συχνό εύρημα στο 1/3 περίπου των ασθενών

με Μεταβολικό Σύνδρομο, αφού οι κύριοι προδιαθεσικοί παράγοντες ανάπτυξής της είναι η παχυσαρκία, η δυσλιπιδαιμία, η αντίσταση στην ινσουλίνη και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2.

Πίνακας 1. Σύγκριση κλινικών χαρακτηριστικών μεταξύ ασθενών με ΜΣ που εμφάνισαν ή όχι ΜΑΛΝΗ. Ομάδα Α (n=78)

Ομάδα Β (n=102)

p

MT±ΣΑ (mean ±SD)

MT±ΣΑ (mean ±SD)

Ηλικία (έτη)

62±12

64±9

NS

Περίμετρος μέσης (cm)

112±12

98±8

<0,001

Γλυκόζη νηστείας (mg/dL)

90±24

86±20

NS

Ολική χοληστερίνη (mg/dL)

184±38

178±42

NS

HDL-χοληστερίνη (mg/dL)

38±8

42±9

<0,001

LDL-χοληστερίνη (mg/dL)

124±32

120±44

NS

Τριγλυκερίδια (mg/dL)

180±68

140±76

<0,001

ALT (mg/dL)

56±11

48±10

<0,001

AST (mg/dL)

38±6

35±6

NS

γ-GT (mg/dL)

38±6

30±4

<0,001

ALP (mg/dL)

148±12

136±10

<0,02

NS: Στατιστικά μη σημαντικό

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


246

3(4) Α Ν Α Κ ΟΕλληνική Ι Ν Επιθεώρηση Ω Σ Ε Αθηροσκλήρωσης Ι Σ

Α Ν Α Ρ Τ Η Μ Ε Ν Ε Σ Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4):246–304

Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4):246–304

ΑΑ1 ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΕ ΠΑΧΥΣΑΡΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ Αγγ. Ρέβελα,1 Ο. Ταχμαζίδης2 1

Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Κρήτης, Κρήτη, 2Κέντρο Υγείας Τήνου, Τήνος

Εισαγωγή-Σκοπός: Η σύγκριση των μετρήσεων της αρτηριακής πίεσης και 24ωρη καταγραφή σε παχύσαρκα παιδιά και εφήβους. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 48 υγιή παιδιά και έφηβοι (24 αγόρια, 5 υπέρβαρα, 43 παχύσαρκα, 21 προεφηβικής ηλικίας). Στους συμμετέχοντες έγιναν δοκιμασία από του στόματος ανοχής γλυκόζης, έλεγχος του λιπιδαιμικού προφίλ, προσδιορισμός του πάχους του έσωμέσω χιτώνα της κοινής καρωτιδικής αρτηρίας δεξιά και αριστερά (IMT) και καρδιολογική εκτίμηση με προσδιορισμό των LVM και LVMI. Αποτελέσματα: Η ημερήσια ΑΠ είχε

μέση τιμή SD 117±13,5 mmHg και ήταν μεγαλύτερη από την ΕΑΠ με μέση τιμή SD 105±7,2. Παθολογική ανοχή στη γλυκόζη είχε 25% των παιδιών, παθολογική γλυκόζη νηστείας 8%, ενώ 33% είχαν και παθολογική ανοχή στη γλυκόζη και παθολογική γλυκόζη νηστείας. Ο δείκτης μάζας σώματος ΔΜΣ συσχετίστηκε με τις ΕΑΠ (r=0,40), την ημερήσια ΑΠ (r=0,30) και ΣΑΠ (r=0,48). Συμπεράσματα: Σε παχύσαρκα παιδιά και εφήβους η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης συσχετίζεται με πρώιμη αθηροσκλήρωση καθώς και με την καρδιακή λειτουργία.

ΑΑ2 ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΗΣ ΝΟΣΟΥ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ (ΚΥ) ΤΗΝΟΥ Αγγ. Ρέβελα,1 H. Wittmer,2 R. Routier,2 Ο. Ταχμαζίδης3 1

Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Κρήτης, Κρήτη, 2Netcare Olivedale Hospital, SA, 3Κέντρο Υγείας Τήνου, Τήνος

Εισαγωγή-Σκοπός: Η συσχέτιση του ΒΜΙ με παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου. ΥλικόΜέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 216 άτομα, 102 άνδρες και 114 γυναίκες. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 63,2 έτη. Έγινε λήψη ιστορικού και καταγραφή των παραγόντων κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου (αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, δυσλιπιδαιμία, κάπνισμα) σε ειδικό ερωτηματολόγιο. Αποτελέσματα: Από τα 216 άτομα, με BMI<29 βρέθηκαν 90 (42%) και με BMI<25, 26 (29%), 126 (58%) υπέρβαρα (25≤BMI<29) εκ των οποίων 76 (60%) άνδρες και 50 (40%) γυναίκες. Παρατηρήθηκε ότι οι υγιείς άνδρες εμφάνιζαν τους παράγοντες κινδύνου στα εξής ποσοστά: ΑΥ

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

32,8%, ΣΔ 12,4%, Δυσλιπιδαιμία 26,1%, Κάπνισμα 40,1%. Οι υγιείς γυναίκες ΑΥ 15,6%, ΣΔ 6,3%, Δυσλιπιδαιμία 12,4%, Κάπνισμα 27,5%. Τα αντίστοιχα ποσοστά σε 4 υπέρβαρα άτομα ήταν άνδρες με ΑΥ 37,2%, ΣΔ 32,0%, Δυσλιπιδαιμία 43,5%, Κάπνισμα 44,2% και γυναίκες με ΑΥ 35,0%, ΣΔ 18%, Δυσλιπιδαιμία 50%, Κάπνισμα 25,0%. Συμπεράσματα: Παρατηρούμε ότι η αύξηση του BMI επηρεάζει αρχικά την εμφάνιση Αρτηριακής Υπέρτασης στον υγιή πληθυσμό και της δυσλιπιδαιμίας σε ό,τι αφορά στους υπέρβαρους. Ο έλεγχος του σωματικού βάρους είναι βασικός παράγοντας για την πρόληψη της ΑΥ και της δυσλιπιδαιμίας σε υγιή και υπέρβαρα άτομα.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

247

ΑΑ3 ΛΙΠΙΔΑΙΜΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗ ΣΕ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΤΗΝΟΥ Αγγ. Ρέβελα,1 J.P. Foccart,2 Ο. Ταχμαζίδης3 1

Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Κρήτης, Κρήτη, 2Αrwyp Medical Centre, 3Kέντρο Υγείας Τήνου, Τήνος

Εισαγωγή-Σκοπός: Η διερεύνηση των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης, της HDL-χοληστερόλης, LDL-χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων σε κατοίκους της Τήνου ως παράγοντες κινδύνου για αθηροσκλήρωση. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 288 ασθενείς με δείγματα αίματος που λήφθηκαν μετά από 12ωρη νηστεία-κατοίκων (189 γυναίκες και 99 άνδρες), ηλικίας 20–89 ετών. Σε όλα τα δείγματα προσδιορίστηκαν ολική χοληστερόλη, τριγλυκεριδία, HDLχοληστερόλη και LDL-χοληστερόλη ορού. Αποτελέσματα:

Σε 157 άτομα στο 54% παρατηρήθηκαν αυξημένες τιμές χοληστερόλης >200 mg/dL, σε 99 άτομα 31,94% συγκεντρώσεις τριγλυκεριδίων >150 mg/dL, σε 62 άτομα 22% βρέθηκε HDL <40 mg/dL και σε 152 άτομα 53% βρέθηκαν συγκεντρώσεις LDL >130 mg/dL. Συμπεράσματα: Τα υψηλά ποσοστά παθολογικών τιμών εγείρουν σοβαρούς προβληματισμούς, σχετικά με τις συνέπειες και τον κίνδυνο για αθηροσκλήρωση που απορρέουν από τη διαβίωση και τη διατροφή των κατοίκων στην Τήνο.

ΑΑ4 ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΙ: ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΛΙΠΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΗ ΝΟΣΟ Αγγ. Ρέβελα,1 H. Wittmer,2 R. Routier,2 J.P. Foccart3 1

Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Κρήτης, Κρήτη, 2Netcare Olivedale Hospital, SA, 3Arwyp Medical Centre, SA

Εισαγωγή-Σκοπός: Η παρούσα μελέτη στόχο έχει να καταγράψει την επίπτωση παθολογικών επιπέδων των λιπιδίων αίματος σε παιδιά και εφήβους. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 788 παιδιά (51,5% αγόρια) με μέση ηλικία 13,5±2,7 έτη. Σε πρωινό δείγμα νηστείας προσδιορίστηκαν η ολική, LDL-και HDL-χοληστερόλη και τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων (TG). Η non-HDL-χοληστερόλη υπολογίστηκε σύμφωνα με την ηλικία και το φύλο. Αποτελέσματα: Παρατηρήθηκε ότι το 28,2% των παιδιών ήταν υπέρβαρα και 13,0% παχύσαρκα. Σε σύγκριση με τα φυσιολογικού βάρους τα υπέρβαρα και τα παχύσαρκα είχαν υψηλότερα επίπεδα LDL (99,2±28,3 και 99,1±21,7 έναντι 91,7±23,4, p=0,0003, p<0,004), non-HDL (117,5±31,7

και 118,4±27,6 έναντι 107,5±26,7 p<0,0001, p=0,0002) και TG (84,4±44,2, 102,6±57,4 έναντι 67,4±29,6 p<0,0001 p<0,001). Και οι δύο ομάδες είχαν χαμηλότερα επίπεδα HDL (p<0,0001). Τα υπέρβαρα είχαν 4,75 και 3,54 μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν υψηλά TG και non-HDL, αντίστοιχα. Στα παχύσαρκα η πιθανότητα ήταν 10,90 φορές για TG και 3,58 φορές για τη non-HDL. Τα παχύσαρκα είχαν τρεις φορές πιο συχνά χαμηλή HDL. Συμπεράσματα: Το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών είναι ανησυχητικά υψηλό. Το αυξημένο βάρος έχει ως συνέπεια την εμφάνιση παθολογικών επιπέδων λιπιδίων αίματος. Η άμεση λήψη προληπτικών μέτρων είναι αναγκαία για την πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


248

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ5 ΠΡΩΙΜΗ ΑΘΗΡΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ Αγγ. Ρέβελα,1 Χ. Ψωμόπουλος,1 H. Wittmer,2 1

Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Κρήτης, Κρήτη, 2Netcare Olivedale Hospital, SA

Εισαγωγή-Σκοπός: Η παρούσα μελέτη στόχο έχει τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των απεικονιστικών μεθόδων της πρώιμης αθηρωμάτωσης, PWV και IMT, και του καρδιαγγειακού κινδύνου σε διαβητικά και μη διαβητικά άτομα. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 146 άτομα. Χρησιμοποιήθηκαν οι απεικονιστικές μέθοδοι της αρτηριακής σκληρίας (PWV) και του πάχους του έσω-μέσου χιτώνα (IMT). Υπολογίστηκε το Framingham Risk Score (FRS). Αποτελέσματα: Μελετήθηκαν 146 άτομα οι 77 (52,7%) ήταν διαβητικοί και οι 69 (47,3%) μη διαβητικοί. Στους διαβητικούς, η μέση IMT ήταν 0,75±0,16 mm και η μέση PWV 11,42±2,67 m/sec, ενώ στους μη διαβητικούς 0,69 ±0,15 mm και 9,12±2,25 m/sec αντίστοιχα. Βάσει FRS ταξινόμησης, 32%, 47% και 21% των διαβητικών ανήκαν στην ομάδα χαμηλού,

ενδιάμεσου και υψηλού κινδύνου αντίστοιχα, ενώ στους μη διαβητικούς τα αντίστοιχα ποσοστά εκτιμήθηκαν στο 77%, 17% και 5%. Στους διαβητικούς ασθενείς και κατόπιν προσαρμογής για φύλο, Δείκτη Μάζας Σώματος, βρέθηκε ένδειξη για συσχέτιση μεταξύ IMT και FRS (p=0,66), ενώ αύξηση της μέσης PWV κατά ένα τεταρτημόριο συνεπάγεται αύξηση της μέσης τιμής της FRS κατά 2,41% (p=0,03). Στους μη διαβητικούς βρέθηκε ένδειξη για θετική συσχέτιση μεταξύ IMT και FRS (p=0,001) και μεταξύ PWV και FRS (p=0,009). Συμπεράσματα: Σε διαβητικούς ασθενείς βρέθηκε ότι αύξηση της PWV σχετίζεται με αύξηση της FRS, ενώ δεν υπήρχε ένδειξη για πιθανή συσχέτιση μεταξύ IMT και FRS. Σε μη διαβητικούς, και οι δύο απεικονιστικές μέθοδοι, IMT και PWV, φάνηκε να σχετίζονται θετικά με την FRS.

ΑΑ6 ΤΑ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΑ ΟΦΕΛΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΣΤΑΤΙΝΕΣ ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΣΜΑ Αγγ. Ρέβελα,1 J.P. Foccart,2 Εμμ. Λιανός1 1

Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Κρήτης, Κρήτη, 2Arwyp Medical Centre, SA

Εισαγωγή-Σκοπός: Η παρούσα μελέτη στόχο έχει να καταγράψει ότι η χορήγηση στατινών μειώνει τα επίπεδα της LDL και τον βαθμό της αθηρωμάτωσης. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 100 ασθενείς με αθηρωματική στένωση καρωτίδων, και κατανεμήθηκαν σε καπνιστές (n=54) και μη καπνιστές. Όσοι είχαν στένωση καρωτίδων >70% (n=50) υποβλήθηκαν σε αγγειοπλαστική. Χορηγήθηκε ατορβαστατίνη εξατομικευμένα, ώστε τα επίπεδα της LDL να διατηρούνται <100 mg/dL και παρακολουθήθηκαν 1,3,6 και 12 μήνες. Αποτελέσματα: Τόσο η

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

LDL, όσο και η στένωση των καρωτίδων, μειώθηκαν σημαντικά 12 μήνες από την έναρξη της αγωγής σε καπνιστές (60,68±24,09 έναντι 45,48±24,89 mg/dL, p=0,0036 και 29,68±25,59 έναντι 23,06±21,71, p=0,002) και μη καπνιστές (69,33±25,11 έναντι 40,36 ±5,6 mg/dl, p=0,001 και 24,67±26,22 έναντι 20,00±21,45, p=0,004). Συμπεράσματα: Η χορήγηση στατίνης αποδείχθηκε ότι συνδέεται με σημαντική μείωση των επιπέδων της LDL και του βαθμού της αθηρωματικής στένωσης των καρωτίδων σε μη καπνιστές.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

249

ΑΑ7 PREVALENCE OF CARDIOVASCULAR DISEASE RISK FACTORS AND ESTIMATED 10-YEAR CARDIOVASCULAR RISK, USING VARIOUS EQUATIONS IN GREEK MEN AND WOMEN WITH METABOLIC SYNDROME T. Chimonas, V.G. Athyros, E.S. Ganotakis, V. Nikolaou, D.B. Panagiotakos, D. Mikhailidis, M. Elisaf, for the Assessing The Treatment Effect in Metabolic Syndrome Without Perceptible diabeTes (ATTEMPT) Collaborative Group Hellenic Atherosclerosis Society Background-Aim: The aim of the study was to evaluate gender differences in CVD risk factor prevalence and estimated the 10-year CVD risk in people with MetS in Greece. Methods: A random sample of 846 Greek men and 1221 women with MetS (NCEP ATPIII), but without diabetes mellitus or established CVD, was selected. Ten-year risk estimates for fatal CVD were calculated using 3 different risk equations, the Hellenic SCORE, the ESC SCORE and the Framingham models. Results: Blood pressure and triglyceride criteria were more common in men (89.8 vs 85.9% and 87.0 vs 75.3%, respectively, p<0.001), whereas

high density lipoprotein cholesterol and abdominal obesity were more common in women (58.6% vs. 65.1% and 84.0% vs 97.0%, p<0.001). The 10-year risk for fatal CVD events using Hellenic SCORE was almost twofold higher in men (7.9±6.1% vs 4.0±3.5%, p<0.001). Similar results were observed using the ESC SCORE and the Framingham models. Moreover, the 3 risk estimation models demonstrated good agreement in classifying people into risk categories. Conclusions: Different factors characterized MetS in men and women. Men were at a significantly higher risk for CVD.

ΑΑ8 BLOOD PRESSURE LEVELS CONSTITUTE THE MOST IMPORTANT DETERMINANT OF THE METABOLIC SYNDROME IN A MEDITERRANEAN POPULATION: A DISCRIMINATION ANALYSIS T. Chimonas, A. Karagiannis, V.G. Athyros, A. Achimastos, M. Elisaf, D.B. Panagiotakos, for the Assessing The Treatment Effect in Metabolic Syndrome Without Perceptible diabeTes (ATTEMPT) Collaborative Group Hellenic Atherosclerosis Society Background-Aim: The aim of the study was to evaluate the relative importance of the determinants of the metabolic syndrome (MetS) in a sample with MetS from the Greek population. Methods: A random sample of 824 male (56±11 years) and 1,199 female (58±10 years) subjects with MetS (NCEP ATP III), but without diabetes mellitus or established cardiovascular disease, was selected from all over Greece. Principal components analysis (PCA) was applied to evaluate the inter-relationships between the inherent characteristics of the MetS. Results: Among the participants, 87.6% had elevated blood pressure (BP) levels, 79.9% had hypertriglyceridaemia, 62.6% had low high density lipoprotein cholesterol (HDL-C) levels, 71.4% had impaired fasting glucose (FG) and 91.5% had abdominal obesity. The most common combination was elevated BP levels, abdominal obesity, impaired

FG and hypertriglyceridaemia (14.2%). PCA revealed 3 main components that explained 68.4% of the total variation. The first one was heavily loaded by BP (28.6% of the total variation explained), followed by a component characterised by lipid variables (21.7%) and a component characterised by FG and waist circumference measurements (18.1% explained variation). Conclusions: The most dominant characteristic of MetS participants from a Mediterranean country (Greece) was elevated BP levels, which was present in all 8 most common combinations of MetS components, rendering the “hypertensive aspect” of MetS the most common one. Since a significant proportion of hypertensive subjects with MetS receive no treatment, or are poorly controlled, targeting BP levels in the general population may assist in better preventing MetS and its complications.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


250

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ9 ASSOCIATION BETWEEN THE CHANGES IN RENAL FUNCTION AND SERUM URIC ACID LEVELS DURING MULTIFACTORIAL INTERVENTION AND CLINICAL OUTCOME IN PATIENTS WITH METABOLIC SYNDROME: A POST HOC ANALYSIS OF THE ATTEMPT STUDY V.G. Athyros, A. Karagiannis, E.S. Ganotakis, K. Paletas, V. Nicolaou, G. Bacharoudis, K. Tziomalos, T. Alexandrides, E.N. Liberopoulos, D.P. Mikhailidis, for the ATTEMPT Collaborative Group Hellenic Atherosclerosis Society Background-Aim: To assess the effects of long-term multifactorial intervention on renal function and serum uric acid (SUA) levels and their association with estimated cardiovascular disease (eCVD) risk and actual CVD events. PatientsMethods: This prospective, randomized, target-driven study included 1,123 subjects (45.6% men, age 45–65 years) with metabolic syndrome (MetS) but without diabetes or CVD. Patients were randomized to multifactorial treatment. Atorvastatin was titrated from 10–80 mg/d aiming at a low density lipoprotein cholesterol (LDL-C) target of <100 mg/dL (group A) or an LDL-C target of <130 mg/dL (group B). Changes in estimated glomerular filtration rate (eGFR) and SUA levels were recorded in all patients and in the subgroup with stage 3 chronic kidney disease (CKD, eGFR=30–59 ml/min/1.73 m2, n=349). We used ANOVA to compare changes within the same group, unpaired student-T test to compare results between groups at specific time points

and log-rank test to compare event free survival. Results: The eCVD-risk reduction was greater in group A. In the overall study population, eGFR increased by 3.5% (p<0.001) and SUA levels fell by 5.6% (p<0.001). In patients from group A with stage 3 CKD (group A1, n=172), eGFR increased by 11.1% (p<0.001) from baseline in and by 7.5% (p<0.001) in group B1 (n=177, p<0.001 vs the change in group A1). The corresponding fall in SUA levels was 10.7% in group A1 (p<0.001 vs baseline) and 8.3% in group B1 (p<0.001 vs baseline and group A1). These changes were mainly attributed to atorvastatin treatment. Among the CKD stage 3 patients there were no CVD events in group A1, while 6 events occurred in group B1 (p=0.014). Conclusions: Multifactorial intervention in patients with MetS without established CVD improved renal function and reduced SUA levels. These changes were more prominent in stage 3 CKD patients and might have contributed to the reduction in eCVD risk and clinical events.

ΑΑ10 ASSESSING THE TREATMENT EFFECT IN METABOLIC SYNDROME WITHOUT PERCEPTIBLE DIABETES (ATTEMPT): A PROSPECTIVE-RANDOMIZED STUDY IN MIDDLE AGED MEN AND WOMEN V.G. Athyros, E.S. Ganotakis, G. Kolovou, V. Nikolaou, A. Achimastos, E. Bilianou, T. Alexandrides, A. Karagiannis, K. Paletas, E.N. Liberopoulos, K. Tziomalos, D. Petridis, A. Kakafika, M.S. Elisaf, D.P. Mikhailidis, for the ATTEMPT Collaborative Hellenic Atherosclerosis Society Background-Aim: To assess the reduction in estimated cardiovascular disease (e-CVD) risk after multifactorial treatment for 6 months and follow this change during the next 3-years. Patients-Methods: This prospective, randomized, target driven study included 1,123 subjects (512/611 men/ women, aged 45–65 years) with metabolic syndrome (MetS) without diabetes or CVD referred to specialist outpatient clinics. Patients were randomized to two treatment groups: group A with low density lipoprotein cholesterol (LDL-C) target of <100 mg/dL and group B with a target of <130 mg/ dL. Atorvastatin was used in both groups on top of optimal multifactorial treatment (quinapril, amlodipine, hydrochlorothiazide for hypertension, metformin for impaired fasting glucose, and orlistat for obesity). The e-CVD risk was calcu© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

lated using the Framingham, the PROCAM and Reynold’s equations. Results: Reductions in e-CVD risk at 6 months were >50% in all patients, but were superior in group A and in women. Reductions were even greater during the next 3-years and were mainly attributed to changes in lipid profile. Actual CVD events were 1 in group A and 13 in group B; p=0.0012. Conclusions: Attaining the treatment target of LDL-C<100 mg/dL within multifactorial treatment of MetS by expert clinics, is achievable and beneficial even in patients without diabetes or known CVD. This induces a considerable e-CVD risk reduction in MetS patients. Actual CVD events were negligible, suggesting that e-CVD risk overestimates actual CVD risk in MetS, at least in patients achieving LDL-C<100 mg/dL. (ClinicalTrials.gov ID: NCT00416741).


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

251

ΑΑ11 SAFETY AND IMPACT ON CARDIOVASCULAR EVENTS OF LONG-TERM MULTIFACTORIAL TREATMENT IN PATIENTS WITH METABOLIC SYNDROME AND ABNORMAL LIVER FUNCTION TESTS: A POST HOC ANALYSIS OF THE ATTEMPT STUDY V. Athyros, C. Pitsavos, O. Giouleme, E.S. Ganotakis, A. Achimastos, M. Elisaf, K. Tziomalos, D. Petridis, A. Karagiannis, D.P. Mikhailidis, for the ATTEMPT Collaborative Group Hellenic Atherosclerosis Society Background-Aim: To assess the effects of long-term multifactorial intervention, including a statin, on liver function tests (LFTs) and their association with cardiovascular disease (CVD) events in patients with metabolic syndrome (MetS) and modestly increased LFTs without diabetes mellitus (DM) or CVD. Patients-Methods: This prospective, randomized, target-driven study included 1,123 patients (45.6% men; age 45-65 years), who were being followed up in outpatient clinics. Patients received multifactorial treatment including a statin aiming at a low density lipoprotein cholesterol (LDL-C) target of <100 mg/dL (group A) or LDL-C<130 mg/dL (group B). Among them, 326 patients had modestly elevated LFTs and ultrasonographic (US) evidence of non-alcoholic fatty liver disease (NAFLD) [165 patients in group A (group A2) and 161 patients in group B (group B2)]. Intensive lifestyle intervention and pharmacotherapy were used: atorvastatin in all patients, inhibitors of the renin-angiotensin-aldosterone axis and calcium channel

blockers for hypertension, metformin for dysglycaemia and orlistat for obesity. Results: NAFLD resolved during the 42month treatment period in 86% of patients in group A2 and in 74% of patients in group B2 (p<0.001). In group A2, 92% of patients had LDL-C<100 mg/dL and triglyceride (TG) levels <150 mg/dL. Mean LDL-C and TG levels were higher while in group B2 than in group A2 (p<0.001 for both comparisons). There were no CVD events in group A2 whereas 5 non-fatal events occurred in group B2 (log-rank-p=0.024). There were no major side-effects. Conclusions: Attaining treatment targets with multifactorial intervention is safe and beneficial in primary prevention patients with MetS and NAFLD. Lipid levels and LFTs normalized, US findings of NAFLD resolved and no CVD events occurred in patients who achieved LDL-C levels <100 mg/dL (group A2). Resolution of NAFLD was more frequent in the latter patients and this might have contributed to the prevention of CVD events.

ΑΑ12 THE LONG-TERM IMPACT OF MULTIFACTORIAL TREATMENT ON THE INCIDENCE OF NEW ONSET DIABETES AND RELATED CARDIOVASCULAR EVENTS IN PATIENTS WITH METABOLIC SYNDROME: A POST HOC ANALYSIS OF THE ATTEMPT STUDY V.G. Athyros, M. Elisaf, T. Alexandridis, A. Achimastos, E.S. Ganotakis, E. Bilianou, A. Karagiannis, E.N. Liberopoulos, K. Tziomalos, D.P. Mikhailidis, for the ATTEMPT Collaborative Group Hellenic Atherosclerosis Society Background-Aim: To assess the long-term incidence of new onset diabetes (NOD) and related cardiovascular events in patients with metabolic syndrome (MetS). PatientsMethods: The prospective, randomized, target-driven Assessing The Treatment Effect in Metabolic Syndrome Without Perceptible diabeTes (ATTEMPT) study included 1,123 patients (45.6% males, aged 45–65 years) with MetS without diabetes or cardiovascular disease (CVD), who were referred to specialist outpatient clinics; 793 patients had impaired fasting glucose (IFG). Patients were randomized to 2 treatment groups: group A with a low density lipoprotein cholesterol (LDL-C) target <100 mg/dL and group B with a target <130 mg/dL. On top of intensive lifestyle intervention, a multifactorial drug treatment was used: mainly inhibitors of renin-angiotensin-aldosterone system and calcium channel blockers for hypertension, metformin

for IFG, orlistat for obesity, while atorvastatin was used in all patients. Results: The incidence of NOD during the 42month follow-up was very low, 0.83/100 patient-years in patients with MetS and 1.00/100 patient-years in patients with MetS and IFG. The incidence of NOD did not differ between groups A and B. Baseline glucose levels, statin treatment and statin dose were not related to NOD. Older age, increased waist circumference and persistent MetS despite treatment were the main determinants of NOD risk. There was no substantial contribution of NOD to CVD events; 1 CVD non-fatal event occurred in the 28 patients with NOD. Conclusions: Attaining the treatment targets of MetS with multifactorial (lifestyle and drug) intervention is achievable and beneficial even in patients without diabetes or known CVD. NOD incidence and CVD events were negligible and similar to the rates observed in the general population. © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


252

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ13 IMPROVING THE IMPLEMENTATION OF CURRENT GUIDELINES FOR THE MANAGEMENT OF FOUR MAJOR CORONARY ARTERY DISEASE RISK FACTORS BY VEERING OLD HABITS: THE IMPERATIVE RENAL ANALYSIS V.G. Athyros, A.I. Hatzitolios, A. Karagiannis, N. Katsiki, K. Tziomalos, D. Petridis, C. Savopoulos, T.D. Didangelos, A. Kakafika, D.P. Mikhailidis, for the IMPERATIVE Collaborative Group 2nd DYPE, Hellenic Atherosclerosis Society, Greek Society of General Practitioners Background-Aim: To prospectively assess the short-term effect of multifactorial treatment on renal function and serum uric acid levels (SUA) in patients with stage 3 chronic kidney disease (CKD) and multiple cardiovascular disease (CVD) risk factors, including dyslipidemia, diabetes mellitus, arterial hypertension or metabolic syndrome. Methods: This is joint post hoc analysis of 5 different “best practice” studies that included 4,083 patients with multiple CVD risk factors. Estimated glomerular filtration rate (eGFR) was assessed using the MDRD formula. Stage 3 CKD patients were characterized those with an eGFR ranging from 30–59 mL/min/1.73 m2. There was a baseline visit, followed by a concerted effort from previously trained physicians to improve adherence to lifestyle advice and optimize drug treat-

ment for all vascular risk factors. After 6 months the patients were re-evaluated. Results: From 4,083 patients 1,235 had stage 3 CKD (30%). Treatment strategy induced an enhanced compliance to lifestyle measures and use of evidence-based medication, including a statin. Multifactorial treatment was related to an increase in eGFR by 5.6% (p<0.001) in those patients and a reduction by 6.1% (p<0.001) in SUA levels. From patients 127 (10%) returned to stage 2 CKD and only 9 (0.7%) advanced to stage 4 CKD by the end of the 6-month study period. There were no major side-effect of drug treatment. Conclusions: Multitargeted treatment in patients with several CVD risk factors may improve renal function and reduce SUA as soon as 6 months, offsetting thus early two potential CVD risk factors in patients already exposed to high CVD risk.

ΑΑ14 SAFETY AND IMPACT ON CARDIOVASCULAR EVENTS OF LONG-TERM STATIN TREATMENT IN PATIENTS WITH CORONARY HEART DISEASE AND ABNORMAL LIVER FUNCTION TESTS: A POST HOC ANALYSIS OF THE GREACE STUDY V.G. Athyros,1 K. Tziomalos,2 T. Gossios,3 T. Griva,1 P. Anagnostis,4 K. Kargiotis,1 E. Pagourelias,3 E. Theocharidou,1 A. Karagiannis1 D.P. Mikhailidis5 1 Β' Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο, Θεσσαλονίκη, 2Α' Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη, 3Α' Καρδιολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη, 4Ενδοκρινολογική Κλινική, «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο, Θεσσαλονίκη, 5Department Of Clinical Biochemistry, Royal Free Campus, University College London Medical School, University College London, London, Uk

Background-Aim: To evaluate the safety and impact on cardiovascular morbidity and mortality of long-term statin treatment in patients with coronary heart disease and abnormal liver function tests (LFTs). Patients-methods: This is a post hoc analysis of the GREek Atorvastatin and Coronary Heart Disease Evaluation (GREACE) Study. All patients of the GREACE study (n=1,600) were included in this analysis. Results: Liver-related adverse effects of statin treatment were infrequent (0.08%). Among patients with abnormal LFTs at baseline [possibly associated with non-alcoholic fatty liver disease (NAFLD) as diagnosed by ultrasonography], those treated with a statin (mainly atorvastatin 24 mg/d, n=227) exhibited a substantial improvement in LFTs whereas those

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

not treated with statins (n=210) showed further worsening of LFTs. Cardiovascular events occurred in 22/227 patients with abnormal LFTs who were treated with a statin (3.2 events/100 patient years) and in 63/210 patients with abnormal LFTs who did not receive statins (10 events/100 patient years; 68% relative risk reduction (RRR), p<0.0001]. This cardiovascular benefit was greater (p=0.0074) than in patients with normal LFTs [90/653 events in statin-treated patients (4.6/100 patient years) vs 117/510 events in statin-untreated patients (7.6/100 patient years; 39% RRR, p<0.0001)]. Conclusions: Statin treatment is safe, can improve LFTs and reduce cardiovascular morbidity in patients with mild to moderately abnormal LFTs possibly due to NAFLD.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

253

ΑΑ15 ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΑΤΟΜΩΝ «ΥΨΗΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 ΜΕΤΑΞΥ ΠΑΧΥΣΑΡΚΩΝ ΑΤΟΜΩΝ Α. Παπαζαφειροπούλου, Α. Γκρόζου, Α. Κοκολάκη, Π. Βεργίδου, Α. Κατωπόδη, M. Καρδαρά, Α. Κουτσιμπίρη, Α. Σωτηρόπουλος, Σ. Μπούσμπουλας, Σ. Παππάς Γ΄ Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο ΓΝ Νίκαιας Πειραιά «Άγιος Παντελεήμων», Πειραιάς Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο εντοπισμός ατόμων «υψηλού κινδύνου» για την εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) μεταξύ παχύσαρκων ατόμων. Υλικό-Μέθοδος: Συνολικά μελετήθηκαν 55 άτομα (78,2% γυναίκες, μέση ηλικία±σταθερή απόκλιση: 60,3±11,2 έτη) που προσήλθαν στο ιατρείο παχυσαρκίας της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής-Διαβητολογικού Κέντρου του ΓΝ Νίκαιας το χρονικό διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2011 και Φεβρουαρίου 2012. Σε όλα τα άτομα της μελέτης καταγράφηκε το ατομικό ιστορικό, τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά και διανεμήθηκε το ερωτηματολόγιο αξιολόγησης του κινδύνου εμφάνισης ΣΔ2 FINDRISK. Άτομα με βαθμολογία ≥15 ταξινομήθηκαν στην ομάδα υψηλού

κινδύνου. Αποτελέσματα: Η μέση τιμή του δείκτη μάζας σώματος (Body mass index, BMI) ήταν 33,0±5,4 kg/m2 (άνδρες: 30,7 kg/m2, γυναίκες: 33,4 kg/m2) και η μέση τιμή περιμέτρου μέσης ήταν 105,8±13,6 cm. Από τα άτομα της μελέτης ποσοστό της τάξης του 63,6% είχε αρτηριακή υπέρταση, 52,7% δυσλιπιδαιμία και 5,5% κάπνιζε. Βρέθηκαν 26 (47,3%) παχύσαρκα άτομα με βαθμολογία ≥15 (άτομα υψηλού κινδύνου). Συμπεράσματα: Υψηλό ποσοστό παχύσαρκων ατόμων ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση ΣΔ2. Στο παρατηρούμενο υψηλό ποσοστό του ερωτηματολόγιου FINDRISK, πιθανώς, συνέβαλαν τα υψηλά ποσοστά αρτηριακής υπέρτασης και δυσλιπιδαιμίας ανάμεσα στα άτομα της μελέτης.

ΑΑ16 AΙΤΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΔΕΙΓΜΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ ΣΕ TΑΚΤΙΚΟ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΟ IΑΤΡΕΙΟ Α. Παπαζαφειροπούλου, Α. Κατωπόδη, Α. Κοκολάκη, Π. Βεργίδου, Α. Γκρόζου, M. Καρδαρά, Α. Κουτσιμπίρη, Α. Σωτηρόπουλος, Σ. Μπούσμπουλας, Σ. Παππάς Γ΄ Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο ΓΝ Νίκαιας Πειραιά «Άγιος Παντελεήμων», Πειραιάς Εισαγωγή-Σκοπός: Είναι γνωστό ότι τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) παρουσιάζουν αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η μελέτη των αιτιών και παραγόντων κινδύνου θνητότητας σε δείγμα ατόμων με ΣΔ 2 που παρακολουθούνται σε τακτικό Διαβητολογικό Ιατρείο. Υλικό-Mέθοδος: Για το σκοπό της μελέτης συλλέξαμε αναδρομικά δεδομένα από 44 άτομα (28 άνδρες) με ΣΔ 2 που παρακολουθούνταν στο τακτικό Διαβητολογικό Ιατρείο της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής τα έτη 2002–2011 και ήταν γνωστή η ημερομηνία και η αιτία θανάτου και δεδομένα από 240 άτομα με ΣΔ2 (135 άνδρες, μέση ηλικία±σταθερή απόκλιση: 69,3±8,7, μέση διάρκεια ΣΔ2±σταθερή απόκλιση: 15,5±8,3 έτη) που χρησιμοποιήθηκαν ως ομάδα ελέγχου. Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία θανάτου ήταν τα 69,9±9,6 έτη. Ανά φύλο η μέση ηλικία θανάτου ήταν τα 68,2±9,9 έτη για τους άνδρες και 73,2±8,3 έτη για τις γυναίκες (p=0,08). Κυριότερες αιτίες θα-

νάτου ήταν η στεφανιαία νόσος (68,2%), ο καρκίνος (11,4%), οι λοιμώξεις (6,8%), τα ατυχήματα (4,5%), ενώ σε ποσοστό της τάξης του 11,4% η ακριβής αιτία θανάτου ήταν άγνωστη. Ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας θνητότητας, μετά από διόρθωση ως προς τη θεραπεία (αντιδιαβητικά δισκία έναντι ινσουλίνης) και την παρουσία μακρο- και μικροαγγειακών επιπλοκών, ήταν η παρουσία στεφανιαίας νόσου Hazard Ratio (HR) (95% όρια αξιοπιστίας): 1,98 (1,02–3,84) (p=0,04), το κάπνισμα 3,23 (1,65–6,33) (P=0,001), η δυσλιπιδαιμία 3,85 (2,03–7,30) (p<0,001) και η αμφιβληστροειδοπάθεια HR: 3,71 (1,82–7,54) (p<0,001). Συμπεράσματα: Οι κυριότερες αιτίες θανάτου σε δείγμα ατόμων με ΣΔτ2 που παρακολουθούνται σε τακτικό Διαβητολογικό Ιατρείο ήταν η στεφανιαία νόσος, ο καρκίνος, οι λοιμώξεις και τα ατυχήματα. Η παρουσία στεφανιαίας νόσου, το κάπνισμα, η δυσλιπιδαιμία και η αμφιβληστροειδοπάθεια αποτέλεσαν τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου θνητότητας στα άτομα της μελέτης.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


254

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ17 ΕΛΑΤΤΩΣΗ ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΕΓΑΛΑΚΡΙΑ Π. Αναγνωστής,1 Ζ. Ευσταθιάδου,1 Σ. Πολύζος,1 Ε. Καραθανάση,1 Χ. Ζούλη,1 Σ. Γκούγκουρα,2 Γ. Κουκούλης,3 Μ. Κήτα1 1

Ενδοκρινολογική Κλινική, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2 Τμήμα Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 3 Κλινική Ενδοκρινολογίας και Μεταβολικών Νόσων, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, Λάρισα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η μεγαλακρία σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο κυρίως λόγω αυξημένης επίπτωσης παραγόντων καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ), όπως υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ), δυσλιπιδαιμία. Ωστόσο, ελάχιστες μελέτες ερευνούν τα επίπεδα οξειδωτικού stress στη μεγαλακρία. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η μελέτη δεικτών οξειδωτικού stress σε ασθενείς με μεγαλακρία. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν οι μεγαλακρικοί ασθενείς που προσήλθαν για εξέταση/επανέλεγχο στην Ενδοκρινολογική Κλινική του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, το πρώτο 6μηνο του 2010. Στους ασθενείς έγινε καταγραφή των βασικών ανθρωπομετρικών χαρακτηριστικών και των παραγόντων ΚΑΝ και μετρήθηκαν οι εξής δείκτες αντιοξειδωτικής ικανότητας: ολική αντιοξειδωτική χωρητικότητα (TAC), καταλάση και γλουταθειόνη (GSH), οι εξής δείκτες οξειδωτικού stress: οξειδωμένη γλουταθειόνη (GSSG) και αντιδρώσα ουσία του θειοβαρβιτουρικού οξέος (TBARS), καθώς και του νιτρικού οξειδίου (ΝΟ), ως δεικτών ενδοθηλιακής λειτουργίας. Έλεγχος των δεικτών αυτών έγινε επίσης σε υγιείς μάρτυρες, σταθμισμένους ως προς την ηλικία, το φύλο, τον δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ), το κάπνισμα, και την ύπαρξη υπέρτασης, ΣΔ και δυσλιπιδαιμίας. Αποτελέσματα: Συνολικά 15 ασθενείς με μεγαλακρία (6 άνδρες/9 γυναίκες) ηλικίας 55,4±2,7 έτη και 15 μάρτυρες (7 άνδρες/8 γυναίκες) ηλικίας 58,4±2,1 έτη, συμπεριλήφθησαν στη μελέτη. Οι δύο ομάδες ήταν συγκρίσιμες ως προς την ηλικία, το φύλο, τον δείκτη μάζας σώματος και παράγοντες KAN. Από τους ασθενείς, 12 είχαν ενεργό νόσο σύμφωνα με τα αποτελέσματα του σύγχρονου ελέγχου. Όσον αφορά στους παράγοντες ΚΑΝ, 7 (47%) ασθενείς έπα-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

σχαν από υπέρταση, 6 (40%) από σακχαρώδη διαβήτη, (80%) από δυσλιπιδαιμία και 5 (33%) ήταν καπνιστές. Όσον αφορά στους δείκτες αντιοξειδωτικής ικανότητας: οι ασθενείς με μεγαλακρία παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα καταλάσης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (8,2±1,5 U/mg πρωτεΐνης έναντι 51,3±7,5, p<0,001), καθώς και GSH (0,97±0,14 mM έναντι 1,41±0,09, p=0,006). Όσον αφορά στους δείκτες οξειδωτικού stress, οι ασθενείς με μεγαλακρία παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα TRABS (16,3±2,3 έναντι 10,1±2,8, nmol/mL, p=0,019), αλλά χαμηλότερα επίπεδα GSSG (0,27±0,05 έναντι 2,04±0,34 mmol/L, p=0,002) σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Οι ασθενείς με μεγαλακρία παρουσίασαν επίσης σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα ΝΟ (6,0±0,8 μM στους ασθενείς έναντι 43,0±7,7 μM στους μάρτυρες, p<0,001). Δεν υπήρξε διαφορά όσον αφορά στα επίπεδα της TAC. Μετά από προσαρμογή για BMI, ηλικία, φύλο, κάπνισμα, υπέρταση, ΣΔ, λήψη στατίνης με τη μέθοδο της γραμμικής πολλαπλής παλινδρόμησης, η μεγαλακρία υπήρξε ανεξάρτητος παράγοντας πρόβλεψης των επιπέδων του ΝΟ (p<0,001), της καταλάσης (p=0,004) και της TBARS (p<0,001). Δεν υπήρξε συσχέτιση των επιπέδων IGF-1 και βασικής ή ναδίρ GH (μετά από OGTT) με τους δείκτες οξειδωτικού stress, εκτός από τα επίπεδα της ναδίρ GH με την GSSG (r2=0,563, p=0,036). Συμπεράσματα: Οι ασθενείς με μεγαλακρία παρουσιάζουν ελαττωμένη αντιοξειδωτική ικανότητα, αυξημένο οξειδωτικό stress και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, ανεξάρτητα από την παρουσία γνωστών παραγόντων ΚΑΝ, γεγονός που πιθανώς συνεισφέρει στον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο που συνδέεται με τη νόσο.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

255

ΑΑ18 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΣΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΑΛΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΞΕΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Κ. Καλαντζή,1 Μ.Σ. Κωσταπάνος,1 Ε. Τριχιά,2 Β. Ευθυμίου,2 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,1 Δ.Β. Παναγιωτάκος2 1

Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 3 Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 4 Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεν. Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να αξιολογηθεί η σχέση μεταξύ της πρόσληψης άλατος και αλμυρών τροφίμων με την παρουσία οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) και ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ), ανάλογα με τον βαθμό υιοθέτησης του Μεσογειακού προτύπου διατροφής. Υλικό-Μέθοδος: Κατά τη διάρκεια 2009–2010, 1000 συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη μελέτη: 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΟΣΣ, 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΑΕΕ και 500 υγιή άτομα από τον γενικό πληθυσμό, εξομοιωμένα ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Καταγράφηκαν κοινωνικο-δημογραφικά, κλινικά, ψυχολογικά, διατροφικά και άλλα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Η κατανάλωση τροφίμων με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλάτι αξιολογήθηκε με ειδικό σκορ (εύρος 0–10). Η υιοθέτηση της Μεσογειακής διατροφής αξιολογήθηκε μέσω του MedDietScore (θεωρητικό εύρος: 0–55). Αποτελέσματα: Μετά από έλεγχο για πιθα-

νούς συγχυτικούς παράγοντες, η χρήση της αλατιέρας στο τραπέζι συσχετίσθηκε με 81% μεγαλύτερη πιθανότητα για ισχαιμικό ΑΕΕ (95% ΔΕ: 1,03–3,20), ενώ δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις για την παρουσία ΟΣΣ. Για τη χρήση αλατιού στο μαγείρεμα δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις αναφορικά με την παρουσία ΟΣΣ ή ΑΕΕ. Κάθε μονάδα αύξησης του σκορ για τα τρόφιμα με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλάτι συσχετίσθηκε με 33% μεγαλύτερη πιθανότητα παρουσίας ΑΕΕ (95% ΔΕ: 1,08–1,64), αλλά όχι ΟΣΣ. Η επίδραση της πρόσληψης άλατος και αλμυρών τροφίμων ήταν πιο εμφανής για τους συμμετέχοντες με χαμηλή προσκόλληση στο Μεσογειακό διατροφικό πρότυπο. Συμπεράσματα: Απλές διατροφικές αλλαγές, με έμφαση στη μείωση της πρόσληψης αλατιού και αλμυρών τροφίμων, παράλληλα με καλύτερη προσκόλληση στη Μεσογειακή διατροφή, θα πρέπει να ενταχθούν στις στρατηγικές δημόσιας υγείας για την πρόληψη των ισχαιμικών ΑΕΕ.

