Issuu on Google+

ΣΠΜΕ

ΔΕΛΤΙΟ

No 402

Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2012

ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Η Σημασία του Κανονισμού Επεμβάσεων Ο ΚΑΝ.ΕΠΕ. στο Πλαίσιο των Ευρωκωδίκων ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΕ ΝΕΑ ΚΑΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΔΟΜΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΣΗ Το υπόβαθρο των διατάξεων του Κεφαλαίου 5 του ΚΑΝΕΠΕ Αποτίμηση & Ενίσχυση Κτηρίων μεγάλης σπουδαιότητας με βάση τον ΚΑΝΕΠΕ ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ: ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ -ΤΟΝ ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟ

ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΔΗΓΙΑ 3 Σκυροδέτηση σε συνήθεις καιρικές συνθήκες ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 1


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 1


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 1


ΔΕΛΤΙΟ

ΣΠΜΕ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ: Σύλλογος Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος Ιπποκράτους 9, Αθήνα 106 79 Τηλ.: 210 92.38.170, Fax: 210 92.35.959 E-mail: spme@tee.gr site: www.spme.gr

ΕΚΔΟΤΗΣ: Χρυσάνθη Κοσμά

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΠΜΕ: Πρόεδρος: Γιώργος Στασινός Α΄ Αντιπρόεδρος: Ιωαννης Κυριακόπουλος Β΄ Αντιπρόεδρος: Γιώργος Πιττος Γεν. Γραμματέας: Ιωάννης Κοτζαμπασάκης Αναπλ. Γεν. Γραμματέας: Ιωάννης Νάνος Ταμίας: Βασίλης Μπαρδάκης

ΜΕΛΗ: Κάλη Κώστα, Χρήστος Βίνης, Ηλίας Περτζινίδης Λευτέρης Αβραμίδης, Βούλα Χριστοπούλου, Πάρις Χαρλαύτης, Νίκος Μακρόπουλος, Γιώργος Κολλάρος, Νίκος Ανδρεδάκης

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΠΡΟΒΟΛΗ 3 Χ.ΚΟΣΜΑ- Κ.ΖΑΜΠΑΡΑ – Κ.ΣΙΔΕΡΗΣ

AΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΕ ΝΕΑ ΚΑΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΔΟΜΗΜΑΤΑ

6

ΚΑΝΕΠΕ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

14

Η Σημασία του Κανονισμού Επεμβάσεων Ο ΚΑΝ.ΕΠΕ. στο Πλαίσιο των Ευρωκωδίκων

20

ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΣΗ

Το υπόβαθρο των διατάξεων του Κεφαλαίου 5 του ΚΑΝΕΠΕ

26

Αποτίμηση & Ενίσχυση Κτηρίων μεγάλης σπουδαιότητας με βάση τον ΚΑΝΕΠΕ

36

ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ: ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ -ΤΟΝ ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟ

40

ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

54

ΑΠΟΨΕΙΣ

62

Μαραθώνος 20 Αγ.Παρασκευή 153 43 Τηλ.: 210 600.69.17, Fax: 210 600.69.81 E-mail: provoli3@otenet.gr site: www.provoli3.gr

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ: Αλεξίου Κατερίνα alexiou@provoli3.gr

ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ: Ιωάννα Μπουρδανιώτη Ευγένιος Φωτιάδης

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ: Έφη Μαρκοπούλου atelier@provoli3.gr

ΕΚΤΥΠΩΣΗ: ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ ΑΒΕΕ

2 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

Ο Σ.Π.Μ.Ε. έχει ξεκινήσει ηλεκτρονική ενημέρωση των μελών του, όσοι συνάδελφοι επιθυμούν να λαμβάνουν την ενημέρωση μπορούν να δηλώσουν την διεύθυνση του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου στον ΣΠΜΕ.


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 3


EDITORIAL «Ήρθε η ώρα για πράξεις!» Είναι η πρώτη φορά που γράφω την συγκεκριμένη στήλη και θέλω από την πρώτη στιγμή να κάνω ξεκάθαρο ότι θα αναφέρομαι σε θέματα κυρίως επαγγελματικά. Για να συστηθώ σύντομα θα αναφέρω ότι είμαι 37 χρονών , ελεύθερος Γιώργος Ν. Στασινός επαγγελματίας και ασχολούμαι με μελέΠρόεδρος ΣΠΜΕ τες και έργα ιδιωτικά και δημόσια. Επίσης θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δε θα μιλάω διπλωματικά και θα λέω τα πράγματα με το όνομά τους. Ζούμε σε μία περίοδο που τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Πολιτικός Μηχανικός είναι τεράστια . Για να είμαστε βέβαια ξεκάθαροι απέναντι σε όλους τους πολίτες δε θεωρώ ότι δεν υπάρχουν κλάδοι που αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα από εμάς. Θα κάνω μία σύντομη αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν για να υπενθυμίσω κάποια από τα πράγματα που άλλαξαν τον τρόπο άσκησης του επαγγέλματός μας. Καταρχήν απελευθερώθηκαν οι αμοιβές κάτι που εκτός του ότι μείωσε τα έσοδα των μηχανικών οδήγησε και στην κατακόρυφη πτώση της ποιότητας της επιστημονικής δουλειάς , αφού ότι πληρώνεις παίρνεις. Αυτό βέβαια έγινε αφού παράλληλα με την κατάργηση της ελάχιστης αμοιβής δεν έγινε το αυτονόητο να μπουν αυστηρές προϋποθέσεις στις προδιαγραφές των μελετών. Δεύτερον αυξήθηκαν και μάλιστα αναδρομικά οι εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών. Τρίτον σε μία νύχτα , ενώ τα κόμματα έψαχναν πρωθυπουργό βρέθηκαν κάποιοι τραγικοί εκπρόσωποι του Ελληνικού Κοινοβουλίου και πέρασαν μία τροπολογία στον νόμο 4030/2011 με την οποία πήραν επαγγελματικά δικαιώματα από τους Πολιτικούς Μηχανικούς όσον αφορά σε ιστορικά κέντρα και παραδοσιακούς οικισμούς. Δυστυχώς εκτός της άσχημης οικονομικής κατάστασης που επηρεάζει την ανάπτυξη της χώρας και προφανώς και όλες τις δραστηριότητες ενός κλάδου που ταυτίζεται με αυτήν και την εξέλιξη της χώρας , διαδραματίστηκαν μέσα στον τελευταίο χρόνο και όλα τα παραπάνω. Μέσα σε αυτό το κλίμα και ενώ το ΤΕΕ αντέδρασε , αποδείχτηκε αναποτελεσματικό αφού ενώ υπήρχαν προτάσεις δεν κατάφερε σε καμία περίπτωση να πετύχει οτιδήποτε θα μπορούσε να ανακουφίσει τους μηχανικούς. Επειδή δε μου αρέσει απλά να αναδεικνύω την αναποτελεσματικότητα κάποιων , ούτε να κατηγορώ όσους αποδείχτηκαν απλά καταγγέλλοντες όσων δεινών ήρθαν το τελευταίο διάστημα στη ζωή μας , θα πάρω τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για την επίλυση των παραπάνω. 4 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

Ήδη ξεκινήσαμε μία προσπάθεια συνεργασίας με τους επιστημονικούς συλλόγους Αρχιτεκτόνων , Μηχανολόγων και Τοπογράφων προσπαθώντας να έχουμε κοινή αντιμετώπιση θεμάτων που αφορούν σε όλους τους μηχανικούς. Προσδοκούμε ότι μέσα από μία πραγματική συνεργασία θα καταφέρουμε να προωθήσουμε κοινές προτάσεις. Όσον αφορά στην αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει αντί να γυρνάμε την πλάτη στο πρόβλημα να το κοιτάξουμε κατάματα και να βρούμε λύση. Η πρότασή μας μπορεί να είναι απλή και φυσικά αποδεκτή από όλους. Αυξημένες εισφορές δε μπορεί να παίρνει το ταμείο από μηχανικούς που δεν έχουν δουλειά και φυσικά δεν μπορούν να πληρώσουν. Ενώ μπορεί να εισπράξει το ίδιο ποσό από μηχανικούς μεν , αλλά από εκείνους που έχουν δουλειά. Πως? Αυξάνοντας το ποσοστό υπέρ ΤΣΜΕΔΕ στις μελέτες και τα έργα. Έτσι απλά! Επίσης τι μπορεί να κάνει η Τράπεζα Αττικής στην οποία κύριος μέτοχος είναι το ΤΣΜΕΔΕ? Να δώσει τη δυνατότητα να πληρώνουν σε άτοκες δόσεις οι μηχανικοί τις εισφορές. Πως μπορεί να αντιμετωπίσουμε τις πολύ χαμηλές αμοιβές που πληρώνονται κάποιες μελέτες ? Βάζοντας αυστηρές προδιαγραφές σε ποιοτικά χαρακτηριστικά των μελετών. Όσον αφορά στο θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων είναι προφανές και κατανοητό από τον καθένα ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα ο οποιοσδήποτε να στερεί ξαφνικά το δικαίωμα σε έναν επαγγελματία να ασκεί το επάγγελμά του. Είναι βέβαιο ότι εκτός όλων των άλλων αποτελεί κοινωνική αδικία σε μια περίοδο που όλοι προσπαθούν απλά να επιβιώσουν. Συνεχίζουμε την προσπάθεια της προηγούμενης διοίκησης του Συλλόγου και στηριζόμενοι και στις χιλιάδες υπογραφών που έχουν συγκεντρωθεί θεωρώ ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα είμαστε αποτελεσματικοί. Αυτή την περίοδο περισσότερο από κάθε άλλη τα πάντα κρίνονται από την αποτελεσματικότητα. Σε αυτή έχω επικεντρωθεί και συγκεκριμένα με προτεραιότητα στα επαγγελματικά μας θέματα. Μεταφέροντάς σας μία αισιοδοξία που με διακατέχει ότι θα τα καταφέρουμε σαν πραγματικοί Έλληνες σας δηλώνω ότι είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρουμε με υπομονή , πείσμα και δημιουργικότητα σαν Πολιτικοί Μηχανικοί με πρωτοβουλίες , προτάσεις και δράσεις να είμαστε πρωταγωνιστές στην πορεία προς την ανάπτυξη της χώρας. Με κάθε εκτίμηση και πάντα στη διάθεσή σας Γιώργος Ν. Στασινός


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 5


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΕ ΝΕΑ ΚΑΙ Π. Χρονόπουλος, Ν. Ζυγούρης, Τ. Παναγιωτάκος

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Φέρων Οργανισμός (ΦΟ) ενός κτιρίου, π.χ. από οπλισμένο σκυρόδεμα, είναι το σύνολο των στοιχείων του, οριζόντιων και κατακόρυφων, τα οποία φέρουν τα φορτία βαρύτητας του κτιρίου και συμμετέχουν στην «αντίσταση» έναντι σεισμού. Αυτή η συμμετοχή ή επιρροή των επιμέρους φερόντων στοιχειών στην αντισεισμική συμπεριφορά του συνόλου του κτιρίου μπορεί να είναι σημαντική έως αμελητέα (ουσιαστικώς), δηλ. αρκετά περιορισμένη έτσι ώστε να μπορεί να αγνοηθεί. Έτσι, προκύπτει η ανάγκη διάκρισης σε Πρωτεύοντα/Κύρια ή Δευτερεύοντα Φέροντα Στοιχεία, ειδικώς έναντι σεισμού, με σημαντική ή περιορισμένη, αντιστοίχως, συμμετοχή στη γενική απόκριση (και «αντίσταση») του φέροντος οργανισμού του κτιρίου. Βεβαίως, η διάκριση αυτή των σεισμικών μελών ενός φέροντος οργανισμού είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική και μπορεί να γίνει μόνον εάν ικανοποιούνται συγκεκριμένες συνθήκες και προϋποθέσεις, όπως αναφέρονται στα επόμενα, ενώ η ορθολογική χρήση αυτής της διάκρισης και δυνατότητας εκτιμάται πως έχει αρκετά πλεονεκτήματα όσον αφορά τον σχεδιασμό νέων κτιρίων αλλά και την αποτίμηση και τον ανασχεδιασμό υφιστάμενων κτιρίων. Οι σχετικές έννοιες και αντιλήψεις, καθώς και η διάκριση 6 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

των φερόντων στοιχείων (σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα) δεν είναι κάτι νέο. Έτσι, σε Κανονισμούς άλλων χωρών υπάρχουν σχετικές προβλέψεις και διατάξεις, αλλά για τα ευρωπαϊκά και ελληνικά δεδομένα είναι η πρώτη φορά κατά την οποία εισάγονται ευθέως αυτές οι έννοιες στους Κανονισμούς (βλ. ΕΚ 8 και ΚΑΝ.ΕΠΕ.). Θα πρέπει να επισημανθεί πως κατά τους σύγχρονους Κανονισμούς (βλ. ΕΚ 8 και ΚΑΝ.ΕΠΕ.), και όσον αφορά κτίρια με συστήματα πλαισίων ή υβριδικά συστήματα ισοδύναμα προς συστήματα πλαισίων, τίθενται θέματα σχετικά με την επιρροή (τοπική ή γενική) ή /και τη συμμετοχή των τοιχοπληρώσεων. Οι τοιχοπληρώσεις είναι κατ΄ εξοχήν μή-φέροντα στοιχεία (δεν φέρουν φορτία βαρύτητας) και δεν διακρίνονται σε πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα (υπό σεισμόν), ακόμη και όταν επιτρέπεται ή επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη κατά τον αντισεισμικό σχεδιασμό.

2. ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΕ ΝΕΑ ΚΤΙΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΚ 8 2.1 Ορισμοί Οι αναφορές του ΕΚ 8 στα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα σει��μικά μέλη είναι περιορισμένες, ενώ η διάκριση μεταξύ πρωτευόντων και δευτερευόντων και ο «ορισμός» τους προκύπτουν από τον συνδυασμό των σχετικών αναφορών. Έτσι, ισχύουν τα ακόλουθα.


ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΔΟΜΗΜΑΤΑ Πρωτεύοντα/κύρια σεισμικά μέλη Ως πρωτεύοντα/κύρια σεισμικά μέλη ορίζονται τα (περισσότερα) μέλη του φέροντος οργανισμού που αναλαμβάνει τη σεισμική δράση, και τα οποία: • Περιλαμβάνονται στο προσομοίωμα για τη σεισμική κατάσταση σχεδιασμού, και • Ελέγχονται πλήρως και διαμορφώνονται με κατάλληλες λεπτομέρειες, κατά τον ΕΚ 8, έτσι ώστε να προσφέρουν αξιόπιστη «αντίσταση» σε σεισμόν (δηλ. δυστμησία/δυσκαμψία, αντοχή και πλαστιμότητα). Δευτερεύοντα σεισμικά μέλη (βλ. ΕΚ 8, §§ 1.5.2, 4.2.2 και 5.2.3.6) Ως δευτερεύοντα σεισμικά μέλη ορίζονται ορισμένα (περιορισμένα ως προς το πλήθος) μέλη, τα οποία δεν θεωρούνται τμήματα του φέροντος οργανισμού και των οποίων η «αντίσταση» σε σεισμόν «αγνοείται». Τα φέροντα αυτά στοιχεία (οριζόντια ή/και κατακόρυφα) δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με όλους τους κανόνες του ΕΚ 8. Τόσο τα ίδια τα δευτερεύοντα μέλη όσο και οι συνδέσεις τους θα ελέγχονται και οι λεπτομέρειές τους θα διαμορφώνονται έτσι ώστε να διατηρούν την ικανότητά τους έναντι κατακόρυφων φορτίων υπό τις μετακινήσεις, στροφές κλπ. που προκαλούνται κατά τον σεισμό σχεδιασμού, με κατάλληλη πρόβλεψη για φαινόμενα/αποτελέσματα δευτέρας τάξεως (φαινόμενα Ν-d, επαύξηση της έντασης και της μετακίνησης). Γι’ αυτά τα μέλη θα πρέπει να ισχύουν και τα εξής: • Η επιλογή και ο χαρακτηρισμός τους δεν επιτρέπεται να μεταβάλλει την ταξινόμηση του κτιρίου από μή-κανονικό σε κανονικό (βλ. τα περί κανονικότητας ή μή, σε κάτοψη ή/και σε τομή, ΕΚ 8, § 4.2.3), και • Η συνολική συνεισφορά όλων των δευτερευόντων στοιχείων στην οριζόντια δυσκαμψία και δυστμησία δεν πρέπει να υπερβαίνει το 15% της αντίστοιχης συνεισφοράς των πρωτευόντων στοιχείων. Παρατηρήσεις α) Η προηγούμενη απαίτηση για τη συνεισφορά στην οριζόντια δυσκαμψία και δυστμησία (Κ) των δυο υποσυστημάτων σεισμικών μελών (Π:Πρωτεύοντα και Δ:Δευτερεύοντα), οδηγεί στα εξής (σύνολο Σ=Π+Δ): (ΚΔ)= (ΚΣ)-(ΚΠ)≤ 0,15(ΚΠ) → (ΚΠ) ≥ 0.87(ΚΣ) και (ΚΔ) ≤ 0.13(ΚΣ). Σε κάθε περίπτωση, η «ενεργή» δυστμησία και δυσκαμψία των φερόντων στοιχείων (Π και Δ) μπορεί να ληφθεί ίση με το 50% αυτής για μή-ρηγματωμένα στοιχεία οπλισμένου

σκυροδέματος (βλ. ΕΚ 8, § 4.3.1(7)). β) Με βάση τον «ορισμό», τα περιορισμένης επιρροής δευτερεύοντα σεισμικά μέλη σχεδιάζονται μόνον για αντοχή και όχι και για απόδοση (υστερητικής) ενέργειας (πλαστιμότητα), σε αντίθεση με τα καθοριστικής σημασίας πρωτεύοντα σεισμικά μέλη. Έτσι, τα στοιχεία αυτά σχεδιάζονται ουσιαστικώς με βάση τον ΕΚ 2 αλλά για την ένταση και τις μετακινήσεις, στροφές κλπ. κατά τον σεισμό σχεδιασμού με βάση τον ΕΚ 8. Βεβαίως, γι’ αυτά τα στοιχεία δεν τίθεται θέμα ικανοτικού σχεδιασμού (κάθε είδους), ενώ δεν έχουν νόημα τα περί κρίσιμων περιοχών (πλαστικών αρθρώσεων), περιορισμού της ανηγμένης αξονικής δύναμης, περίσφιγξης κλπ., χωρίς αυτό να σημαίνει πως αυτά τα στοιχεία δεν έχουν «πλαστιμότητα» (σημαντικώς μειωμένη, κυρίως μόνον λόγω υπεραντοχών). 2.2 Θέματα ανάλυσης και επιλογής Γενικώς, δεν υπάρχουν «κανόνες» για την επιλογή των δευτερευόντων και των πρωτευόντων σεισμικών μελών, είτε πρόκειται για οριζόντια είτε πρόκειται για κατακόρυφα φέροντα στοιχεία. Έτσι, ως δευτερεύοντα σεισμικά μέλη μπορούν να χαρακτηριστούν δοκοί ή/και υποστυλώματα, ακόμη και τοιχώματα (υπό προϋποθέσεις), αρκεί να τηρούνται οι γενικές συνθήκες περί περιορισμένης «συνεισφοράς» και μή μεταβολής της ενδεχόμενης μή-κανονικότητας του κτιρίου (σε κάτοψη ή/και σε τομή). Η επιλογή και ο έλεγχος γίνεται κατά την αιτιολογημένη κρίση του Μηχανικού, ανάλογα και με το μέγεθος του κτιρίου ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σκελετού του. Για παράδειγμα, ως δευτερεύοντα σεισμικά μέλη μπορούν να χαρακτηρισθούν : • Στοιχεία (μεμονωμένα γενικώς ) με μικρόν λόγον διάτμησης, δηλ. δοκοί σύζευξης ή «κοντές» δοκοί ή /και «κοντά» υποστυλώματα, φύσει ή θέσει. • Στοιχεία πλαισίων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις για περιορισμένη εκκεντρότητα των αξόνων τους, ή κάποιες από τις διατάξεις περί ικανοτικού σχεδιασμού, πλαστιμότητας, μέγιστων/ελάχιστων κλπ. • Υποστυλώματα (ή/και τοιχώματα) «φυτευτά», πάνω σε δοκούς (ή πλάκες), μαζί με τα στηρίζοντα στοιχεία. • Δοκοί με έμμεσες στηρίξεις. • Κεκλιμένα στοιχεία, βραχίονες και μέλη κλιμακοστασίων ή κεκλιμένων επιπέδων κλπ. Σχετικώς η μόνη μεθοδολογία για την επιλογή και τον χα-

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 7


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ρακτηρισμό (με τις παρεπόμενες «απαλλαγές») ορισμένων φερόντων στοιχείων ως δευτερεόντων (υπό σεισμόν) είναι μέσω πρόσθετων αναλύσεων και ελέγχων, που θα αποδείξουν 1) τα περί περιορισμένης «συνεισφοράς» και 2) μή μεταβολής ενδεχομένης μή–κανονικότητας. Ο έλεγχος της μεταβολής ενδεχομένης μή-κανονικότητας (σε κάτοψη ή/και σε τομή) μπορεί να αποφευχθεί αν εξαρχής έχει ληφθεί υπόψη καταλλήλως μειωμένη τελική τιμή του ενιαίου καθολικού δείκτη συμπεριφοράς q, κατά τον ΕΚ 8. Ο έλεγχος της περιορισμένης «συνεισφοράς» μπορεί να γίνει μέσω δύο αναλύσεων (τουλάχιστον): Ανάλυση (1): Αρχική, για το σύνολο του φέροντος οργανισμού, με όλα τα μέλη του (πρωτεύοντα και δευτερεύοντα στοιχεία), και Ανάλυση (2): «Διερευνητική», για το υποσύνολο των πρωτευόντων στοιχείων μόνον (χωρίς τα κατ΄ αρχήν επιλεγέντα δευτερεύοντα στοιχεία). Γι’ αυτή τη «διερευνητική» ανάλυση (2), το απλούστερο και πρακτικότερο είναι τα κατ’ αρχήν επιλεγμένα δευτερεύοντα σεισμικά μέλη να εισαχθούν στο προσομοίωμα με πλήρεις αρθρώσεις στα άκρα τους, δηλ. με μηδενική δυστμησία και δυσκαμψία. Έτσι, μετά από διαδοχικές «διερευνητικές» αναλύσεις (και ελέγχους) «κρατείται» εκείνη η ανάλυση και εκείνο το σύνολο δευτερευόντων στοιχείων που ικανοποιεί τη συνθήκη περιορισμένης «συνεισφοράς» σε όρους οριζόντιας δυσκαμψίας και δυστμησίας (ισοδυνάμως οριζόντιων μετατοπίσεων), βλ. Παρατήρηση α/§ 2.1. Τελικώς, τα εντατικά (και παραμορφωσιακά) μεγέθη για τα δευτερεύοντα σεισμικά μέλη του κτιρίου, σε κάθε όροφον και προς κάθε διεύθυνση, προκύπτουν ως γινόμενο αυτών από την ανάλυση (1) επί τον λόγον των οριζόντιων δυσκαμψιών/δυστμησιών της ανάλυσης (1) και της τελικής ανάλυσης (2):

όπου

η τελική δύναμη του δευτερεύοντος μέλους (i) και η δύναμη που προκύπτει από την ανάλυση (1), αντιστοίχως, και

η δυσκαμψία/δυστμησία του ορόφου που βρίσκεται το μέ8 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

λος (i) κατά την ανάλυση (1) και την ανάλυση (2) αντιστοίχως. Δηλαδή, τελικώς, τα μεγέθη για τα δευτερεύοντα σεισμικά μέλη του κτιρίου είναι αυτά της ανάλυσης (1) επί έναν συντελεστή το πολύ ίσον με 1,15, βλ. Παρατήρηση α/§ 2.1. 2.3 Θέματα σχεδιασμού και όπλισης Όπως αναφέρθηκε, τα εντατικά (και παραμορφωσιακά) μεγέθη για τα δευτερεύοντα σεισμικά μέλη του κτιρίου εκτιμώνται με βάση τα αποτελέσματα της αρχικής ανάλυσης (για το σύνολο των μελών) και της τελικής ανάλυσης (χωρίς τα τελικώς επιλεγέντα δευτερεύοντα σεισμικά μέλη). Με βάση αυτή την τελική (και αυξημένη) ένταση ελέγχονται και διαμορφώνονται τα δευτερεύοντα στοιχεία (και οι συνδέσεις τους), κατά τον ΕΚ 8. Δηλαδή για τις τελικές δράσεις ΝEd , MEd και VEd ελέγχονται οι διατιθέμενες MRd και VRd όπως υπολογίζονται με βάση τον ΕΚ 2.

3. ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΕ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΚΤΙΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΑΝ.ΕΠΕ. 3.1 Ορισμοί Οι αναφορές του ΚΑΝ.ΕΠΕ. στα (πρωτεύοντα και) δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία – σεισμικά μέλη είναι εκ των πραγμάτων πολλές και διάσπαρτες, σε αρκετά Κεφάλαια, κυρίως στα 2 έως και 5, καθώς και στο 9 (και στο 10). Πριν από την παρουσίαση των σχετικών προβλέψεων και διατάξεων αυτού του Κανονισμού ανά Κεφάλαιο, κρίνεται σκόπιμη μια συνοπτική αναφορά στις κύριες ιδιαιτερότητές του, αναγκαίες λόγω του αντικειμένου του (αποτίμηση και επισκευή/ενίσχυση υφιστάμενων κτιρίων), ως εξής: α) Οι στάθμες επιτελεστικότητας του φέροντος οργανισμού (στοχευόμενη συμπεριφορά, επίπεδο βλάβης) και οι στόχοι επανελέγχου (για την αποτίμηση και τον ανασχεδιασμό), ως συνδυασμός της στάθμης επιτελεστικότητας και της σεισμικής δράσεως (100% ή 60%, μέσω διαφορετικής πιθανότητας υπέρβασης εντός του συμβατικού χρόνου ζωής των 50 ετών). β) Οι στάθμες αξιοπιστίας δεδομένων (ΣΑΔ) για τα διάφορα χαρακτηριστικά (γεωμετρικά και μηχανικά) του υφιστάμενου δομήματος, οι οποίες επηρεάζουν αρκετές παραμέτρους της ανάλυσης και του ελέγχου, όπως παρουσιάζονται κυρίως στα Κεφάλαια περί των βασικών δεδομένων (Κεφ. 4) και των τελικών ελέγχων ασφαλείας (Κεφ. 9). γ) Τα περί της νέας γενιάς επιμέρους συντελεστών ασφαλέιας γSd και γRd, για να καλυφθούν οι αυξημένες αβεβαιότητες όσον αφορά τα προσομοιώματα με τα οποία εκτιμώνται οι συνέπειες των δράσεων (ένταση και παραμόρφωση) και τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά αντίστασης (υπό ευρύτερη έννοια). δ) Τα περί αναλύσεων και ελέγχων, σε όρους δύναμης ή πα-


ραμόρφωσης, μέσω γραμμικών ή μή–γραμμικών μεθόδων (όσον αφορά τη συμπεριφορά του υλικού), με χρήση του καθολικού δείκτη συμπεριφοράς q ή των τοπικών δεικτών πλαστιμότητας m, ή με χρήση διγραμμικών («σκελετικών») σχέσεων απόκρισης (αντίστασης) και κατάλληλων παραμορφώσεων ελέγχου. 3.2 Κεφάλαιο 2, βασικές αρχές/κριτήρια και διαδικασίες. • Στις §§ 2.2.1 και 2.2.2 παρουσιάζονται οι βασικές αρχές για τις στάθμες επιτελεστικότητας (Α,Β,Γ) του φέροντος οργαν��σμού και τους στόχους επανελέγχου, αναλόγως και της σεισμικής δράσεως (1: 100% για p=10% στα 50 έτη, και 2: 60% για p=50% στα 50 έτη). Ενδεικτικώς, για νέα δομήματα ο προβλεπόμενος στόχος για τον αντισειμικό σχεδιασμό (κατά τον ΕΚ 8) είναι ο Β1 (βλάβες του φέροντος οργανισμού και του οργανισμού πλήρωσης έως και έντονες και εκτεταμέμενες, αλλά με στόχον την προστασία ζωής και τον περιορισμό των ζημιών για την οικοσκευή ή τα αποθηκευμένα υλικά, αγαθά κλπ.). • Στην § 2.4.3.3 αναφέρεται πως ο έλεγχος των δεικτών ανεπάρκειας, ως προϋπόθεση εφαρμογής γραμμικών (ελαστικών) μεθόδων (μέσω q ή m), γίνεται μόνον για τα πρωτεύοντα φέροντα στοιχεία, παρά το γεγονός πως στα σχετικά προσομοιώματα θα συμπεριλαμβάνονται γενικώς όλα τα στοιχεία/ πρωτεύοντα και δευτερεύοντα (βλ. και Κεφάλαιο 5, §§ 5.5 και 5.6). • Στην § 2.4.3.4 παρουσιάζεται η βασική διάκριση σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία (σεισμικά μέλη), στο πλαίσιο αυτής κατά τον ΕΚ 8 (βλ. στα προηγούμενα), με την επισήμανση πως για τις τοιχοπληρώσεις (οι οποίες δεν φέρουν κατακόρυφα φορτία) δεν ισχύει αυτή η διάκριση. Βασική συνέπεια του χαρακτηρισμού ενός στοιχείου (ή επιμέρους φορέα) ως δευτερευόντος (υπό σεσμόν) είναι πως για τα στοιχεία αυτά (ή τους φορείς αυτούς) ισχύουν διαφορετικά κριτήρια ελέγχου, επιτρέπεται δηλαδή να υποστούν μεγαλύτερες μετακινήσεις και βλάβες από ό,τι τα πρωτεύοντα στοιχεία (ή οι πρωτεύοντες φορείς), κατά το Κεφάλαιο 9 (κυρίως). • Στην ίδια παράγραφο (§ 2.4.3.4) αναφέρεται πως στην περίπτωση κατά την οποία ως στόχος επανελέγχου (αποτίμησης ή ανασχεδιασμού) έχει επιλεγεί ο περιορισμός των βλαβών (και η άμεση χρήση, στόχος Α), η διάκριση σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα δεν επιτρέπεται (αναμένεται οιονεί ελαστική συμπεριφορά για όλα τα στοιχεία και τις τοιχοπληρώσεις). Δηλαδή, η διάκριση των φερόντων στοιχείων γίνεται μόνον για στάθμες επιτελεστικότητας Β ή Γ (και τους αντίστοιχους στόχους επανελέγχου). • Στην § 2.4.4 αναφέρεται πως στην περίπτωση δομητικών επεμβάσεων και τελικού ελέγχου του δομήματος (ανα-

σχεδιασμού) θα γίνεται και έλεγχος περιορισμού βλαβών, σύμφωνα με το Κεφάλαιο 9, τόσο για όλα τα φέροντα στοιχεία (πρωτεύοντα και δευτερεύοντα) όσο και για τις τοιχοπληρώσεις και τα προσαρτήματα του δομήματος. Έτσι, φαίνεται πως κατά την αποτίμηση του δομήματος (όπως έχει, χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση) ο έλεγχος περιορισμού βλαβών δεν γίνεται ή γίνεται εμμέσως (μέσω των ελέγχων ασφαλείας) και όχι με ιδιαίτερα κριτήρια. Άλλως, απαιτείται σχετική συμπλήρωση ή διόρθωση του Κανονισμού. 3.3 Κεφάλαιο 3, φέρων οργανισμός/διερεύνηση και τεκμηρίωση. • Στις §§ 3.6.1 και 3.6.2 αναφέρονται τα περί των σταθμών αξιοπιστίας των δεδομένων (ΣΑΔ) που υπεισέρχονται στις δράσεις και στις αντιστάσεις, και οι οποίες διακρίνονται σε «υψηλή», «ικανοποιητική» και «ανεκτή». Σχετικώς, ισχύουν δύο (2) επισημάνσεις: -Τα δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ακόμη και με δεδομένα ανεπαρκέστερα αυτών που αντιστοιχούν σε απλώς ανεκτή ΣΑΔ. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται όλα όσα ισχύουν για ανεκτή ΣΑΔ. -Για τις τοιχοπληρώσεις, απλώς ανεκτή ΣΑΔ δεν επιτρέπεται (βλ. § 3.7.3), δηλαδή επιβάλλεται ικανοποιητική ή υψηλή ΣΑΔ. • Στην § 3.6.3 αναφέρονται οι επιπτώσεις της ΣΑΔ στην αποτίμηση και στον ανασχεδιασμό, με επιρροή στη μέθοδο ανάλυσης (βλ. Κεφ. 5), στους επιμέρους συντελεστές ασφαλείας (γf και γSd, γm και γRd, βλ. Κεφ. 4) και στα κριτήρια ελέγχων (βλ. Κεφ. 9), όπως παρουσιάζεται στα επόμενα. 3.4 Κεφάλαιο 4, βασικά δεδομένα (αποτίμησης και ανασχεδιασμού). • Στην § 4.6.3 συμπεραίνεται, εμμέσως, πως αν διαταχθούν ισχυροί φορείς (νέοι ή μετά από ενίσχυση), επαρκείς ως προς το πλήθος και την αντίσταση, τότε οι υπόλοιποι υφιστάμενοι φορείς μπορούν να θεωρηθούν ως δευτερεύοντες. Σχετικώς, βλ. και την § 5.1.2, με αντίστοιχη σαφέστερη αναφορά. Βεβαίως, αντίστοιχες θεωρήσεις μπορούν να υιοθετηθούν και σε περιπτώσεις τοιχοπληρωμένων πλαισίων, είτε υφιστάμενων είτε μετά από διάταξη νέων τοιχοπληρώσεων, κατά τις προβλέψεις και τις διατάξεις του Κανονισμού. • Στην § 4.7.1 (και στο Παράρτημα 4.4), στα περί των τοπικών δεικτών πλαστιμότητας m (σε πλήρη αντιστοιχία με τα του Κεφαλαίου 9), παρουσιάζονται οι διαφοροποιήσεις των ελέγχων (αναλόγως της στάθμης επιτελεστικότητας/του στόχου επανελέγχου) για τα πρωτεύοντα και τα δευτερεύοντα σεισμικά μέλη, κατά το επόμενο σχηματικό και εποπτικό διάγραμμα (βλ. και Κεφ. 9).

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 9


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

10 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ


3.5 Κεφάλαιο 5, ανάλυση (πριν και μετά την επέμβαση). • Στις §§ 5.1.2 και 5.1.3 αναφέρεται η δυνητική διάκριση και η ειδοποιός διαφορά μεταξύ πρωτευόντων/κύριων και δυτερευόντων φερόντων στοιχείων (υπό σεισμόν), κατ’ αντιστοιχία με όσα έχουν ήδη παρουσιαστεί. Έτσι, ως δευτερεύοντα μπορούν γενικώς να χαρακτηρισθούν φέροντα στοιχεία τα οποία συμβάλλουν στην ανάληψη κατακόρυφων φορτίων αλλά δεν συνεισφέρουν σε σημαντικόν βαθμόν (δεν είναι κρίσιμα) έναντι σεισμού, ή ο βαθμός συνεισφοράς τους είναι μάλλον αναξιόπιστος (λόγω ανέλεγκτου τρόπου δόμησης ή μικρής αντίστασης), με συνέπεια να υφίστανται μεγαλύτερες παραμορφώσεις και βλάβες, χωρίς (όμως) να επηρεάζεται σημαντικώς το σύνολο του δομήματος. • Στην § 5.4.3 παρουσιάζονται οι διαφοροποιήσεις όσον αφορά τα θέματα ανάλυσης σε σχέση με τις δύο (2) υπόομάδες σεισμικών μελών, ενώ γενικώς στα προσομοιώματα λαμβάνονται υπόψη όλα τα δομικά στοιχεία (με εξαιρέσεις κατά τα επόμενα). -Ελαστικές (γραμμικές) αναλύσεις, απόφαση μή επέμβασης: Λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία, δηλαδή δεν γίνεται διάκριση σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα σεισμικά μέλη. -Ελαστικές (γραμμικές) αναλύσεις, απόφαση επέμβασης: Επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη μόνον τα κύρια (τα κρίσιμα) στοιχεία, υπό τις εξής προϋποθέσεις, κατ’ αντιστοιχία αυτών κατά τον ΕΚ 8 (βλ. στα προηγούμενα, § 2.1): o Η κατάταξη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, δηλ. να εφαρμόζεται σε ορισμένες περιοχές ή σε ορισμένους ορόφους του κτιρίου. o Η μορφολογία του κτιρίου δεν μπορεί να μετατρέπεται από μή – κανονική σε κανονική (βλ. τις σχετικές προβλέψεις του ΕΚ 8). o Η συνολική δυσκαμψία (έναντι οριζοντίων φορτίων) των δευτερευόντων στοιχείων δεν θα υπερβαίνει το 25% αυτής των πρωτευόντων στοιχείων (έναντι του 15% κατά ΕΚ 8 για τα νέα δομήματα). Ο έλεγχος του κριτηρίου του 25% μπορεί να γίνει με δύο(2) διαδοχικές αναλύσεις του δομήματος (βλ. στα προηγούμενα, § 2.2), μία με στερεά και μία με αρθρωτή σύνδεση των δευτερευόντων στοιχείων με τον υπόλοιπο φορέα και με έλεγχον ισχύος του κριτηρίου στις προκύπτουσες μετακινήσεις ορόφων. ⎯ Ανελαστική ανάλυση (μή-γραμμική), απλοποιημένη/στατική: Υπό το σύνολο των προηγούμενων προϋποθέσεων, επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη μόνον τα κύρια (κρίσιμα) στοιχεία, ενώ η φάση εξασθένησης της αντίστασης αυτών των στοιχείων επιτρέπεται να μή προσομοιώνεται. Γενικότερα, για τις ανελαστικές αναλύσεις, και κατά τα Κεφάλαια 4 και 9, οριζόντια δευτερεύοντα σεισμικά μέλη επιτρέ-

πεται να μή συμπεριλαμβάνονται στο προσομοίωμα (και να μή ελέγχονται), για τις στάθμες επιτελεστικότητας/τους στόχους επανελέγχου Β και Γ. • Στην § 5.4.5 αναφέρεται πως ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου ως κανονικού ή μή-κανονικού (βλ. και § 5.5.1.2) γίνεται είτε με συνεκτίμηση είτε με μή-συνεκτίμηση των δευτερευόντων στοιχείων ή/και των τοιχοπληρώσεων. • Στις §§ 5.5 και 5.6, για τις γραμμικές/ελαστικές αναλύσεις, επισημαίνεται πως ο έλεγχος των δεικτών ανεπάρκειας (λ) γίνεται τόσο για την αποτίμηση όσο και για τον ανασχεδιασμό των επεμβάσεων μόνον για τα πρωτεύοντα φέροντα στοιχεία, ενώ στο προσομοίωμα θα συμπεριλαμβάνονται γενικώς όλα τα στοιχεία του δομήματος. Σχετικώς, βλ. στα προηγούμενα, § 3.2, καθώς και στην § 2.4.3.3 του ΚΑΝ.ΕΠΕ.. Επίσης βλ. και την § 5.4.3 του ΚΑΝ.ΕΠΕ. • Στις §§ 5.7 και 5.8, για τις μή-γραμμικές/ανελαστικές αναλύσεις, αναφέρεται πως στο προσομοίωμα θα συμπεριλαμβάνονται γενικώς όλα τα στοιχεία του δομήματος. Όπως, όμως, ήδη επισημάνθηκε, σε περίπτωση απλοποιημένης/στατικής ανάλυσης και υπό προϋποθέσεις (βλ. και την § 5.4.3 του ΚΑΝ.ΕΠΕ.), επιτρέπται να ληφθούν υπόψη μόνον τα πρωτεύοντα/κύρια σεισμικά μέλη. Σχετικώς, βλ. και την § 5.7.3.1(στ και ζ) του ΚΑΝ.ΕΠΕ. 3.6 Κεφάλαιο 9, έλεγχοι αφαλείας. • Κατ’ αρχήν, φαίνεται πως απαιτούνται συμπληρώσεις ή διορθώσεις όσον αφορά τους ελέγχους περιορισμού βλαβών, για το σύνολο των φερόντων στοιχείων και για τις τοιχοπληρώσεις, στις περιπτώσεις αποτίμησης, δομητικών επεμβάσεων και τελικού ανασχεδιασμού του δομήματος. Σχετικώς, βλ. στα προηγούμενα, § 3.2, καθώς και στην § 2.4.4 του ΚΑΝ.ΕΠΕ. • Για στάθμη επιτελεστικότητας/στόχον επανελέγχου Α, δηλ. για οιονεί γραμμική/ελαστική συμπεριφορά, οι αντιστάσεις όλων των στοιχείων (σε όρους «δύναμης») υπολογίζονται με γRd=1,00. Σχετικώς, βλ. την § 9.2 καθώς και το Παράρτημα 9Α(§ 1). Σ’ αυτή την περίπτωση δεν γίνεται διάκριση σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα σεισμικά μέλη (βλ. και την § 2.4.3.4 του ΚΑΝ.ΕΠΕ), όπως δεν γίνεται και διάκριση σε ψαθυρά ή πλάστιμα στοιχεία. • Για στάθμες επιτελεστικότητας/στόχους επανελέγχου Β ή Γ, και χρήση τιμής q, οι αντιστάσεις όλων των στοιχείων (σε όρους «δύναμης») υπολογίζονται, επίσης, με γRd=1,00. Σχετικώς, βλ. την § 9.3.3 καθώς και το Παράρτημα 9Α (§ 2). Όμως, για την εκτίμηση της έντασης (Sd) υπάρχουν ιδιαιτερότητες (κατά ΚΑΝ.ΕΠΕ) ως εξής: -Για πλάστιμα στοιχεία Δεν γίνεται ικανοτικός σχεδιασμός

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 11


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ προτευόντων και δευτερευόντων σεισμικών μελών -Για ψαθυρά στοιχεία Γίνεται ικανοτικός σχεδιασμός (με υπεραντοχές γRd ⋅ Rd, όπου η Rd υπολογίζεται με βάση μέσες τιμές). Έτσι, ο συντελεστής γRd εξαρτάται και από τη διάκριση του σεισμικού μέλους, ως εξής: α) Πρωτεύοντα φέροντα στοιχεία: γRd=1,15 ή 1,40 ή 1,50, για ΣΑΔ υψηλή ή ικανοποιητική ή ανεκτή. β) Δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία: γRd=1,0 . • Για στάθμες επιτελεστικότητας/στόχους επαναλέγχου Β ή Γ, και χρήση τιμών m, οι αντιστάσεις όλων των στοιχείων (σε όρους «δύναμης») υπολογίζονται, επίσης, με γRd=1,00. Σχετικώς, βλ. την § 9.3.2 καθώς και το Παράρτημα 9Α (§ 3). Όμως, για τις αντιστάσεις (αντοχές) των στοιχείων, υπάρχει διαφοροποίηση, όχι για τα πλάστιμα αλλά για τα ψαθυρά στοιχεία, για τα οποία ισχύουν τα εξής; α) Πρωτεύοντα φέροντα στοιχεία: Η Rd υπολογίζεται με τις αντιπροσωπευτικές τιμές ιδιοτήτων των υλικών (και τους κατάλληλους γm). β) Δευτερεύοντα στοιχεία: Η Rd υπολογίζεται με τις μέσες τιμές ιδιοτήτων των υλικών (και τους κατάλληλους γm , μειωμένους).

Επίσης, για την εκτίμηση της έντασης, υπάρχουν ιδιαίτερότητες, ως εξής: -Για πλάστιμα στοιχεία Δεν γίνεται ικανοτικός σχεδιασμός. Οι τιμές των δεικτών m(=dd/dy) υπολογίζονται λαμβάνοντας υπόψη και κατάλληλες τιμές γRd , ως εξής (βλ. και το σχηματικό/εποπτικό διάγραμμα του Παραρτήματος 4.4 του ΚΑΝ. ΕΠΕ., όπως έχει επισυναρθεί και εδώ, βλ. στα προηγούμενα, § 3.4: Στάθμες/Στόχοι Β: Πρωτεύοντα και δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία, γRd=1,50 (για d=θu) ή 1,80 (για d=θpl) Στάθμες/Στόχοι Γ: α) Πρωτεύοντα φέροντα στοιχεία, όπως πριν, γRd=1,5 (για d=θu) ή 1,8 (για d=θpl) β) Δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία, γRd=1,00. -Για ψαθυρά στοιχεία Γίνεται ικανοτικός σχεδιασμός, όπως και για τη χρήση τιμής q. O συντελεστής καμπτικής υπεραντοχής γRd εξαρτάται και από τη διάκριση των σεισμικών μελών (πρωτεύοντα ή δευτε12 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

ρεύοντα), ακριβώς όπως και για τη χρήση τιμής q. • Για στάθμες επιτελεστικότητας/στόχους επανελέγχου Β ή Γ, και ανελαστικές αναλύσεις (οπότε και για τα ψαθυρά στοιχεία δεν γίνεται ικανοτικός σχεδιασμός), ισχύουν διατάξεις αντίστοιχες αυτών για χρήση τιμών m. Σχετικώς, βλ. την § 9.3.1 καθώς και το Παράρτημα 9Α(§4), όπου αναφέρονται τα εξής: -Για πλάστιμα στοιχεία Οι παραμορφώσεις σχεδιασμού υπολογίζονται όπως και για τη χρήση τιμών m (βλ. αμέσως πριν), δηλ. με τιμές γRd αναλόγως της στάθμης/του στόχου (Β ή Γ) και της διάκρισης των σεισμικών μελών (πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα). -Για ψαθυρά στοιχεία Οι αντοχές σχεδιασμού υπολογίζονται όπως και για τη χρήση τιμών m, δηλ. με αντιπροσωπευτικές ή μέσες τιμές ιδιοτήτων των υλικών (και κατάλληλους γm), για πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα στοιχεία, αντιστοίχως. Επιπλέον, και όπως έχει ήδη αναφερθεί, οριζόντια δευτερεύοντα σεισμικά μέλη επιτρέπεται να μή συμπεριλαμβάνονται στο προσομοίωμα (και να μή ελέγχονται). 3.7 Κεφάλαιο 10, περιεχόμενα μελέτης. Βλ. στην αμέσως επόμενη παράγραφο (§ 4).

4. ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΑ ΤΕΥΧΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ Ο ΕΚ 8 δεν περιλαμβάνει σχετική πρόβλεψη, σε αντίθεση με τον ΚΑΝ.ΕΠΕ. (§§ 10.1.6 και 10.2.6.), όπου ορίζεται πως αν γίνει χρήση της διάκρισης (και των «απαλλαγών») περί δευτερευόντων σεισμικών μελών, αυτή πρέπει να συνοδεύεται και με σχετική σαφή αναφορά και σήμανση αυτών των ιδιότυπων στοιχείων, τόσο στο τεύχος (στα τεύχη) της μελέτης (και στη σχετική τεχνική έκθεση) όσο και στα σχέδια ξυλοτύπων.

5. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ – ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ EN 1998-1: “Design of structures for earthquake resistance - Part 1: General rules, seismic actions and rules for buildings”, 2004 EN 1998-3: “Design of structures for earthquake resistance - Part 3: Assessment and retrofitting of buildings”, 2005 ΚΑΝ.ΕΠΕ. «Κανονισμός Επεμβάσεων», ΦΕΚ 42Β/20-1-2012 (με διορθώσεις, συμπληρώσεις) Fardis M.N., “Seismic design, assessment and retrofitting of concrete buildings, based on Eurocode 8”, Springer, 2009


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 13


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΚΑΝΕΠΕ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ Πολιτικός Μηχανικός

Στο κεφάλαιο 3 περιγράφονται όλα όσα πρέπει να γίνουν / να κάνουμε προκειμένου να γνωρίσουμε το κτίριο, να γνωρίσουμε το παρόν και το παρελθόν του, προκειμένου να αποφασίσουμε για το μέλλον του. Η «γνωριμία» αυτή προκύπτει ως αποτέλεσμα της διαδικασίας «επικοινωνίας» που περιγράφεται στις διατάξεις του κεφαλαίου 3. Το κυρίως κείμενο μπορεί να χαρακτηριστεί ως διδακτικό, πάντως είναι σίγουρα αναλυτικό (έως φλύαρο) και κατανοητό. Το ίδιο ισχύει και για τα σχόλιά του. Παρά ταύτα μερικές απαντήσεις σε πιθανά ερωτήματα που αφορούν κυρίως τη διερεύνηση των χαρακτηριστικών των υλικών παρατίθενται στη συνέχεια. Σε ποιες περιπτώσεις μελέτης εφαρμόζονται τα αναφερόμενα στο κεφάλαιο 3? Σε όλες τις περιπτώσεις, είτε πρόκειται για αποτίμηση, είτε για ανασχεδιασμό. Διαφοροποιούνται οι απαιτήσεις του κεφαλαίου 3 σε σχέση με το είδος του κτιρίου? Όχι, οι απαιτήσεις δεν διαφοροποιούνται με το είδος του κτιρίου, απλώς το μέγεθος του κτιρίου επηρεάζει ανάλογα την έκταση των διερευνητικών εργασιών. Επιτρέπονται διερευνητικές εργασίες πέραν αυτών που ορίζονται στο κεφάλαιο 3? Ναι, και σε έκταση και σε είδος. Στον κανονισμό περιγράφονται και καθορίζονται οι ελάχιστες απαιτήσεις. Προκειμένου να εκτιμηθεί η αντοχή του σκυροδέματος σε 14 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

διώροφο κτίριο συνολικής επιφάνειας 200 m² χρειάζεται να ληφθούν 3 πυρήνες κατ’ ελάχιστο, το ίδιο και σε διώροφο κτίριο 2000 m², είναι αυτό σωστό? Και επιπλέον αρκεί αυτός ο μικρός αριθμός πυρήνων για το δεύτερο πολύ μεγάλο κτίριο? Η εκτίμηση της αντοχής του σκυροδέματος γίνεται με έμμεσες μεθόδους που είναι μη καταστροφικές και χαμηλού κόστους. Οι αντοχές των πυρήνων χρησιμοποιούνται για τη βαθμονόμηση των έμμεσων μεθόδων. Οι 3 πυρήνες είναι αρκετοί για αυτή τη βαθμονόμηση. Το πλήθος των δοκιμών με έμμεσες μεθόδους, κατά τα διαλαμβανόμενα στην § 3.7.1.3, για το δεύτερο κτίριο προκύπτει περίπου 10-πλάσιο του πρώτου. Είναι υποχρεωτική η πυρηνοληψία από κατακόρυφα στοιχεία? Όχι, ο κανονισμός δεν ορίζει από ποιες θέσεις θα παίρνονται οι πυρήνες, αυτό αποτελεί αντικείμενο του ερευνητικού προγράμματος που συντάσσει ο μελετητής Μηχανικός. Ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την αντοχή των πυρήνων? Η αντοχή των πυρήνων επηρεάζεται κυρίως από την παρουσία ράβδων οπλισμού, επηρεάζεται επίσης από τη θέση λήψης του πυρήνα, τη διεύθυνση κοπής του πυρήνα σε σχέση με τη διεύθυνση σκυροδέτησης του δομικού στοιχείου από το οποίο αποκόπτεται. Πιο αναλυτικές και χρήσιμες πληροφορίες περιέχονται στο εγχειρίδιο έκδοσης ΤΕΕ «ΜΕΘΟΔΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΟΠΟΥ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ» με συγγραφείς τους Χρ. Σπανό – Μ. Σπιθάκη – Κ. Τρέζο. Στο ίδιο εγχειρίδιο βρίσκουμε πληροφορίες για την αναγωγή


της αντοχής των πυρήνων σε αντοχή κύβου, καθώς και όλες τις πληροφορίες για τις εφαρμοζόμενες έμμεσες μεθόδους και όχι μόνον, άλλωστε το πολύτιμο αυτό εγχειρίδιο συντάχθηκε και εκδόθηκε στο πλαίσιο του ΕΠΑΝΤΥΚ προκειμένου εκτός των άλλων να χρησιμέψει στην εφαρμογή του ΚΑΝΕΠΕ, αφορά δε σκυρόδεμα, χάλυβα, ξύλο και τοιχοποιϊα. Πως γίνεται η βαθμονόμηση των έμμεσων μεθόδων στο υπόψη δόμημα? Στα σχόλια της § 3.7.1.1.γ περιγράφεται μια διαδικασία που μπορεί να εφαρμοστεί. Στη περίπτωση που η χρησιμοποιούμενη έμμεση μέθοδος είναι αυτή του κρουσιμέτρου (βλέπε εγχειρίδιο ΤΕΕ), η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει: Έστω θέση πυρηνοληψίας [1] Κατά την κρουσιμέτρηση στη θέση [1] που προηγήθηκε της πυρηνοληψίας (αυτό πρέπει πάντα να εφαρμόζεται) προέκυψε, διορθωμένη λόγω διεύθυνσης, ένδειξη οργάνου 35. Ακολούθησε πυρηνοληψία και δοκιμή/θραύση του πυρήνα στο εργαστήριο από την οποία προέκυψε, με αναγωγή, αντοχή κύβου 15x15x15 29 MPa. Χαράσουμε την καμπύλη [1] διερχόμενη από το σημείο 35/29 παράλληλη προς την καμπύλη του κατασκευαστή [0]. Υιοθετείται και χρησιμοποιείται στη συνέχεια η καμπύλη [1], για παράδειγμα για θέση ελέγχου με διορθωμένη ένδειξη οργάνου 30 εκτιμάται αντοχή σκυροδέματος 21 MPa (αντί 24 MPa που προκύπτει από την καμπύλη κατασκευαστή).

διεξάγεται από πιστοποιημένο εργαστήριο, η υιοθέτηση περισσότερων της μίας καμπύλης και κατά συνέπεια περισσότερων της μίας τιμές αντοχής ανά θέση. Η τελική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της έρευνας αποτελεί ευθύνη του μελετητή Μηχανικού, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται στην § 3.7.1.1.δ του ΚΑΝΕΠΕ.

