Issuu on Google+


Η ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΥ

Μ

ε το τεύχος αυτό συμπληρώνεται ένας κύκλος δημιουργίας που σηματοδοτείται από τη συνταξιοδότηση του μέχρι προ τίνος Διευθυντή του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος ΕΤΒΑ κυρίου Στέλιου Παπαδόπουλου. Ο κύριος Στ. Παπαδόπουλος είναι ο δημιουργός του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ και εκείνος που εμπνεύστηκε και υλοποίησε την έκδοση της Τεχνολογίας που έγινε γνωστή κυρίως χάρη στη δική του πένα. Στα έντεκα χρόνια που ο κύριος Στ. Παπαδόπουλος είχε την ευθύνη της διεύθυνσης του Ιδρύματος, βασισμένος σε καινοτομίες οικοδόμησε το χαρακτήρα και το κύρος του. Τριάντα εκδόσεις πρωτότυπων μονογραφιών ή μεταφράσεων μαρτυρούν για την πείρα και την ποιότητα του εκδοτικού του έργου. Δύο μουσεία για την προβιομηχανική τεχνολογία (το ένα μετάξης στο Σουφλί και το άλλο υδροκίνησης στη Δημητσάνα) φωτίζουν το ταλέντο, τη γνώση και το μεράκι του έμπειρου μουσειολόγου, κάτω από την καθοδήγηση του οποίου δημιουργήθηκαν οι πρώτοι μουσειακοί χώροι προβιομηχανικής τεχνολογίας στην Ελλάδα. Στον ίδιο οφείλεται και η πρωτοποριακή ιδέα της σύζευξης της σύγχρονης παραγωγής των προϊόντων διατροφής με την καταγραφή της ιστορίας τους. Υπό την καθοδήγηση του οργανώθηκαν επτά επιστημονικές συναντήσεις, που χρηματοδοτήθηκαν από επιτυχημένους σύγχρονους παραγωγούς, για να διερευνηθεί η ιστορία της παραγωγής του κρασιού, του λαδιού, του ψωμιού, του μελιού και των αρωματικών φυτών. Η μεγαλύτερη προσφορά του για μας τους εργαζόμενους στο Ίδρυμα είναι ότι φεύγοντας άφησε το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ με προοπτικές συνέχειας. Μαθητεύσαμε όλοι πλάι του και αισθανόμαστε το χρέος να συνεχίσουμε μια δημιουργική πορεία στις βασικές αρχές που ο ίδιος χάραξε. Κοντά του συνειδητοποιήσαμε πόσο σημαντικό είναι να υπηρετούμε τη διάσωση της «παραδοσιακής» τεχνολογίας στον τόπο μας. Ο κ. Στ. Παπαδόπουλος κατατάσσεται ανάμεσα στους ελάχιστους διορατικούς έλληνες εθνολόγους που συστηματικά οργάνωσε την καταγραφή της παραδοσιακής τεχνολογίας, γιατί έγκαιρα αντιλήφθηκε όχι μόνον την ευθύνη της ύστατης ώρας αλλά κυρίως τη χρησιμότητα αυτής της καταγραφής, για τη χιλιετία που έρχεται. Το πολύτιμο αυτό έργο που σήμερα διευκολύνει τις έρευνες και εμπλουτίζει τα τεχνολογικά μουσεία και οικομουσεία του κόσμου, αύριο, αν όχι από τώρα, θα αποτελέσει το βασικό εγχειρίδιο για την κατανόηση της τεχνολογίας του αρχαίου κόσμου, δηλαδή της τεχνολογικής παράδοσης και εξέλιξης 4000 τουλάχιστον ετών.

Η

γνώση της «παραδοσιακής τεχνολογίας», η οποία όλο και για λιγότερους είναι αυτονόητη, είναι απαραίτητη για την ανάγνωση των αρχαιολογικών ευρημάτων και την κατανόηση της οργάνωσης όλων των προβιομηχανικών κοινωνιών. Η συνεχής δημοσίευση των συμπερασμάτων, των προβληματισμών αλλά και η αλληλοενημέρωση των επιστημόνων που ασχολούνται με την ιστορία της τεχνολογίας είναι πολύτιμη. Π' αυτό, το περιοδικό Τεχνολογία του ΠΤΙ ΕΤΒΑ καλεί και πάλι τους αρχαιολόγους, τους αρχιτέκτονες, τους ιστορικούς, τους εθνολόγους, τους οικονομολόγους και όλους τους ερευνητές που ασχολούνται με το θέμα να εμπλουτίσουν με τους προβληματισμούς και τις γνώσεις τους τις σελίδες του. Η ύλη του παρόντος τεύχους έκλεισε τον Σεπτέμβριο του '96. Επειδή το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το κλείσιμο της ύλης μέχρι σήμερα είναι μεγάλο, προσθέσαμε τις σημαντικότερες πληροφορίες και γεγονότα που μεσολάβησαν από τον Σεπτέμβριο του '96 μέχρι τον Σεπτέμβριο του '97. Προφανώς δεν περιλαμβάνονται σημαντικά γεγονότα, που συνέβησαν μετά, όπως τα εγκαίνια του Μουσείου Υδροκίνησης στη Δημητσάνα, το Συνέδριο της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας κ.λπ., που θα παρουσιασθούν εκτενώς στο επόμενο τεύχος. Στο εξής το περιοδικό θα είναι ετήσιο. Η ύλη του θα κλείνει στις αρχές Σεπτεμβρίου (αμέσως μετά τις θερινές διακοπές) με στόχο να κυκλοφορεί ως το τέλος της χρονιάς. Θα είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη, κατά τα γνωστά του αναγνώστη της Τεχνολογίας, θα περιλαμβάνει την ενημέρωση των ενδιαφερομένων για τις συναφείς με το θέμα δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό καθώς και την παρουσίαση της σχετικής βιβλιογραφίας, αλλά και των σχετικών ερευνών μέσα από σύντομα άρθρα. Η δεύτερη ενότητα θα αποτελείται από ένα αφιέρωμα-παρουσίαση ενός θέματος με το οποίο ασχολούνται επιστήμονες διαφόρων κλάδων. Πιστεύουμε ότι η συγκέντρωση των ατομικών κυρίως προσπαθειών που συντελούνται στη χώρα μας, χωρίς πάντα τον απαραίτητο συντονισμό και την αλληλοενημέρωση, είναι αναγκαία για την προαγωγή της έρευνας. Το επόμενο κεντρικό θέμα της Τεχνολογίας θα είναι: «Καταγραφή: ένας τρόπος διάσωσης του βιομηχανικού κτιρίου στην Ελλάδα». Καλούμε τους ενδιαφερόμενους επιστήμονες να συμβάλουν με την παρουσίαση του έργου τους στην εκπλήρωση των στόχων του περιοδικού μας. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ Διευθύντρια ΠΤΙ ΕΤΒΑ


Η ιδιαίτερη αναφορά τον τελευταίο καιρό στην ανάγκη του εκσυγχρονισμού δημιουργεί την ανάγκη διευκρίνησης του όρου γενικά (γιατί συνήθως η πολυχρησία καταλήγει στην πολυσημία και αυτή, τελικά, στη βολική αοριστία) και προσδιορισμού τού τι τελικά αυτός σημαίνει για όσους υπηρετούν την ιστορική έρευνα - στην περίπτωση μας, του νεοελληνικού πολιτισμού. «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίστασις». «Συγχρονισμός είναι», κατά το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, «το να είναι ή να γίνη τι σύμφωνον προς την σύγχρονον κατάστασιν, προς τας συγχρόνους ιδέας, αντιλήψεις», και το «εκ», διδάσκουν οι γλωσσολόγοι, σημαίνει την έξοδο από κάτι και την είσοδο σε κάτι άλλο, την έμφαση στην ανάγκη της μετάβασης. Και απορρέουν αυτόματα τα παρακάτω ερωτήματα: (α) Ποια είναι η σημερινή κατάσταση, από την οποία πρέπει δυναμικά να βγούμε; (β) Ποια είναι η διαδικασία μετάβασης (προϋποθέσεις, μέσα); (γ) Ποια είναι η σύγχρονη κατάσταση, το πρότυπο προς το οποίο πρέπει να τείνουμε; Η ποιότητα των απαντήσεων θα καθορίσει και την εγκυρότητα, τις πιθανότητες επιτυχίας της στρατηγικής της μετάβασης, δηλαδή του μακροπρόθεσμου εθνικού σχεδιασμού. Η Ελλάδα σήμερα... «...δίνειτην εικόνα μιας επαρχίας που συνεχίζει, ελάχιστα επηρεασμένη από την κοσμογονία του 20ού αιώνα, την αναπαραγωγή μιας, ξεπερασμένης από δεκαετίες, μυθολογικής σχέσης με την πραγματικότητα - οι εξαιρέσεις δεν αίρουν τη διαπίστωση και η ανάγκη ενός μύθου δεν αιτιολογεί τη συνεχιζόμενη χρήση των πεπαλαιωμένων. Αποτέλεσμα αυτής της μη-σχέσης με την πραγματικότητα είναι η φτώχεια στον τομέα της εθνικής απογραφής του [...] παραδοσιακού μας πολιτισμού (εκδόσεις, εκθέσεις, μουσεία, διεθνή παρουσία), η έλλειψη μιας (συγκροτημένης, δυναμικής, προσαρμοσμένης στα «καθ' ημάς») θεωρίας και (αποτελεσμαστικών) μεθόδων, η παρατεινόμενη προβληματικότητα των φορέων, που παραμένουν ελάχιστοι σε αριθμό και φτωχοί σε ανθρώπινο δυναμικό, πιστώσεις και εξοπλισμό, η περιθωριοποίηση (=ελάχιστη ή μηδενική αξιοποίηση) των ειδικών που υπάρχουν και αυξάνουν, η απουσία ενδιαφέροντος...».* Συνέπειες της γενικής αυτής κατάστασης είναι η συνεχής και ανεμπόδιστη καταστροφή των πολιτισμικών αγαθών, η καλλιέργεια αρνητικού κλίματος στο όνομα της αξιοποίησης, που επιτείνει τη διάθεση και την πρακτική των καταστροφών (χώρων, οικισμών, μνημείων, έργων) και περιθωριοποιεί όσους, ελάχιστους, αγωνίζονται ενάντια στο ρεύμα. Συνέπειες (και αιτίες της) είναι επίσης η αμεθόδευτη διανομή των περιορισμένων πιστώσεων, η υποβάθμιση των φορέων, της προσφοράς και της προβολής, δημόσιας και διεθνούς, του (νεοελληνικού, στην περίπτωση μας) πολιτισμού για τον οποίο ο λόγος πολύς, ιδίως σε πανηγύρεις κάθε είδους, η δε καθη-

μερινή αδιαφορία πολύ μεγαλύτερη. Η πολιτισμική δραστηριότητα σε εθνικό επίπεδο παραμένει ισχνή, ερασιτεχνική και παλαιομοδίτικη, με εξαίρεση την ιδιωτική πρωτοβουλία, όταν λειτουργεί σε υψηλό επίπεδο, γιατί πολλές άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες είναι θνησιγενείς και προβληματικές για όσο χρόνο επιβιώνουν. Σε διεθνές επίπεδο λάμπουμε με την απουσία μας με καταστροφικές συνέπειες, που επισημαίνονται αδιάλειπτα από δημοσιογράφους και ειδικούς και αγνοούνται από τους καθ' ύλην αρμόδιους με την ίδια συστηματικότητα. Γιατί οι διαπλεκόμενες αυτές αρνητικές καταστάσεις δημιουργούν και τα αντίστοιχα συμφέροντα, που συνεπάγονται «κλήρον επί των ιματίων» (με ζάρια σημαδεμένα), άλλοθι αδρανοποιήσεων, λασπολογία και τα συνακόλουθα παραλυτικά, που διατηρούν τις ισορροπίες του αδιεξόδου. Όλα αυτά, και πολλά άλλα, είναι από καιρό γνωστά και στους μη παροικούντες την Ιερουσαλήμ και η εμμονή στην αναφορά τους, και μόνον σε αυτήν, κινδυνεύει να πάρει το χαρακτήρα του άλλοθι. Ποια, λοιπόν, είναι η διαδικασία μετάβασης από τις διαπιστώσεις (ευκαιριακές έστω, συνήθως μερικές, σπάνια ολοκληρωμένες) στο αναγκαίο έργο; Προϋποθέσεις για την επίτευξη της μετάβασης αυτής είναι: α) Η γνώση σε βάθος της καταστάσεως των πολιτισμικών μας πραγμάτων στους διάφορους τομείς και συνολικά. Είναι κοινός τόπος ότι οι φορείς και το έργο τους δεν είναι απογεγραμμένοι με την οφειλόμενη πληρότητα: νομική και οικονομική υπόσταση, υπεύθυνοι-αρμόδιοι, πρόγραμμα, ανθρώπινο δυναμικό τους, περιεχόμενο συλλογών, ετήσιοι απολογισμοί διαχείρισης και έργου τους, έλεγχοι, αξιολόγηση, στατιστικοί πίν��κες. Αγνοούμε μεγέθη, δυνατότητες. Αυτοσχεδιάζουμε σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο. Οι εξαιρέσεις, που οφείλονται σε ηρωικές, προσωπικές συνήθως, πρωτοβουλίες, δείχνουν τι θα μπορούσε να είχε γίνει εάν... αλλά δεν μεταβάλλουν ποιοτικά τη συνολική εικόνα. Σημειωτόν... στο σκοτάδι. Η γύμνια μας, η επικίνδυνη γύμνια μας, φαίνεται στα διεθνή συνέδρια, όταν παριστάμεθα. Ανάγκη εθνικής απογραφής. β) Η δημιουργία και η εφαρμογή ενός νομικού πλαισίου σε αντιστοιχία με τις πραγματικές μας ανάγκες, αυτές που θα προκύψουν από μια πλήρη εθνική απογραφή, και με τις προδιαγραφές που ισχύουν αλλού, με προσαρμογή δηλαδή της κατακτημένης πείρας στις δικές μας συνθήκες. Ζητείται ένα νομικό πλαίσιο χωρίς απλουστεύσεις, συμβιβασμούς και λοιπά γνωστά που μετατρέπουν τα νομοσχέδια σε υποβαθμισμένη συνιστώσα αντισυγκρουόμενων προσωπικών και πελατειακών συμφερόντων, σε γελοιογραφίες ρυθμιστικών πλαισίων. Χρειαζόμαστε, πέρα από τον εκκολαπτόμενο νέο αρχαιολογικό νόμο, ένα συνολικό νόμο-πλαίσιο για την πολιτισμική μας κληρονομιά γενικά που δεν θα

αναφέρεται μόνο στην (αστυνομική τελικά) προστασία αλλά θα οριοθετεί κεφαλαιώδη σχετικά με αυτή θέματα οργάνωσης φορέων, παραγωγής-επιλογής του ειδικού ανθρώπινου δυναμικού, αξιοποίησης του κ.λπ. γ) Η κατανόηση ότι ο πολιτισμός είναι μακροπρόθεσμη επένδυση, τα κέρδη της οποίας δεν απολογίζονται λογιστικά. Πολιτισμός είναι ένας διαφορετικός τουρισμός, μια διαφορετική παιδεία, μια διαφορετική διεθνής παρουσία, μια διαφορετική ποιότητα ζωής. Ο πολιτισμός χρειάζεται κονδύλια, προγραμματισμένη και διαφανή διαχείριση. Τα δε λοιπά (υμνολόγια, ευχολόγια και λοιπά λόγια) από του πονηρού. Όπως και η παλαιά καταστροφική πρακτική των οικονομικών εγκεφάλων να αρχίζουν τα προγράμματα περικοπής δαπανών με την περικοπή των ελάχιστων κονδυλίων που έχουν δοθεί στον πολιτισμό. Μέσα για τη διαδικασία της μετάβασης είναι τα ακόλουθα: α) Η συγκρότηση αποτελεσματικών μηχανισμών οργανοδιαχείρισης, συντονιστικών σε επίπεδο επιτελικό (Υπουργεία Πολιτισμού, Παιδείας, Εξωτερικών, Τουρισμού) και εθνικό (προγραμματισμός, εκτέλεση, έλεγχος). Για να αποφευχθούν επικαλύψεις, προχειρότητες, σπατάλες, απώλειες, ευτελισμοί πραγμάτων, θεσμών, αξιών. β) Η δημιουργία κατάλληλου επιστημονικού προσωπικού με εκπαίδευση (χρειαζόμαστε κύκλους σπουδών στους τομείς της πολιτισμικής οργανοδιαχείρισης, μουσειολογίας κ.λπ.), συνεχή μετεκπαίδευση (ουσιαστική, που θα μετρά στην υπηρεσιακή ανέλιξη), υποτροφίες, μετάκληση ειδικών, αξιοποίηση επιτελική αυτών που ήδη υπάρχουν. Και τον ανάλογο εξοπλισμό πληροφορικής, επικοινωνίας, μετακινήσεων καθώς και τις κατάλληλες συνθήκες εργασίας. Μια επίσκεψη στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης αρκεί για να τεκμηριώσει την εικόνα του ζητούμενου. γ) Η σύνταξη και η εφαρμογή ενός πραγματικού (αποδεκτού από όλη την πολιτική ηγεσία της χώρας) μακροπρόθεσμου προγράμματος. Πολλά, κατά καιρούς, έχουν εξαγγελθεί, κανένα ως σήμερα δεν έγινε πιλότος δράσης. Το ράβε-ξήλωνε, οι πυροσβεστικές ή εμβαλωματικές λύσεις αποτέλεσαν, δυστυχώς, τον κανόνα. Η απογοήτευση εδραιώθηκε. Το πρότυπο προς το οποίο τείνουμε δεν είναι δεδομένο, δεν προέρχεται από αντιγραφή ενός καλύτερου. Προκύπτει από την ανακάλυψη του εαυτού μας, τη γνώση και τη βίωση του νεοελληνικού πολιτισμού (και, αυτονόητο, όλων των άλλων κεφαλαίων του) και στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας του βίου μας και της διεθνούς μας εικόνας. Ποιότητα και εικόνα είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιου, πολύμοχθου, πολυδιάστατου έργου, του οποίου τις προϋποθέσεις και τα μέσα αναφέραμε πιο πάνω. Η ιδιοπροσωπία αυτή της ποιότητας είναι αποτέλεσμα έρευνας, γνώσης, αξιοποίησης


κεφαλαίων του πολιτισμού μας που, ως τώρα, γνωρίζουμε επιφανειακά, δηλαδή αγνοούμε, όπως λ.χ. η αρχαία γραμματεία (βλ. διδασκαλία της στην εκπαίδευση) ή ο νεοελληνικός πολιτισμός (βλ. εικόνα του στις εκατοντάδες των επαρχιακών «μουσείων» μας). Η δημιουργία αυτής της ποιότητας δεν συνεπάγεται ούτε τον κίνδυνο τυφλής μίμησης των ευρωπαϊκών προτύπων ούτε την απώλεια του σεβασμού μας στην «παράδοση» - που όλοι υπολήπτονται ιδιαίτερα αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν λίγο.

Από το ευρωπαϊκό πρότυπο η πολιτική του εκσυγχρονισμού μας θα πρέπει να πάρει κυρίως μεθόδους οργανοδιαχείρισης του συντελεστέου έργου, αυτό που ιδίως μας λείπει, και χρήσιμα πορίσματα από επί μέρους δράσεις (λ.χ. σύγχρονα μουσεία, μορφές επικοινωνίας). Η εκ νέου ανακάλυψη της πυρίτιδας δεν είναι το κύριο ζητούμενο για την υπέρβαση των καθυστερήσεων. Και η (νεοελληνική) παράδοση μας κινδυνεύει κυρίως να απωλεσθεί από την αδιαφορία μας γι' αυτήν και από τη μεγαλόστομη συ-

νεχή χρήση του όρου που εκφράζει μια ρητορική ευλάβεια αλλά όχι μια βαθιά γνώση του περιεχομένου του. Παράδοση είναι η βιούμενη πείρα του χθες σε διάλογο με τις ανάγκες του σήμερα του σχεδιασμού του αύριο, παράδοση είναι μια συσσωρευμένη από διαδοχικούς εκσυγχρονισμούς πείρα.

Σεπτέμβριος 1675 Η παρουσίαση που έγινε στο Παρίσι, τον Σεπτέμβριο του 1675, μιας μηχανής που έπλεε πάνω στα νερά του Σηκουάνα, στάθηκε η αιτία να γεννήσει το μυαλό μου την παρακάτω ιδέα που όσο κι αν φαίνεται παράξενη, η εφαρμογή της δεν θα ήταν χωρίς απήχηση. Υποθέτουμε ότι ορισμένα ευυπόληπτα πρόσωπα που γνωρίζουν από σπάνια και ιδιότυπης τεχνοτροπίας αντικείμενα, κυρίως από μηχανές, συμφωνούσαν μεταξύ τους να τα παρουσιάσουν δημοσίως. Εκτός από τα πρόσωπα τα ικανά να καλύψουν τα έξοδα, χρειάζονται επίσης εκείνα που μπορούν να προσφέρουν συνεχώς καινούριες εφευρέσεις. Αλλά επειδή ο μεγάλος αριθμός ατόμων δημιουργεί αποδιοργάνωση, πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερα να υπάρχουν δύο ή τρεις εταίροι, ως κύριοι του έργου, ενώ οι άλλοι να παίρνουν το μισθό τους ή να εισπράττουν με όρους ή ανάλογα με ορισμένες παραστάσεις ή σύμφωνα με ορισμένο χρόνο ή με όσο χρόνο θελήσουν οι κύριοι ή μέχρι να κερδίσουν για την εταιρεία το ποσό που τους είχε αρχικά παραχωρηθεί. Μισθό θα παίρνουν οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι μαραγκοί, οι ωρολογοποιοί και άλλοι με παρεμφερή απασχόληση. Μπορούμε να προσθέσουμε τους μαθηματικούς, τους μηχανικούς, τους αρχιτέκτονες, τους θαυματοποιούς και τους αγύρτες- τους μουσικούς, τους ποιητές, τους βιβλιοπώλες/εκδότες, τους τυπογράφους, τους χαράκτες και άλλους, σιγά-σιγά και με τον καιρό, όλους. Για παράδειγμα, θα παρουσιάζονται μαγικά φανάρια (θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από εκεί), ιπτάμενα αντικείμενα, τεχνητοί μετεωρίτες, κάθε είδους οπτική φαντασμαγορία, μια απεικόνιση του ουρανού με τα άστρα: κομήτες, υδρόγειες σφαίρες όπως του Gottorp ή της lena. Βεγγαλικά, πίδακες νερού, πλεούμενα με περίεργα σχήματα. Μανδραγόρας και άλλα σπάνια φυτά. Απίθανα ζώα και σπάνια. Ο «Βασιλικός Κύκλος». Μορφές από ζώα. Τον «Βασιλικό Κύκλο» με τα ξύλινα αλογάκια που στριφογυρίζουν. Έπαθλα βολής. Αναπαραστάσεις από μάχες. Οχυρά κατασκευασμένα από ξύλο, ορθωμένα επί

σκηνής [...] υπαίθρια κτλ. Όλα θα είναι πιστές απομιμήσεις του κατασκευαστή [...] που είδα' ο υπεύθυνος κύριος του οχυρού θα εξηγεί τη χρήση των πάντων. Ψεύτικες μάχες: ασκήσεις πεζικού γαλλικής τακτικής Martinet, ασκήσεις ιππικού, ναυμαχίες σε μικρογραφία στο κανάλι. Υπέροχες συναυλίες, σπάνια μουσικά όργανα, τρομπέτες που μιλούν. Κυνήγι. Πολυέλαιοι και ημιπολύτιμες πέτρες. Θα υπάρχει πάντα η δυνατότητα να αναμιγνύεται στην παρουσίαση κάποια ιστορία ή κωμωδία. Θέατρο για τη φύση και για την τέχνη. Αγώνες: κολύμβηση, εκπληκτικοί χορευτές πάνω σε σχοινιά, πηδήματα θανάτου. Να δείξουμε πώς ένα παιδί σηκώνει μεγάλα βάρη με μια κλωστή. Θέατρο ανατομίας. Κήπος φαρμακευτικών φυτών. Θα ακολουθούν πειραματικά εργαστήρια. Γιατί, εκτός από τις γενικές παρουσιάσεις, θα υπάρχουν και οι εξειδικευμένες, όπως μικρών αριθμομηχανών κι άλλα, πίνακες, μετάλλια, βιβλιοθήκες. Καινούρια πειράματα με το νερό, τον αέρα και το κενό. Επίσης, για τις μεγάλες παρουσιάσεις θα ήταν χρήσιμη η μηχανή του κ. Gvericke με τα 24 άλογα. Για τις μικρές, η υδρόγειος σφαίρα

του. Πολλά πράγματα από τη συλλογή του κ. Dalence καθώς και μαγνήτες. Ο κ. Denis και ο κ. [...] θα εξηγούν. Ακόμη, θα μοιράζαμε και ορισμένα πράγματα ασυνήθη, όπως στυπτικό νερό κτλ. Θα κάναμε δοκιμές μετάγγισης και διήθησης. Επίσης, πριν φύγουν οι θεατές θα τους δίναμε ένα δελτίο καιρού για την επόμενη μέρα, αν θα βρέξει ή όχι χρησιμοποιώντας ως μέσο το μικρό ανθρωπάκι. Τη συλλογή του Père Kircher. Από την Αγγλία θα φέρναμε τον άνθρωπο που καταπίνει τη φωτιά κτλ., αν ζει ακόμη. Το βράδυ θα δείχναμε το φεγγάρι από ένα τηλεσκόπιο καθώς και τα υπόλοιπα άστρα. Θα ψάχναμε να βρούμε έναν νεροπότη. Θα κάναμε δοκιμές μηχανών βολής ακριβείας σε συγκεκριμένο στόχο. Αναπαραστάσεις των μυών, των νεύρων, των οστών, καθώς και μιας μηχανής που θα αναπαριστά τον άνθρωπο. Τα έντομα των κυρίων Schwammerdam, Goerdartius, Jungius. Τον μυρμηγκολέοντα (Myrmecoleon). Το κατάστημα των κυρίων Galinée και Billets. Τέχνες και τον κ. Thevenot. Ζωηρές, διασκεδαστικές συζητήσεις και συνέδρια. Επισκέψεις σε σκοτεινούς θαλάμους. Πίνακες ζωγραφικής που δεν μπορεί να τους δει κανείς παρά από μια πλευρά μόνο [...] και από κάθε πλευρά με διαφορετικό τρόπο. [...] κάποιου κυρίου από το νησάκι της N(otre) D(ame) [...]. Λουτρά γύρω από το κανάλι, όπως στις Βερσαλίες. Δημόσιες διασκεδάσεις. Καρικατούρες ζωγραφισμένες πάνω σε λαδόχαρτο με ένα φως από μέσα. Θα μπορούσαμε να έχουμε φιγούρες που περπατάνε φωτίζοντας τες από μέσα για να δούμε πώς θα ήταν πάνω στο χαρτί. Για τα μαγικά φανάρια δεν θα είχαμε μόνο κανονικές φιγούρες πάνω στις διαφάνειες, αλλά θα είχαμε και διαμελισμένες, αναπαριστώντας απίθανα γελοίες κινήσεις που ο άνθρωπος δεν ξέρει να κάνει. Μπαλέτο με άλογα. 1 Αγώνες για το χαμένο δαχτυλίδι και την «κεφαλή» του Τούρκου. Μηχανές τεχνών, όπως αυτές που είδα στη Γερμανία. Τη δύναμη του πυρωμένου καθρέφτη. Πυροτεχνήματα του Γρηγορίου και του Καλλίνικου. Σκάκι με ανθρώπους επί σκηνής. Όπως στο Harsdorffer. Aufzüge (παρελάσεις με ιστορικά κουστουμιά;), όπως τις κάνουν στη Γερμανία. Θα μπο-

ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ * Στ. Παπαδόπουλος, «Υλικός Πολιτισμός», Εθνολογία 3 (1994), σ. 220.


ρούσαμε να μαθαίναμε κι άλλα είδη παιχνιδιών σε φυσικό μέγεθος και να τα παρουσιάζαμε. Να παίξουμε μια ολόκληρη κωμωδία με παιχνίδια από κάθε χώρα. Οι άνθρωποι θα τα επαναλαμβάνουν ύστερα στα σπίτια τους. Θα έχουμε το κτίριο του «Jeu de Paume», και άλλα, και [...] θα μπορούσαμε ίσως να ανακαλύψουμε ένα νέο είδος χρήσιμου παιχνιδιού. Στο τέλος θα μπορούσαμε να ιδρύσουμε μια Γυμναστική Ακαδημία και ένα κολέγιο για τους νέους, που θα μπορούσε να συνδεθεί με το Κολέγιο των Τεσσάρων Εθνοτήτων. Κωμωδίες διαφορετικού είδους από κάθε χώρα. Μια κωμωδία ινδική, μια τούρκικη, μια περσική κτλ. Παραστάσεις που θα διακωμωδούν τα επαγγέλματα- μια για κάθε επάγγελμα που θα αναπαριστά το πώς επαγγέλλονται, τις δεξιοτεχνίες, τις απάτες, τα πειράγματα, τα αριστουργήματα, τους τρόπους και τους κανόνες του επαγγέλματος που είναι ιδιαίτερα αστείοι. Αντί για τους ιταλούς μίμους, τον Scaramucha και τους άλλους, θα ψάξουμε για Γάλλους που καμιά φορά θα παίζουν κωμικά νούμερα. Πύρινοι δράκοντες που θα πετούν κτλ.- θα μπορούσαν να είναι από λαδόχαρτο φωτισμένο. Ανεμόμυλοι κάθε είδους. Σκάφη που θα έπλεαν κόντρα στον άνεμο. Μια άμαξα με πανιά της Ολλανδίας ή μάλλον της Κίνας. Όργανα που θα έπαιζαν από μόνα τους. Καμπανάκια κτλ. Τα αυτόματα της μηχανής του Hauz που αναπαριστούν μια μάχη ιππικού εναντίον πεζικού. Το πείραμα που κάποιος σπάει ένα ποτήρι με μια κραυγή. Θα έπρεπε να έρθει ο Petter. Εφευρέσεις του κ. Weiget. Να δείξουμε την ισομετρία των κτύπων στο εκκρεμές. Την υδρόγειο σφαίρα του κ. Gvericke. Γύρους ταχυδακτυλουργίας. Γύρους χαρτοπαιξίας. Θα μπορούσαμε να τα βάζαμε όλα αυτά στις κωμωδίες, ίσως με έναν κράχτη. Στο τέλος θα μπορούσε η όπερα να συνδεθεί με όλα αυτά, καθώς επίσης και με άλλα πράγματα. Οι πόζες της μοντέρνας γαλλικής και γερμανικής κωμωδίας θα ήταν κάτι το καινούριο. Με το πέσιμο της αυλαίας δεν θα ήταν άσχημα, γιατί στο διάλειμμα θα μπορούμε να εμφανίζουμε διάφορα πράγματα μέσα στο σκοτάδι. Και τα μαγικά φανάρια μπορεί να είναι κατάλληλα γι' αυτό. Τις άτονες αυτές κινήσεις που κάνουν οι διαφανείς μαριονέτες μπορούμε να τις συνοδεύουμε με κάποια λόγια ή τραγούδια. Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια αναπαράσταση ρωμαϊκών αρχαιοτήτων. Ένδοξους άνδρες. Τελικά το καθετί. Η απήχηση αυτής της επιχείρησης θα ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' όσο φανταζόμαστε, τόσο για τις γενικές παρουσιάσεις όσο και για τις εξειδικευμένες. Οι γενικές θα άνοιγαν τα μάτια των ανθρώπων, θα ενέπνεαν νέες εφευρέσεις, θα προσέφεραν ωραία θεάματα, θα διαπαιδαγωγούσαν τον κόσμο με άπειρες καινοτομίες χρήσιμες και πνευματώδεις. Όλοι όσοι θα είχαν μια καινούρια εφεύρεση ή κάποιο ευφυές σχέδιο θα μπορούσαν να έλθουν, θα έβρισκαν τρόπο να κερδίζουν τη ζωή τους κάνοντας γνωστή την εφεύρεση τους, αποκομίζοντας κάποιο κέρδος- θα υπήρχε ένα Γραφείο Γενικής Διεύθυνσης για τους εφευρέτες. Πολύ σύντομα θα είχαμε ένα θέατρο από όλα τα φανταστικά πράγματα. Θη-

ριοτροφείο. Κήπο ιαματικών φυτών, πειραματικό εργαστήρι, θέατρο ανατομίας. Γραφείο σπάνιων ειδών, θα είχε απήχηση σε όλους τους πολυπράγμονες. Θα ήταν ένα μέσο για να διατίθενται αυτά τα πράγματα. Θα συνδέαμε τις ακαδημίες, τα κολέγια, το Jeu de Paume και άλλα. Συναυλίες, αίθουσες ζωγραφικής. Συζητήσεις και διαλέξεις. Για τις εξειδικευμένες παρουσιάσεις, το κέρδος θα ήταν προφανώς μεγάλο. Τα οπτικά αξιοπερίεργα δεν στοιχίζουν τίποτα και καλύπτουν μεγάλο μέρος αυτών των εφευρέσεων. Όλοι οι αξιότιμοι πολίτες θα ήθελαν να τα έχουν δει, για να είναι σε θέση να μιλούν για αυτά. Ακόμη και οι κυρίες καλού γούστου θα ήθελαν να τις συνοδεύσουν εκεί, και μάλιστα για περισσότερες από μια φορές. Θα μας ενθάρρυναν συνεχώς να προχωρήσουμε τα πράγματα πιο πέρα, και καλό θα ήταν, για όσους το επιχείρησαν, να εμπιστευτούν το μυστικό σε άλλες μεγάλες πόλεις και ηγεμονικές αυλές, όπως στη Ρώμη, τη Βενετία, τη Βιέννη, το Άμστερνταμ, το Αμβούργο- σε ανθρώπους της υπηρεσίας τους, που είναι εξουσιοδοτημένοι από τους βασιλείς και τις δημοκρατίες. Θα χρησίμευε ακόμη για να συγκροτηθεί μια συνέλευση της Ακαδημίας των Επιστημών, που θα έχει μέλη προερχόμενα από παντού, θα αυτοτροφοδοτείται και δεν θα σταματά να φτιάχνει ωραία πράγματα. Είναι πιθανόν οι φωτισμένοι ηγεμόνες και τα σημαντικά πρόσωπα να συνεισφέρουν για τη δημόσια ευχαρίστηση και την εξέλιξη των επιστημών. Τέλος, όλος ο κόσμος θα ήταν αναστατωμένος σαν να βρισκόταν σε διέγερση και η επιχείρηση θα μπορούσε να έχει μια συνέχεια τόσο ωραία και σημαντική που δεν είμαστε σε θέση να τη φανταστούμε και πιθανόν μια μέρα να τη θαυμάζουν οι επόμενες γενιές. Θα μπορούσαν να υπάρχουν περισσότερα οικήματα σε διαφορετικά μέρη της πόλης, όπου θα παρουσιάζονταν διάφορα πράγματα. Ή μάλλον διαφορετικοί χώροι μέσα στο ίδιο κτίριο, όπως τα καταστήματα του Palais, όπου ενοικιάζονται μικρές αίθουσες για εξειδικευμένες παρουσιάσεις σπάνιων αντικειμένων. Νέα οδός [...]. Αυτή η παραχώρηση θα υποχρέωνε όλους όσοι θα ήθελαν να παρουσιάσουν κάτι να το κάνουν στην Ακαδημία Παρουσιάσεων. Θα μπορούσαμε τελικά να ζωντανέψουμε και να αξιοποιήσουμε καλύτερα το δικαίωμα εγγραφής στο Γραφείο Γενικής Διεύθυνσης, γεγονός υψίστης σημασίας, αν το προωθούσαμε με τον σωστό τρόπο. Αίφνης, δεν θα είχαμε κάνει το παραμικρό έξοδο παρέχοντας ελεύθερα στους άλλους, αντί κάποιου ποσού, να παρουσιάζουν κάτι στο κτίριο της Ακαδημίας. Και έτσι δεν θα είχαμε παρά κέρδος που θα πήγαινε πάντα στην Ακαδημία χωρίς να ξοδεύουμε τίποτα. Ίσως αν αναλαμβάναμε να εφαρμόσουμε την ίδρυση του Κολεγίου των Τεσσάρων Εθνοτήτων, θα μπορούσαμε να τη συνδέαμε κτλ. Θα ρίχναμε άσφαιρες βολές. Θα στήναμε μια λοταρία και ένα είδος d'ocar (μπιρίμπας). Θα πουλούσαμε χίλια μικρά αξιοπερίεργα. Παρ' ολίγο να ξεχνούσα ότι θα μπορούσαμε να ιδρύσουμε μια Ακαδημία Παιχνιδιών. Ή, πιο γενικά, μια Ακαδημία Ψυχαγωγίας. Προτι-

μώ όμως την πρώτη ονομασία, επειδή είναι του γούστου του κόσμου. Θα παίζαμε χαρτιά, ζάρια. Θα υπήρχε μια αίθουσα για Landsqvenet {γερμανικό χαρτοπαίγνιο), μια αίθουσα για «τριάντα ή σαράντα» (φύλλα). Μια αίθουσα για Berlan, μια για Hombre {ισπανικό χαρτοπαίγνιο). Μια αίθουσα για σκάκι ή ντάμα. Θα κάνουμε όπως στου Fredoc. Θα μοιράζουμε μάρκες σε όσους θέλουν να παίξουν εκεί μέσα, έτσι δεν θα παίζουν με χρήματα, αλλά με μάρκες, πράγμα που κάνει το παιγνίδι πιο άνετο. Όσοι θα ήθελαν να δειπνήσουν εκεί δεν θα πλήρωναν παρά μια μάρκα (ένα λουδοβίκιο χρυσό) το άτομο και θα είχαν πολύ καλή περιποίηση. Θα ήταν συγχρόνως ένα τίμιο καμπαρέ· όπως στου Bergerac. Θα παρουσιάζαμε διάφορα αξιοπερίεργα και δεν θα μπορούσε να μπει κανείς χωρίς να δώσει μια μάρκα. Οι μάρκες θα πληρώνονταν στην είσοδο. Θα υπήρχε ένα ευαίσθητο όργανο ελέγχου για να εξετάζει αν οι μάρκες είναι κάλπικες. Θα έπρεπε ο αριθμός τους να αναφέρεται σε κάποιον άλλο αριθμό σε μικρή μάρκα που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να μαντέψει. Θα υπήρχαν περισσότερα κτίρια ή ακαδημίες αυτού του τύπου στην πόλη. Αυτά τα κτίρια ή οι αίθουσες θα είναι με τέτοιο τρόπο κτισμένες ώστε ο κύριος του κτιρίου, χρησιμοποιώντας καθρέφτες και σωλήνες, να μπορεί να ακούει και να βλέπει ό,τι λέγεται και γίνεται χωρίς να γίνεται αντιληπτός, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό για το κράτος- ένα είδος πολιτικού εξομολογητηρίου. Ο Baptiste δεν θα ζήσει αιώνια (σπουδαίος μίμος της εποχής που πράγματι πέθανε ένα χρόνο μετά τη χρονολογία συγγραφής του κειμένου). Και θα το συνδέαμε με την όπερα ή τη Μουσική Ακαδημία. Θα υπήρχαν [...] πυγμαίοι, πίδακες νερού, λίμνες, ναυμαχίες, [...]. Θα έπρεπε να εμποδίσουμε ολότελα τις βλασφημίες στην Ακαδημία. Δεν θα πρέπει να βλασφημούν τον Θεό- επειδή αυτό υπήρξε το πρόσχημα για να καταργηθούν οι ακαδημίες. Θα το λαμβάναμε ως πρόφαση για να καθιερωθεί η μόδα του καλού παιξίματος, χωρίς θυμούς. Και όσοι θα παραφέρονται να δίνουν κάτι όχι για τα χαρτιά γενικά ούτε για το κτίριο, που θα έμοιαζε συμφεροντολογικό, αλλά για τη συγκεκριμένη παρτίδα. Γιατί από εκεί θα γεννηθεί το ενδιαφέρον σε όσους παίζουν να παρακολουθούν την τήρηση των κανόνων. Αν όμως βλέπαμε μια ομάδα από παρορμητικούς παίκτες, πράγμα σπάνιο, οι οποίοι αμοιβαίως απαλλάσσονταν από την τήρηση του κανόνα, κατόπιν μάταιων υποδείξεων, θα τους αρνούμασταν στο μέλλον την είσοδο. Δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το πρόσχημα της ευσέβειας, αφού οι χυδαίοι το περιφρονούν, αλλά της μόδας και του αέρα της ευγένειας. ΝΒ (Nota Bene). Δεν θα αρνούμαστε σε καμιά ομάδα να παίξει στη μεγάλη αίθουσα για το κοινό, γιατί αυτό δεν θα περνούσε απαρατήρητο. Αν μια ομάδα παικτών έψαχνε για ειδική αίθουσα, θα τους την παραχω��ούσαμε. Αν όμως βλασφημούσαν και δεν υπάκουαν στους κανόνες, τότε θα αρνούμασταν την παραχώρηση της συγκεκριμένης αίθουσας. Ένα ερώτημα είναι αν θα έπρεπε να επι-


τρέπονται οι κατεργαριές στο παιχνίδι. Θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε τα πράγματα σύμφωνα με τη βούληση του κόσμου. Αν όλοι συμφωνούσαν από κοινού ότι κάθε κατεργαριά θα απαγορεύεται, θα βάζαμε μια ποινή σε εκείνον που θα έκλεβε και τον έπιαναν να δώσει ένα ποσό στην παρτίδα. Αν δεν γινόταν καμία νύξη ποινής, τότε θα ήταν ελεύθεροι. Σε περίπτωση όμως που οι παίκτες θα ήθελαν να τιμωρείται το αδίκημα, θα έβαζαν ως ποινή τον αποκλεισμό του παίκτη από τη συντροφιά ή την καταβολή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Με τον τρόπο αυτό οι κατεργαριές τις περισσότερες φορές θα επιτρέπονταν. Αυτό θα βοηθούσε τον κόσμο να μάθει χιλιάδες κόλπα. Ωστόσο πιστεύω ότι η κατεργαριά να βάλουν στο παιχνίδι ξένα χαρτιά θα έπρεπε να απαγορευτεί απολύτως' το ίδιο και για όσους θα χρησιμοποιούσαν ξένα ζάρια. Καλύτερα θα ήταν να αποκλείονται οι κατεργαριές- εκτός αν οι παίκτες δεν θέλουν οι ίδιοι να τις επιτρέψουν ή να τιμωρούνται μόνον με την καταβολή χρηματικού ποσού. Ο κύριος του παιχνιδιού θα μπορεί να έχει για τον εαυτό του μόνιμους παίκτες και να ανήκουν στον όμιλο. Αλλά αυτό θα μπορούσε επίσης να βλάψει τη φήμη του. Ορισμένα είδη λαχνών με κάποιο κέρδος (το οποίο θα προσδιορίζεται) για τον κύριο της λοταρίας. Το κτίριο αυτό με το χρόνο θα γινόταν ένα «Palais» και θα περιείχε στον ίδιο του το χώρο ή στο προαύλιο του ή κάτω στα καταστήματα του κάθε είδους φαντασμαγορία. Το παιχνίδι θα ήταν το καλύτερο πρόσχημα για να ξεκινήσει κάτι τόσο χρήσιμο όσο κι αυτό, επειδή θα πρέπει να ρίξεις στον κόσμο την απόχη, να επωφεληθείς της αδυναμίας και να

ξεγελάσεις για να θεραπεύσεις. Υπάρχει τίποτα πιο σωστό από το να χρησιμοποιήσεις κάτι εξωφρενικό στο οίκημα της γνώσης; Πρόκειται πραγματικά για miscere utile dulci. Να κάνεις από το δηλητήριο ένα αντίδοτο. Θα μπορούσαμε να έχουμε αίθουσες με μάρκες. Αυτές οι μάρκες θα ήταν πολύ επικερδείς, επειδή θα έδιναν τα χρήματα προκαταβολικά [...]. Τελικά, θα είχαμε παράρτημα ένα γραφείο εγγραφών ένα μητρώο εντύπων και χίλια δυο άλλα χρήσιμα πράγματα. Συνδέστε τις μαριονέτες του Marait ή τους πυγμαίους. Θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέσουμε ένα θέατρο σκιών. Πρόκειται για μια σκηνή [...] στην άκρη της πλευράς των θεατών όπου θα υπάρχει ένα φως και μικρές ξύλινες φιγούρες μετακινούμενες, που θα προβάλλουν τη σκιά τους σε ένα διαφανές χαρτί, που θα έχει επίσης από πίσω ένα φως· αυτό θα κάνει να φαίνονται οι σκιές πάνω στο χαρτί λαμπερές και μεγεθυμένες. Αλλά για να μη φαίνονται όλα τα πρόσωπα των σκιών στο ίδιο πλάνο, μπορεί η προοπτική να κανονίζεται από την αυξομείωση του μεγέθους τους. Θα έρχονται από την άκρη προς το κέντρο και, καθώς θα έρχονται από το βάθος, θα μοιάζει σαν να πλησιάζουν. Θα μεγεθύνονται με βάση την απόσταση τους από το φως, πράγμα πολύ απλό και εύκολο. Ξαφνικά θα γίνονται απίθανες μεταμορφώσεις, άλματα επικίνδυνα και πετάγματα. Τη μάγισσα Κίρκη που μεταμορφώνει τα σκοτάδια που πέφτουν. Και ύστερα από αυτό, ξαφνικά, όλα θα σκοτεινιάζουν θα χρησιμοποιούσαμε το ίδιο παραπέτασμα, θα καταργούσαμε όλα τα φώτα, εκτός εκείνου που βρίσκεται κοντά στις μικρές ξύλινες φιγούρες. Αυτό το μικρό φως θα προέ-

βάλλε κόντρα στο παραπέτασμα μορφές εκπληκτικά όμορφες και κινούμενες, τηρώντας τους ίδιους νόμους της προοπτικής. Θα συνοδεύονταν με ένα τραγούδι από το πίσω μέρος της σκηνής. Οι μικρές φιγούρες θα κινούνται από κάτω ή από τα πόδια, ώστε αυτό που τις μετακινεί να μη φαίνεται. Τραγούδια και μουσική θα ακολουθούσαν τα πάντα.

Α. Φθορά της επιφάνειας και της δομής Σε ένα ζωγραφικό ή έργο γλυπτικής οι εσωτερικές δυνάμεις της ύλης παραμένουν αδρανείς, υποτάσσοντας απόλυτα τη μορφή στο σχέδιο του καλλιτέχνη. Αντίθετα, το αρχιτεκτονικό έργο οφείλει την ύπαρξη του στη συνεχή επενέργεια, αφ' ενός των βαρυτικών δυνάμεων της φύσης και αφ' ετέρου των δυνάμεων εκείνων που μέσω της σύστασης και συναρμογής των δομικών υλικών έχουν ταχθεί να τις εξισορροπούν. Ενώ η ύλη της ζωγραφικής και της γλυπτικής δεν βρίσκεται σε δυναμική αλληλεπίδραση με τις εξωτερικές δυνάμεις του γήινου περιβάλλοντος, θα λέγαμε αντίθετα πως, μέσα στο αρχιτεκτονικό έργο, η ίδια η φύση αναλαμβάνει, μέσω του αρχικού σχεδίου του αρχιτέκτονα, τη στήριξη του έργου, αντιδρώντας κάθε στιγμή στην όρθωση της μορφής. Η παραμικρή αστοχία του υλικού διαταράσσει αμέσως την ισορροπία και δίνει την ευκαιρία στη φύση να ανακατανείμει προς όφελος της τις εξασκούμενες στο έργο δυνάμεις. Η διατάραξη για οποιοδήποτε λόγο της ισορροπίας φύσης και μορφής δεν αλλοιώνει

απλώς επιφάνειες του έργου, αλλά και την ίδια την εσωτερική δομή του. Η φθορά της δομής δεν ακολουθεί τυχαία πρότυπα, όπως η φθορά της επιφάνειας, αλλά έχει τη δική της νομοτέλεια, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο κατασκευής του έργου, τις συναρμογές των αρχιτεκτονικών μελών, την αντοχή των υλικών κ.λπ. Για το λόγο αυτό, στη φθορά της επιφάνειας η μορφή και η έκταση της αλλοίωσης -από το χρόνο- της υφής ή του χρώματος ενός υλικού, όπως για παράδειγμα του μαρμάρου ενός αρχαίου κίονα, δεν είναι προβλέψιμες ούτε μπορούν εύκολα να αναλυθούν σύμφωνα με μια παραδειγματική τυπολογία. Αντίθετα, ο τρόπος ερείπωσης ενός κτιρίου είναι αποτέλεσμα των αρχικών σχεδιαστικών επιλογών και αναδεικνύει την πρόθεση του δημιουργού. Η εξάρθρωση, για παράδειγμα, των αρχιτεκτονικών μελών και η διατήρηση των φερόντων στοιχείων της κατασκευής, όπως των κιόνων, είναι κοινή μοίρα όλων των κλασικών ναών και οφείλεται στη λογική της απλής συνάρθρωσης αυτοτελών δομικών στοιχείων

και στον τρόπο κατανομής των φυσικών δυνάμεων στο σύστημα κατασκευής της «δοκού επί στύλων». Έτσι, το αρχιτεκτόνημα υπόκειται σε πρότυπα κατάρρευσης, που αντιστοιχούν στις κατασκευαστικές αρχές του και είναι διαφορετικά για κάθε εποχή και τόπο. Στον ελληνικό χώρο διακρίνουμε γενικά τρεις κατηγορίες ερειπίων μνημείων που αντιστοιχούν σε τρία διαφορετικά δομικά συστήματα: προϊστορικά ερείπια, με τοίχους φέροντες από λιθοδομή, κλασικά ερείπια, με το σύστημα «δοκού επί στύλων», με αυτοτέλεια μελών και απουσία συνδετικών υλικών, και βυζαντινά ερείπια, με χαρακτηριστικά τη θολωτή κατασκευή, την αλληλεξάρτηση μελών και την ανομοιογένεια των υλικών. Η φύση, καταστρέφοντας ό,τι αντέχει στατικά λιγότερο, εκτελεί συνθετικό έργο, με την έννοια της άμεσα ορατής ανάδειξης στη μορφή του ερειπίου των στατικών δυνάμεων που άλλοτε αφανώς διέτρεχαν το κτίριο. Ο αόρατος ιστός δυνάμεων ο οποίος συγκρατούσε το αρχιτεκτονικό έργο στην τελειωμένη του

G.W.LEIBNIZ μτφρ. Ελεάννο Βλάχου Κατά την τριετή παραμονή του στο Παρίσι (1672-1675), ο μαθηματικός G.W. Leibniz, σε ηλικία 29 ετών, ολοκληρώνει, κοντά στον Huygens, τη μαθηματική του σκέψη ανακαλύπτοντας το «Θεμελιώδες Θεώρημα του Λογισμού» και μαθαίνει γαλλικά. Στη γλώσσα της χώρας που τον φιλοξενεί και τον γεμίζει ιδέες, κάποια στιγμή, αυθόρμητα και για δική του προφανώς χρήση (αφού το κείμενο παρέμεινε αδημοσίευτο τουλάχιστον για τρεις αιώνες), ο φιλόσοφος σημείωσε πρόχειρα σε ένα χαρτί μια «εξωφρενική σκέψη». Χάρη στο περιστατικό που αναφέρεται στο κείμενο, του γεννήθηκε η ιδέα να οργανώσει βιαστικά και όπως τον φαντάστηκε, ένα χώρο όπου ο κόσμος (το ευρύ κοινό) θα μπορούσε διασκεδάζοντας να μυηθεί στα επιτεύγματα της επιστήμης. Το κείμενο δημοσιεύτηκε σχολιασμένο από τον Yvon Belaval στη Nouvelle Revue Française το 1958. Οι αγκύλες υποδηλώνουν δυσανάγνωστα σημεία του χειρογράφου και οι παρενθέσεις με πλάγια στοιχεία είναι σχόλια του Y. Belaval. Το μικρό αυτό κείμενο θα μπορούσαμε να το δούμε σαν μια ελεύθερη, συγκριτικά λιγόλογη και γεμάτη φαντασία περίληψη του βιβλίου «Βιομηχανική Κληρονομιά: Διαχείριση πόρων και χρήσεις», που μόλις κυκλοφόρησε από το Πολιτιστικό και Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ. Διαβάζονται μαζί: ένα αντίδοτο στο δηλητήριο. Σ.τ.μ.


μορφή αποκρυσταλλώνεται τώρα στην πέτρα του ερειπίου με τη μέριμνα της ίδιας της φύσης. Ωστόσο, η ανάδειξη του αόρατου αυτού ιστού δυνάμεων -που είναι η ίδια η raison d'être της αρχιτεκτονικής- γίνεται με αναδιανομή και αντικατάσταση των αρχικών χωρικών σχέσεων με νέες. Ακόμη και ιδιαίτερα κατακερματισμένες χωρικές σχέσεις ερειπίων, όπως, για παράδειγμα, αυτές που αντιλαμβάνεται σήμερα ο επισκέπτης του ναού του Διός στη Νεμέα, ιχνογραφούν, με τη μοναδικότητα του τρόπου κατάρρευσης των κιόνων στο έδαφος και με τη ρυθμική παράταξη των σφονδύλων τους, τη διέπουσα δομή. Β. Αξίες του ερειπίου Οι νέες σχέσεις στο χώρο που καταδεικνύει το ερείπιο, εκτός από την αρχιτεκτονική τους αξία -η εξέταση της οποίας απαιτεί ξεχωρι1 στή πραγματεία - έχουν αξία αισθητική, που η διερεύνηση της αποτέλεσε το αντικείμενο των θεωριών του Υψίστου (Sublime) και του Γραφικού (Picturesque) καθώς και της Ρομαντικής Ποιητικής του «Αποσπάσματος», έχουν αξία μνήμης, που ενδιαφέρει κυρίως την πολιτική συντήρησης και προστασίας των μνημείων και, τέλος, ιστορική αξία, που αφορά την έρευνα από τις ιστορικές, κοινωνικές και φυσικές επιστήμες των στοιχείων εκείνων που παρέχουν ενδείξεις για τη γνώση των παρελθόντων πολιτισμών. Η ιστορική αξία θεωρεί πάντοτε το ερείπιο τεκμήριο της προηγούμενης ακέραιος κατάστασης του και συνεπώς δεν ασχολείται με τα αντιληπτικά του χαρακτηριστικά, τη θέση και τη σημασία του για το περιβάλλον κ.λπ. Ωστόσο, η έρευνα των επιστημών τού 18ου αιώνα για το ερείπιο συντέλεσε στην αύξηση της αισθητικής αξίας του. Οι πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές, όπως αυτές στην Ηράκλεια (1713) και την Πομπηία (1748), οι αρχαιολογικές εκδόσεις της εποχής, όπως του R. Wood για τα ερείπια του Μπάαλμπεκ και της Παλμύρας (1753) ή Οι Αρχαιότητες των Αθηνών των Stuart και Revett (1789), συνέβαλαν στην ευρύτατη διάδοση στην Ευρώπη εικόνων, σχεδίων και περιγραφών των τόπων των ερειπίων, υλικό που χρησιμοποιήθηκε από ζωγράφους, αρχιτέκτονες και λογοτέχνες κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες. Η αξία μνήμης έγκειται ακριβώς στο ότι λόγω της ερείπωσης του αναγνωρίζουμε πως ένα κτίριο δεν δημιουργήθηκε σήμερα. Η φθορά της δομής και της επιφάνειας, δηλαδή τα ορατά ίχνη του αποσπασματικού, του ασυνεχούς, το ξεθώριασμα και η ασάφεια της μορφής αποτελούν τα στοιχεία μιας άμεσης και εύληπτης γλώσσας, μέσω της οποίας καταλαβαίνουμε ότι το κτίριο ανήκει σε έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από τον δικό μας. Η ιστορική απόσταση γίνεται αντιληπτή πάνω στο μνημείο, όταν αυτό διατηρεί, όχι την αρχική ή άλλη παγιωμένη στο χρόνο εικόνα του, 2 αλλά τον δυναμικό χρόνο της φθοράς του. Για το λόγο αυτό το ερείπιο πρέπει να προστατεύεται τόσο από πρόωρη καταστροφή όσο και από την άφθορη διατήρηση της αρχικής μορφής του. Η αναστήλωση της Κνωσού από τον Έβανς δεν αντιτίθεται λιγότερο στην αξία μνήμης του ερειπίου από την ανατίναξη

του Παρθενώνα από τον Μοροζίνι. Η μερική ή ολική αναστήλωση των κτιρίων με ισχυρή αξία μνήμης όχι μόνο δεν συντελεί στη άμεση in situ βίωση του ιστορικού χρόνου, αλλά επιπλέον δημιουργεί εμπόδια σε μελλοντική αναθεώρηση του αναστηλωμένου προτύπου υπό το φως νέων ευρημάτων, βελτίωσης των αρχαιολογικών μεθόδων κ.λπ. Η εφαρμογή αναστρέψιμων αναστηλωτικών προτάσεων -όπως για παράδειγμα η πρόταση αναστρέψιμης αναστήλωσης του ναού του Διός στη Νεμέα με τη χρήση προηγμένης τεχνολογίας ατσάλινων ράβδων που διαπερνούν τους σφονδύλους- δεν παύει να προσβάλλει τη φυσική διαδικασία ωρίμανσης του μνημείου στο χρόνο, ειδικά σήμερα που πληθώρα τεχνικών ανάδειξης είναι διαθέσιμες για την αναπαράσταση της αρχικής μορφής του σε μουσεία, έντυπα κ.λπ. - ή ακόμη και για την αντιγραφή του ίδιου του μνημείου στο χώρο, όπως π.χ. η δημιουργία του Lascaux II, τεχνητή αναπαράσταση του περίφημου σπηλαίου του Lascaux. Αν η κατασκευαστική μορφή του αρχιτεκτονήματος οδηγεί, όπως είδαμε, μέσω της φθοράς της δομής σε προβλέψιμα ερείπια, η αξία μνήμης των ερειπίων μπορεί αντίστροφα να γίνει κριτήριο του ίδιου του σχεδιασμού. Η Θεωρία της αξίας των ερειπίων ενός κτιρίου 3 του Α. Speer, βασισμένη ακριβώς σε αυτή την αρχή και διαπιστώνοντας την ακαταλληλότητα των σύγχρονων τεχνικών κατασκευής να αφήσουν «ηρωικά» ερείπια -σε αντίθεση π.χ. με τα ρωμαϊκά που ύμνησαν στις νεότερες γενιές τον πολιτισμό της Ρώμης-, προτείνει τα νέα κτίρια να σχεδιάζονται με κριτήριο τα μελλοντικά τους ερείπια, ακολουθώντας συγκεκριμένους νόμους της στατικής ή χρησιμοποιώντας ορισμένα μόνον υλικά. Στα αρχιτεκτονικά του σχέδια για την esplanade Zeppelin, ο Α. Speer προσθέτει και την αναπαράσταση της ως ερειπίου, ύστερα από «αιώνες εγκατάλειψης, σκεπασμένη από

κισσό, με τον κεντρικό όγκο του τοίχου γκρεμισμένο κατά τόπους, με κίονες κατεστραμμένους, αλλά καθαρά αναγνωρίσιμη στο γενικό της περίγραμμα». Το είδος αυτό του «χρονικού σχεδιασμού» που προβάλλει το κτίριο στο μέλλον ως παρελθόν εισάγεται για πρώτη φορά από τους δύο περίφημους πίνακες της «Μεγάλης Αίθουσας του Λούβρου» του Hubert Robert στην Έκθεση του 1796. Ο πρώτος απεικονίζει την πρόταση του ζωγράφου για τη μελλοντική διαμόρφωση της Μεγάλης Αίθουσας του Λούβρου με συνεχείς φωταγωγούς της οροφής, ενώ ο δεύτερος, που ονομάζεται «Ερείπια της Μεγάλης Αίθουσας του Λούβρου», προβάλλει τον ίδιο χώρο στο μέλλον ως «αρχαιολογική φαντασία», με κατεστραμμένη οροφή. Το ίδιο θέμα της ταύτισης των χρόνων σχεδιασμού και ερείπωσης στην αρχιτεκτονική αναπαράσταση εμφανίζεται συχνά στα τέλη του 18ου αιώνα και αναγγέλλει τη νέα βίωση του ιστορικού χρόνου η οποία γίνεται γνωστή τον επόμενο αιώνα ως ιστορικισμός. Το ερείπιο ως «χρονικός σχεδιασμός» νοηματοδοτείτο μεταίχμιο μιας κρίσης επανακαθορισμού αξιών πολιτισμού στο κατώφλι της μοντέρνας εποχής, θεμελιώνοντας την αισθητική αξία της σε χώρο και χρόνο απομάκρυνσης. Η αισθητική αξία του ερειπίου, όπως η αξία μνήμης, αναφέρεται στο ερείπιο καθαυτό και στις χωρικές σχέσεις που αυτό αποκαλύπτει εξαιτίας ακριβώς της ερείπωσης του. Η απόδοση αισθητικής σημασίας σε ένα αντικείμενο που η μορφή του γίνεται αντιληπτή ως ατελής και φθαρμένη, αξιολογούμενη αρνητικά σε σχέση με την αρχική, ακέραιη της κατάσταση, δεν ήταν δυνατόν να συμβαδίζει με τους όρους της κλασικής αισθητικής που ίσχυαν μέχρι τον 18ο αιώνα, η οποία αντιλαμβανόταν το αισθητικό αντικείμενο μέσω της κατηγορίας του Ωραίου και με κριτήρια τάξης, αρμονίας και αναλογίας. Η διεύρυνση του αισθητικού πεδίου με τις


θεωρίες του Υψίστου και του Γραφικού στα 4 μέσα του 18ου αιώνα στην Αγγλία είχε ως αποτέλεσμα να ανιχνευτούν νέες αισθητικές εμπειρίες και ποιότητες, που άλλαξαν εντελώς την κατεύθυνση της δημιουργικής διαδικασίας και της αντίληψης του έργου τέχνης. Η εμπειρία του Υψίστου αναφέρεται σε έντονα συγκινησιακές καταστάσεις που μετατρέπουν σε θετική ευχαρίστηση την αρχικά οδυνηρή εντύπωση που αποκομίζουμε από απειλητικά ή τρομερά αντικείμενα - ανάμεσα στα οποία και τα ερείπια. Αυτά διερευνώνται μέσω αισθητικών ποιοτήτων -όπως είναι η σκοτεινότητα (obscurity), οι στερήσεις (σκότος, κενό, σιωπή), η απεραντοσύνη (vastness), το άπειρο (infinity), η μεγαλοσύνη (magnificence) κ.ά.- που προκαλούν τις μέγιστες δυνατές εκτάσεις της φαντασίας. Οι αρνητικές αυτές ποιότητες, προβάλλοντας την αισθητική δύναμη του αντικειμένου, όταν αυτό βρίσκεται έξω από την επίδραση της χρηστικής ή ιδεολογικής του ιδιοποίησης από τον άνθρωπο, εκτείνονται όχι μόνο στο χώρο αλλά και στο χρόνο. Η ιστορία η ίδια λειτουργεί ως χρονικό Ύψιστο επαυξάνοντας με τον ίλιγγο της έκτασης των αποσπασμάτων της και τη σκοτεινότητα των αρχαίων γεγονότων την αισθητική αξία του ερειπίου. Η επίδραση των λαϊκών δοξασιών ή των πάσης φύσεως συνειρμών της φαντασίας που συνοδεύουν τα «εύγλωττα» κενά της ιστορικής γνώσης συμβάλλουν σημαντικά στην αντίληψη ενός χώρου ως Υψίστου, όπως γίνεται φανερό σε χώρους μυστηριακής λατρείας, στη Σαμοθράκη, την Ελευσίνα, τη Θήβα κ.α., ή σε χώρους αρχέγονης μυθοποιητικής παράδοσης, στο Στόουνχεντζ, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες. Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, η θεωρία του Γραφικού, επεξεργασμένη από τους θεωρητικούς της αισθητικής του τοπίου, βασίζεται σε κατ' εξοχήν αντιληπτικές ποιότητες, όπως η τραχύτητα (roughness), η ξαφνική εναλλαγή (sudden variation) και η ακανονιστία - ή ασυμμετρία - (irregularity) για να σημασιοδοτήσει αισθητικά τις ερειπωμένες μορφές. Η γραφικότητα του ερειπίου οφείλεται τόσο στις φθορές της επιφάνειας, που διαταράσσουν

την ομοιομορφία του χρώματος, της υφής και των γραμμών, όσο και στις φθορές της δομής που διασπούν με απότομες μεταβάσεις τη συνέχεια και τη συμμετρία των μεγάλων επιφανειών και μαζών. Η θεωρία του Γραφικού, που μετέφερε σε χώρο τις αρχές των εικαστικών συνθέσεων των τοπιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα, εφαρμόστηκε στην αρχιτεκτονική των αγγλικών κήπων καθώς και στα τεχνητά ερείπια (follies) που αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο της οργάνωσης τους. Φύση και ερείπιο γίνονται στοιχεία ενός τρισδιάστατου πίνακα, μέσα στον οποίο μεταφέρεται η εμπειρία μιας εικαστικής και φιλοσοφικής περιπλάνησης ανάμεσα στα χτισμένα αποσπάσματα της 5 ιστορίας και του μύθου. Οι αγγλικοί κήποι ήταν περιβαλλοντικά έργα τέχνης που ενσωμάτωναν α) τη σύνθεση των εικαστικών τεχνών μεταξύ τους, της αρχιτεκτονικής με τη ζωγραφική και τη γλυπτική, β) την αξιοποίηση εφαρμογών διαφορετικών επιστημών, όπως της μηχανικής, της υδραυλικής, της χαρτογραφίας, της τοπογραφίας, της πυροτεχνίας κ.ά., γ) την εισαγωγή των τεχνικών του μοντάζ και του αποσπάσματος στο σχεδιασμό, δ) τη μέσω του ερειπίου άμεση βίωση του ιστορικού χρόνου καθώς και την αναζήτηση εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας - όπως π.χ. με τη σταδιακή επικράτηση στην Αγγλία των γοτθικών σε σχέση με τα ρωμαϊκά ή τα νεοκλασικά ερείπια. Γ. Εικαστικές και λογοτεχνικές αναπαραστάσεις του ερειπίου Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του 18ου αιώνα, οι οποίες περιέλαβαν το ερείπιο ως αισθητικό αντικείμενο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης θεωρίας του Υψίστου και του Γραφικού, συμπλήρωσαν και συστηματοποίησαν ίσως μια ήδη εξαπλωμένη παράδοση εικαστικών και λογοτεχικών αναπαραστάσεων του ερειπίου, που κορυφώθηκε με πρωτοφανή ένταση την ίδια εποχή. Ενώ αποκαλυπτικές εικόνες ερημωμένων πόλεων και τοπίων εμφανίζονται ήδη μεμονωμένα στην ποίηση των αρχαίων μεγάλων πολιτισμών, το ερείπιο ως θεματική ενότητα στη λογοτεχνία, την ποίηση και τη ζωγραφική ακολουθεί εξελικτική πορεία από την Αναγέννηση και ύστερα. Θα σημειώσουμε σχηματικά τρεις χειρισμούς του ερειπίου που αντιστοιχούν σε τρεις εκτεταμένες χρονικές περιόδους με αρκετά ασαφή όρια που ποικίλλουν ανάλογα με το είδος της δημιουργίας. Στην αρχή το ερείπιο χρησιμοποιείται περισσότερο ως σύμβολο για την πτώση του ανθρώπου και τη Θεία Δίκη, για την εξαφάνιση του παγανιστικού κόσμου και την παρακμή των αξιών του. Κατά την εποχή του Διαφωτισμού, με την επίδραση των νέων αισθητικών θεωριών και την απόκτηση συνείδησης του ιστορικού χρόνου, το ερείπιο γίνεται «ζωντανό» στοιχείο του τοπίου και για πρώτη φορά αποκτά αυτόνομη αξία. Η ηθική και διδακτική χρήση του ερειπίου δεν σταματά αυτή την περίοδο, αλλά αποκτά νέα διάσταση, ενώ ταυτόχρονα το πάθος για τα ερείπια επεκτείνεται σε όλες τις διακοσμητικές και εφαρμοσμένες -τέχνες. Τέλος, μετά τον 18ο αιώνα, το ερείπιο λειτουργεί ως δομικό στοιχείο των καλλιτεχνι-