ΑΑ19 ΕΠΑΡΚΗΣ ΥΔΑΤΩΣΗ ΣΥΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Ε. Μπίκα,1 Γ. Παπαγιαννοπούλου,2 Α. Λιτσαρδοπούλου,2 Π. Σάββαρη,4 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,1 Δ.Β. Παναγιωτάκος2 1 Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 3Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 4Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Γενικό Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ της πρόσληψης νερού και συνολικών υγρών και της ανάπτυξης ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ). Υλικό-Μέθοδος: Κατά τη διάρκεια 2009–2010, 500 συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη μελέτη: 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ισχαιμικού ΑΕΕ και 250 μάρτυρες από τον γενικό πληθυσμό, εξομοιωμένοι ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Καταγράφηκαν κοινωνικο-δημογραφικά, κλινικά και άλλα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Οι διατροφικές συνήθειες αξιολογήθηκαν με χρήση ημι-ποσοτικού ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων. Αποτελέσματα: Οι ασθενείς με ΑΕΕ κατανάλωναν λιγότερο νερό και υγρά (συμπεριλαμβανομένης της πρόσληψης νερού, αναψυκτικών, χυμών, γάλακτος, καφέ και τσαγιού) σε σχέση με τους

μάρτυρες [πρόσληψη νερού (ποτήρια/ημέρα): 4,59±1,91 και 5,50±2,53, p<0,001, συνολική πρόσληψη υγρών (ποτήρια/ ημέρα]: 7,52±2,49 και 8,13±2,91, p=0,02, αντίστοιχα). Μετά από έλεγχο για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, δείκτη μάζας σώματος, κάπνισμα, οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, σακχαρώδη διαβήτη και MedDietScore), κάθε ποτήρι πρόσληψης νερού συσχετίσθηκε με 15% μικρότερη πιθανότητα για ισχαιμικό ΑΕΕ (95%ΔΕ: 0,75–0,96). Επιπρόσθετα, κάθε ποτήρι συνολικών υγρών συσχετίσθηκε με 8% μικρότερη πιθανότητα ισχαιμικού ΑΕΕ (95%ΔΕ: 0,82–1,03). Συμπεράσματα: Επαρκή επίπεδα υδάτωσης φαίνεται να σχετίζονται με μειωμένη πιθανότητα ισχαιμικού ΑΕΕ, παρατήρηση η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την πρωτογενή πρόληψη της νόσου. © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


256

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ20 Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΤΣΑΓΙΟΥ ΜΕΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΟΞΕΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Δ. Κάντας,1 Ζ. Κονιδάρη,2 Μ. Συμεοπούλου,2 Ε. Κορομπόκη,4 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,1 Δ.Β. Παναγιωτάκος2 1

Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 3 Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 4 Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεν. Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ της κατανάλωσης τσαγιού και της παρουσίας οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) και ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ). ΥλικόΜέθοδος: Κατά τη διάρκεια 2009–2010, 1000 συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη μελέτη: 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΟΣΣ, 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΑΕΕ και 500 υγιή άτομα εξομοιωμένα ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Καταγράφηκαν κοινωνικοδημογραφικά, κλινικά και άλλα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Οι διατροφικές συνήθειες αξιολογήθηκαν με χρήση έγκυρου ημι-ποσοτικού ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων. Αποτελέσματα: Μετά από έλεγχο για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, δείκτης μάζας σώματος, κάπνισμα, οικογε-

νειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, σακχαρώδης διαβήτης και MedDietScore), κατανάλωση τσαγιού 0–1 φλιτζάνια/ημέρα, συσχετίσθηκε με 48% μικρότερη πιθανότητα για ισχαιμικό ΑΕΕ (95% ΔΕ: 0,28–0,98), ενώ δεν παρατηρήθηκαν συσχετίσεις για πιο συχνή κατανάλωση 1–2 φλιτζάνια/ημέρα (ΣΛ: 0,81, 95% ΔΕ: 0,33–2,03). Αναφορικά με την παρουσία ΟΣΣ, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις. Πιο αναλυτικά, πρόσληψη τσαγιού 0–1 φλιτζάνια/ημέρα συσχετίσθηκε με 11% μικρότερη πιθανότητα για ΟΣΣ (95% ΔΕ: 0,52–1,51), ενώ πρόσληψη 1–2 φλιτζάνια/ημέρα με 53% μικρότερη πιθανότητα (95% ΔΕ: 0,15–1,50). Συμπεράσματα: Η κατανάλωση τσαγιού ασκεί προστατευτική δράση αναφορικά με την παρουσία ισχαιμικού ΑΕΕ, μια παρατήρηση που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την πρωτογενή πρόληψη.

ΑΑ21 ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΛΙΠΩΝ ΚΑΙ ΕΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΟΞΕΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Β. Ευθυμίου,2 Σ. Μπίτση,1 Δ. Κάντας,1 Α. Κατσαρού,2 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,1 Δ.Β. Παναγιωτάκος2 1

Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 3 Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 4 Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεν. Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ της κατανάλωσης ποικίλων λιπών και ελαίων, και της παρουσίας οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) και ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ). Υλικό-Μέθοδος: Κατά τη διάρκεια 2009– 2010, 1000 συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη μελέτη: 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΟΣΣ, 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΑΕΕ και 500 υγιή άτομα εξομοιωμένα ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Καταγράφηκαν κοινωνικο-δημογραφικά, κλινικά και άλλα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Οι διατροφικές συνήθειες αξιολογήθηκαν με χρήση έγκυρου ημι-ποσοτικού ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων. Αποτελέσματα: Μετά από έλεγχο για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, δείκτης μάζας σώματος, κάπνισμα, οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, σακχαρώδης διαβήτης και MedDietScore), η κατανάλωση ελαιολάδου για το τηγάνισμα περισσότερο από μια φορά την εβδομάδα σε σχέση με πιο σπάνια, συσχετίστηκε με 72% μεγαλύτερη πιθανότητα για ΟΣΣ (95% ΔΕ: 1,02–2,91), ενώ η κατανάλωση μη τυποποιημένου ελαιολάδου, σε σχέση με τυποποιημένο με 56% μικρότερη πιθανότητα (95% ΔΕ: 0,25–0,78). Αναφορικά με την πιθανότητα παρουσίας ΑΕΕ, η κατανάλωση ελαιολάδου για το τηγάνισμα περισσότερο από μια φορά την εβδομάδα, σε σχέση με πιο σπάνια, συσχετίσθηκε με πάνω από διπλάσια πιθανότητα (ΣΛ: 2,29, 95% ΔΕ: 1,28–4,10). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις αναφορικά με την κατανάλωση άλλων λιπών (βούτυρο, μαργαρίνη, σως) στην παρουσία ΟΣΣ ή ΑΕΕ. Συμπεράσματα: Η συχνή κατανάλωση τηγανιτών τροφίμων, ακόμα κι αν τηγανίζονται σε ελαιόλαδο, φαίνεται να είναι επιβαρυντική για την ανθρώπινη υγεία.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

257

ΑΑ22 ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΚΑΦΕ ΑΥΞΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΟΞΕΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Ζ. Κονιδάρη,2 Α. Ιωαννίδη,2 Μ.Σ. Κωσταπάνος,1 Δ. Κάντας,1 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,1 Δ.Β. Παναγιωτάκος2 1

Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 3 Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο “Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 4Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Γενικό Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα

Εισαγωγή- Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ της κατανάλωσης καφέ και της παρουσίας οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) και ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ). Υλικό Μέθοδος: Κατά τη διάρκεια 2009–2010, 1000 συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη μελέτη: 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΟΣΣ, 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΑΕΕ και 500 υγιή άτομα εξομοιωμένα ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Καταγράφηκαν κοινωνικο-δημογραφικά, κλινικά και άλλα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Οι διατροφικές συνήθειες αξιολογήθηκαν με χρήση έγκυρου ημι-ποσοτικού ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων. Αποτελέσματα: Μετά από έλεγχο για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, δείκτης μάζας σώματος, κάπνισμα, οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγει-

ακής νόσου, υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, σακχαρώδης διαβήτης), κατανάλωση καφέ 1–2 φλιτζάνια/ημέρα, σε σχέση με λιγότερο από 1 φλιτζάνι, συσχετίσθηκε με 5% μεγαλύτερη πιθανότητα για ΟΣΣ (95% ΔΕ: 0,56–1,96), ενώ κατανάλωση καφέ >3 φλιτζάνια/ημέρα, σε σχέση με λιγότερο από 1, συσχετίσθηκε διπλάσια πιθανότητα για ΟΣΣ (ΣΛ: 2,36, 95% ΔΕ: 1,07–5,19), Αναφορικά με την παρουσία ΑΕΕ, πρόσληψη καφέ 1–2 φλιτζάνια/ημέρα, σε σχέση με λιγότερο από 1, συσχετίσθηκε με 32% μεγαλύτερη πιθανότητα (95% ΔΕ: 0,67–2,58), ενώ πρόσληψη >3 φλιτζάνια/ημέρα, σε σχέση με λιγότερο από 1, με τριπλάσια πιθανότητα (ΣΛ: 3,25, 95% ΔΕ: 1,16–9,05). Συμπεράσματα: Αυξημένη κατανάλωση καφέ, πάνω από 3 φλιτζάνια την ημέρα, φαίνεται να είναι επιζήμια για την καρδιαγγειακή υγεία, παρατήρηση που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την πρωτογενή πρόληψη της νόσου.

ΑΑ23 ΟΙΚΟΓΕΝΗΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ ΚΑΙ ΑΡΤΗΡΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ: ΜΕΤΑ-ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ Κ. Μασούρα, Χ. Πίτσαβος, Κ. Αζναουρίδης, Ι. Σκούμας, Χ. Βλαχόπουλος, Λ. Παπαδημητρίου, Χ. Στεφανάδης Α´ Καρδιολογική Κλινική, Μονάδα Λιπιδίων, «Ιπποκράτειο» Νασοκομείο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η οικογενής συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία (FCH) είναι γενετική διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων που συνοδεύεται από αυξημένη επίπτωση πρόωρης καρδιαγγειακής νόσου. Οι δομικές ιδιότητες (εκφραζόμενες με το πάχος του έσω-μέσω χιτώνα των καρωτίδων, ΙΜΤ) και λειτουργικές ιδιότητες (εκφραζόμενες με την ενδοθηλιοεξαρτώμενη αγγειοδιαστολή της βραχιονίου αρτηρίας, FMD) των αρτηριών έχουν αναδειχθεί ως σημαντικοί δείκτες πρόγνωσης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Σκοπός της παρούσας μετα-ανάλυσης είναι να εκτιμήσει την επίδραση της FCH στις δομικές και λειτουργικές ιδιότητες των αγγείων. ΥλικόΜέθοδος: Μετά από συστηματική έρευνα στις βάσεις δεδομένων PubMed και Cochrane, εντοπίσαμε 4 συγχρονικές μελέτες οι οποίες συνέκριναν το FMD της βραχιονίου αρτηρίας ασθενών με FCH με υγιείς μάρτυρες και 9 συγχρονικές μελέτες οι οποίες συνέκριναν το ΙΜΤ ασθενών με υγιείς μάρτυρες.

Αποτελέσματα: Οι ασθενείς με FCH είχαν σημαντικά χαμηλότερο FMD [συνισταμένη μέση διαφορά (ΣMΔ: −3,60%, 95% CI −6,69 ως −0,50%, p=0,023] και σημαντικά αυξημένο ΙΜΤ (ΣΜΔ: 0,06 mm, 95% CI 0,04–0,08 mm, p<0,001), σε σχέση με τους υγιείς μάρτυρες. H ελάττωση του FMD ήταν πιο έκδηλη στους FCH ασθενείς με μικρότερη ηλικία. Η ΣΜΔ του FMD φάνηκε να σχετίζεται σημαντικά με τη διαφορά της ολικής και LDL-χοληστερόλης μεταξύ FCH και υγιών μαρτύρων (p<0,001). Η ΣΜΔ του ΙΜΤ συσχετίζονταν επίσης σημαντικά με τη διαφορά της ολικής (p=0,01) και της LDL-χοληστερόλης (p=0,007). Συμπεράσματα: Οι ασθενείς με FCH έχουν σημαντικά επηρεασμένες δομικές και λειτουργικές αρτηριακές ιδιότητες σε σχέση με υγιείς μάρτυρες αντιστοίχου ηλικίας και φύλου. Τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης και LDL-χοληστερόλης καθορίζουν τη βαρύτητα της αγγειακής προσβολής.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


258

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ24 ΟΙΚΟΓΕΝΗΣ ΥΠΕΡΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ ΚΑΙ ΑΡΤΗΡΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ. ΜΕΤΑ-ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ Κ. Μασούρα, Κ. Αζναουρίδης, Ι. Σκούμας, Χ. Βλαχόπουλος, Λ. Παπαδημητρίου, Χ. Πίτσαβος, Χ. Στεφανάδης Α΄ Καρδιολογική Κλινική, Μονάδα Λιπιδίων, Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία (hFH) είναι γενετική διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων με αυξημένη επίπτωση πρόωρης καρδιαγγειακής νόσου. Οι δομικές ιδιότητες (εκφραζόμενες με το πάχος του έσω-μέσω χιτώνα των καρωτίδων, ΙΜΤ) και λειτουργικές ιδιότητες (εκφραζόμενες με την ενδοθηλιοεξαρτώμενη αγγειοδιαστολή της βραχιονίου αρτηρίας, FMD) των αρτηριών έχουν αναδειχθεί ως σημαντικοί δείκτες πρόγνωσης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Σκοπός της παρούσας μετα-ανάλυσης είναι να εκτιμήσει την επίδραση της hFH στις δομικές και λειτουργικές ιδιότητες των αγγείων. Υλικό-Μέθοδος: Μετά από συστηματική έρευνα στη βιβλιογραφία στο PubMed and Cochrane database βρήκαμε 8 προοπτικές μελέτες οι οποίες συνέκριναν το FMD της βραχιονίου, ασθενών με hFH, με υγιείς μάρτυρες και 23 ομάδες ασθενών από 20 προοπτικές μελέτες οι οποίες συνέκριναν το ΙΜΤ ασθενών με με υγιείς

μάρτυρες. Αποτελέσματα: Οι ασθενείς με hFH, είχαν σημαντικά χαμηλότερο FMD [συνισταμένη μέση διαφορά (MΔ): −5,31%, 95% CI −7,09 έως −3,53%, p<0,001] και σημαντικά αυξημένο ΙΜΤ (ΜΔ: 0,12 mm, 95% CI 0,09–0,15 mm, p<0,001), σε σχέση με τους υγιείς μάρτυρες. Η ΜΔ του FMD φάνηκε να σχετίζεται σημαντικά με τη διαφορά της ολικής και LDL-χοληστερόλης μεταξύ hFH και υγιών μαρτύρων (p=0,006). Η ΜΔ του ΙΜΤ συσχετίζονταν σημαντικά με τη διαφορά της ηλίκίας μεταξύ ασθενών με hFH και υγιών μαρτύρων (p=0,008), ενώ δεν φάνηκε να σχετίζεται με τη διαφορά της ολικής ή της LDL-χοληστερόλης. Συμπεράσματα: Οι ασθενείς με hFH έχουν σημαντικά επηρεασμένες δομικές και λειτουργικές αρτηριακές ιδιότητες σε σχέση με υγιείς μάρτυρες αντιστοίχου ηλικίας και φύλου. Τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης και LDL-χοληστερόλης και ο χρόνος έκθεσης σε υψηλά επίπεδα χοληστερόλης παίζουν σημαντικό ρόλο.

ΑΑ25 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΑΤΙΝΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΟΙΚΟΓΕΝΗΣ ΥΠΕΡΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΑΙΜΙΑ: ΜΕΤΑ-ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ Κ. Μασούρα, Χ. Πίτσαβος, Κ. Αζναουρίδης, Ι. Σκούμας, Χ. Βλαχόπουλος, Χ. Στεφανάδης Α΄ Καρδιολογική Κλινική, Μονάδα Λιπιδίων Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία (hFH) είναι γενετική διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων με αυξημένη επίπτωση πρόωρης καρδιαγγειακής νόσου. Οι δομικές ιδιότητες (εκφραζόμενες με το πάχος του έσω-μέσω χιτώνα των καρωτίδων, ΙΜΤ) και λειτουργικές ιδιότητες (εκφραζόμενες με την ενδοθηλιοεξαρτώμενη αγγειοδιαστολή της βραχιονίου αρτηρίας, FMD) των αρτηριών έχουν αναδειχθεί ως σημαντικοί δείκτες πρόγνωσης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Σκοπός της παρούσας μετα-ανάλυσης είναι να εκτιμήσει την επίδραση της θεραπείας με στατίνες στις δομικές και λειτουργικές ιδιότητες των αγγείων σε ασθενείς με hFH. Υλικό-Μέθοδος: Μετά από συστηματική έρευνα στη βιβλιογραφία στις βάσεις δεδομένων PubMed και Cochrane,

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

εντοπίσαμε 6 προοπτικές μελέτες οι οποίες αξιολόγησαν την επίδραση των στατινών στο FMD της βραχιονίου, και 8 προοπτικές μελέτες οι οποίες αξιολόγησαν την επίδραση των στατινών στο ΙΜΤ. Αποτελέσματα: Οι στατίνες αύξησαν το FMD [συνισταμένη μέση μεταβολή (ΣMΜ): 5,39%, 95% CI 2,86−7,92%, p<0,001] και μείωσαν το καρωτιδικό ΙΜΤ (ΣΜΜ: –0,025 mm, 95% CI –0,042 έως –0,009 mm, p=0,003). Οι μεταβολές τόσο του FMD όσο και του IMT συσχετιζόταν με το γινόμενο διάρκειας της θεραπείας επί την ένταση της θεραπείας με στατίνες (και τα δύο p<0,01). Συμπεράσματα: Σε ασθενείς με hFH, οι στατίνες βελτιώνουν τις δομικές και τις λειτουργικές ιδιότητες των αρτηριών. Η έκταση της μεταβολής αυτής εξαρτάται από την ένταση και τη διάρκεια της θεραπείας.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

259

ΑΑ26 ΜΕΛΕΤΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΟΡΟΥ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ Σ. Μακαρίου,1,2 Κ. Τέλλης,3 Ε. Λυμπερόπουλος,2 Μ. Φλωρεντίν,2 Κ. Λαγός,2 Ε. Γαζή,2 Α. Χάλλα,1 Α.Δ. Τσελέπης,3 Μ. Ελισάφ2 1

Τομέας Υγείας του Παιδιού, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Τομέας Εσωτερικής Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή-Σκοπός: Ποικίλες μελέτες υποδεικνύουν την ύπαρξη αντίστροφης σχέσης μεταξύ βιταμίνης D και μεταβολικού συνδρόμου (ΜΣ) ως σύνολο, καθώς και με καθένα από τα επιμέρους χαρακτηριστικά του. Σκοπός μας ήταν να διερευνήσουμε την ύπαρξη πιθανής συσχέτισης μεταξύ βιταμίνης D και διάφορων α��αδυόμενων παραγόντων κινδύνου του ΜΣ, όπως η συγκέντρωση της small dense low density lipoprotein cholesterol (sdLDL-C), η ενεργότητα της lipoprotein associated phospholipase A2 (Lp-PLA2) και η high sensitivity C reactive protein (hsCRP). Υλικό-Μέθοδος: Εξετάσαμε 110 ενήλικες από τους οποίους 52 διαγνώστηκαν με ΜΣ ενώ 58 άτομα που δεν πληρούσαν τα κριτήρια του ΜΣ χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες. Η ανάλυση των υποκλασμάτων LDL έγινε με ηλεκτροφόρηση σε γέλη πολυακριλαμιδίου. Η ενεργότητα της LpPLA2 προσδιορίστηκε στο ολικό πλάσμα και σε πλάσμα κεκαθαρμένο από απολιποπρωτεϊνη Β (HDL-Lp-PLA2). Η 25(OH)VitD πλά-

σματος προσδιορίστηκε ποσοτικά με ανοσοενζυμική μέθοδο. Αποτελέσματα: Τα άτομα με ΜΣ έχουν χαμηλότερη συγκέντρωση 25(OH)VitD σε σύγκριση με τους μάρτυρες. Η μονοπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι η συγκέντρωση της 25(OH)VitD συσχετίζονταν αντιστρόφως ανάλογα με τα τριγλυκερίδια (r=–0,416, p=0,003) και τη sdLDL-C (r=-0,305, p=0,004). Ωστόσο, δεν υπήρχε συσχέτιση της 25(OH)VitD με την περίμετρο μέσης, την αρτηριακή πίεση, την HDL-C, τη γλυκόζη νηστείας ή το μέγεθος των LDL σωματιδίων, την LpPLA2 ενεργότητα και την hsCRP. Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι η αντίστροφη σχέση μεταξύ 25(OH)VitD και sdLDL-C έχανε τη σημαντικότητά της όταν στην ανάλυση συμπεριλαμβάνονταν τα τριγλυκερίδια. Συμπεράσματα: Οι ασθενείς με ΜΣ έχουν χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D. Η χαμηλή 25(OH)VitD συσχετίζεται με υψηλά επίπεδα sdLDL-C πιθανά διαμέσου αυξημένων τριγλυκεριδίων.

ΑΑ27 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΙΚΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΦΗΒΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ Σ. Μακαρίου,1,2 Α. Σιώμου,1 Α. Χάλλα,1 Α. Σιαμοπούλου-Μαυρίδου,1 Ε. Λυμπερόπουλος,1 Μ. Ελισάφ2 1

Τομέας Υγείας του Παιδιού, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2 Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή: Η παχυσαρκία θεωρείται παράγοντας κινδύνου για ανεπάρκεια βιταμίνης D, ενώ τα υπέρβαρα/παχύσαρκα παιδιά και έφηβοι εμφανίζουν συχνά διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, στην εκδήλωση της οποίας πιθανόν εμπλέκεται η ανεπάρκεια βιταμίνης D. Σκοπός: H εκτίμηση των επιπέδων της 25(ΟΗ)VitD του ορού υπέρβαρων/παχύσαρκων εφήβων σε σχέση με φυσιολογικού βάρους μάρτυρες και η διερεύνηση της σχέσης των επιπέδων της 25(ΟΗ)VitD με επιλεγμένους δείκτες μεταβολισμού των υδατανθράκων, καθώς και με άλλα μεταβολικά χαρακτηριστικά. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 69 υπέρβαροι/παχύσαρκοι (ΒΜΙ=29,7±5,5 kg/m2) και 34 φυσιολογικού βάρους (ΒΜΙ=19,6±2,3 kg/m2) έφηβοι ηλικίας 10–14 ετών. Τα επίπεδα της 25(ΟΗ)VitD, της λεπτίνης, της βισφατίνης, και της αδιπονεκτίνης μετρήθηκαν με ανοσοενζυμική μέθοδο στον ορό. Αποτελέσματα: Τα επίπεδα της 25(ΟΗ)VitD του ορού στους υπέρβαρους/παχύσαρκους εφήβους ήταν σημαντικά χαμηλότερα σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου [12,5 (3–36) έναντι 34,25 (10–69,5) ng/mL, αντίστοιχα, p=0,0001]. Η μονοπα-

ραγοντική ανάλυση έδειξε ότι τα επίπεδα της 25(ΟΗ)VitD του ορού των υπέρβαρων/παχύσαρκων εφήβων δεν συσχετίζονται σημαντικά με κανένα από τους δείκτες μεταβολισμού των υδατανθράκων μετά από φόρτιση με 75 g γλυκόζης (Glc) από του στόματος: Glc 0 min, Glc 120 min, Ins 0 min, Ins 120 min και δείκτη ινσουλινοαντίστασης HOMA-IR. Ωστόσο, παρατηρήθηκε αντίστροφη συσχέτιση των επιπέδων της 25(ΟΗ)VitD με τη λεπτίνη (r=–0,280, p=0,037) και την αδιπονεκτίνη (r=-0,281, p=0,048), αλλά όχι με τη βισφατίνη. Η αντίστροφη συσχέτιση της 25(ΟΗ)VitD με τη λεπτίνη διατηρήθηκε και μετά από διόρθωση για το BMI (r=–0,340, p=0,009), ενώ η συσχέτιση με την αδιπονεκτίνη δεν ήταν πλέον σημαντική. Συμπεράσματα: Οι υπέρβαροι/παχύσαρκοι έφηβοι είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα 25(ΟΗ)VitD ορού σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Στους υπέρβαρους/παχύσαρκους εφήβους η 25(ΟΗ)VitD δεν συσχετίζονταν με κανέναν δείκτη μεταβολισμού της γλυκόζης, αλλά συσχετίστηκε αντίστροφα με τα επίπεδα της λεπτίνης του ορού.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


260

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ28 Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΧΟΣ, ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΓΓΕΙΑΚΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ (ΑΕΕ) Π. Χέρας, Ν. Σπηλιόπουλος, Β. Νιάρου, Κ. Κουρής, Μ. Χέρα, Π. Θεοδωρομανωλάκης Παθολογικός Τομέας Γενικού Νοσοκομείου Ναυπλίου, Ναύπλιο Εισαγωγή-Σκοπός: Τα συμπτώματα που σχετίζoνται με το (ΑΕΕ), μπορεί να αυξάνουν το ψυχολογικό και σωματικό υποφέρειν και να μεταβάλουν την ποιότητα ζωής των ασθενών. Η παρούσα προοπτική μελέτη αξιολογεί τα συμπτώματα, τη γενική αυτοαποτελεσματικότητα, το άγχος και την ποιότητα ζωής σε ασθενείς με ΑΕΕ. Επίσης, εξετάζει τη σχέση της γενικής αυτοαποτελεσματικότητας με τις άλλες παραμέτρους, στην αρχική μέτρηση και την απόλυτη μεταβολή τους δύο μήνες μετά το ΑΕΕ. Υλικό-Μέθοδος: Το δείγμα αποτελείται από 90 ασθενείς με ΑΕΕ. Η γενική αυτοαποτελσματικότητα μελετήθηκε με τη χρήση της κλίμακας "General Perceived Self-Efficacy scale" (GSE). Η ποιότητα ζωής μετρήθηκε με τη σκάλα "Linear Analoque Scale Assessment" (LASA). Το άγχος αξιολογήθηκε με την κλίμακα «Άγχους» από την "Hospital Anxiety and Depression" (HAD), ενώ η επιδείνωση και παρέμβαση των συμπτωμάτων μετρήθηκαν με το ερωτηματολόγιο "MD Anderson Symptom Inventory" (MDASΙ). Οι κλίμακες συμπληρώθηκαν πρώτη φορά στην αρχή του ΑΕΕ και τη δεύτερη φορά δύο μήνες μετά το ΑΕΕ. Αποτελέσματα: Οι μετρήσεις δύο μήνες μετά το ΑΕΕ έδειξαν ότι η γενική αυτοαποτελεσματικότητα μειώθηκε (28,86±6,42), το άγχος αυξήθηκε (9,56±4,42), η ποιότητα ζωής επιδεινώθηκε (6,74±1,81) καθώς και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων (3,24±2,62).

Η απόλυτη αλλαγή μεταξύ εγκατάστασης ΑΕΕ και δύο μήνες μετά αναδεικνύουν σημαντικές αρνητικές συσχετίσεις μεταξύ της γενικής αυτοαποτελεσματικότητας και του άγχους (p<0,0005). Mέτριες αρνητικές συσχετίσεις μεταξύ γενικής αυτοαποτελεσματικότητας και των συμπτωμάτων (MDASI σοβαρότητας συμπτωμάτων: p=0,003, παρέμβαση συμπτωμάτων: p=0,002), ενώ χαμηλή θετική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της γενικής αυτοαποτελσματικότητας και της υποκλίμακας «Ενέργεια» της κλίμακας LASA (p=0,048). Συμπεράσματα: Δύο μήνες μετά το ΑΕΕ υπήρξε επιδείνωση σε όλες τις μετρηθείσες παραμέτρους. Η αλλαγή στη γενική αυτοαποτελεσματικότητα σχετίστηκε κυρίως με την αλλαγή στα επίπεδα του άγχους, ενώ μέτρια αλλά εξίσου σημαντική σχέση φάνηκε με τη βαρύτητα και παρέμβαση των συμπτωμάτων στη ζωή των ασθενών και σε μικρότερο βαθμό με την ενέργεια (υποκλίμακα της LASA) των ασθενών. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης δείχνουν ότι το αίσθημα της γενικής αυτοαποτελεσματικότητας, όπως και το άγχος, τα σωματικά συμπτώματα και η ενέργεια των ασθενών, είναι σημαντικοί παράγοντες για τους ασθενείς με ΑΕΕ και ως εκ τούτου οι λειτουργοί υγείας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αυτές τις ψυχολογικές και σωματικές διαστάσεις.

ΑΑ29 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΡΟΣΟΥΒΑΣΤΑΤΙΝΗΣ ΜΕ ΣΑΡΤΑΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ PPARγ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΟΥ 8-ISOPROSTANE PROSTAGLANDIN F2a Χ. Ρίζος,1 E. Λυμπερόπουλος,1 Κ. Τέλλης,2 M. Ελισάφ,1 A.Δ. Τσελέπης2 1

2

Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή: Στην κλινική πράξη σε άτομα με υπέρταση και δυσλιπιδαιμία συχνά συγχορηγούνται μια στατίνη με μια σαρτάνη. Οι σαρτάνες διαφοροποιούνται όσον αφορά στην ικανότητά τους να ενεργοποιούν τους PPARγ υποδοχείς. Σκοπός-Μέθοδος: Η διερεύνηση της επίδρασης του συνδυασμού ροσουβαστατίνης με σαρτάνες διαφορετικής ικανότητας ενεργοποίησης των PPARγ υποδοχέων στα επίπεδα πλάσματος του 8-isoprostane prostaglandin F2a (8-iso-PGF2a), ενός δείκτη οξειδωτικού στρες. Σε 151 ασθενείς με υπέρταση σταδίου 1, διαταραχή γλυκόζης νηστείας, αυξημένα τριγλυκερίδια (≥150 mg/dL) και LDL-χοληστερόλη (≥160 mg/dL) δόθηκαν υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες και ροσουβαστατίνη 10 mg/ημέρα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν επιπρόσθετα σε (α) μια σαρτάνη με σημαντική ικανότητα μερικής ενεργοποίησης των PPARγ υποδοχέων (τελμισαρτάνη 80 mg/ημέρα), (β) μια σαρτάνη μικρής ικανότητας © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

μερικής ενεργοποίησης των PPARγ υποδοχέων (ιρμπεσαρτάνη 300 mg/ημέρα) και (γ) μια σαρτάνη που δεν ενεργοποιεί τους PPARγ υποδοχείς (ολμεσαρτάνη 20 mg/ημέρα). Προσδιορίσθηκαν το λιπιδαιμικό προφίλ και τα επίπεδα στο πλάσμα του 8-iso-PGF2a πριν και 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Αποτελέσματα: Δεν παρατηρήθηκε καμία διαφοροποίηση μεταξύ των ομάδων όσον αφορά στις μεταβολές του λιπιδαιμικού προφίλ. Τα επίπεδα πλάσματος του 8-iso-PGF2a μειώθηκαν σημαντικά μόνο στην ομάδα της τελμισαρτάνης (–8,6%, p=0,02). Μια τάση μείωσης παρατηρήθηκε στην ομάδα της ιρμπεσαρτάνης (–5,7%, p=NS) και της ολμεσαρτάνης (–3,7%, p=NS). Συμπεράσματα: Ο συνδυασμός ροσουβαστατίνης με σαρτάνες διαφορετικής ικανότητας ενεργοποίησης των PPARγ υποδοχέων συσχετίζεται με μείωση των επιπέδων του 8-iso-PGF2a μόνο στην ομάδα της τελμισαρτάνης.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

261

ΑΑ30 ΑΓΓΕΙΑΚΑ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ DOPPLER ΚΑΡΩΤΙΔΩΝ: ΣΥΜΠΤΩΣΗ Ή ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΧΕΣΗ; Β. Παπαβασιλείου,1,2 Γ. Ντάιος,1 L. Hirt,2 P. Michel,2 Χ.Ι. Μηλιώνης2,3 1 Παθολογική Κλινική Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, Λάρισα, 2Stroke Unit, Department of Neurosciences, Centre Hospitalier Universitaire Vaudois, University of Lausanne, Lausanne, Switzerland, 3Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή-Σκοπός: H διερεύνηση της συχνότητας εμφάνισης συμπτωμάτων αγγειακού εγκεφαλικού συμβάματος (αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο παροδικό ή εγκατεστημένο) σε στενή συσχέτιση με τη διενέργεια εξέτασης Doppler καρωτίδων και η αναζήτηση των πιθανών παθοφυσιολογικών μηχανισμών. Υλικό-Μέθοδος: Από τον συνολικό αριθμό των ατόμων που υποβλήθηκαν διαδοχικά σε Doppler καρωτίδων στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λωζάννης (Ελβετία) από 1/1/2003 έως 31/12/2011, μελετήθηκαν όσοι παρουσίασαν οξεία νευρολογική σημειολογία κατά τη διάρκεια ή μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά από την εξέταση. Αποτελέσματα: Αναγνωρίστηκαν 4 ασθενείς, οι 3 με πρόσφατο (παροδικό ή εγκατεστημένο) αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (επίπτωση 4/13500, 0,015%). Και στους τέσσερεις διαπιστώθηκε η παρουσία αθηρωματικών πλακών, ασταθών με βάση τα απεικονιστικά χαρακτηριστικά, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται μια περίπτωση «επιπλέοντος θρόμβου» (floating thrombus) και

μια περίπτωση αναστρέψιμης απόφραξης καρωτίδας. Σε δύο ασθενείς διαπιστώθηκε μεταβολή των ευρημάτων ανάμεσα στο Doppler και τις αγγειακές απεικονίσεις που ακολούθησαν. Θρομβόλυση χορηγήθηκε σε δύο από τους τέσσερεις ασθενείς. Στους πιθανούς παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς προτείνονται: (α) ο εμβολισμός από κινητοποίηση της αθηρωματικής πλάκας μέσω μηχανικού ερεθισμού από τον ηχοβολέα ή θρομβολυτικής επίδρασης των υπερήχων, (β) η μειωμένη αιματική ροή λόγω αυξημένης πίεσης της καρωτίδας ή ερεθισμού του καρωτιδικού κόλπου ή/και (γ) η τυχαία χρονική συσχέτιση των δύο γεγονότων. Συμπεράσματα: Τα πλεονεκτήματα του Doppler καρωτίδων παραμένουν αδιαμφισβήτητα. Η εμφάνιση αγγειακών εγκεφαλικών συμβαμάτων που μπορεί να παρατηρηθούν στη διάρκεια ή λίγο μετά την εξέταση είναι εξαιρετικά σπάνια. Ωστόσο, κρίνεται απαραίτητη η ταχεία αναγνώριση των συμπτωμάτων από το ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό και η άμεση αντιμετώπιση.

