Page 112

τών και Χρυσόγελων, οι οποίες ήρθαν στη Θάσο από τη Σίφνο με σκοπό να ασχοληθούν με τη συγκεκριμένη τέχνη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα για την αρχή της νεότερης κεραμικής στη Θάσο και η αναζήτηση μέσα από λιγοστές μαρτυρίες της ιστορίας των εργαστηρίων της Θάσου. Το 1916 ή 1917 αγοράστηκε από τους Χρυσόγελο και Μαντενιώτη, από κοινού, παραλιακό κτήμα και ιδρύθηκε αγγειοπλαστείο στη θέση Μώλος, περιοχή η οποία διέσωζε μέχρι τον Μεσοπόλεμο τις ονομασίες Φούρνοι και Κανατάδικα και σήμερα ονομάζεται Τσουκαλαριό. Η εξέλιξη και η πορεία των εργαστηρίων, η πρώτη ύλη και η αναζήτηση της στο νησί, η επεξεργασία της και οι ιδιαιτερότητες της, τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι συγκεκριμένοι αγγειοπλάστες εξετάζονται με ακρίβεια και προσοχή, και τα υλικά διακόσμησης, η εξασφάλιση τους, η εφυάλωση και η διαδικασία της, το στέγνωμα των αγγείων, το καμίνιασμα και το ξεκαμίνιασμα αποτελούν κεφάλαια εκτενή του βιβλίου. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το κεφάλαιο που αναφέρεται στα προϊόντα, στο οποίο γίνεται προσπάθεια αυτά να ταξινομηθούν με βάση τη διακόσμηση ή μη σε πυρίμαχα σκευή, που προορίζονται να τοποθετηθούν στη φωτιά, σε υδροφόρα ακόσμητα ή ελάχιστα διακοσμημένα (στάμνες, κανάτες, λεκάνες, κούπες κ.ά.), καθώς και σε διακοσμητικά (ανθοδοχεία, φρουτιέρες, πιάτα τοίχου κ.ά.), τα οποία συνήθως είναι διακοσμημένα. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στα ζωόμορφα και ανθρωπόμορφα σκεύη και στον τρόπο κατασκευής τους, στα μεγάλα δοχεία (πιθάρια) που κατασκευάζονται τμηματικά, καθώς και σε άλλα λιγότερο σημαντικά είδη, όπως θυμιατά, σφραγίδες, επιγραφές κ.ά. Το κεφάλαιο «Η κυκλοφορία των προϊόντων» αναφέρεται στη ζήτηση και τις παραγγελίες, το εμπόριο και τις μεταφορές καθώς και στα καταστήματα πώλησης κεραμικών ειδών αλλά και στις εισαγωγές κεραμικών στο νησί από τις Κυκλάδες και αλλού. Τα χρηστικά σκεύη, όπως οι πυρίμαχες «κατσαρόλες» και τα γιουβέτσια, φαίνεται ότι ήταν τα πιο περιζήτητα, λόγω της ποιότητας του πηλού από τον οποίο κατασκευάζονταν. Στο κεφάλαιο «Γενικά στοιχεία» γίνεται λόγος για το ανθρώπινο δυναμικό των εργαστηρίων, την οικογενειακή οργάνωση της εργασίας, τον καταμερισμό της με εξειδίκευση των τεχνιτών καθώς και τη συνεργασία των εργαστηρίων μεταξύ τους. Θέματα χρόνου λειτουργίας των εργαστηρίων, αναλόγως των καιρικών συνθηκών, η θέση του αγγειοπλάστη στην κοινωνία του νησιού, τα προβλήματα του επαγγέλματος με την είσοδο νέων υλικών στην αγορά και τον εκτοπισμό των πήλινων σκευών, αλλά και άλλα στοιχεία λαογραφικού ενδιαφέροντος, όπως παροιμίες και δίστιχα που έχουν ως κύριο θέμα το επάγγελμα του αγγειοπλάστη και η αναφορά στον άγιο Κυπριανό ως προστάτη της κεραμικής εκτίθενται στη συνέχεια. Ο τομέας της κεραμικής στο χώρο του Αιγαίου απέκτησε μια ακόμη αξιόλογη μελέτη, ο συντάκτης της οποίας, αφού περιοριστεί χρονικά στα τέλη του 19ου και στον 20ό αιώνα, στηριζόμενος στην υπάρχουσα

βιβλιογραφία και σε προσωπική έρευνα, προσπαθεί να βγάλει συγκεκριμένα συμπεράσματα από το υλικό που κατόρθωσε να συγκεντρώσει και όχι από εικονικά στοιχεία. Συχνά ανοίγει ένα κεφάλαιο (όπως αυτό για τους αγγειοπλάστες της Αίνου) με σκοπό να