[0] Καμπύλη κατασκευαστή [1] Καμπύλη που αντιστοιχεί στη θέση πυρηνοληψίας 1. [2] Καμπύλη που αντιστοιχεί στη θέση πυρηνοληψίας 2. [3] Καμπύλη που αντιστοιχεί στη θέση πυρηνοληψίας 3. [4] Καμπύλη

Σε ισόγειο κτίριο με 30 υποστυλώματα 4 τοιχώματα και 36 δοκούς, ποιο είναι το ελάχιστο απαιτούμενο πλήθος δοκιμών σκυροδέματος για ικανοποιητική στάθμη αξιοπιστίας δεδομένων? Πυρήνες:

3

Θέσεις εφαρμογής έμμεσων μεθόδων: Υποστυλώματα: 30% x 30 x 2=

18

θέσεις

Τοιχώματα:

30% x 4≈

2

θέσεις

Δοκοί:

15% x 36 x 2≈

11

θέσεις

31

θέσεις

Σύνολο [0] Καμπύλη κατασκευαστή [1] Καμπύλη που αντιστοιχεί στη θέση πυρηνοληψίας 1

Στο παράδειγμά μας η καμπύλη [1] αντιστοιχεί σε μία θέση πυρηνοληψίας, μπορεί όμως να εφαρμόζεται για τη μέση τιμή αντοχής ομάδας πυρήνων και τη μέση τιμή των ενδείξεων στις αντίστοιχες θέσεις πυρηνοληψίας. Επειδή πάντως η αναμενόμενη απόκλιση τιμών ενδέχεται να είναι σημαντική (βλέπε διάγραμμα που ακολουθεί από πραγματικό έργο) προτείνεται στο πλαίσιο της έρευνας, η οποία

Τι ίσχυε για τον προσδιορισμό της αντοχής του σκυροδέματος πριν την εφαρμογή του ΚΑΝΕΠΕ? Ίσχυε η εγκύκλιος Ε7 «Εκτίμηση της κατηγορίας αντοχής του ��κυροδέματος υφιστάμενων κατασκευών». Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην εγκύκλιο Ε7 ο έλεγχος του σκυροδέματος βασίζεται σε εκτεταμένες δοκιμές πυρηνοληψίας. Η κατασκευή διαχωρίζεται σε τμήματα (παρτίδες) σκυροδέματος, δηλαδή σε περιοχές που φαίνεται πως διαστρώθηκαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Κάθε τμήμα (παρτίδα) ελέγχεται χωριστά με έξι πυρήνες που κόβονται σε τυχαίες θέσεις

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 15


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

αυτού του τμήματος. Έμμεσες μέθοδοι ελέγχου δεν γίνονται δεκτές, χωρίς όμως αυτό να αναφέρεται ρητώς. Σύμφωνα με τα παραπάνω σε 3-όροφο κτίριο (ανεξαρτήτως επιφανείας) που διαχωρίζεται σε 6 παρτίδες σκυροδέτησης (3 παρτίδες κατακόρυφα στοιχεία και 3 παρτίδες οριζόντια στοιχεία) λαμβάνονται συνολικά 36 πυρήνες. Με τις διατάξεις του ΚΑΝΕΠΕ περιορίζεται στο ελάχιστο ο αριθμός των αναγκαίων πυρηνοληψιών, μειώνεται το κόστος και περιορίζονται οι οχλήσεις που προκαλούνται από τις επιτόπου δειγματοληψίες, ενώ ταυτόχρονα η σχετική έρευνα επεκτείνεται σε περισσότερες θέσεις του φέροντα οργανισμού, και αυξάνεται η αξιοπιστία της. Προσοχή όμως η εκτίμηση των μηχανικών χαρακτηριστικών των υλικών δόμησης του φέροντα οργανισμού κατά τα διαλαμβανόμενα στο κεφάλαιο 3 αξιοποιούνται μόνον στο πλαίσιο του ΚΑΝΕΠΕ και για τον σκοπό που αυτός υπηρετεί. Από τη διερεύνηση της αντοχής του σκυροδέματος προέκυψε ότι αυτή ποικίλει, ποια αντοχή θα ληφθεί υπόψη τελικώς στους υπολογισμούς? Αναφέρθηκε ήδη ότι η τελική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της έρευνας αποτελεί ευθύνη του μελετητή Μηχανικού. Πάντως από τον ΚΑΝΕΠΕ επιτρέπεται αυτή η ποικιλία να λαμβάνεται υπόψη τόσο στην αποτίμηση, όσο και στον ανασχεδιασμό (§ 3.7.1.1.β). Να λαμβάνεται π.χ. υπόψη αντοχή σκυροδέματος δοκών διαφορετική από αυτή των υποστυλωμάτων ή αντοχή σκυροδέματος ισογείου διαφορετική από του Α’ ορόφου, κ.ο.κ. Κάτι για τον χάλυβα? Με τον χάλυβα τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Στις περισσότερες περιπτώσεις η οπτική αναγνώριση είναι ευχερής και αξιόπιστη. Τα αναφερόμενα στον Κανονισμό Τεχνολογίας Χαλύβων (Παράρτημα 7: Υφιστάμενες Κατασκευές), στον οποίο παραπέμπει ο ΚΑΝΕΠΕ, είναι υπερεπαρκή και απολύτως βοηθητικά. Παρά ταύτα ο εργαστηριακός έλεγχος του χάλυβα δεν είναι ιδιαιτέρως επίπονη ή δαπανηρή διαδικασία, αρκεί να μπορεί να γίνει δειγματοληψία. Για δοκιμή σε μηχανή εφελκυσμού συνήθως απαιτείται δείγμα μήκους περίπου 70 εκ, καλό είναι σε κάθε περίπτωση να προηγείται συνεννόηση με το εργαστήριο δοκιμής. Η δειγματοληψία συνήθως γίνεται από πλάκες, τοιχώματα υπογείου, αναμονές ή δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία (στηθαία, στέγαστρα, κλπ). Προτείνεται ο εργαστηριακός έλεγχος να περιλαμβάνει πάντα χημική ανάλυση και έλεγχο συγκολλησιμότητας.

16 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

Πόσο κοστίζουν οι επιτόπου και εργαστηριακές δοκιμές? Για τον προϋπολογισμό της δαπάνης του ερευνητικού προγράμματος μπορεί να χρησιμοποιείται ο Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών μελετών και υπηρεσιών ΦΕΚ Β/1162/2208-2005. Από τον κανονισμό αυτό προκύπτει προεκτιμώμενη αμοιβή για πυρηνοληψία και θραύση δοκιμίου στο εργαστήριο 55 € ανά δοκίμιο και για τη δοκιμή κρουσιμέτρησης 10 € ανά θέση.. Βεβαίως στον προϋπολογισμό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι δαπάνες εισκόμισης και αποκόμισης οργάνων και εξοπλισμού, οι προεργασίες (καθαιρέσεις επιχρισμάτων για κρουσιμετρήσεις, κλπ) τα ικριώματα αν απαιτούνται, η δαπάνη αποκατάστασης της θέσης πυρηνοληψίας κλπ. Σε ότι αφορά το χάλυβα, για πρόσφατη δοκιμή τριών δοκιμίων (μηχανικά χαρακτηριστικά και χημική ανάλυση) στο ΚΕΔΕ καταβλήθηκε ποσό 99 €. Στις επεμβάσεις και σε σχέση με τα γεωμετρικά δεδομένα του δομήματος (βλ. § 3.7.4), ο μελετητής Μηχανικός καλείται συχνά να πάρει αποφάσεις βασιζόμενος στην κρίση του και όχι σε επαρκή διερευνητική τεκμηρίωση. Για παράδειγμα, εκτιμά ότι τα υποστυλώματα του ίδιου ορόφου με ίδιες διαστάσεις έχουν τους ίδιους οπλισμούς, αυτούς που προέκυψαν από τη διερεύνηση σε ένα μικρό αριθμό από αυτά. Τι εφαρμόζεται σε αυτές τις περιπτώσεις? Στον ΚΑΝΕΠΕ συχνά γίνεται αναφορά στην κρίση του μελετητή Μηχανικού (αλήθεια σε ποιόν άλλον κανονισμό το συναντάμε αυτό?). Ειδικά στη § 3.7.4 του ερωτήματος και στον πίνακα 3.2 [6] αναφέρεται ότι δεδομένο που έχει ευλόγως θεωρηθεί κατά την κρίση του Μηχανικού, μπορεί να θεωρείται μέχρι και ικανοποιητικής αξιοπιστίας, προσοχή όμως τηρουμένων όσων αναφέρονται στην παρατήρηση (6) του εδαφίου [6]. Οπότε μία πιθανή απάντηση στο παράδειγμα του ερωτήματος, είναι: • εάν τα υποστυλώματα φέρουν παραπλήσια κατακόρυφα φορτία, και • τα υποστυλώματα που διερευνήθηκαν: -αντιστοιχούν σε περίπου ακραίες τιμές αυτών των φορτίων, -διαπιστώθηκε ότι έχουν όμοιους οπλισμούς, τότε, η κρίση του Μηχανικού μπορεί να θεωρηθεί ως «αξιόπιστα τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη».


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 17


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

18 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 19


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Η Σημασία του Κανονισμού Επεμβάσεων Ο ΚΑΝ.ΕΠΕ. στο Πλαίσιο των Ευρωκωδίκων Στέφανος H. Δρίτσος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών

20 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 21


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

22 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 23


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

24 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 25


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΣΗ Το υπόβαθρο των διατάξεων του Κεφαλαίου 5 του ΚΑΝΕΠΕ

Ανδρέας Ι. Κάππος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών ΑΠΘ

Ιστορικό

Στον τομέα της σεισμικής αποτίμησης και του ανασχεδιασμού των κατασκευών, και ιδιαίτερα των κτιρίων από Ο/Σ, με τη βοήθεια αναλυτικών μεθόδων, έχει γίνει τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια μια μεγάλη προσπάθεια σε διεθνή κλίμακα, η οποία οδήγησε στη σύνταξη σχετικών οδηγιών ή και κανονισμών. Ενδεικτικώς αναφέρονται: • Στις ΗΠΑ κυκλοφόρησε to 2003 από την Ένωση Πολιτικών Μηχανικών (ASCE) ένα ολοκληρωμένο πρότυπο (Standard), το ASCE31-03 [1] για τη σεισμική αποτίμηση των κτιρίων (αποτελεί μετεξέλιξη του Εγχειριδίου 310 της FEMA, δηλαδή της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Καταστάσεων Έκτακτης Ανάγκης). Το πρότυπο αυτό αντλεί από προηγούμενες οδηγίες της FEMA [5, 6], οι οποίες εφαρμόστηκαν ήδη σε ορισμένα προγράμματα προσεισμικής ενίσχυσης στις ΗΠΑ, και υιοθετεί τη λογική των τριών επιπέδων (σταδίων) αποτίμησης, αρχίζοντας από τη μέθοδο του λεπτομερούς ερωτηματολογίου (με πιθανό αρχικό ερέθισμα για την εφαρμογή του το αποτέλεσμα ταχέως οπτικού ελέγχου) και φθάνοντας (εφόσον χρειαστεί) στην ανάλυση με τη βοήθεια σύγχρονων υπολογιστικών εργαλείων, όπως η ανελαστική ανάλυση (για την οποία όμως παραπέμπει αλλού). Λεπτομερείς διατάξεις για όλες τις σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης (ελαστικές και ανελαστικές) περιλαμβάνει το πρότυπο ASCE41-06 [2], μετεξέλιξη των [6], [7]. Είναι, πάντως, ενδεικτικό των δυσκολιών που παρουσιάζει η θέσπιση κανονισμών με τέτοιο 26 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

περιεχόμενο ότι μέχρι σήμερα τα πρότυπα αυτά έχουν υιοθετηθεί (ώστε να αποκτήσουν ισχύ κανονισμού) από λίγες μόνο πολιτείες. • Στην Ιαπωνία, οι οδηγίες για τη σεισμική αποτίμηση και ενίσχυση κτιρίων άρχισαν να αναπτύσσονται ήδη από το 1977, με τελευταία (γνωστή) αναθεώρηση για τα κτίρια από Οπλισμένο Σκυρόδεμα το 1995. Οι οδηγίες αυτές αναπτύχθηκαν από την Japan Building Disaster Prevention Association [10] υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κατασκευών. Σε αντίθεση με τον Ιαπωνικό Κανονισμό για τον Αντισεισμικό Σχεδιασμό Νέων Κατασκευών, οι οδηγίες αυτές δεν έχουν ισχύ νόμου, η δε εφαρμογή του επαφίεται στις Τοπικές Αρχές. Από το 1977 έχουν εφαρμοσθεί ευρέως, ιδίως σε κτίρια μικρού έως μέσου αριθμού ορόφων και σε σχολεία. • Το 1996 η New Zealand National Society for Earthquake Engineering συνέταξε για λογαριασμό των Νεοζηλανδικών Αρχών το πρώτο σχέδιο οδηγιών για τη σεισμική αποτίμηση κτιρίων Οπλισμένου Σκυροδέματος. Το σχέδιο αντικατοπτρίζει τον σύγχρονο τρόπο σκέψης στο θέμα αυτό, προτείνοντας δύο μεθόδους, η μία εκ των οποίων βασίζεται στις δυνάμεις και η άλλη στις μετακινήσεις, δίνοντας για την καθεμία πλήρη περιγραφή του τρόπου εφαρμογής της. Το τελικό σχέδιο (2006) [15] αυτού του λεπτομερούς κειμένου προορίζεται να συμπεριληφθεί στο New Zealand Building Code Handbook και να μνημονευθεί ως πληρούν τις απαιτήσεις του Κανονισμού για τα Κτίρια, κάτι που (απ’ όσο γνωρίζουμε) δεν έχει γίνει ως σήμερα.


• Το Μάρτιο του 2005 κυκλοφόρησε το τελικό κείμενο του Ευρωκώδικα 8 – Μέρος 3 [4], το οποίο αναφέρεται στη σεισμική αποτίμηση και τις επεμβάσεις σε κτίρια. Και στο κείμενο αυτό υιοθετούνται οι σύγχρονες αντιλήψεις περί αποτίμησης, ενώ σε επιμέρους προσαρτήματά του δίνονται σχετικώς εκτενείς οδηγίες, τόσο για την αποτίμηση όσο και για τις επεμβάσεις σε κτίρια από Ο/Σ, από φέρουσα τοιχοποιία, από χάλυβα ή και από σύμμεικτους φορείς. Το Κεφάλαιο 5 του ΚΑΝΕΠΕ (όπως και τα κεφάλαια 7 και 9) έχει συνταχθεί λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω κείμενα (ή προηγούμενες εκδόσεις τους, διαθέσιμες κατά το χρόνο σύνταξης του ΚΑΝΕΠΕ), κυρίως δε το πρότυπο ASCE 41-06 [2] (και το πρόδρομό του ASCE-FEMA 356) καθώς και τον Ευρωκώδικα 8 – Μέρος 3 [4]. Το Κεφάλαιο 5 αντλεί κάπως περισσότερο από τα πρότυπα της ASCE, ενώ τα κεφάλαια 7 και 9 βασίζονταν εξαρχής περισσότερο στον Ευρωκώδικα 8-3. Βεβαίως, η λογική που υιοθετείται στα δύο κείμενα (ASCE 41-06 και Ευρωκώδικα 8-3) είναι παρόμοια σε ό,τι αφορά στα θέματα της ανάλυσης που είναι το αντικείμενο του Κεφαλαίου 5. Όπως αναφέρεται και σε άλλα άρθρα σ’αυτό το τεύχος, για αποφυγή της σύγχισης που θα προκαλούσε στους Έλληνες μηχανικούς η παράλληλη εφαρμογή των δυο κειμένων (ΚΑΝΕΠΕ και Μέρος 3 του Ευρωκώδικα 8) μια ολιγομελής ομάδα εργασίας του ΟΑΣΠ (Θ. Τάσιος, Σ. Δρίτσος, Α. Κάππος, Μ. Φαρδής, Μ. Χρονόπουλος) προσάρμοσε το τελικό κείμενο του ΚΑΝΕΠΕ (2010) στον Ευρω-

κώδικα, ώστε να μην υπάρχουν αντικρουόμενες διατάξεις, με τελικό στόχο για τα κτίρια Ο/Σ να εφαρμόζεται ο (προσαρμοσμένος προς ΕΝ1998-3) ΚΑΝΕΠΕ για τα κτίρια από φέρουσα τοιχοποιία και άλλα υλικά (λιγότερα συνήθη στα υφιστάμενα ελληνικά κτίρια, π.χ. χάλυβα ή ξύλο) να εφαρμόζεται το ΕΝ1998-3. Η διεξοδική παρουσίαση του υποβάθρου των περί αναλύσεως διατάξεων του ΚΑΝΕΠΕ εκφεύγει των ορίων του παρόντος άρθρου, και ο χρήστης του Κανο¬νισμού θα πρέπει να προσφύγει στη σχετική βιβλιογραφία, κυρίως στις παραπομπές που δίνονται εδώ. Τα λεπτομερέστερα σχετικά σχόλια μπορεί να βρεθούν στο ASCE 41-06, ενώ το υπόβαθρο των περί αναλύσεως διατάξεων δίνεται λεπτομε¬ρέστερα στο Εγχειρίδιο FEMA 274 [7]. Σύμφωνα με την πάγια πρακτική της CEN, στο κείμενο του Ευρωκώδικα 8-3 δεν περιλαμβάνονται σχόλια, ούτε δίνονται βιβλιογραφικές παραπομπές. Με βάση τα ανωτέρω, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν και αναφέρονται σε επιμέρους ενότητες ή παραγράφους του Κεφαλαίου 5, συνίστανται κατά κανόνα σε παραπομπή είτε σε σχετικές παραγράφους των ASCE 41-06 και FEMA 274, είτε στη σχετική βιβλιογραφία. Διεξοδικότερη αναφορά γίνεται, κατά κανόνα, μόνο σε θέματα που δεν καλύπτονται (επαρκώς) από την υπάρχουσα βιβλιογραφία και συζητήθηκαν στο πλαίσιο της σύνταξης του ΚΑΝΕΠΕ. Η σύνταξη του Κεφ. 5 του ΚΑΝΕΠΕ υποβοηθήθηκε από την δουλειά [19] που έγινε το 2000-1 από Ομάδα Εργασίας του ΤΕΕ στο πλαίσιο του προγράμματος ΑΝΤΥΚ.

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 27


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Γενικές αρχές (§5.1) Σημαντικό είναι το σχόλιο της παραγράφου 5.1.1 που παρουσιάζει το σκεπτικό με βάση το οποίο κάποιες από τις μεθόδους ανάλυσης που υιοθετούνται στο Κεφάλαιο 5 είτε είναι απλούστερες των αντιστοίχων του ΕΑΚ (π.χ. η προσεγγιστική αντιμετώπιση των επιρροών της στρέψεως, βλ. §5.4.2) είτε δεν καλύπτονται επαρκώς από αυτόν (π.χ. η μέθοδος ελαστικής ανάλυσης με τοπικούς δείκτες συμπεριφοράς, βλ. §5.5.5.2, και οι μέθοδοι ανελαστικής ανάλυσης, βλ. §5.7 και 5.8). 5.1.1 Μέθοδοι ανάλυσης Υιοθετούνται τόσο οι ελαστικές όσο και οι ανελαστικές μέθοδοι ανάλυσης, σύμφωνα με τη λογική όλων των σύγχρονων κανονισμών αποτίμησης και ανασχεδιασμού ([1, 2, 4, 15] κλπ.). Σημειώνεται ότι στον Ευρωκώδικα 8-3 (για την Αποτίμηση και τις Επεμβάσεις) [4] η ‘κλασική’ μέθοδος του q έχει περιληφθεί ως ξεχωριστή μέθοδος, ενώ στους Αμερικανικούς κανονισμούς [1, 2] δεν περιλαμβάνεται καν (υιοθετούνται μόνο οι μέθοδοι που, αμέσως ή εμμέσως, βασίζονται στις μετακινήσεις). 5.1.2 Κύρια και δευτερεύοντα στοιχεία Πρόκειται για μια καινούρια (για την ελληνική πραγματικότητα) έννοια που όμως από καιρό εφαρμόζεται στις ΗΠΑ και στη Νέα Ζηλανδία, ενώ πρόσφατα εισήχθη και στον Ευρωκώδικα 8 [3] (§4.2.2). Η λογική της διάκρισης κυρίων (πρωτευόντων) και δευτερευόντων στοιχείων επεξηγείται στα σχόλια της §5.1.2, καθώς και στις §2.4.4.2, 3.2.2.3 του ASCE 41-06 [2] και §2.2.1(6) του ΕΝ1998-3 [4]. 5.1.3 Ελεγχοι ασφαλείας Ακολουθείται η λογική όλων των σύγχρονων κανονισμών/ οδηγιών αποτίμησης/ανασχε¬διασμού. Βλ. σχετικώς και §2.4.4.2 του [2] για τους ελέγχους αποδοχής (ασφαλείας) και §2.4.4.3 του [2] για τη διαφοροποίηση των ελέγχων ανάλογα με τον τρόπο αστοχίας (στον ΚΑΝΕΠΕ έγινε προσπάθεια απλοποίησης των σχετικών διατάξεων). 5.1.4 Αντιστάσεις στοιχείων (για την ανάλυση) Ακολουθείται η λογική όλων των σύγχρονων κανονισμών αποτίμησης [1, 2, 4, 15]. Τα διαγράμματα έντασης – παραμόρφωσης των δομικών στοιχείων που απαιτούνται για την ανάλυση δίνονται στο Κεφ. 7 και είναι ίδια ή παρόμοια εκείνων του Ευρωκώδικα 8-3 [4]. Βασίζονται στη στατιστική επεξεργασία μεγάλου αριθμού πειραματικών αποτελεσμάτων (από την ομάδα του Πανεπιστημίου Πατρών, υπό τον καθηγητή Μ. Φαρδή).

Σεισμικές δράσεις για την ανάλυση (§5.2) Οι σεισμικές δράσεις ορίζονται κατά τον Ευρωκώδικα 8 28 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

[3], με την προσθήκη της δράσης με πιθανότητα υπέρβασης 50%/50 έτη (βλ. και Κεφ. 2 και 4 ΚΑΝΕΠΕ). Δίνονται επίσης κάποιες συστάσεις για την επιλογή και, κυρίως, για την αναγωγή των επιταχυνσιο¬γραφημάτων (που απαιτούνται για την ανάλυση χρονοϊστορίας) σε κοινή ένταση, με βάση τη βιβλιογραφία (π.χ. Kappos & Kyriakakis [13]).

Προσεγγιστική ανάλυση (§5.3) Η ενότητα αυτή προήλθε μετά από διεξοδικές συζητήσεις στο πλαίσιο της Συντακτικής Επιτροπής και στοχεύει κυρίως στη θεραπεία του φαινομένου που παρατηρείται συχνά στην Ελλάδα (αλλά και αλλού, π.χ. στη γειτονική Τουρκία) να γίνεται πρόταση και μελέτη επέμβασης χωρίς να έχει προηγηθεί μια, έστω σύντομη, μελέτη αποτίμησης του κτιρίου.

Γενικές απαιτήσεις προσομοίωσης και ελέγχων (§5.4) 5.4.1 Βασικές παραδοχές Η ενότητα 5.4 είναι γενικώς ανάλογη της 3.2 του ASCE 4106 [2]. 5.4.2 Συνεκτίμηση της στρέψης Η εναλλακτική προς εκείνη του ΕΑΚ (§3.3.3) και την πιο απλή (και συντηρητική) του Ευρωκώδικα (§4.3.3.2.4) διαδικασία για τη συνεκτίμηση της στρέψης βασίζεται στην §3.2.2.2 του [2]. 5.4.3 Προσομοίωση και έλεγχος κύριων και δευτερευόντων στοιχείων Βλ. σχετικώς §3.2.2.3 του ASCE 41-06 [2] και §4.3 του Ευρωκώδικα 8-3 [4]. 5.4.4 Παραδοχές για τις δυσκαμψίες και τις αντιστάσεις Οι δυσκαμψίες και αντιστάσεις υπολογίζονται βάσει των μέσων τιμών των αντοχών των υλικών, σύμφωνα με τις §7.2 ως 7.5 του ΚΑΝΕΠΕ. 5.4.5 Μορφολογία Βλ. σχετικώς και §3.2.3 του ASCE 41-06 [2]. 5.4.6 Διαφράγματα Βλ. σχετικώς §3.2.4 του [2]. Οι σχετικές με τα διαφράγματα διατάξεις του ASCE 41-06είναι γενικώς λεπτομερέστερες εκείνων του ΚΑΝΕΠΕ (κυρίως επειδή το ASCE 41-06 καλύπτει και την περίπτωση των κατασκευών από φέρουσα τοιχοποιία), ωστόσο στον Ελληνικό Κανονι¬σμό έχουν περιληφθεί (Σχόλια της 5.4.6ε) απλοποιητικά (γεωμετρικά) κριτήρια για τον χαρακτηρισμό ενός διαφράγματος ως απαραμόρφωτου. Τα κριτήρια βασίζονται στην εμπειρία των μελών της Συντακτικής Επιτροπής και στη διεθνή βιβλιογραφία (π.χ. [16]). 5.4.7 Επιρροές 2ας τάξεως Βλ. σχετικώς §3.2.5 του ASCE 41-06 [2]. Ως οριακή τιμή του δείκτη θ (παρ. 4.4.2.2 του ΕΚ8) υιοθετήθηκε το 0.20 του ΕΑΚ και όχι το 0.33 του ASCE 41-06ή το 0.3 του Ευρωκώδικα 8 (που για 0.2<θ<0.3 ζητά, εμμέσως, ακριβή ανάλυση


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 29


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

των φαινομένων Ρ-Δ). 5.4.8 Αλληλεπίδραση εδάφους-θεμελίωσης Βλ. σχετικώς §3.2.6 του ASCE 41-06 [2]. Με την παρούσα υποενότητα καλύπτεται ένα σημαντικό κενό που υπήρχε στον ΕΑΚ και εν πολλοίς υπάρχει και στον Ευρωκώδικα 8. Η απλοποιημένη διαδικασία της §5.4.8.1 βασίζεται στη γνωστή εργασία του Veletsos [17] που έχει υιοθετηθεί και σε σειρά κανονισμών των ΗΠΑ και άλλων χωρών. Η λεπτομερής προσομοίωση πρέπει να γίνεται λαμβάνοντας υπόψη και τη διεθνή βιβλιογραφία [π.χ. 9]. 5.4.9 Χωρική επαλληλία δράσεων Βλ. σχετικώς §3.2.7 του ASCE 41-06 [2] και §4.3.3.5.1 του Ευρωκώδικα 8-1 [3]. Η υποενότητα καλύπτει κυρίως την περίπτωση της ανελαστικής στατικής ανάλυσης που δεν καλύπτεται από τον ΕΑΚ. Ο απλοποιητικός κανόνας της §5.4.9β των σχολίων βασίζεται στην κρίση των μελών της Συντακτικής Επιτροπής. 5.4.10 Συνδυασμός δράσεων για την αποτίμηση ή τον ανασχεδιασμό Γίνεται απλώς παραπομπή στην §4.4.2. 5.4.11 Έλεγχος ανατροπής Η σχετική παράγραφος §3.2.10.1 του ASCE 41-06 (που αναφέρεται στις γραμμικές μεθόδους) είναι εκτεταμένη, αλλά και προβληματική (δυσχερής εφαρμογή, περιορισμένη ως ανύπαρκτη βαθμονόμηση), κυρίως λόγω της υιοθέτησης από το εγχειρίδιο αυτό μόνο της μεθόδου των επιμέρους δεικτών συμπεριφοράς m. Διέξοδος πρακτική δίνεται στο σχόλιο (που βασίζεται στην κρίση των μελών της Συντακτικής Επιτροπής), στο οποίο συνιστάται η εφαρμογή της μεθόδου του καθολικού δείκτη συμπεριφοράς (q), ακόμη και όταν οι έλεγχοι των μελών έχουν γίνει με χρήση των δεικτών m. Στα συνήθη κτίρια από Ο/Σ ο έλεγχος αυτός δεν είναι κρίσιμος.