ΑΑ31 ΤΑ ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΚΟΛΠΙΚΗ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ ΚΑΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΓΓΕΙΑΚΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ-ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΤΥΧΑΙΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ Β. Παπαβασιλείου,1,2 Κ. Μακαρίτσης,1 Χ. Μηλιώνης,3 H.C. Diener,4 P. Michel,2 Γ. Ντάιος1 1

Παθολογική Κλινική, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, Λάρισα, 2Stroke Unit, Centre Hospitalier Universitaire Vaudois and University of Lausanne, Lausanne, Switzerland, 3Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 4Department of Neurology and Stroke Center, University Hospital Essen, Germany

Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της μελέτης είναι η μετα-ανάλυση όλων των φάσης-ΙΙΙ μελετών των Νέων από του Στόματος Αντιπηκτικών (New oral anticoagulants, NOΑ) έναντι της βαρφαρίνης σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή (ΚΜ) και προηγούμενο παροδικό ή εγκατεστημένο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΑΕΕ), ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά στην αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια σε σύγκριση με τη βαρφαρίνη. ΥλικόΜέθοδος: Αναζητήθηκαν στο PubMed όλες οι τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες που συνέκριναν τους NOA με τη βαρφαρίνη σε ασθενείς με ΚΜ μέχρι και 31/5/2012. Ο υπολογισμός των αποτελεσμάτων έγινε με βάση την πρόθεση για θεραπεία (intention-to-treat) και με τη χρήση της μεθόδου Peto fixed-effects και του στατιστικού προγράμματος Revman 5. Αποτελέσματα: Στη μετα-ανάλυση συμπεριελήφθησαν τρεις μελέτες. Σε σύνολο 14.527 ασθενών, τα NOA σε σύγκριση με τη βαρφαρίνη συσχετίστηκαν με σημαντική μείωση

της υποτροπής ΑΕΕ ή της εμφάνισης συστηματικής εμβολής (OR: 0,85, 95% CI: 074–0,99) και της σοβαρής αιμορραγίας (OR: 0,86, 95% CI: 075–0,99), κυρίως λόγω της σημαντικής μείωσης των αιμορραγικών ΑΕΕ (OR: 0,44, 95% CI: 032–0,62). Οι παράγοντες apixaban και dabigatran συσχετίστηκαν με μια τάση αυξημένης επίπτωσης σοβαρών αιμορραγιών από τον γαστρεντερικό σωλήνα (OR: 1,22, 95% CI: 092–1,62). Στη θεραπεία με dabigatran και rivaroxaban, σε σύγκριση με τη βαρφαρίνη, δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου (OR:1,23, 95% CI: 093–1,63). Μεταξύ των μελετών, δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική ετερογένεια ως προς τα καταληκτικά σημεία. Συμπεράσματα: Σε ασθενείς με προηγούμενο παροδικό ή εγκατεστημένο ΑΕΕ, τα ΝΟΑ σχετίζονται με σημαντική μείωση του κινδύνου υποτροπής ΑΕΕ ή συστηματικής εμβολής, μείζονος αιμορραγικού επεισοδίου και αιμορραγικού ΑΕΕ σε σύγκριση με τη βαρφαρίνη. © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


262

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

AΑ32 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙΣΑΣ ΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΑΝΤΙΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΑΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΣΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ Κ. Τζιόμαλος, Σ. Μπουζιανά, Α. Παυλίδης, Β. Γιάμπατζης, Β. Μπουγάτσα, Π. Σιδερά, Ν. Μουχσιάδης, Π. Κουλαρά, Β. Περιφάνης, Χ. Σαββόπουλος, Α.Ι. Χατζητόλιος Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη Εισαγωγή-Σκοπός: Σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, η προηγηθείσα αντιαιμοπεταλιακή αγωγή σχετίζεται με καλύτερη έκβαση. Δεν είναι σαφές αν αυτή η ευεργετική επίδραση της αντιαιμοπεταλιακής αγωγής παρατηρείται και σε ασθενείς με οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΑΕΕ). Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η επίδραση της προηγηθείσας αντιαιμοπεταλιακής αγωγής στη βαρύτητα και έκβαση του ΑΕΕ. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 280 διαδοχικοί ασθενείς (37,5% άνδρες, ηλικία 78,8±6,4 έτη) που εισήχθησαν σε Πανεπιστημιακή Κλινική λόγω ΑΕΕ. Η βαρύτητα του ΑΕΕ εκτιμήθηκε με το National Institute of Health stroke scale (NIHSS) score κατά την εισαγωγή και η έκβαση εκτιμήθηκε με το τροποποιημένο Rankin scale score κατά την έξοδο από το νοσοκομείο. Αποτελέσματα: Κατά την εισαγωγή, 119 ασθενείς (42,5%) λάμβαναν αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα. Οι ασθενείς αυτοί παρουσίαζαν σε μεγαλύτερη συχνότητα ιστορικό στεφα-

νιαίας νόσου (46,6% έναντι 16,6% των ασθενών που δεν ελάμβαναν αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, p<0,001), ΑΕΕ (62,2% έναντι 28,9% αντίστοιχα, p<0,001) και καρδιακής ανεπάρκειας (32,5% έναντι 19,9% αντίστοιχα, p<0,05). Από την άλλη πλευρά, οι ασθενείς που ελάμβαναν αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα είχαν χαμηλότερα επίπεδα LDL χοληστερόλης (104±42 έναντι 121±35 mg/dL στους ασθενείς που δεν ελάμβαναν αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, p<0,005). Κατά την εισαγωγή στο νοσοκομείο, το NIHSS score δεν διέφερε μεταξύ των ασθενών που ελάμβαναν αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα και εκείνων που δεν ελάμβαναν (9,6±9,8 έναντι 8,8±10,3 αντίστοιχα, p=NS). Κατά την έξοδο από το νοσοκομείο, το τροποποιημένο Rankin scale score ήταν επίσης παρόμοιο στις δύο ομάδες (2,6±2,1 έναντι 2,4±2,3 αντίστοιχα, p=NS). Συμπεράσματα: Η προηγηθείσα αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν φαίνεται να επηρεάζει τη βαρύτητα ή την έκβαση του ΑΕΕ.

ΑΑ33 ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΝΔΟΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗΣ ΕΚΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΟΞΥ ΙΣΧΑΙΜΙΚΟ ΑΓΓΕΙΑΚΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Κ. Τζιόμαλος, Σ. Μπουζιανά, Π. Σιδερά, Β. Μπουγάτσα, Α. Παυλίδης, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Γιάμπατζης, Μ. Σπανού, Τ. Διδάγγελος, Χ. Σαββόπουλος, Α.Ι. Χατζητόλιος Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη Εισαγωγή-Σκοπός: Η έκβαση των ασθενών με οξύ ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΑΕΕ) καθορίζεται από διάφορους προγνωστικούς δείκτες, στους οποίους περιλαμβάνονται ορισμένοι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και η βαρύτητα του ΑΕΕ. Ωστόσο, δεν είναι σαφές ποιος προγνωστικός παράγοντας είναι σημαντικότερος. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση των προγνωστικών παραγόντων της ενδονοσοκομειακής έκβασης των ασθενών με οξύ ΑΕΕ. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 280 διαδοχικοί ασθενείς (37,5% άνδρες, ηλικία 78,8±6,4 έτη) που εισήχθησαν σε Πανεπιστημιακή Κλινική λόγω ΑΕΕ. Η βαρύτητα του ΑΕΕ εκτιμήθηκε με το National Institute of Health stroke scale (NIHSS) score κατά την εισαγωγή. Ως δυσμενής έκβαση ορίστηκε ο θάνατος κατά τη διάρκεια της νοσηλείας ή σκορ ≥2 στην τροποποιημένη κλίμακα Rankin κατά την έξοδο των ασθενών από το νοσοκομείο. Αποτελέσματα: Το 45,4% των ασθενών είχαν δυσμενή έκβαση. Οι ασθενείς αυτοί ήταν

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

μεγαλύτεροι σε ηλικία από τους ασθενείς με καλή έκβαση (80,2±6,2 έναντι 77,2±6,2 ετών αντίστοιχα, p<0,001) και είχαν χαμηλότερη συστολική αρτηριακή πίεση κατά την εισαγωγή τους (141,2±22,2 έναντι 148,9±23,7 mmHg αντίστοιχα, p<0,05) και χαμηλότερα τριγλυκερίδια (107,9±40,5 έναντι 135,6±63,6 mg/dL αντίστοιχα, p<0,005). Οι άλλοι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου δεν διέφεραν μεταξύ των δύο ομάδων. Οι ασθενείς με δυσμενή έκβαση είχαν υψηλότερο NIHSS score κατά την εισαγωγή τους σε σχέση με τους ασθενείς με καλή έκβαση (14,0±10,6 έναντι 2,2±3,0 αντίστοιχα, p<0,001). Σε πολυπαραγοντική ανάλυση, το NIHSS score ήταν ο μοναδικός ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας δυσμενούς έκβασης (σχετικός κίνδυνος 1,47, 95% όρια εμπιστοσύνης 1,24–1,74, p<0,001). Συμπεράσματα: Η βαρύτητα του ΑΕΕ κατά την εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι ο σημαντικότερος προγνωστικός παράγοντας δυσμενούς ενδονοσοκομειακής έκβασης των ασθενών με ΑΕΕ.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

263

ΑΑ34 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΡΟΣΟΥΒΑΣΤΑΤΙΝΗ ΣΕ ΥΨΗΛΗ ΔΟΣΗ Ή ΤΩΝ ΣΥΝΔΥΑΣΜΩΝ ΡΟΣΟΥΒΑΣΤΑΤΙΝΗΣ ΣΕ ΧΑΜΗΛΗ ΔΟΣΗ ΜΕ ΦΑΙΝΟΦΙΜΠΡΑΤΗ Ή Ω-3 ΛΙΠΑΡΑ ΟΞΕΑ, ΣΤΑ ΥΠΟΚΛΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΩΝ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΙΚΤΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ Α.Π. Αγγουρίδης,1 Μ.Σ. Κωσταπάνος,1 Κ. Τέλλης,2 Θ.Δ. Φιλιππάτος,1 Χ.Ι. Μηλιώνης,1 Α.Δ. Τσελέπης,2 Μ.Σ. Ελισάφ1 1

Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, 2Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η δυσλιπιδαιμία του μεταβολικού συνδρόμου χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων (TG) του ορού σε συνδυασμό με χαμηλά επίπεδα χοληστερόλης των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (HDL-χοληστερόλη). Παράλληλα, η συγκέντρωση της χοληστερόλης των αθηρογόνων μικρών-πυκνών υπ��κλασμάτων των χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (sdLDL) είναι αυξημένη. Σκοπός της μελέτης είναι η εκτίμηση της επίδρασης της μονοθεραπείας με ροσουβαστατίνη σε υψηλή δόση ή των συνδυασμών ροσουβαστατίνης σε χαμηλή δόση με φαινοφιμπράτη ή ω-3-λιπαρά οξέα στη συγκέντρωση της χοληστερόλης των υποκλασμάτων των χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL), καθώς και των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (HDL), σε ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία και μεταβολικό σύνδρομο. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 75 ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία (TG>200 mg/dL και LDLχοληστερόλη >160 mg/dL) και μεταβολικό σύνδρομο, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε ροσουβαστατίνη 40 mg/ημέρα ως μονοθεραπεία (ομάδα R, n=25), ή στο συνδυασμό ροσουβαστατίνης 10 mg/ημέρα με φαινοφιμπράτη 200 mg/ημέρα (ομάδα RF, n=25) ή ω-3-λιπαρά οξέα 2 g/ημέρα (ομάδα Rω, n=25). Πριν από την έναρξη της θεραπείας, καθώς και μετά από 12 εβδομάδες, προσδιορίσθηκε το λιπιδαιμικό προφίλ. Επιπρόσθετα, προσδιορίσθηκε η συγκέντρωση της χοληστερόλης των LDL και των HDL υποκλασμάτων με ηλεκτροφόρηση σε gel πολυακρυλαμιδίου 3% και τη χρήση του Lipoprint LDL System. Αποτελέσματα: Το λιπιδαιμικό προφίλ βελτιώθηκε σημαντικά και στις 3 ομάδες των ασθενών. Στην ομάδα R παρατηρήθηκε σημαντικά μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων της LDL-χοληστερόλης και της non-HDL-

χοληστερόλης (κατά 58,2% και 54,9% αντίστοιχα, p<0,01), σε σύγκριση με τις ομάδες RF (κατά 44,4% και 48,6% αντίστοιχα, p<0,01) και RΩ (κατά 48,3% και 44,3% αντίστοιχα, p<0,01) (p<0,05 για τις συγκρίσεις με την ομάδα R). Η μείωση των TG στην ομάδα RF (κατά 56,9%, p<0,01) ήταν σημαντικά μεγαλύτερη, σε σύγκριση με τη μείωση που παρατηρήθηκε στις ομάδες R (κατά 32,6%, p<0,01) και Rω (κατά 29,8%, p<0,01) (p<0,05 για τις συγκρίσεις με την ομάδα RF). Η μείωση της συγκέντρωσης της χοληστερόλης των sdLDL ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα RF (κατά 90,1%, p<0,01), σε σύγκριση με τις ομάδες R (κατά 77,1%, p<0,01) και Rω (κατά 75,8%, p<0,01) (p<0,05 για τις συγκρίσεις με την ομάδα RF). Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη αύξηση του μέσου μεγέθους των LDL στην ομάδα RF, σε σύγκριση με τις ομάδες R και Rω [κατά 4,1% (p<0,01) vs 2,3% (p<0,05) και 1,5% (p<0,05) αντίστοιχα, p<0,05 για τις συγκρίσεις με την ομάδα RF]. Τα επίπεδα της HDL-χοληστερόλης αυξήθηκαν σημαντικά μόνο στην ομάδα RF (κατά 7,7%, p<0,01) και όχι στις ομάδες RF και Rω (p<0,05 για τις συγκρίσεις με την ομάδα RF). Αυτό το γεγονός αποδίδεται σε σημαντική αύξηση της χοληστερόλης των μικρών HDL υποκλασμάτων στην ομάδα RF (κατά 37,5%, p<0,01), σε σύγκριση με την ομάδα R στην οποία παρατηρήθηκε σημαντική μείωση αυτών των επιπέδων (κατά 22,2%, p<0,01). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μεταβολή της χοληστερόλης των μικρών HDL υποκλασμάτων στην ομάδα R. Συμπέρασμα: Ο συνδυασμός RF είναι πιο αποτελεσματικός όσον αφορά στη μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης των sdLDL, καθώς και την αύξηση των επιπέδων της HDL-χοληστερόλης, σε σύγκριση με τη χορήγηση R ή Rω.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


264

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ35 ΛΟΙΜΩΞΗ ΑΠΟ H. PYLORI ΚΑΙ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ ΣΕ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΙΑΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Ν. Βαΐτσης,1 Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Επίδραση της λοίμωξης από H. Pylori στα επίπεδα λιπιδίων σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. ΥλικόΜέθοδος: Μελετήθηκαν 200 εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ηλικίας 55–62 ετών, όπου προσδιορίστηκαν τα επίπεδα των IgG-H. Pylori, η ολική χοληστερόλη, τα τριγλυκερίδια, η HDL-χοληστερόλη, η LDL-χοληστερόλη. Αποτελέσματα: Παρατηρήθηκε

ισχυρή, στατιστικά (p<0,001), συσχέτιση της ύπαρξης των IgG-H. Pylori και των υψηλών επιπέδων της LDL-χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων. Συσχέτιση, μα όχι στατιστικά σημαντική (p=0,12), παρατηρήθηκε και με την HDL-χοληστερόλη. Συμπεράσματα: Η λοίμωξη από H. Pylori φαίνεται να αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για δυσλιπιδαιμία.

ΑΑ36 ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗΣ ΚΑΙ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ Β12. ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ 92 ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ ΑΠΟ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ, ΗΛΙΚΙΑΣ 35–55 ΕΤΩΝ Ν. Βαΐτσης,1 Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Μελέτη της σχέσης της μετφορμίνης και των επιπέδων βιταμίνης Β12. Υλικό-Μέθοδος: Αναλύθηκαν, στατιστικά, τα δεδομένα 92 πασχόντων (57 άντρες, 35 γυναίκες) από ΣΔ, χωρίς άλλη σοβαρή συνοδό νόσο, ηλικιακού φάσματος 35 έως 55 ετών. Τα υπό μελέτη άτομα χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Την Α ομάδα αποτελούσαν 29 ασθενείς (18 άντρες, 11 γυναίκες) που δεν έκαναν χρήση μετφορμίνης και την ομάδα Β 63 ασθενείς (39 άντρες, 24 γυναίκες) που έκαναν χρήση μετφορμίνης περισσότερο από 5 έτη. Σε όλα τα άτομα

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

μετρήθηκαν τα επίπεδα της βιταμίνης Β12. Αποτελέσματα: Οι αντίστοιχοι μέσοι όροι και οι τυπικές αποκλίσεις στις δύο ομάδες ήταν 387,41 (SD=124,45) και 242,22 (SD=87,39), με το p<0,001. Δεν παρατηρήθηκαν, στατιστικά σημαντικές, διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Συμπεράσματα: Φαίνεται πως υπάρχει αρνητική σχέση ανάμεσα στη μετφορμίνη και στα επίπεδα της βιταμίνης Β12. Χρειάζονται μεγαλύτερες και πολυκεντρικές αναλύσεις προκειμένου να διευκρινιστεί το μέγεθος αυτής της σχέσης.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

265

ΑΑ37 ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΥΓΡΩΝ ΑΠΟ ΑΤΟΜΑ ΗΛΙΚΙΑΣ 45–55 ΕΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΗ Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ; Ν. Βαΐτσης,1 Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Μελέτη της ληφθείσης ποσότητας υγρών καθώς και η μορφή τους, που καταναλώνεται από άτομα ηλικίας 45–55 ετών. Υλικό-Μέθοδος: Το τυχαίο δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 214 άτομα, 95 άντρες και 119 γυναίκες, ηλικιακού φάσματος 45–55 ετών. Χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο με κλειστού τύπου απαντήσεις, που αφορούσε στο είδος και την ποσότητα των υγρών που καταναλώνεται. Κανένα από τα άτομα της μελέτης δεν έπασχε από κάποιο χρόνιο νόσημα. Αποτελέσματα: Είδος Νερό

Γάλα

Χυμοί φυσικοί

Χυμοί εμφιαλωμένοι

Αναψυκτικά

Καφές

Συμπεράσματα: Παρατηρείται κατάχρηση των αναψυκτικών, καφέ και εμφιαλωμένων χυμών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των λαμβανομένων θερμίδων, τη μείωση της όρεξης και τη μη λήψη βασικών διατροφικών συστατικών. Αυτό θα οδηγήσει, μεσοπρόθεσμα, σε παθολογικές διαταραχές της υγείας με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο. Κρίνεται απαραίτητη και επιτακτική η προληπτική παρέμβαση των φορέων υγείας σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, κυρίως, προκειμένου να αποτραπεί η φθίνουσα πορεία του επιπέδου υγείας.

Κατανάλωση

Άνδρες

Γυναίκες

Σύνολο

0–1 L/ημέρα

14

51

65

1–1,5 L/ημέρα

51

54

105

>1,5 L/ημέρα

30

14

44

0–250 mL/ημέρα

72

94

166

250–500 mL/ημέρα

19

24

43

>500 mL/ημέρα

4

1

5

0–150 mL/ημέρα

76

90

166

150–300 mL/ημέρα

17

23

40

>300 mL/ημέρα

2

5

7

0–150 mL/ημέρα

16

49

65

150–300 mL/ημέρα

63

64

127

>300 mL/ημέρα

16

6

22

0–150 mL/ημέρα

22

38

60

150–300 mL/ημέρα

30

57

107

>300 mL/ημέρα

43

4

47

0–1/ημέρα

2

21

23

1–2/ημέρα

43

39

82

>2/ημέρα

50

59

109

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


266

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ38 ΑΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ ΑΘΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΝΟΣΟΣ ΣΕ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΠΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΚΑΠΝΙΣΤΕΣ, ΗΛΙΚΙΑΣ 45–60 ΕΤΩΝ Ν. Βαΐτσης,1 Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φρoντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Να εκτιμηθεί η επίπτωση της ασυμπτωματικής αθηρωματικής νόσου σε καπνιστές και μη καπνιστές, ηλικίας 45–60 ετών. Υλικό -Μέθοδος: Σε 120 ασθενείς (60 καπνιστές, 60 μη καπνιστές), ηλικίας 45–60 ετών, που προσήλθαν για άλλον λόγο σε δύο ιδιωτικά ιατρεία πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, χωρίς ιστορικό ή συμπτωματολογία καρδιαγγειακών παθήσεων, έγινε υπερηχοτομογραφικός έλεγχος των καρωτίδων. Στην ομάδα των καπνιστών εισήχθησαν όσοι καπνίζουν περισσότερο από 20 τσιγάρα την ημέρα για τουλάχιστον 10 έτη, ενώ στην ομάδα των μη καπνιστών όσοι

δεν έχουν καπνίσει ούτε ένα τσιγάρο. Αποτελέσματα: Σε 48, από τους 60 (80%), καπνιστές και σε 17, από τους 60 (28%), μη καπνιστές βρέθηκαν αθηρωματικές αλλοιώσεις στις καρωτίδες (p<0,01). Πάχυνση του έσω-μέσου χιτώνα (>0,7 mm) βρέθηκε σε 29 από τους 60 (48%), καπνιστές και σε 4 από τους 60 (7%), μη καπνιστές (p<0,01). Συμπεράσματα: Οι καπνιστές, ηλικίας 45–60 ετών, παρουσιάζουν υψηλή επίπτωση αθηρωματικής νόσου. Η B-mode υπερηχογραφία των περιφερικών αρτηριών θα πρέπει να περιλαμβάνεται στον τακτικό κλινικοεργαστηριακό έλεγχο των καπνιστών.

ΑΑ39 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΔΡΩΝ, ΗΛΙΚΙΑΣ 25–35 ΕΤΩΝ, ΣΤΗ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΠΑΡΑΜΕΤΡΩΝ Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ν. Βαΐτσης,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Εκτίμηση της διακύμανσης μεταβολικών παραμέτρων σε τυχαίο δείγμα ενήλικου ανδρικού πληθυσμού, ηλικίας 25–35 ετών, μετά από ενημέρωση σε θέματα διατροφής, άσκησης και υγείας. Υλικό-Μέθοδος: μελετήθηκαν συνολικά 200 άτομα. Έγινε καταγραφή σωματικού βάρους, ύψους, περιμέτρου μέσης, λιπιδαιμικού προφίλ και σακχάρου νηστείας, πριν και έξι μήνες μετά την ενημέρωση από ιατρούς πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, σε θέματα υγιεινοδιαιτητικού τρόπου ζωής και άσκησης. Αποτελέσματα: Ως προς τον δείκτη μάζας σώματος μόνο 27 (13,5%) ήταν νορμοβαρικοί. Ως προς την περίμετρο μέσης φυσιολογικές τιμές καταγράφηκαν

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

σε 43 άτομα (21,5%). Οι τιμές σακχάρου νηστείας και HDL δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική δια��ορά κατά το χρονικό διάστημα της μελέτης. Ως προς τις υπόλοιπες τιμές των λιπιδίων, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική (p<0,05) μείωση στο διάστημα των έξι μηνών. Συμπεράσματα: Στατιστικά σημαντική είναι η επίδραση της ενημέρωσης στη μεταβολή της χοληστερόλης, της LDL και των τριγλυκεριδίων όχι όμως και του σακχάρου νηστείας. Καθώς οι παραπάνω παράμετροι συσχετίζονται ισχυρά με τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, κρίνεται απαραίτητη η ενίσχυση προγραμμάτων πρόληψης και προαγωγής υγείας.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

267

ΑΑ40 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΔΙΑΜΕΤΡΟΥ ΚΟΙΛΙΑΚΗΣ ΑΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ, ΣΕ ΑΝΔΡΕΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 50–60 ΕΤΩΝ (ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ) Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ν. Βαΐτσης,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Το ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής δεν είναι σπάνια πάθηση. Αφορά κυρίως σε άτομα μεγάλης ηλικίας, 60 ετών και άνω. Εάν οι διαστάσεις της ανευρυσματικής περιοχής αυξηθούν σημαντικά, τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ρήξης του αγγείου. Τρία στα τέσσερα ανευρύσματα δεν έχουν δώσει κανένα σύμπτωμα, μέχρι τη στιγμή που διαγιγνώσκονται. Η κλινική εικόνα του είναι τις περισσότερες φορές ανύπαρκτη, η δε διάγνωσή του τυχαία, κυρίως όταν ο ασθενής υποβάλλεται σε εξετάσεις για μια άλλη πάθηση. Η πιο διαδεδομένη διαγνωστική εξέταση είναι ο υπέρηχος στην περιοχή του ανευρύσματος. Η διερεύνηση της συσχέτισης της καπνισματικής συνήθειας και της διαμέτρου της κοιλιακής αορτής σε άνδρες, ηλικίας 50–60 ετών. Υλικό-Μέθοδος: Έγινε μέτρηση της διαμέτρου της κοιλιακής αορτής, με υπερηχογραφικό έλεγχο, σε 250 ασυμπτωματικούς ασθενείς (143 καπνιστές, 107 μη καπνιστές)

ηλικιακού φάσματος 50–60 ετών, που προσήλθαν για άλλο λόγο σε ιατρείο ΠΦΥ. Έγινε περιγραφική στατιστική ανάλυση των δεδομένων και αναζητήθηκε η όποια συσχέτιση με την καπνισματική συνήθεια. Αποτελέσματα: Η κατανομή των τιμών της διαμέτρου της κοιλιακής αορτής είναι <1,5 cm (89%), 1,5–3 cm (10%), 3–5 cm (1%) και >5 cm (0%) για τους μη καπνιστές και <1,5 cm (68%), 1,5–3 cm (30%), 3–5 cm (1,3%) και >5 cm (0,7%) για τους καπνιστές. Παρατηρήθηκε, θετική, συσχέτιση της διαμέτρου της κοιλιακής αορτής με την καπνισματική συνήθεια. Συμπεράσματα: Ο ρόλος του προληπτικού ελέγχου της διαμέτρου της κοιλιακής αορτής, σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τους άνδρες καπνιστές ηλικίας 50–60 ετών, διότι οι θάνατοι από ρήξη ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής, μπορούν να αποφευχθούν, εάν γίνει εγκαίρως η διάγνωση και η αντιμετώπισή τους.

ΑΑ41 ΜΕΛΕΤΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑΣ ΝΟΣΟΥ ΣΕ ΑΝΔΡΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ 45–60 ΕΤΩΝ Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ν. Βαΐτσης,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φρoντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η πρόληψη της στεφανιαίας νόσου και γενικότερα της καρδιαγγειακής, μέσω της έγκαιρης ανίχνευσης και τροποποίησης των παραγόντων κινδύνου αυτής. Υλικό-Μέθοδος: Το υλικό αποτέλεσαν 200 ενήλικα άτομα (100 άνδρες, 100 γυναίκες). Η προσέγγιση της διερεύνησης έγινε με τη λήψη ιστορικού, μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, σωματομετρικές μετρήσεις (βάρος, ύψος) και έλεγχος λιποπρωτεϊνών πλάσματος. Αποτελέσματα: Παρόλο που οι γυναίκες του δείγματός μας παρουσίασαν υψηλότερη μέση τιμή ολικής χοληστερόλης (223,42 mg/dL) σε σχέση με τους άνδρες (196,54 mg/dL) (p<0,001), εντούτοις διατήρησαν χαμηλότερο αθηρωματικό δείκτη γιατί είχαν υψηλότερη τιμή HDL-χοληστερόλης. Στα άτομα που ασκούσαν χειρωνακτικό επάγγελμα και κατά πλειοψηφία ήταν καπνιστές, παρατηρήθηκε χαμηλή τιμή HDL-χοληστερόλης (39,63 mg/dL) σε σχέση με αυτά που ασκούσαν επάγγελμα γραφείου (51,33 mg/dL) (p<0,001). Στο

37% του δείγματος παρατηρήθηκαν τιμές υψηλότερες των 230 mg/dL, με συνύπαρξη και άλλων παραγόντων κινδύνου στεφανιαίας νόσου. Από την ταξινόμηση του πληθυσμού σύμφωνα με τα μορφωτικά χαρακτηριστικά, βρέθηκε ότι η ομάδα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο διέφερε στατιστικώς σημαντικά από τον γενικό πληθυσμό στην εμφάνιση παραγόντων κινδύνου στεφανιαίας νόσου (p<0,05). Συγκεκριμένα, παρουσίασαν τις χειρότερες λιπιδαιμικές μέσες τιμές (ολική χοληστερόλη 237,14 mg/dL, LDL 151,03 mg/dL, HDL 41,20 mg/dL, αθηρωματικός δείκτης 5,75) και είχαν υψηλό ποσοστό καπνισματικής συνήθειας (87%). Συμπεράσματα: Η παρέμβαση πρόληψης για τη στεφανιαία νόσο θα πρέπει να έχει χαρακτήρα ολιστικό και να δώσει έμφαση στις ομάδες υψηλού κινδύνου, που αποδείχθηκε ότι είναι οι υπερτασικοί-παχύσαρκοι, οι καπνιστές, αλλά και τα άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, που συγκεντρώνουν αρκετούς προδιαθεσικούς παράγοντες.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


268

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ42 ΛΙΠΩΔΗΣ ΔΙΗΘΗΣΗ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ ΣΕ ΑΝΔΡΕΣ 40-60 ΕΤΩΝ Στ. Αγγελάκου-Βαΐτση,1 Ν. Βαΐτσης,1 Ε. Αναστασοπούλου2 1

Ιδιωτικό Ιατρείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Φάρσαλα, 2Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η διερεύνηση της συχνότητας της αρτηριακής υπέρτασης και της λιπώδους διήθησης του ήπατος, σε άνδρες ηλικίας 40–60 ετών. Υλικό-Μέθοδος: πραγματοποιήθηκε υπερηχογραφικός έλεγχος ήπατος, για λιπώδη διήθηση, και μέτρηση αρτηριακής πίεσης σε 182 άνδρες ηλικίας 40–60 ετών, που προσήλθαν σε δύο ιδιωτικά ιατρεία πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στα πλαίσια προληπτικού ελέγχου. Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν μόνο τα άτομα που ήταν ελεύθερα παθολογικού ιστορικού και δεν ελάμβαναν αγωγή για κανένα νόσημα. Η λιπώδης διήθηση απεικονίζεται υπερηχο-

γραφικά ως αύξηση της ηπατικής ηχογένειας. Ως αρτηριακή υπέρταση θεωρήθηκε η τιμή μεγαλύτερη από 140/90 mmHg. Αποτελέσματα: Βρέθηκαν 101 (55%) άτομα με λιπώδη διήθηση ήπατος. Αρτηριακή υπέρταση παρουσίασαν 38 από τους 101 (38%) άνδρες με λιπώδη διήθηση ήπατος και 17 από τους 82 (21%) χωρίς λιπώδη διήθηση. Συμπεράσματα: Στο δείγμα μας η αρτηριακή υπέρταση συνυπάρχει σε ποσοστό 38% στους άνδρες, 40–60 ετών, με λιπώδη διήθηση ήπατος, ποσοστό αρκετά μεγαλύτερο του αντίστοιχου των ατόμων χωρίς λιπώδη διήθηση.

ΑΑ43 ELEVATED BLOOD TRIGLYCERIDES RELATED WITH ENERGY CONSUMPTION AND DIABETES MELLITUS IN OLDER POPULATION LIVING IN THE MEDITERRANEAN ISLANDS S. Tyrovolas,1 A. Zeimbekis,2 G. Pounis,1 A. Polystipioti,1 M. Antonopoulou,3 V. Bountziouka,1 G. Metallinos,1 E. Gotsis,1 E. Polychronopoulos,1 C. Lionis,3 D.B. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition Science-Dietetics, Harokopio University, Athens, Greece, 2Health Center of Kalloni, General Hospital of Mitilini, Mitilini, Greece, 3Clinic of Social and Family Medicine, School of Medicine, University of Crete, Heraklion, Greece

Background: Few epidemiological studies have assessed the prevalence of hypertriglyceridemia among older persons in Mediterranean basin. The aim of the present work was to evaluate the associations of bio-clinical, dietary, and other lifestyle characteristics with the prevalence of hypertriglyceridemia among older individuals living in the Mediterranean islands. Methods: During 2005–2007, 553 elderly men and 637 elderly women (>65 years old) from eight Mediterranean islands in Greece and Cyprus, were enrolled. The retrieved information included demographic, bio-clinical and dietary characteristics. Results: In the very older individuals (i.e., >80 years), the prevalence of hypertriglyceridemia was 44%, in both genders. After adjustment for a variety of potential confounders, including age, hyperten-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

sion, etc, individuals with diabetes had a 112% higher likelihood of hypertriglyceridemia (95% CI 1.28–3.51). Elders with the highest energy consumption tertile (i.e., intakes >1300 kcal) had 156% higher (p<0.01) likelihood of having elevated triglycerides compared to the lowest tertile (i.e.<1000 kcal). Furthermore, in men (odds ratio per 1 kcal=1.001, 95% CI 1.000–1.002) and obese elder individuals (odds ratio per 1 kcal=1.001, 95% CI 1.000–1.002), excess energy intake was associated with elevated plasma triglycerides. Conclusion: It seems that a considerable proportion of older adults living in the Mediterranean islands had elevated triglyceride levels. The presented findings also raise some concerns about the measures that need to be taken for the promotion of health in this frail population group.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

269

ΑΑ44 THE ROLE OF MACRONUTRIENTS CONSUMPTION TO THE PREVALENCE OF OBESITY AMONG ELDERLY PEOPLE LIVING IN THE MEDITERRANEAN ISLANDS S. Tyrovolas,1 N. Papairakleous,1 T. Psaltopoulou,2 G. Pounis,1 A. Zeimbekis,3 E. Gotsis,1 V. Bountziouka,1 M. Antonopoulou,4 G. Metallinos,1 E. Polychronopoulos,1 C. Lionis,4 D.B. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition Science-Dietetics, Harokopio University, Athens, 2Department of Hygiene, Epidemiology, and Medical Statistics, School of Medicine, University of Athens, Athens, 3Health Center of Kalloni, General Hospital of Mitilini, Mitilini, 4 Clinic of Social and Family Medicine, School of Medicine, University of Crete, Heraklion, Greece

Background: Elders' population in the last decades continue to rises, while obesity that affecting all age groups, has been evolved to a global epidemic. The aim of the present work was to evaluate the relationship between macronutrients and the presence of obesity after adjusting for a variety of potential confounders, among healthy elders. Methods: During 2005–2007, 1190 elderly participants (>65 years old) from eight Mediterranean islands in Greece and Cyprus, were enrolled. The retrieved information included demographic, bio-clinical and dietary characteristics. The MedDietScore (0–55) assessed the adherence to the Mediterranean dietary pattern. Results: The majority of males and females had central obesity comprising the 73% of males and 87% of females (p<0.001). In elderly individuals over 90 years old the prevalence of overall obesity was 11% in males and 10% for females. Furthermore, in urban

areas the prevalence of overall obesity was 40%, in contrast with the rural areas where it was much lower reaching 26% (p<0.001). After adjusting for various confounders, a 1% increase in carbohydrate intake was associated with a 12% (95% CI 0.78–0.99) lower likelihood of having an elder central obesity. Moreover vegetable protein was found to be associated with a 15% (95% CI 0.77–0.93) lower likelihood of being an elder participant obese. Furthermore, low glycemic index carbohydrates seem to be associated with a 6% (95% CI 0.90–0.98) lower likelihood of having a participant central obesity. Conclusions: The prevalence of obesity is at alarming rates in the Greek elderly insular population. The presented findings suggest that adherence to dietary patterns comprising high consumption of vegetable protein and low glycemic index carbohydrates may help elderly people to preserve normal weight.

ΑΑ45 INCREASED PREVALENCE OF METABOLIC SYNDROME AMONG ELDERS LIVING IN HIGH ALTITUDE AREAS OF THE MEDITERRANEAN ISLANDS: THE MEDIS STUDY S. Tyrovolas,1 C. Chalkias,2 M. Morena,2 I. Tsiligianni,3 A. Zeimbekis,4 E. Gotsis,1 G. Metallinos,1 V. Bountziouka,1 E. Polychronopoulos,1 C. Lionis,3 D.Β. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 2Department of Geography, Harokopio University, Athens, 3 Clinic of Social and Family Medicine, School of Medicine, University of Crete, Heraklion, 4 Health Center of Kalloni, General Hospital of Mitilini, Mitilini, Greece

Aim: The aim of the present work was to evaluate the relationships between socio-demographic, clinical, lifestyle and psychological characteristics and the presence of metabolic syndrome, among high and low altitude living elderly individuals without known CVD. Methods: During 2005–2011, 1959 elderly (aged 65 to 100 years) individuals from 13 Mediterranean islands were enrolled. Socio-demographic, clinical and lifestyle factors were assessed using standard procedures. Metabolic syndrome was defined according to the (Adult Treatment Panel) ATP III criteria. Mountainous areas defined those higher than 400 meters height. Results: For the present analysis 713 men (74±7 years) and 596 women (73±7 years) were studied; the prevalence of the metabolic syndrome was 29% (24% in men,

35% in women, p<0.001). Furthermore, the prevalence of metabolic syndrome was 55% in the elders living in mountainous areas as compared with 26% among those living at sea-level (p=0.01). Similarly, the prevalence of hypertension, hypercholesterolemia and obesity were higher in high altitude as compared with low altitude areas (all p-values <0.01). After adjusting for various confounders, a 100 m increase in the height of living area increased the likelihood of metabolic syndrome by 22% (odds ratio=1.22, 95% CI 1.10 to 1.34). Conclusions: A considerable proportion of elderly, especially those living in mountainous areas, had metabolic syndrome. Public health actions need to be taken in order to reduce the burden of cardiometabolic disorders, especially in remote, mountainous rural areas.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


270

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

AA46 ΒΙΟΦΥΣΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΙΑ ΣΥΧΝΗΣ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΗ Ε4, ΤΗΣ αποE4Freiburg (Leu28Pro), ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑΣ ΝΟΣΟΥ Λ. Αργύρη,1 Ε. Στρατίκος,2 Α. Χρόνη1 1

2

Ινστιτούτο Βιοεπιστημών και Εφαρμογών, Εργαστήριο Χημείας Πρωτεϊνών, Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η απολιποπρωτεΐνη Ε (αποΕ) είναι κύρια πρωτεΐνη του συστήματος μεταφοράς λιπιδίων μέσω λιποπρωτεϊνών και παίζει σημαντικό ρόλο στην ομοιόσταση των λιπιδίων και στην προστασία έναντι της αθηροσκλήρωσης. Η αποΕ χαρακτηρίζεται από δομική πλαστικότητα και θερμοδυναμική αστάθεια και μπορεί να υποστεί σημαντικές δομικές ανακατατάξεις ως μέρος της βιολογικής της δράσης. H απόΕ έχει τρεις κοινές ισόμορφες στους ανθρώπους, τις αποΕ2, αποΕ3 και αποΕ4. Η μεταλλαγμένη μορφή αποE4 Freiburg (Leu28Pro) βρέθηκε ότι είναι συχνή σε λευκούς Γερμανούς ασθενείς με στεφανιαία νόσο. Υποστηρίζεται ότι η αποE4 Freiburg ασκεί τις πιθανές αθηρογόνες δράσεις της επηρεάζοντας τον μεταβολισμό των πλούσιων σε τριγλυκερίδια λιποπρωτεϊνών και των HDL. Προηγούμενες μελέτες από την ομάδα μας έχουν δείξει ότι δομικές αλλαγές στις απολιποπρωτεΐνες Ε και Α-Ι σχετίζονται με δυσλιπιδαιμία. Στην παρούσα μελέτη εξετάσαμε αν η μετάλλαξη Leu28Pro στο

αμινο-τελικό άκρο της αποΕ4 επηρεάζει τις βιοφυσικές ιδιότητες της πρωτεΐνης. Μέθοδοι-Αποτελέσματα: Η μετάλλαξη χαρακτηρίστηκε χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό δομικών και βιοφυσικών τεχνικών. Η από E4 Freiburg εμφάνισε σημαντική μείωση του ποσοστού α-έλικας και έκθεση ενός μεγάλου τμήματος υδρόφοβων περιοχών της στον διαλύτη, υποδεικνύοντας εκτεταμένες δομικές διατραχές σε σχέση με την αγρίου τύπου αποΕ4. Επιπλέον, ήταν ιδιαίτερα θερμοδυναμικά αποσταθεροποιημένη. Η αποE4 Freiburg βρέθηκε ικανή να δεσμεύεται σε φωσφολιπιδικά σωματίδια με παρόμοια ταχύτητα με την αγρίου τύπου αποΕ4. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματά μας υποδεικνύουν ότι η αλλαγή σε ένα μόνο αμινοξύ στην αμινο-τελική περιοχή της αποΕ4 μπορεί να αλλοιώσει σημαντικά τη δομική και θερμοδυναμική ακεραιότητα της πρωτεΐνης. Τέτοιες αλλαγές μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη φυσιολογική δράση της από Ε στο ανθρώπινο σώμα.