κών έργων, εγκαινιάζοντας τεχνικές του μοντερνισμού, όπως, για παράδειγμα, την αφαίρεση, την αντίφαση, τη διαφάνεια, τη σύνθεση του αποσπάσματος. Δ. Κατευθύνσεις σήμερα Η ποιητική του αποσπάσματος των Γερμανών Ρομαντικών της Ιένας εισάγει τη θεωρία και την πρακτική του τεχνητού ερειπίου στην κριτική της λογοτεχνίας και την ποίηση, δημιουργώντας έτσι τη γέφυρα με τη μοντέρνα θεώρηση του έργου τέχνης. «Πολλά έργα τέχνης της αρχαιότητας έχουν γίνει αποσπάσματα, ενώ πολλά μοντέρνα έργα τέχνης είναι ήδη 6 από τη γέννηση τους», γράφει ο F. Schlegel. Η έννοια του «τέλειου αποσπάσματος», που επεξεργάζεται ο ίδιος και υιοθετείται από τον Novalis, τον Jean-Paul, τον Karl Solger και άλλους, ενσωματώνει το ερείπιο τόσο στη δημιουργική φαντασία όσο και στην ανάγνωση του έργου τέχνης, δίνοντας έμφαση στην ελλειπτική γραφή, τις προσχεδιασμένες μορφές ακαταληψίας και τη διαδικασία αποκρυπτο7 γράφησης της μορφής. Το απόσπασμα των Ρομαντικών δεν επιδιώκει την ανάκτηση μιας απούσας ολότητας, αλλά αντίθετα την περιχαράκωση του νοήματος από την ολοκλήρωση του, τείνοντας συνεχώς μέσω χειρισμών αφαίρεσης και συμπύκνωσης να αποκαλύπτει την κρυπτική ουσία του κόσμου και της φύσης. Συνοδεύοντας τις πολλαπλές εμπειρίες διανοητικής ξενητείας του μετα-θρησκευτικού ανθρώπου, η αισθητική του αποσπάσματος δεν ορίζει μόνο τις νέες χωρικές κατευθύνσεις της μοντέρνας ποίησης, αλλά ενσωματώνεται πλήρως στην «αρνητική διαλεκτική» των πρωτοποριών της τέχνης του πρώτου 8 μισού του 20ού αιώνα. Σήμερα μπορεί κανείς να διακρίνει δύο γενικές κατευθύνσεις όπου οι αξίες του ερειπίου εντάσσονται στον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης και αρχιτεκτονικής. Η μία -αρχιτεκτονική της αποδόμησης- χρησιμοποιεί τόσο την αισθητική του αποσπάσματος -όπως παραδίδεται από τις πρωτοπορίες του μοντέρνου κινήματος- όσο και σχεδιαστικές πρακτικές δανεισμένες από τη μεταμοντέρνα μεθοδολογία των θετικών επιστημών και της φιλοσοφίας (θεωρία καταστροφών, μεταστρουκτουραλισμός κ.λπ.) για να προσδιορίσει το στίγμα νέων μορφολογικών αναζητήσεων, με περιορισμένη ωστόσο έμφαση στην κριτική επεξεργασία του κτιριολογικού προγράμματος. Η άλλη, γνωστή από τα τέλη της δεκαετίας του 70 ως περιβαλλοντική τέχνη, αναφέρεται σε έργα που ενώ η πολυμορφία τους μέσα στη δίνη των ρευμάτων τέχνης του τέλους του 20ού αιώνα κάνει δύσκολη την απόπειρα ταξινόμησης τους, ωστόσο μοιράζονται μια κοινή χωρική ευαισθησία με την παράδοση της αρ9 χιτεκτονικής τοπίου του Διαφωτισμού. Έργα που δημιουργούνται μέσα στο φυσικό περιβάλλον, που η εμπειρία τους περιλαμβάνει την άμεση, σωματική σχέση με το τοπίο, και που η μορφή τους -αρχετυπικές κατασκευές, τροποποιήσεις εδαφών- χωρίς καμία πρακτική λειτουργικότητα, ενσωματώνει τις φυσικές δυνάμεις και ενσωματώνεται πλήρως στον φυσικό χρόνο. Όπως το τεχνητό ερείπιο του 18ου αιώνα έδινε μορφή στην αγωνία της


ιστορικής συνείδησης να βρει τη θέση της ανάμεσα στα πολιτισμικά πρότυπα του παρελθόντος, οι σημερινές περιβαλλοντικές επεμβάσεις, μέσω μιας μυθοποιητικής και συμβολικής ανάγνωσης του «πνεύματος του τόπου», δημιουργούν νησίδες ετεροτοπίας, κριτικές προτάσεις αποδέσμευσης από τα ισχύοντα πρότυπα ανάπτυξης και ευοδώσεις νέωντρόπων κατοίκησης του κόσμου. Αποδεχόμενο τον φθαρτό και εφήμερο ορίζοντα της γης ως το όριο του, το έργο γίνεται κάλεσμα για μια μη ανθρωποκεντρική χρήση της δυνα10 μικής των οικοσυστημάτων. Ε. «Αρχιτεκτονικές ερειπίου» Οι «Αρχιτεκτονικές ερειπίου» ιδρύθηκαν από τον γράφοντα το 1990 στο Κέντρο Ανωτάτων 11 Εικαστικών Ερευνών του MIT, με σκοπό τη διεπιστημονική έρευνα της αρχιτεκτονικής του ερειπίου και το σχεδιασμό και την εκτέλεση έργων περιβαλλοντικής αρχιτεκτονικής που ενσωματώνουν ένα κριτικό σύστημα αναπαραστατικής γνώσης σε σχέση με το ερείπιο. Η δραστηριότητα των Αρχιτεκτονικών ερειπίου συνοψίζεται σε αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, εφήμερες ή μόνιμες, είτε κατευθείαν στο φυσικό και αστικό περιβάλλον είτε υπό μορφήν χωρικών αναπαραστάσεων οι οποίες αποκρυσταλλώνουν θεωρητικές και ερευνητικές προτάσεις γύρω από το ερώτημα του ερειπίου ως οικιστικού γεγονότος. Η οίκηση του ερειπίου εννοείται ως οντολογική αρχιτεκτονική κατηγορία που αίρει τη διάκριση μεταξύ σχεδιασμένου και βιωμένου χώρου. Δεν περιορίζεται στη γεωμετρία του αποσπάσματος ή του διανοιγόμενου χώρου, αλλά -μέσα στη ζωντανή του γεωμετρία- εκτείνεται εξίσου στο «εσωτερικό τοπίο» του προσώπου που το κατοικεί όπως και στην αντιστοιχία με 12 τα όρια του γλωσσικού του κόσμου. ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΡΟΣ 1. Το θέμα αυτό αποτελεί αντικείμενο διδακτορικής διατριβής του γράφοντος στον τομέα της αρχιτεκτονικής. 2. Στη διάσημη μελέτη του Η μοντέρνα λατρεία των μνημείων, η φύση της, η προέλευση της (1903), ο Α. Riegl εισάγει για πρώτη.φορά και αναλύει διεξοδικά την ιστορική αξία (der historische Wert) των μνημείων, σε αντιπαράθεση με την αξία της αρχαιότητας (der Alterswert). Γράφει: «Αν η λατρεία της αρχαιότητας εκτιμά αυτό καθεαυτό το χρόνο που περνά, η λατρεία του ιστορικού τείνει αντίθετα να καθορίζει μία στιγμή της εξέλιξης και να τη θέτει μπροστά στα μάτια μας σαν να ανήκε στο παρόν». 3. Α. Speer, Au coeur du troisième Reich, Παρίσι: Librairie A. Fayard, 1971. 4. S.H. Monk, The Sublime: A Study of Critical Theories in XVIII-Century England, Νέα Υόρκη: Modern Language Association of America, 1935. 5. Sir William Chambers, Les Jardins AngloChinois, Λονδίνο 1743 και Batty Langley, New Principles of Gardening, Λονδίνο 1728. 6. F. Schlegel, Dialogue on Poetry and Literary Aphorisms, Λονδίνο: Penn State Univ. Press, 1968, σ 134. 7. K.M. Wheeler, German Aesthetic and Literary Criticism: The Romantic Ironists and Goethe, Λονδίνο: Cambridge Univ. Press, 1984. 8. Βλ. την εισήγηση μου «Incarnated Fragments of Modernity: Reflections on Mies, Konstantinldes,

T.S. Eliot, Seferis» στο συνέδριο «Greece in a Changing Europe: State, Society and Culture», Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, 31 Οκτ. - 3 Νοέμβρ., 1991. 9. J. Beardsley, Earthworks and Beyond: Contemporary Art in the Landscape, Νέα Υόρκη: Abbeville Press, 1984. 10. Gyorgy Képes, «Art and Ecological Consciousness» στο: G. Képes (επιμ.), Arts of the Environment, Νέα Υόρκη: G. Braziller, 1972. 11. To Κέντρο Ανωτάτων Εικαστικών Ερευνών (CAVS) του MIT (Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης) ιδρύθηκε το 1967 από τον Gyorgy Képes και λειτουργεί από το 1974 υπό τη διεύθυν-

ση του Otto Piene ως εργαστήριο έρευνας, σχεδιασμού και εκτέλεσης περιβαλλοντικών έργων με στόχο την ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος, με τη στενή συνεργασία καλλιτεχνών, μηχανικών και επιστημόνων, μέσω της χρήσης νέων επικοινωνιακών μέσων και προηγμένης τεχνολογίας. 12. Βλ. το άρθρο μου «Τέχνη-Τεχνολογία και η Φιλική Συνθήκη του Χώρου του Αποχωρίσματος», Σήμα 12 (Μάρτ. - Απρ. 1993), «Γεγονότα Ερειπίου 1989-1993», διάλεξη στον «Φωτοχώρο», 19 Μαΐου 1994 και «Τα Όρια της Αναπαράστασης στο Χώρο των Ερειπίων», διάλεξη στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, 10 Μαΐου 1996.

Τα Τριήμερα Εργασίας είναι ίσως οι σημαντικότερες μέχρι σήμερα επιστημονικές εκδηλώσεις του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος ΕΤΒΑ. Ξεκίνησαν το 1988 με την πρώτη συνάντηση, που έφερε τον φιλόδοξο τίτλο «Ιστορία της νεοελληνικής τεχνολογίας» και συσπείρωσε τους περισσότερους έλληνες ερευνητές που ασχολούνταν τότε, μάλλον περιστασιακά, με το θέμα. Για το Ίδρυμα, το αρχικό εγχείρημα απέβη εξαιρετικά διαφωτιστικό και χρήσιμο, γιατί κατέδειξε ότι στον τόπο μας απουσίαζε η οργανωμένη έρευνα αλλά και η αντίστοιχη βιβλιογραφία για την ιστορία των τεχνικών. Η προσπάθεια κατά συνέπεια προσανατολίστηκε στη συμπλήρωση αυτού του μεγάλου κενού και το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στη νεοελληνική περίοδο. Την επιχειρήσαμε με την έκδοση τόσο πρωτότυπων μονογραφιών όσο και μεταφράσεων βασικών εγχειριδίων, αλλά και με την περιοδική κυκλοφορία του δελτίου Τεχνολογία. Ταυτόχρονα συστηματοποιήσαμε την οργάνωση των επιστημονικών συναντήσεων, εξειδικεύοντας πλέοντα θέματα. Παράλληλα, όμως, προέκυψε η ανάγκη διεύρυνσης του ορίζοντα τους. Ο αυτοπεριορισμός στα νεοελληνικά χρόνια δεν είχε πια πολύ νόημα. Η ελληνική προβιομηχανική τεχνολογία φανερωνόταν με βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα, γι' αυτό και συνεχίστηκε η οργάνωση των επιστημονικών συνταντήσεων και διευρύνθηκε το ιστορικό φάσμα: μεγάλος αριθμός ερευνητών της αρχαιολογίας, της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής συνειδητοποίησαν ότι είχαν πολλά να συνεισφέρουν στο νέο ζητούμενο, δηλαδή την τεκμηρίωση της ιστορίας ενός προϊόντος διατροφής, η παραγωγή του οποίου παρουσίαζε αξιοπρόσεκτη συνέχεια στον τόπο μας. Στα Τριήμερα Εργασίας που ακολούθησαν, για την ιστορία του κρασιού, του λαδιού και του ψωμιού, εντυπωσίασαν τόσο οι ποικίλες καταγραφές της τεχνολογικής υποδομής για την παραγωγή των βασικών προϊόντων διατροφής ανά τους αιώνες όσο και η επιβίωση ορισμένων προβιομηχανικών μεθόδων παραγωγής έως τις μέρες μας. Παραδοσιακές τεχνικές εξακολούθησαν να εφαρμόζονται και

μετά την εισαγωγή της βιομηχανίας στην Ελλάδα και συνυπήρξαν με τη βιομηχανική παραγωγή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50. Η καταγραφή και η διαχρονική τους εξέλιξη στον ελλαδικό χώρο αποτελεί μεγάλη συνεισφορά στην ευρωπαϊκή ιστορία της τεχνολογίας, για την οποία αυτές οι μέθοδοι είναι σχεδόν χαμένες. Μέσα στους τόμους των Πρακτικών των επιστημονικών συναντήσεων μας, τεκμηριώνονται τεχνικές που αρχίζουν από τα προϊστορικά χρόνια και φτάνουν σχεδόν ως τις μέρες μας, χωρίς διακοπή. Αυτή τη μοναδικότητα συνειδητοποίησαν οι σύγχρονες ελληνικές βιομηχανίες παραγωγής των προϊόντων διατροφής, που μέχρι σήμερα επιχορήγησαν τα Τριήμερα Εργασίας του ΠΤΙ ΕΤΒΑ, η οινοποιία Μπουτάρη το κρασί, η ΕΛΑΙΣ το λάδι, οι κυλινδρόμυλοι Λούλη το ψωμί, ο Μελισσοκομικός Συνεταιρισμός Νικητής με την Κοινότητα Νικητής το μέλι. Η διάδοση αυτής της ιδιαιτερότητας αποτελεί μοναδικό στοιχείο προβολής στις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς αγορές. Χρειάζονται άνθρωποι με καλλιέργεια και οράματα σε ηγετικές θέσεις μεγάλων παραγωγικών εταιρειών για να ενστερνιστούν τη σημασία αυτών των ιδιαιτεροτήτων, όπως ήταν ο Πρόεδρος της UNILEVER Γιώργος Καραγιώργος που με τη μοναδική του αξιοπρέπεια, το λαμπερό του πνεύμα και τη μεγάλη του καρδιά στήριξε την ερευνά μας για την «ελιά και το λάδι». Τέτοιους συνεργάτες συναντήσαμε επίσης στα πρόσωπα των κυρίων Γ. Μπουτάρη, Κ. Λούλη, Βασ. Χατζή και Χριστ. Καζάνη. Στις 21-25 Μαρτίου 1997 στο Παραλίμνι στην Κύπρο, θα πραγματοποιηθεί, με επιχορήγηση και συνεργασία της Βιολογικής Εταιρείας και του Πανεπιστημίου Κύπρου καθώς και του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτου Χανίων, Τριήμερο Εργασίας με θέμα την ιστορία των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών. Στόχος του Ιδρύματος είναι να ολοκληρώσει τον κύκλο της διατροφής με την ιστορία του αλατιού, του γάλακτος και της ελληνικής αλιείας, για να περάσουμε στα προϊόντα της στέγασης, το μάρμαρο, το μέταλλο, το ξύλο, τον πηλό κ.ά. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ


Τα δημητριακά και το βαμβάκι με τη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν στη Θεσσαλία επισκιάζουν τις άλλες καλλιέργειες, μεταξύ των οποίων και αυτή της ελιάς. Οι σημαντικότεροι ελαιώνες της Θεσσαλίας βρίσκονται στην ανατολική της πλευρά (στην περιοχή της Αγιάς, του Αλμυρού, του Πηλίου), σε περιοχές κοντά στη θάλασσα ή όπου οι γεωμορφολογικές συνθήκες επιτρέπουν «τη διείσδυση 1 των θαλασσίων επιδράσεων». Στην περιοχή Αγιάς, σκαρφαλωμένο σε μια κορυφή του Μαυροβουνίου, με θέα στην αποξηραμένη λίμνη της Κάρλας, βρίσκεται το χωριό Έλαφος (280 κάτοικοι το 1981). Οι κάτοικοι ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την ξύλευση του δάσους οξιάς και ως συμπληρωματικές δραστηριότητες έχουν τη γεωργία και την ελαιοκαλλιέργεια. Στην Έλαφο πραγματοποιήσαμε σύντομη επιτόπια έρευνα και φωτογραφική αναπαράσταση του παλιού τρόπου σύνθλιψης των 2 ελιών τα έτη 1993 και 1994. Παρόμοιος τύπος λιοτριβιού τεκμηριώνεται ήδη από την 3 Ύστερη εποχή του Χαλκού. Ο τύπος αυτός είναι γενικά διαδεδομένος σε διάφορες περιοχές στην ελληνική ύπαιθρο κατά την προβιομηχανική περίοδο, αλλά δεν επιβίωσε πέραν των αρχών του 20ού αιώνα, εξαιτίας της

επικράτησης των ζωοκίνητων λιοτριβιών και, στη συνέχεια, των μηχανοκίνητων (υδραυλικών) και των ηλεκτροκίνητων. Η χρήση ενός τέτοιου τύπου λιοτριβιού έως πρόσφατα στο χωριό Έλαφος υποδηλώνει τη μικρή ελαιοπαραγωγή αλλά και το υπολογίσιμο οικονομικό κόστος για μεταφορά του καρπού στο πλησιέ4 στερο ζωοκίνητο λιοτρίβι. Στον τύπο αυτό λιοτριβιού που ήταν σε χρήση, με φθίνουσα τάση, στην κοινότητα της Ελάφου ως τα τέλη 5 της δεκαετίας του '60, η μοναδική ενέργεια που χρησιμοποιείται, τόσο για την άλεση των ελιών όσο και για την πίεση του ελαιοπολτού, είναι η ανθρώπινη. Το σύνολο αυτό του λιοτριβιού λέγεται ποτήρι ή πατητήρι. Βρίσκεται πάντα σε στεγασμένο οικιακό χώρο (αποθήκη ή κελλάρι) και είναι ιδιόκτητο. Στην Έλαφο δέκα οικογένειες περίπου διέθεταν τέτοιο λιοτρίβι, αυτές που είχαν και τις περισσότερες ελιές. Εδώ οι βασικές διαδικασίες εξαγωγής του λαδιού, η σύνθλιψη των ελιών και η πίεση του ελαιοπολτού, γίνονται ως εξής: Για το άλεσμα των ελιών χρησιμοποιείται μια σχεδόν τετράγωνη επίπεδη πέτρα, η πλάκα, διαστάσεων περίπου 1,50 χ 1,50 μ. και πάχους 10 εκ., τοποθετημένη με ελαφρά κλίση σε μια λιθόκτιστη βάση ύψους 1-1,20 μ. Πάνω στην πλάκα με τη βοήθεια μιας ξύλινης λαβής


μετακινείται παλινδρομικά ο στούμπος ή τρίφτης. Πρόκειται για μια σκληρή κυλινδροειδή πέτρα μήκους 60 εκ. και διαμέτρου 25 εκ. περίπου, στην επάνω πλευρά της οποίας έχει λαξευτεί μια οπή για την ξύλινη λαβή. Με ένα ξύλινο φτυαράκι ο λιοτριβιάρης σπρώχνει τον ελαιόκαρπο κάτω από τον τρίφτη για να αλεστεί. Ο ελαιοπολτός, το χαμούρι, τοποθετείται σε τρίχινο τσουβάλι για να πιεστεί. Η ποσότητα του ελαιοπολτου που τοποθετείται κάθε φορά στο τσουβάλι για να πιεστεί λέγεται πατσάς. Η πίεση του ελαιοπολτου γίνεται ως εξής: σε μια πλευρά του χώρου τοποθετείται μια μεγάλη ξύλινη μονοκόμματη σκάφη, η κοπάνα (μήκους 1,50 μ., μέγιστου πλάτους 1,40

μ. και βάθους 40 εκ.), πελεκημένη στο χέρι, συνήθως από πλατανόξυλο, στερεωμένη καλά πάνω σε δύο αδρούς ξύλινους κορμούς, ύψους 40-50 εκ. Στο στόμιο της σκάφης αυτής τοποθετείται μια άλλη μεταλλική σκάφη, στην οποία συγκεντρώνονται το λάδι με το νερό και τα στερεά υπόλοιπα που βγαίνουν με την πίεση. Η πίεση του ελαιοπολτου, στον οποίο προσέθεταν βραστό νερό από το καζάνι που βρισκόταν στη διπλανή εστία, γινόταν με δύο τρόπους: α) με γυμνά πόδια (κυρίως με το πίσω μέρος της πατούσας) και β) με την 6 τραμάλα, ένα είδος μοχλού τρίτου είδους, ο οποίος αποτελείται από ένα μακρύ ξύλο, τη μανέλα, και ένα κυλινδρικό κομμάτι ξύλου για


παραγωγής», κινητό σε μεγάλο βαθμό, που χρησιμοποιόταν κατά κύριο λόγο από τους ιδιοκτήτες του και εξυπηρετούσε τις περιορισμένες ανάγκες της κοινότητας πριν από την εμφάνιση του οργανωμένου λιοτριβιού αλλά και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του. Η κατασκευή του γίνεται από τους ίδιους ή από ντόπιους τεχνίτες. Η «ανακάλυψη» του στην Έλαφο Αγιάς είναι ένας κρίκος στην έρευνα της ιστορίας των τεχνικών αλλά και μαρτυρία της τεχνολογικής καθυστέρησης, ιδιαίτερα όσον αφορά την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων που προορίζονταν για να καλύψουν εγχώριες ανάγκες στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Ο διαχωρισμός του λαδιού από τα υπόλοιπα (στερεά και υγρά).

να ασκείται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πίεση. Στην κοντή πλευρά αυτού του ξύλου τοποθετείται αντίβαρο με πέτρες και στη μακριά πλευρά καθόταν ο άνθρωπος. Ο πληροφορητής μας Νικ. Ράπτης περιγράφει το λιοτρίβιασμα των ελιών: «Ξεκινούσαν από τώρα [Νοέμβριο μήνα] να μαζεύουν ελιές. Πόσο καιρό; Ανάλογα τα λιόδεντρα που είχε ο καθένας. Μπορεί να είχε και δύο μήνες να μαζεύει. Και σιγά-σιγά τις μάζευε στο σπίτι, εκεί πέρα στην αυλή, μέχρι που να τελειώσουν. Και σιγά-σιγά ύστερα έτριβαν τις ελιές πρώτα και μετά είχαν το πατητήρι που έβγαινε το χαμούρι στη μια γωνιά ήταν το καζάνι που έβαζαν το νερό, φωτιά πολύ μέσα, να είναι καυτό το νερό- εκεί ήταν και ο γέρος που πατούσε· ήθελε κάποια βοήθεια. Επάνω στο πατητήρι να κατεβαίνει αυτός, να πέφτουν γύρω [οι πολτοποιημένες ελιές] και να τις βάζει μέσα στο τσουβάλι ήταν μια γριά εκεί πέρα, η γυναίκα του, όποια ήταν, και έριχνε το νερό μέσα στο τσουβάλι, μέσα στο χαμούρι, το έδενε αυτός από πάνω και το έβαζε επάνω στην κοπάνα και μετά πατούσε αυτός με τα πόδια. Κατάλαβες; Ξυπόλυτος». Το σύνολο του πιεστηρίου συμπληρώνουν ένα ή δύο κάθετα ξύλα, τα στύλια, τα οποία ξεκινούν από το έδαφος και φτάνουν ως την οροφή. Σε αυτά στερεώνεται η ξύλινη κοπάνα και κρατιέται ο άνθρωπος που πατάει τον ελαιοπολτό. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι όταν για το πάτημα του ελαιοπολτού χρησιμοποιείται η τραμάλα, τοποθετείται πάνω στην κοπάνα μια ξύλινη τραπεζοειδής σχάρα, το τεζάχι. Με τον τρόπο αυτό γίνεται καλύτερα η πίεση του ελαιοπολτού και δεν φεύγει το λάδι από τα πλαϊνά. Η τρίτη φάση στην παραγωγή του λαδιού, δηλαδή ο διαχωρισμός, γίνεται σε ένα μεγάλο ξύλινο κάδο, το καδί, με μια τρύπα στο κάτω μέρος που κλείνει με ένα ξυλαράκι, τον τύλο.

Μόλις κατασταλάζει το λάδι ανοίγουν την τρύπα για να φύγουν τα λιόνερα και μαζεύουν το λάδι από πάνω με το μέτρο, ειδικό μεταλλικό δοχείο. Την ποσότητα που μπορούσε να πιεστεί κάθε φορά τη μετρούσαν σε στάματα. Το κάθε στάμα ήταν είκοσι κιλά περίπου και χρειαζόταν ίση ποσότητα βραστού νερού (δύο-τρεις φορές θέρμισμα) και πάτημα με τα πόδια για μισή ώρα περίπου. Σε ένα τέτοιο λιοτρίβι μπορούσαν να δουλεύουν δύο-τρία άτομα. «Μπορεί να είναι και δύο άνθρωποι, τρεις γι' αυτή τη δουλειά· ο ένας να τρίβει και ο άλλος να είναι επάνω να πατάει και ο άλλος να βοηθάει με νερό, για να μην κατεβαίνει αυτός κάτω, γιατί είναι ξυπόλυτος και δεν μπορεί να κατεβαίνει. Πώς θα κατέβει; Αλλά γίνεται [και] με έναν άνθρωπο- να τρίψει πρώτα το χαμούρι, να το μαζέψει στις κοπάνες και μετά κάθεσαι στο πατητήρι επάνω όπως πατάς- [αλλά] και 1 γυναίκα θα είναι εκεί θα παίρνει το χαμούρι, θα ρίξει το ανάλογο [χαμούρι] που θέλει μέσα στο τσουβάλι, μετά θα ρίξει το θερμό, θα το δέσω εγώ από πάνω με το σχοινί και θα το βάλω να το πατήσω», λέει ο ίδιος πληροφορητής, Νικ. Ράπτης. Όταν δούλευαν οκτώ ώρες, άλεθαν περίπου πέντε στάματα (εκατό κιλά) ελιές την ημέρα και έβγαζαν είκοσι κιλά λάδι περίπου. Συνήθως ξενυχτούσαν στην παραγωγική περίοδο και με τη βοήθεια συγγενών μπορούσαν να υπερδιπλασιάσουν την παραγόμενη ποσότητα. Στον τύπο αυτό λιοτριβιού, οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά αλλά κυρίως σε βοηθητικές εργασίες: φρόντιζαν να υπάρχει βραστό νερό και άδειαζαν το λάδι στο πιθάρι. Δεν αποκλειόταν όμως και συμμετοχή τους σε βασικές εργασίες, όπως στο τρίψιμο των ελιών στον τρίφτη ή στούμπο. Το σύστημα λιοτρίβησης που περιγράψαμε είναι ένα «εξατομικευμένο οικιακό σύστημα

* Οι φωτογραφίες είναι του Π. Μαγουλά και προέρχονται από τη φωτοθήκη του ΠΤΙ.ΕΤΒΑ. Τα σχέδια είναι του Β. Ζητωνούλη. 1. Michel Sivignon, Θεσσαλία. Γεωγραφική ανάλυση μιας ελληνικής περιφέρειας, μτφρ. Γιούλη Αναστασοπούλου, ΜΙΑΤΕ, Αθήνα 1992, σ. 92-94 και σ. 309-314. Η Λ. Γουργιώτη τοποθετεί, με τα σημερινά δεδομένα, τους ελαιώνες της Θεσσαλίας στο τόξο που σχηματίζεται από ΒΔ μέχρι ΒΑ της Λάρισας- βλ. Λ. Γουργιώτη, «Ελαιώνες της περιοχής Λάρισας» στο Ελιά και λάδι, Δ' Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαΐου 1993, Αθήνα 1996, εκδ. ΠΤΙ ΕΤΒΑ, ο. 377. 2. Η έρευνα και η αναπαραστατική διάσωση (φωτογραφική - σχεδιαστική) έγιναν στο πλαίσιο του προγράμματος «Διασωστικές επεμβάσεις» του ΠΤΙ ΕΤΒΑ. Ευχαριστώ θερμά την οικογένεια του Νίκου Ράπτη καθώς και τους Χρυσούλα και Αχιλλέα Ζάχο για τις πληροφορίες που μου έδωσαν και την ολόθερμη συμμετοχή τους στο ξαναζωντάνεμα της λειτουργίας του παλιού χειροκίνητου λιοτριβιού. 3. Forbes Η. - Foxhall L, «The Queen of all trees», Preliminary notes on the Archaeology of the Olive, Expedition XXI 1 (1978), σ. 39-41. Κ.Δ. Κάσσης, Λαογραφία της Μέσα Μάνης, Α', Υλική ζωή, Αθήνα 1980, σ. 152. Ε.Λ. Πετράκης, «Πάλαιαν υπαίθριον ελαιοτριβείον», Κρητική Εστία 17 (1950), σ. 12, Δημ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, Αθήνα - Γιάννινα 1983, 2η έκδ., Δωδώνη, σ. 339. Αλ. Πουλιανός, Λαογραφικά Ικαρίας. Της στεριάς και της θάλασσας, Α', Αθήνα 1976, σ. 162-163. Σ. Χατζησάββας, «Η τεχνολογία της μετατροπής του ελαιοκάρπου σε ελαιόλαδο κατά την αρχαιότητα στην Κύπρο» στο Ελιά και λάδι, Δ' Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαΐου 1993, Αθήνα 1996, έκδ. ΠΤΙ ΕΤΒΑ, σ. 62-64. Α. Οικονόμου, «Προβιομηχανικές τεχνικές παραγωγής ελαιόλαδου στην περιοχή της Πετρίνας Λακωνίας» στο Ελιά και λάδι, Δ' Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαΐου 1993, Αθήνα 1996, έκδ. ΠΤΙ ΕΤΒΑ, σ. 364. 4. Το μοναδικό ζωοκίνητο λιοτρίβι στην Έλαφο λειτούργησε ως το 1969. Συγχρόνως, αλλά και ύστερα από το κλείσιμο του λιοτριβιού, οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν περιστασιακά για μικρές ποσότητες το χειροκίνητο λιοτρίβι. 5. Ο πληροφορητής μας Νικ. Ράπτης χρησιμοποίησε για τελευταία φορά στις αρχές της δεκαετίας του '80 το λιοτρίβι αυτό για να αλέσει 500 κιλά ελιές, επειδή δεν πρόλαβε, λόγω κακοκαιρίας, τη λειτουργία των λιοτριβών της περιοχής. 6. Για τη διαχρονική χρήση του μοχλού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, βλ. S. Hadjisawas, Olive Oil Processing in Cyprus. From the Bronze Age to the Byzantine Period, Paul Astroms Forlag, Nicosia 1992, α 21-74.


4η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ (Αθήνα, 27-29 Μαΐου 1994) To 1995, συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από την ίδρυση της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως και την έναρξη των προσπαθειών για τη συντήρηση, την αποκατάσταση και την εν γένει αναβάθμιση ενός αρχιτεκτονικού συνόλου μοναδικής καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Όπως είναι γνωστό, ο σπουδαιότερος λόγος της παρεμβάσεως είναι η άρση των συνεπειών ενός σοβαρότατου τεχνολογικού λάθους των παλαιότερων αναστηλώσεων και της ρυπάνσεως της ατμόσφαιρας των Αθηνών κατά την τελευταία εικοσιπενταετία. Η μοναδική αξία των μνημείων του βράχου επέβαλε από την αρχή την εκπόνηση διεξοδικών μελετών βασισμένων σε πρωτογενή έρευνα, αλλά και τη διαφάνεια και την ενημέρωση τόσο των ειδικών -αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων- όσο και του ευρύτερου κοινού, το οποίο βλέπει στα μνημεία της Ακροπόλεως τα σύμβολα του κλασικού πνεύματος. Έτσι, η Επιτροπή καθιέρωσε τις διεθνείς συναντήσεις ειδικών στην Αθήνα με σκοπό την ενημέρωση τους, αλλά και για να πληροφορείται τις απόψεις τους σε θεωρητικά, μεθοδολογικά και τεχνικά προβλήματα σχετικά με τις παρεμβάσεις. Έως τώρα έχουν πραγματοποιηθεί τέσσερις συναντήσεις, το 1977, το 1983, το 1989 και το 1994. Οι διεθνείς συναντήσεις για την Ακρόπολη δεν έχουν το χαρακτήρα συνεδρίων από τα οποία προκύπτουν επιστημονικά συμπεράσματα ούτε συνάξεων στις οποίες κατά πλειοψηφία λαμβάνονται αποφάσεις. Την ευθύνη των θετικών αποτελεσμάτων ή των όποιων σφαλμάτων έχουν εξ ολοκλήρου οι σύμφωνα με τους νόμους εμπλεκόμενοι: η Επιτροπή Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως, η Διεύθυνση Αναστηλώσεως του ΥΠΠΟ, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και, τέλος, ο αρμόδιος Υπουργός. Οι διεθνείς συναντήσεις δίνουν την ευκαιρία να προβληθούν ευρύτερα ορισμένες δραστηριότητες που έχουν έμμεση σχέση με τα αναστηλωτικά έργα, όπως είναι η καθαρώς αρχαιολογική έρευνα, την οποία εκτελεί η Α' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, τα εκπαιδευτικά προγράμματα κ.ά. Η 4η Διεθνής Συνάντηση για την Αποκατάσταση των Μνημείων της Ακροπόλεως πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως από 27 έως 29 Μαΐου 1994 και υπήρξε κατά γενική ομολογία επιτυχής. Σε αυτήν έλαβαν μέρος περισσότεροι από 180 σύνεδροι σε πέντε συνεδρίες. Πραγματοποιήθηκε επί-

σης επίσκεψη και ξενάγηση στην Ακρόπολη και ιδιαιτέρως στα εργοτάξια των εκεί μνημείων. Οι σύνεδροι ήταν αρχαιολόγοι (41 Έλληνες και 22 ξένοι), αρχιτέκτονες (36 Έλληνες και 17 ξένοι), πολιτικοί μηχανικοί (10 Έλληνες και 3 ξένοι), χημικοί και συντηρητές (15 Έλληνες και 8 ξένοι) και, τέλος, άλλοι ενδιαφερόμενοι (34 Έλληνες). Η πρώτη συνεδρίαση ήταν αφιερωμένη στην απόδοση έργων που είχαν ήδη ολοκληρωθεί και στην παρουσίαση της αρχαιολογικής έρευνας στην Ακρόπολη. Το ολοκληρωμένο έργο της αποκαταστάσεως της ανατολικής πλευράς του Παρθενώνος (1984-1991) παρουσίασαν οι αρχιτέκτονες Μανόλης Κορρές και Πέτρος Κουφόπουλος, το πλήθος νέων επιστημονικών διαπιστώσεων ο πρώτος και το χρονικό της διαλύσεως και της αποκαταστάσεως του θριγκού και των αετωμάτων ο δεύτερος. Ο Κώστας Ζάμπας, πολιτικός μηχανικός, παρουσίασε το επίσης ολοκληρωμένο πρόγραμμα των αποκαταστάσεων του 5ου από τα ανατολικά κίονος της νότιας κιονοστοιχίας, που είχε καταστεί ετοιμόρροπος. α την αρχαιολογική έρευνα στο βράχο (που είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα κυρίως στον τομέα του γλυπτού διακόσμου του Παρθενώνος) μίλησαν οι Πέτρος Καλλιγάς, Αλέξανδρος Μάντης και Ισμήνη Τριάντη. Η δεύτερη συνεδρίαση σκοπό είχε να παρουσιάσει τα προβλήματα του οπισθοναού του Παρθενώνος και τις μελέτες που είχαν προετοιμαστεί (και εγκαίρως διανεμηθεί) για τη λύση τους. Οι Πέτρος Κουφόπουλος και Κώστας Ζάμπας μίλησαν για τα προβλήματα,

τα αρχιτεκτονικά-αναστηλωτικά ο πρώτος και τα δομοστατικά ο δεύτερος, της δυτικής πλευράς του ναού, ενώ ο Μανόλης Κορρές ανέπτυξε τα σχετικά με τον δυτικό τοίχο του σηκού και τη δυτική είσοδο του θέματα. Ακολούθησαν παρουσιάσεις από χημικούς και συντηρητές (Θ. Σκουλικίδης, Ε. Παπακωνσταντίνου, Α. Γαλανού, Γ. Δογάνη) των προβλημάτων της επιφανειακής συντηρήσεως του

μαρμάρου του μεγάλου ναού και των ακολουθούμενων μεθόδων θεραπείας τους. Κατά την τρίτη συνεδρίαση ο αρχιτέκτων Νίκος Τογανίδης παρουσίασε το εν εξελίξει πρόγραμμα της ορθής διατάξεως των λιθοπλίνθων των μακρών τοίχων του σηκού του Παρθενώνος και η αρχαιολόγος Φανή Μαλλούχου-Tufano το ιστορικό των παλαιότερων επεμβάσεων στο δυτικό τμήμα του Παρθενώνος. Οι υπεύθυνοι των Προπυλαίων Τ. Τανούλας, αρχιτέκτων, και Μ. Ιωαννίδου, πολιτικός μηχανικός, εξέθεσαν στους συνέδρους τα δύσκολα προβλήματα αποκαταστάσεως του μνημείου και τις σχετικές προτάσεις τους και ο αρχιτέκτων Δημοσθένης Ζιρώ το πρόγραμμα επεμβάσεως στο νάίσκο της Αθηνάς Νίκης. Οι συντηρήτριες Α. Μωραΐτου και Κ. Μπαμπανίκα μίλησαν για την επιφανειακή συντήρηση του μαρμάρου στα δύο αυτά μνημεία. Κατά την τέταρτη συνεδρίαση έγινε η παρουσίαση αυτοδύναμων εργασιών στην Ακρόπολη σχετικών με την ταξινόμηση και την τεκμηρίωση διάσπαρτων αρχιτεκτονικών μελών (Π. Καλλιγάς), την ηλεκτρονική αρχειοθέτηση (Φ. Μαλλούχου-Tufano), τα εκπαιδευτικά προγράμματα (Κ. Χατζηασλάνη) και τη στερέωση των πέριξ βράχων (Δ. Μονοκρούσος). Ακολούθησε η κατά ομάδες (αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων, πολιτικών μηχανικών, χημικών και συντηρητών) προετοιμασία για την τελική συζήτηση με διευκρινίσεις εκ μέρους των μελετητών. Την επαύριον και μετά την επίσκεψη στην Ακρόπολη, πραγματοποιήθηκε σε ολομέλεια η δίωρη γενική συζήτηση η οποία, όπως είναι φυσικό, επικεντρώθηκε στα πιο δύσκολα ζητήματα τα οποία έχουν προκύψει στα μνημεία του βράχου. Οι ξένοι σύνεδροι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις απόψεις τους έχοντας ήδη μελετήσει τους τόμους των προτάσεων και κάτω από τις άμεσες εντυπώσεις τους από την επίσκεψη στα μνημεία. Η Επιτροπή ζήτησε από τους συνέδρους να διατυπώσουν τις απόψεις τους αυτές και εγγράφως, ως απάντηση σε ένα ερωτηματολόγιο, έτσι ώστε να υπάρξει για όλους μια προσωπική επιστημονική ευθύνη σε σχέση με τα σημερινά προβλήματα των μνημείων της Ακροπόλεως. Ανταποκρίθηκαν σαράντα επτά ξένοι και είκοσι έξι Έλληνες. Οι απαντήσεις τους δημοσιεύτηκαν αυτούσιες στα Πρακτικά της 4ης συναντήσεως, τα οποία εκδόθηκαν σε τόμο 570 σελίδων το 1995 και παρέχουν πληρέστατη εικόνα της όλης επιστημονικής εκδηλώσεως. Χ. ΜΠΟΥΡΑΣ


ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ «Οι δρόμοι του ορθόδοξου μοναχισμού: Πορευθέντες μάθετε» (Διεθνές ��υμπόσιο, Θεσσαλονίκη, 28 Σεπτεμβρίου-2 Οκτωβρίου 1994) Τα διεθνή συνέδρια αποτελούν ευκαιρίες μοναδικές για γνωριμίες ειδικών με κοινά ή συγγενικά ενδιαφέροντα, για συγκρίσεις και αποτιμήσεις δυναμικών, (αδυναμιών) και δυνατοτήτων. Δυστυχώς, συχνά συμβαίνει η πολύτιμη αυτή πείρα τους να παραμένει ακατάγραφη και, πολύ περισσότερο, αναξιοποίητη. Και τα Πρακτικά τους, εάν και όταν εκδοθούν, μικρό μόνο μέρος της απογράφουν. Θα έπρεπε κάποτε να γίνει ένα συνέδριο για το πώς πρέπει (και πώς δεν πρέπει) να γίνονται οι επιστημονικές συναντήσεις μας. Οι στόχοι των Πολιτισμικών διαδρομών, που πατρονάρει το Συμβούλιο της Ευρώπης, είναι αναμφισβήτητα καίριοι και επίκαιροι: διεθνικές συναντήσεις γύρω από μεγάλα θέματα (ο ορθόδοξος μοναχισμός επιλέχθηκε ως ένα από αυτά), πάνω σε μεγάλες διαδρομές (σταθμοί, δρομολόγια, δίκτυα), για επικοινωνία (συναντήσεις, διάλογος, όσμωση), καινοτομία (στο θεματολόγιο, τη μεθοδολογία, το στοχασμό), για απεγκλωβισμό από τα φθαρμένα, και φθοροποιά, στερεότυπα (σκέψης, προσέγγισης, ταξιδιού), για αλληλογνωριμία και αλληλοσεβασμό. Οι στόχοι αυτοί είναι άμεσα επιδιώξιμοι για την Ενωμένη Ευρώπη, που αναζητεί την ταυτότητα της (την ισότιμη γνώση της ιστορικής πολυμορφίας της) και την κοινή της γλώσσα. Οι Πολιτισμικές διαδρομές αποτείνονται κυρίως σε νέους, εκπαιδευτικούς, ερευνητές και στο ενδιαφερόμενο για ποιοτική περιήγηση κοινό, αξιοποιούν και επιδιώκουν να προωθήσουν τα αντίστοιχα προγράμματα. Οι Πολιτισμικές διαδρομές αποτελούν, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, προσπάθειες πειραματικές, πολυεπιστημονικές, που επιδιώκουν να δημιουργήσουν νέα στελέχη (με κύκλους πολιτισμικών μαθημάτων, «ακαδημίες» νέων καθηγητών) και τους κατάλληλους φορείς οργάνωσης, να αξιοποιήσουν σχετικές δημοσιεύσεις και τράπεζες δεδομένων, να «ανακαλύψουν» λησμονημένα κεφάλαια πολιτισμού και να διευρύνουν τους τρόπους επικοινωνίας (μουσική, θέατρο, ζωγρα-

φική). Ο ορθόδοξος μοναχισμός ως ιστορικό φαινόμενο, με την πολυδιάστατη κοινωνική, καλλιτεχνική και πνευματική μακραίωνα παρουσία του, ήταν αναμφισβήτητα ένας από τους μεγάλους δρόμους γνωριμίας της Ευρώπης με το (άγνωστο) ορθόδοξο τμήμα της. Ο χάρτης για τις Μονές της Ελλάδος, ο οποίος κυκλοφόρησε με την ευκαιρία του συνεδρίου, ήταν μια πρώτη, πολύ κατατοπιστική, τεκμηρίωση της σημασίας του ορθόδοξου μοναχισμού. Το συνέδριο της Θεσσαλονίκης, παρά τη μεγάλη διάρκεια και τον αριθμό των επίλεκτων ελλήνων ειδικών που συγκέντρωσε, δεν προσέγγισε το ζητούμενο -από τη σπουδαιότητα του θέματος- μίνιμουμ. Το ζητούμενο, όπως αυτό περιγράφηκε παραπάνω, διέφυγε από τους περισσότερους έλληνες ομιλητές και όχι μόνον από αυτούς. Άλλοι χρησιμοποίησαν παλαιότερα κείμενα τους, με εμφανή την απόκλιση από τη συγκεκριμένη προσέγγιση του θέματος, άλλοι μετέφεραν στο διεθνές φόρουμ θέματα άξια λόγου για τους έλληνες αλλά αδιάφορα για τους ξένους, άλλοι -οι περισσότεροι- εστίασαν την ανακοίνωση τους στο Άγιο Όρος, αναμφισβήτητα το κορυφαίο σήμερα κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού, αλλά εκτός των πολιτισμικών διαδρομών, όπως αυτές (συν)εζητείτο να οργανωθούν. Υπερβολική κριτική για τα κακώς έχοντα και μαξιμαλισμός για τα επιδιωκόμενα (δύο όψεις του ίδιου νομίσματος) καθώς και κακή τήρηση του προγράμματος (παιδική -και ως φαίνεται ανίατη- αρρώστια των ελληνικών επιστημονικών συναντήσεων) υποβάθμισαν την εκδήλωση. Ήταν μια σημαντική ευκαιρία για αποφασιστική προβολή της ιστορίας μας, που προσφέρεται πολλαπλά για αξιοποίηση, και του ανθρώπινου δυναμικού μας που, με τις εξαιρέσεις του, τεκμηρίωσε ότι, υπό διαφορετικές συνθήκες, είναι σε θέση να εκπροσωπήσει τη χώρα μας σε επιστημονικές συναντήσεις υψηλού επιπέδου. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

2ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ (Βόλος, 4-5 Νοεμβρίου 1994)

Σε μια περίοδο με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ιστορία των επιστημών στην Ελλάδα (ίδρυση Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κυκλοφορία περιοδικού Νεύσις για τη φιλοσοφία και την ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας), η ΕΕΙΕΤ πραγματοποίησε στον Βόλο το 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο της. Την οργανωτική επιστροπή του συνεδρίου αποτελούσαν οι Μ. Ζουμπου-

λάκης, Χ. Ξενάκης και Γ. Χριστιανίδης. Στις εργασίες του συμμετείχαν τριάντα πέντε περίπου μέλη της Εταιρείας και μικρός αριθμός ακροατών από την ακαδημαϊκή κοινότητα του Πανεπιστημίου στον Βόλο. Παρουσιάστηκαν συνολικά δεκατρείς εισηγήσεις, οργανωμένες σε τρεις θεματικές συνεδρίες που αφορούσαν σε θέματα της ιστορίας και της φιλοσοφίας των επιστημών και διοργανώθηκαν δύο στρογγυλά τραπέζια για την ιστορία των

αρχαίων ελληνικών μαθηματικών και για οργανωτικά θέματα σχετικά με τη μελλοντική πορεία της ΕΕΙΕΤ. Στην πρώτη συνεδρία, με τίτλο «Σχέσεις φιλοσοφίας και ιστορίας των επιστημών», έγιναν τέσσερις εισηγήσεις. Ο Σπύρος Τουλιάτος, υποψήφιος ΔρΦ. αναφέρθηκε στα προβλήματα της ιστοριογραφίας των επιστημών της περιόδου 1931 -1962. Το τέλος της περιόδου αυτής σηματοδοτεί το τέλος της διαμάχης μεταξύ γενικής (κοινωνικής ή εξωτερικής) και ειδικής (εσωτερικής) ιστορίας των επιστημών, με την απόρριψη του θετικιστικού προτύπου της εξέλιξης των επιστημών και τη στροφή του κλάδου προς την κοινωνική ιστορία. Ο Δημοσθένης Δαγκλής, υποψήφιος ΔρΦ. του ΑΠΘ, αναφέρθηκε στο ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της έννοιας της «επιστημονικής ορθολογικότητας». Ο εισηγητής υποστήριξε ότι κάτω από τη σκιά του σχετικισμού και του σκεπτικισμού φαίνεται πως έχει ωριμάσει μια νέα αντίληψη ορθολογικότητας της επιστήμης και των επιστημόνων. Ο Μιχάλης Ζουμπουλάκης, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, παρουσίασε τις νέες τάσεις στην ιστοριογραφία της οικονομικής επιστήμης, σύμφωνα με τις οποίες η εξέλιξη της οικονομικής μελετάται σε συνάρτηση με την ιστορία της φυσικής, των μαθηματικών και της βιολογίας. Η νέα αυτή αντίληψη επιτρέπει την ερμηνεία πολλών αλλαγών στην εξέλιξη της οικονομικής θεωρίας, προσφέροντας ταυτόχρονα κριτήρια για την αξιολόγηση τους. Οι Κώστας Κορφιάτης και Γιώργος Στάμου, ΕΜΥ και καθηγητής αντίστοιχα του ΑΠΘ, ανέπτυξαν μερικά καίρια ζητήματα που αφορούν στη χρήση ντετερμινιστικών και στοχαστικών μοντέλων στην οικολογία. Οι εισηγητές αποτίμησαν τα δύο μοντέλα όχι μόνον ως προς την αποτελεσματικότητα τους αλλά και ως προς τις φιλοσοφικές τους προεκτάσεις. Η δεύτερη μέρα του συνεδρίου ξεκίνησε με μια ειδική συνεδρία για την «Ιστορία της Φυσικής». Ο Επαμεινώνδας Βαμπούλης, υποψήφιος Δρ του Πανεπιστημίου Lille III, αναφέρθηκε στην επιχειρηματολογία του Maupertuis (1732) εναντίον της μεταφυσικής απόρριψης της νευτώνειας φυσικής από τους καρτεσιανούς. Το ενδιαφέρον με τον Maupertuis είναι ότι, ενώ ξεκινά από εμπειρικές βάσεις για να στηρίξει τη νευτώνεια φυσική, τελικά αντιτίθεται στην υλιστική θεωρία υπερασπιζόμενος το χριστιανισμό. Ο Δημήτρης Κρίτσας, ανέλυσε τις αντιλήψεις του Νεύτωνα για την έννοια της «βαρυτικής αιτιότητας» και τις θεολογικές αντιστάσεις που συνάντησε η έννοια αυτή μέχρι την καθιέρωση της στη φυσική. Τονίστηκε ιδιαίτερα από τον εισηγητή ότι κατά την περίοδο αυτή σημειώνεται μια αλλαγή του επιστημολογικού πλαισίου με την εγκατάλειψη της αναζήτησης της «ουσίας των πραγμάτων». Δυστυχώς εδώ και μερικούς μήνες ο Δ. Κρίτσας δεν βρίσκεται πια ανάμεσα μας. Ο Τάσος Τσιαντούλας, υποψήφιος Δρ Ιστορίας της φυσικής του ΕΜΠ, αναφέρθηκε στο θεωρητικό έργο του van der Waals στην καταστατική εξίσωση των αερίων καθώς και στη σημασία της για τα πειράματα που ακολούθησαν στο εργαστήριο του Kammerlingh Onnes. Ο εισηγητής τόνισε την ιδιαιτερότητα της «Ολλανδι-


κής Σχολής» της θερμοδυναμικής (18731900) σε σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά ρεύματα στη θεωρία της ύλης. Ο Μιχάλης Ασημακόπουλος, αν. καθηγητής του ΕΜΠ, εξέτασε τις επιδράσεις του δανού φιλοσόφου Η. Hoffding στο έργο του Niels Bohr, και ιδιαίτερα αυτές που αφορούν στην «αρχή της αντιστοιχίας» που αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της λεγόμενης «παλιάς κβαντικής θεωρίας». Η συνεδρία έκλεισε με την Άννα Κωστούλα, Δρ Ιστορίας της φυσικής, που παρουσίασε τις αλλαγές στην οργάνωση και την παρουσίαση της γνώσης στα εγχειρίδια του ηλεκτρισμού από το τέλος του 18ου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Η εισήγηση της αφορούσε στη χρήση φιλοσοφικών στοιχείων στο ρόλο των μαθηματικών και στη χρήση των πειραμάτων ως διδακτικού εργαλείου. Η τρίτη συνεδρία ήταν αφιερωμένη στην «Ιστορία των αρχαίων ελληνικών μαθηματικών». Ο Σπύρος Παπαχαρίσης, υποψήφιος Δρ Ιστορίας των μαθηματικών, έθεσε ορισμένα καίρια ερωτήματα σχετικά με τα προβλήματα παρουσίασης των μαθηματικών των αρχαίων Ελλήνων στα βιβλία της Μέσης Εκπαίδευσης. Τονίστηκαν ιδιαίτερα η προχειρότητα της παρουσίασης στα εγχειρίδια του Γυμνασίου και του Λυκείου και οι παρανοήσεις που δημιουργούνται στους μαθητές σε κρίσιμα μαθηματικά ζητήματα. Ο Γιάννης Χριστιανίδης, Δρ Ιστορίας των μαθηματικών, αναφέρθηκε στο πρόβλημα της ερμηνείας των μεθόδων του Διόφαντου και στις τέσσερις πιθανές λύσεις του, επιμένοντας σε αυτές που επιλύουν το πρόβλημα με γνώσεις μαθηματικών της εποχής του μεγάλου έλληνα μαθηματικού. Η τελευταία συνεδρία αφορούσε σε ειδικά «Θέματα της ιστοριογραφίας της επιστήμης στον ελληνικό χώρο». Ο Μανόλης Καρτσωνάκης, Δρ Ιστορίας των επιστημών, αναφέρθηκε στο πλούσιο έργο του Νικηφόρου Βλεμμύδη (13ος αιώνας) και στην αλληλεπίδραση πλατωνικών και αριστοτελικών ιδεών και της χριστιανικής πίστης. Από την εισήγηση φάνηκε ότι η διασπορά της αρχαιοελληνικής γνώσης έγινε στο Βυζάντιο πριν, και ανεξάρτητα από τη διάδοση της στη λατινόφωνη Δύση. Ο Δημήτρης Καραμπερόπουλος, υποψήφιος Δρ Ιστορίας της ιατρικής, παρουσίασε ένα άγνωστο στη βιβλιογραφία κείμενο του Γεωργίου Κοζάκη Τυπάλδου, Περί του καθαρισμού του

αέρος διά του ολικού οξέος (1815). Ο Κώστας Μαυρομμάτης, μαθηματικός, μίλησε για την πολύπλευρη δραστηριότητα του επισκόπου Δαυίδ Φωκίδος, κατά κόσμον Αδαμάντιου Μολοχάδη (1805-1887), ως σχολιαστή των έργων του Θεόφιλου Καΐρη. Ο τελευταίος εισηγητής Βασίλης Μακρίδης, Δρ Θεολογίας, παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα περιοδολόγηση των σχέσεων Ορθόδοξης Εκκλησίας και επιστήμης. Προτάθηκαν τέσσερις περίοδοι: 1723-1821, 1830-1871, 1871-1959, 1960-1994, με βάση συγκεκριμένους σταθμούς της ελληνικής ιστορίας ή της ιστορίας της επιστήμης. Οι εργασίες του συνεδρίου έκλεισαν με συζήτηση μεταξύ των μελών της Εταιρείας, μετά τη σύντομη εισήγηση του εκλιπόντος προέδρου της ΕΕΙΕΤ, καθηγητή Γιώργου Γκουνταρούλη. Κατά τη συζήτηση αποτιμήθηκε η πρόοδος των δραστηριοτήτων της Εταιρείας, επισημάνθηκε το αυξανόμενο ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού αλλά και νέων ερευνητών για τα θέματα της ιστορίας των επιστημών και της τεχνολογίας και τονίστηκε η ανάγκη περισσότερο ενεργού παρέμβασης της Εταιρείας σε θέματα που την αφορούν, όπως στην ύλη και το περιεχόμενο των βιβλίων της Μέσης Εκπαίδευσης, στη διάδοση των ερευνητικών δραστηριοτήτων των μελών της κ.λπ. Αποφασίστηκε επίσης η ενδυνάμωση του Ενημερωτικού Δελτίου που εκδίδει περιοδικά η Εταιρεία με ακόμη περισσότερες πληροφορίες για τις επιστημονικές και ερευνητικές δραστηριότητες του κλάδου στην Ελλάδα και τον κόσμο. Την ευθύνη έκδοσης του Ενημερωτικού Δελτίου ανέλαβε ο Μ. Χρυσοβέργης. Επιχειρώντας μια σύντομη αποτίμηση του 2ου Συνεδρίου της ΕΕΙΕΤ θα πρέπει κανείς να σταθεί στην ποιότητα των εισηγήσεων που αποδεικνύει τη σημαντική ερευνητική δραστηριότητα νέων και παλαιότερων επιστημόνων του κλάδου. Η Εταιρεία φιλοδοξεί όχι μόνο να προβάλλει αλλά και να προάγει τη δραστηριότητα αυτή, έτσι ώστε η μελέτη της ιστορίας των επιστημών και της τεχνολογίας να πάρει τη θέση που της αρμόζει στον ελληνικό επιστημονικό και ακαδημαϊκό χώρο. Το επόμενο συνέδριο της ΕΕΙΕΤ έγινε στις 11 και 12 Οκτωβρίου 1996 στο Κεντρικό Κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. ΜΙΧΑΗΛ Σ .ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ και Γ. Παπαθανασόπουλος (Ένωση Ελλήνων

150 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΧΗΜΕΙΑΣ Ημερίδα «Ιστορία της Χημείας στην Ελλάδα» (Θεσσαλονίκη, 9 Δεκεμβρίου 1994)

Την Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 1994, οργανώθηκε στο αμφιθέατρο του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών (Ι.Μ. Βλατάδων) και στο πλαίσιο του 15ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Χημείας ημερίδα με θέμα «Ιστορία της Χημείας στην Ελλάδα». Εισηγητές ήταν οι Α. Βάρβογλης (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Μ. Παπαθανασίου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ε.Α. Βαρέλλα (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

Χημικών). Την εκδήλωση συντόνισε η επίκουρος καθηγήτρια Ε.Α. Βαρέλλα, οι δε ανακοινώσεις περιλήφθηκαν στα Πρακτικά του συνεδρίου, τα οποία ήδη κυκλοφορούν. Οι Α. Βάρβογλης και Μ. Παπαθανασίου τεκμηρίωσαν την άποψη ότι από την αρχαιότητα ακόμη η χημική πράξη αποτελούσε κοινό τόπο στον ελληνικό κόσμο. Πράγματι, η κα-

τεργασία των μετάλλων ανάγεται στην τρίτη προχριστιανική χιλιετία, στη δε μυκηναϊκή περίοδο ήδη χρησιμοποιούνται ο χρυσός, ο άργυρος, ο μόλυβδος, ο χαλκός και ο κασσίτερος. Τα ομηρικά κείμενα γνωρίζουν το σίδηρο, ενώ τα μεταλλεία του Λαυρίου μαρτυρούν για τις τεχνικές εξόρυξης και εμπλουτισμού των μετάλλων κατά την κλασική εποχή. Παράλληλα, εξάλλου, ασκούνται με εφευρετικότητα η κεραμοποιία, η υαλουργία, η βυρσοδεψία, η βαφική και κυρίως η φαρμακογνωσία: οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου διαθέτουν ποικιλία θεραπευτικών ουσιών φυτικής και σπανιότερα ορυκτής προέλευσης, ενώ κορυφαίες φυσιογνωμίες στον τομέα της επεξεργασίας συστατικών δρογών και συνακόλουθης παρασκευής απλών φαρμακοτεχνικών μορφών αναδεικνύονται ο Ιπποκράτης και οι Γαληνός και Διοσκορίδης αργότερα. Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο άλλωστε, η πρόοδος της μεταλλοτεχνίας, και μάλιστα της αργυροχρυσοχοΐας, είναι σημαντικότατη και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της άνθησης της τεχνολογίας κατά την αλεξανδρινή περίοδο. Σημειωτέον, τέλος, ότι η εφαρμοσμένη χημεία του αρχαίου κόσμου δεν στερείται θεωρητικού υποβάθρου, γεγονός που οδηγεί σε βαθμιαία διάκριση της πράξης των απλών «μαϊστόρων» από την «ιερά τέχνη» της αλχημείας. Η τελευταία στοχεύει σε εξευγενισμό των συνήθων μετάλλων, συνδυάζοντας την πειραματική διαδικασία με τις πυθαγόρειες θέσεις περί της τετρακτύος των στοιχείων, την πλατωνική κατανόηση του «τρίτου σώματος» και την πλωτινική ιεράρχηση των όντων. Έτσι, η «χρυσοποιία» καθίσταται εφαρμοσμένη πρακτική και συνάμα λυτρωτική αναγωγή του σύμπαντος, αλλά και του ίδιου του μύστη, στο χώρο της θείας τελειότητας. Όπως ανέπτυξε η Ε.Α. Βαρέλλα, η ένταξη της θεώρησης αυτής στη χριστιανική πραγματικότητα θα αποδειχθεί ευχερής. Μεταξύ, άλλωστε, των διαχρονικού κύρους αλχημιστών των μέσων χρόνων δεν καταλέγονται μόνον οι κατ' εξοχήν «φιλόσοφοι», όπως οι ψευδο-Δημόκριτος, Ζώσιμος ο Πανοπολίτης ή Ολυμπιόδωρος ο Θηβαίος, αλλά και γενικότερα γνωστοί βυζαντινοί λόγιοι, για παράδειγμα οι Συνέσιος ο Πτολεμαΐδος, Στέφανος ο Αλεξανδρεύς, Μιχαήλ ο Ψελλός και Νικηφόρος ο Βλεμμύδης. Είναι χαρακτηριστική, εν προκειμένω, η κοινή στάση των προαναφερθέντων: η μεταστοιχείωση των μετάλλων προς άργυρο και χρυσό εκλαμβάνεται ως φυσική πειραματική διεργασία, η οποία βασίζεται στην πρωταρχική συμπαντική ενότητα («εν το παν») και προϋποθέτει την ψυχική και πνευματική κάθαρση του πειραματιστή. Πατερικά, εξάλλου, ερείσματα θα αποκτήσει η αλχημεία στη θεολογία του Γρηγορίου Νύσσης, κυρίως όμως στου Μαξίμου του Ομολογητή. Σε πρακτικότερο επίπεδο, στη χημεία των μέσων χρόνων, πιστώνεται μακρά σειρά εφαρμογών στους χώρους της μεταλλουργίας, της υαλουργίας, της βαφικής, της βυρσοδεψίας, κυρίως δε της φαρμακογνωσίας και της παρασκευής του υγρού πυρός. Είναι επιπλέον γνωστός ο βασικός της εργαστηριακός εξοπλισμός, ενώ αξιοσημείωτη παραμένει η συνήθως ανεπίληπτη επιστημονικώς ορολο-


γία και χημική συμβολική. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι η βυζαντινή «χρυσοποιία» υπήρξε ο πρωταρχικός γενεσιουργός παράγων της συριακής και της αραβικής αλχημείας, συνάμα δε επηρέασε τον λατινικό πολιτισμικό χώρο με τις μεταφράσεις μέσω του αραβικού, αλλά και με την άμεση μεταφορά τεχνογνωσίας, ιδίως στους τομείς της βαφικής, της μεταλλοτεχνίας και της παρασκευής εκρηκτικών υλών. Η Τουρκοκρατία, άλλωστε, όπως κατέδειξε η Ε.Α. Βαρέλλα, διασώζει κατά το δυνατόν τις πρακτικές των μέσων χρόνων, αρκείται όμως στα όρια της οικοτεχνίας και της ελάσσονος βιοτεχνίας. Έτσι, εξακολουθεί η άσκηση της μεταλλουργίας, της κεραμοποιίας, της βυρσοδεψίας, της βαφικής, κυρίως δε της φαρμακογνωσίας. Τα σωζόμενα χειρόγραφα, ιδίως τα αγιορείτικα, έχουν συχνά επιστημονικό χαρακτήρα, παρά την εμπειρική κατάρτιση των συγγραφέων τους. Η εικόνα μεταβάλλεται μόνον κατά τον 18ο αιώνα, κατά τη λεγομένη περίοδο του Διαφωτισμού, οπότε και αρχίζει η απόδοση στη νεοελληνική εγχειριδίων του ευρωπαϊκού ακαδημαϊκού χώρου ή η σύνταξη πρωτότυπων πραγματειών ανάλογου περιεχομένου. Τα ονόματα των Θεοδοσίου Ηλιάδου, Κωνσταντίνου Κούμα, Αναστασίου Γεωργιάδου, Βενιαμίν Λεσβίου, Διονυσίου Πύρρου και άλλων διδασκάλων του Γένους συνδέονται με την εργώδη προσπάθεια εισαγωγής της σύγχρονης τους χημικής γνώσης, μη εξαιρουμένου του πειράματος, στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα: οι πρώτες «Φαρμακοποιίες» ανάγονται στις απαρχές του 18ου αιώνα, ενώ ακραιφνώς χημικά κείμενα θα εκδοθούν κατά τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί η θετική στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τις ανανεωτικές αντιλήψεις στο χώρο των πειραματικών αυτών κλάδων. Η σκιαγράφηση ολοκληρώθηκε με την ανα-

φορά του Γ. Παπαθανασόπουλου στο συντεχνιακό σύστημα, στο οποίο υπάγονται κατά τους βυζαντινούς και νεοελληνικούς χρόνους οι ποικίλοι κλάδοι της εφαρμοσμένης χημείας, από την υαλουργία και τη μεταλλοτεχνία έως τη βαφική και τη φαρμακογνωσία. Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε, τέλος, η παραδοσιακά και ιστορικά τεκμηριωμένη πρόταση ανακήρυξης ως προστάτη αγίου των χημικών του μάρτυρα Μενίγνου του Γναφέως, ο οποίος τιμάται στις 22 Νοεμβρίου. Η συζήτηση διευκρίνισε πολλά επιμέρους θέματα, αλλά και επέτρεψε να χαραχθεί αδρά η πορεία της χημείας στο χώρο μας: αφ' ενός κατέστησε σαφές ότι τα φιλοσοφικά της ερείσματα, δηλαδή η πεποίθηση περί του ενιαίου του σύμπαντος και της δυνατότητας κάθαρσης του, παρέμειναν τα ίδια από την εποχή των προσωκρατικών μέχρι την οριστική διείσδυση του Διαφωτισμού στην ελληνική πολιτισμική πραγματικότητα, αφ' ετέρου δε τεκμηρίωσε αναντίρρητα την πρωτοπόρο θέση των πρακτικών της επιτευγμάτων στον αρχαίο και μεσαιωνικό κόσμο. Ας σημειωθεί, εν κατακλείδι, ότι οι Μ. Παπαθανασίου και Ε.Α. Βαρέλλα συμμετέχουν στο εγχείρημα κριτικής έκδοσης των ελληνικών αλχημικών κειμένων (επιμελητής R. Halleux, Λιέγη, εκδ. Belles Lettres). Συνάμα, η Ε.Α. Βαρέλλα μελετά αγιορείτικα συνταγολόγια της μεταβυζαντινής περιόδου σε συνεργασία με το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο πλαίσιο του προγράμματος «Προμηθεύς» (υπεύθυνος Ι. Καράς), ενώ ήδη εκπονούνται διδακτορικές διατριβές σε συναφή αντικείμενα. Ελπίζεται ότι η ημερίδα θα οδηγήσει σε περαιτέρω συνεργασία των ασχολουμένων με την ιστορία των πειραματικών επιστημών στον ελληνόφωνο χώρο. ΕΥΑΓΓ. ΒΑΡΕΛΛΑ

1η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΒΑΣΣΩΝ (Αθήνα, 18-20 Μαρτίου 1995)

Στις 18-20 Μαρτίου 1995 πραγματοποιήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού στην Αθήνα η πρώτη διεθνής συνάντηση ειδικών επιστημόνων και τεχνικών, με σκοπό την εξέταση των προβλημάτων της συντήρησης του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες Φιγαλείας. Το σπουδαίο αυτό μνημείο του τέλους του 5ου π.Χ. αιώνα, το οποίο η αρχαία παράδοση είχε συνδέσει με το όνομα του ίδιου του αρχιτέκτονα του Παρθενώνα, του Ικτίνου, βρίσκεται σε επικίνδυνη, για την επιβίωση του, κατάσταση γενικής παραμόρφωσης. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται συν τω χρόνω και οφείλεται σε συνδυασμένη δράση πολλών παραγόντων, όπως είναι η γεωλογική συγκρότηση της περιοχής και οι συνθήκες θεμελίωσης του κτιρίου, η ιδιομορφία του δομικού υλικού, που ευνοεί τη θραύση των λίθων καθώς επι-

τρέπει τη διείσδυση νερού και την ανάπτυξη παγετού μέσα σε αρμούς και ρωγμές, οι μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις, η σεισμικότητα της περιοχής, οι επεμβάσεις του ανθρώπου κ.ά. Η εντεταλμένη για τα έργα συντηρήσεως του μνημείου επιστημονική επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού και οι συνεργάτες της παρουσίασαν στη συνάντηση τρεις τόμους μελετών με την ανάλυση των προβλημάτων, τα αποτελέσματα της έρευνας για την εξερεύση λύσεων θεραπείας και μια γενική πρόταση δραστικής επέμβασης, με σκοπό τη στερέωση και τη συντήρηση του ερειπίου, Τα Πρακτικά της συνάντησης, που κυκλοφόρησαν στις αρχές Μαΐου 1996, εκτός των απόψεων που υποστηρίχθηκαν στη διάρκεια των εργασιών, περιλαμβάνουν και τις γνώμες σα-

ράντα και πλέον ειδικών επιστημόνων υπό μορφήν απαντήσεων σε συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής. Γενική υπήρξε η αναγνώριση της πολυπλοκότητας των προβλημάτων και η σύσταση για προσεκτική και προοδευτική προσέγγιση τους. Η πρόταση να αποκατασταθεί η κλονισμένη, λόγω σοβαρών γεωμετρικών παραμορφώσεων, ευστάθεια της εξωτερικής κιονοστοιχίας με μια εκτεταμένη και ριζική, μέχρι θεμελίου, στερεωτική επέμβαση υιοθετήθηκε από την πλειονότητα των ειδικών υπό προϋποθέσεις: να προηγηθούν αναλυτικές μελέτες και οι εργασίες της αποσυναρμολόγησης και ανατοποθέτησης των αρχιτεκτονικών μελών να εκτελεστούν τμηματικώς και κατά διαδοχικά στάδια. Η λύση των περιορισμένων ή ελάχιστων επεμβάσεων, όπως η απλή συντήρηση των επιστυλίων στη θέση όπου βρίσκονται ή η επαναφορά στην κατακόρυφο μεμονωμένων μόνο κιόνων, υποστηρίχθηκε από πολλούς συνέδρους με το επιχείρημα ότι, λόγω της αποσάθρωσης του δομικού υλικού, μπορεί να προκληθούν, κατά τις αποξηλώσεις και μετακινήσεις αρχιτεκτονικών μελών, απώλειες σε μεγάλη έκταση, η δε αντικατάσταση του αρχαίου υλικού με νέο θα διαταράξει την αυθεντικότητα του μνημείου. Η χρήση νέου υλικού έγινε δεκτή για συμπληρώσεις ή και αντικαταστάσεις πολύ φθαρμένων αρχαίων λίθων, μόνον εφ' όσον αυτό θα είχε σκοπό τη βελτίωση της ευστάθειας και της αντισεισμικής συμπεριφοράς του κτιρίου. Όσον αφορά μια ενδεχόμενη καθ' ύψος αναστήλωση του ναού με τα κατακείμενα αρχαία μέλη, υποστηρίχθηκε ότι αυτή δεν μπορεί παρά να εξαρτηθεί από τη λύση που θα δοθεί στο βασικό ζήτημα της στερέωσης της κιονοστοιχίας του πτερού. Επί του παρόντος, το διάσπαρτο αρχιτεκτονικό υλικό θα πρέπει να συγκεντρωθεί και να προστατευτεί σε κλειστό χώρο κοντά στο μνημείο. Για το δεύτερο ουσιώδες ζήτημα της προστασίας του δομικού υλικού του ναού από τα όμβρια και τον παγετό, έγινε φανερό ότι η λύση βρίσκεται στη στέγαση του μνημείου, θέμα για το οποίο εκφράστηκε η γνώμη ότι πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικές λύσεις μέσω μεγάλων αρχιτεκτονικών διαγωνισμών. Η τοποθέτηση ενός μεγάλου περίκλειστου στεγάστρου, όπως αυτό που καλύπτει το μνημείο σήμερα, αναγνωρίστηκε ως αναγκαίο και αποτελεσματικό μέτρο προστασίας, τουλάχιστον έως ότου επιτευχθεί η αυτοπροστασία του ιδιότυπου δομικού υλικού, στόχος στον οποίο κατατείνουν εξάλλου οι συνεχιζόμενες φυσικοχημικές έρευνες. Τα πορίσματα της συνάντησης θα συνεκτιμηθούν από τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού τα οποία θα κληθούν να αποφασίσουν επί των αναλυτικών προτάσεων των μελετητών για το είδος και την έκταση της στερεωτικής επέμβασης. Εν τω μεταξύ προωθούνται από την Επιτροπή Συντηρήσεως του ναού και τους συνεργάτες της τα ερευνητικά προγράμματα για τη στερέωση, τη συγκόλληση, τον καθαρισμό και την προστασία του λίθου, η μελέτη για τη βελτίωση


των κλιματικών συνθηκών εντός του στεγάστρου, η μελέτη για το κτίριο φύλαξης των αρχιτεκτονικών μελών του ναού και η εκτέλεση των εγκεκριμένων έργων ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου (περίφραξη, εγκατα-

στάσεις εξυπηρέτησης κοινού, πωλητήριο κ.λπ.), τα οποία χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια (ΠΕΠ).