Ελαστική στατική ανάλυση (§5.5) Στην ενότητα αυτή έχουν περιληφθεί τόσο η μέθοδος του καθολικού δείκτη συμπεριφοράς (q) που υιοθετούν ο Ευρωκώδικας, αλλά και ο ΕΑΚ και οι λοιποί κανονισμοί για την ελαστική ανάλυση νέων κτιρίων, όσο και η μέθοδος των επιμέρους δεικτών συμπεριφοράς (m) των FEMA 273 [6] και ASCE 41-06 [2]. Η δεύτερη είναι και η συνιστώμενη μέθοδος ελαστικής ανάλυσης για υφιστάμενα κτίρια, ιδιαίτερα όταν αναμένεται έντονη ανισοκατανομή των απαιτούμενων πλαστικών παραμορφώσεων. 5.5.1 Ορισμοί Η μέθοδος των επιμέρους δεικτών συμπεριφοράς (m) εισάγεται με βάση τη σχετική ενότητα (§3.3.1) του ASCE 41-06, ωστόσο στον ΚΑΝΕΠΕ η ενότητα αυτή έχει αφενός αναδι¬οργανωθεί πλήρως και αφετέρου έχει διευρυνθεί με παραγράφους που επιτρέπουν την (υπό προϋποθέσεις) εφαρμογή και 30 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

της μεθόδου του καθολικού δείκτη συμπεριφοράς. Για τους λόγους αυτούς προτάσσεται μια σειρά ορισμών. Σχετικά με την §5.5.1.1 (δείκτες ανεπάρκειας) βλ. §2.4.1.1 του [2] και 4.4.2(1) του [4]. Σχετικά με την §5.5.1.2 (Μορφολογική κανονικότητα) βλ. §2.4.1.1 ως 2.4.1.4 του [2]. 5.5.2 Προϋποθέσεις εφαρμογής της ελαστικής στατικής ανάλυσης Βλ. σχετικώς §2.4.1.2 του [2] και 4.4.2 του [4]. Η Σ.Ε. έκρινε σκόπιμη την υιοθέτηση του ορίου 2.5 για το δείκτη ανεπάρκειας (λ), αντί του 2.0 που υιοθετεί ο ASCE 41-06. 5.5.3 Βάσεις της ελαστικής στατικής μεθόδου Γίνεται απλώς παραπομπή στα ‘αρμόδια’ κεφάλαια 4 και (κυρίως) 7. Αξίζει να σημειωθεί εδώ το μεν ASCE 41-06 περιλαμβάνει σε ενιαίο κεφάλαιο (το 3) τα θέματα της προσομοίωσης και της ανάλυσης (που οι γενικές αρχές της δίνονται βέβαια στην ενότητα 2.4), ο δε ΚΑΝΕΠΕ καλύπτει τα μεν θέματα των παραδοχών και των μεθόδων ανάλυσης στο Κεφ. 5, τα δε θέματα της εκτίμησης της αντοχής, της δυσκαμψίας και της πλαστιμότητας των στοιχείων στο Κεφ. 7. 5.5.4 Προσδιορισμός της ιδιοπεριόδου Βλ. σχετικώς την §3.3.1.2 του ASCE 41-06 [2]. 5.5.5 Προσδιορισμός των εντατικών μεγεθών και παραμορφώσεων Διαφοροποιείται ο υπολογισμός των ισοδύναμων στατικών φορτίων ανάλογα με τον τύπο των δεικτών συμπεριφοράς που θα χρησιμοποιηθούν. Όταν υιοθετείται η μέθοδος του καθολικού δείκτη συμπεριφοράς (q), τα φορτία υπολογίζονται βάσει του Ευρωκώδικα 8. Όταν υιοθετείται η μέθοδος των τοπικών δεικτών συμπεριφοράς (m), τα φορτία υπολογίζονται βάσει της §3.3.1.3.1 του ASCE 41-06 (με κάποιες απλοποιήσεις στην εκτίμηση των Ci). Για τον υπολογισμό των δυνάμεων στα διαφράγματα, υιοθετείται μεν η §3.3.1.3.4 του [2], αλλά διευκρινίζεται αφενός ότι ο λογιστικός έλεγχος γίνεται μόνον όταν απαιτείται κατά την §5.4.6 και αφετέρου ότι, αντί του «τοπικού» χαρακτήρα ελέγχου του ASCE 41-06, τα διαφράγματα μπορεί να ελέγχονται και με βάση τα εντατικά μεγέθη που προκύπτουν από προσομοίωση (όλου του φορέα) στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το διάφραγμα.

Ελαστική δυναμική ανάλυση (§5.6) 5.6.1 Προϋποθέσεις εφαρμογής Βλ. σχετικώς §2.4.1.1 του ASCE 41-06 [2] και 4.4.3 του Ευρωκώδικα 8 [4]. 5.6.2 Βάσεις της μεθόδου Γίνεται απλώς παραπομπή στα ‘αρμόδια’ κεφάλαια 4 και 7. 5.6.3 Προσομοίωση και ανάλυση Για τις §5.6.3.1 ως 5.6.3.3 δεν απαιτείται αιτιολογική ση-


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 31


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

μείωση (η διαδικασία της ανάλυσης ακολουθεί, ως ώφειλε, τον Ευρωκώδικα). Σημειώνεται εδώ ότι με δεδομένο ότι στο πλαίσιο του ΚΑΝΕΠΕ η προσφυγή στην ανάλυση χρονοϊστορίας (κυρίως την ανελαστική) αναμένεται να είναι συχνότερη απ΄ ό,τι ως τώρα, είναι σκόπιμη η χρήση 7 (τουλάχιστον) επιταχυνσιογραφημάτων, ώστε να λαμβάνεται τελικώς ο μέσος όρος της απόκρισης (αλλιώς λαμβάνεται το μέγιστο, κάτι που ενγένει είναι πολύ δυσμενές). 5.6.4 Προσδιορισμός των εντατικών μεγεθών και παραμορφώσεων Διαφοροποιείται και πάλι ο υπολογισμός, ανάλογα με τον τύπο των δεικτών συμπεριφοράς που θα χρησιμοποιηθούν (q ή m). Για τη δεύτερη περίπτωση βλ. §3.3.2.3 του ASCE 41-06.

Ανελαστική στατική ανάλυση (§5.7) 5.7.1 Βάσεις της μεθόδου H υποενότητα αυτή δεν περιλαμβάνεται σε άλλους κανονισμούς, γράφτηκε δε με βάση την αντίστοιχη διεθνή βιβλιογραφία (π.χ. [2, 3, 6, 7, 11]). Σκοπός της είναι να εισαγάγει τον χρήστη του Κανονισμού (ιδιαίτερα τον «μη-μυημένο») στις βασικές έννοιες της ανελαστικής ανάλυσης. 5.7.2 Προϋποθέσεις εφαρμογής Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλους κανονισμούς (π.χ. [4]), στον ΚΑΝΕΠΕ δεν αποκλεί¬εται η χρήση των ανελαστικών μεθόδων στην περίπτωση όπου η ΣΑΔ (Στάθμη αξιοπιστίας δεδομενων) είναι απλώς «Ανεκτή». Αναγνωρίζεται δηλαδή ότι «Όλες οι μέθοδοι ανάλυσης είναι πρακτικώς εξίσου ευαίσθητες στη διακύμανση των τιμών των βασικών δεδομένων» (σχόλια §5.7.2), κάτι που ισχύει ιδιαίτερα όταν οι δυσκαμψίες των στοιχείων εξαρτώνται από την αντοχή τους. Σχετικές μελέτες [18] τεκμηριώνουν σε ικανοποιητικό βαθμό την προαναφερθείσα παρατήρηση. Το υπόλοιπο τμήμα της υποενότητας βασίζεται κυρίως στην §2.4.2.1 του [2]. 5.7.3 Προσομοίωση και ανάλυση Βλ. σχετικώς την §3.3.3.2 του ASCE 41-06. Η καμπύλη αντίστασης ενός φορέα προκύπτει από ανελαστική στατική ανάλυσή του για τις δύο κατανομές φορτίων που προβλέπονται στην §5.7.3.3 (‘τριγωνική’ ή ιδιομορφική, και ‘ομοιόμορφη’ ή αναπροσαρμοζόμενη). Σημειώνεται ότι οι καμπύλες που προκύπτουν από τις δύο κατανομές διαφέρουν τόσο ως προς την μέγιστη αντίσταση, όσο και ως προς την μετακίνηση αστοχίας (όταν γίνεται προσομοίωση της αστοχίας στοιχείων). Η ‘ομοιόμορφη’ κατανομή κατά κανόνα δίνει υψηλότερη μέγιστη αντοχή και χαμηλότερη πλαστιμότητα απ’ ό,τι η ‘τριγωνική’. Εξάλλου, η μορφή της καμπύλης αντίστασης είναι ομαλή και με μονοτόνως αύξοντα μετελαστικό κλάδο όταν η προσομοίωση γίνεται με διγραμ32 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

μικό (ή, σπανιότερα, τριγραμμικό) καταστατικό νόμο για τα δομικά στοιχεία, ενώ παρουσιάζει άλματα (μείωση αντοχής) και ενδεχομένως και φθίνοντα κλάδο όταν γίνεται προσομοίωση της αστοχίας στοιχείων, με καταστατικούς νόμους που προσομοιώνουν την πτώση αντοχής μετά την εξάντληση της διαθέσιμης πλαστιμότητας και τον κλάδο παραμένουσας αντοχής του φορέα (βλ. και σχήμα 1). Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη επιλογή είναι αποδεκτές από τον Κανονισμό, υπό τις προϋποθέσεις της §5.4.3β. Στο Σχ. 1 δίνεται ένα παράδειγμα καμπύλης αντίστασης που προέκυψε με προσομοίωση της αστοχίας στοιχείων για έναν εννιαώροφο πλαισιακό φορέα με τοιχοπληρώσεις, σχεδιασμένο με βάση τον ΕΑΚ. Το σημαντικό άλμα σε μετακίνηση περίπου 22cm αντιστοιχεί σε αστοχία των τοιχοπληρώσεων στον κρίσιμο όροφο (το ισόγειο). Σημειώνεται εδώ ότι η εξιδανίκευση της καμπύλης αντίστασης με μια διγραμμική καμπύλη είναι αναγκαία για τρεις λόγους [20]: 1. Για τον υπολογισμό της ενεργού δυσκαμψίας Ke του φορέα (§5.7.3.4), με βάση την οποία θα εκτιμηθεί και η στοχευόμενη μετακίνηση (δt) 2. Για τον υπολογισμό της παραμέτρου R=Vel/Vy που υπεισέρχεται στον προσδιορισμό του λόγου C1=δinel/δel της μέγιστης ανελαστικής μετακίνησης προς την αντίστοιχη ελαστική, που είναι και ο κρισιμότερος από τους συντελεστές οι οποίοι καθορίζουν την τιμή της στοχευόμενης μετακίνησης. Διευκρινίζεται ωστόσο ότι, κατά την §5.5.5.2β, για Τ0 ≥ Τ2 λαμβάνεται πάντα C1=1.0 (προσέγγιση ίσων μετακινήσεων), οπότε δεν είναι απαραίτητος ο υπολογισμός της παραμέτρου R. 3. Για την εκτίμηση της διαθέσιμης (υπερ)αντοχής και πλαστιμότητας του κτιρίου, οι οποίες είναι καταρχήν αναγκαίες μόνο για την επαλήθευση του δείκτη συμπεριφοράς σε περίπτωση που αυτός λαμβάνεται μεγαλύτερος των προβλεπομένων στον Πίνακα Σ4.3, αλλά, επί της ουσίας, αποτελούν και τις κρισιμότερες για την αποτίμηση παραμέτρους του φορέα και είναι προφανής η χρησιμότητά τους για τον Μηχανικό.

Σχ. 1 Καμπύλη αντίστασης για εννιαώροφο πλαισιακό φορέα με τοιχοπληρώσεις και εξιδανίκευση με διγραμμική καμπύλη με και χωρίς ‘κράτυνση’


Η συνιστώμενη στην §5.7.3.4 μέθοδος διγραμμικοποίησης της καμπύλης αντίστασης είναι η καταλληλότερη στην περίπτωση όπου είτε για κανονιστικούς, είτε και για ουσιαστικούς, λόγους ζητείται και η εκτίμηση της διαθέσιμης αντοχής και πλαστιμότητας, ενώ δεν προϋπο¬θέτει την γνώση της στοχευόμενης μετακίνησης, άρα δεν απαιτεί διαδοχικές προσεγγίσεις (όπως οι μέθοδοι τύπου FEMA356). Ο κανόνας των ίσων εμβαδών έχει το πλεονέκτημα ότι η προσέγγιση δεν εμπεριέχει ενεργειακό σφάλμα, ήτοι η ενέργεια που απορροφάται (για δεδομένη μετακίνηση) από τον φορέα που αποκρίνεται με βάση την ‘πραγματική’ καμπύλη αντίστασης είναι η ίδια με εκείνη που απορροφά ο ίδιος φορέας με διγραμμική συμπεριφορά. Πέραν όμως του κανόνα αυτού, σημασία έχουν (και, ενίοτε, είναι κρίσιμες) και η επιλογή του τρόπου ορισμού της μετακίνησης αστοχίας (δu) καθώς και η εισαγωγή άνω ορίου στην κλίση του δεύτερου κλάδου (‘φαινόμενη κράτυνση’) του διγραμμικού διαγράμματος. Εφόσον δεν απαιτείται για την επαλήθευση του q, ούτε κρίνεται σκόπιμη από τον Μηχανικό, η εκτίμηση της διαθέσιμης αντοχής και πλαστιμότητας, οι λοιποί δύο στόχοι της εξιδανί¬κευσης της καμπύλης αντίστασης, ήτοι η εκτίμηση των Ke και R μπορεί να επιτευχθούν με επαρκή για τις συνήθεις πρακτικές ανάγκες ακρίβεια και με απλούστερο τρόπο που δεν απαιτεί την χάραξη ‘πλήρους’ καμπύλης αντίστασης. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι, εφόσον η προσομοίωση γίνεται με διγραμμικό νόμο Μ-θ στοιχείων, ο ορισμός της κρίσιμης παραμέτρου της ενεργού δυσκαμψίας Ke δεν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στη σχετική παραδοχή (π.χ. αν θα είναι το 50% ή το 60% της Vy ή της Vu). Συνεπώς, μπορεί απλοποιητικώς να λαμβάνεται ως η επιβατική τιμή για στάθμη αντοχής ίση προς το 60% της μέγιστης αντίστασης (Vmax) η οποία έχει προκύψει από την ανάλυση, ενώ η δύναμη διαρροής Vy (για τον υπολογισμό του δείκτη R της σχέσης Σ5.5) να λαμβάνεται ως το 80% της Vmax. Σημειώνεται ότι εφόσον ο Μηχανικός επιλέξει να χαράξει την καμπύλη μόνο ως το 150% της στοχευόμενης μετακίνησης (δt), αυτή πρέπει να προεκτιμηθεί, άρα απαιτούνται δύο τουλάχιστον κύκλοι υπολογισμών, ενώ αν γίνει έλεγχος για δεύτερη στάθμη επιτελεστικότητας πρέπει να ακολουθήσει νέος κύκλος υπολογισμών. Αντίθετα αν η διγραμμική προσέγγιση γίνει με τον συνιστώμενο τρόπο, λαμβάνονται κάθε φορά διαφορετικά σημεία επί του ίδιου διαγράμματος. 5.7.4 Προσδιορισμός των εντατικών μεγεθών και παραμορφώσεων Βλ. σχετικώς την §3.3.3.3 του [2]. Με την απλοποιητική παραδοχή σχετικά με την τιμή του λόγου Vy/W που δίνεται στο σχόλιο της §5.7.4.2, δεν απαιτείται επαναληπτική διαδικασία για την εκτίμηση του συντελεστή C1 (λόγος της ανελαστικής μετακίνησης προς την αντίστοιχη ελαστική).

Σημειώνεται ότι εδώ (όπως και σε άλλες περιπτώσεις) οι συγκεκριμένοι κανόνες εφαρμογής (και οι αντίστοιχες σχέσεις) δίνονται στα σχόλια (και όχι στο κυρίως κείμενο όπως γίνεται στον Αμερικανικό Κανονισμό [2]), δίνοντας στο χρήστη τη δυνατότητα να εφαρμόσει άλλες δόκιμες μεθόδους, π.χ. εκείνη που υιοθετείται στο Παράρτημα Β του Ευρωκώδικα 8 [3]. Αναφορικά με τη σχετική ακρίβεια των μεθόδων εκτίμησης της στοχευόμενης μετακίνησης, η διεθνής βιβλιογραφία δεν είναι ακόμη κατασταλαγμένη, πάντως η μέθοδος των διορθωτικών συντελεστών (‘coefficient method’) που υιοθετείται στα σχόλια της §5.7.4.2 είναι η σχετικώς απλούστερη στην εφαρμογή.

Ανελαστική δυναμική ανάλυση (§5.8)

5.8.1 Προϋποθέσεις εφαρμογής Ο ΚΑΝΕΠΕ, σε αντιδιαστολή με τον Αμερικανικό Κανονισμό [2], θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της μεθόδου (που είναι η πλέον σύνθετη, αλλά και ακριβής) την επαρκή εμπειρία και εξειδίκευση του Μελετητή, και όχι του Ελέγχοντος (§2.4.2.2 του [2]). Να σημειωθεί εδώ ότι τέτοια θέματα (πιστοποίησης προσόντων μελετητή) δεν έχουν ακόμη αντιμετωπισθεί επαρκώς, κάτι που πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατό. Η προσωρινή λύση που προκρίθηκε είναι να εφαρμόζεται ο ΚΑΝΕΠΕ ενγένει από όσους έχουν πενταετή εμπειρία, ενώ στο άμεσο μέλλον προβλέπεται να θεσπισθούν διαδικασίες πιστοποίησης (συμπεριλαμβανομένων και των προσόντων για εφαρμογή ανελαστικής δυναμική ανάλυσης) μέσω κατάθεσης σχετικού φακέλου από τους ενδιαφερόμενους. 5.8.2 Βάσεις της μεθόδου Επισημαίνεται, μόνο, το προφανές για τον έμπειρο μελετητή, ότι (σε αντιδιαστολή με την περίπτωση της ανελαστικής στατικής ανάλυσης, §5.7) οι διατάξεις τόσο του ΚΑΝΕΠΕ, όσο και των λοιπών κανονισμών [2, 3, 4] για τη ανελαστική ανάλυση της χρονοϊστορίας της απόκρισης, είναι αρκετά συνοπτικές και είναι απαραίτητη η συμπλήρωσή τους με στοιχεία από τη διεθνή βιβλιογραφία (π.χ. [6, 7, 9, 11, 14]). 5.8.3 Προσομοίωση και ανάλυση Βλ. σχετικώς την §3.3.4.2 του [2]. 5.8.4 Προσδιορισμός των εντατικών μεγεθών και παραμορφώσεων Γίνονται παραπομπές σε προηγούμενες ενότητες.

Τοιχοποιίες πλήρωσης (§5.9)

Η ενότητα αυτή δημιουργήθηκε στο τελικό στάδιο σύνταξης του Κανονισμού, συγκεντρώνοντας όλες τις περί τοιχοπληρώσεων διατάξεις που ήσαν διάσπαρτες σε άλλες ενότητες του Κεφαλαίου 5, ώστε να είναι ευκολότερο για το χρήστη να τις εντοπίσει. Τα σχετικά με την προσομοίωση των τοιχοπληρώσεων προέρχονται από τη σχετική βιβλιογραφία (π.χ. [14]) καθώς και από συζητήσεις στο πλαίσιο της Συντακτικής Επιτροπής.

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 33


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Σχ. 2 Ενδεικτικό προσομοίωμα (τ – γ) για οπτοπλινθοδομές πληρώσεως υπό ανακυκλιζόμενη ένταση [14]

Όταν γίνεται συνεκτίμηση των τοιχοποιιών πλήρωσης στις ανελαστικές μεθόδους, για τα στοιχεία ισοδύναμης διαγωνίου ή διατμητικού φατνώματος εισάγεται κατάλληλη προσέγγιση (κατά κανόνα τριγραμμμική, βλ. και Σχ. 2) της περιβάλλουσας του διαγράμματος τ – γ (ή Ν – ε για τις διαγωνίους). Στα σχόλια της §7.4(γ) προτείνεται απλοποιημένο προσομοίωμα τ – γ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί του ακριβέστερου του Σχ. 2.

Βιβλιογραφικές παραπομπές [1]ASCE [American Society of Civil Engineers] (2003) “Seismic Evaluation of Existing Buildings – ASCE Standard 31-03”, Reston, Virginia. [2]ASCE/SEI (2006) “Seismic Rehabilitation of Existing Buildings – ASCE Standard 41-06”, American Society of Civil Engineers, Reston, Virginia. (ταυτίζεται σχεδόν με το FEMA 356 www.conservationtech.com/FEMA-publications/ FEMA356-2000.pdf ) [3]CEN [Comité Européen de Normalisation] (2004) “Eurocode 8: Design of structures for earthquake resistance – Part 1: General rules, seismic actions and rules for buildings (EN 1998-1: 2004)”, Brussels, May 2004. [4]CEN (2005) “Eurocode 8: Design provisions of structures for earthquake resistance - Part 3: Assessment and retrofitting of buildings (EN1998-3, Stage 64)”, CEN, Brussels, March 2005. [5]FEMA [Federal Emergency Management Agency] (1992) NEHRP Handbook for the Seismic Evaluation of Existing Buildings (FEMA-178), BSSC, Washington DC, June. [6]FEMA (1997) NEHRP Guidelines for the Seismic Rehabilitation of Buildings, FEMA-273, Washington D.C., Oct. 1997. [7]FEMA (1997) NEHRP Commentary on the Guidelines 34 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

for the Seismic Rehabilitation of Buildings, FEMA-274, Washington D.C., Oct. 1997. [8]FEMA (1998) NEHRP Recommended Provisions for Seismic regulations for New Buildings (1997 Edition): Part 1 Provisions; Part 2 - Commentary. BSSC, Washington D.C. [9]Gazetas, G. (1991) Foundation Vibration. In: Foundation Engineering Handbook, edited by Fang, H. Y., Van Nostrand Reinhold, New York, 553-593. [10]Japan Building Disaster Prevention Association (1977, revised 1990) Standard for evaluation of seismic capacity and guidelines for seismic retrofit design of existing reinforced concrete buildings (στα Ιαπωνικά). Βλ και: Ministry of Construction Notification No. 2089, Dec. 25, 1995. [11]Κάππος, A.I. (2005) Αποτίμηση σεισμικής συμπεριφοράς κτιρίων από Ο/Σ, Ενότητα 3 των Σημειώσεων του Μεταπτυχιακού μαθήματος: Αντισεισμικός σχεδιασμός κατασκευών από σκυρόδεμα (ΑΣΤΕ.4), ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη. [12]Kappos A.J. and Ellul, F. (2000) Seismic design and performance assessment of masonry infilled R/C frames. CD ROM Proceedings 12th World Conference on Earthquake Engineering (Auckland, Feb. 2000), New Zealand Earthquake Commission, Paper No. 989. [13]Kappos A.J. and Kyriakakis, P. (2000) A reevaluation of scaling techniques for natural records, Soil Dynamics & Earthquake Engineering, 20 (1-4), 111-123. [14]Kappos, A.J., Stylianidis, K.C., and Michailidis, C.N. (1998) “Analytical models for brick masonry infilled R/C frames under lateral loading”, Jnl. of Earthquake Engineering, 2(1), 59-88. [15]NZNSEE (2006) Assessment and Improvement of the Structural Performance of Buildings in Earthquake, Recommendations of an NZSEE Study Group on Earthquake Risk Buildings. [16]Penelis G.G. and A.J. Kappos (1997), “Earthquakeresistant Concrete Structures”, E & FN SPON (Chapman & Hall), London. [17]Veletsos, AS. (1977) Dynamics of Structure-Foundation Systems, In: Structural and geotechnical Mechanics (J.W. Hall, editor), Prentice-Hall, 333-361. [18]Κάππος, Α.Ι. και Κουρής, Λ.Α. Σ., (2006) «Παραμετρική διερεύνηση της επιρροής της στάθμης αξιοπιστίας των δεδομένων στην αναλυτική αποτίμηση των κατασκευών», 15ο Ελλ. Συνέδριο Σκυροδέματος, Αλεξανδρούπολη, , τ. Β, 242-255. [19]ΟΕ ΤΕΕ ΙΙ.4 του Έργου «Αντισεισμική θωράκιση Υφισταμένων κτιρίων» (2001) Τελική Έκθεση προς το ΤΕΕ, Αθήνα. [20]Παναγόπουλος Γ., Κάππος A., «Διγραμμική προσέγγιση διαγραμμάτων μεγεθών δυνάμεων – παραμορφώσεων», 16ο Ελλ. Συνέδριο Σκυροδέματος, Πάφος, 2009, εργ. αρ. 121105.


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 35


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Αποτίμηση & Ενίσχυση Κτηρίων μεγάλης σπουδαιότητας με βάση τον ΚΑΝΕΠΕ Βασίλειος Γ. Μπαρδάκης Δρ Πολιτικός Μηχανικός Παν. Πατρών ΕΜΠΛΕΚΤΟΝ Σύμβουλοι Μηχανικοί ΕΠΕ www.eblecton.gr

Σ1. κατοψικό σκαρίφημα (ΓΝ Ληξουρίου)

Εισαγωγή Περιγράφονται συνοπτικά τρείς εφαρμογές του ΚΑΝΕΠΕ (Κανονισμού Επεμβάσεων) σε κτήρια υψηλής σπουδαιότητας των οποίων η μετασεισμική λειτουργία είναι ζωτικής σημασίας. Το πρώτο παράδειγμα αφορά την Αποτίμηση και Ενίσχυση του Γενικού Νοσοκομείου Ληξουρίου «Μαντζαβινάτειο» στην Κεφαλονιά. Το Μαντζαβινάτειο Νοσοκομείο άρχισε να κατασκευάζεται το 1937 και αποπερατώθηκε το 1957. Ο φέροντας οργανισμός έμεινε εκτεθειμένος μέχρι το 1952 όπου ξεκίνησε η κατασκευή των μή-φερόντων στοιχείων. Η δεύτερη εφαρμογή αναφέρεται στην Αποτίμηση και Ενίσχυση των Καπναποθηκών Παπαστράτου στο Αγρίνιο. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο πολυώροφο βιομηχανικό κτήριο της δεκαετίας του ’70 το οποίο μελετήθηκε στο πλαίσιο αλλαγής χρήσης προς στέγαση επιτελικών υπηρεσιών (Δήμος Αγρινίου). Η τρίτη περίπτωση περιγράφει δύο κτήρια του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «ΑΤΤΙΚΟΝ» στην Αθήνα. Τα πολυώροφα κτήρια κατασκευάστηκαν την δεκαετία του ’90 βάσει των κανονισμών ΝΕΑΚ/ΝΕΚΩΣ χωρίς πρόβλεψη επιπλέον ορόφου. Η εφαρμογή του ΚΑΝΕΠΕ έγινε στο πλαίσιο αναβάθμισης των κτηρίων 36 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

Σ2. αποκάλυψη οπλισμού (ΓΝ Ληξουρίου)

για την προσθήκη νέων ορόφων από δομικό χάλυβα. Παράλληλα γίνεται παραπομπή και σε άλλα παρόμοια έργα ενισχύσεων δομημάτων (κτηρίων και γεφυρών).

ΓΝ Ληξουρίου «Μαντζαβινάτειο» Όπως προκύπτει απ’ την χρονολογία έναρξης κατασκευής το κτήριο είχε σχεδιαστεί πριν την εφαρμογή του Β.Δ. 1959. Από παλαιότερη διερεύνηση του Πανεπιστημίου Πατρών (Σ. Αναγνωστόπουλος κ.α. , 2004) είναι διαθέσιμα αρκετά στοιχεία Τεκμηρίωσης του δομικού συστήματος, ενώ απ’ την αρχική μελέτη διασώζονται κάποια αρχιτεκτονικά σχέδια και απ’ την κατασκευή φωτογραφικό υλικό. Συμπληρωματικά διεξήχθησαν: τομή εδάφους και αποκάλυψη θεμελίωσης, συμπληρώσεις γεωμετρικής αποτύπωσης, αποκαλύψεις οπλισμών (με χαντρώματα), μαγνητικές ανιχνεύσεις, δοκιμές κρουσιμέτρησης, αποκοπές τμημάτων σιδηροπλισμού και εκτιμήσεις απομείωσης διατομής καθώς και γεωτεχνική διερεύνηση υπαίθρου με εργαστηριακές δοκιμές. Όλα τα διαθέσιμα ευρήματα (παλαιά & νέα) καλύπτουν την «Ικανοποιητική Στάθμη» Αξιοπιστίας Δεδομένων (ΣΑΔ) του ΚΑΝΕΠΕ.