ΑΑ47 ΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΜΟΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΗΣ Ε3 ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΙΚΗΣ ΣΠΕΙΡΑΜΑΤΟΠΑΘΕΙΑΣ Δ. Γεωργιάδου,1 Α. Χρόνη,2 Ε. Στρατίκος1 1

2

Εργαστήριο Χημείας Πρωτεϊνών, Ινστιτούτο Βιοεπιστημών και Εφαρμογών, Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η Λιποπρωτεϊνική Σπειραματοπάθεια (Lipoprotein glomerulopathy-ΛΣ) είναι μια επικρατής κληρονομούμενη νόσος των νεφρών, που χαρακτηρίζεται από θρόμβους πλούσιους σε λιποπρωτεΐνες στα σπειραματικά τριχοειδή. Σημειακές μεταλλάξεις στην απολιποπρωτεΐνη Ε (αποΕ) έχουν συσχετιστεί με την παθογένεση της νόσου. Στην πλειοψηφία των μεταλλάξεων της αποΕ ένα κατάλοιπο αργινίνης έχει αντικατασταθεί από ένα κατάλοιπο προλίνης στην αμινο-τελική περιοχή της αποΕ. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να εξεταστεί κατά πόσο τέτοιες μεταλλάξεις στην αποΕ επηρέαζουν τη δομική και θερμοδυναμική ακεραιότητα της πρωτεΐνης. Υλικό-Μέθοδος: Χαρακτηρίσαμε τρεις από τις πιο κοινές μεταλλαγμένες μορφές της αποΕ3 που σχετίζονται με τη ΛΣ, τις Arg145Pro, Arg147Pro και Arg158Pro, χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό δομικών και βιοφυσικών τεχνικών. Αποτελέσματα: Και οι τρεις μεταλλαγμένες μορφές εμφάνισαν μείωση του ποσοστού α-έλικας και έκθεση ενός μεγάλου

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

τμήματος υδρόφοβων περιοχών τους στον διαλύτη, υποδεικνύοντας εκτεταμένες δομικές διαταραχές σε σχέση με την αγρίου τύπου αποΕ3. Επιπλέον, όλες οι μεταλλαγμένες μορφές ήταν ιδιαίτερα θερμοδυναμικά αποσταθεροποιημένες, επιρρεπείς σε πρωτεόλυση και παρουσίασαν αυξημένη τάση προς συσσωμάτωση. Και οι τρεις μεταλλαγμένες μορφές ήταν ικανές να δεσμεύονται σε φωσφολιπιδικά σωματίδια με αυξημένη όμως ταχύτητα σε σχέση με την αγρίου τύπου αποΕ3. Τέλος, και οι τρεις μορφές μπορούν να σχηματίσουν ανασυνδυασμένα δισκοειδή λιποπρωτεϊνικά σωματίδια, αλλά παρουσιάζουν και διακριτούς υποπληθυσμούς μεγαλύτερων και κακοσχηματισμένων σωματιδίων. Συμπεράσματα: Συνολικά τα αποτελέσματά μας υποδεικνύουν σημαντικές δομικές, θερμοδυναμικές και σχετιζόμενες με συσσωμάτωση αλλαγές σε φυσικά απαντώμενες μεταλλαγμένες μορφές της αποΕ3 που σχετίζονται με τη ΛΣ, υποστηρίζοντας έναν αιτιολογικό ρόλο των μεταλλάξεων αυτών στην παθογένεση της ΛΣ.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

271

ΑΑ48 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΡΩΜΑΤΩΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΡΩΤΙΔΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΩΝ ΤΑΣΕΟΫΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 Σ. Χωρεψιμά, Α. Κόκκινος, Α. Πρωτογέρου, Ν. Τεντολούρης Α´ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ «Λαϊκό», Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η ευαισθησία των τασεοϋποδοχέων (Baroreflex sensitivity, BRS) είναι μειωμένη στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) και σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Τα δεδομένα για τη σχέση της BRS με την αθηρωμάτωση των καρωτίδων είναι περιορισμένα. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσουμε αν η αθηρωμάτωση των καρωτίδων συσχετίζεται με τη μειωμένη BRS στα άτομα με ΣΔ2. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη έλαβαν μέρος 84 άτομα με ΣΔ2 (52 άνδρες και 32 γυναίκες) με μέση ηλικία τα 63 έτη και μέση διάρκεια διαβήτη τα 12 έτη. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αθηρωμάτωσης των καρωτίδων. Ως αθηρωμάτωση των καρωτίδων ορίστηκε η παρουσία αθηρωματικών πλακών και εκτιμήθηκε με Β-mode υπερηχογράφημα. Η ΒRS εκτιμήθηκε με τη μέθοδο του προσδιορισμού

της αυτόματης ευαισθησίας τους με τη συσκευή Barocor. Αποτελέσματα: Οι ασθενείς με αθηρωμάτωση των καρωτίδων (n=59) είχαν μικρότερη BRS σε σύγκριση με τους ασθενείς χωρίς αθηρωμάτωση (n=25), όμως η διαφορά αυτή δεν ήταν στατιστικά σημαντική [Διάμεση τιμή (Εύρος τεταρτημορίων): 6,09 (4,43–7,48) mmHg/ms έναντι 6,50 (4,75–9,70) mmHg/ms, p=0,240]. Στο πολυπαραγοντικό μοντέλο της λογιστικής παλινδρόμησης με εξαρτημένη μεταβλητή την ύπαρξη ή όχι αθηρωμάτωσης των καρωτίδων και ανεξάρτητες μεταβλητές την ηλικία, το φύλο, τη διάρκεια διαβήτη, την HDL-χοληστερόλη, την BRS και το ιστορικό στεφανιαίας νόσου, η στατιστική σημαντικότητα διατηρήθηκε μόνο για τη στεφανιαίο νόσο (ΟR=9,30, p=0,040). Συμπεράσματα: H αθηρωμάτωση των καρωτίδων δεν σχετίζεται με τη μειωμένη ΒRS σε ασθενείς με ΣΔ2.

ΑΑ49 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΝΙΚΟΤΙΝΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ/ΛΑΡΟΠΙΠΡΑΝΤΗΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ ΤΩΝ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΙΚΤΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Α. Κεή, E. Λυμπερόπουλος, Ζ. Μητρογιάννη, Μ. Ελισάφ Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-Σκοπός: Η χορήγηση νικοτινικού οξέος έχει συσχετισθεί με μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνητότητας. Πέρα από την ευεργετική επίδραση στο λιπιδαιμικό προφίλ, το νικοτινικό οξύ έχει και πλειοτροπικές ιδιότητες, όπως αντιθρομβωτικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις. Πρόσφατα μελέτες έδειξαν ότι τόσο ο μέσος όγκος (mean platelet volume, MPV) όσο και το εύρος κατανομής των αιμοπεταλίων (platelet distribution width, PDW) αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να μελετηθεί η επίδραση του νικοτινικού οξέος στους παραπάνω αιμοπεταλιακούς δείκτες. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη έλαβαν μέρος 50 ασθενείς. Όλοι οι ασθενείς έπαιρναν μια συμβατική δόση στατίνης (10–40 mg σιμβαστατίνη ή 10–20 mg ατορβαστατίνη ή 5–20 mg ροσουβαστατίνη) και δεν είχαν επιτύχει τον στόχο όσον αφορά στα επίπεδα LDL ή non HDL-χοληστερόλης. Στους ασθενείς χορηγήθη-

κε επιπρόσθετη θεραπεία με νικοτινικό οξύ/λαροπιπράντη (1000/20 mg για 1 μήνα και στη συνέχεια 2000/40 mg για τους επόμενους 2 μήνες). Πριν την έναρξη και μετά από 3 μήνες θεραπείας εκτιμήθηκε ο συνολικός αριθμός των αιμοπεταλίων καθώς και ο MPV και το RDW. Αποτελέσματα: Η χορήγηση νικοτινικού οξέος/λαροπιπράντης συσχετίσθηκε με μείωση του συνολικού αριθμού των αιμοπεταλίων κατά 20% [από 277.150(163.000–223.400)/μL σε 220.480/μL (141.000/μL–319.000)/μL, p<0,001], ενώ παρατηρήθηκε αύξηση του MPV κατά 3,5% [από 11,4 (9,2–13,6) fl σε 11,8 (9,5–14,1) fl, p=0,01], χωρίς μεταβολή του PDW [από 14,6 (10,5–19,3) fl σε 14,5 (11–21,1) fl, p=NS]. Συμπεράσματα: Η χορήγηση του νικοτινικού οξέος είχε ως αποτέλεσμα μείωση του συνολικού αριθμού των αιμοπεταλίων και αύξηση των επιπέδων του MPV, η κλινική σημασία της οποίας πρέπει να διευκρινισθεί από τα αποτελέσματα μεγάλων προοπτικών μελετών.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


272

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ50 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΝΙΚΟΤΙΝΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΟΥ ΟΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ, ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΥΛΙΩΜΕΝΗΣ ΑΙΜΟΣΦΑΙΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΩΣΦΟΡΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΙΚΤΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Α. Κεή, Ε. Λυμπερόπουλος, Χ. Ρίζος, Μ. Ελισάφ Τομέας Παθολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-Σκοπός: Η χορήγηση νικοτινικού οξέος έχει συσχετισθεί με βελτίωση όλων των παραμέτρων του λιπιδαιμικού προφίλ. Ωστόσο, η χρήση του συνοδεύεται από ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως αύξηση των επιπέδων γλυκόζης, γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, ουρικού οξέος και μείωση των επιπέδων φωσφόρου του ορού. Η μελέτη της επίδρασης του νικοτινικού οξέος/laropiprant στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας, γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, ουρικού οξέος και φωσφόρου του ορού σε ασθενείς με μικτή δυσλιπιδαιμία. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη έλαβαν μέρος 30 ασθενείς. Όλοι οι ασθενείς έπαιρναν μια συμβατική δόση στατίνης (10–40 mg σιμβαστατίνη ή 10–20 mg ατορβαστατίνη ή 5–20 mg ροσουβαστατίνη) και δεν είχαν επιτύχει τον στόχο όσον αφορά στα επίπεδα LDL ή non HDL- χοληστερόλης. Χορηγήθηκε επιπρόσθετη θεραπεία με νικοτινικό οξύ/laropiprant (1000/20 mg για 1 μήνα και στη συνέχεια 2000/40 mg για τους επόμενους 2 μήνες). Πριν την έναρξη και μετά από 3 μήνες θεραπείας εκτιμήθηκαν τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας, γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, ουρικού οξέος και φωσφόρου του ορού. Αποτελέσματα:

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Η χορήγηση του νικοτινικού οξέος συσχετίσθηκε με μια όχι σημαντική τάση αύξησης των επιπέδων της γλυκόζης νηστείας κατά 5% (από 107±21 σε 112±28 mg/dL, p=NS) και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης κατά 0,3% (από 6,5±0,6% σε 6,7±1,0%, p=NS). Τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό αυξήθηκαν κατά 5% (από 6,2±1,5 σε 6,5±1,6 mg/ dL, p=0,04), ενώ παρατηρήθηκε μείωση της κλασματικής απέκκρισης του ουρικού οξέος κατά 54% (από 13,0±0,6% σε 6,0±0,3%, p<0,01). Τα επίπεδα του φωσφόρου στον ορό μειώθηκαν κατά 14% (από 3,5±0,7 σε 3,0±0,6 mg/dL, p=0,003), ενώ παρατηρήθηκε μια όχι σημαντική αύξηση της κλασματικής απέκκρισης του φωσφόρου κατά 23% (από 10,0±0,6% σε 13,0±0,9%, p=NS). Δεν παρατηρήθηκαν μεταβολές στα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων και της κινάσης της κρεατινίνης. Επιπρόσθετα, ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης (MDRD-eGFR) παρέμεινε αμετάβλητος. Συμπεράσματα: H χορήγηση νικοτινικού οξέος/laropiprant συνοδεύεται από μικρή αύξηση των επιπέδων γλυκόζης, γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και ουρικού οξέος, και μείωση των επιπέδων φωσφόρου στον ορό.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

273

ΑΑ51 ΤΟ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΟ STRESS ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΝΕΦΡΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΣΤΑΔΙΟΥ 4 ΚΑΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΛΙΠΙΔΑΙΜΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ Μ. Μυλωνοπούλου,1 Μ. Αρβανίτης,2 Π. Μυστιλής,2 Ε. Κορίλη,3 Σ. Αντωνόπουλος2 1

Nephrolife ΜΤΝ, Γλυφάδα, 2Β' Παθολογική Κλινική, ΓΝ Τζάνειο Πειραιά, Πειραιάς 3 Νοσηλευτική Υπηρεσία Β' Παθολογική Κλινική, ΓΝ Τζάνειο Πειραιά, Πειραιάς

Εισαγωγή-Σκοπός: Το οξειδωτικό stress πιστεύεται ότι σχετίζεται με καρδιαγγειακές παθήσεις, καθώς η οξείδωση των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) στο αγγειακό ενδοθήλιο είναι προάγγελος της δημιουργίας αθηρωματικών πλακών. Το οξειδωτικό stress και οι διαταραχές στον μεταβολισμό των λιπιδίων, ανιχνεύονται συχνά σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (ΧΝΑ) οδηγώντας στον χαρακτηρισμό τους ως ομάδα «υψηλού κινδύνου» για την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου και αιφνιδίου καρδιακού θανάτου. Σκοπός της μελέτης είναι να προσδιοριστεί το οξειδωτικό stress σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια σταδίου 4 με και χωρίς σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) και να διερευνηθούν συσχετίσεις του με λιπιδαιμικό προφιλ των ασθενών. Υλικό-Μέθοδος:

Ελεύθερες ρίζες dROMS (UCarr) HDL-C (mg/dL) ΤΡΙΓΛΥΚΕΡΙΔΙΑ (mg/dL)

Μελετήθηκαν 50 ασθενείς με ΧΝΑ σταδίου 4, 25 διαβητικοί τύπου 2 και 25 μη διαβητικοί σε σύγκριση με ομάδα ελέγχου από 25 ασθενείς με ΣΔ2 χωρίς νεφρική βλάβη και 25 υγιείς εθελοντές. Οι ομάδες ήταν ομοιογενείς ως προς την ηλικία, το φύλο και τα κυριότερα δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά τους. Αποτελέσματα: Στατιστικά σημαντική συσχέτιση κατά Pearson καταγράφηκε μεταξύ του οξειδωτικού stress και της Lp(a) (p<0,003), ενώ με τις υπόλοιπες λιπιδαιμικές παραμέτρους δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Συμπεράσματα: Σε ασθενείς με ΧΝΑ σταδίου 4 διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά του οξειδωτικού stress με ασθενείς ΣΔ2 χωρίς ΧΝΑ. Υπήρξε στατιστικά σημαντική συσχέτιση της Lp(a) με το οξειδωτικό stress.

ΧΝΑ σταδίου 4 και ΣΔ2

ΧΝΑ σταδίου 4

ΣΔ2

Υγιείς μάρτυρες

354,48±16,6β

364,52±18,88α,β

284,72±13,6

311,32±18,06

49,6±2,29

48,28±2,1

42,92±2,52

β

41,24±2,3

α,β

125,04±10,57

122,56±10,23

109,6±8,73

119,6±13,8

LDL-c (mg/dL)

95,7±7,43α,β

107,88±7,9

130,32±6,61

129,48±7,38

ApoA (mg/dL)

137,12±7,86

124,76±6,68α,β

144,64±3,96

147,16±3,99

ApoB (mg/dL)

87,06±6,43

94,89±6,7

95±3,59

102,52±5,76

ApoE (mg/dL)

4,5±0,28γ

3,374±0,2

4,22±0,17

4,289±0,35

21,04±4,71

10,12±1,44

201,84±8,31

201,68±8,65

Lp(a) (mg/dL) Χοληστερόλη (mg/dL) α

45,15±10

α,β

163,6±8,56

α,β

34,98±5,06 173,64±9,33

α

α,β

β

Στατιστική σημαντικότητα έναντι υγειών μαρτύρων, Στατιστική σημαντικότητα έναντι ατόμων με ΣΔ2

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


274

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ52 Η ΥΓΕΙΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΙΝΗΤΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΒΑΡΟΥΣ ΣΕ ΝΕΑΡΑ ΑΤΟΜΑ: ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ Ε. Καρφοπούλου, Κ. Μούλιου, Ι. Κούτρας, Μ. Γιαννακούλια Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Τα κίνητρα υγείας έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερη απώλεια βάρους και μικρότερη επαναπρόσληψη. Η παρούσα ποιοτική μελέτη διερεύνησε τον ρόλο των κινήτρων, μεταξύ άλλων παραγόντων, στην απώλεια βάρους και τη διατήρησή της. Υλικό-Μέθοδος: Οι 44 εθελοντές (41% άνδρες, ΔΜΣmax≥25 kg/m2) είχαν χάσει τουλάχιστον 10% του βάρους τους και, είχαν διατηρήσει την απώλεια για >1 έτος (επιτυχόντες), ή είχαν επαναπροσλάβει το μεγαλύτερο μέρος της (επανακτήσαντες). Πραγματοποιήθηκαν ομαδικές συζητήσεις/συνεντεύξεις (Focus Groups), 4 με επιτυχόντες και 4 με επανακτήσαντες. Αποτελέσματα: Οι επιτυχόντες, σε σχέση με τους επανακτήσαντες, ήταν νεότεροι (27±7 έναντι 42±16 ετών, p=0,002) και είχαν χαμηλότερο ΔΜΣ (24,1±2,8 έναντι 31,2±4,3 kg/m2, p<0,001). Στους επιτυχόντες, κύριο κίνητρο απώλειας ήταν η βελτίωση της εμφάνισης, της αυτοπεποίθησης και των κοινωνικών σχέσεων. Ως κίνητρα υγείας ανέφεραν μειωμένη αντοχή, δυσκολία κίνησης, πόνους στα

γόνατα, αλλά όχι μακροχρόνια ιατρικά κίνητρα. Κίνητρα διατήρησης ήταν το να μην επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση, καθώς βλέπουν βελτίωση στην εμφάνιση, αυτοπεποίθηση και κοινωνικο-ψυχολογική κατάσταση, η αίσθηση ευεξίας, η βελτιωμένη αντοχή και η μελλοντική καλή υγεία. Στους επανακτήσαντες, κίνητρα απώλειας ήταν η εμφάνιση, η αυτοπεποίθηση, η δυσκολία κίνησης, η μειωμένη αντοχή και η βελτίωση της υγείας για ιατρικούς λόγους. Επιτυχόντες και επανακτήσαντες θεωρούν την έλλειψη κινήτρων αιτία επαναπρόσληψης βάρους· δεν αναφέρθηκε όμως ως προσωπική εμπειρία από τους επανακτήσαντες. Συμπεράσματα: Τα κίνητρα υγείας δεν αποτελούν τα συχνότερα αναφερόμενα κίνητρα για νεαρά άτομα που έχασαν βάρος και διατήρησαν την απώλεια, παρά μόνο για όσα άτομα ξαναπήραν το βάρος που έχασαν. Τα διαφορετικά κίνητρα αξίζει να ερευνηθούν και ποσοτικά, λαμβάνοντας υπόψη και πιθανό συγχυτικό ρόλο της ηλικίας.

ΑΑ53 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΦΕΪΝΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΚΑΦΕ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΓΡΕΛΙΝΗΣ ΥΓΙΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΓΕΥΜΑΤΟΣ A. Γαβριέλη, E. Καρφοπούλου, E. Καλούδη, Ε. Καρδάτου, Ε. Σπυρέλη, E. Φραγκοπούλου, M. Γιαννακούλια Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η επίδραση της καφεΐνης στο ισοζύγιο ενέργειας έχει μελετηθεί κυρίως ως προς την ενεργειακή δαπάνη και ελάχιστα ως προς την ενεργειακή πρόσληψη. Η γρελίνη είναι μία ορμόνη της περιφέρειας, η οποία έχει βρεθεί να αυξάνει την όρεξη. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει την επίδραση της πρόσληψης καφεΐνης με τη μορφή καφέ στα επίπεδα γρελίνης υγιών εθελοντών. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν τριάντα τρία άτομα, υγιή, συστηματικοί καταναλωτές καφέ (16♀/17♂, 16 φυσιολογικού βάρους (ΦΒ)/17 υπέρβαροι-παχύσαρκοι (Υ/ Π), ηλικίας: 27,3±7,2 έτη) καθένας από τους οποίους έλαβε μέρος σε 3 δοκιμασίες με τυχαία σειρά. Σε κάθε δοκιμασία κάθε εθελοντής κατανάλωνε ένα τυποποιημένο πρωινό γεύμα 142 kcal μαζί με 200 mL καφεϊνούχου καφέ με 3 ή 6 mg καφεΐνης/kg σωματικού βάρους ή νερού. Στη νηστεία και σε τακτά χρονικά διαστήματα για τις επόμενες τρεις ώρες από

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

την κατανάλωση του πρωινού/ποτού λήφθηκαν εννέα δείγματα αίματος και στη συνέχεια ακολούθησε μεσημεριανό γεύμα. Τα αίματα αναλύθηκαν ως προς τις συγκεντρώσεις γρελίνης. Αποτελέσματα: Η ανάλυση των αποτελεσμάτων για τις συγκεντρώσεις γρελίνης δεν έδειξε στατιστικά σημαντική επίδραση της παρέμβασης ή της αλληλεπίδρασης της παρέμβασης με τον χρόνο. Όταν η ανάλυση έγινε ξεχωριστά είτε ως προς τα δύο φύλα είτε ως προς τις δύο διαφορετικές κατηγορίες ΔΜΣ (ΦΒ έναντι Υ/Π) δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δοκιμασιών σε καμία από τις δύο υπο-αναλύσεις. Συμπεράσματα: Φαίνεται ότι η κατανάλωση διαφορετικών δόσεων καφεΐνης με τη μορφή καφέ τρεις ώρες πριν από γεύμα δεν επιδρά στις συγκεντρώσεις γρελίνης προγευματικά. Επίσης, δεν φαίνεται το αποτέλεσμα αυτό να διαφοροποιείται ανάλογα με το φύλο ή την κατηγορία του ΔΜΣ.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

275

ΑΑ54 ADHERENCE TO THE MEDITERRANEAN DIET PROTECTS FROM HAVING A NON-FATAL STROKE INDEPENDENTLY OF THE ANXIETY STATUS: A CASE-CONTROL STUDY Ε. Georgousopoulou,1 C.M. Kastorini,1,2 H. Milionis,2 M.S., Kostapanos,2 A. Litsardopoulou,1 G. Papagiannopoulou,1 V. Nikolaou,3 Κ. Vemmos,4 J. Goudevenos,2 D.B. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 2School of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, 3 Cardiology Clinic, “Hellenic Red Cross” Hospital, Athens, 4 Acute Stroke Unit, Department of Clinical Therapeutics, Alexandra Hospital, Athens, Greece

Introduction: The aim of this work was to investigate the effect of Mediterranean diet on the likelihood of having a nonfatal stroke taking into account anxiety status, which is an independent risk factor. Methods: Case-control study with individual matching by age and sex. During 2009–2010, 500 participants were enrolled; 250 were consecutive patients with a first ischemic stroke and 250 population-based, control subjects, one-for-one matched to the patients by age and sex. Among other characteristics adherence to the Mediterranean diet was assessed by the MedDietScore, anxiety was assessed with the Spielberger State-Trait Anxiety Inventory form Y-2.

Results: Only one between five patients but one in two controls (p<0.001) had low anxiety. Moreover, controls tended to adhere more to the Mediterranean Diet than patients (p<0.001). Higher adherence to the Mediterranean diet was associated with lower likelihood of ischemic stroke (OR=0.91, 95% CI: 0.84–0.98) even after adjusting for anxiety and other risk factors. Furthermore, anxiety remained an independent risk factor for having a stroke (OR=1.05, 95% CI: 1.01–1.05) in the same adjusted model. Discussion: Mediterranean Diet should be a target in the prevention of stroke, independently of the anxiety status of subjects.

ΑΑ55 ADHERENCE TO THE MEDITERRANEAN DIET PROTECTS FROM HAVING A NON-FATAL ACUTE CORONARY SYNDROME INDEPENDENTLY OF ANXIETY STATUS: A CASE-CONTROL STUDY Ε. Georgousopoulou,1 C.M. Kastorini,1,2 H. Milionis,2 Ε. Trichia,1 D. Κantas,2 Ε. Bika,2 V. Nikolaou,3 Κ. Vemmos,4 J. Goudevenos,2 D.B. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 2School of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, 3 Cardiology Clinic, “Hellenic Red Cross” Hospital, Athens, 4 Acute Stroke Unit, Department of Clinical Therapeutics, Alexandra Hospital, Athens, Greece

Introduction: The aim of this work was to investigate the effect of Mediterranean diet on the likelihood of having a nonfatal acute coronary syndrome (ACS) taking into account anxiety status, which is an independent risk factor. Methods: Case-control study with individual matching by age and sex. During 2009–2010, 500 participants were enrolled; 250 were consecutive patients with a first ACS and 250 populationbased, control subjects, one-for-one matched to the patients by age and sex. Among other characteristics adherence to the Mediterranean diet was assessed by the MedDietScore, anxiety was assessed with the Spielberger State-Trait Anxiety

Inventory form Y-2. Results: Only one between two patients but seven in ten controls (p<0.001) had low anxiety. Moreover, controls tended to adhere more to Mediterranean Diet than patients (p<0.001). Higher adherence to the Mediterranean diet was associated with lower likelihood of having an ACS (OR=0.92, 95% CI: 0.87–0.98) even after adjusting for anxiety and other risk factors. Furthermore, anxiety remained an independent risk factor for having a stroke (OR=1.03, 95% CI: 1.00– 1.05) in the same adjusted model. Discussion: Mediterranean Diet should be a target in the prevention of cardiovascular disease, independently of the anxiety status of subjects.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


276

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ56 ADHERENCE TO THE MEDITERRANEAN DIET PROTECTS FROM HAVING A NON-FATAL ACUTE CORONARY SYNDROME INDEPENDENTLY OF DEPRESSION STATUS: A CASE-CONTROL STUDY Ε. Georgousopoulou,1 C.M. Kastorini,1,2 H. Milionis,2 Κ. Kalantzi,2 S. Bitsi,1 V. Euthimiou,1 V. Nikolaou,3 Κ. Vemmos,4 J. Goudevenos,2 D.B. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 2School of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, 3 Cardiology Clinic, “Hellenic Red Cross” Hospital, Athens, 4 Αcute Stroke Unit, Department of Clinical Therapeutics, Alexandra Hospital, Athens, Greece

Introduction: The aim of this work was to investigate the effect of Mediterranean diet on the likelihood of having a non-fatal ACS taking into account depression status, which is an independent risk factor. Methods: Case-control study with individual matching by age and sex. During 2009– 2010, 500 participants were enrolled; 250 were consecutive patients with a first ACS and 250 population-based, control subjects, one-for-one matched to the patients by age and sex. Among other characteristics adherence to the Mediterranean diet was assessed by the MedDietScore, depressive symptomatology with the Zung Depression Rating Scale. Results: Mild depressive symptomatology

was present in one between ten patients but in a half frequency among controls (p<0.001). Moreover, controls tended to adhere more to Mediterranean Diet than patients (p<0.001). Higher adherence to the Mediterranean diet was associated with lower likelihood of having an ACS (OR=0.93, 95% CI: 0.88–0.98) even after adjusting for depression and other risk factors. Furthermore, depression remained an independent risk factor for having a stroke (OR=1.05, 95% CI: 1.01–1.08) in the same adjusted model. Discussion: Mediterranean Diet should be a target in the prevention of cardiovascular diseases, independently of the depression status of subjects.

ΑΑ57 ADHERENCE TO MEDITERRANEAN DIET PROTECTS FROM HAVING A NON-FATAL CARDIOVASCULAR OUTCOME ESPECIALLY FOR NON-DEPRESSIVE AND WITH MILD ANXIETY SUBJECTS: A CASE-CONTROL STUDY Ε. Georgousopoulou,1 C.M. Kastorini,1,2 H. Milionis,2 Μ. Symeopoulou,1 Ζ. Konidari,1 Κ. Kalantzi,2 V. Nikolaou,3 Κ. Vemmos,4 J. Goudevenos,2 D.B. Panagiotakos1 1

Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 2School of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, 3 Cardiology Clinic, “Hellenic Red Cross” Hospital, Athens, 4 Acute Stroke Unit, Department of Clinical Therapeutics, Alexandra Hospital, Athens, Greece

Introduction: The aim of this work was to investigate the effect of Mediterranean diet on the likelihood of having a nonfatal cardiovascular event taking into account depression status simultaneously with anxiety status, both independent risk factors. Methods: Case-control study with individual matching by age and sex. During 2009–2010, 1000 participants were enrolled; 250 were consecutive patients with a first ACS, 250 with a first ischemic stroke and 500 population-based, control subjects (250 for ACS patients and 250 for stroke patients), one-for-one matched to the patients by age and sex. Among other characteristics adherence to the Mediterranean diet was assessed by the MedDietScore, depressive symptomatology with the Zung Depression Rating Scale and anxiety was assessed with the Spielberger State-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Trait Anxiety Inventory form Y-2. Results: The analysis was stratified by depression and anxiety status. Every unit increase in MedDietScore was associated with 11% less odds of being an ACS (95%CI 0.83, 0.97) and a stroke patient (95%CI 0.81, 0.99), but only for subjects with STAI-Y2 <38/80 or STAIY2 <41/80 respectively, when adjusting for several potential confounders and ZUNG-DRS. Moreover, each unit of increase in the MedDietScore was associated with 13% (95%CI 0.80, 0.95) less odds of having an ACS, only for the participants with ZUNG-DRS score <36/80, when adjusting for the aforementioned confounders and STAI-Y2 score. Discussion: Mediterranean Diet should be a target in the prevention of cardiovascular disease, especially for people without depressive symptomatology and/or with mild anxiety status.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

277

ΑΑ58 HEALTH BELIEFS OF ISCHEMIC STROKE PATIENTS REGARDING TRADITIONAL CARDIOVASCULAR RISK FACTORS: A CASE-CONTROL STUDY C.M. Kastorini,1,2 Ε. Georgousopoulou,2 H. Milionis,1 Μ.S. Kostapanos,1 Ε. Bika,1 P. Savvari,4 V. Nikolaou,3 Κ. Vemmos,4 J. Goudevenos,1 D.B. Panagiotakos2 1

School of Medicine, University of Ioannina, Ioannina, 2Department of Nutrition and Dietetics, Harokopio University, Athens, 3 Cardiology Clinic, “Hellenic Red Cross” Hospital, Athens, 4 Acute Stroke Unit, Department of Clinical Therapeutics, Alexandra Hospital, Athens, Greece

Introduction: The aim of this work was to investigate the possible differences on health beliefs between stroke patients and healthy people, as far as several cardiovascular risk factors are concerned. Methods: Case-control study with individual matching by age and sex. During 2009–2010, 500 participants were enrolled; 250 were consecutive patients with a first ischemic stroke and 250 population-based, control subjects, one-for-one matched to the patients by age and sex. Among other characteristics, participants were asked to score how important they consider (1 not important-9 very important) the traditional cardiovascular risk factors such as smoking, passive smoking, unhealthy diet, hypercholesterolemia, diabetes mellitus, hypertension, obesity, sedentary life, stress and family

history of cardiovascular outcome. Results: The differences between stroke patients and controls were observed only about the presence of hypertension/hypercholesterolemia/ diabetes mellitus (7.6±2.1 vs. 7.2±1.8, p<0.05, respectively). Moreover, obese patients tended to consider obesity more important than non-obese patients (7.6±2.1 vs. 6.9±2.7, p<0.05, respectively). Smoking was the most important factor for both patients and controls (7.7±2.3 and 7.6±2.0 respectively). Discussion: There is limited knowledge for the cardiovascular risk factors between middle-aged people in Greece, which means that further attempt for dissemination of information according to the cardiovascular risk factors should be carried out, in order to reduce the public misunderstanding.

ΑΑ59 ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ ΑΘΗΡΩΜΑΤΩΣΗΣ, ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ ΣΦΥΓΜΙΚΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΕΙΚΤΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΣΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΝΕΦΡΙΚΗ ΝΟΣΟ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΥΠΕΡΤΑΣΙΚΑ ΑΤΟΜΑ Δ. Καρασαββίδου, Ρ. Καλαϊτζίδης, Ο. Μπαλάφα, K. Παππάς, Ε. Ερμείδη, K.Χ. Σιαμόπουλος Νεφρολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-Σκοπός: Αρτηριακή σκληρία (ΑΣ) είναι όρος που αντικατοπτρίζει τις γλοιο-ελαστικές ιδιότητες του αγγειακού τοιχώματος. Αξιόπιστοι δείκτες μέτρησης της ΑΣ, αποτελούν η μέτρηση της ταχύτητας σφυγμικού κύματος (ΤΣΚ) και ο δείκτης ενίσχυσης (ΔΕ). Η αύξηση των δεικτών αθηροσκλήρωσης (ΤΣΚ και ΔΕ) αποτελεί ανεξάρτητο καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου για άτομα με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) και άτομα με υπέρταση. Ωστόσο, δεν υπάρχουν μελέτες της μεταβολής της ΑΣ στη ΧΝΝ. Μελετήθηκε η συσχέτιση και η μεταβολή της ΑΣ στη ΧΝΝ σε σύγκριση με υπερτασικά άτομα. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη εντάχτηκαν 160 ασθενείς. Από αυτούς ΧΝΝ σταδίου 1–3 είχαν 52, XNN σταδίου 4 είχαν 42, σε τεχνητό νεφρού (ΤΝ) ήταν 33, σε περιτοναϊκή κάθαρση (ΠΚ) 33 άτομα και τα 96 άτομα είχαν ιδιοπαθή υπέρταση. Η ΑΣ αξιολογήθηκε με το τονόμετρο Sphygmocor.

Αποτελέσματα: Δεν βρέθηκε γραμμική συσχέτιση μεταξύ της ΤΣΚ και του ΔΕ σε καμία ομάδα (XNN 1–3 p=0,26, XNN 4 p=0,23, ΤΝ p=0,59, ΠΚ p=0,18 και υπερτασικά άτομα p=0,47). Σημειώθηκε μεταβολή της ΤΣΚ με την εξέλιξη της νεφρικής βλάβης χωρίς όμως στατιστική σημαντικότητα σε σύγκριση με τα υπερτασικά άτομα (8,9±2,3, XNN 1–3, 8,9±3,2 XNN 4, 9,2±3,17 ΤΝ, 8,9±3,5 ΠΚ και 8,7±2,2 στα άτομα με υπέρταση). Ωστόσο, με την εξέλιξη της ΧΝΝ παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μεταβολή του ΔΕ (24,9±9,8 XNN 1–3, 31,1±12,2 XNN 4, 30,8±9,2 ΤΝ, 27,2±9,2 ΠΚ, και 21,7±10,2 στα άτομα με υπέρταση, t: 2,63, p<0,01). Συμπεράσματα: ΤΣΚ και ΔΕ είναι αλληλένδετοι αλλά ανεξάρτητοι δείκτες ΑΣ στη ΧΝΝ. Η ΤΣΚ δεν παρουσιάζει σημαντική διαφορά μεταξύ των σταδίων της ΧΝΝ. Αντίθετα, ο ΔΕ αυξάνεται με την επιδείνωση και την εξέλιξη της ΧΝΝ.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


278

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ60 ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΕ ΣΤΟΧΟ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΔΙΑΙΤΑ ΔΕΝ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΙ ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ Μ. Φάππα Ε,1 Γιαννακούλια,1 Ι. Σκούμας,2 Χ. Πίτσαβος,2 Χ. Στεφανάδης2 2

1 Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα Α΄ Καρδιολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Έχει διατυπωθεί ότι η αυξημένη διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου πιθανώς να έχει ευεργετική επίδραση στα λιπίδια αίματος, το σωματικό βάρος και την αρτηριακή πίεση. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογήσει εάν διατροφική παρέμβαση με στόχο την αύξηση της συμμόρφωσης στη Μεσογειακή διατροφή, θα πετύχαινε αύξηση στη διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου σε ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο (ΜετΣυν). Υλικό-Μέθοδος: 50 ασθενείς με ΜετΣυν (48% άντρες, ηλικία 49,5±12,4 ετών), που συμμετείχαν σε 6μηνο πρόγραμμα διατροφικής παρέμβασης, χωρίστηκαν για τις ανάγκες της παρούσας ανάλυσης σε δύο ομάδες: ελέγχου (n=10) και παρέμβασης (n=40). Κατά την έναρξη της μελέτης, όλοι οι ασθενείς έλαβαν υποθερμιδικό διαιτολόγιο βασισμένο στη Μεσογειακή δίαιτα, ενώ οι ασθενείς της ομάδας παρέμβασης συμμετείχαν σε συνεδρίες διατροφικής συμβουλευτικής, με στόχο την αύξηση της συμμόρφωσης με τις

διατροφικές συστάσεις. Στους συμμετέχοντες έγινε αξιολόγηση στην αρχή και το τέ��ος της παρέμβασης. Αποτελέσματα: Στην αξιολόγηση 6μήνου οι δύο ομάδες δεν διέφεραν ως προς τη διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου. Ωστόσο, περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι στο σύνολο των ασθενών, εκείνοι οι οποίοι αύξησαν τη διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου πέτυχαν βελτίωση της συστολικής (129,9±11,2 έναντι 121,6±11,6, p=0,013) και διαστολικής πίεσης (86,0±10,6 έναντι 78,0±11,1, p=0,002). Συμπεράσματα: Παρέμβαση με στόχο την αύξηση της συμμόρφωσης στη Μεσογειακή δίαιτα δεν πέτυχε βελτίωση της διαιτητικής πρόσληψης ασβεστίου σε ασθενείς με ΜετΣυν. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι ασθενείς που αυξάνουν τη διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου, βελτιώνουν την αρτηριακή τους πίεση, καταδεικνύει την ανάγκη ένταξης στις διατροφικές παρεμβάσεις που απευθύνονται στον πληθυσμό αυτόν, στόχου αύξησης των τροφίμων πλούσιων σε ασβέστιο.