Το φθινόπωρο του 1995 (20-22 Οκτωβρίου), το Ελληνικό Τμήμα του TICCIH πραγματοποίησε το δεύτερο πανελλήνιο συνέδριο του στο Πλωμάρι της Μυτιλήνης. Η επιλογή του νησιού ως χώρου συνάντησης, ο τόπος διεξαγωγής του συνεδρίου καθώς και οι επισκέψεις των συνέδρων σε εγκαταλελειμμένες αλλά και λειτουργούσες σήμερα βιομηχανικές εγκαταστάσεις έδωσαν τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες να προβληματιστούν για το παρόν και το μέλλον των μεγάλων και πολλών βιομηχανικών συγκροτημάτων που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το νησί. Οι συνεδρίες πραγματοποιήθηκαν στο Πολυκέντρο του Δήμου Πλωμαρίου, παλιό σαπωνοποιείο του οποίου η νέα χρήση ελάχιστα τεκμήρια από την παλαιά έχει επιτρέψει να διατηρηθούν. Στο ισόγειο του Πολυκέντρου λειτούργησε μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση, έργο της Ευρυδίκης Σιφναίου, για το εμπορικό, βιομηχανικό και ναυτικό Πλωμάρι. Το συνέδριο κινήθηκε σε δύο άξονες: Ο πρώτος ήταν αυτός που επιλέχθηκε από την οργανωτική επιτροπή και είχε ως αντικείμενο τις τεχνολογίες της θάλασσας. Στόχος της επιτροπής ήταν η συνάντηση αυτή να λειτουργήσει ως προσυνέδριο του 10ου Διεθνούς Συνεδρίου του TICCIH που θα διεξαχθεί στη Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο του 1997. Η πρώτη ενότητα με θέμα «Τα καράβια, η ναυπήγηση και οι δρόμοι τους» περιλάμβανε τις εξής ανακοινώσεις: • Μανώλης Γαλέτσας, Ρούρα Σιφναίου: «Ιστιοφόρα, αγορές και ναυτικοί δρόμοι (1878-1920), με βάση το αρχείο του σαπωνοποιείου του Ι. Πούλια». • Παναγιώτης Παρασκευαΐδης: «Τα ναυπηγεία της Μυτιλήνης». • Κώστας Δαμιανίδης: «Διάσωση και αποκατάσταση σκαφών της νεότερης ναυτικής μας κληρονομιάς». • Αγγελική Φενερλή: «Οι πρώτες εφαρμογές του ατμού στην ελληνική ναυτιλία». • Αντώνης Πλυτάς: «Ο κύκλος του ατμού σε πολεμικά πλοία του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου». • Νίκος Βλαβιανός, ΛίαΤζωρτζάτου: «Αποκατάσταση μεταλλικού ιστιοφόρου».

Στο πλαίσιο της δεύτερης ενότητας με θέμα «Οι φάροι των ελληνικών ακτών» μίλησαν οι: • Μαρία Συναρέλλη: «Οι χάρτες των φάρων της Μεσογείου τον 19ο αιώνα». • Βασίλειος Τσόγκας: «Κατασκευή του Φάρου Τουρλίτη της Άνδρου». • Νίκος Μπένος-Πάλμερ: «Εικόνες από τους ελληνικούς φάρους» (προβολή διαφανειών). Το στρογγυλό τραπέζι με θέμα «Προτάσεις για την προστασία των φάρων» έδωσε την ευκαιρία στην ερευνητική ομάδα που την απάρτιζε να παρουσιάσει τη δουλειά της, αλλά και τους προβληματισμούς της για την επιβίωση των φάρων. Στην τρίτη ενότητα με θέμα «Οι τόποι της ναυτιλίας», ο Bruno Corti παρουσίασε τις «Ιστορικές λιμενικές ζώνες της Βενετίας και της Γένοβας» και οι Μαρία Τριανταφυλλίδου, Όλγα Τραγανού-Δεληγιάννη «Τα παράκτια οχυρά του Μεγάλου Εμβόλου Θεσσαλονίκης. Προτάσεις για τη διατήρηση και προστασία τους». Οι ομιλητές και των τριών ενοτήτων συντέλεσαν ώστε να καταγραφούν οι δυνατότητες, τα κενά αλλά και τα περιθώρια βελτίωσης της ελληνικής συμμετοχής στο Διεθνές Συνέδριο της Θεσσαλονίκης, που το κεντρικό του θέμα επιβάλλει η ελληνική συμμετοχή να είναι υψηλού επιπέδου και ει δυνατόν να περιλαμβάνει ικανό αριθμό ανακοινώσεων. Ο δεύτερος άξονας διαμορφώθηκε από τις συμμετοχές των ερευνητών αλλά και των φορέων οι οποίοι επιτελούν έργο για τη διάσωση της βιομηχανικής κληρονομιάς.

Θ. ΚΑΡΑΠΩΡΓΑ-ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Οι ανακοινώσεις των:

• Γιώργου Δερμάτη: «Οι κάμινοι τήξεως αργυρομολυβδούχων μεταλλευμάτων στο νεότερο μεταλλευτικό-μεταλλουργικό Λαύριο», • Ελένης Καλαφάτη: «Τεχνολογικές μεταβολές στο μεταλλουργικό συγκρότημα της Compagnie Française des Mines du Laurium (1876-1949)», • Νίκου Μπελαβίλα: «Η διάσωση του αρχείου της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου» παρουσίασαν ένα τμήμα του ερευνητικού έρ-

γου το οποίο πραγματοποιείται για την ίδρυση του Τεχνολογικού και Πολιτιστικού Πάρκου Λαυρίου. Η Αίγλη Δημόγλου και ο Γ. Κίζης με τις ανακοινώσεις τους: • «Η πρόσφατη δραστηριότητα του Δήμου Βόλου για την αποκατάσταση της βιομηχανικής κληρονομιάς της πόλης» και • «Το εργοστάσιο παραγωγής στρυχνοκάρπου και οι πρώτες βι��μηχανικές προσπάθειες στήριξης της αγροτικής παραγωγής» παρουσίασαν τμήμα του μεγάλου προγράμματος για την αποκατάσταση της βιομηχανικής κληρονομιάς της πόλης του Βόλου. Η Α. Βαλαβανίδου και η Ο. Τραγανού-Δεληγιάννη με την ανακοίνωση «Στρατώνι: Πρώτη καταγραφή της τεχνολογικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της περιοχής» παρουσίασαν τμήμα του έργου που επιτελείται για τη διάσωση της βιομηχανικής Θεσσαλονίκης, κυρίως από την 5η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων της Θεσσαλονίκης, αλλά και από τον Οργανισμό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Η Μ. Χρυσικοπούλου με την ανακοίνωση «Μεταφορά των καπναποθηκών Ηλία Ηλιού στο Αγρίνιο σε Λαογραφικό Μουσείο Αιτωλοακαρνανίας, Μουσείο Καπνού και Νερού» παρουσίασε την προσπάθεια που καταβάλλεται για τη δημιουργία μουσείου καπνού στις παλιές καπναποθήκες της πόλης. Ο δεύτερος άξονας των ανακοινώσεων συμπληρώθηκε από την παρουσίαση της έρευνας μεμονωμένων ερευνητών: • Αθηνά Χατζηδημητρίου: «Μεταλλουργικές τεχνικές στην εικονογραφία των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων». • Ιωακείμ Παπάγγελος: «Μεταλλευτική δράση στα Σιδεροκαύσια Χαλκιδικής κατά τον Μεσαίωνα» (παρέμβαση). • Νίκος Μπακουνάκης: «Κρασί και οινοποιίες στην Πάτρα, 1850-1914». • Αλέξης Καπόπουλος: «Πιλοτικό πρόγραμμα μετατροπής βιομηχανικών κελυφών σε πόλους διάδοσης της βιομηχανικής μας ιστορίας». • Όλγα Βογιατζόγλου-Δακουρά: «Η κλωστοϋφαντουργία στα βόρεια της Αθήνας». • Αναστασία Λαδά, Αθανάσιος Χατζηγώγας: «Βιομηχανικό συγκρότημα Λόγγου-Τουρπάλη στη Νάουσα. Επανάχρηση, σχεδιασμός "νέων" χρήσεων». • Εύη Χαριτίδου-Μαυρουδή: «Τα λιοτρίβια της Αγιάσου» (παρέμβαση). Αυτό που χαρακτήριζε και τις τρεις ημέρες του συνεδρίου ήταν η αγωνία των συνέδρων για αλληλοενημέρωση και αλληλοϋποστήριξη για την πραγμάτωση του έργου που επιτελεί ο καθένας χωριστά είτε από σύμπτωση είτε από προσωπικό ενδιαφέρον, μετά τη δημιουργία μιας καλής συγκυρίας. Το δεύτερο πανελλήνιο συνέδριο κατέδειξε την αναγκαιότητα να εξελιχθούν οι συναντήσεις αυτές σε ετήσιο θεσμό, με στόχο να δημοσιοποιηθούν οι έρευνες καθώς και τα ερευνητικά προγράμματα και να ανταλλαγούν απόψεις που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής και εφαρμόσιμης πολιτικής για τη διάσωση της βιομηχανικής μας κληρονομιάς. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ


Το Σάββατο 11 Μαΐου 1996, πραγματοποιήθηκε από την Α' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και την Επιτροπή Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως στο Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως η 4η Ημερίδα Εκπαιδευτικών με θέμα «Εκπαιδευτικοί και προγράμματα για την Ακρόπολη». Οι ημερίδες αυτές προσφέρουν ένα βήμα για διάλογο μεταξύ εκπαιδευτικών με κοινά ενδιαφέροντα για διδασκαλία μέσα από το πολιτισμικό μας περιβάλλον. Η Ακρόπολη, αφ' ενός λόγω της σημασίας της και αφ' ετέρου λόγω της ύπαρξης οργανωμένου τμήματος εκπαιδευτικών προγραμμάτων, είναι απλώς το ερέθισμα για να προχωρήσουν οι εκπαιδευτικοί σε δικές τους εργασίες. Στη φετινή ημερίδα παρουσιάστηκαν είκοσι εισηγήσεις από είκοσι πέντε εισηγητές, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν δεκαέξι δημόσια σχολεία, δύο ιδιωτικά και ένα ξενόγλωσσο, καθώς επίσης και μία δημόσια βιβλιοθήκη. Επτά από τους εισηγητές είχαν λάβει μέρος και σε προηγούμενες ημερίδες και δεκαοκτώ συμμετείχαν για πρώτη φορά. Τέσσερις ανακοινώσεις έγιναν από εκπροσώπους σχολείων και ιδρυμάτων της επαρχίας - Περαχώρα, Χίος και Σέρρες. Οκτώ σχολεία ανήκουν στην πρωτοβάθμια, οκτώ στη δευτεροβάθμια και ένα ίδρυμα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δύο σχολεία είναι ειδικά σχολεία. Η ημερίδα άρχισε με την παρουσίαση των αποτελεσμάτων των προγραμμάτων από σχολεία με τα οποία συνεργαστήκαμε στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Πρώτο παρουσιάστηκε το πρόγραμμα για τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, το ICOM και το ICOMOS. Τα τρία σχολεία που έλαβαν μέρος μελέτησαν το καθένα από ένα μνημείο (τον Παρθενώνα, το Ερεχθείο και το ναό της Αθηνάς Νίκης). Στη συνέχεια παρουσιάστηκε το πρόγραμμα Πήγασος που πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας και το ICOM. Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού το σχολείο υιοθέτησε το μνημείο του Φιλοπάππου. Ακολούθησε η παρουσίαση προγραμμάτων που δουλεύτηκαν το ένα στο μάθημα των Καλλιτεχνικών με ερέθισμα τη θεά Αθηνά και το άλλο στο μάθημα της Τέχνης, της Βιομηχανικής Αισθητικής και της Τεχνολογίας, όπου η τριήρης που απεικονίζεται στο ανάγλυφο Lenormant γίνεται μια παιδική χαρά. Έπειτα παρουσιάστηκε η εργασία φοιτητών της αρχιτεκτονικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, οι οποίοι, αφού μελέτησαν τις μουσειοσκευές μας, δημιούργησαν δικές

τους εφαρμογές για την καλύτερη ανάγνωση της πόλης. Με τη βοήθεια των μουσειοσκευών μας έγιναν ειδικά προγράμματα στην Περαχώρα και τη Χίο, βασισμένα στην τοπική ιστορία, που κατέληξαν στην οργάνωση αρχαιολογικού συνεδρίου στο σχολείο και στην αναζήτηση των Ομηριδών. Στις Σέρρες, τα προγράμματα έγιναν στην τοπική βιβλιοθήκη όπου οργανώθηκε ένα οδοιπορικό στις ελληνικές αρχαιότητες μέσα από το λογοτεχνικό βιβλίο. Ακολούθησαν δύο ανακοινώσεις από σχολεία για παιδιά με ειδικές ανάγκες -μαθησιακές ανάγκες και προβλήματα ακοής-που επισκέφθηκαν την Ακρόπολη. Το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων της Ακροπόλεως οργανώνει προγράμματα για μικρούς μαθητές από την τετάρτη Δημοτικού και επάνω. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην ημερίδα αυτή υπήρξε μία ανακοίνωση για την εφαρμογή προγράμματος σε μαθητές της πρώτης Δημοτικού και μία σε μαθητές της δευτέρας Δημοτικού, όπου αναλύθηκε πώς από τη μελέτη για την αξία του νερού έφτασαν στο βράχο της Ακρόπολης. Ακολούθησαν ανακοινώσεις για την πολυθρόνα που οι μικροί μαθητές φαντάζονται ότι θα έπρεπε να είχε ο πατέρας των θεών, ο Δίας,

καθώς και για ταξίδια στα αρχαία χρόνια με τη μηχανή του χρόνου. Το θέμα της ζωφόρου του Παρθενώνος απασχόλησε δύο σχολεία. Στο ένα σχολείο έγινε αναπαράσταση της πομπής των Παναθηναίων στην οποία συμμετείχε όλο το Δημοτικό και στο άλλο δούλεψαν με τη βοήθεια της μουσειοσκευής. Η ημερίδα έκλεισε με την εργασία ενός σχολείου που έψαξε τους δρόμους της Αθήνας και εντόπισε τις περιοχές στις οποίες τα οδωνύμια είναι εμπνευσμένα από την Ακρόπολη και την εποχή της. Πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα η ουσιαστική βοήθεια, οικονομική και ηθική, που παρέχει η Ένωση Φίλων της Ακροπόλεως στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Από εφέτος η Ένωση Φίλων της Ακροπόλεως έχει σκοπό να χρηματοδοτεί κάθε χρόνο την έκδοση εκπαιδευτικού υλικού για την Ακρόπολη, το οποίο θα δωρίζεται στη βιβλιοθήκη των σχολείων που θα το ζητούν. Για το 1996, τυπώθηκαν δύο αφίσες πολύτιμες, πιστεύουμε, για την κάθε τάξη που μελετάει την κλασική αρχαιότητα, οι οποίες μοιράστηκαν στους συνέδρους. Η επιλογή τους έγινε με βάση τον επιστημονικό και εκπαιδευτικό τους χαρακτήρα, που οφείλεται στο δημιουργό του πρωτοτύπου Μανόλη Κορρέ, και την αισθητική τους, που οφείλεται στην κυρία Αγνή Κατσουράκη. Η Ένωση Φίλων της Ακροπόλεως και το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων ευχαριστεί θερμά και τους δύο. θερμές ευχαριστίες όμως οφείλονται κυρίως στους είκοσι πέντε εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στην ημερίδα αυτή, οι οποίοι στήριξαν με τον πιο ουσιαστικό τρόπο, με την προσωπική τους εργασία, τα εκπαιδευτικά προγράμματα της Ακροπόλεως. ΚΟΡΝΗΛΙΑ ΧΑΤΖΗ ΑΣΛΑΝΗ

ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ SHOT '96 (Λονδίνο, 1-4 Αυγούστου 1996)

Η Εταιρεία της Ιστορίας της Τεχνολογίας (Society for the History of Technology-SHOT) διοργάνωσε στο Λονδίνο από την 1 η έως και την 4η Αυγούστου 1996 την ετήσια συνάντηση των μελών της. Η SHOT ιδρύθηκε το 1958 για να ενθαρρύνει τη μελέτη της ανάπτυξης της τεχνολογίας και τις σχέσεις της με την κοινωνία και τον πολιτισμό. Μέλη της είναι σήμερα 2000 επιστήμονες (ιστορικοί και επιμελητές μουσείων αλλά και μηχανικοί, ανθρωπολόγοι, βιβλιοθηκονόμοι, πολιτικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι) και 1500 φορείς από όλο τον κόσμο. Την ευθύνη της διοργάνωσης της ετήσιας συνάντησης για το 1996 είχε το Μουσείο Επιστημών (Science Museum) του Λονδίνου. Το περίφημο ανά τον κόσμο αυτό μουσείο περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες διεθνώς συλλογές για την ιστορία των επιστημών, της τεχνολογίας και της ιατρικής. Σκοπός του μουσείου

είναι η προώθηση της κατανόησης από το κοινό της ιστορίας και της σύγχρονης πρακτικής της επιστήμης, της ιατρικής, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας. Το εξαιρετικά πλούσιο και πολύπλευρο πρόγραμμα της συνάντησης περιλάμβανε εισηγήσεις για πενήντα τέσσερα επί μέρους θέματα, σε έξι παράλληλες συνεδρίες τριών ημερών. Η θεματολογία των επί μέρους συνεδριών ποίκιλλε από τις τεχνολογίες του Μεσαίωνα έως αυτές του 20ού αιώνα και από τις τεχνολογίες της άμυνας και του διαστήματος έως αυτές της ιατρικής και της πληροφορικής. Ο προβληματισμός των εισηγητών κυμαινόταν από την ερμηνεία της διάδοσης των τεχνολογικών γνώσεων έως το μέλλον της μουσειολογικής παρουσίασης της ιστορίας της τεχνολογίας. Όσοι συμμετείχαν στη συνάντηση της SHOT είχαν δυσκολία να επιλέξουν κάποιες


από τις πολλές παράλληλα προσφερόμενες ξεναγήσεις σε μουσεία και τεχνικά έργα στην ευρύτερη περιφέρεια του Λονδίνου. Οδηγοί στις ξεναγήσεις αυτές ήταν επιμελητές του Μουσείου Επιστημών ή μέλη του βρετανικού τμήματος ��ης SHOT. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακή η εμπειρία των επισκέψεων στο ζωντανό Τεχνικό Μουσείο του Ατμού, στο αντλιοστάσιο της Kew Bridge με τις εκατοντάχρονες ατμοκίνητες αντλίες, ακόμη και σήμερα σε λειτουργία, και στην Tower Bridge στον Τάμεση, όπου έχει υλοποιηθεί ένα μοναδικό πρόγραμμα θεατρικής αναπαράστασης της ιστορίας της κατασκευής της γέφυρας ως μεγάλου βικτωριανού τεχνικού έργου. Δεν έλειψαν και οι εκπλήξεις από το -έστω και σύντομο- «σήκωμα του πέπλου» σε μερικές από τις δυσπρόσιτες συλλογές ιστορικού μηχανολογικού εξοπλισμού που κρύβουν οι αποθήκες του Μουσείου Επιστημών. Απόλαυση υπήρξαν οι τακτικές επισκέψεις στο Μουσείου Επιστημών και εκτιμήθηκαν από όλους οι φιλόξενες περιηγήσεις στα αρχεία και τις βιβλιοθήκες του μουσείου από ειδικούς

υπαλλήλους, που πρόθυμα απαντούσαν στην πληθώρα των σχετικών ερωτημάτων. Η συνάντηση έκλεισε με ημερήσια εκδρομή στο γοητευτικό York με το εκπληκτικό Εθνικό Μουσείο των Σιδηροδρόμων. Το μουσείο αυτό αποτελεί μαζί με το Μουσείο Επιστημών και το Εθνικό Μουσείο Φωτογραφίας, Κινηματογράφου και Τηλεόρασης στο Bradford το Βρετανικό Εθνικό Μουσείο Επιστήμης και Τεχνολογίας (National Museum of Science and Industry-NMSI). Με την ευκαιρία της συνάντησης κυκλοφόρησε και ο εξαιρετικά χρήσιμος ετήσιος οδηγός για την ιστορία της τεχνολογίας στην Ευρώπη (τόμος 1996). Η SHOT έχει και την ευθύνη της έκδοσης του περιοδικού Technology and Culture. Περισσότερες πληροφορίες για τη SHOT στη διεύθυνση: Department of History, 310 Thach Hall, Auburn University, Auburn, Alabama, 36849 USA, Τηλ.: ( + 1) 334-8446645, Fax: ( + 1) 334-844-6673, e-mail: biggslb@ mail.auburn.edu. ΟΛΓΑ ΤΡΑΓΑΝΟΥ-ΔΕΛΗΠΑΝΝΗ

230 ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ (ICOHTEC) (Βουδαπέστη, 7-11 Αυγούστου 1996)

Το 23ο Συνέδριο της ICOHTEC συγκέντρωσε στη Βουδαπέστη δεκάδες ειδικών γύρω από δεκαεπτά σημαντικά θέματα. Βασικό χαρακτηριστικό του συνεδρίου αυτού ήταν η έντονη θεματολογική στροφή στον 19ο και τον 20ό αιώνα, ακόμη και σε ζητήματα τρέχοντος ενδιαφέροντος. Η βιομηχανική επανάσταση είναι πια παλαιό -αν μη παλαιότατο-

γεγονός για την Ευρώπη και οι μεταβιομηχανικές εξελίξεις αποβαίνουν καθοριστικές των αντιλήψεων των ιστορικών, αυτών τουλάχιστον που σχεδίασαν τον προγραμματισμό του συνεδρίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τμήμα που ασχολήθηκε με την ιστορία της πυρίτιδας, που συγκέντρωσε είκοσι πέντε περίπου ειδικούς, οι ανακοινώσεις του ιταλού συναδέλφου καθηγη-

τή κυρίου Walter Panciera και του υπογράφοντος, που αναφέρονταν στον 15ο-18ο αιώνα, αντιμετωπίστηκαν με ιδιαίτερη περιέργεια ως κάτι το πολύ απόμακρο, το σχεδόν ξεχασμένο. Για λαούς με μακρό ιστορικό παρελθόν, όπως οι δικοί μας, η μετάθεση αυτή του άξονα ενδιαφέροντος στο χώρο της ιστορίας θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα: η αναφορά στο απώτερο παρελθόν (15ος-18ος αι.), όσο και αν αυτό είναι σημαντικό, δεν είναι αρκετή. Είναι αναγκαία και μια αντίστοιχη στο πρόσφατο (19ος-20ός αι.). Η ιστορία προχωρεί γοργά, οι κλίμακες θεωρήσεως της αλλάζουν, θα πρέπει να εμπλουτίσουμε τις δικές μας. Η δεύτερη διαπίστωση αφορά στους συμμετέχοντες. Η συντριπτική πλειονότητα των ομιλητών προερχόταν από αγγλόφωνες χώρες, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Οι άλλες είχαν μιαν ελάχιστη ή καμιά εκπροσώπηση. Ενδεικτικό και αυτό της καθυστέρησης των σχετικών ερευνών στις λοιπές χώρες και της ανάγκης να προωθηθούν στη χώρα μας, στην ανώτατη εκπαίδευση και στους σχετικούς με το θέμα οργανισμούς. Και στον τομέα αυτό η απουσία μας από τα διεθνή δρώμενα είναι συνήθως εμφανής - και με σημαντικό κόστος. Το συνέδριο ήταν μια ευκαιρία να αποδείξουν οι Ούγγροι συνάδελφοι την ικανότητα τους για άψογη οργάνωση όλων των διαδικασιών σε κάθε λεπτομέρεια τους και να επιδείξουν μουσεία, μνημεία και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που καθιστούν τη Βουδαπέστη ένα σημαντικό τουριστικό κέντρο της Ευρώπης. Το αναλυτικό πρόγραμμα και οι περιλήψεις του συνεδρίου έχουν κατατεθεί στη βιβλιοθήκη του ΠΤΙ ΕΤΒΑ. Ανάμεσα στις εκδόσεις των Πρακτικών των προηγούμενων συνεδρίων περιλαμβάνεται και ο αναφερόμενος στην ιστορία της πυρίτιδας τόμος: Gunpowder, The history of an International Technology, Bath University Press, 1996, £50 (με 24 άρθρα).

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΞΥΛΟΝΑΥΠΗΓΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ Το διεθνές πρόγραμμα, που ξεκίνησε το 1992 με ελληνική πρωτοβουλία και τέθηκε υπό την αιγίδα της UNESCO, βρήκε θερμή ανταπόκριση και από άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Από το 1995 τη σκυτάλη των εκδηλώσεων στο πλαίσιο του προγράμματος ανέλαβαν πανεπιστημιακοί φορείς της Κροατίας για τρία χρόνια, ενώ το Διεθνές Κέντρο Κροατικών Πανεπιστημίων στο Ντουμπρόβνικ έχει εκδηλώσει την επιθυμία να αναλάβει μονίμως το συντονισμό του προγράμματος. Επίσης, το Ιταλικό Ινστιτούτο Ναυτικής Αρχαιολογίας και Εθνολογίας που εδρεύει στη Βενετία καθώς και το Ναυτικό Μουσείο της Μάλτας έχουν προτείνει την ανάληψη των εκδηλώσεων του προγράμματος μετά το 1998.

ΣΤ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


Οι τελευταίες εκδηλώσεις του προγράμματος, που παρουσιάζονται αναλυτικότερα στη συνέχεια, ήταν μια διεθνής έκθεση στην Αθήνα το 1995, ένα διεθνές συνέδριο στο Ντουμπρόβνικ επίσης το 1995 και μια συνάντηση εργασίας πάλι στο Ντουμπρόβνικ το 1996.

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε από τις 5 Ιουνίου έως τις 19 Ιουλίου 1995, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, με τη συνεργασία του Υπουργείου Πολιτισμού, του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος. Κεντρικοί άξονες της έκθεσης ήταν η ανάδειξη του θαλάσσιου τεχνικού πολιτισμού της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θά-

λασσας και η προσέγγιση των ναυτικών λαών μέσα από την κοινή ναυπηγική παράδοση. Το ελληνικό στοιχείο, ανήσυχο και κινητικό, στάθηκε ένας από τους συνδετικούς κρίκους της ναυπηγικής παράδοσης στην εξεταζόμενη περιοχή, αφού η δραστηριότητα του ξεπερνούσε τα στενά ελλαδικά όρια, φτάνοντας στον Πόντο και τη Μαύρη θάλασσα, στο Δέλτα του Δούναβη και στη Μικρά Ασία και φυσικά στα πολυάριθμα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους. Η έκθεση περιλάμβανε ομοιώματα σκαφών, βιβλία, χαλκογραφίες, φωτογραφίες, σχέδια, εργαλεία, χνάρια και διακοσμητικά στοιχεία από διάφορα σκάφη. Τα εκθέματα, που προέρχονταν από χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας αναπτύσσονταν στις ακόλουθες πέντε θεματικές ενότητες: 1. Ο 18ος αιώνας και η εμφάνιση νέων ναυπηγικών και εμπορικών κέντρων. Οι οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα κατά τον 18ο αιώνα δημιουργούν ευνοϊκό κλίμα για την άνθηση νέων εμπορικών και ναυ-

πηγικών κέντρων. Το τέλος του αιώνα βρίσκει τα ιδιωτικά ναυπηγεία της Ανατολικής Μεσογείου σε εντυπωσιακή ανάπτυξη τόσο από την άποψη του μεγέθους και του αριθμού ναυπηγούμενων σκαφών όσο και από την άποψη του εκσυγχρονισμού του τεχνικού εξοπλισμού τους. Η εξέλιξη αυτή θα καθορίσει, όχι μόνο τη ναυτική, αλλά και όλη τη νεότερη ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου. 2. Η εξέλιξη των καραβιών της Ανατολικής Μεσογείου κατά τον 18ο αιώνα. Οι τύποι των σκαφών που χρησιμοποιούνταν τον 18ο αιώνα μπορούν να διαχωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες, ακολουθώντας την πορεία της μετάβασης από τα κουπιά στα πανιά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα τελευταία κωπήλατα σκάφη, μακρόστενα και ρηχά, που φέρουν ιστιοφορία με λατίνια αλλά και κουπιά. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα πιο στρογγυλεμένα σκάφη, που χρησιμοποιούν πανιά με μεγαλύτερο ανάπτυγμα, κυρίως τετράγωνα ή τριγωνικά, και φέρουν κουπιά για βοηθητική χρήση και για ώρα ανάγκης.

3. Ο 19ος αιώνας και οι ναυπηγήσεις ατμοκίνη των σκαφών στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ευ νοϊκές συνθήκες για την εμπορική ναυτιλία που διαμορφώθηκαν στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα διατηρούνται και στις αρχές του 19ου, ενώ ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις στα εμπο ρικά και ναυπηγικά κέντρα του Αιγαίου. Η χρήση του ατμού στην κίνηση των πλοίων αναπτύσσεται ραγδαία από τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα και μαζί με τις μικτές ναυπηγήσεις προοιωνίζουν την περίοδο παρακμής στην οποία θα περιπέσει η ξυλοναυπηγική στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. 4. Τα παραδοσιακά σκαριά κατά τον 19ο αιώ να. Η ανάπτυξη του τοπικού εμπορίου και ο περιορισμός των πολεμικών συρράξεων εδώ σαν μεγάλη ώθηση στη ναυπήγηση μικρών σκαφών για το εμπόριο, το ψάρεμα ή για οποιαδήποτε άλλη τοπική ναυτική δραστηριό τητα. Από την περίοδο αυτή παρουσιάστηκαν στην έκθεση χαρακτηριστικοί τύποι σκαφών, αντιπροσωπευτικοί της πολυμορφίας που

διακρίνει τη ναυτική παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου. 5. Η επιβίωση της ξυλοναυπηγικής στα τέλη του 20ου αιώνα. Η ξυλοναυπηγική περνά σήμερα την τελευταία φάση επιβίωση της και οι παραδοσιακοί μάστορες που δουλεύουν ακόμη με υπομονή και μεράκι στα λιγοστά ναυπηγεία είναι ίσως η τελευταία γενιά των ανθρώπων εκείνων που κρατούν ζωντανή την κληρονομιά της ναυπηγικής τέχνης, η οποία εξασκήθηκε για αιώνες στα καρνάγια της Ανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα με την τέχνη της ξυλοναυπηγικής χάνονται χρόνο με το χρόνο και τα λιγοστά παραδοσιακά σκαριά που είναι κατασκευασμένα με τις παλιές τεχνικές. Η διάσωση τους επιβάλλεται, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, σήμερα που τα μνημεία της νεότερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς αποτελούν αναντικατάστατες μαρτυρίες της πολιτιστικής ταυτότητας κάθε τόπου. Η έκθεση συνοδευόταν από αναλυτικό κατάλο��ο 146 σελίδων, ο οποίος περιέχει και αρκετές φωτογραφίες από εκθέματα. Επίσης, το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος πραγματοποίησε, κατά τη διάρκεια της έκθεσης, εκπαιδευτικό πρόγραμμα για παιδιά, στο πλαίσιο του οποίου κυκλοφόρησε ειδικό βιβλίο, με τίτλο Το βιβλίο της θάλασσας - Ταξιδεύοντας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από τις 12 έως τις 16 Ιουλίου 1995 πραγματοποιήθηκε το πέμπτο κατά σειρά συνέδριο του προγράμματος στο Ντουμπρόβνικ. Το συνέδριο διοργανώθηκε από το Διεθνές Κέντρο Κροατικών Πανεπιστημίων, την Κροατική Ακαδημία Επιστημών, το Πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ και υποστηρίχθηκε από την Κροατική Εθνική Επιτροπή για την UNESCO. Οι θεματικές ενότητες των ανακοινώσεων του συνεδρίου ήταν: 1. Τεχνικά χαρακτηριστικά της ξυλοναυπηγικής. 2. Τυπολογία σκαφών. 3. Ιστορικό και οικονομικό πλαίσιο εξέλιξης των ναυπηγικών κέντρων. 4. Μετακινήσεις και μεταναστεύσεις ναυπηγών. 5. Διάσωση και προστασία στοιχείων της ναυτικής παράδοσης (σκάφη, ναυπηγεία, αντικείμενα, γραπτές πηγές και προφορικές μαρτυρίες). Το συνέδριο εξέλεξε μια διεθνή συντονιστική επιτροπή του προγράμματος που αποτελείται από τους: Han Perry (Ισραήλ), Silvano Gandusio (Ιταλία), Mario Marzari (Ιταλία), Joseph Muscat (Μάλτα), Nenad Bobanac, (Κροατία), Velimir Salamon (Κροατία) και Κώστα Δαμιανίδη (Ελλάδα). Στο τέλος του συνεδρίου συντάχθηκε η διακήρυξη που ακολουθεί με σκοπό τη διάσωση την προστασία και την ανάδειξη της ναυτικής


παράδοσης και την προώθηση των σκοπών του προγράμματος. Η διακήρυξη αυτή στάλθηκε από τους διοργανωτές του συνεδρίου σε όλους τους σχετικούς εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς. Διακήρυξη του Ντουμπρόβνικ «Η εξέλιξη της ξυλοναυπηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα» είναι ένα πρόγραμμα για τη ναυτική παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου που διοργανώνεται υπό την αιγίδα του προγράμματος της UNESCO «Integral Study of the Silk Roads» από το 1992. Οι εργασίες των τεσσάρων πρώτων διεθνών συνεδρίων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα (1992), την Άνδρο (1993), το Γκράντο (1994) και τη Χίο (1994) κατέδειξαν τη σπουδαιότητα και τον πλούτο της κοινής ναυπηγικής παράδοσης της Ανατολικής Μεσογείου. Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου συνεδρίου στο Ντουμπρόβνικ οι σύνεδροι από την Ελλάδα, το Ισραήλ, την Ιταλία, τη Μάλτα και την Κροατία, εκτός από την αρχική θεματολογία του προγράμματος, έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην εθνική και διεθνή διάσταση της μελέτης των ιστορικών σκαφών ως εθνικών πολιτιστικών μνημείων. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την προσέγγιση εξέδωσαν επίσης την ακόλουθη διακήρυξη: 1. Η συνέχιση των ερευνητικών εργασιών είναι ιδιαίτερης σπουδαιότητας για την αναγνώριση, την προστασία, τη διάσωση, τη διατήρηση και την αποκατάσταση της ναυπηγικής παράδοσης της Μεσογείου. 2. Πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για την αναγνώριση της πολιτιστικής αξίας της ναυτικής κληρονομιάς με κάθε είδους εκπαιδευτικές ενέργειες. 3. Διεθνείς και διεπιστημονικές συνεργασίες πρέπει να αναπτυχθούν μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν με τη δημιουργία ενός διεθνούς δικτύου φορέων. 4. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη διάσωση και την αποκατάσταση των τελευταίων ιστορικών σκαφών ως μνημείων ιδιαίτερης πολιτιστικής αξίας. Αναμένεται να γίνουν σημαντικά βήματα για την περαιτέρω ανάπτυξη του προγράμματος αυτού. Η εξασφάλιση της υποστήριξης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο είναι πρωταρχικής σημασίας για την αναγνώριση, την προστασία, τη διατήρηση και την παρουσίαση όλων αυτών των στοιχείων της ναυπηγικής παράδοσης της Μεσογείου, τα οποία επιβάλλεται να μεταδοθούν στις μελλοντικές γενιές. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: «Η εξέλιξη της ξυλοναυπηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα» Από τις 25 έως τις 28 Μαΐου 1996 πραγματοποιήθηκε η συνάντηση εργασίας του προγράμματος στο Ντουμπρόβνικ. Στη συνάντηση προσκλήθηκαν και έλαβαν μέρος, εκτός από τη Διεθνή Συντονιστική Επιτροπή, επιστήμονες από την Κροατία, την Ιταλία και τη Βρετανία όπως επίσης και εκπρόσωποι της

UNESCO. Η συνάντηση διοργανώθηκε από το Διεθνές Κέντρο Κροατικών Πανεπιστημίων και το Πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ. Βασικά σημεία των εργασιών της συνάντησης ήταν η διαμόρφωση μιας κοινής πρότασης προς το Υπουργείο Πολιτισμού της Κροατίας για την προστασία της ναυτικής παράδοσης, εν όψει της αναμόρφωσης της νομοθεσίας περί πολιτιστικής κληρονομιάς, η καθιέρωση θερινών σεμιναρίων στο Ντουμπρόβνικ για την προστασία της ναυτικής παράδοσης, η υποβολή κοινών ερευνητικών προγραμμάτων σε διεθνείς οργανισμούς και η ενημέρωση για τις τρέχουσες σχετικέςΣτις 20-22 Ιουλίου 1996 πραγματοποιήθηκε στη

ερευνητικές εργασίες που πραγματοποιούνται σε κάθε χώρα. Το 1997 προβλέπεται να διοργανωθούν, με βάση τις θεματικές ενότητες του προγράμματος, σειρά θερινών σεμιναρίων στο Ντουμπρόβνικ, ένα συνέδριο στη Βενετία, μία συνάντηση εργασίας στη Σύρο, ενώ τα Ναυτικά Μουσεία της Ελλάδας, της Μάλτας, της Κροατίας και το Ναυτικό Πολιτιστικό Κέντρο της Κιότζια στην Ιταλία προτίθενται να δημιουργήσουν ένα πρόγραμμα πολυμέσων με θέμα την κοινή ναυπηγική παράδοση των λαών της Ανατολικής Μεσογείου. ΚΩΣΤΑΣ ΔΑΜΙΑΝΙΔΗΣ

ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ Με αφορμή το Συμπόσιο της Μονεμβασίας

Μονεμβασία το 9ο Συμπόσιο «Ιστορίας και Τέχνης», που φέτος είχε θέμα «Θεωρία και πρακτική για την αποκατάσταση ιστορικών οικισμών με σκοπό τις νέες χρήσεις», θέμα εξαιρετικά πολύπλοκο και δύσκολο. Στο συμπόσιο μεταξύ άλλων επιχειρήθηκε η παρουσίαση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, έτσι όπως με επάλληλες προσθετικές επεμβάσεις έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, αλλά και ο απολογισμός των θετικών και αρνητικών επιπτώσεων από την εφαρμογή του. Όσοι παρακολούθησαν το συνέδριο μάλλον αποκόμισαν την πικρία ενός αρνητικού απολογισμού, με ελάχιστες φωτεινές παρενθέσεις. Όσοι ασχολούνται με το θέμα μάλλον διαπίστωσαν την ανεπάρκεια του νομοθετικού πλαισίου, που δεν είναι ικανό να προβλέψει και να αντιμετωπίσει τις οικονομοτεχνικές εξελίξεις της συνεχώς μεταβαλλόμενης ελληνικής κοινωνίας. Και όσοι ήλπισαν ότι μέσα από μια τέτοια συνάντηση θα ήταν δυνατός ο εντοπισμός των αδυναμιών και των λαθών καθώς και η καταγραφή των αρνητικών επιπτώσεων για να διατυπωθούν εποικοδομητικές προτάσεις για το μέλλον, μάλλον θα πρέπει να χαρακτηριστούν αφελείς και ρομαντικοί. Έτσι, η θετικότερη αξιοποίηση αυτής της

ενδιαφέρουσας συνάντησης που απλόχερα μας πρόσφερε ο Μονεμβασιώτικος Όμιλος, με τη σφραγίδα της ποιοτικής φιλοξενίας του ζεύγους Καλλιγά, θα ήταν η καταγραφή κάποιων διαπιστώσεων που προέκυψαν μετά τις ανακοινώσεις και τις συζητήσεις. Οι γνώμες των «ειδικών» για τις προϋποθέσεις, τον τρόπο και το βαθμό επέμβασης όχι μόνο δεν συμπίπτουν, αλλά συχνά είναι και αντιφατικές. Το χειρότερο όμως είναι ότι επί του θέματος έχει γνώμη πλήθος μη ειδικών, που πολλές φορές κατέχουν θέσεις-κλειδιά, μέσα από τις οποίες διατυπώνεται η θεωρία και ελέγχεται, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται η πράξη. Ύστερα από αυτά είναι περιττό να ανατρέξει κανείς στις αδυναμίες του νομικού πλαισίου για να βελτιώσει την κατάσταση. Η διατύπωση της θεωρίας, εξάλλου, θα έπρεπε να εξελίσσεται και να βελτιώνεται με βάση τις διορθωτικές κινήσεις που αποτελούν επακόλουθο της εφαρμογής της σε πρακτικό επίπεδο, αλλά βεβαίως αυτό ποτέ δεν συνέβη στον τόπο μας με αποτέλεσμα τις αναμενόμενες αρνητικές επιπτώσεις. Εκεί εν μέρει οφείλεται και η συνεχής αντιπαράθεση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με την Αρχαιολογική Υπηρεσία, που κατά τη διάρκεια του συμποσίου έλα-


βε διάφορες μορφές έκφρασης. Είναι αναμφισβήτητο ότι η εμπειρία και η γνώση των στελεχών της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας πλουτίστηκε με ποικίλες προσπάθειες ιδιωτών. Δεν μπορεί όμως να περισταλεί σήμερα ο έλεγχος της Υπηρεσίας στο όνομα κάποιων περιόδων άγνοιας ή και αδιαφορίας, στο ονομάτων ελλείψεων στελεχών και πόρων της κρατικής μηχανής, όπως δεν είναι δυνατόν να της αποστερηθεί το δικαίωμα της φροντίδας και των προθέσεων της για εμβάνθυση. Οι ομιλητές δεν ασχολήθηκαν με τις πραγματικές διαστάσεις του οικονομικού παράγοντα για την εξέλιξη αυτής της υπόθεσης. Η καθοριστική οικονομοτεχνική διάσταση για τη διατήρηση των οικισμών πνίγηκε στους ρομαντισμούς και τις αναπολήσεις φιλολογικού χαρακτήρα. Υπάρχει, ωστόσο, ένα πεδίο παρθένο στο οποίο δεν πρέπει να επαναληφθούν τα ίδια λάθη: Όλο και πιο συχνά πληροφορούμαστε για προγράμματα διάσωσης οικιστικών συνόλων στο πλαίσιο του κρατικού αλλά και του κοινοτικού προγραμματισμού, των οποίων η υλοποίηση είναι περιττή, εάν δεν εξασφαλίζεται η προοπτική για τη βιωσιμότητα τους, δηλαδή για τη διατήρηση και τη λειτουργία της νέας χρήσης τους. Ο φορέας του έργου επιβάλλεται να εκτιμήσει με ακρίβεια και απαλλαγμένος από ψευδορομαντισμούς και αναμνησιολογίες την αρνητική πολλές φορές οικονομοτεχνική συγκυρία, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί. Ζήσαμε παραδείγματα αναβίωσης οικι-

σμών χωρίς πλέον κατοίκους και χωρίς καμιά οικονομοτεχνική υποδομή που θα τους προσέλκυε πάλι στον τόπο τους. Τέτοιες επεμβάσεις ήταν από την αρχή καταδικασμένες να πεθάνουν και εμείς είμαστε καταδικασμένοι να διαπιστώνουμε για δεύτερη φορά την ίδια εικόνα εγκατάλειψης μέσα σε διαφορετικό σκηνικό: Μετά την επέμβαση χωρίς προοπτική ακολουθεί η κακή χρήση, ύστερα η εγκατάλειψη και, τέλος, η ερήμωση του «αποκαταστημένου οικισμού» (Βάθεια). Είδαμε όμως και περιπτώσεις (Βυζίτσα Πηλίου) που η έγκαιρη και εύστοχη σωστική παρέμβαση όχι μόνον κράτησε τους τελευταίους κατοίκους του ερειπωμένου χωριού στον τόπο τους (μετατρέποντας τους έστω σε ξενοδοχοϋπαλλήλους που δεν εγκατέλειψαν όμως τα χωράφια τους), αλλά άλλαξε το βιοτικό επίπεδο του χωριού, δημιούργησε νέες επιχειρήσεις και εξασφάλισε τη βιωσιμότητα ενός οικισμού που στις αρχές της δεκαετίας του '80 είχε πρόσκαιρο μουσειακό χαρακτήρα, περιμένοντας την τελική κατάρρευση του οικιστικού συνόλου. Μερικές όψεις ενός περίπλοκου προβλήματος, που είναι προφανές ότι πρέπει να ξανατεθεί με τα νέα δεδομένα της σημερινής συγκυρίας, για να μην επανερχόμεθα ακαταπαύστως στις προ εικοσαετίας χιλιοειπωμένες διαπιστώσεις και αρχές, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ

ΣΤ' ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΑΡΧΑΙΑΣ ΝΑΥΠΗΠΚΗΣ (Λαμία, 28-30 Αυγούστου 1996)

Η ναυπηγική είναι ένας από τους τομείς του αρχαίου τεχνικού πολιτισμού, που πρόσφατα ερευνάται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τους αρχαιολόγους και τους ιστορικούς των τεχνικών. Η ανάπτυξη της υποβρύχιας έρευνας τα τελευταία τριάντα χρόνια άνοιξε ένα νέο αρχαιολογικό πεδίο με εντυπωσιακά ευρήματα και ανέτρεψε αρκετά συμπεράσματα για την ιστορία της ναυπηγικής, που είχαν εξαχθεί σχεδόν αποκλειστικά από την έρευνα των ιστορικών πηγών και των απεικονίσεων. Η εξέλιξη, μάλιστα, αυτή οδήγησε τους ιστορικούς στην επανερμηνεία όλων των αρχαίων ιστορικών πηγών που αναφέρονται σε περιγραφές και ναυπηγήσεις πλοίων. Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων όσοι ασχολούνται με τη μελέτη του αρχαίου πλοίου, γιατί φαίνεται ότι εδώ, όχι μόνο στην αρχαιότητα αλλά και κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, έλαβαν χώρα επαναστατικές τεχνικές εφαρμογές που σηματοδότησαν την εξέλιξη της ναυπηγικής τέχνης σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που από το 1985 πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, κάθε δεύτερο χρόνο τα Συμπόσια Αρχαίας Ναυπηγικής, με ιδιαίτερα εντυπωσιακή συμμετοχή

γνωστών ξένων επιστημόνων, τα οποία έχουν πλέον καθιερωθεί ως οι κορυφαίες διεθνείς συναντήσεις για την ιστορία του αρχαίου πλοίου στη Μεσόγειο. Τα συμπόσια αυτά, μαζί με το International Symposium on Boats and Ships Archaeology, που πραγματοποιείται κάθε τρία χρόνια σε μια βορειοευρωπαϊκή πρωτεύουσα, αποτελούντα σημαντικότερα διεθνή φόρα, που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όλων των ειδικών στην ιστορία του πλοίου. Το ΣΤ' Συμπόσιο Αρχαίας Ναυπηγικής, πραγματοποιήθηκε από τις 28 έως τις 30 Au-

γούστου στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λαμίας και διοργανώθηκε από τον κεντρικό φορέα των συμποσίων αυτών, το Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης (ΕΙΠΝΠ), σε συνεργασία με τη ΙΔ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και με τη συνδρομή του Δήμου Λαμιέων. Οι θεματικές ενότητες του συμποσίου ήταν: 1. Τεχνικές ναυπήγησης 2. Πειραματική Αρχαιολογία 3. Εξοπλισμός και εξαρτήματα του πλοίου 4. Επίδραση των αρχαίων κατασκευών στην παραδοσιακή ναυπηγική 5. Αρχαία έθιμα σχετικά με τα πλοία 6. Χαράγματα πλοίων 7. Λιμενικές εγκαταστάσεις και η σχέση τους με το πλοίο. Στο πλαίσιο αυτής της θεματολογίας το πρόγραμμα περιλάμβανε εξήντα εννέα ανακοινώσεις, προβολές βίντεο και παρουσίαση θεμάτων σε ταμπλό. Οι σύνεδροι προέρχονταν από δεκαέξι χώρες, ενώ αξίζει να σημειωθεί η ιδιαίτερα μαζική συμμετοχή ισραηλινών συνέδρων, κυρίως από το Ινστιτούτο Υποβρύχιας Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Χάιφα. Οι ανακοινώσεις μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο μεγάλες ενότητες ως προς τον τρόπο ανάπτυξης του θέματος τους. Στην πρώτη περιλαμβάνονται οι ανακοινώσεις που παρουσίαζαν είτε πρωτότυπα αρχαιολογικά ή ιστορικά ευρήματα με απεικονίσεις ή περιγραφές πλοίων είτε αρχαιολογικές ανασκαφές λιμενικών εγκαταστάσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα νέα ευρήματα με απεικονίσεις πλοίων από την ανασκαφή στον Κύνο (Φ. Δακορώνια), τις απεικονίσεις πλοίων σε ρωμαϊκά και βυζαντινά μωσαϊκά στο Ισραήλ (Ζ. Friedman), το βυζαντινό ναυάγιο (6ος-7ος αι. μ.Χ.) στη λιμνοθάλασσα Tanturarau Ισραήλ (Υ. Kahanov), τις ενάλιες ανασκαφές του Φάρου της Αλεξάνδρειας από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και την Αρχαιολογική Υπηρεσία της Αιγύπτου (M. Moustafa), τα δύο ελληνικά ναυάγια ραφτών πλοίων (τεχνική όπου οι συνδέσεις των ξύλων ράβονταν αντί να καρφώνονται) του 6ου αι. π.Χ. κοντά στη Μασσαλία (Ρ. Pomey), τις τελευταίες διαπιστώσεις από την έρευνα των ευρημάτων του αρχαιοελληνικού ναυαγίου στο U l u b u r u n της Τουρκίας (C. Pulak) και, τέλος, την απεικόνιση μιας τριήρους σε αδημοσίευτη λήκυθο από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Ευάγγ. Τζάχος). Στη δεύτερη ενότητα περιλαμβάνονταν ανακοινώσεις που, είτε μέσα από τη συγκριτική έρευνα γνωστών αρχαιολογικών και ιστορικών ευρημάτων είτε ύστερα από τεχνικά πειράματα, προσπάθησαν να απαντήσουν σε βασικά ερωτήματα του τρόπου ναυπήγησης και ναυσιπλοΐας στην αρχαιότητα. Οι σημαντικότερες από τις ανακοινώσεις αυτής της ενότητας ήταν: του Αμερικανού R. Steffy ο οποίος παρουσίασε νέα ναυπηγικά δεδομένα βασισμένα στα αρχαία ναυάγια που έχουν ανασκάψει οι Αμερικανοί στα τουρκικά παράλια και στην Κυρήνεια της Κύπρου, του Άγγλου J. Coates, ο οποίος ανέπτυξε τη στατική σημασία που είχαν οι συνδέσεις με τόρμους και εντορμίες στα αρχαία πλοία, του Ιταλού Μ. Bonino, που κατέθεσε τη δική του προσέγγιση στον τρόπο «σχεδιασμού» των πλοίων στην αρχαιότητα, βασισμένη στην έρευνα των χαρακτηριστικών του ρωμαϊκού πλοίου που


αποκαλύφθηκε στη λίμνη Nemi, της Σκοτσέζας Η. Frost και του Γερμανού C. Kapitàn, οι οποίοι, ύστερα από πολύχρονες έρευνες σχετικά με τις αρχαίες λίθινες άγκυρες, έδωσαν τις δικές τους, ξεχωριστές ερμηνείες για τη χρήση τους στη ναυσιπλοΐα και τη σχέση τους με το πλοίο και, τέλος, του Ισραηλινού Ε. Under, που πρότεινε την υπόθεση εργασίας για μια κοινή τεχνική ερμηνεία της αρχαίας ελληνικής και φοινικικής ναυπηγικής, βασισμένη στην αποδεδειγμένη «κινητικότητα» μεταξύ των Ελλήνων και φοινίκων ναυπηγών. Φυσικά παρουσιάστηκαν και αρκετές άλλες ανακοινώσεις, αλλά ο περιορισμένος χώρος αυτής της παρουσίασης δεν μας επιτρέπει ιδιαίτερη αναφορά σε καθεμιά από αυτές. Πρέπει όμως να επισημάνουμε το υψηλό επιστημονικό επίπεδο στο οποίο κινήθηκε η συντριπτική πλειονότητα των ανακοινώσεων, επιβεβαιώνοντας την ωριμότητα που έχει αποκτήσει πλέον ο θεσμός των ελληνικών Συμποσίων Αρχαίας Ναυπηγικής. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, με αφορμή το ΣΤ' Συμπόσιο Αρχαίας Ναυπηγικής, η κυκλοφορία των Πρακτικών του Δ' Διεθνούς Συμποσίου Αρχαίας Ναυπηγικής, το οποίο είχε πραγματοποιηθεί το 1991 στην Αθήνα. Το ΤΡΟΠΙΣ IV είναι μια καλαίσθητη έκδοση, την οποία επιμελήθηκε ο πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης κύριος Χάρης Τζάλας και η οποία περιλαμβάνει σαράντα έξι ανακοινώσεις Ελλήνων και ξένων ειδικών. Ακόμη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του συμποσίου, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια

μιας μικρής έκθεσης, σε αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Λαμίας, η οποία αποτελείται από τις ακόλουθες τέσσερις ενότητες: 1. Εργαλεία παραδοσιακής ναυπηγικής (συλλογές: Δήμου Περάματος, Ελληνικού Ινστιτούτου Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης, κυρίων Χάρη Τζάλα, Κώστα Δαμιανίδη). 2. Όργανα ναυσιπλοΐας (συλλογές: κυρίων Χάρη Τζάλα και Θέμη Λεμπεσόπουλου). 4. Το πειραματικό σκάφος Παπηρέλα και φωτογραφίες από την κατασκευή και το πειραματικό ταξίδι του (Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης). 5. Αρχαία όστρακα, νομίσματα, πήλινα ομοιώματα και σφραγίδες με παραστάσεις πλοίων (από τις ανασκαφές της ΙΔ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στον Κύνο και τη συλλογή του κυρίου Χάρη Τζάλα). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα Συμπόσια Αρχαίας Ναυπηγικής αποτελούν μοναδικές επιστημονικές εκδηλώσεις διεθνούς ακτινοβολίας που τιμούν την Ελλάδα και αναδεικνύουν τη σημαντική ναυτική της παράδοση. Αξίζουν συγχαρητήρια στους διοργανωτές του συμποσίου και ιδιαίτερα στον πρόεδρο του ΕΙΠΝΠ κύριο Χάρη Τζάλα που ανέλαβε προσωπικά το μεγαλύτερο βάρος της διοργάνωσης και ευχόμαστε να συνεχιστεί με την ίδια επιτυχία ο θεσμός αυτός. Αναμένουμε επίσης με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις πολύτιμες εκδόσεις των Πρακτικών του Ε' και του ΣΤ' Συμποσίου Αρχαίας Ναυπηγικής. ΚΩΣΤΑΣ ΔΑΜΙΑΝΙΔΗΣ

Από τις 12 ως τις 15 Σεπτεμβρίου 1996 πραγματοποιήθηκε στη Νικήτη Χαλκιδικής, που είναι το μεγαλύτερο μελιτοπαραγωγικο κέντρο της Ελλάδας, το 6ο Τριήμερο Εργασίας του Πολιτιστικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ σε συνεργασία με την Κοινότητα Νικητής και τον Μελισσοκομικό Συνεταιρισμό Νικητής «Σίθων». Το συνέδριο είχε ως θέμα του τη «Μέλισσα και τα προϊόντα της», επιχορηγήθηκε από τον Μεσολισσοκομικό Συνεταιρισμό και την Κοινότητα Νικητής και φιλοξενήθηκε στην αίθουσα συνελεύσεων του συνεταιρισμού. Συμμε-

τείχαν τριάντα πέντε ομιλητές και το παρακολούθησαν αρκετοί μελισσοκόμοι από τη Νικήτη και ορισμένοι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι' τους από άλλα μέρη της Ελλάδας. Το τριήμερο έδωσε την ευκαιρία να παρουσιαστούν αξιόλογες ιστορικού και εθνογραφικού περιεχομένου ανακοινώσεις από πανεπιστημιακούς και ειδικούς, και άλλες, από ερευνητές, για το τεκμηριωτικό κυρίως υλικό, το σχετικό με τη μέλισσα και το μέλι. Ορισμένες από τις ανακοινώσεις προκάλεσαν εύλογα το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον

τρόπο παρουσίασης και την πλούσια τεκμηρίωση τους. Μια πρώτη γνωριμία με το μέλι και τους μελισσουργούς στη γραμμική Β' ήταν ιδιαίτερα συγκινητική: η ανακάλυψη ενός κόσμου μέσα από τη γραφή του, κάπως αντίστοιχη, σε ιστορική κλίμακα, αυτής του πρώτου συλλαβισμού των παιδικών μας χρόνων

(καθ. Χρ. Μπουλώτης). Μια δεύτερη παρουσίαση, η ανάγνωση των παπύρων, έδειξε την πολλαπλότητα των χρήσεων του μελιού και την πολυπλοκότητα των σχέσεων γύρω από αυτό στην αρχαία Αίγυπτο (καθ. Ελ. Χουλια-ράΡάιου). Μια άλλη διαφορετική ανάγνωση των κλασικών έγινε με χιούμορ από τον καθηγητή Δ. Ράιο (Μέλισσα η Ταραντινή). Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ήταν επίσης η ανακοίνωση της κυρίας Φρ. Ηγουμενίδου για την παραδοσιακή μελισσοκομία στην Κύπρο και τα προϊόντα της: η πληρότητα της θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για ανάλογες εργασίες σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Αξιοπρόσεκτη για την ποιότητα της ήταν και η εργασία της κυρίας Λ. Μουσιώνη για ένα παραδοσιακό κηροπλαστείο στη Λάρισα, που συνοδευόταν και από σχετική βιντεοταινία. Ήταν καιρός να εισαχθεί και αυτό το μέσο στα συνέδρια μας. Η μελισσοκομία στη Χαλκιδική και, κυρίως, στο Άγιο Όρος αποτέλεσε θέμα περισσότερων ανακοινώσεων όπως και τα εκκλησιαστικά κείμενα από τα οποία αποθησαυρίστηκαν σχετικές με το θέμα αναφορές. Οι ανακοινώσεις για τις κυψέλες ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες αλλά με περιορισμένη αξιοποίηση των περιεχόμενων σε αυτές σημαντικών πληροφοριών. Το τριήμερο έκλεισε με τιμητική εκδήλωση για τις κυρίες Eva Crane και Πηνελόπη Παπαδοπούλου, για την προσφορά τους στην επιστήμη της μελισσοκομίας, και με την παρουσίαση των συμπερασμάτων του. Αποτέλεσε μια σημαντική ευκαιρία για να διαπιστωθεί η σημασία του θέματος, η ανάγκη συστηματικής προώθησης της ιστορικής του έρευνας και της οργάνωσης ενός άλλου συνεδρίου με θέμα το παρόν και το μέλλον της μελισσοκομίας στη χώρα μας. Το τριήμερο κατέληξε σε δύο σημαντικά συμπεράσματα-προτάσεις: να οργανωθεί το μουσείο μελισσοκομίας στη Νικήτη και να καταστεί αυτή, χάρη στο μουσείο και τις δραστηριότητες του, μελισσοκομικό κέντρο των Βαλκανίων. Είναι ένας σημαντικός στόχος που θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά την Κοινότητα και τον Μελισσοκομικό Συνεταιρισμό της Νικητής και όχι μόνον αυτούς. Αλλά αυτοί πρέπει να αναλάβουν την πρωτοβουλία και το μόχθο που συνεπάγεται. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


Το συνέδριο Η Εταιρεία Βοιωτικών Μελετών είναι ένας δραστήριος φορέας που έχει να επιδείξει αξιόλογες πολιτιστικές και επιστημονικές εκδηλώσεις. Κορυφαία επιτεύγματα της είναι τα δύο προηγούμενα συνέδρια, που είχαν μεγάλη επιτυχία, αλλά και το Γ Διεθνές Συνέδριο Βοιωτικών Μελετών που πραγματοποιήθηκε από τις 4 ως τις 8 Σεπτεμβρίου στη Θήβα.