Σ3. τομή εδάφους (ΓΝ Ληξουρίου)

Τα αποτελέσματα των εμμέσων μεθόδων βαθμονομήθηκαν βάσει των αντοχών των πυρήνων (§ 3.7.1.3 ΚΑΝΕΠΕ). Η μέση τιμή της θλιπτικής αντοχής του σκυροδέματος βρέθηκε να ποικίλει από 12.70 MPa έως 15.30 MPa. Κατά την προσομοίωση και τον υπολογισμό των αντιστάσεων χρησιμοποιήθηκε, ανά κατηγορία στοιχείου και θέσης, η πλησιέστερη (χωρικά) διερευνητική τιμή. Η μέση τιμή της τάσης διαρροής του οπλισμού (διαμήκους και εγκάρσιου) εκτιμήθηκε ίση με 221.30 MΡa βάσει των εφελκυστικών δοκιμών που είχαν διεξαχθεί. Όσον αφορά την ανθεκτικότητα σε διάρκεια το δομικό σύστημα διαιρέθηκε σε 3 περιοχές για τις οποίες εκτιμήθηκε διαφορετικό απομένον ποσοστό οπλισμού. Η απομείωση του διαμήκη οπλισμού κυμαίνεται από 10-35%, ενώ η απομείωση του εγκάρσιου οπλισμού από 20-100%. Η γεωτεχνική έρευνα κρίθηκε απαραίτητη λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι δεν υπήρχαν εδαφοτεχνικά στοιχεία για το δόμημα και αφετέρου ότι η επέμβαση θα προκαλέσει πρόσθετες δράσεις στο έδαφος (Πιν. 3.1 ΚΑΝΕΠΕ). Απ’ τα αποτελέσματα των εργαστηριακών δοκιμών πορίστηκαν εξαιρετικά χαμηλές τιμές φέρουσας ικανότητας και δεικτών εδάφους (40 ΜN/m3) οπότε εύλογα για την θεμελίωση των νέων στοιχείων σχεδιάστηκαν πάσσαλοι οπλισμένου σκυροδέματος με περιμετρική σύνδεση. Εφαρμόστηκε η ανελαστική στατική ανάλυση (γνωστή σαν pushover) και η σεισμική δράση προέκυψε απ’ το φάσμα σχεδιασμού του EC8 (Ευρωκώδικα 8). Άλλωστε, το μέγεθος των ανεπαρκειών έθετε τις ελαστικές μεθόδους Ανάλυσης εκτός εφαρμοσιμότητας. Λόγω των αναμενόμενων αποκλίσεων απ’ τις σύγχρονες αρχές αντισεισμικού σχεδιασμού, το σύστημα αποτιμήθηκε ως ανεπαρκές για όλους τους στόχους επιτελεστικότητας. Αρκετοί έλεγχοι δεν πληρούνταν ούτε για τον στόχο Γ2 (την στάθμη επιτελεστικότητας «Αποφυγή Κατάρρευσης» υπό τον συχνότερο σεισμό σχεδιασμού - 60% του EC8). Μελετήθηκαν τεχνικές που υπηρετούσαν: α. μόνο την αύξη-

Σ4. δείγματα γεωτρήσεων (ΓΝ Ληξουρίου)

ση πλαστιμότητας (μανδύες ΙΟΠ γνωστοί σαν CFRP), β. μόνο την αύξηση δυσκαμψίας και αντοχής (προσθήκη πολύ δύσκαμπτων εξωτερικών μεταλλικών πλαισίων με σεισμικούς συνδέσμους - σχήματος Χ) και γ. συνδυασμό των προηγουμένων βασικών στρατηγικών. Λ��γω της υψηλής σεισμικής δράσης (ag=0.36g x 1.40 x 1.35=0.68 g) η περίπτωση «α» θα μπορούσε να καλύψει τον στόχο Γ2 ή Β2, ενώ η «β» θα μπορούσε θεωρητικά να καλύψει όλους τους στόχους (με υπέρβολικό οικονομικό τίμημα για τους οιονεί-ελαστικούς στόχους Α1/ Α2 και εξαιρετικά περίπλοκες συνδέσεις υφιστάμενου φορέα και περιμετρικών στοιχείων δυσκαμψίας). Μετά από σύγκριση προϋπολογισμών υιοθετήθηκε η μεικτή στρατηγική που στόχευε στην αύξηση δυσκαμψίας και αντοχής (προσθήκη δύσκαμπτων εξωτερικών μεταλλικών πλαισίων με σεισμικούς συνδέσμους), και σε μικρή αύξηση πλαστιμότητας (μανδύες ΙΟΠ έναντι τοπικών ανεπαρκειών). Φαίνεται λοιπόν - βάσει και άλλων παρόμοιων περιπτώσεων (πχ Ενίσχυση ΓΝ Πατρών «Ο Άγιος Ανδρέας» - βλ. Μπαρδάκης κ.α., 2009) - ότι σε κτήρια μεγάλης σπουδαιότητας, σε περιοχές μέσης ή υψηλής σεισμικότητας, τα οποία σχεδιάστηκαν σεισμικά πριν την εφαρμογή των πρόσθετων άρθρων (‘84), η στρατηγική αύξησης της πλαστιμότητας (πχ μανδύες ΙΟΠ) από μόνη της πολύ δύσκολα θα οδηγήσει σε κάλυψη του στόχου Β1 του ΚΑΝΕΠΕ.

Σ5. προσομοίωμα ενισχυμένου φορέα (ΓΝ Ληξουρίου)

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 37


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Σ8. προσομοίωση μυκητοειδών πλακών (καπναποθηκών Παπαστράτου)

Σ6. Φωτογραφία καπναποθηκών Παπαστράτου (Αγρίνιο)

Καπναποθήκες Παπαστράτου Το δομικό σύστημα του υφιστάμενου κτηρίου αποτελείται από μυκητοειδείς πλάκες, εσωτερικά υποστυλώματα (με κιονόκρανο) και περιμετρικά τοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος σε πυκνή διάταξη. Η θεμελίωσή του γίνεται κυρίως μέσω γενικής κοιτόστρωσης και από το σύνολο των στοιχείων συμπεραίνεται ότι ο δομοστατικός σχεδιασμός του κτηρίου ήταν πολύ προχωρημένος για την εποχή του. Σεισμικά, είχε σχεδιαστεί βάσει του Β.Δ. 1959 για συντελεστή σεισμικής επιβάρυνσης ε=0.06 (σεισμικότητα Ι, επικινδυνότητα εδαφών Β και απουσία κανονιστικής κατηγοριοποίησης σπουδαιότητας). Για την προσομοίωση της σεισμικής απόκρισης των μυκητοειδών πλακών εφαρμόσθηκαν ανάλογα οι προβλέψεις άλλων συστάσεων (FEMA, ATC), αφού τα πρακτικά ανελαστικά προσομοιώματα του ΚΑΝΕΠΕ και του μέρους 3 του ΕC8 δεν καλύπτουν ευθέως τέτοιες περιπτώσεις. Παρόμοια προβλήματα προσομοίωσης δημιουργούνται και σε δομικά συστήματα με στοιχεία από προεντεταμένο σκυρόδεμα (πχ Ενίσχυση Κτηρίου Εθνικής Πινακοθήκης - βλ. Bardakis et al, 2010) όπου τότε για δάνειο προσομοιώματος ανατρέχουμε στη Σεισμική Αποτίμηση Γεφυρών (πχ Bardakis & Fardis 2011). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις δανεισμού, λόγω της ψαθυρής (ή ελάχιστα πλάστιμης) συμπεριφοράς αυτών των δομικών στοιχείων, στους στόχους επιτελεστικότητας της Επέμβασης περιλαμβανόταν και η μή-διαρροή ή τουλάχιστον η μικρή απαιτούμενη ανελαστικότητά τους.

Σ7. προσομοίωμα υφιστάμενου φορέα (καπναποθηκών Παπαστράτου)

38 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

Εφαρμόστηκε η στατική ανελαστική μέθοδος αφού και πάλι το μέγεθος και η κατανομή των ανεπαρκειών έθετε τις ελαστικές μεθόδους Ανάλυσης εκτός εφαρμοσιμότητας (παρόμοια συμπεράσματα περί των ελαστικών εργαλείων είχαν προκύψει και κατά την πιλοτική εφαρμογή του ΚΑΝΕΠΕ στο κτήριο Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Πατρέων). Τελικά, για την αλλαγή χρήσης του βιομηχανικού κτηρίου σχεδιάστηκαν: τοιχωματοποιήσεις πλαισίων στις θέσεις ασυνέχειας μεταφοράς δυνάμεων των υφισταμένων τοιχωμάτων, προσθήκες πτερυγίου (μονόπλευρη επέκταση στύλου) σε άλλες θέσεις ασυνέχειας, μανδύες σκυροδέματος προς αύξηση δυσκαμψίας και δημιουργία αντισεισμικών λεπτομερειών όπλισης στους πυρήνες κλιμακοστασίων/ανελκυστήρων, μανδύες ΙΟΠ προς αύξηση της πλαστιμότητας και της αντίστασης σε τέμνουσα στα υπόλοιπα κρίσιμα δομικά στοιχεία. Σημειώνεται ότι στα τοιχεία σχεδιάστηκαν ειδικές περισφίγξεις άκρων - «κρυφουποστυλωμάτων» - τόσο στις τεχνικές σκυροδέματος όσο και στις τεχνικές ΙΟΠ.

Σ9. προσομοίωμα υφιστάμενου φορέα (κτήριο 28 ΠΓΝ Αττικόν)

Σ10. ειδική εφαρμογή περίσφιγξης (κτήριο 22α & 28 ΠΓΝ Αττικόν)


ΠΓΝ «ΑΤΤΙΚΟΝ»

Το δομικό σύστημα των κτηρίων είναι μεικτό (πλαισιακός φορέας και ισχυρά τοιχώματα) εξ οπλισμένου σκυροδέματος με θεμελίωση μορφής κιβωτίου, ενώ οι προστιθέμενοι όροφοι σχεδιάστηκαν με σκελετό δομικού χάλυβα. Οι επεμβάσεις προς ανάληψη των επιπλέον δράσεων (λόγω της προσθήκης των ορόφων που δεν είχαν προβλεφθεί απ’ την αρχική μελέτη), και οι νέοι όροφοι, μελετήθηκαν βάσει των αποτελεσμάτων στατικών ανελαστικών αναλύσεων. Για την αναβάθμιση του υφιστάμενου συστήματος των κτηρίων απαιτήθηκαν μόνον «ελαφρού τύπου» επεμβάσεις: περισφίγξεις δομικών στοιχείων με μανδύες ΙΟΠ και περισφίξεις άκρων τοιχείων («κρυφουποστυλωμάτων») με μεταλλικά ελάσματα. Σε κάποια τοιχώματα σχεδιάστηκε ειδική εφαρμογή περίσφιγξης για περιοχές μειωμένης προσβασιμότητας, αφού η μία πλευρά τους εφάπτεται του σεισμικού αρμού και συνορεύει με παρόμοιο τοιχείο. Φαίνεται λοιπόν - βάσει και άλλων αντίστοιχων περιπτώσεων (πχ Ενίσχυση βάθρων Γέφυρας Παραδεισίου με επικόλληση ΙΟΠ άνθρακα για προσθήκη νέου προεντεταμένου φορέα) - ότι στα νεότερα δομήματα, σε περιοχές μέσης ή μικρής σεισμικότητας, η στρατηγική αύξησης της πλαστιμότητας (πχ μανδύες ΙΟΠ ή μεταλλικά ελάσματα) είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει σε κάλυψη του στόχου Β1 του ΚΑΝΕΠΕ ή ανάλογου στόχου Επιτελεστικότητας Γεφυρών.

Σ11. προσομοίωμα ενισχυμένου φορέα (γέφυρα Παραδεισίου)

ΝΕΠΕ στηρίζεται στην επέκταση του κανόνα των ίσων μετακινήσεων (ελαστικού-ανελαστικού συστήματος), σε επίπεδο κρίσιμης περιοχής μέλους, η οποία έχει σαν βασική προϋπόθεση μια «ελάχιστη» κανονικότητα του ενισχυμένου δομικού συστήματος (που θα αποτρέπει ανομοιόμορφες κατανομές βλάβης καθύψος ή σε έκταση - § 5.6.1 λ≤2.5 ). Αντίθετα, η βασική ελαστική μέθοδος σχεδιασμού νέων δομημάτων του EC8 (ελαστική δυναμική ανάλυση και καθολικός δείκτης συμπεριφοράς q) επιτρέπει την χρήση της ελαστικής διαδικασίας και σε μη-κανονικά συστήματα (κτηρίων ή γεφυρών) με αντίτιμο την μείωση του διαθέσιμου q.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bardakis V.G. and Fardis M.N. (2011) Displacement-Based Seismic Design Procedure For Concrete Bridges Having Deck Integral With The Piers, Bull. of Earthquake Engineering, Springer Bardakis V.G., Stathopoulos J., Ferentinos G., Liontos K. (2010), Performance-Based Retrofit Of Athens National Gallery, 3rd fib International Congress, Washington Τάσιος Θ.Π. (2009), Θεωρία Σχεδιασμού Επισκευών και Ενισχύσεων, Αθήνα, Εκδόσεις Συμμετρία Fardis M.N. (2009), Seismic Design, Assessment and Retrofitting of Concrete Buildings, Springer Μπαρδάκης Β.Γ., Φερεντίνος Γ., Σταθόπουλος Ι., Λιόντος Κ. (2009), Σεισμική Αποτίμηση του Γ.Ν. Πατρών ‘Ο Άγιος Ανδρέας’ και προτάσεις Προσεισμικών Επεμβάσεων με βάση την Επιτελεστικότητα, 16o Συνέδριο Σκυροδέματος, Πάφος Bardakis V.G. and Tassios T.P. (2006), Estimation of behaviour factors of existing RC structures by means of linear methods, 2nd fib International Congress, Napoli Bardakis V.G. and Dritsos S.E. (2006), Evaluating Assumptions for Seismic Assessment of Existing Buildings, S. Dynamics & Earthquake Engineering, Elsevier Αναγνωστόπουλος Σ., Δρίτσος Σ., Τσίρλης Φ., Αλεξοπούλου Χ., Μπάρος Δ. (2004), Διερεύνηση της Αντοχής του Γενικού Νοσοκομείου Ληξουρίου (Μαντζαβινάτειο), Πάτρα, Πανεπιστήμιο Πατρών

Σ12. λεπτομέρεια διατμητικής ενίσχυσης μεσοβάθρου (γέφυρα Παραδεισίου)

ASCE (2000), Pre-Standard and Commentary for the Seismic Rehabilitation of Buildings (FEMA 356), ASCE for FEMA, Washington ATC (1996), Seismic evaluation and retrofit of concrete buildings (ATC- 40), Applied Technology Council, California

Ελαστικές Διαδικασίες

Όσον αφορά το μειωμένο εύρος εφαρμοσιμότητας των ελαστικών εργαλείων, υπενθυμίζεται ότι η βασική ελαστική μέθοδος (ελαστική δυναμική ανάλυση και τοπικοί δείκτες συμπεριφοράς m) του ΚΑ-

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 39


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ: •ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ •ΤΟΝ ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟ Μ.Π. ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΟΣ/ΕΜΠ

4. ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ 4.1 Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ 4.1.1 Έλεγχος ασφαλείας. Το επιβαλλόμενο κρίσιμο μέγεθος, εντατικό ή παραμορφωσιακό, είναι αξιόπιστα μικρότερο από την αντίστοιχη διαθέσιμη ικανότητα, σε κατάλληλη διατομή ή μέλος ή τμήμα ή στο σύνολο του δομήματος. 4.1.2 Ανίσωση ασφαλείας. Βλ. και Κεφάλαιο 9, αναλόγως του στόχου (της επιτελεστικότητας). Γενική, συμβολική, για δυνάμεις ή παραμορφώσεις, ενώ στις συναρτήσεις S και R υπεισέρχονται (βεβαίως) και τα γεωμετρικά δεδομένα a: Sd = γSd . S (Sκ . γf) < (1 : γRd) . R (Rκ : γm) = Rd Sκ : Bλ. ισχύοντες Κανονισμούς, και διαφοροποιήσεις ειδικώς για τις σεισμικές δράσεις. Rκ: Διαφοροποιήσεις, για υλικά υφιστάμενα ή προστιθέμενα, ή αναλόγως ελέγχου/αστοχίας. γf: Βλ. ισχύοντες Κανονισμούς, και διαφοροποιήσεις σε λίγες εξαιρετικές περιπτώσεις. γm: Διαφοροποιήσεις, για υλικά υφιστάμενα ή προστιθέμενα, ή αναλόγως ελέγχου/αστοχίας. γSd: Αυξημένες αβεβαιότητες προσομοιωμάτων για τις συνέπειες των δράσεων. 40 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

γRd: Αυξημένες αβεβαιότητες προσομοιωμάτων για τις κάθε είδους αντιστάσεις. Σε περιπτώσεις δυσανάλογων διαφοροποιήσεων των αποτελεσμάτων, απαιτείται ανάλυση ευαισθησίας και παραμετρική διερεύνηση (μεταβαλλόμενες τιμές ορισμένων παραμέτρων). 4.1.3 Γραμμικές μέθοδοι ανάλυσης, ελαστικές. Ο έλεγχος ασφαλείας γίνεται γενικώς σε όρους δυνάμεων, γενικώς κατά τους ισχύοντες Κανονισμούς. 4.1.4 Μή-γραμμικές μέθοδοι ανάλυσης, ανελαστικές. Εφαρμόζονται γενικώς για στόχο (επιτελεστικότητα) Β ή Γ, βλ. Κεφάλαιο 2. Ο έλεγχος ασφαλείας, σε όρους δυνάμεων/μετακινήσεων, γίνεται με σύγκριση των απαιτήσεων του φάσματος του σεισμού έναντι της μέγιστης διαθέσιμης και στοχευόμενης απόκρισης της «κορυφής» του δομήματος. Αν η συμπεριφορά είναι οιονεί-ψαθυρή : Έλεγχος σε όρους δυνάμεων, με κατάλληλους συντελεστές ασφαλείας. Αν η συμπεριφορά είναι οιονεί-πλάστιμη: Έλεγχος σε όρους παραμορφώσεων, με κατάλληλους συντελεστές ασφαλεία��. Όριο για οιονεί-πλάστιμη απόκριση: μθ ή μδ ≥ 2

ή

μφ ≥ 3 ÷ 4 , με φ = 1/r .


Βλ. Κεφ. 4 και Κεφ. 8, περί :

Δυσκαμψία : Επιβατική τιμή στη διαρροή του δομικού στοιχείου, βλ. Κεφ. 7 και 8. Για γραμμικές μεθόδους, με χρήση του ενιαίου q, και ελέγχους σε όρους δυνάμεων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι τιμές του Πίνακα,

Π.χ. για μδ = 3, η απαιτούμενη τιμή μφ είναι: μφ = 7 για q → m μφ = 5 για m → q . 4.2 ΣΤΑΘΜΕΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ α) Αυξημένη αβεβαιότητα... β) Αναλόγως της ΣΑΔ: -Επιλέγεται κατάλληλη μέθοδος ανάλυσης και επενελέγχου -Επιλέγονται κατάλληλοι γf / γSd και γm / γRd . 4.3 ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ α) Eκτίμηση αντιστάσεων R μέσω πειραμάτων, όχι σε επίπεδο υλικού αλλά σε επίπεδο διατομής ή περιοχής ή μέλους ή τμήματος. β) Συνθήκες εφαρμογής και παράγοντες που δεν αναπαράγονται κατά τις εργαστηριακές διερευνήσεις. ΠΡΟΣΟΧΗ. 4.4 ΒΑΣΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ 4.4.1 Δράσεις. 4.4.1.1 Βασικές δράσεις (μή-σεισμικές). Γενικώς κατά τους ισχύοντες Κανονισμούς, όσο αφορά τις τιμές των δράσεων, τους γf , τους ψi , τον συνδυασμό κ.λπ. 4.4.1.2 Τυχηματικές δράσεις, σεισμός (και πυρκαγιά). Αναλόγως του στόχου (της επιτελεστικότητας), λαμβάνοντας υπόψη τους συντελεστές σπουδαιότητας γΙ και απόσβεσης η (ξ ≠ 5%). Για pe = 10% εντός 50 ετών : 100% σεισμού ΕΚ 8-1. Για pe = 50% εντός 50 ετών : 60% σεισμού ΕΚ 8-1 (έγκριση Δημόσιας Αρχής). 4.4.1.3 Φάσματα απόκρισης/επιτάχυνσης Για γραμμικές μεθόδους: ΤΒ ≤ Τ ≤ ΤC , Sd(T) = γΙ . agR . S . 2,5 : q Για μή-γραμμικές μεθόδους: ΤΒ ≤ Τ ≤ ΤC , Se(T) = γΙ . agR . S . n . 2,5. 4.4.1.4 Δυσκαμψίες (μέσες τιμές ιδιοτήτων, γm = 1). Δυστένεια: 1,0 Ec . Ag ➢Δυστμησία: 0,4 Ec . Aw

για δυσκαμψία ως ποσοστό αυτής του σταδίου Ι (40% ÷ 80%).

Όταν δεν διατίθενται ακριβέστερα στοιχεία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τιμές δυσκαμψίας κατά τον Πίνακα που ακολουθεί. Πίνακας Σ 4.1 : Τιμές δυσκαμψίας Α/α Δομικό στοιχείο 1.1 Υποστύλωμα εσωτερικό 1.2 Υποστύλωμα περιμετρικό 2.1 Τοίχωμα, μή - ρηγματωμένο 2.2 Τοίχωμα, ρηγματωμένο (1) 3 Δοκός (2)

Δυσκαμψία 0,8*(EcIg) 0,6*(EcIg) 0,7*(EcIg) 0,5*(EcIg) 0,4*(EcIg)

(1) Ή επισκευασμένο, με απλές μεθόδους.

(2) Για τις πλακοδοκούς, μορφής Γ ή Τ, επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη Ig = (1,5 ή 2,0)Iw, αντιστοίχως, όπου Iw είναι η ροπή αδρανείας της ορθογωνικής διατομής του κορμού μόνον.

4.4.2 Συνδυασμοί δράσεων Γενικώς, κατά τους ισχύοντες Κανονισμούς. Δεν ελέγχονται θέματα λειτουργικότητας ή ανθεκτικότητας, ειδικώς για υφιστάμενα δομικά στοιχεία τα οποία δεν παρουσιάζουν σχετικά προβλήματα. 4.4.3 Αντιστάσεις α) Έλεγχοι ασφαλείας σε όρους δυνάμεων: -Υφιστάμενα υλικά, μέσες τιμές μείον μια τυπική απόκλιση -Προστιθέμενα υλικά, χαρακτηριστικές τιμές (βλ. και § ε). β) Έλεγχοι ασφαλείας σε όρους παραμορφώσεων : -Μέσες τιμές ιδιοτήτων των υλικών. γ) Επιτρέπονται τιμές που δεν συμπίπτουν με τις κατηγορίες/ κλάσεις αντοχών των Κανονισμών, π.χ. fck = 14,5 MPa, fyk = 300 MPa, όπου ο δείκτης k αναφέρεται στην αντιπροσωπευτική τιμή. δ) Επιτρέπονται διαφοροποιήσεις για υφιστάμενους ή προστιθέμενους σιδηροπλισμούς,

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 41


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

αναλόγως της διαμέτρου της ράβδου, με πρόσθετους ελέγχους. ε) Προστιθέμενα υλικά (εκτός Κανονισμών): Εγκρίσεις/Υπουργικές Αποφάσεις. 4.5 ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ 4.5.1 Προσομοιώματα, γSd και γRd. α) Βλ. Κεφάλαια 6 έως και 9 για τους γRd. β) Για νέους φορείς, ικανούς και επαρκείς (> 75%), γSd = 1,0 . γ) Όταν συμμετέχουν και οι υφιστάμενοι φορείς, και αν δεν γίνει ανάλυση ευαισθησίας και παραμετρική διερεύνηση, τότε – ανεξαρτήτως μεθόδου ανάλυσης – λαμβάνονται υπόψη τιμές γSd = 1,2 ή 1,1 ή 1,0 , αναλόγως των βλαβών ή/και των επεμβάσεων. δ) Κεφάλαιο 5, ελαστική ανάλυση, στατική ή δυναμική: Επιτρέπεται η εφαρμογή της, μόνον για σκοπούς αποτίμησης, ανεξαρτήτως ισχύος των προϋποθέσεων εφαρμογής, αν ληφθούν υπόψη γSd,ελ/απ = γSd + 0,15 . 4.5.2 Δράσεις (ΟΚΑ). α) Μεταβλητές δράσεις. Γενικώς, γf και ψi κατά τους Κανονισμούς. β) Μόνιμες δράσεις. Βασικοί συνδυασμοί και δυσμενείς επιρροές :

(ii) Έλεγχοι σε όρους παραμορφώσεων, fk = fm και fd = fk/γm

Βλ. ιδιαιτερότητες για: 1)Υφιστάμενα υλικά, γm αναλόγως ΣΑΔ. 2)Προστιθέμενα υλικά: 2.α) Υλικά τα οποία καλύπτονται από Κανονισμούς, «συμβατικά» (σκυρόδεμα, χάλυβας) : Αναλόγως διατομής και προσπελασιμότητας (και ελέγχου), γm΄/γm = 1,05 ή 1,20. 2.β) Υλικά τα οποία δεν καλύπτονται από Κανονισμούς (π.χ. shotcrete, ΙΟΠ, κόλλες κ.λπ.): Βλ. Κεφάλαιο 8, κατά περίπτωση, αναλόγως της διαθέσιμης πείρας και των αβεβαιοτήτων (βλ. πριν), κατά την κρίση του Μηχανικού. 3) Τοιχοπληρώσεις (υφιστάμενες ή/και προστιθέμενες)

-Ικανοποιητική ΣΑΔ γg = 1,35 -Aνεκτή/Υψηλή ± 0,15 Υπόλοιπες περιπτώσεις συνδυασμών και επιρροών: -Ικανοποιητική ΣΑΔ γg = 1,10 -Aνεκτή/Υψηλή ± 0,10 -Προς περιορισμόν των απαιτούμενων ελέγχων και μετρήσεων, π.χ. σε περιπτώσεις απλώς ανεκτής ΣΑΔ, επιτρέπεται εφαρμογή των τιμών 1,35 ή 1,10 σε συνδυασμόν με δύο ευλόγως ακραίες αντιπροσωπευτικές τιμές Gκ,min και Gκ,max (βλ. και § 4.2.β).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4.1 ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ

4.5.3 Αντιστάσεις, ιδιότητες υλικών (ΟΚΑ). Βλ. λεπτομερέστερα στοιχεία στο Παράρτημα 4.1, όπως επισυνάπτεται. Έστω παλαιό κτίριο με υλικά Β160 και St.I, με διαπιστωμένες τιμές αντοχών («μετρημένες», μέσες – συχνότερες) ως εξής: Σκυρόδεμα fcm = 11,5 MPa Xάλυβας σιδηροπλισμών (κάθε είδους) fym=270 MPa. (i) Έλεγχοι σε όρους δυνάμεων, fk = fm – s και fd = fk/γm

1) Τιμές ιδιοτήτων των υλικών και επιμέρους συντελεστές ασφαλείας Στον συνημμένο Πίνακα Π 4.1 δίνονται οι τιμές ιδιοτήτων των υλικών (που διαμορφώνουν τις κάθε είδους αντιστάσεις) και οι αντίστοιχοι επιμέρους συντελεστές ασφαλείας γ΄m, με βάση τις προβλέψεις των §§ 4.4.3 και 4.5.3. Ο υπόψη Πίνακας ισχύει για σκυρόδεμα και χάλυβα σιδηροπλισμών, καθώς και για «εξωσυμβατικά» νέα προστιθέμενα υλικά, είτε καλύπτονται από Κανονισμούς είτε όχι. Για τοιχοπληρώσεις, υφιστάμενες ή προστιθέμενες, βλ. § 4.5.3.1.δ, § 4.5.3.2.γ, § 4.5.3.3, § 7.4 και Κεφ. 8.

42 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

Γενικώς, κατά τα προηγούμενα, αναλόγως ΣΑΔ ή διατομής και προσπελασιμότητας (και ελέγχου).


ΠΙΝΑΚΑΣ Π 4.1: ΤΙΜΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ (που διαμορφώνουν τις αντιστάσεις) ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΙ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ γ΄m

• Υφιστάμενες τοιχοπληρώσεις: γm=2,00 ±0,50. Για υφιστάμενες τοιχοπληρώσεις δεν επιτρέπεται απλώς ανεκτή ΣΑΔ (βλ. § 3.7.3). Έτσι, για ικανοποιητική ή υψηλή ΣΑΔ γm=2,00 ή 1,50, αντιστοίχως.