ΑΑ61 ΟΞΕΙΑ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΜΠΥΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΣΚΛΗΡΙΑ, ΤΑ ΑΝΑΚΛΩΜΕΝΑ ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΥΓΙΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ Κ. Καράτζη,1 Α. Γεωργούλια,1 Β. Ροντογιάννη,2 Α. Πρωτογέρου,2 Κ. Ξένος,3 Ι. Χρύσου,3 Π. Σφηκάκης,2 Λ. Συντώσης1,4 1

Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 21η Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Αθηνών, Λαϊκό Νοσοκομείο, 3Ελληνικό Ινστιτούτο Διατροφής, 4Department of Internal MedicineGeriatrics, Sealy Center on Aging, Institute for Translational Sciences and Shriners Hospital for Children, University of Texas Medical Branch at Galveston, Texas, USA Εισαγωγή-Σκοπός: Η κατανάλωση μπύρας φαίνεται να μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, όμως οι σχετικοί μηχανισμοί δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Ο σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση της μεταγευματικής επίδρασης της μπύρας και των συστατικών της (αλκοόλ και αντιοξειδωτικών) σε δείκτες πρόγνωσης καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως η αρτηριακή σκληρία, τα ανακλώμενα κύματα και η ενδοθηλιακή λειτουργία. Υλικό-Μέθοδος: Δεκαεφτά υγιείς άνδρες, μη καπνιστές, ηλικίας 28,5±5,2 χρόνια, με δείκτη μάζας σώματος 24,4±2,5 kg/m2, συμμετείχαν σε μια απλή-τυφλή, διασταυρούμενη, τυχαιοποιημένη μελέτη και κατανάλωσαν σε 3 διαφορετικές ημέρες: (α) 400 mL μπύρας (B) & 400 mL νερό, (β) 800 mL μπύρας χωρίς αλκοόλ (DB) (ίδια ποσότητα αντιοξειδωτικών, καθόλου αλκοόλ), και (γ) 67 mL βότκα (V) & 733 mL νερό (ίδια ποσότητα αλκοόλ, καθόλου αντιοξειδωτικά). Η αρτηριακή σκληρία,

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

τα ανακλώμενα κύματα και η ενδοθηλιακή λειτουργία (FMD), αξιολογήθηκαν στη νηστεία, 1 και 2 ώρες μεταγευματικά. Αποτελέσματα: Η αρτηριακή σκληρία μειώθηκε στον ίδιο βαθμό από όλα τα ποτά μεταγευματικά (κατά μέσο όρο 0,4 m/sec, ΔΕ: 0,30–0,50). Τα ανακλώμενα κύματα μειώθηκαν στατιστικά σημαντικά από όλα τα ποτά (κατά μέσο όρο B: 9,1%, DB: 2,8%, V 8,5%, με όλα τα ΔΕ μέσα στα επίπεδα σημαντικότητας). Η μείωση αυτή ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερη με τη B σε σχέση με τη DB (p=0,018). Η FMD αυξήθηκε στατιστικά σημαντικά μόνο με τη B 1 και 2 ώρες μεταγευματικά (κατά μέσο όρο 1,33%, ΔΕ 0,15–2,53). Συμπεράσματα: Η κατανάλωση μπύρας βελτιώνει παραμέτρους της αγγειακής δομής και λειτουργίας υγιών μη καπνιστών, μεταγευματικά, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί τόσο στο αλκοόλ, όσο και στα αντιοξειδωτικά και χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

279

ΑΑ62 Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΠΟΛΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΣΤΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΝΟΗΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΗΣΗ Θ. Καστανιάς, Ε. Δούδα, Σ. Μπάτσιου, Σ. Τοκμακίδης Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΤΕΦΑΑ, Κομοτηνής, Κομοτηνή Εισαγωγή: Τα άτομα με νοητική υστέρηση (ΝΥ), αποτελούν έναν ιδιαίτερο πληθυσμό, που λόγω του μειωμένου νοητικού δυναμικού και της συχνής συνύπαρξης συνοδών νοσογόνων καταστάσεων, παρουσιάζει αυξημένους δείκτες παχυσαρκίας, μειωμένη λειτουργική ικανότητα και προσδόκιμο επιβίωσης. Σκοπός: Η διερεύνηση της χρησιμότητας των νεότερων σωματομετρικών δεικτών στον προσδιορισμό του βαθμού παχυσαρκίας των νοητικά υστερούντων ατόμων. ΥλικόΜέθοδος: Το δείγμα αποτέλεσαν 120 άτομα (άνδρες: n=68, γυναίκες: n=52), ηλικίας 20,8±11,5 έτη. Αξιολογήθηκε ο επιπολασμός της παχυσαρκίας μέσω της χρήσης των νεότερων σωματομετρικών δεικτών [πηλίκο περιμέτρου μέσης προς ύψος (ΠΜ/Υ), θωρακικής περιμέτρου (ΘΠ), περιμέτρου βραχίονα (ΠΒ) και καρπού (ΠΚ). Αποτελέσματα: Από την ανάλυση των δεδομένων διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση των τεσσάρων υπό εξέταση νεότερων σωματομετρικών δεικτών με τους πλέον χρησιμοποιούμενους δεί-

κτες αξιολόγησης της παχυσαρκίας [περίμετρος μέσης (ΠΜ), Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), εκατοστιαία συγκέντρωση λιπώδους ιστού (% ΛΙΠΟΣ)]. Αναλυτικότερα η ΠΜ/Υ παρουσίασε θετική συσχέτιση με την ΠΜ (r=0,823, p<0,001), το ΔΜΣ (r=0,910, p<0,001), το % ΛΙΠΟΣ (r=0,467, p<0,05). Η ΘΠ με τη ΠΜ (r=0,955, p<0,001) και το ΔΜΣ (r=0,844, p<0,001). Η ΠΒ με τη ΠΜ (r=0,886, p<0,001), το ΔΜΣ (r=0,866, p<0,001) και το % ΛΙΠΟΣ (r=0,533, p<0,05). Η ΠΚ με τη ΠΜ (r=0,808, p<0,001) και το ΔΜΣ (r=0,585, p<0,001). Όλοι οι δείκτες παρουσίασαν στατιστικά θετική συσχέτιση και με την αρτηριακή πίεση ηρεμίας (p<0,001). Συμπεράσματα: Από τα αποτελέσματα αυτά γίνεται κατανοητό ότι οι νεότεροι δείκτες αξιολόγησης της παχυσαρκίας, παρουσιάζουν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τους ήδη τεκμηριωμένους δείκτες και ως εκ τούτου προτείνεται να χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά, ως ένα επιπρόσθετο μέσο αξιολόγησης και επαλήθευσης των ερευνητικών δεδομένων.

*H παρούσα έρευνα έχει συγχρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο-ΕΚΤ) και από εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση» του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ)–Ερευνητικό Χρηματοδοτούμενο Έργο: Ηράκλειτος ΙΙ-Επένδυση στην κοινωνία της γνώσης μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


280

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ63 ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ QT ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΡΥΘΜΙΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΕ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΥΠΟΥ ΙΙΒ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Χ. Βούλγαρη, Σ. Σιασιάκου, Εμμ. Ζούλιας, Ρ. Γιαννάς, Μ. Κορόγιαννη, Ι. Βασίλη, Β. Καλογερή, Λ. Μάντζαρης, Σ. Παγώνη Γ' Παθολογική Κλινική, ΓΝΑ «Γ. Γεννηματάς», Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η έγκαιρη αναγνώριση των ασθενών αυξημένου κινδύνου για εμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών αποτελεί μια καθημερινά επιβεβλημένη πρόκληση για τον κλινικό ιατρό. Ο ρόλος της μη επεμβατικής ταυτοποίησης του αρρυθμιογεννητικού κινδύνου σε άτομα με δυσλιπιδαιμία δεν είναι απόλυτα καθορισμένος. Ένας από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα είναι η δυσλιπιδαιμία. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εκτιμηθεί ο αρρυθμιογεννητικός κίνδυνος σε άτομα με και χωρίς τύπου ΙΙβ δυσλιπιδαιμία. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκε η ηλεκτροφυσιολογική δραστηριότητα του μυοκαρδίου μέσω της μελέτης της παράτασης του QT διαστήματος και των παραμέτρων του σε άτομα με (n=50) και σε άτομα χωρίς τύπου ΙΙβ δυσλιπιδαιμία (n=50), εξομοιωμένων ως προς τον αριθμό, το φύλο και την ηλικία. Η καρδιαγγειακή νόσος στα άτομα της μελέτης αποκλείσθηκε με τη διενέργεια στεφανιογραφίας.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Αποτελέσματα: Οι τιμές του QT διαστήματος ήταν υψηλότερες στα άτομα με τύπου ΙΙβ δυσλιπιδαιμία σε σχέση με τα άτομα χωρίς δυσλιπιδαιμία (390,6±25,8 έναντι 382,1±29,6, p=0,02). Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στις τιμές της QT διασποράς μεταξύ των δύο ομάδων. Οι τιμές του QT διαστήματος στα άτομα με δυσλιπιδαιμία σχετίζονταν σημαντικά και ανεξάρτητα με την LDL-χοληστερόλη (b=0,022, p=0,008), την HDL-χοληστερόλη (b=-0,033, p=0,009) και τη μυοκαρδιακή απόδοση της αριστερής κοιλίας (b=0,017, p=0,04). Συμπεράσματα: Οι αυξημένες τιμές του QT διαστήματος είναι πιθανόν να υποδηλώνουν την ύπαρξη υποκλινικά ισχαιμικών περιοχών και ίνωσης στο μυοκάρδιο των ατόμων με τύπου ΙΙβ δυσλιπιδαιμία, που εμποδίζουν τη φυσιολογική μετάδοση των ηλεκτρικών διεγέρσεων μέσω του μυοκαρδιακού τοιχώματος. Η προγνωστική αξία του QT διαστήματος σε άτομα με δυσλιπιδαιμία αναμένεται να αξιολογηθεί σε μελλοντικές προοπτικές μελέτες.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

281

ΑΑ64 ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΜΥΛΟΥΧΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΟΞΕΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Γ. Παπαγιαννοπούλου,1 Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Χ.Ι. Μηλιώνης,2 Μ.Σ. Κωσταπάνος,2 Β. Ευθυμίου,1 Μ. Συμεοπούλου,1 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,2 Δ.Β. Παναγιωτάκος1 1

Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 3 Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 4Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γενικό Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός : Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να αξιολογηθεί η πιθανότητα παρουσίας οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) και ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) σε συνάρτηση με την κατανάλωση αμυλούχων τροφίμων. Υλικό-Μέθοδος: Κατά τη διάρκεια 2009–2010, 1000 συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη μελέτη: 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΟΣΣ, 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΑΕΕ και 500 υγιή άτομα από τον γενικό πληθυσμό, εξομοιωμένα ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Καταγράφηκαν κοινωνικο-δημογραφικά, κλινικά, ψυχολογικά, διατροφικά και άλλα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Η αξιολόγηση της συχνότητας κα��ανάλωσης αμυλούχων τροφίμων πραγματοποιήθηκε μέσω ενός έγκυρου ημι-ποσοτικού ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων. Αποτελέσματα: Η πολυπαραγοντική ανάλυση, ύστερα από έλεγχο για ποικίλους συγχυτικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, δείκτη μάζα σώματος, μεσογειακή δια-

τροφή, φυσική δραστηριότητα, κάπνισμα, υπέρταση, διαβήτη και υπερχοληστερολαιμία), έδειξε ότι η κατανάλωση λευκών φρυγανιών και παξιμαδιών περισσότερο από εβδομαδιαία σε σχέση με σπανιότερα, συσχετίστηκε με διπλάσια πιθανότητα παρουσίας ΟΣΣ (ΣΛ:2,14, 95%ΔΕ: 1,25–3,68), ενώ η κατανάλωση περισσότερο από εβδομαδιαία σε σχέση με πιο σπάνια, φρυγανιών και παξιμαδιών ολικής άλεσης με 47% μικρότερη πιθανότητα (95%ΔΕ: 0,30–0,93) παρουσίας ΟΣΣ. Επιπρόσθετα, η κατανάλωση ζυμαρικών και ρυζιού περισσότερο από 1 φορά την εβδομάδα σε σχέση με σπανιότερα, συσχετίστηκε με διπλάσια πιθανότητα παρουσίας ΑΕΕ (ΣΛ:2,44, 95%ΔΕ: 1,21– 4,92). Συμπεράσματα: Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αναδεικνύουν την επιβαρυντική δράση των ραφιναρισμένων δημητριακών και τον ευεργετικό ρόλο των δημητριακών ολικής άλεσης, αποτελέσματα που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν για την πρωτογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

ΑΑ65 Η ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΦΡΟΥΤΩΝ ΚΑΙ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΞΕΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ: ΜΕΛΕΤΗ ΑΣΘΕΝΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΩΝ Γ. Παπαγιαννοπούλου,1 Χ.Μ. Καστορίνη,1,2 Χ. Μηλιώνης,2 Κ. Καλαντζή,2 Α. Ιωαννίδη,1 Σ. Μπίτση,1 Β. Νικολάου,3 Κ. Βέμμος,4 Ι. Γουδέβενος,2 Δ.Β. Παναγιωτάκος1 1

Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 3 Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ)», Αθήνα, 4Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Θεραπευτική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γενικό Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός : Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να αξιολογηθεί η πιθανότητα παρουσίας στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) ή ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) σε συνάρτηση με την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών. Υλικό-Μέθοδος : Κατά τη διάρκεια 2009–2010, 1000 συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη μελέτη: 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΟΣΣ, 250 διαδοχικοί ασθενείς με πρώτη εκδήλωση ΑΕΕ και 500 υγιή άτομα από τον γενικό πληθυσμό, εξομοιωμένα ως προς το φύλο και την ηλικία με τους ασθενείς. Καταγράφηκαν κοινωνικο-δημογραφικά, κλινικά, ψυχολογικά, διατροφικά και άλλα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Η αξιολόγηση της συχνότητας κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών πραγματοποιήθηκε μέσω ενός έγκυρου ημι-ποσοτικού ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων. Αποτελέσματα : Η πολυπαραγοντική ανάλυση, ύστερα από έλεγχο για ποικίλους

συγχυτικούς παράγοντες: ηλικία, φύλο, δείκτης μάζας σώματος, μεσογειακή διατροφή, φυσική δραστηριότητα, καπνιστικές συνήθειες, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και υπερχοληστερολαιμία, έδειξε ότι η κατανάλωση φρούτων (για κάθε 1 φρούτο) διαδραματίζει προστατευτικό ρόλο στην εμφάνιση ΟΣΣ (ΣΛ: 0,72, 95%ΔΕ: 0,60–0,87) και στην εμφάνιση ΑΕΕ (ΣΛ: 0,67, 95%ΔΕ: 0,54–0,84). Επιπλέον η κατανάλωση σαλάτας και λαχανικών σε καθημερινή βάση σε σχέση με πιο σπάνια, φάνηκε να ασκεί επίσης προστατευτική δράση τόσο για την εμφάνιση ΟΣΣ (ΣΛ: 0,52, 95%ΔΕ: 0,32–0,84), όσο και ισχαιμικού ΑΕΕ (ΣΛ: 0,36, 95%ΔΕ: 0,21–0,61). Συμπεράσματα: Η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών διαδραματίζει προστατευτικό ρόλο στην εμφάνιση ΟΣΣ και ΑΕΕ. Τα φρούτα και λαχανικά είναι πλούσια σε προστατευτικά θρεπτικά συστατικά, τα οποία φαίνεται να συντελούν στην αναστολή της έναρξης ή/και εξέλιξης της αθηρωματικής διαδικασίας. © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


282

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ66 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΥΠΕΡΟΞΕΙΔΑΣΗΣ ΓΛΟΥΤΑΘΕΙΟΝΗΣ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΜΕ ΚΑΡΔΙΟΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ Δ. Πατίκας, Τ. Νομικός, Π. Σιατίτσα, Γ. Μοσχώνης, Α. Γιαννοπουλου, Χ. Μαυρογιάννη, Ι. Μανιός Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η υπεροξειδάση της γλουταθειόνης πλάσματος (GPx3) είναι μια σεληνοπρωτεΐνη με αντιοξειδωτική δράση, προστατεύοντας το ενδοθήλιο από το οξειδωτικό στρες και ρυθμίζοντας την αρτηριακή πίεση. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η μέτρηση της δραστικότητας της GPx3 σε παιδιά και η συσχέτισή της με καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου. Υλικό-Μέθοδος: Ο εξεταζόμενος πληθυσμός αποτελούνταν από 1917 παιδιά ηλικίας 10–12 ετών με πλήρη δεδομένα για τη δραστικότητα της GPx3 από τη μελέτη Healthy Growth. Στα παιδιά αυτά πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις ανθρωπομετρικών, κλινικών και βιοχημικών δεικτών. Η δραστικότητα της GPx3 προσδιορίστηκε κινητικά με σύζευξη της αντίδρασής της με την αντίδραση της αναγωγάσης της γλουταθειόνης και μέτρηση του ρυθμού μείωσης του NADPH στα 340 nm. Αποτελέσματα: Η μέση δραστικότητα της GPx3 στο συνολικό δείγμα βρέθηκε να είναι 56,8±13 Units/L, χωρίς να διαφοροποιούνται τα

επίπεδα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Η GPx3 σχετίστηκε αρνητικά με τον δείκτη ινσουλινοαντίστασης HOMA-IR στο σύνολο του πληθυσμού (r=–0,078, p<0,001) και στα αγόρια (r=–0,014, p<0,001) και θετικά με τα επίπεδα ολικής και HDL χοληστερόλης στα κορίτσια (r=0,115, p<0,001 και r=0,138, p<0,001, αντίστοιχα). Επίσης, η GPx3 εμφάνισε θετική συσχέτιση με την αδιπονεκτίνη (r=0,071, p<0,05) και ισχυρές αρνητικές συσχετίσεις με τον μέσο όγκο αιμοπεταλίων και τη συστολική αρτηριακή πίεση (r=–0,203, p<0,001 και r=–0,117, p<0,001, αντίστοιχα). Συμπεράσματα: Η δραστικότητα της GPx3 σχετίζεται, τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια, με συγκεκριμένους καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου, όπως δείκτες γλυκαιμίας, λιπαιμίας και με τον μέσο όγκο των αιμοπεταλίων. Μέσω αυτών των αλληλεπιδράσεων, η ενδεδειγμένη διαιτητική πρόσληψη σεληνίου στην παιδική ηλικία πιθανότατα να μπορεί να συνεισφέρει στην καλή καρδιομεταβολική υγεία.

ΑΑ67 ΟΙ ΕΚΚΕΝΤΡΕΣ ΑΘΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΑΚΕΣ ΕΜΦΑΝΙΖΟΥΝ ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΑΘΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ ΧΩΡΙΣ ΕΝΔΟΑΥΛΙΚΗ ΣΤΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΧΑΜΗΛΕΣ ΤΙΜΕΣ ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΗΣ ΔΙΑΤΜΗΤΙΚΗΣ ΤΑΣΗΣ: ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΗ ΕΞΟΜΟΙΩΣΗ IN VIVO Α. Αντωνιάδης, Ι. Χατζηζήσης, Σ. Κατράνας, Β. Γιαννόγλου, Γ. Γιαννόγλου Πανεπιστημιακό ΓΝ ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, Α΄ Καρδιολογική Κλινική, Εργαστήριο Καρδιαγγειακής Μηχανικής και Αθηροσκλήρωσης Εισαγωγή-σκοπός: Οι υψηλού κινδύνου αθηρωματικές πλάκες είναι η συνήθης αιτία οξέων στεφανιαίων συνδρόμων, δεν ανιχνεύονται ωστόσο εγκαίρως. Η αυξημένη εκκεντρότητα πλάκας σχετίζεται με πρόκληση κλινικών συμβαμάτων. Η ενδοθηλιακή διατμητική τάση (ΕΔΤ) επηρεάζει αποφασιστικά την αθηροσκλήρωση. Χαμηλή ΕΔΤ οδηγεί σε πλάκες με μεγάλο λιπώδη πυρήνα και λεπτή ινώδη κάψα σε πειραματόζωα. Στην παρούσα μελέτη διερευνήσαμε στον άνθρωπο την υπόθεση ότι η εκκεντρότητα των αθηρωματικών πλακών σχετίζεται με αυξημένες διαστάσεις τους και χαμηλή ΕΔΤ. Υλικό-μέθοδος: Με χρήση στεφανιογραφίας και ενδοστεφανιαίου υπερηχογραφήματος (IVUS, n=3388 εικόνες), έγινε τρισδιάστατη εξομοίωση 17 στεφανιαίων αρτηριών οι οποίες υποδιαιρέθηκαν σε τμήματα μήκους 3 mm. Σε κάθε τμήμα υπολογίστηκε το μέγιστο και ελάχιστο πάχος τοιχώματος (maxWT και minWT αντίστοιχα), η επιφάνεια αθηρωματικής πλάκας (Ε atheroma) και αυλού (Ε lumen). O δείκτης εκκεντρότητας πλάκας προσδιορίστηκε ως

maxWT – minWT ×100 , το % αθηρωματικό maxWT

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Εatheroma

φορτίο ως Εatheroma+Εlumen ×100 και η % στένωση αυλού ως Εreference–Elumen ×100 . Η ΕΔΤ προσδιορίστηκε με χρήση υποΕreference

λογιστικής ρευστομηχανικής. Αποτελέσματα: Η ελάττωση της ΕΔΤ σχετίζεται με αυξημένη εκκεντρότητα των αθηρωματικών πλακών [beta coefficient (Β) –0,018, 95% confidence interval (CI) –0,033 έως –0,002 Pa-1, p<0,05]. Η αυξημένη εκκεντρότητα σχετίζεται με αυξημένο % αθηρωματικό φορτίο (Β 0,002, 95% CI 0,001 έως 0,004, p<0,01), μικρότερη εντούτοις % στένωση του αυλού (Β –0,002, 95% CI –0,004 έως –0,001, p<0,01). Συμπεράσματα: Περιοχές των στεφανιαίων με χαμηλή ΕΔΤ εμφανίζουν περισσότερο έκκεντρες αθηρωματικές πλάκες. Η εκκεντρότητα σχετίζεται με αυξημένες διαστάσεις αθηρωματικής πλάκας χωρίς πρόκληση ενδοαυλικής στένωσης, πιθανώς λόγω θετικής αναδιαμόρφωσης του τοιχώματος. Ο τοπικός in vivo προσδιορισμός της εκκεντρότητας και της ΕΔΤ στις στεφανιαίες αρτηρίες είναι δυνητικά χρήσιμος ως επιπρόσθετος προγνωστικός παράγοντας ανάπτυξης υψηλού κινδύνου πλακών.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

283

ΑΑ68 ΝΕΑΡΟΙ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ (ΣΔ) ΤΥΠΟΥ 1 ΚΑΙ ΛΟΙΜΩΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΙΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΠΥΛΩΡΟΥ (HP) Δ. Κουμουτσέα,1,3 I. Καρύδης,2 Σ. Παπαοικονόμου,1 Π. Καπράλος,1 Ε. Καπράλου,1 Π. Θαλασσινού,1 Ε. Αντωνιάδου,1 E. Πανάγου,3 Δ. Ταμπακόπουλος,3 I. Μέγας1 1Παθολογικός Τομέας και Ενδοκρινολογικό Τμήμα 401 ΓΣΝΑ, Αθήνα, 2Τμήμα Επιστήμης Διατροφής και Διαιτολογίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 3Γαστρεντερολογική Κλινική και Ενδοσκοπικό Τμήμα 401 ΓΣΝΑ, Αθήνα Εισαγωγή: Είναι ευρέως διαπιστωμένο ότι στους διαβητικούς ασθενείς επιτυγχάνονται χαμηλά ποσοστά εκρίζωσης του ΗΡ και παρατηρούνται υψηλά ποσοστά υποτροπής της ΗΡ λοίμωξης μετά παρέλευση έτους από την αρχική θεραπεία εκρίζωσης. Η αυξημένη επιρρέπεια των διαβητικών ασθενών στην επαναμόλυνση πιθανότατα οφείλεται σε πολυπαραγοντικούς αιτιοπαθογενετικούς μηχανισμούς, όπως η ελαττωμένη δραστικότητα των λεμφοκυττάρων, η δυσλειτουργία των ουδετεροφίλων, η χημειοτακτική ανεπάρκεια, η αυξημένη συχνότητα επανεισαγωγών και νοσηλείας στο νοσοκομείο για διάφορες επιπλοκές της υποκειμένης νόσου και βεβαίως η οδοντική πλάκα, ως σημαντική εστία και πηγή μόλυνσης από το ΗΡ. Σκοπός: Σκοπός της μελέτης ήταν η εκτίμηση του βαθμού της υποτροπής της λοίμωξης από το ΗΡ σε νεαρούς ασθενείς με ΣΔ τύπου 1 και σε δυσπεπτικούς μάρτυρες, δύο (2) χρόνια μετά την επιτυχή θεραπεία εκρίζωσης, καθώς και του βαθμού υποτροπής της ΗΡ λοίμωξης σε ευγλυκαιμικούς μάρτυρες. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 30 νεαροί άρρενες με ΣΔ τύπου 1, μέσης ηλικίας 23,2±4,6 έτη, που κρίθηκαν εξ υπαρχής ακατάλληλοι για στράτευση, λόγω ινσουλινοεξαρτώμενου ΣΔ και οι οποίοι ανέφεραν δυσπεπτικά ενοχλήματα, και 30 άρρενες νεοσύλλεκτοι μη διαβητικοί δυσπεπτικοί μάρτυρες της ίδιας ηλικιακής κατανομής, οι οποίοι κρίθηκαν κατάλληλοι για στράτευση. Όλοι τους είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε επιτυχή θεραπεία εκρίζωσης της λοίμωξης από το ΗΡ. Οι μελετηθέντες υποβλήθηκαν σε έλεγχο για λοίμωξη από το ΗΡ με το 13C Urea Breath Test (13C UBT), μετά από δύο (2) χρόνια παρακολούθησης. Επίσης μελετήθηκαν τα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1C), οι ημερήσιες

ανάγκες σε ινσουλίνη, καθώς και η παρουσία μικρολευκωματινουρίας. Αποτελέσματα: Διαπιστώθηκε στατιστικά λίαν σημαντικά μεγαλύτερη συχνότητα υποτροπής της ΗΡ λοίμωξης στους νεαρούς διαβητικούς σε σχέση με τους μάρτυρες (14/30, ποσοστό 46,66% στους διαβητικούς έναντι 1/30, ποσοστό 3,33% στους μάρτυρες, p<0,0001). Κατά τη διάρκεια των δύο (2) ετών παρακολούθησης στους νεαρούς διαβητικούς παρατηρήθηκαν αυξημένα μέσα επίπεδα HbA1C σε σχέση με τους μη επαναμολυνθέντες (8,15% έναντι 7,25%, p<0,1). Επιπρόσθετα στους θετικούς για ΗΡ λοίμωξη διαβητικούς, οι ημερήσιες ανάγκες σε ινσουλίνη σε σύγκριση με τους αρνητικούς για ΗΡ λοίμωξη διαβητικούς ήταν μεγαλύτερες, χωρίς όμως να φθάνουν σε επίπεδα στατιστικής σημαντικότητας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η διαπίστωση παρουσίας μικρολευκωματινουρίας με στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη συχνότητα στη ομάδα των επαναμολυνθέντων διαβητικών σε σύγκριση με τους μη επαναμολυνθέντες διαβητικούς (42,85% έναντι 12,5%, p<0,01). Συμπεράσματα: (1) Οι νεαροί ενήλικες ασθενείς με ΣΔ τύπου 1 φαίνεται ότι παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά επαναμόλυνσης από το ΗΡ σε σύγκριση με τους μάρτυρες. (2) Η υποτροπή της ΗΡ λοίμωξης στους νεαρούς ενήλικες διαβητικούς ασθενείς σχετίζεται με πλημμελή έλεγχο του σακχάρου αίματος και μη ικανοποιητική μακρόχρονη γλυκαιμική ρύθμιση, όπως αυτή εκφράζεται από τα σε τακτική βάση ανά τρίμηνο προσδιοριζόμενα μέσα επίπεδα της HbA1C, καθώς επίσης και με σημαντικά μεγαλύτερη συχνότητα παρουσίας μικρολευκωματινουρίας σε σύγκριση με τους νεαρούς ενήλικες διαβητικούς χωρίς ΗΡ λοίμωξη.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


284

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ69 FREQUENCY OF INTIMA-MEDIA THICKNESS (IMT) INCREASE AND FREQUENCY OF ATHEROSCLEROTIC PLAQUES (AP) PRESENTATION IN ASYMPTOMATIC PATIENTS D. Koumoutsea,1,2 S. Chrisanthopoulos,2 S. Kourouklis,2 E. Antoniadou,1 V. Tsiligiris,3 G. Mamplekos,2 D. Aslanoglou,4 P. Kapralos,5 E. Kapralou,6 †D. Zokaris,2,7 A. Kafantogias,2 N. Christodoulou,2 K. Lazaridis2 1

Health Center of Spata, Attiki, 2Department of Cardiology 401 General Military Hospital of Athens, Athens, 3Department of Vascular Surgery 401 General Military Hospital of Athens, Athens, 4Health Center of Patmos, Dodekanissa, 5Health Center of Karpathos, Dodekanissa, 6Tzaneio Hospital of Piraeus and Health Center of Aegina, 7Medical Sector of Hellenic Force of Cyprus (ELDYK), Cyprus Background-Aim: The available data on the intima media thickness (IMT) and the atherosclerotic plaques presentation (AP) are essentially issued from hospital cohorts which do not reflect the daily practice of a community internist or/and a community general practitioner (GP) in the primary health care. The aim of this study was to describe the frequency of IMT increase as well as the frequency of AP presentation when a Doppler ultrasound is conducted in asymptomatic patients and to compare this frequency according to the patients’ cardiovascular factors. MaterialMethods: A Doppler ultrasound examination was systematically conducted to study the posterior wall, 1 cm far from the carotid bifurcation in all asymptomatic patients presenting at least one (1) cardiovascular risk factor. Results: 188 patients (54.78% women), 60±17 years old were examined. 68.08% were dyslipidemics, 48.40% had a family history of cardiovascular disease, 38.82% were smokers or former smokers, 37.23% were hypertensive and 13.29% were type II diabetics. IMT was normal in 32.44% of them. 23.8% had an augmentation of atherosclerotic plaques. The frequency of an increased IMT as well as of an increased AP were

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

respectively 42.2% and 5.5% in patients younger than 50 years, 44.5% and 25.9% in patients between 50 to 60 years, 55% and 35% in patients between 60 to 70 years, 35.9% and 28.8% in patients older than 70 years (p<0.001). Their frequencies were 50% and 29.8% in dyslipidemics, 50% and 20% in diabetics, 51.9% and 27.8% in hypertensive patients, 43.4% and 26.8% in smokers and finally 44.8% and 24.8% in patients with past history of cardiovascular disease respectively. Logistic analysis has shown a significant high risk of having an increase of IMT and an augmentation of AP in 60 to 70 years old patients (OR: 12.8 vs <50 years), in patients older than 70 years (OR: 6.9 vs <50 years) and in dyslipidemic patients (OR: 6.8 vs absence). Conclusions: This study has shown an increase of the IMT and an augmentation of AP in asymptomatic patients, especially when they were older than 60 years and dyslipidemics. Only one third (1/3) of asymptomatic patients had no abnormalities when a Doppler ultrasound was conducted. According to the above data, our results suggest that community internist or/and community GP in the primary health care should systematically conduct a Doppler ultrasound in the daily practice.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

285

ΑΑ70 SCREENING USING D-DIMER TESTS AND VENOUS DUPLEX SCANNING DOES NOT PREOPERATIVELY ALTER THE OUTCOMES IN PATIENTS AT HIGHER RISK FOR POSTOPERATIVE VENOUS THROMBOEMBOLISM RECEIVING PHARMACOLOGICAL PROPHYLAXIS D. Koumoutsea,1 S. Kalakonas,1 E. Chouliaras,1 K. Petropoulou,1 K. Psathakis,1 K. Χenakis,1 S. Garantziotis,2 A. Liolios,1,2 A. Arsenoglou,3 V. Tsiligiris,4 V. Tzilalis,4 I. Angelakas,4 S. Aloizos,5 †S. Lymberopoulos6 1 2

Sector of Internal Medicine and Department of Critical Care Medicine (ICU), 401 General Army Hospital of Athens, Athens, Division of Critical Care Medicine Duke University Medical Center, Durham, NC USA (military doctor-internist/intensivist), 3 Department of Critical Care Medicine (ICU) Naval Hospital of Athens, 4 Department of Vascular Surgery 401 General Army Hospital of Athens, 5 Department of Critical Care Medicine (ICU) 417 VA Hospital of Athens (417 NIMTS), 6 Department of Reconstructive Surgery 401 General Army Hospital of Athens, Greece

Background-Aim: To evaluate whether preoperative DDimer tests and venous duplex scanning (VDS) are necessary to identify patients at risk of postoperative venous thromboembolism (VTE) undergoing elective surgery. MaterialsMethods: Patients at high or higher and highest risk for postoperative VTE were evaluated using pretest clinical probability (PTP) score and D-Dimer tests before VDS. After estimating PTP score, patients were divided into low risk, moderate risk and high risk PTP. After preoperative VDS had been performed, all patients received low molecular-weight heparin (LMWH) for postoperative VTE prophylaxis. Results: 157 patients were totally evaluated. 96 patients (61.14%) were classified as low, 44 (28.02%) as moderate and 17 (10.82%) as high risk PTP. Preoperative VDS identified 47 (29.93%) patients with DVT. Overall, PTP andD-Dimer tests provided 97.9% sensitiv-

ity and 98.3% negative predictive value. Postoperative VTEs were observed in 9 (5.73%) patients who had no evidence of preoperative DVT. On the contrary, no recurrent DVT was observed in patients who had preoperative DVT. The multivariable analysis showed that preoperative low PTP and absence of DVT was the strongest predictor of postoperative VTE (OR 21.7, 95% CI, p<0.0005). Moreover, an age>75 years was an independent risk factor for positive VDS results (OR 5.55, 95% CI, p< 0.045). Conclusions: According to the above data our results demonstrate that a combination of D-Dimer tests and PTP might be effective in detecting patients who require preoperative VDS with high sensitivity and negative predictive value. However, preoperative D-Dimer tests and VDS do not identify patients at risk of developing clinically significant thromboembolic events.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


286

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ71 H ΕΚΡΙΖΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΙΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΠΥΛΩΡΟΥ (ΗΡ) ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΒΕΛΤΙΩΝΕΙ ΤΙΣ ΤΙΜΕΣ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ (ΑΠ) ΣΕ ΥΠΕΡΤΑΣΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Δ. Κουμουτσέα,1 Σ. Κουρούκλης,2 Σ. Χρυσανθόπουλος,2 Γ. Δρακίου,2 K. Πετροπούλου,1 Α. Νάκος,1 Ι. Παχιαδάκης,1 Ε. Πανάγου,1 Δ. Ταμπακόπουλος,1 Κ. Λαζαρίδης2,3 1Παθολογικός Τομέας, Γαστρεντερολογική Κλινική και Ενδοσκοπικό Τμήμα 401 ΓΣΝΑ, Αθήνα, 2Καρδιολογική Κλινική 401 ΓΣΝΑ, Αθήνα, 3Καρδιολογική Κλινική 417 «ΝΙΜΤΣ», Αθήνα Background-Aim: To evaluate whether preoperative DDimer tests and venous duplex scanning (VDS) are necessary to identify patients at risk of postoperative venous thromboembolism (VTE) undergoing elective surgery. MaterialsMethods: Patients at high or higher and highest risk for postoperative VTE were evaluated using pretest clinical probability (PTP) score and D- Dimer tests before VDS. After estimating PTP score, patients were divided into low risk, moderate risk and high risk PTP. After preoperative VDS had been performed, all patients received low molecular-weight heparin (LMWH) for postoperative VTE prophylaxis. Results: 157 patients were totally evaluated, 96 patients (61.14%) were classified as low, 44 (28.02%) as moderate and 17 (10.82%) as high risk PTP. Preoperative VDS identified 47 (29.93%) patients with DVT. Overall, PTP andD-Dimer tests provided 97.9% sensitiv-

ity and 98,3% negative predictive value. Postoperative VTEs were observed in 9 (5.73%) patients who had no evidence of preoperative DVT. On the contrary, no recurrent DVT was observed in patients who had preoperative DVT. The multivariable analysis showed that preoperative low PTP and absence of DVT was the strongest predictor of postoperative VTE (OR 21.7, 95% CI, p<0.0005). Moreover, an age >75 years was an independent risk factor for positive VDS results (OR 5.55, 95% CI, P<0.045). Conclusions: According to the above data our results demonstrate that a combination of D-Dimer tests and PTP might be effective in detecting patients who require preoperative VDS with high sensitivity and negative predictive value. However, preoperative D-Dimer tests and VDS do not identify patients at risk of developing clinically significant thromboembolic events.