Τα συνέδρια αυτά αποτελούν πλέον θεσμό και συμβάλλουν στην ανάπτυξη των μελετών για τον πολιτισμό της Βοιωτίας σε όλες του τις ιστορικές φάσεις από την αρχαιότητα ως και τα σημερινά αναπτυξιακά του προβλήματα. Η εταιρεία έχει ήδη αποδώσει στο ερευνητικό κοινό τέσσερις ογκώδεις τόμους με τα Πρακτικάτων δύο πρώτων συνεδρίων βοιωτικών μελετών. Στο Γ Διεθνές Συνέδριο συμμετείχαν πάνω από 120 Έλληνες και περίπου 50 ξένοι μελετητές από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Το συνέδριο διαρθρώθηκε με άξονα τις ακόλουθες τέσσερις μεγάλες ενότητες: 1. Αρχαίοι χρόνοι (αρχαιολογία, θρησκεία, επιγραφική, αρχιτεκτονική, ονοματολογία, τοπωνυμιολογία κ.λπ.). 2. Αρχαίοι χρόνοι (ιστορία, φιλολογία, φιλοσοφία κ.λπ.). 3. Βυζαντινοί και νεότεροι χρόνοι. 4. Σύγχρονα προβλήματα της Βοιωτίας (Παιδικό ζήτημα, αξιοποίηση πηγών ενέργειας, κλίμα, γεωλογική δομή, οικονομικά προβλήματα και αποβιομηχάνιση κ.λπ.). Οι εργασίες του συνεδρίου διεξήχθησαν στη Θήβα, ενώ διοργανώθηκαν και δύο ημερίδες, μία στον Ορχομενό και μία στη Λιβαδειά. Στον Ορχομενό, ο καθηγητής, έφορος αρχαιοτήτων και ανασκαφέας του Ορχομενού Θ. Σπυρόπουλος μίλησε με θέμα «Βοιωτικός Ορχομενός και Κωπαΐς». Στη Λιβαδειά, η ημερίδα ήταν αφιερωμένη στα 110 χρόνια από την αποξήρανση της Κωπαΐδος και περιλάμβανε τις ακόλουθες επτά ανακοινώσεις: Ν. Μέλιος, «Επιχειρηματικές και επενδυτικές στρατηγικές στην Κωπαΐδα 18301996». Απ. Κ. Παπαδόπουλος, «Εκσυγχρονισμός και κοινωνικές διενέξεις στην Κωπαΐδα το Μεσοπόλεμο». Απ. Γ. Παπαδόπουλος, «Η κοινωνική διάρθρωση δύο βοιωτικών κοινοτήτων: Στρατηγικές ανάπτυξης ή επιβίωσης». Μ. Καραβασίλη, «Τα υλικά κατάλοιπα της

Εταιρείας Lake Copais Co. Ltd.: Μνημείο ιστορίας και πολιτισμού». Ο. Μάρη «Οι εγκαταστάσεις της πρώην Lake Copais Co. Ltd.: Ένα ιστορικό διατηρητέο αγροτοβιομηχανικό συγκρότημα». Μ. Γρυπάρη - Γ. Καράντζαλης - Β. Οικονόμου, «Αξιοποίηση των διατηρητέων κτιρίων του Οργανισμού Κωπαΐδος στη Βοιωτία». Ε. Μαΐστρου - Ε. Καραθανάση, «Λειτουργική επαναδραστηριοποίηση του παλαιού συγκροτήματος της Εταιρείας Lake Copais Co. στην Αλίαρτο Βοιωτίας: Συμπεράσματα από ένα ερευνητικό πρόγραμμα του Σπουδαστηρίου Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων του ΕΜΠ». Έκθεση - Αφιέρωμα στα 110 χρόνια από την αποξήρανση της Κωπαΐδος Η έκθεση περιλάμβανε τρεις ενότητες: 1. «Το Κωπαϊδικό ζήτημα (ιστορική τεκμηρίωση)» με πλούσιο αρχειακό και φωτογραφικό υλικό από τις σημαντικότερες φάσεις της ιστορίας της λίμνης, των έργων αποξήρανσης, της εκμετάλλευσης και καλλιέργειας του κτήματος και από τις αγροτικές εξεγέρσεις. Το τμήμα αυτό της έκθεσης επιμελήθηκε ομάδα αποτελούμενη από τους ερευνητές Μ. Καραβασίλη, Ο. Μάρη, Ν. Μέλιο, Απ. Κ. Παπαδόπουλο και Απ. Γ. Παπαδόπουλο. 2. «Αποκατάσταση, αξιοποίηση και ένταξη των εγκαταστάσεων της πρώην Αγγλικής Εταιρείας Lake Copais Co. σε πρόγραμμα ανάδειξης της διαχρονικής ιστορίας της Κωπαΐδος» με αναλυτική παρουσίαση των προτάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού για την ανάδειξη αυτών των ιστορικών διατηρητέων μνημείων. Το τμήμα αυτό της έκθεσης επιμελήθηκε ομάδα επιστημόνων της 1ης Εφορεί-

ας Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού αποτελούμενη από τους μελετητές Μ. Γρυπάρη, Γ. Καράντζαλη, Β. Οικονόμου και Ασπ. Μινωτάκη. 3. «Η Κωπαΐδα σήμερα - Έκθεση φωτογραφίας» της Στ. Παπανικολάου με πλούσιο και εικαστικά άριστο υλικό που καταγράφει τη σύγχρονη φάση εγκατάλειψης και ερήμωσης του κωπαϊδικού κάμπου, την καταστροφή των υλικών καταλοίπων του αγροτοβιομηχανικού συγκροτήματος της Lake Copais Co. και τα σημερινά περιβαλλοντικά προβλήματα της περιοχής. Στην οργάνωση και τη διεξαγωγή του αφιερώματος (ημερίδα και έκθεση) για την Κωπαΐδα συνέβαλαν η Εταιρεία Βοιωτικών Μελετών που το περιέλαβε στις εργασίες του Γ Διεθνούς Συνεδρίου Βοιωτικών Μελετών, η Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού και η 1η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, που επιχορήγησαν την έκθεση, καθώς και ο Δήμος Λεβαδέων που φιλοξένησε την έκθεση στους χώρους της Δημοτικής Πινακοθήκης του Πνευματικού του Κέντρου από τις 6/9 έως τις 31/10/1996. Την έκθεση επισκέφθηκαν περίπου 2000 πολίτες από όλες τις περιοχές της Βοιωτίας. Εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα παιδιά της στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης Στο πλαίσιο της έκθεσης ο Δήμος Λεβαδέων ζήτησε την οργάνωση επισκέψεων όλων των σχολείων της στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης, τόσο του Δήμου όσο και της ευρύτερης περιοχής, με σκοπό την ενημέρωση και την εξοικείωση των μαθητών με την τοπική ιστορία. Για το σκοπό αυτό σχεδιάστηκε από τον Ν. Μέλιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τίτλο «Παίζω και μαθαίνω» που διανεμήθηκε σε όλους τους μαθητές κατά τη διάρκεια των επισκέψεων των σχολείων στους χώρους της έκθεσης. Την ξενάγηση των μαθητών και την υλοποίηση του εκπαιδευτικού προγράμματος ολοκλήρωσε με μεγάλη επιτυχία η Στ. Παπανικολάου, η οποία, διαμορφώνοντας κατάλληλα, σε συνεργασία με το Δήμο, το χώρο της έκθεσης, έδωσε στους μαθητές μια άλλη διάσταση της ιστορίας και των επιστημών του ανθρώπου. Η επαφή των μαθητών με τις πηγές της ιστορίας και με την ίδια την τοπική τους ιστορία αποτέλεσε σταθμό για τη νέα σχολική χρονιά, προξενώντας έντονο ενδιαφέρον σε μαθητές και διδάσκοντες. Τους χώρους της έκθεσης επισκέφθηκαν δέκα δημοτικά, τέσσερα γυμνάσια και δύο λύκεια της ευρύτερης περιοχής με συνολικό αριθμό μαθητών-επισκεπτών 1000 περίπου. Έκδοση για το «Κωπαϊδικό ζήτημα» Το φυλλάδιο Το Κωπαϊδικό ζήτημα: αφιέρωμα στα 110 χρόνια από την αποξήρανση της Κωπαΐδος, που εκδόθηκε από ομάδα αποτελούμενη από τους ερευνητές Μ. Καραβασίλη, Ν. Μέλιο, Απ. Γ. Παπαδόπουλο και Απ. Κ. Παπαδόπουλο, στοχεύει στα ακόλουθα: 1. Στην ενημέρωση της τοπικής κοινωνίας για την ιστορία του κωπαϊδικού κάμπου. 2. στην ενημέρωση των σχολείων της Βοιωτίας για τη σύγχρονη τοπική ιστορία. 3. στην ευαι-


σθητοποίηση των κατοίκων και των φορέων της περιοχής σχετικά με τη διατήρηση, τη συντήρηση και την ανάδειξη της πολιτιστικής τους κληρονομιάς· 4. στην επίτευξη της επιθυμητής στήριξης των τοπικών φορέων από το Υπουργείο Πολιτισμού και τους άλλους συναρμόδιους φορείς για τη διατήρηση και την αξιοποίηση των αγροτοβιομηχανικών μνημείων της Κωπάί'δος- 5. στην όσο το δυνατόν ευρύτερη προβολή του πλούτου της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής και την ένταξη της στον ευρύτερο ιστό των βιομηχανικών μνημείων της χώρας. Τα κείμενα του αφιερώματος αναφέρονται

στις επιχειρηματικές στρατηγικές στην Κωπάί'δα (1830-1953), στην ιστορία του Οργανισμού Κωπάί'δος (1953-1996), στο ζήτημα του εκσυγχρονισμού και των κοινωνικών διενέξεων κατά τον Μεσοπόλεμο, στις στρατηγικές ανάπτυξης και επιβίωσης των βοιωτικών κοινοτήτων μεταπολεμικά και στη σημασία του αγροτοβιομηχανικού συγκροτήματος της Lake Copais Co. ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου. Στο φυλλάδιο περιλαμβάνεται αναλυτικός χρονολογικός πίνακας του Κωπάίδικού ζητήματος (1830-1996) και κατάλογος με τη σύγχρονη βιβλιογραφία, τις μελέτες και τα ερευνητικά προγράμματα που έχουν εκπονη-

Στις 8 Φεβρουαρίου 1997, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη διοργάνωσε ημερίδα με θέμα «Η τεχνογνωσία στη Λατινοκρατούμενη Ελλάδα». Πολλοί από τους συμμετέχοντες ήταν γνωστοί αρχαιολόγοι και ιστορικοί που παρουσίασαν συνθετικές εργασίες -μερικές από αυτές ήταν προϊόντα μακροχρόνιων ερευνών- και συνέβαλαν έτσι ώστε να εξελιχθεί η ημερίδα σε μια ενδιαφέρουσα καταγραφή της τεχνογνωσίας την περίοδο που αυτή μπολιάστηκε στον τόπο μας από τις

γνώσεις και την εμπειρία των κατακτητών (Φράγκων αλλά κυρίως Ενετών). Το Πολιτιστικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ, που έχει συμβάλει ποικιλοτρόπως στη διάσωση και την ανάδειξη της ιστορίας της τεχνολογίας, περιέλαβε στις δραστηριότητες του την έκδοση των Πρακτικώντης ημερίδας, τα οποία ετοιμάζονται σε συνεργασία με τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Ο τόμος αναμένεται να κυκλοφορήσει στο τέλος του '98. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ

Τον Μάρτιο του 1997 το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ οργάνωσε το 7ο Τριήμερο Εργασίας με θέμα «Φαρμακευτικά και Αρωματικά Φυτά». Συνδιοργανωτής του Τριημέρου ήταν η Βιολογική Εταιρεία Κύπρου και συνεργαζόμενοι φορείς το ΑΠΘ και το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το Τριήμερο πραγματοποιήθηκε στο Παραλίμνι της Κύπρου υπό την αιγίδα της Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου κυρίας Κλαίρης Αγγελίδου στην Αίθουσα Τελετών του Δημαρχείου της πόλης την οποία ευγενώς παραχώρησε ο δήμαρχος Παραλιμνίου. Η επιτυχία του συνεδρίου μπορεί να αποδοθεί αφ' ενός στο ενδιαφέρον που εκδήλωσαν ερευνητές όλων των σχετικών με το θέμα ειδικοτήτων, με αποτέλεσμα να επιτευχθεί η διεπιστημονική προσέγγιση του θέματος, και αφ' ετέρου στην άψογη φιλοξενία των Κυπρίων και ιδιαίτερα του Προέδρου της Βιο-

λογικής Εταιρείας Κύπρου κυρίου Χρίστου Γεωργιάδη και των συνεργατών του. Στη διάρκεια του Τριημέρου έγιναν 49 ανακοινώσεις οι οποίες χωρίστηκαν σε δύο βασικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα με γενικό τίτλο «Ιστορική αναδρομή», παρουσιάστηκαν 26 ανακοινώσεις. Αρχαιολόγοι, ιστορικοί, αρχιτέκτονες, λαογράφοι αλλά και γιατροί, χημικοί, βοτανολόγοι, εθνολόγοι και γεωπόνοι παρουσίασαν τις απόψεις τους και τα συμπεράσματα των ερευνών τους που αναφέρονται στην ιστορία των αρωματικών φυτών, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τις πηγές και τα ευρήματα. Η αρχαιοβοτανολόγος Τάνια Βαλαμώτη παρουσίασε τα αρχαιο-βοτανικά δεδομένα της Νεολιθικής και Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στη Μακεδονία και τη Θράκη. Τα καρυκεύματα και τα αρωματικά φυτά στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού παρουσίασε η αρχαιολόγος Αναστασία Τζιγκουνάκη. Ο Δημήτρης Μιχαηλίδης, καθηγη-

θεί για το ζήτημα της Κωπαΐδος. Επίσης γίνεται μνεία των σημαντικότερων έργων (μαρτυριών και ενθυμημάτων) που γράφτηκαν από τοπικούς λογίους και ιστοριοδίφες για την ιστορία της λίμνης και του κάμπου. Το αφιέρωμα αυτό εκδόθηκε με την ευγενική χορηγία των εταιρειών Κωπαΐς ΑΒΕΕ Τροφίμων και Ποτών και Δ. Νομικός ΑΕ και διανεμήθηκε στους συμμετέχοντες στις εργασίες του Γ Διεθνούς Συνεδρίου Βοιωτικών Μελετών, στους επισκέπτες της έκθεσης, στις σχολικές βιβλιοθήκες και στους τοπικούς φορείς της Βοιωτίας. Ν. Μ.

τής του Πανεπιστημίου της Κύπρου, παρουσίασε τα φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της αρχαίας Κύπρου. Η αρχαιολόγος Λίνα Μενδώνη έκανε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανακοίνωση για τη χρήση του κώνειου στην Κέα κατά την αρχαιότητα. Τις πολλαπλές χρήσεις των αρωματικών φυτών στην αρχαιότητα παρουσίασαν οι αρχαιολόγοι Αγγελική Λιβέρη, Δήμητρα Ακτσελή και Ελένη Μανακίδου. Ο Πασχάλης Ανδρούδης, αρχαιολόγος, αναφέρθηκε στο εμπόριο των αρωματικών φυτών στο Βυζάντιο. Συμπεράσματα από τη μελέτη των βυζαντινών και μεταγενέστερων χειρογράφων παρουσίασαν οι ερευνήτριες Ξανθή Σαββοπούλου, Μάρω Παπαθανασίου, Ιωάννα Σαββινίδου, Λένα Γουργιώτη, Αγγελική Βαφειαδάκη, καθώς και ο παιδίατρος Δημήτρης Καραμπερόπουλος και ο δικηγόρος Σπύρος Κουλοχέρης, αξιοποιώντας κυρίως τις συνταγές αλλά και το πλήθος των πληροφοριών που προσφέρουν τα χειρόγραφα αλλά και οι απεικονίσεις φυτών, οι οποίες επιτρέπουν τη μελέτη της εξέλιξης της κατεργασίας τους. Θέματα μεθοδολογίας στον τρόπο επεξεργασίας των αρωματικών φυτών παρουσίασε η καθηγήτρια του ΑΠΘ Ευαγγελία Βαρέλλα. Το ρόλο των βοτάνων στη λαϊκή ιατρική και στη μαγεία, τομείς που δεν διαχωρίζονται σαφώς, παρουσίασαν η μικροβιολόγος Κυριακή Ζαννέτου-Παντελή και ο ερευνητής Χαράλαμπος Πασσαλής, ενώ η Χρυσούλα ΧατζητάκηΚαψωμένου, καθηγήτρια του ΑΠΘ, μας μίλησε για τα «γυναικεία» βότανα τονίζοντας κυρίως το ρόλο τους στο μεταίχμιο της θεραπευτικής και της μαγείας. Η χρήση των φυτών στη βαφική κατά τη βυζαντινή περίοδο αποτέλεσε το θέμα της ανακοίνωσης της αρχαιολόγου Παρασκευής Καλαμαρά, ενώ η παραδοσιακή τους χρήση στη βαφική και την κοσμητική κατά τους νεότερους χρόνους παρουσιάστηκε από την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Κύπρου Φρόσω Ηγουμενίδου. Ο βοτανολόγος Παύλος Χαριστός μίλησε για τα χρωστικά φυτά του βορειοελλαδικού χώρου. Από μια τέτοια συνάντηση δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν οι ειδικοί στο θέμα της μαγειρικής, οι οποίοι μας παρουσίασαν τις σημαντικές ιδιότητες των αρωματικών φυτών στον τομέα της γευστικής και υγιεινής διατροφής. Η εθνολόγος Ελένη Σπαθάρη-Μπεγλίτη παρουσίασε τα συμπεράσματα εθνολογικής διερεύνησης για τη χρήση των αρωματικών


φυτών στο ζύμωμα του ψωμιού. Η συγγραφέας Εύη Βουτσινά παρουσίασε τα γευστικότατα μυρώνια της Αρκαδίας και η ερευνήτρια Μυρσίνη Λαμπράκη τόνισε τον φαρμακευτικό ρόλο της ελληνικής χλωρίδας στη διατροφή μας. Στη δεύτερη ενότητα, με γενικό τίτλο «Σύγχρονες και μελλοντικές εφαρμογές», παρουσιάστηκαν 25 ανακοινώσεις ερευνητών στους τομείς της βιολογίας, της φαρμακολογίας, της βοτανικής, της γεωπονικής, της ιατρικής, της χημείας, της εντομολογίας, και της τεχνολογίας τροφίμων. Οι ομιλητές επιχείρησαν να προσεγγίσουν τις ιδιότητες των αρωματικών φυτών υπό το πρίσμα των σημερινών γνώσεων και να ερμηνεύσουν τις παραδοσιακές τους χρήσεις βάσει των δεδομένων της σύγχρονης έρευνας. Ο Πρόεδρος της Βιολογικής Εταιρείας Κύπρου Χρίστος Γεωργιάδης έκανε μια ενδιαφέρουσα περιδιάβαση στην κυπριακή χλωρίδα, και οι ερευνητές Κώστας Καδής και Κυριάκος Γεωργίου παρουσίασαν τα σπάνια και απειλούμενα είδη της. Τα αποτελέσματα ερευνών σχετικά με τη ρίγανη παρουσιάστηκαν σε τρεις ανακοινώσεις. Εκ μέρους της ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου Αιγαίου μίλησε η καθηγήτρια Α. Λούμου. Για τις έρευνες σχετικά με τη ρίγανη μίλησαν επίσης η καθηγήτρια Ε. Πάνου-Φιλοθέου και ο καθηγητής ΤΕΙ Αρτέμιος Μποζαμπαλίδης. Για το ελληνικό τσάι του βουνού μας μίλησε ο γεωπόνος Απόστολος Γκόλιαρης. Θέμα σχετικά με τη μαστίχα Χίου παρουσίασε ο ερευνητής Δημήτρης Παπανικολάου, ενώ ο κρόκος παρουσιάστηκε σε δύο ανακοινώσεις

Τον Ιούνιο του 1997 πραγματοποιήθηκε το 10ο Διεθνές Συνέδριο του TICCIH (Διεθνής Οργάνωση για τη Διάσωση της Βιομηχανικής Κληρονομιάς) με θέμα «Τεχνολογίες της θάλασσας». Την οργάνωση του συνεδρίου ανέλαβε για πρώτη φορά το Ελληνικό Τμήμα του TICCIH και ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης 1997, με τη στήριξη του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, του Πανεπιστημίου Πειραιά, του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος ΕΤΒΑ και του Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Το προ-συνέδριο πραγματοποιήθηκε από τις 22 έως τις 25 Ιουνίου στην Αθήνα και στη συνέχεια το συνέδριο από τις 25 έως τις 29 Ιουνίου στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο διήμερο στην Αθήνα, οι σύνεδροι είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν το Λαύριο και να ξεναγηθούν στις εγκαταστάσεις της πρώην Γαλλικής Εταιρείας, στο λιμάνι του Λαυρίου, στο μηχανουργείο της πρώην Ελληνικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου και στα αρχαία πλυντήρια μεταλλευμάτων της Αγίας Τριάδας. Τη δεύτερη ημέρα οι σύνεδροι επισκέφθηκαν τον Πειραιά και με πλοιάριο που παραχώ-

από τον γεωπόνο Βύρωνα Σκρουμπή και την Μαρία Τσιμίδου, καθηγήτρια του ΑΠΘ. Θέματα σχετικά με τα αιθέρια έλαια των φυτών και την αντιοξειδωτική τους δράση κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος της δεύτερης ενότητας και παρουσιάστηκαν από τους Π. Κούκο, Δ. Κανιά, ερευνητές, Δημήτριο Μπόσκου, καθηγητή ΑΠΘ, Χρίστο Λιονή, καθηγητή

ρήσε ο ΟΛΠ έκαναν τον περίπλου του λιμανιού με στάσεις στις μόνιμες δεξαμενές του ΟΛΠ, στον όρμο Σφαγείων και στο φάρο της Ψυττάλειας. Κατά τη μετάβαση από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποιήθηκε στάση στο Βόλο και επίσκεψη στο πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπατά, τις καπναποθήκες Σπήρερ και τις Σχολές Εφαρμοσμένων Τεχνών. Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στο χώρο της HELEXPO. Οι ανακοινώσεις κάλυψαν δύο βασικές θεματικές ενότητες με τους γενικούς τίτλους: Α. Τεχνολογίες της θάλασσας και Β. Βιομηχανικά τοπία στις μεταλλευτικές ζώνες. Με την ενότητα Α, το Ελληνικό Τμήμα του TICCIH θέλησε να στρέψει το ενδιαφέρον του κόσμου της βιομηχανικής κληρονομιάς σε έναν τομέα ιδιαίτερα πλούσιο σε ποικίλα και σύνθετα ιστορικά κατάλοιπα, τομέα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη χώρα μας, αλλά και πολλές άλλες χώρες: τη ναυτική κληρονομιά. Η αποβιομηχάνιση και οι αναδιατάξεις στα δίκτυα των επικοινωνιών έχουν καταδικάσει στην παρακμή πολλά λιμάνια που άλλοτε

Πανεπιστημίου Κρήτης, Απόστολο Κυριτσάκη, καθηγητή ΤΕΙ, Σ. Βεκιάρη, Π. Κουρουνάκη και Σταύρο Κατσιώτη, καθηγητές ΑΠΘ, Βαγγέλη Μπούρμπο, γεωπόνο. 0 καθηγητής ΑΠΘ Χρήστος Σουλελές παρουσίασε τις αντικαρκινικές ιδιότητες της ταξόλης. Σχετικά με τη φυτοπροστασία, τη χημική και τη φυτική, μας μίλησαν αντίστοιχα ο καθηγητής του ΑΠΘ Ν. Βουζούνης και η γεωπόνος Ουρανία Μενκίσογλου. Τέλος, ο Ε. Μιχελάκης αναφέρθηκε στη φασκομηλιά. Η δεύτερη ενότητα έκλεισε με δύο ανακοινώσεις σχετικά με τη φυτοθεραπεία από τη φυτοθεραπεύτρια Δέττη Χριστοφίδου και τον Λουκή Σιδέρη. Η σύνθεση των στοιχείων κατέστησε φανερό ότι είναι δυνατή η εκμετάλλευση των παραδοσιακών ιδιοτήτων των φαρμακευτικών φυτών ύστερα από επισταμένη έρευνα, πέραν δε κάθε άκριτης αποδοχής ή απόρριψης. Επίσημος καλεσμένος στο Τριήμερο ήταν ο κύριος Σκεύος Φιλιάνος, του οποίου η προσφορά στον τομέα της φαρμακογνωσίας θεωρείται ανεκτίμητη. Μετά το τέλος του Τριημέρου, η Βιολογική Εταιρεία Κύπρου πρόσφερε στους συνέδρους τη δυνατότητα να επισκεφθούν για ένα διήμερο σημαντικούς ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους της Κύπρου, συνδυάζοντας την έντονη συγκίνηση από το ζωντάνεμα της ιστορικής μνήμης του παρελθόντος αλλά και του παρόντος με την απόλαυση τόσο της φυσικής ομορφιάς αυτού του τόπου όσο και της γευστικότατης κυπριακής κουζίνας. ΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

έσφυζαν από ζωή, ενώ οι βλέψεις των εργολάβων και οι ίδιες οι ανάγκες ανάπλασης και αναγέννησης των λιμανιών απειλούν με εξαφάνιση πολλά από τα κατάλοιπα των τεχνικών κατακτήσεων, των μέσων παραγωγής, εμπορίας και επικοινωνίας του παρελθόντος, αλλά και την ιδιαίτερη κουλτούρα των ανθρώπων της θάλασσας. Λιμενικές εγκαταστάσεις, σημαντικά υδραυλικά έργα, εξοπλισμοί, χώροι αποθήκευσης, μέσα φορτοεκφόρτωσης, ναυπηγεία και δεξαμενές, καράβια και μαούνες, διώρυγες και υδατοφράκτες, ιστορικές λιμενικές ζώνες: σύνθετα κατάλοιπα που προσφέρουν πλήθος μαρτυριών για την επίδραση της βιομηχανικής εποχής πάνω στη μεταφορική-εμπορική δραστηριότητα και τις επικοινωνίες, κατάλοιπα που απειλούνται και απαιτούν ιδιότυπη προσέγγιση, μελέτη, καταγραφή και σωστή διαχείριση. Οι ανακοινώσεις της ενότητας αυτής χωρίστηκαν σε οκτώ υποενότητες: 1. Ναυτική κληρονομιά. Σχέδια και μέθοδοι καταγραφής- 2. Ναυτική κληρονομιά. Έρευνα και τεκμηρίωση3. Σχέδια αποκατάστασης, επανάχρησης και ερμηνείας- 4. Πολιτική προστασίας της ναυτι-


κής κληρονομιάς· 5. Τα λιμάνια και η ταυτότητα τους- 6. Τεχνολογία των ναυτικών κατασκευών 7. Φάροι των ελληνικών θαλασσών. Καταγραφή και διάσωση- 8. Ενάλια αρχαιολογία. Η ενότητα Β είχε σκοπό να συνεχιστούν οι συζητήσεις που άρχισαν στο 9ο Διεθνές Συνέδριο του TICCIH (Μόντρεαλ 1994) και κυρίως στην ενδιάμεση Συνδιάσκεψη του Emscher Park στη Γερμανία (1995), σχετικά με τα προβλήματα, διαχείρισης των ιστορικών μεταλλευτικών ζωνών. Τα κατάλοιπα της μεταλλευτικής δραστηριότητας συγκροτούν επίσης σύνθετα σύνολα που απαιτούν ιδιαίτερους

τρόπους μελέτης, καταγραφής και κυρίως ανάδειξης και αξιοποίησης. Η ενότητα Β χωρίστηκε αντίστοιχα σε τέσσερις υποενότητες: 1. Διαμόρφωση και συστατικά των μεταλλευτικών τοπίων 2. Τεχνολογικά πάρκα. Στρατηγικές ερμηνείας- 3. Σχεδιασμός μουσείων 4. Διαχείριση μεταλλευτικών ζωνών. Στη διάρκεια του συνεδρίου πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις σε χώρους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τους συνέδρους, όπως στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, στην έκθεση «Οι κίνδυνοι της θάλασσας», στον Μύλο και στο Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Σε χώρο της

HELEXPO λειτούργησε κατά τη διάρκεια του συνεδρίου έκθεση, στην οποία οργανισμοί και φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού παρουσίασαν το έργο τους στον τομέα της βιομηχανικής κληρονομιάς. Στην έκθεση αυτή το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ παρουσίασε τις δραστηριότητες του τόσο στον τομέα των μουσείων (Μουσείου Σουφλίου, Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης Δημητσάνας) όσο και στους τομείς των εκδόσεων και των Τριημέρων Εργασίας.

Οι κίονες του Παρθενώνος προκαλούν τον θαυμασμό όχι μόνον για την απαράμιλλη γεωμετρική τελειότητα και το κάλλος της μορφής, αλλά και για την αντοχή και την ευστάθεια των. Οι κίονες αυτοί έχουν διάμετρο 1.91 μ.-1.95 μ., ύψος 10.43 μ. και βάρος σχεδόν μέχρι 70 τόν. Τα κιονόκρανα είναι τετράγωνα, πλευράς 2.00-2.09 μ. και βάρους μέχρι 8 τόν. Οι κορμοί αποτελούνται από δέκα μέχρι δώδεκα σπονδύλους, από τους οποίους ο κατώτερος ζύγιζε μέχρι 8 ή 9,5 τόν. κατά τη στιγμή της τοποθετήσεως, οπότε ήταν ακόμη ημιτελής. Οι έδρες όλων των σπονδύλων είναι κατεργασμένες επίπεδες, κατά τρόπον ώστε η συνάρμοση των να είναι απολύτως τέλεια. Κάθε έδρα έχει στο κέντρο της έναν πόλο, τετράγωνο δρύινο πρίσμα ( ~ 12X12 εκ.), πακτωμένο σε αντίστοιχη λαξευτή υποδοχή. Ο πόλος φέρει κυκλική οπή διαμέτρου ~5 εκ., στην οποία προσαρμόζεται το εμπόλιον, ξύλινος κύλινδρος αντίστοιχης διαμέτρου, απαραίτητος ως οδηγός κεντρώσεως κατά την τοποθέτηση του δεύτερου και των λοιπών υπερκείμενων σπονδύλων καθώς και του κιονόκρανου. Το εμπόλιον τυπικώς δεν αποτελούσε αντιδιατμητικό οπλισμό. Η αντοχή του σε διάτμηση ήταν περίπου 3 τόν., δηλαδή πολύ μικρότερη από τον κύριο παράγοντα συνοχής, τον μεταξύ των σπονδύλων δεσμό τριβής, ο οποίος πρέπει να φθάνει τιμές της τάξεως των 50 τόν. Το φερόμενο στο άνω μέρος εκάστου κίονος φορτίο, προερχόμενο από τον θριγκό, την οροφή και τη στέγη, έφθανε τους 110 τόν. (στην πλευρά του αετώματος) και επομένως δεν υπερέβαινε το 1% της θεωρητικής ικανότητος του κίονος (12.000 τόν.). Κατά την ανατίναξη του κτιρίου το 1687, δεκατρείς ή δεκατέσσερις από τους σαράντα έξι κίονες της περιστάσεως κατέπεσαν, ενώ τρεις ή τέσσερις, ευρισκόμενοι στα όρια των τμημάτων που δεν κατέπεσαν, υπέστησαν ισχυρή περιστροφή και μετατόπιση (Μ. Κορρές - Χ. Μπούρας, Μελέτη Αποκαταστάσεως του Παρθενώνος, Αθήναι 1983, 365 κ.ε.).

Ένας από αυτούς ήταν και ο 5ος (από ανατολικά) κίων της νότιας πλευράς. Ο κίων αυτός, ωθούμενος από την έκρηξη και παρασυρόμενος από εκείνους που κατέρρεαν, υπέστη ισχυρότατη δοκιμασία και ίσως θα κατέρρεε και αυτός, αν ως την τελευταία στιγμή δεν υπερίσχυε μια άλλη δύναμη ή αντίδραση του συνεχόμενου προς αυτόν ανατολικότερου μέρους της περιστάσεως, το οποίο, ως πλέον απομακρυσμένο από τον χώρο της εκρήξεως, άντεξε τη δοκιμασία. Η σωτήρια αυτή αντίδραση ή αντίσταση ασκήθηκε στον 5ο κίονα μέσω του επιστυλίου. Πάντως η ισχυρή αυτή δοκιμασία, κατά την οποία ο 5ος κίων πρέπει να αναταράχθηκε και να ταλαντώθηκε ως τα έσχατα όρια της ευστάθειας του, προκάλεσε στον κίονα μόνιμη μετατόπιση ~20 εκ. προς τα έξω, ισχυρή

περιστροφή, καταστροφή του ενός τρίτου του πρώτου σπονδύλου, ατελή έδραση και λίαν επικίνδυνη ετοιμορροπία. Κατά τον σεισμό του Φεβρουαρίου 1981, η μετατόπιση του κίονος στο άνω μέρος του παρουσίασε ανησυχητική αύξηση και έκτοτε η αποκατάσταση του ήταν απολύτως αναγκαία. Επειδή μόνον ο 1 ος σπόνδυλος απαιτούσε επισκευή, είχε εξαρχής μελετηθεί από τον γράφοντα (1983) ο τρόπος επισκευής χωρίς αποσυναρμολόγηση του κίονος, ώστε να αποφευχθεί η παραμικρή ελάττωση της αρχικής τελειότητος, αλλά και αυθεντικότητος της δομής του. Προκρίθηκε λοιπόν η προσωρινή καταβίβαση των υπερκείμενων επιστυλίων, τριγλύφων κ.λπ., η μετακίνηση ολόσωμου του κίονος κατά 2 μ. προς το εσωτερικό, η επισκευή και η συμπλήρωση του 1 ου σπονδύλου

ΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ


στο εργαστήριο και, τέλος, η ανατοποθέτηση σπονδύλου, κίονος και υπερκείμενων μερών. Για τη μετατόπιση του κίονος μελετήθηκε ειδικός μηχανισμός που θα περιέσφιγγε τον κατώτερο σπόνδυλο του προς μετακίνηση μέρους του κίονος και θα επέτρεπε τη με ακρίβεια ελεγχόμενη ανύψωση, περιστροφή, μετακίνηση και απόθεση του κίονος. Η επέμβαση στον 5ο κίονα αποφασίστηκε από την Επιτροπή Συντηρήσεως των Μνημείων της Ακροπόλεως, όταν παρουσιάστηκε από τον γράφοντα και τον Κ. Ζάμπα μια σύντομη, αλλά τελική μελέτη, η Έκθεση του τρό-

που επεμβάσεως στον 5ο κίονα για την άρση της ετοιμορροπίας του (1989). Η νέα αυτή μελέτη περιείχε τα τελικά προσχέδια του βασικού μηχανισμού ύστερα από τροποποιήσεις που εισήγαγε ο Κ. Ζάμπας, ο οποίος εκπόνησε και τους τελικούς υπολογισμούς, ετοίμασε τα σχέδια λεπτομερειών και επέβλεψε την κατασκευή και την τοποθέτηση του μηχανισμού γύρω από τον κίονα (1991). Οι αναγκαίες για τη λαβή του κίονος δυνάμεις τριβής εισάγονται μέσω ισχυρού δακτυλίου συρματόσχοινων, ο οποίος περισφίγγει με ελεγχόμενες δυνάμεις τον κίο-

να, ενώ συγχρόνως ανυψώνεται με είκοσι χειροκίνητους κοχλιωτούς γρύλους, ανηρτημένους από το ισχυρό τετράγωνο πλαίσιο του φορείου. Το φορείο συναρμολογείται γύρω από τον κίονα, χωρίς να τον εγγίζει και είναι εφοδιασμένο με τέσσερα ισχυρά σκέλη στις τέσσερις γωνίες του, ικανά να μεταφέρουν το βάρος του ανυψωμένου κίονος ( ~ 70 τόν.) μέσω κυλίστρων σε δύο σιδηροτροχιές, εδρασμένες σε ανθεκτική βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η οριζόντια κίνηση πλαισίου και κίονος γίνεται με ισχυρούς χειροκίνητους κοχλίες, μήκους 4 μ., ενώ η οριζόντια μετατόπιση και περιστροφή του κίονος, ως προς το πλαίσιο, επιτυγχάνεται με τρεις ή τέσσερις ��ριζόντιους χειροκίνητους γρύλους με ακρίβεια 1/10 χιλ. Κατά την εργασία αυτή, ο κίων ανυψώθηκε αρχικά μόνον κατά 1 χιλ. και μετατοπίστηκε κατά 2 μ. προς το εσωτερικό του ναού (27 Φεβρ. 1992) με ταχύτητα 1 μ./ω, με χειρωνακτική εργασία δέκα ατόμων. Η συμπλήρωση του σπονδύλου στο εργαστήριο με λευκό μάρμαρο ακολούθησε μέχρι 1/20 χιλ. την ακόμη τελειότερη επιπέδωση των αρχαίων εδρών. Πριν από την τελική απόθεση του κίονος επάνω στον συμπληρωμένο σπόνδυλο, ο κίων υψώθηκε προσωρινώς κατά ~ 7 χιλ. ακόμη και το άνοιγμα του αρμού σταθεροποιήθηκε με τρία χαλύβδινα ελάσματα των 8 χιλ. Στη συνέχεια, περάστηκε μέσα στον αρμό ένα ειδικό εργαλείο πάχους 8 χιλ., το οποίο μετέφερε ακριβώς τις ελάχιστες διακυμάνσεις της υπερκείμενης αρχαίας επιφάνειας επάνω στην υποκείμενη νέα. Μετά την αφαίρεση της κόνεως μαρμάρου και των ελασμάτων, ο κίων απετέθη οριστικώς και ο αρμός έκλεισε στο μέγιστο μέρος της εκτάσεως τοϋ με ακρίβεια της τάξεως των 2/100 χιλ. Η ως άνω εργασία, εξαιρετικά δύσκολη εξαιτίας κυρίως του τρόπου λαβής του κίονος μόνο με περιμετρική περίσφιγξη ενός σπονδύλου, εκτελέστηκε με απόλυτη επιτυχία. Τούτο οφείλεται αφ' ενός στην καλή επιστημονική προετοιμασία εκ μέρους των υπεύθυνων μηχανικών, η οποία ενθαρρύνθηκε και υποστηρίχθηκε από την Επιτροπή Συντηρήσεως των Μνημείων της Ακροπόλεως, και αφ' ετέρου στην επιμέλεια και την εξαίρετη συνεργασία των τεχνιτών του Παρθενώνος, οι οποίοι, με επικεφαλής τον Ι. Αρμπιλιά, προσέφεραν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Η μετακίνηση του 5ου κίονος του Παρθενώνος δύναται να αναγνωριστεί ως εργασία μοναδική στο είδος της, λόγω της πολύλιθης δομής του κίονος και της υποχρεωτικής λαβής του μόνον από τον κατώτερο σπόνδυλο, μάλιστα με απλή περίσφιγξη, χωρίς την παραμικρή χρησιμοποίηση στερεών εσοχών ή προεξοχών. Το βάρος του κίονος πρέπει να αναγνωριστεί ως σοβαρός παράγων δυσκολίας, μόνον επειδή η λαβή του έπρεπε να γίνει υποχρεωτικώς με τον δυσκολότερο δυνατό τρόπο και η τελική απόθεση του με τόσο μεγάλη ακρίβεια. Όμως, ως απόλυτα μεγέθη, το βάρος και η απόσταση της μετακίνησης του κίονος υπολείπονται κατά πολλές φορές του μεγέθους άλλων συναφών επιτευγμάτων παλαιότερων εποχών, για τα οποία χρησιμοποι-


ήθηκε ολιγότερον ανεπτυγμένη τεχνολογία και απαιτήθηκε πολύ περισσότερος σωματικός και πνευματικός μόχθος. Γενικώς κρινόμενη, η μετακίνηση του 5ου κίονος κατατάσσεται σε ένα ιδιαίτερο είδος, το οποίο περιλαμβάνει πολλές άλλες περιπτώσεις εφαρμογών. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά καιρούς έχουν γίνει ακόμη και πλήρεις αντικαταστάσεις φερόντων κιόνων, μεσαίου ή μικρού, όμως, μεγέθους -σε εκκλησίες και άλλα κτίρια- χωρίς πρόκληση βλάβης στα υπερκείμενα μέρη. Μια πρόχειρη αναδρομή στην ιστορία αυτού του είδους αποκαλύπτει ότι το ειδικότερο πρόβλημα μετακινήσεως, επισκευής ή αντικαταστάσεως ενός σπονδύλου κίονος έχει αντιμετωπιστεί και στο παρελθόν, όπως επίσης και το γενικό πρόβλημα της μεταφοράς μιας μεγάλης μάζας με μικρή βάση και πολύ μεγάλο ύψος. Η αντικατάσταση σπονδύλου ή σπονδύλων φέροντος κίονος είναι θέμα που έχει χρησιμοποιηθεί και από τη μεσαιωνική ζωγραφική, κατά τρόπον που φανερώνει ότι κατά τον Μεσαίωνα η ειδική αυτή εργασία δεν ήταν άγνωστη. Το 1859, δημοσιεύτηκε μια σύντομη ανακοίνωση, με τίτλο «Unterfangen von Säulen», στην Allgemeine Bauzeitung, η οποία έχει θέμα την αντικατάσταση ενός από τους κατώτερους σπονδύλους φέροντος κίονος. Ως υποθετικά παραδείγματα χρησιμοποιεί έναν τοσκανοδωρικό κίονα ύψους 7 μ. και έναν κορινθιακό ύψους 9 μ. Και στις δύο περιπτώσεις, το υγιές μέρος του κίονος αναρτάται με τέσσερις κοχλιοφόρους αναρτήρες από ισχυρότατο ικρίωμα. Το σύστημα επιτρέπει την ελεγχόμενη μικροανύψωση και πλήρη ανάληψη του βάρους από το ικρίωμα, τη μετακίνηση ή την απόσυρση του παλαιού σπονδύλου, την τοποθέτηση νέου σπονδύλου και την ελεγχόμενη απόθεση του βάρους. Η λαβή του κίονος γίνεται στην πρώτη περίπτωση με τη βοήθεια λαξευτών υποδοχών, στις οποίες εισάγονται τα πέρατα των αναρτήρων, ενώ στη δεύτερη μόνον με δυνάμεις τριβής, εισαγόμενες και ελεγχόμενες με περιμετρικούς κοχλιοφόρους σφιγκτήρες. Η δεύτερη περίπτωση παρουσιάζει απαράβλεπτη ομοιότητα προς το σύστημα που εφαρμόσαμε ύστερα από έναν αιώνα στον Παρθενώνα. Διαφέρει σε δύο δευτερεύοντα σημεία: χρησιμοποιεί το ικρίωμα για την ιδιαίτερη ανάληψη του βάρους του θριγκού και για την παρεμπόδιση μιας αποκλίσεως του κίονος από την κατακόρυφο. Το τελευταίο αυτό μέτρο κρίθηκε αναγκαίο, επειδή γενικώς τα ξύλινα ικριώματα παρουσιάζουν ανομοιόμορφη βράχυνση του ύψους των, λόγω κυμαινόμενων ανοχών συναρμογής και λόγω κυμαινόμενων πλαστικών παραμορφώσεων των ξύλινων μερών. Το 1455, ο Aristotele Fioravante έγινε διάσημος για τη μετακίνηση σε απόσταση ~ 15 μ. ενός ολόκληρου κτιρίου, ύψους ~25 μ., του κωδονοστασίου της Santa Maria del Tempio στην Μπολόνια. Ο αρχιτέκτων αυτός είναι πολύ γνωστός για το μεταγενέστερο έργο του στα κτίρια γύρω από την Piazza Maggiore της ίδιας πόλεως, για τη μεταφορά γιγάντιων μονολιθικών κιόνων μέσα στη Ρώμη, για την επαναφορά κεκλιμένων πύργων

στην κατακόρυφο και για μια πρόταση μεταφοράς του οβελίσκου του Βατικανού (έναν αιώνα πριν από τον Domenico Fontana). Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση, που πολύ αργότερα υποβλήθηκε (1580) και δημοσιεύτηκε (1583) από τον μιλανέζο Camillo Agrippa, για τη μεταφορά του ίδιου οβελίσκου. Με την ίδια πρόταση συμμετείχε ο Agrippa και στον περίφημο διαγωνισμό (1585). Τελικώς επικράτησε, ως γνωστόν, η πρόταση του Fontana (1588), κατά την οποία ο οβελίσκος μεταφέρθηκε οριζόντιος, πράγμα που έκανε αναγκαία πρώτα την κατάκλιση του και κατόπιν τη νέα ανόρθωση του με χρήση γιγάντιου ικριώματος και πολλών δεκάδων τροχαλιών και βαρούλκων. Κατά τον Agrippa, ο οβελίσκος ήταν δυνατόν και έπρεπε να μεταφερθεί όρθιος, πράγμα που καθιστούσε περιττή την κοπιώδη και επικίνδυνη εργασία της κατάκλισης και της νέας ανόρθωσης. Τη γενική αυτή αρχή είχαν υποστηρίξει και μερικοί άλλοι από εκείνους που συμμετείχαν στον διαγωνισμό, όπως ο Bartolomeo Ammanati και ο Antonio Sangallo. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση ανυψώσεως και μετατοπίσεως του πάντα όρθιου οβελίσκου, μόνον με ανυψωτικές και ελκτικές βίδες. Η πρόταση αυτή, που αργότερα μαζί με μερικές άλλες απεικονίστηκε από τον Fontana, σχηματικώς όμως, χάριν συγκρίσεως προς τη δική του, αντανακλά και τις ιδέες κάποιων παλαιοτέρων, όπως του Francesco di Giorgio Martini, του Giuliano da Sangallo και πιθανόν του Aristotele Fioravante. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το σύστημα μεταφοράς του κίονος του Παρθενώνος όρθιου, είναι παρόμοιο με ένα σύστημα πολύ παλαιότερο: αυτό της πρότασης του Agrippa. Βλέπουμε ακόμη ότι ομοίως παλαιό, τουλάχιστον ως ιδέα, είναι και το σύστημα ανυψώσεως και προωθήσεως του κίονος με ισχυρές βίδες! Η πρόσφατη επιτυχής εφαρμογή αυτής της μεθόδου στην Αθήνα προσφέρει ένα νέο στοιχείο υπέρ της γενικής αξιοπιστίας της προτάσεως του Agrippa. Πάντως, ακόμη και με αυτό το νέο στοιχείο, η σύγκριση της μεθόδου με εκείνη του Fontana παραμένει πολύ δύσκολη. Ο οβελίσκος του Βατικανού έχει πεντέμισι φορές το βάρος του κίονος του Παρθενώνος, δυόμισι φορές το ύψος του, αλλά μόνο μιάμιση φορά τη βάση του. Η διαδρομή του ήταν ογδόντα φορές μακρύτερη, επάνω σε έδαφος το οποίο δεν είναι τόσο ανένδοτο όσο η κρηπίδα του Παρθενώνος. Τέλος, τα μεταφορικά και ανυψωτικά μέσα της εποχής του Fontana διέθεταν σχέση ιδίου βάρους προς φέρουσα ικανότητα επτά, περίπου, φορές κατώτερη εκείνης των τωρινών. Η μελέτη ή η απλή προσεκτική παρατήρηση βαρυμεταφορικών έργων, τωρινών ή παλαιότερων, παραπέμπει συχνά και αβίαστα τη σκέψη μας σε άλλα του αυτού είδους και την κινεί σε μια συναρπαστική αναδρομή σε διάφορα παλαιότερα ή νεότερα επιτεύγματα. Η αναδρομή αυτή επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, μπορεί να εμπνέει θαυμασμό, αλλά και δέος, αποκαλύπτει την ανεξάντλητη χρησιμότητα μερικών παλιών καλών ιδεών και συχνά ενισχύει την πίστη στην αποτελεσματικότητα της τεχνικής και στην αξία της δημιουργικής φαντασίας και τόλμης. Μερικές φορές, αν η

αναδρομή στηρίζεται σε πλούσιες ιστορικές και υλικές μαρτυρίες, μπορεί να είναι τόσο εναργής και συναρπαστική, ώστε να προκαλεί τη φευγαλέα, αλλά υπέροχη αίσθηση μιας σχεδόν πραγματικής βίωσης κάποιων στιγμών εκείνων των έργων. Η γνώση της ιστορίας των επιχειρήσεων αυτού του είδους μάς είναι και ηθικά ευεργετική, επειδή μας δείχνει πόσο πολλά είναι εκείνα που οφείλουμε σε άλλους και μας προστατεύει από τον κίνδυνο της υπερεκτίμησης των δικών μας επιτευγμάτων. Η τωρινή ή παλαιότερη υπερεκτίμηση μερικών από τα επιτεύγματα αυτού του είδους μόνον ως απόρροια παντελούς άγνοιας κάποιων άλλων, ακόμη μεγαλύτερων, επιτευγμάτων θα μπορούσε να εξηγηθεί. Όπως


και σε παλιότερες περιστάσεις, έκανα για μια ακόμη φορά τις ίδιες σκέψεις και κατά τη μετακίνηση του κίονος του Παρθενώνος, αλλά με περισσότερη θέρμη, καθώς έβλεπα τη φαντασία μας να εξαντλείται σε διάφορες προσπάθειες πρόβλεψης των πιο μικρών, αλλά κρίσιμων λεπτομερειών της συμπεριφοράς των διαφόρων μερών του έργου, που κατά κανόνα ποτέ δεν προσεγγίζονται επαρκώς με τους μαθηματικούς υπολογισμούς, καθώς έβλεπα τις φυσικές δυνάμεις μας να εξανεμίζονται ενίοτε μπροστά σε μια απρόβλεπτη μικρομεταβολή του συντελεστού τριβής, σε κάποιο από τα πολυάριθμα εξαρτήματα του ισχυρού φορείου και καθώς ένιωθα πόσο μακρύς και βαρύς μας φαινόταν ο, μάλλον μικρός, χρόνος των απρόβλεπτων διακοπών, κατά τον οποίο έπρεπε να εντοπίσουμε και να παραμερίσουμε τα δυσδιάκριτα μικρά, αλλά πανίσχυρα εμπόδια. Όταν το θεωρητικώς δυνατόν και βέβαιο καταντά πρακτικώς ανέφικτο και ενώ η σωματική προσπάθεια κορυφώνεται, στη θέση του ψυχρού ορθού λόγου εγκαθίσταται στιγμιαία η όχι τελείως ξεχασμένη αρχέγονη και παράλογη διάθεση απέναντι σε ένα άψυχο, που, όταν γινόμαστε πολύ θερμόαιμοι, μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι και αυτό έχει μια απλή μικρή ψυχή γεμάτη μόνο από άρνηση και πείσμα! Όταν και αυτό συνέβη κάποια στιγμή κατά την κοπιαστική ανύψωση και κίνηση του κίονος, μια παράξενη φράση ερχόταν συνειρμικά στη σκέψη μου «...αλλά η φυσική αγάπη ενός βάρους για την ανάπαυση το κάνει οκνηρό και απρόθυμο να μετακινείται...». Η φράση αυτή, από το έκτο βιβλίο του L.B. Alberti, μια ποιητική αναφορά στην κινητική αδράνεια της ύλης, στην τριβή αντιστάσεως και σε κάθε άλλο πιθανό μικροσκοπικό εμπόδιο, αποκτούσε εκείνη τη στιγμή περισσότερο κύρος από το περίφημο εκείνο «δος μοι πα στω και τα γαν κινήσω» του άλλου σοφού. Συχνά σκέφτομαι ότι αυτές οι δύο φράσεις συνοψίζουν κατά τον καλύτερο τρόπο τον κύριο άξονα της τεχνολογίας ανυψώσεως και μεταφοράς μεγάλων βαρών. Μ. ΚΟΡΡΕΣ Βιβλιογραφία L.B. Alberti, The ten Books of Architecture, VI, 6-8. «Unterfangen von Säulen», Allgemeine Bauzeitung 1859, Bl. 236. Schramke (Architekt in New York), Uber Fortbewegung der Hâuser in Nordamerika, Allgemeine Bauzeitung 1844, 202-207. Uber die Gerdste bei dem Versetzen und dem Transport grosser Steine und Obelisken, Allgemeine Bauzeitung 1865, 228-235. D. Fontana, Delia trasportatione dell' obelisco vaticano, Ρώμη 1590, επιμ. Adriano Carugo, Μιλάνο 1978, με εκτενή εισαγωγή: Gli obe-lischi e le macchine nel rinascimento. D. Conrad (επιμ.), Domenico Fontana, DieArtwie der Vatikanische Obelisk transportiert wurde, (Mit einem Beitrag von T. Hanseroth, Transport und Versetzen schwerer Lasten von fruhesten Zeiten bis zum Ende des 16. Jh., Βερολίνο 1987. J. Fitchen, The Construction of Gothic Cathedrals, Οξφόρδη 1961. Μ. Κορρές - Χ. Μπούρας, Μελέτη αποκαταστάσεως του Παρθενώνος, Αθήναι 1983.


Η διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς απαιτεί όλο και πιο προηγμένες μεθόδους για την αποκατάσταση του σημαντικού αρχαιολογικού μας πλούτου. Οι συμβατικές μέθοδοι καθαρισμού και συντήρησης των αρχαιολογικών ευρημάτων απαιτούν χρόνο και επαρκή εξειδίκευση προσωπικού, είναι δε πολλές φορές και δαπανηρές. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός των ελλήνων συντηρητών σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό των προς συντήρηση ευρημάτων των ανασκαφών έχει ως αποτέλεσμα την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εύρεση τους μέχρι να αρχίσει ο καθαρισμός και η συντήρηση τους. Έτσι, είναι συνηθισμένο το φαινόμενο να συσσωρεύονται στα τοπικά μουσεία πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων με άγνωστο το μέλλον του καθαρισμού και της συντήρησης τους. Η έκθεση στο περιβάλλον της ατμόσφαιρας, εξάλλου, με το υψηλό ποσοστό οξυγόνου σε σχέση με το έδαφος, επιταχύνει το στάδιο της μετα-διάβρωσής τους, και τα αντικείμενα είναι δυνατόν να καταστραφούν μέσα σε μερικές δεκάδες χρόνια από την αποκάλυψη τους, ενώ είχαν διατηρηθεί για αιώνες στο έδαφος ακολουθώντας μειωμένους ρυθμούς φθοράς λόγω περιορισμένης έκθεσης στην ατμόσφαιρα. Εκτιμώντας την οικονομική και κοινωνική σημασία μιας τεχνολογικά προηγμένης και αποτελεσματικής μεθόδου επεξεργασίας αρχαιολογικών ευρημάτων, το Κέντρο Ερευνών Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» ανέλαβε την πρωτοβουλία, να εφαρμόσει μια, νέα για την Ελλάδα, μέθοδο καθαρισμού και συντήρησης τους με πλάσμα. Συγκεκριμένα, η ερευνητική ομάδα του «Δημόκριτου», που ανέλαβε αυτή την πρωτοβουλία, αποτελείται

από τους ερευνητές του Εργαστηρίου Φυσικής Πλάσματος και του Εργαστηρίου Ακτινών Χ. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η έρευνα για την επιτυχή εφαρμογή της παραπάνω μεθόδου επιχορηγείται και στηρίζεται από το ερευνητικό πρόγραμμα Science for Stability του NATO (από τον Ιούλιο του 1993) με τίτλο «Εφαρμογή και αξιολόγηση διάταξης πλάσματος για τον καθαρισμό και τη συντήρηση αρχαιολογικών μεταλλικών και μη μεταλλικών αντικειμένων με μεθόδους χημείας πλάσματος». Σε αυτό συμμετέχουν, εκτός από τον «Δημόκριτο», το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών και η Ι.Μ. Σιμωνόπετρας του Αγίου Όρους. Η τεχνική επεξεργασίας με πλάσμα έχει ερευνηθεί πρώτα στο Ινστιτούτο Ανόργανης Χημείας του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, έχει στεφθεί με επιτυχία και ήδη εφαρμόζεται σε διάφορα μουσεία του εξωτερικού. Η ελληνική ερευνητική ομάδα έχει εγκαταστήσει τη διάταξη πλάσματος ραδιοσυχνότητας στο Εργαστήριο Πλάσματος του «Δημόκριτου» και έχει ως τώρα εφαρμόσει με επιτυχία τη μέθοδο σε αρχαιολογικά αντικείμενα από σίδηρο, ενώ έχει ξεκινήσει έρευνα και ανάπτυξη της μεθόδου σε αντικείμενα από κράματα χαλκού και από μόλυβδο. Πιο αναλυτικά, στη μονή της Σιμωνόπετρας υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός αντικειμένων από σίδηρο, που έχουν χρησιμοποιηθεί παλιότερα ή απλώς ανήκουν στη συλλογή της. Πρόκειται κυρίως για λαογραφικά αντικείμενα, από τα οποία μερικά βρίσκονταν θαμμένα, ύστερα από μεγάλη πυρκαγιά του προηγούμενου αιώνα, και τα υπόλοιπα βρίσκονταν στο σιδηρουργείο της μονής χωρίς να έχουν συντηρηθεί. Με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα η μονή έχει σκο-

πό να δημιουργήσει ένα μουσείο σιδηρών αντικειμένων, όπου θα εκτίθενται όλα τα σιδηρά εργαλεία και άλλα αντικείμενα, που έχουν καθαριστεί με τη μέθοδο της επεξεργασίας με πλάσμα. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1995 έχει επιστραφεί στη μονή ένας σημαντικός αριθμός αντικειμένων συντηρημένων με τη μέθοδο του πλάσματος. Επίσης, προγραμματίζεται από το Νομισματικό Μουσείο η συντήρηση αρκετών ομάδων από νομίσματα και η μέθοδος υπόσχεται να «αποκαλύψει» τις λεπτομέρειες της επιφάνειας τους, γεγονός πολύ σημαντικό για το μουσείο, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά είναι πολύ χρήσιμα για τη χρονολόγηση τους. Παράλληλα, έχει ξεκινήσει έρευνα για την επιτυχή επεξεργασία του μολύβδου — και η μονή και το μουσείο έχουν βυζαντινές σφραγίδες στη συλλογή τους, οι οποίες κινδυνεύουν να καταστραφούν, επειδή ο μόλυβδος είναι πολύ εύθραυστος όταν διαβρώνεται. Άλλη σημαντική κατηγορία αντικειμένων, για τα οποία απαιτούνται αποτελεσματικότερες μέθοδοι καθαρισμού και συντήρησης από τις υπάρχουσες, είναι τα μη μεταλλικά ή τα μερικώς καλυμμένα με μέταλλο. Τέτοια αντικείμενα είναι (α) τα κεραμικά από ανασκαφές που είναι συνήθως καλυμμένα από σκληρή κρούστα ανθρακικού ασβεστίου, (β) μαρμάρινα αντικείμενα των οποίων η επιφάνεια είναι διαβρωμένη από την ατμοσφαιρική μόλυνση, (γ) εικόνες, ευαγγέλια και άλλα αντικείμενα μερικώς καλυμμένα από μέταλλο. Τα αρχαιολογικά ευρήματα που προέρχονται από ανασκαφή είναι συνήθως καλυμμένα με ένα συμπαγές και σκληρό στρώμα, που αποτελείται από συσσωματωμένα χώμα, πέτρες και οξείδια του μετάλλου. Τα μέταλλα οξειδώνονται με την παρουσία οξυγόνου, υγρασίας ή άλλων προσμίξεων στο έδαφος, ευνοϊκών για την οξείδωση τους. Με αυτό τον τρόπο η αρχική επιφάνεια του αντικειμένου διαβρώνεται σε βάθος που μπορεί να κυμαίνεται από μερικά χιλιοστά έως και όλο το πάχος του αντικειμένου. Το στρώμα αυτό εκτός από τα οξείδια περιέχει και χλωρίδια, που εισχωρούν σε αυτό από το έδαφος και δρουν ως καταλύτες περαιτέρω διάβρωσης, όταν το αντικείμενο έρθει σε επαφή με την ατμόσφαιρα. Η κύρια πηγή πληροφοριών για ένα μεταλλικό αντικείμενο είναι η αρχική του επιφάνεια, γιατί αυτή δίνει το αρχικό του σχήμα καθώς και όλες τις διακοσμητικές του λεπτομέρειες, στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στη χρονολόγηση και τη χρήση του αντικειμένου. Κύριο μέλημα του συντηρητή είναι ο εντοπισμός της αρχικής επιφάνειας μέσα από τον συνολικό εξωτερικό φλοιό διάβρωσης. Έτσι, η έννοια «καθαρισμός» ενός αρχαιολογικού ευρήματος συνίσταται στην απομάκρυνση του συσσωματώματος χώματος/οξειδίων μέχρι να εμφανιστεί η αρχική επιφάνεια του και η έννοια «συντήρηση» συνίσταται στην απομάκρυνση των βλαπτικών ιόντων (όπως χλωριόντων) που είναι υπεύθυνα για την


ενεργό διάβρωση, σταθεροποιώντας έτσι την επιφάνεια του. Με τη μέθοδο που εφαρμόζεται στον «Δημόκριτο», το αντικείμενο εισέρχεται στον αντιδραστήρα πλάσματος. Πλάσμα είναι το μερικώς έως ισχυρά ιονισμένο αέριο που στην προκειμένη περίπτωση προέρχεται από την εφαρμογή ηλεκτρομαγνητικών/υψίσυχνων πεδίων. Τα εργαστηριακά/βιομηχανικά πλάσματα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: α) Αυτά που δημιουργούνται σε ατμοσφαιρική πίεση ή κοντά σε αυτή και είναι συνήθως πολύ ζεστά. Τέτοια είναι οι σπινθήρες και τα τόξα ηλεκτροσυγκολλήσεως. β) Αυτά που δημιουργούνται υπό κενό και αποτελούν εκκενώσεις αίγλης χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας. Τέτοιου είδους πλάσματα χρησιμοποιούνται για επεξεργασίες επιφάνειας, όπως εναπόθεση και εγχάραξη υλικών και κυρίως λεπτών φιλμς. Αυτή η κατηγορία πλάσματος χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό και τη συντήρηση αρχαιοτήτων γιατί 1) είναι περισσότερο «χημικά ενεργό» από ό,τι το αντίστοιχο ουδέτερο αέριο (επειδή εκτός από τα ουδέτερα άτομα και μόρια του αερίου περιέχει ιόντα και ρίζες που είναι εντόνως δραστικά χημικά) και έτσι αντιδρά χημικά με την επιφάνεια του αντικειμένου που βρίσκεται μέσα σε αυτό και 2) είναι πλάσμα χαμηλής θερμοκρασίας και δεν υπάρχει κίνδυνος αλλαγής της δομής και της μορφολογίας του μεταλλικού αντικειμένου κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του μέσα σε αυτό, λόγω του ότι η αναπτυσσόμενη θερμοκρασία είναι πολύ πιο χαμηλή από το σημείο τήξης του. Συγκεκριμένα, η μέθοδος καθαρισμού συνίστατ��ι σε μια πρώτη επεξεργασία σε πλάσμα εκκένωσης

αίγλης υδρογόνου και μεθανίου. Η σύσταση αυτού του πλάσματος προκαλεί αναγωγή των οξειδίων της επιφάνειας και επακόλουθα αυξάνει το πορώδες της επιφανειακής κρούστας. Έτσι, ύστερα από δίωρη επεξεργασία του αντικειμένου στο πλάσμα η κρούστα γίνεται πιο μαλακή και εύκολα απομακρύνεται με ένα απλό νυστέρι. Μια δεύτερη, μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, επεξεργασία σε πλάσμα υδρογόνου, μεθανίου και αζώτου είναι αναγκαία, ώστε η αποκαλυφθείσα επιφάνεια του αντικειμένου να παθητικοποιηθεί έναντι της μετα-διάβρωσης. Η χημική σύσταση αυτού του πλάσματος απομακρύνει τα χλωρίδια και δημιουργεί προστατευτικό στρώμα αδρανές στους μηχανισμούς διάβρωσης. Έχει αποδειχθεί ότι η παραπάνω μέθοδος στην επεξεργασία των μεταλλικών, τουλάχιστον, αρχαιολογικών ευρημάτων είναι αποτελεσματική και ως προς την ποιότητα της επεξεργασμένης επιφάνειας και ως προς τη σταθερότητα έναντι της μετα-διάβρωσης. Επίσης, επιτυγχάνεται εξοικονόμηση εργασίας και χρόνου 10-20 φορές, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με τις συμβατικές μεθόδους. Η τεχνολογία του πλάσματος, λοιπόν, υπόσχεται πολλά στον τομέα καθαρισμού και συντήρησης αρχαιοτήτων και ευελπιστούμε να γενικεύσουμε τη μέθοδο και σε άλλα υλικά, όπως αυτά που προαναφέραμε, και παράλληλα να προσελκύσουμε και άλλους φορείς να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα. Σίδερο της μονής Σιμωνόπετρας πριν (πάνω) και μετά τον καθαρισμό και τη συντήρηση του (κάτω) με τη μέθοδο της επεξεργασίας σε πλάσμα χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας.