θέσει το πρόβλημα και να δώσει και σε άλλους μελετητές την αφορμή να αναζητήσουν τη λύση του. Έτσι η εργασία καθίσταται πολλαπλά χρήσιμη. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ-ΚΑΜΗΛΑΚΗ

ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΠΛΟΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΚΑΙ 19ο ΑΙΩΝΑ Ναυπηγική και πλοία στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, Χίος 1999, 351 σελ. Η έκδοση των πρακτικών του συνεδρίου «Ναυπηγική και πλοία στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα» συμπληρώνει ένα βιβλιογραφικό κενό στην παρουσίαση της ναυπηγικής παράδοσης των λαών της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται για έναν τόμο 351 σελίδων με αρκετά σχέδια και απεικονίσεις πλοίων, στον οποίο συμμετέχουν με άρθρα τους τριάντα πέντε ερευνητές της ναυτικής και ναυπηγικής παράδοσης. Στους συγγραφείς περιλαμβάνονται ιστορικοί, αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, ναυπηγοί από διάφορες χώρες: Ιταλία, Μάλτα, Κροατία. Βουλγαρία. Ρουμανία, Τουρκία, Ισραήλ. Αίγυπτο και. φυσικά, Ελλάδα. Η προσέγγιση των θεμάτων είναι διεπιστημονική με σαφείς προσπάθειες συγκριτικής αντιμετώπισης και σφαιρικής παρουσίασης. Οι ανακοινώσεις ταξινομούνται σε τέσσερις θεματικές ενότητες, οι οποίες θεωρήθηκαν σημαντικές για τον διεπιστημονικό χαρακτήρα του συνεδρίου και προέρχονται από το ευρύτερο ερευνητικό πρόγραμμα, στο οποίο εντάσσεται ο τόμος. Οι θεματικές αυτές ενότητες είναι: 1. Ιστορικό και οικονομικό πλαίσιο εξέλιξης των ναυπηγικών κέντρων. 2. Μετακινήσεις και μεταναστεύσεις ξυλοναυπηγών. 3. Τοπικές τεχνικές ξυλοναυπηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. 4. Τυπολογία των σκαφών της περιοχής κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Το συνέδριο είχε συνδιοργανωθεί το 1994 από το Υπουργείο Πολιτισμού, το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών (Κέντρο Νεοελληνικών

Ερευνών), το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος και το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου. Ήταν επίσης ενταγμένο στις εκδηλώσεις του ερευνητικού προγράμματος «Η εξέλιξη της ξυλοναυπηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα», το οποίο βρίσκεται υπό την αιγίδα του προγράμματος της UNESCO «Ολοκληρωμένη σπουδή των δρόμων του μεταξιού, δρόμων διαλόγου».

Τα πρακτικά εκδόθηκαν με επιχορηγήσεις του Ιδρύματος Λέοντος Λεμού και του Ομήρειου Πνευματικού Κέντρου Δήμου Χίου και την επιστημονική επιμέλεια τους είχε ο γράφων, ο οποίος συντόνιζε και το ευρύτερο ερευνητικό πρόγραμμα. Το βιβλίο διατίθεται από το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου. το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του ΕΙΕ και το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος. Κ.Α. ΔΑΜΙΑΝΙΔΗΣ

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΓΕΦΥΡΙΑ Γεώργιος Τσότσος, Μακεδόνικα γεφύρια: Τοπογραφία. Ιστορία, Λαογραφία, University Press, Θεσσαλονίκη 1997 (ISBN 960-12-0587-Χ), 226 σελ., 169 εικ., αγγλική περίληψη. Η έρευνα για τα παλαιά πέτρινα γεφύρια και τα σχετικά θέματα έχει ηλικία περίπου 30 χρόνων. Ο αρχιτέκτων Μιχάλης Δωρής έγραψε στα 1969 γι'αυτά ως μέρος της «Ανώνυμης Αρχιτεκτονικής» (Αρχιτεκτονική 13/77). Ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας ( 1893-1976)

δημοσίευσε το έτος 1971 «Το τραγούδι του Γεφυριού της Άρτας» (Λαογραφία XXVII). Δύο χρόνια αργότερα, ο Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλος (1913-1994) αναφέρθηκε στο θέμα μας στον τόμο Λαϊκή αρχιτεκτονική: Ηπειρώτες, μαστόροι και γεφύρια. Τα τελευταία 15-20 χρόνια απέδωσε η σπουδή τους: Ο αρχιτέκτων Στέφανος Σίνος έγραψε για σπουδαία γεφύρια της Κύπρου: « Alte Steinbrucken auf Zypern», Architecture XII (1982). Ενθουσιώδης ο Σπύρος Μαντάς εξέδωσε τα δύο