ΑΑ72 ΑΘΗΡΩΜΑΤΩΣΗ ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΑΡΤΗΡΙΩΝ–ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΟΥ ΝΕΦΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ Ε. Κότσαλου,1 Θ. Κότσαλος,2 Μ. Μπαζίγος,2 Α. Χατζηιωάννου3 1

Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής, Νοσοκομείο «ΝΙΜΤΣ», 2Καρδιοχειρουργική Κλινική, Νοσοκομείο «ΝΙΜΤΣ», 3 Α' Ακτινολογικό Εργαστήριο Πανεπιστημίου Αθηνών, «Αρεταίειο» Νοσοκομείο, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η κριτική στένωση των νεφρικών αρτηριών αναγνωρίζεται ως κύρια αιτία νεφραγγειακής υπερτασικής νόσου, ενώ αποτελεί περίπου το 1–3% της υπέρτασης. Η έγκαιρη αντιμετώπισή της λειτουργεί προληπτικά στην εμφάνιση σοβαρής έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας και νεφρικής ανεπάρκειας. Υλικό-Μέθοδος: Ασθενείς (n: 21) με στένωση νεφρικών αρτηριών που υποβλήθηκαν σε δυναμικό σπινθηρογράφημα νεφρών με 99m-Tc DTPA προς διερεύνηση του αιτίου της εμφάνισης υπέρτασης, ακολούθως αντιμετωπίστηκαν με αγγειοπλαστική λόγω της παθολογικής σπινθηρογραφικής μελέτης. Οι ασθενείς προσήλθαν εκ νέου σε απεικονιστικό έλεγχο 6 μήνες μετά τη μη επεμβατική αντιμετώπιση προκειμένου να αξιολογηθούν και λειτουργικά τα αποτελέσματα. Αποτελέσματα: Συγκρίνοντας τη φάση της

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

αιματικής ροής προ και μετά την αγγειοπλαστική παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική αύξηση της αιματικής ροής στις πάσχουσες νεφρικές αρτηρίες (mean 257 counts/pixel vs 546 counts/pixel). H σχετική συμμετοχή στην υπάρχουσα νεφρική λειτουργία του πάσχοντος νεφρού παρουσίασε στατιστικώς ενδεικτική βελτίωση κατά 14% (p=0,10) στο 63% των περιπτώσεων, πιθανώς ενδεικτική της σταδιακής και κατά περίπτωση αποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας. Συμπεράσματα: Η αποκατάσταση της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας προς αποφυγή μόνιμης νεφραγγειακής βλάβης πρέπει να επιτελείται άμεσα. Η αξία του ραδιενεργού νεφρογράμματος για τον λειτουργικό έλεγχο του επεμβατικού αποτελέσματος καταδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη μελέτη μας.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

287

ΑΑ73 ΑΘΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΝΟΣΟΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2, ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑΣ ΝΟΣΟΥ: ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΠΙΝΘΗΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΟΣ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ Ε. Κότσαλου,1 Α. Κότσαλος,2 Ν. Ζακόπουλος,3 Ν. Δημακόπουλος,1 Μ. Δημόπουλος3 1

Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής, Νοσοκομείο «ΝΙΜΤΣ», Αθήνα, 2Καρδιοχειρουργική Κλινική, Νοσοκομείο «ΝΙΜΤΣ», Αθήνα, 3 Θεραπευτική Κλινική, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Οι ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη διεθνώς κατατάσσονται στις ομάδες πληθυσμού υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου. Στην παρούσα μελέτη μελετήσαμε τη συσχέτιση της αθηρωμάτωσης των στεφανιαίων αρτηριών με την επίπτωση παραγόντων κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία, η κληρονομικότητα και η παχυσαρκία. Η νόσος εκτιμήθηκε με κριτήριο τα σπινθηρογραφικά ευρήματα στεφανιαίας νόσου. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήσαμε 117 ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, με HbA1c≤7,0%, LDL <2,6 mmol/L (100 mg/dL) και AΠ≤ 40/80 mmHg. Οι 71 από τους εξεταζόμενους, (61%-Ομάδα Α) είχαν πάνω από δύο επιβαρυντικούς παράγοντες κινδύνου, ενώ 39% του συνόλου έπασχαν από Σακχαρώδη Διαβήτη μόνο και 40% της Ομάδας Α είχαν επιπλέον Αρτηριακή Υπέρταση. Οι 78 (66,6%) από τον πληθυσμό μελέτης, δεν είχαν προηγούμενο ιστορικό ή υποψία στεφανιαίας νόσου. Όλοι οι εξεταζόμενοι υποβλήθηκαν σε σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου μετά από κόπωση (Πρωτόκολλο

Bruce ή φαρμακευτική) και μετά από ηρεμία με ενδοφλέβια χορήγηση 99m-Tc- tetrofosmin. Αποτελέσματα: Για 26% των εξεταζομένων που έπασχαν μόνο από Σακχαρώδη Διαβήτη οι μελέτες ήταν αρνητικές για ισχαιμία, ενώ το 74% είχαν ευρήματα Στεφανιαίας Νόσου, ενώ παρόμοια ποσοστά παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με περισσότερους από 2 παράγοντες κινδύνου για Στεφανιαία Νόσο (21 έναντι 79%). Στην ομάδα διαβητικών ασθενών που έπασχαν και από Αρτηριακή Υπέρταση τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 18% και 82%. Συμπεράσματα: Ο Σακχαρώδης Διαβήτης αποτελεί ισχυρό ανεξάρτητο προδιαθεσικό παράγοντα αθηρωμάτωσης των στεφανιαίων αγγείων και θεωρείται διεθνώς ισοδύναμο ΣΝ. Σύμφωνα δε με την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία η διενέργεια σπινθηρογραφήματος μυοκαρδίου σε διαβητικούς ασθενείς ανεξαρτήτως συνύπαρξης γνωστών προδιαθεσικών παραγόντων μπορεί να εφαρμοστεί ως μη επεμβατική προγνωστική μέθοδος αξιολόγησης της βλάβης στα όργανα-στόχους.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


288

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ74 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ SPIRULINA (ARTHROSPIRA PLATENSIS) ΣΕ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Η. Μαζοκοπάκης,1 Ε. Λιουδάκη,2 Ν. Μαυροειδή,2 Ε. Γανωτάκης2 1

2

Παθολογική Κλινική Ναυτικό Νοσοκομείο Κρήτης (ΝΝΚ), Παθολογική Κλινική Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Κρήτης (ΠαΓΝΗ), Κρήτη

Εισαγωγή: Η Spirulina είναι ένα βρώσιμο κυανο-πράσινο μικροφύκος (φωτοσυνθετικός μικροοργανισμός) που ανήκει στα κυανοβακτήρια. Ως εξαιρετική πηγή πρωτεϊνών, βιταμινών και μεταλλικών ιχνοστοιχείων, χρησιμοποιείται σήμερα ως τροφή ή διατροφικό συμπλήρωμα. Επιστημονικές έρευνες επί δεκαετίες, τόσο in vitro όσο και σε πειραματόζωα αλλά και σε ανθρώπους, τονίζουν τις ποικίλες ευεργετικές της ιδιότητες (αντιμικροβιακές, αντι-ιϊκές, αντιοξειδωτικές, υπολιπιδαιμικές, αντιδιαβητικές, αντικαρκινικές, ηπατοπροστατευτικές, προβιοτικές κ.λπ.). Σκοπός: Η αξιολόγηση της επίδρασης της χορήγησης Spirulina (Arthrospira platensis) στο λιπιδαιμικό προφίλ νεοδιαγνωσθέντων δυσλιπιδαιμικών ασθενών. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη μας περιελήφθησαν 52 άτομα (32 άνδρες, 20 γυναίκες) με δυσλιπιδαιμία ενδιάμεσης ηλικίας

47 (διακύμανση 37–61) ετών. Στην έναρξη της μελέτης καταγράφηκαν τα κοινωνικο-δημογραφικά στοιχεία, το ατομικό ιστορικό, τα ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά (ύψος, σωματικό βάρος, δείκτης μάζας σώματος) και η αρτηριακή πίεση. Μετά από νηστεία τουλάχιστον 8 ωρών, μετρήθηκαν στον ορό οι εξής παράγοντες: ολική χοληστερόλη (ΤC), τριγλυκερίδια (TG), HDL-χοληστερόλη (HDL-C), LDL-χοληστερόλη (LDL-C) και υπολογίστηκε ο αθηρωματικός δείκτης (TC/HDLC). Στους ασθενείς αυτούς χορηγήθηκε καθημερινά για τρεις μήνες, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσής τους, 3 gr Spirulina, σε μορφή δισκίων ή σκόνης. Στο τέλος του τριμήνου επαναπροσδιορίστηκαν το πλήρες λιπιδαιμικό προφίλ και το σωματικό βάρος των ασθενών. Η δοκιμασία paired t-test χρησιμοποιήθηκε για τη στατιστική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

Αποτελέσματα: Αρχικά

Μετά 3 μήνες

Ποσοστιαία (%) μεταβολή

p

Σωματικό Βάρος

Παράμετροι

88,8±10,5

88,4±10,5

NS

TC (mg/dL)

279,8±21,8

258,2±26,1

–7,8%

<0,0001

TG (mg/dL)

166,3±29,2

139,1±23,4

–16,3%

<0,0001

HDL-C(mg/dL)

36,8±7,4

38,1±7,2

+3,6%

NS

LDL-C (mg/dL)

209,8±20,9

190,5±20,3

–8,8%

<0,0001

7,7±1,4

6,9±1,3

–9,6%

0,001

TC/HDL-C

Συμπεράσματα: Η καθημερινή χορήγηση 3 g Spirulina δύναται να προκαλέσει σημαντική βελτίωση στο λιπιδαιμικό προφίλ δυσλιπιδαιμικών ασθενών. Η σημασία των μεταβολών αυτών είναι υπό διερεύνηση.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

289

ΑΑ75 ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΗΧOΓΡΑΦΙΚΑ ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΟΥ ΠΑΧΟΥΣ ΤΟΥ ΜΕΣΕΝΤΕΡΙΟΥ ΛΙΠΟΥΣ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΑΠΟΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΩΝ ΟΡΟΥ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΗ ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΗ ΑΓΓΕΙΟΠΑΘΕΙΑ Λ.M. Κορού,1 Β. Σαφαρίκα,2 Ι.Σ. Βλάχος,1 Α. Περέλας,1 Δ. Γκάργκας,3 Ι. Ιωαννίδης,3 Ι. Κορνέζος,4 Η. Δουλάμης,1 Χ. Κλωνάρης,5 Α. Χατζηιωάννου,3 Δ.Ν. Περρέα1 1

Εργαστήριο Πειραματικής Χειρουργικής και Χειρουργικής Ερεύνης «ΝΣ Χρηστέας», Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2 Ακτινολογικό Τμήμα, ΓΝΑ ΚΑΤ, Αθήνα, 3Ακτινολογικό Τμήμα, «Αρεταίειο» Νοσοκομείο, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 4Ακτινολογικό Τμήμα, ΓΝ Αγρινίου, 5Αγγειοχειρουργική Κλινική, Α' Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ «Λαϊκό», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η σπλαγχνική παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για αθηρωματική νόσο. Το μεσεντέριο λίπος θεωρείται ο υπότυπος του σπλαγχνικού λίπους με την επιβλαβέστερη δράση, δεδομένης της γειτνίασής του με την πυλαία φλέβα και το ήπαρ. Το μεσεντέριο λίπος μπορεί αξιόπιστα να υπολογιστεί με τη χρήση υπερήχων. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της συσχέτισης του μεσεντερίου λίπους και των επιπέδων των απολιποπρωτεϊνών ορού (apo-AI, apo-AII, apo-B, apo-CII, apo-CIII, apo-E). Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 35 άρρενες με περιφερική αποφρακτική αγγειοπάθεια. Μετά από έλεγχο της περιομφαλικής χώρας εντοπίστηκαν τα μεσεντέρια πέταλα, μετρήθηκε η απόσταση μεταξύ των διαδοχικών πετάλων, και η μέση τιμή των 3 μεγαλύτερων τιμών ορίστηκε ως πάχος του μεσεντέριου λίπους. Οι τιμές των απολιπο-

πρωτεϊνών νηστείας μετρήθηκαν με xMAP Multiplex immunoassay. Αποτελέσματα: Το πάχος του μεσεντέριου λίπους συσχετίστηκε θετικά με τα επίπεδα της apo-AII (r=0,468, p=0,01) και της apo-B (r=0,471, p<0,05). Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ του μεσεντέριου λίπους και των επιπέδων της apo-AI, της apo-CII, της apo-CIII ή της apo-E (p>0,05). Συμπεράσματα: H παρούσα μελέτη δείχνει ότι το πάχος του μεσεντέριου λίπους συσχετίζεται σημαντικά με τη συγκέντρωση της αθηρογόνου apo-B και της apoA-II, η οποία επηρεάζει τα επίπεδα των ελεύθερων λιπαρών οξέων στον ορό. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ του μεσεντέριου λίπους και των υπόλοιπων απολιποπρωτεϊνών. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν τη σημασία του μεσεντέριου και γενικότερα του σπλαγχνικού λίπους, ως παράγοντα κινδύνου για αθηρωματική νόσο.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


290

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ76 ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΒΙΟΔΕΙΚΤΩΝ: ΡΕΛΑΞΙΝΗΣ, ΑΔΙΠΟΝΕΚΤΙΝΗΣ, ΑΠΕΛΙΝΗΣ ΚΑΙ ΒΑΣΠΙΝΗΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΘΑΝΗ ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΗΣ ΑΘΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΝΟΣΟΥ Ε. Τζανετάκου,1 Β. Σαφαρίκα,2 Α. Περέλας,1 Ι. Κορνέζος,3 Ι. Βλάχος,1 Η. Δουλάμης,1 Δ. Γκάργκας,4 Ι. Ιωαννίδης,4 Χ. Κλωνάρης,5 Α. Χατζηιωάννου,4 Δ.Ν. Περρέα1 1

Εργαστήριο Πειραματικής Χειρουργικής και Χειρουργικής Ερεύνης «ΝΣ Χρηστέας», Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2 Ακτινολογικό Τμήμα, ΓΝΑ ΚΑΤ, Αθήνα, 3Ακτινολογικό Τμήμα, ΓΝ Αγρινίου, 4Ακτινολογικό Τμήμα, Αρεταίειο Νοσοκομείο, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 5Αγγειοχειρουργική Κλινική, Α' Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ «Λαϊκό», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ενδεχόμενη επίδραση της διαλείπουσας χωλότητας σε 4 νέους βιολογικούς και της έκτασης της περιφερικής αθηρωματικής νόσου. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 27 ασθενείς (μέση ηλικία 67,9±8,9 έτη) που υποβλήθηκαν σε αγγειογραφία κάτω άκρων. Έγινε λήψη ιατρικού ιστορικού και καταγραφή ανθρωπομετρικών χαρακτηριστικών, καθώς και αιμοληψία πριν από την αγγειογραφία. Μετρήθηκαν τα επίπεδα αδιπονεκτίνης, βασπίνης, απελίνης και ρελαξίνης στον ορό με χρήση Luminex xMAP immunoassay. Ως κλινικά σημαντικό όριο ορίστηκε η στένωση του αυλού >70%. Αποτελέσματα:Τα επίπεδα αδιπονεκτίνης ήταν χαμηλότερα σε ασθενείς με στένωση >70% (5,8±5 έναντι 10±5,9 ng/mL, p<0,05). Δεν παρατηρήθηκαν δι-

αφορές στα επίπεδα ρελαξίνης, βασπίνης και απελίνης μεταξύ ασθενών με και χωρίς σημαντική στένωση. Τα επίπεδα της αδιπονεκτίνης εμφάνισαν αρνητική συσχέτιση με τη μέγιστη αγγειακή στ��νωση (r=–0,42, p<0,05). H συσχέτιση παρέμεινε στατιστικώς σημαντική ακόμα και μετά από τη διόρθωση για τον δείκτη μάζας σώματος. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική συσχέτιση μεταξύ του βαθμού στένωσης και των επιπέδων των άλλων βιολογικών δεικτών. Συμπεράσματα: Η αδιπονεκτίνη, μόριο με γνωστές αντι-αθηρωματικές ιδιότητες, φαίνεται ότι εμπλέκεται στην παθογένεση της περιφερικής αποφρακτικής αγγειοπάθειας. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική συσχέτιση μεταξύ της αθηρωματικής νόσου και της βασπίνης, της απελίνης και της ρελαξίνης.

ΑΑ77 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΓΩΝΑ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΟΥ STRESS ΑΘΛΗΤΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΣΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Η. Δουλάμης,1 Α. Περρέα,1 Ι.Σ. Βλάχος,1 Γ. Κυπραίος,1 Α. Ζαχαρή,2 Α. Καλοφούτης,2 Δ. Περρέα1 1

Εργαστήριο Πειραματικής Χειρουργικής και Χειρουργικής Ερεύνης «ΝΣ Χρηστέας», Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, 2 Εργαστήριο Βιολογικής Χημείας Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός : Η Σωματική Άσκηση έχει συνδεθεί, διαχρονικά, με σημαντικά οφέλη για τον ανθρώπινο οργανισμό. Η εργασία αυτή έχει ως σκοπό τη διερεύνηση των μεταβολών των επιπέδων του Οξειδωτικού Stress, που προκαλούνται από τη σωματική άσκηση και ειδικότερα από έναν αγώνα Καλαθοσφαίρισης και ποδοσφαίρου. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 36 ποδοσφαιριστές ηλικίας 15–18 ετών Πρώτης Εθνικής Κατηγορίας και 12 καλαθοσφαιριστές της αυτής ηλικίας και κατηγορίας. Συλλέχθησαν δείγματα αίματος 40 min πριν την έναρξη του αγώνα και 15 λεπτά μετά τη λήξη. Μετρήθηκαν στον ορό του αίματος η Ολική Οξειδωτική Ικανότητα (ΟΟΙ), η Μυελοπεροξειδάση και η PMN Ελαστάση. Αποτελέσματα: Κατόπιν του αγώνα ποδοσφαίρου παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική μείωση της ΟΟΙ (77,7±50,3/39,3±40,9 μmol/L, p<0,001), της Μυελοπεροξειδάσης (73,5±65,6/54,3±39,9 ng/ mL, p<0,05) και μη σημαντική αύξηση στην PMN Ελαστάσης.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Στην καλαθοσφαίριση, αντίθετα εμφανίζονται αυξήσεις στις τιμές της ΟΟΙ, μείωση στην PMN Ελαστάση και μείωση στη Μυελοπεροξειδάση, χωρίς να είναι στατιστικά σημαντικές. Οι τιμές των μετρήσεων μεταξύ των αθλημάτων πριν τον αγώνα δεν εμφανίζουν διαφορές. Οι τιμές της ΟΟΙ και της PMN Ελαστάσης (που παρατηρούνται και οι αντίρροπες συμπεριφορές) διαφέρουν στατιστικώς σημαντικά μεταξύ ποδοσφαιριστών και καλαθοσφαιριστών μετά το τέλος αγώνα. Συμπεράσματα: Μετά την ανάλυση των μετρήσεων οι διαφορές μεταξύ των αθλημάτων είναι εμφανείς. Πιθανώς ο έντονος ρυθμός που παρατηρείται σε έναν αγώνα καλαθοσφαίρισης και διατηρεί υψηλή καρδιακή συχνότητα, να είναι η κύρια αιτία αύξησης του Οξειδωτικού stress. Το ποδόσφαιρο αντίθετα διατηρεί για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα την αεροβική άσκηση μειώνοντας τα επίπεδα του Οξειδωτικού stress, καταπονώντας λιγότερο τον οργανισμό.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

291

ΑΑ78 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΗΠΙΑΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΔΙΠΟΝΕΚΤΙΝΗΣ ΣΤΟΝ ΟΡΟ ΠΑΧΥΣΑΡΚΩΝ ΜΥΩΝ c57/bl6 Π. Κωνσταντόπουλος, Η. Δουλάμης, Ι. Βλάχος, Ε. Τζανετάκου, Λ.Μ. Κορού, Α. Περέλας, Δ.Ν. Περρέα Εργαστήριο Πειραματικής Χειρουργικής και Χειρουργικής Ερεύνης «Ν.Σ. Χρηστέας», Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Σκοπός της παρούσης μελέτης είναι η μελέτη της επίδρασης της ήπιας άσκησης στα επίπεδα αδιπονεκτίνης στο αίμα παχύσαρκων μυών c57/bl6. Υλικό-Μέθοδος: Χρησιμοποιήθηκαν 26 αρσενικοί, ενήλικες μύες c57bl/6 οι οποίοι χωρίστηκαν σε 3 ομάδες: Ομάδα control (n=6): ελάμβανε φυσιολογική τροφή, Ομάδα HFD (n=10) ελάμβανε τροφή πλούσια σε λιπαρά (45% λιπαρά). Ομάδα HFD+exercise (n=10), ελάμβανε τροφή πλούσια σε λιπαρά (45% λιπαρά), ενώ από την 28η εβδομάδα μέχρι το πέρας του πειράματος υποβάλλονταν σε άσκηση τρεις φορές την εβδομάδα. Η συνολική διάρκεια του πειράματος ήταν 37 εβδομάδες. Στη συνέχεια προσδιορίστηκαν οι τιμές της αδιπονεκτίνης στον ορό των πειραματοζώων με τη χρήση ELISA. Αποτελέσματα: Η ομάδα HFD+exercise

παρουσίασε αυξημένα επίπεδα αδιπονεκτίνης στο αίμα από την έναρξη μέχρι τη λήξη του πειράματος (16,6 έναντι 24 μg/ dL, p<0,05), ενώ παράλληλα εμφάνισε μείωση του βάρους από την έναρξη της άσκησης έως και το πέρας των 37 εβδομάδων (38 έναντι 32 g, p<0,05). Συμπεράσματα: Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η ήπια άσκηση συνέβαλε στη μείωση του σωματικού βάρους των μυών και συνακόλουθα αύξησε την κυκλοφορούσα αδιπονεκτίνη στο αίμα. Τα αποτελέσματα αυτά συνιστούν σημαντικές ενδείξεις για την ευεργετική επίδραση της άσκησης στην αδιπονεκτίνη σε παχύσαρκα πειραματόζωα. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για τη διευκρίνιση του τρόπου με τον οποίο η άσκηση επηρεάζει το μεταβολικό μονοπάτι της αδιπονεκτίνης.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


292

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ79 Η ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΗ ΑΛΚΟΟΛΙΚΗ ΛΙΠΩΔΗ ΝΟΣΟ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ (ΜΑΛΝΗ) Α. Σιάννη,1 Π. Παρασκευάς,1 Α. Γανωτοπούλου,2 Ε. Γκόβα,1 Θ. Δαλαδήμος,1 Α. Μασγάλα,1 Γ. Σκουφογιάννης,3 Ι. Λιούρης1 1

Α' Παθολογική Κλινική, Κωνσταντοπούλειο Γενικό Νοσοκομείο Νέας Ιωνίας, Αθήνα, 2Γ' Παθολογική Κλινική, Τζάνειο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά, Πειραιάς, 3Ιδιώτης Ιατρός Ακτινολόγος

Εισαγωγή: Η διάγνωση του ΜΣ βασίστηκε στα κριτήρια του National Cholesterol Education Program − Expert Panel on Detection, Evaluation and Treatment of High Blood Cholesterol in Adults − Adult Treatment Panel III (NCEP-ATP ΙII), σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να πληρούνται τουλάχιστον τρία από τα παρακάτω κριτήρια: • Γλυκόζη νηστείας ≥ 110 mg/dL • Κοιλιακή παχυσαρκία, με περίμετρο μέσης WHR: (α) Άνδρες >102 cm, (β) Γυναίκες >88 cm

Αποτελέσματα: Από την ομάδα Α: Ασθενείς

Κριτήρια ΜΣ

55 (86%)

1

27 (42%)

2

21 (33%)

3

13 (20%)

4

5 (8%)

5

• Αυξημένη αρτηριακή πίεση: όταν η συστολική πίεση είναι μεγαλύτερη από 130 mmHg και η διαστολική πίεση μεγαλύτερη από 85 mmHg.

Ασθενείς

Κριτήρια ΜΣ

• Τριγλυκερίδια νηστείας ≥150 mg/dL

44 (95%)

1

• ΗDL: (α) Άνδρες <40 mg/dL, (β) Γυναίκες <50 mg/dL.

32 (69%)

2

Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να μελετηθεί η επίπτωση του ΜΣ ή των ελασσόνων κριτηρίων αυτού σε ασθενείς με ΜΑΛΝΗ διαγνωσθείσα με υπερηχογράφημα ήπατος και βιοχημικό εργαστηριακό έλεγχο (ALT, AST, γ- GT, ALP). Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 110 ασθενείς με διαγνωσμένη ΜΑΛΝΗ, από τους οποίους οι 68 (62%) ήταν άνδρες και οι 42 (38%) γυναίκες, με μέσο όρο ηλικίας 62±13 έτη. Από τους 110 οι 64 (58%) εμφάνιζαν απλή στεάτωση-λιπώδες ήπαρ, δηλαδή την πιο κοινή και καλοήθη μορφή της ΜΑΛΝΗ όπου δεν μεταβάλλεται η ιστολογία και η ηπατική βιοχημεία και κατατάσσονται στην ομάδα Α. Οι υπόλοιποι 46 (42%) εμφάνιζαν μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα (ΜΑΣΗ), η οποία χαρακτηρίζεται ως μια ενδιάμεση μορφή της ΜΑΛΝΗ με διαταραχές της ηπατικής βιοχημείας (αύξηση των τρανσαμινασών) και ιστολογικές αλλοιώσεις τύπου αλκοολικής ηπατίτιδας και κατατάσσονται στην ομάδα Β. Μελετήθηκε

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Από την ομάδα Β:

22 (48%)

3

15 (33%)

4

5 (20%)

5

ο αριθμός των ασθενών κάθε ομάδας που εμφάνισαν 1,2,3,4 ή και τα 5 κριτήρια του ΜΣ σύμφωνα με τη NCEP-ATP ΙII. Διαπιστώθηκε ότι από την ομάδα των ασθενών με τη λιπώδη εκφύλιση του ήπατος 32% παρουσίαζε ΜΣ (3 κριτήρια) και από την ομάδα ασθενών με ΜΑΣΗ το 48% εμφάνιζε ΜΣ. Από το σύνολο των 110 ασθενών 43 (40%) νοσούσαν από ΜΣ. Συμπεράσματα: Η επίπτωση του ΜΣ είναι πολύ υψηλή σε ασθενείς με ΜΑΛΝΗ και φθάνει έως και 40%. Πρέπει να τονιστεί ότι >90% των ασθενών με ΜΑΛΝΗ είχε τουλάχιστον ένα από τα κριτήρια του ΜΣ.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

293

ΑΑ80 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΦΕΝΟΦΙΒΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΕΖΕΤΙΜΙΜΠΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΙΚΤΗ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ ΚΑΙ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 Τ. Διδάγγελος, Κ. Τζιόμαλος, Φ. Ηλιάδης, Χ. Μαργαριτίδης, Η. Μεράκης, Μ. Διβάνη, Α.Ι. Χατζητόλιος Διαβητολογικό Τμήμα, Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη Εισαγωγή-Σκοπός: Η μικτή δυσλιπιδαιμία αποτελεί μια δύσκολη στην αντιμετώπισή της διαταραχή των λιποπρωτεϊνών ιδιαίτερα στους παχύσαρκους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2). Σκοπός της παρούσης εργασίας ήταν να μελετηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της συγχορήγησης φενοφιβράτης και εζετιμίμπης στους ασθενείς αυτούς. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 27 ασθενείς με ΣΔ2 (21 γυναίκες, ηλικίας 63,8±10,8 ετών, διάρκειας ΣΔ2 17,5±6,9 έτη και βάρους σώματος 84,2±10,8 kg) και μικτή δυσλιπιδαιμία. Όλοι οι ασθενείς έπαιρναν από 6μήνου τουλάχιστον φενοφιβράτη 200 mg ημερησίως λόγω υψηλών τιμών τριγλυκεριδίων (≥400 mg/dL). Κατά την έναρξη της μελέτης προστέθηκε εζετιμίμπη 10 mg ημερησίως και οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν επί 6μηνο. Όλοι οι ασθενείς ήταν σε θεραπεία με ινσουλίνη για την αντιμετώπιση του ΣΔ2. Αποτελέσματα: Παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες μεταβολές κατά τη διάρκεια της μελέτης: δείκτης μάζας σώματος 32,7±5,2 kg/m2 έναντι

32,5±5,5 kg/m2 (p=NS), ολική χοληστερόλη 239,3±20,8 mg/ dL έναντι 202,4±22,5 mg/dL (p<0,0001), LDL-χοληστερόλη 150,2±23,9 mg/dL έναντι 114,1±21,2 mg/dL (p<0,0001), τριγλυκερίδια 235,4±55,6 mg/dL έναντι 228,5±44,0 mg/dL (p=NS), HDL-χοληστερόλη 42,0±10,1 mg/dL έναντι 43,2±9,8 mg/dL (p=NS), HbA1c 7,8%±0,8 έναντι 7,8%±0,7 (p=NS). Μία ασθενής λόγω αύξησης των τρανσαμινασών απεσύρθη από τη μελέτη. Οι τρανσαμινάσες επανήλθαν στα φυσιολογικά όρια μετά τη διακοπή της θεραπείας. Στους υπόλοιπους ασθενείς δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στις τιμές των τρανσαμινασών, γ-GT και CPK. Συμπεράσματα: Η συγχορήγηση φενοφιβράτης και εζετιμίμπης είναι ασφαλής και σημαντικά επωφελής στη μείωση της ολικής και της LDLχοληστερόλης στους ασθενείς με ΣΔ2 και μικτή δυσλιπιδαιμία. Οι τιμές των τριγλυκεριδίων και της HDL-χοληστερόλης βελτιώθ��καν, εντούτοις οι διαφορές δεν υπήρξαν σημαντικές στην παρούσα μελέτη.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


294

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ81 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΠΡΩΙΝΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΛΥΘΥΣΜΟ. ΜΕΛΕΤΗ HEALTHY GROWTH Κ. Καράτζη, Γ. Μοσχώνης, Α. Μπαρούτη, Χ. Μαυρογιάννη, Α. Γιαννοπούλου, Ε. Αβλίχου, I. Μανιός Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εισαγωγή-Σκοπός: Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωρισθεί αρκετές συμπεριφορές διατροφής που συσχετίζονται με σημαντικούς δείκτες υγείας σε παιδιά και ενήλικες. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αναγνώριση διατροφικών προτύπων και η συσχέτιση αυτών καθώς και της κατανάλωσης πρωινού με την ινσουλινοαντίσταση σε παιδιά. Υλικό-Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε συλλογή ανθρωπομετρικών, διατροφικών (από ανακλήσεις 24ώρου), βιοχημικών (γλυκόζη, ινσουλίνη), κλινικών (Tanner Stage) και κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων από αντιπροσωπευτικό δείγμα 2026 παιδιών 9–13 ετών της μελέτης Healthy Growth. Ως ινσουλινοαντίσταση ορίστηκε η τιμή του Homeostasis Model Assessment of Insulin Resistance (HOMA-IR)>3,16. Η ανάλυση σε κύριες συνιστώσες (PCA) χρησιμοποιήθηκε για την αναγνώριση διατροφικών προτύπων. Αποτελέσματα: Ο επιπολασμός της ινσουλινοαντίστασης βρέθηκε να είναι 28,7% για το σύνολο του δείγματος και ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερος στα κορίτσια σε σύγκριση με τα αγόρια, καθώς και στα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά σε σχέση με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους (p<0,05). Μετά από διόρθωση για διάφορους πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, η κατανάλωση πρωινού δεν συσχετίστηκε στατιστικά σημαντικά με την ινσουλινο-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

αντίσταση, ενώ το διατροφικό πρότυπο που συσχετίστηκε θετικά με το ΗΟΜΑ ήταν αυτό που χαρακτηριζόταν από αυξημένη κατανάλωση μαργαρίνης, γλυκών και αλμυρών σνακ (γευματιδίων) (β=0,08, p<0,001). Επιπλέον, τα παιδιά που είχαν τη μεγαλύτερη προσκόλληση στο πρότυπο αυτό (3ο τριτημόριο) είχαν 2,05 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης ινσουλινοαντίστασης (95% ΔΕ 1,01–3,84), συγκριτικά με εκείνα που είχαν μικρότερη προσκόλληση σε αυτό. Συμπεράσματα: Με τη χρήση της PCA η παρούσα μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά ηλικίας 9–13 ετών που συνδύαζαν υψηλότερη κατανάλωση μαργαρίνης, γλυκών και αλμυρών σνακ, είχαν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίζουν ινσουλινοαντίσταση. H παρούσα έρευνα έχει συγχρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, ΕΚΤ) και από εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση» του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) – Ερευνητικό Χρηματοδοτούμενο Έργο: Ηράκλειτος ΙΙ. Επένδυση στην κοινωνία της γνώσης μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

295

ΑΑ82 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΤΡΟΠΟΥ ΖΩΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΛΙΠΩΔΗ ΜΑΖΑ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ: ΜΕΛΕΤΗ GROWTH STUDY Γ. Μοσχώνης,1 Χ. Παπανδρέου,1 Χ. Μαυρογιάννη,1 Α. Γιαννοπούλου,1 Δ. Κουτουκίδης,1 Μ. Ανδριώτη,1 Χ. Λιονής,2 Γ. Χρούσος,3 I. Μανιός1 1 Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας και Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2Κλινική Κοινωνικής και Οικογενειακής Ιατρικής, Ιατρική Σχολή, Ηράκλειο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κρήτη, 3Α' Παιδιατρική Κλινική, Πανεπιστημιακή Ιατρική Σχολή Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία», Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των αιτιολογικών παραγόντων της παχυσαρκίας, η παρούσα μελέτη είχε σκοπό να διερευνήσει τη συσχέτιση διαφόρων προτύπων τρόπου ζωής με την παχυσαρκία και τα αυξημένα επίπεδα λιπώδους μάζας σώματος σε παιδιά. Υλικό-Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε συλλογή ανθρωπομετρικών (βάρος, ύψος), διατροφικών (από ανακλήσεις 24ώρου), κλινικών (Tanner stage), κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων και δεδομένων φυσικής δραστηριότητας (ΦΔ) και διάρκειας ύπνου από αντιπροσωπευτικό δείγμα 2073 παιδιών 9–13 ετών της μελέτης Healthy Growth. Τα κριτήρια του IOTF χρησιμοποιήθηκαν για τον ορισμό της παχυσαρκίας. Η ανάλυση σε κύριες συνιστώσες (PCA) χρησιμοποιήθηκε για την αναγνώριση πέντε διακριτών προτύπων τρόπου ζωής. Αποτελέσματα: Ο συνολικός επιπολασμός της παχυσαρκίας ήταν 11,2%. Τα παιδιά που είχαν τη μεγαλύτερη προσκόλληση (4ο τεταρτημόριο) στο πρότυπο που συνδυάζει υψηλότερη κατανάλωση γαλακτοκομικών και επαρκή κατανάλωση πρωινού είχαν 39,4% (95% ΔΕ: 0,46–0,79) και 32,2% (95% ΔΕ: 0,41–0,74) μικρότερη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα/παχύσαρκα και να έχουν υψηλότερα επίπεδα σωματικού λίπους, αντίστοιχα, συγκριτικά με τα παιδιά με μικρότερη προσκόλληση στο ίδιο πρότυπο (1ο τεταρτημόριο). Επιπλέον, παιδιά

με μεγαλύτερη προσκόλληση (3ο τεταρτημόριο) στο πρότυπο που συνδυάζει υψηλότερα επίπεδα ΦΔ και συχνότερα γεύματα, βρέθηκαν να έχουν 35,3% (95% ΔΕ: 0,50–0,84) και 45,2% (95% ΔΕ: 0,40–0,75) μικρότερη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα/παχύσαρκα και να έχουν υψηλότερα επίπεδα σωματικού λίπους, αντίστοιχα, συγκριτικά με παιδιά με μικρότερη προσκόλληση σε αυτό το πρότυπο (1ο τεταρτημόριο). Συμπεράσματα: Με τη χρήση της PCA η παρούσα μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά που συνδύαζαν υψηλότερη κατανάλωση γαλακτοκομικών με ένα πιο επαρκές πρωινό, καθώς και εκείνα που συνδύαζαν υψηλότερα επίπεδα ΦΔ με συχνότερα γεύματα, είχαν μικρότερη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα/παχύσαρκα. H παρούσα έρευνα έχει συγχρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, ΕΚΤ) και από εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση» του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) – Ερευνητικό Χρηματοδοτούμενο Έργο: Ηράκλειτος ΙΙ. Επένδυση στην κοινωνία της γνώσης μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


296

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ83 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝΤΩΝ ΠΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΩΡΙΜΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ Β.Γ. Χαντζηχρήστος, Α.Δ. Τσελέπης Ερευνητικό Κέντρο Αθηροθρόμβωσης, Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-Σκοπός: Τα αιμοπετάλια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αιμόσταση, τη φλεγμονή και την αγγειογένεση. Ο σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης των κυκλοφορούντων πρόδρομων ενδοθηλιακών κυττάρων στην ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων. Υλικό-Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε απομόνωση των μονοπύρηνων κυττάρων από περιφερικό αίμα, καθώς και καλλιέργεια των πρόδρομων ενδοθηλιακών κυττάρων, έτσι ώστε να οδηγηθούμε στη δημιουργία των colony forming units (CFU-Hill) κυττάρων και των κυκλοφορούντων αγγειογενετικών κυττάρων (circulating angiogenic cells, CACs). Μετά από 7 ημέρες καλλιέργειας, παραλήφθηκαν τα κύτταρα καθώς και το υπερκείμενο, και μελετήθηκε η πιθανή επίδρασή τους στη συσσώρευση των πλυμένων αιμοπεταλίων με τη μέθοδο της συσσωρευομετρίας οπτικής διαπερατότητας. Για τη σύγκριση της δράσης των προδρόμων ενδοθηλιακών κυττάρων, χρησιμοποιήθηκαν επίσης

ώριμα ενδοθηλιακά κύτταρα από ομφάλιο λώρο (HUVECs). Η ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων έγινε χρησιμοποιώντας ως αγωνιστές κολλαγόνο και θρομβίνη. Αποτελέσματα: Τόσο το υπερκείμενο όσο και τα κύτταρα των CFU-Hill ανέστειλαν τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων παρουσία του κολλαγόνου και της θρομβίνης. Επίσης, το υπερκείμενο των CACs ανέστειλε τη συσσώρευση που προκαλούν τόσο το κολλαγόνο, όσο και η θρομβίνη, ενώ τα κύτταρα CACs ανέστειλαν τη συσσώρευση από το κολλαγόνο αλλά όχι από τη θρομβίνη. Τέλος, το υπερκείμενο των HUVECs και τα κύτταρα ανέστειλαν τη συσσώρευση τόσο από το κολλαγόνο, όσο και από τη θρομβίνη. Συμπεράσματα: Και οι δύο σειρές των προδρόμων ενδοθηλιακών κυττάρων αναστέλλουν τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, παρουσιάζουν όμως διαφορές σχετικά με τον αγωνιστή. Οι μηχανισμοί, οι οποίοι ερμηνεύουν τις παραπάνω επιδράσεις είναι υπό διερεύνηση.