ΕΛ. ΦΙΛΙΠΠΑΚΗ - ΕΙΡ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΙΔΗ ΑΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ - ΕΥΑΓΓ. ΓΟΓΓΟΛΙΔΗΣΣΟΦ. ΦΙΛΙΠΠΑΚΗΣ

ΜΑΛΙΑ: ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ Ο αρχαιολογικός χώρος των Μαλίων απλώνεται, σε έκταση 45 στρεμμάτων, δίπλα στη θάλασσα, σε απόσταση 35 χλμ. ανατολικά από το Ηράκλειο Κρήτης. Υπήρξε σημαντικό μινωικό κέντρο (2000-1450 π.Χ.), είχε οικισμό κατά την περίοδο 1450-1200 π.Χ. και βασιλική κατά την παλαιοχριστιανική. Η πόλη έχει ανασκαφεί αρχικά από τον Ιωσήφ Χατζηδάκη (1915) και συστηματικά, από το 1921 ως σήμερα, από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Οι ανασκαφές, που αποκάλυψαν το 1/10 μόλις της πόλης, έφεραν στο φως το ανάκτορο, τη νεκρόπολη, ιερά, την «αγορά», μια κρύπτη και οικισμούς. Από αυτές προήλθαν έργα τέχνης, κεραμικά και χρυσά, πήλινα και πέτρινα αγγεία, σφραγίδες, κείμενα της γραμμικής Α και της ιερογλυφικής και, βέβαια, τα κτίρια, που έχουν συντηρηθεί αλλά δεν έχουν αναστηλωθεί, σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση. Ο αρχαιολογικός χώρος αποτελεί σήμερα ένα καταπληκτικό σύνολο που ενώνει αρχαιότητες και φυσικό περιβάλλον - θάλασσα, πεδιάδα, βουνά. Η φροντίδα για τη διαμόρφωση και την


ανάδειξη του χώρου, με ταυτόχρονη συντήρηση και προστασία των μνημείων της ζώνης γύρω από το ανάκτορο, οδήγησε στην εγκατάσταση μεγάλων στεγάστρων για την προστασία των πιο ευπρόσβλητων από τις καιρικές συνθήκες κτιρίων, στα οποία περιλαμβάνονται οι ανατολικές αποθήκες του ανακτόρου, η κρύπτη και το συγκρότημα Μ, που είναι το πιο καλοδιατηρημένο σύνολο της πρώτης ανακτορικής περιόδου (1800-1700 π.Χ.). Τα καινούρια στέγαστρα κατασκευάστηκαν από σύνθετη ξυλεία που αντέχει στην αλμύρα της θάλασσας, επιτρέπει κάλυψη μεγάλων εκτάσεων χωρίς ενδιάμεσους στύλους και ταιριάζει χρωματικά στο περιβάλλον. Η κάλυψη τους έγινε με διπλά πολυκαρβονικά φύλλα για λόγους θερμομόνωσης, ανθεκτικότητας, ευκαμψίας και σχετικής διαφάνειας. Η γενική μορφή των στεγάστρων επαναλαμβάνει αρμονικά τις καμπύλες των γύρω βουνών. Η συναρμολόγηση τους αφήνει ανοίγματα για τον αερισμό του χώρου και για μια σχετική επαφή με το περιβάλλον. Ή διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου των Μαλίων, που θα ολοκληρωθεί σύντομα, θα προσφέρει στον επισκέπτη μια εικόνα της αρχαίας μινωικής και ταυτόχρονα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής: των στεγάστρων, του αναψυκτηρίου και του εκδοτηρίου εισιτηρίων. M. SCHMID

Τα τρία στέγαστρα: στο συγκρότημα Μ, στην κρύπτη και στις ανατολικές αποθήκες του ανακτόρου.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΠΙΚΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ* Εδώ και αρκετά χρόνια, το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ προχωρεί, με τις δυσκολίες που έχουν όλες οι καινοτόμες προσπάθειες, στη δημιουργία του Μουσείου Υδροκίνησης στη Δημητσάνα. Η εμπειρία που αποκτάται από αυτό θα είναι, πιστεύω, αξιόλογη λόγω του μεγέθους, της πρωτοτυπίας και της επιδιωκόμενης εμβέλειας του έργου. Κάνοντας μια ανασκόπηση της ως τώρα εμπειρίας, κατέληξα ότι η κατάθεση της θα είναι χρήσιμη μόλις το έργο περαιωθεί, σε δύο, όπως ελπίζουμε, χρόνια. Ως τότε, έκρινα προτιμότερο να περιοριστώ στο κύριο θέμα, τη δημιουργία και διαχείριση τοπικών μουσείων τεχνικής κληρονομιάς, με στόχο κάποιες γενικές τοποθετήσεις, γιατί η μοίρα του δάσους καθορίζει την τύχη των δέντρων. «Δημιουργία και διαχείριση τοπικών μουσείων τεχνικής κληρονομιάς». Κάποιες παραλλαγμένες προσεγγίσεις του θέματος είναι ίσως «προκλητικότερες»: διαχείριση της δημιουργίας και δημιουργική διαχείριση των μουσείων. Ας μείνουμε δηλαδή σε επίπεδο στρατηγικής και πρακτικής, γιατί αυτό που προέχει για όλους, όσοι εδώ καταθέτουμε μαρτυρίες και όνειρα, είναι η αποτελεσματική δουλειά, άσχετα από τον γεωγραφικό χώρο και τον επιστημονικό τομέα που υπηρετούμε και τις επιμέρους αρχές που διέπουν τις ενέργειες μας. Συνήθως μας απασχολεί η δημιουργία, η

οργάνωση ενός μουσείου. Τα πράγματα φεύγουν (και εμείς μαζί τους): νοσταλγία, φιλοδοξία, αγωνία (ελατήρια ευγενή) ενεργοποιούν ενθουσιασμούς, ερασιτεχνισμούς και αυτοσχεδιασμούς... και «το ωραίον έργον συντελείται». Δεκάδες, σήμερα, στη χώρα μας τα θνησιγενή «μουσεία» αγνώστου περιεχομένου ή/και προϋπολογισμού ή/και υπολόγου ή/και ωραρίου λειτουργίας ή/και διάρκειας ζωής, άγνωστης -συχνά- ύπαρξης (τα μουσεία-σφραγίδες). Και, βέβαια, πολύ γνωστής αναποτελεσματικότητας. Έχετε προσωπική πείρα πολλών... Θα πρέπει πάντως να ξεκαθαρίσουμε, αν δεν θέλουμε να συνεχίσουμε την παραγωγή μουσείων-φαντασμάτων, ότι ο τεχνικός πολιτισμός δεν χρειάζεται τέτοια μεταχείριση, ότι η χώρα μας δεν χρειάζεται πια άλλα «άδεια πουκάμισα». Για να παρακάμψουμε τον Μαλέα αυτού του επαρχιωτισμού (έννοια ποιοτική και όχι γεωγραφική), θα πρέπει, όσοι μιλούμε για μουσεία, να αντιληφθούμε την πρωταρχική σημασία της διαχείρισης της δημιουργίας τους, να κατανοήσουμε δηλαδή την ανάγκη ότι οι όποιες θετικές προθέσεις πρέπει να αναχθούν σε μια σύγχρονη στρατηγική, να απογραφούν σε ένα εθνικό πρόγραμμα και να χρεωθούν επίσης σε έναν αποτελεσματικό μηχανισμό. «Στρατηγική» είναι ο μακροπρόθεσμος εθνικός σχεδιασμός. Συνεπάγεται απογραφή

πολιτισμικών αγαθών προς αξιοποίηση, ανθρώπινου δυναμικού (ειδικών) προς χρήση, διαθέσιμων οικονομικών δυνατοτήτων. Σημαίνει διαπίστωση πραγματικών αναγκών, διασαφήνιση έγκυρων και εφικτών στόχων, επιλογή κατάλληλων διαδικασιών. Επιβάλλει αξιολόγηση προτεραιοτήτων με στόχο την ποιότητα ζωής. «Πρόγραμμα» είναι η μεθοδευμένη πράξη σε όλους τους παραπάνω τομείς (απογραφές, διαπιστώσεις, αξιολογήσεις) με συνείδηση των μεγεθών (κόστους, χρόνου, σημασίας) και των αλληλεξαρτήσεων που καθορίζουν την πράξη για κάθε συγκεκριμένο έργο. «Μηχανισμός» σημαίνει: ειδικοί με επαγγελματική πείρα (επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού), σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο (νομικό επίπεδο), υποδομή, με την ευρεία έννοια του όρου (τεχνικό επίπεδο), πιστώσεις αλλά και διαφάνεια (οικονομικό επίπεδο), θεωρητική συγκρότηση αλλά και ηθικές αρχές (επιστημολογικό επίπεδο). Η επιτυχής λειτουργία του μηχανισμού σε όλα αυτά τα επίπεδα διασφαλίζει την πολυδιάστατη αποτελεσματική πράξη όχι μόνο για τη διαχείριση της δημιουργίας των μουσείων, την οργάνωση τους, αλλά, στη συνέχεια, και για τη δημιουργική διαχείριση τους, τη λειτουργία τους. Οργάνωση και διαχείριση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, της επιστημονικής-επαγγελματικής δουλειάς. Η πρώτη οδη-


γεί, πρέπει να οδηγεί, σε νέες, αποτελεσματικότερες μορφές, η δεύτερη σε νέες προοπτικές, και οι δυο μαζί στην καινοτομία. Όλοι έχουμε αντιληφθεί ότι έχουμε ανάγκη, σε κάποιο ποσοστό, την καινοτομία, τον εκσυγχρονισμό. Το ερώτημα μας σήμερα είναι: σε ποιο ποσοστό η δημιουργία αποτελεσματικών φορέων για την τεχνική μας κληρονομιά και η σύγχρονη διαχείριση αυτών των νέων φορέων διασφαλίζουν τις προϋποθέσεις και έχουν τις προοπτικές να επιτύχουν την επιζητούμενη καινοτομία. . Με αφετηρία το ερώτημα αυτό, ας επισκοπήσουμε την κατάσταση στα πέντε επίπεδα της πράξης, τα οποία μόλις επισημάναμε — και διακρίναμε για λόγους κυρίως μεθοδολογικούς. Από την άποψη του ανθρώπινου δυναμικού πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ή να παραγάγουμε ειδικούς με πολυεπιστημονική παιδεία ή τουλάχιστον δυνατότητα συνεργασίας σε πολυεπιστημονικό επίπεδο. Ειδικούς αυτού του είδους έχουμε πολύ λίγους. Ο εμπειρισμός, στον οποίο συνήθως καταλήγουμε, είναι ανεπαρκής - μια ψύχραιμη ματιά γύρω μας το επιβεβαιώνει. Χρειαζόμαστε σύγχρονη παιδεία, πρακτική μετεκπαίδευση, υψηλή θεωρητική κατάρτιση, συνεχή ενημέρωση στο διεθνές ταχύρρυθμο γίγνεσθαι και αυτοψία των ελληνικών πραγμάτων απαλλαγμένη μυθολογημάτων. Χρειαζόμαστε δηλαδή μια Σχολή Οργανοδιαχείρισης της Πολιτισμικής Κληρονομιάς, όπου θα βρουν τη θέση τους η ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, η τεχνολογία, η μουσειολογία, η συντήρηση και πολλά άλλα ακόμη. Αυτό είναι έργο βασικό και μακροπρόθεσμο για το κράτος ή την ιδιωτική πρωτοβουλία. Ως τότε, ως ελληνικό TICCIH, για να μην περιοριζόμαστε στα λόγια για το δέον γενέσθαι και στους αυτοσχεδιασμούς στην πράξη, θα ήταν πιστεύω χρήσιμο: α) Να οργανώσει το TICCIH επαναλαμβανόμενα σεμινάρια στον τομέα αυτό «επιστρατεύοντας» τους όποιους ειδικούς έχουμε, για να διαμορφωθεί τουλάχιστον μια πρώτη εικόνα των γνωστικών αναγκών του χώρου στον οποίο αναφερόμαστε και των πολυεπιστημονικών προϋποθέσεων έγκυρης πράξης. Μπορεί, πιστεύω, να βρεθεί κάποιο ποσό γι' αυτά από τον πακτωλό που διατίθεται σε τόσα σεμινάρια-φαντάσματα. β) Να συγκροτηθεί επίσης από το TICCIH (σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού) μια ομάδα εργασίας για την προετοιμασία σχεδίου νόμου με αντικείμενο τη μορφή και το πρόγραμμα αυτής της Σχολής Οργανοδιαχείρισης (με απαλλαγή της Ομάδας και της Σχολής, στην πρώτη τους τουλάχιστον φάση, από παρεμβατισμούς και λοιπούς -ισμούς που επιφέρουν επαύξηση του δημόσιου χρέους και άλλα δεινά. Πρότυπα για τις δύο αυτές παιδευτικές δραστηριότητες υπάρχουν. Μουσεία και σχολές δεν οργανώνονται σωστά χωρίς σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο. Η νομοθεσία, εάν υπάρχει είναι τόσο παλαιά και ελλιπής ώστε δημιουργεί μάλλον παρά λύνει προβλήματα. Είναι γνωστό το χάος της νομοθεσίας μας γενικά και η με ταχείς ρυθμούς καταστροφή του τεκμηριωτικού υλικού που

αυτή οφείλει να προστατεύει, θα ήταν, πιστεύω, χρήσιμο να αναλάβει το TICCIH πρωτοβουλία για την προετοιμασία, από ομάδα εργασίας, ενός σχεδίου νόμου για την τεχνική κληρονομιά. Χωρίς αυτόν η κρατική μηχανή θα εργάζεται στο κενό, η επιστημονικήεπαγγελματική μας υπόσταση θα είναι μετέωρη, η διεθνής μας εικόνα αρνητική, χωρίς αυτόν θα «είναι οι προσπάθειες μας σαν των Τρώων». Η τρίτη προσέγγιση, στο τεχνικό επίπεδο, μας φέρνει μπροστά στην ανάγκη της δημιουργίας σύγχρονων μουσείων-κέντρων έρευνας. Χωρίς ειδικούς για τους επιμέρους τομείς, χωρίς βιβλιοθήκες, εργαστήρια, περιοδικό επικοινωνίας (ως τότε οι στήλες της Τεχνολογίας θα είναι ανοιχτές σε όλους), συνέδρια σαν το σημερινό και άλλες εξειδικευμένες συναντήσεις, χωρίς τη στήριξη και το κλίμα μιας επιστημονικής κοινότητας με συγκροτημένα ενδιαφέροντα -αναφέρομαι σε εμάςτα αποτελέσματα θα είναι σχεδόν πάντα πολύ κατώτερα των προσπαθειών μας. Δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με τη βιομηχανική λ.χ. αρχαιολογία ευκαιριακά, παραπληρωματικά - αλήθεια, πόσοι είναι οι μηχανολόγοι ανάμεσα μας; Πιστώσεις και διαφάνεια είναι η τέταρτη προσέγγιση. Χρήματα υπάρχουν, γιατί όμως δεν παράγουν αποτέλεσμα όλοι το γνωρίζουμε. Κονδύλια μοιράζονται, πώς όμως αξιολογούνται οι αποδέκτες, ελάχιστοι το γνωρίζουν. Η απουσία μας, ως επιστημονικούεπαγγελματικού κλάδου, από τη δημόσια ζωή έχει αρνητικές επιπτώσεις στα πολιτισμικά θέματα που υπηρετούμε, θα ήταν ίσως χρήσιμο -και παρακαλώ να μη θεωρηθώ αιθεροβάμων- αν το TICCIH ζητούσε να συμμετέχει με εκπρόσωπο του στην κατανομή των επιχορηγήσεων, αν ζητούσε ένα ελάχιστο έστω ποσοστό, από αυτές για την τεχνική κληρονομιά. Αν... Ξαναγυρίζουμε έτσι στη σημασία της θεσμικής κατοχύρωσης του τομέα μας. Πέμπτη, και τελευταία, αλλά ίσως και η σημαντικότερη θεώρηση: στο επιστημολογικό επίπεδο. Να διευκρινήσουμε κάποιες έννοιες-κλειδιά, βασικές στη δουλειά μας: τοπικά μουσεία, τεχνικός πολιτισμός, κληρονομιά, και να αναφερθούμε σύντομα στην επιστημονική-επαγγελματική δεοντολογία για τη διαχείριση τους. Το τοπικό μουσείο δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου και, η οργανοδιαχείρισή του καθορίζεται από παραμέτρους που υπερβαίνουν σήμερα και την εθνική ίσως κλίμακα. Από πολιτισμική άποψη, τόπος μας πια είναι ο πλανήτης και η επιβίωση μας κρίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τουλάχιστον. «Όντας ο Θεός έπλασε τον κόσμο και το Ληξούρι» έγραφε παλιά ο Λασκαράτος. Δεν σοβαρολογούσε! Ας μη συγχέουμε τον τόπο, τη θέση ενός μουσείου με την εμβέλεια της σημασίας του, που, με τα σημερινά δεδομένα, πρέπει να είναι τουλάχιστον σε κλίμακα περιφέρειας. Δεν έχουμε, και φοβούμαι ότι θα αργήσουμε να αποκτήσουμε, το ανθρώπινο δυναμικό, το θεσμικό πλαίσιο και τα μέσα (υποδομή και πιστώσεις) που θα μας επιτρέψουν να οργανώσουμε σωστά τεχνικά μουσεία. Ας μη σπαταλάμε λοιπόν ενθουσιασμό, πείσμα, υπομονή και τις

ελάχιστες πιστώσεις για έργα καταδικασμένα προκαταβολικά, θα πρέπει να συν-αξιοποιήσουμε τις περιορισμένες σήμερα δυνάμεις και δυνατότητες μας σε λίγους, σημαντικούς στόχους. Εδώ θα ήταν ίσως χρήσιμο το ελληνικό TICCIH να μελετήσει, να αξιολογήσει, να επιλέξει: χρειαζόμαστε έναν εφικτό εθνικό προγραμματισμό. Να ένα θέμα για το δεύτερο πανελλήνιο συνέδριο μας. Στον τομέα του τεχνικού πολιτισμού δεν θα πρέπει να επαναλάβουμε την οδυνηρή ιστορία της λαογραφίας, που ξέπεσε, από τα μέσα περίπου του αιώνα και ως τις μέρες μας, σε φολκλορισμό. Η σπουδή του τεχνικού, του υλικού πολιτισμού έχει ανάγκη πολυεπιστημονικών προσεγγίσεων. Ας αξιοποιήσουμε τα λάθη του παρελθόντος: η επιστημονική δουλειά στους επιστήμονες. Η τεχνική κληρονομιά δεν είναι κάποια κελύφη κτιρίων, κάποιες παλιές μηχανές ή ένας αποκατεστημένος αλευρόμυλος. Είναι ένα κεφάλαιο της ιστορίας μας και προστασία του σημαίνει την αξιοποίηση του, δηλαδή τη δυναμική, κριτική ένταξη του στον σύγχρονο πνευματικό βίο, ο οποίος συμπεριλαμβάνει παιδεία, έρευνα, καλλιτεχνική δημιουργία, βιομηχανία πολιτισμικών προϊόντων. Μην αυτοτοποθετούμεθα στο περιθώριο. Αξιοποίηση της σημαίνει ακόμη, και κυρίως, δυναμική της ένταξη στην κρίσιμη διπλή προσπάθεια οικονομικής ανάπτυξης και παραγωγής εθνικής κουλτούρας, ομόλογης προς την παράδοση και την ανάπτυξη για την αποφυγή της πολιτισμικής μας ισοπέδωσης, αυτήν που υπαγορεύουν και τα μέσα επικοινωνίας με οδηγό τους το «ζει ό,τι πουλάει», το γενικό δηλαδή ξεπούλημα. Στοιχείο της επιστημονικής-επαγγελματικής μας δεοντολογίας είναι, τέλος, η υπέρβαση -τουλάχιστον στις μεταξύ μας σχέσειςτων «συμπεριφορικών» υποπροϊόντων της επαρχιακής μας ανεπάρκειας, αυτών που πριονίζουν το λεπτό κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε. Αγαπητοί συνάδελφοι, δεν είναι η λάσπη το καλύτερο συνεκτικό υλικό των προσπαθειών μας. Ο Θεός βέβαια έπλασε τον άνθρωπο «χουν από της γης», από λάσπη, «ενεφύσησεν, όμως, εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» και ο λόγος, το αιτούμενο εδώ, στη δουλειά μας, είναι αυτή η πνοή, χωρίς την οποία ξαναγυρίζουμε στο αρχικό υλικό μας. Τα άλλα αρνητικά, όσα παράγει ασταμάτητα και μας χρεώνει η βαθιά εθνική μας κρίση, είναι ο έξωθεν σταυρός μας. Αυτόν, οι παλιότεροι μάθαμε να τον φέρουμε... Ας προσπαθήσουμε, δημιουργώντας νέες συνθήκες δουλειάς -και σε αυτές στόχευσε η ανακοίνωση μου- να είναι ελαφρότερος αυτός ο σταυρός που θα φέρουν οι νεότεροι. Γιατί ο δρόμος είναι ανηφορικός... Υπήρξα συνοπτικός, συχνά σχηματικός. Παρακαλώ, μη με θεωρήσετε απαισιόδοξο. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

* Ανακοίνωση στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τη Διάσωση της Τεχνικής μας Κληρονομιάς (Θεσσαλονίκη, 1 -5 Δεκεμβρίου 1994).


Τα εντυπωσιακά κατάλοιπα των βιομηχανικών κτιρίων στη βιομηχανική ζώνη της Νέας Ιωνίας Αττικής (Περισσός) οδήγησαν την έρευνα στην αποκάλυψη μιας ολόκληρης βιομηχανικής πόλης, που η εικόνα της αποσπασματικά και μόνο υπάρχει στη μνήμη των παλαιότερων κατοίκων της.* Στη θέση «Ποδαράδες», όπως ήταν γνωστός ο χώρος πριν από τον ερχομό των προσφύγων, αγοράστηκε το πρώτο οικόπεδο, το 1918, από τον Νικόλαο Κυρκίνη, γνωστό εργοστασιάρχη της εποχής, ιδρυτή της μεγαλύτερης κλωστοϋφαντουργικής εταιρείας-της Αθήνας, της «Ελληνικής Εριουργίας ΑΕ». Σε αυτό το χώρο, που τότε διέθετε συγκοινωνία (σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας-Κηφισιάς και δρόμο προς το «χωρίον Ηράκλειον») καθώς και αφθονία νερού από το παρακείμενο ρέμα του Περσού ποταμού (Ποδονίφτης), ο Νικόλαος Κυρκίνης έστησε αρχικά σε έναν παλιό υδρόμυλο το πλυντήριο της εριουργίας. Αμέσως μετά, ίδρυσε εργοστάσιο μεταξουργίας (1919), που το 1923 μετατράπηκε σε Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνική Μεταξουργία ΑΕ». Το 1924, για τις ανάγκες αφ' ενός της Ελληνικής Εριουργίας ΑΕ και της Ελληνικής Μεταξουργίας ΑΕ και αφ' ετέρου των παρακείμενων οικισμών -Νέα Ιωνία, Νέο Ηράκλειο, Αμαρούσιον- ίδρυσε εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής με την επιστημονική και τεχνολογική υποστήριξη της AGG και της Linke - Hofmann Lauchammer. Την ίδια χρονιά, χτίστηκαν τα εργοστάσια κοπής και ραφής στρατιωτικών και πολιτικών ενδυμάτων με προοπτική απασχόλησης 2500 εργατριών από τον προσφυγικό συνοικισμό, το ξυλουργείο, το μηχανουργείο, το σιδη-

ρουργείο, και το 1925 υψώθηκε το μνημειώδες κτίριο του εργοστασίου της βαμβακουργίας. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου στηρίχθηκε σε σχέδια της εταιρείας υφαντουργικών μηχανημάτων Brooks και Doxey και δεσπόζει ακόμη και σήμερα στην περιοχή ως κτίριο γοήτρου, προβάλλοντας το μεγαλείο του ιδιοκτήτη του. Δίπλα στο εργοστάσιο χτίστηκε ο εργατικός συνοικισμός, κατά τα πρότυπα των ευρωπαϊκών βιομηχανικών πόλεων, έργο πρωτοποριακό για την εποχή του, με όλη την αναγκαία υποδομή για τις οικογένειες των εργατών. Το 1924, και ενώ οι πρόσφυγες κατακλύζουν τη Νέα Ιωνία, ο Ν. Κυρκίνης επεξέτεινε εντυπωσιακά την Ελληνική Μεταξουργία και ίδρυσε εργοστάσιο ταπητουργίας, την «Ελληνική Ταπητουργία ΑΕ». Το 1929, ιδρύθηκε το εργοστάσιο «Ελληνική Βιομηχανία Μετάξης ΑΕ». Το 1932, ο Ν. Κυρκίνης, μετά τις κατηγορίες κατάχρησης και απάτης και τον μακρόχρονο δικαστικό αγώνα, αν και δικαιωμένος, αυτοκτόνησε άρρωστος στο φθισιατρείο. Η Εταιρεία ορθοπόδησε με τη βοήθεια της Εθνικής Τράπεζας, η οποία την ίδια χρονιά ιδρύει την «ΕΒΥΠ» (εργοστάσιο υφαντουργικών προϊόντων). Το 1935, την Εταιρεία Ελληνική Εριουργία ΑΕ αναλαμβάνει ο Μποδοσάκης Αθανασιάδης και το 1937 ιδρύονται τα «Εκκοκκιστήρια Νέας Ιωνίας». Το «μικρό Manchester», που ήταν το όραμα του Ν. Κυρκίνη, έγινε πραγματικότητα. Οι ουρές των εργατών που ξεκινούσαν από τα εργοστάσια έφθαναν ως τη Νέα Ιωνία. Η Ελληνική Εριουργία ΑΕ υπήρξε εταιρεία κολοσσός, μια εθνική βιομηχανία με πολυκύμαντη ιστορία, που δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί με τούτο το σύντομο σημείωμα. Οι πρόσφυγες, που αρχικά αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό στα εργοστάσια του Ν. Κυρκίνη, σύντομα έδωσαν το δικό τους στίγμα στην ανάπτυξη της βιομηχανίας στην περιοχή. Στο χώρο της Ελευθερούπολης, που καθορίστηκε από την ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων) ως «Χώρος Εργοστασίων», επιδόθηκαν στην πατροπαράδοτη τέχνη τους, την ταπητουργία και παράλληλα στην κλωστοϋφαντουργία. Στην περιοχή, αναπτύχθηκαν τέσσερις μεγάλες μονάδες, που εξακολουθούν και σήμερα να δεσπόζουν, καθώς και δεκάδες μικρές βιοτεχνίες. Το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας «Μουταλάσκη» ιδρύθηκε το 1924 από τους Τσαλίκογλου και το 1926 οι αδελφοί Σινιόσογλου το μετέτρεψαν σε «AYE Μουταλάσκη», δημιουργώντας μια τεράστια επιχείρηση παραγωγής βαμβακερού υφάσματος, του λεγόμενου «κάμποτ». Το 1928 ιδρύθηκαν τα «Κλωστοϋφαντήρια Αθηνά» από τους αδελφούς Σινιόσογλου που παρήγαν βαμβακερά προϊόντα. Η «Ιωνική Υφαντουργία» ιδρύθηκε από τους αδελφούς Κεσίσογλου στο χώρο που προηγουμένως ανήκε στην ταπητουργική εταιρεία «Σπάρταλης», ενώ η ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία των Εφραίμογλου και Στύλογλου «Τρία Άλφα» ιδρύθηκε το 1929 με

αποκλειστική παραγωγή τα εγγλέζικα κασμίρια, εφάμιλλα εκείνων του εξωτερικού. Η βιομηχανική παράδοση της Νέας Ιωνίας υπήρξε σημαντική για την οικονομική ιστορία του τόπου και η διαδρομή που ακολούθησε συνδέθηκε άμεσα με τη μοίρα της εθνικής μας βιομηχανίας. Η σημερινή γνωστή κρίση της κλωστοϋφαντουργίας και της βιομηχανίας γενικότερα είναι φανερή και στη Νέα Ιωνία, με τους βιομηχανικούς χώρους να κλείνουν ο ένας μετά τον άλλον. Τα περισσότερα κτίρια του Περισσού, αδιάψευστοι μάρτυρες μιας παλιάς δόξας, μένουν να υπολειτουργούν και άλλα να ερειπώνονται. Η αξιολόγηση και η διατήρηση τους ως μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς είναι θέμα ευαισθητοποίησης των τοπικών αρχών και του Υπουργείου Πολιτισμού. Η μαγεία της ανακάλυψης και αποκάλυψης ενός κόσμου που χάνεται και η αγωνία μας να διασωθεί ό,τι ακόμη υπάρχει, έστρεψαν την έρευνα μας στην αναζήτηση όλων των στοιχείων που συνθέτουν τη δομή του υπό μελέτη αντικειμένου. Τα αρχεία των εργοστασίων, το φωτογραφικό υλικό, οι παλιοί χάρτες και τα σχεδιαγράμματα, οι προφορικές μαρτυρίες και κυρίως ο τεχνολογικός εξοπλισμός αποτέλεσαν σημαντικό υλικό για τη στοιχειοθέτηση της βιομηχανικής κληρονομιάς αυτής της πόλης. Αργαλειό των δεκαετιών του '20, του '30 και του '40, μηχανές για το δίπλιασμα, σιδηρωτήρια, μηχανές φινιρίσματος, ποιοτικού ελέγχου, κομποδετική μηχανή, χρηστικά αντικείμενα από τα εργοστάσια, όπως το καρτορολόι του '20 από το εργοστάσιο Μουταλάσκη, το ρολόι του νυχτοφύλακα και άλλα, ανακαλύφθηκαν ύστερα από επίμονη αναζήτηση


όχι βέβαια στα ίδια τα μεγάλα εργοστάσια, αλλά σε διάφορες βιοτεχνίες, που υπήρξαν οι αποδέκτες του παλιού υλικού. Πρόσφατα, με ιδιαίτερη συγκίνηση ανακαλύψαμε μηχανήματα προερχόμενα από το εργοστάσιο της Ελληνικής Μεταξουργίας. Όλα φυλαγμένα από καλή τύχη και από μια ιδιαίτερη σύνδεση των ιδιοκτητών τους με το παρελθόν. Η ύπαρξη αυτού του υλικού και η ανάγκη για τη διαφύλαξη του κάνουν έντονο το ζήτημα της στέγασης του σε κάποιο χώρο. Στο 1 ο Πανελλήνιο Συνέδριο Βιομηχανικής Αρχαιολογίας, τον Δεκέμβριο του 1994, με θέμα «Ο ρόλος των Μουσείων Τεχνικού Πολιτισμού στην Ελλάδα», τολμήσαμε την πρόταση ίδρυσης ενός τεχνολογικού μουσείου στη Νέα Ιωνία, το οποίο να προβάλλει την ενασχόληση των κατοίκων με την ταπητουργία και την κλωστοϋφαντουργία ειδικά και γενικότερα τις

άλλες βιομηχανικές τους επιδόσεις, όπως στην καλτσοποιία και την υποδηματοποιία. Το βασικό πρόβλημα της στέγασης ενός τέτοιου μουσείου είναι εύκολο να ξεπεραστεί, αφού σύντομα ο Δήμος θα έχει στην κατοχή του ένα βιομηχανικό κτίριο του 1925, την παλιά «Ανατολική Ταπητουργία». Το συγκρότημα διαθέτει κατάλληλους χώρους για να δεχθούν το ογκώδες εκθεσιακό υλικό, έχει όμορους ακάλυπτους χώρους και βρίσκεται σε καίριο σημείο της Νέας Ιωνίας. Η πρακτική της επανάχρησης του χώρου που στέγασε κάποτε αυτά τα μηχανήματα, η οποία ακολουθείται στις περισσότερες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στα τοπικά μουσεία, θα ήταν έργο πνοής και ένδειξη ευαισθησίας από το Δήμο. Σήμερα, που ο προσφυγικός οικισμός εξαφανίζεται κάτω από τα δόντια του εκσκαφέα,

τα βιομηχανικά κτίρια σωπαίνουν και ρημάζουν και τα μηχανήματα γίνονται βορά στις φλόγες του καμινιού, σήμερα που το προσφυγικό στοιχείο αφομοιώνεται σε μια πόλη απρόσωπη όπου οι αναμνήσεις μακραίνουν και ξεφτίζουν, η κρυστάλλωση ψηγμάτων μνήμης μέσα από ένα τέτοιο μουσείο, με παράλληλη αναφορά στην ιστορική διαδρομή του τόπου, παρουσιάζεται ως ανάγκη.

Η Λαυρεωτική είναι η μεταλλοφόρα περιοχή της νότιας Αττικής, της οποίας η ύπαρξη και η ιστορία συνδέθηκε από την αρχαιότητα με την εξόρυξη και τη μεταλλευτική τέχνη. Οι μεταλλευτικές της φλέβες έθρεψαν τον κυκλαδικό, τον μινωικό και τον μυκηναϊκό πολιτισμό. Από τον 3ο μ.Χ. αιώνα όμως, το Λαύριο οδηγείται σε παρακμή και παραμένει σιωπηλό σχεδόν για 1500 χρόνια. Τα πράγματα αλλάζουν από το 1860 περίπου: το νεότερο μεταλλουργικό-μεταλλευτικό Λαύριο ανατέλλει. Κινητήρια δύναμη της αναγέννησης του αποτελούν τα μεταλλεία του - όπως ακριβώς και στην αρχαιότητα. Χάρη στο πλούσιο υπέδαφος του, αλλά και στη γεωγραφική του θέση (κοντά στην Αθήνα και με καλό λιμάνι), μετεξελίσσεται στο μεγαλύτερο μεταλλευτικό κέντρο της Ελλάδας και των Βαλκανίων και σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του κόσμου την περίοδο εκείνη. Η παραγωγή μολύβδου αρχίζει το 1865 και ο χώρος λειτουργεί και πάλι. Στη θέση «Εργαστήρια», δίπλα στο λιμάνι, δημιουργήθηκε η πρώτη μεταλλουργική βιομηχανία στην Ελλάδα από τη roux-defraisinet. Η πρώτη παραγωγή μολύβδου ξεκινά με την ανακαμίνευση των αρχαίων σκουριών, ενώ ήδη από το 1867, που παραχωρούνται από το Ελληνικό Δημόσιο τρία μεταλλεία, αρχίζει και η εξόρυξη μεταλλεύματος. Ύστερα από διάφορα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα στο Λαύριο, μορφοποιούνται δύο μεγάλες εταιρείες που μονοπωλούν τα μεταλλεία και τα προϊόντα τους: - Το 1873 η Ελληνική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου (ΕΕΜΛ) εγκαθίσταται στην περιοχή δυτικά του λιμανιού του Λαυρίου (Πόρτο Εργαστηράκια) και στην κοιλάδα της Νόριας. - Το 1875 η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου (ΓΕΜΛ) εγκαθίσταται στη θέση «Κυπριανός», ΒΔ της σημερινής πόλης και δυτικά του λιμανιού του Θορικού. Τα εργοστάσια της

γαλλικής και της ελληνικής εταιρείας ήταν οι μεγαλύτερες βιομηχανίες της Ελλάδας τον 19ο αιώνα, τόσο από πλευράς εγκαταστάσεων και χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας όσο και από πλευράς απασχολούμενου δυναμικού και παραγόμενου προϊόντος. Ο εξαγόμενος και από τις δύο εταιρείες μόλυβδος κάλυπτε περίπου το 10% του εξαγωγικού εμπορίου της χώρας. Μαζί με τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου μπαίνουν και τα θεμέλια της μελλοντικής πόλης του Λαυρίου, που ξεκίνησε ως μικρός οικισμός εργατών για να εξελιχθεί σε μικρό χρονικό διάστημα σε μια χαρακτηριστική βιομηχανική πόλη (1867-10.000 κάτοικοι). Το νεότερο Λαύριο αποτελεί μοναδικό για την Ελλάδα παράδειγμα βιομηχανικής πόλης που δημιουργήθηκε σε έρημη περιοχή για τις ανάγκες της βιομηχανίας και συγκεκριμένα της μεταλλουργίας. Μοναδικό κριτήριο που καθόρισε την ύπαρξη, την ανάπτυξη και τη λειτουργία της ήταν η παραγωγή μολύβδου των δύο εταιρειών. Στη ΓΕΜΛ και την ΕΕΜΛ ανήκουν τα εργοστάσια και η πλειονότητα των κατοικιών και των καταστημάτων. Αυτές φροντίζουν για την υγειονομική περίθαλψη με νοσοκομεία και φαρμακεία, για την εκπαίδευση με δικά τους σχολεία, κατασκευάζουν τις λιμενικές εγκαταστάσεις, το σιδηροδρομικό δίκτυο και τα δίκτυα υποδομής της πόλης. Αυτές οργανώνουν ακόμη και την πολιτιστική ζωή. Το 1977 σταματά οριστικά η εξόρυξη στα μεταλλεία, ενώ με την ανατολή του 1990 σταματά η λειτουργία του βιομηχανικού συγκροτήματος της ΓΕΜΛ. Η ελληνική εταιρεία έχει αποχωρήσει από το Λαύριο τυπικά ήδη από το 1933. Η μεταλλουργική παραγωγή μπορεί να σταμάτησε, όμως στην πόλη οι μαρτυρίες από τη δράση της είναι εμφανείς και εξακολουθούν να σηματοδοτούν τη ζωή της. Με την

παύση της λειτουργίας του εργοστασίου η γαλλική εταιρεία αποσύρεται οριστικά εκποιώντας και τις ιδιοκτησίες της. Ο κίνδυνος να χαθούν σημαντικές μαρτυρίες της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας και όχι μόνο του Λαυρίου ήταν προφανής. Το Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ), στο πλαίσιο της δραστηριότητας του για την προστασία του βιομηχανικού μας πολιτισμού, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα που στηρίζεται σε δύο βασικούς άξονες: - Την καταγραφή κα�� τη διάσωση των εγκαταστάσεων των δύο μεταλλευτικών εταιρειών. - Τη δημιουργία ενός μουσείου για τη διάσωση όλων των μαρτυριών της νεότερης ιστορίας του Λαυρίου. Η έρευνα και η καταγραφή περιλαμβάνει όχι μόνο τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τον μηχανολογικό εξοπλισμό των δύο εταιρειών, αλλά και κατοικίες, καταστήματα καθώς και εγκαταστάσεις αστικής, κοινωνικής και τεχνικής υποδομής της πόλης που οφείλονται στις εταιρείες. Όσον αφορά το θέμα του μουσείου, το ΥΠΠΟ ήδη παρακολουθούσε τις προσπάθειες της ΕΛΕΒΜΕ (Ελληνική Εταιρεία Βιομηχανικών και Μεταλλευτικών Ερευνών) για τη δημιουργία βιομηχανικού μουσείου στο χώρο των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της γαλλικής εταιρείας καθώς και τη δραστηριοποίηση του ΕΜΠ για τη δημιουργία μουσείου αρχικά και στη συνέχεια τεχνολογικού πάρκου στο χώρο. Το βιομηχανικό συγκρότημα επεξεργασίας μολύβδου της γαλλικής εταιρείας αποτελεί το πιο εντυπωσιακό σωζόμενο βιομηχανικό κτιριακό συγκρότημα της πόλης του Λαυρίου και ήδη έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το ΥΠΠΟ. Ο χώρος αυτός, ύστερα από διάφορες περιπέτειες και με την αποφασιστική συμβολή των ίδιων των Λαυριωτών αλλά και του ΕΜΠ, αγοράστηκε από την ΚΕΔ (Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου) με πιστώσεις που διέθεσε

ΟΛΓΑ ΔΑΚΟΥΡΑ-ΒΟΠΑΤΖΟΓΛΟΥ * Η αναγνώριση, η διατήρηση και η αξιοποίηση της βιομηχανικής κληρονομιάς της Ν. Ιωνίας αποτελούντο θέμα έρευνας διεπιστημονικής ομάδας που συγκροτήθηκε με ευθύνη του Σπουδαστηρίου Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων του ΕΜΠ, στην οποία συμμετέχει η συγγραφεύς του άρθρου. Η έρευνα χρηματοδοτείται από τη ΓΓΕΤ και το Δήμο της Ν. Ιωνίας.


το ΥΠΠΟ και με σκοπό «τη χρησιμοποίηση των χώρων και του μηχανολογικού εξοπλισμού τους για τη δημιουργία μουσείου τεχνολογίας και τεχνολογικού πάρκου για τεχνολογική έρευνα και συνεδριακού εκθεσιακού κέντρου σε συνεργασία ΥΠΠΟ-ΕΜΠ». Τα κτίρια, με όλες τις εγκαταστάσεις και τον περιβάλλοντα χώρο τους, περιήλθαν στην κατοχή του ΥΠΠΟ μετά την παραχώρηση τους από την ΚΕΔ. Στη συνέχεια υπογράφηκε σύμβαση παραχώρησης μεταξύ ΕΜΠ και ΥΠΠΟ. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, το ΕΜΠ αναλαμβάνει την υποχρέωση, μέσω φορέα που θα συσταθεί, να αποκαταστήσει, να επισκευάσει και να συντηρήσει ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα. Επίσης, αναλαμβάνει τη λειτουργία του, ως τεχνολογικού πάρκου, εκτός από το κτίριο του μηχανουργείου, το οποίο, αφού αποκατασταθεί σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΠΟ, αποδίδεται σε «απόλυτη κατοχή, εποπτεία και διαχείριση του Υπουργείου Πολιτισμού» για τη λειτουργία του μουσείου. Από τη σύμβαση προβλέπεται μεταξύ άλλων και ο ορισμός χώρων «κοινού ενδιαφέροντος» από τις εγκαταστάσεις του βιομηχανικού συγκροτήματος που θα στεγάσουν το τεχνολογικό πάρκο και οι οποίοι θα είναι επισκέψιμοι. Ξεκινώντας την προσέγγιση του μουσείου, θα ήθελα να αναφερθώ στον γενικότερο προβληματισμό που υπάρχει σήμερα στο ΥΠΠΟ για τα μουσεία, την οργάνωση, τη λειτουργία και το ρόλο τους. Είναι γνωστές οι συζητήσεις για τη δημιουργία μουσείων - ζωντανών μονάδων κοινωνικής συμμετοχής και δημιουργικής διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου. Το τρίπτυχο γνωριμία, κατανόησησυμμετοχή, διασκέδαση αποτελεί τον βασικό άξονα οργάνωσης και λειτουργίας όλων των σύγχρονων μουσείων. Σε αυτή την κατεύθυνση προσεγγίζεται και το μουσείο του Λαυρίου. Τα συγκεκριμένα ερωτήματα που τίθενται είναι τα ακόλουθα: - Ποιο θα είναι το αντικείμενο και το περιεχόμενο του;

- Ποιες οι δραστηριότητες και η λειτουργία του; - Ποιο θα είναι το οργανωτικό και θεσμικό του πλαίσιο; Αντικείμενο και περιεχόμενο. Ο τίτλος ενός μουσείου προσδιορίζει και το αντικείμενο του. Το αντικείμενο του μουσείου του Λαυρίου και κατ' επέκταση το περιεχόμενο του θα πρέπει να προκύψει ύστερα από συγκεκριμένη έρευνα και με διαδικασίες που θα εξασφαλίσουν την ενεργοποίηση και την καθοριστική συμμετοχή των Λαυριωτών. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να περιλαμβάνει την ιστορία των μεταλλείων και της μεταλλουργίας στην Ελλάδα. Τμήμα της ιστορίας αυτής είναι η μεταλλευτική παραγωγή του Λαυρίου. Το ίδιο το κτίριο του μουσείου και ο εξοπλισμός του καθώς και ο χώρος του Λαυρίου γενικότερα καθορίζουν την αναγκαιότητα αυτή. Θα πρέπει επίσης να μελετηθεί η σύνδεση του με την ιστορία των αρχαίων μεταλλείων καθώς και του αρχαίου μεταλλευτικού Λαυρίου. Οι δραστηριότητες και η λειτουργία. Με τη βοήθεια της διεθνούς εμπειρίας και σύμφωνα με τον σύγχρονο προβληματισμό για το ρόλο και τη λειτουργία των μουσείων, πιστεύω ότι το μουσείο του Λαυρίου θα πρέπει να λειτουργήσει ως ένα σύνθετο κέντρο έρευνας, εκπαίδευσης, αναψυχής και τουρισμού, πλαισιωμένο με τις κατάλληλες δραστηριότητες και εξυπηρετήσεις. Το μουσείο του Λαυρίου δεν θα πρέπει να αποτελέσει ένα χώρο όπου καθένας μαθαίνει και θαυμάζει το παρελθόν, αλλά ζωντανή μονάδα κοινωνικής δράσης. Και εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι για την κοινωνία του Λαυρίου τα μεταλλεία και η μεταλλευτική παραγωγή αποτελούν πρόσφατη και ζωντανή ιστορία. Για το λόγο αυτό, οι Λαυριώτες θα αγκαλιάσουν το μουσείο, επειδή αποτελεί συνέχεια της ζωής τους με νέες προοπτικές και όχι εμφύτευση νέων ενδιαφερόντων. Οργανωτικό και θεσμικό πλαίσιο. Ιδιαίτερη μέριμνα απαιτείται για την οργάνωση και τη νομοθετική ρύθμιση της ίδρυσης του μουσείου, ούτως ώστε στα δεδομένα -οικονομικά,

κοινωνικά, πολιτικά- της ελληνικής πραγματικότητας να μπορέσει να λειτουργήσει επιτυγχάνοντας τους στόχους που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Για τη μελέτη των παραπάνω τριών βασικών σημείων που θα καθορίσουν τη μορφή και τη λειτουργία του μουσείου, το ΥΠΠΟ συγκρότησε ομάδα εργασίας, η οποία σε σύντομο διάστημα υπέβαλε τις σχετικές προτάσεις της στην αρμόδια Δ/νση Λαϊκού Πολιτισμού. Στην ομάδα μετέχουν με εκπροσώπους τους, εκτός από το ΥΠΠΟ, το ΕΜΠ, το ΕΙΕ/ΚΝΕ και το TICCIH. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι το μουσείο του Λαυρίου δεν περιορίζεται στα όρια του βιομηχανικού συγκροτήματος της ΓΕΜΛ. Σίγουρα το κτίριο του μουσείου θα αποτελέσει το κέντρο έρευνας, μελέτης και γνωριμίας με την πόλη και την ιστορία της, που στο μεγαλύτερο μέρος της ταυτίζεται με την ιστορία των μεταλλείων και της μεταλλευτικής τέχνης και παραγωγής. Όμως, στη συνέχεια το μουσείο ανοίγει και απλώνεται σε όλη την πόλη, σε όλη τη Λαυρεωτική, στις εργατικές κατοικίες του Κυπριανού, στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της ελληνικής εταιρείας, στις πολιτιστικές αίθουσες των δύο εταιρειών, στα διάσπαρτα ανά τη Λαυρεωτική πηγάδια εξόρυξης, στις εργατικές κατοικίες της Πλάκας, και συνδέεται με τις αρχαίες στοές και τα πηγάδια, τον αρχαίο οικισμό και το αρχαιότερο θέατρο του κόσμου στον Θορικό και, τέλος, με το φυσικό περιβάλλον που δέχθηκε όλη αυτή τη δραστηριότητα. Ο τελικός στόχος θα πρέπει να είναι η οργάνωση ενός ευρύτερου γεωγραφικού χώρου, όπου η μουσειακή λειτουργία ξεκινώντας από το κτίριο του μουσείου θα διαχέεται στα ίδια τα κτίρια και τις εγκαταστάσεις -βιομηχανικές, κοινωνικές, αρχαίες και νεότερες- και θα συνδέεται με το φυσικό περιβάλλον που δέχθηκε όλη αυτή την ανθρώπινη δραστηριότητα. Θα πρέπει, τέλος, να αναφερθεί η ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει το μουσείο του Λαυρίου, καθώς συνυπάρχει με το τεχνολογικό


πάρκο του Λαυρίου. Η επιλογή εγκατάστασης μουσείου-τεχνολογικού πάρκου στο ιστορικό βιομηχανικό συγκρότημα του Λαυρίου στοχεύει κατ' εξοχήν στη διεύρυνση της ιστορικής συνέχειας που παρουσιάζει ο χώρος της Λαυρεωτικής με τη σύνδεση παρελθόντοςπαρόντος-μέλλοντος. Η συνύπαρξη των δύο αυτών δραστηριοτήτων δημιουργεί ένα πλαίσιο μοναδικού ενδιαφέροντος, όπου η σύγχρονη αναπτυξιακή λειτουργία συνδέεται με την ιστορία της. Η σχέση τεχνολογικού πάρκου και μουσείου Λαυρίου εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει αμφίδρομα: - Στο μουσείο προσφέρεται η δυνατότητα να αναπτύξει τον εκπαιδευτικό του ρόλο και να διευρύνει το κοινό που στοχεύει να προσελκύσει και να ενεργοποιήσει. - Στο τεχνολογικό πάρκο προσφέρεται ένα αναβαθμισμένο περιβάλλον - σημαντικό ζητούμενο για ένα χώρο έρευνας και τελικά προβολής των βιομηχανιών που θα εγκατασταθούν- καθώς και δυνατότητες ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής. Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι η δημιουργία της βασικής μουσειακής μονάδας μέσα στο τεχνολογικό πάρκο θέτει μια σειρά από σύνθετα θέματα που πρέπει να διερευνηθούν και τα οποία θα προσδιορίσουν και την εξειδίκευση, το στόχο και το σχεδιασμό του μουσείου και ειδικότερα τον εκπαιδευτικό του χαρακτήρα. Η εξειδίκευση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων ενός μουσείου αποτελεί, στη σημερινή αντίληψη των σκοπών και των δραστηριοτήτων των μουσείων, μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους. Η συνύπαρξη του μουσείου με έναν ζωντανό πυρήνα έρευνας και ανάπτυξης σύγχρονης τεχνολογίας μετατρέπει δυναμικά την προσέγγιση ιστορικών διαδικασιών σε σημεία μιας πορείας που μεταβάλλεται και εξελίσσεται και της οποίας η

σημερινή τεχνολογία είναι ένα ακόμη μεταβατικό στάδιο. Από τη σκοπιά αυτή, το πλέγμα των κτιρίων -μουσειακοί χώροι με άλλους όπου θα βρίσκονται σε λειτουργία εγκαταστάσεις της πρώην γαλλικής εταιρείας, ενταγμένες στη διαδικασία του τεχνολογικού πάρκου- δημιουργεί την ευκαιρία για μια πρωτοποριακή αντιμετώπιση του μουσείου. Το βασικότερο όμως θέμα, το οποίο πρ��πει να διερευνηθεί, αφορά τις σχέσεις μεταξύ τεχνολογικού πάρκου και μουσείου. Η ισορροπία μεταξύ των βασικών λειτουργιών του τεχνολογικού πάρκου αφ' ενός και του μουσείου ή και του μουσειακού χώρου αφ' ετέρου έχει επιπτώσεις ιδιαίτερα σημαντικές, αν π.χ. οι λειτουργίες των δύο ενοτήτων αποδειχθούν αντιφατικές και δημιουργήσουν δυσλειτουργίες στο συγκρότημα στο σύνολο του. Ο προσδιορισμός του χαρακτήρα των δραστηριοτήτων και της λειτουργίας του μουσείου δεν μπορεί παρά να αποτελέσει το αντικείμενο κοινού προβληματισμού με την εξειδίκευση των στόχων και του οργανωτικού πλαισίου του τεχνολογικού πάρκου. Κυρίως στο θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας του πάρκου, και δευτερευόντως του μουσείου, θα πρέπει να προβλεφθούν, ως ιδιαίτερη παράμετρος, οι ιδιομορφίες της λειτουργίας της κάθε ενότητας για την απρόσκοπτη λειτουργία του συνόλου. Στη λειτουργική παράμετρο, κατά το σχεδιασμό του κέντρου, το θεσμικό οργανωτικό πλαίσιο γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό. Αναφέρονται ενδεικτικά κάποια πρώτα ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια του κέντρου, ζώνες ή τμήματα με διαφορετικούς βαθμούς ελέγχου των προσβάσεων και διαφύλαξης του απόρρητου της έρευνας ή με τις ιδιαιτερότητες των ερευνητικών χώρων. Ταυτόχρονα, θα πρέπει το μουσειακό συγκρότημα και το τεχνολογικό πάρκο να δια-

μορφώνουν κανάλια επικοινωνίας και συνεργασίας με την κοινή χρήση λειτουργιών και χώρων, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ενδιάμεσες αφ' ενός της καθαυτό μουσειακής και αφ' ετέρου της αναπτυξιακής λειτουργίας, όπως το τμήμα συνεδριακών εκδηλώσεων και εκδηλώσεων αναψυχής, στο βαθμό που αυτές χωροθετούνται μέσα στις κύριες εγκαταστάσεις της πρώην γαλλικής εταιρείας. Χώροι, όπως αίθουσες προβολών, αμφιθέατρα ή χώρος περιοδικών εκθέσεων, είναι αναγκαίοι και στις δύο ενότητες, και κατά το σχεδιασμό τους θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η εναλλακτική χρήση τους για τις ανάγκες τόσο του μουσείου όσο και του πάρκου. Η κοινή ή εναλλακτική χρήση θέτει, εκτός από χωροθετικά ή αρχιτεκτονικά, ειδικά θέματα σχετικά με το διοικητικό και οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας του πάρκου. Πρέπει όμως να τονιστεί η σημασία της συγκρότησης ενός ενιαίου συνόλου μεταξύ τεχνολογικού πάρκου και μουσειακού συγκροτήματος, ανεξάρτητα από τις οργανωτικές και λειτουργικές τους ιδιαιτερότητες και τη σχετική αυτονομία που αυτές συνεπάγονται. Είναι ανάγκη, τόσο κατά το σχεδιασμό όσο και κατά τη λειτουργία τους, να προβάλλουν την εικόνα ενός ενιαίου συγκροτήματος όπως ενιαία λειτούργησε μέχρι σήμερα ο χώρος αυτός. Απαραίτητη προϋπόθεση γι' αυτό είναι η συνεργασία σε όλες τις φάσεις προγραμματισμού, σχεδιασμού, υλοποίησης και λειτουργίας των δύο βασικών συντελεστών ΕΜΠΥΠΠΟ, αλλά επίσης και του Δήμου Λαυρίου, ώστε το έργο, εντασσόμενο σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό πολιτιστικής ανάπτυξης και ανάδειξης της περιοχής, να αποτελέσει οργανικό στοιχείο στην κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης και της περιοχής.

Ο Βόλος είναι μια πόλη με βιομηχανικό παρελθόν που ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα, παρόν, και ελπίζουμε, και μέλλον. Οι σεισμοί του 1955, το κλείσιμο των σημαντικών προπολεμικών επιχειρήσεων στη δεκαετία του '60, η έλλειψη συντονισμού, ειδικής μέριμνας και πολλές φορές η άγνοια δεν κατέστησαν δυνατή, ως τα τελευταία χρόνια, την ανάληψη πρωτοβουλιών για τη διάσωση της βιομηχανικής κληρονομιάς της πόλης. Σήμερα λίγα πράγματα διατηρούνται από το παρελθόν και μόνο τα κελύφη των εγκαταλελειμμένων, πια, εργοστασίων το θυμίζουν. Με αυτά τα δεδομένα, η ίδρυση μουσείου το οποίο θα συγκεντρώσει, πριν είναι πολύ αργά, τα απομεινάρια του βιομηχανικού παρελθόντος της πόλης είναι ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Η εγκατάσταση του μουσείου βιομηχανίας στο χώρο του πρώην πλινθοκεραμοποιείου

Τσαλαπάτα ανήκει στις πρωτοβουλίες του Δήμου Βόλου για τη διατήρηση, μέσω της ένταξης νέων χρήσεων, των βιομηχανικών κτιρίων της πόλης. Από το 1988, που ξεκίνη-

σε η παραπάνω προσπάθεια, έχουν περιέλθει στο Δήμο Βόλου περίπου δέκα κτίρια, ενώ ήδη από το 1995 αρκετά από αυτά λειτουργούν με τις νέες χρήσεις τους. Παράλληλα, αξιοποιώντας και διευρύνοντας τις δυνατότητες των γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών, έχει συγκροτηθεί, στο πλαίσιο του Δήμου, ηλεκτρονικό αρχείο των μνημείων της πόλης, ώστε να υπάρχει άμεση και έγκυρη τεκμηρίωση για τις μελλοντικές πρωτοβουλίες του στο θέμα της διάσωσης και της επανάχρησής τους. Η επιλογή της χρήσης του πλινθοκεραμοποιείου Τσαλαπατά ως μουσείου βιομηχανίας της πόλης υπαγορεύτηκε από τρεις κυρίως λόγους: α) Το πλινθοκεραποιείο διατηρεί στο σύνολο τους και σε πολύ καλή κατάσταση τον κτιριακό και τεχνολογικό του εξοπλισμό, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα να ανιχνευ-

ΟΥΡΑΝΙΑ ΜΑΡΗ


τούν και να αποκατασταθούν όλες οι φάσεις λειτουργίας του. β) Η ίδρυση του μουσείου συνδέεται άμεσα με τις πρωτοβουλίες για την αναβάθμιση της περιοχής της συνοικίας των Παληών, που είναι το ιστορικό κέντρο της πόλης, οι οποίες χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα URBAN. γ) Η οργάνωση του χώρου, που η συνολική του έκταση επιτρέπει την παράλληλη εγκατάσταση και άλλων χρήσεων, οι οποίες υποβοηθούν την ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση των δραστηριοτήτων του μουσείου. Το ιστορικό της επιχείρησης Το πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπατά βρίσκεται στη συνοικία των Παληών, δυτικά του ομώνυμου κάστρου. Ιδρύθηκε το 1925 από τους αδελφούς Σπυρίδωνα και Νικολέτο Τσαλαπατά, οι οποίοι ήταν ήδη ιδιοκτήτες ενός μικρού κεραμοποιείου. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή του εργοστασίου έγιναν σύμφωνα με τις οδηγίες βέλγων μηχανικών, ενώ από το Βέλγιο προέρχεται και ο πρώτος τεχνολογικός του εξοπλισμός. Λειτουργούσε με τρεις ατμομηχανές συνολικής ισχύος 300 HP, διαθέτοντας πλήρες εγκατεστημένο δίκτυο κίνησης και φωτισμού. Η κτιριακή του υποδομή περιλάμβανε αίθουσα παραγωγής, μηχανοστάσιο, ξηραντήρια, μηχανουργείο και κάμινο τύπου Hoffman συνεχούς καύσης. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου το προσωπικό του εργοστασίου κυμαινόταν σε 200-300 άτομα με πλήρη απασχόληση. Κύρια προϊόντα του ήταν κεραμίδια βυζαντινά και τύπου Μασσαλίας και τούβλα διαφόρων τύπων. Η παραγωγή απευθυνόταν κυρίως στην εσωτερική αγορά, ενώ από το 1934 άρχισε τις εξαγωγές. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και οι σεισμοί του 1955 σηματοδότησαν την αρχή της αρνητικής πορείας της επιχείρησης, γεγονός που ισχύει για όλη την τοπική προπολεμική βιομηχανία. Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τη νέα συγκυρία, η επιχείρηση ανανέωσε την τεχνολογία της με την προμήθεια ηλεκτροκίνητων μηχανημάτων από την Ιταλία και, παράλληλα, επισκεύασε και επέκτεινε τον κτιριακό της εξοπλισμό προσθέτοντας νέα ξηρα-

ντήρια, υπόστεγα και γραφεία. Παρ' όλες τις προσπάθειες, ο ανταγωνισμός και οι οικονομικές απαιτήσεις που άρχισαν να συσσωρεύονται επέβαλαν το κλείσιμο της επιχείρησης το 1975. Η πρόταση για το μουσείο Είναι προφανές ότι είναι πολύ νωρίς για να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση για τις φάσεις οργάνωσης του μουσείου. Για το σκοπό αυτό είναι απαραίτητη η συγκρότηση διεπιστημονικής ομάδας ειδικών, η οποία, αξιοποιώντας την παγκόσμια εμπειρία για το θέμα σε συνάρτηση με τις τοπικές πραγματικότητες, θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό του έργου. Αυτή τη στιγμή ολοκληρώνονται οι διαδικασίες απόκτησης του χώρου, έχει γίνει η αποτύπωση του κτιριακού και του τεχνολογικού εξοπλισμού, ενώ στις άμεσες ενέργειες εντάσσεται και η τεκμηρίωση. Οι πρώτες σκέψεις είναι να λειτουργήσουν στο χώρο: - μόνιμη έκθεση των φάσεων λειτουργίας του κεραμοποιείου, - μόνιμη έκθεση της βιομηχανίας του Βόλου,

- κέντρο τεκμηρίωσης της τοπικής βιομηχανικής κληρονομιάς, - χώροι περιοδικών εκθέσεων και διαφόρων εκδηλώσεων, - παραγωγικά εργαστήρια εφαρμοσμένων τεχνών, - κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης σε θέματα σχετικά με τη διατήρηση της βιομηχανικής κληρονομιάς. Ο στόχος είναι, με πυρήνα την προβολή της τοπικής βιομηχανικής κληρονομιάς, στη διαχρονικότητα της, να δημιουργηθεί ένας σύγχρονος χώρος πολιτισμού που όχι μόνο θα συμβάλει στην αναβάθμιση της περιοχής, αλλά θα λειτουργήσει και ως σημείο αναφοράς για την πόλη. Απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση του παραπάνω στόχου είναι η ύπαρξη ενός σχεδιασμού ανοιχτού στις απαιτήσεις του παρόντος και τις προκλήσεις του μέλλοντος. ΑΙΓΛΗ ΔΗΜΟΓΛΟΥ * Το κείμενο βασίζεται σε παρέμβαση στο 1 ο Πανελλήνιο Συνέδριο του TICCIH, Θεσσαλονίκη, 24Δεμεβρίου 1994.

ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΦΑΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Η ιστορία της σήμανσης των θαλασσών με πυρσούς αρχίζει από τότε που «χαράχτηκαν» οι πρώτοι θαλάσσιοι δρόμοι. Πιστεύεται ότι οι ναυτικοί της Λιβύης και της Φοινίκης ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν πυρσούς για ασφαλέστερη ναυσιπλοΐα. Παράλληλα με την ανάπτυξη των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών στη Μεσόγειο και ειδικότερα στην Ανατολική, δημιουργήθηκαν περισσότεροι θαλάσσιοι δρόμοι, με επακόλουθο τη λειτουργία περισσότερων πυρσών. Αναφορές από τον Όμηρο, από αρχαία κείμενα, επιγραφές, νομίσματα, αγγεία και ανάγλυφα μας μεταφέρουν πλη-

ροφορίες για τους πρώτους πύργους με πυρσούς στην κορυφή τους, με σκοπό την εξυπηρέτηση των ναυτικών. Αργότερα, κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., κτίζεται και ο πυρσός της Αλεξανδρείας που συγκαταλέγεται στα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αυτό το εντυπωσιακό για την εποχή του έργο κτίστηκε πάνω στο νησάκι Φάρος, δανείζοντας έτσι για πάντα το όνομα του στους πετρόκτιστους πύργους που δηλώνουν τους θαλάσσιους δρόμους του πολιτισμού μέχρι σήμερα. Έτσι, λοιπόν, οι φάροι συμπορεύονται με τις θαλάσσιες δραστηριότητες του ανθρώ-

που ακολουθώντας την εξέλιξη της τεχνολογίας στον τομέα των ενεργειακών πηγών. Η ιστορία του φαρικού δικτύου των ελληνικών θαλασσών αρχίζει με τη σύσταση του ελληνικού κράτους, και σιγά-σιγά οι ελληνικές θάλασσες, ύστερα από 100 χρόνια, μετατρέπονται «σ' ένα μεγάλο πολυέλαιο», όπως είχε πει χαριτολογώντας ο θεμελιωτής του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου Στυλιανός Λυκούδης. Πρώτα-πρώτα ας ορίσουμε τον όρο Πέτρινοι Φάροι. Είναι κτίσματα πετρόκτιστα, σε καίρια αλλά πολλές φορές δύσβατα και δυσπρόσιτα σημεία, του 19ου και των αρχών του 20ού


αιώνα που κτίστηκαν με σκοπό να φωτίσουν τις μέχρι τότε σχεδόν σκοτεινές ελληνικές θάλασσες. Τα κτίρια των φάρων αποτελούνται από τον πύργο, τον κλωβό με το φωτιστικό μηχάνημα και την κατοικία των φαροφυλάκων. Στην Ελλάδα, λόγω του ήπιου κλίματος και των μικρών αποστάσεων για τις ανάγκες της φωτοβολίας, ο πύργος και η κατοικία, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, αποτελούν ένα ενιαίο κτιριακό σύνολο. Ο πύργος, κυκλικός, τετράγωνος ή οκταγωνικός, «ξεπετάγεται» από την ισόγεια κατοικία, η οποία ακολουθεί τον άξονα της κεντρικής εισόδου που βρίσκεται ευθεία και απέναντι από την είσοδο του πύργου. Ο πύργος περικλείει περισσότερα κτίσματα, κυκλική κλίμακα, με σφηνοειδή σκαλοπάτια, που οδηγεί στην κορυφή του, στον κλωβό, όπου βρίσκεται και το φωτιστικό μηχάνημα. Τα σκαλοπάτια, πέτρινα και αυτά, είναι είτε αρθρωτά, στηριγμένα στο κέντρο του πύργου, δημιουργώντας έτσι μια κολόνα από τη βάση έως την κορυφή, είτε στηριγμένα και δομημένα εσωτερικά στον τοίχο του πύργου δημιουργώντας ένα κενό από τη βάση έως την κορυφή του. Η ισόγεια κατοικία των φαροφυλάκων αποτελείται από υπνοδωμάτια, κουζίνα και αποθηκευτικό χώρο. Για την αποθήκευση βρόχινου νερού χρησιμοποιείται υπόγεια στέρνα μέσα ή έξω από το κτίριο. Ανάλογα με το μέγεθος του κτιρίου και τον αριθμό των φαροφυλάκων αλλά και με τις ανάγκες διαβίωσης σε απομακρυσμένα μέρη, πολλές φορές δίπλα σε αυτό κτίζονται επιπλέον βοηθητικοί χώροι -οι χώροι υγιεινής στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται έξω από το κτιριακό συγκρότημα. Ας σημειωθεί ότι τα βοηθητικά κτίσματα είναι μάλλον μεταγενέστερα του κυρίως κτιρίου του φάρου. Ένα άλλο στοιχείο που καθορίζει το μέγεθος του κτιριακού συγκροτήματος είναι το απομακρυσμένο και δυσπρόσιτο της θέσης του φάρου. Φάροι κτισμένοι κοντά σε οικισμούς και πόλεις δεν χρειάζονταν μεγάλα κτίρια, ώστε οι φαροφύλακες να είναι αυτάρκεις, σε αντίθεση με τους απομακρυσμένους φάρους. Ανάλογα με τις ανάγκες φωτοβολίας κάθε περιοχής, τη μορφολογία του εδάφους, τις καιρικές συνθήκες, τα δομικά υλικά και, τέλος, την επιθυμία προβολής του φάρου ως συμβόλου υπεροχής και γοήτρου της περιοχής, καθορίζεται και το ύψος του πύργου, το οποίο κυμαίνεται από 6 μ. έως 29 μ. Οι ενεργειακές πηγές των φάρων της περιόδου που εξετάζουμε -19ος-20ός αιώναςήταν έλαια, πετρέλαιο, αέρια, κυρίως η ασετυλίνη, ηλεκτρισμός και τέλος ηλιακή ενέργεια. Πολύ σημαντική ήταν η προσπάθεια μεγέθυνσης και καθορισμού της κατεύθυνσης της φωτοβολίας του παραγόμενου φωτός. Ύστερα από συνεχή μελέτη και παρατήρηση προέκυψε το συμπέρασμα ότι μόνον οι ορίζοντες ακτίνες προς την κατεύθυνση της θάλασσας ήταν χρήσιμες. Έτσι, διαμορφώθηκαν οπτικά συστήματα, κάτοπτρα από γυαλί και ορείχαλκο, διαφόρων τύπων και τρόπων φωτοβολίας, που εξελίσσονται προσαρμοζόμενα στις νέες τεχνολογίες. Δεν θα σταθούμε ιδιαίτερα στις πηγές ενέργειας και στα οπτικά συστήματα, γιατί αυτά αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο, που εμπερικλείει σχεδόν ολόκληρη τη νεότε-

Λιθάρι Σκύρου. Ο μοναδικός επιτηρούμενος φάρος ηλιακής ενέργειας.