που θα εισαχθεί στους υπολογισμούς θα εξαρτηθεί από τη γενικότερη ποιότητα κατασκευής του έργου, την ομοιομορφία κ.λπ., κατά τα ευρήματα και συμπεράσματα του Κεφ. 3, κατά την κρίση του Μηχανικού.

• Προστιθέμενες τοιχοπληρώσεις: γm=1,70 ÷ 3,00, βλ. ΕΚ 6.

β) Προστιθέμενα υλικά Η αντιπροσωπευτική τιμή είναι ίση με τη μέση τιμή, για έλεγχο σε όρους παραμορφώσεων, ή τη χαρακτηριστική τιμή (όπως προβλέπεται από τους οικείους Κανονισμούς), για έλεγχο σε όρους δυνάμεων. Η μέση τιμή αντοχής, για σύγχρονα, συνήθη και ¨συμβατικά¨ υλικά, μπορεί να εκτιμηθεί ως εξής, με βάση τη χαρακτηριστική τιμή :

2) Μέσες τιμές αντοχών υλικών (και τυπικές αποκλίσεις) α) Υφιστάμενα υλικά Η αντιπροσωπευτική τιμή είναι ίση με τη μέση τιμή, για έλεγχο σε όρους παραμορφώσεων (ή, για ορισμένους ελέγχους, σε όρους δυνάμεων, βλ. Κεφ. 9), ή τη μέση τιμή μειωμένη κατά μία τυπική απόκλιση (ή, απλώς, τη μέση τιμή), για έλεγχο σε όρους δυνάμεων. Η μέση τιμή, για συγκεκριμένο δομικό στοιχείο (ή ομάδα ομοειδών στοιχείων), είναι η διαπιστωμένη ¨ονομαστική¨ (μετρημένη), κατά τα προβλεπόμενα στο σχετικό Κεφ. 3, ενώ η ονομαστική τυπική απόκλιση εξαρτάται κυρίως από το είδος του υλικού, καθώς και την ποιότητα και την περίοδο κατασκευής. Όταν δεν διατίθενται ακριβέστερα στοιχεία, και ανεξαρτήτως της στάθμης αξιοπιστίας των δεδομένων (ΣΑΔ), οι τυπικές αποκλίσεις αντοχών των υλικών (ανηγμένες ως προς τις μέσες τιμές) μπορούν να εκτιμηθούν ως εξής : •Τοιχοπληρώσεις s/f m = 0,20 ÷0,40 •Σκυροδέματα s/f m = 0,10 ÷0,20 •S 220 s/f m = 0,10 •Παλαιότεροι νευροχάλυβες s/f m = 0,08 •Νεότεροι νευροχάλυβες s/f m = 0,06. Για υλικά με αυξημένη διασπορά αντοχών (τοιχοπληρώσεις και σκυρόδεμα), η τιμή της τυπικής απόκλισης της αντοχής

•Τοιχοπληρώσεις f m = min ( 1,5 f k , f k + 0,05 ή 0,50 MΡa, για διάτμηση ή λοξή θλίψη, αντιστοίχως) •Σκυροδέματα f m = min ( 1,2 f k , f k + 5,0 MΡa) •Χάλυβες Β500(C ή A) f m = (1,10 ή 1,05) f k, για Φ ≤ 16 ή ≥ 18 mm, αντιστοίχως.

4.6 ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ (ή ενιαίος) ΔΕΙΚΤΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ q 4.6.1 Γενικά. α) Παράγοντες που συνεργούν στην κατανάλωση σεισμικής ενέργειας, βλ. και § 4.6.2. Γενικώς, γινόμενο των παραγόντων υπεραντοχής και πλαστιμότητας, q = qυ . qπ . β) Διαφοροποίηση τιμών q αναλόγως του στόχου (της επιτελεστικότητας), κατά τον Πίνακα και το Παράρτημα 4.3 , με τιμή αναφοράς q΄ για τον στόχο Β (προστασία ζωής) κατά ΕΚ 8-1. Για τον στόχο Α ή Γ, οι τιμές ενδέχεται να διαφοροποιηθούν αναλόγως και της γενικής συμπεριφοράς του δομήματος. Έτσι, οι τιμές 0,6 (Α) ή 1,4 (Γ) μπορούν να κυμαίνονται από 0,4 έως και 0,8 ή από 1,6 έως και 1,2 , για πιο πλάστιμα ή πιο ψαθυρά συστήματα.

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 43


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Πίνακας 4.1 : Τιμές του λόγου q*/q΄ αναλόγως του στόχου επανελέγχου (για τον φέροντα οργανισμό)

του ενιαίου δείκτη συμπεριφοράς q σε περιπτώσεις εφαρμογής γραμμικής ανάλυσης), για τιμή αναφοράς αυτήν που αντιστοιχεί σε στάθμη επιτελεστικότητας (Β) («Προστασία ζωής») και πιθανότητα υπερβάσεως 10 % εντός του συμβατικού τεχνικού χρόνου ζωής των 50 ετών, κατά ΕΚ 8-1. 4.6.2 Αποτίμηση -Παράγοντες που συντελούν στην κατανάλωση σεισμικής ενέργειας, βλ. και § 4.6.1. -Βλ. Πίνακα με τιμές q΄ για τον στόχο Β (προστασία ζωής).

Οι τιμές του Πίνακα 4.1 ισχύουν ανεξαρτήτως της πιθανότητας υπερβάσεως για τον σεισμό σχεδιασμού (γενικώς, 10%, ή 50% κατά την κρίση και έγκριση της Δημόσιας Αρχής), βλ. και § 4.4.1.2.

Βεβαίως, η πιθανότητα υπερβάσεως (εντός της συμβατικής 50 – ετίας), επηρεάζει αμέσως και ευθέως το μέγεθος της σεισμικής δράσεως, βλ. (επίσης) § 4.4.1.2 και Παράρτημα 4.3.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4.3 ΤΙΜΕΣ ΤΗΣ ΑΝΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΜΝΟΥΣΑΣ ΒΑΣΕΩΣ ΥΠΟ ΣΕΙΣΜΟΝ Στον συνημμένο Πίνακα Π 4.2 δίνονται τιμές της ανηγμένης τέμνουσας βάσεως των κτιρίων υπό σεισμό, δηλ. τιμές του όρου Sd(T) = agR : q* (για ΤΒ ≤ Τ ≤ ΤC), χωρίς τους συντελεστές γΙ, η, S και 2,5, κατά ΕΚ 8-1. Οι τιμές αυτού του όρου προκύπτουν με βάση τις προβλέψεις της § 4.4.1.2 (περί της δράσεως του σεισμού) και της § 4.6 (περί

-Ουσιώδεις βλάβες (και φθορές) : Αυτές που έχουν οδηγήσει σε απομείωση αντοχών μεγαλύτερη του 25%, δηλ. για rR ≤ 0,75 , βλ. και Κεφάλαιο 7 (Παράρτημα 7.Δ). -Ρόλος και επιρροή των τοιχοπληρώσεων : Βλ. λεπτομερέστερες αναφορές στο Παράρτημα 4.2, καθώς και στο Κεφάλαιο 5 (§ 5.9) και Κεφάλαιο 7 (§ 7.4). -Για δομήματα στρεπτικώς ευαίσθητα ή ανεστραμμένα εκκρεμή, οι τιμές του Πίνακα πολλαπλασιάζονται επί 2/3 αλλά είναι πάντοτε μεγαλύτερες του 1,0 .

Σημείωση Ο Πίνακας ισχύει και για την αποτίμηση και για τον ανασχεδιασμό, με κατάλληλες τιμές αναφοράς όσο αφορά την στάθμη επιτελεστικότητας και την πιθανότητα υπερβάσεως. Αναλόγως της συμπεριφοράς του κτιρίου, ενδέχεται να υπάρχουν διαφοροποιήσεις για τις στάθμες επιτελεστικότητας Α και Γ, βλ. σχόλια § 4.6.1.

ΠΙΝΑΚΑΣ Π 4.2 : ΤΙΜΕΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ Sd(T) = agR:q* ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΜΝΟΥΣΑ ΒΑΣΕΩΣ, ΜΕ ΤΙΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ ΣΕ ΣΤΑΘΜΗ ΕΠΙΤΕΛΕΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ (Β)

44 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ


Πίνακας Σ 4.4 : Τιμές του δείκτη συμπεριφοράς q΄ για την στάθμη επιτελεστικότητας Β (προστασία ζωής)

(1) Για τις τοιχοπληρώσεις, βλ. § 5.9 και § 7.4. (2) Ικανοποίηση της συνθήκης ΣΜRc ≥ 1,3 ΣΜRb.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4.2 ΟΙ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΔΕΙΚΤΗ q Ο ενιαίος (καθολικός) δείκτης συμπεριφοράς q ενός δομήματος, διαμορφώνεται από το γινόμενο του παράγοντος υπεραντοχής qυ και του παράγοντος πλαστιμότητας qπ (βλ. και ΕΚ 8-1), δηλ. ισχύει : q = qυ • qπ . Σχετικώς, υπενθυμίζεται πως οι τιμές του q ενός δομήματος, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και η ευνοϊκή επιρροή της υστερητικής απόσβεσης, μπορεί να είναι διαφορετικές για τις διαφορετικές κύριες διευθύνσεις του κτιρίου, αναλόγως του δομητικού συστήματος και της ιδιοπεριόδου, αλλά η κλάση (και η κατηγοριοποίηση από άποψη) πλαστιμότητας θα είναι η ίδια, ανεξαρτήτως διεύθυνσης (κατά την οποία διατάσσονται τα πλαίσια ή/και τοιχεία του δομήματος).

(α) Ο παράγων υπεραντοχής (qυ), που εκφράζεται σε όρους δύναμης, ισούται με τον λόγο της σεισμικής δύναμης (τέμνουσας βάσεως) Vu που οδηγεί σε γενικευμένη διαρροή πολλών δομικών στοιχείων (έναρξη μηχανισμού ορόφου, με κίνδυνο γενικής αστάθειας) ως προς τη δύναμη V1 που οδηγεί σε διαρροή (γενικώς υπό κάμψη) του πρώτου δομικού στοιχείου (οποιουδήποτε, αλλά κυρίως πρωτεύοντος και μάλιστα του «κρίσιμου» ορόφου, βλ. την επόμενη § δ). Ο παράγων αυτός, εξαρτάται από το δομητικό σύστημα και την κανονικότητά του σε κάτοψη, από την υπερστατικότητα και τη δυνατότητα ανακατανομής της έντασης και (γενικότερα) από τα διαθέσιμα αποθέματα αντίστασης (αντοχής) του κτιρίου μετά την εμφάνιση της πρώτης πλαστικής άρθρωσης και μέχρι την έναρξη δημιουργίας μηχανισμού (ορόφου). Για την αποτίμηση και τον ανασχεδιασμό, μπορεί να γίνει – όσο αφορά τον παράγοντα qυ – χρήση των προβλέψεων και διατάξεων του EK 8-1 (βλ. τα περί αu/α1, §§ 3.2.2.5 και 5.2.2.2, καθώς και § 4.3.3.4.2.4), κατ΄ αρχήν. Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού, όταν δεν διατίθενται ακριβέστερα στοιχεία, είναι δυνατή η χρήση του επόμενου Πίνακα, ο οποίος έχει συνταχθεί με βάση τις τιμές που συνιστά ο EΚ 8-1 και όσα συμπληρωματικώς αναφέρονται αμέσως μετά. (1)Στον EΚ 8, η τιμή Vu/V1 παρουσιάζεται ως αu/α1, δηλ. ως πηλίκον των αντίστοιχων ανηγμένων επιταχύνσεων. (2)Για την κανονικότητα σε κάτοψη, βλ. την επόμενη § ε. (3)Απλοποιητικώς, κατά EΚ 8, η υπεραντοχή μή-κανονικών (σε κάτοψη) κτιρίων, σε σχέση με αυτήν αντίστοιχων κανονικών, δίνεται από τη σχέση: (Vu/V1) ΜΗ-Κ = [ 1 + (Vu/V1) Κ ] : 2.

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 45


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Πάντως, οι τιμές του Πίνακα, ισχύουν για σύγχρονα κτίρια (μελετημένα και κατασκευασμένα με σύγχρονους Κανονισμούς), με σύγχρονους κρατυνόμενους και όλκιμους (και συγκολλήσιμους χωρίς προϋποθέσεις) χάλυβες, γενικώς B500C (ή έστω S500s), με μέσες τιμές ft/fy ≈ 1,20 και εu ≈ 10%.

μου»), και μέσω αυτής, (ii) της απαιτούμενης πλαστιμότητας (σε όρους d ή θ, ή 1/r) για τα επιμέρους (πρωτεύοντα, κυρίως) φέροντα στοιχεία του ορόφου. Αν δεν υπάρχουν ακριβέστερα και λεπτομερέστερα στοιχεία, μπορεί να υιοθετηθεί η λογική και μεθοδολογία κατά τα επόμενα :

Για παλαιότερα κτίρια, με χάλυβες προηγούμενων γενεών, απαιτείται γενικώς κατάλληλη προσαρμογή.

(i) Η τιμή του qπ μεταβάλλεται αναλόγως της ιδιοπεριόδου του κτιρίου. Για πολύ μικρές Τ, δηλ. για απόκριση υπό ίση (πρακτικώς) επιτάχυνση, ισχύει qπ ≈ 1, ενώ για μεγαλύτερες Τ (μετά την κορυφή, το μέγιστο του φάσματος επιταχύνσεων), δηλ. για απόκριση υπό ίση (πρακτικώς) μετακίνηση, ισχύει qπ ≈ μd =μθ. Έτσι, η σχέση qπ και μd (για το σύνολο), αναλόγως της ιδιοπεριόδου του κτιρίου, μπορεί να εκφραστεί ως εξής :

Αν δεν υπάρχουν ακριβέστερα στοιχεία, μπορούν για παλαιότερα κτίρια να εφαρμοσθούν πολλαπλασιαστικοί συντελεστές λ όσο αφορά τις τιμές του Πίνακα, αναλόγως του χάλυβα των διαμήκων οπλισμών των πρωτευόντων στοιχείων (υπό σεισμόν), ως εξής : • Για παλαιότερον χάλυβα St.I ή S200, με ft/fy ≈ 1,40 και εu ≈ 10 ÷ 12%, λ = 1,1 • Για παλαιότερους χάλυβες, υψηλής αντοχής, με fyk = 400 ή 500 MPa, χειρότερους από άποψη κράτυνσης (ft/fy ≤ 1,10) και ολκιμότητας (εu ≤ 5%), λ = 0,9, με qυ ≥ 1,0. Για αποδεδειγμένα «ψαθυρότερους» χάλυβες (π.χ. ψυχρής κατεργασίας), συνιστάται να λαμβάνεται qυ=1. Πάντως, συνιστάται τελική τιμή 1,0 ≤ qυ ≤ 1,5, ανεξαρτήτως δομητικού συστήματος, ποιότητας χαλύβων, μεθόδου ανάλυσης κ.λπ. (β) Ο παράγων πλαστιμότητας (qπ), που εκφράζεται σε όρους παραμόρφωσης (π.χ. μετακίνησης), ισούται με τον λόγο της οριακής παραμόρφωσης αστοχίας (αναλόγως της στάθμης επιτελεστικότητας) ως προς την παραμόρφωση γενικευμένης διαρροής, έναρξης δημιουργίας μηχανισμού (ορόφου), με μετακινήσεις (πλευρικές ή οριζόντιες μεταθέσεις) αναφερόμενες στην κορυφή του κτιρίου (σε ύψος Η, βλ. § 5.7.3.2) ή στην περιοχή εφαρμογής της συνολικής συνισταμένης (οριζόντιας) σεισμικής δύναμης (σε ύψος Ηeff, βλ. την επόμενη § γ). Και αυτός ο παράγων, δηλ. κατά προσέγγιση ο δείκτης πλαστιμότητας σε όρους μετακινήσεων για το συνολικό κτίριο, εξαρτάται από το δομητικό σύστημα και την κανονικότητά του σε τομή (καθ’ ύψος, αυτή τη φορά), καθώς και από την ικανότητα παραμόρφωσης και κατανάλωσης ενέργειας μέσω της ανακυκλιζόμενης μετελαστικής συμπεριφοράς των επιμέρους (πρωτευόντων) δομικών στοιχείων και μάλιστα του «κρίσιμου» ορόφου (βλ. και την επόμενη § δ). (γ) Μέσω αυτής της «αποσύζευξης» μεταξύ του qυ (υπεραντοχή συνόλου) και του qπ (πλαστιμότητα σε όρους μετακινήσεων για το συνολικό δόμημα), είναι δυνατή η εκτίμηση (i) της απαιτούμενης πλαστιμότητας σε όρους μετακινήσεως ή στροφής χορδής σε επίπεδο ορόφου (π.χ. του «κρίσι46 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

- Για Τ ≤ ΤC - Για Τ ≥ ΤC

μd = 1 + ΤC/Τ (qπ - 1), ενώ μd = qπ ,

όπου ΤC είναι η τιμή της χαρακτηριστικής περιόδου του τέλους της περιοχής σταθερής φασματικής επιτάχυνσης και της έναρξης του κατιόντος κλάδου του φάσματος (ελαστικού ή σχεδιασμού) επιταχύνσεων (βλ. ΕΚ 8-1) και Τ είναι η θεμελιώδης ασύζευκτη ιδιοπερίοδος του κτιρίου κατά την εξεταζόμενη κύρια διεύθυνσή του (χ ή y), δηλ. Τx ή Τy, για qπx ή qπy, αντιστοίχως. (ii) Η τιμή του μd (για το σύνολο), μπορεί να «μεταφρασθεί» σε απαιτούμενη πλαστιμότητα του «κρίσιμου» ορόφου, σε όρους μετακίνησης ή στροφής χορδής, μd, ορ ≈ μθ, ορ. -Για κανονικά καθ’ ύψος κτίρια, με ομοιόμορφη κατανομή και διασπορά των αντιστάσεων αλλά και των ανελαστικών απαιτήσεων, όπως π.χ. συμβαίνει σε κτίρια με επαρκή και ικανά τοιχεία ή πλαίσια σχεδιασμένα ικανοτικώς (στους κόμβους), έτσι ώστε να εξασφαλίζεται (με αξιοπιστία) δημιουργία οιονεί – πλαστικών αρθρώσεων στα άκρα δοκών (ή έστω και σε λίγα άκρα στύλων καθ’ ύψος), «κρίσιμος» όροφος είναι εν γένει το ισόγειο, και ισχύει: μθ,ορ ( = μd, ορ) ≈ μd , μd = f (qπ), βλ. (i). -Για μή-κανονικά καθ’ ύψος, κτίρια, με ενδεχόμενον τον σχηματισμό «μηχανισμού ορόφου» σε έναν ή περισσότερους γειτονικούς ορόφους, σε ύψος h, η απαιτούμενη πλαστιμότητα αυτού του «κρίσιμου» ορόφου είναι σαφώς μεγαλύτερη αυτής για κανονικά κτίρια, κατά τα προηγούμενα. Για μή-κανονικότητα που δεν οφείλεται σε πιλοτή (βλ. τα επόμενα), αναλόγως δε του ύψους h όπου αναμένεται ο «μηχανισμός ορόφου», μπορεί να θεωρηθεί πως ισχύει : μθ,ορ ( = μd, ορ) ≈ μd . Η/ h ≤ 1,5μd , μd = f (qπ), βλ. (i) .


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 47


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

-Για κτίρια τύπου πιλοτής, με «μαλακό» (ή «ασθενές» ή «ανοικτό») ισόγειο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προηγούμενη προσέγγιση για μή-κανονικά καθ’ ύψος κτίρια με κατάλληλες τροποποιήσεις. Έτσι, για ύψος εφαρμογής της συνολικής συνισταμένης (οριζοντίας) σεισμικής δύναμης Heff ≈ 0,50H, σε αντίθεση με ύψος εφαρμογής για κανονικά κτίρια Heff ≈ 0,65 Η (÷0,80 Η, για σημαντική επιρροή των ανωτέρων κανονικών μορφών, για υψηλά κτίρια), μπορεί να θεωρηθεί πως ισχύει: μθ, πιλ (=μd, πιλ) ≈ μd · Heff / hs ≈μd · (H:2/ H:n) ≈ (n:2) · μd ≥ 1,5 μd, μd = f (qπ), βλ. (i), όπου n το πλήθος των ορόφων, περιλαμβανομένης της πιλοτής, και hs το ύψος της πιλοτής / του ισογείου (≈ H:n). Σημείωση Κατά τον EK 8-1, για μή-κανονικά καθ΄ ύψος κτίρια, εκτός πιλοτής, έχει υιοθετηθεί απλούστερη προσέγγιση, ως εξής : μθ,ορ ( = μd, ορ) ≈ κ · μd , μd = f (qπ), με κ = 1,00 για κανονικά κτίρια, και κ = 1,25 για μή-κανονικά κτίρια (αντί κ = Η/h ≤ 1,5, βλ. τα προηγούμενα). (iii) Η τιμή του μθ,ορ ( = μd, ορ), μπορεί να «μεταφρασθεί» σε απαιτούμενη πλαστιμότητα (σε όρους καμπυλοτήτων, μ1/r) των κρίσιμων περιοχών των πρωτευόντων φερόντων στοιχείων του ορόφου, δηλ. των στοιχείων με την μεγαλύτερη συμμετοχή στην ανάληψη της σεισμικής δύναμης, με προϋπόθεση (βεβαίως) πως η συμπεριφορά τους είναι πλάστιμη, υπό Μ/Ν (και όχι ψαθυρή, υπό V), δηλ. πως θα αναπτύξουν οιονεί πλαστικές (και όχι θραυστικές) αρθρώσεις στα άκρα τους, με VR,red ≥ 1,15 VMR = 1,15 MR/LS (και όχι VR,red ≤ 0,85 VMR = 0,85 MR/LS , αντιστοίχως), με Ls (=αs · h) το μήκος διάτμησης (όπου αs ο λόγος διάτμησης), και Ls ≈ 0,5 · L για γραμμικά στοιχεία ή Ls ≈ 0,5 · Η΄ για τοιχώματα), βλ. και § 7.1.2.6. Σχετικώς, η μ1/r ορίζεται ως το πηλίκον της καμπυλότητας στο 85% της Μu (μετά την Μu) ως προς την καμπυλότητα στην διαρροή (Μy). Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού, η συσχέτιση μεταξύ μ1/r και μθ,ορ(=μd,ορ) παρουσιάζεται στις §§ 7.2.6 και 8.2.3. (iv) Έτσι, μέσω του επιθυμητού ή στοχευόμενου ενιαίου δείκτη q (= qυ . qπ), μπορούν να εκτιμηθούν οι απαιτούμενοι δείκτες πλαστιμότητας σε όρους καμπυλοτήτων (μ1/r) των κρίσιμων περιοχών των κύριων δομικών στοιχείων του κτιρίου (στον «κρίσιμο» όροφό του), ή αντιστρόφως (υπό προϋποθέσεις). 48 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

(δ) Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού, δηλαδή για την αποσύζευξη και εκτίμηση των επιμέρους δεικτών που διαμορφώνουν τον q, ως «κρίσιμος» όροφος θεωρείται (και είναι) ο πλέον υπερκαταπονούμενος όροφος του δομήματος, όσο αφορά – κυρίως – τα πρωτεύοντα στοιχεία του. Σχετικώς, «κρίσιμος όροφος» είναι το ισόγειο, ιδίως αν πρόκειται για «ανοικτόν όροφον», δηλ. με ελάχιστες πλινθοπληρώσεις ή υαλοστάσια κ.λπ., τύπου πιλοτής. Όμως, «κρίσιμος» ενδέχεται να είναι και ανώτερος όροφος του κτιρίου, π.χ. σε περιπτώσεις έντονης αλληλόδρασης μεταξύ διπλανών κτιρίων, με ανεπαρκές εύρος (αντισεισμικού) αρμού και κίνδυνον κρούσης, βλ. § 4.8. (ε) Σχετικώς με τα θέματα κανονικότητας και τις ιδιαιτερότητες σε περιπτώσεις πλινθοπληρωμένων κτιρίων (κυρίως με πλαίσια και όχι με τοιχεία), ισχύουν τα εξής κατά τον EΚ 8-1: -Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αυξημένη αβεβαιότητα που σχετίζεται με τις αντιστάσεις των φατνωμάτων, την επιρροή των ανοιγμάτων, τη σφήνωση προς τον σκελετό, την ενδεχόμενη «αλλοίωση» (ή τροποποίηση, καθαίρεση κ.λπ.) κατά τη μακρόχρονη χρήση των κτιρίων, τις ανομοιόμορφες βλάβες υπό σεισμόν κ.λπ. -Πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα κατασκευαστικά μέτρα για τον περιορισμό των βλαβών, ιδίως σε περιπτώσεις μεγάλων ανοιγμάτων ή λυγηρών φατνωμάτων (με h/t ή l/t > 15), όπως η διάταξη συνδέσμων, πλεγμάτων, διαμπερών διαζωμάτων κ.λπ. -Επισημαίνεται πως, κατά την § 5.4.3.γ, απαγορεύεται, γενικώς, να λαμβάνονται υπόψη ή όχι οι τοιχοπληρώσεις, επιλεκτικώς, π.χ. από όροφον σε όροφον ή/και από θέση σε θέση του κτιρίου -Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο η ενδεχόμενη γενική όσο και τοπική επιρροή τους, ιδιαιτέρως αν είναι δυσμενείς -Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ενδεχόμενη επιρροή των πλινθοπληρώσεων όσο αφορά θέματα μη - κανονικότητας σε κάτοψη ή τομή. Όσο αφορά την κάτοψη: Σε ορισμένες περιπτώσεις ασύμμετρης διάταξης, επιβάλλεται παραμετρική διερεύνηση της επιρροής των πλινθοπληρώσεων με συνεκτίμηση ορισμένων και όχι όλων των φατνωμάτων ή/και σημαντική επαύξηση της τυχηματικής εκκεντρότητας ορόφου υπό σεισμόν. Όσο αφορά την τομή : Σε δυσμενείς περιπτώσεις «ανοικτών» ορόφων ή απομείωσης των τοίχων, επιβάλλεται επαύξηση των εντατικών μεγεθών κατά τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή n = 1 + ΔVRW / ΣVSd ≤ q,


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 49


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

μόνον εάν ο συντελεστής αυτός έχει τιμές μεγαλύτερες του 1,1, όπου ΔVRW είναι η ενδεχόμενη απομείωση της συνολικής διατμητικής αντίστασης των τοιχοπληρώσεων και ΣVSd είναι η συνολική δρώσα τέμνουσα δύναμη για όλα τα πρωτεύοντα κατακόρυφα φέροντα στοιχεία, ανά όροφο. 4.6.3 Ανασχεδιασμός. α)Νέος «σκελετός» – αναβάθμιση/τροποποίηση υφιστάμενων στοιχείων ή νέοι φορείς, ικανοί και επαρκείς (ως προς το πλήθος/και την αντίσταση):

μονομούνται έτσι ώστε ο αντίστοιχος καθολικός q (για το δόμημα) να μή αφίσταται περισσότερο του 15% αυτού κατά την προηγούμενη § 4.6 . Βλ. Παράρτημα 4.2 και Κεφάλαιο 8 (q ↔ m), Παράρτημα 4.4 (έλεγχοι).

q΄ (Β) = q κατά ΕΚ 8-1. Επάρκεια νέου «σκελετού»: ➢ -Τουλάχιστον δύο προς κάθε κατεύθυνση μή- συνεπίπεδα και σταθερά καθ΄ ύψος νέα τοιχεία ή πρόσθετα πλαίσια. -Για τα νέα στοιχεία, ΣVRd,s,i/ ΣVSd,i ≥ 0,75 , σε κάθε όροφον και προς κάθε κατεύθυνση. -Άλλως, επιτρέπονται τιμές έως και 0,60 , αν ληφθούν υπόψη τιμές q΄ (B) = 0,8 q και γSd = 1,1 -Οιονεί-ελαστική συμπεριφορά συνδέσεων και θε- μελιώσεων, δηλ. έλεγχος με γSd = 1,35 (≤ q*). Βλ. Κεφάλαιο 8 (§ 8.5), για περιπτώσεις προσθήκης συστημάτων δικτύωσης από δομικόν χάλυβα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4.4 Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΕΛΕΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

β)Περιπτώσεις εκτεταμένων αλλά «ήπιων» παρεμ- βάσεων: Κατάλληλες, μεγαλύτερες τιμές q΄ (Β) κατά τον ανασχεδιασμό από ό,τι κατά την αποτίμηση, Π.χ. κτίριο του 1980 ή 1990 με ουσιώδεις βλάβες καί δυσμενείς τοιχοπληρώσεις: -Αποτίμηση, q΄ (Β) = 1,1 ή 1,3 , αντιστοίχως -Ανασχεδιασμός, απλή επισκευή όλων των βλαβών q΄ (Β) = 1,3 ή 1,7 -Ανασχεδιασμός, όπως πριν καί ευμενείς τοιχοπληρώσεις q΄ (Β) = 1,7 ή 2,3 (π.χ. όχι κοντά στοιχεία/χτίσιμο φεγγιτών, «απομόνωση» λίγων δυσμενών τοιχοπληρώσεων/και έλεγχος αντοχής τους, διάταξη αρκετών νέων πλήρων φατνωμάτων κ.λπ.). 4.7 ΤΟΠΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΠΛΑΣΤΙΜΟΤΗΤΑΣ m 4.7.1 Γενικά. Διάκριση σε φέροντα στοιχεία (πρωτεύοντα, δευτερεύοντα) και τοιχοπληρώσεις,υφιστάμενες ή προστιθέμενες. Βλ. Κεφάλαιο 7 και 8, αναλόγως του στόχου (της επιτελεστικότητας). Οι τιμές των τοπικών δεικτών m πρέπει να εκλέγονται/βαθ50 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

4.7.2Αποτίμηση, βλ. Κεφάλαιο 7 (υφιστάμενα στοιχεία). 4.7.3Ανασχεδιασμός, βλ. Κεφάλαιο 7 (νέα στοιχεία) και Κεφάλαιο 8 (επισκευές/ενισχύσεις).