AΑ84 PLASMA LP-PLA2 MASS AND APOB-LIPOPROTEINS THAT CARRY LP-PLA2 DECREASE AFTER AN ORAL SODIUM CHALLENGE IN HEALTHY VOLUNTEERS C.C. Tellis,1 A. Constantinides,4 M.N. Kerstens,4 B.D. Dikkeschei,3 L.J. van Pelt,2 R.P.F. Dullaart,4 A.D. Tselepis1 1

Atherothrombosis Research Centre, Department of Chemistry, University of Ioannina, Ioannina, 3Department of Clinical Chemistry, Isala Clinics, Location Weezenlanden, Zwolle, The Netherlands, 4Department of Endocrinology, 2Laboratory Center, University of Groningen and University Medical Center Groningen, Groningen, The Netherlands

Background-Aim: Lipoprotein-associated phospholipase A2 (Lp-PLA2) is a novel cardiovascular risk marker which is predominantly complexed to apolipoprotein (apo) B-containing lipoproteins in human plasma. Since increasing dietary sodium intake may decrease plasma apoB-containing lipoproteins, we tested whether a sodium challenge lowers plasma Lp-PLA2 mass, as well as the levels of apoB-containing lipoprotein particles carrying Lp-PLA2 (apoB/Lp-PLA2), employing a newly developed enzyme-linked immunosorbent assay. Materials-Methods: In 45 women and 31 men (mean age 44±14 years), plasma Lp-PLA2 mass (turbidimetric immunoassay), the level of apoB/Lp-PLA2, expressed in apoB concentration, and lipoproteins were measured in response to a 3-day challenge with 9 gram sodium chloride tablets daily. Results: Urinary sodium excretion increased from 165±60 to 321±70 mmol/24 h (p<0.001) after salt loading. Plasma

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Lp-PLA2 mass decreased from 618 (493–719) to 588 (465– 698) μg L–1 (p<0.001) and apoB/Lp-PLA2 decreased from 0.276 (0.200–0.351) to 0.256 (0.189–0.328) g LDL protein L–1 (p=0.004) in response to the sodium challenge together with decreases in plasma total cholesterol, non-high density lipoprotein (HDL) cholesterol, low density lipoprotein (LDL) cholesterol, apolipoprotein B and the total cholesterol/HDL cholesterol ratio (p<0.01 for all). Changes in plasma Lp-PLA2 mass were correlated positively with changes in total cholesterol, LDL cholesterol and non-HDL cholesterol (r=0.260 to 0.276, p<0.05 to p<0.02), whereas changes in apoB/Lp-PLA2 were correlated positively with changes in non-HDL cholesterol and in the total cholesterol/HDL cholesterol ratio (r=0.232 to r=0.385, p<0.05 to p<0.01). Conclusion: Both, plasma LpPLA2 mass levels and apoB/Lp-PLA2 decrease in response to a short-term oral sodium challenge.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

297

AA85 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ APOB-ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΩΝ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΤΗ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΙΚ�� ΦΩΣΦΟΛΙΠΑΣΗ Α2 (ApoB/Lp-PLA2) ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΠΡΩΤΟΠΑΘΗ ΥΠΕΡΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΑΙΜΙΑ: ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΣΙΜΒΑΣΤΑΤΙΝΗ Κ.Χ. Τέλλης,1 Μ. Ελισάφ,2 R.L. Wolfert,3 Α.Δ. Τσελέπης1 1

Ερευνητικό Κέντρο Αθηροθρόμβωσης, Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, 2Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 3dia Dexus Inc, South San Francisco, California, USA

Εισαγωγή-Σκοπός: Η λιποπρωτεϊνική φωσφολιπάση Α2 (LpPLA2) που μεταφέρεται στο πλάσμα με τις apoB-λιποπρωτεΐνες είναι ένας νέος δείκτης καρδιαγγειακού κινδύνου. Σύμφωνα με προηγούμενες μελέτες μας η Lp-PLA2 δεν ανιχνεύεται σε όλα τα apoB-λιποπρωτεϊνικά σωματίδια. Δεν είναι όμως ακόμα γνωστό εάν τα σωματίδια που μεταφέρουν την Lp-PLA2 (apoB/Lp-PLA2) διαφοροποιούνται από αυτά που δεν περιέχουν το ένζυμο, ως προς τον μεταβολισμό τους και ως προς τον παθοφυσιολογικό τους ρόλο. Ο σκοπός της μελέτης είναι η εφαρμογή μιας νέας μεθόδου για τον προσδιορισμό των apoB/Lp-PLA2 σωματιδίων στο πλάσμα ασθενών με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, πριν και κατά τη διάρκεια θεραπείας με σιμβαστατίνη. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 53 ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία που έλαβαν θεραπεία με σιμβαστατίνη (40 mg/ημέρα) καθώς και 50 νορμολιπιδαιμικοί υγιείς εθελοντές παρόμοιας ηλικίας και φύλου (ομάδα ελέγχου). Η apoB/Lp-PLA2 προσδιορίστηκε στο πλάσμα των ατόμων της ομάδας ελέγχου καθώς και των ασθενών πριν και μετά από 3μηνη θεραπεία με σιμβαστατίνη, χρησιμοποιώντας μια νέα ανοσοενζυμική μέθοδο. Ο προσδιο-

ρισμός της ενεργότητας και της μάζας της Lp-PLA2, καθώς το λιπιδαιμικό προφίλ του πληθυσμού της μελέτης έγινε χρησιμοποιώντας γνωστές μεθόδους. Αποτελέσματα: Τα επίπεδα της apoB/Lp-PLA2 ήταν σημαντικά υψηλότερα στο ολικό πλάσμα των ασθενών με υπερχοληστερολαιμία (25±11 mg/dL) σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (7±5 mg/dL) (p<0,001). Η apoB/Lp-PLA2, συσχετίζεται θετικά με την apoB καθώς και με τα επίπεδα της μάζας και της ενεργότητας της Lp-PLA2. Η αύξηση των επιπέδων της apoB που εμφανίζουν οι ασθενείς αυτοί οφείλεται κυρίως στην αύξηση της apoB/Lp-PLA2. Η θεραπεία με σιμβαστατίνη μείωσε σε μεγαλύτερο ποσοστό τα apoB/Lp-PLA2 σωματίδια σε σχέση με τα apoB σωματίδια που δεν περιέχουν Lp-PLA2. Συμπεράσματα: Η μελέτη αυτή δείχνει για πρώτη φορά ότι τα apoB/Lp-PLA2 σωματίδια διαφοροποιούνται ως προς τον μεταβολισμό τους και την απόκρισή τους στην υπολιπιδαιμική αγωγή στους ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία σε σχέση με τα apoB σωματίδια που δεν περιέχουν Lp-PLA2. Συνεπώς ο προσδιορισμός τους μπορεί να συμβάλει στην περαιτέρω κατανόηση του ρόλου της Lp-PLA2 στην αθηροσκλήρωση.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


298

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ86 Ο ΥΠΟΔΟΧΕΑΣ ΤΗΣ ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΗΣ-17Α (IL-17Α) ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ Α.Ι. Γατσιού, K. Stellos,1 Α.Δ. Τσελέπης Ερευνητικό Κέντρο Αθηροθρόμβωσης/Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 1 Vascular Inflammation Group, Institute of Cardiovascular Regeneration, Centre of Molecular Medicine, JW Goethe University Frankfurt am Main, Germany Εισαγωγή-Σκοπός: Η IL-17Α είναι μια προφλεγμονώδης κυτταροκίνη που παράγεται κυρίως από Τ-λεμφοκύτταρα και είναι παρούσα σε αθηρωματικές πλάκες ενώ τα επίπεδά της είναι αυξημένα σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Η IL-17A εμπλέκεται στην αθηροσκλήρωση αλλά ο ακριβής ρόλος της παραμένει υπό διερεύνηση. Ο υποδοχέας της IL-17Α (IL-17RA) εκφράζεται στη μεμβράνη των αιμοπεταλίων αλλά δεν είναι ακόμα γνωστός ο ρόλος του στην αιμοπεταλιακή ενεργοποίηση. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθεί ο ρόλος του IL-17RA στην ενεργοποίηση και συσσώρευση των αιμοπεταλίων, in vitro. Υλικό-Μέθοδος: Η μελέτη της μεμβρανικής έκφρασης του IL-17RA πριν και μετά την αιμοπεταλιακή ενεργοποίηση με ADP και TRAP-14 πραγματοποιήθηκε με κυτταρομετρία ροής χρησιμοποιώντας το μονοκλωνικό αντίσωμα anti-human-IL-17RA. Ο πιθανός ρόλος της IL-17A στην ενεργοποίηση και συσσώρευση των αιμοπεταλίων έγινε σε πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια (PRP) καθώς και σε πλυμένα αιμοπετάλια. Η συσσώρευση των αιμοπεταλίων μελετήθηκε με συσσωρευόμετρο, ενώ η μεμβρανική έκφραση των GPIIb/IIIa και P-σελεκτίνης μελετήθηκε με κυτταρομετρία ροής. Η IL-17A μελετήθηκε μόνη της ή σε συνδυασμό με γνωστούς αιμοπε-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

ταλιακούς αγωνιστές (κολλαγόνο, θρομβίνη, αραχιδονικό οξύ, TRAP-14, PAR-4 activating peptide και ADP). Αποτελέσματα: H μεμβρανική έκφραση του υποδοχέα IL-17RA αυξήθηκε κατά 83±15% και 59±10%, υπό την επίδραση των αιμοπεταλιακών ενεργοποιητών ADP και TRAP-14 σε PRP και κατά 68±14% και 51±7% σε ολικό αίμα. Η IL-17Α ενίσχυσε σημαντικά την PAR-1-διαμεσολαβούμενη ενεργοποίηση του GPIIb/IIIa υποδοχέα των αιμοπεταλίων κατά 46±10%, αλλά δεν είχε καμία επίδραση στην έκφραση της P-σελεκτίνης. Η IL-17A δεν επηρέασε τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων ακόμα και όταν μελετήθηκε σε συνδυασμό με τους αιμοπεταλιακούς αγωνιστές: κολλαγόνο, θρομβίνη, αραχιδονικό οξύ, TRAP-14, ενεργοποιητή του PAR-4 και ADP, τόσο σε PRP όσο και σε πλυμένα αιμοπετάλια. Συμπεράσματα: Ο IL-17RA υπερεκφράζεται στα ανθρώπινα αιμοπετάλια μετά από την ενεργοποίησή τους. Η IL-17A δρα συνεργιστικά στη διαμεσολαβούμενη από τον PAR-1 υποδοχέα-ενεργοποίηση αύξηση της έκφρασης του υποδοχέα GPIIb/ IIIa στα αιμοπετάλια. Συμπερασματικά, η έκφραση του υποδοχέα IL-17RA στην επιφάνεια των αιμοπεταλίων δεν συμβάλλει στη θρόμβωση, πιθανώς όμως να συμμετέχει στις φλεγμονώδεις και αγγειογενετικές δράσεις των αιμοπεταλίων.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

299

ΑΑ87 ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ ΚΑΙ CD34+ ΠΡΟΔΡΟΜΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ ΣΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΟ ΑΙΜΑ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΤΟΜΩΝ Π. Τατσίδου, Β.Γ. Χαντζηχρήστος, Α.Δ. Τσελέπης Ερευνητικό Κέντρο Αθηροθρόμβωσης, Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εισαγωγή-Σκοπός: Τα αιμοπετάλια, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη θρόμβωση. Νεότερες μελέτες έχουν αποδείξει ότι τα αιμοπετάλια συμμετέχουν επίσης στη φλεγμονή την αγγειογένεση καθώς και στα αρχικά στάδια της αθηρογένεσης. Τα αιμοπετάλια είναι τα πρώτα κύτταρα που προσκολλώνται στα ενεργοποιημένα ενδοθηλιακά κύτταρα αλληλεπιδρώντας παράλληλα με διάφορους τύπους λευκοκυττάρων, όπως τα μονοκύτταρα και τα ουδετερόφιλα. Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκε η πιθανή αλληλεπίδραση των αιμοπεταλίων με τα CD34 + πρόδρομα κύτταρα στο περιφερικό αίμα φυσιολογικών ατόμων. Υλικό-Mέθοδος: Η αλληλεπίδραση των αιμοπεταλίων με τα πρόδρομα CD34 + κύτταρα στο περιφερικό αίμα μελετήθηκε πριν και μετά την ενεργοποίηση με τους αιμοπεταλιακούς αγωνιστές ADP, TRAP και κολλαγόνο (τελική συγκέντρωση, 100 μΜ), in vitro. Επίσης διερευνήθηκε η πιθανή αλληλεπίδραση των αιμοπεταλίων με τα CD34 + που εκφράζουν τον ενδοθηλιακό φαινότυπο (VEGFR2/KDR-θετικά κύτταρα). Η μελέτη έγινε με κυτταρομετρία ροής χρησιμοποιώντας τα εξειδικευμένα μονοκλωνικά αντισώματα CD34-FITC (δείκτης για CD34 +), CD61-

PerCP (αιμοπεταλιακός δείκτης), VEGFR2/KDR-PE (δείκτης ενδοθηλιακού φαινοτύπου). Αποτελέσματα: Ανιχνεύθηκαν συμπλέγματα αιμοπεταλίων-CD34 + κυττάρων, κυρίως στην περιοχή των μονοκυττάρων (MFI: 87,8±20,0) και σε λιγότερο ποσοστό στην περιοχή των λεμφοκυττάρων και των ουδετερόφιλων. Τα συμπλέγματα αυτά αυξήθηκαν σημαντικά μετά την ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων με ADP και TRAP (MFI: 189,7±25,0 και 370,0±25,0, αντίστοιχα, p<0,01) αλλά όχι με κολλαγόνο. Επιπρόσθετα, ανιχνεύθηκαν συμπλέγματα αιμοπεταλίων-CD34 + κυττάρων που εκφράζουν ενδοθηλιακό φαινότυπο (KDR+) (MFI: 96,2±20,0), τα οποία επίσης αυξήθηκαν ύστερα από ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων με ADP και TRAP (MFI: 190,1±32,0 και 431,9±30,0, αντίστοιχα, p<0,01). Συμπεράσματα: Στο περιφερικό αίμα φυσιολογικών ατόμων υπάρχουν συμπλέγματα αιμοπεταλίων-CD34 + κυττάρων τα οποία αυξάνονται ύστερα από ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων. Ένα φαινόμενο που εξαρτάται από τον αιμοπεταλιακό αγωνιστή. Ο ρόλος της αλληλεπίδρασης αιμοπεταλίων-CD34+ στην αθηροσκλήρωση και την καρδιαγγειακή νόσο βρίσκεται υπό διερεύνηση.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


300

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ88 ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙΠΟΛΑΣΜΟΥ ΥΠΕΡΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑΣ ΣΕ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΥΞΗΜΕΝΗ TIMH ΓΛΥΚOΖΥΛΙΩΜΕΝΗΣ ΑΙΜΟΣΦΑΙΡΙΝΗΣ HbA1c Α. Γρηγοράτου, Α. Μελπίδου, Δ. Χαλκιαδάκη, Γ. Λασηθιωτάκης, Κ. Βασιλειάδης, Α. Μάντζου, Ζ. Ζουλλιέν Βιοχημικό Εργαστήριο, ΠΓΝΑ «Ο Ευαγγελισμός» Αθηνών, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Μελετάται η συσχέτιση των τιμών γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και λιπιδίων σε άτομα που προσήλθαν από 1/12/2010 έως και 31/5/2011 στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου. Υλικό-Mέθοδος: Συνολικά προσήλθαν για έλεγχο 926 άτομα, ηλικίας 18–81 ετών. Μετρήθηκαν η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη HbA1c, η γλυκόζη νηστείας, η ολική χοληστερόλη, η HDL και η LDL-χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια. Οι μετρήσεις έγιναν στους αναλυτές Integra και Modular (Roche Diagnostics).

Συμπεράσματα: Τα άτομα με αυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη HbA1c παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά υπερτριγλυκεριδαιμίας και χαμηλής HDL-χοληστερόλης. Αυτό σημαίνει ότι έχουν αυξηθεί τα υπολείμματα (remnants) των χυλομικρών και των VLDL, όπως επίσης και οι μικρές και πυκνές HDL, που επειδή παρουσιάζουν ισχυρά αθηρογόνο δράση σχετίζονται με μεγαλύτερο κίνδυνο αθηρωμάτωσης και καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Αποτελέσματα: n=926 n=278 (HbA1c>7,0%) Γλυκόζη νηστείας Τριγλυκερίδια Ολική χοληστερόλη

LDL- χοληστερόλη

n=648 (HbA1c<7,0%)

>120 mg/dL

n=172

(61,9%)

n=96

(14,8%)

<120 mg/dL

n=106

(38,1%)

n=552

(85,2%)

>150 mg/dL

n=107

(38,5%)

n=144

(22,2%)

<150 mg/dL

n=171

(61,5%)

n=504

(77,8%)

<200 mg/dL

n=144

(51,8%)

n=296

(45,7%)

200–240 mg/dL

n=100

(36,0%)

n=250

(38,6%)

>240 mg/dL

n=34

(12,2%)

n=102

(15,7%)

<100 mg/dL

n=176

(27,1%)

n=95

(34,2%)

100–130 mg/dL

n=261

(40,3%)

n=82

(29,5%)

130–160 mg/dL

n=136

(21,0%)

n=55

(19,8%)

>160 mg/dL

n=75

(11,6%)

n=46

(16,5%)

Άνδρες n=120

Γυναίκες n=158

Άνδρες n=230

Γυναίκες n=418

HDL- χοληστερόλη <40 mg/dL

n=45 (37,5%)

n=32 (20,3%)

n=55 (23,9%)

n=32 (32,0%)

40–60 mg/dL

n=58 (48,3%)

n=85 (53,8%)

n=136 (59,1%)

n=170 (40,6%)

> 60 mg/dL

n=17 (14,2%)

n=41 (25,9%)

n=39 (17,0%)

n=216 (51,7%)

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

301

ΑΑ89 Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΦΥΡΟΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ ΔΕΙΚΤΗ (ABI) ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΙΑΚΗΣ ΑΡΤΗΡΙΟΠΑΘΕΙΑΣ Α.Γ. Παπαμιχαήλ,1 Σ.Γ. Χαντζησαλάτας2 1

Α' Παθολογική Κλινική, ΓΝ «Ασκληπιείο» Βούλας, Αθήνα, 2Α. Μ/Γ Κλινική ΕΚΠΑ, ΓΝΑ «Αλεξάνδρα», Αθήνα

Εισαγωγή: Στην ευρωπαϊκή μελέτη AGATHA φαίνεται ότι η στεφανιαία νόσος, η περιφερική αγγειοπάθεια και η νόσος των καρωτίδων, έχουν έναν σημαντικό βαθμό αλληλοεπικάλυψης. Σχεδόν το 50% των ασθενών με ABI έχουν νόσο των στεφανιαίων αγγείων και ένα μικρό ποσοστό 25% έχουν νόσο των καρωτίδων. Ο σφυροβραχίονιος δείκτης (Αnkle Brachial Index: ABI) είναι το πηλίκο της μετρούμενης μέγιστης αρτηριακής πίεσης του σφυρού προς τη μετρούμενη μέγιστη αρτηριακή πίεση του βραχιονίου. Τιμές από 0,91 έως 1,30 θεωρούνται φυσιολογικές, τιμές μικρότερες από 0,9 αντιστοιχούν σε μέτρια στένωση, ενώ τιμές μικρότερες από 0,4 αντιστοιχούν σε σοβαρή στένωση αρτηριών στα κάτω άκρα. Η μέτρηση του ABI έχει ευαισθησία 95% και ειδικότητα 99%. Για κάθε μείωση του ΑΒΙ κατά 0,1, ο κίνδυνος για στεφανιαία συμβάματα αυξάνεται κατά 25%. Σύμφωνα με οδηγία της ADA (American Diabetes Association), πρέπει να ελέγχονται με ABI όλοι οι διαβητικοί ασθενείς ηλικίας άνω των 50 ετών καθώς και οι νεότεροι διαβητικοί με έναν ακόμα παράγοντα κινδύνου όπως: αρτηριακή υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, κάπνισμα, μικρολευκωματουρία, οικογενειακό ιστορικό στεφανιαίας νόσου. Σκοπός: Σκοπός

της παρούσης μελέτης είναι η ανάδειξη της χρήσης του ABI ως μέσου διάγνωσης της περιφερικής αρτηριοπάθειας. ΥλικόΜέθοδος: Αποτέλεσαν η ενδελεχής ανασκόπηση της ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας μέσω pub med και med line. Αποτελέσματα: Μας έδειξαν ότι η αθηροθρομβωτική αγγειακή νόσος αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία νοσηρότητας και θνητότητας στις ανεπτυγμένες χώρες και σε αυτή οφείλονται περισσότεροι από το 1/3 του συνόλου των θανάτων κάθε χρόνο. Η περιφερική αρτηριοπάθεια είναι μια αργά εξελισσόμενη νόσος που προκαλείται από βλάβη στη μορφολογία ή τη λειτουργία των αρτηριών που τροφοδοτούν τα κάτω άκρα με αποτέλεσμα τη μη ικανοποιητική αιμάτωση αυτών. Η πλειοψηφία των ασθενών δεν έχει κανένα σύμπτωμα. Το πιο συχνό σύμπτωμα είναι η διαλείπουσα χωλότητα. Λιγότεροι από 10% έχουν πόνο του σκέλους σε ηρεμία και μόλις 1% καταλήγει σε γάγγραινα. Συμπεράσματα: Η μέτρηση του ABI είναι μια απλή και ανέξοδη εξέταση με την οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε ποια άτομα βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για αγγειακά νοσήματα. Ακόμη κι αν η εξέταση που θα θέσει τη διάγνωση είναι το doppler αρτηριών.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


302

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

ΑΑ90 ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΝΤΙ-TNFa ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ (INFLIXIMAB, ETANERCEPT, ADALIMUMAB) ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΠΙΔΑΙΜΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΕΝΕΡΓΟ ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ (ΡΑ) ΚΑΙ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΥΠΕΡΤΑΣΗ ΚΑΙ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ ΥΠΟ ΑΓΩΓΗ Δ. Κουμουτσέα,1,4 Β. Γέρμαν,1 Σ. Χρυσανθόπουλος,2 Π. Μπαρμπαγιάννης,1,3 Σ. Κουρούκλης,1,2 Π. Καπράλος,1 Δ. Ασλάνογλου,1 Δ. Κασίμος,4 Δ. Πατρίκος,4 Α. Ηλιόπουλος,5 Κ. Λαζαρίδης2,6 1 Παθολογικός Τομέας Ομίλου «Ιατρικού» (πρώην Κλινική «ΙΑΣΙΣ», Πειραιώς) & Παθολογικά Τμήματα 401 ΓΣΝΑ και 417 ΝΙΜΤΣ, Αθήνα, 2Καρδιολογικό Τμήμα, 401 ΓΣΝΑ, 3Παθολογικός Τομέας Ομίλου «Ιασώ», Αθήνα, 4Ρευματολογικό Τμήμα 401 ΓΣΝΑ, 5Ρευματολογικό Τμήμα, 417 ΝΙΜΤΣ, 6Καρδιολογικό Τμήμα 417 ΝΙΜΤΣ, Αθήνα

Εισαγωγή-Σκοπός: Η καρδιαγγειακή θνησιμότητα και θνητότητα εμφανίζεται αρκετά συχνά αυξημένη στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα (ΡΑ). Η αύξηση αυτή θα μπορούσε να οφείλεται στον αυξημένο επιπολασμό των παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο, όπως είναι κυρίως η λεγόμενη προοδευτικά επιταχυνόμενη εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης. Οι ασθενείς με ενεργό ΡΑ εμφανίζουν συχνά ένα ιδιαίτερα αθηρογόνο προφίλ, το οποίο έχει συσχετισθεί με αυτή την ίδια τη φλεγμονώδη αντίδραση. Ο παράγοντας νέκρωσης του όγκου-α (ΤΝFa), μια προεξάρχουσα και κυρίαρχη προφλεγμονώδης κυτταροκίνη εμπλέκεται στην παθογένεση της αθηροσκλήρωσης στη ΡΑ και θα μπορούσε ενδεχομένως να εμπλέκεται επίσης στη δημιουργία και ανάπτυξη ενός διαφοροποιημένου λιπιδαιμικού προφίλ που φαίνεται να παρατηρείται στην ενεργό ΡΑ. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει τις επιδράσεις των αντι-TNFa βιολογικών παραγόντων σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη (ΜΤΧ) και θεραπεία με κορτικοστεροειδή στα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) και το λιπιδαιμικό προφίλ σε ασθενείς με ενεργό ΡΑ και συνυπάρχουσα υπέρταση και δυσλιπιδαιμία υπό αγωγή. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 23 ασθενείς με ενεργό ΡΑ και συνυπάρχουσα υπέρταση και δυσλιπιδαιμία υπό αγωγή. Πρόκειται για 19 γυναίκες με μέση ηλικία 61,5±7,7 έτη και 4 άνδρες με μέση ηλικία 64,2±4,1 έτη. Η ενεργότητα της νόσου εκτιμήθηκε με τον υπολογισμό του καθιερωμένου Δείκτη Ενεργότητας της Νόσου DAS-28 [defined as Disease Activity Index 28 Joint Score (DAS-28)] και την κλινική αξιολόγηση της ανθεκτικότητας της νόσου (Ανθεκτική ΡΑ - Refractory RA) στη σταθερή συμβατική αγωγή υπό DMARDS δηλαδή ΜΤΧ (7,5–10 mgr/ εβδομάδα) και πρεδνιζόνη (7,5–10 mg/24ωρο) για 3 μήνες. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν TNFa blockers και συγκεκριμένα 11 ασθενείς έλαβαν Infliximab (Remicade) 3 mg/kgr στις 0,2,6 εβδομάδες και κατόπιν κάθε 8 εβδομάδες, 7 ασθενείς έλαβαν Εtanercept (Enbrel) 25 mg δύο (2) φορές εβδομαδιαίως και 5 ασθενείς έλαβαν Αdalimumab (Humira) 40 mg ανά δεύτερη (2η) εβδομάδα. Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε μια πρώτη 24ωρη καταγραφή της ΑΠ με ΑΒΡΜ πριν από την έναρξη των αντι-TNFa βιολογικών θεραπειών και σε μια δεύτερη 24ωρη καταγραφή της ΑΠ με ΑΒΡΜ 24 εβδομάδες μετά την έναρξη των βιολογικών θεραπειών. Επίσης προσδιορίσθηκαν τα επίπεδα της T-Chol, της HDL-Chol, των Τrigly, της [Lp(a)] και του γνωστού αθηρωματικού δείκτη, δηλαδή του λόγου Τ-Chol/ © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

HDL-Chol πριν από την έναρξη των βιολογικών θεραπειών και κατόπιν στις 16 και 24 εβδομάδες μετά την έναρξή τους. Αποτελέσματα: Ο δείκτης ενεργότητας της νόσου DAS-28 βρέθηκε 6,8±2,2 πριν από την έναρξη των βιολογικών θεραπειών, μειωμένος σε 4,5±1,6 μετά τις 16 εβδομάδες (p<0,01) και ακόμη πιο μειωμένος σε 4,1±1,1 μετά τις 24 εβδομάδες (p<0,01). Στο δεύτερο ΑΒΡΜ στις 24 εβδομάδες μετά την έναρξη των βιολογικών θεραπειών δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στις μέσες τιμές της ΑΠ (ΣΑΠ και ΔΑΠ) που προέκυψαν από την 24ωρη καταγραφή όταν συγκρίθηκαν με το πρώτο ΑΒΡΜ πριν από την έναρξη των βιολογικών θεραπειών [mv: 156/92 mmHg έναντι mv: 154/89 mmHg, (p: NS)]. Πριν από την έναρξη των βιολογικών θεραπειών οι μέσες τιμές της Τ-Chol βρέθηκαν 172±25 mgr/dL και αυξήθηκαν σε 194±27 mg/dL στις 16 εβδομάδες μετά (p<0,01) και σε 204±23 mg/dL στις 24 εβδομάδες μετά (p<0,01). Οι μέσες τιμές της HDL-Chol μετά τις 16 και 24 εβδομάδες εφαρμογής βιολογικών θεραπειών βρέθηκαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες από τις μέσες τιμές της πριν από την έναρξη των βιολογικών θεραπειών [36±16 mg/dL έναντι 38±22 mgr/dL (p<0,05) και 42±14 mg/dL (p<0,01) αντίστοιχα]. Στα επίπεδα των Τrigly, της [Lp(a)] και του γνωστού αθηρωματικού δείκτη, δηλαδή του λόγου Τ-Chol/HDL-Chol δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στη διάρκεια της μελέτης (p: NS). Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι οι μεταβολές στην ενεργότητα της νόσου ήταν σημαντικά και αντιστρόφως συσχετιζόμενεςμε τα επίπεδα της HDL-Chol. Συμπεράσματα: Από τη μελέτη της συγκεκριμένης σειράς προκύπτει ότι η βραχυπρόθεσμη εντός των 16 και 24 εβδομάδων εφαρμογή των αντι-TNFa βιολογικών θεραπειών δεν σχετίζεται με στατιστικά σημαντική διαφορά στα επίπεδα της ΑΠ. Αντίθετα σχετίζεται με στατιστικά σημαντική αύξηση στα επίπεδα τόσο της Τ-Chol, όσο και της HDL-Chol, ενώ συγχρόνως σχετίζεται με στατιστικά σημαντικά μειωμένη ενεργότητα της νόσου. Στον αθηρωματικό δείκτη δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στη διάρκεια της μελέτης. Συνεπώς, οι αντι-TNFa βιολογικές θεραπείες δεν φάνηκε να επηρεάζουν τα επίπεδα της ΑΠ των ασθενών με ενεργό ΡΑ. Αντίθετα όμως, όπως επίσης φάνηκε από τη μελέτη της συγκεκριμένης σειράς, οι αντι-TNFa βιολογικές θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά το λιπιδαιμικό προφίλ των ασθενών με ενεργό νόσο.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

303

ΑΑ91 ΜΕΤΑΓΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΚΡΑΣΙΟΥ ΣΕ ΔΕΙΚΤΕΣ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΟΥ ΣΤΡΕΣ Μ.N. Ξανθοπούλου, Κ. Αραμπατζή, Κ. Καλαθαρά, Σ. Αντωνοπούλου, Ε. Φραγκοπούλου Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα Εισαγωγή-Σκοπός: Η μεταγευματική κατάσταση θεωρείται ότι μπορεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την ανάπτυξη αθηρωματικών παραγόντων κινδύνου. Σκοπός επομένως της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη της επίδρασης της κατανάλωσης επιλεγμένων κρασιών παράλληλα με ένα γεύμα στο οξειδωτικό στρες. Υλικό-Μέθοδος: Οκτώ εθελοντές μη καπνιστές (ηλικίας 30±3, ΒΜΙ 24±2) συμμετείχαν τυχαιοποιημένα σε τέσσερεις παρεμβάσεις, με 4 mL ποτού (Ρομπόλα ή Cabernet Sauvignon ή 12% αιθανόλη) ή νερού/kg εθελοντή παράλληλα με την κατανάλωση γεύματος (λίπος 53%). Συλλέχθηκαν δείγματα αίματος πριν, αμέσως μετά την κατανάλωση γεύματος και σε συγκεκριμένες στιγμές για τις επόμενες 6 ώρες. Μετρήθηκαν τα επίπεδα ουρικού οξέος και των TBARS, καθώς και η ex vivo αντίσταση του ορού των εθελοντών στην οξε��δωση (lagtime). Αποτελέσματα: Τα επίπεδα ουρικού οξέος διαφοροποιούνται σημαντικά μεταξύ των παρεμβάσεων (p=0,001).

Στις επιμέρους συσχετίσεις παρατηρήθηκε αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος μεταξύ της παρέμβασης με αιθανόλης (p=0,01) και με ρομπόλα (p=0,018) σε σχέση με το γεύμα αναφοράς, καθώς και μεταξύ αυτής με Cabernet Sauvignon σε σχέση με της αιθανόλης (p=0,015). Τα επίπεδα των TBARS διέφεραν οριακά σημαντικά μεταξύ των τεσσάρων παρεμβάσεων (p=0,069). Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκε κάποια σημαντική διαφορά ούτε στις επιμέρους συσχετίσεις, παρά μόνο μια τάση διαφοροποίησης μεταξύ των παρεμβάσεων της Ρομπόλα και της αιθανόλης (p=0,072). Τέλος, το lag-time δεν φάνηκε να επηρεάζεται σημαντικά από καμία από τις παρεμβάσεις ούτε παρατηρήθηκε κάποια διαφοροποίηση μεταξύ τους. Συμπεράσματα: Η κατανάλωση κρασιού παράλληλα με ένα γεύμα φαίνεται να επηρεάζει τα επίπεδα του ενδογενούς αντιοξειδωτικού ουρικού οξέος, χωρίς όμως να επηρεάζει σημαντικά τους δείκτες οξειδωτικού στρες.

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


304

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

AΑ92 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΗΣ LDL-ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΟΡΙΑΚΑ ΔΙΑΓΝΩΣΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΟΙΚΟΓΕΝΗ ΥΠΕΡΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΑΙΜΙΑ Β. Μεταξά,1 Χ. Πίτσαβος,1 Ι. Σκούμας,1 Ε. Οικονόμου,1 Α. Μήλιου,2 Κ. Μασούρα,1 Λ. Παπαδημητρίου,1 Χ. Στεφανάδης1 1

Τμήμα Λιπιδίων, A' Καρδιολογική Κλινική, Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, 2Τμήμα Μοριακής Βιολογίας, A' Καρδιολογική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα

Εισαγωγή: Οι ασθενείς με οικογενή υπερχοληστερολαιμία (FH) αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου. Σκοπός: Η μελέτη της επίδρασης μεταλλάξεων του υποδοχέα της LDL χοληστερόλης (LDL-R) στην ανταπόκριση στη θεραπεία, σε μοριακά διαγνωσμένους FH ασθενείς. Υλικό-Μέθοδος: Μελετήθηκαν 120 heFH ασθενείς, κλινικά διαγνωσμένοι βάσει κριτηρίων Dutch Lipid Clinic, οι οποίοι δεν ελάμβαναν υπολιπιδαιμική αγωγή. Καταγράφηκαν τα ανθρωπομετρικά στοιχεία, βιοχημικές παράμετροι, λιπίδια ορού πριν και 3 μήνες μετά την έναρξη αγωγής (στατίνες) και υποβλήθηκαν σε μοριακή ανάλυση του γονιδίου LDL-R. Τα άτομα στα οποία βρέθηκε μετάλλαξη του LDL-R χωρίστηκαν ανάλογα με τη δραστηριότητα του υποδοχέα σε 2 ομάδες, τις μεταλλάξεις αδρανών-υποδοχέων και υπολειμματικών-υποδοχέων και συγκρίθηκαν στα επίπεδα λιπιδίων. Αποτελέσματα: Σε 69 άτομα του πληθυσμού (57%) βρέθηκε μετάλλαξη του LDL-R [43 άτομα μετάλλαξη αδρανούς-υποδοχέα, (G1646A),

26 άτομα μετάλλαξη υπολειμματικού-υποδοχέα (G1285A, C858A, G1775A)]. Πριν την έναρξη αγωγής δεν υπήρχε διαφορά στα λιπίδια. Μετά παρατηρήθηκε ελάττωση στα επίπεδα ολικής (TC) και LDL-χοληστερόλης και στις 2 ομάδες (πίν. 1). Το Mann-Whitney test έδειξε ότι στην ομάδα υπολειμματικών-υποδοχέων η ελάττωση των επιπέδων TC ήταν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη [TC=160 (108–206) mg/dL, p=0,004] και οριακά στατιστικά σημαντική των επιπέδων LDL-χοληστερόλης [LDL=146,5 (82,75–176,25) mg/dL, p=0,07] (πίν. 2). Στην ομάδα αδρανών-υποδοχέων μόνο 6% πέτυχαν επίπεδα LDL<130 mg/dL, ενώ στους υπολειμματικούς-υποδοχείς το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 73% (p<0,001). Συμπεράσματα: Σύμφωνα με τα ευρήματά μας, ασθενείς με μεταλλάξεις υπολειμματικών-υποδοχέων του LDL-R, φαίνεται να ανταποκρίνονται καλύτερα στην αγωγή με στατίνες συγκριτικά με ασθενείς μεταλλάξεων αδρανώνυποδοχέων.

Πίνακας 1. Πριν την έναρξη αγωγής με στατίνες Επίπεδα λιπιδίων (mg/dL)

Μετά την έναρξη αγωγής με στατίνες

Μεταλλάξεις υπολειμματικών υποδοχέων

Μεταλλάξεις αδρανών υποδοχέων

p value

Μεταλλάξεις υπολειμματικών υποδοχέων

Μεταλλάξεις αδρανών υποδοχέων

p value

TC

308 (271–351)

330 (305–385)

0,26

195 (180–222)

239 (214–261)

0,001

LDL-C

234 (203–287)

254 (226–300)

0,41

120 (115–146)

155 (139–183)

0,001

HDL-C

51 (48–62)

65 (47–69)

0,43

52,5 (43,25–58)

55 (42–64)

0,410

TG

65 (54–69)

84 (64–110)

0,008

50 (45–123)

79 (56–115)

0,179

Πίνακας 2. Διαφορές στα επίπεδα λιπιδίων πριν και μετά την έναρξη αγωγής (mg/dL) Μεταλλάξεις υπολειμματικών υποδοχέων

p value

TC

Μεταλλάξεις αδρανών υποδοχέων

95,5 (66,25–130)

160 (108–206)

0,004

LDL-C

105,5 (62,25–137)

146,5 (82,75–176,25)

0,07

HDL-C

3 (6–11)

6 (1–17)

0,152

TG

20 (9–35)

8 (–37–28)

0,338

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


ΜΕΣΟΓΕΙΑΚH ΔΙΑΤΡΟΦH ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚH ΝOΣΟΣ

Ε Υ Ρ Ε Τ Η Ρ Ι Ο

A Achimastos A, 249–251 Alexandrides T, 250, 251 Aloizos S, 285 Anagnostis P, 252 Angelakas I, 243, 285 Antoniadou E, 284 Antonopoulou M, 268, 269 Arai K, 231 Arsenoglou A, 285 Aslanoglou D, 284 Athyros VG, 249–252

B Bacharoudis G, 250 Beck M , 235 Bika E, 241, 275, 277 Bilianou E, 250, 251 Bitsi S, 276 Bountziouka V, 268, 269 Bruckert E, 231

C Chalkias C, 269 Chapman MJ, 231 Chimonas T, 249 Chouliaras E, 243, 285 Chrisanthopoulos S, 284 Christodoulou N, 284 Constantinides A, 296

D Didangelos TD, 252 Diener HC, 261 Dikkeschei BD, 296 Dullaart RPF, 296

Kalakonas S, 243, 285 Kalantzi K, 276 Kantas D, 241, 275 Kapralos P, 284 Kapralou E, 284 Karagiannis A, 249–252 Karamitsos K, 243 Kargiotis K, 252 Kastorini CM, 241, 275–277 Katsiki N, 252 Kerstens MN, 296 Kolovou G, 250 Konidari Z, 276 Kostapanos MS, 275, 277 Koumoutsea D, 243, 284, 285 Kourouklis S, 243, 284

X

Mallat Z, 231 Mamplekos G, 284 Metallinos G, 268, 269 Michel P, 261 Mikhailidis D, 249–252 Milionis H, 241, 275–277 Morena M, 269

Δ

Z

Δαγρές Ν, 244 Δαλαδήμος Θ, 245, 292 Δασκαλόπουλος Γ, 240 Δαφνής Ε, 234 Δημακόπουλος Ν, 287 Δημόπουλος Κ, 242 Δημόπουλος Μ, 287 Διβάνη Μ, 293 Διδάγγελος Τ, 262, 293 Δούδα Ε, 279 Δουλάμης Η, 289–291 Δουμαράπης Ε, 238 Δρακίου Γ, 286

N Nikolaou V, 241, 249, 250, 275–277

Orsoni A, 231

Ganotakis ES, 249–251 Garantziotis S, 285 Georgousopoulou E, 241, 275–277 Giouleme O, 251 Gossios T, 252 Gotsis E, 268, 269 Goudevenos J, 241, 275–277 Griva T, 252 Griveas I, 243

H Hatzitolios AI, 252 Hirt L, 261

I Ioannidi A, 241

K Kafantogias A, 284 Kakafika A, 250, 252

Tedgui A, 231 Tellis CC, 296 Thalassinou P, 243 Theocharidou E, 252 Tountas Y, 232 Trichia E, 241, 275 Tselepis AD, 231, 296 Tsiligiris V, 243, 284, 285 Tsiligianni I, 269 Tsimikas S, 231 Tyrovolas S, 232, 268, 269 Tzilalis V, 243, 285 Tziomalos K, 250–252

Xenakis K, 285

Lazaridis K, 243, 284 Liberopoulos EN, 250, 251 Liolios A, 243, 285 Lionis C, 268, 269 Litsardopoulou A, 275 Lymberopoulos S, 285

O

G

Γ

M

L

Elisaf M, 249–251 Euthimiou V, 276

Foccart JP, 247, 248

T

305

Γαβριέλη Α, 274 Γαζή Ε, 259 Γανωτάκης Ε, 234, 288 Γανωτοπούλου Α, 245, 292 Γατσιού ΑΙ, 298 Γέρμαν Β, 302 Γεωργιάδου Δ, 270 Γεωργούλια Α, 278 Γιάμπατζης Β, 238, 262 Γιαννακούλια Μ, 274, 278 Γιαννάς Ρ, 280 Γιαννόγλου Β, 282 Γιαννόγλου Γ, 243, 282 Γιαννοπούλου Α, 282, 294, 295 Γκάργκας Δ, 289, 290 Γκελερής Π, 240 Γκόβα Ε, 245, 292 Γκούγκουρα Σ, 254 Γκρόζου Α, 253 Γουδέβενος Ι, 236, 244, 255–257, 281 Γρηγοράτου Α, 300

E

F

Σ Υ Γ Γ Ρ Α Φ Ε Ω Ν

P Pagourelias E, 252 Paletas K, 250 Panagiotakos DB, 232, 241, 249, 268, 269, 275–277 Papagiannopoulou G, 275 Papairakleous N, 269 Petridis D, 250–252 Petropoulou K, 285 Pitsavos C, 251 Polychronopoulos E, 232, 268, 269 Polystipioti A, 268 Pounis G, 268, 269 Psaltopoulou T, 269 Psathakis K, 285

R Routier R, 246, 247

S Savopoulos C, 252 Savvari P, 277 Stellos K, 298 Symeopoulou M, 276

V van Pelt LJ, 296 Vemmos K, 241, 275–277 Vemmou A, 241

W Wittmer H, 246–248 Witztum JL, 231 Wolfert RL, 297

Zeimbekis A, 268, 269 Zokaris D, 284

Α Αβλίχου Ε, 294 Αγγελάκου-Βαΐτση Στ, 264–268 Αγγουρίδης Α, 237, 263 Αζναουρίδης Κ, 257, 258 Άθυρος Β, 240 Αναγνωστής Π, 233, 254 Αναστασίου-Νανά Μ, 244 Αναστασοπούλου Ε, 264–268 Ανδριώτη Μ, 295 Αντωνιάδης Α, 243, 282 Αντωνιάδου Ε, 283 Αντωνόπουλος Σ, 273 Αντωνοπούλου Σ, 242, 303 Αραμπατζή Κ, 303 Αρβανίτης Μ, 273 Αργύρη Λ, 270 Ασλάνογλου Δ, 302

Β Βαΐτσης Ν, 264–268 Βαλαντή Ε, 235 Βαρούνης Χ, 244 Βασιλειάδης Κ, 300 Βασίλη Ι, 280 Βέμμος Κ, 236, 255–257, 281 Βεργίδου Π, 253 Βλαχόπουλος Χ, 257, 258 Βλάχος ΙΣ, 289–291 Βούλγαρη Χ, 280 Βρέντζος Γ, 234

Ε Ελισάφ Μ, 231, 236, 237, 239, 259, 260, 263, 271, 272, 297 Ερμείδη Ε, 277 Ευθυμίου Β, 255, 256, 281 Ευσταθιάδου ΖΑ, 233, 254

Ζ Ζακόπουλος Ν, 287 Ζαννής Β, 235 Ζαρζουλάς Φ, 242 Ζαχαρή Α, 290 Ζολινδάκη Μ, 244 Ζούλη Χ, 254 Ζούλιας Εμμ, 280 Ζουλλιέν Ζ, 300