ρη βιομηχανική ιστορία, ιστορία γεμάτη από τεχνικές και μεθόδους που επέτρεπαν τη φωτοβολία μεγάλων αποστάσεων, τη μονοσήμαντη αναγνώριση των φάρων καθώς και την κίνηση πολύ βαριών οπτικών συστημάτων. Την κίνηση των γιγάντιων οπτικών συστημάτων, που πολλές φορές ήταν συνδυασμός δύο και τριών μεθόδων και ζύγιζαν πολλούς τόνους, προκαλούσε ένα βάρος στην άκρη συρματόσχοινου που κατέβαινε όσο περνούσε η ώρα όπως στα ρολόγια τοίχου. Έτσι, οι φαροφύλακες, εκτός από το καθήκον της αφής και σβέσης του φανού, είχαν και το τακτικό «κούρδισμα», δηλαδή το ανέβασμα του βάρους πάλι επάνω. Αυτή η εργασία επαναλαμβανόταν ανά 2-4 ώρες, ανάλογα με το χρόνο περιστροφής του φανού, το βάρος αλλά και το ύψος του πύργου του φάρου. Στο πλαίσιο της έρευνας μου, που έχει αρχίσει από το 1989, για την καταγραφή και την αποτύπωση όλων των πέτρινων φάρων της

Ελλάδας, συγκέντρωσα στοιχεία για την ιστορία αλλά και την παρούσα κατάσταση αυτών των κτισμάτων που αποτελούν μνημεία της ναυτικής μας παράδοσης. Στο κατώφλι του 21ου αιώνα, οι φάροι, λόγω των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, του υψηλού κόστους συντήρησης των παλαιότερων τύπων και κτισμάτων αλλά και λόγω της αύξησης του πληθυσμού τους, μπορούν να διακριθούν στις εξής κατηγορίες: Α. Οι πέτρινοι φάροι οι οποίοι λειτουργούν ακόμη με φαροφύλακες -μόνο είκοσι ένας σε σύνολο εκατόν σαράντα- και διατηρούνται για λόγους σκοπιμότητας και εθνικής ασφάλειας. Β. Στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται οι περισσότεροι φάροι, οι οποίοι στεγάζονται σε παλαιά κτίσματα αλλά λειτουργούν με αυτόματο μηχανισμό χωρίς φαροφύλακες. Ας σημειωθεί εδώ ότι το Πολεμικό Ναυτικό δεν στελεχώνει πλέον το σώμα των φαροφυλάκων. Γ. Τέλος, υπάρχουν φάροι των οποίων τα κτίσματα βρίσκονται σε κατάσταση ερείπωσης, επειδή: είτε έχει αντικατασταθεί το φανάρι με πιο εξελιγμένα αυτόματα μέσα, είτε λόγω καθολικής αντικατάστασης του φάρου με σύγχρονη σιδερόπλεκτη κατασκευή. Η Ελλάδα αναλογικά με την έκταση της κατέχει τους περισσότερους φάρους στον κόσμο. Τα κτίρια αυτά καθεαυτό έχουν να επιδείξουν έναν θαυμαστό συνδυασμό αισθητικής και λειτουργικότητας. Η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού έχοντας στην αρμοδιότητα της όλο τον κύκλο εργασιών για τη λειτουργία του φαρικού δικτύου έχει αποθηκευμένα όλα τα παλαιότερης τεχνολογίας συστήματα των φανών, αλλά κυρίως τη ζωντανή μαρτυρία και τη γνώση των ανθρώπων που έζησαν ή ζουν ακόμη στους φάρους. Σκέψεις και ιδέες για το μέλλον των Πέτρινων Φάρων αρχίζουν να διαμορφώνονται, αλλά κατά την άποψη μου αυτό που δεν θα πρέπει να αλλάξει σε καμία περίπτωση είναι το καθεστώς ιδιοκτησίας των φάρων, οι οποίοι ανήκουν στο Πολεμικό Ναυτικό, δεδομένου ότι αποτελούν βασικό στοιχείο του πολιτισμού μας. ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΝΟΣ-ΠΑΛΜΕΡ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΠΑΤΡΩΝ Το Επιστημονικό Πάρκο Πατρών (ΕΠΠ) αποτελεί την πρώτη και πλέον επιτυχή πρωτοβουλία ανάπτυξης του θεσμού των τεχνολογικών και επιστημονικών πάρκων στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 1989 από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας και λειτουργεί έκτοτε ως ΑΕ. Οι κύριοι σκοποί του ΕΠΠ είναι η υποβοήθηση της ανάπτυξης νέων επιχειρήσεων βασισμένων σε τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν ή αναπτύσσονται σε ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα (spin-offs), η προσέλκυση ελληνικών και ξένων επιχειρήσεων για εγκατάσταση στους χώρους του τμημάτων έρευνας και ανάπτυξης τεχνολογικών προϊόντων υψηλής στάθμης, η ενίσχυση της επικοινωνίας και της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και βιομηχανίας σε ελληνικό και διεθνές επί-

πεδο, η υποκίνηση του ενδιαφέροντος της βιομηχανίας για αφομοίωση και εφαρμογή τεχνολογίας που προέρχεται από τα ελληνικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, η δημιουργία συνεργείων στον ερευνητικό και τον αναπτυξιακό τομέα και η συμβολή στην κοινωνική, οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος. Τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων και των ενεργειών του ΕΠΠ είναι μέχρι σήμερα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και η έναρξη της κατασκευής, στο άμεσο μέλλον, των σύγχρονων κτιριακών εγκαταστάσεων του εκτιμάται ότι θα ολοκληρώσει την προσπάθεια που ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια, προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας. Ε. ΒΟΥΚΕΛΑΤΟΣ


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Η ιστορία της επιστήμης και της τεχνολογίας αποτελεί σήμερα διεθνώς έναν δυναμικά αναπτυσσόμενο επιστημονικό και ακαδημαϊκό κλάδο. Στην Ελλάδα ο κλάδος αυτός άρχισε να συγκροτείται μόλις τα τελευταία χρόνια, ήδη όμως έχουν αναληφθεί αξιόλογες πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της συντεταγμένης ανάπτυξης και της θεσμικής του κατοχύρωσης. Η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Ιστορίας των Επιστημών και της Τεχνολογίας (ΕΕΙΕΤ), τον Μάρτιο του 1990, από είκοσι αρχικά επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, ήταν το πρώτο βήμα. Ακολούθησαν στη συνέχεια η ίδρυση του Τμήματος Μεθοδολογίας Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η δημιουργία του μεταπτυχιακού Προγράμματος Φιλοσοφίας και Ιστορίας των Επιστημών και της Τεχνολογίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και του επίσης μεταπτυχιακού (D.E.A.) Προγράμματος Ιστορίας της Επιστήμης, που λειτουργεί υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Lille III στο παράρτημα Θεσσαλονίκης του Γαλλικού Ινστιτούτου και, τέλος, η κυκλοφορία του εξαμηνιαίου περιοδικού Νεύσις, που έχει ως αντικείμενο την ιστορία και τη φιλοσοφία της επιστήμης και της τεχνολογίας. Σκοπός της ΕΕΙΕΤ είναι η προαγωγή και η διάδοση όλων των κλάδων και των πτυχών της ιστορίας της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ιδιαίτερα όμως αποσκοπεί στην ανάπτυξη της έρευνας των επιστημών στην αρχαία Ελλάδα, στη μελέτη των σχέσεων της δυτικής επιστήμης με τις επιστήμες στον νεοελληνικό χώρο, στη συμβολή της ελληνικής διασποράς στη διαμόρφωση της νεοελληνικής επιστήμης και, κυρίως, στη μελέτη της εξέλιξης των επιστημών και της τεχνικής από τις αρχές της επιστημονικής επανάστασης ως τις μέρες μας. Επίσης, σκοπός της ΕΕΙΕΤ είναι η προώθηση και η θεσμοθέτηση της διδασκαλίας της ιστορίας της επιστήμης και της τεχνολογίας στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στα έξι χρόνια ζωής της η ΕΕΙΕΤ έχει αναπτύξει σημαντικές δραστηριότητες, ορισμένες από τις οποίες είναι: 1. Η διοργάνωση, το 1991, στην Κέρκυρα διεθνούς συνεδρίου με θέμα «Contemporary Trends in the Historiography of Science». Στο συνέδριο συμμετείχαν περισσότεροι από πενήντα ειδικοί επιστήμονες, μεταξύ των οποίων οι πλέον έγκριτοι ερευνητές του εξωτερικού. Καρπός του συνεδρίου αυτού ήταν ο συλλογικός τόμος με τίτλο Trends in the Historiography of Science (K. Gavroglu, J. Christianidis, E. Nikolaidis, επιμ.), που κυκλοφόρησε, το 1994, στη γνωστή ακαδημαϊκή σειρά Boston Studies in the Philosophy of Science του οίκου Kluwer Academic Publishers. 2. Η διοργάνωση το 1991 στη Θεσσαλονίκη διεθνούς συμποσίου με θέμα «Η διδακτική αξιοποίηση της ιστορίας των επιστημών». Τα Πρακτικά του συμποσίου έχουν εκδοθεί από την ΕΕΙΕΤ (επιμέλεια Θ. Κρητικός). 3. Η διοργάνωση στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, δύο ημερί-

δων με θέματα «Οι μαθηματικές επιστήμες στην Τουρκοκρατία» (1990) και «Οι θετικές επιστήμες στην Τουρκοκρατία» (1992). Ο τόμος των Πρακτικών'της πρώτης από τις δύο ημερίδες αυτές έχει εκδοθεί από την ΕΕΙΕΤ και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (επιμέλεια Ε. Νικολαΐδης). 4. Η οργάνωση κάθε δεύτερο χρόνο του Πανελληνίου Συνεδρίου Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας. Ο θεσμός αυτός λειτουργεί επιτυχώς και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές διεξάγεται το τρίτο Συνέδριο (11-12 Οκτωβρίου 1996) στο κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ΕΕΙΕΤ εκδίδει περιοδικά ένα Ενημερωτικό Δελτίο, με το οποίο επιδιώκει να ενημερώνει τα μέλη της, αλλά και ευρύτερα την επιστημονική κοινότητα της χώρας μας για τις δραστηριότητες της και γενικότερα για εκείνες στο χώρο της ιστορίας των επιστημών και της τεχνολογίας (έρευνα, διδασκαλία, συνέδρια, εκδόσεις κ.λπ.).

Η ΕΕΙΕΤ αριθμεί σήμερα εκατό περίπου μέλη, πολλά από τα οποία εργάζονται στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Κρήτης, Πάτρας, Θεσσαλίας, Θράκης, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και το Εθνικό Αστεροσκοπείο. Μέλη της επίσης είναι υποψήφιοι διδάκτορες και μεταπτυχιακοί φοιτητές καθώς και καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης. Διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο, που εκλέγεται κάθε δύο χρόνια από τη γενική συνέλευση της Εταιρείας. Προ μηνών απεβίωσε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου καθηγητής Γ. Γκουνταρούλης. Τα υπόλοιπα έξι μέλη του σημερινού συμβουλίου είναι: Μ. Ασημακόπουλος (Αντιπρόεδρος), Γ. Χριστιανίδης (Γραμματέας), Θ. Κρητικός (Ταμίας), Μ. Χρυσοβέργης (Υπεύθυνος έκδοσης του Ενημερωτικού Δελτίου), Β. Κιντή και Μ. Ζουμπουλάκης. Όσοι ενδιαφέρονται για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες της ΕΕΙΕΤ μπορούν να απευθύνονται στη διεύθυνση, Γκιώνη 8, 117 42 Αθήνα, όπου και η έδρα της Εταιρείας. ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΔΗΣ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΛΩΝ

Τον Σεπτέμβριο του 1996 ιδρύθηκε το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων (Ι.τ.Ε.Μ.), σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με κύριους σκοπούς την έρευνα, την καταγραφή, τη μελέτη και την προστασία των ιστορικών μορφών μύλων στον ελληνικό χώρο καθώς και των συγγενών παραδοσιακών ενεργειακών συστημάτων. Μέσα στους σκοπούς του Ινστιτούτου περιλαμβάνονται ακόμη η δημιουργία αρχείου με λειτουργία σχετικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, η εξειδίκευση επιστημονικού και τεχνικού δυναμικού, η ίδρυση Μουσείου Ιστορίας των Μύλων, η οργάνωση τοπικών και διεθνών συναντήσεων, εκθέσεων και εκδόσεων καθώς και η παραγωγή ταινιών που θα προβάλλουν τους μύλους. Η προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του Ι.τ.Ε.Μ. αποτελείται από τη Μαρία Γρυπάρη, αρχιτέκτονα της 1ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟ, τον Στέφανο Νομικό,

αρχιτέκτονα, ερευνητή των ελληνικών μύλων, μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Μύλων (The International Molinological Society - T.I.M.S.), την Έφη Καρποδίνη-Δημητριάδη, λαογράφοαρχαιολόγο, πρόεδρο του δικτύου PACTEURETHNO του Συμβουλίου της Ευρώπης, τον Βασίλη Κονιορδο, αρχιτέκτονα της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ και την Ειρήνη Γεράρδη, ιδιοκτήτρια ανεμόμυλου στη Σέριφο. Τα γραφεία του Ι.τ.Ε.Μ. προσωρινά στεγάζονται Βασ. Κωνσταντίνου 28 (Παναθηναϊκό Στάδιο), Αθήνα 11635. Στο χώρο λειτουργεί σχετική έκθεση και βιβλιοθήκη. Τα γραφεία είναι ανοικτά κάθε Παρασκευή 13:30-21:30. Πληροφορίες: Μαρία Γρυπάρη, τηλ. 72 18 866, 18:30-20:30. Τηλέφωνο/Fax Ι.τ.Ε.Μ.: 72 52 535. Μ. Γ.

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΒΟΛΟΥ Το Δημοτικό Κέντρο Ιστορικών Ερευνών, Τεκμηρίωσης, Αρχείων και Εκθεμάτων (ΔΗΚΙ) ιδρύθηκε το 1991 από το Δήμο Βόλου για το συντονισμό των παρεμβάσεων του σε θέματα ιστορίας και πολιτισμού της πόλης. Βασικός

στόχος του οργανισμού αυτού, ο οποίος λειτουργεί με τη μορφή της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης, είναι η συγκέντρωση, η διαχείριση, η αξιοποίηση και η προβολή των πηγών κάθε είδους και τύπου που αφορούν την ιστό-


ρία του Βόλου και της περιοχής. Οι άμεσοι στόχοι του ΔΗΚΙ είναι: • η διαχείριση των ανενεργών και ημιενεργών δημοτικών αρχείων, με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού και των υπηρεσιών του Δήμου Βόλου, • η ενθάρρυνση των ερευνών για θέματα τοπικής ιστορίας, • ο εκσυγχρονισμός και ο εμπλουτισμός των δημοτικών βιβλιοθηκών, • η περιοδική έκδοση της τοπικής βιβλιογραφίας, • η συγκέντρωση και η παροχή τεκμηρίωσης για θέματα που αφορούν τις δραστηριότητες του Δήμου και της πόλης, • η συγκέντρωση υλικού και η συμμετοχή στο σχεδιασμό και τη διαχείριση των μουσείων ιστορίας και βιομηχανίας της πόλης. Οι παραπάνω στόχοι υποστηρίζονται και προβάλλονται μέσα από εκδηλώσεις λόγου, σεμινάρια, εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και εκδόσεις. Έτσι, στο διάστημα που μεσολάβησε από την ίδρυση του ΔΗΚΙ πραγματοποιήθηκαν τρία σεμινάρια κατάρτισης σε θέματα οργάνωσης αρχείων και τεκμηρίωσης, δύο εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά ηλικίας από έξι έως

δώδεκα χρονών και σαράντα πέντε εκδηλώσεις με πυρήνα την τοπική ιστορία, αλλά και θέματα σύγχρονου προβληματισμού. Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν τέσσερις εκδόσεις: Η βιομηχανία του Βόλου (1993) σε κείμενα και επιμέλεια της Νίτσας Κολιού, τα

Η Θεσσαλονίκη, από την ίδρυση της το 315 π.Χ. έως τα νεότερα χρόνια, υπήρξε κέντρο εμπορικό και πνευματικό, λιμάνι και σταυροδρόμι οδών επικοινωνίας ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, ανάμεσα στη Μεσόγειο και τη βαλκανική ενδοχώρα. Στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο πλούτος και η ποικιλία των ιδεολογικών ρευμάτων και των καλλιτεχνικών τάσεων που συναντήθηκαν στην πόλη αυτή, την πιο σημαντική μετά την Κωνστα-

ντινούπολη στο ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας, έδωσαν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στη φυσιογνωμία της βυζαντινής Θεσσαλονίκης και συνέβαλαν στη μεγάλη ακτινοβολία της στον σλαβικό κόσμο και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο. Η Θεσσαλονίκη σήμερα, μετά μνημεία της τα οποία καλύπτουν διαχρονικά την εξέλιξη της βυζαντινής τέχνης, αποτελεί ένα «ανοιχτό» ή «υπαίθριο» μουσείο του βυζαντινού πο-

Έκθεση στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.

Έκθεση «Ο Βόλος μέχρι τους σεισμούς»

Πρακτικά των συναντήσεων για την Αρχαία Ιωλκό (1994) και τους Θεσσαλικούς Σιδηροδρόμους, Η ύδρευση στην περιοχή του Βόλου (επιμ. ΔΗΚ11996), καθώς και διάφορα μικρότερης έκτασης έντυπα. Στο άμεσο μέλλον, στις δραστηριότητες του ΔΗΚΙ προβλέπονται εκδηλώσεις-αφιερώματα σε προσωπικότητες της πόλης, εκπαιδευτικά προγράμματα σε συνεργασία με τα σχολεία της πόλης καθώς και πρωτοβουλίες για το βιβλίο. Επίσης, στον τομέα των εκδόσεων, πρόκειται να κυκλοφορήσουν τον επόμενο χρόνο ένα συλλογικό έργο για την ιστορία της περιοχής του Βόλου, η ιστορία του Δήμου Βόλου και μονογραφίες για θέματα τοπικής ιστορίας. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη συνεργασία και τη συμμετοχή των φορέων και των κατοίκων της πόλης στη διαμόρφωση προτάσεων για νέες δραστηριότητες και πρωτοβουλίες. Για το λόγο αυτό, άμεσος στόχος του ΔΗΚΙ είναι η δημιουργία ομάδων εργασίας με συγκεκριμένο αντικείμενο, η προβολή των ντόπιων μελετητών καθώς και η ενθάρρυνση των εκδηλώσεων που αφορούν την πόλη και την τοπική κοινωνία. ΑΙΓΛΗ ΔΗΜΟΓΛΟΥ

λιτισμού. Το νέο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού ιδρύθηκε με προορισμό να λειτουργήσει ως κέντρο διαφύλαξης, έρευνας, μελέτης και ανάδειξης του πολιτισμού αυτού. Το κέλυφος μέσα στο οποίο λειτουργεί το μουσείο, είναι ένα ενδιαφέρον οικοδόμημα, έργο του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου. Ο ιδεολογικός στόχος του μουσείου είναι να παρουσιάσει τις μορφές της ζωής στο Βυζάντιο, την καλλιτεχνική και πνευματική ανάπτυξη, την οργάνωση της κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής, τον αντίκτυπο της πολιτικής κατάστασης και του ιστορικού γίγνεσθαι στη διαμόρφωση της κοινωνίας και του ιδιωτικού βίου. Παράλληλα, αποβλέπει να διερευνήσει τη σχέση του βυζαντινού πολιτισμού με το τέλος της ύστερης αρχαιότητας, αλλά και τη συμβολή του στη διαμόρφωση του νεοελληνικού πολιτισμού μετά την πτώση του Βυζαντίου. Ο κύριος άξονας, γύρω από τον οποίο οργανώνεται η υλοποίηση του ιδεολογικού στόχου του μουσείου, είναι η μόνιμη έκθεση του. Η μουσειολογική προσέγγιση αποβλέπει να δημιουργήσει μια σχέση επικοινωνίας του εκθέματος με τον επισκέπτη, ώστε αυτός να μπορεί να βλέπει πίσω ή μέσα από το έκθεμα την ανθρώπινη διανόηση, τον ιδεολογικό προσανατολισμό, την καλλιτεχνική ευαισθησία, τη θρησκευτική πίστη και την κοσμοθεωρία που παρήγαγαν τον πολιτισμό αυτό. Στη μουσειολογική αυτή προσέγγιση, τα αρχαία αντικείμενα δεν λειτουργούν ως αυτοτελή έργα τέχνης αλλά ως μαρτυρίες του πολιτισμού που τα δημιούργησε. Η μουσειογραφική οργάνωση


της έκθεσης προσπαθεί να ξαναδώσει στο αρχαίο αντικείμενο που έχει, ούτως ή άλλως, αποκοπεί από το χρόνο και τον φυσικό χώρο του τη σημασιολογική του οντότητα μέσα σε μια συγκεκριμένη θεματική ενότητα, η οποία διαγράφει, χωρίς να αναπαράγει, την αρχική του λειτουργία. Οι μεγάλες ενότητες, που πραγματεύονται τη θεματολογία της μόνιμης έκθεσης και αποτελούν τον βασικό κάνναβο πάνω στον οποίο πλέκονται οι μικρότερες υποενότητες, εντάσσονται στην ακόλουθη πορεία: 1η πτέρυγα. Σε αυτήν αναπτύσσεται το γενικό θέμα της μετάβασης από την ύστερη αρχαιότητα στον μεσαιωνικό κόσμο, το οποίο αναλύεται σε μικρότερες θεματικές ενότητες που αφορούν την τομή που επέφερε ο χριστιανισμός, ως νέα θρησκεία, στις διάφορες πλευρές του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, στη λατρεία και τα ταφικά έθιμα. 2η πτέρυγα. Εδώ αναπτύσσεται η μετάβαση από την πρωτοβυζαντινή και εικονομαχική περίοδο στην εποχή των Μακεδόνων και των Κομνηνών, ως περίοδο της καθοριστικής διαμόρφωσης του βυζαντινού πολιτισμού όπως παρουσιάζεται στην εκκλησιαστική και κοσμική τέχνη, στη νομισματική ως πηγή ιστορικής προσωπογραφίας, στην ίδρυση της βυζαντινής πόλης-κάστρου κ.α. 3η πτέρυγα. Στην ενότητα αυτή αναδεικνύεται η σημαντική περίοδος των Παλαιολόγων, κατά την οποία η πνευματική και καλλιτεχνική ακτινοβολία της Θεσσαλονίκης στον βαλκανικό χώρο υπήρξε μεγάλη, και στη συνέχεια παρουσιάζεται η άμεση προέκταση της στη μεταβυζαντινή περίοδο (Byzance après Byzance). Ως επίλογος στην πορεία του επισκέπτη είναι η τελευταία αίθουσα του μουσείου με θέμα τη βυζαντινή Θεσσαλονίκη ως παρελθόν και μέλλον. Στην αίθουσα αυτή, επιχειρείται

μια διαφορετική προσέγγιση του θέματος του βυζαντινού πολιτισμού, ώστε ο επισκέπτης, φεύγοντας από το μουσείο, όχι μόνο να έχει κερδίσει γνώση και μαγεία από την επαφή με το Βυζάντιο, αλλά να έχει επίσης κατανοήσει τη διαδικασία με την οποία τα «αρχαία» αποκαλύπτονται, προστατεύονται, συντηρούνται και διαφυλάσσονται ως εθνική και παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Και ακόμη, να έχει αντιληφθεί τη μουσειακή λειτουργία με την οποία το αρχαίο αντικείμενο από την ανασκαφή φθάνει έως την ιστορική πληροφορία είτε ως μουσειακό έκθεμα είτε ως αντικείμενο μελέτης των ειδικών. Παράλληλα με την μόνιμη έκθεση του μουσείου, η ιδιαίτερη πτέρυγα των περιοδικών εκθέσεων δίνει τη δυνατότητα οργάνωσης ειδικών θεματικών εκθέσεων, οι οποίες, πλαισιωμένες από ένα αντίστοιχο μικρό επιστημονικό συμπόσιο, θα διερευνούν σε βάθος και θα φωτίζουν συγκεκριμένες πτυχές του βυζαντινού πολιτισμού. Ήδη οργανώθηκε με επιτυχία η πρώτη περιοδική έκθεση Θρησκευτικά χαρακτικά, από τη συλλογή της Ντόρης Παπαστράτου που δωρήθηκε από την οικογένεια της συλλέκτριας στο μουσείο. Η έκθεση εγκαινιάστηκε με μια ημερίδα στο αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη» του μουσείου, όπου επιστήμονες που έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της έκθεσης διέγραψαν την πορεία της έρευνας στον τομέα αυτό. Για τα εκπαιδευτικά προγράμματα έχει προβλεφθεί μια άνετη αίθουσα που συνδέεται άμεσα με έναν υπαίθριο χώρο (εκθεσιακό χώρο και μικρό αμφιθέατρο-αυλή) και με μια ημιυπαίθρια στοά όπου θα οργανωθούν εργαστήρια παραγωγής κεραμεικής, ψηφιδωτών κ.λπ. Ο σχεδιασμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του μουσείου προβλέπει την κλιμάκωση τους σε τρία τουλάχιστον επίπεδα: προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας και

φοιτητών ανωτάτων σχολών. Για την τελευταία κατηγορία τα προγράμματα προβλέπεται να σχεδιαστούν σε συνεργασία με πανεπιστημιακούς δασκάλους που θα τα εντάξουν στα σεμινάρια των αντίστοιχων πανεπιστημιακών σχολών. Η ίδρυση στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού σχολής της Unesco (ΕΚΕΒΥΠ), για την εξειδίκευση και την επιμόρφωση νέων επιστημόνων και συντηρητών σε θέματα αναστήλωσης, συντήρησης και έρευνας του βυζαντινού πολιτισμού, θα καλύψει ένα κενό στον τομέα αυτό. Αν όλα όσα αναφέρθηκαν αποτελούν την ορατή και προσιτή σε όλους πλευρά του μουσείου, όχι λιγότερο σημαντική είναι και η αθέατη πλευρά του, η οποία επιτελεί ένα ουσιαστικό έργο προετοιμασίας, συντήρησης, επιλογής, τεκμηρίωσης και ταξινόμησης του αρχαιολογικού υλικού στα εργαστήρια συντήρησης, τα σχεδιαστήρια, στον τομέα της ηλεκτρονικής καταγραφής και τεκμηρίωσης, στο φωτογραφικό εργαστήριο και τη σύγχρονα οργανωμένη αρχαιολογική αποθήκη. Όλα αυτά αποτελούν έναν καλά στημένο μηχανισμό από τον οποίο εξαρτάται η λειτουργία όλου του μουσείου. Κλείνοντας τη σύντομη αυτή επισκόπηση της οργάνωσης και της λειτουργίας του νέου μουσείου, θα πρέπει να γίνει αναφορά και στην έκδοση του εξαμηνιαίου δελτίου (σε τρεις ευρωπαϊκές γλώσσες) όπου παρουσιάζονται οι δραστηριότητες του μουσείου και δημοσιεύονται μικρές μελέτες που αφορούν σε αρχαιότητες από τις συλλογές του. Με το δελτίο αυτό επιδιώκεται η επικοινωνία του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού όχι μόνο με τους ειδικούς επιστήμονες αλλά και με ένα ευρύτερο κοινό σε όλο τον κόσμο. ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΟΥΡΚΟΥΤΙΔΟΥ-ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ

ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΕΡΤ Η ιστορία της Κρατικής Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης είναι στενά συνδεδεμένη με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας από το 1938 έως σήμερα. 1938: Ο βασιλιάς Γεώργιος Β' εγκαινιάζει τον πομπό των 15 KW στα Λιόσια και το ραδιοθάλαμο του Ζαππείου. 1966: Αρχίζει τη λειτουργία της η εθνική τηλεόραση. Το Ραδιόφωνο και η Τηλεόραση λειτούργησαν μονοπωλιακά πενήντα δύο και είκοσι χρόνια αντίστοιχα. Στο διάστημα αυτό καταγράφεται πολύπλευρα ο εθνικός μας βίος: μουσική δημιουργία, θέατρο, λογοτεχνία, πολιτικά γεγονότα κ.ά. Γνωρίζουμε τόπους της πατρίδας μας και τις ιδιαιτερότητες τους, τα ήθη και έθιμα μας, τους αρχαιολογικούς μας χώρους. Σήμερα η ΕΡΤ ΑΕ είναι κάτοχος μιας τεράστιας εθνικής κληρονομιάς αποτυπωμένης σε

φιλμς, μαγνητοταινίες, βιντεοταινίες, φωτογραφίες και στα περιοδικά Ραδιοπρόγραμμα και αργότερα Ραδιοτηλεόραση. Ο τεράστιος αυτός πλούτος, παραμελημένος για πολλά χρόνια, έχει υποστεί μεγάλες φθορές, π.χ. το αρχείο της Ραδιοφωνίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974) υπέστη τεράστιες απώλειες. Μεγάλο μέρος του αρχείου, το οποίο περιείχε λόγους πολιτικών ή συνεντεύξεις ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών ή ακόμη και συναυλίες επώνυμων μουσικών, καταστράφηκε συστηματικά. Η δισκοθήκη της Ραδιοφωνίας έχει ακόμη τους απαγορευμένους δίσκους χαραγμένους με καρφί. Τα τελευταία τρία χρόνια η ΕΡΤ ξεκίνησε τη συστηματική συγκέντρωση, καταγραφή και συντήρηση του αρχείου της (φωτογραφικό, ηχητικό, οπτικοακουστικό και έντυπο υλικό). 'Ενας τομέας που ιστορικά αποτελεί τη βάση για την ύπαρξη και την αναπαραγωγή όλου

αυτού του αρχειακού πλούτου είναι ο σωζόμενος παλιός τεχνικός εξοπλισμός της ΕΡΤ. Θεωρώντας την ΕΡΤ ένα εργοστάσιο παραγωγής και αναπαραγωγής ήχου και εικόνας, συμπεριλάβαμε στο σχεδιασμό μας την οργάνωση του Τεχνολογικού Μουσείου Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, όταν μάλιστα ο τεχνολογικός αυτός εξοπλισμός έχει καταγράψει και σηματοδοτήσει μεγάλα εθνικά γεγονότα όπως: Στις 27 Απριλίου 1941, την ώρα που οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα, ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών εκπέμπει το τελευταίο του δελτίο, με τα λόγια «Από στιγμής εις στιγμήν ο Ελληνικός Ραδιοφωνικός Σταθμός θα παύσει να είναι ελληνικός... ». Στις 13 Οκτωβρίου 1944, οι Γερμανοί φεύγουν από την Αθήνα και ο πομπός των Λιοσίων γλιτώνει την πλήρη καταστροφή χάρη στην επέμβαση των τεχνικών του. Επαναλει-


Μουσείο Ελληνικής Ραδιοφωνίας - Τηλεόρασης. Αίθουσα εκθεμάτων τεχνολογίας παλαιού υλικού στην οδό Μουρούζη 16.

τουργεί κανονικά στις 20 Οκτωβρίου του ίδιου έρευνα μας, δημιουργήσαμε χώρους αποθήέτους. κευσης στο νεοκλασικό κτίριο της οδού ΜουΟ μονοπωλιακός χαρακτήρας της ΕΡΤ έως ρούζη 16 όπου στεγαζόμαστε, για τη φύλαξη το 1990 μας καθιστά τους μόνους κατόχους των μικρών ή σπάνιων αντικειμένων, όπως είναι μηχανημάτων παλιάς τεχνολογίας ραδιοφώ- τα λίγα μηχανήματα που έχουν μείνει από τις νου και τηλεόρασης στην Ελλάδα και μας δίνει εγκαταστάσεις του Ζαππείου ή από τα τη δυνατότητα να ανασυνθέσουμε τη δομή της. Τμήματα Κινηματογραφίας. Σοβαρό πρόβλημα Ποια είναι όμως η κατάσταση των μηχανη- αντιμετωπίζουμε με τα μηχανήματα μεγάλων μάτων αυτών; Πολλά από τα μηχανήματα διαστάσεων. Προς το παρόν τα φωτοέχουν καταστραφεί. Από το 1974 άρχισε μια γραφίζουμε, τα καταγράφουμε και προσπαπροσπάθεια περισυλλογής και καταγραφής θούμε να τα φυλάξουμε προσωρινά σε αποτου σκορπισμένου τεχνικ��ύ υλικού στις διά- θήκες. φορες αποθήκες της ΕΡΤ σε όλη την Ελλάδα. Εκτός όμως από τα μηχανήματα που συλΣτο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας κάναμε λέγουμε από τις αποθήκες μας, διαθέτουμε έκκληση για βοήθεια στις τεχνικές μας υπη- κάποιες τεχνικές μονάδες που λειτουργούν ρεσίες και τους τεχνικούς, τους οποίους ακόμη και είναι μικρά ζωντανά μουσεία. Μοβρήκαμε ένθερμους υποστηρικτές. Η συμβο- ναδικό παράδειγμα είναι ο πομπός των 15 λή τους είναι εξαιρετικά σημαντική: γνωρί- Κ\Λ/των μεσαίων κυμάτων, εγκατεστημένος στα ζουν τα μηχανήματα με τα οποία έχουν δου- Λιόσια, ο οποίος λειτουργεί από το 1938 έως λέψει και είναι σε θέση να τα ανασυνθέσουν σήμερα χωρίς διακοπή. Από φωτογραφικά και να τα επιδιορθώσουν. Παράλληλα με την ντοκουμέντα της εποχής διαπιστώνουμε

ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΑΛΑΘΟΠΛΕΚΤΙΚΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ Στις 18 Φεβρουαρίου 1995 εγκαινιάστηκε στην Κομοτηνή το Μουσείο Καλαθοπλεκτικής των Ρωμά. Η καλαθοπλεκτική είναι από τις αρχαιότερες τέχνες του ανθρώπου και καλλιεργήθηκε αδιαλείπτως στη Θράκη τουλάχιστον από την εποχή των αρχαίων θρακικών φύλων. Στις αρχές του 11 ου αιώνα μ.Χ. εμφανίζονται οι πρώτοι Ρωμά και έρχονται σε επαφή με την εγχώρια θρακική τέχνη. Στο εξής είναι αυτοί που λόγω κοινωνικοοικονομικών συνθηκών θα αναλάβουν τη συνέχιση της παράδοσης και θα την κρατήσουν ζωντανή ως

τον 20ό αιώνα. Σήμερα, η μελέτη και η διάσωση του ρώμικου καλαθιού αποτελεί στην ουσία ενασχόληση με το βυζαντινό καλάθι. Τα υλικά, οι τεχνικές, η αισθητική και οι μορφές που αναφέρονται στις βυζαντινές πηγές και αποτυπώνονται στις αγιογραφίες της εποχής έχουν απόλυτη ομοιότητα με μεγάλο μέρος των καλαθιών που κατασκευάζονται ακόμη και σήμερα από Ρωμά τεχνίτες. Στη συλλογή του μουσείου περιλαμβάνονται καλάθια ποικίλης χρήσης αλλά και προέλευσης, μια και για τη συγκέντρωση των εκθε-

ότι ο πομπός δεν έχει υποστεί καμιά αλλοίωση. Είναι ένα σπάνιο τεχνικό σύνολο όχι μόνο για την Ελλάδα και πιστεύουμε ότι πρέπει να τύχει της ιδιαίτερης φροντίδας μας. Επίσης αρχίσαμε να συλλέγουμε και υλικό που έχει άμεση σχέση με τον τεχνολογικό μας εξοπλισμό: 1. Μηχανολογικά σχέδια από τις πρώτες εγκαταστάσεις πομπών ή σταθμών στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, την Κέρκυρα και τη Ρόδο. 2. Ενημερωτικά φυλλάδια μηχανημάτων και υπηρεσιακά έγγραφα που αφορούν την αγορά μηχανημάτων. 3. Φωτογραφικό υλικό από όλες τις εποχές που έχει άμεση σχέση με τις τεχνικές εγκαταστάσεις και το τεχνικό προσωπικό. Μένει να ξεκινήσουμε τη μελέτη για την οργάνωση και τη λειτουργία του μουσείου. Πιστεύουμε ότι σύντομα θα είμαστε σε θέση να συστήσουμε την ομάδα εργασία που θα αναλάβει την εκπόνηση της μελέτης. Είναι χρέος μας να διασώσουμε την τεχνολογική ιστορία της ΕΡΤ, γιατί χωρίς αυτή δεν θα έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα της ιστορίας της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης. Για να γίνει κατανοητή αυτή η εξέλιξη, θα πρέπει να συνδυάσουμε τα φωτογραφικά, ηχητικά και οπτικοακουστικά ντοκουμέντα και να δείξουμε την αλληλεξάρτηση τους με την εξέλιξη της τεχνολογίας, η οποία μέσα σε πενήντα χρόνια έχει κάνει μεγάλα άλματα. Η τηλεόραση, σε τριάντα χρόνια, έχει περάσει από την ασπρόμαυρη εικόνα στην έγχρωμη και σήμερα περνά στην ψηφιακή τεχνολογία. Οι νέες γενιές δεν θα δουν ένα μουσείο όπου θα παρατίθενται απλώς κάποια άψυχα μηχανήματα. Θα μπορούν να ταξιδέψουν στο παρελθόν, συνδυάζοντας ήχους και εικόνες με τα μηχανήματα παραγωγής και μετάδοσης τους. Η εποποιία της Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης θα παρουσιάζεται ολοκληρωμένη και ζωντανή. Ερωτηματικά υπάρχουν πολλά και από πολλούς, αλλά πιστεύουμε ότι τα πενήντα και πλέον χρόνια τεχνολογικής ανάπτυξης της ΕΡΤ είναι αναπόσπαστο κομμάτι της τεχνολογικής ιστορίας του τόπου μας. ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΡΣΕΝΗ


μάτων οργανώθηκαν ερευνητικές αποστολές σε όλη την ελληνική, βουλγαρική και τουρκική Θράκη, σε περιοχές όπου κατοικούν πληθυσμοί των Ρωμά. Έτσι, υπάρχει αντιπροσωπευτική παρουσία και των τριών εθνικών τμημάτων της μείζονος Θράκης. Στα εκατό περίπου εκθέματα του μουσείου -εμβαδού 80τ.μ- μπορεί κανείς να δει: Στην αίθουσα Α', πρώτες ύλες για τα καλάθια, μήτρες κατασκευής, τα εργαλεία του καλαθοπλέκτη, κατασκευαστικές φάσεις ενός καπνοκάλαθου καθώς και χάρτη όπου φαίνονται τα προ 40ετίας κέντρα καλαθοπλεκτικής. Στην αίθουσα Β', εκτίθενται καλάθια από την ευρύτερη περιοχή της Θράκης κατασκευασμένα από λυγαριά και καλάμι, κρανιά ή αγριοακακία, ιτιά ή ρακίτα (Ανατολικής Ρωμυλίας), με

διάφορα είδη πλέξης και ποικίλες χρήσεις. Στην αίθουσα Γ, εκτός από τα μελισσοκόφινα, τα νταούλιατου ψαρέματος, τα καπνοκάλαθα και έναν σπάνιο αργαλειό ύφανσης ψάθας, μπορεί κανείς να δει σε μια «γωνιά του καλαθοπλέκτη» αντικείμενα καθημερινής χρήσης κατασκευασμένα από Ρωμά τεχνίτες (ψάθες, καλαμωτή, καρέκλες, οικιακά σκεύη, μουσικά όργανα κ.λπ.). Στην αίθουσα Δ', εκτίθενται προϊόντα της καλαθοπλεκτικής τέχνης των Πομάκων της ορεινής Ροδόπης (από τα ελάχιστα εναπομείναντα) και των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης και του Εύξεινου Πόντου που ήρθαν πρόσφυγες στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη: ψάθες από βούρλα, διακοσμητικά καλαθάκια από καλαμποκόφυλλο, περίτεχνες καρνάλες οικιακής χρήσης

κ.λπ. Φορέας του μουσείου είναι η Θρακική Εταιρεία, πολιτιστικό σωματείο με ποικίλη δραστηριότητα. Η συλλογή ανήκει στον ερευνητή κύριο Αντώνη Λιάπη, οι οποίος έχει και την επιστημονική και διοικητική ευθύνη του μουσείου. Τα έξοδα ίδρυσης και λειτουργίας ανέλαβε ο πρόεδρος της Μηχανικής ΑΕ κύριος Πρόδρομος Εμφιετζόγλου, αμέριστος συμπαραστάτης κάθε πολιτιστικής και εθνικής κίνησης στην ακριτική Θράκη. Το μουσείο, που λειτουργεί στην οδό Σισμάνογλου 26 (τηλ./φαξ 0531-35813), είναι ανοιχτό κάθε μέρα, εκτός Δευτέρας. Επισκέψεις με ξενάγηση μπορούν να προγραμματιστούν για ομάδες επισκεπτών ύστερα από συνεννόηση. Η είσοδος είναι ελεύθερη. ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Αποστολή του μουσείου Το Μουσείο της Πολεμικής Αεροπορίας συγκροτήθηκε τον Ιούλιο του 1992 ως μονάδα της Αεροπορίας, ισότιμη με Σμηναρχία Μάχης, και υπάγεται στο ΓΕΑ. Η έδρα της μονάδας είναι το Α/Δ Δεκέλειας και κύρια αποστολή του μουσείου η συγκέντρωση και η έκθεση των κειμηλίων της αεροπορίας, η μελέτη της αεροπορικής ιστορίας καθώς και η προβολή των αγώνων της Πολεμικής Αεροπορίας. Σύμφωνα με την ταξινόμηση του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), το Μουσείο της Πολεμικής Αεροπορίας ανήκει στην κατηγορία των ιστορικών-τεχνολογικών μουσείων που εκθέτουν μια συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα σε όλες της τις εκφάνσεις. Από τη φύση του το μουσείο είναι ταυτόχρονα αεροπορικό, στρατιωτικό και τεχνολογικό. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ανακατασκευή ιστορικών αεροσκαφών και η οργάνωση εξειδικευμένων τεχνολογικών μουσείων είναι πεδία στα οποία δεν υπάρχει προηγούμενη σχετική εμπειρία στην Ελλάδα. Σχεδόν όλες οι δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν αντικείμενα ενδιαφέροντος του μουσείου είναι κυριολεκτικά πρωτόγνωρες για τα ελληνικά δεδομένα. Η αεροπορική συλλογή Ξεχωριστή θέση στην αεροπορική συλλογή του μουσείου κατέχει το T-6G (493424), ένα ιστορικό αεροσκάφος, μια και είναι το πρώτο αεροπλάνο στην Ελλάδα που δέχθηκε τη φροντίδα συνεργείου τεχνικών και συντηρητών με σκοπό την αποκατάσταση του για να αποτελέσει μουσειακό έκθεμα. Παρόμοιες εργασίες εκτελούνται σε όλα τα προς έκθεση αεροσκάφη του μουσείου. Την άνοιξη του 1995 δύο εκθέματα μεγάλης μουσειακής και ιστορικής αξίας περιέρχονται στην κατοχή του μουσείου. Πρόκειται για ένα Supermarine Spitfire ΜΚ IX και ένα Curtiss SB2C-5 Heildiver. To Spitfire αντανακλά πιστά την εμφάνιση του αεροσκάφους όπως ήταν όταν παραδόθηκε από τη Μεγάλη

Βρετανία στα μέσα της δεκαετίας του '40 και αναμφίβολα αποτελείτο καύχημα της αεροπορικής συλλογής. Η αεροπορική συλλογή του μουσείου εμπλουτίζεται συνεχώς με αποτέλεσμα να εκτίθενται οι περισσότεροι μεταπολεμικοί τύποι αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας. Υπάρχουν αεροσκάφη της Αεροπορίας Στρατού και της Πολιτικής Αεροπορίας καθώς και ξένων αεροποριών, όπως ένα πολωνικής κατασκευής MIG-15, το οποίο αποκαταστάθηκε μετά βορειοκορεατικά εμβλήματα του κορυφαίου σοβιετικού άσσου του πολέμου της Κορέας, ενώ ένα αεροσκάφος F-86E αποκαθίσταται ήδη με τα εμβλήματα του κορυφαίου αμερικανού άσσου του ίδιου πολέμου. Η αεροπορική συλλογή αριθμεί ήδη είκοσι δύο αεροπλάνα και τρία ελικόπτερα, αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί σύντομα.

Άλλοι τομείς δραστηριοτήτων Το μουσείο φιλοδοξεί να καλύψει όλες τις δραστηριότητες της Πολεμικής Αεροπορίας στον αέρα και το έδαφος από ιδρύσεως της. Για να επιτευχθεί αυτός ο εξαιρετικά φιλόδοξος στόχος, έχει συγκεντρωθεί ποικίλο υλικό από το οποίο μικρό μόνο μέρος εκτίθεται. Υπάρχουν ένα πρώιμο Radar 2D (δεκαετίας του '50), δύο αντιαεροπορικοί προβολείς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, βοηθητικός εξοπλισμός εδάφους, εξομοιωτές πτήσης, αντιαεροπορικός οπλισμός, κινητήρες και οπλικά συστήματα αεροσκαφών, συσκευές τηλεπικοινωνιών, φόρμες χειριστών κ.ά. Έχει εξασφαλιστεί το μεγαλύτερο μέρος του μεταπολεμικού οπλισμού τμημάτων εδάφους της Πολεμικής Αεροπορίας και αποκτήθηκε μια σπάνια συλλογή τουφεκιών και όπλων αξιωματικών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.


Μέρος από αυτό το υλικό μαζί με εμβλήματα, στολές και φωτογραφίες εποχής μπορεί κανείς να δει σε ένα μικρό εκθετήριο στο υπόστεγο του μουσείου. Έχει επίσης συγκεντρωθεί όλη η υπάρχουσα ελληνική βιβλιογραφία για την αεροπορία και μέρος της αντίστοιχης ξενόγλωσσης. Δημιουργήθηκε φωτογραφικό αρχείο και βιβλιοθήκη. Πρόθεση του μουσείου είναι η δημιουργία ιστορικού αρχείου, όπου θα φυλάσσονται έγγραφα, υπηρεσιακές εκδόσεις και εγχειρίδια. Το μουσείο συμμετέχει, σε συνεργασία με την ομάδα βατραχανθρώπων της Πολεμικής Αεροπορίας (ΜΑΚ/ΚΟΣΥΘΕ), σε εγχειρήματα Αεροπορικής Αρχαιολογίας (Aviation Archeology), στα οποία περιλαμβάνονται ο εντοπισμός, η ανέλκυση και η ανάδειξη/έκθεση αεροσκαφών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ή παλαιότερων. Έχουν ανελκυστεί τα υπολείμματα δύο βρετανικών βομβαρδιστικών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενός από τη λίμνη της Μικρής Πρέσπας και ενός άλλου από το βυθό ανοιχτά του Ρεθύμνου. Επιδιώκεται η έκθεση ευρημάτων αυτής της κατηγορίας σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Άλλη αξιόλογη πρωτοβουλία αποτελεί η δημιουργία συλλογής τροχοφόρων οχημάτων μουσειακού χαρακτήρα, η πρώτη του είδους της στην Ελλάδα από δημόσιο φορέα.

Ένα από πιο τα ενδιαφέροντα εκθέματα αυτής της συλλογής είναι ένα σπάνιο νοσοκομειακό όχημα DODGE 3/4 τόν. του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το όχημα είχε δοθεί για παλιοσίδερα αλλά σήμερα, ύστερα από ριζική επισκευή, όχι μόνο έχει τη μορφή που είχαν τα οχήματα της Αεροπορίας τη δεκαετία του '50, αλλά μπορεί ακόμη και να κινηθεί. Υπάρχουν επίσης πυροσβεστικά αυτοκίνητα και οχήματα μεταφοράς βομβών, ένα Willy's Jeep και μια μοτοσικλέτα Norton, όπως χρησιμοποιήθηκε τη δεκαετία του 1960 από την Αερονομία. Επίλογος Οι προοπτικές για ένα τόσο πρωτοποριακό μουσείο δεν μπορεί παρά να είναι ευοίωνες. Η αναζήτηση εκθεμάτων συνεχίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις με στόχο τη συγκέντρωση όλων των αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας, που παρουσιάζουν μουσειακό ενδιαφέρον. Έχει αποφασιστεί η επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων του μουσείου σε διάφορα κτίρια και υπόστεγα του Α/Δ Δεκέλειας τα οποία έχουν πλέον ιστορική αξία. Το κτίριο που στεγάζει το μουσείο είναι προπολεμικό υπόστεγο της Ιταλικής Αεροπορίας και προτάθηκε στο ΥΠΠΟ, μαζί με άλλα κτίρια της

Α/Δ Δεκέλειας, η κήρυξη του ως διατηρητέου. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή ένα μεγάλο μέρος του αεροδρομίου θα μπορούσε μελλοντικά να μετεξελιχθεί σε αεροπορικό μουσειακό τεχνολογικό πάρκο επισκέψιμο για το κοινό, με αεροπορικές εγκαταστάσεις, πύργο ελέγχου, διάδρομο, προπολεμικά κτίρια κ.λπ. Ψυχή αυτής της προσπάθειας αποτελεί το μόνιμο και στρατεύσιμο προσωπικό του μουσείου υπό τη διοίκηση του αντισμηνάρχου (ΤΥΗ) Γιώργου Ηλιόπουλου. Χωρίς προηγούμενη εμπειρία στη χώρα μας σε θέματα συντήρησης και ανακατασκευής αεροσκαφών, το προσωπικό, επιδεικνύοντας μεράκι, αγάπη για το αντικείμενο, υψηλή επαγγελματική ευσυνειδησία και μελετώντας παράλληλα την ξένη εμπειρία, έχει επιτελέσει σημαντικότατο έργο. Το Μουσείο της Πολεμικής Αεροπορίας μπορεί να καυχηθεί με δικαιολογημένη υπερηφάνεια ότι, στον τρίτο χρόνο λειτουργίας του, όλοι οι τομείς ενδιαφερόντων του μουσείου (με εξαίρεση τη συλλογή παλαιού οπλισμού) αποτελούν πεδία στα οποία για πρώτη φορά κάποιος κρατικός φορέας κάνει αισθητή την παρουσία του και ελπίζει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια νέα προσέγγιση στα μουσειακά δεδομένα της χώρας μας. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Στην περιοχή των παλιών Δημοτικών Σφαγείων, στην πρώτη βιομηχανική ζώνη της Θεσσαλονίκης, κατασκευάστηκε στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα το συγκρότημα του κεντρικού αντλιοστασίου της Εταιρείας Υδάτων. Η Οθωμανική Εταιρεία Υδάτων της Θεσσαλονίκης είχε ιδρυθεί το 1888 με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Στηριγμένη σε βελγικά κεφάλαια 5 εκ. φράγκων και σε βελγική τεχνογνωσία και τεχνολογία η νέα Εταιρεία ανέλαβε την κατασκευή, τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των έργων ενός σύγχρονου για την εποχή συστήματος ύδρευσης της πόλης της Θεσσαλονίκης. Το μεγάλο αυτό έργο εντάσσεται σε μια ομάδα έργων υποδομής που εκτελέστηκαν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στην πόλη και συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει αυτή την εικόνα μιας σύγχρονης μεγαλούπολης: οι σιδηρόδρομοι είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται ήδη από το 1871 και το 1888 επέτρεψαν τη σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την υπόλοιπη Ευρώπη· το αεριόφως (γκάζι) υπάρχει από το 1890 και οι σύγχρονες λιμενικές εγκαταστάσεις από το 1896. Οι βέλγοι κεφαλαιούχοι και τεχνικοί είχαν αναμιχθεί και σε άλλα μεγάλα έργα εκτός από αυτό της ύδρευσης όπως στους τροχιόδρομους (τραμ) και στην ηλεκτροδότηση.

Σύμφωνα με την αρχική μελέτη της Εταιρείας Υδάτων, το συγκρότημα του κεντρικού αντλιοστασίου περιλάμβανε δύο μεγάλα κτίρια διατεταγμένα σε σχήμα ταυ. Στο πρώτο και μεγαλύτερο διαμορφωνόταν η αίθουσα των μηχανημάτων (ατμομηχανών και αντλιών), μια αποθήκη και το εργαστήριο συντήρησης. Στο δεύτερο, ο χώρος των ατμολεβητών και η αποθήκη του άνθρακα (καυσίμου). Στο ίδιο οικόπεδο κτίστηκαν λίγο μεταγενέστερα ένας χώρος συνεργείων, η κατοικία του διευθυντή, χώροι αποθηκών και φυλάκειο εισόδου. Την αρχική ανυψωτική δύναμη του αντλιοστασίου παρείχαν το 1892 δύο μονάδες άντλησης, καθεμιά από τις οποίες αντλούσε το 24ωρο 1600 κ.μ. νερού. Την κινητήρια δύναμη παρείχαν δύο ατμομηχανές. Οι ανάγκες του δικτύου έκαναν αναγκαία την ενίσχυση του αντλιοστασίου δέκα χρόνια μετά. Έτσι, το 1902 ενισχύθηκαν οι μονάδες άντλησης του. Η επέμβαση μελετήθηκε από τον βέλγο μηχα-

νικό Α. Trulemans. Από τον ίδιο συντάχθηκε το 1912 μια εκτενής έκθεση για την εγκατάσταση του υδροδοτικού συστήματος της πόλης, μέσα από την οποία έχουν διασωθεί σημαντικά στοιχεία της μηχανολογικής, τεχνολογικής εξέλιξης της ύδρευσης της πόλης της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τη σύμβαση που υπέγραψε το 1923 το Ελληνικό Δημόσιο με την Εταιρεία, η τελευταία υποχρεώθηκε να αυξήσει την ημερήσια παροχή ύδατος σε 10.000 κ.μ. εντός 12 μηνών καθώς και «να προβή εις την παραγγελίαν μιας μηχανής τύπου ντήζελ, δυνάμεως 150 ίππων μετά φυγοκέντρου αντλίας», οι εργασίες θεμελίωσης της οποίας έπρεπε να αρχίσουν με την υπογραφή της σύμβασης. Η νέα πετρελαιομηχανή MAN, που εγκαταστάθηκε και λειτούργησε το 1929, ήταν ισχύος 300 ίππων. Τον Οκτώβριο του 1929 την Εταιρεία Υδάτων αγόρασε η Εταιρεία Energie Industrielle, με έδρα το Παρίσι, και μετονομάστηκε σε «Société de Distrubution des Eaux de Salonique» με διευθυντή τον μηχανικό René Giles. Την περίοδο της διοίκησης αυτής το κεντρικό αντλιοστάσιο λειτουργούσε με δύο πετρελαιομηχανές Korting και τη μηχανή MAN. Με τον Α.Ν. 1563/1939


Μουσείο Ύδρευσης Θεσσαλονίκης. Η ανατολική όψη της κεντρικής αίθουσας μηχανημάτων μετά την αποκατάσταση του (Αρχείο της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων).

Πετρελαιομηχανή εργοστασίου Mirrlees μετά τη λειτουργική αποκατάσταση της (Αρχείο της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων).

(ΦΕΚ 15/1939) συστήθηκε το Ειδικό Ταμείο Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης (από το 1940 Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής τοποθετήθηκε στον ΟΥΘ γερμανός επιμελητής. Μετά τον Πόλεμο γίνεται προσπάθεια ανασυγκρότησης του ΟΥΘ με ξένη βοήθεια. Το 1946 οι Άγγλοι χορηγούν στον ΟΥΘ τρεις μηχανές Caterpillar, 65 ίππων η καθεμία. Το 1948 εγκαθίσταται στο αντλιοστάσιο πετρελαιομηχανή Buckaye συνδεδεμένη απευθείας με γεννήτρια. 'Υστερα από σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΥΘ στο αντλιοστάσιο εγκαταστάθηκαν τρεις πετρελαιομηχανές τύπου Mirrlees με ηλεκτρογεννήτριες. Αυτές κινούσαν τους ηλεκτροκινητήρες που συνδέθηκαν με τις αντλίες του αντλιοστασίου. Με τη μορφή αυτή των εγκαταστάσεων λειτούργησε αυτό έως το τέλος της δεκαετίας του 1970, οπότε και τέθηκε σε λειτουργία το νέο κεντρικό αντλιοστάσιο του Δενδροποτάμου. Έκτοτε λειτούργησε κατά περιόδους δοκιμαστικά, ώστε να βρίσκεται σε ετοιμότητα. Το 1984, το διοικητικό συμβούλιο του ΟΥΘ πήρε την απόφαση να μετατραπεί το παλαιό κεντρικό αντλιοστάσιο σε Μουσείο Νερού. Με πρόταση της 4ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, το αντλιοστάσιο χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο (Απόφαση ΥΠΠΕ/ΔΙΛΑΠ/Γ/24914/1594/ 29.5.85, δημοσιευμένη στο ΦΕΚ 347/Β731.5.85)

και από το 1991 άρχισαν από την ίδια Εφορεία προσπάθειες για ολοκλήρωση της απαιτούμενης μελέτης για την αποκατάσταση του συγκροτήματος του παλαιού αντλιοστασίου και τη μετατροπή του σε Μουσείο Ύδρευσης Θεσσαλονίκης, κατά τα πρότυπα και άλλων παρόμοιων ευρωπαϊκών μουσείων, όπως του Βερολίνου και της Λισσαβώνας. Το 1995 το σχέδιο αυτό άρχισε τελικά να υλοποιείται με την έγκριση κονδυλίου 245 εκ. δρχ. από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για την Κεντρική Μακεδονία (ευρωπαϊκά κονδύλια και κάλυψη του εθνικού σκέλους από το Υπουργείο Πολιτισμού) και την ενίσχυση με 100 εκ. δρχ. από τον Οργανισμό Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη 1997» για την κάλυψη των αμοιβών του προσωπικού που θα αναλάμβανε τη σύνταξη των μελετών και το τμήμα του έργου που θα υλοποιηθεί με αυτεπιστασία. Γενικός στόχος της αλλαγής χρήσης του διατηρητέου συγκροτήματος του παλαιού κεντρικού αντλιοστασίου Σφαγείων του ΟΥΘ είναι η δημιουργία ενός ζωντανού χώρου-μουσείου του εαυτού του ως αντλιοστασίου εν λειτουργία καθώς και ενός κέντρου τεκμηρίωσης, έρευνας και ανάδειξης του σημαντικού έργου υποδομής της πόλης, που αποτελεί η υδροδότηση της. Οι ειδικοί στόχοι του μουσείου είν��ι: α. Ενημέρωση για τη νεότερη ιστορία της ύδρευσης της πόλης, στην οποία εντάσσεται και το ίδιο το συγκρότημα του κεντρικού αντλιοστασίου, για τη σύγχρονη τεχνολογία του συστήματος ύδρευσης και λειτουργίας του δικτύου όπως και για την προβλεπόμενη ανάπτυξη του. β. Ενημέρωση για τα ειδικά τεχνικά στοιχεία των έργων (υλικά - εξοπλισμός - κατασκευαστικές μέθοδοι και καινοτομίες). γ. Ενημέρωση για την ανάγκη εξοικονόμησης του νερού ως φυσικού αγαθού εν ανεπάρκεια, της προστασίας του και για τις δυνατότητες συμβολής των πολιτών στην καλύτερη λειτουργία του συστήματος υδροδότησης.