Με βάση όσα προβλέπονται στα Κεφ. 2, 4, 7 έως και 9, οι έλεγχοι ασφαλείας μπορούν να παρουσιασθούν εποπτικώς κατά το συνημμένο σκελετικό διάγραμμα συμπεριφοράς, αναλόγως της στάθμης επιτελεστικότητας (Α έως και Γ) και του ελέγχου σε όρους δυνάμεων (μέσω του q ή των m) ή παραμορφώσεων (μέσω της παραμόρφωσης σχεδιασμού, dd ≈ θd). Για αναλυτικότερες περιγραφές και προβλέψεις, βλ. τις §§ 4.1.1 έως και 4.1.4, 4.6, 4.7, 5.1.3 και 7.1, καθώς και το Κεφ. 9. Όσο αφορά τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς στη φάση εξασθένησης της αντίστασης των στοιχείων, μετά την οιονείαστοχία (Fu και du), η οποία ενδιαφέρει μόνον για αναλύσεις και ελέγχους με μή-γραμμικές (ανελαστικές) μεθόδους, και –μάλιστα – μόνον για δομικά στοιχεία με σαφώς πλάστιμη συμπεριφορά, και μόνον για στάθμη επιτελεστικότητας Γ, «Αποφυγή κατάρρευσης», ισχύουν τα εξής (βλ. και §§ 5.7.3.1 και 7.1.2.5): •Η απομένουσα αντίσταση Fres, που είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί, μπορεί να λαμβάνεται ίση με ποσοστό της οριακής αντοχής του στοιχείου Fu(=Fy), δηλ. Fres, = α · Fy, βλ. διάγραμμα. Για στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος, το ποσοστό α μπορεί να ληφθεί ίσο με 25%. •Η μέγιστη παραμόρφωση dmax, υπό την οποία επέρχεται πλήρης απώλεια των αντιστάσεων του στοιχείου, καί υπό τα φορτία βαρύτητας, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με αξιοπιστία. Πάντως, μπορεί να θεωρηθεί το πολύ ίση με το διπλάσιο της παραμόρφωσης αστοχίας. Για στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος, και μόνον για λόγους προσέγγισης της απόκρισης του όλου κτιρίου μετά την διαδοχική οιονεί-κατάρρευση επιμέρους στοιχείων του (δευτερευόντων, κυρίως), ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής β μπορεί να ληφθεί ίσος με 1,5 , βλ. διάγραμμα. •Για υφιστάμενες, συνήθεις και άοπλες τοιχοπληρώσεις, με κατ΄ εξοχήν ψαθυρή συμπεριφορά, δεν τίθεται θέμα κλά-


δου μετά την αστοχία. Αυτά τα δομικά στοιχεία ελέγχονται σε όρους δύναμης ή παραμόρφωσης και μόνον για τις στάθμες επιτελεστικότητας Α και Β. Για τη στάθμη Γ, «Αποφυγή κατάρρευσης», δεν συμπεριλαμβάνονται στο προσομοίωμα (και βεβαίως, δεν ελέγχονται), βλ. § 7.4. Όμως, η ενδεχομένως δυσμενής, γενική ή τοπική, επιρροή τους, οφείλει πάντοτε να ελέγχεται, ή πρέπει να λαμβάνονται μέτρα περιορισμού της, βλ. § 5.9. Μόνον οπλισμένες τοιχοπληρώσεις, υφιστάμενες (μετά από ενίσχυσή τους) ή προστιθέμενες, και μάλιστα υπό προϋποθέσεις, κατά το Κεφ. 8, μπορούν να ληφθούν υπόψη μετά την αστοχία, κατά τα προηγούμενα, με α=0,25 και β=1,5 (όπως και για στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος). Σκελετικό Διάγραμμα Συμπεριφοράς (για τα επιμέρους δομικά στοιχεία, ή το δόμημα – ως σύνολο)

Παρατηρήσεις 1)Για τα πρωτεύοντα φέροντα στοιχεία : Η οριακή παραμόρφωση σχεδιασμού (dd), ακόμη και για τη στάθμη επιτελεστικότητας Γ, είναι μικρότερη αυτής που αντιστοιχεί στην οιονεί-αστοχία (du), και μάλιστα με ικανοποιητική αξιοπιστία, που εκφράζεται μέσω του γRd (βλ. Κεφ. 9). 2)Για τα δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία : Γι΄ αυτά τα στοιχεία, γίνεται αποδεκτός μεγαλύτερος βαθμός βλάβης (υπό σεισμόν) απ΄ ότι για τα πρωτεύοντα φέροντα στοιχεία, αναλόγως και του αν πρόκειται για κατακόρυφα ή οριζόντια φέροντα στοιχεία, για τιμές dd που διαμορφώνονται και μέσω του γRd (στην Β και όχι στην Γ). Σχετικώς, οριζόντια δευτερεύοντα φέροντα στοιχεία (και μόνον), επιτρέπεται να μή συμπεριλαμβάνονται στο προσομοίωμα και να μή ελέγχονται, στη στάθμη επιτελεστικότητας Β και, κυρίως, Γ, σε περιπτώσεις ανελαστικής ανάλυσης. Στην

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 51


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

στάθμη επιτελεστικότητας Α, δεν επιτρέπεται η διάκριση των φερόντων στοιχείων σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα (βλ. και § 2.4.3.4). 3)Για τις τοιχοπληρώσεις : Βλ. σχετική αναφορά στα προηγούμενα αυτού του Παραρτήματος. Επίσης, βλ. Κεφ. 5, 7 και 8. 4)Για τους συντελεστές γRd, που διαμορφώνουν τις τιμές των παραμορφώσεων σχεδιασμού (dd) : Οι τιμές τους είναι εν γένει διαφορετικές, αναλόγως της στάθμης επιτελεστικότητας (Β ή Γ) και του είδους του ελεγχόμενου δομικού στοιχείου. Για την στάθμη Α, γRd=1. 5)Στην απλοποιημένη ανελαστική στατική ανάλυση (βλ. Κεφ.5), οπότε εν γένει χρησιμοποιούνται διγραμμικά σκελετικά διαγράμματα, κατά τα προηγούμενα, επιτρέπεται να μη προσομοιώνεται αμέσως η φάση εξασθένησης της αντίστασης. 6)Σε κτίρια στα οποία η επιρροή των ανώτερων ιδιομορφών είναι σημαντική (βλ. § 5.7.2.β), συνιστάται εφαρμογή στατικής ανελαστικής ανάλυσης σε συνδυασμό με δυναμική ελαστική ανάλυση, οπότε διεξάγονται όλοι οι έλεγχοι και με τις δύο μεθόδους, ενώ επιτρέπεται αύξηση κατά 25 % των τιμών των δεικτών q και m (βλ. και § 9.3.1.γ). 4.8 Σεισμική αλληλόδραση γειτονικών κτιρίων Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μεταξύ γειτονικών κτιρίων δεν υπάρχει απόσταση μεγαλύτερη του εύρους του αντισεισμικού αρμού (πλήρους διαχωρισμού), όπως αυτός ορίζεται στον ΕΚ 8-1, συνιστώνται τα ακόλουθα : α) Όταν όλες οι πλάκες των ομόρων κτιρίων βρίσκονται στην ίδια περίπου στάθμη, όταν δηλαδή δεν υπάρχει πιθανότητα εμβολισμού, δεν είναι εν γένει αναγκαία η λήψη ειδικότερων μέτρων έναντι σύγκρουσης. Σχετικώς, περίπου ισόσταθμες θεωρούνται οι πλάκες για τις οποίες επί μήκους τουλάχιστον ίσου με τα δύο τρίτα του μήκους επαφής των κτιρίων, η ανισοσταθμία είναι μικρότερη από τα δύο τρίτα της εγκάρσιας διάστασης του υποστυλώματος (ή τοιχώματος) ή από το ύψος της πιο υψίκορμης από τις κάθετες ή τις παράλληλες προς την μεσοτοιχία δοκούς – όποια από τις δύο κατηγορίες είναι ευμενέστερη. 4.8.1 Συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καλύτερον δυνατόν, πάντως δε πρακτικώς εφικτόν, τρόπον το ενδεχόμενο μιας δυσμενούς για το δεδομένο κτίριο σύγκρουσης με γειτονικά κτίρια, λόγω εκτός φάσεως μετακινήσεώς τους.

52 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

β)Όταν η πιο πάνω προϋπόθεση δεν ικανοποιείται, συνιστάται η εμφάτνωση κατάλληλου τοιχώματος ή πτερυγίου πίσω από τα υπό κρούση ακραία υποστυλώματα, μέσα στο πρώτο φάτνωμα κατά τη διεύθυνση της πιθανολογούμενης κρούσης. γ)Εναλλακτικά, είναι δυνατή η ενίσχυση των ως άνω ακραίων υποστυλωμάτων σε ολόκληρο το ύψος τους και μέχρι τη θεμελίωση, αυξάνοντας κατά 100% τη σεισμική ένταση ανασχεδιασμού των εν λόγω υποστυλωμάτων (όπως έχει υπολογισθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο σύγκρουσης). Προς τούτο, κατά την ενίσχυση οποιουδήποτε από τα δύο αυτά κτίρια, είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω ενδεχόμενο αυξάνοντας κατά 50% τη συνολική σεισμική ένταση ανασχεδιασμού του κτιρίου (όπως έχει υπολογισθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο της σύγκρουσης). 4.8.2 Ειδικότερα, στην περίπτωση ομόρων κτιρίων με διαφορά αριθμού ορόφων ίση ή μεγαλύτερη των 2 ή διαφορά ύψους ίση ή μεγαλύτερη του 50%, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο της εντός ή εκτός φάσεως σεισμικής σύγκρουσης, κατά τον καλύτερον δυνατόν (πάντως δε πρακτικώς εφικτόν) τρόπον. 4.8.3 Σε καμία περίπτωση δεν στοιχειοθετείται υπαιτιότητα τυχόν βλάβης γειτονικού κτιρίου, εκ του γεγονότος ότι όμορο αυτού κτίριο έχει ενισχυθεί αντισεισμικώς, βλ. και § 1.3.3.


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 53


ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Επιμέλεια: Ευθύμιος Αναγνωστόπουλος, Δικηγόρος

Η ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ασχολείται για τον μήνα αυτόν με μια σημαντική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επεξηγεί, στηριζόμενο σε πάγιο πλέον σκεπτικό, το καθεστώς της πυλωτής σε σχέση με την δυνατότητα δημιουργίας θέσεων στάθμευσης σε αυτήν. Για οποιαδήποτε διευκρίνιση ή ερμηνεία επί των αποφάσεων, τα μέλη μπορούν να επικοινωνούν με την γραμματεία του ΣΠΜΕ.

Απόφαση 1922/2012 ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΑΚΑΣΙΑ) Απαγορεύεται στον ανοικτό χώρο της πυλωτής η δημιουργία θέσεων σταθμεύσεως αυτοκίνητων ως αυτοτελών διηρημένων ιδιοκτησιών. Μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα διεκδικητική αγωγή εισαχθείσα κατά την τακτική διαδικασία και εγγραφείσα στα βιβλία διεκδικήσεων, με την οποία ζητείται αναγνώριση του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας επί θέσεως σταθμεύσεως της πυλωτής και η απόδοση αυτής στον ενάγοντα. Ομοίως απορριπτέο ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημα περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί της ανωτέρω θέσεως κατά μετατροπή εκ του άρθρου 182 ΑΚ εφόσον ο ενάγων δεν είναι ιδιοκτήτης ορόφου η διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής αλλά τρίτος. Ακολουθεί χαρακτηριστικό απόσπασμα της απόφασης: «…..Από τις διατάξεις των άρθρων 1002,1117 ΑΚ και 1,2, παρ. 1,3 παρ.1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, προκύ54 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

πτει, ότι επί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Μόνον οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθρο 1002 εδαφ. β ΑΚ και 1 παρ. 2 Ν.3741 / 1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ). ……….Το ίδιο συμβαίνει, δηλαδή ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου, όταν οι παραπάνω δικαιοπραξία και συμφωνίες αντίκεινται στις διατάξεις αυτές, όταν δηλαδή ο καθορισμός των κοινοχρήστων κατ’ έκταση και περιεχόμενο, με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ρητή πολεοδομική διάταξη, που απαγγέλλει ρητώς ή εμμέσως πλην σαφώς, ακυρότητα. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 1 παρ. 5 εδαφ. τελευταίο του Ν. 960/1979 «περί επιβολής υποχρεώσεων προς δημιουργία χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων δια την εξυπηρέτηση των κτιρίων», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981. Περαιτέρω, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του Ν.Δ. 8/1973 «περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού», όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου 1 του Ν.Δ 205/1974,


προέβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστυλωμάτων για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων. Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που ονομάσθηκε πυλωτή είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν και γι’ αυτόν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν σε τμήματα της πυλωτής που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες, θα είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας (άρθρο 174 ΑΚ) και συνακόλουθα τα τμήματα αυτά είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα. Αν όμως προβλέπεται στην άνω συμφωνία ότι στα πιο πάνω τμήματα της πιλοτής θα κατασκευαστούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται έγκυρα διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους που θα κατασκευαστούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους επάγεται τυχόν υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι πάντως αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ που ορίζουν ότι ο χώρος της πυλωτής αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός - αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνον διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας. Η προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία, δεν είναι αντίθετη, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των ν. 960/1979 και 1221/1981 για τις θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων. Πράγματι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδαφ. α και β του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981, προβλέπουν ότι προκειμένου για θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση στάθμευσης αποτελεί διαιρεμένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους που έχουν σχέση με το κτίριο. Με τις διατάξεις αυτές δηλαδή, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων που δεν είναι περίκλειστοι, αλλά απλώς στεγασμένοι, κατ’ εξαίρεση του κανόνα ότι αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικά όμως για την πυλωτή, το τελευταίο εδάφιο γ’ της παρ. 5 του άνω άρθρου ορίζει, ότι οι δημιουργούμενες στην πυλωτή θέσεις στάθμευσης δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας. Δηλαδή από τη διάταξη αυτή ��ροκύπτει ότι όταν η οικοδομή ανεγείρεται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της άφεσης του ισογείου χώρου ακαλύπτου, ο ακάλυπτος χώρος δεν μπορεί να αποτελέσει διαιρεμένες ιδιοκτησίες που να ανήκουν δηλαδή σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες, είτε αυτοί είναι οροφοκτήτες ή τρίτοι, αλλά θα παραμένει, ως κοινόχρηστος χώρος, επί του οποίου αποκτάται αυτοδικαίως, συγκυριότητα, εφόσον υφίσταται οριζόντια ιδι-

οκτησία σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου και παρεπομένως συγκυριότητα των οροφοκτητών κατ’ ανάλογη μερίδα τούτων επί του κοινοχρήστου αυτού χώρου που χρησιμεύει σε κοινή από τους ορόφους χρήση. Ενόψει αυτών, η συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή η συμφωνία των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινόχρηστου χαρακτήρα της πυλωτής και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διαιρεμένες ιδιοκτησίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς την άνω αναγκαστικού δικαίου πολεοδομική διάταξη του Ν. 1221/1981, ως επιδιώκουσα απαγορευμένο και αθέμπο αποχέλεσμα ήτοι την κάλυψη, του, υποχρεωτικώς από το νόμο ακαλύπτου χώρου ή τη μεταβίβαση αυτού σε τρίτους, κατ’ αποκλειστική τους ιδιοκτησία και είναι επομένως κατά το άρθρο 174 ΑΚ άκυρη, λόγω της αντίθεσης της προς την απαγορευτική διάταξη του πολεοδομικού νόμου. Ενόψει αυτών, γίνεται φανερό ότι ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού δεν ήταν δυνατόν ούτε πριν από τους νόμους 960/1979 και 1221/1981 να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας και συνεπώς οι χώροι της πυλωτής ανήκαν και τότε στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορούσε μόνον να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησία δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής Πάντως, επί συστάσεως διαιρεμένων ιδιοκτησιών στο χώρο της πυλωτής, η ρήτρα στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ότι αυτές (διαιρεμένες ιδιοκτησίες) περιέρχονται σε συγκεκριμένο ιδιοκτήτη κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, δεν αποτελεί ευθέως και συμφωνία περί παραχωρήσεως της αποκλειστικής χρήσης αυτών στον άνω ιδιοκτήτη. Και τούτο γιατί εφόσον η σύσταση διαιρεμένων ιδιοκτησιών στην πυλωτή είναι απολύτως άκυρη και δεν μεταβάλλεται ο κοινόκτητος και κοινόχρηστος χαρακτήρας αυτής, είναι άκυρη και η παραχώρηση δικαιώματος κυριότητας επί των εν λόγω ιδιοκτησιών, άρα και δικαιώματος νομής και κατοχής, που στην ουσία αποτελούν το κατά το άρθρο 1000 ΑΚ περιεχόμενο του δικαιώματος της κυριότητας. Στην περίπτωση αυτή τέτοια συμφωνία δύναται να συναχθεί μόνο στο πλαίσιο και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 182 ΑΚ, κατά την οποία όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα. Δηλαδή θα πρέπει το ενδιαφερόμενο μέρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει: 1) την άγνοια των μερών για την ακυρότητα της συναφθείσας δικαιοπραξίας, 2) ότι αυτή περιέχει τα στοιχεία έγκυρης δικαιοπραξίας της παραχώρησης της χρήσης της πυλωτής στο άνω ενδιαφερόμενο μέρος και 3) την υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει κατά μετατροπή η τελευταία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα της συναφθείσας (ΑΠ 1554/2005 ΕλλΔνη 2006.179).»

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 55


ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ασχολείται για τον μήνα αυτόν με μια σημαντική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την μορφή της πρωτότυπης «Δίκη-πιλότος» σχετική με το θέμα των Ημιυπαίθριων χώρων την «τακτοποίηση» τους και τον υπολογισμό ημιυπαιθρίων χώρων στο συντελεστή δόμησης. Για οποιαδήποτε διευκρίνιση ή ερμηνεία επί των αποφάσεων, τα μέλη μπορούν να επικοινωνούν με την γραμματεία του ΣΠΜΕ.

Απόφαση 1971/2012 ΣτΕ, Ολομέλεια «Δίκη-πιλότος»- Ημιυπαίθριοι κ.λπ. χώροι - «Τακτοποίηση» ν. 3843/2010 - Έκδοση νέας άδειας - Υπολογισμός ημιυπαιθρίων χώρων στο συντελεστή δόμησης -. «Δίκη-πιλότος». Αναφορικά με ζητήματα που από την φύση τους έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών με κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις, δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια, να απευθύνονται απ’ ευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την επίλυσή τους. Ανεξάρτητα από τη συνταγματικότητα της διάταξης που προβλέπει την διατήρηση με την καταβολή προστίμου επί σαράντα έτη των ημιυπαίθριων και των άλλων χώρων που έχουν μετατραπεί αυθαιρέτως σε χώρους κύριας χρήσεως, δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης νέας οικοδομικής άδειας για προσθήκη ή επέκταση κτηρίου, καθ’ υπέρβαση των ισχυόντων όρων δόμησης. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης της πράξεως της Πολεοδομίας με την οποία επετράπη η ανέγερση νέας οικοδομής σε ακίνητο με την αντίληψη ότι οι χώροι που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ν. 3843/2010 δεν υπολογίζονται στον συντελεστή δόμησης και ως εκ τούτου είναι δυνατό να ανεγερθεί και νέα οικοδομή όταν υπάρχει υπόλοιπο συντελεστή δόμησης. (Παρατίθεται απόσπασμα της απόφασης :)

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α) της υπ’ αριθ. 15/4902/10/31.12.2010 πράξεως του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πολυγύρου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, με την οποία, κατ’ επίκληση των διατάξεων του ν. 3843/2010, εκδηλώνεται άρνηση της Διοικήσεως να επιβάλλει κυρώσεις για πολεοδομικές παραβάσεις σε οικοδομή, στο Ο.Τ. 96, στην περιοχή Νικήτης του Δήμου Σιθωνίας Χαλκιδικής και β) της 4/2010 οικοδομικής αδείας 56 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

του Τμήματος Πολεοδομίας Πολυγύρου, με την οποία επετράπη η ανέγερση νέας οικοδομής στο αυτό Ο.Τ. 8. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες φέρονται ως συγκύριοι μιας κατοικίας, η οποία ευρίσκεται στη θέση «Παραλία» της δημοτικής ενότητας Νικήτης του Δήμου Σιθωνίας Χαλκιδικής και, ειδικότερα, στο Ο.Τ. ... του οικισμού. Στο ίδιο Ο.Τ. ευρίσκεται η όμορη ιδιοκτησία του …, εντός της οποίας υφίστανται δύο (2) κτίρια, το ένα στο βορειοανατολικό όριο του οικοπέδου και το άλλο στο βορειοδυτικό, τα οποία έχουν ανεγερθεί δυνάμει των υπ’ αριθμ. 404/08.11.2004 και 453/10.11.2006 αδειών οικοδομής, αντίστοιχα, του Τμήματος Πολεοδομίας Πολυγύρου, της Διεύθυνσης Οικισμού και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής. Ο πρώτος των αιτούντων κατήγγειλε, με τις υπ’ αριθμ. 15/5116/13.11.2008 και 15/1848/28.04.2009 αιτήσεις - αναφορές του προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και το Τμήμα Αυθαιρέτων Κατασκευών, αντίστοιχα, ότι κατά την ανέγερση των εν λόγω κτισμάτων έλαβε χώρα σωρεία πολεοδομικών παραβάσεων. Ειδικότερα, με την πρώτη από τις αναφορές αυτές επεσήμανε στα αρμόδια όργανα ότι στην ανεγερθείσα δυνάμει της υπ’ αριθμ. 404/08.11.2004 άδειας οικοδομή έχει λάβει χώρα αλλαγή χρήσης του υπόγειου χώρου και η μετατροπή του σε τρία διαμερίσματα, κατά παράβαση των όρων της οικοδομικής άδειας, ενώ με τη δεύτερη κατήγγειλε ότι και στα δύο ακίνητα οι ημιυπαίθριοι χώροι μετατράπηκαν σε χώρους κατοικίας. Επί των καταγγελιών του αυτών, ο πρώτος αιτών ουδέποτε έλαβε απάντηση από τις αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες. Μετά ταύτα, η Διεύθυνση Πολεοδομίας της ίδιας Ν.Α. εξέδωσε υπέρ του ... την υπ’ αριθμ. 4/2010 άδεια κατεδάφισης διώροφης οικοδομής κατοικιών και ανέγερσης διώροφης κατοικίας με υπόγειο, υπέργειο χώρο στάθμευσης και περίφραξη. Το δε εμβαδόν της ολικής επιφάνειας της κατοικίας ορίστηκε σε 164,79 τ.μ.. Ακολούθως, οι αιτούντες με την υπ’ αριθμ. 15/1474/19.03.2010 αίτησή τους κατήγγειλαν εκ νέου ότι στα δύο υφιστάμενα κτίρια είχαν λάβει χώρα πολεοδομικές παραβάσεις και, ειδικότερα, ότι στη νεώτερη οικοδομή είχε αφενός κατασκευασθεί μεσοπάτωμα με κατοικήσιμους χώρους, αφετέρου οι ημιυπαίθριοι χώροι είχαν μετατραπεί σε δωμάτια. Η δε παλαιότερη οικοδομή είχε υπερβεί το προβλεπόμενο στην οικοδομική άδεια ύψος (7,5 μ.) κατά ένα μέτρο. Για το λόγο δε αυτό ζήτησαν την ανάκληση της υπ’ αριθμ. 4/2010 οικοδομικής άδειας, καθόσον είχε εκδοθεί καθ’ υπέρβαση του προβλεπόμενου για το οικόπεδο του ... συντελεστή δόμησης (όπως προκύπτει από την από 11.03.2010 τεχνική έκθεση της ..., αρχιτέκτονος μηχανικού των αιτούντων). Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 15/4000/28.07.2010 αναφορά-καταγγελία τους οι αιτούντες ανέφεραν ότι και στην παλαιότερη οικοδομή είχε κατασκευα-


στεί κατοικήσιμος χώρος εντός της στέγης και επανέλαβαν ότι το ίδιο κτίριο παρουσιάζει υπέρβαση ύψους κατά ένα μέτρο. Σε απάντηση της πρώτης από τις ανωτέρω καταγγελίες εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 15/1474/22.06.2010 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας. Σε αυτό αναφέρεται ότι, στο πλαίσιο της αυτοψίας, διαπιστώθηκε η περίκλειση δύο ημιυπαίθριων χώρων στο ισόγειο του ανεγερθέντος δυνάμει της δεύτερης χρονικά οικοδομικής άδειας κτιρίου και η αυθαίρετη αλλαγή χρήσης των χώρων στάθμευσης του ημιυπογείου με την μετατροπή τους σε κατοικίες στο κτίριο που κατασκευάστηκε δυνάμει της πρώτης χρονικά άδειας. Για τους λόγους αυτούς, κλήθηκε η αστυνομία να προβεί σε διακοπή κάθε οικοδομικής εργασίας που εκτελούνταν δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4/2010 οικοδομικής άδειας, λόγω των υπερβάσεων που διαπιστώθηκαν στα ήδη υφιστάμενα κτίρια. Ο ίδιος προϊστάμενος, ωστόσο, με άλλο έγγραφό του προς το Τμήμα Αυθαίρετων Κατασκευών (υπ’ αριθμ. 15/4000/05.08.2010), υπενθύμισε στην τελευταία αυτή υπηρεσία ότι πριν από την έκδοση οποιασδήποτε δυσμενούς πράξεως εις βάρος του ... έπρεπε να διερευνηθεί τυχόν υπαγωγή των χώρων που άλλαξαν χρήση στις διατάξεις του κεφαλαίου Β΄ του ν. 3843/2010, «Ταυτότητα κτιρίων, υπερβάσεις δόμησης και αλλαγές χρήσης, μητροπολιτικές αναπλάσεις και άλλες διατάξεις». Κατόπιν τούτου, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Αυθαίρετων Κατασκευών ενημέρωσε, με το υπ’ αριθμ. 15/οικ.4873/22.09.2010 έγγραφό του, τους αιτούντες ότι για τις διαπιστωθείσες αλλαγές χρήσεων στις δύο οικοδομές του ..., ο τελευταίος έχει καταθέσει ενώπιον της ίδιας υπηρεσίας τις υπ’ αριθμ. 273 έως 284/16.09.2010 αιτήσεις για την «τακτοποίηση», σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3843/2010, των σχετικών παραβάσεων, και ότι στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου προβλέπεται η αναστολή, μετά την υποβολή των σχετικών με την τακτοποίηση νόμιμων δικαιολογητικών, της επιβολής οποιουδήποτε προστίμου και οποιασδήποτε διαδικασίας επιβολής κυρώσεων. Την ίδια ημέρα (22.09.2010), ο πρώτος αιτών υπέβαλε νέα αίτηση ανακλήσεως της υπ’ αριθμ. 4/2010 οικοδομικής άδειας (υπ’ αριθμ. 15/4902/22.09.2010), διότι η Διοίκηση αρνήθηκε, με το ως άνω υπ’ αριθμ. 15/1474/22.06.2010 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας, να ελέγξει τις υπερβάσεις ύψους των δύο οικοδομών. Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθ. 15/6000/30.11.2010 έγγραφό της, η υπάλληλος του Τμήματος Αυθαίρετων Κατασκευών, ..., ενημέρωσε τον Προϊστάμενό της ότι, κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε από την ίδια, διαπιστώθηκε πως και στις δύο οικοδομές που ευρίσκονται στο οικόπεδο του ... υπάρχουν πατάρια μη προβλεπόμενα στις υπ’ αριθμ. 404/2004 και 453/2006 οικοδομικές άδειες. Πλην, για τους χώρους αυτούς ο τελευταί-

ος έχει υποβάλει αιτήσεις υπαγωγής τους στο καθεστώς του ν. 3843/2010. Ακολούθως, με το ήδη προσβαλλόμενο, υπ’ αριθμ. 15/4902/10/31.12.2010 έγγραφό του, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας απάντησε στην τελευταία καταγγελία των αιτούντων, επισημαίνοντας ότι για τις διαπιστωθείσες μετά και από δεύτερη αυτοψία υπερβάσεις στις δύο οικοδομές, εξαιτίας των οποίων έχουν διακοπεί οι οικοδομικές εργασίες δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4/2010 οικοδομικής άδειας, ο ... έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής των χώρων, των οποίων η χρήση έχει μεταβληθεί, στο καθεστώς του άρθρου 5 του ν. 3843/2010, με συνέπεια να έχει ανασταλεί κάθε διαδικασία επιβολής κυρώσεων. Για το λόγο δε αυτό δεν συντρέχει περίπτωση ανακλήσεως της υπ’ αριθμ. 4/2010 οικοδομικής άδειας, ενώ μετά την περαίωση της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 του ως άνω νόμου διαδικασίας θα επιτραπεί η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών δυνάμει της άδειας αυτής. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση, οι αιτούντες ζητούν την ακύρωση του τελευταίου αυτού εγγράφου του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Εφαρμογών, καθώς και της υπ’ αριθμ. 4/2010 άδειας οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας Πολυγύρου.

12. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 32 του ν.1577/1985 (Α΄ 210), «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (ΓΟΚ)», όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2831/2000 (Α΄ 140) ορίζεται ότι: «Ημιυπαίθριος χώρος είναι ο στεγασμένος χώρος του κτιρίου, του οποίου η μία τουλάχιστον πλευρά είναι ανοιχτή προς τον κοινόχρηστο χώρο ή τους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου που δεν προσμετρώνται στην κάλυψη και οι υπόλοιπες πλευρές του ορίζονται από τοίχους ή κατακόρυφα φέροντα ή μη στοιχεία και χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση ή προσωρινή παραμονή ανθρώπων», στο άρθρο 5 ότι: «1. Δεν επιτρέπεται να μεταβάλλονται η σύμφωνα με την οικοδομική άδεια χρήση του κτιρίου ή μέρους αυτού και οι διαστάσεις των χώρων κοινής χρήσης χωρίς προηγούμενη σχετική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, εφόσον η μεταβολή αυτή θίγει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. … 2. Η παράβαση της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται την εφαρμογή των διατάξεων για τις αυθαίρετες κατασκευές. 3. …», στο άρθρο 7 ότι: «1. Για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης που πραγματοποιείται στο οικόπεδο: Α. Προσμετρούνται: α) οι επιφάνειες των στεγασμένων και κλειστών από όλες τις πλευρές χώρων του κτιρίου, οποιασδήποτε χρήσης σε όλους τους ορόφους, καθώς και τα υπόγεια, με την επιφύλαξη της επόμενης περίπτωσης Β. β., β) οι επιφάνειες των εξωστών και ημιυπαίθριων χώρων εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 2 του άρθρου 11. γ) οι ακάλυπτες επιφάνειες με διάσταση μικρότερη των 1,20 μ. Β. Δεν προσμετρούνται: α)…

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 57


ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

β) Ένας υπόγειος όροφος επιφάνειας ίσης με εκείνη που καταλαμβάνει το κτίριο, προοριζόμενος αποκλειστικά για βοηθητικές χρήσεις… γ) … δ) … ε) Εξώστες, ημιυπαίθριοι χώροι, αρχιτεκτονικά στοιχεία, προστεγάσματα και σκίαστρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 11 (όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 2 άρθρου 5 του ν. 2831/2000, Α΄ 140, στ)… ζ) … η) οι στεγασμένοι ανοικτοί χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων που κατασκευάζονται στο ισόγειο του κτιρίου ή στην pilotis, καθώς και οι κλειστοί χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων που κατασκευάζονται σε υπόγειους ορόφους (όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της αρχικώς με την παρ. 2β του άρθρου 41 του ν. 3775/2009, η οποία αντικαταστάθηκε, ακολούθως, με την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3843/2010), θ)… ι) Ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος που δημιουργείται όταν το κτίριο κατασκευάζεται σε υποστυλώματα (PILOTIS)… ιβ) Ο χώρος που βρίσκεται κάτω από κλειστούς ή ημιυπαίθριους χώρους χωρίς να είναι ο ίδιος κλειστός ή ημιυπαίθριος (όπως οι δύο τελευταίες περιπτώσεις προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2831/2000)» και στο άρθρο 11 ότι: «1. Εξώστες με τυχόν οριζόντια φέροντα ή κατακόρυφα και οριζόντια αρχιτεκτονικά στοιχεία και ημιυπαίθριοι χώροι διατάσσονται ελεύθερα σε οποιαδήποτε όψη και όροφο του κτιρίου. 2. Εξώστες και ημιυπαίθριοι χώροι συνολικής επιφάνειας έως 40% αυτής που επιτρέπεται να δομηθεί συνολικά στο οικόπεδο δεν υπολογίζονται στο συντελεστή δόμησης. Από το ανωτέρω ποσοστό οι ημιυπαίθριοι χώροι δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 20% του σ.δ. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, οι ημιυπαίθριοι χώροι πρέπει να έχουν πλάτος τουλάχιστον 2,50 μ. και βάθος μικρότερο ή ίσο με το πλάτος τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται τόσο για τα νέα κτίρια, όσο και για τις προσθήκες σε υφιστάμενα κτίρια… Η τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 τροποποιήθηκαν αρχικώς με το άρθρο 40 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 3775/2009, η οποία αντικαταστάθηκε ακολούθως από το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3843/2010 ως εξής: «Εξώστες και ημιυπαίθριοι χώροι συνολικής επιφάνειας έως 35% αυτής που επιτρέπεται να δομηθεί συνολικά στο οικόπεδο, δεν υπολογίζονται στο συντελεστή δόμησης. Από το ανωτέρω ποσοστό οι ημιυπαίθριοι χώροι δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 15% του συντελεστή δόμησης. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, οι ημιυπαίθριοι χώροι πρέπει να έχουν πλάτος τουλάχιστον 2,50 μ. και βάθος μικρότερο ή ίσο με το πλάτος τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται τόσο για τα νέα κτίρια, όσο και για τις προσθήκες σε υφιστάμενα κτίρια. Επιπλέον, στο άρθρο 14 του ΓΟΚ ορίζεται ότι: «1. Χαμηλό κτίριο είναι αυτό του οποίου κύρια χρήση είναι η κατοικία και το οποίο έχει μέγιστο ύψος το πολύ 8,50 μ., μη συμπεριλαμβανομένης της στέ58 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

γης, από την οριστική στάθμη του εδάφους και έχει συνολική επιφάνεια που υπολογίζεται στο σ.δ. το πολύ 400 τ.μ.. Στο οικόπεδο είναι δυνατή η κατασκευή περισσότερων του ενός χαμηλών κτιρίων, με την προϋπόθεση ότι η συνολική επιφάνεια όλων των κτιρίων που υπολογίζεται στο σ.δ. δεν υπερβαίνει τα 400 τ.μ. 2. Στη συνολική επιφάνεια, που προκύπτει από το συντελεστή δόμησης, για τα χαμηλά κτίρια δεν υπολογίζονται, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 7, και: α) εξώστες και ημιυπαίθριοι χώροι, ανεξάρτητα από την επιφάνειά τους. β) Ανοιχτές κλίμακες κύριας ή βοηθητικής χρήσης». Περαιτέρω, στο άρθρο 22 του ΓΟΚ ορίζονται τα εξής: «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους. Η οικοδομική άδεια κτιρίου ή εγκατάστασης θεωρείται ότι περιλαμβάνει τη διαμόρφωση του εδάφους, τις αναγκαίες εκσκαφές για τη θεμελίωση του κτηρίου ή της εγκατάστασης, καθώς και την κατασκευή περιφραγμάτων, βόθρων και υπόγειων δεξαμενών ύδατος… 2. … 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν…». …….Τέλος, στο άρθρο 5 του ν. 3843/2010 ορίστηκαν τα εξής: «1. α. Επιτρέπεται μετά την καταβολή ειδικού προστίμου η διατήρηση για σαράντα (40) χρόνια ημιυπαίθριων χώρων, καθώς και χώρων που βρίσκονται στο υπόγειο, ισόγειο ή άλλη στάθμη του κτιρίου, οι οποίοι βρίσκονται μέσα στον εγκεκριμένο κτιριακό όγκο βάσει της οικοδομικής του άδειας, η οποία εκδόθηκε ή αναθεωρήθηκε έως 2.7.2009, και έχουν μετατραπεί σε χώρους κύριας χρήσης καθ’ υπέρβαση των όρων και περιορισμών δόμησης του ακινήτου και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, τους όρους και τη διαδικασία που ορίζονται στα άρθρα 5-7, εφόσον η χρήση τους δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις για τις χρήσεις γης που ισχύουν στην περιοχή του ακινήτου. β. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος… 2. Ο κύριος του ακινήτου ή ο νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία φάκελο, στον οποίο περιλαμβάνονται τα εξής: … 3. Η υποβολή των παραπάνω δικαιολογητικών γίνεται είτε απευθείας στην πολεοδομική υπηρεσία εντός αποκλειστικής προθεσμίας οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου είτε με συστημένη επιστολή εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ίδια ως άνω ημερομηνία…». Οι σχετικές προθεσμίες έχουν παραταθεί διαδοχικώς: α) με το άρθρο 35 του ν. 3904/10, Α΄ 218,


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 59


ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

μέχρι την 28.02.2011, β) με την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 3937/11, Α΄ 60, μέχρι την 30.06.2011 και, για τις από 01.01.2011 υποβαλλόμενες αιτήσεις, η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης του ειδικού προστίμου παρατάθηκε μέχρι τις 31.10.2011. Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: «1. α. Ο ιδιοκτήτης του χώρου που διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 5 καταβάλλει ειδικό πρόστιμο, το οποίο είναι ίσο με ποσοστό της αξίας των χώρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, όπως η αξία αυτή υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν του χώρου επί την τιμή ζώνης που ισχύει στην περιοχή του κτιρίου, ανεξαρτήτως της χρήσης αυτού και σύμφωνα με το σύστημα αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Οικονομικών κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης… 2. … 6. 6. Για τους χώρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, οι οποίοι διατηρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν επιβάλλονται πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης ούτε άλλες κυρώσεις. … 7. Οι χώροι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, οι οποίοι διατηρούνται, εξακολουθούν να μην προσμετρώνται στους ισχύοντες στην περιοχή του ακινήτου γενικούς και ειδικούς όρους και περιορισμούς δόμησης. Η διατήρηση της χρήσης των δηλούμενων χώρων δεν συνεπάγεται απαλλαγή αυτών από άλλες απαιτούμενες εγκρίσεις ή όρους που αφορούν τη λειτουργία της συγκεκριμένης χρήσης. 8. …», και στο άρθρο 8 του ίδιου νόμου ότι: «1. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ή μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας διατήρησης των χώρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, εφαρμόζονται οι ισχύουσες περί αυθαιρέτων διατάξεις για την κατεδάφιση και επαναφορά των χώρων αυτών στη χρήση που προβλέπεται από την οικοδομική άδεια, τα δε πρόστιμα που επιβάλλονται υπολογίζονται ως εξής:…».

13. Επειδή με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 3843/2010 επιδιώχθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, η αντιμετώπιση του φαινομένου της αθρόας περίκλεισης των ημιυπαίθριων χώρων και η αποκατάσταση της βλάβης που έχει ως εκ του λόγου αυτού επέλθει στο οικιστικό περιβάλλον. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη ρύθμιση που εισάγεται με τις διατάξεις αυτές, εφόσον συντρέχουν οι οριζόμενες στα ανωτέρω άρθρα 5 και 6 προϋποθέσεις, ημιυπαίθριοι και άλλοι χώροι που έχουν μετατραπεί αυθαιρέτως σε χώρους κυρίας χρήσεως διατηρούνται επί σαράντα έτη, μόνον, όμως, αν η άδεια ανέγερσης του κτιρίου, στο οποίο βρίσκονται οι χώροι αυτοί, έχει εκδοθεί ή αναθεωρηθεί έως τις 2.7.2009. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 3843/2010, η οποία εντάσσεται στην προαναφερόμενη συνολική ρύθμιση, και ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, καθίσταται σαφές ότι η διατή60 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

ρηση των χώρων, για τους οποίους συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, είναι επιτρεπτή ακόμη και αν συνεπάγεται παραβίαση του συντελεστή δόμησης ή άλλων όρων δόμησης, που ίσχυαν κατά τη μεταβολή της χρήσεως ή εκείνων που θα θεσπιστούν εφεξής. Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης στο πλαίσιο της θεσπιζόμενης από τον νόμο συνολικής ρύθμισης και ενόψει του ως άνω σκοπού του νόμου, δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης, μετά την ανωτέρω ημερομηνία, νέας οικοδομικής αδείας για προσθήκη ή επέκταση κτιρίου, συνεπαγόμενη δόμηση που υπερβαίνει τα κατά τους ισχύοντες όρους δομήσεως επιτρεπτά όρια και, συνεπαγόμενη ως εκ τούτου, περαιτέρω επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος.

14. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προκύπτοντα από τα στοιχεία του φακέλου, οι εργασίες για την ανέγερση νέας οικοδομής στο επίμαχο ακίνητο δυνάμει της οικοδομικής αδείας 4/2010 είχαν διακοπεί μετά από καταγγελίες των αιτούντων, διότι διαπιστώθηκαν οι πολεοδομικές παραβάσεις που έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη. Εξάλλου, η προσβαλλομένη πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πολυγύρου, με την οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αναβιώνει η οικοδομική άδεια 4/2010, στηρίζεται στην μη ορθή, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αντίληψη ότι ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 3843/2010, οι πολεοδομικές παραβάσεις που έχουν διαπιστωθεί στις ήδη υπάρχουσες οικοδομές στο επίμαχο ακίνητο δεν υπολογίζονται στο συντελεστή δόμησης και συνεπώς δεν πάσχει οποιαδήποτε πλημμέλεια η ως άνω οικοδομική άδεια για την ανέγερση νέας οικοδομής στο αυτό ακίνητο, με την πραγματοποίηση υπολοίπου συντελεστή δόμησης, το οποίο απομένει προφανώς, αν υπολογισθούν μόνον οι επιφάνειες που δομήθηκαν βάσει των νομίμων αρχικών αδειών. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητας των ρυθμίσεων του άρθρου 5 του ν. 3843/2010, με τις οποίες προβλέπεται η διατήρηση για σαράντα (40) χρόνια των επίμαχων χώρων (ημιυπαίθριων κ.λπ.), μετά την καταβολή ειδικού προστίμου, δεν μπορεί πάντως να θεμελιωθεί στις διατάξεις αυτές δυνατότητα εκδόσεως, μετά τις 2.7.2009 νέας αδείας συνεπαγομένης περαιτέρω δόμηση, ούτε σε περιπτώσεις που απομένει υπόλοιπο συντελεστή δομήσεως για το επίμαχο ακίνητο. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία επιτρέπεται η ανέγερση νέας οικοδομής στο πιο πάνω ακίνητο, με την αντίληψη ότι οι χώροι που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ν. 3843/2010 δεν υπολογίζονται στο συντελεστή δόμησης και ως εκ τούτου είναι δυνατό να ανεγερθεί και νέα οικοδομή όταν υπάρχει υπόλοιπο συντελεστή δόμησης, δεν είναι νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί για το λόγο αυτό.


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 61


ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πορεία προς τη δημοσιονομική και πολιτική ολοκλήρωση της Ε.Ε: μια κοινή ευθύνη και προοπτική Χρυσάνθη Χαραλαμποπούλου Νομικός, Τμηματάρχης στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων, Μέλος της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Μελετών ( Γ.Ε.Μ ).

E

ν μέσω αυξανόμενων αμφιβολιών για την δυνατότητα των αδύναμων κρατών ( των περίφημων PIGS: Πορτογαλία, Iρλανδία, Eλλάδα, Iσπανία), να αποπληρώσουν τα χρέη τους, η οικονομική κρίση της Ευρωζώνης μοιάζει να τρέχει ανεξέλεγκτα σε ένα μοιραίο spiral θανάτου. Και οι τέσσερις αυτές χώρες, κλήθηκαν να δώσουν έναν «αγώνα δρόμου» προς τον εκδημοκρατισμό, την ευημερία και γενικά τον εξευρωπαϊσμό. Αποτέλεσμα αυτής της βίαιης και ταχείας κοινωνικοοικονομικής προσαρμογής, ήταν να φανούν σύντομα οι πρώτες δομικές ατέλειες του ευρωπαϊκού συστήματος, που σήμερα - εκδηλουμένης της κρίσης - επιτάσσουν επίπονες μεταρρυθμίσεις. Στα πρώτα στάδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δηλαδή από το 1957 έως τα μέσα της δεκαετίας του 70, που είναι η δεκαετία των διεθνών κρίσεων, η Ευρώπη πέτυχε για όλα τα κράτη υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλά επίπεδα ευημερίας. Οι έξι πρώτες χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο), είχαν ομοιογενή επίπεδα ανάπτυξης, με αποτέλεσμα οι εφαρμογές κοινών πολιτικών να είναι πιο πρόσφορες. Στόχος της Ένωσης, δεν ήταν απλώς μια διευρυμένη αγορά,

62 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ

μια οικονομική ένωση, αλλά η δημιουργία ενός φορέα σταθερότητας στην οικονομική ήπειρο, που θα εξελισσόταν σε μια πολιτική ένωση με αυξανόμενη διεθνή ακτινοβολία. Η εξελικτική πορεία της Ε.Ε πέρασε πολλές διακυμάνσεις, καθώς κάθε διεύρυνση ( π.χ με χώρες χαμηλού βιοτικού επιπέδου όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία), αύξαινε και την ανομοιογένεια στο εσωτερικό της. Η πρόσθεση νέων χωρών (περιφερειών) με αποκλίνουσες ανταγωνιστικότητες, ήταν μεν πρόκληση για την Ε.Ε, έπληξε όμως σταδιακά τα μακρόπνοα σχέδιά της για οικονομική και κοινωνική συνοχή. Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι για την υψηλή ανεργία στη Δυτική Ευρώπη, ευθύνεται η Ανατολική. Tα κριτήρια σύγκλισης που έθεσε η Ε.Ε για τα κράτη-μέλη της, σχετίζονταν περισσότερο με τη συγκράτηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και έστρεφαν την προσοχή της πολιτικής στον πληθωρισμό, αλλά όχι στη μείωση της ανεργίας. Ήταν λογικό να απαιτείται η σύγκλιση των τιμών του πληθωρισμού ανάμεσα στα κράτη-μέλη, αλλά δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στη διασφάλιση της ομοιότητας των συνθηκών του πληθωρισμού ανάμεσα στα κράτη. Ήταν λογικό να απαιτηθεί η σύγκλιση των επιτοκίων, αλλά δεν δόθηκε καμία προσοχή στη σύγκλιση των επίπεδων ανεργίας, ούτε στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Όταν όμως ένα κράτος χάνει το δικό του νόμισμα, χάνει το βασικότερο εργαλείο για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα τρεχουσών συναλλαγών. Ο σχεδιασμός της Ο.Ν.Ε είχε ως στόχους, τη μείωση των συ-


ναλλαγματικών κινδύνων, την απαλλαγή από τα έξοδα μετατροπής νομισμάτων, την προώθηση του εμπορίου εντός Ε.Ε, την αύξηση της ευημερίας της και την από κοινού αντιμετώπιση των διεθνών οικονομικών κρίσεων. Οι χώρες που καρπώθηκαν περισσότερα από την Ο.Ν.Ε ήταν αυτές που είχαν παραγωγική δομή και βάση ( Γαλλία, Γερμανία,) ευέλικτες αγορές εργασίας, ικανότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα, που δεν είχαν πολλά διαρθρωτικά προβλήματα (έλλειμμα, χρέος κλπ) και το βασικότερο, λειτουργούσαν με συνεχή δημοσιονομική πειθαρχία. Η παγκόσμια οικονομική κρίση βρήκε την Ευρώπη κατακερματισμένη, με συνέπεια οι αδύναμοι κρίκοι της να πληγούν περισσότερο. Oι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου δανείστηκαν αλόγιστα, για να ενισχύσουν το επίπεδο ζωής τους, μέσω της παροχής προνομίων, τίτλων, δικαιωμάτων και απολαβών, που απλώς δεν ήταν βιώσιμα. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας έγκειται στο γεγονός ότι βαρύνεται με ένα τεράστιο χρέος, κατά πολύ μεγαλύτερο ως ποσοστό επί του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (Α.Ε.Π) των άλλων οικονομικά αδυνάτων μελών της Ευρωζώνης. Αυτό που όλοι φοβούνται είναι ότι, εάν «πέσει» η Ελλάδα, θα πυροδοτήσει ένα ντόμινο που θα συμπαρασύρει όλες τις χώρες της Δύσης, ακόμα κι αυτές που απολαμβάνουν πιστοληπτική αξιολόγηση «AAA». Η απειλή διάσπασης της Ευρώπης, η δημοσιονομική κρίση και η κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών, οδήγησε στη δημιουργία δύο αντικρουόμενων τάσεων: Στη μια πλευρά και παρά την αύξηση των δημοσιονομικών απαιτήσεων και απειλών των ισχυρών χωρών της ευρωζώνης, διακρίνει κανείς την έντονη ανάγκη των λαών να «επιστρέψουν» στους «εθνικούς» τους προσανατολισμούς, να ανακαλύψουν εκ νέου την «εθνική» τους «ψυχή». Στην αυγή του 21ού αιώνα, οι «εθνικές ταυτότητες» έχουν ενδυναμωθεί. Η ισχυροποίηση ή και αναβίωση της «εθνικής ταυτότητας» καθοδηγούνται από το φόβο και την ανασφάλεια για το μέλλον της Ευρώπης. Από την άλλη μεριά, σε πολιτικό επίπεδο, διαμορφώνεται μια νέα άποψη που θεωρεί ότι η δημοσιονομική κρίση μπορεί να λυθεί μόνο μέσω μιας ισχυρότερης πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης, δηλαδή μέσω της δημιουργίας μιας ισχυρής κοινής ευρωπαϊκής φωνής. 3. Με την πίεση να αυξάνεται σταθερά στο Βερολίνο από τις Η.Π.Α, τη Βρετανία, την Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία, αλλά και μερικές ακόμη αναδυόμενες χώρες, για λήψη άμεσων και ουσιαστικών μέτρων, που θα αποτρέψουν περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης χρέους και τελικά τη διάσπαση του ευρώ, η

ατζέντα των συζητήσεων στρέφεται γύρω από την ενοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών μέσω ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου εγγύησης των καταθέσεων. Εν τούτοις, η Γερμανία διαμηνύει ότι, δεν πρόκειται να συμφωνήσει στο μέτρο της εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων, αν δεν υπάρξει προηγουμένως η δέσμευση ότι οι χώρεςλήπτες βοήθειας, θα θέσουν ως εγγύηση το 20% του χρέους τους σε χρυσό ή σε περιουσιακά στοιχεία. Πολλά όμως είναι και τα ζητήματα που προκύπτουν από την προοπτική δημιουργίας ενός πανευρωπαϊκού επόπτη/ρυθμιστή των Τραπεζών: η εκχώρηση της δημοσιονομικής πολιτικής σ’ ένα υπερεθνικό όργανο και μελλοντικά και σε ένα Ευρωπαϊκό Υπουργείο Οικονομικών, εγείρει ζητήματα εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών, καθώς θα μειωθεί δραματικά η ικανότητά τους να επηρεάζουν αυτόνομα την πορεία των οικονομιών τους. Επιπλέον, οι πιέσεις που δέχονται από τις αγορές, μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η ισπανική και η ιταλική, είναι τόσο έντονες, ώστε είναι πιθανό να καταρρεύσουν υπό το βάρος του χρέους τους, πριν καν υπάρξει συμφωνία για τον Οδικό Χάρτη σύγκλισης. Ποιό είναι τελικά το «κλειδί» για το τέλος της κρίσης: πώς και πότε θα υπάρξει συμφωνία για περαιτέρω πολιτική και οικονομική ενοποίηση, που θα συμπληρώσει τη νομισματική, ώστε να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανταποκριθεί κατάλληλα στις κρίσεις, τόσο τις τωρινές, όσο και τις μελλοντικές? Παρά την υπεραισιόδοξη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκή Επιτροπής (τον Ιούλιο του 2011), ότι: «Μια απλή αγορά χρειάζεται ένα απλό βιβλίο κανόνων», ο δρόμος για την καθιέρωση νέων θεσμών, όπως είναι το Ταμείο διάσωσης τραπεζών, συνιστά μεν ένα «πολύ μεγάλο βήμα» προς μία στενότερη ενοποίηση, αλλά αναμένεται να συναντήσει και σφοδρές αντιδράσεις. Με τη Γερμανία να μην υποκύπτει στις πιέσεις του «σοσιαλιστικού μετώπου» για έκδοση ευρωομολόγου και τη Μεγάλη Βρετανία να αντιτίθεται σε κάθε έννοια «κοινής διαχείρισης» και «κοινών αποθεματικών» στην τραπεζική της αγορά, το μέλλον του κοινού νομίσματος είναι αμφίβολο. Πριν όμως βιαστούμε να προδικάσουμε τα αποτελέσματα που θα φέρει το νέο πανευρωπαϊκό τραπεζικό πλαίσιο στα εθνικά κράτη, ας προβληματισθούμε πάνω στη ρήση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Μ. Βρετανίας (Μ. Κίνγκ): «Οι τράπεζες είναι διεθνείς όταν είναι εν ζωή, αλλά εθνικές όταν πεθαίνουν».

ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 63


64 ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 1


ΔΕΛΤΙΟΣΠΜΕ 1


ΣΠΜΕ ΤΕΥΧΟΣ 402