Η Ηλιάδης Φ, 238, 293 Ηλιόπουλος Α, 302

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


306 Θ Θαλασσινού Π, 283 Θεοδωρομανωλάκης Π, 260

Ι Ιωαννίδη Α, 257, 281 Ιωαννίδης Ι, 289, 290

Κ Κακαλέτσης Ν, 238 Καλαθαρά Κ, 303 Καλαϊτζίδης Ρ, 242, 277 Καλαντζή ΚΙ, 236, 244, 255, 281 Καλογερή Β, 280 Καλούδη Ε, 274 Καλοφούτης Α, 290 Κάντας Δ, 256, 257 Καπράλος Π, 283, 302 Καπράλου Ε, 283, 284 Καραγιάννης Α, 240 Καραθανάση Ε, 254 Καρασαββίδου Δ, 242, 277 Καράτζη Κ, 278, 294 Καρδαρά Μ, 253 Καρδάσης Δ, 235 Καρδάτου Ε, 274 Καρκανάκη Α, 240 Καρύδης Ι, 283 Καρφοπούλου Ε, 274 Κασίμος Δ, 302 Καστανιάς Θ, 279 Καστορίνη ΧΜ, 236, 255–257, 281 Κατεργάρη Σ, 233 Κατράνας Σ, 243, 282 Κατσαρού Α, 256 Κατωπόδη Α, 253 Κεή Α, 231, 236, 237, 271, 272 Κελέκης Α, 243 Κήτα Μ, 233, 254 Κλέτα Δ, 233 Κλωνάρης Χ, 289, 290 Κόκκινος Α, 240, 271 Κοκολάκη Α, 253 Κονιδάρη Ζ, 256, 257 Κορίλη Ε, 273 Κορνέζος Ι, 289, 290 Κορόγιαννη Μ, 280 Κορομπόκη Ε, 256 Κορού ΛΜ, 289, 291 Κότσαλος Α, 286, 287 Κότσαλου Ε, 286, 287 Κουκούλης Γ, 254 Κουλαρά Π, 262 Κουμουτσέα Δ, 283, 285, 286, 302 Κουρής Κ, 260 Κουρούκλης Σ, 286, 302 Κουτουκίδης Δ, 295 Κούτρας Ι, 274 Κουτσιμπίρη Α, 253 Κυπραίος Γ, 290

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4) Κωνσταντόπουλος Π, 291 Κωσταπάνος ΜΣ, 237, 239, 255, 257, 263, 281

Λ Λαγός Κ, 259 Λαζαρίδης Κ, 286, 302 Λασηθιωτάκης Γ, 300 Λεκάκης Ι, 244 Λιάμης Γ, 237 Λιανός Εμμ, 248 Λιόνης Χ, 295 Λιουδάκη Ε, 234, 288 Λιούρης Ι, 245, 292 Λιτσαρδοπούλου Α, 255 Λυμπερόπουλος Ε, 231, 236, 237, 259, 260, 271, 272

Μ Μαζοκοπάκης Η, 288 Μακαρίου Σ, 237, 259 Μακαρίτσης Κ, 261 Μανιός Ι, 282, 294, 295 Μάντζαρης Λ, 280 Μάντζου Α, 300 Μαργαριτίδης Χ, 293 Μασγάλα Α, 292 Μασούρα Κ, 257, 258, 304 Μαυρογιάννη Χ, 282, 294, 295 Μαυροειδή Ν, 288 Μέγας Ι, 283 Μελπίδου Α, 300 Μεράκης Η, 293 Μεταξά Β, 304 Μήλιου Α, 304 Μηλιώνης ΧΙ, 236, 239, 255–257, 261, 263, 281 Μητρογιάννη Ζ, 271 Μικελλίδη Α, 242 Μοσχώνης Γ, 282, 294, 295 Μούλιου Κ, 274 Μουχσιάδης Ν, 262 Μπαζίγος Μ, 286 Μπαλάφα Ο, 242, 277 Μπαρμπαγιάννης Π, 302 Μπαρούτη Α, 294 Μπάτσιου Σ, 279 Μπίκα Ε, 236, 255 Μπίτση Σ, 256, 281 Μπουγάτσα Β, 262 Μπουζιανά Σ, 238, 262 Μπούσμπουλας Σ, 253 Μυλωνοπούλου Μ, 273 Μυστιλής Π, 273

Ν Νάκος Α, 286 Νιάρου Β, 260 Νικολάου Β, 236, 255–257, 281 Νομικός Τ, 242, 282 Ντάιος Γ, 261 Ντάλας ΙΒ, 244

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Ξ

Σιώμου Α, 259

Ξανθοπούλου ΜΝ, 303 Ξένος Κ, 278

Σκορδά Λ, 245 Σκούμας Ι, 257, 258, 278, 304 Σκουφογιάννης Γ, 245, 292 Σλαβάκης Α, 233 Σπανού Μ, 238, 262 Σπηλιόπουλος Ν, 260 Σπυρέλη Ε, 274 Σταματάκης Γ, 242 Στεφανάδης Χ, 257, 258, 278, 304 Στρατίκος Ε, 270 Στυλιανού Κ, 234 Συμεοπούλου Μ, 256, 281 Συντώσης Λ, 278 Σφηκάκης Π, 278 Σωτηρόπουλος Α, 253

Ο Οικονόμου Ε, 304

Π Παγώνη Σ, 280 Παναγιωτάκος ΔΒ, 236, 255–257, 281 Πανάγου Ε, 283, 286 Πανίδης Δ, 240 Παντερή Μ, 234 Παπαβασιλείου Β, 261 Παπαγιαννοπούλου Γ, 255, 281 Παπαδάκης Γ, 236 Παπαδημητρίου Λ, 257, 258, 304 Παπαδοπούλου Μ, 238, 262 Παπαζαφειροπούλου Α, 253 Παπαμιχαήλ ΑΓ, 301 Παπανδρέου Χ, 295 Παπαοικονόμου Σ, 283 Παππάς Κ, 242, 277 Παππάς Σ, 253 Παρασκευάς Π, 245, 292 Πατίκας Δ, 282 Πατρίκος Δ, 302 Παυλίδης Α, 238, 262 Παχιαδάκης Ι, 286 Περέλας Α, 289–291 Περιφάνης Β, 262 Περρέα Α, 290 Περρέα ΔΝ, 289–291 Πετροπούλου Κ, 286 Πιούκα Α, 240 Πίτσαβος Χ, 257, 258, 278, 304 Πολύζος Σ, 254 Πουλασουχίδου Μ, 233 Πράπας Ν, 240 Πρωτογέρου Α, 240, 271, 278

Ρ Ραλλίδης Λ, 244 Ρέβελα Αγγ, 246, 247, 248 Ρίζος Ι, 244 Ρίζος Χ, 231, 236, 237, 260, 272 Ροντογιάννη Β, 278

Σ Σάββαρη Π, 255 Σαββόπουλος Χ, 238, 262 Σανούδου Δ, 235 Σαφαρίκα Β, 289, 290 Σελαλματζίδου Δ, 233 Σιαμόπουλος ΚΧ, 242, 277 Σιαμοπούλου-Μαυρίδου Α, 259 Σιάννη Α, 245, 292 Σιασιάκου Σ, 280 Σιατίτσα Π, 282 Σιδερά Π, 262

Τ Ταμπακόπουλος Δ, 283, 286 Τατσίδου Π, 299 Ταχματζίδης Ο, 246, 247 Τέλλης Κ, 236, 239, 244, 259, 260, 263, 297 Τεντολούρης Ν, 240, 271 Τζανετάκου Ε, 290, 291 Τζιόμαλος Κ, 238, 262, 293 Τοκμακίδης Σ, 279 Τριχιά Ε, 236, 255 Τσελέπης ΑΔ, 231, 236, 239, 244, 259, 260, 263, 296–299 Τσουμάνη ΜΕ, 244

Φ Φάππα Μ, 278 Φιλιππάτος ΘΔ, 263 Φλωρεντίν Μ, 237, 259 Φραγκοπούλου Ε, 242, 274, 303 Φωτάκης Π, 235

Χ Χαλκιαδάκη Δ, 300 Χάλλα Α, 237, 259 Χαντζησαλάτας ΣΓ, 301 Χαντζηχρήστος ΒΓ, 296, 299 Χαραλαμπόπουλος Α, 244 Χατζηζήσης Ι, 282 Χατζηιωάννου Α, 286, 289, 290 Χατζητόλιος ΑΙ, 238, 262, 293 Χέρα Μ, 260 Χέρας Π, 260 Χουλάκη Χ, 234 Χριστογιάννης ΛΓ, 239 Χρόνη Α, 270 Χρούσος Γ, 295 Χρυσανθόπουλος Σ, 286, 302 Χρύσου Ι, 278 Χωρέψιμα Σ, 240, 271

Ψ Ψωμόπουλος Χ, 248


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ Η «EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ», έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης, έχει ως στόχο τη συνεχή επιμόρφωση επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων όπως Ιατρών, Βιολόγων, Βιοχημικών, Διαιτολόγων, κ.λπ. σε θέματα που αφορούν στην παθογένεια, στη διάγνωση και στη θεραπεία της αθηρωματικής νόσου. Για την πραγμάτωση αυτού του σκοπού δημοσιεύονται στο περιοδικό: 1. Άρθρα Σύνταξης. Σύντομα άρθρα ανασκόπησης σε επίκαιρα ή και αμφιλεγόμενα θέματα σχετικά με την αθηροσκλήρωση και την καρδιαγγειακή νόσο, χωρίς περίληψη (με έως και τρεις λέξεις κλειδιά), τα οποία γράφονται με προτροπή της Συντακτικής Επιτροπής. 2. Ανασκοπήσεις. Ολοκληρωμένες αναλύσεις επίκαιρων θεμάτων σχετικών με την αθηροσκλήρωση και την καρδιαγγειακή νόσο. 3. Ερευνητικές εργασίες. Κλινικές δοκιμές, πειραματικές και επιδημιολογικές μελέτες προοπτικού ή αναδρομικού χαρακτήρα σχετικές με την αθηροσκλήρωση, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με βάση ερευνητικό πρωτόκολλο, το οποίο θα περιγράφεται αναλυτικά στη μεθοδολογία. Οι εργασίες αυτές θα πρέπει να περιέχουν πρωτότυπα αποτελέσματα (εξαιρούνται τα αποτελέσματα που έχουν δημοσιευθεί με τη μορφή περιλήψεων σε επιστημονικά). Οι κλινικές και οι επιδημιολογικές μελέτες που αφορούν σε Ελληνικό πληθυσμό και έχουν γενικότερο ενδιαφέρον δημοσιεύονται κατά προτεραιότητα. Κατ’ εξαίρεση και μετά από απόφαση της Συντακτικής Επιτροπής δύνανται να δημοσιευθούν αυτούσιες ερευνητικές εργασίες Ελλήνων επιστημόνων, οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε έγκριτα διεθνή περιοδικά και των οποίων τα αποτελέσματα αφορούν άμεσα στον ελληνικό χώρο. Οι εργασίες αυτές μεταφράζονται με τη φροντίδα των συγγραφέων οι οποίοι και μεριμνούν για την εξασφάλιση γραπτής άδειας από τους έχοντες τα πνευματικά δικαιώματα. 4. Κλινικές απόψεις. Διαγνωστική, θεραπευτική και επιδημιολογική προσέγγιση διαφόρων κλινικών εκδηλώσεων της αθηρωματικής νόσου, με δεδομένα τα οποία παρουσιάζονται κατά προτίμηση με τη μορφή αλγορίθμου. 5. Ενδιαφέροντα περιστατικά. Γίνονται δεκτά άρθρα (μέχρι 6 συγγραφείς), τα οποία αφορούν σε νέες ή σε πολύ σπάνιες κλινικές εκδηλώσεις της αθηρωματικής νόσου, στις οποίες εφαρμόστηκαν νέα διαγνωστικά κριτήρια και για τα οποία ακολουθήθηκε νέα θεραπευτική προσέγγιση. 6. Συνέδρια, σεμινάρια, στρογγυλά τραπέζια. Περιλήψεις ή σύντομα κείμενα ομιλιών σε συνέδρια, σεμινάρια ή στρογγυλά τραπέζια σχετικά με την αθηροσκλήρωση που διοργανώνει ή θέτει υπό την αιγίδα της η Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης ή περιλήψεις που ανακοινώθηκαν με τη μορφή αναρτημένων ανακοινώσεων (posters) σε συνέδρια της Ελληνικής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης. 7. Βιβλιοπαρουσιάσεις. Αναφέρονται ο τίτλος του βιβλίου, οι συγγραφείς, η χρονολογία και ο τόπος έκδοσης, ο εκδοτικός οίκος και η τιμή πώλησης. 8. Γράμματα προς τη Σύνταξη. Περιέχουν κρίσεις για δημοσιευμένα άρθρα, πρόδρομα αποτελέσματα εργασιών, παρατηρήσεις για ανεπιθύμητες ενέργειες, κρίσεις για το περιοδικό κ.λπ. Δημοσιεύονται ενυπόγραφα. Προηγούμενη ή ταυτόχρονη δημοσίευση. Τα άρθρα, που υποβάλλονται στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ, θα θεωρούνται για δημοσίευση με την προϋπόθεση ότι τα αποτελέσματα ή το ίδιο κείμενο δεν έχουν δημοσιευθεί και δεν έχουν υποβληθεί για δημοσίευση σε άλλο περιοδικό. Ο υπεύθυνος για την αλληλογραφία συγγραφέας πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρει στη συνοδευτική επιστολή, ότι η εργασία δεν έχει υποβληθεί για δημοσίευση σε άλλο περιοδικό. Μπορούν όμως να δημοσιευθούν οριστικά αποτελέσματα εργασιών που έχουν δημοσιευθεί υπό τη μορφή πρόδρομης ανακοίνωσης. Αν έχουν κατά οποιονδήποτε τρόπο δημοσιευθεί πρόδρομα αποτελέσματα, θα πρέπει να συνυποβάλονται αντίγραφα των δημοσιεύσεων αυτών σε μορφή PDF. Υποβολή εργασιών. Γίνονται δεκτές εργασίες στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα. Τα προς δημοσίευση άρθρα υποβάλλονται ηλεκτρονικά σε μορφή

307

PDF στον υπεύθυνο γραμματείας σύνταξης Δρ Τέλλη Κωνσταντίνο (Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 45 110 Ιωάννινα, Τηλ.: 26510-08326, Fax: 26510-08785, Ε-mail: hjathero@ cc.uoi.gr). Το άρθρο πρέπει να συνοδεύεται από επιστολή, που υπογράφεται από τον υπεύθυνο για την αλληλογραφία συγγραφέα και υποβάλλεται επίσης ηλεκτρονικά σε μορφή PDF. Η συνοδευτική επιστολή πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση ότι η εργασία έχει εγκριθεί από όλους τους συγγραφείς. Επίσης ο υπεύθυνος για την αλληλογραφία συγγραφέας πρέπει να υποβάλει ηλεκτρονικά σε μορφή PDF το ειδικό έντυπο της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ, υπογεγραμμένο από όλους τους συγγραφείς με το οποίο τα πνευματικά δικαιώματα μεταβιβάζονται στο περιοδικό. Σε περίπτωση υποβολής ερευνητικής εργασίας δημοσιευμένης σε περιοδικό του εξωτερικού για αναδημοσίευση, θα τονίζεται ρητά ότι οι συγγραφείς έχουν εξασφαλίσει την έγγραφη άδεια των εχόντων τα πνευματικά δικαιώματα, η οποία και θα επισυνάπτεται. Όταν η εργασία γίνει αποδεκτή, το τελικό διορθωμένο κείμενο υποβάλλεται ηλεκτρονικά σε μορφή WORD και PDF. Ό,τι δημοσιεύεται στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ, δεν επιτρέπεται να αναδημοσιευθεί χωρίς γραπτή έγκριση του Διευθυντή Σύνταξης. Έκταση άρθρων. Τα άρθρα σύνταξης δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 1000 λέξεις. Οι ανασκοπήσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 5000 λέξεις συμπεριλαμβανομένων των πινάκων, των τίτλων των εικόνων και της βιβλιογραφίας και μπορούν να περιέχουν έως 3 εικόνες. Η Σύνταξη διατηρεί το δικαίωμα δημοσίευσης ανασκοπήσεων με μεγαλύτερη έκταση. Οι ερευνητικές εργασίες πρέπει να είναι συντομότερες και γενικά να μην υπερβαίνουν τις 4000 λέξεις συμπεριλαμβανομένων των πινάκων, των τίτλων των εικόνων και της βιβλιογραφίας, και μπορούν να περιέχουν έως 6 εικόνες. Οι κλινικές απόψεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 1.500 λέξεις, τα ενδιαφέροντα περιστατικά τις 1.000 λέξεις και τα γράμματα προς τη Σύνταξη τις 500 λέξεις. Δομή του κειμένου. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ έχει αποδεχθεί τις oμοιόμορφες απαιτήσεις για τα Βιοϊατρικά Περιοδικά (σύστημα Vancouver) και οι οδηγίες της προς τους συγγραφείς είναι σύμφωνες με τις απαιτήσεις αυτές. Τα κείμενα πρέπει να δακτυλογραφούνται σε διπλό διάστημα συνηθισμένων διαστάσεων (ISO A4 210×297 mm), με περιθώρια τουλάχιστον 3,5 cm. Πρέπει να χρησιμοποιούνται ξεχωριστές σελίδες για τον τίτλο, την περίληψη και τις λέξεις-κλειδιά, το κυρίως κείμενο, τις ευχαριστίες, τη βιβλιογραφία, τους πίνακες και τους τίτλους των εικόνων. Σελίδα τίτλου. Περιλαμβάνει (α) τον τίτλο του άρθρου (μέχρι 12 λέξεις), (β) βραχύ τίτλο (όχι μεγαλύτερο των 50 χαρακτήρων), (γ) ονόματα συγγραφέων (στην ονομαστική) και τίτλο, (δ) το νοσοκομείο (ή νοσοκομεία), την κλινική (ή κλινικές), το εργαστήριο (ή εργαστήρια) όπου πραγματοποιήθηκε ή εργασία, (ε) πλήρη ταχυδρομική διεύθυνση, αριθμό τηλεφώνου και FAX καθώς και διεύθυνση e-mail του υπεύθυνου για επικοινωνία συγγραφέα. Σε περίπτωση αναδημοσίευσης ερευνητικής εργασίας θα αναγράφεται επιπλέον ο πρωτότυπος τίτλος, το περιοδικό στο οποίο δημοσιεύθηκε καθώς και το έτος, ο τόμος και οι σελίδες του περιοδικού. Περίληψη και λέξεις ευρετηρίου. Οι περιλήψεις των ανασκοπήσεων και των ερευνητικών εργασιών πρέπει να αποτελούνται το πολύ από 250 λέξεις, ενώ αυτές των επίκαιρων θεμάτων και των περιγραφών περιπτώσεων ασθενών, το πολύ από 150 λέξεις. Για τις ανασκοπήσεις πρέπει να εφαρμόζονται οι περιγραφικές περιλήψεις (descriptive), οι οποίες αναφέρουν συνοπτικά όλα τα κεφάλαια που περιέχει το άρθρο και σημαντικά συμπεράσματα. Οι περιλήψεις των ερευνητικών εργασιών πρέπει να χωρίζονται σε τέσσερεις παραγράφους, οι οποίες φέρουν κατά σειρά την ακόλουθη επικεφαλίδα: Σκοπός, Υλικό-Μέθοδος, Αποτελέσματα, Συμπεράσματα. Μετά την περίληψη παρατίθενται 3–10 λέξεις κλειδιά. Οι λέξεις αυτές πρέπει να αντιστοιχούν στους διεθνείς όρους που χρησιμοποιεί το Index Medicus-MESH Ελλάς, Έκδοση ΕΙΣ, ΙΑΤΡΟΤΕΚ. Κείμενο. Οι ερευνητικές εργασίες αποτελούνται συνήθως από τα κεφάλαια: Εισαγωγή, Υλικό ή ασθενείς και μέθοδος, Αποτελέσματα, Συζήτηση. Η © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


308

εισαγωγή περιλαμβάνει τις απαραίτητες βιβλιογραφικές παραπομπές και αναφέρε�� τον λόγο για τον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία. Στη μεθοδολογία περιγράφεται το πρωτόκολλο, με βάση το οποίο εξελίχθηκε η έρευνα. Αναφέρονται λεπτομερώς ο τρόπος επιλογής ασθενών ή οποιουδήποτε υλικού, καθώς και η μέθοδος η οποία εφαρμόστηκε, ώστε η ίδια έρευνα να μπορεί να αναπαραχθεί από μελλοντικούς ερευνητές. Στην περίπτωση ερευνών που αφορούν σε ανθρώπους, πρέπει να τονίζεται ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε με βάση τη Διακήρυξη του Ελσίνκι (1975). Οι φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη πρέπει να αναφέρονται με την κοινόχρηστη ονομασία τους. Περιγράφεται το υλικό που αξιολογήθηκε κατά τη διάρκεια της μελέτης και το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τα στατιστικά κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν. Στο επόμενο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα αποτελέσματα ολοκληρωμένα, αλλά σύντομα. Όσα αναφέρονται σε πίνακες, δεν επαναλαμβάνονται στο κείμενο. Στη συζήτηση μπορεί να γίνει σύγκριση με τα αποτελέσματα άλλων ομοειδών εργασιών και περιγράφονται οι προοπτικές που διανοίγονται με τα αποτελέσματα της μελέτης, καθώς και τα τελικά συμπεράσματα. Δεν επαναλαμβάνονται όσα έχουν αναφερθεί στα αποτελέσματα, τα οποία πρέπει να συνδέονται με τους στόχους της μελέτης. Πρέπει να αποφεύγονται αυθαίρετα συμπεράσματα, τα οποία δεν τεκμηριώνονται με τα αποτελέσματα της εργασίας. Στα ενδιαφέροντα περιστατικά προηγείται η εισαγωγή και ακολουθούν η περιγραφή του περιστατικού και η συζήτηση. Στα υπόλοιπα είδη άρθρων, το κείμενο διαμορφώνεται ανάλογα με τις απαιτήσεις και τους στόχους του συγγραφέα. Ευχαριστίες. Απευθύνονται μόνο προς τα άτομα τα οποία έχουν βοηθήσει ουσιαστικά. Βιβλιογραφικές παραπομπές. Οι βιβλιογραφικές παραπομπές στο κείμενο αριθμούνται με αύξοντα αριθμό, ανάλογα με τη σειρά που εμφανίζονται. Σε περίπτωση αναφοράς σε ονόματα συγγραφέων στο κείμενο, εφόσον είναι ξένοι, μετά το επώνυμο του πρώτου συγγραφέα ακολουθεί η συντομογραφία et al, ενώ στους Έλληνες συγγραφείς «και συν». Εφόσον οι συγγραφείς είναι δύο, μεταξύ των επωνύμων τοποθετείται η λέξη «και». Όλες οι βιβλιογραφικές παραπομπές του κειμένου –και μόνον αυτές– πρέπει να υπάρχουν στο βιβλιογραφικό κατάλογο. Ο αριθμός των βιβλιογραφικών παραπομπών πρέπει να περιορίζεται στον τελείως απαραίτητο. Στις ανασκοπήσεις, οι βιβλιογραφικές παραπομπές δεν πρέπει να είναι περισσότερες από 100. Στα άρθρα επικαιρότητας (κλινικές απόψεις, ενδιαφέροντα περιστατικά) πρέπει να αναφέρονται μέχρι 10 άρθρα ή μονογραφίες, για τα οποία ο συγγραφέας πιστεύει ότι είναι απαραίτητα για την ολοκληρωμένη πληροφόρηση του αναγνώστη για το θέμα. Τα γράμματα προς τη Σύνταξη δεν πρέπει να έχουν περισσότερες από 5 βιβλιογραφικές παραπομπές. Η σύνταξη του βιβλιογραφικού καταλόγου γίνεται αριθμητικά, με βάση τον αύξοντα αριθμό και τη σειρά των βιβλιογραφικών παραπομπών στο κείμενο. Αναφέρονται τα επώνυμα και τα αρχικά των ονομάτων όλων των συγγραφέων μέχρι 3 (όταν είναι περισσότεροι ακολουθεί η ένδειξη et al), ο τίτλος της εργασίας, η συντομογραφία του τίτλου του περιοδικού, το έτος, ο τόμος, η πρώτη και η τελευταία σελίδα της δημοσίευσης· π.χ. You CH, Lee KY, Chey WY et al. The role of oxidative stress in atherosclerosis. Circulation 1980, 79:311–314. Σε περίπτωση που δεν αναφέρεται όνομα συγγραφέως, σημειώνεται η λέξη Ανώνυμος (για ελληνική δημοσίευση) ή Anonymous. Π.χ. Anonymous. Coffee drinking and atherosclerosis (Editorial). Br Med J 1981, 283:628. Παραπομπές οι οποίες αναφέρονται σε εργασίες που δημοσιεύονται σε συμπληρώματα (supplements) εκδόσεων, πρέπει να συνοδεύονται με τον αριθμό του συμπληρώματος, που σημειώνεται σε παρένθεση μετά τον τόμο. π.χ. Eur Heart Journal 1996, 54(Suppl 1):26. Οι συντμήσεις των τίτλων των περιοδικών πρέπει να γίνονται με βάση το Index Medicus. Δεν τοποθετούνται τελείες στα ακρώνυμα των συγγραφέων και στις συντμήσεις των περιοδικών. Για την καταχώρηση συγγραμμάτων ή μονογραφιών στο βιβλιογραφικό κατάλογο, αναφέρονται στη σειρά τα επώνυμα και τα αρχικά των συγγραφέων, ο τίτλος, ο αριθμός έκδοσης, ο εκδότης, η πόλη έκδοσης, το έτος και οι σελίδες της αναφοράς. Η © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

αναφορά σε κεφάλαιο βιβλίου πρέπει να γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: Παπαθανασίου ΙΒ. Πλειοτροπικές δράσεις των στατινών. Στο: Υπολιπιδιαμική αγωγή στην αθηρωματική νόσο. ΒΗΤΑ, Αθήνα, 1983:67–113. Αν η βιβλιογραφική παραπομπή αποτελεί κεφάλαιο συγγράμματος το οποίο έχει γραφεί από άλλο συγγραφέα, η αναφορά γίνεται ως εξής: Κuhn L, Swartz MN. Toll-like receptors. In: (Στο): Lee WA (ed) (ή eds ή Συντ.) Inflammation and Atherosclerosis. Saunders, Philadelphia, 1987:457–472. Μη δημοσιευμένες εργασίες καθώς και «προσωπικές επικοινωνίες» δε χρησιμοποιούνται ως βιβλιογραφικές παραπομπές. Άρθρα, τα οποία έχουν γίνει δεκτά για δημοσίευση, μπορούν να περιληφθούν στη βιβλιογραφία. Στην τελευταία περίπτωση, μετά τη συντομογραφία του περιοδικού σημειώνεται η ένδειξη «υπό δημοσίευση». Η αναφορά της ελληνικής βιβλιογραφίας είναι υποχρεωτική και είναι δυνατό να αναζητηθεί από την Ελληνική Βάση Ιατρικής Βιβλιογραφίας (ΙΑΤΡΟΤΕΚ), www.iatrotek.org. Αγγλική περίληψη. Περιλαμβάνει τα ονόματα των συγγραφέων και την ιδιότητά τους, τον τίτλο της εργασίας και το ίδρυμα ή το εργαστήριο από το οποίο προέρχεται η εργασία. Η περίληψη δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 250 λέξεις, ενώ για τα επίκαιρα θέματα και τις περιγραφές περιπτώσεων ασθενών τις 150 λέξεις. Η δομή, η έκταση, το περιεχόμενο και οι λέξεις κλειδιά της Αγγλικής περίληψης πρέπει να είναι αντίστοιχα αυτών της Ελληνικής περίληψης. Η ποιότητα των αγγλικών περιλήψεων πρέπει να είναι αρκετά ικανοποιητική, επειδή αποτελεί σημαντικό κριτήριο αποδοχής του περιοδικού στους διεθνείς καταλόγους βιοϊατρικών περιοδικών. Αρίθμηση κεφαλαίων σε ανασκοπήσεις. Όλα τα κεφάλαια αριθμούνται με αραβικούς αριθμούς: 1, 2, 3 κ.λπ. Τα υποκεφάλαια φέρουν τον αριθμό του αρχικού κεφαλαίου, τελεία και ακολουθεί ο αριθμός του υποκεφαλαίου: 1.1., 1.2. ή 1.1.1., 1.2.1. κ.ο.κ. Πίνακες. Δακτυλογραφούνται με διπλό διάστημα, σε χωριστή σελίδα. Αριθμούνται με τη σειρά που εμφανίζονται στο κείμενο, με αραβικούς αριθμούς. Πρέπει να φέρουν περιεκτική σύντομη επεξήγηση, ώστε για την κατανόησή τους να μην είναι απαραίτητο να καταφύγει ο αναγνώστης στο κείμενο. Κάθε στήλη φέρει επεξηγηματική σύντομη επικεφαλίδα. Οι επεξηγήσεις των συντομογραφιών, καθώς και οι λοιπές διευκρινίσεις, γίνονται στο τέλος του πίνακα. Εικόνες. Τα σχήματα, σχεδιασμένα σε υπολογιστή, και οι φωτογραφίες πρέπει να στέλνονται στο πρωτότυπο, ώστε να είναι κατάλληλα για άμεση αναπαραγωγή και εκτύπωση. Οι τίτλοι των εικόνων πρέπει να αναγράφονται με τον αριθμό που αντιστοιχεί στην εικόνα, σε χωριστή σελίδα. Επεξηγήσεις σχετικές με τις εικόνες μπορούν να αναφερθούν στον τίτλο. Για το μέγεθος των εικόνων, συμβουλευθείτε το σχήμα του περιοδικού. Εφόσον χρησιμοποιούνται φωτογραφίες ασθενών, το πρόσωπο δεν πρέπει να φαίνεται. Στην αντίθετη περίπτωση, επιβάλλεται έγγραφη συγκατάθεση του ασθενούς για τη δημοσίευση της φωτογραφίας. Όλες οι εικόνες αναφέρονται στο κείμενο και αριθμούνται με αραβικούς αριθμούς. Ονοματολογία και μονάδες μέτρησης. Προκειμένου για την επιλογή των όρων και των ονομάτων (ουσιών, οντοτήτων, οργανισμών, νοσημάτων κ.λπ.), κρίνεται σκόπιμο οι συγγραφείς να συμβουλεύονται το Λεξιλόγιο σύγχρονων Ελληνοαγγλικών λεξικών Βιοϊατρικής Ορολογίας. Οι συγγραφείς πρέπει να χρησιμοποιούν τους παγκοσμίως παραδεκτούς τίτλους και τις μονάδες μετρήσεων του SI. Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων. Πραγματοποιείται μία φορά από τους συγγραφείς. Εκτεταμένες μεταβολές δε γίνονται δεκτές. Ανάτυπα. Απαγορεύεται η φωτοτυπική αναπαραγωγή των δημοσιευμένων εργασιών. Η προμήθεια από τους συγγραφείς ανατύπων γίνεται αποκλειστικά από την εκδοτική εταιρία ΒΗΤΑ.


Hellenic Journal of Atherosclerosis 3(4)

INSTRUCTIONS TO AUTHORS

The journal HELENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS, edited by the Hellenic Society of Atherosclerosis, aims at the continuous education of scientists of various disciplines including Medical doctors, Biologists, Biochemists, Dieticians, etc in various topics related to the pathogenesis, diagnosis and treatment of atherosclerosis. To this purpose it is looking to promote scientific papers on the following sections: 1. Editorials. Brief review articles on current and/or ambiguous topics related to Atherosclerosis and cardiovascular disease without abstract, written after invitation of the Editorial Board. Three key-words should be listed. 2. Reviews. Detailed surveys of medical subjects with the emphasis on current points of view related to atherosclerosis and cardiovascular disease. 3. Original papers. Reports on clinical trials or experimental work and epidemiological prospective or retrospective research in topics related to atherosclerosis, based on a research protocol described in detail in the methodology section. The results of the study should not have been previously published (except in abstract form). Clinical and epidemiological studies with particular interest to Greek healthcare workers will be given priority. Quite exceptionally original papers published in distinguished foreign journals by Greek scientists especially when their results are relevant for the Greek medical community can be republished in HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS after been approved by the Editorial Board. These papers must be translated by the authors, who also have to obtain written permission by the copyright owners.

309

tinos (Laboratory of Biochemistry, Department of Chemistry, University of Ioannina, 45 110 Ioannina, Greece, Τel.: +30 26510-08326, Fax: +30 26510-08785, Ε-mail: hjathero@cc.uoi.gr). All manuscripts must be accompanied by a letter, in PDF form, signed by the author responsible for correspondence. The cover letter should include a statement, indicating that the manuscript has been approved by all authors. The corresponding author should also submit to the journal the copywrite transfer agreement form signed by all authors. In case of submission of an original paper been already published in a foreign journal, it must be clearly stated that the authors have obtained the written permission of the copyright owners, a copy of which must be attached. The final revised text will be resubmitted electronically in WORD and PDF form. All papers published in HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS are owned by the journal and are not allowed to be republished without the written consent of the Editor in chief. Length of the articles. Editorials not exceed the 1000 words. Review articles should not exceed 5000 words including tables, legends to the figures and references and could include up to three figures. However, the Editorial Board may allow the publication of longer reviews upon judgement. Original papers should be shorter, generally not exceeding 4000 words including tables, legends to the figures and references and could include up to six figures. Clinical points of view should not exceed 1500 words, case reports 1000 words and letters to the Editor 500 words.

5. Case reports. Reports on new or very rare clinical cases of atherosclerotic disease, new diagnostic criteria or new therapeutic methods with proven results.

Assembling a manuscript. HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS has agreed to conform to the Uniform Requirements for Manuscripts submitted to Biomedical Journals (Vancouver System) and its guidelines for authors are in accordance to the above requirements. Papers must be typed doublespace of the usual dimensions (ISO A4 210x297 mm), with margins of at least 3.5 cm. A separate page must be used for the title, the abstract and keywords, the main text, the acknowledgements, the references, the tables, the figures and the figure legends.

6. Conferences, seminars, round tables. Abstracts or short texts of speakers participated in conferences, seminars or round tables related to atherosclerosis organized by, or been under, the auspices of the Hellenic Atherosclerosis Society or abstracts presented as posters in conferences organized by the Hellenic Atherosclerosis Society.

Title page. It contains (a) the title of the article, which must be brief (up to 12 words), (b) running title up to 50 characters, (c) name and position of the authors(s), (d) institutional affiliation of each author, (e) name, address, telephone number, fax number of the author responsible for correspondence.

4. Clinical points of view. A diagnostic, therapeutic or epidemiological approach to several clinical syndromes of the atherosclerotic disease; the data for and against should be in algorithmic form.

7. Book presentations. They should refer to the title of the book, the authors’ name(s), the number of pages, the name of the publisher, the date and the place of publication and the price. 8. Correspondence. Letters containing comments on papers published in the journal, preliminary results, remarks about untoward effects of drugs, judgments concerning the journal etc. They must be signed. Previous or duplicate publication. Papers submitted to HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS are judged for publication on the condition that the results or the paper itself have not been previously published or submitted for publication in another journal. The corresponding author should report in the cover letter that the research work has not been published or submitted for publication in an other journal. An exception to this rule is the final research results that have been published as preliminary results or as an abstract form. In this case, the author(s) should also submit electronically these previous publications in a PDF form. Submission of papers. Papers submitted to the journal should written in Greek or English. All manuscripts should be submitted electronically in a PDF form to the responsible of the editorial secretariat Dr Tellis Constan-

Abstract and key words. Abstracts are limited to 250 words with the exception of clinical points of view and case reports whose length is limited to 150 words. The abstracts of the reviews must be descriptive, mentioning all chapters contained and the main conclusions. Abstracts of the original papers, should be structured into four paragraphs, under the following captions: Aim, Material or Patients and Methods, Results, Conclusions. In the same page, 3–10 key-words should be listed, chosen from the MeSH terms of Index Medicus. Text. Original papers usually contain the following chapters: Introduction, Material or Patients and Methods, Results, Discussion. The introduction contains the background and the necessary references and cites the objective of the study. The study protocol must be thoroughly described in the methodology section. Details such as the mode of patient or material selection, as well as the methodology applied must be fully disclosed in order that the research may be reproduced by future investigators. In the case of research related to human beings it must be stated that the research was performed according to the principles of the Declaration of Helsinki (1975). The pharmaceutical substances used must be mentioned © 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης


310

by their generic names. In the same chapter the data evaluated must be described and the chapter should be completed by an analysis of the statistical criteria used. In the next chapter the results should be presented fully but briefly. Results shown in tables should not be repeated in the text. In the Discussion, the perspectives opened up by the results of the study as well as the final conclusions are discussed. The results must not be repeated in this section. A comparison with the results of other similar studies may be done. The results may also be related to the objectives of the study but it is advisable to avoid arbitrary conclusions, not emerging from the results themselves. Acknowledgements. They are addressed only to persons who have contributed substantially. References. They are numbered in the order in which they are first cited in the text. If author names are cited in the text, first author’s surname is followed by et al. If there are only two authors, place an “and” between the two surnames. All references cited in the text –and those only– must be shown in the reference section. The number of references must be limited to those absolutely necessary. Reviews must have no more than 100 references, current issues and editorials up to 10 articles or monographs considered by the author to be necessary for complete information on the subject, and letters to the Editor up to 5 references. The reference section is organized numerically based on the consecutive numbers and order of references in the text. Cite the surnames and initials of all authors up to three (if more, add et al after the third), the title of the article, the abbreviation of journal title, the year, volume, first and last page of the publication; e.g. You CH, Lee KY, Chey WY et al. The role of oxidative stress in atherosclerosis. Circulation 1980, 79:311–314. In case that no author name is given, cite Anonymous; e.g. Anonymous. Coffee drinking and atherosclerosis (Editorial). Br Med J 1981, 283:628. References of papers published in supplements, must also note the number of supplement in parenthesis after the volume, e.g. Eur Heart Journal 1996, 54(Suppl 1):26. The abbreviations of journal titles must be compatible to Index Medicus. No full stops are placed after author acronyms and journal abbreviations. For books or monographs, list the surnames and initials of the authors, the title, and the number of edition, the editor, and the town of edition, the year and the pages cited. For chapter in a book, the reference must be written as follows: Papathanasiou IB. Pleiotropic actions of statins. In: Hypolipidemic drugs in atherosclerosis. BETA, Athens, 1983:67–113. If the reference consists of chapter in a book written by another author, it must be written as follows: Κuhn L, Swartz MN. Toll-like receptors. In: Lee WA (ed) Inflammation and Atherosclerosis. Saunders, Philadelphia, 1987:457–472. Unpublished material as well as personal communications should not be used as references, whereas articles accepted for publication but not yet pub-

© 2012 Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης

Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 3(4)

lished may be included. In this last case after the journal title abbreviation there should be an indication “to be published”. Citation of Greek references is mandatory. Greek literature can be sought at the Data Base of the Greek Medical Literature (IATROTEK), www.iatrotek.org. Abstract in English. It must include the title, the names of the authors and the institutional affiliation of each author. The abstract in English is limited to 250 words with the exception of current issues and case reports whose length is limited to 150 words. Otherwise it has to be constructed in the same way as the Greek one. It is important that the quality of the English abstract should be excellent, because it is a major criterion for the acceptance of the journal in the international lists of Biomedical journals. Chapter numbering in reviews and current issues. All chapters must be numbered with Arabic numbers 1, 2, 3 etc. Subchapters should have the number of the initial chapter, point and the number of the subchapter, e.g. 1.1., 1.2. or 1.1.1., 1.2.1. etc. Tables. They are typed double-space, in a separate page. They are numbered by the order they appear in the text, with Arabic numbers. They should have a brief, comprehensive explanation so that the reader need not turn to the text. Each column must have a brief explanatory heading. Explanations of the abbreviations should be made at the bottom of the table. Figures. The figures professionally drawn in china ink or prepared using a computer and high resolution printer and the photographs, must be the original ones, to facilitate immediate photographic reproduction and printing. Indicate by pencil on the back the number of the figure, its top (with an arrow) and running title of paper. They must be placed in an envelope between two sheets of cardboard to prevent wrinkling. Legends for figures must be written in a separate page and have the number of the corresponding figure. Explanations concerning the figures may be cited in the legend. Consult the format of the journal for the size of the figures. If photographs of patients are used, make sure that their face is not shown. In the opposite case, a written consent of the patient allowing the photograph to be published should accompany the figure. All figures must be mentioned in the text and be numbered with Arabic numbers. Terms and units of measurement. The authors must use the universally accepted terms and the SI units of measurement. For the choice of terms and names (of substances, entities, organizations, diseases etc.) please consult the MeSH of Index Medicus. Review of proofs. It is done once by the authors. Major alterations are not accepted. Reprints. Photocopy reproduction of published papers is not allowed. Authors can order reprints directly to the publishing company BETA.


Τόμος 3 • Τεύχος 4 • ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012