Τα τμήματα του Μουσείου Ύδρευσης Το νέο μουσείο θα περιλαμβάνει τα ακόλουθα τμήματα: 1. Το κεντρικό κτίριο του μηχανοστασίου (κτίριο Α) ως κύριο εκθετήριο, που θα περιέχει τα αντλητικά συγκροτήματα σε λειτουργία καθώς και ερμηνεία της κατασκευής και της λειτουργίας τους με τη βοήθεια πολυμέσων. 2. Την αίθουσα πολλαπλών χρήσεων (κτίριο Β), όπου σήμερα το συνεργείο οχημάτων, στην οποία θα εντάσσονται: 2α. Ο χώρος του υπεύθυνου υποδοχής και ασφάλειας. 2β. Χώροι υγιεινής. 2γ. Χώρος διαλέξεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων. 2δ. Χώροι μόνιμων εκθεμάτων για την εξέλιξη των συστημάτων ύδρευσης στη Θεσσαλονίκη κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους της πόλης. 3. Το εκθετήριο εργαλείο μηχανών (κτίριο Γ), όπου σήμερα το γενικό συνεργείο επισκευών, που θα περιλαμβάνει και χώρο συντήρησης μηχανημάτων. 4. Το κτίριο διοίκησης με χώρους για το αρχείο και τη βιβλιοθήκη (κτίριο Δ) στο ισόγειο του σημερινού κτιρίου του συνεργείου των υδρομέτρων. 5. Αποθήκες σε τμήμα των σημερινών βοηθητικών εργαστηρίων. 6. Κυλικείο σε τμήμα των σημερινών βοηθητικών εργαστηρίων. 7. Χώρο μηχανημάτων κλιματισμού. 8. Χώρους πρασίνου - πάρκο του Μουσείου Ύδρευσης. Ο μέχρι στιγμής προγραμματισμός υλοποίησης των τμημάτων του νέου μουσείου προβλέπει ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης και αλλαγής χρήσης της κύριας αίθουσας μηχανημάτων στις αρχές του 1997 και ολοκλήρωση του έργου στα τέλη του ίδιου έτους. Σημαντική για την υλοποίηση του έργου είναι η συμβολή των εργαζομένων και της Συνέχεια στη σελ. 64


Η ΠΑΛΑΙΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΣΟΒΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ Η ιστορία των τεχνικών όπως και κάθε άλλη ιστοριογραφία σχετίζεται φυσικά με ποικίλες πηγές, και κάθε περίοδος έχει ως προς αυτή την άποψη τις ιδιομορφίες της. Σε ό,τι αφορά τη νεότερη και κυρίως τη σύγχρονη εποχή όπου η τεχνική νοείται όχι απλώς ως «τεχνολογία» αλλά ως «τεχνογραφία», όπως σημειώνει σύγχρονος φιλόσοφος- η τεχνική φιλολογία αποτελεί την πλέον άμεση πηγή γνώσης για τις τεχνικές του παρελθόντος. Με αυτή την έννοια, η έλλειψη εξειδικευμένων τεχνικών βιβλιοθηκών, χωρίς περιορισμένα χρονολογικά όρια, αποτελεί μια από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα οι ερευνητές, ιδιαίτερα όσοι μελετούν τις τεχνικές του λεγόμενου βιομηχανικού πολιτισμού. Η λειτουργία της ιστορικής βιβλιοθήκης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου έρχεται σήμερα να καλύψει σε σημαντικό βαθμό αυτό το κενό. Η ιστορία της βιβλιοθήκης του ΕΜΠ ξεκινά με την ίδρυση του Σχολείου των Τεχνών το 1836. Στα πρώτα διατάγματα προβλέπεται η δημιουργία βιβλιοθήκης «των αναγκαιούντων βιβλίων και ομολογουμένως καλλίστων εφημερίδων των περιεχόντων τας αναγκαίας ιχνογραφίας και την εξήγησιν αυτών» ως απαραίτητο συμπλήρωμα των διαφόρων συλλογών υποδειγμάτων. Ο αρχικός πυρήνας αυτής της βιβλιοθήκης συγκροτείται στα πρώτα χρόνια της ζωής του ιδρύματος, κυρίως από δωρεές. Στη δεκαετία του 1880 οι αγορές γίνονται συστηματικότερες και αρχίζει η έκδοση λιθογραφημένων συγγραμμάτων των καθηγητών του ιδρύματος. Το 1911 η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει περισσότερους από 4000 τόμους. Ο ρυθμός εμπλουτισμού της βιβλιοθήκης επιταχύνεται εντυπωσιακά μετά τη θεσμική μεταβολή του 1914 και την ίδρυση των νέων σχολών το 1918 με αγορά επιλεγμένων συγγραμμάτων. Την ίδια περίοδο εισρέουν και σημαντικές δωρεές από παλαιούς καθηγητές του ιδρύματος και έλληνες μηχανικούς, αλλά και από επιστημονικούς και εκπαιδευτικούς οργανισμούς του εξωτερικού, όπως συνέβη το 1938 με την ευκαιρία του εορτασμού των 100 χρόνων του ΕΜΠ. Το 1950 η βιβλιοθήκη αριθμεί 41.000 τόμους καλύπτοντας τις ανάγκες όχι μόνο των σπουδαστών αλλά και των τεχνικών γενικότερα. Την ευρύτερη σημασία της βιβλιοθήκης του ΕΜΠ διαπιστώνει ο Νικόλαος Κιτσίκης το 1941, όταν διατυπώνει την πρόταση να αποτελέσει αυτή την Εθνική Τεχνική Βιβλιοθήκη της χώρας. Σήμερα, όμως, οι ταχύτατες τεχνολογικές μεταβολές καθιστούν τις τεχνικές εκδόσεις ιδιαίτερα εφήμερες. Η λειτουργική βιβλιοθήκη του ΕΜΠ ανανεώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα να θεωρούνται πεπαλαιωμένες για τις διδακτικές ανάγκες εκδόσεις που εμφανίστηκαν λίγα χρόνια πριν. Εξάλλου, η επιταγή της εποχής μας για υψηλή εξειδίκευση δεν αφήνει στον τεχνικό το χρόνο να επιχειρήσει μια επιστροφή στην ιστορία του ίδιου του κλάδου του. Στα τέλη της δεκαετίας του 70, λόγω έλλει-

ψης χώρου στα βιβλιοστάσια, αποσύρθηκε από την κυκλοφορία και στοιβάχτηκε σε διάφορους αποθηκευτικούς χώρους το σύνολο σχεδόν των τόμων που είχαν εκδοθεί πριν από το 1960. Στους τόμους αυτούς προστέθηκαν και άλλες νεότερες εκδόσεις, κυρίως διδακτορικές διατριβές και περιοδικά. 'Εμειναν έτσι για αρκετό χρονικό διάστημα απρόσιτα και απειλήθηκαν με φθορά τεκμήρια, συχνά αναντικατάστατα, για την ιστορία των τεχνικών, της τεχνολογίας και των επιστημών. Το φθινόπωρο του 1993, η διοίκηση του ιδρύματος, ανταποκρινόμενη στα αιτήματα των καιρών για τη διάσωση των τεκμηρίων και τη μελέτη και τη διάδοση της ιστορίας του τεχνολογικού πολιτισμού -αιτήματα που απέκτησαν ιδιαίτερη ένταση μετά τις καταστροφές που προκλήθηκαν στην Πινακοθήκη του ΕΜΠ από την πυρκαγιά στο κτίριο της οδού Πατησίων-, ξεκίνησε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με αντικείμενο τη διάσωση και την αξιοποίηση των παλαιών συλλογών της βιβλιοθήκης του ιδρύματος. Όλο το έντυπο υλικό που είχε αποσυρθεί (περίπου 80.000 τόμοι) συγκεντρώθηκε σε χώρο που διαμορφώθηκε για το σκοπό αυτό στα υπόγεια του κτιρίου διοίκησης στην Πολυτεχνειούπολη. Στη συνέχεια, αποφασίστηκε η οργάνωση -ταξινόμηση, ταξιθέτηση και καταλογογράφηση- των βιβλίων και περιοδικών που έχουν εκδοθεί πριν από το 1950, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να συντηρηθεί και να χρησιμοποιηθεί άμεσα από τους ερευνητές το αρχαιότερο τμήμα της συλλογής. Το τμήμα αυτό περιλαμβάνει περσσότερους από 50.000 τόμους, ενώ συνεχίζεται ο εντοπισμός και η ενσωμάτωση έντυπου υλικού με χρονολογία έκδοσης πριν από το 1950, που βρίσκεται σήμερα διάσπαρτο σε βιβλιοθήκες τμημά-

των, πρώην εδρών, εργαστηρίων κ.α. Το σύνολο σχεδόν των τόμων φέρουν βιβλιάριθμο με βάση το ταξινομικό σύστημα που, με διάφορες προσαρμογές, εφαρμόστηκε στη βιβλιοθήκη του ΕΜΠ από το 1915 ως τη δεκαετία του 70, όταν άρχισε για τις νέες εισαγωγές να εφαρμόζεται το δεκαδικό σύστημα Ντιούι. Με βάση το σύστημα αυτό έχουν μέχρι σήμερα ταξιθετηθεί περίπου 45.000 τόμοι, ενώ προχωρεί η ταξινόμηση και η ενσωμάτωση του αταξινόμητου υλικού. Στο βαθμό που δεν έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία του καταλόγου δεν είναι δυνατόν να δοθεί μια περιεκτική περιγραφή του υλικού μέσα από στατιστικούς δείκτες. Ωστόσο, ο αναλυτικός πίνακας του ταξινομικού συστήματος (έτσι όπως εφαρμοζόταν το 1950) που ακολουθεί μπορεί να προσφέρει ικανοποιητική εικόνα για τα θέματα στα οποία αναφέρεται το υλικό της ιστορικής βιβλιοθήκης του ΕΜΠ. Οι αριθμοί σε παρένθεση αφορούν τους τόμους που καταμετρήθηκαν σε κάθε κατηγορία τον Μάιο του 1994. Τα βιβλία στην πλειονότητα τους είναι ξενόγλωσσα, κυρίως γερμανικά και γαλλικά. Όπως είναι προφανές από το ιστορικό συγκρότησης της βιβλιοθήκης, ο βασικός κορμός είναι εκδόσεις του τελευταίου τέταρτου του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, με αρκετές σημαντικές εκδόσεις του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Χάρη ωστόσο στις δωρεές, έχουμε ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στον 18ο και τον 17ο αιώνα. Αναφέρονται ενδεικτικά η πραγματεία του Bélidor, Architecture hydraulique, σε εκδόσεις του 1780 και του 1819, ο Άτλας όπου παρουσιάζονται οι μελέτες του J.R. Perronet για τις γέφυρες Neuilly, Mantes, d'Orléans κ.ά., έκδοση του 1782, η Αρχιτεκτονική του Sebastian

Zeitschrift des Vereines Deutscher Ingenieure, τόμοι 1-73, Βερολίνο 1857-1943.


Serlio, έκδοση του 1663 και η μετάφραση του Βιτρούβιου στα γαλλικά από τον Claude Perrault, έκδοση του 1683. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τη σημαντική συλλογή περιοδικών της βιβλιοθήκης, που περιλαμβάνει σειρές τεχνικών περιοδικών από το πρώτο μισό του 19ου ως τον 20ό αιώνα με μεγάλη πληρότητα. Επίσης, η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει, κυρίως στις ταξινομικές κατηγορίες Α και Ν, τεχνικές εγκυκλοπαίδειες και λεξικά που συγκεντρώνουν πλούσιες πληροφορίες για τις τεχνικές του 19ου, αλλά και του 17ου και του 18ου αιώνα, όπως η Grande Encyclopédie du XIXe siècle, υπό τη διεύθυνση του Marcelin Berthelot (31 τόμοι που δημοσιεύτηκαν την περίοδο 1880-1890), το δεκαεπτάτομο Dictionnaire chronologique et raisonné des découvertes, innovations, perfectionnements, observations nouvelles et importations en France... de 1789 à la fin de 1820 (Παρίσι 1822-24), η Encyclopédie technologique. Dictionnaire des Arts et manufactures et de I' agriculture του Ch. Laboulaye (4 τόμοι, Παρίσι 187475) καθώς επίσης και δεκατρείς τόμους της Encyclopédie méthodique του Panckoucke

(1782-1832). Η βιβλιοθήκη διαθέτει, από δωρεές, σπάνια λιθόγραφα διδακτικά εγχειρίδια πολλών ευρωπαϊκών πολυτεχνείων, όπως του Πολυτεχνείου της Γάνδης και των γαλλικών École Centrale des Arts et Manufactures, École Nationale des Ponts et Chaussées, École Supérieure des Mines, École Polytechnique, École Supérieure d' Électricité, École Nationale Supérieure d' Aéronautique, École Spéciale des Travaux Publics κ.ά. Γενικά, πρόκειται για εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, δεδομένου ότι ακόμη και οι νεότερες εκδόσεις του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα δεν υπάρχουν σε άλλες ελληνικές βιβλιοθήκες. Η σπανιότητα του υλικού και η σημασία του για την έρευνα οδήγησαν στην απόφαση να ανοίξει η βιβλιοθήκη στους ερευνητές, παρά την έλλειψη καταλόγου. Ο ερευνητής έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει, με τη βοήθεια βιβλιοθηκονόμου, στα ράφια στις οικείες ταξινομικές ενότητες τα έντυπα που τον ενδιαφέρουν. Η βιβλιοθήκη λειτουργεί στο υπόγειο του κτιρίου διοίκησης του ΕΜΠ στην Πολυτεχνειούπολη (Ζωγράφου) και είναι ανοικτή για το κοινό κάθε Δευτέρα και Πέμπτη.

ΤΟ ΤΑΞΙΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΟΥ ΕΜΠ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΛΙΘΟΓΡΑΦΟ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΟΥ 1950

Α. Βιβλιογνωσία και συγγράμματα γενικού περιεχομένου (459) 1. Βιβλιοθήκαι και κατάλογοι βιβλιοθηκών, Βιβλιογραφία κ.λπ. 2α. Επιστήμαι εν γένει και Ιστορία των επιστημών 2β. Εγκυκλοπαιδείαι. Λεξικά. Σύμμικτα

3. 4.

Β. Περιοδικά (5774)

Η. Αρχιτεκτονική (2912) 1. Γενικά. Εγκυκλοπαιδείαι 2. Δομική 3. Αρχιτεκτονικοί συνθέσεις και εκτελεσθέντα σύγχρονα οικοδομήματα, (περιλαμβ. της διατάξεως των οικοδομημάτων) 4. Κοσμηματολογία, Βιοτεχνία, Τεχν. πράξις της Γλυπτικής και Ζωγραφικής, Αρχιτεκτονικά πρότυπα, Διακοσμητική, Σχεδιογραφία

Γ. Εγκόλπια και εγχειρίδια γενικού περιεχομένου (172) Δ. Μαθηματικά και Αστρονομία (2597) 1. Γενικά. Ιστορία και Βιβλιογραφία των Μαθηματικών 2. Καθαρά Μαθηματικά 3. Γεωμετρικόν σχέδιον και Παραστατική Γεωμετρία (περιλαμβ. της Σκιαγραφίας, Προοπτικής κ.λπ.) 4. Πρακτική Γεωμετρία: Γεωδαισία, Χωροοτάθμησις και Υψομετρία, Υπόγ. Τοπογραφία κ.λπ. 4α. Γενική μετρολογία 5. Μαθηματικά όργανα 6. Αστρονομία, Μαθηματ. Γεωγραφία, Αστρονομ.όργανα 7. Μαθηματικοί και λογαριθμικοί πίνακες Ε. Μηχανική (1147) 1. Γενικά. Ιστορία 2. Γενική Μηχανική. Διδακτικά συγγράμματα και συλλογαί προβλημάτων 3. Γραφοστατική 4. Ειδικαί πραγματείαι 5. Αντοχή των υλικών και θεωρία της ελαστικότητος. Εφηρμοσμένη Μηχανική 6. Υδροδυναμική και Αεροδυναμική Ζ. Φυσικαί Επιστήμαι (4070) 1. Αι φυσικαί επιστήμαι γενικώς. Συγγράμματα συμμίκτου περιεχομένου 2. Φυσική και Μετεωρολογία

5. 6.

Χημεία Ορυκτολογία, Γεωγνωσία, Γεωλογία, Παλαιοντολογία, Φυσική Γεωργία Βοτανική Ζωολογία, Φυσιολογία, Πειραματική Ψυχολογία, Ανθρωπολογία, Ιατρική

Θ. Ιστορία της Τέχνης. Αρχαιολογία (85) 1. Γενικά και σύμμικτα. Λεξικά 2. Ιστορία των τεχνών εν γένει και ιδίως της Αρχιτεκτονικής 3. Ιστορία της Γλυπτικής, της Ζωγραφικής, των Διακοσμητικών Τεχνών 4. Συλλογαί (δημόσιοι και ιδιωτικοί) 5. Βιογραφίαι καλλιτεχνών 6. Ενδυμασίαι (σκεύη), Προσωπογραφίαι, Οικόσημα, Σφραγίδες, Νομίσματα, Μετάλλια, Επιγραφαί 7. Αισθητική, Καλλιτεχνολογία, Ρυθμολογία 8. Α. Μνημεία της τέχνης. Αρχαιολογικοί τόποι Β. Έργα αρχιτεκτόνων, ζωγράφων και γλυπτών Ι. Επιστήμη του Πολιτικού Μηχανικού (4651) 1. Γενικά και συγγράμματα περιλαμβάνοντα πάντας ή τινάς κλάδους της Επιστήμης του Πολιτικού Μηχανικού 2. Χωματουργία, θεμελιώσεις και κατασκευή σηράγγων 3. Υδραυλικά και θαλάσσια έργα 4. Οδοποιία και Τροχιόδρομοι. Υποδομή πόλεων

Δύο από τα λιθόγραφα διδακτικά συγγράμματα των καθηγητών του Πολυτεχνείου. 5. 6. 7.

Σιδηροδρομική. Κατασκευή και εκμετάλλευ-σις Γεφυροποιία Στρατιωτικά έργα. Οχυρά

Κ. Μηχανολογία (περιλαμβανομένης και της κατασκευής σιδηροδρομικών μηχανών) και Ναυπηγική (2028) 1. Ιστορικά και γενικά 2. Συγγράμματα περιγράφοντα πλείονα είδη μηχανών 3. Μηχανολογικοί σχεδιάσεις 4. Τεχνική στατική και Δυναμική. Αντοχή των υλικών. Γενική θεωρία των Μηχανών 5. Μηχανισμοί (Φορονομή). Κινηματική 6. Όργανα μετρήσεως, Ωρολογιακοί μηχανισμοί 7. Ρυθμιοταί 8. Στοιχεία μηχανών 9. Υδροτεχνία 10. θερμοτεχνία 11. Αεροτεχνία 12. Υψωτικαί μηχαναί. Εκσκαπτικά μηχανήματα. Μεταφορικοί μηχαναί 13. Μεταφορά και διανομή ενεργείας 14. Κατασκευή σιδηροδρομικών μηχανών ΚΑ. Ναυπηγική και Ναυτική Τέχνη 1. Γενικά. Ιστορία 2. Θεωρία και πράξις της Ναυπηγικής. Κατασκευή και εξοπλισμός των πλοίων


3. 4. 5.

6.

Μηχαναί πλοίων και λέβητες πλοίων. Ηλεκτρική ώθησις Ναυτική Ναυτιλία και πυξίδες. Ναυτικοί πίνακες Διάφορα πολεμικά. Πλέοντα σήματα. Ναυαγοσωστικά. Μηχανήματα καταδύσεως. Πλω-ταί δεξαμεναί. Ναύσταθμοι Ναυτικοί χάρται

Λ. Ηλεκτροτεχνία (1591) 1. Γενικά, ιστορικά, διδακτικά συγγράμματα, εγχειρίδια και λεξικά. Διανομή και Δίκτυα. Μετρήσεις. Γαλβανικά στοιχεία. Συσσωρευ-ταί. Εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος 2. Δυναμομηχαναί και κινητήρες 3. Φωτισμός 4. Τηλεγραφία και Τηλεφωνία-Ραδιοφωνία 5. Γαλβανοπλαστική Μ. Υλικά δομής και μηχανοποιίας. Προϋπολογισμοί και προμελέται (830) ΜΑ. Υλικά δομής και μηχανοποιίας 1. Πραγματείαι περί υλικών εν γένει και περί δοκιμασίας των υλικών (συμπεριλαμβανομένων των μηχανών δοκιμασίας, οργάνων μετρήσεως, εργαστηρίων και ιδρυμάτων πειραματισμού) 2. Φυσικά πετρώματα και γαίαι. Τεχνητοί λίθοι 3. Μέταλλα και κράματα αυτών 4. Ξύλα 5. Κονιάματα, σιμέντα, άσφαλτος, φυσική και τεχνητή κ.λπ. MB. 1. Προϋπολογισμοί και προμελέται. Κατασκευή και εκμετάλλευσις τεχνικών έργων. Τιμαί

2. Κατάλογοι και κατά τόπους οδηγοί διά την Βιομηχανίαν και το Εμπόριον Ν. Μηχανική και Χημική Τεχνολογία (2443) 1. Ιστορία και φιλοσοφία της Τεχνολογίας. Γενικά τεχνολογικά εγχειρίδια. Εγκυκλοπαιδεί-αι. Εκθέσεις περί επιστημονικών ταξιδιών, εκδρομών κ.λπ. Συνταγολόγια 2. Κλάδοι της Τεχνολογίας Α. Μηχανική τεχνολογία Β. Χημική τεχνολογία Ξ. Μεταλλουργία και Αλοπηγία (678) 1. Γενικά. Ιστορία 2. Εκμετάλλευσις μεταλλείων και μηχανική παρασκευή των μεταλλευμάτων 3. Μεταλλουργία και αλοπηγία 4. Μεταλλευτικά έργα. Μηχαναί παρασκευής των μεταλλευμάτων. Μεταλλουργικοί μηχαναί

T. Νομοθεσία και Νομική, Διοίκησις (384) 1. Γενικά. Φιλοσοφία του Δικαίου, Δημοσίου και Διοικητικού 2. Τεχνική νομοθεσία. Οικοδομικά, υδραυλικά, λιμενικά έργα 3. Νόμοι και διατάξεις σχετικώς με την συγκοινωνίαν και τας μεταφοράς, οδοποιίαν, κατασκευήν σιδηροδρόμων, μηχανουργίαν, ναυπηγικήν, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κ.λπ. 4. Μεταλλευτικόν Δίκαιον. Νομοθεσία μεταλλείων 5. Νομοθεσία βιοτεχνίας, εμπορίου, εμπορικής ναυτιλίας κ.λπ. 6. Νομοθεσία επί των Διπλωματών (sic). Προστασία καλλιτεχνικής και φιλολογικής ιδιοκτησίας 7. φορολογία Υ. Πολιτικοί Επιστήμαι και Στατιστική (1926) Φ. Ιστορία, Βιογραφίαι (607)

Ο. Γεωργία και Δασολογία, Κηπουρική, Ζωοτεχνία, Σηροτροφία, Αλιεία και Κυνηγετική (253) 1. Γενικά. Ιστορία 2. Γεωργία και Δασολογία, Ζωοτεχνία 3. Σηροτροφία, Αλιεία, Κυνηγετική 4. Κηπουρική 5. Γεωργικοί μηχαναί και εργαλεία Π. Υγιεινή (δημόσια και ιδιωτική) (152) Ρ. Παιδαγωγική και Διδακτική (446) Σ. Εμπορευματολογία, Εμπορεία και Βιομηχανική εκμετάλλευσις (473) 1. Εμπορευματολογία 2. Εμπορία και Βιομηχανική εκμετάλλευσις ΣΒ. Εκθέσεις

Χ. Γεωγραφία, Περιηγήσεις, Εθνογραφία (265) Ψ. Αλλαι τινές κλάσεις συγγραμμάτων (867) 1. Γλωσσικά. Λεξικά (περιλαμβανομένων και των τεχνικών) 2. α. Φιλολογικά β. Καλλιγραφία, Γραφολογία, Στενογραφία 3. α. Φιλοσοφία β. Μυθολογία, Συμβολική Εικονογραφία 4. α. Σύλλογοι, Εταιρείαι β. Στρατιωτικά γ. Ιστορία της Μουσικής Ω. Μουσική (400) ΕΛΕΝΗ ΚΑΛΑΦΑΤΗ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΣΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ Το 1980 η Άννα θεοφύλακτου ξεκίνησε τη συγκέντρωση φωτογραφικού υλικού από τον Πόντο και άλλες περιοχές της Μικρός Ασίας με αφορμή την έκδοση ενός βιβλίου για την ιστορία και τις δραστηριότητες του γυναικείου ποντιακού σωματείου «Μέριμνα Ποντίων Κυ,ριών». Από τότε, όπως λέει η ίδια, μαζεύει με πολλή αγάπη και σεβασμό τις φωτογραφίες που της φέρνουν φίλοι, γνωστοί, συγγενείς και ξένοι, που ανατυπώνονται, καταγράφονται οι πληροφορίες και το όνομα του κατόχου τους και επιστρέφονται, εκτός από τις περιπτώσεις που προσφέρονται στο αρχείο. Σήμερα, το φωτογραφικό αρχείο περιλαμβάνει 300 περίπου πρωτότυπες παλιές φωτογραφίες και 2400 ανατυπώσεις παλαιών. Επίσης περιλαμβάνει 2500 σύγχρονες φωτογραφίες και 6000 διαφάνειες από τα πολλά ταξίδια που έκανε η Άννα θεοφύλακτου στον Πόντο, την Αρμενία, τη Γεωργία, την Καππαδοκία, την Ιωνία και την Κύπρο κατά τα έτη 1975-1993. Από τις πρωτότυπες και ανατυπωμένες παλιές φωτογραφίες του Αρχείου Άννας θεοφύλακτου οι 2085 αναφέρονται στον ποντιακό ελληνισμό μέσα και έξω από τη γη του Πόντου, εκεί όπου έζησαν, εργάστηκαν, σπούδασαν και ταξίδεψαν οι Πόντιοι. Οι φωτογρα-

φίες αυτές τοποθετούνται χρονικά από τα τέλη του 19ου ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Καλύπτουν δηλαδή την τελευταία περίοδο της παρουσίας του ελληνισμού στον μικρασιατικό χώρο και τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης του στην Ελλάδα. Το τμήμα του φωτογραφικού αρχείου που αφορά τους Έλληνες του Πόντου έχει ταξινομηθεί και καταγραφεί σε χειρόγραφα δελτία, που περιλαμβάνουν δείγμα της φωτογραφίας, αριθμό φιλμ, αριθμό αρνητικού, περιγραφή και άλλες πληροφορίες για τη φωτογραφία. Αναγράφεται επίσης το όνομα αυτού

που παραχώρησε τη φωτογραφία και έδωσε τις σχετικές πληροφορίες. Το 1994 καταχωρίστηκαν οι πληροφορίες των δελτίων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή με τη βοήθεια προγράμματος dbase III plus και συστηματοποιήθηκε η ορολογία. Με τον τρόπο αυτό στοιχειοθετήθηκε το περιεχόμενο του αρχείου και μετά τη μελέτη και ανάλυση του προέκυψαν οι θεματικές ενότητες στις οποίες εντάσσονται οι συγκεκριμένες φωτογραφίες. Οι ενότητες αυτές είναι: Πόλεις και χωριά, Εκπαίδευση, θρησκευτική ζωή, Κοινωνική ζωή, Διωγμοί-Αντίσταση, Πρόσωπα, Προσφυγιά, Μέριμνα Ποντίων Κυριών. Στην κάθε ενότητα υπάρχουν υποκατηγορίες, οι οποίες περιγράφουν κατά κάποιο τρόπο το περιεχόμενο της θεματικής ενότητας και συγχρόνως βοηθούν στην αναζήτηση (κτίρια, έγγραφα, τελετές κ.ά.). Στις υποκατηγορίες η καταγραφή γίνεται σύμφωνα με την αλφαβητική και χρονολογική σειρά του τόπου λήψης της φωτογραφίας. Εξαίρεση αποτελούν η υποκατηγορία «Ιερωμένοι» και οι ενότητες «Διωγμοί - Αντίσταση», «Πρόσωπα» οι οποίες αφορούν κυρίως απεικονίσεις προσώπων και στις οποίες είναι πολύ συχνά άγνωστος ο τόπος και ο χρόνος λήψης. Εδώ ακολουθείται η αλφαβητική σειρά


χία πανεπιστημίου, αποδελτιωμένα δημοσιεύματα για σχολεία, χάρτες τοπογραφικής προέλευσης μαθητών 3. Θρησκευτική ζωή 3.1 Εκκλησίες 3.2 Τεμένη 3.3 Μοναστήρια 3.4 Η Παναγία Σουμελά στην Ελλάδα 3.5 Ιερωμένοι: μητροπολίτες, ιερείς, μοναχοί 3.6 Έγγραφα: σφραγίδες μητροπόλεων, πιστοποιητικά βαπτίσεως - θανάτου, άδειες γάμου, άδειες αγοράς τάφου 3.7 Τελετές: Θεοφάνεια, λιτανείες, γάμοι, κηδείες 4. Κοινωνική ζωή 4.1 Αγροτική ζωή 4.2 Επαγγέλματα: ταχυδρόμος, επεξεργασία καπνού, εσωτερικοί χώροι εργασίας νοσοκομείου 4.3 Εκδηλώσεις: οικογενειακές και κοινωνικές συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις της ελληνικής κοινότητας, εκδηλώσεις κοινωνικής συμπαράστασης 4.4 Εκδρομές - ταξίδια 4.5 Καλλιτεχνική ζωή 4.6 Σύλλογοι - συντεχνίες 4.7 Έγγραφα: ταυτότητες, εκλογικά βιβλιάρια, συμβόλαια, σφραγίδες συλλόγων, άδειες άσκησης ιατρικού επαγγέλματος, τσεκ, ομόλογα, μετοχές, βιβλιάρια τραπέζης, βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, ημερολόγια 4.8 Τελετές: βαπτίσεις, γάμοι, κηδείες, Θεοφάνεια, 4.9 Μεταφορικά μέσα

Το νοσοκομείο Τραπεζούντος.

5. Διωγμοί - Αντίσταση Εκτοπισμοί, απαγχονισμοί, αγωνιστές, το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου

Η οικογένεια Γιάννη Φαμηλιωνίδη.

του ονόματος των εικονιζόμενων προσώπων για τη διευκόλυνση της αναζήτησης συγκεκριμένων ονομάτων. Ο κατάλογος αυτού του τμήματος του Φωτογραφικού Αρχείου της Άννας Θεοφύλακτου εκδόθηκε με τον τίτλο Έλληνες του Πόντου τον Ιούνιο του 1994 από τον εκδοτικό οίκο αδελφών Κυριακίδη. Το διάγραμμα ταξινόμησης του καταλόγου είναι το ακόλουθο: 1. Πόλεις και χωριά 1.1 Γενική ή μερική άποψη: φωτογραφίες στις οποίες κυριαρχεί ο περιβάλλων χώρος - δρόμοι, πλατείες, γέφυρες, κάστρα, φάροι, ναυπηγεία, μεταλλεία, καραβάνια, καταυλισμοί 1.2 Μνημεία 1.3 Κτίρια

1.4 Παλιά Θεσσαλονίκη, 1914-1936 2. Εκπαίδευση 2.1 Σχολικά κτίρια: σχολεία, εσωτερικοί χώροι σχολείων, αυλές και γήπεδα σχολείων, κατοικίες καθηγητών μέσα σε σχολικό οικοδομικό συγκρότημα 2.2 Δάσκαλοι: καθηγητές, δάσκαλοι, διοικητικά συμβούλια σχολείων και ορφανοτροφείων 2.3 Μαθητές: τάξεις μαθητών με τους καθηγητές τους, μαθητές και μαθήτριες σε ομάδες ή μεμονωμένοι με σχολική στολή, φοιτητές, τάξεις χοροδιδασκαλείου, παιδιά ορφανοτροφείου 2.4 Έγγραφα: κανονισμοί σχολείου ή αδελφότητας εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος, απολυτήρια ή ενδεικτικά σχολείου, πτυ-

6. Πρόσωπα 6.1 Οικογένειες 6.2 Ζευγάρια 6.3 Παιδιά 6.4 Πρόσωπα: κατά κανόνα πορτρέτα ενός ατόμου, ίσως και δύο-τριών ατόμων όταν είναι φίλοι ή συγγενείς. Για τις γυναίκες αναφέρεται το όνομα που είχαν όταν βγήκαν φωτογραφία, δηλαδή εάν δεν είχαν ακόμη παντρευτεί το πατρικό τους επίθετο. Για τις παντρεμένες εκτός από το επίθετο του συζύγου αναφέρεται στο δελτίο και το γένος, εάν είναι γνωστό. 6.5 Τοπικές ενδυμασίες 6.6 Νύφες 6.7 Θεοφύλακτος Θεοφύλακτος: η ζωή και η δράση του ιατρού και πολιτευτή Θ. Θεοφύλακτου 6.8 Φίλων Κτενίδης: η ζωή και η δράση του ιατρού και συγγραφέα Φ. Κτενίδη 7. Προσφυγιά Η εγκατάσταση και η ζωή των προσφύγων στην Ελλάδα 8. Μέριμνα Ποντίων Κυριών Οι δραστηριότητες του σωματείου «Μέριμνα Ποντίων Κυριών» στην Ελλάδα. ΥΠΑΤΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΟΥ


ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΑ Γιάννης Κίζης, Πηλιορείτικη οικοδομία. Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο από τον 17ο στον 19ο αιώνα, έκδ. ΠΤΙ ΕΤΒΑ, Αθήνα 1995, 528 σελ. Η Πηλιορείτικη οικοδομία του Γιάννη Κίζη, συνθετικό έργο που ερευνά την αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο στην εξέλιξη της από τον 17ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα, δημοσιεύτηκε πρόσφατα από το ΠΤΙ ΕΤΒΑ, αρκετά χρόνια από τη συγγραφή της ως διδακτορικής διατριβής, εγκεκριμένης από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο το 1986. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο, με τίτλο «Η διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής του Πηλίου» (σ. 25-141), το δεύτερο, με τίτλο «Η οικοδομική των σπιτιών του Πηλίου» (ο. 143-317) και το τρίτο, με τίτλο «Τα πηλιορείτικα σπίτια και η τυπολογία της δομής τους - Αρχείο κτιρίων» (σ. 319-496). Σε γενικές γραμμές, στο πρώτο μέρος εξετάζεται το περιβάλλον, οι ιστορικές συνθήκες και η θέση των παραδοσιακών κατοικιών του Πηλίου στην Ιστορία της αρχιτεκτονικής στην Οθωμανική αυτοκρατορία του 18ου-19ου αιώνα, στο δεύτερο μέρος αναλύονται κατασκευές και μορφές που απαντούν στο Πήλιο την ίδια εποχή και στο τρίτο παρουσιάζεται το υλικό, τα συγκεκριμένα μνημεία, τα σπίτια δηλαδή στα οποία βασίζεται η ανάλυση του δεύτερου μέρους. Όλοι είμαστε σε θέση να ξέρουμε τη σημασία του μνημειακού πλούτου του Πηλίου για την Ιστορία της νεότερης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για ένα σύνολο κτισμάτων με εξαιρετική τεχνοτροπική ενότητα, τα οποία συσχετίζονται με τις καλύτερες ώρες του Νε-

Η Πορταριά ζωγραφισμένη από τον Pomardi το 1806.

οελληνικού Διαφωτισμού και εικονογραφούν (μέσα σε ένα έξοχο περιβάλλον) την περίοδο ευημερίας και κοινωνικής ωρίμανσης που προετοίμαζε την Ελληνική Επανάσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πηλιορείτικα αρχοντόσπιτα θαυμάστηκαν ήδη από την εποχή τους και προκάλεσαν το ενδιαφέρον των αρχιτεκτόνων-μελετητών από πολύ νωρίς, από την πρώτη περίοδο στροφής της ελληνικής κοινωνίας προς την τέχνη του λαού. Μπορεί να λεχθεί ότι ο κ. Κίζης αφομοίωσε όλα όσα στοιχειοθέτησαν την πρόοδο πάνω στο θέμα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής -και δεν ήταν λίγα- κατά τα τελευταία χρόνια

και ότι η διατριβή δικαιώνει τις προσδοκίες για μελλοντικές έρευνες. Δεν έχουμε, δηλαδή, μια απλή συμβολή στην επιστήμη, αλλά μια ευρύτερη σημαντική σύνθεση για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου. Το πρώτο μέρος του βιβλίου έχει περισσότερο ιστορικό χαρακτήρα. Αποτελεί μια γενική θεώρηση της αρχιτεκτονικής του Πηλίου ενταγμένης στο πλαίσιο της σύγχρονης της αρχιτεκτονικής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το μέρος αυτό είναι το κατ' εξοχήν συνθετικό του βιβλίου και βασίζεται κυρίως σε μια εξαντλητική έρευνα της υφιστάμενης βιβλιογραφίας, σε κάθε πηγή πληροφοριών που άμεσα ή έμμεσα σχετίζεται με το φαινόμενο της οικοδομίας του Πηλίου. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται το ευρύτερο πολιτιστικό πλαίσιο της αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα η σχέση της οικονομικής και πολιτιστικής ενότητας του Βαλκανικού χώρου και της Μικράς Ασίας στα χρόνια της ακμής, από τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα ως τις αρχές του 20ού. Αναλύεται δηλαδή πώς κάτω από τις συνθήκες ειρήνης της pax ottomana και ενός κατασταλαγμένου φεουδαρχικού συστήματος παραγωγής (αλλά και παρακμής των θεσμών του τουρκικού κράτους) αναπτύχθηκαν πόλεις και χωριά και εξελίχθηκε η βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα, που έφερε τις μεγάλες αλλαγές του περασμένου αιώνα. Το δεύτερο κεφάλαιο περιορίζει την ίδια θεώρηση στο Πήλιο, που εξετάζεται ιστορικά από τον Μεσαίωνα ως τη σύγχρονη εποχή. Ακολουθεί πάλι γενική εξέταση του θέματος της κατοικίας σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία, όπου βλέπουμε να


προωθείται και να εμπλουτίζεται η μέθοδος που είχε παρουσιαστεί και από άλλους ερευνητές: απομυθοποίηση του αρχιτεκτονικού φαινομένου, άρνηση των θεωριών ανάπτυξης από «γενεσιουργό κύτταρο» κατοικίας, αναφορά στα πρότυπα της επίσημης και μνημειώδους αρχιτεκτονικής της εποχής. Εδώ, ο κ. Κίζης εύστοχα σημειώνει τη γενική εξέλιξη μερών του σπιτιού που απαρτίζουν τη σύνθεση (οντάδες, χαγιάτια, επεκτάσεις κατά τον όροφο) και σε συνέχεια παρουσιάζει την τυπολογία της εξελιγμένης κατοικίας της Τουρκοκρατίας, βασισμένη σε μια εντυπωσιακή βιβλιογραφική τεκμηρίωση και σε συστηματική άντληση πληροφοριών από περιηγητές. Καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα αποκρυσταλλώνεται στην Ανατολή το «διεθνές αρχοντόσπιτο», που σε πολλά μιμείται στοιχεία της Κωνσταντινούπολης και, ανεξάρτητα από τις εθνότητες που απαρτίζουν την αυτοκρατορία, διαδίδεται παντού όπου οι νέες ανάγκες της ζωής το ζητούν και οι συνθήκες το επιτρέπουν. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου επιγράφεται «Η οικοδομική των σπιτιών του Πηλίου» και αποτελεί ουσιαστικά κατασκευαστική και μορφολογική ανάλυση του υλικού του, σε σύγκριση πάντοτε προς το αντίστοιχο στην υπόλοιπη Ελλάδα, τις Βαλκανικές χώρες καθώς και τη Μικρά Ασία. Το τμήμα αυτό απομακρύνεται από την Ιστορία της αρχιτεκτονικής και πλησιάζει την παραδοσιακή οικοδομική, με τη θέσπιση τεκμηρίων χρονολόγησης των κτιρίων του Πηλίου. Η ανάλυση μαρτυρεί μια εξαιρετική εξοικείωση του κ. Κίζη μετά μνημεία της εποχής καθώς και μεγάλη ικανότητα αντίληψης και περιγραφής. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο πρωτότυπο, αλλά και πολύ πλούσιο. Οι κατασκευαστικές αναλύσεις αναπτύσσονται αναγόμενες σε πολλά παραδείγματα. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται τα ντόπια υλικά και η γενική τους επεξεργασία και ακολουθούν άλλα για τη λίθινη κατασκευή, την ξύλινη κατασκευή (πατώματα, συστήματα προβόλων κλειστών εξωστών, φέροντα συστήματα τοίχων, στέγες), τα συμπληρωματικά της οικοδομής (επικαλύψεις, δάπεδα, σκάλες, επιχρίσματα, ταβάνια), τις εγκαταστάσεις, τα κουφώματα, τα χαρακτηριστικά μόνιμα ξύλινα έπιπλα του σπιτιού και, τέλος, τη γραπτή διακόσμηση του. Είναι ακριβώς η φύση των αρχιτεκτονικών μορφών των σπιτιών του Πηλίου που επιβάλλει τη συνεξέταση με τις κατασκευές. Ο κ. Κίζης προτιμά να μην κάνει ιδιαίτερο λόγο για μορφολογία και να δώσει τις φόρμες, ακόμη και τους έγχρωμους φεγγίτες ή τον γραπτό διάκοσμο, μέσα από την κατασκευή. Αυτό δεν παρεμποδίζει πάντως τις συγκρίσεις με παραδείγματα από τον ευρύτερο χώρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως λ.χ. στην περίπτωση των ταβανιών και των συστημάτων ερμαρίων στο εσωτερικό των κυρίως χώρων κατοικίας. Το τρίτο μέρος του βιβλίου επιγράφεται «Τα πηλιορείτικα σπίτια και η τυπολογία της δομής τους». Σε αυτό γίνεται η παρουσίαση του υλικού πάνω στο οποίο στηρίζεται το πρώτο και το δεύτερο μέρος. Η επιμελής αυ-

Το αρχοντικό Βαΐτζη στην Κουκουράβα, 1761.

τή τεκμηρίωση κάνει κάθε παρατήρηση ή διαπίστωση συγκεκριμένη· η αοριστολογία που χαρακτήριζε παλιές μελέτες της «λαϊκής αρχιτεκτονικής» εδώ αίρεται. Τα σπίτια του Πηλίου που μελετήθηκαν χωρίζονται σε δέκα ομάδες, οι οποίες χωρίζονται επίσης σε τέσσερις κατηγορίες με κριτήριο τη δομική τους συγκρότηση. Οι κατατάξεις αυτές οδηγούν στον τυπολογικό πίνακα των σελίδων 498-499, στον οποίο έχουμε ολόκληρο το φάσμα των δομικών σχημάτων που απαντούν στο Πήλιο. Παρατηρήσεις αντοχής σε φθορές και αντοχής σε σεισμούς οδηγούν σε ορισμένα συμπεράσματα, σε συσχετισμό προς τη δομική συγκρότηση κάθε ομάδας. Το αρχείο περιλαμβάνει 134 σπίτια του Πηλίου. Στα τυποποιημένα σχέδια του αρχείου, βάσει σχεδιαστικών συμβολισμών, παρουσιάζονται οι κατόψεις των ορόφων και οι όψεις του κάθε σπιτιού, πολλές φορές μάλιστα οι τελευταίες διπλές, σε υφιστάμενη και σε αρχική κατάσταση. Τα σχέδια αυτά είναι άλλοτε πλήρη σχέδια αποτυπώσεων και άλλοτε προσεγγιστικά σκαριφήματα με μετρημένες τις γενικές μόνο διαστάσεις. Τα σχέδια συνοδεύονται από επεξηγηματικό κείμενο που δίνει γενικές πληροφορίες για το κάθε μνημείο, το χαρακτηρισμό του δομικού του συστήματος, τη διάκριση των δομικών του φάσεων, τη δικαιολόγηση της αποκατάστασης του, πληροφορίες για τη σημερινή του κατάσταση και χρονολόγηση άμεση (από επιγραφές, όπου τούτο είναι δυνατόν) ή προσεγγιστική. Φωτογραφίες συνοδεύουν, τέλος, τους πίνακες των σχεδίων. Η πρωτοτυπία της εργασίας του κ. Κίζη βρίσκεται όχι μόνο στην τεκμηρίωση και την επιστημονική επεξεργασία άφθονου άγνωστου ως τώρα υλικού, αλλά κυρίως στη δημιουργία μιας σωστής θεωρίας για την αρχιτεκτονική του Πηλίου, ως επαρχιακού και ετερόφωτου φαινομένου εξαρτημένου, παρά

την αυτοτέλεια του, από την αρχιτεκτονική της εποχής του στο χώρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο τρίτο μέρος έχουμε την πρώτη παρουσίαση άγνωστων, παλαιότερων από τα γνωστά σπιτιών καθώς και γραφικές αποκαταστάσεις που δημιουργούν μια νέα εικόνα για το αντικείμενο. Στο δεύτερο μέρος έχουμε εμπεριστατωμένη ανάλυση μοναδική ως τώρα για την εμβρίθεια της, η οποία αποκαλύπτει την κατασκευαστική και μορφοπλαστική λογική των μαστόρων καθώς και τις όποιες αδυναμίες τους. Και στο πρώτο μέρος έχουμε την προώθηση των γνώσεων γύρω από την αρχιτεκτονική του 18ου και του 19ου αιώνα, με τη συστηματική σύγκριση και συλλογή ή επιλογή πληροφοριών από παντοειδείς πηγές, την οποία ακολουθεί η ένταξη του πηλιορείτικου φαινομένου με τις τυπολογικές, μορφολογικές και διακοσμητικές του εκφάνσεις. Όλα αυτά κάνουν αυταπόδεικτη τη βαρύτητα της συμβολής του βιβλίου του κ. Κίζη στην επιστήμη. Σε μια εποχή που το ενδιαφέρον για τη νεότερη ιστορία του έθνους -πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική- συνεχώς αυξάνεται, το νέο βιβλίο αποτελεί σπουδαία και πολύτιμη προσφορά. Και η προσφορά αυτή γίνεται τώρα κοινό κτήμα, χάρη στην πρωτοβουλία του Πολιτιστικού και Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ να το εκδώσει, πρωτοβουλία που δικαιολογείται αμέσως από τη μεγάλη επιστημονική συμβολή του έργου σε ζητήματα παραδοσιακής οικοδομικής τεχνολογίας. Η έκδοση είναι εξαιρετική, γιατί αφ' ενός προσφέρει μεγάλο πλούτο σχεδιαστικών και φωτογραφικών τεκμηρίων με τον καλύτερο τρόπο και αφ' ετέρου διατηρεί ένα χαρακτήρα συγκρατημένης πολυτέλειας, που ταιριάζει στο επιστημονικό περιεχόμενο του βιβλίου. Γίνεται έτσι μια από τις επιτυχίες του ιδρύματος στον εκδοτικό τομέα. Χ. ΜΠΟΥΡΑΣ


ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΚΑΥΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ Δημήτρης Φιλιππίδης, Λύσανδρος Καυταντζόγλου. Η ζωή και το έργο του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου (1811-1885). Το ιστορικό αποτύπωμα ως οδηγός συνεκδοχικών παρεμβάσεων και διαμεσολαβήσεων με το παρόν, έκδ. Υπουργείο Πολιτισμού και ΠΤΙ ΕΤΒΑ, Αθήνα 1995, 375 σελ.

Ένα βιβλίο -μονογραφία καλύτερα- για μια σημαντική προσωπικότητα που ανασύρεται από το πρόσφατο παρελθόν, δηλαδή τον 19ο αιώνα, της Ελλάδας δεν είναι κάτι συνηθισμένο στον τόπο μας. Στην περίπτωση μάλιστα των αρχιτεκτόνων, ζήτημα είναι αν έχουν γραφτεί περισσότερες από δυο-τρεις μέχρι σήμερα, κυρίως με τη μορφή διδακτορικών διατριβών. Μια σειρά από γνωστές ελλείψεις στη μελέτη της ελληνικής αρχιτεκτονικής -αρχείων και σχετικής έρευνας, καταγραφής της ιστορίας των αστικών κέντρων, προστασίας επώνυμων κτισμάτων- αναγκάζει κάθε φιλόδοξο συγγραφέα να αρχίσει σχεδόν από το μηδέν. Δηλαδή, να ανακαλύψει πηγές πληροφόρησης κρυμμένες στα πιο απίθανα μέρη, να επιδοθεί σε κυνήγι αναμνηστικών στοιχείων στα χέρια απογόνων και να εξιχνιάσει πολλαπλά αινίγματα για τη διαχρονική τύχη έργων. Στην περίπτωση όμως του Λ. Καυταντζόγλου, είμαστε εξαιρετικά τυχεροί. Αν από τη μια μεριά χάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά η αλληλογραφία του και εξαφανίστηκε το πολύτιμο διαβατήριο του, με τα ταξίδια που έκανε τόσο συχνά στο εξωτερικό, αν χάθηκαν μερικά από τα σπάνιας τέχνης σχέδια του για το «Πανελλήνιον Ηρώον», από την άλλη, σαν από θαύμα, διατηρήθηκαν πολλά στοιχεία για να μας βοηθήσουν στην ανασύσταση μιας τόσο συναρπαστικής «ζωής και έργου». Γιατί ο Λ. Καυταντζόγλου όχι μόνο έγραφε, αλλά φρόντιζε να τυπώνει τα κείμενα του ή να τα δημοσιεύει στον Τύπο της εποχής. Με δικά

του έξοδα, τύπωνε συστηματικά σε φυλλάδια τους ετήσιους «Λόγους», που διάβαζε μπροστά στους προσκαλεσμένους του στο Πολυτεχνείο, στη γιορτή βράβευσης των καλύτερων καλλιτεχνικών έργων μαθητών του ιδρύματος. Με την ίδια συνέπεια τύπωνε μακροσκελέστατα κείμενα του για να υπερασπιστεί έργα του ή για να καυτηριάσει την καταστροφή άλλων κτιρίων ή μνημείων. Αξιοποιώντας επίσης τις πολλαπλές γνωριμίες του, συνεχώς επεδίωκε να δημοσιεύει επιστολές του, κάποτε και λίβελους, ασκώντας συνεχώς δημόσια κριτική με ασυνήθιστη παρρησία ενάντια σε «βανδάλους και συλητές», όπως κάποτε τους αποκάλεσε. Μπορεί, επίσης, να λείπουν όλα τα τελικά «σχέδια εφαρμογής» από τα χτισμένα έργα του και να έχουμε στα χέρια μας μόνο προσχέδια και συχνά πολλαπλές παραλλαγές για αυτά, αλλά και για αρκετά άλλα άγνωστα κτίρια που είναι αδύνατον σήμερα να ταυτιστούν, μπορεί να αγνοούμε όχι μόνο πώς ακριβώς ήταν αλλά και πού είχε χτιστεί το προσωπικό του σπίτι στην Ομόνοια -εκείνο που αντιπαθούσε η βασίλισσα Αμαλία-, αλλά χάρη στη φροντίδα του Μουσείου Μπενάκη διαθέτουμε επιτέλους ένα πραγματικό «αρχείο σχεδίων» για έναν έλληνα αρχιτέκτονα, προσιτό στο κοινό. Σε αυτή λοιπόν τη μονογραφία αξιοποιείται το πλούσιο υλικό των γραπτών καταλοίπων του Καυταντζόγλου όπως και του εκτενούς αρχείου σχεδίων του, έτσι ώστε να ανασυσταθεί η εξέλιξη της σκέψης του και οι κατευθυντήριες τάσεις της αρχιτεκτονικής του, σε μια σταδιοδρομία που διήρκεσε περίπου μισό αιώνα. Εκεί πάνω είναι, άλλωστε, καταγραμμένες οι παλινωδίες και οι αντιφάσεις του ελληνικού 19ου αιώνα, που δεν φαίνεται να διαφέρει ουσιαστικά από τη δική μας εποχή. Καθώς κανείς σκύβει πάνω στα τεκμήρια του περασμένου αιώνα, πράγματι εντυπωσιάζεται από αυτές τις συγγένειες. Ο διακριτικός υπότιτλος του βιβλίου για τον Λ. Καυταντζόγλου, γραμμένος επίτηδες με πεζά, υποδηλώνει αυτή τη διαπίστωση: «Το ιστορικό αποτύπωμα ως οδηγός συνεκδοχικών παρεμβάσεων και διαμεσολαβήσεων με το παρόν». Γιατί, σχεδόν αθέλητα, γίνονται συνεχώς συγκρίσεις του παρόντος με την «ιστορία» - όχι τόσο με την επίσημη αλλά με την αντίστοιχη ρέουσα, «μικρή» ιστορία της καθημερινότητας του 19ου αιώνα. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο καταφεύγοντας στις εφημερίδες της εποχής. Εκεί η ιστορία άφησε το νωπό της, ανεπεξέργαστο ίχνος. Όταν μάλιστα είναι δυνατή η αντιπαράθεση διαφορετικών συγχρόνως εκδοχών, το όριο ανάμεσα σε πραγματικότητα και μύθο χάνεται, έτσι ώστε κάθε γεγονός να αποκτά αναπάντεχη αυτονομία. Με κάποιο τρόπο, η ασάφεια και η πολλαπλότητα των προσχεδίων του Καυταντζόγλου, σε συνδυασμό με τα υπονοούμενα του θεωρητικού λόγου του, ταυτίζονται έτσι με την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, που προσπαθεί να ανακαλύψει την ταυτότητα της απέναντι

Ναός Αγίου Γεωργίου Καρύτση.

Ναός Αγίου Κωνσταντίνου.

Ε. Μ.Π. Κεντρικό κτίριο Αβέρωφ.


στο ιστορικό παρελθόν της και στη Δύση. Η μονογραφία -δηλαδή ο λόγος για τον έναν, όσο εξαίρετος και αν είναι- για να έχει νόημα, οφείλει να αναχθεί σε μια πολύ πλατύτερη τοιχογραφία. Συνάμα, τα χρονικά όρια της ζωής ενός ανθρώπου δεν αρκούν για να εξαντλήσουν το αποτύπωμα της ύπαρξης του. Πέρα από τους επικήδειους που διαβάστηκαν το 1885 πάνω από τον νεκρό του Καυταντζόγλου στο ναό της Αγίας Ειρήνης, το όνομα του συνέχισε να διανύει την παράδοξη πορεία του μέσα στο χρόνο, σαν μνήμη πια, προσφέροντας αναπάντεχες πληροφορίες και στιγμιότυπα - όπως οι μοναδικές περιγραφές κάποιου Μ., το 1938, στην Καθημερινή ή οι οικογενειακές αναμνήσεις μιας απογόνου του μισό αιώνα αργότερα, το 1988. Ταυτόχρονα, βέβαια, διαιωνίζονταν οι διαμάχες και οι εμπάθειες εκείνης της όχι και τόσο απομακρυσμένης εποχής, μέσα από τα γραπτά, για παράδειγμα του Κ. Μπίρη, που διέκρινε μόνο τη δαιμονική πλευρά του Καυταντζόγλου. Η ανακατασκευή της μνήμης όμως υπήρχε ήδη την εποχή που ζούσε ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας. Όταν ο ίδιος, σε μια επιδεικτική παρέκβαση το 1865, διηγείται πώς συναντήθηκε στη Ρώμη -τρεις δεκαετίες

Πρόσοψη κατοικίας με βουθάλαμους και κόγχες αγαλμάτων (υδατογραφία). πριν, την εποχή που ακόμη σπούδαζε εκείμε τον Τοσίτσα και τον Στουρνάρη, δεν κάνει τίποτε άλλο πάρα να χτίζει τον προσωπικό του μύθο. Το ίδιο άλλωστε είχε κάνει παλιότερα, όταν το 1845 τύπωνε την «Απάντηση» του στον ανταγωνιστή του Κλεάνθη, από τον οποίο είχε μόλις καταφέρει να αποσπάσει την

ανάθεση για τα σχέδια του Αρσακείου, προσφέροντας τη δική του εκδοχή για τα συμβάντα. Οπότε εμείς, συνθέτοντας μια μονογραφία για τον Καυταντζόγλου, δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να βαδίζουμε με σεβασμό στα ίχνη του. ΠΑΝΟΣ ΜΕΪΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ Κώστας Δαμιανίδης, Ελληνική παραδοσιακή ναυπηγική, έκδ. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα 1997, σελ. 256. Η Ελληνική παραδοσιακή ναυπηγική του Κώστα Δαμιανίδη που εκδόθηκε πρόσφατα από το ΠΤΙ ΕΤΒΑ αποτέλεσε τη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα στο Πανεπιστήμιο St Andrews της Σκοτίας (1990). Το βιβλίο διαιρείται σε επτά κεφάλαια τα οποία καλύπτουν όλα τα συναφή με την παραδοσιακή ναυπηγική θέματα. Στο «Μεθοδολογία και πηγές της έρευνας», που στην ουσία αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου, παρατίθενται γενικές πληροφορίες για την παραδοσιακή ναυπηγική, παρουσιάζονται οι επιμέρους εργασίες της επιτόπιας έρευνας (αποτυπώσεις σκαφών και εργαλείων κ.ά., έρευνα σε αρχεία, συνεντεύξεις με ξυλοναυπηγούς κ.λπ.) καθώς και σύντομα βιογραφικά σημειώματα μερικών από τους ναυπηγούς που «μύησαν» το συγγραφέα, όπως λέει ο ίδιος, στα μυστικά της τέχνης τους και οι πληροφορίες τους στάθηκαν πολύτιμο βοήθημα στην εξέλιξη της έρευνας του. Στο πρώτο κεφάλαιο («Ιστορική Επισκόπηση») αναφέρεται το ιστορικό πλαίσιο που καθόρισε την εξέλιξη της ναυπηγικής στην Ελλάδα κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες. Η ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα είχε ως αποτέλεσμα τον εκσυγχρονισμό της ναυπηγικής, ενώ η οικονομική κρίση και η νέα τεχνολογία των σιδερένιων σκαφών οδήγησαν στην πα-

ρακμή της ναυπήγησης ξύλινων στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Ο εκσυγχρονισμός που σημειώθηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα επηρέασε όχι μόνο την κατασκευή των σκαφών, αλλά και τον τρόπο σχεδιασμού τους, την τυπολογία τους και τα μεγέθη τους. Κατά τη διάρκεια ωστόσο του 19ου αιώνα και στο πρώτο μισό του 20ού, εξακολούθησαν να ναυπηγούνται και σκάφη που η τεχνική και η τυπολογία τους

δεν είχε επηρεαστεί από τον εκσυγχρονισμό. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής καταγράφηκαν δύο επίπεδα ναυπηγικής τεχνικής, τα οποία κωδικοποιήθηκαν ως εξής: το ένα με τη χρήση των μεθόδων του μονόχναρου και το άλλο με τη χρήση των μεθόδων της σάλας. Με την επιλογή της θέσης αλλά και το ρόλο των ναυπηγείων στην ανάπτυξη (πολεοδομική, κοινωνική, οικονομική) των περιοχών στις οποίες ήταν εγκατεστημένα κλείνει το πρώτο κεφάλαιο. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται με την τυπολογία των ελληνικών παραδοσιακών σκαφών στην οποία επέδρασε άμεσα η εξέλιξη της ναυπηγικής τέχνης. Τα σκάφη που κατασκευάζονταν με την παλιότερη τεχνική ήταν οξύπρυμνα ή με άβακα στην πρύμνη, ενώ η εκσυγχρονισμένη τεχνική έδωσε τη δυνατότητα κατασκευής και ενός καινούριου τύπου σκάφους με ελλειψοειδή πρύμνη (καραβόσκαρο). Η μεγάλη ποικιλία τύπων σκαφών που είχαν ναυπηγηθεί με τη χρήση της παλιότερης τεχνικής αντανακλά το προσόν της να προσαρμόζεται στην κάλυψη των αναγκών, που είχαν οι τοπικές κοινωνίες για ναυπηγήσεις σκαφών διαφορετικών μεγεθών, για διαφορετικές χρήσεις και με διαφορετικές ιστιοφορίες. Αντίθετα, η μεταγενέστερη εκσυγχρονισμένη τεχνική δεν απέδωσε τυπολογική ποικιλία, αλλά εφαρμόστηκε κυρίως για τη βελτίωση ενός και μονότυπου, του καραβόσκαρου. Αργότερα, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η ναυπήγηση ενός άλλου τύπου σκά-


φους, του λίμπερτι, απέδειξε για τελευταία φορά την ικανότητα των παραδοσιακών ναυπηγών να προσαρμόζουν νέες μορφές σκαφών στις παλιές, οικείες προς αυτούς, τεχνικές του μονόχναρου. Η άμεση σχέση που είχε ο τύπος της γάστρας ενός σκάφους με το είδος της ιστιοφορίας του κατέστησαν αναγκαία την εξέταση της τελευταίας, παρ' ότι δεν αποτελούσε μέρος των εργασιών ενός ναυπηγού. Στο επόμενο κεφάλαιο της Μορφολογίας ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι οι διαφορές στα μορφολογικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά των σκαφών δεν εξηγούνται μόνον από την τυπολογική τους κατάταξη με την οποία μπορούν να ταξινομούνται χωρίς όμως και να ταυτίζονται. Αρκετά από τα χαρακτηριστικά αυτά καθορίζονται άμεσα από παράγοντες, όπως η χρήση του σκάφους, ο τρόπος πρόωσης του, ο ερματισμός του, η προσωπική άποψη του ξυλοναυπηγού, η τοπική παράδοση κ.λπ. Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζονται μερικοί από τους παράγοντες αυτούς, καθώς και η επίδραση που έχουν στη μορφή του σκάφους. Τα σκάφη που χρησιμοποιούνταν για εμπόριο και μεταφορές είχαν αυξημένη χωρητικότητα, βύθισμα ικανό για ιστιοδρομία και δυνατότητα φόρτωσης ακόμη και στο κατάστρωμα. Τα αλιευτικά σκάφη είχαν κατάλληλα διαμορφωμένο και φαρδύ το κατάστρωμα τους για να τοποθετούνται εκεί τα δίχτυα και τα άλλα εξαρτήματα ψαρέματος και η γάστρα τους είχε τα χαρακτηριστικά κωπήλατου σκάφους. Τα σφουγγαράδικα ήταν διαμορφωμένα έτσι ώστε να μπορούν να ταξιδεύουν σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, να υποστηρίζουν το δύτη κατά το χρόνο

κατάδυσης του και να παρέχουν τη δυνατότητα διαμονής όλων των εργαζομένων επάνω σε αυτά κατά τη διάρκεια των μακρινών ταξιδιών στους τόπους σπογγαλιείας. Ο τρόπος πρόωσης με πανιά, με κουπιά ή με μηχανή καθόριζε και αρκετά χαρακτηριστικά ενός σκάφους, όπως το βύθισμα του και τη μορφή των υφάλων, τη σιμότητα του καταστρώματος, το πλάτος του σκάφους κ.λπ. Η ανάγκη μεγαλύτερου ερματισμού κάποιων ιστιοφοριών επέβαλε και τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των υφάλων στις αντίστοιχες γάστρες. Επίσης, μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που επήλθε στην κατασκευή των σκαφών κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ήταν η μείωση του βυθίσματος τους. Έτσι, τα σκάφη που χτίζονταν για μηχανοκίνητα είχαν μικρότερο βύθισμα από τα ιστιοφόρα. Αρκετά χαρακτηριστικά των σκαφών, όπως

επίσης και αρκετοί τύποι τους, έχουν συγκεκριμένη προέλευση από κάποιες περιοχές της Ελλάδας. Έτσι, η τοπική παράδοση επιδρούσε συχνά στα σκάφη που κατασκευάζονταν εκεί, όπως για παράδειγμα το τρεχαντήρι από την Ύδρα και τη γύρω περιοχή, ο γατζάος από το Ιόνιο, το τσερνίκι και το πέραμα από το Ανατολικό Αιγαίο, ο βαρκαλάς από τα Δωδεκάνησα, η συμιακή σκάφη από τη Σύμη, ο υδραίικος βαρκαλάς από την Ύδρα, η χανιώτικη Γέτα από τα Χανιά κ.λπ. Το τέταρτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στα εργαλεία η μελέτη των οποίων καθώς και της χρήσης τους παρέχει αρκετές πληροφορίες για την τεχνική και την εξέλιξη της, που θα ήταν δύσκολο να ανιχνευτούν με άλλο τρόπο. Τα εργαλεία ταξινομούνται σε κατηγορίες, οι οποίες εξεταζόμενες ανάλογα με τις φάσεις που συνέθεταν την κατασκευή ενός σκάφους, μας διαφωτίζουν ως προς τις εξειδικευμένες εργασίες που υπήρχαν στα ναυπηγεία και τη σπουδαιότητα κάποιων εργαλείων που ήταν αναντικατάστατα σε αρκετές φάσεις της κατασκευής. Τα εργαλεία διαχωρίζονται σε βασικά και συμπληρωματικά. Στην πρώτη ομάδα περιλαμβάνονται αυτά που δεν μπορούν να αντικατασταθούν από άλλα, ενώ αντίθετα στη δεύτερη περιλαμβάνονται όσα αποτελούν παραλλαγές κάποιων άλλων, για να συντομεύεται ή για να γίνεται καλύτερα η εργασία σε κάποια φάση της ναυπήγησης. Αρκετοί ναυπηγοί διατύπωσαν την άποψη ότι «όσο πιο καλός είναι ένας ναυπηγός τόσο λιγότερα εργαλεία χρειάζεται για να χτίσει ένα σκάφος». Η δήλωση αυτή συνηγορεί ακριβώς στο διαχωρισμό των εργαλείων. Ο παραδοσιακός ναυπηγός μπορούσε να φτιάξει καινούρια εργαλεία, να αντικαταστήσει μερικά με κάποια άλλα, να προσαρμόσει


ορισμένα στις απαιτήσεις της δουλειάς και στη δική του φυσική διάπλαση, και στο τέλος να μεταδώσει όλη αυτή την ικανότητα στην επόμενη γενιά των εμπειρικών ναυπηγών. Οι διαφοροποιήσεις στον τύπο ενός σκάφους, αλλά και στην ιδιαίτερη μορφή του, καθορίζονταν κατά τη διάρκεια του πρακτικού σχεδιασμού, ο οποίος εξετάζεται στο πέμπτο κεφάλαιο. Όπως και στην τυπολογία των σκαφών, έτσι και στον τρόπο σχεδιασμού τους, υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ των παλιότερων και των εκσυγχρονισμένων μεθόδων, που εμφανίζονται μετά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Οι εμπειρικοί σχεδιασμοί των παλιότερων τεχνικών μπορούν να κωδικοποιηθούν στις ακόλουθες δύο περιγραφικές ονομασίες: 1. Χνάρι μεσαίου νομέα και φούρμες. 2. Μονόχναρο με προσαρμοζόμενα χνάρια. Και για τις δύο μεθόδους υπάρχουν αρκετές παραλλαγές από πολλά μέρη του κόσμου. Οι περισσότεροι ερευνητές, ωστόσο, που έχουν ασχοληθεί με τις μεθόδους αυτές αναγνωρίζουν τη μεσογειακή προέλευση τους, στηριζόμενοι στην πληροφορία για τη meza-luna που προέρχεται από τη Βενετία, στις αρχές του 15ου αιώνα. Στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρεται η γεωμετρική ανάλυση των μεθόδων αυτών, προτείνεται μια ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο επινοήθηκαν και υποστηρίζεται η θέση ότι παρόμοιες μέθοδοι πρακτικού σχεδιασμού θα πρέπει να είχαν εφαρμοστεί και πριν από τις αρχές του 15ου αιώνα, ακόμη και κατά την αρχαιότητα, προσαρμοσμένες στη λογική της shell first τεχνικής. Η υπόθεση όμως αυτή απαιτεί αρχαιολογικά και ιστορικά στοιχεία για να επιβεβαιωθεί. Οι εκσυγχρονισμένες μέθοδοι πρακτικού σχεδιασμού βασίζονται στη χρήση της σάλας. Η καλύτερη γεωμετρική ανάλυση που περιέχουν οι μέθοδοι αυτές και κυρίως η δυνατότητα σχεδιασμού της πρύμνης και της πλώρης συντέλεσαν στην κατασκευή νέων τύπων σκαφών με ελλειψοειδή πρύμνη. Δεν έλειψαν όμως και οι επιρροές των παλιότερων μεθόδων στις εκσυγχρονισμένες μεθόδους με τη σάλα. Το έκτο κεφάλαιο έχει ως αντικείμενο τη ναυπηγική ξυλεία. Το ξύλο ήταν το αποκλειστικό υλικό κατασκευής και συχνά καθόριζε κατασκευαστικούς και μορφολογικούς περιορισμούς στα σκάφη που ναυπηγούνταν. Ειδικές τεχνικές επεξεργασίας του ξύλου είχαν αναπτυχθεί για να βελτιώσουν τις χρήσιμες ιδιότητες του και να εξασφαλίσουν τα κατάλληλα σχήματα για τα διάφορα μέρη ενός σκάφους. Στο έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αναπτύσσεται με θαυμαστή λεπτομέρεια το «χτίσιμο των παραδοσιακών σκαφών». Η ναυπήγηση των σκαφών ακολουθούσε τις τεχνικές skeleton first και carvel και η ανάλυση τους παρουσιάζει αρκετά χαρακτηριστικά που συμβάλλουν στη μελέτη της εξέλιξης των τεχνικών αυτών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λεπτομέρειες της κατασκευής του πετσώματος (επικάλυψη) ενός σκάφους. Στη φάση αυτή εντοπίζεται και η βασικότερη κατασκευαστική διαφορά μεταξύ της παλιότερης

τεχνικής και αυτής που εφαρμόστηκε με τον εκσυγχρονισμό στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα. Ο παλιότερος τρόπος πετσώματος παρουσιάζει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με αυτά του σκάφους του 11ου αιώνα, που ανασκάφηκε στο Serçe Liman, ένδειξη για τις μακραίωνες ρίζες της παράδοσης αυτής. Στην κατασκευή του σκελετού, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εντοπισμός λεπτομερειών που δεν εφαρμόζονται πια στην ξυλοναυπηγική και σηματοδοτούν την παρακμή της τεχνικής, κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι λεπτομέρειες αυτές κάνουν επίσης φανερό πόσο μεγαλύτερος ήταν παλιότερα ο στατικός ρόλος των διαμηκών στοιχείων του σκελετού σε σύγκριση με τους νομείς. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις αυτές, οι νομείς λειτουργούσαν κυρίως ως στοιχεία διαμόρφωσης του σχήματος της γάστρας και ως υποστηρίξεις του πετσώματος για τη μεταφορά των καταπονήσεων από το πέτσωμα στα ισχυρά διαμήκη στοιχεία του σκελετού. Εξάλλου, το σχήμα των νομέων διαμορφωνόταν με βάση τις διαμήκεις τομές της γάστρας, που όριζαν οι φούρμες. Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, η σημασία των νομέων υποβαθμίζεται κατά πολύ στην κατασκευαστική λογική της τεχνικής αυτής (skeleton first), αφού και ο στατικός τους ρόλος αλλά και η συμβολή τους στον καθορισμό της μορφής ενός σκάφους υπαγορεύονταν από άλλα στοιχεία της κατασκευής. Με βάση τους συλλογισμούς αυτούς δεν διαφαίνεται κάποιος

ιδιαίτερος κατασκευαστικός λόγος στην καθιέρωση της κατασκευής των νομέων ως ιδιαίτερου στοιχείου της εξέλιξης της ναυπηγικής από shell first σε skeleton first τεχνική (από τον 7ο έως τον 11ο αιώνα). Η διαπίστωση αυτή συνηγορεί αναμφίβολα στη διατύπωση της άποψης ότι οι λόγοι της εξέλιξης αυτής στην τεχνική της ναυπηγικής ήταν περισσότερο οικονομικοί και κοινωνικοί (κατάργηση της δουλείας) παρά τεχνικοί. Τα κείμενα συνοδεύονται από πολλά σχέδια -κατά κύριο λόγο του συγγραφέα- και φωτογραφίες σύγχρονες αλλά και παλιότερες, στοιχεία απαραίτητα για την τεκμηρίωση και την πληρέστερη κατανόηση του αντικειμένου της μελέτης. «Πρόκειται», όπως αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του St Andrews Robert G.W. Prescott, για «...μια σπουδαία μελέτη. Αποτελεί πολύ μεγάλη συνεισφορά στην καταγραφή μιας κεντρικής συνιστώσας του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού μετά τον 18ο αιώνα. Πέρα από αυτό, ο Δρ Δαμιανίδης έχει κερδίσει την ευγνωμοσύνη των μελετητών της ιστορίας των σκαφών, από όλο τον κόσμο, γιατί με το υψηλής ποιότητας επιστημονικά καταγεγραμμένο υλικό, που προσφέρεται για συγκριτική μελέτη, επεξέτεινε στο Αιγαίο και τις θάλασσες της Ανατολικής Μεσογείου τις γνώσεις μας στον τομέα της ναυτικής εθνολογίας». ΕΛΕΝΗ ΜΠΕΧΡΑΚΗ


Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ Judith Alfrey - Tim Putnam, Η βιομηχανική κληρονομιά. Διαχείριση πόρων και χρήσεις, εκδ. ΠΤΙ ΕΤΒΑ, Αθήνα 1996, 496 σελ. «Το βιβλίο αυτό προσφέρει μια πρώτη ολοκληρωμένη προσέγγιση στα ζητήματα που σχετίζονται με την αξιολόγηση, τη συντήρηση, την ερμηνεία, τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση του πλέγματος της κληρονομιάς της βιομηχανικής κουλτούρας. Οι συγγραφείς (ενεργά εργαζόμενοι στον τομέα) αποκαλύπτουν καινούριες πλευρές του θέματος, υποδεικνύοντας με ποιο τρόπο οι έννοιες της κληρονομιάς, που διατυπώθηκαν για να ανταποκριθούν στους προβιομηχανικούς πολιτισμούς, πρέπει να αναδιατυπωθούν για να ανταποκριθούν στις πολύπλευρες απαιτήσεις που θέτουν τα βιομηχανικά προϊόντα και οι κοινωνίες που τα παράγουν. Και επειδή ο αντίκτυπος της εκβιομηχάνισης ποικίλλει κατά εποχές και κοινωνίες, οι συγγραφείς προχωρούν σε μια συγκριτική επισκόπηση του θέματος εξετάζοντας προγράμματα διαφόρων χωρών. Διερευνούν αναλυτικά τις τρέχουσες επανεκτιμήσεις των μέχρι σήμερα περιφρονημένων περιουσιακών στοιχείων της βιομηχανικής κουλτούρας και αξιολογούν τη βιωσιμότητα τους στο μέλλον. Προσδιορίζουν διάφορους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται η στήριξη και η συμμετοχή στα βιομηχανικά προγράμματα, αντλώντας από ένα ευρύ φάσμα παραδειγμάτων, και προτείνουν διάφορους τρόπους με τους οποίους αυτά τα προγράμματα μπορούν να καθιερωθούν και να παρακολουθούνται.

Η ουσιαστική προσφορά αυτού του βιβλίου έγκειται στη χρηστικότητα του, αφού παρέχει παραδείγματα σχετικά με τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσοι ασχολούνται με τη διατήρηση και τη διαχείριση της βιομηχανικής κληρονομιάς. Έχει ζωτικό ενδιαφέρον για όλους όσοι νοιάζονται για τη βιομηχανική κληρονομιά, από τα μουσεία και τις συλλογές με μικρό δυναμικό έως τις μείζονες συλλογές και τα τοπία του βιομηχανικού πολιτισμού. Η Judith Alfrey είναι ανεξάρτητη σύμβου-

λος στον τομέα των ιστορικών κτιρίων και ειδικευμένη στον τομέα της διαχείρισης της κληρονομιάς. Ο Tim Putnam είναι διευθυντής του Κέντρου Εφαρμοσμένων Ιστορικών Μελετών του Πολυτεχνείου του Middlesex». [Ο πρόλογος της έκδοσης]

Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ Arnold Pacey, Η τεχνολογία στον παγκόσμιο πολιτισμό, έκδ. ΠΤΙ ΕΤΒΑ, Αθήνα 1995, 336 σελ. Η απλή περιγραφή μόνο μιας από ένα μεγάλο αριθμό εφευρέσεων θα μπορούσε να καταλάβει μεγαλύτερο αριθμό σελίδων από αυτές που αριθμεί ολόκληρο το βιβλίο του Arnold Pacey. Θα ήταν, όμως, πραγματικά εντυπωσιακό να βρούμε μια αυτοτελή και περιεκτική ιστορία των τεχνολογικών επιτευγμάτων της τελευταίας χιλιετίας σε λιγότερες από τις σελίδες του Η τεχνολογία στον παγκόσμιο πολιτισμό. Και, όπως δηλώνει ο τίτλος, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην απλή συνοπτική παρουσίαση μιας τόσο μεγάλης περιόδου τεχνολογικών εξελίξεων. Καλύπτει και την πολιτισμική πλευρά του θέματος, ώστε να μας προσφέρεται μια πλήρης καταγραφή των βασικότερων εφευρέσεων, της εξέλιξης τους και, ταυτόχρονα, μια οξυδερκής, αντικειμενική και πρωτότυπη χαρτογράφηση τους στο πολύπλοκο και πάντοτε ρευστό πολιτικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Στις μελέτες της τεχνολογίας, όπως περίπου και στις οδηγίες χρήσης της καινούριας μας τηλεόρασης, δεν περιμένει κανείς να βρει κοινωνιολογικές και ιδεολογικές τοποθετήσεις ή πολιτικούς και εθνικούς προσανατολισμούς. Η πλειονότητα όμως των κατοίκων του πλανήτη μας εξακολουθεί να ενδιαφέρεται μόνο περιφερειακά για τις τεχνολογικές διαδικασίες ή απλώς χρηστικά για τα προϊόντα τους. Από την άλλη πλευρά, όλοι μετέχουμε, συνειδητά ή μη, στο πολιτικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Έτσι, «ο διάλογος ή η διαλεκτική στην τεχνολογία» προσφέρει στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό την πιο οικεία και εύληπτη προσέγγιση στο εξεταζόμενο θέμα. Ταυτόχρονα, προβάλλει τη γονιμοποιό δύναμη του διαλόγου ανάμεσα σε παραγωγούς και παραλήπτες τεχνολογίας στην ιστορία των εφευρέσεων. Οι λεγόμενες μεταβιβάσεις τεχνολογίας ή τεχνολογικών πληροφοριών δεν εξηγούν πλήρως τις παρεμφερείς, αλλά απόλυτα άσχετες μεταξύ τους εφευρέσεις, οι οποίες παρουσιάζονται κατά την ίδια ή διαφορετική χρονική περίοδο. Ο συγγραφέας διατυπώνει την άποψη ότι για το φαινόμενο αυτό, «πολύ συχνά, ο σημαντικότερος παράγων είναι το γεγονός ότι τα επιτεύγματα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας παρακινούν τους ανθρώπους σε άλλα μέρη να πραγματοποιήσουν διαφορετικές, αλλά συγγενικές εφευρέσεις» και ότι τέτοιες «διαδράσεις μοιάζουν με διαλογική συζήτηση, στην οποία η ανεπάρκεια σχετικών

πληροφοριών πυροδοτεί νέες ιδέες» και το είδος εφευρέσεων που μπορούμε να ονομάσουμε «ανταποκριτικές». Ακόμη, στις περιπτώσεις όπου η κριτική εξέταση ενός σώματος πληροφοριών με βάση τις γνώσεις και τις εμπειρίες της κοινωνίας που το παραλαμβάνει και το προσαρμόζει στις συνθήκες του τόπου της, «η αρχική μεταβίβαση τεχνολογίας δεν είναι παρά το πρώτο μόνον στάδιο μιας ευρύτερης διαδικασίας». Ο Pacey δεν επιστρατεύει την άποψη του για την παγκοσμιότητα της τεχνολογικής δημιουργίας μόνον ως θεωρητικό επιχείρημα για τη στήριξη των επιστημονικών του θέσε-

ων. Την προτείνει εύλογα και ως πρακτικό εργαλείο κριτικής των διαφόρων τεχνολογικών εφαρμογών, τις οποίες θεωρεί επιτυχημένες ή τουλάχιστον ελπιδοφόρες, όταν προσαρμόζονται τόσο στις ειδικές συνθήκες των διαφόρων χωρών όσο και στις νοοτροπίες και αντιλήψεις -αλλά όχι στις προκαταλήψεις- των ανθρώπων του κάθε τόπου, οι οποίοι είναι δυνατόν να τις αναπτύξουν πέρα από τις αρχικές τους προδιαγραφές. Έτσι, στην παγκόσμια θεώρηση της τεχνολογίας, ίσως του πιο ανταγωνιστικού τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, απορρίπτει τα κριτήρια εθνικών επιταγών και οικονομικών ή εμπορικών διεθνών συμφερόντων. Με ευρύτητα αντίληψης, ανεξαρτησία σκέψης και κρυστάλλινη διαύγεια, ο Pacey καταθέτει έναν αντικειμενικό απολογισμό των τεχνολογικών κατακτήσεων του ανθρώπινου πνεύματος, της ανάπτυξης και της αξιοποίησης τους, όπου και αν πραγματοποιήθηκαν, εφαρμόστηκαν, αναπροσαρμόστηκαν ή αναπτύχθηκαν δημιουργικά. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου, ο παγκόσμιος δημιουργικός διάλογος στην τεχνολογία παρουσιάζεται ως αγαθό που πρέπει να παραμείνει ελεύθερο από τις καταστρεπτικές επιπτώσεις εθνικών πολιτικών επιδιώξεων, τοπικών προκαταλήψεων, θεσμικών ατελειών ή δυσλειτουργιών, αλλά και από τον εγκλωβισμό σε άγονες σκοπιμότητες ή πλανημένες αντιδιαστολές της «τεχνολογικά προηγμένης Δύσης» και της «υποανάπτυκτης Ανατολής». Η τυπογραφία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Κίνα και έξι αιώνες αργότερα στην Ευρώπη, όπου, ως μέσο επικοινωνίας και διάδο-


σης ιδεών, πολλαπλασίασε παγκόσμια τις γονιμοποιητικές δυνατότητες που παρέχει ο διάλογος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πιστώνονται για την εφεύρεση της κρυσταλλολυχνίας (transistor), αλλά ποιος δεν ξέρει τα αμέτρητα καταναλωτικά προϊόντα που ανέπτυξε και εμπορεύεται σήμερα η Ιαπωνία; Μόνη η γνώση πως οι Ινδοί ήταν σε θέση να στρίβουν βαμβακερά νήματα, να υφαίνουν με αυτά υφάσματα μεγάλης λεπτότητας και να τα βάφουν με ζωηρά και ανεξίτηλα χρώματα υπήρξε αρκετή υποκίνηση για τους βρετανούς εφευρέτες να επιτύχουν τα ίδια αποτελέσματα. Η βρετανική βιομηχανική οργάνωση παραγωγής και η συνακόλουθη μείωση κόστους μεγιστοποίησε εμπορικά την επιτυχία αυτή. Όμως, η επιβολή αποικιακού καθεστώτος, δηλαδή «δυσμενών συνθηκών», στη χώρα που αφύπνισε τη βρετανική υφαντουργία εκτόπισε την ινδική παραγωγή. Παράλληλα, αποθάρρυνε τις δημιουργικές δυνάμεις της Ινδίας που θα μπορούσαν ίσως να είχαν προσφέρει πολύ περισσότερα, αν οι «πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες» δεν είχαν απονεκρώσει τον γόνιμο «τεχνολογικό διάλογο». Αν η γλαφυρή και διαφωτιστική πληροφόρηση για τις τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων χιλίων ετών ικανοποιεί πλήρως τον αναγνώστη γενικών ενδιαφερόντων, η πρωτότυπη και απόλυτα στοιχειοθετημένη ένταξη τους σε ένα λειτουργικό διαχρονικό και παγκόσμιο πλαίσιο δεν μπορεί παρά να διεκδικήσει το ενδιαφέρον και του αναγνώστη με ειδικό τεχνολογικό προσανατολισμό. Η θέση του Pacey διευρύνει σημαντικά την ιστορική προσέγγιση της τεχνολογίας και, ως τεχνολογική καινοτομία και αυτή, θα γίνει ίσως έναυσμα και βατήρας για νέες, παρεμφερείς, ανεξάρτητες και δημιουργικές προσαρμογές σκέψης ή και αυτόνομες ιδέες. ΤΑΚΗΣ ΚΙΡΚΗΣ

ιστορικού και πολιτισμικού χώρου, καθώς και μια αναφορά στον κύκλο του ψωμιού που συνδέεται άμεσα με το μύλο, το βιβλίο διαιρείται σε τρία μέρη: Στο πρώτο μέρος που έχει τίτλο «Ιστορικά στοιχεία» (σ. 41-109), το κεφάλαιο «Η ιστορία του αλέσματος και των μύλων» αποτελεί την πρώτη απόπειρα, για τα ελληνικά δεδομένα, συνολικής αντιμετώπισης του θέματος. Εξετάζεται η διαχρονική εξέλιξη των αλεστικών μέσων από τους αρχαίους τριπτήρες, τους ανθρωπόμυλους, τους ζωόμυλους, τους νερόμυλους και οι λεπτομερείς και τεκμηριωμένες πληροφορίες επικεντρώνονται στην εφεύρεση, την καταγωγή, την εξάπλωση, τις χρήσεις και τα είδη του ανεμόμυλου τόσο διεθνώς όσο και στον ελλαδικό χώρο. Στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους αναλύεται το δικαιοπολιτικό σύστημα που αναφέρεται σε μείζονος σημασίας ζητήματα, όπως το ιδιοκτησιακό καθεστώς και οι μορφές χρήσης του μύλου. Στο τρίτο κεφάλαιο του μέρους αυτού παρουσιάζονται «οι άνθρωποι του ανε-

Ο ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ Η έκδοση του βιβλίου των Ζ. Βάου - Στ. Νομικού Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες (Αθήνα 1993, εκδ. Δωδώνη, 406 σελ., διαστ. 24 χ 31,5 εκ., 20 πίν., 16 χάρτες, 140 σχέδια, 650 φωτογραφίες περίπου) εμπλουτίζει την έρευνα για την ιστορία της ελληνικής προβιομηχανικής τεχνολογίας με ένα σημαντικό έργο. Είναι μια μνημειώδης μονογραφία για τους γνωστούς κυκλαδίτικους ανεμόμυλους. Το έργο αυτό, αποτέλεσμα εικοσαετούς συστηματικής δουλειάς, βασίστηκε σε επιτόπια έρευνα και παρατήρηση κυρίως στα 24 κατοικημένα νησιά των Κυκλάδων αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Το πρωτογενές και πλούσιο αρχιτεκτονικό και εθνογραφικό υλικό που συγκεντρώθηκε εμπλουτίστηκε και τεκμηριώθηκε με ιστορικά στοιχεία που προέκυψαν από εκτεταμένη ιστορική και αρχειακή έρευνα. Ύστερα από τη σύντομη κατατοπιστική εισαγωγή για το ιστορικό γεωγραφικό πλαίσιο των Κυκλάδων, που είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε τη σημασία τους ως ιδιαίτερου

μόμυλου». Γίνεται εκτενής αναφορά στον τεχνικό και κοινωνικό καταμερισμό εργασίας που αφορά τη λειτουργία του κυκλαδίτικου ανεμόμυλου. Η ανθρώπινη παρουσία ζωντανεύει συγκινητικά μέσα από τα πορτρέτα παλιών μυλωνάδων, νοικοκυραίων, κουβαλητών. Το τέταρτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη μυλόπετρα της οποίας η μεγαλύτερη παραγωγή γινόταν στα νησιά Μήλος, Κίμωλος και Πολύαιγος. Το δεύτερο μέρος, που αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του βιβλίου, αναφέρεται στην «Κατασκευή και λειτουργία» (σ. 111-287) του κυκλαδίτικου ανεμόμυλου. Τα θέματα που αναπτύσσονται εδώ είναι: η αρχιτεκτονική του κοινού πυργόμυλου, ο μηχανισμός και η λειτουργία του καθώς και οι άλλοι τύποι ανεμόμυλου που συναντώνται στις Κυκλάδες. Η εξαντλητική περιγραφή της κατασκευής και

της λειτουργίας του τεκμηριώνεται από λεπτομερή κατατοπιστικά σχέδια, φωτογραφίες, γενικές και λεπτομερειακές, εύληπτα σκίτσα και πίνακες με τυπολογικά και στατιστικά στοιχεία. Ο ανεμόμυλος των Κυκλάδων μελετάται ιδιαίτερα μορφολογικά και γίνεται για πρώτη φορά η τυπολογική κατάταξη του. Παρατίθενται επίσης οι διαφορές όλων των οικοδομικών στοιχείων κάθε τύπου ανεμόμυλου. Στο ίδιο μέρος δίνονται οικονομικά στοιχεία τόσο για την κατασκευή όσο και για τη λειτουργία του. Στο τρίτο μέρος με τίτλο «Λαογραφικά» παρουσιάζεται πλούσιο και αδημοσίευτο, στο μεγαλύτερο του μέρος, υλικό, που αποτελείται από περιγραφές τοπικών εθίμων και γιορτών, από παραδόσεις, ιστορίες, παραμύθια, παροιμίες, τραγούδια, ανέκδοτα κ.ά. σχετικά με τον ανεμόμυλο. Η πλούσια ορολογία (περισσότερα από 750 λήμματα) που χρησιμοποιείται για τα εξαρτήματα και τη λειτουργία του ανεμόμυλου τεκμηριώνει τη σημαντική θέση που κατείχε ο σύνθετος αυτός αλεστικός μηχανισμός στην κυκλαδίτικη κοινωνία, τις επιδράσεις που δέχθηκε, τις αλλαγές που υπέστη. Ο γλωσσικός αυτός πλούτος βρίσκεται συγκεντρωμένος στο γλωσσάρι. Το παράρτημα των εγγράφων περιέχει ένα μικρό δείγμα συμβολαιογραφικών πράξεων, συμφωνητικών, δικαστικών αποφάσεων, μισθωτηρίων κ.ά. και καλύπτει τη χρονική περίοδο από τον 17ο έως τον 20ό αιώνα. Η έκδοση συμπληρώνεται με ευρετήρια κυρίων ονομάτων και όρων καθώς και με πλήρως ενημερωμένη βιβλιογραφία (ελληνική και ξενόγλωσση) που περιλαμβάνει 1000 περίπου τίτλους. Χάρη στην εκτεταμένη αγγλική περίληψη και τις μεταφρασμένες λεζάντες, η έρευνα αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί και από τους ξένους επιστήμονες και να βρει τη θέση της στη διεθνή βιβλιογραφία. Η μνημειώδης αυτή έκδοση έχει χαρακτήρα διεπιστημονικό και επιστήμονες από άλλους κλάδους, όπως της αρχιτεκτονικής, της ιστορίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της λαογραφίας κ.ά., μπορούν να αντλήσουν στοιχεία που προάγουν τις έρευνες τους για τον πολιτισμό. ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΝΙΑΚΗΣ ΜΑΡΜΑΡΟΓΛΥΠΤΙΚΗΣ Αλέκος Ε. Φλωράκης, Σχέδια τηνιακής μαρμαρογλυπτικής, 19ος-20ός αιώνας, εκδ. «Φιλιππότης», Τέχνη-Χειροτεχνία, 1, Αθήνα 1993. Ορισμένες πρόσφατες εκδόσεις, όπως αυτή του Αλ. Φλωράκη και η μνημειακή των Ζ. Βάου Στ. Νομικού, Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες, Αθήνα 1994, σημαδεύουν μια σημαντική στροφή στις εκδόσεις που αναφέρονται στον νεοελληνικό υλικό πολιτισμό μας. Υπάρχει η εξιδιασμένη φροντίδα της ποιότητας από κάθε άποψη: συγκροτημένο, πολυεδρικό κείμε-


νο, πλούσια τεκμηρίωση, άψογη σελιδοποίηση, άριστη εκτύπωση. Επιτέλους, ο επαρχιωτισμός, που παραμέ��ει πολύ ζωντανός ακόμη στα τέλη της χιλιετίας μας, αρχίζει να ξεπερνιέται. Και οι εκδότες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ανάμεσα στα ογκώδη πολύχρωμα προϊόντα και τον αντίποδα της προχειρότητας υπάρχει και ο μέσος δρόμος της σοβαρής, μακροχρόνιας δουλειάς των ερευνητών και της ευπρεπούς παρουσίασης των αποτελεσμάτων της δουλειάς τους. Ο Αλ. Φλωράκης, από τους λίγους έγκυρους μελετητές του νεοελληνικού μας πολιτισμού, καταθέτει ακόμη ένα σημαντικό έργο για την καλλιτεχνική παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ας ευχηθούμε για τη σειρά αυτή που αρχίζει ο «Φιλιππότης» ανάλογη συνέχεια και μακροημέρευση. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΑ ΚΑΪΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΜΒΩΤΙΔΑΣ Γιάννης Ρούσκας, Τα καΐκια της Παμβώτιδας, Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης, Αθήνα 1993, σ. 66. Τα τελευταία χρόνια ο Γιάννης Ρούσκας μελετά τα πλωτά μέσα των λιμνών της Ελλάδας, φέρνοντας στο προσκήνιο μία ελάχιστα γνωστή πτυχή της ναυτικής παράδοσης. Ο πρώτος καρπός της μελέτης αυτής είναι Τα καΐκια της Παμβώτιδας, που κυκλοφόρησε από το

Το στοιχείο αυτό φανερώνει τη διαφορετική αφετηρία της ναυτικής παράδοσης στην Παμβώτιδα (Ιωάννινα) από αυτήν που έχει καταγραφεί στον ελληνικό θαλασσινό χώρο. ΚΩΣΤΑΣ Α. ΔΑΜΙΑΝΙΔΗΣ

ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ Η δημιουργία της Ελληνικής Εταιρείας Εθνολογίας και η έκδοση του περιοδικού της αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευχάριστο γεγονός: συγκροτείται μια νέα ομάδα προβληματισμού και έρευνας στον τομέα της σπουδής του νεοελληνικού πολιτισμού, όπου οι ανάγκες είναι τεράστιες και κατεπείγουσες, και κοινοποιείται ένα πρώτο έργο σύγχρονο ως προς τις προσεγγίσεις, τις μεθόδους και την τεκμηρίωση του. Η Τεχνολογία εύχεται δημιουργική μακροημέρευση και κρατά, όπως πάντα, ανοικτές τις στήλες της στην Εταιρεία και τα μέλη της. Ο 1ος τόμος (1992, 212 σελ.) της Εθνολογίας περιλαμβάνει εργασίες των Γ. Συμεωνίδη, Ε.Π. Αλεξάκη, Κ.Ι. Ζαρκιά, Β. Σκιαδά, Αίγ. Μπρούσκου, Μ. Τερζοπούλου, Ε. Ψυχογιού και Αλ. Φλωράκη, βιβλιοκρισίες, ανακοίνωση για τις δραστηριότητες της Εταιρείας, το καταστατικό και τον εσωτερικό κανονισμό της. Στον 2ο τόμο (1993, 343 σελ.) δημοσιεύονται οι μελέτες των: Α. Οικονόμου, Μ. Βελιώτη, Ε. Κοβάνη, Ε. Τσενόγλου, Α. Φλωράκη, Γ. Αγγελόπουλου, Ε.Π. Αλεξάκη, Π. Κάβουρα, Ε. Σκουτέρη-Διδασκάλου, Λ. Τσιτσιπή, Σ. Δημητρίου-Κοτσώνη, Φ. Τερζάκη, Ant. Colajanni, καθώς και βιβλιοκρισίες-βιβλιοπαρουσιάσεις και χρονικά. Στον 3ο τόμο (1994, 246 σελ.) περιλαμβάνονται τα άρθρα των: Φ. Τσιμπιρίδου, Ε. Κοβάνη, Ε.Π. Αλεξάκη, Β.Ι. Μπρατοπούλου, G. Drettas, Στ. Δαμιανάκου, Ε.Γ. Αυδίκου, Χ. Πετροπούλου, Στ. Παπαδόπουλου, καθώς και χρονικά. Σημειώνεται ότι ο 4ος τόμος της Εθνολογίας πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα. Α.Ο.

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ

Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης. Το θέμα αντιμετωπίζεται σφαιρικά, ξεκινώντας από τη θέση και τις κλιματολογικές συνθήκες της λίμνης και καταλήγοντας στην κατασκευή του «καϊκιού» και τα τελετουργικά της. Στις 65 σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνονται επίσης παλιές φωτογραφίες, ναυπηγικά και κατασκευαστικά σχέδια, χάρτες και γκραβούρες. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του έργου, από τεχνολογική άποψη, είναι η τεχνική του καβαλλικευτού πετσώματος που χρησιμοποιείται στην κατασκευή του καϊκιού.

Abstract of papers ICOHTEC '96, 23rd Symposium of the International Committee of the History of Technology, Budapest 711/8/1996. Χριστίνα Αγριαντώνη - Μαρία-Χριστίνα Χατζηϊωάννου, Το Μεταξουργείο της Αθήνας, εκδ. ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1995. Apicultural Abstracts 47, αριθ. 1, εκδ. IBRA, 1996. Βαλκανικά Σύμμεικτα 1, περ. έκδοση του ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1995. Evagelia Balta, Les vakifs de Serres et de la région (XVe et XVIe s.), εκδ. ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1995.

Αλίκη Βαξεβάνογλου, Η κοινωνική υποδοχή της καινοτομίας. Το παράδειγμα του εξηλεκτρισμού στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, εκδ. ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1996. Connaître, conserver, transmettre. Les techniques et les savoirs des métiers. Répertoire des organismes de conservation active des techniques en Europe, εκδ. Mission du Patrimoine Ethnologique, ATP, CNRS, Παρίσι 1995. Μαργαρίτα Δρίτσα, Το χρώμα της επιτυχίας. Η ελληνική βιομηχανία χρωμάτων 18301990, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1996. Αίγλη Δημόγλου - Ελένη Κονταζή (επιμ.), Η ύδρευση στην περιοχή του Βόλου. Ιστορικές αναφορές και σύγχρονη πραγματικότητα, Βόλος 1996. Fondation Fany Boutari, Le santorin de Santorin, εκδ. Ίδρυμα Φ. Μπουτάρη, Αθήνα 1995. The Fany Boutari Foundation, The Santorini of Santorini, εκδ. Ίδρυμα Φ. Μπουτάρη, Αθήνα 1995. Η Επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και στο χρόνο, Δήμος Κόνιτσας - Πνευματικό Κέντρο, Κόνιτσα 1996. Θράκη 1994, συντονιστής έκδοσης Γ. Σελίμης, επιμέλεια σύνταξης Γ. Αικατερινίδης, εκδ. Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας - Θράκης. Παναγιώτης Καμηλάκης, «Επαγγελματικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες των κατοίκων του Βελεστίνου μετά την απελευθέρωση (1881-1940)», ανάτυπο από το περ. Υπέρεια2, Πρακτικά Β' Συνεδρίου «Φεραί-Βελεστίνο - Ρήγας», Βελεστίνο 1992, Αθήνα 1994. Κύμη. Τουριστικός Οδηγός, εκδ. Μορφωτικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος Κύμης, Αθήνα 1996. Το Κωπαϊδικό ζήτημα. Αφιέρωμα στα 110 χρόνια από την αποξήρανση της Κωπαΐδος, Ν. Μέλιος (επιμ.), Αθήνα 1996. Χρήστος Λάζος, Ο υπολογιστής των Αντικυθήρων (Μια ελληνική ανακάλυψη του 80 2 π.Χ.), εκδ. Αίολος, Αθήνα 1994 . Χρήστος Λάζος, Αρχιμήδης. Ο ευφυής μηχανικός, εκδ. Αίολος, Αθήνα 1995. Χρήστος Λάζος, Πυραμίδες στην Ελλάδα, 2 εκδ. Αίολος, Αθήνα 1995 . Nico Manessis: The Greek Wine Guide, Olive 2 Press 1994 . Μάνη, μαρτυρίες για το χώρο και την κοινωνία. Περιηγητές και επιστημονικές αποστολές (15ος-19ος αι.). Πρακτικά Συμποσίου, Λιμένι Αρεόπολης 4-7 Νοεμβρίου 1993, Γιάννης Σαΐτας (επιμ.), εκδ. ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1996. Ν.Γ. Μοσχονάς (επιμ.), Μνήμη Δ.Α. Ζακυθηνού, Α'-Β', Σύμμεικτα, Αθήνα 1994. Μαρία Μπακαδήμα-Ξούργια - Σωτ. ΤσατσάΠατσουράκη (εισαγωγή-έκδοση), Μαθητολόγιον Ελληνικής Σχολής Μεσολογγίου -Παλαμαΐκής σχολής- 1839-1860, εκδ. ΓΑΚ, αρχεία Ν. Αιτωλοακαρνανίας, Μεσολόγγι 1995. Αικατ. Μπεκιάρογλου-Εξαδακτύλου, Κώδικες Βορειοδυτικής Μικρός Ασίας (18161924), (Πόντου, Βιθυνίας, Αιολίδος, Ιωνίας, Καρίας), εκδ. ΓΑΚ, Αθήνα 1995.


Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΤΙ ETBA Τον Σεπτέμβριο του 1997 ολοκληρώθηκε η μηχανοργάνωση των εντύπων της βιβλιοθήκης του Ιδρύματος που είναι πλέον ανοιχτή για το αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για μια μικρή εξειδικευμένη μονάδα η οποία εμπλουτίζεται με ελληνική και ξένη βιβλιογραφία στους τομείς: ιστορία των τεχνικών, βιομηχανική αρχαιολογία, ανθρωπολογία των τεχνικών, ιστορία (οικονομική-κοινωνική), μουσειολογία κ. ά. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται σε έναν αυτόνομο χώρο στον 7ο όροφο στην οδό Αμερικής 13, πάνω από τα γραφεία του ΠΤΙ ΕΤΒΑ (τηλ.: 36 14 824-25, 36 14 827, fax.: 36 14 830). Η βιβλιοθήκη λειτουργεί Δευτέρα - Τετάρτη - Παρασκευή 9-14 Μουσείο Μπενάκη, Θυμίαμα στη μνήμη τηςΛασκαρίνας Μπούρα, τ. Ι (κείμενα), τ. II (πίνακες), εκδ. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 1994. Μουσείο-Σχολείο, 4ο Περιφερειακό Σεμινάριο, Ιωάννινα 2-3 Δεκεμβρίου 1994, εκδ. ΥΠΕΠΘ, ΥΠΠΟ, ICOM, Αθήνα 1995. Ναυπακτιακά 6 (1992-93), περ. έκδοση της Εταιρείας Ναυπακτιακών Μελετών, Αθήνα 1994. Ο ρόλος των λαογραφικών μουσείων στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης. Πρακτικά Α' Συνάντησης Λαογραφικών Μουσείων των χωρών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Αθήνα, 1-15 Οκτωβρίου 1992, Ίδρυμα Ευγενίδου, εκδ. Ελληνική Εταιρεία Λαογραφικής Μουσειολογίας, Αθήνα 1994. Μάχη Παΐζη-Αποοτολοπούλου, Ο θεσμός της πατριαρχικής εξαρχίας 14ος-19ος αι., εκδ. ΕΙΕ/ΚΝΕ, Αθήνα 1995. Ελένη Παπαδημητρίου, Μεταξουργία στην

Κύπρο. Με αναφορά στη Λάπηθο και τον Καραβά, εκδ. Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τραπέζης, Λευκωσία 1995. Γιώργος Παπαστάμος, Δημ. Σταμέλος. Ο ερευνητής και ιστορητής του νέου ελληνισμού, εκδ. Πιτσιλάς, Αθήνα 1995. Αργύρης Πετρονώτης, «Παριανοί μαστόροι», ανάτυπο από το περ. Παριανά 59 (Οκτ.Δεκ. 1995), θεσσαλονίκη 1995. Ευφρ. Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου, «Σύμβολα και επιγραφές σε παραδοσιακά πιθάρια της Κύπρου. Μια ιστορική αναφορά για τη Μονή Μαχαιρά», ανάτυπο από την Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Αρχαιοτήτων για το 1995, Λευκωσία 1995. Γιάννης Ρούσκας, Ένα καστοριανό καράβι... γεννιέται, Αθήνα 1996. Victor Scholderer, Τα ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία 1465-1927, εκδ. Μαστορίδης, Αθήνα 1995.

Συνέχεια από σελ. 49

σε πρώτη φάση των δύο -σε σύνολο πέντεαντλητικών συγκροτημάτων με κινητήρια δύναμη τον ηλεκτρισμό, ο οποίος θα παράγεται από τα δύο -επίσης επισκευασμένα- ηλεκτροπαραγωγό ζεύγη δεν θα είναι χρήσιμη μόνο για εκπαιδευτικούς λόγους, αλλά θα μπορεί να ενισχύει το δίκτυο της πόλης σε περίπτωση ανάγκης. Ήδη η πρώτη αυτή φάση βρίσκεται σε στάδιο ολοκλήρωσης και λειτουργικών δοκιμών. Οι πρώτοι επισκέπτες του μουσείου στις αρχές του 1997 θα μπορούν να παρακολουθούν σε τακτά χρονικά διαστήματα επιδείξεις λειτουργίας. Η έρευνα που πραγματοποιείται επί τόπου του έργου περιλαμβάνει και τη συλλογή, τη συντήρηση και την αξιολόγηση αρχειακού υλικού, εργαλειομηχανών, συσκευών μέτρησης και εξοπλισμού πόλης σχετικού με την ύδρευση (καπάκια φρεατίων, υδροστόμια πυρόσβεσης κ.ά.). Στα στοιχεία αυτά καθώς και σε υλικό του αρχείου του ΟΥΘ και προσωπικών αρχείων των εργαζομένων στον Οργανισμό Ύδρευσης αλλά και σε αρχειακό υλικό

διοίκησης του Οργανισμού Ύδρευσης Θεσσαλονίκης, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκει το αντλιοστάσιο και το νέο μουσείο. Ο Οργανισμός Ύδρευσης έχει δεσμευτεί εξάλλου να αναλάβει στο μέλλον τη λειτουργία του. Την Ομάδα Μελέτης της 4ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων απαρτίζουν οι μηχανικοί Α. Βαλαβανίδου, αρχιτέκτων μηχανικός, Ε. Μπελογιάννη, πολιτικός μηχανικός, Μ. Τριανταφυλλίδου, αρχιτέκτων μηχανικός, Α. Χατζηγώγας, μηχανολόγος μηχανικός, Δ. Χατζοπούλου, πολιτικός μηχανικός και Ε. Χοντολίδου, αρχιτέκτων μηχανικός και η εργοδηγόςσχεδιάστρια Α. Κατιγένη. Υπεύθυνη της ομάδας είναι η αρχιτέκτων του ΥΠΠΟ Ο. Τραγανού-Δεληγιάννη. Πολλά νέα στοιχεία προκύπτουν καθημερινά και σημαντική εμπειρία αποκτάται από την έρευνα τόσο της κατασκευής των κτιρίων όσο και από τις εργασίες αποκατάστασης του μηχανολογικού εξοπλισμού. Η επαναλειτουργία

Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης (επιμ.), Πανταζής Κοντομίχης. Πενηντάχρονα πνευματικής πορείας, εκδ. Δημόσια Βιβλιοθήκη Λευκάδας, Λευκάδα 1996. Γιώργος Σπέης, Παραδοσιακές τέχνες και επαγγέλματα. Συλλογή Εταιρείας Λαογραφικών Μελετών, εκδ. ΥΠΠΟ, Δ/νση Λαϊκού Πολιτισμού, Αθήνα 1995. 1η Συνάντηση για τη συντήρηση του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος, Πρακτικά, Αθήνα 18-20 Μαρτίου 1995, εκδ. ΥΠΠΟ, Επιτροπή Συντηρήσεως Ναού Επικουρίου Απόλλωνος, Αθήνα 1996. Πάνος Τσολάκης, Πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές έρευνες στην Καστοριά, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1996. Απόστολος Ταμπάκης, Το ελληνικό γάλα και τα παραδοσιακά προϊόντα και υποπροϊόντα του, Αθήνα 1996. Τετράδια εργασίας 17. Περιηγητικά θέματα. Υποδομή και Προσεγγίσεις, επιμ. Λουκία Δρούλια, εκδ. ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1993. TICCIH, VIII Congreso International para la Conservacion del patrimonio industrial. Βαρκελώνη - Μαδρίτη, Σεπτέμβριος 1992, εκδ. Cehopu, Ministerio de Obras Publicas, Transporte y medio Ambiente, 1995. Στάθης Ν. Τσοτσορός, Ενέργεια και ανάπτυξη στη μεταπολεμική περίοδο. Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού 1950-1992, εκδ. ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1995. Αλέκος Ε. Φλωράκης, Μαρμάρου τέχνη και τεχνική. Ο Ιω. Φιλιππότης και το εργαστήριο του. Πρόταση εθνογραφικής βιογραφίας, εκδ. Τήνος, Αθήνα 1995. Έλενα Φραγκάκη-Syrett, Οι χιώτες έμποροι στις διεθνείς συναλλαγές (1750-1850), εκδ. ΑΤΕ, Αθήνα 1995. Δημ. Κ. Ψυχογιός, Το ζήτημα των εθνικών γαιών, εκδ. ΑΤΕ, Αθήνα 1994.

του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης πρόκειται να στηριχθεί η μόνιμη έκθεση για την ιστορία της ύδρευσης της Θεσσαλονίκης που προγραμματίζεται να εγκατασταθεί στο δεύτερο μεγάλο κτίριο του μουσείου. Στην έκθεση αυτή έχουν κληθεί να συμβάλουν με αρχειακό και ανασκαφικό υλικό και οι λοιπές Εφορείες του Υπουργείου Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη. Η πολύτιμη και μοναδική αυτή συνεργασία έχει ήδη ξεκινήσει. Η Θεσσαλονίκη θα διαθέτει το 1997 το πρώτο Μουσείο Ύδρευσης στην Ελλάδα. Θα είναι ένα από τα λίγα ιστορικά βιομηχανικά κτίρια της πόλης που η νέα του χρήση θα διατηρεί και θα αναδεικνύει την αρχική του λειτουργία ως ζωντανού τεχνικού μνημείου. Παράλληλα, μαζί με το Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, θα αποτελέσει ακόμη έναν από τους χώρους υποδοχής των συνέδρων του 10ου Διεθνούς Συνεδρίου του TICCIH που θα διεξαχθεί στη Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο του 1997. ΟΛΓΑ ΤΡΑΓΑΝΟΥ-ΔΕΛΗΠΑΝΝΗ


ι Ν THE EDITORIAL, entitled 'Coming Full I Circle' (p. 3), Aspasia Louvi, the new Director of the ETBA Cultural Foundation, reviews the eleven years of creative work accomplished by the Foundation under the guidance of its recently retired Director Stelios Papadopoulos. The editorial records, in brief, the work and vision of Stelios Papadopoulos, his significant contribution to the setting up of two museums of preindustrial technology (the Silk Museum at Soufli and the Water Power Museum at Dimitsana), and the publication of the periodical Technologie, most of which was produced by his pen. Ms Louvi makes the undertaking that henceforth the periodical will appear on an annual basis and, apart from briefing those interested on matters connected with its overall subject, will also contain presentations of specific themes of interest to experts in various fields. She concludes her editorial by calling on experts to assist by presenting their work in the next issue of the periodical, which will be devoted to ... The 'Technology' section begins with an article by Stelios Papadopoulos entitled 'Modernisation and Cultural Activity' (p. 5), which examines the situation prevailing in Greece today in the field of culture, explores the procedure (requirements and means) for the transition to modernisation in that field, and investigates the model towards which we ought to be directing ourselves. That model cannot be taken for granted, nor will it emerge from imitation of another model (perhaps of European origin); it will stem from a policy of modernisation that takes into account the situation in Greece and the particular features of that country, developing knowledge and utilising the modern Greek tradition on the basis of research and management. The article Ά strange idea' (p. 6) consists of a translation by Eleanna Vlachou of a text by the seventeenth-century mathematician G.W. Leibniz published in 1958 in the periodical Nouvelle Revue Française. In that text, Leibniz gave an account of an Outrageous thought' he had had, involving the organisation of a place in which the general public could acquaint itself with the achievements of science and technology through play and recreation. The area would contain everything from flying and floating objects and rare plants and animals to books, calculating machines and toy horses and soldiers. Concerts and theatrical performances would take place there, along with swimming and dance competitions, experiments, and public announcements of the following day's weather. Painters, sculptors, carpenters, clock-makers, engineers, architects and magicians - to name just a few of the experts - would organise the activities and operations of the venue. In brief, Leibniz - in the seventeenth century - was describing an ecomuseum, a forerunner of the kind of museum of the industrial heritage and of the new concept of it as discussed by T. Putnam and J. Alfrey in their book The Industrial Heritage. In 'Ruins and the Environment: A Historical Review and New Approaches' (p. 8), Panos Kouros deals with the values of ruins, with the reconstructions of them in literature and the visual arts, and with the trends now current in the field of environmental art. The article concludes

with a brief reference to the 'ruin architecture' which Panos Kouros established in 1990 at the Centre for Advanced Visual Research of MIT for the purpose of fostering interdisciplinary research into ruin architecture and the design and execution of environmental architecture projects incorporating a critical system of knowledge connected with the reconstruction of ruins. Ruin architecture activity can be summed up as architectural intervention of an ephemeral or permanent kind either directly in the natural and urban environment or in the form of spatial reconstructions which serve as crystallisations of theoretical and research propositions revolving around the question of the ruin as an ekistic fact. Last in the 'Technology' unit is an article by A. Louvi entitled 'Objectives of the Three-Day Working Meetings of the ETBA Cultural Foundation on the History of Greek Products' (p. 11). These meetings, which in effect are international inter-disciplinary events, were first held in 1988 and aim to deal with developments in the field of production of the basic Greek foodstuffs since very ancient times. ThreeDay Meetings attended by academics from various disciplines and sponsored by major Greek industrial enterprises and other agencies have so far been held on the history of wine, olive oil, bread and honey. The seventh Three-Day Meeting organised by the ETBA Cultural Foundation

is to be held in the near future at Paralimni in Cyprus, and will be entitled 'Medicinal and Aromatic Plants'. The 'Technology and Research' unit consists of an article by M. Oikonomou under the title 'The Manually-Operated Olive Oil Press at Elafos, Ayia' (p. 12). Ms Oikonomou describes the manually-operated olive press in the mountain village of Elafos in Thessaly - which was still operating in 1994, when the field study was conducted - and the manner in which crushing of the olives and extraction of the oil took place. Although presses of this type were very widespread in the Greek countryside during the pre-industrial period, that in Elafos is almost the only manually-operated press to have survived down to the present day, operated solely by manual power and serving the limited needs of the single family to which it belonged. The next section, 'Technology and Conferences', begins with a presentation by C. Bouras of the Fourth International Conference on the Restoration of the Acropolis Monuments (p. 15), which took place in Athens from 27 to 29 May 1994. The conference was attended by more than 180 academics from Greece and many other countries, and consisted of five sessions dealing with the reconstruction work which has been completed, the archaeological investigations

Η παραδοσιακή σηροτροφία και μεταξουργία στην πόλη του μεταξιού

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΕΤΑΞΗΣ Ανοικτό: Καθημερινές: 8.00-15.30 και Σάββατο-Κυριακή: 9.00-14.00

Αρχοντικό Κ. Κουρτίδη, Ελ. Βενιζέλου 73,684 00 Σουφλί, τηλ.: 0554-23700


being conducted on the Acropolis, and the studies for the reconstruction of the Parhenon, the Propylaea and the Nike Temple from the architectural and structural points of view and in the light of its physical and chemical properties. Among other topics covered were the first interventions in the Parthenon, studies of the architectural members that lie scattered on the site, consolidation of the rocks, electronic filing and educational programmes. The Committee for the Restoration of the Acropolis Monuments, which organised the conference, asked delegates to record their views, which were included in the volume of Proceedings published in 1995. In an article entitled 'Cultural Routes' (p. 16), Stelios Papadopoulos discusses the international symposium entitled The Roads of Orhodox Monasticism: Learn as you Go Along', which took place in Thessaloniki between 28 September and 2 October 1994. According to Stelios Papadopoulos, the symposium did not succeed - despite its considerable duration and the large number of delegates - in approaching the heart of its subject, which is a historical phenomenon present for many centuries in a multitude of social, artistic and spiritual dimensions. M. Zoumboulakis describes the II Panhellenic Conference of the Hellenic Association for the History of the Science and Technology (p. 16), which took place in Volos on 4-5 November 1994 and was attended by a considerable number of delegates. The sessions were on the following topics: relationships between philosophy and the history of science, the history of physics, the history of ancient Greek mathematics, and issues of the historiography of science in the Greek world. A meeting on 'The History of Chemistry in Greece' (p. 17) was held in Thessaloniki on 9 December 1994, as part of the XV Panhellenic Congress of Chemistry. Evangelia Varella, in an article on the meeting, gives an account of the papers presented by the delegates, who dealt with theoretical and practical aspects of chemistry in Greece during antiquity, the Byzantine period, the period of Ottoman rule and modem times. The discussion which followed cast light on numerous more specific questions and made it possible to map out the development of Chemistry in Greece. The papers were included in the Proceedings of the Congress, which have now been published. The description included in this section of the 1st International Meeting on the restoration of the temple of Apollo Epicurius at Bassae, Phigaleia, is by the President of the Committee T. Karayorga-Stathakopoulou (p. 18). The meeting, attended by experts on restoration and reconstruction from Greece and other countries, took place in Athens on 18-20 March 1995. The research work done by the Working Party on the conservation of the temple was presented, together with an analysis of the problems facing the monument, the results of the research done to find solutions to those problems, and a general proposal for drastic intervention to consolidate and conserve the ruined temple. The presentation of this research work was followed by discussion in groups arranged according to area of

professional specialisation (architects, engineers, archaeologists, chemists, restorers, etc.), the participants in which outlined their views on the manner and extent of intervention, of restoration along the vertical axis, of protection for the building materials and of the roofing of the monument. The Proceedings of the meeting were published in 1996 and apart from the points of view put forward in Athens also include the opinions of forty experts from Greece and other countries who replied to a special questionnaire. Aspasia Louvi provides an account of the II Panhellenic Conference of TICCIH (Greek section), entitled The Industrial Heritage in Greece' (p. 19), held in Plomari, Lesvos, on 2022 October 1995. The conference revolved around two axes: the first dealt with the technologies of the sea and was intended to act as a preliminary meeting to the X International Conference of TICCIH to be held in Thessaloniki in June 1997, while the second was formulated by the contributions made by the research workers and agencies active in the field of preservation of the industrial heritage, whose papers covered a range of individual issues. An article by C. Hadziaslani deals with the fourth One-Day Meeting of Teachers entitled 'Teachers and the Acropolis Projects' (p. 20), organised by the First Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities and the Committee for the Restoration of the Acropolis Monuments and held in Athens on 11 May 1996. The meeting discussed the results of the educational projects implemented by the Department of Educational Projects for the Acropolis, which involved 20 presentations - 20 state schools, two private schools and one foreign-language school (primary schools, secondary schools and special schools). These educational projects are carried out with the financial and moral support of the Union of Friends of the Acropolis. The annual meeting of the members of SHOT (the Society for the History of Technology), which was founded in 1958 in order to foster the study of the development of technology and its relationship with society and culture, took place in London on 1-4 August 1996, and is described by Olga Traganou-Deliyanni (p. 20). The subject-matter of the sessions ranged from medieval to twentieth-century technology and covered fields as diverse as defence and space technology, medicine and information technology. Guided tours of museums and technical projects in the Greater London area took place during the meeting. The next article in this section is a report by Stelios Papadopoulos on the XXIII Conference of the International Committee on the History of Technology (ICOHTEC), held in Budapest on 7-11 August 1996 (p. 21). Among the characteristics of the Conference was the striking shift in the subject-matter of the papers (and in the interests of delegates) in the direction of the nineteenth and twentieth centuries. The absence of Greece from the international forum was once more observed at the conference. In an article on 'The Development of Shipbuilding in Wood in the Eastern Mediterranean During the 18th and 19th Centuries' (p. 21), K. Damianidis reports on the exhibition, the

international conference and the meeting held as part of an international programme with the same title being carried out under the auspices of UNESCO. The exhibition was held in Athens (at the Cultural Centre of the Municipality of Athens) from 5 June to 19 July 1995 and consisted of ship models, books, copper engravings, photographs, drawings, boat-building tools, moulds and ornamental features from ships of the Eastern Mediterranean and the Black Sea. On 12-16 July 1995, the V Conference held by the programme took place at Dubrovnik, and consisted of the following thematic units: technical characteristics of shipbuilding in wood; boat typology; the historical and economic framework for the development of shipbuilding centres; the movement and migration of shipbuilders; conservation and protection of the maritime heritage. The conference closed with the issuing of a Proclamation concerning the need for research work into the protection, preservation and rehabilitation of the maritime tradition in the Mediterranean. Another part of the programme was the Working Meeting which took place - also at Dubrovnik - on 25-28 May 1996. The purpose of the meeting was to formulate proposals to be submitted to the Ministry of Culture of Croatia in connection with protection of the maritime tradition, the establishment of summer seminars on the subject, cooperation on joint research programmes, and exchanges of information among research workers. Ms Aspasia Louvi gives her views on the 9th Symposium on 'History and Art', whose theme was Theory and Practice in restoring historic settlements for new uses' (p. 23), held in Monemvasia on 20-22 July 1996. According to Ms Louvi, the speakers undertook to present the existing legislative framework but did not deal with the true dimensions of the economic factor, a vital component in developments in the field in question. With very few exceptions, the conclusions to be drawn from the interventions for new uses have to be negative, she concluded. Shipbuilding is also the subject of another article by K. Damianidis; specifically, he reports on the VI Symposium on Ancient ShipBuilding (p. 24), held in Lamia on 28-30 August 1996 and organised by the Hellenic Institute for the Protection of the Maritime Heritage and the Fourteenth Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities with the assistance of the Municipality of Lamia. The thematic units of the symposium were: shipbuilding techniques; experimental archaeology; ship equipment and fittings; the influence of ancient construction on traditional shipbuilding; ancient customs connected with ships; graffiti of ships; harbour facilities and their relations with ships. A total of 69 papers were presented on these general topics, video-films were shown and 16 countries mounted exhibitions on display boards. During the symposium, a small exhibition of traditional boatbuilding tools, navigational instruments, photographs from the construction and maiden voyage of the Papirela experimental ship, ancient potsherds, coins, terracotta models and seals showing ships was held in one of the galleries of Lamia Archaeological Museum. The report on the VI Three-Day Working Meet-


ing organised by the ETBA Cultural Foundation and devoted to 'Bees and their Products' is by Stelios Papadopoulos (p. 25). Held at Nikiti, Chalkidiki, on 12-15 September 1996, the meeting provided an opportunity for the presentation by university teachers and other experts in the field of papers notable for their historical and ethnological content. The meeting ended with two important conclusions, formulated as proposals: that a museum of bee-keeping should be set up at Nikiti and that thanks to the museum and its activities Nikiti should become the beekeeping centre of the Balkans. Next comes the presentation, by N.M., of the III International Conference of Boeotian Studies, held in Thiva (Thebes) on 4-8 September 1996 and dedicated to the 110th anniversary of the draining of Lake Copais (p. 26). The purpose of these conferences, which are organised by the Association for Boeotian Studies, is to contribute to the development of studies of the culture of Boeotia in all its historical phases, from antiquity to the present day. During the conference, an exhibition on the Lake Copais question was held in the Municipal Art Gallery of the Leivadia Municipal Cultural Centre, with photographs and an extensive display of visual and archive material. An educational programme to familiarise primary and secondary-school children with local history also took place. A leaflet entitled The Copais Question: Dedicated to the 110th Anniversary of the Draining of Lake Copais (in Greek) was published for the information of local people and agencies and to increase their sensitivity towards the protection of the cultural heritage of the area. On 8 February 1997, a one-day meeting under the title of 'Know-how in Latin-occupied Greece' (p. 27) was held at the Gennadius Library. The papers presented at the meeting gave a fascinating picture of technical know-how in Greece under Latin rule. The Proceedings of the meeting will be published by the ETBA Cultural Foundation. Niki Zografou provides a briefing on the VII Three-Day Working Meeting of the ETBA Cultural Foundation on 'Medicinal and Aromatic Plants', jointly organised with the Cyprus Association of Biology in association with the Aristotle University of Thessaloniki and the University of Cyprus (p. 27). The Three-Day Meeting took place on 21-25 March 1997 at Paralimni, Cyprus, and was a great success thanks to the interesting contents of all the papers presented and the memorable hospitality provided by the Cyprus Association of Biology. The unit on 'Technology and Conferences' concludes with a presentation by Niki Zografou of the X International Conference of TICCIH, entitled 'Technologies of the Sea' (p. 28), which took place in Athens (preliminary conference: 22-25.6.97) and Thessaloniki (2529.6.97). The papers covered two basic thematic units: A. Technologies of the sea, and B. Industrial landscapes in mining areas. The papers (further divided into sub-units) revealed the dangers threatening the traces of manufacturing, commercial and other facilities still to be seen in ports and other areas connected with sea communications. During the confe-

rence, the delegates visited interesting sites and monuments connected with the industrial heritage in Piraeus, Volos and Thessaloniki. A section of articles headed Technology and Restoration' begins with an article by Manolis Korres on 'Intervention on the Fifth Column of the South Side of the Parthenon in the Light of the History of Technology'(p. 29). When the Parthenon was blown up in 1687, the fifth column on the south side of the temple was severely distorted. As a result of the earthquake of 1981, the column shifted significantly away from the vertical and was in danger of collapsing. The article by M. Korres describes the intervention carried out (raising and moving of the column, restoration of the top drum, replacement of the column) and examines other instances of similar action since the time of the Renaissance, such as the efforts of A. Fioravante, C. Agrippa, Î’. Ammanati and A. Sangalo. The moving of the fifth column on the south side of the Parthenon can be seen as a unique operation of its kind in view of the structure of the column (with multiple drums) and its great weight. In the second (and final) article in this unit, E. Filippaki, E. Kotzamanidi, A. Anastasiadis, E. Gongolidis and S. Filippakis describe a research programme being implemented by the Democritus National Physics Research Centre on the topic of 'Plasma Processing for the Cleaning and Restoration of Archaeological Finds' (p. 33). This is a new method for the cleaning and restoration of archaeological finds, which is already being implemented in museums around the world and involves the removal of the accumulated earth and oxides by means of plasma processing so as to reveal the ancient surface. The method has a number of advantages: it saves time by comparison with conventional methods, gives the surface the strength to resist post-corrosion, and improves the quality of the restored surface. In a brief article entitled 'Mallia: protecting and developing antiquities' (p. 34), M. Schmid provides a short description of the archaeological site at Mallia and the excavations carried out there before briefing readers about the special roofs which have been erected above the most vulnerable buildings in the excavated site. The next unit is entitled 'Technology and Cultural Management', and it begins with an article by Stelios Papadopoulos on 'The Establishment and Management of Local Technical Heritage Museums' (p. 35). The article deals with the question of establishing local technical heritage museums which, relying on new strategies, on carefully-planned programmes, on the appropriate infrastructure in terms of human resources and equipment and on correct management will become modern, living organisations rather than ghost museums. The introduction of a suitable statutory framework, the establishment of a school of management and the preparation of national planning are essential requirements for the achievement of this objective. Olga Dakoura-Voyatzoglou, in an article entitled 'The Industrial Heritage of Nea Ionia and a Proposal for the Establishment of a Technological Museum' (p. 37), reviews the history of the industrial tradition of the area and reports

on the results of a research project conducted by the team which collected the material (machinery, photographs, artefacts, maps and diagrams, oral testimony, etc.) which documents that tradition. She then proposes the establishment of a Municipal Museum to house the material, located in one of the factory buildings of Nea Ionia. A historical review of the Lavrio area is the starting-point for Ourania Mari in her article 'Utilising the Technological Tradition of Lavrio' (p. 38). She then reports on the results of the research into the technological tradition of the area carried out by the Ministry of Culture, the National Technical University of Athens, the National Research Foundation/Centre for Modern Greek Research and TICCIH and the proposal for the establishment of a Technological Museum and Technology Park in Lavrio. Aigli Dimoglou contributes an article under the title 'Proposal for the Establishment of a Museum of Industry in the Premises of the Tsalapatas Brick and Tile Works' (p. 40) which deals with the industrial past of Volos, the history of the Tsalapatas Brick and Tile Works, and the establishment of a municipal museum of industry in the premises of the factory, whose buildings and technological equipment have survived in excellent condition. The article also proposes the formation of an interdisciplinary committee of experts to undertake the overall design of the project, with the objectives of promoting the local industrial heritage and establishing a modern cultural venue. 'The Stone Lighthouses of Greece' (p. 41) are the subject of an article by N. Benos-Palmer. The author relates the historical background to the establishment of a chain of lighthouses in Greece, describes the stone lighthouse buildings and the systems for emitting the beam and moving the reflectors, and proposes that the surviving buildings and equipment should be conserved as notable components of the Greek technological culture. This task, he argues, ought to be the responsibility of the Lighthouse Service of the Greek Navy. The last article in this unit is by E. Voukelatos and it refers, in brief, to 'The Patra Science Park' (p. 42). The Park was founded in 1989 by the General Secretariat for Research and Technology with the objective of assisting the development of new enterprises in the sectors of new technology. The next set of articles has the general heading Technology and Foundations'. It begins with an article by Yannis Christianidis on 'The Hellenic Association for the History of Science and Technology' (p. 43), founded in 1990 with the main objectives of promoting and disseminating all the branches and aspects of the history of science and technology and of introducing the teaching of that history into secondary and tertiary education. In the six years in which it has been in existence, the Association has organised conferences and meetings, and it publishes an Information Bulletin. September 1996 saw the foundation of the Institute of Greek Mills (ITEM) (p. 43), a non profit-making association whose principal purposes are to record, study and protect the historic mills to be found in Greece and the


traditional energy systems with which they are associated. The Institute's objectives also include the setting up of a Documentation Centre, specialised training of scientific and technical staff, the founding of a Museum of Mill History, the organisation of meetings and exhibitions, the publication of books and the production of films to publicise mills. Aigli Dimoglou describes a similar initiative in her article on the Volos Municipal Centre for Historical Research (p. 43), which was established in 1991 for the central purposes of assembling, managing, utilising and promoting source material of all kinds and types connected with the history of Volos and the surrounding area. Ms Dimoglou then gives an account of the Centre's activities, which include seminars, exhibitions, educational programmes and publications. Technology and Museums', the next unit, begins with an article by Eftychia KourkoutidouNikolaidou on the Museum of Byzantine Culture in Thessaloniki (p. 44). The ideological aim of the Museum is to present the various forms taken by life as lived in Byzantium, the artistic and intellectual development of the Empire, and the manner in which its social and religious life was organised. Also among its purposes is an exploration of the relationship between Byzantine culture and that of Late Antiquity and of the contribution it made to the formulation of modern Greek culture after the fall of Byzantium itself. Apart from the permanent exhibition, the Museum also organises special short-term exhibitions accompanied by small-scale learned symposiums. Areas have been set aside for educational programmes and other cultural activities. The Museum publishes a twice-yearly Information Bulletin in three European languages, reporting on its activities and containing short studies of items in its collections. 'The Significance and Purpose of the Greek State Radio and Television Museum' (p. 45) is the subject of an article by Kyriaki Arseni. The process of designing the museum, which is currently in progress, involves the systematic assembling, recording and restoring of the archives and equipment of Greek State Radio and Television to serve as the material from which the museum will be formed in order to preserve the technological history of the state broadcasting network. An article by K. Karaiskos deals with the 'Komotini Museum of Basket-Weaving' (p. 46). The museum was inaugurated in 1995 and contains examples of the basket-weaving of the Romany people from all over the Balkans. Also in this unit is an article by D. Voyatzis on the 'Greek Air Force Museum' (p. 47), founded

in 1992 as a unit of the Greek Air Force. The main mission of the museum is to bring together the items of historical interest owned by the Greek Air Force, study the history of aviation and publicise the military achievements of the Greek Air Force. Under IGOM classification rules, the museum belongs to the category of historical and technological museums which exhibit a specific human activity in all its forms. The last article in this unit is by Olga Traganou-Deliyanni and is entitled 'The Thessaloniki Water Museum' (p. 48). The author deals with the history of the water supply system for the city of Thessaloniki after the late nineteenth century and with the project of converting the Old Pumping-Station into a Water Museum. The Museum will be one of the few historic industrial buildings in Thessaloniki whose new use will preserve and accentuate its original function, thus making it a living technical monument. The central theme of the Technology and Libraries' section is a description by Eleni Kalafati of the Old Collection in the Library of the National Technical University (p. 50). The history of the Library begins with the founding in 1836 of the Craft School and its nucleus was formed during the early years of the University. Today, it possesses a wealth of material of the greatest value for research and absent from other libraries. The author includes a lithograph catalogue dating from 1950 and showing the system of classification used in the Library. Ipatia Dionysiadou contributes an article on 'Greeks of Pontus in the Anna Theofylaktou Photographic Archive' (p. 52) to the Technology and Archives' section. The Theofylaktou Archive consists of original photographs and reprints portraying the Greek communities of Pontus and Asia Minor and dating from the late nineteenth century and the early decades of the twentieth century. There are also modern photographs, taken on Anna Theofylaktou's trips to Pontus, Armenia, Cappadocia, Georgia, Ionia and Cyprus. A review by Charalambos Bouras of Yannis Kizis' Building Techniques of Mt Pelion (in Greek), published by the ETBA Cultural Foundation, is the first article in the Technology and Publications' section (p. 54). Kizis' book, a composite work, explores the residential architecture of Mt Pelion as it developed from the seventeenth century to the late nineteenth century. Next comes a presentation of The Life and Work of the Architect Lysandros Kaftantzoglou (1811-1885) (in Greek), by Panos Meinopoulos (p. 56), a monograph on one of the most important Greek personalities of the nineteenth century. The monograph is published by the ETBA Cultural Foundation.

The most recent book published by the ETBA Cultural Foundation is Greek Traditional BoatBuildingby Kostas Damianidis (p. 57). Fully illustrated with photographs and drawings (most of them by the author), this work deals with the development of the traditional craft of boat-building since the eighteenth century, wich particular reference to the Aegean. The book consists of seven chapters. The first gives an account of the historical background with determined the growth of boat-building in Greece over the last three centuries. Chapter Two deals with the variety of types of traditional boats found in Greece and their sails and rigging. The third chapter covers the morphological and geometrical characteristics of the boats, while Chapter Four describes the tools used by boat-builders. Chapter Five covers the practical design of boats, Chapter Six the types of timber used for each part of the boat and Chapter Seven the way in which each section of the boat is built and joined to the others. Also among the books published by the ETBA Cultural Foundation is the Greek translation of The Industrial Heritage by J. Alfrey and T. Putnam (p. 60). This work provides an integrated approach to the questions which arise out of the evaluation, restoration, interpretation, financing and management of the network that is the heritage of the industrial culture. This presentation of the publications of the ETBA Cultural Foundation ends with an article by Takis Kirkis on Arnold Pacey's Technology in World Civilization. A thousand-year History, which provides a vivid and enlightening picture of the technological developments of the last thousand years, which the author sets in a framework spanning the centuries and covering the entire world (p. 60). This is followed by a presentation of two new books. The first, by Z. Vaos and S. Nomikos, is entitled The Windmills of the Cyclades (in Greek, Dodoni Books) and, with its wealth of architectural and ethnographic material, constitutes a truly monumental monograph (p. 61). The second is Designs in the Marble Sculpture of Tinos (in Greek, Filippotis Books) by A. Florakis (p. 61). In a review of Yannis Rouskas' Caiques of Lake Pamvotis (p. 62), Kostas Damianidis concludes that the author deals in a comprehensive manner with the subject of the boats used on the Greek lakes, providing satisfactory documentation in the form of photographs, maps, engravings and drawings. The Technology and Publications' section refers to the periodical Ethnologia (p. 63), published by the Hellenic Ethnology Association, and ends with a list of the new publications acquired by the Foundation's library.

Η περιοδική έκδοση του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ παρουσιάζει τη δραστηριότητα του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ και τη σχετική με την ιστορία των τεχνικών επιστημονική δραστηριότητα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. ● Για λόγους γλωσσικής ομοιογένειας και ενότητας παρουσίασης της ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, η σύνταξη διατηρεί το δικαίωμα και φέρει την ευθύνη συντομεύσεων και των, κατά την κρίση της, βελτιωτικών παρεμβάσεων στα κείμενα που αποστέλλονται προς δημοσίευση. Τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται. ● Η αναδημοσίευση επιτρέπεται με την υποχρέωση μνείας της προέλευσης του αναδημοσιευόμενου κειμένου και αποστολής ενός αντιτύπου στην ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ. ● Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ στέλνεται δωρεάν στα ενδιαφερόμενα νομικά και φυσικά πρόσωπα.


© Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς Υπηρεσία Έρευνας και Προβολής To περιοδικό Τεχνολογία ψηφιοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2008. Πραγματοποιήθηκε επίσης Οπτική Αναγνώριση Χαρακτήρων για την ανακατασκευή των κειμένων. Ομάδα Εργασίας: Κωνσταντίνος Φιολάκης - Βαγγέλης Στουρνάρας - Χρύσα Νικολάου


Τεχνολογία Τεύχος 8 (1998)